Posts Tagged ‘Αγγλική Λογοτεχνία

05
Μαρ.
17

Πήτερ Μπρουκ – Η Αρετή της Συγγνώμης. Σκέψεις πάνω στον Σαίξπηρ

peter-brook_

«Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού»

Για να λάβουν οι απλές φράσεις των λέξεων την πληρέστερη ανθρώπινη διάσταση, ο ομιλητής πρέπει να εμπιστευτεί τις αντηχήσεις που εμφανίζονται σε αυτά τα μικρά κενά. Αυτές οι στιγμές σιωπής υπάρχουν στις ταινίες, στην πρόζα. στο θέατρο όμως, στην αναδημιουργία κάθε φράσης σε κάθε παράσταση μαζί με το κοινό, οι παύση, οι τρεις τελείες, δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιες. Είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα που δείχνει ότι η ζωή είναι παρούσα…

 ….γράφει ο Πίτερ Μπρουκ σε ένα από τα εννιά κείμενα όπου στοχάζεται πάνω σε διαχρονικά σαιξπηρικά θέματα, συνομιλεί με τους χαρακτήρες που τα έφεραν πάνω στη σκηνή και θυμάται τις δικές του εμπειρίες απ’ όλες αυτές τις διόλου εύκολες αναμετρήσεις. Πάντα σεμνός, αρνείται ως προς το συγκεκριμένο βιβλίο τον χαρακτηρισμό της διάλεξης και προτιμά να το θεωρεί «εντυπώσεις, εμπειρίες και προσωρινά συμπεράσματα».

shakespeare-2_

Στο πρώτο κείμενο με τον τίτλο «Αλίμονο, καημένε Γιόρικ ή Κι αν ο Σαίξπηρ έπεφτε απ’ τον θρόνο;», ο Μπρουκ επανέρχεται σε τετριμμένο πλην μείζον θέμα. Ποιος έγραψε τον Σαίξπηρ; ρωτούν και ξαναρωτούν κάθε τόσο οι ερευνητές. Ο Σαίξπηρ αγγίζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης· το πιο βρώμικο και ποταπό στοιχείο της συνυπάρχει με το εκλεπτυσμένο και το υψηλό. Αυτό φαίνεται τόσο στους χαρακτήρες που δημιουργεί, όσο και στις λέξεις που χρησιμοποιεί. Πώς μπορεί ένας εγκέφαλος να περιλαμβάνει μια πλούσια γκάμα; Αδύνατον να ήταν κάποιος άνθρωπος του λαού, έλεγαν, παρά μόνο κάποιος με υψηλή καταγωγή. Σαφώς αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για μεγαλοφυΐα, μια λέξη όμως που χρησιμοποιείται τόσο σπάνια σήμερα, ενώ παραδεχόμαστε ότι πλέον μπορεί να ξεπηδήσει ακόμα και από ένα πολύ ταπεινό υπόβαθρο. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν ένα νόθο παιδί από ένα ιταλικό χωριό. Οι άγιοι και ο ίδιος ο Ιησούς έχουν καταγωγή κοινών ανθρώπων.

Άλλοι εμμένουν σε έναν λογοκλόπο Σαίξπηρ, που με ιδιαίτερη απληστία και προσληπτική δύναμη απορροφά κάθε κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό υλικό για τα έργα του. Πώς θα μπορούσε όμως έτσι ψεύτικος να παρίσταται στις πρόβες, να σπεύδει να διορθώνει σκηνές και να προσθέτει λέξεις κάθε φορά που του το ζητούσαν, επί χρόνια ολόκληρα; Ο Μπεν Τζόνσον τονίζει το γεγονός ότι ο σαιξπηρικός εγκέφαλος δεν σταματούσε να ψάχνει και να πειραματίζεται. Και ο Μπρουκ επιμένει: το θέατρο ζει και αναπνέει στο παρόν, όχι σε βιβλιοθήκες και αρχεία· και όσες θεωρίες δεν λαμβάνουν υπόψη τους ειδικά τις πρόβες και τις παραστάσεις είναι εκτός πραγματικότητας.

shakespeare-1

Πέρασαν αιώνες πριν αρχίσει κάποιος να αναρωτιέται ποιος είναι ο συγγραφέας πίσω από αυτό το όνομα. Μια βιομηχανία απατεώνων έπιασε δουλειά και σταδιακά εμφανίστηκαν περίπου εβδομήντα διεκδικητές για τον θρόνο του. Η Βιομηχανία Μπέηκον και ο Κύκλος Μάρλοου καλά κρατούν. Θα υπάρχει πάντα ένα μυστήριο, καθώς κάθε πλευρά της ιστορίας είναι γεμάτη ανεξήγητες αντιφάσεις. Πόσο μάλλον όταν ο Σαίξπηρ ήταν ένας πολύ σεμνός άνθρωπος που δεν χρησιμοποιούσε τους χαρακτήρες του για να μιλήσει για τις σκέψεις ή τις ιδέες του. Σε αντίθεση με τον Ίψεν που δεν δίσταζε να δείξει τι ένιωθε για την κοινωνία του ή τον Μπρεχτ που υποδείκνυε τα λάθη της κι έγραφε για να αλλάξει τον κόσμο, ο Σαίξπηρ ποτέ δεν έκρινε, «μόνο παρέθετε άπειρες οπτικές γωνίες με την δική τους πληρότητας ζωής, αφήνοντας ανοιχτά τα ερωτήματα τόσο στον ανθρωπότητα όσο και στην ευφυΐα του θεατή».

Στο κείμενο «Ήμουν εκεί. Πώς ο Μερκούτιος βρήκε το γέλιο του» περιγράφει πώς μετά το τέλος της πρώτης του παράστασης στο Στάτφορντ (Αγάπης αγώνας άγονος), έτοιμος να συνεχίσει με το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, επέλεξε δυο νεαρούς ηθοποιούς σε πείσμα μιας παράδοσης που επέλεγε πάντα ωριμότερους, γιατί ήθελε να πουν τα λόγια τους με την δική τους αίσθηση ελευθερίας, και πώς ταξίδεψε στην Ταγγέρη για να ανακαλύψει το κλίμα του έργου, διαπιστώνοντας πως η ιστορία πράγματι δεν ανήκει στον ευγενικό κόσμο του Στάτφορντ ή του West End.

vivienne-leigh-lavinia

Μετά από ένα ταξίδι στην Βερόνα, όπου έχει κατασκευαστεί η απόλυτη βιομηχανία Ρωμαίου και Ιουλιέτας, ο Μπρουκ ανέβασε μια παράσταση αποτυχημένη: της έλειπε ο γενικός ρυθμός και ο ακατανίκητος παλμός που οδηγούσε από την μια σκηνή στην άλλη, κρατώντας το κοινό καθηλωμένο. Δεν είχε μάθει ότι σε αυτό βασιζόταν όλο το ελισαβετιανό θέατρο. Και τώρα στο West End με τα δυο διαλείμματα, τις παύσεις και τις αυλαίες, αυτό το στοιχείο είχε οριστικά χαθεί. Η πρόσθετη εμπειρία της όπερας του επιβεβαίωσε το λάθος του, κι έκτοτε αντιλήφθηκε ότι ένα έργο του Σαίξπηρ πρέπει να παίζεται σαν μια μεγάλη, ελικοειδής φράση, που δεν τελειώνει ποτέ πριν από το τέλος του έργου.

Ο Μπρουκ αρκείται σε κείμενα λίγων σελίδων για να αποστάξει από τις εμπειρίες του από τις αναμέτρησεις με το σαιξπηρικό έργο. Μαγειρεύοντας τον «Τίτο Ανδρόνικο» θυμάται το έργο που υπερέβαινε όλα τα ηθικά όρια της βικτωριανής αντίληψης και το πώς επανέφερε στην επιφάνεια το άγριο έργο με τον Λώρενς Ολίβιε και την Βίβιαν Λη, μια Λαβίνια βιασμένη και με κομμένα χέρια, που μετέτρεψε το σκληρό γκραν γκινιόλ σε μια στοιχειωμένη στιγμή ομορφιάς. Έτσι όταν έφτασε η ώρα της εκδίκησης του Τίτου για τον βιασμό της, εκείνος ήταν έτοιμος να απαντήσει στην Βασίλισσα των Γότθων πού βρίσκονται οι αυτουργοί γιοί της: Εκεί…μέσα στην πίτα. «Με το ίδιο μέτρο» ακόμα βλέπει για άλλη μια φορά τον τρόπο με τον οποίο ο Σαίξπηρ συνδέει τον ουρανό επάνω με την λάσπη κάτω, αρνούμενος τη συνήθη διχοτόμηση. Τα περιττώματα έχουν κι αυτά τον ρόλο τους, καθώς λιπαίνουν το έδαφος όπου μπορεί να φυτρώσουν εκπληκτικά φυτά.

shakespeare_-_by_lukaskaraba

Όταν η συζήτηση γίνεται Για τον «Βασιλιά Ληρ» ο Μπρουκ μας υπενθυμίζει ότι ο Σαίξπηρ δείχνει πώς μέσα σε κάθε ισχυρό χαρακτήρα υπάρχουν στρώματα αδυναμίας που ούτε καν υποπτευόμασταν. Είναι το κρυφό ελάττωμα που μας οδηγεί στην τραγωδία. Σήμερα διαθέτουμε πολλούς ψυχολογικούς και νευρολογικούς όρους που δηλώνουν την ίδια δυσάρεστη αλήθεια: πως κανείς μας δεν γεννήθηκε άγραφο χαρτί. Η ελληνική Ειμαρμένη δεν είναι παρά το σύγχρονο, αποδεκτό DNA. Από τον Κοριολανό μέχρι την Τρικυμία με πυξίδα τον ίδιο τον Οιδίποδα ο Σαίξπηρ διερεύνησε πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας άνθρωπος που γεννιέται με εγγενή όρια καταφέρνει να τα ξεπεράσει.

Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού [There is a world elsewhere], μας διαβεβαίωνε ένας στίχος από τον Κοριολανό, κι ήταν κάτι παραπάνω από τα λόγια ενός πικραμένου πολεμιστή που απαρνιέται την γενέτειρά του. Δεν ήταν μόνο το κλείσιμο μιας πόρτας με πάταγο αλλά και μια ενστικτώδης αναγνώριση ότι πάντα υπάρχουν άλλες πόρτες που ανοίγουν. Η Πόρσια στον Έμπορο της Βενετίας μιλάει για την αρετή της συγνώμης, αλλά οι στίχοι που ο Μπρουκ αισθάνεται ως πλησιέστερους προέρχονται από τον Ληρ κι είναι κυρίως εκείνο το Ω, σ’ αυτά είχα δώσει πολύ λίγη προσοχή [Ι have taken too little care of this]. Αναμφισβήτητα ο καθένας δίνει το δικό του περιεχόμενο σ’ έναν τέτοιο στίχο κι ο ίδιος ο Μπρουκ σίγουρα έχει δώσει λιγότερη προσοχή σε κάτι που θα άξιζε περισσότερη. Αλλά σε κάθε περίπτωση, έδωσε την μέγιστη προσοχή στο σαιξπηρικό έργο, μέσα από θεατρικές παραστάσεις, ερμηνευτικά κείμενα, κινηματογραφικές ταινίες κι έναν συνεχή διάλογο με τους χαρακτήρες του Σαίξπηρ.

Peter Brook

Η μετάφραση του βιβλίου αφιερώνεται στον Βασίλη Ρώτα, που πρώτος μετέφρασε τα Άπαντα του Σαίξπηρ στα Ελληνικά, «σε μεταφράσεις στέρεες, ποιητικές, θεατρικές, που παίζονται και σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια». Περιλαμβάνεται δισέλιδο ευρετήριο τίτλων των έργων και χαρακτήρων και χρονολόγιο των παραστάσεων με έργα του Σαίξπηρ που ανέβασε ο συγγραφέας.

Εκδ. Σοκόλη, 2016, μτφ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σελ. 98. [Peter Brook, The Quality of Mercy. Reflections on Shakespeare, 2013]. Στην μαυρόασπρη φωτογραφία η Βίβιαν Λη ως Λαβίνια στον Τίτο Ανδρόνικο. Στην τελευταία εικόνα ο συγγραφέας.

22
Ιαν.
17

W. Somerset Maugham – Χονολουλού και άλλα διηγήματα

maugham-xonoloyloy_

Σύγκρουση κόσμων στην άκρη του κόσμου

Πώς να χορτάσει ένας διαρκώς πεινασμένος αναγνώστης την επιθυμία του για ιστορίες που διαβάζονται ως ιστορίες και αφηγήσεις που χτίζονται με αξιομνημόνευτους χαρακτήρες και γεγονότα; Κρίνω και αναρωτιέμαι εξ ιδίων, εφόσον ο κορεσμός μου από τα συνεχή μορφικά και πειραματικά γραφήματα, τις μισοειπωμένες ιστορίες και τις πλοκές που μπορούν να πυκνωθούν σε πέντε γραμμές είναι μεγάλος. Είναι ακριβώς η ίδια αίσθηση με αναρίθμητες σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες: δεν αρκούν οι εικόνες, δεν αρκεί το στιλ, δεν αρκεί ο σκηνοθετικός πειραματισμός. Χρειάζομαι επειγόντως διηγήσεις που κλέβουν την παράσταση ως τέτοιες, ιστορίες με αρχή και αρχές, μέση και μέσες, τέλος και τέλη.

maugham-4

Εγγυημένη επιλογή ένας παλιός στυλίτης της αφηγηματικής λογοτεχνίας, ένας μυθιστοριογράφος που διακρίθηκε και ως θεατρικός συγγραφέας και ως διηγηματογράφος. Κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς τι κυριαρχεί περισσότερο σε εννιά ιστορίες με χαρακτήρες που ζουν ή καμώνονται πως ζουν στις άκρες της βρετανικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, στην Μαλαισία, το Βόρνεο και την Χαβάη: : η βρετανική, φλεγματική, πνευματώδης γραφή, που εμφανίζεται επαρκώς σωβινιστική και τονίζει διακριτικά την ανωτερότητα του πολιτισμού της ή η αποστασιοποιημένη, μεταποικιοκρατική ματιά που μοιράζει τους σαρκασμούς της και στις δυο πλευρές; Η μάχη είναι αντίρροπη και η διπλή κυριαρχία του συγγραφέα αναμφισβήτητη. Η επιλογή είναι δύσκολη αλλά θα σταθώ στις τρεις ιστορίες που διάβασα και δεύτερη φορά.

maugham-2

Ο απομακρυσμένος σταθμός: Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον υποδέχεται τον κύριο Κούπερ, τον νέο του βοηθό. Παρόλο που είναι ο μοναδικός λευκός της περιοχής η άφιξη ενός δεύτερου αξιωματούχου του προκαλεί ανησυχία. Η χαώδης τους διαφορά φαίνεται από την αρχή: μπροστά στην επίσημη περιβολή του αρμοστή ο προσκεκλημένος Κούπερ καταφτάνει με τα ταξιδιωτικά του ρούχα. Ο αρμοστής του δηλώνει πάντως πως επί τρία χρόνια δειπνεί ολομόναχος με αυτή την αμφίεση. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να διατηρήσετε την υψηλοφροσύνη σας. Όταν ένας λευκός υποκύπτει στις συνθήκες που τον περιβάλλουν γρήγορα χάνει τον αυτοσεβασμό του και σύντομα οι ιθαγενείς θα πάψουν να τον υπολήπτονται. Έτσι έμμεσα προστάζει «το ενδεδειγμένο ένδυμα της πολιτισμένης κοινωνίας».

Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον είναι ένας περίτεχνος χαρακτήρας: τόσο σνομπ όσο και τζέντλεμαν, έχει την δική του σκοτεινή ιστορία για το πώς άφησε πίσω του όλα όσα έδιναν αξία στην ζωή του κι έφτασε ως εδώ. Η μόνη επαφή με τον κόσμο που άφησε πίσω του είναι μόνο η αλληλογραφία με διάφορες κυρίες. Η τωρινή του θέση σαφώς κολακεύει την ματαιοδοξία του: είναι ένας ηγέτης του οποίου ο λόγος αποτελεί νόμο. Κατά την απονομή της δικαιοσύνης ανάμεσα σε αντίπαλους φυλάρχους βαθμηδόν αισθάνεται βαθιά αγάπη για τους Μαλαισιανούς και ενδιαφέρεται για τα ήθη, τις συνήθειες, την άποψή τους. Είναι ακριβοδίκαιος και τηρεί τα όρια, χωρίς να πάψει να είναι ανένδοτος σε θέματα πειθαρχίας. Σε κάθε περίπτωση «το αναλλοίωτο Βόρνεο ήταν πλέον η πατρίδα του».

malay_kampung_house_

Ο Κούπερ από την άλλη έχει πολεμήσει στην Αφρική και ισχυρίζεται ότι «γνωρίζει καλά τους νέγρους» (όπως «αστοιχείωτα», σύμφωνα με τον Ο., χαρακτηρίζει τους Μαλαισιανούς). Είναι απόλυτος ως προς την ανωτερότητα της φυλής του και έτοιμος να ασκήσει εξουσία με κάθε τρόπο. Ο καθένας τους προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να διατηρήσει την ελάχιστη ψυχική επαφή με εκείνο που ήταν κάποτε. Σε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιστατικό, ο Ο. διατηρεί την τελετουργία της ανάγνωσης όλων των εφημερίδων, ξεκινώντας όχι από τις τελευταίες αλλά από τις παλαιότερες, διαβάζοντας μια την ημέρα, για να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι ζει στην πατρίδα. Ακόμα και στην διάρκεια του πολέμου προτιμά να ζει ώρες αβάσταχτης αγωνίας παρά να σπεύσει να διαβάσει τις ειδήσεις των επόμενων ημερών. Και φυσικά θα εξοργιστεί μέχρι μανίας όταν μια μέρα διαπιστώσει ότι ο Κούπερ έχει πρώτος σκίσει το περιτύλιγμα και τις έχει ξεφυλλίσει, δηλαδή μαγαρίσει.

maugham-5_

Οι δυο άντρες ανταγωνίζονται τόσο στην ισχύ όσο και την ειρωνεία. Είναι οι μόνοι λευκοί σε ακτίνα τριακοσίων χιλιομέτρων και ζουν σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλον. αλλά δειπνούν και μεθούν ολομόναχοι, ο καθένας στο ενδιαίτημά του. Η βαθειά αμοιβαία αντιπάθεια τούς οδηγεί σε σύγκρουση όταν ο βοηθός φέρεται βίαια στους υπηρέτες του αλλά αρνείται να ανακληθεί στην τάξη. Ο O. ακυρώνει τις διαταγές του Κούπερ για να τον γελοιοποιήσει αλλά υφίσταται κι ο ίδιος κάτι ανάλογο, καθώς ο υφιστάμενός του τον πετυχαίνει στο αδύνατο σημείο του, γνωστοποιώντας του εκείνους που ξεκαρδίζονται στην λέσχη όταν τους διηγείται τις ψεύτικες ιστορίες του.

Ο κόσμος του οποίου αποτελούσε μέρος είχε παρέλθει και το μέλλον ανήκε σε μια κατώτερη γενιά. Την εκπροσωπούσε ο Κούπερ, τον οποίο μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του. [σ. 142]. Οι μήνες περνούσαν και κανένας δεν έδειχνε σημάδια υποχώρησης. Ήταν σαν δυο άνθρωποι παγιδευμένοι σ’ έναν τόπο όπου βασιλεύει η νύχτα, και οι βασανισμένες ψυχές τους είχαν χάσει κάθε ελπίδα ότι θα ξημερώσει γι’ αυτές. Όλα έδειχναν ότι η ζωή τους θα συνεχιζόταν επ’ άπειρον σε τούτη τη μουντή και αποτρόπαια μονοτονία του μίσους [σ. 147] Για άλλη μια φορά δυο κόσμοι ετοιμάζονται να συγκρουστούν αλλά η κλιμάκωση που επιλέγει ο συγγραφέας είναι αναπάντεχη.

maugham-1

Στον αντίποδα του εκτενούς αυτού διηγήματος βρίσκεται Ο ολιγοσέλιδος παντογνώστης. Αυτή τη φορά ο αντιπαθής για τον αφηγητή χαρακτήρας μοιράζεται μαζί του μια καμπίνα επί δεκατέσσερις ημέρες. Εμείς οι Εγγλέζοι πρέπει να κάνουμε κόμμα, όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, τονίζει ο ενθουσιώδης συγκάτοικος. Η πολυλογία του δεν είχε τίποτα το εγγέλζικο, και συνόδευε τα λόγια του με υπερβολικές χειρονομίες. Θα έπαιρνα όρκο ότι ένας προσεκτικότερος έλεγχος εκείνου του βρετανικού διαβατηρίου θα αποκάλυπτε πως ο κύριος Κελάντα ήταν γεννημένος κάτω από έναν ουρανό πολύ πιο γαλανό απ’ ότι βλέπουμε, εν γένει, στην Αγγλία [σ. 155], μονολογεί ο αφηγητής. Άλλωστε, λίγο αργότερα, δέχεται ένα χαμόγελο «μ’ όλη τη λάμψη της ανατολής».

Ο δύσθυμος αφηγητής μοιράζεται μαζί του τα τρία ημερήσια γεύματα και υφίσταται την συνοδεία του σε κάθε περίπατό του στο κατάστρωμα. Ο απεχθής κύριος Κελάντα είναι πανταχού παρών στο πλοίο, διοργανώνοντας παιχνίδια και λοταρίες, ετοιμάζοντας γιορτές, γνωρίζοντας τους πάντες. Το χειρότερο όλων, εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της γνώσης κι εμείς ήδη ψυχανεμιζόμαστε ότι σε αυτό το λαμπρό πεδίο δόξας θα τελεστεί η εκδίκηση του αφηγητή. Κι όμως, πάλι μας παραπλανά ο συγγραφέας! Σ’ ένα ευφυέστατο συμβάν μιας ευρύτερης συντροφιάς ο κύριος Κελάντα θυσιάζει την παντογνωστική του αύρα και κερδίζει έστω και στην τελευταία σελίδα την χαμένη συμπάθεια.

maugham-3_

Ο σάκος των βιβλίων ανήκει σε κάποιον αφηγητή που μας εξομολογείται πως δεν ανήκει στην «ελεεινή κατηγορία» εκείνων που διαβάζουν από συνήθεια και πως αναζητά το βιβλίο του όπως ο οπιομανής την πίπα του. Ελλείψει άλλου αναγνώσματος, ο κατάλογος των στρατιωτικών πρατηρίων ή τα δρομολόγια των σιδηροδρόμων του φτάνουν και του περισσεύουν. Ομολογεί μάλιστα ότι κυριεύεται από ταραχή όταν στερείται επί μακρόν το διάβασμα και αναστενάζει με ανακούφιση στην θέα μιας τυπωμένης σελίδας. Παραδέχεται, τέλος, ότι αυτός ο τρόπος ανάγνωσης δεν είναι λιγότερο αξιόμεμπτος από την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, συνεπώς πρέπει να είμαστε εξίσου ταπεινοί με τους δυστυχισμένους σκλάβους της σύριγγας ή του ποτού.

Επόμενο είναι στα ταξίδια του να παίρνει έναν όσο το δυνατό μεγαλύτερο σάκο απλύτων, φίσκα από κάθε λογής βιβλία για όλες τις διαθέσεις. Όταν κάποτε βρέθηκε στο Πενάγκ δέχτηκε την φιλοξενία ενός κυρίου Φέδερστοουν ο οποίος τον ρωτάει αν τυχαίνει να έχει μαζί του κάποιο βιβλίο να διαβάσει και φυσικά εκπλήσσεται όταν του προτείνεται να διαλέξει από έναν ολόκληρο σάκο. Τελικά επιλέγει μια βιογραφία του λόρδου Βύρωνα. Με την περιέργεια για τους ανθρώπους να αποτελεί κομμάτι του συγγραφικού του επαγγέλματος, ο αφηγητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο το γαλήνιο περιβάλλον, το φορτισμένο παρ’ όλα αυτά, με νοήματα υποφώσκοντα και σκοτεινά, επηρέαζε τον Φέδερστοουν στην καθημερινότητά του.

maugham-6

Όταν κάποτε η συζήτηση φτάνει στην σχέση του Βύρωνα με την αδελφή του Αυγούστα και γενικά  τα όρια της αγάπης και της στοργής, ο οικοδεσπότης διηγείται την ιστορία του Τιμ Χάρντυ και της αδελφής του, μια ιστορία ακραίας αδελφικής αγάπης και αυτοχειρίας. Σκέφτομαι πως ο συγγραφέας (ο Μωμ; ο ήρωάς του;) συναντά μια ιστορία που δεν περιλαμβάνεται στον σάκο του και πως εκφέρεται από την πλέον αδιάφορη συντροφιά.

Σε όλες αυτές τις ιστορίες η πληθωρική, σχεδόν κατακλυσμική φύση μοιάζει να παίρνει τον ρόλο που της επιφυλάσσει η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας. Αν οι χαρακτήρες αισθάνονται τυχεροί και προικισμένοι που ζουν δίπλα της, τότε είναι μαγευτική. Όταν όμως η ζωή τους παίρνει απειλητική ή δραματική τροπή, τότε μοιάζει αφιλόξενη, σχεδόν εχθρική, ενώ συχνά αποτελεί την ύστατη παγίδα.

corner_coffeeshop-perak_

Η ίδια αυτή φύση μοιάζει το τρομερό αλλά και ειρωνικό περιβάλλον μιας άλλης μεγάλης αντίθεσης. Μέσα της συγκρούονται δυο δικαιικά συστήματα: δεν είναι τόσο το δίκαιο του ισχυρού κυρίαρχου με εκείνο του αδύναμου υπόδουλου. Εδώ αλληλοσπαράσσονται οι νόμοι και τα έθιμα, οι κανόνες και οι άγραφες επιταγές, η ξένη με την ενδημική ηθική. Κι είναι ένα ακόμα ειρωνικό παίγνιο του συγγραφέα, συχνά να βάζει τους ντόπιους να επικαλούνται ακριβώς το σύστημα που δεν θα περιμέναμε, όπως ακριβώς και το αντίθετο.

Από μια άλλη άποψη, αυτά τα διηγήματα εκφράζουν πειστικότερα από οποιοδήποτε εγχειρίδιο Ιστορίας τα υποκείμενα της αποικιοκρατίας, τον ψυχισμό τους, το διαφαινόμενο τέλος τους. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρο της συμμετοχής τους – εξουσία, δύναμη, τυχοδιωκτισμός, περιπέτεια, φυγή – ο δρόμος τους θα κατέληγε στην ζούγκλα, την ίδια άγνωστη, αλλόκοσμη επικράτεια που ήθελαν να αλλάξουν. Σε κάθε περίπτωση, ο εξαιρετικός Άγγλος συγγραφέας πλάθει περίτεχνα το υλικό του.

Εκδ. Άγρα, 2015, μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, σελ. 327 [τα διηγήματα εκδόθηκαν από το 1920 έως το 1947].

13
Φεβ.
16

George Orwell – Κάρολος Ντίκενς

Orwell - Dickens

Είναι γνωστό ότι ο Τζορτζ Όργουελ έχει γράψει εξαιρετικά δοκίμια για πλείστα λογοτεχνικά και πολιτικά θέματα· συνεπώς, όταν εκδόθηκε αυτοτελώς η μελέτη του για τον Κάρολο Ντίκενς από τον τόμο συλλογή των δοκιμίων του Decline of English Murder and other essays [1965], το ενδιαφέρον μου υπήρξε παραπάνω από αυξημένο, τόσο για την απομυθοποίηση πολλών θεσφάτων για τον μεγάλο βικτωριανό συγγραφέα όσο και για την γενικότερη ερμηνεία του έργου του υπό την πολιτική και ηθική σκέψη του Όργουελ. Ο συγγραφέας αναπτύσσει τις σκέψεις του σε επτά άτιτλα κεφάλαια, που εμπλουτίζει με χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του Ντίκενς για να στηρίξει τις θέσεις του.

charles_dickens_wiki

Ο Όργουελ μπαίνει ευθέως στην προβληματική του. Ο ζοφερός οίκος, Δύσκολα χρόνια, ΌλιβερΤουίστ, Η μικρή Ντόρριτ: Ο Ντίκενς στα μυθιστορήματά του επιτίθεται στους θεσμούς τους αγγλικού κράτους με μια σφοδρότητα η οποία δεν ξαναφάνηκε έκτοτε. Αλλά αυτό κατάφερε να το κάνει χωρίς να γίνει μισητός – και κάτι ακόμα σπουδαιότερο: οι άνθρωποι ακριβώς που ήταν ο στόχος της επίθεσής του καταβρόχθιζαν τα βιβλία του σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει ο ίδιος ένας εθνικός θεσμός. Με την στάση του αυτή προς τον Ντίκενς το αγγλικό κοινό έμοιαζε κάπως με τον ελέφαντα που δέχεται το χτύπημα του μπαστουνιού σαν ένα απολαυστικό ξύσιμο στη ράχη.

Ο Ντίκενς φαίνεται να ’χει καταφέρει να επιτίθεται σε όλους και να μην αντιπαθείται από κανέναν. Σαφώς δεν ήταν ένας προλεταριακός συγγραφέας, παρά την αντίθετη γνώμη (ή μάλλον υπονόηση) του Τσέστερτον. Αν αναζητήσει κανείς την εργατική τάξη στο αγγλικό μυθιστόρημα, μάλλον θα βρει ένα κενό. Ο αγροτικός εργάτης έχει μεγάλη παρουσία, αλλά το κανονικό προλεταριάτο της πόλης πάντα αγνοείται. Ο Ντίκενς εστιάζει αποκλειστικά στην εμπορική αστική τάξη του Λονδίνου και στα παράσιτά της και μόνο σε έναν βιομηχανικό εργάτη!

orwell_Ο Ντίκενς δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι, με την δεδομένη μορφή κοινωνίας, ορισμένα δεινά δεν μπορούν να θεραπευτούν. Ουδέποτε διανοήθηκε πως είναι δυνατόν να θεραπεύσεις μια νόσο καταπολεμώντας τα εξωτερικά της συμπτώματα. Η κριτική που ασκεί στην κοινωνία είναι σχεδόν αποκλειστικά ηθικολογική· εξ ου και η απουσία οποιασδήποτε εποικοδομητικής πρότασης μέσα στο έργο του. Επιτίθεται στο νομικό σύστημα, στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση, στην εκπαίδευση και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να λέει τι θα έβαζε στη θέση τους. Βέβαια και δεν είναι υποχρεωτική δουλειά ενός μυθιστοριογράφου ή ενός σατιρικού συγγραφέα να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις, ωστόσο το ζήτημα είναι ότι η στάση του δεν είναι ούτε ανατρεπτική κατά βάθος.

Στόχος του στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο η κοινωνία όσο «η ανθρώπινη φύση». Πουθενά δεν επιτίθεται, λόγου χάριν, στην ατομική ιδιοκτησία ή στην ιδιωτική επιχείρηση. Δεν υπάρχει στα Δύσκολα χρόνια ούτε μια αράδα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθαυτό σοσιαλιστική. Η τάση αυτού του βιβλίου είναι στην πραγματικότητα φιλοκαπιταλιστική, διότι η όλη του ηθική συνεχίζεται στην άποψη ότι όλοι οι καπιταλιστές θα πρέπει να γίνουν καλοί και όχι ότι θα πρέπει να ξεσηκωθούν οι εργαζόμενοι. Αυτό είναι το μήνυμα: εάν οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν καλά, ο κόσμος θα ήταν καλός. Εξ ου και η διαρκώς επανερχόμενη φιγούρα ιδίως στα πρώιμα ντικενσιανά μυθιστορήματα: ο καλός πλούσιος. Είναι συνήθως ένας «μεγαλέμπορος» (χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες), που συχνά μοιράζει γκινέες.

RO60064771

Αντίθετα, μια κραυγαλέα πληγή του καιρού του, η παιδική εργασία, σπάνια βρίσκει θέση στις σελίδες του. Τα παιδιά υποφέρουν περισσότερο στα σχολεία παρά στα εργοστάσια. Ο Ντίκενς είναι μειωτικά εχθρικός και απέναντι στο πλέον ελπιδοφόρο κίνημα της εποχής του, τον εργατικό συνδικαλισμό. Τον ίδιο αντίθετος είναι και ως προς κάθε ιδέα επανάστασης που μοιάζει με τέρας που καταβροχθίζει τα πάντα και άλλωστε υποκινείται από τον όχλο του Λονδίνου (σήμερα δεν υπάρχει όχλος, αλλά ένα υπάκουο κοπάδι, προσθέτει ειρωνικά ο Όργουελ). Η γαλλική επανάσταση συνέβη επειδή αιώνες καταπίεσης είχαν καταντήσει τους Γάλλους χωρικούς υπανθρώπους. Οι επαναστάτες στα μάτια του δεν είναι παρά αποκτηνωμένοι αγριάνθρωποι, έως και φρενοβλαβείς. Πρόκειται για μια αντίληψη αντίθετη στην «επαναστατική» στάση.

george-orwell_

Δεν έχουμε λοιπόν, μοιάζει να σκέφτεται ο Ντίκενς, παρά να ελπίζουμε στο μεμονωμένο άτομο, αρκεί να μπορέσουμε να το προλάβουμε σε πολύ νεαρή ηλικία. Ίσως έτσι εξηγείται εν μέρει η επίμονη ενασχόλησή του με την παιδική ηλικία. Και κανείς δεν έχει γράψει καλύτερα για την παιδική ηλικία και την απομόνωσή της. Κάθε είδους εκπαίδευση στην Αγγλία δέχεται την σφοδρή κριτική του Ντίκενς. Αλλά και εδώ η κριτική δεν είναι ούτε κατεδαφιστική ούτε εποικοδομητική· διακρίνει την ηλιθιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά είναι και αντίθετος με το νέο είδος σχολείου που αναδύθηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Μάλλον προτείνει μια ηθικοποιημένη εκδοχή του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς τους ραβδισμούς, τυραννικότητα και τόσα πολλά αρχαία ελληνικά. Σε πολλές σελίδες είναι εμφανής η πλήρης απουσία κάθε εκπαιδευτικής θεωρίας.

Όπως φαίνεται σε κάθε επίθεση που έκανε ο Ντίκενς εναντίον της κοινωνίας, υπεδείκνυε μια αλλαγή πνεύματος περισσότερο παρά μια αλλαγή στην δομή. Ήταν εκτός των άλλων και ένας λαϊκός μυθιστοριογράφος, ικανός να γράφει για τους καθημερινούς ανθρώπους και την χαμοζωή τους. Το ίδιο ισχύει και για όλους τους χαρακτηριστικούς Άγγλους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα: ένιωθαν άνετα μέσα στον κόσμο που ζούσαν, ενώ ένας σημερινός συγγραφέας είναι τόσο απελπιστικά απομονωμένος ώστε το τυπικά σύγχρονο μυθιστόρημα είναι ένα μυθιστόρημα γύρω από τον μυθιστοριογράφο.

Great Expectations_

Κι έτσι ο Ντίκενς γράφει για τα συνήθη θέματα: τον έρωτα, την φιλοδοξία, την φυλαργυρία, την εκδίκηση κλπ. εκτός από την εργασία. Οτιδήποτε την αφορά, βρίσκεται εκτός σκηνής· η αντίθεση με τον Τρόλλοπ λόγου χάριν είναι καταφανής. Αυτό που ώθησε τον Ντίκενς σε μια μορφή τέχνης για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος ήταν απλώς το γεγονός πως ήταν ένας ηθικολόγος, ήταν η συνείδηση ότι «έχει κάτι να πει». Είναι πάντα έτοιμος να κάνει κήρυγμα και αυτό είναι το μυστικό της δημιουργικότητάς του. Ο Ντίκενς έχει την ικανότητα να είναι πάντα διασκεδαστικός επειδή είναι εξεγερμένος εναντίον της εξουσίας κι η εξουσία είναι πάντα εδώ για να μας κάνει να γελάμε μαζί της.

 Ο ριζοσπαστισμός του είναι ασαφέστατος κι ωστόσο ξέρουμε ότι υπάρχει. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν ηθικολόγο κι έναν πολιτικό. Δεν έχει εποικοδομητικές προτάσεις, ούτε και μια ξεκάθαρη αντίληψη για την φύση της κοινωνίας στην οποία επιτίθεται, παρά μόνο μια συγκινησιακή αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. […] Αυτό κατά του οποίου εναντιώνεται δεν είναι τούτος ή εκείνος ο θεσμός αλλά, όπως το διατύπωσε ο Τσέστερτον, «μια έκφραση πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο». [σ. 83]

Orw

Ένας ευδιάθετος αντινομισμός ντικενσιανού τύπου, καταλήγει ο Όργουελ,  αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστκά της δυτικής λαϊκής κουλτούρας. Τα βλέπει κανείς στις λαϊκές ιστορίες και στα κωμικά τραγούδια, σε φανταστικές φιγούρες όπως Μίκυ Μάους ή ο ναύτης Ποπάυ (παραλλαγές και οι δυο του Τζακ του γιγαντοφονιά), στις λαϊκές διαμαρτυρίες εναντίον του ιμπεριαλισμού· είναι η αίσθηση ότι βρίσκεται πάντα στο πλευρό του αδύνατου εναντίον του δυνατού.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 87 [από τον τόμο Decline of English Murder and other essays, 1965]

20
Δεκ.
15

Oscar Wilde – Αφορισμοί

aforismoi_

Η ζωή διασκεδάζει μαζί μας με σκιές, σαν ένας μαριονετίστας. Της ζητάμε απόλαυση. Μας την παραχωρεί, αλλά η πικρία και η απογοήτευση ακολουθούν. Βρίσκουμε στο δρόμο μας μια ευγενική λύπη που θα αποδώσει, σκεφτόμαστε, την απέραντη αξιοπρέπεια της τραγωδίας στις  μέρες μας, αλλά εξανεμίζεται, πράγματα λιγότερο ευγενικά την αντικαθιστούν, και μια μέρα, μπροστά σε μια γκρίζα και ανεμοδαρμένη αυγή, ή  μπροστά στην ασημένια σιωπή ενός μυρωμένου απόβραδου, καθόμαστε και κοιτάζουμε, είτε με αποστασιοποιημένη έκπληξη είτε με βαριά σαν πέτρα καρδιά, τη χρυσοποίκιλτη τούφα μαλλιών που άλλοτε λατρέψαμε με τόση ζέση και φιλήσαμε με τόσο πάθος. [σ. 59]

Πνευματώδης και εκκεντρικός εκπρόσωπος του Αισθητισμού και της Παρακμής κατά την δεκαετία του 1880, επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας της επόμενης δεκαετίας, μέγιστος οιηματίας με το σπέρμα της ύβρεως, με σαρδόνιες παραδοξολογίες, αστραφτερή ευγλωττία και προκλητικό αισθησιασμό, όπως εύστοχα γράφει στην πυκνή εισαγωγή του ο μεταφραστής, ο Ουάιλντ είχε μια εκθαμβωτική πορεία μέχρι τα σαράντα του.

Oscar_Wilde 1

Οι επιφανειακοί διέκριναν μόνο πρόκληση και πόζα, αδυνατώντας να διανοηθούν ότι επρόκειτο για αντίδραση απέναντι στην ίδια του την τάξη, για άρνηση απέναντι στην ίδια του την εποχή. Ο Ουάιλντ επιθυμούσε να ανατραπεί η μονοτονία των προτύπων, η υποδούλωση στα έθιμα και φυσικά να ζήσει πλήρως την δική το ζωή, να μην συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ζωή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Υπάρχουν στιγμές όπου πρέπει να επιλέξεις κανείς – ή να ζήσει πλήρως τη δική του ζωή, απόλυτα, ολοκληρωτικά, ή να συρθεί στην εξευτελιστική, κενή και επίπλαστη ύπαρξή που ο κόσμος μας επιβάλλει με την υποκρισία του.

Η ομορφιά και η εκκεντρικότητα υπήρξαν το καταφύγιό του, η τέχνη του ο τρόπος να μιλήσει απελευθερωμένος από ηθικοπλασίες και στρατεύσεις. Εδώ «η τέχνη για την τέχνη» έφτασε στο αποκορύφωμά της με το βραχύβιο κίνημα του Αισθησιασμού. Και τέχνη πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια του η ζωή· επιθυμούσε, όπως εξομολογήθηκε στον Αντρέ Ζιντ, να βλέπει την ζωή του σαν έργο τέχνης, σαν κομψοτέχνημα.

Oscar_Wilde 5

Και ύστερα ήρθε η πτώση: η φυλάκισή του με την κατηγορία του σοδομισμού και της προσβολής των χρηστών ηθών και η καταδίκη του σε δυο χρόνια καταναγκαστικά έργα. Ονομάζεται C.3.3. (από τον αριθμό του κελιού του), υπόκειται στον ισοπεδωτικό νόμο της φυλακής, η ζωή του φεύγει από τα χέρια του. Ο αλλοτινός νάρκισσος των σαλονιών γίνεται ταπεινός για να μην νιώθει ταπεινωμένος. Στην φυλακή γράφεται η εξομολογητική επιστολή De profundis που θα δημοσιευτεί χωρίς καμία περικοπή δεκαετίες αργότερα.

Μετά την αποφυλάκισή του θα καταφύγει στην Γαλλία, θα ζήσει ως Σεβαστιανός Μέλμοθ και θα ολοκληρώσει την Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ, όπου και οι περίφημοι στίχοι Each man kills the thing he loves… Στο γυμνό δωμάτιο του Hotel d’ Alsace θα πεθάνει άπορος και μέθυσος στα σαράντα έξι του. Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του θα εκδοθούν οι Αφορισμοί.

Μη μου λέτε πως έχετε εξαντλήσει τη ζωή. Άμα κάποιος το λέει αυτό, όλοι ξέρουν πως είναι η ζωή που τον έχει εξαντλήσει.

Oscar_Wilde 3

Αν υπάρχει ένα ύστατο ανάγνωσμα που περιλαμβάνει συμπυκνωμένες μερικές από τις βασικότερες αρχές του ροκ εντ ρολ, τότε είναι αυτή εδώ η κιβωτός της αυτοδιάθεσης και της προσωπικής ελευθερίας. Ο Ουάιλντ έβλεπε ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι είναι κάποιοι άλλοι. Απόψεις κάποιου άλλου είναι οι σκέψεις τους, μίμηση οι ζωές τους, αντιγραφές τα πάθη τους», ότι οι άνθρωποι σπάνια ζουν πραγματικά· οι περισσότεροι απλά υπάρχουν – κι αυτό είναι όλο. Πόσοι στην εποχή του μπορούσαν να το αποδεχτούν αυτό; Πόσοι άντεχαν ακόμα και να το διαβάσουν;

Οι λέξεις του θρυμματίζουν τις αξίες που καθόρισαν αμέτρητες ζωές. Η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία, γράφει, αποτελούν κατάλοιπο του ακρωτηριασμού των πρωτόγονων, μια έκφανση της αρχαίας λατρείας του πόνου, που μέχρι σήμερα παράγει θύματα και βωμούς στην χώρα του. Αλλά και για την ιδιωτική ζωή προτιμά να μην ψευδολογεί. Η εμπειρία δεν έχει την παραμικρή ηθική αξία, είναι απλώς το όνομα που οι άνθρωποι δίνουν στα λάθη τους.

Oscar_Wilde_(Boston_Public_Library)_

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι η αρετή προσομοιάζει με μια πόλη χτισμένη ψηλά σ’ ένα βουνό: δεν μπορεί να κρυφτεί. Η αρετή είναι εκτεθειμένη στα μάτια όλων. Και ο καλός άνθρωπος είναι σε αρμονία με τον εαυτό του. Παραφωνία υπάρχει όταν εξαναγκαζόμαστε να εναρμονιστούμε με τους άλλους. Στο Λονδίνο του διέκρινε ότι συναντούσε κανείς υπερβολικά πολλή ομίχλη και υπερβολικά σοβαρούς ανθρώπους. Αλλά δεν είχε την παραμικρή ιδέα αν η ομίχλη κάνει τους ανθρώπους σοβαρούς ή οι σοβαροί άνθρωποι δημιουργούσαν την ομίχλη.

Κάποιος που είναι κύριος του εαυτού του μπορεί να βάλει τέλος σε μια λύπη με την ίδια ευκολία που μπορεί να εφεύρει μιαν απόλαυση.

Για τον Wilde ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή αλλά η διανομή των ρόλων είναι χάλια. Είναι ακόμα ένας κόσμος όπου υπάρχουν μόνο δύο τραγωδίες: να μην αποκτάς όσα επιθυμείς και να αποκτάς όσα επιθυμείς. Η δεύτερη είναι κατά πολύ χειρότερη. Ο κυνισμός (του) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η τέχνη να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι κι όχι όπως θα έπρεπε να είναι. Από την άλλη, είναι σαφές ποιους ακριβώς εννοεί όταν γράφει πως οι μέρες μας είναι πολύ σύντομες για να φορτωθούμε και τα βάσανα των άλλων. Κάθε άνθρωπος ζει τη δική του ζωή και πληρώνει ο ίδιος το τίμημά της. Δεν θα ’πρεπε ωστόσο να πληρώνει τόσο συχνά για κάθε του κρίμα.

the-picture-of-dorian-gray-oscar-wilde

Ο συγγραφέας ελαφροπατεί και στον θαυμαστό κόσμο των γυναικών, τις οποίες άλλωστε ορίζει ως Σφίγγες χωρίς αίνιγμα. Δεν πιστεύει ότι υπάρχουν πουριτανές γυναίκες, καθώς δεν νομίζει ότι υπάρχει έστω και μια γυναίκα που δεν αισθάνεται κολακευμένη όταν την πολιορκούν – και αυτό τις κάνει τόσο αξιολάτρευτες. Συμφωνεί με τα λόγια ενός πνευματώδη Γάλλου: Οι γυναίκες μάς εμπνέουν την επιθυμία να δημιουργήσουμε αριστουργήματα και πάντοτε μας εμποδίζουν να τα φέρουμε σε πέρας. Άλλωστε είναι φτιαγμένες για να τις αγαπούμε, όχι για να τις καταλαβαίνουμε. Οι γυναίκες αγαπούν με τα αυτιά τους, ενώ οι άνδρες με τα μάτια τους. Και βέβαια, κάθε άντρας θέλει να είναι ο πρώτος έρωτας μιας γυναίκας και κάθε γυναίκα θέλει να είναι ο τελευταίος έρωτας ενός άνδρα.

Ο Ουάιλντ είναι ένας αιώνιος λάτρης της νεότητας: η νιότη βασιλεύει στη ζωή. Ένα βασίλειο ανοίγεται μπροστά της. Ο καθένας γεννιέται εξόριστος – όπως σχεδόν όλοι οι βασιλιάδες. Και για να ξαναβρεί κανείς τη νιότη του, αρκεί να επαναλάβει τις τρέλες που έχει διαπράξει. Ως προς τον έρωτα, γνωρίζει πως όσοι είναι πιστοί δεν γνωρίζουν παρά την τετριμμένη πλευρά του. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι ένας ιερέας του ηδονισμού. Η ηδονή είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να ζει κανείς. Τίποτα δεν μας γερνά περισσότερο από την ευτυχία.

Oscar_Wilde 10

Πρέπει να επινοήσουμε έναν νέο ηδονισμό, που θα αναπλάσει τη ζωή και θα την σώσει από αυτό τον άκαμπτο και νοσηρό πουριτανισμό… Σκοπός αυτού του νέου ηδονισμού θα ήταν η εμπειρία αυτή καθαυτή και όχι τα απότοκα της εμπειρίας, είτε είναι γλυκά είτε είναι πικρά. Δεν θα έχει σχέση ούτε με τον αισθητισμό που αμβλύνει τις αισθήσεις ούτε με τη χυδαία ακολασία που τις ναρκώνει. Αλλά θα πρέπει να διδάσκει στον άνθρωπο πώς να προσηλώνεται στις στιγμές μιας ζωής που δεν είναι κι η ίδια παρά μια σύντομη στιγμή.

Εκδ. Ροές, 2015, σειρά MicroMEGA, μετάφραση – προλεγόμενα: Αλέξανδρος Βέλιος, σελ. 159 [Oscar Wilde, Sebastian Melmoth, 1904].

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 198, υπό τον τίτλο Oscillate Wildly, από την λογοπαιγνιωδώς αφιερωμένη στον συγγραφέα άφωνη μουσική των Smith και του Morrissey, πιστού ακόλουθου του Wilde.

 

26
Νοέ.
15

Γκράχαμ Γκρην – Οι θεατρίνοι

ex_THEATRINOI_Graham Greene_polis

Η τραγικότητα μιας κοσμοπολίτικης αποικιοκρατίας

Γιατί βρισκόμουν εδώ; Βρισκόμουν εξαιτίας μιας καρτ – ποστάλ από τη μητέρα μου που θα μπορούσε άνετα να είχε χαθεί –  σε οποιοδήποτε καζίνο οι πιθανότητες δεν γίνονταν να είναι μεγαλύτερες. Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν αναπόσπαστα σε μια χώρα από την ώρα που γεννιούνται, που ο δεσμός τους παραμένει άρρηκτος από την ακόμα κι όταν την εγκαταλείπουν. Και υπάρχουν κι όσοι ανήκουν σε μια επαρχία, σε μια κομητεία, σε ένα χωριό, αλλά εγώ δεν μπορούσα να νιώσω το παραμικρό δέσιμο με τα εκατόν τόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από τους κήπους και τα βουλεβάρτα του Μόντε Κάρλο, μιας πόλης περαστικών. Μεγαλύτερο δεσμό αισθανόμουν εδώ, μ’ αυτή την εξαθλιωμένη χώρα του τρόμου, που διάλεξε για μένα η τύχη. [σ. 301]

Είναι οι φράσεις που εκφράζουν ιδανικά την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων που υποκρίνονται εαυτούς και άλλους στο θέατρο που διαδραματίζεται εδώ. Και είναι και μια μορφή εξομολόγησης που ακόμα κι όταν δεν μονολογεί όπως εδώ ο αφηγητής πάντα έχει στην άκρη της σκέψη του. Και πράγματι, ο κύριος Μπράουν, ιδιοκτήτης κληρονομηθέντος ξενοδοχείου στο Πορτ – ω – Πρενς, επιμένει να ζει στον τρομερό τόπο που του επιφύλαξε όχι μόνο η τύχη αλλά και ο ίδιος του ο περιπλανώμενος ψυχισμός.

Graham Greene 1

Τα διαπιστευτήρια και τα επισκεπτήρια των υπόλοιπων συμπαικτών του στο πολιτικό θέατρο του παράλογου αλλά και της μανιασμένης ατομικής φιλοδοξίας κατατίθενται εν πλω, στα καταστρώματα και στα σαλόνια της Μήδειας, ενός φορτηγού πλοίου που ταξιδεύει προς την Αϊτή. Δεν πρόκειται για μια φωτεινό, εξωτικό προορισμό, με τον οποίο έχει απατηλά ταυτιστεί στα συλλογικά υποσυνείδητα των Δυτικών, αλλά για την εφιαλτική δικτατορική επικράτεια του Ντυβαλιέ (Πάπα Ντοκ), των αρχών της δεκαετίας του ’60. Από την μία ο κύριος και η κυρία Σμιθ, πρώην υποψήφιο προεδρικό ζεύγος, δηλώνουν σταυροφόροι της χορτοφαγίας, υποστηρίζοντας ότι μπορεί πράγματι αυτή να εξαλείψει την βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς· από την άλλη ο «ταγματάρχης» κύριος Τζόουνς, αυτοαποκαλούμενος βετεράνος του πολέμου της Βιρμανίας, δηλώνει με κάθε τρόπο τον ριψοκίνδυνο αντικομφορμισμό του σ’ έναν κόσμο συμβιβασμένων.

Haiti

Αυτή η πρώτη τριμερής διάκριση μοιάζει τόσο ενδιαφέρουσα όσο και επίπλαστη: ο μοναχικός τυχοδιώκτης, ο ορθόδοξος, ειρηνικός χαρακτήρας και ο ανορθόδοξος πολεμιστής, όλοι με σκοτεινά παρελθόντα και αμφίβολα μέλλοντα, μοιάζουν να έχουν μοιράσει ρόλους και ιδιότητες υπό την καθοδήγηση του ενορχηστρωτή – του συγγραφέα ή της ίδιας τους της μοίρας. Είναι ακριβώς οι ίδιες οι συγκυρίες που τους έχουν πλάσει στην μορφή με την οποία εμφανίζονται τώρα στο ζοφερό νησί.

duvalier

Προτού δούμε ως σημερινοί πλέον αναγνώστες πώς λειτουργεί η γραφή του Γκρην εν έτει 2015, έχουμε ήδη προσκληθεί στην πάντα πειστική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα της ιστορίας του. Και σίγουρα οι σελίδες του καταστρώματος, όπου γίνεται και η πρώτη γνωριμία των ηρώων, έχουν πάντα μια γοητεία, αλλά είναι η ίδια η απόβαση στο νησί που ενεργοποιεί το μόνιμο, πηχτό σκοτάδι, στο οποίο έχει βουτήξει την χώρα το καθεστώς του Ντυβαλιέ. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τους στο έρημο ξενοδοχείο ενεργοποιεί ήδη τα αντανακλαστικά των σκοτεινών πολιτικών δυνάμεών αλλά και της ανεξέλεγκτης παρουσίας των παραστρατιωτικών του ομάδων. Οι τελευταίοι εκτός από δολοφονικές μηχανές, ακολουθούν μια παρά φύσιν βουντού δεισιδαιμονία που ενίσχυσε σε πιστούς και άπιστους υποτελείς ο διεφθαρμένος δικτάτορας. Άλλωστε οι ίδιες οι βουντού τελετές μοιάζουν να διαδραματίζουν μέγιστο ρόλο στην ιδιωτική και την δημόσια ζωή της Αϊτής.

Graham Greene 3

Ο αφηγητής γνωρίζει ότι στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή, το οποίο περνάει απαρατήρητο – και σίγουρα αυτό το σημείο αφορά και τον αδιέξοδο έρωτά του. Στην Αϊτή δεν τον περιμένει μόνο ένα έρημο ξενοδοχείο αλλά κι ένας εξίσου έρημος ερωτικός δεσμός, με την Μάρτα, σύζυγο ενός διπλωμάτη. Οι σελίδες που περιγράφουν τις συναντήσεις τους κάτω από το άγαλμα του Κολόμβου και αλλού είναι από τις πλέον κινηματογραφικές. Εγκλωβισμένη για χρόνια στο νησί, περιορισμένη από τις συνεχείς απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ματαιωμένη σε μια συμβιβασμένη συζυγική σχέση και σε μια δύσκολη μητρότητα, είναι η απόλυτα μοιραία γυναίκα για τον μοναχικό Μπράουν.

The-Comedians2

Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες προτού ξυπνήσω δυστυχισμένος σ’ ένα δωμάτιο με κλιματισμό στη Δυτική 44η οδό της ΝέαςΥόρκης, αφού ονειρεύτηκα ένα κουβάρι από χέρια και πόδια σ’ ένα Πεζώ και ένα άγαλμα που ατένιζε τη θάλασσα. Τότε συνειδητοποίησα πως αργά ή γρήγορα θα γύριζα πίσω, όταν το πείσμα μου ξεθύμαινε, η επιχειρηματική μου συμφωνία αποτύχαινε, και αντιλαμβανόταν ότι μισή φραντζόλα ψωμί φαγωμένη μέσα στον φόβο ήταν προτιμότερη από την απόλυτη ένδεια. [σ. 134]

François Duvalier, May 1957, Haiti.

Ο «στρατιωτικός» (που σύμφωνα με τον αφηγητή μιλάει μια παράξενη, ξεπερασμένη αργκό ξεπερασμένη, σα να την έχει μελετήσει στην παλιά έκδοση κάποιου λεξικού) πηγαίνει ακόμα πιο μακριά βήματα στο θράσος και την αυτοπεποίθηση, ξεχνώντας ότι ακριβώς ο πολεμικός – στρατιωτικός χαρακτήρας του καθεστώτος ετοιμάζεται να τον απορροφήσει μοιραία και οριστικά. Το παρολίγον προεδρικό ζεύγος δεν επέχει θέση κομπάρσου. Το ταξίδι τους σχετίζεται με την ιδέα μιας χορτοφαγικής και ευρύτερα οικολογικής επένδυσης: μια σχετική επιχείρηση στην φαραωνική πόλη Ντυβάλιεβιλ. Το κέντρο χορτοφαγίας σχεδιάζεται να κατασκευαστεί σύμφωνα με ένα σχέδιο – απάτη, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση παρέχει εγγύηση για τους μισθούς των εργατών, οι οποίοι θα πληρώνονται πολύ λιγότερο, προτού απολυθούν στο τέλος του μήνα, αφήνοντας το γιαπί έρημο και τους μισθούς στην τσέπη των επιτήδειων, μέχρι να προσληφθεί νέα φουρνιά αργότερα για να ολοκληρώσει το έργο. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο πρώιμα εκφράζει ο συγγραφέας την σύγχρονη παγιωμένη κατάσταση των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων».

Graham Greene 4Ίσως είναι περιττό να τονιστεί ότι εδώ ο Γκρην γράφει όπως πάντα και διαβάζεται ως ο παλιός καλός λογοτέχνης που κατασκευάζει δομές ως επιδέξιος αρχιτέκτων, αυξομειώνει ρυθμούς ως πεπειραμένος μαέστρος, ζευγαρώνει και τριπλοζευγαρώνει ιστορίες ως ικανός συγγραφέας. Και φυσικά στήνει την πλοκή  με αληθινά γεγονότα ακόμη και με πρόσωπα που γνώρισε κατά την παραμονή του στο νησί. Ο Μπράουν αποτελεί το άλτερ έγκο του. Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εργαστηριακή του εισαγωγή, το «εγώ» δεν είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας· μείζονες και ελάσσονες ήρωες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά που συγχωνεύτηκαν στο μαγειρείο του ασυνείδητου και επανεμφανίζονται αγνώριστα, ώστε ούτε ο ίδιος ο μάγειρας δεν τα αντιλαμβάνεται.

haiti - 1951

Ο κοσμοπολιτισμός και η αναζήτηση μιας άλλης ζωής στα πέρατα του ασφαλούς κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος. Στην άλλη πλευρά αποτυπώνεται η βουλιμική επιθυμία του δυτικού ανθρώπου να κυριαρχήσει σε μια χώρα – πείραμα. Η Αϊτή είναι ένα πεδίο ανοιχτό στα πάντα, συνεπώς και στα δικά τους μεγαλεπήβολα επιχειρηματικά και άλλα σχέδια. Πιστεύουν ότι θα είναι ευπρόσδεκτοι, εφόσον δεν προτίθενται να εναντιωθούν στο καθεστώς αλλά να επενδύσουν στις παρυφές μιας νέας χώρας υπό ανάπτυξη. Μόνο που στην Αϊτή του διεστραμμένου «δόκτορος» Ντυβαλιέ είναι αδύνατον η νύχτα να γίνει πιο σκοτεινή και σύντομα θα διαψευστούν. Κάποιος θα βρεθεί πρόωρα στην φυλακή, κάποιος άλλος δεν θα αντέξει για πολύ την νομιμοφροσύνη του στο καθεστώς. Άλλη μια πολιτικά αφυπνισμένη μορφή ετοιμάζεται να προστεθεί στην σχετική πινακοθήκη.

haiti direct

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, σελ. 398. Με 193 σημειώσεις της μεταφράστριας [Graham Greene, The Comedians, 1966].

Υπό δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, χειμώνας 2015 – 2015.

Στις εικόνες: H Αϊτή στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ο δικτάτορας σε ελενίτ αυλή και σε γραμματόσημο, ο συγγραφέας και ο δίσκος Haiti Direct: Big Band, Mini Jazz & Twoubadou Sounds, 1960-1978, μια ιδανική εισαγωγή στην Αϊτινή μουσική πριν και κατά την διάρκεια των καθεστώτων του Ντυβαλιέ.

18
Μαρ.
15

Jan Morris – Τεργέστη. Η έννοια του πουθενά

1

Μια πόλη για τον τέταρτο κόσμο της Διασποράς

Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίο συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά. Αυτοί είναι υπεράνω όλων! Ασχέτως χρώματος. Ασχέτως θρησκείας: μπορεί να είναι χριστιανοί ή ινδουιστές ή μουσουλμάνοι, μπορεί και εβραίοι ή ειδωλολάτρες ή και άθεοι. Μπορεί να είναι νέοι ή γέροι, άντρες ή γυναίκες, στρατιώτες ή ειρηνιστές, πλούσιοι ή φτωχοί. Μπορεί να είναι πατριώτες, ουδέποτε πάντως σωβινιστές. Μοιράζονται μεταξύ τους, ασχέτως εθνικότητας, τις κοινές αξίες του χιούμορ και της κατανόησης. Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά ου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου· τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. […] Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη. [σ. 233 – 234]

Trieste_intorno_a_1880._Il_Targesteo

Η Τζαν Μόρις [γεν. 1926] ζούσε και έγραφε ως Τζέιμς Μόρις μέχρι το 1972, οπότε και ολοκλήρωσε την διαδικασία της αλλαγής του φύλου της. Έγραψε έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δοκιμίου, μυθιστορήματα, διηγήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα. Τα ταξιδογραφήματά της είναι γραμμένα με τον τρόπο των αρχετυπικών συγγραφέων – ταξιδευτών – περιπλανώμενων. Συνδυάζουν τα αντικειμενικά στοιχεία με την υποκειμενική ματιά, τα ιστορικά και λογοτεχνικά δεδομένα με την προσωπική περιπλάνηση. Το βιβλίο της για την Τεργέστη θα είναι το τελευταίο της για την πόλη – το υπόσχεται κυρίως στον εαυτό της. Εβδομηντάχρονη πλέον και κοσμογυρισμένη, επιστρέφει αναζητώντας την αλήθεια πάντα στην ίδια προκυμαία.

Στην Τεργέστη περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της εθνικότητας φαίνεται ξένη. Η πόλη αυτή διαμόρφωσε τον δικό της χαρακτήρας της προ πολλού από πληθυσμιακές ομάδες προερχόμενες από πολλές χώρες και παραμένει εκ φύσεως μοναχική. Από παραθαλάσσιο χωριό των Ιλλυριών σε ρωμαϊκή επαρχία, ύστερα σπλάχνο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων της Βιέννης, Ελεύθερο Λιμάνι, κέντρο κοσμοπολιτισμού και αργότερα, όταν το λιμάνι παράκμασε, πόλη βυθισμένη σε νάρκη, στερημένη από την ίδια της την ενδοχώρα, Ελεύθερη Περιοχή και τέλος μοιρασμένη ανάμεσα στην Ιταλία (η πόλη και το λιμάνι) και στην Γιουγκοσλαβία (το μεγαλύτερο μέρος της πέριξ περιοχής), η Τεργέστη μοιάζει να ενσωματώνει κάθε στιγμή του παρελθόντος της. Εκείνο όμως από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει είναι η κληρονομιά της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της. Μπορεί οι οικογένειες να χάθηκαν, όμως τα ονόματά τους είναι ακόμα και σήμερα μέρος του καθημερινού λεξιλογίου· ενίοτε και η ανάμνησή τους. Η διάλεκτος της Τεργέστης άλλωστε σήμερα έχει παρομοιαστεί από τον Ιρλανδοτεργεστίνο λόγιο Τζον Μακ Κορτ «ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πολιτισμών, των εθνών και των γλωσσών που αφομοιώθηκαν από την πόλη».

4

Για την συγγραφέα η Τεργέστη είναι μια αλληγορία του λίμπο στην κοσμική του διάσταση. Εκεί αισθάνεται μόνη ακόμα και όταν είναι με φίλους. Ο Βιεννέζος θεατρικός συγγραφέας Χέρμαν Μπαρ όταν την επισκέφτηκε το 1909 είπε ότι ένιωσε σαν να αιωρούνταν στη ανυπαρξία, σαν να βρέθηκε στο πουθενά. Είναι κι αυτή ένας τόπος που σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε όσους, όπως το έθεσε ο Ρόμπερτ Μιούζιλ, έχουν την εντύπωση ότι το καθετί σημαίνει κάτι περισσότερο από ό,τι έχει την ειλικρινή πρόθεση να σημαίνει. Μέχρι και ο Μαρσέλ Προυστ, που δεν επισκέφτηκε ποτέ του την Τεργέστη, βάζει τον Αφηγητή του να της σκέφτεται ως «το γλυκύτερο μέρος όπου οι άνθρωποι ήταν σκεφτικοί, τα ηλιοβασιλέματα χρυσά και οι καμπάνες των εκκλησιών μελαγχολικές». Ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο in excelsis ποιητής της Τεργέστης, δείχνει να είναι διαρκώς μελαγχολικός στη πόλη του.

3 - svevo1

Ακόμα και στην Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, είναι διάχυτη μια βασανιστική αίσθηση του ανικανοποίητου. Ο Ζήνων άλλωστε υποφέρει από κάθε λογής ασθένεια, για να καταλήξει στο τέλος ότι μια maladie imaginaire είναι χειρότερη από την οποιαδήποτε πραγματική γιατί δεν είναι ιάσιμη. Ποτέ πια, ποτέ ξανά είναι η επωδός που στοιχειώνει τις τελευταίες σελίδες της τραγικής νουβέλας του Σβέβο Το γέρασμα. Ιδού η επωδός της ίδιας της Τεργέστης. Ο Σβέβο φαίνεται ότι πέρασε μια πληκτική ζωή στην Τεργέστη, πρώτα ως λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν ως διευθυντικό στέλεχος στο οικογενειακό εργοστάσιο χρωμάτων και βερνικιών. Αν όμως πιστέψουμε όσα γράφει στα μυθιστορήματά του, πίσω από την αστική πρόσοψη της πόλης κόχλαζε κάθε είδους σεξουαλικό πάθος. Ένα τέτοιο πάθος πάντως χαρακτήρισε την μέγιστη ερωτική ιστορία της πόλης, ανάμεσα στον λογοτέχνη – πορνογράφο Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ίζαμπελ Μπάρτον.

Αυτή η πόλη μοιάζει φτιαγμένη για τους εξόριστους. Έχει προσφέρει άσυλο σε πολλούς που εκπατρίστηκαν, είτε με την θέλησή τους είτε κατ’ ανάγκη, αν και τελικά πολλοί απ’ αυτούς έμειναν εκεί επιθυμώντας κατά βάθος να είναι κάπου αλλού. Γιατί αυτή είναι ειρωνεία με αυτό τον τόπο: να σε έλκει και ταυτόχρονα να σε μελαγχολεί.

5 - giacomo-girolamo-casanova

Ανώνυμοι ξένοι έφτασαν κατά χιλιάδες στην Τεργέστη, άλλοι άντεξαν για λίγο μόνο τον τόπο. Ο Καζανόβα υποχρεώθηκε να μείνει εδώ δυο ολόκληρα χρόνια και πέρασε κατά τα λεγόμενά του ζωή χαρισάμενη, όμως, μόλις οι Επίτροποι της Βενετίας του επέστρεψαν να γυρίσει στον τόπο του, έφυγε μέσα σε μια βδομάδα. ο Έγκον Σίλε έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα προσπαθώντας να συνέλθει από τις συνέπιες μιας σύντομης φυλάκισής του. Ο Κόνραντ έγραψε για τους βαστάζους της Τεργέστης, οι Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν γράφτηκα κατά την παραμονή του στο Οτέλ ντε λα Βιλ, η πιο γνωστή ιστορία του Μπούνιν είχε αρχικά τον τίτλο Ο Κύριος από την Τεργέστη, ο Χάυδν έγραψε την Συμφωνία της Τεργέστης, ο Μάλερ, ο Φρόιντ και ο λόρδος Λούκαν πέρασαν από εδώ.

Η Τεργέστη είναι υπεράνω τουρισμού, οικονομίας, ιστορίας – αν ποτέ υποχρεωνόταν να αυτοδιαφημιστεί, θα της αρκούσε η Sua Triestinita. Η πόλη για την συγγραφέα έχει κάτι το υπαρξιακό, άρα προορισμός της είναι να είναι ο εαυτός της. Την εκμαυλίζει η γοητεία ενός επακόλουθου που χάθηκε, μιας δύναμης που έσβησε, του χρόνου που περνάει, των φίλων που φεύγουν, των μεγάλων πλοίων που πάνε για παλιοσίδερα. Δύσκολα αποφεύγει κανείς το σύνδρομο της Τεργέστης – η ίδια έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια θεραπείας. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θυμάται τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες, τους χαμένους φίλους, πάντα μ’ εκείνη την γλυκιά tristesse που ονοματοποιεί την πόλη.

2

Η Tζαν Μόρις γράφει για τους εξόριστους της πόλης όμως σε γενικές γραμμές εξόριστη ένοιωσε κι εκείνη. Το παρελθόν άλλωστε ξένος τόπος είναι, όπως και τα γηρατειά καθώς προχωρείς είναι σαν να μπαίνεις σε άγνωστη περιοχή, σαν να αφήνεις πίσω έναν δικό σου τόπο. Τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι γνώριζες πιο πριν. Το σώμα αλλάζει, η εξοχή αλλάζει, ο κόσμος ο ίδιος. Από την άλλη όμως αυτή η ηλικιακή εξορία μπορεί να σημαίνει και μια καινούργια ελευθερία, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν έχουν πια την σημασία που είχαν. Το μόνο που μετράει είναι η καλοσύνη, αυτή «η θεμελιώδης αρχή του πουθενά». Ο Τζόις έλεγε ότι πουθενά αλλού δεν είχε συναντήσει τόση καλοσύνη όσο στην Τεργέστη. Η δική της Τεργέστη παραμένει ο τόπος του εφήμερου, είναι η πόλη των ψευδαισθήσεων· η φαντασία παραγκωνίζει το γεγονός. Μήπως, αναρωτιέται, ακόμα κι όσα μας γράφει αποτελούν προϊόν της ίδιας της φαντασίας που έθρεψε εντός της η πόλη;

7

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 245 [Jan Morris, Trieste and the meaning of nowhere, 2001]

Στις εικόνες εκτός από την συγγραφέα: Italo Svevo, Giacomo Casanova, James Joyce σμιλεμένος από και στην Τεργέστη.

11
Μαρ.
15

Τζούλιαν Μπαρνς – Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια

Layout 1

Διαλεκτική πάνω στο άλεκτο

Πιο ενδιαφέρον και πιο απολαυστικό βιβλίο για το αναπόφευκτο δεν μπορεί να υπάρξει. Ο πνευματώδης Άγγλος συγγραφέας το κατορθώνει μ’ έναν φαινομενικά απλό τρόπο: το γράφει ταυτόχρονα ως προσωπικό αφήγημα και ως δοκιμιακή μελέτη. Το ένα είδος αναμειγνύεται με το άλλο και εμείς καταλήγουμε να διαβάζουμε ένα απολαυστικό βιβλίο για τον θάνατο χωρίς στιγμή να μας σκεπάζουν σκιές ή να σκιαζόμαστε.

Ο Μπαρνς επιδίδεται πρώτα σε μια μορφή …. επιλεγμένης αυτοβιογραφίας, διηγούμενος αμέτρητα περιστατικά από την ζωή του που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με το θέμα του: από τις απόψεις των μελών της οικογένειάς τους, μέχρι τις συζητήσεις με φίλους, τους εσωτερικούς προβληματισμούς, την επίδραση των γεγονότων. Φυσικά αυτό το μέρος προϋποθέτει και την ευρύτερη σκιαγράφηση προσώπων, τόπων και εποχής, που μαστορεύει με την γνώριμη συγγραφική του τέχνη. Από την άλλη καταγράφει και σχολιάζει μια μεγάλη ποικιλία σχετικών σκέψεων και απόψεων από λογοτέχνες, μουσικούς και φιλοσόφους. Η ιδέα του θανάτου, ο βασανιστικός φόβος του, η φθορά και η θνητότητα, η αθανασία και το ξεγέλασμά του, οι τρόποι της υπέρβασής του, οι φιλοσοφίες και οι τέχνες που επιχείρησαν να τον αντιμετωπίσουν, να τον αναλύσουν ή να τον αγνοήσουν, όλα έχουν την θέση τους σε αυτόν τον οδηγό για το αναπόφευκτο.

2

Αναμφίβολα η βασικότερη επικράτεια που οφείλει να διανύσει ο συγγραφέας είναι η θρησκεία. Ο Μπαρνς είναι απερίφραστα ειλικρινής: αν δήλωνε αθεϊστής στα είκοσι και αγνωστικιστής στα πενήντα και τα εξήντα, αυτό δεν οφείλεται στο ότι έχει αποκτήσει επιπλέον γνώσεις στο μεταξύ· απλώς με την πάροδο του χρόνου διαθέτει μεγαλύτερη επίγνωση της άγνοιας. Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι διαθέτουμε αρκετή γνώση ώστε να ξέρουμε; Ως νεοδαρβινιστές υλιστές του εικοστού πρώτου αιώνα, γράφει, πεπεισμένοι ότι το νόημα και ο μηχανισμός της ζωής έχουν αποσαφηνιστεί από το έτος 1859 και έπειτα, θεωρούμε τον εαυτό μας σοφότεροι από εκείνους τους εύπιστους, δουλοπρεπείς που πίστευαν στον θείο σκοπό, και στην τελική κρίση. Παρότι όμως είμαστε περισσότερο ενημερωμένοι, δεν είμαστε περισσότερο εξελιγμένοι και σίγουρα δεν είμαστε ευφυέστεροι απ’ αυτούς. Τι μας πείθει ότι η γνώση μας είναι τόσο οριστική;

Τα μέρη εκείνα του κόσμου όπου η θρησκεία έχει στερέψει και υπάρχει μια γενική παραδοχή ότι αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα είναι το μόνο που έχουμε στη διάθεσή μας, δεν είναι, εν γένει, πιο σοβαρά μέρη από εκείνα όπου τα κεφάλια γυρίζουν ακόμη στο άκουσμα της καμπάνας του καθεδρικού ή του μουεζίνη στο μιναρέ. Εν γένει παραδόθηκαν σε φρενήρη υλισμό· αν και το πολυμήχανο ανθρώπινο ον είναι απολύτως ικανό να κατασκευάσει πολιτισμούς όπου η θρησκεία συνυπάρχει με τον φρενήρη υλισμό (όπου η πρώτη ενδέχεται ακόμα να είναι η εμετική συνέπεια του δεύτερου): παράδειγμα η Αμερική. [σ. 85]

montaigne

Παλιά οι άνθρωποι μιλούσαν πρόθυμα για το θάνατο και τον αφανισμό. Στο Παρίσι η παρέα των Φλωμπερ, Τουργκένιεφ, Γκονκούρ, Ντωντέ και Ζολά συζητούσαν το θέμα στα καθιερωμένα δείπνα τους. Ήταν όλοι αθεϊστές ή αγνωστικιστές που φοβόνταν τον θάνατο αλλά δεν τον απέφευγαν. Άνθρωποι σας εμάς, έγραψε ο Φλωμπέρ, θα έπρεπε να έχουν την θρησκεία της απελπισίας. Πρέπει να είμαστε ισάξιοι της μοίρας μας, δηλαδή απαθείς σαν εκείνης. Ο Σοστακόβιτς, μελαγχολικός στοχαστής του θανάτου, πίστευε ότι αν οι άνθρωποι άρχιζαν να συλλογίζονται τον θάνατο νωρίτερα, θα έκαναν λιγότερο ανόητα λάθη. Ο φόβος του θανάτου ίσως είναι το εντονότερο των συναισθημάτων. Οι απόψεις αυτές δεν εκφράστηκαν ποτέ δημοσίως, καθώς ο συνθέτης γνώριζε ότι ο θάνατος – εκτός αν ερχόταν με τη μορφή ηρωικού μαρτυρίου – δεν ήταν κατάλληλο θέμα για την σοβιετική τέχνη.

Ο σύγχρονος τρόπος σκέψης μας για τον θάνατο ξεκινάει από τον Μονταίν· αυτός είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στα σοφά πρότυπα του Αρχαίου Κόσμου και στην προσπάθειά μας να βρούμε μια σύγχρονη, ώριμη, άθρησκη αποδοχή του αναπόφευκτου τέλους μας. Για τον Μονταίν, ο θάνατος της νεότητας, που συχνά περνάει απαρατήρητος, είναι ο σκληρότερος θάνατος, αυτό που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε «θάνατο» εν είναι παρά ο θάνατος του γήρατος. Το άλμα εδώ είναι πολύ ευκολότερο απ’ ό,τι η ύπουλη μετάβαση απ’ την παράτολμη νιότη στο γεμάτο δυστροπίες και πίκρες γήρας.

Jules Renard

Η θρησκεία πρόσφερε κάποτε παρηγοριά για τα βάσανα της ζωής και ανταμοιβή στο τέλος της για τους πιστούς. Αλλά και πέρα απ’ αυτά τα δώρα, προσέδιδε στην ανθρώπινη ζωή μια αίσθηση γενικότερου πλαισίου· …η χριστιανική θρησκεία δεν άντεξε τόσο πολύ στο χρόνο μόνο και μόνο επειδή την πίστεψαν όλοι οι άλλοι, επειδή την επέβαλαν ο κανόνας και ο κλήρος, επειδή ήταν ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου, επειδή ήταν το μοναδικό παραμύθι που κυκλοφορούσε στην πόλη αι επειδή αν δεν το πίστευες μπορεί να έβρισκες πρόωρο θάνατο. Άντεξε στο χρόνο, επίσης, επειδή ήταν ένα όμορφο ψέμα, επειδή οι χαρακτήρες, η πλοκή, οι διάφορες ανατροπές, επιβλητική πάλη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, όλα αυτά στοιχειοθετούσαν ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα…μια τραγωδία με αίσιο τέλος. Η ανάγνωση της βίβλου σαν να είναι λογοτεχνία, δεν πιάνει μια μπροστά στην αναγνωση της Βίβλου σαν να είναι αλήθεια…. [σ. 76 -77]

Ο σοβιετικός κομμουνισμός, το Χόλυγουντ και η οργανωμένη θρησκεία βρίσκονται πολύ πιο κοντά απ’ ότι γνώριζαν, καθώς τα εργοστάσια ονείρων παρήγαν πυρετωδώς την ίδια φαντασίωση.Η θρησκεία τείνει προς τον αυταρχισμό, όπως ο καπιταλισμός τείνει προς το μονοπώλιο. Με ποιον τρόπο διαχειρίζεται ή εμπορεύεται τον θάνατο; Γιατί χαρακτηρίζεται ως άσπλαχνη απάτη; Ποιους φυσικούς και μεταφυσικούς κανόνες γνωρίζει και τηρεί η νευρομηχανική της πίστης; Και, άραγε, όσοι πιστεύουν στον Θεό φοβούνται λιγότερο από τους άθεους;

4

Ο Φιλίπ Αριές παρατηρούσε ότι όταν ο θάνατος άρχισε πραγματικά να γίνεται αντικείμενο φόβου, έπαψε να συζητιέται· ο αγνωστικιστής Σώμερσετ Μωμ πίστευε ότι η καλύτερη στάση της ζωής ήταν η εύθυμη παραίτηση. «Περιμένοντας τον Θεό να αποκαλυφθεί, πιστεύω ότι η πρωθιέρειά του, η Τύχη, κυβερνά εξίσου αυτόν τον θλιβερό κόσμο» έλεγε ο Σταντάλ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κόσμος μας δεν έχει γίνει σοφότερος. Οι μεσαιωνικές Αρχές έσερναν ζώα στα δικαστήρια και έκριναν με κάθε σοβαρότητα τα παραπτώματά τους· εμείς τα κλείνουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα παραγεμίζουμε με ορμόνες και τα πετσοκόβουμε, έτσι ώστε να μας θυμίζουν όσο το δυνατόν λιγότερο κάτι που κάποτε κακάριζε ή βελάνιζε ή μουγκάνιζε. Ποιος κόσμος είναι σοβαρότερος απ’ τους δυο; Ποιος είναι ηθικά ανώτερος; [σ. 84]

Είναι πάντα γοητευτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαρνς συλλογίζεται πάνω στον θάνατο εκκινώντας από τις παιδικές του αναμνήσεις, με τα δεδομένα της τότε ζωής και τις μοναδικές πηγές πληροφόρησης (το ραδιόφωνο από βακελίτη, η πελώρια τηλεόραση – ντουλάπι, η οικογενειακή Βίβλος, τα σημειώματα των εφημερίδων για θεατρικά που δεν έβλεπε ποτέ και βιβλία που δεν έμπαιναν ποτέ στο σπίτι) και φτάνει μέχρι βαθείς φιλοσοφημένους προβληματισμούς. Το περίφημο Ημερολόγιο του Ζυλ Ρενάρ, κείμενα και σκέψεις συγγραφέων όπως οι Σαιν Σιμόν, Καίσλερ, Σίνγκερ, Γουίλσον, Λάρκιν, Γουώρτον, Μπερνάρ, Σάνδη, Φόκνερ, Ροθ, Στάυρον, Ντωντέ, Ναμπόκοφ, κ.ά, φιλοσόφων από τον Α Τζ. Άυερ μέχρι τον…Ρίτσαρντ Ντώκινς αλλά και απλών φίλων και συγγενών και εγκιβωτισμένες ιστορίες όπως η συναρπαστική περίπτωση του του Γιουτζήν Ο’ Κέλυ που παρά το γεγονός ότι γνώριζε τον θάνατό του έζησε με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια την ελάχιστη εναπομείνασα ζωή, όλα συγκροτούν μια αξιανάγνωστη επίτομη διαλεκτική πάνω στο πλέον άλεκτο της ζωής.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2008, μτφ. – επίμετρο βιογραφικών: Αλεξάνδρα Κονταξάκη, σελ. 365 [Julian Barnes, Nothing to be frightened of, 2008].

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 177. (No) Fear is Man’s Best Friend.




Μαρτίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 818,555 hits

Αρχείο