Posts Tagged ‘Αγγλική Λογοτεχνία

12
Ιον.
20

R.G. Collingwood – Μια αυτοβιογραφία

Η αυτοβιογραφική διήγηση του φιλόσοφου, ιστορικού και αρχαιολόγου R.G. Collingwood δεν είναι μόνο μια ακολουθία πνευματικών βιωμάτων αλλά και η πολεμική ενός πενηντάχρονου υπό την σκιά του επερχόμενου θανάτου του, που επιθυμεί να συγκεντρώσει το γραπτό και άγραφο έργο του. Ο συγγραφέας, που υπέφερε για χρόνια από όγκο στον εγκέφαλο και πέθανε στην ηλικία των 53 ετών, έγραψε σειρά όχι εκτεταμένων αλλά λαμπρών φιλοσοφικών έργων και αναγνωρίστηκε ως εξαιρετικός στυλίστας,  αλλά ήταν με την αυτοβιογραφία του, που αναγνωρίστηκε και ως μεγάλος χιουμορίστας, άξιος απόγονος του Swift και του Sterne, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ.

Ο Collingwood ένοιωσε σαν στο σπίτι του μέσα στο ευρύ τοπίο του γερμανικού Ρομαντισμού και της «Ιστορικής Σχολής» των Hegel, Schelling, Huboldt και στον γειτονικό ιταλικό εγελιανισμό κυρίως του Benedetto Croce, «με μια μεγάλη στροφή στον ιστορικό στοχασμό», εδώ όμως δεν μας εκθέτει τα ιδιαίτερα φιλοσοφικά του ερεθίσματα αλλά περιγράφει την πνευματική του εμπειρία ως μια τελείως κατανοητή και αναγκαία εσωτερική εξέλιξη. Ο συγγραφέας έβλεπε στην ιστορική γνώση την αρχή ενός νέου μέλλοντος για την ανθρωπότητα και γι’ αυτόν το αποφασιστικό γεγονός ήταν το ξεκίνημα μιας αναδόμησης της ιστορίας του κόσμου, η οποία στηρίζεται στις ανασκαφές. Γνώση του παρόντος είναι γνώση του παρελθόντος που με μη αναγνωρίσιμο τρόπο επιδρά αδιάκοπα σε αυτό το παρόν.

Η αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου που η δουλειά του είναι να σκέφτεται θα πρέπει να είναι η ιστορία της σκέψης του, και αυτό επιχειρεί να κάνει χωρίς πολλά λόγια μέσα σε τούτες τις επαρκείς 250 σελίδες. Όταν έπιασε στα χέρια του το βιβλίο Η ηθική θεωρία του Καντ ένιωσε πως τα περιεχόμενά του, παρόλο που δεν μπορούσε να τα καταλάβει, ήταν κατά κάποιο τρόπο δική του υπόθεση: ένα θέμα που αφορούσε προσωπικά τον εαυτό του ή μάλλον κάποιον μελλοντικό εαυτό του. Θα του έπαιρνε καιρό μέχρι να διδαχθεί έναν βασικό κανόνα: «μην θεωρείτε ποτέ ότι κατανοείτε οποιαδήποτε απόφανση ενός φιλοσόφου, μέχρι να αποφασίσετε, με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, ποια είναι η ερώτηση στην οποία την προορίζει για απάντηση». Η επιστήμη είναι λιγότερο μιας συσσώρευση αληθειών, εξακριβωμένων χωριστά η κάθε μια, και περισσότερο ένας οργανισμός που στην πορεία της ιστορίας του υφίσταται λίγο πολύ συνεχή τροποποίηση σε κάθε μέρος του.

Έμαθα να αντιλαμβάνομαι έναν πίνακα όχι ως ένα τελειωμένο προϊόν αλλά ως το ορατό αρχείο, μιας προσπάθειας να λυθεί ένα ορισμένο πρόβλημα στην ζωγραφική. Κανένα «έργο τέχνης» δεν τελειώνει ποτέ, και υπό την  έννοια αυτή επομένως δεν υφίσταται καν ένα τέτοιο πράγματα όπως ένα «έργο τέχνης». [σ. 27]

Το έργο της ζωής του υπήρξε κυρίως μια προσπάθεια να επέλθει κάποια προσέγγιση μεταξύ φιλοσοφίας και ιστορίας. Το κύριο ερώτημα που τον έκαιγε ήταν το εξής: Ήταν δυνατό να φθάσουν οι άνθρωποι σε μια καλύτερη κατανόηση των ανθρώπινων πραγμάτων με την μελέτη της ιστορίας; Ήταν η ιστορία αυτό ακριβώς που θα μπορούσε το μέλλον να παίξει έναν ρόλο στον πολιτισμένο βίο ανάλογο με εκείνον της φυσικής επιστήμης στο παρελθόν; Προφανώς όχι, αν η ιστορία ήταν μονάχα μια υπόθεση ερανισμού. Αν οι ιστορικοί το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να επαναλαμβάνουν, με διαφορετική διάταξη και διαφορετικά στυλ διακόσμησης, αυτά που άλλοι είχαν πει πριν από εκείνους, η πανάρχαια ελπίδα να χρησιμοποιηθεί ως μια σχολή πολιτικής σοφίας είναι μάταιη, όπως το γνώριζε ήδη ο Έγελος, όταν έκανε την περιβόητη παρατήρησή του ότι το μόνο δίδαγμα που μπορεί να βγει από την ιστορία είναι ότι κανείς δεν διδάσκεται τίποτε από αυτήν.

Ο ιστορικός είναι ένα πρόσωπο τα ερωτήματα του οποίου αφορούν το παρελθόν. Η κυρίαρχη γνώμη θέλει τον ιστορικό ένα πρόσωπο, τα ερωτήματα του οποίου αφορούν αποκλειστικά το παρελθόν· ένα παρελθόν που είναι νεκρό και οριστικά χαμένο και που με καμμία έννοια δεν συνεχίζει να ζει μέσα στο παρόν. Ο Collingwood κατάλαβε ότι αυτό ήταν μια πλάνη. Γύρω στο 1920 η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας του της ιστορίας ήταν η εξής; το παρελθόν που μελετά ένας ιστορικός δεν είναι ένα νεκρό παρελθόν, αλλά ένα παρελθόν που κατά μια έννοια συνεχίζει να ζει στο παρόν· πως η ιστορία συνδέεται όχι με «γεγονότα» αλλά με «διαδικασίες», που είναι πράγματα που δεν αρχίζουν και τελειώνουν αλλά που τρέπονται το ένα στο άλλο.

Στο δέκατο κεφάλαιο με τον τίτλο Η Ιστορία ως αυτογνωσία του νου ο συγγραφέας γράφει: Αν αυτό που γνωρίζει ο ιστορικός είναι παρελθούσες σκέψεις και αν τις γνωρίζει με το να τις ξανασκέφτεται για λογαριασμό του, έπεται ότι η γνώση που κατορθώνει να αποκτήσει με την ιστορική διερεύνηση δεν είναι γνώση της κατάστασής του ως αντικείμενης στην γνώση του εαυτού, αλλά γνώση της κατάστασής του, η οποία την ίδια στιγμή είναι γνώση του εαυτού του. Ξανασκεφτόμενος αυτό που κάποιος άλλος σκέφτηκε, το σκέφτεται ο ίδιος. Αν είναι ικανός να κατανοεί, με το να ξανασκέφτεται, τις σκέψεις πάμπολλων ειδών ανθρώπων, έπεται ότι ο ίδιος πρέπει να είναι πάμπολλα είδη ανθρώπου.

Κι έτσι έφτασε σ’ ένα από τα ύστατα ερωτήματά του: Πώς θα μπορούσαμε να οικοδομήσουμε μια επιστήμη των ανθρώπινων πραγμάτων, από την οποία οι άνθρωποι θα μπορούσαν να μάθουν να αντιμετωπίζουν καταστάσεις με την ίδια επιδεξιότητα που η φυσική επιστήμη τους έχει μάθει να αντιμετωπίζουν καταστάσεις στον κόσμο της Φύσης; Η απάντηση πλέον ήταν σαφής και βέβαιη. Η επιστήμη των ανθρώπινων πραγμάτων ήταν η ιστορία.

Διαβάζοντας την Αυτοβιογραφία του έχουμε την τύχη να μοιραζόμαστε μια στοχαστική συνύφανση ιστορίας και ζωής όπου κυριαρχεί το πάθος για τον στοχασμό. Ο συγγραφέας έζησε σε μια μεταιχμιακή εποχή όπου παρατηρούσε όσα σήμερα αποτελούν ανεπίστροφες αλήθειες. Γράφει, για παράδειγμα, για τον Τύπο: Οι εφημερίδες της βικτωριανής εποχής είχαν ως κύριο μέλημά τους να προσφέρουν στους αναγνώστες τους πλήρη και ακριβή ενημέρωση για ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Έπειτα ήλθε η Daily Mail, η πρώτη αγγλική εφημερίδα για την οποία η λέξη «ειδήσεις» έπαψε να σημαίνει όπως παλιά τα γεγονότα που ένας αναγνώστης όφειλε να γνωρίζει και απέκτησε καινούργια σημασία αναφερόμενη σε γεγονότα ή φανταστικά αποκυήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν διασκεδαστικό ανάγνωσμα γι’ αυτόν. Μάθαινε τον εαυτό του να σκέφτεται τις «ειδήσεις» όχι ως την κατάσταση εκείνη μέσα στην οποία έπρεπε να δράσει, αλλά απλώς ένα θέαμα για στιγμές σχόλης. Σε μια ευρύτερη αντιστοιχία, η νεωτερική ευρωπαϊκή κοινωνία διαιρείται σε ανθρώπους που η ενεργητικότητά τους επικεντρώνεται στο να κατέχουν πράγματα και σε ανθρώπους που η ενεργητικότητά τους επικεντρώνεται στο να κάνουν πράγματα.

Εκδ. Ίνδικτος, 2007 [Σειρά Ερμηνείες, αρ. 6], μτφ., Ξενοφών Κομνηνός, σ. 253, εισαγωγή: Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ (μτφ. από τα γερμανικά: Ευαγγελία Τόμπορη) [An autobiography, 1939]

22
Απρ.
20

John Williams – Αύγουστος

Ήταν περισσότερο ένστικτο παρά γνώση αυτό που με βοήθησε να καταλάβω πως, αν είναι η μοίρα κάποιου ν’ αλλάξει τον κόσμο, υποχρέωσή του είναι πρώτα ν’ αλλάξει τον εαυτό του. Αν θέλει να υπακούσει στη μοίρα του, πρέπει πρώτα να βρει ή να επινοήσει μέσα του ένα σκληρό και κρυφό κομμάτι, που θ’ αδιαφορεί για τον ίδιο, για τους άλλους, ακόμα και για τον κόσμο που προορίζεται να αλλάξει – όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, αλλά με τρόπο και μορφή που θα ανακαλύψει στην πορεία. [σ. 469]

Καθώς ο Αύγουστος φτάνει στο τέλος της ζωής του και της αυτοκρατορικής του εξουσίας γράφει μια βαθύτατα υπαρξιακή εξομολόγηση, εκφράζοντας το απόσταγμα μιας ταραγμένης ζωής όπου η υπέρτατη εξουσία έπρεπε να συνυπάρξει με τις εσωτερικές επιταγές μιας ιδιαίτερης προσωπικότητας. Πώς μπορεί κανείς να μείνει ακέραιος και πιστός στην προσωπική του ηθική κυβερνώντας την ίδια στιγμή μια αχανή αυτοκρατορία; Και πώς μπορούμε εμείς οι σύγχρονοι αναγνώστες να κατανοήσουμε ένα τέτοιο πρόσωπο;

Ο Τζον Γουίλλιαμς θα μπορούσε να γράψει ένα τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα με τριτοπρόσωπη γραφή, βασισμένο σε ενδελεχή έρευνα των αρχείων και να αποδώσει κάλλιστα την ούτως ή άλλως συναρπαστική μορφή του Αυγούστου σε μια λογοτεχνική βιογραφία. Όμως προτίμησε την στενή πύλη της πολυπρόσωπης αφήγησης και μάλιστα μέσω επιστολών, παράλληλα με άλλες μονολογικές εκφράσεις, όπως είναι τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και τα πρακτικά. Πόσο δύσκολο στοίχημα! Κι όμως, αυτή ακριβώς η σύλληψη είναι που απογειώνει το μυθιστόρημα σε μια πλούσια πανοραμική πρόζα που ευφραίνει. Γιατί δίνοντας φωνή σε δεκάδες πρόσωπα μπορεί να αφηγηθεί μέσα από διαφορετικούς χαρακτήρες, που εκφράζουν τις δικές τους εσώτερες σκέψεις με τον δικό τους ιδιαίτερο λόγο. Είναι, άλλωστε, η ίδια η επιστολική έκφραση που, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο συγγραφέας, επιτρέπει στους συντάκτες να μιλούν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

Στο πρώτο μέρος τον γραπτό λόγο παίρνουν τα πρόσωπα του στενότερου και ευρύτερου περιβάλλοντος του Αυγούστου, συνδεδεμένα όλα στον ιστό της δημόσιας ζωής: οι νεαροί φίλοι με τους οποίους ξεκινάει μια αδιανόητη πορεία προς την νόμιμη «κατάκτηση» της αγαπημένης τους Ρώμης, συνεργάτες, αντίπαλοι και πολλές ακόμα μορφές που κινούνται γύρω τους, δίπλα τους ή εναντίον τους. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας γράφει στον Γάιο Οκτάβιο πως «κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν είναι ασφαλής και πως έδωσε ελευθερίες στο λαό και ο λαός έφυγε σαν κυνηγημένος μακριά τους σα να ήταν αρρώστιες» [σ. 50] στην ουσία προοιωνίζει την ανάλογη διαπίστωση του Αύγουστου πολλά χρόνια μετά. Είναι ενδιαφέρον πως ακόμα και τα ίδια τα πρόσωπα αντιλαμβάνονται πως βλέπουν για τα γεγονότα και τον κόσμο κυρίως μέσα στις προσωπικές τους αισθήσεις και εμπειρίες. Για παράδειγμα, ο Γάιος Κίλνιος Μαικήνας γράφει προς τον ιστορικό Τίτο Λίβιο πως αυτός (ο Μαικήνας) δεν έχει την έχει την ελευθερία του ιστορικού, σε αντίθεση μ’ εκείνον, που μπορεί να περιγράψει τις εξελίξεις πολιτικών διαπλοκών, να ισορροπήσει νίκες και ήττες και να είναι ακόμα ελεύθερος «μέσα στην σοφή απλότητα της δουλειάς του, ελεύθερος από το φριχτό βάρος ενός είδους γνώσης που δεν μπορεί να ονομάσει». [σ. 37 – 38].

Στο δεύτερο μέρος την σκυτάλη με μορφή πένας παίρνουν πρόσωπα οικειότερα, καθώς και εκείνα του ευρύτερου προσωπικού κύκλου του Αυγούστου. Εδώ το βάρος δίνεται στην ιδιωτική ζωή αλλά και στον τρόπο που αυτή αναπόφευκτα συμπλέκεται με τα δημόσια πράγματα. Κύριο επίκεντρο των λόγων είναι η συμπεριφορά της αγαπημένης του κόρης Ιουλίας και η εξωσυζυγική της σχέση. Τα συναρπαστικότερα λόγια εδώ προέρχονται από τα επινοημένα ημερολόγια της ίδιας της Ιουλίας, που ο Αύγουστος «για το καλό της πολιτείας» τιμώρησε με εξορία λόγω παράβασης των περί μοιχείας νόμων που είχε ο ίδιος ψηφίσει. Από την δική του πλευρά εκείνος θεωρεί ότι την έσωσε, εφόσον επρόκειτο πράγματι να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία, καθώς γνώριζε ότι ο εραστής της και άλλοι ετοιμάζονταν να τον δολοφονήσουν.

Ασυνόδευτη κι αφρούρητη μ’ αφήνουν να περπατήσω τα εκατό μέτρα ως το γιαλό, όσο είναι  στενή μαύρη αμμουδιά του· κι εκατό μέτρα γύρω απ’ την πέτρινη καλύβα, που εδώ και πέντε χρόνια είναι το σπίτι μου… Έτσι ξεκινάει το ημερολόγιό της η σαραντατριάχρονη Ιουλία από το νησί Παντατερία, ένα ημερολόγιο που γράφει μόνο για εκείνη, «για να έχει κάτι να διαβάζει», χωρίς να ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον εαυτό της στον κόσμο· έχει μόνο τον εαυτό της να πείσει ή να μην πείσει. Η γυναίκα που αν δεν ήταν γυναίκα και κόρη του αυτοκράτορα θα ήθελε να σπουδάσει φιλοσοφία, έμαθε τους πλάγιους τρόπους με τους οποίους μια γυναίκα ανακαλύπτει, ασκεί και απολαμβάνει την εξουσία· τα προσωπεία που πρέπει να διαθέτει για να ξεγελάει τους άλλους: της αθώας κοπέλας, της κόρης, της ενάρετης συζύγου, της αργόσχολης φιλοσόφου, της γυναίκας.

Χήρα για πρώτη φορά χήρα στα δεκαεφτά της, έπρεπε να περάσει δυο γάμους και τρεις γέννες για να μάθει ότι «το κορμί της είχε κι αυτό δικαιώματα και δεν όφειλε να υπηρετεί επιθυμίες άλλων και όχι δικές του». Και ήταν ο Ίουλος Αντώνιος εκείνος που της χάρισε τις ηδονές που έμαθε έστω και καθυστερημένα στην ζωή της, εκείνος που «της χάρισε για ένα χρόνο τη αληθινή ζωή εντός του κόσμου» κι ο ίδιος που «την έριξε σε τούτον τον αργό θάνατο στην Παντατερία όπου μπορεί να παρακολουθεί μέρα με τη μέρα το τέλος και το σβήσιμο της ζωής της».

Κατήγορος ήταν ο ίδιος ο πατέρας μου. Αναφέρθηκε με πολλές λεπτομέρειες στις παρανομίες μου κατανόμασε τους εραστές μου, τα μέρη των συναντήσεών μας, τις ημερομηνίες… Και ζήτησε, σύμφωνα με τον Ιούλιο νόμο του, να εξοριστώ δια παντός από την πύλη της Ρώμης, υποδεικνύοντας τη Σύγκλητο να διατάξει τον περιορισμό μου σ’ αυτό το νησί της Παντατερίας, για να ζήσω εδώ το υπόλοιπο της ζωής μου μετανοώντας για τις διαστροφές μου. Αν η ιστορία δε με σβήσει τελείως από τα κατάστιχά της, έτσι θα με θυμάται. Αλλά η ιστορία δεν θα μάθει την αλήθεια, αν υποθέσουμε ότι η ιστορία μαθαίνει ποτέ την αλήθεια. [σ. 444-445]

Μέχρι εδώ είναι εμφανές ότι καθώς ξεδιπλώνονται σταδιακά τα γεγονότα και μένει ο πυρήνας της ουσίας τους, εκείνο που έχει σημασία είναι η προσωπική αλήθεια των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών τους. Αλλά την ίδια στιγμή οι αφηγήσεις αυτών των δυο κύκλων περικυκλώνουν τον Αύγουστο, φωτίζοντας από όλες τις θέσεις όσα φαίνονται από την προσωπικότητά του. Και είναι τελικά το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου ο Αύγουστος αποκτά την δική του φωνή και καθώς γράφει στον φίλο του Νικόλαο Δαμασκηνό. Αυτή είναι η ώρα που ο αυτοκράτορας εκφράζει την δική του αλήθεια· τώρα ύστερα από τα αλλεπάλληλα φύλλα των λόγων τόσων άλλων προσώπων, φτάνει η στιγμή της δικής του γαλήνιας κάθαρσης.

Κατέληξα να πιστεύω πως στη ζωή του καθενός, αργά ή γρήγορα, έρχεται μια στιγμή που αντιλαμβάνεται (πέρα και πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο έχει αντιληφθεί ή ίσως αντιληφθεί στο μέλλον, και είτε μπορεί είτε όχι να εκφράσει αυτή την αντίληψη) το τρομακτικό γεγονός ότι είναι μόνος, ολομόναχος, και ότι δεν μπορεί ποτέ να είναι κάτι άλλο από το δύσμοιρο πράγμα που είναι ο εαυτός του. [σ. 503]

Ο Αύγουστος παραδέχεται πως ένοιωσε σεβασμό, ακόμα και συμπάθεια για τους παράξενους λαούς, τους τόσο διαφορετικούς από τους Ρωμαίους, με τους οποίους αναγκάστηκε να έρθει σε συνδιαλλαγές και συμφωνίες, το γεγονός ότι η γνωριμία τους τον βοήθησε να καταλάβει καλύτερα τους συμπατριώτες του· ομολογεί πως ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε περισσότερη σοφία και δύναμη απ’ όση είχαν οι άλλοι και ότι περισσότερο κυβερνήθηκε παρά κυβέρνησε· υποψιάζεται ότι η ιδανική κατάσταση για τον άνθρωπο, εκείνη που αναδεικνύει ό,τι αξιοθαύμαστο έχει μέσα του, μπορεί να μην είναι η ευμάρεια, η ειρήνη και η αρμονία για τις οποίες τόσο κόπιασε να εξασφαλίσει στην αγαπημένη του Ρώμη· εκπλήσσεται για το γεγονός ότι του προσφέρθηκε δυο φορές από τον ρωμαϊκό λαό και την Σύγκλητο η δικτατορική εξουσία, την οποία απέρριψε· είναι βέβαιος ότι μπορεί τα τείχη των πόλεων να τις προστατεύουν αλλά δεν υπάρχει τείχος ικανό να προστατεύει την ανθρώπινη καρδιά από τις ίδιες τις αδυναμίες της· καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι θεοί, ακόμα κι αν υπάρχουν, δεν έχουν καμία σημασία, δεν μετράνε. Αν, λοιπόν παρότρυνα τον λαό να ακολουθήσει τις επιταγές αυτών των αρχαίων ρωμαϊκών θεών, το έκανα από ανάγκη μάλλον, παρά από κάποια βαθύτερη θρησκευτική πίστη ότι αυτές οι δυνάμεις βρίσκονται πράγματι μέσα στα υποτιθέμενα πρόσωπά τους. [σ. 502]

Και ο έρωτας που καθόρισε δραματικά την ζωή της κόρης του και την μεταξύ τους ιδιαίτερη σχέση; … αντίθετα με όσα ίσως πιστεύουμε  είναι ίσως η πιο ανιδιοτελής απ’ όλες τις ποικιλίες της αγάπης· θέλει να γίνει ένα με τον άλλον, να δραπετεύσει δηλαδή από τα όρια του εαυτού του. Αυτό το είδος της αγάπη είναι, βέβαια, το πρώτο που πεθαίνει […] Το γεγονός όμως ότι θα πεθάνει (και ότι το ξέρουμε πως θα πεθάνει) τον κάνει πιο πολύτιμο· και μόλις τον γευτούμε και τον γνωρίσουμε, δεν είμαστε πια ανεπανόρθωτα παγιδευμένοι και εξόριστοι μέσα στον εαυτό μας. [σ. 504]

Αν υπάρχουν αλήθειες σ’ ετούτο το έργο, έγραψε ο συγγραφέας, είναι μάλλον οι αλήθειες της λογοτεχνίας παρά της ιστορίας, ευχόμενος οι αναγνώστες να το διαβάσουν ως έργο φαντασίας. Αυτή η λογοτεχνική αλήθεια, σκέφτομαι, έτσι όπως διαπλέκεται με τις όποιες πηγές της ιστορίας, μας χαρίζει ένα άλλο είδος γνώσης· κι αν, σύμφωνα με τα λόγια του Γουίλλιαμς, ένα μυθιστόρημα δημιουργείται όχι τόσο για να κατανοηθεί ή αναλυθεί όσο για να βιωθεί ως εμπειρία, τότε η παραπάνω γνώση μετατρέπεται σε συναρπαστική εμπειρία.

Ο ποιητής ατενίζει το χάος της εμπειρίας, την σύγχυση των συμβάντων και τα ακατανόητα βασίλεια των δυνατοτήτων – τον κόσμο δηλαδή μέσα στον οποίο ζούμε όλοι, αλλά ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να ερευνήσουν. Οι καρποί που αποκομίζει αυτή η εξερευνητική ματιά είναι η ανακάλυψη (ή η εφεύρεση) κάποιων μικτών αρχών αρμονίας και τάξης, που μπορούν ν’ απομονωθούν από την αταξία γύρω τους και η υποταγή αυτής της ανακάλυψης στους ποιητικούς νόμους που τελικά την καθιστούν δυνατή […] Δεν υπάρχει αυτοκράτορας που να οργανώνει πιο προσεκτικά τις διάφορες επαρχίες του κόσμου ώστε να αποτελούν την μία και ενωμένη αυτοκρατορία του από τον ποιητή που συνδυάζει τις λεπτομέρειες του ποιήματός του έτσι ώστε να δημιουργήσει μέσα στο σύμπαν του ανθρώπινου νου έναν κόσμο άλλον, ίσως πιο αληθινό από αυτόν που προσωρινά κατοικούμε. [σ. 488-489]

Εκδ. Gutenberg [Aldina, αρ. 10], 2017, σελ. 525, μτφ. Μαρία Αγγελίδου. Περιλαμβάνεται εισαγωγή του John McGahern (μτφ. Τόνια Κοβαλένκο), σημείωση του συγγραφέα και βιογραφικό σημείωμα [Augustus, 1972].

Τα σύγχρονα ζωγραφικά έργα τέχνης είναι των Cabepfir, Tancredi Scarpelli και Jean Claude Golvin.

19
Απρ.
20

Colm Toibin – Η διαθήκη της Μαρίας

H διήγηση ξεκινάει από ένα μεταγενέστερο των γεγονότων παρόν. Δυο άνθρωποι επισκέπτονται την Μαρία όλο και πιο συχνά τελευταία, τώρα που δεν την κυνηγάει κανείς· ένας μαθητής του κι ένας μεταγενέστερος πιστός, πιθανώς ο Ιωάννης και ο Παύλος, προστάτες και δεσμοφύλακές της. Μοιάζουν ακόμα εγκλωβισμένοι στα κατάλοιπα του τρόπου που τότε όλοι τους νιώσανε· αλλά αυτό ακριβώς τους συνδέει, η ιστορία που όλοι τους ζήσανε. Ο ένας γράφει λέξεις που εκείνη δεν μπορεί να τις διαβάσει, αλλά είναι βέβαιη ότι γράφει πράγματα που ούτε εκείνος είδε ούτε εκείνη. Αλλά συνεχίζει να γράφει, φροντίζοντας να έχουν βάρος οι λέξεις, να καθηλώνουν όσους τις ακούνε. Και ο δεύτερος γράφει και είναι υποχρεωμένος να την ακούει, γι’ αυτό βρίσκεται εδώ. Εκείνη ζώντας πια στην Έφεσο νοιώθει μεγάλη και δεν της κολλάει ύπνος. Μπορεί να μην έχω πια την ανάγκη να ονειρευτώ ή να ξεκουραστώ.

Η Μαρία αδυνατεί να ξεστομίσει το όνομα του, νοιώθει πως θα σπάσει κάτι αν το προφέρει. Τον αποκαλεί «εκείνος», «αυτός που ήταν εδώ», «ο γιος μου». Θυμάται όταν τον παρατηρούσε που μπορούσε άνετα να περνάει ώρες μόνος του ή να κοιτάζει μια γυναίκα σαν να ήταν ισότιμή του. Μετανιώνει γιατί θα έπρεπε να έχει δώσει μεγαλύτερη προσοχή το διάστημα προτού φύγει από το σπίτι, στο ποιος έμπαινε στο σπίτι και τι συζητιόταν στο τραπέζι της. Αλλά συχνά βαριόταν εκείνες τις κουβέντες και αποτραβιόταν στην κουζίνα. Τώρα στο δωμάτιο υπάρχει μια καρέκλα όπου δεν έχει καθίσει ποτέ κανείς. Ανήκει στη μνήμη, σ’ έναν άνθρωπο που δεν θα γυρίσει, που το σώμα του είναι πια χώμα αλλά που κάποτε διαφέντευε το σύμπαν.

Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει κανέναν  να μιλάει για το μέλλον, εκτός κι αν μιλούσαν για την επαύριον ή για κάποιο γλέντι όπου πήγαιναν κάθε χρόνο. Πάντως όχι για κάποια εποχή που θα έρθει, όπου όλα θα είναι διαφορετικά και καλύτερα. Αυτή η ιδέα σάρωνε εκείνα τα χρόνια τα χωριά σαν το λίβα κι έπαιρνε μαζί του όποιον είχε κάποια αξία, πήρε και τον γιό μου… [σ. 21] / Εκείνες τις ημέρες του Σαββάτου, όταν πια οι προσευχές είχαν αναπεμφθεί αργά και μονότονα, περίσσευε πάντα χρόνος για να αναρωτηθεί κανείς τι υπάρχει πέρα και πάνω από εμάς στον ουρανό ή τι κόσμος βρίσκεται θαμμένος στις τρύπες της γης. [σ. 29]

Στον γάμο της Κανά πήγε για να δει αν θα μπορέσει να τον φέρει πίσω στο σπίτι. Είχε ετοιμάσει προειδοποιήσεις και απειλές σε περίπτωση που δεν έφταναν οι υποσχέσεις. είχε ξεγελάσει τον αυτό της ότι θα γύριζε κοντά της, ότι περιπλανήθηκε όσο ήταν να πρειπλανηθεί. Όταν έφτασε στην Κανά, οι μόνες κουβέντες που άκουγε ήταν γι’ αυτόν, και το γεγονός ότι αυτή ήταν η μητέρα του σήμαινε ότι και την πρόσεξαν και θέλησαν να την πλησιάσουν. Οι δρόμοι ήταν ανεξήγητα άδειοι, με μια σιγαλιά παντού, σαν να κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους. Άλλη κουβέντα δεν άκουγες εξόν για τη δύναμη και τα θαύματα. Κανείς όμως δεν πίστευε ότι γίνεται να αναστηθεί νεκρός. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι εν έπρεπε καν να επιχειρηθεί κάτι τέτοιο,  ότι ήταν σαν να κορόιδευες τους ουρανούς. Ο θάνατος χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Οι νεκροί πρέπει να μένουν μόνοι με το καινούργιο δώρο τους, με την καινούργια απαλλαγή από τη στέρηση.

Όταν κατέφθανε «το τσούρμο, κάτι σαν καρνάβαλος με τον κάθε πικραμένο και μισότρελο προφήτη στην σειρά» η Μάρθα πήρε τους δρόμους να τον βρει και να του πει ότι ο αδελφός της Λάζαρος πέθανε. Η ίδια του τόνισε ό,τι του έλεγαν και οι άλλοι, ότι δεν είναι θνητός αλλά ο γιος του Θεού. Μόλις φάνηκε ο νεκρός σώπασαν τα πουλιά και αποτραβήχτηκαν. Η Μάρθα μάλιστα πίστεψε ότι ακόμα και ο χρόνος έμεινε μετέωρος, ότι μέσα σ’ αυτές τις δυο ώρες τίποτα δεν μεγάλωσε, τίποτα δεν γεννήθηκε. Ήτανε λες κι η γη έσπρωχνε προς τα επάνω τον Λάζαρο, κι εκείνος, φασκιωμένος με τα σάβανα, έκανε μια στροφή σαν το παιδί στην υγρή μήτρα, ξέροντας ότι ο χρόνος του εκεί τελείωσε και πρέπει να παλέψει να βρει τον δρόμο του για τον κόσμο. Μαζί με την οικογένειά του χάθηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού κι  έκλεισαν τα παντζούρια να μην μπαίνει ο καυτός ήλιος. Τώρα κανείς πια δεν περνούσε ούτε απέξω από το σπίτι του.

Η Μαρία σκέφτεται πως ο Λάζαρος ζει με ένα μυστικό που κανείς τους δεν γνωρίζει. Το πνεύμα του πρόφτασε να ρίξει ρίζες στον άλλο κόσμο κι οι άνθρωποι φοβούνται ν’ ακούσουν αυτά που μπορεί να βγουν απ’ το στόμα του. Βλέπει ότι την έχουν πια συνδέσει με αυτό που συνέβη και επιθυμούν να την αγκαλιάσουν και να την ευχαριστήσουν, σαν να έχει παίξει κι εκείνη κάποιο ρόλο στο γεγονός ότι ο αδελφός τους ήταν ζωντανός. Όταν τον συναντάει θέλει να τον ρωτήσει γι’ αυτό το σπήλαιο με τις ψυχές απ’ όπου είχε περάσει. Ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι που τα καταπίνει όλα, ή μήπως υπήρχε φως; Άκουγε φωνές ή υπήρχε απόλυτη σιγή ή ίσως κάποιος άλλος ήχος, όπως νερό που στάζει, αναστεναγμοί ή αντίλαλοι; Συνάντησε την μητέρα του, θυμόταν όσους άφησε, υπήρχε πόνος, υπήρχε φόβος; Αλλά η ευκαιρία γλιστράει από τα χέρια της, για να μην ξανάρθει ίσως ποτέ. Έβλεπε πως ο Λάζαρος πέθαινε κι αν ξαναγύρισε στη ζωή, το έκανε μόνο και μόνο να τους πει ένα τελευταίο αντίο. Κατείχε πια μια γνώση που φαινόταν ότι τον είχε πτοήσει, κάτι που του προκαλούσε άκρατη οδύνη. Ήταν μια γνώση που δεν μπορούσε να τη μοιραστεί με κανέναν, ίσως γιατί δεν υπήρχαν λέξεις γι’ αυτήν.

Θυμάται πως την ορδή πλέον ακολουθούσε ένα ακόμα μεγαλύτερο καραβάνι από πραματευτάδες, νερουλάδες, έμπορους τροφίμων, μέχρι και πυροφάγους. Πολλοί έσπευδαν για να είναι οι πρώτοι που θα διαδώσουν το μαντάτο ενός καινούργιου θαύματος, μιας νέα παραβίασης της ρωμαϊκής τάξης. Εκείνη ήταν έτοιμη να κλείσει τον γιο της σε μια πίσω κάμαρα, ώσπου να καταλαγιάσουν τα πράγματα, να βρούνε όλοι κάτι καινούργιο ν’ ασχοληθούνε. Η Μαριάμ έλεγε ότι μπορεί να γίνει μια επανάσταση ενάντια σε όλα όσα ξέρουμε από παλιά, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου, γι’ αυτό είχε μαζευτεί τόσος κόσμος εκεί και τους άκουγαν να φωνάζουν μες στη νύχτα.

Όταν κατέφτασε το πλήθος ο γιος της φορούσε βαρύτιμα ρούχα, έναν μπλε χιτώνα που δεν είχε ξαναδεί· σηκώθηκε να τον σφίξει στην αγκαλιά της αλλά ήταν σαν ξένος, επιβλητικός, με μια τυπικότητα ασυνήθιστη. Τον προειδοποίησε πως διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, πως τον παρακολουθούσαν αλλά αυτός την αποπήρε κι έπιασε με άλλους κουβέντες βαρύγδουπες και γριφώδεις. Και μετά ο χρόνος έπλασε τον άντρα που δεν με πήρε στα σοβαρά, που δεν άκουγε κουβέντα από κανέναν, τον άντρα που ήταν γεμάτος δύναμη, μια δύναμη χωρίς μνήμη, που δεν θυμόταν  τα χρόνια που είχαν περάσει, τότε που είχε ανάγκη το γάλα από το στήθος μου, το χέρι μου για στήριγμα τότε που μάθαινε να περπατάει… [σ. 58]

Πίσω στο σπίτι της η Μαρία προτιμούσε τις σκιερές γωνιές του σπιτιού. Πλέον γνώριζαν πού μένει και την παρακολουθούν ακόμα και την ώρα που φρόντιζε τα ζώα. Εκείνες οι μέρες ήταν ημέρες τέλους και αρχής. Ήταν σα να ζούσαν μια καινούργια εποχή, μια διαρκή φρενίτιδα υπήρχε στον αέρα, στον ίδιο αέρα όπου οι νεκροί ζωντάνευαν και το νερό γινόταν κρασί. Η μεγάλη αναταραχή τρύπωνε σαν την υγρασία στα δωμάτια όπου ζούσε. Ο κόσμος ήθελε σαν τρελός να τους ακολουθήσει ή έστω να μάθει πού βρίσκονταν. Υπήρχε η αίσθηση πως όλα τα αστέρια θα σταματήσουν να λάμπουν, ότι στον κόσμο θα γίνει τεράστια αλλαγή αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι μπορεί η αλλαγή να γινόταν μόνο σ’ εκείνη.

Δεν τον έβλεπε πια σαν παιδί αλλά σαν μια δύναμη παγιωμένη, γνήσια, κάτι που έδειχνε να μην έχει πίσω του ιστορία, να μην προέρχεται από κάπου. Όσο εκείνος μιλούσε, τόσο εκείνη ονειρευόταν ότι δραπέτευαν μαζί για κάπου, οπουδήποτε. Οι Ρωμαίοι και οι Πρεσβύτες τον ήθελαν νεκρό αλλά και οι μεν και οι δε φοβούνταν να το δηλώσουν ανοιχτά.  Μετά την σύλληψή του, στις ώρες που πέρασε με τους μαθητές του σχημάτισε την εντύπωση πως οι πάντες πίστευαν ότι αυτό ήταν μέρος ενός σχεδίου, της μεγάλης απελευθέρωσης που θα βίωνε η ανθρωπότητα. Αλλά μιλούσαν και πάλι με έναν κυκεώνα γρίφων. Είχα γυρίσει ξανά στον κόσμο των ζαβών, των σπαστικών, των στενόκαρδων και των τραυλών, που όλοι τους τώρα σε κατάσταση υστερίας κοντοανάσαιναν από την έξαψη προτού καν ανοίξουν το στόμα τους [σ. 70-71]

Ένας μαθητής του την οδήγησε μέσα από στενά δρομάκια σε έναν τεράστιο υπαίθριο χώρο γεμάτο κόσμο. Όταν τον είδε να κοιτάζει τον κόσμο με φόβο και απορία, κατάλαβε πως ήταν η μόνη που συντηρούσε την ελπίδα να αφεθεί ελεύθερος. Όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν ότι αυτό που παιζόταν θα παιζόταν μέχρι τέλους εν ονόματι του μέλλοντος. Αργότερα καθώς το ίδιο πλήθος άνοιγε δρόμο για την ζοφερή πομπή, πάσχιζε να μην χαθεί από τους μαθητές του, αγωνιώντας μην τους ξεφύγει κάποια λέξη, μην γίνουν κι αυτοί θύμα τους. Όταν αντίκρισε τον σταυρό στον δρόμο για τον Γολγοθά της κόπηκε η ανάσα. Εκείνος σήκωσε προς στιγμήν το κεφάλι του τα μάτια του έσμιξαν με τα δικά της. Ήταν το παιδί που είχε βγει από τα σπλάχνα μου και τώρα ήταν πιο ανυπεράσπιστος από ποτέ. Ήθελε να ουρλιάξει αλλά της ψιθύρισαν πως έπρεπε να συγκρατηθεί, αλλιώς θα την αναγνώριζαν. Διατηρούσε την κρυφή ελπίδα ότι είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο σωτηρίας και διαφυγής. Τον προσπέρασαν και περίμεναν στην κορυφή παραπάνω από μια ώρα.

Το σταύρωμα, το πρόσωπό του παραμορφωμένο, ματωμένο, αγνώριστο. Τριγύρω το πλήθος χασκογελούσε, φρόντιζε τα άλογά του, έπινε. Ήταν σαν κανονικό παζάρι. Άναβαν φωτιές για να μαγειρέψουν κι ο καπνός μπούκωνε τον λόφο κι έκανε τα μάτια να τσούζουν. Δεν γύρισε να κοιτάξει την μορφή του σταυρωμένου και ξεγλίστρησε από την πίσω μεριά του λόφου για να σωθεί, κάνοντας ότι ψάχνει κάποιον. Όταν αργότερα την φυγάδευσαν πανικόβλητοι στις ερημιές διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανένα σχέδιο διαφυγής, πως όλα ήταν τυχαία και αβέβαια.

Αυτή είναι η φωνή της άφωνης ως σήμερα Μαρίας, ένας μονόλογος μιας θεϊκής μορφής που γίνεται ανθρώπινη γιατί ποτέ δεν ένοιωσε θεϊκή. Όπως κάθε γυναίκα και κάθε μητέρα που θα είχε ζήσει αυτά που έζησε, είναι γεμάτη οργή, αδυνατεί να ξεχάσει τον φόβο, παραμένει καχύποπτη και απείρως τεθλιμμένη. Μπορεί ακόμα και να φτάσει μέχρι τον σαρκασμό και την μνησικακία. Ύστερα πάλι, να πετρώνει από τα βαριά συναισθήματα, να ανακτά την ψυχραιμία της και να αποστασιοποιείται. Και δεν παύει να δυσπιστεί όταν της λένε πως όσα καταγραφούν θα αλλάξουν τον κόσμο. όταν την διαβεβαιώνουν πως ήταν ο γιος του Θεού.

Μεγάλος μέρος όσων διηγείται είναι από άλλων διηγήσεις· είναι ακριβώς η μυθιστορία μιας εποχής αλλεπάλληλων και αντιφατικών αφηγήσεων· μιας ταραγμένης εποχής που η λιτή και ποιητική πρόζα του συγγραφέα (μεταπλασμένη και σε θεατρικές διασκευές και παραστάσεις) αποδίδει με τρόπο έξοχο, χαραγμένο με σιωπές, όσες και της Μαρίας μπροστά στον λεκτικό καταιγισμό του περιβάλλοντός της. Μεγαλωμένος σε σπίτι γεμάτος σιωπή, λόγω της εμπλοκής μελών της οικογένειάς του στον IRA, ο συγγραφέας γνωρίζει καλά ότι αυτός ο λόγος ταιριάζει σε οποιαδήποτε μητέρα χάνει τον μαχητή γιο της για έναν ευρύτερο σκοπό, όπως επίσης γνωρίζει πως ακριβώς αυτή τη σιωπή οφείλει να σπάει η λογοτεχνία και να δραματοποιεί το διάστημα ανάμεσα σε κάτι που έχει ειπωθεί κατ’ επανάληψη και σε κάτι που δεν έχει αρθρωθεί ποτέ, όπως έχει δηλώσει.

Υπάρχουν τόσες συγκλονιστικές στιγμές σε αυτό το υπέροχο κατά Μαρίαν Ευαγγέλιο. Όταν η Μαρία σταδιακά διαπιστώνει την αδυναμία της να τον προστατεύσει· όταν από την αίσθηση ότι μπορεί να κάνει κάτι περνάει στην συνειδητοποίηση ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ήταν παράξενο που μπορέσαμε να μείνουμε ως απλοί παρατηρητές. […] Πώς μπόρεσα να παρακολουθώ βουβή και ασάλευτη. Όταν την ώρα «της δημόσιας έκθεσης της ήττας του» ενώ ως τότε λαχταρούσε απελπισμένα να έρθει γρήγορα το τέλος, τώρα δεν θέλει να τελειώσει, να χαθεί. Μετά, η ντροπή και η ενοχή της όταν άφησε να θάψουν άλλοι τον γιό της, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει αν τελικά τον έθαψαν. Κι ύστερα η σφοδρή επιθυμία της αυτά που συνέβησαν να μην είχαν συμβεί, να είχαν πάρει άλλη πορεία· εκείνος να τους κοιτούσε και να αποφάσιζε όχι τώρα, όχι σ’ αυτούς. Ήταν εύκολο να τον βοηθήσει, έπρεπε να είχε προσπαθήσει περισσότερο. Η απόλυτη πεποίθησή της πως δεν άξιζε τον κόπο.

Θέλω να ζήσω πάλι στα χρόνια πριν από το θάνατο του γιου μου ή πριν φύγει από το σπίτι […] Θέλω μία από εκείνες τις χρυσές ημέρες του Σαββάτου, τις ημέρες χωρίς ανέμους, τότε που […] πήγαινα και έψαλλα τα λόγια της ικεσίας προς το Θεό για να απονείμει δικαιοσύνη στον αδύνατο, να υπερασπιστεί τον ταπεινό […]. Τότε που έλεγα αυτά τα λόγια στο Θεό, είχε σημασία ότι ο άντρας μου και ο γιος μου βρίσκονταν κάπου εκεί κοντά και ότι σε λίγο, θα άκουγα τα βήματά τους να πλησιάζουν […] ύστερα από μια ημέρα στην διάρκεια της οποίας είχαμε ανανεωθεί ως άνθρωποι και η αγάπη του ενός για τον άλλον, για τον Θεό και για τον κόσμο είχε γίνει ακόμα πιο μεγάλη, ακόμα πιο βαθιά. [σ.100-101]

Εκδ. Ίκαρος, 2014, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 115. Περιλαμβάνεται επτασέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας [The testament of Mary, 2014]

Στις εικόνες έργα των: 1. Henry Ossawa Tanner [The Annunciation], 2. Αγνώστου, Ο γάμος στην Κανά, 4. Pedro de Mena [Dolorosa Mater], 5. Παιδική ζωγραφιά [Stewart School.org], 6. Patricia Boyer σε μια από τις θεατρικές παραστάσεις του έργου, 7. Theodore Gericault [Mater dolorosa], 8. Μιχάλης Βασιλάκης [Σταύρωση], 9. John Scott [Annunciation], 10. Moise Madon [Mater Dolorosa]

23
Φεβ.
18

Διονύσης Καψάλης – Η ταραχή των ανθρωπίνων

Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έζησε σε μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης, στην καρδιά της πουριτανικής Νέας Αγγλίας, μετέτρεψε τα μέτρα της αγγλικής εκκλησιαστικής υμνογραφίας σε υψηλή ποίηση, γεμάτη γόο και μαγεία, οδύνη και ειρωνεία, φωτεινή ευσέβεια και υπόρρητη βλασφημία. Η Έμιλυ Ντίνκισον υπήρξε μια από τις σπαραχτικότερες γυναικείες φωνές, πλάι πλάι με την Σαπφώ και την Ήριννα, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγειαβα, την Μαριάν Μουρ και την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Εσωστρεφής και εκκεντρική για τους συντοπίτες της, έζησε βίο μοναχικό, αποτραβημένη στο πατρικό της σπίτι. Το εκδομένο της έργο όσο ζούσε, συμποσούται σε έντεκα ποιήματα, ενώ μετά τον θάνατό της βρέθηκαν στοίβες και αυτοσχέδια τεύχη με περίπου χίλια οκτακόσια ποιήματα. Η μοναχική περίπτωση της Έμιλυ Ντίκινσον, καθρεφτίζεται με την δόξα και την παθογένεια της ποίησης, για να αντιστρέψω τον τίτλο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα σε τούτη την πλούσια δοκιμιακή συλλογή.

Πολλά από τα «επιταφικά» ποιήματά της μαρτυρούν ότι, παρά την εθελούσια απομόνωση και τον ισόβιο αναχωρητισμό της, παρέμεινε για πολλά χρόνια ευαίσθητος δέκτης των εξωτερικών γεγονότων και του συλλογικού σπαραγμού του Αμερικανικού Εμφυλίου. Έστηνε σύνθετους, αινιγματικούς και συχνά παράδοξους συλλογισμούς σ’ έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τον στοχαστικό εαυτό της, προικίζοντας τα ποιήματά της με πυρετώδη διανοήματα και ελλειπτικούς συλλογισμούς. Η Ντίκινσον ανήκει στην λαμπρή εκείνη χορεία των ποιητών που πρέπει να σκεφτούν τον κόσμο εξαρχής μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα· που έχουν πραγματικά δική τους σκέψη ή προτιμούν, όπως έγραφε ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, «να επινοήσουν δικό τους σύστημα παρά να υποδουλωθούν στο σύστημα κάποιου άλλου». Ο Καψάλης εμβαθύνει στην γραφή της, εξετάζει ποιήματά της και παρουσιάζει τις αντικρουόμενες απόψεις της κριτικής.

Τα τριαντάχρονα ενός ποιήματος («Η επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου») αναφέρονται σ’ ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, το Aubade του Φίλιπ Λάρκιν, που δημοσίευσε στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τεύχος του Times Literary Supplement το 1977 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Για τον συγγραφέα ο Φίλιπ Λάρκιν είναι η σημαντικότερη ποιητική φωνή της Αγγλίας των τελευταίων σαράντα ετών (και όχι π.χ. πενήντα ή η σημαντικότερη μεταπολεμική φωνή, ώστε να μην αφήσει έξω τον ώριμο Ώντεν και τον Ντύλαν Τόμας, «κορυφαίους και συχνά ασύλληπτης εκφραστικής ομορφιάς ποιητές»). Σχετικά ολιγογράφος, κατέλιπε τέσσερις όλες κι όλες ποιητικές συλλογές, ενώ η σιωπηλή του δεκαετία πριν τον θάνατό του καλύπτεται επαρκώς από το συγκεκριμένο ποίημα και τα μη μυθοπλαστικά του βιβλία ενώ τα ημερολόγιά του, με δική του εντολή, κάηκαν μετά τον θάνατό του.

Ελάχιστα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας μπορούν να σταθούν όρθια απέναντι σ’ αυτό το εκτυφλωτικό μάθημα θανάτου, σ’ αυτή την ήρεμη παραδοχή του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Για άλλη μια φορά ο θρίαμβος της τέχνης του Λάρκιν είναι ο θρίαμβος του κατορθωμένου λόγου και της ανθρώπινης επινόησης πάνω στο χάος της εμπειρικής ύλης. Πάντα είρων, το χαρακτήρισε σε επιστολή του θανατοφοβικό και μίλησε για την επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου. Η δεύτερη στροφή απογυμνώνει το θέμα, «τον βέβαιο αφανισμό προς τον οποίο ταξιδεύουμε», στην τρίτη στροφή αφού ξεμπερδέψει με την θρησκεία «αυτό το τεράστιο, σκοροφαγωμένο μουσικό εργόχειρο που φτιάχτηκε για να υποκρινόμαστε ότι δεν πεθαίνουμε ποτέ», ο Λάρκιν θα απορρίψει κάθε προτεινόμενο αντίδοτο αταραξίας ή ηθικής αδιαφορίας προς τον θάνατο, στην τέταρτη θα δώσει την χαριστική βολή μ’ έναν στίχο που διαγράφει μονοκονδυλιά χιλιάδες σελίδες περί ηθικής αντοχής απέναντι στον θάνατο, στην πέμπτη και τελευταία στροφή η συνείδηση της θνητότητας μοιάζει να αραιώνει λίγο, όχι γιατί εξευμενίστηκε ή ηττήθηκε αλλά γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Το κείμενο Η ταραχή των ανθρωπίνων αφορά σχόλια σ’ ένα ποίημα του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, το 6ο μέρος από το σπονδυλωτό επταμερές Meditations in Time of Civil War. Οι «Στοχασμοί σε καιρό εμφυλίου πολέμου», που αφορούν τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο [1922 – 1923], ανάμεσα στις κυρίαρχες παρατάξεις Ιρλανδών αυτονομιστών, προέρχονται από την κορυφαία συλλογή The tower, που εγκαινίαζε την τελευταία, εξωφρενικά εύγλωττη ωριμότητα του Ιρλανδού ποιητή. Σε αντίθεση με την αμετακίνητη τοπικότητα, τον Πύργο, πύργο χειροπιαστής βεβαιότητας σε αβέβαιους καιρούς, σταθμό, λιμάνι, «εδώ και τώρα» της ποίησης, το κυρίαρχο αίσθημα του ξεριζωμού αποκτά μια δριμύτερη διάσταση: την αγωνία του εκτοπισμένου και του κατακτημένου ανθρώπου, τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη  του αιχμαλώτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, τη σκέψη του αυτόχθονα που νιώθει ξένος στο σπίτι του. Το ποίημα, μεταξύ άλλων, έχει απεκδυθεί τον συνήθη μεγαλοϊδεατισμό του Γέητς, την πορφύρα του ιεροφάντη και τον μανδύα του προφήτη και ανασαίνει κανονικά σ’ έναν κόσμο πιο τρυφερό και εξανθρωπισμένο. Μοιάζει μάλιστα να πάει να συναντήσει ανοχύρωτο τον φυσικό κύκλο της ζωής που γεννάει, αναγεννιέται και χτίζει μέσα στις ρωγμές του πύργου, όπως το αέναο πηγαινέλα των φιλόπονων μελισσών που διδάσκει τις αρετές της υπομονής σ’ έναν εξανθρωπισμένο κόσμο. Η ιστορία δεν εξορίζεται από το ποίημα· εξορκίζεται όμως ο πόνος και η βία της.

Το κείμενο για τον Τέλλο Άγρα επιχειρεί μια ολική επανανάγνωση του ποιητή των σχολικών αναγνωστικών και των καθιερωμένων ποιητικών ανθολογιών. Στο ερώτημα που θέτει ο Καψάλης, τι παραμένει ζωντανό για μας σήμερα στην ποίηση του Άγρα, αν απαντούσε μονολεκτικά θα έλεγε την μορφοδοξία, λέξη και έννοια που καθιέρωσε ο ίδιος ο Άγρας και που ίσως ερμηνεύεται με άλλη δική του φράση: «Η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Ποια είναι η στρεβλή εικόνα της ποίησης του Άγρα; Μικροαστική μοναξιά και λόγος ενδιάθετος, ένα είδος ψυχαναγκαστικής μόνωσης σε τόνους χαμηλόφωνης εκμυστήρευσης: αυτός είναι ο κόσμος του στην κρατούσα εικόνα της κριτικής, που διανθίζεται και με όρους όπως «νεοσυμβολισμός» και «νεορομαντισμός». Ο κανόνας στην υποδοχή του Τέλλου Άγρα είναι η συγκατάβαση κι ένα εξελικτικό και ανιστόρημα ιδεολόγημα που μετράει την αξία (και την αναγνωσιμότητα) ενός ποιητή με το μέτρο της συνεισφοράς του σε αυτό που ο εκάστοτε τιμητής θεωρεί ως νομοτελειακή εξέλιξη της ποίησης. Κάπως έτσι καλή ποίηση θεωρήθηκε εκείνη που προοιωνίζεται την έλευση του ελεύθερου στίχου.

Ο Άγρας προσαρτά ολόκληρες περιοχές εμπειρίας στην ποίηση, περιοχές ως τότε απροσπέλαστες στον λυρικό λόγο· προσαρτά κυρίως μια μεγάλη περιοχή, που δηλώνεται με τον τίτλο Καθημερινές και σχεδιάζεται προαναγγελτικά με μόττο έναν στίχο του Λαφόργκ: «Α, πόσο καθημερινή είναι η ζωή!». Την καλύτερη υπεράσπιση της ποιητικής του περιοχής  την διατυπώνει ο ίδιος ο Άγρας σ’ ένα μοναδικό κείμενο ποιητικής και κριτικής αυτογνωσίας που τιτλοφορείται Nihil…minor in litteris, στην κατακλείδα του οποίου γράφει: Δεν ξέρω μήπως το βάθος του βόρβορου μέσα στον οποίον ο πολιτισμός έχει εκπέσει – ο φυσικός, ο ηθικός, ο πνευματικός; Δεν ξέρω πως μια αναγέννηση, αν πρόκειται να γίνει, θα προέλθει από σφαίρες άλλες, παρά από την Τέχνη; Δεν ξέρω τάχα, και για σήμερα, και για αύριο, και για πάντα, πως η Τέχνη δεν έκλεισε και δε θα κλείσει παρά κάτι ελάχιστο και πάρα κάτι άλλο, από τον τερατώδη ρευστόν όγκο της ζωής; Όλα αυτά δεν τ’ αγνοώ καθόλου. Κι αν, ωστόσο, ασχολούμαι ακόμη με τα παλιά και τα λεπταίσθητα, γιατί το κάνω;

Δεν θα αποκαλύψω την απάντησή του ποιητή, οι αρετές του οποίου εντοπίζονται στο ποιητικό του σύμπαν. Η σκανδαλωδώς παρεξηγημένη «παιδικότητά» του είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα, καθώς ποτέ άλλοτε η παιδική ηλικία δεν μίλησε τόσο καθαρά στην ποίησή μας, όχι με την γλώσσα μιας αφελώς προσδιορισμένης παιδικότητας αλλά ως καθολική συνθήκη του ανθρώπινου υποκειμένου. Και μιλώντας για την ανθρώπινη εμπειρία, οι «Μικρές αγωνίες» αποτελούν ένα από τα αρτιότερα ποιήματα στην γλώσσα μας, ποίημα ανατριχιαστικής ψυχολογικής ακρίβειας και της πιο βαθιάς αλληλεγγύης με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ο Οδυσσέας Ελύτης απέναντι στον Σεφέρη και τον Καβάφη, ο Ελύτης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Καβάφης, οι λέξεις και το πράγματα, μερικές σκέψεις για το δημοτικό τραγούδι του Αλέξη Πολίτη και μια υπόθεση για την ποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελούν ορισμένα από τα θέματα των άλλων δοκιμίων ορισμένα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Τείχη), ειδικές εκδόσεις και τόμους ή εκφωνηθεί ως ανακοινώσεις σε εργαστήρια, ομιλίες σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις εκδόσεων κ.ά., ενώ τα υπόλοιπα είναι ως τώρα αδημοσίευτα. Ο δοκιμιακός λόγος του Καψάλη περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθιστούν ένα σχετικό βιβλίο άξιο ανάγνωσης από ειδικούς και ανειδίκευτους: πλούσια και απολαυστική γλώσσα, πρωτότυπες και συζητήσιμες προτάσεις, κάθετες ερμηνευτικές ανασκαφές, κείμενα που σε στέλνουν κατευθείαν στα ίδια τα ερευνώμενα κείμενα.

Το τελευταίο κείμενο, η Ντροπή και η Συγχώρηση (από τον βασιλιά Ληρ στον Πρίμο Λέβι), αρχίζει με μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές αναγνώρισης στο θέατρο και ίσως σε όλη την λογοτεχνία: είναι η στιγμή που ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Ληρ συνέρχεται και αναγνωρίζει την Κορδέλια. Τώρα γνωρίζει ότι αδίκησε την κόρη του, ότι η βάναυση πράξη του να την εξορίσει από το βασίλειό του και από την καρδιά του ήταν μια πράξη βίας· πρέπει να τον συγχωρήσει η Κορδέλια αλλά πρέπει εκείνος πρώτα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Μπορεί κανείς πραγματικά να «συγχωρήσει τον εαυτό του»; Εδώ ο Καψάλης εκκινεί από μια ολόκληρη περιοχή της σαιξπηρικής δραματουργίας που κυριαρχείται από την θεματική της συγχώρησης και φτάνει ως την Χάνα Άρεντ και τον Πρίμο Λέβι, για να φωτίσει την συγγνωμοσύνη, το ήθος δηλαδή μιας πραγματικής κατανόησης του άλλου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 304.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Philip Larkin [2], William Butler Yates, Τέλλος Άγρας [2], Geoffrey Rush ως Βασιλιάς Ληρ.

05
Μαρ.
17

Πήτερ Μπρουκ – Η Αρετή της Συγγνώμης. Σκέψεις πάνω στον Σαίξπηρ

peter-brook_

«Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού»

Για να λάβουν οι απλές φράσεις των λέξεων την πληρέστερη ανθρώπινη διάσταση, ο ομιλητής πρέπει να εμπιστευτεί τις αντηχήσεις που εμφανίζονται σε αυτά τα μικρά κενά. Αυτές οι στιγμές σιωπής υπάρχουν στις ταινίες, στην πρόζα. στο θέατρο όμως, στην αναδημιουργία κάθε φράσης σε κάθε παράσταση μαζί με το κοινό, οι παύση, οι τρεις τελείες, δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιες. Είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα που δείχνει ότι η ζωή είναι παρούσα…

 ….γράφει ο Πίτερ Μπρουκ σε ένα από τα εννιά κείμενα όπου στοχάζεται πάνω σε διαχρονικά σαιξπηρικά θέματα, συνομιλεί με τους χαρακτήρες που τα έφεραν πάνω στη σκηνή και θυμάται τις δικές του εμπειρίες απ’ όλες αυτές τις διόλου εύκολες αναμετρήσεις. Πάντα σεμνός, αρνείται ως προς το συγκεκριμένο βιβλίο τον χαρακτηρισμό της διάλεξης και προτιμά να το θεωρεί «εντυπώσεις, εμπειρίες και προσωρινά συμπεράσματα».

shakespeare-2_

Στο πρώτο κείμενο με τον τίτλο «Αλίμονο, καημένε Γιόρικ ή Κι αν ο Σαίξπηρ έπεφτε απ’ τον θρόνο;», ο Μπρουκ επανέρχεται σε τετριμμένο πλην μείζον θέμα. Ποιος έγραψε τον Σαίξπηρ; ρωτούν και ξαναρωτούν κάθε τόσο οι ερευνητές. Ο Σαίξπηρ αγγίζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης· το πιο βρώμικο και ποταπό στοιχείο της συνυπάρχει με το εκλεπτυσμένο και το υψηλό. Αυτό φαίνεται τόσο στους χαρακτήρες που δημιουργεί, όσο και στις λέξεις που χρησιμοποιεί. Πώς μπορεί ένας εγκέφαλος να περιλαμβάνει μια πλούσια γκάμα; Αδύνατον να ήταν κάποιος άνθρωπος του λαού, έλεγαν, παρά μόνο κάποιος με υψηλή καταγωγή. Σαφώς αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για μεγαλοφυΐα, μια λέξη όμως που χρησιμοποιείται τόσο σπάνια σήμερα, ενώ παραδεχόμαστε ότι πλέον μπορεί να ξεπηδήσει ακόμα και από ένα πολύ ταπεινό υπόβαθρο. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν ένα νόθο παιδί από ένα ιταλικό χωριό. Οι άγιοι και ο ίδιος ο Ιησούς έχουν καταγωγή κοινών ανθρώπων.

Άλλοι εμμένουν σε έναν λογοκλόπο Σαίξπηρ, που με ιδιαίτερη απληστία και προσληπτική δύναμη απορροφά κάθε κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό υλικό για τα έργα του. Πώς θα μπορούσε όμως έτσι ψεύτικος να παρίσταται στις πρόβες, να σπεύδει να διορθώνει σκηνές και να προσθέτει λέξεις κάθε φορά που του το ζητούσαν, επί χρόνια ολόκληρα; Ο Μπεν Τζόνσον τονίζει το γεγονός ότι ο σαιξπηρικός εγκέφαλος δεν σταματούσε να ψάχνει και να πειραματίζεται. Και ο Μπρουκ επιμένει: το θέατρο ζει και αναπνέει στο παρόν, όχι σε βιβλιοθήκες και αρχεία· και όσες θεωρίες δεν λαμβάνουν υπόψη τους ειδικά τις πρόβες και τις παραστάσεις είναι εκτός πραγματικότητας.

shakespeare-1

Πέρασαν αιώνες πριν αρχίσει κάποιος να αναρωτιέται ποιος είναι ο συγγραφέας πίσω από αυτό το όνομα. Μια βιομηχανία απατεώνων έπιασε δουλειά και σταδιακά εμφανίστηκαν περίπου εβδομήντα διεκδικητές για τον θρόνο του. Η Βιομηχανία Μπέηκον και ο Κύκλος Μάρλοου καλά κρατούν. Θα υπάρχει πάντα ένα μυστήριο, καθώς κάθε πλευρά της ιστορίας είναι γεμάτη ανεξήγητες αντιφάσεις. Πόσο μάλλον όταν ο Σαίξπηρ ήταν ένας πολύ σεμνός άνθρωπος που δεν χρησιμοποιούσε τους χαρακτήρες του για να μιλήσει για τις σκέψεις ή τις ιδέες του. Σε αντίθεση με τον Ίψεν που δεν δίσταζε να δείξει τι ένιωθε για την κοινωνία του ή τον Μπρεχτ που υποδείκνυε τα λάθη της κι έγραφε για να αλλάξει τον κόσμο, ο Σαίξπηρ ποτέ δεν έκρινε, «μόνο παρέθετε άπειρες οπτικές γωνίες με την δική τους πληρότητας ζωής, αφήνοντας ανοιχτά τα ερωτήματα τόσο στον ανθρωπότητα όσο και στην ευφυΐα του θεατή».

Στο κείμενο «Ήμουν εκεί. Πώς ο Μερκούτιος βρήκε το γέλιο του» περιγράφει πώς μετά το τέλος της πρώτης του παράστασης στο Στάτφορντ (Αγάπης αγώνας άγονος), έτοιμος να συνεχίσει με το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, επέλεξε δυο νεαρούς ηθοποιούς σε πείσμα μιας παράδοσης που επέλεγε πάντα ωριμότερους, γιατί ήθελε να πουν τα λόγια τους με την δική τους αίσθηση ελευθερίας, και πώς ταξίδεψε στην Ταγγέρη για να ανακαλύψει το κλίμα του έργου, διαπιστώνοντας πως η ιστορία πράγματι δεν ανήκει στον ευγενικό κόσμο του Στάτφορντ ή του West End.

vivienne-leigh-lavinia

Μετά από ένα ταξίδι στην Βερόνα, όπου έχει κατασκευαστεί η απόλυτη βιομηχανία Ρωμαίου και Ιουλιέτας, ο Μπρουκ ανέβασε μια παράσταση αποτυχημένη: της έλειπε ο γενικός ρυθμός και ο ακατανίκητος παλμός που οδηγούσε από την μια σκηνή στην άλλη, κρατώντας το κοινό καθηλωμένο. Δεν είχε μάθει ότι σε αυτό βασιζόταν όλο το ελισαβετιανό θέατρο. Και τώρα στο West End με τα δυο διαλείμματα, τις παύσεις και τις αυλαίες, αυτό το στοιχείο είχε οριστικά χαθεί. Η πρόσθετη εμπειρία της όπερας του επιβεβαίωσε το λάθος του, κι έκτοτε αντιλήφθηκε ότι ένα έργο του Σαίξπηρ πρέπει να παίζεται σαν μια μεγάλη, ελικοειδής φράση, που δεν τελειώνει ποτέ πριν από το τέλος του έργου.

Ο Μπρουκ αρκείται σε κείμενα λίγων σελίδων για να αποστάξει από τις εμπειρίες του από τις αναμέτρησεις με το σαιξπηρικό έργο. Μαγειρεύοντας τον «Τίτο Ανδρόνικο» θυμάται το έργο που υπερέβαινε όλα τα ηθικά όρια της βικτωριανής αντίληψης και το πώς επανέφερε στην επιφάνεια το άγριο έργο με τον Λώρενς Ολίβιε και την Βίβιαν Λη, μια Λαβίνια βιασμένη και με κομμένα χέρια, που μετέτρεψε το σκληρό γκραν γκινιόλ σε μια στοιχειωμένη στιγμή ομορφιάς. Έτσι όταν έφτασε η ώρα της εκδίκησης του Τίτου για τον βιασμό της, εκείνος ήταν έτοιμος να απαντήσει στην Βασίλισσα των Γότθων πού βρίσκονται οι αυτουργοί γιοί της: Εκεί…μέσα στην πίτα. «Με το ίδιο μέτρο» ακόμα βλέπει για άλλη μια φορά τον τρόπο με τον οποίο ο Σαίξπηρ συνδέει τον ουρανό επάνω με την λάσπη κάτω, αρνούμενος τη συνήθη διχοτόμηση. Τα περιττώματα έχουν κι αυτά τον ρόλο τους, καθώς λιπαίνουν το έδαφος όπου μπορεί να φυτρώσουν εκπληκτικά φυτά.

shakespeare_-_by_lukaskaraba

Όταν η συζήτηση γίνεται Για τον «Βασιλιά Ληρ» ο Μπρουκ μας υπενθυμίζει ότι ο Σαίξπηρ δείχνει πώς μέσα σε κάθε ισχυρό χαρακτήρα υπάρχουν στρώματα αδυναμίας που ούτε καν υποπτευόμασταν. Είναι το κρυφό ελάττωμα που μας οδηγεί στην τραγωδία. Σήμερα διαθέτουμε πολλούς ψυχολογικούς και νευρολογικούς όρους που δηλώνουν την ίδια δυσάρεστη αλήθεια: πως κανείς μας δεν γεννήθηκε άγραφο χαρτί. Η ελληνική Ειμαρμένη δεν είναι παρά το σύγχρονο, αποδεκτό DNA. Από τον Κοριολανό μέχρι την Τρικυμία με πυξίδα τον ίδιο τον Οιδίποδα ο Σαίξπηρ διερεύνησε πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας άνθρωπος που γεννιέται με εγγενή όρια καταφέρνει να τα ξεπεράσει.

Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού [There is a world elsewhere], μας διαβεβαίωνε ένας στίχος από τον Κοριολανό, κι ήταν κάτι παραπάνω από τα λόγια ενός πικραμένου πολεμιστή που απαρνιέται την γενέτειρά του. Δεν ήταν μόνο το κλείσιμο μιας πόρτας με πάταγο αλλά και μια ενστικτώδης αναγνώριση ότι πάντα υπάρχουν άλλες πόρτες που ανοίγουν. Η Πόρσια στον Έμπορο της Βενετίας μιλάει για την αρετή της συγνώμης, αλλά οι στίχοι που ο Μπρουκ αισθάνεται ως πλησιέστερους προέρχονται από τον Ληρ κι είναι κυρίως εκείνο το Ω, σ’ αυτά είχα δώσει πολύ λίγη προσοχή [Ι have taken too little care of this]. Αναμφισβήτητα ο καθένας δίνει το δικό του περιεχόμενο σ’ έναν τέτοιο στίχο κι ο ίδιος ο Μπρουκ σίγουρα έχει δώσει λιγότερη προσοχή σε κάτι που θα άξιζε περισσότερη. Αλλά σε κάθε περίπτωση, έδωσε την μέγιστη προσοχή στο σαιξπηρικό έργο, μέσα από θεατρικές παραστάσεις, ερμηνευτικά κείμενα, κινηματογραφικές ταινίες κι έναν συνεχή διάλογο με τους χαρακτήρες του Σαίξπηρ.

Peter Brook

Η μετάφραση του βιβλίου αφιερώνεται στον Βασίλη Ρώτα, που πρώτος μετέφρασε τα Άπαντα του Σαίξπηρ στα Ελληνικά, «σε μεταφράσεις στέρεες, ποιητικές, θεατρικές, που παίζονται και σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια». Περιλαμβάνεται δισέλιδο ευρετήριο τίτλων των έργων και χαρακτήρων και χρονολόγιο των παραστάσεων με έργα του Σαίξπηρ που ανέβασε ο συγγραφέας.

Εκδ. Σοκόλη, 2016, μτφ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σελ. 98. [Peter Brook, The Quality of Mercy. Reflections on Shakespeare, 2013]. Στην μαυρόασπρη φωτογραφία η Βίβιαν Λη ως Λαβίνια στον Τίτο Ανδρόνικο. Στην τελευταία εικόνα ο συγγραφέας.

22
Ιαν.
17

W. Somerset Maugham – Χονολουλού και άλλα διηγήματα

maugham-xonoloyloy_

Σύγκρουση κόσμων στην άκρη του κόσμου

Πώς να χορτάσει ένας διαρκώς πεινασμένος αναγνώστης την επιθυμία του για ιστορίες που διαβάζονται ως ιστορίες και αφηγήσεις που χτίζονται με αξιομνημόνευτους χαρακτήρες και γεγονότα; Κρίνω και αναρωτιέμαι εξ ιδίων, εφόσον ο κορεσμός μου από τα συνεχή μορφικά και πειραματικά γραφήματα, τις μισοειπωμένες ιστορίες και τις πλοκές που μπορούν να πυκνωθούν σε πέντε γραμμές είναι μεγάλος. Είναι ακριβώς η ίδια αίσθηση με αναρίθμητες σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες: δεν αρκούν οι εικόνες, δεν αρκεί το στιλ, δεν αρκεί ο σκηνοθετικός πειραματισμός. Χρειάζομαι επειγόντως διηγήσεις που κλέβουν την παράσταση ως τέτοιες, ιστορίες με αρχή και αρχές, μέση και μέσες, τέλος και τέλη.

maugham-4

Εγγυημένη επιλογή ένας παλιός στυλίτης της αφηγηματικής λογοτεχνίας, ένας μυθιστοριογράφος που διακρίθηκε και ως θεατρικός συγγραφέας και ως διηγηματογράφος. Κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς τι κυριαρχεί περισσότερο σε εννιά ιστορίες με χαρακτήρες που ζουν ή καμώνονται πως ζουν στις άκρες της βρετανικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, στην Μαλαισία, το Βόρνεο και την Χαβάη: : η βρετανική, φλεγματική, πνευματώδης γραφή, που εμφανίζεται επαρκώς σωβινιστική και τονίζει διακριτικά την ανωτερότητα του πολιτισμού της ή η αποστασιοποιημένη, μεταποικιοκρατική ματιά που μοιράζει τους σαρκασμούς της και στις δυο πλευρές; Η μάχη είναι αντίρροπη και η διπλή κυριαρχία του συγγραφέα αναμφισβήτητη. Η επιλογή είναι δύσκολη αλλά θα σταθώ στις τρεις ιστορίες που διάβασα και δεύτερη φορά.

maugham-2

Ο απομακρυσμένος σταθμός: Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον υποδέχεται τον κύριο Κούπερ, τον νέο του βοηθό. Παρόλο που είναι ο μοναδικός λευκός της περιοχής η άφιξη ενός δεύτερου αξιωματούχου του προκαλεί ανησυχία. Η χαώδης τους διαφορά φαίνεται από την αρχή: μπροστά στην επίσημη περιβολή του αρμοστή ο προσκεκλημένος Κούπερ καταφτάνει με τα ταξιδιωτικά του ρούχα. Ο αρμοστής του δηλώνει πάντως πως επί τρία χρόνια δειπνεί ολομόναχος με αυτή την αμφίεση. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να διατηρήσετε την υψηλοφροσύνη σας. Όταν ένας λευκός υποκύπτει στις συνθήκες που τον περιβάλλουν γρήγορα χάνει τον αυτοσεβασμό του και σύντομα οι ιθαγενείς θα πάψουν να τον υπολήπτονται. Έτσι έμμεσα προστάζει «το ενδεδειγμένο ένδυμα της πολιτισμένης κοινωνίας».

Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον είναι ένας περίτεχνος χαρακτήρας: τόσο σνομπ όσο και τζέντλεμαν, έχει την δική του σκοτεινή ιστορία για το πώς άφησε πίσω του όλα όσα έδιναν αξία στην ζωή του κι έφτασε ως εδώ. Η μόνη επαφή με τον κόσμο που άφησε πίσω του είναι μόνο η αλληλογραφία με διάφορες κυρίες. Η τωρινή του θέση σαφώς κολακεύει την ματαιοδοξία του: είναι ένας ηγέτης του οποίου ο λόγος αποτελεί νόμο. Κατά την απονομή της δικαιοσύνης ανάμεσα σε αντίπαλους φυλάρχους βαθμηδόν αισθάνεται βαθιά αγάπη για τους Μαλαισιανούς και ενδιαφέρεται για τα ήθη, τις συνήθειες, την άποψή τους. Είναι ακριβοδίκαιος και τηρεί τα όρια, χωρίς να πάψει να είναι ανένδοτος σε θέματα πειθαρχίας. Σε κάθε περίπτωση «το αναλλοίωτο Βόρνεο ήταν πλέον η πατρίδα του».

malay_kampung_house_

Ο Κούπερ από την άλλη έχει πολεμήσει στην Αφρική και ισχυρίζεται ότι «γνωρίζει καλά τους νέγρους» (όπως «αστοιχείωτα», σύμφωνα με τον Ο., χαρακτηρίζει τους Μαλαισιανούς). Είναι απόλυτος ως προς την ανωτερότητα της φυλής του και έτοιμος να ασκήσει εξουσία με κάθε τρόπο. Ο καθένας τους προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να διατηρήσει την ελάχιστη ψυχική επαφή με εκείνο που ήταν κάποτε. Σε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιστατικό, ο Ο. διατηρεί την τελετουργία της ανάγνωσης όλων των εφημερίδων, ξεκινώντας όχι από τις τελευταίες αλλά από τις παλαιότερες, διαβάζοντας μια την ημέρα, για να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι ζει στην πατρίδα. Ακόμα και στην διάρκεια του πολέμου προτιμά να ζει ώρες αβάσταχτης αγωνίας παρά να σπεύσει να διαβάσει τις ειδήσεις των επόμενων ημερών. Και φυσικά θα εξοργιστεί μέχρι μανίας όταν μια μέρα διαπιστώσει ότι ο Κούπερ έχει πρώτος σκίσει το περιτύλιγμα και τις έχει ξεφυλλίσει, δηλαδή μαγαρίσει.

maugham-5_

Οι δυο άντρες ανταγωνίζονται τόσο στην ισχύ όσο και την ειρωνεία. Είναι οι μόνοι λευκοί σε ακτίνα τριακοσίων χιλιομέτρων και ζουν σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλον. αλλά δειπνούν και μεθούν ολομόναχοι, ο καθένας στο ενδιαίτημά του. Η βαθειά αμοιβαία αντιπάθεια τούς οδηγεί σε σύγκρουση όταν ο βοηθός φέρεται βίαια στους υπηρέτες του αλλά αρνείται να ανακληθεί στην τάξη. Ο O. ακυρώνει τις διαταγές του Κούπερ για να τον γελοιοποιήσει αλλά υφίσταται κι ο ίδιος κάτι ανάλογο, καθώς ο υφιστάμενός του τον πετυχαίνει στο αδύνατο σημείο του, γνωστοποιώντας του εκείνους που ξεκαρδίζονται στην λέσχη όταν τους διηγείται τις ψεύτικες ιστορίες του.

Ο κόσμος του οποίου αποτελούσε μέρος είχε παρέλθει και το μέλλον ανήκε σε μια κατώτερη γενιά. Την εκπροσωπούσε ο Κούπερ, τον οποίο μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του. [σ. 142]. Οι μήνες περνούσαν και κανένας δεν έδειχνε σημάδια υποχώρησης. Ήταν σαν δυο άνθρωποι παγιδευμένοι σ’ έναν τόπο όπου βασιλεύει η νύχτα, και οι βασανισμένες ψυχές τους είχαν χάσει κάθε ελπίδα ότι θα ξημερώσει γι’ αυτές. Όλα έδειχναν ότι η ζωή τους θα συνεχιζόταν επ’ άπειρον σε τούτη τη μουντή και αποτρόπαια μονοτονία του μίσους [σ. 147] Για άλλη μια φορά δυο κόσμοι ετοιμάζονται να συγκρουστούν αλλά η κλιμάκωση που επιλέγει ο συγγραφέας είναι αναπάντεχη.

maugham-1

Στον αντίποδα του εκτενούς αυτού διηγήματος βρίσκεται Ο ολιγοσέλιδος παντογνώστης. Αυτή τη φορά ο αντιπαθής για τον αφηγητή χαρακτήρας μοιράζεται μαζί του μια καμπίνα επί δεκατέσσερις ημέρες. Εμείς οι Εγγλέζοι πρέπει να κάνουμε κόμμα, όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, τονίζει ο ενθουσιώδης συγκάτοικος. Η πολυλογία του δεν είχε τίποτα το εγγέλζικο, και συνόδευε τα λόγια του με υπερβολικές χειρονομίες. Θα έπαιρνα όρκο ότι ένας προσεκτικότερος έλεγχος εκείνου του βρετανικού διαβατηρίου θα αποκάλυπτε πως ο κύριος Κελάντα ήταν γεννημένος κάτω από έναν ουρανό πολύ πιο γαλανό απ’ ότι βλέπουμε, εν γένει, στην Αγγλία [σ. 155], μονολογεί ο αφηγητής. Άλλωστε, λίγο αργότερα, δέχεται ένα χαμόγελο «μ’ όλη τη λάμψη της ανατολής».

Ο δύσθυμος αφηγητής μοιράζεται μαζί του τα τρία ημερήσια γεύματα και υφίσταται την συνοδεία του σε κάθε περίπατό του στο κατάστρωμα. Ο απεχθής κύριος Κελάντα είναι πανταχού παρών στο πλοίο, διοργανώνοντας παιχνίδια και λοταρίες, ετοιμάζοντας γιορτές, γνωρίζοντας τους πάντες. Το χειρότερο όλων, εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της γνώσης κι εμείς ήδη ψυχανεμιζόμαστε ότι σε αυτό το λαμπρό πεδίο δόξας θα τελεστεί η εκδίκηση του αφηγητή. Κι όμως, πάλι μας παραπλανά ο συγγραφέας! Σ’ ένα ευφυέστατο συμβάν μιας ευρύτερης συντροφιάς ο κύριος Κελάντα θυσιάζει την παντογνωστική του αύρα και κερδίζει έστω και στην τελευταία σελίδα την χαμένη συμπάθεια.

maugham-3_

Ο σάκος των βιβλίων ανήκει σε κάποιον αφηγητή που μας εξομολογείται πως δεν ανήκει στην «ελεεινή κατηγορία» εκείνων που διαβάζουν από συνήθεια και πως αναζητά το βιβλίο του όπως ο οπιομανής την πίπα του. Ελλείψει άλλου αναγνώσματος, ο κατάλογος των στρατιωτικών πρατηρίων ή τα δρομολόγια των σιδηροδρόμων του φτάνουν και του περισσεύουν. Ομολογεί μάλιστα ότι κυριεύεται από ταραχή όταν στερείται επί μακρόν το διάβασμα και αναστενάζει με ανακούφιση στην θέα μιας τυπωμένης σελίδας. Παραδέχεται, τέλος, ότι αυτός ο τρόπος ανάγνωσης δεν είναι λιγότερο αξιόμεμπτος από την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, συνεπώς πρέπει να είμαστε εξίσου ταπεινοί με τους δυστυχισμένους σκλάβους της σύριγγας ή του ποτού.

Επόμενο είναι στα ταξίδια του να παίρνει έναν όσο το δυνατό μεγαλύτερο σάκο απλύτων, φίσκα από κάθε λογής βιβλία για όλες τις διαθέσεις. Όταν κάποτε βρέθηκε στο Πενάγκ δέχτηκε την φιλοξενία ενός κυρίου Φέδερστοουν ο οποίος τον ρωτάει αν τυχαίνει να έχει μαζί του κάποιο βιβλίο να διαβάσει και φυσικά εκπλήσσεται όταν του προτείνεται να διαλέξει από έναν ολόκληρο σάκο. Τελικά επιλέγει μια βιογραφία του λόρδου Βύρωνα. Με την περιέργεια για τους ανθρώπους να αποτελεί κομμάτι του συγγραφικού του επαγγέλματος, ο αφηγητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο το γαλήνιο περιβάλλον, το φορτισμένο παρ’ όλα αυτά, με νοήματα υποφώσκοντα και σκοτεινά, επηρέαζε τον Φέδερστοουν στην καθημερινότητά του.

maugham-6

Όταν κάποτε η συζήτηση φτάνει στην σχέση του Βύρωνα με την αδελφή του Αυγούστα και γενικά  τα όρια της αγάπης και της στοργής, ο οικοδεσπότης διηγείται την ιστορία του Τιμ Χάρντυ και της αδελφής του, μια ιστορία ακραίας αδελφικής αγάπης και αυτοχειρίας. Σκέφτομαι πως ο συγγραφέας (ο Μωμ; ο ήρωάς του;) συναντά μια ιστορία που δεν περιλαμβάνεται στον σάκο του και πως εκφέρεται από την πλέον αδιάφορη συντροφιά.

Σε όλες αυτές τις ιστορίες η πληθωρική, σχεδόν κατακλυσμική φύση μοιάζει να παίρνει τον ρόλο που της επιφυλάσσει η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας. Αν οι χαρακτήρες αισθάνονται τυχεροί και προικισμένοι που ζουν δίπλα της, τότε είναι μαγευτική. Όταν όμως η ζωή τους παίρνει απειλητική ή δραματική τροπή, τότε μοιάζει αφιλόξενη, σχεδόν εχθρική, ενώ συχνά αποτελεί την ύστατη παγίδα.

corner_coffeeshop-perak_

Η ίδια αυτή φύση μοιάζει το τρομερό αλλά και ειρωνικό περιβάλλον μιας άλλης μεγάλης αντίθεσης. Μέσα της συγκρούονται δυο δικαιικά συστήματα: δεν είναι τόσο το δίκαιο του ισχυρού κυρίαρχου με εκείνο του αδύναμου υπόδουλου. Εδώ αλληλοσπαράσσονται οι νόμοι και τα έθιμα, οι κανόνες και οι άγραφες επιταγές, η ξένη με την ενδημική ηθική. Κι είναι ένα ακόμα ειρωνικό παίγνιο του συγγραφέα, συχνά να βάζει τους ντόπιους να επικαλούνται ακριβώς το σύστημα που δεν θα περιμέναμε, όπως ακριβώς και το αντίθετο.

Από μια άλλη άποψη, αυτά τα διηγήματα εκφράζουν πειστικότερα από οποιοδήποτε εγχειρίδιο Ιστορίας τα υποκείμενα της αποικιοκρατίας, τον ψυχισμό τους, το διαφαινόμενο τέλος τους. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρο της συμμετοχής τους – εξουσία, δύναμη, τυχοδιωκτισμός, περιπέτεια, φυγή – ο δρόμος τους θα κατέληγε στην ζούγκλα, την ίδια άγνωστη, αλλόκοσμη επικράτεια που ήθελαν να αλλάξουν. Σε κάθε περίπτωση, ο εξαιρετικός Άγγλος συγγραφέας πλάθει περίτεχνα το υλικό του.

Εκδ. Άγρα, 2015, μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, σελ. 327 [τα διηγήματα εκδόθηκαν από το 1920 έως το 1947].

13
Φεβ.
16

George Orwell – Κάρολος Ντίκενς

Orwell - Dickens

Είναι γνωστό ότι ο Τζορτζ Όργουελ έχει γράψει εξαιρετικά δοκίμια για πλείστα λογοτεχνικά και πολιτικά θέματα· συνεπώς, όταν εκδόθηκε αυτοτελώς η μελέτη του για τον Κάρολο Ντίκενς από τον τόμο συλλογή των δοκιμίων του Decline of English Murder and other essays [1965], το ενδιαφέρον μου υπήρξε παραπάνω από αυξημένο, τόσο για την απομυθοποίηση πολλών θεσφάτων για τον μεγάλο βικτωριανό συγγραφέα όσο και για την γενικότερη ερμηνεία του έργου του υπό την πολιτική και ηθική σκέψη του Όργουελ. Ο συγγραφέας αναπτύσσει τις σκέψεις του σε επτά άτιτλα κεφάλαια, που εμπλουτίζει με χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του Ντίκενς για να στηρίξει τις θέσεις του.

charles_dickens_wiki

Ο Όργουελ μπαίνει ευθέως στην προβληματική του. Ο ζοφερός οίκος, Δύσκολα χρόνια, ΌλιβερΤουίστ, Η μικρή Ντόρριτ: Ο Ντίκενς στα μυθιστορήματά του επιτίθεται στους θεσμούς τους αγγλικού κράτους με μια σφοδρότητα η οποία δεν ξαναφάνηκε έκτοτε. Αλλά αυτό κατάφερε να το κάνει χωρίς να γίνει μισητός – και κάτι ακόμα σπουδαιότερο: οι άνθρωποι ακριβώς που ήταν ο στόχος της επίθεσής του καταβρόχθιζαν τα βιβλία του σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει ο ίδιος ένας εθνικός θεσμός. Με την στάση του αυτή προς τον Ντίκενς το αγγλικό κοινό έμοιαζε κάπως με τον ελέφαντα που δέχεται το χτύπημα του μπαστουνιού σαν ένα απολαυστικό ξύσιμο στη ράχη.

Ο Ντίκενς φαίνεται να ’χει καταφέρει να επιτίθεται σε όλους και να μην αντιπαθείται από κανέναν. Σαφώς δεν ήταν ένας προλεταριακός συγγραφέας, παρά την αντίθετη γνώμη (ή μάλλον υπονόηση) του Τσέστερτον. Αν αναζητήσει κανείς την εργατική τάξη στο αγγλικό μυθιστόρημα, μάλλον θα βρει ένα κενό. Ο αγροτικός εργάτης έχει μεγάλη παρουσία, αλλά το κανονικό προλεταριάτο της πόλης πάντα αγνοείται. Ο Ντίκενς εστιάζει αποκλειστικά στην εμπορική αστική τάξη του Λονδίνου και στα παράσιτά της και μόνο σε έναν βιομηχανικό εργάτη!

orwell_Ο Ντίκενς δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι, με την δεδομένη μορφή κοινωνίας, ορισμένα δεινά δεν μπορούν να θεραπευτούν. Ουδέποτε διανοήθηκε πως είναι δυνατόν να θεραπεύσεις μια νόσο καταπολεμώντας τα εξωτερικά της συμπτώματα. Η κριτική που ασκεί στην κοινωνία είναι σχεδόν αποκλειστικά ηθικολογική· εξ ου και η απουσία οποιασδήποτε εποικοδομητικής πρότασης μέσα στο έργο του. Επιτίθεται στο νομικό σύστημα, στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση, στην εκπαίδευση και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να λέει τι θα έβαζε στη θέση τους. Βέβαια και δεν είναι υποχρεωτική δουλειά ενός μυθιστοριογράφου ή ενός σατιρικού συγγραφέα να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις, ωστόσο το ζήτημα είναι ότι η στάση του δεν είναι ούτε ανατρεπτική κατά βάθος.

Στόχος του στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο η κοινωνία όσο «η ανθρώπινη φύση». Πουθενά δεν επιτίθεται, λόγου χάριν, στην ατομική ιδιοκτησία ή στην ιδιωτική επιχείρηση. Δεν υπάρχει στα Δύσκολα χρόνια ούτε μια αράδα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθαυτό σοσιαλιστική. Η τάση αυτού του βιβλίου είναι στην πραγματικότητα φιλοκαπιταλιστική, διότι η όλη του ηθική συνεχίζεται στην άποψη ότι όλοι οι καπιταλιστές θα πρέπει να γίνουν καλοί και όχι ότι θα πρέπει να ξεσηκωθούν οι εργαζόμενοι. Αυτό είναι το μήνυμα: εάν οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν καλά, ο κόσμος θα ήταν καλός. Εξ ου και η διαρκώς επανερχόμενη φιγούρα ιδίως στα πρώιμα ντικενσιανά μυθιστορήματα: ο καλός πλούσιος. Είναι συνήθως ένας «μεγαλέμπορος» (χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες), που συχνά μοιράζει γκινέες.

RO60064771

Αντίθετα, μια κραυγαλέα πληγή του καιρού του, η παιδική εργασία, σπάνια βρίσκει θέση στις σελίδες του. Τα παιδιά υποφέρουν περισσότερο στα σχολεία παρά στα εργοστάσια. Ο Ντίκενς είναι μειωτικά εχθρικός και απέναντι στο πλέον ελπιδοφόρο κίνημα της εποχής του, τον εργατικό συνδικαλισμό. Τον ίδιο αντίθετος είναι και ως προς κάθε ιδέα επανάστασης που μοιάζει με τέρας που καταβροχθίζει τα πάντα και άλλωστε υποκινείται από τον όχλο του Λονδίνου (σήμερα δεν υπάρχει όχλος, αλλά ένα υπάκουο κοπάδι, προσθέτει ειρωνικά ο Όργουελ). Η γαλλική επανάσταση συνέβη επειδή αιώνες καταπίεσης είχαν καταντήσει τους Γάλλους χωρικούς υπανθρώπους. Οι επαναστάτες στα μάτια του δεν είναι παρά αποκτηνωμένοι αγριάνθρωποι, έως και φρενοβλαβείς. Πρόκειται για μια αντίληψη αντίθετη στην «επαναστατική» στάση.

george-orwell_

Δεν έχουμε λοιπόν, μοιάζει να σκέφτεται ο Ντίκενς, παρά να ελπίζουμε στο μεμονωμένο άτομο, αρκεί να μπορέσουμε να το προλάβουμε σε πολύ νεαρή ηλικία. Ίσως έτσι εξηγείται εν μέρει η επίμονη ενασχόλησή του με την παιδική ηλικία. Και κανείς δεν έχει γράψει καλύτερα για την παιδική ηλικία και την απομόνωσή της. Κάθε είδους εκπαίδευση στην Αγγλία δέχεται την σφοδρή κριτική του Ντίκενς. Αλλά και εδώ η κριτική δεν είναι ούτε κατεδαφιστική ούτε εποικοδομητική· διακρίνει την ηλιθιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά είναι και αντίθετος με το νέο είδος σχολείου που αναδύθηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Μάλλον προτείνει μια ηθικοποιημένη εκδοχή του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς τους ραβδισμούς, τυραννικότητα και τόσα πολλά αρχαία ελληνικά. Σε πολλές σελίδες είναι εμφανής η πλήρης απουσία κάθε εκπαιδευτικής θεωρίας.

Όπως φαίνεται σε κάθε επίθεση που έκανε ο Ντίκενς εναντίον της κοινωνίας, υπεδείκνυε μια αλλαγή πνεύματος περισσότερο παρά μια αλλαγή στην δομή. Ήταν εκτός των άλλων και ένας λαϊκός μυθιστοριογράφος, ικανός να γράφει για τους καθημερινούς ανθρώπους και την χαμοζωή τους. Το ίδιο ισχύει και για όλους τους χαρακτηριστικούς Άγγλους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα: ένιωθαν άνετα μέσα στον κόσμο που ζούσαν, ενώ ένας σημερινός συγγραφέας είναι τόσο απελπιστικά απομονωμένος ώστε το τυπικά σύγχρονο μυθιστόρημα είναι ένα μυθιστόρημα γύρω από τον μυθιστοριογράφο.

Great Expectations_

Κι έτσι ο Ντίκενς γράφει για τα συνήθη θέματα: τον έρωτα, την φιλοδοξία, την φυλαργυρία, την εκδίκηση κλπ. εκτός από την εργασία. Οτιδήποτε την αφορά, βρίσκεται εκτός σκηνής· η αντίθεση με τον Τρόλλοπ λόγου χάριν είναι καταφανής. Αυτό που ώθησε τον Ντίκενς σε μια μορφή τέχνης για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος ήταν απλώς το γεγονός πως ήταν ένας ηθικολόγος, ήταν η συνείδηση ότι «έχει κάτι να πει». Είναι πάντα έτοιμος να κάνει κήρυγμα και αυτό είναι το μυστικό της δημιουργικότητάς του. Ο Ντίκενς έχει την ικανότητα να είναι πάντα διασκεδαστικός επειδή είναι εξεγερμένος εναντίον της εξουσίας κι η εξουσία είναι πάντα εδώ για να μας κάνει να γελάμε μαζί της.

 Ο ριζοσπαστισμός του είναι ασαφέστατος κι ωστόσο ξέρουμε ότι υπάρχει. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν ηθικολόγο κι έναν πολιτικό. Δεν έχει εποικοδομητικές προτάσεις, ούτε και μια ξεκάθαρη αντίληψη για την φύση της κοινωνίας στην οποία επιτίθεται, παρά μόνο μια συγκινησιακή αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. […] Αυτό κατά του οποίου εναντιώνεται δεν είναι τούτος ή εκείνος ο θεσμός αλλά, όπως το διατύπωσε ο Τσέστερτον, «μια έκφραση πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο». [σ. 83]

Orw

Ένας ευδιάθετος αντινομισμός ντικενσιανού τύπου, καταλήγει ο Όργουελ,  αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστκά της δυτικής λαϊκής κουλτούρας. Τα βλέπει κανείς στις λαϊκές ιστορίες και στα κωμικά τραγούδια, σε φανταστικές φιγούρες όπως Μίκυ Μάους ή ο ναύτης Ποπάυ (παραλλαγές και οι δυο του Τζακ του γιγαντοφονιά), στις λαϊκές διαμαρτυρίες εναντίον του ιμπεριαλισμού· είναι η αίσθηση ότι βρίσκεται πάντα στο πλευρό του αδύνατου εναντίον του δυνατού.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 87 [από τον τόμο Decline of English Murder and other essays, 1965]

20
Δεκ.
15

Oscar Wilde – Αφορισμοί

aforismoi_

Η ζωή διασκεδάζει μαζί μας με σκιές, σαν ένας μαριονετίστας. Της ζητάμε απόλαυση. Μας την παραχωρεί, αλλά η πικρία και η απογοήτευση ακολουθούν. Βρίσκουμε στο δρόμο μας μια ευγενική λύπη που θα αποδώσει, σκεφτόμαστε, την απέραντη αξιοπρέπεια της τραγωδίας στις  μέρες μας, αλλά εξανεμίζεται, πράγματα λιγότερο ευγενικά την αντικαθιστούν, και μια μέρα, μπροστά σε μια γκρίζα και ανεμοδαρμένη αυγή, ή  μπροστά στην ασημένια σιωπή ενός μυρωμένου απόβραδου, καθόμαστε και κοιτάζουμε, είτε με αποστασιοποιημένη έκπληξη είτε με βαριά σαν πέτρα καρδιά, τη χρυσοποίκιλτη τούφα μαλλιών που άλλοτε λατρέψαμε με τόση ζέση και φιλήσαμε με τόσο πάθος. [σ. 59]

Πνευματώδης και εκκεντρικός εκπρόσωπος του Αισθητισμού και της Παρακμής κατά την δεκαετία του 1880, επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας της επόμενης δεκαετίας, μέγιστος οιηματίας με το σπέρμα της ύβρεως, με σαρδόνιες παραδοξολογίες, αστραφτερή ευγλωττία και προκλητικό αισθησιασμό, όπως εύστοχα γράφει στην πυκνή εισαγωγή του ο μεταφραστής, ο Ουάιλντ είχε μια εκθαμβωτική πορεία μέχρι τα σαράντα του.

Oscar_Wilde 1

Οι επιφανειακοί διέκριναν μόνο πρόκληση και πόζα, αδυνατώντας να διανοηθούν ότι επρόκειτο για αντίδραση απέναντι στην ίδια του την τάξη, για άρνηση απέναντι στην ίδια του την εποχή. Ο Ουάιλντ επιθυμούσε να ανατραπεί η μονοτονία των προτύπων, η υποδούλωση στα έθιμα και φυσικά να ζήσει πλήρως την δική το ζωή, να μην συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ζωή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Υπάρχουν στιγμές όπου πρέπει να επιλέξεις κανείς – ή να ζήσει πλήρως τη δική του ζωή, απόλυτα, ολοκληρωτικά, ή να συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ύπαρξή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Η ομορφιά και η εκκεντρικότητα υπήρξαν το καταφύγιό του, η τέχνη του ο τρόπος να μιλήσει απελευθερωμένος από ηθικοπλασίες και στρατεύσεις. Εδώ «η τέχνη για την τέχνη» έφτασε στο αποκορύφωμά της με το βραχύβιο κίνημα του Αισθησιασμού. Και τέχνη πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια του η ζωή· επιθυμούσε, όπως εξομολογήθηκε στον Αντρέ Ζιντ, να βλέπει την ζωή του σαν έργο τέχνης, σαν κομψοτέχνημα.

Oscar_Wilde 5

Και ύστερα ήρθε η πτώση: η φυλάκισή του με την κατηγορία του σοδομισμού και της προσβολής των χρηστών ηθών και η καταδίκη του σε δυο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Ονομάζεται C.3.3. (από τον αριθμό του κελιού του), υπόκειται στον ισοπεδωτικό νόμο της φυλακής, η ζωή του φεύγει από τα χέρια του. Ο αλλοτινός νάρκισσος των σαλονιών γίνεται ταπεινός για να μην νιώθει ταπεινωμένος. Στην φυλακή γράφεται η εξομολογητική επιστολή De profundis που θα δημοσιευτεί χωρίς καμία περικοπή δεκαετίες αργότερα.

Μετά την αποφυλάκισή του θα καταφύγει στην Γαλλία, θα ζήσει ως Σεβαστιανός Μέλμοθ και θα ολοκληρώσει την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ, όπου και οι περίφημοι στίχοι Each man kills the thing he loves… Στο γυμνό δωμάτιο του Hotel d’ Alsace θα πεθάνει άπορος και μέθυσος στα σαράντα έξι του. Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του θα εκδοθούν οι Αφορισμοί.

Μη μου λέτε πως έχετε εξαντλήσει τη ζωή. Άμα κάποιος το λέει αυτό, όλοι ξέρουν πως είναι η ζωή που τον έχει εξαντλήσει.

Oscar_Wilde 3

Αν υπάρχει ένα ύστατο ανάγνωσμα που περιλαμβάνει συμπυκνωμένες μερικές από τις βασικότερες αρχές του ροκ εντ ρολ, τότε είναι αυτή εδώ η κιβωτός της αυτοδιάθεσης και της προσωπικής ελευθερίας. Ο Ουάιλντ έβλεπε ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι κάποιοι άλλοι. Απόψεις κάποιου άλλου είναι οι σκέψεις τους, μίμηση οι ζωές τους, αντιγραφές τα πάθη τους», ότι οι άνθρωποι σπάνια ζουν πραγματικά· οι περισσότεροι απλά υπάρχουν – κι αυτό είναι όλο. Πόσοι στην εποχή του μπορούσαν να το αποδεχτούν αυτό; Πόσοι άντεχαν ακόμα και να το διαβάσουν;

Οι λέξεις του θρυμματίζουν τις αξίες που καθόρισαν αμέτρητες ζωές. Η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία, γράφει, αποτελούν κατάλοιπο του ακρωτηριασμού των πρωτόγονων, μια έκφανση της αρχαίας λατρείας του πόνου, που μέχρι σήμερα παράγει θύματα και βωμούς στην χώρα του. Αλλά και για την ιδιωτική ζωή προτιμά να μην ψευδολογεί. Η εμπειρία δεν έχει την παραμικρή ηθική αξία, είναι απλώς το όνομα που οι άνθρωποι δίνουν στα λάθη τους.

Oscar_Wilde_(Boston_Public_Library)_

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η αρετή προσομοιάζει με μια πόλη χτισμένη ψηλά σ’ ένα βουνό: δεν μπορεί να κρυφτεί. Η αρετή είναι εκτεθειμένη στα μάτια όλων. Και ο καλός άνθρωπος είναι σε αρμονία με τον εαυτό του. Παραφωνία υπάρχει όταν εξαναγκαζόμαστε να εναρμονιστούμε με τους άλλους. Στο Λονδίνο του διέκρινε ότι συναντούσε κανείς υπερβολικά πολλή ομίχλη και υπερβολικά σοβαρούς ανθρώπους. Αλλά δεν είχε την παραμικρή ιδέα αν η ομίχλη κάνει τους ανθρώπους σοβαρούς ή οι σοβαροί άνθρωποι δημιουργούσαν την ομίχλη.

Κάποιος που είναι κύριος του εαυτού του μπορεί να βάλει τέλος σε μια λύπη με την ίδια ευκολία που μπορεί να εφεύρει μιαν απόλαυση.

Για τον Wilde ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή αλλά η διανομή των ρόλων είναι χάλια. Είναι ακόμα ένας κόσμος όπου υπάρχουν μόνο δύο τραγωδίες: να μην αποκτάς όσα επιθυμείς και να αποκτάς όσα επιθυμείς. Η δεύτερη είναι κατά πολύ χειρότερη. Ο κυνισμός (του) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τέχνη να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως θα έπρεπε να είναι. Από την άλλη, είναι σαφές ποιους ακριβώς εννοεί όταν γράφει πως οι μέρες μας είναι πολύ σύντομες για να φορτωθούμε και τα βάσανα των άλλων. Κάθε άνθρωπος ζει τη δική του ζωή και πληρώνει ο ίδιος το τίμημά της. Δεν θα ’πρεπε ωστόσο να πληρώνει τόσο συχνά για κάθε του κρίμα.

the-picture-of-dorian-gray-oscar-wilde

Ο συγγραφέας ελαφροπατεί και στον θαυμαστό κόσμο των γυναικών, τις οποίες άλλωστε ορίζει ως Σφίγγες χωρίς αίνιγμα. Δεν πιστεύει ότι υπάρχουν πουριτανές γυναίκες, καθώς δεν νομίζει ότι υπάρχει έστω και μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κολακευμένη όταν την πολιορκούν – και αυτό τις κάνει τόσο αξιολάτρευτες. Συμφωνεί με τα λόγια ενός πνευματώδη Γάλλου: Οι γυναίκες μάς εμπνέουν την επιθυμία να δημιουργήσουμε αριστουργήματα και πάντοτε μας εμποδίζουν να τα φέρουμε σε πέρας. Άλλωστε είναι φτιαγμένες για να τις αγαπούμε, όχι για να τις καταλαβαίνουμε. Οι γυναίκες αγαπούν με τα αυτιά τους, ενώ οι άνδρες με τα μάτια τους. Και βέβαια, κάθε άντρας θέλει να είναι ο πρώτος έρωτας μιας γυναίκας και κάθε γυναίκα θέλει να είναι ο τελευταίος έρωτας ενός άνδρα.

Ο Ουάιλντ είναι ένας αιώνιος λάτρης της νεότητας: η νιότη βασιλεύει στη ζωή. Ένα βασίλειο ανοίγεται μπροστά της. Ο καθένας γεννιέται εξόριστος – όπως σχεδόν όλοι οι βασιλιάδες. Και για να ξαναβρεί κανείς τη νιότη του, αρκεί να επαναλάβει τις τρέλες που έχει διαπράξει. Ως προς τον έρωτα, γνωρίζει πως όσοι είναι πιστοί δεν γνωρίζουν παρά την τετριμμένη πλευρά του. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι ένας ιερέας του ηδονισμού. Η ηδονή είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να ζει κανείς. Τίποτα δεν μας γερνά περισσότερο από την ευτυχία.

Oscar_Wilde 10

Πρέπει να επινοήσουμε έναν νέο ηδονισμό, που θα αναπλάσει τη ζωή και θα την σώσει από αυτό τον άκαμπτο και νοσηρό πουριτανισμό… Σκοπός αυτού του νέου ηδονισμού θα ήταν η εμπειρία αυτή καθαυτή και όχι τα απότοκα της εμπειρίας, είτε είναι γλυκά είτε είναι πικρά. Δεν θα έχει σχέση ούτε με τον αισθητισμό που αμβλύνει τις αισθήσεις ούτε με τη χυδαία ακολασία που τις ναρκώνει. Αλλά θα πρέπει να διδάσκει στον άνθρωπο πώς να προσηλώνεται στις στιγμές μιας ζωής που δεν είναι κι η ίδια παρά μια σύντομη στιγμή.

Εκδ. Ροές, 2015, σειρά MicroMEGA, μετάφραση – προλεγόμενα: Αλέξανδρος Βέλιος, σελ. 159 [Oscar Wilde, Sebastian Melmoth, 1904].

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 198, υπό τον τίτλο Oscillate Wildly, από την λογοπαιγνιωδώς αφιερωμένη στον συγγραφέα άφωνη μουσική των Smith και του Morrissey, πιστού ακόλουθου του Wilde.

 

26
Νοέ.
15

Γκράχαμ Γκρην – Οι θεατρίνοι

ex_THEATRINOI_Graham Greene_polis

Η τραγικότητα μιας κοσμοπολίτικης αποικιοκρατίας

Γιατί βρισκόμουν εδώ; Βρισκόμουν εξαιτίας μιας καρτ – ποστάλ από τη μητέρα μου που θα μπορούσε άνετα να είχε χαθεί –  σε οποιοδήποτε καζίνο οι πιθανότητες δεν γίνονταν να είναι μεγαλύτερες. Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν αναπόσπαστα σε μια χώρα από την ώρα που γεννιούνται, που ο δεσμός τους παραμένει άρρηκτος από την ακόμα κι όταν την εγκαταλείπουν. Και υπάρχουν κι όσοι ανήκουν σε μια επαρχία, σε μια κομητεία, σε ένα χωριό, αλλά εγώ δεν μπορούσα να νιώσω το παραμικρό δέσιμο με τα εκατόν τόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από τους κήπους και τα βουλεβάρτα του Μόντε Κάρλο, μιας πόλης περαστικών. Μεγαλύτερο δεσμό αισθανόμουν εδώ, μ’ αυτή την εξαθλιωμένη χώρα του τρόμου, που διάλεξε για μένα η τύχη. [σ. 301]

Είναι οι φράσεις που εκφράζουν ιδανικά την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων που υποκρίνονται εαυτούς και άλλους στο θέατρο που διαδραματίζεται εδώ. Και είναι και μια μορφή εξομολόγησης που ακόμα κι όταν δεν μονολογεί όπως εδώ ο αφηγητής πάντα έχει στην άκρη της σκέψη του. Και πράγματι, ο κύριος Μπράουν, ιδιοκτήτης κληρονομηθέντος ξενοδοχείου στο Πορτ – ω – Πρενς, επιμένει να ζει στον τρομερό τόπο που του επιφύλαξε όχι μόνο η τύχη αλλά και ο ίδιος του ο περιπλανώμενος ψυχισμός.

Graham Greene 1

Τα διαπιστευτήρια και τα επισκεπτήρια των υπόλοιπων συμπαικτών του στο πολιτικό θέατρο του παράλογου αλλά και της μανιασμένης ατομικής φιλοδοξίας κατατίθενται εν πλω, στα καταστρώματα και στα σαλόνια της Μήδειας, ενός φορτηγού πλοίου που ταξιδεύει προς την Αϊτή. Δεν πρόκειται για μια φωτεινό, εξωτικό προορισμό, με τον οποίο έχει απατηλά ταυτιστεί στα συλλογικά υποσυνείδητα των Δυτικών, αλλά για την εφιαλτική δικτατορική επικράτεια του Ντυβαλιέ (Πάπα Ντοκ), των αρχών της δεκαετίας του ’60. Από την μία ο κύριος και η κυρία Σμιθ, πρώην υποψήφιο προεδρικό ζεύγος, δηλώνουν σταυροφόροι της χορτοφαγίας, υποστηρίζοντας ότι μπορεί πράγματι αυτή να εξαλείψει την βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς· από την άλλη ο «ταγματάρχης» κύριος Τζόουνς, αυτοαποκαλούμενος βετεράνος του πολέμου της Βιρμανίας, δηλώνει με κάθε τρόπο τον ριψοκίνδυνο αντικομφορμισμό του σ’ έναν κόσμο συμβιβασμένων.

Haiti

Αυτή η πρώτη τριμερής διάκριση μοιάζει τόσο ενδιαφέρουσα όσο και επίπλαστη: ο μοναχικός τυχοδιώκτης, ο ορθόδοξος, ειρηνικός χαρακτήρας και ο ανορθόδοξος πολεμιστής, όλοι με σκοτεινά παρελθόντα και αμφίβολα μέλλοντα, μοιάζουν να έχουν μοιράσει ρόλους και ιδιότητες υπό την καθοδήγηση του ενορχηστρωτή – του συγγραφέα ή της ίδιας τους της μοίρας. Είναι ακριβώς οι ίδιες οι συγκυρίες που τους έχουν πλάσει στην μορφή με την οποία εμφανίζονται τώρα στο ζοφερό νησί.

duvalier

Προτού δούμε ως σημερινοί πλέον αναγνώστες πώς λειτουργεί η γραφή του Γκρην εν έτει 2015, έχουμε ήδη προσκληθεί στην πάντα πειστική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα της ιστορίας του. Και σίγουρα οι σελίδες του καταστρώματος, όπου γίνεται και η πρώτη γνωριμία των ηρώων, έχουν πάντα μια γοητεία, αλλά είναι η ίδια η απόβαση στο νησί που ενεργοποιεί το μόνιμο, πηχτό σκοτάδι, στο οποίο έχει βουτήξει την χώρα το καθεστώς του Ντυβαλιέ. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τους στο έρημο ξενοδοχείο ενεργοποιεί ήδη τα αντανακλαστικά των σκοτεινών πολιτικών δυνάμεών αλλά και της ανεξέλεγκτης παρουσίας των παραστρατιωτικών του ομάδων. Οι τελευταίοι εκτός από δολοφονικές μηχανές, ακολουθούν μια παρά φύσιν βουντού δεισιδαιμονία που ενίσχυσε σε πιστούς και άπιστους υποτελείς ο διεφθαρμένος δικτάτορας. Άλλωστε οι ίδιες οι βουντού τελετές μοιάζουν να διαδραματίζουν μέγιστο ρόλο στην ιδιωτική και την δημόσια ζωή της Αϊτής.

Graham Greene 3

Ο αφηγητής γνωρίζει ότι στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή, το οποίο περνάει απαρατήρητο – και σίγουρα αυτό το σημείο αφορά και τον αδιέξοδο έρωτά του. Στην Αϊτή δεν τον περιμένει μόνο ένα έρημο ξενοδοχείο αλλά κι ένας εξίσου έρημος ερωτικός δεσμός, με την Μάρτα, σύζυγο ενός διπλωμάτη. Οι σελίδες που περιγράφουν τις συναντήσεις τους κάτω από το άγαλμα του Κολόμβου και αλλού είναι από τις πλέον κινηματογραφικές. Εγκλωβισμένη για χρόνια στο νησί, περιορισμένη από τις συνεχείς απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ματαιωμένη σε μια συμβιβασμένη συζυγική σχέση και σε μια δύσκολη μητρότητα, είναι η απόλυτα μοιραία γυναίκα για τον μοναχικό Μπράουν.

The-Comedians2

Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες προτού ξυπνήσω δυστυχισμένος σ’ ένα δωμάτιο με κλιματισμό στη Δυτική 44η οδό της ΝέαςΥόρκης, αφού ονειρεύτηκα ένα κουβάρι από χέρια και πόδια σ’ ένα Πεζώ και ένα άγαλμα που ατένιζε τη θάλασσα. Τότε συνειδητοποίησα πως αργά ή γρήγορα θα γύριζα πίσω, όταν το πείσμα μου ξεθύμαινε, η επιχειρηματική μου συμφωνία αποτύχαινε, και αντιλαμβανόταν ότι μισή φραντζόλα ψωμί φαγωμένη μέσα στον φόβο ήταν προτιμότερη από την απόλυτη ένδεια. [σ. 134]

François Duvalier, May 1957, Haiti.

Ο «στρατιωτικός» (που σύμφωνα με τον αφηγητή μιλάει μια παράξενη, ξεπερασμένη αργκό ξεπερασμένη, σα να την έχει μελετήσει στην παλιά έκδοση κάποιου λεξικού) πηγαίνει ακόμα πιο μακριά βήματα στο θράσος και την αυτοπεποίθηση, ξεχνώντας ότι ακριβώς ο πολεμικός – στρατιωτικός χαρακτήρας του καθεστώτος ετοιμάζεται να τον απορροφήσει μοιραία και οριστικά. Το παρολίγον προεδρικό ζεύγος δεν επέχει θέση κομπάρσου. Το ταξίδι τους σχετίζεται με την ιδέα μιας χορτοφαγικής και ευρύτερα οικολογικής επένδυσης: μια σχετική επιχείρηση στην φαραωνική πόλη Ντυβάλιεβιλ. Το κέντρο χορτοφαγίας σχεδιάζεται να κατασκευαστεί σύμφωνα με ένα σχέδιο – απάτη, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση παρέχει εγγύηση για τους μισθούς των εργατών, οι οποίοι θα πληρώνονται πολύ λιγότερο, προτού απολυθούν στο τέλος του μήνα, αφήνοντας το γιαπί έρημο και τους μισθούς στην τσέπη των επιτήδειων, μέχρι να προσληφθεί νέα φουρνιά αργότερα για να ολοκληρώσει το έργο. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο πρώιμα εκφράζει ο συγγραφέας την σύγχρονη παγιωμένη κατάσταση των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων».

Graham Greene 4Ίσως είναι περιττό να τονιστεί ότι εδώ ο Γκρην γράφει όπως πάντα και διαβάζεται ως ο παλιός καλός λογοτέχνης που κατασκευάζει δομές ως επιδέξιος αρχιτέκτων, αυξομειώνει ρυθμούς ως πεπειραμένος μαέστρος, ζευγαρώνει και τριπλοζευγαρώνει ιστορίες ως ικανός συγγραφέας. Και φυσικά στήνει την πλοκή  με αληθινά γεγονότα ακόμη και με πρόσωπα που γνώρισε κατά την παραμονή του στο νησί. Ο Μπράουν αποτελεί το άλτερ έγκο του. Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εργαστηριακή του εισαγωγή, το «εγώ» δεν είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας· μείζονες και ελάσσονες ήρωες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά που συγχωνεύτηκαν στο μαγειρείο του ασυνείδητου και επανεμφανίζονται αγνώριστα, ώστε ούτε ο ίδιος ο μάγειρας δεν τα αντιλαμβάνεται.

haiti - 1951

Ο κοσμοπολιτισμός και η αναζήτηση μιας άλλης ζωής στα πέρατα του ασφαλούς κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος. Στην άλλη πλευρά αποτυπώνεται η βουλιμική επιθυμία του δυτικού ανθρώπου να κυριαρχήσει σε μια χώρα – πείραμα. Η Αϊτή είναι ένα πεδίο ανοιχτό στα πάντα, συνεπώς και στα δικά τους μεγαλεπήβολα επιχειρηματικά και άλλα σχέδια. Πιστεύουν ότι θα είναι ευπρόσδεκτοι, εφόσον δεν προτίθενται να εναντιωθούν στο καθεστώς αλλά να επενδύσουν στις παρυφές μιας νέας χώρας υπό ανάπτυξη. Μόνο που στην Αϊτή του διεστραμμένου «δόκτορος» Ντυβαλιέ είναι αδύνατον η νύχτα να γίνει πιο σκοτεινή και σύντομα θα διαψευστούν. Κάποιος θα βρεθεί πρόωρα στην φυλακή, κάποιος άλλος δεν θα αντέξει για πολύ την νομιμοφροσύνη του στο καθεστώς. Άλλη μια πολιτικά αφυπνισμένη μορφή ετοιμάζεται να προστεθεί στην σχετική πινακοθήκη.

haiti direct

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, σελ. 398. Με 193 σημειώσεις της μεταφράστριας [Graham Greene, The Comedians, 1966].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, χειμώνας 2015 – 2015.

Στις εικόνες: H Αϊτή στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ο δικτάτορας σε ελενίτ αυλή και σε γραμματόσημο, ο συγγραφέας και ο δίσκος Haiti Direct: Big Band, Mini Jazz & Twoubadou Sounds, 1960-1978, μια ιδανική εισαγωγή στην Αϊτινή μουσική πριν και κατά την διάρκεια των καθεστώτων του Ντυβαλιέ.

18
Μαρ.
15

Jan Morris – Τεργέστη. Η έννοια του πουθενά

1

Μια πόλη για τον τέταρτο κόσμο της Διασποράς

Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίο συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά. Αυτοί είναι υπεράνω όλων! Ασχέτως χρώματος. Ασχέτως θρησκείας: μπορεί να είναι χριστιανοί ή ινδουιστές ή μουσουλμάνοι, μπορεί και εβραίοι ή ειδωλολάτρες ή και άθεοι. Μπορεί να είναι νέοι ή γέροι, άντρες ή γυναίκες, στρατιώτες ή ειρηνιστές, πλούσιοι ή φτωχοί. Μπορεί να είναι πατριώτες, ουδέποτε πάντως σωβινιστές. Μοιράζονται μεταξύ τους, ασχέτως εθνικότητας, τις κοινές αξίες του χιούμορ και της κατανόησης. Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά ου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου· τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. […] Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη. [σ. 233 – 234]

Trieste_intorno_a_1880._Il_Targesteo

Η Τζαν Μόρις [γεν. 1926] ζούσε και έγραφε ως Τζέιμς Μόρις μέχρι το 1972, οπότε και ολοκλήρωσε την διαδικασία της αλλαγής του φύλου της. Έγραψε έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δοκιμίου, μυθιστορήματα, διηγήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα. Τα ταξιδογραφήματά της είναι γραμμένα με τον τρόπο των αρχετυπικών συγγραφέων – ταξιδευτών – περιπλανώμενων. Συνδυάζουν τα αντικειμενικά στοιχεία με την υποκειμενική ματιά, τα ιστορικά και λογοτεχνικά δεδομένα με την προσωπική περιπλάνηση. Το βιβλίο της για την Τεργέστη θα είναι το τελευταίο της για την πόλη – το υπόσχεται κυρίως στον εαυτό της. Εβδομηντάχρονη πλέον και κοσμογυρισμένη, επιστρέφει αναζητώντας την αλήθεια πάντα στην ίδια προκυμαία.

Στην Τεργέστη περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της εθνικότητας φαίνεται ξένη. Η πόλη αυτή διαμόρφωσε τον δικό της χαρακτήρας της προ πολλού από πληθυσμιακές ομάδες προερχόμενες από πολλές χώρες και παραμένει εκ φύσεως μοναχική. Από παραθαλάσσιο χωριό των Ιλλυριών σε ρωμαϊκή επαρχία, ύστερα σπλάχνο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων της Βιέννης, Ελεύθερο Λιμάνι, κέντρο κοσμοπολιτισμού και αργότερα, όταν το λιμάνι παράκμασε, πόλη βυθισμένη σε νάρκη, στερημένη από την ίδια της την ενδοχώρα, Ελεύθερη Περιοχή και τέλος μοιρασμένη ανάμεσα στην Ιταλία (η πόλη και το λιμάνι) και στην Γιουγκοσλαβία (το μεγαλύτερο μέρος της πέριξ περιοχής), η Τεργέστη μοιάζει να ενσωματώνει κάθε στιγμή του παρελθόντος της. Εκείνο όμως από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει είναι η κληρονομιά της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της. Μπορεί οι οικογένειες να χάθηκαν, όμως τα ονόματά τους είναι ακόμα και σήμερα μέρος του καθημερινού λεξιλογίου· ενίοτε και η ανάμνησή τους. Η διάλεκτος της Τεργέστης άλλωστε σήμερα έχει παρομοιαστεί από τον Ιρλανδοτεργεστίνο λόγιο Τζον Μακ Κορτ «ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πολιτισμών, των εθνών και των γλωσσών που αφομοιώθηκαν από την πόλη».

4

Για την συγγραφέα η Τεργέστη είναι μια αλληγορία του λίμπο στην κοσμική του διάσταση. Εκεί αισθάνεται μόνη ακόμα και όταν είναι με φίλους. Ο Βιεννέζος θεατρικός συγγραφέας Χέρμαν Μπαρ όταν την επισκέφτηκε το 1909 είπε ότι ένιωσε σαν να αιωρούνταν στη ανυπαρξία, σαν να βρέθηκε στο πουθενά. Είναι κι αυτή ένας τόπος που σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε όσους, όπως το έθεσε ο Ρόμπερτ Μιούζιλ, έχουν την εντύπωση ότι το καθετί σημαίνει κάτι περισσότερο από ό,τι έχει την ειλικρινή πρόθεση να σημαίνει. Μέχρι και ο Μαρσέλ Προυστ, που δεν επισκέφτηκε ποτέ του την Τεργέστη, βάζει τον Αφηγητή του να της σκέφτεται ως «το γλυκύτερο μέρος όπου οι άνθρωποι ήταν σκεφτικοί, τα ηλιοβασιλέματα χρυσά και οι καμπάνες των εκκλησιών μελαγχολικές». Ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο in excelsis ποιητής της Τεργέστης, δείχνει να είναι διαρκώς μελαγχολικός στη πόλη του.

3 - svevo1

Ακόμα και στην Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, είναι διάχυτη μια βασανιστική αίσθηση του ανικανοποίητου. Ο Ζήνων άλλωστε υποφέρει από κάθε λογής ασθένεια, για να καταλήξει στο τέλος ότι μια maladie imaginaire είναι χειρότερη από την οποιαδήποτε πραγματική γιατί δεν είναι ιάσιμη. Ποτέ πια, ποτέ ξανά είναι η επωδός που στοιχειώνει τις τελευταίες σελίδες της τραγικής νουβέλας του Σβέβο Το γέρασμα. Ιδού η επωδός της ίδιας της Τεργέστης. Ο Σβέβο φαίνεται ότι πέρασε μια πληκτική ζωή στην Τεργέστη, πρώτα ως λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν ως διευθυντικό στέλεχος στο οικογενειακό εργοστάσιο χρωμάτων και βερνικιών. Αν όμως πιστέψουμε όσα γράφει στα μυθιστορήματά του, πίσω από την αστική πρόσοψη της πόλης κόχλαζε κάθε είδους σεξουαλικό πάθος. Ένα τέτοιο πάθος πάντως χαρακτήρισε την μέγιστη ερωτική ιστορία της πόλης, ανάμεσα στον λογοτέχνη – πορνογράφο Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ίζαμπελ Μπάρτον.

Αυτή η πόλη μοιάζει φτιαγμένη για τους εξόριστους. Έχει προσφέρει άσυλο σε πολλούς που εκπατρίστηκαν, είτε με την θέλησή τους είτε κατ’ ανάγκη, αν και τελικά πολλοί απ’ αυτούς έμειναν εκεί επιθυμώντας κατά βάθος να είναι κάπου αλλού. Γιατί αυτή είναι ειρωνεία με αυτό τον τόπο: να σε έλκει και ταυτόχρονα να σε μελαγχολεί.

5 - giacomo-girolamo-casanova

Ανώνυμοι ξένοι έφτασαν κατά χιλιάδες στην Τεργέστη, άλλοι άντεξαν για λίγο μόνο τον τόπο. Ο Καζανόβα υποχρεώθηκε να μείνει εδώ δυο ολόκληρα χρόνια και πέρασε κατά τα λεγόμενά του ζωή χαρισάμενη, όμως, μόλις οι Επίτροποι της Βενετίας του επέστρεψαν να γυρίσει στον τόπο του, έφυγε μέσα σε μια βδομάδα. ο Έγκον Σίλε έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα προσπαθώντας να συνέλθει από τις συνέπιες μιας σύντομης φυλάκισής του. Ο Κόνραντ έγραψε για τους βαστάζους της Τεργέστης, οι Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν γράφτηκα κατά την παραμονή του στο Οτέλ ντε λα Βιλ, η πιο γνωστή ιστορία του Μπούνιν είχε αρχικά τον τίτλο Ο Κύριος από την Τεργέστη, ο Χάυδν έγραψε την Συμφωνία της Τεργέστης, ο Μάλερ, ο Φρόιντ και ο λόρδος Λούκαν πέρασαν από εδώ.

Η Τεργέστη είναι υπεράνω τουρισμού, οικονομίας, ιστορίας – αν ποτέ υποχρεωνόταν να αυτοδιαφημιστεί, θα της αρκούσε η Sua Triestinita. Η πόλη για την συγγραφέα έχει κάτι το υπαρξιακό, άρα προορισμός της είναι να είναι ο εαυτός της. Την εκμαυλίζει η γοητεία ενός επακόλουθου που χάθηκε, μιας δύναμης που έσβησε, του χρόνου που περνάει, των φίλων που φεύγουν, των μεγάλων πλοίων που πάνε για παλιοσίδερα. Δύσκολα αποφεύγει κανείς το σύνδρομο της Τεργέστης – η ίδια έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια θεραπείας. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θυμάται τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες, τους χαμένους φίλους, πάντα μ’ εκείνη την γλυκιά tristesse που ονοματοποιεί την πόλη.

2

Η Tζαν Μόρις γράφει για τους εξόριστους της πόλης όμως σε γενικές γραμμές εξόριστη ένοιωσε κι εκείνη. Το παρελθόν άλλωστε ξένος τόπος είναι, όπως και τα γηρατειά καθώς προχωρείς είναι σαν να μπαίνεις σε άγνωστη περιοχή, σαν να αφήνεις πίσω έναν δικό σου τόπο. Τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι γνώριζες πιο πριν. Το σώμα αλλάζει, η εξοχή αλλάζει, ο κόσμος ο ίδιος. Από την άλλη όμως αυτή η ηλικιακή εξορία μπορεί να σημαίνει και μια καινούργια ελευθερία, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν έχουν πια την σημασία που είχαν. Το μόνο που μετράει είναι η καλοσύνη, αυτή «η θεμελιώδης αρχή του πουθενά». Ο Τζόις έλεγε ότι πουθενά αλλού δεν είχε συναντήσει τόση καλοσύνη όσο στην Τεργέστη. Η δική της Τεργέστη παραμένει ο τόπος του εφήμερου, είναι η πόλη των ψευδαισθήσεων· η φαντασία παραγκωνίζει το γεγονός. Μήπως, αναρωτιέται, ακόμα κι όσα μας γράφει αποτελούν προϊόν της ίδιας της φαντασίας που έθρεψε εντός της η πόλη;

7

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 245 [Jan Morris, Trieste and the meaning of nowhere, 2001]

Στις εικόνες εκτός από την συγγραφέα: Italo Svevo, Giacomo Casanova, James Joyce σμιλεμένος από και στην Τεργέστη.

11
Μαρ.
15

Τζούλιαν Μπαρνς – Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια

Layout 1

Διαλεκτική πάνω στο άλεκτο

Πιο ενδιαφέρον και πιο απολαυστικό βιβλίο για το αναπόφευκτο δεν μπορεί να υπάρξει. Ο πνευματώδης Άγγλος συγγραφέας το κατορθώνει μ’ έναν φαινομενικά απλό τρόπο: το γράφει ταυτόχρονα ως προσωπικό αφήγημα και ως δοκιμιακή μελέτη. Το ένα είδος αναμειγνύεται με το άλλο και εμείς καταλήγουμε να διαβάζουμε ένα απολαυστικό βιβλίο για τον θάνατο χωρίς στιγμή να μας σκεπάζουν σκιές ή να σκιαζόμαστε.

Ο Μπαρνς επιδίδεται πρώτα σε μια μορφή …. επιλεγμένης αυτοβιογραφίας, διηγούμενος αμέτρητα περιστατικά από την ζωή του που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με το θέμα του: από τις απόψεις των μελών της οικογένειάς τους, μέχρι τις συζητήσεις με φίλους, τους εσωτερικούς προβληματισμούς, την επίδραση των γεγονότων. Φυσικά αυτό το μέρος προϋποθέτει και την ευρύτερη σκιαγράφηση προσώπων, τόπων και εποχής, που μαστορεύει με την γνώριμη συγγραφική του τέχνη. Από την άλλη καταγράφει και σχολιάζει μια μεγάλη ποικιλία σχετικών σκέψεων και απόψεων από λογοτέχνες, μουσικούς και φιλοσόφους. Η ιδέα του θανάτου, ο βασανιστικός φόβος του, η φθορά και η θνητότητα, η αθανασία και το ξεγέλασμά του, οι τρόποι της υπέρβασής του, οι φιλοσοφίες και οι τέχνες που επιχείρησαν να τον αντιμετωπίσουν, να τον αναλύσουν ή να τον αγνοήσουν, όλα έχουν την θέση τους σε αυτόν τον οδηγό για το αναπόφευκτο.

2

Αναμφίβολα η βασικότερη επικράτεια που οφείλει να διανύσει ο συγγραφέας είναι η θρησκεία. Ο Μπαρνς είναι απερίφραστα ειλικρινής: αν δήλωνε αθεϊστής στα είκοσι και αγνωστικιστής στα πενήντα και τα εξήντα, αυτό δεν οφείλεται στο ότι έχει αποκτήσει επιπλέον γνώσεις στο μεταξύ· απλώς με την πάροδο του χρόνου διαθέτει μεγαλύτερη επίγνωση της άγνοιας. Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι διαθέτουμε αρκετή γνώση ώστε να ξέρουμε; Ως νεοδαρβινιστές υλιστές του εικοστού πρώτου αιώνα, γράφει, πεπεισμένοι ότι το νόημα και ο μηχανισμός της ζωής έχουν αποσαφηνιστεί από το έτος 1859 και έπειτα, θεωρούμε τον εαυτό μας σοφότεροι από εκείνους τους εύπιστους, δουλοπρεπείς που πίστευαν στον θείο σκοπό, και στην τελική κρίση. Παρότι όμως είμαστε περισσότερο ενημερωμένοι, δεν είμαστε περισσότερο εξελιγμένοι και σίγουρα δεν είμαστε ευφυέστεροι απ’ αυτούς. Τι μας πείθει ότι η γνώση μας είναι τόσο οριστική;

Τα μέρη εκείνα του κόσμου όπου η θρησκεία έχει στερέψει και υπάρχει μια γενική παραδοχή ότι αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα είναι το μόνο που έχουμε στη διάθεσή μας, δεν είναι, εν γένει, πιο σοβαρά μέρη από εκείνα όπου τα κεφάλια γυρίζουν ακόμη στο άκουσμα της καμπάνας του καθεδρικού ή του μουεζίνη στο μιναρέ. Εν γένει παραδόθηκαν σε φρενήρη υλισμό· αν και το πολυμήχανο ανθρώπινο ον είναι απολύτως ικανό να κατασκευάσει πολιτισμούς όπου η θρησκεία συνυπάρχει με τον φρενήρη υλισμό (όπου η πρώτη ενδέχεται ακόμα να είναι η εμετική συνέπεια του δεύτερου): παράδειγμα η Αμερική. [σ. 85]

montaigne

Παλιά οι άνθρωποι μιλούσαν πρόθυμα για το θάνατο και τον αφανισμό. Στο Παρίσι η παρέα των Φλωμπερ, Τουργκένιεφ, Γκονκούρ, Ντωντέ και Ζολά συζητούσαν το θέμα στα καθιερωμένα δείπνα τους. Ήταν όλοι αθεϊστές ή αγνωστικιστές που φοβόνταν τον θάνατο αλλά δεν τον απέφευγαν. Άνθρωποι σας εμάς, έγραψε ο Φλωμπέρ, θα έπρεπε να έχουν την θρησκεία της απελπισίας. Πρέπει να είμαστε ισάξιοι της μοίρας μας, δηλαδή απαθείς σαν εκείνης. Ο Σοστακόβιτς, μελαγχολικός στοχαστής του θανάτου, πίστευε ότι αν οι άνθρωποι άρχιζαν να συλλογίζονται τον θάνατο νωρίτερα, θα έκαναν λιγότερο ανόητα λάθη. Ο φόβος του θανάτου ίσως είναι το εντονότερο των συναισθημάτων. Οι απόψεις αυτές δεν εκφράστηκαν ποτέ δημοσίως, καθώς ο συνθέτης γνώριζε ότι ο θάνατος – εκτός αν ερχόταν με τη μορφή ηρωικού μαρτυρίου – δεν ήταν κατάλληλο θέμα για την σοβιετική τέχνη.

Ο σύγχρονος τρόπος σκέψης μας για τον θάνατο ξεκινάει από τον Μονταίν· αυτός είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στα σοφά πρότυπα του Αρχαίου Κόσμου και στην προσπάθειά μας να βρούμε μια σύγχρονη, ώριμη, άθρησκη αποδοχή του αναπόφευκτου τέλους μας. Για τον Μονταίν, ο θάνατος της νεότητας, που συχνά περνάει απαρατήρητος, είναι ο σκληρότερος θάνατος, αυτό που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε «θάνατο» εν είναι παρά ο θάνατος του γήρατος. Το άλμα εδώ είναι πολύ ευκολότερο απ’ ό,τι η ύπουλη μετάβαση απ’ την παράτολμη νιότη στο γεμάτο δυστροπίες και πίκρες γήρας.

Jules Renard

Η θρησκεία πρόσφερε κάποτε παρηγοριά για τα βάσανα της ζωής και ανταμοιβή στο τέλος της για τους πιστούς. Αλλά και πέρα απ’ αυτά τα δώρα, προσέδιδε στην ανθρώπινη ζωή μια αίσθηση γενικότερου πλαισίου· …η χριστιανική θρησκεία δεν άντεξε τόσο πολύ στο χρόνο μόνο και μόνο επειδή την πίστεψαν όλοι οι άλλοι, επειδή την επέβαλαν ο κανόνας και ο κλήρος, επειδή ήταν ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου, επειδή ήταν το μοναδικό παραμύθι που κυκλοφορούσε στην πόλη αι επειδή αν δεν το πίστευες μπορεί να έβρισκες πρόωρο θάνατο. Άντεξε στο χρόνο, επίσης, επειδή ήταν ένα όμορφο ψέμα, επειδή οι χαρακτήρες, η πλοκή, οι διάφορες ανατροπές, επιβλητική πάλη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, όλα αυτά στοιχειοθετούσαν ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα…μια τραγωδία με αίσιο τέλος. Η ανάγνωση της βίβλου σαν να είναι λογοτεχνία, δεν πιάνει μια μπροστά στην αναγνωση της Βίβλου σαν να είναι αλήθεια…. [σ. 76 -77]

Ο σοβιετικός κομμουνισμός, το Χόλυγουντ και η οργανωμένη θρησκεία βρίσκονται πολύ πιο κοντά απ’ ότι γνώριζαν, καθώς τα εργοστάσια ονείρων παρήγαν πυρετωδώς την ίδια φαντασίωση.Η θρησκεία τείνει προς τον αυταρχισμό, όπως ο καπιταλισμός τείνει προς το μονοπώλιο. Με ποιον τρόπο διαχειρίζεται ή εμπορεύεται τον θάνατο; Γιατί χαρακτηρίζεται ως άσπλαχνη απάτη; Ποιους φυσικούς και μεταφυσικούς κανόνες γνωρίζει και τηρεί η νευρομηχανική της πίστης; Και, άραγε, όσοι πιστεύουν στον Θεό φοβούνται λιγότερο από τους άθεους;

4

Ο Φιλίπ Αριές παρατηρούσε ότι όταν ο θάνατος άρχισε πραγματικά να γίνεται αντικείμενο φόβου, έπαψε να συζητιέται· ο αγνωστικιστής Σώμερσετ Μωμ πίστευε ότι η καλύτερη στάση της ζωής ήταν η εύθυμη παραίτηση. «Περιμένοντας τον Θεό να αποκαλυφθεί, πιστεύω ότι η πρωθιέρειά του, η Τύχη, κυβερνά εξίσου αυτόν τον θλιβερό κόσμο» έλεγε ο Σταντάλ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κόσμος μας δεν έχει γίνει σοφότερος. Οι μεσαιωνικές Αρχές έσερναν ζώα στα δικαστήρια και έκριναν με κάθε σοβαρότητα τα παραπτώματά τους· εμείς τα κλείνουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα παραγεμίζουμε με ορμόνες και τα πετσοκόβουμε, έτσι ώστε να μας θυμίζουν όσο το δυνατόν λιγότερο κάτι που κάποτε κακάριζε ή βελάνιζε ή μουγκάνιζε. Ποιος κόσμος είναι σοβαρότερος απ’ τους δυο; Ποιος είναι ηθικά ανώτερος; [σ. 84]

Είναι πάντα γοητευτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαρνς συλλογίζεται πάνω στον θάνατο εκκινώντας από τις παιδικές του αναμνήσεις, με τα δεδομένα της τότε ζωής και τις μοναδικές πηγές πληροφόρησης (το ραδιόφωνο από βακελίτη, η πελώρια τηλεόραση – ντουλάπι, η οικογενειακή Βίβλος, τα σημειώματα των εφημερίδων για θεατρικά που δεν έβλεπε ποτέ και βιβλία που δεν έμπαιναν ποτέ στο σπίτι) και φτάνει μέχρι βαθείς φιλοσοφημένους προβληματισμούς. Το περίφημο Ημερολόγιο του Ζυλ Ρενάρ, κείμενα και σκέψεις συγγραφέων όπως οι Σαιν Σιμόν, Καίσλερ, Σίνγκερ, Γουίλσον, Λάρκιν, Γουώρτον, Μπερνάρ, Σάνδη, Φόκνερ, Ροθ, Στάυρον, Ντωντέ, Ναμπόκοφ, κ.ά, φιλοσόφων από τον Α Τζ. Άυερ μέχρι τον…Ρίτσαρντ Ντώκινς αλλά και απλών φίλων και συγγενών και εγκιβωτισμένες ιστορίες όπως η συναρπαστική περίπτωση του του Γιουτζήν Ο’ Κέλυ που παρά το γεγονός ότι γνώριζε τον θάνατό του έζησε με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια την ελάχιστη εναπομείνασα ζωή, όλα συγκροτούν μια αξιανάγνωστη επίτομη διαλεκτική πάνω στο πλέον άλεκτο της ζωής.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2008, μτφ. – επίμετρο βιογραφικών: Αλεξάνδρα Κονταξάκη, σελ. 365 [Julian Barnes, Nothing to be frightened of, 2008].

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 177. (No) Fear is Man’s Best Friend.

20
Ιαν.
15

Ίαν ΜακΓιούαν – Χαμένο παιδί

1

Η ουτοπία της παιδικότητας

Μια αφηρημάδα ελάχιστης διάρκειας αρκεί για να χάσει ο Στίβεν Λιούς, πετυχημένος συγγραφέας παιδικών βιβλίων την τρίχρονη Κέιτ από τα μάτια του και η αδιανόητη απαγωγή της μέσα σ’ ένα σούπερ μάρκετ του Νότιου Λονδίνου είναι ήδη γεγονός. Όπως είναι ευνόητο, ο γάμος του με την μουσικό Τζούλι διαβρώνεται οριστικά και αμετάκλητα. Ανάμεσά τους εγκαθίσταται μια σιωπή που πυκνώνει ολοένα και περισσότερο· το παιδί που δεν βρίσκεται πουθενά βρίσκεται πάντα ανάμεσά τους. Εκείνη πηγαίνει να ζήσει στην εξοχή, εκείνος αφήνει την οθόνη της τηλεόρασης να απορροφήσει όλη του την προσοχή. Κι ύστερα αναμονή, ατέλειωτη αναμονή. Οι σκέψεις του ξεκινούν και τελειώνουν στις νοητικές προβολές της Κέιτ, στις εικασίες τι θα έκανε εκείνη την οποιαδήποτε στιγμή (ακόμα και τώρα, δυο χρόνια μετά), στις φαντασιώσεις της παρουσίας της. Χωρίς τη φαντασίωση ότι η ύπαρξή της συνεχιζόταν ήταν χαμένος, ο χρόνος θα σταματούσε. Ήταν πατέρας ενός αόρατου παιδιού.

Θα περίμενε κανείς την καταβύθιση του ήρωα σε αβύσσους θλίψης και απόγνωσης αλλά δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο: όσο έκπληκτος κι αν είναι από την σκληρή στροφή της ζωής του, όσο κι αν αισθάνεται ότι «η κανονικότητα του κόσμου εξακοντίζει μια προσβολή καταπάνω του», όσο κι αν οι σκέψεις του μοιάζουν με «διάστημα διανοητικού λευκού θορύβου», συνεχίζει να ζει. Αντίστοιχα και το βιβλίο δεν μετατρέπεται σε μια ιστορία της μελαγχολίας, ούτε σε τηλεοπτικό οικογενειακό μελόδραμα. Ο Στίβεν αναισθητοποιεί τον εαυτό του μέσω της ακάματης δραστηριότητας σε συγκεκριμένο περιβάλλον υπό το συγκεκριμένο κράτος. Κι εδώ είναι ο δεύτερος άξονας της ιστορίας, η πολιτική. Πού συναντιέται όμως μια τόσο ιδιωτική ιστορία με την δημόσια μορφή της πολιτικής και μάλιστα στην χείριστη μορφή που επέβαλε το Θατσερισμός;

NPG x133005; Ian McEwan by Angela Gorgas

Ο Στίβεν συμμετέχει σε ειδική επιτροπή συγγραφής ενός σχολικού εγχειριδίου για την εκπαίδευση των νεαρών μαθητών, όπως τους επιθυμεί η Θάτσερ, που στο βιβλίο δεν κατονομάζεται αλλά είναι ηλίου φαεινότερη. Η Δημόσια Υπηρεσία Παιδικής Αγωγής, προσφιλής ασχολία της πρωθυπουργού, φιλοδοξεί να διαμορφώσει τον χαρακτήρα των αυριανών πολιτών. Οι δεκατέσσερις υποεπιτροπές της έχουν αρκετή δουλειά: από τον έλεγχο της βιομηχανίας των παιχνιδιών μέχρι τις προτάσεις για την οικογενειακή βία. Και φυσικά υπάρχει και ο τομέας Γραφής και Ανάγνωσης, συμφυής με την ειδικότητα του Στίβεν.

Αλλά η σπειροειδής πλοκή επιστρέφει, ή μάλλον εισχωρεί, στην παιδική ηλικία – όχι της χαμένης μικρής, αλλά των ίδιων των «πρωταγωνιστών». Η παιδική ηλικία σκεπάζει ως αδιόρατο πέπλο την μυθοπλασία: ανάμεσα στις σελίδες κινείται πρώτα ένα παιδί μέσα στον χρόνο – αυτός είναι ο τίτλος του βιβλίου [Child in time]· εκείνο που υπήρξε, εκείνο που κάπου υπάρχει τώρα, μα και το παιδί που ίσως αυτή τη στιγμή χάνει οριστικά την παιδικότητά του, εμβαπτιζόμενο σ’ έναν σκληρό, ενήλικο κόσμο. Ύστερα, υπάρχει το παιδί έξω από τον χώρο: απομακρυσμένο από τον φυσικό του περιβάλλον – τους οικογενειακούς κόλπους, αφήνει μια μαύρη τρύπα που χάσκει μέσα σε εκκωφαντική σιωπή· μια άφαντη παρουσία απέναντι στους ορφανεμένους γονείς. Και τέλος, σε κάθε γύρισμα της σελίδας, σιωπηρά φωνάζει το ερώτημα: πόσο διαρκεί η ζωή της παιδικής ηλικίας, πόσο υπάρχει μέσα μας ως κάτι οριστικά χαμένο, όχι επειδή τελείωσε αλλά επειδή δεν υπήρξε;

mcewan

Αυτό το τελευταίο ερώτημα απορροφάει ολικά τόσο τον Στίβεν, που επιχειρεί αλλεπάλληλες επιστροφές στην δική του παιδικότητα, όσο και τον φίλο του Τσαρλς Νταρκ, σκιώδες μέλος της συγγραφικής ομάδας, που εκπροσωπεί την σύγχρονη κυνική – συντηρητική πολιτική σκέψη. Ο Νταρκ, θα επιχειρήσει με τον δικό του τρόπο να απαρνηθεί το παρόν, σε μια εξωφρενική απόδραση από τον χώρο – επιστρέφει στην εξοχή – και από την ενηλικότητα – παραιτείται από τις επαγγελματικές του ευθύνες. Μπορεί κανείς να επιστρέψει στον ψυχισμό μιας ηλικίας χωρίς έγνοιες;

Το κρατικό Εγκεκριμένο Εγχειρίδιο Παιδικής Αγωγής επιχειρεί να ορίσει τον ρόλο των λέξεων, ή να τιθασεύσει τις αντίθετες φωνές – να διαλύσουμε τη μαγεμένη ταύτιση λέξης και πράγματος και δι’ αυτής, σημαίνει ότι θα προξενήσουμε μια πρώιμη αυτοσυνειδησία, μια σκληρή απομόνωση την οποία αρεσκόμαστε να νομιμοποιούμε, ονομάζοντας την ατομικότητα [σ. 136] / … η γραπτή λέξη μπορεί να είναι αυτό καθαυτό το μέσο με τα οποίο συνδέονται ο εαυτός και ο κόσμος και γι’ αυτό τα καλύτερα κείμενα για παιδιά διαθέτουν αυτήν ακριβώς την ιδιότητα της αορατότητας: σε πηγαίνουν κατευθείαν στα πράγματα που ονομάζουν, και μέσα από μεταφορές και εικόνες μπορούν να ανακαλέσουν αισθήματα, μυρωδιές, εντυπώσεις για τις οποίες δεν υπάρχουν καν λέξεις. [σ. 139]

2

Ο μυθιστορηματικός χρόνος κυλάει αργά, η γραφή του Μακγιούαν το ίδιο. Ο ρεαλισμός του πλημμυρίζει από εσωτερικές σκέψεις, οι ιστορίες εγκιβωτίζονται η μία μετά την άλλη, ο ρυθμός επιβραδύνει, η δράση ελαχιστοποιείται. Ιδού τυπικός ΜακΓιούαν: Εκείνη δεν είχε ξεπεράσει τη σύγχυση ή τον παραλογισμό όμως διέθετε έναν απαράβατα επωφελή τρόπο να κατανοεί και να αποκαλύπτει τα αδιέξοδά της επιδιδόμενη σε ένα είδος αισθηματικής ή πνευματικής αγωγής. Στη δική της περίπτωση, οι παλιές βεβαιότητες δεν εγκαταλείπονταν ακριβώς αλλά ενσωματώνονταν σε ένα νέο σχήμα, περίπου όπως οι επιστημονικές επαναστάσεις ανακαθόριζαν μάλλον παρά απέρριπταν όλη τη γνώση που είχε προηγηθεί. Ό,τι ο ίδιος έβλεπε πάνω της ως αντίφαση εκείνη υποστήριζε πως ήταν εξέλιξη. Δεν κατοικούσε απλώς την εσωτερική της ζωή, αλλά τη διαχειριζόταν, την κατεύθυνε, το πεδίο μπροστά της ήταν χαρτογραφημένο. [σ. 95]

Ο συγγραφέας γράφει ακριβώς όπως τον γνωρίζουμε: εκκινεί από ένα δραματικό γεγονός, που φαινομενικά μοιάζει να μετατρέπεται σε τραγικό επίκεντρο της ζωής των χαρακτήρων του, στην ουσία όμως δεν είναι παρά μια αφορμή για περισσότερους και βαθύτερους προβληματισμούς. Εδώ δεν επιθυμεί να περιοριστεί στα όρια ενός τυπικού οικογενειακού δράματος αλλά στοχάζεται πάνω στον χρόνο, τον αδιάσπαστο και τον καταδιασπασμένο, στην ιδέα της παιδικής ηλικίας, στην ουτοπία της επαναφοράς της.

Arthur_Rothstein,1942

Καθώς η οικογένεια του Στίβεν λύεται και οι δεσμοί της καταλύονται, εκείνος βρίσκεται στην κατάσταση που ευνοεί η σύγχρονη δυτική κοινωνία: στον θρίαμβο της ατομικότητας. Ο καθένας μόνος του. Σε αυτό τον κόσμο, το κέρδος αναγνωρίζεται ως η μόνη αξία, οι ζητιάνοι έχουν καθιερωθεί ως….θεσμός, τα παιδιά υποτάσσονται στο εκάστοτε τραγικό εκπαιδευτικό σύστημα (όπως εκείνο της Θάτσερ). Εκεί θέλει ιδιαίτερη προσοχή, ώστε τα σημερινά παιδιά να συνεχίσουν να κινούν τα νήματα του σημερινού πολιτικού κόσμου. Η διαμόρφωσή τους, έστω και ως παραμόρφωση, ξεκινάει ακριβώς από «τέτοια νομοθετήματα».

Αλλά και πέρα από αυτά, είναι τα παιδικά χρόνια τόσο ιδανικά ή εξιδανικεύονται; Πότε θεωρούνται πεπερασμένα; Έχουμε δυνατότητα με την ενήλικη ιδιότητά μας να επιχειρήσουμε μια δεύτερη παιδική ηλικία – όχι βέβαια με την ανώριμη και επιπόλαια μορφή αλλά ως μια συνειδητοποιημένη προσπάθεια συνύπαρξης αθωότητας και ωριμότητας; Τελικά που βρίσκεται η παιδική ηλικία και ποιες χρήσεις μπορεί να έχει σήμερα;

Ian McEwan 2

Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς χαρακτηρίζονται από παιδικότητα στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον κόσμο, από κάποια απλότητα στην προσέγγιση, όσο πολύπλοκα κι αν την εκφράζουν· είναι, λοιπόν, αναπόδραστο η ενήλικη ιδιοφυΐα να ταυτίζεται με την ανηλικιότητα. Και αντιστρόφως, τα σημαντικότερα «παιδικά» βιβλία είναι ακριβώς εκείνα που μιλούν τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, στον αναδυόμενο ενήλικο μέσα στο παιδί και στο ξεχασμένο παιδί μέσα στον ενήλικο. [σ. 52]

Εκδ. Πατάκης, 2013, μτφ. Κατερίνα Σχινά, σελ. 400 [Ian McEwan, The child in time, 1987]

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοπανδοχείο, 173 / Sweet child in time.

14
Οκτ.
14

Τζόναθαν Κόου – Expo 58

1Στις μακέτες της απατηλής ειρήνης

Το Τι ωραίο πλιάστικο! υπήρξε ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ – μια σπάνια πρόζα πάνω στην ρύπανση των ιδιωτικών ζωών από την πολιτική διαφθορά και την αντι –οικολογική συνείδηση. Το σπίτι του ύπνου, το δεύτερο πιο αγαπημένο μου μυθιστόρημα του Κόου, βρισκόταν στην άλλη πλευρά, βυθισμένο στην αβυσσαλέα ατομικότητα και στους σύγχρονους μηχανισμούς ελέγχου της ψυχής. Τρίτο στη σειρά θα έβαζα το αμέσως προηγούμενο βιβλίο του, Ο ιδιωτικός βίος του Μάξουελ Σιμ· μια μελαγχολική ελεγεία στην μοντέρνα εποχή που προσπέρασε κάποιους από εμάς. Η Λέσχη των Τιποτένιων και ο Τέλειος Κύκλος αποτελούσαν επίσης υποδείγματα μιας απόλυτα κινηματογραφημένης γραφής που αποτυπώνει ολόκληρους κόσμους με τις πιο απλές λέξεις.

2Σε όλα αυτά τα βιβλία το προσωπικό ύφος του συγγραφέα είναι άμεσα αναγνωρίσιμο, αλλά αναρωτιέμαι αν διάβαζα το Expo 58 με καλυμμένο το εξώφυλλο τι θα πιθανολογούσα ως προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Το χιούμορ του είναι σαφώς βρετανικό – αλλά δεν θα μπορούσε να ανήκει στον Ντέιβιντ Λοτζ, στον Μάικλ Φρέιν, στον Τζούλιαν Μπαρνς; Οι πρώτες σελίδες είναι παραπλανητικές αλλά η συνέχεια, μαζί με άλλα στοιχεία, μοιρασμένη σε μια πάντα χαμηλότονη και τρυφερή κωμικότητα, μαζί με το γνωστό γαϊτανάκι χαρακτήρων, ψιθυρίζει «Κόου».

3 - Expo58_BruxellesΟ Τομάς, ο ήσυχος υπάλληλος της Κεντρικής Διεύθυνσης Πληροφοριών (θυμάστε τον αξέχαστο Sam Lowry των Central Services στο Brazil του Terry Gilliam;) επιλέγεται ως το καταλληλότερο πρόσωπο να αναλάβει την παμπ που θα αποτελέσει το επίκεντρο της βρετανικής παρουσίας στην έκθεση Expo 58 στις Βρυξέλες. Ιδού το πρώτο εύρημα που δεν αφήνει ανεκμετάλλευτο ο συγγραφέας: το περίπτερο της «βρετανικότητας»· ο γεωμετρημένος χώρος που θα συμπεριλάβει όλα όσα θέλουν να προβάλουν οι Βρετανοί στην παγκόσμια μεταπολεμική σκηνή.

236Η παμπ ευπρόβλεπτα θα ονομαστεί Μπριτάνια και ο Τόμας θα αναλάβει την διαχείρισή της. Αρχικά έκπληκτος με την αποστολή του, κατά βάθος είναι το καταλληλότερο πρόσωπο: είχε πάντα ανάγκη να πιστεύει πως έξω από τα σιωπηλά όρια του ήσυχου, μεσοαστικού Τούτινγκ, υπήρχε ένας κόσμος ιδεών και κινημάτων κι ένας διάλογος στον οποίο θα μπορούσε ισότιμα να συμμετάσχει. Και όπως ήδη ψυλλιαζόμαστε, θα περάσει όλα τα γνωστά πρότυπα καταστάσεων: θα αντιμετωπίσει την αντίδραση της γυναίκας του Σύβλια, θα αντικρίσει το περιβάλλον της έκθεσης ως έκθαμβος επαρχιώτης και θα γοητευτεί από την Αννέκε, ξεναγό και σύνδεσμό του στις μακέτες της νέας εποχής.

Τι είναι όμως η «βρετανικότητα» και ποια πράγματα θα περιλαμβάνει; Και τι είναι αυτή η Έκθεση; Ιστορική ευκαιρία να συναντηθούν όλα τα έθνη σε ειρηνικό πνεύμα; Ή ποταπό παζάρι, υποκινούμενο από πολιτικά συμφέροντα και οικονομικά συστήματα; Μια δοκιμή συμβίωσης ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων που τελικά δεν διαφέρουν και τόσο πολύ; Και μπορεί κανείς μέσα σε αυτό το κλίμα της απόλυτα σύγχρονης ζωής που αφήνει πίσω της τους συντηρητισμούς και τα λάθη του παρελθόντος να βιώσει την προσωπική του ελευθερία, να κοιτάξει πίσω στη ζωή του και να τη δει με καθαρά μάτια;

Είναι εμ4φανές ότι ο Κόου αφήνει την απόλυτα προσωπική του γλώσσα και τιμά τα είδη που ο ίδιος αγάπησε ή θέλησε να παίξει μαζί τους: την καυστική πρόζα των φλεγματικών Βρετανών Χένρι Φίλντινγκ και Κίνγκσλεϋ Έιμις, τους προαναφερθέντες επίγονους, τις κλασικές βρετανικές προπολεμικές και μεταπολεμικές κωμικές ταινίες (ιδίως εκείνες των Ealing Studios από την δεκαετία του ’50) και βέβαια τα κατασκοπευτικά και ψυχροπολεμικά μυθιστορήματα, η παρωδία των οποίων μέσα στο έξυπνο κείμενο του τα κάνει να φαίνονται τόσο βαρετά και τόσο οικεία μαζί.

wpid717-dhooge_restored_001Όπως πάντα εδώ διατίθεται σε σωστές δόσεις το καυτερό συστατικό της (αυτο)ειρωνείας, που σαν ρευστή ουσία εισχωρεί σε κάθε βεβαιότητα. Όταν ο Τόμας οδεύει προς την Καμπίνα 419 του Motel Expo, όπου θα μείνει για τους επόμενους μήνες, συγκρίνει αυθόρμητα το συγκρότημα των κτιρίων με στρατόπεδο αιχμαλώτων. Όταν πηγαίνει στο δωμάτιό του βρίσκεται να συγκατοικεί με τον σοβιετικό συντάκτη του περιοδικού Σπούτνικ. Στην έκθεση τα περίπτερα της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης στήνονται το ένα δίπλα στο άλλο. Έξω από το περίπτερο του Βελγικού Κονγκό τουρτουρίζει ένας ημίγυμνος ιθαγενής, ασυνήθιστος στην βορειοευρωπαϊκή ψύχρα. Και όλοι έχουν έρθει να πουλήσουν τον εαυτό τους στον υπόλοιπο κόσμο. Ένας διαρκώς μεταβαλλόμενος, παραισθησιακός κόσμος αμφίβολων συμμαχιών και άδηλων κινήτρων.

Αλλά είjonathan-coeναι εκεί ακριβώς η περιοχή του καθαρού χιούμορ όπου ο Κόου βρίσκεται στα καλύτερά του, όπως το απολαυστικό δεκαπεντασέλιδο της αλληλογραφίας ανάμεσα στον Τόμας και την γυναίκα του [σ. 147 – 164]. Μέσα από ευπρεπείς φιλοφρονήσεις και τρυφερά λόγια, αμφότεροι βρίσκουν την ευκαιρία να ταράξουν το ένας τον άλλον με τρομερή ειρωνεία, υπόνοιες απιστίας, γελοιοποιητικές ενθυμήσεις και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Η κυρία βέβαια κερδίζει στα σημεία, καθώς τον καθησυχάζει για την μοναξιά της, διηγούμενη πόσο συχνά έρχεται ο καλός της γείτονας, μεσόκοπος κύριος Νόρμαν Σπαρκς, για να την συνδράμει σε ό,τι χρειαστεί.

Η ιδέα της συναδέλφωσης των λαών μπblog-24-1958-DS-expo-Bruxellesάζει εξαρχής. Ο καθένας διεκδικεί μια δήθεν ηθική ανωτερότητα, προσποιούμενος ότι είναι κάτι διαφορετικό, ενώ όλοι είναι απελπιστικά – ή πιθανώς και παρηγορητικά – ίδιοι. Κι όμως, υπήρξε αυτή η εποχή της αισιοδοξίας, μόνο που στην πίσω της πλευρά απλώς συνεχιζόταν ο πόλεμος με άλλα μέσα. Τελικά η μόνη επανάσταση μπορεί να είναι η προσωπική; Και τελικά όλη αυτή η εμβάπτιση στην νέα ζωή δεν υπήρξε για τον Τόμας παρά μια ευκαιρία να ζήσει μια αληθινή ερωτική ιστορία; Γιατί όπως φαίνεται, στο τέλος οι χαρακτήρες θα διαπιστώσουν πως είναι κομπάρσοι της ζωής στην οποία νόμιζαν ότι θα διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο. Στην καλύτερη περίπτωση θα παραμείνουν πρωταγωνιστές της δικής τους ζωής. Και πάλι, όχι απόλυτα: ο Τόμας δεν θα κάνει ούτε εκεί την υπέρβαση: θα μείνει πιστός στους ρόλους που είχε, δοτούς ή επίκτητους, πριν από την ματιά του στον Θαυμαστό Μοντέρνο Κόσμο.

Εκδ. Πόλις, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, 2013, 362 σελ. [Jonathan Coe – Expo 58, 2013]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 166/Ιn the year 5858.

24
Ιον.
14

Κάθρην Μάνσφηλντ – Το Γκάρντεν πάρτι

Garden PartyO Τσέχοφ έκανε λάθος που νόμιζε πως, αν του είχε δοθεί περισσό­τερος χρόνος, θα είχε γράψει πιο ολοκληρωμένα, θα περιέγραφε τη βροχή και τη μαμή και τον γιατρό να πίνουν τσάι. Η αλήθεια είναι πως μόνο τόσα μπορείς να βάλεις μέσα σε μια ιστορία. Πάντα θυσιάζεις κάτι. Υποχρεώνεσαι ν’ αφήσεις έξω αυτό που ξέρεις και ποθείς να το συμπεριλάβεις. Γιατί; Δεν έχω ιδέα, αλλά έτσι γίνε­ται. Σαν να τρέχεις να μαζέψεις όσο πιο πολλά μπορείς προτού χαθούν. Αλλά δεν πιάνεται έτσι ο χρόνος. […]

….έγραφε στο ημερολόγιό της η Κάθρην Μάνσφηλντ στις 1 Ιανουαρίου του 1922. Είναι η χρονιά που εκδόθηκε ετούτη η τρίτη συλλογή διηγημάτων αλλά και το προτελευταίο έτος της σύντομης ζωής της νεοζηλανδής συγγραφέως (γεν. 1888). Η διηγηματογραφία της εστιάζει στο απλό και καθημερινό, με μια σπάνια αμεσότητα αλλά και βαθειά διεισδυτικότητα· οι χαρακτήρες βιώνουν την καθημερινότητά τους μέσα στα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια ενός μικρόκοσμου δοτού και καθορισμένου.

Υπάρχει μια ιδιαίτερη γοητεία στην σχεδόν εικαστική απόδοσή των περιστατικών – περισσότερο ζωγραφική, όχι με την έννοια της αποκλειστικά πιστής αναπαράστασης αλλά της απόδοσης ορισμένων παστέλ χρωματισμών που χρειάζονται ιδιαίτερη παρατηρητικότητα γιKMα να γίνουν αντιληπτοί. Η Μάνσφηλντ δεν περιορίζεται στην εξωτερική περιγραφή καταστάσεων και χειρονομιών, αλλά αφήνει και μικρά διαφράγματα προς τον ψυχισμό και τις σκέψεις των σκιαγραφημένων της ηρώων.

Ένα έξοχο δείγμα ενός τέτοιου παράλληλου σκοπεύτρου αποτελεί το διήγημα Μια ιδανική οικογένεια. Εδώ ο πατέρας και σύζυγος περιφέρει το εξαντλημένο του σαρκίο ανάμεσα στην πεισματική του επιθυμία να συνεχίσει να εργάζεται και στην πιεστική προτροπή της οικογένειάς του να αποσυρθεί και να ξεκουραστεί. Η αδυναμία του μπροστά στην επερχόμενη άνοιξη, τα βλέμματα οίκτου από τον περίγυρό του τη στιγμή που η σκέψη του πάντα λέει είμαι ίδιος και καλύτερός σας, η έλλειψη κατανόησης από τις γυναίκες της οικογένειάς του, ο προβληματισμός για την απόσυρση των γηρατειών, όλα καλύπτουν την μορφή του στον βασανιστικό του περίπατο.

Εδώ αναδύεται ένα από τα διαχρονικά θέματα που αγγίζει η Μάνσφηλντ: να αφήσει κανείς το έργο της ζωής του σε έναν αμφίβολης πίστης κληρονόμο, ακόμα κι αν πρόκειται για τον γιο του ή να συνεχίσει προστατευτικά να το υπηρετεί; Μπορούν να αντιληφθούν οι τρυφερές του δεσποσύνες πως χωρίς αυτό το έργο δεν θα ζούσαν την τρυφηλή τους ζωή; Ας μου συγχωρεθεί η παρορμητική συσχέτιση αλλά αυτός ο χαραKatherine Mansfieldκτήρας μου θύμισε – τηρουμένων πάντα των αναλογιών – τους δυσκίνητους, εξαντλημένους ήρωες με τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο που έχει πλάσει τόσο ο Αντόνιο Ταμπούκι όσο και ο Χουάν Κάρλος Ονέτι, ακόμα και στον τρόπο με τον οποίο βυθίζονται στο όνειρο.

Στην Παλιά Αποβάθρα ήταν σκοτεινά, θεοσκότεινα· τα υπόστεγα για το μαλλί, τα βαγόνια για την μεταφορά των ζώων, οι γερανοί που στέκονταν εκεί τόσο ψηλά, η μικρή κοντοστούπα ατμομηχανή, όλα θαρρείς λαξεμένα από πηχτό σκοτάδι. Εδώ κι εκεί, από κάποιον στρογγυλεμένο σωρό, που έμοιαζε μίσχος τεράστιου μαύρου μανιταριού, κρεμόταν ένα φανάρι, αλλά σαν να φοβόταν να ξεδιπλώσει το δειλό, τρεμουλιαστό του φως μέσα σ’ όλη αυτή τη σκοτεινάδα· φώτιζε απαλά, σάμπως μόνο γι’ αυτό. Είναι άραγε τα λόγια της συγγραφέως ή οι σκέψεις της μικρής Φενέλλα που βρίσκεται μπροστά στο παρθενικό της ταξίδι με πλοίο; Το ταξίδι δεν σκιαγραφεί μόνο με ιδιαίτερη τρυφερότητα την σχέση ανάμεσα σε ένα μικρό κορίτσι και στη γιαγιά του αλλά και την σταδιακή είσοδο σε νέες εμπειρίες: η αστερόεσσα νύχτα, ο αποχαιρετισμός με τον πατέρα της, η απώλεια της μητέρας της, η μετανάστευση. Η ωριμότερη αυτή ζωή αρχίζει ευτυχώς χωρίς προφανείς συγκινησιακές εκφράσεις και αποδίδεται περισσότερο με την διαδοχή των στιγμών και τις σιωπές.

km4Σ’ ένα ακόμα πιο μικρό κομψοτέχνημα, η Υπηρέτρια μονολογεί και εξομολογείται στην κυρία της για την άλλη κυρία που υπηρετεί – την ιδιαίτερή τους σχέση, τις τελευταίες της λέξεις, την απώλεια της παιδικότητας και, την εθελουσία θυσία του γάμου της για να παραμείνει δίπλα της, πάντα υπηρέτρια. Στα λιγότερο πυκνά διηγήματα περιγράφονται αρώματα, αντικείμενα, φωτισμοί, στιγμές που φεύγουν, εικόνες που μένουν, συναισθήματα που μένουν ανέκφραστα ή σπαταλιούνται άδικα, ταπεινές εκδηλώσεις της ζωής που όμως αποτελούν ακριβώς τα βασικότερα συστατικά της…

… ή όπως μας μαρτυρά η ημερολογιακή καταγραφή της 13ης Μαρτίου 1922: Ναι, αυτό προσπάθησα να μεταδώσω στο Γκάρντεν πάρτι. Την ποικιλία της ζωής και πως εκεί προσπαθούμε να τα ταιριάξουμε όλα. Και το θάνατο. […]Η Λάουρα πιστεύει ότι τα πράγματα οφείλουν να συμ­βαίνουν αλλιώς: πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Αλλά η ζωή δεν είναι έτσι. Δεν δέχεται να τη διευθετήσουμε. Η Λάουρα λέει: «Ήταν ανάγκη να συμβούν όλα μαζί;» Και η ζωή απαντάει: «Γιατί όχι; Πώς δηλαδή απομονώνονται;». Και συμβαίνουν όλα μαζί. Είναι αναπόφευκτο. Και σ’ αυτό το αναπόφευκτο υπάρχει, έτσι μου φαίνεται, ομορφιά…

Εκδ. ΣμίDANIELLE CORMAC as KMλη, 2006, μτφ. Μαρία Λαϊνά, σελ. [Katherine Mansfield, The Garden Party, 1922], με βιογραφικό σημείωμα της συγγραφέως, τετρασέλιδο επίμετρο με αποσπάσματα από το Ημερολόγιο και την Αλληλογραφία της, από το οποίο προέρχονται το δυο παραθέματα [σ. 267 – 268] και εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας.

Ας σημειωθεί ότι ελάχιστες είναι οι ελληνικές εκδόσεις της ιδιαίτερης αυτής συγγραφέως. Το Γκάρντεν πάρτι πέρασε και σχετικά απαρατήρητο από την κριτική, ενώ κατά ωραία σύμπτωση πριν δυο ημέρες παρουσιάστηκε από το εξαιρετικό ιστολόγιο Ο δαίμων της λογοτεχνίας εδώ.

Στην τελευταία φωτογραφία η Danielle Cormac ως Κάθρην Μάνσφηλντ στο θεατρικό έργο The Case of Katherine Mansfield [2006 – 2007].

09
Φεβ.
14

Λογοτεχνείο, αρ. 139

alasdair_gray1Άλιστερ Γκρέυ, Χαμένα κορμιά. Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας, εκδ. Νεφέλη, 2001, μτφ. Δημήτρης Βαρδουλάκης, σ. 175 – 176 [Alasdair Gray, Poor things, 1992]

ΕΙΔΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ: «Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Οι πλέον χαρούμενοι είναι οι αθώοι που νομίζουν ότι βασικά οι πάντες και τα πάντα είναι καλά. Τα περισσότερα παιδιά ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία κι έτσι ήσουν κι εσύ μέχρι που ο Χούκερ σου έδειξε, παρά τη θέλησή μου, την άσχημη πλευρά της ζωής. Η δεύτερη και μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων είναι οι ήπια αισιόδοξοι, εκείνοι που ο εγκέφαλός τους μ’ ένα ταχυδακτυλουργικό κόλπο τους επιτρέπει να αντικρίζουν τους λιμασμένους και τους ακρωτηριασμένους δίχως ίχνος δυσφορίας. Νομίζουν ότι όσοι πάσχουν το αξίζουν ή ότι η χώρα τους δεν προκαλεί, αλλά καταπολεμά τη μιζέρια ή ότι ο Θεός, η Φύση κι η Ιστορία θα τα διορθώσουν όλα κάποια μέρα. Ο δρ. Χούκερ είναι έτσι και χαίρομαι που οι δημαγωγίες τους δε σε απέτρεψαν από την αλήθεια. Το τρίτο και σπανιότερο είδος είναι όσοι γνωρίζουν ότι η ζωή είναι ουσιαστικά μια επώδυνη αρρώστια που μόνο ο θάνατος μπορεί να θεραπεύσει. Έχουμε τη δύναμη να ζούμε με τα μάτια μας ανοιχτά εκεί που άλλοι κάνουν τους τυφλούς. Είμαστε οι κυνικοί».

22
Νοέ.
13

Τζων Μπάνβιλ – Αρχαίο φως

«1Μνήμη, η πολυμήχανη ειδήμων της συγκάλυψης»

Οι λέξεις δεν ξέρουν από ντροπές ούτε τις εκπλήσσει ποτέ τίποτα, λέει ήδη από την αρχή ο αφηγητής Αλεξάντερ Κληβ προετοιμάζοντάς μας για μια ιστορία που έζησε στα δεκαπέντε του και «θα έκανε ορισμένους ανθρώπους να ντρέπονται»· όχι όμως και τον ίδιο: την ερωτική του σχέση με την κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερη κυρία Γκρέι, μητέρα του καλύτερού του φίλου. Αλλά ποιος μπορεί να είναι βέβαιος αν πρόκειται για αναμνήσεις ή επινοήσεις; Πολλοί υποστηρίζουν ότι χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, όλα τα επινοούμε στην πορεία, εξωραΐζοντας και εξιδανικεύοντας τη Μνήμη, αυτή την «πολυμήχανη ειδήμονα της συγκάλυψης».

Έστω και εν γνώσει των απατηλών της  ιδιοτήτων, ο Κληβ ανακαλεί τις πρώτες εικόνες – τις γυμνές περιπτύξεις σ’ ένα βρώμικο στρώμα μιας έρημης αγροικίας, την παρωδία σπιτικού που εκείνη έστηνε στο εγκαταλειμμένο σπί2 - John_Banville_by_Andrew_Whittuck_τι, σαν μια ισχνή αναπαράσταση οικιακής θαλπωρής. Αλλά και πάλι, αμέσως τις ποτίζει με την αβεβαιότητά του: Δε πιστεύω ότι συγκρατούμε λεπτομέρειες, ή, κι αν το κάνουμε, τις διορθώνουμε, τις λογοκρίνουμε και τις ωραιοποιούμε σε τέτοιο βαθμό ώστε να συνιστούν ένα τελείως καινούργιο προϊόν, το όνειρο ενός ονείρου, όπου το πρωτότυπο εξιδανικεύεται, όπως ακριβώς και το ίδιο το όνειρο εξιδανικεύει την κατάσταση του ξύπνου.

Πιστός στην αρχιτεκτονική ενός σύνθετου μυθιστορήματος ο Μπάνβιλ δεν αρκείται μόνο σε μια θεμελιώδη παρελθοντική διήγηση αλλά κατασκευάζει παράλληλα και μια αντίστοιχη σύγχρονη, πενήντα χρόνια μετά, όπου ο Κληβ, αποσυρθείς ηθοποιός του θεάτρου, δέχεται μια απρόσμενη πρόταση επιστροφής: την συμμετοχή του ως πρωταγωνιστή στην ταινία – βιογραφία του Άξελ Βάντερ. Ο Βάντερ αποτελεί μια άγνωστη στον Κληβ μορφή γραμμάτων, που αρχικά αποκτά τις ιδιότητες του καθηγητή, του κριτικού και του χαιρέκακου υποκινητή ερίδων.

3Όμως μια τρίτη παράλληλη αφήγηση εφάπτεται του απόμαχου παρόντος του: τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του Λυδία υποφέρουν από τον οικειοθελή χαμό της εικοσιεπτάχρονης κόρης τους Κάθριν [Κας] στην Λιγουρία. Ο αξεπέραστος πόνος βιώνεται διαφορετικά από τον ίδιο και την γυναίκα του. Εκείνος φυλάει ζηλόφθονα τις αναμνήσεις της, «προστατευμένες μέσα σε διαφάνειες, σαν σε ντοσιέ από ευαίσθητες υδατογραφίες που δεν πρέπει να τις βλέπει το φως της ημέρας», εκείνη συχνά υπνοβατεί, σαν τραγική βασίλισσα αρχαιοελληνικού δράματος που αλωνίζει τα μεσάνυχτα το παλάτι αναζητώντας με οιμωγές το χαμένο της βλαστάρι, ενώ γύρω της «τα έπιπλα του χολ χάσκουν στο μισοσκόταδο όμοια με κατάπληκτους, αποσβολωμένους θεατές».Η κοινή τους ζωή όμως μοιάζει με αδιάκοπη μυστική περιπολία αναζήτησης της Κας, στη μεταφυσική ρωγμή μεταξύ ζωής και θανάτου.

4Καθώς ο αφηγητής βυθίζεται στις μνήμες του παρελθόντος, διαβάζει την επινόηση του παρελθόντος, την ανεπίσημη βιογραφία του Άλεξ Βάντερ δια χειρός JB, πιθανώς κάποιου Τζων Μπάνβιλ, αναζητώντας παράλληλα την ύπαρξη του αληθινού Βάντερ, εφόσον ο τιμώμενος της βιοταινίας είναι κάποιος άλλος που στον πόλεμο οικειοποιήθηκε την ταυτότητά του και πήρε επιτήδεια τη θέση του. Αν μάλιστα αντιληφθούμε ότι βασικοί χαρακτήρες εδώ έχουν ήδη αποτελέσει μυθιστορηματικά πρόσωπα σε άλλα βιβλία του Μπάνβιλ, σε προγενέστερη ή ύστερη ηλικία, – το Αρχαίο Πάθος αποτελεί το τέταρτο μέρος μιας ελαστικής τετραλογίας (Έκλειψη, Θάλασσα, Σάβανο), τα μέρη της οποίας σαφώς στέκουν αυτόνομα και διαβάζονται ανεξάρτητα – τότε έχουμε πλήρη συνείδηση των χαρακτηρολογικών παιγνίων ενός λογοτέχνη – ψυχογράφου.

Ποτέ ξανά δεν είχα βιώσει τόσο έντονα την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου, αυτή την ξεχωριστή οντότητα, αυτό το ασύγκριτα αλλότριο μη – Εγώ – κάτι χειροπιαστό στη θέση του κενού, ένα απαλό βάρος στην αντίπερα μεριά του καθίσματος, ένα μυαλό σε λειτουργία, μια καρδιά που χτυπούσε.

anna-dreaming-of-love-ion-vincent-danuΟ έφηβος εραστής της κυρίας Γκρέι δεν έδινε ποτέ μέχρι τότε ιδιαίτερη προσοχή στις μανάδες, που ήταν πάντα ασαφείς, άμορφες, δίχως φύλο, ενώ το πρότυπο της ώριμης θηλυκότητας ήταν το μοντέλο μιας καλλονής από χαρτόνι πάνω στο πάγκο με τα ανδρικά εσώρουχα στο γειτονικό κατάστημα ψιλικών. Τώρα με την απρόσμενη ερωτική του ιστορία  – στην οποία κατά κάποιον τρόπο, όπως θυμάται, είναι πάντοτε Απρίλιος – δεν θα κοιτάξει καμία γυναίκα πια με τον ίδιο τρόπο. Από τις βόλτες με το ταλαιπωρημένο γκρι στέισον βάγκον και την πρώτη τους ερωτοτροπία στην μικρή κάμαρα υπηρεσίας στο σπίτι της κυρίας Γκρέι (το μοτέρ του μεγάλου ψυγείου, η μυρωδιά του απορρυπαντικού, η αδειανή σιωπή), ο νεαρός ζει ένα μεθυστικό μείγμα προσμονής και ανησυχίας, σαν να είναι παρών και ταυτόχρονα απών σε κάτι σπάνιο. Φυσικά δεν παύει να αναρωτιέται: έπρεπε να νοιώσει κολακευμένος για την επιλογή της ή μήπως αποτελούσε για εκείνην ένα τυχαίο παιχνίδι περισπασμού μιας βαριεστημένης νοικοκυράς;

Θα μπορούσε ο μύθος να περιοριστεί στην μνη5μονική ανασυγκρότηση της ιστορίας των δυο εραστών και στην παρούσα εμπειρία του ηθοποιού; Όχι από τον Μπάνβιλ, που επιλέγει να τον περιπλέξει σ’ ένα σύνθετο όλον. Ο κεντρικός χαρακτήρας δημιουργεί μια ιδιαίτερη σχέση με την συμπρωταγωνίστριά του Ντον Ντέβονπορτ, που έχει επίσης υποστεί μια απώλεια, του πατέρα της, θα μοιραστεί μαζί της ασκήσεις φυγής και αυτοχειρίας, θα διαπιστώσει πως η Μπίλι Στράικερ από την παραγωγή ενεργεί με σκοπό να ξετρυπώνει τις κρυφές αδυναμίες και οδύνες των ηθοποιών αλλά θα της αναθέσει την αναζήτηση των ιχνών της κυρίας Γκρέι, θα διαπιστώσει πως ο Άλεξ Βάντερ διαπιστώνεται πως βρισκόταν στη Λιγουρία όπου χάθηκε η κόρη του, θα συναντήσει τον περίφημο JB, θα ταξιδέψει για να αναζητήσει τα φαντάσματα των μνημών του.

6Ωστόσο, ο Χρόνος και η Μνήμη είναι υπερδραστήριοι διακοσμητές εσωτερικού χώρου, μετατοπίζουν συνεχώς τα έπιπλα, αλλάζουν διακόσμηση στα δωμάτια, ακόμα και τη χρήση τους μετατρέπουν. Η μαθητεία στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στην πράξη και τη ανάμνησή της μπορεί να διαρκεί μια ολόκληρη ζωή και πάλι είναι αμφίβολο αν θα καταφέρει κανείς να την συναρμολογήσει στην εντέλεια και  να την μετατρέψει σε ένα ακέραιο σύνολο. Ίσως πάλι η αλήθεια της βρίσκεται στο φυσικό, αρχαίο φως – εκείνο που πηγάζει από τον ορατό ουρανό στο επάνω μέρος ενός παραθύρου όταν το κοιτάζεις από τη βάση του απέναντι τοίχου – και που ο κάποτε νεαρός είδε για λίγο να φωτίζει τον ώμο της ερωμένης του σε μια ευτυχισμένη τους στιγμή.

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. Τόνια Κοβαλένκο, σελ. 285 [John Banville, Ancient Light, 2012].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τραγουδιστικό τίτλο Memory Lane.

19
Σεπτ.
13

Σάκι [Hector Hugh Munro] – Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες

Η SAKI - To tetragono avgoλογοτεχνημένη δικαίωση παιδιών και ζώων

 Θυμάμαι πολύ καλά την πρώτη μου επαφή με την λογοτεχνία του Σάκι: ο Σρέντνι Βαστάρ ήταν ένα από τα συναρπαστικότερα διηγήματα που διάβασα ποτέ. Βρισκόταν σε μια επιλογή διηγημάτων που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Ο Άγιος και το Τελώνιο [εκδ. Γράμματα, 1983, μτφ. Άρη Σφακιανάκη]. Χάρη σε μια άλλη συλλογή ιστοριών που εκδόθηκε ως Η τακτική του αιφνιδιασμού και άλλα διηγήματα [εκδ. Ποταμός, 2000, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου] διάβασα μερικές ακόμα σπαρταριστές κωμικοτραγικές ιστορίες του ευφάνταστου συγγραφέα. Και επιτέλους το εκδοτικό κενό καλύπτεται με την παρούσα πλούσια εκλογή διηγημάτων από τέσσερις συλλογές: Ο Ρέτζιναλντ στη Ρωσία, Τα χρονικά του Κλόβι, Ζώα και θηρία, Τα παιχνίδια της ειρήνης και Το τετράγωνο αυγό.

 Αμέσως έτρεξα στον Σρέντνι Βαστάρ για να ξαναδιαβάσω την ιστορία του δεκάχρονου Κόνραντιν και της κηδεμόνος του κυρίας ντε Ροπ, που στα μάτια του αντιπροσώπευε «εκείνα τα τρία πέμπτα του κόσμου που είναι αναγκαία, δυσάρεστα και πραγματικά»· τα υπόλοιπα δύο πέμπτα συνοψίζονταν σε κείνον και στη φαντασία του. Οι σπάνιες απολαύσεις του πρόσφεραν επιπρόσθετη ευχαρίστηση αν υπήρχε η πιθανότητα να είναι δυσάρεστες σ’ εκείνη ενώ εκείνη με τη σειρά της δεν θα ομολογούσε ποτέ στον εαυτό της ότι τον απεχθανόταν. Ο κόσμος του μικρού περιορίζεται στον μουντό μελαγχολικό κήπο, όπου τα παράθυρα είναι έτοιμα κάθε στιγμή να ανοίξουν για να βγει η εντολή «να μην κάνει ετούτο ή εκείνο».

10063182ef92422e6f4af6f9aa38452dΑλλά στην άκρη του κήπου, μια ξύλινη αποθήκη στη φαντασία του μετατρέπεται σε αίθουσα αναψυχής ή καθεδρικός ναός πόσο μάλλον όταν αποτελεί και το ενδιαίτημα ενός κουναβιού που του προσφέρει έντρομη χαρά. Το κουνάβι γίνεται θεός και θρησκεία του· κάθε Πέμπτη, στην σκοτεινή και μουχλιασμένη σιωπή της αποθήκης, το αγόρι λατρεύει μπροστά στο κλουβί του με μια περίτεχνη τελετή τον Σρέντνι Βαστάρ. Κι όχι μόνο: τη μυστική λατρεία ακολουθεί μια πικρή ικεσία προς το κουνάβι, «να κάνει κάτι γι’ αυτόν». Όταν η κυρία ντε Ροπ αντιλαμβάνεται τις επισκέψεις του στην παράγκα και σπεύδει να την ερευνήσει, ο θλιμμένος Κονραντίν διαισθάνεται το τέλος…

Ήξερε ότι η Γυναίκα θα ερχόταν σε λίγο με κείνο το στυφό χαμόγελο που απεχθανόταν τόσο πολύ πάνω στο πρόσωπό της, και πως σε μία, το πολύ δυο ώρες, ο κηπουρός θα μετέφερε μακριά τον υπέροχο θεό του, όχι θεό πια, παρά ένα απλό καφετί κουνάβι μέσα σε κλουβί. Και ήξερε ότι η Γυναίκα θα θριάμβευε παντοτινά όπως θριαμβεύει και τώρα, και πως εκείνο θα αρρώσταινε όλο και πιο πολύ κάτω από τη φορτική και καταπιεστική και ανώτερη σοφία της, ώσπου μια μέρα τίποτε δεν θα είχε πια σημασία γι’ αυτόν, ώσπου μια μένα τίποτε δεν θα είχε πια σημασία γι’ αυτόν, και οι γνωματεύσεις του γιατρού θα έβγαιναν αληθινές. Και μέσα στον πόνο και τη δυστυχία της ήττας του, άρχισε να ψέλνει με δυνατή και εριστική φωνή τον ύμνο του απειλούμενου ειδώλου του… [σ. 83]

tumblr_m9yf730Ji21ra9lleo1_500_Όμως στη μελαγχολική υπομονή της επερχόμενης ήττας η δειλή ελπίδα πλησιάζει ψιθυριστά και το υπέροχο, αδιανόητο τέλος της ιστορίας ολοκληρώνει ένα διήγημα υποδειγματικό, και ως προς την κλιμάκωσή του αλλά και ως προς το αφηγηματικό μοντέλο του συγγραφέα. Τα παιδιά και τα ζώα, έκθετα στον κόσμο των μεγάλων, ασφυκτιούν ανάμεσα μέσα στην στείρα λογική και τις ατέλειωτες υποχρεώσεις του και εκδικούνται με ευφάνταστους τρόπους. Άλλες φορές πάλι, παγιδεύουν ακόμα και αθώους πρεσβύτερους, ασκώντας, θαρρείς, διαχρονική δικαιοσύνη για όσα δεινά υπέστησαν από το γένος τους. Παράμερος παρατηρητής ο συγγραφέας, μας εφοδιάζει με όλες τις εσωτερικές σκέψεις των αντίπαλων χαρακτήρων του, φορτώνοντας τη γραφή του με λεκτικό πλούτο και δηλητηριωδέστατη ειρωνεία.

Ποιος να το φανταζόταν πως η συγκεκριμένη θεsaki1ματική του Σάκι δεν είναι τυχαία! Η μητέρα του σκοτώθηκε σε τραγικό δυστύχημα από αφηνιασμένη αγελάδα και το γεγονός αυτό εδραιώθηκε ως ξόρκι στη λογοτεχνία του, είτε με τη μορφή του ζώου ως φυσικού τιμωρού είτε ως άγγελος της ειρωνείας και του ανοίκειου. Στη λογοτεχνία του παραχωρεί τη θέση του τελικού νικητή στη φύση και στην αιωνόβια λειτουργία της. Μετά τον θάνατο της μητέρας του στάλθηκε στο Ντέβον για να μεγαλώσει με τις θείες του, που κατέφευγαν συχνά στην σωματική τιμωρία. Πρόκειται για την δεύτερη πηγή έμπνευσής του, καθώς αντιπαθείς θείες και συγγενείς διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλά διηγήματά του, αρχικά κυριαρχώντας και αργότερα υποφέροντας τα πάνδεινα. Έτσι ο Σάκι βρίσκει ιδανική ευκαιρία να εξευτελίσει τα γελοία ήθη και τις ψεύτικες ηθικές των «πολιτισμένων» εξουσιαστικών ανθρώπων.

JacekYerkaΚι έτσι αρχίζει ο χορός ορισμένων εξίσου απολαυστικών ιστοριών. Στην Αποθήκη ο μικρός ήρωας είναι ο Νίκολας, που διακρίνει καθαρά πως οι ηλικιωμένοι, οι σοφότεροι και καλύτεροι άνθρωποι βρίσκονται σε πολύ μεγάλη πλάνη όσον αφορά θέματα για τα οποία έχουν εκφραστεί με υπέρτατη αυτοπεποίθηση. Όταν η κατά φαντασίαν θεία του (καθώς ως θεία των εξαδέλφων του επιμένει «από κάποια αδικαιολόγητη τάση της φαντασίας της να αυτοαποκαλείται και δική του θεία») τον τιμωρεί απαγορεύοντάς του να συμμετάσχει στην οικογενειακή εκδρομή, εκείνος  απεργάζεται την εκδίκησή του. Υποκρίνεται πως θέλει να εισέλθει στον απαγορευμένο κήπο με τα φραγκοστάφυλα και εφόσον η θεία του έχει αναλάβει οικειοθελώς το αντίστοιχο βάρος, την κρατά σε επιφυλακή όλο το απόγευμα. Αντίθετα, καταφέρνει να μπει στην κλειστή αποθήκη που διατηρεί η θεία του, που ανήκει και στην κατηγορία εκείνων των ανθρώπων «που νομίζουν ότι τα πράγματα φθείρονται από τη χρήση και τα παραδίδου στη σκόνη και την υγρασία για να τα προφυλάξουν». Η αντεπίθεσή του είναι διπλή: η θεία παγιδεύεται στη στέρνα του κήπου και στις ικεσίες της για βοήθεια, εκείνος της θυμίζει την απαγόρευσή της να μπει στον κήπο: Δεν είπαμε ότι δεν πρέπει να μπω στην κήπο με τα φραγκοστάφυλα; Η φωνή σου δεν μοιάζει με της θείας μου, μπορεί να είσαι ο Σατανάς…Η θεία μου κάθε τόσο μου λέει ότι ο Σατανάς θέλει να με βάλει σε πειρασμό, για να γίνω ανυπάκουος…

66.49a-m_kienholz_imageprimacy_640Στην Ανοιχτή Μπαλκονόπορτα μια δεσποινίς δεκαπέντε Μαΐων υποδέχεται τον κύριο Νάτελ, που πραγματοποιεί την πρώτη του επίσκεψη ως γείτονας. Καθώς περιμένουν την θεία της, ατάραχη η μικρή Βέρα τον ενημερώνει για την τραγωδία του σπιτιού που σχετίζεται με την μπαλκονόπορτα του σαλονιού που δεν κλείνει ποτέ: από εκεί έφυγαν πριν από τρία χρόνια για κυνήγι ο άντρας και τα αδέλφια της θείας της και δεν ξαναγύρισαν ποτέ, και από εκεί τους περιμένει έκτοτε η θεία. Η θεία καταφτάνει και ο κύριος Νάτελ θύμα της πλατιά διαδεδομένης πλάνης ότι άνθρωποι εντελώς ξένοι και τυχαίες γνωριμίες διψούν τάχα να μάθουν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τις αρρώστιες και τις αναπηρίες σου, τις αιτίες τους, και τους τρόπους θεραπείας τους, εξομολογείται την ιατρική εντολή για ψυχική ηρεμία που τον οδήγησε στη νέα του κατοικία. Όταν οι κυνηγοί φαίνονται να πλησιάζουν την πόρτα, έντρομος ο κύριος Νάτελ παίρνει δρόμο, αφήνοντας τις οικοδέσποινες βέβαιες για την ψυχική του διαταραχή. Η Βέρα δικαιώνεται: οι τερατολογίες εκ των ενόντων ήταν η ειδικότητά της.

charlie-bearman-2Μια άλλη διαβολική νεαρή, η Λάουρα εξομολογείται στην φίλη της Αμάντα την βεβαιότητα του επικείμενου θανάτου της και την μετενσάρκωσή της σε πλάσμα κατώτερο, «κάποιο ζώο», ίσως κάποια βίδρα, και μετά πιθανώς σε μελαψό αγόρι από την Νουβία. Η Λάουρα πράγματι πεθαίνει και ο λαχανόκηπος του αντιπαθούς της συζύγου της Αμάντα αντιπάθησε υφίσταται τα πάνδεινα από μια βίδρα, που τελικά θανατώνεται, ενώ το ηρεμιστικό ταξίδι του ζεύγους στο Νείλο αναστατώνεται από ένα μαυριδερό αγόρι. Η Αμάντα πια είναι ανεπίστροφα ασθενής. Μια ταπεινωτική τιμωρία περιμένει στην Εξιλέωση τον Οκταβιανό Ρατλ, η ψυχική γαλήνη του οποίου είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την απεριόριστη αποδοχή εκ μέρους των συνανθρώπων του. Τρία κάτωχρα παιδικά πρόσωπα τον παρατηρούν πίσω από έναν φράκτη να μακελεύει τα κοτόπουλά του. Η «αμείλικτη παιδική λογική» τον αιχμαλωτίζει κλιμακωτά σε βαθύ εξευτελισμό.

41VuYv2EbxLΑλλά δεν είναι μόνο τα παιδιά και τα ζώα π3401ου κυριαρχούν στις δεκάδες ιστορίες του Σάκι. Η βυζαντινή ομελέτα σαρκάζει με απολαυστικό τρόπο τις σοσιαλιστικές ιδέες της Σόφι Τσάτελ, με τις προωθημένες της ιδέες όσον αφορά την κατανομή του χρήματος, υπό την προϋπόθεση της ευτυχούς συγκυρίας του γεγονότος ότι κατείχε και το ανάλογο χρήμα. Η καταφερόμενη εναντίον των δαιμόνων του καπιταλισμού κυρία αισθάνεται ήσυχη ότι το σύστημα με όλες τις ανισότητες και αδικίες του θα μακροημερεύσει τουλάχιστο όσο και η ίδια, τα βρίσκει σκούρα όταν, ενόψει ενός σημαντικού δείπνου στο σπίτι της,  που κινδυνεύει να ακυρωθεί εξαιτίας της άρνησης του αρχιμάγειρα να σερβίρει την περίφημη ομελέτα του και της απεργίας από το συνδικάτο των Μαγείρων και των Υπαλλήλων Κουζίνας.

61882370003222401238269Pic9781592241927_p0_v1_s260x420Κανείς δε γλίτωσε την πένα του Σάκι: αριστοκράτες ή αναμορφωτές, πολιτικοί ή συνδικαλιστές, συστημικοί ή τρομοκράτες, σπουδαιοφανείς ή ηλίθιοι, Τα απροκάλυπτα ή υπόγεια χλευαστικά του σχόλια καλύπτουν ολόκληρο το εύρος της ανθρώπινης ανοησίας και όπως γράφει στο εξαιρετικό επίμετρο ο μεταφραστής, «μέσα στην πλήξη του καιρού του, που για ορισμένους κοινωνικούς κύκλους είχε γίνει ένα είδος ιδεολογίας…είδε τη νοσηρότητα που συνόδευε αυτή τη μαγγανεία του εφήμερου και την εξάπλωση της φαυλότητας». Κι ίσως γι’ αυτό έφερε στο κέντρο της γραφής του τόσα παιδιά: ως το ηθικό αποκούμπι της ηλίθιας κοινωνίας του. Η ίδια αυτή ανίκανη κοινωνία αφάνισε αυτόν τον τόσο προικισμένο συγγραφέα, που έχασε άδικα τη ζωή του σε ηλικία 46 χρονών στην πολεμική κρεατομηχανή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μάλιστα ως εθελοντής: λάτρης της ειρωνείας ως την τελευταία του πνοή…

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. – επίμετρο Ανδρέας Σπύρου, σελ. 477 [Οι ιστορίες αντλήθηκαν από τον συγκεντρωτικό τόμο H.H. Munro – The Compete Short Stories – Saki].

Η εικονογράφηση του Σρέντι Βαστάρ [οι τρεις πρώτες εικόνες της ανάρτησης] από εδώ.

14
Ιολ.
13

Βέρνερ Βάλντμαν – Βιρτζίνια Γουλφ. Ιδιοφυής και μόνη

1Το δικό της δωμάτιο

Γι’ αυτό κι εγώ θα σας ζητούσα να γράψετε κάθε είδους βιβλία, μη διστάζοντας μπροστά σε κανένα θέμα, όσο ασήμαντο ή όσο τεράστιο κι αν σας φανεί. Ελπίζω πως θα μπορέσετε να βρείτε με οποιοδήποτε μέσο αρκετά χρήματα για να ταξιδέψετε και να τεμπελιάσετε, να συλλογιστείτε το μέλλον ή το παρελθόν του κόσμου, να ονειροπολήσετε πάνω σε βιβλία και να χαζέψετε στις γωνιές των δρόμων και να ρίξετε την πετονιά της σκέψης βαθιά μέσα στο ποτάμι. Γιατί δε σας περιορίζω με κανένα τρόπο στην πεζογραφία. [σ. 169]

Η ανάγνωση τόσο των παραπάνω φράσεων από το βιβλίο της Γουλφ Ένα δικό σου δωμάτιο όσο πλήθος άλλων αποσπασμάτων από τα έργα της αποκτά διαφορετική σημασία και περιεχόμενο, ανάλογα με τον κόσμο που επιλέγουμε κάθε φορά να φωτίζουμε μέσα στον σπάνιο βίο της. Η ιέρεια ενός ατόλμητου μοντερνισμού υπήρξε ταυτόχρονα και η μοναχικότατη θεραπαινίδα της δημιουργίας, η αδάμαστη συνειδητή θηλυκότητα βάδισε δίπλα στον εύθρυπτο ψυχισμό της, η αγωνιούσα πολιτική αγωνίστρια συνυπήρξε με την αναζητήτρια και την αποστρεφόμενη τον έρωτα.

5Τον Σεπτέμβριο του 1940 η Βιρτζίνια δούλευε ακόμα πάνω στο τελευταίο της μυθιστόρημα Ανάμεσα στις πράξεις. Μια διπλή προσπάθεια: από τη μια οι αιώνιες αγωνίες της, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στη μέγιστη έξαψη και στη βαθιά κατάθλιψη, η οποία, κάθε φορά που τελείωνε ένα βιβλίο, έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και την έριχνε στις αβύσσους· από την άλλη πλευρά ο πόλεμος που ενίσχυε την ψυχοσωματική της επιβάρυνση. Τα θλιβερά ερείπια των παλιών μου χώρων, γκρεμισμένα· τα παλιά κόκκινα τούβλα, όλα τους άσπρη σκόνη […], όλη η τελειότητα ερημωμένη και ρημαγμένη.

3 virginia_woolf_by_keyworkdove-d38yqveΑν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ράγισε για την ίδια και τόσους άλλους το προσωπείο κάθε ανθρώπινης αρμονικής συνύπαρξης, ο Μεγαλύτερος Πόλεμος άρχισε να γκρεμίζει τα τελευταία εναπομείναντα θεμέλιά της. Η Γουλφ πάντα είχε  ζωηρό ενδιαφέρον για την πολιτική – κάτι που δεν υποψιάζεται κανείς διαβάζοντας τα μυθιστορήματά της – και μισούσε τη βία οποιασδήποτε μορφής, ιδίως τη ραφιναρισμένη και συγκαλυμμένη βία της κοινωνίας, που επέβαλλε στους ανθρώπους ένα ξένο τρόπο ζωής. Τώρα η συντριβή ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο σύζυγός της Λέοναρντ ήταν και Εβραίος και σοσιαλιστής και εύκολα μπορούσαν να φανταστούν τις τους περίμενε, γι’ αυτό και αμφότεροι μιλούσαν εντελώς ανοιχτά για αυτοκτονία σε περίπτωση εισβολής του εχθρού.

Virginia WoolfΗ ιδιάζουσα στράτευση της Γουλφ είναι μία μόνο από τις πολλαπλάσιες πλευρές της πολλαπλής προσωπικότητάς της, πλευρές που όλες ανεξαιρέτως διαπερνά πυκνά, σύντομα και αρκούντως διεισδυτικά Γερμανός βιογράφος (γεν. 1944, παλαιότερα σεναριογράφος στη Βαυαρική Ραδιοφωνία, επιμελητής εκδόσεων και μονογράφος των αδελφών Μπροντέ, νυν στέλεχος σε διεθνή όμιλο μέσων μαζικής ενημέρωσης). Απέναντι στις λεπτομερείς, εξαντλητικές και εξονυχιστικές βιογραφίες που καταγράφουν τα πάντα για τον συγγραφέα, την οικογένεια και το περιβάλλον του, ο Βάλντμαν προτίμησε το δρόμο της πυκνής, περιεκτικής αλλά σε κάθε περίπτωση ολικής κατόπτευσης του προσωπικού και συγγραφικού βίου, συχνά αφήνοντας την ίδια τη συγγραφέα να συμπληρώσει τα κενά που επίτηδες δημιουργεί η δική του εξιστόρηση, δίνοντας χώρο σε πλήθος κειμένων της, που έχουν ακριβώς επιλεχθεί ώστε να μιλούν από μόνα τους στην εκάστοτε περίσταση.

2Κάποιες φορές φοβάμαι τον εαυτό μου, άλλες φορές πάλι σκέφτομαι ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει ακριβώς όπως κάποιος άλλος άνθρωπος, έγραφε σ’ ένα από τα αμέτρητα Γράμματά της, και η θέση της εξομολόγησης στο νέο κείμενο δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ξεφυλλίζεται η ζωή της από τις νεαρότατες μέρες  που ελκύθηκε από την Γλώσσα, μαγεύτηκε από τους ήχους της, απορροφήθηκε από τις συλλαβές της, μιμήθηκε τις προφορές της. Ακολούθησαν τα προσωπικά της μανιφέστα για την απελευθέρωση της γυναίκας από την κυριαρχία του άντρα – A Room of One’s Own  (1929), Three Guineas (1938) –, και η μέγιστη συμπάθεια προς τις γυναίκες, κυρίως για την περιφρόνηση  τους προς τις κοινωνικές συμβατικότητες αλλά και για την πληρότητά τους. Η συγγραφέας ένιωθε πιο κοντά στις γυναίκες, γεγονός που ενδεχομένως μπορεί να γίνει εν μέρει κατανοητό ως αποτέλεσμα μιας πολύ έντονης προσκόλλησης στη μητέρα της. Μέχρι τα σαράντα, όπως είχε πει, την καταδίωκε η παρουσία της · ίσως αναζητούσε τη μητρική στοργή, την αίσθηση της σιγουριάς, που την έβρισκε πιο εύκολα στην επαφή με τις γυναίκες παρά με τους άνδρες. Η σεξουαλική πράξη δεν της πρόσφερε καμία απόλαυση, αντιθέτως της προκαλούσε απέχθεια.

virginia_woolf1Σε μια άλλη πλευρά, η Γουλφ έγραψε ως ανήσυχη της φόρμας και δαιμόνια της πρωτότυπης εξιστόρησης, αποθεώτρια της λεπτομέρειας και ρέουσα της αεικίνητης συνείδησης, που ρέει όπως Τα κύματα, που ευτύχησαν να έχουν το ολόδικό τους βιβλίο και ακατάπαυστα να ηχούν μέχρι σήμερα. Από τα πάμφωτα, ευτυχή παιδικά καλοκαίρι στην Κορνουάλη και την πνευματική διέγερση της ατμόσφαιρας του Μπλούμσμπερι μέχρι την αναζήτηση κάθε φωτός Στο Φάρο και κάθε φύλου στο Ορλάντο, η πορεία της έρευσε ως το γειτονικό της ποτάμι το 1941 και την αποχώρηση από τα γήινα τετριμμένα, αφού έγραψε στον φύλακα – άγγελό της Λέοναρντ Γουλφ:

VWLΠολυαγαπημένε, νιώθω στα σίγουρα ότι τρελαίνομαι ξανά. Νομίζω ότι δεν αντέχουμε νε περάσουμε μια τέτοια φριχτή περίοδο για μία ακόμα φορά. Και αυτή τη φορά δεν θα ξαναγίνω καλά. Ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Γι’ αυτό κάνω ό,τι μου φαίνεται καλύτερο σε αυτές τις συνθήκες. Μου χάρισες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Ήσουν για μένα όλα όσα μπορεί να είναι κάποιος για ένα άλλο. Δεν πιστεύω ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι – μέχρι που ήρθε η φριχτή αρρώστια. Δεν μπορώ να την πολεμήσω άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου κι ότι χωρίς εμένα θα μπορούσες να δουλέψεις. Και ξέρω ότι θα το κάνεις. […] Αν κάποιος θα μπορούσε να με σώσει, αυτός θα ήσουν εσύ. Όλα, εκτός από τη βεβαιότητα για τη δική σου καλοσύνη με έχουν εγκαταλείψει. Δεν μπορώ να καταστρέφω άλλο τη ζωή σου. Δεν πιστεύω ότι δύο άνθρωποι θα  μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ όσο ήμασταν εμείς. [σ. 181]

Εκδ. Μελάνι, 2008, μτφ. Μαρίνα Μπαλάφα, επιμ. Πελαγία Τσινάρη, σελ. 200 με χρονολόγιο, μαρτυρίες (Ε.Μ. Φόρστερ, Βάλτερ Γιενς, Γκύντερ Μπλέκερ, Κρίστοφερ Ίσεργουντ, Ελίζαμπεθ Μπόουεν, κ.ά.) και βιβλιογραφία [8+8+2 σελίδες] καθώς και γυαλιστερό δεκαεξασέλιδο με μαυρόασπρες φωτογραφίες [Werner Waldmann, Virginia Wolf, 1983/2006].

04
Μαρ.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 133

Foto Martin Amis x Lisbeth Salas3 ANAGRAMAΜάρτιν Έιμις, Το καλοκαίρι του έρωτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σ. 72 [Martin Amis, The pregnant window, 2010].

Καθώς δρασκελίζεις τον μισό αιώνα, η σάρκα, αυτό το περιτύλιγμα του ατόμου, αρχίζει να εξασθενεί. Και ο κόσμος είναι γεμάτος λεπίδες και αιχμές. Για μια δυο χρονιές τα χέρια σου είναι τόσο σημαδεμένα και γρατσουνισμένα όσο το γόνατο ενός μαθητάκου. Ύστερα μαθαίνεις να προφυλάσσεσαι. Κι αυτό θα εξακολουθήσεις να κάνεις ωσότου, κοντά στο τέλος, εκτός από το να προφυλάσσεσαι, δεν κάνεις πια τίποτε άλλο. Και ενώ μαθαίνεις πώς να το κάνεις, ένα κλειδί είναι σαν καρφί, το σκέπασμα του γραμματοκιβωτίου είναι κρεατομηχανή κι ο ίδιος ο αέρας είναι γεμάτος λεπίδες κι αιχμές.

02
Φεβ.
12

Νικ Χόρνμπυ – Η Τζούλιετ γυμνή

Ροκ μύθος, ιδιωτικός θρήνος

Είχαν και οι τρεις τους την ίδια ανάγκη για το άγνωστο, την ίδια υποψία ότι όταν ένα μουσικό κομμάτι αγαπιέται από μεγάλο αριθμό ανθρώπων, χάνει την αξία του, με κάποιον περίεργο τρόπο. (σ. 210)

Βαθύς γνώστης της νεανικής κουλτούρας και του ροκ, ο Χόρνμπι καταδύεται στην μυθοποίηση που συνοδεύει μουσικές προτιμήσεις και μανίες. Το παραμύθιασμα δεν γνωρίζει ηλικίες και ο μεσήλικας Ντάνκαν εμπλέκεται παθολογικά με τον Τάκερ Κρόου, μουσικό του ’80, η ιστορία του οποίου περιέχει παν μυθοποιητικό στοιχείο: έναν μνημειώδη δίσκο («Τζούλιετ»), τον σπαρακτικό χωρισμό από την γυναίκα – μούσα και την οριστική «εξαφάνισή» του.

Θα περίμενε κανείς στην εποχή της διαδικτυακής πληροφοριο-κρατίας να μην υπάρχει χώρος για τέτοιες ιστορίες: τίποτα δε μένει αφώτιστο από τα πίξελ. Κι όμως! Το ίδιο το ίντερνετ, μέσω της συνάθροισης των φανς, μπορεί όχι απλώς να γιγαντώνει μύθους αλλά και να τους διασπέρνει σε απειράριθμες εκδοχές. Οι αυτοαποκαλούμενοι Κροουολόγοι συγκατοικούν στα λάπτοπ, αναγνωρίζουν ακόμα και αιρέσεις στο δόγμα τους, αναζητούν το εξαφανισμένο είδωλο, εικάζουν σχετικά με την σιωπή και τον δημιουργικό του θάνατο. Με την απρόσμενη κυκλοφορία μιας πρωτόλειας ακουστικής έκδοσης του δίσκου επιδίδονται στην ενδελεχή ανάλυση και υπερθεματισμό του, με εξαίρεση την Άννι. Σύντροφος του Ντάνκαν σε μια κουρασμένη σχέση που διατηρείται συγκολλημένη λόγω κοινών γούστων και απέχθειας για την κωμόπολή τους, είναι η πρώτη που διαρρηγνύει τον μύθο με μια ψύχραιμη κριτική. Κι ο Κρόου αυτοπροσώπως την δικαιώνει μέσω μέιλ!

Ο Χόρνμπι σαρκάζει χαϊδευτικά τους εμμονικούς της ροκ μυθολογίας που επιδιώκουν να ζήσουν τη (απολαυστικότερη;) ζωή κάποιου άλλου. Οι εκστατικοί υμνολόγοι της Τζούλιετ εκτίθενται καθώς η γυμνή εκδοχή της αποκαλύπτει έναν «αδυσώπητο χαρακτήρα απέχθειας». Ο χώρος μεταξύ Ντάνκαν και Άννι δεν καταλαμβάνεται πλέον, σαν κομματάκι ενός παζλ, από τον Τάκερ, αλλά μένει κενός. Εκείνη έχει να αντιμετωπίσει μια δεύτερη κενή συνύπαρξη: με αφορμή την οργάνωση μιας έκθεσης στο μικρό μουσείο όπου εργάζεται και την συμμετοχή των κατοίκων με κατάθεση ασήμαντων εκθεμάτων, συλλογίζεται πάνω στη σπατάλη του ανθρώπινου δυναμικού στον οποιοδήποτε μικρόκοσμο. Αναζητά απεγνωσμένα τον ενεστώτα χρόνο όταν όλοι μιλούν ασταμάτητα στον παρατατικό.

Ο Τάκερ, με πέντε παιδιά από τέσσερις διαφορετικές γυναίκες, προτιμά να αυτοσαρκάζεται παρά να ωριμάσει συναισθηματικά, ενώ σαστίζει με την εμμονή της σύγχρονης κοινωνίας για τον φυσικό πατέρα, προτιμώντας την ιδέα των τρυφερών πατριών των παιδιών του (από τους οποίους αισθάνεται ούτως ή άλλως κατώτερος). Ακόμα και στη νοσοκομειακή κλίνη, όπου γύρω του μαζεύεται «η ζωή του» περισσότερο αισθάνεται ως ο ηγέτης μιας θρησκευτικής κοινότητας ανασφαλών πιστών· μια άχρηστη καλλιτεχνική φύση χωρίς τελικό προϊόν, ένας πρώην «κάτι» που χαράμισε τα ταλέντα του και έχασε την ζωή μέσα από τα χέρια του. Η ζωή και η καριέρα του συνεχίζονται μόνο στο Google, όπου κανείς δεν ξεχνιέται. «Ίσως πρέπει να γράψεις ο ίδιος τη σελίδα σου στη Βικιπαίδεια, ώστε τα παιδιά σου να ξέρουν κάτι για σένα» του λέει μια κόρη του. Όμως η διαδικτυακή του εικόνα τον απέτρεπε να ξαναβγεί στον κόσμο. Όταν ο μύθος του ήταν τόσο συναρπαστικός, πώς να εμφανιστεί ως καλοξυρισμένος διοπτροφόρος πατέρας; Δικαιούται ένας ροκ μουσικός να ζει σαν δημόσιος υπάλληλος; Προτίμησε την εικόνα ενός σαλεμένου ερημίτη, αλλάζοντας «θέσεις» με κάποιον αγρότη.

Το αποστειρωμένο μάτι ενός καρχαρία – το σπουδαιότερο θέλγητρο της έκθεσης – συνοψίζει τους περίκλειστους μικρόκοσμους των κατοίκων (ο καθένας ζει στο παραμύθι του κόσμου του) αλλά και την συνειδητοποίηση πως το ζευγάρι δέθηκε ακριβώς εξαιτίας της περιφρόνησής για όλα αυτά. Η μονολογούμενη φράση «Φτάνει πάντοτε μια στιγμή που βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τις αυταπάτες σου, συνειδητοποιώντας πόσο αξιολύπητες είναι» εκφράζει και τους τρεις. Κι όταν αυτοί συναντιούνται, οι ειρωνείες διασταυρώνονται: ο Ντάνκαν γνωρίζει περισσότερα για τον Τάκερ απ’ ότι ο ίδιος («θέλω να δω πόσα ξέρω για την ίδια μου τη ζωή»), ο τελευταίος θα παίξει στην επαρχιακή έκθεση, η Τζούλι δεν του ήταν καν συμπαθής, ο δίσκος περιείχε ψέματα. Η σχέση του με την Άννι παρά την προ-οργασμική θλίψη και τον συνεχιζόμενο εθισμό στην διαδικτυακή επικοινωνία θρέφει αποφάσεις: εκείνη θα φύγει κι εκείνος θα ξαναδημιουργήσει, ακόμα κι αν «προδώσει» τους φανς. Τουλάχιστο αυτή τη φορά κανείς δεν θα προδώσει τον εαυτό του.

Πάλι έπιασε το κατάλληλο πόστο ο Νικ. Ακριβώς ανάμεσα στη μυθοποίηση και την απομυθοποίηση του ροκ.

Εκδ. Πατάκη, 2009, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, σελ. 385 (Nick Hornby, Juliet Naked, 2009).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

29
Ιαν.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 104

Ρόαλντ Νταλ, «Εδουάρδος ο κατακτητής» σε: Απροσδόκητες ιστορίες, εκδ. Ποταμός, 2001, μτφ. Ολυμπία Παγουλάτου, σ. 398-400 [Roald Dahl, Edward the Conqueror, Tales of the Unexpected, 1979]

Κάτω απ’ τον τίτλο ΜΕΤΕΝΣΑΡΚΩΣΗ βρήκε ένα βιβλίο που λεγόταν Επαναλαμβανόμενες Επίγειες Ζωές – Πώς και Γιατί, κάποιου Φ. Μίλτον Ουίλις, έκδοση του 1921. Κάτω απ’ τον τίτλο Λιστ, βρήκε δύο τόμους με τη βιογραφία του. Πήρε και τα τρία βιβλία, μπήκε στο αυτοκίνητό της και γύρισε σπίτι.
Όταν έφτασε στο σπίτι, ακούμπησε τον γάτο πάνω στον καναπέ, κάθισε δίπλα του με τα τρία βιβλία και ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη. Αποφάσισε να ξεκινήσει με το βιβλίο του κυρίου Φ. Μίλτον Ουίλις. Ο τόμος ήταν λεπτός και κάπως βρόμικος, είχε όμως ένα κάποιο ειδικό βάρος, και το όνομα του συγγραφέα απέπνεε κύρος.

Το δόγμα της μετενσάρκωσης, διάβασε, ορίζει ότι οι ψυχές μεταβαίνουν σε ολοένα ανώτερες μορφές ζωής. Ένας άνθρωπος, επί παραδείγματι, δεν δύναται να ξαναγεννηθεί ως ζώο, όπως ακριβώς ένας ενήλικας δεν μπορεί να ξαναγίνει παιδί. …Γύρω από το κέντρο της συνείδησης του καθενός από εμάς υπάρχουν, εκτός από το συμπαγές εξωτερικό σώμα, τέσσερα άλλα σώματα, αόρατα για το κοινό ανθρώπινο μάτι, απολύτως ορατά, όμως, για εκείνους των οποίων οι ικανότητες αντίληψης υπερφυσικών πραγμάτων έχουν γνωρίσει την απαραίτητη ανάπτυξη…

Παρακάτω στο βιβλίο, βρήκε μια λίστα με μερικές από τις πιο διάσημες μετενσαρκώσεις. Ο Επίκτητος, λέει, επέστρεψε στη γη ως Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, ο Κικέρων ως Γλάδστων, ο Αλφρέδος ο Μέγας ως Βασίλισσα Βικτωρία, ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής ως Λόρδος Κίτσενερ. Ο Πυθαγόρας επέστρεψε ως Δάσκαλος Κουτ Χούμι, που είναι ο κύριος που ίδρυσε τη Θεοσοφική Σχολή, μαζί με τη Μαντάμ Μπλαβάτσκυ και τον Συνταγματάρχη Χ.Σ. Όλκοτ (τον διακεκριμένο αμερικανό δικηγόρο, μετενσάρκωση του Ασόκα Βαρντχάνα, βασιλιά της Ινδίας). …Ο Ρούσβελτ και ο Καίσαρ συνυπήρξαν πολλές φορές ως στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες. Σε μία μάλιστα από τις ενσαρκώσεις τους χιλιάδες χρόνια πριν, υπήρξαν ζευγάρι….

24
Ιαν.
12

David Lodge – Ανήκουστος βλάβη

Το άλγος της απόσυρσης

Ζω προσπαθώντας διαρκώς να οχυρωθώ ενάντια στα δεινά της κλονισμένης υγείας και στις άλλες συμφορές της ζωής δια της ιλαρότητας, όντας απολύτως πεπεισμένος ότι κάθε φορά που ένας άνθρωπος χαμογελά – ακόμα δε περισσότερο γελά – προσθέτει κάτι σ’ αυτό το θραύσμα της ζωής που ζούμε: η αφιέρωση του Λόρενς Στερν στο Τρίστραμ Σάντι εκφράζει ιδανικά την περίπτωση του 64χρονου Ντέσμοντ Μπέιτς, καθηγητή Γλωσσολογίας σε μια βόρεια αγγλική πόλη και κεντρικού, πρωτοπρόσωπου ήρωα και αφηγητή. Η προϊούσα βαρηκοΐα του (οι κουβέντες του περίγυρου ακούγονται «σαν στίχοι ντανταϊστικού ποιήματος ή φράσεις του Τσόμσκι») τον οδηγεί σε πρόωρη συνταξιοδότηση από το Πανεπιστήμιο καθώς αρνείται να εφαρμόσει άλλη διδασκαλία από την διαλεκτική. Αναζητώντας παραδείγματα βαρήκοων δημιουργών διαβάζει Φίλιπ Λάρκιν, την σπαρακτική «Διαθήκη» του Μπετόβεν ή για τον Γκόγια, στον οποίο «η κώφωση είχε σηκώσει ένα πέπλο: όταν παρατηρούσε την ανθρώπινη συμπεριφορά απερίσπαστος από τη φλυαρία του λόγου, την έβλεπε όπως ακριβώς ήταν  – μοχθηρή, κυνική και παρανοϊκή, σαν παντομίμα σε ψυχιατρικό άσυλο». Εκείνος όμως στερημένος από κάθε καλλιτεχνική δημιουργία νοσταλγεί τον ρυθμό της ακαδημαϊκής χρονιάς όπως ένας χωρικός θα νοσταλγούσε τις αλλαγές των εποχών, ενώ οι χαρές του γραπτού λόγου ακυρώνονται από την απώλεια επαγγελματικών κινήτρων. Μένει μόνο η διακωμώδηση και ο αυτοσαρκασμός: η κωφότητα είναι πάντα κωμική.

Παντρεμένος σε δεύτερο γάμο με τη Φρεντ (η πρώτη γυναίκα του έχει πεθάνει) έχει δυο μεγάλα παιδιά που δεν ζουν μαζί τους, ο Μπέιτς παλεύει με την πλήξη μακριά από τα παιδιά και των δυο έχουν κάνει τις δικές τους οικογένειες αλλά και απ’ τους φοιτητές του, που πάντα λειτουργούσαν αναζωογονητικά για τον ίδιο. Η συνέχιση μιας όσο το δυνατό φυσιολογικής ζωής (που μετατρέπεται σε αγώνα αποφυγής ντροπιαστικών συναισθημάτων) και η εξισορρόπηση του άλγους της απόσυρσης με νέες δραστηριότητες τον καθιστούν ευάλωτο στην πρόταση μιας μεταπτυχιακής φοιτήτριας να συνδράμει στην διατριβή της περί υφολογικής ανάλυσης των αυτοκτονικών σημειωμάτων. Η μελέτη «των ύστατων δηλώσεων προς τον κόσμο», πέρα από την υπονόμευση ενός αντιπαθή καθηγητή, τού προσφέρει την ευκαιρία μιας νέας «διδασκαλικής» προσφοράς και μια αναζωογονητική επικοινωνία μαζί της· εκείνη, στερούμενη ηθικών φραγμών, επιχειρεί να τον παγιδεύσει με τα όπλα της ξεδιάντροπης πρόκλησης και της πλήρους υποταγής.

Η ιστορία όμως είναι πολυεπίπεδη και περιέχει περισσότερα «δεινά». Η σύζυγός του, την ερωτική σχέση με τον οποία προσπαθεί να αναζωογονήσει, τον κατηγορεί για εσκεμμένη χρησιμοποίηση της κατάστασής του για ιδία οφέλη. Ο γηραιός πατέρας του, που προτιμά να μένει μόνος και ευχαριστημένος με τα ελάχιστα στο σπίτι που αγάπησε παρά να μεταφερθεί σε οίκο ευγηρίας, τού υποδεικνύει μια δική του μελλοντική καρικατούρα και τον προβληματίζει για τα όρια του δικαιώματος επιλογής, την φθορά, τα γηρατειά. Όλα αυτά αναζητούν φιλοσοφημένους τρόπους αντιμετώπισης αλλά και προκαλούν σπαρταριστές καταστάσεις. Αποκορύφωμά τους η καταστροφική οικογενειακή εορταστική σύναξη με τέκνα και πρώην συζύγους, με καυστικότατες απόψεις περί Χριστουγέννων, για τον παραλογισμό της ιεροτελεστίας της ανταλλαγής δώρων, την εξάντληση από την στενή οικογενειακή συναναστροφή, την μάταιη αναζήτηση λίγης ησυχίας (σε σημείο να επιθυμεί την ήρεμη βάρδια ενός υπαλλήλου ασφαλείας) και την απολαυστική παρουσία του γέροντα, ανεξάντλητης πηγής θυμηδίας, εκνευρισμού ή αμηχανίας, με τις διαρκείς ανακοινώσεις για την κατάσταση της κύστης και των εντέρων του. Ένα τραγελαφικό τουριστικό διήμερο με φιλικό ζευγάρι επισφραγίζει την νέα συγκυρία . Είπαμε: Βαρηκοΐα και κωμωδία πάνε πάντα χέρι χέρι.

Η ημερολογιακή γραφή του Ντέσμοντ (ενίοτε «αντί – αυτοκτονικού σημειώματος») συμβαδίζει με την γνώριμη, ερεθιστική κωμωδιογραφία του Λοτζ, που δεν φοβάται να αγγίξει ευαίσθητα ζητήματα προσεγγίζοντας το σοβαρό στοιχείο με γενναία δόση κωμικότητας και αντίστροφα. Μονάχα έτσι ξορκίζονται οι μικρές και μεγάλες τραγωδίες της ζωής. Ο μύθος διανθίζεται από ενδιαφέρουσες σκέψεις για θέματα γλωσσικής εκφοράς, την ύποπτη φύση της θρησκείας, τους οίκους ευγηρίας, το ενίοτε πολύτιμο δώρο της σιωπής, την κώφωση και τις σχετικές «θεραπείες», το δίπολο Βορρά – Νότου, την κινεζική βιομηχανική παντοκρατορία, και τις πάντα ενδιαφέρουσες σκέψεις των Λοτζικών ηρώων σχετικά με τα πολιτικά γεγονότα ή, όπως εδώ, με τις εναλλακτικές λύσεις για την κατάργηση των ανθρακωρυχείων. Και ξανά την αδυναμία του λόγου να περιγράψει οριακές εμπειρίες, όπως μια επίσκεψη στο Μπίρκεναου,

Δεν λείπουν εξαίρετες συγκινησιακές σελίδες την ευθανασία της πρώτης συζύγου και κυρίως για την αντιστροφή των ρόλων, καθώς τώρα ένας πατέρας βρίσκεται υπό την φροντίδα του γιου, το πατρικό σπίτι με τη ραγισμένη φορμάικα, τη φθαρμένη μοκέτα και τις βουλιαγμένες πολυθρόνες «όπως τα θεατρικά σκηνικά του πρώιμου Πίντερ», την διαμονή ύστερα από δεκαετίες στην παιδική κρεβατοκάμαρα, κάτω από το λάβαρο της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας. Το τίμημα της μοιραίας δεσποσύνης πληρώνεται στο ακέραιο, αν και κάποια στιγμή ομολογεί σ’ έναν ομοιοπαθή συνάδελφο: Δε θα μου έκανε εντύπωση αν μια μέρα μας έβλεπα και τους δυο σε κάποιο εκτυλισσόμενο στο χώρο του πανεπιστημίου μυθιστόρημα. Αλλά εκείνο που διαπερνά αξέχαστα τις σελίδες είναι η διάψευση της βεβαιότητας πως έχει εισπράξει το μερίδιο κακοτυχίας που του αναλογεί κι ότι δεν χρωστά πουθενά. Και ο ταχύς, ανελέητος χρόνος: Αν υπήρξαν, κατά καιρούς, ασήμαντες παρεξηγήσεις στην κοινή μας ζωή, τώρα μπορώ να δω καθαρά πόσο εύκολα μπορεί κανείς να υποτιμήσει το χρόνο που περνάει και φεύγει.

Ο συγγραφέας έγκαιρα επισημαίνει το σχεδόν ομόηχο των death sentence και deaf sentence (: ο πρωτότυπος τίτλος). Η κουφότητα προκαλεί μια μορφή θανάτου αλλά και διαφορετικές θεωρήσεις των πραγμάτων (: δεύτερη σημασία του sentence)· αυτές είναι τελικά που οδηγούν προς μια υπέρτατη κατάφαση ζωής. Καλύτερα να στέκεσαι στη ζωή και να εκτιμάς το χρόνο που περνάει και φεύγει, ή, με τα λόγια του μνημονευόμενου Μπρους Κάμινγκς: Προσωπικά μου αρκεί η τιμή ότι ανήκω στο σύμπαν – ένα τέτοιο σπουδαίο σύμπαν, και μια τόσο σπουδαία τάξη πραγμάτων. Ούτε ο ίδιος ο Θάνατος δεν μπορεί να μου στερήσει αυτή την τιμή. Γιατί τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει το γεγονός ότι έζησα, ότι εγώ υπήρξα εγώ, έστω και για ένα τόσο μικρό διάστημα. … Ο θάνατος δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω απ’ το να σε σκοτώσει.

Ένα τόσο συγκινητικό, αξιανάγνωστο, απολαυστικό μυθιστόρημα – και, επιτέλους, σε ιδανική έκταση!

Εκδ. Bell, 2009, μτφ. Έφη Τσιρώνη, σελ. 346 (David Lodge, Deaf Sentence, 2008).

16
Ιαν.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 103

Τζερόμ Τζερόμ, Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος), εκδ. Τεκμήριο, 1980, μτφ. Γιάννης Ευαγγελίδης, σ. 73 [Jerome K. Jerome, Three Men in a Boat (To Say Nothing of the Dog), 1889]

Είμαστε, άντρες και γυναίκες, πλασμένοι για τον ήλιο. Αγαπάμε τη ζωή και το φως. Γι’ αυτό και στριμωχνόμαστε στις μεγάλες πόλεις κι αφήνουμε την ύπαιθρο, χρόνο με το χρόνο, να ερημώνεται. Τη μέρα, στο φως του ήλιου, όταν η φύση είναι ξύπνια και γεμάτη κίνηση, οι πλαγιές των λόφων και τα πυκνά δάση μας γοητεύουν. Μα τη νύχτα, όταν η Μάνα Γη κοιμάται και μεις μένουμε ξάγρυπνοι, α! ο κόσμος, τότε, μας φαίνεται πολύ έρημος και μας πιάνει φόβος, σαν παιδιά που μείναν μόνα σ’ ένα άδειο σπίτι. Αναστενάζουμε με νοσταλγία και λαχταράμε τους φωτισμένους δρόμους της πόλης, την ανθρώπινη φωνή και τον καθησυχαστικό παλμό της ζωής. Μέσα στη βαθιά σιωπή νοιώθουμε μικροί κι αβοήθητοι. Όταν τα φύλλα των δέντρων θροΐζουν με τον νυχτερινό αέρα, μας τριγυρίζουν ένα σωρό φαντάσματα που αναστενάζουν με παράπονο, μας γεμίζουν μελαγχολία. Τρέχουμε, τότε, όλοι μαζί στις πόλεις, ανάβουμε μεγάλα βεγγαλικά από εκατομμύρια φώτα γκαζιού, φωνάζουμε και τραγουδάμε για να νοιώσουμε πάλι γενναίοι.

22
Μάι.
11

Christos Tsiolkas – Νεκρή Ευρώπη

Ανύπαρκτη ήπειρος, ψευδής πατρίδα

Αυτή είναι μια Ελλάδα που πεθαίνει. Βγάλε τις φωτογραφίες σου· την επόμενη φορά που θα έρθεις εδώ όλα αυτά θα έχουν πεθάνει.

Ο αφηγητής εναποθέτει στην φωτογραφική του τέχνη κάθε ελπίδα κατανόησης του νεοελληνικού αστικού τοπίου και βίου· άλλωστε η επιστροφή του στην προγονική Ελλάδα γίνεται με αφορμή μια έκθεση έργων του. Η περιπλάνησή του όμως σε Αθήνα και επαρχία θρυμματίζει κάθε προσδοκία καλλιεργημένη και καλλωπισμένη στους μεταναστευτικούς κόλπους  της Μελβούρνης. Μπορεί να θεαθεί η ψυχή της πόλης μέσα από τον ευρυγώνιο  φακό, να αποκαλυφθούν οι ημίφωτες γωνίες με την ρύθμιση ενός διαφράγματος, να αιχμαλωτιστεί ο χρόνος της με την ταχύτητα του κλείστρου; Πού βρίσκεται το αληθινό της πρόσωπο; Στα κλειστοφοβικά δωμάτια ή στους αγοραφοβικούς δρόμους, στα μελαγχολικά μπαλκόνια ή τις δύσοσμες διαδρομές; Και μέσα από το σκόπευτρο ποιος θα κοιτάζει;

Ο 35χρονος φωτογράφος πασχίζει να δει μέσα απ’ τα μάτια ντόπιων και ξένων. Διαπιστώνοντας πως κάθε ένδειξη ελληνικότητας πάνω του έχει επισκιαστεί από την προφορά και τους τρόπους του, αντιμετωπίζοντας τον φθόνο και το παράπονο των γηγενών (χαρακτηριστική η στιχομυθία μ’ έναν γέροντα χωριανό, αν οι μετανάστες ξέχασαν εκείνους ή το αντίστροφο) ο «αδαής ταξιδιώτης από τους αντίποδες» αναρωτιέται σε ποιο δελτίο εθνικής, πολιτισμικής ή φαντασιακής ταυτότητας είναι καταχωρημένος. Σε μια Οδύσσειά τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική αναζητά τη συνάντηση με το κληρονομημένο οικογενειακό παρελθόν στην Ελλάδα σκοτεινότερων εποχών που «έδιωξε» τους γονείς του – η Αυστραλία υπήρξε επιλογή πολιτικής διαφυγής και απόδραση από την επαρχιακή ασφυξία για πατέρα και μητέρα αντίστοιχα – και με το ευρύτερο φαντασιακό κέλυφός της, την Ευρώπη.

Απέναντι στις ματαιωμένες προσδοκίες στέκεται ο αντίλογος του αυτόχθονος κατά της μαζοχιστικής εμμονής με το παρελθόν, που αναρωτιέται γιατί να στερηθεί το εισαγόμενο καταναλωτικό λούστρο της νέας τους ζωής (δεδομένο για τον χορτασμένο ξένο) μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί στις νοσταλγίες των παιδικών φωτογραφιών και τις προσδοκίες των τουριστικών καρτ ποστάλ. Σε αντίθεση με τον γκρίζο κι ενίοτε βρόμικο ρεαλισμό της παροντικής αφήγησης, που εκφράζει ιδανικότερα και τις ομοερωτικές αναζητήσεις του ήρωα, ο συγγραφέας (Μελβούρνη, 1965) επιλέγει τις φωτοσκιάσεις μιας μαγικότερης και ηθογραφικοποιημένης εκδοχής του στα εναλλασσόμενα κεφάλαια του σκληρού παρελθόντος, όπου η ελληνική περιφέρεια ζούσε υπό την ολοκληρωτική ισχύ ενστίκτων και προκαταλήψεων.

Αν η σύγχρονη Ελλάδα άλλαξε εξωτερική μάσκα διατηρώντας ρατσιστικά κατάλοιπα, τότε η Ευρώπη που περιδιαβαίνει στην συνέχεια ο ήρωας (σταθμεύοντας σε εμβληματικές της πόλεις) μοιάζει ένας μετα-ιδεολογικός, ναρκωτικός και πορνογραφικός κοπρώνας. Οι ιστορίες για τους «κακομαθημένους αριστοκράτες των σαλονιών της», που έμαθε να ονειρεύεται από τους Τζόυς, Φλωμπέρ και Σταντάλ, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, ούτε καν με τις  ερωτικές του επιθυμίες. Αποστερημένη από τις τελευταίες ιδεολογίες και με «πολίτες» στα όρια της ανυπαρξίας, η μόνη σχέση της είναι η διαιώνιση της δουλείας, σε μοντέρνες πλέον μορφές (εργασία, πορνεία, διακίνηση μεταναστών).

Η μεγαλύτερη αρετή του μυθιστορήματος είναι ακριβώς η συνδυασμένη αλλά όχι παραφορτωμένη εμπλοκή περισσότερων παραμέτρων της νεοευρωπαϊκής ταυτότητας σε ρέουσα, πειστική και βαθιά αληθινή αφήγηση: από την σύγχρονη ναρκομανία (ιδίως στις αστραπιαίες καταπόσεις χαπιών από τον περίγυρο) μέχρι την έντρομη στάση της ηπείρου απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, που, ακριβώς όπως και οι κλειστές κοινωνίες του παρελθόντος, «ό, τι δεν το ξέρει, το φοβάται». Αλήθειες που ο ήρωας, πιθανώς και ο συγγραφέας, διακρίνει καθαρότερα όλων ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα (για να θυμηθούμε τον Εμπειρίκο) «Ταξιδευτής και Επιστροφεύς».

Εκδ. Printa, 2010, μτφ. Νίκη Προδρομίδου, σελ. 445 (Christos Tsiolkas, Dead Europe, 2010)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 656, -21.5.2011 (και εδώ).

19
Μάι.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 94

Χανίφ Κιουρέισι, Ξένοι σαν συναντιόμαστε, στο: Μεσάνυχτα όλη μέρα, εκδ. Καστανιώτη, 1999, μτφ. Άννα Παπασταύρου, σ. 26, 48 (Hanif Kureishi, Midnight all day, 1999).

Πολύ αργότερα πια η Φλοράνς με διδάσκει ότι το να είναι κανείς επιτυχημένος οφείλεται εν μέρει στην ικανότητά του να αντέχει την ζήλια και την κατάφωρη αντιπάθεια. […]

Το τι φαντάζομαι για τους άλλους δεν μπορώ να το περιγράψω, ωστόσο το ανθρώπινο μυαλό σπάνια έχει σαφή αντίληψη των πραγμάτων. […]

Πιθανότατα περνάω πάρα πολύ καιρό μόνος μου νομίζοντας ότι μπορώ να δώσω τα πάντα στον εαυτό μου. Ο γιατρός μου, με τον οποίο τα πίνουμε, είναι βλακωδώς φανατικός με τα χάπια και το κέφι. Λέει πως αν δε μπορώ να είμαι ευτυχισμένος με ό,τι έχω δε πρόκειται να είμαι ποτέ. Εκείνος θα έλεγε όχι στη χρησιμότητα της εσωτερικής μάχης του ανθρώπου και προτιμάει α παίρνω αντικαταθλιπτικά, λες κι είναι καλύτερο να παραλύσω παρά να γνωρίσω τους φριχτούς εαυτούς μου.

Μνήμη Μαργαρίτας Καραπάνου  

16
Μάι.
11

Anne Sexton – Ποιήματα

Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,

τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,

ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.

Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.

Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.

Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.

Έχω υπάρξει ον του είδους της

 Το είδος της [Προς το Μπέντλαμ και εν μέρει προς τα πίσω, 1960] (απόσπασμα)

Δεν ήξερα ότι είχα οποιοδήποτε δημιουργικό βάθος. Ήμουν θύμα του Αμερικανικού Ονείρου. Προσπαθούσα όσο πιο αναθεματισμένα μπορούσα να κάνω μια συμβατική ζωή γιατί έτσι είχα ανατραφεί. Όμως δεν μπορείς να χτίζεις μικρούς λευκούς φράχτες για να κρατήσεις έξω τους εφιάλτες.

Η Ανν Σέξτον (1928-1974) ξεκίνησε να γράφει στα τριάντα της. Μέχρι τότε το μόνο που ήξερε ήταν να μαγειρεύει και ν’ αλλάζει πάνες στα μωρά της. Η επιφάνεια ράγισε στα 28 της: υπέστη νευρικό κλονισμό κι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ένα βράδυ είδε στη βοστωνέζικη εκπαιδευτική τηλεόραση μια εκπομπή για τα σονέτα – θα μπορούσα να το κάνω κι εγώ αυτό, σκέφτηκε. Ο γιατρός της τής είπε πως τα ποιήματά της μπορεί να σημαίνουν κάτι για κάποιον άλλο κάποια μέρα. Κι αυτό της έδωσε ένα μικρό σκοπό και μια αναβολή νέας αυτοκτονίας. Στην ψυχιατρική κλινική ανακάλυψε πως υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν εκείνη κι ένιωσε πιο αληθινή και «υγιής». Είπε μέσα της: αυτοί είναι οι άνθρωποί μου. Φράση που είπε για δεύτερη φορά όταν ανακάλυψε πως ανήκει, πλέον, στους ποιητές

Μερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.

Το σπίτι είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά,

στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων.

Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ.

Όλη τη μέρα είναι στο πόδι

να καθαρίζει με προσήλωση.

Ο άντρας με τη βία εισβάλλει και σαν τον Ιωνά

η μάνα του από σάρκα τον ρουφάει.

Μια γυναίκα είναι η δική της μάνα.

Νοικοκυρά [Όλοι οι ακριβοί μου, 1962] (απόσπασμα)

Η Σέξτον άρχισε το βαθύ σκάψιμο στις επώδυνες εμπειρίες της (από τις σαδομαζοχιστικές παιδικές μνήμες και τον τρόμο των ενοχών τους μέχρι τον πανικό της μητρότητας). Συχνά κατανοούσε μέσα σ’ ένα ποίημα κάτι που δεν είχε αφομοιώσει στη ζωή της. Κάτι που μπορεί στην πραγματικότητα να το απέκρυπτε απ’ τον ίδιο της τον εαυτό αλλά ταυτόχρονα το αποκάλυπτε στους αναγνώστες. Με το ένα χέρι ανέσυρα σκατά και με το άλλο χέρι τα σκέπαζα με άμμο. Μερικές φορές ένιωθα σαν ρεπόρτερ που κάνει έρευνα για τον εαυτό του. Ναι, χρειαζόταν θάρρος, αλλά ως συγγραφέας πρέπει να παίρνεις το ρίσκο να γελοιοποιηθείς…

Οι δημόσιες αναγνώσεις της έμειναν αξέχαστες. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και ξεκινούσε, ενώ το κοινό μαγνητιζόταν από την εκθαμβωτική της εμφάνιση, την δραματική της ανάγνωση, τους επιδραστικούς της στίχους. Μεταμορφώνεσαι σε ερμηνευτή, οι αναγνώσεις σου παίρνουν πολλά, είναι μια αναβίωση των εμπειριών σου. Είμαι μια ηθοποιός στο δικό μου αυτοβιογραφικό θεατρικό έργο. Κάποτε έγραψε στον Σολ Μπέλοου, συγκλονισμένη κάποτε από μια φράση του στον Χέντερσον του «Σάπιζα κι ήμουν ακόμα παιδί» κι εκείνος της απάντησε  με φράση από τον Χέρτσογκ του: «Μην κλαις, βλάκα, ζήσε η πέθανε, αλλά μη δηλητηριάζεις τα πάντα». Η φράση έγινε οδηγός της.

Στα έξι μου

ζούσα σ’ ένα νεκροταφείο γεμάτο κούκλες,

αποφεύγοντας τον εαυτό μου,

το σώμα μου, αυτό τον ύποπτο

στο αλλόκοτο σπίτι του.[…]

Θα μιλήσω για τους βραδινούς εξευτελισμούς όταν με ξέντυνε η Μητέρα,

για τη ζωή της μέρας, κλειδωμένη στο δωμάτιό μου-

όντας η ανεπιθύμητη, το λάθος

που χρησιμοποίησε η Μητέρα για να αποτρέψει τον Πατέρα

απ’ το διαζύγιο. […]

Στεκόμουν εκεί ήσυχα,

κρύβοντας το μικρό μου μεγαλείο.

Δεν αναρωτιόμουν για την πύλη της ντουλάπας.

Δεν αναρωτιόμουν για το τελετουργικό του ύπνου

όταν, στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου,

με ξάπλωναν καθημερινά

για να μ’ εξετάσουν για ψεγάδια.

Εκείνες τις εποχές… [Ζήσε ή πέθανε, 1966] (απόσπασμα)

Δεν υπήρχαν ποτέ χαρούμενες μνήμες; Ναι, τότε που μαζί με την Σίλβια Πλαθ και τον (ποιητή και εραστή της) Τζορτζ Στάρμπακ παρακολουθούσαν τα μαθήματα του Ρόμπερτ Λόουελ (που της δίδαξε όχι πώς να γράφει αλλά τι να αφαιρεί) και μετά το μάθημα ανέβαιναν κι οι τρεις στο μπροστινό κάθισμα της παλιάς της Φορντ και πήγαινα στο ξενοδοχείο Ritz, παρκάροντας παράνομα στην Ζώνη Φόρτωσης, λέγοντας, «κι εμείς να φορτώσουμε ήρθαμε». Με την Πλαθ μοιραζόταν πολλές κουβέντες περί θανάτου και αυτοκτονίας, το θέμα τις τραβούσε «σαν έντομα σε ηλεκτρικό γλόμπο». Εκείνη της διηγούνταν την ιστορία της πρώτης της απόπειρας «με γλυκές και τρυφερές λεπτομέρειες», που ταυτίζονταν με τις περιγραφές του Γυάλινου Κώδωνα. Λες και ο θάνατος μας καθιστούσε λίγο πιο υπαρκτούς εκείνη τη στιγμή. Όπως άλλωστε αναφέρει η Σέξτον, οι δυο ποιήτριες αλληλοεπηρεάστηκαν: η Πλαθ εν ζωή από εκείνη, εκείνη από την Πλαθ μετά την αυτοκτονία της και το Άριελ.

Το να μ’ αγαπάς όταν δε φορώ παπούτσια

σημαίνει ότι αγαπάς τα μακριά ηλιοκαμένα μου πόδια,

τα γλυκά μου, καλά και χρήσιμα σαν κουτάλια.

Και τις πατούσες μου, αυτά τα δυο παιδιά

που τ’ άφησαν να βγουν να παίξουνε γυμνά. […]

Τα κύματα είναι ναρκωτικό, φωνάζουν

υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω,

όλη τη νύχτα. Ξυπόλητη

παίζω ταμπούρλο πάνω κάτω στην πλάτη σου.

Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα

του ξυλόσπιτου παίζοντας κυνηγητό.

Τώρα με αρπάζεις από τους αστραγάλους.

Τώρα ανεβαίνεις προς τα πόδια

και έρχεσαι να με καρφώσεις στο σημείο της πείνας μου.

Ξυπόλητη [Ερωτικά ποιήματα, 1969] (απόσπασμα)

Ο τόμος περιλαμβάνει και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση με την ποιήτρια (Paris Review, 1968), όπου συζητιούνται πολλά ειδικότερα θέματα της ποιητικής γραφής, τόσο από άποψη τεχνικής και μορφής, όσο και περιεχομένου, αλλά και γενικότερα όπως η έκφραση της θρησκευτικής εμπειρίας στα ποιήματά της (Μετά τον θάνατο προκύπτει ο Θεός. Δεν εννοώ τον τελετουργικό προτεσταντικό Θεό, ο οποίος είναι τόσο γλυκανάλατος, αλλά τους αγίους που μαρτύρησαν, τον σταυρωμένο άνθρωπο…) ή η μουσική. Η ποιήτρια χρησιμοποιούσε το Bachianas Brasileiras του Villa-Lobos για 3-4 χρόνια ως υπόκρουση γραφής αλλά είχε και το δικό της …συγκρότημα (Anne Sexton and) Her Kind, από το φερώνυμο ποίημά της – μια ομάδα φοιτητών, που αυτο-ορίζονταν ως chamber rock. H Σέξτον ήταν ενθουσιασμένη καθώς ένοιωθε τα ποιήματά της να διευρύνονται με νέο τρόπο και ήχο.

Είμαι στα δύο κομμένη

αλλά θα με νικήσω.

Θα ξεθάψω την περηφάνια μου.

Θα πάρω το ψαλίδι

και θα κόψω τη ζητιάνα.

Θα πάρω το λοστό

και θα ξεσφηνώσω τα σπασμένα

κομμάτια του Θεού από μέσα μου.

Σαν ένα παζλ

θα τον συναρμολογήσω πάλι

με την υπομονή ενός σκακιστή.

Εμφύλιος πόλεμος [Η φριχτή κωπηλασία προς τον Θεό] (1975)

Η νεαρή νοικοκυρά, η προβληματική μητέρα με την υποτυπώδη μόρφωση ήταν πάντα διχασμένη σ’ έναν εσωτερικό πόλεμο ανάμεσα στους αντίθετους ρόλους του γονέα (που πάντα της προκαλούσε πανικό) και του παιδιού (που ήθελε να παραμείνει – ρόλο που ενίσχυε με τον άντρα της, ζητώντας του να της πει πριν κοιμηθεί πως ήταν «καλό κορίτσι»). Οριακά καθορισμένη από μια οικογένεια εχθρική (η μητέρα της, με αυτοκτονικές δοκιμές κι εκείνη, ήταν ιδιαίτερα επικριτική στα ποιήματά της – κάτι που σταμάτησε την πένα της μικρής Σέξτον για 15 χρόνια), μια δεύτερη συζυγική οικογένεια που επίσης δεν την αποδέχτηκε ποτέ, τον δεύτερο ψυχίατρό της (έναν ακόμα που «τίμησε» την ιδιότητά του συνάπτοντας σχέσεις μαζί της, εξωσυζυγικές φυσικά), κι έναν πανιδιαίτερο ψυχισμό – όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην εκτενή εισαγωγή της η μεταφράστρια, η ανάγκη της για αποδοχή και αγάπη έμοιαζε με χοάνη που δεν γέμιζε ποτέ.

Αλλά προφανώς υπήρχε κάτι πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά, που οδηγούσε σε τόσες αυτοκτονικές τάσεις και απόπειρες, στις δεκάδες ψυχιατρικές νοσηλείες, κρίσεις πανικού, τα βαρβιτουρικά και το ξυράφι που υπήρχαν μόνιμα στη τσάντα της. Αν οποιοδήποτε ποίημα είναι υπεράνω οποιασδήποτε ανάλυσης, παρουσίασης, υπερθεματισμού ή κριτικής (προσωπική άποψη, γι’ αυτό και σε τούτο το Πανδοχείο δεν σχολιάζουμε ποτέ Ποίηση), τα δικά της ποιήματα από τις 8 εν ζωή ποιητικές της συλλογές επαληθεύουν την αγαπημένη της καφκική φράση: Κάθε βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα μέσα μας. Στις 4-10-1974 μετά από μια επιτυχημένη δημόσια ανάγνωση κι ένα πανεπιστημιακό μάθημα γύρισε σπίτι, έβαλε τα κοσμήματά της, πήρε ένα ποτήρι βότκα, πήγε στο γκαράζ, μπήκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μουσική. Δεν άφησε κανένα σημείωμα.

Όταν δουλεύω ένα ποίημα αναζητώ την αλήθεια. Μπορεί να είναι η ποιητική αλήθεια, που δεν είναι απαραίτητα αυτοβιογραφική ούτε αντικειμενική. // Ένα ποίημα πρέπει να κάνει τους ανθρώπους να δρουν.

Εκδ. Printa [Ποίηση για πάντα], 2010, εισαγ. – μτφ. Δήμητρα Σταυρίδου, 375 σελ., με 20σέλιδη εισαγωγή και 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας στα ποιήματα και τη συνομιλία, καθώς και ενδεικτική βιβλιογραφία. Η μτφ. βασίστηκε στην έκδοση Anne Sexton, The Complete Poems (1999).

Τώρα, όλοι εμείς οι καταραμένοι που εκπέσαμε μετά

με τα διαβολικά μας στόματα και τα ανήσυχά μας μάτια

πρόωρα πεθαίνουμε

όμως δεν πάμε σε παράδεισο ή κόλαση

μα μας τοποθετούν στο «Άστρο του Αρουραίου» […]

Μας τοποθετούν εκεί πλάι στους τρεις ληστές

γιατί και οι ταπεινότεροι από εμάς

αξίζουμε να χαμογελάμε στην αιωνιότητα

σαν μια φέτα καρπούζι.

Οι αρουραίοι δε ζουν σε κάποιο αστέρι του κακού [Τα σημειωματάρια του θανάτου, 1974] (απόσπασμα)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και χωρίς τις παραθέσεις των αποσπασμάτων: mic.gr, εδώ. Σεξτονικό Ιστολόγιο της μεταφράστριας εδώ.

27
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 87

Γκράχαμ Σουίφτ, Εσαεί, εκδ. Εστία, 1999, μτφ. Αλέξης Εμμανουήλ, σ. 290, 294-295 (Graham Swift, Ever after, 1992).

Πόσες διαδρομές με ταξί; Πόσα σελίνια στο ταξίμετρο; Πόσα ταξίδια, τόσο σύντομα όλα, μέσα από τους έρημους δρόμους, μέσα από τις νυχτερινές, ντροπαλές ώρες του έρωτα, πριν καν τολμήσουμε να ξεστομίσομε τις μαγικές λέξεις; Ίσως η αγάπη να είναι περισσότερο από το άθροισμα δυο ανθρώπων. Ίσως η αγάπη να είναι ένα τρίτο πράγμα, που χορηγείται με τρόπο μυστηριώδη, πολύτιμο κι εύθραυστο, σαν κάποιο σπάνιο, ζεστό αβγό. Ευχόμασταν και φοβόμασταν να την επισπεύσουμε. Τη φροντίσαμε σαν επιμελείς θεματοφύλακες, περιμένοντας την ωρίμανση του φορτίου μας. Ο καιρός θα ερχόταν όταν (…) η στενόχωρη γεωγραφία των ζωών μας θα συστελλόταν στην εκστατική γεωγραφία ενός μοιρασμένου κρεβατιού (για ν’ ακριβολογούμε, ενός στρώματος στο πάτωμα).

Δεν παριστάνω τον επηρμένο, αλλά ξέρω τι σημαίνει, καθισμένος εδώ σε αυτό τον μισοσκότεινο κήπο, να μην είσαι βέβαιος για το ποιος είσαι. Λένε πως οι ηθοποιοί είναι αληθινά ακαθόριστοι, μισοσχηματισμένοι, άυλοι άνθρωποι. Πεισμωμένοι εξαιτίας της μη ικανοποιητικής αίσθησης ταυτότητας κι από μια έλλειψη προσωπικότητας, προσπαθούν να ανταπεξέλθουν παλεύοντας να γίνουν αυτοί οι άλλοι άνθρωποι. Όμως γιατί να μην αρχίσουμε από την άλλη υπόθεση; Πως δηλαδή οι ηθοποιοί έχουν περίσσευμα προσωπικότητας: γι’ αυτό τη σκορπάνε τριγύρω. Και γιατί να μην εκκινήσουμε από την υπόθεση – θα ήταν λογικό και δίκαιο και όμορφο, ακόμα κι αν ολοφάνερα δεν είναι έτσι – ότι η φύση έχει προικίσει τον καθένα μας με μια ισοδύναμη, καθορισμένη και επαρκή προσωπικότητα;

Στην Λένα Κιτσοπούλου

15
Αυγ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 67

Άλντους Χάξλεϋ – Ο τυφλός λυτρωτής, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επιμ. Ελένη Κεχαγιόγλου, εκδ. Scripta, 2004, σελ. 332 (Aldous Huxley, Eyeless in Gaza, 1936).

Ήταν περασμένες δύο. Ο Άντονι, ξαπλωμένος ανάσκελα, χάζευε το ταβάνι μέσα στο σκοτάδι. Ο ύπνος λες και αρνιόταν να έρθει, λες και κάποιο κακόβουλο ξένο σώμα μέσα στο σώμα του τον εμπόδιζε. Έξω, στα πεύκα οι γρύλοι τραγουδούσαν αδιάκοπα τη μουσική της ύπαρξής τους· κατά αραιά διαστήματα, το λάλημα ενός πετεινού ξεπηδούσε από τη σκοτεινιά, όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο κοντινό, μέχρι που όλα τα πουλιά των γύρω κήπων ξεσηκώνονταν, απαντώντας το ένα στο άλλο. Και μετά, χωρίς προφανή λόγο, το ένα μετά το άλλο σιωπούσαν και το ξέσπασμά τους καταλάγιαζε και έσβηνε ολοένα – ο Άντονι αφουγκραζόταν τον ήχο που ξεμάκραινε και φανταζόταν πως διέσχιζε ολόκληρη τη Γαλλία, σαν βιαστικό κύμα. Ίσως εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και φανταζόταν πως έπειτα κάπου χτυπούσε το κύμα και επέστρεφε, τόσο γρήγορα όσο είχε έρθει. Επέστρεφε από τη Βόρεια Θάλασσα· πάνω από τα πεδία των μαχών· περνώντας από τις παρυφές του Παρισιού και μέσα από τα δάση, από πουλί σε πουλί· μετά διέσχιζε τις πεδιάδες της Μπος· σκαρφάλωνε τους λόφους της Βουργουνδίας και, σαν εναέριο ποτάμι, ο ήχος κατέβαινε ορμητικά την κοιλάδα του Ρήνου· περνούσε τη Βαλάνς, την Οράνζ, την Αβινιόν, την Αρλ και το Αιξ και τους γυμνούς λόφους της Προβάνς· και τότε, να ’τος πάλι ο στριγκός ορυμαγδός, επέστρεφε σκεπάζοντας την ηχηρή, διαρκή σιγή των γρύλων.

Στον Κώστα Λογαρά

30
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 63

Ήβλιν Γουώ, Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ, εκδ. Νεφέλη, 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, σ. 289-290 (Evelyn Waugh, Brideshead Revisited, 1945)

Τώρα, όσο είχα δύναμη, θα πήγαινα σε εκείνα τα άγρια μέρη όπου ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει τη θέση του και η ζούγκλα γλιστρούσε αθόρυβα να καταλάβει τα παλιά της οχυρά.

Έτσι, ακολουθώντας μια αργή αλλά διόλου εύκολη πορεία, ταξίδεψα μέσω Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής σε ένα κόσμο που διέθετε όλα αυτά που είχα ανάγκη και η αλλαγή αυτή από τις περίφρακτες, ιδιωτικές εκτάσεις και τις επαύλεις θα έπρεπε να με είχε αναζωογονήσει και να με είχε βοηθήσει να τα ξαναβρώ με τον εαυτό μου. Αναζητούσα την έμπνευση ανάμεσα σε λεηλατημένα παλάτια και αυλές μοναστηριών πνιγμένες στα αγριόχορτα, έρημες εκκλησιές όπου οι νυχτερίδες κρέμονταν από τον τρούλο σαν ξεραμένα περικάρπια και όπου μόνο τα μυρμήγκια βρίσκονταν διαρκώς σε κίνηση ανοίγοντας στοές στα πολυτελή στασίδια· σε πόλεις στις οποίες δεν σε έβγαζε δρόμος και σε μαυσωλεία όπου έβρισκαν καταφύγιο από τις βροχές μοναχικές οικογένειες Ινδιάνων που τις θέριζαν οι θέρμες. Στα μέρη αυτά με πολύ κόπο, αηδία και συχνά με σχετικό κίνδυνο έκανα τα πρώτα σχέδια για το λεύκωμα Η Λατινική Αμερική κατά Ράιντερ. Σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανα ένα διάλειμμα μερικών εβδομάδων για ξεκούραση και ξαναβρισκόμουν στη ζώνη του εμπορίου ή του τουρισμού, ανακτούσα τις δυνάμεις μου, έστηνα το εργαστήρι μου, μετέφερα τα σκίτσα μου στον καμβά, τα πακετάριζα γεμάτος αγωνία με το που τα ολοκλήρωνα και τα έστελνα στον πράκτορά μου στη Νέα Υόρκη, για να ξεκινήσω και πάλι αμέσως μετά με τη μικρή μου συνοδεία για τους ερημότοπους.

Στην Χρύσα Σπυροπούλου

18
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 58

Joseph Conrad – Προσωπικό ημερολόγιο, εκδ. Printa, [σειρά Εκ Βαθέων], 2000, μτφ. Νάσια Ντινοπούλου, Αργυρώ Πατσού, σ. 62-63 [επίμετρο: Czeslaw Milosz – Ο πατέρας του Τζόζεφ Κόνραντ, μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου] (A personal record, 1912)
Ίσως είμαι αναγκασμένος, άθελά μου, να γράφω τώρα πια το ένα βιβλίο μετά το άλλο, όπως παλιότερα ήμουν αναγκασμένος να πηγαίνω το ένα ταξίδι μετά το άλλο. Οι σελίδες πρέπει να διαδέχονται η μια την άλλη – ακριβώς όπως και οι λεύγες στο παρελθόν – πλησιάζοντας ολοένα και πιο κοντά στο προκαθορισμένο τέλος το οποίο, καθώς δεν είναι άλλο από την ίδια την Αλήθεια, είναι Κοινό· κοινό για όλους τους ανθρώπους και όλα τα επαγγέλματα.

Δεν ξέρω ποια παρόρμηση από τις δύο ήταν για μένα πιο μυστηριώδης και υπέροχη. Στη συγγραφή, ωστόσο, όπως άλλωστε και στη θάλασσα, έπρεπε να περιμένω να μου δοθεί η ευκαιρία. Θα ’θελα να εξομολογηθώ σ’ αυτό το σημείο πως δεν υπήρξα ποτέ από εκείνους τους θαυμάσιους τύπους που θα έμπαιναν στη θάλασσα μέσα σε μια σκάφη χάριν παιδειάς, και αν μπορώ να υπερηφανευτώ για την συνέπειά μου, το ίδιο ίσχυε πάντα και για το συγγραφικό μου έργο. Κάποιοι άνθρωποι, όπως έχω ακούσει, γράφουν στα βαγόνια των τρένων και ίσως και να μπορούσαν να γράφουν καθισμένοι οκλαδόν πάνω στο σκοινί που απλώνουν τα ρούχα· όμως, οφείλω να ομολογήσω πως λόγω των συβαρίτικων καταβολών μου δεν καταδέχομαι να γράψω χωρίς κάτι που να μοιάζει τουλάχιστον με καρέκλα. Αράδα αράδα, παρά σελίδα σελίδα κύλησε η Τρέλα του Αλμάγιερ.

Στον Γιάννη Πατίλη
09
Μαρ.
10

Τομ ΜακΚάρθι – Απομεινάρια

Λίγα πράγματα μπορώ να πω για το ατύχημα. Σχεδόν τίποτα. …Μπλε φως, κιγκλιδώματα, άλλα χρωματιστά φώτα, εγώ πάνω σ’ ένα είδος φορείου ή πάνω σε ένα κρεβάτι. ποιος μπορεί να μου πει ότι όλα αυτά εν είναι κατασκευάσματα του μυαλού μου, ή ότι δεν τα έχω ανασύρει από κάπου αλλού, κάποια άλλη χαραμάδα και δεν τα χρησιμοποίησα για να καλύψω το κενό – τον κρατήρα – που προκάλεσε το ατύχημα Το μυαλό είναι πολυμήχανο και πανούργο. Σωστός κίνδυνος.

Ένας ανώνυμος Λονδρέζος του Μπρίξτον συνέρχεται από ένα σοβαρό ατύχημα με επιλεκτική αμνησία – και αυτήν ακριβώς καλείται να διατηρήσει, με αντίτιμο μια θηριώδη χρηματική αμοιβή και μόνη υποχρέωση να μην αναζητήσει λόγους και αιτίες. Ακόμα κι αν φτάσουν στη μνήμη, οι συνθήκες του ατυχήματός του πρέπει να μείνουν μυστικές. «Ο Διακανονισμός έμοιαζε μ’ ένα μέλλον τόσο δυνατό που εξισορροπούσε τη μη-ύπαρξη του παρελθόντος μου», μονολογεί. Άραγε όλοι θα μέναμε σ’ αυτό; Θα αρκούμασταν στην μερική επαναφορά ενός παρελθόντος σαν περίληψη παλιών επεισοδίων μιας κοινότοπης σαπουνόπερας;

Η ζωή του είναι πλέον διαφορετική. Πρώτα κατανοεί, μετά ενεργεί. Είναι αδύνατο να κάνει οποιαδήποτε κίνηση αν προηγουμένως δεν την σκεφτεί. Ακόμα και οι φαντασιώσεις του είναι ατελείς και ψεύτικες. Και βέβαια πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει τα χρήματα της αποζημίωσης. Η φίλη του Κάθριν του προτείνει επενδύσεις στην ανάπτυξη της Αφρικής. «Όλες οι αγορές είναι παγκόσμιες. Γιατί να μην παγκοσμιοποιηθεί και η συνείδησή μας;». Αλλά ο απαγορευμένος καρπός δεν είναι δυνατό να παραμείνει απροσπέλαστος, όταν πρόκειται για την ίδια σου τη ζωή. Αδυνατεί να ξεχάσει και να προχωρήσει σα να μη συνέβη τίποτα, δεν μπορεί να μην κυνηγήσει την αυθεντικότητα που δικαιούται, ακόμα κι αν χρειαστεί να γίνει βίαιος ή καταστροφικός. Η δημιουργία ενός ολόκληρου κτιρίου με ενοίκους που πληρώνονται για να βοηθήσουν στην «επαναχάραξη» του υπολειπόμενου τμήματος του εγκεφάλου είναι το πρώτο βήμα. Και αρκεί μια ρωγμή στον τοίχο μιας τουαλέτας (που και …. στην πραγματικότητα ενέπνευσε τον Μακάρθι για το μυθιστόρημα) για να αρχίσει να ξεχύνεται η παλιά προς τη νέα ζωή. Αλλά οι ταχύτητες που αναπτύσσει είναι ιλιγγιώδεις και οποιοσδήποτε και οτιδήποτε επιχειρήσει να τον ανακόψει στην πορεία προς τη συνείδηση, κινδυνεύει, κινδυνεύει άσχημα!

Το δονκιχωτικό κλίμα, η υπαρξιακο-φιλοσοφική αντανάκλαση της Σαρτρικής Ναυτίας, η επιχείρηση παρελθοντικής ανάπλασης ενός σκοτεινού παρελθόντος (γνώριμο μοτίβο των Κάφκα, Κόνραντ και των Άλλων του Μοντερνισμού), εδώ συναντούν πολλά σύγχρονα λογοτεχνικά στοιχεία, πέρα από μια καλώς εννοούμενη ταχεία ρυθμολογία. Το πρώτο του αυτό βιβλίο απορρίφθηκε από αρκετούς εκδότες αλλά εκδόθηκε από τον Παριζιάνο Metronome των επιλεκτικών εκδόσεων, μέχρι που οι ζεστές κριτικές ενημερωμένων blogs και on line περιοδικών (όπως το 3: Α.Μ), προφανώς των μόνων πλέον ανεπηρέαστων-από-άλλα κειμενογράφων, το διασκόρπισαν ευρύτατα στο σύμπαν της αποδοχής. Μυθιστόρημα της χρονιάς για το περιοδικό The Believer και για μια ευρύτατη κοινότητα ιστολόγων, στην χώρα μας δεν ασχολήθηκε απολύτως κανείς, με εξαίρεση τον συγγραφέα Θεόδωρο Γρηγοριάδη που ψάχνει όλες τις αγγλοσαξονικές λογοτεχνικές αξίες και που όπως έγραψε στο μπλογκ του, το διάβασε «και στις δυο γλώσσες με θαυμαστή αμηχανία».

Εικαστικός καλλιτέχνης, ιδρυτής και γραμματέας της International Necronautical Society, μιας «πρωτοποριακής» καλλιτεχνι­κής ομάδας που συνδυάζει πλείστες μορφές λόγου και τέχνης, ο Μακάρθι (γέννημα – θρέμμα νότιου Λονδίνου, 1969, τέκνο της Οξφόρδης) αποτελεί μια από τις φρέσκες λογοτεχνικές δυνάμεις. Ενδιαφέρουσα ακούγεται η μελέτη του «Ο Τεν-Τεν και το Μυστικό της Λογοτεχνίας», μια άλλη «ανάγνωση» του βελγικού κόμικ, όπου οι αφηγήσεις του Ερζέ αναλύονται με την συνδρομή του … Ρολάν Μπαρτ. / Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Όλγα Γεράκη, σελ. 307 (Tom McCarthy, The Remainder, 2006).

Τα εγκληματολογικά αρχεία είναι μια μορφή τέχνης, τίποτα λιγότερο. Ή μάλλον όχι, θα τολμήσω να πω ότι είναι υψηλότερη, πιο εξευγενισμένη από κάθε άλλο είδος τέχνης. Γιατί; Επειδή είναι αληθινά. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα κομμάτι τους – τα διαγράμματα: με όλα αυτά τα περιγράμματα, τα βέλη και τα σκιασμένα κουτάκια μοιάζουν με πρωτοποριακούς πίνακες αφηρημένης τέχνης του περασμένου αιώνα – με ένα χορό από σχήματα και γραμμές, τόσο προσεγμένες και καλοσχεδιασμένες που θυμίζουν τα σχέδια στα φτερά μιας πεταλούδας. Δεν έχουν όμως τίποτε το αφηρημένο. Πρόκειται για καταγραφές στυγερών εγκλημάτων. Κάθε γραμμή, κάθε σύμβολο, κάθε γωνία – ακόμα και το ίδιο το μελάνι δονούνται από μια σχεδόν ανείπωτη βία, βγάζοντας σκοτεινές κραυγές μέσα από την ησυχία της λευκής κόλλας: κάτι συνέβη εδώ, κάποιος πέθανε. (σ. 185)

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς το τελευταίο απόσπασμα): mic.gr.

25
Φεβ.
10

Χίλαρυ Μάντελ – Πέρα από το μαύρο

Πρόβατα με βρομερό μαλλί απ’ τα καύσιμα των αεροπλάνων και πυλώνες πάνω στα βοσκοτόπια: ένα σκηνικό ακριβώς σαν του Peter Greenaway. Στα περίχωρα του Λονδίνου, γύρω απ’ τους κόμβους της Μ25 και τις εισόδους της Μ3 και Μ4, απ’ το Χάμερσμιθ ως το Κίνγκστον ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα η παχύσαρκη, παντοιοτρόπως πληθωρική Άλισον, επαγγελματίας μέντιουμ, πομπός μηνυμάτων νεκρών προγόνων. Οι ενδιαφερόμενοι συγκεντρώνονται σε ετοιμόρροπα κοινοτικά κτίρια των 60ς και των 70ς, των οποίων οι επιστάτες συνήθως ήταν οι χαζοί του χωριού, με χαλιά που κολλούν απ’ τη βρόμα και τοίχους με την μυρωδιά της μούχλας. Φυσικά στα μεγάφωνα ακούγεται το Dancing Queen.

Η Άλισον όμως επικοινωνεί κάλλιστα και με τον πανωκοσμικούς, ως αναγνώστρια των σκέψεων του κοινού της, γνωρίζοντας καλά τις τεχνικές σαγήνης και από-παρα-πλάνησης του: Απομονώνεις τις φωνές, διαλέγεις μία, αναγκάζεις τις άλλες να υποχωρήσουν έστω και με τη βία, γιατί υπάρχουν και στον άλλο κόσμο υπερφίαλα πλάσματα, μετά παίρνεις τη φωνή του πεθαμένου που διάλεξες και την ταιριάζεις με τον ζωντανό, με τα αυτιά που είναι πρόθυμα να ακούσουν. Και δίνεις στον κόσμο ένα σκούντημα, όχι τρόμο, απλά απαλύνεις τις αιχμές του φόβου και της δυσπιστίας. Δεν έχει σημασία που τα γούρικα οπάλια που διατείνεται πως είναι ρωσικά κειμήλια, ήρθαν αντικαταβολή μέσω ταχυδρομείου. Πόσοι από σας νιώθετε καμιά φορά ότι έχετε ικανότητες μεντιουμ;

Μαζί της στα επαρχιώτικα ξενοδοχεία η βοηθός της Κολέτ που μαεστρεύει όλες αυτές τις παραστάσεις και την σώζει σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές, ακόμα κι όταν την περιμένουν οι πελάτες την ώρα που φεύγει ξεπνοϊσμένη απ’ την πίσω πόρτα στα χλωμά φώτα ή το ψιλόβροχο. Εξουθενωμένη γιατί και η ίδια αισθάνεται τα τσιμπήματα των πεθαμένων και τις τσαντισμένες τους δαγκωνιές. Καθώς το αναπόσπαστο δίδυμο ή μάλλον τρίο (εφόσον η Άλ κατατρέχεται από ένα σαδιστικό και ενίοτε γραφικό αρσενικό πνεύμα Μόρις) περιοδεύει ανά τα κατάγκριζα και μελαγχολικά του πνευματιστήρια, ξεδιπλώνεται ολόκληρη η μικροαστική αγγλική ζωή απ’ τα θλιβερά προάστια, εκεί όπου τα πάρκινγκ βρίσκονται εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είναι η πλατεία, ως τα καταθλιπτικά ξενοδοχειακά δωμάτια.

Οι δυο αντιστικτικά διαφορετικές και τελικά αλληλοεξαρτώμενες γυναίκες θα αρχίσουν να γράφουν ένα κοινό βιβλίο με τις πείρες τους κι εκεί θα ανοίξει το κουτί της θλιμμένης και βασανισμένης Πανδώρας: μνήμες, οικογενειακοί τραυματισμοί, ποικίλοι βιασμοί. To ερώτημα παραμένει αειθαλές και αρχετυπικό: όλοι εκείνοι που «βοηθούν» ψυχή τε και σώματι τους άλλους να ξεφύγουν από τα φαντάσματά τους, πώς διαχειρίζονται τα δικά τους; Μπορούν απλώς να ξεγελούν τον τρόμο τους με αυτή την ενασχόληση ή έχουν ελπίδες να λυτρωθούν απ’ τα δικά τους μαρτύρια;

Η ίδια η συγγραφέας έχει ομολογήσει πως η παιδική της ηλικία ήταν διάσπαρτη από άλυτες μεταφυσικές και σχεδόν εωσφορικές μνήμες. Και δεν εγκατέλειψε τα ερωτήματα που είχε από τότε: από πού πηγάζει ο φόβος, τι θέλουν τα στοιχειά του καθενός μας, γιατί οι παιδικές μας ηλικίες ήταν βουτηγμένες σε τρομώδη μεταφυσική. Αλλά δεν παύει να είναι μια τυπική βρετανίδα (γενν. 1952, επαρχία Μάντσεστερ), που έχει σπουδάσει καλά το εκλεκτό κι εκλεγμένο αγγλικό μυθιστόρημα (Γκρέϊαμ Γκριν, Μιούριελ Σπαρκ, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Άλασνταιρ Γκρέι). Γι’ αυτό κι έχει πάντα τον δικό της μυθιστορηματικό τρόπο χειρισμού της «άλλης» πλευράς: ρεαλισμός, μαύρη κωμωδία, πνεύμα και πνευματισμός, σπαρταριστή κριτική αλλά και κλείσιμο στο μάτι προς το ανεξήγητο.

Χάρη στο ιστορικό της μυθιστόρημα Wolf Ηall ήταν εκείνη που φέτος σήκωσε το κύπελλο … Booker αφήνοντας απλά μετάλλια για τους J.M. Koetzee, A.S. Byatt, Sarah Waters. Προηγήθηκαν σπουδές στο Σέφιλντ, συζυγική ζωή σε Μποτσουάνα και Σαουδική Αραβία, πρώτο γράψιμο εκεί, ζωή από τα 20 της με προβλήματα σε πόδια και έντερα, ξεγλίστρημα από τα επιβεβλημένα … ψυχοφάρμακα και μια δεκάδα μυθιστορημάτων.

Εκδ. Πάπυρος, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, 482 σελ., με σημείωμα της συγγραφέως (Hilary Mantel, Beyond Black, 2005)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

13
Νοέ.
09

Colin Wilson – O ξένος (The Outsider). Περιπλανήσεις του αταίριαστου στον κόσμο των δημιουργών

Χριστούγεννα του 1954, κι ο Κόλιν Γουίλσον (Λέστερ, 1931) τα περνάει στο παγερό δωμάτιό του στο νότιο Λονδίνο, με εορταστικό δείπνο μια κονσέρβα, ενώ για εξοικονομήσει χρήματα έχει περάσει ήδη το καλοκαίρι του σ’ έναν αδιάβροχο υπνόσακο στο πάρκο Χάμπστεντ. Προσπαθεί να γράψει το μυθιστόρημα Τελετουργία στο σκοτάδι, με θέμα έναν δολοφόνο βασισμένο στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη και κάποια στιγμή αισθάνεται πως βρίσκεται στην ίδια θέση με αγαπημένους του λογοτεχνικούς ήρωες, Ντοστογεφσκικούς, Ριλκεϊκούς, Χαμσουνικούς: εντελώς αποκομμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. H ιδέα για ένα βιβλίο πάνω στον Ξένο στην λογοτεχνία μόλις είχε γεννηθεί.

Σύμφωνα με τον Γουίλσον οι πάντες έχουν τις επικίνδυνες, ακατονόμαστες παρορμήσεις να γίνουν Ξένοι, ενώ ο καθωσπρεπισμός, η φιλοσοφία, η θρησκεία απλώς αποπειρώνται να εξωραΐσουν αυτή τη ροπή στο βάρβαρο και το πέρα από κάθε λογική. Ο Ξένος αισθάνεται έτσι επειδή απηχεί μια διαφορετική αλήθεια. Αυτή ακριβώς η ιδιοσυγκρασία του αταίριαστου με το περιβάλλον δεν σταμάτησε ποτέ να τον απασχολεί σε μια σειρά έργων, πρώτο απ’ τα οποία ήταν αυτό εδώ: ο εντοπισμός, η παρουσίαση και η πλήρης εμβάθυνση σε κάθε είδους και μορφής Ξένου σε σημαντικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα: στον Ξένο και τον Μύθο του Σισύφου του Καμύ, στη Ναυτία του Σαρτρ, στον Χ. Τζ. Ουέλλς (Ο νους τα όρια των δυνάμεών του), σε διηγήματα του Χέμινγουεϊ, στο Ημερολόγιο του Νιζίνσκι, στα γραπτά του Τ.Ε. Λώρενς (της Αραβίας), φυσικά στα έργα των Κάφκα, Ντοστογέφσκι, Έσσε αλλά και στους Νίτσε, Έλιοτ, Μπλέικ, Μπαρμπύς, Σω, Βαν Γκογκ, Γκουρτζίεφ κ.ά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1956 κι ο Γουίλσον στα 24 του γινόταν το πρόσωπο της συζήτησης, μαζί με τον Τζον Όσμπορν που είχε ανεβάσει το Look back in anger (στα ελλ. Οργισμένα Νιάτα), κατατασσόμενος αυτόματα στην κατηγορία των “angry young men”, ευρύτερα δε στην γενιά των Έλβις, Άρθουρ Μίλερ, Φράνσις Μπέικον. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, θα χάσει την καθολική αποδοχή το ίδιο ακαριαία όπως την είχε κερδίσει. Ο ίδιος δήλωσε αργότερα πως εκείνη η ταχύτατη άνοδος και πτώση και η άμεση φυγή του από το Λονδίνο τον έσωσαν από το γνωστό πανηγύρι των πάρτι της ματαιοδοξίας και της αυταρέσκειας του σιναφιού. Ούτως ή άλλως η ιδιόρρυθμη και αμφιλεγόμενη, πλην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα λογοτεχνική του – και όχι μόνο – πορεία είχε ήδη αρχίσει.  Ο Γουίλσον έφτιαξε το προσωπικό του φιλοσοφικό σύστημα του «νέου υπαρξισμού» κι εξέδωσε αναρίθμητα άλλα βιβλία, με ιδιαίτερη προτίμηση σε θέματα μεταφυσικής, επιστημονικής φαντασίας, μυστηρίων, εξωγήινης ζωής, μαγείας, αλλά και τους τομείς της ψυχολογίας και της εγκληματολογίας.

Δεν θα μπορούσα να δεχτώ τη θανατολατρεία του ρομαντικών ούτε τη στωική ηττοπάθεια του υπαρξισμού.…Δεν με διακρίνει η κατηφής και ηττημένη τάση που διέπει τόσο μεγάλο μέρος της σύγχρονης λογοτεχνίας. Αισθανόμουν ότι δεν είχα καμιά πρόθεση να ηττηθώ ή να εξολοθρευτώ Από την άλλη πλευρά, δεν έτρεφα καμιά απολύτως συμπάθεια για την οκνηρή και πνευματικά δειλή σχολή βρετανών φιλοσόφων …που διαβεβαιώνουν ότι το όλο πρόβλημα δεν έχει νόημα και ότι καλά θα κάνουμε να δεχτούμε τους μίζερους μικροπεριορισμούς μας. Μου φαινόταν επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση. Εδώ, η εκ φύσεως αισιοδοξίας μου ήταν πλεονέκτημα. Γιατί όταν διάβαζα τον Σαρτρ, τον Καμύ ή τον Γκρέιαμ Γκρην, ένιωθα να απορρίπτω λόγω ιδιοσυγκρασίας τον πεσιμισμό τους…Είχα την υποψία ότι το πρόβλημα τους άφηνε ηττημένους, επειδή δεν το είχαν αντιμετωπίσει με τη δέουσα επιθετικότητα (σ. 277-278).

Εκδ. Οξύ, 2006, μτφ. Γιάννης Ανδρέου, σελ. 302, με σημειώσεις και ευρετήρια.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr
12
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 27

Μπρους Τσάτουιν, Ανατομία του Αεικίνητου, από το κείμενο «Αυτός ο κόσμος ανήκει στους νομαδικούς νομάδες», εκδ. Χατζηνικολή, 1999, μτφ. Τάκης Κίρκης, σ. 117-119 (Bruce Chatwin, Anatomy of Restlessness, 1996).

Σε μια από τις πιο μαύρες στιγμές της ζωής του, ο Πασκάλ είπε πως όλη η δυστυχία του ανθρώπου ξεκινάει από ένα μοναδικό αίτιο, την αδυναμία του να παραμείνει ήσυχος μέσα σε ένα δωμάτιο. (…) Αλλαγή συρμού, τροφής, αγάπης και τοπίου. Αυτά τα χρειαζόμαστε όσο και τον αέρα που αναπνέουμε. (…) «Εκείνος που δεν ταξιδεύει δεν ξέρει την αξία των ανθρώπων», είπε ο Ιμπν Μπατούτα, ο ακάματος Άραβας ταξιδευτής που περπάτησε από την Ταγγέρη ως την Κίνα και γύρισε για το γούστο της περιήγησης. Αλλά το ταξίδι δεν ευρύνει απλώς το νου. Τον φτιάχνει. (…) Οι νόμοι της εξέλιξης όριζαν να γίνουμε ταξιδιώτες. Η παρατεταμένη εγκατάσταση είναι υπόθεση κάπου δέκα χιλιάδων ετών, μια σταγόνα στον ωκεανό του διαστήματος της εξέλιξης. Είμαστε εκ γενετής ταξιδιώτες. (…) Οι λίγοι «πρωτόγονοι» λαοί που απομένουν πια στις ξεχασμένες γωνιές της γης καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από μας αυτό το απλό γεγονός της ανθρώπινης φύσης. Βρίσκονται σε αέναη κίνηση. Τα χρυσοκαφετιά μωρά των άγριων κυνηγών του Καλαχάρι δεν κλαίνε ποτέ και συγκαταλέγονται στα πιο χαρούμενα νήπια του κόσμου.

Στον Μιχάλη Μοδινό

09
Ιον.
09

Kate O’ Riordan – Ο άγγελος του σπιτιού

Πότε είναι περισσότερο ευάλωτος κανείς σε μια ορμητική επέλαση του έρωτα; Όταν τον περιμένει μια ζωή ή όταν έχει αποκλείσει τον ερχομό του; Ποιος δίνεται κατόπιν περισσότερο, ο φοβισμένος ή ο διψασμένος; Πώς γίνεται και όσο μεγαλώνουμε αποφεύγουμε να καλούμε στο σπίτι μας το νέο πρόσωπο στη ζωή μας; Και πώς φιλοδοξούμε να γνωρίσουμε τον άνθρωπο απέναντί μας, όταν είναι δεδομένο πως δυσκολευόμαστε να το κάνουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό;

Σε τέτοια δύσκολα νερά ρίχνει τα δημιουργήματά της η συγγραφέας, δίνοντάς τους βέβαια την τελευταία στιγμή εξοπλισμό από χιούμορ, αιχμηρές φράσεις και συνεχείς απρόβλεπτες αντιδράσεις. Πριν απ’ όλα όμως έχει πάρει δυο τυπολογικά μυθιστορηματικά στερεότυπα: ο «Άγγελος Του Σπιτιού» είναι το κατά Βιρτζίνια Γουλφ οικιακό φάντασμα της αγνής, υποτακτικής και ευνουχισμένης γυναίκας, ενώ ο «Άνθρωπος στη Σοφίτα» είναι ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας που κρύβει κάθε σπίτι, ακόμα και το πρόσωπο της ντροπής για την οικογένεια. Ύστερα τα αντιστρέφει: η αγγελικότητα της Άντζελα διαχέεται αποκλειστικά στον περίγυρό της, διαφυλάσσοντας άλλες δαιμονικές εσωτερικές δυνάμεις για τους οικείους της. Όσο για τον σοφιτόβιο θείο Μάικυ, ήταν ο ίδιος που επέλεξε τον πεντηκονταετή υπέργειο εγκλεισμό του, φτύνοντας με τον τρόπο αυτό την αθλιότητα των γύρω του.

Μια Άντζελα λοιπόν αφοσιωμένη σε ένα άσυλο άστεγων και ανιάτων (γνωστή ιστορία: αφοσιωνόμαστε παθιασμένα γύρω μας για να αποφύγουμε να κοιτάξουμε μέσα μας) κι ένας Ρόμπερτ, εξόριστος στο οικογενειακό πλωτό του σπίτι, με καταφύγιο μια …ξένη οικογένεια. Διάφοροι αλλόκοτοι τέταρτοι χαρακτήρες αναλαμβάνουν όλοι τους με το έτσι θέλω ρόλο στην ιστορία, ο ασφυκτικός κλοιός των θειάδων της Άντζελα υποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο αναπόδραστοι παραμένουμε στις οικογενειακές μας φυλακές, ο καθένας δηλώνει άλλο από αυτό που είναι, δημιουργώντας πολλαπλασιαζόμενα σενάρια, να λοιπόν γιατί οι μοναστική επιλογή τελικά αποτελεί για πολλούς όχι την πιο δύσκολη, αλλά την πλέον εύκολη λύση διαφυγής!

Όσο γκριζόμαυρο (όπως οι βρετανικοί ουρανοί και τα μελαγχολικά σπίτια της γενέτειρας) κι αν μοιάζει το θέμα, η ιστορία κυλάει σχεδόν σαν φάρσα, με λογοτεχνικές (όχι κινηματογραφικές!) ανατροπές, με απρόοπτα και τραγελαφικές καταστάσεις, διαλόγους με σχήμα τσιγκελιού και πάνω απ’ όλα την ατμόσφαιρα των ταινιών του Neil Jordan, του Stephen Frears, του Michael Winterbottom, του Mike Newell. Η Ο’Ριόρνταν γεννήθηκε και ζει στο Λονδίνο, μεγάλωσε στην δυτική Ιρλανδία, έχει εκδώσει άλλα τέσσερα μυθιστορήματα και γράφει για θέατρο και τηλεόραση.

Εκδ. Πόλις, 2006, μτφ. Μαρία Σκαμάγκα, σ. 538 (The Angel in the House, 2000). / Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

29
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 12

Τζων Φώουλς, Ο Μάγος, εκδ. Εστία, 2003, μτφ. Φαίδων Ταμβακάκης, σ. 153-154 (John Fowles, The Magus, 1966).

Ένιωθα ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που οι Γερμανοί και οι Γάλλοι μεταφυσικοί του αιώνα μας μάς διαβεβαίωσαν πως είναι η αλήθεια: πως ό,τι είναι «άλλο» είναι εχθρικό για το άτομο. Σ’ εμένα αυτό το «άλλο» φαινόταν θαυμάσιο. Ακόμα και το πτώμα, ακόμα και οι αρουραίοι που τσίριζαν. Η ικανότητα να νοιώθεις, άσχετα με το κρύο, την πείνα και την ναυτία, ήταν ένα θαύμα. Προσπάθησε να φανταστείς πως μια μέρα αποκτάς μια έκτη, ως τώρα ασύλληπτη αίσθηση, κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό από την αφή, την όραση, τις συνηθισμένες πέντε. Αλλά μια πολύ βαθύτερη αίσθηση, την πηγή απ’ όπου αναβλύζουν οι άλλες. Η λέξη «ύπαρξη» όχι πια ποιητική και περιγραφική, αλλά ενεργητική…Σχεδόν επιτακτική.

 Στον Τάσο Γουδέλη

06
Μαρ.
09

Ντέιβιντ Πις – Καταραμένη ομάδα

Ο Μπράιαν Κλαφ υπήρξε μια συναρπαστική όσο και «δύσκολη» προσωπικότητα. Όσοι «ανατραφήκαμε» με το αγγλικό ποδόσφαιρο τον γνωρίσαμε ως προπονητή της Ντέρμπυ και της Νόττινχαμ Φόρεστ, ομάδες που οδήγησε από την δεύτερη κατηγορία στην κορυφή του πρωταθλήματος Αγγλίας και Ευρώπης αντίστοιχα. Σε αυτή την πορεία από την κορυφή στον παράδεισο και τανάπαλιν, η παρουσία του ήταν καταλυτική. Εμψυχωτής δικτάτωρ, αθυρόστομος πότης και οργισμένος εγωιστής, εκτόξευε «πληρωμένες» απαντήσεις αλλά και φώναζε αλήθειες που μέχρι τότε ελάχιστοι είχαν εκστομίσει. Από τότε έμοιαζε ιδανική λογοτεχνική φιγούρα.

Ο Πις δεν συντάσσει απλώς την μυθιστορηματική βιογραφία ενός ποδοσφαιριστή που σταμάτησε νεότατος το άθλημα εξαιτίας τραυματισμού, προτού γίνει ένας αριστοτέχνης προπονητής. Εδώ έχουμε την ιστορία ενός αμφιλεγόμενου εκκεντρικού, αντιφατικού ανάμεσα στην σκληρότητα των μαθημάτων του και στην τρυφερότητα για τους παίκτες του, επιτιθέμενου με φαρμακερές λεκτικές επιθέσεις και αμυνόμενου απέναντι στους εχθρικούς αριστοκράτες του ποδοσφαίρου· ενός δηλωμένου άθεου και σοσιαλιστή (που υποστήριζε την Anti – Nazi League, προσέφερε χρηματικά ποσά σε εργατικά συνδικάτα και φρόντιζε για τους μισθούς των παικτών) μέσα στις σκληρές αρένες των γηπέδων και των συνεντεύξεων τύπου. Ο παραληρηματικός του λόγος θρυμματίζεται τριπλά σε δυο πρωτοπρόσωπες και μια δευτεροπρόσωπη γραφή (γεγονότα και σκέψεις του παρόντος και μνήμες του παρελθόντος αντίστοιχα), υπερβαίνοντας το κάπως «στατικό» υμνολόγιο της Άρσεναλ που επιχειρούσε ο Νικ Χόρνμπι στον Πυρετό της Μπάλας.

Παράλληλα με την προσωπογραφία του ως ανεπιθύμητου μέλους της ποδοσφαιρικής κοινότητας, ανοίγονται οι κλειστές πόρτες των αποδυτηρίων του ποδοσφαίρου εκθέτοντας τις στρεβλώσεις του. Ο Κλαφ πολεμούσε εναντίον των διεφθαρμένων παραγόντων για τίμιο και καθαρό άθλημα, εναντίον του φόβου των τραυματισμών και του αλκοολισμού, αλλά και για ρήξη με το παρελθόν. Ίσως γι’ αυτό ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στις 44 ημέρες του στο τιμόνι της Λιντς (1974), όταν επιχειρούσε να σβήσει την «παρουσία» του προκατόχου του Ντον Ρέβι και των ύποπτων τακτικών πρωταθλητισμού. Ήταν ο μόνος αγώνας που έχασε: το παρελθόν αποδεικνύεται ο δυσκολότερος αντίπαλος.

Σε μια εποχή που οι προπονητές ήταν αδιάφορες περσόνες για τα μίντια, εκείνος ο «θαυματοποιός» τεχνικός έστρεψε πάνω του τα φώτα και, όσο κι αν διατράνωνε πως κάθε νίκη είναι μια μικρή καθυστέρηση της ήττας, τα έκανε όλα με τον δικό του τρόπο του. Στην κηδεία του το 2004 χιλιάδες οπαδοί, μισητοί μεταξύ τους αντίπαλοι, τού τραγούδησαν παρέα.

Ο Ντέιβιντ Πις (Δυτ. Γιόρκσαϊρ, 1967) έχει συμπεριληφθεί στην λίστα του Granta (2003) κι έχει εκδώσει τα The Red Riding Quartet, Tokyo Trilogy (αστυνομική τετραλογία και τριλογία αντίστοιχα) και GB84.

Τα τελευταία λόγια του Μπράιαν Κλαφ προτού αποχωρήσει ήταν: «Είναι μια απαίσια μέρα…για την Λιντς».

Συντεταγμένες: Εκδ. Τόπος, 2008, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, 493 σελ. (David Peace, The Damned Utd, 2006)

Επισκεπτήριο: http://www.brianclough.com/. Απολαυστικές ατάκες του εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 543, 6.3.2009

25
Ιαν.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 3

Τζόναθαν Κόου, Τι ωραίο πλιάτσικο!, εκδ. Πόλις, 1997, μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σ. 154 ( Jonathan Coe, What a carve up!, 1994)

Αποφάσισα να υιοθετήσω μια αυστηρή τακτική με τη λέξη «νοσοκομείο». Η λέξη αυτή δεν επιτρέπεται πια στις συζητήσεις: στο εξής, τα αποκαλούμε «μονάδες παροχής». Κι αυτό γιατί μοναδικός σκοπός τους, στο μέλλον, θα είναι να παρέχουν υπηρεσίες τις οποίες θα αγοράζουν απ’ αυτά οι Υγειονομικές Αρχές και οι γιατροί μέσω συνομολογημένων συμβολαίων. Το νοσοκομείο γίνεται κατάστημα, η περίθαλψη γίνεται εμπόρευμα, τα πάντα λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες των επιχειρήσεων: να παράγεις πολύ και να πουλάς φτηνά. Η υπέροχη απλότητα αυτής της ιδέας με αφήνει άναυδο.

 Στην ημερήσια διάταξη ήταν επίσης η δημιουργία εσόδων. Δεν βλέπω για ποιο λόγο οι μονάδες παροχής να μη χρεώνουν τους επισκέπτες με τέλη στάθμευσης, για παράδειγμα. Επίσης πρέπει να παρακινηθούν να μισθώνουν τα κτίριά τους σε καταστήματα λιανικής. Είναι ανόητο να παραμένουν κενές όλες αυτές οι κλειστές πτέρυγες, όταν μπορούν να μετατραπούν σε μαγαζιά που θα πουλάνε λουλούδια, φρούτα ή ό,τι άλλο αγοράζουν συνήθως όσοι επισκέπτονται κάποιον άρρωστο. Χάμπουργκερ, ας πούμε. Ή μικρομπιχλιμπίδια και σουβενίρ.

Στον Γιώργο Κορδομενίδη

05
Ιαν.
09

Μάρτιν Έιμις – Ιδιωτικές συναντήσεις

Θα δουλέψουμε για σας, αλλά δεν πρόκειται να πια να γαμιόμαστε για χάρη σας. Δεν πρόκειται να κάνουμε συνεχώς αυτό το πράγμα, να φτιάχνουμε ανθρώπους. Να φτιάχνουμε ανθρώπους και να τους παρατάσσουμε μπροστά σ’ ένα κράτος αδιάφορο. (σ. 286).

Δυο αδέλφια συναντιούνται ως πολιτικοί κρατούμενοι – εχθροί του σταλινικού παράδεισου – σε σιβηρικό στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Η τυπική σχέση αδελφικής αγάπης μετατρέπεται σε σχέση αλληλεξάρτησης αλλά και ανταγωνισμού για μια γυναίκα, σύζυγο του ενός. Ο μεγαλύτερος των δύο και αφηγητής είναι διχασμένος ανάμεσα στην βαθιά επιθυμία προστασίας του ιδεολόγου και ποιητή αδύναμου αδελφού του και στον ερωτικό πόθο για την Ζόγια, που τον ωθεί μέχρι και το να εύχεται τον χαμό αυτού του «ψυχικού του διπλού». Η ιστορία του βασανιζόμενου αυτού τριγώνου δεν είναι παρά η πρώτη κρούστα του μύθου των Ιδιωτικών Συναντήσεων.

Η κριτική διχάστηκε ως προς την ποιότητα του βιβλίου, ρίχνοντας για άλλη μια φορά στον τάπητα το ερώτημα: πρέπει να κυκλοφορεί στο αίμα σου γονίδιο ή βίωμα του κόσμου που προσπαθείς να περιγράψεις; Κι αν όχι, μπορείς να προσθέσεις κάτι στην ήδη τεράστια λογοτεχνογραφία του θέματος; Συμφώνησε όμως ως προς την τριαδική επιρροή που καλοδέχεται ειδικά εδώ ο Έιμις: Λέβι (ως προς τον ψυχολογικό ρεαλισμό), Κόνραντ και (δεδηλωμένος μέντοράς του) Ναμπόκοφ – ορισμένοι την τετραγωνίζουν με την μια Ντοστογεφσκική επίγευση.

Ίσως το στοιχείο που προσθέτει o Έιμις στην σταλινική λογοτεχνογραφία (στην οποία, σημειωτέον, έχει ήδη εισχωρήσει με το σταλινικό πορτρέτο του Koba the Dread το 2002) είναι ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης των Ιδιωτικών Συναντήσεων: η επίδραση του σοβιετικού συστήματος στον ερωτισμό των υποτελών του. Προηγήθηκε η κατευθυνόμενη σεμνοτυφία της δεκαετίας του ’30 και χαρακτηρισμός του «ελεύθερου έρωτα» ως αστική διαστροφή (εφόσον άλλωστε περιέκλειε τον συνδυασμό δυο ανεπιθύμητων στοιχείων, της ελευθερίας και του έρωτα). «Κούραση, υποσιτισμός, στενόχωρα σπιτικά και η πανεθνική ανυπαρξία διπλών κρεβατιών» ολοκλήρωσαν την αφαίμαξη από κάθε ερωτική διάθεση αλλά και συναίσθημα.

Φανταστείτε πόσο η τραγική αυτή συνειδητοποίηση βάρυνε τους «εχθρούς» του κράτους στο κτίριο των Ιδιωτικών Συναντήσεων, όπου μπορούσαν να συναντήσουν τις συζύγους τους. Και πώς η επικράτηση του παραλόγου και του φόβου και η νίκη της ψυχοσωματικής εξουθένωσης διάβρωσαν και σκούριασαν κάθε σεξουαλικό ένστικτο. Έκαναν κάτι παραπάνω από το να κλέψουν τα νιάτα μας. Έκλεψαν τους άντρες που θα γινόμασταν κάποτε. (σ. 281).

Τι περιμένει τον έγκλειστο στην έξοδο; Αποκατάσταση «πλην σαράντα» (η πρόσβαση σε σαράντα πόλεις είναι απαγορευμένη) και ζωή σε μια βιομηχανική περιοχή γεμάτη νέφη ψευδαργύρου, σε μισορημαγμένα φαγάδικα και μουλιασμένες καντίνες, άφεση «στην προαιώνια δύναμη του ρωσικού μεθυσιού» και δικαίωση του τίτλου του ως «παρασημοφορημένου βιαστή». Όμως οι χτυπημένοι από τη μοίρα το έχουν ανάγκη το σκοτάδι. Το φως είναι ζωή και τους είναι ανυπόφορο – το ίδιο και οι φωνές, τα κελαηδήματα των πουλιών, ο ήχος των αποφασιστικών βημάτων. Και είναι οι ίδιοι φαντάσματα, και αναζητούν μια ατμόσφαιρα οικεία στα άλλα φαντάσματα… (σ. 210-211).

Εκείνη την εποχή πείστηκα ότι η πλήξη ήταν ο δεύτερος πυλώνας του συστήματος· ο πρώτος ήταν ο τρόμος…Η ανία δεν είναι πια απουσία συναισθήματος· είναι η ίδια ένα συναίσθημα, και μάλιστα βίαιο. Ένας σιωπηρός παροξυσμός ανίας. (σ. 120, 121)

Ο ήρωας γράφει την ιστορία του σε μια πολυσέλιδη επιστολή προς την Αφρο-αμερικανίδα υιοθετημένη κόρη του, καθώς επιστρέφει στους τόπους του αφανισμού του με πλοίο και με τρένο. Μ’ ένα πλοίο που τρίζει, λες και κουβαλάει στους ώμους του όλο και περισσότερα βάρη και έγνοιες πάνω από τον αρκτικό κύκλο, εκεί που τα δάκρυα παγώνουν και οι αισχρολογίες γίνονται παγάκια και κατρακυλούν στα πόδια σου και μ’ ένα τρένο (αυτόν τον τοπικό μεταφορέα ψυχών που ερημώνει τις πόλεις) που διασχίζει την μεγάλη τούνδρα, «την μεγάλη λευκή σελίδα της Ρωσίας, που περιμένει να γεμίσει από τους χαρακτήρες και τις φράσεις της ιστορίας».

Διανθίζει την διήγηση με ελλειπτικές φράσεις αλλά και σκέψεις για την σύγχρονη Ρωσία, με τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο δημοτικό της Βόρειας Οσετίας και στο Θέατρο της Μόσχας κι έναν βορρά – επιδημιολογική αντλία, ένα παγωμένο φαρμακερό τέλμα που σε λίγο θα είναι επισκέψιμος μόνο με στολή αστροναύτη. Κάποια στιγμή αναρωτιέται μήπως τα σκισμένα τζιν και τα τρυπημένα σώματα των νέων είναι η αισθητική εκδίκηση των κακοποιημένων μορφών μιας άδικης Ιστορίας.

Φάκελος φιλοξενούμενου: (Οξφόρδη, 1949). Τέκνο του Κίγκσλεϊ Έιμις (οργισμένος και καταξιωμένος μεταπολεμικός συγγραφέας), βασικό μέλος του Νέου Αγγλικού Μυθιστορήματος (βλ. – διάβ. Ίαν Μακ Γιούαν, Τζούλιαν Μπαρνς κ.ά.) και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα (εξαιτίας κυρίως απόψεων που προκαλούν αλλά και ναρκισσευόμενης ειρωνείας). Αξιοσημείωτο του βίου του: στα 13 τού απαγορεύτηκε να συνεχίσει το σχολείο εξαιτίας συμμετοχής σε κινηματογραφική ταινία, όμως συνέχισε και σπούδασε σε ιδιωτικούς φορείς και κατέληξε να κάνει αυτό ακριβώς που του άρεσε: κριτικός βιβλίων, συντάκτης και ειδικός συγγραφέας σε πλήθος εντύπων (Times Literary Supplement, New Statesman, Observer κ.ά.), δάσκαλος δημιουργικής γραφής (Μάντσεστερ). 17 μυθιστορήματα, πλείστα δοκίμια.

Γκράφιτι: Ό, τι δεν σε σκοτώνει, δεν σε κάνει πιο δυνατό. Σε κάνει αδύναμο και σε σκοτώνει αργότερα. // Για μένα, πλέον, η βία ήταν ένα ουδέτερο μέσο. Δεν ήταν καν ένα διαφορετικό είδος διπλωματίας. Ήταν μια νομισματική μονάδα, όπως ο καπνός, όπως το ψωμί. // Ήμαστε ήρωες ενός κοινωνιολογικού έργου πάνω στην ιστορία των ανωνύμων, την εποχή των τιτάνιων μηδενικών // Αν ο Θεός νοιαζόταν πραγματικά για μας, δεν θα μας είχε φορτώσει ποτέ τη θρησκεία.

Σκέψεις, εικόνες…: Ήμασταν εχθρός που έπρεπε να εκσφενδονιστεί πίσω από την ράχη του κόσμου. Εκεί που και τον Ιούνιο το χνότο κοκαλώνει στον αέρα σαν τεράστιο πούρο. Ένα στρατόπεδο που είναι πιο πολύ πόλεμος από τον κανονικό πόλεμο. Εξάψεις στον παγετό της τούνδρας, αποδιοργάνωση της σκέψης. Ρούχα κοκαλωμένα σαν φλούδες δέντρων από τη βρόμα Έχει πέσει ταλκ στο σκουφί μου ή είναι τα μαλλιά μου που άσπρισαν; Θα έδινα την όρασή μου ακόμα για άλλα δέκα δευτερόλεπτα ύπνου. Τόσο μεγάλο κενό μετά τον θάνατο του Στάλιν: τώρα δεν ήταν πουθενά, πριν ήταν παντού.

Όταν κοιμάμαι τα δάχτυλά μου σφίγγουν μονίμως ένα φανταστικό φτυάρι των καταναγκαστικών έργων. Σε τι κατάσταση θα βρίσκομαι όταν και αν βγω ποτέ αποδώ; Για τι πράγμα θα μιλάω στη γυναίκα μου; Το μόνο που θα σκέφτομαι θα είναι κρύα σούπα, ζεστή σούπα. Μια τριαντάρα καθηγήτρια στην πτέρυγα των γυναικών απαγγέλει Ευγένιο Ονέγκιν στον εαυτό της κάθε μέρα. Συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχε τίποτα πια, απολύτως τίποτα, το οποίο θα μπορούσα να συλλογιέμαι με ευχαρίστηση. Στο στρατόπεδο ένας χωριάτης, έχοντας πίσω του μια ολόκληρη χιλιετία δουλικής ηθικής μπορεί να τα καταφέρει χωρίς μεγάλο ψυχικό κόστος. Αλλά ένας διανοούμενος;

Αποσπάσματα: Έχεις ανάγκη από το κοινό αίσθημα – για να μάθεις πώς να πεθάνεις. Πρέπει να γίνεις ένα με όλα τ’ άλλα ζώα και ν’ ακολουθήσεις το κοπάδι. Η ιδεολογία σου προσφέρει κοινό αίσθημα, γι’ αυτό και είναι πάντα προσφιλής στους Ρώσους…Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου προσπάθησα να στρέψω το ενδιαφέρον σου στη δική μου ιδεολογία: στην ιδεολογία της μη ιδεολογίας. (σ. 287).

Οι όμοιοί σου, οι ισάξιοί σου, οι κρυφοί ομοϊεδάτες σου στη Δύση: ο μόνος ρώσος συγγραφέας που τους λέει ακόμη κάτι είναι ο Ντοστογέφκσι, αυτός ο γεροφαφλατάς, ο θαμώνας των φυλακών, αυτή η μεγαλοφυΐα. Τον λατρεύετε όλοι σας, γιατί οι ήρωές του είναι εκούσια εξαθλιωμένοι. Αυτό, τελικά, ήταν που δεν μπορούσε ν’ αντέξει ο Κόνραντ στον γερο-Ντόστι και στους άγιους ηλιθίους του, στους απένταρους αριστοκράτες του, στους λιμοκτονούντες φοιτητές και στους παρανοϊκούς γραφειοκράτες του. Το ότι αφοσιώνονταν στην επινόηση του πόνου, λες και η ζωή από μόνη της δεν είναι αρκετά σκληρή. (σ. 89)

Τη στιγμή της σύλληψης νοιώθεις ήδη μισοεξαφανισμένος. Στη φυλακή νοιώθεις πρώην άνθρωπος, νεκρός. Στο στρατόπεδο είσαι βέβαιος ότι δεν υπήρξες ποτέ. Τα γράμματα από το σπίτι μοιάζουν με πνευματιστικές επικοινωνίες…(σ. 100)

Συντεταγμένες: Martin Amis, The House of Meetings, 2006 / Εκδόσεις Μεταίχμιο, (Δεκέμβριος) 2007, μτφ. Σταύρος Παπασταύρου, σ. 298.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στην φωτογραφία: κρατούμενοι σοβιετικού γκουλάγκ (1936-37)

11
Μαρ.
08

Late night partners: Ed Harcourt, Nick Hornby

Ed Harcourt – The beautiful lie (Heavenly, 2006)
Nick Hornby – H κάθοδος των τεσσάρων
Κάποιος ή κάποια που μας τηλεφωνεί μόνο όταν είναι μεθυσμένος/η. Η πολλαπλάσια ηδονή του τελευταίου τσιγάρου ή του τελευταίου οτιδήποτε. Η βροχή που πέφτει πάνω στους καλύτερους. Η δυσκολία να βρούμε καλούς φίλους. Άνθρωποι – σωστά ναρκωτικά. Επαναστάσεις που δε γίνονται έξω αλλά μέσα σε καρδιές. Ένας σύντροφος για αργά τη νύχτα. Καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε καλά αλλά ελάχιστοι τις τραγουδούν. Ο Ed Harcourt τις κάνει τίτλους και τραγούδια. Υπέροχα τραγούδια: You only call me when you’re drunk, The last cigarette, I am the drug, Good friends are hard to find, Revolution in my heart.
Τον έχουμε υπό στενή παρακολούθηση από το ξεκίνημά του, τον έχουμε φακελώσει στο συρτάρι με τους εξαίρετους «μοναχούς», δηλαδή εκείνους που γράφουν και τραγουδάνε τα γραψίματά τους αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και προικισμένους μουσικούς που ακολουθούν μια καταδική τους πορεία. Η καρτέλα μας είναι γραμμένη κι απ’ τις δύο πλευρές: πιάνο, τρομπέτα, βιολί, μπάντζο, ντραμς και νεροχύτης (αν μεταφράζω σωστά το kitchen sink), όλα παίζονται από τον Ed.
6 δίσκοι σε 5 χρόνια, αν συμπεριλάβουμε και το download-only Elephant’s Graveyard (με B sides και demos) μάλλον δεν είναι ένδειξη αργοκίνητου δημιουργού. Το Ωραίο του Ψέμα είναι η αποκορύφωση της συνεχούς του έμπνευσης και ξεπερνά το μέχρι σήμερα καλύτερό του Here be monsters. Δηλώνοντας προσεκτικός ακροατής τρυφερών και ύπουλων τζαζιστών όπως ο Chet Baker αλλά και αναγνώστης του John Keats, ο Εντ κάνει δίσκους τα συμβάντα της ζωής του – άλλωστε ένας μεγάλος έρωτας τού ενέπνευσε τον (τρίτο καλύτερο) δίσκο του Strangers. Τον θυμάμαι στα πρώτα του LP: βράχνιαζε σαν τον Tom Waits, οπότε και οι συνδέσεις ήταν αναπόφευκτες. Τώρα αφήνει το λεπτό αδύναμο κρύσταλλο της φωνής του να φανεί σ’ όλη του την αδυναμία.
Παρά το γεγονός ότι ο φίλος μας ειδικεύεται στις έξοχες μπαλάντες, μπορούμε εδώ να βρούμε έξοχη ποπ τραγουδοποιΐα στο Whirlwind in d minor, καθάριο σόουλ συναίσθημα στο Visit from the dead dog κι ένα αναπάντεχο οργιώδες φινάλε στο You only call me when you’re drunk. Θα με αγαπάς κι όταν γεράσω; Ακόμα βέβαια ελπίζω ότι θα το προλάβω… (το γέρας καλέ μου Έντ ή το συναίσθημά της;). Αλλά τα «άλλα» του είναι που με περιμένουν στο σπίτι όταν γυρνάω πολύ αργά το βράδυ από μια ατέλειωτη δουλειά: μια βραχνή έγχορδη μπαλάντα κυριολεκτικά της προχωρημένης αργής νύχτας (Late night partner), ένα αποκορύφωμα εγχόρδων/ πιάνου (Rain on the pretty ones) – ένα κομμάτι ατόφιο διαμάντι. Και πώς μετά να σε πιάσει ύπνος; Κοιτάς τον άδειο δρόμο κάτω, σκέφτεσαι πως στις άλλες άκρες του πλανήτη η σκηνή επαναλαμβάνεται πολλαπλώς, δεν θες να κοιμηθείς αν δεν τον ακούσεις (ολόκληρο!) 2 φορές. Αυτός ο μόνιμος μοναχικός σύντροφος στις δύσκολές μου ολονυχτίες εκφράζει ακριβώς αυτό που είμαι εκείνη τη στιγμή.
Αν ο κύριος Harcourt φτάνει στα όρια της μοναχικότητας, άλλοι τέσσερις μόλις τα ξεπέρασαν. Τόπος: Ταράτσα, Στέκι των Αυτοχείρων, Βόρειο Λονδίνο. Χρόνος: Αλλαγή χρονιάς/ χιλιετίας. Ένα ατιμασμένο δημόσιο πρόσωπο που χάνει ό, τι έχει και δεν έχει επειδή το κάτω κεφάλι υπερίσχυσε του άνω. Μια μεσήλιξ με ένα «μη φυσιολογικό» παιδί που της έχει ρουφήξει τη ζωή. Μια πιτσιρίκα με τα γνωστά θεμελιώδη προβλήματα κάθε «νέου» (έφαγε χυλόπιτα, είναι πίτα, μισεί γονείς). Κι ένας νυν ντελίβερι και πρώην συγκροτηματίας που η ζωή του ήταν η μπάντα του. Η τετράς των αποτυχημένων συνευρίσκεται τυχαία στην ταράτσα – ούτε να αυτοκτονήσεις μόνος σου δεν μπορείς.
Εδώ έχουμε ένα θέμα που γνωρίζουμε καλά αλλά που κανείς δεν μπορεί και τόσο εύκολα να ασχοληθεί μαζί του από την λογοτεχνική πλευρά: άνθρωποι που κάποτε ζούσαν «φυσιολογικά, κανονικά», τώρα βρίσκονται σε ένα σκαλοπάτι προ αυτοχειρίας. Που σκέφτονται πως τα επιχειρήματα του να συνεχίσεις να ζεις λιγοστεύουν. Η έκπληξη όμως δεν είναι ότι ο έξυπνος τούτος συγγραφέας καταπιάνεται με αυτό το μαύρο κουτί. Είναι ότι σε βάζει μέσα του χωρίς να σε σκοτεινιάζει καθόλου. Είναι ότι δείχνει την ευτράπελη, γελοία, αστεία, τρυφερή πλευρά μιας τέτοιας απόφασης.
Είναι το γνώριμο στιλ του Hornby (ο οποίος, παρεμπιπτόντως είναι ένας μανιακός του ροκ εντ ρολ, της λογοτεχνίας, τους ποδοσφαίρου, της μιζέριας και της αισιοδοξίας – ναι, τα τελευταία συνδυάζονται άνετα): να μιλάει για εμμονές, καταθλίψεις ή δυστυχίες με μια μορφή ελαφρότητας, καθόλου αβάσταχτης, αλλά ούτε και πουπουλένιας. Το έκανε με τον ίδιο τρόπο στα Πυρετός της μπάλας, High Fidelity, Για ένα αγόρι, Πώς να είσαι καλός (βιβλία του που μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας). Ο N.H. ποτέ δεν φημιζόταν για την περίτεχνη διαπλοκή προτάσεων, ούτε για απολαυστικές λεκτικά σελίδες. Το βάρος δίνεται σε ιδέες και καταστάσεις, σε μια πλοκή που προχωρά και σε παίρνει. Η γραφή του θρυμματίζεται εναλλάξ με τους αφηγηματικούς μονολόγους των τεσσάρων, ευτυχώς διανθισμένους με διαλόγους.
Πώς μπορείς να χειριστείς την αποτυχία; Πώς μπορείς να αποχωριστείς τον κυνισμό; Οι ήρωες ξεκινούν από μερικά βασικά αυτοκτονικά αξιώματα: «Οι ευαίσθητοι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να παραμείνουν ζωντανοί, «Όταν είσαι δυστυχισμένος, φαντάζομαι ότι τα πάντα στον κόσμο -το διάβασμα, το φαγητό, ο ύπνος- κρύβουν κάτι βαθιά μέσα τους που σε κάνει ακόμα πιο δυστυχισμένο«. Όμως κατά κάποιο περίεργο τρόπο, ενώ παραμένουν στην κοσμάρα τους, αρχίζουν να αποκτούν αμοιβαίο ενδιαφέρον ο ένας για τον άλλον. Εννοείται πως τα πράγματα δεν καλυτερεύουν ποτέ – ούτε στις ελληνικές ταινίες δεν γίνεται πια αυτό. Αλλά μπορείς κάποτε να δεις ορισμένα πράγματα διαφορετικά.
Επιστρέφω στον Harcourt, που δεν θα τραγουδήσει και μόνος του το καλύτερό του κομμάτι (κι ένα από τα ομορφότερα του 2006). Φωνάζει τους καλύτερούς του φίλους, ανώνυμους γείτονες ή σκαμμένες φιλίες ετών και συγχρωτίζονται στο δικό τους μεταμεσονύκτιο ύμνο: Revolution in my heart. Ωδή: To the junkies in the streets/ To the gangsters in our towns/ And the others underground/ To the prostitutes and whores/ To the self-admiring bores/ To the drinkers in a drought/ And the writers steeped in doubt/ To the bailiffs and their bills/ To the child whose thoughts could kill/ To the veteran who fights/ All his demons late at night.
Eκδ. Πατάκη, 2005, σελ. 354 μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου [Nick Hornby – A Long Way Down].Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
08
Φεβ.
08

Μάλκολμ Μπράντμπερυ – Δόκτωρ Κριμινάλε

Η χώρα σας είναι τυχερή, οι ζωές σας απλές, δεν χρειάστηκε να υποφέρετε από την Ιστορία όπως εμείς (…) Ίσως δεν ξέρετε τι σημαίνει να βρίσκεσαι σ’ ένα κόσμο όπου η Ιστορία αλλάζει όλη την ώρα, όπου μια ιδέα ή μια πλευρά τη μια μέρα είναι σωστή και την άλλη λάθος, όπου κάθε επιλογή, κάθε σκέψη είναι ένα στοίχημα που μπορεί να το κερδίσεις ή να το χάσεις, όπου αυτό που είναι πατριωτικό τώρα είναι προδοσία αργότερα. (σ. 109)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Τέκνο του Sheffield, Yorkshire (1932 – 2000), βασικός εκπρόσωπος του campus novel/ ακαδημαϊκού (ή πανεπιστημιακού) μυθιστορήματος, συγγραφέας προσιτών επιστημονικών βιβλίων (μεταξύ των οποίων τα περίφημα Phogey!, or how to have class in a classless society (1960), All dressed up and nowhere to go: The poor man’s guide to the affluent society (1962)) και θεατρικών έργων. Θεωρητικός της λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, κριτικός, τηλεοπτικός σεναριογράφος. Συν-εμπνευστής του πανεπιστημιακού προγράμματος δημιουργικής γραφής (1965), λίκνου μιας ολόκληρης γενιά νέων Άγγλων συγγραφέων και του New British writing (Ian McEwan, Kazuo Ishiguro κ.ά.).
Πλοκή: Ένας τυπικός δημοσιογράφος των 90ς προσπαθεί να ερευνήσει τη ζωή και τον μύθο του δόκτορα Κριμινάλε, ενός διάσημου φιλοσόφου και πολιτικού στοχαστή με αμφίβολο παρελθόν. Τον αναζητά λαχανιασμένος σε διάφορες ευρωπαϊκές κυρίως πόλεις όπου εκείνος συνεχώς τού διαφεύγει κυριολεκτικά και μεταφορικά, και περιπλανιέται στα παρασκήνια της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Ευρώπης. Καθώς αυτή η μυστηριώδης προσωπικότητα υπάρχει μέσα από τα γραπτά της και τις αλλεπάλληλες ερμηνείες και διαδόσεις τους, αποτελεί ένα κείμενο που επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει για να κατανοήσει. Θα τα καταφέρει μέσα σε αυτόν το ρευστό κόσμο όπου τα ιδεολογικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών του αιώνα αποκαθηλώνονται και οι πάντες και τα πάντα συνδέονται και διαπλέκονται;
Ήρωες: Δύο διαφορετικοί κόσμοι αλώνουν την Ευρώπη σε ένα ιδιόμορφο κυνήγι. Ο φιλόσοφος είναι πανταχού παρών και πάντα εξαφανισμένος, δημιουργώντας σύγχυση γύρω από το πρόσωπό του: διανοητής ή αυτοκράτωρ; Έχει περάσει από τα ακαδημαϊκά γήπεδα των πανεπιστήμιων – μεγαθηρίων (Βερολίνο, Μόσχα και Χάρβαρντ), έχει αναιρέσει Μαρξ, Χάιντεγκερ και Αντόρνο, έχει φτάσει στην κορυφή της διανόησης. Ο δημοσιογράφος – λυσσαλέος κυνηγός των θεμάτων του, «νεοφώτιστος φιλελεύθερος ανθρωπιστής» όπως αυτοαποκαλείται, και σπουδαγμένος της αποδόμησης (απομυθοποιούσαμε, απομυστηριοποιούσαμε, αποκανονικοποιούσαμε, αποκωδικοποιούσαμε, απο-δοκιμάζαμε, απο-ανθρωπίζαμε) έχει τις δικές του εσωτερικές αντιφάσεις: φυσική περιέργεια και όρεξη να φτάσει στον πυρήνα των πραγμάτων αλλά και τη γνωστή δημοσιογραφική έπαρση. Τη μια νοιάζεται να φτιάξει το ντοκιμαντέρ του σύμφωνα με τους αμείλικτους τηλεοπτικούς κανόνες, την άλλη προβληματίζεται πώς να κινηθεί σε όλο το σύγχρονο χαοτικό μίγμα ανοχής, ανεκτικότητας, ηθικής αβεβαιότητας, παγκόσμιου άγχους και αποδομητικού σκεπτικισμού. Και όπως κάθε λογοτεχνικός ήρωας που σέβεται τον εαυτό του, βρίσκεται σε μπερδεμένη έως ελεεινή οικονομική και αισθηματική κατάσταση.
Γοητεία: Ποιες θεωρίες κυριάρχησαν στην ήπειρό μας τα έτη 1950 – 2000 και σε τι χρησιμεύουν πλέον; Ποιος παράγει τις ιδέες σήμερα και πώς διαδίδονται ή επιβάλλονται; Υπάρχει διαφορά στο μάρκετινγκ του πολιτισμού και των άλλων προϊόντων της αγοράς; Ποιοι γεμίζουν τα think tanks; Ποιος ο ρόλος των γκουρού της διανόησης και τι παραχωρήσεις χρειάζονται για να μπεις στο jet set της; Τι καθιστά κάποιον αναγνωρισμένη αυθεντία;
Είναι απίστευτο πόσα φύλλα ξεδιπλώνει ο συγγραφέας σε όλο αυτό το στοχαστικό διακειμενικό του ταξίδι, με ταχύτατη αφήγηση και εναλλαγή τόπων και προσώπων. Καθώς μεταπηδάει άνετα από το μυθιστόρημα του στενού ακαδημαϊκού κύκλου (ένα είδος που ποτέ δε συμπάθησα) σε ένα αμιγές μυθιστόρημα δρόμου ή μάλλον δρόμων και δη αστικών, νοιώθεις πως από μια άποψη πρωταγωνιστούν οι ίδιοι οι τόποι: Βιέννη, Βουδαπέστη, Βόρεια Ιταλία, Μπουένος Άιρες, Λωζάνη. Ο Μπράντμπερυ γίνεται ικανός ανθρωπογεωγράφος της Νέας Ευρώπης με τα πεσμένα τείχη και τις καταιγιστικές αλλαγές και της εποχής των πάντων και του τίποτε, όπου ο πολιτισμός γίνεται πολιτική και ιλουστρασιόν ανταλλάξιμο αγαθό.
Γραφιστικά: Τυπικά βρετανική γραφή στα καλύτερά της: ειρωνικά αφελής, φλεγματικά χιουμοριστική, με άνετη απεικόνιση της ατμόσφαιρας. Οι κριτικές ταμπέλες έγραψαν: «καυστική σάτιρα ιδεών». Ευτυχώς που πέρα από όλο αυτό το φαινομενικά βαρύ στοχαστικό οικοδόμημα υπάρχει άφθονο ερωτικό και αστυνομικό υλικό.
Γκράφιτι: Το μέλλον είναι απλώς αυτό που εφευρίσκουμε στο παρόν για να βάλουμε μια τάξη στο παρελθόν. // Μη ζείτε για το μέλλον, θα διαλέξετε απλώς λάθος φατρία και τους λάθος φίλους. // Είναι τόσο χάλια που θα ήμασταν τρελοί αν δε το προβάλαμε (για τηλεοπτική εμφάνιση). // Αν θέλετε, μπορείτε να καπνίσετε. Εδώ δεν είναι Δύση, είναι ελεύθερη χώρα. // Οι νέοι συχνά νοσταλγούν περισσότερο το παρελθόν που δεν έχουν ακόμα αποκτήσει.
Απoσπάσματα: Δεν ξέρετε ότι η φιλοσοφία έχει πεθάνει; Ούτε μια σκέψη δεν έχει απομείνει στον κόσμο. Εδώ τη σκότωσε ο μαρξισμός-λενινισμός, στη Δύση η αποδόμηση. Εμείς είχαμε υπερβολικά πολλή θεωρία της πραγματικότητας, εσείς δεν είχατε αρκετή. (σ. 146-147)
Δεν είναι αλήθεια ότι ζούμε όχι στους μοντέρνους αλλά στους μεταμοντέρνους καιρούς όπου κυριαρχεί ο πλουραλισμός των τεχνοτροπιών, η φόρμα ως παρωδία, η τέχνη ως παραπομπή, η εποχή της κουλτούρας ως διεθνούς έκθεσης; Στο Βερολίνο το τείχος του Χόνεκερ κατέρρεε και γινόταν έργο τέχνης, παντού η πολιτική και ο πολιτισμός γινόταν θέαμα. Έτσι λοιπόν, εκείνον τον Ιούλιο … μια σοπράνο διεθνούς φήμης τραγούδησε τη Μασσαλιώτιδα και στα Ηλύσια Πεδία Αιγύπτιες χορεύτριες της κοιλιάς περιστρέφονταν μαζί με χορευτές του limbo από την Καραϊβική, γκέι χόρευαν με λεσβίες, δομιστές φιλόσοφοι χοροπηδούσαν με φεμινίστριες κριτικούς, Ούγγροι σεκιουριτάδες λικνίζονταν σε τανγκό με Γάλλους ζητάδες, σε μια απέραντη ποικιλία εικόνων και στυλ και πολιτισμών και φύλων, ώστε τα πάντα ήταν τα πάντα και τίποτα ταυτοχρόνως. (σ. 128).
Επίγραμμα: Ένα απολαυστικό magical mystery tour σε μια Ευρώπη που κινείται επικίνδυνα προς άγνωστη κατεύθυνση, σηκώνοντας παράλληλα το αβάσταχτο βάρος των θριάμβων και των ντροπών της.
Μυθιστοριογραφία: Eating people is wrong/ Δεν κάνει να τρώμε ανθρώπους (1959), Stepping Westward (διηγήματα, 1965), The History Man/ Ο άνθρωπος Ιστορία (1975), Rates of Exchange/ Τιμές συναλλάγματος (1982), Why come to Slaka? (1986), Cuts (1987), Doctor Criminale/ Δόκτωρ Κριμινάλε (1992), To the Hermitage/ Στο δρόμο για το Ερμιτάζ (2000).
Συντεταγμένες: Εκδόσεις Πόλις, μτφ. Τίνα Θέου, σ. 464 και δεκασέλιδες σημειώσεις.
Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
08
Φεβ.
08

Ρις Χιούζ – Νέα Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας

Αν κάποιες από τις φουσκωμένες ιστορίες που λέγονται γι’ αυτόν είναι αληθινές, τότε ήταν αρκετά πλούσιος για να αγοράσει κάθε ιστορικό της ατιμίας…

Προσωπικό ημερολόγιο: Η Παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Historia universal de la infamia) (1935) αποτελεί ένα από τα απολαυστικότερα βιβλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Το διάβασα πριν αρκετά χρόνια και με στοίχειωσαν καιρό οι απίστευτες ιστορίες που μαεστρικά ενορχήστρωνε ο καλλιγράφος συγγραφέας του. Επρόκειτο για επτά κείμενα αρχικώς δημοσιευμένα σε εφημερίδα της εποχής που λογοτεχνούσαν τη ζωή και τις αδιανόητες πράξεις επτά σπανίων ατίμων. Το βιβλίο εκείνο συμπληρωνόταν με ένα κλασικό διήγημα του συγγραφέα συν οκτώ μικρότερα κομμάτια που αποδίδονταν είτε ψεύτικα σε υπαρκτούς συγγραφείς, είτε ορθά σε ανύπαρκτους, σύμφωνα με την προσφιλή τακτική του ΧΛΜ να μας δουλεύει κανονικώς και με την πένα.

Πλοκή: 71 χρόνια μετά, ο Rhys Hughes διατυπώνει την επιθυμία του, να ψυχαγωγήσει, όπως λέει, το φάντασμα του Μπόρχες περισσότερο από ποτέ. Επιλέγει άλλους 7 διαβόητους «τελευταίους» της κοινωνίας και τους εικονογραφεί με άψογη λογοτεχνικότητα. Ταυτόχρονα, αντικαθρεφτίζοντας το βιβλίο εκείνο προσθέτει μια παρωδία του διηγήματος και άλλα οκτώ κομμάτια ακριβώς στο κλίμα και το πνεύμα του. Αν τον είχα μπροστά μου θα τον ρωτούσα πώς φαντάζεται να αντιδρούσε ο ίδιος ο Μπόρχες σε αυτόν τον φόρο τιμής. Με πρόλαβε μια πορτογαλική εφημερίδα και της απάντησε: υποψιάζομαι δεν θα τον ενέκρινε. Αλλά εφόσον, προσθέτει, ο ίδιος στο «διήγημά» του Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ προεικάζει κάθε νοητό κείμενο, θεωρεί πως έχει ήδη συνεργαστεί με κάθε συγγραφέα που αποπειράται να τον μιμηθεί.

Οι Έλληνες αναγνώστες της εν λόγω έκδοσης είμαστε προνομιούχοι για 2 πρόσθετους λόγους: α) Μεταφραστής ανέλαβε ο Αχιλλέας Κυριακίδης, κατεξοχήν μπορχεσιανός μεταφραστής και επιδέξιος χειριστής γλωσσών και γλωσσών. Ο Α.Κ. στον πρόλογό του παραδέχεται ευθέως πόσο τον ταλαιπώρησε η γραφή του συγγραφέα, πόσο χάρηκε που τουλάχιστον δεν είναι ανύπαρκτος συγγραφέας (εδώ που φτάσαμε…) και πως φρόντισε να τον βρει προσωπικά ώστε να βγει τούτο το αποτέλεσμα, προς δόξα του ιλίγγου που χαρίζει καμιά φορά η λογοτεχνία.

β) Ο συγγραφέας δηλώνει στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισαγωγή πως η αγάπη του για τον ίδιο τον Μπόρχες τον οδήγησε στις επιρροές του μεγάλου Αργεντινού, συνεπώς στα βάθη ελληνικών γραμματειών και ομηρικών ηπείρων. Μας διαβεβαιώνει: Δεν υπάρχει καμία άλλη γλώσσα στην οποία ήθελα περισσότερο να μεταφραστώ. Και έμπρακτα το αποδεικνύει, γράφοντας ένα κομμάτι εδώ αποκλειστικά για εμάς, το Σχήματα αεί Κρήτες.

Ήρωες: Σκλάβοι του κινδύνου και της μανίας, ακραιφνείς θρησκευόμενοι που σφάζουν ανθρώπους, πιστεύοντας πως εφόσον εκείνοι αδυνατούσαν να προστατευτούν, αυτό σήμαινε πως ήταν αδύναμοι κι είχαν κακό κάρμα (άρα με το θάνατό τους βελτίωναν τη θέση τους στην κοσμική κλίμακα!). Ιερείς του Βόρνεο που είναι τόσο πλούσιοι, ώστε ο παράδεισος στον οποίο πίστευαν, ήταν ένας τόπος σκληρής φτώχειας και επίμοχθης εργασίας. Σιαμαίοι που κάποτε γίνονται θύματα μιας αμοιβαίας ληστείας (!). Μέγιστοι άτιμοι που ποτέ δεν αφήνουν τις αντιφάσεις και τις αδυνατότητες να τους προβληματίσουν και άλλοι που πρέπει διαρκώς να φυλάσσουν τα νώτα τους: Μετά το ηλιοβασίλεμα, κάτι φανάρια στερεωμένα σε μακριά κοντάρια που τα κρατούσαν άνθρωποι ανεβασμένοι σε ξυλοπόδαρα, τρεμόπαιζαν πάνω στα στάσιμα νερά. Τον έψαχναν κυνηγοί επικηρυγμένων. Μέσα σ’ ένα μήνα, είχε μαζέψει τόσα φαναράκια, που θα μπορούσε ν’ ανοίξει μαγαζί.

Γραφιστικά: Ο συγγραφέας σε βάζει στην κάθε ιστορία αργά και βασανιστικά. Με διακεκριμένες μεταξύ τους παραγράφους, με εισαγωγή στο «έγκλημα» του καθενός, με αναφορές στους καλύτερους του είδους. Το τιμώμενο πρόσωπο μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στο μέσο του κομματιού. Άλλο γοητευτικό στοιχείο στη γραφή του είναι πως εκεί που μέσα σε 2 παραγράφους σε βάζει σε μια θαυμαστή ατμόσφαιρα, αμέσως μετά την ανασκευάζει αμέσως. Θα ξεκινήσει παραπλανητικά υπερτονίζοντας κλισέ και τετριμμένα ή με συναρπαστικές περιγραφές που απλά δεν θα ισχύουν, εφόσον θα τις διαλύσει λίγο μετά λέγοντας: Η αλήθεια είναι πιο ήπια και πιο πειστική. (!)

Γοητεία: Αν μία εκ των τεχνών του λόγου είναι να σε κάνει να συμπάσχεις με τον οποιονδήποτε ήρωά του, τότε εδώ συμπαρασυρόμαστε στο πλευρό των καθαρμάτων. Κυρίως ένοιωσα να συμπάσχω με τον διαβόητο ληστή των ταξιδιωτών, που του δόθηκε Βασιλική Χάρις υπό τον όρο να γράψει μια διατριβή με συμβουλές προς τους ταξιδιώτες πώς ν’ αποφεύγουν να ληστεύονται στο δρόμο… Το βιβλίο έκανε καλές πωλήσεις… Είμαι μαζί τους ακόμα κι όταν παραφρονούν, όπως ο Τέρπιν, που συνελήφθη με την κατηγορία ότι είχε κλέψει μια πέρδικα κι είχε προσπαθήσει να βράσει πάνω της μια κατσαρόλα… Κοιμήθηκε καθ’ όλη σχεδόν την εκτέλεση, κι όταν ξύπνησε ίσα που πρόλαβε να πηδήξει απ’ το ικρίωμα για να σπάσει το σβέρκο του και ν’ αποφύγει τον αργό στραγγαλισμό. …Τον άκουγαν να ροχαλίζει δυνατά καθώς ο όχλος τον τραβούσε από τα πόδια για να επισπεύσει το τέλος του. Είχε ξανακοιμηθεί. Συγχρόνως ταξιδεύουμε σε τόπους που ορισμένες φορές έχεις την εντύπωση πως οι ίδιοι βλασταίνουν τέτοιες παράνομες φυσιογνωμίες. Από τους σάπιους δρόμους της Μογγολίας μέχρι τα χαμηλά σπίτια του Μαρακαΐμπο κι από τους φοβερούς ορίζοντες της τυραννισμένης Παραγουάης σε βασίλεια του Θιβέτ που δωροδοκούν εξερευνητές και χαρτογράφους για να παραμείνουν μυστικά και άλλες βρόμικες πόλεις όπου το βασικότερο εξάρτημα καθημερινής ένδυσης είναι ένας σιδερένιος λοστός. Ο θαυμαστός κόσμος των μούτρων δεν έχει τελειωμό. Ο Hughes πραγματοποιεί το δύσκολο: συνδιαλέγεται ως ισάξιος συνομιλητής με το φάντασμα της επιρροής του. Τρία από τα Borgesiana του Hughes, Η πόλη των σκαρδαμυγμών (στην οποία ακόμα και η πιο τέλεια ελεγχόμενη κατάσταση μπορεί να διαλυθεί με έναν τυχαίο σκαρδαμυγμό της Ιστορίας), το αριστουργηματικό Βαθμοί Συνάφειας και το ασύλληπτο Ο Μινώταυρος στην Παμπλόνα θα στοιχημάτιζα πως είναι του μεγάλου Αργεντινού!

Απόσπασμα: Πριν προλάβουν οι ληστές να του ζητήσουν χρήματα, αυτός προσφέρθηκε ν’ αγοράσει τα όπλα με τα οποία τον σημάδευαν στο κεφάλι. Εκείνοι, εκτιμώντας την ευστροφία του, δέχτηκαν… Καθώς περιδιάβαζε τους δρόμους ψάχνοντας για ξενοδοχείο, έπεσε πάνω του ένας μεθυσμένος που είχε βγει τρεκλίζοντας από ένα μπαρ, κι έκανε κάτι ακατανόητα σχόλια αποδοκιμασίας για το μούσι του. Ο Μπάζιλ τον αγνόησε και συνέχισε να περπατάει αλλά, εκείνο το ίδιο βράδυ, τρεις άνδρες μπήκαν απ’ το παράθυρο του ξενοδοχείου του και τον απείλησαν με πιστόλια. Τους είχε προσλάβει ο μεθυσμένος για να σκοτώσουν τον ξένο με την ενοχλητική τριχοφυΐα. Ο ψύχραιμος Μπάζιλ τους επισήμανε πως εφτά δολάρια δια του τρία δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, και προσφέρθηκε να τους πληρώσει εκατό φορές παραπάνω αν αλληλοσκοτώνονταν. Το δωμάτιο αντήχησε με πυροβολισμούς. Το επόμενο πρωί ο Μπάζιλ συνάντησε τυχαία τον μεθυσμένο και τον κέρασε ένα ποτό ως ένδειξη απειλής, καλής θέλησης ή θράσους. Μέχρι να επιστρέψει στο ξενοδοχείο, η καμαριέρα είχε καθαρίσει το πηχτό αίμα, είχε εξαφανίσει τα πτώματα και είχε καλύψει τις τρύπες απ’ τις σφαίρες στους τοίχους με πίνακες ζωγραφικής της κακιάς ώρας. (σ. 72-73)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα Cardiff Ουαλίας (1966). Άλλα έργα του: Worming the Harpy, Eyeliliad, The Smell of Telescopes, Stories from a Lost Anthology, Nowhere Near Milkwood, At the Molehills of Madness. Διακρίνω ανελέητη παρώδηση τίτλων και έργων.

Συντεταγμένες: New Universal History of Infamy, 2006. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007. Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης. Με εντελώς απαραίτητες σημειώσεις του μεταφραστή. Τελευταίο σχόλιο για συγγραφέα και μεταφραστή: Εξοχότατο, εξοχότατοι.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.
07
Φεβ.
08

Γιάσπερ Φορντ – Η υπόθεση Τζέιν Έιρ

Ο ψυχρός αέρας άρχιζε να ζεσταίνει όσο το μονοπάτι εξαφανιζόταν – το άλογο, ο αναβάτης, η νεαρή γυναίκα και ο σκύλος επέστρεφαν στις σελίδες του βιβλίου απ’ όπου είχαν ξεπηδήσει. (σ. 90)
Ευσεβείς πόθοι: Θα σας άρεσε να μπορούσατε να εισχωρήσετε στις σελίδες κάποιου αγαπημένου σας λογοτεχνικού έργου; Να συνομιλήσετε με τους ήρωες ή ακόμα και να αρπάξετε κάποιον από αυτούς για λίγο στο δικό σας κόσμο; Να αλλάξετε την πλοκή ή και να συμμετάσχετε σε αυτήν; Θα το ξανασκεφτόσασταν αν υπήρχε ο άμεσος κίνδυνος να παγιδευτείτε για πάντα στις σελίδες του; Δεν είναι εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα για μυθιστόρημα; Και σε ποιο λογοτεχνικό είδος θα το κατατάσσαμε;

Πλοκή: Η υπόθεση Τζέιν Έιρ είναι το πρώτο στη σειρά μυθιστορημάτων με ηρωίδα την αξιότιμη ντετέκτιβ Επόμενη Πέμπτη. Εκείνη ζει σε μια εποχή όπου οι κλωνοποιήσεις κατοικίδιων είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς, η Ουαλία ανήκει στη Σοβιετική Δημοκρατία κι ένας Ρωσοβρετανικός πόλεμος διαρκεί παραπάνω από έναν αιώνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι, από την άλλη, έχουν εκλείψει χάρη στην ύπαρξη της Παγκόσμιας Κοινής Θεότητας, ενός μίγματος από όλες τις θρησκείες. Και μετά αρχίζουν τα ωραία: σε αυτόν τον κόσμο βασιλεύει η λογοτεχνία και τα κάθε είδους κείμενα αποτελούν το θέμα καθημερινών συζητήσεων και αντεγκλήσεων. Φανταστείτε δηλαδή μια πραγματικότητα όπου κάθε κλασικό έργο αποτελεί κομμάτι της μαζικής κουλτούρας κι όπου οι άνθρωποι φιλονικούν π.χ. σχετικά με την πατρότητα των έργων του Σαίξπηρ, χωρισμένοι σε Σαιξπηρικούς, Νέους Μαρλόβιους και Μπεϊκόνιους!

Την ίδια στιγμή αλλεπάλληλα θεατρικά έργα παρακολουθούνται από ενθουσιώδες κοινό που συμμετέχει διαδραστικά και εορτάζονται επέτειοι για τη νομιμοποίηση του σουρεαλισμού, ενώ οι Ραφαηλίτες ετοιμάζουν την επόμενή τους κίνηση. Παράλληλα, συνηθίζεται το φαινόμενο να υιοθετούνται ονόματα συγγραφέων και ηρώων και να έχουμε περιστατικά σε παμπ όπου ο θύτης, το θύμα, ο μάρτυρας, ο ιδιοκτήτης, ο αστυφύλακας και ο δικαστής ονομάζονταν όλοι Άλφρεντ Τένυσον… (σ. 133). Όπως είναι φυσικό, ακόμα και αυτός ο εναλλακτικός κόσμος θα έχει τους παράνομους και τους «κακούς» του. Σωστά τους μαντέψατε: είναι οι λογοκλόποι, οι πλαστογράφοι λογοτεχνικών κειμένων, οι κλέφτες των πρωτοτύπων, οι εξπρεσιονιστές (απαγορευμένοι εκ νόμου).

Χρονο/τοπογραφικό: 1985. Αν στην πορεία σας διαφύγει, θυμηθείτε το σημαδιακό έτος του Orwell + 1. Λονδίνο, Σουίντον, επαρχιακά αεροδρόμια με αυτόματα μηχανήματα που με το κατάλληλο κέρμα απαγγέλουν Σαίξπηρ, το εγκαταλειμμένο καφέ «Κοράκι» της οδού Μοργκ.

Ηρωίδα/ήρωες: Εδώ λοιπόν εισέρχεται η ηρωίδα μας: η Επόμενη Πέμπτη του ειδικού τμήματος λογοτεχνικών ντετέκτιβ SO-27, μια ικανή εξιχνιάστρια λογοτεχνικών εγκλημάτωνκαι ένα καταμορφωμένο μοναχικό κορίτσι που συνδυάζει ρομαντισμό και θάρρος. Διακριτικός βοηθός της ο Θείος Mycroft, ένας μεταμοντέρνος Κύρος Γρανάζης με εξωφρενικές εφευρέσεις, η κυριότερη από τις οποίες είναι η Πύλη Πρόζας: μια πόρτα μέσω της οποίας μπορείς να μπαινοβγαίνεις σε όποιο βιβλίο θες ή τραβάς όποιον θέλεις έξω από αυτό!

Ενσαρκωτής της παρανομίας είναι ο πρώην καθηγητής λογοτεχνίας Αχέρων Άδης (πιθανώς ένα σχόλιο για το μορφωτικό επίπεδο των μελλοντικών τρομοκρατών;). Ο Α.Α. έχει ήδη σκοτώσει, ο άθλιος, τον κύριο Quaverley, δευτερεύοντα χαρακτήρα του Martin Chuzzlewit του Charles Dickens και ετοιμάζεται να απαγάγει την Τζέιν Εϊρ εισχωρώντας στο πρωτότυπο της Σάρλοτ Μπροντέ και εξαφανίζοντάς την από κάθε αντίτυπο. Όπως καταλαβαίνετε, δεν κινδυνεύει απλώς η διαχρονική δεσποινίς αλλά και η ίδια η κλασική λογοτεχνία.

Γύρω τους κινούνται ελάσσονες χαρακτήρες: άτυχοι εφευρέτες που φτιάχνοντας μηχάνημα που χρησιμοποιεί ασπράδια αυγών γίνονται κατά λάθος μαρέγκα. Χρονοφύλακες που ξεφορτώνονται εξήντα χρόνια σε λιγότερο από ένα λεπτό. Αναγνώστες του περιοδικού Νέα Κλωνοποίηση. Συνταγματάρχες που υποστηρίζουν τη σύγκρουση γιατί μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να τα βγάλουν πέρα με την καταστροφή (τη δική τους;). Βιομηχανίες όπλων με ονόματα Γολιάθ. Και κάποιοι που ψάχνουν το κοριτσάκι της σελίδας 148 κάποιου βιβλίου.

Φάκελος φιλοξενούμενου: Ο κύριος Γιάσπερ Φόρντ (Λονδίνο, 1961) εκτός από έμπειρος τεχνικός στην κινηματογραφική βιομηχανία υπήρξε και υπόδειγμα πείσματος και υπομονής: μόλις ο 77ος εκδότης δέχτηκε να τυπώσει το εξωφρενικό του χειρόγραφο – οι υπόλοιποι το απέρριπταν ασυζητητί. Τώρα θα χαζεύουν από μακριά τις συνέχειες του project αλλά και τις παρενέργειες του πρώτου λογο/τεχνήματος του Φόρντ: στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει πιστούς συζητητές με προτάσεις για τις νέες περιπέτειες της Πέμπτης, αναγνώστες που χρησιμοποιούν ορολογίες του βιβλίου, καταλόγους επεξηγήσεων ανά κεφάλαιο, ειδικές ιστοσελίδες με συμβουλές για το δεύτερο στρώμα ανάγνωσης. Η Επόμενη Πέμπτη έχει γίνει πλέον λατρευτή περσόν με προσωπική ιστοσελίδα (http://www.thursdaynext.com/) και φαν.

Γοητεία: Στο πρώτο μέρος τις εντυπώσεις κερδίζουν οι εμφανίσεις των χαρακτήρων και οι υπόλοιπες εφευρέσεις του θείου: μια μέθοδος που στέλνει πίτσα μέσω φαξ, ένα μολύβι με ενσωματωμένο ορθογραφικό έλεγχο, ο αυτόματος χρωματιστής αυτοκινήτων, το καρμπολεξικό (όπου ένα καρμπόν αρκεί για πολλαπλές μεταφράσεις ενός κειμένου) και η αμφιβληστροειδής οθόνη με την οποία μπορείς να μεταμορφώσεις το περιβάλλον σου σε διάφορες χαλαρωτικές εικόνες. Μόλις χτυπήσει το τηλέφωνο ή εμφανιστεί το αφεντικό σου, ανοίγεις τα μάτια και επιστρέφεις στον πραγματικό κόσμο. Είναι στο δεύτερο μέρος όμως που απογειώνεται η πλοκή. Εκεί ο Φορντ υποστηρίζει το δύσκολο εύρημά του αποθεώνοντας τη διακειμενικότητα και πλουτίζοντας συνεχώς το κείμενο με αλλεπάλληλες αναφορές σε χαρακτήρες, έργα και τοποθεσίες κλασικών έργων. Από αυτήν την άποψη ένοιωσα αρχικά πώς θα ήταν το ιδανικό να έχω διαβάσει ορισμένα από αυτά και σίγουρα την Τζέιν Έιρ. Όμως η ανάγνωση με καθησύχασε έγκαιρα: δε χρειάζεται να έχεις την παραμικρή ιδέα γι’ αυτά, εφόσον οι απαραίτητες πληροφορίες πλέουν μέσα στην αφήγηση και στις σημειώσεις της μεταφράστριας. Έτσι (όπως σωστά έγραψε η Λίνα Πανταλέων στην κριτική της στο τελευταίο Εντευκτήριο) ο συγγραφέας κατορθώνει να εισαγάγει την κλασική λογοτεχνία στη σύγχρονη πεζογραφία με τρόπο διασκεδαστικό αλλά και να παρουσιάσει την ανάγνωση ως περιπέτεια και υπόθεση των πολλών!

Γραφιστικά: Ο Φορντ παίζει στα δάχτυλά του ή μάλλον στα πληκτρολόγιά του κάθε γνωστή τεχνική του αστυνομικού μυθιστορήματος, της επιστημονικής φαντασίας και του κινηματογράφου και τις εκ-μετα-μοντερνίζει όλες μαζί. Έχοντας στο ράφι των επιρροών του κάθε είδους λογοτεχνία, εκλεκτές ραδιοφωνικές εκπομπές, τηλεοπτικές σειρές του ’70 και κινηματογραφικές σκηνές φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη ευρήματα, «μαύρο» παραλογισμό και έξυπνο ως κραυγαλέο χιούμορ. Ο Lewis Carroll γράφει ιστορίες που σκέφτηκε ο Ιούλιος Βερν, ο Douglas Adams κάνει φάρσα στους άγγλους κλασικούς κι οι Monty Pythons δοκιμάζουν μια pop science fiction. Ένα φιλολογικό (προς θεού, όχι φιλοσοφικό!) θρίλερ.

Συντεταγμένες: Jasper Fforde, The Eyre Affair, 2001. Στα ελληνικά: εκδ. Πόλις, 2007, μτφ. Αγγελική Παπαδοπούλου. Με σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας. Υπερ-ψυχαγωγικό λογο-τέχνη- κό κλωνο-ποίημα.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Νοέμβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 1.052.246 hits

Αρχείο