Posts Tagged ‘Αθλητισμός

15
Σεπτ.
16

Βασίλης Τσακίρογλου – Senna. Το πνεύμα της ταχύτητας

senna-1

Ο πιλότος του επέκεινα

Το μελαγχολικό βλέμμα, το κίτρινο κράνος, τα φθαρμένα γάντια, η κραυγή στον τερματισμό, το γελοίο ένστικτο του θανάτου, η ταχύτητα ως έργο τέχνης, ο πιλότος του βραζιλιάνικου σαουντάτζι, ο μεταφραστής της saudade, οι θεολογικοί μονόλογοι μετά την κούρσα, παρά την διάπραξη ενός πλήθους «αμαρτημάτων». Ένας μοναδικός πρωταθλητής της Φόρμουλα 1 που ξεχύθηκε ανεξήγητα ευθεία προς τον θάνατο, μια προσωπικότητα που υπήρξε πολύ πιο σημαντική από το ίδιο το σπορ. Ο Ayrton Senna αποτελεί κάτι παραπάνω από μυθιστορηματικό πρόσωπο· δεν επιζητά να γίνει λογοτεχνικός ήρωας της λογοτεχνίας αλλά μιας εκ βαθέων έρευνας της προσωπικότητάς του, από τον τρόπο που έζησε και αγωνίστηκε μέχρι τον τρόπο που έφυγε από την ζωή. Και αυτό ακριβώς κάνει το παρόν βιβλίο.

Brazilian F1 driver Ayrton Senna adjusts his rear view mirror in the pits 01 May 1994 before the start of the San Marino Grand Prix. Senna died after crashing in the seventh lap.

Ένας Senna τελείωσε στην πίστα της Ίμολα το 1994 και την ίδια στιγμή ένας άλλος Senna γεννήθηκε, καθώς ο ήρωας έδωσε την θέση του στον μύθο. Ο Senna πολεμούσε τον θάνατο με τον ίδιο τον κίνδυνο, εφαρμόζοντας ένα εντελώς ιδιότυπο «οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Εξόρκιζε το κακό χρησιμοποιώντας το ισχυρότερό του όπλο, την ταχύτητα. Έμοιαζε φορέας του «ιού» της αφθαρσίας, που τον ωθούσε να εθίζεται στον κίνδυνο της ταχύτητας και που τον έπειθε ότι είναι άτρωτος. Μολονότι προσέγγιζε εντελώς ψυχρά το ζήτημα του ρίσκου, εξ ου και πάσχιζε να το τιθασεύσει και να το εκλογικεύσει, θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα ατόμου εξαρτημένου από την ταχύτητα και τους κινδύνους της. Γνωρίζοντας το τέλος του, το οποίο αναπόφευκτα προβάλλεται αναδρομικά σε κάθε του κίνηση, σε κάθε στιγμιότυπο που αποτυπώνει τη μελαγχολική, απόμακρη και μοναχική του φιγούρα, αυθόρμητα σχεδόν διατυπώνεται η κρίση ότι αυτό που τον κατέστησε ξεχωριστό ήταν μια ιδιαίτερη σχέση με τον θάνατο.

Ανεξάρτητα από τι δήλωνε, έδειχνε σαφώς διατεθειμένος να θεωρηθεί καμικάζι – εξάλλου είχε κατηγορηθεί ότι περιφρονούσε το ενδεχόμενο του θανάτου. To φαταλιστικό πέπλο που αόρατα τον περιέβαλλε δικαιώθηκε το 1994 σαν τρόμος και αυτοεπαληθευόμενη προφητεία. Στο τελευταίο σαββατοκύριακο της ζωής του συνειδητοποίησε ότι η μάχη με την ειμαρμένη είναι άνιση και απλώς υποτάχθηκε σ’ αυτό που ο ίδιος προσέγγιζε σαν πεπρωμένο: πήρε θέση στην γραμμή εκκίνησης, ενώ μόλις πριν λίγο είχε εξομολογηθεί τηλεφωνικώς κλαίγοντας στην τελευταία του σύντροφο ότι δεν ήθελε να τρέξει σε αυτό το Γκραν Πρι.

senna-3

Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, η απόπειρα να δοθούν απαντήσεις στα αινίγματα γύρω από τον θάνατο και την ζωή του, μολονότι κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος των 1.200 περίπου σελίδων βιβλίο του A Deus, δεν στάθηκε επαρκής για να κατασιγάσει την επίμονη διερώτηση για το ποιο πραγματικά ήταν αυτός ο πιλότος, τι ήταν αυτό που τον έκανε ήρωα, ποιον δαίμονα κυνηγούσε και από ποιον πίστευε ο ίδιος ότι καταδιώκεται.

Το βιβλίο καλύπτει κάθε κεφάλαιο της σπάνιας αυτής αθλητικής προσωπικότητας. Αποτελεί μια post mortem ανάλυση της ψυχοσύνθεσής του επιχειρεί να ερμηνεύσει το πώς ακροπατώντας ως το χείλος της αγάπης του για την ταχύτητα, βρέθηκε σαν να διέπραττε την έσχατη ύβρη απέναντι στον θάνατο. Η πνευματική διάσταση της προσωπικότητάς του, η συνολική φιλοσοφία της ζωής του, η γεμάτη ένταση και αντιφάσεις ψυχοδομή του, η δυνατότητα μιας διαφορετικής θέασης της πραγματικότητας, το περίφημο Σατόρι, όλα ερευνώνται από την συγγραφική πένα.

senna-4

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ενέργειες και παρενέργειες της αυτοσυγκέντρωσης, ένα πεδίο που προφανώς γνώριζε πολύ καλά ο Senna, καθώς αφηνόταν στο ρεύμα των υψηλών ταχυτήτων όπως ένας πιανίστας που κινεί τα δάχτυλά του με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ο συγγραφέας συμβουλεύεται ειδική βιβλιογραφία, όπως η μελέτη του Α. Μόραν για την αυτοσυγκέντρωση, ιδίως για την περίσταση όπου η σκέψη εξουδετερώνει την δράση, διότι πολύ απλά «αδυνατούμε να περιγράψουμε όσα είμαστε σε θέση να κάνουμε και αδυνατούμε να κάνουμε όσα είμαστε σε θέση να περιγράψουμε». Ο ψυχολόγος Robert Ornstein, στην δική του μελέτη για την εξέλιξη της συνείδησης και την καταγωγή του τρόπου σκέψης μας εστιάζει στην συγκλονιστική δυνατότητα του ανθρώπινου νου να μην αντιδρά σε πραγματικό χρόνο, αλλά να έχει την δυνατότητα να προετοιμάζει την ενέργειά του πριν καν δεχτεί το αντίστοιχο ερέθισμα, πριν ακόμη λειτουργήσει «ενστικτωδώς». Πιθανώς λοιπόν, αυτό που έκανε τον Senna να πιστεύει στα θαύματα και στον Θεό δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα παιχνίδι της ίδιας του της νόησης.

senna-by-evandeciren-d6czf9k_

Ένα άλλο έργο που συμβουλεύεται ο συγγραφέας είναι ο Σπόρος της Νίκης του Nuno Cobra, υποστηρικτή μιας ολιστικής προσέγγισης στην βελτίωση του ατόμου και καθοδηγητή του Senna στον έλεγχο του νου, εφαρμόζοντας κάποιες πρωτοποριακές μεθόδους νευρογλωσσικού προγραμματισμού. Μια βασική ιδέα πίσω από τις τεχνικές ήταν η εξής: οι ταχύτητες ενός αγώνα Φ1 είναι αφύσικα υψηλές, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αδυνατεί να επεξεργαστεί σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τις πληροφορίες που δέχεται και, κατά συνέπεια, δεν είναι σε θέση να κρίνει και να αντιδράσει σωστά. H επιτυχία του έγκειται στην προετοιμασία, στο πόσο καλά θα έχει εισαγάγει στον εγκέφαλό του τα απαραίτητα στοιχεία εκ των προτέρων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το πνεύμα αλλά και το σώμα «γνωρίζουν» ήδη τι πρόκειται να αντιμετωπίσουν και δεν αιφνιδιάζονται.

«Τώρα είμαι ανασφαλής, διότι είμαι έξω από το αυτοκίνητο» [σ. 37]

senna-8

Ένα άλλο στοιχείο του που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η τάση του να περιεργάζεται επίμονα τα δυστυχήματα των άλλων. Ο Senna βρέθηκε κοντά στο ατύχημα του Martin Donelly στην Jerez και όλοι θυμούνται την αλλόκοτη συμπεριφορά του, με την σχεδόν νοσηρή αλλά ταυτόχρονα πρωτογενή, παιδική περιέργεια για τον θάνατο, που μόλις ανακάλυπτε. Τότε, όπως δήλωνε, συνειδητοποίησε πόσο εύθραυστος είναι. Αλλά αν τότε είδε μια ζωή να σώζεται, το 1992 στο Βέλγιο θα ήταν αυτός που θα έσωζε μια ζωή, του Erik Comas. Μόνο αυτός έτρεξε δίπλα του στη μέση της πίστας ενώ γύρω του περνούσαν άλλα μονοθέσια. Έκτοτε ο δεσμός μεταξύ τους ήταν ακατάλυτος.

Το ατύχημα του Barrichello ήταν η τελευταία περίπτωση αυτοψίας του Senna, όπου για άλλη μια φορά έτρεξε προς τον τόπο του ατυχήματος με την ελπίδα ότι με μια σειρά δοκιμασμένων χειρισμών το μοιραίο μπορεί να αποφευχθεί. Αλλά στην περίπτωση του Ratzenberger o Senna υπήρξε συμπρωταγωνιστής σ’ έναν θάνατο· σ’ έναν θάνατο που συνέβη την παραμονή του δικού του, στις 30 Απριλίου 1994. Η απελπισία του ήταν εμφανής όταν προσπάθησε να παρακάμψει την επίσημη είσοδο στον σταθμό πρώτων βοηθειών της πίστας και επιχείρησε να μπει μέσα πηδώντας από την περίφραξη. Αυτή την φορά ο θάνατος είχε φτάσει πρώτος.

Imola, Italy, 29th April - 1st position, May 1994 Ayrton Senna lights up the front brake discs on the Williams FW16-Renault. This was the event at which he tragically lost his life. Action. Photo: LAT Photographic/Williams F1. Ref: 1994williams15

Ίμολα, 1 Μαΐου 1994. Ο Senna με 360 χιλιόμετρα την ώρα βρίσκεται στην αρχή του 7ου γύρου. Η Williams – Renault με πάνω από 300 χιλιόμετρα την ώρα μπαίνει στην κλειστή στροφή του Tamburello, σαν να είναι λίγο πολύ μια ευθεία. Τα μεγάλα μπαλώματα στην επισκευασμένη διαδρομή φαίνεται να αποσταθεροποιούν το μονοθέσιο· ο πιλότος ανοίγει την τροχιά του αλλά ξαφνικά γυρίζει προς τα δεξιά, σε πορεία κάθετη προς την έξοδο της στροφής. Δεν στρίβει· αφήνει γκάζι και φρενάρει. Η επιβράδυνση χρειάζεται χώρο για να δράσει και χώρος δεν υπάρχει. Το αμάξι χάνεται από την τηλεοπτική εικόνα και μοιάζει να το ρουφά ο γκρίζος τοίχος της στροφής. Ό,τι απομένει, επιστρέφει στην πίστα, με τον πιλότο ακίνητο, με το κεφάλι του γερμένο προς τα μπρος, χωρίς καμία ένδειξη ζωής. Μια τελευταία κίνησή του, μια κλίση προς τα δεξιά, δεν ήταν παρά ο τελευταίος σπασμός του οργανισμού του.

Ένας δημόσιος θάνατος ενός σπορ ήρωα ενώπιον εκατομμυρίων τηλεθεατών ήταν γεγονός. Η αναζήτηση των εικόνων πριν την εκκίνηση έδειχνε έναν πιλότο χαμένο στις σκέψεις του, σχεδόν ηττημένο, σαν ασθενή που έχει ετοιμαστεί για χειρουργείο. Οι ενδεχόμενες αιτίες ξετυλίγονται μια μια στις σελίδες και μπλέκονται σαν κουβάρι. Ήταν οι επιδιορθωμένες ανωμαλίες της ασφάλτου; Κάποιο προσωπικό του λάθος; Ένα κομμάτι από την κολόνα του τιμονιού βρισκόταν ακόμα συνδεδεμένο με την στεφάνη (συνεπώς η κολόνα έσπασε κατά την σύγκρουση ή νωρίτερα) και ο Σέννα είχε στα χέρια του ένα άχρηστο τιμόνι.

senna-5

Ο συγγραφέας μετατρέπει σε λέξεις την κασέτα του αγώνα και παρακολουθεί τα πρακτικά της δίκης, που εντάσσονται στο κείμενο. Παραθέτει μάλιστα εκτενές απόσπασμα από προσωπική του συνομιλία με τον εισαγγελέα της δίκης, ο οποίος μεταξύ άλλων επέμενε να μάθει γιατί οι εικόνες που μετέδιδε η ασύρματη κάμερα στο αυτοκίνητο του Senna διακόπηκαν απότομα περίπου 0,9 δευτερόλεπτα πριν από την σύγκρουση. Είναι δυνατόν ο σκηνοθέτης επί εννέα λεπτά να αφήνει την μετάδοση στην κάμερα από το μονοθέσιο και κατά σύμπτωση, όπως ισχυρίστηκε, να αλλάξει πλάνο σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο πριν την σύγκρουση;

Οι Ιταλοί θεωρούν απόλυτα φυσιολογική την διεξοδική διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος και την συνακόλουθη παραπομπή όσων θα μπορούσαν να έχουν ανάμιξη στο μοιραίο συμβάν. Οι Βρετανοί θεωρούν ότι η παρέμβαση της κοινής, πολιτικής δικαιοσύνης συνιστά παραβίαση της ασυλίας που εξ ορισμού απολαμβάνουν οι αγώνες ταχύτητας. Επικαλούνται το ασύμβατο της κοινής δικαστικής  πρακτικής με τους μηχανοκίνητους αγώνες, στους οποίους έχει καθολική ισχύ ο νόμος της «εκούσιας διακινδύνευσης» ή του «οικείου πταίσματος», εφόσον όλοι όσοι συμμετέχουν γνωρίζουν πολύ καλά ότι θέτουν την ζωή τους σε κίνδυνο. Η δικαιοσύνη των κοινών ανθρώπων, ισχυρίζονται, θα σκότωνε το κορυφαίο μηχανοκίνητο σπορ, εφόσον θα έπληττε τον ακρογωνιαίο λίθο του, τον θανάσιμο κίνδυνο που μαγνητίζει οδηγούς και θεατές.

senna-6

To βιβλίο εμπλουτίζεται με διηγήσεις φίλων, γνωστών και συνεργατών του Senna αλλά και αποσπάσματα από άλλα βιβλία ή άρθρα της F1 φιλολογίας, μια ένδειξη της μεγάλης ερευνητικής εργασίας του συγγραφέα. Δεν λείπουν οι ενδιαφέρουσες «μεταφυσικές» αφηγήσεις όπως εκείνη του John Bisignano, ειδικού δημοσιογράφου της Φ1, ο οποίος παραδέχεται ότι ανατρίχιαζε όποτε πλησίαζε στην σειρά εκκίνησης το αυτοκίνητο του Σέννα, καθώς υπήρχε μια ενέργεια που δεν μπορούσε να βρει γύρω από κανένα άλλο μονοθέσιο.

Ειδικότερα κεφάλαια αναφέρονται στους Alain Prost και Michael Schumacher – δυο αντιστικτικά αντίθετες και ανταγωνιστικές μορφές, σε στιγμιότυπα αγωνιστικής ιδιοφυίας και βιογραφικά και στατιστικά στοιχεία, ενώ τo επίμετρο του βιβλίου, προκαλεί έναν ακόμα αναγνωστικό αιφνιδιασμό. Σ’ ένα πυκνό κείμενο ο συγγραφέας αφήνεται σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για την εμμονή του με το πρόσωπο του Σέννα, αυτού του «πιλότου του επέκεινα» (δικός του ο χαρακτηρισμός που υπεξαιρώ για τον τίτλο) αλλά και για την συνεχή δοκιμασία της «άτιμης γραφής». Είναι ένα υποδειγματικό σε μορφή και περιεχόμενο βιβλίο, για μια σπάνια αθλητική προσωπικότητα.

portrait-f1-champion-aryton-senna-made-from-the-jeans-of-sennas-family_

Εκδ. Key Books, 2014, σελ. 350.

Advertisements
09
Μάι.
15

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

13
Ιον.
12

Διονύσης Ελευθεράτος – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις;

Μαύρα γήπεδα με γραβατωμένους παίκτες

Γήπεδο Μεστάγια, Βαλένθια, 2009, τελικός Ισπανικού Κυπέλλου «Copa del Rey». Οι οπαδοί των φιναλίστ Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο Μπιλμπάο δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους: τόσο στους δρόμους όσο και στις κερκίδες οι μεν συχνά φέρουν τα χρώματα και τις σημαίες των δε. Παρουσία του βασιλιά Χουάν Κάρλος και πλήθους επισήμων, ο ισπανικός εθνικός ύμνος καλύπτεται από τα σφυρίγματα Βάσκων και Καταλανών! Ο διακοσμητικός βασιλιάς τώρα δεν μπορεί να επαναλάβει την φράση που είπε στον Τσάβες («γιατί δεν το βουλώνεις;») – πώς να το πεις σε δεκάδες χιλιάδες Βάσκους και Καταλανούς, που συν τοις άλλοις συμμαχούν;

Μπορεί ο Θαπατέρο να μιλούσε για την Ισπανία της ποικιλότητας (λες και πρόκειται για αγροτικές καλλιέργειες) αλλά την τελευταία πενταετία, το συνηθέστερο που παθαίνει στη Χώρα των Βάσκων οποιοσδήποτε (φυσικό πρόσωπο ή πολιτικός φορέας) υποστηρίζει το αίτημα της αυτονομίας είναι να τυλίγεται σε μια κόλλα δικαστικού χαρτιού και να αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης. Οι περιπτώσεις είναι τόσες πολλές ώστε οι καταγγελίες για «επιχείρηση εξάλειψης της εθνικής ταυτότητας των Βάσκων» στην βασική βουλή να είναι δικαιολογημένες. Λίγες μέρες μετά ήρθε και ο τελικός, ενώπιον του πειθήνιου Χουάν Κάρλος που άλλωστε υπήρξε πάντα το χαϊδεμένο παιδί του Φράνκο, ακριβώς επειδή δεν ψέλλισε ποτέ τίποτα για δημοκρατικές ελευθερίες, όπως οι άλλοι του θρόνου διεκδικητές.

Λονδίνο, 1982. Τελικός Κυπέλλου Αγγλίας, μεταξύ Τόττεναμ και Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Εδώ κι ένα χρόνο το μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα Φόλκλαντ ή Μαλβίνες αποτελεί αντικείμενο πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής. Καθώς βασικές μονάδες της Τότεναμ και πολυαγαπημένοι της κερκίδας είναι οι περίφημοι διεθνείς αργεντινοί Βίγια και Αρντίλες, το πλανώμενο ερώτημα είναι: πώς θα παραταχθούν οι νυν εχθροί της χώρας στο ναό του αγγλικού ποδοσφαίρου, πώς θα ανταλλάξουν χειραψίες με τη βασίλισσα; Τελικά στους δυο τελικούς αμφότεροι είναι …άφαντοι. Εντέλει ο Αρντίλες πήγε (ή στάλθηκε) δανεικός στην Παρί ΣΖ, ο δε Βίγια αποφάσισε να παραμείνει στην ομάδα κι έγινε κόκκινο πανί. Η υποκριτική διπλωματία πάντως στον τελικό υπερίσχυσε όλων. Δυο μήνες μετά, ο πόλεμος των 74 ημερών τελειώνει, αλλά το εθνικιστικό πνεύμα θα παραμένει εσαεί. Όσο για τον πόλεμο, ο Μπόρχες τα είπε όλα: «Ήταν ο καβγάς δυο φαλακρών για μια τσατσάρα…».

Αργεντινή, δεκαετία ’90. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ έχει εκδηλώσει δημοσίως την αμέριστη αγάπη του για την Ρίβερ Πλέιτ· προτίμηση πολιτικώς παρακινδυνευμένη, εφόσον η ομάδα θεωρείται η «επίσημη αγαπημένη» των εύπορων, ενώ η Μπόκα Τζούνιορς υποστηρίζεται από τις λαϊκές τάξεις. Πώς μπορεί λοιπόν να ισορροπήσει την «πολιτική» απρονοησία; Απλούστατα υποχρεώνοντας την …κόρη του να γίνει οπαδός της Μπόκα Τζούνιορς! Τουλάχιστον η νέα της ομάδα έχει … ειδικό νεκροταφείο μόνο για τους φίλους της, με συγκεκριμένες κρατημένες θέσεις για πιστούς, παίκτες και παράγοντες, ενώ τα άνθη είναι πάντα μπλε και κίτρινα (αυτό είναι που λέμε το ποδόσφαιρο ως θέμα ζωής και θανάτου). Παρόμοια αλλαγή ομάδας έκανε και ο άγγλος πρωθυπουργός Τζον Μέιτζορ: την εποχή που ζητούσε μια ενδεδειγμένη ποδοσφαιρική ταυτότητα οι σύμβουλοί του συνέστησαν να αποφύγει την άχρωμη και βαρετή Arsenal (προ Βενγκέρ) και έστρεψαν προς την Τσέλσι, ως περισσότερο συμβατή με το target group του Συντηρητικού Κόμματος. Λίγο καιρό αργότερα η Sun αποκάλυπτε πως ο ίδιος έκανε σεξ φορώντας την φανέλα της…

Ρωσία, Σιβηρία, 2009. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανοίγει τους κρουνούς των χρημάτων (περίπου 4, 5 εκατομμύρια ευρώ) προς όφελος της ποδοσφαιρικής ομάδας Τομ Τομσκ που μόλις απέφυγε τη χρεοκοπία· η αίτησή του προς τις επτά μεγαλύτερες ρωσικές ενεργειακές εταιρίες ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει το απαραίτητο ποσό. Τι είδους πολιτικά οφέλη έχει ο πρόεδρος σώζοντας μια τέτοια ομάδα; Η Τομ Τομσκ τα τελευταία χρόνια επιβίωνε χάρη στα χρήματα του βασικού χορηγού της, επιχειρηματία Μιχαήλ Χανταρκόφσκι, από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας. Ο Χανταρκόφσκι είχε αρνηθεί να δεχτεί τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού που υπαγόρευσε το Κρεμλίνο για εκείνους που έγιναν ζάπλουτοι στην πρώτη μετασοβιετική περίοδο (εποχή Γέλτσιν, 1990 – 1999) σε ταχύτατο χρόνο και με αδιανόητες μεθόδους. Ο Πούτιν τον φιλοδώρησε με δικαστικές διώξεις που είχαν ως αποτέλεσμα βαριές κατηγορίες, πολύχρονη φυλάκιση και κρατική αφομοίωση των επιχειρήσεών του, δράττοντας την ευκαιρία να γίνει ο ίδιος ευεργέτης της Τομσκ αλλά και να αποδείξει «κοινωφέλεια» του νέου status της χώρας.

Γαλλία, 1998, προημιτελικά Μουντιάλ. Οι Γερμανοί συντρίβονται με 3-0 από τους Κροάτες, τέσσερα χρόνια μετά την άλλη μουντιαλική προημιτελική ήττα από τους Βούλγαρους. Η παροιμιώδης γερμανική ψυχραιμία κάνει φτερά και ο Λόταρ Ματέους θεωρεί «πατέρα της ήττας» τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, αφού «αυτός φαγώθηκε να γίνει ανεξάρτητο κράτος η Κροατία». Ο Γκένσερ άμεσα αντιγύρισε ανάλογη απάντηση: «Ο Λόταρ θα έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτό. Αν η Κροατία μας έβαλε τρία γκολ, μια ενιαία Γιουγκοσλαβία πόσα θα μας έβαζε; Έξι;». Ας τονιστεί πάντως ότι στο πολιτικό πόκερ για το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ο Γκένσερ αποδείχθηκε αποφασιστικός παίκτης – σύμμαχος των Κροατών, τους οποίους και προέτρεπε να κηρύξουν ανεξαρτησία ενάντια σε κάθε συμφωνία, πιθανώς και λόγω των ιστορικών δεσμών Γερμανίας – Κροατίας (κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η δεύτερη υπήρξε κράτος – υποχείριο του Τρίτου Ράιχ).  Διόλου τυχαία και η θερμή αγάπη του Πάπα για τον Φράνιο Τούτζμαν.

Εν έτει 1998 ο εκνευρισμός ενός διάσημου ποδοσφαιριστή και η χλευαστική απάντηση ενός – επίσης διάσημου – τέως υπουργού Εξωτερικών «ανακεφαλαιώνουν» την αιματηρή διάλυση μιας χώρας. Ξαναγράφουν τα «πρέπει» της Ιστορίας με γνώμονα την τσαντίλα και τον χαβαλέ, κάνουν τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν στη Γιουγκοσλαβία να μοιάζουν με ασήμαντα σταξίματα μελανιού σε ένα αναθεματισμένο, ποδοσφαιρικό «φύλλο αγώνα». […]. Τι δείχνει ο πιο σημαντικός Γερμανός ποδοσφαιριστής της γενιάς του, όταν εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ το «κράτος – μικρό αδελφάκι» της Γερμανίας, μόνο και μόνο επειδή η ομάδα του έχασε σε ένα ματς; Δείχνει ότι είναι ασταθέστατες οι λυκοφιλίες που γεννιούνται υπό συνθήκες έξαρσης των εθνικισμών. Ότι οι περίφημες «αδελφοσύνες» και τα «κοινά πεπρωμένα» πάνε περίπατο, μόλις κάποιος εκ των «αδελφών» δει το δικό του συμφέρον να πλήττεται ή ακόμη και την …ποδοσφαιρική εστία του να παραβιάζεται… [σ. 156]

Από τον Μπερλουσκόνι που περιχαρής μετά το 4-1 της Μίλαν προς την Λα Κορούνια στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ δίνει δημοσίως γραμμή στον προπονητή Αντσελότι που δεν τολμάει να φέρει αντίρρηση και στη ρεβάνς η Μίλαν ηττάται με …4-0 μέχρι τον Τζίτζι Μπεκάλι, ζάπλουτο ιδιοκτήτη της Στεάουα Βουκουρεστίου και πολιτικό παράγοντα στη Ρουμανία (ευρωβουλευτή με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα «Μεγαλύτερη Ρουμανία») που παραγγέλνει πίνακα με Ιησού τον εαυτό του και δώδεκα μαθητές τους έντεκα παίκτες της ομάδας με τον προπονητή τους, οι ιστορίες είναι ατέλειωτες. Μιλάμε για δεκάδες ιστορίες από κάθε άκρη του ποδοσφαιρικού και μπασκετικού κόσμου και κάθε μορφή συλλογικής και διασυλλογικής οργάνωσης που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από σπαρταριστό σχολιασμό αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συγχρονικές διαχρονικές συνδέσεις. Πάνω απ’ όλα όμως εδώ περιγράφονται οι «άλλοι» αγώνες, όπου το τερέν είναι βρώμικο όσο και η πολιτική, το έπαθλο είναι η εξουσία και οι παίκτες δε φοράνε φανέλες και σορτσάκια αλλά κοστούμια και γραβάτες.

Ο Διονύσης Ελευθεράτος (γεν. 1961) είναι δημοσιογράφος κοινωνικοπολιτικής αρθρογραφίας. Ανάμεσα στις παλαιότερες συνεργασίες του υπήρξε η Sportday και το SportFM, όπου και οι εξαιρετικές δίωρες μεταμεσονύκτιες εκπομπές διαλόγου (και με εναρκτήριο κομμάτι πάντα το Midnight Rumbler των Stones σε live εκτέλεση). Τελευταία βρίσκω κείμενά του στην iefimerida.gr.

Εκδ. Τόπος, 2010, εισαγ.: Παντελής Μπουκάλας, 357 σελ., με δισέλιδη βιβλιογραφία.

Στις φωτογραφίες: «Στρατηγός» Φράνκο και «Βασιλιάς» Χουάν Κάρλος, πάντα σύμμαχοι. / Αύγουστος 1978, λίγο καιρό μετά το βρώμικο Μουντιάλ της Αργεντινής, Αρντίλλες και Βίγια υπογράφουν στην Τότεναμ και παίρνουν ένα σύντομο … μάθημα αγγλικών. / Ο Κάρλος Μένεμ ποδοσφαιρίζει με την ομάδα των παλαίμαχων εκείνου του Μουντιάλ… / Ο Βλαντιμίρ Πούτιν περιχαρής υποδέχεται την είδηση της διοργάνωσης του Μουντιάλ του 2018 στην Ρωσία. / Μιλόσεβιτς, Τούτζμαν, Κάρατζιτς, σχεδιάζουν τον βολικότερο δυνατό χάρτη της  Γιουγκοσλαβίας. Το βιβλίο έχει ιστορίες ποδοσφαιρικής εμπλοκής για τον καθέναν τους. / Λόταρ Ματέους: κάτοχος της μνημειώδους φράσης. / Ο Μπερλουσκόνι παραδίδει σεμινάριο προπονητικής στον πρόθυμο Αντσελόττι. / Πάολο Μαλντίνι: ένας από τους παίκτες για τους οποίους είχε προσληφθεί ειδικός image maker στην Μίλαν, τα έσοδα του οποίου φρόντιζε να αποκρύπτει ο αντιπρόεδρος και δεξί χέρι του «Καβαλιέρε» Αντριάνο Γκαλιάνι.  Θα μπορούσε πάντως η χειρονομία του να απευθύνεται σε πολλούς από τους παραπάνω. / Μονρόβια, Λιβερία: αυτό που μένει όταν η εξουσία κάνει το παιχνίδι της.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr υπό τον τίτλο Kick the ball or kick them all?

17
Μαρ.
12

Jean Echenoz – Δρόμος αντοχής

Ο άτοπος Ζάτοπεκ

Όταν οι Γερμανοί μπαίνουν στη Μοραβία και καταλαμβάνουν την Οστράβα, πόλη του άνθρακα και του χάλυβα, ο Εμίλ Ζάτοπεκ είναι εσωτερικός στο τεχνικό λύκειο και βοηθός στο δυσώδες τμήμα του καουτσούκ, με τον αποπνικτικό αέρα, τους εξοντωτικούς ρυθμούς και τις ακαριαίες τιμωρίες αφαίρεσης μισθού για το παραμικρό λάθος, αργότερα δε στο χημικό ινστιτούτο, σ’ ένα παγωμένο υπόστεγο γεμάτο νταμιζάνες με οξέα και στα νυχτερινά μαθήματα της ανωτέρας χημικής σχολής. Οι επιχειρήσεις οργανώνουν έναν ετήσιο αγώνα δρόμου (Γύρος του Ζλιν) που ο ίδιος υποχρεώνεται να συμμετάσχει αλλά απεχθάνεται, καθώς όλοι είναι υποχρεωμένοι να φορούν τη φανέλα με το λογότυπο της εταιρείας. Οι σβαστικοφόροι επιθυμούν να δείξουν πως ο στρατός κατοχής είναι υποδειγματικός και οργανώνουν «υποχρεωτικές» αθλητικές εκδηλώσεις και αγώνες για τους νέους. Στην πρώτη κούρσα ανωμάλου δρόμου εννέα χιλιομέτρων απέναντι σε μια αλαζονική γερμανική ομάδα τερματίζει δεύτερος, υπό την έκδηλη δυσαρέσκεια των αρίων. Ένας προπονητής τοπικού συλλόγου ενδιαφέρεται γι’ αυτόν: Παράξενα τρέχεις, αλλά δεν τρέχεις άσχημα. Ο Εμίλ αγνοεί την πρώτη φράση και συγκρατεί τη δεύτερη.

…ίσως το τρέξιμο επιτρέπει να σκέφτεσαι άλλα πράγματα….

Αρχίζει να τρέχει μόνος του, από απλή ευχαρίστηση. Όταν νυχτώνει και δεν μπορεί κανείς να τον δει, κάνει όσο πιο γρήγορα μπορεί την διαδρομή εργοστάσιο – δάσος και πίσω. Αρχίζει ν’ αγαπά το στάδιο, κι ας είναι εγκλωβισμένο στη βιομηχανική ζώνη, απέναντι από το εργοστάσιο ηλεκτρισμού, κι ας φέρνει τον καπνό απ’ τις τσιμινιέρες στα μάτια των αθλητών. Το τρέξιμο είναι γι’ αυτόν ψυχαγωγία, που αντιλαμβάνεται όμως πως πρέπει να την μάθει. Τον χειμώνα προπονείται αψήφιστα, ενόσω οι άλλοι ξεκουράζονται στα σπίτια τους. Τρέχει στις δημοσιές, στα χωράφια, παντού και σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Αρνείται κάθε χρήση τεχνικής: «αφού τρέχω που τρέχω, αρκεί που τρέχω γρήγορα». Σύντομα επινοεί το άγνωστο μέχρι τότε τελικό σπριντ. Μια πειθαρχική ποινή τον οδηγεί στο πόστο της κονιοποίησης πυριτικών αλάτων, και σκεπασμένος με άσπρη σκόνη μοιάζει με φάντασμα εν διαρκεί απνοία.

Στο Ζλιν τρέχει τα πέντε χιλιάδες μέτρα σ’ ένα τέταρτο. Κανείς δεν το πιστεύει· θεωρούν ότι πρόκειται για τηλετυπικό λάθος ή για πειραγμένο χρονόμετρο. Στον κοιτώνα της τεχνικής σχολής ζεσταίνονται με σόμπα από τα σκουπίδια και απαγορευμένα ξύλα από τα ερείπια. Το στάδιο είναι κλειδωμένο λόγω κατοχής αλλά εκείνος σκαρφαλώνει τη μάντρα, μπαίνει στα αποδυτήρια κι από εκεί στο αγριοχορταριασμένο γήπεδο για να προπονείται. Στην τελετή έναρξης του πρώτου μεταπολεμικού πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος στο Όσλο αναγκάζεται να παρελάσει χωρίς φόρμες προπόνησης, μόνο με φανέλα και σορτσάκι. Στο πρωτάθλημα των συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων στο Βερολίνο ψάχνει μόνος του το στάδιο κι αγωνίζεται να πείσει τους φύλακες πως συμμετέχει στους αγώνες.

Ευχαρίστως θα τα παρατούσε τώρα, αλλά είναι λίγο αργά. Πολύ αργά: η μπάντα παιανίζει τις πρώτες νότες από ένα εμβατήριο. Οι αθλητές μπαίνουν στο στάδιο από την κεντρική πύλη κι αρχίζουν να παρελαύνουν μπροστά στις κερκίδες κάτω από ζητωκραυγές, όλοι ζωηρά ντυμένοι με τις ωραίες τους φόρμες. Αλλά όταν μόνο ένα άτομο εμφανίζεται πίσω από την πινακίδα Czechoslovakia, μόνο του και ντυμένο μόνο μ’ ένα σορτσάκι και μια ξεθωριασμένη φανέλα, το στάδιο πέφτει κάτω από τα γέλια. Οι έκτακτοι απεσταλμένοι βγάζουν το σημειωματάριό τους απ’ την τσέπη τους και σαλιώνουν τα χείλη τους στιλβώνοντας τα επίθετά τους για ν’ αποδώσουν καλά τη σκηνή… [σ. 45]

Λίγο αργότερα, με τον εξωφρενικό τρόπο τρεξίματος, ξεχύνεται στη τελική ευθεία και κόβει το νήμα, συνεχίζοντας και μετά τον τερματισμό να τροχάζει χαμογελαστός, σαν να ’θελε να ξαναβρεί τη φόρμα το μετά απ’ τη δοκιμασία. Το τρέξιμο του Εμίλ είναι βαρύ, άχαρο, μαρτυρικό, εντελώς ακανόνιστο. Η ένταση γράφεται στο πρόσωπό του με ζάρες, μορφασμούς και μια μόνιμη σύσπαση στο σώμα· ένα σώμα του κλυδωνίζεται αδιάκοπα, ταλαντευόμενο εκ δεξιών προς τα αριστερά. Αλλά μόλις έχει αρχίσει η βασιλεία του τρεξίματος του, η βασιλεία της αδιανόητης τροχιάς του στο κοσμικό αθλητικό σύμπαν.

Αυτήν ακριβώς την τροχιά του Τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων (1922 – 2000), πρωταθλητή στα πέντε, στα δέκα και στα μαραθώνια χιλιόμετρα, τριπλού χρυσού μεταλλίστα σε οκτώ ημέρες στο Ολυμπιακό Ελσίνκι, του ανθρώπου – ατμομηχανή (κάθε φορά έδινε την εντύπωση πως ετοιμάζεται να καταρρεύσει, πράγμα που δεν έγινε ποτέ) ξαναγράφει ο Γάλλος συγγραφέας, με ελλειπτικό τρόπο και για επιλεγμένα της σημεία. Φυσικά ο λεπτοείρων Εσνόζ αδιαφορεί για κάθε ηρωοποίηση ή εξιδανίκευση ενός υποτιθέμενου νιτσεϊκού υπεράνθρωπου. Αντίθετα επιφυλάσσει ζεστή ματιά για τον αθλητή άνθρωπο και παγερή, ειρωνική για το πολιτικό του περιβάλλον. Τον ξέρουμε άλλωστε καλά τον Εσνόζ: διαβάζεται «εύκολα» και μας ψυχογραφεί το ίδιο εύκολα, ώστε να μας παρουσιάσει τις πλευρές που επιθυμεί χωρίς να το πάρουμε είδηση. Το έχει ξανακάνει με τις Ψηλές ξανθές, με τον Ραβέλ κι όλους όσους πέφτουν στην πένα του. Άλλο βέβαια αν μας διαφεύγουν κι άλλες, δεύτερες και υπογειώτερες αναγνώσεις της γραφής του.

Είναι γνωστή η πτώση του Ζάτοπεκ: σ’ ένα σχεδόν νομοτελειακό κλείσιμο του κύκλου των έξωθεν επεμβάσεων, η ανοιχτή του συμπαράσταση στον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ μετά την Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία του ξήλωσε τα κομμουνιστικά του αξιώματα και τον έστειλε απολυμένο, διαγραμμένο κι αποστρατευμένο οδοκαθαριστή στους δρόμους, ώστε να αποδείξει έμπρακτα την μετάνοιά του και την υποταγή του στο ανθρωπιστικότατο κράτος. Το να σταθείς δίπλα στον εξεγερμένο λαό της Πράγας αποτελούσε βέβαια έγκλημα εσχάτης προδοσίας. Ούτε που το σκέφτηκε να αυτοεξοριστεί: αποδέχτηκε την θέση του αποθηκάριου σε ορυχεία ουρανίου και αργότερα στα υπόγεια του Αθλητικού Κέντρου Πληροφοριών. Άραγε η δήλωση ομολογίας, η υπογραφή της αυτοκριτικής του και η φράση «μπορεί και να μην άξιζα για παραπάνω» δείχνουν συμβιβασμό ή ήρεμη αποδοχή κάθε αναπότρεπτης κατάστασης που απαρτίζει την ζωή ονοματίζοντάς την;

Η εξουσία επιχειρεί να ταπεινώσει, αλλά η ταπεινότητα αντιστέκεται…

… γράφει στο τέλος ο Αχιλλέας Κυριακίδης σ’ ένα είδος επίμετρου που καθίσταται απαραίτητο σε κάθε έκδοση. Ο επιμετρών μάς θυμίζει την φράση του Μπορίς Βιαν το χιούμορ είναι η ευγένεια της απελπισίας, μας υποδεικνύει την τεχνική του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ (που διαφέρει απ’ το ρεπορτάζ καθώς εδώ υπεισέρχεται η άποψη του δημιουργού ήδη από το μαιευτήριο του μοντάζ) – ήταν καιρός ο κινηματογράφος ν’ αρχίσει να επιστρέφει στη λογοτεχνία λίγα λίγα απ’ τα χρωστούμενα – τον γνωστό εκμυστηρευτικό τόνο και την ειρωνική λεπτομερειακότητα (για να κρύβει την βαθιά υπαρξιακή μελαγχολία) του Εσνόζ και μας θυμίζει πώς μετασκευάζεται με στιλ σε περιπέτεια λόγου μια ζωή κλειστοφοβική εντός οκτώ απαράλλαχτων κουλουάρ στίβου από έναν εκ των δυο [ο έτερος είναι ο Περέκ] κορυφαίων γάλλων μοντερνιστών συγγραφέων του 20ού αιώνα.

Αν ο Ζάτοπεκ εντυπωσίασε και αγαπήθηκε για την αυτονόητη σχεδόν αποδοχή μιας αδιανόητης ικανότητας, η κοσμική του τροχάδην τροχιά ακόμα φωτίζει μια συνηθισμένη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου που έκανε το τρέξιμο ευχαρίστηση. Δεν σταμάτησε να τρέχει για την ευχαρίστησή του, ακόμα κι όταν η Λαϊκή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας τον χρησιμοποιούσε όπως την βόλευε για να θριαμβεύει σε αγώνες και να προσωποποιεί τον ακούραστο εργάτη, ακόμα κι όταν οι απλοί τσεχοσλοβάκοι πολίτες  τον έβλεπαν στο δρόμο να μαζεύει τα σκουπίδια κι έσπευδαν οι ίδιοι ν’ αδειάσουν τους κάδους: έτρεχε γύρω από το απορριματοφόρο για να ευχαριστηθεί και να τους ευχαριστήσει. Τα συνολικά χιλιόμετρα που έτρεξε αντιστοιχούν στο γύρο της γης επί τρεις φορές.

Ιδού ένα βιβλίο που μπορεί αν διαβαστεί απ’ τον οποιοδήποτε κι ο οποιοσδήποτε μπορεί να το διαβάσει αλλιώς.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 162 σελ., με οκτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [Jean Echenoz – Courir, 2008]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον [εσνοζικώς εμπνευσμένης ειρωνείας] τίτλο: Run, Emil, run!

 

17
Ιαν.
11

Συλλογικό – Οπαδική βία και άλλες πτυχές της βίας στον αθλητισμό

Ασκήσεις επί χόρτου, Γ΄

Το σύνθετο φαινόμενο της βίας στον αθλητικό χώρο και ιδίως στο ποδόσφαιρο εξετάζεται από διάφορες πλευρές στον παρούσα συλλογή κειμένων, δια της γραφίδας των Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων (ομάδας συγγραφέων, καλλιτεχνών και επιστημόνων – οπαδών του Ολυμπιακού) και έτερων προσκεκλημένων. Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε νέα λαϊκή θρησκεία, έχοντας αντικαταστήσει έναν κενό από την πολιτική και τις μεγάλες θρησκείες συμβολικό δεσμό. Απέναντι στη διάλυση των παραδοσιακών δικτύων συμμετοχής και ταύτισης, όπως έγραψε ο Hobsbawm, φέρει σε επαφή ανθρώπους που διαφορετικά στερούνται οργανικών και κοινωνικών και οικονομικών δεσμών και επιτρέπει την εκπλήρωση λαϊκών αξιών που είναι αδύνατο να υλοποιηθούν στο πλαίσιο της ανταγωνιστικής κοινωνίας της αγοράς (συλλογικότητα, ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη, ισότητα ευκαιριών, πρωτοβουλία). Όμως νέοι κώδικες αξιών περιβάλλουν το άθλημα, απορρέοντας από την σύγχρονη εμπορική-βιομηχανική του διάσταση. Η νίκη δεν αποτελεί πλέον επιθυμητή έκβαση ενός παιχνιδιού αλλά μεταλλάσσεται σε αναγκαίο στοιχείο οικονομικού ανταγωνισμού.

Η βία δεν πηγάζει από τον αθλητισμό (όπως τα δάκρυα δεν βγαίνουν από το μαντίλι, σύμφωνα με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο). Το ποδόσφαιρο δεν πυροδοτεί την βία αλλά αποκαλύπτει μια κρίση. Ο Διονύσης Ελευθεράτος καταδεικνύει θεσμοθετημένες μορφές βαναυσότητας που νομοτελειακά οδηγούν στην οπαδική βία. Η δράση των χούλιγκαν είναι ευθέως ανάλογη προς την εξοικείωση μιας κοινωνίας με αντιδημοκρατικές μεθόδους επιβολής. Η θεσμική βία προσφέρει περισσότερη νομιμοποίηση στην περιθωριακή, τουλάχιστον στη συνείδηση των αυτουργών της. Από την άλλη, όπως γράφει ο Βασίλης Καρδάσης, το κράτος ενισχύει τη διάχυση της κοινωνικής όξυνσης μέσα στα γήπεδα, όπου εκρήγνυνται ο θυμός των μαζών και εκπνέει ως ατμός χύτρας ταχύτητας η αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων. Το γήπεδο λειτουργεί ως κυματοθραύστης πραγματικών κοινωνικών συγκρούσεων, ένα ακίνδυνο για το κράτος πεδίο εκτόνωσης της λαϊκής οργής. Η βία των απόκληρων συνυπάρχει με εκείνη των εύπορων, των οργανωμένων και των δικτυωμένων.

Παρά την δεδομένη πολιτιστική όσμωση της εποχής μας η ένταξη σε συλλογικές ομάδες (όπως οι οργανώσεις φιλάθλων) συνεπάγεται την υιοθέτηση της παραδοσιακής κουλτούρας της αντιπαλότητας. Η σύγκρουση εμπεριέχει ως απαραίτητο στοιχείο την αντιμετώπιση του αντιπάλου ως (πολιτισμικά) κατώτερου· η διάκριση καταλήγει σε ρατσισμό. Οι αθλητικές εφημερίδες έχουν μερίδιο στην έξαρση της αντιπαράθεσης φιλάθλων και στην δημιουργία κλίματος όξυνσης· άλλωστε ο φανατισμός συχνά αποτελεί κριτήριο αποδοχής για τους τελευταίους. Το δήθεν δημοκρατικό περιβάλλον των αθλητικών ραδιοσταθμών ανατροφοδοτεί το συγκεκριμένο κλίμα, οι διοικήσεις έχουν κάθε συμφέρον να διατηρούν τους μάχιμους στρατούς των οργανωμένων, όπως και το κράτος να θωπεύει τους φιλάθλους – εκλογείς. Σε κάθε περίπτωση οι οπαδοί εθίζονται σε νέα αξιακά πρότυπα.

Όταν όμως πανηγυρίζουμε νίκες επί ισχυρών αντιπάλων, γράφει ο Γιώργος Κεντρωτής, εκφράζουμε σεβασμό προς αυτούς, πλην λεληθότως. Ετούτη η συνειδητοποίηση θα αποτελέσει μέγιστο βήμα προς την καταπολέμηση της βίας εφόσον εξουδετερώνει την τύφλωση από το φάσμα και το αποτέλεσμα της ήττας. Η λεκτική ελευθεριότητα διαφέρει από την χυδαιότητα, που αποτελεί βασικό σπόρο βλάστησης του χουλιγκανισμού. Η απόσταση από το verbum στην actio είναι ελάχιστη και εύκολα διανυτή. Ο αγώνας αποτελεί εορταστικό πόλεμο, ο σεβασμός του αντιπάλου προσδίδει αξία στην νίκη, η κοσμιότητα είναι αρετή με την αρχετυπική σημασία της ανδρείας, η έντιμη ήττα είναι προτιμότερη από την άτιμη νίκη. Ο πεπαιδευμένος οπαδός είναι η καλύτερη διαχρονική μετεγγραφή μιας ομάδας.

Εκδ. Νόβολι, 2010, σ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ)

10
Ιαν.
11

Τζόναθαν Γουίλσον – Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του

Ασκήσεις επί χόρτου, Α΄
Η μεγάλη παρανόηση γύρω από το παιχνίδι είναι πως πρόκειται πάνω απ’ όλα για τη νίκη (…) ενώ πρόκειται για τη δόξα, για το ύφος (…) και τη μεγαλοπρέπεια είπε κάποτε ο Ντάνι Μπλαντσφλάουερ, επιζών του ατυχήματος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Γύρω από αυτή την «παρανόηση» και την επιλογή της νίκης ή του θεάματος καταστρώθηκαν δεκάδες συστήματα που προσέδωσαν στο ποδόσφαιρο ποικίλες φυσιογνωμίες και τέρψεις. Οι σχετικές θεωρητικές αναπτύξεις του παρόντος ιστορικού εγχειριδίου διανθίζονται με πορτρέτα παικτών και προπονητών, σχεδιαγράμματα αγωνιστικής παράταξης κορυφαίων συναντήσεων και πλήθος απόψεων από μια τεράστια ποδοσφαιρική βιβλιογραφία (ένα σύμπαν εντελώς άγνωστο στα καθ’ ημάς).

Ήταν 1973 όταν μια καίρια αγωνιστική αλλαγή αποφασίστηκε σ’ ένα δωμάτιο στην άκρη των αποδυτηρίων του Άνφιλντ (που αποτελούσε ένα είδος βάσης δεδομένων για την Λίβερπουλ, καθώς προπονητές, μάνατζερ και γυμναστές συζητούσαν για κάθε βιβλίο προπονητικής και τακτικής). Η επιστροφή ενός χαφ δίπλα στον κεντρικό αμυντικό, η κατάργηση του στόπερ, η έναρξη της επίθεσης απ’ την άμυνα και η αντικατάσταση του κλασικού «κλότσα και τρέχα» από ένα υπομονετικό «πάσινγκ γκέιμ» θα οδηγούσαν στην ευρωπαϊκή κυριαρχία των αγγλικών ομάδων στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80. Λίγο νωρίτερα η συνύπαρξη ατομικότητας και συστήματος και η διεύρυνση του αγωνιστικού χώρου μέσω κατοχής της μπάλας είχαν οδηγήσει στο «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» του Ρίνους Μίχελς. Οι παίκτες δικαίωναν την παρουσία τους μόνο μέσω γρήγορης εναλλαγής θέσεων και αλληλοκάλυψης· κάθε επιθετικός μπορούσε να αμυνθεί και το αντίστροφο. Το τεχνητό οφσάιντ έγινε επιθετικό: η πίεση των αντιπάλων ξεκινούσε από ψηλά και το ενστικτώδες, αυτόματο παιχνίδι του Άγιαξ και της Εθνικής Ολλανδίας του ’70 ήταν απολαυστικό.

Αργότερα ο Βαλερί Λομπανόφκσι εφάρμοσε στην Δυναμό Κιέβου τις τεχνικές της Κυβερνητικής Μηχανικής και των μαθηματικών μοντέλων πρόβλεψης που διδάχθηκε στο Ινστιτούτο Επιστημών της πόλης. Η ομάδα αντιμετωπιζόταν σαν ένα δυναμικό σύστημα με σκοπό την παραγωγή της υψηλότερης δυνατής ενέργειας· για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν υπολογιστές για λεπτομερή ανάλυση των στατιστικών στοιχείων κάθε παιχνιδιού. Η ποδοσφαιρική του αντίληψη, σε ευθεία συνάρτηση με την κρατική ιδεολογία, αποτέλεσε την επίσημη έκφραση του σοβιετικού ποδοσφαίρου: η φιλοσοφία βασιζόταν στην ομάδα και στην εξέλιξη του «συλλογικού παιχνιδιού» και η ατομικότητα είχε αξία μόνο αν χρησιμοποιούνταν προς όφελος του συνόλου.

Ο Αρίγκο Σάκι αμφισβήτησε την ιταλική αμυντική ηττοπάθεια και κατάργησε το ατομικό μαρκάρισμα, μοιράζοντας την ευθύνη του σε όλους τους παίκτες. Η Μίλαν που στη δεκαετία του ’60 θριάμβευσε με την εισαγωγή του λίμπερο, τώρα τον αντικαθιστούσε με άμυνα ζώνης. Για τον Σάκι ένας καλός μάνατζερ είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης ταυτόχρονα: οφείλει να εφοδιάσει τους παίκτες με όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, εργαλεία και εναλλακτικές, ώστε να αποφασίσουν κατάλληλα, ακολουθώντας πάντα το σενάριο. Αν θες να μείνεις στην ιστορία, έλεγε, δεν μπορείς μόνο να κερδίζεις, πρέπει και να παίζεις ωραίο ποδόσφαιρο. Η δική του ομάδα έμεινε στη μνήμη περισσότερο από την πρόσφατη και πιο πετυχημένη Μίλαν του Καπέλο.

Τι μένει ακόμα να συμβεί σ’ ένα άθλημα τόσο συστηματοποιημένο; Οι κλασικές ατομικές θέσεις (ακραίος, πλέι μέικερ, φουνταριστός) εξαφανίζονται, η συλλογικότητα επικρατεί της ατομικότητας, οι παίκτες γίνονται πολυ–λειτουργικοί (διαρκής υπενθύμιση του Μουρίνιο). Η φυσική κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο, «το μέλλον θα είναι μια καθολικότητα όπου όλοι θα τα κάνουν όλα». Θα διατηρηθεί άραγε η αντιπαλότητα ανάμεσα στην ομορφιά και την σκοπιμότητα, ανάμεσα στο ποδόσφαιρο «της τέχνης» και «των αποτελεσμάτων», σαν αντικαθρέφτισμα της αντίθεσης ρομαντισμού και ρεαλισμού;

Μέρος Β΄ – Προσθήκες

Στο δωματιάκι εκείνο του Άνφιλντ γινόταν μια συζήτηση πολύ πιο πλατιά και ανοιχτή απ’ όσο στο διοικητικό συμβούλιο της ομάδας, όπως παραδέχτηκε ο Πέισλι. Η συζήτηση έγινε την επομένη της ήττας της Λίβερπουλ από τον Εθνικό Αστέρα στο Κύπελλο Πρωταθλητριών (πριν τα προημιτελικά). Ο Μπιλ Σάνκλι πάντα προτιμούσε το ποδοσφαιρικό στιλ της ηπειρωτικής Ευρώπης αλλά έπρεπε να αντικατασταθεί από τον Πέισλι το 1974 για να αποκτήσει η ομάδα το νέο της πρόσωπο, που ακολούθησε και η Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ. Η εκδοχή του Γκράχαμ Τέιλορ (που ο Έλτον Τζον του πρόσφερε την θέση του μάνατζερ της Γουότφορντ) με πρέσινγκ πάνω στην μπάλα όπου κι αν βρισκόταν και συνεχή επίθεση οδήγησε την ομάδα σε άνοδο τεσσάρων κατηγοριών σε πέντε χρόνια και σε υψηλότατα σκορ.

Ο Γουίλσον, εξαιρετικός γνώστης του θέματος, γράφει με ενθουσιασμό και πειθώ, ακόμα κι όταν συνδέει το ολλανδικό ποδόσφαιρο με την σουρεαλιστική και αναρχική ατμόσφαιρα των Πρόβο στο Άμστερνταμ του ’60 ή διαπιστώνει μια σχέση ανάμεσα στην παγερή ευφυΐα υψηλής ακρίβειας του Ντένις Μπέργκαμπ με την τέχνη του … του Πιτ Μοντριάν.

Ο Σάκι, ένας πωλητής στο οικογενειακό εργοστάσιο παπουτσιών που ποτέ δεν έπαιξε μπάλα, έπαιξε την άμυνα ζώνης όσο το δυνατόν καλύτερα, βασισμένη στους τέσσερις αμυντικούς που έπαιζαν όχι με λίμπερο αλλά στην ευθεία – ένα είδος κυρτού σύρτη (πρωτοποριακό για την Ιταλία). Δεν ήθελα ποδοσφαιριστές σολίστες, έλεγε, αλλά μια ορχήστρα με μουσικούς ικανούς να πάρουν γρήγορη και σωστή απόφαση. Ο Μαλντίνι είχε παραδεχτεί ότι η Μίλαν του 1989 ήταν η καλύτερη ομάδα στην οποία έπαιξε ποτέ

Ο Γιόχαν Κρόιφ έδωσε καλλιτεχνική χροιά στο παιχνίδι και διεκδίκησε να πληρώνεται όσο άξιζε. Ο Μίχελς μετέφερε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο στην Μπαρτσελόνα ενώ ο διάδοχος Κόβατς δίνοντας την ελευθερία στην ομάδα να φτάσει στο ποδοσφαιρικό της απόγειο, προετοίμασε και την πτώση της. Οι ολλανδικές ομάδες του totaalvoetbal έχασαν δυο τελικούς Μουντιάλ την δεκαετία του ’70, όπως και η περίφημη Ουγγαρία του 1954…

Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο κατενάτσιο («το δίκαιο του αδύνατου»)και στον υπέρτατο εκφραστή του, τον Χελένιο Χερέρα. Εκείνος ο τελειομανής, ολοκληρωμένος σύγχρονος μάνατζερ (όπως ο Φέργκιουσον και ο Βενγκέρ) έδινε πρωτόγνωρη έμφαση στην φυσική κατάσταση και την ψυχολογία αλλά και στην απόλυτη πειθαρχία, καταπνίγοντας την παραμικρή αμφισβήτηση της εξουσίας του (γνωστή η άποψή του περί υποχρεωτικού πολυήμερου εγκλεισμού στο προπονητικό κέντρο). Όμως το όνομά του συνδέθηκε με κατηγορίες για φαρμακευτική υποστήριξη στους ποδοσφαιριστές· παροιμιώδης έμεινε ο περίφημος «καφές Χερέρα». Μπορεί τα καλοσχεδιασμένα προγράμματα φαρμακευτικής βοήθειας των Σοβιετικών να συγκέντρωσαν τη δεκαετία του ’70 την προσοχή του κόσμου αλλά δεν ήταν τα μόνα.

Εκδ. Polaris 2010, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, εισαγωγή Αντώνης Καρπετόπουλος, σ. 505 (Jonathan Wilson, Inverting the Pyramid. A history of football tactics, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: Α΄ μέρος: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ). Στην εφημερίδα ο τίτλος Ασκήσεις επί χόρτου μετατράπηκε για ακατανόητο λόγο σε Ασκήσεις επί χόρτου πάντα (!). Ίσως ο στοιχειοθέτης είχε μια κάποια ποιητική έκλαμψη! Το Β΄ μέρος δημοσιεύεται πρώτη φορά εδώ. Στις φωτογραφίες: Μπιλ Σάνκλι, Χελένιο Χερρέα, Χορευτής Κρόιφ, Ρϊνους Μίχελς, συγγραφέας.

24
Ιον.
10

Κριστιάν Μπρομπερζέ – Ποδόσφαιρο. Σύμβολα, αξίες, φίλαθλοι

Ωραία λοιπόν, έχουμε τις προτιμήσεις μας, τις μνήμες μας, τα κείμενα και τις ανθολογίες, ας ψάξουμε το θέμα λίγο βαθύτερα. Εκτός από τις κάθετες πάσες υπάρχουν κι οι κάθετες, θεωρητικές ματιές και πάνω στην κατάλληλη στιγμή φτάνει ο Κριστιάν Μπρομπερζέ, μελετητής της μπάλας από επιστημονική πλευρά, με τις «σαρδέλες» κιόλας του (Συγκριτικού) Εθνολόγου. Ο Μ. ξόδεψε άπειρο χρόνο ταξιδεύοντας σε Ιταλία, Γαλλία και Ιράν κι έψαξε το θέμα εκ των έσω, εμπλεκόμενος στις κερκίδες των φανατικών και στις λέσχες των οπαδών, στους επίσημους και στους ανεπιθύμητους – διάβασε, παρακολούθησε, μελέτησε συμπεριφορές και αποτύπωσε συνήθειες. Μπορεί λοιπόν αυτό το οιονεί οικουμενικό πάθος να καθρεφτίσει την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας; Μπορεί αυτό το οικείο μαζικό θέαμα να αποτελέσει παρατηρητήριο της έκφρασης των συλλογικών ταυτοτήτων αλλά και συγκινήσεων;

Ο Μ. αντικρούει πρώτα τις παραδεδομένες απόψεις. Αποτελεί το ποδόσφαιρο όπιο του λαού; Σαφώς υπάρχουν πολλά δεδομένα (επί Μουσολίνι οι επιτυχίες της Σκουάντρα Ατζούρα στα μουντιάλ του 34 και 38 παρουσιάστηκαν ως απόδειξη της ανωτερότητας του φασισμού, βιομήχανοι και επιχειρηματίες σταθεροποιούν την εξουσία τους ως πρόεδροι ομάδων) αλλά το επιχείρημα που θεωρεί το άθλημα μέσο προς όφελος αποκλειστικά των κρατών ή των ισχυρών συχνά βρίσκει το αντίθετό του: είναι γνωστή η ενοποιητική του δύναμη στην βορειοευρωπαϊκή εργατική τάξη ήδη από το 1880, το Μουντιάλ του Μεξικό το 1986 γύρισε μπούμπερανγκ στην κυβέρνηση, καθώς ο κόσμος φώναζε «Θέλουμε φασόλια, όχι γκολ»), ενώ οι οπαδοί της Ολυμπίκ Μαρσέιγ συνθηματολογούν για τους υπόλοιπους Γάλλους: είναι άχρωμοι, είμαστε πολύχρωμοι. Μήπως η ερμηνεία με βάση την Ψυχολογία της Μάζας και την συγχώνευση σε μια ομαδική πίστη είναι πειστικότερη; Ούτε κι εδώ μπορούν να κρυφτούν οι αντιθέσεις που την διαπερνούν – εδώ οι ίδιοι οι φίλαθλοι μιας ομάδας είναι διαφοροποιημένοι. Μήπως «επέστρεψε η φυλή», σ’ ένα κατάλοιπο αρχαϊκών συμπεριφορών αγριότητας; Ναι μεν οι η μάχη είναι πολεμική και τελετουργική, αλλά πώς θα αγνοήσει κανείς όλα τα σύγχρονα, πρωτοποριακά στοιχεία που αναιρούν κάθε βαρβαρική έννοια; Και βέβαια ούτε λόγος πλέον περί σχέσης με τις χαμηλές κοινωνικές θέσεις. Η ΦΙΦΑ έχει περισσότερα κράτη – μέλη από τον ΟΗΕ….

Προφανώς υπάρχουν πολλά περισσότερα υποστρώματα σε αυτό το γήπεδο, κι αυτά επιχειρεί να ξύσει ο Μ., σε αυτή την οπτική τέχνη του οργανωμένου πλήθους και του κοινοτικού αισθήματος που εν μέσω ενός κοινοτικού αισθήματος υπερβαίνει (χωρίς να σβήνει) τις επαγγελματικές ή άλλες διαφορές. Η Μαρσέιγ (μια από τις μελετώμενες ομάδες) αποτελεί παραδειγματική επιτομή αυτής της ευθραυστότητας, από τα λαμπερά επιτεύγματα στις καταστροφικές αποτυχίες. Λαϊκό τέκνο του μητροπολιτικού νότου (όπως κι η Νάπολι, που επίσης ανατέμνεται εδώ), παραμένει αντάρτισσα και ανθενωτική, πάντα έτοιμη να χλευάσει τους υπερόπτες παριζιάνους. Στις εξέδρες της οι μετανάστες αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο ποσοστό τους στην πόλη, άρα η παρουσία τους στο γήπεδο μπορεί να ερμηνευτεί ως μια τελετή ενσωμάτωσης στην τοπική κοινωνία και ιθαγένεια, κάτι που δεν ισχύει για το Παρίσι, όπου οι νεαροί μετανάστες των προαστίων προσλαμβάνουν την Παρί Σ.Ζ. ως απόμακρο και κυριλέ σύλλογο.

Ο συγγραφέας αναζητά το δημοκρατικό ιδεώδες του ποδοσφαίρου (αν ο καθένας μπορεί να φτάσει ψηλά με τις δυνάμεις ή το ταλέντο του), σκαλίζει τις θρησκευτικές αντιθέσεις (Σέλτικ – Ρέιντζερς, Λίβερπουλ – Έβερτον), διατρέχει τις πολιτικές (η Μπάρτσα ως «επική μετουσίωση του Καταλανικού λαού» ή ένας στρατός χωρίς όπλα, το κομμάτι των οπαδών ultras sur της Ρεάλ ως νοσταλγοί του φρανκισμού), παρατηρεί τα δίκτυα συμμαχιών στην Ιταλία (Γένοβα, Μιλάνο και Τορίνο χωρίζονται σε Σαμπντόρια, Ίντερ, Γιουβέντους και Τζένοα, Μίλαν, Τορίνο αντίστοιχα) και καταλήγει στην Τεχεράνη, πεδίο εξίσου ενδιαφερουσών παρατηρήσεων, έχοντας προηγουμένως συγκρίνει καταστάσεις και δεδομένα και άλλων χωρών. Σε κάθε περίπτωση εισχωρεί λίγο βαθύτερα μέσα σ’ όλη αυτή την «γιορταστική αισθητικότητα της συλλογικής ζωής», που συγκεντρώνει όλη την γκάμα των συγκινήσεων, από την κωμωδία στην τραγωδία.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2007, μτφ. Geraldine Georget, Παντελής Κυπριανός, σελ. 154 (Christian Bromberger – Football, la bagatelle la plus sérieuse du monde, 1998).  Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στις φωτογραφίες: ο Brian Clough γίνεται άγαλμα από την αγάπη του Νόττινγκαμ. Καφενείο στην Guinea – Bissau που αναρτά το πρόγραμμα των αγώνων του Champions League. Ποδόσφαιρο σε δρόμο της Λιβερίας.




Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.235 hits

Αρχείο

Advertisements