Archive for the 'Στοχασμός' Category

14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

Advertisements
08
Ιαν.
18

Θανάσης Γιαλκέτσης – Η σοφία των άλλων. Κριτικές αναγνώσεις

Χρηστική βίβλος βιβλίων στοχασμού και δράσης

Όπως και η προηγούμενη συλλογή κειμένων του, το Σημειωματάριο ιδεών [Εκδ. Πόλις, 2012, ανατύπ. 2013], έτσι και η νέα αυτή συλλογή του Γιαλκέτση αποτελεί μια χρηστική βίβλο πολύτιμων βιβλίων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης. Ο συγγραφέας επιλέγει εξαιρετικά μη μυθοπλαστικά / δοκιμιακά βιβλία που αποτελούν σημαντικές συμβολές στην έρευνα του εκάστοτε θέματος και τα παρουσιάζει με τρόπο ευσύνοπτο αλλά διεισδυτικό. Η Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγονται έργα από πολλούς και διαφορετικούς στοχαστές. Τονίζεται έτσι η αίσθηση της πολυεδρικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά και προστατευόμαστε  από τα λάθη που προκαλούν οι εύκολες βεβαιότητες. Η θεματική ποικιλία, όπως γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του, πολλαπλασιάζει τα σημεία παρατήρησης και μπορεί να συμβάλλει στην διεύρυνση των οριζόντων και της προοπτικής. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντλεί και παρουσιάζει το απόσταγμα σύνθετων και εκτεταμένων έργων μέσα στα στενά όρια μιας βιβλιοκριτικής δεν μπορεί παρά να είναι αξιοθαύμαστο.

Ζούμε την σημερινή παγκόσμια κρίση, γράφει ο Γιαλκέτσης, ως μια διαδοχή των δραματικών συμβάντων που δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε και να αποτρέψουμε. Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές θεωρητικές συμβουλές που μας βοηθούν να δώσουμε νόημα και ορθολογική εξήγηση σε αυτή την χαοτική ροή γεγονότων. Ένα παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο Παράπλευρες απώλειες του πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν [Zygmunt Bauman]. Εδώ οι παράπλευρες απώλειες είναι ανθρώπινα θύματα της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης η οποία καθοδηγείται από το κυνήγι του  αχαλίνωτου κέρδους και οι στρατιές των εξαθλιωμένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η οικονομική ανάπτυξη τελικά όχι μόνο δεν μεταφράζεται σε αύξηση της ισότητας, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την έκρηξη των ανισοτήτων. Το σύγχρονο κράτος, αφού έχει αθετήσει την δέσμευσή του να προστατεύει τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας προσπαθεί να στηρίξει στην νομιμοποίησή του στην υπόσχεση της διατήρησης της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών. Τελικά όμως η κυριότερη επίπτωση αυτής της ψύχωσης για ασφάλεια είναι η αναπαραγωγή αισθημάτων φόβου, ανασφάλειας, εχθρότητας και αμοιβαίας καχυποψίας.

 «Η δημοκρατία σε δοκιμασία» αναφέρεται στο σπουδαίο έργο του Marcel Gauchet Η άνοδος της δημοκρατίας. Η δημοκρατία υπό την δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914 – 1974, όπου ο γάλλος φιλόσοφος προτείνει μια σφαιρική φιλοσοφική ερμηνεία του 20ού αιώνα και αναλύει τους μετασχηματισμούς της δημοκρατίας που προέκυψαν ως απάντηση στην πρόκληση των ολοκληρωτισμών. Μπορεί σήμερα να κατανοούμε την θρησκεία σαν μια πίστη, λησμονώντας ότι, ιστορικά, αυτή υπήρξε πρώτα απ’ όλα μια μορφή οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Είναι ακριβώς η βαθμιαία εγκατάλειψη της ετερονομίας στην οποία η θρησκεία καθόριζε και διαμόρφωνε την πολιτική και η μετάβαση σε μια αυτονομία κοινωνία που χαρακτηρίζουν την νεωτερικότητα.

Ο Γκοσέ ερμηνεύει τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα ως απόπειρες αναδημιουργίας της προηγούμενης θρησκευτικής μορφής της κοινωνίας. Ο φασισμός, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός διαθέτουν μια έντονα θρησκευτική διάσταση, παρόλο που παρουσιάζονται ως αντιθρησκευτικά κινήματα. Οι ολοκληρωτικές τους ιδεολογίες επιδίωκαν να καλύψουν κάθε πεδίο της πραγματικότητας, να δώσουν ένα νόημα σε όλα και να αναδημιουργήσουν κάτι που μοιάζει με την οργανική κοινότητα του παρελθόντος. Η ενότητα των πνευμάτων γύρω από μια κοινή σκέψη έρχεται σε αντίθεση με την αναρχία των φιλελεύθερων κοινωνιών όπου ο καθένας υποστηρίζει την δική του γνώμη. Ενώ η περίοδος του ολοκληρωτισμού σημαδεύτηκα από μια υπερπολιτικοποίηση της συλλογικής ζωής, η δημοκρατία καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μια πρωτόγνωρη απειλή: την ριζική αποπολιτικοποίηση.

Και ποιοι είναι άραγε οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας, όπως τιτλοφορείται το βιβλίο του Τσβετάν Τοντορόφ [Tzvetan Todorov]; Ο συγγραφέας κατονομάζει και αναλύει τρεις: τον πολιτικό μεσσιανισμό, τον υπερφιλελευθερισμό και τον ξενόφοβο λαϊκισμό· χαρακτηρίζονται δε εσωτερικοί επειδή είναι τέκνα της δημοκρατίας και επικαλούνται τις δημοκρατικές αρχές. Ο πολιτικός μεσσιανισμός αγνοεί το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο κι ότι είναι ένα ατελές καθεστώς για ατελείς ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά πάντως διαθέτει τα νόμιμα μέσα και τις διαδικασίες για να βελτιώνεται. Αντίθετα, προβάλλει την μεταμόρφωση του κόσμου σύμφωνα με κάποιο ιδεώδες και την δημιουργία ενός νέου ανθρώπου· και στο όνομα αυτού του «μεγαλειώδους» σκοπού δικαιολογεί την χρήση κάθε μέσου.

Ο υπερφιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός παραχωρούν απεριόριστη ελευθερία στην αγορά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνοντας την κυριαρχία του νόμου. Όταν η ιδιωτική οικονομική εξουσία δεν υπόκειται στον πολιτικό έλεγχο των κρατών αλλά και υπαγορεύει την βούλησή της στις εθνικές κυβερνήσεις, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται κενό γράμμα. Ο λαϊκισμός, τέλος, εκμεταλλεύεται τις ανησυχίες και τους φόβους των πολλών και φορτώνει την ευθύνη για τα δεινά μας στους ξένους, καταφεύγοντας στον εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Στο βιβλίο του Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο ο Terry Eagleton αντικρούει δέκα από τα κυριότερα επιχειρήματα των σύγχρονων επικριτών του μαρξισμού. Ας περιοριστούμε σε τρία: α. Η άποψη ότι ο Μαρξ ανήκει οριστικά στο παρελθόν εφόσον άλλαξε βαθιά ο καπιταλισμός αντικρούεται από το γεγονός ότι η βαθύτερη λογική του συστήματος – το κυνήγι του επιχειρηματικού κέρδους εις βάρος των κοινωνικών αναγκών και οι αβυσσαλέες ανισότητες και αδικίες του – δεν έχει μεγάλη διαφορά με τον άγριο καπιταλισμό της βικτοριανής εποχής· β. Η επίκληση του σταλινικού τρόμου και η δημιουργία τυραννικών καθεστώτων κατά τον Ίγκλετον δεν υποστηρίχθηκαν ποτέ από τον Μαρξ, που άσκησε σκληρή κριτική σε κάθε μορφή πολιτική καταπίεσης· γ. Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ ως ουτοπικού στοχαστή που παραγνώρισε τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης δεν ευσταθεί, εφόσον η βασική του ανάλυση δεν εστιαζόταν στον σχεδιασμό ενός ουτοπικού μέλλοντος ούτε πίστευε στην μαγική μεταμόρφωση των ανθρώπων. Αντίθετα επεδίωκε την επίλυση αντιφάσεων του παρόντος και τις κοινωνικές μεταβολές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κριτική διαπίστωση του Γιαλκέτση, ότι ο μαρξιστής Ίγκλετον παραγνωρίζει τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις της μαρξιστικής σκέψης και προσπερνάει χωρίς αυτοκριτικό προβληματισμό το γεγονός ότι καμία σοσιαλιστική ή κομμουνιστική επανάσταση δεν προβλέπεται σήμερα στον κόσμο, ακόμα και στις ζώνες της φτώχιας και της εξαθλίωσης. Ενώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια δραματική κρίση του καπιταλισμού, η μαρξιστική αριστερά δείχνει να μην διαθέτει ρεαλιστικές προτάσεις σοσιαλιστικής αλλαγής.

Ο συγγραφέας επιλέγει βιβλία «ένα κι ένα» στο είδος τους ή, έστω, στον προβληματισμό ή τον διάλογο που προκαλούν: Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας, Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του φιλελευθερισμού, Πιερ Μανάν, Οι μεταμορφώσεις της πόλεως, Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, Σέρι Μπέρμαν, Το πρωτείο της πολιτικής, Μαρκ Μαζάουερ, Κυβερνώντας τον κόσμο, Αλέν Ερενμπέργκ, Η κούραση να είσαι ο εαυτός σου, Martha Nussbaum Όχι για το κέρδος, Πιερ Αντρέ Ταγκιέφ, Ο νέος εθνικο – λαϊκισμός, Πιερ Ροζανβαλόν, Η κοινωνία των ίσων, Εμίλ Ντιρκέμ, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης κ.ά. Τα κείμενά Γιαλκέτση συχνά υπερβαίνουν τα όρια της ανάγνωσης ενός βιβλίου και εκτείνονται σε πυκνές και ευανάγνωστες προσωπογραφίες σπουδαίων στοχαστών, όπως οι Νίκος Πουλαντζάς και Ρόναλντ Ντουόρκιν, ενώ τιμώνται και έργα πλέον κλασικά, όπως Ο επαναστατημένος άνθρωπος του Αλμπέρ Καμύ και Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Χέρμπερτ Μαρκούζε.

Το προαναφερθέν έργο του Μαρκούζε σήμερα μοιάζει επίκαιρο όσο ποτέ. Η συναίνεση στην οποία στηρίζονται οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού οφείλεται στην ικανότητά τους να διαπλάθουν τις συνειδήσεις, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τους τρόπους σκέψης και ζωής των υποκειμένων. Η κοινωνία της κατανάλωσης και της αφθονίας τείνει να εξαλείψει πλήρως την ελεύθερη υποκειμενικότητα και την κριτική σκέψη. Στην μονοδιάστατη κοινωνία το ατομικό υποκείμενο υποχρεώνεται σε συμμόρφωση προς τις επιταγές επιβλητικών αντικειμενικών δομών και χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύει εναλλακτικούς δρόμους. Αυτό που απειλείται είναι η ίδια η ύπαρξη υποκειμένων ικανών για δημιουργία και ελευθερία. Ο σύγχρονος «μονοδιάστατος» άνθρωπος έχει χάσει την ατομικότητά του, την ικανότητά του να διαφωνεί, να σκέφτεται κριτικά και να δρα αυτόνομα προκειμένου να ελέγξει την μοίρα του.

Όμως υπάρχει πάντα διέξοδος. Η ίδια η κρίση, όπως γράφει ο Γιαλκέτσης, μπορεί να ενθαρρύνει τον κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό, που αποτελεί και την αφετηρία για την αναζήτηση νέων λύσεων και να απελευθερώσει μια πνευματική δημιουργικότητα ικανή να θέσει σε κίνηση δυνάμεις ανανέωσης και μετασχηματισμού. Και είναι εμφανές, προσθέτουμε εμείς, ότι όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν πολύτιμα εργαλεία συνειδητοποίησης, στοχασμού και δράσης.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος.

Η προηγούμενη συλλογή κριτικών κειμένων του Θανάση Γιαλκέτση εδώ.

Στις εικόνες: Zygmund Bauman, Marcel Gauchet, Tzvetan Todorov, Terry Eagleton, Martha Nussbaum, Herbert Marcuse.

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]

12
Μαρ.
17

Στάθης Γουργουρής – Ενδεχομένως αταξίες. Κείμενα ποιητικής και πολιτικής

Τα ηρεμιστικά του βάλτου και οι στοχασμοί της αφύπνισης

Στοχάζεται η λογοτεχνία; αναρωτιόταν ο συγγραφέας σε παλαιότερη συλλογή κειμένων (που παρουσιάσαμε εδώ)· αυτή τη φορά το πεδίο μετατοπίζεται στην ποιητική και την πολιτική και όσα μύρια περικλείουν αλλά κατά κάποιο τρόπο το ερώτημα παραμένει ίδιο. Άλλωστε οι επιμέρους τομείς της τέχνης του λόγου ή της σκέψης, της πολιτικής ή της ιστορίας, δεν αποτελούν παρά ενδεικτικές διαγραμμίσεις σ’ έναν ενιαίο χάρτη όπου όλα συνδέονται. Και ακριβώς αυτή είναι η αρετή των περισσότερων κειμένων του συγγραφέα: από την μία επικεντρώνουν σε ένα θέμα με πλήρη αυτονομία και από την άλλη το ανοίγουν προς όλες τις κατευθύνσεις, σε δοχεία συγκοινωνούντα που καταλήγουν σε μια ευρύτερη δεξαμενή. Και, βέβαια, το ερώτημα είναι πάντα έτοιμο να αντιστραφεί: τι στοχαζόμαστε εμείς μέσα από την πεζογραφία, την ποίηση, την πολιτική, την φιλοσοφία, την επικαιρότητα, την τρέχουσα καθημερινότητα.

Ας ξεκινήσω από την ανάγνωση μιας συγγραφέως που δεν έχει διαβαστεί αρκετά, της Μιμίκας Κρανάκη, και του σημαντικού της βιβλίου Φιλέλληνες (είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας). Ο Γουργουρής εκκινεί από τον Μπρεχτ που έλεγε ότι το πιο θλιβερό για μια κοινωνία είναι να έχει ανάγκη από ήρωες. Είναι μια κοινωνία που νοσεί: η ανάγκη της για ήρωες και ηρωισμούς υποδηλώνει την αδυναμία της να δράσει σύσσωμη και να μοιράσει την ευθύνη σε όλα της τα μέλη. Έτσι θυσιάζει κάποια επίλεκτα μέλη της στο βωμό της επωνύμου δόξας (συνήθως μεταθανάτιας), για να συγκαλύψει την συλλογική της ανεπάρκεια.

Στο επίπεδο παραγωγής και κατανάλωσης ηρώων η λογοτεχνία συμβαδίζει με την «πραγματικότητα», αλλά και μπορεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται οι κοινωνίες τους ήρωές τους· πώς τους ανταμείβουν και πώς τους απωθούν; Και το εκτενές τόλμημα γραφής της Κρανάκη αναλαμβάνει την ευθύνη της κατάδυσης στην μεταπολεμική ελληνική ιστορία όπου ηρωισμός και θλίψη αναπόφευκτα συνυφαίνονται. Το μυθιστόρημα αφορά τους αριστερούς (κυρίως) επιστήμονες, διανοούμενους και καλλιτέχνες που διασώθηκαν κατά τον Εμφύλιο χάρη στην πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης να τους χορηγήσει υποτροφίες για σπουδές στο Παρίσι (1945).

Η συγγραφέας ήταν μια από τους υποτρόφους αλλά εδώ το αναμφισβήτητο αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν εμφανίζεται παρά ως σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο τα πάντα λάμπουν ως μύθοι: όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και ο ίδιος ο Εμφύλιος, η μετανάστευση, η διασπορά, η Ευρώπη κ.ό.κ., και τυλιγμένος γύρω τους ο ίδιος ο μύθος της Αριστεράς. Οι ήρωές του είναι πραγματικά θλιμμένοι, όχι τόσο γιατί κουβαλούν το βαρύ πεπρωμένο του μετεμφυλιακού ελληνισμού όσο γιατί αναγνωρίζουν ότι αποτελούν τα εξιλαστήρια θύματα μιας ανεπαρκούς μυθολογίας. Και εφόσον η πλοκή του μυθιστορήματος στηρίζεται σε αυτό το τεράστιο χάος που επικρατεί στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς, η συγγραφέας παραδίδεται στον γνωστό αφοριστικό λόγο αυτών που είδαν τα οράματά τους να διαπομπεύονται από τους ίδιους τους συντρόφους τους εν ονόματι μιας μίζερης πολιτικής σκοπιμότητας.

Τελικά αυτοί οι ήρωες γίνονται υπότροφοι μιας αέναης μετατόπισης· μιας ιστορίας όπου η εξορία – ξενιτιά δεν είναι απλώς μια μόνιμη (εγ)κατάσταση αλλά και μια ολοένα και πιο α-νόητη σημασία. Οι πάτριες αναμνήσεις τους εναλλάσσονται με τους απάτριδες στοχασμούς και χωρίς ακριβώς να παύουν να είναι Έλληνες, γίνονται Φιλέλληνες. Όπως γράφει η συγγραφέας: Φιλέλληνες, όπως λες φιλό-σοφος ή φιλό-μουσος, αγαπάς τη σοφία, τη μουσική, χωρίς ούτε σοφός ούτε μουσικός να ’σαι. Εξ’ αποστάσεως. Άλλοι θα φτειάχνουνε τον κόσμο, τη ζωή, και συ, μακρινός εραστής, θα κάθεσαι να βλέπεις. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και η άλλη φωνή μέσα στο μυθιστόρημα, πως κανένας άνθρωπος δεν είναι ξένος. Η αρνητική γραμματική της πιο οικουμενικής κατάφασης: Ξένος ουδείς, συνεπώς ούτε Οδυσσέας.

Οι πιστοί αναγνώστες του Πλανόδιου γνωρίζουμε τον συγγραφέα από τις ανεξάντλητες «πίσω» σελίδες του περιοδικού, όπου μαζί με άλλους ερευνητές, δοκιμιογράφους και συγγραφείς άνοιγε ακριβώς αυτή την βεντάλια των στοχασμών· στην προκείμενη περίπτωση με την στήλη Διαβατήρια, πέντε από τα οποία αναδημοσιεύονται εδώ. Το πρώτο μας ταξιδεύει στο «μετεμφυλιακό Βελιγράδι», στο τιτοϊκό ξενοδοχείο Μετροπόλ και σε μια αξέχαστη συνύπαρξη πρώην Γιουγκοσλάβων όλων των «εθνοτήτων», ανθρώπων που είχαν μάθει να ζουν με την απώλεια της χώρας τους· που περιφρόνησαν το καινούργιο τους διαβατήριο και δεν περιφέρονταν σαν ζωντανοί νεκροί στο νεκροταφείο των οραμάτων τους. Κανείς τους, αν και ά-εθνος ή άπατρις δεν ένοιωθε άπολις. Η συνάντηση δεν αποσκοπούσε σε κάποια ιεροτελεστία συμφιλίωσης. Τίποτα δεν χώριζε αυτούς τους ανθρώπους για να χρειάζεται να επαναστήσουν γέφυρες. Ή μάλλον, ό,τι τώρα τους χωρίζει – η αμείλικτη αλήθεια της Ιστορίας – τους είναι ξένο, επιβεβλημένο από κάποιους άλλους. Έχει φτάσει να τους ανήκει μόνο και μόνο επειδή τους αποκαλεί – τους αποκλείει ονομάζοντάς τους – Σέρβους, Κροατες, Μαυροβούνιους, Βόσνιους, Σλοβένους, Μακεδόνες, και εκεί ακριβώς έγκειται η εναντίωσή τους: στο βάπτισμα στο οποίο, παρά τη θέλησή τους, τους εξαναγκάζει ο εθνικισμός. [σ. 241 – 242]

Το τρίτο διαβατήριο αφιερώνεται στον τρομπετίστα Μάζεν Κερμπάτζ που το 20006 βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του για να παίξει τρομπέτα ντουέτο με τις βόμβες που έπεφταν στον απέναντι λοφίσκο [συμπληρώνοντας την τέχνη εν καιρώ πολέμω με τις εικαστικές και ιστολογιακές ανταποκρίσεις του] αλλά θα σταθώ περισσότερο στο δεύτερο, που αφορά τον Φιλ Όουκς, εκκινώντας από την τραγική εμφάνιση του στο Κάρνεγκι Χολ το 1969. Ο πιο στρατευμένος στιχουργός της παρέας των φολκ τροβαδούρων Ντύλαν και Μπαέζ, ο πιο πολιτικοποιημένος τραγουδοποιός της γενιάς του, απαγορευμένος σε κάθε ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναμετάδοση, κατέρρευσε μετά το τραυματικό 1968 και τα πρωτοφανή επίπεδα βίας, πολιτικού διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης, ύστερα από τα οποία η στρατευμένη αριστερά της αμερικανικής φολκ φαινόταν αδύναμη και αφελής. Άλλωστε ήταν ο μοναδικός μουσικός της επαναστατημένης νεολαίας που ήταν παρών στο μακελειό κατά την Συνέλευση του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο.

Στην σκηνή δεν ανέβηκε ο άλλοτε προκλητικός και σαρκαστικός Όουκς αλλά ένας νεκροζώντανος άντρας με την λαμέ αμφίεση του Έλβις· ήταν η τελευταία του εμφάνιση προτού προχωρήσει στην ψυχασθένεια και την αυτοχειρία. Ο συγγραφέας αναζητά τα διαβατήριά του: την ανέστια ζωή του μοναχικού που αναζητά το πλήθος που άλλοτε τον επευφημεί και άλλοτε τον αποπέμπει, την μοναξιά που είναι ελεύθερος αέρας και αβάσταχτο βάρος συνάμα. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Πατριώτη και τον Προδότη (όπως τιτλοφορούσε ένα 45άρι του) όταν η ηγεσία έχει προδώσει τις βασικές αξίες της χώρας και η προδοσία είναι η απώτατη πατριωτική πράξη; Ο Όουκς δεν σταματούσε να τραγουδά κατά του θανάτου εν ονόματι των νεκρών του Βιετνάμ με το άλλοθι μιας επικείμενης επανάστασης. Όμως οι συνεχείς δολοφονίες των ηγετών κάθε εστίας αντίστασης και η εξάπλωση της βίας τον έφεραν ενώπιον μιας αλήθειας: η αμερικανική κοινωνία στην ουσία της είναι μια κοινωνία θανάτου, μια κοινωνία φαντασμάτων που εξοντώνει οτιδήποτε θετικό. Και εξάγει θάνατο παντού γιατί τον παράγει εν αφθονία. Ο ίδιος έγραψε ως ημερομηνία θανάτου του το 1968, κι ας άντεξε λίγα χρόνια ακόμα, βλέποντας την δολοφονία του Βίκτορ Χάρα στην Χιλή, κυνηγημένος και επιτηρούμενος από τους πράκτορες του FBI, λογοκριμένος από τα Μέσα, ξεχασμένος από την Αμερική.

«Τα ηρεμιστικά του βάλτου» εκκινούν από την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, άρα και της ψυχροπολεμικής σύλληψης της Ιστορίας. Η επανάσταση μεταδόθηκε από την τηλεόραση, άρα δεν γλίτωσε από το ζάπινγκ των θεατών και μετά από μερικά τρίλεπτα σπασμωδικού τηλεοργασμού χάθηκε στην γκρίζα άβυσσο πίσω από το προσωπείο της οθόνης. Τα τείχη γκρεμίστηκαν χωρίς ήχο κι εμείς βρισκόμαστε στην καρδιά της «σύγχρονης» κοινωνίας που θεσμοθετείται ως σύγχρονη βάσει των ιδεών του λεγόμενου Διαφωτισμού, έγκειται δηλαδή σε μια αδιάλλακτη ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Παύουμε λοιπόν να ψάχνουμε το νόημα της ύπαρξής μας σε κάποιο άγνωστο, μυστηριώδη χώρο στα χέρια ενός παντοκράτορος Άλλου και το ψηλαφούμε μέσα στις σκέψεις και τις πράξεις μας ως αναπόφευκτα κοινωνικά και ιστορικά όντα.

Πρόκειται για μια δραματική στροφή στην ανθρώπινη φαντασία που μας επαναθέτει την δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνικής αυτονομίας. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι τα «σύγχρονα» επαναστατικά κινήματα βασίστηκαν ακριβώς σε αυτό το πρόταγμα της αυτονομίας αλλά και απέτυχαν επειδή η ίδια η κοινωνία «δεν έχει καταφέρει ακόμα να σηκώσει το βάρος της τεράστιας ευθύνης που θέτει η αυτονομία της, προδίδοντας στα ίδια της τα ευρήματα ιδιότητες θείες: την ορθολογικότητα ως υπέρτατο ον, την επιστήμη ως αλήθεια της Φύσης, το Έθνος ή το Κράτος ως εγγύηση πρόνοιας, το Κόμμα ως κλειδοκράτορα των νόμων…». Αλλά το πιο επαναστατικό παράδειγμα της διαφωτιστικής παράδοσης είναι ακριβώς η δυνατότητα της αυτοκριτικής! Τι συμβαίνει λοιπόν και η κοινωνία κλονίζεται από κάθε λογής εκρήξεις φανατισμού ο οποίος διακρίνεται από μια ενσυνείδητη επιλογή μεταφυσικών αξιών και οραμάτων αντί μιας στοχαστικής αναμέτρησης με την ιστορική περιστασιακότητα της ζωής; Η διανόηση και ο στοχασμός, γράφει ο Γουργουρής, είναι διαμετρικά αντίθετοι με τον μαζικό φανατισμό εν ονόματι μιας υπερβατικής ιδέας (εθνικισμός, φονταμενταλισμός κ.λπ.) και την μαζική παραίτηση από τα κοινά εν ονόματι μιας αυτοέγκλειστης τελετουργίας (καταναλωτισμός, τηλεχαύνωση κ.λπ.).

Με ανοιχτό τον προβληματισμό για την αυτονομία της κοινωνίας, φυλλομετρώ τον τόμο και στέκομαι στο κείμενο για την σημασιακή σχέση πόλης και ποίησης στον Χάιντεγγερ. Ποια είναι η πολιτική σημασία της ποίησης ιδιαίτερα μετά τις φιλοσοφικές συνέπειες του πλατωνικού διατάγματος για την απαραίτητη εξορία των ποιητών από την πόλη; Ο όρος «κοινωνία των πολιτών» χρησιμοποιείται εδώ με την αρχαία έννοια του αυτοκαθορισμού και της αυτονομίας της πόλης. Μπορεί ο φιλόσοφος να παραποίησε την αρχαιοελληνική σκέψη αλλά ταυτόχρονα και την επέκτεινε και την εμβάθυνε ριζικά. Η χαϊντεγγεριανή θεώρηση της αρχαίας σκέψης αποδίδει στην ποίηση θεμελιώδη στοχαστικό ρόλο. Άλλωστε παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανακοίνωσε το τέλος της φιλοσοφίας, ολόκληρο το έργο του καταπιάνεται με τον πρωταρχικό όρο ύπαρξής της, την πολιτική: ο συνεχής προβληματισμός της καθημερινής ζωής έξω από κάθε μεταφυσική υπέρβαση, μέσω της αυτονομίας της πόλης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον έχουν «Οι αντιφάσεις και αμφιθυμίες του Άγγελου Ελεφάντη». Ο άρτια καταρτισμένος ιστορικός και θεωρητικός της πολιτικής που έδρασε, μεταξύ άλλων, ως στοχαστής, συγγραφέας, σχολιαστής και μεταφραστής γαλούχησε τρεις τουλάχιστον γενιές με το περιοδικό Ο Πολίτης. Ο Πολίτης υπήρξε το κατεξοχήν φόρουμ ειδών όπου η πιο σύγχρονη τότε λογοτεχνική θεωρία ερχόταν σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και την ελληνική λογοτεχνία αυτή καθαυτήν. Ο Γουργουρής (που, σημειωτέον, υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού και δημοσίευε κείμενα με τα οποία διαφωνούσε ο Ελεφάντης αλλά ουδέποτε διανοήθηκε να μην δημοσιεύσει) θεωρεί ότι η δεινή αφοσίωση του Ελεφάντη στις αρχές του Διαφωτισμού και την μορφή του έθνους ως κύριο έδαφος συλλογικής πολιτικής πρακτικής τού κατέστησε δύσκολο να εκτιμήσει την ονομαζόμενη μεταμοντέρνα ή μεταδομική σκέψη.

Για τον Ελεφάντη το έθνος υπήρξε κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που λειτούργησαν ως μαγματικές πηγές όλων των ευρωπαϊκών εθνικών φαντασιακών. Η επιτυχία των Γάλλων στοχαστών (Αλτουσέρ, Λακάν, Φουκώ, Ντερινά) στον αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο τού ήταν ανυπόφορη. Την έβλεπε σαν ιμπεριαλιστική πραγματικότητα, ένα είδος αναρρόφησης της αληθινής σκέψης από ένα αποστειρωμένο θεσμικό πλαίσιο που παρήγαγε ιδεολογικές μορφές προς όφελος των δομών της αυτοκρατορίας. Ακόμα και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όταν η αμφισβήτηση άγγιξε τον Διαφωτισμό, την καρτεσιανή λογική, την μορφή του έθνους και του πολίτη και όλα όσα απελευθέρωσαν τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης ο Ελεφάντης αντιτάχθηκε σε αυτού του είδους τον ριζοσπαστισμό και δεν είχε υπομονή για τις διάφορες μετα – εθνικές κατηγορίες, για την μετα – αποικιακή σκέψη ή τις «φαντασιακές κοινότητες» του Μπένεντικτ Άντερσον και βέβαια παρέμενε συνεπής σε μια γκραμσιανή «αισιοδοξία της βούλησης». Και αναρωτιέται ο Γουργουρής…

…. πώς ένας στρατευμένος διεθνιστής – ως κομμουνιστής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο – δίσταζε μπροστά σε νέες ιδέες και κινήματα που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια και τις εθνικές ταυτότητες. Αναρωτιέται κανείς πώς ένας στοχαστής, ρασιοναλιστής σίγουρα αλλά με εξαίσια και λεπτή αίσθηση του ποιητικού, που ως ακτιβιστής ήταν γκραμσιανός, που ανδρώθηκε πολιτικά στους δρόμους του Παρισιού τον Μάη του ’68 με το σύνθημα «Η φαντασία στην εξουσία» έδειχνε τέτοια δυσπιστία προς την έννοια του φαντασιακού; [σ. 324]

Το κείμενο «Βάλτερ Μπένγιαμιν: φυσιοδίφης και φωτογράφος της ιστορίας» εστιάζει σε δυο ιδιαίτερες εκδόσεις για τον σπουδαίο στοχαστή, μια εκ των οποίων θα παρουσιάσουμε σύντομα (πρόκειται για την σημαντική ανάγνωση της διαλεκτικής του περί φωτογραφίας από τον Εντουάρντο Καντάβα, που κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις). Ο ερευνητής μέσα από ένα ιδιαίτερο λεξικό εννοιών καταδεικνύει ότι η φωτογραφία είναι φύσει «μπενγιανική» στην σχέση της με την ιστορία: είναι ταυτόχρονα σημείο σύνδεσης και διάρρηξης, ένας φωτοδιακόπτης μεταξύ ανάμνησης και θανάτου. «Το θεμελιακό ψευδές δίλημμα του Λούκατς», η Αμερική που είναι «αναπόφευκτα μερική», το Ιράκ που καθρεφτίζει το αμερικανικό σύμπλεγμα, η τηλεκατευθυνόμενη κοινωνία και τα θηράματά της, η νέα τάξη θυμάτων, ο «παράδοξος και τακτικός» Σεφέρης, ο «αλογάριαστος» Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Χουλιάρας και ο Τάκης Σιμώτας, οι τσαρλατάνοι του ύφους, το «ασύλληπτο μυθιστόρημα» της εγχώριας τρομοκρατίας είναι μερικά ακόμη από τα θέματα πάνω στα οποία προβληματίζεται η ευρύτατη ματιά του συγγραφέα. Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Πολίτης, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Πλανόδιον, Σχεδία), εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, Αυγή, Εποχή, Το Βήμα), συλλογικά θεματικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και αλλού· άλλα υπήρξαν αντικείμενο διαλέξεων ή ήταν μέχρι σήμερα ανέκδοτα.

Εκδ. Νήσος, 2016 [Πολιτείες, 36], σελ. 404.

Στις εικόνες: Μιμίκα Κρανάκη [έργο της Άννας Φιλίνη], αναμνηστική φωτογραφία των διανοουμένων – επιβατών του πλοίου Ματαρόα το 1945 [Παρίσι, 1946 (Πανεπιστημιούπολη). Από αριστερά: Μέμος Μακρής, Γιώργος Καρούζος, Κατερίνα Καχραμάνη, Κώστας Παπαϊωάννου, N. Καχραμάνη, Ντούντα – Ζίζικα, άγνωστος, Μέμος Αλίκουλης (Αρχείο Μάνου Ζαχαρία)], Mazen Kerbaj, Phil Ochs, Martin Heidegger, Άγγελος Ελεφάντης [1976], Τριακοστός Πολίτης, Walter Benjamin κι ένα ξενοδοχείο πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, μετέπειτα υπερεθνικής συνύπαρξης.

27
Φεβ.
17

Φρέαρ τεύχος 18 (Φεβρουάριος 2017)

18

Αν δείτε το έργο μου ως ένα σύνολο είτε πρόκειται για τα ζώα, είτε πρόκειται για την παγκόσμια φτώχεια και τον αποτελεσματικό αλτρουισμό, είτε για την ευθανασία και άλλα ζητήματα ζωής και θανάτου στην Ιατρική, το σταθερό θέμα μου είναι το πώς θα ζήσουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειώσουμε την οδύνη όσο περισσότερο μπορούμε και πώς θα βελτιώσουμε την ευημερία όλων των όντων που μπορούν είτε να υποφέρουν είτε να ευχαριστηθούν τη ζωή τους. Οπότε αναζητώ περιοχές όπου μου φαίνεται ότι είναι δυνατό να αποφευχθεί η οδύνη μες από αλλαγές που μπορούμε να επιφέρουμε. Στην περίπτωση των ζώων, για παράδειγμα, προκαλούμε ένα τεράστιο ποσό οδύνης με το να εγκλείσουμε ζώα μέσα σε βιομηχανικές φάρμες. Πραγματικά δεν χρειάζεται να το κάνουμε αυτό γιατί μπορούμε να ζήσουμε εξίσου καλά ή και καλύτερα χωρίς να τρώμε ζώα…

 … λέει ο Πίτερ Σίνγκερ που γνωρίζουμε ήδη από το βιβλίο του Η απελευθέρωση των ζώων (σύντομα θα παρουσιάσουμε την πρόσφατη επανέκδοση) και έχουμε ήδη παρουσιάσει την συλλογή τεσσάρων κειμένων με τον τίτλο Ζώα και Ηθική. Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους λίγους φιλοσόφους που ευτύχησαν να κατάσχουν μια ιδιαίτερη θέση στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ενόσω είναι ακόμα ενεργός, καθώς επέκτεινε την ηθική φιλοσοφία του ωφελιμισμού και στα ζώα. Ο ωφελιμισμός επιμένει ότι η ηθικά ορθή πράξη είναι αυτή που μεγιστοποιεί την ωφέλεια, η οποία συνήθως ορίζεται με όρους ευχαρίστησης, ευημερίας και ευτυχίας των όντων που αισθάνονται και έχουν συναφώς δυνατότητα ευχαρίστησης και οδύνης.

peter-singer-by-derek-goodwin

Ο ωφελιμισμός συνδέεται απαραίτητα με ένα ευρύτερο ηθικό αίτημα καθολικότητας και καθολίκευσης (universalism), δηλαδή με ένα αίτημα ευτυχίας του συνόλου, συνεπώς παραμένει μια ηθική θεωρία αντιτιθέμενη στον απλό εγωισμό, ηδονισμό ή ευδαιμονισμό. Το αίτημα ακριβώς της καθολικότητας επεκτείνεται και στα ζώα, αφού κριτήριο της ευτυχίας δεν είναι παρά η ευχαρίστηση και η έλλειψη πόνου, ένα κριτήριο που αφορά και τα άλλα ζωικά είδη πέραν του ανθρώπου. Ο συγγραφέας απαντά στις διόλου εύκολες ερωτήσεις του Διονύση Σκλήρη που έχει συντάξει και την κατατοπιστική εισαγωγή.

Ο Σίνγκερ αναρωτιέται πώς μπορεί να είναι κανείς ωφελιμιστής και να μην ενδιαφέρεται για τα ζώα. Ο ίδιος ο ωφελιμισμός ενδιαφέρεται για την ευτυχία και την οδύνη, μεριμνά επομένως για οποιοδήποτε ον μπορεί να υποφέρει ή να ευτυχεί. Όλοι οι μεγάλοι ωφελιμιστές στοχαστές διατύπωσαν ρητά ότι η οδύνη των ζώων δεν μπορεί να μείνει έξω από τους σχετικούς υπολογισμούς, ενώ επέκριναν το γεγονός ότι δεν υπήρχαν καθόλου νόμοι που να προστατεύουν τα ζώα.

tavares

Σε μια άλλη συνομιλία, ο εξαιρετικά ενδιαφέρων Πορτογάλος συγγραφέας Γκονσάλο Μ. Ταβάρες (βλ. παλαιότερη παρουσίαση της Ιερουσαλήμ του από το Πανδοχείο, εδώ) υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το βιβλίο προϋποθέτει την ιδέα ενός αναγνώστη πομπού και όχι δέκτη, συνεπώς για να μπορέσει όμως ο αναγνώστης να εκπέμψει, θα πρέπει να απενεργοποιήσει τη συνθήκη της υποδοχής, της λήψης. Ο συγγραφέας διαφοροποιεί πλήρως το λογοτεχνικό βιβλίο από την κινηματογραφική ταινία, όπου ο θεατής είναι για μιάμιση ώρα χωρίς καμιά διακοπή ένας δέκτης. «Το βιβλίο είναι μια τελείως διαφορετική μηχανή που επιτρέπει στον αναγνώσει ανάμεσα σε δυο σελίδες, να κάνει ένα ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου, να επιστρέψει και να ξαναπιάσει το νήμα της ανάγνωσης στην επόμενη σελίδα. Και νομίζω ότι αυτή είναι η μεγάλη ελευθερία που επιτρέπει η λογοτεχνία στην ανθρώπινη σκέψη: να ταξιδέψει ανάμεσα σε δυο σελίδες» (συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο).

david-hockney-oona-zlamany

Καθώς οι καιροί είναι αβυθομέτρητοι, οι φερώνυμες σελίδες συνεχίζουν να ανασκάπτουν με τον λόγο θέματα ευρύτατου προβληματισμού, εντός και εκτός λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Κεντρωτής συνεχίζει πάνω στην μεταφραστική ρητορική του, ο Μαριάνος Καράσης κατά την έρευνα πάνω στις Ουτοπίες της Αρχαιότητας φτάνει στον αριστοφανικό Πλούτο, ο Διονύσης Μαγκλιβέρας επιχειρεί μια ανατομία πάνω στον φόβο του ίδιου του φόβου κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα κείμενο της τακτικής συνεργάτριας του περιοδικού Νατάσας Κεσμέτη, που εκκινεί από τρεις διαφορετικές αφορμές: από τον Ψαλμό του Κόσμου, ένα κεφάλαιο από ένα παλιό βιβλίο για την ζωή του στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ, από την καθιερωμένη είδηση για τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχει η φύση και από δικές της απόπειρες μετάφρασης αγγλικών ποιημάτων. Η συγγραφέας διαπιστώνει ότι θέματα παρμένα από την φύση εμφανίζονται όλο και λιγότερο στην λογοτεχνία, κι όταν αυτό συμβεί, πρόκειται περισσότερο για θρήνο, παρά για θαυμασμό και στην συνέχεια διατρέχει ακριβώς τέτοια πεδία, από το προαναφερθέν κεφάλαιο μέχρι την σύγχρονη ποίηση.

p-singer_

Με αφορμή την έκθεση 82 πορτραίτα και 1 νεκρή φύση του David Hockney, ενός ζωγράφου που μάθαμε καλά όταν εντρυφήσαμε στην δεκαετία του ’60 και όχι μόνο, ο Νίκος Αλ. Μηλιώνης γράφει μεταξύ άλλων για τον καλλιτέχνη που παρότι χρησιμοποιεί μοντέλο, ζωγραφίζει με την μνήμη του, ως ένας συσσωρευτής εμπειριών και γνώσεων από το παρελθόν, που το εκλαμβάνει ως γόνιμο έδαφος εμπειρίας και γνώσης για να ασκήσει την επιλεκτικότητα της μνήμης του. Ανέκδοτα σχεδιάσματα ποιημάτων της Ζωής Καρέλλη (εισαγωγικό σημείωμα και καταγραφή από την Μαρία Κόκορη), ένα εξαιρετικό κείμενο για τον  βιωμένο και τον φαντασιακό χώρο στην πρώιμη βυζαντινή λογοτεχνία από τον Φώτη Βασιλείου, διηγήματα (Ωντ, Νοντάρ Αμανατισβίλι, Γιάροσλαβ Ιβασκίεβιτς, Ευρυπίδης Νεγρεπόντης, Γιώργος Γκόζης, Μαρία Κουγιουμτζή, Μιχάλης Μακρόπουλος), ποιήματα (Τ.Κ. Παπατσώνης, Άδωνις, Ντίνος Σιώτης), κριτικές βιβλίων και ποικίλα σημειώματα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους.

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Σίνγκερ, αλιεύω από το εισαγωγικό κείμενο της συνομιλίας με τον Σίνγκερ: βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η βιομηχανική κτηνοτροφία καθιστά τον βίο πολλών ζωικών ειδών πραγματικά αβίωτο (μέχρι να τον αφανίσει), συνεπώς αποτελεί το μεγάλο αξιακό ζήτημα του καιρού μας.

Στις εικόνες: Peter Singer, Gonzalo M. Tavares, David Hockney [Oona Zlamany], Peter Singer.

[σ. 230]

21
Φεβ.
16

Γιάννης Φούντας – Αναρχικό λεξικό, Β΄ Τόμος, Ν – Ω

Print

Κατά την παρουσίαση του πρώτου τόμου εδώ γράφαμε για την σπανιότητα ενός τέτοιου λεξικού τόσο από πλευράς περιεχόμενου – μια ολόκληρη Ιστορία οραματιστών ενός αξιοβίωτου κόσμου – αλλά και τρόπου – λήμματα περιεκτικά και απολαυστικά, γραμμένα με ίσες δόσεις σοβαρότητας, διακειμενικότητας, ειρωνείας χιούμορ. Περιμέναμε τον δεύτερο τόμο και για το πολυσέλιδο παράρτημά του, τις δεκάδες σελίδες με τις έντυπες διαδρομές στον ελλαδικό αντιαυταρχικό γαλαξία (1974 – 2014), στο περίπτερο, στον δρόμο και στο βιβλιοπωλείο (όλα τα έντυπα, περιοδικά, φυλλάδες, εφημερίδες, που έβγαλαν ακόμα κι ένα μόνο τεύχος) και φυσικά την πλήρη, διπλή βιβλιογραφία. «Εγκυκλοπαιδικό, ιστορικό …μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού Σύμπαντος», λοιπόν, μέρος δεύτερο.

Οι πάσης φύσεως ελευθεριακές κοινότητες έχουν την δικαιωματικά θέση τους σε μια σειρά λημμάτων. Πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του λεξικού, εφόσον η καθ’ ημάς βιβλιογραφία είναι ανύπαρκτη. Από πού να αρχίσει κανείς; Ίσως από τον Σαρλ Φουριέ, τον Γάλλο στοχαστή του 18ου αιώνα, θιασώτη πολύ πριν την εμφάνιση της ψυχανάλυσης και του Ράιχ ενός …λιμπιντικού σοσιαλισμού, που προσδοκούσε την βαθμιαία απονέκρωση των κρατικών διαμεσολαβήσεων προτείνοντας την ίδρυση αυτοδιαχειριζόμενων κοινοβιακών εγχειρημάτων, τα γνωστά φαλανιστήρια.

Fourier Phalanstere

Οι ευτοπικές αυτές κοινότητες είχαν επιβλητικά οικοδομήματα ικανά να φιλοξενήσουν εκατοντάδες οικογένειες και προέβλεπαν αντίστοιχο αριθμό στρεμμάτων, ενώ στον 20ό πλέον αιώνα θα εμπνεύσουν τις αγροπόλεις, τα εβραϊκά κιμπούτς, τις πολυποίκιλες ελευθεριακές αποικίες κλπ. Ο Φουριέ αναγκάστηκε να αφήσει κατά μέρος ως ασύμβατες με την αυστηρή ηθική των καιρών τους τις ελευθεριάζουσες ερωτικές ονειρώξεις του αλλά οραματίστηκε την νέα ακρατική κοινωνία, που ονόμαζε Αρμονία, δανειζόμενος τον όρο από τον Ρόμπερτ Όουεν.

Πάμε λοιπόν στο Όμικρον, στον Άγγλο ελευθεριακό στοχαστής της πράξη, που επηρεασμένος από τις απόψεις του πρώτου θεωρητικού του «αντικυβερνητισμού» Ουίλιαμ Γκόντγουιν, θα διαθέσει μέχρι τον θάνατό του όλη του την ενέργεια και τα διόλου ευκαταφρόνητα εισοδήματά του σε ατελέσφορες μα χρήσιμες ως παρακαταθήκη απόπειρες δημιουργίας ελεύθερων παραγωγικών κοινοτήτων, όπως αυτή του Νιου Λανάρκ στη Σκοτία και η Νέα Αρμονία στις ΗΠΑ, θεωρώντας πως η ευτυχία του ατόμου «μπορεί να επιτευχθεί με τη δράση που προωθεί την ευτυχία της κοινότητας». [Μια εικόνα της Αρμονίας του Ρόμπερτ Όουεν δείτε εδώ, στα περί του βιβλίου του Pierre Rosanvallon Η κοινωνία των ίσων]

La Cecilia Film

Η κοινότητα Ουτοπία [Utopia] στην βορινή όχθη του ποταμού Οχάιο, ανύπαρκτη για τους εντεταλμένους χαρτογράφους, ιδρύθηκε από φουριεριστές εποίκους το 1944 και προσέλκυσε το ενδιαφέρον του γνωστού ιντιβιντουαλιστή Τζοσάια Γουόρεν που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1850 πειραματίστηκε με τους «επιχειρηματίες συντρόφους» στο οικονομικό μοντέλο ανταλλαγών με οικοτρόφους της Ουτοπίας αλλά και ομόφρονες εκτός των ορίων της. Πενήντα χρόνια μετά στο Σαλέντο της Ιταλίας μια άλλη αγροτική ελευθεριακή κοινότητα, η Ουρουπία [Urupia, 1995] θα προωθούσε την πρακτική των εξισωτικών σχέσεων.

Οι αρχές του ελευθεριακού κομμουνισμού ενέπνευσαν τον αναρχικό συγγραφέα Τζουλιάνο Ρόσι στην δημιουργία της περίφημης αποικίας Τσετσίλια [Cecilia] στην πολιτεία Παράνα της Βραζιλίας. Εκεί δεν υπήρχε κανένας όρος, κανένας διακανονισμός, κανένα ωράριο, καμία διάκριση εξουσιών, παρά μόνο η «φυσική ζωή, άνευ νόμων και κυρίων». Αλλά το σχέδιο θα επιβιώσει τελικά μόνο τέσσερα χρόνια λόγω …ερωτικών κυρίως διενέξεων, που δημιουργήθηκαν λόγω σπάνεως των γυναικών. Μέχρι και ο Άγγλος ρομαντικός ποιητής Samuel Taylor Coleridge σχεδίασε την Πανισοκρατία του [Pantisocracy], συνεπαρμένος από τις αντικρατικές θεωρίες του Γκόντουιν και το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης.

Lucy-Parsons-2

Η Φύση δεν έδωσε σε κανέναν άνθρωπο το δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους, έγραφε στις Σκέψεις για την Ερμηνεία της Φύσης ο Γάλλος πανεπιστήμονας του 18ου αιώνα φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και εγκυκλοπαιδιστής Ντενί Ντιντερό που με τα γραπτά του υπέσκαψε το έδαφος της θεοκρατικής απολυταρχίας συμβάλλοντας στην ιδεολογική προπαρασκευή της Γαλλικής επανάστασης αλλά και στην ελευθεριακή προβληματική του επόμενου αιώνα με την ευτοπίες του Συμπλήρωμα στο Ταξίδι του Μπουγκενβίλ και στις προαναφερθείσες Σκέψεις. Ο έτερος διαφωτιστής Ζαν Ζακ Ρουσό θα επηρεάσει με τις καινοφανείς ιδέες του σχεδόν την κατοπινή «ουτοπική» προβληματική και με τις θέσεις της περί του «καλού καγαθού αγρίου» που έχει όμως συναίσθηση ότι είναι ελεύθερος τόσο τον πρώιμο κοινωνικό αναρχισμό όσο και τον ύστερο αναρχοπριμιτιβισμό.

Μπορεί οι γυναίκες να σπάνιζαν στην Cecilia, αλλά είναι παρούσες στο λεξικό, καθώς δεκάδες υπήρξαν οι αγωνίστριες των ουτοπιών, όπως η Βολτερίν Ντε Κλερ, η Βορειοαμερικανίδα θιασώτρια ενός «αναρχισμού χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς», η πιο προικισμένη από τις εκπροσώπους του γυναικείου φύλου στο ελευθεριακό κίνημα της χώρας κατά την κρίση της συνεργάτιδάς της Έμα Γκόλντμανμε πολύπλευρη συγγραφική ενασχόληση – δοκιμιακή, ποιητική, μεταφραστική, δημοσιογραφική. Ή η Λούσι Πάρσονς, Αμερικανίδα αναρχική ακτιβίστρια μεξικανοϊνδιανικής καταγωγής, μια γυναίκα πιο επικίνδυνη από χίλιους μαζεμένους ταραχοποιούς κατά την εκτίμηση των αστυνομικών αρχών του Σικάγο, στέλεχος από το 1877 της Ένωσης Εργαζομένων Γυναικών και ιδρυτικό στέλεχος των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW). [Εδώ ένα ιδανικό graphic novel για τους Εργάτες]

Tolstoy

Ένα άλλο μείζον μέρος καταλαμβάνουν οι Έλληνες που με λόγο και πράξη πρότειναν τα δικά τους κοινωνικά οράματα αλλά έμειναν στις περισσότερες περιπτώσεις στην σκοτεινότερη σκιά της Ιστορίας. Επαρκώς λημματογραφημένος, για παράδειγμα, είναι ο Πλωτίνος Ροδοκανάκης, κοσμοπολίτης ελευθεριακός κοινωνιστής με σημαντική συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα στο Μεξικό, που αφού εντρύφησε μεταξύ άλλων σε Φουριέ και Προυντόν, ίδρυσε την περίφημη Κοινωνική Λέσχη των Σπουδαστών και το Σύγχρονο και Ελεύθερο Σχολείο, επιχειρώντας να υλοποιήσει τις αγροτοσυνεταιριστικές του ιδέες στο Νότιο Μεξικό. Αλλά και ο Επτανήσιος δημοσιογράφος και πρώιμος κοινωνιστής Παναγιώτης Πανάς, που ξεχώρισε από τους σύγχρονούς του ριζοσπάστες για τον ιδιότυπο κομμουναλισμό του και παρότι απεχθανόταν την βία πλησίασε σταδιακά τις απόψεις των κομμουνάρων στο Παρίσι και τους υπερασπίστηκε δημόσια.

Δεν μπορεί να λείπει βέβαια ο κατά δήλωσή του «αναρχομόνος» Γιάννης Σκαρίμπας, αυτοχαρακτηριζόμενος «συνταξιούχος εκτελωνιστής και τάχα λογοτέχνης συν κιόλας απαράσημος», που έγραψε με το απαράμιλλο ύφος του ποιητικές και πεζογραφικές ακροβασίες, πιστεύοντας άλλωστε ότι ανάρχα και θεοί πείθονται. Και βρισκόμαστε ήδη στην μεγάλη στρατιά των συγγραφέων που δίνουν το παρόν, όπως ο Λέων Τολστόι, ιδιότυπος αναρχοχριστιανός, εισηγητής της μη βίαιης ανυπακοής στους κρατικούς θεσμούς, και ο Όσκαρ Ουάιλντ που εκτός από την συγκλονιστική Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντινγκ συνέγραψε την αναρχίζουσα συνηγορία Ψυχή του Ανθρώπου στον Σοσιαλισμό, εκδήλωσε την εκλεκτική του συγγένεια με τους ελευθεριακούς κύκλους της εποχής του και συμμετείχε στην καμπάνια για να δοθεί χάρη στους έγκλειστους τότε και μετέπειτα εκτελεσμένους αναρχικούς του Σικάγου, στην Υπόθεση Χεϊμάρκετ (που φυσικά λημματογραφείται εδώ, μαζί με άλλες σημαντικές δικαστικές υποθέσεις).

Peret et Pretre_

Συγγραφέας του Θησαυρού της Σιέρρα Μάντρε, του Πλοίου των Νεκρών και πολλών άλλων κοινωνικών μυθιστοριών, ο δισυπόστατος και τρισυπόστατος Μπ. Τρέιβεν κρυβόταν επί σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια. Γερμανός αναρχικός που εξέδιδε το περιοδικό Ο Τουβλοποιός, συμμετείχε στην γερμανική επανάσταση του 1919 σαν …λογοκριτής του αστικού τύπου στο σοβιέτ της πόλης και έζησε με πλήθος ψευδωνύμων και πρόλαβε να πεθάνει μόνος του, με θανατικές ποινές να εκκρεμούν από τα γερμανικά στρατοδικεία. Ο Τζόρτζ Όργουελ, από την άλλη, έπρεπε να βιώση εξαετή αστυνομική θητεία στη Βιρμανία για να επέλθει εντός του μια ολική μεταστροφή για να αρχίσει να περιπλανιέται στην Ευρώπη και να γράφει τα βιβλία του και φυσικά να συμμετάσχει στην Ισπανική Επανάσταση του 1936 μέσα από τις γραμμές του τροτσκίζοντος POUM, να τραυματιστεί και να συγγράψει το Προσκύνημα στην Καταλονία, την Φάρμα των Ζώων και το 1984.

Στην απέναντι όχθη, ο σουρεαλιστής ποιητής Μπενζαμίν Περέ, συνυπέγραψε το προκλητικό κείμενο Στην Πυρά, χαιρετίζοντας την πυρπόληση πεντακοσίων εκκλησιών και μοναστηριών από τους αναρχικούς στην επαναστατημένη Ισπανία το 1931, πήγε εθελοντής στον ισπανικό εμφύλιο, προσχώρησε στην Διεθνή Συνομοσπονδία Ανεξάρτητης Τέχνης (FIARI) που είχαν συγκροτήσει οι Τρότσκι και Μπρετόν και εξέδωσε το περίφημο μανιφέστο του ενάντια στην στρατευμένη τέχνη Η Καταισχύνη των Ποιητών.  

Abel Paz

Στις ίδιες μάχες πολέμησε και ο Ισπανός αναρχικός ακτιβιστής και συγγραφέας Abel Paz [Αβέλ Παθ], ένας από τους Κιχώτες του Ιδανικού της Ισπανικής Επανάστασης και εκ των «ανεξέλεγκτων» στη σύγκρουση του Μαΐου του 1937 στη Βαρκελώνη με τους κομμουνιστές. Μετά την ήττα των «δημοκρατικών» κατέφυγε όπως οι περισσότεροι στη Γαλλία αλλά σε λίγα χρόνια επανήλθε όπως οι…λιγότεροι στην Ισπανία για να πάρει μέρος στον ένοπλο αντιφρανκικό αγώνα, αγνοώντας την πιθανότητα – που αργότερα έγινε πραγματικότητα της – σύλληψης και της φυλάκισης. Επέστρεψε για τελευταία φορά στην Ισπανία μετά τον θάνατο του δικτάτορα το 1976 και δεν έπαψε να υποστηρίζει τις ιδέες του ως το τέλος.

Εξαιρετική περίπτωση κορυφαίου συγγραφέα αποτελεί ο … αναρχοατομιστής στα νιάτα του και τροτσκιστής αργότερα Βικτόρ Σερζ (που έχουμε διαβάσει εδώ και εδώ). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σερζ καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για την συμμετοχή του στην Γαλλική ιλεγκαλιστική ομάδα – «Τραγική» Συμμορία Μπονό, συμμετοχή που πάντως αρνήθηκε. Η Συμμορία, ο πυρήνας της οποίας εκκολάφθηκε στο ελευθεριακό κοινόβιο του Ρομενβίλ και υποστήριζε την υγιεινή διατροφή και διαβίωση, είχε διαπράξει την πρώτη παγκοσμίως ληστεία τράπεζας με χρήση αυτοκινήτου και ενέπνευσε τραγουδοποιούς (Τζο Ντασέν), λογοτέχνες (Λεό Μαλέ) και κινηματογραφιστές (Φιλίπ Φουραστιέ).

Sandino 1_

Παραμένουμε στον Ισπανικό Εμφύλιο, όπου και ο Ισπανός αναρχικός Ντουμάνχε Ντουρούτι, «άνθρωπος ακέραιος σε υπέρτατο βαθμό που απείχε έτη φωτός από οποιαδήποτε ματαιοδοξία χαρακτηρίζει τις βεντέτες της αριστεράς» κατά την ετυμηγορία του συντρόφου και συμπολεμιστή του Καρλ Αϊνστάιν, ενώ η πάντα αυστηρή Έμα Γκόλντμαν τον θεωρούσε ως την ίδια την ψυχή της Ισπανικής Επανάστασης. Το λήμμα είναι εκτενές και σύντομο μαζί και μας θυμίζει την ένταξή του στους Justicieros [Τιμωρούς], στους Solidarios [Αλληλέγγυους] και στους Nosotros [Εμείς], την συμμετοχή τους στην εξουδετέρωση των φρανκικών και στη εξάπλωση του αυτοδιαχειριστικού πνεύματος στην Αραγονία, μέχρι τον θάνατό του, για τον οποίο ο Χ.Μ. Εντσενμπέργκερ στο Σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας έγραφε ότι πολλοί υποστήριξαν την εμπλοκή σταλινικού ή αναρχικού δακτύλου. Φυσικά και χωριστό λήμμα για την Ταξιαρχία Ντουρούτι, που εμείς του νέου ροκ μάθαμε πρώιμα με τους Durruti Column (αντιστρέφοντας τα διπλά σύμφωνα).

Στην άλλη άκρη του κόσμου, επαναστατούσε ο Αουγκούστο Σέζαρ Σαντίνο που γνώρισε τις ιδέες του ως εργάτης στις πετρελαιοπηγές του Μεξικό και επέστρεψε για να τις διαδώσει στους συναδέλφους του εργάτες στα ορυχεία χρυσού της Νικαράγουας, για να ακολουθήσουν ένοπλες αγροτικές κινητοποιήσεις και δημιουργίες κοοπερατίβων σε ελεγχόμενες από τους χωρικούς περιοχές. Ο Σαντίνο είχε ως σύνθημά του Η Νικαράγουα δεν πρέπει να γίνει ιδιοκτησία καμιάς ομάδας και κανενός συγκεκριμένου κόμματος και «δάνεισε» το όνομά του στους Σαντινίστας, ενώ,  όχι πολύ μακριά, ξεκινούσε την δική του επανάσταση ο Εμιλιάνο Σαπάτα, που έδωσε το δικό του όνομα στους επίγονους Σαπατίστας (έχουμε παρουσιάσει τις περισσότερες σχετικές ελληνικές εκδόσεις).

agosto-emiliano-zapata [diego rivera, 1886]

Δεν λείπουν στοχαστές που ενέπνευσαν ιδέες και κινήματα, από τον Νίτσε ως τον Γκι Ντεμπόρ και από τον Μαξ Στίρνερ (διαβάστε εδώ μια περιεκτική παρουσίασή του) μέχρι τον ελευθεριακό διανοούμενο Νοάμ Τσόμσκι που δεν βρίσκει, όπως δηλώνει, λόγο να αναθεωρήσει την από δεκαετιών έλξη του από τον αναρχισμό, και φυσικά τον Βίλχελμ Ράιχ, που υπήρξε εισηγητής της σεξοπολιτικής, οραματιστής της σεξουαλικής επανάστασης και μιας ελευθεριακής εργατικής δημοκρατίας, που απομακρύνθηκε κοσμίως από την υπό τον Φρόιντ Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης και διαγράφηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας, ενώ οι εργασίες του κρίθηκαν εξτρεμιστικές και καταστράφηκαν κατόπιν «παροτρύνσεων» και ο ίδιος πέθανε στις φυλακές.

….ούτε και σημαντικές μορφές, ξεχασμένες και αξέχαστες, όπως ο Σεργκέι Γκιενάντγιεβιτς Νετσάγιεβ, ο κατά Μπακούνιν Ρώσος «ιδεαλιστής, προφήτης, καλόγερος της επανάστασης», οι άνθρωπος που ενέπνευσε τον Ντοστογιέβσκι στην συγγραφή των Δαιμονισμένων, που κράτησε αξιοπρεπή στάση στις ελβετικές φυλακές (όπου πέθανε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες), χωρίς να προδώσει κανέναν, ενώ κατάφερε να προσηλυτίσει και κάποιους από τους δεσμώτες του! Γάλλος λογοτέχνης αναρχοατομικιστικών πεποιθήσεων και λιβελογράφος ολκής, ο Ζορζ Νταριέν δεν έπαψε, σύμφωνα με τον Μπρετόν, να καταγγέλλει με σφοδρότητα «το στρατιωτικό έγκλημα, τη θλιβερή παρωδία της θρησκείας και άλλες μορφές της αστικής ατιμίας» μέσω εντύπων αλλά και με τις μυθιστορίες του Μπιριμπί και Ο κλέφτης. Στα πεδία της ποίησης και του τραγουδιού ο Πολ Αμπρουάζ Παγιέτ οργάνωσε και χορτοφαγικά όργια και ύμνησε την αναρχία και τον ελεύθερο έρωτα.

Αλέξανδρος Σχινάς

Το λεξικό δεν ξεχνάει ούτε τον Αλέξανδρο Σχινά, τον φυσικό αυτουργό της εκτέλεσης του βασιλιά Γεωργίου Α΄, που σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής είχε «φάτσαν ηλιθίου παρά κακούργου», ενώ η αστυνομία και σύσσωμος ο τύπος τον χαρακτήρισαν ανισόρροπο. Σενάρια επί σεναρίων γράφτηκαν από ιστορικούς προς αναζήτηση ηθικών αυτουργών και πολιτικών κινήτρων, χωρίς κανείς να εξετάσει σοβαρά την εκδοχή που ο ίδιος ο Σχινάς έδωσε στην ερώτηση, πώς τόλμησε σκοτώνοντας το βασιλιά να προξενήσει τέτοιο κακό, κι εκείνος απάντησε: «εγώ δεν έχω πατρίδα, είμαι σοσιαλιστής, είμαι μέλος πολλών σοσιαλιστικών συλλόγων». Και βέβαια, οδηγούμενος προς τον ανακριτή διέλαθε της προσοχής των φρουρών και έπεσε από το παράθυρο στο λιθόστρωτο της αυλής…

Το λεξικό περιλαμβάνει και όλες τις εξεγέρσεις (π.χ. Ουγγαρία 1956,  Πολυτεχνείο 1973), στάσεις ζωής όπως η ολική άρνηση στράτευσης, καλλιτεχνικά ρεύματα όπως το Νταντά, πρακτικές όπως το εργασιακό σαμποτάζ, κινήματα όπως οι Provos και το προβοταριάτο (για την εκπληκτική τους περίπτωση διαβάστε εδώ), τους σχετικούς όρους και νεολογισμούς (νεοαναρχισμός, οικοαναρχισμός, πρακτικός κοσμοπολιτισμός, πράσινος αναρχισμός). Δεν λείπουν τα ελεύθερα ραδιόφωνα, όπως τα Ράδιο Κιβωτός και Ράδιο Ουτοπία της Θεσσαλονίκης και φυσικά τα ελεύθερα διερχομένων σπίτια, όπως η περίφημη Παράγκα του Σίμου στον Ψυρρή, στην πόρτα της οποίας τοιχοκολλούνταν και η πρώτη ίσως χειρόγραφη ελευθεριακή εφημερίδα τοίχου στην Ελλάδα, η Ιπτάμενη Παράγκα.

SAN_MICHELE_AVEVA_UN_GALLO_

Καταγράφονται φυσικά βιβλία όπως ο θρυλικός Ουώλντεν του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, ένα βιβλίο για τα έργα και τις ασκητικές ημέρες του Αμερικανού ελευθεριακού στοχαστή συγγραφέα, που για δυο χρόνια έζησε μόνος στις όχθες της ομώνυμης λίμνης (διαβάστε εδώ για την καλύβα του) αλλά και από τα καθ’ ημάς, όπως το αισιόδοξο έμμετρο μανιφέστο του Ηρακλή Αναστασίου Οι μισθωτοί, δημοσιευμένο ελαφρώς λογοκριμένο στην εφημερίδα Σοσιαλιστής [1893] ή Οι Κούρδοι του Γιάννη Καμπύση [1899]. Η δε κινηματογραφία δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει την ταινία των αδελφών Ταβιάνι Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα (1971), με όλες τις παρακρούσεις ενός φυλακισμένου αναρχικού, τα αδιέξοδα μπροστά σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα θα τον οδηγήσουν στην αυτοκτονία μέσα από τον ελαφρώς παραμορφωτικό φακό του μαρξιζόντων σκηνοθετών.

Στην υπηρεσία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου είχε θέσει το ταλέντο του ο τραγουδοποιός Τζο Χιλ και ήδη βρισκόμαστε στο σάουντρακ του λεξικού, που σαφώς περιλαμβάνει το πανκ ροκ και την ψυχεδέλεια των χίππηδων αλλά και τον Γάλλο συνάδελφο του Χιλ, Λεό Φερέ, που «μόνο στην ιδέα της Αναρχίας διακρίνει ένα σχολείο σεβασμού του άλλου». Ο Φερέ είχε δώσει το μουσικό του παρόν στους κατειλημμένους χώρους του Μάη του ’68 με ένα γκρουπ βαπτισμένο Λουίζ Μισέλ, προς τιμήν της περίφημης αναρχικής του περασμένου αιώνα, ενώ «αποκατεστάθη» η Γαλλική τάξη, αυτοεξορίστηκε οικογενειακώς γυρίζοντας τον κόσμο για συναυλίες. Και όλα αυτά δεν είναι παρά ένα ελάχιστο μέρος αυτής της πλημμύρας λημμάτων για κόσμους ελεύθερους, ελευθεριακούς, ελευθέριους και ελευθεριάζοντες.

Le-Voleur_

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2015, 449 σελ.

Στις εικόνες: Σχέδιο φαλανιστηρίου του Φουριέ, αφίσα της ταινίας που αφηγείται την ιστορία της κοινότητας Cecilia, Lucy Parsons, Leo Tolstoy, Benjamin Péret κατά ιερέως, Abel Paz, Augusto César Sandino, Emiliano Zapata, Αλέξανδρος Σχινάς, Ο Σαν Μικέλε χωρίς τον Κόκορα και Ο κλέφτης.

Δημοσίευση και σε συντομότερη μορφή, στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 202.

08
Ιαν.
16

Αποστόλης Αρτινός – Η ετεροτοπία της καλύβας

Ετεροτοπία

Στους νεωτερικούς καιρός ο άνθρωπος αποσπάται όλο και περισσότερο από το φυσικό περιβάλλον, αυτονομώντας τον αστικό του περίγυρο υπό την επήρεια της τεχνολογικής μέθης. Η φύση αποσπάται από την ιερή της υπόσταση και γίνεται μετρήσιμο και αποδοτικό αντικείμενο. Η νέα πολιτική συνείδηση υπαγορεύει και νέες αρχιτεκτονικές αφηγήσεις. Μια βαριά οικοδομική βιομηχανία θα στηθεί για να υπηρετήσει την νέα κατοίκηση υπό το πνεύμα της τυποποίησης. Το ρομαντικό πρότυπο της αποικίας «το κατοικείν των χωρικών», όπως θα πει ο Heidegger θα είναι το τελευταίο ίχνος μιας αρχαίας αντίληψης που θα ανατρέψουν εκ βάθρων οι καιροί. Η περίφημη αγροικία του Goethe, τα τοπία του Turner και του Constable, η αισθησιακή ρέμβη του Rousseau, ο Μέλανας Δρυμός, δεν είναι παρά σημεία μιας εμβύθισης στη φύση και μια μέθεξη στο τοπίο που έμελλε όμως να είναι ιστορικά η τελευταία. Το ίδιο και οι σκοτεινές δρυάδες των ρομαντικών, ή η νεομυθολογία του ευγενούς αγρίου.

heidegger-house_

Η ξύλινη καλύβα με τις φθαρμένες σανίδες της θα γίνει ο τόπος των πιο ισχυρών μας ονειροπολήσεων στοιχειώνει μέχρι σήμερα το φαντασιακό μας. Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, τα δεντρόσπιτα, η κατασκήνωση στη φύση, οι ζωγραφιές των μικρών παιδιών που σχεδιάζουν καλύβες με ξύλινους φράχτες ακόμα κι όταν τους ζητείται να ζωγραφίσουν το σπίτι τους. Είναι μια απολύτως αρχετυπική, συναισθηματική εικόνα. Ο Le Corbusier, ο αρχιτέκτονας που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα, μόλις τριάμισι μέτρια, κάπου στην Κυανή Ακτή· εκεί ήθελε και να τελειώσει η ζωή του. Το βιβλίο αναζητά ακριβώς διαφορετικές πτυχές της ετεροτοπίας ή ετερο(ου)τοπίας της καλύβας.

berry_ferme_milieu_19e_

Η καλύβα του Χάιντεγκερ βρισκόταν στην απότομη πλαγιά μιας πλατιάς κοιλάδας, στα νότια του Μέλανα Δρυμού. Η χαμηλή σκεπή κάλυπτε τρεις χώρους: κουζίνα, υπνοδωμάτιο, δωμάτιο εργασίας. Σε αυτή την εσχατιά του βορρά ο φιλόσοφος στοχάστηκε τις συνθήκες κατοίκησης του Είναι, την υποστήριξη πως είναι αυτό που κατοικεί, τα ουσιώδη στοιχεία του κειμένου του Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι. Το κατοικείν σχετίζεται με τον βαθμό οικειοποίησης του χώρου, με το να είσαι μέσα στο χώρο στο είναι σου. Μόνο σε μια κατοικία συμφιλιωμένη με τη φύση ο άνθρωπος είναι σε μια ασφαλή σχέση με τον κόσμο. Εκεί εκδηλώνεται το Τετραμερές, η σταυροειδής συνύπαρξη του ουρανού και της γης, της θνητότητας και της θεότητας.

Ο άνθρωπος οφείλει να κτίζει με τον τρόπο που καλλιεργεί τη γη. Κατοίκηση έχουμε μόνο στην ύπαιθρο, ριζωμένοι στο έδαφος, στην οικεία μνήμη και όχι στη λήθη μιας αέναης μετα – κίνησης και διασποράς. Το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη κι ένα τέτοιο παράδειγμα για τον Χάιντεγκερ είναι ο αρχαιοελληνικός ναός. Ο ναός καθιστά ορατό τον αόρατο χώρο της ατμόσφαιρας. Για τον φιλόσοφο είναι σαφές: κατοικούμε στη γη ως επισκέπτες και όχι ως οικοδεσπότες, σε μια σχέση προσμονής με τις θεότητες.

a_house_and_a_cliff_by_art_kombinat-d7zddyr

Το 1913 ο Wittgenstein έστησε την μικρή ξύλινη καλύβα του στο απομονωμένο χωριό Skjolden της Νορβηγίας, στην άκρη ενός γκρεμού. Κάτω από τη στέγη της θα πάρει την απόφαση να εξαντλήσει εκεί τη ζωή και τη γραφή του. Μια φθινοπωρινή μέρα του 1936, καθισμένος στο γραφείο του και ατενίζοντας απ’ το παράθυρό του την λίμνη, θα σημειώσει στο ημερολόγιό του: «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλο μέρος για να ζήσω και να εργαστώ απ’ ότι εδώ, η ηρεμία και η ομορφιά αυτού του τοπίου με καθηλώνουν».

Ο εύθραυστος ψυχισμός του τον οδήγησε σύμφωνα με πολλούς και στην απομόνωση, σ’ ένα είδος μοναχισμού. Ένας ιδιότυπος ασκητισμός, μια πνευματική άσκηση, μια εσωτερική καταβύθιση αλλά και μια φυσική θεώρηση της αλήθειας του περιβάλλοντος κόσμου. Ο φιλόσοφος αποτραβιέται στη γαλήνη και στη μοναξιά του τοπίου για να μπορέσει να αφοσιωθεί σε μια εσωτερική συνομιλία ακόμα και με το ίδιο του το έργο. Ο Wittgenstein αναζητούσε παντού αυτή την απομόνωση· όταν ζούσε στην Ιρλανδία είχε επίσης εγκατασταθεί στην πιο άγονη και απομακρυσμένη της γωνιά. Υποστηρίζεται ότι σημαντικό ρόλο στην απόφασή του να εγκατασταθεί εκεί έπαιξε και η επίδραση του Ευαγγελίου εν συντομία του Τολστόι. Ο άνθρωπος είχε για τον Τολστόι μια θεϊκή καταγωγή που όφειλε να την τιμά στην καθαρότητα και ταπεινότητα.

gloyd_orangeboar_s_house_by_mrhaliboot-d6xyteo_

Το έργο μου αποτελείται από δύο μέρη: από εκείνο που είναι εδώ γραμμένο, αλλά και από ό,τι δεν έχω γράψει. Και ακριβώς αυτό το δεύτερ μέρος είναι και το πιο σημαντικό, έγραψε για το Tractatus Logico – Philosophicus, το έργο που συντάχθηκε στην καλύβα και ήταν το μόνο που εξέδωσε ο φιλόσοφος· το έργο που μιλούσε για τα όρια της γλώσσας και για το πέραν της γλώσσας· μιας γλώσσας που εντοπίζεται στην κρημνώδη θέση της απώλειάς της, όπου οι λέξεις – κατασκευές άγχους αναδύονται ως ίχνη απουσίας. Μοιάζει το Tractatus να είναι ακριβώς η καλύβη της γλώσσας, η ευθραυστότητα του νοήματός της.

Όλες οι πύλες το έργο του Κάφκα είναι παγίδες· από εκείνες του Πύργου ως εκείνες του ξενοδοχείου της Αμερικής, όλες είναι τυφλά σημεία των φαντασιακών του διαφυγών. Στο έργο του Το κτίσμα εκφράζεται μια αρχιτεκτονική του άγχους. Το εσωτερικό του Κτίσματος είναι ένας περίκλειστος κόσμος, ένα λαβυρινθώδες ανάγλυφο από διαδρόμους που καταλήγουν σε πλατείες, απ’ όπου εκκινούν άλλοι διάδρομοι σε πιο βαθιές κρύπτες. Κάθε κρυψώνα έχει πολλές κρυψώνες, όπου το σώμα και η ψυχή ειρηνεύουν στην ικανοποιημένη επιθυμία του πραγματοποιημένου στόχου του σπιτιού. Αυτή είναι η αρχική ιδέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού: ένας χώρος προστατευμένος, επικεντρωμένος στην απώθηση του εισβολέα και στην απομόνωση για μια ήσυχη ζωή.

little_house_by_liallan_

Αλλά το σφύριγμα του ανέμου από μια δίοδο που άνοιξαν τα μυρμήγκια, μια μικρή κατολίσθηση εδάφους, ο θόρυβος ενός σκαθαριού, διασαλεύουν την απόλυτη ησυχία. Όσο βαθύτερα σκάβεις στη γη, τόσο απειλητικότερο αισθάνεσαι το ανελέητο βλέμμα του άλλου: Το ευάλωτο του κτίσματος με έκανε κι εμένα ευάλωτο, οι πληγές του με πονούν σαν να ήταν δικές μου. Το κτίσμα – λαγούμι του Κάφκα είναι ο χώρος της λογοτεχνίας του, ένας χώρος όπου ο κόσμος γίνεται αντιληπτός ως αυτός που εισβάλει και καταργεί την μοναξιά της γραφής του. Οι άλλοι ήταν πάντα για τον συγγραφέα μια πραγματική απειλή, μια σπατάλη χρόνου που τον αποσπούσε από τον χρόνο της συγγραφικής του καταβύθισης.

Στα μέσα του 19ου αιώνα κοντά στην πόλη Κόνκορντ της Νέας Αγγλίας ο Αμερικανός συγγραφέας και νατουραλιστής φιλόσοφος Henry David Thoreau, κουρασμένος από την ανελευθερία και τις ψεύτικες υποχρεώσεις της αστικής ζωής, αποφασίζει να εγκαταλείψει την αστική ζωή και να ζήσει μόνος του στο δάσος μιας μικρής λίμνης. Μέχρι να ολοκληρώσει το έργο του θα μαγειρεύει έξω στο χώμα και θα κοιμάται κάτω από ένα πρόχειρο στέγαστρο. Βρέθηκε κι αυτός εκεί για να γράψει· όχι να ζήσει απλώς μια λιτή ζωή αλλά για να την συνδυάσει με την πνευματική εργασία. Εκεί, στη λίμνη Walden, θα γράψει το περίφημο βιβλίο του Walden. Το σπίτι, θα γράψει αργότερα, ήταν μόνο μια μικρή φωλιά, δεν ήταν παρά μια βεράντα στην είσοδο ενός λαγουμιού.

little_forest_house_by_hidetheinsanity-d96i1rt

Μόνη του συντροφιά είχε τους τριγμούς της παγωμένης λίμνης, μιας λίμνης που είχε συμβολοποιηθεί ήδη από τις παιδικές του ονειροπολήσεις. Η λίμνη είναι μια εικόνα του ίδιου του Thoreau: Ουόλντεν εσύ είσαι; διερωτάται κάποια στιγμή ο συγγραφέας πάνω από τον αντικατοπτρισμό του στα νερά της. Χτίζοντας την καλύβα στις όχθες της, αφηνόταν στην ανεστιότητά του σ’ ένα ανοικτό περιβάλλον. Η καλύβα δεν είναι σπίτι, είναι αντίσκηνο, ένα κάθισμα, όχι μια ιδιοκτησία, αλλά ένα κατάλυμα μόνο για τη νύχτα. Διαμένω για τον Thoreau δεν σημαίνει μένω κάπου αλλά διανυκτερεύω και την επαύριον πάλι αφήνομαι στην περιπλάνησή μου στην ανοικτότητα του κόσμου. Η εγκατάσταση κάνει τον άνθρωπο δυσκίνητο, απρόθυμο στην περιπέτεια του ταξιδιού, στην έξοδό του. Το σπίτι δεν μπορεί να είναι παρά ένα αντίσκηνο που να μπορείς εύκολα να το εγκαταλείψεις ή να το σηκώσεις στην πλάτη σου. Και το ελάχιστο της υλικότητας του σπιτιού ταυτίζεται με την αφτιασίδωτη ζωή.

bigpreview_forest-hut-wall_

Από τις κρυψώνες του Gaston Bachelard, την κατά μόνας διαμονή του Emmanuel Levinas και την μικρή καλύβα του Φιλήμονα και της Βαυκίδας, του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικεί στη μέση της τεράστιας ιδιοκτησίας του Φάουστ, μέχρι τις καλύβες των ερημιτών και τους στύλους των αναχωρητών Πατέρων, ο συγγραφέας χτίζει ένα εξαιρετικά πύκνό βιβλίο που μοιάζει με τις καλύβες όπου φιλοξενείται: είναι μικρό το δέμας αλλά περιλαμβάνει ένα ολόκληρο σύμπαν.

Πλήρης τίτλος: Η ετεροτοπία της καλύβας. Κείμενα για την γλώσσα της αρχιτεκτονικής και για την αρχιτεκτονική της γλώσσας. Εκδ. Σμίλη, 2014, σελ. 87. Στην πρώτη εικόνα: η καλύβα του Χάιντεγκερ.




Ιουνίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 924,795 hits

Αρχείο

Advertisements