Posts Tagged ‘Ανατολική Γερμανία

30
Δεκ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Μορφές του μεσσιανικού

effe

Ποιος είναι ο κεντρικός πυρήνας των ανομολόγητων ψυχικών διεργασιών μέσα από τις οποίες διαμεσοποιείται η μετατροπή ενός «κοινού» μέχρι χτες, «ανθρωπάκου» σε αντισημίτη σήμερα και σε δήμιο αύριο; Αν ήταν ποτέ δυνατό να βρεθεί κανείς ξανά στην χαμένη για πάντα Yiddishland και να ρωτήσει ένα διδάσκαλο των Χασσιντίμ τι στοιχειώνει την ψυχή ενός Ναζί, εκείνος θα απαντούσε άμεσα: Ο Dybbuk! Τίποτα δεν μαγνητίζει, δεν πανικοβάλλει και δεν εξαγριώνει έναν εκκολαπτόμενο ναζί όσο εκείνο το ξωτικό πλάσμα αλλά και κάθε εξωτικό και εξώβλητο ον· ο διφυής και δισυπόστατος που ζει ανάμεσα σε δυο τουλάχιστον κόσμους: ο Dybbuk.

Έτσι ονομάζεται το πιο διάσημο έργο του λαϊκού θεάτρου γίντις, που γράφτηκε από τον Σολωμών Ααρόνοβιτς / Σεμυόν Ασίμοβιτς το 1912 και ανέβηκε το 1919. Ο Dybbuk είναι μύθος και εικόνα του ίδιου του Εβραίου αλλά όχι μόνου του μα πάντα μαζί με τον Άλλο που κουβαλάει μέσα κι έξω του. Είναι ένα ον με μόνο τρόπο ύπαρξης τη συνεχή διαπίδυση από τον έναν χώρο στον άλλον, γλιστρώντας πάνω στους διάμεσους ιστούς της κοινωνίας· ένας Άνθρωπος των Μεταιχμίων.

Dybbuk Yiddish film Poland 1937

Ο ίδιος ο Χίτλερ στο Mein Kampf περιγράφει πώς έγινε ο ίδιος αντισημίτης και πώς ένας μικροαστός κάτω από ορισμένες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες αρχίζει να μισεί τους Εβραίους. Μπορεί το παράξενο παρουσιαστικό τους να τον έκανε να σκεφτεί πως πρόκειται για κάποια μια διαφορετική φυλή ξένη προς την Ευρώπη των Αρίων, αλλά εκείνο που του προκάλεσε την μεγάλη απέχθεια ήταν το γεγονός ότι οι ίδιοι οι αλλογενείς εγκατέλειπαν συχνά αυτή την εμφάνιση και παρίσταναν τόσο καλά τους Άριους. Έτσι το χαρακτηριστικότερο στη γένεση της αντισημιτικής / ρατσιστικής τάσης δεν είναι τόσο η απόρριψη της Διαφοράς όσο ο φόβος για την ανασφαλή Ταυτότητα που στην πραγματικότητα ήδη εμπεριέχει την αόρατη αλλοίωση.

Είναι ακριβώς η δυσφορία του όμοιου απέναντι στο σχεδόν όμοιο. Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι το παλιό αντιρατσιστικό σύνθημα του δικαιώματος στη Διαφορά» το οικειοποιήθηκε ο νεορατσισμός από την δεκαετία του ’80 ιδιαίτερα, για να προωθήσει μέτρα αποκλεισμού των ξένων μεταναστών στο όνομα του «σεβασμού» και της «προστασίας της πολυπολιτισμικής διαφορετικότητας»; Εκείνο που φοβάται ο αντισημίτης ρατσιστής είναι ακριβώς η παρουσία της Διαφοράς μέσα στην Ταυτότητα και της Ταυτότητας μέσα στη διαφορά. Κάπως έτσι η Γερμανία, γράφει ο Heiner Müller, δεν έπλεξε έναν αυθεντικό δεσμό με την Ευρώπη και βρίσκεται ακόμα μετέωρη μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 sovjets_posters_gr_050-051_Image_0001

Ο Franz Kafka στο περίφημο Γράμμα στον Πατέρα του φωτίζει την άθλια κατάσταση του Εβραίου Dybbuk, που ζει μεταξύ δυο κόσμων, του παλιού αγροτικού γκέτο και του νέου αστικού περιβάλλοντος. Ο Dybbuk της μεγαλούπολης προσπαθεί απεγνωσμένα όπως ο Κ. στον Πύργο αλλά είναι πάντα υπεράριθμος στην αλυσίδα. Και ελάχιστοι αντιλαμβάνονται πως δεν φταίει παρά η ίδια η αλυσίδα, συνεπώς η μόνη λύση είναι η συντριβή της και η καθολική μεταμόρφωση ενός κόσμου χωρίς αλυσίδες. Γι’ αυτό και ο χιτλερικός Αγών ταυτίζει τον αγώνα «κατά της εβραϊκής πανούκλας» με εκείνον «κατά του μπολσεβικισμού». Το πρώτο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Μιχαήλ μας οδηγεί μέσα από όλες αυτές τις δαιδαλώδεις διαδρομές σε μια πρώτη μορφή του Μεσσιανικού.

Ακριβώς το άνοιγμα αυτού του Μεσσιανικού στον ορίζοντα της ιστορίας αναζητούν τα κείμενα αυτού του τόμου. Το Μεσσιανικό εδώ δεν ζει μέσα σε μυστικισμούς και θρησκείες αλλά ανιχνεύεται, όπως και στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στην επαναστατική ρήξη της συνέχειας της ιστορίας, που μέχρι τώρα δεν έχει πάψει να είναι η ιστορία της διάβασης μέσα στην κοιλάδα των δακρύων και στο ασίγαστο αίτημα μιας πέρα από δίκαια και νόμους Δικαιοσύνης, όπως γράφει ο συγγραφέας στο εισαγωγικό του σημείωμα. Φυσικά ο μαρξισμός εγκλήθηκε για υλιστική εσχατολογία και εκκοσμικευμένο μεσσιανισμό αλλά μάλλον συνέβη το αντίστροφο: τα γραφειοκρατικά μορφώματα, σοσιαλδημοκρατικά και σταλινικά, που ζήτησαν νομιμοποίηση στο όνομά του, στην πραγματικότητα εξόρισαν, εξόρκισαν και εξόντωσαν τον μεσσιανικό του πυρήνα.

Landauer

Αυτά τα κείμενα λοιπόν, είτε γραπτά σε περιοδικά [Εξώπολις, Μανδραγόρας, Νέα Κοινωνιολογία, Ομπρέλα, Ουτοπία, Τετράδια Ψυχιατρικής, Τα Νέα της Τέχνης] είτε ομιλίες σε σεμινάρια και συνέδρια, αλλά και ανέκδοτα, «πάντα μέρη ενός και αυτού σώματος, που δεν έπαψε να πλάθεται, αυτοτελείς στιγμές της ανάπτυξής του», παρακολουθούν την Μεσσιανικότητα στην διαδρομή της σ’ όλη την παράδοση των καταπιεσμένων, στους αγώνες τους και στο όραμα της εκ βάθρων αλλαγής του κόσμου, ως η διαρκής Αρχή της ελπίδας (Έρνστ Μπλοχ) για τη ριζική μεταμόρφωση των πάντων.

Το Μεσσιανικό δεν υπάρχει έξω από την Ιστορία· για πρώτη φορά εμφανίστηκε εγγεγραμμένο στο ιστορικό σώμα του εβραϊκού λαού και των βασάνων του. Ο Σιοράν έγραφε: Το να είσαι άνθρωπος είναι ένα δράμα· το να είσαι Εβραίος είναι ένα άλλο. Να ζεις το δράμα του αποκλεισμού και ταυτόχρονα το δράμα όλης της ανθρωπότητας, να υπομένεις το μαρτύριο μια αφόρητης ιδιαιτερότητα για χάρη της καθολικότητας….Ο συγγραφέας προσκαλεί τις μορφές που ιχνηλατούν άγνωστη γη, πέρα από τους θρησκευτικούς μύθους και την αστική εκκοσμίκευση, «εκεί που αρχίζει η ήπειρος της Αταξικής». Συνομιλεί με τον Jacques Hassoun, διαβάζει το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι [Arbeit Macht Frei. Η αντι-ανθρωπολογία του Άουσβιτς], εντοπίζει «το μείζον μέσα στο έλασσον» στην περίπτωση του ταπεινού Γιαννιώτη ποιητή Γιωσέφ Ελιγιά και της παραδείσιας Ρεβέκκας του και ανιχνεύει την διαλεκτική της αγαθότητας στον ακόμα ταπεινότερο φίλο του Καραγκιόζη και στοχαστή της τέχνης Τζούλιο Καΐμη [«Τα μαύρα χρώματα της ψυχής μας τότε θα λάμπουνε»]. Άλλα γραπτά αφορούν την Ανθρωπολογία του Ταλμούδ, τον Εβραίο Μπαρούχ Σπινόζα και την Εβραϊκή παράδοση και εκκοσμίκευση και τον Πάουλ Τσέλαν και την δική του ιδιόμορφη διαδρομή από τον … Πίνδαρο μέχρι του Κανενός το Ρόδο.

A.E.

Ο Μπρετόν κι ο Εμπειρίκος, παρά το πλήγμα της Ιστορίας, δεν κατέρρευσαν. Ο Έλληνας υπερρεαλιστής άρχισε να υφαίνει και να ξαναϋφαίνει την ωκεάνια γραφή του και μέσω αυτής ξανάδεσε τους αρμούς του προτάγματος της αταξικής κοινωνίας, που τόσο δυσφήμισε και ακρωτηρίασε και μπλόκαρε ο σταλινισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτό το έργο με τις πιο βίαιες, φαινομενικά, αντιχριστιανικές και αντισοσιαλιστικές επιθέσεις – επιθέσεις κατά της ηθικολογούσας, λυπομανούς και ερωτοφάγου χριστιανοσύνης και κατά του ευνουχισμένου ψευτοσοσιαλισμού – ο Α. Εμπειρίκος διασώσει το Μεσσιανικό και Προφητικό στοιχείο της βιβλικής παράδοσης και την προσδοκία της «άνευ τάξεων» απελευθερωμένης κοινωνίας. [σ. 161]

… γράφει ο συγγραφέας για τον Ανδρέα Εμπειρίκο και το Μέγα Φως το Άκτιστον επί ουρανού και … του καταστρώματος του Μεγάλου Ανατολικού, εστιάζοντας στην ιδιότητα του Εμπειρίκου ως απελευθερωτή της εμπειρίας αλλά και κατεξοχήν ερωτικού και μεσσιανικού ποιητή, που προμήνυσε την Ανάγκη των Νέων Παραδείσων, μιας νέας Ιερουσαλήμ που ο ίδιος ονόμασε Οκτάνα. Ο Εμπειρίκος υποφέρει λόγω της ταξικής του καταγωγής, ενάντια στην οποία ο ίδιος είχε εξεγερθεί, ενστερνιζόμενος τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης και τον ανόθευτο κομμουνισμό της πρώτης περιόδου. Ο Μιχαήλ αντιπαραβάλει τον ποιητή με τον μαρκήσιο ντε Σαντ, φωτίζει την εφαπτομένη του Μεσσιανισμού με την αιμομιξία και εντοπίζει μια ακόμα παλαιότερη ένωση του ερωτισμού με την μεσσιανική προσδοκία στο Άσμα Ασμάτων.

wb

Ένα ιδιαίτερο σώμα πέντε κειμένων αναφέρεται στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και τον Έρνστ Μπλοχ. Στο πρώτο ερευνάται η ενδιαφέρουσα διαλεκτική Μπένγιαμιν και Τρότσκυ, πενήντα χρόνια μετά. Περιπλανώμενος Ιουδαίος του προδομένου Οκτώβρη, φάντασμα του κομμουνισμού που πλανιέται πάνω από έναν πλανήτη δίχως βίζα τρομάζοντας τον Στάλιν και τους ισχυρούς της γης ακόμα και την ώρα της έσχατης αδυναμίας, ο Τρότσκυ δολοφονείται στο Μεξικό το 1940. Ένα μήνα μετά, ο Μπένγιαμιν διπλά καταδιωγμένος, Εβραίος και κομμουνιστής διανοούμενος, συλλαμβάνεται και αυτοκτονεί για να μην παραδοθεί στα χέρια της Γκεστάπο.

Ο Μπένγιαμιν είναι η ιστορικο – φιλοσοφική και ποιητική συνείδηση της προλεταριακής επανάστασης που χάθηκε στη Δύση – στη Κεντρική Ευρώπη και προπαντός στη Γερμανία – αφήνοντας την Οκτωβριανή Επανάσταση μόνη στα νύχια μια αρπαχτικής θερμιδωριανής γραφειοκρατίας. Υπήρξε το εξαίσιο άνθος της αριστερής εβραϊκής ιντελιγκέντσιας του ευρύτερου γερμανόφωνου χώρου, που βλάστησε σ’ ένα κλίμα όπου διασταυρώνονταν όλα τα ρεύματα του μοντερνισμού και του επαναστατικού σοσιαλισμού, ο αντικαπιταλιστικός ρομαντισμός του Kierkegaard, η νοσταλγία της αρχέγονης μητριαρχίας του Bachofen, η ψυχανάλυση με τον μαρξισμό, τα αναρχικά μεσσιανικά οράματα του Gustav Landauer, ο αναρχοσυνδικαλισμός του Σορέλ, οι θρύλοι των Χασσιντίμ και η Λούξενμπουργκ.

trotsky

Ο Μπένγιαμιν κράτησε τη ίδια πολιτική στάση με τον Τρότσκυ, τον οποίο υποστήριξε κατά του σταλινισμού σε όλα τα μέτωπα και κατήγγειλε τον συμβιβασμό της επαναστατικής σκέψης στην Ισπανία με τον μακιαβελισμό των Ρώσων ηγετών. Απεχθανόταν τους αντιδραστικούς εθνικισμούς που φούντωναν και θεωρούσε ότι τόσο η γερμανική κουλτούρα όσο και η εβραϊκή παράδοση θα αυτοκαταστρέφονταν με τον εθνικιστικό αυτοεγκλεισμό τους. Αρνήθηκε τους δρόμους διαφυγής που του είχαν προτείνει οι φίλοι του Αντόρνο και Μπρεχτ. Στον πρώτο, που τον καλούσε στη νέα Υόρκη, αντιπαρέθετε ότι έπρεπε να δοθεί πολιτική μάχη στην Ευρώπη κατά του φασισμού κι ότι δεν μπορούσε ο μαρξισμός να αναπτυχθεί ερήμην της, στη γαλήνη των ακαδημαϊκών σπουδαστηρίων. Αυτή την εμμονή στις αρχές την πλήρωσε με την ίδια τη ζωή του. Τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Τρότσκυ ο μαρξισμός δεν ήταν μόνο μια θεωρία αλλά μια κοσμοθεώρηση. Τι συνδέει και τι διαφοροποιεί τις δυο μορφές που πενήντα χρόνια μετά «συνεχίζουν να αυλακώνουν τον ορίζοντα τις Ιστορίας σας αστραπές»;

Ένα δεύτερο εκτενέστατο κείμενο ερευνά τον Μύθο σε σχέση με την Ιστορία, την Πολιτική, την Λογική, την Αλληγορία, το Όνειρο, την Διαλεκτική, την Τέχνη και φυσικά τον Μεσσιανισμό. Κατόπιν σειρά έχει ο κατεξοχήν μαρξιστής φιλόσοφος της ελπίδας σε καιρούς απελπισμένους, ο Έρνστ Μπλοχ. Το δικό του εγχείρημα υπήρξε μια τολμηρή κατάδυση στο ουτοπικό βάθος της τραγικής του εποχής, η επανεπεξεργασία της έννοιας της Ουτοπίας κάτω από την ισχυρή επιρροή του Λαντάουερ. Μετά την άνοδο του φασισμού στο κέντρο της προβληματικής του έρχονται πια οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης, ενώ μετά την ήττα του χιτλερισμού εγκαταστάθηκε γεμάτος ελπίδα στην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Μετά την ουγγρική εξέγερση και την σύλληψη του Λούκατς ο Μπλοχ γίνεται στόχος των επιθέσεων της ανατολικογερμανικής σταλινικής γραφειοκρατίας, που δεν κατάφερε όμως να του σπάσει την προσήλωσή του στον επαναστατικό μαρξισμό, τον οποίο έβλεπε ως την Αρχή της Ελπίδας να αναδύεται ως αντικειμενική πραγματική δυνατότητα.

sovjets_posters_gr_202-203_Image_0001

Είναι άραγε η ουτοπία το ανέφικτο της δυνατότητα ενός κόσμου άλλου ή είναι η δυνατότητα του ανέφικτου να πραγματωθεί; Είναι η ανήμπορη παρηγοριά του απαρηγόρητου ή η άσβεστη προσδοκία του απροσδόκητου; Την μεγαλύτερη επίδραση πάνω στον Μπλοχ πριν γίνει μαρξιστής την άσκησε ο εβραϊκός μεσσιανικός αναρχισμός του φίλου του και αδικοχαμένου ηγέτη της εφήμερης Σοβιετικής Δημοκρατίας της Βαυαρίας, του προαναφερθέντος Γκούσταβ Λαντάουερ, την κληρονομιά του οποίου μετασχημάτισε ολοκληρωτικά. Η Ουτοπία δεν άσκησε έλξη στον Μπλοχ ως κάποια υποκειμενική – ανορθολογική φυγή από την τραγικήπραγματικότητα· αναζήτησε αντίθετα την θεμελίωση και την λογική της μέσα στον αντικειμενικό κόσμο. Ο Μπλοχ ανανεώνει επαναστατικά το Πνεύμα της Ουτοπίας στο οποίο έγραφε: Υπάρχω, υπάρχουμε. Δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω. Σ’ εμάς απομένει ν’ αρχίσουμε. Στα χέρια μας είναι η ζωή. Καιρό τώρα έχει αδειάσει πια από κάθε περιεχόμενο. Παράλογη, τρεκλίζει εδώ κι εκεί, αλλά εμείς αντέχουμε κι έτσι θέλουμε να γίνουμε η γροθιά μας κι οι σκοποί της. [σ. 333]

Εκδ. Άγρα, 1999, σελ. 425. Περιλαμβάνοναι κατάλογος των πρώτων δημοσιεύσεων, ευρετήριο προσώπων και ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Σημ.: Το Πανδοχείο έχει ήδη συναντηθεί με το έργο του Σάββα Μιχαήλ: συνομίλησε με τις δικές του Μορφές της περιπλάνησης και άκουσε την δική του Musica ex Nihilo.

Στις εικόνες: σκηνή από την Πολωνική κινηματογραφική εκδοχή του Dybbuk [1937] / Gustav Landauer / Ανδρέας Εμπειρίκος / Walter Benjamin / Leon Trotsky / Οκτώβριος 1917.

Advertisements
22
Νοέ.
14

Ίνγκο Σούλτσε – Αδάμ και Έβελιν

schulze5542-0Ο ανύπαρκτος παράδεισος

Η ημερομηνία 19 Αυγούστου 1989 μοιάζει μια απλή χρονολογική ένδειξη· όταν όμως αφορά την Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει διαφορετική σημασία: μένουν τρεις μήνες μέχρι την πτώση του τείχους. Για τον Αδάμ είναι άλλη μια μέρα κατά την οποία γονατίζει περιχαρής μπροστά στα πόδια μιας κυρίας, για να προβάρει τα ρούχα που της έραψε. Εκείνη έχει βγάλει την μπλούζα της και κάνει αέρα με το Magazin, ένα περιοδικό που συνήθως υπήρχε στα κομμωτήρια, περιείχε και γυμνά, ήταν σπάνιο και συχνά ο κόσμος το έκλεβε. Αλλά ο κατά συρροή ερωτύλος ράφτης προδίδεται…

… και η σύντροφός του Έβελυν αποφασίζει με συνοπτικές διαδικασίες να εγκαταλείψει την κοινή εστία και να φύγει με τους φίλους της Σιμόνε και Μίχαελ για την Ουγγαρία, που έχει πλέον ανοίξει τα σύνορά της. Ο ίδιος παίρνει το παλιό του Βάρτμπwartburg_knight_4d_creme_front_1968ουργκ και τους ακολουθεί, παρέα με την χελώνα τους Έλφι. Ένα τέτοιο ταξίδι θα ήταν απλώς κωμικό αν δεν αφορούσε μια μεγάλη ανατολικοευρωπαϊκή διαδρομή, με τους καθιερωμένους ελέγχους των αυτοκινητοδρόμων στα διάφορα φυλάκια με τους φρουρούς που είναι «σαν τα ζώα, μυρίζονται τον φόβο σου από μακριά». Η κατάσταση περιπλέκεται όταν ο Αδάμ παίρνει μαζί του την Κάτια, που έχει ήδη το δικό της ιστορικό αποδράσεων.

Ingo-Schulze-mag-das-gedruckte-Buch-zum-AnfassenΟ Σούλτσε είναι ένας παράξενος συγγραφέας. Ενδιαφέρεται περισσότερο στην απόδοση της ατμόσφαιρας παρά στην πλέξη μιας σφιχτής πλοκής. Προτιμάει τις λεπτομέρειες από το γενικό κάδρο και εστιάζει περισσότερο στην αποσιώπηση και λιγότερο σε απροκάλυπτες εκφράσεις· το ίδιο κάνουν άλλωστε και οι χαρακτήρες τους. Τα καθημερινά τους λόγια απλώς εκφέρονται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καλύψουν την αναποφασιστικότητα, την σύγχυση ή τον φόβο τους. Με τον ίδιο τρόπο απέδιδε σε παλαιότερα κείμενά του την ανία που κατέκλυζε τον μέσο ανατολικογερμανό πολίτη. Ενδεικτική είναι η συνομιλία του Αδάμ με την Κάτια που μοιράζονται μια υπόγεια ερωτική έλξη αλλά και αμοιβαία καχυποψία. Θα μπορούσες να είσαι χαφιές, του λέει εκείνη· ένας χαφιές δεν κυκλοφορεί με τέτοιο σαράβαλο, της απαντάει αυτός. Ειδικά ένας χαφιές κυκλοφορεί με τέτοιο σαράβαλο, για καμουφλάζ, του αντιτείνει. Αφού εσύ με πλησίασες, με το κόλπο του κοριτσιού που έχει ανάγκη από προστασία, της θυμίζει με την σειρά του. Για να καταλήξουν: θα μπορούσαμε να είμαστε και οι δυο της Στάζι και να ελέγχουμε ο ένας την αξιοπιστία του άλλου.

amphicarbalatonΠροφανώς ο συγγραφέας επιθυμεί να στρωματογραφήσει την ιστορία του: αν στην κρούστα της βρίσκεται η διαχείριση της απιστίας, από την ταπείνωση ως την εξιλέωση, από κάτω λιμνάζει η δημόσια ιστορία αμέτρητων «πρωτόπλαστων». Γύρω από την αδιέξοδη προσωπική ζωή του ζεύγους χάσκει το βάρος μιας θλιβερής κρατικής καθημερινότητας· μια «μη ζωή» από την οποία ονειρεύεται να ξεφύγει η Έβελιν. Τα περίφημα ουγγρικά θέρετρα στη λίμνη Μπάλατον, απώτερος προορισμός της άτακτης φυγής της, μοιάζουν παράδεισος, ή έστω μια ενδιάμεση στάση. Όταν όμως το Τείχος παύει να υπάρχει και τα σύνορα ανοίγουν τίθεται το ζήτημα της επιλογής. Είναι η Δύση που βλέπουν μπροστά τους ο πολυαναμενόμενος παράδεισος ή η χώρα που άφησαν μπορεί να γίνει ένας καινούργιος; Ή, μήπως εκείνη τώρα μοιάζει σαν μια περισσότερο βιώσιμη λύση; Ή, ακόμα χειρότερα, χώρα της επαγγελίας ούτε υπήρξε ούτε υπάρχει;

Ένα δεύτερο στοιχείο της γραφ807442ή του Σούλτσε είναι η αποσπασματικότητα με την έννοια μιας σειράς ελλειπτικών εικόνων που μοιάζουν με αυτόνομα κινηματογραφικά πλάνα. Κάθε σελίδα του μοιάζει με αργό καρέ που επιχειρεί να αιχμαλωτίσει μια άβουλη καθημερινότητα Και όπως κάθε σύγχρονος κεντροευρωπαϊκός κινηματογραφιστής, εμμένει στις λεπτομέρειες, κάποτε με εξαντλητικό τρόπο. Αντί για τις σκέψεις των πρωταγωνιστών, παρακολουθούμε τις σκόρπιες τους κουβέντες αλλά και τι τρώνε, πώς τσαλακώνουν το περιτύλιγμα, πού το αφήνουν.

ostalgie-kabinett-12-a18028912Όλα αυτά τα στοιχεία δίνουν στην πρόζα του μια χροιά διηγήματος κάνουν περισσότερο διηγηματογράφο. Τα μυθιστορήματά του μοιάζουν με συρραφή πλάνων και στιγμών. Ακόμα και οι Απλές ιστορίες και οι 33 στιγμές ευτυχίας, διαβάζονται ως διηγήματα, έστω και κατά κάποιο τρόπο σπονδυλωτά, παρά ως μυθιστορήματα. Θαρρείς και είναι ένας σκηνοθέτης που αναγκάστηκε να γράψει το μυθιστόρημα που επιθυμεί να γυρίσει σε ταινία – και εδώ σίγουρα θα πρόκειται για ταινία δρόμου. Με τα βιβλία του ο Σούλτσε έχει αναλάβει να συγγράψει μια ολόκληρη μετάβαση: εκείνη των ανατολικογερμανών πολιτών σε ανερμάτιστους και ανεπιθύμητους φιλοξενούμενους ενός νέου κράτους».

21125021Φαίνεται πως το κομβικό, οριακό μυθιστόρημα για την Ανατολική Γερμανία ανάμεσα στα παλαιότερα και τα σύγχρονα Τείχη της δεν έχει ακόμα γραφτεί. Ίσως αυτό να αποτελεί το φευγαλέο χαρακτηριστικό ενός τέτοιου μυθιστορήματος: είναι αδύνατον να γραφτεί. Ή, απλώς, θα περιλαμβάνει όλα τα επιμέρους μυθιστορήματα που επιχείρησαν να αιχμαλωτίσουν κάτι από εκείνη την αδιανόητη πραγματικότητα.

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα Γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου, 293 σελ. [Ingo Schulze – Adam und Evelyn, 2008].

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014).

03
Σεπτ.
14

Νέα Ευθύνη, τεύχος 24 [Ιούλιος – Αύγουστος 2014]

ΥπουργΝΕΑ ΕΥΘΥΝΥΗ - ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2014_είο Κρατικής Ασφάλειας τής Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. /  Φάκελος όρ. XIS14/68, Kunze, Reiner… , συγγραφέας. / 17. 03.1976: τι είναι γνωστό γιο την φύλαξη τού χειρογράφου; // Κάτω από πέτρες χωραφιού βρισκόταν / στο παλαιό τριβείο των ασπρόρρουχων / στο γεροντοκομικό της αγρότισσας / Frieda D. στο L // Ασφαλισμένο από / τον δόλιο επιτετραμμένο τής πυροπροστασίας, / τον δόλιο ελεγκτή τής γείωσης, / τον δόλιο φίλο

 Μη λησμονώντας / τη μητέρα, που όταν ήμουνα παιδί, / έσερνε τους βαρείς ξύλινους κύλινδρoυς / μετά τη μεγάλη μπουγάδα / στο δώμα τού τριβείου και, / με τα δυο χέρια στη λαβή του θηριώδους σιδηροτροχού /έβαζε το μαγγάνι / εμπρός / για να ’ναι ο κόσμος κατοικήσιμος

… γράφει ο Reiner Kunze στο ποίημά του «Εκεί πού ήταν το χειρόγραφο», ένας ιδιαίτερος γερμανός ποιητής δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ο Ράϊνερ Κούντσε αφοσιώθηκε στην υπόθεση του σοσιαλισμού στην Ανατολική Γερμανία και έζησε όλες τις διαψεύσεις του μέχρι την φίμωση κάθε ατομικής και ανήσυReiner Kunzeχης φωνής, που κορυφώθηκε το 1976 με την «Υπόθεση Μπίρμαν» (Wolf Biermann) και την δραματική «μετανάστευσή» του στη Δυτική Γερμανία.

Η ιδιαίτερη ποιητική του φωνή δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί σωστά, καθώς, όπως συνέβη με τους περισσότερους ανεπιθύμητους ποιητές της πρώην Ανα­τολικής Γερμανίας, ο δυτικός κόσμος περιέφερε την εικόνα τους και ερμήνευσε το έργο τους αποκλειστικά υπό το πρίσμα της ενεργητικής αντίστασης και αντιρρητικών τους θέσεων· άλλωστε η επανένωση των δύο Γερμανιών οδήγησε στον παραμερισμό των φωνών τού ενοχλητικού παρελθόντος, όπως γράφει ο Συμεών Σταμπουλού που παρουσιάζει και μεταφράζει ποιήματά του. Ο ποιητής μεταφράστηκε ελάχιστα στη χώρα μας – θυμάμαι μια παλιά έκδοση που αγόρασα από το περίφημο υπόγειο με τα μεταχειρισμένα βιβλία δίπλα στον Άγιο Παντελεήμονα της Θεσσαλονίκης, από τις εκδ. Εγνατία, μτφ. Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, και, ακόμα, στο Ausblicke, στο Τραμ και στο Πλανόδιον. Oι ποιητές δεν ανέχονται δικτάτορες, όπως τιτλοφορείται κι ένα πρόσφατο βιβλίο για τον Kunze.

san-ta-pragmata-apo-pilo.full nodeΤο δεύτερο κείμενο που μου τράβηξε την προσοχή από έναν εκ διαμέτρου αντίθετο δρόμο αφορά το Ημερολόγιο προσευχής [A Prayer Journal] της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης διαβάζει το μικρό αυτό βιβλίο που εκδόθηκε πέρσι για πρώτη φορά και περιέχει τις ημερολογιακές καταγραφές της από το 1946 έως το 1947, όταν ήταν εικοσιένα και είκοσι δύο χρονών και σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα δημοσιογραφία και, κυρίως, γράψιμο στο εκεί Writer’s Workshop. Θερμή Καθολική στην καρδιά δηλαδή του αμερικανικού προτεσταντικού Νότου [Σαβάννα / Τζώρτζια], η συγγραφέας εκδήλωσε δυο χρόνια αργότερα το πρώτο σύμπτωμα του ερυθηματώδους λύκου, της ασθένειας που θα την ταλαιπωρήσει όλα τα επόμενα χρόνια και θα την οδηγήσει στον θάνατο στα τριάντα εννιά της.

Όλες σχεδόν οι εγγραφές του Ημερολογίου αρχίζουν με (ή περιέχουν) μια προσευχητική επίκληση προς τον Θεό, συνήθως ένα «My dear God», αλλά εκτός από ουσιαστικές προσευχές είναι ταυτόχρονα και στοχασμός πάνω στην προσευχή, την χριστιανική σκέψη, την θρησκευτική ζωή. Η Ο’ Κόννορ κατευθύνει τα λόγια της σ’ αυτό που επιθυμεί περισσότερο: προσεύχεται να γίνει καλή συγγραφέας, να της χαριστούν … ιστορίες για να τις κάνει εκείνη διηγήματα και μυθιστορήματα! Όπως γράφει ο Ζουμπουλάκης. δo' connorεν γνωρίζουμε άλλον σύγχρονο συγγραφέα που να έχει γράψει προσευχές ικετεύοντας να γίνει καλός συγγραφέας: Θέλω να γίνω ο καλύτερος καλλιτέχνης που είναι δυνατό για μένα να γίνω, κάτω από τη σκέπη του Θεού.

Το τεύχος περιλαμβάνει συνέντευξη της Κικής Δημουλά στον Δημήτρη Κοσμόπουλο και αφιέρωμα στην ποίησή της. Ποιητές, δοκιμιογράφοι και κριτικοί αναφέρονται στο σύνολο του έργου της με αφορμή την έκδοση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της ποιήτριας Δημόσιος Καιρός. Γράφουν οι: Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Βαρθαλίτης, Αλέξης Ζήρας, Τασούλα Καραγεωργίου, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κώστας Κουτσουρέλης, Σεσίλ Ιγγλέση – Μαργέλου, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Αθηνά Παπαδάκη, Γιάννης Παπακώστας, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Αναστάσιος Στέφος.

 Ένας μικρότερGerard Manley Hopkinsος φάκελος αφιερώνεται στον Γιώργο Σαραντάρη, με μετάφραση των ιταλικών ποιημάτων του από τον Τηλέμαχο Χυτήρη και δοκίμια των Άγγελου Καλογερόπουλου και Δημήτρη Καραμβάλη, ενώ μια άλλη, απρόσμενη μετάφραση των Νησιών της Ελλάδας του Byron, σε έμμετρο στίχο από τον Αργύρη Εφταλιώτη παρουσιάζεται από τον Νάσο Βαγενά. Σε περιβάλλοντα ποιητικά πεδία, μεταφράζονται ποιήματα των Gerard Manley Hopkins [τα Τρομερά Σονέτα] και W. Szymborska από τους Γιώργο Βαρθαλίτη και Αντώνη Μακρυδημήτρη αντίστοιχα, και ο Δημήτρης Μαυρόπουλος αναφέρεται στην ποίηση των Ψαλμών του Δαυίδ. Το τεύχος κοσμούν έργα του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη, ο οποίος μιλά για τη ζωγραφική του τέχνη.

Στις εικόνες: Reiner Kunze, Flannery O’ Connor, Gerard Manley Hopkins.

28
Σεπτ.
13

Uwe Johnson – Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ

JOHNS COVERΗ απροσπέλαστη βιογραφία ενός κρατικού αθλητή

Ποιος ήταν ο Άχιμ; Ήταν ένας ποδηλάτης, διότι ποδηλατούσε μαζί με άλλους προσπαθώντας να είναι ο ταχύτερος. Ναι αλλά είχε φίλους; Είχε φίλους τον κόσμο. Δεν ήταν σχεδιαστής μηχανολογικού το επάγγελμά του; δούλευε για την ανοικοδόμηση του κράτους. Θα έκανε οικογένεια; θα μεγάλωνε την κοινότητα ενός μέρους του γερμανικού λαού. Και επεδείκνυε στην οικουμένη μόνο το ποδήλατό του ή μήπως και την υπηκοότητά του; Και τι είναι αυτό που στην περίπτωση ενός ανθρώπου σαν τον Άχιμ πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν του σύμφωνα με τον όμιλο του θεματοφύλακα: τα πάντα, μην ξεχάσεις τίποτε. Είχε κανείς το δικαίωμα να ξεχωρίσει το ένας από το άλλο, να ξεχάσει το ένα προς όφελος του άλλου; [σ. 145]

 Ο δυτικογερμανός δημοσιογράφος Καρς δέχεται την τιμητική πρόταση από έναν ανατολικογερμανικό εκδοτικό οίκο για να συγγράψει την ολοκληρωμένη βιογραφία του πρωταθλητή ποδηλασίας Άχιμ. Θα είναι η τρίτη, η καλύτερη, η οριστική βιογραφία του πλέον επιτυχημένου αθλητή της «καλύτερης Γερμανίας», δηλαδή της Ανατολικής. Ο Άχιμ είναι ο απόλυτος «ήρωας της εργατικής τάξης», το πρότυπο μιας ολόκληρης κοινωνίας και ο μείζων αντίπαλος κατά των δυτικογερμανών καπιταλιστών «συνωμοτών». Το ταξίδι του δημοσιογράφου στην Ανατολική Γερμανία προτείνεται από την ηθοποιό Κάριν, πρώην σύντροφό του και νυν  του πρωταθλητή.

WIRECENTERO Ούβε Γιόνζον [1934 – 1984], ο πλέον μοναχικός συγγραφέας της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας (αν εξαιρέσεις τον Βόλφγκανγκ Καίππεν), ξεχωρίζει από τους ομότεχνούς του για τρεις κυρίως λόγους, γράφει στο πλούσιο επίμετρο ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος: γιατί αναδεικνύεται σε λογοτέχνη της «γερμανο-γερμανικής λογοτεχνίας», επειδή είναι ένας δύσκολος χαρακτήρας και λογοτέχνης που αισθάνεται άβολα τόσο στον ανατολικό όσο και στον δυτικό τομέα της Γερμανίας και καταλήγει πολίτης του κόσμου (εδώ συγκρίνεται με τον Άρη Αλεξάνδρου), παράλληλα με την εσωτερική εξορία και μοναξιά του παρά τις φιλίες του με τους Μαξ Φρις, Ίνγκεμποργκ Μπάχμανν, Γκύντερ Γκρας κ.ά. και τέλος επειδή η αναζήτηση της πατρώας γης και της μητρικής γλώσσας θα αποβεί κύριο μέλημα του περίκλειστου έργου του.

9600326139_e8f8dedd7d_zΣ’ ένα βιογραφικό του σημείωμα ο συγγραφέας αναφέρει τη συμμετοχή του στον ποδηλατικό Γύρο της Γαλλίας, με ένδειξη μάλιστα ενός ρεπορτάζ υπό ψευδώνυμο. Όμως ο Γιόνζον ποτέ δεν υπήρξε αθλητής· αντίθετα, το ενδιαφέρον του για την ποδηλασία υπήρξε λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό. Ακριβώς αυτή η διπλή αναζήτηση τόσο σε λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό όσο και υπαρξιακό επίπεδο υπήρξε το ζητούμενο για τον συγγραφέα που ως φόρμα επιλέγει μια σειρά ερωταποκρίσεων. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση ενός διαλόγου που παραπαίει ανάμεσα σε συνέντευξη και ανάκριση, ενώ η επιχειρούμενη βιογράφηση του ποδηλάτη αντλεί και εμπλουτίζεται από πλήθος πηγών – αρχεία, προφορικές αφηγήσεις, προσωπικές και συλλογικές μνήμες κλπ.

Έτσι όπως ορθά μας καθοδηγεί ο επιμετρητής η «έκκεντρη» αυτή φόρμα μας θυμίζει τον Στίλλερ του Μαξ Φρις, η πολυπρισματική αφήγηση τον Φώκνερ και το Νέο Μυθιστόρημα, το βιβλίο μοιάζει με την γερμανική εκδοχή της Αληθινής ζωής του Σεμπάστιαν Νάιτ του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και επηρεάζει το Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ του Πέτερ Χάντκε. Στην ουσία πρόκειται για απόπειρα μιας καταγραφής και ταυτόχρονα καταγραφή μιας απόπειρας να περιγραφεί μια ζωή. Όμως όσο περισσότερο εισδύει ο Καρς στην ζωή του Άχιμ, τόσο περισσότερο βρίσκεται σε περιπλεγμένες διαδρομές και ημίφωτους δρόμους.

Stamp_-_GDR_20_Pfennig_-_Road_Cycling_World_Championships_1960Η παιδική ηλικία, η ένταξη στις πολιτικές νεολαίες, η ιστορία της οικογένειας, η κομματική ένταξη, η αθλητική ιδιότητα, η καθημερινή ζωή, ο οικείος περίγυρος, η ερωτική σύντροφος, η συμμετοχή στους αγώνες, η εξωαγωνιστική συμπεριφορά, οι επιβεβλημένες υποχρεώσεις όλα συνθέτουν μια σύνθετη εικόνα, όπου πλείστα μέρη μοιάζουν να να αντιφάσκουν ή και να αλληλοαναιρούνται. Οι γνώμες των τρίτων, οι απόψεις των ανωνύμων, οι επιταγές των κρατικών υπαλλήλων και η υστερία της κοινής γνώμης συσκοτίζουν ακόμα περισσότερο την βιογραφούμενη προσωπικότητα και θρυμματίζουν κάθε συνολική σύνθεση. Μένει μόνο μια κατακομματιασμένη εικόνα, που διαθλάται κι αυτή στην προσωπική ματιά του βιογράφου, έτσι όπως επιχειρεί να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα και το κλίμα γύρω και πάνω στο Άχιμ.

lötzsch1Ο πατριώτης αθλητής είναι καταδικασμένος στην υποχρέωση της πρωτιάς· αλλιώς τι πρότυπο θα είναι; Όταν τερματίζει τέταρτος σ’ έναν διεθνή αγώνα ορεινής ποδηλασίας οι εφημερίδες είναι αμήχανες αλλά φροντίζουν να του υπενθυμίζουν την μέγιστη υποχρέωσή του και τα σχετικά κρατικά ανταλλάγματα…Τον Άχιμ δεν τον ξεχνούσαν, μάλιστα του θύμισαν τα άδεια ακριβοπληρωμένα δωμάτια του διαμερίσματός του, που ήταν δημόσιος χώρος και ανταλλάξιμος και παρόμοιος με αποβάθρα του σταθμού ή με φουαγιέ  κινηματογράφου και με όλα τα μέρη που δεν κατοικούνται, στα οποία όμως μπορείς να συναντάς άλλους και να κουβεντιάζεις λιγάκι, ξέρεις τι εννοώ.[σ. 180 – 181]

3295747750-Ο Κάρς βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με τους μηχανισμούς της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που επιχειρούν να τον κατευθύνουν προς τη δημιουργία ενός ηρωικού πορτραίτου και να τον απομακρύνουν από άλλες ανεπιθύμητες διαδρομές. Απότην απροκάλυπτη λογοκρισία μέχρι την τραγελαφική αναζήτηση μιας γραφομηχανής – για την αγορά της οποίας απαιτούνταν τα στοιχεία της ταυτότητας για τα αστυνομικά αρχεία – αλλά και από την διακριτική παρακολούθηση της μυστικής αστυνομίας μέχρι το ευρύτερο κλίμα φόβου και μυστικοπάθειας, ο ερευνητής όχι μόνο αδυνατεί να επιδοθεί στο έργο του αλλά μοιάζει και η ίδια του η προσπάθεια να αποτελεί έργο άλλων.

(Βέβαια η δική του ήταν η μικρότερη σημαία, αλλά μήπως δεν ήταν οικονόμος;) Εκείνη που έπρεπε να περιγραφεί ήταν η αιφνίδια επιστροφή του στη μικρή πόλη μια Κυριακή μετά από δυο χρόνια και η θέα μιας πρόσφατα σφραγισμένης πόρτας και ο μοναχικός τρόμος σε ολόκληρο το ταξίδι της επιστροφής ανάμεσα σε εκδρομείς και ερωτικά ζευγαράκια στο τραίνο που πήγαινε με το πάσο του: κάτι έκανε, μα μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου, άξιζε να θυσιάσεις μια ολόκληρη ζωή; Τίποτε δεν μπορείς να κάνεις. Η γυναίκα του φοβόταν τα σήματα των ξένων ραδιοσταθμών, πρόσφατα είχαν πιάσει κάποιον γι’ αυτό το λόγο, δεν σκέφτεσαι τα παιδιά, γιατί δεν θέλεις να έχουμε την ησυχία μας. Σκέψου και σένα. [σ. 195]

Peace-Race-1960Ο Άχιμ εκπροσωπεί συλλογικά κάθε πρωταθλητή της ΛΔΓ που χρησιμοποιήθηκε ως μαζικό θέαμα και ως ηθικό υπόδειγμα προς όφελος της εξουσίας. Ειδικότερο πλησιέστερο πρότυπό του είναι ο ποδηλάτης Gustav Adolf “Taeve” Schur. O δημοφιλής «Ταίβε» έγινε σύμβολο της χώρας ιδίως σε αγώνα του 1960 κατά τον οποίο φρόντισε να παραπλανήσει τον Βέλγο αντίπαλό του, ώστε να συγκεντρώσει εκείνος όλη την προσοχή πάνω του και να επωφεληθεί άλλος ανατολικογερμανός ποδηλάτης στην κατάκτηση της πρώτης θέσης.

Ο Άχιμ δε χρειαζόταν παρά απλώς να συμμετάσχει. Η τακτική ήταν πάντα η αυτή: πάντα Πρώτος ερχόταν Ένας, όποιος έμενε πίσω έπρεπε κάθε φορά να βοηθά τους άλλους, η τεχνική αλληλοβοήθειας ήταν γνωστή από τα ειδικά εγχειρίδια και σε αυτήν ασκούνταν μανιωδώς όλοι οι πρωτάρηδες. Αλλά στο τέλος λόγος γινόταν μόνο για τον Άχιμ διότι ήταν το πρότυπό τους: και αυτό είναι αλήθεια· αλλά είναι συναρπαστικό για τον αναγνώστη; [σ. 216 – 217]

00141156Το παρελθόν του Άχιμ δεν είναι απλά αφώτιστο αλλά και επικίνδυνο. Οι σχέσεις του με την ναζιστική Γερμανία αλλά και την μετέπειτα Δυτική Γερμανία όπως και με παλιές και ξεχασμένες αντικαθεστωτικές ενέργειες βρίσκονται θαμμένες στα θεμέλια ολόκληρου του οικοδομήματος της σοσιαλιστικής συνείδησης και ηθικής, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί. Άλλοτε η συλλογική αλήθεια υποχωρεί μπροστά στην προσωπική, άλλοτε η δημόσια ιστορία εκδικείται την ατομική. Και η αλήθεια μοιάζει πάντα φεύγουσα για τον ερευνητή, σαν κάτι που ήταν εξαρχής απροσπέλαστο. Δεν μένει λοιπόν παρά η περιγραφή μιας περιγραφής – αυτός ήταν και ο αρχικός τίτλος του βιβλίο, που διατηρήθηκε κατόπιν ως υπότιτλος.

Uwe Johnson, 1980Η επισφράγιση της αγαστής συνεργασίας μεταξύ αθλητισμού και εξουσίας έχει πολλές μορφές – με ανώτερη εκείνη της εκλογής στο κοινοβούλιο της χώρας. Κάπως έτσι και ο Ταίβε κατέληξε στην κορυφή της πυραμίδας, ενώ μια άλλη παράλληλη περίπτωση αποτελεί εκείνη του Wolfgang Loetzsch, που παρουσιάζεται στο ντοκιμαντέρ Sportsfreund Lötzsch  [Sacha Hilpert – Sandra Prechtel, 2007].

. Ο Γιόνζον δεν συνεργάστηκε με καμία εξουσία· εγκατέλειψε την Ανατολική Γερμανία το 1956 αλλά αρνήθηκε και να αποτελέσει μέρος της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας στο Δυτικό Βερολίνο, Ο «Λιποτάκτης από την Δημοκρατία» υπήρξε ταυτόχρονα και ανεπιθύμητος της Δύσης, πληρώνοντας το γνωστό τίμημα της ανεξάρτητης σκέψης και γραφής.

– Γιατί πολεμάει η Γερμανία;

– Γιατί δεν έχουμε αρκετό ζωτικό χώρο και επειδή οι άλλοι δεν αξίζουν τίποτε. [σ. 131]

uwe-johnson-in-berlinΕκδ. Ίνδικτος, 2006, μτφ. Τούλα Σιέτη, επίμετρο – επιμέλεια Κώστας Καλφόπουλος, 469 σελ., με εργοβιογραφία του συγγραφέα [Uwe Johnson – Das dritte buch über Achim, 1961].

Μεταξύ των εικόνων, το κόκκινο γραμματόσημο προς τιμήν του Taeve και ο χαμογελαστός Wolfgang Loetzsch.

Ιστολογιογραφία: Ναυτίλου Πλοήγηση εδώ κι εκεί.

06
Φεβ.
11

Anna Funder – Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου

Το τείχος μέσα στο κεφάλι

Μέρος Α΄

Το ότι μιλάς για την ιστορία σου σημαίνει ότι απελευθερώνεσαι απ’ αυτή; Ή μήπως ότι οδεύεις προς τα μέλλον σου αλυσοδεμένος; (σ. 110)

Αν ζούσαμε σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κι έπρεπε να επιλέξουμε ανάμεσα στο να δώσουμε πληροφορίες για τους φίλους μας ή να αποχωριστούμε δια παντός σύζυγο και παιδιά τι θα επιλέγαμε; Πόσοι από εμάς θα έμεναν ηθικά ακέραιοι; Μετά την πτώση τέτοιων καθεστώτων οι φάκελοι των πολιτών θα πρέπει παραδίδονται στους ίδιους, να καίγονται ή να ανοίγονται έπειτα από πολλά χρόνια ή μετά τον θάνατό τους; Τα κτίρια των μαρτυρίων να γίνονται μνημεία του παρελθόντος, να κατεδαφίζονται απαλλάσσοντας τον τόπο από το βάρος τους ή να υφίστανται «ιδεολογική ανακαίνιση» με σοβάντισμα και μετονομασία; Πιο επικίνδυνη είναι η γνώση ή το να αγνοείς το παρελθόν και να ξαναρχίζεις από την αρχή, με διαφορετικές σημαίες, διαφορετικά φουλάρια και κράνη;

Ιδού μερικά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν όσους έζησαν υπό το καθεστώς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας ακόμα και σήμερα, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Φάντερ (γεν. 1966) δίνει τον λόγο και στις δυο πλευρές του καθεστώτος: τόσο στους ανθρώπους της Στάζι όσο και στα θύματά τους. Δεν περιορίζεται στις αυτονόητες επισκέψεις σε αρχεία, σημεία του τείχους ή στα πνιγμένα στο λινόλαιο και τις αποχρώσεις του καφέ δημόσια κτίρια που έχουν ακόμα «την οσμή των γέρων» κυβερνητών ή του καθαρού φόβου. Αναζητά η ίδια τους συνομιλητές της μέσω αγγελίας και συζητά ακόμα και με τους περίφημους ανεπίσημους συνεργάτες (ΙΜ – Inoffizielle Mitarbeiter), δηλαδή μυστικούς καταδότες συγγενών και φίλων. Οργανώνει το υλικό της υπό μορφή ταξιδιωτικού χρονικού με στοιχεία ρεπορτάζ, ενσωματώνοντας σύντομα ιστορικά της κατασκευής και πτώσης του τείχους και μικρές προσωπογραφίες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγού της Στάζι), και θίγει αποσιωπημένα ζητήματα, όπως η αποκλειστική σύνδεση του Ναζισμού με την Δυτική Γερμανία, που χαρακτηρίζεται ως ένας από τους ευφυέστερους αθωωτικούς ελιγμούς του εικοστού αιώνα.

Το «ανατολικογερμανικό σύστημα» δεν είχε απλώς τα γνωστά χαρακτηριστικά των δικτατοριών (γραφειοκρατία, τεράστιος όγκος εγγράφων, παθολογική εμμονή στις λεπτομέρειες). Ήταν πιθανώς το πιο τελειοποιημένο κράτος παρακολούθησης όλων των εποχών: ένας πράκτορας της Στάζι αντιστοιχούσε σε είκοσι τρεις ανθρώπους. Στην υπηρεσία τους επικουρούνταν από μικρόφωνα κρυμμένα σε διακοσμητικά λουλούδια, ποτιστήρια ή στις πόρτες των Τράμπαντ, από «δείγματα οσμής» του κάθε ανθρώπου (που σήμερα κανείς δεν γνωρίζει σε ποια χέρια βρίσκονται) και σπρέι με χειροκίνητες αντλίες που ψέκαζαν τα άτομα στο πλήθος ή στις ανακρίσεις – μήπως έτσι πέθαναν από ένα σπάνιο είδος καρκίνου οι αντιφρονούντες συγγραφείς Γύργκεν Φουκς και Ρούντολφ Μπάρο;

Σε μια κοινωνία όπου οι πάντες υποπτεύονταν τους πάντες και η δυσπιστία που απέρρεε απ’ αυτό αποτελούσε θεμέλιο της κοινωνικής ύπαρξης, οι πολίτες αισθάνονταν ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τη συμφωνία τους με όσα λέει και κάνει το κράτος. Έπρεπε, συνεπώς, να μάθουν να ζουν σε μια σχέση «εσωτερικής εχθρότητας αλλά εξωτερικής συμμόρφωσης προς το κράτος». Εξασκήθηκαν στην αυτο–λογοκρισία και βίωσαν μια εσωτερική ψυχολογική εξορία. Αντιλαμβανόταν την κατάσταση αλλά προσπαθούσαν να μη δίνουν σημασία σ’ αυτή την πραγματικότητα για να μην τρελαθούν. Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς «τη λογική της ΛΔΓ». Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!

Η γελοιότητα αποτελεί κοινό στοιχείο των ολοκληρωτικών συστημάτων. Συχνά εκπονούνταν διατριβές με θέμα «Περί των πιθανών αιτίων της ψυχολογικής παθολογίας της επιθυμίας παραβίασης των συνόρων», ενώ επινοήθηκε ο χορός Λίπσι, άχαρος, αλύγιστος και χωρίς αγγίγματα, προερχόμενος τάχα από τη νεολαία, ως ένα αντίδοτο στο ξενόφερτο ροκ. Όταν πράκτορες εντόπισαν σε βιβλιοθήκη αντίτυπο της απαγορευμένης Φάρμας των Ζώων, χαμογέλασαν χαρούμενοι καθώς είδαν στο εξώφυλλο γουρούνια που κρατούσαν μια κόκκινη σημαία!

Βασικό κορμό του Stasiland αποτελούν οι συνομιλίες της Φάντερ (δημοσιογράφου αλλά και δικηγόρου διεθνών υποθέσεων) με απλούς, «καθημερινούς» ανθρώπους των οποίων η ζωή καθορίστηκε ολοκληρωτικά από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους, ακόμα και εξαιτίας ενός τυχαίου συμβάντος. Η Μίριαμ θεωρήθηκε εχθρός του κράτους από τα 16 της ενώ μέχρι σήμερα συναντά εμπόδια αναζητώντας την αλήθεια για την υποτιθέμενη αυτοκτονία του συζύγου της στη φυλακή. Θέλουν να πάψουν να σκέφτονται το παρελθόν. Θέλουν να προσποιηθούν πως αυτά δεν υπήρξαν. Η Γιούλα καλούνταν συχνά στα γραφεία της Στάζι για να ερμηνεύσει λέξεις που έγραφε στα γράμματά που αντάλλαζε με τον Ιταλό εραστή της, ενώ στο τέλος των παρακολουθούμενων υπεραστικών κλήσεων μεταξύ τους έλεγε «καληνύχτα σε όλους». Η φράου Πάουλ αρνήθηκε να προδώσει το πρόσωπο που της υπέδειξαν, χάνοντας το αντάλλαγμα να βρεθεί κοντά στο άρρωστο παιδί της στην άλλη πλευρά του τείχους. Άλλοι δεν άφησαν τον εαυτό τους να διαλυθεί, αντιμετωπίζοντας με χιούμορ τα παθήματά τους, όπως ο Κλάους Ρενφτ, αρχηγός του δημοφιλέστερου ροκ συγκροτήματος της χώρας, που αφανίστηκε ολοκληρωτικά από το προσκήνιο λόγω ανυπακοής. Ο Ρενφτ θεωρεί ως μικρή του νίκη την κρυφή μαγνητοφώνηση της υπαλλήλου που τους ανακοινώνει από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε και δηλώνει: Για τις λεπτομέρειες της ζωής μου μπορώ σήμερα να ανατρέξω στους φακέλους κι αυτό είναι ευτύχημα.

Στην απέναντι πλευρά, αρκετοί δέχονταν να γίνουν πληροφοριοδότες, «άλλοτε γιατί πίστευαν στην υπόθεση, άλλοτε γιατί ένοιωθαν πως θα γίνουν κάποιοι, πως κάποιος θα τους ακούει με προσοχή». Ο Χάγκεν Κοχ επιμένει πως διδάχτηκε από πολύ μικρός ότι η χώρα τους είναι θρησκεία, με το δικό της κλειστό σύστημα πίστης, δική της κόλαση, παράδεισο και άφεση αμαρτιών. Πολλοί παραμένουν αμετανόητοι, όπως ο Καρλ Έντουαρντ φον Σνίτσλερ που σε ειδική τηλεοπτική εκπομπή ασκούσε κριτική σε αποσπάσματα από την δυτική τηλεόραση ή απλώς διακατέχονται από την νοσταλγία της Ανατολής (Ostalgie). Είναι αξιοσημείωτο πως οι πρώην πράκτορες σταδιοδρομούν ως ασφαλιστές, τηλεπωλητές ή μεσίτες, ακριβώς δηλαδή σε επαγγέλματα που απαιτούν την τέχνη του να πείθεις κάποιον να κάνει κάτι παρά την επιθυμία του ή τα ενδιαφέροντά του. Πολλοί συναντιούνται μεταξύ τους ακόμα και με ημερήσια διάταξη ή συμμετέχουν στον μυστικό σύλλογο πρώην ανδρών της Στάζι (Insiderkomitee), όπου ασκούν πιέσεις για παραχωρήσεις δικαιωμάτων, γράφουν την δική τους άποψη για την Ιστορία και αλληλοϋποστηρίζονται σε δίκες, ενώ λέγεται πως παρενοχλούν όσους εργάζονται για να μαθευτούν τα πάντα για τις ενέργειές της.

Μπορεί πλέον να μην υπάρχουν παρά ελάχιστα απομεινάρια του τείχους, ένα άλλο τείχος όμως παραμένει σε πιο δύσβατη περιοχή. Η έκφραση Mauer im Kopf (τείχος στο κεφάλι) δεν υποδηλώνει μόνο την συνεχιζόμενη διάκριση των Γερμανών σε Ανατολικούς και Δυτικούς, αλλά και την διαιώνιση της ύπαρξης του στον μυαλό των μεν νοσταλγών ως ελπίδα, των δε θυμάτων ως εφιαλτικό ενδεχόμενο.

Σήμερα στο πρώην αρχηγείο της Στάζι πηγαίνουν άνθρωποι για να διαβάσουν τις βιογραφίες τους, ενώ σε άλλο τμήμα οι «συναρμολογήτριες» συγκολλούν μεταξύ τους όσα κατεστραμμένα αρχεία δεν πρόφτασαν να κάψουν ή να πολτοποιήσουν. Θα χρειαστούν 375 χρόνια με 40 εργαζόμενους για να αποκατασταθούν, αλλά η συμβολική σημασία είναι δεδομένη. Πώς είναι άραγε να περιμένεις να συναρμολογηθεί ένα κομμάτι της ζωής σου;

Μέρος Β΄

Τι απέγινε το δημοφιλέστερο ροκ συγκρότημα της Ανατολικής Γερμανίας (δηλ. της περίφημης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Klaus Renft Combo όταν το 1975 υπερέβη τα όρια; Ήταν πολύ διάσημοι για να συλληφθούν, συνεπώς κλήθηκαν από μια αξιωματούχο που απλά τους ανακοίνωσε: από σήμερα σας πληροφορούμε πως δεν υπάρχετε. Στην ερώτηση του αρχηγού Κλάους αν είναι πλέον απαγορευμένοι, διευκρίνισε: Δεν είπαμε ότι είστε απαγορευμένοι. Είπαμε ότι δεν υπάρχετε. Οι δίσκοι τους εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα, ο Τύπος σταμάτησε να τους αναφέρει, το ραδιόφωνο να τους παίζει. Η δισκογραφική AMIGA ανατύπωσε ολόκληρο τον κατάλογό της χωρίς αυτούς. Κατασκεύασαν και τους αντικαταστάτες τους Carousel, καθαρούς αντιγραφείς των KRC χωρίς τα κακά λογάκια φυσικά. Όμως ο Κλάους είναι μια αληθινή ροκ εντ ρολλ ψυχή: έχοντας προβλέψει τις εξελίξεις, κόλλησε ένα κασετοφωνάκι στο λουρί της κιθάρας και κατέγραψε τα λόγια της «συντρόφισσας» κατσίκας έτσι για ηχητικό εφφέ – μπορείτε σήμερα να ακούσουμε στον δίσκο 40 Years Klaus Renft Combo (1997).

Λίγα χρόνια πριν, μια νεαρή κοπέλα καλείται κάθε τόσο στα γραφεία της Στάζι για να τους εξηγήσει ορισμένα σημεία των ερωτικών επιστολών που ανταλλάζει με τον Ιταλό φίλο της- φανταστείτε την τραγελαφική σκηνή, όπου ο αξιωματικός την ρωτάει για λέξεις που δεν μπορεί να βρει στο μικροσκοπικό του λεξικάκι – μήπως δεν είναι τρυφερότητες αλλά συνθηματικές κατά του κράτους; Όταν δεν τής φράζονται όλοι οι επαγγελματικοί δρόμοι, επειδή αρνήθηκε να γίνει πληροφοριοδότρια, κι εκείνη δηλώνει στο Γραφείο Εργασίας πως είναι άνεργη, η ένστολη υπεύθυνη ουρλιάζει «δεν είστε άνεργη, απλώς ψάχνετε δουλειά!», αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας της ΛΔΓ, στο απόλυτο κενό.

Όταν ζητήθηκε από τους διαδηλωτές που κατέλαβαν το κτίριο της Στάζι (4.12.89) να δείξουν στους φρουρούς τις ταυτότητές τους, σαν μια παράδοξη παρωδία ελέγχου που έχαναν εκείνη τη στιγμή, εκείνοι αιφνιδιασμένοι το έκαναν υπάκουα, προτού καταλάβουν το κτίριο!

Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο- καταγραφή μαρτυριών είναι γεμάτο από παρόμοιες ανατριχιαστικές και πολύ σκληρές ιστορίες. Ανθρώπων που έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στην προδοσία φίλων και την ζωή της οικογένειάς τους, που συνειδητοποίησαν πως το κράτος δεν ήταν ο καλός πατέρας που είχαν στο μυαλό τους. Κι έτσι όπως ο ορισμός του «εχθρού» διευρυνόταν όλο και περισσότερο, καριέρες καταστρέφονταν προτού καν αρχίσουν, σχέσεις διαλύονταν, συνειδήσεις κατατρώγονταν.

Παρά την παθολογική της εμμονή στην λεπτομέρεια (ή μήπως εξαιτίας της;), η Στάζι απέτυχε τελείως να προβλέψει το τέλος του κομμουνισμού και της χώρας. Μεταξύ 1989 και 1990, από σταλινική κατασκοπευτική μονάδα τη μία μέρα, μουσείο την επόμενη. Αναλογίζομαι τον περιβόητο διοικητή της Στάζι Μίλκε, την στιγμή που αντιλαμβάνεται πως ο μηχανισμός που έχει δημιουργήσει είναι τόσο τέλειος, ώστε κάπου, κάποιος παρακολουθούσε στενά και τον ίδιο.

Όμως οι άνθρωποι – ερείπια που άφησε προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, ενώ οι πρώην καθεστωτικοί παραμένουν αμετανόητοι και πρέπει να νοιώθουν πολύ τυχεροί που οι Γερμανοί αντέδρασαν με σύνεση και ψυχραιμία. Σε άλλη χώρα, θα τους είχαν κατακρεουργήσει.
Εκδ. Οκτώ, 2008, μτφ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, σελ. 334, με σημειώσεις για τις πηγές. (Anna Funder – Stasiland: Stories from Behind the Berlin Wall, 2003).
Πρώτη δημοσίευση: Α’ μέρος: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 24, χειμώνας 2011. Β ‘ μέρος: εδώ.
28
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 52

Friedrich Christian Delius, Τα αχλάδια του Ρίμπεκ, εκδ. Ροές, 2004, μτφ. Αλεξία Καλανταρίδου, επιμέλεια – επίμετρο Τατιάνα Λιάνη, σ. 62 (Die Birnen von Ribbeck, 1991).

Στην ίδια ευθεία, ακριβώς στο τέλος των αγρών, υψώνονταν σωροί ολόκληροι τα σκουπίδια, που καθημερινά διογκώνονταν απ’ τα φορτηγά τα οποία έρχονταν από το δυτικό Βερολίνο, οι χημικές σας λάσπες ενώνονταν με τα δικά μας υπολείμματα των φυτοφαρμάκων στο μη στεγανοποιημένο έδαφος κι έφτιαχναν μια μάζα που κατέληγε στα υπόγεια νερά κι έπειτα στα ύδατα του ποταμού Χάφελ – εκεί κατέφευγαν όλοι οι αρουραίοι της περιοχής – κι έπειτα ανέβαινε στην επιφάνεια σε μορφή υδρατμών και σύννεφων σκόνης, ενώ το βαρύ μέταλλο πετούσε ανάλαφρο πάνω απ’ τα κεφάλια των γλάρων,

ποιος δε θα ’θελε να πετάξει, όπως οι γλάροι και τα κοράκια, πέρα απ’ αυτή τη γηρασμένη, δηλητηριασμένη γη, να ξεχάσει όλα τα τείχη, τα γερά εκείνα τείχη στα μακρινά σύνορα, τα ετοιμόρροπα στο ιπποστάσιο, να τραβήξει μακριά, πάνω απ’ τους αγρούς και τα χωριά, να ξαναγεννηθεί, να ξαναρχίσει και πάλι απ’ την αρχή ή να ξυπνήσει στ’ ανάκτορο, για μια και μόνο φορά στη ζωή του, πριν απ’ το μπουντρούμι των γηρατειών, να ζήσει στ’ ανάκτορο, …

Στην Χρύσα Γεωργακοπούλου
18
Ιον.
09

Τζέννυ Έρπενμπεκ – Παιχνίδι με τις λέξεις

Πολυτάλαντη δεσποσύνη (1967, Ανατολικό Βερολίνο) με σπουδές βιβλιοδεσίας, θεατρικών επιστημών και σκηνοθεσίας μουσικού θεάτρου, διδαγμένη και από Βέρνερ Χέρτσογκ και Χάινερ Μύλλερ. Συγγραφικώς ξεκίνησε με την περίφημη νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (1999, που διασκεύασε και θεατρικώς) και συνέχισε με τα διηγήματα Σκύβαλα (2001). Στο πρώτο της θεατρικό έργο (KatzenhabensiebenLeben/Οι γάτες έχουν επτά ζωές, 2000) εξέφρασε απερίστροφα την ίδια μοιρασμένη αναλογία αγάπης και κτηνωδίας που διαπερνά στα λογοτεχνήματά της. Θεωρείται από τα εξαιρετικά πουλέν της νέας Γερμανικής γραφής.

Εδώ συναντούμε ξανά το εύρημα του μονολόγου ενός μικρού κοριτσιού και γενικότερα της θέασης του γύρω κόσμου μέσα από τα άπειρα υπεραθώα ματόκλαδά του. Περιορισμένη σε ένα σπίτι και στο εξωτερικό του, με υπερπροστατευτικούς πλην σιωπηλότατους γονείς, με φοβισμένη αλλά στοργική παραμάνα, ρωτά για τα πάντα, για να λάβει κάθε φορά απάντηση που εγείρει νέες ερωτήσεις. Μόνη της διαφυγή οι λέξεις, που όμως αποδεικνύονται το μεγαλύτερο και πλέον απατηλό εμπόδιο. Έξω από το σπίτι, οι ήχοι της αναταραχής και οι πυροβολισμοί των αγνώστων.

Το κοριτσάκι ανάμεσα στα 6 και στα 16 παραληρεί την παράλογη πραγματικότητά του σε μικρά, σχεδόν ελλειπτικά κείμενα, χωρίς ενότητες, πλοκή ή «δράση». Η αποκάλυψη του αληθινού περίγυρού της γίνεται σταδιακά και υπαινικτικά: θετή κόρη ενός πατριού – βασανιστή ενός δικτατορικού καθεστώτος. Τελικά τα μισόλογα και τα νανουρίσματά του δεν ήταν παρά περιγραφή τεχνικών των βασανιστηρίων, προσαρμοσμένη στην τρυφερή πατρική γλώσσα! Όλα όσα έχει ποτέ σκεφθεί ο άλλος είναι χωμένα στη σάρκα του. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να μαλακώσει η σάρκα.

Ετούτη η γκροτέσκα νουβέλα λες και σκίζεται ανάμεσα σε αποτρόπαιο παραμύθι και μελαγχολική παραβολή της πολιτικής βίας μιας θλιβερής χώρας. Που ίσως ήταν η στρατιωτική Αργεντινή (καθώς αναφέρεται ως ηλιόλουστη, και ακόμα «προτείνεται» στο εξαιρετικά ενδιαφέρον επίμετρο του Tom Shimmeck), είτε η ίδια η Ανατολική Γερμανία όπου μεγάλωσε η συγγραφέας (όπου και αναφορές, σε δεύτερο επίμετρο, για την προσωπική της αμυντική γλωσσολογία εκείνη την εποχή). Τα θύματα άλλωστε και οι δράστες της (πτώσης της) Ανατολικής Γερμανίας διασχίζουν δραματικά και το δεύτερο θεατρικό της έργο (LeibesübungenfüreineSünderin / Σωματικές ασκήσεις για μια αμαρτωλή, 2003).

Το μικρό κορίτσι ανασκευάζει τον κόσμο στα μέτρα του, με δική του γλώσσα, ηθική και ιστορία. Δείγμα ευφυΐας, αθωότητας ή παιδικής σκληρότητας; Δεν έχει σημασία. Το μόνο που έχει σημασία είναι να ακυρωθούν οι αναμνήσεις του.

Εκδ. Ίνδικτος, 2008, μτφ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, σελ.149 (Jenny Erpenbeck, Worterbuch, 2005). Από τις ίδιες εκδόσεις και τα δυο προηγούμενά της.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.323 hits

Αρχείο

Advertisements