Archive for the 'Φιλοσοφία' Category

08
Ιον.
17

Jean – Luc Marion – Το ερωτικό φαινόμενο. Έξι στοχασμοί

Η κοινωνία των δυο

Ο εραστής εξατομικεύει πρώτα πρώτα με την επιθυμία [désir] ή μάλλον με την επιθυμία του που δεν είναι η επιθυμία κανενός άλλου, γράφει ο Μαριόν σε έναν από τους έξι δοκιμιακούς στοχασμούς του πάνω στον έρωτα. Πράγματι, εκτός κι αν δεν υπακούει παρά σε φυσικές και φυσιολογικές αναγκαιότητες (οπότε θα επρόκειτο για μια απλή ανάγκη [besoin]), η επιθυμία δεν μπορεί να εκκαθολικευτεί για να εφαρμοστεί και σε μένα και στον οποιονδήποτε άλλο· τίποτε δεν μου ανήκει τόσο, όσο αυτό που επιθυμώ, γιατί αυτό μου λείπει· αλλά αυτό που μου λείπει με ορίζει μυχαίτερα από οτιδήποτε κατέχω, γιατί αυτό που κατέχω παραμένει εξωτερικό, ενώ αυτό που μου λείπει με κατοικεί· έτσι που μπορώ να ανταλλάξω αυτό που κατέχω, αλλά όχι την έλλειψη που κατέχει την καρδιά μου.

Ο παραπάνω στοχασμός [σ. 206 – 207] είναι ενδεικτικός της γραφής του Γάλλου φιλοσόφου έστω μιας απλούστερης μορφής της. Το κείμενό του απαιτεί μέγιστη συγκέντρωση αλλά όταν κανείς το διαβάσει προσεκτικά, όχι αποσπασματικά αλλά σε απόλυτη συνάφεια με τα προηγούμενα, τότε όχι μόνο εισχωρεί στον καρπό του έρωτα ως φιλοσοφικού κόσμου αλλά και ξεδιψάει με τους πλούσιους χυμούς του. Επιμένω σε αυτή την γραμμική, συγκεντρωμένη ανάγνωση του έργου του λέξη προς λέξη, γιατί εκτός των άλλων, κάθε επόμενη σελίδα έχει ως δεδομένο έναν συλλογισμό από την προηγούμενη, σε μια μεγάλη, διακλαδωτή αλυσίδα σκέψεων, επαγωγών και στοχασμών.

Αυτό που εξατομικεύει περαιτέρω τον εραστή, συνεχίζει λίγες σελίδες πιο κάτω ο Μαριόν, είναι η αιωνιότητα ή, τουλάχιστον, η επιθυμία αιωνιότητας. Ο εραστής και ο ερώμενος χρειάζονται, μετά από μια ενοχλητική σειρά από «προηγούμενα», την πεποίθηση, ή τουλάχιστον την επίφαση, ακόμα και την ηθελημένη ψευδαίσθηση της πεποίθησης ότι η φορά αυτή είναι η καλή, είναι η φορά του μια για πάντα. Την στιγμή που αγαπά, ο εραστής δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που λέει και κάνει παρά ορισμένως υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, ή, τουλάχιστον, «μιας αιωνιότητας στιγμιαίας, χωρίς υπόσχεση διάρκειας, αλλά με μια αιωνιότητα στην πρόθεση» ισχυρίζεται ο Μαριόν και δεν μπορούμε παρά να χαμογελάσουμε. Οι εραστές πράγματι χρειάζονται την πεποίθηση για μια ανέκκλητη, παντοτεινή αγάπη. Η ίδια η πράξη του έρωτα περιέχει εξ ορισμού το ανέκκλητο (όπως στην μεταφυσική η ουσία του θεού περιέχει την ύπαρξή του.

Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους, επιφανής εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής, καθηγητής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια Σορβόννης και Σικάγο (όπου διαδέχτηκε αντιστοίχως τον Emmanouel Levinas και τον Paul Ricoeur), αντικομφορμιστής διδάσκαλος από κάθε είδους αυταρέσκεια και επίδειξη, γνώστης δυο συστημάτων, της λογικής και της θεολογίας που στο έργο του δεν συγκρούονται αλλά ενίοτε συνεργάζονται, ο Μαριόν έχει γράψει έργα για μείζονα καρτεσιανά και θεολογικά ζητήματα αλλά και τον διάσημο ήρωα των κόμικς Τεντέν. Εδώ επιχειρεί να εγγράψει τον έρωτα μέσα σε ένα επαρκές  φιλοσοφικό σχήμα, προλογίζοντας πρώτα την ίδια την σιωπή του για να εμβαθύνει σε σε έξι εκτενή μέρη πάνω σε πρόσφορες τομές: στην υπερίσχυσή του απέναντι στην λογική, στην αμφιβολία, στην εαυτότητα, στην αυταπάτη ότι εμμένει κανείς στο είναι του, στην αμοιβαιότητα, στην σάρκα που ερεθίζεται, στον βιασμό και στην διαστροφή, στην ζήλια και στην τιμή της, στην ελεύθερη ερωτικοποίηση, στην έλευση του τρίτου, στο αντίο.

Στο περί Ηδονής κεφάλαιο, στην παράγραφο 25, ο Μαριόν διεισδύει περίτεχνα στον σκοτεινό της πυρήνα. «Εραστές πλέον εμείς, διασταυρώνουμε τις αμοιβαίες και σεβαστές σάρκες μας», κάνει λογοπαίγνιο με τις λέξεις respectives – respectées και με μια σειρά συλλογισμών καταλήγει: Μπορώ λοιπόν νομίμως να συμπεράνω ότι χαίρομαι τον άλλον, αντί απλώς να τον χρησιμοποιώ. Ενώνομαι πράγματι με την σάρκα του για χάρη μου – για να την λάβει. Επομένως τον απολαμβάνω. Δεν απολαμβάνω την δική μου ηδονή αλλά την δική του· και αν παρ’ ελπίδα (πράγμα καθόλου υποχρεωτικό) φτάνω επίσης σε οργασμό, η ευχαρίστησή μου αναβλύζει απλώς από τη δική του, σαν επιστροφή της.

Σε ποιο χώρο όμως επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Δεν είμαι πλέον ένα φυσικό σώμα τοποθετημένο μεταξύ άλλων φυσικών σωμάτων, που μπορεί να οριστεί με στοιχεία εντοπισμού (οριζόντια ή κάθετη συντεταγμένη, γεωγραφικό μήκος και πλάτος κ.λπ.)· οι τρεις διαστάσεις του φυσικού χώρου (μήπως, πλάτος, βάθος) δεν ισχύουν παρά γι’ αυτό που ανήκει στη φύση / στον κόσμο ως αντικείμενο ή ως ένα ον, τοποθετημένο μεταξύ άλλων, σε έναν ομοιογενή χώρο. Αντίθετα, χάρη στην ερωτική αναγωγή, αισθάνομαι πια τον εαυτό μου ως καθαρή σάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τον αισθάνομαι χάρη στις αντιστάσεις αντικειμένων που μου ορίζουν έναν δεδομένο χώρο. Ως σάρκα, δεν αισθάνομαι παρά τον εαυτό μου, επομένως προσανατολίζομαι βάσει αυτού, χωρίς άλλο σημείο αναφοράς από την ίδια μου την σάρκα. Είναι η μόνη που αποφασίζει για την θέση μου, γιατί αυτή ορίζει το μοναδικό μου περιβάλλον – το ερωτικό.

Τώρα η θέση μου στο ερωτικό περιβάλλονδεν εξαρτάται παρά μόνο από τη σχετική μου θέση προς αυτή τη σάρκα αναφοράς· δεν με βρίσκω ψηλά ή χαμηλά μέσα στον φυσικό κόσμο, ούτε στο βορρά ή στο νότο του γεωγραφικού κόσμου, ούτε στην είσοδο ή στο βάθος του χτισμένου κόσμου· βρίσκομαι πάνω ή κάτω από αυτή τη σάρκα, μακριά ή κοντά της, μέσα της ή έξω. Αυτή είναι για μένα και ο τόπος μου, και οι συντεταγμένες μου και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ή μάλλον αυτή με κάνει να μην τα χρειάζομαι όλα αυτά. […] Είμαι τοποθετημένος ακριβώς εδώ, εκεί που πάει το φιλί μου. [σ. 247]

Και σε ποιο χρόνο επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Και πρώτα απ’ όλα, πρόκειται ακόμα για ένα χρόνο, από την στιγμή που δεν είμαι πια μέσα στο χρόνο του κόσμου αλλά σ’ εκείνον της ερωτικής αναγωγής, όπου το μέλλον ορίζεται ως ο χρόνος της αναμονής ενός άλλου όπου τίποτε δεν συμβαίνει; Πώς νοείται η  ερωτικοποιημένη σάρκα, ποιες οι γοητείες και οι απάτες της, πως διασταυρώνονται οι σάρκες, τι συμβαίνει στις επικράτειες του μίσους, πως λειτουργεί η πίστη στην ερωτική χρονικότητα; Ο Μαριόν χειρουργεί με απόλυτη τρυφερότητα το φαινόμενο που φέρει η λέξη με την διπλή σημασία της αγάπης και του έρωτα και αξίζει την μέγιστη προσοχή που απαιτεί ετούτη η γοητευτική αναγνωστική δοκιμασία.

Εκδ. Πόλις, Α΄ και Β΄ έκδ. 2008, Γ΄ έκδ. 2010, μτφ. και επίμετρο (κυρίως περί της μετάφρασης) Χρήστος Μαρσέλλος, σ. 426 [Le Phénomène érotique. Six meditations. 2003]

Στις εικόνες: κομικογραφική απόδοση ενός έρωτα από την Amelie [Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain, Jean-Pierre Jeunet, 2001] και έργα των Cyndavalle, Hans Baluschek και Christian Rohlfs. Παρεμβάλλονται σκηνές από δυο αλησμόνητες ερωτικές ταινίες: η γυναίκα του μάγειρα και ο εραστής της από την περίφημη ταινία του Peter Greenaway [1989] και οι εραστές από τον Θυρωρό της Νύχτας [Liliana Cavani, 1974].

12
Μαρ.
17

Στάθης Γουργουρής – Ενδεχομένως αταξίες. Κείμενα ποιητικής και πολιτικής

Τα ηρεμιστικά του βάλτου και οι στοχασμοί της αφύπνισης

Στοχάζεται η λογοτεχνία; αναρωτιόταν ο συγγραφέας σε παλαιότερη συλλογή κειμένων (που παρουσιάσαμε εδώ)· αυτή τη φορά το πεδίο μετατοπίζεται στην ποιητική και την πολιτική και όσα μύρια περικλείουν αλλά κατά κάποιο τρόπο το ερώτημα παραμένει ίδιο. Άλλωστε οι επιμέρους τομείς της τέχνης του λόγου ή της σκέψης, της πολιτικής ή της ιστορίας, δεν αποτελούν παρά ενδεικτικές διαγραμμίσεις σ’ έναν ενιαίο χάρτη όπου όλα συνδέονται. Και ακριβώς αυτή είναι η αρετή των περισσότερων κειμένων του συγγραφέα: από την μία επικεντρώνουν σε ένα θέμα με πλήρη αυτονομία και από την άλλη το ανοίγουν προς όλες τις κατευθύνσεις, σε δοχεία συγκοινωνούντα που καταλήγουν σε μια ευρύτερη δεξαμενή. Και, βέβαια, το ερώτημα είναι πάντα έτοιμο να αντιστραφεί: τι στοχαζόμαστε εμείς μέσα από την πεζογραφία, την ποίηση, την πολιτική, την φιλοσοφία, την επικαιρότητα, την τρέχουσα καθημερινότητα.

Ας ξεκινήσω από την ανάγνωση μιας συγγραφέως που δεν έχει διαβαστεί αρκετά, της Μιμίκας Κρανάκη, και του σημαντικού της βιβλίου Φιλέλληνες (είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας). Ο Γουργουρής εκκινεί από τον Μπρεχτ που έλεγε ότι το πιο θλιβερό για μια κοινωνία είναι να έχει ανάγκη από ήρωες. Είναι μια κοινωνία που νοσεί: η ανάγκη της για ήρωες και ηρωισμούς υποδηλώνει την αδυναμία της να δράσει σύσσωμη και να μοιράσει την ευθύνη σε όλα της τα μέλη. Έτσι θυσιάζει κάποια επίλεκτα μέλη της στο βωμό της επωνύμου δόξας (συνήθως μεταθανάτιας), για να συγκαλύψει την συλλογική της ανεπάρκεια.

Στο επίπεδο παραγωγής και κατανάλωσης ηρώων η λογοτεχνία συμβαδίζει με την «πραγματικότητα», αλλά και μπορεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται οι κοινωνίες τους ήρωές τους· πώς τους ανταμείβουν και πώς τους απωθούν; Και το εκτενές τόλμημα γραφής της Κρανάκη αναλαμβάνει την ευθύνη της κατάδυσης στην μεταπολεμική ελληνική ιστορία όπου ηρωισμός και θλίψη αναπόφευκτα συνυφαίνονται. Το μυθιστόρημα αφορά τους αριστερούς (κυρίως) επιστήμονες, διανοούμενους και καλλιτέχνες που διασώθηκαν κατά τον Εμφύλιο χάρη στην πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης να τους χορηγήσει υποτροφίες για σπουδές στο Παρίσι (1945).

Η συγγραφέας ήταν μια από τους υποτρόφους αλλά εδώ το αναμφισβήτητο αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν εμφανίζεται παρά ως σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο τα πάντα λάμπουν ως μύθοι: όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και ο ίδιος ο Εμφύλιος, η μετανάστευση, η διασπορά, η Ευρώπη κ.ό.κ., και τυλιγμένος γύρω τους ο ίδιος ο μύθος της Αριστεράς. Οι ήρωές του είναι πραγματικά θλιμμένοι, όχι τόσο γιατί κουβαλούν το βαρύ πεπρωμένο του μετεμφυλιακού ελληνισμού όσο γιατί αναγνωρίζουν ότι αποτελούν τα εξιλαστήρια θύματα μιας ανεπαρκούς μυθολογίας. Και εφόσον η πλοκή του μυθιστορήματος στηρίζεται σε αυτό το τεράστιο χάος που επικρατεί στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς, η συγγραφέας παραδίδεται στον γνωστό αφοριστικό λόγο αυτών που είδαν τα οράματά τους να διαπομπεύονται από τους ίδιους τους συντρόφους τους εν ονόματι μιας μίζερης πολιτικής σκοπιμότητας.

Τελικά αυτοί οι ήρωες γίνονται υπότροφοι μιας αέναης μετατόπισης· μιας ιστορίας όπου η εξορία – ξενιτιά δεν είναι απλώς μια μόνιμη (εγ)κατάσταση αλλά και μια ολοένα και πιο α-νόητη σημασία. Οι πάτριες αναμνήσεις τους εναλλάσσονται με τους απάτριδες στοχασμούς και χωρίς ακριβώς να παύουν να είναι Έλληνες, γίνονται Φιλέλληνες. Όπως γράφει η συγγραφέας: Φιλέλληνες, όπως λες φιλό-σοφος ή φιλό-μουσος, αγαπάς τη σοφία, τη μουσική, χωρίς ούτε σοφός ούτε μουσικός να ’σαι. Εξ’ αποστάσεως. Άλλοι θα φτειάχνουνε τον κόσμο, τη ζωή, και συ, μακρινός εραστής, θα κάθεσαι να βλέπεις. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και η άλλη φωνή μέσα στο μυθιστόρημα, πως κανένας άνθρωπος δεν είναι ξένος. Η αρνητική γραμματική της πιο οικουμενικής κατάφασης: Ξένος ουδείς, συνεπώς ούτε Οδυσσέας.

Οι πιστοί αναγνώστες του Πλανόδιου γνωρίζουμε τον συγγραφέα από τις ανεξάντλητες «πίσω» σελίδες του περιοδικού, όπου μαζί με άλλους ερευνητές, δοκιμιογράφους και συγγραφείς άνοιγε ακριβώς αυτή την βεντάλια των στοχασμών· στην προκείμενη περίπτωση με την στήλη Διαβατήρια, πέντε από τα οποία αναδημοσιεύονται εδώ. Το πρώτο μας ταξιδεύει στο «μετεμφυλιακό Βελιγράδι», στο τιτοϊκό ξενοδοχείο Μετροπόλ και σε μια αξέχαστη συνύπαρξη πρώην Γιουγκοσλάβων όλων των «εθνοτήτων», ανθρώπων που είχαν μάθει να ζουν με την απώλεια της χώρας τους· που περιφρόνησαν το καινούργιο τους διαβατήριο και δεν περιφέρονταν σαν ζωντανοί νεκροί στο νεκροταφείο των οραμάτων τους. Κανείς τους, αν και ά-εθνος ή άπατρις δεν ένοιωθε άπολις. Η συνάντηση δεν αποσκοπούσε σε κάποια ιεροτελεστία συμφιλίωσης. Τίποτα δεν χώριζε αυτούς τους ανθρώπους για να χρειάζεται να επαναστήσουν γέφυρες. Ή μάλλον, ό,τι τώρα τους χωρίζει – η αμείλικτη αλήθεια της Ιστορίας – τους είναι ξένο, επιβεβλημένο από κάποιους άλλους. Έχει φτάσει να τους ανήκει μόνο και μόνο επειδή τους αποκαλεί – τους αποκλείει ονομάζοντάς τους – Σέρβους, Κροατες, Μαυροβούνιους, Βόσνιους, Σλοβένους, Μακεδόνες, και εκεί ακριβώς έγκειται η εναντίωσή τους: στο βάπτισμα στο οποίο, παρά τη θέλησή τους, τους εξαναγκάζει ο εθνικισμός. [σ. 241 – 242]

Το τρίτο διαβατήριο αφιερώνεται στον τρομπετίστα Μάζεν Κερμπάτζ που το 20006 βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του για να παίξει τρομπέτα ντουέτο με τις βόμβες που έπεφταν στον απέναντι λοφίσκο [συμπληρώνοντας την τέχνη εν καιρώ πολέμω με τις εικαστικές και ιστολογιακές ανταποκρίσεις του] αλλά θα σταθώ περισσότερο στο δεύτερο, που αφορά τον Φιλ Όουκς, εκκινώντας από την τραγική εμφάνιση του στο Κάρνεγκι Χολ το 1969. Ο πιο στρατευμένος στιχουργός της παρέας των φολκ τροβαδούρων Ντύλαν και Μπαέζ, ο πιο πολιτικοποιημένος τραγουδοποιός της γενιάς του, απαγορευμένος σε κάθε ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναμετάδοση, κατέρρευσε μετά το τραυματικό 1968 και τα πρωτοφανή επίπεδα βίας, πολιτικού διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης, ύστερα από τα οποία η στρατευμένη αριστερά της αμερικανικής φολκ φαινόταν αδύναμη και αφελής. Άλλωστε ήταν ο μοναδικός μουσικός της επαναστατημένης νεολαίας που ήταν παρών στο μακελειό κατά την Συνέλευση του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο.

Στην σκηνή δεν ανέβηκε ο άλλοτε προκλητικός και σαρκαστικός Όουκς αλλά ένας νεκροζώντανος άντρας με την λαμέ αμφίεση του Έλβις· ήταν η τελευταία του εμφάνιση προτού προχωρήσει στην ψυχασθένεια και την αυτοχειρία. Ο συγγραφέας αναζητά τα διαβατήριά του: την ανέστια ζωή του μοναχικού που αναζητά το πλήθος που άλλοτε τον επευφημεί και άλλοτε τον αποπέμπει, την μοναξιά που είναι ελεύθερος αέρας και αβάσταχτο βάρος συνάμα. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Πατριώτη και τον Προδότη (όπως τιτλοφορούσε ένα 45άρι του) όταν η ηγεσία έχει προδώσει τις βασικές αξίες της χώρας και η προδοσία είναι η απώτατη πατριωτική πράξη; Ο Όουκς δεν σταματούσε να τραγουδά κατά του θανάτου εν ονόματι των νεκρών του Βιετνάμ με το άλλοθι μιας επικείμενης επανάστασης. Όμως οι συνεχείς δολοφονίες των ηγετών κάθε εστίας αντίστασης και η εξάπλωση της βίας τον έφεραν ενώπιον μιας αλήθειας: η αμερικανική κοινωνία στην ουσία της είναι μια κοινωνία θανάτου, μια κοινωνία φαντασμάτων που εξοντώνει οτιδήποτε θετικό. Και εξάγει θάνατο παντού γιατί τον παράγει εν αφθονία. Ο ίδιος έγραψε ως ημερομηνία θανάτου του το 1968, κι ας άντεξε λίγα χρόνια ακόμα, βλέποντας την δολοφονία του Βίκτορ Χάρα στην Χιλή, κυνηγημένος και επιτηρούμενος από τους πράκτορες του FBI, λογοκριμένος από τα Μέσα, ξεχασμένος από την Αμερική.

«Τα ηρεμιστικά του βάλτου» εκκινούν από την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, άρα και της ψυχροπολεμικής σύλληψης της Ιστορίας. Η επανάσταση μεταδόθηκε από την τηλεόραση, άρα δεν γλίτωσε από το ζάπινγκ των θεατών και μετά από μερικά τρίλεπτα σπασμωδικού τηλεοργασμού χάθηκε στην γκρίζα άβυσσο πίσω από το προσωπείο της οθόνης. Τα τείχη γκρεμίστηκαν χωρίς ήχο κι εμείς βρισκόμαστε στην καρδιά της «σύγχρονης» κοινωνίας που θεσμοθετείται ως σύγχρονη βάσει των ιδεών του λεγόμενου Διαφωτισμού, έγκειται δηλαδή σε μια αδιάλλακτη ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Παύουμε λοιπόν να ψάχνουμε το νόημα της ύπαρξής μας σε κάποιο άγνωστο, μυστηριώδη χώρο στα χέρια ενός παντοκράτορος Άλλου και το ψηλαφούμε μέσα στις σκέψεις και τις πράξεις μας ως αναπόφευκτα κοινωνικά και ιστορικά όντα.

Πρόκειται για μια δραματική στροφή στην ανθρώπινη φαντασία που μας επαναθέτει την δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνικής αυτονομίας. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι τα «σύγχρονα» επαναστατικά κινήματα βασίστηκαν ακριβώς σε αυτό το πρόταγμα της αυτονομίας αλλά και απέτυχαν επειδή η ίδια η κοινωνία «δεν έχει καταφέρει ακόμα να σηκώσει το βάρος της τεράστιας ευθύνης που θέτει η αυτονομία της, προδίδοντας στα ίδια της τα ευρήματα ιδιότητες θείες: την ορθολογικότητα ως υπέρτατο ον, την επιστήμη ως αλήθεια της Φύσης, το Έθνος ή το Κράτος ως εγγύηση πρόνοιας, το Κόμμα ως κλειδοκράτορα των νόμων…». Αλλά το πιο επαναστατικό παράδειγμα της διαφωτιστικής παράδοσης είναι ακριβώς η δυνατότητα της αυτοκριτικής! Τι συμβαίνει λοιπόν και η κοινωνία κλονίζεται από κάθε λογής εκρήξεις φανατισμού ο οποίος διακρίνεται από μια ενσυνείδητη επιλογή μεταφυσικών αξιών και οραμάτων αντί μιας στοχαστικής αναμέτρησης με την ιστορική περιστασιακότητα της ζωής; Η διανόηση και ο στοχασμός, γράφει ο Γουργουρής, είναι διαμετρικά αντίθετοι με τον μαζικό φανατισμό εν ονόματι μιας υπερβατικής ιδέας (εθνικισμός, φονταμενταλισμός κ.λπ.) και την μαζική παραίτηση από τα κοινά εν ονόματι μιας αυτοέγκλειστης τελετουργίας (καταναλωτισμός, τηλεχαύνωση κ.λπ.).

Με ανοιχτό τον προβληματισμό για την αυτονομία της κοινωνίας, φυλλομετρώ τον τόμο και στέκομαι στο κείμενο για την σημασιακή σχέση πόλης και ποίησης στον Χάιντεγγερ. Ποια είναι η πολιτική σημασία της ποίησης ιδιαίτερα μετά τις φιλοσοφικές συνέπειες του πλατωνικού διατάγματος για την απαραίτητη εξορία των ποιητών από την πόλη; Ο όρος «κοινωνία των πολιτών» χρησιμοποιείται εδώ με την αρχαία έννοια του αυτοκαθορισμού και της αυτονομίας της πόλης. Μπορεί ο φιλόσοφος να παραποίησε την αρχαιοελληνική σκέψη αλλά ταυτόχρονα και την επέκτεινε και την εμβάθυνε ριζικά. Η χαϊντεγγεριανή θεώρηση της αρχαίας σκέψης αποδίδει στην ποίηση θεμελιώδη στοχαστικό ρόλο. Άλλωστε παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανακοίνωσε το τέλος της φιλοσοφίας, ολόκληρο το έργο του καταπιάνεται με τον πρωταρχικό όρο ύπαρξής της, την πολιτική: ο συνεχής προβληματισμός της καθημερινής ζωής έξω από κάθε μεταφυσική υπέρβαση, μέσω της αυτονομίας της πόλης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον έχουν «Οι αντιφάσεις και αμφιθυμίες του Άγγελου Ελεφάντη». Ο άρτια καταρτισμένος ιστορικός και θεωρητικός της πολιτικής που έδρασε, μεταξύ άλλων, ως στοχαστής, συγγραφέας, σχολιαστής και μεταφραστής γαλούχησε τρεις τουλάχιστον γενιές με το περιοδικό Ο Πολίτης. Ο Πολίτης υπήρξε το κατεξοχήν φόρουμ ειδών όπου η πιο σύγχρονη τότε λογοτεχνική θεωρία ερχόταν σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και την ελληνική λογοτεχνία αυτή καθαυτήν. Ο Γουργουρής (που, σημειωτέον, υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού και δημοσίευε κείμενα με τα οποία διαφωνούσε ο Ελεφάντης αλλά ουδέποτε διανοήθηκε να μην δημοσιεύσει) θεωρεί ότι η δεινή αφοσίωση του Ελεφάντη στις αρχές του Διαφωτισμού και την μορφή του έθνους ως κύριο έδαφος συλλογικής πολιτικής πρακτικής τού κατέστησε δύσκολο να εκτιμήσει την ονομαζόμενη μεταμοντέρνα ή μεταδομική σκέψη.

Για τον Ελεφάντη το έθνος υπήρξε κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που λειτούργησαν ως μαγματικές πηγές όλων των ευρωπαϊκών εθνικών φαντασιακών. Η επιτυχία των Γάλλων στοχαστών (Αλτουσέρ, Λακάν, Φουκώ, Ντερινά) στον αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο τού ήταν ανυπόφορη. Την έβλεπε σαν ιμπεριαλιστική πραγματικότητα, ένα είδος αναρρόφησης της αληθινής σκέψης από ένα αποστειρωμένο θεσμικό πλαίσιο που παρήγαγε ιδεολογικές μορφές προς όφελος των δομών της αυτοκρατορίας. Ακόμα και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όταν η αμφισβήτηση άγγιξε τον Διαφωτισμό, την καρτεσιανή λογική, την μορφή του έθνους και του πολίτη και όλα όσα απελευθέρωσαν τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης ο Ελεφάντης αντιτάχθηκε σε αυτού του είδους τον ριζοσπαστισμό και δεν είχε υπομονή για τις διάφορες μετα – εθνικές κατηγορίες, για την μετα – αποικιακή σκέψη ή τις «φαντασιακές κοινότητες» του Μπένεντικτ Άντερσον και βέβαια παρέμενε συνεπής σε μια γκραμσιανή «αισιοδοξία της βούλησης». Και αναρωτιέται ο Γουργουρής…

…. πώς ένας στρατευμένος διεθνιστής – ως κομμουνιστής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο – δίσταζε μπροστά σε νέες ιδέες και κινήματα που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια και τις εθνικές ταυτότητες. Αναρωτιέται κανείς πώς ένας στοχαστής, ρασιοναλιστής σίγουρα αλλά με εξαίσια και λεπτή αίσθηση του ποιητικού, που ως ακτιβιστής ήταν γκραμσιανός, που ανδρώθηκε πολιτικά στους δρόμους του Παρισιού τον Μάη του ’68 με το σύνθημα «Η φαντασία στην εξουσία» έδειχνε τέτοια δυσπιστία προς την έννοια του φαντασιακού; [σ. 324]

Το κείμενο «Βάλτερ Μπένγιαμιν: φυσιοδίφης και φωτογράφος της ιστορίας» εστιάζει σε δυο ιδιαίτερες εκδόσεις για τον σπουδαίο στοχαστή, μια εκ των οποίων θα παρουσιάσουμε σύντομα (πρόκειται για την σημαντική ανάγνωση της διαλεκτικής του περί φωτογραφίας από τον Εντουάρντο Καντάβα, που κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις). Ο ερευνητής μέσα από ένα ιδιαίτερο λεξικό εννοιών καταδεικνύει ότι η φωτογραφία είναι φύσει «μπενγιανική» στην σχέση της με την ιστορία: είναι ταυτόχρονα σημείο σύνδεσης και διάρρηξης, ένας φωτοδιακόπτης μεταξύ ανάμνησης και θανάτου. «Το θεμελιακό ψευδές δίλημμα του Λούκατς», η Αμερική που είναι «αναπόφευκτα μερική», το Ιράκ που καθρεφτίζει το αμερικανικό σύμπλεγμα, η τηλεκατευθυνόμενη κοινωνία και τα θηράματά της, η νέα τάξη θυμάτων, ο «παράδοξος και τακτικός» Σεφέρης, ο «αλογάριαστος» Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Χουλιάρας και ο Τάκης Σιμώτας, οι τσαρλατάνοι του ύφους, το «ασύλληπτο μυθιστόρημα» της εγχώριας τρομοκρατίας είναι μερικά ακόμη από τα θέματα πάνω στα οποία προβληματίζεται η ευρύτατη ματιά του συγγραφέα. Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Πολίτης, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Πλανόδιον, Σχεδία), εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, Αυγή, Εποχή, Το Βήμα), συλλογικά θεματικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και αλλού· άλλα υπήρξαν αντικείμενο διαλέξεων ή ήταν μέχρι σήμερα ανέκδοτα.

Εκδ. Νήσος, [Πολιτείες, 36], σελ. 404.

Στις εικόνες: Μιμίκα Κρανάκη [έργο της Άννας Φιλίνη], αναμνηστική φωτογραφία των διανοουμένων – επιβατών του πλοίου Ματαρόα το 1945 [Παρίσι, 1946 (Πανεπιστημιούπολη). Από αριστερά: Μέμος Μακρής, Γιώργος Καρούζος, Κατερίνα Καχραμάνη, Κώστας Παπαϊωάννου, N. Καχραμάνη, Ντούντα – Ζίζικα, άγνωστος, Μέμος Αλίκουλης (Αρχείο Μάνου Ζαχαρία)], Mazen Kerbaj, Phil Ochs, Martin Heidegger, Άγγελος Ελεφάντης [1976], Τριακοστός Πολίτης, Walter Benjamin κι ένα ξενοδοχείο πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, μετέπειτα υπερεθνικής συνύπαρξης.

27
Φεβ.
17

Φρέαρ τεύχος 18 (Φεβρουάριος 2017)

18

Αν δείτε το έργο μου ως ένα σύνολο είτε πρόκειται για τα ζώα, είτε πρόκειται για την παγκόσμια φτώχεια και τον αποτελεσματικό αλτρουισμό, είτε για την ευθανασία και άλλα ζητήματα ζωής και θανάτου στην Ιατρική, το σταθερό θέμα μου είναι το πώς θα ζήσουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειώσουμε την οδύνη όσο περισσότερο μπορούμε και πώς θα βελτιώσουμε την ευημερία όλων των όντων που μπορούν είτε να υποφέρουν είτε να ευχαριστηθούν τη ζωή τους. Οπότε αναζητώ περιοχές όπου μου φαίνεται ότι είναι δυνατό να αποφευχθεί η οδύνη μες από αλλαγές που μπορούμε να επιφέρουμε. Στην περίπτωση των ζώων, για παράδειγμα, προκαλούμε ένα τεράστιο ποσό οδύνης με το να εγκλείσουμε ζώα μέσα σε βιομηχανικές φάρμες. Πραγματικά δεν χρειάζεται να το κάνουμε αυτό γιατί μπορούμε να ζήσουμε εξίσου καλά ή και καλύτερα χωρίς να τρώμε ζώα…

 … λέει ο Πίτερ Σίνγκερ που γνωρίζουμε ήδη από το βιβλίο του Η απελευθέρωση των ζώων (σύντομα θα παρουσιάσουμε την πρόσφατη επανέκδοση) και έχουμε ήδη παρουσιάσει την συλλογή τεσσάρων κειμένων με τον τίτλο Ζώα και Ηθική. Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους λίγους φιλοσόφους που ευτύχησαν να κατάσχουν μια ιδιαίτερη θέση στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ενόσω είναι ακόμα ενεργός, καθώς επέκτεινε την ηθική φιλοσοφία του ωφελιμισμού και στα ζώα. Ο ωφελιμισμός επιμένει ότι η ηθικά ορθή πράξη είναι αυτή που μεγιστοποιεί την ωφέλεια, η οποία συνήθως ορίζεται με όρους ευχαρίστησης, ευημερίας και ευτυχίας των όντων που αισθάνονται και έχουν συναφώς δυνατότητα ευχαρίστησης και οδύνης.

peter-singer-by-derek-goodwin

Ο ωφελιμισμός συνδέεται απαραίτητα με ένα ευρύτερο ηθικό αίτημα καθολικότητας και καθολίκευσης (universalism), δηλαδή με ένα αίτημα ευτυχίας του συνόλου, συνεπώς παραμένει μια ηθική θεωρία αντιτιθέμενη στον απλό εγωισμό, ηδονισμό ή ευδαιμονισμό. Το αίτημα ακριβώς της καθολικότητας επεκτείνεται και στα ζώα, αφού κριτήριο της ευτυχίας δεν είναι παρά η ευχαρίστηση και η έλλειψη πόνου, ένα κριτήριο που αφορά και τα άλλα ζωικά είδη πέραν του ανθρώπου. Ο συγγραφέας απαντά στις διόλου εύκολες ερωτήσεις του Διονύση Σκλήρη που έχει συντάξει και την κατατοπιστική εισαγωγή.

Ο Σίνγκερ αναρωτιέται πώς μπορεί να είναι κανείς ωφελιμιστής και να μην ενδιαφέρεται για τα ζώα. Ο ίδιος ο ωφελιμισμός ενδιαφέρεται για την ευτυχία και την οδύνη, μεριμνά επομένως για οποιοδήποτε ον μπορεί να υποφέρει ή να ευτυχεί. Όλοι οι μεγάλοι ωφελιμιστές στοχαστές διατύπωσαν ρητά ότι η οδύνη των ζώων δεν μπορεί να μείνει έξω από τους σχετικούς υπολογισμούς, ενώ επέκριναν το γεγονός ότι δεν υπήρχαν καθόλου νόμοι που να προστατεύουν τα ζώα.

tavares

Σε μια άλλη συνομιλία, ο εξαιρετικά ενδιαφέρων Πορτογάλος συγγραφέας Γκονσάλο Μ. Ταβάρες (βλ. παλαιότερη παρουσίαση της Ιερουσαλήμ του από το Πανδοχείο, εδώ) υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το βιβλίο προϋποθέτει την ιδέα ενός αναγνώστη πομπού και όχι δέκτη, συνεπώς για να μπορέσει όμως ο αναγνώστης να εκπέμψει, θα πρέπει να απενεργοποιήσει τη συνθήκη της υποδοχής, της λήψης. Ο συγγραφέας διαφοροποιεί πλήρως το λογοτεχνικό βιβλίο από την κινηματογραφική ταινία, όπου ο θεατής είναι για μιάμιση ώρα χωρίς καμιά διακοπή ένας δέκτης. «Το βιβλίο είναι μια τελείως διαφορετική μηχανή που επιτρέπει στον αναγνώσει ανάμεσα σε δυο σελίδες, να κάνει ένα ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου, να επιστρέψει και να ξαναπιάσει το νήμα της ανάγνωσης στην επόμενη σελίδα. Και νομίζω ότι αυτή είναι η μεγάλη ελευθερία που επιτρέπει η λογοτεχνία στην ανθρώπινη σκέψη: να ταξιδέψει ανάμεσα σε δυο σελίδες» (συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο).

david-hockney-oona-zlamany

Καθώς οι καιροί είναι αβυθομέτρητοι, οι φερώνυμες σελίδες συνεχίζουν να ανασκάπτουν με τον λόγο θέματα ευρύτατου προβληματισμού, εντός και εκτός λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Κεντρωτής συνεχίζει πάνω στην μεταφραστική ρητορική του, ο Μαριάνος Καράσης κατά την έρευνα πάνω στις Ουτοπίες της Αρχαιότητας φτάνει στον αριστοφανικό Πλούτο, ο Διονύσης Μαγκλιβέρας επιχειρεί μια ανατομία πάνω στον φόβο του ίδιου του φόβου κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα κείμενο της τακτικής συνεργάτριας του περιοδικού Νατάσας Κεσμέτη, που εκκινεί από τρεις διαφορετικές αφορμές: από τον Ψαλμό του Κόσμου, ένα κεφάλαιο από ένα παλιό βιβλίο για την ζωή του στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ, από την καθιερωμένη είδηση για τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχει η φύση και από δικές της απόπειρες μετάφρασης αγγλικών ποιημάτων. Η συγγραφέας διαπιστώνει ότι θέματα παρμένα από την φύση εμφανίζονται όλο και λιγότερο στην λογοτεχνία, κι όταν αυτό συμβεί, πρόκειται περισσότερο για θρήνο, παρά για θαυμασμό και στην συνέχεια διατρέχει ακριβώς τέτοια πεδία, από το προαναφερθέν κεφάλαιο μέχρι την σύγχρονη ποίηση.

p-singer_

Με αφορμή την έκθεση 82 πορτραίτα και 1 νεκρή φύση του David Hockney, ενός ζωγράφου που μάθαμε καλά όταν εντρυφήσαμε στην δεκαετία του ’60 και όχι μόνο, ο Νίκος Αλ. Μηλιώνης γράφει μεταξύ άλλων για τον καλλιτέχνη που παρότι χρησιμοποιεί μοντέλο, ζωγραφίζει με την μνήμη του, ως ένας συσσωρευτής εμπειριών και γνώσεων από το παρελθόν, που το εκλαμβάνει ως γόνιμο έδαφος εμπειρίας και γνώσης για να ασκήσει την επιλεκτικότητα της μνήμης του. Ανέκδοτα σχεδιάσματα ποιημάτων της Ζωής Καρέλλη (εισαγωγικό σημείωμα και καταγραφή από την Μαρία Κόκορη), ένα εξαιρετικό κείμενο για τον  βιωμένο και τον φαντασιακό χώρο στην πρώιμη βυζαντινή λογοτεχνία από τον Φώτη Βασιλείου, διηγήματα (Ωντ, Νοντάρ Αμανατισβίλι, Γιάροσλαβ Ιβασκίεβιτς, Ευρυπίδης Νεγρεπόντης, Γιώργος Γκόζης, Μαρία Κουγιουμτζή, Μιχάλης Μακρόπουλος), ποιήματα (Τ.Κ. Παπατσώνης, Άδωνις, Ντίνος Σιώτης), κριτικές βιβλίων και ποικίλα σημειώματα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους.

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Σίνγκερ, αλιεύω από το εισαγωγικό κείμενο της συνομιλίας με τον Σίνγκερ: βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η βιομηχανική κτηνοτροφία καθιστά τον βίο πολλών ζωικών ειδών πραγματικά αβίωτο (μέχρι να τον αφανίσει), συνεπώς αποτελεί το μεγάλο αξιακό ζήτημα του καιρού μας.

Στις εικόνες: Peter Singer, Gonzalo M. Tavares, David Hockney [Oona Zlamany], Peter Singer.

[σ. 230]

25
Φεβ.
17

Βασιλική Πέτσα – Όταν γράφει το μολύβι. Πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία

petsa_otan-grafei-to-molibi_

Αναμέμνοντας την λογοτεχνία της ένοπλης βίας

Θυμάμαι πόσο με είχαν συνεπάρει αλλά και αιφνιδιάσει Οι πολίτες της σιωπής, ένα παλαιότερο βιβλίο της πρόωρα χαμένης Νένης Ευθυμιάδη. Ήταν η πρώτη λογοτεχνική μου ανάγνωση ενός πολιτικού μυθιστορήματος με θέμα την τρομοκρατία. Εδώ η πολιτική βία εμφανίζεται κυρίως ως απειλή της επικείμενης εμφάνισής της, όπως γράφει η ερευνήτρια κάπου στη μέση του βιβλίου. Η ένοπλη ομάδα «Μηδέν» με την ανατίναξη μιας σειράς αγαλμάτων στρέφεται εναντίον συμβόλων εθνικής ταυτότητας· με την απανθράκωση σταθμευμένων αστικών λεωφορείων στηλιτεύει την σχετική κρατική ανεπάρκεια· με το χτύπημα ενός ναού θέτει το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους – εκκλησίας. Η δολοφονία αστυνομικού, στρατιωτικού και αλλοδαπού αξιωματικού πλήττουν εξίσου θεμελιώδεις βεβαιότητες ή προκαταλήψεις. Η οργάνωση αναπροσαρμόζει την στρατηγική της για να αποφύγει την ταύτισή της με τις καθιερωμένες ερμηνείες και εμμένει στην συμβολική διάσταση των χτυπημάτων ως αυτόνομων εκφρασιακών ενεργημάτων.

Η στροφή εναντίον πολιτών είναι ζήτημα χρόνου κι έτσι σχεδιάζεται η ανατίναξη μιας αστικής πολυκατοικίας, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί τον εφησυχασμένο μεταπολιτευτικό modus vivendi. Ολόκληρο το χωροθετημένο συγκρότημα μετατρέπεται ως πεδίο επιτήρησης και ελέγχου, μια σύγχρονη εκδοχή του στρατοπέδου, του κατεξοχήν χώρου μιας κατάστασης εξαίρεσης. Αλλά και η ίδια η επίδοξη βομβίστρια – γειτονική ανθοπώλισσα καθίσταται αντικείμενο επιτήρησης από την μικρή Χριστίνα και τους άλλους και καθώς αναπτύσσουν πάσης φύσεως κοινωνικές σχέσεις η πίστη της στους σκοπούς της οργάνωσης αρχίζει να κλονίζεται. Η εξανθρώπιση των στόχων μέσω της διαπροσωπικής επαφής προκαλεί στην ηρωίδα κρίσεις συνείδησης και εγκλωβίζεται σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο από το οποίο αδυνατεί να διαφύγει. Οι βεβαιότητές της για την αναγκαιότητα της βίας κλονίζονται και η ίδια αναλογίζεται μια εναλλακτική πορεία ζωής. Δεν επιλέγει όμως την παράδοση αλλά την συντριβή του εαυτού της.

faranda

Το παραπάνω βιβλίο αποτελεί ένα από τα δεκάδες έργα που μελέτησε η ερευνήτρια για να συγκροτήσει μια μελέτη που καλύπτει ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό και θέτει ως ερευνητικό στόχο την συγκριτική αποτίμηση των μυθοπλαστικών κειμένων της ιταλικής και της ελληνικής λογοτεχνίας στα οποία αναπαρίστανται ή και αναδιαμορφώνονται μυθοπλαστικά εκφάνσεις της ένοπλης βίας των δυο χωρών. Η αντιπαραβολή των αντίστοιχων έντεχνων λόγων τόσο ως προς την επιλογή των θεματικών και αφηγηματικών τεχνικών όσο και ως προς την ιδεολογική οργάνωση την οδηγούν σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με την ευρύτατη πολιτισμική επεξεργασία της ένοπλης βίας πολιτικών οργανώσεων και την κοινωνική επίδραση που άσκησε ως φαινόμενο.

Το ερευνητικό της πεδίο καλύπτει αποκλειστικά την δράση ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και, ειδικά για την ελληνική περίπτωση, αντικαθεστωτικών οργανώσεων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας. Το ένα μέρος του βιβλίου λοιπόν εστιάζει στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε κρίσιμη μεταβατική περίοδο προς μια δημοκρατικότερη πολιτειακή συνθήκη και σηματοδότησε το τελευταίο στάδιο του «κοινωνικού δράματος» του Εμφυλίου. Ωστόσο για ένα σκέλος της αντισυστημικής Αριστεράς, οι διαδικασίες εκδημοκρατισμού κρίθηκαν ανεπαρκείς. Μειοψηφικές ομάδες αντιτάχθηκαν στην ηγεμονική ιστορική αφήγηση και συσπειρώθηκαν γύρω από μια εναλλακτική πολιτική ταυτότητα που εστίασε στο «συμβάν» – λαϊκή εξέγερση.

1151

Ως προς τις κυρίαρχες ιδεολογικές και αφηγηματικές τάσεις των ελληνικών μυθοπλαστικών έργων διαπιστώνεται το σχετικά περιορισμένο εύρος και η ελλιπής κριτική αναγνώρισή του που συσχετίζεται με την αδυναμία ευρείας επικράτησης συναινετικών πολιτικών αφηγήσεων για την ένοπλη πολιτική βία. Από την άλλη παρατηρείται η επικέντρωση σε ατομικές (και όχι συλλογικές) αφηγηματικές υποκειμενικότητες και η απουσία ρεαλιστικής αναπαράστασης στη διάπραξη βιαιοτήτων. Σε αυτό το σημείο η συγγραφέας εντοπίζει δυο κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα: την τραγική αφήγηση και την οικογενειακή μυθιστορία.

Στην πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστική στην εργογραφία του Δημήτρη Νόλλα (Το πέμπτο γένος, Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, Ο καιρός του καθενός), οι χαρακτήρες λειτουργούν ως αυτοκαταστροφικοί «αντι – ήρωες», εμφορούμενοι από την ηθική της μελαγχολίας, ενώ η βία παραμένει απούσα. Στα έργα του Νόλλα ο ρόλος της θυσίας είναι κομβικός ενώ η τραγωδία έγκειται ακριβώς στην εξαφάνιση των προϋποθέσεων του τραγικού, στην κατάργηση των οριακών αντιθέσεων και στην εγκατάλειψη των ουτοπικών οραμάτων. Ειδική περίπτωση τραγικής αφήγησης αποτελεί και το έργο του Τάσου Δαρβέρη Μια ιστορία της νύχτας (1967 – 1974). Στην δεύτερη περίπτωση η πολιτική βία ερμηνεύεται είτε ως «αντι – βία» της Αριστεράς απέναντι στην δομική βία του συντηρητικού μεσοπολεμικού κράτους είτε ως βία που στοχοποιεί τις παγιωμένες συνήθειες της μεσοαστικής τάξης. Εδώ εξετάζονται τα βιβλία Τέσσερις ελληνικοί φόνοι του Αλέξη Πανσέληνου, Οι πολίτες της σιωπής της Νένης Ευθυμιάδη, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι του Λευτέρη Μαυρόπουλου και Η μανία με την άνοιξη του Άρη Μαραγκόπουλου.

maragopoulos-400

Η Πέτσα δεν εξαντλείται στην ενδελεχή ανάγνωση των βιβλίων κάτω από την ερευνητική προβληματική της αλλά και εμβαθύνει στο ευρύτερο φιλοσοφικό και θεωρητικό υπόβαθρό τους. Αυτό αποτελεί ένα από τα ακαταμάχητα θέλγητρα της έρευνάς της. Στο μυθιστόρημα της Ευθυμιάδη, για παράδειγμα, η τρομοκράτισσα, χαρακτηρίζεται ως άλλη Αντιγόνη μεταξύ δυο θανάτων, του συμβολικού και του πραγματικού. Η Χριστίνα από την άλλη ενσαρκώνει μια εναλλακτική εκδοχή αντίστασης στην εξουσία, βασισμένη όχι στην κατά μέτωπο αμφισβήτηση, αλλά στη φανέρωση της βίας που προϋποθέτει η κυριαρχία της. Η στάση της, και με τις δυο σημασίες της ακινησίας και της επανάστασης, καταδεικνύει την κατά Weber δύναμη της αδυναμίας και την αδυναμία της δύναμης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνομιλεί με τις σχετικές θέσεις του Agamben, ενώ η πράξη της Χριστίνας οράται και υπό το πρίσμα της κατά Benjamin «ασθενικής μεσσιανικής δύναμης». Η αγάπη για τον πλησίον και ο φετιχισμός του πένθους δεν μπορεί παρά να διαπερνούν το έργο των Φρόυντ, Κίργκεγκωρ, τις απόψεις του Ζίζεκ κ.ό.κ.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην αντίστοιχη ιταλική πεζογραφική παραγωγή. Η σύγχρονη κοινωνικο – πολιτική ιστορία της Ιταλίας διακρίνεται από περιόδους έντονης συγκρουσιακότητας και μαζικής συμμετοχής στο πεδίο των πολιτικών εξελίξεων, ενώ η ένοπλη βία ασκήθηκε από οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής ή άκρας Αριστεράς. Το σχετικό εισαγωγικό κείμενο εστιάζει στην ιστορία της ταραγμένης περιόδου που ονομάστηκε «μολυβένια χρόνια», που ξεκινούν με την σφαγή της Πλατείας Φοντάνα το 1969 (βλ. Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, του Ντάριο Φο σε δυο παλαιότερες δημοσιεύσεις του Πανδοχείου εδώ και εδώ) και τελειώνουν στην εξάρθρωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών το 1982, ενώ είναι εμφανές ότι τα εξεταζόμενα βιβλία παρουσιάζουν πρόσθετο ενδιαφέρον εφόσον δεν έχουν μεταφραστεί στην γλώσσα μας.

natalia-ginzburg

Το νεανικό εξεγερσιακό πνεύμα του 1968 δεν αφορούσε μόνο το πεδίο της αμφισβήτηση των πολιτικών θεσμών αλλά προέταξε ως αίτημα και την επανεξέταση των διαπροσωπικών σχέσεων και της συγκρότησης της προσωπικής ταυτότητας. Οι γυναίκες και οι νέοι βγήκαν ως υποκείμενα αυτόνομα και ξεχωριστά από τον οικογενειακό πυρήνα. Έτσι το πρώτο ερμηνευτικό σχήμα που εντοπίζεται στην σχετική ιταλική λογοτεχνία αφορά μια οιδιπόδεια ή ευρύτερη ενδοοικογενειακή σύγκρουση. Η ρήξη σχετίζεται με την πατροκτονία ή αδελφοκτονία και λαμβάνει την μορφή της απόπειρας επούλωσης του τραύματος που προξένησε στην οικογένεια η συμμετοχή ενός μέλους σε ένοπλη ακροαριστερή οργάνωση.

Στο επιστολικό μυθιστόρημα της Ναταλία Γκίνζμπουργκ Αγαπητέ μου Μικέλε η περιγραφή της πολιτικής βίας υποβιβάζεται και η ίδια η ύποπτη δράση του γιου περιθωριοποιείται μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Το βιβλικό υπόστρωμα του «άσωτου υιού» συνδυάζεται με την απόρριψη της πατρικής κληρονομιάς, ενώ η υποχώρηση της ανδρικής κυριαρχίας επιτείνει την έλλειψη νοήματος στην ζωή των γυναικών. Η νεότερη γενιά αδιαφορεί για το παρελθόν ή το μέλλον και προσηλώνεται στο παρόν. Αυτή η στάση, γράφει η Πέτσα, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εκούσια άρνηση του ιστορικού παρελθόντος αλλά σχετίζεται με τις ανεπάρκειες της προηγούμενης γενιάς, η οποία αδυνατεί να επιτελέσει τον ρόλο της ως πρότυπο. Πρόκειται λοιπόν για μια αμυντική απάρνηση ενός τραυματικού παρελθόντος, η μνήμη του οποίου βαραίνει τις προηγούμενες γενιές. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το διήγημα Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα από την συλλογή του Αντόνιο Ταμπούκι, Το παιχνίδι της αντιστροφής (για το βιβλίο βλ. εδώ).

il-paese-delle-meraviglie

Σε μια σειρά έργων η αφήγηση του τραύματος συγκροτεί το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης. Η χώρα των θαυμάτων [Il paese delle meraviglie] του Giuseppe Culicchia αποτελεί ένα μυθιστόρημα μαθητείας και προς την πολιτική συνειδητοποίηση του ήρωα που πληροφορείται τον θάνατο της αδελφής του κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης λόγω της συμμετοχής της σε ένοπλη οργάνωση. Η επαρχιακή πόλη όπου ζει ο νέος είναι καταδικασμένη σε ένα αιώνια επαναλαμβανόμενο παρόν και δεν επιδέχεται ιστορικοποίηση. Οι πολιτικές εξελίξεις φτάνουν μόνο μέσω της μιντιακής ενημέρωσης και η απώλεια της Αλίτσε σηματοδοτεί την απώλεια της προοπτικής μιας «χώρας των θαυμάτων».

Ο πόλεμος των παιδιών [La Guerra dei figli] της Lidia Ravera εστιάζει σε δυο αδερφές, η μια εκ των οποίων διακόπτει κάθε οικογενειακή σχέση και περνάει στην παρανομία και στοχοποιεί τον πιθανό πατέρα του παιδιού της άλλης. Η ένταξή της στην τρομοκρατική οργάνωση προκύπτει ως εναντίωση στην οικογένεια που μοιάζει με «δικτατορία» και ως αντίδραση στην ασφυκτική καταπίεση της μητέρας της. Είναι ενδιαφέρον ότι και εδώ οι ρόλοι της Αντιγόνης και της Ισμήνης μοιάζουν μοιρασμένοι, ενώ η αποσιώπηση της τραγικής είδησης από την δεύτερη αδελφή μοιάζει με συμβολική απόπειρα διαγραφής γεγονότων από την Ιστορία. Αυτή η συλλογική φαντασίωση της επανόρθωσης περιλαμβάνεται και στην ταινία Καλημέρα, νύχτα [Buongiorno notte] του Μάρκο Μπελόκιο, όπου ο Άλντο Μόρο δεν δολοφονείται, όπως συνέβη στην πραγματικότητα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αλλά κατορθώνει να απεγκλωβιστεί από την ομηρία και να μείνει ζωντανός.

lidia-ravera

Στο μυθιστόρημα Ανατομία της μάχης [Anatomia della battaglia] του Giacomo Sartori ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το ευρύτερο οικογενειακό και προσωπικό του παρελθόν και καταφεύγει στην αυτοεξορία σε μια χώρα της Αφρικής. Ενδιαφέρουσα μορφολογική επιλογή αποτελεί εδώ η απόδοση της εμφανούς ετερογλωσσίας των δυο κόσμων με διαφορετικές ιδιόλεκτους και χρήση αποκλειστικά κεφαλαίων γραμμάτων για την μια πλευρά. Ο συγγραφέας αναζητά τα κενά της Ιστορίας και αγγίζει την «αμνηστία Τολιάτι», σύμφωνα με την οποία οι δράσεις των παρτιζάνων δεν χαρακτηρίστηκαν ως πολιτικά αλλά ποινικά εγκλήματα, αποδεικνύοντας τελικά ότι η πραγματική συμφιλίωση με τα αιματηρά γεγονότα εκείνης της εποχής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο μιας συλλογικής μνήμης που αποσιωπά πτυχές της εθνικής ιστορίας.

Παρουσιάζονται ακόμα τα μυθιστορήματα Tuo figlio [Ο γιος σου] του Gian Mario Villalta, Libera I miei nemici [Απελευθερώστε τους εχθρούς μου] του Rocco Carbone, Piove all’ insu [Βρέχει προς τα πάνω] του Luca Rastello,  Piombo [Μολύβι. Στο τελευταίο νησί, 1980 και τριγύρω  [Nell’ ultima isola, 1980 e dintorni] του Duccio Cimatti και 1977, Εξέγερση [1977, Insurrezione] του Paolo Pozzi. Με τα δυο τελευταία βρισκόμαστε σε μια άλλη περιοχή, της βιωμένης εμπειρίας αλλά και των γλωσσικών πειραματισμών. Και ακόμα πιο βαθιά, η επική εκδοχή της μνήμης «εκπροσωπείται» με τα καταρρακτώδη έργα του Νάννι Μπαλεστρίνι Τα θέλουμε όλα, La violenza illustrate, Οι αόρατοι και Εκδότης (τρία εκ των οποίων έχουν κατ’ εξαίρεση μεταφραστεί στη γλώσσα μας). Η στρατευμένη λογοτεχνία του Μπαλεστρίνι εμφανίζεται ως μια βίαιη πράξη, όπου η γραφή διαμορφώνεται ως δράση δημιουργικής καταστροφικότητας, έναυσμα για την σύλληψη μιας καινούργιας τάξης πραγμάτων.

ballestrini_

Στο πρώτο μυθιστόρημα ο ανώνυμος προλετάριος πρωταγωνιστής ενσωματώνει το μοναδιαίο ατομικιστικό «εγώ» του στη συλλογική αγωνιστική υποκειμενικότητα ενώ στο δεύτερο περιγράφεται η βία σε επίπεδο έκφρασης, με μια παράθεση διαφορετικών περί βίας λόγων. Η κατάργηση των σημείων στίξης διατηρείται και στο τρίτο έργο, που αποκτά μάλιστα την επική μορφή μεσαιωνικού ηρωικού ποιήματος. Αλλά οι κρατούμενοι θα είναι για άλλη μια φορά «αόρατοι», ενώ παραμένουν αταλάντευτα προσηλωμένοι στην ελπίδα:

… σε μια ορισμένη ώρα μέσα στη νύχτα όλοι μαζί ανάβαμε το λάδι στις δάδες έκλαιγαν πολύ ώρα θα πρέπει να ήταν ωραίο θέαμα απ’ έξω όλες εκείνες οι φωτιές που έτρεμαν επάνω στο μαύρο τοίχο της φυλακής μέσα σ’ εκείνο τον απέραντο κάμπου αλλά οι μόνοι που μπορούσαν να δουν τους πυρσούς ήταν οι λιγοστοί αυτοκινητιστές που τρέχουν μικροσκοπικοί […]  ή κάποιος αεροπλάνο ίσως που περνά πάνω ψηλά αλλά αυτά πετούν πολύ ψηλά εκεί πάνω στο μαύρο σιωπηλό ουρανό και δεν βλέπουν τίποτα… [σ. 251].

renault-moro_

Είναι ενδιαφέρον ότι στην ιταλική περίπτωση στη θέση των μελών έχουμε τους συγγενείς του θύτη ή του θύματος, συνεπώς η έμφαση αποδίδεται στους «θεατές» του κοινωνικού δράματος και όχι στους πρωταγωνιστές. Η σκοπιά αυτή της κοινής γνώμης απηχεί τον ισχυρισμό της Χάνα Άρεντ ότι η δημόσια σφαίρα συγκροτείται από τους θεατές και όχι από τους πρωταγωνιστές της πολιτικής. Κατά βάθος όμως η συγκεκριμένη αυτή αφηγηματική επιλογή αποσκοπεί στην απόκρυψη του συμβάντος, μια στόχευση που απηχεί τη γενική ιδεολογία της μεταπολιτικής συνθήκης. Έτσι το παρελθόν συνεχίζει να αιμορραγεί από τις πληγές του, συνεπώς, συμπεραίνει η Πέτσα, εντοπίζοντας και καταγράφοντας τις πρωτογενείς παθογένειες που το σημάδεψαν ίσως τότε να κατορθώσει να συνειδητοποιήσει ότι αυτό υπήρξε αλλά είναι πλέον νεκρό και έτσι να ζητήσει την οριστική ταφή – την ανάστασή του.

Η μελέτη δεν ολοκληρώνεται με τα εκτενή συμπεράσματα. Το επίμετρο περιλαμβάνει μια παράπλευρη έρευνα πάνω σε θεμελιώδη θεωρητικά έργα που σχετίζονται άμεσα με τα παραπάνω ζητήματα (Ζιράρ, Ίγκλετον, Μπένγιαμιν, Σαρτρ, Καμύ, Άρεντ, Μερλώ – Ποντύ, Λούκατς, Μπαντιού, Ζίζεκ κ.ά) αλλά και σημαντικές έννοιες όπως η νοσταλγία, ο παροντισμός, ο αφηγηματικός φετιχισμός, η μελαγχολική γραφή (που σε αντίθεση με την πένθιμη γραφή αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια ως γεγονός) κ.ά. Στο παράρτημα δημοσιεύονται τρεις συνεντεύξεις: με την Adriana Faranda, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οποία συμμετείχε στην απαγωγή του Άλντο Μόρο, με τον Νάννι Μπαλεστρίνι και με τον Γιώργο Μομφερράτο, γιο του δολοφονηθέντα εκδότη Νικόλαου Μομφερράτου από την 17Ν.

protest-rue-saint-jacques-paris-6-may-1968

Η πρώτη, που είναι και η εκτενέστερη, είναι πραγματικά συγκλονιστική. Η Φαράντα περιγράφει πόσο σταδιακά και αδιόρατα, «φυσικά» για εκείνη την εποχή, γλιστρούσε κανείς στο επαναστατικό κίνημα, αναλαμβάνει το κομμάτι της συλλογικής ευθύνης που της αναλογεί, παρά την διαφωνία της τότε για την δολοφονία, κρίνει το παρελθόν της και υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς, τα πάντα εκτός από τον ένοπλο αγώνα. Σήμερα, λέει κάπου αλλού, «καμία ομάδα και καμία δύναμη δεν έχει στο μυαλό της μια επαναστατική διαδρομή, υπάρχουν όμως πλήθη στις πλατείες που μπορούν να εκραγούν».

Η Πέτσα τιμά τόσο την δοκιμιακή γραφή, αυτή την πλούσια παράδοση ύφους και σκέψης, όσο και την ερευνητική εργασία, γράφοντας ένα συναρπαστικό στην ανάγνωση μελέτημα που κατορθώνει ταυτόχρονα να ανοίξει ένα από δεκαετίες κλειστό παράθυρο σε μια ελάχιστα ερευνημένη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, σε μια εξίσου άγνωστη λογοτεχνία αλλά και στο φιλοσοφικό υπόβαθρο όλων των ακάνθινων θεμάτων της.

balestrini-1971-vogliamo-tutto_

Εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 387. Περιλαμβάνεται βιβλιογραφία με πρωτογενείς πηγές (λογοτεχνία, μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, χρονικά, ταινίες και ντοκιμαντέρ) και κριτική βιβλιογραφία (βιβλία και μελέτες, άρθρα, ημερήσιος τύπος, άλλα ντοκουμέντα και πηγές στο διαδίκτυο).

Στις εικόνες: Adriana Faranda, Natalia Ginzburg, Lidia Ravera, Nanni Ballestrini, το Ρενώ όπου βρέθηκε νεκρός ο Άλντο Μόρο, Οδός Saint-Jacques, Παρίσι, 6 Μαΐου 1968.

12
Φεβ.
17

Κώστας Δεσποινιάδης – Έξοδος κινδύνου. Δοκιμές και αντιρρήσεις

exodos-kindynou

Τα κείμενα ως ανθρακιά

Οι θεωρητικοί της ναζιστικής προπαγάνδας ήταν υποχρεωμένοι να αποσιωπήσουν τα πολυάριθμα χωρία με τα οποία ο Νίτσε επιτίθεται στον γερμανισμό και τους Γερμανούς, κατακεραυνώνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας, το απολυταρχικό κράτος, τη νοοτροπία του οπαδού και ταυτόχρονα εκφράζει τον θαυμασμό του προς τους Εβραίους, το αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πνεύμα, την προτίμησή του προς τον κοσμοπολιτισμό και τόσα άλλα που κάθε άλλο παρά συμφωνούν με το ναζιστικό πνεύμα. [σ. 88]

Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν με ποιο τρόπο ο ναζισμός οικειοποιήθηκε τον Νίτσε και ποιες ήταν οι πραγματικές απόψεις του Νίτσε ως προς την Γερμανία; Ο Νίτσε έμελλε να πέσει θύμα της πιο χυδαίας διαστρέβλωσης και παρερμηνείας που υπέστη ποτέ φιλόσοφος. Το όνομά του συνδέθηκε για πολλές δεκαετίες με τον ναζισμό και ο υπεράνθρωπός του θεωρήθηκε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η κτηνώδης κοσμοθεωρία του Χίτλερ. Πρόκειται για απόψεις που σήμερα κανείς μελετητής δεν συζητά σοβαρά, αλλά για πολλές δεκαετίες υπήρξαν κοινός τόπος όχι μόνο για τους αδαείς καταναλωτές ιδεολογιών αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διανόησης. Αυτό είναι το αντικείμενο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα της παρούσης συλλογής (Ο Νίτσε και ο ναζισμός. Οικειοποίηση και αποκατάσταση).

nietzsche

Το κακό ξεκίνησε όταν η αδελφή του παντρεύτηκε έναν φανατικό αντισημίτη Μ. Φέρστερ, τον οποίο αντιπαθούσε ο Νίτσε για τις αντισημιτικές του θέσεις. Ο Φέρστερ και ο ξάδερφός του ξεκίνησαν την ιστορία της σύνδεσης με τον ναζισμό. Η Ελίζαμπετ είχε στα χέρια της όλες τις ανέκδοτες σημειώσεις και τα προσχέδια διαφόρων έργων του μετά την πνευματική του κατάρρευση [1889] και οργάνωσε στην Βαϊμάρη το «Αρχείο Νίτσε» λίγα χρόνια αργότερα. Έχοντας ασπαστεί τις απόψεις του συζύγου της άρχισε να χτίζει το αντισημιτικό και εθνικοσοσιαλιστικό προφίλ του Νίτσε. Αργότερα χάρισε το … μπαστούνι του αδελφού της στον Χίτλερ ο οποίος έσπευσε να φωτογραφηθεί δίπλα στην προτομή του.

Δυο θεωρητικά βιβλία επικύρωσαν τις συμβολικές κινήσεις της Ελίζαμπετ. Ο Ρόζενμπεργκ έγραψε για τον φιλόσοφο της πειθαρχίας και του αυτοελέγχου και ο Μπούμλερ για τον στοχαστή της θέλησης για εξουσία, που είχε ως ιδανικό του την ισχυρή Γερμανία. Ακολούθησαν οι γνωστές φτηνές συλλογές με αυθαίρετες επιλογές αποσπασμάτων από το νιτσεϊκό έργο.

nietzsche-5

Ο σπουδαίος φιλόσοφος συνταξιοδοτήθηκε έφυγε οριστικά από την Γερμανία και πήρε την ελβετική υπηκοότητα και έζησε μέχρι την κατάρρευσή του μια ζωή περιπλανώμενη. Η εναντίωσή του στον γερμανισμό και το γερμανικό έθνος υπήρξε και η βασική αιτία της σφοδρής σύγκρουσης με τον Βάγκνερ. Η απέχθειά του αυτή τον έκανε τα τελευταία χρόνια να εκθειάζει συνεχώς τους Γάλλους. Άλλωστε στην περίφημη παράγραφο 377 από την Χαρούμενη Επιστήμη με τίτλο «Εμείς οι απάτριδες» είναι έκδηλη η περιφρόνησή του προς τους εθνικιστές και τους αντισημίτες.

Ευτυχώς αργά ή γρήγορα, γράφει ο Δεσποινιάδης, όλα τα σπουδαία έργα διαβάζονται. Η ανάγνωση του Νίτσε έφερε αναπόφευκτα και την αποκατάστασή του, ενώ πολλοί από τους σημαντικότερους ευρωπαίους στοχαστές (Γιουγκ, Χάιντεγκερ, Φουκώ, ντελέζ, Αντόρνο, Κλοσόφσκι, Βανεγκέμ, Λεφέβρ, Κάουφμαν κ.ά) αλλά και λογοτέχνες (Μιούζλι, Καμύ, Έσσε, Στρίνγμπεργκ κ.ά.) επηρεάζονται από το έργο του και σχολιάζουν την φιλοσοφία του. Και μοιάζει περισσότερο από ποτέ να δικαιώνεται η φράση του: Είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει – αλλά δεν θα είμαι το δεκανίκι σας.

hanna-arendt

Ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο καταπιάνεται με την διαμάχη της Χάννα Άρεντ με τον με τον φιλόσοφο και εξέχοντα μελετητή της Καμπάλα Γκέρσομ Σόλεμ σχετικά με το έργο της Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η φιλία τους κράτησε πάνω από τρεις δεκαετίες και διακόπηκε το 1963 με αφορμή την έκδοση του περίφημου αυτού βιβλίου της για την περίφημη σύλληψη και δίκη του υπεύθυνου για τον συντονισμό της «Τελικής Λύσης» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως είναι γνωστό η Άρεντ αναθεωρούσε την παλαιότερη θέση της περί «ριζικού κακού» και τώρα κάνει λόγο για «κοινοτοπία του κακού». Ο Άιχμαν δεν είναι κάποιος «τέρας» αλλά ένας συνηθισμένος, μάλλον φαιδρός άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. Δεν αισθανόταν μίσος για τα θύματά του, παρά εκτελούσε πιστά τις εντολές ως μέρος του στρατιωτικού του καθήκοντος. Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπου του συνηθισμένου πειθήνιου εκτελεστή εντολών και όχι κάποια «εξαιρετική» σαδιστικού τέρατος.

Επιπλέον η Άρεντ επέκρινε δριμύτατα τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων, δίχως την συνεργασία των οποίων το έγκλημα των Ναζί δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε τέτοια διάσταση. Για την φιλόσοφο πρόκειται για το σκοτεινότερο κεφάλαιο σε αυτή την ιστορία. Ανάμεσα σ’ εκείνους που αντέδρασαν στις θέσεις της ήταν ο Σόλεμ, που την κατηγορεί για μίσος προς την εβραϊκή της καταγωγή, μίσος που οφείλεται στην νεανική θητεία της στον μαρξισμό και την αριστερά. Ο Σόλεμ διαφωνεί για την ασαφή διάκριση μεταξύ βασανιστή και θύματος και μιλάει για ακραίες συνθήκες, εξαναγκασμό συμμετοχής και άγνοια όλων όσοι δεν βρέθηκαν εκεί. Η Άρεντ απαντά συμπυκνώνοντας την οριστικής της κοσμοθεωρία:

gershom-scholem_

Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν λαό και καμιά συλλογικότητα. Ούτε τον γερμανικό λαό, ούτε τον γαλλικό, ούτε τον αμερικάνικο, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα αγαπώ «μόνο» τους φίλους μου και το είδος αγάπης στο οποίο πιστεύω είναι η αγάπη για πρόσωπα. Δεύτερον, αυτή η αγάπη για τους Εβραίους, δεδομένου ότι η ίδια είμαι Εβραία, θα μου φαινόταν μάλλον ύποπτη… και αργότερα: είμαι ανεξάρτητη…δεν ανήκω σε καμία οργάνωση και πάντοτε μιλάω εξ ονόματός μου [σ. 100 – 101, 102]. Όσο για την στάση των Εβραίων ηγετών, δεν υπήρχε η δυνατότητα αντίστασης αλλά υπήρχε η δυνατότητα να μην κάνουν τίποτα.

Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει όλη την σειρά των αντίθετων απόψεων των δυο στοχαστών και διαπιστώνει ότι ακριβώς χάρη στην επιμονή του Σόλεμ έχουμε την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σε δυο κόσμους και να αναρωτηθούμε αν πρέπει η συμπάθειά μας προς έναν λαό για την οδύνη του Ολοκαυτώματος να μας αποτρέπει από την κριτική της πολιτικής που ακολούθησαν οι ηγέτες του τότε αλλά και αργότερα ο κρατικός τους σχηματισμός.

20-noviembre-1936

Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογή κειμένων που καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού και των ενδιαφερόντων του Κώστα Δεσποινιάδη: Φασισμός, Ολοκληρωτισμός, Κατάσταση Εξαίρεσης, Αντιεξέγερση και Κρίση, η Προοπτική της Ουτοπίας. Παράλληλα παρουσιάζονται βιβλία σύγχρονα ή παλαιότερα, απαραίτητα όμως για μια σύγχρονη πολιτική κριτική σκέψη, όπως το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθου Καίσλερ, το Ταξίδι στο Παρελθόν του Abel Paz, που συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο από την πλευρά των αναρχικών και γράφει όχι μόνο για την επανάσταση που βιώθηκε σαν γιορτή αλλά και για τα λάθη της πλευράς του.

Δυο κείμενα αφιερώνονται στο τρομερό παράγγελμα Wstawac, που ακουγόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το εγέρθητι που άκουγαν οι έγκλειστοι του Άουσβιτς στα πολωνικά, το οποίο σηματοδοτούσε την εφιαλτική επιστροφή στην καθημερινή ζωή. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο Πρίμο Λέβι είχε «προβλέψει» σε ποίημά του ότι το παράγγελμα θα ακουστεί ξανά και η κτηνωδία θα επιστρέψει. H έξαρση του φασισμού αποδίδεται στην φτώχεια και στην κρίση, ο Δεσποινιάδης όμως παραθέτει σειρά συγκριτικών στοιχείων και στοχασμών από τα οποία προκύπτει πως, ιστορικά, δεν αναπτύχθηκε ποτέ φασισμός σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου μπορεί να είχαμε άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, ποτέ όμως φασισμό. Χρειάζεται ακριβώς η συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας για να ευνοηθεί ο φασισμός.

primo-levi_

Οι σημειώσεις για τον Αγκάμπεν και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ασχολούνται με ένα άλλο βαθύ και απαγορευμένο θέμα, που σε λίγο θα είναι αδύνατο να αγνοήσουμε, όσοι ακόμα παραμένουμε αδαείς. Ο Θορώ στα περίπτερα, Ένα σχόλιο για τον Ολοκληρωτισμό, Η χαμένη τιμής της Φαίης Μάγιερ (και της παλαιότερης Καταρίνα Μπλουμ), Το κρυφό χέρι της ακροδεξιάς, Ο επαναστατικός ρομαντισμός του Michael Lowy, είναι μερικά από τα υπόλοιπα ερεθιστικά κείμενα του τόμου, που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Πανοπτικόν, Βαβυλωνία, Σημειώσεις της στέππας, Σημειώσεις (ένα κείμενο αφορά και στον εκδότη τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο), Χουλιγκανιζατέρ, Ένεκεν, Νέον Πλανόδιον, Κοινωνικός Αναρχισμός και στις εφημερίδες Εποχή και Δρόμος της Αριστεράς (από την τελευταία αναδημοσιεύεται και με ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του), ενώ άλλα αποτέλεσαν το αντικείμενο ομιλιών, παρεμβάσεων κλπ.

Όταν δεν μπορούμε παρά να προβληματιζόμαστε πάνω σε όσα ανοίγουν και συζητούν τα κείμενα του Δεσποινιάδη, ο πρόλογος και ο επίλογος είναι ο ίδιος: Αν θέλουμε όχι απλώς να βγούμε από την οικεία μας κρίση αλλά και να πολεμήσουμε την πανταχού παρούσα φρίκη και την επέλαση της βαρβαρότητας, που σθεναρά υποστηρίζει και ο κυρίαρχος λόγος, μας χρειάζεται η συσσώρευση ιδεών που θα ξαναγεννήσουν την κατά Μπλοχ Αρχή της ελπίδας. Έτσι τα κείμενα αποτελούν την ανθρακιά για μια μεγαλύτερη φωτιά. Όπως είπε και ο Ντουρούτι, καψαλισμένος από την φωτιά του Ισπανικου Εμφυλίου, δεν μας τρομάζουν τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο μες στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή που μιλάμε.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2016, σελ. 206, με δισέλιδο για τις πρώτες δημοσιεύσεις.

Στις εικόνες: Φρειδερίκος Νίτσε, Ο Νίτσε και τα ψεύδη, Χάνα Άρεντ, Γκέρσομ Σόλεμ, Ισπανικός Εμφύλιος, Πρίμο Λέβι.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης και οι Εκδόσεις Πανοπτικόν στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

 

09
Απρ.
16

Σλάβοϊ Ζίζεκ – Τα ανέκδοτα του Ζίζεκ

zizek cover

Stand – up philosophy

Υποθέτω κανείς υποψήφιος αναγνώστης δεν περιμένει να γίνει ευχάριστος στην παρέα του έχοντας αποστηθίσει την παρούσα συλλογή του Ζίζεκ, εφόσον εδώ δεν έχουμε ούτε αστεία, ούτε «ανέκδοτα» με την καθιερωμένη σημασία. Ο συγγραφέας συρράφει πνευματώδεις ιστορίες περιεχομένου σαφώς ανεκδοτολογικού αλλά με την «άλλη» σημασία. Στην ουσία πρόκειται για έξυπνα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν ή ακυρώνουν φιλοσοφίες, που ρίχνουν την στοχαστική παράδοση στην αρένα της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας αλλά και στις ιδιωτικές σχέσεις του υπερμοντέρνου ανθρώπου. Πού κολλάει ο Χέγκελ στην πεζή, τεχνοκρατική καθημερινότητά μας;

Παραδείγματα, υποδείγματα ή αποδείγματα, τα ανέκδοτα του Ζίζεκ δεν βρίσκονται ατάκτως ερριμένα στις σελίδες. Καθώς το ένα δικαιώνει ή καταβαραθρώνει κάποια φιλοσοφική γραμμή, δίνει την σκυτάλη στο επόμενο να συνεχίσει ή να αντικρούσει. Όλα αυτά τα μικροκείμενα, με έκταση από μισή ως τρεις σελίδες, προέρχονται από χειρόγραφα που δεν έχουν εκδοθεί αλλά και από ήδη εκδοθέντα έργα του, δυο από τα οποία έχουμε επισταμένα αναγνώσει εδώ στο Πανδοχείο [Βία / Έξι λοξοί στοχασμοί και Η μαριονέτα και ο νάνος].

istrati-kazantzakis-arhiva-muzeul-brailei_

Ως συνήθως ο Ζίζεκ βέβαια συνδέει τους πάντες με τα πάντα, όπως για παράδειγμα τον Σοβιετικό Κομμουνισμό, τον Παναΐτ Ιστράτι και το … ΔΝΤ. Όταν ο Ρουμάνος συγγραφέας έφτασε στην ΕΣΣΔ στα μέσα της δεκαετίας του ’30 και των μεγάλων εκκαθαρίσεων, ένας Σοβιετικός, προσπαθώντας να τον πείσει για την αναγκαιότητα της βίας ενάντια στους εχθρούς, απολογήθηκε με την γνωστή παροιμία «Δεν γίνεται ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά», εκείνος ρώτησε «Και πού είναι η ομελέτα σας;». Ο Ζίζεκ θεωρεί πως μια παρόμοια απάντηση δικαιούται να εκτοξεύσουν οι Έλληνες στο Ταμείο.

Μεγάλη μερίδα στον κατάλογο έχουν τα κράτη του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού και εκείνα που λέγονταν πράγματι ως ανέκδοτα στόμα με στόμα, εναντίον των ηγετών και της ίδιας της ζωής στους παραδείσους πίσω από το παραπέτασμα. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι άνθρωποι πραγματικά γελούσαν μ’ εκείνα τα γλυκόπικρα κατασκευάσματα… Ιδανικές περιπτώσεις για τον συγγραφέα, που τις ανάγει ως τραγελαφικές εφαρμογές κάποιας φιλοσοφικής ιδέας ή αντι – ιδέας· ας πούμε υποδεικνύει το τέρας της απόλυτης γνώσης και της ευρύτερης εγελιανής κοινοτοπίας σε μια γνωστή ιστορία από την Πολωνία του Γιαρουζέλσκι: ένας στρατιώτης πυροβολεί στις δέκα παρά δέκα χωρίς προειδοποίηση κάποιον που βρίσκεται στον δρόμο μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας που αρχίζει στις δέκα το βράδυ. Στην ερώτηση συστρατιώτη γιατί το έκανε απαντά: Τον ήξερα τον τύπο – έμενε μακριά από εδώ και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να φτάσει σε δέκα λεπτά.

Wojciech Jaruzelski

Ο αντίθρησκος φιλόσοφος (έχει αφιερώσει βιβλία του σε διάφορες θέσεις και αντιθέσεις του ως προς τους θεσμούς των ιερών και των οσίων) θεωρεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστέψουμε ότι το χριστιανικό δόγμα της αμώμου συλλήψεως βασίζεται στην λανθασμένη μετάφραση της εβραϊκής λέξης alma (που σημαίνει απλώς «νεαρή γυναίκα») ως «παρθένα». Έτσι φαίνεται πως ο δυτικός πολιτισμός υπέφερε για δύο χιλιετίες από καθαγιασμένες σεξουαλικές νευρώσεις απλώς επειδή οι συγγραφείς του Κατά Ματθαίον και Κατά Λουκάν Ευαγγελίων δεν γνώριζαν εβραϊκά, αντιγράφει ο Ζίζεκ από το βιβλίο του Σαμ Χάρις, Το τέλος της πίστης. Μια επίσης λανθασμένη μετάφραση δημιούργησε και τις εβδομήντα «παρθένες» που περιμένουν τους μάρτυρες στον μουσουλμανικό Παράδεισο: το Κοράνι, που βασίζεται στα πρώιμα χριστιανικά κείμενα που ήταν γραμμένα στην αραμαϊκή, μετέγραψε την λέξη hur, που σημαίνει λευκές σταφίδες, σε huris. Φανταστείτε, λέει ο Ζίζεκ, την έκφραση του προσώπου ενός αυτόχειρα τζιχαντιστή όταν διαπιστώσει ότι τα εβδομήντα ουρί ήταν τελικά μια χούφτα σταφίδες.

72-houris (1)

Οι αναγωγές φτάνουν μέχρι και τις παραδοσιακές αρχές της μυθολογίας. Αφού ο Ορφέας γύρισε να ρίξει μια τελευταία ματιά στην Ευρυδίκη και έτσι την έχασε, η θεότητα τον παρηγορεί – την έχασε πραγματικά ως σαρκική οντότητα αλλά εις το εξής θα μπορεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της στην λαμπρότητα της πρωινής δροσιάς, στα αστέρια, παντού… Κι έτσι βιάζεται να αποδεχτεί το ναρκισσιστικό όφελος αυτής της αντιστροφής: αρχίζει να σαγηνεύεται από την προοπτική της ποιητικής εξύμνησης της Ευρυδίκης. Δεν είναι πια ερωτευμένος με αυτή αλλά με την εικόνα του εαυτού του να επιδεικνύει τον έρωτά του για εκείνη.

Ιδού μια νέα διασκεδαστική ερμηνεία στην αιώνια ερώτηση γιατί γύρισε να κοιτάξει πίσω του: είναι η σύνδεση ανάμεσα στο ένστικτο του θανάτου και στον εξαγνισμό μέσω της δημιουργίας. Μιλάμε για μια πλήρως υπολογιστική πράξη! Ο Ορφέας χάνει από πρόθεση την Ευρυδίκη με σκοπό να την ξανακερδίσει ως αντικείμενο μιας μεγαλειώδους ποιητικής έμπνευσης. Αλλά και η Ευρυδίκη δεν μπορεί να ενεργεί σκόπιμα; Γιατί να μην προκάλεσε εσκεμμένα το γύρισμα του κεφαλιού του; Μήπως σκέφτηκε κάτι σαν «Γνωρίζω ότι με αγαπάει, αλλά ενδεχομένως έχει το πεπρωμένο ενός μεγάλου ποιητή, συνεπώς ας θυσιαστώ ώστε να γίνει εκείνο που του αξίζει»;

Crawford, Hugh Adam; Orpheus: The Wooing of Eurydice; Music Hall Aberdeen; http://www.artuk.org/artworks/orpheus-the-wooing-of-eurydice-106546

Υπάρχει τέλος κι εκείνη η αύρα μιας κωμικής αντιστροφής στο Café Photo του Σάο Πάολο, που διαφημίζεται ως «το ιδανικό μέρος για να συναντήσετε την καλύτερη συντροφιά για το βράδυ σας». Οι πόρνες είναι κυρίως φοιτήτριες ανθρωπιστικών σπουδών και είναι εκείνες που επιλέγουν τους πελάτες τους. Οι άντρες κάθονται σ’ ένα τραπέζι με το ποτό τους και περιμένουν να προσκληθούν καταρχήν για μια συζήτηση σε κάποιο πολιτιστικό ζήτημα. Αν κριθούν αρκούντως πνευματώδεις, οι γυναίκες τους ρωτούν αν επιθυμούν να κοιμηθούν μαζί τους και ορίζουν την τιμή. Η φεμινιστική πορνεία ξεπληρώνεται με μια ταξική διάκριση, καγχάζει ο Ζιζ: οι συμβαλλόμενοι προέρχονται τουλάχιστον από την ανώτερη μεσαία τάξη.

slavoj-zizek-

Ο Χριστός και ο Γκαγκάριν, ο Χέγκελ και ο Κίρκεγκορ, ο Κλίντον και ο Μπους, ο Φρόυντ και ο Σαντάμ, το σεξ και η πολιτική, οι πάντες και τα πάντα επιστρατεύονται στις ζωντανές παραστάσεις και στα γραπτά κείμενα του Ζίζεκ. Είναι εμφανές ότι όλες αυτές οι μικροϊστορίες ζωντανεύουν τις ζωντανές διαλέξεις του, ώστε να αποκτούν στοιχεία φιλοσοφικών – κωμικών παραστάσεων. Άλλωστε όλα χωράνε στο καθολικό χωνευτήρι του λόγου του. Μόνο επίλογο του … Momus δεν περιμέναμε. Ο άλλοτε αγαπημένος μας ποπ σταρ, τώρα πια μόνιμος κάτοικος Οσάκα και όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένος τραγουδιστής – τραγουδοπλάστης, κλείνει αιφνιδίως την συλλογή με εφτασέλιδο επίλογο. Ίσως επειδή το δικό του πρώτο μυθιστόρημα ήταν το Βιβλίο των ανέκδοτων, με μια άκρως δυσλειτουργική οικογένεια της οποίας τα μέλη είναι οι χαρακτήρες που γίνονται ήρωες σε μια σειρά από βρόμικα / πρόστυχα ανέκδοτα.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2014, μτφ. Ιωάννα Μιχελάκου, επιμ. Όντεν Μόρτενσεν, επίλογος: Momus, σελ. 197 [Slavoj Zizek, Zizek’s Jokes, 2014]

Στις εικόνες: Panait Istrati με τον Νίκο Καζαντζάκη, Wojciech Jaruzelski, 71 παρθένες [ή λευκές σταφίδες], Hugh Adam Crawford –  Orpheus: The Wooing of Eurydice.

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 205.

23
Φεβ.
16

Michel Serres – Το παράσιτο

To parassito_

Ο Ταρτούφος, ο απατεώνας, φορτώνεται σε έναν αφελή πλούσιο, απολαμβάνει τα φαγοπότια στο τραπέζι του, ερωτοτροπεί με την γυναίκα του, προσπαθεί να παντρευτεί την κόρη του και να βάλει στο χέρι την κληρονομιά του. Τι του δίνει σε αντάλλαγμα; Τίποτα, τους θεατρινισμούς του μόνο. O La Fontaine προσκεκλημένος στο σπίτι του Foucquet, ο Ζαν Ζακ Ρουσό που πηγαίνει τρέχοντας στο σπίτι της καλής του φίλης δεν πλήρωσαν για το ψωμί και το κρεβάτι τους παρά μόνο λόγια. Χαραμοφάη αποκαλεί ο Ντιντερό τον Ανιψιό του Ραμώ.  Και πόσοι δεν γλέντησαν εις βάρος όσων τους ευεργέτησαν!

Τους εταίρους αυτής της καταχρηστικής σχέσης τους αποκαλούμε ξενιστή και παράσιτο: η τελευταία λέξη δηλώνει τον συνδαιτυμόνα που τρώει δίπλα σε κάποιον που τον έχει προσκαλέσει. Το παράσιτο παίρνει τα πάντα και δεν δίνει τίποτε, ενώ ο ξενιστής δίνει τα πάντα και δεν παίρνει τίποτε. Και ακριβώς αυτή την απορροφητική του πορεία και ορισμένες προβολές της στην μυθολογία, στην λογοτεχνία και στην ίδια την πραγματικότητα ερευνά ο φιλόσοφος και συγγραφέας Μισέλ Σερ, αντλώντας παραδείγματα από την Ιστορία του Ιωσήφ (Γένεσις), τις Πράξεις των Αποστόλων, τον Όμηρο (Οδύσσεια), τον Ξενοφώντα (Κυνηγετικός), τον Πλάτωνα (Συμπόσιον), πολλούς μύθους του La Fontaine, τον Μολιέρο (Ο Ταρτούφος, Amphitryon) και τον Ρουσό (Εξομολογήσεις, Rousseau, juge de Jean – Jacques)

la-cigale-et-la-fourmi

Ο παράσιτος είναι προσκεκλημένος στο τραπέζι του ξενιστή του, οφείλει εν είδει ανταπόδοσης να φέρει στο κέφι του συνδαιτυμόνες με τις ιστορίες και τα γέλια του. Ανταλλάσσει μεζέδες με ωραία λόγια, πληρώνει τα τροφεία του· αγοράζει το γεύμα του με το χρήμα της γλώσσας. Αυτό είναι το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου. Βρίσκουμε ίχνη του σε πανάρχαιες μαρτυρίες και αμέτρητες εκδοχές. Τυχαίνει καμιά φορά ο δειπνοθήρας, λόγου χάριν, να πληρώνει σε ηθικό χρήμα, και ο ξενιστής να δίνει κάτι γεμάτος ενοχές. Η ηθική είναι ένα είδος μετρητών, μετατρέψιμων χρημάτων. Κάθε κοινωνία θέτει σε κυκλοφορία ένα λεκτικό χρήμα, που μπορούμε να το ανταλλάξουμε προς όφελος της κοιλίας μας. Έτσι λοιπόν οι ομάδες ισχύος και επιρροής διαδίδουν δια της βίας ένα λεξιλόγιο. Σήμερα είναι οικονομικό, όπως πριν καιρό ήταν ανθρωπιστικό, ακόμα παλαιότερα βολταιρικό, και κάποτε πολύ πίσω θρησκευτικό.

Μια άλλη προβολή της παρασιτικής ιδιότητας εμφανίζεται στη σχέση κυρίου και δούλου. Ο κύριος και ο δούλος δεν έρχονται ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο, καθώς ο πρώτος είναι αρκετά πονηρός ώστε να αποφύγει μια σύγκρουση αμφίβολη, που θα διακύβευε την κυριαρχία και την κατοχή του. Η πονηρία του είναι ακριβώς η διατήρηση της θέσης του. Κι έτσι δεν είναι ποτέ εδώ. Ο δούλος τον αναζητά αδιάκοπα αλλά δεν τον βρίσκει. Ποτέ κανείς δεν σκότωσε έναν αντίπαλο που απουσιάζει. Το πώς ελάχιστοι άνθρωποι υποδουλώνουν τους πολλούς, πώς όλη η ανθρωπότητα είναι υπόδουλη των ολίγων, αυτό είναι το θαύμα, αυτή η εξαίρεση σε όλους τους νόμους. Έτσι λοιπόν είναι ένα χονδροειδές σφάλμα να θέτει κανείς τον συσχετισμό κυρίου και δούλου ως συσχετισμό ένας προς έναν. Όχι· η σχέση κυρίου και δούλων είναι πάντοτε μια σχέση του ενός προς το πολλαπλό.

Le Satyre et le Passant

Το πλήθος παράγει, οι ολίγοι αποφασίζουν και διοχετεύουν την κίνηση. Εκμεταλλεύομαι σημαίνει προετοιμάζω τον χώρο, αποφασίζω, διοχετεύω κλπ. εξειδικεύοντας τις στρατηγικές μου. Οι μεγάλες φάλαγγες των μυρμηγκιών μετακινούνται σε καθορισμένες ώρες και μέρες, κατά μήκος μικρών και μεγάλων διαδρομών και κατανέμονται στα προβλεπόμενα, πόστα τους. Ο κύριος είναι πάντοτε αρχικά γεωμέτρης, τοπολόγος ένας ειδήμονας του χώρου, η επικράτεια είναι πρωτίστως μεγάλη. Ο κύριος ξέρει πάντοτε από πού περνάει, από πού θα περάσει ο δούλος, έχει υπογράψει τις θυρίδες, έχει υπογράψει τα διαβατήρια. [σ. 125]

Τυχαίνει βέβαια κάποτε να σηκωθεί μια βοή εξέγερσης και να κάνουν την εμφάνισή τους ενέργειες διαφορετικές από εκείνες που διοχετεύονται στην εργασία· τυχαίνει ακόμα να εφορμήσει το πλήθος και να λεηλατήσει τα πάντα στο πέρασμά του. Αυτό όμως είναι σπάνιο και, το κυριότερο, επίφοβο: το φοβούνται και οι ίδιοι οι αυτουργοί του. Κάποτε μπορεί να οδηγήσει στην μετατροπή του κυρίου σε δούλο· αλλά αντί να γίνει κύριος του κυρίου, γίνεται ένας άλλος κύριος των δούλων. Αν πάλι γίνει κύριος του κυρίου, ένας αντικύριος, αντιτίθεται σε αυτόν αλλά και βρίσκεται πολύ κοντά του.

michel serres 3

Πώς και γιατί ο Ρουσό είχε διαλέξει ως ενασχόληση να αντιγράφει μουσική προς τόσο την σελίδα; Πώς και γιατί τον συνάρπαζε αυτή η πρακτική, ώστε να της αφιερώσει ατέλειωτες ώρες από τη ζωή του; Γιατί να παρακολουθεί έτσι τις νότες, σχεδόν τυφλά; Ο Ρουσό βιώνει την παρασιτική σχέση χωρίς να τη βλέπει μπροστά του πρόδηλη. Η απαίτηση να ξαναδεί τη ζωή του με το να την εξομολογηθεί προήλθε από το γεγονός πως όφειλε να αναζητήσει ό,τι έλειπε από τα θεωρητικά γραπτά, ό,τι έκρυβε η θεωρία, αντί να το δηλώνει ξεκάθαρα. Όταν τελικά πεθαίνει, οι τελευταίες του λέξεις είναι γεμάτες από τη λαχτάρα να ανταποδώσει στη γυναίκα την συμπαράσταση που του είχε προσφέρει. Με τα ύστατα λόγια του ομολογεί ότι δεν είχε ποτέ ανταποδώσει τίποτε. Αποτραβηγμένος από τα πάντα, ο ίδιος αναρωτήθηκε ποιος είναι. Και πεθαίνει χωρίς να γνωρίζει ότι είχε να ανακαλύψει επιτέλους αυτό που αναζητούσε. Η απλή αλυσίδα – εγώ, ο αδελφός μου, ο πλησίον μου, ο φίλος μου και η κοινωνία μου ζητά μια αλύσωση.

Επιστροφή στον Ταρτούφο που στήνει απάτες, εισπράττει και υφαρπάζει, αποτελώντας τον κανόνα, το πρότυπο αριστείας του παρασίτου. Μπαίνει πάμφτωχος σε μια ήσυχη οικογένεια, εκτρέπει προς όφελός του την διαθήκη, την γυναίκα και την περιουσία, κυνηγά τους πάντες προκειμένου να εγκατασταθεί ο ίδιος στο σπίτι. Επιβάλλει το δίλημμα: ή αποκλείεις ή αποκλείεσαι. Το εξαπατημένο σώμα στο οποίο παρασιτεί ξεγελιέται και δεν αντιδρά πλέον, δέχεται τον επισκέπτη σα να ήταν δικό του σώμα.

tartuffe

Αν χρειαζόταν σήμερα να ξαναγράψουμε έναν Ταρτούφο, αυτός θα ήταν ιδεολόγος, ηθικολόγος, πολιτικός, διανοούμενος της πρωτοπορίας που γεμίζει τις τσέπες του και φτάνει στην εξουσία υπερασπιζόμενος τα ανθρώπινα δικαιώματα ή υποκρινόμενος το θύμα. Ο ίδιος ο Σερ ομολογεί ότι αν άκουγε σήμερα την ιστορία, θα τον φανταζόταν οικονομολόγο, ειδικό στα χρηματοοικονομικά και την φορολογία, που θα ισχυριζόταν μάλιστα ότι δεν είναι σύμφωνος με τίποτε απ’ όλα αυτά αλλά είναι επιβεβλημένα λόγω της οικονομικής ανάπτυξης.

Γεύματα ποντικών, σατύρων, εντόμων, γεύμα λιονταριού και γεύμα αθλητή, γεύμα με φεγγάρι, με σαλάτα, με κάστανα, γεύμα του κυρίου στον παράδεισο, γεύμα του απατεώνα, Νυχτερινά συμπόσια, η σχέση παράσιτου και θεού, η κωμωδία ως παράσιτο της τραγωδίας….Ο συγγραφέας συγγράφει ένα με πυκνά νοήματα, συχνά σύνθετο και απαιτητικό, αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του με σύντομες, στακάτες προτάσεις που πλέκουν με φιλία της σοφίας το πολύπλοκο σύμπαν των απανταχού παρασίτων. Οι ομοιότητες και πρόσωπα και πράγματα της σύγχρονης πραγματικότητας δεν είναι διόλου συμπτωματικές.

le singe et le chat

Εκδ. Σμίλη, 2009, μτφ. Νίκος Ηλιάδης, επιστημονική επιμέλεια: Διονύσης Καββαθάς, 521σελ., με 129 σημειώσεις του μεταφραστή [Michel Serres, Le Parasite, 1980]

Στις εικονογραφήσεις, τρεις από τους μύθους του Λα Φονταίν που παρέχουν ενδιαφέρον υλικό στη σκέψη του Σερ [La Cigale et La Fourmi, Le Satyre et le Passant, Le Singe et le Chat].




Ιουλίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 847,255 hits

Αρχείο