Archive for the 'Σώμα' Category

07
Ιαν.
17

Marina Abramovic – Περνώντας από τοίχους

abramovic

Αυτό που ζει καθένας από εμάς, το να είναι ο μικρός, δικός του εαυτός μέσα στην ιδιωτικότητά του, δεν υπάρχει στην περφόρμανς. Είσοδος στο χώρο της σημαίνει πως ενεργείς ορμώμενος από έναν υψηλότερο εαυτό, δεν είσαι πλέον εσύ. […] Έζησα την απόλυτη ελευθερία, ένιωσα το κορμί μου απεριόριστο, χωρίς φραγμούς. Δεν είχε σημασία ο πόνος, τίποτα δεν είχε σημασία…Είχα μεθύσει από την τεράστια ποσότητα ενέργειας που δέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως βρήκα το δικό μου μέσο. Κανένας πίνακας, κανένα αντικείμενο που θα δημιουργούσε δε θα μπορούσαν να μου χαρίσουν αυτό το συναίσθημα [σ. 58, 59]…

… γράφει για την περφόρμανς Rhythm 10 η σπάνια καλλιτέχνις και περφόρμερ στην συναρπαστική της αυτοβιογραφία, σε μια διήγηση που πραγματικά δεν ήθελα να τελειώσει. Ακόμα και στα πρώτα κεφάλαια, που αναφέρονται όπως είναι αναμενόμενο στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά της χρόνια, η αφήγηση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς αυτά ακριβώς έφτιαξαν την προσωπικότητά της και το έργο της.

abramovic-2

Η μικρή Μαρίνα δυστροπεί μπροστά στην θλιβερή αισθητική του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού «που βασίζεται αμιγώς στην ασχήμια», υποφέρει με τους ατέλειωτους καυγάδες των γονέων της, που αποτελούν σημαίνοντα πρόσωπα του Κόμματος υπό την ηγεσία του Τίτο αλλά κοιμούνται παρ’ όλα αυτά με ένα πιστόλι στο κομοδίνο ο καθένας τους, βρίσκει όποτε μπορεί καταφύγιο στην γιαγιά της, που έχασε όλη της την περιουσία όταν η κόρη της τα κατέθεσε στο Κόμμα, φοβάται παθολογικά το αίμα μια ψυχοσωματική αντίδραση στην σωματική κακοποίηση που υφίστατο από την μητέρα της (το χαστούκι έπεφτε σύννεφο με κάθε αφορμή και μη αφορμή).

Κι όμως, άλλες δυο τιμωρίες της μητέρας της άνοιξαν, εκτός από τα συναρπαστικά της όνειρα, νέους κόσμους στην ανήσυχη Μαρίνα. Πρώτα η εξοικείωση με το σκοτάδι και τα πνεύματά του και τα πάσης φύσεως αόρατα όντα όταν έπρεπε τιμωρημένη να μπει στο πλακάρ, την βαθειά ντουλάπα ρούχων. Ύστερα η υποχρέωσή της διαβάσει όλο τον Προυστ, τον Καμύ και τον Ζιντ: η πραγματικότητα των βιβλίων ήταν ισχυρότερη από την πραγματικότητα γύρω της.

abramovic-relation-in-space

Η σκληρή κομμουνίστρια μητέρα της, με παθολογική εμμονή στην τάξη και την πειθαρχία την χρησιμοποιούσε συχνά ως … ασπίδα για τα χτυπήματα του συζύγου της. Η έφηβη πλέον Μαρίνα αισθάνεται ως τέρας με τα απαίσια σοσιαλιστικά διορθωτικά θορυβώδη παπούτσια και σύντομα με γυαλιά και αισθάνεται μεγάλη ντροπή όταν βρεθεί μπροστά σε οποιονδήποτε. Τι άλλαξε; Η ίδια η τέχνη: το πρώτο της δώρο, ένα σετ  με λαδομπογιές. Όταν ένας καλλιτέχνης απανθρακώνει μπροστά της το ίδιο του το έργο εκείνη συνειδητοποιεί ότι η διαδικασία είναι ανώτερη από το αποτέλεσμα, όπως ακριβώς αργότερα η περφόρμανς θα σημαίνει περισσότερα απ’ ότι το αντικείμενο. Το αντικείμενο δεν έχει διάρκεια ούτε σταθερότητα. Οι πίνακές μου δεν είναι παρά οι στάχτες της τέχνης μου, έλεγε ο Υβ Κλάιν.

Τότε ήταν που αναρωτήθηκε γιατί να περιοριστεί στις δυο διαστάσεις της ζωγραφικής όταν μπορεί να δημιουργήσει τέχνη με οτιδήποτε, με φωτιά, νερό, με το ανθρώπινο σώμα, με σκόνη, με σκουπίδια, με τα πάντα. Συνειδητοποίησε ότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει απόλυτη ελευθερία και το συναίσθημα ήταν απόλυτα απελευθερωτικό. Στην Σχολή Καλών Τεχνών άρχισε να βγάζει σε κοινή θέα εκείνα για τα οποία ντρεπόταν.

abramovic-freeing-the-voice

Το διεθνές 1968 έκανε τους νεαρούς γιουγκοσλάβους να δουν πως όλα είχαν γίνει για το θεαθήναι: ο τιτοϊκός κομμουνισμός δεν είχε ούτε ελευθερία ούτε δημοκρατία και η συμμετοχική τέχνη αποτελεί προς το παρόν τον μοναδικό τρόπο ελευθερίας. Η Αμπράμοβιτς μαζί με πέντε φίλους φτιάχνει την Ομάδα 70 που επιθυμεί να φέρει την ίδια την ζωή στην τέχνη. Ενημερώνονται για τους κονσεπτουαλιστές στην Αμερική που έβαζαν σημαντικές λέξεις στα αντικείμενα, το ιταλικό κίνημα Arte Povera που μετέτρεπε καθημερινά αντικείμενα σε τέχνη, το αντιεμπορικό Γερμανικό Fluxus, τον Γόζεφ Μπόις, τον Ναμ Τζουν Πάικ. Εκείνη αρχίζει να κατασκευάζει καρτ ποστάλ όπου αφαιρεί τα μνημεία του Βελιγραδίου – μια άλλη έκφραση έντονης επιθυμίας για ελευθερία.

Όπως είναι αναμενόμενο, η συγγραφέας αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου της στην χρονολογικά γραμμική αφήγηση των περφόρμανς της. Σταχυολογώ εδώ ένα μόνο μέρος από τις διηγήσεις της. Στο Rhythm 10 (1973) μετατρέπει σε περφόρμανς ένα παράφρον ρωσικό και γιουγκοσλαβικό «παιχνίδι»: χτυπάει γρήγορα με ένα μαχαίρι το κενό ανάμεσα στα ανοιγμένα δάχτυλα του χεριού της. Σε κάθε αστοχία υποχρεώνεσαι να πιεις και φυσικά όσο περισσότερο μεθάς τόσο πιθανότερο είναι να μαχαιρωθείς. Η καλλιτέχνις για πρώτη φορά αισθάνεται τον ηλεκτρισμό τους σιωπηλού κοινού και το αίσθημα κινδύνου που την ενώνει με τους θεατές. Ήμασταν ένας ενιαίος οργανισμός. Φυσικά στο τέλος είναι καταματωμένη.

abramovic-freeing-the-body

Ακολουθεί το Rhythm 5 (1974), όπου βάζει το σώμα της μέσα σε φλεγόμενο ξύλινο πεντάκτινο αστέρι (σύμβολο της καταπίεσης του κομμουνισμού, πεντάλφα αρχαίων θρησκειών κλπ.)· μπροστά στο καθηλωμένο κοινό χάνει τις αισθήσεις της. Στο Rhythm 2 (1974) παίρνει ταυτόχρονα δυο χάπια, ένα που αναγκάζει τους κατατονικούς να κινηθούν κι ένα που ηρεμεί τους σχιζοφρενείς. Πρώτα τραντάζεται ολόκληρη, ύστερα πέφτει σε παθητική έκσταση, χωρίς καμία επαφή με την πραγματικότητα. Στο Rhythm 4 (1974) αναζητά και πάλι τις δυο καταστάσεις, της συνειδητότητας και της μη συνειδητότητας, ως νέους τρόπους χρήσης του σώματός της ως υλικού. Γονατισμένη πάνω από έναν βιομηχανικό ανεμιστήρα προσπαθεί να βάλει στους πνεύμονές της όσο περισσότερο αέρα μπορεί, μέχρι αναισθησίας.

abramovic-rhythm-0

Οι γιουγκοσλαβικές εφημερίδες την σχολιάζουν ως επιδειξιομανή μαζοχίστρια που πρέπει να μπει σε ψυχιατρείο. Αυτές οι αντιδράσεις της εμπνέουν το πιο τολμηρό της έργο μέχρι σήμερα. Τι θα γινόταν αν, αντί να κάνει κάτι η ίδια στον εαυτό της, αφήσει το κοινό να αποφασίσει τι θα της κάνει; Στο Rhythm 0 (1975) στη Νάπολη στέκει ανέκφραστη μπροστά από ένα τραπέζι με εβδομήντα δυο αντικείμενα (από τσεκούρι, σφυρί, πριόνι, μαχαίρι, βελόνες, μέχρι στιλό, μέλι, καθρέφτη) που το κοινό μπορεί να χρησιμοποιήσει πάνω της όπως θέλει για τις επόμενες έξι ώρες. Η Αμπράμοβιτς θυμάται πως σε όλη την περφόρμανς οι γυναίκες ήταν που έλεγαν στους άντρες τους τι να της κάνουν και τελικά δεν την βίασαν επειδή εκείνες ήταν μπροστά. Στο χώρο υπήρξε μια διάχυτη σεξουαλικότητα· άλλωστε  η συμπεριφορά απέναντι σε μια γυναίκα στη Νότια Ιταλία είναι άλλοτε σαν σε Παναγίας και άλλοτε σαν σε πόρνης. Στο τέλος καταλήγει μισόγυμνη και αιμορραγούσα, αλλά όταν αρχίσει εκείνη πλέον να πλησιάζει το κοινό όλοι τρέχουν να φύγουν.

abramovic-thomas-lips

Τι έμεινε από εκείνη την παράσταση πέρα από την ύστερη συνειδητοποίηση ότι το κοινό μπορεί να σε σκοτώσει; Η ουσία μιας περφόρμανς είναι πως κοινό και ερμηνευτής δημιουργούν το έργο μαζί. Η καλλιτέχνις ήθελε να δοκιμάσει τα όρια του κοινού, να δει πόσο μακριά θα έφταναν. Οι άνθρωποι φοβόμαστε την οδύνη, την θνητότητα· η αναπαράσταση αυτών των φόβων απελευθέρωσε τους δικούς της φόβους. Η συνέχεια δεν μπορεί να μην είναι ανάλογη. Στην περφόρμανς Thomas Lips (1975) αυτομαστιγώνεται άγρια μέχρι· στην αρχή σπαράζει αλλά μετά ο πόνος εξαφανίζεται. Ο πόνος ήταν τοίχος κι εκείνη πέρασε μέσα του βγαίνοντας στην άλλη πλευρά.

Στο Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful (1975) κάθεται γυμνή ενώπιον του κοινού κρατώντας μεταλλική βούρτσα και χτένα, βουρτσίζοντας τα μαλλιά της όσο πιο λυσσασμένη μπορεί, μέχρι να πονάει αφόρητα, ενώ επαναλαμβάνει τις φράσεις του τίτλου, που σαρκάζουν την γιουγκοσλαβική αισθητική αντίληψη πως η τέχνη πρέπει να είναι όμορφη και οι πίνακες πρέπει να ταιριάζουν με τα χαλιά και τα έπιπλα. Αν πάλι η τέχνη είναι απλώς πολιτική καταντάει εφημερίδα. Η τέχνη πρέπει να ενοχλεί, να θέτει ερωτήματα, να προβλέπει το μέλλον.

abramovic-art-must-be-beautiful-artist-must-be-beautiful

Στο Freeing the Voice (1975) ουρλιάζει επί τρεις ώρες μέχρι να χάσει την φωνή της. Η γνωριμία της με τον καλλιτέχνη Φρανκ Ούβε (Ουλάι) Λάιζιπεν δεν την οδηγεί μόνο σε έναν θυελλώδη έρωτα αλλά και στον βασικό της παρτενέρ στις επόμενες παραστάσεις. Στο Relation in Space (1976) τρέχουν γυμνοί πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον, ενώ από τα μικρόφωνα ακούγεται ο ήχος της σάρκας πάνω στην σάρκα, ένας ήχος μουσικός, ρυθμικός. Το ζευγάρι ζει κυριολεκτικά στον δρόμο, σε ένα παλιό αστυνομικό Σιτροέν και ταξιδεύει, κάτι που για την Αμπράμοβιτς ήταν πάντοτε αφροδισιακό. Στο Breathing In, Breathing Out (1977) αναπνέουν ο ένας μέσα στον άλλον μέχρι λιποθυμίας. Στο Imponderabilia (1977) στέκονται γυμνοί στις άκρες μιας στενής πόρτας αναγκάζοντας τους θεατές να περάσουν ανάμεσά τους στραμμένοι σε έναν από τους δυο. Στο Light / Dark (1978) ο ένας χαστουκίζει τον άλλον επί είκοσι λεπτά, χρησιμοποιώντας τα σώματα ως μουσικά όργανα.

abramovic-breathing-in-breathing-out

Η τέχνη της περφόρμανς έχει τις ιδιαιτερότητές της. Είναι πολύ πιο αυθόρμητη από το θέατρο, εφόσον δεν γίνονται πρόβες. Το κοινό συνήθως δεν χειροκροτάει ενώ συχνά ανάμεσά του βρίσκονται «διάφοροι περίεργοι και διαταραγμένοι τύποι». Όταν κάποτε σταματήσει η περιπλάνηση το ζευγάρι νοικιάζει μια παγωμένη αποθήκη στο λιμάνι του Άμστερνταμ, που σύντομα λειτουργεί ως κοινόβιο εκκεντρικών καλλιτεχνών. Στο Rest Energy (1980) προκαλεί τον κίνδυνο για άλλη μια φορά, έχοντας ένα βέλος στραμμένο στην καρδιά της, ενώ ο κόσμος ακούει μεγεθυμένο τον ήχο της. Η ίδια συνειδητοποιεί πως επανέρχεται συνεχώς στο ίδιο μοτίβο: μια ζωή προσπαθεί να αποδείξει σε όλους που μπορεί να τα καταφέρει μόνη της, πως μπορεί να επιβιώσει χωρίς να χρειάζεται κανέναν.

abramovic-imponderabilia

Τα ταξίδια κρατούν τον άνθρωπο νέο, επειδή δεν έχει χρόνο να γεράσει και το ζευγάρι δοκιμάζει να κάνει περφόρμανς στις άκρες του κόσμου. Εδώ οι σελίδες είναι βγαλμένες από την ιδανικότερη ταξιδογραφική παράδοση. Πρώτα ζουν με τους Αβορίγινες της Αυστραλίας, ύστερα με τους Θιβετιανούς μοναχούς. Οι δυο παρτενέρ αναζητούν τον συγκερασμό αρσενικού και θηλυκού ως το ύψιστο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Απέτυχαν γιατί για την Αμπράμοβιτς η προσωπική ζωή ήταν κι εκείνη μέρος της δημιουργίας της και της συνεργασίας τους και επέλεγε να θυσιάζει τα πάντα για την εκάστοτε ιδέα. Ο Ουλάι το έβλεπε διαφορετικά, έμενε όμως ένα μεγαλεπήβολο πρότζεκτ μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους: να διασχίσουν περπατώντας το Σινικό Τείχος ξεκινώντας ο καθένας από το απώτατο άκρο για να συναντηθούν στη μέση. Οι αφηγήσεις είναι συναρπαστικές για μια άγνωστη στους ξένους Κίνα, λίγο πριν το τέλος του Κομμουνισμού.

abramovic-carrying-the-skeleton

Παρά τις απογοητεύσεις η Αμπράμοβιτς δεν έπαψε να αναζητά το απόλυτο στην τέχνη της αλλά και στον ίδιο τον έρωτα. Την μια εκφράζει την κούρασή της από τα συνεχή ταξίδια, την άλλη διασώζει μαγευτικές εικόνες, όπως η επίσκεψη στο παλιό σπίτι του πατέρα της στο Μαυροβούνιο, όπου στα χαλάσματα πλέον «πλησιάζουν δυο άλογα και κάνουν έρωτα». Ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος την συντρίβει και εκφράζει την ντροπή της για τον ρόλο της Σερβίας. Αναπόφευκτα η μπαρόκ νοοτροπία των Βαλκανίων της εμπνέει το Balkan Baroque (1997), ενώ η ασίγαστη αναζήτησή της φτάνει μέχρι την Ιαπωνία και τις Ινδίες. Μέχρι και την τελευταία σελίδα δεν παύει να κατακλύζεται από ιδέες, περφόρμανς, σχέδια, μνήμες, εικόνες, φιλοσοφίες, εξομολογήσεις από τους έρωτές της. Όλα είναι ζωή, καταλήγει, και όλη αυτή την ζωή κατάφερε να την παραχώσει σε 358 σελίδες, σε μια από τις πιο συναρπαστικές αυτοβιογραφίες που διαβάσαμε τα τελευταία χρόνια.

Marina Abramovic, σε συνεργασία με τον James Kaplan. Εκδ. Ροπή, 2016, μτφ. Αφροδίτη Γεωργαλιού, σελ. 358 [Walk through Walls, 2016] Εκτός από το πλήθος ασπρόμαυρων φωτογραφιών που διανθίζουν τις σελίδες, στο τέλος περιλαμβάνεται δεκαεξασέλιδο παράρτημα και έγχρωμων φωτογραφιών.

abramovic-1_

Στις εικόνες: Μ.Α, Relation in space, Freeing the voice, Freeing the body, Rhythm 0, Thomas Lips, Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful, Breathing In Breathing Out, Imponderabilia, Carrying the skeleton, M.A.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 211.

10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001]

the-legs-sergey-bakir

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

Οι τόποι ορίζουν τους έρωτες αλλά και οι έρωτες δίνουν καθοριστικό περιεχόμενο στους τόπους. Φαγάδικα, καφενεία, ξενοδοχεία, δρόμοι, εκκλησίες, καταστήματα, αστικά και υπεραστικά λεωφορεία, τα κουπέ και οι διάδρομοι των τραίνων, ζαχαροπλαστεία, βιοτεχνίες, βιβλιοπωλεία, κυλικεία, ταξιδιωτικά γραφεία, αποκτούν μια ιδιαίτερη ερωτικότητα που διαχυμένη ή ματαιωμένη τους δίνει μια άλλη μορφή, που μόνο οι αυτουργοί της μπορούν να αντιληφθούν.

Αφιερώθηκα λοιπόν πρώτα στα κορίτσια που με έθρεφαν με τα ίδια τους τα χέρια, στα μπουγατσάδικα και στα σαντουιτσάδικα της πόλης. Καθόμουν διακριτικά σε κάποιον απόμερο πάγκο και παρατηρούσα εκείνες τις εργάτριες στην υπογάστρια πλευρά της πόλης, τις επιτετραμμένες τροφούς των διαβατών που λησμονιούνταν αμέσως από τους πελάτες μόλις εκπλήρωναν το καθήκον τους, σα να γλιστρούσαν σε μια άδικη ανυπαρξία. Όμως η δική μου στοργή ολοένα και μεγάλωνε, καθώς η διατροφή μου ήταν παραδομένη στα χέρια τους. Johannes Hüppi, Untitled, 2004

Προσπαθούσα να διακρίνω τις σκέψεις τους μέσα στην απειροστή επανάληψη των ίδιων κινήσεων μέσα στην ατέλειωτη βάρδια. Διέγραφα το βουητό του δρόμου έξω, την παρεμβολή των ανυπόμονων πελατών και τον ήχο ενός ραδιοφώνου που μπορεί να αλάφρωνε τις ώρες τους ή να ζάλιζε ακόμα περισσότερο το κεφάλι τους, ώστε να μείνει μόνο η εικόνα τους, σιωπηλή και διαθέσιμη. Ήταν θέμα χρόνου ή φαντασίας να απομονωθούμε και με το μαχαίρι που περιέκοβε το γλυκύ σώμα της μπουγάτσας να χαράξουμε τα σώματά μας σε τμήματα που θα πασπαλίσουμε με φιλήματα αντί ζάχαρης και ανάσες αντί κανέλλας, θα βγάλουμε ένα ένα τα φύλλα τους κι ύστερα θα τα μασήσουμε αργά και βουλιμικά, πρώτα τις αλμυρές και ύστερα τις γλυκές γεύσεις που τους αναλογούν, κάθε μπουκιά με την αυταξία της.

Θυμάμαι μια τέτοια γυναίκα στον Θείο Βάνια, γωνία Αγίας Σοφίας και Εγνατία· πίσω από τα λευκά της τσόκαρα διέκρινα τις γυμνές της φτέρνες, ένα τρυφερό κομμάτι που υπέθαλπε μια αίσθηση θαλπωρής μέσα σ’ ένα παράταιρο περιβάλλον, σε μια πόλη που έξω από το τζάμι ψυχόταν και υγραινόταν από έναν αδιάλλακτο Νοέμβριο. Την άφηνα να γείρει πάνω μου καθώς περίμενε στην στάση το λεωφορείο για τις δυτικές συνοικίες. Έμπαινα μαζί της σ’ εκείνον τον κινούμενο σκοτεινό θάλαμο και καθόμουν δίπλα της, καθώς εξουθενωμένη προσπαθούσε να κρατηθεί ακοίμιστη, να μην γλιστρήσει πριν την ώρα της άλλη μια ημέρα στη χοάνη των ατέλειωτων ημερών, να μην την πάρει ο ύπνος γιατί και στα όνειρά της επέστρεφε στο πόστο της, με ατέλειωτες παραγγελίες στην σειρά.

Otto Mueller

Άλλοτε επισκεπτόμουν το κορίτσι στον παλιό Χατζή, όπου καθόμουν αργά το βράδυ στο μισοσκότεινο βάθος, δίπλα σε χαρτόκουτα και στοιβαγμένες καρέκλες, προφασιζόμενος πως παρακολουθούσα την βουβή τηλεόραση, περιμένοντας υπομονετικά να βγει από τον πάγκο της, ώστε να δω τους αστραγάλους της έξω από τα σαμπό, γυμνούς ή με διάφανες λεπτές κάλτσες. Όταν έμπαινε στο μαγαζί κάποια παρέα σε βραδινή έξοδο, εκείνη αισθανόταν αμήχανα, ντυμένο με το γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο της δουλειάς· ντρεπόταν να κοιτάξει τους άντρες και προσπαθούσε να αποφύγει τα υποτιμητικά βλέμματα των γυναικών· πιθανώς αισθανόταν απεριποίητη, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναικότητα είναι αυθύπαρκτη, ανεπηρέαστη από καλλυντικούς καλλωπισμούς. Την βοηθούσα να μαζέψει το μαγαζί κι ύστερα, αφού σβήναμε τα φώτα, καθόμασταν σ’ ένα παράμερο τραπέζι και μοιραζόμασταν σιωπηλοί το γλυκό που είχε κρατήσει στα βάθη του ψυγείου.

Robert Bluj - Nokturn

Δεν ξεχνούσα ούτε το κορίτσι που εργαζόταν στο μπουγατσάδικο «Σέρρες», στην Εγνατία, απέναντι από τα παλιά λουτρά «Ο Παράδεισος»· την περίμενα στο διάλειμμα του μεσημεριού ή μετά το κλείσιμο και, με τα κλειδιά που μου είχε παράνομα δανείσει η έφορος των σχετικών αρχαιοτήτων, άνοιγα το χαμάμ ενώ έξω μόλις ακουγόταν η βροχερή λεωφόρος. Κάτω από τις γυμνές λάμπες της στεγνής δεξαμενής με άφηνε να τρίψω την γλυκερή κρούστα του ζαχαροπλαστείου από πάνω της, να αφαιρέσω την αόρατη ζελατίνη του εργαστηρίου κι ύστερα να την μαλάξω μέχρι την στιγμή που θα ήταν έτοιμη ταυτόχρονα να αποκοιμηθεί ή να ηδονιστεί.

Κι ύστερα αποζητούσα την γλυκύτητα στις δέσποινες των ζαχαροπλαστείων, όπως το Ροδίνι, στο στραβό στενάκι πίσω από την Αγία Σοφία· γοητευόμουν από τον λευκό τους λαιμό, λευκότερο κι από τις μαρέγκες που σωρεύονταν αδάγκωτες στις βιτρίνες κι έβλεπα σαν υπνωτισμένος τα λεπτά τους δάχτυλα να περιτυλίγουν τα κουτιά με τα γλυκά αμέτρητων τυπικών επισκέψεων, ενώ τα μεγάλα μάτια της κοπέλας στην Μασκωτίτσα στην Νεάπολη ταίριαζαν ιδανικά με το όνομα του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου που κρεμόταν στην ανηφόρα πιο πάνω. Ήθελα να τις κλέψω από εκείνη την φωταγωγημένη παράσταση, να τις απομακρύνω από το σκηνικό πλαστού παραμυθιού με τους καθρέφτες, τα σκονισμένα μπουκάλια κονιάκ και τα παστάκια στο ασημόχαρτο, ψεύτικες βασίλισσες αλλά μάλλον εργάτριες σε κυψέλη γλυκισμάτων, στερημένες από το μέλι που έσταζε κάπου έξω από εδώ. Όχι λοιπόν, το έβαζα σκοπό να μελωθούμε αλλού και αλλιώς, μέχρι να καταλήξουμε κολλώδεις και καραμελωμένοι.

Sahin Demir - Şahin Demir_paintings_Turkey_artodyssey (3)

Αφιερώνει άραγε κανείς μια σκέψη στα κορίτσια που ορθοστατούν ατέλειωτες ώρες στα πρόχειρα φαγάδικα, στους φούρνους, στις καντίνες; Αναρωτιέται πόσο κουράζονται τα ποδαράκια τους, αν τις περιμένει κανείς να τα τρίψει και να τα ανακουφίσει; Ανταλλάζουμε βλέμματα, στεκόμαστε απέναντι, τα δάχτυλά μας εφάπτονται στην ανταλλαγή των χρημάτων κι ύστερα τις αφήνουμε κατάκοπες και ανεπιθύμητες, με σκέψεις κουρασμένες και σώμα εξαντλημένο, προσβεβλημένες από τους αγενείς, βραχυκυκλωμένες σε μια διαρκή βιομηχανία εξυπηρέτησης.

Έμενα στα ξενοδοχεία στα πέριξ της Εγνατίας, στις οδούς που έβλεπαν ή κρύβονταν από την ασίγαστο αχό της – Αντιγονιδών, Κολόμβου, Συγγρού, Ίωνος Δραγούμη, Ολύμπου –με γείτονες τις επαγγελματίες περαστικούς των πόλεων: εμπορικές αντιπροσώπους, πωλήτριες ιατρικών μηχανημάτων, επισκέπτριες υγείας· γυναίκες πολιτογραφημένες σ’ έναν κόσμο περιφερόμενο, διαρκώς πρόσκαιρο στην πόλη αλλά και ζωντανό σώμα των δρόμων της. Γνώρισα τέτοιες γυναίκες, που περίμενα αργά το βράδυ να επιστρέψουν από την ολοήμερη εργασία τους για να τις συντροφεύσω σε παρακείμενα ταβερνεία, όπου εξαντλημένες από την κούραση, φορώντας πάντα το παλτό τους εξαιτίας της υγρασίας που τις είχε καταβρέξει ως βαθιά, μπορούσαν να μου μιλήσουν για την ανία των επαγγελματικών γευμάτων με άντρες αδιάφορους, που με λαίμαργο βλέμμα και χωρίς κανένα πρόσχημα τους πρότειναν επέκταση της συνεργασίας τους με συνηθέστατα υπονοούμενα. Τις άκουγα υπομονετικά, ελπίζοντας να αργήσει η δύσκολη εκείνη στιγμή κατά την οποία η πείνα καταλαγιάζει,  η ανυπομονησία του γεύματος αποτελεί παρελθόν, και το μόνο που μας κρατά στον θλιβερό χώρο είναι ένα κρασί άθλιο, πλην επιτετραμμένο να λύσει τα χέρια μας ώστε να παραμερίσουν τα πιάτα και να αγγιχτούν δίπλα στις λαδωμένες χαρτοπετσέτες και τα τρίμματα του ψωμιού. Γ. Ρόρρης 1

Το βράδυ προσπερνούσαμε το μοχθηρό βλέμμα του ρεσεψιονίστ της νυχτερινής βάρδιας και μπαίναμε, κάποτε με πιασμένα χέρια για να μοιραστεί ο πάγος γύρω μας και μέσα μας, σε ημίφωτα δωμάτια που μύριζαν βρεγμένη μοκέτα ενώ ο βόμβος κάτω στον δρόμο μόλις άρχιζε να σιγάζει. Σ’ εκείνα τα ίδια και απαράλλακτα πνιγηρά δωμάτια με τις καπνισμένες ταπετσαρίες και τις λάμπες χαμηλών βατ, τις ξάπλωνα στα κολλώδη σεντόνια για να απορροφήσω από το σώμα τους την εξάντληση και την καύση των διαδρομών σ’ έναν χάρτη που σταδιακά γνώριζαν καλύτερα από τους ντόπιους, ενώ απόδιωχνα από τα πέλματά τους τα περπατήματα μέχρι τις άκρες της πόλης. Εκεί, στα πρώτα αγκαλιάσματα που πάντα έχουν κάτι από υποκριτική, προσπαθούσα να μουσκέψω το ξεραμένο από τις συνεχείς κουβέντες προώθησης των προϊόντων στόμα τους, ενώ από κάποια ιδιόρρυθμη επιθυμία να γνωρίσω βαθύτερα την πόλη, προσπαθούσα να εντοπίσω στο σώμα τους σημάδια και οσμές της. Ήθελα να ξεκουράσω τα βήματα αυτών των γυναικών που την έτεμναν διαγωνίως στα περάσματά τους, χαράζοντας εγκάρσιες τομές στις συνήθεις διαδρομές των γηγενών· ώστε να παραμείνουν, όπως οι ξένοι, οι επισκέπτες, οι φοιτητές κι οι περαστικοί, βηματοδότες μιας πόλης όπου δεν έπαψαν να αφήνουν τα ίχνη τους κι όπου κι ίσως κι εγώ, άφησα δικά μου ίχνη πάνω της και μέσα τους.

10153875_443230892474184_615417695_n

Κι ύστερα, όταν τα ξενοδοχεία έμεναν άδεια, αναζητούσα σε άλλους παραδρόμους με ταπεινά εμπορικά μαγαζιά, βιοτεχνίες ενδυμάτων, αποθήκες υφασμάτων, ραφεία και φασωματάδικα, όσες γυναίκες ανέπνεαν σ’ εκείνο το κομμάτι της πόλης, που μελαγχολικό και ανεπιθύμητο είχε εκδιωχθεί από την τουριστική της μυθολογία, η οποία απέστρεφε το βλέμμα της στην πλευρά των ΚΤΕΛ των βόρειων πόλεων και του σιδηροδρομικού σταθμού. Τις αναζητούσα στις μπουτίκ ρούχων που έχουν παρατηθεί σε άλλη εποχή, όπως καταμαρτυρούσαν τα καλλιγραφικά στις πινακίδες, στα αγιογραφεία και τα κηροπλαστεία, στα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών στην Δωδεκανήσου, στις κιγκαλερίες και στα τσαγκαράδικα, μήπως, ειδικά στα τελευταία, επί τόπου καθίσουν σε ψηλό σκαμνάκι και βγάλουν τα τακούνια τους για άμεση επιδιόρθωση. Αναρωτιόμουν πώς ερωτοτροπούν οι κοπέλες που περνούν τις μέρες τους πίσω από τα θαμπά τζάμια των ραφείων και των χαρτοπωλείων και δεν σηκώνουν παρά για λίγο το βλέμμα προς τον δρόμο προτού το επαναφέρουν στην χειροτεχνία τους· ποια μυρωδιά θησαυρίζει το σώμα τους από τις πολιτείες των υφασμάτων και των χαρτικών [ό]που εγκατοικούν. Ένας ατέλειωτος θηλυκός κόσμος που δεν καταγράφτηκε σε καμία περιπλανητική γραφή, άξιζε ένα χάδι, [τουλάχιστον στα πόδια], κι εγώ προσφερόμουν, πρόθυμος έξω από τις βιτρίνες τους.

Night Stories (2008). Sally Storch (American).

Στα ταξιδιωτικά γραφεία με τις σκονισμένες βιτρίνες και τα διαφημιστικά άλλων εποχών διάβαζα βαλκανικούς προορισμούς κι ανάμεσα σε άγνωστα τοπωνύμια έβρισκα με συγκίνηση μια μακρινή ανάμνηση από το ξεφύλλισμα παλιών γεωγραφικών τόμων στο παιδικό μου δωμάτιο, τότε που με έξαψη σημείωνα ονόματα όπως Νοτιοσλαυΐα και Ναϊσσός. Έμπαινα να δω την γυναίκα που μεσίτευε τέτοια ταξίδια στη μέση του χειμώνα, δήθεν ενδιαφερόμενος,  χωρίς καν να έχω τα χρήματα· κι αν στην δήλωση πως θα ταξίδευα μόνος, εκείνη μετά την πρώτη αμηχανία χαμογελούσε με κατανόηση, σαν να γνώριζε το είδος της μοναξιάς μου, έπαιρνα τα φυλλάδια κι έφευγα, για να επιστρέψω άλλη μέρα και να ρωτήσω για άλλο ταξίδι μήπως και συνέπιπταν οι επιθυμίες μας και μου πρότεινε να ταξιδέψουμε μαζί, όπως συμβαίνει στις ταινίες. Κι εκεί, μπροστά στο γραφείο της, κοιτάζοντας αμήχανα τα σημαιάκια των χωρών και τις ξεθωριασμένες αφίσες με τα περίκομψα εκκλησιαστικά μνημεία της Γιουγκοσλαβίας, χαρτογραφημένα τώρα σε χώρες με άλλα ονόματα, είμαι πια βέβαιος πως ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να είχε ξεκινήσει κι από την δική της πλευρά.

Robert Bluj (24)

Στην συνεχή περιφορά μου στην πόλη αναζητούσα οπουδήποτε τις γυναίκες που ως ψηφίδες μιας αχανούς τοιχογραφίας απεικόνιζαν την πόλη τόσο ωραία. Τις έψαχνα στα μπαλκόνια των παλιών πολυκατοικιών, που, ακάλυπτα στο χάος ή σκεπασμένα με τις τέντες με τα μπλε ή πράσινα υφάσματα, έμοιαζαν με κουπαστές σε καράβι όπου είχαν μπαρκάρει σε προδιαγεγραμμένο πλου. Εστίαζα στις νοικοκυρές που έβγαιναν με τα σπιτικά τους ρούχα για να τινάξουν την σκόνη της καθημερινότητας· που σπούδαζαν τα οικιακά ενώ ονειρεύτηκαν άλλου είδους ειδικότητες και που τώρα, τυλιγμένες με τις ρόμπες τους και με παντόφλες αντί για γόβες, τακτοποιούσαν στα μπαλκόνια της κουζίνας ό,τι δεν χωρούσε στο εσωτερικό, ισόρροπες σε κρεμαστά νοικοκυριά. Κατάφερνα να με δεχτούν ως ένοικο πρώτα σ’ ένα από τα δωμάτιά τους, όπου βηματίζαμε όλα τα στάδια της οικειότητας, κι ύστερα  σε μια ιδέα έρωτα, παραμερίζοντας για λίγο την δεδομένη μας απόκλιση, αναγνωρίζοντας το πρόσκαιρο ενοικιοστάσιό του.

Οι δρόμοι παρέμεναν το απόλυτο σημείο συνάντησης. Κάποτε όριζα ένα κριτήριο τυχαίο, ή σύμφυτο με τις αισθητικές μου προτιμήσεις – την μία μέρα θα ήταν μια συγκεκριμένη απόχρωση ή μια κορδέλα στα μαλλιά, την άλλη κάποια ιδιότητα: μοναχική θεατής σε απογευματινή παράσταση συνοικιακού κινηματογράφου, σκεφτική περιπατήτρια σε έρημο κυριακάτικο δρόμο, προσηλωμένη για ώρα στην βιτρίνα κάποιου βιβλιοπωλείου, αναποφάσιστη μπροστά στις σοκολάτες ενός περιπτέρου, κάποια που βηματίζει αργά, για να ξεγελάσει την αόρατη μηχανή που την είχε ρυθμίσει σε ανώτερες ταχύτητες ή η πρώτη που θα γυμνώσει τα μπράτσα της ή θα φορέσει πέδιλα στις αρχές της κρύας άνοιξης που αργεί, πάντα αργεί σε αυτή την πόλη.

Sarkis Muradyan

Απολάμβανα εκείνο το παιχνίδι μιας ιδιότυπα κατευθυνόμενης τυχαιότητας και αφοσιωνόμουν στο διαλεκτό κορίτσι· το ακολουθούσα σε ολόκληρη την διαδρομή του μέχρι το φροντιστήριο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις στάσεις των λεωφορείων, τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες όπου αφοσιωνόμουν στην δική της αφοσίωση, τους πάγκους της φοιτητικής λέσχης όπου διάλεγε μεταχειρισμένα κόμικς (περίμενα να σκαλώσει το βλέμμα μας στην ίδια σελίδα με τα ερεθιστικά καρέ και να συμφωνήσουμε χωρίς λόγια να τα αναπαραστήσουμε), σε κινηματογραφικά αφιερώματα άγνωστων δημιουργών και ελάχιστων θεατών, στα φωτοτυπεία της Μελενίκου, στα καθαριστήρια της Ολύμπου, στα γαλακτοπωλεία της Φιλίππου, στα ψιλικατζίδικα της Αρμενοπούλου ή στα υδραυλικάδικα της Αρριανού μέχρι να την αποχαιρετήσω σιωπηλά στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Μπορούσα για μέρες να την παρακολουθώ, κάποτε και για μήνες, μέχρι να βρω την κατάλληλη στιγμή να της μιλήσω, πάντα με μια ανύποπτη αφορμή, χωρίς να μάθει ποτέ πως η γνωριμία μας έχει πολεοδομηθεί με χαρτογραφική ακρίβεια.John Berger, Ways of seeing

Άλλοτε έμπαινα στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία, όπου χαμηλοβλεπούσες κοπέλες με μακριές φούστες και ευλαβικά πλεγμένα μαλλιά, χρεωμένες σ’ έναν τρόπο ζωής που ταύτιζε την θεολογία με την στέρηση, αντάλλαζαν την νεότητα με την υποταγή σε κανόνες που ιεροκρυφίως ονομάστηκαν ιεροί από αμφίβολους μεσίτες του θείου. Έμπαινα μέσα και ξεφύλλιζα τα μικρά βιβλιαράκια με τους βίους των αγίων, αναζητώντας μάταια κάποια ξεχωριστή αφήγηση ανάμεσα στις δραματικά επαναλαμβανόμενες ιστορίες. Εκείνες απαντούσαν με υπομονή στις βιβλιογραφικές μου ανησυχίες αποφεύγοντας να με κοιτάξουν στα μάτια, ενώ στο αδιόρατο λακκάκι παραπλεύρως του άνω χείλους διέβλεπα ήδη την άφεσή τους στην εξίσου εξαγνιστική λειτουργία της σαρκικής ένωσης και την αναγνώριση πως το χρέος μας απέναντι στα αξέσπαστα σώματα της χορείας των αγνών αγίων είναι ακριβώς η ευφρόσυνη χρήση των δικών μας.TAV5 - shawna

Κάποτε κατάφερνα να εισχωρήσω στους θηλυκούς πνεύμονες της πόλης, στις πρώτες γκαρσονιέρες των φοιτητριών. Στενό γραφείο, μονό κρεβάτι, αφίσες με κλασικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή Γάλλους ιμπρεσιονιστές, Λωτρέκ και καμπαρέ, Μόρρισον και Τσε. Κάποια λούτρινα υπενθύμιζαν το κορίτσι που δεν επιθυμούσε να αφήσει πίσω, μια μικρή τηλεόραση μαρτυρούσε την αποδοχή της δεδομένης μοναξιάς. Όμως εκείνα τα δωμάτια αντιστοιχούσαν στο μοναδικό διάλειμμα ελευθερίας που προβλεπόταν στην παραδοσιακή γραμμική αφήγηση της οικογένειας· ένας κενός χώρος που μεσολαβούσε ανάμεσα στο βαρυφορτωμένο πατρικό και στο «σπιτικό» που θα άνοιγε αργότερα, ως αποστολή κάθε γυναίκας. Τώρα τον γέμιζαν δυο άπειρα σώματα που δεν γνώριζαν τα κατατόπια αλλά μάντευαν πως ο μέσος όρος της κατάλληλης στιγμής για παράδοση βρισκόταν κάπου εκεί. Η αμήχανη λογοδιάρροια γινόταν σιωπή κι εκείνη θα περίμενε ανάσκελα, ανοιχτή μόνο όσο χρειαζόταν για να υποδεχτεί έναν άγνωστο καλεσμένο, παθητικά αφημένη σ’ ένα αγκάλιασμα χωρίς οδηγίες χρήσεως, χωρίς να απαντά στα ερωτήματα των κρίσιμων στιγμών, μόνο ψελλίζοντας που και που κάποια κατάφαση, μάλλον συγκαλυμμένη από τον φόβο μην κριθεί υπερβολικά διαχυτική.  

Joe Velez - Carolina Reclining

Σκεφτόμουν πως η «ερωτική Θεσσαλονίκη» μάλλον εγκλωβίστηκε στα φοιτητικά διαμερίσματα που χωρίς θέρμανση άφηναν τους μαθητευόμενους εραστές με ξυλιασμένα δάχτυλα, χωρίς καν τηλέφωνο να συνομιλούν μέσα στη νύχτα. Το ηλεκτρικό καλοριφέρ έριχνε τις ασφάλειες κι η σόμπα άφηνε μια μόνιμη μυρωδιά πετρελαίου στα ακροδάχτυλά μας, ενώ έξω στους δρόμους τρέχαμε τρεμάμενοι να κρυφτούμε απ’ τον δαρμό του Βαρδάρη. Σύντομα κάποιος θα διαπίστωνε νωρίτερα απ’ τον άλλον πως τα ενεργειακά ρεύματα της ένωσης δεν διοχετεύονταν παρά χύνονταν προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα αποχωρούσε με μια δικαιολογία σε όλες τις διακυμάνσεις της ψευδομαρτυρίας κι ίσως θα έγραφε κρυφά στην πίσω σελίδα ενός ημερολογίου έναν αύξοντα αριθμό.

IslBG

Το μυαλό θα συγκρατούσε δυο τρεις εξάρσεις – για παράδειγμα, ένα πρωινό που έφτασα από ταξίδι ξημερώματα και την αιφνιδίασα, σκεπασμένη κάτω από το κρύο πάπλωμα, επιδεικνύοντας μια βιαιότητα που εκείνη επέτρεψε χάρη στο άλλοθι της νύστας ή τις ημέρες του αποχωρισμού. Κάποιες φορές τις φαντασιωνόμουν όπως συμβαίνει μ’ ένα σώμα που υπήρξε διαθέσιμο αλλά δεν γνωρίζαμε πώς να πλαστούμε σε ενιαίο σύμπλεγμα. Συχνά σκέφτομαι πως σήμερα θα φερόμουν αλλιώς· άλλοτε περιγελώ τις πρωθύστερες βεβαιότητες και εύχομαι να επέστρεφα σ’ εκείνη την λευκή κατάσταση της άγνοιας και της αδημονίας.

Οι κοπέλες της πόλης συχνά έμοιαζαν άπιαστες, σχεδόν φασματικές. Αναζητούσα στις επιβάτισσες των τραίνων τους τρόπους να τις πλησιάσω· διέσχιζα με γρήγορο βήμα τους χώρους αναμονής και τις αποβάθρες μέχρι να εντοπίσω το κορίτσι στο οποίο θα επικέντρωνα το ταξίδι. Ένα συλλογισμένο πρόσωπο, μια αλλοπαρμένη έκφραση, ένα φευγαλέο χαμόγελο αποτελούσαν μερικά από τα κριτήρια που έδιναν ένα παιγνιώδες ξαλάφρωμα στην κρίσιμη στρατηγική. Η επόμενη κίνηση απαιτούσε ιδιαίτερη μεθοδικότητα: την στιγμή που έφτανε ο συρμός και όλοι κοιτούσαν τα μικρά χαρτονένια εισιτήρια για να εντοπίσουν τον αριθμό του βαγονιού τους, σκάλωνα τα μάτια μου στην επίλεκτη παρουσία. Γνωρίζοντας πλέον το κουπέ της μπορούσα να περιμένω υπομονετικά την έξοδό της προς τον διάδρομο ή την κουζίνα.

tumblr_ndn86zv5J71qfbon7o1_1280

Στην πρόζα της γνωριμίας των προ ολίγου αγνώστων οι αρχικές σελίδες είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Οι πρώτες λέξεις, τυπικές και προβλέψιμες, πιθανώς είναι η αρχή  μιας ακόμα παραλλαγής του μυθιστορήματος που λέγεται έρωτας· μπορεί να είναι οι λιγότερο ενδιαφέρουσες του κειμένου αλλά είναι απαραίτητες κι αυτό τις καθαγιάζει. Καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρξαν ποτέ ερωτικές σχέσεις διάρκειας οκτώ σιδηρόδρομων ωρών, οι επιβάτισσες τροχοδρομούσαν την χαμένη αίγλη του απρόβλεπτου και του περιπετειώδους. Το λίκνισμα στα βαγόνια έμοιαζε με προοίμιο του αθλήματος της κλινοπάλης. Διαπιστώναμε πως οι εναγκαλισμοί στις τουαλέτες διαφέρουν από τον κινηματογράφο, ο οποίος κρύβει τα ακανόνιστα τραντάγματα που διαταράσσουν την συμμετρική κίνηση της ερωτικής πράξης, ενώ αποσιωπάται η έντονη οσμή των ούρων. Την συνήθισα όμως κι έκτοτε η μυρωδιά της αμμωνίας μού προκαλεί ιδιαίτερους συνειρμούς.

Ανοιγόμασταν δίπλα στα ανοίγματα των παραθύρων –μπροστά μας πεδιάδες εξομολογήσεων και δάση υπονοούμενων– και καταφεύγαμε στο τέρμα του βαγονιού, που, έτσι όπως ηχούσε σαν τα πιατίνια των κρουστών, κάλυπτε κάποιες λέξεις των προγραμματικών μας δηλώσεων, φυτεύοντας στην συνομιλία μας μυστηριώδη χάσματα. Στους μικρούς σταθμούς «στην μέση του πουθενά» βγαίναμε στα κλεφτά ακριβώς για να δούμε πώς ακριβώς είναι αυτό το «πουθενά» και τι είδους σταθμαρχεία διέθετε. Ξοδεύαμε μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο· το τραίνο σφύριζε έτοιμο να φύγει κι εμείς μόλις το προλαβαίναμε, μούσκεμα στην αδρεναλίνη, απαραίτητο καύσιμο στο δικό μας ταξίδι πάνω στο ταξίδι.

Lucian Freud, Girl with a White Dog, 1951

Η τυχαιότητα της συνύπαρξης γινόταν σαφώς δυσκολότερη στο ταξίδι με  λεωφορείο, καθώς περιοριζόμουν σ’ έναν επιβάτη, που σύμφωνα με τους αλάνθαστους νόμους της ειρωνείας προέκυπτε πάντααδιάφορος και ασύμβατος. Οι δυο μοναδικές ευκαιρίες επέμβασης στο πεπρωμένο που όριζαν τα αριθμημένα εισιτήρια συμπιέζονταν στις δυο ημίωρες στάσεις. Ο τόπος της δοκιμασίας δεν ήταν άλλος από τα εστιατόρια και τα καφέ της εθνικής οδού, εκείνες τις νησίδες που έμοιαζαν εκτός γεωγραφίας, στην άκρη μιας παράλληλης ζωής. Βγαίναμε νυσταγμένοι στους αέρηδες της νύχτας και σερνόμασταν στα ξεχασμένα σε άλλες δεκαετίες κτίσματα, όπου μας περίμεναν κουρασμένοι μάγειρες μπροστά από φαγητά βουτηγμένα σε μια κρούστα λαδιού που ζάρωνε σαν υποκίτρινο σεντόνι.

Irvig Herrera_Mexico_artodyssey (20)

Τότε πλησίαζα κάποιο κορίτσι που στεκόταν έξω, σχεδόν έτοιμο να παρασυρθεί από τα ψυχρά ρεύματα και μοιραζόμασταν τετριμμένα τρίμματα φράσεων –ποιους αφήσαμε πίσω, τι μας περιμένει μπροστά–, προτού αφήσουμε το αναψυκτήριο σαν παροπλισμένο πλοίο σε σκοτεινή ξέρα και αναχωρήσουμε με το νυχτερινό όχημα που έμοιαζε ακίνητο ενώ έξω χάνονταν δεξιά κι αριστερά μας κινούμενα φώτα. Κι εκεί, όταν οι λέξεις σιγά σιγά έφθιναν, εκείνη εμπιστευόταν την αποκοίμισή της στον ώμο μου, μια από τις τρυφερότερες περιστάσεις που μπορούν να μοιραστούν δυο άγνωστοι. [C]

Ακόμα και σήμερα που ταξιδεύω πλέον στην αφόρητη μοναξιά του αυτοκινήτου, κάθε φορά που σταματώ σ’ αυτά τα μέρη, από συνήθεια ή από κάποια υπογείως νοσταλγημένη διάθεση, αναζητώ κάποιο πρόσωπο που υποκρίνομαι πως συνταξιδεύουμε στο ίδιο λεωφορείο και ενορχηστρώνω για άλλη μια φορά την αλάνθαστη προσέγγιση. Το βλέμμα του όμως δεν συναντά το δικό μου, γιατί είναι εξολοκλήρου αφιερωμένο σε κάτι ηλεκτρονικά μαραφέτια που απορροφούν όλη του την προσοχή.

Paula Rego; Funda‹o; Casa das Hist—rias Paula Rego; Carlos Pombo; fotografo@carlospombo.pt

Υποθέτω είναι αδιάφορο αν όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά ή επινοήθηκαν με την έμπνευση που μόνο η μοναξιά μπορεί να εκπνεύσει. Τι σημασία έχει αν έζησα κάποια από αυτές τις ιστορίες ή τις έπλεξα σε αυθαίρετες πλοκές εσωτερικής δράσης και μονολογικής ενορχήστρωσης; Κάποτε η ίδια η σφοδρότητα με την οποία τις επιθυμούσα τις ζωντανεύει σε σημείο πραγματοποίησης. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν υπήρξα ποτέ και ο ίδιος ένας κατά φαντασία εραστής στο μυαλό κάποιας γυναίκας με την οποία διασταυρωθήκαμε σε κάποιο από αυτά τα μέρη. Ακόμα και τώρα, που αποδιώχνω όσες περισσότερες ψευδαισθήσεις μπορώ, τολμώ να σκέφτομαι πως μπορεί να αφέθηκα κι εγώ στη βούληση μιας αλλότριας έμπνευσης και πως ανυποψίαστος προσκλήθηκα σε παραπλήσιους έρωτες.

Τότε θα γινόμουν ταυτόχρονα συγγραφέας και ήρωας δυο μυθιστορημάτων, σ’ εκείνο που επινόησα και σ’ εκείνο που με επινόησαν. Κι έτσι για λίγο, έστω ανέκφραστα και ανομολόγητα, δημιουργός και δημιούργημα, θα ξεπερνούσαμε την ίδια την λογοτεχνία, ως χαρακτήρες υπαρκτοί, σε αναπαράσταση που θα μπορούσε να γίνει ζωντανή παράσταση και αληθινή περίσταση, ιστορημένοι σε ατέλειωτο ιστό ιστοριών που όχι μόνο διηγούμαστε αλλά και πλεκόμαστε εντός του, ιστοριών που είναι το μόνο ανθεκτικό μας υλικό.

Freud, Lucian - Ib And Her Husband (detail)

Καλλιτέχνες: Sergey Bakir, Johannes Hüppi, Otto Mueller, Robert Bluj, Sahin Demir, Γιώργος Ρόρρης, Philip Pearlstein, Sally Storch, Robert Bluj, Sarkis Muradyan, John Berger, Carl Dobsky, Joe Velez, Robert Bluj, Erik Thor Sandberg, Lucian Freud, Irvig Herrera, Paula Rego, Lucian Freud.

Copyright: Περιοδικό (δε)κατα και ο υπογράφων.

22
Μαρ.
15

Συλλογικό – Τα όρια του σώματος. Διεπιστημονικές προσεγγίσεις

ORIA SOMATOS

Είναι το σώμα μας γνώριμο ή ξένο; φυσικά δοσμένο ή συναρτώμενο με πολιτισμικά και κοινωνικά δεδομένα; άρρηκτα δεμένο με το νου ή με πνευματικό περιεχόμενο; μας ανήκει ή ελέγχεται και ρυθμίζεται από διάφορους παράγοντες; Στα κείμενα του τόμου το σώμα προσεγγίζεται όχι ως στατικό, ενιαίο και δεδομένο αλλά μεταβαλλόμενο και ενδεχομενικό· ως πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, ως τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών. Η εκτενής εισαγωγή της επιμελήτριας αποτελεί στην ουσία ένα δοκίμιο πάνω στο σώμα κατά την ύστερη νεωτερικότητα και στον επαναπροσδιορισμό του κατά τον εικοστό αιώνα, και σκιαγραφεί συν τοις άλλοις τις βασικότερες θέσεις των συγγραφέων στα δεκάδες κείμενα του τόμου, που εμπλουτίζονται με σημειώσεις και βιβλιογραφία.

Από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της χριστιανικής θεολογίας μέχρι τις θέσεις του Ντεκάρτ και τις επιταγές του προτεσταντισμού το σώμα εμφανίζεται ως απειλητικό και επικίνδυνο αλλά και ως απειλούμενο. Η σάρκα του υποδηλώνει την ζωώδη διάσταση της ανθρώπινης φύσης και θεωρείται σταθερό εμπόδιο στην πορεία για πνευματική ανύψωση και ολοκλήρωση. Στο θεωρητικό σχήμα του Ντεκάρτ το σώμα εμφανίζεται ως αντικείμενο ικανό να προσαρμοστεί και να χειραγωγηθεί σαν να ήταν μηχανή. Η προτεσταντική αντίληψη ενθάρρυνε τον έλεγχο του συναισθήματος και της επιθυμίας, συνεπώς και της σεξουαλικότητας. Οι διπολικές συλλήψεις ορίζουν πια τον κόσμο: άνδρας – γυναίκα, κοινωνία / πολιτισμός – φύση, πνεύμα – πάθη. Ακριβώς η πνευματική ενασχόληση και ο έλεγχος των παθών ταυτίζονται με τον πολιτισμένο, τον λευκό και τον άνδρα, ενώ το σώμα και οι επιθυμίες του με τον απολίτιστο, τον άγριο και την γυναίκα.

koukles

Η αμφισβήτηση του προγράμματος του διαφωτισμού για την διάκριση σώματος και νου έρχεται από τον E. Durkheim, τον Φ. Νίτσε, την φροϊδική ψυχανάλυση, τον N. Elias, τον Merleau – Ponty, τoν M. Φουκώ, τον P. Bourdieu και τις φεμινιστικές θεωρίες. Οι θεωρητικές επανατοποθετήσεις ανατρέπουν τις βεβαιότητες γύρω από την έννοια του εαυτού και της ταυτότητας. Στις νεωτερικές συνθήκες το σώμα επανακαθορίζεται, υπόκειται σε ποικίλες αναγνώσεις και ερμηνείες, σχετικοποιείται. Η διαφορετικότητα αναγνωρίζεται, το κάθε σώμα βιώνεται με διαφορετικό τρόπο από τον κάτοχό του. Ταυτόχρονα εξυμνείται το νέο, γυμνασμένο και σεξουαλικά επιθυμητό σώμα.

Στο έργο του Μ. Φουκώ η σημασία της σεξουαλικότητας και κυρίως η ανάγκη να ρυθμιστεί και να επιτηρηθεί καθιστά το σώμα τον κατεξοχήν πολιτικό στόχο, εμπλέκοντάς το σε σχέσεις εξουσίας – κυριαρχίας. Σύμφωνα με την Mary Douglas σε κάθε πολιτισμό το σώμα δεν υπόκειται μόνο σε κανόνες καθαρότητας αλλά και το ίδιο θεωρείται πηγή ρυπαρότητας και εστία μόλυνσης. Η φουκωική και φεμινιστική θεωρία αναλύουν την διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και το «μη φυσιολογικό» σώμα.

Marcel Mauss.

Κατά την φαινομενολογία της αντίληψης του Maurice Merleau – Ponty το σώμα δεν αποτελεί αντικείμενο αλλά συνθήκη και πλαίσιο μέσω του οποίου βιώνουμε, συλλέγουμε γνώσεις και εμπειρίες, τοποθετούμαστε στον κόσμο· αποτελεί πλέον υποκείμενο. Η σωματοποίηση ανατρέπει το δίπολο νους – σώμα καθώς συνδέει την υλικότητα του σώματος τόσο με το πεδίο των βιωμένων εμπειριών όσο και με τις συνέπειες της κοινωνικής σφαίρας πάνω του και προσεγγίζει τη σχέση του σώματος και του νου ως διαδικασία / αποτέλεσμα συνεχούς αλληλεπίδρασης.

Η φεμινιστική θεωρία ανέδειξε το σώμα ως προβληματικό κείμενο, δηλαδή ως σαρκικό λόγο μέσα στον οποίο οι σχέσεις εξουσίας μπορούν να ερμηνευτούν και να συντηρηθούν. Η Τζούντιθ Μπάτλερ αντλεί από την φουκωική έννοια του πειθαρχημένου σώματος και εισάγει τον όρο επιτελεστικότητα [performativity] για να εξηγήσει πώς η ανάπτυξη του σώματος μέσω χειρονομιών και ενεργημάτων, ειδικά σε σχέση με την έμφυλη σεξουαλικότητα, συντελείται με μια διαδικασία επανάληψης που περιορίζεται μεν από κοινωνικές και πολιτιστικές κανονικότητες αλλά και παραμένει ανοιχτή σε νέες εναλλακτικές σημασιοδοτήσεις.

merleau ponty

To σώμα αναδεικνύεται σε βασικό συστατικό της ταυτότητας και της αίσθησης του εαυτού. Η αντίληψη του ως ενοποιημένου υποκειμένου ακυρώνεται, η ταυτότητά του καθίσταται ρευστή, ασταθής. Το σώμα γίνεται αντικείμενο ανασχηματισμού με την ενεργητική παρέμβαση του κατόχου για να καλυφθούν οι θεωρούμενες «ατέλειές» του· γίνεται πρώτη ύλη προς επεξεργασία. Η δυνατότητα διαρκούς αναδιαμόρφωσης το καθιστά ένα σχεδίασμα [body project] κι έτσι διάφορες πρακτικές το καθιστούν μέσο για την ικανοποίηση επιθυμιών και αναγκών, σύμφωνα και με τα καταναλωτικά πρότυπα: δίαιτα, μόδα, μακιγιάζ, ψηλά τακούνια, τατουάζ, πίρσινγκ, πλαστική χειρουργική, εγχείρηση αλλαγής φύλου. Φαινομενικά όλοι μπορούν να αποκτήσουν το σώμα που επιθυμούν.

Από την άλλη το σώμα συνιστά περισσότερο από κάθε άλλη φορά τόπο πολιτικής διαμάχης και αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης. Ένα σώμα μπορεί να προκαλεί την υποψία, τον έλεγχο, την επιθυμία· αξιολογείται ως φυσιολογικό ή παρεκκλίνον, περιθωριοποιείται ή εξοντώνεται σύμφωνα με τα κοινωνικά κριτήρια της τάξης, το φύλου, της εθνικότητας.

Judith Butler

Το κείμενο του Marcel Mauss πάνω στις τεχνικές του σώματος αφορά ακριβώς την ρήση του ως αποτέλεσμα διδασκαλίας, εκπαίδευσης και εξάσκησης. Το φυσικό σώμα είναι παντού και πάντοτε κοινωνικό σώμα. Όσα εκλαμβάνουμε ως αυτονόητα και φυσικά – η στάση, το βάδισμα, το τρέξιμο, οι χειρονομίες, οι κινήσεις – συνιστούν κοινωνικά δομημένες επίκτητες τεχνικές, που εμπεριέχουν αδιόρατες μορφές κοινωνικού ελέγχου, με θετά όρια ανάμεσα στο αποδεκτό και το μη αποδεκτό. Ο Erving Goffman βλέπει ακριβώς την διατήρηση της ηθικής τάξης στην υιοθέτηση των συγκεκριμένων στάσεων και βλεμμάτων. Υπάρχει μια αναμφισβήτητη διάσταση υποταγής των αισθήσεων στα υπάρχοντα ηθικά πρότυπα, που αφορά την κυριαρχία της όρασης και τον αδυσώπητο έλεγχο που ασκεί το ανθρώπινο βλέμμα, καθώς αναπόφευκτα ενεργοποιεί διαδικασίες παρατήρησης, καταγραφής, αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης της εξωτερικής επιφάνειας του άλλου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός σώματος αντιστεκόμενου στον έξω κόσμο αποτελεί το γκροτέσκο σώμα, όπως προσεγγίζεται από τον Μ. Μπαχτίν. Το μη συμμορφούμενο σώμα τοποθετείται στα συμφραζόμενα του καρναβαλιού και αποκτά ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα, καθώς ο καρναβαλιστής αντιτίθεται στην κυρίαρχη κουλτούρα: καλλιεργεί το γέλιο, σατιρίζει τις σοβαρές τελετουργίες, απελευθερώνει από τις κυρίαρχες αλήθειες και απολαμβάνει την υλικότητα των λειτουργιών του, ακόμα και των πιο «ποταπών».

georgeta-blanaru

Ο τόμος περιλαμβάνει και δυο αναδημοσιεύσεις από παλαιότερα έργα· η ολιγοσέλιδη συμβολή του Giorgio Agamben από το μείζον έργο του Homo Sacer αφορά την «πολιτικοποίηση του θανάτου». Με αφορμή τις ιδιαίτερες περιπτώσεις κώματος, ο συγγραφέας προβληματίζεται σχετικά με την παρέμβαση του κράτους πάνω στον «ψευδοζωντανό» στον θάλαμο μηχανικής υποστήριξης. Έτσι οι οργανισμοί ανήκουν στην δημόσια εξουσία, τα σώματα εθνικοποιούνται, η γυμνή ζωή πολιτικοποιείται. Και οι σύγχρονες δημοκρατίες λένε δημόσια αυτό που οι ναζί βιοπολιτικοί δεν τόλμησαν να πουν. Αναδημοσιεύονται ακόμα ένα κείμενο του Michel Foucault από το βιβλίο Επιτήρηση και τιμωρία – Η γέννηση της φυλακής και ένα του Charles Baudelaire από το Εγκώμιον του μακιγιάζ.

Ο πόνος για την ομορφιά στην περίπτωση της απάνθρωπης περίδεσης των ποδιών της Κίνας [Wang Ping], η αμφισημία της ταυτότητας στα σημαδεμένα σώματα, ιδίως στις περιπτώσεις τατουάζ και πίρσινγκ [Paul Sweetman], η κοσμητική χειρουργική και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών στο σώμα [Anne Balsamo], το παγκόσμιο εμπόριο ανθρώπινων οργάνων [Nancy Scheper – Hughes], η εξόντωση «της ζωής που δεν αξίζει να τη ζει κανείς» [Robert N. Proctor] αποτελούν μερικά μόνο από τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα θέματα που πραγματεύονται τα πυκνά δοκίμια του τόμου. Εκτός από όλους τους προαναφερθέντες περιλαμβάνονται και κείμενα των Londa Schiebinger, Georg Simmel, Loïc Wacquant, Lynda Byrke, Rosi Braidotti, Louis Roussel, Marla C. Berns, Elaine Scarry κ.ά.

Εκδ. Νήσος, 2004, [Σειρά: Υλικά, αρ. 11], επιμέλεια, εισαγωγή: Δήμητρα Μακρυνιώτη, μτφ.: Κώστας Αθανασίου, Κική Καψαμπέλη, Μαριάννα Κονδύλη, Θόδωρος Παρασκευόπουλος, 420 σελ.

Στις εικόνες: Marcel Mauss, Maurice Merleau – Ponty, Judith Butler.




Φεβρουαρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
242526272829  

Blog Stats

  • 1.014.449 hits

Αρχείο