Archive for the 'Σοβιετική Ένωση' Category

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

Advertisements
14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

03
Δεκ.
17

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς – Τσέρνομπιλ. Ένα χρονικό του μέλλοντος

Μια Ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ

Γιατί δεν μιλήσαμε, ενώ γνωρίζαμε; Γιατί δε βγήκαμε στους δρόμους να βροντοφωνάξουμε την αλήθεια; Γράψαμε αναφορές και υπομνήματα αλλά τελικά μείναμε  σιωπηλοί και ακολουθούσαμε τις οδηγίες γιατί δεσμευόμασταν όλοι από την πειθαρχία του Κόμματος. Γιατί ήμασταν κομμουνιστές. Δεν θυμάμαι ούτε έναν από τους υπαλλήλους ν’ αρνήθηκε να εργαστεί στην απαγορευμένη ζώνη. Από βαθιά πίστη σε μια όμορφη και δίκαιη κοινωνία, την κοινωνία των Σοβιέτ. Για πολλούς η κατάρρευση αυτής της πίστης συνοδεύτηκε από καρδιακές ανακοπές και αυτοκτονίες. Γιατί, όταν χάσεις την πίστη, δεν είσαι πια συμμέτοχος σ’ ένα όνειρο, αλλά συνεργός σ’ ένα έγκλημα. [σ. 234]

Τα λόγια του πρώην αρχιμηχανικού του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας δεν αποτελούν παρά μια μικρή ψηφίδα στο δύσκολο έργο της ανασύνθεσης «μιας Ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ». Αυτός ήταν ο εναλλακτικός τίτλος ενός βιβλίου με τις αφηγήσεις εκείνων που την έζησαν από κάθε θέση. Αυτή η κατεξοχήν λογοτέχνης της μαρτυρίας γνωρίζει καλά ότι πρόκειται για τους μόνους αφηγητές που μπορούν να ανασυνθέσουν μια πραγματικότητα και να την αναπαραστήσουν όπως οι τεχνίτες του λόγου. Άλλωστε υπήρξε και η ίδια μάρτυρας των γεγονότων, καθώς ζούσε κι εξακολουθεί να ζει στην γη του Τσέρνομπιλ, στην Λευκορωσία που στη συνείδηση του κόσμου έχει κατοχυρωθεί σαν ένα εργαστήριο πειραμάτων· στα δέκα εκατομμύρια των Λευκορώσων πάνω από δυο εκατομμύρια ζουν σε μολυσμένες περιοχές.

Στον τραγικό «χορό» των συνομιλητών περιλαμβάνονται πρώην και νυν κάτοικοι της απαγορευμένης ζώνης, εκκαθαριστές (όπως ονόμαζαν τους πολίτες ή τους αστυνομικούς στους οποίους είχε ανατεθεί η «εκκαθάριση» των συνεπειών του ατυχήματος), στρατιώτες, πολιτικοί, κομματικοί, χειριστές μετρητών ραδιενέργειας, εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό, επιστήμονες, γιατροί, εργάτες. Το ταξίδι αυτής της σπαρακτικής διαλεκτικής κράτησε τρία περίπου χρόνια. Θα εστιάσω όχι τόσο στα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά όσο στις βαθύτερες συγκλονιστικές πλευρές εκείνης της αδιανόητης καταστροφής έτσι όπως εκφράζονται από τους συνομιλητές τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ένα πρώτο στοιχείο που κατακλύζει τις πρώτες μνήμες είναι η συνύπαρξη της άγνοιας και της μυστικοπάθειας. Στην αρχή κανείς δεν πήρε το γεγονός στα σοβαρά: κανείς δεν γνώριζε από τι έπρεπε να φυλάγεται και οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να απαντήσουν στις ερωτήσεις των πολιτών, καθώς ποτέ τους δεν είχαν διδαχθεί κάτι παρόμοιο στην στρατιωτική σχολή. Οι ίδιοι υποχρεούνταν να δρουν ως στρατιώτες και να σιωπούν. Τις πρώτες μέρες όλα τα βιβλία σχετικά με την ραδιενέργεια αλλά και τα παλαιότερα, για την ατομική βόμβα, ακόμα και για το έργο του Ρέντγκεν, εξαφανίστηκαν από τις βιβλιοθήκες. Δεν υπήρχαν ιατρικές συστάσεις, οδηγίες ή οποιαδήποτε πληροφορία. Όσοι έμαθαν για το ιώδιο, έσπευδαν να το προμηθευτούν, κάνοντας ολόκληρες ουρές στα φαρμακεία. Ορισμένοι το έπιναν με καθαρό αλκοόλ και τους μετέφεραν στα επείγοντα.

Δεν είχαμε διανοηθεί ότι ο θάνατος θα μπορούσε να έχει τόσο όμορφη όψη. Το βράδυ του Σαββάτου, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την έκρηξη, όλοι βγήκαν στα μπαλκόνια να θαυμάσουν την φωσφορίζουσα φλόγα που συνέχιζε να βγαίνει από τον αντιδραστήρα. Όσοι δεν είχαν μπαλκόνι πήγαιναν στους γείτονες. Οι γονείς σήκωναν τα παιδιά τους να την δουν για να την θυμούνται όταν μεγαλώσουν. Πολλοί έκαναν δεκάδες χιλιόμετρα με το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο για να θαυμάσουν το θέαμα. Το επόμενο πρωί όλα είχαν αλλάξει για πάντα. Οι δρόμοι γέμισαν στρατιώτες με αντιασφυξιογόνες μάσκες, το μεσημέρι διατάχτηκε η εκκένωση. Το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η πόλη θα εκκενωνόταν λίγες ημέρες κι ότι οι κάτοικοι έπρεπε να πάρουν μαζί τους μόνο τα στοιχειώδη. Δεν επέστρεψαν ποτέ

Πολλοί πολίτες κλήθηκαν να παρουσιαστούν, συχνά σε πόστα απολύτως άσχετα με την ιδιότητά τους. Οι ειδικευμένοι της πρώτης γραμμής εκτέθηκαν στον μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι πιλότοι των ελικοπτέρων πετούσαν πάνω από τον αντιδραστήρα για την ρίψη της απαραίτητης άμμου, ώστε να εμποδιστεί μια δεύτερη έκρηξη· έβγαζαν το κεφάλι τους έξω από το πιλοτήριο και εστίαζαν. Εκατοντάδες ανθρακωρύχοι έσκαβαν ένα τούνελ μέρα και νύχτα κάτω από τον αντιδραστήρα για να τοποθετήσουν ένα μεγάλο ψυγείο και να παγώσουν το υπέδαφος. Εργάζονταν επί ένα μήνα αλλά τελικά ο αντιδραστήρας πάγωσε χωρίς αυτό. Αμέτρητοι άλλοι άντρες επιφορτισμένοι με τον καθαρισμό της γης εργάζονταν σε δωδεκάωρες βάρδιες διαμένοντας σε σκηνές μέσα στο δάσος ή σε καταυλισμό.

Σήμερα στο διαδίκτυο μπορεί να δει κανείς την επιχείρηση καθαρισμού της οροφής του αντιδραστήρα. Τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ δεν υπάκουαν στις εντολές, καθώς τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν καταστραφεί από την ραδιενέργεια. Έτσι τα μόνα αξιόπιστα ρομπότ πλέον ήταν οι στρατιώτες (τα «πράσινα ρομπότ» ή «βιο-ρομπότ»), που φορούσαν ποδιές μόλυβδου αλλά τα πόδια τους ήταν απροστάτευτα. Φτυάριζαν τα ραδιενεργά  καύσιμα και τον γραφίτη· είκοσι με τριάντα δευτερόλεπτα να τα φορτώσουν στο καροτσάκι κι άλλα τόσα για να τα πετάξουν μέσα στον αντιδραστήρα. Μετά έπρεπε να φύγουν τρέχοντας, να μην υπερβούν το ανώτατο χρονικό όριο επικινδυνότητας. Κάποιος είχε παθιαστεί και δεν έφευγε, όσο κι αν του φώναζαν οι άλλοι· σήμερα είναι ανάπηρος πρώτου βαθμού, όπως πολλοί από τους συνομιλητές. Στην έξοδο τους περίμενε ένα τιμητικό δίπλωμα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την μοίρα των ζώων που περίμεναν καρτερικά τα αφεντικά τους κι έτρεχαν χαρούμενα προς το μέρος των καθαριστών, αλλά εκείνοι έπρεπε να τους σκοτώσουν. Σταδιακά άρχισαν να πυροβολούν από απόσταση, για να μη βλέπουν την αγωνία στα μάτια του ζώου. Όλοι ομολογούν ότι οι τύψεις τους καταδιώκουν για πάντα. Τα «κόκκινα» δάση στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν πλέον ολόκληρες περιοχές ταφής δέντρων, μετάλλων, σωλήνων, ρούχων, οχημάτων, αντικειμένων. Πολλές άλλες ανάλογες περιοχές βρίσκονται μόνο στα χαρτιά. Τα πάντα κλάπηκαν, πουλήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλακτικά από τα κολχόζ.

Το μεγαλύτερο ψέμα στην απαγορευμένη ζώνη ήταν και το πιο πειστικό: το καλύτερο αντίδοτο για το στρόντιο και το καίσιο είναι η βότκα. Η μέθη υπήρξε η διαφυγή για όσους κλήθηκαν να εργαστούν στις μολυσμένες περιοχές. Ο γραμματέας μιας τοπικής επιτροπής του Κόμματος τους υποσχέθηκε έναν επίγειο παράδεισο, αρκεί να μείνουν να δουλέψουν. Τα μαγαζιά γέμισαν με τα καλύτερα προϊόντα, που μέχρι τότε βρίσκονταν μόνο στις καντίνες του Κόμματος: βότκα, λουκάνικα, καλσόν εισαγωγής. Φυσικά σύντομα κι αυτά τα προϊόντα άρχισαν να βγαίνουν από την ζώνη για να μοσχοπουληθούν οπουδήποτε αλλού.

Αν δεν μεθούσαμε δεν θ’ αντέχαμε αυτή την παράνοια. Πιάναμε φιλοσοφικές συζητήσεις… Ότι δηλαδή είμαστε παγιδευμένοι από τον υλισμό μας και ότι αυτός ο υλισμός μας περιόριζε στον κόσμο των αντικειμένων. Κι ότι το Τσέρνομπιλ ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο προς το άπειρο. Θυμάμαι ακόμη συζητήσεις για την τύχη της ρωσικής κουλτούρας, για την ροπή της προς την τραγικότητα. Λέγαμε πως χωρίς τη σκιά του θανάτου, τίποτε δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί πραγματικά κι ότι η καταστροφή θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από τη σκοπιά της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας. [σ. 268]

Όσοι πρωτομπήκαν στην απαγορευμένη ζώνη ακόμα θυμούνται μια πρωτόγνωρη, θανατηφόρα αίσθηση. Σφραγισμένα σπίτια, παρατημένα μηχανήματα των κολχόζ, σκορπισμένες κάρτες μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, απλωμένα ρούχα, επιγραφές όπως «συγχώρεσέ μας, σπίτι μας» ή «μη σκοτώσετε τον σκύλο μου». Η δουλειά τους ήταν να μην επιτρέπουν στους ντόπιους να επιστρέφουν στα εκκενωμένα χωριά. Στα μέρη που δεν εκκενώθηκαν η εικόνα ήταν απολύτως σουρεαλιστική: από την μία οι στρατιώτες και τα φυλάκια, κι από την άλλη οι αγελάδες που έβοσκαν και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που θέριζαν, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Σύντομα άρχισαν οι ξαφνικοί, «απροειδοποίητοι» θάνατοι. Πολλά παιδιά ανέπτυξαν δυσπλασίες, απλασίες και διάφορες εκ γενετής παθολογίες· άλλα άρχισαν να μεγαλώνουν αργά, να αδυνατούν να επαναλάβουν μια φράση που ειπώθηκε στην τάξη, πόσο μάλλον να απομνημονεύσουν οτιδήποτε. Συχνά οι ίδιοι οι σύζυγοι δυσκολεύονταν να παραδεχτούν ο ένας στον άλλον πως δεν έχουν δυνάμεις, πως χάνουν σιγά σιγά τον έλεγχο των ποδιών τους. Τα «παιδιά του Τσέρνομπιλ» είναι μελαγχολικά και δεν γελούνε. Συχνά δυσκολεύονται να κρατηθούν ξύπνια για πολλή ώρα και καταρρέουν ακόμα και μέσα στην σχολική αίθουσα. Μια από τις σχετικές τραγικές ιστορίες εδώ αφορά μια μητέρα που καθημερινά πασχίζει να κρατά ανοιχτά τα μάτια του γιου της. Όχι μόνο επειδή διαρκώς διολισθαίνει στον ύπνο αλλά επειδή φοβάται πως δεν θα της ξυπνήσει. Αρτιόμκα, άνοιξε τα ματάκια σου… Δεν θα τον αφήσω να πεθάνει.

Μια γυναίκα είναι βέβαιη πως αν έδειχνε η τηλεόραση το παιδί της καμία γυναίκα από όλη την περιοχή δεν θα ήθελε πια να αποκτήσει παιδιά. Και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε πλέον να ξανακάνει έρωτα μετά από αυτό. Ζητούν την κόρη της για πειραματόζωο και είναι έτοιμη να δεχτεί, αρκεί να της υποσχεθούν ότι θα την βοηθήσουν να ζήσει. Μεθαύριο που θα την ρωτήσει γιατί δεν την ερωτεύεται κανείς, τι θα απαντήσει; Οικογένειες ζουν χρόνια μέσα στο νοσοκομείο, τα παιδιά παίζουν τις νοσοκόμες. Οι γιατροί δεν παρέδιδαν τις ιατρικές εξετάσεις ενώ οι καρτέλες όλων είχαν την ίδια ένδειξη, μια μέση δόση ραδιενέργειας. Οι αρμόδιοι αντιμετώπιζαν ειρωνικά όσους ζητούσαν επίδομα ως θύματα του Τσέρνομπιλ, λέγοντας ότι το έκαναν για τα λεφτά. Τα πρώτα χρόνια η ίδια η ιατρική κοινότητα θεωρούσε όλες τις ασθένειες συνηθισμένες, εφόσον δεν υπήρχε προγενέστερη καταγραφή τους. Μόνο μετά από δεκαετίες και με αρκετά στοιχεία θα ήταν σε θέση να τις συνδέσουν άμεσα με την ραδιενέργεια.

Οι πολίτες βασίζονταν στις διαβεβαιώσεις για τον παντοδύναμο και ανίκητο στρατό. Οι εφημερίδες που τους μοίραζαν είχαν τίτλους όπως Τσέρνομπιλ – ένας κόσμος ηρώων. Ο αντιδραστήρας νικήθηκε. Η ζωή συνεχίζεται. Οι άνθρωποι τους Κόμματος τους εμψύχωναν, δεν σταματούσαν να τους λένε πως πρέπει να νικήσουν. Τι να νικήσουμε; Το άτομο; Την φυσική; Το διάστημα; Φαίνεται πως η χώρα είχε ανάγκη από ένα πεδίο δράσης για να επιδείξει τον ρωσικό ηρωισμό. Η κόκκινη σημαία έπρεπε να ανεμίσει πάνω στον ίδιο τον αντιδραστήρα, όπως και έγινε. Η ραδιενέργεια την έκανε κουρέλι αλλά την άλλαζαν ξανά και ξανά. Γνώριζαν οι επιφορτισμένοι στρατιώτες ότι ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο;

Το Τσέρνομπιλ έγινε ζήτημα τιμής, «μια αποστολή για αληθινούς άντρες». Ένας δάσκαλος εξιστορεί ότι η αίσθηση του καθήκοντος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας τους: «Να δίνεις το παρόν εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος, να υπερασπίζεσαι την πατρίδα». Πράγματι, οι περισσότεροι είχαν την αίσθηση πως κάνουν κάτι ηρωικό· θεωρούσαν πως ήταν μια δουλειά για αληθινούς άντρες, ένας άλλου είδους πόλεμος όπου είχαν την ευκαιρία να δείξουν τον ηρωισμό τους. Τους περίμενε άλλωστε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο. Σε κάθε περίπτωση θα πληρώνονταν πολύ καλά. Άλλοι το αντιμετώπιζαν σαν μια απλή υπηρεσία ρουτίνας.

Άλλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Ήταν μέλη του Κόμματος και δεν γινόταν να μην υπακούσουν· θα θεωρούνταν ακόμα και λιποτάκτες. Όσοι αρνούνταν την εντεταλμένη υπηρεσία, όφειλαν να καταθέσουν τις κομματικές τους ταυτότητες. Κανείς δεν αμφέβαλλε πως θα μπορούσαν να τους φυλακίσουν για άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος. Όλοι υπέγραψαν έγγραφο σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν να μην μιλήσουν σε κανέναν. Κάθε βδομάδα απένειμαν τιμητικό δίπλωμα στον πιο παραγωγικό εργάτη. Ο καλύτερος σκαφτιάς της Σοβιετικής Ένωσης! Τι τιμή! Τι παράνοια! [σ. 228]

Υπάρχει όμως και μια πεζή, απομυθοποιητική οπτική· όπως λέει ένας εργάτης: «Δεν είδα κανέναν ήρωα εκεί. Είδα τρελούς και άμυαλους που δεν νοιάζονταν για την ζωή τους που δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν τους κινδύνους. Πολλοί ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολυπόθητο διαμέρισμα ή ένα αυτοκίνητο». Δεν υπήρχε, λένε, πνεύμα αυτοθυσίας αλλά η ανύπαρκτη εκτίμηση των ανθρώπων για την ζωή τους.  Σε αυτό τον «ανατολίτικο μοιρολατρισμό» ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πως δεν θα έχει την ευκαιρία να ξαναζήσει· νιώθει κομπάρσος και ποθεί έναν ρόλο, ένα νόημα στην ζωή του. Κι η προπαγάνδα προτείνει το θάνατο ως το καταλληλότερο μέσο. Μας έμαθαν να είμαστε διαρκώς στρατιώτες έτοιμοι για πόλεμο, για το αδύνατο.

Σε αυτή την «σλάβικη ιδιοσυγκρασία», υπάρχει περισσότερη πίστη σε κάποιο τυχερό αστέρι ή στην αυτόματη τακτοποίηση των πραγμάτων παρά στον ορθολογισμό.  Ίσως πάλι ακριβώς αυτή η πίστη να πήγαζε από το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί είχαν κερδίσει έναν τόσο φοβερό παγκόσμιο πόλεμο. Ίσως πάλι υπήρχε η τυφλή εμπιστοσύνη στις αρχές. Εφόσον δεν ανακοίνωνε τίποτα το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, όλα ήταν υπό έλεγχο. Κι έτσι το Σάββατο 26 Απριλίου οι μεγάλοι πήγαν στις δουλειές τους και τα παιδιά στο σχολείο, ενώ το πρωινό της Κυριακής 27 Απριλίου όλοι απολάμβαναν την ηλιόλουστη βόλτα τους. Πολλοί έκαναν μπάνιο και λιαζόταν στις όχθες του ποταμού Πριπιάτ ενώ στο βάθος ο αντιδραστήρας είχε σύννεφα καπνού.

Είναι φανερό ότι οι αρχές δεν ήθελαν να δημιουργηθεί πανικός, να φύγει ο κόσμος και να εγκαταλειφθεί η γη. Ακόμα και αργότερα, στα εκκενωμένα χωριά έφερναν τους κατοίκους για να τελειώσουν τις δουλειές στα χωράφια και να μαζέψουν τις πατάτες. Στα γραφεία των κολχόζ υπήρχαν ανακοινώσεις υπογεγραμμένες από ραδιολόγους σύμφωνα με τις οποίες όλοι μπορούσαν να καταναλώσουν ελεύθερα οτιδήποτε φύτρωνε. Για να κρατηθεί το πρόγραμμα παραγωγής κρέατος τα μοσχάρια από τις μολυσμένες περιοχές πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή ή χρησιμοποιούνταν για πατέ και λουκάνικα. Τα ζώα από τις μολυσμένες περιοχές ήταν βολικά: έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σφουγγάρια ή χαρτιά. Ο κόσμος συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια, να κάνει ετοιμασίες για το Πάσχα. Δεν είχαν καμία οδηγία παρά να δώσουν όπως πάντα τις αναφορές τους για την εξέλιξη της σποράς στα χωράφια.

Οι ίδιοι οι πολιτικοί ένοιωθαν τον φόβο της κατηγορίας για ανυπακοή. Οι περισσότεροι φοβούνταν την οργή των ανωτέρων τους από την ίδια την ραδιενέργεια. Όφειλαν να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις οδηγίες, προσέχοντας να μην μπλέκεται το όνομά τους, διαφορετικά δεν θα κέρδιζαν την πολυπόθητη προαγωγή ή την ντάτσα. Κανείς δεν τολμούσε να ακυρώσει την Γιορτή της Πρωτομαγιάς. Το Τσέρνομπιλ μετατράπηκε σε πολιτική υπόθεση. Η επιστήμη και η ιατρική υποτάσσονταν στην πολιτική. Τα πάντα που αφορούσαν το ατύχημα ήταν ήδη διαβαθμισμένα. Μια παραμικρή τηλεφωνική αναφορά οδηγούσε σε διακοπή της επικοινωνίας. Ακόμα και οι πλέον στοιχειώδεις επιταγές τους όπως η άμεση προληπτική θεραπεία του πληθυσμού με ιώδιο ή η απομάκρυνση ανθρώπων και ζώων σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων δεν έγιναν δεκτές. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί μετά από μια δημόσια παρέμβαση του Λευκορώσου συγγραφέα Άλες Αντάμοβις στη Μόσχα, ο οποίος έκρουσε για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου και φυσικά μισήθηκε. Στις κομματικές επιτροπές κατηγορούσαν τους «άσχετους γραφιάδες» που ανακατεύονται ενώ υπάρχουν σαφείς οδηγίες.

Η άγνοια αφορούσε και την ίδια την πυρηνική ενέργεια, που ο κόσμος αποκαλούσε «ειρηνικό εργάτη». Όλοι ένοιωθαν περήφανοι που ζούσαν στην εποχή του ατόμου κι ήταν βέβαιοι ότι στους πυρηνικούς αντιδραστήρες χτυπά η καρδιά του μέλλοντος, ότι επρόκειτο για μαγικά εργοστάσια που παράγουν ενέργεια απ’ το τίποτα. Στο εσωτερικό τους εργάτες με λευκές ποδιές απλώς πατούν κάποια κουμπιά. Οι γνώσεις για την ραδιενέργεια περιορίζονταν στα μαθήματα της πολιτοφυλακής και ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με την ιδέα ότι ήταν το ίδιο ασφαλής όσο η τύρφη και το κάρβουνο.

Η βαθύτερη ανάγκη των μαρτύρων (και με τις δυο σημασίες) είναι η ίδια η κατανόηση όσων συνέβησαν. Ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν αυτόν τον τρόμο, γιατί απλούστατα δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία της ανθρώπινης ιστορίας. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει την φαντασία και το γεγονός παραμένει πάνω από κάθε φιλοσοφικό σχολιασμό. Κάποιος θυμάται τον περίφημο Ρώσο συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ και την παραβολή του για τον Λάζαρο, «αυτόν που είδε πέρα από τα όρια του επιτρεπτού». Πολλοί αδυνατούν ακόμα και να περιγράψουν τι είδαν και τι ένοιωσαν.

Ο θάνατος στον πόλεμο είχε μια «λογική», που εδώ ήταν ανύπαρκτη. Πώς να αντιληφθεί κανείς ότι τα ίδια τα αντικείμενα έκρυβαν μια απειλή και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, ακόμα και η κηλίδα στην κουβέρτα ή η λάμψη στο χορτάρι; Οι άνθρωποι άρχισαν να σιχαίνονται τα δέντρα, να φοβούνται τα λουλούδια. Το έδαφος ακτινοβολούσε, τα φαγητά προκαλούσαν ανησυχία, η ίδια η σκόνη δεν ήταν απλά ένας κουρνιαχτός αλλά ραδιενεργή τέφρα. Για δεκαετίες κατασκεύαζαν καταφύγια για να κρυφτούν από την ραδιενέργεια σαν να επρόκειτο για κάποια οβίδα. Η ραδιενέργεια όμως είναι παντού, στο ψωμί, στο αλάτι, στον αέρα που αναπνέουν. Πώς να ζήσεις όταν τα πάντα είναι δηλητηριασμένα;

Ένας διαφορετικός φόβος. Δεν μπορείς να τον ακούσεις, να τον δεις, δεν έχει χρώμα, ούτε μυρωδιά, κι όμως μας μεταλλάσσει σωματικά και ψυχικά. Αλλάζει το αίμα μας, τον γενετικό μας κώδικα, το τοπίο γύρω μας. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αγαπάμε. [σ. 275]. / Κάτι απολύτως άγνωστο σε μένα, σκαρφαλώνει και τρυπώνει μέσα μου, καταστρέφοντας το παρελθόν μου. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Πώς ζούνε σήμερα όλοι αυτοί οι μάρτυρες;  Πολλοί συνομιλητές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν παρά τις σχετικές διαταγές και παραμένουν μέχρι σήμερα στην μολυσμένη γη. Όταν ήρθαν τα λεωφορεία έσπευσαν να κρυφτούν στο δάσος, μαζί με τις αγελάδες τους. Ολόκληρος πόλεμος δεν τους έδιωξε από τα μέρη τους, πώς είναι δυνατόν να το κάνει μια ραδιενέργεια; Δεν έχουν ηλεκτρικό, ιατρείο ή καταστήματα, αλλά επέλεξαν να ζουν στον τόπο τους, κι ας περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα για τα στοιχειώδη. Όλοι έφτιαξαν ξανά με τα χέρια τους όσα έκλεψαν οι πλιατσικολόγοι. Μπορεί να μην έχουν πια κολχόζ αλλά έχουν «κομμούνα». Εδώ είναι ο κομμουνισμός, δηλώνουν, εδώ ζούμε σαν αδέλφια. Αδιαφορούν για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο αλλά ενθουσιάζονται με την επιστροφή των πελαργών και των σκαθαριών. Συχνά φτάνουν κι άλλοι σ’ αυτά τα μέρη, για να φύγουν από τους ανθρώπους, από τον νόμο, για να ζήσουν ελεύθεροι.

Μια κάτοικος της απαγορευμένης ζώνης που ζει μόνη της εδώ και επτά χρόνια μονολογεί πως αρχικά περίμενε την επιστροφή τους ενώ τώρα δεν περιμένει παρά τον θάνατο. Αρχικά έβλεπε το καίσιο να λαμπυρίζει στον κήπο της αλλά αδυνατούσε να δεχτεί ότι πρέπει να πλένει τα κούτσουρα κι ότι η ραδιενέργεια είχε εισχωρήσει στις ντουλάπες και στα μπαούλα. Τώρα ζει σε μια τεράστια σιωπή, που διακόπτουν κάθε τόσο οι αστυνομικοί που φέρνουν ψωμί, οι κλέφτες ή οι έμποροι. Κι ακόμα νομίζει πως ακούει την φωνή της γειτόνισσας.

Για όλους εμάς δεν θα υπάρξει άλλος κόσμος. Καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου. Η μοναδική μας σταθερή αναφορά είναι ο ανθρώπινος πόνος. Το ανεκτίμητο κεφάλαιό μας. [σ. 203]

Κάποιοι παραμένουν πεισματικά σε μια ιστορία που είναι η ιστορία της ζωής τους. Ο αντιπρόεδρος του λευκορωσικού συλλόγου Η ασπίδα του Τσερνομπίλ ομολογεί την αμφιθυμία του: συνεχίζει να συλλέγει αντικείμενα για ένα μουσείο αλλά συχνά αναρωτιέται πώς τα αντέχει όλα αυτά και σκέφτεται να παρατήσει και να φύγει. Ο κόσμος προσέρχεται σε αυτά τα μέρη σαν να επισκέπτεται μουσείο. «Θαυμάζουν τα μετάλλια και τα διπλώματα των αντρών στις προθήκες αλλά κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις απελπισμένες κραυγές των γυναικών τους». Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε φοβερά αξιοθέατα: είναι οι άνθρωποι από το Τσέρνομπιλ. Συχνά ονειρεύονται πως βρίσκονται στο Πριπιάτ και περπατούν στους ηλιόλουστους δρόμους αγκαλιασμένοι με τους αγαπημένους τους ή τα παιδιά τους. Θυμούνται την αρμονική, ανθισμένη πόλη που σήμερα χάσκει έρημη και για πάντα μολυσμένη. «Στις εκκενωμένες περιοχές βρίσκονται εξίσου θαμμένες η εποχή της πίστης στην επιστήμη και στην δικαιοσύνη του σοσιαλιστικού ιδεώδους». Δυσκολεύονται να το παραδεχτούν αλλά το ομολογούν: ότι αγαπούν κατά βάθος το Τσέρνομπιλ γιατί έδωσε ένα καινούργιο νόημα στην ζωή τους, το νόημα της οδύνης. Έμαθαν πώς είναι να είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Άλλωστε χάρη σ’ αυτό τους παραχωρήθηκε η αιωνιότητα.

Κλείνοντας το συγκλονιστικό βιβλίο μένω με τις φράσεις δεκάδων ανθρώπων που συμπυκνώνουν ολόκληρους βίους: Τα παιδιά γνωρίζουν ότι οι μέρες τους είναι μετρημένες. Ένα μικρό κορίτσι πηγαινοέρχεται σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα μωρό με μια πελώρια τρύπα αντί για στόμα και καθόλου αυτιά, και λέει στην μητέρα του πως ακόμα κι αν γεννήσει ένα τέρας, πάλι θα το αγαπά. Ένας χωρικός προτού φύγει αποχαιρέτησε την κάθε μηλιά του χωριστά. Ένας πρώην μαθητής γνωρίζει πως κάτω από ένα επίπεδο χωράφι βρίσκεται θαμμένο ολόκληρο το χωριό του, το σχολείο του, το βοτανολόγιό του, η συλλογή με τα γραμματόσημά του. Οι γυναίκες βλέπουν συνεχώς εφιάλτες με τερατογεννέσεις. Μια αγελάδα τυλιγμένη σε πλαστικό και μια γριούλα, τυλιγμένη κι αυτή με το ίδιο πλαστικό, να φροντίζει το ζωντανό. Ένας πελαργός περπατάει σ’ ένα κατάμαυρο χωράφι. Είναι μια ζωγραφιά με την λεζάντα «Κανείς δεν είπε στον πελαργό τι να κάνει». Μια γυναίκα περιγράφει στην ευτυχία της κάθε φορά που ξάπλωνε στο χορτάρι στο δάσος, σε μια σχέση εμπιστοσύνης με την φύση που πλέον έχει οριστικά διαταραχθεί. Ένας άντρας δηλώνει ότι ευγνωμονεί το γεγονός ότι τώρα είναι που νοιώθει πλησιέστερα από ποτέ στα ζώα και στα δέντρα. Κι όλοι θυμούνται τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο που έλαμπε εκείνη την ημέρα, με τον τρόπο που μόνο στην Ρωσία λάμπει.

Η ανάγκη για ανασύνθεση της αλήθειας και απονομή δικαιοσύνης κυριαρχεί στους διαλόγους. Η αναζήτηση των ενόχων μέσα στο ίδιο το σοβιετικό πολιτικό σύστημα ήταν αδύνατη· οι πάντες εκτελούσαν διαταγές από ανώτερους. Όλοι αναρωτιούνται γιατί γράφονται τόσα λίγα για το Τσέρνομπιλ. Θα μάθουμε ποτέ πόσα ήταν τα θύματά του; Αν η Ρωσία είχε κερδίσει αυτή την μάχη, θα γράφονταν περισσότερα; Γιατί σιώπησαν και σιωπούν οι συγγραφείς και οι φιλόσοφοι; Η μνήμη είναι πάντα παρούσα αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που επιλέγουν την λήθη, την απελευθέρωση από το βάρος των γεγονότων. Τι είναι τελικά προτιμότερο; Να θυμάται κανείς ή να ξεχνά;

Ξαφνικά τα βιβλία δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Σε ποιο βιβλίο να τα διαβάσω όλα αυτά; Πού έχει συμβεί κάτι παρόμοιο στο παρελθόν; Εφόσον οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τίποτα και οι συγγραφείς στέκουν αμήχανοι, τότε φαντάζομαι πως μόνον εμείς μπορούμε να τους βοηθήσουμε με την ζωή και τον θάνατό μας. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Εκδ. Πατάκη, 2016, μτφ. Ορέστης Γεωργιάδης, με οκτασέλιδη εισαγωγή του Θανάση Τριαρίδη και τρισέλιδο με «ιστορικές πληροφορίες», σελ. 343 [1η έκδ., Περίπλους, 2001] [Svetlana Alexievich, 1997]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, (προσεχές) τεύχος 52, χειμώνας 2017 – 2018.

Παλαιότερη παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος με κείμενα για το Τσέρνομπιλ εδώ.

Στις εικόνες: 1. Η μόνη φωτογραφία που σώθηκε από το φιλμ του Igor Kostin που πέταξε πάνω από τον αντιδραστήρα. Η αλλοίωση από την ραδιενέργεια είναι εμφανής. 2. Το «ειδυλλιακό» Πριπιάτ, η πόλη που χτίστηκε για τους χιλιάδες εργαζόμενους στον πυρηνικό εργοστάσιο τρία χιλιόμετρα δίπλα του. 3. Οι εκκαθαριστές της στέγης. Η ραδιενεργή ακτινοβολία είναι εμφανής με την μορφή των λευκών σχηματισμών στο κάτω μέρος της φωτογραφίας. Φωτογραφία του Igor Kostin. 4. Ένα κορίτσι αρνείται να αποχωριστεί την γάτα του το μεσημέρι της εκκένωσης της πόλης Πριπιάτ. 5 και 6. Μια όψη του Πριπιάτ μετά και πριν την εκκένωση. 7. Η εννιάχρονη Nastya Eremenko [Buda Kashelevo, Λευκορωσία], καρκινοπαθής του Τσέρνομπιλ (φωτ. Robert Knoth).

8. Η κόκκινη σημαία που έπρεπε οπωσδήποτε να κυματίζει πάνω στον αντιδραστήρα μετά το ατύχημα. 9. Εργάτης ποζάρει μπροστά από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα χωρίς την στοιχειώδη προφύλαξη. 10. Μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο που μετέφερε τους κατοίκους από το Πριπιάτ [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. 11. Παρέλαση Πρωτομαγιάς στην κομμουνιστική πόλη. Οι μη εκκενωθείσες πόλεις δεν ακύρωσαν τις σχετικές παρελάσεις, εκθέτοντας τους πολίτες σε υψηλή ραδιενέργεια. 12. Το εσωτερικό του τέταρτο αντιδραστήρα 13. Εκκαθαριστήςκτιρίων 14. Εναπομείναντα αντικείμενα στο έρημο Πριπιάτ 15. Η 67χρονη Nastasya Vasilyeva που παραμένει στο έρημο χωριό Rudnya 16. 1970, έτος ίδρυσης του Πριπιάτ και μιας εις γάμον κοινωνίας 17. Τα λεωφορεία με τους κατοίκους της εκκενωθείσας πόλης 18. Μια ανεπίστροφη εποχή 19. Η πόλη όπως θα είναι πάντα 20. Μετρητές ραδιενέργειας στα χωράφια. Άλλη μια φωτογραφία του Igor Kostin. 21. Άλλη μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο της εκκένωσης [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. Σκεφτική; Φοβισμένη; Η συγγραφέας προσκάλεσε ως αφηγητές τα ίδια τα πρόσωπα του δράματος.

Μια αναπαράσταση της αδιανόητης Ιστορίας [The Battle of Chernobyl, Thomas Johnson, 2006, Discovery Channel] εδώ.

Η τηλεφωνική επικοινωνία των αρμόδιων θέσεων λίγα λεπτά μετά την έκρηξη εδώ.

Η ανακοίνωση της εκκένωσης του Πριπιάτ εδώ.

Η δική μας πρώτη γνωριμία με την ραδιενέργεια ήταν μέσω του αξέχαστου δίσκου των Kraftwerk [Radio Activity, 1975]. Πρόσθετο μουσικό όργανο στα πρώτα δευτερόλεπτα του ομώνυμου κομματιού ο ήχος του μετρητή ραδιενέργειας.

Σήμερα οι Kraftwerk έχουν προσθέσει στις λέξεις το Τσέρνομπιλ και τους άλλους τόπους των πυρηνικών ατυχημάτων.

Ο στίχος τους παραμένει η μόνη η αλήθεια: Η ραδιενέργεια βρίσκεται και θα βρίσκεται στον αέρα για όλους, ανεξαιρέτως.

30
Σεπτ.
17

Αναστάσης Βιστωνίτης – Κάτω από την ίδια στέγη

Ένοικοι της Γεωγραφίας, κάτοικοι της Ιστορίας

Εκτιμώ βαθύτατα την πρόζα του Βιστωνίτη, μια πρόζα που είναι απολύτως ανοιχτή στα είδη του λόγου, στον κόσμο των ιδεών και στην λατρεία της περιπλάνησης ανά τόπους, πόλεις και χώρες. Η θητεία στην ποίηση αλλά και στην ιδανική κριτική βιβλίου προφανώς προσθέτουν στην γραφή του που μας έχει πείσει οριστικά και αμετάκλητα για την συγγενική και αμφίδρομη σχέση του λόγου της τέχνης και της τέχνης του ταξιδιού. Έτσι ένας τόμος με πλήθος κειμένων σε πέντε ενότητες από το βάθος μιας εικοσαετίας είναι προφανώς ευπρόσδεκτος και απαιτεί δίπλα του, όπως πάντα, ένα ανοιχτό σημειωματάριο. Ας δούμε ορισμένα από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα κάποιων ενοτήτων.

Στην πρώτη ενότητα, που τιτλοφορείται Οι εποχές της στάχτης και εμπνέεται από την ατέλειωτη σκοτεινή ιστορία του εικοστού αιώνα, το κείμενο Ναζισμός και αποκρυφισμός ερευνά τις πηγές και την εξέλιξη της αριοσοφίας. Ο νεολογισμός αποδίδει τον συνδυασμό θεοσοφικών – αποκρυφιστικών αντιλήψεων και ρατσιστικών θεωριών για την υπεροχή της αρίας φυλής. Οι σχετικές θεωρίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος ιδίως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια εποχή όπου οι θεωρίες του κοινωνικού διαρβινισμού ήταν ήδη εξαιρετικά δημοφιλείς ανάμεσα στους παγγερμανιστές ή μεγαλογερμανιστές της Βιέννης. Η επίδραση αυτού του ευρύτερου πολιτισμικού κομπογιαννιτισμού στους ναζιστές άρχισε σχετικά αργά να ερευνάται επισήμως. Από τις παροιμιώδεις κρανιομετρήσεις του Χίμλερ στο Θιβέτ προκειμένου να αποδειχτεί ότι εκεί υπήρξε το λίκνο της αρίας φυλής μέχρι τις πρακτικές λύσεις για το «φυλετικό πρόβλημα», και τα βιβλία της Σαβίτρι Ντέβι (μιας γυναίκας που αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα ευφυές άτομο μπορεί να ζήσει όλη του τη ζωή σε κατάσταση ημιπαραφροσύνης) οι τσαρλατάνοι του χιτλερισμού και του σύγχρονου νεοναζισμού προσπαθούν να κρατηθούν από μια ψευδοεπιστημονική κωμικοτραγική «γραμματεία».

Από την Οχράνα στην CIA, η απόσταση μοιάζει μεγάλη αλλά πιθανώς δεν είναι. Οι μέθοδοι της Οχράνα, στους οποίους βασίστηκε η λειτουργία και η δράση των κατοπινών σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, πρώτα της Τσεκά και κατόπιν της Γκε Πε Ου, της Νι Κα Βε Ντε και της Κα Γκε Μπε, ίσως είναι πια γνωστοί. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι η Οχράνα συνέταξε και διέδωσε τα ψευδή Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, που λειτούργησαν ως καταστατικό κείμενο του αντισημιτισμού. Καμία μυστική υπηρεσία ως σήμερα δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ψευδογεγονός αυτής της κλίμακας που να λειτουργήσει σε τέτοιο βάθος χρόνου· κι όχι τόσο εξαιτίας του άγριου αντισημιτισμού, όσο γιατί αναπτύσσουν μια θεωρία που μπορεί ο οποιοσδήποτε ευήθης να την προσαρμόσει στις φαντασιώσεις του. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν μελετήθηκε το ρωσικό πρωτότυπο των Πρωτοκόλλων, οι ερευνητές εντόπισαν επιδράσεις του ύφους του Ντοστογέφσκι. Πρόκειται για το σατιρικό έργο Διάλογος στην Κόλαση ανάμεσα στον Μοντεσκιέ και τον Μακιαβέλλι του Μωρίς Ζολύ, όπου ενσωματώνονται και επτά σελίδες ξεσηκωμένες από ένα μυθιστόρημα του Ευγένιου Σύη! Και τελικά η κληρονομιά της Οχράνα δεν είναι τα ίδια τα Πρωτόκολλα αλλά το ότι με βάση αυτά δηλητηριάστηκαν οι συνειδήσεις σε πλανητικό επίπεδο και αναπτύχθηκαν αμέτρητες θεωρίες συνωμοσιών που κρατούν μεγάλες μάζες του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση μερικής παραφροσύνης.

Ο πόλεμος των ιδεών αναφέρεται στην εμπλοκή της παγκόσμια κουλτούρας σ’ έναν πόλεμο ιδεών που μαινόταν παράλληλα με τον ψυχρό πόλεμο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του Μέλβιν Λάσκι, που διηύθυνε το περίφημο περιοδικό Encounter από το 1958 έως το κλείσιμό του, το 1991, όταν οι New York Times αποκάλυψαν ότι το χρηματοδοτούσε η CIA. Ο ίδιος αργότερα το παραδέχτηκε με την αποστροφή: Και ποιος περιμένατε να μας δώσει τα χρήματα; Η γριούλα με τα αθλητικά παπούτσια από την Άιοβα; Ο τροτσκιστής στα νιάτα του Λάσκι υπήρξε δαιμόνιος ιδίως στην ικανότητά του να αποσπά συνεργασίες υψηλού επιπέδου (Φ. Τόυνμπη, Χ.Λ. Μπόρχες, Λέζεκ Κολακόφσκι, Τζορτζ Στάινερ, Ρόμπερτ Γκρέηβς, Ουίλλιαμ Τρέβορ κ.ά.) όπως και νωρίτερα με το βραχύβιο έντυπο Der Monat (Τζορτζ Όργουελ, Χάνα Άρεντ, Ρεϋμόν Αρόν, Ιγνάτσιο Σιλόνε, Μαξ Φρις, Χάινριχ Μπελ κ.ά.).

Ήδη από την εποχή των δικών της Μόσχας ο έλεγχος της κουλτούρας που είχε επιβάλει το σοβιετικό καθεστώς ήταν ασφυκτικός ενώ κατά την διάρκεια της σοβιετικής εποχής εκτελέστηκαν περί τους 2.500 συγγραφείς και διανοούμενοι. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1990 λύθηκε το «μυστήριο» του τι συνέβη στον πεζογράφο Μπορίς Πιλνιάκ, πρόεδο για ένα διάστημα της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων και προσωπικό φίλο του Μαλρώ. Ο Πιλνιάκ εκτελέστηκε στις φυλακές της Λουμπάνκα το 1938, την χρονιά που χάθηκαν τα ίχνη του. Όλα αυτά δεν ήταν ευρέως γνωστά στη δύση αλλά και τα λίγα που είχαν διαρρεύσει ήταν αρκετά για να αποστασιοποιηθεί μεγάλος αριθμός δυτικών ριζοσπαστών και αριστερών διανοουμένων.

Όταν στην μεταπολεμική περίοδο η Σοβιετική Ένωση έγινε πανίσχυρη και πρωτοπορούσε στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι είχαν ήδη χάσει πολύ χρόνο και θα έπρεπε να διεξαγάγουν έναν σκληρό ιδεολογικό αγώνα. Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ χρηματοδότησαν περιοδικά, εκδηλώσεις και συνέδρια, ενώ δαπανήθηκαν τεράστια ποσά για θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, ιδίως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού (Τζάκσον Πόλοκ, Μαρκ Ρόθκο), ακόμα και τζαζ συναυλίες. Η CIA επέλεξε να ενισχύσει οικονομικά την μοντέρνα τέχνη ως έκφραση ελευθερίας και ως αντίθεση στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό! Από τις διακηρύξεις του Ζντάνοφ, την τραγική περίπτωση του Παστερνάκ και τα κείμενα μνημειώδους μισαλλοδοξίας κατά συγγραφέων μέχρι τις αναζητήσεις του περίφημου Ιταλού εκδότη Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλλι για εκδόσεις έργων Σοβιετικών συγγραφέων και την πορεία του Encounter, ο Βιστωνίτης εκθέτει μερικές από τις αμέτρητες μάχες του αγνώστου πολέμου των ιδεών ανάμεσα στους δυο κόσμους.

Η αδυναμία ακριβώς των δυτικών διανοούμενων να κατανοήσουν σε βάθος την οργανωτική δομή και τα προβλήματα του σοβιετικού πολιτικού και πολιτιστικού συστήματος αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κειμένου, Η μέθοδος του Στάλιν, που συνεχίζει να ανακαλεί τις περιπέτειες της ρωσικής κουλτούρας από την Οκτωβριανή Επανάσταση ως την πτώση του καθεστώτος. Η πολιτική σημασία της κουλτούρας αποτελούσε μείζον ζήτημα για τους Μπολσεβίκους επειδή απλούστατα συνιστούσε το σημαντικότερο μέσον νομιμοποίησης του καθεστώτος. Η επέκταση του κομματικού κράτους στο πεδίο της έκφρασης των ιδεών όμως δεν συνέβη όσο εύκολα πιστεύουν πολλοί. Η αμφιθυμία του Στάλιν απέναντι στον Αντρέι Πλατόνοφ, η περίπτωση του κομισάριου της κουλτούρας Ανατόλι Λουνατσάρκσι, η περίφημη δήλωση του Γεβγκένι Ζαμιάτιν για την ελευθερία του λόγου του, η συμμαχία Στάλιν και Γκόρκι (μέχρι να εξοριστεί κι αυτός στο Γκουλάγκ), η εφεύρεση του όρου σοσιαλιστικός ρεαλισμός από τον ίδιο τον Στάλιν, η αντίδρασή του στην αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, οι ελιγμοί του Έρενμπουργκ είναι και πάλι ελάχιστες από τις πτυχές ενός ατέλειωτου πολιτισμικού πολέμου.

Η δεύτερη ενότητα, Η κατοικία και η εξορία, δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει κι ένα από τα καθαρόαιμα ταξιδιωτικά κείμενα του Βιστωνίτη. Η διαπασών του χρόνου γράφεται με αφορμή ένα ταξίδι στην Φεζ όπου ο συγγραφέας διαπιστώνει πως μια πόλη δεν είναι πραγματική σε κανένα κείμενο, αφού είναι εκείνη που γεννά τα κείμενα, απλούστατα επειδή τα περιέχει. Στην Φεζ, όπως και στο Μαρρακές (για να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τον Ελίας Κανέτι), οι φωνές είναι εκείνες που πάλλονται στο στερέωμα αλλά εδώ είναι φωνές απόντων, «μια σύνοδος των ψυχών που τα πρωινά βρίσκονται φυλακισμένες στη μεγάλη μεντίνα, για την οποία είχαμε προειδοποιηθεί ότι αν προχωρούσαμε μόνοι στα έγκατά της υπήρχε κίνδυνος να χαθούμε». Αλλά αυτόν τον κίνδυνο δεν τον ένιωσε ποτέ: η φωνή του μουεζίνη τον κατευθύνει πάντα προς την έξοδο κι όσο για τον χρόνο, στην Ανατολή ακόμα τον υπολογίζεις με τον ήλιο που δεν κάνει ποτέ λάθος.

Οι πόλεις είναι απτές, όμως ο εσωτερικός τους κόσμος άυλος και η αφήγηση που λέγεται ζωή δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αν στην καρδιά του Λαβυρίνθου, στο κέντρο μιας πόλης ενεδρεύει και σήμερα ο Μινώταυρος ή Μέδουσα ή κάποιο άλλο τέρας, αυτό δεν πρόκειται να το μάθουμε ποτέ. Γιατί τώρα το τέρας είναι πολυπρόσωπο κι αλλάζει ονόματα συνεχώς, γράφει ο συγγραφέας στο τρίτο από δέκα κομμάτια του κειμένου. Κι αν, συμπληρώνει στο τελευταίο, σε όποια πόλη βρεθούμε, το πρώτο που θέλουμε να δούμε είναι το κέντρο της, ο πυρήνας της, ίσως κατά βάθος αναζητούμε το σημείο αναχώρησης, όχι την καρδιά της πόλης. Αυτή μπορεί να χτυπάει αλλού και να μην το υποψιαζόμαστε.

Το κείμενο Κάτω από τη ίδια στέγη εστιάζει σε ένα άλλο διαρκές κέντρο της πρόζας του Βιστωνίτη: την ίδια την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική αλλά και την σχέση τους με την λογοτεχνία. Οι αφηγήσεις χαρτογραφούν τις πόλεις, η λογοτεχνία τις υπομνηματίζει, γράφει εδώ ο Βιστωνίτης, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του το πέρασε σε μεγάλες ή μικρές πόλεις, έτσι ήταν αναμενόμενο να συσχετίζει από νωρίς το κτίσμα με το κείμενο, τη δόμηση του χώρου με τη δομημένη γλώσσα τον κειμένων, ανάγοντας την φιλοσοφία της κατασκευής σε μείζονα προϋπόθεση της δημιουργίας. Είναι άραγε τέχνη η αρχιτεκτονική, κι αν ναι, πώς συνδέεται με την λογοτεχνία; Η πρώτη σκέψη αφιερώνεται στον Γιόζεφ Μπρόντσκι που ζώντας εξόριστος, μακριά από τη γενέθλια πόλη του, θα έπρεπε να ορίσει εκ νέου τον κόσμο μετατοπίζοντας την οπτική του γωνία και να ανακαλύψει κάποιαν άλλη Πετρούπολη. Είναι άραγε κάτι τέτοιο εφικτό; O συγγραφέας που ζει στις πόλεις διατηρεί μέσα του ισχυρά δυο πρωταρχικά αισθήματα: της καταγωγής και της ταυτότητας, του ανήκειν δηλαδή, μαζί με το αίσθημα της ορφάνιας, αφού παραμένει έκθετος στον περίγυρο.

Ο ένοικος, ένα μεγάλο εξομολογητικό κείμενο, εκκινεί από μια φωτογραφία που ο συγγραφέας έβγαλε μπροστά σε ένα από τα πολλά σπίτια των παιδικών του χρόνων στην Κομοτηνή.  Εδώ συλλογίζεται για την ανυπόφορη πεζογραφία της εφηβείας, για την οποία σπατάλησε, διαβάζοντάς την, πολύτιμο χρόνο σε κρίσιμες εποχές, για το ένα και μοναδικό τίμημα στον αγώνα για να εκφραστεί, την εξορία, για τις φωτογραφίες που δεν αποτελούν τεκμήριο ζωής αλλά αυταπάτες της αναβίωσης και κατασκευές του χρόνου, για τον εγκλεισμό του καλλιτέχνη: «Ο καλλιτέχνης είναι έγκλειστος. Το έργο του περιγράφει το ιστορικό της απόδρασής του, τον δρόμο προς τους άλλους. Το παλιό όνειρο στην τέχνη: να εξαπατήσουμε τον χρόνο, για να βρεθούμε στο κέντρο του κόσμου. Είναι όμως οδυνηρό να διασχίζεις αντίστροφα τον χρόνο». Η δημιουργία είναι αντίστροφη κίνηση· τρέχεις να προλάβεις πόρτες που κλείνουν πίσω σου. Το γράψιμο σου στερεί τη χαρά της ζωής γιατί είναι ζωή πολλαπλασιασμένη, μια ανυπόφορη τέχνη που απαιτεί συνεχώς να είσαι ο εαυτός σου, ακόμη κι αν μέσα από αυτόν ανασύρεις την άλλη σου πλευρά. Είναι μια πικρή και ακοινώνητη χαρά. Οι σημαντικοί δημιουργοί κατάφεραν να σωθούν μετατρέποντας το πάθος τους σε κοινή περιουσία.

Η ενότητα Τόποι, πόλεις, άνθρωποι συνεχίζει στην διαρκή πρόζα του συγγραφέα πάνω στην τριπλή αυτή θεματική. Αυτή τη φορά είναι το μεξικανικό Κογιοακάν, η Βιέννη, η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Ντουίνο, το Μπουένος Άιρες, το Πεκίνο και το Παρίσι που τυγχάνουν μικρών πλην περιεκτικότατων συνόψεων μιας διαχρονικής πολιτιστικής φυσιογνωμίας. Τα Πάθη του Έρωτα θυμούνται τις κορυφαίες ερωμένες της κλασικής λογοτεχνίας, το Έρωτες και πάθη στο Παρίσι αναφέρεται μεταξύ άλλων στην συνάντηση του Έζρα Πάουντ με την Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϋ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία του μοντερνισμού, ενώ η πόλη του φωτός δικαιώνει σε άλλο κείμενο την ιδιότητά της ως μιας «κινούμενης γιορτής».

Οι διαδρομές του καφέ, μια αυτόνομη πλην συγγενής ενότητα, μας ταξιδεύει σε πέντε σημαντικά καφέ του κόσμου που αποτελούν ήδη μυθολογημένους τόπους συνάντησης, μοναξιάς, γραφής και αφηγήσεων. Τέλος, Ο κόσμος αλλού, συμπυκνώνει σε σύντομα κείμενα ιδιαιτερότητες εποχών, μυθολογίες μηχανών, φυσιογνωμίες εορτών και κόσμους ιδεών. Διαβάζοντας όλα αυτά τα κείμενα διατηρούσα διαρκώς την αίσθηση πως όλοι αποτελούμε ενοίκους όχι μόνο του τόπου που ζούμε αλλά όλων των τόπων που επισκεφτήκαμε ή μας περιμένουν να επισκεφτούμε. Παραμένουμε όμως ένοικοι και της ίδιας της ανθρώπινης Ιστορίας, όσο κι αν επιθυμούμε να την ξεχάσουμε ή να την εξωραΐσουμε. Όπως βέβαια και της δικής μας προσωπικής ιστορίας. Ως προς αυτήν, ακούμε συνεχώς πόσα κερδίζει κάποιος μπαίνοντας στα χρόνια, αλλά αυτά δεν είναι παρά η επίγνωση της απώλειας. Κερδίζουμε τη γνώση του ποια πράγματα έχουμε χάσει, προχωρούμε συσσωρεύοντας, όμως το φορτίο είναι μεγάλο, κομμάτια του πέφτουν στην πορεία, στρώματα λήθης σωριάζονται στο νου… [σ. 193]

Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο Βήμα, άλλα στα ένθετα του Πολιτισμού και των Βιβλίων και άλλα στο ΒΗmagazino), ενώ κάποια δημοσιεύτηκαν σε παλαιότερα βιβλία του συγγραφέα, στο Φρέαρ, στον Αναγνώστη και σε ξένα περιοδικά.

Εκδ. Κίχλη, 2017, σελ. 481.

Υπό δημοσίευση: (δε)κατα, τεύχος 51, φθινόπωρο 2017.

Στο Πανδοχείο έχουμε παρουσιάσει την Λογοτεχνική Γεωγραφία και το Ex Libris. Κείμενα για την λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ (πάνε ήδη επτά χρόνια!).

Στις εικόνες: Stalin στα Αρχεία της Okrhana, Boris Pilnyak [Yuri Annenkov], Joseph Stalin – Maxim Gorky, 1931 [Pravda, 1940], Joseph Brodsky, Ezra Pound [αμφότεροι στην Βενετία], Cafe Gijon [Inma Serrano].

25
Απρ.
16

Το Δέντρο, τεύχος 207 – 208 (Μάρτιος 2016)

dentro

Τώρα που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, με γοητεύουν τα όρια όλης της αφήγησης. Ούτε ο Σέξπιρ ούτε ο Δάντης θα μπορούσα να επινοήσουν τον Στίβεν Χόκινγκ, το άτομο, το έργο του. Από το ελάχιστο άνοιγμα ενός βλεφάρου αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος…

λέει ο Τζορτζ Στάινερ σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Νίκολας Σέξπιρ. Ο «αταξινόμητος στοχαστής» θυμάται μεταξύ άλλων και την φράση που τον σημάδεψε για όλη του την ζωή: στην ηλικία των πέντε, παρατηρούσε από το παράθυρο στο Παρίσι τον όχλο που φώναζε «Θάνατος στους Εβραίους!». Αλλά ακολούθησε και η πολύτιμη φράση του πατέρα του: «Δεν πρέπει ποτέ να φοβηθείς. Αυτό που έχεις μπροστά στα μάτια σου ονομάζεται Ιστορία». Ο Στάινερ, που χαρακτηρίζεται στην αυτοβιογραφία του  ως «αναρχικός πλατωνιστής» παραδέχεται πως θα ήθελε να έχει γράψει αφήγηση υψηλοτάτου επιπέδου αλλά υπήρξε παθιασμένος με πάρα πολλά πράγματα για να το κάνει.

George-Steiner_

Σειρά στην θέση του συνομιλητή παίρνουμε εμείς, καθώς μας χαρίζει το κείμενό του Αγαπητοί αναγνώστες, τα βιβλία σάς χρειάζονται, κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον Φέλιξ Κρουλ του Τόμας Μαν. Ο Μάριος Βάργκας Λιόσα διαβάζει προσεκτικά το πρόσφατο προκλητικό βιβλίο του Στάινερ Η ιδέα της Ευρώπης [The idea of Europe] και εστιάζει στην ιδιότητα του ευρωπαϊκού τοπίου που είναι προσβάσιμο με τα πόδια, μια γεωγραφία στα μέτρα των ποδιών. Αυτό το εκπολιτισμένο τοπίο δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή εκεί η φύση δεν συνέθλιψε ποτέ την ανθρώπινη ύπαρξη.  Η Ευρώπη είχε πάντα ένα φυσικό περιβάλλον φιλικό προς τον άνθρωπο, που διευκόλυνε την επιβίωση και ευνόησε την επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς. Η Ευρώπη πλάστηκε και εξανθρωπίστηκε από την κίνηση του ανθρώπινου ποδιού. Δεν είναι υπερβολική η άποψή του Στάινερ ότι όλη η φιλοσοφία μας είναι βασισμένη στο βάδισμα, στην απλή πράξη του να βάλεις το ένα πόδι μπροστά στο άλλο, ενέργεια που χωρίς να το αντιληφθούμε μας πηγαίνει στον προορισμό μας.

calvino-wesley-large

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ διαβάζει ένα παλαιότερο βιβλίο του Στάινερ, Τα βιβλία που δεν έγραψα [My unwritten books], που δεν είναι μια επιτομή ευσεβών πόθων, αλλά περισσότερο ένας χάρτης τόπων την εξερεύνηση των οποίων ο Στάινερ αρνείται να ξεκινήσει. Μυστηριωδώς, η χαρτογραφία επαρκεί. Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα αφορά τον Ίταλο Καλβίνο και περιλαμβάνει μια συναρπαστική Απολογία της εντιμότητας στη χώρα των διεφθαρμένων. Το ειρωνικό αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στην La Repubblica το 1980, πυκνογραφεί σε τέσσερις σελίδες όλη την κωμικοτραγική παθογένεια των σύγχρονων διεφθαρμένων πολιτικών συστημάτων και ταιριάζει ιδανικά στα καθ’ ημάς. Ακόμα, ο Ουμπέρτο Έκο γράφει για τον Αναρριχώμενο βαρόνο, δυο Ιταλοί δημοσιογράφοι συνομιλούν για τον Καλβίνο «στον αστερισμό της Αθηνάς» και μια ακόμα παρουσιάζει συντομογραφικά τρία από τα έργα του Ιταλού συγγραφέα.

Svetlana-Alexievich_03_

Η τρίτη διακριτικά τιμώμενη του τεύχους είναι η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Τα βιβλία της Αλεξίεβιτς αποκαλύπτουν, γράφει στο κείμενό της η Βαλζίνα Μορτ, ένα συγκλονιστικά φιλόδοξο σχέδιο, μια προσπάθεια να συνοψισθεί ολόκληρη η σοβιετική ιστορία – επανάσταση, γκουλάγκ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αφγανιστάν, Τσερνόμπιλ, πτώση του Κομουνισμού – σε ένα χρονικό, δημιουργημένο από τον λόγο των ανθρώπων τους οποίους σπάνια ρωτούν οι ιστορικοί. «Τι κρίμα να λέγονται, να ψιθυρίζονται, να ακούγονται στεντόρεια τόσα πολλά στο σκοτάδι…Λάμπουν για ένα λεπτό και σβήνουν, όσο για σήμερα, εξαφανίζονται αμέσως», είχε πει παλαιότερα η Αλεξίεβιτς. Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την πολυφωνική μέθοδο του βιβλίου των Άλες Αντάμοβιτς, Γιάνκα Μπριλ και Βλαντιμίρ Κόλεσνικ Κατάγομαι από το χωριό της φωτιάς, ένα «συλλογικό μυθιστόρημα» που αποτελείται μόνο από τον λόγο αληθινών ανθρώπων. Εδώ δεν μπορώ να μην θυμηθώ στα καθ’ ημάς το εξαιρετικό συλλογικό έργο μαρτυριών Ο κοινός λόγος με αφηγήσεις από την Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά, τον πόλεμο και άλλες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Svetlana Alexievich_

Ο συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο θεωρεί πως το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς δεν είναι απλώς αναγνώριση σε μια διανοούμενη που υπέστη την καταπίεση του καθεστώτος Λουκασένκο αλλά και μια επιβράβευση της μη μυθοπλαστικής αφήγησης [non fiction]. Η ετικέτα της λογοτεχνίας μέχρι τώρα έμπαινε στα ράφια με τα έργα μυθοπλασίας, καθώς εκδότες και βιβλιοπώλες συμμετέχουν στην μεγάλη παρεξήγηση σύμφωνα με την οποία λογοτεχνία είναι μόνο ό,τι είναι καθαρή επινόηση. Η στενοκέφαλη διαίρεση μεταξύ μυθοπλασίας και ρεαλισμού έγινε νόμος. Όμως η μη μυθοπλαστική αφήγηση είναι ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, το οποίο δεν έχει στόχο την πληροφορία αλλά την περιγραφή της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας της εργάζεται πάνω σε μια πραγματικότητα η οποία μπορεί να ερευνηθεί με επιστημονικά κριτήρια, αλλά την αντιμετωπίζει με την ελευθερία της ποίησης. Γνωρίζει ότι η πραγματικότητα υπερβαίνει κατά πολύ την φαντασία και δέχεται να γίνει το φερέφωνό της, ο ενισχυτής της.

Το μεγαλείο της Αλεξίεβιτς, καταλήγει ο Σαβιάνο, βρίσκεται ακριβώς στο λογοτεχνικό της σθένος, στην απόφασή της να μην ακολουθήσει την νόρμα εργασίας που επιβάλλουν οι εφημερίδες.  Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται για μιαν άλλη αλήθεια: την αποτύπωση γεγονότων φιλτραρισμένων μέσα από τη λογοτεχνική σκέψη, τη φροντίδα των λέξεων: τον ενδιαφέρει να μετατραπούν αυτές οι συνεντεύξεις σε δημιουργικό υλικό και όχι σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Το κείμενο που επιλέχτηκε από το έργο της ίδιας της Αλεξίεβιτς για να ολοκληρώσει τις σχετικές σελίδες προέρχεται από μια συλλογή με μαρτυρίες για αυτοκτονίες [Μαγεμένοι απ’ το θάνατο, 1994].

Mikhail Zoshchenko_

Ένας τέταρτος φάκελος εγκαινιάζει μια σειρά ολιγοσέλιδων αφιερωμάτων σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, κυρίως πεζογράφους. Πρώτοι «φακελωμένοι» οι Νίκος Χουλιαράς και Γιάννης Ευσταθιάδης, με κείμενα των ιδίων (ανέκδοτα στην περίπτωση του Ν.Χ.) και δοκίμια για το έργο τους. Παρακάτω σέρνει τα βήματά του Ένας ενοχλητικός γέρος δια χειρός του ανεπιθύμητου για το Σοβιετικό Καθεστώς Μιχαήλ Ζοστσένκο, ο Μαρσέλ Προυστ αναζητά την χαμένη σιωπή στο θορυβώδες διαμέρισμα όπου έμεινε από το 1906 έως το 1919, συντάσσοντας επιστολές προς την γειτόνισά του με θέμα την έλλειψη ησυχίας, η Βιρτζίνια Γουλφ παίζει με τα ανίψια της [1923 – 1927] συντάσσοντας μια καθημερινή οικογενειακή εφημερίδα, ο Φίλιπ Ροθ γράφει ένα κείμενο Στον δάσκαλό του (όλοι οι εκπαιδευτικοί ονειρευόμαστε μια τέτοια αφιέρωση από τον συγγραφέα πρώην μαθητή μας), ο Κουρτ Βόνεγκατ προβαίνει σε παραινέσεις, οι περίφημοι αδελφοί Γκονκούρ μας ανοίγουν λίγες από τις σελίδες των μοναδικών τους ημερολογίων.

Smultronstallet.1957.

Στις Αναγνώσεις συνυπάρχουν μια Ιφιγένεια από την Βόρειο Ιρλανδία, ο Επίκτητος και ο μέσος άνθρωπος, και στα Φύλλα ο Τάσος Γουδέλης σκέφτεται πάνω στην διαβόητη έννοια του κλασικού και στην γνωστή αγγλοσαξονική φράση «τα πνεύματα που ωριμάζουν νωρίτερα από τα άλλα, δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη», ενώ ένας εμμονικός συντάσσει επιστολή στην αγαπημένη του Ζαν Μορώ σε επτά μέρη. Η Χλόη Κ. Μουρίκη, τέλος, θυμάται τις Άγριες φράουλες και τον εβδομηνταεξάχρονο διάσημο γιατρό Ίζακ Μπορκ, που ταξιδεύει προς το Λουντ για να παρασημοφορηθεί από το πανεπιστήμιο για τα πενήντα χρόνια της επαγγελματικής του προσφοράς. Πρόσωπο κουρασμένο και μοναχικό έως μισανθρωπίας, κάνει τον απολογισμό της ζωής του ανάμεσα σε εφιάλτες και ηθικά διλήμματα.

Η σκηνή του αποχαιρετισμού με ενδιέφερε πάντα το ίδιο με τις μείζονες εστιάσεις του έργου: τα ερείπια της προσωπικής ζωής, τη νοσταλγία του χαμένου. Οι οπισθοφυλακές του Ίζακ Μπορκ (η γενική εκτίμηση, η αναγνώριση) δείχνουν ηττημένες απ’ τη νεανική ζωντάνια, όσο κι αν ο σύντομος διάλογος μοιάζει με τρυφερή κατανόηση. Εκείνοι που χαιρετούν ίσως νοιώθουν το δέος του επιλόγου. Αυτό που ποτέ δεν θα μας ξανασυμβεί είναι η ύλη της ιστορίας μας.

[200 σελ.]

Στις εικόνες: George Steiner, Italo Calvino, Svetlana Alexievich, Mikhail Zoshchenko, Άγριες Φράουλες.

27
Ιαν.
16

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

10
Οκτ.
15

Στέπα. Επιθεώρηση ρωσικού πολιτισμού, τεύχος 1, χειμώνας 2014

stepa 1_

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας αυτή. / Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τον ομορφαίνει. 

Πρόκειται για λόγια της Λιουντμίλας Ουλίτσκαγια, μιας από τις πιο φωτεινές μορφές της σύγχρονης Ρωσίας. Η εβδομηντάχρονη σήμερα συγγραφέας, δοκιμιογράφος και σεναριογράφος δεν έπαψε να βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή κρατικής επιβολής. Μέλη της οικογένειάς υπέστησαν διώξεις από το σταλινικό καθεστώς ενώ η ίδια απολύθηκε από την δουλειά της στο Ινστιτούτο Γενετικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ εξαιτίας της συμμετοχής της στο κίνημα των αντιφρονούντων της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και της διάδοση υλικού του κινήματος Σαμιζντάντ (διακίνηση χειρογράφων ή δακτυλόγραφων κειμένων  λογοτεχνίας, ποίησης και πολιτικής).

Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya

Φέτος μετά από μηνυτήριες αναφορές ιερών οι ρωσικές αρχές ξεκίνησαν ανακρίσεις ελέγχοντας το περιεχόμενο των βιβλίων της με την κατηγορία της «προπαγάνδας μη παραδοσιακών μορφών ερωτικού προσανατολισμού» μεταξύ ανηλίκων, ενώ η συμμετοχή της σε συνέδριο για τον διάλογο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας οδήγησε στην σχεδόν δημόσια διαπόμπευσή της. Εκτός από την συνομιλία με την συγγραφέα, εδώ δημοσιεύονται δυο κείμενά της, Τα ιερά σκουπίδια (για το ισχυρό δέσιμο με τα πράγματα) και μια μικρή συλλογή σκέψεων (οι αρχές της ζωής της). Η δεύτερη συνομιλία του τεύχους γίνεται με την Βέρα Πάβλοβα, μια από τις αυθεντικότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ρωσίας, για την οποία γράφεται ότι μέσα από το έργο της έχει πραγματοποιήσει μια ολόκληρη ερωτική και σεξουαλική επανάσταση στη ρωσική ποίηση.

Vera Pavlova

Το κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους αφορά την Χρυσόστομη Άννα Πασών των Ρωσιών, την Άννα Αχμάτοβα, με αφορμή τα εκατόν είκοσι πέντε χρόνια από την γέννησή της. Περιλαμβάνει μια μικρή εισαγωγή, ένα έγγραφο ηγετικού στελέχους της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ προς τον Στάλιν για την αναγκαιότητα σύλληψης της ποιήτριας, ένα εξαιρετικό παλαιό κείμενο του Λεονίντι Γκρόσσμαν που αποτέλεσε εισαγωγική ομιλία σε μια βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια το 1924, άλλα κείμενα των Βαρλάμ Σαλάμοφ και Ιωσήφ Μπρόντσκι και δεκάδες ποιήματα αφιερωμένα σ’ εκείνη (Αλεξάντρ Μπλοκ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Αρσένι Ταρκόφσκι, Οσίπ Μαντελστάμ κ.ά.). Το τεύχος κατακλύζεται από δείγματα παλαιότερης και νεότερης ποίησης από τους Αλεξάντρ Μπλοκ – Αντρέι Μπέλι – Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Ζιναΐντα Γκίππιους – Μπέλα Αχμαντούλινα – Γιλένα Ισάγιεβα – Ντμίτρι Πρίγκοφ – Αγλαΐα Σολοβιέβα – Μπορίς Ρίζι – Σεργκέι Κρουγκλόφ – Τατιάνα Στσερμπινά – Λαρίσα Μπερεζοβτσούκ…

Anna Akhmatova en 1913

… και μια σειρά κειμένων που καλύπτουν όλα τα φάσματα του λόγου και όλες τις εποχές της ρωσικής σκέψης: ένα δοκίμιο περί ποίησης και πεζογραφίας από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι, διηγήματα των Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Αντρέι Πλατόνοφ και Μιχαήλ Ζόσενκο, φιλοσοφία (Βλαδίμηρος Σολοβιόφ: Το ρωσικό εθνικό ιδανικό), θέατρο (Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Οι λογοτεχνικοί προάγγελοι του νέου θεάτρου – Γιούρι Λιουμπίμοφ: In memoriam, Ντονάτας Μπανιόνις: Post Modern), κινηματογράφος (Τζίγκα Βέρτοφ: Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή), βιβλιοθήκη (Νικολάι Ζουμπκόφ: Η βιβλιοθήκη της Σοφίας Γκλιαβόνε – Ποτοτσκάγια), εικαστικά (Ίννα Μπαζούτινα – Όλγα Μπεριόζοβα – Δελλατόλα) κι ένα Επετειακόν για τον Μιχαήλ Λέρμοντοφ.

Philosophers Pavel Florensky and Sergei Bulgakov, a painting by Mikhail Nesterov (1917)_

Και αντιγράφω από το εξαιρετικό εκτενές κείμενο του π. Πάβελ Φλορένσκι για «το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση τεχνών»: το αντικείμενο της τέχνης, αν και θεωρείται πράγμα, ωστόσο κάθε άλλο παρά πράγμα είναι, δεν είναι μια ακίνητη, όρθια, νεκρή μούμια της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά θα πρέπει να νοείται ως ένα αστείρευτο και παλλόμενο ρεύμα της ίδιας της δημιουργίας, ως μια ζώσα παλλόμενη δραστηριότητα του δημιουργού, η οποία ακόμη κι αν έχει απομακρυνθεί από αυτόν στο χώρο και το χρόνο, εν τούτοις παραμένει αδιαχώριστη από αυτόν, επιμένει να διαχέεται και να παίζει με τα χρώματα της ζωής, μια αέναη ταραγμένη ψυχή.

Τα κείμενα είναι μεταφρασμένα από τον εκδότη του περιοδικού Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη. [σελ. 224]

Στις εικόνες: Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya, Vera Pavlova, Anna Akhmatova [1913] και οι φιλόσοφοι Pavel Florensky και Sergei Bulgakov [έργο του Mikhail Nesterov, 1917.




Σεπτεμβρίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 941.478 hits

Αρχείο

Advertisements