Archive for the 'Σοβιετική Ένωση' Category

03
Δεκ.
17

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς – Τσέρνομπιλ. Ένα χρονικό του μέλλοντος

Μια Ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ

Γιατί δεν μιλήσαμε, ενώ γνωρίζαμε; Γιατί δε βγήκαμε στους δρόμους να βροντοφωνάξουμε την αλήθεια; Γράψαμε αναφορές και υπομνήματα αλλά τελικά μείναμε  σιωπηλοί και ακολουθούσαμε τις οδηγίες γιατί δεσμευόμασταν όλοι από την πειθαρχία του Κόμματος. Γιατί ήμασταν κομμουνιστές. Δεν θυμάμαι ούτε έναν από τους υπαλλήλους ν’ αρνήθηκε να εργαστεί στην απαγορευμένη ζώνη. Από βαθιά πίστη σε μια όμορφη και δίκαιη κοινωνία, την κοινωνία των Σοβιέτ. Για πολλούς η κατάρρευση αυτής της πίστης συνοδεύτηκε από καρδιακές ανακοπές και αυτοκτονίες. Γιατί, όταν χάσεις την πίστη, δεν είσαι πια συμμέτοχος σ’ ένα όνειρο, αλλά συνεργός σ’ ένα έγκλημα. [σ. 234]

Τα λόγια του πρώην αρχιμηχανικού του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας δεν αποτελούν παρά μια μικρή ψηφίδα στο δύσκολο έργο της ανασύνθεσης «μιας Ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ». Αυτός ήταν ο εναλλακτικός τίτλος ενός βιβλίου με τις αφηγήσεις εκείνων που την έζησαν από κάθε θέση. Αυτή η κατεξοχήν λογοτέχνης της μαρτυρίας γνωρίζει καλά ότι πρόκειται για τους μόνους αφηγητές που μπορούν να ανασυνθέσουν μια πραγματικότητα και να την αναπαραστήσουν όπως οι τεχνίτες του λόγου. Άλλωστε υπήρξε και η ίδια μάρτυρας των γεγονότων, καθώς ζούσε κι εξακολουθεί να ζει στην γη του Τσέρνομπιλ, στην Λευκορωσία που στη συνείδηση του κόσμου έχει κατοχυρωθεί σαν ένα εργαστήριο πειραμάτων· στα δέκα εκατομμύρια των Λευκορώσων πάνω από δυο εκατομμύρια ζουν σε μολυσμένες περιοχές.

Στον τραγικό «χορό» των συνομιλητών περιλαμβάνονται πρώην και νυν κάτοικοι της απαγορευμένης ζώνης, εκκαθαριστές (όπως ονόμαζαν τους πολίτες ή τους αστυνομικούς στους οποίους είχε ανατεθεί η «εκκαθάριση» των συνεπειών του ατυχήματος), στρατιώτες, πολιτικοί, κομματικοί, χειριστές μετρητών ραδιενέργειας, εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό, επιστήμονες, γιατροί, εργάτες. Το ταξίδι αυτής της σπαρακτικής διαλεκτικής κράτησε τρία περίπου χρόνια. Θα εστιάσω όχι τόσο στα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά όσο στις βαθύτερες συγκλονιστικές πλευρές εκείνης της αδιανόητης καταστροφής έτσι όπως εκφράζονται από τους συνομιλητές τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ένα πρώτο στοιχείο που κατακλύζει τις πρώτες μνήμες είναι η συνύπαρξη της άγνοιας και της μυστικοπάθειας. Στην αρχή κανείς δεν πήρε το γεγονός στα σοβαρά: κανείς δεν γνώριζε από τι έπρεπε να φυλάγεται και οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να απαντήσουν στις ερωτήσεις των πολιτών, καθώς ποτέ τους δεν είχαν διδαχθεί κάτι παρόμοιο στην στρατιωτική σχολή. Οι ίδιοι υποχρεούνταν να δρουν ως στρατιώτες και να σιωπούν. Τις πρώτες μέρες όλα τα βιβλία σχετικά με την ραδιενέργεια αλλά και τα παλαιότερα, για την ατομική βόμβα, ακόμα και για το έργο του Ρέντγκεν, εξαφανίστηκαν από τις βιβλιοθήκες. Δεν υπήρχαν ιατρικές συστάσεις, οδηγίες ή οποιαδήποτε πληροφορία. Όσοι έμαθαν για το ιώδιο, έσπευδαν να το προμηθευτούν, κάνοντας ολόκληρες ουρές στα φαρμακεία. Ορισμένοι το έπιναν με καθαρό αλκοόλ και τους μετέφεραν στα επείγοντα.

Δεν είχαμε διανοηθεί ότι ο θάνατος θα μπορούσε να έχει τόσο όμορφη όψη. Το βράδυ του Σαββάτου, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την έκρηξη, όλοι βγήκαν στα μπαλκόνια να θαυμάσουν την φωσφορίζουσα φλόγα που συνέχιζε να βγαίνει από τον αντιδραστήρα. Όσοι δεν είχαν μπαλκόνι πήγαιναν στους γείτονες. Οι γονείς σήκωναν τα παιδιά τους να την δουν για να την θυμούνται όταν μεγαλώσουν. Πολλοί έκαναν δεκάδες χιλιόμετρα με το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο για να θαυμάσουν το θέαμα. Το επόμενο πρωί όλα είχαν αλλάξει για πάντα. Οι δρόμοι γέμισαν στρατιώτες με αντιασφυξιογόνες μάσκες, το μεσημέρι διατάχτηκε η εκκένωση. Το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η πόλη θα εκκενωνόταν λίγες ημέρες κι ότι οι κάτοικοι έπρεπε να πάρουν μαζί τους μόνο τα στοιχειώδη. Δεν επέστρεψαν ποτέ

Πολλοί πολίτες κλήθηκαν να παρουσιαστούν, συχνά σε πόστα απολύτως άσχετα με την ιδιότητά τους. Οι ειδικευμένοι της πρώτης γραμμής εκτέθηκαν στον μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι πιλότοι των ελικοπτέρων πετούσαν πάνω από τον αντιδραστήρα για την ρίψη της απαραίτητης άμμου, ώστε να εμποδιστεί μια δεύτερη έκρηξη· έβγαζαν το κεφάλι τους έξω από το πιλοτήριο και εστίαζαν. Εκατοντάδες ανθρακωρύχοι έσκαβαν ένα τούνελ μέρα και νύχτα κάτω από τον αντιδραστήρα για να τοποθετήσουν ένα μεγάλο ψυγείο και να παγώσουν το υπέδαφος. Εργάζονταν επί ένα μήνα αλλά τελικά ο αντιδραστήρας πάγωσε χωρίς αυτό. Αμέτρητοι άλλοι άντρες επιφορτισμένοι με τον καθαρισμό της γης εργάζονταν σε δωδεκάωρες βάρδιες διαμένοντας σε σκηνές μέσα στο δάσος ή σε καταυλισμό.

Σήμερα στο διαδίκτυο μπορεί να δει κανείς την επιχείρηση καθαρισμού της οροφής του αντιδραστήρα. Τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ δεν υπάκουαν στις εντολές, καθώς τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν καταστραφεί από την ραδιενέργεια. Έτσι τα μόνα αξιόπιστα ρομπότ πλέον ήταν οι στρατιώτες (τα «πράσινα ρομπότ» ή «βιο-ρομπότ»), που φορούσαν ποδιές μόλυβδου αλλά τα πόδια τους ήταν απροστάτευτα. Φτυάριζαν τα ραδιενεργά  καύσιμα και τον γραφίτη· είκοσι με τριάντα δευτερόλεπτα να τα φορτώσουν στο καροτσάκι κι άλλα τόσα για να τα πετάξουν μέσα στον αντιδραστήρα. Μετά έπρεπε να φύγουν τρέχοντας, να μην υπερβούν το ανώτατο χρονικό όριο επικινδυνότητας. Κάποιος είχε παθιαστεί και δεν έφευγε, όσο κι αν του φώναζαν οι άλλοι· σήμερα είναι ανάπηρος πρώτου βαθμού, όπως πολλοί από τους συνομιλητές. Στην έξοδο τους περίμενε ένα τιμητικό δίπλωμα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την μοίρα των ζώων που περίμεναν καρτερικά τα αφεντικά τους κι έτρεχαν χαρούμενα προς το μέρος των καθαριστών, αλλά εκείνοι έπρεπε να τους σκοτώσουν. Σταδιακά άρχισαν να πυροβολούν από απόσταση, για να μη βλέπουν την αγωνία στα μάτια του ζώου. Όλοι ομολογούν ότι οι τύψεις τους καταδιώκουν για πάντα. Τα «κόκκινα» δάση στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν πλέον ολόκληρες περιοχές ταφής δέντρων, μετάλλων, σωλήνων, ρούχων, οχημάτων, αντικειμένων. Πολλές άλλες ανάλογες περιοχές βρίσκονται μόνο στα χαρτιά. Τα πάντα κλάπηκαν, πουλήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλακτικά από τα κολχόζ.

Το μεγαλύτερο ψέμα στην απαγορευμένη ζώνη ήταν και το πιο πειστικό: το καλύτερο αντίδοτο για το στρόντιο και το καίσιο είναι η βότκα. Η μέθη υπήρξε η διαφυγή για όσους κλήθηκαν να εργαστούν στις μολυσμένες περιοχές. Ο γραμματέας μιας τοπικής επιτροπής του Κόμματος τους υποσχέθηκε έναν επίγειο παράδεισο, αρκεί να μείνουν να δουλέψουν. Τα μαγαζιά γέμισαν με τα καλύτερα προϊόντα, που μέχρι τότε βρίσκονταν μόνο στις καντίνες του Κόμματος: βότκα, λουκάνικα, καλσόν εισαγωγής. Φυσικά σύντομα κι αυτά τα προϊόντα άρχισαν να βγαίνουν από την ζώνη για να μοσχοπουληθούν οπουδήποτε αλλού.

Αν δεν μεθούσαμε δεν θ’ αντέχαμε αυτή την παράνοια. Πιάναμε φιλοσοφικές συζητήσεις… Ότι δηλαδή είμαστε παγιδευμένοι από τον υλισμό μας και ότι αυτός ο υλισμός μας περιόριζε στον κόσμο των αντικειμένων. Κι ότι το Τσέρνομπιλ ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο προς το άπειρο. Θυμάμαι ακόμη συζητήσεις για την τύχη της ρωσικής κουλτούρας, για την ροπή της προς την τραγικότητα. Λέγαμε πως χωρίς τη σκιά του θανάτου, τίποτε δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί πραγματικά κι ότι η καταστροφή θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από τη σκοπιά της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας. [σ. 268]

Όσοι πρωτομπήκαν στην απαγορευμένη ζώνη ακόμα θυμούνται μια πρωτόγνωρη, θανατηφόρα αίσθηση. Σφραγισμένα σπίτια, παρατημένα μηχανήματα των κολχόζ, σκορπισμένες κάρτες μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, απλωμένα ρούχα, επιγραφές όπως «συγχώρεσέ μας, σπίτι μας» ή «μη σκοτώσετε τον σκύλο μου». Η δουλειά τους ήταν να μην επιτρέπουν στους ντόπιους να επιστρέφουν στα εκκενωμένα χωριά. Στα μέρη που δεν εκκενώθηκαν η εικόνα ήταν απολύτως σουρεαλιστική: από την μία οι στρατιώτες και τα φυλάκια, κι από την άλλη οι αγελάδες που έβοσκαν και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που θέριζαν, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Σύντομα άρχισαν οι ξαφνικοί, «απροειδοποίητοι» θάνατοι. Πολλά παιδιά ανέπτυξαν δυσπλασίες, απλασίες και διάφορες εκ γενετής παθολογίες· άλλα άρχισαν να μεγαλώνουν αργά, να αδυνατούν να επαναλάβουν μια φράση που ειπώθηκε στην τάξη, πόσο μάλλον να απομνημονεύσουν οτιδήποτε. Συχνά οι ίδιοι οι σύζυγοι δυσκολεύονταν να παραδεχτούν ο ένας στον άλλον πως δεν έχουν δυνάμεις, πως χάνουν σιγά σιγά τον έλεγχο των ποδιών τους. Τα «παιδιά του Τσέρνομπιλ» είναι μελαγχολικά και δεν γελούνε. Συχνά δυσκολεύονται να κρατηθούν ξύπνια για πολλή ώρα και καταρρέουν ακόμα και μέσα στην σχολική αίθουσα. Μια από τις σχετικές τραγικές ιστορίες εδώ αφορά μια μητέρα που καθημερινά πασχίζει να κρατά ανοιχτά τα μάτια του γιου της. Όχι μόνο επειδή διαρκώς διολισθαίνει στον ύπνο αλλά επειδή φοβάται πως δεν θα της ξυπνήσει. Αρτιόμκα, άνοιξε τα ματάκια σου… Δεν θα τον αφήσω να πεθάνει.

Μια γυναίκα είναι βέβαιη πως αν έδειχνε η τηλεόραση το παιδί της καμία γυναίκα από όλη την περιοχή δεν θα ήθελε πια να αποκτήσει παιδιά. Και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε πλέον να ξανακάνει έρωτα μετά από αυτό. Ζητούν την κόρη της για πειραματόζωο και είναι έτοιμη να δεχτεί, αρκεί να της υποσχεθούν ότι θα την βοηθήσουν να ζήσει. Μεθαύριο που θα την ρωτήσει γιατί δεν την ερωτεύεται κανείς, τι θα απαντήσει; Οικογένειες ζουν χρόνια μέσα στο νοσοκομείο, τα παιδιά παίζουν τις νοσοκόμες. Οι γιατροί δεν παρέδιδαν τις ιατρικές εξετάσεις ενώ οι καρτέλες όλων είχαν την ίδια ένδειξη, μια μέση δόση ραδιενέργειας. Οι αρμόδιοι αντιμετώπιζαν ειρωνικά όσους ζητούσαν επίδομα ως θύματα του Τσέρνομπιλ, λέγοντας ότι το έκαναν για τα λεφτά. Τα πρώτα χρόνια η ίδια η ιατρική κοινότητα θεωρούσε όλες τις ασθένειες συνηθισμένες, εφόσον δεν υπήρχε προγενέστερη καταγραφή τους. Μόνο μετά από δεκαετίες και με αρκετά στοιχεία θα ήταν σε θέση να τις συνδέσουν άμεσα με την ραδιενέργεια.

Οι πολίτες βασίζονταν στις διαβεβαιώσεις για τον παντοδύναμο και ανίκητο στρατό. Οι εφημερίδες που τους μοίραζαν είχαν τίτλους όπως Τσέρνομπιλ – ένας κόσμος ηρώων. Ο αντιδραστήρας νικήθηκε. Η ζωή συνεχίζεται. Οι άνθρωποι τους Κόμματος τους εμψύχωναν, δεν σταματούσαν να τους λένε πως πρέπει να νικήσουν. Τι να νικήσουμε; Το άτομο; Την φυσική; Το διάστημα; Φαίνεται πως η χώρα είχε ανάγκη από ένα πεδίο δράσης για να επιδείξει τον ρωσικό ηρωισμό. Η κόκκινη σημαία έπρεπε να ανεμίσει πάνω στον ίδιο τον αντιδραστήρα, όπως και έγινε. Η ραδιενέργεια την έκανε κουρέλι αλλά την άλλαζαν ξανά και ξανά. Γνώριζαν οι επιφορτισμένοι στρατιώτες ότι ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο;

Το Τσέρνομπιλ έγινε ζήτημα τιμής, «μια αποστολή για αληθινούς άντρες». Ένας δάσκαλος εξιστορεί ότι η αίσθηση του καθήκοντος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας τους: «Να δίνεις το παρόν εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος, να υπερασπίζεσαι την πατρίδα». Πράγματι, οι περισσότεροι είχαν την αίσθηση πως κάνουν κάτι ηρωικό· θεωρούσαν πως ήταν μια δουλειά για αληθινούς άντρες, ένας άλλου είδους πόλεμος όπου είχαν την ευκαιρία να δείξουν τον ηρωισμό τους. Τους περίμενε άλλωστε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο. Σε κάθε περίπτωση θα πληρώνονταν πολύ καλά. Άλλοι το αντιμετώπιζαν σαν μια απλή υπηρεσία ρουτίνας.

Άλλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Ήταν μέλη του Κόμματος και δεν γινόταν να μην υπακούσουν· θα θεωρούνταν ακόμα και λιποτάκτες. Όσοι αρνούνταν την εντεταλμένη υπηρεσία, όφειλαν να καταθέσουν τις κομματικές τους ταυτότητες. Κανείς δεν αμφέβαλλε πως θα μπορούσαν να τους φυλακίσουν για άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος. Όλοι υπέγραψαν έγγραφο σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν να μην μιλήσουν σε κανέναν. Κάθε βδομάδα απένειμαν τιμητικό δίπλωμα στον πιο παραγωγικό εργάτη. Ο καλύτερος σκαφτιάς της Σοβιετικής Ένωσης! Τι τιμή! Τι παράνοια! [σ. 228]

Υπάρχει όμως και μια πεζή, απομυθοποιητική οπτική· όπως λέει ένας εργάτης: «Δεν είδα κανέναν ήρωα εκεί. Είδα τρελούς και άμυαλους που δεν νοιάζονταν για την ζωή τους που δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν τους κινδύνους. Πολλοί ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολυπόθητο διαμέρισμα ή ένα αυτοκίνητο». Δεν υπήρχε, λένε, πνεύμα αυτοθυσίας αλλά η ανύπαρκτη εκτίμηση των ανθρώπων για την ζωή τους.  Σε αυτό τον «ανατολίτικο μοιρολατρισμό» ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πως δεν θα έχει την ευκαιρία να ξαναζήσει· νιώθει κομπάρσος και ποθεί έναν ρόλο, ένα νόημα στην ζωή του. Κι η προπαγάνδα προτείνει το θάνατο ως το καταλληλότερο μέσο. Μας έμαθαν να είμαστε διαρκώς στρατιώτες έτοιμοι για πόλεμο, για το αδύνατο.

Σε αυτή την «σλάβικη ιδιοσυγκρασία», υπάρχει περισσότερη πίστη σε κάποιο τυχερό αστέρι ή στην αυτόματη τακτοποίηση των πραγμάτων παρά στον ορθολογισμό.  Ίσως πάλι ακριβώς αυτή η πίστη να πήγαζε από το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί είχαν κερδίσει έναν τόσο φοβερό παγκόσμιο πόλεμο. Ίσως πάλι υπήρχε η τυφλή εμπιστοσύνη στις αρχές. Εφόσον δεν ανακοίνωνε τίποτα το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, όλα ήταν υπό έλεγχο. Κι έτσι το Σάββατο 26 Απριλίου οι μεγάλοι πήγαν στις δουλειές τους και τα παιδιά στο σχολείο, ενώ το πρωινό της Κυριακής 27 Απριλίου όλοι απολάμβαναν την ηλιόλουστη βόλτα τους. Πολλοί έκαναν μπάνιο και λιαζόταν στις όχθες του ποταμού Πριπιάτ ενώ στο βάθος ο αντιδραστήρας είχε σύννεφα καπνού.

Είναι φανερό ότι οι αρχές δεν ήθελαν να δημιουργηθεί πανικός, να φύγει ο κόσμος και να εγκαταλειφθεί η γη. Ακόμα και αργότερα, στα εκκενωμένα χωριά έφερναν τους κατοίκους για να τελειώσουν τις δουλειές στα χωράφια και να μαζέψουν τις πατάτες. Στα γραφεία των κολχόζ υπήρχαν ανακοινώσεις υπογεγραμμένες από ραδιολόγους σύμφωνα με τις οποίες όλοι μπορούσαν να καταναλώσουν ελεύθερα οτιδήποτε φύτρωνε. Για να κρατηθεί το πρόγραμμα παραγωγής κρέατος τα μοσχάρια από τις μολυσμένες περιοχές πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή ή χρησιμοποιούνταν για πατέ και λουκάνικα. Τα ζώα από τις μολυσμένες περιοχές ήταν βολικά: έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σφουγγάρια ή χαρτιά. Ο κόσμος συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια, να κάνει ετοιμασίες για το Πάσχα. Δεν είχαν καμία οδηγία παρά να δώσουν όπως πάντα τις αναφορές τους για την εξέλιξη της σποράς στα χωράφια.

Οι ίδιοι οι πολιτικοί ένοιωθαν τον φόβο της κατηγορίας για ανυπακοή. Οι περισσότεροι φοβούνταν την οργή των ανωτέρων τους από την ίδια την ραδιενέργεια. Όφειλαν να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις οδηγίες, προσέχοντας να μην μπλέκεται το όνομά τους, διαφορετικά δεν θα κέρδιζαν την πολυπόθητη προαγωγή ή την ντάτσα. Κανείς δεν τολμούσε να ακυρώσει την Γιορτή της Πρωτομαγιάς. Το Τσέρνομπιλ μετατράπηκε σε πολιτική υπόθεση. Η επιστήμη και η ιατρική υποτάσσονταν στην πολιτική. Τα πάντα που αφορούσαν το ατύχημα ήταν ήδη διαβαθμισμένα. Μια παραμικρή τηλεφωνική αναφορά οδηγούσε σε διακοπή της επικοινωνίας. Ακόμα και οι πλέον στοιχειώδεις επιταγές τους όπως η άμεση προληπτική θεραπεία του πληθυσμού με ιώδιο ή η απομάκρυνση ανθρώπων και ζώων σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων δεν έγιναν δεκτές. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί μετά από μια δημόσια παρέμβαση του Λευκορώσου συγγραφέα Άλες Αντάμοβις στη Μόσχα, ο οποίος έκρουσε για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου και φυσικά μισήθηκε. Στις κομματικές επιτροπές κατηγορούσαν τους «άσχετους γραφιάδες» που ανακατεύονται ενώ υπάρχουν σαφείς οδηγίες.

Η άγνοια αφορούσε και την ίδια την πυρηνική ενέργεια, που ο κόσμος αποκαλούσε «ειρηνικό εργάτη». Όλοι ένοιωθαν περήφανοι που ζούσαν στην εποχή του ατόμου κι ήταν βέβαιοι ότι στους πυρηνικούς αντιδραστήρες χτυπά η καρδιά του μέλλοντος, ότι επρόκειτο για μαγικά εργοστάσια που παράγουν ενέργεια απ’ το τίποτα. Στο εσωτερικό τους εργάτες με λευκές ποδιές απλώς πατούν κάποια κουμπιά. Οι γνώσεις για την ραδιενέργεια περιορίζονταν στα μαθήματα της πολιτοφυλακής και ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με την ιδέα ότι ήταν το ίδιο ασφαλής όσο η τύρφη και το κάρβουνο.

Η βαθύτερη ανάγκη των μαρτύρων (και με τις δυο σημασίες) είναι η ίδια η κατανόηση όσων συνέβησαν. Ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν αυτόν τον τρόμο, γιατί απλούστατα δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία της ανθρώπινης ιστορίας. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει την φαντασία και το γεγονός παραμένει πάνω από κάθε φιλοσοφικό σχολιασμό. Κάποιος θυμάται τον περίφημο Ρώσο συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ και την παραβολή του για τον Λάζαρο, «αυτόν που είδε πέρα από τα όρια του επιτρεπτού». Πολλοί αδυνατούν ακόμα και να περιγράψουν τι είδαν και τι ένοιωσαν.

Ο θάνατος στον πόλεμο είχε μια «λογική», που εδώ ήταν ανύπαρκτη. Πώς να αντιληφθεί κανείς ότι τα ίδια τα αντικείμενα έκρυβαν μια απειλή και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, ακόμα και η κηλίδα στην κουβέρτα ή η λάμψη στο χορτάρι; Οι άνθρωποι άρχισαν να σιχαίνονται τα δέντρα, να φοβούνται τα λουλούδια. Το έδαφος ακτινοβολούσε, τα φαγητά προκαλούσαν ανησυχία, η ίδια η σκόνη δεν ήταν απλά ένας κουρνιαχτός αλλά ραδιενεργή τέφρα. Για δεκαετίες κατασκεύαζαν καταφύγια για να κρυφτούν από την ραδιενέργεια σαν να επρόκειτο για κάποια οβίδα. Η ραδιενέργεια όμως είναι παντού, στο ψωμί, στο αλάτι, στον αέρα που αναπνέουν. Πώς να ζήσεις όταν τα πάντα είναι δηλητηριασμένα;

Ένας διαφορετικός φόβος. Δεν μπορείς να τον ακούσεις, να τον δεις, δεν έχει χρώμα, ούτε μυρωδιά, κι όμως μας μεταλλάσσει σωματικά και ψυχικά. Αλλάζει το αίμα μας, τον γενετικό μας κώδικα, το τοπίο γύρω μας. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αγαπάμε. [σ. 275]. / Κάτι απολύτως άγνωστο σε μένα, σκαρφαλώνει και τρυπώνει μέσα μου, καταστρέφοντας το παρελθόν μου. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Πώς ζούνε σήμερα όλοι αυτοί οι μάρτυρες;  Πολλοί συνομιλητές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν παρά τις σχετικές διαταγές και παραμένουν μέχρι σήμερα στην μολυσμένη γη. Όταν ήρθαν τα λεωφορεία έσπευσαν να κρυφτούν στο δάσος, μαζί με τις αγελάδες τους. Ολόκληρος πόλεμος δεν τους έδιωξε από τα μέρη τους, πώς είναι δυνατόν να το κάνει μια ραδιενέργεια; Δεν έχουν ηλεκτρικό, ιατρείο ή καταστήματα, αλλά επέλεξαν να ζουν στον τόπο τους, κι ας περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα για τα στοιχειώδη. Όλοι έφτιαξαν ξανά με τα χέρια τους όσα έκλεψαν οι πλιατσικολόγοι. Μπορεί να μην έχουν πια κολχόζ αλλά έχουν «κομμούνα». Εδώ είναι ο κομμουνισμός, δηλώνουν, εδώ ζούμε σαν αδέλφια. Αδιαφορούν για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο αλλά ενθουσιάζονται με την επιστροφή των πελαργών και των σκαθαριών. Συχνά φτάνουν κι άλλοι σ’ αυτά τα μέρη, για να φύγουν από τους ανθρώπους, από τον νόμο, για να ζήσουν ελεύθεροι.

Μια κάτοικος της απαγορευμένης ζώνης που ζει μόνη της εδώ και επτά χρόνια μονολογεί πως αρχικά περίμενε την επιστροφή τους ενώ τώρα δεν περιμένει παρά τον θάνατο. Αρχικά έβλεπε το καίσιο να λαμπυρίζει στον κήπο της αλλά αδυνατούσε να δεχτεί ότι πρέπει να πλένει τα κούτσουρα κι ότι η ραδιενέργεια είχε εισχωρήσει στις ντουλάπες και στα μπαούλα. Τώρα ζει σε μια τεράστια σιωπή, που διακόπτουν κάθε τόσο οι αστυνομικοί που φέρνουν ψωμί, οι κλέφτες ή οι έμποροι. Κι ακόμα νομίζει πως ακούει την φωνή της γειτόνισσας.

Για όλους εμάς δεν θα υπάρξει άλλος κόσμος. Καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου. Η μοναδική μας σταθερή αναφορά είναι ο ανθρώπινος πόνος. Το ανεκτίμητο κεφάλαιό μας. [σ. 203]

Κάποιοι παραμένουν πεισματικά σε μια ιστορία που είναι η ιστορία της ζωής τους. Ο αντιπρόεδρος του λευκορωσικού συλλόγου Η ασπίδα του Τσερνομπίλ ομολογεί την αμφιθυμία του: συνεχίζει να συλλέγει αντικείμενα για ένα μουσείο αλλά συχνά αναρωτιέται πώς τα αντέχει όλα αυτά και σκέφτεται να παρατήσει και να φύγει. Ο κόσμος προσέρχεται σε αυτά τα μέρη σαν να επισκέπτεται μουσείο. «Θαυμάζουν τα μετάλλια και τα διπλώματα των αντρών στις προθήκες αλλά κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις απελπισμένες κραυγές των γυναικών τους». Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε φοβερά αξιοθέατα: είναι οι άνθρωποι από το Τσέρνομπιλ. Συχνά ονειρεύονται πως βρίσκονται στο Πριπιάτ και περπατούν στους ηλιόλουστους δρόμους αγκαλιασμένοι με τους αγαπημένους τους ή τα παιδιά τους. Θυμούνται την αρμονική, ανθισμένη πόλη που σήμερα χάσκει έρημη και για πάντα μολυσμένη. «Στις εκκενωμένες περιοχές βρίσκονται εξίσου θαμμένες η εποχή της πίστης στην επιστήμη και στην δικαιοσύνη του σοσιαλιστικού ιδεώδους». Δυσκολεύονται να το παραδεχτούν αλλά το ομολογούν: ότι αγαπούν κατά βάθος το Τσέρνομπιλ γιατί έδωσε ένα καινούργιο νόημα στην ζωή τους, το νόημα της οδύνης. Έμαθαν πώς είναι να είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Άλλωστε χάρη σ’ αυτό τους παραχωρήθηκε η αιωνιότητα.

Κλείνοντας το συγκλονιστικό βιβλίο μένω με τις φράσεις δεκάδων ανθρώπων που συμπυκνώνουν ολόκληρους βίους: Τα παιδιά γνωρίζουν ότι οι μέρες τους είναι μετρημένες. Ένα μικρό κορίτσι πηγαινοέρχεται σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα μωρό με μια πελώρια τρύπα αντί για στόμα και καθόλου αυτιά, και λέει στην μητέρα του πως ακόμα κι αν γεννήσει ένα τέρας, πάλι θα το αγαπά. Ένας χωρικός προτού φύγει αποχαιρέτησε την κάθε μηλιά του χωριστά. Ένας πρώην μαθητής γνωρίζει πως κάτω από ένα επίπεδο χωράφι βρίσκεται θαμμένο ολόκληρο το χωριό του, το σχολείο του, το βοτανολόγιό του, η συλλογή με τα γραμματόσημά του. Οι γυναίκες βλέπουν συνεχώς εφιάλτες με τερατογεννέσεις. Μια αγελάδα τυλιγμένη σε πλαστικό και μια γριούλα, τυλιγμένη κι αυτή με το ίδιο πλαστικό, να φροντίζει το ζωντανό. Ένας πελαργός περπατάει σ’ ένα κατάμαυρο χωράφι. Είναι μια ζωγραφιά με την λεζάντα «Κανείς δεν είπε στον πελαργό τι να κάνει». Μια γυναίκα περιγράφει στην ευτυχία της κάθε φορά που ξάπλωνε στο χορτάρι στο δάσος, σε μια σχέση εμπιστοσύνης με την φύση που πλέον έχει οριστικά διαταραχθεί. Ένας άντρας δηλώνει ότι ευγνωμονεί το γεγονός ότι τώρα είναι που νοιώθει πλησιέστερα από ποτέ στα ζώα και στα δέντρα. Κι όλοι θυμούνται τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο που έλαμπε εκείνη την ημέρα, με τον τρόπο που μόνο στην Ρωσία λάμπει.

Η ανάγκη για ανασύνθεση της αλήθειας και απονομή δικαιοσύνης κυριαρχεί στους διαλόγους. Η αναζήτηση των ενόχων μέσα στο ίδιο το σοβιετικό πολιτικό σύστημα ήταν αδύνατη· οι πάντες εκτελούσαν διαταγές από ανώτερους. Όλοι αναρωτιούνται γιατί γράφονται τόσα λίγα για το Τσέρνομπιλ. Θα μάθουμε ποτέ πόσα ήταν τα θύματά του; Αν η Ρωσία είχε κερδίσει αυτή την μάχη, θα γράφονταν περισσότερα; Γιατί σιώπησαν και σιωπούν οι συγγραφείς και οι φιλόσοφοι; Η μνήμη είναι πάντα παρούσα αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που επιλέγουν την λήθη, την απελευθέρωση από το βάρος των γεγονότων. Τι είναι τελικά προτιμότερο; Να θυμάται κανείς ή να ξεχνά;

Ξαφνικά τα βιβλία δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Σε ποιο βιβλίο να τα διαβάσω όλα αυτά; Πού έχει συμβεί κάτι παρόμοιο στο παρελθόν; Εφόσον οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τίποτα και οι συγγραφείς στέκουν αμήχανοι, τότε φαντάζομαι πως μόνον εμείς μπορούμε να τους βοηθήσουμε με την ζωή και τον θάνατό μας. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Εκδ. Πατάκη, 2016, μτφ. Ορέστης Γεωργιάδης, με οκτασέλιδη εισαγωγή του Θανάση Τριαρίδη και τρισέλιδο με «ιστορικές πληροφορίες», σελ. 343 [1η έκδ., Περίπλους, 2001] [Svetlana Alexievich, 1997]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, (προσεχές) τεύχος 52, χειμώνας 2017 – 2018.

Παλαιότερη παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος με κείμενα για το Τσέρνομπιλ εδώ.

Στις εικόνες: 1. Η μόνη φωτογραφία που σώθηκε από το φιλμ του Igor Kostin που πέταξε πάνω από τον αντιδραστήρα. Η αλλοίωση από την ραδιενέργεια είναι εμφανής. 2. Το «ειδυλλιακό» Πριπιάτ, η πόλη που χτίστηκε για τους χιλιάδες εργαζόμενους στον πυρηνικό εργοστάσιο τρία χιλιόμετρα δίπλα του. 3. Οι εκκαθαριστές της στέγης. Η ραδιενεργή ακτινοβολία είναι εμφανής με την μορφή των λευκών σχηματισμών στο κάτω μέρος της φωτογραφίας. Φωτογραφία του Igor Kostin. 4. Ένα κορίτσι αρνείται να αποχωριστεί την γάτα του το μεσημέρι της εκκένωσης της πόλης Πριπιάτ. 5 και 6. Μια όψη του Πριπιάτ μετά και πριν την εκκένωση. 7. Η εννιάχρονη Nastya Eremenko [Buda Kashelevo, Λευκορωσία], καρκινοπαθής του Τσέρνομπιλ (φωτ. Robert Knoth).

8. Η κόκκινη σημαία που έπρεπε οπωσδήποτε να κυματίζει πάνω στον αντιδραστήρα μετά το ατύχημα. 9. Εργάτης ποζάρει μπροστά από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα χωρίς την στοιχειώδη προφύλαξη. 10. Μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο που μετέφερε τους κατοίκους από το Πριπιάτ [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. 11. Παρέλαση Πρωτομαγιάς στην κομμουνιστική πόλη. Οι μη εκκενωθείσες πόλεις δεν ακύρωσαν τις σχετικές παρελάσεις, εκθέτοντας τους πολίτες σε υψηλή ραδιενέργεια. 12. Το εσωτερικό του τέταρτο αντιδραστήρα 13. Εκκαθαριστήςκτιρίων 14. Εναπομείναντα αντικείμενα στο έρημο Πριπιάτ 15. Η 67χρονη Nastasya Vasilyeva που παραμένει στο έρημο χωριό Rudnya 16. 1970, έτος ίδρυσης του Πριπιάτ και μιας εις γάμον κοινωνίας 17. Τα λεωφορεία με τους κατοίκους της εκκενωθείσας πόλης 18. Μια ανεπίστροφη εποχή 19. Η πόλη όπως θα είναι πάντα 20. Μετρητές ραδιενέργειας στα χωράφια. Άλλη μια φωτογραφία του Igor Kostin. 21. Άλλη μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο της εκκένωσης [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. Σκεφτική; Φοβισμένη; Η συγγραφέας προσκάλεσε ως αφηγητές τα ίδια τα πρόσωπα του δράματος.

Μια αναπαράσταση της αδιανόητης Ιστορίας [The Battle of Chernobyl, Thomas Johnson, 2006, Discovery Channel] εδώ.

Η τηλεφωνική επικοινωνία των αρμόδιων θέσεων λίγα λεπτά μετά την έκρηξη εδώ.

Η ανακοίνωση της εκκένωσης του Πριπιάτ εδώ.

Η δική μας πρώτη γνωριμία με την ραδιενέργεια ήταν μέσω του αξέχαστου δίσκου των Kraftwerk [Radio Activity, 1975]. Πρόσθετο μουσικό όργανο στα πρώτα δευτερόλεπτα του ομώνυμου κομματιού ο ήχος του μετρητή ραδιενέργειας.

Σήμερα οι Kraftwerk έχουν προσθέσει στις λέξεις το Τσέρνομπιλ και τους άλλους τόπους των πυρηνικών ατυχημάτων.

Ο στίχος τους παραμένει η μόνη η αλήθεια: Η ραδιενέργεια βρίσκεται και θα βρίσκεται στον αέρα για όλους, ανεξαιρέτως.

Advertisements
30
Σεπτ.
17

Αναστάσης Βιστωνίτης – Κάτω από την ίδια στέγη

Ένοικοι της Γεωγραφίας, κάτοικοι της Ιστορίας

Εκτιμώ βαθύτατα την πρόζα του Βιστωνίτη, μια πρόζα που είναι απολύτως ανοιχτή στα είδη του λόγου, στον κόσμο των ιδεών και στην λατρεία της περιπλάνησης ανά τόπους, πόλεις και χώρες. Η θητεία στην ποίηση αλλά και στην ιδανική κριτική βιβλίου προφανώς προσθέτουν στην γραφή του που μας έχει πείσει οριστικά και αμετάκλητα για την συγγενική και αμφίδρομη σχέση του λόγου της τέχνης και της τέχνης του ταξιδιού. Έτσι ένας τόμος με πλήθος κειμένων σε πέντε ενότητες από το βάθος μιας εικοσαετίας είναι προφανώς ευπρόσδεκτος και απαιτεί δίπλα του, όπως πάντα, ένα ανοιχτό σημειωματάριο. Ας δούμε ορισμένα από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα κάποιων ενοτήτων.

Στην πρώτη ενότητα, που τιτλοφορείται Οι εποχές της στάχτης και εμπνέεται από την ατέλειωτη σκοτεινή ιστορία του εικοστού αιώνα, το κείμενο Ναζισμός και αποκρυφισμός ερευνά τις πηγές και την εξέλιξη της αριοσοφίας. Ο νεολογισμός αποδίδει τον συνδυασμό θεοσοφικών – αποκρυφιστικών αντιλήψεων και ρατσιστικών θεωριών για την υπεροχή της αρίας φυλής. Οι σχετικές θεωρίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος ιδίως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια εποχή όπου οι θεωρίες του κοινωνικού διαρβινισμού ήταν ήδη εξαιρετικά δημοφιλείς ανάμεσα στους παγγερμανιστές ή μεγαλογερμανιστές της Βιέννης. Η επίδραση αυτού του ευρύτερου πολιτισμικού κομπογιαννιτισμού στους ναζιστές άρχισε σχετικά αργά να ερευνάται επισήμως. Από τις παροιμιώδεις κρανιομετρήσεις του Χίμλερ στο Θιβέτ προκειμένου να αποδειχτεί ότι εκεί υπήρξε το λίκνο της αρίας φυλής μέχρι τις πρακτικές λύσεις για το «φυλετικό πρόβλημα», και τα βιβλία της Σαβίτρι Ντέβι (μιας γυναίκας που αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα ευφυές άτομο μπορεί να ζήσει όλη του τη ζωή σε κατάσταση ημιπαραφροσύνης) οι τσαρλατάνοι του χιτλερισμού και του σύγχρονου νεοναζισμού προσπαθούν να κρατηθούν από μια ψευδοεπιστημονική κωμικοτραγική «γραμματεία».

Από την Οχράνα στην CIA, η απόσταση μοιάζει μεγάλη αλλά πιθανώς δεν είναι. Οι μέθοδοι της Οχράνα, στους οποίους βασίστηκε η λειτουργία και η δράση των κατοπινών σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, πρώτα της Τσεκά και κατόπιν της Γκε Πε Ου, της Νι Κα Βε Ντε και της Κα Γκε Μπε, ίσως είναι πια γνωστοί. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι η Οχράνα συνέταξε και διέδωσε τα ψευδή Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, που λειτούργησαν ως καταστατικό κείμενο του αντισημιτισμού. Καμία μυστική υπηρεσία ως σήμερα δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ψευδογεγονός αυτής της κλίμακας που να λειτουργήσει σε τέτοιο βάθος χρόνου· κι όχι τόσο εξαιτίας του άγριου αντισημιτισμού, όσο γιατί αναπτύσσουν μια θεωρία που μπορεί ο οποιοσδήποτε ευήθης να την προσαρμόσει στις φαντασιώσεις του. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν μελετήθηκε το ρωσικό πρωτότυπο των Πρωτοκόλλων, οι ερευνητές εντόπισαν επιδράσεις του ύφους του Ντοστογέφσκι. Πρόκειται για το σατιρικό έργο Διάλογος στην Κόλαση ανάμεσα στον Μοντεσκιέ και τον Μακιαβέλλι του Μωρίς Ζολύ, όπου ενσωματώνονται και επτά σελίδες ξεσηκωμένες από ένα μυθιστόρημα του Ευγένιου Σύη! Και τελικά η κληρονομιά της Οχράνα δεν είναι τα ίδια τα Πρωτόκολλα αλλά το ότι με βάση αυτά δηλητηριάστηκαν οι συνειδήσεις σε πλανητικό επίπεδο και αναπτύχθηκαν αμέτρητες θεωρίες συνωμοσιών που κρατούν μεγάλες μάζες του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση μερικής παραφροσύνης.

Ο πόλεμος των ιδεών αναφέρεται στην εμπλοκή της παγκόσμια κουλτούρας σ’ έναν πόλεμο ιδεών που μαινόταν παράλληλα με τον ψυχρό πόλεμο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του Μέλβιν Λάσκι, που διηύθυνε το περίφημο περιοδικό Encounter από το 1958 έως το κλείσιμό του, το 1991, όταν οι New York Times αποκάλυψαν ότι το χρηματοδοτούσε η CIA. Ο ίδιος αργότερα το παραδέχτηκε με την αποστροφή: Και ποιος περιμένατε να μας δώσει τα χρήματα; Η γριούλα με τα αθλητικά παπούτσια από την Άιοβα; Ο τροτσκιστής στα νιάτα του Λάσκι υπήρξε δαιμόνιος ιδίως στην ικανότητά του να αποσπά συνεργασίες υψηλού επιπέδου (Φ. Τόυνμπη, Χ.Λ. Μπόρχες, Λέζεκ Κολακόφσκι, Τζορτζ Στάινερ, Ρόμπερτ Γκρέηβς, Ουίλλιαμ Τρέβορ κ.ά.) όπως και νωρίτερα με το βραχύβιο έντυπο Der Monat (Τζορτζ Όργουελ, Χάνα Άρεντ, Ρεϋμόν Αρόν, Ιγνάτσιο Σιλόνε, Μαξ Φρις, Χάινριχ Μπελ κ.ά.).

Ήδη από την εποχή των δικών της Μόσχας ο έλεγχος της κουλτούρας που είχε επιβάλει το σοβιετικό καθεστώς ήταν ασφυκτικός ενώ κατά την διάρκεια της σοβιετικής εποχής εκτελέστηκαν περί τους 2.500 συγγραφείς και διανοούμενοι. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1990 λύθηκε το «μυστήριο» του τι συνέβη στον πεζογράφο Μπορίς Πιλνιάκ, πρόεδο για ένα διάστημα της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων και προσωπικό φίλο του Μαλρώ. Ο Πιλνιάκ εκτελέστηκε στις φυλακές της Λουμπάνκα το 1938, την χρονιά που χάθηκαν τα ίχνη του. Όλα αυτά δεν ήταν ευρέως γνωστά στη δύση αλλά και τα λίγα που είχαν διαρρεύσει ήταν αρκετά για να αποστασιοποιηθεί μεγάλος αριθμός δυτικών ριζοσπαστών και αριστερών διανοουμένων.

Όταν στην μεταπολεμική περίοδο η Σοβιετική Ένωση έγινε πανίσχυρη και πρωτοπορούσε στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι είχαν ήδη χάσει πολύ χρόνο και θα έπρεπε να διεξαγάγουν έναν σκληρό ιδεολογικό αγώνα. Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ χρηματοδότησαν περιοδικά, εκδηλώσεις και συνέδρια, ενώ δαπανήθηκαν τεράστια ποσά για θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, ιδίως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού (Τζάκσον Πόλοκ, Μαρκ Ρόθκο), ακόμα και τζαζ συναυλίες. Η CIA επέλεξε να ενισχύσει οικονομικά την μοντέρνα τέχνη ως έκφραση ελευθερίας και ως αντίθεση στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό! Από τις διακηρύξεις του Ζντάνοφ, την τραγική περίπτωση του Παστερνάκ και τα κείμενα μνημειώδους μισαλλοδοξίας κατά συγγραφέων μέχρι τις αναζητήσεις του περίφημου Ιταλού εκδότη Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλλι για εκδόσεις έργων Σοβιετικών συγγραφέων και την πορεία του Encounter, ο Βιστωνίτης εκθέτει μερικές από τις αμέτρητες μάχες του αγνώστου πολέμου των ιδεών ανάμεσα στους δυο κόσμους.

Η αδυναμία ακριβώς των δυτικών διανοούμενων να κατανοήσουν σε βάθος την οργανωτική δομή και τα προβλήματα του σοβιετικού πολιτικού και πολιτιστικού συστήματος αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κειμένου, Η μέθοδος του Στάλιν, που συνεχίζει να ανακαλεί τις περιπέτειες της ρωσικής κουλτούρας από την Οκτωβριανή Επανάσταση ως την πτώση του καθεστώτος. Η πολιτική σημασία της κουλτούρας αποτελούσε μείζον ζήτημα για τους Μπολσεβίκους επειδή απλούστατα συνιστούσε το σημαντικότερο μέσον νομιμοποίησης του καθεστώτος. Η επέκταση του κομματικού κράτους στο πεδίο της έκφρασης των ιδεών όμως δεν συνέβη όσο εύκολα πιστεύουν πολλοί. Η αμφιθυμία του Στάλιν απέναντι στον Αντρέι Πλατόνοφ, η περίπτωση του κομισάριου της κουλτούρας Ανατόλι Λουνατσάρκσι, η περίφημη δήλωση του Γεβγκένι Ζαμιάτιν για την ελευθερία του λόγου του, η συμμαχία Στάλιν και Γκόρκι (μέχρι να εξοριστεί κι αυτός στο Γκουλάγκ), η εφεύρεση του όρου σοσιαλιστικός ρεαλισμός από τον ίδιο τον Στάλιν, η αντίδρασή του στην αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, οι ελιγμοί του Έρενμπουργκ είναι και πάλι ελάχιστες από τις πτυχές ενός ατέλειωτου πολιτισμικού πολέμου.

Η δεύτερη ενότητα, Η κατοικία και η εξορία, δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει κι ένα από τα καθαρόαιμα ταξιδιωτικά κείμενα του Βιστωνίτη. Η διαπασών του χρόνου γράφεται με αφορμή ένα ταξίδι στην Φεζ όπου ο συγγραφέας διαπιστώνει πως μια πόλη δεν είναι πραγματική σε κανένα κείμενο, αφού είναι εκείνη που γεννά τα κείμενα, απλούστατα επειδή τα περιέχει. Στην Φεζ, όπως και στο Μαρρακές (για να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τον Ελίας Κανέτι), οι φωνές είναι εκείνες που πάλλονται στο στερέωμα αλλά εδώ είναι φωνές απόντων, «μια σύνοδος των ψυχών που τα πρωινά βρίσκονται φυλακισμένες στη μεγάλη μεντίνα, για την οποία είχαμε προειδοποιηθεί ότι αν προχωρούσαμε μόνοι στα έγκατά της υπήρχε κίνδυνος να χαθούμε». Αλλά αυτόν τον κίνδυνο δεν τον ένιωσε ποτέ: η φωνή του μουεζίνη τον κατευθύνει πάντα προς την έξοδο κι όσο για τον χρόνο, στην Ανατολή ακόμα τον υπολογίζεις με τον ήλιο που δεν κάνει ποτέ λάθος.

Οι πόλεις είναι απτές, όμως ο εσωτερικός τους κόσμος άυλος και η αφήγηση που λέγεται ζωή δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αν στην καρδιά του Λαβυρίνθου, στο κέντρο μιας πόλης ενεδρεύει και σήμερα ο Μινώταυρος ή Μέδουσα ή κάποιο άλλο τέρας, αυτό δεν πρόκειται να το μάθουμε ποτέ. Γιατί τώρα το τέρας είναι πολυπρόσωπο κι αλλάζει ονόματα συνεχώς, γράφει ο συγγραφέας στο τρίτο από δέκα κομμάτια του κειμένου. Κι αν, συμπληρώνει στο τελευταίο, σε όποια πόλη βρεθούμε, το πρώτο που θέλουμε να δούμε είναι το κέντρο της, ο πυρήνας της, ίσως κατά βάθος αναζητούμε το σημείο αναχώρησης, όχι την καρδιά της πόλης. Αυτή μπορεί να χτυπάει αλλού και να μην το υποψιαζόμαστε.

Το κείμενο Κάτω από τη ίδια στέγη εστιάζει σε ένα άλλο διαρκές κέντρο της πρόζας του Βιστωνίτη: την ίδια την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική αλλά και την σχέση τους με την λογοτεχνία. Οι αφηγήσεις χαρτογραφούν τις πόλεις, η λογοτεχνία τις υπομνηματίζει, γράφει εδώ ο Βιστωνίτης, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του το πέρασε σε μεγάλες ή μικρές πόλεις, έτσι ήταν αναμενόμενο να συσχετίζει από νωρίς το κτίσμα με το κείμενο, τη δόμηση του χώρου με τη δομημένη γλώσσα τον κειμένων, ανάγοντας την φιλοσοφία της κατασκευής σε μείζονα προϋπόθεση της δημιουργίας. Είναι άραγε τέχνη η αρχιτεκτονική, κι αν ναι, πώς συνδέεται με την λογοτεχνία; Η πρώτη σκέψη αφιερώνεται στον Γιόζεφ Μπρόντσκι που ζώντας εξόριστος, μακριά από τη γενέθλια πόλη του, θα έπρεπε να ορίσει εκ νέου τον κόσμο μετατοπίζοντας την οπτική του γωνία και να ανακαλύψει κάποιαν άλλη Πετρούπολη. Είναι άραγε κάτι τέτοιο εφικτό; O συγγραφέας που ζει στις πόλεις διατηρεί μέσα του ισχυρά δυο πρωταρχικά αισθήματα: της καταγωγής και της ταυτότητας, του ανήκειν δηλαδή, μαζί με το αίσθημα της ορφάνιας, αφού παραμένει έκθετος στον περίγυρο.

Ο ένοικος, ένα μεγάλο εξομολογητικό κείμενο, εκκινεί από μια φωτογραφία που ο συγγραφέας έβγαλε μπροστά σε ένα από τα πολλά σπίτια των παιδικών του χρόνων στην Κομοτηνή.  Εδώ συλλογίζεται για την ανυπόφορη πεζογραφία της εφηβείας, για την οποία σπατάλησε, διαβάζοντάς την, πολύτιμο χρόνο σε κρίσιμες εποχές, για το ένα και μοναδικό τίμημα στον αγώνα για να εκφραστεί, την εξορία, για τις φωτογραφίες που δεν αποτελούν τεκμήριο ζωής αλλά αυταπάτες της αναβίωσης και κατασκευές του χρόνου, για τον εγκλεισμό του καλλιτέχνη: «Ο καλλιτέχνης είναι έγκλειστος. Το έργο του περιγράφει το ιστορικό της απόδρασής του, τον δρόμο προς τους άλλους. Το παλιό όνειρο στην τέχνη: να εξαπατήσουμε τον χρόνο, για να βρεθούμε στο κέντρο του κόσμου. Είναι όμως οδυνηρό να διασχίζεις αντίστροφα τον χρόνο». Η δημιουργία είναι αντίστροφη κίνηση· τρέχεις να προλάβεις πόρτες που κλείνουν πίσω σου. Το γράψιμο σου στερεί τη χαρά της ζωής γιατί είναι ζωή πολλαπλασιασμένη, μια ανυπόφορη τέχνη που απαιτεί συνεχώς να είσαι ο εαυτός σου, ακόμη κι αν μέσα από αυτόν ανασύρεις την άλλη σου πλευρά. Είναι μια πικρή και ακοινώνητη χαρά. Οι σημαντικοί δημιουργοί κατάφεραν να σωθούν μετατρέποντας το πάθος τους σε κοινή περιουσία.

Η ενότητα Τόποι, πόλεις, άνθρωποι συνεχίζει στην διαρκή πρόζα του συγγραφέα πάνω στην τριπλή αυτή θεματική. Αυτή τη φορά είναι το μεξικανικό Κογιοακάν, η Βιέννη, η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Ντουίνο, το Μπουένος Άιρες, το Πεκίνο και το Παρίσι που τυγχάνουν μικρών πλην περιεκτικότατων συνόψεων μιας διαχρονικής πολιτιστικής φυσιογνωμίας. Τα Πάθη του Έρωτα θυμούνται τις κορυφαίες ερωμένες της κλασικής λογοτεχνίας, το Έρωτες και πάθη στο Παρίσι αναφέρεται μεταξύ άλλων στην συνάντηση του Έζρα Πάουντ με την Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϋ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία του μοντερνισμού, ενώ η πόλη του φωτός δικαιώνει σε άλλο κείμενο την ιδιότητά της ως μιας «κινούμενης γιορτής».

Οι διαδρομές του καφέ, μια αυτόνομη πλην συγγενής ενότητα, μας ταξιδεύει σε πέντε σημαντικά καφέ του κόσμου που αποτελούν ήδη μυθολογημένους τόπους συνάντησης, μοναξιάς, γραφής και αφηγήσεων. Τέλος, Ο κόσμος αλλού, συμπυκνώνει σε σύντομα κείμενα ιδιαιτερότητες εποχών, μυθολογίες μηχανών, φυσιογνωμίες εορτών και κόσμους ιδεών. Διαβάζοντας όλα αυτά τα κείμενα διατηρούσα διαρκώς την αίσθηση πως όλοι αποτελούμε ενοίκους όχι μόνο του τόπου που ζούμε αλλά όλων των τόπων που επισκεφτήκαμε ή μας περιμένουν να επισκεφτούμε. Παραμένουμε όμως ένοικοι και της ίδιας της ανθρώπινης Ιστορίας, όσο κι αν επιθυμούμε να την ξεχάσουμε ή να την εξωραΐσουμε. Όπως βέβαια και της δικής μας προσωπικής ιστορίας. Ως προς αυτήν, ακούμε συνεχώς πόσα κερδίζει κάποιος μπαίνοντας στα χρόνια, αλλά αυτά δεν είναι παρά η επίγνωση της απώλειας. Κερδίζουμε τη γνώση του ποια πράγματα έχουμε χάσει, προχωρούμε συσσωρεύοντας, όμως το φορτίο είναι μεγάλο, κομμάτια του πέφτουν στην πορεία, στρώματα λήθης σωριάζονται στο νου… [σ. 193]

Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο Βήμα, άλλα στα ένθετα του Πολιτισμού και των Βιβλίων και άλλα στο ΒΗmagazino), ενώ κάποια δημοσιεύτηκαν σε παλαιότερα βιβλία του συγγραφέα, στο Φρέαρ, στον Αναγνώστη και σε ξένα περιοδικά.

Εκδ. Κίχλη, 2017, σελ. 481.

Υπό δημοσίευση: (δε)κατα, τεύχος 51, φθινόπωρο 2017.

Στο Πανδοχείο έχουμε παρουσιάσει την Λογοτεχνική Γεωγραφία και το Ex Libris. Κείμενα για την λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ (πάνε ήδη επτά χρόνια!).

Στις εικόνες: Stalin στα Αρχεία της Okrhana, Boris Pilnyak [Yuri Annenkov], Joseph Stalin – Maxim Gorky, 1931 [Pravda, 1940], Joseph Brodsky, Ezra Pound [αμφότεροι στην Βενετία], Cafe Gijon [Inma Serrano].

25
Απρ.
16

Το Δέντρο, τεύχος 207 – 208 (Μάρτιος 2016)

dentro

Τώρα που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, με γοητεύουν τα όρια όλης της αφήγησης. Ούτε ο Σέξπιρ ούτε ο Δάντης θα μπορούσα να επινοήσουν τον Στίβεν Χόκινγκ, το άτομο, το έργο του. Από το ελάχιστο άνοιγμα ενός βλεφάρου αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος…

λέει ο Τζορτζ Στάινερ σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Νίκολας Σέξπιρ. Ο «αταξινόμητος στοχαστής» θυμάται μεταξύ άλλων και την φράση που τον σημάδεψε για όλη του την ζωή: στην ηλικία των πέντε, παρατηρούσε από το παράθυρο στο Παρίσι τον όχλο που φώναζε «Θάνατος στους Εβραίους!». Αλλά ακολούθησε και η πολύτιμη φράση του πατέρα του: «Δεν πρέπει ποτέ να φοβηθείς. Αυτό που έχεις μπροστά στα μάτια σου ονομάζεται Ιστορία». Ο Στάινερ, που χαρακτηρίζεται στην αυτοβιογραφία του  ως «αναρχικός πλατωνιστής» παραδέχεται πως θα ήθελε να έχει γράψει αφήγηση υψηλοτάτου επιπέδου αλλά υπήρξε παθιασμένος με πάρα πολλά πράγματα για να το κάνει.

George-Steiner_

Σειρά στην θέση του συνομιλητή παίρνουμε εμείς, καθώς μας χαρίζει το κείμενό του Αγαπητοί αναγνώστες, τα βιβλία σάς χρειάζονται, κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον Φέλιξ Κρουλ του Τόμας Μαν. Ο Μάριος Βάργκας Λιόσα διαβάζει προσεκτικά το πρόσφατο προκλητικό βιβλίο του Στάινερ Η ιδέα της Ευρώπης [The idea of Europe] και εστιάζει στην ιδιότητα του ευρωπαϊκού τοπίου που είναι προσβάσιμο με τα πόδια, μια γεωγραφία στα μέτρα των ποδιών. Αυτό το εκπολιτισμένο τοπίο δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή εκεί η φύση δεν συνέθλιψε ποτέ την ανθρώπινη ύπαρξη.  Η Ευρώπη είχε πάντα ένα φυσικό περιβάλλον φιλικό προς τον άνθρωπο, που διευκόλυνε την επιβίωση και ευνόησε την επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς. Η Ευρώπη πλάστηκε και εξανθρωπίστηκε από την κίνηση του ανθρώπινου ποδιού. Δεν είναι υπερβολική η άποψή του Στάινερ ότι όλη η φιλοσοφία μας είναι βασισμένη στο βάδισμα, στην απλή πράξη του να βάλεις το ένα πόδι μπροστά στο άλλο, ενέργεια που χωρίς να το αντιληφθούμε μας πηγαίνει στον προορισμό μας.

calvino-wesley-large

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ διαβάζει ένα παλαιότερο βιβλίο του Στάινερ, Τα βιβλία που δεν έγραψα [My unwritten books], που δεν είναι μια επιτομή ευσεβών πόθων, αλλά περισσότερο ένας χάρτης τόπων την εξερεύνηση των οποίων ο Στάινερ αρνείται να ξεκινήσει. Μυστηριωδώς, η χαρτογραφία επαρκεί. Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα αφορά τον Ίταλο Καλβίνο και περιλαμβάνει μια συναρπαστική Απολογία της εντιμότητας στη χώρα των διεφθαρμένων. Το ειρωνικό αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στην La Repubblica το 1980, πυκνογραφεί σε τέσσερις σελίδες όλη την κωμικοτραγική παθογένεια των σύγχρονων διεφθαρμένων πολιτικών συστημάτων και ταιριάζει ιδανικά στα καθ’ ημάς. Ακόμα, ο Ουμπέρτο Έκο γράφει για τον Αναρριχώμενο βαρόνο, δυο Ιταλοί δημοσιογράφοι συνομιλούν για τον Καλβίνο «στον αστερισμό της Αθηνάς» και μια ακόμα παρουσιάζει συντομογραφικά τρία από τα έργα του Ιταλού συγγραφέα.

Svetlana-Alexievich_03_

Η τρίτη διακριτικά τιμώμενη του τεύχους είναι η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Τα βιβλία της Αλεξίεβιτς αποκαλύπτουν, γράφει στο κείμενό της η Βαλζίνα Μορτ, ένα συγκλονιστικά φιλόδοξο σχέδιο, μια προσπάθεια να συνοψισθεί ολόκληρη η σοβιετική ιστορία – επανάσταση, γκουλάγκ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αφγανιστάν, Τσερνόμπιλ, πτώση του Κομουνισμού – σε ένα χρονικό, δημιουργημένο από τον λόγο των ανθρώπων τους οποίους σπάνια ρωτούν οι ιστορικοί. «Τι κρίμα να λέγονται, να ψιθυρίζονται, να ακούγονται στεντόρεια τόσα πολλά στο σκοτάδι…Λάμπουν για ένα λεπτό και σβήνουν, όσο για σήμερα, εξαφανίζονται αμέσως», είχε πει παλαιότερα η Αλεξίεβιτς. Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την πολυφωνική μέθοδο του βιβλίου των Άλες Αντάμοβιτς, Γιάνκα Μπριλ και Βλαντιμίρ Κόλεσνικ Κατάγομαι από το χωριό της φωτιάς, ένα «συλλογικό μυθιστόρημα» που αποτελείται μόνο από τον λόγο αληθινών ανθρώπων. Εδώ δεν μπορώ να μην θυμηθώ στα καθ’ ημάς το εξαιρετικό συλλογικό έργο μαρτυριών Ο κοινός λόγος με αφηγήσεις από την Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά, τον πόλεμο και άλλες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Svetlana Alexievich_

Ο συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο θεωρεί πως το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς δεν είναι απλώς αναγνώριση σε μια διανοούμενη που υπέστη την καταπίεση του καθεστώτος Λουκασένκο αλλά και μια επιβράβευση της μη μυθοπλαστικής αφήγησης [non fiction]. Η ετικέτα της λογοτεχνίας μέχρι τώρα έμπαινε στα ράφια με τα έργα μυθοπλασίας, καθώς εκδότες και βιβλιοπώλες συμμετέχουν στην μεγάλη παρεξήγηση σύμφωνα με την οποία λογοτεχνία είναι μόνο ό,τι είναι καθαρή επινόηση. Η στενοκέφαλη διαίρεση μεταξύ μυθοπλασίας και ρεαλισμού έγινε νόμος. Όμως η μη μυθοπλαστική αφήγηση είναι ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, το οποίο δεν έχει στόχο την πληροφορία αλλά την περιγραφή της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας της εργάζεται πάνω σε μια πραγματικότητα η οποία μπορεί να ερευνηθεί με επιστημονικά κριτήρια, αλλά την αντιμετωπίζει με την ελευθερία της ποίησης. Γνωρίζει ότι η πραγματικότητα υπερβαίνει κατά πολύ την φαντασία και δέχεται να γίνει το φερέφωνό της, ο ενισχυτής της.

Το μεγαλείο της Αλεξίεβιτς, καταλήγει ο Σαβιάνο, βρίσκεται ακριβώς στο λογοτεχνικό της σθένος, στην απόφασή της να μην ακολουθήσει την νόρμα εργασίας που επιβάλλουν οι εφημερίδες.  Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται για μιαν άλλη αλήθεια: την αποτύπωση γεγονότων φιλτραρισμένων μέσα από τη λογοτεχνική σκέψη, τη φροντίδα των λέξεων: τον ενδιαφέρει να μετατραπούν αυτές οι συνεντεύξεις σε δημιουργικό υλικό και όχι σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Το κείμενο που επιλέχτηκε από το έργο της ίδιας της Αλεξίεβιτς για να ολοκληρώσει τις σχετικές σελίδες προέρχεται από μια συλλογή με μαρτυρίες για αυτοκτονίες [Μαγεμένοι απ’ το θάνατο, 1994].

Mikhail Zoshchenko_

Ένας τέταρτος φάκελος εγκαινιάζει μια σειρά ολιγοσέλιδων αφιερωμάτων σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, κυρίως πεζογράφους. Πρώτοι «φακελωμένοι» οι Νίκος Χουλιαράς και Γιάννης Ευσταθιάδης, με κείμενα των ιδίων (ανέκδοτα στην περίπτωση του Ν.Χ.) και δοκίμια για το έργο τους. Παρακάτω σέρνει τα βήματά του Ένας ενοχλητικός γέρος δια χειρός του ανεπιθύμητου για το Σοβιετικό Καθεστώς Μιχαήλ Ζοστσένκο, ο Μαρσέλ Προυστ αναζητά την χαμένη σιωπή στο θορυβώδες διαμέρισμα όπου έμεινε από το 1906 έως το 1919, συντάσσοντας επιστολές προς την γειτόνισά του με θέμα την έλλειψη ησυχίας, η Βιρτζίνια Γουλφ παίζει με τα ανίψια της [1923 – 1927] συντάσσοντας μια καθημερινή οικογενειακή εφημερίδα, ο Φίλιπ Ροθ γράφει ένα κείμενο Στον δάσκαλό του (όλοι οι εκπαιδευτικοί ονειρευόμαστε μια τέτοια αφιέρωση από τον συγγραφέα πρώην μαθητή μας), ο Κουρτ Βόνεγκατ προβαίνει σε παραινέσεις, οι περίφημοι αδελφοί Γκονκούρ μας ανοίγουν λίγες από τις σελίδες των μοναδικών τους ημερολογίων.

Smultronstallet.1957.

Στις Αναγνώσεις συνυπάρχουν μια Ιφιγένεια από την Βόρειο Ιρλανδία, ο Επίκτητος και ο μέσος άνθρωπος, και στα Φύλλα ο Τάσος Γουδέλης σκέφτεται πάνω στην διαβόητη έννοια του κλασικού και στην γνωστή αγγλοσαξονική φράση «τα πνεύματα που ωριμάζουν νωρίτερα από τα άλλα, δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη», ενώ ένας εμμονικός συντάσσει επιστολή στην αγαπημένη του Ζαν Μορώ σε επτά μέρη. Η Χλόη Κ. Μουρίκη, τέλος, θυμάται τις Άγριες φράουλες και τον εβδομηνταεξάχρονο διάσημο γιατρό Ίζακ Μπορκ, που ταξιδεύει προς το Λουντ για να παρασημοφορηθεί από το πανεπιστήμιο για τα πενήντα χρόνια της επαγγελματικής του προσφοράς. Πρόσωπο κουρασμένο και μοναχικό έως μισανθρωπίας, κάνει τον απολογισμό της ζωής του ανάμεσα σε εφιάλτες και ηθικά διλήμματα.

Η σκηνή του αποχαιρετισμού με ενδιέφερε πάντα το ίδιο με τις μείζονες εστιάσεις του έργου: τα ερείπια της προσωπικής ζωής, τη νοσταλγία του χαμένου. Οι οπισθοφυλακές του Ίζακ Μπορκ (η γενική εκτίμηση, η αναγνώριση) δείχνουν ηττημένες απ’ τη νεανική ζωντάνια, όσο κι αν ο σύντομος διάλογος μοιάζει με τρυφερή κατανόηση. Εκείνοι που χαιρετούν ίσως νοιώθουν το δέος του επιλόγου. Αυτό που ποτέ δεν θα μας ξανασυμβεί είναι η ύλη της ιστορίας μας.

[200 σελ.]

Στις εικόνες: George Steiner, Italo Calvino, Svetlana Alexievich, Mikhail Zoshchenko, Άγριες Φράουλες.

27
Ιαν.
16

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

10
Οκτ.
15

Στέπα. Επιθεώρηση ρωσικού πολιτισμού, τεύχος 1, χειμώνας 2014

stepa 1_

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας αυτή. / Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τον ομορφαίνει. 

Πρόκειται για λόγια της Λιουντμίλας Ουλίτσκαγια, μιας από τις πιο φωτεινές μορφές της σύγχρονης Ρωσίας. Η εβδομηντάχρονη σήμερα συγγραφέας, δοκιμιογράφος και σεναριογράφος δεν έπαψε να βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή κρατικής επιβολής. Μέλη της οικογένειάς υπέστησαν διώξεις από το σταλινικό καθεστώς ενώ η ίδια απολύθηκε από την δουλειά της στο Ινστιτούτο Γενετικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ εξαιτίας της συμμετοχής της στο κίνημα των αντιφρονούντων της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και της διάδοση υλικού του κινήματος Σαμιζντάντ (διακίνηση χειρογράφων ή δακτυλόγραφων κειμένων  λογοτεχνίας, ποίησης και πολιτικής).

Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya

Φέτος μετά από μηνυτήριες αναφορές ιερών οι ρωσικές αρχές ξεκίνησαν ανακρίσεις ελέγχοντας το περιεχόμενο των βιβλίων της με την κατηγορία της «προπαγάνδας μη παραδοσιακών μορφών ερωτικού προσανατολισμού» μεταξύ ανηλίκων, ενώ η συμμετοχή της σε συνέδριο για τον διάλογο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας οδήγησε στην σχεδόν δημόσια διαπόμπευσή της. Εκτός από την συνομιλία με την συγγραφέα, εδώ δημοσιεύονται δυο κείμενά της, Τα ιερά σκουπίδια (για το ισχυρό δέσιμο με τα πράγματα) και μια μικρή συλλογή σκέψεων (οι αρχές της ζωής της). Η δεύτερη συνομιλία του τεύχους γίνεται με την Βέρα Πάβλοβα, μια από τις αυθεντικότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ρωσίας, για την οποία γράφεται ότι μέσα από το έργο της έχει πραγματοποιήσει μια ολόκληρη ερωτική και σεξουαλική επανάσταση στη ρωσική ποίηση.

Vera Pavlova

Το κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους αφορά την Χρυσόστομη Άννα Πασών των Ρωσιών, την Άννα Αχμάτοβα, με αφορμή τα εκατόν είκοσι πέντε χρόνια από την γέννησή της. Περιλαμβάνει μια μικρή εισαγωγή, ένα έγγραφο ηγετικού στελέχους της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ προς τον Στάλιν για την αναγκαιότητα σύλληψης της ποιήτριας, ένα εξαιρετικό παλαιό κείμενο του Λεονίντι Γκρόσσμαν που αποτέλεσε εισαγωγική ομιλία σε μια βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια το 1924, άλλα κείμενα των Βαρλάμ Σαλάμοφ και Ιωσήφ Μπρόντσκι και δεκάδες ποιήματα αφιερωμένα σ’ εκείνη (Αλεξάντρ Μπλοκ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Αρσένι Ταρκόφσκι, Οσίπ Μαντελστάμ κ.ά.). Το τεύχος κατακλύζεται από δείγματα παλαιότερης και νεότερης ποίησης από τους Αλεξάντρ Μπλοκ – Αντρέι Μπέλι – Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Ζιναΐντα Γκίππιους – Μπέλα Αχμαντούλινα – Γιλένα Ισάγιεβα – Ντμίτρι Πρίγκοφ – Αγλαΐα Σολοβιέβα – Μπορίς Ρίζι – Σεργκέι Κρουγκλόφ – Τατιάνα Στσερμπινά – Λαρίσα Μπερεζοβτσούκ…

Anna Akhmatova en 1913

… και μια σειρά κειμένων που καλύπτουν όλα τα φάσματα του λόγου και όλες τις εποχές της ρωσικής σκέψης: ένα δοκίμιο περί ποίησης και πεζογραφίας από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι, διηγήματα των Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Αντρέι Πλατόνοφ και Μιχαήλ Ζόσενκο, φιλοσοφία (Βλαδίμηρος Σολοβιόφ: Το ρωσικό εθνικό ιδανικό), θέατρο (Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Οι λογοτεχνικοί προάγγελοι του νέου θεάτρου – Γιούρι Λιουμπίμοφ: In memoriam, Ντονάτας Μπανιόνις: Post Modern), κινηματογράφος (Τζίγκα Βέρτοφ: Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή), βιβλιοθήκη (Νικολάι Ζουμπκόφ: Η βιβλιοθήκη της Σοφίας Γκλιαβόνε – Ποτοτσκάγια), εικαστικά (Ίννα Μπαζούτινα – Όλγα Μπεριόζοβα – Δελλατόλα) κι ένα Επετειακόν για τον Μιχαήλ Λέρμοντοφ.

Philosophers Pavel Florensky and Sergei Bulgakov, a painting by Mikhail Nesterov (1917)_

Και αντιγράφω από το εξαιρετικό εκτενές κείμενο του π. Πάβελ Φλορένσκι για «το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση τεχνών»: το αντικείμενο της τέχνης, αν και θεωρείται πράγμα, ωστόσο κάθε άλλο παρά πράγμα είναι, δεν είναι μια ακίνητη, όρθια, νεκρή μούμια της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά θα πρέπει να νοείται ως ένα αστείρευτο και παλλόμενο ρεύμα της ίδιας της δημιουργίας, ως μια ζώσα παλλόμενη δραστηριότητα του δημιουργού, η οποία ακόμη κι αν έχει απομακρυνθεί από αυτόν στο χώρο και το χρόνο, εν τούτοις παραμένει αδιαχώριστη από αυτόν, επιμένει να διαχέεται και να παίζει με τα χρώματα της ζωής, μια αέναη ταραγμένη ψυχή.

Τα κείμενα είναι μεταφρασμένα από τον εκδότη του περιοδικού Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη. [σελ. 224]

Στις εικόνες: Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya, Vera Pavlova, Anna Akhmatova [1913] και οι φιλόσοφοι Pavel Florensky και Sergei Bulgakov [έργο του Mikhail Nesterov, 1917.

03
Οκτ.
15

Μαρίνα Τσβετάγιεβα – Η ιστορία μιας αφιέρωσης

Tsvetaeva 1

με τίποτα δεν μπορώ να κάψω λευκά χαρτιά. Για να καταλάβει εμένα ο άλλος, πρέπει απλά αυτός ο άλλος να φανταστεί ότι αυτό το χαρτί είναι νόμισμα. Και όταν χαρίζω λευκό χαρτί, η καρδιά μου σκιρτά, όπως σκιρτά η καρδιά άλλων όταν χαρίζουν χρήματα. Είναι σαν να μην χαρίζω ένα τετράδιο, αλλά και όλα εκείνα που θα μπορούσα να γραφτούν σ’ αυτό. Στην κυριολεξία δεν δωρίζω ένα άγραφο τετράδιο, αλλά ένα γεμάτο – το πετάω στην φωτιά! [σ. 17]

«Η ιστορία μιας αφιέρωσης» αρχίζει με την περιγραφή μιας μοναδικής σκηνής. Μια φίλη της ποιήτριας φεύγει για μακρινό ταξίδι και επί ολόκληρα μερόνυχτα σκίζουν και καίνε χαρτιά, επιστολές, συμβόλαια, χειρόγραφα, λευκώματα με αφιερώσεις. Όταν κάποιο έγγραφο κρινόταν πως δεν έπρεπε να καεί, δινόταν στην ποιήτρια και όλη αυτή η διαδικασία της ενέπνευσε σκέψεις για την καταστροφή και την διαφύλαξη της δημιουργίας, για το λευκό που γίνεται γκρίζο και κατόπιν μαύρο, για το σώμα του συγγραφέα που γίνεται στάχτη, για τα ολόκληρα χρόνια δουλειάς που μετατρέπονται σε τέφρα.

Marina_Tsvetaeva_1914

Κι ύστερα η συγγραφέας θυμάται την δική της πείνα για το λευκό χαρτί, που έχει τις απαρχές της στην προσχολική της ηλικία. Ολόκληρη η παιδικότητά της υπήρξε ως μια διαρκής κραυγή για το λευκό χαρτί, που συνήθως δεν της δινόταν, καθώς προοριζόταν για μουσικός και όφειλε να εγκαταλείψει τα άσχημα γραπτά της. Κάποτε ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι διάβασε αδιάκριτα ένας της ποίημα και όλοι γέλασαν, ενώ εκείνη ντροπιασμένη τους μίλησε για την δική τους ντροπή να κλέβουν το τετράδιό της και μετά να γελάνε.

Μα εκείνη δεν έπαψε να αισθάνεται τον «ιερό ψίθυρο» κάθε φορά που έβλεπε μια λευκή σελίδα, άσχετα με τον όγκο όσων έχουν ήδη γραφτεί. Αν υπάρχει τετράδιο, θα γραφτούν στίχοι· δεν μπορούν να μην γραφτούν. Και το ίδιο το τετράδιο είναι ένας ζωντανός ψόγος, μια διαταγή. Η λατρεία του χαρτιού δεν αποτελούσε μόνο την φυσική εξέλιξη εκείνου που υπήρξε από παιδί. Η σκέψη της πήγαινε στο χαρτί αυτό καθεαυτό, ως αγαθό που κάποιος κόπιασε να φτιάξει, μια αξία που δεν πρέπει να καταστραφεί.

Tsvetaeva~

Κι έτσι προτρέπει εμάς τους αναγνώστες της, τότε και τώρα, να δωρίζουμε τετράδια. Και όχι τετράδια όμορφα, πολύχρωμα και δερματόδετα! Η πολυτέλεια προκαλεί παράλυση, ένα συναίσθημα αναξιότητας. Κι έτσι και τότε, η στοίβα των απλών, μπλε τετραδίων της μεγαλώνει. Στην προεπαναστατική Ρωσία είχε τετράδια ταχυδρομικά, από χοντρό χαρτί, με περιθώρια για σημειώσεις. Στην Σοβιετική Ένωση είχε αυτοσχέδια τετράδια, φτιαγμένα με κλεμμένο χαρτί από την υπηρεσία και με επίσης κλεμμένη κόκκινη αγγλική μελάνη. Κι έτσι, στον ζοφερό εκείνο καθεστώς η Τσβετάγιεβα ήταν ήδη προετοιμασμένη, γιατί θα έκανε ό,τι και στην παιδική της ηλικία: θα έκλεβε και θα έφτιαχνε μόνη της.

Η ποιήτρια σχημάτισε μαζί με τον Μαντελστάμ ένα ιδιόμορφο ποιητικό ζευγάρι αμοιβαίας έμπνευσης, αφιερώνοντας ο ένας στον άλλον τα ποιήματα που μόλις είχαν σμιλεύσει από το άυλο υλικό εκείνης της σχέσης. Ταξίδεψαν μαζί ως θερμοί φίλοι και αποχωρίστηκαν όταν εκείνη εγκατέλειψε την νεαρή σοβιετικη Ρωσία για το Βερολίνο, την Τσεχία και το Παρίσι. Η επιστροφή της δεκαοκτώ χρόνια μετά βρήκε την χώρα χωρίς τον ποιητή – τον είχε εξαφανίσει σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Στα χρόνια της αυτοεξορίας της ασχολήθηκε δυο φορές με τον Μαντελστάμ και αυτά ακριβώς τα πολύτιμα κείμενα εκδίδονται στο βιβλίο.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Το κείμενο Πόλη Αλεξαντρόφ. 1916. Καλοκαίρι αποτελεί μια μορφή ημερολογίου όπου καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι περίπατοι με τον ποιητή, που ήταν όπως πάντα εκτός τόπου και χρόνου, με τα μάτια του διαρκώς χαμηλωμένα (σεμνότητα; το βάρος των αιώνων; αναρωτιόταν εκείνη), να μην θέλει ούτε περιπάτους να κάνει, να επιθυμεί μόνο να γράφει στίχους. Η Τσβετάγιεβα θυμάται το κατακόκκινο φως του ήλιου, να αποτελεί το μοναδικό αποδεκτό στολίδι των μαλλιών της. Το κείμενο Υπερασπίζοντας το παρελθόν αφορά την απάντησή της στην βιογραφία του Μαντελστάμ και ιδίως στα σημεία που αναφέρονται στην σχέση τους και στην ζωή στο Κοκτεμπέλ – Κι αν ποιητής ήταν πεινασμένος – ένοχος δεν ήταν ο «κακός σπιτονοικοκύρης» Μαξιμιλιάν Βολόσιν, αλλά η κοινή μας σπιτονοικυρά, η γη. Εδώ – στην γη της Ανατολικής Κριμαίας, όπου δεν πάτησε ποτέ το πόδι σας, συγγραφέα των απομνημονευμάτων.

Monument to Marina Tsvetaeva on ArbatΗ απάντησή μου στον Οσίπ Μαντελστάμ ολοκληρώνει την σύνθετη τοιχογραφία αυτής της δύσκολης σχέσης με την οποία συνδέθηκαν αυτοί οι δυο τραγικοί ποιητές, που έγραψαν τέτοια ποίηση μέσα στο σκοτάδι της ζοφερής σταλινικής πραγματικότητας. Η ποιήτρια επιθυμεί να μην αποσιωπηθεί το γεγονός ότι ο ποιητής έμεινε καθαρός στα χρόνια της Επανάστασης· ο Μαντελστάμ δεν υπήρξε επαναστάτης ούτε πριν το 1917 ούτε μετά το 1917· δεν είχε, γράφει η Τσβετάγιεβα, την γενναιότητα να παραδεχτεί τον πολιτικό του μικροαστισμό μέχρι την επανάσταση, ενώ προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ήρωα και εκ προφήτη των υστέρων. Η αμφιθυμία της είναι απόλυτη: από την μια αναρωτιέται πώς μπορεί ο μεγάλος ποιητής να είναι μικρός άνθρωπος και από την άλλη γράφει ότι η πρόζα του διέσωσε την θεϊκότητα και την ανθρωπιά μαζί.

Εκδόσεις s@mizdat, 2014, εισαγωγή – μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, 103 σελ., με 64 σημειώσεις του μεταφραστή.

Και η μετάλλαξη μιας μνήμης, ενός ύμνου, ενός οράματος.

04
Ιολ.
15

Γιάννης Φούντας – Αναρχικό λεξικό, Α΄ Τόμος, Α – Μ

Print

Κόσμοι ελεύθεροι, ελευθέριοι, ελευθεριακοί, ελευθεριάζοντες

«Εγκυκλοπαιδικό, ιστορικό …μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού Σύμπαντος»

Πρόκειται για ένα μοναδικό στο είδος του λεξικό, για έναν κόσμο οραματικό, αποσιωπημένο στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, μια εντελώς άγνωστη Ιστορία, ανείπωτη και άγραφτη· μια ολόκληρη στρατιά αγωνιστών και απλών ανθρώπων που ονειρεύτηκαν να είναι ελεύθεροι και πέτυχαν ή απέτυχαν, τίμησαν τις διακηρύξεις τους ή τις πρόδωσαν, θεωρητικών και ακτιβιστών που οραματίστηκαν κόσμους ελεύθερους, ελευθεριακούς, ελευθέριους και ελευθεριάζοντες. Αλλά δεν είναι μόνο ο πλούτος των πληροφοριών που ξεχειλίζουν τον τόμο· είναι και ο τρόπος γραφής των λημμάτων, ξέχειλος από χιούμορ και ειρωνεία, με ευφυείς διακειμενικές συνδέσεις και απρόβλεπτες ακροβασίες. Και αυτό είναι μόνο ο πρώτος τόμος. Ο ήδη εκδοθείς δεύτερος, που ολοκληρώνει αυτό το αγρίως απολαυστικό εγχείρημα, θα παρουσιαστεί σε λίγες ημέρες εδώ.

arton132

Να λοιπόν που μπορεί τελικά κανείς να περιπλανηθεί στο αχανές ελευθεριακό σύμπαν, να που μπορούν να λημματογραφηθούν πρόσωπα, φιλοσοφίες, εγχειρήματα, θεωρίες, πρακτικές, κορυφώσεις, πτώσεις, οτιδήποτε χαρακτήρισε τις αμέτρητες εκδηλώσεις του. Σπεύδω στο λήμμα ελευθεριακός [libertaire], όρο που εισήγαγε με την ομώνυμη εφημερίδα ο Γάλλος πρόδρομος του αναρχοκομμουνισμού Ζοζέφ Ντεζάκ, για να διαχωρίσει τα ιδεολογικά του ιμάτια από τους θιασώτες των διαφόρων εκδοχών του αυταρχικού σοσιαλισμού. Με τον καιρό ο νεολογισμός απέκτησε διττή σημασία, καθώς μπορεί να προσδιορίζει κάποιον που δεν ασπάζεται ολοκληρωτικά την αναρχική «κοσμοθεωρία», επιλέγοντας μια εναλλακτικού τύπου δραστηριότητα, είτε να υποδηλώνει (ως έννοια ομπρέλα) έναν ευρύτερο αντιαυταρχικό ή και αντιεξουσιαστικό ρεύμα.

NvIP_700

Σήμερα που περισσότερο από ποτέ επανέρχονται και εφαρμόζονται πλείστοι όροι και πρακτικές τους, εδώ ξεκαθαρίζονται και ξεμπλέκονται πολλά και διάφορα, από την  ελευθεριακή δημοκρατία, που σύμφωνα με τον Αμεντέο Μπερτόλο σχετίζεται με τον εφικτό, πρακτικό αναρχισμό, που προκρίνει μια αυτοθεσμιζόμενη κοινωνική οργάνωση, η οποία θα λειτουργεί με συλλογικές αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, μέχρι τον ελευθεριακό κομμουνισμό, κατά πολλούς την χρυσή τομή ανάμεσα στον κολεκτιβισμό και τον κομμουνισμό. Ο ελευθεριακός κοινοτισμός, από την άλλη, δεν αποτελεί παρά μια προς το εναλλακτικότερον και θεσμικότερον εκδοχή του αναρχοκομμουνισμού την οποία πρότεινε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, στην πορεία της αμφισβήτησης των θεσφάτων του κλασικού αναρχισμού, προτείνοντας μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία, με τις πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις.

L'Expérience

Φυσικά μεγάλο μέρος του σύμπαντος καταλαμβάνουν η αναρχία αυτοπροσώπως και οι διάφορες αναρχίες, ο αναρχισμός χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς, ο αναρχοατομικισμός, ο αναρχοκομμουνισμός και οι αναρχοαυτόνομοι, ο αναρχοπριμιτιβισμός και ο αναρχοπαγανισμός, ο αναρχοσυνδικαλισμός και ο αναρχοφεμινισμός, ο αναρχοφουτουρισμός και ο αναρχοχριστιανισμός, ο αντιαυταρχισμός και η αντιβία, ο αντικρατισμός και η αντιπαγκοσμιοποίηση, ο αντιμιλιταρισμός και ο αντιιφασισμός. Ευτυχώς δεν λείπει και ο αντισπισισμός, που αντιπαρατίθεται στην κυρίαρχη σπισισμική πεποίθηση περί ηθικής ανωτερότητας του ανθρωπίνου είδους έναντι των άλλων «κατώτερων» ζωικών ειδών, στην κατάταξή τους ανάλογα με την αξία χρήσης τους και στην άνευ ηθικών φραγμών εκμετάλλευση και τον βασανισμό τους, που αγωνίζεται από τον 19ο αιώνα μέχρι τις ακτιβιστικές δράσεις του Μετώπου Απελευθέρωσης των Ζώων [Animal Liberation Front].

ALF

Ένα από τα συναρπαστικότερα κομμάτια του λεξικού είναι τα διάσπαρτα λήμματα για τις αμέτρητες εναλλακτικές και αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, όπως οι Μοντέρνοι Καιροί στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκη, στηριγμένη στον κοινοβιακό τρόπο ζωής και σε ένα τοπικό οικονομικό σύστημα αμοιβαίων ανταλλαγών, που επιβίωσε ολόκληρη την δεκαετία του 1850. Σε αυτές τις κοινότητες – αποικίες ίδίως στα τέλη του 19ου αιώνα εκατοντάδες Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αναρχικοί (παραδόξως στην πλειοψηφία τους ατομικιστές) επιχειρούσαν να βιώσουν κατά τρόπο πρωθύστερο το κομμουνιστικό του όραμα, συχνά με σχετική επιτυχία όπως Η Εμπειρία [L’ Experience], Η Ουτοπία, Η Τσετσίλια [La Cecilia] – η ατελέσφορη ελευθεριακή απόπειρα υπερτριακοσίων εποίκων στη Βραζιλία του 19ου αιώνα…

emersonlecture

… ή Η Δοκιμή, τo κοινοβιακό πείραμα γάλλων αναρχιστών L’ essai [1903 – 1909] που υλοποίησαν το συμβιωτικό όραμα του Φορτινέ Ανρί σε έναν βαλτότοπο των Αρδεννών, που σύντομα μεταμορφώθηκε σε εύφορο αγρόκτημα, ενώ οι έποικοι της Δοκιμής έστησαν μέχρι και δικό τους τυπογραφείο. Ένας από τους ενοίκους, ο Βίκτορ Σερζ στο αριστουργηματικό του βιβλίο Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, θυμάται: «Να κάνεις ό,τι θέλεις»,έγραφε πάνα από την πόρτα που ήταν ορθάνοιχτη σε όποιον ερχόταν…Ο Μαλατέστα θεωρούσε τέτοιου είδους μεταναστεύσεις σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης του αστικού συστήματος και κάθε τέτοιο «αποικιακό εγχείρημα» σαν αποστρατευτικό αναχωρητισμό, που προσφέρει στους καταπιεσμένους την μάταιη ελπίδα να χειραφετηθούν χωρίς να αναγκαστούν να επαναστατήσουν.

Π. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ

Τόσες ουτοπίες, τόσες ευτοπίες, τόσα πειράματα.. αγροπόλεις, συνεταιριστικοί οικισμοί πρώιμης οικολογικής οπτικής και αυτοδιαχειριστικής προοπτικής που επιχειρήθηκε να κατασκευαστούν μακριά από τις πόλεις σε ανεκμετάλλευτες αγροτικές περιοχές, κυρίως σε Αγγλία, Αυστρία και Βόρεια Αμερική, με εισαγωγέα της ιδέας στην Ελλάδα τον «αιθεροβάμμονα» Πλάτωνα Δρακούλη που παραμερισμένος από τους πούρους εργατιστές του ΚΚΕ ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Αγροπόλεων και συνέγραψε το κοινωνικό του όραμα στην Αγροτική Συμπολιτεία.

Murray Bookchin1

Εκατοντάδες αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα, τα Ελευθεριακά Αθήναια, λειτουργούσαν στην προεπαναστατική Ισπανία, και όπου, σύμφωνα με τον Πάικο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, η καλή μόρφωση του αναρχικού περιλάμβανε οπωσδήποτε τον ελευθεριακό μονόλογο του Καλδερόν δε λα Μπάρκα, τα σατιρικά ποιήματα του Γκόνγκορα, τα ερωτικά ποιήματα του Λόπε δε Βέγα και προπαντός τα σονέτα του Κεβέδο, «αυτά τα συγκλονιστικά κείμενα που διαπερνούσαν τους αιώνες με λέξεις σαν κεραυνούς, πυρπολώντας και φωτίζοντας συνειδήσεις». Και φυσικά ο κατάλογος με τις κολλεκτίβες, τους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, τα εγχειρήματα της αυτομόρφωσης και της αυτοοργάνωσης αλλά και τα σύγχρονα εβραϊκά κιμπούτς δεν τελειώνει.

thoreau

Εδώ έχει θέση και η περίφημη κομμουνιστική δυστοπία του Ετιέν Καμπέ Ταξίδι και Περιπέτειες του κυρίου Ουίλιαμ Κάρισνταλ στην Ικαρία, όπου το κράτος σχεδιάζει επιμελώς τα πάντα, με την βοήθεια ειδημόνων, χωρίς περιθώρια για αυθορμητισμό, και όλα έχουν παγιωθεί δια νόμου, από το σχέδιο των πόλεμων μέχρι το σχήμα των καπέλων, από το άκαμπτο ωράριο μέχρι το καθημερινό φαγητό. Ο ίδιος ο συγγραφέας θα επιχειρήσει μαζί με εύπορους «ικαριστές» μια εναλλακτική νησίδα ζωής στο Τέξας, η οποία επέζησε με διάφορες μορφές για σαράντα χρόνια. Στους ίδιους ή παραπλήσιους κόσμους άνθισε και η μη βία, ως πολιτική ανυπακοή και ως ριζοσπαστική θερμική άρνηση ή ως χριστιανική ιδεοληψία, ως κοινωνική πρακτική υιοθετημένη από τους ελευθεριακούς στοχαστές Τολστόι και Θορώ και ως εθνικοαπελευθερωτική διαδικασία από τον Γκάντι, ως τρόπος ζωής από τους χίπις.

le-libertaire_A3-©Fernando-Bryce_LiMAC

Σε μια από τις μορφές του, το λεξικό αποτελεί μια πολύτιμη πινακοθήκη γνωστών και άγνωστων θεωρητικών και αγωνιστών, όπως ο Ίβαν Ίλλιτς ιδιότυπος και αταξινόμητος πανεπιστήμονας που αποκήρυξε το 1971 κάθε τίτλο, αξίωμα, οφέλη και προνόμια του ιερέα, ιδιότητα που είχε μέχρι τότε· ο Γερμανοεβραίος αναρχικός στοχαστής και λογοτέχνης, μέλος των εξπρεσιονιστικών και πρωτοποριακών κύκλων Γκούσταβ Λαντάουερ, δολοφονημένος από παρακρατικούς στο Μόναχο του 1919· ο φίλος του, επίσης Αυστριακός Μάρτιν Μπούμπερ, ελευθεριακός κοινοτιστής που απέδωσε γραπτώς Τα μονοπάτια της Ουτοπίας· ο ευφάνταστος καλλιτέχνης και συγγραφέας Ουίλλιαμ Μόρρις, «ουτοπικός» σοσιαλιστής, διευθυντής της εφημερίδας Commonweal [Κοινό Καλό]· ο «ποιητής της αναρχίας» Πιέτρο Γκόρι· ο Ιταλός αναρχοκομμουνιστης θεωρητικός και ακτιβιστής Κάρλο Καφιέρο·…

Sacco_e_Vanzetti_film_by_ziruc

… ο πολυγραφότατος λόγιος και υπερασπιστής των δικαιωμάτων των «αιρετικών» περί τα ερωτικά και των αντιρρησιών περί τα στρατιωτικά Πωλ Γκούντμαν· ο Άγγλος ουτοπιστής, αιρετικός χριστιανός, αγροτικός ηγέτης και πρόδρομος των ελευθεριακών Τζέραρντ Γουινστάνλεϊ και τόσοι άλλοι, που έδωσαν την σκυτάλη τους σε επίγονους, όπως ο Ερρίκο Μαλατέστα, η προσωποποίηση του κοινωνικού ακτιβισμού με εξήντα έτη πολύτροπης έμπρακτης προπαγάνδας, στα ελευθεριακά εργαστήρια πολλών χωρών με δεκάδες πολυδιαβασμένες εκδόσεις και ο καθηγητής Χάουαρντ Ζιν, που αυτοπροσδιοριζόταν ως αναρχικός ενάντιος «στην βία, την αταξία και το χάος» καθώς πρέσβευε ότι «οι αληθινές ιδέες του αναρχισμού ήταν, ουσιαστικά, ενσωματωμένες στον τρόπο σκέψης των κινημάτων της δεκαετίας του ’60». Πανταχού παρούσες, οι μορφές των Πάντσο Βίγια και Μπαρτολομέο Βαντσέτι που μαζί με τον Νικόλα Σάκο καταδικάστηκαν σε επτά χρόνια εγκλεισμού και σε θάνατο μετά από την πασίγνωστη κρατική σκευωρία.

Louise-Michel-2

Φυσικά η λημματογραφημένη Ελευθερία ξεχειλίζει από γυναίκες, όπως η περίφημη Λουίζ Μισέλ [Louise Michel] αναρχική ακτιβίστρια, ρήτορας, συγγραφέας και δασκάλα, ενεργό μέλος της Παρισινής Κομμούνας, εξόριστη στην Νέα Καληδονία όπου οργάνωσε μαθήματα για τους ιθαγενείς Κανάκ και υποστήριξε έμπρακτα την εξέγερσή τους, επέστρεψε, φυλακίστηκε και τελικά πυροβολήθηκε κατά την ομιλία της σε μια εργατική συγκέντρωση από κάποιον παρακρατικό αλλά επέζησε και ζήτησε την … απαλλαγή του. Παρούσες οι Έμα Γκόλντμαν, άτυπη εισηγήτρια του αναρχοφεμινισμού, ακτιβίστρια και συγγραφέας, αλλά και μια άλλη πρόγονός του, η Μέρι Γουόλστονκραφτ, και βέβαια η άξια επίγονος Ζερμέν Γκριρ, καθώς και η φλογερή Ισπανίδα αναρχική φεμινίστρια Λόλα Ιτούρβε. Άλλωστε οι  Ελεύθερες γυναίκες [Mujeres Libres] υπήρξαν η μεγαλύτερη γυναικεία αναρχική οργάνωση ενάντια στην «τριπλή υποδούλωση των γυναικών: στην άγνοια, στο κεφάλαιο και στους άντρες». Και ποιος γνωρίζει στα καθ’ ημάς εμβληματικές γυναίκες όπως η αντισυμβατική σε όλους τους τομείς Φωτεινή Δροσοπούλου (αλλόκοτος, ημιπαράφρων, θηρεύτρια ουτοπιών με κακές παρέες, σύμφωνα με την εφημερίδα Ακρόπολις του 1899);

Lola Iturbe

Αλλά και πόσοι γνωρίζουμε την αντίστοιχη ελληνική Ιστορία;  Νύχτα και μέρα, δυστυχείς, εργάζεσθε και όμως ∕ πεινάτε γυμνιτεύετε…αυτά θεσμίζει ο νόμος ∕ της ιδιοκτησίας, ∕∕ Εν ω και άρτος είν’ πολύς και ενδυμάτων πλήθος ∕∕ σεις δε  απολαμβάνετε και με θλιμμένον ήθος ∕  φιλείτ’ αδίκους χείρας ∕∕ Αδίκους! Ναι! κ’ αιμοχαρείς! Που κλέπτουν το ψωμί σας ∕ που κλέπτουνε τους κόπους σας, τα χρόνια της ζωής σας ∕ κ’ εν τέλει σας χλευάζουν…. γραφόταν στο περίφημο Ποίημα προς τους Εργάτας και Χωρικούς που δημοσίευσε ο Σοσιαλιστής του Σταύρου Καλλέργη [1902] και το οποίο αποδίδεται στον αναρχικό ποιητή και σκιτσογράφο Δρόσο Μεϊντάνη και βρισκόμαστε ήδη ανάμεσα σε τόσες γνωστές και άγνωστες προσωπικότητες της Ιστορίας μας, όπως ο Αχαιός ράφτης και τυπογράφος Δημήτρης Καραμπίλιας, με την κοινωνιστική εφημερίδα Εμπρός [1886], φυγάς στην Αίγυπτο όπου ίδρυσε Διεθνές Αναγνωστήριο συμπράττοντας με Ιταλούς αναρχικούς εργαζομένους, στο οποίο συνέβαλε, παρών εδώ, και ο Πάνος Μαχαιράς, εργάτης, λεπτουργός, δραστήριο μέλος στα τέλη του 19ου αιώνα το Αναρχικού Ομίλου Πύργου…

Λαύριο

… ή μορφές του εμφυλίου όπως ο Γιάννης Γαλανόπουλος, που διολίσθησε αρχικά στην αιρετική επαναστατική αριστερά και αργότερα στο χώρο της αντιεξουσιαστικής αυτονομίας ενώ αρνήθηκε να λάβει χρηματική ανταπόδοση (σύνταξη) για την συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση και πέθανε πάμφτωχος, αξιοπρεπής και ακατάβλητος, και μορφές της αντίστασης στην δικτατορία, όπως ο Τάσος Δαρβέρης, βομβιστής στην χούντα, που μαζί με τους συντρόφους του αντιμετώπισε με γέλια και υψωμένες γροθιές την καταδίκη του και μετέφρασε στην φυλακή το Προσκύνημα στην Καταλονία που εξέδωσε το 1974 η Διεθνής Βιβλιοθήκη.

3-22-8-16E απεργια σεριφου

Το ξεφύλλισμα των σελίδων μυρίζει τυπογραφικό μελάνι·  ίσως επειδή εδώ ανήκουν και εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι, από την Διεθνής Βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε μεσούσης της χούντας το 1971 μέχρι το Βιβλιοπέλαγος και έντυπα όπως ο Βιβλιοφρικάριος, που εκφράζεται επιτοιχίως και επιτυχώς με την ομώνυμη εφημερίδα, φύσει εχθρικός σε κάθε κοπρόσκυλο της ΓΣΕΕ, σε κάθε ιδεολογική αγκύλωση, σε κάθε κομματική πειθαρχία…, ή η περίφημη οχτασέλιδη μπροσούρα για τον «Αναρχομόνο Γιάννη Σκαρίμπα» του αυτόχειρα Γιώργου Διαλυνά… Μην ξεχάσουμε και τα πάσης φύσεως ημερολόγια που ξεκίνησαν από τους αναρχικούς τα τέλη του 19ου αιώνα, και για αλληλέγγυους σκοπούς αυτοδιαχειριζόμενοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, όπως το Ράδιο Κιβωτός, οργανώσεις (Δίκτυο για τα Κοινωνικά Δικαιώματα), κ.ά. εγχειρήματα.

Brăila lui Panait Istrati

Υπήρξα πάντοτε (…) ελεύθερος σκοπευτής της κοινωνικής ταραχής, εις το πλευρόν των αληθινών επαναστατών δια μίαν καλυτέραν ανθρωπότητα, όμως, μεταξύ των αλύσεων του εργοστασίου και των φθειρών, προτιμώ τας φθείρας. Αλλά, προ παντός, το δικαίωμά μου τα ξύνωμαι όπως θέλω! έγραφε ο ελευθεριακής ιδιοσυγκρασίας λογοτέχνης Παναΐτ Ιστράτι, με την περιπετειώδη ζωή και το σύντομο πέρασμα από τα άνυδρα χωράφια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τα …εργοστάσια σκέψης της Σοβιετικής Ένωσης, τα οποία και απαξίωσε στην τριλογία του Η Ρωσία Γυμνή, Σοβιέτ 1929 και Προς μια Άλλη Φλόγα.

 william_morris_biog

Σημαντική παρουσία έχουν βέβαια και οι συγγραφείς, από τον Ερρίκο Ίψεν (με τα ύστερα έργα της ψυχογραφικής κριτικής από αναρχοατομιστική σκοπιά) μέχρι τον Φραντς Κάφκα, τον Άμπροουζ Μπιρς, τον Αντονέν Αρτό, τον Οκτάβ Μιρμπό, τον Ρόμπερτ Βάλζερ, τον Άλμπερτ Μέλτσερ και τους οικείους προγόνους Μικέλη Άμβλιχο, σατιρικό και λυρικό ποιητή της Κεφαλονιάς, Δημοσθένη Βουτυρά, Άρη Αλεξάνδρου, Ρένο Αποστολίδη, Κατερίνα Γώγου. Φυσικά δεν λείπει ο Μπορίς Βιάν, πολυτάλαντος Γάλλος ελευθεριακός και ελευθεριάζων συγγραφέας, ηθοποιός, τραγουδιστής και μουσικός της τζαζ, που παρενέβη στην κοινωνική επικαιρότητα με τον περίφημο Λιποτάκτη του: Άρνηση στην υποταγή / άρνηση στην κατάταξη / Μην πάει κανείς στον πόλεμο / Να φύγετε αρνηθείτε // Αν πρέπει να χυθεί αίμα / Να δώσετε το δικό σας.

brook-farm

Ειδική περίπτωση ο Ραλφ Βάλντο Έμερσον, σπιριτουαλιστής φιλόσοφος και ποιητής, που εκτός των έργων του δοκίμασε να υλοποιήσει τα ελευθεριακά συμβιωτικά του οράματα στο φουριερικής έμπνευσης φαλανστήριο Brook Farm [1840 – 1846] με την συμμετοχή και πολλών άλλων ριζοσπαστών διανοούμενων της εποχής, όπως του φίλου του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο οποίος βέβαια έχει και το δικό του λήμμα εδώ. Και πώς να λείπει αυτός ο ελευθεριακός ιντιβιντουαλιστής που έζησε μόνος δυο χρόνια στη λίμνη Ουόλντεν, μεταγράφοντας την εμπειρία του σε βιβλίο, ενώ εισηγήθηκε σε άλλο βιβλίο την αντικρατική μέθοδο της Πολιτικής Ανυπακοής;

fortino samano 1

Η βιβλιοθήκη του λεξικού περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την Ηλιούπολη, χριστιανική ουτοπία του Τομάσο Καμπανέλα ο οποίος προετοίμαζε εξέγερση μοναχών και λαϊκών με σκοπό τη συγκρότηση χριστιανικής Πολιτείας της Καλαβρίας, το Δικαίωμα στη Τεμπελιά του Πολ Λαφάργκ, το ψυχομανιφέστο Άκου Ανθρωπάκο του απηυδισμένου από την αγελαία προσήλωση των μαζών στον Χίτλερ και Στάλιν Βίλχελμ Ράιχ, την Ισπανική Διαθήκη του Άρθουρ Κέσλερ, όπου περιγράφεται η οδυνηρή εμπειρία στις φυλακές των φρανκιστών, περιμένοντας να εκτελεστεί, την Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σέμπρουν, για την ιδεολογική και κοινωνική αποσάρθρωση μιας ακροαριστερής ένοπλης ομάδας της δεκαετίας του 1970.

livrosfrescosorpheu_livro2

Στα διπλανά ράφια, o περίφημος Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του Μαξ Στίρνερ, ο οποίος αρνείται πάσα αρχή θρησκείας, ιδιοκτησίας και κοινωνίας και όπου μεταξύ άλλων παραδέχτηκε το προφανές είμαστε κομμουνιστές και εξαιτίας του εγωισμού μας, καθώς και εξαιτίας εγωισμού επιθυμούμε να είμαστε ανθρώπινα όντα και όχι απλά άτομα, ο Ηλιογάβαλος ή ο Εστεμμένος Αναρχικός του Αντονέν Αρτό για τον βλαμμένο αυτοκράτορα που πνίγηκε στα ίδια του τα σκατά και βέβαια ο Αναρχικός Τραπεζίτης του Φερνάντο Πεσσόα.

Τέχνες αμέτρητες καλλιτέχνησαν όλα αυτά τα οράματα, ή έστω δημιουργήθηκαν από οραματιστές καλλιτέχνες, όπως ο ζωγράφος Γκιστάβ Κουρμπέ, ελευθεριακός και μποέμ – προτού εφευρεθούν οι όροι, φίλος και θαυμαστής του Προυντόν, ο ζωγράφος, σχεδιαστής και εικονογράφος Φλάβιο Κονσταντίνι, που απομυθοποίησε την Σοβιετική Ένωση μετά από μια επίσκεψη στις αρχές του 1960 και ιδίως μετά την ανάγνωση των Αναμνήσεων ενός Επαναστάτη του Βικτόρ Σερζ, ο Ζιλ Γκρανζουά, ένας από τους πλέον «στρατευμένους» εικονογράφους της εποχής του. Στα σανίδια αγωνίστηκαν καλλιτέχνες και ηθοποιοί, όπως ο Τζούλιαν Μπεκ, συνιδρυτής με την Τζούντιθ Μαλίνα του περίφημου Ζωντανού Θεάτρου [The Living Theatre], φυτοφάγος και πασιφιστής, αυτουργός δεκάδων ανατρεπτικών παραστάσεων για τις οποίες δέχτηκε και φυλακίστηκε.

judith-julian-01

Η …ηχητική μπάντα του λεξικού περιλαμβάνει την περίφημη μουσική κολλεκτίβα Crass με την δική τους οικοτεχνική δισκογραφική Crass Records (που, επιθυμώ να προσθέσω, πραγματικά τιμήσαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, καθώς μας γνώρισαν το αληθινό, πολιτικό πανκ, μακριά από τους μηδενισμούς των τσαρλατάνων των πολυεθνικών δισκογραφικών), τον ελευθεριακό στο φρόνημα Ζορζ Μπρασένς, εργάτη στη Ρενό, συνεργάτη στον σύγχρονό του Ελευθεριακό, τον Νικόλα Άσιμο, την μουσική κολεκτίβα Γκρούπο Ζ.

Άσιμος_

Και βέβαια δεν λείπει ο ελεύθερος έρωτας, ένα ακόμα πεδίο όπου «το μόνο λάθος των αναρχιών υπήρξε το γεγονός ότι, τις περισσότερες φορές, προηγήθηκαν των ηθών της εποχής τους», όπως έγραψε ο Αντρέ Νατάφ. Εκτός από τους Αδαμίτες, τους πρώτους διδάξαντες, η Έμμα Γκόλντμαν, η Μαντλέν Βερέ, η Λουίζ Κιτρίν, ο Σακάε Οσούγκι και πολλοί άλλοι υπήρξαν διάπυροι κήρυκές του προτού ο Βίλχελμ Ράιχ αναγγείλει την Σεξουαλική Επανάσταση, προτού οι χίπις την πραγματοποιήσουν και προτού μετατραπεί σε ερωτική βιομηχανία από τα τραστ του ελευθεριάζοντας νεοσυντηρητισμού. Ας τονιστεί η ειδική αναφορά της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας στο Συνέδριο της Σαραγόσας στη ταραγμένη Ισπανία του 1936: Ο Ελευθεριακός Κομμουνισμός υποστηρίζει τον ελεύθερο έρωτα χωρίς περιορισμούς της θέλησης, ούτε του άντρα ούτε της γυναίκας.

Eros-Plus-Massacre

Τον Ιάπωνα αναρχικό διανοούμενο Σακάε Οσουγκι τον ξαναβρίσκουμε στην σχετική ταινία του Γιόσιντε Γιόσιντα Έρως + Σφαγή, όπου και η βιογραφική αναδιήγηση του ερωτικού του τετραγώνου. Και βρισκόμαστε ήδη στον κινηματογράφο, με λήμματα για ταινίες από το Βίβα Ζαπάτα μέχρι την Ιστορία έρωτα και αναρχίας, τα φιλμ που έμειναν για χρόνια στα συρτάρια της λογοκρισίας όπως η Διαγωγή μηδέν του Ζαν Βιγκό, με την μαθητική εξέγερση και την κατάλυση της σχολικής τάξης ή το Libera, amore mio του Μπολονίνι, με την αφύπνιση της νεαρής κόρης του παλιού αγωνιστή, αλλά και οι άλλες ωραίες ιταλικές ταινίες όπως ο Metello του ιδίου, από την νουβέλα του Βάσκο Πρατολίνι, για τον αναρχίζοντα οικοδόμο Μετέλο στην Φλωρεντία του 19ου αιώνα, η Μετραλέτα Στέιν [Metraletta Stein] του δε λα Λόμα, εμπνευσμένη από ένα επεισόδιο της πολυτάραχης ζωής του αναρχικού και αντιφανκικού αγωνιστή Φρανθίσκο Σαμπατέ. Αυτοδικαίως παρόντες και οι αναρχίζοντες συνεπίθετοι του Καρόλου αδελφοί Μαρξ και ο Λουίς Μπουνιουέλ.

marina-ginesto-spanish-civil-war-1937

Φυσικά διατρέχουμε σπουδαίες ιστορικές στιγμές, όπως η Κομμούνα των Παρισίων 1871 και ο επινοημένος εκεί κομμουναλισμός, εξεγέρσεις (Λιόν, Μπολόνια, Αστουρίες, Κάσες Βιέχας, Μπενεβέντο και βέβαια Κροστάνδη, με τους επαναστάτες που ο Τρότσκι «τουφέκισε σαν πέρδικες και έσφαξε σαν κοτόπουλα», κρατώντας την υπόσχεσή του), απεργίες – την σημαντικότερη άγρια απεργία του 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο, τα Λαυρεωτικά, την Απεργία της Σερίφου, τα Αθεϊκά του Βόλου και καταλήψεις, που άλλωστε αποτελούν την αυθαίρετη προαιώνια πρακτική που γέννησε την ιδιοκτησία στον πλανήτη, ως κινηματική παράμετρος στα εργατικά και αγροτικά επαναστατικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα και ως βιωματική στην εναλλακτική δραστηριότητα ελεθεριακών, αναρχικών και αυτόνομων στο Δυτικό  και τον Τρίτο Κόσμο από την δεκαετία του 1960, αλλά και ειδικότερα τις καταλήψεις στην Ελλάδα, που έφτασαν με την γνωστή χρονοκαθυστέρηση την δεκαετία του 1970, και ακόμη, του κόσμου τα κινήματα και τις κινητοποιήσεις.

Kronstadt demonstration 1917

Πώς μπόρεσε η συναρπαστικότητα που υπήρχε στην συνείδηση ενός κοινού εγχειρήματος να μετασχηματιστεί στη δυσφορία του να είμαστε μαζί; αναρωτιόταν ο Ραούλ Βανεγκέμ για Το Αληθινό Σχίσμα στην [Καταστασιακή] Διεθνή, η οποία παρά την διάλυσή της έφτασε πολύ μακριά, όπως και οι πρόγονοι και συγγενείς της, η Διεθνής των Πειραματικών Καλλιτεχνών Cobra, το Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπαουχάους, η Λετριστική Διεθνής και βέβαια η πρακτική της μεταστροφής που καθιέρωσαν, η εκτροπή και οικειοποίηση του νόηματος ενός καλλιτεχνικού έργου μέσω της αισθητικής του αλλοίωσης για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Με την ευκαιρία, το λήμμα για τον Μάη του 1968, εκτός από τα βασικά, δεν ξεχνά και την ελληνική συμμετοχή αλλά και τους κατοπινούς πολιτικούς αστέρες και διανοούμενους που «σπούδαζαν» στο Παρίσι για να …πικάρουν το χουντικό καθεστώς, ενώ αργότερα εξαργύρωσαν ψηφοθηρικά την ωραία τους θητεία, εγκαταλείποντας την επαναστατική γυμναστική και κεφαλοποιώντας τον Μάη σε πολιτικό προσόν.

Barcelona 1936.

Ο ελευθεριακός κόσμος που ονειρευτήκαμε αντικαταστάθηκε από μια πραγματικότητα όπου η δουλικότερη υποταγή εκθειάζεται ως αρετή, τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα καταργούνται, ολόκληρη η κοινωνική ζωή περιστρέφεται γύρω από κομισάριους και βασανιστές. Όπως σε όλες τις περιπτώσεις όπου ένα ανθρώπινο ιδανικό διαστρέφεται σε τέτοιο βαθμό, το μόνο γιατρικό είναι η αναγέννηση του μέσα στο μεγάλο ρεύμα ευαισθησίας που το γέννησε, η επιστροφή στις αρχές που του επέτρεψαν να σχηματισθεί. Είναι στον ίδιο ορίζοντα αυτής της πορείας που σήμερα, επιτακτικότερα από ποτέ, ξεπροβάλει ο αναρχισμός και μόνο αυτός [Αντρέ Μπρετόν, 1952].

Ένα από τα τελευταία λήμματα του πρώτου αυτού τόμου αφιερώνεται στον Νίκο Μπαλή, τον ακάματο, πολυτάλαντο ηθοποιό, μεταφραστή, γραφίστα, εκδότη, δράστη εντός Διεθνούς Βιβλιοθήκης επί Χούντας, που, όπως θυμάται ο Ευγένιος Αρανίτσης,  του αφηγήθηκε κάποτε το περιστατικό της πρώτης του επαφής με κύκλους αναρχικών…άκουγε συνεπαρμένος το κουβεντολόι τους, εξ υποθέσεως ασυμβίβαστο, εντούτοις, με οιουδήποτε είδους οπτιμισμό. Δεν χρειαζόταν μεγάλη οξυδέρκεια για να καταλάβεις ότι το αναρχικό σχέδιο είχε εκ των προτέρων καταδικαστεί σε αποτυχία. Ο Μπαλής τους ρώτησε απερίφραστα αν έτσι είχαν όντως τα πράγματα. Φυσικά! του απάντησαν αυτοί, δεν υπήρχε καμία ελπίδα – το παραδέχτηκαν. Ε, τότε, θα ήθελε να συμμετάσχει κι εκείνος, είπε…

11354d06a7a

Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014, 520 σελ.

Στις εικόνες: Η Δοκιμή, Η Εμπειρία, Animal Liberation Front, R.W. Emerson σε συνέλευση, Πλάτων Δρακούλης, Murray Bookchin, Henry David Thoreau, Louise Michel, Lola Iturbe, Λαύριο, Σέριφος 1916, Panait Istrati, William Morris, Brook Farm του R.W. Emerson, Φορτίνο Σαμάνο, υπολοχαγός του Σαπατιστικού Στρατού, καθώς καπνίζει αγέρωχος το τελευταίου του τσιγάρο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχοντας καθαρή συνείδηση και εκπληρωμένο χρέος προς την Μεξικανική Επανάσταση, Τhe Living Theatre [San Francisco 1969], Julian Beck – Judith Malina, Νικόλας Άσιμος, Eros + Massacre, Marina Ginesto – Ισπανία, 1937, Κροστάνδη 1917, Βαρκελώνη 1936, Κάποτε σε κάποιον Νότο.




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 881,626 hits

Αρχείο