Archive for the 'Λογοτεχνικά Περιοδικά' Category

16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

Advertisements
14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

23
Ιαν.
18

Εντευκτήριο τεύχος 113 (Απρίλιος – Ιούνιος 2016, κυκλοφ. 30 Νοεμβρίου 2017)

Παρατηρήστε λοιπόν τι συμβαίνει αυτή τη νύχτα: ο άντρας φοράει τη μάσκα της γυναίκας και η γυναίκα του άντρα, το παιδί μεταμφιέζεται σε γέρο και ο γέρος σε παιδί. Τα φύλα, οι ηλικίες και οι κοινωνικές τάξεις, σαν από θαύμα, ανατρέπονται. Καθένας αλλάζει τον ρόλο του με το ρόλο του διπλανού του… Η ουσία του καρναβαλιού είναι η ανταλλαγή ρόλων. Κοιτάχτε εκείνους τους άντρες και εκείνες τις γυναίκες να τρέχουν δεξιά κι αριστερά στους δρόμους και να δίνουν οι μεν στους δε σημάδια αναγνώρισης με τα οποία συνήθως ξεχωρίζονται μεταξύ τους…

έγραφε ο Ντομινίκ Φερναντέζ στο βιβλίο του Πορπορίνο ή τα Μυστήρια της Νάπολης (εκδ. Εξάντας, 1990, μτφ. Λουκάς Θεοδακόπουλος), για να αιχμαλωτίσει μια από τις ελάχιστες συγκυρίες όπου αισθανόταν ελεύθερος να εκφραστεί. Ο συγγραφέας, που εδώ γνωρίσαμε κυρίως με το βιβλίο του Εγώ ο Πιέρ Πάολο στα χέρια του αγγέλου, καταθέτει Ολίγα περί του βίου του, ενός βίου που καθορίστηκε από την παιδική του ηλικία και την προτίμηση στα αγάλματα του Απόλλωνα αντί για εκείνα της Αφροδίτης, όταν ξεφύλλισε ένα μικρό άλμπουμ με φωτογραφίες ελληνικών αγαλμάτων. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να εκδηλώσει την προτίμησή του σε κανέναν κι έζησε σε μια καταπιεστική σιωπή. Έγινε όμως ένας σπουδαίος συγγραφέας, που έζησε σύμφωνα με τις επιθυμίες του, έγραψε Το ροζ αστέρι ως φωνή για τους στερημένους φωνής, υποστήριξε τον γάμο για όλους, «στο όνομα της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων» και τώρα είναι ευγνώμων για μια ζωή πλήρη φίλων και πνευματικών ασχολιών. Το σύντομο απρόσμενο κείμενο σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταειδή.

Κάπου στη μέση του τεύχους βρίσκουμε τον Λου Σιουν (Lu Xun), έναν από τους σημαντικούς Κινέζους συγγραφείς του 20ού αιώνα, με πλούσιο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο. Εδώ το ρεαλιστικό του διήγημα, σε μετάφραση και χρήσιμες υποσημειώσεις της Ράνιας Καταβούτα, περιγράφει τις περιπέτειες ενός νεαρού που εργάζεται ως «το παιδί με την κανάτα» στην ταβέρνα «Ευημερία» στην άκρη της πόλης. Από την μέσα πλευρά των συνόρων συμβαίνουν εξίσου ενδιαφέροντα πράγματα. Μπορούμε να βρεθούμε στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου όπου ένα παλιό μπακ του Μακεδονικού με την βασική θεωρία πως η καλή άμυνα κερδίζει στο τέλος στήνει τα περίπτερα υποκρύπτοντας την σωματική του αδυναμία και δέχεται το γαλαντόμο κέρασμα του Γιάννη Ρίτσου ενώ στο φόντο τιμώμενοι κλασικοί Ρώσοι συγγραφείς μοιάζουν να ζωντανεύουν ή όντως ζωντανεύουν. Ο Δημήτρης Μίγγας στις Βλαβερές συνήθειες επιχειρεί λογοτεχνικώς να αποδείξει ότι ο καπνός και το ποτό δεν βλάπτουν την υγεία από μόνα τους, ενώ ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης μας προσφέρει το πιο δυνατό κομμάτι του τεύχους, το μονόπρακτο του τέλους, που δεν είναι άλλο από την τελευταία πράξη της μάνας του.

Το πεζογραφικό τμήμα συμπληρώνεται με τους Μάνο Ελευθερίου, Στάθη Κοψαχείλη, Δήμητρα Κολλιάκου, Βασίλη Καράδαη, Λου Σιουν (μτφρ. Ράνιας Καταβούτα), Ιφιγένεια Σιαφάκα, Χρύσα Φάντη, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Φωτεινή Τέντη και πολλούς άλλους, ενώ διατίθεται άφθονη ποίηση, δοκίμια (όπως η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «Ανάσταση» για την έννοια της επιστροφής στα μυθιστορήματα του Αντώνη Σουρούνη» από την  Γαβριέλλα Αναστασίου), κριτικές βιβλίων, κλεφτές ματιές στο κομοδίνο του Γιώργου Κορδομενίδη και μια επιλογή και μετάφραση σπαραγμάτων σκέψεων και λόγων του Τζον Άσμπερυ από τον Γιάννη Θεοδοσίου. Στο ένθετο Camera Obscura παρουσιάζεται η φωτογραφική ενότητα του Πέτρου Ευσταθιάδη Αθέατα όρια / Αυτοσχέδιες κατασκευές. (Το κείμενο παρουσίασης υπογράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου). Το επόμενο τεύχος, αρ. 114, θα είναι αφιερωμένο στην Λούλα Αναγνωστάκη.

[σελ. 144]

Στις εικόνες: Dominique Fernandez, Lu Xun.

13
Νοέ.
17

Tobias Wolff – Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα

Η ζωή ως διαδοχή στιγμών

Όλα παίζουν ρόλο σ’ ένα διήγημα και γι’ αυτό πρέπει πραγματικά να είναι πρώτης τάξεως. Κάτι που δεν συμβαίνει στο μυθιστόρημα. Εκεί χρειάζεται να υπάρχουν παρεκβάσεις και μια χαλάρωση της προσοχής γιατί ο αναγνώστης δεν μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή ένταση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. / Λογικά θα έπρεπε να είναι η αντιπροσωπευτική λογοτεχνική μορφή του πολιτισμού. Νομίζω ότι ο λόγος που δεν διαβάζεται το διήγημα είναι ο ίδιος με τον λόγο που δεν διαβάζεται η ποίηση. Τα διηγήματα με τον τρόπο τους είναι πολύ απαιτητικά. Πρέπει να εισχωρήσεις μέσα τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερο κόσμο, αλλά οι περισσότεροι αναγνώστες απογοητεύονται γιατί τα διηγήματα δεν έχουν τη δομή του μυθιστορήματος. Δεν έχουν ξεκάθαρο τέλος· δεν σε πληροφορούν για τα πάντα· λειτουργούν περισσότερο με υπαινιγμούς…

… λέει ο Τομπάιας Γουλφ σε συνομιλία που αναδημοσιεύεται από μια ιστοσελίδα και η οποία περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Πλανόδιον, στο τεύχος 44 (Ιούνιος 2008). Χάρη σ’ εκείνο τον πλήρη φάκελο πρωτογνώρισα τον Αμερικανό συγγραφέα, τόσο μέσα από μια σειρά μεταφρασμένων διηγημάτων όσο και χάρη σε μια αναδημοσιευμένη από το διαδίκτυο συνέντευξη αλλά και στην κατατοπιστική εισαγωγή στο έργο του από τον Τάσο Αναστασίου, που είχε επιμεληθεί το αφιέρωμα και είναι ένας εκ των μεταφραστών εδώ.

Ο Wolff ανήκει στην ευρύτατη γενιά των σύγχρονων διηγηματογράφων που συνεχίζουν μια ρεαλιστική παράδοση διηγούμενοι ιστορίες με τον πιο απλό κι εύληπτο τρόπο. Με θεματολογία παρμένη από την καθημερινότητα, χαρακτήρες που δεν ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, ευθύγραμμη ροή του αφηγηματικού χρόνου, στοιχειώδη πλοκή, γλώσσα με στοιχεία προφορικότητας και εστίαση που πλησιάζει την εσωτερική, η πρόζα του έχει σαφώς διαλέξει πλευρά στον αντίποδα του μοντερνισμού, αν και το συνήθως ανοιχτό τέλος των ιστοριών του και η συχνή χρήση των υπαινιγμών διατηρεί μια επαφή με τον τελευταίο.

Ο συγγραφέας αποτελεί πλέον κομμάτι μιας παράδοσης από τον Hemingway μέχρι τους Αμερικανούς διηγηματογράφους της δεκαετίας του ’50 και του ’60 [John Cheever, Flannery O’ Connor, Grace Paley, Katherine Anne Porter, κ.ά.] που πρότειναν νέες παραλλαγές στην καθιερωμένη τεχνοτροπία και την κληροδότησαν στους συνεχιστές τους στην δεκαετία του ’70 και του ’80, ιδίως στην τριάδα των αποκαλούμενων βρώμικων ρεαλιστών Raymond Carver, Richard Ford και Tobias Wolff. Και μπορεί ο Γουλφ να έγραψε και μυθιστορήματα, αλλά τα διηγήματα μοιάζουν να αποτελούν τον φυσικό του χώρο.

Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία χαρακτηρίζουν και τα δέκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η γλώσσα του αφηγητή συχνά δεν ξεχωρίζει από την καθημερινή γλώσσα των χαρακτήρων και η ψυχολογική ανάλυση έχει περιοριστεί χωρίς πάντως να έχει εξαφανιστεί. Οι χαρακτήρες κινούνται σ’ ένα διαρκές δίπολο αλήθειας και ψεύδους – τόσο απέναντι στους άλλους όσο και στον ίδιο τους τον εαυτό. Η χαρά του πολεμιστή παρουσιάζει τους πολεμιστές του Βιετνάμ έξω από τα στερεότυπα. Ο συγκεκριμένος πόλεμος υπήρξε μια καθοριστική εμπειρία για τον ίδιο τον συγγραφέα. Νέοι και βετεράνοι είναι έτοιμοι να εκραγούν ανά πάσα στιγμή, εφευρίσκοντας, αν χρειαστεί, νέους εχθρούς. Στην άλλη άκρη του κόσμου, στα πολυτελή σπίτια των νεόπλουτων ο Λεβιάθαν παρουσιάζει δυο ζευγάρια που εθισμένα στην κοκαΐνη είναι εξίσου έτοιμα να εκραγούν και να κατασπαράξουν τις σάρκες τους.

Ένα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ αρκεί για να εκφράσει μια άλλη, ελαφρώς χιουμοριστική πλευρά της πρόζας του. Ο ανιαρός κόσμος των συνεδρίων, η ευτελής ανταγωνιστικότητα, ο ανέκφραστος ερωτισμός, όλα βρίσκονται εδώ. Ο καθηγητής αναγκάζεται να υποστεί τον ενθουσιασμό μιας γυναίκας για έναν ποιητή – το είδος των ποιητών που συναντάς σε χριστουγεννιάτικα άλμπουμ και που οι στίχοι τους συνοδεύουν αφίσες για πνευματιστικές αναζητήσεις. Η ματιά του Γουλφ δεν είναι ειρωνική αλλά επιεικής, γεμάτη κατανόηση. Άγρυπνος ο αφηγητής στο τελευταίο διήγημα της συλλογής παρατηρεί την σύντροφό του καθώς κοιμάται και διχάζεται ανάμεσα σε συναισθήματα τρυφερότητας και αποστροφής, έλξης και απώθησης. Μέχρι να αποκοιμηθεί, προφανώς μετά την τελευταία σελίδα, έχει πάρει δραστικές αποφάσεις που ανακαλεί με την ίδια ευκολία.

Στιγμιότυπα λοιπόν, για να θυμηθούμε έναν τίτλο του αγαπημένου μας Ρέϊμοντ Κάρβερ, η συγγένεια με τον οποίο είναι εμφανής· όμως ακριβώς η ανάδειξη επιλεγμένων φορτισμένων συνήθως στιγμών των χαρακτήρων του, τον βίο των οποίων καλούμαστε να φανταστούμε συμπληρώνοντας τα κενά, που ανάγεται ευθέως στον Τσέχωφ. Στην προαναφερθείσα συνομιλία ο Γουλφ εξηγεί την συγκίνησή του όταν διαβάζει τον Ρώσο συγγραφέα, όπου «η ανθρωπιά συνυπάρχει μ’ ένα είδος σκληρότητας». Ο Γουλφ αναφέρει ως παράδειγμα μια συγκεκριμένη ιστορία όπου ο συγγραφέας εστιάζει με φοβερή παραστατικότητα σ’ ένα τραγικό περιστατικό. Και ξαφνικά, ανοίγει το πλάνο του τόσο πολύ ώστε καταλαβαίνουμε πόσο ασήμαντο είναι το περιστατικό. Δεν σου ακυρώνει η συμπάθεια για τον ήρωα αλλά σου μεταδίδει την ιδέα του για το πεπερασμένο της ύπαρξής μας και των προβλημάτων μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη διάκριση του συγγραφέα. Καθώς όλοι τείνουμε να σκεφτόμαστε την ζωή μας σαν μια διαδοχή επεισοδίων και όχι σαν ένα μυθιστορηματικό όλον, ο Γουλφ διαπιστώνει πως η ζωή στον δικό του κόσμο, όντας τόσο αποσπασματική, δεν προσφέρεται για μυθιστορηματική εκμετάλλευση. Δεν πρόκειται για μια αδιάσπαστη αψίδα εμπειριών, μια κοινότητα με συνέχεια, όπως την παρουσιάζουν τα μυθιστορήματα· υπάρχουν μόνο στιγμές. Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα άκμασε στην Αγγλία, όπου υπήρχαν παντού κοινότητες με κατοίκους που βλέπονταν διαρκώς κι επηρέαζαν ο ένας τον άλλον. Το διήγημα από την άλλη πλευρά, είναι η κατεξοχήν αμερικάνικη φόρμα. Οι Αμερικανοί είναι ένας κατά βάση νομαδικός λαός, καθώς κατά ένα μεγάλο ποσοστό μετακινούνται μια φορά κάθε πέντε χρόνια. Στην αμερικανική κουλτούρα υπάρχει έντονη κοινωνική κινητικότητα και για τον λόγο αυτό έντονο συλλογικό άγχος. Οι περισσότεροι αλλάζουν κοινωνική θέση κατά την διάρκεια της ζωής τους. Νομίζω είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, που σαφώς προκαλεί και αντίλογο αλλά και διαθέτει πλήθος επαληθεύσεων.

Εκδ. Ίκαρος, μτφ. Γιάννης Παλαβός και Τάσος Αναστασίου, 2017, σελ. 188 [1981, 1985, 1996, 2008]

Το εικαστικό πορτρέτο είναι της Michelle L. Morby. Η τελευταία φωτογραφία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτυπώνει ένα στιγμιότυπο από την πρόζα του συγγραφέα.

26
Αυγ.
17

Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]




Ιουλίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 930,449 hits

Αρχείο

Advertisements