Posts Tagged ‘Λογοτεχνία

12
Ιολ.
18

Ivan Jablonka – Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες

Η Ιστορία ως ένα αληθές μυθιστόρημα

Oι διαπιστώσεις: οι γνωστικοί κλάδοι κατέκτησαν την μεθοδολογική πρόοδο αλλά έχασαν σε σχέση με την μορφή, την συγκίνηση και την απόλαυση. Οι σχετικοί επιστήμονες αδιαφόρησαν για την γραφή και τον δημόσιο λόγο και πίστεψαν ότι ένα άρθρο σε επιστημονικό περιοδικό είναι από μόνο του πιο «επιστημονικό» από ένα ντοκιμαντέρ ή μια μουσειακή έκθεση. Οι ιστορικοί ασκούν τεχνική και όχι συγγραφή: συγκεντρώνουν αρχεία, παραθέματα, υποσημειώσεις, σχέδια, σε σημείο να παράγεται όχι ένα κείμενο αλλά ένα μη κείμενο· μια έκθεση ενός ειδικού η οποία έχει απονεκρωμένη γλώσσα και καθαρά εργαλειακή μορφή.

Η υπόθεση εργασίας: η λογοτεχνία δεν αποδυναμώνει αλλά ενισχύει την μέθοδο των κοινωνικών επιστημών καθώς και την θέση τους στην πολιτεία. Είναι ταυτόχρονα επεξεργασία της γλώσσας, αφηγηματική κατασκευή, μοναδική φωνή, συγκίνηση, ρυθμός ατμόσφαιρα, φυγή προς αλλού. Αν δεχτούμε ότι ο ιστορικός αφηγείται και η ιστορία είναι αφήγημα, τότε αξίζει να λάβουμε στα σοβαρά τον πολύτιμο χαρακτηρισμό του Πωλ Βεν για την ιστορία: αληθές μυθιστόρημα. Το ζητούμενο δεν συνίσταται στην μείωση των απαιτήσεων για τις κοινωνικές επιστήμες αλλά στην επαύξησή τους, στον ξορκισμό της έλλειψης γοητείας, στο άνοιγμα προς το κοινό.

Η αντιστροφή του ερωτήματος είναι εξίσου διαφωτιστική: σε ποιο βαθμό η λογοτεχνία είναι ικανή να αποδώσει το πραγματικό; Η λογοτεχνία δεν περιορίζεται στα δεσμά της μυθοπλασίας αλλά εκτείνεται και στο δοκίμιο, στην αυτοβιογραφία, στο μεγάλο ρεπορτάζ, στην δημιουργική μη μυθοπλασία, στην μαρτυρία. Προσαρμόζει τις ερευνητικές μεθόδους των κοινωνικών επιστημών· ο συγγραφέας γίνεται, με τον τρόπο του, ερευνητής. Αναζητά κι αυτή, και κυρίως αυτή, έναν τρόπο να κατανοούμε το παρόν και το παρελθόν. Η ιστορία είναι πιο λογοτεχνική απ’ όσο η ίδια θα επιθυμούσε και η λογοτεχνία είναι πιο ιστορική απ’ όσο η ίδια νομίζει.

Είναι το μυθιστόρημα, πατέρας της ιστορίας; αναρωτιέται ο Ζαμπλονκά στο κεφάλαιο με τον σχετικό τίτλο. Ο Σατωμπριάν υπήρξε ιστορικός, ποιητής και ρήτορας και οι Μάρτυρές του [1809] είναι ταυτόχρονα ιστορία, εποποιία, ποίημα, αφήγηση ενός ατυχούς έρωτα, ένα είδος ιστορικού μυθιστορήματος με άποψη αλλά και λεπτομερή τεκμηρίωση· ο συγγραφέας βρίσκεται στα χνάρια του Βολταίρου και του Γκίμπον. Ακολουθεί η ιστοριογραφική επανάσταση του Γουέιβερλι [1814] του Γουόλτερ Σκοτ, ο οποίος, αντίθετα από τους ιστορικούς, επινοεί και αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα των συμφερόντων και των συναισθημάτων, αποσπώντας την ιστορία από την πληκτική λιτανεία των βασιλείων.

Ακολουθούν, σε άλλο κεφάλαιο, οι πόλεμοι της αλήθειας: με την επανανακάλυψη του Σαίξπηρ στην σκηνή δεν παρουσιάζονται μόνο τα γεγονότα αλλά και τα κρυφά τους ελατήρια, ενώ δίπλα στο παλάτι αναδεικνύεται η καλύβα. Ο Βινιύ στο Σενκ-Μαρς διακρίνει ανάμεσα στην αλήθεια της τέχνης και το αληθές που υπάρχει στο γεγονός. Η πρώτη ολοκληρώνει το δεύτερο: τελειοποιεί το γεγονός για να του προσδώσει το ηθικό νόημα που οφείλει να διατηρήσει στην αιωνιότητα. Ο Βινιύ ξαναβρίσκει την ικανότητα της εξιδανίκευσης που διέθετε η ιστορία-ρητορεία του Κικέρωνα.

Οι ιστορικοί θα διακηρύξουν ότι και αυτοί μπορεί να είναι δημιουργοί· όχι επειδή επινοούν όντα της μυθοπλασίας, αλλά επειδή, καθώς προσωποποιούν συλλογικότητες και κατονομάζουν δυνάμεις, γεννούν και νέα πρόσωπα· πρόσωπα που υπάρχουν. Ο συγγραφέας διατρέχει την νατουραλιστική μέθοδο ιδίως των Μπαλζάκ, Σίνκλερ, Ζολά και την «αίσθηση του πραγματικού», ενώ την ίδια εποχή η έλευση της ιστορίας – επιστήμης επιθυμεί, αν δεν διακηρύσσει, την αντικειμενικότητα, τον εξορισμό του «εγώ», την οικουμενική – πανοραμική θεώρηση.

Η εξάντληση των ποσοτικών παραδειγμάτων του μαρξισμού και των Annales ωθεί τον ιστορικό να ανακαλύψει εκ νέου την παμπάλαιη λειτουργία του αφηγητή / story-teller και να επενδύσει σε νέα εδάφη: στους καταδικασμένους, στο προσωπικό στοιχείο, στις νοοτροπίες, στα συναισθήματα, στην οικογένεια, στον έρωτα, στο σεξ, στον θάνατο. Συνυπογράφοντας την ιδέα ότι η ιστορία είναι αφηγηματικό μέσο, στοχαστές όπως ο Γκάλι, ο Ντάντο, ο Κρακάουερ, ο Σερτώ και άλλοι, με τους οποίους συναντώνται στην δεκαετία 1980 – 1990 ο Ρικέρ και ο Ρανσιέρ, έδειξαν ότι η κατανόηση του παρελθόντος έχει ανάγκη την πλοκή, την σκηνοθεσία, τις περιγραφές, τα πορτρέτα, τα υφολογικά σχήματα.

Η γλωσσική στροφή, φυσικά, θεωρεί ότι τα πάντα είναι γλώσσα και ότι η ιστορία δεν είναι παρά μία λεκτική κατασκευή ανάμεσα στις άλλες. Ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της, ο Χέυντεν Γουάιτ, αναπτύσσει μια ερεθιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ιστορία συνδυάζει μια γλώσσα με τρεις μεθόδους εξήγησης: την πλοκή, την επιχειρηματολογία και την ιδεολογική εμπλοκή. Διέπεται, λοιπόν, από αισθητικές, λογικές και πολιτικές επιλογές, οι οποίες  προηγούνται της γνώσης και διαμορφώνουν την μήτρα του λόγου, το μετα-ιστορικό υπόστρωμα του αφηγήματος. Αυτή η προσέγγιση αποκαλύπτει την ρητορική και ποιητική της διάσταση. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν οι επιστήμονες, η γραφή δεν περιβάλλει τον ιστορικό «περιεχόμενο», αλλά το συγκροτεί.

Συναντώντας τον μεταμοντερνισμό και την επιφυλακτικότητα απέναντι στα «μεγάλα αφηγήματα», ο Ρολάν Μπαρτ θεωρεί πως η ιστορία αποτελεί «ιδεολογική επεξεργασία». Είναι η ίδια αυτή ιστορία που θα ήθελε να «μας κάνει να πιστέψουμε τις νομιμοποιητικές εποποιίες που χρησιμεύουν ως πρόσχημα για την κυριαρχία της Δύσης ή για την κοινωνική εκμετάλλευση», η ιστορία την οποία μισεί κάθε επανάσταση, είτε ακροδεξιά είτε ακροαριστερή. Η γλωσσική στροφή σύντομα θεωρήθηκε επικίνδυνη και πλείστοι ιστορικοί υπογράμμισαν το γεγονός ότι ο ιστορικός έχει ως αποστολή την αναζήτηση του αληθούς, ότι εντέλει υποτάσσεται στο πραγματικό, ότι η γνώση του είναι επαληθεύσιμη, αποδεικνύεται με κείμενα, μαρτυρίες, κατάλοιπα, και τα λοιπά.

Στο Εμβατήριο του Ραντένσκυ [1932] ο Γιόζεφ Ροτ εγείρει ψευδαισθήσεις Ιστορίας. Το μυθιστόρημα ανακαλεί κυρίως «ιδιωτικά πεπρωμένα που η Ιστορία, τυφλή και ανέμελη» παρέλειψε στο πέρασμά της. Τα μυθοπλαστικά και οικογενειακής τάξεως γεγονότα αναπαράγουν σε μικρογραφία την εξέλιξη της «Ιστορίας». Προσφεύγοντας στην μηδενική εστίαση, ο αφηγητής αποκαλύπτει τυχαία αυτό που τα πρόσωπα αγνοούν· ποτέ δεν παραδίδει το νόημα του μυθιστορήματος με την μορφή ενός μηνύματος. Πάνω από το κεφάλι των ηρώων, ο Ροτ μας ψιθυρίζει πληροφορίες και με αυτό καταφέρνει ταυτόχρονα να σεβαστεί την αληθοφάνεια και να συντηρήσει ανάμεσα στον ίδιο και τον αναγνώστη του την συνενοχή των ανθρώπων που γνωρίζουν. Δεν πρόκειται παρά για τυπικές μεθόδους του ιστορικο-ρεαλιστικού μυθιστορήματος, όπου η «ιστορία» ενσαρκώνεται στο μυθοπλαστικό πεπρωμένο ανώνυμων ατόμων ή οικογενειών, όπως τα δυο αδέλφια στους Τιμπώ ή ο ντον Φαμπρίτσιο στον Γατόπαρδο.

Το απόφθεγμα του Φώκνερ,  σύμφωνα με το οποίο «το παρελθόν δεν έχει παρέλθει ακόμη», έχει ευρετική αξία: το παρελθόν που μελετούν οι ιστορικοί εξακολουθεί να πάλλεται στο παρόν μας, με την μορφή λέξεων, θεσμών, έργων, συνόρων, κτιρίων, συνηθειών, σε βαθμό μάλιστα που το παρόν μας να συγκροτείται από διάφορα στρώματα του παρελθόντος τα οποία προστίθενται, κατακάθονται και στερεοποιούνται με ποικίλους τρόπους. Πολύ περισσότερο, ο ιστορικός συλλογισμός δεν χρησιμεύει αποκλειστικά στην κατανόηση του παρελθόντος αλλά βοηθά επίσης στην δράση στο παρόν. Ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά λογοτεχνικά παραδειγμάτων που μας διδάσκουν ότι ορισμένες μυθοπλασίες διαθέτουν γνωστικό δυναμικό και όχι απλώς μιμητική λειτουργία, που μπορεί να «αναδιαμορφώνει» λίγο-πολύ ελεύθερα την πραγματικότητα.

Ο Ζέμπαλντ δεν μπορεί να λείπει από ένα βασικό τμήμα του βιβλίου, που τιτλοφορείται Από την μη μυθοπλασία στην λογοτεχνία-αλήθεια. Το Άουστερλιτς απορρίπτει τον όρο μυθιστόρημα και ορίζεται ως ένα «βιβλίο απροσδιόριστης φύσεως, σε πρόζα». Ανάλογα βιβλία δεν αποσκοπούν τόσο να δώσουν λογοτεχνική μορφή στην ιστορία όσο να συγγράψουν την πραγματικότητα ακολουθώντας τις γνωστικές διαδικασίες που κάτι τέτοιο προϋποθέτει. Εδώ ο Ζαμπλονκά τυπολογεί μια σειρά από σχετικά αταξινόμητα έργα σε κατηγορίες όπως η αυτοαπογραφή (τα Σκουπίδια της γης του Καίσλερ ή το Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι του Γκρας), η κοινωνική ακτινογραφία (έργα του Λόντον και του Όργουελ), οι ανθρωπολογίες της καθημερινής ζωής (βιβλία του Μαίηλερ ή του Μασπερό), το βιβλίο του κόσμου που υμνεί την αναχώρηση και τον νομαδισμό (από τον Καπυσίνσκι στον Βόλμαν), η εξερεύνηση της ανθρώπινης αβύσσου (Ζιντ, Καπότε, Καρέρ), η αποκατάσταση ενός παρελθόντος μέσω της δικαιοσύνης, όπως τα θεμελιώδη βιβλία των Ντοστογιέφσκι, Σαλάμοφ, Σολζενίτσιν αλλά και του Μέντελσον.

Αν το παραπάνω ενδεικτικό σώμα βιβλίων συγκεντρωθεί υπό την προσωρινή ετικέτα «λογοτεχνία της πραγματικότητας», τότε πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτή η λογοτεχνία, κληρονόμος του ρεαλισμού, επιθυμεί να μιλήσει για τον κόσμο χωρίς να αποκρύψει τίποτα. Ωστόσο και εδώ αρνείται την βοήθεια της μυθοπλασίας και τις συνταγές της ψυχολογίας. Ο Ζαμπλονκά προτείνει την προσέγγιση αυτών των κειμένων από την σκοπιά του μετα-ρεαλισμού, μιας στάσης απέναντι στο πραγματικό, που με την σειρά της διακρίνεται σε τρεις λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα: τον αντικειμενισμό, την μαρτυρία και το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα. Ευκαιρία εδώ να θυμηθούμε το πρώτο μη μυθοπλαστικό βιβλίο, την Επιχείρηση Σφαγή [1957] του αργεντινού δημοσιογράφου Ροντόλφο Γουόλς που ερευνά την καταστολή ενός πραξικοπήματος, για να ακολουθήσουν λίγα χρόνια μετά οι Αμερικανοί – Καπότε, Μαίηλερ, Χάντερ Τόμσον, Τομ Γουλφ. Κατά μεγάλη ειρωνεία, να προσθέσω, ο Γουόλς, ατρόμητος και κατά της χούντας του Βιντέλα, αντιστάθηκε στην σύλληψή του (που θα οδηγούσε στον βέβαιο βασανισμό και θάνατό του) με το δικό του περίστροφο και δολοφονήθηκε επί τόπου από τους στρατιώτες της δικτατορίας.

Ακούραστος ο Ζαμπλονκά προχωρά σε νέα παραδείγματα, κατηγορίες, διαπιστώσεις αλλά και ερωτήματα. Από τον 19ο αιώνα η διεκδίκηση της απόλυτης ελευθερίας διέπει τον λόγο των συγγραφέων. Ο Περέκ ήταν από τους μεγάλους ωφελημένους αυτής της ελευθερίας, όμως ακριβώς οι μέθοδοι που επεξεργάζεται, η αυστηρή λίστα καθηκόντων και το σύστημα των περιορισμών του μύθου δείχνουν πως υιοθετεί κανόνες για να είναι «ολοκληρωτικά ελεύθερος». Αυτός ο νεοκλασικός ύμνος στον περιορισμό, με τον οποίο ταυτίζεται και ο Ίταλο Καλβίνο, μας επιτρέπει να αναθεωρήσουμε την ψευδο-αντίθεση ανάμεσα στην δημιουργική και ανυπότακτη ελευθερία και τον κανόνα. Είτε το θέλει, είτε όχι, κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του κανόνες. Ο Ντέηβιντ Λοτζ το αναγνωρίζει με εντιμότητα: «Ο χρυσός κανόνας της μυθοπλαστικής πρόζας είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες – με εξαίρεση εκείνους που κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του». Και οι περιορισμοί της δημιουργικότητας του ερευνητή δεν σταματούν εδώ: το ύφος αποτελεί έναν από αυτούς και ο Ζαμπλονκά παραθέτει μια ακόμα ενδιαφέρουσα τυπολογία των υφών, σε μια παράλληλη εξέταση των περιορισμών που χαρακτηρίζουν το έργο των ιστορικών. Είναι άραγε παράλληλοι ή τέμνονται μ’ εκείνους των λογοτεχνών;

Ο λόγος του πολωνοεβραϊκής καταγωγής Γάλλου ιστορικού και μυθιστοριογράφου, χειμαρρώδης στην έκφραση και πλούσιος από παραδείγματα, υποστηρίζει με ενθουσιασμό μιαν άκρως γοητευτική πρόταση. Πεπεισμένος ότι η ιστορία μπορεί να επινοήσει νέες μορφές λόγου και να κατακτήσει την βαθύτερη κατανόησή της, παραθέτει μια σειρά από πρωτότυπους συλλογισμούς αποκαλύπτοντας την ίδια στιγμή το βαθύ τους παρελθόν. Παρά τον δοκιμιακό της χαρακτήρα, η έρευνά του διαβάζεται ως ένα ιδιαίτερα ελκυστικό κείμενο, όχι μόνο επειδή, σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους Γάλλους θεωρητικούς δεν φοβάται τα σύντομα κεφάλαια, τους επεξηγηματικούς τίτλους και την παράθεση των αντίθετων απόψεων, αλλά κυρίως χάρη σ’ έναν ακόμα παραλληλισμό: αν η γοητευτική του πρόταση αφορά την συμβατότητα της Ιστορίας με τις αρετές της Λογοτεχνίας, στο βιβλίο του είναι ο στοχαστικός λόγος που είναι απόλυτα συμβατός με την αναγνωστική απόλαυση.

Εκδ. Πόλις, 2017, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, σελ. 412. Περιλαμβάνονται 93 σημειώσεις και δίγλωσσο ευρετήριο προσώπων.

Στις εικόνες: François-René de Chateaubriand, Upton Sinclair, Siegfried Kracauer, Roland Barthes, W.G. Sebald, Rodolfo Walsh, Georges Perec, Ivan Jablonka.

Advertisements
16
Μάι.
11

Anne Sexton – Ποιήματα

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,

τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,

ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.

Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.

Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.

Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.

Έχω υπάρξει ον του είδους της

 Το είδος της [Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω, 1960] (απόσπασμα)

Δεν ήξερα ότι είχα οποιοδήποτε δημιουργικό βάθος. Ήμουν θύμα του Αμερικανικού Ονείρου. Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί. Όμως δεν μπορείς να χτίζεις μικρούς λευκούς φράχτες για να κρατήσεις έξω τους εφιάλτες.

Η Ανν Σέξτον (1928-1974) ξεκίνησε να γράφει στα τριάντα της. Μέχρι τότε το μόνο που ήξερε ήταν να μαγειρεύει και ν’ αλλάζει πάνες στα μωρά της. Η επιφάνεια ράγισε στα 28 της: υπέστη νευρικό κλονισμό κι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ένα βράδυ είδε στη βοστωνέζικη εκπαιδευτική τηλεόραση μια εκπομπή για τα σονέτα – θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ αυτό, σκέφτηκε. Ο γιατρός της τής είπε πως τα ποιήματά της μπορεί να σημαίνουν κάτι για κάποιον άλλο κάποια μέρα. Κι αυτό της έδωσε ένα μικρό σκοπό και μια αναβολή νέας αυτοκτονίας. Στην ψυχιατρική κλινική ανακάλυψε πως υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν εκείνη κι ένιωσε πιο αληθινή και «υγιής». Είπε μέσα της: αυτοί είναι οι άνθρωποί μου. Φράση που είπε για δεύτερη φορά όταν ανακάλυψε πως ανήκει, πλέον, στους ποιητές

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.

Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,

στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.

Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.

Όλη τη μέρα είναι στο πόδι

να καθαρίζει με προσήλωση.

Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά

η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.

Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.

Νοικοκυρά [Όλοι οι ακριβοί μου, 1962] (απόσπασμα)

Η Σέξτον άρχισε το βαθύ σκάψιμο στις επώδυνες εμπειρίες της (από τις σαδομαζοχιστικές παιδικές μνήμες και τον τρόμο των ενοχών τους μέχρι τον πανικό της μητρότητας). Συχνά κατανοούσε μέσα σ’ ένα ποίημα κάτι που δεν είχε αφομοιώσει στη ζωή της. Κάτι που μπορεί στην πραγματικότητα να το απέκρυπτε απ’ τον ίδιο της τον εαυτό αλλά ταυτόχρονα το αποκάλυπτε στους αναγνώστες. Με το ένα χέρι ανέσυρα σκατά και με το άλλο χέρι τα σκέπαζα με άμμο. Μερικές φορές ένιωθα σαν ρεπόρτερ που κάνει έρευνα για τον εαυτό του. Ναι, χρειαζόταν θάρρος, αλλά ως συγγραφέας πρέπει να παίρνεις το ρίσκο να γελοιοποιηθείς…

Οι δημόσιες αναγνώσεις της έμειναν αξέχαστες. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και ξεκινούσε, ενώ το κοινό μαγνητιζόταν από την εκθαμβωτική της εμφάνιση, την δραματική της ανάγνωση, τους επιδραστικούς της στίχους. Μεταμορφώνεσαι σε ερμηνευτή, οι αναγνώσεις σου παίρνουν πολλά, είναι μια αναβίωση των εμπειριών σου. Είμαι μια ηθοποιός στο δικό μου αυτοβιογραφικό θεατρικό έργο. Κάποτε έγραψε στον Σολ Μπέλοου, συγκλονισμένη κάποτε από μια φράση του στον Χέντερσον του «Σάπιζα κι ήμουν ακόμα παιδί» κι εκείνος της απάντησε  με φράση από τον Χέρτσογκ του: «Μην κλαις, βλάκα, ζήσε η πέθανε, αλλά μη δηλητηριάζεις τα πάντα». Η φράση έγινε οδηγός της.

Στα έξι μου

ζούσα σ’ ένα νεκροταφείο γεμάτο κούκλες,

αποφεύγοντας τον εαυτό μου,

το σώμα μου, αυτό τον ύποπτο

στο αλλόκοτο σπίτι του.[…]

Θα μιλήσω για τους βραδινούς εξευτελισμούς όταν με ξέντυνε η Μητέρα,

για τη ζωή της μέρας, κλειδωμένη στο δωμάτιό μου-

όντας η ανεπιθύμητη, το λάθος

που χρησιμοποίησε η Μητέρα για να αποτρέψει τον Πατέρα

απ’ το διαζύγιο. […]

Στεκόμουν εκεί ήσυχα,

κρύβοντας το μικρό μου μεγαλείο.

Δεν αναρωτιόμουν για την πύλη της ντουλάπας.

Δεν αναρωτιόμουν για το τελετουργικό του ύπνου

όταν, στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου,

με ξάπλωναν καθημερινά

για να μ’ εξετάσουν για ψεγάδια.

Εκείνες τις εποχές… [Ζήσε ή πέθανε, 1966] (απόσπασμα)

Δεν υπήρχαν ποτέ χαρούμενες μνήμες; Ναι, τότε που μαζί με την Σίλβια Πλαθ και τον (ποιητή και εραστή της) Τζορτζ Στάρμπακ παρακολουθούσαν τα μαθήματα του Ρόμπερτ Λόουελ (που της δίδαξε όχι πώς να γράφει αλλά τι να αφαιρεί) και μετά το μάθημα ανέβαιναν κι οι τρεις στο μπροστινό κάθισμα της παλιάς της Φορντ και πήγαινα στο ξενοδοχείο Ritz, παρκάροντας παράνομα στην Ζώνη Φόρτωσης, λέγοντας, «κι εμείς να φορτώσουμε ήρθαμε». Με την Πλαθ μοιραζόταν πολλές κουβέντες περί θανάτου και αυτοκτονίας, το θέμα τις τραβούσε «σαν έντομα σε ηλεκτρικό γλόμπο». Εκείνη της διηγούνταν την ιστορία της πρώτης της απόπειρας «με γλυκές και τρυφερές λεπτομέρειες», που ταυτίζονταν με τις περιγραφές του Γυάλινου Κώδωνα. Λες και ο θάνατος μας καθιστούσε λίγο πιο υπαρκτούς εκείνη τη στιγμή. Όπως άλλωστε αναφέρει η Σέξτον, οι δυο ποιήτριες αλληλοεπηρεάστηκαν: η Πλαθ εν ζωή από εκείνη, εκείνη από την Πλαθ μετά την αυτοκτονία της και το Άριελ.

Το να μ’ αγαπάς όταν δε φορώ παπούτσια

σημαίνει ότι αγαπάς τα μακριά ηλιοκαμένα μου πόδια,

τα γλυκά μου, καλά και χρήσιμα σαν κουτάλια.

Και τις πατούσες μου, αυτά τα δυο παιδιά

που τ’ άφησαν να βγουν να παίξουνε γυμνά. […]

Τα κύματα είναι ναρκωτικό, φωνάζουν

υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω,

όλη τη νύχτα. Ξυπόλητη

παίζω ταμπούρλο πάνω κάτω στην πλάτη σου.

Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα

του ξυλόσπιτου παίζοντας κυνηγητό.

Τώρα με αρπάζεις από τους αστραγάλους.

Τώρα ανεβαίνεις προς τα πόδια

και έρχεσαι να με καρφώσεις στο σημείο της πείνας μου.

Ξυπόλητη [Ερωτικά ποιήματα, 1969] (απόσπασμα)

Ο τόμος περιλαμβάνει και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση με την ποιήτρια (Paris Review, 1968), όπου συζητιούνται πολλά ειδικότερα θέματα της ποιητικής γραφής, τόσο από άποψη τεχνικής και μορφής, όσο και περιεχομένου, αλλά και γενικότερα όπως η έκφραση της θρησκευτικής εμπειρίας στα ποιήματά της (Μετά τον θάνατο προκύπτει ο Θεός. Δεν εννοώ τον τελετουργικό προτεσταντικό Θεό, ο οποίος είναι τόσο γλυκανάλατος, αλλά τους αγίους που μαρτύρησαν, τον σταυρωμένο άνθρωπο…) ή η μουσική. Η ποιήτρια χρησιμοποιούσε το Bachianas Brasileiras του Villa-Lobos για 3-4 χρόνια ως υπόκρουση γραφής αλλά είχε και το δικό της …συγκρότημα (Anne Sexton and) Her Kind, από το φερώνυμο ποίημά της – μια ομάδα φοιτητών, που αυτο-ορίζονταν ως chamber rock. H Σέξτον ήταν ενθουσιασμένη καθώς ένοιωθε τα ποιήματά της να διευρύνονται με νέο τρόπο και ήχο.

Είμαι στα δύο κομμένη

αλλά θα με νικήσω.

Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.

Θα πάρω το ψαλίδι

και θα κόψω τη ζητιάνα.

Θα πάρω το λοστό

και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα

κομμάτια του Θεού από μέσα μου.

Σαν ένα παζλ

θα τον συναρμολογήσω πάλι

με την υπομονή ενός σκακιστή.

Εμφύλιος πόλεμος [Η φριχτή κωπηλασία προς τον Θεό] (1975)

Η νεαρή νοικοκυρά, η προβληματική μητέρα με την υποτυπώδη μόρφωση ήταν πάντα διχασμένη σ’ έναν εσωτερικό πόλεμο ανάμεσα στους αντίθετους ρόλους του γονέα (που πάντα της προκαλούσε πανικό) και του παιδιού (που ήθελε να παραμείνει – ρόλο που ενίσχυε με τον άντρα της, ζητώντας του να της πει πριν κοιμηθεί πως ήταν «καλό κορίτσι»). Οριακά καθορισμένη από μια οικογένεια εχθρική (η μητέρα της, με αυτοκτονικές δοκιμές κι εκείνη, ήταν ιδιαίτερα επικριτική στα ποιήματά της – κάτι που σταμάτησε την πένα της μικρής Σέξτον για 15 χρόνια), μια δεύτερη συζυγική οικογένεια που επίσης δεν την αποδέχτηκε ποτέ, τον δεύτερο ψυχίατρό της (έναν ακόμα που «τίμησε» την ιδιότητά του συνάπτοντας σχέσεις μαζί της, εξωσυζυγικές φυσικά), κι έναν πανιδιαίτερο ψυχισμό – όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην εκτενή εισαγωγή της η μεταφράστρια, η ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη έμοιαζε με χοάνη που δεν γέμιζε ποτέ.

Αλλά προφανώς υπήρχε κάτι πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά, που οδηγούσε σε τόσες αυτοκτονικές τάσεις και απόπειρες, στις δεκάδες ψυχιατρικές νοσηλείες, κρίσεις πανικού, τα βαρβιτουρικά και το ξυράφι που υπήρχαν μόνιμα στη τσάντα της. Αν οποιοδήποτε ποίημα είναι υπεράνω οποιασδήποτε ανάλυσης, παρουσίασης, υπερθεματισμού ή κριτικής (προσωπική άποψη, γι’ αυτό και σε τούτο το Πανδοχείο δεν σχολιάζουμε ποτέ Ποίηση), τα δικά της ποιήματα από τις 8 εν ζωή ποιητικές της συλλογές επαληθεύουν την αγαπημένη της καφκική φράση: Κάθε βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Στις 4-10-1974 μετά από μια επιτυχημένη δημόσια ανάγνωση κι ένα πανεπιστημιακό μάθημα γύρισε σπίτι, έβαλε τα κοσμήματά της, πήρε ένα ποτήρι βότκα, πήγε στο γκαράζ, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μουσική. Δεν άφησε κανένα σημείωμα.

Όταν δουλεύω ένα ποίημα αναζητώ την αλήθεια. Μπορεί να είναι η ποιητική αλήθεια, που δεν είναι απαραίτητα αυτοβιογραφική ούτε αντικειμενική. // Ένα ποίημα πρέπει να κάνει τους ανθρώπους να δρουν.

Εκδ. Printa [Ποίηση για πάντα], 2010, εισαγ. – μτφ. Δήμητρα Σταυρίδου, 375 σελ., με 20σέλιδη εισαγωγή και 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας στα ποιήματα και τη συνομιλία, καθώς και ενδεικτική βιβλιογραφία. Η μτφ. βασίστηκε στην έκδοση Anne Sexton, The Complete Poems (1999).

Τώρα, όλοι εμείς οι καταραμένοι που εκπέσαμε μετά

με τα διαβολικά μας στόματα και τα ανήσυχά μας μάτια

πρόωρα πεθαίνουμε

όμως δεν πάμε σε παράδεισο ή κόλαση

μα μας τοποθετούν στο «Άστρο του Αρουραίου» […]

Μας τοποθετούν εκεί πλάι στους τρεις ληστές

γιατί και οι ταπεινότεροι από εμάς

αξίζουμε να χαμογελάμε στην αιωνιότητα

σαν μια φέτα καρπούζι.

Οι αρουραίοι δε ζουν σε κάποιο αστέρι του κακού [Τα σημειωματάρια του θανάτου, 1974] (απόσπασμα)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και χωρίς τις παραθέσεις των αποσπασμάτων: mic.gr, εδώ. Σεξτονικό Ιστολόγιο της μεταφράστριας εδώ.

16
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 61

Κολέτ – Η θεατρίνα, εκδ. Printa, 2002, [Σειρά: Έρωτες και πεπρωμένο] μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, σ. 226-227 (Colette – La vagabonde, 1910).

Ζω ανάμεσα σε καταιγίδες σκέψεων που δεν ξεσπούν. Ξαναβρίσκω με πόνο και υπομονή τη διάθεσή μου για σιωπή και εσωστρέφεια. Μου είναι και πάλι εύκολο να ακολουθώ τον Μπραγκ μέσα σε μια πόλη, πάνω κάτω, στους μικρούς δημόσιους κήπους, τους καθεδρικούς ναούς και τα μουσεία, μέσα στον καπνό των μικρών μπουάτ όπου «τρώμε καταπληκτικά»! Μιλάμε λίγο, χαμογελάμε σπάνια (…)

Είμαστε και οι δυο ειλικρινείς, αλλά όχι πάντα απλοί… Όπως συνηθίζαμε πάντοτε, κάνουμε κάποια αστεία που μας ανεβάζουν το κέφι: το αγαπημένο του Μπραγκ – που με εξοργίζει – είναι το Παιχνίδι του Σάτυρου, τον οποίο μιμείται μέσα στα τραμ, επιλέγοντας για θύμα άλλοτε μια νέα ντροπαλή γυναίκα, άλλοτε μια επιθετική γεροντοκόρη. Καθισμένος απέναντί της, με μια στάση τολμηρή, την περιβάλλει μ’ ένα ξαναμμένο βλέμμα κι εκείνη κοκκινίζει, βήχει, τακτοποιεί το βέλο της και γυρνά το κεφάλι. Το βλέμμα το «σάτυρου» επιμένει, λάγνα, μετά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στόμα, ρουθούνι, φρύδια, συγκλίνουν στο να εκφράσουν την ιδιαίτερη ηδονή ενός ερωτομανούς…(…)

Γελάω με την καημένη την κυρία που, τρελαμένη, κατέβαινε πάντα πολύ γρήγορα απ’ το τραμ, αλλά η τελειότητα των γκριματσών αυτού του βάρβαρου παιχνιδιού με εκνευρίζει. Το κορμί μου, κάπως καταπονημένο, περνά παράλογες κρίσεις απίστευτης σεμνοτυφίας, απ’ τις οποίες βυθίζομαι σ’ ένα καμίνι που ανάβει αστραπιαία από την ανάμνηση ενός αρώματος, μιας χειρονομίας, μιας τρυφερής κραυγής· ένα καμίνι που φωτίζει τις απολαύσεις που δεν ένιωσα ποτέ και που στις φλόγες του σιγοκαίγομαι, ακίνητα με τα γόνατα ενωμένα, λες και με την παραμικρή κίνηση, θα κινδύνευα να μεγαλώσω τα εγκαύματά μου.

 Στην Κατερίνα Χρυσανθοπούλου

20
Απρ.
10

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Προς εκκλησιασμόν

Ο μύθος έπαψε να θεωρείται μόνο σαν κατάλοιπο του παρελθόντος και ερευνάται σαν ουσιώδες σημείο του καθενός (Τοπογραφία και δομή, σ. 143).

Το 1970 ήταν annus mirabilis για τον Πεντζίκη: ο αραιότατα εκδοθείς του παρελθόντος τώρα ξεφούρνιζε τέσσερα βιβλία σε ισάριθμους εκδότες – το ένα σε δεύτερη έκδοση, σε μια πλημμυριστή εκβολή της φρενήρους γραφής του από το 1969, οπότε και αποσύρθηκε από τον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο όπου εργαζόταν (ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων). Ένα εξ αυτών ευτυχεί τρίτη και οριστική έκδοση εδώ (Α΄ έκδοση: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, Β΄ έκδοση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986), κανονιστική και παγιωθείσα, προς ευκρινέστερη ακρόαση του πεντζίκειου λόγου. Πρόκειται για εννέα κείμενα δυο δεκαετιών (’50-’60) που ομιλήθηκαν ως διαλέξεις και έρευσαν ως ομιλίες – εξ ου και η αίσθηση της επικοινωνίας με ορατό ακροατήριο, η αποτύπωση μιας οικείας προφορικότητας και η αξία τους σαν μιας σπάνιας ζωντανής ηχογράφησης σύμφωνα με τον επιμελητή – επιμετρητή του τόμου Γαβριήλ Νικόλαο Πεντζίκη). Αυτές οι διαλογικής, σχεδόν σωκρατικής υφής εκφράσεις πρωτοδημοσιεύτηκαν σε Μορφές, Ταχυδρόμο, Νέα Πορεία, Διάλογο, αλλού, ή πρώτη φορά εδώ.

Αυτός που παραδεχόταν πως έγραφε έτσι απλά επειδή αδυνατούσε να συνθέσει λογοτεχνία, μη γνωρίζοντας τρόπους και μεθόδους, που στα γραπτά του προσκαλούσε πλήθος προσώπων χωρίς να φτιάχνει κανέναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, που σε σημειώσεις εκατό ημερών έγραψε το χρονικό της μεταμόρφωσής του σε κατώτερο εχινόδερμο, εδώ ξανά διαπερνά, διαπηδά και διασχίζει τον Όμηρο και τον Πίνδαρο (του υπεραρκούν απ’ την αρχαία φρουρά), τον Τζόυς, τον Kierkegaard, τον Παπαδιαμάντη, τον Σαραντάρη, τον Βιζυηνό, τους προσωκρατικούς και τους νεοπλατωνικούς, τους βυζαντινούς, τους Μπέκετ, Μαλλαρμέ και Ντοστογέφσκι, τις γριές ενορίτισσες της Υπαπαντής και της Παναγίας Δέξιας με τις πατερικές φυλλάδες.

Ας ευφρανθούμε λοιπόν ξανά για εκατοστή φορά με τον εσώτερο μονολογιστή, ρευματοφόρο της συνείδησης και εξπρεσιονιστή κύριο Πώς να τον πούμ’, τον μοντέρνο και μεταμοντέρνο πριν από εκείνους που φέρουν τον τίτλο, που «σχολείο πήγε μονάχα σε μια τάξη και μόνο του μέλημα ήταν η μυθική και παραμυθική ερμηνεία των εγκοσμίων», είτε καθώς διαλαλεί τον έρωτά του προς τα έμβια όντα και τα πράγματα είτε όταν πολεμά τους δαίμονές του στην προσπάθειά του να υπερβεί και να διαλύσει το ατομικό του εγώ. Που επιστρέφει συνεχώς στον παρά θιν’ αλός περίπατο που δεν έπαψε να επεξεργάζεται η ανθρώπινη ψυχή απ’ τον Όμηρο ίσαμε τον Τζόυς, συγκινείται περισσότερο στα προσκυνητάρια και στα εικονοστάσια των δρόμων παρά στις μεγάλες, σαν άδειες αποθήκες εκκλησίες, σκιρτά με την ανάποδα τοποθετημένη πινακίδα της Οδού Αετορράχης στην Αγία Τριάδα, ανεβαίνει στην στέγη των Δώδεκα Αποστόλων στο Βαρδάρι και λέει: Πέρα από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παραλόγου.

Για άλλη μια φορά με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όλοι σιώπησαν και γι’ αυτό το έργο του: ο μεν δικτατορικός περίγυρος αλισβεριζόταν με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις ευρύτατες πνευματικές του αναζητήσεις), διανόηση και αντιφρονούντες εν γένει αντιμετώπιζαν με υποψία οτιδήποτε «θρησκευτικό». Αν προσθέσουμε και τα στεγανά του αναγνωστικού κοινού τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί σπάνια εκδότης και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού δεχόταν να δημοσιεύσει κείμενό του, ή, όταν συνέβαινε, οι αναγνώστες να το αγοράσουν. Φυσικά ο Πεντζίκης αν και βαθύτατα θρησκευθείς ουδόλως σχετιζόταν με εκκλησιαστικούς θεσμούς και σχετικά ιδεολογήματα (προτίμησε 94 επισκέψεις στο Άγιον Όρος), αδιαφορώντας πλήρως και για εθνικιστικούς διαχωρισμούς.

Δεν είναι τα πράγματα που γεμίζουν, ούτε τα μεγέθη που επιβάλλονται – γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί η Παναγία Κουμπελιδική στην Καστοριά με την Παναγία των Παρισίων – στον ατέρμονο πεντζίκειο πανοραμικό κόσμο. Είναι η Θεοτόκος σ’ ένα τζάμι καταστήματος, τα γεωλογικά στρώματα ως μνήμες συνουσίας, η επίκληση των ασκητών Φώτισόν μου το σκότος, οι λαϊκές ανδρικές και γυναικείες μορφές που μοιάζουν να σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές, πιασμένες με μαντήλια χρωματιστά σε τοιχογραφία στο μικρό εκκλησάκι του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Άθωνα.

Η στέγη της Αγίας Αικατερίνης έχει την μεθυστική ποικιλία μιας αμάραντης ανθοδέσμης…η ένθεση ων πλίνθων στις εξωτερικές πλευρές σχηματίζει έναν τέτοιο πλούτο διακοσμητικών θεμάτων, ώστε αισθάνεσαι σάμπως οι τοίχοι να είναι τάπητες, που μπορεί να τους σηκώσει ο άνεμος, και ολόκληρο το κτίσμα να μετεωριστεί στον ουρανό. (Άλλοτε και νυν, σ. 50)

Μιλάμε για μια έκδοση κατάσπαρτη και κατασυμπληρωμένη με: πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού (ηγούμενος της Μονής Βλαττάδων, συνεπώς πρώτος στο Ίδρυμα που τον εξέδωσε τότε), παρουσίαση των κομματιών που έκανε ο συγγραφέας στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικό υλικό κι ένα τεράστιο επίμετρο με την εκδοτική ιστορία του έργου, τις πρώτες δημοσιεύσεις, ανάδραση [= επιστολές των Ζήσιμου Λορεντζάτου (Αείροε, πλειστόκαινε, μωσαϊκέ Νίκο!), Γιώργου Σεφέρη, Παπατζώνη, Δ.Γ. Κουτρουμπή και κριτικά σημειώματα], εργοβιογραφικό χρονολόγιο και με υπερεκατοντασέλιδα σχόλια «εφόδια, όχι εμπόδια» του προαναφερθέντος υιού, που γνωρίζει την παραμικρή εσοχή του έργου του και μας έχει καλομάθει σε παρόμοιες θεραπείες καταλήγοντας σε δοκιμιώδες κομμάτιο που αρχινά με παρομοίωση του βιβλίου με ναό αλλά και σταυρό, με κεραίες τις δυο διασταυρούμενους άξονες σκέψης του ΝΓΠ, τα δε κεφάλαια και ως βαθμίδες μιας μυητικής κλίμακας και καταλήγει στην αναδεξιμιά του Ζωή, σ’ ένα θαυμαστό κύκλο.

Καλά έκανες κι έφυγες κυρ Νίκο κι άσε μας εμάς εδώ να βολοδέρνουμε ανάμεσα Εγνατία 112 (νυν 106), εκεί που ήταν το Φαρμακείο σου (εκεί που συνεπαρμένος από τις δημοτικιστικές επιταγές έβγαλες το τελικό νι από την επιγραφή και σ’ επισκέφτηκε όργανο της τάξεως να διαπιστώσει αν επρόκειτο για ανατρεπτική ενέργεια ή που συνεπαρμένος από τις συζητήσεις έκλεινες την πόρτα κι έδιωχνες τον κόσμο) και Βασιλίσσης Όλγας 197 που οικείωνες οικία. Εσένα το εγώ σου ήταν κάθε φορά κι ένας άλλος ενώ εμείς παραμένουμε απελπιστικά οι ίδιοι.

Αργότερα πολλές φορές συσχέτισα την είσοδο εκείνη, εντός του ιδρύματος της εκ θείας αποκαλύψεως θρησκευτικής παραδόσεως, με την προσευχή του Κολοκοτρώνη, όταν έμεινε έρημος, πριν βγει στα βουνά και κράξει τους σκόρπιους από τον φόβο των Τούρκων Έλληνες, στην Εκκλησία του Χρυσοβιτσιού, ενισχυόμενος από το μεγάλο του ήρωος παράδειγμα. Μέσα ο ναός ήταν ακόμα ασυμπλήρωτος και ως μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι’ άκουγαν, τον κρυμμένο μέσα το ιερό παπά, μια μαυροφορεμένη γρηά, ένας τρελλός και εγώ. Τότε λοιπόν…αντιλήφθηκα ότι πολύ σωστά θα μπορούσαν να διακοσμηθούν οι τοίχοι του άδειου ναού με την απλή καταγραφή, από πάνω έως κάτω, όπως στα χαρτάκια που δίνουμε στον παπά για να τα διαβάσει, των ονομάτων όλων των προσφιλών μας νεκρών. (Έρως της Εκκλησίας, σ. 87)

Εκδ. Ίνδικτος, 2007, σελ. 397, επιμέλεια – σχολιασμός: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Στις φωτογραφίες η Αγία Αικατερίνη στην πιο υποβαθμισμένη (καλύτερα εκεί) περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης  και η έκδοση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Εκδόσεων. Συντομότερη και μεταμορφωμένη δημοσίευση του κειμένου, εδώ.

18
Ιαν.
10

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Γραφή κατοχής. Το ανέκδοτο «Χειρόγραφο 1943» μαζί με άλλα συναφή και παρεμφερή κείμενα

Ο θάνατος ως συνέχεια και δικαίωση της ζωής

Έχω ένα κουτί μυστικά προσωπικά αισθήματα
μελετώ της γέννησης την ταυτότητα με το θάνατο
προσπαθώ την πολιτεία στο διάστημα να διακρίνω του χρόνου (…)

Φωτογραφίες, 7 (στ. 1-3)

Ο κατεξοχήν θησαυριστής του ανεξάντλητου αρχειακού υλικού αισθημάτων, εικόνων και εντυπώσεων Νικόλαος Γαβριήλ Πεντζίκης μας κοινωνεί απρόσμενα τούτο το σπάνιο σύνολο κτερισμάτων από το έργο του, με τη μορφή «επετειακής έκδοσης για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση και τα δεκαπέντε έτη από την εκδημία του», διαμεσολαβούντος αγγελιοφόρου – επιμελητή του υιού Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη.

Το «Χειρόγραφο 1943» περιέχει το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943, σημειώσεις για την «πρώτη ύλη» της σύνθεσης, ολόκληρη την σειρά ποιημάτων Φωτογραφίες (γνωστή μέχρι σήμερα μόνο από τη δημοσίευση δύο εξ αυτών ή από μνείες σε άλλα έργα) και λεπτομερή κατάλογο αναγνωσμάτων. Η έκδοση περιλαμβάνει το πανομοιότυπο του χειρογράφου (γραμμένου σε σελίδες εμπορικού κατάστιχου), επίμετρο του επιμελητή, εργοβιογραφικό χρονολόγιο αλλά και δώδεκα ανέκδοτα και δημοσιευμένα «συναφή και παρεμφερή κείμενα», ως μια πρώτη απόπειρα θεματικής παρουσίασης και ανθολόγησης κειμένων του συγγραφέα. Οι 119 στίχοι του Ποιήματος αναπτύσσονται γύρω από τέσσερα ιστορικά γεγονότα χρονικής έκτασης τριών και πλέον αιώνων: τη δολοφονία του Κοντσίνο Κοντσίνι από τον Λουδοβίκο ΙΓ΄το 1617 («δικαιολογημένη» πράξη λαϊκής δικαιοσύνης), τη Σφαγή του Κατύν (μαζική εκτέλεση Πολωνών πολιτών από τις σοβιετικές αρχές το 1940) και δυο ομαδικές εκτελέσεις ομήρων από τους Γερμανούς στη Θεσσαλονίκη το 1943.

Εντασσόμενη στην ογκώδη κατοχική συγγραφική παραγωγή του, η Γραφή Κατοχής μοιάζει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία του πεντζίκειου λόγου: την αποθέωση της εικονοπλαστικής γραφής, την πληθώρα κειμενικών ή άλλων αναλόγων, την συρραφή αλλεπάλληλων μνημονικών και αισθητικών εντυπώσεων. Όμως, αν ο Πεντζίκης ως κατεξοχήν μοντερνιστής αφηγητής επικεντρωνόταν στην απόπειρα εξερεύνησης ενός αποσυνθεμένου εσωτερικού κόσμου, στο Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 κυριαρχεί, παράλληλα, μια απεγνωσμένη καταγραφή ενός διαμελισμένου εξωτερικού κόσμου, γεμάτου εκτελέσεις, σφαγές, νεκρούς. Η δεδομένη αδυναμία της μοντερνιστικής γραφής να οργανώσει και να εξαντλήσει το θέμα της εδώ εμφανίζεται αντεστραμμένη: κάθε στίχος από μόνος του αποτελεί μια συμπυκνωμένη ιστορία. Εκείνος που κάποτε είπε είναι αμάρτημα να μην είσαι παρών σ’ αυτό που συμβαίνει μέσα σου, στην προκείμενη συγκυρία μοιάζει υποχρεωμένος να καταγράψει, μέσω μιας γνώριμής του «ποιητικής της μνήμης»  όσα διαδραματίζονται γύρω του – πολύ δε περισσότερο εφόσον: δεν αρνιέται τα ατομικά αισθήματα ο ποιητής / προσπαθεί σ’  έννοιες καθολικές να τα ευρύνει (στ. 17-18 του Ποιήματος).

Όμως είναι και η δημοσίευση των πρώτων υλών των συνθέσεών του, αυτής της βαθύτατης δεξαμενής έμπνευσης και σταχυολόγησης, που με δεδομένη την αρχειοθετική του βουλιμία, αποτελούν από μόνες τους συναρπαστικό αναγνωσματάριο που μας προσφέρεται ως μια «εσωτερική» πλευρά του έργου, ταυτοχρόνως κειμενική και εξωκειμενική. Έτσι η διαδικασία της γραφής, που αποτέλεσε για τον μοντερνιστή Πεντζίκη κεντρικό θεματικό πυρήνα, μας παραδίδεται τώρα μέσω μιας άμεσης αποθησαυρισμένης πηγής του εργαστηρίου του συγγραφέα και ως ένα υπερπολύτιμο εφόδιο για την προσπέλαση και βίωση του κειμένου. Σε αυτό το μνημονικό κόρπους θέση έχει οτιδήποτε ενεργοποίησε τις αισθήσεις του συγγραφέα από την περίοδο του πολέμου που «άλλαξε τη διάθεση του χρόνου στο βίο» του (όπως επακριβώς πεζολογούσε στον Κοχλία): πληροφορίες, αφηγήσεις, συζητήσεις, εικόνες περιοδικών, ένα «θύμωμα» με τον Γιώργο Κιτσόπουλο και τον Γιάννη Σβορώνο (συνεκδότες του προαναφερθέντος περιοδικού), μια εντύπωση της άκρης της πόλης, οι όψεις των περαστικών, οι εντυπώσεις από τον κόσμο που παρακολουθεί τις κηδείες, οι βυζαντινές τοιχογραφίες, έργα των Ουναμούνο, Φρανς, Λόρκα, Ξενόπουλου, Μαίτερλιγκ, Ντ’ Ανούντσιο, Ταφραλή και Ψελλού.

Αν το Ψιλή ή περισπωμένη αποτελούσε, σύμφωνα με παλαιότερο κείμενο της Μάρης Θεοδοσοπούλου «βιβλιάριον εθνικής ανατάσεως», το Ποίημα της 14ης Ιουλίου 1943 έχει στοιχεία, τολμώ να πω, «σημειωματάριου εθνικής οδύνης», όπου ο κατεξοχήν συναξαριστής του παραμυθητικού λόγου επιχειρεί να προσεγγίσει την τραγική ουσία της ιστορικής συγκυρίας προτού καταλήξει: η παράσταση τελειώνει όμως η ζωή δε σταματά (στ. 99 του Ποιήματος). Για άλλη μια φορά στο ανεξάντλητο σώμα του πεντζίκειου λόγου, τα οστά του οποίου εδώ τυγχάνουν καθαγιασμένης ανακομιδής και λιτάνευσης, η ζωή δεδικαίωται και μέσω του θανάτου.

Εκδ. Άγρα, επιμέλεια – σχόλια – επίμετρο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, σελ. 175

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 586, 15.1.2010 (και εδώ).
21
Απρ.
08

Μικρό κουτί μεγάλων εβδομάδων

Ό,τι κυνηγάς ανοίγει δρόμο σκοτεινό / σε τραβάει και σε κλείνει σε ψηλό γκρεμό.

Από κάποια παράδοξη συνήθεια συνδυάζω εδώ και χρόνια το Πάσχα (και ειδικότερα ένα ικανό χρονικό διάστημα πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή) με μια προσωπική πλοήγηση προς μια διαφορετική, εσωτερικότερη ζωή. Όχι από καμία αίσθηση θρησκευτικότητας, ούτε από τη γνωστή απεγνωσμένη προσπάθεια να βιώσουμε σώνει και καλά κατανύξεις, μετάνοιες και κοινές συμμετοχές στα «Θεία Πάθη». Απλώς αντιμετωπίζω εν στρατιά φαντάσματα και φαντασμαγορίες του παρελθόντος με τα οποία δεν έχω ξεμπερδέψει κι ούτε πρόκειται. Τα οδυνηρά πρώτα μου θυμίζουν όλα εκείνα που κυνήγησα και δεν κατάφερα, οι ελπιδοφόρες δεύτερες… λειτουργούν και πάλι σαν σειρήνες. Πιστός σε αυτές τις προσωπικές τελετουργίες, διατηρώ ένα κουτί μουσικής και βιβλίων που ακούω και διαβάζω μόνο τέτοιες ημέρες. Κυριολεκτώ. Οι δίσκοι δεν ξανακούγονται τον υπόλοιπο χρόνο, τα μυθιστορήματα μένουν στη μέση μέχρι την επόμενη χρονιά, μόνο τα διηγήματα ξαναδιαβάζονται (και ποτέ δεν είναι τα ίδια). Σας το ανοίγω:

ΔΙΣΚΟΙ
Βόρειοι βαλκανικοί γείτονές μας από μια χώρα που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία, οι Αnastasia (Anastacuja) αποτελούν την ιδανικότερη μουσική για το κλίμα που επιθυμώ. Έχουν βγάλει τρεις συναρπαστικούς μεγάλους δίσκους και τέσσερις μικρότερους (Na Rekah Vavilonskih, Ikona/Mansarda, Face/Burn) κι έκτοτε έχασα τα ίχνη τους. Δεν έχω ξαναβρεί παρόμοιο χωνευτήρι βυζαντινών, βαλκανικών, τελετουργικών, dark και ροκ στοιχείων και στοιχειών. Σα να παρακολουθείς τα πάθη της φύσης, σα να βλέπεις βυζαντινές τοιχογραφίες σε κίνηση. Το Melourgia (1997) δίνει το βάρος στην παραδοσιακή πλευρά, τo Nocturnal (1998 ) στην ηλεκτρονική και το κορυφαίο όλων Before the rain (1994), σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Milcho Manchevski, ενώνει τα παραπάνω σε μια κορυφαία επιτομή. Άσματα έμμονα τα Time never dies, Coming home Pt. 1 και Pt. 2, Pass Over, Death of Alexander – ηχητικές εκφράσεις του Αέναου Χρόνου, της Επιστροφής στο σπίτι, του Περάσματος και του Θανάτου αντίστοιχα.

Μερικά χρόνια νωρίτερα (1986) οι Paul Lemos and Joe Pappa, ένας μετασχηματισμός των Controlled Bleeding, είχαν κυκλοφορήσει το 12΄΄ Music for the stolen icon στη σειρά Myths της Sub Rosa Records, όπου για πρώτη φορά ορθόδοξες ψαλμωδίες μιξάρονταν με βιομηχανικούς πειραματισμούς. Ένα δεύτερο μέρος (Music for stolen icon ΙΙ) βγήκε το 1993. Απόκοσμο και συγχρόνως «μητροπολιτικό» άκουσμα αποτελεί το Jesus’ blood never failed me yet του Gavin Bryars (Point Records). O ανήσυχος αυτός μουσικός, που έπαιζε ηλεκτρονικά ένα μπουκέτο σαρακοστές νωρίτερα από τους σημερινούς «πρωτοπόρους» συνδυάζοντάς τα με συμφωνικά όργανα, δημιούργησε τούτο το έργο ύστερα μια πασχαλινή έμπνευση της στιγμής. Η φράση του τίτλου ακουγόταν μονότονα έξω από μια εκκλησία από έναν ζητιάνο τον οποίο και ηχογράφησε, βάζοντας σταδιακά πάνω της όργανα, ορχήστρες, λούπες και τη φωνή του Tom Waits.

O αδικοχαμένος Δημήτρης Λάγιος έντυσε μερικούς από τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ με την αλλόκοτη επτανησιακή μουσική του, τραγουδισμένους από την Σαββίνα Γιαννάτου, τον Δώρο Δημοσθένους, το φωνητικό σύνολο «Διάσταση» Κύπρου και άλλους, γεμάτη μαντολίνα, υπέροχα οργανικά μέρη, ενώ το ίδιο το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» ακούγεται σαν μυρωμένη καντάδα (Ίνα Τι).

Πίσω στις πηγές, στη βυζαντινή μελουργία που άλλους ευφραίνει κι άλλους αποδιώχνει, οι κυκλοφορίες είναι πολλές. Προσωπικά το είδος πάντα με γοητεύει από μουσική άποψη κι επιλέγω πάντα από την σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Η Μεγάλη Εβδομάς, όπου ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι γνωστές συνθέσεις των μεγάλων μελοποιών που αναφέρονται στα Άγια Πάθη, ένας για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος και ψέλλονται κατά το παλαιό αγιορείτικο τυπικό (με αντιφωνήσεις, απηχήματα κλπ.). Το ίδιο τυπικό αφορά και τον υπολογισμό των ημερών (οι οποίες αρχίζουν από τη δύση του ηλίου της προηγούμενης), συνεπώς αν ενδιαφερθείτε να ακούσετε τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να πάρετε τον δίσκο του Μεγάλου Σαββάτου, στον όρθρο του οποίου και ανήκουν.

Από το κουτί συνεχίζω να βγάζω: πρώτα την αγαστή συνεργασία τριών ετερόκλητων εκλεκτών, της ρεμπέτισσας Μαριώς, του φωνωδού των Χαΐνηδων Δημήτρη Αποστολάκη και του πρωτοψάλτη και καθηγητή βυζαντινής μουσικής Μανώλη Δαμαρλάκη, το Κύματι Θαλάσσης. Από το Πάθος στην Ανάσταση. Ανεβαίνω ξανά προς το Όρος με την αέρινη/εαρινή φωνή του Χρίστου Τσιαμούλη (Άθως ο εμός) και στην ευρύτερη επικράτεια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών οργάνων του αεικίνητου Χριστόδουλου Χάλαρη (Μελωδοί του Πάθους, Πάθη απόκρυφα).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«They say that God is in the detail lying and I’m sure that’s true…»

Σε δύο τραγούδια κάνω εξαίρεση: αδύνατον να περιορίσω αποκλειστικά σε σαρακοστιανή ακρόαση την κορυφαία συνθετική στιγμή του αισθαντικότερου φολκ ρόκερ των τελευταίων χρόνων, κυρίου Jackie Leven, το The Sexual Loneliness of Jesus Chirst. «Suddenly I realise I’m living a lie my father planned for me/with the sun beating on my back, I see I am a lonely man of Galilea…». Ξεφεύγοντας από το ίδιο του το στυλ, λαχανιάζει τα λόγια που σκορπίζω εδώ πιο πάνω και πιο κάτω, διανθισμένα με όργανα που χρησιμοποιεί για πρώτη και τελευταία φορά. «All kinds of power circle me, I raise my hand and the world goes boom/but I see no me in women’s eyes and I suffer like a child in an empty room«. Το άλλο είναι μια ανάλογη στιγμή του George Harrison που ποτέ δεν αρνήθηκε τις θεολογικές του αναζητήσεις ή αμφιβολίες (My lord, Devil’s Radio). Στο Awaiting for us all τελειώνει με το θέμα: δε χρειάζεσαι ναούς, δε χρειάζεσαι εκκλησίες για να λατρεύεις ένα θεό, ούτε και γραφές για να δεις πόσο χαμηλά έχεις πέσει. Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται μέχρι το τέλος, με τη διαφορά ότι στο τελευταίο ρεφρέν προστίθεται μια φράση: ο Πάπας έχει το 51% της General Motors…

Συμπληρώνω με σκόρπια κομμάτια που διαλέγονται και συνδιαλέγονται με θεότητες και φύσεις, όπως κάποια θεατρικά του Νίκου Ξυδάκη, ειδικά από το Βουή του Πάθους (χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου, από το οποίο και οι στίχοι στην αρχή), ο «Παντοκράτορας» του ιδίου, το φωνητικό δόσιμο του Rufus Wainwright στο Angus Dei, το γνώριμο πια κινηματογραφικό θέμα του Jesus from Nazareth του Maurice Jarre αλλά κι ένα άλλο ξεχασμένο σάουντρακ του Preisner, A play in the fields of lord, όπου στα χωράφια των Θεών ακούγονται και τελετουργικά κομμάτια ιθαγενών του Αμαζονίου.

ΒΙΒΛΙΑ
Για τους ίδιους λόγους ψάχνω στα βιβλία απέραντες ερήμους, απομονωμένες σπηλιές και στύλους ερημιτών, μοτίβα με πάλεις συνειδήσεων, γενναίες ή φοβισμένες ασκητείες, χαμένες ή «κερδισμένες» ζωές. Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα του είδους είναι ένα μικρό βιβλίο που έβγαλε παλαιότερα ο Απόστολος Δοξιάδης, το Βίος παράλληλος. Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία της μοιχαλίδας Υακίνθης και του λυπημένου Μελάνιππου, που ανα-γίνεται ασκητής Αλύπιος την διαβάζω διαφορετικά. Ιδανικό ανάγνωσμα υπάρχει και για τις ιδιάζουσες σχέσεις αγίων, αγιοποιημένων, θαυματοποιών και τσαρλατάνων: η Αγιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου με ιδανικό σκηνικό τον ούτως ή άλλως ιδιαίτερο τόπο της Αρκαδίας.

Αλλά η μέγιστή μου συμπάθεια στο είδος «χορταστικό, σαρκαστικό και γεμάτο πλοκή μυθιστόρημα» είναι ο Gore Vidal και η προσωπική του Τριάδα: ο Ιουλιανός (με τις απολαυστικές, γεμάτες ειρωνία συζητήσεις των αφηγητών τόσο για την χριστιανική όσο και για τις προγενέστερες θρησκείες), η Δημιουργία (με την αντίστοιχη καταβύθιση στις Περσικές θρησκείες και στον πρόγονο του Ιησού Ζωροάστρη) και το διαδικτυακό, μεταμοντέρνο Σε ζωντανή μετάδοση από τον Γολγοθά που, με αφορμή ένα έξυπνο εύρημα, καγχάζει για τη σημερινή εικόνα των θρησκειών και τις τηλεοπτικές και άλλες επανα-γραφές τους.

Εξίσου μεταμοντέρνος και πάντα πιο σύνθετος ο Jose Saramangο, στο πυκνό και ελεγειακό Κατά Ιησού Ευαγγέλιο ανακαλύπτει τη θεότητα στις λεπτομέρειες αλλά και εκείνες ξέχωρα από αυτήν και παρακολουθεί αργά και φιλοσοφημένα τα βήματα ενός ανθρώπου σε ετεροκαθορισμένη τροχιά. Όπως ήταν ευνόητο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντέδρασε κι ο συγγραφέας τής γύρισε την πλάτη, μετακομίζοντας στα απέναντι Κανάρια νησιά. Ένας άλλος «αιρετικός» Αμερικανός (Νorman Mailer) αναπτύσσει την ίδια ιδέα με σαφώς πιο βατή γλώσσα στο Κατά υιόν Ευαγγέλιο. Εδώ ο Ιησούς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο συγγραφέας δημιουργεί μερικές εικόνες που μας στέλνουν στα παιδικά αναγνώσματα αλλά με τη δική του ελαφρά παραμορφωτική κρούστα.

Κορυφαίο ανάγνωσμα στον τομέα της επιστημονικής (πλην ιδιαίτερα προσιτής και ευανάγνωστης) μελέτης είναι το εύχρηστο τομάκι του Δημήτρη Ι. Κυρτάτα, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών. Από τη μία ανακαλύπτεις τις ανθρώπινες πτυχές όλων των προσώπων της χριστιανικής μυθολογίας που γνωρίσαμε και παραγνωρίσαμε μικροί, από την άλλη έρχεσαι αντιμέτωπος με τις αμέτρητες αντιφάσεις, παρερμηνείες και αδυναμίες των ελάχιστων πηγών της εποχής. Ένα πλήρες επιστημονικό εγχειρίδιο, χωρίς κουραστικές υποσημειώσεις αλλά με τις απαραίτητες βιβλιογραφικές ενδείξεις.

Από την ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν με συγκινούν οι γνωστές περιηγήσεις στους Αγίους Τόπους. Ειδικά η εικόνα των συνωστιζώμενων τουριστών, στρατιωτών, ρασοφόρων, κουτσών στραβών στον άγιο Παντελεήμονα έξω από τον Πανάγιο Τάφο μου προκαλεί απέχθεια. Αντίθετα το Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου του William Darlymple έχει πολύ περισσότερο ψωμί και ύδωρ απ’ ότι φαίνεται. Ο W.D. ακολουθεί από την Μέση Ανατολή ως την Άνω Αίγυπτο τα ίχνη ενός ιδιόρρυθμου μοναχού που έβαλε σκοπό να γράψει ένα «Λειμωνάριο» γεμάτο με τη σοφία των μοναχών της ερήμου. Μανιακός ιχνηλάτης, ο συγγραφέας μας έχει ήδη δώσει το εξίσου προτεινόμενο Στα βήματα του Μάρκο Πόλο. Από τον Πανάγιο Τάφο στο Παλάτι του Κουμπλάι Χαν (Ιn Xanadu. A quest) με πυρήνα την πορεία του Μάρκο Πόλο που μεταφέρει το Άγιο Μύρο στις άκρες της Ανατολής. Και τα δύο αυτά γραπτά σε κάνουν να ζηλεύεις τον ταξιδευτή καταγραφέα τους, κυρίως όμως βάζουν σε άπειρες σκέψεις σχετικά με τις θρησκείες που βλάστησαν και κορυφώθηκαν σε εκείνα τα μέρη, αλλά και στις καταστροφές που επέφεραν και ακόμα προξενούν. Διάβασα και τα δύο σε δόσεις, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εορτών.

Σε μια φροντισμένη άκρη του κουτιού φυλάω διηγήματα και μικρά κομμάτια. Ο (κυρ) «συναξάριστής της μνήμης και νοσταλγός του μέλλοντος» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αποτελεί αναγνωστική εμπειρία από μόνος του και είναι ο ιδανικότερος για να σε βουτήξει σε πνευματική απόλαυση και βάσανα μαζί. Συνήθως ξεκινάω από το Προς Εκκλησιασμόν (πρόσφατα σε νέα καλαίσθητη έκδοση από την Ίνδικτο), διανθίζω από σκόρπια διηγήματά του (όπως το «Απ’ αφορμή το Πάσχα» από τη συλλογή Συνοδεία) και κάνω πάντα ένα πέρασμα από κάποιο από τα αφιερώματα που τον αφορούν (όπως το χορταστικό 18ο τεύχος της Ινδίκτου (αυτή τη φορά του περιοδικού) και παλαιότερα Το Παραμιλητό), καθώς ακόμα και οι ιστορίες που διηγούνται γι αυτόν ποιούν από μόνες τους λογοτεχνία.

Κατόπιν ξαναδιαβάζω το «Η ψίχα της μεταλαβιάς» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (από την ομώνυμη συλλογή) για έναν «καμένο» άντρα που ανακαλύπτει μια κορώνα από κερήθρα μέσα σε μια κυψέλη του πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και το «Πάσχα τ’ Απρίλη» του Σωτήρη Δημητρίου (από τη συλλογή Η φλέβα του λαιμού), με την υπέροχη στιγμή όπου ο αφηγητής, κατά τις πασχαλινές επισκέψεις πέρα από το παραπέτασμα, ακούει τον παραμικρό ήχο του χωριού χάρη στη θέση του σπιτιού του. Περνάω στον ταξιδιώτη Αναστάση Βιστωνίτη για «Τα ράκη του θανάτου» (από τα Φάσματα Φθοράς) και ξαναδιαβάζω την σκηνή της περιφοράς του Επιταφίου σε αμερικάνικη μεγαλούπολη, όπου Πορτορικανοί κι έτεροι αλλοεθνείς πλησιάζουν διστακτικά την πομπή ρωτώντας τους πιστούς για ποιο … λόγο διαδηλώνουν και ποια είναι τα αιτήματά τους και στον νεαρότερο όλων Χρήστο Αστερίου. «Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής» (από την συλλογή Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες) περιλαμβάνει την σκοτεινότερη σκηνή της συλλογής μου: έναν κατεστραμμένο επιτάφιο στη μέση ενός έρημου δρόμου…

Τελευταία στάση στον πλέον αγαπητό όλων Γιώργο Ιωάννου, και στην δική του επιταφιακή περιφορά στα πέριξ της Ομόνοιας («Επιτάφιος Θρήνος», από την ομώνυμη συλλογή) και στην Θεοφανώ Καλογιάννη που δημοσιεύει σπάνια τις μαγικές της παραμυθίες, αλλά δεν γκρινιάζουμε, εφόσον η δεύτερη (και πολυαναμενόμενη τότε) σπορά της  ήταν γεμάτη Ιστορίες από τις Γραφές. Διαβάστε από εδώ τα «Ο Αϊ Γιώργης κι ο δράκος» και «Ο τρούλος», και θα τα βλέπετε εις το εξής τα θέματά τους με άλλα μάτια.

Το κουτί παραμένει ανοιχτό μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία, αν και εορτάζων, αποφεύγω οτιδήποτε σχετίζεται με φαγοπότια, συγγενολόγια, χοροδράματα και «γλέντια». Συνήθως νοιώθω (ξαφνικά; ) κενός, περιπλανιέμαι εκεί που δεν είναι κανείς, βρίσκω ευκαιρία να βρω επιτέλους άδεια την αυλή ενός αρχαίου, βυζαντινού ή οθωμανικού ναού (παραδόξως σε τέτοιες στιγμές οι θρησκείες εξομοιώνονται σιωπηλά) στην άκρη του πουθενά και αρχίζω να τακτοποιώ το κουτί για του χρόνου. Για λίγες στιγμές θα το αφήσω ανοιχτό, για να μου το εμπλουτίσετε με τις δικές σας προσωπικές συλλογές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

11
Ιαν.
08

Διαβάζω, τεύχος 478 (Οκτώβριος 2007)

Στον υπερρεαλισμό δεν προσεχώρησα ποτέ. Τον υπερρεαλισμό τον είχα μέσα μου … από την εποχή που γεννήθηκα – Νίκος Εγγονόπουλος.

Επί τριάντα χρόνια το μηνιαίο περιοδικό Διαβάζω αποτελεί μία από τις πλέον σταθερές αξίες στον χώρο των λογοτεχνικών περιοδικών. Ανήκω σε εκείνους που ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή ή γνώρισαν καλύτερα πολλούς λογοτέχνες μέσα από τα θρυλικά του πολυσέλιδα αφιερώματα. Σήμερα υπό τη νέα του μορφή συνεχίζει να αφιερώνει κάθε τεύχος σε συγκεκριμένο πρόσωπο ή θέμα, καλύπτοντας παράλληλα τους τομείς της ενημέρωσης και κριτικής γύρω από τη νέα λογοτεχνική παραγωγή. Στο οκτωβριανό αφιέρωμα τιμάται δεόντως ο Νίκος Εγγονόπουλος μέσα σε 35 πολύχρωμες σελίδες διανθισμένες και με έργα του. Η συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του είναι απλώς η αφορμή για νέες «πλαγιοσκοπήσεις» που αφορούν την τέχνη, τη γλώσσα, την πολιτική, τη συνάντηση με τον Πάμπλο Νερούδα κ.ά., εφόσον το περιοδικό τού έχει ήδη αφιερώσει ένα τεύχος (τ. 381). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο του Δ. Βλαχοδήμου για ένα ποίημά του που έμεινε αδημοσίευτο λόγω του θρησκευτικού του χαρακτήρα, που κρίθηκε ιδιαίτερα προκλητικός για τον μωαμεθανισμό!

Το νέο στοιχείο και στοίχημα της τωρινής περιόδου του Διαβάζω είναι η ευρύτερη ενημέρωση γύρω από τα εγχώρια και διεθνή λογοτεχνικά δρώμενα. Σπάνια έχουμε τη δυνατότητα να διαβάζουμε ειδήσεις και ρεπορτάζ γύρω από το βιβλίο. Προσωπικά θα ήμουν ευτυχής αν οι τηλεοπτικές ειδήσεις και οι εφημερίδες είχαν τέτοια θέματα. Ζοφερή εντύπωση μου προκάλεσε το άρθρο του Steve Wasserman για τις περικοπές των λογοτεχνικών σελίδων ακόμα και από παραδοσιακά έντυπα και εφημερίδες του εξωτερικού με ανατριχιαστικά στοιχεία που φτάνουν ακόμα και σε απολύσεις συντακτών. Η δε ανταπόκριση από το φεστιβάλ λογοτεχνίας του Βερολίνου με άφησε έκπληκτο. Οι 12 μέρες τού εκεί φεστιβάλ αντιστοιχούσαν σε 150 συγγραφείς που παρουσίασαν το έργο τους με ταυτόχρονη μετάφραση (μεταξύ των οποίων και οι αγαπημένοι Antunes, Appelfield, Kaminer, Ondaatjie, Palahniuk, Llosa, Grossman) και 3 ειδικά τμήματα: το Focus Lateinamerika με εκπροσώπους της λατινοαμερικανικής λογοτεχνικής σκηνής, το Reflections με αντικείμενο τη δυσκολία της Δύσης να κατανοήσει την κουλτούρα του Ισλάμ και το Scritture Giovani για την προώθηση νέων συγγραφέων που κατέθεσαν διηγήματα με κοινό θέμα («Ανησυχία») και παρουσίασαν το έργο τους. Προσπαθώ να φανταστώ αυτό το τόσο γοητευτικό περιβάλλον και μελαγχολώ…

Ξεχωρίζουν ακόμη το κείμενο του Αλέξη Ζήρα για τα Ιστολόγια και οι δύο ζωντανοί διάλογοι με διαφωνίες και επιχειρήματα που έχουν ξεκινήσει στις σελίδες του περιοδικού: για τη σχέση πραγματικότητας – τέχνης (Δ. Κούρτοβικ – Γ. Ξενάριος), αλλά και πάνω στο ιστορικό μυθιστόρημα (Λεία Βιτάλη – Ν. Κυριαζής) με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημα της πρώτης. Στα φιλοσοφικά μελετήματα, ο Φώτης Τερζάκης γράφει για τον Μιχαήλ Μπαχτίν με αφορμή τρεις σχετικές εκδόσεις ενώ η συνέντευξη αφορά τον Κώστα Γ. Κασίνη για το φιλόδοξο έργο του «Βιβλιογραφία των ελληνικών μεταφράσεων της ξένης λογοτεχνίας, ΙΘ΄-Κ΄αι.». Και όπως πάντα το καθιερωμένο δεκασέλιδο δελτίο κριτικογραφίας (όπου δίπλα στην κάθε κυκλοφορία υπάρχει ένδειξη για τυχόν κριτική στον τύπο), κείμενα για συγγραφείς (η Αργυρώ Μαντόγλου για την Άλι Σμιθ), μονοσέλιδες ή δισέλιδες βιβλιοκριτικές με βιβλία που συχνά μας διαφεύγουν, όπως π.χ. το εξαιρετικό Αμαρτήματα κατά συρροήν στον Άθω του Β.Π. Καραγιάννη, (Κοζάνη 2007), σύντομες βιβλιοπαρουσιάσεις, πίνακες εκδοτικής κίνησης, καθιερωμένες στήλες, σχόλια και πολλά άλλα.




Οκτώβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 946.354 hits

Αρχείο

Advertisements