Archive for the 'Τρομοκρατία' Category

25
Φεβ.
17

Βασιλική Πέτσα – Όταν γράφει το μολύβι. Πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία

petsa_otan-grafei-to-molibi_

Αναμέμνοντας την λογοτεχνία της ένοπλης βίας

Θυμάμαι πόσο με είχαν συνεπάρει αλλά και αιφνιδιάσει Οι πολίτες της σιωπής, ένα παλαιότερο βιβλίο της πρόωρα χαμένης Νένης Ευθυμιάδη. Ήταν η πρώτη λογοτεχνική μου ανάγνωση ενός πολιτικού μυθιστορήματος με θέμα την τρομοκρατία. Εδώ η πολιτική βία εμφανίζεται κυρίως ως απειλή της επικείμενης εμφάνισής της, όπως γράφει η ερευνήτρια κάπου στη μέση του βιβλίου. Η ένοπλη ομάδα «Μηδέν» με την ανατίναξη μιας σειράς αγαλμάτων στρέφεται εναντίον συμβόλων εθνικής ταυτότητας· με την απανθράκωση σταθμευμένων αστικών λεωφορείων στηλιτεύει την σχετική κρατική ανεπάρκεια· με το χτύπημα ενός ναού θέτει το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους – εκκλησίας. Η δολοφονία αστυνομικού, στρατιωτικού και αλλοδαπού αξιωματικού πλήττουν εξίσου θεμελιώδεις βεβαιότητες ή προκαταλήψεις. Η οργάνωση αναπροσαρμόζει την στρατηγική της για να αποφύγει την ταύτισή της με τις καθιερωμένες ερμηνείες και εμμένει στην συμβολική διάσταση των χτυπημάτων ως αυτόνομων εκφρασιακών ενεργημάτων.

Η στροφή εναντίον πολιτών είναι ζήτημα χρόνου κι έτσι σχεδιάζεται η ανατίναξη μιας αστικής πολυκατοικίας, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί τον εφησυχασμένο μεταπολιτευτικό modus vivendi. Ολόκληρο το χωροθετημένο συγκρότημα μετατρέπεται ως πεδίο επιτήρησης και ελέγχου, μια σύγχρονη εκδοχή του στρατοπέδου, του κατεξοχήν χώρου μιας κατάστασης εξαίρεσης. Αλλά και η ίδια η επίδοξη βομβίστρια – γειτονική ανθοπώλισσα καθίσταται αντικείμενο επιτήρησης από την μικρή Χριστίνα και τους άλλους και καθώς αναπτύσσουν πάσης φύσεως κοινωνικές σχέσεις η πίστη της στους σκοπούς της οργάνωσης αρχίζει να κλονίζεται. Η εξανθρώπιση των στόχων μέσω της διαπροσωπικής επαφής προκαλεί στην ηρωίδα κρίσεις συνείδησης και εγκλωβίζεται σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο από το οποίο αδυνατεί να διαφύγει. Οι βεβαιότητές της για την αναγκαιότητα της βίας κλονίζονται και η ίδια αναλογίζεται μια εναλλακτική πορεία ζωής. Δεν επιλέγει όμως την παράδοση αλλά την συντριβή του εαυτού της.

faranda

Το παραπάνω βιβλίο αποτελεί ένα από τα δεκάδες έργα που μελέτησε η ερευνήτρια για να συγκροτήσει μια μελέτη που καλύπτει ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό και θέτει ως ερευνητικό στόχο την συγκριτική αποτίμηση των μυθοπλαστικών κειμένων της ιταλικής και της ελληνικής λογοτεχνίας στα οποία αναπαρίστανται ή και αναδιαμορφώνονται μυθοπλαστικά εκφάνσεις της ένοπλης βίας των δυο χωρών. Η αντιπαραβολή των αντίστοιχων έντεχνων λόγων τόσο ως προς την επιλογή των θεματικών και αφηγηματικών τεχνικών όσο και ως προς την ιδεολογική οργάνωση την οδηγούν σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με την ευρύτατη πολιτισμική επεξεργασία της ένοπλης βίας πολιτικών οργανώσεων και την κοινωνική επίδραση που άσκησε ως φαινόμενο.

Το ερευνητικό της πεδίο καλύπτει αποκλειστικά την δράση ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και, ειδικά για την ελληνική περίπτωση, αντικαθεστωτικών οργανώσεων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας. Το ένα μέρος του βιβλίου λοιπόν εστιάζει στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε κρίσιμη μεταβατική περίοδο προς μια δημοκρατικότερη πολιτειακή συνθήκη και σηματοδότησε το τελευταίο στάδιο του «κοινωνικού δράματος» του Εμφυλίου. Ωστόσο για ένα σκέλος της αντισυστημικής Αριστεράς, οι διαδικασίες εκδημοκρατισμού κρίθηκαν ανεπαρκείς. Μειοψηφικές ομάδες αντιτάχθηκαν στην ηγεμονική ιστορική αφήγηση και συσπειρώθηκαν γύρω από μια εναλλακτική πολιτική ταυτότητα που εστίασε στο «συμβάν» – λαϊκή εξέγερση.

1151

Ως προς τις κυρίαρχες ιδεολογικές και αφηγηματικές τάσεις των ελληνικών μυθοπλαστικών έργων διαπιστώνεται το σχετικά περιορισμένο εύρος και η ελλιπής κριτική αναγνώρισή του που συσχετίζεται με την αδυναμία ευρείας επικράτησης συναινετικών πολιτικών αφηγήσεων για την ένοπλη πολιτική βία. Από την άλλη παρατηρείται η επικέντρωση σε ατομικές (και όχι συλλογικές) αφηγηματικές υποκειμενικότητες και η απουσία ρεαλιστικής αναπαράστασης στη διάπραξη βιαιοτήτων. Σε αυτό το σημείο η συγγραφέας εντοπίζει δυο κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα: την τραγική αφήγηση και την οικογενειακή μυθιστορία.

Στην πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστική στην εργογραφία του Δημήτρη Νόλλα (Το πέμπτο γένος, Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, Ο καιρός του καθενός), οι χαρακτήρες λειτουργούν ως αυτοκαταστροφικοί «αντι – ήρωες», εμφορούμενοι από την ηθική της μελαγχολίας, ενώ η βία παραμένει απούσα. Στα έργα του Νόλλα ο ρόλος της θυσίας είναι κομβικός ενώ η τραγωδία έγκειται ακριβώς στην εξαφάνιση των προϋποθέσεων του τραγικού, στην κατάργηση των οριακών αντιθέσεων και στην εγκατάλειψη των ουτοπικών οραμάτων. Ειδική περίπτωση τραγικής αφήγησης αποτελεί και το έργο του Τάσου Δαρβέρη Μια ιστορία της νύχτας (1967 – 1974). Στην δεύτερη περίπτωση η πολιτική βία ερμηνεύεται είτε ως «αντι – βία» της Αριστεράς απέναντι στην δομική βία του συντηρητικού μεσοπολεμικού κράτους είτε ως βία που στοχοποιεί τις παγιωμένες συνήθειες της μεσοαστικής τάξης. Εδώ εξετάζονται τα βιβλία Τέσσερις ελληνικοί φόνοι του Αλέξη Πανσέληνου, Οι πολίτες της σιωπής της Νένης Ευθυμιάδη, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι του Λευτέρη Μαυρόπουλου και Η μανία με την άνοιξη του Άρη Μαραγκόπουλου.

maragopoulos-400

Η Πέτσα δεν εξαντλείται στην ενδελεχή ανάγνωση των βιβλίων κάτω από την ερευνητική προβληματική της αλλά και εμβαθύνει στο ευρύτερο φιλοσοφικό και θεωρητικό υπόβαθρό τους. Αυτό αποτελεί ένα από τα ακαταμάχητα θέλγητρα της έρευνάς της. Στο μυθιστόρημα της Ευθυμιάδη, για παράδειγμα, η τρομοκράτισσα, χαρακτηρίζεται ως άλλη Αντιγόνη μεταξύ δυο θανάτων, του συμβολικού και του πραγματικού. Η Χριστίνα από την άλλη ενσαρκώνει μια εναλλακτική εκδοχή αντίστασης στην εξουσία, βασισμένη όχι στην κατά μέτωπο αμφισβήτηση, αλλά στη φανέρωση της βίας που προϋποθέτει η κυριαρχία της. Η στάση της, και με τις δυο σημασίες της ακινησίας και της επανάστασης, καταδεικνύει την κατά Weber δύναμη της αδυναμίας και την αδυναμία της δύναμης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνομιλεί με τις σχετικές θέσεις του Agamben, ενώ η πράξη της Χριστίνας οράται και υπό το πρίσμα της κατά Benjamin «ασθενικής μεσσιανικής δύναμης». Η αγάπη για τον πλησίον και ο φετιχισμός του πένθους δεν μπορεί παρά να διαπερνούν το έργο των Φρόυντ, Κίργκεγκωρ, τις απόψεις του Ζίζεκ κ.ό.κ.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην αντίστοιχη ιταλική πεζογραφική παραγωγή. Η σύγχρονη κοινωνικο – πολιτική ιστορία της Ιταλίας διακρίνεται από περιόδους έντονης συγκρουσιακότητας και μαζικής συμμετοχής στο πεδίο των πολιτικών εξελίξεων, ενώ η ένοπλη βία ασκήθηκε από οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής ή άκρας Αριστεράς. Το σχετικό εισαγωγικό κείμενο εστιάζει στην ιστορία της ταραγμένης περιόδου που ονομάστηκε «μολυβένια χρόνια», που ξεκινούν με την σφαγή της Πλατείας Φοντάνα το 1969 (βλ. Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, του Ντάριο Φο σε δυο παλαιότερες δημοσιεύσεις του Πανδοχείου εδώ και εδώ) και τελειώνουν στην εξάρθρωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών το 1982, ενώ είναι εμφανές ότι τα εξεταζόμενα βιβλία παρουσιάζουν πρόσθετο ενδιαφέρον εφόσον δεν έχουν μεταφραστεί στην γλώσσα μας.

natalia-ginzburg

Το νεανικό εξεγερσιακό πνεύμα του 1968 δεν αφορούσε μόνο το πεδίο της αμφισβήτηση των πολιτικών θεσμών αλλά προέταξε ως αίτημα και την επανεξέταση των διαπροσωπικών σχέσεων και της συγκρότησης της προσωπικής ταυτότητας. Οι γυναίκες και οι νέοι βγήκαν ως υποκείμενα αυτόνομα και ξεχωριστά από τον οικογενειακό πυρήνα. Έτσι το πρώτο ερμηνευτικό σχήμα που εντοπίζεται στην σχετική ιταλική λογοτεχνία αφορά μια οιδιπόδεια ή ευρύτερη ενδοοικογενειακή σύγκρουση. Η ρήξη σχετίζεται με την πατροκτονία ή αδελφοκτονία και λαμβάνει την μορφή της απόπειρας επούλωσης του τραύματος που προξένησε στην οικογένεια η συμμετοχή ενός μέλους σε ένοπλη ακροαριστερή οργάνωση.

Στο επιστολικό μυθιστόρημα της Ναταλία Γκίνζμπουργκ Αγαπητέ μου Μικέλε η περιγραφή της πολιτικής βίας υποβιβάζεται και η ίδια η ύποπτη δράση του γιου περιθωριοποιείται μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Το βιβλικό υπόστρωμα του «άσωτου υιού» συνδυάζεται με την απόρριψη της πατρικής κληρονομιάς, ενώ η υποχώρηση της ανδρικής κυριαρχίας επιτείνει την έλλειψη νοήματος στην ζωή των γυναικών. Η νεότερη γενιά αδιαφορεί για το παρελθόν ή το μέλλον και προσηλώνεται στο παρόν. Αυτή η στάση, γράφει η Πέτσα, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εκούσια άρνηση του ιστορικού παρελθόντος αλλά σχετίζεται με τις ανεπάρκειες της προηγούμενης γενιάς, η οποία αδυνατεί να επιτελέσει τον ρόλο της ως πρότυπο. Πρόκειται λοιπόν για μια αμυντική απάρνηση ενός τραυματικού παρελθόντος, η μνήμη του οποίου βαραίνει τις προηγούμενες γενιές. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το διήγημα Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα από την συλλογή του Αντόνιο Ταμπούκι, Το παιχνίδι της αντιστροφής (για το βιβλίο βλ. εδώ).

il-paese-delle-meraviglie

Σε μια σειρά έργων η αφήγηση του τραύματος συγκροτεί το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης. Η χώρα των θαυμάτων [Il paese delle meraviglie] του Giuseppe Culicchia αποτελεί ένα μυθιστόρημα μαθητείας και προς την πολιτική συνειδητοποίηση του ήρωα που πληροφορείται τον θάνατο της αδελφής του κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης λόγω της συμμετοχής της σε ένοπλη οργάνωση. Η επαρχιακή πόλη όπου ζει ο νέος είναι καταδικασμένη σε ένα αιώνια επαναλαμβανόμενο παρόν και δεν επιδέχεται ιστορικοποίηση. Οι πολιτικές εξελίξεις φτάνουν μόνο μέσω της μιντιακής ενημέρωσης και η απώλεια της Αλίτσε σηματοδοτεί την απώλεια της προοπτικής μιας «χώρας των θαυμάτων».

Ο πόλεμος των παιδιών [La Guerra dei figli] της Lidia Ravera εστιάζει σε δυο αδερφές, η μια εκ των οποίων διακόπτει κάθε οικογενειακή σχέση και περνάει στην παρανομία και στοχοποιεί τον πιθανό πατέρα του παιδιού της άλλης. Η ένταξή της στην τρομοκρατική οργάνωση προκύπτει ως εναντίωση στην οικογένεια που μοιάζει με «δικτατορία» και ως αντίδραση στην ασφυκτική καταπίεση της μητέρας της. Είναι ενδιαφέρον ότι και εδώ οι ρόλοι της Αντιγόνης και της Ισμήνης μοιάζουν μοιρασμένοι, ενώ η αποσιώπηση της τραγικής είδησης από την δεύτερη αδελφή μοιάζει με συμβολική απόπειρα διαγραφής γεγονότων από την Ιστορία. Αυτή η συλλογική φαντασίωση της επανόρθωσης περιλαμβάνεται και στην ταινία Καλημέρα, νύχτα [Buongiorno notte] του Μάρκο Μπελόκιο, όπου ο Άλντο Μόρο δεν δολοφονείται, όπως συνέβη στην πραγματικότητα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αλλά κατορθώνει να απεγκλωβιστεί από την ομηρία και να μείνει ζωντανός.

lidia-ravera

Στο μυθιστόρημα Ανατομία της μάχης [Anatomia della battaglia] του Giacomo Sartori ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το ευρύτερο οικογενειακό και προσωπικό του παρελθόν και καταφεύγει στην αυτοεξορία σε μια χώρα της Αφρικής. Ενδιαφέρουσα μορφολογική επιλογή αποτελεί εδώ η απόδοση της εμφανούς ετερογλωσσίας των δυο κόσμων με διαφορετικές ιδιόλεκτους και χρήση αποκλειστικά κεφαλαίων γραμμάτων για την μια πλευρά. Ο συγγραφέας αναζητά τα κενά της Ιστορίας και αγγίζει την «αμνηστία Τολιάτι», σύμφωνα με την οποία οι δράσεις των παρτιζάνων δεν χαρακτηρίστηκαν ως πολιτικά αλλά ποινικά εγκλήματα, αποδεικνύοντας τελικά ότι η πραγματική συμφιλίωση με τα αιματηρά γεγονότα εκείνης της εποχής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο μιας συλλογικής μνήμης που αποσιωπά πτυχές της εθνικής ιστορίας.

Παρουσιάζονται ακόμα τα μυθιστορήματα Tuo figlio [Ο γιος σου] του Gian Mario Villalta, Libera I miei nemici [Απελευθερώστε τους εχθρούς μου] του Rocco Carbone, Piove all’ insu [Βρέχει προς τα πάνω] του Luca Rastello,  Piombo [Μολύβι. Στο τελευταίο νησί, 1980 και τριγύρω  [Nell’ ultima isola, 1980 e dintorni] του Duccio Cimatti και 1977, Εξέγερση [1977, Insurrezione] του Paolo Pozzi. Με τα δυο τελευταία βρισκόμαστε σε μια άλλη περιοχή, της βιωμένης εμπειρίας αλλά και των γλωσσικών πειραματισμών. Και ακόμα πιο βαθιά, η επική εκδοχή της μνήμης «εκπροσωπείται» με τα καταρρακτώδη έργα του Νάννι Μπαλεστρίνι Τα θέλουμε όλα, La violenza illustrate, Οι αόρατοι και Εκδότης (τρία εκ των οποίων έχουν κατ’ εξαίρεση μεταφραστεί στη γλώσσα μας). Η στρατευμένη λογοτεχνία του Μπαλεστρίνι εμφανίζεται ως μια βίαιη πράξη, όπου η γραφή διαμορφώνεται ως δράση δημιουργικής καταστροφικότητας, έναυσμα για την σύλληψη μιας καινούργιας τάξης πραγμάτων.

ballestrini_

Στο πρώτο μυθιστόρημα ο ανώνυμος προλετάριος πρωταγωνιστής ενσωματώνει το μοναδιαίο ατομικιστικό «εγώ» του στη συλλογική αγωνιστική υποκειμενικότητα ενώ στο δεύτερο περιγράφεται η βία σε επίπεδο έκφρασης, με μια παράθεση διαφορετικών περί βίας λόγων. Η κατάργηση των σημείων στίξης διατηρείται και στο τρίτο έργο, που αποκτά μάλιστα την επική μορφή μεσαιωνικού ηρωικού ποιήματος. Αλλά οι κρατούμενοι θα είναι για άλλη μια φορά «αόρατοι», ενώ παραμένουν αταλάντευτα προσηλωμένοι στην ελπίδα:

… σε μια ορισμένη ώρα μέσα στη νύχτα όλοι μαζί ανάβαμε το λάδι στις δάδες έκλαιγαν πολύ ώρα θα πρέπει να ήταν ωραίο θέαμα απ’ έξω όλες εκείνες οι φωτιές που έτρεμαν επάνω στο μαύρο τοίχο της φυλακής μέσα σ’ εκείνο τον απέραντο κάμπου αλλά οι μόνοι που μπορούσαν να δουν τους πυρσούς ήταν οι λιγοστοί αυτοκινητιστές που τρέχουν μικροσκοπικοί […]  ή κάποιος αεροπλάνο ίσως που περνά πάνω ψηλά αλλά αυτά πετούν πολύ ψηλά εκεί πάνω στο μαύρο σιωπηλό ουρανό και δεν βλέπουν τίποτα… [σ. 251].

renault-moro_

Είναι ενδιαφέρον ότι στην ιταλική περίπτωση στη θέση των μελών έχουμε τους συγγενείς του θύτη ή του θύματος, συνεπώς η έμφαση αποδίδεται στους «θεατές» του κοινωνικού δράματος και όχι στους πρωταγωνιστές. Η σκοπιά αυτή της κοινής γνώμης απηχεί τον ισχυρισμό της Χάνα Άρεντ ότι η δημόσια σφαίρα συγκροτείται από τους θεατές και όχι από τους πρωταγωνιστές της πολιτικής. Κατά βάθος όμως η συγκεκριμένη αυτή αφηγηματική επιλογή αποσκοπεί στην απόκρυψη του συμβάντος, μια στόχευση που απηχεί τη γενική ιδεολογία της μεταπολιτικής συνθήκης. Έτσι το παρελθόν συνεχίζει να αιμορραγεί από τις πληγές του, συνεπώς, συμπεραίνει η Πέτσα, εντοπίζοντας και καταγράφοντας τις πρωτογενείς παθογένειες που το σημάδεψαν ίσως τότε να κατορθώσει να συνειδητοποιήσει ότι αυτό υπήρξε αλλά είναι πλέον νεκρό και έτσι να ζητήσει την οριστική ταφή – την ανάστασή του.

Η μελέτη δεν ολοκληρώνεται με τα εκτενή συμπεράσματα. Το επίμετρο περιλαμβάνει μια παράπλευρη έρευνα πάνω σε θεμελιώδη θεωρητικά έργα που σχετίζονται άμεσα με τα παραπάνω ζητήματα (Ζιράρ, Ίγκλετον, Μπένγιαμιν, Σαρτρ, Καμύ, Άρεντ, Μερλώ – Ποντύ, Λούκατς, Μπαντιού, Ζίζεκ κ.ά) αλλά και σημαντικές έννοιες όπως η νοσταλγία, ο παροντισμός, ο αφηγηματικός φετιχισμός, η μελαγχολική γραφή (που σε αντίθεση με την πένθιμη γραφή αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια ως γεγονός) κ.ά. Στο παράρτημα δημοσιεύονται τρεις συνεντεύξεις: με την Adriana Faranda, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οποία συμμετείχε στην απαγωγή του Άλντο Μόρο, με τον Νάννι Μπαλεστρίνι και με τον Γιώργο Μομφερράτο, γιο του δολοφονηθέντα εκδότη Νικόλαου Μομφερράτου από την 17Ν.

protest-rue-saint-jacques-paris-6-may-1968

Η πρώτη, που είναι και η εκτενέστερη, είναι πραγματικά συγκλονιστική. Η Φαράντα περιγράφει πόσο σταδιακά και αδιόρατα, «φυσικά» για εκείνη την εποχή, γλιστρούσε κανείς στο επαναστατικό κίνημα, αναλαμβάνει το κομμάτι της συλλογικής ευθύνης που της αναλογεί, παρά την διαφωνία της τότε για την δολοφονία, κρίνει το παρελθόν της και υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς, τα πάντα εκτός από τον ένοπλο αγώνα. Σήμερα, λέει κάπου αλλού, «καμία ομάδα και καμία δύναμη δεν έχει στο μυαλό της μια επαναστατική διαδρομή, υπάρχουν όμως πλήθη στις πλατείες που μπορούν να εκραγούν».

Η Πέτσα τιμά τόσο την δοκιμιακή γραφή, αυτή την πλούσια παράδοση ύφους και σκέψης, όσο και την ερευνητική εργασία, γράφοντας ένα συναρπαστικό στην ανάγνωση μελέτημα που κατορθώνει ταυτόχρονα να ανοίξει ένα από δεκαετίες κλειστό παράθυρο σε μια ελάχιστα ερευνημένη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, σε μια εξίσου άγνωστη λογοτεχνία αλλά και στο φιλοσοφικό υπόβαθρο όλων των ακάνθινων θεμάτων της.

balestrini-1971-vogliamo-tutto_

Εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 387. Περιλαμβάνεται βιβλιογραφία με πρωτογενείς πηγές (λογοτεχνία, μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, χρονικά, ταινίες και ντοκιμαντέρ) και κριτική βιβλιογραφία (βιβλία και μελέτες, άρθρα, ημερήσιος τύπος, άλλα ντοκουμέντα και πηγές στο διαδίκτυο).

Στις εικόνες: Adriana Faranda, Natalia Ginzburg, Lidia Ravera, Nanni Ballestrini, το Ρενώ όπου βρέθηκε νεκρός ο Άλντο Μόρο, Οδός Saint-Jacques, Παρίσι, 6 Μαΐου 1968.

22
Ιαν.
13

John Gray – Μαύρη λειτουργία. Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας

gray Οι Πολιτικές Εκκλησίες ή πώς η πολιτική οφείλει τα πάντα στην θρησκεία

1. Οι ουτοπίες της δυστυχίας

Πώς γίνεται και τα ουτοπικά προγράμματα με τις διάφορες ιδεολογίες περί ανθρώπινης ευτυχίας να έχουν προκαλέσει το θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων και την καταστροφή της ζωής ακόμα περισσότερων; Πώς γίνεται και κατά την επιδίωξη ενός κόσμου χωρίς δεινά, εξαπολύονται τόσοι πόλεμοι και ασκείται τόση τρομοκρατία;  Και πώς συμβαίνει όλες εκείνες οι κοσμικές ιδεολογίες που απέρριπταν τα παραδοσιακά θρησκευτικά δόγματα και στόχευαν στον διαφωτισμό του ανθρώπου, βασιζόμενες στην επιστήμη, ως ισχυρίζονταν, να εφαρμόζουν στην ουσία τα ίδια συστήματα και τους ίδιους θρησκευτικούς μύθους που υποτίθεται ότι απέρριπταν; Ή μήπως, στην ουσία διαμορφώθηκαν από την απωθημένη θρησκεία, μεταμορφωμένες σε εκδοχές του μύθου της Αποκάλυψης, κοινώς της πίστης ότι ένα γεγονός θα αλλάξει τον κόσμο και θα μας οδηγήσει πανευτυχείς στο τέλος της ιστορίας;

2. Σε αναμονή του θριάμβου του καλού

Christian Art - Salvation Riding on the CloudsΓια τον Χριστιανισμό η ανθρώπινη ιστορία είναι μια τελεολογική διαδικασία: η διδασκαλία του Ιησού βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα ζει τις έσχατες ημέρες της. Φυσικά το μήνυμα ότι ο παλαιός κόσμος επρόκειτο να τελειώσει και μια νέα βασιλεία να εδραιωθεί αντανακλούσε την επίδραση άλλων προγενέστερων παραδόσεων κι αυτή ακριβώς η ιδέα εισήλθε και στη δυτική σκέψη. Αυτό που επανερχόταν στα συνεχή ξεσπάσματα των χιλιαστικών κινημάτων που εκδηλώνονταν σε όλη την ιστορία του χριστιανισμού ήταν η πίστη σε ένα συμπαντικό πόλεμο μεταξύ του καλού και του κακού, που απηχούσε το δυϊστικό κοσμοείδωλο του Ζωροάστρη και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη δυτική σκέψη και πολιτική. Ο χριστιανισμός εισήγαγε την εσχατολογία στην καρδιά του δυτικού πολιτισμού.

3. Η κόκκινη ουτοπία της ανθρώπινης μετάλλαξης

Ο κ319925301_dcf539e8e3_bομμουνισμός βασιζόταν στην επιστήμη του ιστορικού υλισμού, ο ναζισμός στον [ψευδο]επιστημονικό φυλετισμό· μόνο που αμφότερα τα συστήματα ήταν μπολιασμένα με μπόλικη θεολογία: η εκ μέρους τους κατάληψη της εξουσίας υπήρξε αποτέλεσμα εξεγέρσεων βασισμένων στην πίστη, όπως ακριβώς και η θεοκρατική επανάσταση του Αγιοταλάχ Χομεϊνί. Στην ακμή του ο κομμουνισμός του 20ού αιώνα αναπαρήγαγε πολλά από τα γνωρίσματα των χιλιαστικών κινημάτων: αποκάλυψη και εσχατολογία, επικείμενη καταστροφή του κόσμου και συλλογική, επίγεια, επερχόμενη, ολική, θαυματουργή σωτηρία που θα μεταμορφώσει και θα τελειοποιήσει τον άνθρωπο.

Έτσι η σπουδή του Λένιν να ασκήσει τρομοκρατία για να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο δεν είναι καινοφανής. Η χρήση απάνθρωπων μεθόδων για την επίτευξη ανέφικτων σκοπών συνιστά την ουσία του επαναστατικού ουτοπισμού. Τόσο η Μπολσεβίκικη Επανάσταση όσο και οι Ιακωβίνοι νωρίτερα, αποδέχονταν την συστηματική τρομοκρατία ως νόμιμο μέσο για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας· τα μαοϊκά καθεστώτα και το Φωτεινό Μονοπάτι στο Περού το ίδιο: σκόρπισαν το θάνατο σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους επιδιώκοντας έναν κόσμο καλύτερο από ποτέ.

DANTON, ROBESPIERRE, AND MARAT IN THE WINE SHOP.Αναρχικοί του 19ου αιώνα, όπως ο Νετσάγιεφ και ο Μπακούνιν, αντιαποικιοκράτες στοχαστές όπως ο Φραντς Φανόν, τρομοκρατικές ομάδες όπως οι Μπάαντερ – Μάινχοφ και Ερυθρές Ταξιαρχίες, τα ριζοσπαστικά ισλαμικά κινήματα, όλοι σαγηνεύονταν από φαντασιώσεις δημιουργικής καταστροφής και την απελευθερωτική δύναμη της βίας. Και στην ουσία ήταν όλοι τους επίγονοι των Ιακωβίνων της γαλλικής Τρομοκρατίας, που κατέληξε να εφαρμόζεται για την προώθηση των ιδεωδών του Διαφωτισμού και της πίστης του ότι η ανθρωπότητα είναι ένα εγγενώς προοδευτικό είδος.

4. Ουτοπία: φύγε θρησκεία, έλα πολιτική!

DimaJesusΜόνο που όλες οι κοινότητες που απέβλεπαν στην ενσάρκωση ενός ιδεώδους τελειότητας βασίζονταν μάλλον στην πίστη παρά στη γνώση, στο βαθμό που το ιδεώδες για την τελειότητα πάντα συγκρούεται με βασικά ανθρώπινα γνωρίσματα. Το όνειρο της απόλυτης αρμονίας υποτίμησε τις φυσιολογικές συγκρούσεις στην ανθρώπινη ζωή και τις ασυμβίβαστες επιθυμίες των ανθρώπων. Ο Χιούμ το είχε ήδη γράψει: Όλα τα σχέδια που υποστηρίζουν μια σημαντική μεταρρύθμιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας.

Για έναν ουτοπικό νου τα ελαττώματα κάθε γνωστής κοινωνίας δεν αποτελούν ψεγάδια της ανθρώπινης φύσης αλλά σημάδια μιας οικουμενικής κατάστασης που μπορεί να πάψει να υπάρχει. Στην πίστη αυτή συναντιούνται θρησκευτικές αιρέσεις, επαναστατικές σέκτες και δυτικές κυβερνήσεις: πιστεύουν πως η πολιτική δράση μπορεί να τροποποιήσει την ανθρώπινη κατάσταση. Και τελικά ο ουτοπισμός άρχισε να αναπτύσσεται παράλληλα με την υποχώρηση της χριστιανικής πίστης. Μήπως λοιπόν στην ουσία την κληρονόμησε και την αντικατέστησε;

maoΟ ίδιος ο Τρότσκι μιλούσε, παράλληλα με την «στρατιωτικοποίηση της εργασίας» και για τροποποίηση της ανθρώπινης φύσης. Οι μπολσεβίκοι σκόπευαν εξαρχής να δημιουργήσουν ένα νέο τύπου ανθρώπου, που δεν θα δημιουργούνταν αν δεν καταστρεφόταν ο παλιός. Ο σοβιετικός μηχανισμός ασφαλείας κληροδοτήθηκε από τον όψιμο τσαρισμό, η δημιουργία στρατοπέδων ακολουθούσε τα πρότυπα των Ευρωπαίων αποικιοκρατών και δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν για το τίποτα. Παρομοίως στο Μεγάλο Μαοϊκό Άλμα προς τα Εμπρός [1958 – 1961] πέθαναν τριάντα οκτώ εκατομμύρια «παλαιοί» άνθρωποι. Η πολιτικά οργανωμένη μαζική φρενίτιδα είχε αναμφισβήτητα χιλιαστική διάσταση.

5. Μαύρη ουτοπία σε αντίγραφο

Iron-Sky-space-nazisΟ ναζισμός δεν ήρθε από τη μια στιγμή στην άλλη: διαπνεόταν από πεποιθήσεις που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη επί πολλούς αιώνες. Οι ιδέες περί φυσικής ανισότητας δεν συνιστούσαν παρεκκλίσεις στη δυτική παράδοση. Σε μια γενική, αν και όχι ειδικά φυλετική διάκριση, ο Αριστοτέλης υποστήριζε τη δουλεία βάσει του ότι κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται φυσικοί δούλοι. Ο άριστος βίος αφορούσε τους λίγους· οι υπόλοιποι – γυναίκες, δούλοι, βάρβαροι – ήταν «ζωντανά εργαλεία». Ο Τζον Λοκ δικαιολογούσε την κατάκτηση των εδαφών των γηγενών στην Αμερική και θεωρούσε ότι οι Ινδιάνοι και οι Αφρικανοί δεν μπορούσαν να επιδοθούν στη γεωργία, συνεπώς δεν είχαν δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ο Ιμάνουελ Καντ περισσότερο από κάθε άλλον στοχαστή νομιμοποίησε διανοητικά την έννοια της φυλής και την ύπαρξη έμφυτων διαφορών μεταξύ των φυλών.

kant1Η φυλετική προκατάληψη μπορεί να είναι πανάρχαια, αλλά ο ρατσισμός είναι προϊόν το Διαφωτισμού, που ισχυριζόταν πως κατείχε τον ορθό λόγο και έδινε στη γενοκτονία την ευλογία της επιστήμης και του πολιτισμού. Η «φυλετική επιστήμη» άνοιξε αναμφίβολα το δρόμο για το υπέρτατο έγκλημα των ναζί. Ο ναζιστικός αντισημιτισμός ήταν το σύμφυρμα μιας νεωτερικής ρατσιστικής ιδεολογίας με μια χριστιανική δαιμονολογική παράδοση. Στην ουσία αποτελούσε μια νεωτερική πολιτική θρησκεία που χρησιμοποιούσε την ψευδοεπιστήμη αλλά βασιζόταν πολύ και στον μύθο.

6. Ισλαμική και συμμαχική ουτοπία

Ο ισλαμισμός με τη σειρά του έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον χριστιανισμό, παρά το γεγονός ότι παραπλανητικά παρουσιάζεται ως τελείως διαφορετικός πολιτισμός απέναντι στη «Δύση». Αμφότερες οι θρησκείες αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του δυτικού μονοθεϊσμού και μαχητικά θρησκευτικά δόγματα που επιδιώκουν να προσηλυτίσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα· έχουν δε γεννήσει κινήματα που χρησιμοποιούν συστηματικά τη βία για να επιτύχουν οικουμενικούς στόχους. Είναι γνωστές οι πολιτικJohn Grayές συνεργασίες των κρατών του δίπολου (Ρίγκαν με Χομεϊνί, Ταλιμπάν με ΗΠΑ προ 11/9) στη μάχη ενάντια του κομμουνισμού.

7. Η μεταγραφή της ουτοπίας στη δεξιά

Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού ήταν σειρά του…δεξιού ουτοπισμού να γιγαντωθεί υπέρμετρα. Η ουτοπία που κάποτε εντοπιζόταν στην αριστερά, τώρα καταλάμβανε την εξουσία δια της δεξιάς. Αν η παλαιά δεξιά αποδεχόταν ρεαλιστικά την ανθρώπινη τρωτότητα και απέρριπτε την ιδέα ότι η ιστορία είναι μια πορεία προς κάποια ηλιόλουστα υψίπεδα, η σύγχρονη δεξιά ενστερνίστηκε την επιδίωξη της Ουτοπίας. Ο δημοκρατικός καπιταλισμού αμερικανικού τύπου συνυπήρξε με την χριστιανική φονταμενταλιστική πίστη ότι το κακό μπορεί να ηττηθεί. Ο 21ος αιώνας άρχισε με μια νέα απόπειρα εφαρμογής του γνωστού προγράμματος, με τη διαφορά ότι φορέας της «επαναστατικής αλλαγής» γίνεται τώρα η δεξιά.

8. Νεοφιλελεύθερη ουτοπία

gray3Μετά το τέλος της δεκαετίας του 1980 η πολιτική των δυτικών κυβερνήσεων άρχισε να διαμορφώνεται με βάση την πεποίθηση ότι ένα και μοναδικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα είναι εφικτό: η «φιλελεύθερη δημοκρατία». Ο νεοφιλελευθερισμός με τη σειρά του υποστήριξε την αυστηρά περιορισμένη κυβέρνηση και την αχαλίνωτη ελεύθερη αγορά. Η τελευταία αποτέλεσε για το σύστημα αυτό την πιο σημαντική κατάσταση ατομικής ελευθερίας. Οι δυτικές κυβερνήσεις, πρώτα με τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική στη Ρωσία και ύστερα με την ανθρωπιστική στρατιωτική επέμβαση στα Βαλκάνια επιδόθηκαν σε δραστηριότητες δίχως προοπτική ευτυχίας. Βρέθηκαν απροετοίμαστες όταν η εξάπλωση της δημοκρατίας πυροδότησε τον εθνικισμό στην πρώην Γιουγκοσλαβία, την αυτονομιστική διάθεση στην Τσετσενία κλπ. Η δημοκρατία και οι ελεύθερες αγορές υποτίθεται πως θα έφερναν την ειρήνη, όχι το έγκλημα και τη βία.

9. Νεοσυντηρισμός: καλύτερα επιστροφή στη θρησκεία!

IRAQ_AND_BRITISH_ARMY_IN_PRIDE_by_jaffajoeΣε αντίθεση με τους νεοφιλελεύθερους οι νεοσυντηρητικοί δεν επιζητούν να επιστρέψουν σε μια φαντασιακή εποχή ελάχιστης διακυβέρνησης. Αντιλαμβάνονται τις αρνητικές κοινωνικές συνέπειες και υποστηρίζουν την συνδρομή «του νόμου και της τάξης». Εδώ η θρησκεία καλείται να αποτελέσει ζωτική πηγή κοινωνικής συνοχής! Βασική συνδρομή προσφέρει και η στρατιωτική δύναμη. Μπλερ και Μπους ερμήνευσαν την ιστορία των περασμένων δυο δεκαετιών – τη μόνο που γνώριζαν – ως ένδειξη του ότι η ανθρωπότητα είχε εισέλθει σε μια εντελώς νέα εποχή. Όπως και η Θάτσερ, ερμήνευσαν την κατάρρευση του κομμουνισμού ως σημάδι του θριάμβου της «Δύσης» και επιδόθηκαν σε μια ιεραποστολικού τύπου πολιτική με υποτιθέμενο στόχο την σωτηρία της ανθρωπότητας.

Ο Μπλερ υπήρξε τυπικός Αμερικανός νεοσυντηρητικός, που εφάρμοσε το σύστημα και στις διεθνείς σχέσεις. Οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο σε έναν καταστροφικό πόλεμο, καθώς φοβόταν τις επιπτώσεις από την αντιπαράθεση με την αμερικανική πολιτική και έπεσε θύμα της αλαζονικής θέσης ότι η Βρετανία θα μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση του διεθνούς συστήματος. Βασική του πίστη: η δύναμη των όπλων διασφαλίζει το θρίαμβο του καλού και ο bush_with_crossπόλεμος δικαιολογείται ως μορφή ανθρωπιστικής επέμβασης. Μόνο που η πεποίθησή του ότι η Αμερική ήταν ανίκητη υπήρξε εσφαλμένη. Η ήττα της από τις ιρακινές εξεγέρσεις, όπως και η φυγή των Γάλλων από την Αλγερία και των Σοβιετικών από το Αφγανιστάν κατέδειξαν πως στις ασύμμετρες εχθροπραξίες οι αδύναμοι έχουν αρκετές πιθανότητες νίκης.

Ο Μπους μίλησε για χώρες που σχηματίζουν τον «άξονα του κακού», για δυνάμεις του σκότους κλπ. Η ομιλία του μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου είχε πολλές αναφορές στη Βίβλο, με φράσεις από την Αποκάλυψη και από τον Ησαΐα. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Θεός του είπε να χτυπήσει την Αλ Κάιντα και τον Σαντάμ. Ο πρώην άεργος και μέθυσος πλανητάρχης ανήκει στο κίνημα Χριστιανική Ανασυγκρότηση ή Θεοκρατική Θεολογία, ένα μεταχιλιαστικό φονταμενταλιστικό κίνημα σύμφωνα με το οποίο  επιδιώκεται μια χριστιανική μορφή διακυβέρνησης που θα υπόκειται στον θείο νόμο. Εδώ υπάρχει μια διαφοροποίηση με τις δυτικές κυβερνήσεις: σε αυτές κάθε ομολογία ισχυρών θρησκευτικών πεποιθήσεων θεωρείται επιβλαβής, ενώ στις ΗΠΑ δίνει χιλιάδες ψήφους, όπως π.χ. των ευαγγελιστών.

Church PlantingΗ χριστιανική δεξιά άλλωστε αποτελεί ολοένα και σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης και ψήφων. Αυτή η δαιμονολογική αντίληψη για την τρομοκρατική απειλή αποτελεί ένα παραπροϊόν συμμαχίας μεταξύ νεοσυντηρητικών και χριστιανικής δεξιάς και προσφέρει στην Αμερική έναν σαφώς προσδιορισμένο εχθρό, που στερήθηκε με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.  Η Αμερική σε αντίθεση με κάθε άλλη μακροχρόνια δημοκρατία, δεν διαθέτει μια κοσμική πολιτική παράδοση κι έτσι αναπληρώνει με μια ασυναγώνιστη θρησκευτικότητα. Σε καμία άλλη εκβιομηχανισμένη χώρα δεν είναι τόσο διαδεδομένη η πίστη στο Σατανά (ο οποίος, σύμφωνα με τον Μπους, ανακατεύεται στις αμβλώσεις, στα βλαστοκύτταρα και στη μετάδοση του AIDS, εξ ου και οι σχετικοί απαγορευτικοί του νόμοι).

blackmassΔιαφωτισμός και Ναζί, Δεξιά και Αριστερά, Χριστιανισμός και Ισλαμισμός μοιάζουν να διάβασαν το ίδιο εγχειρίδιο και λειτούργησαν με τους ίδιους θρησκευτικούς ή αντιθρησκευτικούς τρόπους, γιατί το αντικείμενό τους ήταν πάντα κοινό: ο άνθρωπος και η εξουσία πάνω του. Ο πολύσημος και πολυσήμαντος πολιτικός και φιλοσοφικός λόγος του Γκρέυ συνδυάζει εξαιρετικά εύληπτη γραφή και πυκνότητα επιχειρημάτων και παραδειγμάτων. Δικαιώνοντας το όνομά του, εδώ τα βλέπει όλα γκρίζα, αλλά αυτό δεν είναι το χρώμα της αλήθειας;

Εκδ. Οκτώ, 2009, μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, σ. 261, με πλήρη βιβλιογραφία στο τέλος κάθε κεφαλαίου και ευρετήριο [John Gray – Black Mass. Apocalyptic Religion and the Death of Utopia, 2007]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr υπό τον τίτλο Gray’s Anatomy.

30
Αυγ.
09

Μπέρνχαρντ Σλινκ – Το Σαββατοκύριακο

Μια ιδιόμορφη σύναξη συνειδήσεων

Και ποιος νοιάζεται τώρα τι έγινε πριν τριάντα χρόνια; Πρέπει να ζήσεις στο μέλλον, όχι στο παρελθόν. (σ. 92)

Πόσα ερωτήματα χωρούν σε ένα τριήμερο; Το κατά Σλινκ Σαββατοκύριακο προτίθεται να περιλάβει όσα περισσότερα γίνεται, σε σχέση με ένα αιχμηρό πολιτικό ζήτημα: την αποδοχή ενός (πρώην;) τρομοκράτη από τον οικογενειακό και πολιτικό του περίγυρο και την ίδια την κοινωνία. Πώς θα γίνει λοιπόν δεκτός από τον κύκλο του ο αμνηστευθείς Γιοργκ, ένοπλος αγωνιστής της Φράξιας Κόκκινος Στρατός; Ποιοι είναι οι «πρόθυμοι, άρα και κατάλληλοι» να παραβρεθούν, ή, μάλλον, να συνευρεθούν στο πρώτο ελεύθερό του τριήμερο ύστερα από είκοσι τρία έτη εγκλεισμού;

Όπως είναι ευνόητο, η τρι-ημερήσια διάταξη της ιδιόμορφης αυτής συνέλευσης φίλων, οικείων και πρώην «συναγωνιστών» είναι ιδιαίτερα βεβαρημένη. Όλοι θα κληθούν να υποστηρίξουν τις επιλογές τους και να απολογηθούν για την προηγούμενη και νυν ζωή τους, οφείλοντας, συχνά, να απαντούν στις διεισδυτικές έως και σκληρές ερωτήσεις της ομήγυρης. Ο καθένας άλλωστε αντιπροσωπεύει εκτός από τον εαυτό του και έναν ολόκληρο ιδεολογικό κόσμο ή, έστω, μια ιδιαίτερη αντίληψη ζωής.

Για τους περισσότερους ο Γιόργκ αποτελεί ένα πολύτιμο έπαθλο που επιθυμούν, συνειδητά ή μη, να αποκτήσουν για ιδία οφέλη. Η Κριστιάνε, που εκτός από αδελφή του υπήρξε και μητέρα γι’ αυτόν, κινείται μεταξύ υπόγειας ερωτικής έλξης και ακραίων εκδηλώσεων κτητικότητας. Η νεαρή κόρη ενός φίλου τον πολιορκεί ερωτικά (ως σπάνιο ερωτικό απόκτημα; ως πράξη ανθρωπισμού; λόγω του «μύθου» που αντιπροσωπεύει;), ενώ ο συνήγορός του Αντρέας, έχοντας μοχθήσει για την αποφυλάκισή του, ενδιαφέρεται πρώτιστα για την τήρηση των όρων της.

Αντίπαλο δέος σ’ όσους επιθυμούν να τον προστατεύσουν αποτελεί ο νεαρός Μάρκο, που θέλει να παρεμποδίσει αυτό που ονομάζει «κλειδαμπάρωμά» του. Κρίνοντας πως ο Γιόργκ δεν πέρασε τόσα στη φυλακή για το τίποτα και πως ο αγώνας συνεχίζεται, διεκδικεί την ανάδειξή του ως πνευματικού ηγέτη μιας νέας τρομοκρατίας. Πασχίζει να τον αποτρέψει από την ταπείνωση της συγνώμης και την συνακόλουθη καταρράκωση του κύρους του. Πιστεύει πως, μένοντας συνεπής στην ακλόνητη στάση του στη φυλακή, θα ικανοποιήσει πλήρως στις προσδοκίες των νέων αγωνιστών. Είναι εμφανείς οι προσδοκίες του ρόλου και το βάρος του προτύπου στα οποία καλείται να ανταποκριθεί ο Γιόργκ, εν μέσω μάλιστα μιας διπλής ευθύνης απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους αλλά και της επιθυμίας να απολαύσει το υπόλοιπο της ζωής του.

Η γνώριμη ρεαλιστική γραφή του Σλινκ, διεισδύει αργά και μεθοδικά – μην ξεχνάμε πως είναι νομικός – στην ψυχοσύνθεση των προσώπων, το υπαρξιστικό, πολιτικό και ψυχαναλυτικό έδαφος των οποίων μοιάζει με κινούμενη άμμο. Στην αφήγηση εγκιβωτίζεται, υπό μορφή κεφαλαίων γραφόμενου μυθιστορήματος από μια φίλη, ο ενδεχόμενος βίος του Γιαν, που σκηνοθέτησε την κηδεία του ώστε, ως έτερος Ματίας Πασκάλ, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα σαν «φάντασμα χωρίς ταυτότητα και ίχνη».

Όταν η πραγματικότητα στέκεται αμήχανη μπροστά σε ένα γεγονός (αμνηστία των τελευταίων έγκλειστων της RAF, γενικότερη συζήτηση περί μετάνοιας), τότε η έρχεται η λογοτεχνία να φωτίσει όψεις του. Σε αντίθεση όμως με άλλα πρόσφατα μυθιστορήματα που μίλησαν ανοιχτά περί τρομοκρατίας, η εν λόγω σύναξη δεν αποτελείται από ανυποψίαστους ανθρώπους που μέσα σε μερικά λεπτά αλλάζει η ζωή τους (όπως στο Τρομοκρατικό Χτύπημα του Γιασμίνα Χάντρα ή το Σάββατο του Ίαν Μακ Γιούαν), ούτε από στοχαστές που ωθήθηκαν σχεδόν «νομοτελειακά» στην άλλη πλευρά (όπως Ο τρομοκράτης τον Τζον Απντάικ). Στο «μετα – τρομοκρατικό» μυθιστόρημα του Σλινκ, οι πρώην αντάρτες πόλεων έχουν σταδιοδρομήσει επιτυχώς κι έχουν ενταχθεί οργανικά στην κοινωνία που αρχικά ήθελαν να καταστρέψουν (όπως συνέβη με τους περισσότερους χαρακτήρες στην Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σεμπρούν). Ένα Σαββατοκύριακο θα τους φέρει αντιμέτωπους με το νόημα της συγνώμης, την υποχρέωση της ορθολογιστικής θωράκισης των πράξεών τους, την ανάληψη μεριδίων ευθύνης και την σκληρή κριτική. H ιστορία του εντάσσεται σε ένα ειδυλλιακότατο εξοχικό τοπίο, πλήρως αποκαθαρμένο από οποιοδήποτε «αστικό» περίβλημα, ακριβώς για να σταθεί γυμνή απέναντι στην οποιαδήποτε – έστω και παροπλισμένη– ομορφιά της ζωής.

Εκδ. Κριτική, 2008, μτφ.: Αλέξανδρος Κάιμπελ, σελ. 245 / Bernhard Schlink, Das Wochenende, 2008.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 563, 31.7.2009 (και εδώ).



Απρίλιος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 827,425 hits

Αρχείο