Archive for the 'Ολοκαύτωμα' Category

07
Μάι.
20

Enzo Traverso – Η ιστορία ως πεδίο μάχης. Ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα

Πώς γράφεται η Ιστορία στο πέρασμα του αιώνα; Το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, από το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ (1975) μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξε καθοριστικό για μια ολοκληρωτική αλλαγή οπτικής. Λέξεις όπως επανάσταση και κομμουνισμός πήραν διαφορετική σημασία στον χώρο της κουλτούρας, των νοοτροπιών και του συλλογικού φαντασιακού: αντί να ορίζουν προσδοκία και δράση για χειραφέτηση ανακαλούν στο εξής ένα ολοκληρωτικό σύμπαν. Αντίθετα, λέξεις όπως αγορά, επιχείρηση, καπιταλισμός ή ατομικισμός έκαναν την αντίστροφη διαδρομή: δεν χαρακτηρίζουν πια ένα σύμπαν αλλοτρίωσης αλλά τα «φυσικά» θεμέλια των μεταολοκληρωτικών φιλελεύθερων κοινωνιών. Η δεκαετία του 1980 στάθηκε το όχημα αυτής της ανατροπής. Στον δυτικό κόσμο η συντηρητική επανάσταση των Ρέιγκαν και Θάτσερ άνοιξε τον δρόμο· στην Γαλλία ο μιτερανισμός οδήγησε στον πολιτικό κομφορμισμό και την ανακάλυψη των αρετών του καπιταλισμού· στην Ιταλία η ήττα των εργατικών απεργιών δημιούργησε συνθήκες παλινόρθωσης που οδήγησαν στον μπερλουσκονισμό· στην Λατινική Αμερική η δημοκρατία επέστρεφε διατηρώντας το οικονομικό μοντέλο που είχαν δημιουργήσει οι δικτατορίες.

Η τομή του 1989 άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και γράφουμε την ιστορία του 20ού αιώνα. Πρώτα απ’ όλα, η εξαφάνιση του διπολισμού ευνόησε την γέννηση μιας πλανητικής ιστορίας. Στην θέση των προηγούμενων προσεγγίσεων που περιόριζαν ολόκληρες ηπείρους σε «σφαίρες επιρροής», στερημένης από δική τους ιστορία, ο κόσμος μπόρεσε να θεωρηθεί με νέες προοπτικές. Το να γράψεις πλέον μια πλανητική ιστορία του προηγούμενου αιώνα δεν σημαίνει μόνο να αποδώσεις μεγαλύτερη σπουδαιότητα στον εξωευρωπαϊκό κόσμο αλλά κυρίως να αλλάξεις προοπτική, να πολλαπλασιάσεις και να διασταυρώσεις τα σημεία παρατήρησης. Το παρελθόν εξετάζεται ως ένα σύνολο αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και πολιτισμικών μεταφορών που δομούν τα διάφορα μέρη του κόσμου σε ένα σύνολο δικτύων. Η ιστορία αυτή μελετά τον ρόλο που παίζουν οι μεταναστεύσεις, οι διασπορές και οι εξορίες τόσο στην επεξεργασία των ιδεών ή την επινόηση νέων πολιτισμικών πρακτικών. Ο τερματισμός του ψυχρού πολέμου απομάκρυνε την ιστορία από τις ντετερμινιστικές αιτιότητες και αποκατέστησε το συμβάν, με την αυτονομία του και την βαρύτητά του.

Για άλλη μια φορά ο Τραβέρσο γράφει ένα συναρπαστικό βιβλίο, που αποτελείται από μια σειρά αυτόνομων αλλά και απόλυτα συνδεδεμένων (ως μέρη ενός συνόλου) κειμένων, που δημοσιεύτηκαν στους γνωστούς ιστοριογραφικούς «τόπους» (επιστημονικά και άλλα περιοδικά, συλλογικούς τόμους, ειδικότερα βιβλία κ.ά.). Το ένα κεφάλαιο είναι πιο ενδιαφέρον από το άλλο: Ο 20ός αιώνας κατά Έρικ Χόμπσμπαουμ, Οι επαναστάσεις του 1789 και του 1917 μετά το 1989 (με επίκεντρο τους Φρανσουά Φυρέ και Άρνο Τζ. Μάγερ), η ιστοριογραφία του φασιμού με επίκεντρο τις διαφορετικές απόψεις των Τζορτζ Λ. Μος, Ζέεβ Στέρνχελ και Εμίλιο Τζεντίλε, μια περί ναζισμού συνομιλία των Μάρτιν Μπρόστσατ και Σαούλ Φριντλέντερ, η σύγκριση μεταξύ των γενοκτονιών, πρότυπο των οποίων αποτελεί πλέον η (Εβραϊκή) Σοά, η συνεισφορά των Μισέλ Φουκό και Τζόρτζο Αγκάμπεν στην ανάλυση των σύγχρονων βιαιοτήτων, η σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία (ένας μόνιμος προβληματισμός του συγγραφέα).

Το κείμενο που διάβασα και ξαναδιάβασα ήταν εκείνο που συνδέει την εξορία με την βία και επιχειρεί να συντάξει μια ερμηνευτική της απόστασης. Η μετανάστευση, η διασπορά και η εξορία άφησαν βαθιά ίχνη στην διανόηση του 20ού αιώνα. Όλες αυτές οι εμπειρίες εκτόπισης στάθηκαν εξαιρετικές πηγές πνευματικής παραγωγής. Έπλεξαν δεσμούς ανάμεσα σε γλώσσες και λογοτεχνίες, δίνοντάς τους κοσμοπολίτικα και υπερεθνικά χαρακτηριστικά. Ευαίσθητοι σεισμογράφοι των συγκρούσεων και των αντιφάσεων, χάρη στην αστάθεια και την αβεβαιότητα της θέσης του «αουτσάιντερ» οι εξόριστοι διανοούμενοι υπήρξαν οι πρώτοι αναλυτές, και πιθανώς οι πιο οξυδερκείς, της «εποχής των άκρων». Σαν μέλη μιας στιγματισμένης μειονότητας, που αποτελούνταν από διωκόμενους και αποκλεισμένους, ήταν περισσότερο αποκλεισμένοι στις αλλαγές του πολιτικού κλίματος και γίνονταν στόχοι της ξενοφοβίας και της πολιτικής καταστολής, αλλά η ίδια η ξενότητά τους αποτελούσε ένα προνομιακό παρατηρητήριο των κατακλυσμών που συγκλόνιζαν τον κόσμο. Πώς μπορεί λοιπόν μια ιστορία κριτικής σκέψης να αγνοήσει την συνεισφορά τους; Ο Τραβέρσο τους αφιερώνει το έβδομο και ίσως πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο του βιβλίου του.

Η πρώτη αναφορά γίνεται, και δικαίως, στον Κάρλο Γκίντζμπουργκ που ανέλυσε τις πολλαπλές συνέπειες της απόστασης, η οποία μπορεί να αναδείξει την πραγματικότητα κάτω από ένα άλλο πρίσμα, να αλλάξει την προοπτική και να υπογραμμίσει ή να εξουδετερώσει την ενσυναίσθηση και τον  κριτικό βλέμμα των παρατηρητών. Ο συγγραφέας παρουσιάζει περιπτώσεις όπου η ιταλική, γερμανική και ισπανική ιστοριογραφία (των τριών δηλαδή χωρών που γνώρισαν τον φασισμό άρα και χιλιάδες εξόριστους) θεωρείται συνειδητή συνεισφορά στον αντιφασιστικό αγώνα.

Ερευνώντας την σχέση της εξορίας με την βία, παρατηρείται το εξής παράδοξο: τα γεγονότα που σήμερα θεωρούμε εμβληματικά της βίας του 20ού αιώνα, όταν συνέβαιναν αντιμετωπίζονταν με αδιαφορία, αγνοήθηκαν ή θεωρήθηκαν κοινότοπα. Οι ιστορικές τομές των Γκουλάγκ, του Άουσβιτς και της Χιροσίμα καταγράφηκαν από την κριτική σκέψη με μεγάλη καθυστέρηση. Οι μαρτυρίες του Βικτόρ Σερζ και του Γκούσταβ Χέρλινγκ για τα Γκουλάγκ έγιναν δεκτές με αδιαφορία. Ο δυτικός κόσμος άργησε να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα των σοβιετικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Για δεκαετίες οι εκτοπισμένοι στη Σιβηρία παρέμεναν άγνωστοι και ανύπαρκτοι. Ο δυτικός τύπος που σίγουρα δεν συμπαθούσε το σοβιετικό καθεστώς, σχολίαζε την κολλεκτιβοποίηση της γης χωρίς να αναφέρει τα εκατομμύρια των νεκρών που την είχα συνοδέψει. Η αντίληψη ότι ο σταλινισμός ήταν ένα εγκληματικό σύστημα κυριαρχίας, θεμελιωμένο πάνω στη βία σε μαζική κλίμακα, ήταν σαφώς πιο ύστερη και χρονολογείται ίσως στις αρχές της δεκαετίας του 1970 όταν δημοσιεύτηκε Το αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολζενίτσιν.

Τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης για χρόνια συμβολίζονταν από το Μπούχενβαλντ, ένα από τα βασικότερα κέντρα για πολιτικούς κρατουμένους, ενώ τα στρατόπεδα εξόντωσης των Εβραίων και των Τσιγγάνων. Ο ίδιος ο Σαρτρ ανέλυε τον αντισημιτισμό σα να μην είχε υπάρξει γενοκτονία. Ο ναζισμός έμοιαζε με παρένθεση, μια ασθένεια από την οποία η μεταπολεμική Ευρώπη θεραπευόταν. Η περιοριστική εικόνα του φασισμού σαν ηθικής αρρώστιας της Ευρώπης αναδύεται από τα γραπτά του Τόμας Μαν και των φιλοσόφων Καρλ Γιάσπερς και Μπενεντέντο Κρότσε. Όσον αφορά την Χιροσίμα, ο δυτικός τύπος χαιρετούσε το ατομικό μανιτάρι σαν «επιστημονική επανάσταση», σαν τον θρίαμβο της φυσικής που έδινε τέλος στον πόλεμο. Όσοι έγραφαν για την απανθρωπιά της εξουσίας και την επιστημονική οργάνωση του μαζικού θανάτου αντιμετωπίζονταν ως μίζεροι. Οι πρώτες εκδόσεις των Πρίμο Λέβι και Γκούσταβ Χέρλινγκ έγιναν δεκτές με αδιαφορία και οι επιζώντες βρίσκονταν κυκλωμένοι από διακριτική σιωπή. Το ίδιο και τα θύματα της ατομικής ακτινοβολίας, θεωρούνταν ζωντανή μαρτυρία ενός ενοχλητικού παρελθόντος, που οι πάντες ήθελαν να ξεχάσουν. Όσοι αναγνώρισαν αυτές τις τομές, όπως η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν χαρακτηρίστηκαν δημόσια ψεύτες.

Τα κείμενα του Βικτόρ Σερζ, που κατήγγειλε τον σταλινισμό ως ολοκληρωτικό κράτος, μεθυσμένο από την εξουσία, για το οποίο ο άνθρωπος δεν έχει καμία σημασία, δημοσιεύονταν σε μικρά ελευθεριακά περιοδικά ή καθόλου, καθώς ήταν αγνοημένος τόσο από την αριστερά, που τον θεωρούσε αιρετικό ή προδότη, όσο και από την συντηρητική διανόηση. Σε ένα μικρό εβραιοαμερικανικό περιοδικό η Χάνα Άρεντ περιέγραφε τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, τις διοικητικές σφαγές στο όνομα ενός σχεδίου φυλετικής καθαρότητας σαν κάτι που ξεπερνούσε τις κατηγορίες της σκέψης και της πολιτικής δράσης, ενώ λίγο αργότερα χαρακτήριζε τα «εργοστάσια θανάτου» σαν την «θεμελιακή εμπειρία της εποχής μας». Οι Τέοντορ Β. Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ, δημοσίευσαν την Διαλεκτική του Διαφωτισμού, που αναγνωρίζεται σήμερα σαν ένα από τα κλασικά έργα φιλοσοφίας του 20ού αιώνα,  σε έναν μικρό εκδοτικό οίκο γερμανών εμιγκρέδων, και έμεινε στην αφάνεια για σχεδόν είκοσι χρόνια. Εκεί το Άουσβιτς παρουσιάζεται σαν μεταφορά της βίας που γέννησε ο νεότερος πολιτισμός. Ο Γκύντερ Άντερς συνέλαβε την απόλυτη καινοτομία της ατομικής βόμβας ως σύμπτωμα μιας τρομακτικής ανθρωπολογικής μετάλλαξης: της έλευση της τεχνικής πάνω στους ανθρώπου, εκθρονισμένους στο εξής από την θέση των ιστορικών υποκειμένων. Και άλλοι εμιγκρέδες διανοούμενοι όπως ο Ζαν Αμερί, ο Πάουλ Τσέλαν, ο Άρθουρ Κέσλερ, ο Μανές Σπέρμπερ, έδωσαν γραπτά με εξίσου βαθιές και διορατικές ιδέες και αναλύσεις.

Κι εδώ έρχεται η κρίσιμη ερώτηση του Τραβέρσο: μπορούμε λοιπόν να διατυπώσουμε την υπόθεση μιας ερμηνευτικής της απόστασης, ενός επιστημολογικού προνομίου της εξορίας; Στο υποκεφάλαιο Η εξορία σαν παρατηρητήριο η απάντηση είναι σαφής. Η εξορία αποτελεί το θεμέλιο ενός γνωσιακού μοντέλου που συνίσταται στην παρατήρηση της ιστορίας και στην διερεύνηση του παρόντος από την σκοπιά των νικημένων και αποτελεί, συνεπώς, προϋπόθεση μιας γνώσης διαφορετικής από εκείνη που προκύπτει από τις κυρίαρχες ή επίσημες εκδοχές. Η ζωή του διανοούμενου στην εξορία σημαδεύεται από την οδύνη, από ένα βαθύ τραύμα που τον αποκόβει από την γλώσσα του, τους αναγνώστες του, το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του, το επάγγελμά του, από έναν οικείο τόπο που στηρίζεται ένας τρόπος σκέψης.

Τα παραδείγματα των προαναφερθέντων δείχνουν ότι η βαθύτητα της ματιάς τους και του στοχασμού τους είναι η άλλη πλευρά της δημόσιας αφάνειάς τους. Ελάχιστοι είχαν την όρεξη να τους ακούσουν τις περιγραφές και τις ερμηνείες τους για την ανεπίτρεπτη ρήξη της ιστορίας. Μια ήπειρος απασχολημένη να επουλώνει τις πληγές της δεν ήθελε ν’ ακούει ότι μια Ευρώπη χωρίς Εβραίους ήταν ακρωτηριασμένη, ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν τάφος των ελπίδων για χειραφέτηση εκατομμυρίων ανθρώπων, ότι η ατομική βόμβα αποτελούσε αμετάκλητη απειλή. Το τέλος του πολέμου βρήκε τους εξόριστους να συνειδητοποιούν οδυνηρά και αμετάκλητα ότι δεν είχαν πια πατρίδα. Κι έτσι απάτριδες, έβλεπαν τα τραγικά γεγονότα όχι μόνο ως εθνικές τραγωδίες αλλά σαν πληγές του ανθρώπου που άλλαζαν την εικόνα του ανθρώπου· ξέφευγαν από τα εθνικά στερεότυπα και αντιδρούσαν σαν πολίτες του κόσμου.

Ένα υπόδειγμα στοχαστικής γραφής πάνω στην ιστορία και την ιστοριογραφία, γραμμένο με τον εξαιρετικό, λεκτικά πλούσιο λόγο του Τραβέρσο, του οποίου ένα άλλο βιβλίο, το Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα) παρουσιάσαμε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής εδώ, με αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, 351 σελ. Περιλαμβάνεται εννιασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

Στις εικόνες: Pionerkalender 1976 (τυπική κομμουνιστική εικονογραφία), Niels Ackermann (Looking for Lenin series), Gustaw Herling, Gulag [by linalightning], Hannah Arendt, Max Horkheimer, Guenther Anders, Δίκη Ναζιστών.

23
Ιον.
19

Νίκος Καχτίτσης – Η ομορφάσχημη

Έρωτας και ζωή μετά το τραύμα

Mια συναρπαστική αναγνωστική εμπειρία θησαυρίζεται μέσα στην επανέκδοση της Ομορφάσχημης. Δεν είναι μόνο το ούτως ή άλλως σπάνιο κείμενο, που περιδένεται με την γνωστή εκδοτική αισθητική της Κίχλης. Είναι το εκτενέστατο συμπλήρωμά του, που καλύπτει ένα μεγάλο μέρος των σελίδων. Και είναι ακριβώς αυτό το συμπλήρωμα που ερευνά κάθε πτυχή του έργου και, κυρίως, μας ωθεί να το ξαναδιαβάσουμε υπό από το φως ερμηνειών που ακόμα κι εμείς οι «υποψιασμένοι» των πολλαπλών στρωμάτων μιας γραφής δεν είχαμε καν διανοηθεί. Ας δούμε από την αρχή αυτή την συγγραφική και αναγνωστική περιπέτεια.

Η υπόθεση του κειμένου είναι σχετικά απλή: Μια γυναίκα, η Εβραία Γερτρούδη (ή Γκέρτα) Στάιν, έχοντας επιβιώσει από μια σειρά γεγονότων φυλετικής δίωξης από τους ναζί, μιλά για το παρελθόν της σε τυχαίους αλλά αδιάκοπα ανανεούμενους ακροατές, με τους οποίους στη συνέχεια συνάπτει εφήμερη ερωτική σχέση. Ένας από τους ακροατές της, ο αφηγητής του κειμένου, επιχειρεί με την σειρά του να μοιραστεί την εμπειρία της. Η Ομορφάσχημη έζησε με την αίσθηση ότι την παρακολουθούν, αναγκαζόταν να κρύβεται, συνελήφθη, ανακρίθηκε, φυλακίστηκε για δυο χρόνια, ελευθερώθηκε, βρήκε καταφύγια στην εξοχή από τα οποία αναγκάστηκε να φύγει, σχετίστηκε με απελευθερωτές στρατιώτες και κατέληξε στην Βιέννη.

Τι συμβαίνει λοιπόν με αυτό το δεύτερο από τα τρία μεσαίας έκτασης αφηγήματα που δημοσίευσε ο Καχτίτσης στην απαρχή της συγγραφικής του πορείας; Με την παραπλανητική απλότητα της δομής και την ιδιαιτερότητα του θέματός της, η Ομορφάσχημη εισάγει προγραμματικά ένα κομμάτι βίαιης Ιστορίας στο συγγραφικό του σύμπαν, καθώς η πρωταγωνίστρια διατηρεί μιαν αναπόδραστη τραυματική σχέση με την Ιστορία. Έτσι, μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την λήξη του πολέμου, ο συγγραφέας αντιδρά στη θεμελιώδη υπαρξιακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος και η εβραϊκή γενοκτονία αλλά και τολμά να αποδεσμεύσει την αναπαράσταση του συμβάντος από την αναγκαιότητα της βίωσής του, αναδεικνύοντας σε τόσο πρώιμη εποχή την δυνατότητα της λογοτεχνικής φαντασίας να παράσχει μια εκδοχή εξίσου αυθεντική με εκείνη που παρέχουν οι μαρτυρίες των επιζώντων, συνεπώς και το δικαίωμα της λογοτεχνίας να μιλήσει για το αδιανόητο, όπως γράφει ο Ηλίας Γιούρης, στο σπάνιο επίμετρό του «Τραύμα και μαρτυρία στην Ομορφάσχημη», από το οποίο αντλούμε και όλα τα αναφερόμενα ερμηνευτικά σχήματα.

Ένα άλλο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η αντινομική σχέση του έργου με ορισμένες ιδεολογικές θέσεις του συγγραφέα, που σε επιστολές του είχε εκφραστεί με την ρητορική των πιο διαδεδομένων αντιεβραϊκών κοινών τόπων. Πώς αποφάσισε λοιπόν να φιλοτεχνήσει το λογοτεχνικό πορτρέτο μιας Εβραίας και να στοχαστεί αφηγηματικά την εβραϊκή γενοκτονία; Σε αντίθεση με τον επιστολογραφικό του λόγο, η λογοτεχνία του διανοίγεται στο Άλλο και επιδίδεται στην ανασυγκρότηση της αλήθειας του. Έτσι η γραφή διεκδικεί το δικαίωμα της δυσαρμονίας, ακόμα και της ρήξης με τις ιδέες ή τις αντιλήψεις του δημιουργού.

Η μαρτυρία ως είδος λόγου περιορίζεται σε μεμονωμένα βιωματικά επεισόδια ή επιμέρους περιόδους. Εδώ σε πρώτη φάση η ηρωίδα θα συλληφθεί, θα ανακριθεί και θα φυλακιστεί· σε δεύτερη, μετά την απελευθέρωση, θα προσπαθήσει να επιστρέψει σε μια κανονική ζωή· και, τέλος, θα μεταμορφωθεί σε εμμονική αφηγήτρια της ιστορίας της. Η οργάνωση της πλοκής στη βάση αυτού του τριπτύχου δεν είναι τυχαία καθώς κάθε μέρος αντιστοιχεί σε ένα κομβικό επεισόδιο από την περιπέτεια του εβραϊσμού: ο εγκλεισμός στην εκτόπιση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η επιβίωση στο αντίστοιχο πρόβλημα της μεταστρατοπεδικής ύπαρξης και η επιμονή της εξομολόγησης στην ανάλογη ανάγκη των επιζώντων να κοινοποιούν την εμπειρία τους. Ο αναγνώστης δεν συναντά εδώ τους συνήθεις θεματικούς ή συμβολικούς δείκτες της λογοτεχνίας του Ολοκαυτώματος (τα στρατόπεδα, την μαζική εξόντωση, τους θαλάμους αερίων)· το κείμενο φαίνεται να κλίνει περισσότερο προς την επινόηση και την φαντασίωση παρά προς την αληθοφάνεια και την ιστορική πιστότητα.

Είναι λοιπόν η σύλληψη και ο εγκλεισμός της ηρωίδας που λειτουργούν ως ένα είδος αρνητικού θεμελίου πάνω στο οποίο οικοδομείται η μετέπειτα ζωή της. Η τραυματική εμπειρία (ιδιαίτερα επεξεργασμένη από την σύγχρονη θεωρητική σκέψη) αφήνει ένα απροσδιόριστο βιωματικό ίχνος από την συνάντηση του υποκειμένου με το ακραίο, με μια βία μη αφομοιώσιμη· δεν είναι κάτι που το υποκείμενο επεξεργάζεται γνωστικά αλλά μάλλον κάτι που το υφίσταται. Αυτή η φασματική δομή του τραύματος θέτει μια μείζονα πρόκληση στην αφήγησή του. Πώς να αναπαραστήσει η λογοτεχνία ένα τραύμα που παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση;

Αυτή ακριβώς η κρίση είναι εγγενής στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Καχτίτσης, που επιχειρεί να συλλάβει τη αλήθεια της γενοκτονίας όχι μέσα από τις συμβάσεις της ρεαλιστικής αναπαράστασης αλλά μέσα από την ρητορική διάθλαση της μεταφορικής γλώσσας. Το επεισόδιο του βίαιου εγκλεισμού σε έναν θάλαμο απομόνωσης οργανώνεται ως το μεταφορικό ισοδύναμο της στρατοπεδικής εμπειρίας, την οποία αφηγείται ως μια φανταστική ιστορία στα όρια του γκροτέσκου. Αυτή η μεταφορά του θαλάμου λειτουργεί σε επίπεδο έμμεσης αναφορικότητας αφού επιτρέπει στον συγγραφέα να μιλήσει για ένα βίαιο θέμα κάνοντας λόγο φαινομενικά για κάτι άλλο.

Η αναφορά μάλιστα στην αποστειρωμένη δομή του θαλάμου ανακαλεί στη μνήμη την μείζονα πρακτική της ναζιστικής εξόντωσης, που είναι ακριβώς η εξάλειψη της οσμής, τους ίχνους της ανθρώπινης παρουσίας και της ίδιας της τέλεσης του εγκλήματος. Πιθανώς το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της λαθραίας εισόδου του ιστορικού τραύματος στο κείμενο είναι η αναφορά του διαρκούς τεχνητού φωτισμού στο κρατητήριο, συγκρινόμενη με τα ιστορικά συμφραζόμενα των κρεματορίων. Έτσι το Ολοκαύτωμα έχει τη μορφή φάσματος, όπου κάτι απροσδιόριστα σημαίνον στοιχειώνει το κείμενο χωρίς να αρθρώνεται με ευκρίνεια. Ο συγγραφέας αξιοποιεί κι έναν τρίτο ρητορικό μηχανισμό, την καταχρηστική ιδιοποίηση άλλων λογοτεχνικών ειδών, τους κώδικες ενός αλλότριου πεδίου αναπαράτασης, της ερωτοτροπίας. Η ανάκριση δεν παρουσιάζεται σαν μια γραφειοκρατική διαδικασία αλλά ως εκδοχή μιας αδιόρατης ερωτοτροπίας για να εκφράσει αυτό που δεν έχει δικό του γλωσσικό τόπο, για να θεματίσει το άτοπο.

Συνεπώς εδώ παραβιάζεται το θεμελιώδες πρωτόκολλο των ειδολογικών συμβάσεων: ενώ μια από τις θεμελιώδεις συμβάσεις του είδους της μαρτυρίας είναι η πιστή αναπαράσταση των γεγονότων και η αποφυγή της επινόησης, εδώ δίνεται η εντύπωση μιας ατελούς ή ακόμα και εσφαλμένης ανάγνωσης της πραγματικότητας, σαν μια αχρονική εμπειρία με γνωρίσματα παραισθητικού εφιάλτη. Στη θέση της πιστότητας στα γεγονότα τοποθετείται η πιστότητα στο ίδιο το τραύμα κι εμείς γινόμαστε μάρτυρες της αποτυχίας της ηρωίδας του να εγγράψει το γεγονός στην συνείδησή της.

Σε αυτό το σημείο το κείμενο του Γιούρη εστιάζει ακριβώς στην σχέση τραύματος και ζωής. Το τραυματικό συμβάν δεν αντιμετωπίζεται ως στατικό γεγονός που συνέβη στο παρελθόν αλλά ως μια δυναμική συνάρθρωση αενάως επιδεινούμενων επιπλοκών. Ο γραμμικός χρόνος της αφήγησης είναι παραπλανητικός, καθώς η ηρωίδα αδυνατεί να διαχωρίσει την τραυματική εμπειρία από την ζωή της – το τραύμα έχει τον δικό το αντίχρονο. Είναι λοιπόν οι δυσκολίες της επιστροφής από το τραύμα σε μια ζωή αμόλυντη από αυτό που αποτελούν την ουσία της εμπειρίας της Ομορφάσχημης. Επιζώσα ενός αδιανόητου συμβάντος, επιστρέφει για να διαταράξει την γαλήνη της κανονικότητας των άλλων. Το γεγονός ότι βίωσε το «μέσα» και ότι ήρθε σε επαφή με το απολύτως Άλλο καθιστά και την ίδια ριζικά άλλη, ένα πρόσωπο με το οποίο κανείς δεν θέλει να έχει σχέση.

Χρησιμοποιώντας μια αντίστροφη ρητορική υπερβολή (την έντονα ρομαντική εικονοποιία ως μια ισχυρή διαλεκτική αντίθεση με το αρνητικό παρελθόν), το ασύνδετο (που εκφράζει την έλλειψη ουσιαστικής σύνδεσης με την φύση), τις διακοπές του λόγου (σαν μια δυσπιστία απέναντι στην συμβατικότητα τετριμμένων σκηνών) αλλά και άλλα ρητορικά σχήματα, ο συγγραφέας δείχνει ότι η απελευθέρωση της ηρωίδας δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή ενός νέου κύκλου δεινών. Η καθήλωση στην ατέρμονη ανακύκλωση του δράματος είναι αυτό που την καθιστά κατεξοχήν τραυματική ύπαρξη. Η πορεία της δεν μοιάζει με πορεία ωρίμανσης και διαμόρφωσης μιας ταυτότητας αλλά με μια αντίστροφη πορεία αργής αποδόμησης και διάλυσης της ταυτότητας.

Τα μυθοπλαστικά ευρήματα του συγγραφέα δεν σταματούν εδώ. Η ηρωίδα δεν μαρτυρεί απλώς αλλά αναλαμβάνει κατ’ εξακολούθησιν την θέση της μάρτυρος, δηλαδή επιδίδεται στην επίμονη αναζήτηση διαρκώς νέου ακροατηρίου, σα να αναζητά νέους τρόπους επικοινωνίας με τους άλλους. Η εμμονή στην απαρέγκλιτη επανάληψη του ίδιου αφηγηματικού κύκλου την καθιστά ένα εκκεντρικό, σχεδόν αλλόκοτο πρόσωπο που αδυνατεί να διαφύγει από την ζώνη της καταστροφής. Η αφήγηση είναι το παράδοξο δέλεαρ που χρησιμοποιεί για να προσελκύσει εραστές και να συνάψει μαζί τους εφήμερες ερωτικές σχέσεις· η μαρτυρία εντάσσεται σε μια στρατηγική σεξουαλικής αποπλάνησης. Σύντομα όμως διακόπτει κάθε σχέση μαζί τους και τους διώχνει. Η αδυναμία τους να συλλάβουν εις βάθος την ζοφερότητα της αφήγησης κινητοποιεί τα αμυντικά αντανακλαστικά της. Αυτοί επείγονται να την αποσπάσουν από τον ασφυκτικό κλοιό της ιστορίας της και προτιμούν να την συναντήσουν στην ασφάλεια ενός κοινού ρομαντικού πεδίου αλλά εκείνη είναι απρόθυμη να απαρνηθεί την μοναδικότητα της ιστορίας της για να συμμετάσχει σε μια τετριμμένη ερωτική ιστορία και δεν έχει άλλη επιλογή από το να διακόψει την επικοινωνία μαζί τους.

Αντιμέτωπος με ένα τέτοιο αινιγματικό πρόσωπο, ο αφηγητής θα επωμιστεί την ευθύνη μιας διαφορετικής στάσης απέναντι στην ιστορία της Ομορφάσχημης· θα επιλέξει, παίρνοντας με την σειρά του την θέση του αφηγητή, να της δώσει την δυνατότητα να ξαναγίνει υποκείμενο της ιστορίας της. Έτσι στο κείμενο υπάρχουν δυο αφηγητές σε ένα κυκλικό σχήμα αμοιβαίας ανταλλαγής αφηγηματικών ρόλων, σε μια αφήγηση για την οποία δεν υπάρχει τέλος, καθώς η διαδικασία της μαρτυρίας μεταπίπτει από το ένα πρόσωπο στο άλλο, χωρίς να εγκαταλείπεται ποτέ.

Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία αυτή διεκδικεί την ιδιότητα του κατεξοχήν ανοίκειου κειμένου. Η αποστασιοποίηση στην εκφορά του λόγου, η απάθεια, το ψυχρό ύφος της αφήγησης αφαιρούν από τον αναγνώστη τις προϋποθέσεις ταύτισης. Είναι ένα κείμενο που έρχεται αντιμέτωπο με τα όριά του: δεν αναπαριστά την εμπειρία της καταστροφής, αλλά την αδυναμία της γλώσσας να ιστορήσει ευθέως αυτή την καταστροφή. Γι’ αυτό και δεν διατυπώνει ένα τελικό συμπέρασμα ούτε κληροδοτεί κάποιο τελεσίδικο νόημα.

Πώς προσλαμβάνεται λοιπόν μια μαρτυρία στην ατομική και συλλογική συνείδηση; Γιατί αδυνατεί η μεταπολεμική κοινωνία να ανταποκριθεί στο μήνυμα που μεταφέρουν οι επιζώντες; Άραγε οι ακροατές θα κωφεύσουν στην έκκληση της μαρτυρίας ή θα την δεξιωθούν και θα αφήσουν το μήνυμά της να τους διαπεράσει; Δυο μοιάζουν να είναι τα ενδεχόμενα. Η μαρτυρία να ακολουθείται από την σιωπή. Οι περισσότεροι ακροατές, πράγματι, αποτυγχάνουν να ακούσουν την εξομολόγηση και η μαρτυρία παραμένει αν-ήκουστη, ένας λόγος που εκτυλίσσεται στο κενό, συνεπώς και η μάρτυς είναι ασύγχρονη με τον ακροατή της. Μπορεί όμως η μαρτυρία να τύχει μιας φιλοξενίας; Μπορεί να αξιώσει την υπέρβαση του ρόλου της ανάγνωσης και να οδηγήσει στην απροϋπόθετη αποδοχή της;

Το επίμετρο του Ηλία Γιούρη, από το οποίο αντλήθηκε μέρος από τις πλούσιες ερμηνευτικές του προτάσεις, δεν είναι το μόνο κείμενο που φωτίζει πλευρές του βιβλίου. Διαβάζοντας την Ομορφάσχημη μέσα από μια σειρά επιστολών του συγγραφέα (τις δημοσιευμένες προς τον Γιώργη Παυλόπουλο αλλά και τις αδημοσίευτες προς τον Τάκη Σινόπουλο και τον Ε.Χ. Γονατά)  η εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη εξετάζει ακριβώς την γενεαλογία και την διαμόρφωση της αυτής της συναρπαστικής ηρωίδας. Πρώτα εντοπίζει δυο εκ πρώτης όψεως αντιφατικά στοιχεία στην προσωπικότητά της: την ανοίκεια ερωτική συμπεριφορά και το τραύμα που εγγράφεται στην ψυχή της και επανασημασιοδοτεί ολόκληρη την ζωή της, ενώ μια προσεκτικότερη ανάγνωση του κειμένου εντοπίζει και μια ψυχική διαταραχή που φαίνεται να προϋπάρχει του τραύματος.

Η βραχύβια ερωτική σχέση του Καχτίτση με την Αυστροεβραία Γερτρούδη Φίσερ που επιδεικνύει μιαν ιδιάζουσα ερωτική συμπεριφορά που αγγίζει τα όρια της υπερβολής, οι δημόσιες ερωτικές προκλήσεις αλλά και το τέλος της ηρωίδας του όπως παρουσιάζονται στο ψευδώνυμο κείμενο του Καχτίτση «Τι απέγινε η Γερτρούδη Στερν;» (που δημοσιεύεται εδώ στο επίμετρο), η διελκυστίνδα μεταξύ έλξης και απώθησης, η αντιδιαστολή πραγματικότητας και φαντασίας και πολλά άλλα στοιχεία αποκαλύπτουν αντιστοιχίες ανάμεσα στις γυναίκες των επιστολών και την ηρωίδα της Ομορφάσχημης και συνθέτουν, ένα πυκνό δίχτυ κοινών θεματικών στοιχείων αλλά και συμβολισμών.

Διαπιστώνεται εδώ ότι η προσωπική διαταραχή συμβαδίζει με μια ιστορικά έκρυθμη κατάσταση· χάρη σε αυτήν την παραλληλία η ψυχοπαθολογία της Γερτρούδης γίνεται το αντηχείο της ψύχωσης μιας εποχής. Ο συνεχής ερωτισμός της, λανθάνων ή μη (με μια φίλη της, με τον ανακριτή, με Ρώσους στρατιώτες, με τους ακροατές της), υπαρκτός ακόμα και στις πιο αταίριαστες περιπτώσεις, μοιάζει με μηχανισμό άμυνας καθώς υπερχειλίζει σε στιγμές μεγάλου φόβου και υπερκαλύπτει μια τραυματική πραγματικότητα, σα να λειτουργεί ως παραμορφωτικό κάτοπτρο που διαθλά με αλλόκοτο τρόπο τα γεγονότα, βυθίζοντας σιγά σιγά την ηρωίδα σε έναν παραισθητικό εφιάλτη.

Πράγματι, όσο επιβάλλεται η ματιά της Γερτρούδης στην ιστορία, η αφήγηση χάνει τα ρεαλιστικά της περιγράμματα και δημιουργείται μια ατμόσφαιρα διαθλάσεων και έντονης ρευστότητας. Μήπως τελικά, αναρωτιέται η Κριτσέλη, η ιστορία του εγκλεισμού της είναι προϊόν της παραμορφωτικής φαντασίας ενός κλονισμένου ανθρώπου που έχει εσωτερικεύσει και εκφράζει την ψύχωση της εποχής; Μήπως η απορρύθμιση της ατομικής συνείδησης εκδηλώνεται στον ερωτικό εκτροχιασμό και η υπερχείλιση του ερωτισμού τής χαρίζει μια σωτήρια απόσταση από τα πράγματα; Μπορεί, τέλος, ο αξεδιάλυτος δεσμός εξομολόγησης, ερωτισμού, διαταραχής και τραύματος να αποτελεί μια πορεία απεγκλωβισμού χάρη στη λυτρωτική δύναμη του λόγου;

Στο επίμετρο περιλαμβάνονται τα κείμενα: Γιώτα Κριτσέλη, Σημείωμα για την έκδοση, Μάρκος Εσπέρας [Νίκος Καχτίτσης], Τι απέγινεν η Γερτρούδη Στερν; (επιστολή που δημοσιεύθηκε στο αυτόγραφο περιοδικό του Νίκου Καχτίτση, Ουλή), Επιστολές του Νίκου Καχτίτση που σχετίζονται με την ηρωίδα της Ομορφάσχημης προς τον Γιώργη Παυλόπουλο, τον Τάκη Σινόπουλο και τον Ε.Χ. Γονατά, Επιστολές του Νίκου Καχτίτση και του Ε.Χ. Γονατά σχετικά με τη γραφή και τη γλώσσα της Ομορφάσχημης, Ηλίας Γιούρης, Τραύμα και μαρτυρία στην Ομορφάσχημη του Νίκου Καχτίτση, Γιώτα Κριτσέλη, Διαβάζοντας την Ομορφάσχημη μέσα από τις επιστολές. Η γενεαλογία και η διαμόρφωση της ηρωίδας.

Εκδ. Κίχλη, 2019, σελ. 229. Πρώτη έκδοση: Διαγώνιος, 1960. Επόμενες εκδόσεις, μαζί με άλλα κείμενα του συγγραφέα: Κέδρος, 1976 και Στιγμή, 1986.

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα: 1. Εβραία που κρύβει το πρόσωπό της κάθεται σε παγκάκι με την επιγραφή Μόνο για Εβραίους [Αυστρία, 1938), 2. Ζωγραφιά παιδιού παιδιών από το Γκέτο του Terezín (1942-1944), το ιδιόμορφο γκέτο ναζιστικής προπαγάνδας, όπου χιλιάδες Εβραίοι καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν έργα προς τιμήν του Γερμανικού κράτους, ώστε να πειστούν οι επισκέπτες του Ερυθρού Σταυρού και η παγκόσμια κοινή γνώμη για την ευνοϊκή μεταχείριση της εβραϊκής φυλής (από εδώ), 3. Η αντίληψη της Terezka που μεγάλωσε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για την έννοια του σπιτιού, 4. Ζωγραφιά παιδιού (βλ. αρ. 2), 5. Γυναίκα με τα υπάρχοντά της στην μεταπολεμική Βιέννη (1947, φωτ. Ernst Haas), 6. Ζωγραφιά παιδιού (βλ. αρ. 2), 7. Εβραίοι στην μεταπολεμική Βιέννη, 8. Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης από την Διαγώνιο, 9. Amedeo Modigliani, Portrait of Maude Abrantes, 1907 [Reuben and Edith Hecht Museum, Haifa], 10. Eric Taylor, Liberated from Belsen Concentration Camp, 1945.

Ο Εξώστης του Καχτίτση, από τις ίδιες εκδόσεις, εδώ.

12
Ιον.
17

Μαργκαρέτε Μπούμπερ – Νόυμαν – «Μίλενα από την Πράγα»

Μίλενα, τώρα γνωρίζουμε ποια ήσουν

Όταν χάνεις την ελευθερία, δεν χάνεις βέβαια και την ανάγκη ν’ αγαπηθείς. Μάλιστα, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, η επιθυμία για τρυφερότητα και παρηγορητική εγγύτητα με τον άνθρωπο που αγαπάς γίνεται σφοδρότερη. Στο Ράβενσμπρουκ άλλες κατέφευγαν στη φιλία γυναίκας με γυναίκα, άλλες μιλούσαν πολύ για αγάπη κι άλλες επέτειναν τον πολιτικό, ακόμη και τον θρησκευτικό φανατισμό τους ως υποκατάστατο του έρωτα… [σ. 71]

… γράφει η συγγραφέας σε μια από τις αναρίθμητες πυκνές παραγράφους της συγκλονιστικής της μαρτυρίας από την ζωή της στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπουργκ από το 1940 ως το 1945. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη έκδοση που συμπληρώνει όχι μόνο την λογοτεχνία και την ευρύτερη γραμματεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης αλλά και το βιογραφικό κενό για την ζωή της γυναίκας που γοήτευσε τον Κάφκα και ενέπνευσε την γνωστή αλληλογραφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η συγγραφέας ήταν η πρώτη, μαζί με τον Βικτόρ Σερζ  (για τα δυο συγκλονιστικά βιβλία του βλ. δεξιά πλευρική στήλη), που έγραψε εκτενώς για τα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εδώ βρίσκεται η μέγιστη τραγικότητα της ιστορίας της, καθώς γνώρισε τον φρικιαστικό εγκλεισμό και στις δυο μορφές του ολοκληρωτισμού που κυριάρχησε στον εικοστό αιώνα. Άλλωστε ήταν το ίδιο το σταλινικό στρατόπεδο που την παρέδωσε στους Γερμανούς και την οδήγησε στο Ράβενσμπουργκ.

Επιστρέφοντας στο παραπάνω απόσπασμα, πράγματι, οι παθιασμένες φιλίες των πολιτικών κρατουμένων ήταν εξίσου συχνές όσο και μεταξύ των «αντικοινωνικών» και των ποινικών. Η στενή συμβίωση χιλιάδων νεαρών γυναικών και κοριτσιών, παρά τον τρόμο που επικρατούσε στο στρατόπεδο, δημιουργούσε ατμόσφαιρα ερωτισμού. Η συγγραφέας θυμάμαι κατά την βραδινή βάρδια στο ραφείο των Ες Ες νεαρές Τσιγγάνες καθισμένες στις ραπτομηχανές τους να τραγουδούν λιγωμένα ερωτικά τραγούδια παρά το αδιάκοπο γάζωμα, την αφόρητη ζέστη, την σκονισμένη ατμόσφαιρα και την εξόντωση της δουλειάς. Ορισμένες εκτόνωναν τις ερωτικές τους επιθυμίες με τον χορό. Στροβιλίζονταν «στο βάθος του βρομερού καμπινέ» ενώ οι φίλες τους κρατούσαν τσίλιες στην είσοδο για τυχόν έλεγχο από τις Ες Ες. Άλλες αντάλλαζαν απλώς ερωτικές επιστολές.

Αλλά η αφηγήτρια συγκράτησε μια άλλη ιδιαίτερη σκηνή που αποδίδει ανάγλυφα την μανιασμένη ανάγκη να υπάρξει το ερωτικό και το ωραίο ακόμα και σε τόσο τραγικές συνθήκες: το κεφάλι ενός άντρα να ξεπροβάλει από ένα φρεάτιο και να κοιτάζει προς την μεριά των γυναικείων παραπηγμάτων, όπου πηγαινοερχόταν λικνιζόμενη μια αντικοινωνική, η οποία είχε σφίξει το άχαρο ριγέ ρούχο της φυλακής και το είχε σηκώσει ψηλά ώστε να φαίνονται οι γάμπες της μέχρι τα γόνατα. Μπορεί να ήταν «ισχνές σαν λιανοκλάδια και γεμάτες εξανθήματα», όμως εκείνη το είχε ξεχάσει και το χαμόγελό της έλαμπε από γυναικεία αυτοπεποίθηση. Και άλλωστε ο θαυμαστής με το στρογγυλό κρανίο την έβρισκε ωραία και αξιέραστη.

«Ο έρωτας δεν σκοτώνεται…είναι δυνατότερος από κάθε βαρβαρότητα» είπε η Μίλενα Γιέσενσκα στην συγγραφέα που της διηγήθηκε την σκηνή. Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν στο στρατόπεδο και συνδέθηκαν με ιδιαίτερη φιλία. Ακριβώς αυτή η βαθειά σχέση που ξεπερνά τις καθιερωμένες λέξεις είναι το αντίπαλο δέος μπροστά στην φρίκη της ζωής στα στρατόπεδα εξόντωσης· και είναι ακριβώς εκείνη που διαφοροποιεί αυτή την κατ’ ουσίαν βιογραφία από την σχετική λογοτεχνία εφόσον θέτει ακριβώς αυτή τη σχέση στο επίκεντρο του βίου που βρισκόταν για πέντε χρόνια στα όρια, κάτω από την άβυσσο της βίας, του εξευτελισμού και του πανταχού παρόντος θανάτου. Άλλωστε το όνομα Μίλενα σημαίνει στα τσεχικά ερώσα αλλά και ερωμένη, και σα να ήταν γραφτό της, έρωτας και φιλία έμελλα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη τη ζωή της, μας βεβαιώνει η συγγραφέας

Η Μίλενα έζησε εκτός των άλλων την τραγική ειρωνεία να ακροβατεί σ’ ένα ακόμα μεταίχμιο: ήταν απόλυτα ξένη και συχνά αντιπαθής ανάμεσα στις διάφορες «ταυτότητες» των έγκλειστων γυναικών, ακριβώς όπως και ο κυνηγημένος Σερζ, υπό άλλες βέβαια περιστάσεις. Ήταν αντικομμουνίστρια για τις κομμουνίστριες (γι’ αυτό άλλωστε και η ζωή της παρέμεινε απαγορευμένο θέμα στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού) και πρώην κομμουνίστρια για τις αντικομμουνίστριες, ήταν Τσέχα για τις Γερμανίδες και Γερμανίδα για τις Τσέχες, ήταν αμφιβόλου πίστεως για τις Καθολικές.

Είναι γεγονός ότι καταπώς φαίνεται όλοι είμαστε ικανοί να ζούμε, γιατί όλοι μας δραπετεύσαμε κάποτε στο ψέμα, στην τυφλότητα, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε κάποια πεποίθηση, στον πεσιμισμό ή σε κάτι άλλο. Εκείνος όμως δεν ζήτησε ποτέ προστασία σε κανέναν άσυλο. Είναι απολύτως ανίκανος να πει ψέμα, όπως είναι ανίκανος και να μεθύσει. Δεν έχει απολύτως κανέναν καταφύγιο, καμία στέγη. Γι’ αυτό είναι εκτεθειμένος σ’ όλα αυτά από τα οποία εμείς προστατευόμαστε. Είναι σαν γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους. Και ό, τι λέει, ό, τι είναι και ό, τι ζει δεν είναι καν η αλήθεια. Είναι ένα ον απόλυτο, αφ’ εαυτού και δι’ εαυτό, απαλλαγμένο από κάθε είδους συστατικό που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παραποιήσει την εικόνα της ζωής, την ομορφιά ή την αθλιότητά της, αδιάφορο… [σ. 108]

… γράφει η Μίλενα για τον Κάφκα, έναν άλλο και αλλιώς ανένταχτο και μοναδικό, και τα σχετικά γραπτά της αποτελούν έναν ακόμα πόλο ενδιαφέροντος εφόσον το βιβλίο ρίχνει τους πλάγιους φωτισμούς του και στην ερωτική και επιστολογραφική σχέση τους. Για την Μίλενα, την ερώσα, όπως την περιγράφει ο Κάφκα, ο έρωτας ήταν η μόνη μεγάλη ζωή. Δεν είχε καμία αναστολή και δεν θεωρούσε ντροπή το να αισθάνεται έντονα. Δεν κατέφευγε ποτέ σε κανενός είδους γυναικεία τεχνάσματα, θεατρινισμούς ή κοκεταρίες. Με τον Κάφκα δεν συνδεόταν μόνο με τον σαρκικό έρωτα αλλά και μια βαθιά συγγένεια άλλου είδους κι αυτά ακριβώς τα βάθη ανασκάπτονται σ’ αυτό το ούτως ή άλλως απόλυτα ψυχογραφικό έργο.

Το βιβλίο καλύπτει τις 303 σελίδες της έκδοσης. Ακολουθεί ένα εκτενές επίμετρο 75 σελίδων από την επιμελήτρια, η οποία διανθίζει το πλούσιο κείμενό της με ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Ακολουθούν άλλες 85 σελίδες βιογραφικών σημειωμάτων, το απαραίτητο εργοβιογραφικό σημείωμα για την συγγραφέα, πίνακας κυριωνύμων, ευρετήριο προσώπων κι ένα δεκαεξασέλιδο με εικόνες και σχετικά κείμενα από την εκδότρια Γιώτα Κρισέλη. Σε κάποιο σημείο του επιμέτρου αναφέρεται το βιβλίο της Ρουτ Κλύγκερ Η ζωή συνεχίζεται [γαλλ. και ελλ. τίτλος Άρνηση μαρτυρίας], άλλη μια μεταξύ δοκιμίου και αυτοβιογραφίας κατάθεση στην στρατοπεδική γραμματεία, όπου η συγγραφέας διαλέγεται και με το παρόν της. Εκεί, μεταξύ άλλων, η Κλύγκερ θυμάται μια χειρονομία της μητέρας της προς την ορφανή Ντίτα, που βρέθηκε μόνη και ορφανή στο Μπίρκεναου: της είπε απλά «Έλα από δω»· κι έκτοτε οι τρεις τους έμειναν αχώριστη, χάρη στην πιο ασυνήθιστη χειρονομία, την υιοθεσία ενός παιδιού στο Άουσβιτς.

Η ανθρωπογεωγραφία του στρατοπέδου και η διαρκής αίσθηση της ζοφερότερης απειλής, ο χρόνος που δεν υπολογίζεται πια σε μήνες ή μέρες αλλά σε στιγμές, η μνήμη που πασχίζει να φωτίσει ό,τι δεν μαυρίζει, ο καταλυτικός έρωτας που πηγάζει από την φιλία, όλα διασώζονται σε ελάχιστα υλικά απομεινάρια της, στα γραπτά της και σε τούτη την ιδιωτική βιογραφία που την ίδια στιγμή, γυρισμένη από την άλλη πλευρά είναι η μαρτυρία για μια συλλογική ιστορία, για το πριν και το μετά του Κακού, για την ομορφιά ενός ανθρώπου που χάθηκε στο σκοτάδι, για τις δυο κορυφώσεις της ζωής, την φιλία και τον έρωτα. 

Αναζητώ το όνομα της Μπούμπερ – Νόυμαν στο περίφημο βιβλίο του Τσβέταν Τοντόροφ Απέναντι στο ακραίο [εκδ. Νησίδες, 2002, μτφ. Βασίλης Τομανάς, σ. 248], που άρχισα να διαβάζω παράλληλα με ετούτο το βιβλίο και το οποίο θα παρουσιάσω εδώ σύντομα κι εντοπίζω ένα τραγικό της ερώτημα: «Αναρωτιέμαι ποιο είναι κατά βάθος το χειρότερο: η καλύβα με άχυρο και λάσπη και τις ψείρες στην Μπούρμα [του Καζακστάν] ή αυτή η εφιαλτική τάξη [Ράβενσμπρουκ]». Τελικά επιβίωσε και από τα δυο· η Μίλενα πέθανε από μη αναστρέψιμη, στις συνθήκες του στρατοπέδου, νεφρική νόσο το 1944. Ο βίος της ήταν έτοιμος να γραφτεί από την φίλη της, στην οποία άλλωστε ζητούσε να πει στον κόσμο ποια ήταν. Τώρα μπορούμε το να γνωρίζουμε κι εμείς.

Εκδ. Κίχλη και Τα πράγματα, 2015, σελ. 516, μτφ. Τούλα Σιετή, επιμέλεια – επίμετρο Αδριανή Δημακοπούλου, θεώρηση κειμένων Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη [Margarete Buber – Neumann, Milena, Kafkas Freundin, 1963].

Στις εικόνες: η συγγραφέας [1968], μια γυναίκα – θύμα ιατρικών πειραμάτων στο Ravensbrück, η Milena Jesenska, εικόνες από το στρατόπεδο, σχέδιο από την κρατούμενη του στρατοπέδου Nina Jirsikova, μνημείο του Will_Lammert [Ravensbrück Tragende, 1959].

12
Φεβ.
17

Κώστας Δεσποινιάδης – Έξοδος κινδύνου. Δοκιμές και αντιρρήσεις

exodos-kindynou

Τα κείμενα ως ανθρακιά

Οι θεωρητικοί της ναζιστικής προπαγάνδας ήταν υποχρεωμένοι να αποσιωπήσουν τα πολυάριθμα χωρία με τα οποία ο Νίτσε επιτίθεται στον γερμανισμό και τους Γερμανούς, κατακεραυνώνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας, το απολυταρχικό κράτος, τη νοοτροπία του οπαδού και ταυτόχρονα εκφράζει τον θαυμασμό του προς τους Εβραίους, το αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πνεύμα, την προτίμησή του προς τον κοσμοπολιτισμό και τόσα άλλα που κάθε άλλο παρά συμφωνούν με το ναζιστικό πνεύμα. [σ. 88]

Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν με ποιο τρόπο ο ναζισμός οικειοποιήθηκε τον Νίτσε και ποιες ήταν οι πραγματικές απόψεις του Νίτσε ως προς την Γερμανία; Ο Νίτσε έμελλε να πέσει θύμα της πιο χυδαίας διαστρέβλωσης και παρερμηνείας που υπέστη ποτέ φιλόσοφος. Το όνομά του συνδέθηκε για πολλές δεκαετίες με τον ναζισμό και ο υπεράνθρωπός του θεωρήθηκε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η κτηνώδης κοσμοθεωρία του Χίτλερ. Πρόκειται για απόψεις που σήμερα κανείς μελετητής δεν συζητά σοβαρά, αλλά για πολλές δεκαετίες υπήρξαν κοινός τόπος όχι μόνο για τους αδαείς καταναλωτές ιδεολογιών αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διανόησης. Αυτό είναι το αντικείμενο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα της παρούσης συλλογής (Ο Νίτσε και ο ναζισμός. Οικειοποίηση και αποκατάσταση).

nietzsche

Το κακό ξεκίνησε όταν η αδελφή του παντρεύτηκε έναν φανατικό αντισημίτη Μ. Φέρστερ, τον οποίο αντιπαθούσε ο Νίτσε για τις αντισημιτικές του θέσεις. Ο Φέρστερ και ο ξάδερφός του ξεκίνησαν την ιστορία της σύνδεσης με τον ναζισμό. Η Ελίζαμπετ είχε στα χέρια της όλες τις ανέκδοτες σημειώσεις και τα προσχέδια διαφόρων έργων του μετά την πνευματική του κατάρρευση [1889] και οργάνωσε στην Βαϊμάρη το «Αρχείο Νίτσε» λίγα χρόνια αργότερα. Έχοντας ασπαστεί τις απόψεις του συζύγου της άρχισε να χτίζει το αντισημιτικό και εθνικοσοσιαλιστικό προφίλ του Νίτσε. Αργότερα χάρισε το … μπαστούνι του αδελφού της στον Χίτλερ ο οποίος έσπευσε να φωτογραφηθεί δίπλα στην προτομή του.

Δυο θεωρητικά βιβλία επικύρωσαν τις συμβολικές κινήσεις της Ελίζαμπετ. Ο Ρόζενμπεργκ έγραψε για τον φιλόσοφο της πειθαρχίας και του αυτοελέγχου και ο Μπούμλερ για τον στοχαστή της θέλησης για εξουσία, που είχε ως ιδανικό του την ισχυρή Γερμανία. Ακολούθησαν οι γνωστές φτηνές συλλογές με αυθαίρετες επιλογές αποσπασμάτων από το νιτσεϊκό έργο.

nietzsche-5

Ο σπουδαίος φιλόσοφος συνταξιοδοτήθηκε έφυγε οριστικά από την Γερμανία και πήρε την ελβετική υπηκοότητα και έζησε μέχρι την κατάρρευσή του μια ζωή περιπλανώμενη. Η εναντίωσή του στον γερμανισμό και το γερμανικό έθνος υπήρξε και η βασική αιτία της σφοδρής σύγκρουσης με τον Βάγκνερ. Η απέχθειά του αυτή τον έκανε τα τελευταία χρόνια να εκθειάζει συνεχώς τους Γάλλους. Άλλωστε στην περίφημη παράγραφο 377 από την Χαρούμενη Επιστήμη με τίτλο «Εμείς οι απάτριδες» είναι έκδηλη η περιφρόνησή του προς τους εθνικιστές και τους αντισημίτες.

Ευτυχώς αργά ή γρήγορα, γράφει ο Δεσποινιάδης, όλα τα σπουδαία έργα διαβάζονται. Η ανάγνωση του Νίτσε έφερε αναπόφευκτα και την αποκατάστασή του, ενώ πολλοί από τους σημαντικότερους ευρωπαίους στοχαστές (Γιουγκ, Χάιντεγκερ, Φουκώ, ντελέζ, Αντόρνο, Κλοσόφσκι, Βανεγκέμ, Λεφέβρ, Κάουφμαν κ.ά) αλλά και λογοτέχνες (Μιούζλι, Καμύ, Έσσε, Στρίνγμπεργκ κ.ά.) επηρεάζονται από το έργο του και σχολιάζουν την φιλοσοφία του. Και μοιάζει περισσότερο από ποτέ να δικαιώνεται η φράση του: Είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει – αλλά δεν θα είμαι το δεκανίκι σας.

hanna-arendt

Ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο καταπιάνεται με την διαμάχη της Χάννα Άρεντ με τον με τον φιλόσοφο και εξέχοντα μελετητή της Καμπάλα Γκέρσομ Σόλεμ σχετικά με το έργο της Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η φιλία τους κράτησε πάνω από τρεις δεκαετίες και διακόπηκε το 1963 με αφορμή την έκδοση του περίφημου αυτού βιβλίου της για την περίφημη σύλληψη και δίκη του υπεύθυνου για τον συντονισμό της «Τελικής Λύσης» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως είναι γνωστό η Άρεντ αναθεωρούσε την παλαιότερη θέση της περί «ριζικού κακού» και τώρα κάνει λόγο για «κοινοτοπία του κακού». Ο Άιχμαν δεν είναι κάποιος «τέρας» αλλά ένας συνηθισμένος, μάλλον φαιδρός άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. Δεν αισθανόταν μίσος για τα θύματά του, παρά εκτελούσε πιστά τις εντολές ως μέρος του στρατιωτικού του καθήκοντος. Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπου του συνηθισμένου πειθήνιου εκτελεστή εντολών και όχι κάποια «εξαιρετική» σαδιστικού τέρατος.

Επιπλέον η Άρεντ επέκρινε δριμύτατα τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων, δίχως την συνεργασία των οποίων το έγκλημα των Ναζί δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε τέτοια διάσταση. Για την φιλόσοφο πρόκειται για το σκοτεινότερο κεφάλαιο σε αυτή την ιστορία. Ανάμεσα σ’ εκείνους που αντέδρασαν στις θέσεις της ήταν ο Σόλεμ, που την κατηγορεί για μίσος προς την εβραϊκή της καταγωγή, μίσος που οφείλεται στην νεανική θητεία της στον μαρξισμό και την αριστερά. Ο Σόλεμ διαφωνεί για την ασαφή διάκριση μεταξύ βασανιστή και θύματος και μιλάει για ακραίες συνθήκες, εξαναγκασμό συμμετοχής και άγνοια όλων όσοι δεν βρέθηκαν εκεί. Η Άρεντ απαντά συμπυκνώνοντας την οριστικής της κοσμοθεωρία:

gershom-scholem_

Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν λαό και καμιά συλλογικότητα. Ούτε τον γερμανικό λαό, ούτε τον γαλλικό, ούτε τον αμερικάνικο, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα αγαπώ «μόνο» τους φίλους μου και το είδος αγάπης στο οποίο πιστεύω είναι η αγάπη για πρόσωπα. Δεύτερον, αυτή η αγάπη για τους Εβραίους, δεδομένου ότι η ίδια είμαι Εβραία, θα μου φαινόταν μάλλον ύποπτη… και αργότερα: είμαι ανεξάρτητη…δεν ανήκω σε καμία οργάνωση και πάντοτε μιλάω εξ ονόματός μου [σ. 100 – 101, 102]. Όσο για την στάση των Εβραίων ηγετών, δεν υπήρχε η δυνατότητα αντίστασης αλλά υπήρχε η δυνατότητα να μην κάνουν τίποτα.

Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει όλη την σειρά των αντίθετων απόψεων των δυο στοχαστών και διαπιστώνει ότι ακριβώς χάρη στην επιμονή του Σόλεμ έχουμε την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σε δυο κόσμους και να αναρωτηθούμε αν πρέπει η συμπάθειά μας προς έναν λαό για την οδύνη του Ολοκαυτώματος να μας αποτρέπει από την κριτική της πολιτικής που ακολούθησαν οι ηγέτες του τότε αλλά και αργότερα ο κρατικός τους σχηματισμός.

20-noviembre-1936

Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογή κειμένων που καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού και των ενδιαφερόντων του Κώστα Δεσποινιάδη: Φασισμός, Ολοκληρωτισμός, Κατάσταση Εξαίρεσης, Αντιεξέγερση και Κρίση, η Προοπτική της Ουτοπίας. Παράλληλα παρουσιάζονται βιβλία σύγχρονα ή παλαιότερα, απαραίτητα όμως για μια σύγχρονη πολιτική κριτική σκέψη, όπως το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθου Καίσλερ, το Ταξίδι στο Παρελθόν του Abel Paz, που συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο από την πλευρά των αναρχικών και γράφει όχι μόνο για την επανάσταση που βιώθηκε σαν γιορτή αλλά και για τα λάθη της πλευράς του.

Δυο κείμενα αφιερώνονται στο τρομερό παράγγελμα Wstawac, που ακουγόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το εγέρθητι που άκουγαν οι έγκλειστοι του Άουσβιτς στα πολωνικά, το οποίο σηματοδοτούσε την εφιαλτική επιστροφή στην καθημερινή ζωή. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο Πρίμο Λέβι είχε «προβλέψει» σε ποίημά του ότι το παράγγελμα θα ακουστεί ξανά και η κτηνωδία θα επιστρέψει. H έξαρση του φασισμού αποδίδεται στην φτώχεια και στην κρίση, ο Δεσποινιάδης όμως παραθέτει σειρά συγκριτικών στοιχείων και στοχασμών από τα οποία προκύπτει πως, ιστορικά, δεν αναπτύχθηκε ποτέ φασισμός σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου μπορεί να είχαμε άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, ποτέ όμως φασισμό. Χρειάζεται ακριβώς η συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας για να ευνοηθεί ο φασισμός.

primo-levi_

Οι σημειώσεις για τον Αγκάμπεν και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ασχολούνται με ένα άλλο βαθύ και απαγορευμένο θέμα, που σε λίγο θα είναι αδύνατο να αγνοήσουμε, όσοι ακόμα παραμένουμε αδαείς. Ο Θορώ στα περίπτερα, Ένα σχόλιο για τον Ολοκληρωτισμό, Η χαμένη τιμής της Φαίης Μάγιερ (και της παλαιότερης Καταρίνα Μπλουμ), Το κρυφό χέρι της ακροδεξιάς, Ο επαναστατικός ρομαντισμός του Michael Lowy, είναι μερικά από τα υπόλοιπα ερεθιστικά κείμενα του τόμου, που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Πανοπτικόν, Βαβυλωνία, Σημειώσεις της στέππας, Σημειώσεις (ένα κείμενο αφορά και στον εκδότη τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο), Χουλιγκανιζατέρ, Ένεκεν, Νέον Πλανόδιον, Κοινωνικός Αναρχισμός και στις εφημερίδες Εποχή και Δρόμος της Αριστεράς (από την τελευταία αναδημοσιεύεται και με ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του), ενώ άλλα αποτέλεσαν το αντικείμενο ομιλιών, παρεμβάσεων κλπ.

Όταν δεν μπορούμε παρά να προβληματιζόμαστε πάνω σε όσα ανοίγουν και συζητούν τα κείμενα του Δεσποινιάδη, ο πρόλογος και ο επίλογος είναι ο ίδιος: Αν θέλουμε όχι απλώς να βγούμε από την οικεία μας κρίση αλλά και να πολεμήσουμε την πανταχού παρούσα φρίκη και την επέλαση της βαρβαρότητας, που σθεναρά υποστηρίζει και ο κυρίαρχος λόγος, μας χρειάζεται η συσσώρευση ιδεών που θα ξαναγεννήσουν την κατά Μπλοχ Αρχή της ελπίδας. Έτσι τα κείμενα αποτελούν την ανθρακιά για μια μεγαλύτερη φωτιά. Όπως είπε και ο Ντουρούτι, καψαλισμένος από την φωτιά του Ισπανικου Εμφυλίου, δεν μας τρομάζουν τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο μες στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή που μιλάμε.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2016, σελ. 206, με δισέλιδο για τις πρώτες δημοσιεύσεις.

Στις εικόνες: Φρειδερίκος Νίτσε, Ο Νίτσε και τα ψεύδη, Χάνα Άρεντ, Γκέρσομ Σόλεμ, Ισπανικός Εμφύλιος, Πρίμο Λέβι.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης και οι Εκδόσεις Πανοπτικόν στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

 

30
Δεκ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Μορφές του μεσσιανικού

effe

Ποιος είναι ο κεντρικός πυρήνας των ανομολόγητων ψυχικών διεργασιών μέσα από τις οποίες διαμεσοποιείται η μετατροπή ενός «κοινού» μέχρι χτες, «ανθρωπάκου» σε αντισημίτη σήμερα και σε δήμιο αύριο; Αν ήταν ποτέ δυνατό να βρεθεί κανείς ξανά στην χαμένη για πάντα Yiddishland και να ρωτήσει ένα διδάσκαλο των Χασσιντίμ τι στοιχειώνει την ψυχή ενός Ναζί, εκείνος θα απαντούσε άμεσα: Ο Dybbuk! Τίποτα δεν μαγνητίζει, δεν πανικοβάλλει και δεν εξαγριώνει έναν εκκολαπτόμενο ναζί όσο εκείνο το ξωτικό πλάσμα αλλά και κάθε εξωτικό και εξώβλητο ον· ο διφυής και δισυπόστατος που ζει ανάμεσα σε δυο τουλάχιστον κόσμους: ο Dybbuk.

Έτσι ονομάζεται το πιο διάσημο έργο του λαϊκού θεάτρου γίντις, που γράφτηκε από τον Σολωμών Ααρόνοβιτς / Σεμυόν Ασίμοβιτς το 1912 και ανέβηκε το 1919. Ο Dybbuk είναι μύθος και εικόνα του ίδιου του Εβραίου αλλά όχι μόνου του μα πάντα μαζί με τον Άλλο που κουβαλάει μέσα κι έξω του. Είναι ένα ον με μόνο τρόπο ύπαρξης τη συνεχή διαπίδυση από τον έναν χώρο στον άλλον, γλιστρώντας πάνω στους διάμεσους ιστούς της κοινωνίας· ένας Άνθρωπος των Μεταιχμίων.

Dybbuk Yiddish film Poland 1937

Ο ίδιος ο Χίτλερ στο Mein Kampf περιγράφει πώς έγινε ο ίδιος αντισημίτης και πώς ένας μικροαστός κάτω από ορισμένες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες αρχίζει να μισεί τους Εβραίους. Μπορεί το παράξενο παρουσιαστικό τους να τον έκανε να σκεφτεί πως πρόκειται για κάποια μια διαφορετική φυλή ξένη προς την Ευρώπη των Αρίων, αλλά εκείνο που του προκάλεσε την μεγάλη απέχθεια ήταν το γεγονός ότι οι ίδιοι οι αλλογενείς εγκατέλειπαν συχνά αυτή την εμφάνιση και παρίσταναν τόσο καλά τους Άριους. Έτσι το χαρακτηριστικότερο στη γένεση της αντισημιτικής / ρατσιστικής τάσης δεν είναι τόσο η απόρριψη της Διαφοράς όσο ο φόβος για την ανασφαλή Ταυτότητα που στην πραγματικότητα ήδη εμπεριέχει την αόρατη αλλοίωση.

Είναι ακριβώς η δυσφορία του όμοιου απέναντι στο σχεδόν όμοιο. Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι το παλιό αντιρατσιστικό σύνθημα του δικαιώματος στη Διαφορά» το οικειοποιήθηκε ο νεορατσισμός από την δεκαετία του ’80 ιδιαίτερα, για να προωθήσει μέτρα αποκλεισμού των ξένων μεταναστών στο όνομα του «σεβασμού» και της «προστασίας της πολυπολιτισμικής διαφορετικότητας»; Εκείνο που φοβάται ο αντισημίτης ρατσιστής είναι ακριβώς η παρουσία της Διαφοράς μέσα στην Ταυτότητα και της Ταυτότητας μέσα στη διαφορά. Κάπως έτσι η Γερμανία, γράφει ο Heiner Müller, δεν έπλεξε έναν αυθεντικό δεσμό με την Ευρώπη και βρίσκεται ακόμα μετέωρη μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 sovjets_posters_gr_050-051_Image_0001

Ο Franz Kafka στο περίφημο Γράμμα στον Πατέρα του φωτίζει την άθλια κατάσταση του Εβραίου Dybbuk, που ζει μεταξύ δυο κόσμων, του παλιού αγροτικού γκέτο και του νέου αστικού περιβάλλοντος. Ο Dybbuk της μεγαλούπολης προσπαθεί απεγνωσμένα όπως ο Κ. στον Πύργο αλλά είναι πάντα υπεράριθμος στην αλυσίδα. Και ελάχιστοι αντιλαμβάνονται πως δεν φταίει παρά η ίδια η αλυσίδα, συνεπώς η μόνη λύση είναι η συντριβή της και η καθολική μεταμόρφωση ενός κόσμου χωρίς αλυσίδες. Γι’ αυτό και ο χιτλερικός Αγών ταυτίζει τον αγώνα «κατά της εβραϊκής πανούκλας» με εκείνον «κατά του μπολσεβικισμού». Το πρώτο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Μιχαήλ μας οδηγεί μέσα από όλες αυτές τις δαιδαλώδεις διαδρομές σε μια πρώτη μορφή του Μεσσιανικού.

Ακριβώς το άνοιγμα αυτού του Μεσσιανικού στον ορίζοντα της ιστορίας αναζητούν τα κείμενα αυτού του τόμου. Το Μεσσιανικό εδώ δεν ζει μέσα σε μυστικισμούς και θρησκείες αλλά ανιχνεύεται, όπως και στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στην επαναστατική ρήξη της συνέχειας της ιστορίας, που μέχρι τώρα δεν έχει πάψει να είναι η ιστορία της διάβασης μέσα στην κοιλάδα των δακρύων και στο ασίγαστο αίτημα μιας πέρα από δίκαια και νόμους Δικαιοσύνης, όπως γράφει ο συγγραφέας στο εισαγωγικό του σημείωμα. Φυσικά ο μαρξισμός εγκλήθηκε για υλιστική εσχατολογία και εκκοσμικευμένο μεσσιανισμό αλλά μάλλον συνέβη το αντίστροφο: τα γραφειοκρατικά μορφώματα, σοσιαλδημοκρατικά και σταλινικά, που ζήτησαν νομιμοποίηση στο όνομά του, στην πραγματικότητα εξόρισαν, εξόρκισαν και εξόντωσαν τον μεσσιανικό του πυρήνα.

Landauer

Αυτά τα κείμενα λοιπόν, είτε γραπτά σε περιοδικά [Εξώπολις, Μανδραγόρας, Νέα Κοινωνιολογία, Ομπρέλα, Ουτοπία, Τετράδια Ψυχιατρικής, Τα Νέα της Τέχνης] είτε ομιλίες σε σεμινάρια και συνέδρια, αλλά και ανέκδοτα, «πάντα μέρη ενός και αυτού σώματος, που δεν έπαψε να πλάθεται, αυτοτελείς στιγμές της ανάπτυξής του», παρακολουθούν την Μεσσιανικότητα στην διαδρομή της σ’ όλη την παράδοση των καταπιεσμένων, στους αγώνες τους και στο όραμα της εκ βάθρων αλλαγής του κόσμου, ως η διαρκής Αρχή της ελπίδας (Έρνστ Μπλοχ) για τη ριζική μεταμόρφωση των πάντων.

Το Μεσσιανικό δεν υπάρχει έξω από την Ιστορία· για πρώτη φορά εμφανίστηκε εγγεγραμμένο στο ιστορικό σώμα του εβραϊκού λαού και των βασάνων του. Ο Σιοράν έγραφε: Το να είσαι άνθρωπος είναι ένα δράμα· το να είσαι Εβραίος είναι ένα άλλο. Να ζεις το δράμα του αποκλεισμού και ταυτόχρονα το δράμα όλης της ανθρωπότητας, να υπομένεις το μαρτύριο μια αφόρητης ιδιαιτερότητα για χάρη της καθολικότητας….Ο συγγραφέας προσκαλεί τις μορφές που ιχνηλατούν άγνωστη γη, πέρα από τους θρησκευτικούς μύθους και την αστική εκκοσμίκευση, «εκεί που αρχίζει η ήπειρος της Αταξικής». Συνομιλεί με τον Jacques Hassoun, διαβάζει το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι [Arbeit Macht Frei. Η αντι-ανθρωπολογία του Άουσβιτς], εντοπίζει «το μείζον μέσα στο έλασσον» στην περίπτωση του ταπεινού Γιαννιώτη ποιητή Γιωσέφ Ελιγιά και της παραδείσιας Ρεβέκκας του και ανιχνεύει την διαλεκτική της αγαθότητας στον ακόμα ταπεινότερο φίλο του Καραγκιόζη και στοχαστή της τέχνης Τζούλιο Καΐμη [«Τα μαύρα χρώματα της ψυχής μας τότε θα λάμπουνε»]. Άλλα γραπτά αφορούν την Ανθρωπολογία του Ταλμούδ, τον Εβραίο Μπαρούχ Σπινόζα και την Εβραϊκή παράδοση και εκκοσμίκευση και τον Πάουλ Τσέλαν και την δική του ιδιόμορφη διαδρομή από τον … Πίνδαρο μέχρι του Κανενός το Ρόδο.

A.E.

Ο Μπρετόν κι ο Εμπειρίκος, παρά το πλήγμα της Ιστορίας, δεν κατέρρευσαν. Ο Έλληνας υπερρεαλιστής άρχισε να υφαίνει και να ξαναϋφαίνει την ωκεάνια γραφή του και μέσω αυτής ξανάδεσε τους αρμούς του προτάγματος της αταξικής κοινωνίας, που τόσο δυσφήμισε και ακρωτηρίασε και μπλόκαρε ο σταλινισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτό το έργο με τις πιο βίαιες, φαινομενικά, αντιχριστιανικές και αντισοσιαλιστικές επιθέσεις – επιθέσεις κατά της ηθικολογούσας, λυπομανούς και ερωτοφάγου χριστιανοσύνης και κατά του ευνουχισμένου ψευτοσοσιαλισμού – ο Α. Εμπειρίκος διασώσει το Μεσσιανικό και Προφητικό στοιχείο της βιβλικής παράδοσης και την προσδοκία της «άνευ τάξεων» απελευθερωμένης κοινωνίας. [σ. 161]

… γράφει ο συγγραφέας για τον Ανδρέα Εμπειρίκο και το Μέγα Φως το Άκτιστον επί ουρανού και … του καταστρώματος του Μεγάλου Ανατολικού, εστιάζοντας στην ιδιότητα του Εμπειρίκου ως απελευθερωτή της εμπειρίας αλλά και κατεξοχήν ερωτικού και μεσσιανικού ποιητή, που προμήνυσε την Ανάγκη των Νέων Παραδείσων, μιας νέας Ιερουσαλήμ που ο ίδιος ονόμασε Οκτάνα. Ο Εμπειρίκος υποφέρει λόγω της ταξικής του καταγωγής, ενάντια στην οποία ο ίδιος είχε εξεγερθεί, ενστερνιζόμενος τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης και τον ανόθευτο κομμουνισμό της πρώτης περιόδου. Ο Μιχαήλ αντιπαραβάλει τον ποιητή με τον μαρκήσιο ντε Σαντ, φωτίζει την εφαπτομένη του Μεσσιανισμού με την αιμομιξία και εντοπίζει μια ακόμα παλαιότερη ένωση του ερωτισμού με την μεσσιανική προσδοκία στο Άσμα Ασμάτων.

wb

Ένα ιδιαίτερο σώμα πέντε κειμένων αναφέρεται στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και τον Έρνστ Μπλοχ. Στο πρώτο ερευνάται η ενδιαφέρουσα διαλεκτική Μπένγιαμιν και Τρότσκυ, πενήντα χρόνια μετά. Περιπλανώμενος Ιουδαίος του προδομένου Οκτώβρη, φάντασμα του κομμουνισμού που πλανιέται πάνω από έναν πλανήτη δίχως βίζα τρομάζοντας τον Στάλιν και τους ισχυρούς της γης ακόμα και την ώρα της έσχατης αδυναμίας, ο Τρότσκυ δολοφονείται στο Μεξικό το 1940. Ένα μήνα μετά, ο Μπένγιαμιν διπλά καταδιωγμένος, Εβραίος και κομμουνιστής διανοούμενος, συλλαμβάνεται και αυτοκτονεί για να μην παραδοθεί στα χέρια της Γκεστάπο.

Ο Μπένγιαμιν είναι η ιστορικο – φιλοσοφική και ποιητική συνείδηση της προλεταριακής επανάστασης που χάθηκε στη Δύση – στη Κεντρική Ευρώπη και προπαντός στη Γερμανία – αφήνοντας την Οκτωβριανή Επανάσταση μόνη στα νύχια μια αρπαχτικής θερμιδωριανής γραφειοκρατίας. Υπήρξε το εξαίσιο άνθος της αριστερής εβραϊκής ιντελιγκέντσιας του ευρύτερου γερμανόφωνου χώρου, που βλάστησε σ’ ένα κλίμα όπου διασταυρώνονταν όλα τα ρεύματα του μοντερνισμού και του επαναστατικού σοσιαλισμού, ο αντικαπιταλιστικός ρομαντισμός του Kierkegaard, η νοσταλγία της αρχέγονης μητριαρχίας του Bachofen, η ψυχανάλυση με τον μαρξισμό, τα αναρχικά μεσσιανικά οράματα του Gustav Landauer, ο αναρχοσυνδικαλισμός του Σορέλ, οι θρύλοι των Χασσιντίμ και η Λούξενμπουργκ.

trotsky

Ο Μπένγιαμιν κράτησε τη ίδια πολιτική στάση με τον Τρότσκυ, τον οποίο υποστήριξε κατά του σταλινισμού σε όλα τα μέτωπα και κατήγγειλε τον συμβιβασμό της επαναστατικής σκέψης στην Ισπανία με τον μακιαβελισμό των Ρώσων ηγετών. Απεχθανόταν τους αντιδραστικούς εθνικισμούς που φούντωναν και θεωρούσε ότι τόσο η γερμανική κουλτούρα όσο και η εβραϊκή παράδοση θα αυτοκαταστρέφονταν με τον εθνικιστικό αυτοεγκλεισμό τους. Αρνήθηκε τους δρόμους διαφυγής που του είχαν προτείνει οι φίλοι του Αντόρνο και Μπρεχτ. Στον πρώτο, που τον καλούσε στη νέα Υόρκη, αντιπαρέθετε ότι έπρεπε να δοθεί πολιτική μάχη στην Ευρώπη κατά του φασισμού κι ότι δεν μπορούσε ο μαρξισμός να αναπτυχθεί ερήμην της, στη γαλήνη των ακαδημαϊκών σπουδαστηρίων. Αυτή την εμμονή στις αρχές την πλήρωσε με την ίδια τη ζωή του. Τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Τρότσκυ ο μαρξισμός δεν ήταν μόνο μια θεωρία αλλά μια κοσμοθεώρηση. Τι συνδέει και τι διαφοροποιεί τις δυο μορφές που πενήντα χρόνια μετά «συνεχίζουν να αυλακώνουν τον ορίζοντα τις Ιστορίας σας αστραπές»;

Ένα δεύτερο εκτενέστατο κείμενο ερευνά τον Μύθο σε σχέση με την Ιστορία, την Πολιτική, την Λογική, την Αλληγορία, το Όνειρο, την Διαλεκτική, την Τέχνη και φυσικά τον Μεσσιανισμό. Κατόπιν σειρά έχει ο κατεξοχήν μαρξιστής φιλόσοφος της ελπίδας σε καιρούς απελπισμένους, ο Έρνστ Μπλοχ. Το δικό του εγχείρημα υπήρξε μια τολμηρή κατάδυση στο ουτοπικό βάθος της τραγικής του εποχής, η επανεπεξεργασία της έννοιας της Ουτοπίας κάτω από την ισχυρή επιρροή του Λαντάουερ. Μετά την άνοδο του φασισμού στο κέντρο της προβληματικής του έρχονται πια οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης, ενώ μετά την ήττα του χιτλερισμού εγκαταστάθηκε γεμάτος ελπίδα στην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Μετά την ουγγρική εξέγερση και την σύλληψη του Λούκατς ο Μπλοχ γίνεται στόχος των επιθέσεων της ανατολικογερμανικής σταλινικής γραφειοκρατίας, που δεν κατάφερε όμως να του σπάσει την προσήλωσή του στον επαναστατικό μαρξισμό, τον οποίο έβλεπε ως την Αρχή της Ελπίδας να αναδύεται ως αντικειμενική πραγματική δυνατότητα.

sovjets_posters_gr_202-203_Image_0001

Είναι άραγε η ουτοπία το ανέφικτο της δυνατότητα ενός κόσμου άλλου ή είναι η δυνατότητα του ανέφικτου να πραγματωθεί; Είναι η ανήμπορη παρηγοριά του απαρηγόρητου ή η άσβεστη προσδοκία του απροσδόκητου; Την μεγαλύτερη επίδραση πάνω στον Μπλοχ πριν γίνει μαρξιστής την άσκησε ο εβραϊκός μεσσιανικός αναρχισμός του φίλου του και αδικοχαμένου ηγέτη της εφήμερης Σοβιετικής Δημοκρατίας της Βαυαρίας, του προαναφερθέντος Γκούσταβ Λαντάουερ, την κληρονομιά του οποίου μετασχημάτισε ολοκληρωτικά. Η Ουτοπία δεν άσκησε έλξη στον Μπλοχ ως κάποια υποκειμενική – ανορθολογική φυγή από την τραγικήπραγματικότητα· αναζήτησε αντίθετα την θεμελίωση και την λογική της μέσα στον αντικειμενικό κόσμο. Ο Μπλοχ ανανεώνει επαναστατικά το Πνεύμα της Ουτοπίας στο οποίο έγραφε: Υπάρχω, υπάρχουμε. Δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω. Σ’ εμάς απομένει ν’ αρχίσουμε. Στα χέρια μας είναι η ζωή. Καιρό τώρα έχει αδειάσει πια από κάθε περιεχόμενο. Παράλογη, τρεκλίζει εδώ κι εκεί, αλλά εμείς αντέχουμε κι έτσι θέλουμε να γίνουμε η γροθιά μας κι οι σκοποί της. [σ. 333]

Εκδ. Άγρα, 1999, σελ. 425. Περιλαμβάνοναι κατάλογος των πρώτων δημοσιεύσεων, ευρετήριο προσώπων και ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Σημ.: Το Πανδοχείο έχει ήδη συναντηθεί με το έργο του Σάββα Μιχαήλ: συνομίλησε με τις δικές του Μορφές της περιπλάνησης και άκουσε την δική του Musica ex Nihilo.

Στις εικόνες: σκηνή από την Πολωνική κινηματογραφική εκδοχή του Dybbuk [1937] / Gustav Landauer / Ανδρέας Εμπειρίκος / Walter Benjamin / Leon Trotsky / Οκτώβριος 1917.

10
Ιολ.
14

Primo Levi – Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Όταν τελ0383_LEVI-ANTHRWPOS NEOειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμoρφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες. [σ. 30]

Αν τα μεγάλα έργα γεννιούνται σχεδόν πάντα από εμπειρίες και ανάγκες που υπερβαίνουν την καθαρή λογοτεχνία και από τις προκλήσεις μιας πραγματικότητας όπου κρίνεται το νόημα της ύπαρξης, όπως γράφει ο Κλαούντιο Μάγκρις, τότε αναμφίβολα σε αυτά ανήκει και το παρόν βιβλίο. Εδώ μια μετριοπαθής μαρτυρία διηγείται την αθλιότητα και το μεγαλείο της ζωής σε συνθήκες απόλυτα ακραίες. Χωρίς πάθος και χωρίς μίσος, η γυμνή αλήθεια των γεγονότων αναβλύζει αβίαστα από την γραφή μην αφήνοντας την αδιανόητη εμπειρία της φυσικής και ηθικής εξουθένωσης να παραμορφώσει την ανθρώπινη ύπαρξη του συγγραφέα.

primo_levi__Ο Πρίμο Λέβι στάλθηκε στο Άουσβιτς μαζί με άλλους εξακόσιους σαράντα εννιά ανθρώπους τον Φεβρουάριο του 1944 και ήταν ο ένας από τους τρεις μοναδικούς επιζώντες μέχρι την απελευθέρωσή τους τον Ιανουάριο του 1945. Ο μοναδικός τρόπος να διαχειριστεί τις μνήμες εκείνου του μηδενικού έτους ήταν η γραφή αυτού του βιβλίου, που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του. Μερικοί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι το απέρριψαν, ώσπου έγινε δεκτό το 1947 από έναν μικρότερο και τυπώθηκε σε 2.500 αντίτυπα, αλλά μετά ο οίκος έκλεισε και το βιβλίο έπεσε στη λήθη. Ο Λέβι αντιλαμβάνεται ότι εκείνα τα μεταπολεμικά χρόνια, αρνούνταν να επιστρέψουν στην ανάμνηση μιας βασανιστικής εποχής που μόλις είχε τελειώσει. Τελικά το βιβλίο ξανατυπώθηκε από τις εκδόσεις Einaudi το 1956.

Κάποιος, πολύ καιρό πριν, έγραψε ότι τα βιβλία, όπως οι άνθρωποι, έχουν το δικό τους πεπρωμένο, απρόβλεπτο, διαφορετικό από αυτό που επιθυμούσαμε και αναμέναμε… Γράφω αυτό που δεν θα μπορούσα να πω σε κανέναν. Ήταν τόσο επιτακτική μέσα μας η ανάγκη να διηγηθούμε, που άρχισα να γράφω το βιβλίο εκεί, σ’ εκείνο το γερμανικό εργαστήριο γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να φυλάξω τις σημειώσεις που μουντζούρωνα, όπως όπως, θα έπρεπε αμέσως να τις καταστρέψω, γιατί η τυχόν αποκάλυψή τους θα μου κόστιζε τη ζωή. [σ. 211]

Pantheon_PrimoΟ συγγραφέας ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων όταν συνελήφθη ως «Ιταλός πολίτης εβραϊκής φυλής» και κλείστηκε σ’ ένα στρατόπεδο στη Μόντενα. Η αναγγελία του εκτοπισμού εκεί τους βρήκε όλους απροετοίμαστους· ελάχιστοι αφελείς και ονειροπόλοι συνέχιζαν πεισματικά να ελπίζουν αλλά σύντομα ο καθένας αποχαιρετούσε την προηγούμενη ζωή του με τον δικό του τρόπο: άλλοι προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατονόμαστο πάθος. Κι ύστερα… Η αυγή μας ξάφνιασε σαν προδοσία…Ο χρόνος της περισυλλογής και των αποφάσεων έκλεισε και κάθε λογική σκέψη διαλυόταν…Το ανέφικτο της απόλυτης ευτυχίας είναι κάτι που αργά ή γρήγορα όλοι ανακαλύπτουν στη ζωή, αλλά σπάνια εμβαθύνει κανείς στο ανέφικτο της απόλυτης δυστυχίας. Οι ίδιες οι υλικές φροντίδες που δηλητηριάζουν την διαρκή ευτυχία, είναι που μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας, γράφει ο Λέβι. Εκείνη η απόλυτη δυστυχία τον περίμενε στο Άουσβιτς.

Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένoι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δε γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας· εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκoυγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ’ όνομά μας: κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρoύμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ’ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ’ αυτό που υπήρξαμε. [σ. 30]

SequestoΗ θερμή του υποδοχή του βιβλίου από μαθητές και καθηγητές ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του εκδότη και του ίδιου του συγγραφέα Εκατοντάδες μαθητές από όλη την Ιταλία τον προσκάλεσαν να μιλήσει γι’ αυτό κι εκείνος το αποδέχτηκε ως μια τρίτη του ιδιότητα, εκτός από εκείνη του χημικού και του συγγραφέα. Και ακριβώς όλες οι ερωτήσεις των παιδιών κωδικοποιήθηκαν στο πολύτιμο επίμετρο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα δεύτερο συγκλονιστικό κείμενο που αντικαθρεφτίζει με άλλο τρόπο την ουσία του μυθιστορήματος.

Στην ερώτηση για ποιο λόγο δεν εκφράζει μίσος, μνησικακία ή επιθυμία εκδίκησης εναντίον των Γερμανών, και αν τους έχει συγχωρήσει, ο Λέβι απαντάει: όλα αυτά αποτελούν πρωτόγονα αισθήματα που δεν έχουν σχέση με τη λογική· ακόμα, αποτελούν ατομικά συναισθήματα, που στρέφονται εναντίον ενός ανθρώπου. Οι διώκτες του όμως δεν είχαν ούτε πρόσωπο ούτε όνομα. Είναι γνωστή η επιμέλεια με την οποία η ναζί απέφευγαν κάθε άμεση επαφή με τους σκλάβους τους. Πώς να μισήσει λοιπόν κανείς ένα πλήθος φαντασμάτων;

primoleviΟύτως ή άλλως ο φασισμός παρέμεινε παρών αλλά κρυμμένος· προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο. Σ’ εκείνες της συνθήκες σιωπής, επιείκειας και συνενοχής, ο Λέβι αισθάνθηκε τον πειρασμό του μίσους, αλλά ακριβώς η μη φασιστική νοοτροπία του και η πίστη στη λογική, το δίκαιο και τον διάλογο υπερίσχυε κατά κράτος. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ύφος του βιβλίου ήταν αυτό της νηφάλιας και συγκρατημένης μαρτυρίας παρά κάποια οργισμένη ή μεμψίμοιρη γραφή. Όμως η απουσία καταδικαστικής κρίσης δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως άφεση αμαρτιών. Ο συγγραφέας δεν συγχώρεσε ποτέ κανέναν από τους υπαίτιους.

LeviΣτα αγκάθινα ερωτήματα αν οι Γερμανοί και οι Σύμμαχοι γνώριζαν και, ακόμα, πώς έγινε δυνατή μια γενοκτονία στην καρδιά της Ευρώπης χωρίς να το πληροφορηθεί κανείς ο Λέβι απαντά, μεταξύ άλλων, ότι σε ένα αυταρχικό κράτος εκείνης της εποχής η πληροφορία μπορούσε να εξαλειφθεί και η εξουσία να επιβάλει την μία και μοναδική «αλήθεια». Η διατήρηση κλίματος τρόμου ανάμεσα στον γερμανικό λαό και η πλήρης μυστικότητα σαφώς έπαιξαν τον ρόλο τους. Κι όμως, δεν υπήρχε ούτε ένας Γερμανός που να μη γνώριζε την ύπαρξη των στρατοπέδων. Εκατομμύρια παρακολούθησαν με αδιαφορία, περιέργεια ή αποστροφή, κάποτε και με ευχαρίστηση, τις εκτός στρατοπέδων ταπεινώσεις των Εβραίων. Η πλειονότητα των Γερμανών δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε να ξέρει, ή επέλεξε να μην ξέρει. Και ο γερμανικός λαός στο σύνολό του, δεν επιχείρησε καν να αντισταθεί· σχημάτιζε δε την πεποίθηση ότι δεν γνωρίζει, συνεπώς δεν είναι συνεργός σε ό,τι συνέβαινε έξω από την πόρτα του.

FEDIZ_L00001Στο επίμετρο περιλαμβάνονται οι εκτενείς απαντήσεις του συγγραφέα σε οκτώ θεμελιώδεις ερωτήσεις των παιδιών, ένα κείμενο του συγγραφέα (Η μαύρη τρύπα του Άουσβιτς. Πολεμική στους Γερμανούς Ιστορικούς), μια συνέντευξή του στον Philip Roth και το σύντομο δοκίμιο του Claudio MagrisΈπος και μυθιστόρημα στον Primo Levi. Στο προαναφερθέν κείμενο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ταύτιση εβραϊσμού και μπολσεβικισμού, έμμονη ιδέα του Χίτλερ, στερούνταν αντικειμενικής βάσης (κυρίως στη Γερμανία, όπου εμφανώς η πλειονότητα των Εβραίων ανήκε στην αστική τάξη) και ότι το Άουσβιτς εμφανώς στηρίχτηκε σε μια ιδεολογία διαποτισμένη από ρατσισμό. Εάν η Γερμανία του σήμερα υπολογίζει στη θέση που της αξίζει ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να απαλύνει την ενοχή του παρελθόντος.

primolevi1Μένει ένα βιβλίο, που όπως έγραψε ο ίδιος ο Λέβι, δεν προσθέτει τίποτα σε όσα ήδη είναι γνωστά, ούτε γράφτηκε με σκοπό να διατυπώσει ένα νέο κατηγορητήριο, αλλά για να προσφέρει στοιχεία για μια νηφάλια μελέτη των διαφορετικών όψεων της ανθρώπινης φύσης, και ιδίως των συνεπειών της αντίληψης ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός». Ούτως ή άλλως, η πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, γράφει ο Μάγκρις, ίσως να μην επιτρέπει κανένα μυθιστόρημα, γιατί είναι σε τέτοιο βαθμό απίστευτη ώστε δεν μπορεί να προσκαλέσει τη λογοτεχνία η οποία θα θέλει να την επινοήσει ξανά στη φαντασία παρά να τη γράψει στη γυμνή επικότητά της.

Εκδ. Άγρα, 2009 (Α΄ εκδ. 1997, Β΄ εκδ. 2007), μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, σελ. 275. Περιλαμβάνεται, εκτός των προαναφερθέντων, και εργοβιογραφία του συγγραφέα [Primo Levi, Se questo è un uomo, 1947].

Σημ.  Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τις καταθέσεις και τις διαφορετικές απόψεις του επίσης έκλειστου σε ναζιστικό στρατόπεδο και επίσης αυτόχειρα Jean Amery στο βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση.

31
Μαρ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Musica ex Nihilo. Δοκίμια για την ποίηση, τη ζωή, το θάνατο και τη δικαιοσύνη

Η γλώσσα είν1αι τόσο σοφή όσο η Φύση… Η σοφία της γλώσσας προηγήθηκε εκείνης της επιστήμης. Οι φθόγγοι της γλώσσας είναι οι ακουστοί ρυθμοί της ζωής μας…

…έγραφε ο Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ, ο κορυφαίος των Ρώσων φουτουριστών, σύντροφος και εν όπλοις συναγωνιστή του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, που έγραψε μια ποίηση γεμάτη ακατάληπτες λέξεις, πρωτάκουστους ήχους και ανήκουστους ήχους. Η ποίησή του αναγγέλλει την εμφάνιση μιας γλώσσας η οποία θα ονομαστεί ζαούμ, δηλαδή πέρα (ζα) από την κατανόηση (ουμ), κοινώς μια γλώσσα υπερ – λογική. Ήταν η πρώτη κραυγή προς την αυγή μιας Νέας Ζωής, η ίδια η γλώσσα του μέλλοντος. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, η ουτοπική αρχή της μεταμόρφωσης του κόσμου αποτελούσε συστατική δύναμη της τέχνης – η Αρχή της Ελπίδας όπως θα έλεγε ο Ernst Bloch.

2 -Velimir_HlebnikovΚαι ήταν αυτή ακριβώς η ορμή προς κάτι που δεν υπήρχε ακόμα, που διαχώρισε τον Χλιέμπνικωφ και τον ρωσικό φουτουρισμό από τον Μαρινέττι και τον ιταλικό φουτουρισμό, διαχωρίζοντας την διαμετρικά αντίθετη πολιτική τους πορεία. Η ασυμβίβαστη διαφορά με τους φασίστες ιταλούς φουτουριστές οδήγησε τους Ρώσους να ονομαστούν Μελλόντιοι. Ο δικός τους μελλοντισμός δεν αποτελούσε αναδίπλωση στον εθνοκεντρισμό αλλά κοιτούσε προς τις παγκόσμιες διαστάσεις του προμηθεϊκού του εγχειρήματος. Στο όνομα εκείνου του μέλλοντος δεν εκμηδενιζόταν το ιστορικό παρελθόν· η μηχανική πρόοδος δεν έσβηνε την παράδοση. Η εκ νέου ανακάλυψη του αρχαϊκού, η ενεργοποίηση του ανεκπλήρωτου δυναμικού, το πρότυπο του Καθολικού Ανθρώπου, η δίψα της οικουμενικότητας, ο κόσμος ως ποίημα μιας κοσμογλώσσας, όλα θα αποτελούσαν τα υλικά της νέας κατά Χλιέμπνικοφ ανθρωπότητας.

tumblr_m9ldf4MvC91qzfmh5o1_500Ξεκινήσαμε με τον τελευταίο από τα θυελλώδη κείμενα της συλλογής, το Όλη η εξουσία στον έναστρο ουρανό! Ο πέραν του λόγου Λόγος του ποιητή Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ. Και τι αντικείμενο να έχει άραγε το τρισέλιδο κείμενο υπό το γοητευτικό τίτλο Μνημεία και νομάδες; Νομάδες είναι οι φωτογράφοι του 18ΑΝΩ, περιπλανώμενοι στα μνημεία των πόλεων, σ’ αυτά τα ασάλευτα μνημονικά ίχνη της πορείας του ανθρώπου στην Ιστορία. Φωτογραφίζοντας λοιπόν αυτές τις γραμμές διαφυγής από τη φυγή των καιρών, επιχειρούν μια έντεχνον αντιφυγάδευσιν του χρόνου όπως έγραψε ο Εμπειρίκος στην Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες και ακολουθούν την ακινησία στο έδαφος του χώρου και την κίνηση διαφυγής από τη φθορά του χρόνου, εδάφωση [territorialisation] – απεδάφωση [déterritorialisation] και επανεδάφωση [réterritorialisation]. Αν το Μνημείο ακινητοποιεί τη ροή του χρόνου και η φωτογραφία επίσης σταματά τη στιγμή που φεύγει, τότε η φωτογράφισή τους ισοδυναμεί με μια άρνηση θανάτου, με απόρριψη οιουδήποτε συμβιβασμού μαζί του.

HannahArendt2006Ο τίτλος Ο Καντ στο Άουσβιτς και ο υπότιτλος Κοινοτοπία ή ατοπία του Κακού; ορίζουν σαφώς την προβληματική του σχετικού κεφαλαίου. Η «κοινοτοπία του Κακού», το γνωστό ερμηνευτικό σχήμα της Hannah Arredt για την περίπτωση του ναζιστή εγκληματία Eichmann, τολμηρό και ανορθόδοξο στον καιρό του, έχει γίνει, γράφει ο Μιχαήλ, το ίδιο μια κοινοτοπία, που συνδέθηκε με την ιδεολογία της …μη ιδεολογίας, με την αποφόρτιση του ιστορικού Κακού από κάθε ιδεολογικό φορτίο. Για την Άρεντ το φοβερότερο ήταν ότι το Κακό έπαψε στην εποχή μας να εμφανίζεται ανοίκειο· ως φορέας του εμφανιζόταν και ο παραδοσιακός «μέσος ανθρωπάκος», ο «άνθρωπος της «διπλανής πόρτας».

hannah-arendt-eichmann-in-jerusalemΟ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ αποδομούσε την μέχρι τότε κυρίαρχη απολογητική των εγκλημάτων του Ναζισμού, η οποία παρουσίαζε τις φρικαλεότητές του σαν έργο μιας δράκας φρενοβλαβών. Η Άρεντ επέμεινε στις κλινικές και ψυχιατρικές εξετάσεις του Άιχμαν (που τον εμφάνισαν να χαίρει άριστης ψυχικής υγείας) και στην απόδειξη της ευρύτερης κοινωνικής βάσης που στήριξε το χιτλερικό καθεστώς: τις μικροαστικές μάζες με τις διαψευσμένες κοινωνικές προσδοκίες, το χαμηλό πνευματικό επίπεδο και την ευλάβεια απέναντι στον κάθε Αρχηγό. Η Άρεντ δεν πείστηκε από τον ισχυρισμό του Άχιμαν ότι ακολουθούσε πάντοτε τον Καντ και την διδασκαλία του για την κατηγορική προσταγή, τον Νόμο και την βούληση του Νομοθέτη· αντίθετα προτίμησε να εστιάσει στον στενό πνευματικό του ορίζοντα και στην αδυναμία του να κρίνει τις συνέπειες των πράξεών του· σε μια γενικότερη έλλειψη σκέψης.

Lieberman_Amery_bodyΟ Jean Amery, θύμα ο ίδιος των τραγικών στρατοπέδων και αυτόχειρας υπό το βάρος τους, απάντησε στην Άρεντ πως δεν υφίσταται καμία κοινοτοπία του Κακού, ενώ οι Haslam και Reicher το χαρακτήρισαν ως μια θεωρητική φυλακή. Ο Έρνστ Μπλοχ θεώρησε πως ο Καντ αμφισβητεί το δικαίωμα στην αντίσταση ακόμα κι αν ασκείται απέναντι σε μια σατανική εξουσία. Όπως σημειώνει ο Κίρκεγκωρ, ό,τι σου δίνει ο Καντ με το ένα χέρι, σου το παίρνει με το άλλο. Δεν πρόκειται εδώ για κάποιον «εσωτερικό» ηθικό νόμο αλλά ένα «εξωτερικό» νομικό σύστημα. Και ο Άιχμαν ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι έπραξε ηθικά, αλλά ότι ακολουθούσε τους νόμους της χώρας του. Η περίφημη διάκριση μεταξύ νόμιμου και ηθικού εδώ είναι εμφανέστερη από ποτέ.

blakeΣτον προαναφερθέντα Ζαν Αμερύ και το συγκλονιστικό βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο τότε) ο Μιχαήλ αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο, όπως και για τον Αρτ Σπίγκελμαν και το κόμικς του Ο πατέρας μου αιμορραγεί Ιστορία. Σε παράλληλη θεματική κινείται και το κεφάλαιο Πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά για τον αντισημιτισμό, ενώ κείμενα με τίτλους όπως Kafka Alert, Μεταμόρφωση και Εξέγερση, [Ένα] όνειρο του Τρότσκυ, Η Γη των Ονείρων [William Blakeκαι Διονύσιος Σολωμός], Κασσάνδρα ή Έκτορος Κακναβάτου Έπη Λοξά καιVitae Meditatio – Η ζωή και ο θάνατος για τον Νίκο Καρούζο είναι ενδεικτικά για το εύρος και το βάθος των θεμάτων της συλλογής. Η γραφή του συγγραφέα είναι πλούσια και ενθουσιώδης, γεμάτη αναφορές, διακειμενικές συνδέσεις, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προβληματικές και γόνιμα ερεθίσματα που δεν έχουν τέλος.

Να ζεις κι όχι απλώς να επιζείς, να ζεις μια ζωή άξια να λέγεται ζωή. Να ζεις την εμπειρία του καθολικού, του αιώνιου. Μ’ άλλα λόγια, να ζεις με την Ιδέα.

4 - alain-badiouΑν ο παρακμασμένος αστικός δημοκρατικός κόσμος έχει αναγορεύσει σε ύπατη αρχή την εντολή «να ζεις χωρίς Ιδέα», όπως καυτηρίασε ο Alain Badiou, τότε ένα προς τιμήν του κείμενο δεν μπορεί παρά να τιτλοφορείται Ζώντας με την Ιδέα. Στην κατακλείδα του πρόσφατου μείζονος έργου του Logiques des mondes ο Μπαντιού συνοψίζει ακριβώς αυτή την προσταγή του φιλελεύθερου καπιταλισμού: «είναι απλώς το βόλεμα στη ρητορική των στιγμών και στην πολιτική των γνωμών». Η Ιδέα – στη νέα ερμηνεία που δίνει ο Μπαντιού στην πλατωνική μορφή της – είναι η διαμεσολάβηση ανάμεσα στο άτομο και στο συλλογικό Υποκείμενο μιας αλήθειας, κοινώς ό,τι προσανατολίζει τα ζωή ενός ατόμου σύμφωνα με το αληθές, μέσα από την ενσωμάτωσή του σε ένα συλλογικό υποκειμενοποιήσιμο σώμα.

logiqueΣυνεπώς η Ιδέα του κομμουνισμού προσανατολίζει την ατομική ζωή και ενσωματώνεται στο σώμα της πολιτικής αλήθειας και χειραφέτησης, ενώ ο δημοκρατικός υλισμός και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του αγωνίζονται να πάψει να σηματοδοτεί η κομμουνιστική ιδέα μια δυνατότητα. Τα ερείσματα μιας τέτοιας Ιδέας αναζητά ο Μπαντιού, στα φιλοσοφικά του μανιφέστα, αναδιατυπώνοντας την «κομμουνιστική υπόθεση», ενάντια σε μια δημοκρατία που διαλύει την Γιουγκοσλαβία και στήνει το Γκουαντάναμο. Απέναντι στο μόνιμο ρεφραίν των σκεπτικιστών ότι μια τέτοια ουτοπία πουθενά επί γης δεν υπήρξε, ο Μπαντιού επαν- εμπνέεται από την πλατωνική πολιτεία και τις φράσεις της: Δεν έχει σημασία αν υπάρχει ή αν θα υπάρξει αυτή η Πολιτεία, έτσι κι αλλιώς αξίζει να πράττεις μόνο σύμφωνα μ’ αυτήν και για καμιάν άλλη.

Εκδ Άγρα, 2013, σελ. 311.

Στις εικόνες: Velimir_Khlebnikov‎, Hannah Arendt, Jean Amery, William Blake, Alain Badieu. Η φωτογραφία του μνημείου (ο βυζαντινός Άγιος Στέφανος στην Καστοριά) δεν είναι από την αναφερόμενη έκθεση αλλά εκφράζει, κρίνουμε, ιδιαίτερα το σχετικό της πνεύμα.

23
Ιολ.
12

Πάουλ Βεράχεν – Omega Minor

Εικοστός αιώνας, μηδενικός άνθρωπος

Σε τι μεγαλούργησε τελικά ο Μέγας Εικοστός; Σε ιδέες και ουτοπίες ή στις καταβαραθρώσεις τους; Σε κορυφές βίας ή κορυφώσεις ανθρωπισμού; Υπερίσχυσαν τα επιστημονικά θαύματα ή τα συνακόλουθα τερατουργήματα; Το ανθρώπινο σώμα θεώθηκε ή κατασπαράχθηκε; Τι μένει όρθιο στο σημείο συνάντησης των δυο αντίθετων πορειών του αιώνα, της επιστημονικής ανόδου και της ανθρώπινης καθόδου; Η ανθρώπινη δημιουργία χρησίμευσε κάπου ή ακυρώθηκε παντού; Πού ασκείται σήμερα ο ανθρωποφάγος άνθρωπος του εικοστού αιώνα, μετά τους πολέμους, τους ολοκληρωτισμούς, τις αφανίσεις και την σύγχρονη πολιτική; Πού λυμαίνονται οι παρόντες και μέλλοντες υποστηρικτές κάθε νέας ολοκληρωτικής εξουσίας;

Εγχειρίδιο κατασκευής νεοναζί

Ο Λίμπενφελς δεν νοιάζεται για ιδεώδη. Αυτά είναι ψυχρές αφηρημένες έννοιες. Ποια ιδεολογία αξίζει τόσο ώστε να πεθάνει κανείς για χάρη της; Ο Λίμπενφελς έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια κι έχει ζήσει πάρα πολλές καταστάσεις για να πιστεύει πια σε οτιδήποτε. Γι’ αυτόν τα ιδεώδη δεν είναι παρά μέσα προς κινητοποίηση. Αυτό που μετράει είναι η κίνηση […]. Ο Ούγκο είναι πολύ μικρός για να καταλάβει τη βαθύτερη αλήθεια της ανθρώπινης υπόστασης, ότι είμαστε εργαλεία, σκλάβοι χιλιοειπωμένων ιδεών. Τρεφόμαστε με τις ιδέες που επιπλέουν στο πνεύμα των καιρών, ιδέες που μας επιτίθενται και χρησιμοποιούν εμάς, τα άβουλα θύματα, για να συνδυαστούν με καινούργιο, διαφορετικό τρόπο, που θα εξασφαλίσει τη διαιώνισή τους. Ο Λίμπενφελς το καταλαβαίνει αυτό, το καταλαβαίνει πολύ καλά. Γι’ αυτό του αρέσουν οι άντρες σαν τον Ούγκο. Κάν’ τους μέλη μιας ομάδας, δώσ’ τους έναν στόχο, και σύντομα θα έχουν πάρει τόση φόρα, που δεν πρόκειται να σταθούν σε τέτοιες σκέψεις – διάολε, σε οποιαδήποτε σκέψη. Το θέμα είναι να αρπάξεις τέτοιους τύπους από τους ώμους και να τους ταρακουνήσεις λιγάκι, να τους σερβίρεις και γαμώ τις ιδέες και η μόνη ιδέα που μπορεί να το πετύχει αυτό στην κουρασμένη δεκαετία του 90 είναι η πανάρχαια παραλλαγή τού «πρώτα εγώ» – η πρωτοκαθεδρία τού «πρώτα εμείς». [σ. 80 – 81]

Ο σύγχρονος φιλόδοξος ερευνητής [Πάουλ Αντερμανς] βρίσκεται ανάμεσα στις αφηγήσεις ενός επιζήσαντος του Ολοκαυτώματος αλλά και συμμέτοχου στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου [Γιόζεφ ντε Χερ] κι ενός επιστήμονα που συμμετείχε στα πειράματα για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας [Γκόλντφαρμπ]. Κατά μεγάλη ειρωνεία η συνάντηση των δυο πρώτων γίνεται σε γειτονικές νοσοκομειακές κλίνες ύστερα από νεοναζιστική επίθεση εναντίον του πρώτου και απόπειρα αυτοκτονίας του δεύτερου και δη στο Βερολίνο του 1995 –  στην ιωβηλαία επέτειο του χιτλερικού τέλους. Οι δυο επιβλητικοί φορείς μιας αναπόδραστης Ιστορίας βρίσκονται μακριά πλέον από τις καύσεις της Ιστορίας, αλλά έχουν ακόμα μια δύναμη που κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει: αυτή της οριστικής αφήγησης εκείνου που όχι απλώς έζησαν αλλά και δημιούργησαν. Αλλά και ο Άντεμανς έχει την δική του εξουσία, εκείνη της μεταγραφής της προφορικής τους αφήγησης σε γραπτή ιστορία, επιλέγοντας ή μεταμορφώνοντας κατά βούληση την Ιστορία ενός Αιώνα.

Φαρενάιτ 666

Η μητέρα σκίζει τις σελίδες από μια κομμουνιστική προπαγάνδα για προσάναμμα. Εγώ φέρνω τα βιβλία, μικρές στοίβες που χωράνε στην αγκαλιά μου. Περπατώ με προσοχή, γιατί αγαπώ αυτά τα βιβλία. Δεν θέλω να τα πονέσω. Ο θάνατός τους πρέπει να είναι σύντομος, πρέπει να είναι σπλαχνικός. Θέλω να κάνω το τελευταίο τους ταξίδι απαλό, ανάλαφρο. Θέλω να τα συνοδεύσω ως τον τελευταίο τόπο ανάπαυσης με τέτοιον τρόπο, που δεν θα καταλάβουν τίποτα οι απεγνωσμένοι ήρωες και ηρωίδες που ζουν ανάμεσα στα χαρτονένια εξώφυλλα, ούτε τα τεράστια και, εντούτοις, τόσο εύθραυστα εγώ των συγγραφέων που η φωτογραφία τους στολίζει το οπισθόφυλλο. [σ. 188]

Η θρασεία φιλοδοξία του Βέλγου/Φλαμανδού συγγραφέα (γεν. 1965), καθηγητή Γνωστική Ψυχολογία στο Georgia Ιnstitute of Τechnology των ΗΠΑ, με ειδίκευση, μεταξύ άλλων, στην βία, δεν έχει όρια, ακριβώς δηλαδή όπως τα τρία – τουλάχιστον – σύμπαντα που επιχειρεί να παραχώσει στις εκατοντάδες σελίδες του με απόλυτη συναίσθηση σοβαρότητας αλλά και αγριεμένη παιγνιώδη διάθεση: εκείνα της επιστήμης και της δημιουργίας, της νόησης και του σώματος. Αν το σώμα του Εικοστού στην εικοστή οργάστηκε και βιάστηκε, απελευθερώθηκε και σκλαβώθηκε, διεύρυνε τις ηδονές του κι έζησε τα χειρότερα βασανιστήρια, τότε όλα πρέπει να κατανεμηθούν ως πρέπει στις μυθιστορικές του δέλτους.

Εγκατάλειψη αδέσποτων Τράμπαντ

Η εγκατάλειψη αδέσποτων Trabant είναι εθνικό σπορ. Μια βόλτα με αυτοκίνητα σε τούτη την περιοχή είναι, το είπα ήδη, ένα μάθημα Ιστορίας και τα βλέπουμε παντού στην άκρη του δρόμου, παρκαρισμένα βιαστικά και λοξά στο πρανές, με τα τζάμια σπασμένα, τους προφυλακτήρες βγαλμένους, τα καπό ανοιχτά – ακόμα και τώρα υπάρχουν απελπισμένοι ιδιοκτήτες που θέλουν να παρατείνουν τη ζωή του οχήματός τους και κλέβουν ανταλλακτικά από τα εγκαταλελειμμένα σαράβαλα. Ορισμένα αμάξια δείχνουν σαν να έχουν φαγωθεί από μέσα, ένα κουφάρι – φάντασμα με ξεφτισμένες άκρες απ’ όπου εξέχουν κλωστές ενός ρητινώδους ιστού. Άδεια φαντάσματα είναι, σαν τις άδειες πανοπλίες σε μεσαιωνικά κάστρα: κανείς δεν πιστεύει ότι είναι αληθινά, κανείς δεν πιστεύει ότι πράγματι χρησιμοποιούνταν. Τόσο εύκολα λοιπόν οι αλήθειες της Ιστορίας, σμιλεμένες στην πέτρα – λόγου χάρη τα όνειρα του αυτοκινήτου του λαού -, καταντούν σχεδόν ακατανόητες χαραγματιές στο τοίχωμα ενός σπηλαίου. [σ. 102]

Το στοίχημά του Omega Minor είναι η αναζήτηση της αλλεπιδραστικής σύνδεσης των επιμέρους στην εποχή του Όλου. Η πορνογραφία π.χ. αναπτύσσεται ως συστατικό κομμάτι του γερμανικού φασισμού, ως παθολογία ολόκληρων δεκαετιών αλλά και ως καθοριστική προσωπικότητα των χαρακτήρων του (η Νεμπούλα, μια εκ των βασικών χαρακτήρων, είναι σκηνοθέτης πορνογραφικών ταινιών και χρησιμοποιεί αυτή την περσόνα για να εισχωρεί στους νεοναζιστικούς κύκλους). Έτσι ακολουθείται εδώ κάθε κανόνας σύγχρονης μεγάλης ιστορικομυθοπλαστικής αφήγησης: από τη μία ο ασυνεχής και διαρκώς ανακοπτόμενος, αναπεπταμένος, διαρκούς παλινδρομικής κίνησης χρόνος, διαλυμένος σε δεκάδες παρόντα και παρελθόντα· από την άλλη η είσοδος – έξοδος πλήθους υπαρκτών και μη προσώπων: Χίτλερ, Χόνεκερ, Χίμλερ, Μένγκελε, Σπέερ, Γκορμπατσώφ, Κολ, Κάφκα, Ρίλκε, οι οραματιστές των αρχιτεκτονημένων ναζιστικών πόλεων αλλά και του υπερφιλόδοξου κομμουνιστικού Τείχους.

Εγχειρίδιο ανάμνησης τείχους

Μόνο πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που έπεσε το Τείχος και ήδη δεν φαίνεται πια πού στεκόταν κάποτε, εκτός από τη μακρόστενη ερημική περιοχή όπου κάποτε υπήρχε η Πότσνταμερ Πλατς. Λίγο πιο πέρα βλέπουμε το ερείπιο του Άνχαλτερ Μπάνχοφ. Εξέχει από την άμμο όπως οι καμάρες ενός σαραβαλιασμένου ρωμαϊκού υδραγωγείου στη Σικελία. Εκεί λοιπόν απλωνόταν, από εκεί περνούσε ή ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνει ένα τείχος. Ένα διπλό τείχος, μια φιλήδονη φιδωτή γάγγραινα από ατσάλι και μπετόν, μια κατάλευκη πληγή στο τοπίο, μια άγονη λουρίδα από χέρσα γη όπου η άμμος τσουγκρανιζόταν εξίσου σχολαστικά με το χοντρό χαλίκι σε έναν κήπο Ζεν στο Κιότο, και αλίμονο αν η άμμος παρουσίαζε άλλα ίχνη εκτός απ’ αυτά των σκυλιών φυλάκων. Κάθε πολιτισμός αποκτά τα μνημεία που του αξίζουν και τα διατηρεί για όσο καιρό τα χρειάζεται. [σ. 640]

Το αιώνιο μίασμα της εβραϊκότητας, το κληροδότημα της Βαϊμάρης, το καθοριστικό Βερολίνο του ’36, η ψυχροπολεμική ανθρωπογραφία, ο Διαφωτισμός που ποτέ δεν υπήρξε (κι αν υπήρξε, έλεγε ψέματα), η παντοκρατορία των ολοκληρωτισμών, η Ιστορία ως «το ψέμα που λέει το παρόν για να δώσει νόημα στο παρελθόν», η αιώνια εξωεπιστημονική έμπνευση των επιστημόνων – γηραιών και μη -., δηλαδή η Γυναίκα (εδώ η Ντονατέλλα), το διαρκώς ανοιχτό και επανερχόμενο ζήτημα της μετάνοιας και της αδυναμίας επανόρθωσης μιας καταστροφικής πράξης που επηρεάζει τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων, το αίτημα της ατομικής τίμησης των ολοκαυτώμενων νεκρών, η δημιουργία ως έσχατος τρόπος εξουσίας ή αιωνιότητας, όλα αποτελούν θέματα που ο Βεράχεν εντάσσει ολιστικά στην παλίμψηστη αφήγησή του. Για άλλη μια φορά ο αξεδιάλυτος δεσμός της Ιστορίας με την Λογοτεχνία απασχολεί έναν συγγραφέα που τα θέλει όλα και γράφει για τα πάντα, προς ένα έργο εξουθενωτικό αλλά άξιο να διαβαστεί ως το τέλος του.

Εγχειρίδιο καλλιέργειας ψευδαισθήσεων

Μόνο η Δύση το αποκαλούσε «το Τείχος». Εμείς, μέσα στη ζώνη, χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αντιφασιστικό προστατευτικό ανάχωμα», αργότερα λέγαμε «τα σύνορα» ή «προστασία συνόρων». Είναι η παρουσία του, και μόνο η παρουσία του που μετέτρεψε αυτή τη χώρα σε ένα άλλο Σινά, ένα τόπο προφητείας και εξαγνισμού. […]  Δες από πού περνούσε το Τείχος, μέσα από την καρδιά του φασιστικού Βερολίνου, μέσα από τα κτήρια που εμείς, κι όχι η Δύση, αποψιλώσαμε προσεκτικά. Βλέπεις εκείνο τον άδειο χώρο ανάμεσα σ’ αυτές τις πολυκατοικίες, όπου υπάρχει μια παιδική χαρά; Αυτό είναι το μέρος όπου ήταν θαμμένο το καταφύγιο του Χίτλερ. Λίγο λίγο η άμμος του Τείχους μπήκε στους διαδρόμους, αφαίρεσε τις τοιχογραφίες από το μπετόν και έξυσε το αίμα της Εύα και του Αδόλφου από τον τοίχο… […] Γι’ αυτό χρειάστηκε το Τείχος, για να πνίξει τα τελευταία ίχνη του Τρίτου Ράιχ, για να ξεχάσουμε, απαλά, ανεπαίσθητα. Δες το Τείχος σαν σκουλήκι, σαν ταινία που ζει στα έντερα της πόλης. Καταβροχθίζει ό,τι βρει μπροστά της. Καταβροχθίζει και καθαρίζει. [σ. 642]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ινώ Βαν Νταϊκ – Μπαλτά, 830 σελ. [Paul Verhaegen, Omega Minor, 2004]

28
Ιον.
12

Νικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν

Ένα γραφείο, ο μεταφορικός οίκος της μνήμης

Υπάρχουν στιγμές που σε καταλαμβάνει ένα είδος διαύγειας και ξαφνικά τα εμπόδια παραμερίζουν κι αντικρίζεις μια άλλη διάσταση την οποία είχες ξεχάσει ή είχες επιλέξει να αγνοήσεις, ώστε να συνεχίσεις να ζεις με τις διάφορες ψευδαισθήσεις που κάνουν τη ζωή – ειδικά τη ζωή με άλλους ανθρώπους – δυνατή. [σ. 28]

Βρίσκουμε παρηγοριά στις συμμετρίες της ζωής επειδή υπαινίσσονται ένα σχέδιο εκεί όπου δεν υπάρχει κανέναν. [σ. 115]

0. Ο βασικός, αν και όχι μοναδικός πυρήνας του τετραπλόκαμου μυθιστορήματος της Κράους είναι ένα αντικείμενο: ένα γραφείο τεράστιο, σκοτεινό, υποβλητικό, με τα πολλά του συρτάρια σαν ζωντανά, οργανικά μέλη. Η Μυθοπλαστική της Διαδρομής του, εδώ ανάμεσα σε κατόχους, χρήστες και κλέφτες, φυσικά δεν είναι πρωτότυπη όμως η συγγραφέας (Νέα Υόρκη 1974, σύζυγος του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, χαρακτηρισμένη από New Yorker ως μία εκ των 20 καλύτερων συγγραφέων κάτω των 40 ετών) τη χρησιμοποιεί για να φλογίσει με εξαιρετικό τρόπο τις τέσσερεις σπονδυλωτές ιστορίες της.

1. Για την αφηγήτρια της πρώτης ιστορίας το γραφείο υπήρξε το εργαστήριο συγγραφής των μυθιστορημάτων της, η μοναδική έκφραση της τάξης στη ζωή της, το κληρονόμημα και ενθύμιο του εξαφανισμένου από την αστυνομία του Πινοσέτ ποιητή φίλου της. Η Νάντια δεν νοιώθει μόνο υπεύθυνη για την φύλαξή του γραφείου αλλά και αιχμάλωτή του. Τα συρτάρια του αντιπροσώπευαν «τη σχηματική αποτύπωση μιας συνείδησης που δεν μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο με τον ακριβή αριθμό και τη διάταξή τους». Ο εαυτός της εναρμονίστηκε οριστικά μαζί του· ίσως πάλι η μελαγχολία του Βάρσκι τώρα ανήκε σ’ εκείνη. Έτσι όταν η κόρη του καταφτάνει απρόσμενα για να το ζητήσει, η συγγραφέας αισθάνεται πλήρη απογύμνωση: το γραφείο αποτελούσε το όχημα κάθε δημιουργίας της αλλά και την δικαιολογία να μην πάρει τους δρόμους και εξαφανιστεί σε άλλους τόπους. Και η γραφή της αποτελούσε την μόνη της ζωή, οι ήρωές της την μόνη της παρέα – προτιμούσε την εσκεμμένη πολυσημία της μυθοπλασίας από την ακαταλόγιστη πραγματικότητα. Κάτω από χιλιάδες λέξεις κρυβόταν μια πλήρης ανεπάρκεια:

Άρχισα να υποπτεύομαι ότι αντί να αποκαλύπτω το κρυμμένο βάθος των πραγμάτων, όπως εξαρχής πίστευα ότι έκανα, ίσως ίσχυε το αντίθετο, ίσως κρυβόμουν πίσω από αυτά που έγραφα, χρησιμοποιώντας τα για να συγκαλύπτω μια μυστική έλλειψη, μια ανεπάρκεια που όλη μου τη ζωή έκρυβα από τους άλλους και την οποία με τη συγγραφή είχα κρατήσει κρυφή ακόμα κι από τον εαυτό μου […] ανεπάρκεια νοήματος, γεννημένη από ψυχική ανεπάρκεια. […] Και παρόλο που κατάφερνα να την κρύβω χρόνια, αντισταθμίζοντας την εικόνα μιας ελαφρώς αναιμικής ζωής με τη δικαιολογία ενός άλλου, βαθύτερου επιπέδου ύπαρξης στη δουλειά μου, ξαφνικά διαπίστωνα ότι ήμουν πλέον ανίκανη να το κάνω. [σ. 57- 58]

2. Ο κεντρικός χαρακτήρας της δεύτερης ιστορίας, ένας αποσυρθείς εισαγγελέας,  επιδίδεται σ’ ένα καταιγιστικό δευτεροπρόσωπο μονόλογο εναντίον του απόντος γιου του, όπου δεν δικαιολογεί μόνο την αδιάκοπη επιθετικότητα και την σαδιστική συναισθηματική διαπαιδαγώγησή του, αλλά και εκφράζεται με ανελέητη ειρωνεία περί πάντων, ακόμα και για την τρυφερή συμπαράσταση της γυναίκας του προς τον βλαστό τους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο εδώ αποτελεί η σύγκρουση δυο εβραϊκών γενεών: ο πατέρας συγκρίνει τις μηδαμινές ταλαιπωρίες του νέου με τις δικές του οδύσσειες και αδυνατεί να κατανοήσει την άρνηση της στρατιωτικής καριέρας ή την αγορά ενός BMW, δηλαδή «ενός αυτοκινήτου φτιαγμένου από τους γιους των ναζί».

Άλλο εξαιρετικό εύρημα αποτελούν οι αποστολές των δεμάτων με χειρόγραφα από ένα βιβλίο που στέλνει ο γιος από το μέτωπο για να τα διασφαλίσει– ο πατέρας του τα ανοίγει για να τα διαβάσει κρυφά, αναρωτώμενος όμως αν ο γιος του αυτό τελικά επιδιώκει. Άραγε η συνάντησή τους με αφορμή τον θάνατο της συζύγου – μητέρας τους θα αποτελέσει ευκαιρία για μορατόριουμ στην πίκρα και την χολή ή για συνέχιση της εξοντωτικής πολεμικής με νέα μέσα; Τα δεδομένα δείχνουν προς το δεύτερο, καθώς ανοίγονται – πάντα σε εσωτερικό μονόλογο – νέα κρίσιμα θέματα, όπως η βεβιασμένη συμμετοχή του γιου στον πόλεμο και η τραγική επίσκεψή του στην οικογένεια ενός νεκρού συστρατιώτη.

3. Στην τρίτη ιστορία, ένα μορφωμένο ζεύγος συμβιώνει αρμονικά εδώ και δεκαετίες, έχοντας αφήσει ολόκληρες ζώνες του προτέρου τους βίου στα σκότη. Η συμπεφωνημένη σιωπή αφορά κυρίως το εφιαλτικό παρελθόν της γυναίκας που επιβίωσε από την καταδίωξη των Ναζί. Η Λότε προσπαθεί να κρύβει την θλίψη της, να τη διαιρεί σε όλο και μικρότερα κομμάτια και να τα σκορπίζει σε μέρη όπου πίστευε ότι κανείς δεν θα τα έβρισκε. Ο αφηγητής σύζυγος υπαινίσσεται πως το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να την μετατρέψει σε αντικείμενο μελέτης. Γι’ αυτόν το γραφείο – κτήμα της γυναίκας του είναι ένα αντιπαθές, ογκώδες και αταίριαστο αντικείμενο, με καταθλιπτικές, ανησυχητικές αλλά και μυστηριώδεις προεκτάσεις. Ενώ εκείνη δείχνει να μην το αποχωρίζεται ποτέ, κάποτε το χαρίζει σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον  Ντάνιελ Βάρσκι, που την επισκέπτεται συχνά (κι ενίοτε μυστικά) το 1970. Μέχρι να χάσει σταδιακά τη μνήμη της και να μαθευτεί το μυστικό από το οποίο εκείνος αποκλειόταν τόσα χρόνια, ο αφηγητής βασανίζεται από την υποψία της μεταξύ τους ερωτικής σχέσης (σε μερικές ακόμα εξαιρετικές σελίδες).

Την ίδια στιγμή, επιτόπου, αποφάσισα ότι θα συγχωρούσα στη Λότε τα πάντα. Φτάνει η ζωή να μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν. Φτάνει η καρέκλα που ήταν εκεί όταν πηγαίναμε για ύπνο να είναι και πάλι στη θέση της το πρωί. Δεν με ένοιαζε τι της συνέβαινε όσο κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν με ένοιαζε αν ήταν η ίδια καρέκλα ή χίλιες διαφορετικές ή αν όσο κρατούσε η μεγάλη νύχτα έπαυε εντελώς να υπάρχει – φτάνει όταν καθόμουν πάνω της για να φορέσω τα παπούτσια μου, όπως έκανα κάθε πρωί, να σήκωνε το βάρος μου. Δεν χρειαζόταν να ξέρω το καθετί. Το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί όπως πάντα. [σ. 135]

4. Το κεντρικό, αν και αφανές πρόσωπο της τέταρτης ιστορίας, ο  Τζορτζ Βάιζ,  αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση χαμένων αντικείμενων από αρπαγές και λεηλασίες των Ναζί. Αντίθετα με τους ανθρώπους, πίστευε, τα άψυχα δεν εξαφανίζονται έτσι απλά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο επισκεπτόταν ο ίδιος τους γείτονες που τα οικειοποιήθηκαν και τα έπαιρνε αθόρυβα, ενώ αργότερα επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε όλον τον κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι τον πλησίαζαν για να ξαναβρούν τα πράγματα που λαχταρούσαν, να ξανακαθίσουν στο παλιό τους γραφείο, να ξαναγγίξουν ένα κομμάτι της αγνότερης ζωής τους. Το μόνο που δεν καταφέρνει είναι η ανασύνθεση του δικού του χαμένου δωματίου, ακριβώς όπως ήταν μια μοιραία μέρα του 1944…

1+2+3+4. Η αφηγήτρια Ίζαμπελ εμπλέκεται σε σχέση με τον γιο του Βάιζ και συμβιώνει μαζί του και με την αδελφή του. Το ιδιόμορφο, ασφυκτικό αδελφικό ζεύγος ζει εκπαιδευμένο από τον πατέρα του να αλλάζει διαρκώς σπίτια και έπιπλα – το εκάστοτε ανταλλακτικό του «εμπόρευμα». Η Νάντια αποφασίζει να αναζητήσει το γραφείο στην Ιερουσαλήμ από την νεαρή γυναίκα που το ζήτησε κι ο σύζυγος της Λότε ανακαλύπτει το σπαρακτικό της μυστικό αναθεωρώντας ολόκληρη τη ζωή του.

Αυτό για το οποίο μιλώ ή προσπαθώ να μιλήσω, είναι η αίσθηση πως η αυτάρκειά της – η απόδειξη που κουβαλούσε μέσα της ότι μπορούσε μόνη ν’ αντέξει αδιανόητες τραγωδίες, ότι στην πραγματικότητα η ακραία μοναξιά την οποία είχε χτίσει γύρω της, μικραίνοντας τον εαυτό της, αναδιπλώνοντάς τον, μετατρέποντάς τη σιωπηλή κραυγή σε αντίβαρο της προσωπικής εργασίας, ήταν αυτό ακριβώς που την έκανε ικανή να αντέχει – την εμπόδιζε να με έχει ανάγκη με τον τρόπο που την είχα εγώ. Όσο ζοφερές ή τραγικές κι αν ήταν οι ιστορίες της, η δημιουργίας τους, δεν μπορούσε παρά να είναι μια μορφή ελπίδας, μια άρνηση του θανάτου ή μια διατράνωση της ζωής ενώπιόν του. Και σε αυτό εγώ δεν είχα θέση…και αυτό που της επέτρεπε να επιβιώνει ήταν η δουλειά της, όχι η φροντίδα ή συντροφιά μου. Όλη μας τη ζωή επέμενα ότι εκείνη είχε την ανάγκη μου, όχι το αντίστροφο. Εκείνη χρειαζόταν προστασία, εκείνη ήταν λεπτεπίλεπτη και είχε ανάγκη από συνεχή φροντίδα. Στην πραγματικότητα όμως εγώ χρειαζόμουν να νιώθω ότι με χρειάζονται. [σ. 350 – 351]

Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς για την σαφέστατη επιρροή του Πολ Όστερ για να διακρίνει τις σκιές του νεοϋορκέζου συγγραφέα στην γραφή της Κράους, ιδίως στις σελίδες όπου οι χαρακτήρες κολυμπούν χαμένοι στις ιδεοληψίες τους ή αναζητούν ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο που νομίζουν πως θα τους λυτρώσει. Η ιστορία του Βάιζ, πάντως, θα μπορούσε να βγαίνει από κάποιο βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση η Κράους συμπλέκει τις τέσσερις ιστορίες με πολλούς τρόπους σε παράλληλες συγκλονιστικές ιστορίες, ανοίγοντας το μυθιστόρημά της με διαδοχικές ενδοσκοπήσεις και εγκιβωτισμένες ιστορίες και εμποτίζοντάς σε συνεχή εσωτερική δράση και καταιγιστικούς στοχασμούς.

Καθώς τα τελευταία χρόνια κινούμαστε και κάτω από το σκοτεινό αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, είναι αδύνατο να μην τον θυμηθούμε ιδίως στις αφηγήσεις για τον Ντανιέλ Βάρσκι. Η συμμαχία της πρώτης αφηγήτριας με τον αβανγκάρντ ποιητή, η ανταλλαγή λιστών με ποιητές γραμμένων στο πίσω μέρος μιας χαρτοσακούλας και καρτών που μετά το πραξικόπημα γίνονταν όλο και πιο μελαγχολικές, ο ταξιδευτής που τελικά αντί να γυρίσει τον κόσμο επιστρέφει στην πατρίδα για να πάρει τη θέση στο πλευρό των παιδικών του φίλων που πολεμούσαν για την επανάσταση ή την απελευθέρωση στη Χιλή, αποτελούν όλα άτυπους μπολανιακούς διαλόγους, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου αμφότεροι περιορίζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, χωρίς περαιτέρω πολιτικές εμβαθύνσεις. Όπως και σε αποσπάσματα σαν κι αυτό: Το φιλί μας ήταν κάπως απογοητευτικό. Όχι ότι ήταν άσχημο, ήταν όμως απλώς ένα σημείο στίξης στη μεγάλη συνομιλία μας, μια παρενθετική σημείωση προορισμένη να επιβεβαιώσει στον καθένα μας την βαθιά αίσθηση συμφωνίας, την αμοιβαία προσφορά συντροφικότητας, που είναι πολύ πιο σπάνια από το ερωτικό πάθος ή ακόμα και από την αγάπη. [σ. 25]

Και τελικά, τι νόημα έχουν οι παθιασμένες αναζητήσεις του Βάιζ; Όπως λέει ο ίδιος, τώρα μόνο εκείνοι που ήταν κάποτε παιδιά έρχονται σ’ αυτόν κι αναζητούν την παιδική τους ηλικία. Μπορεί να μην γίνεται να επαναφέρουν τους νεκρούς στη ζωή, αλλά ζητούν την καρέκλα που κάθονταν κάποτε, το κρεβάτι όπου κοιμούνταν, την κασέλα όπου φυλούσαν τα παιχνίδια τους. Κι εκείνος τους παρουσιάζει το αντικείμενο που ονειρεύονταν για την μισή τους ζωή. Δεν έχει σημασία αν κάποιες φορές τους εξαπατά: η μνήμη είναι πιο πραγματική από την αλήθεια. Ένα γραφείο, μπορεί να αποτελέσει την ανάμνηση του Οίκου, μια τέλεια συνάθροιση των άπειρων μερών της εβραϊκής μνήμης αλλά και τον ίδιο τον μεταφορικό οίκο του νου. Στον επόμενο κόσμο θα κατοικούμε όλοι μαζί στη μνήμη των αναμνήσεών μας.

Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο πρέπει να σκάψεις μέσα σου, να ξεθάβεις ό,τι κρύβεται στο μυαλό σου και στην ψυχή σου για να τα κοσκινίσει ο άλλος ώστε να σε γνωρίσει, και εσύ επίσης πρέπει να διαθέσεις ημέρες και χρόνια βαδίζοντας με δυσκολία ανάμεσα σε όλα αυτά που φέρνει εκείνος στην επιφάνεια γα σένα μόνο, στον αρχαιολογικό τόπο της ύπαρξής του, πόσο εξουθενωτικά έγιναν, αυτή η ανασκαφή…[σ. 286]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 392 (Nicole Krauss, The Great House, 2010).

16
Απρ.
12

Jean Améry – Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση. Απόπειρες ενός εκμηδενισμένου να υπερβεί το ανυπέρβλητο

Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: δεν υπάρχει «νέα πατρίδα». Πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης. Όποιος τη χάσει, παραμένει μετέωρος, ακόμα και αν κάποια στιγμή, ζώντας σε ξένους τόπους, μάθει να μην τρεκλίζει πια σαν μεθυσμένος, αλλά να πατά το πόδι του στο έδαφος με όσο το δυνατόν λιγότερο φόβο. [σ. 101]

Η αδιανόητη βιογραφία

Ο Jean Améry είναι ο Hans Maier, με το επίθετο αναγραμματισμένο· είναι ο Αυστροεβραίος συγγραφέας και στοχαστής που γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, εντάχθηκε στον περιβόητο Κύκλο της, αλλά είδε την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και βίωσε τον αχαλίνωτο αντισημιτισμό και την έξαρση του ναζισμού, συνειδητοποιώντας το αβάσταχτο φορτίο της εβραϊκής του ταυτότητας. Κατέφυγε στο Βέλγιο το 1939 αλλά συνελήφθη ως … ανεπιθύμητος Γερμανός αλλοδαπός και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στον γαλλικό Νότο. Εκδόθηκε στους Γερμανούς, κλείστηκε σε στρατόπεδο, δραπέτευσε, εντάχθηκε στην Αντίσταση, συνελήφθη, βασανίστηκε από την Γκεστάπο κι έζησε σε Άουσβιτς, Μπούχενβαλντ και Μπέργκεν – Μπέλζεν. Μετά την λήξη του πολέμου εργάστηκε ως πολιτικός αρθρογράφος και έγραψε κείμενα για λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφο. Ύστερα από είκοσι χρόνια σιωπής, το 1964 στη δίκη των εγκληματιών του Άουσβιτς μίλησε ανοιχτά για όσα υπέστη από το Τρίτο Ράιχ. Τότε έγραψε και το πρώτο σχετικό δοκίμιο. Αυτοκτόνησε το 1978. Η σύζυγός του (για την οποία κρατήθηκε στη ζωή τα δυο πιο δύσκολα χρόνια του) πέθανε το 1944, στα 28 της, αδυνατώντας να αντέξει στην εξορία.

Διερευνώντας την υπόσταση του θύματος

Ο Αμερύ στέκεται μπροστά στο αναπάντητο ερώτημα πώς ήταν ποτέ δυνατόν «αυτό» που συντελέστηκε από το 1933 έως το 1945 να προήλθε από ένα γερμανικό έθνος υψηλής νοημοσύνης, βιομηχανικής αξιοσύνης και απαράμιλλου πολιτισμικού πλούτου, του έθνους «των ποιητών και των στοχαστών». Οι ερμηνείες περί γερμανικής ιδιοσυγκρασίας ή γερμανικού πνεύματος (Λούθηρος, Κλάιστ, Χάιντεγκερ) ή οικονομικής κρίσης είναι μονοαιτιακές και αποτυχημένες. Πώς μπορεί να διαφωτιστεί η έκρηξη του ακραίου Κακού στη Γερμανία ενός Κακού που αυτό που το διαφοροποιούσε από άλλες περιπτώσεις (Στάλιν, δικτατορίες και τάγματα θανάτου σε Λατινική Αμερική, Πνομ Πενχ, σοσιαλιστικός τρίτος κόσμος) ήταν η εσωτερική λογική και ο απεχθής ορθολογισμός του;

Επιθυμεί το βιβλίο να θεωρηθεί ως μαρτυρία για τον πραγματικό φασισμό και μια έκκληση στη γερμανική νεολαία να ασκηθεί στην ενδοσκόπηση, αλλά επιθυμεί να διαβαστεί και από τους νέους της Αριστεράς και τους αντιφασίστες που με αφορμή το Παλαιστινιακό ζήτημα φωνάζουν «θάνατος στο εβραϊκό έθνος», μια ιαχή που μοιάζει με «μια από τις κακόγουστες φάρσες της παγκόσμιας Ιστορίας». Το αρχικό του σχέδιο για μια στοχαστική δοκιμιακή εργασία οδήγησε, όπως γράφει στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, σε μια προσωπική ομολογία κατατεμαχισμένη από τον διαλογισμό, για να καταλήξει στην διερεύνηση της υπόστασης του θύματος. Απλώς περιγράφω την κατάσταση ενός εκμηδενισμένου, αυτό είναι όλο, προσθέτει, για να καταλήξει: Για τους Γερμανούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν νιώθουν ή δεν νιώθουν πια να τους αφορούν οι πράξεις του Τρίτου Ράιχ, πολύ ευχαρίστως να τους πω κάποια πράγματα που μέχρι τώρα ίσως να μην τους τα έχουν αποκαλύψει.

«Πνεύμα επί ξύλου κρεμάμενο»

Το πρώτο συγκλονιστικό δοκίμιο του τόμου αφορά την θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς (ορίζοντας τον διανοούμενο ως άνθρωπο που ζει μέσα σε ένα σύστημα πνευματικών αναφορών με την ευρεία σημασία του όρου και διαθέτει μια καλώς ανεπτυγμένη αισθητική συνείδηση) όπου βρίσκεται αναγκασμένος να θέσει υπό δοκιμασία την αποτελεσματικότητα του πνεύματός του ή ακόμα και να το αναγνωρίσει ως άκυρο. Όσοι ανήκαν σε διανοητικά επαγγέλματα την είχαν άσχημα στα εργοτάξια: κατέληγαν σε ομάδες χειρωνακτικής εργασίας και σε θέσεις που απαιτούσαν σωματική δεινότητα και σθένος. Στο ίδιο το στρατόπεδο αντιμετωπίζονταν με την ίδια περιφρόνηση από τους συγκρατούμενούς τους. Η εκλεπτυσμένη εκφορά του λόγου τους έπρεπε να προσαρμοστεί σε εντελώς νέες γλωσσικές συνθήκες. Πόσο χρήσιμη ήταν για ένα κρατούμενο η καλλιέργεια του πνεύματος στον αγώνα για επιβίωση; Η ιδιαίτερη φύση του Άουσβιτς (ως αυτοσχέδιου στρατοπέδου που απαρτιζόταν από ολότελα απολιτικούς Εβραίους και Πολωνούς και διοικούνταν από Γερμανούς κακοποιούς, σε αντίθεση με το Νταχάου) έκανε ακόμα πιο άγρια την αντιπαράθεση του πνεύματος με την αγριότητα.

Η πνευματική κάθοδος

Ο Αμερύ απαριθμεί τα σταδιακά βήματα προς την νέα κατάσταση. Κάθε πνευματική έκφραση αποτελεί απαγορευμένη πολυτέλεια. Η μνήμη κάποιων στίχων δεν είναι πλέον σε θέση να υπερβούν την πραγματικότητα. Ένας πολύτιμος πνευματικός σύντροφος είναι ανύπαρκτος σε ολόκληρο το στρατόπεδο. Αργότερα παύει κανείς να πιστεύει στην πραγματικότητα του πνευματικού κόσμου, πόσο μάλλον ένας Εβραίος διανοούμενος γαλουχημένος με τις αξίες του γερμανικού πνεύματος: οτιδήποτε κι αν δοκίμαζε να επικαλεστεί δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στον εχθρό. Η πνευματική και αισθητική του κληρονομία είχε περιέλθει στην κυριότητα του τελευταίου. Μπορεί ο Thomas Mann να [φέρεται πως] είπε στις ΗΠΑ: Ο γερμανικός πολιτισμός βρίσκεται εκεί όπου βρίσκομαι εγώ αλλά ήταν μακριά. Εδώ το άτομο ήταν εξαναγκασμένο να εγκαταλείψει ολόκληρη τη γερμανική κουλτούρα και στερούνταν την πνευματική του υπόσταση. Το πνεύμα υποτασσόταν αναπόφευκτα στην πραγματικότητα.

Στο στρατόπεδο, και ιδίως στο Άουσβιτς, η ορθολογική – αναλυτική σκέψη λοιπόν όχι μόνο δεν προσέφερε την παραμικρή βοήθεια αλλά οδηγούσε κατευθείαν σε μια τραγική διαλεκτική της αυτοκαταστροφής. […] Ο καλλιεργημένος άνθρωπος δεν έπαιρνε τόσο εύκολα ως δεδομένες τις αδιανόητες συνθήκες όσο ο ακαλλιέργητος. Το γεγονός ότι είχε μάθει επί μακρόν να θέτει υπό αμφισβήτηση τα φαινόμενα της καθημερινής πραγματικότητας, του απαγόρευε να αποδεχτεί την πραγματικότητα του στρατοπέδου, καθώς ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με καθετί που ο ίδιος θεωρούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή πιθανό και ανθρωπίνως εφικτό. [σ. 37]

Ο ξεψυχισμένος λόγος

Ποιες ήταν οι αρχικές «άμυνες» ενός τέτοιου ανθρώπου; Η αρχική άρνηση της λογικής των Ες Ες και η εσωτερική αντίσταση με ψιθυριστά ξόρκια όπως «κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει», στο τέλος κατέληγαν σε αποδοχή όχι μόνο της λογικής αλλά και του συστήματος των αξιών των Ες Ες. Ο βαθύτερος σεβασμός που άλλοτε έτρεφε για τον θεσμό της εξουσίας εξαφανίζεται, αφήνοντας ένα κενό. Στο βιβλίο του Οι λέξεις ο Jean – Paul Sartre έγραφε ότι χρειάστηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια για να απαλλαγεί από τον παραδοσιακό φιλοσοφικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Αμερύ η ίδια διαδικασία συντελέστηκε σε πολύ λιγότερο χρόνο: μερικές βδομάδες στο στρατόπεδο ήταν αρκετές για να απομυθοποιήσουν κάθε σχετικό φιλοσοφικό απόθεμα. Τα λόγια του Karl Kraus από τα πρώτα χρόνια του Κακού είναι χαρακτηριστικά: Ο λόγος ξεψύχησε μόλις εμφανίστηκε εκείνος ο κόσμος.

Παραμυθίες πιστών και ιδεολόγων

Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να στηριχτεί ούτε στην έσχατη «πνευματική» βοήθεια: εισήλθε στο κατώφλι των στρατοπέδων ως αγνωστικιστής κι άφησε την Κόλαση πίσω του και πάλι ως αγνωστικιστής· δεν ακολουθούσε καμία θρησκεία και καμία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Εκεί λοιπόν που στις κρίσιμες στιγμές η πολιτική ή θρησκευτική πίστη αποτελούσε για άλλους ανεκτίμητη βοήθεια, εκείνος και οι διανοούμενοι του ανθρωπιστικού σκεπτικισμού πάσχιζαν μάταια να επικαλεστούν τους εφέστιους θεούς των γραμμάτων, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Η πίστη και η ιδεολογία παρείχε ένα σταθερό σημείο στον κόσμο και το βασίλειο των πιστών τους δεν ήταν το εδώ και το σήμερα αλλά το αύριο και το αλλού: η βασιλεία των ουρανών, η ουτοπία του μαρξισμού. Τα βασανιστήρια και ο θάνατος ισοδυναμούσαν με τα πάθη του Κυρίου ή το αυτονόητο πολιτικό μαρτύριο. Κι όλοι περιφρονούσαν τους μη πιστούς. Η νοημοσύνη και η μόρφωσή σας είναι άχρηστες εδώ μέσα. Εμείς ζούμε με τη βεβαιότητα πως ο Θεός μας θα πάρει εκδίκηση για μας, του είπε ένας θρησκευόμενος Εβραίος. Εμείς όχι μόνο δεν τρέμουμε αλλά ακόμα κι αν πεθάνουμε σαν τα σκυλιά ξέρουμε ότι ύστερα από εμάς οι σύντροφοι θα στήσουν όλη τη συμμορία στον τοίχο, του είπε ο μαρξιστής.

Βασανιστήρια, η πεμπτουσία του συστήματος

Το δεύτερο κείμενο σχεδόν αιμορραγεί από το θέμα των βασανιστηρίων που πραγματεύεται. Ο Αμερύ είναι πεπεισμένος πως στην περίπτωση του Τρίτου Ράιχ ο βασανισμός δεν αποτελούσε συμβεβηκός αλλά πεμπτουσία του συστήματος. Οι βασανιστές είχαν πρόσωπα συνηθισμένα, του σωρού, που τελικά μετατρέπονταν όντως σε γκεσταπίτικα πρόσωπα και τότε το Κακό επικάλυπτε και υπερέβαινε την κοινοτοπία. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται κανενός είδους «κοινοτοπία του Κακού» και όσο για την Hannah Arredt, η οποία έγραψε σχετικά στο βιβλίο της για τον Eichmann, εν γνώριζε παρά μόνο εξ ακοής τον στυγνό αυτό εχθρό του ανθρώπου και τον είχε δει μόνο πίσω από το τζάμι του γυάλινου κλουβιού. […] Όταν η εμπειρία αποκτάται κάτω από ακραίες συνθήκες, καλό είναι να μη γίνεται λόγος για κοινοτοπία, διότι στο οριακό εκείνο σημείο παύει κάθε αφαιρετική διαδικασία αλλά και κάθε προσπάθεια της φαντασίας να πλησιάσει έστω κατά προσέγγιση την πραγματικότητα. [σ. 64]

Ο συγγραφέας διατυπώνει μια φοβερή τυπολογία των συναισθημάτων και των σκέψεων του βασανιζόμενου: Το πρώτο χτύπημα τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι είναι αβοήθητος, πως κανείς δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει ως εδώ κάτω. Αμέσως χάνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτό που ονομάζεται ως εμπιστοσύνη στον κόσμο. Τα σύνορα του σώματος, δηλαδή του Εγώ, παραβιάζονται και βιάζονται. Όταν παύουμε να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε βοήθεια, η παραβίαση της σωματικής μας οντότητας μετατρέπεται σε μια πράξη υπαρξιακού μηδενισμού.

Για τον Αμερύ ο θεσμός των βασανιστηρίων αποτελεί την πεμπτουσία του εθνικοσοσιαλισμού – μέσα τους συμπυκνώνεται όλη η υπόσταση του Τρίτου Ράιχ, όσο κι αν αποτέλεσαν πάγια τακτική άλλων συστημάτων. Αντιτίθεται στους πολιτικούς φενακισμούς της μεταπολεμικής περιόδου σύμφωνα με τους οποίους ο κομμουνισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελούν παρά δύο όχι και τόσο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος και συμφωνεί με τον Τόμας Μάνν που κάποτε είπε πως όσο φριχτός κι αν εμφανίζεται κατά καιρούς ο κομμουνισμός, δεν παύει να αισθητοποιεί μια ιδέα του ανθρώπου, ενώ ο χιτλερικός φασισμός δεν υπήρξε καν ιδέα, αλλά μια άθλια ανοσιουργία. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν διαπνεόταν από ιδέες αλλά διέθετε ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε μέχρι σήμερα το μοναδικό πολιτικό σύστημα του εικοστού αιώνα που ανέδειξε σε βασική του αρχή την κυριαρχία του αντι – ανθρώπου. Και οι βασανιστές βασάνιζαν με την ήσυχη συνείδηση του ανοσιουργού.

Η σαδιστική «κοσμοθεωρία» του εθνικοσοσιαλισμού

Και καθώς ο συγγραφέας προβαίνει σε μια όσο γίνεται αντικειμενική και λακωνική περιγραφή των βασανισμών του αισθάνεται εγκλωβισμένος στην δίνη του μεταφορικού λόγου. Όταν ο πόνος είναι αυτός που είναι, τι μπορεί να ειπωθεί πέρα από αυτό; Οι συναισθηματικές αξίες δεν περιγράφονται με λόγια και το πώς του πόνου εξαντλεί τα όρια της γλωσσικής επικοινωνίας. Θα μπορούσε τουλάχιστον να εξηγηθεί το τι του πόνου; Όποιος κατακυριεύεται από τους πόνους των βασανιστηρίων, γνωρίζει το σώμα του όπως ποτέ πριν. Ο βασανισμένος δεν υφίσταται πλέον παρά μόνο ως σώμα και τίποτε άλλο. Επαληθεύεται έτσι αυτό που ο Τόμας Μανν περιέγραψε στο Μαγικό βουνό, ότι δηλαδή όσο βαθύτερα υποτάσσεται το ανθρώπινο σώμα στα μαρτύρια τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η σωματική υπόσταση του ανθρώπου.

Αλλά ποιοι ήταν οι δήμιοι του; Ήταν, άραγε, πέρα από αποκτηνωμένους μικροαστούς και κατώτερους υπαλλήλους, και σαδιστές; Κατά την τεκμηριωμένη άποψή του δεν επρόκειτο για σαδιστές με τους όρους της σεξουαλικής παθολογίας, αλλά μάλλον με τα κριτήρια της φιλοσοφίας του Μαρκησίου ντε Σαντ. Οι βασανιστές του κινούνταν στα όρια μιας σαδιστικής φιλοσοφίας και ο εθνικοσοσιαλισμός γενικότερα έφερε τη σφραγίδα περισσότερο του σαδισμού παρά ενός ολοκληρωτισμού. Εδώ συμφωνεί με τις απόψεις του Μπατάιγ, που ερμήνευε το σαδισμό από τη σκοπιά της υπαρξιακής ψυχολογίας: της ακραίας άρνησης του άλλου ως αποκήρυξης των αρχών της κοινωνίας και της πραγματικότητάς της. Η επιθυμία των συγκεκριμένων σαδιστών ήταν να καταργήσουν τον κόσμο αρνούμενοι τον συνάνθρωπό τους. Ο δήμιος γίνεται κύριος πάνω στη ζωή και στο θάνατο του άλλου και πραγματώνεται μέσα από την εξόντωσή του. Η εξουσία του πάνω στη σάρκα και το πνεύμα ανατρέπει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο.

Όποιος υπέκυψε σε βασανιστήρια παραμένει παντοτινά ξένος στον κόσμο. Το όνειδος της συντριβής δεν εξαλείφεται. Η εμπιστοσύνη στον κόσμο, που ως έναν βαθμό είχε ήδη κλονιστεί με το πρώτο χτύπημα, για να καταρρεύσει ολοκληρωτικά μέσα από τα βασανιστήρια, ουδέποτε αποκαθίσταται. Η εμπειρία του συνανθρώπου ως αντι-ανθρώπου παραμένει μέσα στο θύμα του βασανισμού με τη μορφή συμπυκνωμένου τρόμου, στρώντας του τη θέα σε έναν κόσμο που διέπεται από την αρχή της ελπίδας. [σ. 88]

Πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; 

Είχα χάσει το Εγώ μου και, μαζί, το δικαίωμα να ζω μέσα στο Εμείς. Δεν είχα ούτε διαβατήριο, ούτε παρελθόν, μήτε χρήματα, μήτε ιστορία.

Η ερώτηση του τίτλου του τρίτου δοκιμίου απαντάται με σαφήνεια. Η εξορία του Αμερύ δεν συγκρινόταν με τον εθελούσιο εξοστρακισμό όσων ξεριζώθηκαν από το Τρίτο Ράιχ για λόγους αποκλειστικά ιδεολογικούς: εκείνος και οι όμοιοί του δεν είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν (ούτε και τη δύναμη να το κάνουν σήμερα) – η δική του νοσταλγία ισοδυναμούσε με αποξένωση από τον εαυτό τους. Ξαφνικά το παρελθόν τους κατέρρεε και κανείς δεν ήξερε πλέον ποιος ήταν. Το όνομά του είχε χάσει κάθε νόημα, οι φίλοι εξαλείφονταν, οι ειδυλλιακές εικόνες της φύσης γίνονταν ανυπόφορες στη μνήμη. Άλλοι βρήκαν την πατρίδα σε υποκατάστατα όπως το χρήμα, ή η υπόληψη.

Ο Χάινριχ Μαν βρήκε καταφύγιο στην πατρίδα της φήμης, οι αυτοεξόριστοι Γερμανοί συγγραφείς αισθάνονταν πως εκπροσωπούσαν την φωνή της «γνήσιας Γερμανίας». Για εκείνον όμως και για τους «ανώνυμους» ομοίους του δεν ίσχυε τίποτα ανάλογο: δεν ήταν οι θεματοφύλακες ενός αόρατου μουσείου του γερμανικού πνεύματος αλλά απλοί κυνηγημένοι. Ενώ κάθε Γερμανός πρόσφυγας από την Ανατολική Ευρώπη γνώριζε ότι ο τόπος του είχε πέσει στα χέρια μιας ξένης δύναμης. εκείνοι δεν είχαν χάσει τον τόπο τους αλλά κάτι χειρότερο: ήταν αναγκασμένοι να συνειδητοποιήσουν ότι ουδέποτε υπήρξε δικός τους – οτιδήποτε σχετιζόταν μ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια υπαρξιακή παρανόηση.

Τελικά πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; Όσο λιγότερη είναι σε θέση να κουβαλήσει. Χρειάζεται να έχεις πατρίδα προκειμένου να πάψεις να την έχεις ανάγκη. Πατρίδα σημαίνει ασφάλεια – όπως μαθαίνουμε τη μητρική γλώσσα χωρίς να γνωρίζουμε τη γραμματική της, κατά τον ίδιο τρόπο βιώνουμε το οικείο περιβάλλον της πατρίδας. Η μητρική γλώσσα και η πατρίδα μεγαλώνουν μαζί μας, μέσα μας, καλλιεργώντας μια τόσο γερή αίσθηση οικειότητας, η οποία εγγυάται την ασφάλειά μας. [σ. 100]. Ο Αμερύ αναφέρει ένα φοβερό περιστατικό, κατά το οποίο ένας Γερμανός των Ες Ες χτυπάει την πόρτα του κρησφύγετου της αντιστασιακής ομάδας όπου ανήκε ο συγγραφέας, οργισμένος επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον θόρυβο. Ακούγοντας τα γερμανική γλώσσα του αξιωματικού ο Αμερύ γράφει: Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα μια για πάντα ότι η πατρίδα ήταν χώρα του εχθρού.

Μνησικακίες – Αποκαλυπτήρια

Στο τέταρτο δοκίμιο – ο τόμος ολοκληρώνεται με ένα ακόμα κείμενο με τίτλο Η αναγκαιότητα και η αδυνατότητα να είσαι Εβραίος ­– ο Αμερύ προβαίνει σε ένα ακόμα συγκλονιστικό αποκαλυπτήριο ψυχής. Θα μιλήσει, όπως γράφει, ως θύμα και θα εξετάσει τις μνησικακίες του. Εφόσον ούτε μπορώ ούτε θέλω να τις ξεφορτωθώ, πρέπει να μάθω να συνυπάρχω μαζί τους, ενώ συγχρόνως έχω καθήκον να τις αιτιολογήσω σε εκείνους ενάντια στους οποίους στρέφονται. Πώς να τον εγκαταλείψουν αυτές οι μνησικακίες όταν βλέπει στην δημόσια σκηνή της Δυτικής Γερμανίας να παρελαύνουν «προσωπικότητες» που συνέπραξαν με τους βασανιστές και να γερνούν πλήρεις σεβασμού; Πώς λειτουργούν αυτές οι μνησικακίες; Τον καρφώνουν στο σταυρό του ρημαγμένου του παρελθόντος, εγείρουν την παράλογη απαίτηση να ανακληθεί το ανέκκλητο, φράζει την έξοδο προς το μέλλον. Αξιώνουν από τον εγκληματία να συνειδητοποιήσει την ηθική αλήθεια του εγκλήματος και να βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια της κτηνωδίας του. Τη στιγμή της εκτέλεσής του να ποθήσει, όπως ακριβώς κι ο ίδιος, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να μην αφήσει να συμβούν όσα συνέβησαν.

Όσο εκείνος απέφευγε να μιλήσει ακόμα και τη γερμανική γλώσσα, τη γλώσσα του, επινοώντας ένα ψευδώνυμο με ρομανικό ηχόχρωμα, η Γερμανία πανηγύριζε τη μεγαλειώδη νεκρανάσταση της ισχύος της, σε αγαστή σύμπνοια με τους υπερατλαντικούς στρατιώτες. Ο παρίας Γερμανία πολιορκήθηκε στενά από μνηστήρες – πρόθυμους συνεταίρους στο παιχνίδι της ισχύος. Ο Γερμανοί που θεωρούσαν τους εαυτούς τους έθνος θυμάτων, επιθυμούσαν να υπερβούν, όπως ήταν της μόδας να λέγεται, το παρελθόν του Τρίτου Ράιχ, χωρίς να πληχθεί ιδιαίτερα η ψυχική τους ισορροπία. Όσο πιο δύσκολο είναι για τον ίδιο να ατενίσει το μέλλον με καθαρό βλέμμα, τόσο πιο εύκολο φαίνεται πως είναι για τους χθεσινούς του διώκτες. Το κοινωνικό σύνολο αρκείται να κοιτάζει μπροστά διαβεβαιώνοντας ότι ποτέ δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο.

Η ανηθικότητα της συγχώρεσης

Έχοντας πίσω μου δυο δεκαετίες αναστοχασμού πάνω σε όσα υπέστην πιστεύω πως είμαι σε θέση να αντιληφθώ πόσο ανήθικες ηχούν έννοιες όπως συγχώρηση και λήθη όταν επιβάλλονται με το ζόρι από την κοινωνία.

Ο Αμερύ υποστηρίζει πως τα περί συγχώρεσης δεν έχουν μόνο εξω- ηθικό αλλά και αντι – ηθικό χαρακτήρα. «Ό,τι έγινε, έγινε»: η ρήση είναι τόσο αληθινή όσο και εχθρική προς την ηθική και το πνεύμα. Επαναφέρει το ζήτημα συλλογική ενοχή (ταμπού όχι μόνο σήμερα αλλά ήδη από το 1946). Στη δική του συνείδηση τα εγκλήματα του καθεστώτος αποτυπώθηκαν ως συλλογικές πράξεις του έθνους. Αναρίθμητα άτομα που απαρτίζουν τον γερμανικό λαό ήξεραν με απόλυτη ακρίβεια τι συνέβαινε γύρω τους και τι συνέβαινε σε εμάς, διότι όπως εμείς, γεύονταν και αυτοί τη μυρωδιά της καμένης σάρκας από το γειτονικό στρατόπεδο εξόντωσης, ενώ κάποιοι μάλιστα φορούσαν ρούχα τα οποία είχαν αφαιρεθεί την προηγούμενη μέρα από τα νεοφερμένα θύματα στις αποβάθρες διαλογής. Όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουργούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. Εργάτες, μικροαστοί, ακαδημαϊκοί…δεν υπήρχε καμιά διαφορά. [σ. 142]

Διαθήκη και χρέος του γερμανικού έθνους

Τι προτείνει ο Αμερύ; Πρώτα απ’ όλα η γερμανική νεολαία δεν μπορεί να επικαλείται τον Γκαίτε, τον Σίλερ, τον Μπετόβεν και να αφήνει απ’ έξω τον Χίμμλερ. Είναι αδιανόητο να διεκδικείς για λογαριασμό σου τις εθνικές παραδόσεις όταν είναι έντιμες αλλά να τις αποποιείσαι όταν ενσαρκώνουν την ανεντιμότητα. Στη γερμανική Ιστορία και στη γερμανική παράδοση συγκαταλέγονται εφεξής ο Χίτλερ και οι πράξεις του. Στο απέναντι στρατόπεδο πρέπει να ξυπνήσει ένα αίσθημα αυτοδυσπιστίας. Να εισαχθούν ορισμένα βιβλία γύρω από το Άουσβιτς (γεωγραφική, ιστορική και πολιτική έννοια που προκαλεί αλλεργία στο αναγνωστικό κοινό) ως υποχρεωτική διδακτική ύλη στα σχολεία. Το γερμανικό έθνος οφείλει να ενσωματώσει το ανεπιθύμητο κομμάτι στην ιστορική του ταυτότητα. Να διαφυλάξει τη γνώση ότι η κυριαρχία της αχρειότητας δεν τερματίστηκε χάρη στους Γερμανούς. Να κατανοήσει ότι η συγκατάθεσή του στο Τρίτο Ράιχ ισοδυναμούσε με την απόλυτη άρνηση της ίδιας του της καλύτερης καταγωγής.

Οι Γερμανοί οφείλουν να αποκηρύξουν για πάντα καθετί που επιτέλεσαν κατά την περίοδο της βαθιάς του εξαχρείωσης και να προβούν σε πνευματική πολτοποίηση όχι μόνο των βιβλίων αλλά και οποιασδήποτε εκδήλωσης έλαβε χώρα κατά την φοβερή δωδεκαετία. Να σταματήσει η υπεροψία ενός έθνους που αστράφτει από ικανοποίηση που του δίνουν η ήσυχη συνείδηση και η ευνόητη χαρά ότι τα κατάφερε και πάλι, αυτή τη φορά όχι επικαλούμενο ηρωισμούς στο πεδίο της μάχης αλλά την μοναδική στον κόσμο παραγωγικότητά του. Στα όνειρά του, βλέπει Γερμανούς να έρχονται και να παίρνουν τα όργανα βασανισμού από τα χέρια των βασανιστών και να προστατεύουν οι ίδιοι τα κατατσακισμένα θύματα.

Ένα τόσο συγκλονιστικό βιβλίο, μια τόσο σπάνια γλώσσα κι ένα τόσο ζωντανό, βαθύ πνεύμα. Κι όμως, αυτό το πνεύμα δεν ήταν αρκετό να τον κρατήσει στη ζωή.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Γιάννης Καλλιφατίδης, σελ. 275. Περιλαμβάνονται: πρόλογος στην πρώτη έκδοση του 1966, πρόλογος στην νέα έκδοση του 1977 και ως επίμετρο δύο κείμενα του W.G.Sebald (Η απώλεια της πατρίδας – Ο Jean Améry και η Αυστρία και Jean Améry και Primo Levi), 14σέλιδη εργογραφία του συγγραφέα και 45σέλιδες σημειώσεις του μεταφραστή [Jenseits von schuld und sühne. Bewältigungsversuche eines überwältigten, 1966].

10
Σεπτ.
08

Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής

«Εκείνο τον καιρό ο κόσμος δεν ήξερε τι να κάνει με τη ζωή του, που τόσο απροσδόκητα του είχε χαριστεί. Δεν υπήρχαν λέξεις κι αυτές που είχαν απομείνει από το παρελθόν ακούγονταν κούφιες» (σ. 108).
Πράγματι, η γλώσσα έχασε κάθε εκφραστική δύναμη στην ζωή εκείνων που επιβίωσαν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λειτουργική της αδυναμία αναφέρεται συχνά στα γραπτά του Άπελφελντ: «Όποιος έκανε σε στρατόπεδο ή κρυβόταν στα δάση γνωρίζει τη σιωπή στο κορμί του. Ο πόλεμος είναι θερμοκήπιο για ν’ ακούς και να σωπαίνεις. Από εκείνα τα χρόνια κουβαλάω μέσα μου τη δυσπιστία για τις λέξεις».

Η ευτυχισμένη παιδική του ηλικία (γεννήθηκε το 1932 στο Τσέρνοβιτς της τότε αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μετέπειτα Ρουμανίας και σημερινής Ρωσίας) διακόπηκε βάναυσα με το ξέσπασμα του πολέμου και την δολοφονία της μητέρας του από τους Ναζί. Στάλθηκε μαζί με τον πατέρα του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από το οποίο και δραπέτευσε κι έζησε επί δύο χρόνια στα δάση της Ουκρανίας. Μετά την απελευθέρωση, πέρασε από την Ρουμανία, την Βουλγαρία, την Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία (σε στρατόπεδο εκτοπισμένων). Η Παλαιστίνη δεν αποτέλεσε τερματισμό της οδύσσειάς του αλλά την αφετηρία νέων αγώνων για να βρει την θέση του στον κόσμο αλλά και την προσωπική του φωνή.

Θα περίμενε κανείς αυτές οι πρόωρα συσσωρευμένες εμπειρίες να αποτελέσουν για τον Άπελφελντ πλούσια συγγραφική ύλη. Στην πραγματικότητα συνέβη το αντίθετο: οι εμπειρίες του πολέμου «κείτονταν βαριές και καταπιεσμένες μέσα του», κι εκείνος επιζητούσε να τις απωθήσει και να χτίσει μια νέα ζωή. Ακόμα κι όταν ένοιωσε έτοιμος να γράψει, αναρωτιόταν: «Πώς δίνει κανείς μορφή σε αυτή την πυρακτωμένη λάβα; Από πού αρχίζει; Πώς συνδέει τους κρίκους; Ποιες λέξεις χρησιμοποιεί;» (σ. 133). Ένοιωθε πως ο πραγματικός κόσμος ξεπερνούσε τη δύναμη της φαντασίας, συνεπώς, γράφοντας, δεν έπρεπε να την αναπτύξει αλλά να την συγκρατήσει, κάτι που του φαινόταν αδύνατο «γιατί τα πάντα ήταν τόσο απίστευτα ώστε ακόμα κι ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του ως μυθιστορηματικό πρόσωπο» (σ. 38).

Αν «τα πιο αληθινά γεγονότα πολύ εύκολα φαντάζουν πλαστά» και η εξιστόρηση της ζωής του θα φαινόταν ως «μια φανταστική, διόλου πειστική ιστορία» (σ. 45), τότε θα ακολουθούσε μια διαφορετική γραφή. Αποφεύγοντας την αναφορά και ερμηνεία ιστορικών γεγονότων και κάθε είδος «δημοσιογραφικής» αφήγησης, ο Άπελφελντ υιοθέτησε μια περισσότερο «εσωτερική» εκφραστική, επηρεασμένη από τον Κάφκα και τον Σουλτς. Βέβαια σε ετούτη την ώριμη αυτοβιογραφική του κατάθεση απουσιάζει η καφκική γλώσσα του παράλογου. Η αφήγηση είναι ρεαλιστική, γυμνή, χωρίς μελοδραματικές διαθέσεις. Η Ιστορία της Ζωής του αποτελείται από τριάντα μικρά κεφάλαια με χαλαρή χρονική αλληλουχία, το καθένα από τα οποία επικεντρώνεται συνήθως σε συγκεκριμένο θέμα.

Ακόμα και στις πιο συναισθηματικές του στιγμές, ο Άπελφελντ αφηγείται με απλότητα, ψυχραιμία και φιλοσοφική διάθεση, είτε αναφέρεται στις τακτικές επιβίωσής του (μαθαίνει να αφουγκράζεται τον κάθε ήχο, το αίσθημα της καχυποψίας ανάγεται σε τέχνη, τα άψυχα και τα ζώα αποτελούν τους μόνους πραγματικούς του φίλους) είτε στην ματαιότητα του λόγου («Οι λέξεις είναι ανίσχυρες όταν έρχονται αντιμέτωπες με τον όλεθρο· είναι φτωχές, αξιολύπητες και πολύ εύκολα παραχαράσσονται. Έως και οι πανάρχαιες προσευχές είναι ανίσχυρες εμπρός στον όλεθρο» (σ. 132)), είτε στα κατάλοιπα του πολέμου στην καθημερινότητά του (μέχρι και σήμερα περπατάει σύρριζα στους τοίχους και πάντα γρήγορα, σαν να ξεγλιστράει, ενώ ακόμα κι οι πιο συνηθισμένοι χωρισμοί του προκαλούν δάκρυα), είτε στην ενθύμηση φωτεινών σημείων στους σκοτεινούς χρόνους (η συνάντηση με θαυμάσιους ανθρώπους, που ακριβώς λόγω των συνθηκών απέκτησαν μεγαλύτερο ανάστημα και πιο ανοιχτή ματιά).

Οι πιο δυνατές σελίδες όμως αφορούν την διαχείριση της μνήμης του, μνήμη που νοιώθει ριζωμένη στο σώμα του. Αρκεί η μυρωδιά της μούχλας ή ενός φαγητού, η υγρασία στα παπούτσια ή ένας ξαφνικός κρότος για να τον γυρίσει στην καρδιά του πολέμου. Φαντάζεται την εποχή εκείνη σαν ένα καταθλιπτικό δάσος ή μια μακριά πομπή ανθρώπων φορτωμένων και εξαντλημένων. Κάπου στο μέσο του βιβλίου εξομολογείται: «Έχω γράψει ήδη πάνω από δέκα βιβλία σχετικά μ’ εκείνα τα χρόνια, καμιά φορά όμως νομίζω πως ακόμα δεν άρχισα καν να τα περιγράφω … πως μια πλήρης, λεπτομερειακή θύμηση είναι ακόμα κρυμμένη μέσα μου, κι έτσι και βγει από την κρυψώνα της, θα κυλάει άγρια και ορμητικά για μέρες ατέλειωτες» (σ. 116).

Ο Άπελφελντ δεν είναι ο συγγραφέας του Ολοκαυτώματος ή των διωγμών των Εβραίων. Το στοιχείο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα από τον Φίλιπ Ροθ σε συζήτησή του με τον συγγραφέα (Philip Roth – Κουβέντες του σιναφιού. Ένας συγγραφέας, οι συνάδελφοί του και η δουλειά τους, εκδόσεις Πόλις, 2004, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, σ. 34-35): ο Άπελφελντ είναι πάνω απ’ όλα ένας εκπατρισμένος, εκτοπισμένος, ξεριζωμένος συγγραφέας «που έκανε τον εκπατρισμό και τον αποπροσανατολισμό θέμα αποκλειστικά δικό του». Η λογοτεχνία του, μια «μυστηριώδης πεζογραφική πραγμάτωση της εκπατρισμένης νοοτροπίας», μετεωρίζεται «ανάμεσα στην αμνησία και τη μνήμη» και τοποθετείται «κάπου ανάμεσα στην παραβολή και την ιστορία». Συνυπογράφοντας, θα προσθέσουμε πως η Ιστορία αυτής της Ζωής μεταπλάθει λογοτεχνικά κάτι παραπάνω: την παιδική βίωση κάθε πολέμου αλλά και του επίπονου αγώνα της μετουσίωσής της σε γραφή.

Συντεταγμένες: Άαρον Άπελφελντ, Ιστορία μιας ζωής, μετάφραση και σημειώσεις Μάγκυ Κοέν, Εστία, σελ. 243

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15, φθινόπωρο 2008, Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

27
Μαρ.
08

Γουίλιαμ Στάιρον – Η επιλογή της Σόφι

Πόση αλήθεια κρύβει η διαπίστωση ότι, αργά ή γρήγορα, οι περισσότεροι συγγραφείς εκμεταλλεύονται το δράμα των άλλων. (σ. 142)

Η Επιλογή της Σόφι εκδόθηκε το 1979 ύστερα από δεκαετή συγγραφική σιωπή και μεταφράζεται στη γλώσσα μας σχεδόν τριάντα χρόνια μετά. Αυτό το πολυσέλιδο, πυκνότατο μυθιστόρημα (που θεωρείται ένα από τα συναρπαστικότερα της σύγχρονης λογοτεχνίας), πιστέψτε με, δεν σε κουράζει ποτέ. Σε βυθίζει σταδιακά στους τρεις παράλληλους και δραματικά εφαπτόμενους κόσμους των τριών ηρώων του και σου προσφέρει μερικές από τις συναρπαστικότερες σελίδες που έχουν ποτέ γραφτεί για τη φύση του κακού, το βάρος της μνήμης, τις πίσω πλευρές του έρωτα και της φιλίας, την απώλεια, την ψυχολογική κατάρρευση, τον πόλεμο, τη μοίρα.

Ήρωες: Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Στίνγκο, ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας, μετακομίζει στο Μπρούκλιν, σε μια λαϊκή πανσιόν που δεν διέφερε σε τίποτα από τα άσυλα των απόρων. Εκεί παγιδεύεται στο δαιδαλώδη ιστό της παθιασμένης και κυκλοθυμικής σχέσης των γειτόνων του, ενός ζεύγους που ζει φιλιώνει και ερωτοτροπεί λίγες μόνο ώρες μετά την πιο βάναυση σκηνή και για τους οποίους αναρωτιέται «αν είναι και οι δύο τρελοί ή παρίες, υποταγμένοι σε ένα παράξενο κοινό πεπρωμένο».
Ο (Εβραίος) Νέηθαν, ένας γητευτής μονίμως «κουρδισμένος», genius και διασκεδαστής μαζί, γίνεται έμπιστος φίλος του και γκουρού. Η ακαταμάχητη γοητεία του αντισταθμίζεται από μια ακαθόριστη σκοτεινή πλευρά του και από ξαφνικές αλλαγές σε διάθεση και συμπεριφορά, τα φοβερά tempetes (μπουρίνια) του. Σα να πετάει στον αέρα όπως το αεροπλάνο, κι ολοένα υψώνεται κι ανεβαίνει στη στρατόσφαιρα όπου ο αέρας είναι τόσο αραιός που δε μπορεί άλλο να πετάξει και να αναγκάζεται να πέσει. Κι όταν λέω ότι πέφτει, εννοώ, ως κάτω…
Η (Πολωνή και καθολική) Σόφι τον βλέπει ως σωτηρία της και καταστροφή της. Εργάζεται σ’ έναν αμφιλεγόμενο χειροπράκτη, διαβάζει Ντος Πάσσος και Τόμας Γουλφ αλλά αδυνατεί να προσαρμοστεί στη νέα της ζωή. Κυριεύεται από βαθιά μελαγχολία και μαύρη απελπισία εξαιτίας του ότι επέζησε από το Άουσβιτς, φοβούμενη πως δεν θα απαλλαγεί ποτέ από τις ενοχές της. Ενοχές, διαβρωτικές σαν το θαλασσινό νερό. Μπορεί κάποιος να κουβαλάει μέσα του την τοξίνη της ενοχής μια ολόκληρη ζωή, όπως τον τύφο. Αγωνίζεται απεγνωσμένα να διαγράψει το όνομα του στρατοπέδου από το λεξιλόγιό της, γνωρίζοντας ότι αν επέτρεπε να εισχωρήσει στη μνήμη της, θα κινδύνευε να χάσει, να δώσει τέλος στη ζωή της. Έχει δει το γαλαζωπό νέφος της καμένης ανθρώπινης σάρκας, συνεπώς αδυνατεί να πιστέψει σ’ ένα Θεό που γυρίζει την πλάτη του στους ανθρώπους. Η ανικανότητα των ανθρώπων να καταλάβουν πραγματικά ήταν ένας ακόμα από τους λόγους για τους οποίους απέφευγε να μιλά γι’ αυτά.
Πλοκή: Από την πρώτη στιγμή που θα τους δει κολλημένους τον ένα πάνω στον άλλο, σαν ένα σκοτεινό ανάγλυφο με φόντο τον ροζ διάδρομο με ένα κρεμαστό γλόμπο των σαράντα βατ, ο Στίνγκο δε θα πάψει να έλκεται από το ιδιόμορφο αυτό ζευγάρι, η σύγχιση και ταραχή των οποίων τροφοδοτείται απ’ τους βασανισμένους τους ψυχισμούς. Σταδιακά θα αρχίσει να θέλγεται σφοδρά από τις πολλαπλές γοητείες και αδυναμίες της Σόφι και να γίνει ο υποδοχέας των μυστικών της, μέχρι τον πυρήνα της τραγικής απόφασής της ανάμεσα σε δύο αβάσταχτες επιλογές. Μόνο που η Σόφι δεν είναι απολύτως ειλικρινής στις εξιστορήσεις της – αποκρύπτει, μεταπλάθει και παραπλανεί (άλλο ένα γοητευτικό στοιχείο υπονόμευσης της μυθοπλαστικής «αλήθειας»).
Γοητεία: Υπάρχουν τόσα στοιχεία που κάνουν την ανάγνωστη αυτού του έργου μια λογοτεχνική περιπέτεια μύησης. Η μυθοπλασία κινείται σε πολλά χρονικά επίπεδα, με αλλεπάλληλες χωροχρονικές παλινδρομήσεις. Στην αφήγηση του Στίνγκο εμπλέκονται οι σπαρακτικές διηγήσεις της Σόφι, όπως εκείνες της παρουσίας της στο σπίτι του Ρούντολφ Ές το 1943 και της δραματικής της ικεσίας για σωτηρία.
Ο λόγος είναι χειμαρρώδης, κοσμημένος με κάθε δυνατή λέξη που μπορεί να αποδώσει την πληθώρα των συναισθημάτων και των μνημών που ταλανίζουν τους ήρωες. Συχνά στο κείμενο ενσωματώνονται αναφορές σε έργα των Τζωρτζ Στάινερ, Χάννα Άρεντ, Ρίτσαρντ Ρουμπινστάϊν, στις σημειώσεις της Σιμόν Βέιλ για την οδύνη και την αληθινή φαυλότητα, σε μελετητές που έγραψαν για τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ανατομία του ψυχισμού του Ες.
Ήχοι/μουσική: Όμως η γραφή του Στάιρον διακρίνεται από ένα ακόμα σπάνιο χαρακτηριστικό: παντού στη διήγηση σπέρνονται ήχοι και νότες, που δένονται οργανικά με την αφήγηση. Η ιδιόμορφη τριάδα μοιράζεται ένα κοινό πάθος για τη μουσική, τζαζ και κλασική σε μια εποχή πολύ πριν την εμφάνιση του ροκ ή την αναβίωση της φολκ, θεωρώντας την σαν αναγκαίο ναρκωτικό, κάτι ανάλογο με τη θεία πνοή. Η μουσική είναι παρούσα στο ασφυκτικό δωμάτιο του «ζεύγους» μέσα από ένα μικρό ραδιόφωνο Ζενίθ και το γραμμόφωνο των δίσκων. Οι συμφωνίες του Μάλερ, η 5η του Μπραμς, το κονσέρτο για τσέλο του Χάιντν, η Ποιμενική του Μπετόβεν – το τελευταίο μουσικό κομμάτι που άκουσε η Σόφι προτού πάει στην κόλαση.
Έκτοτε θα διχάζεται απ’ την αντίφαση «της αφηρημένης κι ωστόσο απέραντης ομορφιάς της μουσικής» και τις σχεδόν απτές διαστάσεις της απελπισμένης οδύνης της. Όταν σταματάει η μουσική, ακούγεται το κλάμα της ή το ανήσυχο τρίξιμο των ελατηρίων της συνουσίας της και οι συνοδευμένοι από σχόλια οργασμοί. Στο τέλος μένει η σιωπή, κι ο αφηγητής μένει ν’ ακούει τους μακρινούς νυχτερινούς ήχους του Μπρούκλιν – το αλαργινό αλύχτισμα ενός σκύλου, ένα περαστικό αυτοκίνητο, το σιγανό γέλιο ενός ζευγαριού στην άκρη του κόσμου, τις δυνατές ομιλίες των νυχτοκόπων του Μανχάτταν.
Φάκελος φιλοξενούμενου: 1925 – 2006. Τέκνο του Αμερικάνικου Νότου (για τον οποίο έγραψε μερικές σημαδιακές σελίδες), συν-δημιουργός του λογοτεχνικού περιοδικού «The Paris Review», επίγονος του Φώκνερ, «λογοτεχνικός σύντροφος» των Γκορ Βιντάλ και του Νόρμαν Μέιλερ, φίλος του Κουρτ Βόνεγκατ. Κυρίως όμως, ένας ικανός συγγραφέας που κάποια στιγμή απέκτησε τα πάντα στη ζωή του (ευτυχισμένη οικογένεια, εγκατάσταση σε μια φάρμα στο Κονέκτικατ και τριαντάχρονη αφοσίωση στη συγγραφή, ήρεμη ζωή χωρίς το άγχος της επιβίωσης) αλλά τι παράξενο… Για άλλη μια φορά όλες αυτές οι αρμονίες όχι μόνο δεν αρκούν σε μια ταραγμένη ψυχή αλλά μπορεί και να οδηγήσουν σε κατάθλιψη και αυτοκτονικές εμμονές. Αυτός ο χρόνιος πότης κατάφερε ακόμα και το οριστικό διαζύγιο απ’ το οινόπνευμα (όταν αυτό «είχε πάψει να συμφωνεί μαζί του») αλλά όχι και από τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, βρέθηκε αντίκρυ με «την απελπισία πέρα από την απελπισία», νοσηλεύτηκε σε κλινική και βγήκε ζωντανός, για να διηγηθεί τη σκληρή του δοκιμασία στο «Θέα στο σκοτάδι. Χρονικό μιας τρέλας» (1990, στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις).
Συντεταγμένες: William Styron, Sophie’s choice, 1979. Ελληνική μετάφραση: Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Ποταμός, 2005, σελ. 652. Ας σημειωθεί πως η «στατική» κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τον Άλαν Πάκουλα το 1982 δεν αποδίδει ούτε στο ελάχιστο τη θυελλώδη γραφή και τα επίπεδα της Σταϊρονικής γραφής. Πρόσφατα υπήρξε και διασκευή σε όπερα από την Washington National Opera και την Royal Opera House του Λονδίνου.
Κάποιες φορές, μέσα στο πανδαιμόνιο των περιπαθών λυσσασμένων παραινέσεων και των εκκωφαντικών απαιτήσεων, μες στις κραυγές, τους πνιχτούς ψιθύρους και τις λάγνες προτροπές, άκουσα άραγε στ’ αλήθεια τον Νέηθαν να ψελλίζει τα αντατριχιαστικά λόγια που τώρα θυμόμουν; (σ. 100)
Πρώτη δημοσίευση εδώ.



Οκτώβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.047.005 hits

Αρχείο