Archive for the 'Σοβιετική Ένωση' Category

15
Μάι.
20

Enzo Traverso – Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;

Ποια είναι άραγε η εικόνα του διανοούμενου η έννοια του οποίου στον εικοστό αιώνα είναι αδιαχώριστη από την πολιτική στράτευση; Ίσως ο Τζορτζ Όργουελ  μ’ ένα ντουφέκι στον ώμο στον ισπανικό εμφύλιο ή ο Μαρκ Μπλοκ στην γαλλική Αντίσταση. Αν η υπεράσπιση του Καλάς από τον Βολτέρο και η εκστρατεία του Μπεκαρία κατά της θανατικής ποινής μας υποδεικνύουν κάποιους προδρόμους, η υπόθεση Ντρέιφους ίσως αποτελεί, συμβολικά, μια ιδρυτική στιγμή, όπου ο Ζολά γίνεται το πρότυπο του διανοούμενου. Κατά τον 20ό αιώνα ο διανοούμενος κινείται σε πολύ πιο περίπλοκα διαρθρωμένη κοινωνία, σ’ ένα πολιτικό στίβο που χωρίζεται σε δεξιά και αριστερά. Στην καπιταλιστική εποχή όσο κι αν η αγορά είναι αδιαχώριστη από την εκμετάλλευση και την αποικιοκρατία, οι άνθρωποι των γραμμάτων απελευθερώνονται από την Αυλή. Ο διανοούμενος ελέγχει την εξουσία, αμφισβητεί τον κυρίαρχο λόγο, εισάγει μια κριτική σκοπιά, όχι μόνο με το έργο του αλλά και στον δημόσιο χώρο, και φυσικά συχνά πληρώνει το αντίτιμο των επιλογών του.

Στην Γερμανία ο διαχωρισμός ανάμεσα στον σοφό και τον διανοούμενο είναι ριζικός. Ο πρώτος ενσωματώνεται στον κρατικό μηχανισμό και ενσαρκώνει την τάξη, ενώ το πανεπιστήμιο γίνεται οχυρό του εθνικισμού. Ο διανοούμενος, απεναντίας, κινείται έξω από τα πανεπιστήμια και συχνά ορίζεται ως ένας ξεριζωμένος, κοσμοπολίτης, ενίοτε ως ενσάρκωση μιας μισητής νεωτερικότητας, και πάντως ένα αουτσάιντερ. Στα φασιστικά καθεστώτα το μίσος για τους διανοούμενους είναι ακόμα μεγαλύτερο. Ο αντιδιανοουμενισμός είναι κοινός τόπος της δεξιάς ιντελιγκέντσιας, ακόμα και της φιλελεύθερης.

Στην Ιταλία ο Αντόνιο Γκράμσι επεξεργάζεται πρώτος μια πραγματική θεωρία περί διανοουμένων. Ο διανοούμενος παράγει μεν γνώσεις και επεξεργάζεται ιδέες αλλά εφόσον λειτουργεί εντός της κοινωνίας που παραμένει χωρισμένη σε κοινωνικές τάξεις, εκφράζει την κοσμοθεωρία τους. Ένα μανιφέστο των φασιστών διανοούμενων, υπογραφόμενο από πολλές σημαντικές μορφές της ιταλικής διανόησης (Ντ’ Ανούντσιο, Μαλαπάρτε, Πιραντέλο, Μαρινέτι, Βόλπε κ.ά.) έρχεται σε αντίθεση με το αντιφασιστικό αντιμανιφέστο των Μπεντεντέτο Κρότσε και Τζοβάννι Αμέντολα, υπογεγραμμένο από τους Κοράντο Αλβάρο, Εουτζένιο Μοντάλε κ.ά. Είναι εμφανές ότι σε σχέση με τον μελλοντικό ναζισμό, ο ιταλικός φασισμός δεν απορρίπτει το ουσιαστικό διανοούμενος, απεναντίας το οικειοποιείται. Πολλοί φασίστες συγγραφείς πάντως εμφανίζονταν αντικομφορμιστές και παραβατικοί στη δεκαετία του 1930, στην Κατοχή όμως έγιναν το σύμβολο της προδοσίας, της δουλοπρέπειας και της αχρειότητας.

Στον μεσοπόλεμο ο διανοούμενος ταυτίζεται σταδιακά με την αριστερά, σε όλο τον δυτικό κόσμο. Στο ξεκίνημά της η ρωσική επανάσταση ασκεί αδύναμη έλξη στον κόσμο των διανοούμενων και μόνο με την άνοδο των φασισμών το σχίσμα στους κόλπους της ευρωπαϊκής διανόησης γίνεται ριζικό. Αργότερα ο Τζορτζ Όργουελ γράφει ότι οι διανοούμενοι δεν μπορούν πια να μένουν κλεισμένοι σε μια καθαρά αισθητική σφαίρα. Όσοι θέλουν να μείνουν ουδέτεροι περιθωριοποιούνται. Στην Ισπανία, ο φιλόσοφος και συγγραφέας Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ, που αρνείται να διαλέξει μεταξύ Φράνκο και Δημοκρατίας, περνάει στο περιθώριο. Αν κατά τον πόλεμο η πάλη ενάντια στον φασισμό επιβάλλει μια συμμαχία με την Σοβιετική Ένωση, ο μεταπολεμικός ψυχρός πόλεμος δεν αντιπαραθέτει πια τους φασίστες και τους αντιφασίστες αλλά μάλλον τους «συνοδοιπόρους» του κομμουνισμού και τους υπερασπιστές του «ελεύθερου κόσμο» ή «αντιολοκληρωτικούς».

Ο αντιφασισμός αποτέλεσε μια από τις μεγάλες στιγμές της πνευματικής ιστορίας του 20ού αιώνα. Πριν από την πολιτική, υπήρξε συλλογικό ήθος. Προκαλούσε η αντιφασιστική πάλη μια ιδεολογική τύφλωση στους διανοούμενους εκείνης της γενιάς; Οι δίκες της Μόσχας και οι χιλιάδες εκτελέσεις δεν έπεισαν όλους τους διανοούμενους – για παράδειγμα μόνο οι σουρεαλιστές υπερασπίστηκαν τους καταδικασμένους και ζήτησαν την απελευθέρωση του εξόριστου στην Σιβηρία Βικτόρ Σερζ. Μια τραγική στιγμή για πολλούς αντιφασίστες διανοούμενους (Άρθουρ Κέσλερ, Μανές Σπέρμπερ, Πολ Νιζάν κ.ά.) είναι η εγκατάλειψη του κομμουνιστικού κόμματος. Απέναντι στην ναζιστική απειλή η ΕΣΣΔ είναι αναντικατάστατο αντιφασιστικό οχυρό κι έτσι πολλοί σιώπησαν για τα εγκλήματα του Στάλιν.

Υπήρξαν λοιπόν διανοούμενοι που ήταν ταυτόχρονα αντιφασίστες και αντικομμουνιστές; Η περίπτωση του Σαρτρ υπήρξε ιδιαίτερη. Η στράτευσή του ήταν έντονη, δεν τον οδήγησε όμως να προσκολληθεί μέσα σε μια ιδεολογική πανοπλία και ήξερε να διατηρεί την ανεξαρτησία του και μια μοναδική φωνή, γι’ αυτό και το δρομολόγιο και το έργο του ξεφεύγουν από το ναυάγιο του κομμουνισμού. Ο αριστερισμός του υπήρξε μόνο ένας σταθμός στην διαδρομή του. Ανεξάρτητος από οποιοδήποτε κόμμα, άσκησε κριτική στην σκέψη της δεξιάς και της αριστεράς. Για τον Σαρτρ, ο διανοούμενος πρέπει να είναι «σε κατάσταση ετοιμότητας», αφού κάθε λέξη και κάθε σιωπή έχουν συνέπειες πάνω στο παρόν. Καταγγέλλοντας την αποικιοκρατία και παίρνοντας θέση ενάντια στον πόλεμο της Αλγερίας έγινε ο δάσκαλος μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Καμύ, από την άλλη, εμφανίζεται στις μέρες μας πιο συμβατός με τον συγκαιρινό κόσμο, αφού η δική του αντίληψη για την στράτευση υπήρξε περισσότερο ηθική παρά πολιτική και προσαρμόζεται καλύτερα σ’ έναν «μετα-ιδεολογικό» κόσμο.

Τι άλλαξε στην κοσμοαντίληψή μας ώστε σήμερα η μορφή του διανοούμενου που ενσάρκωνε ο Σαρτρ να μας φαίνεται τόσο παρωχημένη; Σύμφωνα με τον ιστορικό των ιδεών Νορμπέρτο Μπόμπιο όλοι οι ορισμοί του διανοούμενου ταλαντεύονται ανάμεσα σε δύο πόλους: από τη μια η πλατωνική οπτική του σοφού που πρέπει να μπει στην πολιτική για να αναλάβει την εξουσία, ο «φιλόσοφος βασιλιάς» της ιδανικής πολιτείας, από την άλλη ο διανοούμενος σαν απλός σύμβουλος, ο φιλόσοφος της αυλής που θέτει την γνώση του στην υπηρεσία του ηγεμόνα. Υπάρχει όμως και μια τρίτη αντίληψη, μια παραλλαγή που σημάδεψε την ιστορία του 20ού αιώνα: ο διανοούμενος σαν κριτικός της εξουσίας.

Η υπεράσπιση των ιδανικών είναι όμορφη, όμως η εφαρμογή τους δεν στάθηκε πάντα πετυχημένη. Η μορφή του επαναστάτη διανοούμενου παραμένει γοητευτική, ενώ συχνά η άνοδός του στην εξουσία αποδείχτηκε καταστροφική. Ο σταλινισμός άσκησε βαριά πίεση πάνω στη σκέψη των διανοούμενων. Ο Λούκατς έγινε απολογητής του σταλινισμού, ο Μπουχάριν που υπήρξε θεωρητικός ενός απίστευτα φιλόδοξου μαρξισμού δήλωσε ένοχος για παράλογα εγκλήματα που του απέδωσαν προτού εκτελεστεί, ο Ράντεκ συνετρίβη και αυτός από το σοβιετικό καθεστώς. Ο Τρότσκι όταν ανέβηκε στην εξουσία, ως ηγέτης του Κόκκινου Στρατού, έγινε ένα είδος «φιλόσοφου βασιλιά» που αποφάσισε την εκτέλεση ομήρων και δικαιολόγησε την καταστολή των εξεγερμένων ναυτών της Κροστάνδης. Ξαναβρήκε τον ρόλο του διανοούμενου όταν επέκρινε τον σταλινισμό, πληρώνοντας το τίμημα. Θα μπορούσε να είχε αντιμετωπίσει τον Στάλιν με την βία, επέλεξε όμως να πολεμήσει στο επίπεδο των ιδεών. Η διαδρομή του δείχνει το ασυμβίβαστο του διανοούμενου και της εξουσίας, τις παρανοήσεις και τους κινδύνους της σύγχυσης των ρόλων.

Άραγε ο Πιερ Μπουρντιέ με την σημαντική μιντιακή επιρροή μπορεί να θεωρηθεί ο τελευταίος των διανοούμενων; Ο διάσημος λόγος του υπέρ των απεργών σιδηροδρομικών δημιούργησε την εντύπωση ότι παραβρισκόμαστε στην αναγέννηση της κλασικής μορφής του διανοούμενου, ενώ ο ίδιος είχε παραμείνει μάλλον σιωπηλός στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, κατεξοχήν δεκαετίες της αμφισβήτησης… Η υποστήριξή του στα κοινωνικά κινήματα, η κριτική του νεοφιλελευθερισμού, η καταγγελία της μιντιακής απάτης, προφανώς μαρτυρούν μια στράτευση. Άλλοι, όπως ο Μισέλ Ονφρέ, συντηρούν την εικόνα του εγκεκριμένου ταραξία στα τηλεοπτικά πάνελ.

Ένας από τους λόγους της έκλειψης των διανοούμενων είναι η εξαφάνισή τους απέναντι στην ισχύ των ΜΜΕ. Τα περιοδικά που είχαν διαμορφώσει την διανοητική συζήτηση στην δεκαετία του 1970 εξαφανίζονται ή μεταμορφώνονται. Το ίδιο ισχύει και με τις εφημερίδες, που αποτελούσαν μέσο εκπαίδευσης και πολιτισμού. Τα ίδια τα κόμματα σήμερα δεν έχουν ανάγκη από διανοούμενους αλλά κυρίως μάνατζερ επικοινωνίας· έγιναν, άλλωστε, μετα-ιδεολογικά και πολυσυλλεκτικά, χωρίς σαφή κατευθυντήρια γραμμή ή κοινωνική ταυτότητα.

Σήμερα η αγορά δεν είναι πια μέσο διάδοσης των ιδεών, γιατί οι ιδέες επικαθορίζονται από την ίδια την αγορά. Περάσαμε από την γραφόσφαιρα στην βιντεόσφαιρα, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Ρεζίς Ντεμπρέ. Ο θρίαμβος της εικόνας στην δεκαετία του 1980 και ο πολλαπλασιασμός των τηλεοπτικών σταθμών θέτει σε αμφισβήτηση την υπόσταση του γραπτού λόγου και, συνεπώς, την λειτουργία του διανοούμενου. Ίσως το μέλλον να ανήκει στον ειδικευμένο διανοούμενο, σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε γι’ αυτόν ο Μισέλ Φουκό, δηλαδή σε έναν σοφό, έναν ερευνητή που παρεμβαίνει στην πολιτεία όχι στο όνομα μεγάλων αξιών αλλά επιστρατεύοντας την γνώση του. Πράγματι, οι γνώσεις για τον κόσμο και την κοινωνία έχουν εξειδικευτεί κι έχουν διαφοροποιηθεί τόσο πολύ που κανένας δεν μπορεί να εκφέρει μια έγκυρη κρίση για τα πάντα. Μια τέτοια ιδιότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την εμπειρογνωμοσύνη που χρησιμοποιείται συχνά σήμερα σαν αποτελεσματικό μέσο για την εξόντωση της κριτικής σκέψης. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μια αναλυτική ουδετερότητα, τεχνικής και υπολογιστικής φύσης που εξουδετερώνει τον κριτικό στοχασμό· είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και σε κρίσιμες πολιτικές συγκυρίες περισσότερο καλούνται να εκφέρουν γνώμη αναλυτές, στατιστικολόγοι, πολιτειολόγοι κ.λπ.

Το 1989 και η πτώση του Τείχους ολοκληρώνουν το τέλος ενός ήδη απαξιωμένου συστήματος εξουσίας, του υπαρκτού σοσιαλισμού και σημαδεύουν το τέλος του κομμουνισμού σαν μεγάλης ουτοπίας του 20ού αιώνα. Οι διανοούμενοι δεν είναι πια επινοητές ουτοπιών. Ποιος θα μπορούσε σήμερα να ανήκει στην κατηγορία του διανοούμενου που προσηλώνεται στη κατασκευή ενός νέου φαντασιακού, κοινωνικών εναλλακτικών και ουτοπιών, όπως τον όριζε ο Καρλ Μάνχαιμ; Μπορεί η έλλειψη ουτοπιών να είναι προσωρινή και μια νέα ουτοπία να αναδυθεί από τα τρίσβαθα της κοινωνίας, αλλά δεν γνωρίζουμε πότε ή πού θα συμβεί αυτό.

Ο κόσμος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ουτοπίες και θα επινοήσει νέες, λέει ο Τραβέρσο. Δεν θα υπάρξουν πια επαναστάσεις στο όνομα του κομμουνισμού, τουλάχιστον του κομμουνισμού του 20ού αιώνα. Η επανάσταση με το στρατιωτικό πρότυπο ανήκει σε μια άλλη εποχή. Ίσως οι μελλοντικές επαναστάσεις να παραμείνουν αντικαπιταλιστικές, δηλαδή να γίνουν για τα κοινά αγαθά που πρέπει να διασωθούν απέναντι στην εμπορευματική πραγμοποίηση. Άλλωστε κάθε επανάσταση δεν διατάζεται ούτε απορρέει από κανένα νόμο της ιστορίας, παρά επινοείται και η έκβασή της είναι πάντα αβέβαιη.

Κάθε βιβλίο του Τραβέρσο αποτελεί ένα ερεθιστικό σύγγραμμα γόνιμων σκέψεων και προβληματισμών, που πάντα προδίδουν το πλούσιο γνωσιακό υπόβαθρο του επιστήμονα. Αυτή τη φορά ο συγγραφέας ξεδιπλώνει μια σειρά από τεκμηριωμένες έως απόλυτα προσωπικές (και γοητευτικά αβέβαιες, όπως συχνά αφήνει να διαφανεί, αλλά βασισμένες και αυτές σε μια ολική εποπτεία του θέματος) απόψεις μέσα από έναν διάλογο, μια συνομιλία με τον ανθρωπολόγο και δημοσιογράφο Régis Meyran, που υπογράφει και τον τρισέλιδο πρόλογο του βιβλίου.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2014, σ. 151 [Où sont passés les intellectuels?, 2013]. Περιλαμβάνεται επτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

Στις εικόνες: George Orwell, Benedetto Croce, Jean-Paul Sartre, Norberto Bobbio, György Lukács, Alexander Trotsky, Pierre Bourdieu, Michel Foucault.

07
Μάι.
20

Enzo Traverso – Η ιστορία ως πεδίο μάχης. Ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα

Πώς γράφεται η Ιστορία στο πέρασμα του αιώνα; Το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, από το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ (1975) μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξε καθοριστικό για μια ολοκληρωτική αλλαγή οπτικής. Λέξεις όπως επανάσταση και κομμουνισμός πήραν διαφορετική σημασία στον χώρο της κουλτούρας, των νοοτροπιών και του συλλογικού φαντασιακού: αντί να ορίζουν προσδοκία και δράση για χειραφέτηση ανακαλούν στο εξής ένα ολοκληρωτικό σύμπαν. Αντίθετα, λέξεις όπως αγορά, επιχείρηση, καπιταλισμός ή ατομικισμός έκαναν την αντίστροφη διαδρομή: δεν χαρακτηρίζουν πια ένα σύμπαν αλλοτρίωσης αλλά τα «φυσικά» θεμέλια των μεταολοκληρωτικών φιλελεύθερων κοινωνιών. Η δεκαετία του 1980 στάθηκε το όχημα αυτής της ανατροπής. Στον δυτικό κόσμο η συντηρητική επανάσταση των Ρέιγκαν και Θάτσερ άνοιξε τον δρόμο· στην Γαλλία ο μιτερανισμός οδήγησε στον πολιτικό κομφορμισμό και την ανακάλυψη των αρετών του καπιταλισμού· στην Ιταλία η ήττα των εργατικών απεργιών δημιούργησε συνθήκες παλινόρθωσης που οδήγησαν στον μπερλουσκονισμό· στην Λατινική Αμερική η δημοκρατία επέστρεφε διατηρώντας το οικονομικό μοντέλο που είχαν δημιουργήσει οι δικτατορίες.

Η τομή του 1989 άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε και γράφουμε την ιστορία του 20ού αιώνα. Πρώτα απ’ όλα, η εξαφάνιση του διπολισμού ευνόησε την γέννηση μιας πλανητικής ιστορίας. Στην θέση των προηγούμενων προσεγγίσεων που περιόριζαν ολόκληρες ηπείρους σε «σφαίρες επιρροής», στερημένης από δική τους ιστορία, ο κόσμος μπόρεσε να θεωρηθεί με νέες προοπτικές. Το να γράψεις πλέον μια πλανητική ιστορία του προηγούμενου αιώνα δεν σημαίνει μόνο να αποδώσεις μεγαλύτερη σπουδαιότητα στον εξωευρωπαϊκό κόσμο αλλά κυρίως να αλλάξεις προοπτική, να πολλαπλασιάσεις και να διασταυρώσεις τα σημεία παρατήρησης. Το παρελθόν εξετάζεται ως ένα σύνολο αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και πολιτισμικών μεταφορών που δομούν τα διάφορα μέρη του κόσμου σε ένα σύνολο δικτύων. Η ιστορία αυτή μελετά τον ρόλο που παίζουν οι μεταναστεύσεις, οι διασπορές και οι εξορίες τόσο στην επεξεργασία των ιδεών ή την επινόηση νέων πολιτισμικών πρακτικών. Ο τερματισμός του ψυχρού πολέμου απομάκρυνε την ιστορία από τις ντετερμινιστικές αιτιότητες και αποκατέστησε το συμβάν, με την αυτονομία του και την βαρύτητά του.

Για άλλη μια φορά ο Τραβέρσο γράφει ένα συναρπαστικό βιβλίο, που αποτελείται από μια σειρά αυτόνομων αλλά και απόλυτα συνδεδεμένων (ως μέρη ενός συνόλου) κειμένων, που δημοσιεύτηκαν στους γνωστούς ιστοριογραφικούς «τόπους» (επιστημονικά και άλλα περιοδικά, συλλογικούς τόμους, ειδικότερα βιβλία κ.ά.). Το ένα κεφάλαιο είναι πιο ενδιαφέρον από το άλλο: Ο 20ός αιώνας κατά Έρικ Χόμπσμπαουμ, Οι επαναστάσεις του 1789 και του 1917 μετά το 1989 (με επίκεντρο τους Φρανσουά Φυρέ και Άρνο Τζ. Μάγερ), η ιστοριογραφία του φασιμού με επίκεντρο τις διαφορετικές απόψεις των Τζορτζ Λ. Μος, Ζέεβ Στέρνχελ και Εμίλιο Τζεντίλε, μια περί ναζισμού συνομιλία των Μάρτιν Μπρόστσατ και Σαούλ Φριντλέντερ, η σύγκριση μεταξύ των γενοκτονιών, πρότυπο των οποίων αποτελεί πλέον η (Εβραϊκή) Σοά, η συνεισφορά των Μισέλ Φουκό και Τζόρτζο Αγκάμπεν στην ανάλυση των σύγχρονων βιαιοτήτων, η σχέση ανάμεσα στην μνήμη και την ιστορία (ένας μόνιμος προβληματισμός του συγγραφέα).

Το κείμενο που διάβασα και ξαναδιάβασα ήταν εκείνο που συνδέει την εξορία με την βία και επιχειρεί να συντάξει μια ερμηνευτική της απόστασης. Η μετανάστευση, η διασπορά και η εξορία άφησαν βαθιά ίχνη στην διανόηση του 20ού αιώνα. Όλες αυτές οι εμπειρίες εκτόπισης στάθηκαν εξαιρετικές πηγές πνευματικής παραγωγής. Έπλεξαν δεσμούς ανάμεσα σε γλώσσες και λογοτεχνίες, δίνοντάς τους κοσμοπολίτικα και υπερεθνικά χαρακτηριστικά. Ευαίσθητοι σεισμογράφοι των συγκρούσεων και των αντιφάσεων, χάρη στην αστάθεια και την αβεβαιότητα της θέσης του «αουτσάιντερ» οι εξόριστοι διανοούμενοι υπήρξαν οι πρώτοι αναλυτές, και πιθανώς οι πιο οξυδερκείς, της «εποχής των άκρων». Σαν μέλη μιας στιγματισμένης μειονότητας, που αποτελούνταν από διωκόμενους και αποκλεισμένους, ήταν περισσότερο αποκλεισμένοι στις αλλαγές του πολιτικού κλίματος και γίνονταν στόχοι της ξενοφοβίας και της πολιτικής καταστολής, αλλά η ίδια η ξενότητά τους αποτελούσε ένα προνομιακό παρατηρητήριο των κατακλυσμών που συγκλόνιζαν τον κόσμο. Πώς μπορεί λοιπόν μια ιστορία κριτικής σκέψης να αγνοήσει την συνεισφορά τους; Ο Τραβέρσο τους αφιερώνει το έβδομο και ίσως πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο του βιβλίου του.

Η πρώτη αναφορά γίνεται, και δικαίως, στον Κάρλο Γκίντζμπουργκ που ανέλυσε τις πολλαπλές συνέπειες της απόστασης, η οποία μπορεί να αναδείξει την πραγματικότητα κάτω από ένα άλλο πρίσμα, να αλλάξει την προοπτική και να υπογραμμίσει ή να εξουδετερώσει την ενσυναίσθηση και τον  κριτικό βλέμμα των παρατηρητών. Ο συγγραφέας παρουσιάζει περιπτώσεις όπου η ιταλική, γερμανική και ισπανική ιστοριογραφία (των τριών δηλαδή χωρών που γνώρισαν τον φασισμό άρα και χιλιάδες εξόριστους) θεωρείται συνειδητή συνεισφορά στον αντιφασιστικό αγώνα.

Ερευνώντας την σχέση της εξορίας με την βία, παρατηρείται το εξής παράδοξο: τα γεγονότα που σήμερα θεωρούμε εμβληματικά της βίας του 20ού αιώνα, όταν συνέβαιναν αντιμετωπίζονταν με αδιαφορία, αγνοήθηκαν ή θεωρήθηκαν κοινότοπα. Οι ιστορικές τομές των Γκουλάγκ, του Άουσβιτς και της Χιροσίμα καταγράφηκαν από την κριτική σκέψη με μεγάλη καθυστέρηση. Οι μαρτυρίες του Βικτόρ Σερζ και του Γκούσταβ Χέρλινγκ για τα Γκουλάγκ έγιναν δεκτές με αδιαφορία. Ο δυτικός κόσμος άργησε να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα των σοβιετικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Για δεκαετίες οι εκτοπισμένοι στη Σιβηρία παρέμεναν άγνωστοι και ανύπαρκτοι. Ο δυτικός τύπος που σίγουρα δεν συμπαθούσε το σοβιετικό καθεστώς, σχολίαζε την κολλεκτιβοποίηση της γης χωρίς να αναφέρει τα εκατομμύρια των νεκρών που την είχα συνοδέψει. Η αντίληψη ότι ο σταλινισμός ήταν ένα εγκληματικό σύστημα κυριαρχίας, θεμελιωμένο πάνω στη βία σε μαζική κλίμακα, ήταν σαφώς πιο ύστερη και χρονολογείται ίσως στις αρχές της δεκαετίας του 1970 όταν δημοσιεύτηκε Το αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολζενίτσιν.

Τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης για χρόνια συμβολίζονταν από το Μπούχενβαλντ, ένα από τα βασικότερα κέντρα για πολιτικούς κρατουμένους, ενώ τα στρατόπεδα εξόντωσης των Εβραίων και των Τσιγγάνων. Ο ίδιος ο Σαρτρ ανέλυε τον αντισημιτισμό σα να μην είχε υπάρξει γενοκτονία. Ο ναζισμός έμοιαζε με παρένθεση, μια ασθένεια από την οποία η μεταπολεμική Ευρώπη θεραπευόταν. Η περιοριστική εικόνα του φασισμού σαν ηθικής αρρώστιας της Ευρώπης αναδύεται από τα γραπτά του Τόμας Μαν και των φιλοσόφων Καρλ Γιάσπερς και Μπενεντέντο Κρότσε. Όσον αφορά την Χιροσίμα, ο δυτικός τύπος χαιρετούσε το ατομικό μανιτάρι σαν «επιστημονική επανάσταση», σαν τον θρίαμβο της φυσικής που έδινε τέλος στον πόλεμο. Όσοι έγραφαν για την απανθρωπιά της εξουσίας και την επιστημονική οργάνωση του μαζικού θανάτου αντιμετωπίζονταν ως μίζεροι. Οι πρώτες εκδόσεις των Πρίμο Λέβι και Γκούσταβ Χέρλινγκ έγιναν δεκτές με αδιαφορία και οι επιζώντες βρίσκονταν κυκλωμένοι από διακριτική σιωπή. Το ίδιο και τα θύματα της ατομικής ακτινοβολίας, θεωρούνταν ζωντανή μαρτυρία ενός ενοχλητικού παρελθόντος, που οι πάντες ήθελαν να ξεχάσουν. Όσοι αναγνώρισαν αυτές τις τομές, όπως η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν χαρακτηρίστηκαν δημόσια ψεύτες.

Τα κείμενα του Βικτόρ Σερζ, που κατήγγειλε τον σταλινισμό ως ολοκληρωτικό κράτος, μεθυσμένο από την εξουσία, για το οποίο ο άνθρωπος δεν έχει καμία σημασία, δημοσιεύονταν σε μικρά ελευθεριακά περιοδικά ή καθόλου, καθώς ήταν αγνοημένος τόσο από την αριστερά, που τον θεωρούσε αιρετικό ή προδότη, όσο και από την συντηρητική διανόηση. Σε ένα μικρό εβραιοαμερικανικό περιοδικό η Χάνα Άρεντ περιέγραφε τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, τις διοικητικές σφαγές στο όνομα ενός σχεδίου φυλετικής καθαρότητας σαν κάτι που ξεπερνούσε τις κατηγορίες της σκέψης και της πολιτικής δράσης, ενώ λίγο αργότερα χαρακτήριζε τα «εργοστάσια θανάτου» σαν την «θεμελιακή εμπειρία της εποχής μας». Οι Τέοντορ Β. Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ, δημοσίευσαν την Διαλεκτική του Διαφωτισμού, που αναγνωρίζεται σήμερα σαν ένα από τα κλασικά έργα φιλοσοφίας του 20ού αιώνα,  σε έναν μικρό εκδοτικό οίκο γερμανών εμιγκρέδων, και έμεινε στην αφάνεια για σχεδόν είκοσι χρόνια. Εκεί το Άουσβιτς παρουσιάζεται σαν μεταφορά της βίας που γέννησε ο νεότερος πολιτισμός. Ο Γκύντερ Άντερς συνέλαβε την απόλυτη καινοτομία της ατομικής βόμβας ως σύμπτωμα μιας τρομακτικής ανθρωπολογικής μετάλλαξης: της έλευση της τεχνικής πάνω στους ανθρώπου, εκθρονισμένους στο εξής από την θέση των ιστορικών υποκειμένων. Και άλλοι εμιγκρέδες διανοούμενοι όπως ο Ζαν Αμερί, ο Πάουλ Τσέλαν, ο Άρθουρ Κέσλερ, ο Μανές Σπέρμπερ, έδωσαν γραπτά με εξίσου βαθιές και διορατικές ιδέες και αναλύσεις.

Κι εδώ έρχεται η κρίσιμη ερώτηση του Τραβέρσο: μπορούμε λοιπόν να διατυπώσουμε την υπόθεση μιας ερμηνευτικής της απόστασης, ενός επιστημολογικού προνομίου της εξορίας; Στο υποκεφάλαιο Η εξορία σαν παρατηρητήριο η απάντηση είναι σαφής. Η εξορία αποτελεί το θεμέλιο ενός γνωσιακού μοντέλου που συνίσταται στην παρατήρηση της ιστορίας και στην διερεύνηση του παρόντος από την σκοπιά των νικημένων και αποτελεί, συνεπώς, προϋπόθεση μιας γνώσης διαφορετικής από εκείνη που προκύπτει από τις κυρίαρχες ή επίσημες εκδοχές. Η ζωή του διανοούμενου στην εξορία σημαδεύεται από την οδύνη, από ένα βαθύ τραύμα που τον αποκόβει από την γλώσσα του, τους αναγνώστες του, το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του, το επάγγελμά του, από έναν οικείο τόπο που στηρίζεται ένας τρόπος σκέψης.

Τα παραδείγματα των προαναφερθέντων δείχνουν ότι η βαθύτητα της ματιάς τους και του στοχασμού τους είναι η άλλη πλευρά της δημόσιας αφάνειάς τους. Ελάχιστοι είχαν την όρεξη να τους ακούσουν τις περιγραφές και τις ερμηνείες τους για την ανεπίτρεπτη ρήξη της ιστορίας. Μια ήπειρος απασχολημένη να επουλώνει τις πληγές της δεν ήθελε ν’ ακούει ότι μια Ευρώπη χωρίς Εβραίους ήταν ακρωτηριασμένη, ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν τάφος των ελπίδων για χειραφέτηση εκατομμυρίων ανθρώπων, ότι η ατομική βόμβα αποτελούσε αμετάκλητη απειλή. Το τέλος του πολέμου βρήκε τους εξόριστους να συνειδητοποιούν οδυνηρά και αμετάκλητα ότι δεν είχαν πια πατρίδα. Κι έτσι απάτριδες, έβλεπαν τα τραγικά γεγονότα όχι μόνο ως εθνικές τραγωδίες αλλά σαν πληγές του ανθρώπου που άλλαζαν την εικόνα του ανθρώπου· ξέφευγαν από τα εθνικά στερεότυπα και αντιδρούσαν σαν πολίτες του κόσμου.

Ένα υπόδειγμα στοχαστικής γραφής πάνω στην ιστορία και την ιστοριογραφία, γραμμένο με τον εξαιρετικό, λεκτικά πλούσιο λόγο του Τραβέρσο, του οποίου ένα άλλο βιβλίο, το Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα) παρουσιάσαμε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής εδώ, με αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ.

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, 351 σελ. Περιλαμβάνεται εννιασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

Στις εικόνες: Pionerkalender 1976 (τυπική κομμουνιστική εικονογραφία), Niels Ackermann (Looking for Lenin series), Gustaw Herling, Gulag [by linalightning], Hannah Arendt, Max Horkheimer, Guenther Anders, Δίκη Ναζιστών.

31
Αυγ.
19

Βίκτορ Σερζ – Χρόνια δίχως έλεος

Μα πού είναι οι άνθρωποι; Πού είναι οι μεγάλες ιδέες; Ίσως οι ιδέες να μην είναι παρά εφήμερα αστέρια. Μας οδηγούν όσο ζουν, ύστερα σβήνουν και τότε άλλα αστέρια πρέπει να πάρουν την θέση τους… Χρειαζόμαστε μια άλλη τελείως διαφορετική επανάσταση, όμως δεν την βλέπω πουθενά. [σ. 330]

Μετά τα συγκλονιστικά του βιβλία Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (τα παρουσιάσαμε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχη 14 και 19, αναδημοσίευση στο Πανδοχείο εδώ και εδώ αντίστοιχα), μπορούμε πλέον να απολαύσουμε ένα ακόμα αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Βικτόρ Σερζ. Επαναστάτης, πολεμιστής, διωγμένος, κυνηγημένος, φυλακισμένος, ασυμβίβαστος, εχθρός σε κομμουνιστές και αντικομμουνιστές, είναι άξιο απορίας πώς είχε το σθένος να γράφει και τέτοια μυθιστορήματα, χωρίς εκδότη, χωρίς τυπογραφεία, κρατώντας τα χειρόγραφα μαζί του στις συνεχείς μετακινήσεις του.

Το πρώτο από τα τέσσερα μέρη του βιβλίου, με τίτλο Ο μυστικός πράκτορας, βρίσκει τον βασικό ήρωα Σάσα, σοβιετικό πράκτορα στο Παρίσι, να έχει στείλει επιστολή παραίτησης στους ανώτερούς του στην Σοβιετική Ένωση, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Σύντομα διαπιστώνει πως ο εφιαλτικός σταλινικός κόσμος από τον οποίο επιθυμεί να ξεφύγει δεν θα του συγχωρήσει την φυγή. Η αποδοκιμασία του καθεστώτος συνιστά την χειρότερη απείθεια όλων, αφού υποδηλώνει την ανταρσία του μεταφυσικού στοιχείου της ανθρώπινης συνείδησης, η ύπαρξη του οποίου δεν μπορούσε να είναι ανεκτή, διότι θα παρέσερνε το οικοδόμημα της «σιδηράς πειθαρχίας». [σ. 94]

Στην «προηγούμενη» ζωή του η νέα πίστη ήταν η πιο ακαταμάχητη απ’ όλες, η δράση πιο ποθητή από την ευτυχία, οι ιδέες πιο αληθινές από τα γεγονότα του παρελθόντος, η συλλογικότητα πιο δυνατή από το Εγώ. Τότε παραδεχόταν πως η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι δευτερεύουσα στον αγώνα για μια τόσο μεγάλη υπόθεση, τώρα όμως είναι εκείνη που μετράει και δεν ισχύει πια το αξίωμα «Το Κόμμα είναι υπεράνω των πράξεών μας κι αν αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε χαθήκαμε». Τώρα γνωρίζει πως η αποστασία είναι προδοσία, πως ο δραπέτης θα καταδιωχθεί. Όμως… τόσοι  νεκροί, τόσο δηλητήριο στις ψυχές. Είναι απερίσκεπτο να είσαι υπερβολικά ανθρώπινος; Να μην είσαι πια εκείνο το σκεπτόμενο μόριο μιας θαυμαστής, αμείλικτης, πολυμήχανης συλλογικότητας, συγκροτημένης με τόση δύναμη βούλησης, που πια δεν συνειδητοποιεί τι κάνει. [σ. 24]

Όσοι άξιζαν την εμπιστοσύνη του είναι στιγματισμένοι και νεκροί. Στην Σοβιετική Ένωση αφανίζεται μια μεγάλη κατηγορία σκεπτόμενων ανθρώπων. Όλοι εκείνοι οι ατιμασμένοι άνθρωποι δεν υπήρξαν κάποτε έμπιστοι, αδιάφθοροι, ευφυείς; Με τις δίκες όλος ο κόσμος έπειθε τον εαυτό του να πιστέψει τα απίστευτα. Όμως η άρνηση του παλιού εαυτού δεν είναι διόλου εύκολη· όπως όλοι οι χαρακτήρες του Σερζ, έτσι κι αυτός βασανίζεται από συνεχή διλήμματα. Αν σώσουμε τους εαυτούς μας τι θα μείνει μετά; Ο παλιός κόσμος που πάντα σιχαινόμασταν;

Ο Σάσα συναντά την Ντάρια, που διστάζει να αποστασιοποιηθεί από την ιδέα του κομμουνισμού. Αμφότεροι αισθάνονται πως παρακολουθούνται – τα πάντα γύρω τους δείχνουν φυσιολογικά και συνάμα ύποπτα: οι σκιερές είσοδοι των κτιρίων, ένα σερνάμενο αμάξι, βήματα στις σκάλες του ξενοδοχείου, ο καχύποπτος ξενοδόχος. Δεν ξέρουν αν μιλάνε για να παρηγορήσουν ο ένας στον άλλον ή να δώσουν θάρρος στον εαυτό τους. Στην πόλη κινούνται με τον ένστικτο αυτοσυντήρησης των θηρίων μέσα στην γενέθλια ζούγκλα, όπου κάθε θάμνος είναι και μια κρυψώνα. Αλλά αυτό πρέπει να τους ξεχωρίσει από το ζώο: ο άνθρωπος έχει την επιλογή να μην πανικοβάλλεται. Κι ας γνωρίζουν πως δεν μπορούν πια να εμπιστεύονται κανέναν, πως έχουν πια σπάσει τους δεσμούς που ενώνουν τους ανθρώπους σε κοινό αγώνα. Γύρω τους οι Παριζιάνοι «αγνοούν την οργανωμένη θηριωδία που κινεί τις μεγάλες αυτοκρατορίες».

Οι δυο τους γνωρίστηκαν πίσω στο 1919 όταν εκείνος, επιφορτισμένος με την προμήθεια τοπικών βιοτεχνιών σε πρώτες ύλες, πήγε στο κοινωνικοποιημένο εργοστάσιο με τις άεργες και πεινασμένες εργάτριες. Τότε η Ντάρια ήταν γραμματέας της Επιτροπής και άφηνε τις γυναίκες να κλέβουν καρούλια ή βελόνες· αργότερα στην Κριμαία έγινε διευθύντρια σχολείου χωρίς τετράδια και βιβλία και μετά στο Βερολίνο, μέλος της Μυστικής Υπηρεσίας. Σ’ εκείνα τα μαύρα χρόνια συναντιούνταν σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, μοιράζονταν θυελλώδεις συζητήσεις, μάθαιναν για νέες πόλεις σε περιοχές που χθες ακόμα ήταν χερσότοποι, για βιομηχανίες που αναπτύσσονταν σε λιγότερο από πέντε χρόνια.

Δεμένη μαζί του με μια φιλία πιο καθοριστική κι από τον έρωτα, τώρα διστάζει να τον ακολουθήσει στην φυγή του προς την Αμερική. Καθώς μιλάνε και ακούνε την αλήθεια τους νοιώθουν πιο δυνατοί κι αυτός την ευγνωμονεί που δεν εκφράζει ανάλογες αμφιβολίες, εκτός αν τις κρύβει κι αυτή. Ακόμα κι εκείνοι συχνά δεν γνωρίζουν αν και ποιος από τους δυο τους μπλοφάρει… Ο ατομικισμός […] είναι μια θλιβερή αυταπάτη […]. Γι’ αυτό και αγαπώ εκείνους που ξέχασαν μέχρι και τ’ όνομά τους και δεν θα τους γράψει κανένα βιβλίο ιστορία, γιατί ήταν οι καταλύτες γεγονότων που δεν θα κατανοήσουμε ποτέ εντελώς, γιατί αυτοί που έδρασαν θα παραμείνουν άγνωστοι. [σ. 101]

Στο δεύτερο μέρος, με τίτλο Η φλόγα κάτω από το χιόνι η Ντάρια βρίσκεται στο Λένινγκραντ για να συμμετάσχει στην άμυνα ενάντια στους Ναζί, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξορίας στο Καζακστάν, για να θεραπευτεί «από κάποια λάθη». Εδώ μεσολαβούν έξοχες σελίδες από το ημερολόγιο της εξορίας, όπου έγραφε προσεκτικές διαλεγμένες λέξεις, που σκιαγραφούσαν μόνο τα εξωτερικά περιγράμματα ανθρώπων, γεγονότων και ιδεών, χωρίς κανένα όνομα ή αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Ο έρωτας μ’ έναν άντρα καταγραφόταν ως η ανάσα του άντρα, το σμίξιμο ως οι μύες του· άλλωστε κανένα τρεμούλιασμα βλεφαρίδων δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδοθεί με πληρότητα. Φυσικά οι διάφοροι επιθεωρητές γνωρίζουν ακόμα και πόσα τετράδια έχει παραγγείλει η εκτοπισμένη και αναρωτιούνται τι γράφει στο χαμόσπιτό της τις ατέλειωτες νύχτες της μοναξιάς· όπως για παράδειγμα ο Ιπάτοφ που θεωρεί την γραφή της «ασυνάρτητη για τον μέσο αναγνώστη».

Είναι η εποχή που οι συγγραφείς ξοδεύουν περισσότερο χρόνο αυτολογοκρινόμενοι παρά γράφοντας. Ένας σύντροφος συγγραφέας είχε γράψει μεγάλα βιβλία για το ζήτημα της κουλτούρας. Τα βιβλία του πολτοποιήθηκαν. Πέθανε από σκορβούτο, εξόριστος σε μια υποαρκτική περιοχή όπου μήτε οι γνώσεις μήτε οι ιδέες του μήτε η κουλτούρα μήτε καν ο αυθεντικός στωικισμός δεν αξίζουν όσο ένα τομάρι τάρανδου [σ. 90]. Κάθε τόσο την ενοχλεί κι ο επικεφαλής της περιφέρειας αλλά η Ντάρια καταλαβαίνει ότι η παρενόχληση των εκτοπισμένων με ψεύτικες προφάσεις είναι απλώς ο τρόπος του να ξεφεύγει από την ασφυκτική ανία. Καταμεσής εκείνης της μισητής άμμου, κάποιοι δεν έχουν άλλη επιθυμία από το να πιούν μέχρι να ξεχάσουν τα πάντα· άλλοι προτιμούν την ψευδαίσθηση πως ζουν σαν κανονικοί άνθρωποι κι ένας την παρακαλεί να του στείλει ένα βιβλίο με φυτά, ένα βοτανολόγιο, έτσι όπως έχει χρόνια να δει πράσινο.

Τέσσερα χρόνια περίμενε την απελευθέρωσή της και τώρα στο Λένινγκραντ, μακριά από την μούχλα της απραξίας, δεν νοιώθει καμιά χαρά γιατί παντού στον κόσμο είχε στερέψει αυτό το συναίσθημα. Γνωρίζεται με τον πρώην επίδοξο δάσκαλο και νυν υπολογαγό Κλιμέντι και μαζί αφήνονται σε στοχαστική φιλική σιωπή, τινάζουν τις κουβέρτες στο κενό που χάσκει έξω από τον μισογκρεμισμένο τους όροφο και κοιμούνται μαζί για να ζεσταθούν περισσότερο. Γύρω τους βαθουλωτά μάτια όπως των οραματιστών αγίων στις αγιογραφίες, κάποιοι προσποιούνται τους ετοιμοθάνατους μόνο κα μόνο για να πάρουν μια σταγόνα γλυκόζη και τα παιδιά έχουν ζήσει μια ολόκληρη ζωή, προτού ακόμη μάθουν τι είναι ζωή. Ο Σερζ βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις για να εικονοποιήσει την διαλυμένη πόλη, τις φαρδιές ευθείες λεωφόρους που συνθλίβονται από την λευκότητα, τους ορόφους που χάσκουν, τις προσόψεις από καραβόπανα. Άνθρωποι και απόβλητα έχουν καλυφθεί από χιόνι, που όταν λιώσει θα απελευθερώσει μπόχα και σαπίλα. Σε αυτή την αυτοκρατορία της λευκότητας τα πένθη βρίσκονται σε εκκρεμότητα.

Κάπου εκεί ο ανώτερος στρατιωτικός προϊστάμενός της Λοχαγός Ποτάποβ εκθέτει ολόκληρη την πολεμική ιδεολογία της Ρωσίας σε λίγες σελίδες. Σταχυολογώ από τον πληθωρικό του λόγο: Ο μόνος τρόπος να νικήσουμε είναι να υποφέρουμε περισσότερο από τους εχθρούς μας· η ίδια μας η στέρηση να μετατραπεί σε πηγή δύναμης. Υποχώρηση σημαίνει αντεπίθεση, η φυγή είναι η ευκαιρία για ανασύνταξη και η ήττα ένας ελιγμός.  Αν ο εχθρός είναι τεχνικά αμείλικτος, εμείς πρέπει να είμαστε ανθρωπίνως αμείλικτοι και κάτι παραπάνω, πιο σκληροί και ανελέητοι πρώτα με τους εαυτούς μας· να μην χάνουμε ποτέ την ενστικτώδη συνοχή μας, ακόμη και βυθισμένοι μέσα στην ασυναρτησία. Είμαστε πλουσιότεροι σε εσωτερικές αντιφάσεις. Οι δειλοί μας γίνονται οι γενναιότεροι πολεμιστές. Είμαστε ένα συγκεχυμένο κοινοτικό «εμείς» που βαδίζει προς την συνειδητότητα. Εμείς αποκρυπτογραφούμε το ακατανόητο σχεδόν αλάνθαστα.

Και ποια είναι η θέση των συγγραφέων σ’ εκείνη την Ρωσία; Σε κάθε μοντέρνο πόλεμο ο συγγραφέας πρέπει να παίξει τον ρόλο του μάγου της φυλής, να προετοιμάζει τις ψυχές για το μαρτύριο, την υποχώρηση ή την επίθεση· να ασκεί μια οργανωμένη υπηρεσία εναρμονισμένη με τις ανάγκες της ψυχολογικής στρατηγικής. Η συνομιλία με την παροπλισμένη συγγραφέα Άννα Λομπάνοβα είναι αποκαλυπτική. Μόνο αργότερα θα υπάρξει χώρος για μεγάλη λογοτεχνία, για αληθινή λογοτεχνία, χωρίς φόβο και ψευτιές. «Μετά από μας». Ο συγγραφέας Ιλαριόνωφ αποτελεί μια άλλη περίπτωση. Οι γραφειοκράτες τον εκλιπαρούν να αλλάξει είκοσι εφτά σημεία κι εκείνος μεθάει για να το καταφέρει. Και πάλι κάποια κομμάτια οι λογοκριτές αδυνατούν να αποκωδικοποιήσουν και φοβούνται για τις καριέρες τους. Ακόμα και στα πιο επίσημα έργα του υπάρχει ένα υπόγειο ρεύμα ζωτικότητας, που τεχνηέντως υπαινίσσεται κάτι αλλιώτικο από την φαινομενικά ορθόδοξη γραμμή.

Ο εχθρός βρίσκεται μέσα μας, κάθε φορά που χάνουμε το θάρρος μας. Η σκέψη: επειδή είναι μια ασυγκράτητη δύναμη που ποτέ δεν ξέρει πού πηγαίνει ή τι θα ζητήσει, και μπορεί ξαφνικά να χαθεί μέσα σ’ ένα λαβύρινθο αμφιβολιών, ενδοιασμών, ερωτημάτων, επινοήσεων, ονείρων. Θέλουμε μια αποτελεσματική, πειθαρχημένη σκέψη, μια σκέψη τεχνική – αλλά πώς να την διαχωρίσεις από την άλλη που είναι αναρχική, ατίθαση, εμμονική και απρόβλεπτη; Πώς να κουκουλώσεις τούτη τη δίδυμη αδερφή της μ’ ένα μανδύα αποδοκιμασίας και μυστικότητας; [σ. 196]

Το εκτενέστερο και μάλλον ισχυρότερο τρίτο κείμενο Η Μπριγκίτε, ο κεραυνός κι οι πασχαλιές βρίσκει διαφορετικούς ήρωες σε μια ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς γερμανική πόλη, λίγο πριν την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ. Η Μπριγκίτε σκέφτεται εκείνον που δεν ζει πια και υπάρχει μόνο στα γράμματά του, άλλα από τα οποία περιείχαν μόνο φράσεις ερωτικές, και άλλα που μετά βίας διαβάζονται, με σκηνές από τον πόλεμο· οι σελίδες που αφιερώνονται σε αυτά τα γράμματα είναι συγκλονιστικές· ο μετανιωμένος Γερμανός πολεμιστής είδε πλάσματα που κάποτε ήταν γυναίκες, απαγχονισμένους που δεν τρομάζουν πια κανέναν, το ανείπωτο που μάταια προσπαθούν τα λόγια να εκφράσουν.

Η στρατιά του προχωρούσε μέσα σε μια κοινοτυπία του χάους που έγινε συνήθεια και καθημερινότητα. Τώρα αναρωτιέται για την κόλαση που έφεραν οι Ναζί, για τον Οραματιστή που τόσοι τον πίστεψαν για να ξεφύγουν από τις μικρές τους απελπισίες. Η μόνη του βεβαιότητα πως αυτό το έγκλημα αφορά όλους τους πάντες. Τώρα ξέρει: οι νεκροί τους είναι οι μόνες δυνάμεις κατοχής στους τόπους που κατακτήσανε, οι μόνοι που έχουν δεσμούς αδελφοσύνης με τους νεκρούς άλλων λαών. Στο τέλος όλοι ίδιοι είναι στον τελευταίο σπασμό, μέσα στα τελευταία τους περιττώματα, ανήμποροι και λυτρωμένοι. Τουλάχιστον το δικό του τέλος θα είναι το πιο εύκολο κομμάτι της ιστορίας. «Μπριγκίτε, ετοίμασε την καρδιά σου για έναν άλλον έρωτα, αφού η ζωή πρέπει να συνεχιστεί».

Ο γερμανικός λαός κατακλύζεται από φήμες: νεκροί, υπόγεια εργοστάσια που γλίτωσαν την καταστροφή, μη φοβάστε, οι ζημιές είναι εικονικές, είναι ζήτημα χρόνου να παραδοθούν. Κάποιοι φοράνε τα καλύτερά τους ρούχα για να μην τους τα κλέψει κανείς – ένας αέρας κομψότητας στις ουρές για το ψωμί. Υπάρχουν πολλοί κοιμισμένοι που υπνοβατούν ανάμεσα στην αυτοκτονική φρενίτιδα και την αυταπάτη, όπως ο καθηγητής Σιφ, που παραληρεί: «Η νίκη μας δεν βρίσκεται στον γήινο χώρο και χρόνο, αλλά εμπεριέχεται στην αθάνατη Αρχή της Φυλής».

Η Μπριγκίτε ανεβαίνει στο κρεμαστό της δωμάτιο με την ανεμόσκαλα, καθώς το μισό κλιμακοστάσιο κλάπηκε από τους γείτονες για τις σόμπες τους – κι άλλες συναρπαστικές σελίδες για το νοικοκυρεμένο της δωμάτιο και για την σχέση της με τον Μείον Δύο, τον ανάπηρο Φραντς, τον επονομαζόμενο Μείον-Δύο, που έχασε αριστερό πόδι και δεξί χέρι σε μια ασήμαντη μάχη του ανατολικού μετώπου. Αυτός είναι ο κόσμος τους: ένα παράλογο δωμάτιο που στέκει πάνω από μια ανεμόσκαλα περιτριγυρισμένο από κουφάρια σπιτιών, προσόψεις που χάσκουν στο κενό, δρόμοι όπου εκτελούνται οι βαριά τραυματίες, οι πλιατσικολόγοι κι οι μισότρελοι που φωνάζουν αλήθειες. Σε αυτόν τον κόσμο ένας βιασμός μέσα στο στάβλο φαίνεται ως το μόνον φυσικό ζευγάρωμα. Σταδιακά τα πρόσωπα πληθαίνουν και οδηγούνται το καθένα στο δικό του τέλος, εκτός από την Ντάρια, που ως Ένρα εμφανίζεται κι εδώ, σε ειδική αποστολή πίσω από τις γραμμές των χιτλερικών ως νοσοκόμα κατάσκοπος και δολιοφθορέας σε γερμανικά στρατιωτικά νοσοκομεία.

Το καλό με τον πόλεμο είναι ότι δεν σου αφήνει χρόνο να σκεφτείς. Σε νοιάζει να μη σκοτωθείς, να βρεις να φας, να σκοτώσεις κάποιον, να καταστρέψεις κάτι, να κρατήσεις μέχρι την επόμενη μέρα. Κι αυτό κάνει τη συνείδηση να νιώθει άνετα, γιατί την καταργεί. Το δράμα των αιχμαλώτων είναι ότι έχουν πολύ χρόνο… [σ. 325]

Στο τελευταίο «κεφάλαιο», στο Τέλος του ταξιδιού, η Ντάρια ταξιδεύει με το τελευταίο της διαβατήριο και τα τελευταία της χρήματα, εκτός κάθε νόμου, πιθανότατα καταδιωκόμενη, ελεύθερη και πελαγωμένη. Γνωρίζει πως οι συνηθισμένοι άνθρωπο δεν μπορούν πια να περάσουν από τη μία ήπειρο στην άλλη όπως οι μετανάστες του 19ου αιώνα ή οι εξερευνητές. Υπάρχουν πλέον φραγμοί που εμποδίζουν την κινητικότητα πιάνουν στα δίχτυα τους τον ανώνυμο παράνομο, τον άπατρι πρόσφυγα, τον φυγά που έχασε τα χαρτιά του, τον ευρωπαίο που τον συνεπαίρνει το κάλεσμα τόπων μακρινών.

Αλλά τώρα στην Αμερική, βλέποντας τα λεωφορεία που τρέχουν στους αυτοκινητόδρομους και τα απλωμένα ρούχα να κυματίζουν στις λαϊκές πολυκατοικίες, δεν μπορεί παρά να φωνάξει παιδιάστικα: Ζουν! Νοιώθει ελεύθερη: κανείς δεν την χρειάζεται εδώ. Και νοιώθει ένοχη: μήπως είναι εγωπαθής; Πώς είναι ο Νέος Κόσμος; Υπάρχουν άνθρωποι εκεί που δεν είναι τσακισμένοι από τις ιδέες όπως αυτή; Από μια μικρή πόλη της Βιρτζίνια μέχρι το Μεξικό, η Ντάρια αναζητά τον παλιό της σύντροφο που την περιμένει στην συμμετοχικά οργανωμένη του φάρμα – καχύποπτος ή απελευθερωμένος;. Ίσως μαζί αναζητήσουν την νέα ζωή στην φύση, στους ζωντανούς ανθρώπους των βιβλίων και πάντα σε μια ατέλειωτη διαλεκτική.

Ο Σερζ είναι ένας σπάνιος συγγραφέας. Δεν αρκείται στα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα ή τις δαιδαλώδεις ψυχογραφίες των αντιφατικών και διχασμένων του ηρώων αλλά κατακλύζει την πρόζα του με φορτισμένους διαλόγους, έξοχες περιγραφές του περιβάλλοντος και της φύσης και μια εκθαμβωτική εικονοπλασία, ανοίγοντας τις ιστορίες του σε μια αξιοθαύμαστη λογοτεχνικότητα. Το τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα γράφτηκε από το 1945 έως το 1947, χρονιά του θανάτου του στο Μεξικό, όπου κατέφυγε μαζί με τα χειρόγραφα των δυο προαναφερθέντων βιβλίων του, χωρίς να δει την έκδοση κανενός από τα τρία.

Εκδ. Θύραθεν, 2017, μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, σ. 427 με εργοβιογραφικό επίμετρο James L. Hoberman και δισέλιδο απόσπασμα από το βιβλίο Αναμνήσεις ενός επαναστάτη [Victor Serge, Les Années sans Pardon].

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

03
Δεκ.
17

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς – Τσέρνομπιλ. Ένα χρονικό του μέλλοντος

Μια Ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ

Γιατί δεν μιλήσαμε, ενώ γνωρίζαμε; Γιατί δε βγήκαμε στους δρόμους να βροντοφωνάξουμε την αλήθεια; Γράψαμε αναφορές και υπομνήματα αλλά τελικά μείναμε  σιωπηλοί και ακολουθούσαμε τις οδηγίες γιατί δεσμευόμασταν όλοι από την πειθαρχία του Κόμματος. Γιατί ήμασταν κομμουνιστές. Δεν θυμάμαι ούτε έναν από τους υπαλλήλους ν’ αρνήθηκε να εργαστεί στην απαγορευμένη ζώνη. Από βαθιά πίστη σε μια όμορφη και δίκαιη κοινωνία, την κοινωνία των Σοβιέτ. Για πολλούς η κατάρρευση αυτής της πίστης συνοδεύτηκε από καρδιακές ανακοπές και αυτοκτονίες. Γιατί, όταν χάσεις την πίστη, δεν είσαι πια συμμέτοχος σ’ ένα όνειρο, αλλά συνεργός σ’ ένα έγκλημα. [σ. 234]

Τα λόγια του πρώην αρχιμηχανικού του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας δεν αποτελούν παρά μια μικρή ψηφίδα στο δύσκολο έργο της ανασύνθεσης «μιας Ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ». Αυτός ήταν ο εναλλακτικός τίτλος ενός βιβλίου με τις αφηγήσεις εκείνων που την έζησαν από κάθε θέση. Αυτή η κατεξοχήν λογοτέχνης της μαρτυρίας γνωρίζει καλά ότι πρόκειται για τους μόνους αφηγητές που μπορούν να ανασυνθέσουν μια πραγματικότητα και να την αναπαραστήσουν όπως οι τεχνίτες του λόγου. Άλλωστε υπήρξε και η ίδια μάρτυρας των γεγονότων, καθώς ζούσε κι εξακολουθεί να ζει στην γη του Τσέρνομπιλ, στην Λευκορωσία που στη συνείδηση του κόσμου έχει κατοχυρωθεί σαν ένα εργαστήριο πειραμάτων· στα δέκα εκατομμύρια των Λευκορώσων πάνω από δυο εκατομμύρια ζουν σε μολυσμένες περιοχές.

Στον τραγικό «χορό» των συνομιλητών περιλαμβάνονται πρώην και νυν κάτοικοι της απαγορευμένης ζώνης, εκκαθαριστές (όπως ονόμαζαν τους πολίτες ή τους αστυνομικούς στους οποίους είχε ανατεθεί η «εκκαθάριση» των συνεπειών του ατυχήματος), στρατιώτες, πολιτικοί, κομματικοί, χειριστές μετρητών ραδιενέργειας, εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό, επιστήμονες, γιατροί, εργάτες. Το ταξίδι αυτής της σπαρακτικής διαλεκτικής κράτησε τρία περίπου χρόνια. Θα εστιάσω όχι τόσο στα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά όσο στις βαθύτερες συγκλονιστικές πλευρές εκείνης της αδιανόητης καταστροφής έτσι όπως εκφράζονται από τους συνομιλητές τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ένα πρώτο στοιχείο που κατακλύζει τις πρώτες μνήμες είναι η συνύπαρξη της άγνοιας και της μυστικοπάθειας. Στην αρχή κανείς δεν πήρε το γεγονός στα σοβαρά: κανείς δεν γνώριζε από τι έπρεπε να φυλάγεται και οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να απαντήσουν στις ερωτήσεις των πολιτών, καθώς ποτέ τους δεν είχαν διδαχθεί κάτι παρόμοιο στην στρατιωτική σχολή. Οι ίδιοι υποχρεούνταν να δρουν ως στρατιώτες και να σιωπούν. Τις πρώτες μέρες όλα τα βιβλία σχετικά με την ραδιενέργεια αλλά και τα παλαιότερα, για την ατομική βόμβα, ακόμα και για το έργο του Ρέντγκεν, εξαφανίστηκαν από τις βιβλιοθήκες. Δεν υπήρχαν ιατρικές συστάσεις, οδηγίες ή οποιαδήποτε πληροφορία. Όσοι έμαθαν για το ιώδιο, έσπευδαν να το προμηθευτούν, κάνοντας ολόκληρες ουρές στα φαρμακεία. Ορισμένοι το έπιναν με καθαρό αλκοόλ και τους μετέφεραν στα επείγοντα.

Δεν είχαμε διανοηθεί ότι ο θάνατος θα μπορούσε να έχει τόσο όμορφη όψη. Το βράδυ του Σαββάτου, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την έκρηξη, όλοι βγήκαν στα μπαλκόνια να θαυμάσουν την φωσφορίζουσα φλόγα που συνέχιζε να βγαίνει από τον αντιδραστήρα. Όσοι δεν είχαν μπαλκόνι πήγαιναν στους γείτονες. Οι γονείς σήκωναν τα παιδιά τους να την δουν για να την θυμούνται όταν μεγαλώσουν. Πολλοί έκαναν δεκάδες χιλιόμετρα με το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο για να θαυμάσουν το θέαμα. Το επόμενο πρωί όλα είχαν αλλάξει για πάντα. Οι δρόμοι γέμισαν στρατιώτες με αντιασφυξιογόνες μάσκες, το μεσημέρι διατάχτηκε η εκκένωση. Το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η πόλη θα εκκενωνόταν λίγες ημέρες κι ότι οι κάτοικοι έπρεπε να πάρουν μαζί τους μόνο τα στοιχειώδη. Δεν επέστρεψαν ποτέ

Πολλοί πολίτες κλήθηκαν να παρουσιαστούν, συχνά σε πόστα απολύτως άσχετα με την ιδιότητά τους. Οι ειδικευμένοι της πρώτης γραμμής εκτέθηκαν στον μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι πιλότοι των ελικοπτέρων πετούσαν πάνω από τον αντιδραστήρα για την ρίψη της απαραίτητης άμμου, ώστε να εμποδιστεί μια δεύτερη έκρηξη· έβγαζαν το κεφάλι τους έξω από το πιλοτήριο και εστίαζαν. Εκατοντάδες ανθρακωρύχοι έσκαβαν ένα τούνελ μέρα και νύχτα κάτω από τον αντιδραστήρα για να τοποθετήσουν ένα μεγάλο ψυγείο και να παγώσουν το υπέδαφος. Εργάζονταν επί ένα μήνα αλλά τελικά ο αντιδραστήρας πάγωσε χωρίς αυτό. Αμέτρητοι άλλοι άντρες επιφορτισμένοι με τον καθαρισμό της γης εργάζονταν σε δωδεκάωρες βάρδιες διαμένοντας σε σκηνές μέσα στο δάσος ή σε καταυλισμό.

Σήμερα στο διαδίκτυο μπορεί να δει κανείς την επιχείρηση καθαρισμού της οροφής του αντιδραστήρα. Τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ δεν υπάκουαν στις εντολές, καθώς τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν καταστραφεί από την ραδιενέργεια. Έτσι τα μόνα αξιόπιστα ρομπότ πλέον ήταν οι στρατιώτες (τα «πράσινα ρομπότ» ή «βιο-ρομπότ»), που φορούσαν ποδιές μόλυβδου αλλά τα πόδια τους ήταν απροστάτευτα. Φτυάριζαν τα ραδιενεργά  καύσιμα και τον γραφίτη· είκοσι με τριάντα δευτερόλεπτα να τα φορτώσουν στο καροτσάκι κι άλλα τόσα για να τα πετάξουν μέσα στον αντιδραστήρα. Μετά έπρεπε να φύγουν τρέχοντας, να μην υπερβούν το ανώτατο χρονικό όριο επικινδυνότητας. Κάποιος είχε παθιαστεί και δεν έφευγε, όσο κι αν του φώναζαν οι άλλοι· σήμερα είναι ανάπηρος πρώτου βαθμού, όπως πολλοί από τους συνομιλητές. Στην έξοδο τους περίμενε ένα τιμητικό δίπλωμα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την μοίρα των ζώων που περίμεναν καρτερικά τα αφεντικά τους κι έτρεχαν χαρούμενα προς το μέρος των καθαριστών, αλλά εκείνοι έπρεπε να τους σκοτώσουν. Σταδιακά άρχισαν να πυροβολούν από απόσταση, για να μη βλέπουν την αγωνία στα μάτια του ζώου. Όλοι ομολογούν ότι οι τύψεις τους καταδιώκουν για πάντα. Τα «κόκκινα» δάση στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν πλέον ολόκληρες περιοχές ταφής δέντρων, μετάλλων, σωλήνων, ρούχων, οχημάτων, αντικειμένων. Πολλές άλλες ανάλογες περιοχές βρίσκονται μόνο στα χαρτιά. Τα πάντα κλάπηκαν, πουλήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλακτικά από τα κολχόζ.

Το μεγαλύτερο ψέμα στην απαγορευμένη ζώνη ήταν και το πιο πειστικό: το καλύτερο αντίδοτο για το στρόντιο και το καίσιο είναι η βότκα. Η μέθη υπήρξε η διαφυγή για όσους κλήθηκαν να εργαστούν στις μολυσμένες περιοχές. Ο γραμματέας μιας τοπικής επιτροπής του Κόμματος τους υποσχέθηκε έναν επίγειο παράδεισο, αρκεί να μείνουν να δουλέψουν. Τα μαγαζιά γέμισαν με τα καλύτερα προϊόντα, που μέχρι τότε βρίσκονταν μόνο στις καντίνες του Κόμματος: βότκα, λουκάνικα, καλσόν εισαγωγής. Φυσικά σύντομα κι αυτά τα προϊόντα άρχισαν να βγαίνουν από την ζώνη για να μοσχοπουληθούν οπουδήποτε αλλού.

Αν δεν μεθούσαμε δεν θ’ αντέχαμε αυτή την παράνοια. Πιάναμε φιλοσοφικές συζητήσεις… Ότι δηλαδή είμαστε παγιδευμένοι από τον υλισμό μας και ότι αυτός ο υλισμός μας περιόριζε στον κόσμο των αντικειμένων. Κι ότι το Τσέρνομπιλ ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο προς το άπειρο. Θυμάμαι ακόμη συζητήσεις για την τύχη της ρωσικής κουλτούρας, για την ροπή της προς την τραγικότητα. Λέγαμε πως χωρίς τη σκιά του θανάτου, τίποτε δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί πραγματικά κι ότι η καταστροφή θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από τη σκοπιά της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας. [σ. 268]

Όσοι πρωτομπήκαν στην απαγορευμένη ζώνη ακόμα θυμούνται μια πρωτόγνωρη, θανατηφόρα αίσθηση. Σφραγισμένα σπίτια, παρατημένα μηχανήματα των κολχόζ, σκορπισμένες κάρτες μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, απλωμένα ρούχα, επιγραφές όπως «συγχώρεσέ μας, σπίτι μας» ή «μη σκοτώσετε τον σκύλο μου». Η δουλειά τους ήταν να μην επιτρέπουν στους ντόπιους να επιστρέφουν στα εκκενωμένα χωριά. Στα μέρη που δεν εκκενώθηκαν η εικόνα ήταν απολύτως σουρεαλιστική: από την μία οι στρατιώτες και τα φυλάκια, κι από την άλλη οι αγελάδες που έβοσκαν και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που θέριζαν, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Σύντομα άρχισαν οι ξαφνικοί, «απροειδοποίητοι» θάνατοι. Πολλά παιδιά ανέπτυξαν δυσπλασίες, απλασίες και διάφορες εκ γενετής παθολογίες· άλλα άρχισαν να μεγαλώνουν αργά, να αδυνατούν να επαναλάβουν μια φράση που ειπώθηκε στην τάξη, πόσο μάλλον να απομνημονεύσουν οτιδήποτε. Συχνά οι ίδιοι οι σύζυγοι δυσκολεύονταν να παραδεχτούν ο ένας στον άλλον πως δεν έχουν δυνάμεις, πως χάνουν σιγά σιγά τον έλεγχο των ποδιών τους. Τα «παιδιά του Τσέρνομπιλ» είναι μελαγχολικά και δεν γελούνε. Συχνά δυσκολεύονται να κρατηθούν ξύπνια για πολλή ώρα και καταρρέουν ακόμα και μέσα στην σχολική αίθουσα. Μια από τις σχετικές τραγικές ιστορίες εδώ αφορά μια μητέρα που καθημερινά πασχίζει να κρατά ανοιχτά τα μάτια του γιου της. Όχι μόνο επειδή διαρκώς διολισθαίνει στον ύπνο αλλά επειδή φοβάται πως δεν θα της ξυπνήσει. Αρτιόμκα, άνοιξε τα ματάκια σου… Δεν θα τον αφήσω να πεθάνει.

Μια γυναίκα είναι βέβαιη πως αν έδειχνε η τηλεόραση το παιδί της καμία γυναίκα από όλη την περιοχή δεν θα ήθελε πια να αποκτήσει παιδιά. Και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε πλέον να ξανακάνει έρωτα μετά από αυτό. Ζητούν την κόρη της για πειραματόζωο και είναι έτοιμη να δεχτεί, αρκεί να της υποσχεθούν ότι θα την βοηθήσουν να ζήσει. Μεθαύριο που θα την ρωτήσει γιατί δεν την ερωτεύεται κανείς, τι θα απαντήσει; Οικογένειες ζουν χρόνια μέσα στο νοσοκομείο, τα παιδιά παίζουν τις νοσοκόμες. Οι γιατροί δεν παρέδιδαν τις ιατρικές εξετάσεις ενώ οι καρτέλες όλων είχαν την ίδια ένδειξη, μια μέση δόση ραδιενέργειας. Οι αρμόδιοι αντιμετώπιζαν ειρωνικά όσους ζητούσαν επίδομα ως θύματα του Τσέρνομπιλ, λέγοντας ότι το έκαναν για τα λεφτά. Τα πρώτα χρόνια η ίδια η ιατρική κοινότητα θεωρούσε όλες τις ασθένειες συνηθισμένες, εφόσον δεν υπήρχε προγενέστερη καταγραφή τους. Μόνο μετά από δεκαετίες και με αρκετά στοιχεία θα ήταν σε θέση να τις συνδέσουν άμεσα με την ραδιενέργεια.

Οι πολίτες βασίζονταν στις διαβεβαιώσεις για τον παντοδύναμο και ανίκητο στρατό. Οι εφημερίδες που τους μοίραζαν είχαν τίτλους όπως Τσέρνομπιλ – ένας κόσμος ηρώων. Ο αντιδραστήρας νικήθηκε. Η ζωή συνεχίζεται. Οι άνθρωποι τους Κόμματος τους εμψύχωναν, δεν σταματούσαν να τους λένε πως πρέπει να νικήσουν. Τι να νικήσουμε; Το άτομο; Την φυσική; Το διάστημα; Φαίνεται πως η χώρα είχε ανάγκη από ένα πεδίο δράσης για να επιδείξει τον ρωσικό ηρωισμό. Η κόκκινη σημαία έπρεπε να ανεμίσει πάνω στον ίδιο τον αντιδραστήρα, όπως και έγινε. Η ραδιενέργεια την έκανε κουρέλι αλλά την άλλαζαν ξανά και ξανά. Γνώριζαν οι επιφορτισμένοι στρατιώτες ότι ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο;

Το Τσέρνομπιλ έγινε ζήτημα τιμής, «μια αποστολή για αληθινούς άντρες». Ένας δάσκαλος εξιστορεί ότι η αίσθηση του καθήκοντος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας τους: «Να δίνεις το παρόν εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος, να υπερασπίζεσαι την πατρίδα». Πράγματι, οι περισσότεροι είχαν την αίσθηση πως κάνουν κάτι ηρωικό· θεωρούσαν πως ήταν μια δουλειά για αληθινούς άντρες, ένας άλλου είδους πόλεμος όπου είχαν την ευκαιρία να δείξουν τον ηρωισμό τους. Τους περίμενε άλλωστε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο. Σε κάθε περίπτωση θα πληρώνονταν πολύ καλά. Άλλοι το αντιμετώπιζαν σαν μια απλή υπηρεσία ρουτίνας.

Άλλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Ήταν μέλη του Κόμματος και δεν γινόταν να μην υπακούσουν· θα θεωρούνταν ακόμα και λιποτάκτες. Όσοι αρνούνταν την εντεταλμένη υπηρεσία, όφειλαν να καταθέσουν τις κομματικές τους ταυτότητες. Κανείς δεν αμφέβαλλε πως θα μπορούσαν να τους φυλακίσουν για άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος. Όλοι υπέγραψαν έγγραφο σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν να μην μιλήσουν σε κανέναν. Κάθε βδομάδα απένειμαν τιμητικό δίπλωμα στον πιο παραγωγικό εργάτη. Ο καλύτερος σκαφτιάς της Σοβιετικής Ένωσης! Τι τιμή! Τι παράνοια! [σ. 228]

Υπάρχει όμως και μια πεζή, απομυθοποιητική οπτική· όπως λέει ένας εργάτης: «Δεν είδα κανέναν ήρωα εκεί. Είδα τρελούς και άμυαλους που δεν νοιάζονταν για την ζωή τους που δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν τους κινδύνους. Πολλοί ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολυπόθητο διαμέρισμα ή ένα αυτοκίνητο». Δεν υπήρχε, λένε, πνεύμα αυτοθυσίας αλλά η ανύπαρκτη εκτίμηση των ανθρώπων για την ζωή τους.  Σε αυτό τον «ανατολίτικο μοιρολατρισμό» ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πως δεν θα έχει την ευκαιρία να ξαναζήσει· νιώθει κομπάρσος και ποθεί έναν ρόλο, ένα νόημα στην ζωή του. Κι η προπαγάνδα προτείνει το θάνατο ως το καταλληλότερο μέσο. Μας έμαθαν να είμαστε διαρκώς στρατιώτες έτοιμοι για πόλεμο, για το αδύνατο.

Σε αυτή την «σλάβικη ιδιοσυγκρασία», υπάρχει περισσότερη πίστη σε κάποιο τυχερό αστέρι ή στην αυτόματη τακτοποίηση των πραγμάτων παρά στον ορθολογισμό.  Ίσως πάλι ακριβώς αυτή η πίστη να πήγαζε από το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί είχαν κερδίσει έναν τόσο φοβερό παγκόσμιο πόλεμο. Ίσως πάλι υπήρχε η τυφλή εμπιστοσύνη στις αρχές. Εφόσον δεν ανακοίνωνε τίποτα το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, όλα ήταν υπό έλεγχο. Κι έτσι το Σάββατο 26 Απριλίου οι μεγάλοι πήγαν στις δουλειές τους και τα παιδιά στο σχολείο, ενώ το πρωινό της Κυριακής 27 Απριλίου όλοι απολάμβαναν την ηλιόλουστη βόλτα τους. Πολλοί έκαναν μπάνιο και λιαζόταν στις όχθες του ποταμού Πριπιάτ ενώ στο βάθος ο αντιδραστήρας είχε σύννεφα καπνού.

Είναι φανερό ότι οι αρχές δεν ήθελαν να δημιουργηθεί πανικός, να φύγει ο κόσμος και να εγκαταλειφθεί η γη. Ακόμα και αργότερα, στα εκκενωμένα χωριά έφερναν τους κατοίκους για να τελειώσουν τις δουλειές στα χωράφια και να μαζέψουν τις πατάτες. Στα γραφεία των κολχόζ υπήρχαν ανακοινώσεις υπογεγραμμένες από ραδιολόγους σύμφωνα με τις οποίες όλοι μπορούσαν να καταναλώσουν ελεύθερα οτιδήποτε φύτρωνε. Για να κρατηθεί το πρόγραμμα παραγωγής κρέατος τα μοσχάρια από τις μολυσμένες περιοχές πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή ή χρησιμοποιούνταν για πατέ και λουκάνικα. Τα ζώα από τις μολυσμένες περιοχές ήταν βολικά: έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σφουγγάρια ή χαρτιά. Ο κόσμος συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια, να κάνει ετοιμασίες για το Πάσχα. Δεν είχαν καμία οδηγία παρά να δώσουν όπως πάντα τις αναφορές τους για την εξέλιξη της σποράς στα χωράφια.

Οι ίδιοι οι πολιτικοί ένοιωθαν τον φόβο της κατηγορίας για ανυπακοή. Οι περισσότεροι φοβούνταν την οργή των ανωτέρων τους από την ίδια την ραδιενέργεια. Όφειλαν να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις οδηγίες, προσέχοντας να μην μπλέκεται το όνομά τους, διαφορετικά δεν θα κέρδιζαν την πολυπόθητη προαγωγή ή την ντάτσα. Κανείς δεν τολμούσε να ακυρώσει την Γιορτή της Πρωτομαγιάς. Το Τσέρνομπιλ μετατράπηκε σε πολιτική υπόθεση. Η επιστήμη και η ιατρική υποτάσσονταν στην πολιτική. Τα πάντα που αφορούσαν το ατύχημα ήταν ήδη διαβαθμισμένα. Μια παραμικρή τηλεφωνική αναφορά οδηγούσε σε διακοπή της επικοινωνίας. Ακόμα και οι πλέον στοιχειώδεις επιταγές τους όπως η άμεση προληπτική θεραπεία του πληθυσμού με ιώδιο ή η απομάκρυνση ανθρώπων και ζώων σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων δεν έγιναν δεκτές. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί μετά από μια δημόσια παρέμβαση του Λευκορώσου συγγραφέα Άλες Αντάμοβις στη Μόσχα, ο οποίος έκρουσε για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου και φυσικά μισήθηκε. Στις κομματικές επιτροπές κατηγορούσαν τους «άσχετους γραφιάδες» που ανακατεύονται ενώ υπάρχουν σαφείς οδηγίες.

Η άγνοια αφορούσε και την ίδια την πυρηνική ενέργεια, που ο κόσμος αποκαλούσε «ειρηνικό εργάτη». Όλοι ένοιωθαν περήφανοι που ζούσαν στην εποχή του ατόμου κι ήταν βέβαιοι ότι στους πυρηνικούς αντιδραστήρες χτυπά η καρδιά του μέλλοντος, ότι επρόκειτο για μαγικά εργοστάσια που παράγουν ενέργεια απ’ το τίποτα. Στο εσωτερικό τους εργάτες με λευκές ποδιές απλώς πατούν κάποια κουμπιά. Οι γνώσεις για την ραδιενέργεια περιορίζονταν στα μαθήματα της πολιτοφυλακής και ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με την ιδέα ότι ήταν το ίδιο ασφαλής όσο η τύρφη και το κάρβουνο.

Η βαθύτερη ανάγκη των μαρτύρων (και με τις δυο σημασίες) είναι η ίδια η κατανόηση όσων συνέβησαν. Ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν αυτόν τον τρόμο, γιατί απλούστατα δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία της ανθρώπινης ιστορίας. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει την φαντασία και το γεγονός παραμένει πάνω από κάθε φιλοσοφικό σχολιασμό. Κάποιος θυμάται τον περίφημο Ρώσο συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ και την παραβολή του για τον Λάζαρο, «αυτόν που είδε πέρα από τα όρια του επιτρεπτού». Πολλοί αδυνατούν ακόμα και να περιγράψουν τι είδαν και τι ένοιωσαν.

Ο θάνατος στον πόλεμο είχε μια «λογική», που εδώ ήταν ανύπαρκτη. Πώς να αντιληφθεί κανείς ότι τα ίδια τα αντικείμενα έκρυβαν μια απειλή και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, ακόμα και η κηλίδα στην κουβέρτα ή η λάμψη στο χορτάρι; Οι άνθρωποι άρχισαν να σιχαίνονται τα δέντρα, να φοβούνται τα λουλούδια. Το έδαφος ακτινοβολούσε, τα φαγητά προκαλούσαν ανησυχία, η ίδια η σκόνη δεν ήταν απλά ένας κουρνιαχτός αλλά ραδιενεργή τέφρα. Για δεκαετίες κατασκεύαζαν καταφύγια για να κρυφτούν από την ραδιενέργεια σαν να επρόκειτο για κάποια οβίδα. Η ραδιενέργεια όμως είναι παντού, στο ψωμί, στο αλάτι, στον αέρα που αναπνέουν. Πώς να ζήσεις όταν τα πάντα είναι δηλητηριασμένα;

Ένας διαφορετικός φόβος. Δεν μπορείς να τον ακούσεις, να τον δεις, δεν έχει χρώμα, ούτε μυρωδιά, κι όμως μας μεταλλάσσει σωματικά και ψυχικά. Αλλάζει το αίμα μας, τον γενετικό μας κώδικα, το τοπίο γύρω μας. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αγαπάμε. [σ. 275]. / Κάτι απολύτως άγνωστο σε μένα, σκαρφαλώνει και τρυπώνει μέσα μου, καταστρέφοντας το παρελθόν μου. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Πώς ζούνε σήμερα όλοι αυτοί οι μάρτυρες;  Πολλοί συνομιλητές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν παρά τις σχετικές διαταγές και παραμένουν μέχρι σήμερα στην μολυσμένη γη. Όταν ήρθαν τα λεωφορεία έσπευσαν να κρυφτούν στο δάσος, μαζί με τις αγελάδες τους. Ολόκληρος πόλεμος δεν τους έδιωξε από τα μέρη τους, πώς είναι δυνατόν να το κάνει μια ραδιενέργεια; Δεν έχουν ηλεκτρικό, ιατρείο ή καταστήματα, αλλά επέλεξαν να ζουν στον τόπο τους, κι ας περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα για τα στοιχειώδη. Όλοι έφτιαξαν ξανά με τα χέρια τους όσα έκλεψαν οι πλιατσικολόγοι. Μπορεί να μην έχουν πια κολχόζ αλλά έχουν «κομμούνα». Εδώ είναι ο κομμουνισμός, δηλώνουν, εδώ ζούμε σαν αδέλφια. Αδιαφορούν για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο αλλά ενθουσιάζονται με την επιστροφή των πελαργών και των σκαθαριών. Συχνά φτάνουν κι άλλοι σ’ αυτά τα μέρη, για να φύγουν από τους ανθρώπους, από τον νόμο, για να ζήσουν ελεύθεροι.

Μια κάτοικος της απαγορευμένης ζώνης που ζει μόνη της εδώ και επτά χρόνια μονολογεί πως αρχικά περίμενε την επιστροφή τους ενώ τώρα δεν περιμένει παρά τον θάνατο. Αρχικά έβλεπε το καίσιο να λαμπυρίζει στον κήπο της αλλά αδυνατούσε να δεχτεί ότι πρέπει να πλένει τα κούτσουρα κι ότι η ραδιενέργεια είχε εισχωρήσει στις ντουλάπες και στα μπαούλα. Τώρα ζει σε μια τεράστια σιωπή, που διακόπτουν κάθε τόσο οι αστυνομικοί που φέρνουν ψωμί, οι κλέφτες ή οι έμποροι. Κι ακόμα νομίζει πως ακούει την φωνή της γειτόνισσας.

Για όλους εμάς δεν θα υπάρξει άλλος κόσμος. Καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου. Η μοναδική μας σταθερή αναφορά είναι ο ανθρώπινος πόνος. Το ανεκτίμητο κεφάλαιό μας. [σ. 203]

Κάποιοι παραμένουν πεισματικά σε μια ιστορία που είναι η ιστορία της ζωής τους. Ο αντιπρόεδρος του λευκορωσικού συλλόγου Η ασπίδα του Τσερνομπίλ ομολογεί την αμφιθυμία του: συνεχίζει να συλλέγει αντικείμενα για ένα μουσείο αλλά συχνά αναρωτιέται πώς τα αντέχει όλα αυτά και σκέφτεται να παρατήσει και να φύγει. Ο κόσμος προσέρχεται σε αυτά τα μέρη σαν να επισκέπτεται μουσείο. «Θαυμάζουν τα μετάλλια και τα διπλώματα των αντρών στις προθήκες αλλά κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις απελπισμένες κραυγές των γυναικών τους». Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε φοβερά αξιοθέατα: είναι οι άνθρωποι από το Τσέρνομπιλ. Συχνά ονειρεύονται πως βρίσκονται στο Πριπιάτ και περπατούν στους ηλιόλουστους δρόμους αγκαλιασμένοι με τους αγαπημένους τους ή τα παιδιά τους. Θυμούνται την αρμονική, ανθισμένη πόλη που σήμερα χάσκει έρημη και για πάντα μολυσμένη. «Στις εκκενωμένες περιοχές βρίσκονται εξίσου θαμμένες η εποχή της πίστης στην επιστήμη και στην δικαιοσύνη του σοσιαλιστικού ιδεώδους». Δυσκολεύονται να το παραδεχτούν αλλά το ομολογούν: ότι αγαπούν κατά βάθος το Τσέρνομπιλ γιατί έδωσε ένα καινούργιο νόημα στην ζωή τους, το νόημα της οδύνης. Έμαθαν πώς είναι να είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Άλλωστε χάρη σ’ αυτό τους παραχωρήθηκε η αιωνιότητα.

Κλείνοντας το συγκλονιστικό βιβλίο μένω με τις φράσεις δεκάδων ανθρώπων που συμπυκνώνουν ολόκληρους βίους: Τα παιδιά γνωρίζουν ότι οι μέρες τους είναι μετρημένες. Ένα μικρό κορίτσι πηγαινοέρχεται σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα μωρό με μια πελώρια τρύπα αντί για στόμα και καθόλου αυτιά, και λέει στην μητέρα του πως ακόμα κι αν γεννήσει ένα τέρας, πάλι θα το αγαπά. Ένας χωρικός προτού φύγει αποχαιρέτησε την κάθε μηλιά του χωριστά. Ένας πρώην μαθητής γνωρίζει πως κάτω από ένα επίπεδο χωράφι βρίσκεται θαμμένο ολόκληρο το χωριό του, το σχολείο του, το βοτανολόγιό του, η συλλογή με τα γραμματόσημά του. Οι γυναίκες βλέπουν συνεχώς εφιάλτες με τερατογεννέσεις. Μια αγελάδα τυλιγμένη σε πλαστικό και μια γριούλα, τυλιγμένη κι αυτή με το ίδιο πλαστικό, να φροντίζει το ζωντανό. Ένας πελαργός περπατάει σ’ ένα κατάμαυρο χωράφι. Είναι μια ζωγραφιά με την λεζάντα «Κανείς δεν είπε στον πελαργό τι να κάνει». Μια γυναίκα περιγράφει στην ευτυχία της κάθε φορά που ξάπλωνε στο χορτάρι στο δάσος, σε μια σχέση εμπιστοσύνης με την φύση που πλέον έχει οριστικά διαταραχθεί. Ένας άντρας δηλώνει ότι ευγνωμονεί το γεγονός ότι τώρα είναι που νοιώθει πλησιέστερα από ποτέ στα ζώα και στα δέντρα. Κι όλοι θυμούνται τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο που έλαμπε εκείνη την ημέρα, με τον τρόπο που μόνο στην Ρωσία λάμπει.

Η ανάγκη για ανασύνθεση της αλήθειας και απονομή δικαιοσύνης κυριαρχεί στους διαλόγους. Η αναζήτηση των ενόχων μέσα στο ίδιο το σοβιετικό πολιτικό σύστημα ήταν αδύνατη· οι πάντες εκτελούσαν διαταγές από ανώτερους. Όλοι αναρωτιούνται γιατί γράφονται τόσα λίγα για το Τσέρνομπιλ. Θα μάθουμε ποτέ πόσα ήταν τα θύματά του; Αν η Ρωσία είχε κερδίσει αυτή την μάχη, θα γράφονταν περισσότερα; Γιατί σιώπησαν και σιωπούν οι συγγραφείς και οι φιλόσοφοι; Η μνήμη είναι πάντα παρούσα αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που επιλέγουν την λήθη, την απελευθέρωση από το βάρος των γεγονότων. Τι είναι τελικά προτιμότερο; Να θυμάται κανείς ή να ξεχνά;

Ξαφνικά τα βιβλία δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Σε ποιο βιβλίο να τα διαβάσω όλα αυτά; Πού έχει συμβεί κάτι παρόμοιο στο παρελθόν; Εφόσον οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τίποτα και οι συγγραφείς στέκουν αμήχανοι, τότε φαντάζομαι πως μόνον εμείς μπορούμε να τους βοηθήσουμε με την ζωή και τον θάνατό μας. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Εκδ. Πατάκη, 2016, μτφ. Ορέστης Γεωργιάδης, με οκτασέλιδη εισαγωγή του Θανάση Τριαρίδη και τρισέλιδο με «ιστορικές πληροφορίες», σελ. 343 [1η έκδ., Περίπλους, 2001] [Svetlana Alexievich, 1997]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, (προσεχές) τεύχος 52, χειμώνας 2017 – 2018.

Παλαιότερη παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος με κείμενα για το Τσέρνομπιλ εδώ.

Στις εικόνες: 1. Η μόνη φωτογραφία που σώθηκε από το φιλμ του Igor Kostin που πέταξε πάνω από τον αντιδραστήρα. Η αλλοίωση από την ραδιενέργεια είναι εμφανής. 2. Το «ειδυλλιακό» Πριπιάτ, η πόλη που χτίστηκε για τους χιλιάδες εργαζόμενους στον πυρηνικό εργοστάσιο τρία χιλιόμετρα δίπλα του. 3. Οι εκκαθαριστές της στέγης. Η ραδιενεργή ακτινοβολία είναι εμφανής με την μορφή των λευκών σχηματισμών στο κάτω μέρος της φωτογραφίας. Φωτογραφία του Igor Kostin. 4. Ένα κορίτσι αρνείται να αποχωριστεί την γάτα του το μεσημέρι της εκκένωσης της πόλης Πριπιάτ. 5 και 6. Μια όψη του Πριπιάτ μετά και πριν την εκκένωση. 7. Η εννιάχρονη Nastya Eremenko [Buda Kashelevo, Λευκορωσία], καρκινοπαθής του Τσέρνομπιλ (φωτ. Robert Knoth).

8. Η κόκκινη σημαία που έπρεπε οπωσδήποτε να κυματίζει πάνω στον αντιδραστήρα μετά το ατύχημα. 9. Εργάτης ποζάρει μπροστά από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα χωρίς την στοιχειώδη προφύλαξη. 10. Μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο που μετέφερε τους κατοίκους από το Πριπιάτ [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. 11. Παρέλαση Πρωτομαγιάς στην κομμουνιστική πόλη. Οι μη εκκενωθείσες πόλεις δεν ακύρωσαν τις σχετικές παρελάσεις, εκθέτοντας τους πολίτες σε υψηλή ραδιενέργεια. 12. Το εσωτερικό του τέταρτο αντιδραστήρα 13. Εκκαθαριστήςκτιρίων 14. Εναπομείναντα αντικείμενα στο έρημο Πριπιάτ 15. Η 67χρονη Nastasya Vasilyeva που παραμένει στο έρημο χωριό Rudnya 16. 1970, έτος ίδρυσης του Πριπιάτ και μιας εις γάμον κοινωνίας 17. Τα λεωφορεία με τους κατοίκους της εκκενωθείσας πόλης 18. Μια ανεπίστροφη εποχή 19. Η πόλη όπως θα είναι πάντα 20. Μετρητές ραδιενέργειας στα χωράφια. Άλλη μια φωτογραφία του Igor Kostin. 21. Άλλη μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο της εκκένωσης [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. Σκεφτική; Φοβισμένη; Η συγγραφέας προσκάλεσε ως αφηγητές τα ίδια τα πρόσωπα του δράματος.

Μια αναπαράσταση της αδιανόητης Ιστορίας [The Battle of Chernobyl, Thomas Johnson, 2006, Discovery Channel] εδώ.

Η τηλεφωνική επικοινωνία των αρμόδιων θέσεων λίγα λεπτά μετά την έκρηξη εδώ.

Η ανακοίνωση της εκκένωσης του Πριπιάτ εδώ.

Η δική μας πρώτη γνωριμία με την ραδιενέργεια ήταν μέσω του αξέχαστου δίσκου των Kraftwerk [Radio Activity, 1975]. Πρόσθετο μουσικό όργανο στα πρώτα δευτερόλεπτα του ομώνυμου κομματιού ο ήχος του μετρητή ραδιενέργειας.

Σήμερα οι Kraftwerk έχουν προσθέσει στις λέξεις το Τσέρνομπιλ και τους άλλους τόπους των πυρηνικών ατυχημάτων.

Ο στίχος τους παραμένει η μόνη η αλήθεια: Η ραδιενέργεια βρίσκεται και θα βρίσκεται στον αέρα για όλους, ανεξαιρέτως.

30
Σεπτ.
17

Αναστάσης Βιστωνίτης – Κάτω από την ίδια στέγη

Ένοικοι της Γεωγραφίας, κάτοικοι της Ιστορίας

Εκτιμώ βαθύτατα την πρόζα του Βιστωνίτη, μια πρόζα που είναι απολύτως ανοιχτή στα είδη του λόγου, στον κόσμο των ιδεών και στην λατρεία της περιπλάνησης ανά τόπους, πόλεις και χώρες. Η θητεία στην ποίηση αλλά και στην ιδανική κριτική βιβλίου προφανώς προσθέτουν στην γραφή του που μας έχει πείσει οριστικά και αμετάκλητα για την συγγενική και αμφίδρομη σχέση του λόγου της τέχνης και της τέχνης του ταξιδιού. Έτσι ένας τόμος με πλήθος κειμένων σε πέντε ενότητες από το βάθος μιας εικοσαετίας είναι προφανώς ευπρόσδεκτος και απαιτεί δίπλα του, όπως πάντα, ένα ανοιχτό σημειωματάριο. Ας δούμε ορισμένα από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα κάποιων ενοτήτων.

Στην πρώτη ενότητα, που τιτλοφορείται Οι εποχές της στάχτης και εμπνέεται από την ατέλειωτη σκοτεινή ιστορία του εικοστού αιώνα, το κείμενο Ναζισμός και αποκρυφισμός ερευνά τις πηγές και την εξέλιξη της αριοσοφίας. Ο νεολογισμός αποδίδει τον συνδυασμό θεοσοφικών – αποκρυφιστικών αντιλήψεων και ρατσιστικών θεωριών για την υπεροχή της αρίας φυλής. Οι σχετικές θεωρίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος ιδίως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια εποχή όπου οι θεωρίες του κοινωνικού διαρβινισμού ήταν ήδη εξαιρετικά δημοφιλείς ανάμεσα στους παγγερμανιστές ή μεγαλογερμανιστές της Βιέννης. Η επίδραση αυτού του ευρύτερου πολιτισμικού κομπογιαννιτισμού στους ναζιστές άρχισε σχετικά αργά να ερευνάται επισήμως. Από τις παροιμιώδεις κρανιομετρήσεις του Χίμλερ στο Θιβέτ προκειμένου να αποδειχτεί ότι εκεί υπήρξε το λίκνο της αρίας φυλής μέχρι τις πρακτικές λύσεις για το «φυλετικό πρόβλημα», και τα βιβλία της Σαβίτρι Ντέβι (μιας γυναίκας που αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα ευφυές άτομο μπορεί να ζήσει όλη του τη ζωή σε κατάσταση ημιπαραφροσύνης) οι τσαρλατάνοι του χιτλερισμού και του σύγχρονου νεοναζισμού προσπαθούν να κρατηθούν από μια ψευδοεπιστημονική κωμικοτραγική «γραμματεία».

Από την Οχράνα στην CIA, η απόσταση μοιάζει μεγάλη αλλά πιθανώς δεν είναι. Οι μέθοδοι της Οχράνα, στους οποίους βασίστηκε η λειτουργία και η δράση των κατοπινών σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, πρώτα της Τσεκά και κατόπιν της Γκε Πε Ου, της Νι Κα Βε Ντε και της Κα Γκε Μπε, ίσως είναι πια γνωστοί. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι η Οχράνα συνέταξε και διέδωσε τα ψευδή Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, που λειτούργησαν ως καταστατικό κείμενο του αντισημιτισμού. Καμία μυστική υπηρεσία ως σήμερα δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ψευδογεγονός αυτής της κλίμακας που να λειτουργήσει σε τέτοιο βάθος χρόνου· κι όχι τόσο εξαιτίας του άγριου αντισημιτισμού, όσο γιατί αναπτύσσουν μια θεωρία που μπορεί ο οποιοσδήποτε ευήθης να την προσαρμόσει στις φαντασιώσεις του. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν μελετήθηκε το ρωσικό πρωτότυπο των Πρωτοκόλλων, οι ερευνητές εντόπισαν επιδράσεις του ύφους του Ντοστογέφσκι. Πρόκειται για το σατιρικό έργο Διάλογος στην Κόλαση ανάμεσα στον Μοντεσκιέ και τον Μακιαβέλλι του Μωρίς Ζολύ, όπου ενσωματώνονται και επτά σελίδες ξεσηκωμένες από ένα μυθιστόρημα του Ευγένιου Σύη! Και τελικά η κληρονομιά της Οχράνα δεν είναι τα ίδια τα Πρωτόκολλα αλλά το ότι με βάση αυτά δηλητηριάστηκαν οι συνειδήσεις σε πλανητικό επίπεδο και αναπτύχθηκαν αμέτρητες θεωρίες συνωμοσιών που κρατούν μεγάλες μάζες του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση μερικής παραφροσύνης.

Ο πόλεμος των ιδεών αναφέρεται στην εμπλοκή της παγκόσμια κουλτούρας σ’ έναν πόλεμο ιδεών που μαινόταν παράλληλα με τον ψυχρό πόλεμο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του Μέλβιν Λάσκι, που διηύθυνε το περίφημο περιοδικό Encounter από το 1958 έως το κλείσιμό του, το 1991, όταν οι New York Times αποκάλυψαν ότι το χρηματοδοτούσε η CIA. Ο ίδιος αργότερα το παραδέχτηκε με την αποστροφή: Και ποιος περιμένατε να μας δώσει τα χρήματα; Η γριούλα με τα αθλητικά παπούτσια από την Άιοβα; Ο τροτσκιστής στα νιάτα του Λάσκι υπήρξε δαιμόνιος ιδίως στην ικανότητά του να αποσπά συνεργασίες υψηλού επιπέδου (Φ. Τόυνμπη, Χ.Λ. Μπόρχες, Λέζεκ Κολακόφσκι, Τζορτζ Στάινερ, Ρόμπερτ Γκρέηβς, Ουίλλιαμ Τρέβορ κ.ά.) όπως και νωρίτερα με το βραχύβιο έντυπο Der Monat (Τζορτζ Όργουελ, Χάνα Άρεντ, Ρεϋμόν Αρόν, Ιγνάτσιο Σιλόνε, Μαξ Φρις, Χάινριχ Μπελ κ.ά.).

Ήδη από την εποχή των δικών της Μόσχας ο έλεγχος της κουλτούρας που είχε επιβάλει το σοβιετικό καθεστώς ήταν ασφυκτικός ενώ κατά την διάρκεια της σοβιετικής εποχής εκτελέστηκαν περί τους 2.500 συγγραφείς και διανοούμενοι. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1990 λύθηκε το «μυστήριο» του τι συνέβη στον πεζογράφο Μπορίς Πιλνιάκ, πρόεδο για ένα διάστημα της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων και προσωπικό φίλο του Μαλρώ. Ο Πιλνιάκ εκτελέστηκε στις φυλακές της Λουμπάνκα το 1938, την χρονιά που χάθηκαν τα ίχνη του. Όλα αυτά δεν ήταν ευρέως γνωστά στη δύση αλλά και τα λίγα που είχαν διαρρεύσει ήταν αρκετά για να αποστασιοποιηθεί μεγάλος αριθμός δυτικών ριζοσπαστών και αριστερών διανοουμένων.

Όταν στην μεταπολεμική περίοδο η Σοβιετική Ένωση έγινε πανίσχυρη και πρωτοπορούσε στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι είχαν ήδη χάσει πολύ χρόνο και θα έπρεπε να διεξαγάγουν έναν σκληρό ιδεολογικό αγώνα. Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ χρηματοδότησαν περιοδικά, εκδηλώσεις και συνέδρια, ενώ δαπανήθηκαν τεράστια ποσά για θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, ιδίως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού (Τζάκσον Πόλοκ, Μαρκ Ρόθκο), ακόμα και τζαζ συναυλίες. Η CIA επέλεξε να ενισχύσει οικονομικά την μοντέρνα τέχνη ως έκφραση ελευθερίας και ως αντίθεση στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό! Από τις διακηρύξεις του Ζντάνοφ, την τραγική περίπτωση του Παστερνάκ και τα κείμενα μνημειώδους μισαλλοδοξίας κατά συγγραφέων μέχρι τις αναζητήσεις του περίφημου Ιταλού εκδότη Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλλι για εκδόσεις έργων Σοβιετικών συγγραφέων και την πορεία του Encounter, ο Βιστωνίτης εκθέτει μερικές από τις αμέτρητες μάχες του αγνώστου πολέμου των ιδεών ανάμεσα στους δυο κόσμους.

Η αδυναμία ακριβώς των δυτικών διανοούμενων να κατανοήσουν σε βάθος την οργανωτική δομή και τα προβλήματα του σοβιετικού πολιτικού και πολιτιστικού συστήματος αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κειμένου, Η μέθοδος του Στάλιν, που συνεχίζει να ανακαλεί τις περιπέτειες της ρωσικής κουλτούρας από την Οκτωβριανή Επανάσταση ως την πτώση του καθεστώτος. Η πολιτική σημασία της κουλτούρας αποτελούσε μείζον ζήτημα για τους Μπολσεβίκους επειδή απλούστατα συνιστούσε το σημαντικότερο μέσον νομιμοποίησης του καθεστώτος. Η επέκταση του κομματικού κράτους στο πεδίο της έκφρασης των ιδεών όμως δεν συνέβη όσο εύκολα πιστεύουν πολλοί. Η αμφιθυμία του Στάλιν απέναντι στον Αντρέι Πλατόνοφ, η περίπτωση του κομισάριου της κουλτούρας Ανατόλι Λουνατσάρκσι, η περίφημη δήλωση του Γεβγκένι Ζαμιάτιν για την ελευθερία του λόγου του, η συμμαχία Στάλιν και Γκόρκι (μέχρι να εξοριστεί κι αυτός στο Γκουλάγκ), η εφεύρεση του όρου σοσιαλιστικός ρεαλισμός από τον ίδιο τον Στάλιν, η αντίδρασή του στην αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, οι ελιγμοί του Έρενμπουργκ είναι και πάλι ελάχιστες από τις πτυχές ενός ατέλειωτου πολιτισμικού πολέμου.

Η δεύτερη ενότητα, Η κατοικία και η εξορία, δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει κι ένα από τα καθαρόαιμα ταξιδιωτικά κείμενα του Βιστωνίτη. Η διαπασών του χρόνου γράφεται με αφορμή ένα ταξίδι στην Φεζ όπου ο συγγραφέας διαπιστώνει πως μια πόλη δεν είναι πραγματική σε κανένα κείμενο, αφού είναι εκείνη που γεννά τα κείμενα, απλούστατα επειδή τα περιέχει. Στην Φεζ, όπως και στο Μαρρακές (για να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τον Ελίας Κανέτι), οι φωνές είναι εκείνες που πάλλονται στο στερέωμα αλλά εδώ είναι φωνές απόντων, «μια σύνοδος των ψυχών που τα πρωινά βρίσκονται φυλακισμένες στη μεγάλη μεντίνα, για την οποία είχαμε προειδοποιηθεί ότι αν προχωρούσαμε μόνοι στα έγκατά της υπήρχε κίνδυνος να χαθούμε». Αλλά αυτόν τον κίνδυνο δεν τον ένιωσε ποτέ: η φωνή του μουεζίνη τον κατευθύνει πάντα προς την έξοδο κι όσο για τον χρόνο, στην Ανατολή ακόμα τον υπολογίζεις με τον ήλιο που δεν κάνει ποτέ λάθος.

Οι πόλεις είναι απτές, όμως ο εσωτερικός τους κόσμος άυλος και η αφήγηση που λέγεται ζωή δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αν στην καρδιά του Λαβυρίνθου, στο κέντρο μιας πόλης ενεδρεύει και σήμερα ο Μινώταυρος ή Μέδουσα ή κάποιο άλλο τέρας, αυτό δεν πρόκειται να το μάθουμε ποτέ. Γιατί τώρα το τέρας είναι πολυπρόσωπο κι αλλάζει ονόματα συνεχώς, γράφει ο συγγραφέας στο τρίτο από δέκα κομμάτια του κειμένου. Κι αν, συμπληρώνει στο τελευταίο, σε όποια πόλη βρεθούμε, το πρώτο που θέλουμε να δούμε είναι το κέντρο της, ο πυρήνας της, ίσως κατά βάθος αναζητούμε το σημείο αναχώρησης, όχι την καρδιά της πόλης. Αυτή μπορεί να χτυπάει αλλού και να μην το υποψιαζόμαστε.

Το κείμενο Κάτω από τη ίδια στέγη εστιάζει σε ένα άλλο διαρκές κέντρο της πρόζας του Βιστωνίτη: την ίδια την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική αλλά και την σχέση τους με την λογοτεχνία. Οι αφηγήσεις χαρτογραφούν τις πόλεις, η λογοτεχνία τις υπομνηματίζει, γράφει εδώ ο Βιστωνίτης, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του το πέρασε σε μεγάλες ή μικρές πόλεις, έτσι ήταν αναμενόμενο να συσχετίζει από νωρίς το κτίσμα με το κείμενο, τη δόμηση του χώρου με τη δομημένη γλώσσα τον κειμένων, ανάγοντας την φιλοσοφία της κατασκευής σε μείζονα προϋπόθεση της δημιουργίας. Είναι άραγε τέχνη η αρχιτεκτονική, κι αν ναι, πώς συνδέεται με την λογοτεχνία; Η πρώτη σκέψη αφιερώνεται στον Γιόζεφ Μπρόντσκι που ζώντας εξόριστος, μακριά από τη γενέθλια πόλη του, θα έπρεπε να ορίσει εκ νέου τον κόσμο μετατοπίζοντας την οπτική του γωνία και να ανακαλύψει κάποιαν άλλη Πετρούπολη. Είναι άραγε κάτι τέτοιο εφικτό; O συγγραφέας που ζει στις πόλεις διατηρεί μέσα του ισχυρά δυο πρωταρχικά αισθήματα: της καταγωγής και της ταυτότητας, του ανήκειν δηλαδή, μαζί με το αίσθημα της ορφάνιας, αφού παραμένει έκθετος στον περίγυρο.

Ο ένοικος, ένα μεγάλο εξομολογητικό κείμενο, εκκινεί από μια φωτογραφία που ο συγγραφέας έβγαλε μπροστά σε ένα από τα πολλά σπίτια των παιδικών του χρόνων στην Κομοτηνή.  Εδώ συλλογίζεται για την ανυπόφορη πεζογραφία της εφηβείας, για την οποία σπατάλησε, διαβάζοντάς την, πολύτιμο χρόνο σε κρίσιμες εποχές, για το ένα και μοναδικό τίμημα στον αγώνα για να εκφραστεί, την εξορία, για τις φωτογραφίες που δεν αποτελούν τεκμήριο ζωής αλλά αυταπάτες της αναβίωσης και κατασκευές του χρόνου, για τον εγκλεισμό του καλλιτέχνη: «Ο καλλιτέχνης είναι έγκλειστος. Το έργο του περιγράφει το ιστορικό της απόδρασής του, τον δρόμο προς τους άλλους. Το παλιό όνειρο στην τέχνη: να εξαπατήσουμε τον χρόνο, για να βρεθούμε στο κέντρο του κόσμου. Είναι όμως οδυνηρό να διασχίζεις αντίστροφα τον χρόνο». Η δημιουργία είναι αντίστροφη κίνηση· τρέχεις να προλάβεις πόρτες που κλείνουν πίσω σου. Το γράψιμο σου στερεί τη χαρά της ζωής γιατί είναι ζωή πολλαπλασιασμένη, μια ανυπόφορη τέχνη που απαιτεί συνεχώς να είσαι ο εαυτός σου, ακόμη κι αν μέσα από αυτόν ανασύρεις την άλλη σου πλευρά. Είναι μια πικρή και ακοινώνητη χαρά. Οι σημαντικοί δημιουργοί κατάφεραν να σωθούν μετατρέποντας το πάθος τους σε κοινή περιουσία.

Η ενότητα Τόποι, πόλεις, άνθρωποι συνεχίζει στην διαρκή πρόζα του συγγραφέα πάνω στην τριπλή αυτή θεματική. Αυτή τη φορά είναι το μεξικανικό Κογιοακάν, η Βιέννη, η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Ντουίνο, το Μπουένος Άιρες, το Πεκίνο και το Παρίσι που τυγχάνουν μικρών πλην περιεκτικότατων συνόψεων μιας διαχρονικής πολιτιστικής φυσιογνωμίας. Τα Πάθη του Έρωτα θυμούνται τις κορυφαίες ερωμένες της κλασικής λογοτεχνίας, το Έρωτες και πάθη στο Παρίσι αναφέρεται μεταξύ άλλων στην συνάντηση του Έζρα Πάουντ με την Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϋ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία του μοντερνισμού, ενώ η πόλη του φωτός δικαιώνει σε άλλο κείμενο την ιδιότητά της ως μιας «κινούμενης γιορτής».

Οι διαδρομές του καφέ, μια αυτόνομη πλην συγγενής ενότητα, μας ταξιδεύει σε πέντε σημαντικά καφέ του κόσμου που αποτελούν ήδη μυθολογημένους τόπους συνάντησης, μοναξιάς, γραφής και αφηγήσεων. Τέλος, Ο κόσμος αλλού, συμπυκνώνει σε σύντομα κείμενα ιδιαιτερότητες εποχών, μυθολογίες μηχανών, φυσιογνωμίες εορτών και κόσμους ιδεών. Διαβάζοντας όλα αυτά τα κείμενα διατηρούσα διαρκώς την αίσθηση πως όλοι αποτελούμε ενοίκους όχι μόνο του τόπου που ζούμε αλλά όλων των τόπων που επισκεφτήκαμε ή μας περιμένουν να επισκεφτούμε. Παραμένουμε όμως ένοικοι και της ίδιας της ανθρώπινης Ιστορίας, όσο κι αν επιθυμούμε να την ξεχάσουμε ή να την εξωραΐσουμε. Όπως βέβαια και της δικής μας προσωπικής ιστορίας. Ως προς αυτήν, ακούμε συνεχώς πόσα κερδίζει κάποιος μπαίνοντας στα χρόνια, αλλά αυτά δεν είναι παρά η επίγνωση της απώλειας. Κερδίζουμε τη γνώση του ποια πράγματα έχουμε χάσει, προχωρούμε συσσωρεύοντας, όμως το φορτίο είναι μεγάλο, κομμάτια του πέφτουν στην πορεία, στρώματα λήθης σωριάζονται στο νου… [σ. 193]

Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο Βήμα, άλλα στα ένθετα του Πολιτισμού και των Βιβλίων και άλλα στο ΒΗmagazino), ενώ κάποια δημοσιεύτηκαν σε παλαιότερα βιβλία του συγγραφέα, στο Φρέαρ, στον Αναγνώστη και σε ξένα περιοδικά.

Εκδ. Κίχλη, 2017, σελ. 481.

Υπό δημοσίευση: (δε)κατα, τεύχος 51, φθινόπωρο 2017.

Στο Πανδοχείο έχουμε παρουσιάσει την Λογοτεχνική Γεωγραφία και το Ex Libris. Κείμενα για την λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ (πάνε ήδη επτά χρόνια!).

Στις εικόνες: Stalin στα Αρχεία της Okrhana, Boris Pilnyak [Yuri Annenkov], Joseph Stalin – Maxim Gorky, 1931 [Pravda, 1940], Joseph Brodsky, Ezra Pound [αμφότεροι στην Βενετία], Cafe Gijon [Inma Serrano].

25
Απρ.
16

Το Δέντρο, τεύχος 207 – 208 (Μάρτιος 2016)

dentro

Τώρα που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, με γοητεύουν τα όρια όλης της αφήγησης. Ούτε ο Σέξπιρ ούτε ο Δάντης θα μπορούσα να επινοήσουν τον Στίβεν Χόκινγκ, το άτομο, το έργο του. Από το ελάχιστο άνοιγμα ενός βλεφάρου αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος…

λέει ο Τζορτζ Στάινερ σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Νίκολας Σέξπιρ. Ο «αταξινόμητος στοχαστής» θυμάται μεταξύ άλλων και την φράση που τον σημάδεψε για όλη του την ζωή: στην ηλικία των πέντε, παρατηρούσε από το παράθυρο στο Παρίσι τον όχλο που φώναζε «Θάνατος στους Εβραίους!». Αλλά ακολούθησε και η πολύτιμη φράση του πατέρα του: «Δεν πρέπει ποτέ να φοβηθείς. Αυτό που έχεις μπροστά στα μάτια σου ονομάζεται Ιστορία». Ο Στάινερ, που χαρακτηρίζεται στην αυτοβιογραφία του  ως «αναρχικός πλατωνιστής» παραδέχεται πως θα ήθελε να έχει γράψει αφήγηση υψηλοτάτου επιπέδου αλλά υπήρξε παθιασμένος με πάρα πολλά πράγματα για να το κάνει.

George-Steiner_

Σειρά στην θέση του συνομιλητή παίρνουμε εμείς, καθώς μας χαρίζει το κείμενό του Αγαπητοί αναγνώστες, τα βιβλία σάς χρειάζονται, κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον Φέλιξ Κρουλ του Τόμας Μαν. Ο Μάριος Βάργκας Λιόσα διαβάζει προσεκτικά το πρόσφατο προκλητικό βιβλίο του Στάινερ Η ιδέα της Ευρώπης [The idea of Europe] και εστιάζει στην ιδιότητα του ευρωπαϊκού τοπίου που είναι προσβάσιμο με τα πόδια, μια γεωγραφία στα μέτρα των ποδιών. Αυτό το εκπολιτισμένο τοπίο δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή εκεί η φύση δεν συνέθλιψε ποτέ την ανθρώπινη ύπαρξη.  Η Ευρώπη είχε πάντα ένα φυσικό περιβάλλον φιλικό προς τον άνθρωπο, που διευκόλυνε την επιβίωση και ευνόησε την επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς. Η Ευρώπη πλάστηκε και εξανθρωπίστηκε από την κίνηση του ανθρώπινου ποδιού. Δεν είναι υπερβολική η άποψή του Στάινερ ότι όλη η φιλοσοφία μας είναι βασισμένη στο βάδισμα, στην απλή πράξη του να βάλεις το ένα πόδι μπροστά στο άλλο, ενέργεια που χωρίς να το αντιληφθούμε μας πηγαίνει στον προορισμό μας.

calvino-wesley-large

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ διαβάζει ένα παλαιότερο βιβλίο του Στάινερ, Τα βιβλία που δεν έγραψα [My unwritten books], που δεν είναι μια επιτομή ευσεβών πόθων, αλλά περισσότερο ένας χάρτης τόπων την εξερεύνηση των οποίων ο Στάινερ αρνείται να ξεκινήσει. Μυστηριωδώς, η χαρτογραφία επαρκεί. Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα αφορά τον Ίταλο Καλβίνο και περιλαμβάνει μια συναρπαστική Απολογία της εντιμότητας στη χώρα των διεφθαρμένων. Το ειρωνικό αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στην La Repubblica το 1980, πυκνογραφεί σε τέσσερις σελίδες όλη την κωμικοτραγική παθογένεια των σύγχρονων διεφθαρμένων πολιτικών συστημάτων και ταιριάζει ιδανικά στα καθ’ ημάς. Ακόμα, ο Ουμπέρτο Έκο γράφει για τον Αναρριχώμενο βαρόνο, δυο Ιταλοί δημοσιογράφοι συνομιλούν για τον Καλβίνο «στον αστερισμό της Αθηνάς» και μια ακόμα παρουσιάζει συντομογραφικά τρία από τα έργα του Ιταλού συγγραφέα.

Svetlana-Alexievich_03_

Η τρίτη διακριτικά τιμώμενη του τεύχους είναι η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Τα βιβλία της Αλεξίεβιτς αποκαλύπτουν, γράφει στο κείμενό της η Βαλζίνα Μορτ, ένα συγκλονιστικά φιλόδοξο σχέδιο, μια προσπάθεια να συνοψισθεί ολόκληρη η σοβιετική ιστορία – επανάσταση, γκουλάγκ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αφγανιστάν, Τσερνόμπιλ, πτώση του Κομουνισμού – σε ένα χρονικό, δημιουργημένο από τον λόγο των ανθρώπων τους οποίους σπάνια ρωτούν οι ιστορικοί. «Τι κρίμα να λέγονται, να ψιθυρίζονται, να ακούγονται στεντόρεια τόσα πολλά στο σκοτάδι…Λάμπουν για ένα λεπτό και σβήνουν, όσο για σήμερα, εξαφανίζονται αμέσως», είχε πει παλαιότερα η Αλεξίεβιτς. Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την πολυφωνική μέθοδο του βιβλίου των Άλες Αντάμοβιτς, Γιάνκα Μπριλ και Βλαντιμίρ Κόλεσνικ Κατάγομαι από το χωριό της φωτιάς, ένα «συλλογικό μυθιστόρημα» που αποτελείται μόνο από τον λόγο αληθινών ανθρώπων. Εδώ δεν μπορώ να μην θυμηθώ στα καθ’ ημάς το εξαιρετικό συλλογικό έργο μαρτυριών Ο κοινός λόγος με αφηγήσεις από την Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά, τον πόλεμο και άλλες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Svetlana Alexievich_

Ο συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο θεωρεί πως το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς δεν είναι απλώς αναγνώριση σε μια διανοούμενη που υπέστη την καταπίεση του καθεστώτος Λουκασένκο αλλά και μια επιβράβευση της μη μυθοπλαστικής αφήγησης [non fiction]. Η ετικέτα της λογοτεχνίας μέχρι τώρα έμπαινε στα ράφια με τα έργα μυθοπλασίας, καθώς εκδότες και βιβλιοπώλες συμμετέχουν στην μεγάλη παρεξήγηση σύμφωνα με την οποία λογοτεχνία είναι μόνο ό,τι είναι καθαρή επινόηση. Η στενοκέφαλη διαίρεση μεταξύ μυθοπλασίας και ρεαλισμού έγινε νόμος. Όμως η μη μυθοπλαστική αφήγηση είναι ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, το οποίο δεν έχει στόχο την πληροφορία αλλά την περιγραφή της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας της εργάζεται πάνω σε μια πραγματικότητα η οποία μπορεί να ερευνηθεί με επιστημονικά κριτήρια, αλλά την αντιμετωπίζει με την ελευθερία της ποίησης. Γνωρίζει ότι η πραγματικότητα υπερβαίνει κατά πολύ την φαντασία και δέχεται να γίνει το φερέφωνό της, ο ενισχυτής της.

Το μεγαλείο της Αλεξίεβιτς, καταλήγει ο Σαβιάνο, βρίσκεται ακριβώς στο λογοτεχνικό της σθένος, στην απόφασή της να μην ακολουθήσει την νόρμα εργασίας που επιβάλλουν οι εφημερίδες.  Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται για μιαν άλλη αλήθεια: την αποτύπωση γεγονότων φιλτραρισμένων μέσα από τη λογοτεχνική σκέψη, τη φροντίδα των λέξεων: τον ενδιαφέρει να μετατραπούν αυτές οι συνεντεύξεις σε δημιουργικό υλικό και όχι σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Το κείμενο που επιλέχτηκε από το έργο της ίδιας της Αλεξίεβιτς για να ολοκληρώσει τις σχετικές σελίδες προέρχεται από μια συλλογή με μαρτυρίες για αυτοκτονίες [Μαγεμένοι απ’ το θάνατο, 1994].

Mikhail Zoshchenko_

Ένας τέταρτος φάκελος εγκαινιάζει μια σειρά ολιγοσέλιδων αφιερωμάτων σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, κυρίως πεζογράφους. Πρώτοι «φακελωμένοι» οι Νίκος Χουλιαράς και Γιάννης Ευσταθιάδης, με κείμενα των ιδίων (ανέκδοτα στην περίπτωση του Ν.Χ.) και δοκίμια για το έργο τους. Παρακάτω σέρνει τα βήματά του Ένας ενοχλητικός γέρος δια χειρός του ανεπιθύμητου για το Σοβιετικό Καθεστώς Μιχαήλ Ζοστσένκο, ο Μαρσέλ Προυστ αναζητά την χαμένη σιωπή στο θορυβώδες διαμέρισμα όπου έμεινε από το 1906 έως το 1919, συντάσσοντας επιστολές προς την γειτόνισά του με θέμα την έλλειψη ησυχίας, η Βιρτζίνια Γουλφ παίζει με τα ανίψια της [1923 – 1927] συντάσσοντας μια καθημερινή οικογενειακή εφημερίδα, ο Φίλιπ Ροθ γράφει ένα κείμενο Στον δάσκαλό του (όλοι οι εκπαιδευτικοί ονειρευόμαστε μια τέτοια αφιέρωση από τον συγγραφέα πρώην μαθητή μας), ο Κουρτ Βόνεγκατ προβαίνει σε παραινέσεις, οι περίφημοι αδελφοί Γκονκούρ μας ανοίγουν λίγες από τις σελίδες των μοναδικών τους ημερολογίων.

Smultronstallet.1957.

Στις Αναγνώσεις συνυπάρχουν μια Ιφιγένεια από την Βόρειο Ιρλανδία, ο Επίκτητος και ο μέσος άνθρωπος, και στα Φύλλα ο Τάσος Γουδέλης σκέφτεται πάνω στην διαβόητη έννοια του κλασικού και στην γνωστή αγγλοσαξονική φράση «τα πνεύματα που ωριμάζουν νωρίτερα από τα άλλα, δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη», ενώ ένας εμμονικός συντάσσει επιστολή στην αγαπημένη του Ζαν Μορώ σε επτά μέρη. Η Χλόη Κ. Μουρίκη, τέλος, θυμάται τις Άγριες φράουλες και τον εβδομηνταεξάχρονο διάσημο γιατρό Ίζακ Μπορκ, που ταξιδεύει προς το Λουντ για να παρασημοφορηθεί από το πανεπιστήμιο για τα πενήντα χρόνια της επαγγελματικής του προσφοράς. Πρόσωπο κουρασμένο και μοναχικό έως μισανθρωπίας, κάνει τον απολογισμό της ζωής του ανάμεσα σε εφιάλτες και ηθικά διλήμματα.

Η σκηνή του αποχαιρετισμού με ενδιέφερε πάντα το ίδιο με τις μείζονες εστιάσεις του έργου: τα ερείπια της προσωπικής ζωής, τη νοσταλγία του χαμένου. Οι οπισθοφυλακές του Ίζακ Μπορκ (η γενική εκτίμηση, η αναγνώριση) δείχνουν ηττημένες απ’ τη νεανική ζωντάνια, όσο κι αν ο σύντομος διάλογος μοιάζει με τρυφερή κατανόηση. Εκείνοι που χαιρετούν ίσως νοιώθουν το δέος του επιλόγου. Αυτό που ποτέ δεν θα μας ξανασυμβεί είναι η ύλη της ιστορίας μας.

[200 σελ.]

Στις εικόνες: George Steiner, Italo Calvino, Svetlana Alexievich, Mikhail Zoshchenko, Άγριες Φράουλες.

27
Ιαν.
16

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Εποχές - Μαγιακόφσκι

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

Erenburg

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν  πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή. Αλεξάνδρου__

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

Το έργο τέχνης: Eugen Schönebeck, Majakowski, 1965

10
Οκτ.
15

Στέπα. Επιθεώρηση ρωσικού πολιτισμού, τεύχος 1, χειμώνας 2014

stepa 1_

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας αυτή. / Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τον ομορφαίνει. 

Πρόκειται για λόγια της Λιουντμίλας Ουλίτσκαγια, μιας από τις πιο φωτεινές μορφές της σύγχρονης Ρωσίας. Η εβδομηντάχρονη σήμερα συγγραφέας, δοκιμιογράφος και σεναριογράφος δεν έπαψε να βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή κρατικής επιβολής. Μέλη της οικογένειάς υπέστησαν διώξεις από το σταλινικό καθεστώς ενώ η ίδια απολύθηκε από την δουλειά της στο Ινστιτούτο Γενετικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ εξαιτίας της συμμετοχής της στο κίνημα των αντιφρονούντων της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και της διάδοση υλικού του κινήματος Σαμιζντάντ (διακίνηση χειρογράφων ή δακτυλόγραφων κειμένων  λογοτεχνίας, ποίησης και πολιτικής).

Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya

Φέτος μετά από μηνυτήριες αναφορές ιερών οι ρωσικές αρχές ξεκίνησαν ανακρίσεις ελέγχοντας το περιεχόμενο των βιβλίων της με την κατηγορία της «προπαγάνδας μη παραδοσιακών μορφών ερωτικού προσανατολισμού» μεταξύ ανηλίκων, ενώ η συμμετοχή της σε συνέδριο για τον διάλογο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας οδήγησε στην σχεδόν δημόσια διαπόμπευσή της. Εκτός από την συνομιλία με την συγγραφέα, εδώ δημοσιεύονται δυο κείμενά της, Τα ιερά σκουπίδια (για το ισχυρό δέσιμο με τα πράγματα) και μια μικρή συλλογή σκέψεων (οι αρχές της ζωής της). Η δεύτερη συνομιλία του τεύχους γίνεται με την Βέρα Πάβλοβα, μια από τις αυθεντικότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ρωσίας, για την οποία γράφεται ότι μέσα από το έργο της έχει πραγματοποιήσει μια ολόκληρη ερωτική και σεξουαλική επανάσταση στη ρωσική ποίηση.

Vera Pavlova

Το κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους αφορά την Χρυσόστομη Άννα Πασών των Ρωσιών, την Άννα Αχμάτοβα, με αφορμή τα εκατόν είκοσι πέντε χρόνια από την γέννησή της. Περιλαμβάνει μια μικρή εισαγωγή, ένα έγγραφο ηγετικού στελέχους της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ προς τον Στάλιν για την αναγκαιότητα σύλληψης της ποιήτριας, ένα εξαιρετικό παλαιό κείμενο του Λεονίντι Γκρόσσμαν που αποτέλεσε εισαγωγική ομιλία σε μια βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια το 1924, άλλα κείμενα των Βαρλάμ Σαλάμοφ και Ιωσήφ Μπρόντσκι και δεκάδες ποιήματα αφιερωμένα σ’ εκείνη (Αλεξάντρ Μπλοκ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Αρσένι Ταρκόφσκι, Οσίπ Μαντελστάμ κ.ά.). Το τεύχος κατακλύζεται από δείγματα παλαιότερης και νεότερης ποίησης από τους Αλεξάντρ Μπλοκ – Αντρέι Μπέλι – Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Ζιναΐντα Γκίππιους – Μπέλα Αχμαντούλινα – Γιλένα Ισάγιεβα – Ντμίτρι Πρίγκοφ – Αγλαΐα Σολοβιέβα – Μπορίς Ρίζι – Σεργκέι Κρουγκλόφ – Τατιάνα Στσερμπινά – Λαρίσα Μπερεζοβτσούκ…

Anna Akhmatova en 1913

… και μια σειρά κειμένων που καλύπτουν όλα τα φάσματα του λόγου και όλες τις εποχές της ρωσικής σκέψης: ένα δοκίμιο περί ποίησης και πεζογραφίας από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι, διηγήματα των Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Αντρέι Πλατόνοφ και Μιχαήλ Ζόσενκο, φιλοσοφία (Βλαδίμηρος Σολοβιόφ: Το ρωσικό εθνικό ιδανικό), θέατρο (Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Οι λογοτεχνικοί προάγγελοι του νέου θεάτρου – Γιούρι Λιουμπίμοφ: In memoriam, Ντονάτας Μπανιόνις: Post Modern), κινηματογράφος (Τζίγκα Βέρτοφ: Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή), βιβλιοθήκη (Νικολάι Ζουμπκόφ: Η βιβλιοθήκη της Σοφίας Γκλιαβόνε – Ποτοτσκάγια), εικαστικά (Ίννα Μπαζούτινα – Όλγα Μπεριόζοβα – Δελλατόλα) κι ένα Επετειακόν για τον Μιχαήλ Λέρμοντοφ.

Philosophers Pavel Florensky and Sergei Bulgakov, a painting by Mikhail Nesterov (1917)_

Και αντιγράφω από το εξαιρετικό εκτενές κείμενο του π. Πάβελ Φλορένσκι για «το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση τεχνών»: το αντικείμενο της τέχνης, αν και θεωρείται πράγμα, ωστόσο κάθε άλλο παρά πράγμα είναι, δεν είναι μια ακίνητη, όρθια, νεκρή μούμια της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά θα πρέπει να νοείται ως ένα αστείρευτο και παλλόμενο ρεύμα της ίδιας της δημιουργίας, ως μια ζώσα παλλόμενη δραστηριότητα του δημιουργού, η οποία ακόμη κι αν έχει απομακρυνθεί από αυτόν στο χώρο και το χρόνο, εν τούτοις παραμένει αδιαχώριστη από αυτόν, επιμένει να διαχέεται και να παίζει με τα χρώματα της ζωής, μια αέναη ταραγμένη ψυχή.

Τα κείμενα είναι μεταφρασμένα από τον εκδότη του περιοδικού Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη. [σελ. 224]

Στις εικόνες: Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya, Vera Pavlova, Anna Akhmatova [1913] και οι φιλόσοφοι Pavel Florensky και Sergei Bulgakov [έργο του Mikhail Nesterov, 1917.

03
Οκτ.
15

Μαρίνα Τσβετάγιεβα – Η ιστορία μιας αφιέρωσης

Tsvetaeva 1

με τίποτα δεν μπορώ να κάψω λευκά χαρτιά. Για να καταλάβει εμένα ο άλλος, πρέπει απλά αυτός ο άλλος να φανταστεί ότι αυτό το χαρτί είναι νόμισμα. Και όταν χαρίζω λευκό χαρτί, η καρδιά μου σκιρτά, όπως σκιρτά η καρδιά άλλων όταν χαρίζουν χρήματα. Είναι σαν να μην χαρίζω ένα τετράδιο, αλλά και όλα εκείνα που θα μπορούσα να γραφτούν σ’ αυτό. Στην κυριολεξία δεν δωρίζω ένα άγραφο τετράδιο, αλλά ένα γεμάτο – το πετάω στην φωτιά! [σ. 17]

«Η ιστορία μιας αφιέρωσης» αρχίζει με την περιγραφή μιας μοναδικής σκηνής. Μια φίλη της ποιήτριας φεύγει για μακρινό ταξίδι και επί ολόκληρα μερόνυχτα σκίζουν και καίνε χαρτιά, επιστολές, συμβόλαια, χειρόγραφα, λευκώματα με αφιερώσεις. Όταν κάποιο έγγραφο κρινόταν πως δεν έπρεπε να καεί, δινόταν στην ποιήτρια και όλη αυτή η διαδικασία της ενέπνευσε σκέψεις για την καταστροφή και την διαφύλαξη της δημιουργίας, για το λευκό που γίνεται γκρίζο και κατόπιν μαύρο, για το σώμα του συγγραφέα που γίνεται στάχτη, για τα ολόκληρα χρόνια δουλειάς που μετατρέπονται σε τέφρα.

Marina_Tsvetaeva_1914

Κι ύστερα η συγγραφέας θυμάται την δική της πείνα για το λευκό χαρτί, που έχει τις απαρχές της στην προσχολική της ηλικία. Ολόκληρη η παιδικότητά της υπήρξε ως μια διαρκής κραυγή για το λευκό χαρτί, που συνήθως δεν της δινόταν, καθώς προοριζόταν για μουσικός και όφειλε να εγκαταλείψει τα άσχημα γραπτά της. Κάποτε ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι διάβασε αδιάκριτα ένας της ποίημα και όλοι γέλασαν, ενώ εκείνη ντροπιασμένη τους μίλησε για την δική τους ντροπή να κλέβουν το τετράδιό της και μετά να γελάνε.

Μα εκείνη δεν έπαψε να αισθάνεται τον «ιερό ψίθυρο» κάθε φορά που έβλεπε μια λευκή σελίδα, άσχετα με τον όγκο όσων έχουν ήδη γραφτεί. Αν υπάρχει τετράδιο, θα γραφτούν στίχοι· δεν μπορούν να μην γραφτούν. Και το ίδιο το τετράδιο είναι ένας ζωντανός ψόγος, μια διαταγή. Η λατρεία του χαρτιού δεν αποτελούσε μόνο την φυσική εξέλιξη εκείνου που υπήρξε από παιδί. Η σκέψη της πήγαινε στο χαρτί αυτό καθεαυτό, ως αγαθό που κάποιος κόπιασε να φτιάξει, μια αξία που δεν πρέπει να καταστραφεί.

Tsvetaeva~

Κι έτσι προτρέπει εμάς τους αναγνώστες της, τότε και τώρα, να δωρίζουμε τετράδια. Και όχι τετράδια όμορφα, πολύχρωμα και δερματόδετα! Η πολυτέλεια προκαλεί παράλυση, ένα συναίσθημα αναξιότητας. Κι έτσι και τότε, η στοίβα των απλών, μπλε τετραδίων της μεγαλώνει. Στην προεπαναστατική Ρωσία είχε τετράδια ταχυδρομικά, από χοντρό χαρτί, με περιθώρια για σημειώσεις. Στην Σοβιετική Ένωση είχε αυτοσχέδια τετράδια, φτιαγμένα με κλεμμένο χαρτί από την υπηρεσία και με επίσης κλεμμένη κόκκινη αγγλική μελάνη. Κι έτσι, στον ζοφερό εκείνο καθεστώς η Τσβετάγιεβα ήταν ήδη προετοιμασμένη, γιατί θα έκανε ό,τι και στην παιδική της ηλικία: θα έκλεβε και θα έφτιαχνε μόνη της.

Η ποιήτρια σχημάτισε μαζί με τον Μαντελστάμ ένα ιδιόμορφο ποιητικό ζευγάρι αμοιβαίας έμπνευσης, αφιερώνοντας ο ένας στον άλλον τα ποιήματα που μόλις είχαν σμιλεύσει από το άυλο υλικό εκείνης της σχέσης. Ταξίδεψαν μαζί ως θερμοί φίλοι και αποχωρίστηκαν όταν εκείνη εγκατέλειψε την νεαρή σοβιετικη Ρωσία για το Βερολίνο, την Τσεχία και το Παρίσι. Η επιστροφή της δεκαοκτώ χρόνια μετά βρήκε την χώρα χωρίς τον ποιητή – τον είχε εξαφανίσει σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Στα χρόνια της αυτοεξορίας της ασχολήθηκε δυο φορές με τον Μαντελστάμ και αυτά ακριβώς τα πολύτιμα κείμενα εκδίδονται στο βιβλίο.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Το κείμενο Πόλη Αλεξαντρόφ. 1916. Καλοκαίρι αποτελεί μια μορφή ημερολογίου όπου καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι περίπατοι με τον ποιητή, που ήταν όπως πάντα εκτός τόπου και χρόνου, με τα μάτια του διαρκώς χαμηλωμένα (σεμνότητα; το βάρος των αιώνων; αναρωτιόταν εκείνη), να μην θέλει ούτε περιπάτους να κάνει, να επιθυμεί μόνο να γράφει στίχους. Η Τσβετάγιεβα θυμάται το κατακόκκινο φως του ήλιου, να αποτελεί το μοναδικό αποδεκτό στολίδι των μαλλιών της. Το κείμενο Υπερασπίζοντας το παρελθόν αφορά την απάντησή της στην βιογραφία του Μαντελστάμ και ιδίως στα σημεία που αναφέρονται στην σχέση τους και στην ζωή στο Κοκτεμπέλ – Κι αν ποιητής ήταν πεινασμένος – ένοχος δεν ήταν ο «κακός σπιτονοικοκύρης» Μαξιμιλιάν Βολόσιν, αλλά η κοινή μας σπιτονοικυρά, η γη. Εδώ – στην γη της Ανατολικής Κριμαίας, όπου δεν πάτησε ποτέ το πόδι σας, συγγραφέα των απομνημονευμάτων.

Monument to Marina Tsvetaeva on ArbatΗ απάντησή μου στον Οσίπ Μαντελστάμ ολοκληρώνει την σύνθετη τοιχογραφία αυτής της δύσκολης σχέσης με την οποία συνδέθηκαν αυτοί οι δυο τραγικοί ποιητές, που έγραψαν τέτοια ποίηση μέσα στο σκοτάδι της ζοφερής σταλινικής πραγματικότητας. Η ποιήτρια επιθυμεί να μην αποσιωπηθεί το γεγονός ότι ο ποιητής έμεινε καθαρός στα χρόνια της Επανάστασης· ο Μαντελστάμ δεν υπήρξε επαναστάτης ούτε πριν το 1917 ούτε μετά το 1917· δεν είχε, γράφει η Τσβετάγιεβα, την γενναιότητα να παραδεχτεί τον πολιτικό του μικροαστισμό μέχρι την επανάσταση, ενώ προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ήρωα και εκ προφήτη των υστέρων. Η αμφιθυμία της είναι απόλυτη: από την μια αναρωτιέται πώς μπορεί ο μεγάλος ποιητής να είναι μικρός άνθρωπος και από την άλλη γράφει ότι η πρόζα του διέσωσε την θεϊκότητα και την ανθρωπιά μαζί.

Εκδόσεις s@mizdat, 2014, εισαγωγή – μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, 103 σελ., με 64 σημειώσεις του μεταφραστή.

Και η μετάλλαξη μιας μνήμης, ενός ύμνου, ενός οράματος.

04
Ιολ.
15

Γιάννης Φούντας – Αναρχικό λεξικό, Α΄ Τόμος, Α – Μ

Print

Κόσμοι ελεύθεροι, ελευθέριοι, ελευθεριακοί, ελευθεριάζοντες

«Εγκυκλοπαιδικό, ιστορικό …μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού Σύμπαντος»

Πρόκειται για ένα μοναδικό στο είδος του λεξικό, για έναν κόσμο οραματικό, αποσιωπημένο στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, μια εντελώς άγνωστη Ιστορία, ανείπωτη και άγραφτη· μια ολόκληρη στρατιά αγωνιστών και απλών ανθρώπων που ονειρεύτηκαν να είναι ελεύθεροι και πέτυχαν ή απέτυχαν, τίμησαν τις διακηρύξεις τους ή τις πρόδωσαν, θεωρητικών και ακτιβιστών που οραματίστηκαν κόσμους ελεύθερους, ελευθεριακούς, ελευθέριους και ελευθεριάζοντες. Αλλά δεν είναι μόνο ο πλούτος των πληροφοριών που ξεχειλίζουν τον τόμο· είναι και ο τρόπος γραφής των λημμάτων, ξέχειλος από χιούμορ και ειρωνεία, με ευφυείς διακειμενικές συνδέσεις και απρόβλεπτες ακροβασίες. Και αυτό είναι μόνο ο πρώτος τόμος. Ο ήδη εκδοθείς δεύτερος, που ολοκληρώνει αυτό το αγρίως απολαυστικό εγχείρημα, θα παρουσιαστεί σε λίγες ημέρες εδώ.

arton132

Να λοιπόν που μπορεί τελικά κανείς να περιπλανηθεί στο αχανές ελευθεριακό σύμπαν, να που μπορούν να λημματογραφηθούν πρόσωπα, φιλοσοφίες, εγχειρήματα, θεωρίες, πρακτικές, κορυφώσεις, πτώσεις, οτιδήποτε χαρακτήρισε τις αμέτρητες εκδηλώσεις του. Σπεύδω στο λήμμα ελευθεριακός [libertaire], όρο που εισήγαγε με την ομώνυμη εφημερίδα ο Γάλλος πρόδρομος του αναρχοκομμουνισμού Ζοζέφ Ντεζάκ, για να διαχωρίσει τα ιδεολογικά του ιμάτια από τους θιασώτες των διαφόρων εκδοχών του αυταρχικού σοσιαλισμού. Με τον καιρό ο νεολογισμός απέκτησε διττή σημασία, καθώς μπορεί να προσδιορίζει κάποιον που δεν ασπάζεται ολοκληρωτικά την αναρχική «κοσμοθεωρία», επιλέγοντας μια εναλλακτικού τύπου δραστηριότητα, είτε να υποδηλώνει (ως έννοια ομπρέλα) έναν ευρύτερο αντιαυταρχικό ή και αντιεξουσιαστικό ρεύμα.

NvIP_700

Σήμερα που περισσότερο από ποτέ επανέρχονται και εφαρμόζονται πλείστοι όροι και πρακτικές τους, εδώ ξεκαθαρίζονται και ξεμπλέκονται πολλά και διάφορα, από την  ελευθεριακή δημοκρατία, που σύμφωνα με τον Αμεντέο Μπερτόλο σχετίζεται με τον εφικτό, πρακτικό αναρχισμό, που προκρίνει μια αυτοθεσμιζόμενη κοινωνική οργάνωση, η οποία θα λειτουργεί με συλλογικές αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, μέχρι τον ελευθεριακό κομμουνισμό, κατά πολλούς την χρυσή τομή ανάμεσα στον κολεκτιβισμό και τον κομμουνισμό. Ο ελευθεριακός κοινοτισμός, από την άλλη, δεν αποτελεί παρά μια προς το εναλλακτικότερον και θεσμικότερον εκδοχή του αναρχοκομμουνισμού την οποία πρότεινε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, στην πορεία της αμφισβήτησης των θεσφάτων του κλασικού αναρχισμού, προτείνοντας μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία, με τις πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις.

L'Expérience

Φυσικά μεγάλο μέρος του σύμπαντος καταλαμβάνουν η αναρχία αυτοπροσώπως και οι διάφορες αναρχίες, ο αναρχισμός χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς, ο αναρχοατομικισμός, ο αναρχοκομμουνισμός και οι αναρχοαυτόνομοι, ο αναρχοπριμιτιβισμός και ο αναρχοπαγανισμός, ο αναρχοσυνδικαλισμός και ο αναρχοφεμινισμός, ο αναρχοφουτουρισμός και ο αναρχοχριστιανισμός, ο αντιαυταρχισμός και η αντιβία, ο αντικρατισμός και η αντιπαγκοσμιοποίηση, ο αντιμιλιταρισμός και ο αντιιφασισμός. Ευτυχώς δεν λείπει και ο αντισπισισμός, που αντιπαρατίθεται στην κυρίαρχη σπισισμική πεποίθηση περί ηθικής ανωτερότητας του ανθρωπίνου είδους έναντι των άλλων «κατώτερων» ζωικών ειδών, στην κατάταξή τους ανάλογα με την αξία χρήσης τους και στην άνευ ηθικών φραγμών εκμετάλλευση και τον βασανισμό τους, που αγωνίζεται από τον 19ο αιώνα μέχρι τις ακτιβιστικές δράσεις του Μετώπου Απελευθέρωσης των Ζώων [Animal Liberation Front].

ALF

Ένα από τα συναρπαστικότερα κομμάτια του λεξικού είναι τα διάσπαρτα λήμματα για τις αμέτρητες εναλλακτικές και αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, όπως οι Μοντέρνοι Καιροί στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκη, στηριγμένη στον κοινοβιακό τρόπο ζωής και σε ένα τοπικό οικονομικό σύστημα αμοιβαίων ανταλλαγών, που επιβίωσε ολόκληρη την δεκαετία του 1850. Σε αυτές τις κοινότητες – αποικίες ίδίως στα τέλη του 19ου αιώνα εκατοντάδες Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αναρχικοί (παραδόξως στην πλειοψηφία τους ατομικιστές) επιχειρούσαν να βιώσουν κατά τρόπο πρωθύστερο το κομμουνιστικό του όραμα, συχνά με σχετική επιτυχία όπως Η Εμπειρία [L’ Experience], Η Ουτοπία, Η Τσετσίλια [La Cecilia] – η ατελέσφορη ελευθεριακή απόπειρα υπερτριακοσίων εποίκων στη Βραζιλία του 19ου αιώνα…

emersonlecture

… ή Η Δοκιμή, τo κοινοβιακό πείραμα γάλλων αναρχιστών L’ essai [1903 – 1909] που υλοποίησαν το συμβιωτικό όραμα του Φορτινέ Ανρί σε έναν βαλτότοπο των Αρδεννών, που σύντομα μεταμορφώθηκε σε εύφορο αγρόκτημα, ενώ οι έποικοι της Δοκιμής έστησαν μέχρι και δικό τους τυπογραφείο. Ένας από τους ενοίκους, ο Βίκτορ Σερζ στο αριστουργηματικό του βιβλίο Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, θυμάται: «Να κάνεις ό,τι θέλεις»,έγραφε πάνα από την πόρτα που ήταν ορθάνοιχτη σε όποιον ερχόταν…Ο Μαλατέστα θεωρούσε τέτοιου είδους μεταναστεύσεις σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης του αστικού συστήματος και κάθε τέτοιο «αποικιακό εγχείρημα» σαν αποστρατευτικό αναχωρητισμό, που προσφέρει στους καταπιεσμένους την μάταιη ελπίδα να χειραφετηθούν χωρίς να αναγκαστούν να επαναστατήσουν.

Π. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ

Τόσες ουτοπίες, τόσες ευτοπίες, τόσα πειράματα.. αγροπόλεις, συνεταιριστικοί οικισμοί πρώιμης οικολογικής οπτικής και αυτοδιαχειριστικής προοπτικής που επιχειρήθηκε να κατασκευαστούν μακριά από τις πόλεις σε ανεκμετάλλευτες αγροτικές περιοχές, κυρίως σε Αγγλία, Αυστρία και Βόρεια Αμερική, με εισαγωγέα της ιδέας στην Ελλάδα τον «αιθεροβάμμονα» Πλάτωνα Δρακούλη που παραμερισμένος από τους πούρους εργατιστές του ΚΚΕ ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Αγροπόλεων και συνέγραψε το κοινωνικό του όραμα στην Αγροτική Συμπολιτεία.

Murray Bookchin1

Εκατοντάδες αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα, τα Ελευθεριακά Αθήναια, λειτουργούσαν στην προεπαναστατική Ισπανία, και όπου, σύμφωνα με τον Πάικο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, η καλή μόρφωση του αναρχικού περιλάμβανε οπωσδήποτε τον ελευθεριακό μονόλογο του Καλδερόν δε λα Μπάρκα, τα σατιρικά ποιήματα του Γκόνγκορα, τα ερωτικά ποιήματα του Λόπε δε Βέγα και προπαντός τα σονέτα του Κεβέδο, «αυτά τα συγκλονιστικά κείμενα που διαπερνούσαν τους αιώνες με λέξεις σαν κεραυνούς, πυρπολώντας και φωτίζοντας συνειδήσεις». Και φυσικά ο κατάλογος με τις κολλεκτίβες, τους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, τα εγχειρήματα της αυτομόρφωσης και της αυτοοργάνωσης αλλά και τα σύγχρονα εβραϊκά κιμπούτς δεν τελειώνει.

thoreau

Εδώ έχει θέση και η περίφημη κομμουνιστική δυστοπία του Ετιέν Καμπέ Ταξίδι και Περιπέτειες του κυρίου Ουίλιαμ Κάρισνταλ στην Ικαρία, όπου το κράτος σχεδιάζει επιμελώς τα πάντα, με την βοήθεια ειδημόνων, χωρίς περιθώρια για αυθορμητισμό, και όλα έχουν παγιωθεί δια νόμου, από το σχέδιο των πόλεμων μέχρι το σχήμα των καπέλων, από το άκαμπτο ωράριο μέχρι το καθημερινό φαγητό. Ο ίδιος ο συγγραφέας θα επιχειρήσει μαζί με εύπορους «ικαριστές» μια εναλλακτική νησίδα ζωής στο Τέξας, η οποία επέζησε με διάφορες μορφές για σαράντα χρόνια. Στους ίδιους ή παραπλήσιους κόσμους άνθισε και η μη βία, ως πολιτική ανυπακοή και ως ριζοσπαστική θερμική άρνηση ή ως χριστιανική ιδεοληψία, ως κοινωνική πρακτική υιοθετημένη από τους ελευθεριακούς στοχαστές Τολστόι και Θορώ και ως εθνικοαπελευθερωτική διαδικασία από τον Γκάντι, ως τρόπος ζωής από τους χίπις.

le-libertaire_A3-©Fernando-Bryce_LiMAC

Σε μια από τις μορφές του, το λεξικό αποτελεί μια πολύτιμη πινακοθήκη γνωστών και άγνωστων θεωρητικών και αγωνιστών, όπως ο Ίβαν Ίλλιτς ιδιότυπος και αταξινόμητος πανεπιστήμονας που αποκήρυξε το 1971 κάθε τίτλο, αξίωμα, οφέλη και προνόμια του ιερέα, ιδιότητα που είχε μέχρι τότε· ο Γερμανοεβραίος αναρχικός στοχαστής και λογοτέχνης, μέλος των εξπρεσιονιστικών και πρωτοποριακών κύκλων Γκούσταβ Λαντάουερ, δολοφονημένος από παρακρατικούς στο Μόναχο του 1919· ο φίλος του, επίσης Αυστριακός Μάρτιν Μπούμπερ, ελευθεριακός κοινοτιστής που απέδωσε γραπτώς Τα μονοπάτια της Ουτοπίας· ο ευφάνταστος καλλιτέχνης και συγγραφέας Ουίλλιαμ Μόρρις, «ουτοπικός» σοσιαλιστής, διευθυντής της εφημερίδας Commonweal [Κοινό Καλό]· ο «ποιητής της αναρχίας» Πιέτρο Γκόρι· ο Ιταλός αναρχοκομμουνιστης θεωρητικός και ακτιβιστής Κάρλο Καφιέρο·…

Sacco_e_Vanzetti_film_by_ziruc

… ο πολυγραφότατος λόγιος και υπερασπιστής των δικαιωμάτων των «αιρετικών» περί τα ερωτικά και των αντιρρησιών περί τα στρατιωτικά Πωλ Γκούντμαν· ο Άγγλος ουτοπιστής, αιρετικός χριστιανός, αγροτικός ηγέτης και πρόδρομος των ελευθεριακών Τζέραρντ Γουινστάνλεϊ και τόσοι άλλοι, που έδωσαν την σκυτάλη τους σε επίγονους, όπως ο Ερρίκο Μαλατέστα, η προσωποποίηση του κοινωνικού ακτιβισμού με εξήντα έτη πολύτροπης έμπρακτης προπαγάνδας, στα ελευθεριακά εργαστήρια πολλών χωρών με δεκάδες πολυδιαβασμένες εκδόσεις και ο καθηγητής Χάουαρντ Ζιν, που αυτοπροσδιοριζόταν ως αναρχικός ενάντιος «στην βία, την αταξία και το χάος» καθώς πρέσβευε ότι «οι αληθινές ιδέες του αναρχισμού ήταν, ουσιαστικά, ενσωματωμένες στον τρόπο σκέψης των κινημάτων της δεκαετίας του ’60». Πανταχού παρούσες, οι μορφές των Πάντσο Βίγια και Μπαρτολομέο Βαντσέτι που μαζί με τον Νικόλα Σάκο καταδικάστηκαν σε επτά χρόνια εγκλεισμού και σε θάνατο μετά από την πασίγνωστη κρατική σκευωρία.

Louise-Michel-2

Φυσικά η λημματογραφημένη Ελευθερία ξεχειλίζει από γυναίκες, όπως η περίφημη Λουίζ Μισέλ [Louise Michel] αναρχική ακτιβίστρια, ρήτορας, συγγραφέας και δασκάλα, ενεργό μέλος της Παρισινής Κομμούνας, εξόριστη στην Νέα Καληδονία όπου οργάνωσε μαθήματα για τους ιθαγενείς Κανάκ και υποστήριξε έμπρακτα την εξέγερσή τους, επέστρεψε, φυλακίστηκε και τελικά πυροβολήθηκε κατά την ομιλία της σε μια εργατική συγκέντρωση από κάποιον παρακρατικό αλλά επέζησε και ζήτησε την … απαλλαγή του. Παρούσες οι Έμα Γκόλντμαν, άτυπη εισηγήτρια του αναρχοφεμινισμού, ακτιβίστρια και συγγραφέας, αλλά και μια άλλη πρόγονός του, η Μέρι Γουόλστονκραφτ, και βέβαια η άξια επίγονος Ζερμέν Γκριρ, καθώς και η φλογερή Ισπανίδα αναρχική φεμινίστρια Λόλα Ιτούρβε. Άλλωστε οι  Ελεύθερες γυναίκες [Mujeres Libres] υπήρξαν η μεγαλύτερη γυναικεία αναρχική οργάνωση ενάντια στην «τριπλή υποδούλωση των γυναικών: στην άγνοια, στο κεφάλαιο και στους άντρες». Και ποιος γνωρίζει στα καθ’ ημάς εμβληματικές γυναίκες όπως η αντισυμβατική σε όλους τους τομείς Φωτεινή Δροσοπούλου (αλλόκοτος, ημιπαράφρων, θηρεύτρια ουτοπιών με κακές παρέες, σύμφωνα με την εφημερίδα Ακρόπολις του 1899);

Lola Iturbe

Αλλά και πόσοι γνωρίζουμε την αντίστοιχη ελληνική Ιστορία;  Νύχτα και μέρα, δυστυχείς, εργάζεσθε και όμως ∕ πεινάτε γυμνιτεύετε…αυτά θεσμίζει ο νόμος ∕ της ιδιοκτησίας, ∕∕ Εν ω και άρτος είν’ πολύς και ενδυμάτων πλήθος ∕∕ σεις δε  απολαμβάνετε και με θλιμμένον ήθος ∕  φιλείτ’ αδίκους χείρας ∕∕ Αδίκους! Ναι! κ’ αιμοχαρείς! Που κλέπτουν το ψωμί σας ∕ που κλέπτουνε τους κόπους σας, τα χρόνια της ζωής σας ∕ κ’ εν τέλει σας χλευάζουν…. γραφόταν στο περίφημο Ποίημα προς τους Εργάτας και Χωρικούς που δημοσίευσε ο Σοσιαλιστής του Σταύρου Καλλέργη [1902] και το οποίο αποδίδεται στον αναρχικό ποιητή και σκιτσογράφο Δρόσο Μεϊντάνη και βρισκόμαστε ήδη ανάμεσα σε τόσες γνωστές και άγνωστες προσωπικότητες της Ιστορίας μας, όπως ο Αχαιός ράφτης και τυπογράφος Δημήτρης Καραμπίλιας, με την κοινωνιστική εφημερίδα Εμπρός [1886], φυγάς στην Αίγυπτο όπου ίδρυσε Διεθνές Αναγνωστήριο συμπράττοντας με Ιταλούς αναρχικούς εργαζομένους, στο οποίο συνέβαλε, παρών εδώ, και ο Πάνος Μαχαιράς, εργάτης, λεπτουργός, δραστήριο μέλος στα τέλη του 19ου αιώνα το Αναρχικού Ομίλου Πύργου…

Λαύριο

… ή μορφές του εμφυλίου όπως ο Γιάννης Γαλανόπουλος, που διολίσθησε αρχικά στην αιρετική επαναστατική αριστερά και αργότερα στο χώρο της αντιεξουσιαστικής αυτονομίας ενώ αρνήθηκε να λάβει χρηματική ανταπόδοση (σύνταξη) για την συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση και πέθανε πάμφτωχος, αξιοπρεπής και ακατάβλητος, και μορφές της αντίστασης στην δικτατορία, όπως ο Τάσος Δαρβέρης, βομβιστής στην χούντα, που μαζί με τους συντρόφους του αντιμετώπισε με γέλια και υψωμένες γροθιές την καταδίκη του και μετέφρασε στην φυλακή το Προσκύνημα στην Καταλονία που εξέδωσε το 1974 η Διεθνής Βιβλιοθήκη.

3-22-8-16E απεργια σεριφου

Το ξεφύλλισμα των σελίδων μυρίζει τυπογραφικό μελάνι·  ίσως επειδή εδώ ανήκουν και εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι, από την Διεθνής Βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε μεσούσης της χούντας το 1971 μέχρι το Βιβλιοπέλαγος και έντυπα όπως ο Βιβλιοφρικάριος, που εκφράζεται επιτοιχίως και επιτυχώς με την ομώνυμη εφημερίδα, φύσει εχθρικός σε κάθε κοπρόσκυλο της ΓΣΕΕ, σε κάθε ιδεολογική αγκύλωση, σε κάθε κομματική πειθαρχία…, ή η περίφημη οχτασέλιδη μπροσούρα για τον «Αναρχομόνο Γιάννη Σκαρίμπα» του αυτόχειρα Γιώργου Διαλυνά… Μην ξεχάσουμε και τα πάσης φύσεως ημερολόγια που ξεκίνησαν από τους αναρχικούς τα τέλη του 19ου αιώνα, και για αλληλέγγυους σκοπούς αυτοδιαχειριζόμενοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, όπως το Ράδιο Κιβωτός, οργανώσεις (Δίκτυο για τα Κοινωνικά Δικαιώματα), κ.ά. εγχειρήματα.

Brăila lui Panait Istrati

Υπήρξα πάντοτε (…) ελεύθερος σκοπευτής της κοινωνικής ταραχής, εις το πλευρόν των αληθινών επαναστατών δια μίαν καλυτέραν ανθρωπότητα, όμως, μεταξύ των αλύσεων του εργοστασίου και των φθειρών, προτιμώ τας φθείρας. Αλλά, προ παντός, το δικαίωμά μου τα ξύνωμαι όπως θέλω! έγραφε ο ελευθεριακής ιδιοσυγκρασίας λογοτέχνης Παναΐτ Ιστράτι, με την περιπετειώδη ζωή και το σύντομο πέρασμα από τα άνυδρα χωράφια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τα …εργοστάσια σκέψης της Σοβιετικής Ένωσης, τα οποία και απαξίωσε στην τριλογία του Η Ρωσία Γυμνή, Σοβιέτ 1929 και Προς μια Άλλη Φλόγα.

 william_morris_biog

Σημαντική παρουσία έχουν βέβαια και οι συγγραφείς, από τον Ερρίκο Ίψεν (με τα ύστερα έργα της ψυχογραφικής κριτικής από αναρχοατομιστική σκοπιά) μέχρι τον Φραντς Κάφκα, τον Άμπροουζ Μπιρς, τον Αντονέν Αρτό, τον Οκτάβ Μιρμπό, τον Ρόμπερτ Βάλζερ, τον Άλμπερτ Μέλτσερ και τους οικείους προγόνους Μικέλη Άμβλιχο, σατιρικό και λυρικό ποιητή της Κεφαλονιάς, Δημοσθένη Βουτυρά, Άρη Αλεξάνδρου, Ρένο Αποστολίδη, Κατερίνα Γώγου. Φυσικά δεν λείπει ο Μπορίς Βιάν, πολυτάλαντος Γάλλος ελευθεριακός και ελευθεριάζων συγγραφέας, ηθοποιός, τραγουδιστής και μουσικός της τζαζ, που παρενέβη στην κοινωνική επικαιρότητα με τον περίφημο Λιποτάκτη του: Άρνηση στην υποταγή / άρνηση στην κατάταξη / Μην πάει κανείς στον πόλεμο / Να φύγετε αρνηθείτε // Αν πρέπει να χυθεί αίμα / Να δώσετε το δικό σας.

brook-farm

Ειδική περίπτωση ο Ραλφ Βάλντο Έμερσον, σπιριτουαλιστής φιλόσοφος και ποιητής, που εκτός των έργων του δοκίμασε να υλοποιήσει τα ελευθεριακά συμβιωτικά του οράματα στο φουριερικής έμπνευσης φαλανστήριο Brook Farm [1840 – 1846] με την συμμετοχή και πολλών άλλων ριζοσπαστών διανοούμενων της εποχής, όπως του φίλου του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο οποίος βέβαια έχει και το δικό του λήμμα εδώ. Και πώς να λείπει αυτός ο ελευθεριακός ιντιβιντουαλιστής που έζησε μόνος δυο χρόνια στη λίμνη Ουόλντεν, μεταγράφοντας την εμπειρία του σε βιβλίο, ενώ εισηγήθηκε σε άλλο βιβλίο την αντικρατική μέθοδο της Πολιτικής Ανυπακοής;

fortino samano 1

Η βιβλιοθήκη του λεξικού περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την Ηλιούπολη, χριστιανική ουτοπία του Τομάσο Καμπανέλα ο οποίος προετοίμαζε εξέγερση μοναχών και λαϊκών με σκοπό τη συγκρότηση χριστιανικής Πολιτείας της Καλαβρίας, το Δικαίωμα στη Τεμπελιά του Πολ Λαφάργκ, το ψυχομανιφέστο Άκου Ανθρωπάκο του απηυδισμένου από την αγελαία προσήλωση των μαζών στον Χίτλερ και Στάλιν Βίλχελμ Ράιχ, την Ισπανική Διαθήκη του Άρθουρ Κέσλερ, όπου περιγράφεται η οδυνηρή εμπειρία στις φυλακές των φρανκιστών, περιμένοντας να εκτελεστεί, την Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σέμπρουν, για την ιδεολογική και κοινωνική αποσάρθρωση μιας ακροαριστερής ένοπλης ομάδας της δεκαετίας του 1970.

livrosfrescosorpheu_livro2

Στα διπλανά ράφια, o περίφημος Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του Μαξ Στίρνερ, ο οποίος αρνείται πάσα αρχή θρησκείας, ιδιοκτησίας και κοινωνίας και όπου μεταξύ άλλων παραδέχτηκε το προφανές είμαστε κομμουνιστές και εξαιτίας του εγωισμού μας, καθώς και εξαιτίας εγωισμού επιθυμούμε να είμαστε ανθρώπινα όντα και όχι απλά άτομα, ο Ηλιογάβαλος ή ο Εστεμμένος Αναρχικός του Αντονέν Αρτό για τον βλαμμένο αυτοκράτορα που πνίγηκε στα ίδια του τα σκατά και βέβαια ο Αναρχικός Τραπεζίτης του Φερνάντο Πεσσόα.

Τέχνες αμέτρητες καλλιτέχνησαν όλα αυτά τα οράματα, ή έστω δημιουργήθηκαν από οραματιστές καλλιτέχνες, όπως ο ζωγράφος Γκιστάβ Κουρμπέ, ελευθεριακός και μποέμ – προτού εφευρεθούν οι όροι, φίλος και θαυμαστής του Προυντόν, ο ζωγράφος, σχεδιαστής και εικονογράφος Φλάβιο Κονσταντίνι, που απομυθοποίησε την Σοβιετική Ένωση μετά από μια επίσκεψη στις αρχές του 1960 και ιδίως μετά την ανάγνωση των Αναμνήσεων ενός Επαναστάτη του Βικτόρ Σερζ, ο Ζιλ Γκρανζουά, ένας από τους πλέον «στρατευμένους» εικονογράφους της εποχής του. Στα σανίδια αγωνίστηκαν καλλιτέχνες και ηθοποιοί, όπως ο Τζούλιαν Μπεκ, συνιδρυτής με την Τζούντιθ Μαλίνα του περίφημου Ζωντανού Θεάτρου [The Living Theatre], φυτοφάγος και πασιφιστής, αυτουργός δεκάδων ανατρεπτικών παραστάσεων για τις οποίες δέχτηκε και φυλακίστηκε.

judith-julian-01

Η …ηχητική μπάντα του λεξικού περιλαμβάνει την περίφημη μουσική κολλεκτίβα Crass με την δική τους οικοτεχνική δισκογραφική Crass Records (που, επιθυμώ να προσθέσω, πραγματικά τιμήσαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, καθώς μας γνώρισαν το αληθινό, πολιτικό πανκ, μακριά από τους μηδενισμούς των τσαρλατάνων των πολυεθνικών δισκογραφικών), τον ελευθεριακό στο φρόνημα Ζορζ Μπρασένς, εργάτη στη Ρενό, συνεργάτη στον σύγχρονό του Ελευθεριακό, τον Νικόλα Άσιμο, την μουσική κολεκτίβα Γκρούπο Ζ.

Άσιμος_

Και βέβαια δεν λείπει ο ελεύθερος έρωτας, ένα ακόμα πεδίο όπου «το μόνο λάθος των αναρχιών υπήρξε το γεγονός ότι, τις περισσότερες φορές, προηγήθηκαν των ηθών της εποχής τους», όπως έγραψε ο Αντρέ Νατάφ. Εκτός από τους Αδαμίτες, τους πρώτους διδάξαντες, η Έμμα Γκόλντμαν, η Μαντλέν Βερέ, η Λουίζ Κιτρίν, ο Σακάε Οσούγκι και πολλοί άλλοι υπήρξαν διάπυροι κήρυκές του προτού ο Βίλχελμ Ράιχ αναγγείλει την Σεξουαλική Επανάσταση, προτού οι χίπις την πραγματοποιήσουν και προτού μετατραπεί σε ερωτική βιομηχανία από τα τραστ του ελευθεριάζοντας νεοσυντηρητισμού. Ας τονιστεί η ειδική αναφορά της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας στο Συνέδριο της Σαραγόσας στη ταραγμένη Ισπανία του 1936: Ο Ελευθεριακός Κομμουνισμός υποστηρίζει τον ελεύθερο έρωτα χωρίς περιορισμούς της θέλησης, ούτε του άντρα ούτε της γυναίκας.

Eros-Plus-Massacre

Τον Ιάπωνα αναρχικό διανοούμενο Σακάε Οσουγκι τον ξαναβρίσκουμε στην σχετική ταινία του Γιόσιντε Γιόσιντα Έρως + Σφαγή, όπου και η βιογραφική αναδιήγηση του ερωτικού του τετραγώνου. Και βρισκόμαστε ήδη στον κινηματογράφο, με λήμματα για ταινίες από το Βίβα Ζαπάτα μέχρι την Ιστορία έρωτα και αναρχίας, τα φιλμ που έμειναν για χρόνια στα συρτάρια της λογοκρισίας όπως η Διαγωγή μηδέν του Ζαν Βιγκό, με την μαθητική εξέγερση και την κατάλυση της σχολικής τάξης ή το Libera, amore mio του Μπολονίνι, με την αφύπνιση της νεαρής κόρης του παλιού αγωνιστή, αλλά και οι άλλες ωραίες ιταλικές ταινίες όπως ο Metello του ιδίου, από την νουβέλα του Βάσκο Πρατολίνι, για τον αναρχίζοντα οικοδόμο Μετέλο στην Φλωρεντία του 19ου αιώνα, η Μετραλέτα Στέιν [Metraletta Stein] του δε λα Λόμα, εμπνευσμένη από ένα επεισόδιο της πολυτάραχης ζωής του αναρχικού και αντιφανκικού αγωνιστή Φρανθίσκο Σαμπατέ. Αυτοδικαίως παρόντες και οι αναρχίζοντες συνεπίθετοι του Καρόλου αδελφοί Μαρξ και ο Λουίς Μπουνιουέλ.

marina-ginesto-spanish-civil-war-1937

Φυσικά διατρέχουμε σπουδαίες ιστορικές στιγμές, όπως η Κομμούνα των Παρισίων 1871 και ο επινοημένος εκεί κομμουναλισμός, εξεγέρσεις (Λιόν, Μπολόνια, Αστουρίες, Κάσες Βιέχας, Μπενεβέντο και βέβαια Κροστάνδη, με τους επαναστάτες που ο Τρότσκι «τουφέκισε σαν πέρδικες και έσφαξε σαν κοτόπουλα», κρατώντας την υπόσχεσή του), απεργίες – την σημαντικότερη άγρια απεργία του 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο, τα Λαυρεωτικά, την Απεργία της Σερίφου, τα Αθεϊκά του Βόλου και καταλήψεις, που άλλωστε αποτελούν την αυθαίρετη προαιώνια πρακτική που γέννησε την ιδιοκτησία στον πλανήτη, ως κινηματική παράμετρος στα εργατικά και αγροτικά επαναστατικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα και ως βιωματική στην εναλλακτική δραστηριότητα ελεθεριακών, αναρχικών και αυτόνομων στο Δυτικό  και τον Τρίτο Κόσμο από την δεκαετία του 1960, αλλά και ειδικότερα τις καταλήψεις στην Ελλάδα, που έφτασαν με την γνωστή χρονοκαθυστέρηση την δεκαετία του 1970, και ακόμη, του κόσμου τα κινήματα και τις κινητοποιήσεις.

Kronstadt demonstration 1917

Πώς μπόρεσε η συναρπαστικότητα που υπήρχε στην συνείδηση ενός κοινού εγχειρήματος να μετασχηματιστεί στη δυσφορία του να είμαστε μαζί; αναρωτιόταν ο Ραούλ Βανεγκέμ για Το Αληθινό Σχίσμα στην [Καταστασιακή] Διεθνή, η οποία παρά την διάλυσή της έφτασε πολύ μακριά, όπως και οι πρόγονοι και συγγενείς της, η Διεθνής των Πειραματικών Καλλιτεχνών Cobra, το Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπαουχάους, η Λετριστική Διεθνής και βέβαια η πρακτική της μεταστροφής που καθιέρωσαν, η εκτροπή και οικειοποίηση του νόηματος ενός καλλιτεχνικού έργου μέσω της αισθητικής του αλλοίωσης για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Με την ευκαιρία, το λήμμα για τον Μάη του 1968, εκτός από τα βασικά, δεν ξεχνά και την ελληνική συμμετοχή αλλά και τους κατοπινούς πολιτικούς αστέρες και διανοούμενους που «σπούδαζαν» στο Παρίσι για να …πικάρουν το χουντικό καθεστώς, ενώ αργότερα εξαργύρωσαν ψηφοθηρικά την ωραία τους θητεία, εγκαταλείποντας την επαναστατική γυμναστική και κεφαλοποιώντας τον Μάη σε πολιτικό προσόν.

Barcelona 1936.

Ο ελευθεριακός κόσμος που ονειρευτήκαμε αντικαταστάθηκε από μια πραγματικότητα όπου η δουλικότερη υποταγή εκθειάζεται ως αρετή, τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα καταργούνται, ολόκληρη η κοινωνική ζωή περιστρέφεται γύρω από κομισάριους και βασανιστές. Όπως σε όλες τις περιπτώσεις όπου ένα ανθρώπινο ιδανικό διαστρέφεται σε τέτοιο βαθμό, το μόνο γιατρικό είναι η αναγέννηση του μέσα στο μεγάλο ρεύμα ευαισθησίας που το γέννησε, η επιστροφή στις αρχές που του επέτρεψαν να σχηματισθεί. Είναι στον ίδιο ορίζοντα αυτής της πορείας που σήμερα, επιτακτικότερα από ποτέ, ξεπροβάλει ο αναρχισμός και μόνο αυτός [Αντρέ Μπρετόν, 1952].

Ένα από τα τελευταία λήμματα του πρώτου αυτού τόμου αφιερώνεται στον Νίκο Μπαλή, τον ακάματο, πολυτάλαντο ηθοποιό, μεταφραστή, γραφίστα, εκδότη, δράστη εντός Διεθνούς Βιβλιοθήκης επί Χούντας, που, όπως θυμάται ο Ευγένιος Αρανίτσης,  του αφηγήθηκε κάποτε το περιστατικό της πρώτης του επαφής με κύκλους αναρχικών…άκουγε συνεπαρμένος το κουβεντολόι τους, εξ υποθέσεως ασυμβίβαστο, εντούτοις, με οιουδήποτε είδους οπτιμισμό. Δεν χρειαζόταν μεγάλη οξυδέρκεια για να καταλάβεις ότι το αναρχικό σχέδιο είχε εκ των προτέρων καταδικαστεί σε αποτυχία. Ο Μπαλής τους ρώτησε απερίφραστα αν έτσι είχαν όντως τα πράγματα. Φυσικά! του απάντησαν αυτοί, δεν υπήρχε καμία ελπίδα – το παραδέχτηκαν. Ε, τότε, θα ήθελε να συμμετάσχει κι εκείνος, είπε…

11354d06a7a

Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014, 520 σελ.

Στις εικόνες: Η Δοκιμή, Η Εμπειρία, Animal Liberation Front, R.W. Emerson σε συνέλευση, Πλάτων Δρακούλης, Murray Bookchin, Henry David Thoreau, Louise Michel, Lola Iturbe, Λαύριο, Σέριφος 1916, Panait Istrati, William Morris, Brook Farm του R.W. Emerson, Φορτίνο Σαμάνο, υπολοχαγός του Σαπατιστικού Στρατού, καθώς καπνίζει αγέρωχος το τελευταίου του τσιγάρο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχοντας καθαρή συνείδηση και εκπληρωμένο χρέος προς την Μεξικανική Επανάσταση, Τhe Living Theatre [San Francisco 1969], Julian Beck – Judith Malina, Νικόλας Άσιμος, Eros + Massacre, Marina Ginesto – Ισπανία, 1937, Κροστάνδη 1917, Βαρκελώνη 1936, Κάποτε σε κάποιον Νότο.

30
Δεκ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Μορφές του μεσσιανικού

effe

Ποιος είναι ο κεντρικός πυρήνας των ανομολόγητων ψυχικών διεργασιών μέσα από τις οποίες διαμεσοποιείται η μετατροπή ενός «κοινού» μέχρι χτες, «ανθρωπάκου» σε αντισημίτη σήμερα και σε δήμιο αύριο; Αν ήταν ποτέ δυνατό να βρεθεί κανείς ξανά στην χαμένη για πάντα Yiddishland και να ρωτήσει ένα διδάσκαλο των Χασσιντίμ τι στοιχειώνει την ψυχή ενός Ναζί, εκείνος θα απαντούσε άμεσα: Ο Dybbuk! Τίποτα δεν μαγνητίζει, δεν πανικοβάλλει και δεν εξαγριώνει έναν εκκολαπτόμενο ναζί όσο εκείνο το ξωτικό πλάσμα αλλά και κάθε εξωτικό και εξώβλητο ον· ο διφυής και δισυπόστατος που ζει ανάμεσα σε δυο τουλάχιστον κόσμους: ο Dybbuk.

Έτσι ονομάζεται το πιο διάσημο έργο του λαϊκού θεάτρου γίντις, που γράφτηκε από τον Σολωμών Ααρόνοβιτς / Σεμυόν Ασίμοβιτς το 1912 και ανέβηκε το 1919. Ο Dybbuk είναι μύθος και εικόνα του ίδιου του Εβραίου αλλά όχι μόνου του μα πάντα μαζί με τον Άλλο που κουβαλάει μέσα κι έξω του. Είναι ένα ον με μόνο τρόπο ύπαρξης τη συνεχή διαπίδυση από τον έναν χώρο στον άλλον, γλιστρώντας πάνω στους διάμεσους ιστούς της κοινωνίας· ένας Άνθρωπος των Μεταιχμίων.

Dybbuk Yiddish film Poland 1937

Ο ίδιος ο Χίτλερ στο Mein Kampf περιγράφει πώς έγινε ο ίδιος αντισημίτης και πώς ένας μικροαστός κάτω από ορισμένες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες αρχίζει να μισεί τους Εβραίους. Μπορεί το παράξενο παρουσιαστικό τους να τον έκανε να σκεφτεί πως πρόκειται για κάποια μια διαφορετική φυλή ξένη προς την Ευρώπη των Αρίων, αλλά εκείνο που του προκάλεσε την μεγάλη απέχθεια ήταν το γεγονός ότι οι ίδιοι οι αλλογενείς εγκατέλειπαν συχνά αυτή την εμφάνιση και παρίσταναν τόσο καλά τους Άριους. Έτσι το χαρακτηριστικότερο στη γένεση της αντισημιτικής / ρατσιστικής τάσης δεν είναι τόσο η απόρριψη της Διαφοράς όσο ο φόβος για την ανασφαλή Ταυτότητα που στην πραγματικότητα ήδη εμπεριέχει την αόρατη αλλοίωση.

Είναι ακριβώς η δυσφορία του όμοιου απέναντι στο σχεδόν όμοιο. Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι το παλιό αντιρατσιστικό σύνθημα του δικαιώματος στη Διαφορά» το οικειοποιήθηκε ο νεορατσισμός από την δεκαετία του ’80 ιδιαίτερα, για να προωθήσει μέτρα αποκλεισμού των ξένων μεταναστών στο όνομα του «σεβασμού» και της «προστασίας της πολυπολιτισμικής διαφορετικότητας»; Εκείνο που φοβάται ο αντισημίτης ρατσιστής είναι ακριβώς η παρουσία της Διαφοράς μέσα στην Ταυτότητα και της Ταυτότητας μέσα στη διαφορά. Κάπως έτσι η Γερμανία, γράφει ο Heiner Müller, δεν έπλεξε έναν αυθεντικό δεσμό με την Ευρώπη και βρίσκεται ακόμα μετέωρη μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 sovjets_posters_gr_050-051_Image_0001

Ο Franz Kafka στο περίφημο Γράμμα στον Πατέρα του φωτίζει την άθλια κατάσταση του Εβραίου Dybbuk, που ζει μεταξύ δυο κόσμων, του παλιού αγροτικού γκέτο και του νέου αστικού περιβάλλοντος. Ο Dybbuk της μεγαλούπολης προσπαθεί απεγνωσμένα όπως ο Κ. στον Πύργο αλλά είναι πάντα υπεράριθμος στην αλυσίδα. Και ελάχιστοι αντιλαμβάνονται πως δεν φταίει παρά η ίδια η αλυσίδα, συνεπώς η μόνη λύση είναι η συντριβή της και η καθολική μεταμόρφωση ενός κόσμου χωρίς αλυσίδες. Γι’ αυτό και ο χιτλερικός Αγών ταυτίζει τον αγώνα «κατά της εβραϊκής πανούκλας» με εκείνον «κατά του μπολσεβικισμού». Το πρώτο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Μιχαήλ μας οδηγεί μέσα από όλες αυτές τις δαιδαλώδεις διαδρομές σε μια πρώτη μορφή του Μεσσιανικού.

Ακριβώς το άνοιγμα αυτού του Μεσσιανικού στον ορίζοντα της ιστορίας αναζητούν τα κείμενα αυτού του τόμου. Το Μεσσιανικό εδώ δεν ζει μέσα σε μυστικισμούς και θρησκείες αλλά ανιχνεύεται, όπως και στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στην επαναστατική ρήξη της συνέχειας της ιστορίας, που μέχρι τώρα δεν έχει πάψει να είναι η ιστορία της διάβασης μέσα στην κοιλάδα των δακρύων και στο ασίγαστο αίτημα μιας πέρα από δίκαια και νόμους Δικαιοσύνης, όπως γράφει ο συγγραφέας στο εισαγωγικό του σημείωμα. Φυσικά ο μαρξισμός εγκλήθηκε για υλιστική εσχατολογία και εκκοσμικευμένο μεσσιανισμό αλλά μάλλον συνέβη το αντίστροφο: τα γραφειοκρατικά μορφώματα, σοσιαλδημοκρατικά και σταλινικά, που ζήτησαν νομιμοποίηση στο όνομά του, στην πραγματικότητα εξόρισαν, εξόρκισαν και εξόντωσαν τον μεσσιανικό του πυρήνα.

Landauer

Αυτά τα κείμενα λοιπόν, είτε γραπτά σε περιοδικά [Εξώπολις, Μανδραγόρας, Νέα Κοινωνιολογία, Ομπρέλα, Ουτοπία, Τετράδια Ψυχιατρικής, Τα Νέα της Τέχνης] είτε ομιλίες σε σεμινάρια και συνέδρια, αλλά και ανέκδοτα, «πάντα μέρη ενός και αυτού σώματος, που δεν έπαψε να πλάθεται, αυτοτελείς στιγμές της ανάπτυξής του», παρακολουθούν την Μεσσιανικότητα στην διαδρομή της σ’ όλη την παράδοση των καταπιεσμένων, στους αγώνες τους και στο όραμα της εκ βάθρων αλλαγής του κόσμου, ως η διαρκής Αρχή της ελπίδας (Έρνστ Μπλοχ) για τη ριζική μεταμόρφωση των πάντων.

Το Μεσσιανικό δεν υπάρχει έξω από την Ιστορία· για πρώτη φορά εμφανίστηκε εγγεγραμμένο στο ιστορικό σώμα του εβραϊκού λαού και των βασάνων του. Ο Σιοράν έγραφε: Το να είσαι άνθρωπος είναι ένα δράμα· το να είσαι Εβραίος είναι ένα άλλο. Να ζεις το δράμα του αποκλεισμού και ταυτόχρονα το δράμα όλης της ανθρωπότητας, να υπομένεις το μαρτύριο μια αφόρητης ιδιαιτερότητα για χάρη της καθολικότητας….Ο συγγραφέας προσκαλεί τις μορφές που ιχνηλατούν άγνωστη γη, πέρα από τους θρησκευτικούς μύθους και την αστική εκκοσμίκευση, «εκεί που αρχίζει η ήπειρος της Αταξικής». Συνομιλεί με τον Jacques Hassoun, διαβάζει το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι [Arbeit Macht Frei. Η αντι-ανθρωπολογία του Άουσβιτς], εντοπίζει «το μείζον μέσα στο έλασσον» στην περίπτωση του ταπεινού Γιαννιώτη ποιητή Γιωσέφ Ελιγιά και της παραδείσιας Ρεβέκκας του και ανιχνεύει την διαλεκτική της αγαθότητας στον ακόμα ταπεινότερο φίλο του Καραγκιόζη και στοχαστή της τέχνης Τζούλιο Καΐμη [«Τα μαύρα χρώματα της ψυχής μας τότε θα λάμπουνε»]. Άλλα γραπτά αφορούν την Ανθρωπολογία του Ταλμούδ, τον Εβραίο Μπαρούχ Σπινόζα και την Εβραϊκή παράδοση και εκκοσμίκευση και τον Πάουλ Τσέλαν και την δική του ιδιόμορφη διαδρομή από τον … Πίνδαρο μέχρι του Κανενός το Ρόδο.

A.E.

Ο Μπρετόν κι ο Εμπειρίκος, παρά το πλήγμα της Ιστορίας, δεν κατέρρευσαν. Ο Έλληνας υπερρεαλιστής άρχισε να υφαίνει και να ξαναϋφαίνει την ωκεάνια γραφή του και μέσω αυτής ξανάδεσε τους αρμούς του προτάγματος της αταξικής κοινωνίας, που τόσο δυσφήμισε και ακρωτηρίασε και μπλόκαρε ο σταλινισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτό το έργο με τις πιο βίαιες, φαινομενικά, αντιχριστιανικές και αντισοσιαλιστικές επιθέσεις – επιθέσεις κατά της ηθικολογούσας, λυπομανούς και ερωτοφάγου χριστιανοσύνης και κατά του ευνουχισμένου ψευτοσοσιαλισμού – ο Α. Εμπειρίκος διασώσει το Μεσσιανικό και Προφητικό στοιχείο της βιβλικής παράδοσης και την προσδοκία της «άνευ τάξεων» απελευθερωμένης κοινωνίας. [σ. 161]

… γράφει ο συγγραφέας για τον Ανδρέα Εμπειρίκο και το Μέγα Φως το Άκτιστον επί ουρανού και … του καταστρώματος του Μεγάλου Ανατολικού, εστιάζοντας στην ιδιότητα του Εμπειρίκου ως απελευθερωτή της εμπειρίας αλλά και κατεξοχήν ερωτικού και μεσσιανικού ποιητή, που προμήνυσε την Ανάγκη των Νέων Παραδείσων, μιας νέας Ιερουσαλήμ που ο ίδιος ονόμασε Οκτάνα. Ο Εμπειρίκος υποφέρει λόγω της ταξικής του καταγωγής, ενάντια στην οποία ο ίδιος είχε εξεγερθεί, ενστερνιζόμενος τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης και τον ανόθευτο κομμουνισμό της πρώτης περιόδου. Ο Μιχαήλ αντιπαραβάλει τον ποιητή με τον μαρκήσιο ντε Σαντ, φωτίζει την εφαπτομένη του Μεσσιανισμού με την αιμομιξία και εντοπίζει μια ακόμα παλαιότερη ένωση του ερωτισμού με την μεσσιανική προσδοκία στο Άσμα Ασμάτων.

wb

Ένα ιδιαίτερο σώμα πέντε κειμένων αναφέρεται στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και τον Έρνστ Μπλοχ. Στο πρώτο ερευνάται η ενδιαφέρουσα διαλεκτική Μπένγιαμιν και Τρότσκυ, πενήντα χρόνια μετά. Περιπλανώμενος Ιουδαίος του προδομένου Οκτώβρη, φάντασμα του κομμουνισμού που πλανιέται πάνω από έναν πλανήτη δίχως βίζα τρομάζοντας τον Στάλιν και τους ισχυρούς της γης ακόμα και την ώρα της έσχατης αδυναμίας, ο Τρότσκυ δολοφονείται στο Μεξικό το 1940. Ένα μήνα μετά, ο Μπένγιαμιν διπλά καταδιωγμένος, Εβραίος και κομμουνιστής διανοούμενος, συλλαμβάνεται και αυτοκτονεί για να μην παραδοθεί στα χέρια της Γκεστάπο.

Ο Μπένγιαμιν είναι η ιστορικο – φιλοσοφική και ποιητική συνείδηση της προλεταριακής επανάστασης που χάθηκε στη Δύση – στη Κεντρική Ευρώπη και προπαντός στη Γερμανία – αφήνοντας την Οκτωβριανή Επανάσταση μόνη στα νύχια μια αρπαχτικής θερμιδωριανής γραφειοκρατίας. Υπήρξε το εξαίσιο άνθος της αριστερής εβραϊκής ιντελιγκέντσιας του ευρύτερου γερμανόφωνου χώρου, που βλάστησε σ’ ένα κλίμα όπου διασταυρώνονταν όλα τα ρεύματα του μοντερνισμού και του επαναστατικού σοσιαλισμού, ο αντικαπιταλιστικός ρομαντισμός του Kierkegaard, η νοσταλγία της αρχέγονης μητριαρχίας του Bachofen, η ψυχανάλυση με τον μαρξισμό, τα αναρχικά μεσσιανικά οράματα του Gustav Landauer, ο αναρχοσυνδικαλισμός του Σορέλ, οι θρύλοι των Χασσιντίμ και η Λούξενμπουργκ.

trotsky

Ο Μπένγιαμιν κράτησε τη ίδια πολιτική στάση με τον Τρότσκυ, τον οποίο υποστήριξε κατά του σταλινισμού σε όλα τα μέτωπα και κατήγγειλε τον συμβιβασμό της επαναστατικής σκέψης στην Ισπανία με τον μακιαβελισμό των Ρώσων ηγετών. Απεχθανόταν τους αντιδραστικούς εθνικισμούς που φούντωναν και θεωρούσε ότι τόσο η γερμανική κουλτούρα όσο και η εβραϊκή παράδοση θα αυτοκαταστρέφονταν με τον εθνικιστικό αυτοεγκλεισμό τους. Αρνήθηκε τους δρόμους διαφυγής που του είχαν προτείνει οι φίλοι του Αντόρνο και Μπρεχτ. Στον πρώτο, που τον καλούσε στη νέα Υόρκη, αντιπαρέθετε ότι έπρεπε να δοθεί πολιτική μάχη στην Ευρώπη κατά του φασισμού κι ότι δεν μπορούσε ο μαρξισμός να αναπτυχθεί ερήμην της, στη γαλήνη των ακαδημαϊκών σπουδαστηρίων. Αυτή την εμμονή στις αρχές την πλήρωσε με την ίδια τη ζωή του. Τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Τρότσκυ ο μαρξισμός δεν ήταν μόνο μια θεωρία αλλά μια κοσμοθεώρηση. Τι συνδέει και τι διαφοροποιεί τις δυο μορφές που πενήντα χρόνια μετά «συνεχίζουν να αυλακώνουν τον ορίζοντα τις Ιστορίας σας αστραπές»;

Ένα δεύτερο εκτενέστατο κείμενο ερευνά τον Μύθο σε σχέση με την Ιστορία, την Πολιτική, την Λογική, την Αλληγορία, το Όνειρο, την Διαλεκτική, την Τέχνη και φυσικά τον Μεσσιανισμό. Κατόπιν σειρά έχει ο κατεξοχήν μαρξιστής φιλόσοφος της ελπίδας σε καιρούς απελπισμένους, ο Έρνστ Μπλοχ. Το δικό του εγχείρημα υπήρξε μια τολμηρή κατάδυση στο ουτοπικό βάθος της τραγικής του εποχής, η επανεπεξεργασία της έννοιας της Ουτοπίας κάτω από την ισχυρή επιρροή του Λαντάουερ. Μετά την άνοδο του φασισμού στο κέντρο της προβληματικής του έρχονται πια οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης, ενώ μετά την ήττα του χιτλερισμού εγκαταστάθηκε γεμάτος ελπίδα στην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Μετά την ουγγρική εξέγερση και την σύλληψη του Λούκατς ο Μπλοχ γίνεται στόχος των επιθέσεων της ανατολικογερμανικής σταλινικής γραφειοκρατίας, που δεν κατάφερε όμως να του σπάσει την προσήλωσή του στον επαναστατικό μαρξισμό, τον οποίο έβλεπε ως την Αρχή της Ελπίδας να αναδύεται ως αντικειμενική πραγματική δυνατότητα.

sovjets_posters_gr_202-203_Image_0001

Είναι άραγε η ουτοπία το ανέφικτο της δυνατότητα ενός κόσμου άλλου ή είναι η δυνατότητα του ανέφικτου να πραγματωθεί; Είναι η ανήμπορη παρηγοριά του απαρηγόρητου ή η άσβεστη προσδοκία του απροσδόκητου; Την μεγαλύτερη επίδραση πάνω στον Μπλοχ πριν γίνει μαρξιστής την άσκησε ο εβραϊκός μεσσιανικός αναρχισμός του φίλου του και αδικοχαμένου ηγέτη της εφήμερης Σοβιετικής Δημοκρατίας της Βαυαρίας, του προαναφερθέντος Γκούσταβ Λαντάουερ, την κληρονομιά του οποίου μετασχημάτισε ολοκληρωτικά. Η Ουτοπία δεν άσκησε έλξη στον Μπλοχ ως κάποια υποκειμενική – ανορθολογική φυγή από την τραγικήπραγματικότητα· αναζήτησε αντίθετα την θεμελίωση και την λογική της μέσα στον αντικειμενικό κόσμο. Ο Μπλοχ ανανεώνει επαναστατικά το Πνεύμα της Ουτοπίας στο οποίο έγραφε: Υπάρχω, υπάρχουμε. Δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω. Σ’ εμάς απομένει ν’ αρχίσουμε. Στα χέρια μας είναι η ζωή. Καιρό τώρα έχει αδειάσει πια από κάθε περιεχόμενο. Παράλογη, τρεκλίζει εδώ κι εκεί, αλλά εμείς αντέχουμε κι έτσι θέλουμε να γίνουμε η γροθιά μας κι οι σκοποί της. [σ. 333]

Εκδ. Άγρα, 1999, σελ. 425. Περιλαμβάνοναι κατάλογος των πρώτων δημοσιεύσεων, ευρετήριο προσώπων και ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Σημ.: Το Πανδοχείο έχει ήδη συναντηθεί με το έργο του Σάββα Μιχαήλ: συνομίλησε με τις δικές του Μορφές της περιπλάνησης και άκουσε την δική του Musica ex Nihilo.

Στις εικόνες: σκηνή από την Πολωνική κινηματογραφική εκδοχή του Dybbuk [1937] / Gustav Landauer / Ανδρέας Εμπειρίκος / Walter Benjamin / Leon Trotsky / Οκτώβριος 1917.

06
Απρ.
14

Μανές Σπέρμπερ – Η καμένη βάτος. Δάκρυ στον ωκεανό

Οιsperber5575-8 εμφύλιοι του κομμουνισμού (ή το θάρρος να ζεις χωρίς αυταπάτες)

Τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά. Μολονότι ο Γιόσμαρ είχε άμεση εμπλοκή, ήταν στιγμές που ένιωθε πως τον ξεπερνούσαν· πως τα είχε φανταστεί, πως τα είχε εν μέρει επινοήσει. Όπως στα όνειρα, γνωστά πρόσωπα, χώροι, πλατείες, σοκάκια, άλλαζαν συνέχεια, οι ώρες κυλούσαν σε άνισους χρόνους κι είχε την αίσθηση πως ακόμα και οι τοίχοι των κτιρίων έπαιρναν μέρος σ’ ένα παιχνίδι αλυσιδωτών μεταμορφώσεων.[σ. 92]

Οι δεκάδες χαρακτήρες της φλεγόμενης ευρωπαϊκής μεσοπολεμικής βάτου ζουν σε μια συνεχή παραζάλη μεταμορφώσεων και εναλλαγών όχι μόνο των συνθηκών μέσα στις οποίες παραδέρνουν αλλά και της ίδιας τους της ταυτότητας: την μία συναγωνιστές και την άλλη αντίπαλοι· την μία σύντροφοι και την άλλη προδότες. Πρόκειται για πρόσωπα που συνθέτουν την αχανή τοιχογραφία της κομμουνιστικής ανάδυσης στην μεσευρώπη αλλά και εκατέρωθεν των αλλοτινών βασιλείων του παλαιού κόσμου. Πόσα μέτωπα δεν είχαν να αντιμετωπίσουν οι πιονέροι της νέας ανθρωπότητας: το αντιχιτλερικό / αντιφασιστικό, το αντικρατικό / αντικαθεστωτικό, τον αγώνα για συστράτευση των λαών (άρα και κατά της δυσπιστίας τους) και, το πιο αναπάντεχο όλων, τον ίδιο τους τον εαυτό – την ίδια τους την πηγή, την ίδια την εφαρμογή της Ιδέας. Πώς μπορεί κανείς να επιβιώσει παλεύοντας και προς τα τέσσερα μεταφορικά σημεία ενός μαύρου ορίζοντα;

Αναρίθμητα τα 553_sπρόσωπα λοιπόν – αλλά από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία να κρατάει κανείς σημειώσεις ως προς το ποιος μιλάει. Σημασία έχει τι λέει ο καθένας, ποια αλήθεια προτείνει και ποια επιλέγει να αγνοήσει· μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει, τι και ποιον αποδέχεται να προδώσει κατά την πρόκριση της δικής του Ιδέας για τον κόσμο. Και ιδού μια – και μορφική συν τοις άλλοις – ειρωνεία: ακριβώς αυτή η αποθέωση της ελεύθερης ατομικότητας είναι που ακυρώνει τα πρόσωπα και φέρνει σε πρώτο πλάνο τα παραπάνω διλήμματα.

Κι εδώ αρχίζει μια διαρκής, ατελεύτητη μάχη ανάμεσα σε ιδέες και σε πρακτικές, ανάμεσα στις γραμμές του Κόμματος και σε ό,τι θεωρείται παρέκκλιση, ανάμεσα στην αλήθεια του Αρχηγού και στην αλήθεια του καθενός. Ο Γιόσμαρ, ένας από τους βασικούς χαρακτήρες, είναι ο πιστός της «διαλεκτικής», εκείνος που έχει πάντα μια εξήγηση για όλες τις παρεκκλίσεις και τις αποτυχίες του Κόμματος. Έχει χάσει την ικανότητα να συνδιαλέγεται, γνωρίζει μόνο να κάνει διακηρύξεις και να καταδικάζει απόψεις. Ο Ντόινο, από την άλλη, ένα πρόσωπο που σταδιακά καταλαμβάνει το κέντρο της τραγικής σκηνής, εκπροσωπεί το ανήσυχο, διαβολεμένο πνεύμα που αναζητάει την ουσία πέρα από τους τύπους.

01051488Γύρω τους ένα συνεχές αλισβερίσι συναγωνιστών και ανταγωνιστών. Από την μία, οι νέες ακλόνητες βεβαιότητες: Επειδή ξέρουμε την Ιστορία, επειδή έχουμε απελευθερωθεί πλήρως από την ανάγκη να πιστεύουμε – από τη νοσταλγία του Απόλυτου. Ξέρουμε πως ακόμα και ο πιο άπιστος άνθρωπος το’ χει πιο εύκολο να κατασκευάσει έναν νέο Θεό, παρά να εκπαιδεύσει, να διαμορφώσει ένα νέο άνθρωπο. Και από την άλλη, οι άλλες φωνές: Εσύ δεν έχεις πάει στη Ρωσία. Αν είχες πάει θα ήξερες πως σε καμία άλλη χώρα δεν έχουν εξορίσει τόσο ριζικά το έλεος. Εκεί, στο φτωχό που ζητάει έλεος, του βάζουν αμέσως την ταμπέλα του επαναστάτη. / Το αίμα των εργατών είναι πιο φτηνό απ’ το μελάνι που ξοδεύουν για την μετατροπή κάθε ήττας τους σε νίκη.

400px-Soviet_propagandaΔεκάδες πρόσωπα περιπλανιούνται στις πανάθλιες βαλκανικές πόλεις και στα γερμανοαυστριακά εδάφη, αναζητούν συμμάχους, αφυπνίζουν τον λαό, προδίδουν και καταδίδονται, ψάχνουν χρόνο να χαρούν το έρωτα, συνειδητοποιούν «πόσο μοναχική είναι η Επανάσταση», βιώνουν τον τρόμο της δίωξης, εμπνέονται από την θαμμένη επανάσταση του 1905, τον Σπάρτακο, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, αναζητούν έμπνευση στην Ιστορία, αλλά και εχθρούς μέσα στην ίδια τους την συντροφία, φωνάζουν την αλήθεια, που κάποτε όμως θρυμματίζεται σε δεκάδες ατομικές αλήθειες. Όλες αυτές οι αλήθειες διαχέονται στην Ευρώπη αλλά εκβάλλουν στα Κεντρικά. Εκεί θα αποφανθούν για την μοίρα τους – τόσο ως ιδεών όσο και εκείνη των φορέων τους. Κάποιοι άλλοι θα κληθούν να επιλέξουν την πρόκριση της συμπαράταξης με τον σοβιετικό άρα και τον σταλινικό κόσμο μπροστά στην χιτλερικό φάσμα, κοινώς η εκλογή του λιγότερο καταστροφικού ολοκληρωτισμού.

tumblr_mcq9e017wy1qzfmh5o1_r1_500Ποια είναι η τραγική τομή στην ζωή μερικών από αυτούς που χαρακώνει δραματικά την ζωή τους και γεμίζει σημάδια την συλλογική ανάταση; Είναι η στιγμή που διακρίνουν το λάθος, που συνειδητοποιούν το παράλογο, που αντιλαμβάνονται την πλάνη. Είναι η στιγμή που η συνείδηση τους πνίγει, η λογική τους ξυπνάει, το αίσθημα της προσωπικής ηθικής τους κατακλύζει. Ύστερα από αυτήν, τίποτε δεν θα είναι το ίδιο. Καταδικάζονται οριστικά και αμετάκλητα με όλους τους τρόπους αναίρεσης της ίδιας τους της ύπαρξης (από τον στιγματισμό και την ατίμωση μέχρι τον κατατρεγμό και τον θάνατο) αλλά πρωτύτερα έχουν εξοριστεί εσωτερικά, στην μοναξιά του αιρετικού. Ο προβληματισμός φυσικά έχει ευρύτερους ομόκεντρους κύκλους, καθώς θέτει και το ερώτημα της επιβίωσης – ιδιαίτερα σε οριακούς καιρούς – μακριά από ομάδες, ιδεολογίες, κοινές συστρατεύσεις.

Manès_Sperber_7Ο Σπέρμπερ αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα που αποτέλεσε μέλος της ζέουσας Ιστορίας που συγγράφει, κομμάτι εκείνου του κόσμου που τώρα αποκαλύπτει με μια μυθοπλασία που θα της άξιζε να αποκαλείται αληθοπλασία. Η αντισταλινική του κριτική τον συνδέει με τον Άρθουρ Καίστλερ αλλά και με άλλους συγγραφείς και διανοητές όπως ο Ιγκνάσιο Σιλόνε ή ο Αντρέ Ζιντ, κείμενα των οποίων συστεγάστηκαν στην συλλογή Ο Θεός απέτυχε [1949]. Μόνο που ο συγγραφέας εμφανώς συνεχίζει να πιστεύει στην Μεγάλη Ιδέα που κίνησε αναπότρεπτα την Ιστορία, κι ας την εκτροχίασε στην άβυσσο εξαιτίας των άθλιων χειριστών της. Από αυτή την άποψη, και τηρουμένων πάντα των αναλογιών, το μυθιστόρημα συγγενεύει με την οπτική και το λογοτεχνικό εγχείρημα των δυο εξίσου συναρπαστικών βιβλίων του Βικτόρ Σερζ (Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη – βλ. τις σχετικές παρουσιάσεις στο παράπλευρο ευρετήριο του Πανδοχείου).

leninΣτον πρόλογό του ο συγγραφέας εξομολογείται την αίσθηση πως όσα γράφει αποτελούν θραύσματα ενός έργου ανολοκλήρωτου· πως αν ενέδωσε στην συγγραφή ήταν διότι υπό της συνθήκες της εποχής εκείνης πιο δύσκολο ήταν να μη γράφεις, παρά να γράφεις· πως μελάνιαζε τις σελίδες όχι αναζητώντας τον χαμένο χρόνο αλλά για να ζωντανέψει τις νεκρωμένες ελπίδες και να ανακαλύψει το νόημά τους, διατηρώντας πάντοτε την βεβαιότητα πως η γνώση του κάθε ανθρώπου συνδέεται άμεσα με την επίγνωση των χαμένων του ελπίδων και των προσωπικών του ουλών. Στο τέλος είναι βέβαιος πως έγραψε για όλους και για κανέναν και πως δεν έχει να προσφέρει καμία παρηγορητική ηθική και καμία βεβαιότητα παρά μόνο μια συμβολή στην ωρίμανση ερωτημάτων. Ίσως και στο θάρρος να ζουν χωρίς αυταπάτες.

Εδώ και τουλάχιστον σαράντα χρόνια επαναλαμβάνει τον εαυτό του ο Νορβηγός ποιητής, αφηγούμενος τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες, πάντα με αιχμές πολιτικής υφής και απαράμιλλης βλακείας. Ωστόσο ο Ντόινο, που τον είχαν μαγέψει τα βιβλία αυτά στην πρώτη του νεότητα, ένιωθε να του θερμαίνει την ψυχή ένα αίσθημα απέραντης ευγνωμοσύνης κάθε φορά που θυμόταν τον γηραιό συγγραφέα. 

manes_sperber.jpg w=1024Είχε φτάσει στην ηλικία εκείνη, όπου κανείς συνειδητοποιεί πως η ευγνωμοσύνη τον συνδέει με τη ζωή περισσότερο απ’ όσο η αγάπη που μπόρεσε να προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Στα ατέλειωτα δειλινά των πρώτων ημερών του θέρους, η σιωπή συντρόφευε το συναίσθημα κι η βεβαιότητα πως ο βιωμένος χρόνος είχε χαθεί οριστικά, του πρόσδιδε μια σχεδόν σωματική διάσταση. Χωρίς απόγνωση, η παραίτηση ήταν ανώδυνη: θα μπορούσε κανείς να πεθάνει απλά, όσο και μια απλή μέρα που φεύγει, συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και με τον κόσμο. Μόνο σε τέτοιες στιγμές ένιωθε απελευθερωμένος από την ψυχαναγκαστική προσκόλληση σ’ αυτή τη δεκαετία και στις αναμνήσεις του, που τις κουβαλούσε πάντα, σαν βαρίδια. [σ. 452]

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. Έμη Βαϊκούση, σελ. 574 με τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας και τετρασέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα [Manès Sperber, Der Verbrannte Dornbusch, 1949].

04
Ιολ.
13

Βαρλάμ Σαλάμοφ – Ιστορίες από την Κολιμά

ΣημειώSALAMOV Kolymaσεις από το αληθινό σπίτι των πεθαμένων

Μάθαμε την υποταγή, ξεμάθαμε να εκπλησσόμαστε. Δεν είχαμε περηφάνια, φιλαυτία, εγωισμό, ενώ η ζήλεια και το πάθος μας φαίνονταν εξωγήινες έννοιες, κι επιπλέον ανόητες. Ήταν πολύ πιο σημαντικό να εκπαιδευτείς να κουμπώνεις το παντελόνι σου το χειμώνα, στην παγωνιά – ενήλικες άντρες έκλαιγαν που καμιά φορά δεν το κατάφερναν. Καταλαβαίναμε ότι ο θάνατος δεν ήταν διόλου χειρότερος από τη ζωή, και δεν φοβόμαστε ούτε τον έναν ούτε την άλλη. Μας καταλάμβανε μεγάλη αδιαφορία. Ξέραμε ότι εναπόκειτο στη θέληση μας το να σταματήσουμε αυτή τη ζωή, αύριο κιόλας, κι ενίοτε αποφασίζαμε να το κάνουμε, και κάθε φορά μας εμπόδιζαν διάφορα μικροπράγματα από τα οποία συνίσταται η ζωή. Πότε σήμερα θα μας επέτρεπαν να «ψωνίσουμε» από το μαγαζάκι – ένα κιλό ψωμιού ως επιβράβευση – κι ήταν χαζό να αυτοκτονήσεις μια τέτοια μέρα. Πότε ο επιστάτης του διπλανού παραπήγματος θα σου υποσχόταν ότι το βράδυ θα σου δώσει να καπνίσεις, θα σου ανταποδώσει ένα παλιό χρέος. [σ. 78]

tumblr_lxxan4YqDO1qeu6ilo1_500Αν υπάρχει Ιστορία της Υπο-Ανθρωπότητας, αυτή βρίσκεται παγώνει και ξεπαγώνει στις εκατόν σαράντα πέντε ιστορίες του Σαλάμοφ, στην σχεδόν εικοσαετή ζωή στα στρατόπεδα του ηθικού ψύχους, στα σαράντα χρόνια που πέρασαν μέχρι να φτάσει στα χέρια μας η έκδοση, στις χίλιες εννιακόσιες εξήντα οκτώ σελίδες της. Το μέγιστο αυτό corpus της μέγιστης ηθικοψυχικής περιπέτειας μέσα από την ανθρώπινη κτηνωδία – αν και ο όρος θα έπρεπε να είναι κάπως σαν ανθρωπωδία, καθώς ο λυσσασμένος δόλος των ανθρώπων εκείνου του καθεστώτος ξεπερνάει και το αγριότερο θηρίο  – περιλαμβάνει πέντε ενότητες με ιστορίες όλων των μεγεθών και μία ενότητα με δοκίμια.

Gulag Workuta / Foto -  -Πώς βρέθηκε ο Σαλάμοφ από τον ανθό της ρωσικής πρωτοπορίας και τις οργιαστικές αίθουσες με τους Λουνατσάρσκι, Μαγιακόφσκι, Ασέγιεφ, Παστερνάκ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, Μπρικ και άλλους στο άλλο άκρο της απανθρωπίας; Πρώτη θητεία: 1929 – 1932. Λόγος σύλληψης: διακίνηση στο πανεπιστήμιο της Διαθήκης του Λένιν, της προθανάτιας επιστολής  με τις γνωστές αρνητικές παρατηρήσεις για τον Στάλιν. Ποινή: τριετής εξορία στο στρατόπεδο εργασίας της Βισερά. Κείμενα από το Βισερά – Αντιμυθιστόρημα συμπεριλαμβάνονται εδώ. Δεύτερη θητεία: 1937 – 1953. Αδίκημα: «αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση» και αργότερα δήλωση ότι ο Ρώσος εμιγκρές συγγραφέας Ιβάν Μπούνιν είναι ένας «κλασικός Ρώσος συγγραφέας». Τόπος εξορίας: Κολιμά.

Abladen grosser Steinbrocken am Weissmeer-Ostsee-Kanal, 1932Η Κολιμά στις εσχατιές της Βόρειας Άπω Ανατολής υπήρξε το απόλυτο σταλινικό γκουλάγκ, μια ολόκληρη χώρα καταδικασμένων και εκμηδενισμένων. Τα πολύτιμα μεταλλεύματα και ιδίως ο χρυσός της περιοχής έπρεπε να εξορυχθεί με κάθε τρόπο, σκέψη αδιανόητη μέχρι τότε. Μια ολόκληρη επικράτεια με τις δικές της δομές, ένα πολικό σωφρονιστικό κράτος φιλοξένησε εκατοντάδες χιλιάδες κρατουμένους, πολιτικούς και ποινικούς. Όπως είναι αναμενόμενο σε ανάλογα πολιτικά τιμωρήματα, οι ποινικοί κατάδικοι θεωρούνται ανώτεροι από τους πολιτικούς, τους εχθρούς του λαού. Και μια φορά εχθρός του λαού, πάντα εχθρός του λαού. Γι’ αυτό και αποτελούσε συνήθη πρακτική, προτού απελευθερωθούν να ακολουθεί και μια δεύτερη, ακόμα πιο παρανοϊκή κατηγορία, ώστε να συνεχίζουν να είναι «πολίτες» του απόλυτου μηδέν.

79Το δηλητήριο του υποκόσμου είναι απίστευτα τρομαχτικό. Αν δηλητηριαστείς με το φαρμάκι αυτό, θα λιώσει μέσα σου κάθε τι ανθρώπινο. αυτή τη ζέουσα ανάσα την έχουν όλοι όσοι αγγίζουν τον κόσμο αυτό. Τι αντιασφυξιογόνα χρειάζονται εδώ; [σ. 1173 – 1174]

Η γραφή του Σαλάμοφ είναι απλή και αστόλιστη, γυμνή και ρεαλιστική. Χωρίς υπερβολές, μελοδραματισμούς, διδάγματα. Κάποτε ειρωνεύεται και καυτηριάζει, για να επιστρέψει σύντομα στις ξερές του περιγραφές. Αντί για την φόρμα ενός μέγιστου επικού μυθιστορήματος επέλεξε την απαιτητική μορφή της σύντομης αφήγησης – ιδιαίτερο δείγμα νεοφορμαλιστικης τάσης κατά τους ιστορικούς της λογοτεχνίας. Η οικονομία των συναισθημάτων συμβαδίζει με την οικονομία του λόγου, όπως γράφει στην εισαγωγή της η μεταφράστρια. Πράγματι, όταν οι ιστορίες είναι αυτές οι ιστορίες, κάθε παραπάνω λέξη ή συναίσθημα είναι περιττά. Η πρόταση πρέπει να είναι σύντομη, σα χαστούκι…Από την ιστορία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε καλολογικό στοιχείο έγραφε στην επιμελήτρια του έργου του Ιρίνια Πάβλοβνα Σιροτίνσκαγια.

Ακόμα και ορισμένοι3 τίτλοι του μοιάζουν να προορίζονται για παιδικές ιστορίες, αποκυήματα επιστημονικής φαντασίας, εργοστασιακά φυλλάδια, υπηρεσιακές αναφορές: Ατομική νόρμα, Εκτοξευτήρας, Πευκο-νάνος, Η συνωμοσία των νομικών, Καραντίνα τύφου, Οι λεπροί, Ο πράσινος εισαγγελέας, Η επίσκεψη του Μίστερ Ποπ, Η Ανάσταση της Λαρίκας, Τριγωνισμός Τάξης ΙΙΙ. Μια ενότητα τιτλοφορείται Ο βιρτουόζος του φτυαριού, η ευφημισμένη ιδιότητα πλέον του Σαλάμοφ, o τίτλοw που επάξια απέκτησε στα έπακρα εκείνης της αντιζωής. Δυο ιστορίες του, Τσέρυ – Μπράντι και Σεντέντσια,  αφιερώνονται στην Ναντιέζντα Μαντελστάμ, που με τη σειρά της χαρακτήρισε το έργο ως την καλύτερη πρόζα του εικοστού αιώνα.

Taiga_Gulag_Pritsche_Turuchansk_08020035Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας σχεδόν αγίους, σκεφτόμενοι ότι τόσα χρόνια στα στρατόπεδα εξαγοράσαμε όλες τις αμαρτίες μας. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους να προβλέπουμε τις ενέργειές τους, να τις μαντεύουμε. Καταλάβαμε – κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό – ότι η γνώση που έχουμε για τους ανθρώπους δεν μας προσφέρει κανένα όφελος στη ζωή. Ποιο το όφελος αν καταλαβαίνω, νιώθω, μαντεύω, προβλέπω τις πράξεις ενός άλλου ανθρώπου; Τη συμπεριφορά μου απέναντί του δεν θέλω να την αλλάξω, δεν πρόκειται να καταδώσω έναν κρατούμενο ό,τι κι αν έχει κάνει. Δεν θα διεκδικήσω τη θέση του ομαδάρχη, που σου προσφέρει τη δυνατότητα να παραμείνεις ζωντανός, γιατί στο στρατόπεδο το χειρότερο είναι η επιβολή της δικής σου (ή κάποιου άλλου) βούλησης πάνω σε άλλον άνθρωπο, ες έγκλειστο, σαν εμένα. Δεν θα επιδιώξω ωφέλιμες γνωριμίες, δεν θα λαδώσω. Και ποιο το όφελος που ξέρω ότι ο Ιβανόφ είναι κάθαρμα κι ο Πετρόφ σπιούνος, κι ο Ζασλάφσκι ψευδομάρτυρας;  [σ. 79]

Ο δωδεκάμηνgulag χάρτηςος χειμώνας σήμαινε το οριστικό τέλος κάθε συναισθήματος. Μπροστά στην εξοντωτική δουλειά, τον ελάχιστο ύπνο και την διαρκή πείνα (που στα ιατρικά κατάστιχα βαφτιζόταν «δυσθρεψία») οι αυτοτραυματισμοί αποτελούσαν τη μόνη ευκαιρία νοσηλείας και ξεκούρασης. Αλλά και η ελάχιστη ελεύθερη καθημερινότητα ήταν ποτισμένη από φόβο και βία. Οι ακατάπαυστες κλοπές έκαναν τον Σαλάμοφ φρόντιζε να μην έχει τίποτα πάνω του. Αυτός που γνώρισε τον κόσμο των ημι-ανθρώπων, όπως συχνά τους αποκαλεί στις ιστορίες, στα δοκίμιά του αφορίζει την ψευτορομαντική αντιμετώπιση του κόσμου του εγκλήματος από την λογοτεχνία. Οι καλλιτέχνες, γράφει, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν το αληθινό, αποκρουστικό πρόσωπο του υπόκοσμου· τον είδαν με συμπάθεια, γοητεία, ενίοτε και φιλοφρονητικά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είδε τους αληθινούς κακοποιούς. Οι κατάδικοι των Σημειώσεων από το σπίτι των πεθαμένων ήταν εγκληματίες κατά τύχη.

99Η συνέχεια μετά την απελευθέρωσή του δεδομένη: αδυναμία επανένταξης, κυκλοφορία των έργων του μόνο με σαμιζντάτ και χέρι με χέρι, κομματιαστά και με αυθαίρετους τίτλους, πίεση για αποκήρυξη των ιστοριών του, σύνταξη αναπηρίας,  -άλλη μια σοβιετική ειρωνεία -, σανατόριο αναπήρων, χωρίς ακοή και όραση, ψυχιατρείο, παραλήρημα, θάνατος. Ο τελευταίος φόβος του με σώας τας φρένας ήταν να μην ξεχάσει, να μην προδοθεί από τη μνήμη του. Κι όμως επιβίωσε ως τα 75 του ενώ όλοι οι εμπνευστές και εκτελεστές του απόλυτου μηδενός βρωμούν και ζέχνουν στα σκουπίδια της Ιστορίας.

Θα χρειαστεί άραγε σε κανέναν αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε; Που δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων, αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιον θα παραδειγματίσει, ποιον θα διαπαιδαγωγήσει, ποιον θα αποτρέψει από το κακό και σε ποιον θα διδάξει το καλό; Όχι, όχι, παρ’ όλα αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού – αφού στη ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης. [σ. 20]

Εκδ. Ίνδικτος, 2011, μτφ. από τα ρωσικά – πρόλογος: Ελένη Μπακοπούλου, σελ. 1966.

22
Ιαν.
13

John Gray – Μαύρη λειτουργία. Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας

gray Οι Πολιτικές Εκκλησίες ή πώς η πολιτική οφείλει τα πάντα στην θρησκεία

1. Οι ουτοπίες της δυστυχίας

Πώς γίνεται και τα ουτοπικά προγράμματα με τις διάφορες ιδεολογίες περί ανθρώπινης ευτυχίας να έχουν προκαλέσει το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων και την καταστροφή της ζωής ακόμα περισσότερων; Πώς γίνεται και κατά την επιδίωξη ενός κόσμου χωρίς δεινά, εξαπολύονται τόσοι πόλεμοι και ασκείται τόση τρομοκρατία;  Και πώς συμβαίνει όλες εκείνες οι κοσμικές ιδεολογίες που απέρριπταν τα παραδοσιακά θρησκευτικά δόγματα και στόχευαν στον διαφωτισμό του ανθρώπου, βασιζόμενες στην επιστήμη, ως ισχυρίζονταν, να εφαρμόζουν στην ουσία τα ίδια συστήματα και τους ίδιους θρησκευτικούς μύθους που υποτίθεται ότι απέρριπταν; Ή μήπως, στην ουσία διαμορφώθηκαν από την απωθημένη θρησκεία, μεταμορφωμένες σε εκδοχές του μύθου της Αποκάλυψης, κοινώς της πίστης ότι ένα γεγονός θα αλλάξει τον κόσμο και θα μας οδηγήσει πανευτυχείς στο τέλος της ιστορίας;

2. Σε αναμονή του θριάμβου του καλού

Christian Art - Salvation Riding on the CloudsΓια τον Χριστιανισμό η ανθρώπινη ιστορία είναι μια τελεολογική διαδικασία: η διδασκαλία του Ιησού βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα ζει τις έσχατες ημέρες της. Φυσικά το μήνυμα ότι ο παλαιός κόσμος επρόκειτο να τελειώσει και μια νέα βασιλεία να εδραιωθεί αντανακλούσε την επίδραση άλλων προγενέστερων παραδόσεων κι αυτή ακριβώς η ιδέα εισήλθε και στη δυτική σκέψη. Αυτό που επανερχόταν στα συνεχή ξεσπάσματα των χιλιαστικών κινημάτων που εκδηλώνονταν σε όλη την ιστορία του χριστιανισμού ήταν η πίστη σε ένα συμπαντικό πόλεμο μεταξύ του καλού και του κακού, που απηχούσε το δυϊστικό κοσμοείδωλο του Ζωροάστρη και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη δυτική σκέψη και πολιτική. Ο χριστιανισμός εισήγαγε την εσχατολογία στην καρδιά του δυτικού πολιτισμού.

3. Η κόκκινη ουτοπία της ανθρώπινης μετάλλαξης

Ο κ319925301_dcf539e8e3_bομμουνισμός βασιζόταν στην επιστήμη του ιστορικού υλισμού, ο ναζισμός στον [ψευδο]επιστημονικό φυλετισμό· μόνο που αμφότερα τα συστήματα ήταν μπολιασμένα με μπόλικη θεολογία: η εκ μέρους τους κατάληψη της εξουσίας υπήρξε αποτέλεσμα εξεγέρσεων βασισμένων στην πίστη, όπως ακριβώς και η θεοκρατική επανάσταση του Αγιοταλάχ Χομεϊνί. Στην ακμή του ο κομμουνισμός του 20ού αιώνα αναπαρήγαγε πολλά από τα γνωρίσματα των χιλιαστικών κινημάτων: αποκάλυψη και εσχατολογία, επικείμενη καταστροφή του κόσμου και συλλογική, επίγεια, επερχόμενη, ολική, θαυματουργή σωτηρία που θα μεταμορφώσει και θα τελειοποιήσει τον άνθρωπο.

Έτσι η σπουδή του Λένιν να ασκήσει τρομοκρατία για να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο δεν είναι καινοφανής. Η χρήση απάνθρωπων μεθόδων για την επίτευξη ανέφικτων σκοπών συνιστά την ουσία του επαναστατικού ουτοπισμού. Τόσο η Μπολσεβίκικη Επανάσταση όσο και οι Ιακωβίνοι νωρίτερα, αποδέχονταν την συστηματική τρομοκρατία ως νόμιμο μέσο για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας· τα μαοϊκά καθεστώτα και το Φωτεινό Μονοπάτι στο Περού το ίδιο: σκόρπισαν το θάνατο σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους επιδιώκοντας έναν κόσμο καλύτερο από ποτέ.

DANTON, ROBESPIERRE, AND MARAT IN THE WINE SHOP.Αναρχικοί του 19ου αιώνα, όπως ο Νετσάγιεφ και ο Μπακούνιν, αντιαποικιοκράτες στοχαστές όπως ο Φραντς Φανόν, τρομοκρατικές ομάδες όπως οι Μπάαντερ – Μάινχοφ και Ερυθρές Ταξιαρχίες, τα ριζοσπαστικά ισλαμικά κινήματα, όλοι σαγηνεύονταν από φαντασιώσεις δημιουργικής καταστροφής και την απελευθερωτική δύναμη της βίας. Και στην ουσία ήταν όλοι τους επίγονοι των Ιακωβίνων της γαλλικής Τρομοκρατίας, που κατέληξε να εφαρμόζεται για την προώθηση των ιδεωδών του Διαφωτισμού και της πίστης του ότι η ανθρωπότητα είναι ένα εγγενώς προοδευτικό είδος.

4. Ουτοπία: φύγε θρησκεία, έλα πολιτική!

DimaJesusΜόνο που όλες οι κοινότητες που απέβλεπαν στην ενσάρκωση ενός ιδεώδους τελειότητας βασίζονταν μάλλον στην πίστη παρά στη γνώση, στο βαθμό που το ιδεώδες για την τελειότητα πάντα συγκρούεται με βασικά ανθρώπινα γνωρίσματα. Το όνειρο της απόλυτης αρμονίας υποτίμησε τις φυσιολογικές συγκρούσεις στην ανθρώπινη ζωή και τις ασυμβίβαστες επιθυμίες των ανθρώπων. Ο Χιούμ το είχε ήδη γράψει: Όλα τα σχέδια που υποστηρίζουν μια σημαντική μεταρρύθμιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας.

Για έναν ουτοπικό νου τα ελαττώματα κάθε γνωστής κοινωνίας δεν αποτελούν ψεγάδια της ανθρώπινης φύσης αλλά σημάδια μιας οικουμενικής κατάστασης που μπορεί να πάψει να υπάρχει. Στην πίστη αυτή συναντιούνται θρησκευτικές αιρέσεις, επαναστατικές σέκτες και δυτικές κυβερνήσεις: πιστεύουν πως η πολιτική δράση μπορεί να τροποποιήσει την ανθρώπινη κατάσταση. Και τελικά ο ουτοπισμός άρχισε να αναπτύσσεται παράλληλα με την υποχώρηση της χριστιανικής πίστης. Μήπως λοιπόν στην ουσία την κληρονόμησε και την αντικατέστησε;

maoΟ ίδιος ο Τρότσκι μιλούσε, παράλληλα με την «στρατιωτικοποίηση της εργασίας» και για τροποποίηση της ανθρώπινης φύσης. Οι μπολσεβίκοι σκόπευαν εξαρχής να δημιουργήσουν ένα νέο τύπου ανθρώπου, που δεν θα δημιουργούνταν αν δεν καταστρεφόταν ο παλιός. Ο σοβιετικός μηχανισμός ασφαλείας κληροδοτήθηκε από τον όψιμο τσαρισμό, η δημιουργία στρατοπέδων ακολουθούσε τα πρότυπα των Ευρωπαίων αποικιοκρατών και δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν για το τίποτα. Παρομοίως στο Μεγάλο Μαοϊκό Άλμα προς τα Εμπρός [1958 – 1961] πέθαναν τριάντα οκτώ εκατομμύρια «παλαιοί» άνθρωποι. Η πολιτικά οργανωμένη μαζική φρενίτιδα είχε αναμφισβήτητα χιλιαστική διάσταση.

5. Μαύρη ουτοπία σε αντίγραφο

Iron-Sky-space-nazisΟ ναζισμός δεν ήρθε από τη μια στιγμή στην άλλη: διαπνεόταν από πεποιθήσεις που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη επί πολλούς αιώνες. Οι ιδέες περί φυσικής ανισότητας δεν συνιστούσαν παρεκκλίσεις στη δυτική παράδοση. Σε μια γενική, αν και όχι ειδικά φυλετική διάκριση, ο Αριστοτέλης υποστήριζε τη δουλεία βάσει του ότι κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται φυσικοί δούλοι. Ο άριστος βίος αφορούσε τους λίγους· οι υπόλοιποι – γυναίκες, δούλοι, βάρβαροι – ήταν «ζωντανά εργαλεία». Ο Τζον Λοκ δικαιολογούσε την κατάκτηση των εδαφών των γηγενών στην Αμερική και θεωρούσε ότι οι Ινδιάνοι και οι Αφρικανοί δεν μπορούσαν να επιδοθούν στη γεωργία, συνεπώς δεν είχαν δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ο Ιμάνουελ Καντ περισσότερο από κάθε άλλον στοχαστή νομιμοποίησε διανοητικά την έννοια της φυλής και την ύπαρξη έμφυτων διαφορών μεταξύ των φυλών.

kant1Η φυλετική προκατάληψη μπορεί να είναι πανάρχαια, αλλά ο ρατσισμός είναι προϊόν το Διαφωτισμού, που ισχυριζόταν πως κατείχε τον ορθό λόγο και έδινε στη γενοκτονία την ευλογία της επιστήμης και του πολιτισμού. Η «φυλετική επιστήμη» άνοιξε αναμφίβολα το δρόμο για το υπέρτατο έγκλημα των ναζί. Ο ναζιστικός αντισημιτισμός ήταν το σύμφυρμα μιας νεωτερικής ρατσιστικής ιδεολογίας με μια χριστιανική δαιμονολογική παράδοση. Στην ουσία αποτελούσε μια νεωτερική πολιτική θρησκεία που χρησιμοποιούσε την ψευδοεπιστήμη αλλά βασιζόταν πολύ και στον μύθο.

6. Ισλαμική και συμμαχική ουτοπία

Ο ισλαμισμός με τη σειρά του έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον χριστιανισμό, παρά το γεγονός ότι παραπλανητικά παρουσιάζεται ως τελείως διαφορετικός πολιτισμός απέναντι στη «Δύση». Αμφότερες οι θρησκείες αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του δυτικού μονοθεϊσμού και μαχητικά θρησκευτικά δόγματα που επιδιώκουν να προσηλυτίσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα· έχουν δε γεννήσει κινήματα που χρησιμοποιούν συστηματικά τη βία για να επιτύχουν οικουμενικούς στόχους. Είναι γνωστές οι πολιτικJohn Grayές συνεργασίες των κρατών του δίπολου (Ρίγκαν με Χομεϊνί, Ταλιμπάν με ΗΠΑ προ 11/9) στη μάχη ενάντια του κομμουνισμού.

7. Η μεταγραφή της ουτοπίας στη δεξιά

Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού ήταν σειρά του…δεξιού ουτοπισμού να γιγαντωθεί υπέρμετρα. Η ουτοπία που κάποτε εντοπιζόταν στην αριστερά, τώρα καταλάμβανε την εξουσία δια της δεξιάς. Αν η παλαιά δεξιά αποδεχόταν ρεαλιστικά την ανθρώπινη τρωτότητα και απέρριπτε την ιδέα ότι η ιστορία είναι μια πορεία προς κάποια ηλιόλουστα υψίπεδα, η σύγχρονη δεξιά ενστερνίστηκε την επιδίωξη της Ουτοπίας. Ο δημοκρατικός καπιταλισμού αμερικανικού τύπου συνυπήρξε με την χριστιανική φονταμενταλιστική πίστη ότι το κακό μπορεί να ηττηθεί. Ο 21ος αιώνας άρχισε με μια νέα απόπειρα εφαρμογής του γνωστού προγράμματος, με τη διαφορά ότι φορέας της «επαναστατικής αλλαγής» γίνεται τώρα η δεξιά.

8. Νεοφιλελεύθερη ουτοπία

gray3Μετά το τέλος της δεκαετίας του 1980 η πολιτική των δυτικών κυβερνήσεων άρχισε να διαμορφώνεται με βάση την πεποίθηση ότι ένα και μοναδικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα είναι εφικτό: η «φιλελεύθερη δημοκρατία». Ο νεοφιλελευθερισμός με τη σειρά του υποστήριξε την αυστηρά περιορισμένη κυβέρνηση και την αχαλίνωτη ελεύθερη αγορά. Η τελευταία αποτέλεσε για το σύστημα αυτό την πιο σημαντική κατάσταση ατομικής ελευθερίας. Οι δυτικές κυβερνήσεις, πρώτα με τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική στη Ρωσία και ύστερα με την ανθρωπιστική στρατιωτική επέμβαση στα Βαλκάνια επιδόθηκαν σε δραστηριότητες δίχως προοπτική ευτυχίας. Βρέθηκαν απροετοίμαστες όταν η εξάπλωση της δημοκρατίας πυροδότησε τον εθνικισμό στην πρώην Γιουγκοσλαβία, την αυτονομιστική διάθεση στην Τσετσενία κλπ. Η δημοκρατία και οι ελεύθερες αγορές υποτίθεται πως θα έφερναν την ειρήνη, όχι το έγκλημα και τη βία.

9. Νεοσυντηρισμός: καλύτερα επιστροφή στη θρησκεία!

IRAQ_AND_BRITISH_ARMY_IN_PRIDE_by_jaffajoeΣε αντίθεση με τους νεοφιλελεύθερους οι νεοσυντηρητικοί δεν επιζητούν να επιστρέψουν σε μια φαντασιακή εποχή ελάχιστης διακυβέρνησης. Αντιλαμβάνονται τις αρνητικές κοινωνικές συνέπειες και υποστηρίζουν την συνδρομή «του νόμου και της τάξης». Εδώ η θρησκεία καλείται να αποτελέσει ζωτική πηγή κοινωνικής συνοχής! Βασική συνδρομή προσφέρει και η στρατιωτική δύναμη. Μπλερ και Μπους ερμήνευσαν την ιστορία των περασμένων δυο δεκαετιών – τη μόνο που γνώριζαν – ως ένδειξη του ότι η ανθρωπότητα είχε εισέλθει σε μια εντελώς νέα εποχή. Όπως και η Θάτσερ, ερμήνευσαν την κατάρρευση του κομμουνισμού ως σημάδι του θριάμβου της «Δύσης» και επιδόθηκαν σε μια ιεραποστολικού τύπου πολιτική με υποτιθέμενο στόχο την σωτηρία της ανθρωπότητας.

Ο Μπλερ υπήρξε τυπικός Αμερικανός νεοσυντηρητικός, που εφάρμοσε το σύστημα και στις διεθνείς σχέσεις. Οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο σε έναν καταστροφικό πόλεμο, καθώς φοβόταν τις επιπτώσεις από την αντιπαράθεση με την αμερικανική πολιτική και έπεσε θύμα της αλαζονικής θέσης ότι η Βρετανία θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος. Βασική του πίστη: η δύναμη των όπλων διασφαλίζει το θρίαμβο του καλού και ο bush_with_crossπόλεμος δικαιολογείται ως μορφή ανθρωπιστικής επέμβασης. Μόνο που η πεποίθησή του ότι η Αμερική ήταν ανίκητη υπήρξε εσφαλμένη. Η ήττα της από τις ιρακινές εξεγέρσεις, όπως και η φυγή των Γάλλων από την Αλγερία και των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν κατέδειξαν πως στις ασύμμετρες εχθροπραξίες οι αδύναμοι έχουν αρκετές πιθανότητες νίκης.

Ο Μπους μίλησε για χώρες που σχηματίζουν τον «άξονα του κακού», για δυνάμεις του σκότους κλπ. Η ομιλία του μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είχε πολλές αναφορές στη Βίβλο, με φράσεις από την Αποκάλυψη και από τον Ησαΐα. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Θεός του είπε να χτυπήσει την Αλ Κάιντα και τον Σαντάμ. Ο πρώην άεργος και μέθυσος πλανητάρχης ανήκει στο κίνημα Χριστιανική Ανασυγκρότηση ή Θεοκρατική Θεολογία, ένα μεταχιλιαστικό φονταμενταλιστικό κίνημα σύμφωνα με το οποίο  επιδιώκεται μια χριστιανική μορφή διακυβέρνησης που θα υπόκειται στον θείο νόμο. Εδώ υπάρχει μια διαφοροποίηση με τις δυτικές κυβερνήσεις: σε αυτές κάθε ομολογία ισχυρών θρησκευτικών πεποιθήσεων θεωρείται επιβλαβής, ενώ στις ΗΠΑ δίνει χιλιάδες ψήφους, όπως π.χ. των ευαγγελιστών.

Church PlantingΗ χριστιανική δεξιά άλλωστε αποτελεί ολοένα και σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης και ψήφων. Αυτή η δαιμονολογική αντίληψη για την τρομοκρατική απειλή αποτελεί ένα παραπροϊόν συμμαχίας μεταξύ νεοσυντηρητικών και χριστιανικής δεξιάς και προσφέρει στην Αμερική έναν σαφώς προσδιορισμένο εχθρό, που στερήθηκε με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.  Η Αμερική σε αντίθεση με κάθε άλλη μακροχρόνια δημοκρατία, δεν διαθέτει μια κοσμική πολιτική παράδοση κι έτσι αναπληρώνει με μια ασυναγώνιστη θρησκευτικότητα. Σε καμία άλλη εκβιομηχανισμένη χώρα δεν είναι τόσο διαδεδομένη η πίστη στο Σατανά (ο οποίος, σύμφωνα με τον Μπους, ανακατεύεται στις αμβλώσεις, στα βλαστοκύτταρα και στη μετάδοση του AIDS, εξ ου και οι σχετικοί απαγορευτικοί του νόμοι).

blackmassΔιαφωτισμός και Ναζί, Δεξιά και Αριστερά, Χριστιανισμός και Ισλαμισμός μοιάζουν να διάβασαν το ίδιο εγχειρίδιο και λειτούργησαν με τους ίδιους θρησκευτικούς ή αντιθρησκευτικούς τρόπους, γιατί το αντικείμενό τους ήταν πάντα κοινό: ο άνθρωπος και η εξουσία πάνω του. Ο πολύσημος και πολυσήμαντος πολιτικός και φιλοσοφικός λόγος του Γκρέυ συνδυάζει εξαιρετικά εύληπτη γραφή και πυκνότητα επιχειρημάτων και παραδειγμάτων. Δικαιώνοντας το όνομά του, εδώ τα βλέπει όλα γκρίζα, αλλά αυτό δεν είναι το χρώμα της αλήθειας;

Εκδ. Οκτώ, 2009, μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, σ. 261, με πλήρη βιβλιογραφία στο τέλος κάθε κεφαλαίου και ευρετήριο [John Gray – Black Mass. Apocalyptic Religion and the Death of Utopia, 2007]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr υπό τον τίτλο Gray’s Anatomy.

01
Οκτ.
12

Δανιήλ Χαρμς – Γαλάζιο τετράδιο

Ρωσική πρωτοπορία, σοβιετική εξαχρείωση

1.

Χαρμς (Γιουβατσόφ) Δανιήλ Ιβάνοβιτς, γεννηθείς το 1905, γιος αυλικού συμβούλου, μητέρα ευγενούς καταγωγής, Λογοτέχνης. Καμία δημόσια θέση. Ανένταχτος κομματικά.

Δουλειά μου είναι η λογοτεχνία. Δεν έχω πολιτικό προσανατολισμό και το ζήτημα που με απασχολεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είναι: η λογοτεχνία. Δηλώνω ότι στον τομέα της λογοτεχνία δεν είμαι σύμφωνος με τη σοβιετική πολιτική και επιθυμώ, ως αντιστάθμισμα των μέτρων που ισχύουν σήμερα, την ελευθερία του λόγου τόσο για την προσωπική μου δημιουργία, όσο και για εκείνη των λογοτεχνών με τους οποίους συνδέομαι πνευματικά και ανήκουμε στην ίδια λογοτεχνική ομάδα. [Πρακτικά ανακρίσεων, 11.12.1931, γραμμένο ιδιοχείρως από τον Δ. Χαρμς] [σ. 410-411].

Ποιος είναι αυτός ο λογοτέχνης που τολμάει και υπεραμύνεται απροκάλυπτα της προσωπικής του δημιουργίας απέναντι στο σοβιετικό συνθλιπτήριο λογοτεχνών; Ποιος είναι ο αυτουργός των δεκάδων σπαρταριστών, άλογων και παιγνιωδών κειμένων που ξεχειλίζουν από μαύρο κατράμι χιούμορ και κατάμαυρο παράλογο, πολύχρωμο σουρεαλισμό, υπόγειο γκογκολισμό κι έναν βαθύτατο τρόμο για τα σκότη της νέας σοβιετικότητας; Ποια είναι αυτή η τραγική φιγούρα που επέμενε πεισματικά στα γραπτά του να χρησιμοποιεί τις προεπαναστατικές ονομασίες των δρόμων του Λένινγκραντ (που το ονόμαζε πάντα Πετρούπολη), που γέμιζε τις λέξεις του με εσκεμμένα λάθη και ανορθογραφίες, ως ένα είδος σκανδαλιάς (ακόμα και στην κατάθεσή του σε κάποια ανάκριση έγραψε 1921 αντί για 1931), που μοιραζόταν με τον Μαγιακόφσκι και τον Κάφκα την ίδια αποστροφή για τα παιδιά αλλά ζούσε γράφοντας έργα γι’ αυτά;

Μ’ ενδιαφέρουν μόνο οι «ανοησίες»: μόνο ό,τι δεν έχει καμιά πρακτική σημασία. Μ’ ενδιαφέρει η ζωή μόνο στις παράλογες εκφάνσεις της. [σ. 335]

Ποια είναι αυτή η δημιουργικότατη προσωπικότητα που έγραφε ακατάπαυστα, εξέδιδε περιοδικά ακόμα και σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, που κυκλοφορούσαν μόνο «μέσα στο διαμέρισμα του Δ.Ι. Χαρμς [όπως το Τάπιρ (Τάπιρος)], που έφτιαχνε ομάδες ανήσυχων δημιουργών, που δεν πήγαινε ποτέ σε κηδείες («Δεν αποχαιρετώ ποτέ κανέναν»), που συχνά περιγελούνταν όχι μόνο από τα παιδιά στο δρόμο (από εδώ πιθανώς ξεκινάει η προς αυτά αντιπάθειά του), αλλά και από ανθρώπους της διανόησης, ακόμα και συναδέλφους του συγγραφείς, που θαύμαζε τους «φυσικούς στοχαστές», όπως ονόμαζε ορισμένους περιθωριακούς, ενδεχομένως και άστεγους ανθρώπους, τους οποίους συναναστρεφόταν επειδή θαύμαζε τον αντισυμβατικό, ελεύθερο τρόπο σκέψης τους;

2.

Αυτή τη στιγμή αρχίζω ν’ αντιλαμβάνομαι τη γελοιότητα της θέσης στην οποία βρίσκομαι. Γιατί είμαι γονατισμένος μπροστά σε μια γριά; Και γιατί η γριά αυτή είναι στο δωμάτιό μου και κάθεται στην αγαπημένη μου πολυθρόνα; Γιατί δεν την πέταξα έξω; […] Με κυριεύει ένα φοβερό αίσθημα αγανάκτησης. Γιατί πέθανε στο δωμάτιό μου; Δεν τους αντέχω καθόλου τους νεκρούς. Άντε τώρα κουβάλα το ψοφίμι και τρέχα στο θυρωρό και στον επιστάτη να εξηγήσεις πώς βρέθηκε η γριά στο σπίτι σου. […] Απαίσιο θέμα, λέω, αλλά δεν μπορώ να σκεπάσω τη γριά με εφημερίδες – κάτω από μια εφημερίδα τα πάντα μπορούν να συμβούν. [σ. 225, 227]

…μονολογεί ο αφηγητής του σπαρταριστά εφιαλτικού αφηγήματος «Η γριά», στο μόνο κάπως εκτενέστερο κείμενό του ανάμεσα σε πλήθος άλλων μικρότερων, και πράγματι συμπάσχουμε με τον ταλαίπωρο ένοικο του μικρού δωματίου που υφίσταται το αναπάντεχο πρόβλημα και ταυτόχρονα αγωνιά μην τον ακούσουν οι ένοικοι του διαδρόμου, πηγαίνει στο μπακάλικο για να ξεχαστεί αλλά γνωρίζει μια κοπελίτσα που τον πολιορκεί, την αποφεύγει κρυβόμενος στο σπίτι ενός φίλου όπου τρώνε και πίνουν, επιστρέφει, σηκώνεται πεινασμένος και πηγαίνει διαρκώς στο ντουλαπάκι με τις προμήθειες χωρίς να βρίσκει τίποτα παρά μόνο ένα κύβο ζάχαρης (αλλά συνεχίζει να το κάνει με την ελπίδα πως θα βρει κάτι παραπάνω) και ονειρεύεται να ξεπαστρέψει τα φασαριόζικα παιδιά που παίζουν έξω απ’ το παράθυρό του.

3.

Αλλά ο άνθρωπος με τον βρόμικο γιακά στεκόταν έξω απ’ το παράθυρο και κοίταζε στο δωμάτιο κι άνοιξε μάλιστα το παράθυρο και μπήκε [«Το πράγμα», σ. 12]

Ο Καλίντοφ έστεκε στις μύτες των ποδιών και με κοίταζε κατάματα. Ήταν πολύ δυσάρεστο. Γύρισα στο πλάι, αλλά ο Καλίντοφ μ’ ένα σάλτο ξαναβρέθηκε μπρος μου και με κοίταξε κατάματα. [σ. 167]

Στο κείμενο «Η σχέση» ο συγγραφέας περιγράφει μια σειρά χαρακτήρων και τραγικών γεγονότων με χαρακτήρες που στο τέλος βρίσκονται μαζί στο τραμ χωρίς να γνωρίζουν τις τους ενώνει [σ. 371- 373]. Η αίσθηση είναι εκπληκτική: αυτό που σύγχρονες ταινίες τύπου Βαβέλ δημιουργούν ως κάτι απόλυτα μοντέρνο, ο Χαρμς το σκάρωσε σε δισέλιδο κείμενο δεκαετίες πριν! Στα άλλα κείμενα ένας άνθρωπος διαπιστώνει πως όταν έχει πίστη ζυγίζει περισσότερο, σκύλοι που πετάνε και κάθονται σαν κοράκι στην σκεπή του αντικρινού σπιτιού, άνθρωποι πίνουν από το ποτήρι με το μαύρο νερό και φωτίζεται η ψυχή τους, η Αντονίνα Αλεξέγεβνα πίνει ολόγυμνη μαζί με τον σύζυγό της και τον επιστάτη της πολυκατοικίας καθισμένη πάνω στο τραπέζι στο «Αναπάντεχο μεθοκόπι». Εδώ ξεχειλίζει μια άλλου είδους ελευθερία, μια απροκάλυπτα ερωτική απελευθέρωση από τις νέες επαναστατικές καταπιέσεις.

Νομίζει ότι, επειδή είναι νέα κι όμορφη, όλα μπορεί να τα κάνει. Κι είναι τόσο βρομιάρα, που δεν πλένεται ποτέ εκεί που πρέπει. Εμένα, λέει, μ’ αρέσει η γυναίκα να μυρίζει σαν γυναίκα! Εγώ, με το που τη βλέπω, παίρνω το μπουκαλάκι την κολόνια και το κολλάω στη μύτη μου. Μπορεί κάτι τέτοια ν’ αρέσουν στους άντρες, αλλά εμένα, να με συμπαθάτε, να μένει το βύσσινο. Τέτοια ξεδιάντροπη! Τριγυρνάει τσίτσιδη κι ούτε ντροπή ούτε τσίπα. Κι όταν κάθεται, αντί να κλείνει καθωσπρέπει τα πόδια της, τ’ αφήνει όλα στη φόρα. Κι είναι πάντα μούσκεμα εκεί πέρα. Τις προάλλες τρέχανε τα ζουμιά. Της λες: δεν πας να πλυθείς λιγάκι; Κι εκείνη σου λέει; εκεί δεν χρειάζεται και πολύ πλύσιμο. Και παίρνει και σκουπίζεται μ’ ένα μαντίλι. Τι μαντίλι τι χέρι. Το μόνο που κάνει είναι να τα πασαλείβει χειρότερα. Εγώ δεν της δίνω ποτέ το χέρι μου, το χέρι της μυρίζει πάντα ξετσίπωτα. Και τα βυζιά της, κι αυτά ξετσίπωτα είναι. Ναι, είναι αλήθεια ότι είναι όμορφα κι αφράτα, αλλά τόσο μεγάλα που είναι, εμένα μου φαίνονται ξετσίπωτα. Να τι γυναίκα πήγε και βρήκε ο Φομά! Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τον τύλιξε! [«Ο Φομά Μπομπρόφ και η γυναίκα του. Κωμωδία σε τρία μέρη», 1933, σ. 49].

4.

Ο Χαρμς συμμετείχε το 1928 στην ίδρυση της περίφημης Ένωσης Πραγματικής Τέχνης (ΟΥΜΠΕΡΙΟΥ)· το θέατρο του παραλόγου της δυο δεκαετίες μετά θα παραλληλιζόταν με εκείνο των Ιονέσκο και Μπέκετ. Η τελευταία της δημόσια εμφάνιση το 1930 σήμανε το τέλος μιας από τις τελευταίες ομάδες (ίσως και της τελευταίας) της ρωσικής πρωτοπορίας. Τώρα άρχιζε η εποχή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και σύντομα οι εφημερίδες θα μιλούσαν για αντιδραστικούς τσιρκολάνους που παραιτούνται από την ζωή, γράφουν «ποίηση των ταξικών εχθρών ασυνάρτητη και αντεπαναστατική». Για τον Χαρμς οι συλλήψεις αρχίζουν το 1925 όταν απαγγέλει δημοσίως ποίημα του Νικολάι Γκουμιλιόφ που είχε συλληφθεί λίγα χρόνια νωρίτερα με την κατηγορία της συμμετοχής σε φιλομοναρχική συνωμοσία και εκτελεστεί. Αφήνεται όμως ελεύθερος καθώς, σύμφωνα με τα λόγια της Αχμάτοβα, «οι καιροί ήταν ακόμη σχετικά χορτοφάγοι».

Να γράφεις ποιήματα που, αν τα πετάξεις στο παράθυρο, θα σπάσει το τζάμι. [τέλη του 1929, σ. 281]

Μισώ τους ανθρώπους που μπορούν να μιλούν περισσότερο από εφτά συνεχόμενα λεπτά. Δεν υπάρχει στον κόσμο ολόκληρο τίποτα πιο βαρετό απ’ το ν’ ακούς κάποιον να σου διηγείται το όνειρό του ή πώς ήταν στον πόλεμο ή πώς πέρασε στις διακοπές. Η πολυλογία είναι η μητέρα της αταλαντοσύνης. [σ. 340]

5.

Σε τι μικρά και ασήμαντα πράγματα μπορεί να βρίσκεται η αληθινή τέχνη!

Ο Γιάκομπ Ντρούσκιν στο κείμενο «Η ομάδα Τσιναρί και ο Δανιήλ Χαρμς» ερευνά τι συνέδεε επί πολλά χρόνια τόσο διαφορετικούς ποιητές, συγγραφείς και φιλοσόφους, μια λογοτεχνική σύμπραξη πέντε ανθρώπων [«Ομάδα Τσιναρί ή Κύκλος των ημιμαθών λογίων»] που δημιουργούσαν και πειραματίζονταν σε ποικίλα χωράφια (ο Χαρμς για παράδειγμα ενδιαφερόταν για την διαρρύθμιση των κτιρίων, των διαμερισμάτων και των δωματίων· στο σημειωματάριό του περιλαμβάνονται τα σχέδια ενός φανταστικού διαμερίσματος),  συμπλήρωναν ο έναν τον άλλον, ήταν ολότελα διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά και συγγενείς ως προς τον τρόπο που έβλεπαν τον κόσμο. Ο ποιητής Αλεξάντρ Βεντένσκι, μέλος της ομάδας (που πάντα έγραφε χωρίς γραφείο, με τα χαρτιά πάνω σε ένα βιβλίο στα γόνατά του) είπε πως ο Χαρμς δεν κάνει τέχνη – είναι ο ίδιος τέχνη. Ο Χαρμς έλεγε ότι πάντοτε το σημαντικότερο για εκείνον ήταν όχι η τέχνη αλλά η ζωή: να ζει τη ζωή του σαν να κάνει τέχνη. «Η ζωή σαν έργο τέχνης» για τον ίδιο δεν ήταν ζήτημα αισθητικής τάξης αλλά ζήτημα απόλυτα υπαρξιακό.

«Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπομαι», απάντησε ο βάτραχος. «Γιατί να ντρεπόμαστε για το ωραίο μας σώμα, που μας το ΄χει δώσει η φύση, όταν δεν ντρεπόμαστε για τις απαίσιες πράξεις μας, που τις έχουμε κάνει εμείς οι ίδιοι;». [σ. 74]

Αχ! Θα ’γραφα κι άλλα, μα ξαφνικά εξαφανίστηκε το μελανοδοχείο. [«Ο ζωγράφος και το ρολόι», 1938]

Ο Ντρούσκιν δεν άνοιγε το αρχείο του Χαρμς επί δεκαπέντε χρόνια, ελπίζοντας πως εκείνος θα επέστρεψε, πράγμα που δεν έγινε, όπως άλλωστε και με όλους όσους «έφυγαν» παρά τη θέλησή τους. Ο Χαρμς κρατούσε σημειώσεις για τα πάντα, ακόμα και για έξοδα και τρόφιμα – άλλη μια επιβεβαίωση πως η ζωή για εκείνον είχε πάντοτε περισσότερο ενδιαφέρον από την τέχνη, πως «αισθανόταν τη ζωή σαν θαύμα και σαν θαύμα ήθελε να ζήσει τη δική του». Όπως γράφει ο Ντρούσκιν, εκτός από την βιωμένη ως θαύμα ζωή, ο Χαρμς σκάλιζε την κενότητα της μηχανοποιημενης ζωής, την ρίζα του ανθρώπινου κακού και το ίδιο το παράλογο· αλλά εκείνο το απολύτως παράλογο και άλογο των ιστοριών του δεν είναι παρά το παράλογο και το άλογο της ζωής που περιγράφουν. Ιδιαίτερα φοβερά γίνονται κάποια από τα κείμενα που είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο. Αρχίζεις να τα διαβάζεις και σου φαίνονται αστεία. Μα, σιγά σιγά, το γέλιο σαν να παγώνει και, πλησιάζοντας προς το τέλος, αισθάνεσαι φρίκη.

6.

Η σύλληψή του, όπως και των άλλων μελών της ομάδας, για οργάνωση και συμμετοχή σε αντισοβιετική, παράνομη ένωση λογοτεχνών και για επικίνδυνη και αντισοβιετική παιδική λογοτεχνία είναι θέμα χρόνου. Πολλά χειρόγραφά του κατάσχονται «για ιδεολογική ανάλυση» (και εξαφανίζονται). Ο ίδιος καταδικάζεται σε τριετή καταναγκαστική εργασία που μετατρέπεται σε ολιγόμηνο εκτοπισμό στο Κουρσκ (για το οποίο γράφει πως είναι δυσάρεστη πόλη όπου όλοι τον θεωρούν ηλίθιο και του φωνάζουν στο δρόμο). Το 1936 στα γράμματά του προς φίλους του γράφει πως η οικονομική του κατάσταση είναι χειρότερη από ποτέ:  Τον Σεπτέμβριο τον έβγαλα αποκλειστικά πουλώντας τα πράγματά μου, αλλά και πάλι, δυο μέρες τρώμε και μία μένουμε νηστικοί.

Η κατάσταση απόλυτης ανέχειας που βιώνει μαζί με την σύζυγό του συνεχίζεται και τα επόμενα χρόνια. Το οριστικό του τέλος αρχίζει με τον αποκλεισμό από κάθε έκδοση (με αφορμή ένα παιδικό ποίημα για την εξαφάνιση ενός ανθρώπου, που εκλαμβάνεται ως αντικαθεστωτική κρίση) και τις εξορίες και εκτελέσεις φίλων και συνεργατών.  Δεν με πληρώνουν, προφασιζόμενοι τυχαίες καθυστερήσεις. Νιώθω πως κάτι κρυφό συμβαίνει εκεί πέρα, κάτι πολύ κακό. Δεν έχουμε να φάμε. // Έφτασα στο σημείο να φοβάμαι τη ζωή. Ο άνθρωπος δεν κάνει να φοβάται τη ζωή του. [σ. 418].

 Ο ίδιος υποβάλλεται σε ψυχιατρικές εξετάσεις και πιστοποιείται ότι είναι ψυχικά ασθενής και απαλλάσσεται από τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο. Το 1941 μεσούντος του πολέμου συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι «διαδίδει συκοφαντικές και ντεφετιστικές διαθέσεις», επιδιώκοντας να προκαλέσει στον πληθυσμό πανικό…», το στρατοδικείο τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες λόγω του ακαταλόγιστου και «ως δημόσιο κίνδυνο» τον παραπέμπει για θεραπεία στην ψυχιατρική πτέρυγα της φυλακής όπου το 1942 πεθαίνει, πιθανότατα από ασιτία.

7.

Έχω να σας απευθύνω μια παράκληση: να γράφετε, σας παρακαλώ, όχι γράμματα ούτε άρθρα για τον Χλέμπνικοφ, αλλά δικά σας έργα. Φοβάμαι ότι ζείτε ανάμεσα σε γουρούνια, που μπροστά τους είναι μέχρι και ντροπή να γράφει κανείς. Για τ’ όνομα του Θεού, μη θεωρείτε τον εαυτό σας όμοιο μ’ αυτούς. Αν αρχίζουν να εγκωμιάζουν αυτοί τα έργα σας, θα σημαίνει ότι αποτύχατε τελείως. [σ. 374 / Γράμμα προς τον Νικολάι Ιβάνοβιτς (1940), υποτίθεται ως ψυχοπαθής σε έκλαμψη]

Η έκδοση περιλαμβάνει: Ι. σειρά διάσπαρτων κειμένων, ΙΙ. ολόκληρο το Γαλάζιο τετράδιο, ΙΙΙ. το αφήγημα «Η γριά», IV την καντάτα για τέσσερις φωνές «H διάσωση», V. ημερολόγια – σημειώσεις του συγγραφέα, VI. επιστολές του συγγραφέα. Στο επίμετρο: Α. το προαναφερθέν κείμενο του Γιάκοφ Ντρούσκιν, Β. πλήρες χρονολόγιο, Γ. σημειώσεις τηςμεταφράστριας Δ. βιβλιογραφία. Ε. εικονογραφία. Αρτιότερη έκδοση δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

Εκδ. Νεφέλη, 2010, επιλογή – μετάφραση [από τη ρωσική γλώσσα] – χρονολόγιο – σημειώσεις: Ροδούλα Παππά, 525 σελ.

Έτσι συμβαίνει και στη ζωή: βλάκες με περικεφαλαία και θέλουν να μιλάνε κι από πάνω. Αυτό που χρειάζεται σε κάτι τέτοιους είναι μια γερή στη μούρη. [σ. 61]

Σπονδή εδώ.  Χαρμότοπος εδώ.

27
Μαρ.
12

Ναντιέζντα Μαντελστάμ – Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας. Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ

Έγκλημα και τιμωρία

Βλαδιβοστόκ, Βορειοανατολικά Αναμορφωτικά Στρατόπεδα Εργασίας, 11ο Παράπηγμα, 1938. Από εκεί προέρχεται το τελευταίο γράμμα του Όσιμ Εμίλιεβιτς Μαντελστάμ προς τη σύζυγό του Ναντιέζντα και τον αδελφό του Αλεξάντρ. Ο ποιητής είχε ήδη εξοριστεί σε Τσερντίν και Βορόνεζ (1934-1937) και τώρα εκ νέου καταδικαστεί σε πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα στην Κολυμά της Σιβηρίας για αντεπαναστατική δράση. Το έγκλημα: ένα σατιρικό ποίημα για τα μουστάκια του Στάλιν, που διάβασε σ’ ένα κύκλο ομότεχνων, ένας εκ των οποίων τον κατέδωσε, στον γνωστό φαύλο κύκλο του καθεστώτος διώξεων και καταδόσεων: καταδίδεις πρώτος για να μη σε καταδώσουν ή να μη φανεί πως συγκαλύπτεις τον άλλον. Στην Σοβιετική Ένωση του ’30 αρκούσε μια και μόνο φράση για να καταστρέψει για πάντα την ζωή ενός ανθρώπου.

Ταφικό μνημείο

1-nadezhda-mandelstamΟ τάφος του Μαντελστάμ είναι άγνωστος, πιθανός ομαδικός και κάτω από τον πάγο. Αλλά το κενοτάφιό του, όπως γράφει στην εισαγωγή ο Α. Βιστωνίτης, είναι ακριβώς το βιβλίο της γυναίκας του, ένα σπάνιο επίτευγμα της ρώσικης μεταπολεμικής πεζογραφίας. Το χειρόγραφο στάλθηκε κρυφά στη Δύση και εκδόθηκε το 1970 προκαλώντας πολιτικοπολιτισμικό σοκ. Εννοείται πως στη Σοβιετική Ένωση κυκλοφόρησε σε σαμιζντάντ και οι δεκάδες συγγραφείς και διανοούμενοι που αναφέρονταν με όλη τους την μικρότητα, την ρουφιανιά και την δειλία έχασαν τον ύπνο τους. Από την άλλη πλευρά, η μνήμη πολλών σπιλώθηκε, χωρίς ποτέ να αποδειχτεί η εμπλοκή τους, πέρα από φήμες που έφτασαν στα αυτιά της συγγραφέως. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η οργή και ο πόνος της για τον θάνατο του Ο.Μ. και για την κατεστραμμένη της ζωή παρέκαμπτε, όπως υποστηρίχθηκε, την ακρίβεια των πληροφοριών της.

«Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία…»

Η συγκλονιστική της αφήγηση αρχίζει το 1934 με την πρώτη σύλληψη του ποιητή και τελειώνει με το θάνατό του το 1938, την περίοδο του Μεγάλου Τρόμου. Αυτή η αφήγηση είναι Μαρτυρία, Ιστορία, Βιογραφία, Χρονικό, Πραγματεία πάνω σε κάθε μορφή ατομικής εξόντωσης, στη συντριβή της ατομικότητας από την εξουσία. Είναι Έπος σκοτεινό και αθέατο επί δεκαετίες, Ψυχολογία της αλλοίωσης των συνειδήσεων και της παραμόρφωσης των συναισθημάτων. Μελέτη Σοβιετικού Ολοκληρωτισμού και Απόλυτη Ιστορία Αγάπης, Αφοσίωσης, Διάσωσης, Απόδοσης Δικαιοσύνης.

Εδώ δεν πρόκειται για λογοτεχνία, αλλά για μια δειλή απόπειρα να περιγράψω τη μεταβολή της συνείδησής που, πιθανότατα, υφίσταται η πλειονότητα των ανθρώπων που πέρασαν τα μοιραία όρια. Η μεταβολή αυτή εκφραζόταν πρωτίστως με την πλήρη αδιαφορία για όλα όσα έμεναν πίσω, καθώς αναδυόταν η απόλυτη βεβαιότητα ότι όλοι μας παίρναμε τον δρόμο προς τον αναπότρεπτο χαμό. […] Πρόσφατα αγωνιούσα για τους δικούς μου, τη δουλειά μου, όλα όσα υπεράσπιζα. Τώρα χάθηκε η ανησυχία και διαλύθηκε ο φόβος. Τον διαδέχτηκε η οδυνηρή επίγνωση της καταδίκης, κι αυτή γέννησε μια αδιαφορία σωματικά αισθητή…Και τότε αποδείχτηκε πως ο χρόνος δεν υπάρχει πια, μόνο προθεσμίες για την πραγματοποίηση του αναπόφευκτου… [σ. 79 – 80]

Η σύζυγος του εχθρού του λαού στον χιλιοπερπατημένο δρόμο

Αν η Ναντιέζντα δεν ήταν δίπλα του στην εξορία του Βορόνεζ, δουλεύοντας σε εργοστάσιο (καθώς σ’ εκείνον δεν έδιναν δουλειά, παρά τις απεγνωσμένες του προσπάθειες) δεν θα είχε γράψει τα εξαίσια ποιήματα εκείνης της περιόδου (1934-1938) και τίποτα από την ποίησή του δεν θα είχε διασωθεί αν η ίδια δεν την απομνημόνευε και δεν την επαναλάμβανε μέσα της αμέτρητες φορές, ζώντας στην αφάνεια για να μην αφήνει ίχνη, διδάσκοντας σε επαρχιακά σχολεία, άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Έζησε γνωρίζοντας πως ανά πάσα στιγμή μπορούσε να συλληφθεί ως σύζυγος «εχθρού του λαού». Ούτως ή άλλως οι μεγάλες πόλεις της ήταν απαγορευμένες. Κρυβόταν στο καθεστώς της ανύπαρκτης προσωπικότητας χωρίς την ελάχιστη περιουσία, χωρίς ούτε ένα βιβλίο στα χέρια της. Σε κάθε περίπτωση το χαρτί ήταν επικίνδυνη κατοχή. Μόνο η νυχθημερόν επανάληψη των στίχων του την έκανε να εμβαθύνει στην ποίησή του και να συνομιλεί μαζί του. Το μόνο πράγμα που είχε γράψει μέχρι τότε ήταν γράμματα σε φίλους και αιτήσεις προς το Ανώτατο Δικαστήριο.

Έπρεπε να διαφυλάξω δυνάμεις, για να διαβώ όλους τους δρόμους που είχαν ήδη διασχίσει άλλες γυναίκες. Αλλά εκείνη τη νύχτα του Μάη μού ανατέθηκε άλλη μια αποστολή, χάρη στην οποία έζησα και ζω ακόμη. Δεν είχα τη δυνατότητα ν’ αλλάξω τη μοίρα του Ο.Μ., διέσωσα όμως ένα μέρος των χειρογράφων του, πολλά διατηρήθηκαν στη μνήμη μου, αλλά μονάχα εγώ μπορούσα να τα διασώσω – και γι’ αυτό άξιζε να συγκεντρώσω δυνάμεις. [σ. 47]

Οι σύζυγοι των συλληφθέντων έπαιρναν τον «χιλιοπερπατημένο δρόμο» για τον Πολιτική Ερυθρό Σταυρό, ο οποίος όμως δεν είχε την παραμικρή επιρροή, άρα στην ουσία πήγαιναν εκεί για να εκτονωθούν και να αποκτήσουν την αυταπάτη της δράσης, τόσο απαραίτητη στις περιόδους της καταθλιπτικής αναμονής. Μετά το κλείσιμό του, όλες ζούσαν μόνο με τις φήμες, μέρος των οποίων διαδιδόταν ειδικά για την κατατρομοκράτησή τους. Οι συμβουλές που δεχόταν απ’ όσους γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις αφορούσαν τον Ο.Μ.: να μην δραστηριοποιείται πουθενά, να μη ζητά τη μεταγωγή του σε άλλο μέρος, να, μην υπενθυμίζει την ύπαρξή του, να μην συμπεριληφθεί σε κανένα έγγραφο το όνομά του, να τους αφήσει να τον ξεχάσουν.

Τα Σοβιετικά Επαγγέλματα

Οι συχνές «νυχτερινές επιχειρήσεις» ονομάζονταν έτσι στη γλώσσα των μυστικών αστυνομικών – τσεκιστών, από τον μύθο και ευσεβή τους πόθο ότι θα μπορούσαν να συναντήσουν αντίσταση και να γευτούν τον κίνδυνο. Όπως πάντα, η ηλιθιότητα τους κατά τις έρευνες ήταν παροιμιώδης. Μπορεί να έψαχναν σε συρτάρια και ράχες βιβλίων, αλλά ποτέ σε μια κατσαρόλα: εκεί ένα χειρόγραφο θα μπορούσε να ζήσει αιώνες. Άλλοτε τους αρκούσε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους: όταν έμενε με την Άννα Αντρέγεβνα (:Αχμάτοβα) στην Τασκένδη, γυρνώντας σπίτι έβρισκαν το σταχτοδοχείο γεμάτο γόπες. Η παρουσία κάποιου σε συλλήψεις με την ιδιότητα του μάρτυρα έγινε σχεδόν επάγγελμα. Ορισμένοι αναλάμβαναν εργολαβικά ως μάρτυρες έναν συγκεκριμένο δρόμο ή συνοικία.

Ιδιαίτερο είδος χαφιέ αποτελούσε ο «θαυμαστής», κατά βάση εκπρόσωπος του ίδιου επαγγέλματος, ομότεχνος, συνάδελφος ή γείτονας αλλά και ο «υπασπιστής», που κάνει διατριβή στην ποίηση. Οι επαγγελματίες εξολοθρευτές επινόησαν μια παροιμία: Αν βρεθεί ο άνθρωπος, θα βρεθεί και η υπόθεση. Ο Ο.Μ. επαναλάμβανε συχνά τους στίχους του Χλέμπνικοφ: Μεγάλη υπόθεση το αστυνομικό τμήμα! Είναι το μέρος όπου συναντιέμαι με το κράτος. Οι έμπειροι των ανακρίσεων έλεγαν πως είναι απαραίτητο στην αρχή να κάνεις κάποιες ελάχιστες ομολογίες, ειδάλλως αρχίζει η «πίεση» και αποδυναμωμένος αρχίζεις και αραδιάζει ένα σωρό απίθανα (ψεύτικα και ενοχοποιητικά) πράγματα για τον εαυτό σου.

Οι Διαβρωτικοί Φόβοι

Συνήθως, ύστερα από μια ακόμα είδηση για τη σύλληψη κάποιου, υπήρχαν αυτοί που σώπαιναν και χώνονταν ακόμα πιο βαθιά στο λαγούμι τους, το οποίο, με την ευκαιρία, δεν γλίτωσε κανέναν, ενώ άλλοι έβριζαν εν χορώ τον συλληφθέντα. [σ. 63]

Η Μαντελστάμ γράφει για τις μοιραίες περιόδους που η ατμόσφαιρα γινόταν πιο βαριά κι απ’ το μολύβι, για τη βουβαμάρα και τα πρώτα συμπτώματα του λήθαργου, για τον φόβο που υπήρχε ακόμα και για το αν κάποιος κρυφακούει τις πιο μύχιες σκέψεις σου, για την μανία καταδίωξης που βασάνιζε τον καθένα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 ο ψίθυρος της κοινής γνώμης γινόταν όλο και πιο αδύναμος κι έπαψε να μετουσιώνεται σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πολύ περισσότερο στην υπόθεση του Ο.Μ. κανείς δεν τολμούσε να εκφέρει γνώμη ή να αναμιχθεί, εφόσον είχε θιγεί το πλέον επίφοβο πρόσωπο στη χώρα. Ένας λόγος παραπάνω εδώ να εκτιμήσει τον Παστερνάκ, που ήρθε στο σπίτι της με την Αχμάτοβα (που ούτως ή άλλως δε σταμάτησε να ενεργεί από την δική της πλευρά, αν και η σχέση των δυο γυναικών υπήρξε αμφιλεγόμενη) για να μάθει πώς μπορεί να βοηθήσει.

Ζούσαμε ανάμεσα σε ανθρώπους που χάνονταν τον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση, κι ανάμεσα σ’ αυτούς που τους έστελναν στον άλλο κόσμο, τις εξορίες, τα στρατόπεδα, την Κόλαση. Ήταν επικίνδυνο να συνδέεσαι με ανθρώπους που εξακολουθούσαν να σκέπτονται και να δουλεύουν. [σ. 73 – 74]

Κάρφωσε πρώτος, μη σε καρφώσουν πρώτοι

Είναι γνωστές οι μορφές εκβιασμού για να στρατολογηθείς ως χαφιές: προβλήματα στην οικογένεια, στη δουλειά, διασπορά φημών ότι είσαι χαφιές. Οι περιγραφές για το πώς κάθε οικογένεια μελετούσε τους γνωστούς της γυρεύοντας ανάμεσά τους υποψήφιους ή νυν προδότες είναι ανατριχιαστικές. Στους εργασιακούς χώρους το «ξεσκέπασμα» αποτελούσε καθημερινότητα. Αναπόφευκτα οι άνθρωποι άρχισαν να χάνουν την ικανότητα επικοινωνίας, οι δεσμοί να χαλαρώνουν κι ο καθένας να ζαρώνει στη γωνιά του σιωπηλός, ανεκτίμητο πλεονέκτημα για παντός είδους εξουσίες.

Στον αγώνα υπέρ της ιδεολογικής καθαρότητας, οι αρχές ενθάρρυναν με κάθε τρόπο όσους «είχαν τη γενναιότητα να ξεσκεπάζουν» αυτούς οι οποίοι «χωρίς κανένα σεβασμό στην προσωπικότητα» αποκάλυπταν τα υπολείμματα της παλιάς ψυχολογίας μεταξύ των συναδέλφων τους. Υπολήψεις συντρίβονταν σαν σαπουνόφουσκες, και οι αποκαλύπτοντες σκαρφάλωναν στα ύψη της υπηρεσιακής κλίμακας. Κάθε σημαντικό πρόσωπο που αναδείχτηκε εκείνα τα χρόνια χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο, το «ξεσκέπασμα» δηλαδή του προϊσταμένου του, μια φορά τουλάχιστον. Ειδάλλως, πώς θα έπαιρνε τη θέση του; [σ. 141]

Ανύπαρκτο όριο, άφαντο λαγούμι

Αναρωτιόμουν γιατί στον τόπο μας όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον χαμό. Τι πρέπει να είναι κανείς για να σωθεί; Πού βρίσκεται εκείνο το λαγούμι όπου μπορείς να τρυπώσεις για να σωθείς; [σ. 90]

Ήδη με την πρώτη εμπειρία στο Τσερντίν αποκαλύφθηκε η τεράστια ειρωνεία: στις συνθήκες των κάτεργων και της εξορίας η λέξη σύντροφος έπαιρνε ιδιαίτερη σημασία, κάτι που οι εκτός των φυλακών είχαν από καιρό ξεχάσει. Εκεί αντιλήφθηκαν πως το σημαντικότερο όλων ήταν η εσωτερική πειθαρχία: δεν πρέπει να περιμένεις τίποτα από το μέλλον. «Να βλέπεις το Τσερντίν σαν την ύστατη ανάπαυλα. Και να είσαι έτοιμος και να περιμένεις να αντιμετωπίσεις τα πάντα». Οι γνωστοί τους εκεί είχαν ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αλλά ακόμα κι εκεί, πόσοι πίστευαν πραγματικά πως το ζεύγος βρίσκεται πράγματι εξόριστο εκεί και δεν ήταν φυτεμένοι από το κράτος; Η απώλεια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, γράφει η Μαντελστάμ, είναι η πρώτη ένδειξη διχασμού της κοινωνίας σε δικτατορίες όπως εκείνη.

Που βρίσκεται λοιπόν σε εποχές σαν την δική μας το όριο μεταξύ ψυχικής ομαλότητας και αρρώστιας; [σ. 112] Ποιος ανάμεσά μας δεν σκεφτόταν τον εαυτό του στο γραφείο του ανακριτή, ποιος δεν σκεφτόταν με την παραμικρή αφορμή απαντήσεις σε ερωτήσεις που θα του κάνουν εκείνοι;

Η Νέα Ηθική

Η Μαντελστάμ γράφει για την ύπνωση του παρόντος, το κήρυγμα του ιστορικού ντετερμινισμού που στέρησε απ’ όλους τη θέληση και την ελεύθερη κρίση, για εκείνους που στο όνομα της Νέας Ηθικής και της Νέας Εποχής διέπρατταν τα τρομερότερα εγκλήματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός από τα ισχυρότερα στελέχη της Τασκένδης που μετά την σύνταξή του αυτοκτόνησε, καθώς δεν άντεξε την δοκιμασία των συνεχών κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεων όσων επιβίωσαν στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με το γράμμα της αυτοχειρίας του, όσο εργαζόταν ως αφοσιωμένος κομσομόλος δεν έβλεπε άλλον από τους συναδέλφους του και τους ανακρινόμενους, εργαζόταν νυχθημερόν χωρίς ανάπαυλα, έπαιρνε προαγωγές και παράσημα και μόνο όταν συνταξιοδοτήθηκε βρήκε το χρόνο να σκεφτεί όσα συνέβαινα και να αναρωτηθεί μήπως δεν υπηρετούσε το λαό όπως νόμιζε τόσα χρόνια… Οι σοβιετικοί είχαν αγγίξει τον υψηλότερο βαθμό ψυχικής τύφλωσης. Όσοι διατηρούσαν υγιή ψυχισμό έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στην πραγματικότητα. Το ταξικό αίσθημα είχε αντικαταστήσει κάθε συνείδηση.

Αυτοχειρία, εφόδιο σε εφεδρεία

Σε άλλες εξίσου συγκλονιστικές σελίδες η συγγραφέας γράφει για τις σκέψεις του Ο.Μ., που από ένα σημείο κι έπειτα βρισκόταν συνεχώς σε επιφυλακή για τον φόβο της εξόντωσής του, να δώσει τέλος στη ζωή του αντί να θανατωθεί με τους όρους των διωκτών του. Δεν τον πείραζε να πεθάνει, αρκεί να μην ήταν από το χέρι του εκτελεστή. Η αυτοκτονία ήταν και για τους δυο τους ένα εφόδιο που κρατούσαν σε εφεδρεία. Η σκέψη της έσχατης λύσης παρηγορούσε και καθησύχαζε κυρίως την Ναντιέζντα στις περισσότερο αφόρητες περιόδους της ζωής τους. Ο Όσιπ ήταν περισσότερο αισιόδοξος: Πώς ξέρεις τι θα γίνει μετά; Η ζωή είναι ένα δώρο που κανείς δεν θα τολμήσει ν’ απορρίψει. Γιατί σου έχει κολλήσει ότι οφείλεις να είσαι ευτυχισμένη; Αν και λάτρευε τη ζωή, ο Μαντελστάμ ποτέ δεν αναζήτησε την ευδαιμονία, ούτε και στηριζόταν την αποκαλούμενη ευτυχία. Γι’ αυτόν τέτοιες έννοιες ήταν ανύπαρκτες.

2.000, 42

Σερζ (βλ. εδώ και εδώ), Πλατόνοφ, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Πιλνιάκ, Μπάμπελ, Χαρμς, Σαλάμοφ αλλά και οι περισσότερο «γνωστοί» Μπουλγκάκοφ και Μαγιακόφσκι: τα τελευταία χρόνια το έργο των μείζονων ρώσων πεζογράφων και ποιητών γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση. Ακόμα και σε πιο «ελεύθερα» καθεστώτα, η αφάνειά τους κρίθηκε προτιμότερη, σίγουρα από τις Αριστερές που δεν επιθυμούν να απογαλακτιστούν από το σταλινικό παρελθόν, όπως η ελληνική, όπως εύστοχα γράφει στην εισαγωγή του ο Α. Βιστωνίτης. Κι εμείς, μένει ακόμα να μάθουμε και να διαβάσουμε τους 2.000 συγγραφείς που συνελήφθησαν και τους 1.500 που εκτελέστηκαν, ή πέθαναν στη φυλακή και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή χάθηκαν, χωρίς ποτέ να μάθουμε πώς έχασαν τη ζωή τους, όπως ο Όσιπ Μαντελστάμ.

Ναντιέζντα Μαντελσταμ: 42 χρόνια χήρα του ποιητή, συνομιλήτρια της σκιάς του, 42 χρόνια αφοσίωσης στη διατήρηση της μνήμης του ζωντανής, στην περίσωση του έργου του, στην παράδοσή του σ’ όλους εμάς που διατεινόμαστε πως ενδιαφερόμαστε (ορισμένοι κιόλας πως ζούνε) για την ποίηση.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, σελ. 578, με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη και νεκρολογία από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι («Ναντιέζντα Μαντελστάμ (1899-1980)». Το παράρτημα περιλαμβάνει σημειώσεις της μεταφράστριας, ευρετήριο ονομάτων και λογοτεχνικών κινημάτων και οργανώσεων και δυο ποιήματα: του Μαντελστάμ για τον Στάλιν και της Αχμάτοβα για τον Μαντελστάμ [Nadhezda Madelstam, Vospominania [Αναμνήσεις], 1970].

 Στις εικόνες: Τα έγγραφα (όπως η ενυπόγραφη κατάθεσή του) είναι από τον Φάκελο του Μαντελστάμ, από την εξαιρετική ιστοσελίδα http://www.mandelstam-world.org/

05
Φεβ.
12

Βασίλι Αξιόνοφ – Οι ουρανοξύστες της Μόσχας

H ευδαιμονία του τεντωμένου σκοινιού
«Η ιδέα του Παραδείσου είναι το λογικό πέρας της ανθρώπινης σκέψης, υπό την έννοια ότι η σκέψη αυτή δεν προχωράει παρακάτω· γιατί μετά δεν υπάρχει τίποτα, δεν γίνεται τίποτα. Γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παράδεισος είναι το αδιέξοδο· είναι η έσχατη θέαση του χώρου, το τέλος των πραγμάτων, η κορυφή του βουνού, από το ύψος της οποίας δεν μπορούμε να πάμε πουθενά…» έγραφε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι για το μυθιστόρημα Ο λάκκος του Αντρέι Πλατόνοφ (Αντισέξους, μτφ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδ. Αρμός, 2009, σ. 267) και είναι αδύνατο να μην κάνουμε τις συγκρίσεις του έσχατου πλατονοφικού (ου-) τόπου με τον πλατωνικό παράδεισο όπου αισθάνονται πως ζουν οι χαρακτήρες του Αξιόνοφ: τα διαμερίσματα του 18ου ορόφου ενός από τα επτά πολυώροφα μεγαθήρια κατοικιών, παραχωρηθέντα «για την υπερήφανη διαβίωση των καλύτερων πολιτών της αθεϊστικής Ένωσης των Δημοκρατιών».

Η επίλεκτη αυτή σύναξη ενοίκων εμπνέει στον συνταγματάρχη Κιρίλ Σμελτσακώφ, εραστή της γλωσσικής ηδονής και αγαπημένο των μαζών ποιητή, την ιδέα μιας νεοπλατωνικής πολιτείας που θα κατοικείται από φιλοσόφους και πολεμιστές, έχοντας στην κορυφή της ψηλότερα απ’ τον Πλάτωνα και «ανάλογο του ηλιακού φωτός» τον Στάλιν. Υποψήφια μέλη της είναι η Γκλίκα, ηγετικό στέλεχος της Κομσομόλ, ιδανικό πρότυπο Γυναίκας της Νέας Φάσης και ενσάρκωση της Παρθενίας του Σοσιαλισμού, αλλά και με αναβράζουσα διάθεση για ερωτικούς πειραματισμούς, οι γονείς της – αντιπροσωπευτικοί τύποι της ανώτερης τάξης, οι διαχειριστές του κυλικείου ως το μάτι του κράτους, μυστηριώδη πρόσωπα με διπλούς ρόλους και μια νεανική παρέα με δυτικές προτιμήσεις, βαφτίζοντας την τζαζ ως μουσική των αδυνάτων. Ο αρχικά αφανής αφηγητής εμπλέκεται σταδιακά στον μύθο, όπου εντάσσεται και ο ίδιος ο Στάλιν, με μεταμεσονύκτιες τηλεφωνικές συνομιλίες με τον άσπονδο φίλο του Κίριλ ως μια … γιουγκοσλαβική απόβαση στην ντάτσα του, επαλήθευση ενός εμμονικού εφιάλτη.

Όμως κανείς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της υπό αίρεση ευδαιμονίας. Η ενδεχόμενη νίκη της Γκλίκα στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι θα αποτελέσει «οριστικό και αποφασιστικό μάθημα στους εκπροσώπους της μπουρζουαζίας» ενώ η ήττα «υποβοήθηση των αθλητικών φιλοδοξιών των επιθετικών χωρών του ΝΑΤΟ». Οι δηλώσεις της στον δυτικό τύπο θα θεωρηθούν μέγιστο ατόπημα, αφού εκτός από την αγάπη της για τον Ηγέτη, εκφράζει απόψεις περί ερωτικής απόλαυσης. Τα «αρχαιοελληνικά» ποιήματα του Σμελτσακώφ κρίνονται επικίνδυνα για την νεολαία και τον ίδιο: η ποίηση της εποχής απαγορεύεται να είναι κοσμοπολίτικη ή ζοφερή, να έχει «περιττή αισθαντικότητα» ή να αλληθωρίζει στο παρελθόν. Ο Στάλιν αντιλαμβάνεται πως ο στιχουργημένος «ανθρακί Μινώταυρος στην άκρη του σκοτεινού δωματίου» συμβολίζει τον ίδιο και πως ο Θησέας ταυτίζεται με τον ποιητή.

Ο Αξιόνοφ αφήνει ανολοκλήρωτα πολλά από τα ένθετα επεισόδια γιατί δεν τον ενδιαφέρει ένα ακόμα χρονικό των διώξεων, αλλά περισσότερο η απόδοση του κλίματος και της ατμόσφαιρας της εποχής, η εστίαση στις παραμορφώσεις της καθημερινής ζωής που βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί και η ψυχογραφία της συλλογικής παράκρουσης γύρω από τον Ηγέτη. Η παρωδιακή του πρόζα του κοιτάζει τόσο προς στην κλασική ρωσική παράδοση όσο και την σύγχρονη μετακομμουνιστική λογοτεχνία. Το πέρασμά του στην πλευρά των ανεπιθύμητων του καθεστώτος ξεκίνησε στα τρία του, με την δεκαετή καταδίκη των γονέων του σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας ως «εχθρών του κράτους» – στοιχείο που προσδίδει στον αφηγητή – και ολοκληρώθηκε με την αυτοεξορία του στην Αμερική το 1979, συνεπεία της αντιπαράθεσής του με την σοβιετική λογοκρισία και την επίσημη κριτική.

Η διττή ιδιότητα του θερμού στρατιωτικού και του ποιητή με τις μεγαλομανείς εκφράσεις ενός αφελούς ιδεαλισμού προκαλεί ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με τον βασανιστή – πιλότο (στην άκρως αντίθετη πολιτική πλευρά) στο Μακρινό Αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Μήπως κι εδώ υπονοείται πως οι φύλακες των σχετικών καθεστώτων ήταν απλώς παραμελημένοι ανίκανοι ποιητές; Ακόμα κι ο ίδιος ο Κιρίλ κάποια στιγμή αναρωτιέται: «Πώς μπορείς να τα δεις όλα αυτά δίχως μια ελαφρά ειρωνεία;» (σ. 99). Μένει η αιρετική φράση του Βίκτορ Γεροφέγιεφ (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε στην περίφημη χειρόγραφη ανθολογία Μετρόπολ το 1979, που αγνόησε την λογοκρισία και οδήγησε σε ανακρίσεις και διαγραφές) στον Καλό Στάλιν: «Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά». 42 χρόνια μετά ο εκπατρισμένος αφηγητής δίνει διαλέξεις περί ουτοπιών, οι ουρανοξύστες γέμισαν εμπορικά καταστήματα, και η «δυτικόφιλη» νεότητα, τα αλλοτινά «παράσιτα», έμεινε άνεργη, εξαντλημένη από τις διώξεις. Επιβεβαιώνοντας τα λόγια του Μπρόντσκι, η παραδείσια κορυφή κατέληξε σε τέρμα και αδιέξοδο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2010, εισαγωγή και μτφ. από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, 411 σελ. (Василий Павлович Аксёнов – Москва Ква-Ква / Vassili Axionov (απαντά και ως Vasily Pavlovich Aksyonov, Vasili Aksenov), Moscow-cow-cow (Les Hauts de Moscou), 2006).

04
Ιαν.
12

Γιούρι Ντομπρόφσκι – Η επιστήμη της άχρηστης γνώσης

Το κόκκινο και το μαύρο

Ο Γιούρι Οσιπόβιτς Ντομπρόφκσι (Μόσχα, 1909-1978) ανήκει στην μεγάλη χορεία των ανελέητα διωχθέντων του σταλινικού κράτους. Το περιβόητα στρατόπεδα του Άλτα Άτι (Καζακστάν) και Κολύμα (Σιβηρία) όπου έζησε εκτοπισμένος επί σχεδόν είκοσι χρόνια αναπόφευκτα αποτέλεσαν μυθιστορηματικούς χώρους των έργων του, ιδίως του «Φύλακα των Αρχαιοτήτων» και της (τρόπον τινά συνέχειάς του) Επιστήμης. Το έργο εκδόθηκε στο Παρίσι το 1978 λόγω απαγόρευσης δημοσίευσης στην ΕΣΣΔ και φαίνεται πως του στοίχισε τη ζωή, καθώς ο συγγραφέας υπέκυψε εξαιτίας σωματικής επίθεσης από αγνώστους, αποδιδόμενης στην KGB.

Πρόκειται για ένα κατακλυσμικό μυθιστόρημα που ξεδιπλώνει αργά και ολιστικά τις πτυχές της εν έτει 1937 σοβιετικής ζωής τοιχογραφώντας ένα πλήθος προσώπων. Ο κεντρικός χαρακτήρας Γκεόργκι Νικολάγιεβιτς Ζίμπιν, επικεφαλής αρχαιολογικής ανασκαφής, εισέρχεται στον εφιαλτικό κόσμο της Σταλινικής Ανακριτικής και Εγκληματολογίας ως υπαίτιος της εξαφάνισης σημαντικών ευρημάτων. Η αρχική του μέχρις αστεϊσμών ψυχραιμία για την αίσια έκβαση της παρεξήγησης μετατρέπεται σταδιακά σε έκπληξη και φόβο, καθώς εισχωρεί ολοένα και βαθύτερα στους δαιδάλους μιας παράλογης και προδιαγεγραμμένης αντιπαράθεσης με τα κρατικά όργανα, αλλά κυρίως καθώς διαφωτίζεται από έναν συγκρατούμενό του: «Θέλεις να βγεις από δω αυτή τη στιγμή και να είσαι ελεύθερος; Χωρίς να είσαι ένοχος για κάτι; Άλλη μια λανθασμένη σύλληψη! Αυτό θα σήμαινε ότι εσύ θα έβγαινες έξω και ότι ο ανακριτής θα έπαιρνε τη θέση σου στη φυλακή». «Μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες για την σύλληψή σου, αλλά παύουν να υπάρχουν μόλις συλληφθείς». Η έννοια της απελευθέρωσης υπονοεί προηγηθείσα σύλληψη, που ως έννοια πολύ ισχυρότερη εξουδετερώνει την πρώτη.

Η επιστήμη της νομικής θεωρίας καθίσταται άχρηστη, αλλά μέσω αυτής ακριβώς της παραδοχής μετασχηματίζεται σε επιστήμη μιας χρήσιμης και αποδοτικής πρακτικής, που μέσω της ανάκρισης ωθεί τον κατηγορούμενο στην ομολογία του λάθους του, την δημόσια αποκήρυξη των πράξεών του, την μετάνοια και την υποταγή στην μία και μόνη αλήθεια: την κρατική. Θεμέλια της νέας αυτής «Νομικής» αποτελούν η καθιέρωση εγκλημάτων ασαφέστατου ή ευρύτατου περιεχομένου (υποκίνηση σε αντισοβιετική δράση, φθοροποιός πρόθεση, αμέλεια καθήκοντος), το διαρκές και απαράγραπτό τους («μια φορά εχθρός, πάντα εχθρός»), η κληρονομικότητα των αυτουργών (και στο πιο απόμακρο κλαδί του οικογενειακού δέντρου αν υπάρχει διωχθέν πρόσωπο, καταχωρίζεσαι ως «στενός συγγενής ενός αποκαλυφθέντος εχθρού του λαού»), η γραφειοκρατική παντοκρατορία (ένα χαώδες σύνολο από «ειδικά σημειώματα» και «υπομνήματα», όπου «αυτοί έχουν όλα τα χαρτιά κι εσύ δεν έχεις τίποτα»), η επανάληψή της καταδίκης στο διηνεκές (λίγο προτού απελευθερωθείς σού αποδίδεται το ίδιο έγκλημα), η αντιστροφή του αποδεικτικού βάρους («Έχεις τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δε συνέβη;»).

Η γραφή του Ντομπρόφσκι μοιάζει να συμπυκνώνει τα βασικότερα μορφολογικά χαρακτηριστικά της ρωσικής, και της μετέπειτα σοβιετικής λογοτεχνίας. Η συνύπαρξη του γελοίου – κωμικού και του τραγικού – δραματικού, ορισμένες «γκογκολικές» εκφράσεις υπερβολής, οι ενίοτε εξπρεσιονιστικές αποδόσεις χαρακτήρων και συναισθημάτων, η απήχηση αιρετικών φωνών όπως των Μαγιακόφσκι και Μπουλγκάκοφ (από τον οποίο κάλλιστα θα προερχόταν ο καλλιεργητής μήλων όπου «διαγράφονταν ολοκάθαρα οι εικόνες του Λένιν και του Στάλιν, συνθήματα και το σφυροδρέπανο») συναπαρτίζουν μια ευρεία σύνθεση γκροτέσκου ρεαλισμού. Ο λόγος των χαρακτήρων συχνά διασπάται από επιφωνηματικές φράσεις και παραληρηματικές, σχεδόν φαντασιακές παρεκβάσεις, ενώ η ευρυγώνια παρουσίαση της κλειστοφοβικής σταλινικής πραγματικότητας εκτροχιάζεται σε μεγάλες ενότητες για την προηγούμενη «ελεύθερη» ζωή του άτυχου Ζίμπιν, αποδίδοντας ολοκληρωμένες εικόνες μιας ανέμελης, μοντέρνας νεότητας με πνευματικές ανησυχίες (εμφανής παραλληλισμός με το αντίστοιχο αφανισμένο κομμάτι του σοβιετικού πληθυσμού). Αξιοσημείωτο «περιφερειακό» θέμα αποτελεί και η αμηχανία των αρχαιολόγων μπροστά σε ευρήματα μεγάλου ιστορικού βάθους, που άλλοτε προκαλούν ανησυχία ως ενδείξεις ενός άλλου (και γι’ αυτό απειλητικού και ανεπιθύμητου) ρωσικού πολιτισμού, και άλλοτε βεβιασμένα τεκμήρια μιας ένδοξης αυτοκρατορικής – ρωμαϊκής, τσαρικής και κομμουνιστικής – συνέχειας.

O Ζίμπιν πεισματώνει, αποφασισμένος να επιβιώσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μα συνειδητοποιεί πως ακριβώς αυτή η επιβίωση ισοδυναμεί με αληθινό θάνατο. Παρά την πνευματική του αντίσταση στα ατέλειωτα λεκτικά και διανοητικά παιχνίδια της ανακριτικής διαδικασίας, γνωρίζει πως η ελευθερία τον περιμένει πλέον μόνο στον ύπνο του. Σύντομα οι ανακριτές – «ξυπνητήρια» θα του στερήσουν και αυτόν – και δεν θα μπορεί να τους εξαπατήσει, όπως ο θρυλικός κρατούμενος που κατάφερε να κοιμηθεί όρθιος παραπλανώντας τους με το κούνημα του ποδιού του. Η σχεδόν φυσική νομοτέλεια του αφανισμού προστάζει την αποδοχή της: «Αυτό που είναι επικίνδυνο είναι ότι σε αφήνουν να έχεις την πρωτοβουλία… Στην εποχή μας μία λέξη θεωρείται πράξη και μια συνομιλία ισοδυναμεί με δράση. Υπάρχουν φορές που μια λέξη είναι έγκλημα. Σε τέτοιους καιρούς ζούμε. Πρέπει να συμφιλιωθούμε μ’ αυτό…. Μετά σε «μαζεύουν» κι αυτό είναι όλο. Είναι σαν νόμος της φύσης». (σ. 126-127)

Εκδ. Κέδρος, 2008, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, 682 σελ. (Юрий Домбровский – Yury Dombrovsky – The Faculty of Useless Knowledge, 1978)

28
Σεπτ.
10

Έλενα Χουζούρη – Πατρίδα από βαμβάκι

Ιστορίας Ιστόρημα

«Η Ιστορία δεν ενδιαφέρει τον μυθιστοριογράφο καθαυτήν, σαν αντικείμενο που μπορεί να το απεικονίσει, να το καταγγείλει, να το ερμηνεύσει· ο μυθιστοριογράφος δεν είναι υπηρέτης των ιστορικών· η Ιστορία τον μαγεύει επειδή είναι σαν προβολέας που περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φωτίζει, φωτίζει τις απρόσμενες δυνατότητές της, που σε ήρεμους καιρούς, όταν η Ιστορία είναι ακίνητη, δεν αξιοποιούνται, παραμένουν αθέατες και άγνωστες». (Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, μτφ. Γιάννης Χάρης, εκδ. Εστία, σ. 85-86)

Κάπως έτσι φωταγωγείται εδώ ένα υποφωτισμένο, από μυθιστορηματική άποψη, ιστορικό πεδίο, εφόσον η ζωή των μετεμφυλιακών πολιτικών μεταναστών, πλούσια «ιστορημένη» και εκ των έσω «αφηγημένη», παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθησαύριστη όσον αφορά μια περισσότερο ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη μυθοπλαστική ανασκαφή. Μόνο πρόσφατα η έκδοση των μυθιστορημάτων του Γιώργου Πρασσά «…και έτσι έκλεισε ο κύκλος» και του Αλέξη Πάρνη «Η Οδύσσεια των διδύμων» (εκδ. Νεφέλη και Καστανιώτη αντίστοιχα) αλλά και η έντονη παρουσία του πολιτικού πρόσφυγα στην «Μνήμη της πολαρόιντ» της Μαρλένας Πολιτοπούλου (εκδ. Μεταίχμιο) πιθανώς σηματοδοτούν την ωρίμανση του σχετικού ενδιαφέροντος.

Η συγγραφέας εδώ δοκιμάζει κάθε μέσο προς τον προαναφερθέντα στο παράθεμα χειρισμό: διαβάζει το δίγλωσσο σημειωματάριο του κεντρικού χαρακτήρα Στέργιου Χ., επιστρατεύει διηγήσεις τρίτων και φωνές «που έχουν εισβάλλει μέσα της», απευθύνεται στον αναγνώστη ή στους ήρωές της, μαντεύει τι θα διαβάζαμε αν κατέγραφαν τις σκέψεις τους, τους τοποθετεί σε κάδρακαι καρέ, τοπογραφεί το περιβάλλον με τις λεωφορειακές τους διαδρομές, εισχωρεί στα ενύπνιά τους, περιγράφει φωτογραφίες που διαθέτει ή φαντάζεται άλλες, ανατρέχει στον Τύπο της εποχής και πάντοτε υποθέτει χωρίς ποτέ να είναι σίγουρη. Οι χρόνοι του ξεφυλλίσματος των σημειώσεων, της συγγραφής του μυθιστορήματος (που με κάθε ευκαιρία τονίζει πως γράφει) και του ταξιδιού του Στέργιου ταυτίζονται σε παράλληλη σιδηροδρομική και μυθοπλαστική τροχιά.

Ο Στέργιος ταξιδεύει με την σύζυγο και τις κόρες του «πολιτικός πρόσφυγας από θέληση και πεποίθηση, δεύτερη φορά σε δεκαοχτώ χρόνια», αντιστρέφοντας την διαδρομή που έκανε το 1949, με αφετηρία τώρα την Τασκένδη και προορισμό τα Σκόπια, τον πλησιέστερο στην δικτατορική Ελλάδα τόπο. Η εποχούμενη α-τοπία του τρένου αποτελεί πρόσφορη σχεδία αναδρομής και ανατομής της ζωής του σε μια από τις δεκατέσσερις «Ελληνικές Πολιτείες» του Ουζμπεκιστάν, από την αμήχανη άφιξη στην Εδέμ των δικών τους Γραφών και τους πρώτους ενθουσιασμούς στις συνεχείς υπενθυμίσεις του χρέους και της άμιλλας και στην προοπτική διάρκειας που συγκρουόταν με τον πόθο της επιστροφής.

Πιστός στην ιδεολογία του μέχρι το τέλος, παρόλο που το Κόμμα καθόρισε δις την συναισθηματική – προσωπική του ζωή (στον γάμο του με την Σταυρούλα, συναγωνίστρια στα βουνά, και στον χωρισμό με την ρωσίδα Όλγα) αλλά και την ιατρική του ειδίκευση, θα κλυδωνιστεί από αμφιβολίες για τους εφαρμοστές της. Η αποσταλινοποίηση του εικοστού συνεδρίου, η άγνοια και η συνενοχή, η ντιρεκτίβα της απαγόρευσης των «βλαβερών» βιβλίων, οι κομματικές επαναξιολογήσεις της «Ανακαταγραφής», η καχυποψία στους κόλπους της κοινότητας, το ενδεχόμενο της διαγραφής και του κενού της μετέπειτα ζωής που συντρίβει τους συντρόφους που ζητούν την στήριξή του, όλα σηματοδοτούν την οριστική απώλεια της παλιάς χαρούμενης ατμόσφαιρας και των κοινών αυλών. Ενδεικτικές είναι οι αδύναμες στιγμές του κάτω από τα κολοσσιαία αγάλματα των Λένιν – Στάλιν που με την πέτρινη αδιαφορία τους τον αφήνουν αδιαφώτιστο. Θερινός εθελοντής στις απέραντες ουζμπέκικες βαμβακοφυτείες αναρωτιέται «αν όλοι έγιναν καινούργιοι άνθρωποι, αν ο ίδιος είναι πια ένας καινούργιος άνθρωπος», πάντα βασανιζόμενος από την ανεκπλήρωτη επιθυμία να γράψει σε απαγορευμένα αγαπημένα πρόσωπα και γενικότερα την συναισθηματική ενοχή για την οικογένεια πίσω στην πατρίδα (η ζωή της οποίας παρουσιάζεται συγχρονικά κι ενίοτε αντιστικτικά όπως π.χ. ο εξαιτίας του τερματισμός της στρατιωτικής σταδιοδρομίας του αδελφού του).

Η Σταυρούλα αντιπροσωπεύει μια διαφορετική, εξαρχής δύσπιστη στάση καθώς, ακόμα κι όταν το άλγος του νόστου καταλαγιάσει, αρνείται να διαβεί την κύρια θύρα προς τη νέα χώρα: την εκμάθηση της γλώσσας. Η εκφραστική της αισθητοποιείται μόνο όταν τραγουδάει «με αγνώριστη, βαθιά από τα έγκατα φωνή». Ο μύθος κυκλώνεται και ανακυκλώνεται από επαναλήψεις και υπενθυμίσεις, ενώ στο περιθώριό του αναπνέει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με τις ζωογόνες ανατάσεις της καθημερινότητας (όπως οι θεατρικές παραστάσεις της πολιτείας ή ο πρώτος περίπατος στην πόλη), το ζοφερό κλίμα της ημέρας του θανάτου του Στάλιν ή των «γεγονότων» της Τασκένδης αλλά και οι φευγαλέες εικόνες των ερήμων του Καζακστάν και των χρωμάτων της φθινοπωρινής Ανατολής ή οι αντηχήσεις της αρχαιότερης ιστορίας της περιοχής ως και των ποιημάτων της Αχμάτοβα.

Τελικά το βαμβάκι της Νέας Χώρας δεν αντικατέστησε την πέτρα της Παλαιάς κι εκείνοι που ταξίδεψαν ως εκεί καταγεγραμμένοι ως «κάρβουνο» στα αμπάρια του πλοίου, δεν συμμετείχαν μόνο «στην συμπαντική κίνηση προς τα εμπρός για ένα υπέροχο μεγαλόπρεπο αύριο» αλλά και, κατά μεγάλη ειρωνεία, αποτέλεσαν το ιδανικότερο πολιτικό καύσιμο. Ο Στέργιος παραμένει σταθερός στην εξαρχής επιλογή «της αβύσσου αντί της σωφροσύνης» και δεν μετανιώνει για τίποτα· συνειδητοποιεί όμως ότι αδυνατεί να εναντιωθεί στην Ιστορία. Τι μένει στις κατά Κούντερα «ήρεμες» εποχές; Ένα ερώτημα αν όλα έγιναν νομοτελειακά και αν κάθε άπιαστο όραμα «σκοντάφτει στην ίδια την άχαρη ανθρώπινη φύση». Τουλάχιστο τότε είναι, όπως καταλήγει η συγγραφέας, καιρός για μυθιστορήματα.

Εκδ. Κέδρος, 2009, σελ. 372.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 22 (καλοκαίρι 2010). Στις φωτογραφίες, κτίσματα από τις αλλοτινές γειτονιές των Ελλήνων της Τασκένδης.

26
Φεβ.
10

Robert Knoth – Πιστοποιητικό Τσερνομπίλ 000358. Τέσσερις ζώνες πυρηνικής καταστροφής στην πρώην Σοβιετική Ένωση

Ο αριθμός του τίτλου ανήκει στην Λευκορωσίδα Άνια που από τα 4 της ζει μια «νέα» ζωή γεμάτη πόνο εξαιτίας του καρκίνου από το ατύχημα στο Τσερνομπίλ και αφορά το πιστοποιητικό που της εγγυάται δωρεάν φάρμακα και περίθαλψη. Οι 4 ζώνες του τίτλου αφορούν τις κυριότερες εστίες ραδιενεργής μόλυνσης με θύματα εκατομμύρια κατοίκους. Είκοσι χρόνια μετά το «ατύχημα» η πυρηνική βιομηχανία επανέρχεται δριμύτερη, ανεξάρτητα από τα εκατοντάδες συνεχιζόμενα πυρηνικά ατυχήματα, τις χωματερές ραδιενεργών αποβλήτων και τις «καταραμένες γωνιές του πλανήτη».

Τσερνομπίλ: 600.000 εκκαθαριστές στάλθηκαν στην σφραγισμένη ζώνη για να σβήσουν τα νέφη, να θάψουν χωριά, να καλύψουν τους δρόμους με νέα άσφαλτο. Τι απέγιναν όσοι δεν θάφτηκαν σε μολύβδινα φέρετρα για να μη μολυνθεί το έδαφος. Νότια Ουράλια, Μαγιάκ, «το πιο μολυσμένο σημείο του πλανήτη». Τα απόβλητα από την κατασκευή πυρηνικών κεφαλών χύνονταν στο ποτάμι – εξ ου και «η αρρώστια του ποταμού», ενώ μια δεξαμενή εξερράγη το 1957. Ο γεωργός που καθάρισε το ποτάμι ζει ακίνητος γιατί τα κόκαλά του έγιναν τόσο εύκαμπτα που σπάνε με την παραμικρή του κίνηση. Σιβηρία, Σεβέρσκ / Τομσκ-7, πόλη – έδρα της Κοινοπραξίας Χημικών Επιχειρήσεων της Σιβηρίας, μια από τις 50 κλειστές πόλεις – απαγορευμένες για επισκέπτες. Πρέπει να δημιουργηθούν θέσεις για τους πυρηνικούς επιστήμονες, αλλιώς θα μεταγραφούν σε κράτη Τρίτου Κόσμου και σε «ξένες» βιομηχανίες όπλων μαζικής καταστροφής. Πολλαπλές κλοπές ραδιενεργών υλικών, ελάχιστοι φρουροί, δωροδοκήσιμοι. Ο καθηγητής και δημοσιογράφος που δημοσίευε σχετικά, πιέστηκε να σταματήσει, καταστράφηκαν οι εγκαταστάσεις της εφημερίδας του, απολύθηκε. Πεδία πυρηνικών δοκιμών στο Σεμιπαλατίνσκ: χιλιάδες στρατιώτες στάλθηκαν για έλεγχο αντοχής οργανισμού και εξοπλισμού και πέθαναν ταχύτατα.

Η Άνια περνάει την ζωή της στο κρεβάτι, εκεί δέχεται δάσκαλο και φίλους. Είναι πολύ αδύναμη για να κουνηθεί αλλά πρέπει να αλλάζει θέση κάθε 15 λεπτά για να μην «ανοίξει» το σώμα της. Οι γονείς πίνουν συνεχώς καφέ για να βρίσκονται ξύπνιοι δίπλα της. Ακόμα και στις επόμενες γενιές το ραδιενεργό καίσιο και το στρόντιο είναι αδύνατο να αφαιρεθούν από τα οστά. Αμέτρητα παιδιά αδυνατούν να συγκεντρωθούν ή να κρατήσουν κάτι στα χέρια τους ή έχουν ανύπαρκτη μνήμη, αμέτρητοι άνθρωποι απλά περιμένουν να εκραγεί η ωρολογιακή βόμβα που κουβαλούν μέσα τους. Κόσμος που ποτέ δεν ενημερώθηκε, έμεινε αβοήθητος στην αντιμετώπιση των συνεπειών, χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο για τις επιπτώσεις της ακτινοβολίας.
Στα σφραγισμένα χωράφια βόσκουν γελάδια, το νερό όπου βράζεται το ρύζι έρχεται κατευθείαν από τα ορυχεία ουρανίου. Η ραδιενέργεια είναι αόρατη, άοσμη και άηχη αλλά βρίσκεται παντού.

Ο φωτογράφος Robert Knoth και η δημοσιογράφος Antoinette De Jong ταξίδεψαν σε Καζακστάν, Ουκρανία, Λευκορωσία για λογαριασμό της Greenpeace και κατέγραψαν δραματικές ανθρώπινες ιστορίες που συνεχίζουν να διαλύουν ανθρώπους τη στιγμή που οι δικές μας αναμνήσεις τους ξεθωριάζουν. Επειδή στην Άνια και στις Άνιες αξίζει κάτι παραπάνω από ένας αριθμός πιστοποιητικού. Αυτό το βιβλίο δεν θα έπρεπε να είναι άγνωστο αλλά να βρίσκεται στην πρώτη προθήκη κάθε βιβλιοπωλείου. Ας γίνει μια εξαίρεση στο σχετικό «ενοίκιο» πάγκου για μια φορά.

Εκδ. Αιώρα, 2006, σελ. 80, εισαγ. Νίκος Χαραλαμπίδης (Ελλ. Γραφ. Greenpeace), τα έσοδα πωλήσεων σε Greenpeace (Certificate no. 000358 /Nuclear Devastation in Kazakhstan, Belarus, the Urals and Siberia, 2006)

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Πρώτη φωτογραφία: H Annya Pesenko όταν ήταν καλύτερα. Δεύτερη φωτογραφία: Κυριακή απόγευμα στο Narodichi, Ουκρανία, λίγα χιλιόμετρα από την Ζώνη – 1. Ένα νεαρό αγόρι βουτάει στο μολυσμένο πεπρωμένο του.

19
Νοέ.
09

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501 (Νοέμβριος 2009)

Σοβιετική Ένωση 1949. Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκ γενετής καρδιοπαθής, δια παντός αποβληθείς από τα σχολεία της επικράτειας λόγω σύνδεσης με το ΕΑΜ, πολεμιστής των βουνών και ξεναγός του Ελυάρ στον Γράμμο, καταφεύγει στην 14η πολιτεία πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη, τορναδόρος σε εργοστάσιο. Φυματίωση, Βουκουρέστι, Μόσχα, Σόνια Ιλίνσκαγια, εδώ τρις εις θάνατον ερήμην, αργότερα στέρηση ελληνικής ιθαγένειας, επιστροφή το 1974.

Ένας εκπληκτικός άνθρωπος, ένας συγγραφέας της κοινωνικής ευθύνης και της ηθικής τάξης, μια ακατάπαυστη εργατική πνευματική μηχανή που έγραφε τα πάντα, χωρίς τις αναγκαστικές διακρίσεις των ειδών. Νομίζω κανένας συγγραφέας της λογοτεχνικής πράξης, που κοιτάει να κάνει τη δουλειά του όσο μπορεί καλύτερα, δεν παίρνει της μετρητοίς τους επιστημονικούς ορισμούς. Πλησιάζει ό,τι του έρχεται καλύτερα κι απ’ αυτό που θα πάρει τίποτα δεν του είναι υποχρεωτικό… Θα βρεθούν όλα μόνα τους πάνω στη ζεστή σχέση με το αντικείμενο. Γνώστης όσο ελάχιστοι της ρωσικής πολιτισμικής παράδοσης, μετέφρασε και παρουσίασε τους ρώσους συγγραφείς, συνέγραψε βιογραφικές μυθιστορίες και εκτενείς παρουσιάσεις τους (όπως τα Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα και Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι).

Το αφιέρωμα του τεύχους, με κείμενα της «Υπουργού των Εξωτερικών» του Σόνιας Ιλίνσκαγια, της Ελένης Κεχαγιόγλου (υπεύθυνης λογοτεχνίας των εκδ. Ελληνικά Γράμματα που φροντίζουν το πλήρες έργο του), της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια, του Αλέξη Ζήρα κ.ά. και μερικές υπέροχες φωτογραφίες είναι πλήρες. Όσο προσπαθώ να δω τις επιρροές που ασκήθηκαν πάνω μου από άλλους, πάλι καταλήγω εκεί, τα περισσότερα μου τα καθόρισε ο τρόπος ζωής μου.

Θεσσαλονίκη, 1955. Εκδίδεται το περιοδικό Νέα Πορεία που κρατάει μέχρι το 2007, έτος θανάτου του Τηλέμαχου Αλαβέρα, εκδότη του από τα μέσα του ’70. Πολλοί αγαπήσαμε έως φετιχισμού το περιοδικό του απαράλλακτου εξώφυλλου με το διαφορετικό κάθε φορά χρώμα, που δεν ήταν μια απλή προθήκη συνεργασιών αλλά ένα μικρό θησαυροφυλάκιο κειμένων και μελετών. Φέτος βγήκε το τελευταίο του, το 626ο τεύχος ως ύστατη παραμυθία για τα τελευταία δυο χρόνια. Και τι δε θα ’δινα για να έβρισκα τα τόσα παλιά τεύχη που μου λείπουν. [128 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

26
Οκτ.
09

Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη

Το έπος της συλλογικής ψύχωσης

«Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούργια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Οι νέες γυναίκες, καθένας το ξέρει, προτιμούν το βερονάλ. Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Αυτός ο κόσμος που γεννιέται μας καλεί, και εμείς του ανήκουμε – και να που στο όνομά του κάποιος μας φτύνει στα μούτρα. «Είστε ανάξιοι…» Ανάξιοι διότι είμαστε η συσπασμένη σάρκα της επανάστασης και η εξοργισμένη σκέψη της; Καλύτερα να πεθάνουμε. Η καμπύλη των αυτοκτονιών ανεβαίνει». (σ. 285)

Ο Σερζ ξεκίνησε να γράφει ουσιαστικά τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων της δεκαετίας του ’20 σιωπούσαν από τις αυτοκτονίες, τη λογοκρισία και τις συλλήψεις· υπήρξε δε ο μόνος Ρώσος συγγραφέας της μετα-επαναστατικής γενιάς που επιβίωσε του σταλινισμού και συνέχισε να γράφει παρά τις αμέτρητες δυσκολίες. Σε αντίθεση με την συναρπαστική Υπόθεση Τουλάγεφ (από τις ίδιες εκδόσεις, 2007) της μυθιστορηματικής μορφής των δέκα κεφαλαίων – αντίστοιχων ιδιαίτερων πορτρέτων γύρω από έναν κοινό πυρήνα, οι Αναμνήσεις, φιλοδοξώντας ακριβώς να αποτελέσουν ένα αχανές σώμα βιωμένης μνήμης από τα θυελλώδη προεπαναστατικά, επαναστατικά και μεταγενέστερα χρόνια, είναι αδύνατο να περιοριστούν στα πλαίσια ενός συμπαγούς παραδοσιακού μυθιστορήματος.

Ως εκ τούτου, πρόκειται για «μυθιστόρημα» καταθρυμματισμένο σε αναρίθμητα σπαράγματα αφηγήσεων, περιγραφών και απομνημονευμάτων των περιόδων της ρωσικής κοσμογονίας (προ-επαναστατικά κινήματα, επανάσταση, εμφύλιος, σταλινική αντεπανάσταση, εξόντωση επαναστατών): κάθε σελίδα και μια προσωπογραφία, κάθε κεφάλαιο και μια πινακοθήκη εξαιρετικών ανθρώπων, πνευματικών μορφών, τιποτένιων ανθρωπάκων, ενθουσιωδών ομάδων, συγχυσμένων συλλογικοτήτων, παρασυρόμενων μαζών, πόλεων σε αναβρασμό ή παρακμή. Η επανάσταση ως μια δίνη που συμπαρέσυρε εκατομμύρια ανθρώπους στον στρόβιλό της.

Ο Σερζ ταξίδευε ανά τις πόλεις της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ αναλαμβάνοντας μυριάδες καθήκοντα, προσπαθώντας να συνδυάσει επαναστατικό ιδεαλισμό και ελεύθερο ατομικισμό, συχνά αντιφατικός μα πάντα ενθουσιώδης, απογοητευμένος από την Κροστάνδη και αντίθετος στο δόγμα περί κατοχής της αλήθειας από το κόμμα και τον ηγέτη, βάζοντας την ηθική πάνω από την πολιτική, φωνάζοντας για ελευθερία σε κάθε άνθρωπο κι όχι μόνο τους εκλεκτούς του κόμματος. «Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου». (σ. 79)

Ήταν παρών όταν οι πόλεις άρχισαν να σκοτεινιάζουν και οι πληθυσμοί να υποφέρουν από την πείνα, όταν οι πρώην επαναστάτες διχάζονταν σε αλλεπάλληλες μεταβολές διοικούντων και διοικούμενων, πολιτικές διαφωνίες και πνευματικές αναταραχές, όταν τα οράματα ξεπερνιούνταν από τα ίδια τα γεγονότα. Έζησε την αποπνικτική δικτατορία των αμέτρητων γραφείων και υπηρεσιών, «όπου η εργασία δεν σταματούσε ποτέ», τις «συσκέψεις για ανέφικτα προγράμματα», τα παγωμένα διαμερίσματα της Πετρούπολης όπου έκαιγαν τα βιβλία για να ζεσταθούν, την αναστολή της σεξουαλικότητας από τον επαναστατικό ασκητισμό ή την πείνα, τον συμβιβασμό των πνευματικών ανθρώπων που αναγκάζονταν να περιοριστούν σε μικρά άχρωμα άρθρα στις επιθεωρήσεις της Διεθνούς. Άκουσε τον Γκεόργκ Λούκατς να του λέει «θα ήταν κουτό για μια μικρή ταπείνωση να ψηφίσετε προκλητικά, να εξοριστείτε… Πιστέψτε με, οι ταπεινώσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία για μας». Έζησε εκ των έσω το συναίσθημα της παράλυσης από τα επίσημα ψέματα ή του Τύπου, τους ανθρώπους που ζούσαν «με γενναιότητα μέσα στο φόβο», αναζητούσαν τους δήμιους για να μάθουν απ’ αυτούς τις τελευταίες στιγμές των φίλων τους, συλλαμβάνονταν, αν και τυπικά αθώοι, επειδή υπήρχε «κάτι ανεπαίσθητο στο βάθος των φακέλων τους» ή εκτελούνταν ενώ το έγγραφο αναστολής ή χάρης βρισκόταν στο πιεστήριο.

Αυτός ο «διχασμένος άνθρωπος της Ευρασίας» (σύμφωνα με αυτοαναφορικό του στίχο) που ταλαντευόταν συνεχώς ανάμεσα στην στρατευμένη του ζωή και την αδέκαστη γραφή του, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μεταφέρει στο χαρτί γιατί και πως «αυτό που είχε κατακτηθεί το πρωί, συχνά χανόταν το βράδυ». Αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνίας ιδεών, ως μόνη ευκαιρία για ισχυρή δικαίωση, ως ένα τρόπο συμμετοχής στο κοινό πεπρωμένο, ως μια μαρτυρία για την ζωή των επαναστατικών μαχητών, στοχαστών και απλών ανθρώπων που δεν διανοήθηκαν να ζήσουν έξω από τη Ρωσία, μα και δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν μέσα σε αυτήν. Ακόμα κι όταν οι ποιητές άρχισαν να αυτοκτονούν (μια σφαίρα στο στήθος του Μαγιακόφσκι, μια λάμα ξυρίσματος στη χούφτα του Εσένιν), εκείνος παρά την ψυχική του συντριβή συνέχισε να συνθέτει το ψυχολογικό διάγραμμα της σοβιετικής λογοτεχνίας, από τον πρώιμο ένθερμο ενθουσιασμό στην εποχής της λογοκρισίας και της απελπισίας.

Με βαθιές ρίζες στη γαλλική και την ρωσική λογοτεχνική παράδοση, έχοντας ασχοληθεί με την μετάφραση κειμένων των προ-επαναστατικών Ρώσων μοντερνιστών, χρονικογράφος και κριτικός κατά την σύντομη μετα-επαναστατική λογοτεχνική αναγέννηση, ο Σερζ μοιάζει να εμπνέεται από κάθε μοντέρνα γραφή του καιρού του, από τους Ντος Πάσος και Πίλνιακ ως τον Φρόυντ, τον Τζόυς, τον Γκράμσι, τους Μεγάλους Ρώσους – όπως εύστοχα διαπιστώνει στο επίμετρό του ο Ρίτσαρντ Γκρίμαν. Και κάπως έτσι επιχειρεί μια χειμαρρώδη καταγραφή της υλικής και της ασυνείδητης ζωής των μαζών και του τότε Μοντέρνου Κόσμου και της Επανάστασης, που νίκησε όλους τους εξωτερικούς κινδύνους μα αγνόησε «τον κίνδυνο μέσα τους» και διαβρώθηκε από την ψύχωση της άτεγκτης εξουσίας. Κι ίσως γι’ αυτό ο αρχικός τίτλος του χειρογράφου ήταν «Τα Μαύρα Χρόνια», κι ένας μεταγενέστερος το «Αναμνήσεις από κόσμους που χάθηκαν». Η έκδοση είναι υπερπλήρης, με παράρτημα έξι κειμένων, εκατοντασέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα, βιογραφικά στοιχεία, ενδεικτική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

«Αν σχεδιάζω αυτά τα πορτρέτα … είναι διότι ξεσκεπάζουν μια ατμόσφαιρα και τις σκοτεινές απαρχές μιας ψύχωσης. Η ΕΣΣΔ ολόκληρη επρόκειτο πολύ αργότερα, στη διάρκεια των τραγικών χρόνων, να ζήσει όλο και πιο έντονα αυτή την ψύχωση που αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία» . (σ. 300)

Εκδόσεις Scipta, 2008, μτφρ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, σελ. 815 (Victor Serge, Mémoirs d’ un Révolutionnaire).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009.

05
Ιαν.
09

Μάρτιν Έιμις – Ιδιωτικές συναντήσεις

Θα δουλέψουμε για σας, αλλά δεν πρόκειται να πια να γαμιόμαστε για χάρη σας. Δεν πρόκειται να κάνουμε συνεχώς αυτό το πράγμα, να φτιάχνουμε ανθρώπους. Να φτιάχνουμε ανθρώπους και να τους παρατάσσουμε μπροστά σ’ ένα κράτος αδιάφορο. (σ. 286).

Δυο αδέλφια συναντιούνται ως πολιτικοί κρατούμενοι – εχθροί του σταλινικού παράδεισου – σε σιβηρικό στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Η τυπική σχέση αδελφικής αγάπης μετατρέπεται σε σχέση αλληλεξάρτησης αλλά και ανταγωνισμού για μια γυναίκα, σύζυγο του ενός. Ο μεγαλύτερος των δύο και αφηγητής είναι διχασμένος ανάμεσα στην βαθιά επιθυμία προστασίας του ιδεολόγου και ποιητή αδύναμου αδελφού του και στον ερωτικό πόθο για την Ζόγια, που τον ωθεί μέχρι και το να εύχεται τον χαμό αυτού του «ψυχικού του διπλού». Η ιστορία του βασανιζόμενου αυτού τριγώνου δεν είναι παρά η πρώτη κρούστα του μύθου των Ιδιωτικών Συναντήσεων.

Η κριτική διχάστηκε ως προς την ποιότητα του βιβλίου, ρίχνοντας για άλλη μια φορά στον τάπητα το ερώτημα: πρέπει να κυκλοφορεί στο αίμα σου γονίδιο ή βίωμα του κόσμου που προσπαθείς να περιγράψεις; Κι αν όχι, μπορείς να προσθέσεις κάτι στην ήδη τεράστια λογοτεχνογραφία του θέματος; Συμφώνησε όμως ως προς την τριαδική επιρροή που καλοδέχεται ειδικά εδώ ο Έιμις: Λέβι (ως προς τον ψυχολογικό ρεαλισμό), Κόνραντ και (δεδηλωμένος μέντοράς του) Ναμπόκοφ – ορισμένοι την τετραγωνίζουν με την μια Ντοστογεφσκική επίγευση.

Ίσως το στοιχείο που προσθέτει o Έιμις στην σταλινική λογοτεχνογραφία (στην οποία, σημειωτέον, έχει ήδη εισχωρήσει με το σταλινικό πορτρέτο του Koba the Dread το 2002) είναι ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης των Ιδιωτικών Συναντήσεων: η επίδραση του σοβιετικού συστήματος στον ερωτισμό των υποτελών του. Προηγήθηκε η κατευθυνόμενη σεμνοτυφία της δεκαετίας του ’30 και χαρακτηρισμός του «ελεύθερου έρωτα» ως αστική διαστροφή (εφόσον άλλωστε περιέκλειε τον συνδυασμό δυο ανεπιθύμητων στοιχείων, της ελευθερίας και του έρωτα). «Κούραση, υποσιτισμός, στενόχωρα σπιτικά και η πανεθνική ανυπαρξία διπλών κρεβατιών» ολοκλήρωσαν την αφαίμαξη από κάθε ερωτική διάθεση αλλά και συναίσθημα.

Φανταστείτε πόσο η τραγική αυτή συνειδητοποίηση βάρυνε τους «εχθρούς» του κράτους στο κτίριο των Ιδιωτικών Συναντήσεων, όπου μπορούσαν να συναντήσουν τις συζύγους τους. Και πώς η επικράτηση του παραλόγου και του φόβου και η νίκη της ψυχοσωματικής εξουθένωσης διάβρωσαν και σκούριασαν κάθε σεξουαλικό ένστικτο. Έκαναν κάτι παραπάνω από το να κλέψουν τα νιάτα μας. Έκλεψαν τους άντρες που θα γινόμασταν κάποτε. (σ. 281).

Τι περιμένει τον έγκλειστο στην έξοδο; Αποκατάσταση «πλην σαράντα» (η πρόσβαση σε σαράντα πόλεις είναι απαγορευμένη) και ζωή σε μια βιομηχανική περιοχή γεμάτη νέφη ψευδαργύρου, σε μισορημαγμένα φαγάδικα και μουλιασμένες καντίνες, άφεση «στην προαιώνια δύναμη του ρωσικού μεθυσιού» και δικαίωση του τίτλου του ως «παρασημοφορημένου βιαστή». Όμως οι χτυπημένοι από τη μοίρα το έχουν ανάγκη το σκοτάδι. Το φως είναι ζωή και τους είναι ανυπόφορο – το ίδιο και οι φωνές, τα κελαηδήματα των πουλιών, ο ήχος των αποφασιστικών βημάτων. Και είναι οι ίδιοι φαντάσματα, και αναζητούν μια ατμόσφαιρα οικεία στα άλλα φαντάσματα… (σ. 210-211).

Εκείνη την εποχή πείστηκα ότι η πλήξη ήταν ο δεύτερος πυλώνας του συστήματος· ο πρώτος ήταν ο τρόμος…Η ανία δεν είναι πια απουσία συναισθήματος· είναι η ίδια ένα συναίσθημα, και μάλιστα βίαιο. Ένας σιωπηρός παροξυσμός ανίας. (σ. 120, 121)

Ο ήρωας γράφει την ιστορία του σε μια πολυσέλιδη επιστολή προς την Αφρο-αμερικανίδα υιοθετημένη κόρη του, καθώς επιστρέφει στους τόπους του αφανισμού του με πλοίο και με τρένο. Μ’ ένα πλοίο που τρίζει, λες και κουβαλάει στους ώμους του όλο και περισσότερα βάρη και έγνοιες πάνω από τον αρκτικό κύκλο, εκεί που τα δάκρυα παγώνουν και οι αισχρολογίες γίνονται παγάκια και κατρακυλούν στα πόδια σου και μ’ ένα τρένο (αυτόν τον τοπικό μεταφορέα ψυχών που ερημώνει τις πόλεις) που διασχίζει την μεγάλη τούνδρα, «την μεγάλη λευκή σελίδα της Ρωσίας, που περιμένει να γεμίσει από τους χαρακτήρες και τις φράσεις της ιστορίας».

Διανθίζει την διήγηση με ελλειπτικές φράσεις αλλά και σκέψεις για την σύγχρονη Ρωσία, με τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο δημοτικό της Βόρειας Οσετίας και στο Θέατρο της Μόσχας κι έναν βορρά – επιδημιολογική αντλία, ένα παγωμένο φαρμακερό τέλμα που σε λίγο θα είναι επισκέψιμος μόνο με στολή αστροναύτη. Κάποια στιγμή αναρωτιέται μήπως τα σκισμένα τζιν και τα τρυπημένα σώματα των νέων είναι η αισθητική εκδίκηση των κακοποιημένων μορφών μιας άδικης Ιστορίας.

Φάκελος φιλοξενούμενου: (Οξφόρδη, 1949). Τέκνο του Κίγκσλεϊ Έιμις (οργισμένος και καταξιωμένος μεταπολεμικός συγγραφέας), βασικό μέλος του Νέου Αγγλικού Μυθιστορήματος (βλ. – διάβ. Ίαν Μακ Γιούαν, Τζούλιαν Μπαρνς κ.ά.) και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα (εξαιτίας κυρίως απόψεων που προκαλούν αλλά και ναρκισσευόμενης ειρωνείας). Αξιοσημείωτο του βίου του: στα 13 τού απαγορεύτηκε να συνεχίσει το σχολείο εξαιτίας συμμετοχής σε κινηματογραφική ταινία, όμως συνέχισε και σπούδασε σε ιδιωτικούς φορείς και κατέληξε να κάνει αυτό ακριβώς που του άρεσε: κριτικός βιβλίων, συντάκτης και ειδικός συγγραφέας σε πλήθος εντύπων (Times Literary Supplement, New Statesman, Observer κ.ά.), δάσκαλος δημιουργικής γραφής (Μάντσεστερ). 17 μυθιστορήματα, πλείστα δοκίμια.

Γκράφιτι: Ό, τι δεν σε σκοτώνει, δεν σε κάνει πιο δυνατό. Σε κάνει αδύναμο και σε σκοτώνει αργότερα. // Για μένα, πλέον, η βία ήταν ένα ουδέτερο μέσο. Δεν ήταν καν ένα διαφορετικό είδος διπλωματίας. Ήταν μια νομισματική μονάδα, όπως ο καπνός, όπως το ψωμί. // Ήμαστε ήρωες ενός κοινωνιολογικού έργου πάνω στην ιστορία των ανωνύμων, την εποχή των τιτάνιων μηδενικών // Αν ο Θεός νοιαζόταν πραγματικά για μας, δεν θα μας είχε φορτώσει ποτέ τη θρησκεία.

Σκέψεις, εικόνες…: Ήμασταν εχθρός που έπρεπε να εκσφενδονιστεί πίσω από την ράχη του κόσμου. Εκεί που και τον Ιούνιο το χνότο κοκαλώνει στον αέρα σαν τεράστιο πούρο. Ένα στρατόπεδο που είναι πιο πολύ πόλεμος από τον κανονικό πόλεμο. Εξάψεις στον παγετό της τούνδρας, αποδιοργάνωση της σκέψης. Ρούχα κοκαλωμένα σαν φλούδες δέντρων από τη βρόμα Έχει πέσει ταλκ στο σκουφί μου ή είναι τα μαλλιά μου που άσπρισαν; Θα έδινα την όρασή μου ακόμα για άλλα δέκα δευτερόλεπτα ύπνου. Τόσο μεγάλο κενό μετά τον θάνατο του Στάλιν: τώρα δεν ήταν πουθενά, πριν ήταν παντού.

Όταν κοιμάμαι τα δάχτυλά μου σφίγγουν μονίμως ένα φανταστικό φτυάρι των καταναγκαστικών έργων. Σε τι κατάσταση θα βρίσκομαι όταν και αν βγω ποτέ αποδώ; Για τι πράγμα θα μιλάω στη γυναίκα μου; Το μόνο που θα σκέφτομαι θα είναι κρύα σούπα, ζεστή σούπα. Μια τριαντάρα καθηγήτρια στην πτέρυγα των γυναικών απαγγέλει Ευγένιο Ονέγκιν στον εαυτό της κάθε μέρα. Συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχε τίποτα πια, απολύτως τίποτα, το οποίο θα μπορούσα να συλλογιέμαι με ευχαρίστηση. Στο στρατόπεδο ένας χωριάτης, έχοντας πίσω του μια ολόκληρη χιλιετία δουλικής ηθικής μπορεί να τα καταφέρει χωρίς μεγάλο ψυχικό κόστος. Αλλά ένας διανοούμενος;

Αποσπάσματα: Έχεις ανάγκη από το κοινό αίσθημα – για να μάθεις πώς να πεθάνεις. Πρέπει να γίνεις ένα με όλα τ’ άλλα ζώα και ν’ ακολουθήσεις το κοπάδι. Η ιδεολογία σου προσφέρει κοινό αίσθημα, γι’ αυτό και είναι πάντα προσφιλής στους Ρώσους…Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου προσπάθησα να στρέψω το ενδιαφέρον σου στη δική μου ιδεολογία: στην ιδεολογία της μη ιδεολογίας. (σ. 287).

Οι όμοιοί σου, οι ισάξιοί σου, οι κρυφοί ομοϊεδάτες σου στη Δύση: ο μόνος ρώσος συγγραφέας που τους λέει ακόμη κάτι είναι ο Ντοστογέφκσι, αυτός ο γεροφαφλατάς, ο θαμώνας των φυλακών, αυτή η μεγαλοφυΐα. Τον λατρεύετε όλοι σας, γιατί οι ήρωές του είναι εκούσια εξαθλιωμένοι. Αυτό, τελικά, ήταν που δεν μπορούσε ν’ αντέξει ο Κόνραντ στον γερο-Ντόστι και στους άγιους ηλιθίους του, στους απένταρους αριστοκράτες του, στους λιμοκτονούντες φοιτητές και στους παρανοϊκούς γραφειοκράτες του. Το ότι αφοσιώνονταν στην επινόηση του πόνου, λες και η ζωή από μόνη της δεν είναι αρκετά σκληρή. (σ. 89)

Τη στιγμή της σύλληψης νοιώθεις ήδη μισοεξαφανισμένος. Στη φυλακή νοιώθεις πρώην άνθρωπος, νεκρός. Στο στρατόπεδο είσαι βέβαιος ότι δεν υπήρξες ποτέ. Τα γράμματα από το σπίτι μοιάζουν με πνευματιστικές επικοινωνίες…(σ. 100)

Συντεταγμένες: Martin Amis, The House of Meetings, 2006 / Εκδόσεις Μεταίχμιο, (Δεκέμβριος) 2007, μτφ. Σταύρος Παπασταύρου, σ. 298.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στην φωτογραφία: κρατούμενοι σοβιετικού γκουλάγκ (1936-37)

19
Ιον.
08

Βικτόρ Σερζ – Υπόθεση Τουλάγεφ

Οι ίδιες οι ιδέες συσπώνταν σε έναν μακάβριο χορό, τα κείμενα σήμαιναν ξάφνου το αντίθετο από αυτό που διακήρυσσαν, μια παραφροσύνη παράσερνε τους ανθρώπους, τα βιβλία, την Ιστορία που τη θεωρούσαν εκπληρωμένη και δεν ήταν άλλο από μια γελοία εκτροπή… (σ. 312)

Η ζωή του Βικτόρ Σερζ (Βικτόρ Λβόβιτς Κίμπαλτσιτς, Βρυξέλλες 1890) υπήρξε μια συνεχής εναλλαγή παθιασμένων πολιτικών αγώνων και διωγμών. Κοσμοπολίτικο κι επαναστατικό πνεύμα, βρέθηκε στην κοχλάζουσα Ρωσία (1919), αφού φυλακίστηκε στο Παρίσι (1912-1917) λόγω συμμετοχής σε αναρχοαυτόνομη τρομοκρατική οργάνωση κι έζησε τις εξεγέρσεις της Βαρκελώνης. Υπηρέτησε ενθουσιωδώς το Κόμμα, διαγράφτηκε λόγω της σύνταξής του με τον Τρότσκι, κατήγγειλε την σταλινική τρομοκρατία, εκτοπίστηκε στη Σιβηρία (1933) και αποφυλακίστηκε χάρη στις παρεμβάσεις των Μαλρό, Ζιντ, Ρολάν κ.ά. (1936). Πέθανε κυνηγημένος και πάμφτωχος στο Μεξικό (1947), έχοντας ολοκληρώσει την Υπόθεση Τουλάγεφ (1942), το χειρόγραφο της οποίας διέσωζε σε όλες τις περιπλανήσεις του.

Επίκεντρο της κυκλικής πλοκής αποτελεί η δολοφονία ανώτατου κομματικού στελέχους – μια στιγμιαία πράξη δικαιοσύνης, υποσυνείδητη κι ενσυνείδητη μαζί. Οι ένοχοι δεν θα βρεθούν, συνεπώς πρέπει να επινοηθούν ως συνωμότες. Η εξόντωσή τους θα ακολουθήσει, μέσω μιας χαώδους γραφειοκρατίας, τις μεθόδους του σταλινικού ολοκληρωτισμού: συκοφάντηση, κοινωνική απομόνωση, ανάκριση, κατασκευασμένη ομολογία, ατίμωση, θάνατος, και, πέρα από αυτόν, το στίγμα της προδοσίας.

Εδώ δεν έχουμε απλά μια ρεαλιστική εικόνα της σκοτεινής δεκαετίας του ’30, των δικών της Μόσχας και της εξόντωσης εκατομμυρίων επαναστατών. Δέκα αυτόνομα κεφάλαια, με διαφορετικό κεντρικό πρόσωπο, σχηματίζουν ένα πολυποίκιλο ψηφιδωτό της ρωσικής ζωής την εποχή της «ανοικοδόμησης του κόσμου», όπου κάθε διαφωνία σήμαινε προδοσία, με ψηφίδες του τις ζωές πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων: από τον πιστό επαναστάτη στον ασήμαντο γραφειοκράτη, από τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο στον ταπεινό χωρικό, από τον παθητικά υπάκουο υπάλληλο στον ασυμβίβαστο, συνεπή ιδεολόγο, από τον ενθουσιώδη άνθρωπο της δράσης μέχρι τον θεωρητικό και διανοούμενο που βλέπει τις γνώσεις του να αποβαίνουν άχρηστες.

Οι κεντρικοί – απόκεντροι αυτοί χαρακτήρες αποτελούν, κατά τον Σερζ, μια «αόρατη διεθνή» προσώπων που ζουν σε μια μεταβατική εποχή, όπου, συνεπώς, δεν υπάρχει ευτυχία, σε μια χώρα που έχει λιποτακτήσει από τον ίδιο της τον εαυτό, όλοι θανατοποινίτες με αναστολή, ζώντας παρέα με τον φόβο όπως με μια κήλη (ανθολογώντας τις εκφράσεις τεσσάρων διαφορετικών ηρώων), μια εποχή που οι παλιοί επαναστάτες απέφευγαν ο ένας τον άλλον, για να μην κοιταχτούν στα μάτια, να μην πουν αισχρά ψέματα καταπρόσωπο, να μην σκαλώσουν στα ονόματα συντρόφων που έχουν εξαφανιστεί, να μην εκτεθούν σφίγγοντας κανένα χέρι, να μην το έχουν βάρος στη συνείδησή τους που δεν το έσφιξαν.

Τους παρατηρούμε στα απομακρυσμένα χωριά με τις αραιές ίσμπες, στα ασφυκτικά κοινοβιακά διαμερίσματα ή στις απομονωμένες βίλες μες τα δάση, στα γκρίζα γραφεία με το ίδιο πορτρέτο του Αρχηγού, όπου εκατοντάδες ένστολοι ζυμώνουν μέρα νύχτα ατέλειωτους φακέλους κι αναφορές, και ζυμώνονται απ’ αυτούς…. Τους παρακολουθούμε στις κομματικές γιορτές, στα χωριά που ρημάχτηκαν από την επιβεβλημένη κολλεκτιβοποίηση, στις προσπάθειές τους να εναρμονιστούν με ντιρεκτίβες, πλάνα και στατιστικές. Κι όταν στενεύσει ο κλοιός, να αναπολούν «τη σαρκική τους ζωή που έχει τελειώσει» και να βυθίζονται στον φόβο ή να ελπίζουν σε δικαιοσύνη.
Ο άλλοτε ισχυρός Έρχοφ θα αδυνατεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και θα παραμιλάει στον ύπνο του διότι οι ανακρίσεις συνεχίζονταν στα όνειρά του, ο φυλακισμένος Ρουμπλιόφ θα αντλεί θάρρος από φανταστικούς διαλόγους με τη γυναίκα του και θα εύχεται: «Ας μου στείλουν κανέναν καλύτερο (ανακριτή) ή ας με εκτελέσουν χωρίς εξηγήσεις». Ο Ρύζικ, περιφερόμενος από φυλακή σε φυλακή, τόσο κουρασμένος που δεν τα κατάφερνε πια να σκεφτεί, με το μυαλό του να αναβοσβήνει σαν τα κίτρινα φανάρια που οι σιδηροδρομικοί περιφέρουν πάνω-κάτω στις ράγες άγνωστων σταθμών, θα περιμένει με ανακούφιση τον θάνατό του, όχι προτού πάρει μια έσχατη νίκη αξιοπρέπειας.

Δίπλα τους κινούνται ελάσσονες ήρωες με ανάλογη προδιαγεγραμμένη πορεία: τα κορίτσι του εργοστασίου, παθιασμένο με τις μηχανές και τους αριθμούς, ο Φιλίποφ που ζει χωρίς γυναίκα, γιατί δεν θέλει να είναι δύο που θα ξυπνάνε μες στη νύχτα και θα αναρωτιούνται αν είναι η τελευταία τους, η κοπέλα του εργοταξίου του μετρό που ωθείται στην αυτοκτονία, θύμα του τριπτύχου «εφημερίδα τοίχου, διαγραφή, χλευασμός», ο επιτηρητής του Ρύζικ σε ένα απομακρυσμένο κολχόζ, που γίνεται φίλος μαζί του, προτού αναχωρήσουν με έλκηθρο για το τέλος του στην Μόσχα (αναχώρηση που περιγράφεται σε μερικές συγκλονιστικές σελίδες). Ήρωες χθες, σκουπίδια σήμερα, αυτή είναι η διαλεκτική της Ιστορίας (σ. 155).

Η περιγραφή της δράσης τους αλλά και των σκέψεών τους, με εσωτερικούς μονολόγους και τραγικούς διαλόγους, σε συνδυασμό με κολάζ από αναφορές, βιογραφικά διωκόμενων, φωνές από ραδιόφωνο ή μεγάφωνα, συνθέτουν ένα συναρπαστικό «ψυχολογικό και κοινωνικό» μυθιστόρημα. Η πολυφωνική αφήγηση συνδυάζεται σε ένα δεύτερο (συμβολικό; ) επίπεδο με λυρικότατες περιγραφές των κατάλευκων νυχτών, που μοιάζουν «με γιορτή του πάγου», με τους κρυστάλλους του χιονιού να αντανακλούν το φως των αστεριών. Θαρρείς πως αυτές οι «σπινθηροβόλες νύχτες με το ζείδωρο κρύο» και τη θαμπή λευκότητα άλλοτε αλαφρώνουν τις ψυχές κι άλλοτε τις «σαβανώνουν», σκεπάζοντας την απόγνωσή τους.
Η ματιά του Σερζ σε αυτή την τραγική περίσταση είναι πολυπρισματική και ψύχραιμη, με ταυτόχρονη επίγνωση μιας ιστορικής ήττας και αναζήτηση φωτός, αντίστοιχου με εκείνο της αστρικής ανθοφορίας του ρωσικού ουρανού. Αναρωτιέται κανείς, πόση, άραγε, πνευματική ρώμη χρειάζεται για να οργανώσει κανείς αυτό το αχανές υλικό και να το μεταπλάσει σε έξοχη μυθοπλασία, έχοντας μηδαμινές ελπίδες έκδοσης.
Γιατί όμως καταδικάστηκε στη λήθη ένας συγγραφέας που έζησε εκ των έσω μια από τις οριακότερες ιστορικές στιγμές του προηγούμενου αιώνα κι έγραψε για την τραγική κατάληξη αναρίθμητων επαναστατών (κατάληξη που ο ίδιος απέφυγε χάρη σε διάφορες συγκυρίες), τη στιγμή εξάλλου που υπήρξε ένας από τους πρώτους συγγραφείς έγραψαν για τα Γκουλάγκ (στο μυθιστόρημα Μεσάνυχτα στον αιώνα, 1939) και ονόμασαν την Σοβιετική Ένωση «ολοκληρωτικό κράτος» (σε προσωπική επιστολή); Η Σούζαν Σόνταγκ, που εκφράστηκε ενθουσιωδώς για το έργο του Σερζ και φρόντισε για την αποκατάστασή του, δίνει τις δικές της πειστικές εξηγήσεις στην εισαγωγή της έκδοσης του 2004: η Υπόθεση Τουλάγεφ υπήρξε άχρηστη ως ψυχροπολεμικό όπλο κατά του κομμουνισμού. Πράγματι, ο Σερζ με έναν πλούσιο και πυκνό λόγο εκθέτει όλες τις απόψεις και φωτίζει όλες τις πλευρές της τραγικής περιόδου από την προσωπική σκοπιά του καθενός από τους χαρακτήρες του, μακριά από κηρύγματα και ιδεολογήματα. Η κριτική της χρησιμοποίησης του μαρξισμού δεν αναιρεί την πίστη στις αξίες του.
Ο Ρύζικ μέσα απ’ το κελί του σκέφτεται: Σήμερα χρειάζονταν βιβλία φλογερά, να ξεχειλίζουν από μια αδιάσειστη ιστορική άλγεβρα, από ανελέητα κατηγορητήρια, βιβλία που θα έκριναν αυτή την εποχή: η κάθε γραμμή τους θα πρέπει να είναι αμείλικτης ευφυΐας, τυπωμένη με καθαρά φλόγα. Αυτά τα βιβλία θα γεννηθούν αργότερα. (σ. 320). Ο Σερζ πιθανώς θα διαφωνούσε, αλλά επιτρέψτε μου να φωνάξω πως η Υπόθεση Τουλάγεφ είναι ακριβώς ένα τέτοιο ευφυές και φλογερό βιβλίο. Χάρη στο επίμετρο του Ρόμπερτ Γκρίμαν (στην ουσία ένα πλήρες κριτικό σημείωμα), τις σημειώσεις και την μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια, γνωρίζει και εδώ την έκδοση που του αρμόζει.

Συντεταγμένες: Victor Serge, L’ affaire Tulaév. Στα ελληνικά: εκδόσεις Scripta, 2007.

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομευμένη μορφή): Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 14 (καλοκαίρι 2008).