Archive for the 'Μαρτυρία' Category

03
Δεκ.
17

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς – Τσέρνομπιλ. Ένα χρονικό του μέλλοντος

Μια Ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ

Γιατί δεν μιλήσαμε, ενώ γνωρίζαμε; Γιατί δε βγήκαμε στους δρόμους να βροντοφωνάξουμε την αλήθεια; Γράψαμε αναφορές και υπομνήματα αλλά τελικά μείναμε  σιωπηλοί και ακολουθούσαμε τις οδηγίες γιατί δεσμευόμασταν όλοι από την πειθαρχία του Κόμματος. Γιατί ήμασταν κομμουνιστές. Δεν θυμάμαι ούτε έναν από τους υπαλλήλους ν’ αρνήθηκε να εργαστεί στην απαγορευμένη ζώνη. Από βαθιά πίστη σε μια όμορφη και δίκαιη κοινωνία, την κοινωνία των Σοβιέτ. Για πολλούς η κατάρρευση αυτής της πίστης συνοδεύτηκε από καρδιακές ανακοπές και αυτοκτονίες. Γιατί, όταν χάσεις την πίστη, δεν είσαι πια συμμέτοχος σ’ ένα όνειρο, αλλά συνεργός σ’ ένα έγκλημα. [σ. 234]

Τα λόγια του πρώην αρχιμηχανικού του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας δεν αποτελούν παρά μια μικρή ψηφίδα στο δύσκολο έργο της ανασύνθεσης «μιας Ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ». Αυτός ήταν ο εναλλακτικός τίτλος ενός βιβλίου με τις αφηγήσεις εκείνων που την έζησαν από κάθε θέση. Αυτή η κατεξοχήν λογοτέχνης της μαρτυρίας γνωρίζει καλά ότι πρόκειται για τους μόνους αφηγητές που μπορούν να ανασυνθέσουν μια πραγματικότητα και να την αναπαραστήσουν όπως οι τεχνίτες του λόγου. Άλλωστε υπήρξε και η ίδια μάρτυρας των γεγονότων, καθώς ζούσε κι εξακολουθεί να ζει στην γη του Τσέρνομπιλ, στην Λευκορωσία που στη συνείδηση του κόσμου έχει κατοχυρωθεί σαν ένα εργαστήριο πειραμάτων· στα δέκα εκατομμύρια των Λευκορώσων πάνω από δυο εκατομμύρια ζουν σε μολυσμένες περιοχές.

Στον τραγικό «χορό» των συνομιλητών περιλαμβάνονται πρώην και νυν κάτοικοι της απαγορευμένης ζώνης, εκκαθαριστές (όπως ονόμαζαν τους πολίτες ή τους αστυνομικούς στους οποίους είχε ανατεθεί η «εκκαθάριση» των συνεπειών του ατυχήματος), στρατιώτες, πολιτικοί, κομματικοί, χειριστές μετρητών ραδιενέργειας, εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό, επιστήμονες, γιατροί, εργάτες. Το ταξίδι αυτής της σπαρακτικής διαλεκτικής κράτησε τρία περίπου χρόνια. Θα εστιάσω όχι τόσο στα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά όσο στις βαθύτερες συγκλονιστικές πλευρές εκείνης της αδιανόητης καταστροφής έτσι όπως εκφράζονται από τους συνομιλητές τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ένα πρώτο στοιχείο που κατακλύζει τις πρώτες μνήμες είναι η συνύπαρξη της άγνοιας και της μυστικοπάθειας. Στην αρχή κανείς δεν πήρε το γεγονός στα σοβαρά: κανείς δεν γνώριζε από τι έπρεπε να φυλάγεται και οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να απαντήσουν στις ερωτήσεις των πολιτών, καθώς ποτέ τους δεν είχαν διδαχθεί κάτι παρόμοιο στην στρατιωτική σχολή. Οι ίδιοι υποχρεούνταν να δρουν ως στρατιώτες και να σιωπούν. Τις πρώτες μέρες όλα τα βιβλία σχετικά με την ραδιενέργεια αλλά και τα παλαιότερα, για την ατομική βόμβα, ακόμα και για το έργο του Ρέντγκεν, εξαφανίστηκαν από τις βιβλιοθήκες. Δεν υπήρχαν ιατρικές συστάσεις, οδηγίες ή οποιαδήποτε πληροφορία. Όσοι έμαθαν για το ιώδιο, έσπευδαν να το προμηθευτούν, κάνοντας ολόκληρες ουρές στα φαρμακεία. Ορισμένοι το έπιναν με καθαρό αλκοόλ και τους μετέφεραν στα επείγοντα.

Δεν είχαμε διανοηθεί ότι ο θάνατος θα μπορούσε να έχει τόσο όμορφη όψη. Το βράδυ του Σαββάτου, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την έκρηξη, όλοι βγήκαν στα μπαλκόνια να θαυμάσουν την φωσφορίζουσα φλόγα που συνέχιζε να βγαίνει από τον αντιδραστήρα. Όσοι δεν είχαν μπαλκόνι πήγαιναν στους γείτονες. Οι γονείς σήκωναν τα παιδιά τους να την δουν για να την θυμούνται όταν μεγαλώσουν. Πολλοί έκαναν δεκάδες χιλιόμετρα με το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο για να θαυμάσουν το θέαμα. Το επόμενο πρωί όλα είχαν αλλάξει για πάντα. Οι δρόμοι γέμισαν στρατιώτες με αντιασφυξιογόνες μάσκες, το μεσημέρι διατάχτηκε η εκκένωση. Το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η πόλη θα εκκενωνόταν λίγες ημέρες κι ότι οι κάτοικοι έπρεπε να πάρουν μαζί τους μόνο τα στοιχειώδη. Δεν επέστρεψαν ποτέ

Πολλοί πολίτες κλήθηκαν να παρουσιαστούν, συχνά σε πόστα απολύτως άσχετα με την ιδιότητά τους. Οι ειδικευμένοι της πρώτης γραμμής εκτέθηκαν στον μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι πιλότοι των ελικοπτέρων πετούσαν πάνω από τον αντιδραστήρα για την ρίψη της απαραίτητης άμμου, ώστε να εμποδιστεί μια δεύτερη έκρηξη· έβγαζαν το κεφάλι τους έξω από το πιλοτήριο και εστίαζαν. Εκατοντάδες ανθρακωρύχοι έσκαβαν ένα τούνελ μέρα και νύχτα κάτω από τον αντιδραστήρα για να τοποθετήσουν ένα μεγάλο ψυγείο και να παγώσουν το υπέδαφος. Εργάζονταν επί ένα μήνα αλλά τελικά ο αντιδραστήρας πάγωσε χωρίς αυτό. Αμέτρητοι άλλοι άντρες επιφορτισμένοι με τον καθαρισμό της γης εργάζονταν σε δωδεκάωρες βάρδιες διαμένοντας σε σκηνές μέσα στο δάσος ή σε καταυλισμό.

Σήμερα στο διαδίκτυο μπορεί να δει κανείς την επιχείρηση καθαρισμού της οροφής του αντιδραστήρα. Τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ δεν υπάκουαν στις εντολές, καθώς τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν καταστραφεί από την ραδιενέργεια. Έτσι τα μόνα αξιόπιστα ρομπότ πλέον ήταν οι στρατιώτες (τα «πράσινα ρομπότ» ή «βιο-ρομπότ»), που φορούσαν ποδιές μόλυβδου αλλά τα πόδια τους ήταν απροστάτευτα. Φτυάριζαν τα ραδιενεργά  καύσιμα και τον γραφίτη· είκοσι με τριάντα δευτερόλεπτα να τα φορτώσουν στο καροτσάκι κι άλλα τόσα για να τα πετάξουν μέσα στον αντιδραστήρα. Μετά έπρεπε να φύγουν τρέχοντας, να μην υπερβούν το ανώτατο χρονικό όριο επικινδυνότητας. Κάποιος είχε παθιαστεί και δεν έφευγε, όσο κι αν του φώναζαν οι άλλοι· σήμερα είναι ανάπηρος πρώτου βαθμού, όπως πολλοί από τους συνομιλητές. Στην έξοδο τους περίμενε ένα τιμητικό δίπλωμα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την μοίρα των ζώων που περίμεναν καρτερικά τα αφεντικά τους κι έτρεχαν χαρούμενα προς το μέρος των καθαριστών, αλλά εκείνοι έπρεπε να τους σκοτώσουν. Σταδιακά άρχισαν να πυροβολούν από απόσταση, για να μη βλέπουν την αγωνία στα μάτια του ζώου. Όλοι ομολογούν ότι οι τύψεις τους καταδιώκουν για πάντα. Τα «κόκκινα» δάση στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν πλέον ολόκληρες περιοχές ταφής δέντρων, μετάλλων, σωλήνων, ρούχων, οχημάτων, αντικειμένων. Πολλές άλλες ανάλογες περιοχές βρίσκονται μόνο στα χαρτιά. Τα πάντα κλάπηκαν, πουλήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλακτικά από τα κολχόζ.

Το μεγαλύτερο ψέμα στην απαγορευμένη ζώνη ήταν και το πιο πειστικό: το καλύτερο αντίδοτο για το στρόντιο και το καίσιο είναι η βότκα. Η μέθη υπήρξε η διαφυγή για όσους κλήθηκαν να εργαστούν στις μολυσμένες περιοχές. Ο γραμματέας μιας τοπικής επιτροπής του Κόμματος τους υποσχέθηκε έναν επίγειο παράδεισο, αρκεί να μείνουν να δουλέψουν. Τα μαγαζιά γέμισαν με τα καλύτερα προϊόντα, που μέχρι τότε βρίσκονταν μόνο στις καντίνες του Κόμματος: βότκα, λουκάνικα, καλσόν εισαγωγής. Φυσικά σύντομα κι αυτά τα προϊόντα άρχισαν να βγαίνουν από την ζώνη για να μοσχοπουληθούν οπουδήποτε αλλού.

Αν δεν μεθούσαμε δεν θ’ αντέχαμε αυτή την παράνοια. Πιάναμε φιλοσοφικές συζητήσεις… Ότι δηλαδή είμαστε παγιδευμένοι από τον υλισμό μας και ότι αυτός ο υλισμός μας περιόριζε στον κόσμο των αντικειμένων. Κι ότι το Τσέρνομπιλ ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο προς το άπειρο. Θυμάμαι ακόμη συζητήσεις για την τύχη της ρωσικής κουλτούρας, για την ροπή της προς την τραγικότητα. Λέγαμε πως χωρίς τη σκιά του θανάτου, τίποτε δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί πραγματικά κι ότι η καταστροφή θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από τη σκοπιά της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας. [σ. 268]

Όσοι πρωτομπήκαν στην απαγορευμένη ζώνη ακόμα θυμούνται μια πρωτόγνωρη, θανατηφόρα αίσθηση. Σφραγισμένα σπίτια, παρατημένα μηχανήματα των κολχόζ, σκορπισμένες κάρτες μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, απλωμένα ρούχα, επιγραφές όπως «συγχώρεσέ μας, σπίτι μας» ή «μη σκοτώσετε τον σκύλο μου». Η δουλειά τους ήταν να μην επιτρέπουν στους ντόπιους να επιστρέφουν στα εκκενωμένα χωριά. Στα μέρη που δεν εκκενώθηκαν η εικόνα ήταν απολύτως σουρεαλιστική: από την μία οι στρατιώτες και τα φυλάκια, κι από την άλλη οι αγελάδες που έβοσκαν και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που θέριζαν, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Σύντομα άρχισαν οι ξαφνικοί, «απροειδοποίητοι» θάνατοι. Πολλά παιδιά ανέπτυξαν δυσπλασίες, απλασίες και διάφορες εκ γενετής παθολογίες· άλλα άρχισαν να μεγαλώνουν αργά, να αδυνατούν να επαναλάβουν μια φράση που ειπώθηκε στην τάξη, πόσο μάλλον να απομνημονεύσουν οτιδήποτε. Συχνά οι ίδιοι οι σύζυγοι δυσκολεύονταν να παραδεχτούν ο ένας στον άλλον πως δεν έχουν δυνάμεις, πως χάνουν σιγά σιγά τον έλεγχο των ποδιών τους. Τα «παιδιά του Τσέρνομπιλ» είναι μελαγχολικά και δεν γελούνε. Συχνά δυσκολεύονται να κρατηθούν ξύπνια για πολλή ώρα και καταρρέουν ακόμα και μέσα στην σχολική αίθουσα. Μια από τις σχετικές τραγικές ιστορίες εδώ αφορά μια μητέρα που καθημερινά πασχίζει να κρατά ανοιχτά τα μάτια του γιου της. Όχι μόνο επειδή διαρκώς διολισθαίνει στον ύπνο αλλά επειδή φοβάται πως δεν θα της ξυπνήσει. Αρτιόμκα, άνοιξε τα ματάκια σου… Δεν θα τον αφήσω να πεθάνει.

Μια γυναίκα είναι βέβαιη πως αν έδειχνε η τηλεόραση το παιδί της καμία γυναίκα από όλη την περιοχή δεν θα ήθελε πια να αποκτήσει παιδιά. Και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε πλέον να ξανακάνει έρωτα μετά από αυτό. Ζητούν την κόρη της για πειραματόζωο και είναι έτοιμη να δεχτεί, αρκεί να της υποσχεθούν ότι θα την βοηθήσουν να ζήσει. Μεθαύριο που θα την ρωτήσει γιατί δεν την ερωτεύεται κανείς, τι θα απαντήσει; Οικογένειες ζουν χρόνια μέσα στο νοσοκομείο, τα παιδιά παίζουν τις νοσοκόμες. Οι γιατροί δεν παρέδιδαν τις ιατρικές εξετάσεις ενώ οι καρτέλες όλων είχαν την ίδια ένδειξη, μια μέση δόση ραδιενέργειας. Οι αρμόδιοι αντιμετώπιζαν ειρωνικά όσους ζητούσαν επίδομα ως θύματα του Τσέρνομπιλ, λέγοντας ότι το έκαναν για τα λεφτά. Τα πρώτα χρόνια η ίδια η ιατρική κοινότητα θεωρούσε όλες τις ασθένειες συνηθισμένες, εφόσον δεν υπήρχε προγενέστερη καταγραφή τους. Μόνο μετά από δεκαετίες και με αρκετά στοιχεία θα ήταν σε θέση να τις συνδέσουν άμεσα με την ραδιενέργεια.

Οι πολίτες βασίζονταν στις διαβεβαιώσεις για τον παντοδύναμο και ανίκητο στρατό. Οι εφημερίδες που τους μοίραζαν είχαν τίτλους όπως Τσέρνομπιλ – ένας κόσμος ηρώων. Ο αντιδραστήρας νικήθηκε. Η ζωή συνεχίζεται. Οι άνθρωποι τους Κόμματος τους εμψύχωναν, δεν σταματούσαν να τους λένε πως πρέπει να νικήσουν. Τι να νικήσουμε; Το άτομο; Την φυσική; Το διάστημα; Φαίνεται πως η χώρα είχε ανάγκη από ένα πεδίο δράσης για να επιδείξει τον ρωσικό ηρωισμό. Η κόκκινη σημαία έπρεπε να ανεμίσει πάνω στον ίδιο τον αντιδραστήρα, όπως και έγινε. Η ραδιενέργεια την έκανε κουρέλι αλλά την άλλαζαν ξανά και ξανά. Γνώριζαν οι επιφορτισμένοι στρατιώτες ότι ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο;

Το Τσέρνομπιλ έγινε ζήτημα τιμής, «μια αποστολή για αληθινούς άντρες». Ένας δάσκαλος εξιστορεί ότι η αίσθηση του καθήκοντος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας τους: «Να δίνεις το παρόν εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος, να υπερασπίζεσαι την πατρίδα». Πράγματι, οι περισσότεροι είχαν την αίσθηση πως κάνουν κάτι ηρωικό· θεωρούσαν πως ήταν μια δουλειά για αληθινούς άντρες, ένας άλλου είδους πόλεμος όπου είχαν την ευκαιρία να δείξουν τον ηρωισμό τους. Τους περίμενε άλλωστε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο. Σε κάθε περίπτωση θα πληρώνονταν πολύ καλά. Άλλοι το αντιμετώπιζαν σαν μια απλή υπηρεσία ρουτίνας.

Άλλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Ήταν μέλη του Κόμματος και δεν γινόταν να μην υπακούσουν· θα θεωρούνταν ακόμα και λιποτάκτες. Όσοι αρνούνταν την εντεταλμένη υπηρεσία, όφειλαν να καταθέσουν τις κομματικές τους ταυτότητες. Κανείς δεν αμφέβαλλε πως θα μπορούσαν να τους φυλακίσουν για άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος. Όλοι υπέγραψαν έγγραφο σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν να μην μιλήσουν σε κανέναν. Κάθε βδομάδα απένειμαν τιμητικό δίπλωμα στον πιο παραγωγικό εργάτη. Ο καλύτερος σκαφτιάς της Σοβιετικής Ένωσης! Τι τιμή! Τι παράνοια! [σ. 228]

Υπάρχει όμως και μια πεζή, απομυθοποιητική οπτική· όπως λέει ένας εργάτης: «Δεν είδα κανέναν ήρωα εκεί. Είδα τρελούς και άμυαλους που δεν νοιάζονταν για την ζωή τους που δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν τους κινδύνους. Πολλοί ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολυπόθητο διαμέρισμα ή ένα αυτοκίνητο». Δεν υπήρχε, λένε, πνεύμα αυτοθυσίας αλλά η ανύπαρκτη εκτίμηση των ανθρώπων για την ζωή τους.  Σε αυτό τον «ανατολίτικο μοιρολατρισμό» ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πως δεν θα έχει την ευκαιρία να ξαναζήσει· νιώθει κομπάρσος και ποθεί έναν ρόλο, ένα νόημα στην ζωή του. Κι η προπαγάνδα προτείνει το θάνατο ως το καταλληλότερο μέσο. Μας έμαθαν να είμαστε διαρκώς στρατιώτες έτοιμοι για πόλεμο, για το αδύνατο.

Σε αυτή την «σλάβικη ιδιοσυγκρασία», υπάρχει περισσότερη πίστη σε κάποιο τυχερό αστέρι ή στην αυτόματη τακτοποίηση των πραγμάτων παρά στον ορθολογισμό.  Ίσως πάλι ακριβώς αυτή η πίστη να πήγαζε από το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί είχαν κερδίσει έναν τόσο φοβερό παγκόσμιο πόλεμο. Ίσως πάλι υπήρχε η τυφλή εμπιστοσύνη στις αρχές. Εφόσον δεν ανακοίνωνε τίποτα το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, όλα ήταν υπό έλεγχο. Κι έτσι το Σάββατο 26 Απριλίου οι μεγάλοι πήγαν στις δουλειές τους και τα παιδιά στο σχολείο, ενώ το πρωινό της Κυριακής 27 Απριλίου όλοι απολάμβαναν την ηλιόλουστη βόλτα τους. Πολλοί έκαναν μπάνιο και λιαζόταν στις όχθες του ποταμού Πριπιάτ ενώ στο βάθος ο αντιδραστήρας είχε σύννεφα καπνού.

Είναι φανερό ότι οι αρχές δεν ήθελαν να δημιουργηθεί πανικός, να φύγει ο κόσμος και να εγκαταλειφθεί η γη. Ακόμα και αργότερα, στα εκκενωμένα χωριά έφερναν τους κατοίκους για να τελειώσουν τις δουλειές στα χωράφια και να μαζέψουν τις πατάτες. Στα γραφεία των κολχόζ υπήρχαν ανακοινώσεις υπογεγραμμένες από ραδιολόγους σύμφωνα με τις οποίες όλοι μπορούσαν να καταναλώσουν ελεύθερα οτιδήποτε φύτρωνε. Για να κρατηθεί το πρόγραμμα παραγωγής κρέατος τα μοσχάρια από τις μολυσμένες περιοχές πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή ή χρησιμοποιούνταν για πατέ και λουκάνικα. Τα ζώα από τις μολυσμένες περιοχές ήταν βολικά: έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σφουγγάρια ή χαρτιά. Ο κόσμος συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια, να κάνει ετοιμασίες για το Πάσχα. Δεν είχαν καμία οδηγία παρά να δώσουν όπως πάντα τις αναφορές τους για την εξέλιξη της σποράς στα χωράφια.

Οι ίδιοι οι πολιτικοί ένοιωθαν τον φόβο της κατηγορίας για ανυπακοή. Οι περισσότεροι φοβούνταν την οργή των ανωτέρων τους από την ίδια την ραδιενέργεια. Όφειλαν να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις οδηγίες, προσέχοντας να μην μπλέκεται το όνομά τους, διαφορετικά δεν θα κέρδιζαν την πολυπόθητη προαγωγή ή την ντάτσα. Κανείς δεν τολμούσε να ακυρώσει την Γιορτή της Πρωτομαγιάς. Το Τσέρνομπιλ μετατράπηκε σε πολιτική υπόθεση. Η επιστήμη και η ιατρική υποτάσσονταν στην πολιτική. Τα πάντα που αφορούσαν το ατύχημα ήταν ήδη διαβαθμισμένα. Μια παραμικρή τηλεφωνική αναφορά οδηγούσε σε διακοπή της επικοινωνίας. Ακόμα και οι πλέον στοιχειώδεις επιταγές τους όπως η άμεση προληπτική θεραπεία του πληθυσμού με ιώδιο ή η απομάκρυνση ανθρώπων και ζώων σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων δεν έγιναν δεκτές. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί μετά από μια δημόσια παρέμβαση του Λευκορώσου συγγραφέα Άλες Αντάμοβις στη Μόσχα, ο οποίος έκρουσε για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου και φυσικά μισήθηκε. Στις κομματικές επιτροπές κατηγορούσαν τους «άσχετους γραφιάδες» που ανακατεύονται ενώ υπάρχουν σαφείς οδηγίες.

Η άγνοια αφορούσε και την ίδια την πυρηνική ενέργεια, που ο κόσμος αποκαλούσε «ειρηνικό εργάτη». Όλοι ένοιωθαν περήφανοι που ζούσαν στην εποχή του ατόμου κι ήταν βέβαιοι ότι στους πυρηνικούς αντιδραστήρες χτυπά η καρδιά του μέλλοντος, ότι επρόκειτο για μαγικά εργοστάσια που παράγουν ενέργεια απ’ το τίποτα. Στο εσωτερικό τους εργάτες με λευκές ποδιές απλώς πατούν κάποια κουμπιά. Οι γνώσεις για την ραδιενέργεια περιορίζονταν στα μαθήματα της πολιτοφυλακής και ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με την ιδέα ότι ήταν το ίδιο ασφαλής όσο η τύρφη και το κάρβουνο.

Η βαθύτερη ανάγκη των μαρτύρων (και με τις δυο σημασίες) είναι η ίδια η κατανόηση όσων συνέβησαν. Ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν αυτόν τον τρόμο, γιατί απλούστατα δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία της ανθρώπινης ιστορίας. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει την φαντασία και το γεγονός παραμένει πάνω από κάθε φιλοσοφικό σχολιασμό. Κάποιος θυμάται τον περίφημο Ρώσο συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ και την παραβολή του για τον Λάζαρο, «αυτόν που είδε πέρα από τα όρια του επιτρεπτού». Πολλοί αδυνατούν ακόμα και να περιγράψουν τι είδαν και τι ένοιωσαν.

Ο θάνατος στον πόλεμο είχε μια «λογική», που εδώ ήταν ανύπαρκτη. Πώς να αντιληφθεί κανείς ότι τα ίδια τα αντικείμενα έκρυβαν μια απειλή και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, ακόμα και η κηλίδα στην κουβέρτα ή η λάμψη στο χορτάρι; Οι άνθρωποι άρχισαν να σιχαίνονται τα δέντρα, να φοβούνται τα λουλούδια. Το έδαφος ακτινοβολούσε, τα φαγητά προκαλούσαν ανησυχία, η ίδια η σκόνη δεν ήταν απλά ένας κουρνιαχτός αλλά ραδιενεργή τέφρα. Για δεκαετίες κατασκεύαζαν καταφύγια για να κρυφτούν από την ραδιενέργεια σαν να επρόκειτο για κάποια οβίδα. Η ραδιενέργεια όμως είναι παντού, στο ψωμί, στο αλάτι, στον αέρα που αναπνέουν. Πώς να ζήσεις όταν τα πάντα είναι δηλητηριασμένα;

Ένας διαφορετικός φόβος. Δεν μπορείς να τον ακούσεις, να τον δεις, δεν έχει χρώμα, ούτε μυρωδιά, κι όμως μας μεταλλάσσει σωματικά και ψυχικά. Αλλάζει το αίμα μας, τον γενετικό μας κώδικα, το τοπίο γύρω μας. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αγαπάμε. [σ. 275]. / Κάτι απολύτως άγνωστο σε μένα, σκαρφαλώνει και τρυπώνει μέσα μου, καταστρέφοντας το παρελθόν μου. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Πώς ζούνε σήμερα όλοι αυτοί οι μάρτυρες;  Πολλοί συνομιλητές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν παρά τις σχετικές διαταγές και παραμένουν μέχρι σήμερα στην μολυσμένη γη. Όταν ήρθαν τα λεωφορεία έσπευσαν να κρυφτούν στο δάσος, μαζί με τις αγελάδες τους. Ολόκληρος πόλεμος δεν τους έδιωξε από τα μέρη τους, πώς είναι δυνατόν να το κάνει μια ραδιενέργεια; Δεν έχουν ηλεκτρικό, ιατρείο ή καταστήματα, αλλά επέλεξαν να ζουν στον τόπο τους, κι ας περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα για τα στοιχειώδη. Όλοι έφτιαξαν ξανά με τα χέρια τους όσα έκλεψαν οι πλιατσικολόγοι. Μπορεί να μην έχουν πια κολχόζ αλλά έχουν «κομμούνα». Εδώ είναι ο κομμουνισμός, δηλώνουν, εδώ ζούμε σαν αδέλφια. Αδιαφορούν για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο αλλά ενθουσιάζονται με την επιστροφή των πελαργών και των σκαθαριών. Συχνά φτάνουν κι άλλοι σ’ αυτά τα μέρη, για να φύγουν από τους ανθρώπους, από τον νόμο, για να ζήσουν ελεύθεροι.

Μια κάτοικος της απαγορευμένης ζώνης που ζει μόνη της εδώ και επτά χρόνια μονολογεί πως αρχικά περίμενε την επιστροφή τους ενώ τώρα δεν περιμένει παρά τον θάνατο. Αρχικά έβλεπε το καίσιο να λαμπυρίζει στον κήπο της αλλά αδυνατούσε να δεχτεί ότι πρέπει να πλένει τα κούτσουρα κι ότι η ραδιενέργεια είχε εισχωρήσει στις ντουλάπες και στα μπαούλα. Τώρα ζει σε μια τεράστια σιωπή, που διακόπτουν κάθε τόσο οι αστυνομικοί που φέρνουν ψωμί, οι κλέφτες ή οι έμποροι. Κι ακόμα νομίζει πως ακούει την φωνή της γειτόνισσας.

Για όλους εμάς δεν θα υπάρξει άλλος κόσμος. Καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου. Η μοναδική μας σταθερή αναφορά είναι ο ανθρώπινος πόνος. Το ανεκτίμητο κεφάλαιό μας. [σ. 203]

Κάποιοι παραμένουν πεισματικά σε μια ιστορία που είναι η ιστορία της ζωής τους. Ο αντιπρόεδρος του λευκορωσικού συλλόγου Η ασπίδα του Τσερνομπίλ ομολογεί την αμφιθυμία του: συνεχίζει να συλλέγει αντικείμενα για ένα μουσείο αλλά συχνά αναρωτιέται πώς τα αντέχει όλα αυτά και σκέφτεται να παρατήσει και να φύγει. Ο κόσμος προσέρχεται σε αυτά τα μέρη σαν να επισκέπτεται μουσείο. «Θαυμάζουν τα μετάλλια και τα διπλώματα των αντρών στις προθήκες αλλά κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις απελπισμένες κραυγές των γυναικών τους». Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε φοβερά αξιοθέατα: είναι οι άνθρωποι από το Τσέρνομπιλ. Συχνά ονειρεύονται πως βρίσκονται στο Πριπιάτ και περπατούν στους ηλιόλουστους δρόμους αγκαλιασμένοι με τους αγαπημένους τους ή τα παιδιά τους. Θυμούνται την αρμονική, ανθισμένη πόλη που σήμερα χάσκει έρημη και για πάντα μολυσμένη. «Στις εκκενωμένες περιοχές βρίσκονται εξίσου θαμμένες η εποχή της πίστης στην επιστήμη και στην δικαιοσύνη του σοσιαλιστικού ιδεώδους». Δυσκολεύονται να το παραδεχτούν αλλά το ομολογούν: ότι αγαπούν κατά βάθος το Τσέρνομπιλ γιατί έδωσε ένα καινούργιο νόημα στην ζωή τους, το νόημα της οδύνης. Έμαθαν πώς είναι να είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Άλλωστε χάρη σ’ αυτό τους παραχωρήθηκε η αιωνιότητα.

Κλείνοντας το συγκλονιστικό βιβλίο μένω με τις φράσεις δεκάδων ανθρώπων που συμπυκνώνουν ολόκληρους βίους: Τα παιδιά γνωρίζουν ότι οι μέρες τους είναι μετρημένες. Ένα μικρό κορίτσι πηγαινοέρχεται σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα μωρό με μια πελώρια τρύπα αντί για στόμα και καθόλου αυτιά, και λέει στην μητέρα του πως ακόμα κι αν γεννήσει ένα τέρας, πάλι θα το αγαπά. Ένας χωρικός προτού φύγει αποχαιρέτησε την κάθε μηλιά του χωριστά. Ένας πρώην μαθητής γνωρίζει πως κάτω από ένα επίπεδο χωράφι βρίσκεται θαμμένο ολόκληρο το χωριό του, το σχολείο του, το βοτανολόγιό του, η συλλογή με τα γραμματόσημά του. Οι γυναίκες βλέπουν συνεχώς εφιάλτες με τερατογεννέσεις. Μια αγελάδα τυλιγμένη σε πλαστικό και μια γριούλα, τυλιγμένη κι αυτή με το ίδιο πλαστικό, να φροντίζει το ζωντανό. Ένας πελαργός περπατάει σ’ ένα κατάμαυρο χωράφι. Είναι μια ζωγραφιά με την λεζάντα «Κανείς δεν είπε στον πελαργό τι να κάνει». Μια γυναίκα περιγράφει στην ευτυχία της κάθε φορά που ξάπλωνε στο χορτάρι στο δάσος, σε μια σχέση εμπιστοσύνης με την φύση που πλέον έχει οριστικά διαταραχθεί. Ένας άντρας δηλώνει ότι ευγνωμονεί το γεγονός ότι τώρα είναι που νοιώθει πλησιέστερα από ποτέ στα ζώα και στα δέντρα. Κι όλοι θυμούνται τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο που έλαμπε εκείνη την ημέρα, με τον τρόπο που μόνο στην Ρωσία λάμπει.

Η ανάγκη για ανασύνθεση της αλήθειας και απονομή δικαιοσύνης κυριαρχεί στους διαλόγους. Η αναζήτηση των ενόχων μέσα στο ίδιο το σοβιετικό πολιτικό σύστημα ήταν αδύνατη· οι πάντες εκτελούσαν διαταγές από ανώτερους. Όλοι αναρωτιούνται γιατί γράφονται τόσα λίγα για το Τσέρνομπιλ. Θα μάθουμε ποτέ πόσα ήταν τα θύματά του; Αν η Ρωσία είχε κερδίσει αυτή την μάχη, θα γράφονταν περισσότερα; Γιατί σιώπησαν και σιωπούν οι συγγραφείς και οι φιλόσοφοι; Η μνήμη είναι πάντα παρούσα αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που επιλέγουν την λήθη, την απελευθέρωση από το βάρος των γεγονότων. Τι είναι τελικά προτιμότερο; Να θυμάται κανείς ή να ξεχνά;

Ξαφνικά τα βιβλία δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Σε ποιο βιβλίο να τα διαβάσω όλα αυτά; Πού έχει συμβεί κάτι παρόμοιο στο παρελθόν; Εφόσον οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τίποτα και οι συγγραφείς στέκουν αμήχανοι, τότε φαντάζομαι πως μόνον εμείς μπορούμε να τους βοηθήσουμε με την ζωή και τον θάνατό μας. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Εκδ. Πατάκη, 2016, μτφ. Ορέστης Γεωργιάδης, με οκτασέλιδη εισαγωγή του Θανάση Τριαρίδη και τρισέλιδο με «ιστορικές πληροφορίες», σελ. 343 [1η έκδ., Περίπλους, 2001] [Svetlana Alexievich, 1997]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, (προσεχές) τεύχος 52, χειμώνας 2017 – 2018.

Παλαιότερη παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος με κείμενα για το Τσέρνομπιλ εδώ.

Στις εικόνες: 1. Η μόνη φωτογραφία που σώθηκε από το φιλμ του Igor Kostin που πέταξε πάνω από τον αντιδραστήρα. Η αλλοίωση από την ραδιενέργεια είναι εμφανής. 2. Το «ειδυλλιακό» Πριπιάτ, η πόλη που χτίστηκε για τους χιλιάδες εργαζόμενους στον πυρηνικό εργοστάσιο τρία χιλιόμετρα δίπλα του. 3. Οι εκκαθαριστές της στέγης. Η ραδιενεργή ακτινοβολία είναι εμφανής με την μορφή των λευκών σχηματισμών στο κάτω μέρος της φωτογραφίας. Φωτογραφία του Igor Kostin. 4. Ένα κορίτσι αρνείται να αποχωριστεί την γάτα του το μεσημέρι της εκκένωσης της πόλης Πριπιάτ. 5 και 6. Μια όψη του Πριπιάτ μετά και πριν την εκκένωση. 7. Η εννιάχρονη Nastya Eremenko [Buda Kashelevo, Λευκορωσία], καρκινοπαθής του Τσέρνομπιλ (φωτ. Robert Knoth).

8. Η κόκκινη σημαία που έπρεπε οπωσδήποτε να κυματίζει πάνω στον αντιδραστήρα μετά το ατύχημα. 9. Εργάτης ποζάρει μπροστά από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα χωρίς την στοιχειώδη προφύλαξη. 10. Μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο που μετέφερε τους κατοίκους από το Πριπιάτ [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. 11. Παρέλαση Πρωτομαγιάς στην κομμουνιστική πόλη. Οι μη εκκενωθείσες πόλεις δεν ακύρωσαν τις σχετικές παρελάσεις, εκθέτοντας τους πολίτες σε υψηλή ραδιενέργεια. 12. Το εσωτερικό του τέταρτο αντιδραστήρα 13. Εκκαθαριστήςκτιρίων 14. Εναπομείναντα αντικείμενα στο έρημο Πριπιάτ 15. Η 67χρονη Nastasya Vasilyeva που παραμένει στο έρημο χωριό Rudnya 16. 1970, έτος ίδρυσης του Πριπιάτ και μιας εις γάμον κοινωνίας 17. Τα λεωφορεία με τους κατοίκους της εκκενωθείσας πόλης 18. Μια ανεπίστροφη εποχή 19. Η πόλη όπως θα είναι πάντα 20. Μετρητές ραδιενέργειας στα χωράφια. Άλλη μια φωτογραφία του Igor Kostin. 21. Άλλη μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο της εκκένωσης [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. Σκεφτική; Φοβισμένη; Η συγγραφέας προσκάλεσε ως αφηγητές τα ίδια τα πρόσωπα του δράματος.

Μια αναπαράσταση της αδιανόητης Ιστορίας [The Battle of Chernobyl, Thomas Johnson, 2006, Discovery Channel] εδώ.

Η τηλεφωνική επικοινωνία των αρμόδιων θέσεων λίγα λεπτά μετά την έκρηξη εδώ.

Η ανακοίνωση της εκκένωσης του Πριπιάτ εδώ.

Η δική μας πρώτη γνωριμία με την ραδιενέργεια ήταν μέσω του αξέχαστου δίσκου των Kraftwerk [Radio Activity, 1975]. Πρόσθετο μουσικό όργανο στα πρώτα δευτερόλεπτα του ομώνυμου κομματιού ο ήχος του μετρητή ραδιενέργειας.

Σήμερα οι Kraftwerk έχουν προσθέσει στις λέξεις το Τσέρνομπιλ και τους άλλους τόπους των πυρηνικών ατυχημάτων.

Ο στίχος τους παραμένει η μόνη η αλήθεια: Η ραδιενέργεια βρίσκεται και θα βρίσκεται στον αέρα για όλους, ανεξαιρέτως.

Advertisements
10
Ιολ.
14

Primo Levi – Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Όταν τελ0383_LEVI-ANTHRWPOS NEOειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμoρφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες. [σ. 30]

Αν τα μεγάλα έργα γεννιούνται σχεδόν πάντα από εμπειρίες και ανάγκες που υπερβαίνουν την καθαρή λογοτεχνία και από τις προκλήσεις μιας πραγματικότητας όπου κρίνεται το νόημα της ύπαρξης, όπως γράφει ο Κλαούντιο Μάγκρις, τότε αναμφίβολα σε αυτά ανήκει και το παρόν βιβλίο. Εδώ μια μετριοπαθής μαρτυρία διηγείται την αθλιότητα και το μεγαλείο της ζωής σε συνθήκες απόλυτα ακραίες. Χωρίς πάθος και χωρίς μίσος, η γυμνή αλήθεια των γεγονότων αναβλύζει αβίαστα από την γραφή μην αφήνοντας την αδιανόητη εμπειρία της φυσικής και ηθικής εξουθένωσης να παραμορφώσει την ανθρώπινη ύπαρξη του συγγραφέα.

primo_levi__Ο Πρίμο Λέβι στάλθηκε στο Άουσβιτς μαζί με άλλους εξακόσιους σαράντα εννιά ανθρώπους τον Φεβρουάριο του 1944 και ήταν ο ένας από τους τρεις μοναδικούς επιζώντες μέχρι την απελευθέρωσή τους τον Ιανουάριο του 1945. Ο μοναδικός τρόπος να διαχειριστεί τις μνήμες εκείνου του μηδενικού έτους ήταν η γραφή αυτού του βιβλίου, που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του. Μερικοί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι το απέρριψαν, ώσπου έγινε δεκτό το 1947 από έναν μικρότερο και τυπώθηκε σε 2.500 αντίτυπα, αλλά μετά ο οίκος έκλεισε και το βιβλίο έπεσε στη λήθη. Ο Λέβι αντιλαμβάνεται ότι εκείνα τα μεταπολεμικά χρόνια, αρνούνταν να επιστρέψουν στην ανάμνηση μιας βασανιστικής εποχής που μόλις είχε τελειώσει. Τελικά το βιβλίο ξανατυπώθηκε από τις εκδόσεις Einaudi το 1956.

Κάποιος, πολύ καιρό πριν, έγραψε ότι τα βιβλία, όπως οι άνθρωποι, έχουν το δικό τους πεπρωμένο, απρόβλεπτο, διαφορετικό από αυτό που επιθυμούσαμε και αναμέναμε… Γράφω αυτό που δεν θα. μπορούσα να πω σε κανέναν. Ήταν τόσο επιτακτική μέσα μας η ανάγκη να διηγηθούμε, που άρχισα να γράφω το βιβλίο εκεί, σ’ εκείνο το γερμανικό εργαστήριο γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να. φυλάξω τις σημειώσεις που μουντζούρωνα, όπως όπως, θα έπρεπε αμέσως να τις καταστρέψω, γιατί η τυχόν αποκάλυψή τους θα μου κόστιζε τη ζωή. [σ. 211]

Pantheon_PrimoΟ συγγραφέας ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων όταν συνελήφθη ως «Ιταλός πολίτης εβραϊκής φυλής» και κλείστηκε σ’ ένα στρατόπεδο στη Μόντενα. Η αναγγελία του εκτοπισμού εκεί τους βρήκε όλους απροετοίμαστους· ελάχιστοι αφελείς και ονειροπόλοι συνέχιζαν πεισματικά να ελπίζουν αλλά σύντομα ο καθένας αποχαιρετούσε την προηγούμενη ζωή του με τον δικό του τρόπο: άλλοι προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατονόμαστο πάθος. Κι ύστερα… Η αυγή μας ξάφνιασε σαν προδοσία…Ο χρόνος της περισυλλογής και των αποφάσεων έκλεισε και κάθε λογική σκέψη διαλυόταν…Το ανέφικτο της απόλυτης ευτυχίας είναι κάτι που αργά ή γρήγορα όλοι ανακαλύπτουν στη ζωή, αλλά σπάνια εμβαθύνει κανείς στο ανέφικτο της απόλυτης δυστυχίας. Οι ίδιες οι υλικές φροντίδες που δηλητηριάζουν την διαρκή ευτυχία, είναι που μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας, γράφει ο Λέβι. Εκείνη η απόλυτη δυστυχία τον περίμενε στο Άουσβιτς.

Τότε, για. πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένoι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δε γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να. σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας· εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκoυγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ’ όνομά μας: κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρoύμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ’ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ’ αυτό που υπήρξαμε. [σ. 30]

SequestoΗ θερμή του υποδοχή του βιβλίου από μαθητές και καθηγητές ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του εκδότη και του ίδιου του συγγραφέα Εκατοντάδες μαθητές από όλη την Ιταλία τον προσκάλεσαν να μιλήσει γι’ αυτό κι εκείνος το αποδέχτηκε ως μια τρίτη του ιδιότητα, εκτός από εκείνη του χημικού και του συγγραφέα. Και ακριβώς όλες οι ερωτήσεις των παιδιών κωδικοποιήθηκαν στο πολύτιμο επίμετρο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα δεύτερο συγκλονιστικό κείμενο που αντικαθρεφτίζει με άλλο τρόπο την ουσία του μυθιστορήματος.

Στην ερώτηση για ποιο λόγο δεν εκφράζει μίσος, μνησικακία ή επιθυμία εκδίκησης εναντίον των Γερμανών, και αν τους έχει συγχωρήσει, ο Λέβι απαντάει: όλα αυτά αποτελούν πρωτόγονα αισθήματα που δεν έχουν σχέση με τη λογική· ακόμα, αποτελούν ατομικά συναισθήματα, που στρέφονται εναντίον ενός ανθρώπου. Οι διώκτες του όμως δεν είχαν ούτε πρόσωπο ούτε όνομα. Είναι γνωστή η επιμέλεια με την οποία η ναζί απέφευγαν κάθε άμεση επαφή με τους σκλάβους τους. Πώς να μισήσει λοιπόν κανείς ένα πλήθος φαντασμάτων;

primoleviΟύτως ή άλλως ο φασισμός παρέμεινε παρών αλλά κρυμμένος· προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο. Σ’ εκείνες της συνθήκες σιωπής, επιείκειας και συνενοχής, ο Λέβι αισθάνθηκε τον πειρασμό του μίσους, αλλά ακριβώς η μη φασιστική νοοτροπία του και η πίστη στη λογική, το δίκαιο και τον διάλογο υπερίσχυε κατά κράτος. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ύφος του βιβλίου ήταν αυτό της νηφάλιας και συγκρατημένης μαρτυρίας παρά κάποια οργισμένη ή μεμψίμοιρη γραφή. Όμως η απουσία καταδικαστικής κρίσης δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως άφεση αμαρτιών. Ο συγγραφέας δεν συγχώρεσε ποτέ κανέναν από τους υπαίτιους.

LeviΣτα αγκάθινα ερωτήματα αν οι Γερμανοί και οι Σύμμαχοι γνώριζαν και, ακόμα, πώς έγινε δυνατή μια γενοκτονία στην καρδιά της Ευρώπης χωρίς να το πληροφορηθεί κανείς ο Λέβι απαντά, μεταξύ άλλων, ότι σε ένα αυταρχικό κράτος εκείνης της εποχής η πληροφορία μπορούσε να εξαλειφθεί και η εξουσία να επιβάλει την μία και μοναδική «αλήθεια». Η διατήρηση κλίματος τρόμου ανάμεσα στον γερμανικό λαό και η πλήρης μυστικότητα σαφώς έπαιξαν τον ρόλο τους. Κι όμως, δεν υπήρχε ούτε ένας Γερμανός που να μη γνώριζε την ύπαρξη των στρατοπέδων. Εκατομμύρια παρακολούθησαν με αδιαφορία, περιέργεια ή αποστροφή, κάποτε και με ευχαρίστηση, τις εκτός στρατοπέδων ταπεινώσεις των Εβραίων. Η πλειονότητα των Γερμανών δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε να ξέρει, ή επέλεξε να μην ξέρει. Και ο γερμανικός λαός στο σύνολό του, δεν επιχείρησε καν να αντισταθεί· σχημάτιζε δε την πεποίθηση ότι δεν γνωρίζει, συνεπώς δεν είναι συνεργός σε ό,τι συνέβαινε έξω από την πόρτα του.

FEDIZ_L00001Στο επίμετρο περιλαμβάνονται οι εκτενείς απαντήσεις του συγγραφέα σε οκτώ θεμελιώδεις ερωτήσεις των παιδιών, ένα κείμενο του συγγραφέα (Η μαύρη τρύπα του Άουσβιτς. Πολεμική στους Γερμανούς Ιστορικούς), μια συνέντευξή του στον Philip Roth και το σύντομο δοκίμιο του Claudio MagrisΈπος και μυθιστόρημα στον Primo Levi. Στο προαναφερθέν κείμενο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ταύτιση εβραϊσμού και μπολσεβικισμού, έμμονη ιδέα του Χίτλερ, στερούνταν αντικειμενικής βάσης (κυρίως στη Γερμανία, όπου εμφανώς η πλειονότητα των Εβραίων ανήκε στην αστική τάξη) και ότι το Άουσβιτς εμφανώς στηρίχτηκε σε μια ιδεολογία διαποτισμένη από ρατσισμό. Εάν η Γερμανία του σήμερα υπολογίζει στη θέση που της αξίζει ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να απαλύνει την ενοχή του παρελθόντος.

primolevi1Μένει ένα βιβλίο, που όπως έγραψε ο ίδιος ο Λέβι, δεν προσθέτει τίποτα σε όσα ήδη είναι γνωστά, ούτε γράφτηκε με σκοπό να διατυπώσει ένα νέο κατηγορητήριο, αλλά για να προσφέρει στοιχεία για μια νηφάλια μελέτη των διαφορετικών όψεων της ανθρώπινης φύσης, και ιδίως των συνεπειών της αντίληψης ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός». Ούτως ή άλλως, η πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, γράφει ο Μάγκρις, ίσως να μην επιτρέπει κανένα μυθιστόρημα, γιατί είναι σε τέτοιο βαθμό απίστευτη ώστε δεν μπορεί να προσκαλέσει τη λογοτεχνία η οποία θα θέλει να την επινοήσει ξανά στη φαντασία παρά να τη γράψει στη γυμνή επικότητά της.

Εκδ. Άγρα, 2009 (Α΄ εκδ. 1997, Β΄ εκδ. 2007), μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, σελ. 275. Περιλαμβάνεται, εκτός των προαναφερθέντων, και εργοβιογραφία του συγγραφέα [Primo Levi, Se questo è un uomo, 1947].

Σημ.  Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τις καταθέσεις και τις διαφορετικές απόψεις του επίσης έκλειστου σε ναζιστικό στρατόπεδο και επίσης αυτόχειρα Jean Amery στο βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση.

17
Φεβ.
13

Cristopher Hitchens – Hitch 22

ΣCH coverκέψη ανεξάρτητη, πνεύμα αντίλογο

1. Πιστός στην απιστία του

Όταν εκδίδεται αυτό το βιβλίο ο Χίτσενς μόλις έχει γίνει εξήντα ενός και κατά τα λεγόμενα των γιατρών του πιθανώς αυτά να είναι τα τελευταία του γενέθλια. Κι όπως γράφει ο ίδιος, είναι αναγκασμένος να προετοιμάζεται να πεθάνει και ταυτόχρονα να συνεχίσει να ζει, ανακαλύπτοντας μάλιστα πως έχει ακόμα την θέληση να γράψει και την αχόρταγη λαχτάρα να διαβάσει. Άλλωστε πάντα είχε την ιδιαίτερη τύχη να βγάζει τα προς το ζην κάνοντας τα δύο πράγματα με την μεγαλύτερη γι’ αυτόν σημασία, γράψιμο και διάβασμα. Αν ο σκοπός της ζωής του ήταν να πολεμήσει τις προλήψεις, τώρα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος και με τους φόβους που τις τρέφουν. Το «φανταχτερό, κακόγουστο οικοδόμημα από δήθεν θρησκευτικές μεταστροφές στο κατώφλι του θανάτου και από δακρύβρεχτη ευλαβική φιλολογία» άρχισε πάλι να χτίζεται πάνω στην ασθένειά του και δεν έκανε τίποτα παρά να αναζωογονήσει την αθεΐα του και να διατηρήσει ανοιχτή μια μακρά συζήτηση στην οποία είχε από χρόνια συνεισφέρει και ο ίδιος. Η εισβολή του θανάτου τον έκανε ικανό να εκφράσει ακόμα πιο στέρεα «την περιφρόνησή του για την κίβδηλη παρηγοριά της θρησκείας και την πίστη στην επιστήμη και την λογική». Που μαζί με την αγάπη, την φιλία, την λογοτεχνία και την διαλεκτική του γέμισαν το μικρό υπόλοιπο της ζωής του.

2. Οικοτροφεία = απολυταρχίες

CH 1968Η θητεία του στην εμπειρία του αγγλικού οικοτροφείου τού έδωσε τις πρώτες σκέψεις – κλειδιά για τα απολυταρχικά καθεστώτα. H αληθινή ουσία μιας δικτατορίας στην πραγματικότητα δεν είναι η κανονικότητά της αλλά το απρόβλεπτό της και η ιδιοτροπία της: αυτοί που ζουν υπό την εξουσία της δεν πρέπει ποτέ να μπορούν να χαλαρώσουν, δεν πρέπει ποτέ να είναι βέβαιοι αν ακολούθησαν σωστά τους κανόνες. Συχνά ο μόνος εμπειρικός της κανόνας είναι: ό,τι δεν είναι υποχρεωτικό απαγορεύεται. Το να μην έχεις πού να κρυφτείς είναι μια άλλη όψη του πνεύματος του οικοτροφείου. Το μαζοχιστικό στοιχείο τον προσέλκυσε περισσότερο στις παρατηρήσεις του: πώς τα θύματα γίνονταν ευχαρίστως συνεργοί. Στο σχολικό οπλοστάσιο ψυχολογικού βασανισμού ο Χίτσενς αναγνωρίζει πια το λειτουργικό μοντέλο της μονοθεϊστικής θρησκείας όπου η αγάπη προς το υπέρτατο ον είναι υποχρεωτική και εμπνέει τον φόβο· αυτός ο ηθικός εκβιασμός βασίζεται στην πεμπτουσία της δουλοπρέπειας και επιβεβαιώνει την επικουρία της θρησκείας σε κάθε είδος εξουσίας.

3. Τα συστήματα στα σκουπίδια

item3.rendition.slideshowWideHorizontal.christopher-hitchens-life-in-pictures-ss04Έγκαιρα ο Χίτσενς άρχισε να απομυθοποιεί το ένα σύστημα μετά το άλλο. Όταν βρέθηκε στην Κύπρο, την Παλαιστίνη, τη Νότια Αφρική ή οπουδήποτε αλλού, ένιωσε μεγάλη συμπάθεια για εκείνους που αντιστάθηκαν στη βρετανική κυριαρχία, και φρόντισε να καταγράψει οτιδήποτε είδε και έζησε. Από την άλλη, απομυθοποίησε έγκαιρα και τους Εργατικούς καθώς περίμενε να αρνηθούν την βρετανική υποστήριξη στον βρόμικο πόλεμο του Βιετνάμ. Εκεί ένοιωσε πως αδυνατεί να σπαταλήσει τα νιάτα του μένοντας να χάσει απλώς μπροστά σ’ ένα θέαμα απροκάλυπτης ωμότητας και επιθετικότητας, λες κι ήταν κάτι που έπρεπε να το δεχτεί γαλήνια. Υιοθέτησε το παγκόσμιο σύμβολο της ειρήνης, το φόρεσε στο πέτο του και βγήκε στους δρόμους.

Πολέμιος της οικονομίας των όπλων, όπως είναι ο καπιταλισμός, οργισμένος από την συμβατική πολιτική, καχύποπτος απέναντι σε πολλά από τα συνθήματα του Μάη του ’68 που τού ηχούσαν γελοία ή δονκιχωτικά, δεν τσίμπησε με τους «ψευδοδιανοούμενους της ηθικής ανοησίας» όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε και ο Ρόναλντ ΝΤ. Λενγκ· ο ειδικός του μαρξισμου Αϊζάια Μπερλίν του φάνηκε ημιμαθής, ο Τσόμσκι καθόλου πειστικός· όσο περισσότερο πλησίαζε τους ειδικούς, τόσο περισσότερο ανεπαρκείς έμοιαζαν· όσο γνώριζε τα σωματεία, τόσο στενοκέφαλα και συντηρητικά του φαίνονταν.

cccp_ussr_100Ούτε ο κομμουνισμός τον παραμύθιασε καθώς γνώριζε την δηκτική ρήση του Μπρεχτ για τους ανατολικογερμανούς: «αν ο Λαός απογοήτευσε όντως το Κόμμα, τότε το Κόμμα ίσως θα έπρεπε να διαλύσει τον Λαό και να εκλέξει έναν νέο». Ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που θαύμασε ήταν ο ανά τον κόσμο κυνηγημένος Βικτόρ Σερζ, που έγραψε την πρώτη και καλύτερη μυθιστορηματική απεικόνιση του Μεγάλου Σταλινικού Τρόμου και μια από τις σημαντικές αυτοβιογραφίες του περασμένου αιώνα (Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός επαναστάτη). Μακριά από εθνικισμούς, φασισμούς και κομμουνισμούς, ο Χίτσενς αναζητούσε την Δημοκρατία και τον Διεθνισμό και εντάχθηκε σε μια ομάδα αντισταλινιστών «Διεθνών Σοσιαλιστών» που ενδιαφερόταν για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση, για μια Αριστερά που ήταν μέσα στην Αριστερά αλλά όχι της «Αριστεράς». Είχε άλλωστε έγκαιρα διαβάσει την μοιραία φράση του Όσκαρ Γουάιλντ: το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό είναι πως σπαταλά πάρα πολλά βράδια σε «συνελεύσεις».

4. Οι απατεώνες της αδιαλλαξίας

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία του δόθηκε με τη συνεργασία με το New Left Review και αργότερα με το New Statesman και όλα τα σημαντικά αριστερά ή ανεξάρτητα πολιτικά έντυπα που διαμόρφωναν γνώμη. Η πρώτη του εμπειρία στην Βόρεια Ιρλανδία είναι αρκετή:

iraΤελικά αντιλήφθηκα ένα γνώρισμα αυτής της κατάστασης, που έκτοτε με έχει βοηθήσει να καταλάβω περιπτώσεις αντίστοιχης αδιαλλαξίας στον Λίβανο, τη Γάζα, την Κύπρο κι αλλού. Οι τοπικές ηγεσίες που γεννιούνται από τα «προβλήματα» σε τέτοια μέρη, δεν θέλουν να υπάρξει λύση. Μια λύση θα σήμαινε ότι οι μεσολαβητές της Αμερικής και των Ηνωμένων Εθνών δεν θα υποτάσσονταν πλέον στη θέληση τους και δεν θα τους σέβονταν, δεν θα τους προσκαλούσαν  σε διεθνείς διασκέψεις με κύρος και αίγλης, δεν θα τους συμπεριφέρονταν πια με σεβασμό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δεν θα μπορούσαν να κερδίζουν κάνοντας λαθρεμπόριο και πουλώντας προστασία. Η δύναμη αυτής της παρασιτικής τάξεις παρέτεινε τον ένοπλο αγώνα στη Βόρεια Ιρλανδία χρόνια ολόκληρα αφού είχε γίνει πλέον φανερό στους πάντες ότι κανένας (εκτός από τους κομπιναδόρους) δεν μπορούσε να νικήσει. Κι όταν έληξε, πάρα πολλοί κέρδισαν απ’ την «ειρηνευτική διαδικασία». [σ. 175]

5. Κόκκινοι καταυλισμοί

ΘαErich-Honecker-a18394143 μπορούσε η Κούβα να αποτελεί την τελευταία ελπίδα; Μπορεί σήμερα η Αβάνα, όπως γράφει, να κυβερνάται από μια ρυτιδωμένη ολιγαρχία γέρικων κομμουνιστικών ξόανων, τότε όμως έμοιαζε νεανική και αυθόρμητη και βοηθούσε γενναία τις κατατρεγμένες λατινοαμερικανικές χώρες. Βρίσκεται λοιπόν φιλοξενούμενος σε …ειδικό καταυλισμό για «διεθνιστές», πλημμυρισμένο από εμψυχωτική μουσική και κομπαστικούς λόγους από τα μεγάφωνα, και μόλις που επιχειρεί να κάνει μια βόλτα στη φύση τον σταματούν στην πύλη: δεν ήταν ελεύθερος να πάει πουθενά, είχε φτιαχτεί πρόγραμμα ειδικά γι’ αυτόν κι έπρεπε να το ακολουθήσει. Για άλλη μια φορά ο Χίτσενς αναγνωρίζει γνώριμες αιωνόβιες καταστάσεις: ο κουβανικός σοσιαλισμός κατά ένα τρόπο μοιάζει πάρα πολύ με ιδιωτικό οικοτροφείο και κατά έναν άλλον με εκκλησία. Εκεί τον βρίσκει και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, που ο Κάστρο, εξαρτημένος από την σοβιετική βοήθεια, κατάπιε μεγαλοπρεπώς. Ο καστροϊσμός λοιπόν φαίνεται πως είχε νόημα στην Λατινική Αμερική και τις τερατώδεις δικτατορίες αλλά συμμετείχε στην οικουμενική κομμουνιστική σιωπή για τις τερατωδίες της Ανατολικής Γερμανίας.

Kurdistan against Hussein first Gulf War6. Οι επαναστατικές αποστολές

Μια από τις μεγάλες ελπίδες του ’68 ήταν η απαλλαγή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας από τα απαρχαιωμένα φασιστικά τους καθεστώτα. Η πτώση του φασισμού στην Λισαβόνα το 1974, η χειραφέτηση των αφρικανικών της αποικιών, τα πρώτα φεμινιστικά μανιφέστα, η έντονη μυρωδιά στον αέρα του επί μακρόν κατεσταλμένου σεξ, η απουσία έστω και ενός πυροβολισμού στην αρχή τον γέμισαν με αισιοδοξία. Όταν όμως ρωτούσε γιατί αφού οι επαναστάτες δεν φορούν πολιτικά και γιατί υποτάσσονται στη Σοβιετική Ένωση δεν πήρε απάντηση· ήταν ώρα να φύγει κι από εκεί. Στην Πολωνία η σταλινική γεροντοκρατία ξέπεφτε ως και σε χιτλερικές τακτικές για να καταπνίξει τις διαφωνίες. Ήταν εκπληκτικό, γράφει, να βλέπεις σε ποια έκταση το κομματικό κράτος εξαρτιόταν από ψέματα· κάθε είδους χονδροειδής διαστρέβλωση αποτελούσε καθημερινό γεγονός στα πολωνικά μέσα ενημέρωσης. Κατά τα άλλα, τα όπλα παρέμεναν τα ίδια: μισαλλοδοξία, αντισημιτισμός, δωσιλογισμός. Έφυγε κρατώντας τα λόγια του αντιφρονούντος Άνταμ Μίτσνικ: Η αληθινή πάλη για εμάς είναι να πάψει ο πολίτης να είναι ιδιοκτησία του κράτους.

romania 1989Επόμενη στάση η Αργεντινή του φόβου υπό την χούντα του Βιντέλα, γεμάτη από τα δίχως διακριτικά Φορντ Φάλκον της στρατιωτικής αστυνομίας. Ο ίδιος ο δικτάτορας δεν κράτησε τα προσχήματα και του είπε απερίφραστα και προς έκπληξη των επιτελών του πως κίνδυνο δεν αποτελεί μόνο ο βομβιστής αλλά και ο ιδεολόγος. Ο Χίτσενς έζησε από πρώτο χέρι την στενή τους παρακολούθηση αλλά ήταν ήδη γνωστός και κανείς δεν τον άγγιξε. Όμως η εμπειρία του σκοτεινού, βασανισμένου Μπουένος Άιρες ήταν καθοριστική.  H ώρα για τις ΗΠΑ είχε φτάσει, μαζί με τις βασικές του απορίες: Πώς γίνεται η πιο συντηρητική και εμπορική κοινωνία στη γη να είναι ταυτόχρονα και η πιο επαναστατική; Πώς γίνεται και σε όσες χώρες έχει εργαστεί ως ανταποκριτής – Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρο, Χιλή η αμερικανική εξουσία πάντα στήριζε τις δυνάμεις της αντίδρασης; Πώς ο Χένρυ Κίσινγκερ είχε το ελεύθερο να υποκινεί φόνους και να χρηματοδοτεί στρατιωτικά πραξικοπήματα; Το βιβλίο του για τον τελευταίο υπήρξε το πρώτο που δεν φοβήθηκε μην αποτελέσει σφαίρα στην πλάτη του συγγραφέα του.

7. Μια αξιοζήλευτη ζωή

hitchens in iraq 1975 Ο Χίτσενς αυτοβιογραφείται διηγούμενος συναρπαστικές ιστορίες περί πολιτικής, διπλωματίας, δημοσιογραφίας. Δεκάδες σελίδες αφιερώνονται σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ιστορίες και απόψεις πάνω σε διάφορα θέματα: στις γελοίες προσωπικότητες του Ρίγκαν και της Θάτσερ και την προσωπική του γνωριμία με την Σιδηρά Κυρά, στο τραγικό κυνήγι του Σαλμάν Ρούσντι και στη φιλία του με τον Μάρτιν Έιμις, στο τρομοκρατικό χτύπημα της 11/9 και την κάθετη διαφωνία του με τον Τσόμσκι που μίλησε για απονομή δικαιοσύνης, στο Μεσανατολικό και την διαφωνία του με τον Έντουαρντ Σαΐντ, στον κουρδικό αγώνα του μεγαλύτερου πληθυσμού στον κόσμο δίχως δικό του κράτος, σε αποστολές στη Βοσνία, τη Βόρεια Κορέα, το Ιράκ και το Αφγανιστάν αλλά και στην ευθύνη που βίωσε όταν ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του επηρεασμένος από ένα άρθρο του.

DSC_0026Με κάθε ευκαιρία άλλοι χείμαρροι λέξεων αφιερώνονται στις σκέψεις του για την αυτοκτονία (η μητέρα του βρέθηκε νεκρή στην Αθήνα ύστερα από μια συμφωνία αυτοχειρίας με τον μανιοκαταθλιπτικό εραστή της) και στο ποτό, καθώς υπήρξε πάντα γερός, ανίκητος πότης ακολουθώντας την άποψη του Τσαρλς Ράιντερ στο Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ όταν πως διαλέγει να πίνει χάρη στην «αγάπη για τη στιγμή και στην επιθυμία να την παρατείνει και να την εντείνει» αλλά και στην απέχθειά του για τα ναρκωτικά που θεώρησε εξίσου θλιβερή και επιπόλαιη τάση φυγής, σχεδόν εξίσου αξιοκαταφρόνητη με τις θρησκείες, ιδίως τις τρεις μονοθεϊστικές που πολέμησε ως το τέλος, ως απάνθρωπα συστήματα που σε τιμωρούν για τη φύση σου και σε παρενοχλούν ακόμα και στον θάνατό σου με τις γνωστές φλυαρίες περί μεταθανάτιας ζωής. Στις τελευταίες του στιγμές προτίμησε να έχει δίπλα του τους φίλους του και να κοιτάζει κατάματα τις αλήθειες του.

USA - Authors - Christopher HitchensΚάθε άρθρο, κάθε κριτική, κάθε βιβλίο που ’χω δημοσιεύσει ή εκδώσει, συνιστά έκκληση προς το άτομο ή τα άτομα με τα οποία θα ’πρεπε να είχα μιλήσει προτού τολμήσω να το γράψω. Δεν ξεκινώ ποτέ να γράφω ως και το πιο μικρό δοκίμιο δίχως την ελπίδα – και τον φόβο επειδή υ συνάντηση μπορεί επίσης να φέρει αμηχανία – ότι θα λάβω ένα γράμμα που θ’ αρχίζει: «Αγαπητέ κ. Χίτσενς, φαίνεται να αγνοείτε ότι…». Υπ’ αυτήν την έννοια ο αναγνώστης συνυπογράφει την πατρότητα του κειμένου. Και δεν γίνεται αλλιώς – ανακαλύπτεις τι θα ’πρεπε να γνωρίζεις μόνο αν έχεις παραστήσει ότι ήδη γνωρίζεις ένα μέρος του. [σ. 405]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σ. 487, με δεκαπεντασέλιδο ευρετήριο [Cristopher Hitchens – Hitch 22, 2011].

Στις εικόνες: Σοβιετική Ευωχία, Βορειοιρλανδικη Ισορροπία, ο Θεός της Άθεης Ανατολικής Γερμανίας και ο Χίτσενς σε αποστολές στο Κουρδιστάν (Πόλεμος του Κόλπου, 1991), στη Ρουμανία (1989) και στο Ιράκ (1975).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Hitch Only Rock’n’Roll.

06
Φεβ.
11

Anna Funder – Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου

Το τείχος μέσα στο κεφάλι

Μέρος Α΄

Το ότι μιλάς για την ιστορία σου σημαίνει ότι απελευθερώνεσαι απ’ αυτή; Ή μήπως ότι οδεύεις προς τα μέλλον σου αλυσοδεμένος; (σ. 110)

Αν ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κι έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στο να δώσουμε πληροφορίες για τους φίλους μας ή να αποχωριστούμε δια παντός σύζυγο και παιδιά τι θα επιλέγαμε; Πόσοι από εμάς θα έμεναν ηθικά ακέραιοι; Μετά την πτώση τέτοιων καθεστώτων οι φάκελοι των πολιτών θα πρέπει παραδίδονται στους ίδιους, να καίγονται ή να ανοίγονται έπειτα από πολλά χρόνια ή μετά τον θάνατό τους; Τα κτίρια των μαρτυρίων να γίνονται μνημεία του παρελθόντος, να κατεδαφίζονται απαλλάσσοντας τον τόπο από το βάρος τους ή να υφίστανται «ιδεολογική ανακαίνιση» με σοβάντισμα και μετονομασία; Πιο επικίνδυνη είναι η γνώση ή το να αγνοείς το παρελθόν και να ξαναρχίζεις από την αρχή, με διαφορετικές σημαίες, διαφορετικά φουλάρια και κράνη;

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν όσους έζησαν υπό το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Φάντερ (γεν. 1966) δίνει τον λόγο και στις δυο πλευρές του καθεστώτος: τόσο στους ανθρώπους της Στάζι όσο και στα θύματά τους. Δεν περιορίζεται στις αυτονόητες επισκέψεις σε αρχεία, σημεία του τείχους ή στα πνιγμένα στο λινόλαιο και τις αποχρώσεις του καφέ δημόσια κτίρια που έχουν ακόμα «την οσμή των γέρων» κυβερνητών ή του καθαρού φόβου. Αναζητά η ίδια τους συνομιλητές της μέσω αγγελίας και συζητά ακόμα και με τους περίφημους ανεπίσημους συνεργάτες (ΙΜ – Inoffizielle Mitarbeiter), δηλαδή μυστικούς καταδότες συγγενών και φίλων. Οργανώνει το υλικό της υπό μορφή ταξιδιωτικού χρονικού με στοιχεία ρεπορτάζ, ενσωματώνοντας σύντομα ιστορικά της κατασκευής και πτώσης του τείχους και μικρές προσωπογραφίες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγού της Στάζι), και θίγει αποσιωπημένα ζητήματα, όπως η αποκλειστική σύνδεση του Ναζισμού με την Δυτική Γερμανία, που χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους αθωωτικούς ελιγμούς του εικοστού αιώνα.

Το «ανατολικογερμανικό σύστημα» δεν είχε απλώς τα γνωστά χαρακτηριστικά των δικτατοριών (γραφειοκρατία, τεράστιος όγκος εγγράφων, παθολογική εμμονή στις λεπτομέρειες). Ήταν πιθανώς το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών: ένας πράκτορας της Στάζι αντιστοιχούσε σε είκοσι τρεις ανθρώπους. Στην υπηρεσία τους επικουρούνταν από μικρόφωνα κρυμμένα σε διακοσμητικά λουλούδια, ποτιστήρια ή στις πόρτες των Τράμπαντ, από «δείγματα οσμής» του κάθε ανθρώπου (που σήμερα κανείς δεν γνωρίζει σε ποια χέρια βρίσκονται) και σπρέι με χειροκίνητες αντλίες που ψέκαζαν τα άτομα στο πλήθος ή στις ανακρίσεις – μήπως έτσι πέθαναν από ένα σπάνιο είδος καρκίνου οι αντιφρονούντες συγγραφείς Γύργκεν Φουκς και Ρούντολφ Μπάρο;

Σε μια κοινωνία όπου οι πάντες υποπτεύονταν τους πάντες και η δυσπιστία που απέρρεε απ’ αυτό αποτελούσε θεμέλιο της κοινωνικής ύπαρξης, οι πολίτες αισθάνονταν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τη συμφωνία τους με όσα λέει και κάνει το κράτος. Έπρεπε, συνεπώς, να μάθουν να ζουν σε μια σχέση «εσωτερικής εχθρότητας αλλά εξωτερικής συμμόρφωσης προς το κράτος». Εξασκήθηκαν στην αυτο–λογοκρισία και βίωσαν μια εσωτερική ψυχολογική εξορία. Αντιλαμβανόταν την κατάσταση αλλά προσπαθούσαν να μη δίνουν σημασία σ’ αυτή την πραγματικότητα για να μην τρελαθούν. Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς «τη λογική της ΛΔΓ». Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!

Η γελοιότητα αποτελεί κοινό στοιχείο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Συχνά εκπονούνταν διατριβές με θέμα «Περί των πιθανών αιτίων της ψυχολογικής παθολογίας της επιθυμίας παραβίασης των συνόρων», ενώ επινοήθηκε ο χορός Λίπσι, άχαρος, αλύγιστος και χωρίς αγγίγματα, προερχόμενος τάχα από τη νεολαία, ως ένα αντίδοτο στο ξενόφερτο ροκ. Όταν πράκτορες εντόπισαν σε βιβλιοθήκη αντίτυπο της απαγορευμένης Φάρμας των Ζώων, χαμογέλασαν χαρούμενοι καθώς είδαν στο εξώφυλλο γουρούνια που κρατούσαν μια κόκκινη σημαία!

Βασικό κορμό του Stasiland αποτελούν οι συνομιλίες της Φάντερ (δημοσιογράφου αλλά και δικηγόρου διεθνών υποθέσεων) με απλούς, «καθημερινούς» ανθρώπους των οποίων η ζωή καθορίστηκε ολοκληρωτικά από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους, ακόμα και εξαιτίας ενός τυχαίου συμβάντος. Η Μίριαμ θεωρήθηκε εχθρός του κράτους από τα 16 της ενώ μέχρι σήμερα συναντά εμπόδια αναζητώντας την αλήθεια για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του συζύγου της στη φυλακή. Θέλουν να πάψουν να σκέφτονται το παρελθόν. Θέλουν να προσποιηθούν πως αυτά δεν υπήρξαν. Η Γιούλα καλούνταν συχνά στα γραφεία της Στάζι για να ερμηνεύσει λέξεις που έγραφε στα γράμματά που αντάλλαζε με τον Ιταλό εραστή της, ενώ στο τέλος των παρακολουθούμενων υπεραστικών κλήσεων μεταξύ τους έλεγε «καληνύχτα σε όλους». Η φράου Πάουλ αρνήθηκε να προδώσει το πρόσωπο που της υπέδειξαν, χάνοντας το αντάλλαγμα να βρεθεί κοντά στο άρρωστο παιδί της στην άλλη πλευρά του τείχους. Άλλοι δεν άφησαν τον εαυτό τους να διαλυθεί, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τα παθήματά τους, όπως ο Κλάους Ρενφτ, αρχηγός του δημοφιλέστερου ροκ συγκροτήματος της χώρας, που αφανίστηκε ολοκληρωτικά από το προσκήνιο λόγω ανυπακοής. Ο Ρενφτ θεωρεί ως μικρή του νίκη την κρυφή μαγνητοφώνηση της υπαλλήλου που τους ανακοινώνει από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε και δηλώνει: Για τις λεπτομέρειες της ζωής μου μπορώ σήμερα να ανατρέξω στους φακέλους κι αυτό είναι ευτύχημα.

Στην απέναντι πλευρά, αρκετοί δέχονταν να γίνουν πληροφοριοδότες, «άλλοτε γιατί πίστευαν στην υπόθεση, άλλοτε γιατί ένοιωθαν πως θα γίνουν κάποιοι, πως κάποιος θα τους ακούει με προσοχή». Ο Χάγκεν Κοχ επιμένει πως διδάχτηκε από πολύ μικρός ότι η χώρα τους είναι θρησκεία, με το δικό της κλειστό σύστημα πίστης, δική της κόλαση, παράδεισο και άφεση αμαρτιών. Πολλοί παραμένουν αμετανόητοι, όπως ο Καρλ Έντουαρντ φον Σνίτσλερ που σε ειδική τηλεοπτική εκπομπή ασκούσε κριτική σε αποσπάσματα από την δυτική τηλεόραση ή απλώς διακατέχονται από την νοσταλγία της Ανατολής (Ostalgie). Είναι αξιοσημείωτο πως οι πρώην πράκτορες σταδιοδρομούν ως ασφαλιστές, τηλεπωλητές ή μεσίτες, ακριβώς δηλαδή σε επαγγέλματα που απαιτούν την τέχνη του να πείθεις κάποιον να κάνει κάτι παρά την επιθυμία του ή τα ενδιαφέροντά του. Πολλοί συναντιούνται μεταξύ τους ακόμα και με ημερήσια διάταξη ή συμμετέχουν στον μυστικό σύλλογο πρώην ανδρών της Στάζι (Insiderkomitee), όπου ασκούν πιέσεις για παραχωρήσεις δικαιωμάτων, γράφουν την δική τους άποψη για την Ιστορία και αλληλοϋποστηρίζονται σε δίκες, ενώ λέγεται πως παρενοχλούν όσους εργάζονται για να μαθευτούν τα πάντα για τις ενέργειές της.

Μπορεί πλέον να μην υπάρχουν παρά ελάχιστα απομεινάρια του τείχους, ένα άλλο τείχος όμως παραμένει σε πιο δύσβατη περιοχή. Η έκφραση Mauer im Kopf (τείχος στο κεφάλι) δεν υποδηλώνει μόνο την συνεχιζόμενη διάκριση των Γερμανών σε Ανατολικούς και Δυτικούς, αλλά και την διαιώνιση της ύπαρξης του στον μυαλό των μεν νοσταλγών ως ελπίδα, των δε θυμάτων ως εφιαλτικό ενδεχόμενο.

Σήμερα στο πρώην αρχηγείο της Στάζι πηγαίνουν άνθρωποι για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους, ενώ σε άλλο τμήμα οι «συναρμολογήτριες» συγκολλούν μεταξύ τους όσα κατεστραμμένα αρχεία δεν πρόφτασαν να κάψουν ή να πολτοποιήσουν. Θα χρειαστούν 375 χρόνια με 40 εργαζόμενους για να αποκατασταθούν, αλλά η συμβολική σημασία είναι δεδομένη. Πώς είναι άραγε να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου;

Μέρος Β΄

Τι απέγινε το δημοφιλέστερο ροκ συγκρότημα της Ανατολικής Γερμανίας (δηλ. της περίφημης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Klaus Renft Combo όταν το 1975 υπερέβη τα όρια; Ήταν πολύ διάσημοι για να συλληφθούν, συνεπώς κλήθηκαν από μια αξιωματούχο που απλά τους ανακοίνωσε: από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε. Στην ερώτηση του αρχηγού Κλάους αν είναι πλέον απαγορευμένοι, διευκρίνισε: Δεν είπαμε ότι είστε απαγορευμένοι. Είπαμε ότι δεν υπάρχετε. Οι δίσκοι τους εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα, ο Τύπος σταμάτησε να τους αναφέρει, το ραδιόφωνο να τους παίζει. Η δισκογραφική AMIGA ανατύπωσε ολόκληρο τον κατάλογό της χωρίς αυτούς. Κατασκεύασαν και τους αντικαταστάτες τους Carousel, καθαρούς αντιγραφείς των KRC χωρίς τα κακά λογάκια φυσικά. Όμως ο Κλάους είναι μια αληθινή ροκ εντ ρολλ ψυχή: έχοντας προβλέψει τις εξελίξεις, κόλλησε ένα κασετοφωνάκι στο λουρί της κιθάρας και κατέγραψε τα λόγια της «συντρόφισσας» κατσίκας έτσι για ηχητικό εφφέ – μπορείτε σήμερα να ακούσουμε στον δίσκο 40 Years Klaus Renft Combo (1997).

Λίγα χρόνια πριν, μια νεαρή κοπέλα καλείται κάθε τόσο στα γραφεία της Στάζι για να τους εξηγήσει ορισμένα σημεία των ερωτικών επιστολών που ανταλλάζει με τον Ιταλό φίλο της- φανταστείτε την τραγελαφική σκηνή, όπου ο αξιωματικός την ρωτάει για λέξεις που δεν μπορεί να βρει στο μικροσκοπικό του λεξικάκι – μήπως δεν είναι τρυφερότητες αλλά συνθηματικές κατά του κράτους; Όταν δεν τής φράζονται όλοι οι επαγγελματικοί δρόμοι, επειδή αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότρια, κι εκείνη δηλώνει στο Γραφείο Εργασίας πως είναι άνεργη, η ένστολη υπεύθυνη ουρλιάζει «δεν είστε άνεργη, απλώς ψάχνετε δουλειά!», αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας της ΛΔΓ, στο απόλυτο κενό.

Όταν ζητήθηκε από τους διαδηλωτές που κατέλαβαν το κτίριο της Στάζι (4.12.89) να δείξουν στους φρουρούς τις ταυτότητές τους, σαν μια παράδοξη παρωδία ελέγχου που έχαναν εκείνη τη στιγμή, εκείνοι αιφνιδιασμένοι το έκαναν υπάκουα, προτού καταλάβουν το κτίριο!

Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο- καταγραφή μαρτυριών είναι γεμάτο από παρόμοιες ανατριχιαστικές και πολύ σκληρές ιστορίες. Ανθρώπων που έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην προδοσία φίλων και την ζωή της οικογένειάς τους, που συνειδητοποίησαν πως το κράτος δεν ήταν ο καλός πατέρας που είχαν στο μυαλό τους. Κι έτσι όπως ο ορισμός του «εχθρού» διευρυνόταν όλο και περισσότερο, καριέρες καταστρέφονταν προτού καν αρχίσουν, σχέσεις διαλύονταν, συνειδήσεις κατατρώγονταν.

Παρά την παθολογική της εμμονή στην λεπτομέρεια (ή μήπως εξαιτίας της;), η Στάζι απέτυχε τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού και της χώρας. Μεταξύ 1989 και 1990, από σταλινική κατασκοπευτική μονάδα τη μία μέρα, μουσείο την επόμενη. Αναλογίζομαι τον περιβόητο διοικητή της Στάζι Μίλκε, την στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο μηχανισμός που έχει δημιουργήσει είναι τόσο τέλειος, ώστε κάπου, κάποιος παρακολουθούσε στενά και τον ίδιο.

Όμως οι άνθρωποι – ερείπια που άφησε προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ οι πρώην καθεστωτικοί παραμένουν αμετανόητοι και πρέπει να νοιώθουν πολύ τυχεροί που οι Γερμανοί αντέδρασαν με σύνεση και ψυχραιμία. Σε άλλη χώρα, θα τους είχαν κατακρεουργήσει.
Εκδ. Οκτώ, 2008, μτφ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σελ. 334, με σημειώσεις για τις πηγές. (Anna Funder – Stasiland: Stories from Behind the Berlin Wall, 2003).
Πρώτη δημοσίευση: Α’ μέρος: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24, χειμώνας 2011. Β ‘ μέρος: εδώ.
26
Φεβ.
10

Robert Knoth – Πιστοποιητικό Τσερνομπίλ 000358. Τέσσερις ζώνες πυρηνικής καταστροφής στην πρώην Σοβιετική Ένωση

Ο αριθμός του τίτλου ανήκει στην Λευκορωσίδα Άνια που από τα 4 της ζει μια «νέα» ζωή γεμάτη πόνο εξαιτίας του καρκίνου από το ατύχημα στο Τσερνομπίλ και αφορά το πιστοποιητικό που της εγγυάται δωρεάν φάρμακα και περίθαλψη. Οι 4 ζώνες του τίτλου αφορούν τις κυριότερες εστίες ραδιενεργής μόλυνσης με θύματα εκατομμύρια κατοίκους. Είκοσι χρόνια μετά το «ατύχημα» η πυρηνική βιομηχανία επανέρχεται δριμύτερη, ανεξάρτητα από τα εκατοντάδες συνεχιζόμενα πυρηνικά ατυχήματα, τις χωματερές ραδιενεργών αποβλήτων και τις «καταραμένες γωνιές του πλανήτη».

Τσερνομπίλ: 600.000 εκκαθαριστές στάλθηκαν στην σφραγισμένη ζώνη για να σβήσουν τα νέφη, να θάψουν χωριά, να καλύψουν τους δρόμους με νέα άσφαλτο. Τι απέγιναν όσοι δεν θάφτηκαν σε μολύβδινα φέρετρα για να μη μολυνθεί το έδαφος. Νότια Ουράλια, Μαγιάκ, «το πιο μολυσμένο σημείο του πλανήτη». Τα απόβλητα από την κατασκευή πυρηνικών κεφαλών χύνονταν στο ποτάμι – εξ ου και «η αρρώστια του ποταμού», ενώ μια δεξαμενή εξερράγη το 1957. Ο γεωργός που καθάρισε το ποτάμι ζει ακίνητος γιατί τα κόκαλά του έγιναν τόσο εύκαμπτα που σπάνε με την παραμικρή του κίνηση. Σιβηρία, Σεβέρσκ / Τομσκ-7, πόλη – έδρα της Κοινοπραξίας Χημικών Επιχειρήσεων της Σιβηρίας, μια από τις 50 κλειστές πόλεις – απαγορευμένες για επισκέπτες. Πρέπει να δημιουργηθούν θέσεις για τους πυρηνικούς επιστήμονες, αλλιώς θα μεταγραφούν σε κράτη Τρίτου Κόσμου και σε «ξένες» βιομηχανίες όπλων μαζικής καταστροφής. Πολλαπλές κλοπές ραδιενεργών υλικών, ελάχιστοι φρουροί, δωροδοκήσιμοι. Ο καθηγητής και δημοσιογράφος που δημοσίευε σχετικά, πιέστηκε να σταματήσει, καταστράφηκαν οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας του, απολύθηκε. Πεδία πυρηνικών δοκιμών στο Σεμιπαλατίνσκ: χιλιάδες στρατιώτες στάλθηκαν για έλεγχο αντοχής οργανισμού και εξοπλισμού και πέθαναν ταχύτατα.

Η Άνια περνάει την ζωή της στο κρεβάτι, εκεί δέχεται δάσκαλο και φίλους. Είναι πολύ αδύναμη για να κουνηθεί αλλά πρέπει να αλλάζει θέση κάθε 15 λεπτά για να μην «ανοίξει» το σώμα της. Οι γονείς πίνουν συνεχώς καφέ για να βρίσκονται ξύπνιοι δίπλα της. Ακόμα και στις επόμενες γενιές το ραδιενεργό καίσιο και το στρόντιο είναι αδύνατο να αφαιρεθούν από τα οστά. Αμέτρητα παιδιά αδυνατούν να συγκεντρωθούν ή να κρατήσουν κάτι στα χέρια τους ή έχουν ανύπαρκτη μνήμη, αμέτρητοι άνθρωποι απλά περιμένουν να εκραγεί η ωρολογιακή βόμβα που κουβαλούν μέσα τους. Κόσμος που ποτέ δεν ενημερώθηκε, έμεινε αβοήθητος στην αντιμετώπιση των συνεπειών, χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο για τις επιπτώσεις της ακτινοβολίας.
Στα σφραγισμένα χωράφια βόσκουν γελάδια, το νερό όπου βράζεται το ρύζι έρχεται κατευθείαν από τα ορυχεία ουρανίου. Η ραδιενέργεια είναι αόρατη, άοσμη και άηχη αλλά βρίσκεται παντού.

Ο φωτογράφος Robert Knoth και η δημοσιογράφος Antoinette De Jong ταξίδεψαν σε Καζακστάν, Ουκρανία, Λευκορωσία για λογαριασμό της Greenpeace και κατέγραψαν δραματικές ανθρώπινες ιστορίες που συνεχίζουν να διαλύουν ανθρώπους τη στιγμή που οι δικές μας αναμνήσεις τους ξεθωριάζουν. Επειδή στην Άνια και στις Άνιες αξίζει κάτι παραπάνω από ένας αριθμός πιστοποιητικού. Αυτό το βιβλίο δεν θα έπρεπε να είναι άγνωστο αλλά να βρίσκεται στην πρώτη προθήκη κάθε βιβλιοπωλείου. Ας γίνει μια εξαίρεση στο σχετικό «ενοίκιο» πάγκου για μια φορά.

Εκδ. Αιώρα, 2006, σελ. 80, εισαγ. Νίκος Χαραλαμπίδης (Ελλ. Γραφ. Greenpeace), τα έσοδα πωλήσεων σε Greenpeace (Certificate no. 000358 /Nuclear Devastation in Kazakhstan, Belarus, the Urals and Siberia, 2006)

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Πρώτη φωτογραφία: H Annya Pesenko όταν ήταν καλύτερα. Δεύτερη φωτογραφία: Κυριακή απόγευμα στο Narodichi, Ουκρανία, λίγα χιλιόμετρα από την Ζώνη – 1. Ένα νεαρό αγόρι βουτάει στο μολυσμένο πεπρωμένο του.




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 881,078 hits

Αρχείο