Archive for the 'Παιδική ηλικία' Category

18
Ιαν.
19

Donatella Di Pietrantonio – Αρμινούτα

«Αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω»

Τον μήνα που απογαλακτίστηκα, οι δυο οικογένειες μοιράστηκαν τη ζωή μου στα λόγια, χωρίς συγκεκριμένες συμφωνίες, χωρίς να αναρωτηθούν πόσο ακριβά θα πλήρωνα την αοριστία τους. [σ. 58] / Με το πέρασμα του χρόνου έχασα ακόμα κι εκείνη τη συγκεχυμένη ιδέα μου περί κανονικότητας και σήμερα στ’ αλήθεια αγνοώ τι τόπος είναι μια μητέρα. […] Είναι ένα ανυποχώρητο κενό που γνωρίζω ότι υπάρχει αλλά δεν το προσπερνώ. Ένα κενό που σε ζαλίζει αν κοιτάξεις μέσα του. [σ. 134]

Με μια βαλίτσα στο χέρι, η Αρμινούτα αναγκάζεται να επιστρέψει στην βιολογική της οικογένεια. Χρεωμένοι την είχαν δώσει, πέμπτο τους παιδί, σε μια ξαδέρφη που ήθελε μωρό και κοριτσάκι, αλλιώς δεν θα ξυπνούσε η αγάπη μέσα της. Ορφανή από δυο μητέρες εν ζωή, η πρώτη να την έχει εγκαταλείψει με το γάλα της ακόμα στη γλώσσα της και η άλλη να την επιστρέφει στα δεκατρία της, η Αρμινούτα αισθάνεται «ένα παιδί αποχωρισμών, απατηλών ή αποσιωπημένων συγγενειών, αποστάσεων». Εκείνος που νόμιζε για πατέρα της την παραδίδει και φεύγει· κι όταν αργότερα επανέλθει, αυτή με σκίρτημα χαράς τρέχει στην πόρτα, για να διαπιστώσει ότι απλά είχε ξεχάσει να της δώσει ένα κουτί παγωτό βανίλια, την αγαπημένη της γεύση. Το έφαγαν οι άλλοι, εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου του 1975. 

Μέσα σε λίγες μέρες μαθαίνει να παλεύει για το φαγητό της, να προσηλώνεται στο πιάτο της και να το υπερασπίζεται από τα καταδρομικά πιρούνια των άλλων αδερφιών. Κρεβάτι θα μοιράζεται με την μικρή της αδελφή Αντριάνα, με το κεφάλι της μιας στα πόδια της άλλης. Σ’ ένα σκοτάδι κατοικημένο από χνότα κι εφηβικό ιδρώτα, πρέπει να συνηθίσει και την υγρή θέρμη από τα ούρα της Αντριάνας, που της φεύγουν κάθε βράδυ. Ένα σπίτι συνωστισμένο από παιδιά και στο άλλο δωμάτιο μια γυναίκα που δεν ξέρει πώς να την αποκαλέσει. Μαμά; Η λέξη φωλιάζει στον λαιμό της και δεν αναπηδά ποτέ από κει μέσα. Όταν θέλει να της μιλήσει της τραβά την προσοχή με διάφορους τρόπους.

Από τα αδέλφια της ο Τζουζέπε είναι ακόμα μωρό κι ο Σέρτζιο είναι διαρκώς εναντίον της – «εσύ ζήτησες πίσω τούτη τη σαλεμένη;» – αλλά ο δεκαοκτάχρονος Βιντσέντζο της δίνει κάποια σημασία. Η πρώτη τους κοινή εμπειρία στο λούνα παρκ της μένει αξέχαστη. Το κορίτσι δεν είχε ξαναζήσει από κοντά την βία, αλλά ο πατέρας σφαλιαρίζει τα παιδιά σε κάθε παράπτωμα. Ο Βιντσέντζο έχει τάσεις φυγής, συχνά ακολουθεί τους πλανόδιους τσιγγάνους του λούνα παρκ ως άλλα χωριά κι επιστρέφει μέρες μετά, με όλες τις συνέπειες.

Όσο διαφορετική κι αν είναι, αρχίζει να δένεται με την Αντριάνα, που ανυπομονεί να γνωρίσει την πόλη της και να δει για πρώτη φορά την θάλασσα. Αρχίζει το δέσιμο με την Αντριάνα και οι πρώτες υποσχέσεις. Στο νέο σπίτι προσαρμόζεται σ’ έναν άλλο τρόπο καθημερινότητας. Δεν πετιέται τίποτα, τα πάντα ξαναμπαίνουν στο τσουκάλι. Όταν την ρωτάνε οτιδήποτε, κανείς δεν ακούει τις απαντήσεις της. Όταν καταφτάνει ως δώρο μια κουκέτα και καινούργια στρώματα με παραβάν, τα αγόρια το χρησιμοποιούν να τις τρομάζουν. Άμαθη στις άμυνες, δέχεται τις επιθέσεις ανήμπορη και θυμωμένη.

Η Αρμινούτα δεν παύει να αναρωτιέται για τον λόγο που δεν την κράτησε παραπάνω εκείνη που νόμιζε ως μητέρα της. Την θυμάται όλες τις τελευταίες μέρες να κάθεται στο κρεβάτι και να μην έχει καν την δύναμη να μαγειρέψει. Ήταν τόσο άρρωστη που δεν ήθελε να την στενοχωρήσει; Έμαθε ότι δεν μπορεί να την έχει κοντά της όταν την ζήτησε πίσω η αληθινή της μητέρα; Μια επιστολή της μένει αναπάντητη, ακόμα κι όταν επιχειρεί να της τραβήξει την προσοχή: Στο ίδιο δωμάτιο κοιμούνται και τ’ αγόρια που είναι πάνω από δεκαπέντε κι αυτό δεν νομίζω ότι θα σου άρεσε. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί εδώ μέσα. Εσύ που πας κάθε Κυριακή στην εκκλησία, που διδάσκεις στο κατηχητικό της ενορίας, δεν μπορείς να μ’ αφήσεις σ’ αυτή την κατάσταση.

Φαίνεται πως όλες οι γέφυρες με το παρελθόν έχουν γκρεμιστεί· ακόμα και η νεαρή θεία Λίντια που της έκανε συντροφιά σπαράζοντας στα ερωτικά τραγούδια του ραδιοφώνου ή χορεύοντας σέικ στην τραπεζαρία με μάτια κλειστά και σκαρφιζόταν και μια ιστορία για κάθε σπόνδυλο της μικρής. Όταν έφυγε να δουλέψει σε μεγαλύτερα πολυκαταστήματα έστελνε καρτ ποστάλ με τα μνημεία της πόλης, «μετά μάλλον τελείωσαν». Όταν επέστρεψε το καλοκαίρι μιλούσε με ψεύτικη βόρεια προφορά κι η Αρμινούτα ντράπηκε για κείνη κι άρχισε να σκοτώνει την νοσταλγία της.

Κάποτε αποφασίζει να πάει στην παραθαλάσσια πόλη να την ψάξει. Παίρνει μαζί της την Αντριάνα, ιδανική πρόφαση για την μακρινή βόλτα, αν και στο σπίτι κανείς δεν ενδιαφέρεται για την απουσία των άλλων. Ο ναυαγοσώστης άνοιγε τις ομπρέλες όχι όμως και την αγαπημένη της θέση, λες και ήξερε ότι δεν θα είχε νόημα. Ακόμα και λαθρόβια πια της παραλίας που την είχε μεγαλώσει, μπαίνει στη θάλασσα με τον Βιντσέντζο και ξεχνούν ποιοι είναι. Αργότερα αυτός θα της χαρίσει μια καρδιά – κόσμημα, πιθανώς κλεμμένη, που θα διασώσει ως σήμερα κι ας μην την φόρεσε ποτέ. Κάθε φορά όμως που τον βλέπει να έρχεται, ένας εσωτερικός σπασμός στα σωθικά της κι ένα λίγωμα στην κοιλιά της. Απέφευγε να μείνει μόνη μαζί του και με βαριά καρδιά αγνοεί τα παρακλητικά του σφυρίγματα από την αποθήκη, μέχρι να επιστρέψει οργισμένος στο κρεβάτι του. Αργότερα, σε κάποιο νυχτερινό άγγιγμα, «μετέωροι στο χείλος του ανεπανόρθωτου», θα γράψει: Δεν ήμασταν μαθημένοι να είμαστε αδέρφια, κατά βάθος δεν το πιστεύαμε καν.

Η μοναχική κατόπτευση του σπιτιού της είχε αποβεί άκαρπη αλλά η Αρμινούτα κάθε τόσο πηγαίνει να επισκεφτεί την καλύτερη φίλη της, Πατρίτσια, τον έσχατο σύνδεσμο με την κλεμμένη της ζωή. Στις σύντομες φιλοξενίες βρίσκει λίγη παρηγοριά, προτού το λεπτό στρώμα της αγωνίας έρθει πάντα συνεπές το επόμενο πρωινό.  Κι ύστερα το πρώτο χαστούκι από την μάνα της, η αδόκητη πτήση του Βιντσέντζο, ένα ποτήρι νερό με γεύση αίματος, το παγωμένο σπίτι, η οριστική παραίτηση της μάνας του αχαλίνωτου γιου, το ψωμί πάντα χθεσινό από τον φούρνο για να είναι πιο φτηνό, τα γλυκά μάτια στον παντοπώλη για ένα καρότο, οι πρώτες μέρες του μικρού Τζουζέππε στο σχολείο κι αργότερα στο ίδρυμα, ένα «διαφορετικό» παιδί που δεν έπαψε να πηγαίνει να το βλέπει, ένα παιδί που φρόντιζε να της χαρίζει ένα φυλλαράκι όποτε έπεφτε κάποιο κοντά τους.

Στο ίδιο σχολείο γίνεται «αυτή που όταν ήταν μικρή την ήθελε για κόρη της μια μακρινή τους συγγενής, τώρα όμως που έγινε κοτζάμ δεσποινίς την επέστρεψαν στους ακαμάτηδες». Σύντομα γοητεύεται από την δασκάλα και τις πτήσεις των χεριών της στον αέρα που συνοδεύουν τα λόγια της. Η δασκάλα διακρίνει και τις ντροπαλές, με την κίνηση των χειλιών, απαντήσεις της κι αυτή είναι η αρχή μιας ενθαρρυντικής σχέσης, σε αντίθεση με την μάνα της, που παραπονιέται για το ρεύμα που χαλάει με το διάβασμά της. Αλλά η μελετηρή ζωή της έχει ήδη αρχίσει.

Η μητέρα της θάλασσας φρόντιζε μέσω της μητέρας του χωριού να φτάνει στα χέρια της Αρμινούτας ένα μικρό πόσο. Εκείνη περίμενε τα κέρματα μόνο και μόνο για την αίσθηση της θέρμης του χεριού της, θαρρείς και τις είχε αγγίξει η ίδια. Αλλά είναι τα έστω και ύποπτα χαρτονομίσματα του Βιντσέντζο που εκστασιάζουν την μικρή Αντριάνα: Με ξάφνιασε η έκστασή της. Εκείνος ο πόθος στα μάτια της στη θέα των χαρτονομισμάτων. Εγώ δεν είχα γνωρίσει κανένα είδος πείνας στη ζωή μου και τώρα ζούσα σαν ξένη ανάμεσα στους πεινασμένους. Το προνόμιο που κουβαλούσα από την προηγούμενη ζωή μου με ξεχώριζε, με απομόνωνε από την οικογένεια. Ήμουν η Αρμινούτα, αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω. Μιλούσα μια άλλη γλώσσα και δεν ήξερα πλέον πού ανήκα. Ζήλευα τις συμμαθήτριές μου στο χωριό, ακόμα και την Αντριάνα, που γνώριζαν με βεβαιότητα τις μητέρες τους. [σ. 127]

Η Αρμινούτα δεν παύει να κάνει σενάρια για την επιστροφή της – αν και πότε θα την πάρουν πίσω, αν όλα έγιναν για να μην την στενοχωρήσουν. Καθώς θριαμβεύει στο σχολείο αναρωτιέται αν η μητέρα της θα χαιρόταν όταν μάθαινε τους καλούς βαθμούς. Σε μια συγκινησιακή περιγραφή, η μικρή γιορτάζει μόνη της τα γενέθλιά της στην υπόγεια αποθήκη του σπιτιού. Αγοράζει μια μιλφέιγ από το μοναδικό ζαχαροπλαστείο του χωριού, ζητάει κι ένα κεράκι, κι αφού δεν της το χρεώνουν, το θεωρεί ως το δώρο της. Σιγοτραγουδά το τραγουδάκι στα σκοτεινά, χειροκροτεί, σβήνει το κεράκι και χαίρεται το γλυκό της.

Σύντομα θα αποχαιρετήσει και την δεύτερη – πρώτη αυτή οικογένεια για το λύκειο στην πόλη: αποχωρισμός από την Αντριάνα, ένοικος σ’ ένα νέο σπίτι, σε μια άλλη οικογένεια, όπου, τουλάχιστον η κυρία Μπίτσε εκεί δεν της προσφέρεται ως υποκατάστατο, μόνο αρκείται να την περιβάλλει με στοργή. Τα Σαββατοκύριακα που επιστρέφει στο «σπίτι» της, η μητέρα της συμπεριφέρεται σα να έχει λείψει μόνο πέντε λεπτά, ενώ η Αντριάνα αισθάνεται προδομένη.

Όμως είναι αυτή η Αντριάνα που θα παραμείνει πολύτιμη αδελφή της Αρμινούτας, «τόσο μόνες και τόσο κοντά», που θα της διδάξει την αντοχή και που στο μαζί θα βρουν αργότερα την σωτηρία. Λίγο πιο πριν, η Αρμινούτα μόνη της θα πάρει όλη την δύναμη για την Μεγάλη Συνάντηση με εκείνη που νόμιζε ως μητέρα. Εξαντλημένη από μια διαρκή εσωτερική θερμοκρασία αλλά δυνατή από την αδικία, θα διεκδικήσει της απαντήσεις που της αξίζουν, προτού η ίδια η ζωή της δώσει την τελευταία κι οριστική. Όπως λέγεται κάποια στιγμή: Δεν φταις εσύ αν λες την αλήθεια. Η αλήθεια φταίει που είναι λάθος.

Πώς καταφέρνει η συγγραφέας να γράψει ένα τόσο σαγηνευτικό βιβλίο; Ίσως επειδή κατέχει την τέχνη της αφήγησης και την πλέκει με ακαριαίες φράσεις (απλών κατά τα άλλα λέξεων) που όμως κρύβουν η καθεμιά τους ολόκληρες καταστάσεις. Η νεαρή της πρωταγωνίστρια δεν εκμαιεύει ούτε εκβιάζει λεπτό την συγκίνηση. Όσο κι αν είναι φαρμακωμένη από εκείνο που θεωρεί σκληρή συμπεριφορά, η απορία, η αίσθηση της αδικίας κι η ανάγκη των απαντήσεων απλώς εκφέρονται με τον πιο απλό κι έξυπνο τρόπο. Ίσως γι’ αυτό κόβουν βαθιά. Αυτή η ιστορία ενηλικίωσης είναι ταυτόχρονα και μια διαρκώς ανοιχτό υπόμνημα πως η παιδικότητα χάνεται ολοένα και σε πιο μικρές ηλικίες. Τίποτα δεν περισσεύει εδώ, ακόμα κι οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής· αντίθετα, φορτίζουν κι αυτές μια διαρκώς ζεστή διήγηση. Έχω την αίσθηση πως ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να διαβαστεί κι από αναγνώστες στην ηλικία της Αρμινούτας.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ: Δήμητρα Δότση, 216 σελ. [L’ Arminuta, 2017]

Στις εικόνες έργα των: José Jorge Oramas, Rick Beerhorst, Cynda Luclaire, Kathrin Honesta, Felice Casorati, Louis Treserras, Sora Ceballos-Lopez.

Advertisements
16
Ιον.
15

Christa Wolf – Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας

CW

Η εξαφάνιση των αναμνήσεων, πρέπει να ήρθε βολικά σε μια ανήσυχη συνείδηση που, καθώς ξέρουμε, πίσω από την ίδια την πλάτη της μπορεί να δώσει αποτελεσματικές εντολές, παραδείγματος χάριν «μην τα σκέφτεσαι πια!», εντολές που εκτελούνται πιστά χρόνια ολόκληρα: να αποφεύγεις ορισμένες αναμνήσεις, να μη μιλάς γι’ αυτές· να μην επιτρέπεις να γεννηθούν λέξεις, σειρές λέξεων, ολόκληρες αλυσίδες σκέψεων που θα μπορούσαν να ξυπνήσουν αναμνήσεις. Στους συνομήλικούς σου να μη θέτεις ποτέ ορισμένες ερωτήσεις, γιατί είναι ανυπόφορο δίπλα στη λέξη «Άουσβιτς» να σκεφτείς τη λεξούλα «εγώ»· εγώ με υποθετική έγκλιση, θα μπορούσα, θα έπρεπε, να είχα κάνει. [σ. 289]

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο για την μνήμη, το φασιστικό γερμανικό παρελθόν, την παιδικότητα, την διαχείριση της ενοχής· μια αυτοβιογραφία που δεν τηρεί τις προϋποθέσεις του είδους· που ονομάστηκε από τη συγγραφέα μυθιστόρημα και από την κριτική μυθιστόρημα μιας αυτοβιογραφίας. Πόσο εύκολη μπορεί να είναι η αναδίφηση μιας παιδικότητας; Πόσο σκληρή μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια παιδική ηλικία κύλησε μέσα στο ναζισμό; Πόσο μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από ένα παρελθόν και να αρνούμαστε μια ολόκληρη πραγματικότητα; Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη της συνειδητοποίησης αιτιών και αιτιατών που οδήγησαν στον πόλεμο και την εξολόθρευση των Εβραίων; Πώς διαμοιράζονται προσωπικές και συλλογικές ευθύνες σε εκείνους που ψελλίζουν «εγώ δεν ήξερα τίποτα»;

wolf_christa1963

Μονόλογος ή κλιτική προσφώνηση; Εγώ, εσύ ή αυτή; Σε αυτή την σκληρή δοκιμασία η συγγραφέας επιλέγει τον μόνο πρόσφορο τρόπο γραφής: διασπά το πρόσωπο της εκφοράς. Η αφήγηση της παιδικής της ηλικίας γίνεται σε τρίτο πρόσωπο που ονομάζει Νέλη (ένας τρόπος απομάκρυνσης;), του ενήλικου εαυτού της σε δεύτερο. Δεν πρόκειται για απλή μνημονική καταγραφή αλλά για ανάπλαση μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Η Βολφ αναπλάθει και μυθοποιεί, δημιουργεί λογοτεχνία από την μνήμη, κατασκευάζει μνήμη με την λογοτεχνία. Άλλωστε, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει, όλες οι μορφές αυτού του βιβλίου αποτελούν κατασκευάσματα της φαντασίας της. Όποιος νομίζει πως διακρίνει ομοιότητες ανάμεσα στους χαρακτήρες της αφήγησης και τον εαυτό του ή διάφορους γνωστούς του, παρακαλείται να σκεφτεί την περίεργη έλλειψη πρωτοτυπίας που χαρακτηρίζει της συμπεριφορά πολλών συγχρόνων μας. Και ακόμα, οφείλει να κατηγορήσει τις συνθήκες που γεννούν αναγνωρίσιμα μοντέλα συμπεριφοράς.

Η αφηγήτρια στα σαράντα της ταξιδεύει στην γενέτειρά της Λάντσμπεργκ αναζητώντας τα ίχνη της παιδικότητας και του παρελθόντος της. Στο ταξίδι αυτής της «επιστροφής» συμμετέχουν ο αδελφός της Λουτς, ο άντρας της Χ. και η δεκαπεντάχρονη κόρη της Λένκα. Τα πρόσωπα και ο χρόνος του ταξιδιού εντάσσονται στην μυθοπλασία του παρόντος ενώ παράλληλα γίνεται αναγωγή στο άμεσο και στο απώτερο παρελθόν της παιδικής ηλικίας της. Έτσι υπάρχουν τουλάχιστον τρία χρονικά επίπεδα: το παρόν της καταγραφής θυμάται το ταξίδι του 1971 κι εκείνο αναπλάθει την παιδική της ηλικία.

Girls' brigade ... an undated photograph of young members of the Hitler youth during a Sunday outing.

Πίσω στην παιδική ηλικία… Το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν περασμένο. Το βγάζουμε από πάνω μας και κάνουμε σαν να μας ήταν ξένο. Στην ανάμνηση εισβάλλει το παρόν και η σημερινή μέρα είναι κιόλας η τελευταία του παρελθόντος. Η διεργασία της μνήμης μοιάζει με καρκινοβασία, με κοπιαστική κίνηση προς τα πίσω, με πτώση σ’ ένα κενό χρόνου. Και μπορεί να συναντήσει ένα παιδί που γεμάτο αθωότητα κάθεται σ’ ένα πέτρινο σκαλοπάτι και για πρώτη φορά στη ζωή του λέει «εγώ». Ορίστε λοιπόν που το ξαναζωντάνεψες το παιδί…

Επειδή σου πέφτει βαρύ να ομολογήσεις ότι το παιδί εκείνο – τρίχρονο, απροστάτευτο, μόνο – παραμένει για σένα απλησίαστο. Δε σε χωρίζουν μόνο σαράντα χρόνια απ’ αυτό, δε σ’ εμποδίζει μόνο η αναξιοπιστία της μνήμης σου που δουλεύει επιλεκτικά και διατάζει: ξέχασε! παραποίησε! Εσύ η ίδια εγκατέλειψες το παιδί εκείνο· εντάξει, νωρίτερα το εγκατέλειψαν οι άλλοι. Ύστερα όμως και η ενήλικη γυναίκα που εκκκολάφτηκε απ’ αυτό και κατάφερε σιγά – σιγά να του κάνει όλα τα κακά που συνηθίζουν να κάνουν οι ενήλικοι στα παιδιά: Το εγκατέλειψε, το διαφοροποίησε, το νόθεψε, το παραχάιδεψε και το παραμέλησε, ντράπηκε και περηφανεύτηκε γι’ αυτό, με λάθος τρόπο το αγάπησε και με λάθος τρόπο το μίσησε. [σ. 24]

german-girls-gymnastics

Μόνο που δεν υπάρχει κανένας ξένος μάρτυρας των πρώιμων αναμνήσεών μας, που τις νομίζουμε αληθινές. Ωστόσο, φωτογραφίες που τις έβλεπε κανείς συχνά και για πολύν καιρό, δύσκολα εξαφανίζονται. Αποτυπώνονται στη μνήμη σαν αμετάβλητα αγάλματα και δεν έχει πια σημασία, αν μπορεί κανείς να τις παρουσιάσει ως αποδεικτικά στοιχεία. Η συγγραφέας ψάχνει και άλλους τρόπους: μελετάει στην κρατική βιβλιοθήκη του σκονισμένους τόμους της εφημερίδας της πατρίδας της και στον «Οίκο του δασκάλου» τα σχολικά βιβλία της εποχής – όπως εκείνο της Βιολογίας όπου υπήρχαν φωτογραφίες ανθρώπων από «κατώτερες» φυλές: σημιτικές, ανατολικές…

Ασχολεισαι ήδη με την δεύτερη γενιά φωτογραφιών· ο χρόνος μετατρέπεται ασταμάτητα σε παρελθόν και χρειάζεται την υποστήριξη του φωτογραφικού φιλμ, των εγγραφών μας σε λογής – λογής χαρτιά, σημειωματάρια, γράμματα σε άλμπουμ αποκομμάτων. Ένα μέρος της σημερινής μέρας πρέπει να το διαθέτουμε πάντα προσπαθώντας να στερεώσουμε στην μνήμη τη χτεσινή. [σ. 114]

Θα βοηθούσε η ενθύμηση εκείνου του ενδιάμεσου ταξιδιού, το καλοκαίρι του 1971; Τότε της έγινε η πρόταση να επισκεφτεί επιτέλους στην πόλη Λ., που σήμερα λέγεται στα πολωνικά Γκ… Τουρισμός στις χαμένες πατρίδες. Στην «αιτιολόγηση» του τριπλού εντύπου γράφτηκε «επίσκεψη την πόλης», ενώ πιο αληθινές αιτίες θα ήταν «ταξίδι εργασίας» ή «εξετάσεις μνήμης». Σ’ εκείνον τον τόπο καταγωγής δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος να τους φιλοξενήσει.

Bundesarchiv_Bild_183-33560-0008,_Petzow,_Schriftsteller-Erholungsheim,_Christa_Wolf

Τώρα η μνήμη πρέπει να ξεκινήσει από μόνη της· να παραχθεί από την ανάμνηση και το αντίθετό της, την λήθη. Αναζήτηση του σχετικού λήμματος στο Νέο Λεξικό Μάγερ, 1962. Είδη: μηχανική, λογική, λεκτική, υλική μνήμη, μνήμη μορφών και πράξεων. Αισθητή η απουσία ενός ιδιαίτερου είδους: της ηθικής μνήμης. Τουλάχιστον σιγά σιγά έρχονται τα πρόσωπα: η οικογένεια, δεκάδες συγγενικά πρόσωπα, οι φιλενάδες, ο ευρύτερος περίγυρος. Η οικογένεια ως ένα συνονθύλευμα ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας και φύλου, καταδικασμένο στην απόκρυψη ενοχλητικών μυστικών.

Το οδικό δίκτυο της πόλης όπου μεγάλωσε έχει αποτυπωθεί μέσα της μια για πάντα, σαν φυσικό δείγμα διευθέτησης πλατειών, εκκλησιών, δρόμων και ποταμών. Αλλά σ’ αυτό το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο αλλαγμένο, γιατί το γνήσιο θα ήταν προδοτικό και θα φανέρωνε ίχνη που πρέπει να εξαλειφθούν· αισθάνεται υποχρεωμένη να ανακατατάξει τα γεγονότα, για να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα.

9.-CHRISTA-WOLF

Ειδικά τώρα που θα άξιζε να είναι κανείς ειλικρινής, πράγμα που δε συμβαίνει πάντα, ίσως ούτε καν συνήθως, τώρα πέφτεις σ’ ένα είδος απώλειας μνήμης που δεν ταυτίζεται με τα κενά μνήμης, τα οποία αφορούν την πρώιμη παιδικότητα και φαίνονται αυτονόητα, σχετίζονται μ’ εκείνους τους θαμπούς ή λευκούς λεκέδες πάνω σ’ ένα περίεργο, ηλιόλουστο τοπίο, πάνω από το οποίο αιωρείται το συνειδητό σαν αερόστατο σε άστατους ανέμους ρίχνοντας στο τοπίο τη δική του σκιά. Ακριβώς τώρα όμως αυτό το συνειδητό, εμπλεγμένο στα γεγονότα πάνω από τα οποία θα έπρεπε να ανυψωθεί με τη βοήθεια της μνήμης, φαίνεται να υποκύπτει σ’ ένα είδος μερικής συσκότισης, να γίνεται παραγωγός της αφάνειας που εσύ επιθυμείς να φωτίσεις. Το πρόβλημα μοιάζει άλυτο. Αυτό που μένει είναι η πεποίθηση ότι πρέπει να αποκλείσεις τις εφευρέσεις και να χρησιμοποιήσεις τη ανάμνηση των αναμνήσεων, τις αναμνήσεις της φαντασίας μόνο σαν υλικό δεύτερης κατηγορίας, σαν αντικαθρέφτισμα και όχι σαν πραγματικότητα. [σ. 273]

Το 1933 άρχισαν οι περιορισμοί ορισμένων προσωπικών ελευθεριών. Οι διατάξεις απευθύνονταν εναντίον ενός είδους ανθρώπων, άρα ο περίγυρός της δεν αναστατώθηκε. Η μεγαλειώδης νίκη των Ναζί έφτασε το υψηλότερο ποσοστό ακριβώς στην πόλη της Λ. Όσοι αργότερα ισχυρίζονται πως δεν είχαν ακούσει τίποτα για στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξέχασαν εντελώς ότι η δημιουργία τους τυπώθηκε ως αγγελία. Ο πατέρας που έχει να διαλέξει ανάμεσα στο ασαφές σφίξιμο του στομαχιού και τις χιλιάδες ζητωκραυγές του ραδιοφώνου, ψηφίζει για τις ζητωκραυγές και ενάντια στον εαυτό του. Σταματούν να χαιρετούν τον γιατρό Λάιτνερ, αλλά εκείνος συνεχίζει να βγάζει το καπέλο μπροστά στον κάθε ζητιάνο. Η οικογένειά της παύει να τον συμβουλεύεται. Ο ήλιος λάμπει διαφορετικά.

wolf 2

Ακολουθούν οι πρώτες λυπηρές φήμες. Κάποιος που δεν θέλει να διακόψει την μιαρή του σχέση με μιαν Εβραία εκτίθεται στη λαϊκή οργή και προσπαθεί να διαφύγει προς τα λιβάδια. Και η Νέλη αποτυπώνει μέσα της τη μελωδία της γιγάντιας χορωδίας που, ξεκινώντας με μικρές κραυγές, ανελισσόταν σε μια τρομαχτική κραυγή. Θυμάται τα κορίτσια της ναζιστικής νεολαίας, τις κατασκηνώσεις εκπαίδευσης, την λαμπαδηφορία των Ες – Α, τον χαιρετισμό του πλήθους με το χέρι ψηλά. Εσένα θα σ’ ενδιέφερε, τι άραγε σκεφτόντουσαν ή αισθανόντουσαν τόσοι άνθρωποι, ακόμα και ασυνείδητα, εκείνες τις στιγμές.

Τι ποσοστά του πληθυσμού την Λ. έκλαψαν εκείνο το βράδυ, εκτός από την υπηρετριούλα Ελβίρα, που ο πατέρας της δούλευε στα σφαγεία; Περιττή ερώτηση, αφού ποτέ δεν θα υπάρξει μέτρο σύγκρισης για να μάθουμε πόσοι άνθρωποι πρέπει να κλάψουν, για να ακυρωθεί το γέλιο της συντριπτικής πλειοψηφίας; πέντε τα εκατό; Τρία κόμμα οχτώ; Ή μήπως φτάνει μόνο μια οικογένεια για να σώσει μια πόλη ολόκληρη; Πέντε δίκαιοι για πενήντα χιλιάδες ; [σ. 81]

article-0-19CAA7A300000578-446_964x623

Ακόμα και κάτω από τον ήλιο που έλαμπε διαφορετικά, η συγγραφέας βρίσκει ένα ανέμελο παιδί. Και ξαναβρίσκεται τώρα πάλι στην σκιά μιας κλαίουσας ιτιάς – που κάποτε της φαινόταν το ωραιότερο δέντρο του κόσμου – πίσω από το μισογκρεμισμένο πια παλιό ζαχαροπλαστείο. Αλλά και πάλι: Όσο πιο μικρή, τόσο πιο ευτυχισμένη, ίσως υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό. Ίσως όμως ο πλούτος της παιδικής ηλικίας, που καθένας αισθάνεται, δημιουργείται επειδή την εμπλουτίζουμε αδιάκοπα, όταν την ξανασκεφτόμαστε. [σ. 47]. Και πάλι: Γνωρίζουμε βέβαια την αστάθμητη μνήμη των παιδιών που θεωρεί αξιοθησαύριστα μόνο τα ποικίλα και φανταχτερά ή τα τρομερά γεγονότα, όχι όμως και τις καθημερινές επαναλήψεις που, ουσιαστικά, αποτελούν τη ζωή. [σ. 99]

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η μεταφορά των βιωμάτων από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη συμβαίνει τη νύχτα, στα όνειρα. Φαντάζεσαι λοιπόν ένα λαό κοιμωμένων, που μέσα στον ύπνο τους ακολουθούν την εντολή «σβήστε, σβήστε, σβήστε». Ένα λαό ανύποπτων που, αν αργότερα ερωτηθούν, θα απαντήσουν σαν ένας άνθρωπος αλλά με εκατομμύρια στόματα ότι δε θυμούνται. Και κανένας τους δεν θα θυμηθεί το πρόσωπο του Εβραίου, του οποίου το εργοστάσιο – ένα μικρό, παραμελημένο εργοστάσιο ζάχαρης, ένα μαγαζάκι για καραμέλες είχαν πάρει σε εξευτελιστική τιμή.

League German Girls 33-5

Ο χάρτης είναι διάστικτος από μικρές τελίτσες (δευτερεύοντα στρατόπεδα) και σταυρουδάκια (γκέτο). Ποτέ κι από κανένα συμπολίτη της δεν άκουσε η Νέλη μια λέξη για όλα αυτά, ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε και μετά το τέλος του. Πρώτα πρέπει να υπάρξουν οι γονείς των μαζικών δολοφόνων, πριν δημιουργηθούν οι μαζικοί δολοφόνοι. Και ποιοι δίδαξαν την υπακοή ως αρετή; Μήπως όσο η λογική δεν χρησιμοποιείται μαραίνεται, όπως ένα όργανο που δεν ασκείται· αλλά μια μέρα μπορεί να ξαναεμφανιστεί με μια απρόσμενη ερώτηση; Πού ζήσατε όλοι σας τόσα χρόνια! Μπορεί κανείς από έναν άνθρωπο να κάνει ένα ζώο; Πως είναι δυνατό να είναι κανείς παρών και συγχρόνως να απουσιάζει;

Τώρα ξεχειλίζουν τα ερωτήματα: πόσους σφραγισμένους χώρους μπορεί να δεχτεί η μνήμη πριν σταματήσει να λειτουργεί; Πόση και τι είδους ενέργεια καταναλίσκει αδιάκοπα για να στεγανοποιεί τις κάψουλες που οι τοίχοι τους με τον καιρό ξεφτίζουν και διαλύονται; Τι θα γινόμασταν όλοι εμείς, αν επιτρέπαμε στους κλεισμένους χώρους της μνήμης μας ν’ ανοίξουν και να χύσουν τα περιεχόμενά τους μπροστά στα πόδια μας;

A picture dated July 7, 1971 shows German writer Christa Wolf. Wolf dead in Berlin at 82, December 1, 2011. Photo: dpa/aa

Σε αυτήν την εποχή γενικής απώλειας μνήμης (μια φράση που ήρθε προχθές με το ταχυδρομείο) πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πλήρης πνευματική παρουσία είναι δυνατή μόνο πάω στη βάση ενός ζωντανού παρελθόντος. Όσο πιο παλιά πάνε οι αναμνήσεις, τόσο μεγαλύτερος χώρος απελευθερώνεται γι’ αυτό που αποτελεί την ελπίδα μας, το μέλλον. Μόνο που – όπως κατάλαβες αυτή τη νύχτα – είναι πολύ πιο εύκολο εφεύρει κανείς το παρελθόν αντί να το θυμηθεί· και η ερώτηση, αν πλήρης πνευματική παρουσία είναι πραγματικά απαραίτητη, θαμποχάραζε μέσα σου σαν πιθανός αντίλογος. [σ. 197]

Και τελικά ποια είναι η θέση του συγγραφέα; Πού αρχίζει το καταραμένο καθήκον του γραφέα – που είτε το θέλει είτε όχι είναι παρατηρητής, αλλιώς δε θα έγραφε, θα πολεμούσε ή θα σκοτωνόταν – και πού τελειώνουν τα καταραμένα του δικαιώματα; Πού απόμειναν οι καιροί, όπου οι ύπουλοι εξορκιστές του παρατατικού μπορούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως τάχα αυτοί ήταν που μοίραζαν δικαιοσύνη; Αλίμονο σ’ αυτούς τους καιρούς που ο γραφέας πρέπει να επιδείξει την πληγή της δική τους αδικίας, πριν αποκτήσει το δικαίωμα να γράψει για τις ξένες πληγές. [σ. 218]

christa-wolf02

Ένα βιβλίο σύνθετο, ελεγειακό, σκληρό, συγκινητικό σαν άλμπουμ παιδικής ηλικίας, αμείλικτο σαν ηθική καταδίκη, εφιαλτικό για οποιονδήποτε Γερμανό έζησε στον πόλεμο, βασανιστικό με τόσα ερωτήματα, ταξιδευτικό με τόσους τόπους, υπόδειγμα συγγραφικής συνείδησης και ευσυνειδησίας. Ή, με τα δικά της λόγια:

Κανείς ή μπορεί να γράφει ή να είναι ευτυχισμένος.

Εκδ. University Studio Press, μτφ. Κυριακή Χρυσομάλλη – Henrich, σελ. 502. Με τετρασέλιδο πρόλογο, 37 σημειώσεις της μεταφράστριας και δισέλιδο χάρτη [Kindheistmuster, 1977].




Φεβρουαρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728  

Blog Stats

  • 967.230 hits

Αρχείο

Advertisements