Archive for the 'Πορνογραφία' Category

06
Οκτ.
14

Ευγένιος Αρανίτσης – Ιστορία των ηδονών

aranitsis_

Η ταξινόμηση των ηδονών φυτρώνει πάνω στην ανάγκη να τις οικειοποιηθούμε: απ’ τη στιγμή που απαριθμούμε τα μέρη του όλου, αυτό το όλο γίνεται κατανοητό και κατοικήσιμο. Για τον ταξινομητή αυτού του είδους, η περιοχή των απολαύσεων δεν είναι πια ένας ρευστός, μυστηριώδης περίγυρος αλλά ένας σοφός, πλήρης και κλειστός κατάλογος ονομάτων. [σ. 401]

Σε οριακές προσωπικές περιόδους όπως αυτή, η επιστροφή στα ράφια της βιβλιοθήκης με τα προσωπικά θησαυρίσματα είναι δεδομένη. Αναζητώντας και πάλι τις σκέψεις που θα δικαιολογήσουν και θα αντιλογήσουν στις αντίστοιχες δικές μου, ανοίγω για άλλη μια φορά την κειμενική αυτή βίβλο του συγγραφέα. Θυμάμαι καλά πως στο τελευταίο μέρος βρίσκονται οι γνωστές, εκτενείς θεματικές συνθέσεις του: Ιστορία των ονομάτων, των φετίχ, των παιχνιδιών, του αλκοόλ και εξίσου μεγάλα κείμενα για την τεμπελιά, το τέλος της μυθολογίας του ρούχου και την ταξινόμηση των ηδονών. Διαβάζω λοιπόν για άλλη μια φορά μια Ιστορία των φετίχ, χωρισμένη σε ευλαβικά αριθμημένες ενότητες: εδώ βρίσκονται τα βιβλία και το μαχαίρι (στα οποία μας μύησε ο Μπόρχες), τα αντικείμενα που έρχονται από τα βάθη του χρόνου, το παρελθόν το ίδιο, τα σύμβολα, τα πράγματα και τα έπιπλα, τα υφάσματα και τα υλικά, οι κούκλες και τα αγάλματα, το μετάξι και τα εσώρουχα, τα μαλλιά, τα παπούτσια και τα πόδια…

Dorina Costras

Η Λολίτα και η Όλγα του Ναμπόκοφ, η Ελβετία του Πίτερ Μπίξελ και η Καραϊβική του Χέμινγουέη, ένα όνειρο του Χέλντερλιν, τα παραμύθια φρίκης του Χάουαρντ Λόβεκραφτ και τα αφηγήματα του Ντάσιελ Χάμμετ, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και οι Γκρίμ, ο Λευκάδιος Χερν και ο Σλαβομίρ Μρόζεκ, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι και ο συγγραφέας Γούντυ Άλλεν κ.ά. έχουν περίοπτη θέση σε αυτή την σαφώς ατελή, όπως γράφει ο ιστοριογράφος της στον επίλογο, Ιστορία, που ξετυλίγεται σε πέντε μεγάλα κεφάλαια [1. Οι αφηγήσεις, 2. Η ποίηση, 3. Η έρευνα, 4. Το μυστήριο και το γέλιο, 5. Οι μύθοι]. Και βέβαια το βιβλίο είναι γεμάτο με κείμενα για βιβλία.

Antonio López García, Atocha, 1964

Το Βιβλίο των Ηδονών του ρομαντικού επαναστάτη Ραούλ Βανεγκέμ είναι ένα συναρπαστικό μανιφέστο και δοκίμιο μαζί, όπου η εκλογή του καθαρού υλισμού κάνει τον συγγραφέα με τις σιτουασιονιστικές καταβολές να μοιάζει με καθαρόαιμο απόγονο όχι πια του Κροπότκιν, του Μάρξ ή του Στίρνερ   αλλά του Σάντ, τού Φουριέ και τού Ντιντερό. Εδώ η επανάσταση (αγαπημένη λέξη των Γάλλων) δεν εκφράζει την κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου ούτε την ισότητα και την δικαιοσύνη αλλά τον έρωτα, την ποίηση, την χίμαιρα, την μέθη και την γιορτή – Την Απόλαυση. Το Αμερικάνικο Όνειρο, από την άλλη, το χαρακτηριστικότερο βιβλίο του Μέιλερ, φανερώνει περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο όχι το ηθικό ή το βιολογικό, αλλά το στρατηγικό περιεχόμενο του έρωτα, με δυο λόγια το παιχνίδι του αδιέξοδου (Ματ, καλέ μου φίλε, ψιθυρίζουνε οι νεράιδες στον ήρωα): να διαλέξεις ανάμεσα στην ήττα ή την μοναξιά, ανάμεσα σε δυο χαμένες θέσεις.

Thérèse του Balthus

Στο κείμενό του Φερντυντούρκε, το ποίημα της εφηβείας ο Αρανίτσης διακρίνει την οριακή τριάδα του μείζονος αυτού έργου. Σαν ερωτικός συγγραφέας ο Γκόμπροβιτς στριφογυρίζει γύρω από ένα και μοναδικό αντικείμενο: την εφηβεία. Η εφηβεία είναι βέβαια ανώριμη, κι αυτό είναι που συγκινεί τον μυ­θιστοριογράφο και ίσως ανταμείβει τον αναγνώστη, γιατί η ανωριμότητα είναι το σχήμα που δίνουμε σ’ αυτή την σύντομη άνοιξη τού κορμιού, είναι ο δρόμος απ’ όπου ή επιθυμία μπορεί να περνάει καθαρή σαν χρυσάφι και ειλικρινής σαν εξομολόγηση. […] Η εφηβεία δεν είναι μια περίοδος τής ανθρώπινης ζωής αλλά μια παράσταση πού παίζεται σε ρυθμό γενι­κού εξευτελισμού των πάντων. Ύστερα, ο μύθος του Φερντυντούρκε είναι ακριβώς ο μύθος της ηρωικής επιστροφής στην παιδική ηλικία. Ένας συγγραφέας ξαναγυρίζει στα θρανία του γυμνασίου για να διδαχτεί απ’ την αρχή τη γραμματική και τη γλώσσα Αλλά τα θρανία είναι στην πραγματι­κότητα πηγές σκανδάλων και προστυχιάς. Και τέλος, η μορφή του Φ. αποτελεί μια …παρωδία της μορφής και η περίεργη σχέση πού καλλιεργεί αυτός ο σκυθρωπός Πολωνός ανάμεσα στο δράμα της μορφής και στο δράμα της εφηβείας (δράμα για όσους τη βλέπουν απέξω) είναι ακριβώς η κλειδαριά των μυστικών του Φερντυντούρκε.

Julien Pacaud, Butterfly Factory

Εφόσον παραμένουμε σε επικράτειες παιδικής ηλικίας, επόμενο είναι να συναντήσουμε τον πολυδιαβασμένο όλων ημών Νάσο Θεοφίλου, της γενιάς του ’70. Μόνο που αυτός ο όρος, γράφει ο Αρανίτσης, δεν στεγάζει παρά χίλιες λυπηρά διαφορετικές περιπτώσεις, ενώ ορισμένοι θεωρητικοί του παραμυθιού της «Γενιάς» επιμένουν να μιλάνε για ένα είδος συλλογικής λoγoτεχνικής εξόρμησης πού θυμίζει κάπως την Απόβαση στη Νορμανδία – και τελικά «το ταλέντο (τρυφερό και ανέμελο Παιδί τής Μοναξιάς) είναι τελικά περισσότερο δυσεύρετο απ’ όσο φαντάζονται». Κι όμως, εμείς το θυμόμαστε καλά και συμφωνούμε απόλυτα: ο σουρεαλισμός του Ερημόπολη είναι ακριβώς ένα παιδι­κό όνειρο (ο ποιητής, όπως και ο ερωτευμένος, σώζει μέ­σα του ανέπαφο το Παιδί), ένα μακρύ δοκίμιο πάνω στο χιμαιρικό πεπρωμένο τής παιδικής ηλικίας. Αυτός ο Παράδεισος (όπως όλοι οι Παράδεισοι) είναι κατά κάποιο τρόπο απαλλαγμένος απ’ την ενοχή, κι έτσι στον μονα­χικό του κάτοικο δεν απομένει παρά να γεύεται κατά βούληση όλα τα απαγορευμένα φρούτα των παράδοξων συνδυασμών. Και η πρόζα του συγγραφέα συσσωρεύεται μια μοναδική στιγμή της λoγoτεχνίας: η βλάστηση τής Λέξης. Γιατί η Λέξη εδώ είναι πραγματικά ένα φυτό που βλασταίνει.

9782290305959FS

Παραπλεύρως της [μη] ενοχής, στις Έντεκα χιλιάδες βέργες του Απολλιναίρ η ποίηση και η πορνογραφία μοιράζονται διακριτικά ορισμένα ύποπτα ενδιαφέροντα: το κυνήγι της ανώριμης ομορφιάς, μία πονηρή εκτίμηση της εφηβείας, τον εξωτισμό, μία εσωτερική ροπή προς τη χλιδή, μία ρομαντική και λιγάκι γελοία εκμετάλλευση της αθωότητας και μία κάπως ανατολίτικη εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις της φαντασίας να εκπληρώσει τους πιο υπερβολικούς πόθους. Ο κατάλογος του Αρανίτση είναι ακριβής, όπως και η διαπίστωσή του, πως τόσο ο ποιητής όσο και ο πορνογράφος γράφουν την Ιστορία του σώματός τους, κάποτε απαριθμώντας τις άγονες απολαύσεις της σάρκας.

Αλλά εδώ υπάρχει και μια άλλη ερεθιστική βεβαιότητα: το σεξ στον Απολλιναίρ είναι πολύ πιο μοντέρνο και ηδονικό απ’ ότι, για παράδειγμα, στον Σαντ, γιατί είναι θεμελιωμένο και στην ενοχή. Και η ενοχή – παρά­ξενη μοίρα που ποτίζει τη φαντασία με την πολύτιμη ζάχαρη τής λίμπιντο και ανάβει μέσα στην εφευρετικότητα των απολαύσεων τη γλυκιά φλόγα της ανασφάλειας και της ανυπομονησίας – δεν εμποδίζει βέβαια καθόλου τον Απολλιναίρ να μετατρέψει τις Έντεκα χιλιάδες βέργες σε μια μικρή αλλά έγκυρη πορνογραφική εγκυκλοπαί­δεια που, αντίθετα απ’ το Κάμα Σούτρα δεν περιφρονεί καμιά απ’ τις ηδονές. Ένας ακόμα κατάλογος ακολουθεί, με τις σημαντικότερες από αυτές, που μοιάζουν συνδέσεις λογοτεχνίας και κόλασης, ευθύτερες από τους πόθους των Ζενέ και Μπατάιγ.

ZAZIE DANS LE METRO 3

Πίσω στην παιδική ηλικία και στην Ζαζί στο μετρό. Όσο κι αν υπήρξε παρωδία κάθε Πολυάννας ή Δυο ορφανών, η Ζαζί είναι αρκετά έξυπνη ώστε να ξέρει τι της γίνεται, εφευρετική στις ζαβολιές της, δαιμόνια στον τρόπο να φέρνει τους άλλους σε δύσκολη θέση, ανταποκρινόμενη, θαρρείς, σε μια αξιοπερίεργη, κυνική ευτυχισμένη αντίληψη για τη ζωή. Και όσο εκείνη ρίχνει τους μνηστήρες της σε διασκεδαστικές παγίδες σκανδαλιάρικης διπλωματίας, ο συγγραφέας της Ραιημόν Καινώ τα βγάζει πέρα με την σειρά του, πλέκοντας σε ένα τόσο «χοντροκομμένο» θέμα μια πλήρη δαντέλα ειρωνικών τεχνασμάτων.

zazi

Η Ζαζί είναι μια προσπάθεια να δούμε την τρέλα του σύγχρονου κόσμου απ’ την κωμική της πλευρά, τονίζει ο συγγραφέας, και αυτή η επικίνδυνη προσπάθεια πετυχαίνει χάρη στην κρυφή απόσταση από την οποία ο Καινώ βλέπει το θέμα του, οχυρωμένος πίσω απ’ το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης. Και αν είναι αλήθεια ότι οι πιο ρεαλιστικές στιγμές του έργου είναι εκείνες ακριβώς που διακηρύσσουν μια έλλειψη πίστης στην πραγματικότητα, και αν σκεφτούμε λογικά (οπότε η τέχνη παύει να μας ενδιαφέρει) ότι η αθλιότητα δεν έχει τίποτα το αστείο, και πάλι θα παραδεχτούμε ότι στα χέρια του Καινώ όλα αυτά σε μετατρέπονται σε λόγο, διασκέδαση και μυστικό έρωτα με το πονηρό χαμόγελο της Ζαζί.

Εκδ. Άκμων, 1982, [Άκμων/Λογοτεχνία, 15], σελ. 436.

Σημ. Όπως πάντα χρησιμοποιούμε την ορθογραφία και τους τονισμούς του εκάστοτε συγγραφέα.

Advertisements
17
Ιον.
14

Μαρκήσιος ντε Σαντ – Ζυστίν ή οι δυστυχίες της αρετής

Οι deSade-justine-coverPRπολλαπλές αναγνώσεις του σαδισμού

Αποδείξαμε ότι οι μοναχικές αποκλίνουσες ηδο­νές είναι εξίσου απολαυστικές με τις άλλες και, μά­λιστα, πολύ πιο εξασφαλισμένες. Επομένως, η από­λαυση, αν την εξετάσουμε ανεξάρτητα από το αντι­κείμενο που μας χρησιμεύει, όχι μόνον απέχει πολύ απ’ οτιδήποτε μπορεί να αρέσει στο αντικείμενο, αλλά είναι και αντίθετη προς τις δικές του ηδονές. Προχωρώ ένα βήμα παραπέρα: η απόλαυση μπορεί να αντληθεί κατ’ εξοχήν μέσω της πρόκλησης πό­νου στον άλλο, μέσω της κακομεταχείρισής του και της υποβολής του σε μαρτύρια – μη σου φαίνεται παράξενο-, με μόνο σκοπό την αύξηση της ηδονής του αφέντη που προστάζει τέτοιες πρακτικές. Ας προ­σπαθήσουμε τώρα να το αποδείξουμε. [σ. 272]

DesadeJustine1Μπορεί σήμερα να διαβαστεί το έργο του ντε Σαντ και με ποιους τρόπους μας αφορά; Είναι δυνατόν η ανάγνωσή του να μας προσφέρει μια πλήρη εικόνα του κόσμου την εποχή κατά την οποία γράφτηκε; Συνομιλεί καθόλου με την σύγχρονη συγκυρία ή αποτελεί απλώς ένα μνημειωμένο έργο αναφοράς; Τι είδους αναγνωστικό ενδιαφέρον και τι πνευματικό νόημα μπορεί να έχει η ιστορία της Ιουστίνης, μιας νεαρής γυναίκας που εκτίθεται ανυπεράσπιστη στην κοινωνία, γίνεται υποχείριο εκμετάλλευσης και εξευτελισμών και καταλήγει σ’ ένα μοναστήρι όπου υφίσταται πάσης φύσεως βιασμούς, σεξουαλικά βασανιστήρια και ψυχολογικές ταπεινώσεις, που υποβάλλεται σε κάθε είδους διαστροφές και «διαστροφές»; Κι όμως, είναι ακριβώς σήμερα όπου η Ιουστίνη είναι ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης…

Marquis_De_Sade_by_ScreetownGhost…να διαβάσει το βιβλίο ως οργανικό μέρος του προ- και νεωτερικού διαλόγου για την ανθρώπινη φύση· ενός διαλόγου που μέχρι σήμερα ταλανίζει την ερμηνεία του κακού· να διχαστεί ανάμεσα στο κατά Χομπς έμφυτο του κακού στην ανθρώπινη φύση και στην ακριβώς αντίθετη θέση του Ρουσσώ. Να ανοίξει τα μάτια του απέναντι στο φοβερό ενδεχόμενο της επιλογής του κακού από αμέτρητους ανθρώπους, στην οποία σήμερα συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε. Να συλλογιστεί πάνω στα μη- όρια της ανθρώπινης φύσης και στην απόλυτη σχετικότητα θεμελιωδών εννοιών όπως η αρετή, η απόκλιση, η διαστροφή, ο έρωτας, η ευχαρίστηση, η υποταγή. Να τεθεί στο μέσο της διαμάχης ανάμεσα στην επικράτηση του ενστίκτου ή του ορθού λόγου, στην υπηρέτηση του πάθους ή την υπηρεσία του ιδανικού, ανάμεσα στις δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες στάσεις ζωής, ανάμεσα στην αρετή και την ακολασία, την εγκαρτέρηση και την έκλυση.

MessenoireΝα το διαβάσει ως κείμενο που βρίσκεται στον αντίποδα της θρησκείας, που συνάμα την παρωδεί με ανελέητο τρόπο, ακόμα και με την ίδια την μορφή της γραφής: ως ένα χριστιανικό μαρτυρολόγιο (το μοναστήρι ως τόπος, οι βασανιστές ως διάβολοι, τα μαρτύρια ως δοκιμασία, οι εξαντλητικές περιγραφές τους ως θεμελίωση της διδασκαλίας) αλλά και ως μια ειρωνική αγιολογία της Ζυστίν που ακριβώς λόγω της καρτερίας και της καθαρότητάς της παρά την υποταγή της εμπνέει για ιδιαίτερη λατρεία – άλλη μια ομοιότητα με την αγιογραφίες των μαρτύρων των περισσότερων θρησκειών. Και πάνω απ’ όλα ως καυστική κριτική για την υποτίμηση και τον εξευτελισμό του σώματος στην χριστιανική κοσμοθεωρία αλλά και τον μισογυνισμό της χριστιανικής εκκλησίας.

Η συγκίνηση της λαγνείας δεν είναι τίποτε άλλο πα2875417_bukobjectρά ένα είδος δόνησης που παράγεται στην ψυχή μας μέσω των παλμών τους οποίους η φαντασία προκαλεί στις αισθήσεις μας με την ανάμνηση του αντικειμένου της λαγνείας…Έτσι, η λαγνεία μας, αυτό το ανεξήγητο γαργαλητό που μας οδηγεί σε παρεκτροπές, που μας με­ταφέρει στην ψηλότερη κορυφή ευτυχία; όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, μπορεί να προκληθεί με δύο τρόπους. Είτε όταν αντιληφθούμε ότι το αντικείμενο που χρησιμοποιούμε διαθέτει πραγματικά ή στη φαντασία μας το είδος της ομορφιάς που μας ευφραίνει περισσότερο, είτε όταν δούμε αυτό το αντικεί­μενο να βιώνει την ισχυρότερη δυνατή αίσθηση. Κι όμως, αίσθηση πιο ζωηρή από τον πόνο δεν υπάρχει. Οι εντυπώσεις που προκαλεί ο πόνος είναι βέβαιες, δεν είναι καθόλου παραπλανητικές όπως οι εντυπώσεις της ηδονής, που μονίμως τις υποκρίνονται …[σ. 273]

Justine_ou_les_Malheurs_de_la_vertu_(ménage_à_trois)Να αντιληφθεί τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται ο ερωτισμός και οι πρότυπες συμπεριφορές του· να δει ξεκάθαρα την σκοτεινή δίοδο που συνδέει τον ερωτισμό με την βία αλλά και το ενδεχόμενο της αδυναμίας της απόλαυσης της σάρκας εξαιτίας των αιωνόβιων απαγορεύσεων και καταπιέσεων. Να αποδεχτεί, ανεξάρτητα από την δική του θέση, την σεξουαλικότητα ως μια απόλυτη αλήθεια σε κάθε άνθρωπο· να αντιληφθεί το ανθρώπινο σώμα ως τόπο όπου δεν χωρεί ο ορθός λόγος και οι ηθικές επιταγές.

Να συλλογιστεί πάνω στην φιλοσοφία του Ντε Σαντ ως απόλυτη κατάφαση της προσωπικής ηδονής του κάθε ανθρώπου, μιας ηδονής που δεν γνωρίζει άλλη ηθική από την δική της και δεν λογοδοτεί πουθενά, προτείνοντας ακόμα – σε αντίθεση με ό,τι συχνά φαίνεται και παρά τις εμφανείς αντιφάσεις– ακόμα και την πλήρη ισότητα και αμοιβαιότητα ανάμεσα στην επικράτηση των ατομικών επιθυμιών. Να επεκτείνει την παραπάνω φιλοσοφική παραδοχή ως μόνη και απόλυτη tumblr_m3bmdt1W981r62zy2προϋπόθεση πλήρους ελευθερίας, που αγνοεί κάθε είδους κοινωνικό θεσμό και κάθε μορφή εξουσίας και καταναγκασμού, ως το ενδεχόμενο της ανυπακοής σε κάθε εκτός σώματος επιταγή.

Να το διαβάσει ως ανάγνωσμα που επανήλθε στα ελευθέρια τέλη της δεκαετίας του ’60, όπου η σεξουαλική απελευθέρωση είτε στους δρόμους του επαναστατημένου Παρισιού, είτε στα κοινόβια των απανταχού χίππις και ψυχεδελιστών αναζητούσε ανάλογα έργα. Να αναζητήσει τα κείμενα των διανοητών που την ίδια εποχή αλλά και προγενέστερα θεωρητικοποίησαν τα διονυσιασμένα πάθη και τις μύριες παρεκτροπές τους, από τον Φουκό και τον Λακάν, μέχρι τον Μπλανσό και τον Μπατάιγ, τον Κλοσόφσκι και τον Ονφρέ.

Να το διαβάσει ως απόλυτα καλλιγJustineραφημένο λογοτέχνημα, αναζητώντας εντός του και τους κανόνες της ερωτικής λογοτεχνίας, της ψυχολογίας, του γοτθικού μυθιστορήματος ή του μυθιστορήματος τρόμου, της φιλοσοφικής πραγματείας, της πολιτικής καταγγελίας, της πορνογραφίας, της αισθησιακής αισθητικής. Να το απολαύσει ως εξαιρετικό λογοτέχνημα, που τηρεί μια σειρά τεχνικών ώστε να ελκύει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Να το διαβάσει ως δική του αναγνωστική, ψυχολογική και συνειδησιακή δοκιμασία, δοκιμάζοντας τις αντοχές του απέναντι στα ίδια τα γραφόμενα αλλά και στην απόλαυση των περιγραφομένων από τους ίδιους τους φορείς.

quillsΝα το διασχίσει ως μια ιστορία του σώματος, των παθών της σάρκας και των βασάνων που υφίσταται σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία. Ή ως μια απροκάλυπτη πρόκληση στα ήθη και στα πρέποντα, ακόμα και ως εγχειρίδιο πάνω στο ακρότατο είδος ηδονής, εκείνο που αφορά την καταστροφή της ίδιας της ζωής και την τελετουργία του θανάτου. Να συμπαθήσει την Ιουστίνη ως υποκείμενο απόλυτης ψυχικής αντίστασης σε κάθε είδους βιασμό και εξαχρείωση, ακόμα και όταν – ή κυρίως όταν – η άρνηση της υποταγής της ακριβώς αυξάνει τους βασανισμούς και την κακομεταχείριση.

tumblr_mji7g6d9251s4pbxso1_1280Να επιστρέψει στην περίοδο που γράφτηκε και να το διαβάσει ως ένα μνημείο λόγου μιας εποχής όπου η Ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει οριστικά την οπίσθια πορεία της, ως ένα λογοτέχνημα που γράφτηκε λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση, υπονοώντας εκείνα που την προκάλεσαν και προοιωνίζοντας εκείνα που θα αλλάξουν. Να μην αγνοήσει την εντός του έργου αντανάκλαση του συγγραφέα, ως ένα κάτοπτρο των δικών του διώξεων, εξευτελισμών και φυλακίσεων που αποτέλεσαν το τίμημα του ελεύθερου λόγου του και της επιθυμία για συνέπεια λόγων και πράξεων· ως το ύστατο μέσο έκφρασης της αλήθειας ενός συγγραφέα που έζησε κυνηγημένος, καταδικασμένος σε θάνατο, έγκλειστος σε άσυλα, μισητός τοις πάσι.

Η Ζυστίν/Ιουστίνη αποτελεί την τελική εκδοχή ενός έργου που άρχισε να γράφεται το 1787 στην Βαστίλη και ολοκληρώθηκε ως Νέα Ιουστίνη το 1791. Η έκδοση του βιβλίου οδήγησε οδηγώντας τον συγγραφέα ξανά στη φυλακή και το βιβλίο στην καταστροφή. Η έκδοση περιλαμβάνει τις γκραβούρες του 1797.

«Σας 1041129426ξαναρωτώ: είμαστε μήπως κύριοι των γού­στων μας; Δεν οφείλουμε να υποκύπτουμε στις ορέ­ξεις που μας έχει δώσει η φύση, όπως το περήφανο κεφάλι της βαλανιδιάς λυγίζει στη μανία της θύελ­λας; Αν η φύση προσβαλλόταν από αυτά τα γούστα, δεν θα μας τα ενέπνεε. Είναι αδύνατον να μας έχει δώσει ένα συναίσθημα φτιαγμένο για να την προ­σβάλλει. Και με την ίδια απόλυτη βεβαιότητα μπο­ρούμε να αφεθούμε στα πάθη μας, όποια κι αν είναι, όσο βίαια κι αν είναι, σίγουροι ότι κάθε ατυχής αντίκτυπός τους ανήκει αναπόφευκτα στα σχέδια της φύσης, της οποίας δεν είμαστε παρά άβουλα όργανα. Και τι μας αφορούν οι επιπτώσεις; Όταν κάνεις κάτι και θέλεις να το χαρείς, δεν τίθεται ζή­τημα επιπτώσεων» [σ. 274 – 275]

Εκδ. Νεφέλη [Ερωτική λογοτεχνία], 2011, μτφ. Δημήτρης Γκινοσάτης, 544 σελ. [Μarquis de Sade, Justineou les Malheurs de la vertu, 1791]

23
Ιολ.
12

Πάουλ Βεράχεν – Omega Minor

Εικοστός αιώνας, μηδενικός άνθρωπος

Σε τι μεγαλούργησε τελικά ο Μέγας Εικοστός; Σε ιδέες και ουτοπίες ή στις καταβαραθρώσεις τους; Σε κορυφές βίας ή κορυφώσεις ανθρωπισμού; Υπερίσχυσαν τα επιστημονικά θαύματα ή τα συνακόλουθα τερατουργήματα; Το ανθρώπινο σώμα θεώθηκε ή κατασπαράχθηκε; Τι μένει όρθιο στο σημείο συνάντησης των δυο αντίθετων πορειών του αιώνα, της επιστημονικής ανόδου και της ανθρώπινης καθόδου; Η ανθρώπινη δημιουργία χρησίμευσε κάπου ή ακυρώθηκε παντού; Πού ασκείται σήμερα ο ανθρωποφάγος άνθρωπος του εικοστού αιώνα, μετά τους πολέμους, τους ολοκληρωτισμούς, τις αφανίσεις και την σύγχρονη πολιτική; Πού λυμαίνονται οι παρόντες και μέλλοντες υποστηρικτές κάθε νέας ολοκληρωτικής εξουσίας;

Εγχειρίδιο κατασκευής νεοναζί

Ο Λίμπενφελς δεν νοιάζεται για ιδεώδη. Αυτά είναι ψυχρές αφηρημένες έννοιες. Ποια ιδεολογία αξίζει τόσο ώστε να πεθάνει κανείς για χάρη της; Ο Λίμπενφελς έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια κι έχει ζήσει πάρα πολλές καταστάσεις για να πιστεύει πια σε οτιδήποτε. Γι’ αυτόν τα ιδεώδη δεν είναι παρά μέσα προς κινητοποίηση. Αυτό που μετράει είναι η κίνηση […]. Ο Ούγκο είναι πολύ μικρός για να καταλάβει τη βαθύτερη αλήθεια της ανθρώπινης υπόστασης, ότι είμαστε εργαλεία, σκλάβοι χιλιοειπωμένων ιδεών. Τρεφόμαστε με τις ιδέες που επιπλέουν στο πνεύμα των καιρών, ιδέες που μας επιτίθενται και χρησιμοποιούν εμάς, τα άβουλα θύματα, για να συνδυαστούν με καινούργιο, διαφορετικό τρόπο, που θα εξασφαλίσει τη διαιώνισή τους. Ο Λίμπενφελς το καταλαβαίνει αυτό, το καταλαβαίνει πολύ καλά. Γι’ αυτό του αρέσουν οι άντρες σαν τον Ούγκο. Κάν’ τους μέλη μιας ομάδας, δώσ’ τους έναν στόχο, και σύντομα θα έχουν πάρει τόση φόρα, που δεν πρόκειται να σταθούν σε τέτοιες σκέψεις – διάολε, σε οποιαδήποτε σκέψη. Το θέμα είναι να αρπάξεις τέτοιους τύπους από τους ώμους και να τους ταρακουνήσεις λιγάκι, να τους σερβίρεις και γαμώ τις ιδέες και η μόνη ιδέα που μπορεί να το πετύχει αυτό στην κουρασμένη δεκαετία του 90 είναι η πανάρχαια παραλλαγή τού «πρώτα εγώ» – η πρωτοκαθεδρία τού «πρώτα εμείς». [σ. 80 – 81]

Ο σύγχρονος φιλόδοξος ερευνητής [Πάουλ Αντερμανς] βρίσκεται ανάμεσα στις αφηγήσεις ενός επιζήσαντος του Ολοκαυτώματος αλλά και συμμέτοχου στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου [Γιόζεφ ντε Χερ] κι ενός επιστήμονα που συμμετείχε στα πειράματα για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας [Γκόλντφαρμπ]. Κατά μεγάλη ειρωνεία η συνάντηση των δυο πρώτων γίνεται σε γειτονικές νοσοκομειακές κλίνες ύστερα από νεοναζιστική επίθεση εναντίον του πρώτου και απόπειρα αυτοκτονίας του δεύτερου και δη στο Βερολίνο του 1995 –  στην ιωβηλαία επέτειο του χιτλερικού τέλους. Οι δυο επιβλητικοί φορείς μιας αναπόδραστης Ιστορίας βρίσκονται μακριά πλέον από τις καύσεις της Ιστορίας, αλλά έχουν ακόμα μια δύναμη που κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει: αυτή της οριστικής αφήγησης εκείνου που όχι απλώς έζησαν αλλά και δημιούργησαν. Αλλά και ο Άντεμανς έχει την δική του εξουσία, εκείνη της μεταγραφής της προφορικής τους αφήγησης σε γραπτή ιστορία, επιλέγοντας ή μεταμορφώνοντας κατά βούληση την Ιστορία ενός Αιώνα.

Φαρενάιτ 666

Η μητέρα σκίζει τις σελίδες από μια κομμουνιστική προπαγάνδα για προσάναμμα. Εγώ φέρνω τα βιβλία, μικρές στοίβες που χωράνε στην αγκαλιά μου. Περπατώ με προσοχή, γιατί αγαπώ αυτά τα βιβλία. Δεν θέλω να τα πονέσω. Ο θάνατός τους πρέπει να είναι σύντομος, πρέπει να είναι σπλαχνικός. Θέλω να κάνω το τελευταίο τους ταξίδι απαλό, ανάλαφρο. Θέλω να τα συνοδεύσω ως τον τελευταίο τόπο ανάπαυσης με τέτοιον τρόπο, που δεν θα καταλάβουν τίποτα οι απεγνωσμένοι ήρωες και ηρωίδες που ζουν ανάμεσα στα χαρτονένια εξώφυλλα, ούτε τα τεράστια και, εντούτοις, τόσο εύθραυστα εγώ των συγγραφέων που η φωτογραφία τους στολίζει το οπισθόφυλλο. [σ. 188]

Η θρασεία φιλοδοξία του Βέλγου/Φλαμανδού συγγραφέα (γεν. 1965), καθηγητή Γνωστική Ψυχολογία στο Georgia Ιnstitute of Τechnology των ΗΠΑ, με ειδίκευση, μεταξύ άλλων, στην βία, δεν έχει όρια, ακριβώς δηλαδή όπως τα τρία – τουλάχιστον – σύμπαντα που επιχειρεί να παραχώσει στις εκατοντάδες σελίδες του με απόλυτη συναίσθηση σοβαρότητας αλλά και αγριεμένη παιγνιώδη διάθεση: εκείνα της επιστήμης και της δημιουργίας, της νόησης και του σώματος. Αν το σώμα του Εικοστού στην εικοστή οργάστηκε και βιάστηκε, απελευθερώθηκε και σκλαβώθηκε, διεύρυνε τις ηδονές του κι έζησε τα χειρότερα βασανιστήρια, τότε όλα πρέπει να κατανεμηθούν ως πρέπει στις μυθιστορικές του δέλτους.

Εγκατάλειψη αδέσποτων Τράμπαντ

Η εγκατάλειψη αδέσποτων Trabant είναι εθνικό σπορ. Μια βόλτα με αυτοκίνητα σε τούτη την περιοχή είναι, το είπα ήδη, ένα μάθημα Ιστορίας και τα βλέπουμε παντού στην άκρη του δρόμου, παρκαρισμένα βιαστικά και λοξά στο πρανές, με τα τζάμια σπασμένα, τους προφυλακτήρες βγαλμένους, τα καπό ανοιχτά – ακόμα και τώρα υπάρχουν απελπισμένοι ιδιοκτήτες που θέλουν να παρατείνουν τη ζωή του οχήματός τους και κλέβουν ανταλλακτικά από τα εγκαταλελειμμένα σαράβαλα. Ορισμένα αμάξια δείχνουν σαν να έχουν φαγωθεί από μέσα, ένα κουφάρι – φάντασμα με ξεφτισμένες άκρες απ’ όπου εξέχουν κλωστές ενός ρητινώδους ιστού. Άδεια φαντάσματα είναι, σαν τις άδειες πανοπλίες σε μεσαιωνικά κάστρα: κανείς δεν πιστεύει ότι είναι αληθινά, κανείς δεν πιστεύει ότι πράγματι χρησιμοποιούνταν. Τόσο εύκολα λοιπόν οι αλήθειες της Ιστορίας, σμιλεμένες στην πέτρα – λόγου χάρη τα όνειρα του αυτοκινήτου του λαού -, καταντούν σχεδόν ακατανόητες χαραγματιές στο τοίχωμα ενός σπηλαίου. [σ. 102]

Το στοίχημά του Omega Minor είναι η αναζήτηση της αλλεπιδραστικής σύνδεσης των επιμέρους στην εποχή του Όλου. Η πορνογραφία π.χ. αναπτύσσεται ως συστατικό κομμάτι του γερμανικού φασισμού, ως παθολογία ολόκληρων δεκαετιών αλλά και ως καθοριστική προσωπικότητα των χαρακτήρων του (η Νεμπούλα, μια εκ των βασικών χαρακτήρων, είναι σκηνοθέτης πορνογραφικών ταινιών και χρησιμοποιεί αυτή την περσόνα για να εισχωρεί στους νεοναζιστικούς κύκλους). Έτσι ακολουθείται εδώ κάθε κανόνας σύγχρονης μεγάλης ιστορικομυθοπλαστικής αφήγησης: από τη μία ο ασυνεχής και διαρκώς ανακοπτόμενος, αναπεπταμένος, διαρκούς παλινδρομικής κίνησης χρόνος, διαλυμένος σε δεκάδες παρόντα και παρελθόντα· από την άλλη η είσοδος – έξοδος πλήθους υπαρκτών και μη προσώπων: Χίτλερ, Χόνεκερ, Χίμλερ, Μένγκελε, Σπέερ, Γκορμπατσώφ, Κολ, Κάφκα, Ρίλκε, οι οραματιστές των αρχιτεκτονημένων ναζιστικών πόλεων αλλά και του υπερφιλόδοξου κομμουνιστικού Τείχους.

Εγχειρίδιο ανάμνησης τείχους

Μόνο πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που έπεσε το Τείχος και ήδη δεν φαίνεται πια πού στεκόταν κάποτε, εκτός από τη μακρόστενη ερημική περιοχή όπου κάποτε υπήρχε η Πότσνταμερ Πλατς. Λίγο πιο πέρα βλέπουμε το ερείπιο του Άνχαλτερ Μπάνχοφ. Εξέχει από την άμμο όπως οι καμάρες ενός σαραβαλιασμένου ρωμαϊκού υδραγωγείου στη Σικελία. Εκεί λοιπόν απλωνόταν, από εκεί περνούσε ή ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνει ένα τείχος. Ένα διπλό τείχος, μια φιλήδονη φιδωτή γάγγραινα από ατσάλι και μπετόν, μια κατάλευκη πληγή στο τοπίο, μια άγονη λουρίδα από χέρσα γη όπου η άμμος τσουγκρανιζόταν εξίσου σχολαστικά με το χοντρό χαλίκι σε έναν κήπο Ζεν στο Κιότο, και αλίμονο αν η άμμος παρουσίαζε άλλα ίχνη εκτός απ’ αυτά των σκυλιών φυλάκων. Κάθε πολιτισμός αποκτά τα μνημεία που του αξίζουν και τα διατηρεί για όσο καιρό τα χρειάζεται. [σ. 640]

Το αιώνιο μίασμα της εβραϊκότητας, το κληροδότημα της Βαϊμάρης, το καθοριστικό Βερολίνο του ’36, η ψυχροπολεμική ανθρωπογραφία, ο Διαφωτισμός που ποτέ δεν υπήρξε (κι αν υπήρξε, έλεγε ψέματα), η παντοκρατορία των ολοκληρωτισμών, η Ιστορία ως «το ψέμα που λέει το παρόν για να δώσει νόημα στο παρελθόν», η αιώνια εξωεπιστημονική έμπνευση των επιστημόνων – γηραιών και μη -., δηλαδή η Γυναίκα (εδώ η Ντονατέλλα), το διαρκώς ανοιχτό και επανερχόμενο ζήτημα της μετάνοιας και της αδυναμίας επανόρθωσης μιας καταστροφικής πράξης που επηρεάζει τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων, το αίτημα της ατομικής τίμησης των ολοκαυτώμενων νεκρών, η δημιουργία ως έσχατος τρόπος εξουσίας ή αιωνιότητας, όλα αποτελούν θέματα που ο Βεράχεν εντάσσει ολιστικά στην παλίμψηστη αφήγησή του. Για άλλη μια φορά ο αξεδιάλυτος δεσμός της Ιστορίας με την Λογοτεχνία απασχολεί έναν συγγραφέα που τα θέλει όλα και γράφει για τα πάντα, προς ένα έργο εξουθενωτικό αλλά άξιο να διαβαστεί ως το τέλος του.

Εγχειρίδιο καλλιέργειας ψευδαισθήσεων

Μόνο η Δύση το αποκαλούσε «το Τείχος». Εμείς, μέσα στη ζώνη, χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αντιφασιστικό προστατευτικό ανάχωμα», αργότερα λέγαμε «τα σύνορα» ή «προστασία συνόρων». Είναι η παρουσία του, και μόνο η παρουσία του που μετέτρεψε αυτή τη χώρα σε ένα άλλο Σινά, ένα τόπο προφητείας και εξαγνισμού. […]  Δες από πού περνούσε το Τείχος, μέσα από την καρδιά του φασιστικού Βερολίνου, μέσα από τα κτήρια που εμείς, κι όχι η Δύση, αποψιλώσαμε προσεκτικά. Βλέπεις εκείνο τον άδειο χώρο ανάμεσα σ’ αυτές τις πολυκατοικίες, όπου υπάρχει μια παιδική χαρά; Αυτό είναι το μέρος όπου ήταν θαμμένο το καταφύγιο του Χίτλερ. Λίγο λίγο η άμμος του Τείχους μπήκε στους διαδρόμους, αφαίρεσε τις τοιχογραφίες από το μπετόν και έξυσε το αίμα της Εύα και του Αδόλφου από τον τοίχο… […] Γι’ αυτό χρειάστηκε το Τείχος, για να πνίξει τα τελευταία ίχνη του Τρίτου Ράιχ, για να ξεχάσουμε, απαλά, ανεπαίσθητα. Δες το Τείχος σαν σκουλήκι, σαν ταινία που ζει στα έντερα της πόλης. Καταβροχθίζει ό,τι βρει μπροστά της. Καταβροχθίζει και καθαρίζει. [σ. 642]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ινώ Βαν Νταϊκ – Μπαλτά, 830 σελ. [Paul Verhaegen, Omega Minor, 2004]

30
Οκτ.
09

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός.

 Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός.

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Locker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αudition και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, προλογ. σημείωμα Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια – κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

04
Νοέ.
08

Εμμανιέλ Πιερά – Βιομηχανία του σεξ και του τηγανητού ψαριού

Δύο δεκαοχτάχρονες δίδυμες αδελφές, η Γκαέλ και η Γκουεναέλ, ναυτικοί σε ψαροχώρι της Βρετάνης αναπτύσσουν ένα εντονότατο ερωτικό αισθητήριο πλημμυρισμένο περιέργεια και φιλομάθεια. Όμως το περιβάλλον όπου ζουν είναι το πλέον ακατάλληλο για την ικανοποίηση της ακόρεστης δίψας τους για μόρφωση. Η μύησή τους στον κόσμο του σεξ γίνεται από άθλια πρόσωπα με ακόμα πιο άθλιους τρόπους (βιασμός ανάμεσα σε ψαροκασέλες ή αυνανισμός με ένα μουγκρί) και οι ταχυδρομικές παραγγελίες των σεξουαλικών γκάτζετς τίποτα τις αφήνουν ανικανοποίητες (οι πολλαπλές μπίλιες της γκέισας ερμάτιζαν το δίχτυ για τον μπακαλιάρο, το λιπαντικό κατέληξε να λιπαίνει την τροχαλία της τράτας). Έχοντας εντρυφήσει στις απείρως παραλλασσόμενες μεθόδους αναπαραγωγής των θαλάσσιων ειδών περιμένουν κάτι τουλάχιστον εξίσου συναρπαστικό.Αποκαρδιωμένες (ή καλύτερα αποσωματισμένες) από την αντιστοιχία σπέρματος και εγκεφάλου των διαθέσιμων ανδρών της παραθαλάσσιας βρετονικής πανίδας οι νεαρές αυνανίστριες εγκαταλείπουν το άνυδρο ερωτικά υδάτινο περιβάλλον τους και αναχωρούν για την πόλη του φωτός, και ερωτικού όπως ελπίζουν. Αν τα ψάρια ασκούνται όλα τα είδη σεξουαλικότητας όπως έχουν δει και μελετήσει, τότε το Παρίσι θα είναι ο δικός τους ωκεανός οργίων, ο τόπος όπου η πλούσια θεωρητική τους κατάρτιση θα συμπληρωθεί όπως πρέπει από την πρακτική της ολοκλήρωση. Εκεί τις περιμένει ο εξάδελφος Γιαν, ιδιοκτήτης sex shop (ενδιαφέρουσα η σύνδεση των πωλούμενων items με την νοσταλγία του γενέθλιου τόπου) και μέντορας πρόθυμος να αραδιάσει μπροστά τους ολόκληρο τον χάρτη του έκλυτου Παρισιού και των απανταχού λαγνότοπών του.Εκεί θα δοκιμάσουν ή θα πλησιάσουν σε απόσταση οργασμού «ανωμαλίες» και «παρεκκλίσεις» όπως την επιδειξιομανία κατ’ οίκον (στο μπαλκόνι ή σε ντελιβεράδες πίτσας, υδραυλικούς και πυροσβέστες) αλλά και σε μοναστήρια, το μπανιστήρι και την ουρο-κοπρο-λαγνεία. Σειρά έχουν η ζωοφιλία, η νεκροφιλία, ο σαπφισμός, η αιμομιξία, η αμφιφυλία, ο σαπφισμός και φυσικά ο φετιχισμός, ο σαδομαζοχισμός, οι πληρωμένοι έρωτες και τα ομαδικά όργια. Θα εξαντλήσουν την λίστα πασών των δυνατοτήτων σεξουαλικής συνεύρεσης; Αν όμως το κανονικό και το φυσιολογικό είναι βαρετά και προβλέψιμα, όπως φοβούνται, ποιος εγγυάται πως δεν θα ακολουθήσουν και τα άλλα;

Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου … δικηγόρου Εμμανιέλ Πιερά, ειδικού των πνευματικών δικαιωμάτων, μελετητή της ιστορίας των ηθών και της λογοκρισίας (αξιοσημείωτα έργα του: Le sexe et la loi (Το σεξ και ο νόμος), Le Livre des livres erotiques (Η βίβλος των ερωτικών βιβλίων), Le Livre noir de la censure (Η μαύρη βίβλος της λογοκρισίας)) αλλά και αφοσιωμένου ερωτογράφου και επιμελητή δυσεύρετων έργων παρόμοιας φύσης.

Ο ερωτογράφος μας με κομψευόμενο τρόπο και έξυπνα λογοπαίγνια τολμά μια εκ όψεως πρωτότυπη συσχέτιση: η ερήμωση των βυθών εξαιτίας της τρομακτικής βιομηχανοποίησης της αλιείας, με πλοία – εργοστάσια έξω από τα χωρικά ύδατα και πάνω από τα κοπάδια των ψαριών να αποθηκεύουν χιλιάδες τόνους ψάρια, καθαρισμένα, πακεταρισμένα κι έτοιμα για κατανάλωση, δεν έχει και μεγάλες διαφορές από την αντίστοιχη εξάπλωση της πορνοβιομηχανίας. Και εδώ η λίμπιντο συσκευάζεται, η ερωτική επιθυμία καταναλώνεται μηχανικά και μαζικά, οι αισθήσεις περνούν σε τέταρτη μοίρα. Στους ναούς της ερωτικής βιομηχανίας (από τα νυχτερινά κέντρα ως το διαδίκτυο) τα πάντα προσφέρονται από επαγγελματίες, αρκεί να πληρώσεις. Στο τέλος τρως άγευστο ψάρι και κάνεις άψυχο σεξ.

Από την άλλη, αν τέλος πάντων το σεξ έχει ήδη λογοτεχνηθεί, τότε κάποιος πρέπει να σχεδιάσει και την σύγχρονη γεωχαρτογραφία βίτσιων, εμπορευμάτων και γηπέδων του έρωτα αλλά και να ξεγυμνώσει (τι ειρωνεία) την κατάντια της. Υπάρχει και μια ακόμα πικρότερη αλήθεια: οι φαντασιώσεις συχνά αποδεικνύονται κατώτερες των προσδοκιών, η λαγνεία δεν είναι πάντα όπως την περιγράφουν οι ερωτομανείς συγγραφείς, ο πόθος είναι ισχυρότερος από την πραγματοποίησή του. Βέβαια στο τέλος οι αδελφές θα την βρουν τη λύση, αλλά νωρίτερα θα έχουν πει: υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που διεγείρει στο χαρτί και αυτό που απογοητεύει στην πραγματικότητα. (σ. 49).

Emmanuel Pierrat – L’ industrie du sexe et du poisson pane, 2004 / Εκδόσεις Άγρα, 2008, μετφ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 169.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092. Στις φωτογραφίες: Οι Milo Manara και Guido Crepax έχουν ήδη κομικογραφήσει φιλομαθείς δεσποινίδες.



Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.223 hits

Αρχείο

Advertisements