Archive for the 'Παιδική ηλικία' Category

20
Απρ.
19

Charles E. Schaefer, Theresa Foy DiGeronimo – Ages and Stages. Στάδια ανάπτυξης. Ένας οδηγός για την ενίσχυση των κοινωνικών, συναισθημάτικών και γνωστικών δεξιοτήτων του παιδιού σας

Οδηγός πλοήγησης στο ωραιότερο ταξίδι

Είναι πλέον κοινός τόπος ότι οι καλές προθέσεις κάθε γονέα για την υγιή ανάπτυξη του παιδιού του δεν είναι αρκετές. Η συνεχής συνδρομή του δεν είναι μόνο απαραίτητη σε μια διαρκή καθημερινότητα αλλά και κρίσιμη και καθοριστική για όλη την ζωή του. Τι συμβαίνει λοιπόν με το νέο πλάσμα από την στιγμή της γέννησής του μέχρι τα εννιά του χρόνια και με ποιους τρόπους μπορεί ο γονέας να βρίσκεται συνεχώς παρών στην συναισθηματική υγεία, την γνωστική ανάπτυξη, την οικογένεια και σχέσεις με συνομήλικους, την προσωπική ανάπτυξη και την διαμόρφωση του χαρακτήρα του; Ακριβώς αυτοί οι πέντε τομείς εξετάζονται σε αυτό το πολύτιμο βιβλίο, χωρισμένοι σε τέσσερα ηλικιακά στάδια: Γέννηση έως 18 μηνών [πρώτο στάδιο], 18 έως 37 μηνών [δεύτερο στάδιο], 36 μηνών έως 6 χρόνων [τρίτο στάδιο], 6 έως 9 χρόνων [τέταρτο στάδιο],

Η δομή των κεφαλαίων χαρακτηρίζεται από μια ενδιαφέρουσα ποικιλία γραφής. Προηγούνται ημερολογιακές σελίδες από γονείς, οι οποίοι περιγράφουν μια ενδεικτική εμπειρία από το παιδί τους. Ακολουθούν οι επιμέρους ενότητες οι οποίες όμως διανθίζονται από ξεχωριστά «κουτάκια» άλλοτε με αυτόνομες παραγράφους και άλλοτε με επισήμανση σημαντικών φράσεων του κειμένου αλλά και ευσύνοπτες λίστες με όσα οφείλει κανείς να ενθαρρύνει ή να αποφεύγει, ενώ περιλαμβάνονται και δεκάδες ένθετα κείμενα που παρουσιάζουν σημαντικά επιστημονικά στοιχεία με την απαραίτητη βιβλιογραφική ένδειξη Με αυτό τον τρόπο ο αναγνώστης μπορεί και να διαβάσει το κύριο σώμα του βιβλίου αλλά και να ανατρέξει στην τεκμηρίωσή του, χωρίς να διακόπτει ένα κείμενο που ρέει.

Ας δούμε, για παράδειγμα, μερικές σημαντικές πλευρές του πρώτου αναπτυξιακού σταδίου. Όσον αφορά την συναισθηματική υγεία, είναι προφανές ότι το επίπεδο της συναισθηματικής επάρκειας ενός παιδιού επηρεάζεται από πολλούς γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όμως είναι η σχέση γονιού και παιδιού κατά την διάρκεια της βρεφικής και παιδικής ηλικίας που ασκεί καίρια μακροπρόθεσμη επιρροή στην συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Είναι πλέον τα ίδια τα επιστημονικά στοιχεία που μας βεβαιώνουν ότι το βρέφος έχει ανάγκη κάθε θετική ανταπόκριση από τους γονείς του, ώστε να αναπτυχθούν κατάλληλα τα τμήματα του εγκεφάλου που ελέγχουν τα συναισθήματα.

Ο πιο σημαντικός στόχος του γονικού ρόλου είναι το να κάνει τα παιδιά να νιώθουν ότι αγαπιούνται. Αυτό το συναίσθημα δίνει την δυνατότητα στα παιδιά να εκτιμούν και να αγαπούν τον εαυτό τους. Τους επιτρέπει να γίνουν συναισθηματικά σταθερά άτομα και να μαθαίνουν να αγαπούν μέσα από την αγάπη που δέχονται τα ίδια. Τα μωρά που μαθαίνουν ότι οι ενήλικες είναι αξιόπιστοι και ότι μπορούν να βασιστούν πάνω τους όταν κλαίνε, διαμορφώνουν μια θετική εικόνα για τον εαυτό τους και τους άλλους. Η εμπιστοσύνη και η σιγουριά απέναντι στα άτομα που τα φροντίζουν, είναι συναισθήματα απαραίτητα στην ποιότητα των σχέσεων που θα έχουν αργότερα, με συγγενείς, συμμαθητές, άλλους ενήλικες, έως και τον ή την σύντροφό τους. Αντίθετα, αν δεν βρουν ζεστή ανταπόκριση στο κλάμα τους, βιώνουν μια έλλειψη αυτοπεποίθησης και αισθάνονται ανάξια μιας ζεστής και ανταποδοτικής προσοχής.

Εδώ διαβάζουμε για τα βασικά στοιχεία αυτού του ισχυρού συναισθηματικού δεσμού (της προσκόλλησης), για την ανυπολόγιστη σημασία του αγγίγματος και της άφθονης φυσικής επαφής,  εκείνα που πρέπει να ενισχύουμε ή να αποφεύγουμε, τις εκδηλώσεις της χαράς και του θυμού (που είναι πολύ πιο πολύπλοκες απ’ όσο νομίζουμε). Όσον αφορά την εμπειρία του θυμού, που δεν είναι παρά μια φυσική αντίδραση στην δυσφορία, τα μωρά έχουν ανάγκη να τον μαθαίνουν σ’ ένα ασφαλές, προστατευμένο περιβάλλον, ώστε να διδαχτούν τον συναισθηματικό έλεγχο. Τα αναφυόμενα θέματα δεν σταματούν ποτέ: Πώς διαχειριζόμαστε τον θυμό αλλά και τον φόβο; Για ποιο λόγο πρέπει φωναχτά να ονομάζουμε τα συναισθήματα; Ποια είναι τα σωστά παιχνίδια επιβράβευσης και αποχωρισμού;

Στο κεφάλαιο της γνωστικής ανάπτυξης αντιλαμβανόμαστε την θεμελιώδη ανάπτυξη του εγκεφάλου από τις εμπειρίες της ζωής και την αλληλεπίδραση με άλλα άτομα και αντικείμενα. Τα βρέφη και τα παιδιά στα οποία σπάνια απευθύνεται κανείς και τα οποία διαθέτουν λίγα παιχνίδια και ερεθίσματα ή ευκαιρίες πειραματισμού και εξερεύνησης είναι πιθανόν να μην καταφέρουν να αναπτύξουν πλήρως τις νευρικές συνδέσεις που διευκολύνουν την μάθηση. Έτσι, παρά το γεγονός ότι γενετικά είναι φυσιολογικά, έχουν ένα μόνιμο διανοητικό μειονέκτημα. Ως καθηγητής σε παιδιά γυμνασίου και λυκείου συναντώ σε μόνιμη βάση αυτό το «ανεξήγητο» μειονέκτημα. Ίσως λοιπόν και εδώ οι «απορημένοι» ως προς αυτό γονείς να αναλογιστούν ρόλους και ευθύνες.

Ποια η σημασία της επίλυσης προβλημάτων και της τυχαίας μάθησης στα παιδιά; Πώς αναπτύσσονται δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων μέσα από δοκιμές και λάθη; Για ποιο λόγο δεν πρέπει να σπεύδουμε να λύσουμε κάθε τους πρόβλημα αλλά να τους επιτρέπουμε να το κάνουν εκείνα; Πόσο καθοριστική είναι η φαντασία και το παιχνίδι και πώς ενθαρρύνονται; Με ποιο τρόπο τα παιχνίδια της προσποίησης ευνοούν την ανάπτυξη της γλώσσας; Ποια είναι τα μέσα της γλωσσικής επικοινωνίας του βρέφους και ποιος ο ρόλος του γονέα στην ενθάρρυνση της γλωσσικής ανάπτυξης;

Στο κεφάλαιο για την οικογένεια και τις σχέσεις με συνομηλίκους, διδασκόμαστε για τις ευχάριστες αλλά και μη διαπραγματεύσιμες συνήθειες καθώς και για την απαραίτητη ρύθμιση της ρουτίνας αλλά και του εσωτερικού ρολογιού των παιδιών. Τα τελετουργικά δίνουν μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου του γύρω κόσμου τους. Η προσωπική ανάπτυξη, από την άλλη, εδώ καταρχήν αφορά την αντίληψη του εαυτού, με την σταδιακή ανακάλυψη των ορίων και της ολότητας του σώματος και την δημιουργία θετικής εικόνας γι’ αυτό, την αντίληψη του εαυτού ως πράττοντος, την αναγνώριση του φύλου και την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα ξεχωριστό άτομο με αξία. Ακολουθεί η αυτονομία, με τα μικρά βήματα ελέγχου του κόσμου, την ικανότητα ανακούφισης με το κλάμα και  την συμπεριφορά «ψάχνω και κατατρέφω» ως περιπέτεια εξερεύνησης, αλλά και η υπευθυνότητα, αμφότερα με δεκάδες προεκτάσεις, απαραίτητες ενέργειες αλλά και παγίδες.

Η διαμόρφωση του χαρακτήρα, ολοκληρώνει την κάθε ενότητα του επιμέρους αναπτυξιακού σταδίου. Για να μπορέσουμε να υιοθετήσουμε αξίες όπως η ειλικρίνεια και η ευγένεια και να αναπτύξουμε την αίσθηση της ηθικής για το σωστό και το λάθος, πρέπει όλοι να είμαστε σε θέση να βιώνουμε συναισθήματα άμεσα συνδεδεμένα με τις συνέπειες των πράξεών μας – άγχος, ενοχές, τύψεις, δυσφορία. Το μωρό τα διδάσκεται όλα αυτά μέσα από τον τρόπο που το μεγαλώνουμε.  Όσο περισσότερο συμμετέχουν τα παιδιά σε δραστηριότητες αγάπης και φροντίδας με τους γονείς τους, τόσο πιθανότερο είναι να επιδείξουν και αυτά την ίδια συμπεριφορά αγάπης και φροντίδας όσο μεγαλώνουν. Η αίσθηση του να αγαπιέται κανείς έχει μια βαθιά και παντοτινή δράση στα συναισθήματα ενός ανθρώπους για τους άλλους. Εδώ αναπτύσσονται ιδιαίτερα δύσκολα θέματα όπως η εμφύσηση αξιών, ο αυτοέλεγχος και η πειθαρχία, καθώς και η διδασκαλία των καλών τρόπων.

Εννοείται ότι η ανάπτυξη κάθε μωρού και παιδιού είναι μοναδική και εξατομικευμένη. Όλα τα χρονοδιαγράμματα δεν είναι παρά απλώς οδηγοί που βασίζονται σε μέσους όρους. Όμως βιβλία σαν κι αυτό δεν μας προσφέρουν μόνο απαραίτητα δεδομένα που σε πολλές περιπτώσεις διαφοροποιούνται απ’ όσα έχουν ήδη «καθιερωθεί» αλλά και αποτελούν πολύτιμο πλοηγό όχι πλέον στην θεωρία αλλά στην ζωντανή καθημερινότητα για το μεγάλωμα ενός ευτυχισμένου παιδιού με ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Εκδ. Μάρτης, 2016, μτφ. Μαριαλένα Κατσούρα, 256 σελ. [Ages and stages. A parent’s guide to Normal Childhood Development, 2000]. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες έργα των: Sora Ceballos-Lopez, Snezhana Soosh, Amanda Varga, οκτάχρονης Liang Shihe, Snezhana Soosh.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Advertisements
24
Μαρ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 5. Στέργια Κάββαλου

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Μακάρι να είχε αυλή ο Κωστής αν και δεν ξέρω αν αυτό θα τον έκανε πιο χαρούμενο. Αλλά και πάλι οι ανοιχτοί χώροι είναι για τα παιδιά, ο Κωστής πάει μεγάλο δημοτικό, οπότε… Στα σοβαρά όμως, το πιο πρόσφατο μου βιβλίο λέγεται «Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις» και κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2018 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ξεκινά με τον πρωταγωνιστή να θέλει να πολεμήσει το κακό που τον βρήκε, το γεγονός ότι πρέπει όλη η οικογένεια να μετακινηθεί από το Παγκράτι στην Αβινιόν της Γαλλίας επειδή ο μπαμπάς του βρήκε εκεί καλύτερη δουλειά. Η ιστορία ξεκινά κατακαλόκαιρο στην Αθήνα και τελειώνει στο αεροπλάνο με την προσγείωση στην Ελλάδα του μπαμπά Γιώργου, της μαμάς Κάσης, της αδερφής Λητώς και της γιαγιάς Ιουλίας για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Ας πούμε ότι στο ενδιάμεσο διάστημα ο Κωστής θα προσπαθήσει να βρει τον τρόπο να μη χάσει, ξεχάσει, λησμονήσει, όπως θέλετε πείτε το τη γλώσσα του, τις δικές του ελληνικές λέξεις.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιπτάμενο Κάστρο το πρώτο μου παιδικό βιβλίο, «Η κόκκινη πινέζα». Με θυμάμαι να κάθομαι στο γραφείο και να έχω πλάι μου ένα κουτάκι με πινέζες. Με έπιασε μια λύπη που σαν αντικείμενο η πινέζα εντάξει, δεν είναι και από τα πιο πολύτιμα. Ήταν έτσι και όλες μαζί παρεάκι, ήταν και κόκκινες, δεν ήθελα και πολύ. Επίσης κάποτε δούλευα στη Fnac στο τμήμα του παιδικού βιβλίου. Εκεί λοιπόν οι ενήλικες έψαχναν πολύ συχνά βιβλία για την υιοθεσία και είχα μόνο ένα να τους προτείνω, της Έρης Ρίτσου. Κάπως αυτά λειτούργησαν, μπλέχτηκαν και γέννησαν μια ιστορία στην οποία εξαιτίας μιας πυρκαγιάς η πινέζα χάνει τις αδερφές της με τις οποίες στόλιζε τους τοίχους ενός σπιτιού. Αναγκάζεται να αναζητήσει αλλού μια νέα οικογένεια κολλώντας σε σόλες παπουτσιών. Μέχρι στιγμής νομίζω ότι είναι το πιο «πετυχημένο» μου παραμύθι.

Την επόμενη χρονιά, βγήκε πάλι από το Ιπτάμενο Κάστρο «Το μπλε τριαντάφυλλο». Υπήρχε η φιλοδοξία να γίνει μια σειρά με τίτλο «Τα χρώματα…αλλιώς» που δυστυχώς σταμάτησε στα δύο πρώτα. Διάλεξα το μπλε για να συμβολίζει μια κάποια πνευματικότητα ή έστω τη δεύτερη σκέψη απέναντι στα πράγματα και έφτιαξα ένα οικολογικό παραμύθι που ενώνει όλα τα τριαντάφυλλα της πλαγιάς κόντρα στην επέμβαση των ανθρώπων. Ακολούθησε πάλι από τον ίδιο οίκο, «Η ερωτευμένη μπόσα νόβα». Γελάω και μόνο που σκέφτομαι τον τίτλο. Ήθελα κάτι χαρούμενο και παιχνιδιάρικο. Μια κάμπια λοιπόν ερωτεύεται ένα ποντικάκι. Η αφορμή ήρθε από προσωπικό βίωμα. Όταν βρέθηκα σε μια αντισυμβατική ας το πούμε σχέση και προσπαθούσα ή πίστευα ότι μπορώ να βρω τις ισορροπίες. Τουλάχιστον στα παραμύθια όλα γίνονται.

Ακολούθησε το βιβλίο «Και οι μέρες είναι εφτά!». Είναι ένα έμμετρο παραμύθι για τις ημέρες της εβδομάδας. Είχα κολλήσει στην κίνηση, μέσα στο λεωφορείο και το έγραψα στο κινητό μου. Πήγαινα να συναντήσω τον εκδότη του Ιπτάμενου Κάστρου τον Νίκο τον Ράμμο να ηχογραφήσουμε το τραγούδι της κόκκινης πινέζας-είπαμε η πινέζα είναι το πιο πετυχημένο μου-οπότε το λάτρεψε αμέσως διαβάζοντάς το από τη συσκευή. Η Ναταλία Ρασούλη με τον Κωστή τον Στεφανή έχουν μελοποιήσει κάποιες «μέρες». Ελπίζουμε να ολοκληρωθεί σύντομα και να έχετε και τα ηχητικά ντοκουμέντα.

Το 2016 ξεκίνησε η συνεργασία μου με το Μεταίχμιο. «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής» μιλά για τον Κάρολο που είναι πολύ άσπρος, αρκετά κοντός και διοπτροφόρος. Κακοπερνάει στην τάξη από τον Άγγελο και τα υπόλοιπα «αγγελάκια» των μεσαίων θρανίων. Χαίρομαι που για τρίτη χρονιά επισκέπτομαι σχολεία, βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία με αυτό το βιβλίο όμως λυπάμαι κιόλας για το επίκαιρο του θέματος. Παρά την κουβέντα που γίνεται γύρω από τον σχολικό εκφοβισμό, το πρόβλημα μοιάζει να γιγαντώνεται και να περιπλέκεται ακόμα περισσότερο. Όσο για τον Κωστή, είμαι ομοιοπαθής. Όταν ζούσα στη Λυών, πίστεψα ότι ξέχασα με έναν τρόπο τη γλώσσα μου και βρέθηκα σε απόγνωση. Οπότε είπα να τον βοηθήσω να μην πάθει και εκείνος τα ίδια.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Είχα δει έναν διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού όταν ήμουν είκοσι κάτι οπότε λέω γράψε κάτι και ταχυδρόμησέ το. Δεν πήρα ποτέ απάντηση. Οι συγκεκριμένες εκδόσεις έχουν πλέον κλείσει αλλά πάντα θα τις ευγνωμονώ για το έναυσμα.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Δεν ξέρω… Ίσως ο διδακτισμός να είναι το κόκκινο πανί. Και κάτι άλλο που το κρίνω σαν αναγνώστρια. Απολαμβάνω να διαβάζω συγγραφείς που δεν κοιτούν τα παιδιά αφ’υψηλού αλλά στέκονται συνένοχοί τους.

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Μπορώ να θυμηθώ και πώς να το ξεχάσω άλλωστε ότι στο δημοτικό ένας συμμαθητής μου ο Αντρέας, με απομόνωνε στην τουαλέτα, μου πίεζε τους ώμους και μου φώναζε «θα σε κοντύνω». Υπάρχει σαν περιστατικό στο βιβλίο «Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής».

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Όλα τα παιδικά βιβλία αφορούν και τους μεγάλους. Είτε γιατί εκείνοι τα διαβάζουν δυνατά στα παιδιά είτε γιατί τους βοηθούν να αποκωδικοποιήσουν τον κόσμο των παιδιών, είτε γιατί τελικά μεγαλώνουμε και μεγαλώνουμε για να φτάσουμε και πάλι στον πυρήνα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Το παίρνω απόφαση. Ότι θέλω να μιλήσω για ένα θέμα, στρώνομαι και το κάνω. Τριγυρίζουν διάφορα άσχετα στο κεφάλι μου, χαζεύω απίστευτα πολύ αλλά είναι αναπόφευκτο. Κάποια στιγμή ανοίγω το word. Είναι και μένα το παιχνίδι μου.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία;

Νομίζω ότι τώρα που έχω κόρη, θα είναι η μόνιμή μου έμπνευση. Θα την εκθέσω ανεπανόρθωτα. Θα κυκλοφορήσει από την Ελληνοεκδοτική ένα βιβλίο για πολύ μικρά παιδιά που είναι αφιερωμένο στη Μάντη και λέγεται «Εδώ είναι η μαμά!» Πόσο ανυπομονώ να το δει!

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Η σειρά Bad Kitty του Nick Bruel που κυκλοφορεί από τη Διόπτρα και τα τρία βιβλία της Ελίζ Πάρσλι «Αν θελήσεις να φέρεις ένα πιάνο στην παραλία, μην το κάνεις!» «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις έναν αλιγάτορα στο σχολείο, μην το κάνεις!» και «Αν ποτέ θελήσεις να φέρεις ένα τσίρκο στη βιβλιοθήκη, μην το κάνεις» που κυκλοφορούν από τον Ψυχογιό.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Θα ήθελα πάρα πολύ να είναι ταχτοποιημένο το γραφείο μου, η βιβλιοθήκη μου, το δωμάτιό μου. Όμως έχω ανοιχτή τη σιδερώστρα με ένα βουνό ρούχα, αυτή τη στιγμή έχω δίπλα μου έναν μεγάλο λούτρινο χιονάνθρωπο, παιδικά καλτσάκια με τη Μίνι, τσάντες με ρούχα της μπέμπας που δεν της χωράνε πια και όλη τη σειρά του Ρένου. Έχω και κλειστές βαλίτσες από τα πρόσφατα ταξίδια. Αν κάτι χρειάζομαι πραγματικά είναι ησυχία και την αίσθηση ότι μπορώ να απομονωθώ κάποια ώρα ξέροντας ότι το παιδί μου είναι σε καλά χέρια.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μόνο στο λεωφορείο το παιδικό «Και οι μέρες είναι εφτά!» Αλλιώς, ούτε θέση στον λάπτοπ δεν αλλάζω.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Συνειδητοποίησα ότι μιλάω για τον Κωστή λες και είναι άνθρωπος πραγματικός. Ο Κωστής εκείνο, ο Κωστής το άλλο σε σημείο που περιμένω να τον δω μπροστά μου. Είναι πολύ κοντά μου. Έχει χαρακτήρα. Το ψάχνει, τον συμπαθώ. Δυο ταξίδια κάναμε μαζί, ένα στο Μπράιτον στους μαθητές του ελληνικού σχολείου και ένα στο Άμστερνταμ όπου συναντήσαμε τους μαθητές του Αμστελβέιν. Πώς να μην κολλήσουμε!

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Απόλαυση. Η κατάκτηση της γλώσσας είναι μεγάλο πράγμα. Σε κάνει αυτόνομο μ’ έναν τόσο τρισδιάστατο τρόπο.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Τένεσι Ουίλιαμς, Μίλτος Σαχτούρης, Νικολό Αμανίτι, Έτγκαρ Κέρετ, Αν Σέξτον, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Πολ Εμόντ, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Φίλιπ Πούλμαν, Ντιμίτερ Ινκιόφ και πόσοι άλλοι…

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Για κάποια που δεν πιάνει το χέρι της και που το μόνο που έκανε με μανία ήταν τετραγωνάκια, στα θρανία, στα βιβλία, στις κασετίνες, στα χέρια, θαυμάζω τους παρακάτω και όχι μόνο δικούς μας: Σοφία Γαλή, Πετρούλα Κρίγκου, Βασίλη Γρίβα, Κατερίνα Χαδουλού, Σάντρα Ελευθερίου, Πέτρο Μπουλούμπαση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Θα πω τους τρεις πρώτους που μου έρχονται στο νου. Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ από το Άρωμα του Πάτρικ Ζίσκιντ, Τερέζ Ρακέν από το ομώνυμο βιβλίο του Έμίλ Ζολά και Ρομπέρτο Τζούκο από το ομώνυμο θεατρικό έργο του Κολτές.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη συλλογή διηγημάτων «Κυρίαρχοι πονηροί λογισμοί» της πρωτοεμφανιζόμενης Νατάσας Σίδερη (εκδ. Μωβ Σκίουρος), το «Σικάγο» του Ντέιβιντ Μάμετ (εκδ. Μεταίχμιο) και τα βιβλία του Ψυχογιού για τις γυναίκες επαναστάτριες επειδή έχει τρελαθεί η μικρή με την ποιήτρια Κόρα Κοραλίνα, τη Λέλα Λομπάρντι και τη Μαντόνα. Στην πραγματικότητα διαβάζω ξανά και ξανά το βιβλίο του Benji Davies «Ο Νόι και η φάλαινα» και το «Πώς να κρύψεις ένα λιοντάρι» της Helen Stephens-και τα δύο κυκλοφορούν από τον Ίκαρο – με τα οποία η κόρη πάει για το βραδινό της ύπνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα; 

 Θυμάμαι να διαβάζω το «Άγρια» της Σέριλ Στρέιντ (Key Books) στο τρένο Θεσσαλονίκη-Αθήνα σε ένα άδειο βαγόνι, να τη φαντάζομαι να πεζοπορεί στην Αμερική και να με πονάνε τα δικά μου πόδια.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Θυμάμαι να διαβάζω τη Ματίλντα, καθισμένη στο κόκκινο παιδικό μου χαλί με ανοιχτό ένα αρχαίο αερόθερμο, τσάι με μπισκοτάκια και κλειδωμένη πόρτα να μη με ενοχλήσει κανείς. Κυριακή απόγευμα.

Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Παίζω με τη μικρή παγωτατζίδικο (έχει ένα καροτσάκι και μου πουλάει χωνάκια, ξυλάκια και ποπ κορν), κάνουμε μαζί μουσικοκινητική αγωγή, χορεύουμε… Αυτά τα «παιχνίδια» παίζω πλέον και με τα παιδιά που συναντώ στις παρουσιάσεις. Το πιο αγαπημένο που είναι και χειροπιαστό και επινοημένο είναι η συγγραφή.

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Μου άρεσε να οργανώνω παραστάσεις στη γειτονιά. Γεμίζαμε πλαστικές καρέκλες την πιλοτή και ανεβάζαμε θεατρικά. Έκανα από σκηνοθεσία μέχρι κουστούμια και περνούσα τέλεια. Αλλά πολύτιμη είναι η αλληλεπίδραση με παππού Γιώργο, γιαγιά Μαρία, παππού Δημοκράτη. Η γιαγιά Στεργιωτή ζει ακόμα οπότε η αλληλεπίδραση συνεχίζεται. Επίσης νομίζω ότι σοκαρίστηκα όταν έφεραν τον αδερφό μου στο σπίτι από το μαιευτήριο. Με θυμάμαι να σκέφτομαι πως «ετούτο εδώ παραείναι μικρό!»

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Θα προφύλασσα τον παιδικό εαυτό μου από τέτοια πράγματα. Καμία ενήλικη γνώση. Καμία όμως.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τελείωσα Γαλλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ, λογοτεχνική μετάφραση (γαλλικά-ελληνικά) και το μεταπτυχιακό της Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Πάντειο. Έχω κάνει υποτιτλισμό, μεταγλωττίσεις για μεγάλες εταιρείες, μαθήματα γαλλικών, έχω δουλέψει στην επικοινωνία. Δούλευα στις εκδόσεις Μεταίχμιο ως Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων αλλά έπρεπε να σταματήσω γιατί δεν είχα καλή εγκυμοσύνη. Εννιά μήνες μετά τη γέννηση της κόρης και επειδή ήθελα να είμαι σπίτι μαζί της ξεκίνησα συνεργασίες με Netflix και Authorwave, συνεργάστηκα με το Κουκλοθέατρο «Πράσσειν Άλογα» ως Υπεύθυνη Επικοινωνίας, έκανα δυο μεταφράσεις και τώρα συνεχίσω μόνο σε αυτό. Δουλεύω δυο μεταφράσεις από το σπίτι δηλαδή, ένα ποιητικό βιβλίο και ένα δοκίμιο, για να μπορώ να είμαι με τη δίχρονη πλέον κόρη.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Λόγω της συνεργασίας μου με την Εμμανουέλα Καποκάκη, είδα κουκλοθέατρο. Μάλιστα επισκεφθήκαμε και προσφυγικές δομές για παραστάσεις. Η εμπειρία ήταν πολύτιμη. Αναζητήστε τα «πράσσειν άλογα» στη Νεάπολη Εξαρχείων για παραστάσεις κάθε Σάββατο στις 6:30. Ο χώρος λέγεται Κουκλόσπιτο, τι καλύτερο…

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Το 2018 κυκλοφόρησαν με διαφορά ενός μήνα, το παιδικό βιβλίο για τον Κωστή, η ποιητική συλλογή «δρόμος από γάλα» από τον Κέλευθο και τα διηγήματα «Κάτι κλαίει ακόμα» από τον Μωβ Σκίουρο. Η αλήθεια είναι ότι επειδή έπεσαν όλα μαζί, ασχολούμαι με τα νέα βιβλία. Επίσης προγραμματίζεται η έκδοση δύο νέων παιδικών από την Ελληνοεκδοτική. Όμως θα βάλω στόχο να ολοκληρώσω άμεσα ένα ακόμα βιβλίο για παιδιά που έχει μείνει μισό…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω ότι για κάποιο λόγο ήθελα να πω ότι τρελαίνομαι για ανθρακικό, ότι στο Άμστερνταμ έφαγα πρώτη φορά φύκια και ότι μισώ το τζίντζερ.

Στην τελευταία εικόνα, έργο της Galya Popova

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις, εδώ κι εκεί.

Η δυστυχία του να είναι κανείς μαθητής, σύντομα.

18
Ιαν.
19

Donatella Di Pietrantonio – Αρμινούτα

«Αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω»

Τον μήνα που απογαλακτίστηκα, οι δυο οικογένειες μοιράστηκαν τη ζωή μου στα λόγια, χωρίς συγκεκριμένες συμφωνίες, χωρίς να αναρωτηθούν πόσο ακριβά θα πλήρωνα την αοριστία τους. [σ. 58] / Με το πέρασμα του χρόνου έχασα ακόμα κι εκείνη τη συγκεχυμένη ιδέα μου περί κανονικότητας και σήμερα στ’ αλήθεια αγνοώ τι τόπος είναι μια μητέρα. […] Είναι ένα ανυποχώρητο κενό που γνωρίζω ότι υπάρχει αλλά δεν το προσπερνώ. Ένα κενό που σε ζαλίζει αν κοιτάξεις μέσα του. [σ. 134]

Με μια βαλίτσα στο χέρι, η Αρμινούτα αναγκάζεται να επιστρέψει στην βιολογική της οικογένεια. Χρεωμένοι την είχαν δώσει, πέμπτο τους παιδί, σε μια ξαδέρφη που ήθελε μωρό και κοριτσάκι, αλλιώς δεν θα ξυπνούσε η αγάπη μέσα της. Ορφανή από δυο μητέρες εν ζωή, η πρώτη να την έχει εγκαταλείψει με το γάλα της ακόμα στη γλώσσα της και η άλλη να την επιστρέφει στα δεκατρία της, η Αρμινούτα αισθάνεται «ένα παιδί αποχωρισμών, απατηλών ή αποσιωπημένων συγγενειών, αποστάσεων». Εκείνος που νόμιζε για πατέρα της την παραδίδει και φεύγει· κι όταν αργότερα επανέλθει, αυτή με σκίρτημα χαράς τρέχει στην πόρτα, για να διαπιστώσει ότι απλά είχε ξεχάσει να της δώσει ένα κουτί παγωτό βανίλια, την αγαπημένη της γεύση. Το έφαγαν οι άλλοι, εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου του 1975. 

Μέσα σε λίγες μέρες μαθαίνει να παλεύει για το φαγητό της, να προσηλώνεται στο πιάτο της και να το υπερασπίζεται από τα καταδρομικά πιρούνια των άλλων αδερφιών. Κρεβάτι θα μοιράζεται με την μικρή της αδελφή Αντριάνα, με το κεφάλι της μιας στα πόδια της άλλης. Σ’ ένα σκοτάδι κατοικημένο από χνότα κι εφηβικό ιδρώτα, πρέπει να συνηθίσει και την υγρή θέρμη από τα ούρα της Αντριάνας, που της φεύγουν κάθε βράδυ. Ένα σπίτι συνωστισμένο από παιδιά και στο άλλο δωμάτιο μια γυναίκα που δεν ξέρει πώς να την αποκαλέσει. Μαμά; Η λέξη φωλιάζει στον λαιμό της και δεν αναπηδά ποτέ από κει μέσα. Όταν θέλει να της μιλήσει της τραβά την προσοχή με διάφορους τρόπους.

Από τα αδέλφια της ο Τζουζέπε είναι ακόμα μωρό κι ο Σέρτζιο είναι διαρκώς εναντίον της – «εσύ ζήτησες πίσω τούτη τη σαλεμένη;» – αλλά ο δεκαοκτάχρονος Βιντσέντζο της δίνει κάποια σημασία. Η πρώτη τους κοινή εμπειρία στο λούνα παρκ της μένει αξέχαστη. Το κορίτσι δεν είχε ξαναζήσει από κοντά την βία, αλλά ο πατέρας σφαλιαρίζει τα παιδιά σε κάθε παράπτωμα. Ο Βιντσέντζο έχει τάσεις φυγής, συχνά ακολουθεί τους πλανόδιους τσιγγάνους του λούνα παρκ ως άλλα χωριά κι επιστρέφει μέρες μετά, με όλες τις συνέπειες.

Όσο διαφορετική κι αν είναι, αρχίζει να δένεται με την Αντριάνα, που ανυπομονεί να γνωρίσει την πόλη της και να δει για πρώτη φορά την θάλασσα. Αρχίζει το δέσιμο με την Αντριάνα και οι πρώτες υποσχέσεις. Στο νέο σπίτι προσαρμόζεται σ’ έναν άλλο τρόπο καθημερινότητας. Δεν πετιέται τίποτα, τα πάντα ξαναμπαίνουν στο τσουκάλι. Όταν την ρωτάνε οτιδήποτε, κανείς δεν ακούει τις απαντήσεις της. Όταν καταφτάνει ως δώρο μια κουκέτα και καινούργια στρώματα με παραβάν, τα αγόρια το χρησιμοποιούν να τις τρομάζουν. Άμαθη στις άμυνες, δέχεται τις επιθέσεις ανήμπορη και θυμωμένη.

Η Αρμινούτα δεν παύει να αναρωτιέται για τον λόγο που δεν την κράτησε παραπάνω εκείνη που νόμιζε ως μητέρα της. Την θυμάται όλες τις τελευταίες μέρες να κάθεται στο κρεβάτι και να μην έχει καν την δύναμη να μαγειρέψει. Ήταν τόσο άρρωστη που δεν ήθελε να την στενοχωρήσει; Έμαθε ότι δεν μπορεί να την έχει κοντά της όταν την ζήτησε πίσω η αληθινή της μητέρα; Μια επιστολή της μένει αναπάντητη, ακόμα κι όταν επιχειρεί να της τραβήξει την προσοχή: Στο ίδιο δωμάτιο κοιμούνται και τ’ αγόρια που είναι πάνω από δεκαπέντε κι αυτό δεν νομίζω ότι θα σου άρεσε. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί εδώ μέσα. Εσύ που πας κάθε Κυριακή στην εκκλησία, που διδάσκεις στο κατηχητικό της ενορίας, δεν μπορείς να μ’ αφήσεις σ’ αυτή την κατάσταση.

Φαίνεται πως όλες οι γέφυρες με το παρελθόν έχουν γκρεμιστεί· ακόμα και η νεαρή θεία Λίντια που της έκανε συντροφιά σπαράζοντας στα ερωτικά τραγούδια του ραδιοφώνου ή χορεύοντας σέικ στην τραπεζαρία με μάτια κλειστά και σκαρφιζόταν και μια ιστορία για κάθε σπόνδυλο της μικρής. Όταν έφυγε να δουλέψει σε μεγαλύτερα πολυκαταστήματα έστελνε καρτ ποστάλ με τα μνημεία της πόλης, «μετά μάλλον τελείωσαν». Όταν επέστρεψε το καλοκαίρι μιλούσε με ψεύτικη βόρεια προφορά κι η Αρμινούτα ντράπηκε για κείνη κι άρχισε να σκοτώνει την νοσταλγία της.

Κάποτε αποφασίζει να πάει στην παραθαλάσσια πόλη να την ψάξει. Παίρνει μαζί της την Αντριάνα, ιδανική πρόφαση για την μακρινή βόλτα, αν και στο σπίτι κανείς δεν ενδιαφέρεται για την απουσία των άλλων. Ο ναυαγοσώστης άνοιγε τις ομπρέλες όχι όμως και την αγαπημένη της θέση, λες και ήξερε ότι δεν θα είχε νόημα. Ακόμα και λαθρόβια πια της παραλίας που την είχε μεγαλώσει, μπαίνει στη θάλασσα με τον Βιντσέντζο και ξεχνούν ποιοι είναι. Αργότερα αυτός θα της χαρίσει μια καρδιά – κόσμημα, πιθανώς κλεμμένη, που θα διασώσει ως σήμερα κι ας μην την φόρεσε ποτέ. Κάθε φορά όμως που τον βλέπει να έρχεται, ένας εσωτερικός σπασμός στα σωθικά της κι ένα λίγωμα στην κοιλιά της. Απέφευγε να μείνει μόνη μαζί του και με βαριά καρδιά αγνοεί τα παρακλητικά του σφυρίγματα από την αποθήκη, μέχρι να επιστρέψει οργισμένος στο κρεβάτι του. Αργότερα, σε κάποιο νυχτερινό άγγιγμα, «μετέωροι στο χείλος του ανεπανόρθωτου», θα γράψει: Δεν ήμασταν μαθημένοι να είμαστε αδέρφια, κατά βάθος δεν το πιστεύαμε καν.

Η μοναχική κατόπτευση του σπιτιού της είχε αποβεί άκαρπη αλλά η Αρμινούτα κάθε τόσο πηγαίνει να επισκεφτεί την καλύτερη φίλη της, Πατρίτσια, τον έσχατο σύνδεσμο με την κλεμμένη της ζωή. Στις σύντομες φιλοξενίες βρίσκει λίγη παρηγοριά, προτού το λεπτό στρώμα της αγωνίας έρθει πάντα συνεπές το επόμενο πρωινό.  Κι ύστερα το πρώτο χαστούκι από την μάνα της, η αδόκητη πτήση του Βιντσέντζο, ένα ποτήρι νερό με γεύση αίματος, το παγωμένο σπίτι, η οριστική παραίτηση της μάνας του αχαλίνωτου γιου, το ψωμί πάντα χθεσινό από τον φούρνο για να είναι πιο φτηνό, τα γλυκά μάτια στον παντοπώλη για ένα καρότο, οι πρώτες μέρες του μικρού Τζουζέππε στο σχολείο κι αργότερα στο ίδρυμα, ένα «διαφορετικό» παιδί που δεν έπαψε να πηγαίνει να το βλέπει, ένα παιδί που φρόντιζε να της χαρίζει ένα φυλλαράκι όποτε έπεφτε κάποιο κοντά τους.

Στο ίδιο σχολείο γίνεται «αυτή που όταν ήταν μικρή την ήθελε για κόρη της μια μακρινή τους συγγενής, τώρα όμως που έγινε κοτζάμ δεσποινίς την επέστρεψαν στους ακαμάτηδες». Σύντομα γοητεύεται από την δασκάλα και τις πτήσεις των χεριών της στον αέρα που συνοδεύουν τα λόγια της. Η δασκάλα διακρίνει και τις ντροπαλές, με την κίνηση των χειλιών, απαντήσεις της κι αυτή είναι η αρχή μιας ενθαρρυντικής σχέσης, σε αντίθεση με την μάνα της, που παραπονιέται για το ρεύμα που χαλάει με το διάβασμά της. Αλλά η μελετηρή ζωή της έχει ήδη αρχίσει.

Η μητέρα της θάλασσας φρόντιζε μέσω της μητέρας του χωριού να φτάνει στα χέρια της Αρμινούτας ένα μικρό πόσο. Εκείνη περίμενε τα κέρματα μόνο και μόνο για την αίσθηση της θέρμης του χεριού της, θαρρείς και τις είχε αγγίξει η ίδια. Αλλά είναι τα έστω και ύποπτα χαρτονομίσματα του Βιντσέντζο που εκστασιάζουν την μικρή Αντριάνα: Με ξάφνιασε η έκστασή της. Εκείνος ο πόθος στα μάτια της στη θέα των χαρτονομισμάτων. Εγώ δεν είχα γνωρίσει κανένα είδος πείνας στη ζωή μου και τώρα ζούσα σαν ξένη ανάμεσα στους πεινασμένους. Το προνόμιο που κουβαλούσα από την προηγούμενη ζωή μου με ξεχώριζε, με απομόνωνε από την οικογένεια. Ήμουν η Αρμινούτα, αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω. Μιλούσα μια άλλη γλώσσα και δεν ήξερα πλέον πού ανήκα. Ζήλευα τις συμμαθήτριές μου στο χωριό, ακόμα και την Αντριάνα, που γνώριζαν με βεβαιότητα τις μητέρες τους. [σ. 127]

Η Αρμινούτα δεν παύει να κάνει σενάρια για την επιστροφή της – αν και πότε θα την πάρουν πίσω, αν όλα έγιναν για να μην την στενοχωρήσουν. Καθώς θριαμβεύει στο σχολείο αναρωτιέται αν η μητέρα της θα χαιρόταν όταν μάθαινε τους καλούς βαθμούς. Σε μια συγκινησιακή περιγραφή, η μικρή γιορτάζει μόνη της τα γενέθλιά της στην υπόγεια αποθήκη του σπιτιού. Αγοράζει μια μιλφέιγ από το μοναδικό ζαχαροπλαστείο του χωριού, ζητάει κι ένα κεράκι, κι αφού δεν της το χρεώνουν, το θεωρεί ως το δώρο της. Σιγοτραγουδά το τραγουδάκι στα σκοτεινά, χειροκροτεί, σβήνει το κεράκι και χαίρεται το γλυκό της.

Σύντομα θα αποχαιρετήσει και την δεύτερη – πρώτη αυτή οικογένεια για το λύκειο στην πόλη: αποχωρισμός από την Αντριάνα, ένοικος σ’ ένα νέο σπίτι, σε μια άλλη οικογένεια, όπου, τουλάχιστον η κυρία Μπίτσε εκεί δεν της προσφέρεται ως υποκατάστατο, μόνο αρκείται να την περιβάλλει με στοργή. Τα Σαββατοκύριακα που επιστρέφει στο «σπίτι» της, η μητέρα της συμπεριφέρεται σα να έχει λείψει μόνο πέντε λεπτά, ενώ η Αντριάνα αισθάνεται προδομένη.

Όμως είναι αυτή η Αντριάνα που θα παραμείνει πολύτιμη αδελφή της Αρμινούτας, «τόσο μόνες και τόσο κοντά», που θα της διδάξει την αντοχή και που στο μαζί θα βρουν αργότερα την σωτηρία. Λίγο πιο πριν, η Αρμινούτα μόνη της θα πάρει όλη την δύναμη για την Μεγάλη Συνάντηση με εκείνη που νόμιζε ως μητέρα. Εξαντλημένη από μια διαρκή εσωτερική θερμοκρασία αλλά δυνατή από την αδικία, θα διεκδικήσει της απαντήσεις που της αξίζουν, προτού η ίδια η ζωή της δώσει την τελευταία κι οριστική. Όπως λέγεται κάποια στιγμή: Δεν φταις εσύ αν λες την αλήθεια. Η αλήθεια φταίει που είναι λάθος.

Πώς καταφέρνει η συγγραφέας να γράψει ένα τόσο σαγηνευτικό βιβλίο; Ίσως επειδή κατέχει την τέχνη της αφήγησης και την πλέκει με ακαριαίες φράσεις (απλών κατά τα άλλα λέξεων) που όμως κρύβουν η καθεμιά τους ολόκληρες καταστάσεις. Η νεαρή της πρωταγωνίστρια δεν εκμαιεύει ούτε εκβιάζει λεπτό την συγκίνηση. Όσο κι αν είναι φαρμακωμένη από εκείνο που θεωρεί σκληρή συμπεριφορά, η απορία, η αίσθηση της αδικίας κι η ανάγκη των απαντήσεων απλώς εκφέρονται με τον πιο απλό κι έξυπνο τρόπο. Ίσως γι’ αυτό κόβουν βαθιά. Αυτή η ιστορία ενηλικίωσης είναι ταυτόχρονα και μια διαρκώς ανοιχτό υπόμνημα πως η παιδικότητα χάνεται ολοένα και σε πιο μικρές ηλικίες. Τίποτα δεν περισσεύει εδώ, ακόμα κι οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής· αντίθετα, φορτίζουν κι αυτές μια διαρκώς ζεστή διήγηση. Έχω την αίσθηση πως ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να διαβαστεί κι από αναγνώστες στην ηλικία της Αρμινούτας.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ: Δήμητρα Δότση, 216 σελ. [L’ Arminuta, 2017]

Στις εικόνες έργα των: José Jorge Oramas, Rick Beerhorst, Cynda Luclaire, Kathrin Honesta, Felice Casorati, Louis Treserras, Sora Ceballos-Lopez.

16
Ιον.
15

Christa Wolf – Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας

CW

Η εξαφάνιση των αναμνήσεων, πρέπει να ήρθε βολικά σε μια ανήσυχη συνείδηση που, καθώς ξέρουμε, πίσω από την ίδια την πλάτη της μπορεί να δώσει αποτελεσματικές εντολές, παραδείγματος χάριν «μην τα σκέφτεσαι πια!», εντολές που εκτελούνται πιστά χρόνια ολόκληρα: να αποφεύγεις ορισμένες αναμνήσεις, να μη μιλάς γι’ αυτές· να μην επιτρέπεις να γεννηθούν λέξεις, σειρές λέξεων, ολόκληρες αλυσίδες σκέψεων που θα μπορούσαν να ξυπνήσουν αναμνήσεις. Στους συνομήλικούς σου να μη θέτεις ποτέ ορισμένες ερωτήσεις, γιατί είναι ανυπόφορο δίπλα στη λέξη «Άουσβιτς» να σκεφτείς τη λεξούλα «εγώ»· εγώ με υποθετική έγκλιση, θα μπορούσα, θα έπρεπε, να είχα κάνει. [σ. 289]

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο για την μνήμη, το φασιστικό γερμανικό παρελθόν, την παιδικότητα, την διαχείριση της ενοχής· μια αυτοβιογραφία που δεν τηρεί τις προϋποθέσεις του είδους· που ονομάστηκε από τη συγγραφέα μυθιστόρημα και από την κριτική μυθιστόρημα μιας αυτοβιογραφίας. Πόσο εύκολη μπορεί να είναι η αναδίφηση μιας παιδικότητας; Πόσο σκληρή μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια παιδική ηλικία κύλησε μέσα στο ναζισμό; Πόσο μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από ένα παρελθόν και να αρνούμαστε μια ολόκληρη πραγματικότητα; Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη της συνειδητοποίησης αιτιών και αιτιατών που οδήγησαν στον πόλεμο και την εξολόθρευση των Εβραίων; Πώς διαμοιράζονται προσωπικές και συλλογικές ευθύνες σε εκείνους που ψελλίζουν «εγώ δεν ήξερα τίποτα»;

wolf_christa1963

Μονόλογος ή κλιτική προσφώνηση; Εγώ, εσύ ή αυτή; Σε αυτή την σκληρή δοκιμασία η συγγραφέας επιλέγει τον μόνο πρόσφορο τρόπο γραφής: διασπά το πρόσωπο της εκφοράς. Η αφήγηση της παιδικής της ηλικίας γίνεται σε τρίτο πρόσωπο που ονομάζει Νέλη (ένας τρόπος απομάκρυνσης;), του ενήλικου εαυτού της σε δεύτερο. Δεν πρόκειται για απλή μνημονική καταγραφή αλλά για ανάπλαση μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Η Βολφ αναπλάθει και μυθοποιεί, δημιουργεί λογοτεχνία από την μνήμη, κατασκευάζει μνήμη με την λογοτεχνία. Άλλωστε, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει, όλες οι μορφές αυτού του βιβλίου αποτελούν κατασκευάσματα της φαντασίας της. Όποιος νομίζει πως διακρίνει ομοιότητες ανάμεσα στους χαρακτήρες της αφήγησης και τον εαυτό του ή διάφορους γνωστούς του, παρακαλείται να σκεφτεί την περίεργη έλλειψη πρωτοτυπίας που χαρακτηρίζει της συμπεριφορά πολλών συγχρόνων μας. Και ακόμα, οφείλει να κατηγορήσει τις συνθήκες που γεννούν αναγνωρίσιμα μοντέλα συμπεριφοράς.

Η αφηγήτρια στα σαράντα της ταξιδεύει στην γενέτειρά της Λάντσμπεργκ αναζητώντας τα ίχνη της παιδικότητας και του παρελθόντος της. Στο ταξίδι αυτής της «επιστροφής» συμμετέχουν ο αδελφός της Λουτς, ο άντρας της Χ. και η δεκαπεντάχρονη κόρη της Λένκα. Τα πρόσωπα και ο χρόνος του ταξιδιού εντάσσονται στην μυθοπλασία του παρόντος ενώ παράλληλα γίνεται αναγωγή στο άμεσο και στο απώτερο παρελθόν της παιδικής ηλικίας της. Έτσι υπάρχουν τουλάχιστον τρία χρονικά επίπεδα: το παρόν της καταγραφής θυμάται το ταξίδι του 1971 κι εκείνο αναπλάθει την παιδική της ηλικία.

Girls' brigade ... an undated photograph of young members of the Hitler youth during a Sunday outing.

Πίσω στην παιδική ηλικία… Το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν περασμένο. Το βγάζουμε από πάνω μας και κάνουμε σαν να μας ήταν ξένο. Στην ανάμνηση εισβάλλει το παρόν και η σημερινή μέρα είναι κιόλας η τελευταία του παρελθόντος. Η διεργασία της μνήμης μοιάζει με καρκινοβασία, με κοπιαστική κίνηση προς τα πίσω, με πτώση σ’ ένα κενό χρόνου. Και μπορεί να συναντήσει ένα παιδί που γεμάτο αθωότητα κάθεται σ’ ένα πέτρινο σκαλοπάτι και για πρώτη φορά στη ζωή του λέει «εγώ». Ορίστε λοιπόν που το ξαναζωντάνεψες το παιδί…

Επειδή σου πέφτει βαρύ να ομολογήσεις ότι το παιδί εκείνο – τρίχρονο, απροστάτευτο, μόνο – παραμένει για σένα απλησίαστο. Δε σε χωρίζουν μόνο σαράντα χρόνια απ’ αυτό, δε σ’ εμποδίζει μόνο η αναξιοπιστία της μνήμης σου που δουλεύει επιλεκτικά και διατάζει: ξέχασε! παραποίησε! Εσύ η ίδια εγκατέλειψες το παιδί εκείνο· εντάξει, νωρίτερα το εγκατέλειψαν οι άλλοι. Ύστερα όμως και η ενήλικη γυναίκα που εκκκολάφτηκε απ’ αυτό και κατάφερε σιγά – σιγά να του κάνει όλα τα κακά που συνηθίζουν να κάνουν οι ενήλικοι στα παιδιά: Το εγκατέλειψε, το διαφοροποίησε, το νόθεψε, το παραχάιδεψε και το παραμέλησε, ντράπηκε και περηφανεύτηκε γι’ αυτό, με λάθος τρόπο το αγάπησε και με λάθος τρόπο το μίσησε. [σ. 24]

german-girls-gymnastics

Μόνο που δεν υπάρχει κανένας ξένος μάρτυρας των πρώιμων αναμνήσεών μας, που τις νομίζουμε αληθινές. Ωστόσο, φωτογραφίες που τις έβλεπε κανείς συχνά και για πολύν καιρό, δύσκολα εξαφανίζονται. Αποτυπώνονται στη μνήμη σαν αμετάβλητα αγάλματα και δεν έχει πια σημασία, αν μπορεί κανείς να τις παρουσιάσει ως αποδεικτικά στοιχεία. Η συγγραφέας ψάχνει και άλλους τρόπους: μελετάει στην κρατική βιβλιοθήκη του σκονισμένους τόμους της εφημερίδας της πατρίδας της και στον «Οίκο του δασκάλου» τα σχολικά βιβλία της εποχής – όπως εκείνο της Βιολογίας όπου υπήρχαν φωτογραφίες ανθρώπων από «κατώτερες» φυλές: σημιτικές, ανατολικές…

Ασχολεισαι ήδη με την δεύτερη γενιά φωτογραφιών· ο χρόνος μετατρέπεται ασταμάτητα σε παρελθόν και χρειάζεται την υποστήριξη του φωτογραφικού φιλμ, των εγγραφών μας σε λογής – λογής χαρτιά, σημειωματάρια, γράμματα σε άλμπουμ αποκομμάτων. Ένα μέρος της σημερινής μέρας πρέπει να το διαθέτουμε πάντα προσπαθώντας να στερεώσουμε στην μνήμη τη χτεσινή. [σ. 114]

Θα βοηθούσε η ενθύμηση εκείνου του ενδιάμεσου ταξιδιού, το καλοκαίρι του 1971; Τότε της έγινε η πρόταση να επισκεφτεί επιτέλους στην πόλη Λ., που σήμερα λέγεται στα πολωνικά Γκ… Τουρισμός στις χαμένες πατρίδες. Στην «αιτιολόγηση» του τριπλού εντύπου γράφτηκε «επίσκεψη την πόλης», ενώ πιο αληθινές αιτίες θα ήταν «ταξίδι εργασίας» ή «εξετάσεις μνήμης». Σ’ εκείνον τον τόπο καταγωγής δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος να τους φιλοξενήσει.

Bundesarchiv_Bild_183-33560-0008,_Petzow,_Schriftsteller-Erholungsheim,_Christa_Wolf

Τώρα η μνήμη πρέπει να ξεκινήσει από μόνη της· να παραχθεί από την ανάμνηση και το αντίθετό της, την λήθη. Αναζήτηση του σχετικού λήμματος στο Νέο Λεξικό Μάγερ, 1962. Είδη: μηχανική, λογική, λεκτική, υλική μνήμη, μνήμη μορφών και πράξεων. Αισθητή η απουσία ενός ιδιαίτερου είδους: της ηθικής μνήμης. Τουλάχιστον σιγά σιγά έρχονται τα πρόσωπα: η οικογένεια, δεκάδες συγγενικά πρόσωπα, οι φιλενάδες, ο ευρύτερος περίγυρος. Η οικογένεια ως ένα συνονθύλευμα ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας και φύλου, καταδικασμένο στην απόκρυψη ενοχλητικών μυστικών.

Το οδικό δίκτυο της πόλης όπου μεγάλωσε έχει αποτυπωθεί μέσα της μια για πάντα, σαν φυσικό δείγμα διευθέτησης πλατειών, εκκλησιών, δρόμων και ποταμών. Αλλά σ’ αυτό το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο αλλαγμένο, γιατί το γνήσιο θα ήταν προδοτικό και θα φανέρωνε ίχνη που πρέπει να εξαλειφθούν· αισθάνεται υποχρεωμένη να ανακατατάξει τα γεγονότα, για να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα.

9.-CHRISTA-WOLF

Ειδικά τώρα που θα άξιζε να είναι κανείς ειλικρινής, πράγμα που δε συμβαίνει πάντα, ίσως ούτε καν συνήθως, τώρα πέφτεις σ’ ένα είδος απώλειας μνήμης που δεν ταυτίζεται με τα κενά μνήμης, τα οποία αφορούν την πρώιμη παιδικότητα και φαίνονται αυτονόητα, σχετίζονται μ’ εκείνους τους θαμπούς ή λευκούς λεκέδες πάνω σ’ ένα περίεργο, ηλιόλουστο τοπίο, πάνω από το οποίο αιωρείται το συνειδητό σαν αερόστατο σε άστατους ανέμους ρίχνοντας στο τοπίο τη δική του σκιά. Ακριβώς τώρα όμως αυτό το συνειδητό, εμπλεγμένο στα γεγονότα πάνω από τα οποία θα έπρεπε να ανυψωθεί με τη βοήθεια της μνήμης, φαίνεται να υποκύπτει σ’ ένα είδος μερικής συσκότισης, να γίνεται παραγωγός της αφάνειας που εσύ επιθυμείς να φωτίσεις. Το πρόβλημα μοιάζει άλυτο. Αυτό που μένει είναι η πεποίθηση ότι πρέπει να αποκλείσεις τις εφευρέσεις και να χρησιμοποιήσεις τη ανάμνηση των αναμνήσεων, τις αναμνήσεις της φαντασίας μόνο σαν υλικό δεύτερης κατηγορίας, σαν αντικαθρέφτισμα και όχι σαν πραγματικότητα. [σ. 273]

Το 1933 άρχισαν οι περιορισμοί ορισμένων προσωπικών ελευθεριών. Οι διατάξεις απευθύνονταν εναντίον ενός είδους ανθρώπων, άρα ο περίγυρός της δεν αναστατώθηκε. Η μεγαλειώδης νίκη των Ναζί έφτασε το υψηλότερο ποσοστό ακριβώς στην πόλη της Λ. Όσοι αργότερα ισχυρίζονται πως δεν είχαν ακούσει τίποτα για στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξέχασαν εντελώς ότι η δημιουργία τους τυπώθηκε ως αγγελία. Ο πατέρας που έχει να διαλέξει ανάμεσα στο ασαφές σφίξιμο του στομαχιού και τις χιλιάδες ζητωκραυγές του ραδιοφώνου, ψηφίζει για τις ζητωκραυγές και ενάντια στον εαυτό του. Σταματούν να χαιρετούν τον γιατρό Λάιτνερ, αλλά εκείνος συνεχίζει να βγάζει το καπέλο μπροστά στον κάθε ζητιάνο. Η οικογένειά της παύει να τον συμβουλεύεται. Ο ήλιος λάμπει διαφορετικά.

wolf 2

Ακολουθούν οι πρώτες λυπηρές φήμες. Κάποιος που δεν θέλει να διακόψει την μιαρή του σχέση με μιαν Εβραία εκτίθεται στη λαϊκή οργή και προσπαθεί να διαφύγει προς τα λιβάδια. Και η Νέλη αποτυπώνει μέσα της τη μελωδία της γιγάντιας χορωδίας που, ξεκινώντας με μικρές κραυγές, ανελισσόταν σε μια τρομαχτική κραυγή. Θυμάται τα κορίτσια της ναζιστικής νεολαίας, τις κατασκηνώσεις εκπαίδευσης, την λαμπαδηφορία των Ες – Α, τον χαιρετισμό του πλήθους με το χέρι ψηλά. Εσένα θα σ’ ενδιέφερε, τι άραγε σκεφτόντουσαν ή αισθανόντουσαν τόσοι άνθρωποι, ακόμα και ασυνείδητα, εκείνες τις στιγμές.

Τι ποσοστά του πληθυσμού την Λ. έκλαψαν εκείνο το βράδυ, εκτός από την υπηρετριούλα Ελβίρα, που ο πατέρας της δούλευε στα σφαγεία; Περιττή ερώτηση, αφού ποτέ δεν θα υπάρξει μέτρο σύγκρισης για να μάθουμε πόσοι άνθρωποι πρέπει να κλάψουν, για να ακυρωθεί το γέλιο της συντριπτικής πλειοψηφίας; πέντε τα εκατό; Τρία κόμμα οχτώ; Ή μήπως φτάνει μόνο μια οικογένεια για να σώσει μια πόλη ολόκληρη; Πέντε δίκαιοι για πενήντα χιλιάδες ; [σ. 81]

article-0-19CAA7A300000578-446_964x623

Ακόμα και κάτω από τον ήλιο που έλαμπε διαφορετικά, η συγγραφέας βρίσκει ένα ανέμελο παιδί. Και ξαναβρίσκεται τώρα πάλι στην σκιά μιας κλαίουσας ιτιάς – που κάποτε της φαινόταν το ωραιότερο δέντρο του κόσμου – πίσω από το μισογκρεμισμένο πια παλιό ζαχαροπλαστείο. Αλλά και πάλι: Όσο πιο μικρή, τόσο πιο ευτυχισμένη, ίσως υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό. Ίσως όμως ο πλούτος της παιδικής ηλικίας, που καθένας αισθάνεται, δημιουργείται επειδή την εμπλουτίζουμε αδιάκοπα, όταν την ξανασκεφτόμαστε. [σ. 47]. Και πάλι: Γνωρίζουμε βέβαια την αστάθμητη μνήμη των παιδιών που θεωρεί αξιοθησαύριστα μόνο τα ποικίλα και φανταχτερά ή τα τρομερά γεγονότα, όχι όμως και τις καθημερινές επαναλήψεις που, ουσιαστικά, αποτελούν τη ζωή. [σ. 99]

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η μεταφορά των βιωμάτων από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη συμβαίνει τη νύχτα, στα όνειρα. Φαντάζεσαι λοιπόν ένα λαό κοιμωμένων, που μέσα στον ύπνο τους ακολουθούν την εντολή «σβήστε, σβήστε, σβήστε». Ένα λαό ανύποπτων που, αν αργότερα ερωτηθούν, θα απαντήσουν σαν ένας άνθρωπος αλλά με εκατομμύρια στόματα ότι δε θυμούνται. Και κανένας τους δεν θα θυμηθεί το πρόσωπο του Εβραίου, του οποίου το εργοστάσιο – ένα μικρό, παραμελημένο εργοστάσιο ζάχαρης, ένα μαγαζάκι για καραμέλες είχαν πάρει σε εξευτελιστική τιμή.

League German Girls 33-5

Ο χάρτης είναι διάστικτος από μικρές τελίτσες (δευτερεύοντα στρατόπεδα) και σταυρουδάκια (γκέτο). Ποτέ κι από κανένα συμπολίτη της δεν άκουσε η Νέλη μια λέξη για όλα αυτά, ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε και μετά το τέλος του. Πρώτα πρέπει να υπάρξουν οι γονείς των μαζικών δολοφόνων, πριν δημιουργηθούν οι μαζικοί δολοφόνοι. Και ποιοι δίδαξαν την υπακοή ως αρετή; Μήπως όσο η λογική δεν χρησιμοποιείται μαραίνεται, όπως ένα όργανο που δεν ασκείται· αλλά μια μέρα μπορεί να ξαναεμφανιστεί με μια απρόσμενη ερώτηση; Πού ζήσατε όλοι σας τόσα χρόνια! Μπορεί κανείς από έναν άνθρωπο να κάνει ένα ζώο; Πως είναι δυνατό να είναι κανείς παρών και συγχρόνως να απουσιάζει;

Τώρα ξεχειλίζουν τα ερωτήματα: πόσους σφραγισμένους χώρους μπορεί να δεχτεί η μνήμη πριν σταματήσει να λειτουργεί; Πόση και τι είδους ενέργεια καταναλίσκει αδιάκοπα για να στεγανοποιεί τις κάψουλες που οι τοίχοι τους με τον καιρό ξεφτίζουν και διαλύονται; Τι θα γινόμασταν όλοι εμείς, αν επιτρέπαμε στους κλεισμένους χώρους της μνήμης μας ν’ ανοίξουν και να χύσουν τα περιεχόμενά τους μπροστά στα πόδια μας;

A picture dated July 7, 1971 shows German writer Christa Wolf. Wolf dead in Berlin at 82, December 1, 2011. Photo: dpa/aa

Σε αυτήν την εποχή γενικής απώλειας μνήμης (μια φράση που ήρθε προχθές με το ταχυδρομείο) πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πλήρης πνευματική παρουσία είναι δυνατή μόνο πάω στη βάση ενός ζωντανού παρελθόντος. Όσο πιο παλιά πάνε οι αναμνήσεις, τόσο μεγαλύτερος χώρος απελευθερώνεται γι’ αυτό που αποτελεί την ελπίδα μας, το μέλλον. Μόνο που – όπως κατάλαβες αυτή τη νύχτα – είναι πολύ πιο εύκολο εφεύρει κανείς το παρελθόν αντί να το θυμηθεί· και η ερώτηση, αν πλήρης πνευματική παρουσία είναι πραγματικά απαραίτητη, θαμποχάραζε μέσα σου σαν πιθανός αντίλογος. [σ. 197]

Και τελικά ποια είναι η θέση του συγγραφέα; Πού αρχίζει το καταραμένο καθήκον του γραφέα – που είτε το θέλει είτε όχι είναι παρατηρητής, αλλιώς δε θα έγραφε, θα πολεμούσε ή θα σκοτωνόταν – και πού τελειώνουν τα καταραμένα του δικαιώματα; Πού απόμειναν οι καιροί, όπου οι ύπουλοι εξορκιστές του παρατατικού μπορούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως τάχα αυτοί ήταν που μοίραζαν δικαιοσύνη; Αλίμονο σ’ αυτούς τους καιρούς που ο γραφέας πρέπει να επιδείξει την πληγή της δική τους αδικίας, πριν αποκτήσει το δικαίωμα να γράψει για τις ξένες πληγές. [σ. 218]

christa-wolf02

Ένα βιβλίο σύνθετο, ελεγειακό, σκληρό, συγκινητικό σαν άλμπουμ παιδικής ηλικίας, αμείλικτο σαν ηθική καταδίκη, εφιαλτικό για οποιονδήποτε Γερμανό έζησε στον πόλεμο, βασανιστικό με τόσα ερωτήματα, ταξιδευτικό με τόσους τόπους, υπόδειγμα συγγραφικής συνείδησης και ευσυνειδησίας. Ή, με τα δικά της λόγια:

Κανείς ή μπορεί να γράφει ή να είναι ευτυχισμένος.

Εκδ. University Studio Press, μτφ. Κυριακή Χρυσομάλλη – Henrich, σελ. 502. Με τετρασέλιδο πρόλογο, 37 σημειώσεις της μεταφράστριας και δισέλιδο χάρτη [Kindheistmuster, 1977].




Απρίλιος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 977.101 hits

Αρχείο

Advertisements