Posts Tagged ‘Μουσική

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

Advertisements
04
Σεπτ.
16

Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ. Σχέδια και ποιήματα

Θάνος Βιβλίο_

Θάνος Αντί Θανάτου

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές [Σε κάποιον καθρέφτη]

36 χρόνια πριν, τέτοιο μήνα

Θάνο, σου την είχα διηγηθεί την ιστορία. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1980 επισκέφτηκα τον 73χρονο παππού μου στο σπίτι του στην οδό Ίμβρου 32 στην Κυψέλη, δυο τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας. Γνώριζα ότι ήταν άρρωστος αλλά όταν τον είδα κατάλαβα πόσο άρρωστος ήταν. Καθόταν στην κουνιστή – ακίνητη πολυθρόνα και μου χαμογέλασε ζεστά όπως πάντα. Του δώρισα το βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Το δέντρο του ανθρώπου, ένα βιβλίο εκατοντάδων σελίδων! Ήμουν δώδεκα χρονών, δεν είχα ιδέα από τέτοια βιβλία. Είχε κάποτε εκφράσει στην μητέρα μου την επιθυμία να το διαβάσει, κι εκείνη μου έδωσε να του το χαρίσω εγώ – το γνωστό θέατρο μεταξύ μικρών και μεγάλων. Στις 22 Σεπτεμβρίου μας άφησε. Δίπλα του είχε το βιβλίο, αρχινισμένο, είκοσι, τριάντα σελίδες. Και στο εσώφυλλο, με σκούρο, κυπαρισσί μολύβι, είχε γράψει την ημερομηνία που το άρχισε, συνήθεια που κληρονόμησα.

Μέχρι το τελευταίο λεπτό

Σου την διηγήθηκα με κάποια άλλη αφορμή. Την ξαναθυμάμαι τώρα γιατί την ξεπέρασες. Θυμάμαι τις πρώτες συζητήσεις για την διπλή συναυλιακή επανασύνδεση των Κρίνων. Μας μίλησες για το σχέδιο στις αρχές του περσινού καλοκαιριού για την μεγάλη συναυλία στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Αρχικά έλεγες η βασική ιδέα ήταν οι συμμετέχοντας να τραγουδήσουν όλοι οι καλεσμένοι τα τραγούδια σας κι εσύ στο τέλος να ανέβεις στην σκηνή και για μερικά ακόμη. Αυτά τα «μερικά ακόμη» ήταν μόνο η αρχή της συναυλίας που κράτησε ατέλειωτη ώρα, και τις δυο μέρες. Δεν ήθελες να κατέβεις από την σκηνή, ενώ γνώριζες την αδιανόητη δοκιμασία που έμπαινες. Αλλά όσο καταπονημένος κι αν ήσουν, ήδη σχεδίαζες την επόμενη φορά.

Θάνος και Πέτρα. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης 1

Η επόμενη φορά

Διαρκώς υπήρχε μια επόμενη φορά. Συνθέσεις για κινηματογράφο και θέατρο, νέα ποιήματα, νέες συναυλίες, πολύμορφες όπως η τελευταία, σχέδια ακόμα πιο φιλόδοξα. Σου μιλούσα για τις μικρές φόρμες, το νέο πεζογραφικό παιχνίδι με τις σύντομες, σχεδόν ακαριαίες ιστορίες και το πρόσωπό σου φωτιζόταν – σα να έβλεπα τις ιδέες να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι σου. Τότε ξαναθυμήθηκα τον παππού μου ως αναγνώστη του Πάτρικ Γουάιτ. Τι σκεφτόταν όταν ξεκινούσε εκείνο το χοντρό βιβλίο; Πείσμωσε να το διαβάσει μέχρι τέλους; Ρουφούσε τις λίγες σελίδες γνωρίζοντας πως θα είναι οι τελευταίες; Ειρωνευόταν εκείνο που πλησίαζε; Διπλασίαζε την ζωή που απέμενε με μια τελευταία άξια εμπειρία; Δεν μπορώ να τα απαντήσω ούτε για εκείνον ούτε για σένα. Αν πάντως έκανες κάτι από τα παραπάνω, το έκανες στον μέγιστο βαθμό. Δεν σταμάτησες να ζεις και να δημιουργείς μέχρι το τέλος, υπό τις σκληρότερες συνθήκες.

Η ποίηση γυμνή

Στο φιλόξενο σπίτι στην Καλλιδρομίου μας έδωσες το βιβλίο σου. Μου είπες ότι θα σ’ ενδιέφερε να διαβάσεις την γνώμη μου. Σου είπα πόσο δυσκολεύομαι να εκφράσω αλήθειες όταν πρόκειται για γραπτά φίλου, πως αδυνατώ να συμμετάσχω σε κάτι που θα μοιάζει με την γνωστή κολακεία. Δεν τα μπορούσα αυτά τα λιβανίσματα, κι αν έγραφα μια θετική γνώμη, πώς θα έπειθα ότι δεν προσθέτω ένα ακόμα; Όμως θα ’θελα να σου πω ότι τα ποιήματά σου θα τα διαβάζω και θα τα ξαναδιαβάζω, όπως κάνω με τα γραπτά που δεν τελειώνω ποτέ μαζί τους.

Θάνος ΙΙ_

Είναι ποιήματα που στέκουν μόνα τους, γυμνά, ως στίχοι που αξίζει να διαβάζονται όπως μόνο διαβάζονται τα ποιήματα ή να προσκαλούνται στις συζητήσεις των φίλων, καθώς ψάχνουν τα φώτα στο βάθος ή να χαρίζονται σ’ εκείνους που εμπνεύσανε το χάρισμα. Είναι και ποιήματα που δεν θα ταίριαζαν μόνο απλά και αυτονόητα στην ούτως ή άλλως ιδιαίτερη μουσική σου αλλά και στους πιο απόμερους, μοναχικούς  παραδρόμους του ροκ εντ ρολ. Δεν έχω πάρε δώσε με μαστούρηδες του Έρωτα / Δεν θα βάψω κόκκινες τις προσευχές . Δεν θα φάω με το ζόρι τις πλαστικές ανατολές τους / […] / Δεν θα θερίσω μολυσμένα «αντίο» / Δεν θα γεννήσω άλλα σύνορα / άλλα ναρκοπέδια άλλα χαλάσματα [I’ll save the last dance for me]

Το χαρτί άγραφο

Κάποια στιγμή συμφωνήσαμε να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα για τα πάντα, γραπτή και δημοσιεύσιμη. Σμίλεψα τετριμμένες ερωτήσεις και σου τις έφερα στο Αττικό, τότε που τέσσερις αγαπημένοι φίλοι και φίλες σε φυγαδεύσαμε στο προαύλιο για να μοιραστούμε τα φυτοφαγικά πιάτα μας, αρχές Οκτωβρίου του 2015. Ακόμα και τότε δεν έπαψες να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα των ζώων να μην χρησιμοποιούνται ως τροφή. Πήρες μαζί σου το χαρτί αργότερα, στον προσωπικό σου χώρο κάπου στην Δυτική Αττική αλλά σαν άτακτο παιδί το άφηνες στην άκρη· άλλωστε είχες ήδη παρατηρήσει ότι όλα τα είχαμε ήδη συζητήσει διακαείς και δια ζώσης.

Θάνος ΙΙΙ

Σε ρωτούσα για την τυπογραφική συνύπαρξη των γραπτών και των σκίτσων σου· αν δεν πρόκειται μόνο για την αδιάσπαστη εκφραστικότητα ενός διαρκώς διψασμένου καλλιτέχνη αλλά για μια βαθύτερη συνομιλία. Επιχειρεί το ένα να μιλήσει με τους τρόπους που δεν μπορεί το άλλο; Άραγε, εκτός από ποίηση που διαβάζεται, φαντάστηκες αυτά τα ποιήματα μελουργημένα; Τα άκουσες ως στίχους – και ποιάς μουσικής; Πώς θα έγραφες το λήμμα των Κρίνων στο απόλυτο Βιβλίο της Μουσικής, πώς θα έγραφες το δικό σου; Μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου σε κάποια άλλη φαντασιακή μπάντα; Πως ήταν η περιπλάνηση σου στον χαοτικό κόσμο της μέθης; Πως βγήκες από εκεί μέσα; Τώρα θυμάμαι που πίναμε βυσσινάδες και τσουγκρίζαμε σε άλλου είδους μεθύσια.

Επιστίχια ερωτήματα…

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές. Και ακόμα: Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους. Σε πολλά ποιήματα επιζητάς την σιωπή. Τι πρόβλημα υπάρχει με τις λέξεις; Πότε ντρέπονται και φεύγουν, πότε περιττεύουν; Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. / […]/ Δεν υπάρχουν ατέλειωτη δρόμοι – τους τελειώσαμε. Τελείωσαν δηλαδή οι περιπλανήσεις; Τις χάσαμε τις αποκαλυμμένες νύχτες; Συνυπάρχουμε με τον θάνατο; Μπορούμε έτσι να τον ακυρώσουμε;

Θάνος Ι

Δες πώς βάζουν τα κλάματα τα κορίτσια του Απρίλη / μπροστά στους καθρέφτες του μουντού μεσημεριού. / Με τα άσπρα ξέστρωτα σεντόνια παραφορτωμένα από έρωτα και ονειρώξεις να μυρίζουν απ’ το χτεσινό σπέρμα των μπαμπάδων τους. Είναι κορίτσια που αγάπησες ή σε αγάπησαν; Ζουν στο παρόν ή ζούσαν πάντα έτσι; Έχεις κάτι άλλο να τους πεις; Τα επόμενα ποιους θα αγαπήσουν;

Δράσε ή Σκάσε ΦΟΥΚΑΡΑ του καναπέ επαναστάτη / αλλιώς μάρτυρας τραγικός στο όργιό τους γίνε φανοστάτη. Έζησες από κοντά και συχνά μέσα στα τελευταία οριακά πολιτικά γεγονότα. Θυμάμαι τις θυελλώδεις συζητήσεις μας, στο Σπίρτο στα Εξάρχεια, στα σπίτια μας και αλλού. Σε ποιους αφιερώνεις αυτούς τους στίχους; Σε ποιους ελπίζεις; Αισιοδοξείς ή απαισιοδοξείς για την ζωή όπως την ζούμε;

 … επιστήθιες λέξεις

Η συλλογή σου περιέχει μερικά βαθειά ποιήματα για τον έρωτα. Μπορεί ο έρωτας να γίνει ποίηση; Τον βίωσες, τον μάτωσες, τον άφησες να σε αλώσει; Ποιοι είστε εσείς που μιλάτε για ελευθερία, / με τις τεράστιες μαύρες τρύπες για μάτια / και δίχως την εμπειρία του έρωτα. Ποιοι είναι αυτοί; Χρειάζεται να έχεις την εμπειρία του έρωτα για να μιλάς για ελευθερία; Ο έρωτας ελευθερώνει ή σκλαβώνει;

Θάνος IV_

Πεθαίνω νυμφευόμενος την ερώτηση. Πόσο πλούσιος έγινες σε ερωτήσεις, πόσο σε απαντήσεις; Πού κρύβονται και οι μεν και οι δε; Οι λέξεις όμως δεν σπάνε. / Σε περιμένουν στη γωνία / να σου χαρακώσουν το βλέμμα / και να σου ιδρώσουν το μέτωπο… Άρα οι λέξεις θα πουν την τελευταία τους λέξη; Ποιες λέξεις θα είναι αυτές, ποιοι θα τις γράψουν; Κι εκείνο το ποίημα που απευθύνεται στον Nick Cave; Υπάρχει κάποιος ανοιχτός λογαριασμός, οφειλή, διαλεκτική;

Σ’ ένα από τα βράδια που μοιραστήκαμε, εδώ τότε, φτιάξαμε δυο χάρτες. Τον χάρτη του ιδανικού έρωτα και τον χάρτη της ιδανικής φυγής. Τον πρώτο τον έζησες, για την δεύτερη φεύγεις περισσότερο διαβασμένος απ’ όλους μας. Κι έτσι δεν ανησυχώ. Σε φωτογράφησα ακριβώς την στιγμή που τους σχεδίαζες στο σημειωματάριο που μας άφησες, να το γεμίζεις λίγο λίγο κάθε φορά που θα βρισκόμαστε. Τώρα μ’ αυτό θα συνυπάρχουμε μ’ έναν ακόμα τρόπο. Ούτως ή άλλως δεν χανόμαστε.

Θάνος στο Σημειωματάριο. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης

Αντί για τα Χέρια, ας χάσω τα Μάτια. / Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω! [Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω] Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους / Δεν υπάρχουν ατέλειωτοι δρόμοι – τους τελειώσαμε. [Ανθρωπότητα].

Εκδ. bibliothèque, 2015, [Σειρά: Ποίηση γυμνή], 77 σελ. [Συλλεκτική έκδοση σε 1500 αντίτυπα].

Τα σκίτσα, του Θάνου. Οι φωτογραφίες, του Πανδοχέα Λάμπρου Σκουζάκη. Στην πρώτη φωτογραφία, μαζί με την Πέτρα μας.

13
Σεπτ.
15

Νίκος Νικολαΐδης – Γουρούνια στον άνεμο

1

«Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν»

«Εκτός όλων αυτών», συνέχισα, «είχα την ατυχία ν’ ανήκω σ’ εκείνη την τραγική γενιά, που, όπως την ονομάζω, “ερχόταν πάντα αργά”. Μια γενικά δηλαδή που ήταν πολύ νέα για ν’ αρπαχτεί απ’ τους Κομήτες του Μπιλ Χάλεϊ, τον Λιτλ Ρίτσαρντ, τον Μπάντι Χόλι κι όλους τους άλλους κούρελους και κάπως μεσόκοπη πια για να πιάσει το νόημα του καλιφορνέζικου ονείρου, που κυρίευε τον κόσμο καβάλα στη βεγγαλική του ψυχεδέλεια. Όμορφα χρόνια, δηλαδή, κι εμείς μια ζωή απ’ έξω». [σ. 236]

Όταν διάβασα την Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα ζαλίστηκα από την συναρπαστική πρόζα ενός συγγραφέα που θεωρούσα σπουδαίο κινηματογραφιστή και σκεφτόμουν τι μυθιστοριογράφο μπορεί να φτιάξει ο εγκλεισμός μέσα στον ίδιο του τον σκηνοθετημένο κόσμο. Τώρα, διαβάζοντας τα κατά δεκαέξι χρόνια προγενέστερα Γουρούνια στον άνεμο πείθομαι οριστικά ότι ο Νίκος Νικολαΐδης υπήρξε ένας ατόφιος μυθιστοριογράφος που αποπλάνησε σχεδόν αποκλειστικά ο κινηματογράφος «στερώντας» μας κι άλλα τέτοια βιβλία.

2.

Η πρόζα ξεκινάει έκκεντρα, καθώς μαζεύονται μια μια όλες οι ιστορίες σε κύκλο και συγκολλούνται λίγο πριν τη μέση του βιβλίου για μια αξέχαστη κούρσα. Στο φλομωμένο Ροζικλαίρ, έναν βρωμερό κινηματογράφο στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, πηχτός αέρας, καθίσματα στρωμένα με ιδρώτα, φλόκια και φρέσκο καυσαέριο, η πόρτα βάζει μέσα τον θόρυβο της βροχής, τα βρεμένα ρούχα την μυρωδιά της, ένας αστυνομικός ψάχνει ένα κορίτσι που μόλις πρόλαβε να ξεφλοκιάσει τέσσερις – πέντε. Κάποιος άγνωστος θα τον συναντήσει για να του δώσει έντυπο υλικό, με τη γνωστή συνθηματική: κάθε τρίτη λέξη σε κάθε σειρά του γράμματος και τα λοιπά. Κι ο ήρωας περιμένοντας τον παράνομο χαρτοπόλεμο σκέφτεται, τουλάχιστον αν ο αναμενόμενος μαρξιστής της τσέπης ορίζει ως τόπο συνάντησης την πρωινή του Ροζικλαίρ διατηρεί κάτι από χιούμορ. Και δεν το αποκλείει να την βγάλει εδώ μέσα το βράδυ των Χριστουγέννων που δεν έχει τίποτα να κάνει. Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ.

Έχουν κλείσει δυο εικοσιτετράωρα από τότε που πέθανε ο γέρος του και δέκα μήνες από το βράδυ που η γυναίκα του τον πέταξε στον δρόμο ως άεργο. Οι σπουδές πήγαν κατά διαόλου, παράτησε μια δουλειά σε δισκογραφική, πέταξε όλα τα γραπτά του στα σκουπίδια. Προσέξτε το αυτό το τελευταίο, αργότερα θα έχει μεγάλη σημασία. Ο Συμεών στον Άδη, τα Παιδιά της Οδού Κυβέλης, το Καλοκαίρι της Ασετυλίνης, όλα στον σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αξίζουν τον κόπο. Πουσάρισμα κόντρα στο πουσάρισμα, μετεωρισμοί μέσα στο χρόνο, αποδημίας σε τρία οικοδομικά τετράγωνα· κι αναβολές, άδικα πηδήματα, ελπίδες της δεκάρας κι υστερικά φλασαρίσματα, τριάντα χρονών και ξοφλημένος κι ανίκανος να καταντήσω οτιδήποτε. [σ. 62]

10

Εκείνο το γλυκό κορίτσι με την πρώιμα μαραμένη εφηβεία μέσα στον κορσέ της επαρχίας μόλις τον άντεξε δυο χρόνια. Η Αγνή είχε την έκφραση Γκλόρια Γκράχαμ και τον έκανε να την σκέφτεται στην κουπαστή μιας σεληνοφωτισμένης βεράντας να τραγουδάει με φωνή Μαρίας Ζαμόρα το Λούνα Λουνέρα. Αλλά ακόμα και στην νεόνυμφη βραδιά τους στο Οτέλ Σεμίραμις μετά από κάτι κρύα σκατόφαγα στην Κηφισιά αυτός έφυγε δήθεν για τσιγάρα, διέσχισε την βροχερή πλατεία στο Κεφαλάρι και χώθηκε στον σιωπηλό κήπο του Σέσιλ όπου στο 319 τον περίμενε η Λίνα για «κάτι που ερχότανε από παλιά, αδύναμο κι αχνό, σαν ξεχασμένο αντίφωνο και τέλεια ασυγχρόνιστο». Εννιά χρόνια με την Λίνα και δεν καταφέρνουν να κάνουν ένα έρωτα της προτροπής παρά τις προσπάθειες σε χαλιά, πίσω καθίσματα, μάντρες και κισσόπλεχτες γωνιές των προαστίων. Εδώ πρωτογράφεται η θρυλική ατάκα της Γλυκειάς Συμμορίας: Για να δούμε, λοιπόν, τι κάνει ο μπέμπης μας!

Αυτή την Αγνή ψάχνει τώρα στο σπίτι της, στους παράλληλους της Πατησίων, με τα στενά που δεν αερίζονται καθόλου με αποτέλεσμα μια μυρωδιά σαπίλας και φωταερίου, με παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα σαν παραπονεμένα υποζύγια, με τις λαμαρίνες τους στο χρώμα του σαπουνόνερου. Τα γνωρίζω καλά αυτά τα μέρη: ημιυπόγειες Έβγες με κίτρινο φως και ξεχασμένα ομοιώματα ανθρώπων μέσα, όλες με τον ίδιο σταθμό στο τρανζιστοράκι, και ισόγεια παράθυρα με το αχνό γαλάζιο της τηλεόρασης που βομβαρδίζει με κυβερνητικά σκατά τους τηλεθεατές. Κάποτε στα μπαλκόνια μισολιγόθυμοι με φανελάκια και γυναίκες που κρέμονται πάνω απ’ τις σιδεριές, μετρώντας την απόσταση ως την ζεστή άσφαλτο.

7.-

Φαίνεται πως δεκατετράχρονη εκπαίδευση σε διάφορα σχολεία για να μάθει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται δεν έπιασε, στα δεκάξι το ’σκασε με έναν χάρτη και δυο βιβλία του Τζακ Λόντον και ανέβηκε για δουλειά ως τα λιγνιτωρυχεία της Κοζάνης όπου τον μάζεψε με σφαλιάρες ο πατέρας του, και τώρα που κάνει την σούμα διαπιστώνει πως δεν κατάφερε και σπουδαία πράγματα, ίσως να φταίει το ότι γεννήθηκε κάτω απ’ το πλανητικό σύστημα του Γκλεν Μίλερ και του Μπένι Γκούντμαν που τον βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως, κορνέτες και σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ, όπως έγραψε στο σκισμένο του βιβλίο. Και πού βρίσκονται οι φίλοι; Ο Μιχάλης ο Βιθέντε στις Βρυξέλλες, ο Μίμης ο Μπογκομόλες στην Αμερική, ο Τάκης και ο Όλιβερ σκαστοί στη Νότιο Αφρική, ο Ντόντος στη Γερμανία, ο Σταύρος ο Μιχαλάκης απέδρασε οικειοθελώς από τα γήινα σε δωμάτιο διπλανό από το σαλόνι μιας γιορτής.

Του μένει η Μαρίνα, παρέα από τα έντεκα ως τα δεκαεφτά, ανεπιθύμητη ως γκόμενα για όλους ως υπέρ του δέοντος ανεξάρτητη και απότομη. Τον σέρνει σ’ ένα τραγελαφικό δείπνο σε ανάλογο εστιατόριο όπου με μια φίλη της συζητούν περί αντίστασης με ιδιαίτερη σοβαροφάνεια χλαπακιάζοντας παράλληλα, μέγιστη αντιστασιακή πράξη που υποδεικνύει ο ίδιος – περίμενα να μου καρφώσει κανένα πιρούνι στο μάγουλο αλλά την πλήρωσε ένα παντζάρι – και τελικά τις ακολουθεί στην πολιτική παρανομία της βραδιάς σ’ ένα ερειπωμένο εργοστάσιο στο Νέο Φάληρο – Δηλαδή τώρα είμαι κάργα μες στην αντίσταση; Η οδηγός κάνει ό,τι μπορεί για να πέσει με το αμάξι στη θάλασσα παίρνοντας σβάρνα κι ένα παγκάκι και όταν το τσίρκο κάποτε τελειώσει, παίρνει μαζί του την μία, με κατάληξη στο νοικιασμένο ημιυπόγειό της πάνω απ’ την Δεξαμενή όπου ….

14

… προσπαθούσε, πολύ πατριωτικά, να με πείσει ότι το ροκ εντ ρολ ήταν δημιούργημα των δισκογραφικών εταιρειών κι ενός παγκόσμιου κυκλώματος αποπροσανατολισμού. Χειριζόταν με πολλή άνεση τη γνωστή συλλογιστική των μπάτσων της κουλτούρας που κρίνουν σαν επικίνδυνο ό,τι δεν υποκύπτει στην αντίληψη και στον έλεγχό τους, αλλά το χειρότερο, πλασάριζε μια καλά προπονημένη και κάλπικη αγωνία για την καταστροφή της κατά τ’ άλλα κούρελης εθνικής φυσιογνωμίας μας. [σ. 112 – 113]

Πίσω στο σπίτι του στην οδό Ηπείρου η βροχή συνεχίζει να θαμπώνει τα τζάμια κι ο γέρος έχει μισογείρει με το στόμα του παράξενα μισάνοιχτο λες κι έμεινε στη μέση της Ρεζεντά και με την Μάσκα στο χέρι – Πέθανες τώρα ή μου κάνεις πλάκα; –  άρα ο γιος βγάζει απ’ την παλιά βιβλιοθήκη δυο ακόμα τεύχη της Μάσκας να ’χει να διαβάζει, βάζει κι απέναντι τον παλιό βυσσινί ανεμιστήρα Τζένεραλ Ελέκτρικ να διώχνει κάπως την μυρωδιά. Τέλεια ολοκληρωμένος και περιφρονητικός. Η ακαμψία, που μια ζωή, με τόσες θυσίες επιζητούσε, επιτέλους τον είχε επισκεφτεί ολοκληρωτικά.

Η Μαρίνα επιστρέφει από την σκάλα υπηρεσίας, εκείνη η Γιάννα της Δεξαμενής βουτήχτηκε από τους εσατζήδες ένα τέταρτο μετά την φυγή του, έξω όλα μοιάζουν ήσυχα και βρεμένα και τότε είναι που της διηγείται το συχνό όνειρο για το Green Park κι η παρέα είναι ήδη εκεί αλλά όλα είναι έρημα και το μέρος μοιάζει στοιχειωμένο, οι πόρτες σχεδόν φραγμένες με τα ξερόκλαδα που τρέχουν απ’ τους φράχτες του Πάρκου.

6_

Όμως χτες βράδυ δεν ξέρω πώς έγινε και ονειρεύτηκα πάλι το Green Park. Η φωτεινή επιγραφή του ήτανε χαμένη μες στην ομίχλη, ο δρόμος μπροστά έρημος, τα μακρινά αυτοκίνητα ελάχιστα κι η πάχνη που ερχόταν απ’ το Πάρκο σκάλωνε λίγο στους προβολείς του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου κι ύστερα έπεφτε μαλακά στην έρημη Μαυροματαίων σέρνοντας μαζί της μια βαριά μυρωδιά από λεμονανθούς. [σ. 66]

Η απέναντι κυρία με την ρόμπα (μια εκπληκτική σκηνή στο χολ της), κατά το ένα τρίτο περίεργη, κατά το άλλο φοβισμένη και το τελευταίο λίγο ξαναμμένη, τον πληροφορεί ότι δυο κύριοι με πολιτικά τον γυρεύανε, άρα ο πανικός αρχίζει τους μαλακούς κόμπους γύρω απ’ το λαρύγγι του. Οι μέρες είναι πονηρές και οι επισκέψεις στο τμήμα συχνές μιας και οι διάφοροι τμηματάρχες πίστευαν ότι όλοι οι συγγραφείς είναι κομμουνιστές εκτός από τους ακαδημαϊκούς που εκδίδει το βιβλιοπωλείο της Εστίας. Οι στρατιωτικοί είχαν πετάξει τον γέρο του χωρίς σύνταξη κι αποζημίωση, τον έβαλαν και στη μαύρη λίστα κι εκείνος έμεινε χωρίς δουλειά, να ζει με τράκες.

2

Και όταν η πόρτα χτυπάει δεν είναι για εγκυκλοπαίδειες, ασφάλειες και οίκους τυφλών. Η καρικατούρα του αστυνομικού με την καμπαρντίνα μπαίνει στο σπίτι και οι επισκέψεις του, μαζί με τις συζητήσεις τους, μαζεύουν μερικές από τις δυνατότερες σελίδες του βιβλίου – μια ατέλειωτη παρτίδα λεκτικού πινγκ πονγκ. Ένας κομμουνιστής πατέρας είναι πάντα ένας επαρκής λόγος ανάκρισης αλλά εδώ η υπηρεσία έχει προχωρήσει σημαντικά: τα σκισμένα γραπτά του αποτυχημένου συγγραφέα έχουν κάτι ρατσιστές που περνάνε νουμεράδα μια νέγρα σ’ ένα λεωφορείο, κάτι χίπηδες που αγριεύουν, διάφορα ακατανόητα όνειρα, κοινώς πράγματα που αποτελούν προσβολή για την Εθνική Κυβέρνηση.

Παρ’ όλα αυτά και κάτω απ’ τους όχι και τόσο διακριτικούς χτύπους της καρδιάς μου, που ταχυπαλμούσε ακατάστατα, μπορούσα να διακρίνω τον θόρυβο που άφηναν τα λάστιχα των λεωφορείων καθώς κυλούσαν πάνω στη βρεμένη άσφαλτο της οδού Αχαρνών. Η καρωτίδα μου έπιασε να χτυπάει κάποιον νοτιοαμερικάνικο ρυθμό, ο οισοφάγος φούσκωσε, το διάφραγμα πιέστηκε επικίνδυνα και απ’ ότι κατάλαβα δεν το ’χα σε τίποτα να φτύσω την καρδιά μου επιτόπου πάνω στο τραπέζι και ν’ αρχίσουμε μετά να την κυνηγάμε, παρέα με την μυγοσκοτώστρα… [σ. 201]

7 Ντεκουπάζ Singapore Sling

Η ανάκριση με το δωδεκάρι Μπαλαντάινς ανάμεσά τους αποκαλύπτει ότι από τα σκουπίδια  αυτοί μαθαίνουν τα πάντα· όλα βρίσκονται εκεί, και δεν έχεις παρά να τα ψάξεις στους τενεκέδες και να τα βάλεις σε σειρά. Ο μπάτσος είναι βέβαιος ότι εδώ ανατρέπεται το καθεστώς: Το ίδιο κόλπο. Βάζεις μετά κι ένα σωρό ψεύτικα γεγονότα εκεί μέσα κι έτσι πείθεις τον κόσμο ότι αυτά που γράφεις έγιναν στ’ αλήθεια. Και που ξέρουμε αν αυτά δεν κυκλοφορούνε παράνομα και σε κασέτες, από χέρι σε χέρι; Τελικά ο ήρωάς μας είναι ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του σκουπιδοτενεκέ

Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές όλα μπορούν να γυρίσουν προς το καλύτερο όταν σε περιμένει μια γυναίκα και ευτυχώς υπάρχει ένα μεταμεσονύκτιο ραντεβού στους λόφους με τα φοινικόδεντρα, όπου μπροστά στην πανοραμική τζαμαρία που σίγουρα θα μαστιγώνεται από την βροχή περιμένει η Κιμ Νόβακ. Ή στο τηλέφωνο, η βραχνή φωνή της Βένας να λέει: «Θέλω βούρκο απόψε», δηλαδή, Παλιά Αγορά στην Αθηνάς, δήθεν άγνωστοι, εκείνος ριγμένος στα χαρτόκουτα και τα καφάσια με τα σάπια φρούτα, εκείνη να τον μαζεύει, να τον ταΐζει κι εκείνος να την ανταμείβει με σελίδες ολόκληρες αυτοκίνητου έρωτα. Όπως με τις αριστοκράτισσες που πηγαίνουν τους χαρμάνηδες σε κάτι βρομομοτέλ έξω απ’ την πόλη για ξεζούμισμα και μετά φεύγουν χορτασμένες βούρκο.

13

Εδώ ο πρόλογος έγινε σ’ ένα πάρτι στη Πλατεία Μαβίλη, με την γνωστή ατμόσφαιρα των ευτυχισμένων αντιστασιακών – χασισάκι, Ντορς, Σουρεαλίστικι Πίλοου, λεβεντομαλάκες με μούσι, πίπες με σινιέ αμπέχωνα, γκόμενες Τζόαν Μπαέζ με ταγάρι και παντού διάχυτο το αποβλακωμένο αυτοκόλλητο μειδίαμα. Μόλις τους είδε σκέφτηκε πως προλαβαίνει την τελευταία προβολή στα σινεμά των Αμπελοκήπων αλλά όπως πάντα ένα κορίτσι αξίζει τους απαραίτητους φιλμνουαρίστικους διαλόγους και το Πάμε να φύγουμε από δω και όλα ανατρέπονται.

Διάολε, δεν θα την άφηνα να χαλάσει με τον ανεξήγητο πανικό της μια ατμόσφαιρα που άλλοι πληρώνουν εισιτήριο και πάνε σινεμά για να τη ζήσουν. Έτσι λοιπόν εμφανίστηκε η Βένα, με μια καθοριστική ανατομική ατέλεια στα απόκρυφα και μια διάθεση για τα πάντα εκτός από έρωτα – έρωτα, που την ερωτεύεται πριν φτάσει το ασανσέρ φτάσει στο ισόγειο, οπότε πλέον κάτω στην Μαβίλη βρέχει ωραία. Κι έκτοτε παρκάρουν έξω από μάντρες οικοδομών στα βόρεια ή σε απόμερη στροφή από παραλιακό προς Λαύριο στα νότια, κάτω από τα πράσινα λαμπάκια του ραδιοφώνου παίζει η Σάρα Βον ε κι ας μην τα πούμε κι όλα, ψάξτε τον Χλωμό Εραστή, κεφάλαιο τρία, έκδοση Green Park, 1955….Από γαμήσι μπορεί να μην έτρεχε τίποτα, από διαλόγους όμως σκίζαμε.

4 - fest. thes. 1974

Το μυθιστόρημα έχει απογειωθεί και τρέχει με χίλια – εδώ βρίσκονται οι έξοχες σελίδες για το Green Park που εμείς ζήσαμε αλλιώς κι αργότερα αλλά κάτι έμεινε από τα δοξασμένα του χρόνια, ιδίως στην δεύτερη δόση κόσμου, 8 με 2, σουινγκάδες, ροκάδες, αγριοαλανιάρες καυλιάρες του μάμπο, μανιακοί μπλουζίστες. Η Αγνή κατακλέβει ευφυώς τα δισκάδικα γύρω απ’ την πλατεία Κλαυθμώνος, ο Όλιβερ φτιάχνει την πρώτη δισκοθήκη της παρέας, χάρη στην οποία εισχωρούν πυρ ομαδόν σε όλα τα πάρτι, καθώς η μεγάλη παρέα φέρνει τους δίσκους λίγους λίγους προς έκπληξη των στραβωμένων οικοδεσποτών κι επιτέλους μαθαίνουμε πώς απέκτησε το παρατσούκλι του ο Μπογκομόλετς, παρών χαρακτήρας μέχρι και τον Μοντεζούμα.

Κι ο φίλος μας ζει το παρόν του, με διάθεση μπλονζόν νουάρ, ακούσματα κουλ τζαζ, Μπέσι Σμιθ και Τζόνι Ρέι, αναγνώσεις Ζακ Πρεβέρ, ξύλο στα αδιέξοδα να μην μένουν μόνοι τους οι φίλοι του, να ζει ανάμεσα Γκρην Παρκ και πάρτι, ακόμα και σ’ εκείνα που πας όχι για να κάνεις φίλους αλλά για να χάσεις φίλους. Και κάπου εδώ να μας χαρίζει και την επιτομή της ένθετης ερωτικής ιστορίας με την Τζίνα το Φάντασμα, την τελευταία γυναίκα του βιβλίου.

Γιατί τον ρυθμό, κορίτσι μου, μας τον ρίξανε κρυφά κάποιο πρωί στην τσέπη αλαφροχέρηδες πορτοφολάδες, που δεν κλέβουν αλλά δίνουν, κι είναι αδύνατο τόσα χρόνια να ξεφύγουμε… [σ. 244]

12

Μένει όμως ακόμα ένα τακτικό ραντεβού με τον αστυνομικό που πρέπει να λύσει τους δικούς του γρίφους. Ποιος είναι ο Συμεών Αστράς, ποιος ο Ξανθός, ποιος ο μπάτσος; Μάταια ο ήρωας προσπαθεί να τον πείσει πως ακόμα κι όταν παρακολουθούνε τον Συμεών, εκείνος μπορεί να φοβάται αλλά η ζωή του δεν αλλάζει. Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν. Και συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε πάντα. Και κάποτε αρχίζει να λυπάται τον Χαφιέ, έτσι που νύχτα – μέρα κρυώνει και ταλαιπωρείται στημένος κάτω απ’ το παράθυρό του, ενώ αυτός είναι αραχτός μέσα στο διαμέρισμα. Ακόμα κι όταν μια φορά στην Παλιά Αγορά τον έχασε από πίσω του, άρχισε να τον ψάχνει· τον έπιασε κάτι σαν μοναξιά και οι όροι είχαν αντιστραφεί. Ο Συμεών είχε συνηθίσει στην συντροφιά του, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο είχε ζήσει τόσες μέρες και τόσο κοντά. Στο τέλος η υπηρεσία εκτέλεσε τον μπάτσο ως άχρηστο ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να ενοχοποιήσει τον Αστρά. Για την Υπηρεσία σου κι εσύ κι εγώ είμαστε τα ίδια σκατά…Είσαι θύμα και το ξέρεις…Ένας χαφιές κι ένας πολύ αθώος στην ουσία είναι το ίδιο ένοχοι και επικίνδυνοι. 

5

Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας ανεβοκατεβαίνει νοήματα κι εμείς μπορούμε να το πάρουμε όπως θέλουμε. Ας πούμε, να ξεκαρδιστούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε την φάτσα του αστυνομικού, ή να δούμε μήπως η ιστορία ταιριάζει γάντι και σε άλλες, ακόμα πιο οικείες μας. Μένει να σχεδιαστεί ένα δρομολόγιο διαφυγής, κάπου πολύ μακριά από εδώ αλλά δεν υπάρχει απευθείας προορισμός για την Πάιτα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άρα πρέπει να συμβιβαστεί με το πρώτο μεταμεσονύκτιο διαθέσιμο. Εδώ θα ’θελε πολύ να έχει λίγο από το μπλαζέ ύφος του Ρόμπερτ Μίτσαμ καθώς κατέβαινε τις σκάλες κάποιου σαπιοκάραβου στο λιμάνι του Μακάο υπό το εκτυφλωτικό βλέμμα της Τζέιν Ράσελ, αντ’ αυτών μας χαρίζει ένα τελευταίο κέρασμα σπαρταριστών σκηνών με την κοπέλα του τουριστικού γραφείου και φεύγει με διακριτική συνοδεία δυο φίλων ως το Ελληνικό αλλά κάνει στροφή 180 μοιρών και επιστρέφει για μια τελευταία φορά στο Green Park για τα αποχαιρετιστήρια ποτά, και τότε ο αποχαιρετισμός γίνεται αλλιώς, στον δρόμο, στους δρόμους, στο αεροδρόμιο, και είσαι πάλι στο τσακ να τα παρατήσεις όλα και να γυρίσεις στην ίδια παρέα να ξαναχωθείς στις νύχτες σας.

11

Και πάντα βρέχει με το άθλιο ψιλόβροχο με τις κλωστές, με μονότονο ψιλό γαζί ή  με καρεκλοπόδαρα, και πάντα μια γαλαζωπή ομίχλη σέρνεται στους δρόμους με τα σκούρα πλατανόφυλλα, στην οδό Φυλής και στα σφαιριστήρια της πλατείας Βικτωρίας, στους κήπους των προαστίων και στις γωνίες του ξεμοναχιάσματος. Και είναι πάντα νύχτα ώστε το νέον απ’ τα κτίρια και τα καταστήματα να βάφει βιολετιά τα μηχανόλαδα των οχημάτων στην βρεμένη άσφαλτο. Και πάντα υπάρχει μουσική, είτε την ακούει είτε την θυμάται· εδώ ένα σπάνιο εξτέντεντ 45άρι του Φράνκι Λέιν με την Τζεζαμπέλ, εκεί ένα μπλουζ της Ντάινα Σορ [Dinah Shore] – θα τ’ ακούσουμε όλα μέχρι να μαντέψουμε ποιο είναι, το Απλ Μπλόσομ Τάιμ και το Τιλ της Τζο Στάφορντ που ετοιμάζεται να χώσει στη βαλίτσα του, η βραχνή φωνή της Έρθα Κιτ κι ο λιωμένος από το παίξιμο δίσκος του Φατς Ντόμινο, χωρίς να ξεχνάμε εκεί την περαστική κάπου στην αρχή του βιβλίου που έμοιαζε με την Μπρέντα Λι κι ας μην γνώριζε το Φουλ Νάμπερ Ουάν.

Αυτό σου λέω. Κιμ. Τίποτα! Κάτι ρεζίληδες είμαστε, που σύρθηκαν ανάμεσα Μέντια Λουζ, Σινεάκ και Αρτζεντίνα. Και τώρα που το ξεφτιλίσαμε τελείως, σου ομολογώ πως έχω σαφείς υποψίες, για να μην πω αποδείξεις, ότι η φάρα μας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η γενιά του Σινεμασκόπ, άντε και του Green Park. / Μια ολόκληρη ζωή στο παραπέντε…και τι έμεινε; Τίποτα. Μόνο κάτι πόζες φωτογραφικές μιας οδύνης που γλιστράει λίγο – λίγο προς το μύθο, προδομένη κι αυτή απ’ τις αδιάκοπες λογοτεχνικές επεμβάσεις των μαρτύρων…[σ. 238]

8

Όλα χωράνε σε αυτό το μυθιστόρημα, οι κινηματογραφικοί έρωτες και οι σκόρπιες μνήμες (η χαμένη μητέρα, ο χαμένος αδελφός, οι χαμένοι φίλοι), η βροχερή πραγματικότητα και οι παραισθήσεις, μερικά απίστευτα όνειρα και οι ιστορίες που έγραψε ο ήρωας και ζωντανεύουν διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Να που οι δυο ιδιότητες, του σκηνοθέτη και του λογοτέχνη εδώ βρίσκουν το απόλυτο κοινό τους: όπως βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις ταινίες του, τα βιβλία σε διψάνε να τα διαβάσεις ξανά και ξανά.

Κι εγώ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον ήρωα που κατά τα λεγόμενά του ξοδεύει τους μύθους του σαβουρογαμώντας εδώ κι εκεί, κατεβάζει κόκκινες νοβαλζίνες και δισκία ανθρακικού μαγνησίου, θέλει να μάθει σ’ έναν ταξιτζή την Λίντα Ντάρνελ, την Βίβιαν Λι και την Βερόνικα Λέικ, που όλες έφυγαν έγκαιρα και άδικα και μονολογεί για τα κορίτσια που, «δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά τυχαίνει πάντα να ’χουν αγαπήσει κάποιον άλλο, πολύ λίγο πριν με συναντήσουν», για κάτι γυναίκες που πετάνε τις γόπες χωρίς να τις σβήνουν στο τασάκι και τον λιβανίζουν, για κάτι βραδιές που εξελίσσονται σε κρεμάλα, για παρέες που θεωρούν υποχρέωσή τους να θυμηθούν τα παλιά· κι ας τυλίγεται κι ο ίδιος διαρκώς τα παλιά, όπως ας πούμε τις ημέρες που με ραμμένα μπλουτζίν πήγανε παρέα με την Ζέτα να δουν την Τζιν Τίρνεϊ στην Λάουρα κι αυτή περήφανη που την συνόδευαν δυο ραμμένοι μπλουτζινάδες  έλυσε το κορσεδάκι της και τους άφησε να παίξουν με τα στήθη της στο σκότος· ή την αγαπημένη λύση της παρέας, την «κίτρινη απειλή».

3.

Τώρα που το σκέφτομαι, η κίτρινη απειλή ήταν κάτι σαν πανοπλία. Κάτι ζεστό και ήσυχο, που ερχόταν να μας συναντήσει βαθιά από μέσα μας, κι όλη αυτή η πρόκληση ήταν και η μόνη μας άμυνα. Τους λέγαμε ότι είμαστε μικρά παιδιά που λερώνονται απάνω τους και δεν μπορούν πια να μας κάνουν τίποτα. Και περιμέναμε έτσι να ’ρθει κάποιος να μας μαλώσει κι ύστερα να μας βουτήξει στο μπάνιο να μας πλύνει κι ύστερα να μας φορέσει καθαρά ρούχα. Έφτανε να κυλήσει λίγο το ζεστό νερό πάνω στην κοιλιά μας κι αμέσως η μοναξιά το ’σκαγε μέσα απ’ τα παντελόνια και γινόμασταν πάλι τεσσάρων χρονών και κανένας δεν μπορούσε πια να μας πειράξει κι η μόνη υποχρέωσε που είχαμε ήταν να τρώμε όλο μας το φαγητό, να κοιμόμαστε νωρίς περιμένοντας τις μέρες της γιορτής και τις διακοπές του καυτού καλοκαιριού…[σ. 383]

Εκδ. Athens Voice Books, 2011 [1η έκδ. 1992, Καστανιώτης], σελ. 443.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 190, υπό τον τίτλο Initials N.N., τίτλο εμπνευσμένο από εδώ ή εδώ.

Σχεδόν όλες οι φωτογραφίες από το ανεκτίμητο άλμπουμ της Μαρί Λουίζ.

10
Μάι.
13

Μπίλι Χολιντέι – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία

TELIKO BILLIEΜπλέ ψυχή, μαύρο αίμα

Παίζαμε σε μια ατέλειωτη σειρά από ξεφτιλισμένα μαγαζιά, σε ζόρικες νέγρικες αίθουσες χορού στον Νότο, όπου το ουίσκυ από καλαμπόκι το φέρνανε κρυφά απέναντι από τις σιδηροδρομικές γραμμές, οπότε, μπαμ, ξαφνικά σταμάταγε αυτό το μαγγανοπήγαδο και μας αγκαζάρανε σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο λευκών. Δεν είχαμε τις σωστές φορεσιές, τα σωστά ρούχα ή μηχανήματα – οι μάγκες στην ορχήστρα δεν είχανε καν τα πνευστά που έπρεπε και που χρειάζονταν – ήμασταν όλοι ξεχαρβαλωμένοι, έχοντας διανύσει χιλιάδες μίλια άυπνοι, χωρίς πρόβες και χωρίς προετοιμασία – παρ’ όλα αυτά απαιτούσαν από μας να σκίσουμε. [σ. 92 – 93]

Προτού βρεθεί η Μπίλι Χολιντέι στον δρόμο, βρισκόταν πάντα στον δρόμο. Η ίδια μουσική που την αποπλάνησε μια για πάντα είχε νωρίτερα κλέψει την ψυχή του πατέρα της, και αργότερα τον ίδιο. Μπορεί τα δηλητηριώδη αέρα του πολέμου να του ρήμαξαν τα πνευμόνια δίνοντας τέλος στην καριέρα του ως τρομπετίστα, όμως τα χέρια του ήταν γερά και το μυαλό του πεισματωμένο: να γίνει οπωσδήποτε μουσικός. Όταν το κατάφερε τα ταξίδια με την μπάντα του ήταν και το τέλος της οικογενειακής του ζωής. Η Βαλτιμόρη κατάντησε γι’ αυτόν απλώς ένα πέρασμα μες στη νύχτα™™™. Τι απέμεινε στην μικρή Ελεονόρα; Μια νεαρή παιδούλα ως μητέρα της, και μια γιαγιά που πέθανε από γεράματα αλλά πρόλαβε να της εξηγήσει τι σήμαινε να’ ναι σκλάβα, να ανήκει ψυχή τε και σώματι σ’ έναν λευκό, που ήτανε ο πατέρας των παιδιών της.

Στα έξι ο κόσμος της ήταν η κακομεταχείριση από τους συγγενείς, το σφουγγάρισμα των «παναθεματισμένων άσπρων σκαλιών της Βαλτιμόρης» και τα θελήματα σε σπίτια και στο πορνείο της γωνίας. Κι όταν εκεί ερχότανε η ώρα της πληρωμής, τους έλεγε να κρατήσουν τα λεφτά και να την αφήσουν να πάει στο μπροστινό σαλόνι ν’ ακούσει τον Λούις Άρμστρονγκ και την Μπέσσυ Σμίθ στο γραμμόφωνο: Μερικές φορές ο δίσκος μ’ έκανε να νιώθω τέτοια θλίψη που έριχνα ένα κλάμα άλλο πράγμα. Κι άλλες φορές ο ίδιος ο παναθεματισμένος ο δίσκος μ’ έκανε τόσο ευτυχισμένη που ξεχνούσα πόσο χρήμα, που είχα βγάλει με ιδρώτα, μου στοίχιζε η μουσική βραδιά στο σαλόνι.[σ. 27]. Το μπορντέλο ήταν ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου ακουγόταν αυτή η μουσική, αλλά και όπου μπορούσαν να συναντηθούν όσο πιο φυσικά γινόταν οι λευκοί με τους μαύρους.

3Στα δέκα, της έλαχε «το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα», ο βιασμός, στα δώδεκα την κακοποίησε ένας τρομπετίστας από μια μεγάλη νέγρικη ορχήστρα. Κι έτσι δεν ήτανε ν’ απορεί κανείς που το σεξ το φοβόταν «σαν τον θάνατο». Όμως η πορνεία ήταν μονόδρομος επιβίωσης και όταν δεν αναλάμβαναν οι νταβατζήδες του, έρχονται οι επίσημοι του είδους, οι δικαστές, για να την στείλουν με ιδιαίτερη ευκολία στο αναμορφωτήριο. Μετά την θητεία της αναχωρεί με την μητέρα της για το Χάρλεμ, την εποχή του κραχ. Μόνο που, με εξαίρεση τις ουρές του ψωμιού, το κραχ δεν είναι ήταν «τίποτα καινούργιο για εκείνες, πάντα το είχαν».

Η αρχή έγινε στην 4«Ξύλινη Καλύβα», με πρώτο τραγούδι το Trav’ lin’ all alone που έκανε τους φασαριόζους θαμώνες να σιωπήσουν. Και η συνέχεια περιλαμβάνει όλους όσους έρχονταν στο καταγώγι, την άκουσαν και αργότερα συνεργάστηκαν μαζί της, επηρεαζόμενοι και οι ίδιοι από εκείνο το στυλ της ή ανάμιξαν τις μαύρες ψυχοσυνθέσεις τους σε μπλουζ, τζαζ και σουίνγκ κορυφώματα: Benny Goodman, Johnny Hodges, Coleman Hawkins, Count Basie, Artie Shaw, Duke Ellington, Lester Young, Buck Clayton, Charlie Shavers, Oscar Peterson, Roy Eldridge, Ben Webster. Ακολουθεί το αξέχαστο πρωινό της έναρξης στο Απόλλο και όλα τα μαγαζιά του Χάρλεμ. Αλλά τα μαγαζιά δεν είχανε ουσία. Η ζωή που ζούσαμε είχε. Η όλη ιστορία γινότανε στα παρασκήνια και ελάχιστοι ήτανε οι λευκοί που μπόρεσαν να τη ζήσουν από κοντά. Κι όταν γινότανε αυτό, ήταν σαν να είχανε έρθει από άλλο πλανήτη. Ήτανε βάσανο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς επιβιώσαμε. [σ. 70]

5Ο ιδιοκτήτης του Uptown House στο Χάρλεμ έγινε ο μεγάλος της έρωτας και ταυτόχρονα ο ναρκωτικός της καταστροφέας. Στην μαύρη της ζωή μπαίνουν τα απατηλά λευκά: οι γόβες, οι γαρδένιες και η πρέζα. Κατά τα άλλα ο αιώνιος και αμετακίνητος «παναθεματισμένος φυλετικός διαχωρισμός» θα βρίσκεται πάντα μπροστά της. Η Lady Day των Υπογείων θα φτάσει ψηλά, εκεί όπου τελικά δεν υπάρχει τίποτα. Στην διαδρομή δεν επιτρεπόταν ποτέ να αρρωστήσει, να δείξει πόνο, να βγει άσχημη, να μην τραγουδήσει καλά, να μην ανταποκριθεί στις προσμονές των πολλών.

Με τη ζωή που κάναμε στην τουρνέ, κανένας δεν είχε καιρό να πάει μόνος στο κρεβάτι, πόσο μάλλον και με κάποιον άλλον. Το βράδυ, όπως έλεγε κι ο Λέστερ, κάναμε στάση σε μια πόλη, πληρώναμε δύο έως τέσσερα δολάρια για ένα δωμάτιο, ξυριζόμασταν και ρίχναμε για κάμποσα λεπτά μια ματιά στο κρεβάτι, πηγαίναμε να κάνουμε πρόγραμμα, ξαναρχόμασταν, ξαναρίχναμε πάλι μια ματιά στο κρεβάτι κι ανεβαίναμε στο λεωφορείο. [σ. 93]

6Ούτως ή άλλως η ζωή της σε μεγάλο βαθμό είναι προδιαγεγραμμένη: θα παραμείνει πάντα μια μαύρη σε μια κοινωνία που αδυνατεί να την δει ως κάτι διαφορετικό από μια «μαυριδερή», μια αταίριαστη στον βρώμικο κόσμο της δημοσιότητας, μια ευάλωτη στον έρωτα και τα ψέματα των ουσιών, μια ανεπιθύμητη του «νόμου». Αυτή η αιώνια «βρωμονέγρα» καλωσόριζε τον πόνο σαν καθημερινό επισκέπτη, δεν ξεχνούσε να επαναλαμβάνει πως χωρίς φίλους δεν πας πουθενά, γνώριζε καλά πως η νομοκοινωνία δεν θα την αφήσει ποτέ ήσυχη, έμαθε να μετράει υπομονετικά τα χτυπήματα και τις ουλές (τις ορατές και τις αόρατες). Ίσως γι’ αυτό στο Strange fruit εκφραζόταν τόσο εσώψυχα· γιατί ήξερε πως το παράξενο φρούτο θα ήταν πάντα εκείνη για όλους.

7Αν περιμένει κανείς μια ατέλειωτη ελεγεία, δεν θα βρει τίποτα. Η Κυρία γράφει όπως μιλούσε, απλά, σταράτα, κοφτερά και απροκάλυπτα, όπως γράφουν σήμερα οι «βρώμικοι ρεαλιστές». Και πολύ περισσότερο δεν κλαψουρίζει ούτε αναζητά απαντήσεις. Στα δύσκολα μόνο βρίζει τους απάνθρωπους που επιχείρησαν να την τσακίσουν και τους προσπερνά με τρεις φράσεις, μέχρι τους επόμενους. Διόλου τυχαία κάθε κεφάλαιο έχει τον τίτλο ενός τραγουδιού της. Αλλά εκτός από την προσωπική διήγηση της  στο βιβλίο ανασαίνει ολόκληρος ο αληθινός τζαζ κόσμος: απαρχές, μουσικοί, μαγαζιά, τζαμαρίσματα, ηχογραφήσεις, δισκογραφήσεις, πρόσωπα, κλίμα.

233-1345280332Αν βγάλουμε τους δίσκους της Μπέσσυ Σμιθ και του Λούις Άρμστρονγκ που άκουγα όταν ήμουνα μικρή, δεν ξέρω κανέναν άλλο που να επηρέασε το τραγούδι μου, τότε ή και σήμερα. Πάντα ζήλευα τον γεμάτο δυνατό ήχο της Μπέσσυ και το αίσθημα του Ποπ. Παιδιά με ρωτάνε συνέχεια από πού προέρχεται το στυλ μου, πώς εξελίχθηκε κι άλλα τέτοια. Τι  να τους πω; Αν βρεις μια μελωδία που να σου μιλάει, τότε δεν χρειάζεται να εξελίξεις τίποτα. απλώς το αισθάνεσαι κι όταν τραγουδάς υπάρχουνε κι άλλοι που αισθάνονται κάτι. Για μένα η δουλειά, η ενορχήστρωση ή η πρόβα δεν έχουν καμία σχέση. Δώστε μου ένα τραγούδια που  να το αισθάνομαι και δεν το θεωρώ ποτέ κόπο. Τέτοιο είναι το αίσθημα που έχω για μερικά τραγούδια που δεν αντέχω να τα πω, αυτό όμως είναι πάλι άλλο θέμα. [σ. 66]

Η 8φωνή της ταυτίστηκε με την ερμηνεία, ο συρτός της ήχος με την έννοια του πόνου, η εκφορά των λέξεων ήταν σχεδόν χειροπιαστή, όπως τις άφηνε να μείνουν για λίγο στον αέρα, για να τις δεις μέσα στο πλήρες περίγραμμα και στο ολοκληρωμένο τους νόημα. Όπως άλλωστε έλεγε, «μου ’χουνε πει πως κανείς δε λέει τη λέξη «πείνα» σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη «αγάπη». Ίσως να ’ναι που θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις». Οι αστυνόμοι περίμεναν να την συλλάβουν ακόμα και έξω από το νοσοκομείο Μετροπόλιταν του Μανχάταν όπου μεταφέρθηκε για άλλη μια φορά ερείπιο τον Ιούλιο του 1959. Αλλά αυτή τη φορά απέτυχαν, τους την έκλεψε ο θάνατος.

billie and misterΗ έκδοση περιλαμβάνει γυαλιστερό ένθετο με 31 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, δισκογραφία από τον Albert McCarthy [1973] και το πεντασέλιδο κείμενο του David Ritz «Μια χρήσιμη δισκογραφία για όσους αγαπούν την Μπίλλυ» [2006], με τις δικές του απόψεις και προτάσεις για μια σειρά δίσκων της.

Πλήρης τίτλος: Billie Holiday, με τη συνεργασία του William Dufty  – Η κυρία τραγουδάει τα μπλουζ. Αυτοβιογραφία. Εκδ. Άγρα, 2012 [Α΄ έκδ. 1984] μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, εισαγωγή David Ritz, σελ. 327 [Billie Holiday, Lady sings the blues, 1956].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

05
Μάι.
08

Club 8 – The boy who couldn’t stop dreaming (Labrador, 2008)

 


Ο Johan Angergard είναι ο ιδιοκτήτης της Labrador, φροντάρει τους Legends και συμμετέχει χωρίς αρχηγικές βλέψεις στους Acid House Kings. Η Karolin Komstedt έχει το χάρισμα της φωνής. Οι δυο τους ως Club 8 ζουν στην Στοκχόλμη και έφτασαν αισίως στον 6ο δίσκο τους, 12 χρόνια μετά το ντεμπούτο στην Sarah (Nouvelle). Αγαπούν τόσο πολύ τους Television Personalities ώστε είναι η δεύτερη φορά που τιτλοφορείται δίσκος από τραγούδι τους (προηγήθηκε το Strangely Beautiful το 2003). Αποκλειστικά στα χαρτιά όμως, γιατί τραγουδίζουν χωρίς εντάσεις και γκρίνιες, όπως ο κυρ Νταν. Μοναδικό κοινό σημείο τους μια υπόγεια ειρωνεία στους στίχους, για όποιον δε βαριέται να τους προσέξει. Παίζουν κυρίως ακουστική ποπ, με αργές ταχύτητες και συνεχή λοξοκοιτάσματα στα αντίστοιχα 60ς.

Μπράβο μικρέ, αυτό θα πει σωστό γράψιμο. Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Λείπει όμως η προσωπική σου γνώμη. Λοιπόν;

Δε μου άρεσε κύριε, πολύ μελαγχολία έπεσε. Αν καθόμουν να ακούσω τέτοια αργόσυρτα ποπάκια καμιά Κυριακή απόγευμα, την ώρα των περισσότερων αυτοκτονιών, θα δικαίωνα τις στατιστικές. Μήπως το πιο πειστικό death σήμερα είναι η μελαγχολική ποπ; Γιατί δεν γράφουν περισσότερα «γρήγορα» τραγούδια, όπως το Heaven ή το εξοχότατο Whatever You Want; Ή έστω κομμάτια γραμμένα για εμάς, όπως το Football Kids, όπου καθρεφτίζονται οι Camera Obscura, ή για εσάς, όπως το When I Come Around που δείχνει προς την οδό Smiths. Όλα τα υπόλοιπα είναι μπαλάντες βουτηγμένες στη θλίψη, για πολύ εύθραυστες καρδιές, για πολύ πεσμένα φύλλα. Προτιμώ άλλα σχήματα από την Άνω Σκανδιναβία. Αλλά δεν τα γράφω γιατί θα μου λέτε πάλι μετά πως είμαι εκτός θέματος.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15328

30
Απρ.
08

Syd Matters – Ghost days (Because, 2008)

 

Εδώ αναπνέουν η εξαϋλωμένη κληρονομιά του Nick Drake (κι όχι μόνο στο «συγγενικό» τους Big Moon ή το It’s a nickname) και του Tim Buckley, οι σκοτεινές στιγμές του Paul Simon, οι αισθαντικές νυκτωδίες του Ed Harcourt και του Tom MacRae, ίσως και κάποιες μακρινές αντανακλάσεις ορισμένων προσωπικών ερμηνευτικών στιγμών του Thom Yorke και του Robert Wyatt.
O Syd Matters μπορεί και να πήρε το ψευδώνυμό του από το συγκρότημα ενός Syd κι ενός Waters, αλλά είναι ολοφάνερο πόσο λατρεύει τον πρώτο – και μπορεί και να γνωρίζει πού έμενε. Ο άτιμος με έκανε δυο φορές να λυγίσω, στα Everything else και After all these years. Να σταματάω να κάνω οτιδήποτε και να συγκινούμαι για όλα τα ανεξήγητα ή ευεξήγητα. Να προσπαθώ να αποσυνθέσω το πρώτο στα στοιχεία που το κάνουν τόσο μαγευτικό: ελλειπτικό κιθάρισμα, δοσμένη ερμηνεία, σπαρακτικά λόγια, λιτά όργανα που μπαίνουν ψηλαφιστά το ένα μετά το άλλο, δυο επίπεδα αξέχαστης μελωδίας. Επτά τραγούδια μετά, στο άλλο άκρο – μια ανεστραμμένη, πιο αποστασιοποιημένη ερμηνεία, θαρρείς πως ανακεφαλαιώνει σε 3 λεπτά και 18 δευτερόλεπτα συναισθήματα ολόκληρης ζωής.


Μιλάμε για τον … παριζιάνο Jonathan Morali, που, και πάντα συνοδευόμενος από τέσσερις μουσικούς, είναι τακτικότατος στην ανά διετία τροφοδότησή μας με ό,τι πιο εμπνευσμένο και τρυφερόκαρδο σε ακουστική φολκ και σε βελούδινη μπαλαντοκομία: A Whisper And A Sigh (2003), Someday We Will Foresee Obstacles» (2005) και τώρα τούτο εδώ. Για εκείνους που ζητούν παρασύνθημα, ας θυμηθούν το διαδεδομένο Black & White Eyes από το πρώτο ή το αγαπημένο μου Watcher από τη συνέχεια. Κάπου στα ενδιάμεσα συνέθεσε το σάουντρακ για την ταινία Heartbeat Detector.

Ακόμα κι αν, σε επίπεδο επιστημονικής φαντασίας, το ροκ βαρεθεί να υπάρχει, η electronica φτάσει στον απόλυτο μινιμαλισμό κι όλοι οι ποπ μελωδικοί συνδυασμοί εξαντληθούν, δε θα εκλείψει ποτέ το «είδος» των τραγουδοποιών/ τραγουδιστών που καταφέρνουν τα πάντα με τα απλούστερα μέσα – συνήθως το συνθετικό ταλέντο και την κιθάρα τους, και μας δίνουν τόσα πολλά χρησιμοποιώντας τόσα λίγα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15208

21
Απρ.
08

Μικρό κουτί μεγάλων εβδομάδων

Ό,τι κυνηγάς ανοίγει δρόμο σκοτεινό / σε τραβάει και σε κλείνει σε ψηλό γκρεμό.

Από κάποια παράδοξη συνήθεια συνδυάζω εδώ και χρόνια το Πάσχα (και ειδικότερα ένα ικανό χρονικό διάστημα πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή) με μια προσωπική πλοήγηση προς μια διαφορετική, εσωτερικότερη ζωή. Όχι από καμία αίσθηση θρησκευτικότητας, ούτε από τη γνωστή απεγνωσμένη προσπάθεια να βιώσουμε σώνει και καλά κατανύξεις, μετάνοιες και κοινές συμμετοχές στα «Θεία Πάθη». Απλώς αντιμετωπίζω εν στρατιά φαντάσματα και φαντασμαγορίες του παρελθόντος με τα οποία δεν έχω ξεμπερδέψει κι ούτε πρόκειται. Τα οδυνηρά πρώτα μου θυμίζουν όλα εκείνα που κυνήγησα και δεν κατάφερα, οι ελπιδοφόρες δεύτερες… λειτουργούν και πάλι σαν σειρήνες. Πιστός σε αυτές τις προσωπικές τελετουργίες, διατηρώ ένα κουτί μουσικής και βιβλίων που ακούω και διαβάζω μόνο τέτοιες ημέρες. Κυριολεκτώ. Οι δίσκοι δεν ξανακούγονται τον υπόλοιπο χρόνο, τα μυθιστορήματα μένουν στη μέση μέχρι την επόμενη χρονιά, μόνο τα διηγήματα ξαναδιαβάζονται (και ποτέ δεν είναι τα ίδια). Σας το ανοίγω:

ΔΙΣΚΟΙ
Βόρειοι βαλκανικοί γείτονές μας από μια χώρα που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία, οι Αnastasia (Anastacuja) αποτελούν την ιδανικότερη μουσική για το κλίμα που επιθυμώ. Έχουν βγάλει τρεις συναρπαστικούς μεγάλους δίσκους και τέσσερις μικρότερους (Na Rekah Vavilonskih, Ikona/Mansarda, Face/Burn) κι έκτοτε έχασα τα ίχνη τους. Δεν έχω ξαναβρεί παρόμοιο χωνευτήρι βυζαντινών, βαλκανικών, τελετουργικών, dark και ροκ στοιχείων και στοιχειών. Σα να παρακολουθείς τα πάθη της φύσης, σα να βλέπεις βυζαντινές τοιχογραφίες σε κίνηση. Το Melourgia (1997) δίνει το βάρος στην παραδοσιακή πλευρά, τo Nocturnal (1998 ) στην ηλεκτρονική και το κορυφαίο όλων Before the rain (1994), σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Milcho Manchevski, ενώνει τα παραπάνω σε μια κορυφαία επιτομή. Άσματα έμμονα τα Time never dies, Coming home Pt. 1 και Pt. 2, Pass Over, Death of Alexander – ηχητικές εκφράσεις του Αέναου Χρόνου, της Επιστροφής στο σπίτι, του Περάσματος και του Θανάτου αντίστοιχα.

Μερικά χρόνια νωρίτερα (1986) οι Paul Lemos and Joe Pappa, ένας μετασχηματισμός των Controlled Bleeding, είχαν κυκλοφορήσει το 12΄΄ Music for the stolen icon στη σειρά Myths της Sub Rosa Records, όπου για πρώτη φορά ορθόδοξες ψαλμωδίες μιξάρονταν με βιομηχανικούς πειραματισμούς. Ένα δεύτερο μέρος (Music for stolen icon ΙΙ) βγήκε το 1993. Απόκοσμο και συγχρόνως «μητροπολιτικό» άκουσμα αποτελεί το Jesus’ blood never failed me yet του Gavin Bryars (Point Records). O ανήσυχος αυτός μουσικός, που έπαιζε ηλεκτρονικά ένα μπουκέτο σαρακοστές νωρίτερα από τους σημερινούς «πρωτοπόρους» συνδυάζοντάς τα με συμφωνικά όργανα, δημιούργησε τούτο το έργο ύστερα μια πασχαλινή έμπνευση της στιγμής. Η φράση του τίτλου ακουγόταν μονότονα έξω από μια εκκλησία από έναν ζητιάνο τον οποίο και ηχογράφησε, βάζοντας σταδιακά πάνω της όργανα, ορχήστρες, λούπες και τη φωνή του Tom Waits.

O αδικοχαμένος Δημήτρης Λάγιος έντυσε μερικούς από τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ με την αλλόκοτη επτανησιακή μουσική του, τραγουδισμένους από την Σαββίνα Γιαννάτου, τον Δώρο Δημοσθένους, το φωνητικό σύνολο «Διάσταση» Κύπρου και άλλους, γεμάτη μαντολίνα, υπέροχα οργανικά μέρη, ενώ το ίδιο το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» ακούγεται σαν μυρωμένη καντάδα (Ίνα Τι).

Πίσω στις πηγές, στη βυζαντινή μελουργία που άλλους ευφραίνει κι άλλους αποδιώχνει, οι κυκλοφορίες είναι πολλές. Προσωπικά το είδος πάντα με γοητεύει από μουσική άποψη κι επιλέγω πάντα από την σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Η Μεγάλη Εβδομάς, όπου ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι γνωστές συνθέσεις των μεγάλων μελοποιών που αναφέρονται στα Άγια Πάθη, ένας για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος και ψέλλονται κατά το παλαιό αγιορείτικο τυπικό (με αντιφωνήσεις, απηχήματα κλπ.). Το ίδιο τυπικό αφορά και τον υπολογισμό των ημερών (οι οποίες αρχίζουν από τη δύση του ηλίου της προηγούμενης), συνεπώς αν ενδιαφερθείτε να ακούσετε τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να πάρετε τον δίσκο του Μεγάλου Σαββάτου, στον όρθρο του οποίου και ανήκουν.

Από το κουτί συνεχίζω να βγάζω: πρώτα την αγαστή συνεργασία τριών ετερόκλητων εκλεκτών, της ρεμπέτισσας Μαριώς, του φωνωδού των Χαΐνηδων Δημήτρη Αποστολάκη και του πρωτοψάλτη και καθηγητή βυζαντινής μουσικής Μανώλη Δαμαρλάκη, το Κύματι Θαλάσσης. Από το Πάθος στην Ανάσταση. Ανεβαίνω ξανά προς το Όρος με την αέρινη/εαρινή φωνή του Χρίστου Τσιαμούλη (Άθως ο εμός) και στην ευρύτερη επικράτεια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών οργάνων του αεικίνητου Χριστόδουλου Χάλαρη (Μελωδοί του Πάθους, Πάθη απόκρυφα).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«They say that God is in the detail lying and I’m sure that’s true…»

Σε δύο τραγούδια κάνω εξαίρεση: αδύνατον να περιορίσω αποκλειστικά σε σαρακοστιανή ακρόαση την κορυφαία συνθετική στιγμή του αισθαντικότερου φολκ ρόκερ των τελευταίων χρόνων, κυρίου Jackie Leven, το The Sexual Loneliness of Jesus Chirst. «Suddenly I realise I’m living a lie my father planned for me/with the sun beating on my back, I see I am a lonely man of Galilea…». Ξεφεύγοντας από το ίδιο του το στυλ, λαχανιάζει τα λόγια που σκορπίζω εδώ πιο πάνω και πιο κάτω, διανθισμένα με όργανα που χρησιμοποιεί για πρώτη και τελευταία φορά. «All kinds of power circle me, I raise my hand and the world goes boom/but I see no me in women’s eyes and I suffer like a child in an empty room«. Το άλλο είναι μια ανάλογη στιγμή του George Harrison που ποτέ δεν αρνήθηκε τις θεολογικές του αναζητήσεις ή αμφιβολίες (My lord, Devil’s Radio). Στο Awaiting for us all τελειώνει με το θέμα: δε χρειάζεσαι ναούς, δε χρειάζεσαι εκκλησίες για να λατρεύεις ένα θεό, ούτε και γραφές για να δεις πόσο χαμηλά έχεις πέσει. Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται μέχρι το τέλος, με τη διαφορά ότι στο τελευταίο ρεφρέν προστίθεται μια φράση: ο Πάπας έχει το 51% της General Motors…

Συμπληρώνω με σκόρπια κομμάτια που διαλέγονται και συνδιαλέγονται με θεότητες και φύσεις, όπως κάποια θεατρικά του Νίκου Ξυδάκη, ειδικά από το Βουή του Πάθους (χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου, από το οποίο και οι στίχοι στην αρχή), ο «Παντοκράτορας» του ιδίου, το φωνητικό δόσιμο του Rufus Wainwright στο Angus Dei, το γνώριμο πια κινηματογραφικό θέμα του Jesus from Nazareth του Maurice Jarre αλλά κι ένα άλλο ξεχασμένο σάουντρακ του Preisner, A play in the fields of lord, όπου στα χωράφια των Θεών ακούγονται και τελετουργικά κομμάτια ιθαγενών του Αμαζονίου.

ΒΙΒΛΙΑ
Για τους ίδιους λόγους ψάχνω στα βιβλία απέραντες ερήμους, απομονωμένες σπηλιές και στύλους ερημιτών, μοτίβα με πάλεις συνειδήσεων, γενναίες ή φοβισμένες ασκητείες, χαμένες ή «κερδισμένες» ζωές. Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα του είδους είναι ένα μικρό βιβλίο που έβγαλε παλαιότερα ο Απόστολος Δοξιάδης, το Βίος παράλληλος. Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία της μοιχαλίδας Υακίνθης και του λυπημένου Μελάνιππου, που ανα-γίνεται ασκητής Αλύπιος την διαβάζω διαφορετικά. Ιδανικό ανάγνωσμα υπάρχει και για τις ιδιάζουσες σχέσεις αγίων, αγιοποιημένων, θαυματοποιών και τσαρλατάνων: η Αγιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου με ιδανικό σκηνικό τον ούτως ή άλλως ιδιαίτερο τόπο της Αρκαδίας.

Αλλά η μέγιστή μου συμπάθεια στο είδος «χορταστικό, σαρκαστικό και γεμάτο πλοκή μυθιστόρημα» είναι ο Gore Vidal και η προσωπική του Τριάδα: ο Ιουλιανός (με τις απολαυστικές, γεμάτες ειρωνία συζητήσεις των αφηγητών τόσο για την χριστιανική όσο και για τις προγενέστερες θρησκείες), η Δημιουργία (με την αντίστοιχη καταβύθιση στις Περσικές θρησκείες και στον πρόγονο του Ιησού Ζωροάστρη) και το διαδικτυακό, μεταμοντέρνο Σε ζωντανή μετάδοση από τον Γολγοθά που, με αφορμή ένα έξυπνο εύρημα, καγχάζει για τη σημερινή εικόνα των θρησκειών και τις τηλεοπτικές και άλλες επανα-γραφές τους.

Εξίσου μεταμοντέρνος και πάντα πιο σύνθετος ο Jose Saramangο, στο πυκνό και ελεγειακό Κατά Ιησού Ευαγγέλιο ανακαλύπτει τη θεότητα στις λεπτομέρειες αλλά και εκείνες ξέχωρα από αυτήν και παρακολουθεί αργά και φιλοσοφημένα τα βήματα ενός ανθρώπου σε ετεροκαθορισμένη τροχιά. Όπως ήταν ευνόητο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντέδρασε κι ο συγγραφέας τής γύρισε την πλάτη, μετακομίζοντας στα απέναντι Κανάρια νησιά. Ένας άλλος «αιρετικός» Αμερικανός (Νorman Mailer) αναπτύσσει την ίδια ιδέα με σαφώς πιο βατή γλώσσα στο Κατά υιόν Ευαγγέλιο. Εδώ ο Ιησούς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο συγγραφέας δημιουργεί μερικές εικόνες που μας στέλνουν στα παιδικά αναγνώσματα αλλά με τη δική του ελαφρά παραμορφωτική κρούστα.

Κορυφαίο ανάγνωσμα στον τομέα της επιστημονικής (πλην ιδιαίτερα προσιτής και ευανάγνωστης) μελέτης είναι το εύχρηστο τομάκι του Δημήτρη Ι. Κυρτάτα, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών. Από τη μία ανακαλύπτεις τις ανθρώπινες πτυχές όλων των προσώπων της χριστιανικής μυθολογίας που γνωρίσαμε και παραγνωρίσαμε μικροί, από την άλλη έρχεσαι αντιμέτωπος με τις αμέτρητες αντιφάσεις, παρερμηνείες και αδυναμίες των ελάχιστων πηγών της εποχής. Ένα πλήρες επιστημονικό εγχειρίδιο, χωρίς κουραστικές υποσημειώσεις αλλά με τις απαραίτητες βιβλιογραφικές ενδείξεις.

Από την ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν με συγκινούν οι γνωστές περιηγήσεις στους Αγίους Τόπους. Ειδικά η εικόνα των συνωστιζώμενων τουριστών, στρατιωτών, ρασοφόρων, κουτσών στραβών στον άγιο Παντελεήμονα έξω από τον Πανάγιο Τάφο μου προκαλεί απέχθεια. Αντίθετα το Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου του William Darlymple έχει πολύ περισσότερο ψωμί και ύδωρ απ’ ότι φαίνεται. Ο W.D. ακολουθεί από την Μέση Ανατολή ως την Άνω Αίγυπτο τα ίχνη ενός ιδιόρρυθμου μοναχού που έβαλε σκοπό να γράψει ένα «Λειμωνάριο» γεμάτο με τη σοφία των μοναχών της ερήμου. Μανιακός ιχνηλάτης, ο συγγραφέας μας έχει ήδη δώσει το εξίσου προτεινόμενο Στα βήματα του Μάρκο Πόλο. Από τον Πανάγιο Τάφο στο Παλάτι του Κουμπλάι Χαν (Ιn Xanadu. A quest) με πυρήνα την πορεία του Μάρκο Πόλο που μεταφέρει το Άγιο Μύρο στις άκρες της Ανατολής. Και τα δύο αυτά γραπτά σε κάνουν να ζηλεύεις τον ταξιδευτή καταγραφέα τους, κυρίως όμως βάζουν σε άπειρες σκέψεις σχετικά με τις θρησκείες που βλάστησαν και κορυφώθηκαν σε εκείνα τα μέρη, αλλά και στις καταστροφές που επέφεραν και ακόμα προξενούν. Διάβασα και τα δύο σε δόσεις, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εορτών.

Σε μια φροντισμένη άκρη του κουτιού φυλάω διηγήματα και μικρά κομμάτια. Ο (κυρ) «συναξάριστής της μνήμης και νοσταλγός του μέλλοντος» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αποτελεί αναγνωστική εμπειρία από μόνος του και είναι ο ιδανικότερος για να σε βουτήξει σε πνευματική απόλαυση και βάσανα μαζί. Συνήθως ξεκινάω από το Προς Εκκλησιασμόν (πρόσφατα σε νέα καλαίσθητη έκδοση από την Ίνδικτο), διανθίζω από σκόρπια διηγήματά του (όπως το «Απ’ αφορμή το Πάσχα» από τη συλλογή Συνοδεία) και κάνω πάντα ένα πέρασμα από κάποιο από τα αφιερώματα που τον αφορούν (όπως το χορταστικό 18ο τεύχος της Ινδίκτου (αυτή τη φορά του περιοδικού) και παλαιότερα Το Παραμιλητό), καθώς ακόμα και οι ιστορίες που διηγούνται γι αυτόν ποιούν από μόνες τους λογοτεχνία.

Κατόπιν ξαναδιαβάζω το «Η ψίχα της μεταλαβιάς» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (από την ομώνυμη συλλογή) για έναν «καμένο» άντρα που ανακαλύπτει μια κορώνα από κερήθρα μέσα σε μια κυψέλη του πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και το «Πάσχα τ’ Απρίλη» του Σωτήρη Δημητρίου (από τη συλλογή Η φλέβα του λαιμού), με την υπέροχη στιγμή όπου ο αφηγητής, κατά τις πασχαλινές επισκέψεις πέρα από το παραπέτασμα, ακούει τον παραμικρό ήχο του χωριού χάρη στη θέση του σπιτιού του. Περνάω στον ταξιδιώτη Αναστάση Βιστωνίτη για «Τα ράκη του θανάτου» (από τα Φάσματα Φθοράς) και ξαναδιαβάζω την σκηνή της περιφοράς του Επιταφίου σε αμερικάνικη μεγαλούπολη, όπου Πορτορικανοί κι έτεροι αλλοεθνείς πλησιάζουν διστακτικά την πομπή ρωτώντας τους πιστούς για ποιο … λόγο διαδηλώνουν και ποια είναι τα αιτήματά τους και στον νεαρότερο όλων Χρήστο Αστερίου. «Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής» (από την συλλογή Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες) περιλαμβάνει την σκοτεινότερη σκηνή της συλλογής μου: έναν κατεστραμμένο επιτάφιο στη μέση ενός έρημου δρόμου…

Τελευταία στάση στον πλέον αγαπητό όλων Γιώργο Ιωάννου, και στην δική του επιταφιακή περιφορά στα πέριξ της Ομόνοιας («Επιτάφιος Θρήνος», από την ομώνυμη συλλογή) και στην Θεοφανώ Καλογιάννη που δημοσιεύει σπάνια τις μαγικές της παραμυθίες, αλλά δεν γκρινιάζουμε, εφόσον η δεύτερη (και πολυαναμενόμενη τότε) σπορά της  ήταν γεμάτη Ιστορίες από τις Γραφές. Διαβάστε από εδώ τα «Ο Αϊ Γιώργης κι ο δράκος» και «Ο τρούλος», και θα τα βλέπετε εις το εξής τα θέματά τους με άλλα μάτια.

Το κουτί παραμένει ανοιχτό μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία, αν και εορτάζων, αποφεύγω οτιδήποτε σχετίζεται με φαγοπότια, συγγενολόγια, χοροδράματα και «γλέντια». Συνήθως νοιώθω (ξαφνικά; ) κενός, περιπλανιέμαι εκεί που δεν είναι κανείς, βρίσκω ευκαιρία να βρω επιτέλους άδεια την αυλή ενός αρχαίου, βυζαντινού ή οθωμανικού ναού (παραδόξως σε τέτοιες στιγμές οι θρησκείες εξομοιώνονται σιωπηλά) στην άκρη του πουθενά και αρχίζω να τακτοποιώ το κουτί για του χρόνου. Για λίγες στιγμές θα το αφήσω ανοιχτό, για να μου το εμπλουτίσετε με τις δικές σας προσωπικές συλλογές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Οκτώβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 946.295 hits

Αρχείο

Advertisements