Posts Tagged ‘Μουσική

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

Advertisements
04
Σεπτ.
16

Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ. Σχέδια και ποιήματα

Θάνος Βιβλίο_

Θάνος Αντί Θανάτου

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές [Σε κάποιον καθρέφτη]

36 χρόνια πριν, τέτοιο μήνα

Θάνο, σου την είχα διηγηθεί την ιστορία. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1980 επισκέφτηκα τον 73χρονο παππού μου στο σπίτι του στην οδό Ίμβρου 32 στην Κυψέλη, δυο τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας. Γνώριζα ότι ήταν άρρωστος αλλά όταν τον είδα κατάλαβα πόσο άρρωστος ήταν. Καθόταν στην κουνιστή – ακίνητη πολυθρόνα και μου χαμογέλασε ζεστά όπως πάντα. Του δώρισα το βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Το δέντρο του ανθρώπου, ένα βιβλίο εκατοντάδων σελίδων! Ήμουν δώδεκα χρονών, δεν είχα ιδέα από τέτοια βιβλία. Είχε κάποτε εκφράσει στην μητέρα μου την επιθυμία να το διαβάσει, κι εκείνη μου έδωσε να του το χαρίσω εγώ – το γνωστό θέατρο μεταξύ μικρών και μεγάλων. Στις 22 Σεπτεμβρίου μας άφησε. Δίπλα του είχε το βιβλίο, αρχινισμένο, είκοσι, τριάντα σελίδες. Και στο εσώφυλλο, με σκούρο, κυπαρισσί μολύβι, είχε γράψει την ημερομηνία που το άρχισε, συνήθεια που κληρονόμησα.

Μέχρι το τελευταίο λεπτό

Σου την διηγήθηκα με κάποια άλλη αφορμή. Την ξαναθυμάμαι τώρα γιατί την ξεπέρασες. Θυμάμαι τις πρώτες συζητήσεις για την διπλή συναυλιακή επανασύνδεση των Κρίνων. Μας μίλησες για το σχέδιο στις αρχές του περσινού καλοκαιριού για την μεγάλη συναυλία στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Αρχικά έλεγες η βασική ιδέα ήταν οι συμμετέχοντας να τραγουδήσουν όλοι οι καλεσμένοι τα τραγούδια σας κι εσύ στο τέλος να ανέβεις στην σκηνή και για μερικά ακόμη. Αυτά τα «μερικά ακόμη» ήταν μόνο η αρχή της συναυλίας που κράτησε ατέλειωτη ώρα, και τις δυο μέρες. Δεν ήθελες να κατέβεις από την σκηνή, ενώ γνώριζες την αδιανόητη δοκιμασία που έμπαινες. Αλλά όσο καταπονημένος κι αν ήσουν, ήδη σχεδίαζες την επόμενη φορά.

Θάνος και Πέτρα. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης 1

Η επόμενη φορά

Διαρκώς υπήρχε μια επόμενη φορά. Συνθέσεις για κινηματογράφο και θέατρο, νέα ποιήματα, νέες συναυλίες, πολύμορφες όπως η τελευταία, σχέδια ακόμα πιο φιλόδοξα. Σου μιλούσα για τις μικρές φόρμες, το νέο πεζογραφικό παιχνίδι με τις σύντομες, σχεδόν ακαριαίες ιστορίες και το πρόσωπό σου φωτιζόταν – σα να έβλεπα τις ιδέες να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι σου. Τότε ξαναθυμήθηκα τον παππού μου ως αναγνώστη του Πάτρικ Γουάιτ. Τι σκεφτόταν όταν ξεκινούσε εκείνο το χοντρό βιβλίο; Πείσμωσε να το διαβάσει μέχρι τέλους; Ρουφούσε τις λίγες σελίδες γνωρίζοντας πως θα είναι οι τελευταίες; Ειρωνευόταν εκείνο που πλησίαζε; Διπλασίαζε την ζωή που απέμενε με μια τελευταία άξια εμπειρία; Δεν μπορώ να τα απαντήσω ούτε για εκείνον ούτε για σένα. Αν πάντως έκανες κάτι από τα παραπάνω, το έκανες στον μέγιστο βαθμό. Δεν σταμάτησες να ζεις και να δημιουργείς μέχρι το τέλος, υπό τις σκληρότερες συνθήκες.

Η ποίηση γυμνή

Στο φιλόξενο σπίτι στην Καλλιδρομίου μας έδωσες το βιβλίο σου. Μου είπες ότι θα σ’ ενδιέφερε να διαβάσεις την γνώμη μου. Σου είπα πόσο δυσκολεύομαι να εκφράσω αλήθειες όταν πρόκειται για γραπτά φίλου, πως αδυνατώ να συμμετάσχω σε κάτι που θα μοιάζει με την γνωστή κολακεία. Δεν τα μπορούσα αυτά τα λιβανίσματα, κι αν έγραφα μια θετική γνώμη, πώς θα έπειθα ότι δεν προσθέτω ένα ακόμα; Όμως θα ’θελα να σου πω ότι τα ποιήματά σου θα τα διαβάζω και θα τα ξαναδιαβάζω, όπως κάνω με τα γραπτά που δεν τελειώνω ποτέ μαζί τους.

Θάνος ΙΙ_

Είναι ποιήματα που στέκουν μόνα τους, γυμνά, ως στίχοι που αξίζει να διαβάζονται όπως μόνο διαβάζονται τα ποιήματα ή να προσκαλούνται στις συζητήσεις των φίλων, καθώς ψάχνουν τα φώτα στο βάθος ή να χαρίζονται σ’ εκείνους που εμπνεύσανε το χάρισμα. Είναι και ποιήματα που δεν θα ταίριαζαν μόνο απλά και αυτονόητα στην ούτως ή άλλως ιδιαίτερη μουσική σου αλλά και στους πιο απόμερους, μοναχικούς  παραδρόμους του ροκ εντ ρολ. Δεν έχω πάρε δώσε με μαστούρηδες του Έρωτα / Δεν θα βάψω κόκκινες τις προσευχές . Δεν θα φάω με το ζόρι τις πλαστικές ανατολές τους / […] / Δεν θα θερίσω μολυσμένα «αντίο» / Δεν θα γεννήσω άλλα σύνορα / άλλα ναρκοπέδια άλλα χαλάσματα [I’ll save the last dance for me]

Το χαρτί άγραφο

Κάποια στιγμή συμφωνήσαμε να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα για τα πάντα, γραπτή και δημοσιεύσιμη. Σμίλεψα τετριμμένες ερωτήσεις και σου τις έφερα στο Αττικό, τότε που τέσσερις αγαπημένοι φίλοι και φίλες σε φυγαδεύσαμε στο προαύλιο για να μοιραστούμε τα φυτοφαγικά πιάτα μας, αρχές Οκτωβρίου του 2015. Ακόμα και τότε δεν έπαψες να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα των ζώων να μην χρησιμοποιούνται ως τροφή. Πήρες μαζί σου το χαρτί αργότερα, στον προσωπικό σου χώρο κάπου στην Δυτική Αττική αλλά σαν άτακτο παιδί το άφηνες στην άκρη· άλλωστε είχες ήδη παρατηρήσει ότι όλα τα είχαμε ήδη συζητήσει διακαείς και δια ζώσης.

Θάνος ΙΙΙ

Σε ρωτούσα για την τυπογραφική συνύπαρξη των γραπτών και των σκίτσων σου· αν δεν πρόκειται μόνο για την αδιάσπαστη εκφραστικότητα ενός διαρκώς διψασμένου καλλιτέχνη αλλά για μια βαθύτερη συνομιλία. Επιχειρεί το ένα να μιλήσει με τους τρόπους που δεν μπορεί το άλλο; Άραγε, εκτός από ποίηση που διαβάζεται, φαντάστηκες αυτά τα ποιήματα μελουργημένα; Τα άκουσες ως στίχους – και ποιάς μουσικής; Πώς θα έγραφες το λήμμα των Κρίνων στο απόλυτο Βιβλίο της Μουσικής, πώς θα έγραφες το δικό σου; Μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου σε κάποια άλλη φαντασιακή μπάντα; Πως ήταν η περιπλάνηση σου στον χαοτικό κόσμο της μέθης; Πως βγήκες από εκεί μέσα; Τώρα θυμάμαι που πίναμε βυσσινάδες και τσουγκρίζαμε σε άλλου είδους μεθύσια.

Επιστίχια ερωτήματα…

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές. Και ακόμα: Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους. Σε πολλά ποιήματα επιζητάς την σιωπή. Τι πρόβλημα υπάρχει με τις λέξεις; Πότε ντρέπονται και φεύγουν, πότε περιττεύουν; Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. / […]/ Δεν υπάρχουν ατέλειωτη δρόμοι – τους τελειώσαμε. Τελείωσαν δηλαδή οι περιπλανήσεις; Τις χάσαμε τις αποκαλυμμένες νύχτες; Συνυπάρχουμε με τον θάνατο; Μπορούμε έτσι να τον ακυρώσουμε;

Θάνος Ι

Δες πώς βάζουν τα κλάματα τα κορίτσια του Απρίλη / μπροστά στους καθρέφτες του μουντού μεσημεριού. / Με τα άσπρα ξέστρωτα σεντόνια παραφορτωμένα από έρωτα και ονειρώξεις να μυρίζουν απ’ το χτεσινό σπέρμα των μπαμπάδων τους. Είναι κορίτσια που αγάπησες ή σε αγάπησαν; Ζουν στο παρόν ή ζούσαν πάντα έτσι; Έχεις κάτι άλλο να τους πεις; Τα επόμενα ποιους θα αγαπήσουν;

Δράσε ή Σκάσε ΦΟΥΚΑΡΑ του καναπέ επαναστάτη / αλλιώς μάρτυρας τραγικός στο όργιό τους γίνε φανοστάτη. Έζησες από κοντά και συχνά μέσα στα τελευταία οριακά πολιτικά γεγονότα. Θυμάμαι τις θυελλώδεις συζητήσεις μας, στο Σπίρτο στα Εξάρχεια, στα σπίτια μας και αλλού. Σε ποιους αφιερώνεις αυτούς τους στίχους; Σε ποιους ελπίζεις; Αισιοδοξείς ή απαισιοδοξείς για την ζωή όπως την ζούμε;

 … επιστήθιες λέξεις

Η συλλογή σου περιέχει μερικά βαθειά ποιήματα για τον έρωτα. Μπορεί ο έρωτας να γίνει ποίηση; Τον βίωσες, τον μάτωσες, τον άφησες να σε αλώσει; Ποιοι είστε εσείς που μιλάτε για ελευθερία, / με τις τεράστιες μαύρες τρύπες για μάτια / και δίχως την εμπειρία του έρωτα. Ποιοι είναι αυτοί; Χρειάζεται να έχεις την εμπειρία του έρωτα για να μιλάς για ελευθερία; Ο έρωτας ελευθερώνει ή σκλαβώνει;

Θάνος IV_

Πεθαίνω νυμφευόμενος την ερώτηση. Πόσο πλούσιος έγινες σε ερωτήσεις, πόσο σε απαντήσεις; Πού κρύβονται και οι μεν και οι δε; Οι λέξεις όμως δεν σπάνε. / Σε περιμένουν στη γωνία / να σου χαρακώσουν το βλέμμα / και να σου ιδρώσουν το μέτωπο… Άρα οι λέξεις θα πουν την τελευταία τους λέξη; Ποιες λέξεις θα είναι αυτές, ποιοι θα τις γράψουν; Κι εκείνο το ποίημα που απευθύνεται στον Nick Cave; Υπάρχει κάποιος ανοιχτός λογαριασμός, οφειλή, διαλεκτική;

Σ’ ένα από τα βράδια που μοιραστήκαμε, εδώ τότε, φτιάξαμε δυο χάρτες. Τον χάρτη του ιδανικού έρωτα και τον χάρτη της ιδανικής φυγής. Τον πρώτο τον έζησες, για την δεύτερη φεύγεις περισσότερο διαβασμένος απ’ όλους μας. Κι έτσι δεν ανησυχώ. Σε φωτογράφησα ακριβώς την στιγμή που τους σχεδίαζες στο σημειωματάριο που μας άφησες, να το γεμίζεις λίγο λίγο κάθε φορά που θα βρισκόμαστε. Τώρα μ’ αυτό θα συνυπάρχουμε μ’ έναν ακόμα τρόπο. Ούτως ή άλλως δεν χανόμαστε.

Θάνος στο Σημειωματάριο. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης

Αντί για τα Χέρια, ας χάσω τα Μάτια. / Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω! [Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω] Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους / Δεν υπάρχουν ατέλειωτοι δρόμοι – τους τελειώσαμε. [Ανθρωπότητα].

Εκδ. bibliothèque, 2015, [Σειρά: Ποίηση γυμνή], 77 σελ. [Συλλεκτική έκδοση σε 1500 αντίτυπα].

Τα σκίτσα, του Θάνου. Οι φωτογραφίες, του Πανδοχέα Λάμπρου Σκουζάκη. Στην πρώτη φωτογραφία, μαζί με την Πέτρα μας.

05
Μάι.
08

Club 8 – The boy who couldn’t stop dreaming (Labrador, 2008)

 


Ο Johan Angergard είναι ο ιδιοκτήτης της Labrador, φροντάρει τους Legends και συμμετέχει χωρίς αρχηγικές βλέψεις στους Acid House Kings. Η Karolin Komstedt έχει το χάρισμα της φωνής. Οι δυο τους ως Club 8 ζουν στην Στοκχόλμη και έφτασαν αισίως στον 6ο δίσκο τους, 12 χρόνια μετά το ντεμπούτο στην Sarah (Nouvelle). Αγαπούν τόσο πολύ τους Television Personalities ώστε είναι η δεύτερη φορά που τιτλοφορείται δίσκος από τραγούδι τους (προηγήθηκε το Strangely Beautiful το 2003). Αποκλειστικά στα χαρτιά όμως, γιατί τραγουδίζουν χωρίς εντάσεις και γκρίνιες, όπως ο κυρ Νταν. Μοναδικό κοινό σημείο τους μια υπόγεια ειρωνεία στους στίχους, για όποιον δε βαριέται να τους προσέξει. Παίζουν κυρίως ακουστική ποπ, με αργές ταχύτητες και συνεχή λοξοκοιτάσματα στα αντίστοιχα 60ς.

Μπράβο μικρέ, αυτό θα πει σωστό γράψιμο. Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Λείπει όμως η προσωπική σου γνώμη. Λοιπόν;

Δε μου άρεσε κύριε, πολύ μελαγχολία έπεσε. Αν καθόμουν να ακούσω τέτοια αργόσυρτα ποπάκια καμιά Κυριακή απόγευμα, την ώρα των περισσότερων αυτοκτονιών, θα δικαίωνα τις στατιστικές. Μήπως το πιο πειστικό death σήμερα είναι η μελαγχολική ποπ; Γιατί δεν γράφουν περισσότερα «γρήγορα» τραγούδια, όπως το Heaven ή το εξοχότατο Whatever You Want; Ή έστω κομμάτια γραμμένα για εμάς, όπως το Football Kids, όπου καθρεφτίζονται οι Camera Obscura, ή για εσάς, όπως το When I Come Around που δείχνει προς την οδό Smiths. Όλα τα υπόλοιπα είναι μπαλάντες βουτηγμένες στη θλίψη, για πολύ εύθραυστες καρδιές, για πολύ πεσμένα φύλλα. Προτιμώ άλλα σχήματα από την Άνω Σκανδιναβία. Αλλά δεν τα γράφω γιατί θα μου λέτε πάλι μετά πως είμαι εκτός θέματος.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15328

30
Απρ.
08

Syd Matters – Ghost days (Because, 2008)

 

Εδώ αναπνέουν η εξαϋλωμένη κληρονομιά του Nick Drake (κι όχι μόνο στο «συγγενικό» τους Big Moon ή το It’s a nickname) και του Tim Buckley, οι σκοτεινές στιγμές του Paul Simon, οι αισθαντικές νυκτωδίες του Ed Harcourt και του Tom MacRae, ίσως και κάποιες μακρινές αντανακλάσεις ορισμένων προσωπικών ερμηνευτικών στιγμών του Thom Yorke και του Robert Wyatt.
O Syd Matters μπορεί και να πήρε το ψευδώνυμό του από το συγκρότημα ενός Syd κι ενός Waters, αλλά είναι ολοφάνερο πόσο λατρεύει τον πρώτο – και μπορεί και να γνωρίζει πού έμενε. Ο άτιμος με έκανε δυο φορές να λυγίσω, στα Everything else και After all these years. Να σταματάω να κάνω οτιδήποτε και να συγκινούμαι για όλα τα ανεξήγητα ή ευεξήγητα. Να προσπαθώ να αποσυνθέσω το πρώτο στα στοιχεία που το κάνουν τόσο μαγευτικό: ελλειπτικό κιθάρισμα, δοσμένη ερμηνεία, σπαρακτικά λόγια, λιτά όργανα που μπαίνουν ψηλαφιστά το ένα μετά το άλλο, δυο επίπεδα αξέχαστης μελωδίας. Επτά τραγούδια μετά, στο άλλο άκρο – μια ανεστραμμένη, πιο αποστασιοποιημένη ερμηνεία, θαρρείς πως ανακεφαλαιώνει σε 3 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα συναισθήματα ολόκληρης ζωής.


Μιλάμε για τον … παριζιάνο Jonathan Morali, που, και πάντα συνοδευόμενος από τέσσερις μουσικούς, είναι τακτικότατος στην ανά διετία τροφοδότησή μας με ό,τι πιο εμπνευσμένο και τρυφερόκαρδο σε ακουστική φολκ και σε βελούδινη μπαλαντοκομία: A Whisper And A Sigh (2003), Someday We Will Foresee Obstacles» (2005) και τώρα τούτο εδώ. Για εκείνους που ζητούν παρασύνθημα, ας θυμηθούν το διαδεδομένο Black & White Eyes από το πρώτο ή το αγαπημένο μου Watcher από τη συνέχεια. Κάπου στα ενδιάμεσα συνέθεσε το σάουντρακ για την ταινία Heartbeat Detector.

Ακόμα κι αν, σε επίπεδο επιστημονικής φαντασίας, το ροκ βαρεθεί να υπάρχει, η electronica φτάσει στον απόλυτο μινιμαλισμό κι όλοι οι ποπ μελωδικοί συνδυασμοί εξαντληθούν, δε θα εκλείψει ποτέ το «είδος» των τραγουδοποιών/ τραγουδιστών που καταφέρνουν τα πάντα με τα απλούστερα μέσα – συνήθως το συνθετικό ταλέντο και την κιθάρα τους, και μας δίνουν τόσα πολλά χρησιμοποιώντας τόσα λίγα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15208

21
Απρ.
08

Μικρό κουτί μεγάλων εβδομάδων

Ό,τι κυνηγάς ανοίγει δρόμο σκοτεινό / σε τραβάει και σε κλείνει σε ψηλό γκρεμό.

Από κάποια παράδοξη συνήθεια συνδυάζω εδώ και χρόνια το Πάσχα (και ειδικότερα ένα ικανό χρονικό διάστημα πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή) με μια προσωπική πλοήγηση προς μια διαφορετική, εσωτερικότερη ζωή. Όχι από καμία αίσθηση θρησκευτικότητας, ούτε από τη γνωστή απεγνωσμένη προσπάθεια να βιώσουμε σώνει και καλά κατανύξεις, μετάνοιες και κοινές συμμετοχές στα «Θεία Πάθη». Απλώς αντιμετωπίζω εν στρατιά φαντάσματα και φαντασμαγορίες του παρελθόντος με τα οποία δεν έχω ξεμπερδέψει κι ούτε πρόκειται. Τα οδυνηρά πρώτα μου θυμίζουν όλα εκείνα που κυνήγησα και δεν κατάφερα, οι ελπιδοφόρες δεύτερες… λειτουργούν και πάλι σαν σειρήνες. Πιστός σε αυτές τις προσωπικές τελετουργίες, διατηρώ ένα κουτί μουσικής και βιβλίων που ακούω και διαβάζω μόνο τέτοιες ημέρες. Κυριολεκτώ. Οι δίσκοι δεν ξανακούγονται τον υπόλοιπο χρόνο, τα μυθιστορήματα μένουν στη μέση μέχρι την επόμενη χρονιά, μόνο τα διηγήματα ξαναδιαβάζονται (και ποτέ δεν είναι τα ίδια). Σας το ανοίγω:

ΔΙΣΚΟΙ
Βόρειοι βαλκανικοί γείτονές μας από μια χώρα που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία, οι Αnastasia (Anastacuja) αποτελούν την ιδανικότερη μουσική για το κλίμα που επιθυμώ. Έχουν βγάλει τρεις συναρπαστικούς μεγάλους δίσκους και τέσσερις μικρότερους (Na Rekah Vavilonskih, Ikona/Mansarda, Face/Burn) κι έκτοτε έχασα τα ίχνη τους. Δεν έχω ξαναβρεί παρόμοιο χωνευτήρι βυζαντινών, βαλκανικών, τελετουργικών, dark και ροκ στοιχείων και στοιχειών. Σα να παρακολουθείς τα πάθη της φύσης, σα να βλέπεις βυζαντινές τοιχογραφίες σε κίνηση. Το Melourgia (1997) δίνει το βάρος στην παραδοσιακή πλευρά, τo Nocturnal (1998 ) στην ηλεκτρονική και το κορυφαίο όλων Before the rain (1994), σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Milcho Manchevski, ενώνει τα παραπάνω σε μια κορυφαία επιτομή. Άσματα έμμονα τα Time never dies, Coming home Pt. 1 και Pt. 2, Pass Over, Death of Alexander – ηχητικές εκφράσεις του Αέναου Χρόνου, της Επιστροφής στο σπίτι, του Περάσματος και του Θανάτου αντίστοιχα.

Μερικά χρόνια νωρίτερα (1986) οι Paul Lemos and Joe Pappa, ένας μετασχηματισμός των Controlled Bleeding, είχαν κυκλοφορήσει το 12΄΄ Music for the stolen icon στη σειρά Myths της Sub Rosa Records, όπου για πρώτη φορά ορθόδοξες ψαλμωδίες μιξάρονταν με βιομηχανικούς πειραματισμούς. Ένα δεύτερο μέρος (Music for stolen icon ΙΙ) βγήκε το 1993. Απόκοσμο και συγχρόνως «μητροπολιτικό» άκουσμα αποτελεί το Jesus’ blood never failed me yet του Gavin Bryars (Point Records). O ανήσυχος αυτός μουσικός, που έπαιζε ηλεκτρονικά ένα μπουκέτο σαρακοστές νωρίτερα από τους σημερινούς «πρωτοπόρους» συνδυάζοντάς τα με συμφωνικά όργανα, δημιούργησε τούτο το έργο ύστερα μια πασχαλινή έμπνευση της στιγμής. Η φράση του τίτλου ακουγόταν μονότονα έξω από μια εκκλησία από έναν ζητιάνο τον οποίο και ηχογράφησε, βάζοντας σταδιακά πάνω της όργανα, ορχήστρες, λούπες και τη φωνή του Tom Waits.

O αδικοχαμένος Δημήτρης Λάγιος έντυσε μερικούς από τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ με την αλλόκοτη επτανησιακή μουσική του, τραγουδισμένους από την Σαββίνα Γιαννάτου, τον Δώρο Δημοσθένους, το φωνητικό σύνολο «Διάσταση» Κύπρου και άλλους, γεμάτη μαντολίνα, υπέροχα οργανικά μέρη, ενώ το ίδιο το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» ακούγεται σαν μυρωμένη καντάδα (Ίνα Τι).

Πίσω στις πηγές, στη βυζαντινή μελουργία που άλλους ευφραίνει κι άλλους αποδιώχνει, οι κυκλοφορίες είναι πολλές. Προσωπικά το είδος πάντα με γοητεύει από μουσική άποψη κι επιλέγω πάντα από την σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Η Μεγάλη Εβδομάς, όπου ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι γνωστές συνθέσεις των μεγάλων μελοποιών που αναφέρονται στα Άγια Πάθη, ένας για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος και ψέλλονται κατά το παλαιό αγιορείτικο τυπικό (με αντιφωνήσεις, απηχήματα κλπ.). Το ίδιο τυπικό αφορά και τον υπολογισμό των ημερών (οι οποίες αρχίζουν από τη δύση του ηλίου της προηγούμενης), συνεπώς αν ενδιαφερθείτε να ακούσετε τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να πάρετε τον δίσκο του Μεγάλου Σαββάτου, στον όρθρο του οποίου και ανήκουν.

Από το κουτί συνεχίζω να βγάζω: πρώτα την αγαστή συνεργασία τριών ετερόκλητων εκλεκτών, της ρεμπέτισσας Μαριώς, του φωνωδού των Χαΐνηδων Δημήτρη Αποστολάκη και του πρωτοψάλτη και καθηγητή βυζαντινής μουσικής Μανώλη Δαμαρλάκη, το Κύματι Θαλάσσης. Από το Πάθος στην Ανάσταση. Ανεβαίνω ξανά προς το Όρος με την αέρινη/εαρινή φωνή του Χρίστου Τσιαμούλη (Άθως ο εμός) και στην ευρύτερη επικράτεια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών οργάνων του αεικίνητου Χριστόδουλου Χάλαρη (Μελωδοί του Πάθους, Πάθη απόκρυφα).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«They say that God is in the detail lying and I’m sure that’s true…»

Σε δύο τραγούδια κάνω εξαίρεση: αδύνατον να περιορίσω αποκλειστικά σε σαρακοστιανή ακρόαση την κορυφαία συνθετική στιγμή του αισθαντικότερου φολκ ρόκερ των τελευταίων χρόνων, κυρίου Jackie Leven, το The Sexual Loneliness of Jesus Chirst. «Suddenly I realise I’m living a lie my father planned for me/with the sun beating on my back, I see I am a lonely man of Galilea…». Ξεφεύγοντας από το ίδιο του το στυλ, λαχανιάζει τα λόγια που σκορπίζω εδώ πιο πάνω και πιο κάτω, διανθισμένα με όργανα που χρησιμοποιεί για πρώτη και τελευταία φορά. «All kinds of power circle me, I raise my hand and the world goes boom/but I see no me in women’s eyes and I suffer like a child in an empty room«. Το άλλο είναι μια ανάλογη στιγμή του George Harrison που ποτέ δεν αρνήθηκε τις θεολογικές του αναζητήσεις ή αμφιβολίες (My lord, Devil’s Radio). Στο Awaiting for us all τελειώνει με το θέμα: δε χρειάζεσαι ναούς, δε χρειάζεσαι εκκλησίες για να λατρεύεις ένα θεό, ούτε και γραφές για να δεις πόσο χαμηλά έχεις πέσει. Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται μέχρι το τέλος, με τη διαφορά ότι στο τελευταίο ρεφρέν προστίθεται μια φράση: ο Πάπας έχει το 51% της General Motors…

Συμπληρώνω με σκόρπια κομμάτια που διαλέγονται και συνδιαλέγονται με θεότητες και φύσεις, όπως κάποια θεατρικά του Νίκου Ξυδάκη, ειδικά από το Βουή του Πάθους (χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου, από το οποίο και οι στίχοι στην αρχή), ο «Παντοκράτορας» του ιδίου, το φωνητικό δόσιμο του Rufus Wainwright στο Angus Dei, το γνώριμο πια κινηματογραφικό θέμα του Jesus from Nazareth του Maurice Jarre αλλά κι ένα άλλο ξεχασμένο σάουντρακ του Preisner, A play in the fields of lord, όπου στα χωράφια των Θεών ακούγονται και τελετουργικά κομμάτια ιθαγενών του Αμαζονίου.

ΒΙΒΛΙΑ
Για τους ίδιους λόγους ψάχνω στα βιβλία απέραντες ερήμους, απομονωμένες σπηλιές και στύλους ερημιτών, μοτίβα με πάλεις συνειδήσεων, γενναίες ή φοβισμένες ασκητείες, χαμένες ή «κερδισμένες» ζωές. Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα του είδους είναι ένα μικρό βιβλίο που έβγαλε παλαιότερα ο Απόστολος Δοξιάδης, το Βίος παράλληλος. Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία της μοιχαλίδας Υακίνθης και του λυπημένου Μελάνιππου, που ανα-γίνεται ασκητής Αλύπιος την διαβάζω διαφορετικά. Ιδανικό ανάγνωσμα υπάρχει και για τις ιδιάζουσες σχέσεις αγίων, αγιοποιημένων, θαυματοποιών και τσαρλατάνων: η Αγιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου με ιδανικό σκηνικό τον ούτως ή άλλως ιδιαίτερο τόπο της Αρκαδίας.

Αλλά η μέγιστή μου συμπάθεια στο είδος «χορταστικό, σαρκαστικό και γεμάτο πλοκή μυθιστόρημα» είναι ο Gore Vidal και η προσωπική του Τριάδα: ο Ιουλιανός (με τις απολαυστικές, γεμάτες ειρωνία συζητήσεις των αφηγητών τόσο για την χριστιανική όσο και για τις προγενέστερες θρησκείες), η Δημιουργία (με την αντίστοιχη καταβύθιση στις Περσικές θρησκείες και στον πρόγονο του Ιησού Ζωροάστρη) και το διαδικτυακό, μεταμοντέρνο Σε ζωντανή μετάδοση από τον Γολγοθά που, με αφορμή ένα έξυπνο εύρημα, καγχάζει για τη σημερινή εικόνα των θρησκειών και τις τηλεοπτικές και άλλες επανα-γραφές τους.

Εξίσου μεταμοντέρνος και πάντα πιο σύνθετος ο Jose Saramangο, στο πυκνό και ελεγειακό Κατά Ιησού Ευαγγέλιο ανακαλύπτει τη θεότητα στις λεπτομέρειες αλλά και εκείνες ξέχωρα από αυτήν και παρακολουθεί αργά και φιλοσοφημένα τα βήματα ενός ανθρώπου σε ετεροκαθορισμένη τροχιά. Όπως ήταν ευνόητο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντέδρασε κι ο συγγραφέας τής γύρισε την πλάτη, μετακομίζοντας στα απέναντι Κανάρια νησιά. Ένας άλλος «αιρετικός» Αμερικανός (Νorman Mailer) αναπτύσσει την ίδια ιδέα με σαφώς πιο βατή γλώσσα στο Κατά υιόν Ευαγγέλιο. Εδώ ο Ιησούς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο συγγραφέας δημιουργεί μερικές εικόνες που μας στέλνουν στα παιδικά αναγνώσματα αλλά με τη δική του ελαφρά παραμορφωτική κρούστα.

Κορυφαίο ανάγνωσμα στον τομέα της επιστημονικής (πλην ιδιαίτερα προσιτής και ευανάγνωστης) μελέτης είναι το εύχρηστο τομάκι του Δημήτρη Ι. Κυρτάτα, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών. Από τη μία ανακαλύπτεις τις ανθρώπινες πτυχές όλων των προσώπων της χριστιανικής μυθολογίας που γνωρίσαμε και παραγνωρίσαμε μικροί, από την άλλη έρχεσαι αντιμέτωπος με τις αμέτρητες αντιφάσεις, παρερμηνείες και αδυναμίες των ελάχιστων πηγών της εποχής. Ένα πλήρες επιστημονικό εγχειρίδιο, χωρίς κουραστικές υποσημειώσεις αλλά με τις απαραίτητες βιβλιογραφικές ενδείξεις.

Από την ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν με συγκινούν οι γνωστές περιηγήσεις στους Αγίους Τόπους. Ειδικά η εικόνα των συνωστιζώμενων τουριστών, στρατιωτών, ρασοφόρων, κουτσών στραβών στον άγιο Παντελεήμονα έξω από τον Πανάγιο Τάφο μου προκαλεί απέχθεια. Αντίθετα το Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου του William Darlymple έχει πολύ περισσότερο ψωμί και ύδωρ απ’ ότι φαίνεται. Ο W.D. ακολουθεί από την Μέση Ανατολή ως την Άνω Αίγυπτο τα ίχνη ενός ιδιόρρυθμου μοναχού που έβαλε σκοπό να γράψει ένα «Λειμωνάριο» γεμάτο με τη σοφία των μοναχών της ερήμου. Μανιακός ιχνηλάτης, ο συγγραφέας μας έχει ήδη δώσει το εξίσου προτεινόμενο Στα βήματα του Μάρκο Πόλο. Από τον Πανάγιο Τάφο στο Παλάτι του Κουμπλάι Χαν (Ιn Xanadu. A quest) με πυρήνα την πορεία του Μάρκο Πόλο που μεταφέρει το Άγιο Μύρο στις άκρες της Ανατολής. Και τα δύο αυτά γραπτά σε κάνουν να ζηλεύεις τον ταξιδευτή καταγραφέα τους, κυρίως όμως βάζουν σε άπειρες σκέψεις σχετικά με τις θρησκείες που βλάστησαν και κορυφώθηκαν σε εκείνα τα μέρη, αλλά και στις καταστροφές που επέφεραν και ακόμα προξενούν. Διάβασα και τα δύο σε δόσεις, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εορτών.

Σε μια φροντισμένη άκρη του κουτιού φυλάω διηγήματα και μικρά κομμάτια. Ο (κυρ) «συναξάριστής της μνήμης και νοσταλγός του μέλλοντος» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αποτελεί αναγνωστική εμπειρία από μόνος του και είναι ο ιδανικότερος για να σε βουτήξει σε πνευματική απόλαυση και βάσανα μαζί. Συνήθως ξεκινάω από το Προς Εκκλησιασμόν (πρόσφατα σε νέα καλαίσθητη έκδοση από την Ίνδικτο), διανθίζω από σκόρπια διηγήματά του (όπως το «Απ’ αφορμή το Πάσχα» από τη συλλογή Συνοδεία) και κάνω πάντα ένα πέρασμα από κάποιο από τα αφιερώματα που τον αφορούν (όπως το χορταστικό 18ο τεύχος της Ινδίκτου (αυτή τη φορά του περιοδικού) και παλαιότερα Το Παραμιλητό), καθώς ακόμα και οι ιστορίες που διηγούνται γι αυτόν ποιούν από μόνες τους λογοτεχνία.

Κατόπιν ξαναδιαβάζω το «Η ψίχα της μεταλαβιάς» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (από την ομώνυμη συλλογή) για έναν «καμένο» άντρα που ανακαλύπτει μια κορώνα από κερήθρα μέσα σε μια κυψέλη του πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και το «Πάσχα τ’ Απρίλη» του Σωτήρη Δημητρίου (από τη συλλογή Η φλέβα του λαιμού), με την υπέροχη στιγμή όπου ο αφηγητής, κατά τις πασχαλινές επισκέψεις πέρα από το παραπέτασμα, ακούει τον παραμικρό ήχο του χωριού χάρη στη θέση του σπιτιού του. Περνάω στον ταξιδιώτη Αναστάση Βιστωνίτη για «Τα ράκη του θανάτου» (από τα Φάσματα Φθοράς) και ξαναδιαβάζω την σκηνή της περιφοράς του Επιταφίου σε αμερικάνικη μεγαλούπολη, όπου Πορτορικανοί κι έτεροι αλλοεθνείς πλησιάζουν διστακτικά την πομπή ρωτώντας τους πιστούς για ποιο … λόγο διαδηλώνουν και ποια είναι τα αιτήματά τους και στον νεαρότερο όλων Χρήστο Αστερίου. «Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής» (από την συλλογή Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες) περιλαμβάνει την σκοτεινότερη σκηνή της συλλογής μου: έναν κατεστραμμένο επιτάφιο στη μέση ενός έρημου δρόμου…

Τελευταία στάση στον πλέον αγαπητό όλων Γιώργο Ιωάννου, και στην δική του επιταφιακή περιφορά στα πέριξ της Ομόνοιας («Επιτάφιος Θρήνος», από την ομώνυμη συλλογή) και στην Θεοφανώ Καλογιάννη που δημοσιεύει σπάνια τις μαγικές της παραμυθίες, αλλά δεν γκρινιάζουμε, εφόσον η δεύτερη (και πολυαναμενόμενη τότε) σπορά της  ήταν γεμάτη Ιστορίες από τις Γραφές. Διαβάστε από εδώ τα «Ο Αϊ Γιώργης κι ο δράκος» και «Ο τρούλος», και θα τα βλέπετε εις το εξής τα θέματά τους με άλλα μάτια.

Το κουτί παραμένει ανοιχτό μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία, αν και εορτάζων, αποφεύγω οτιδήποτε σχετίζεται με φαγοπότια, συγγενολόγια, χοροδράματα και «γλέντια». Συνήθως νοιώθω (ξαφνικά; ) κενός, περιπλανιέμαι εκεί που δεν είναι κανείς, βρίσκω ευκαιρία να βρω επιτέλους άδεια την αυλή ενός αρχαίου, βυζαντινού ή οθωμανικού ναού (παραδόξως σε τέτοιες στιγμές οι θρησκείες εξομοιώνονται σιωπηλά) στην άκρη του πουθενά και αρχίζω να τακτοποιώ το κουτί για του χρόνου. Για λίγες στιγμές θα το αφήσω ανοιχτό, για να μου το εμπλουτίσετε με τις δικές σας προσωπικές συλλογές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

14
Μαρ.
08

Odawas – Raven and the white light (Jagjaguwar, 2007)

odawas-cover.jpg 

Όταν ο Θεός ήταν ένα μικρό κακό παιδί… πώς να ήταν άραγε τότε ο κόσμος; Πιθανώς σαν κι αυτόν που περιγράφουν οι Odawas εδώ, τόσο στο ομότιτλο τραγούδι όσο και στο μεγαλύτερο μέρος του Raven: γεμάτος μυστήριο, ομίχλη, απόκοσμους ήχους και ουράνιες μελωδίες.

Η συντριπτική πλειοψηφία των μαγεμένων του Raven μίλησαν για τη γοητεία του Alleluia, με το χαρακτηριστικό σφύριγμα που ευτυχώς θυμίζει περισσότερο Andrew Bird παρά Brian Ferry. Εξίσου πολλούς εραστές απέκτησε το When God Was A Wicked Child, με τη σχεδόν παιδική, παραμυθένια φολκίτσα του που μας αποκαθαίρει μετά από μια παραπλανητική εισαγωγή – ένα βαρύ ρέκβιεμ που παραπέμπει περισσότερο σε γοτθικό σύνολο. Όμως το αδιαφιλονίκητο, κατά τη γνώμη μου, μαργαριτάρι εδώ είναι το Getting To Another Plane, λες κι έστειλαν την Αλίκη στη χώρα των Ψυχεδελικών Θαυμάτων να βρει ξεχασμένα αριστουργήματα. Και, φανταστείτε, είμαστε μόνο στο τέταρτο τραγούδι.

Ίσως η ίδια Αλίκη τους παρέσυρε σε πλείστες παγίδες, τους έριξε σε ολόκληρα δάση επικότητας και ενορχηστρωμένης υπερβολής. Δεν έμειναν πιστοί στην αρχική τους σαρδόνια folk της νέας εποχής (Circus Song) και παρασύρθηκαν από δεινοσαυρικές τεχνο-ροκ σειρήνες, σε σημείο να ακούγονται ακριβώς σαν King Crimson (Barnacles and Rustic Debris). Στα ενδιάμεσα, απλώνουν τις μυριάδες επιρροές τους, σε σημείο να ακούγονται, όπως γράφτηκε, σαν ο Randy Newman να προσπαθεί να τραγουδήσει Angelo Badalamenti.

Όλα αυτά συμβαίνουν στην τρίτη κυκλοφορία των Odawas μετά το αυτοκυκλοφορημένο αρχικά, στην Birds and Rockets αργότερα, Vitamin City ep (2004) και το ντεμπούτο The Aether Eater στην Jagjaguwar (2005), όπου στιχουργούσαν …Δάντη και Βιργίλιο. Στο τελευταίο τρακ, ο Mike Tapscott (σύνθεση, φωνή, κιθάρα, αρμόνικα, mouth harps, manmade sounds) κερδίζει νέες εντυπώσεις τραγουδώντας σαν απόκοσμος Neil Young. Αν μαζί με τους υπόλοιπους Isaac Edwards (keys, atmosphere from non-manmade materials) και Brad Cash (engineering, technique, drumming) μείνουν στη ψυχεδελική φολκ τύπου Pearls Before Swine και τη διανθίσουν με όλα αυτά τα μαγικά κουτιά που φαίνεται πως διαθέτουν, τότε περιμένουμε νέα ταξιδέματα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14949

11
Μαρ.
08

Telephone Jim Jesus – Anywhere out of the everything (Anticon, 2007)

telephone-jim-jesus-cover.jpg

Ο πιο συναρπαστικός ηλεκτρονικός δίσκος του 2007 προέρχεται ξανά από έναν μόνο του. Φοβάμαι όμως, πως ο όρος ηλεκτρονικός δεν σημαίνει πια τίποτα, εκτός αν συμφωνήσουμε όλοι σε ένα ποσοστό των ψηφιακών οργάνων, κριτήριο που αυτόματα γεννάει αμέτρητα άλλα.

Ο George Chadwick είχε την τύχη να προέρχεται από το New London, New Hampshire. Και λέω τύχη γιατί αυτό ακριβώς το περιορισμένο και μονίμως παγωμένο περιβάλλον τον έκανε να φύγει μια ώρα αρχύτερα προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Να παρατήσει το μετεφηβικό «goth-hardcore» (!) υβρίδιο ονόματι Unfit που είχε παρέα με τους Dave Bryant (Passage) and Matt Valerio (Bomarr) και να μετακομίσει μαζί τους στο Όκλαντ, νοικιάζοντας ένα μικροσκοπικό δωμάτιο σε μια αποθήκη – δίπλα στο ενδιαίτημα του Sole.

 tjj-banner.jpg

Μετά, γίνεται απλώς θέμα χρόνου το: να δει πώς και πόσα μπορεί να κάνει κανείς με ηλεκτρονικά εργαλεία και χιπ χοπ κατσαβίδια, να σχηματίσει ένα σχήμα για να τα κάνει πράξη (Restiform Bodies), να δει ότι τα καταφέρνει και μόνος του, να βγάλει από πάνω του την πρώτη του αυτο-κυκλοφορία: A Point Too Far to Astronaut. Στους τυχερότερους, εδώ ανήκει και η διασταύρωση με εκείνους που θα τον πάρουν στην εκλεκτή τους ομάδα. Η Anticon δε θα άφηνε να της ξεφύγει τέτοιο φυντάνι. Πρώτα θα του επανακυκλοφορήσουν το 2004 το πρώτο του πόνημα με προσθήκη κομματιών και επισκεπτών και μετά θα τον γνωρίσουν με όλες τις φυσιογνωμίες της.

Τίποτα δεν γίνεται χωρίς απώλειες. Ο ΤΤJ (που διάλεξε το όνομα για να μπερδεύεται ο κόσμος στη διάκριση των τριών λέξεων) σε μια δραματική τουρ (με Sole και Pedestrian το 2005) χάλασε μια φιλία χρόνων και ξέμεινε στην Ευρώπη σε ανήσυχη κατάσταση, ανάμεσα στο διαμέρισμα του Sole στην Βαρκελώνη και σε μια λιθουανική κατάληψη στο Βόρειο Λονδίνο. Για μήνες έκανε μόνο τις παραστάσεις που του επέτρεπαν να βγάζει εισιτήρια για τα τρένα. Πίσω στις ΗΠΑ συμμετείχε στην ανασυγκρότηση μιας βιετναμέζικης κοινότητας μετά την «Κατρίνα» κι εργάστηκε αλλά και περφόρμαρε σ’ ένα σχεδόν κατεστραμμένο ξενοδοχείο στο Cape Cod.

 tjj04_web.jpg

Όλα αυτά βρήκαν ανάγλυφη διέξοδο στο Anywhere Out of the Everything (ξανά ο στίχος από το Anywhere Out of the World του Baudelaire). Είναι τέτοιος ο πλούτος των ηχοχρωμάτων εδώ, που συμβαδίζουν με την οποιαδήποτε διάθεσή σου. Το Birdstatic, ας πούμε, λες και προσπαθεί να αποτυπώσει κάθε δυνατή χρωματική απόχρωση, ενώ το Hit By Numbers ζωγραφίζει όλους τους τόνους του γκρίζου. Το Ugly Knees αποτελεί επιτομή του σημερινού ήχου της Anticon – μερικά μέτρα παραπέρα από τους 13 & God, κι έναν αιθέρα ψηλότερα από τα άφωνα του Alias.

Αν έχετε λαίμαργα αυτιά, θα χαρούν να καταβροχθίσουν όλα αυτά τα διαδοχικά στρώματα από samples, φωνές, πλήκτρα σαν σχοινιά που κρατούν σε αέναη κίνηση της ψευδο-μελωδίας-μαριονέτας, μελωδίες χαρακωμένες από ρυθμούς και αντίστροφα, κολάζ που θέλεις να διαλύσεις και να ξανασυνθέσεις, μέχρι να φτάσεις στην επιφάνεια όπου χαμένες φωνές περαστικών, του ημι-μίστερ Anticon Pedestrian και (στο Suicide Wings) του ίδιου του τύπου, συλλαβίζουν τις σκέψεις τους ή σουρεαλιστικά ποιήματα σε ένα περιφερόμενο Dictaphone.

Η Anticon στα κορυφαία της, για άλλη μια φορά.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14924




Απρίλιος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 910,950 hits

Αρχείο

Advertisements