Posts Tagged ‘Ανθολογίες

06
Αυγ.
10

Ευρυπίδης Γαραντούδης – Μαίρη Μικέ (Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ανθολόγηση), Παλίμψηστο Καβάλας. Ανθολόγιο μεταπολεμικών λογοτεχνικών κειμένων

Πόλη αφηγήτρια και αφηγημένη

Πόλεις που αφηγούνται ή αποτελούν αντικείμενο αφήγησης, πολιτείες που μεταπλάστηκαν από πραγματικές σε λογοτεχνικές και αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης των ηρώων αλλά και πολύσημα κέντρα γλωσσικής αποτύπωσης, άστεα της ιδεολογικής ένδυσης και της αισθητικής καταξίωσης… H ανθολόγηση μιας σειράς λογοτεχνικών κειμένων με κοινό γνώμονα την πόλη δεν μπορεί παρά να συνθέτει μια ιδιαίτερα ερεθιστική κειμενική συλλογή, πόσο μάλλον όταν συνοδεύεται από πλήρη θεωρητική διερεύνηση του θέματος.

Ακριβώς αυτή η ψηλάφηση της ποιητικής των διαδοχικών εγγραφών του χρόνου στο σώμα της πόλης και της επινοημένης πολιτείας μέσα στην αφήγηση (κατεύθυνση γνωστή και από την παλαιότερη μελέτη της Μ. Μικέ για τα Λογοτεχνικά πρόσωπα της Καβάλας στις εκδόσεις του Εντευκτηρίου) υπήρξε το βασικό desideratum των ανθολόγων – επιμελητών, σύμφωνα και με τον εκτεταμένο και ιδιαίτερα αναλυτικό πρόλογο. Η ανάδειξη του ιστορικού χαρακτήρα των λεκτικών αναπαραστάσεων, των λειτουργιών και αποτυπώσεων της πόλης στον χρόνο και της ιδιαίτερης μυθοποιητικής της παράδοσής αποτέλεσαν, μεταξύ άλλων, τα βασικά κριτήρια αυτής της, κατά συνέπεια, κειμενοκεντρικής προσέγγισης, με την επιπρόσθετη διάνοιξη περασμάτων και γεφυρών με τα υπόλοιπα κείμενα των ανθολογούμενων συγγραφέων.

Αναπόφευκτα οι κοινωνικο-οικονομικοί όροι της Καβάλας προσδιόρισαν την ισχνότητα της πολιτιστικής της ζωής και λειτούργησαν ανασταλτικά στην ανάπτυξη εντόπιας λογοτεχνικής κίνησης. Ο στραγγαλισμός της γραφής στο ασφυκτικό επαρχιακό περιβάλλον είναι δεδομένος. Όμως αξιοσημείωτη είναι, παρά το τέλμα της πνευματικής άπνοιας, η έκδοση τεσσάρων μεταπολεμικών λογοτεχνικών περιοδικών (Εννέα Οδοί, Αργώ και τα περίφημα Σκαπτή Ύλη και Υπόστεγο) που αποτέλεσαν σε πολλές περιπτώσεις φιλόξενα υπόστεγα εξαιρετικών κειμένων. Ούτως ή άλλως κάθε πόλη έχει τους συγγραφείς που πασχίζουν «την πολιτεία να την καταγράψουν», (Φώτης Πρασίνης, «Η πολιτεία και ο ουρανός»), «την ψαγμένη ματιά που έδινε άλλε διαστάσεις στη φθαρμένη εικόνα της, τη βαθύτερη ουσία της» (Κοσμάς Χαρπαντίδης, «Τα δώρα του πανικού») να αναδείξουν.

Ετούτη η λογοτεχνική χωροταξία πεζογραφίας και ποίησης από το 1960 και εξής αποκαλύπτει πολλαπλές, ενίοτε κρυμμένες, κρυπτικές και διαθλασμένες όψεις της Καβάλας: αναγκαστικός χώρος υποδοχής για τους πρόσφυγες και υποκατάστατο χαμένου παράδεισου (Φ. Πρασίνης), τόπος επιστροφής για αναζήτηση θησαυρισμένων μνημών, ενίοτε με θεραπευτικές λειτουργίες (Βασίλης Βασιλικός), πεδίο (ταραγμένων) πολεμικών και ψυχροπολεμικών συγκυριών, συχνά σε αντιδιαστολή με την αλήθεια του ερωτικού τοπίου (Πρόδρομος Μάρκογλου), πόλη της ετερότητας και του διαφορετικού (Θεόδωρος Γρηγοριάδης).

Σε μια τέτοια «περιήγηση στην πινακοθήκη με τα λογοτεχνικά πορτρέτα της πόλης» αναπόφευκτα διαφαίνεται η διπολική σχέση ανάμεσα στο εδώ και στο αλλού, μετατρεπόμενη σε σχέση ανάμεσα στο τώρα και το άλλοτε, με κίνδυνο εξωραϊσμού του παρελθόντος και ακύρωσης του παρόντος και με την οπτική γωνία της εξιδανίκευσης συχνά να διπλασιάζεται, τόσο μέσα από τα μάτια της νεότητας όσο και εκείνα του ενήλικα αφηγητή με την ύστερη γνώση (βλ. περίπτωση Δ. Αξιώτη και άλλων). Όταν δε ο συγγραφέας επιστρέφει ως ταξιδιώτης, θεάται την πόλη μέσα από το μάτι του ετερόχθονος, «καθώς η όραση, απαλλαγμένη από συνήθειες που την αμβλύνουν, μπορεί να εκτιμήσει τις λεπτομέρειες και να αποκαλύψει καταχωνιασμένα από τη συνήθεια τοπία». Τότε εκείνη αποκτά χαρακτήρα αναζωογονητικού και τροφοδοτικού πομπού (Β. Βασιλικός) αλλά και τόπο οδυνηρής υπαρξιακής περιπλάνησης, με την διπλή έννοια του ταξιδιού ως κυριολεξία και ως μεταφορά, δια της ανακάλυψης μιας άλλης όψης του τόπου (Γιώργος Χειμωνάς).

Οι διαδρομές και οι εκδρομές του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου παρέα με τον Ν.Γ. Πεντζίκη, η κατά Χαρπαντίδη «Μανία Πόλεως» με τις επιστρωματώσεις της μνήμης να συνδράμουν στην κατάργηση της λήθης, ο κατάλογος των τεσσάρων αισθήσεων – σταθερών συγκινησιακών λειτουργιών του Γ. Χειμωνά (η φαντασμαγορία, ο φόβος, ο έρωτας και ο κλέφτης που «γλυστρούσε εύκολα μέσα από τις χαραμάδες και έκλεβε σιωπηλά από την ζωή μας»), η αντανάκλαση των τειχών της πόλης στην ψυχική οχύρωση (Γ.Ξ. Στογιαννίδης) δεν αποτελούν παρά ελάχιστες πλευρές ενός ευρύτατου φάσματος λογοτεχνικών κειμένων που ενέπνευσε η πόλη, «μισοκρυμμένη και μισοφανερωμένη σε ό,τι μνημείωσε ή αγλάισε ο χρόνος», που έδωσαν φωνή σε αλλογενείς και αλλόθρησκους και λογοτέχνησαν το πολυεθνικό και πολυγλωσσικό πρόσωπό της.

Η Ιστορία είναι παντού παρούσα, ακόμα κι όταν εμφανίζεται ως συλλογική απειλή για τον ιδιωτικό χώρο του ποιητικού υποκειμένου. Οι λέξεις περιηγούνται στα «χρωματισμένα από τη βαφή της» κομμάτια της πόλης: στα μπλόκια των καπνομάγαζων, στον αποπνικτικό εσωτερικό κόσμο της καπναποθήκης, στην βαριά μυρωδιά της τόγκας, στις ανηφόρες, στις αλάνες, στα σήματα της κοινωνικής ανθρωπογεωγραφίας της πόλης και στις γωνίες που γίνονται σύμβολα. Τα αδιόρατα νήματα του μύθου μπλέκονται αξεδιάλυτα με εκείνα της πρόσφατης ιστορικής μνήμης και του διαρκούς παρόντος των ονομάτων που «αφανώς τις ζωές κυβερνούν» (Μαρία Κυρτζάκη, «Ενδυμίων»). Από την άλλη, η πόλη συχνά αναγιγνώσκεται ως σώμα αγαπημένου προσώπου, σε μια σχέση ταυτόχρονης έλξης και απώθησης, μα συγκινησιακά πάντα ενεργή: «Έτσι, πανάρχαια πόρνη/σκύβω και σε μαζεύω κάθε βράδυ/από δρόμους σκονισμένους και μισόφωτα/σου βγάζω τις μπογιές και τα φτειασίδια/τα ψεύτικα στολίδια και τα λέπια/και σε κοιμίζω δίπλα στο σπέρμα μου/που βιάζεται κι αυτό να το συλλάβεις/για να μπορέσει αύριο να σ’ αγαπήσει/περισσότερο». (Διαμαντής Αξιώτης, Πολιτεία).

Ανθολογούνται ακόμα οι Γιάννης Γαϊτάνος, Ι.Δ. Ιωαννίδης, Θεόφιλος Ελευθεριάδης, Νίκος Βασιλειάδης, Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης, Γιάννης Ατζακάς, Μανίνα Ζουμπουλάκη, Τάκης Γραμμένος, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Κώστας Καναβούρης, Δημήτρης Λέντζης, Χάρης Μιχαλόπουλος, Χρήστος Κεραμίδης, Γιάννης Δάλλας, Γεωργία Τριανταφύλλου. Λαμβάνοντας υπόψη και τις παλαιότερες ανθολογίες μεταπολεμικής ποίησης και πεζογραφίας από τον Διαμαντή Αξιώτη (έκδ. Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, 1983 και 1985 αντίστοιχα και επιλογή των κειμένων του τόμου «Μια πόλη στη λογοτεχνία: Καβάλα», εκδ. Μεταίχμιο 2002), η Καβάλα πλέον έχει τον δικό της καταγεγραμμένο λογοτεχνικό χάρτη. Η ένταξη και άλλων πόλεων σε ανάλογο πολεοδομικό σχέδιο θα ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη!

Εκδ. Καστανιώτης – Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας, 2009, 301 σελ.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 89 (Απρίλιος – Ιούνιος 2010).

23
Απρ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ερμούπολη. Επιλογή κειμένων: Μάνος Ελευθερίου

Πρωτοβρέθηκα στη Σύρο το 1992 στην αρχή μιας αυτοσχέδιας ημιεπαγγελματικής εξάμηνης περιπλάνησης και θυμάμαι ένα πραγματικά υπέροχο περιοδικό, τα Συριανά γράμματα (1988-1998, εκδ. Δημήτρης Β. Βαρθαλίτης). To είδα για πρώτη φορά διασκορπισμένο στο Hotel Europe με το μεγάλο αίθριο και οι ευγενείς υπάλληλοι μου επέτρεπαν να το υπεξαιρώ στον δρόμο προς το δωμάτιό μου. Τώρα  ευτυχής βλέπω να συμπεριλαμβάνεται εδώ, όπως και οι συγγραφείς που περικύκλωνα τις προτομές τους σε εκείνες τις περιπλανήσεις: ο Γεώργιος Σουρής, με το διεισδυτικό του βλέμμα στην είσοδο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης στην εξίσου μυθιστορηματική πλατεία της Ερμούπολης, η Ρίτα Μπούμη Παπά παραδίπλα και ο Βελισάριος Φρέρης στο μικρό πλαταιάκι της Άνω Σύρου – αυτοσχέδιο τότε αναγνωστήριό μου. Δεν είναι φιλοτεχνηθεί σε άλλη ανωσυριανή γωνία η μορφή του Μάρκου Βαμβακάρη αλλά κάτω απ’ την κολοσσιαία φιγούρα του στην Κατώγα κάποιοι μου πρόσφεραν ένα αναστάσιμο δείπνο – είχα βρεθεί χωρίς χρήματα. Μόνο ο Σπύρος Μουστακλής μένει ανανθολόγητος εδώ – αλλά αυτός δεν πρόλαβε να γίνει συγγραφέας – πού χρόνος για γράψιμο όταν προτιμάς να πράττεις. Εκεί πρωτοδιάβασα και τον Ευάγγελο Ν. Ρούσσο και την Λουκρητία Δούναβη – εδώ κι αυτοί.
Ο ανθολόγος δηλώνει απερίφραστα πως έπραξε το κεφαλιού του, αφενός ψαχουλεύοντας στο πλήθος των σχετικών συριανών και κυκλαδικών εν γένει περιοδικών, εφημερίδων και επετηρίδων, αφετέρου ανοίγοντας το βλέμμα και προς το υπόλοιπο νησί, συμπεριλαμβάνοντας εν τέλει ένα ευρύτατο μπουκέτο κειμένων, εξ ου και η ενδεικτική αλλά κατεβατή συριανή βιβλιογραφία στην έξοδο. Ας πράξω κι εγώ του κεφαλιού μου ξεκινώντας απ’ το τέλος, από ένα αμιγώς μυητικό στην λογοτεχνική νήσο κείμενο του Μάρκου Δ. Φρέρη. Αυτή η πρόταση συριανογραφικού περιγράμματος διαπερνά την μετεπαναστατική λογιοσύνη του Θεόδωρου Ορφανίδη, τις γαλλικού ρομαντισμού απομιμήσεις του Ιάκωβου Πιτσιπίου, την «ανάμειξη της γαλατικής ερωτικής ελευθεριότητας με τον καραβοκυρίστικο συντηρητισμό» στην Μεγάλη Χίμαιρα του ολιγοήμερου επισκέπτη Μ. Καραγάτση.

Ο Νικόλαος Κάλας «θα εντάξει την βιομηχανική υποτροπή της Σύρας του ’70 σε φουτουριστικές συνθέσεις λογοπαικτικής εκτόνωσης», ο «πρώτος ιδανικός αυτόχειρας της λογοτεχνίας μας» Ιωάννης Καρασούτσας βλέπει με τα μάτια του μετοίκου, στις δυο άκρες της γλώσσας οι Νικόλαος Δραγούμης και Γιάννης Ψυχάρης, κι ακόμα μια … βιομηχανική περιπλάνηση του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, ο νεορομαντικός οίστρος του Κώστα Ουράνη, μια συλλογή σύντομων δημοσιευμάτων για το θέατρο της πόλης, στο οποίο άλλωστε αφιερωνόταν και ο Καιρός των Χρυσανθέμων του Μ. Ελευθερίου και βέβαια οι περιηγητές του 19ου αιώνα (μεταξύ των οποίων και οι ντε Νερβάλ, Γκωτιέ).

Στο μέσον βέβαια του λόγου της Σύρου παραμένουν οι εμβληματικές της μορφές που βγήκαν και προς την ανοιχτή θάλασσα εκτός τειχών και φάρων με τον μοναχικό ερμουπολίτικο αστισμό αλλά και ευρωκεντρισμό τους: ο ο Εμμανουήλ Ροΐδης και ο Δημήτριος Βικέλας (εικ. δίπλα), με αναδημοσίευση εδώ ολόκληρης της ροΐδειας Ψυχολογίας συριανού συζύγου, ενός διηγήματος που, τολμώ να πω, πέραν των ήδη καταδειχθέντων θέλγητρων του, αποτελεί και μανιφέστο ενός συγκεκριμένου και πάντα παρόντος ιδιάζοντος ερωτισμού: …κατήντησα εις το συμπέρασμα ότι το ποσόν μακαριότητος, το οποίον δύναται τις να αισθανθή πλησίον γυναικός, είνε ακριβώς ανάλογον της ανησυχίας, της ζηλείας, των στερήσεων και των άλλων βασάνων όσα προηγήθησαν αυτού. Μόνο ο διελθών δια τοιούτου καθαρτηρίου λαμβάνει έπειτα το χάρισμα να εισδύση εις το αγιαστήριον της υπέρτατης ηδυπάθειας. Τας πύλας αυτού δεν δύναται να μας ανοίξη ούτε σεμνή παρθένος, ούτε φιλόστοργος σύζυγος, ούτε υπεραγαπώσα ημάς ερωμένη, αλλά μόνον γυνή φιλάρεσκος, ιδιότροπος και όχι καθ’ ημέραν καλή. Μπορούμε άραγε να το εκλάβουμε και ως μεταφορά για το ίδιο το νησί;

Εκδ. Μεταίχμιο, 2004, 283 σελ., φωτογραφίες Καμίλο Νόλλας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.
06
Μαρ.
10

Χριστόφορος Λιοντάκης (επιλ. κειμ.) – Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ηράκλειο

 

Αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου

Κάθε τόσο οι δρόμοι ανοίγονταν σε δημοτικές πλατείες περιστοιχισμένες από τρελά κτίρια αφιερωμένα στο νόμο, τη διοίκηση, την εκκλησία, την εκπαίδευση, τους άρρωστους και τους τρελούς. Στο εκτυφλωτικό ηλιόφως μια λεπτομέρεια, όπως μια καγκελωτή πόρτα ή μια έπαλξη που μένει χωρίς υπερασπιστή, τονίζεται με θαυμαστή ακρίβεια τέτοια που βρίσκει κανείς μόνο στα ζωγραφικά έργα είτε των πολύ μεγάλων είτε των τρελών… Είναι μια πόλη σε σύγχυση, εφιαλτική, ολότελα ανώμαλη, ολότελα ετερογενής, ένας τόπος ονείρου που αιωρείται στο κενό ανάμεσα Ευρώπης και Αφρικής…

… έγραφε για το Ηράκλειο ο Χένρυ Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού, στο ένα από τα δυο κείμενα ξένων λογοτεχνών που ανθολογούνται εδώ. Αν όμως ο Μίλερ απολαμβάνει έκπληκτος τις αντιφάσεις του τόπου αλλά και την σχεδόν μεσσιανική του αποδοχή από τους εντόπιους (άλλοτε λόγω του γεγονότος ότι έφτασε με αεροπλάνο, άλλοτε λόγω της αμερικανικής, δημοσιογραφικής ή συγγραφικής ταυτότητας), ο Ζαν Κοκτώ στο Ελληνικό του Ημερολόγιο περιορίζεται σε αποκλειστικά αρνητικές εντυπώσεις από μια πόλη «όπου τα πάντα είναι χυδαία, και περήφανα που είναι έτσι».

Πόλη παλίμψηστη και πολυώνυμη, με τους χυμούς των αιώνων να κυκλοφορούν υπόγεια και με τον Μινώταυρο πάντα ανάμεσά μας ή στα όνειρά μας, πόλη που αντιστέκεται στους βιαστικούς και κρύβεται στις περίκλειστες αυλές, σύμφωνα με τον ανθολόγο της σε «Είκοσι τέσσερις ψηφίδες για τον Χάνδακα» Χριστόφορο Λιοντάκη, το Ηράκλειο του κεντρόφυγου αεροδρομίου, της θεωρητικής ευρυχωρίας και της εδαφικής στενότητας κατά την Κλαίρη Μιτσοτάκη είναι …

Μια πόλη πιο δυνατή απ’ τους ανθρώπους της. Έχει ένα τρόπο να επιβάλλει τη δική της προσωπικότητα και αφήνει τα πράγματα και τα πρόσωπα στη σκιά. Κανένας δεν μπορεί να την εκπροσωπήσει, κανένας δεν μπορεί να την καταχραστεί. Έχει τόσους πολιτισμούς και χρόνια πίσω της, τόσα ονόματα και τόσες εξαρτήσεις, τόσες εκτινάξεις, που πάντα μ’ έναν τρόπο θα παραμένει απόρθητη, πόλη πολλών πόλεων, πολλών προσωπείων, πολλών μεταμφιέσεων….Γι’ αυτό δεν είναι παράξενο που περισσότερο από λογοτεχνία ή πόλη αυτή παράγει ζωγραφική… αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου.

Από την παλαιότερη λογοτεχνία ανθολογούνται φυσικά σπουδαίες μορφές του τόπου όπως οι Έλλη Αλεξίου, Λεφτέρης Αλεξίου, Μηνάς Δημάκης, Λιλή Ζωγράφου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, και ακόμα οι Ιωάννης Δαμβέργης, Άγγελος Σικελιανός, Γιάννης Σφακιανάκης, Διονύσιος Ρώμας, Οδυσσέας Ελύτης, Άρης Δικταίος, ενώ η σύγχρονη γραφή περιορίζεται, εκτός από τους προαναφερθέντες, στους Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Ρέα Γαλανάκη, Γιώργο Ξενάριο και Άρη Σφακιανάκη, που με το γνωστό του απολαυστικό ταξιδιωτικό κειμενο-ύφος συνδέει την τουριστική περιήγηση με το ερωτικό ημερολόγιο.

Σε μια μελλοντική επανέκδοση θα πρότεινα στον εκλεκτό ποιητή να συμπεριλάβει και αποσπάσματα από την πληθώρα των βιβλίων εντόπιων και εν γένει Κρητών (έστω και λιγότερο «προβεβλημένων») λογοτεχνών και όσων έγραψαν με λογοτεχνικές αξιώσεις για την πόλη – αναφέρω ενδεικτικά: Μανόλης Δερμιτζάκης, Από όσα θυμούμαι: Το παλιό κάστρο. Μια βόλτα στο Ηράκλειο των αρχών του 20ού αιώνα, Α΄ – Β΄ (Ηράκλειο, 1962-1963), Νικόδημος Κριτσωτάκης, Σημαδιακά χρόνια (εκδ. Δωρικός, 1979), Μαρίκα Φρέρη, Το κάστρο μας. Κρητικό ηθογραφικό χρονικό, εκδ. Καστανιώτη, 1979, Στέλιος Παπαδομιχελάκης – Θ’ ανθρωπέψει ο άνθρωπος (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985), Κώστας Αρβανιτάκης – Τάξις τρίτη. Σχολικόν ενθύμιον (εκδ. Η Τόλμη, χ.χ.), Μανόλης Καρέλλης – Το βιβλίο των επιτηδευμάτων (εκδ. Κάκτος, 2001) – έστω και κατ’ ανάγκη με μείωση των 40 σελίδων (σε σύνολο 219, δηλαδή σχεδόν το ένα πέμπτο του βιβλίου) που αφιερώνονται στον Νίκο Καζαντζάκη με ανθολόγηση των ούτως ή άλλως κλασικών «Καπετάν Μιχάλης» και «Αναφορά στον Γκρέκο» ή των ταξιδιωτικών των «ογκόλιθων» της Γενιάς του Τριάντα (Μυριβήλη, Θεοτοκά, Βενέζη).

Ας φύγουμε με τον Αντώνη Σανουδάκη: Αιφνίδια ανατολή των Νεωρίων. Επί πώλου εισέρχεται ισόβιος γαμπρός εντός σου ο Κορνάρος κομίζων μες στο στόμα του το Ερωτικόν Έπος της φυλής. Αναδυομένη η ποίηση του Χορτάτζη, ξεκαρδιστή ή κλαίουσα, στον κόλπο του Δερματά, κραυγή πολιορκημένων εορταστών του Φώσκολου ο Φορτουνάτος, μια πεταλούδα ο χρωστήρας του Θεοτοκόπουλου, αναγγέλλων την Ανατολή της Εσπερίας, ύδραυλος παλμική στον Άγιο Τίτο ο Λεονταρίτης… Προώρως επέλεξα το θόλο σου, όπως ο εραστής τη χαίτη της νεάνιδος που ορχούται στην ιερή σκιά του Γιούχτα. Καλημερίζω την ηχώ των ερειπίων σου, μαργαριτάρια που μέλπουν στα χαλάσματα…

Εκδ. Μεταίχμιο, 2001, 219 σελ.

24
Φεβ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Θεσσαλονίκη. Επιλογή κειμένων: Σάκης Σερέφας.

Ήδη από τον πρόλογο ο παιγνιωδέστερος των συγγραφέων μας Σερ Κυρ Σάκης Σερέφας είναι πανέτοιμος να ξεγυμνώσει την λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη: κάθε εργοτάξιο λεξιχρησίας, κειμενική γειτονιά και μικροπολιτεία τεχνημένων λόγων θα μας φανερωθεί εδώ, σε μια πλήρη κάτοψη της αλεξίλεξης πόλης.

Η σύναξη είναι πλήρης! Εδώ τα γεννήματά της, ο Τάσος Χατζητάτσης με τους ατέλειωτους Εσπερινούς του, ο Ανέστης Ευαγγέλου με τις περιπλανήσεις του, ο Αλμπέρτος Ναρ με τις μνήμες του, ο Δημήτρης Μίγγας με τα ενύπνιά του, ο Δημήτρης Δημητριάδης με τις φλογώσεις του, ο Γιώργος Δέλιος με τις μονολογίες του, η Σοφία Νικολαΐδου με τις ανεξάντλητες μικροϊστορίες της. Εδώ και η χορεία των ποιητών της πόλης – Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Ζωή Καρέλλη, Αλέξης Τραϊανός και Γ.Θ. Βαφόπουλος που την αποτύπωσε οριστικά ως Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα./Κοιμητήρι μ’ επάλληλους/πολυώροφους τάφους νεκρών,/που ροχαλίζουν. Παράμερα αλλά όχι απόμερα και άλλοι ξεχασμένοι πλην εκλεκτότατοι λογοτέχνες όπως ο Νίκος Α. Κοκάντζης και ο … μακεδονομάχος Γεώργιος Μόδης, και ακόμα βορειότεροι αλλά άλυτα αιχμαλωτισμένοι της, όπως ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ο Αλέξανδρος Ίσαρης και ο Γιώργος Χειμωνάς που εδώ έψαχνε να εντοπίσει εαυτό και Πεισίστρατο, ο Τριαντάφυλλος Πίττας ή ο Γιώργος Καφταντζής.

Διαβάζω κι εκείνους που κάποτε γνώρισα ως ταπεινός τερματοφύλακας της μπάρας του Ερωδού της Διαγωνίου, περάσματος γραφέων και λογογραφέων, τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη με τα συνεργεία του, τον Γιώργο Κάτο με τα νεκροταφεία του, τον Σάκη Παπαδημητρίου με τις ηχογραφήσεις του, τον Μάριο Μαρίνο Χαραλάμπους με τα οράματά του, τον Σταύρο Ζαφειρίου και τον Ηλία Κουτσούκο που θέλω να πιστεύω πως στον πάγκο μου εμπνεύστηκαν μερικές λέξεις τους (για τον «Αλκοολικό Χριστουγεννιάτικο Πεζοναύτη» του τελευταίου θα έβαζα και στοίχημα). Κι ένα τραπέζι πάντα για τον Κώστα Λαχά μ’ εκείνο το εκπληκτικό κείμενο για μια λέξη που έπεσε ανέλπιστα στο δρόμο, Κασσάνδρου και Πολιορκητού γωνία, αναστατώνοντας μια ολόκληρη περιοχή.

Κι έχω γίνει ήδη φίλος με πολλούς ήρωες που ξαναπερνούν από εδώ, τον Διαβασημέρη του Πάνου Θεοδωρίδη (από το αλησμόνητο «Τι Εφύλαγεν Αυτός ο Χαμαιδράκων;», από το οποίο αδυνατώ να επιλέξω ένα μόνο κείμενο), με τον Υψόφοβο και Υψιπετή του Δημήτρη Καλοκύρη και τον ερωτοχτυπημένο μ’ ένα απειρόκαλλο πλάσμα μια μέρα όπου όλα έμοιαζαν μ’ εκδρομή μέσα στην πόλη (Σάκης Σερέφας, Τελικά μπούτι ήταν). Στο πορνειακότατο Βαρδάρι ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης βλέπει πως «τα βαμμένα και βωμόλοχα γραΐδια, φάτσες παράξενες δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ινδάλματα της οθόνης» και ο Έντμουντ Κίλι έφτασε στο τέρμα της αθωότητάς του αλλά ο Θωμάς Κοροβίνης αναγνωρίζει όλες τις μυρωδιές των αλλοτινών λαδάδικων και του παλιού σταθμού γιατί μ’ αυτούς χνωτίζονταν οι χαρακτήρες του.

Κείμενα από τις εκδόσεις της Διαγωνίου, του Εντευκτηρίου, της Εγνατίας, της Νέας Πορείας και του Παρατηρητή, του Τριλόφου, οι λεωφορειακές διαδρομές της Ζυράννας Ζατέλη από τον Σοχό «που θύμιζαν χορόδραμα και στροφοδίνη», οι βαλκανικές μυθιστορίες της Έλενας Χουζούρη, τα κοσμοπολίτικα διηγήματα του καταξεχασμένου Άγγελου Δόξα και σύγχρονων εντόπιων όπως η Στέλλα Βογιατζόγλου κι ο Γιώργος Αδαμίδης, άλλοι που έζησαν και δημιούργησαν εδώ (Κάρολος Τσίζεκ, Μανόλης Ξεξάκης), αλλόπολοι όπως ο Γ. Θέμελης, ο Μάρκος Μέσκου κι ο Μίμης Σουλιώτης, αλλόγλωσσοι ποιητές που έγραψαν για την Θεσσαλονίκη (ανθολογημένοι ήδη σε άλλη Σερέφεια έκδοση), και σπουδαίοι συγγραφείς: Μισέλ Μπυτόρ, Αλμπέρτο Σαβίνιο, Πίτερ Μπύξελ και κάποιος Μπόρχες.

Από άλλους ξεχασμένους δρόμους πέρασε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, εδώ ο Γ. Κιτσόπουλος συνεξέδωσε τον Κοχλία, στις ξενοδοχειακές ταράτσες του Καραγάτση ακούγονταν slow-fox και Stormy Weather, τις Νέες Φυλακές Κασσάνδρου μνημείωσε ο Τάσος Δαρβέρης. Δεν λείπει φυσικά η χορεία των αγιασμένων της: ο Πατέρας της Μητέρας Πόλης κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο αειδιάβαστος Γιώργος Ιωάννου, ο αλησμόνητος Τόλης Καζαντζής….

Ίσως πάλι, όπως γράφει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάει, τελείωσε, η πόλη αυτή είναι αποφασισμένη να μην ξεφωνίσει ποτέ την κατάντια της. Μια πόλη ξεφωνημένη που φόρεσε ράσα για να το κρύψει μορφάζει αηδιαστικά σ’ όλη τη γκάμα της μιμητικής, υποκρίνεται όσα δεν είναι, ενώ όσα είναι, έχοντάς τα από καιρό θάψει στα θεμέλια των σπιτιών της, βγάζουν ένα τρομακτικό θόρυβο, σα να ’ναι μιλούνια οι ποντικοί που αλωνίζουν το υπέδαφος. Κανείς δεν τους βλέπει, κανείς δεν τους ακούει, αν δεν το θελήσει, κι όμως αυτά τα ποντίκια είναι ο κύριος λόγος της αγωνίας της. Κι ας κάνει πως τραγουδά, κι ας καμώνονται πως την τραγουδούν (…). Μια πόλη χωρίς υποσυνείδητο, χωρίς εφιάλτες και όνειρα, στερημένη τη δυνατότητά της να ερωτευτεί το μέλλον (γιατί τι άλλο μπορεί να ερωτευτεί μια πόλη;) λουφάζει, μετατρέποντας το μικρό σε μεγάλο και το αντίστροφο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2002, 2η εμπλουτ. έκδ. 2006, 471 σελ., φωτ. Άρις Γεωργίου, Καμίλο Νόλλας.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

19
Φεβ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Βόλος. Επιλογή κειμένων: Κώστας Ακρίβος

Μα πώς έστριψα έτσι λέει κι εννοεί τη ζωή του, πώς γλίστρησα πάνω στις μουσικές και βρέθηκα στο αντίθετο ρεύμα, τι την ήθελα εγώ την μετωπική σύγκρουση, έφαγα μια ζωή σε διαδρομές, απ’ τον Pachelbel προς τα κάτω, πάρ’ τε την από μπροστά μου, ποιος ξέρει πώς την λέν’ τη μουσική που θα με περιμένει κάπου, τι θα μου ζητήσει….και παίρνει τη στροφή κάπως πιο ανοιχτά, πιο ατημέλητα από άλλοτε, και τότε το βλέπει να ’ρχεται μ’ όλα τα φώτα του αναμμένα, κόρνα σε ντο μείζονα, καρδούλες στο παρμπρίζ, τι δουλειά έχει μες στο καλοκαίρι αυτό το χριστουγεννιάτικο δέντρο σκέφτεται, κι αφήνεται να βυθιστεί εκκωφαντικά στο πιο εκθαμβωτικό heavy metal.

… έγραφε στο «Μουσικό θέμα για Road Movie» ο Αχιλλέας Κυριακίδης, καθώς ο οδηγός έμπαινε με τα χίλια στο Βόλο, γιατί όπως άλλωστε λέει κι ο Κώστας Ακρίβος, γέννημα θρέμμα της ανθολογημένης μεσο-πολης, απαραίτητη προϋπόθεση μιας οδοιπορίας στις πόλεις είναι ακριβώς να ανακαλύψεις τα περάσματα που οδηγούν σ’ αυτές, τους δρόμους – εισόδους που υποδέχονται και τους δρόμους – εξόδους – πειρασμούς για αποκοπή του ομφάλιου λώρου. Γι’ αυτό και το εισοδιακό κείμενό του αποκαλύπτει διηγηματικώς έξι τρόπους εισχώρησης στον ιδιαίτατο Βόλο.

Και μετά την σκυτάλη παίρνουν τα γεννήματα / θρέμματα της πόλης όπως ο Μ. Μήτρας («είναι ο θόρυβος που φτάνει σε σημείο εκκωφαντικής σιωπής»), ο Λ. Παπαστάθης, η Λ. Διβάνη, η Σ. Σταυρακοπούλου (για έναν λίβα που κρατούσε τα παιδιά και τα μάθαινε διάφορους τρόπους για να χαίρονται) και ξανά ο ανθολόγος, οι ποιητές Θ. Κωσταβάρας και Β. Στεριάδης και άλλοι. Βέβαια οι πόλεις, οι ιστορίες των ανθρώπων που δεν έφυγαν, όσο κι αν «έφευγαν», εξ ου και το αφήγημα του Κίτσου Μακρή για τα ταξίδια ενός αταξίδευτου ζωγράφου του ταρσανά, που έγραψε την πιο σύντομη χειρόγραφη αυτοβιογραφία και που όλα του τα ταξίδια ήταν περίπατοι μέχρι τα κοντινά του Βόλου. Από την απέναντι ακτή ο Μιχάλης Δήμου ιστορεί ιστορίες που δε μάθαμε: για μια κοινή γυναίκα το όνομα της οποίας έπρεπε να χαραχτεί σε Μνημείο Εθνικής Συμφιλίωσης, προκαλώντας ιερή φρικίαση και διαλογικό αναβρασμό στην πόλη…

Από άλλο δρόμο καταφτάνουν οι αλλότοποι Φ. Δρακονταειδής, Θ. Βαλτινός, Γ. Πάνου, Μ. Κουμανταρέας, Μ. Δούκα, Μ. Τσιρογιάννη, κι όλη η παλιοσειρά του 30, ο Βασίλης ο Αρβανίτης, ο Θάνος Βλέκας, τα Παιδιά της Νιόβης, ο Ιάσωνας του Βασιλικού, η Τυφλόμυγα της Φακίνου και η Σκιά του Σκαμπαρδώνη ενώ από μια αγνή αφήγηση από το εργαστήρι προφορικής αφήγησης του Στέλιου Πελασγού βγαίνει ένα κορίτσι κοκαλωμένο με μια οβίδα καρφωμένη στο φόρεμά της, πίσω στις σκληρές εποχές. Δεν λείπουν φυσικά ούτε οι αλλοεθνείς πρεσβευτές: η Christa Wolf με την Μήδεια της, περιηγητές και ταξιδιώτες κι ο Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο με πολλές Αναμνήσεις, γιατί εδώ γεννήθηκε κι έζησε παιδικά – κι ίσως γι’ αυτό σα να ακούω τις μελωδίες του Κυπουργού απ’ το αφιερωμένο στον ζωγράφο Aenigma Est.

Μένω και ξαναμένω στα δυο κείμενα του εντόπιου Θανάση Νιάρχου: για τις του Δημοτικού δασκάλες του και για «Για όλα όσα τελείωσαν χωρίς ελπίδα πια», μια ελεγειακή λίστα ενθυμημάτων, βιβλίων, κειμένων, εικόνων και περιστατικών, με μαθήτριες εκπορνευόμενες, με περιπτερούχους και βοθροκαθαριστές αξιομνημόνευτους, με τον μόνιμο και μοναδικό επισκέπτη της βιβλιοθήκης και για όσους οφείλουμε να σπονδεύουμε κατά τον στίχο του Νίκου Φωκά: Μια τρυφερότητα για τους νεκρούς/Μιας άλλης Ιστορίας έστω/για τις χαμένες τις γενιές.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2001, 2η εμπλουτ. έκδ. 2007, με παλαιότερες και σύγχρονες φωτογραφίες. 307 σελ.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή εδώ. Οι φωτογραφίες από την εξαιρετική ιστοσελίδα του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου.

10
Μαρ.
09

Σπύρος Λαζαρίδης, Ενδοσκεληδόν. Ανθολογία έργων της ελληνικής λογοτεχνίας με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές

 

Τώρα και χρόνια καίει σωρούς τα γλυκόλογα με καθαρή βενζίνη
τυλίγοντας απαλά τον έρωτα στον ξέφρενο θόρυβο
που κάνουν έξω στα μακρουλά κοκαλιάρικα γεγονότα
κάτι αιφνίδιες μοτοσυκλέτες και βλέποντας
τα υπέρτερα πουλιά σαν αντίδοτα
παντού μέσ’ στ’ ολοζώντανο και θυμωμένο δάσος
ωσάν αχόρταγες καρφίτσες της Ειρμαμένης…

Νίκος Καρούζος, Η πρώιμη κόλαση της Εύας Μπράουν, 1982

Σύμβολο ελευθερίας, περιπλάνησης, κοινωνικής πρόκλησης ή διαμαρτυρίας, φετίχ ή προστάδιο ερωτικής αφύπνισης, περιβεβλημένη με τον μύθο μιας νεότητας που αψηφά τον κίνδυνο ή και τον θάνατο, η μοτοσυκλέτα διάνυσε και διανύει μια παράλληλη πορεία στα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα, προσφέροντας αφορμή για πλήρη ανθολόγηση. Αν το «Μοτοσυκλέτας εγκώμιον» (Γ. Ιωάννου) αποτελούσε το πρώτο υμνητικό κείμενο, ανοίγοντας τον κύκλο της στην λογοτεχνία της δεκαετίας του ’70, στην επόμενη δεκαετία θα αντικαθιστούσε ολοκληρωτικά το αυτοκίνητο ως το απόλυτο όχημα συναισθηματικής ή πραγματικής φυγής κι όχι μόνο.

Μέσα από δύο τμήματα (ποίηση – πεζογραφία), με δέκα κι εννιά ιδιότυπες θεματικές ενότητες αντίστοιχα, περνούν μοτοσυκλετιστές – «ιστιοπλόοι της εθνικής οδού» (Κ. Γκιμοσούλης), «προάγγελοι της άνοιξης» (Γ. Ρίτσος) κι «εξάγγελοι των νιάτων και των κινδύνων τους» (Ρ.Αποστολίδης). Η μοτοσυκλέτα γίνεται τόπος ερωτικού αγκαλιάσματος (Ν. Κάσδαγλης), μηχανή (οριστικής;) απόδρασης και λήθης (Α. Τσακνιά), μέσο ταξινόμησης προσωπικοτήτων (Γ. Κάτος) ή παράτασης της νεότητας (Η. Κουτσούκος), συντηρήτρια ψευδαισθήσεων (Ν. Νικολαΐδης) ή «άλογο με φτερούγες που δεν μπορείς να φορτώσεις τα όνειρά σου» (Γ. Βαφόπουλος), κομμάτι άλλης εποχής κι αλλοτινής δόξας (Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος), φόβητρο και ταφόπλακα του κακού (Τ. Καζαντζής), έμψυχο πάντως πλάσμα, ακόμα κι όταν αντιδιαστέλλεται με τον παλμό του ζωντανού οργανισμού (Ζ. Καρέλλη), εκθέτει ανεπανόρθωτα το σώμα (Μ. Φακίνος) και μετατρέπεται σε «εργαλείο επιστροφής στη ζεστή μήτρα του Τίποτα, του Ποτέ και του Πουθενά» (Κ. Μοσκώφ).

Εποχούμενοι όμως στα κείμενα των ανθολογούμενων (μεταξύ των οποίων οι Σ. Αντωνίου του οριακού «Leather Boy», Ν.-Α. Ασλάνογλου, Γ. Βαρβέρης, Γ. Βέης, Α. Δεληγιώργη, Τ. Καλούτσας, Μ. Κουμανταρέας, Χ. Λιοντάκης, Μ. Ξεξάκης, Γ. Πατίλης, Τ. Πίττας, Β. Ραπτόπουλος, Γ. Σκαμπαρδώνης, Σ. Σερέφας, Β. Στεριάδης, Α. Φωστιέρης, Ν. Χριστιανόπουλος – που προλογίζει το έργο κ.ά.), καταλήγουμε στους ποιητές που έδωσαν πολλάκις εμβληματικούς στίχους για δικυκλιστές που «φτερουγίζουν στην άσφαλτο τους πανικούς τους» (Ν. Καρούζος) και για τις μηχανές της καθημερινής μυθολογίας αλλά και μιας απόλυτης οικουμενικότητας – από την Ξάνθη και την Μάνη, στο Περού και το Καμερούν – (Γ. Χρονάς), και εν τέλει, επιστρέφοντας στον Ρίτσο, καθρέφτες μιας άγνωστης εσωτερικής ταχύτητας μέσα μας.

Εκδ. Ζήτρος, 2008, σελ. 550.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 543, 6.3.2009.

 Βλ. και πανδοχειακή ανάρτηση για σχετική μελέτη του Σ. Λαζαρίδη εδώ.  Στην φωτογραφία ο Νίκος Καρούζος.

26
Φεβ.
09

Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ

Για να πλουτίσετε το σεξιλόγιό σας!

Ο Νίκος Πλατής (Πειραιάς, 1951) είναι ο ιδανικός λεξικογράφος των πραγμάτων που θέλγουν κι εμπνέουν, πρώτα τον ίδιο, μα και πολλούς από εμάς. Τα θεματικά του λεξικά διαβάζονται ροφηματοειδώς από το άλφα έως το ωμέγα, κυριολεκτικά. Μετά τα Πεζικό οικολογικό λεξικό (Πυρ-Αίας, 1996), Blackout – Το μαύρο λεξικό (Άγρα, 1999), Αθωνικό λεξικό (Άγκυρα, 2001), Γενειάδος εγκώμιον (Opera, 2002), και Μπαχαρικό λεξικό (Κέδρος, 2003), κι ενώ έχει εκδόσει πάσης φύσεως λογοτεχνία από το 1973 κι έπειτα (ενδεικτικά: Το γαλάζιο παραμύθι της γαλαζιανής περαχώρας (Χαρακίρι, 1975), Χάρτινοι Θρύλοι (Ars Longa, 1986), Νυχτολόγιο (Underground, 2003), Οκτώ ανατριχιαστικές ιστορίες με επτά γάτες κι έναν Αθηναίο σκύλο (2007) και το περίφημο Κάμα τσούχτρα (Εξάντας, 1983/83/04)), έχει συντάξει ένα πλήρες Λεξικό του Σεξ που βαφτίστηκε Ουαλικό και όχι Libido Λεξικό όπως ήταν ο αρχικός τίτλος, επειδή… η απάντηση βρίσκεται στην αυτοανακριτική απολαυστική εισαγωγή.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόση δουλειά χρειάστηκε ο λημματάρχης μας κατά την διάρκεια της τετραετούς σύνταξής του, πέρα από την πρακτική εξάσκηση βεβαίως…Μπορώ όμως να χαρώ που το καταιγιστικό τελικό αποτέλεσμα αλατίζεται με πλείστες δια – λημματικές συνδέσεις, προσωπικές του εμπειρίες, ατάκες από αγαπημένες ή θείες, και εν γένει μια πολύ ορθάνοιχτη εξομολογητική διάθεση. Αν, όπως γράφει, αυτή η οικοτεχνία του περιλαμβάνει την ομάδα των ονείρων του, τότε θα βρεθούμε όλοι στο τεραίν, Νικόλαε!

Προς το παρόν εδώ μέσα συνευρίσκονται ο Απολιναίρ, ο Νταλί και η Γκαλά, η πορνοποιήτρια Ελεφαντίνη και η εταίρα Ερμάνοσα (με πρακτικές οδηγίες να δώσουμε έναν θείο προσανατολισμό στη σωματική ηδονή), οι μυραλείφτες των θερμών και οι μουσουλμανίδες αγαπώσες, διαφθορείς, διονυσιαστές κι ερωτοδιωματάρες, γκέι μύγες, η Λούλου, η Λολίτα, η Λόλα κι η Λούλα (του Ραπτόπουλου), το τρίγωνο του Ίψεν και το κουαρτέτο του Δουμά, οι γκέισες της Άνω Πόλης κι η Ευδοκία, η Λίντα Λαβλεϊς, και το μοντέλο Μ 732 της φουσκωτής Bangkok Lady, θρυλικές πόρνες, μαντάμ και τραβεστί, ο Δρ Σεξ Άλφρεντ Κίνσεϋ, ο Γιώργης Μελίκης με τα αντρικά μουνάτα του, ο Όσιμα, ο Μανάρα κι o Φασμπίντερ, η Γραμματέας, οι θλιμμένες πουτάνες του Μαρκές, η ακτιβίστρια Λεόνα Γιόχανσον που οργάσθηκε δημοσίως παρέα με έναν του συγκροτήματος Fuck for Forest, οι επιβάτες του Shortbus, η Σάνδη κι ο Σαντ, η καμαριέρα του Μιρμπώ, η Ντρούνα και η Ιρέν του Αραγκόν και το Μουνί της, ο φανατικός του αγοραίου έρωτα και βορά στο θεό της σύφιλης κυρ Μωπασάν.

Μαθαίνουμε υπέροχες λέξεις όπως η αισθησιαρχία, αφροδισιασμός, ενήβωση, ερωτιδεύς, ευπαρεύν(ε)ια (ταυτόχρονος οργασμός), ηδονοθήκη, λαγνομανία, κάθυγρος, σπερματομαντεία, φωνοσπασμία του οργασμού και ωαγωγοί, κλίσεις όπως η αγαλματο-, βλεφαρο- , στοματο- ή λεξι – λαγνεία, επιστημονικούς όρους όπως η ερωτοπάθεια, η σατυρίαση και η τσοντογραφία, και λεκτικά επινοήματα όπως ο κοινομουνισμός (από την μετάφραση του Βολανάκη στις Εκκλησιάζουσες!).

Περιδιαβαίνουμε ξενοδοχεία, μπουρδέλα, πορνοσινεμά και καφέ σαντάν, τα Αράπικα της Αλεξάνδρειας, τα Καλυβάκια της Ερμούπολης και τους Φούρνους του Πεκίνου, τα περίφημα Βούρλα της Δραπετσώνας (γνωστά από το Καραγάτσειο 10) με τον ολοδικό τους αστυνομικό σταθμό, αρχαία βαλανεία και δεικτήρια (ναι, τόποι προς δείξιν πράγματος), την Βηρυτό του ’70 και το αεροπλανοφόρο Ρούσβελτ (όπου μπαινοβγαίνουν 30 πόρνες με εξάμηνη σύμβαση συν δυνατότητα ανανέωσης), τα Τάνγκο μπουρδέλα του Μαλτέζε, The House of the Rising Sun και το Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών. Άξια λήμματα του Λεξικού φράσεις όπως Ααα (αχ)!, Θεέ μου, ο άντρας μου!, Θέλετε το στόμα μου;, πληροφορίες για μύριες αρχαίες τελετές κι αιρέσεις, το βούτυρο του Μάρλον Μπράντο και το οργάσματρο του Γούντι Άλλεν, εγχειρίδια μαστιγώματος ή Πουτανικής Τέχνης, το περίφημο ωμέγα με υπογεγραμμένη του Χριστιανόπουλου.

Ξανανοίγονται για λίγο το Ερωτικόν του Γιατρομανωλάκη και το Φετίχ του Αρανίτση, το Γαβριέλλα η ζωή μου της Γαβριέλα Ουσάκοβα, η Γκαμιανί του ντε Μυσσέ, το Εγκώμιον ωρίμων γυναικών του Βιζίνσεϋ, οι 11.000 βέργες του Απολιναίρ, ο Εραστής της Ντιράς κι ο Έρωτας στα κόπρια του Παπαδιαμάντη, η Venus in furs, η Ταβέρνα του Ζολά και η Ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, η Παλατινή Ανθολογία και το Μπουντουάρ του Ντε Σαντ, το Μυστικό Ημερολόγιο του Πούσκιν, το Πηγάδι της μοναξιάς της Ράντκλιφ Χωλ, ο Εμπειρίκος κι ο Παζολίνι, ο Ζενέ κι η Κολέτ, ο Μίλλερ κι ο Σιμενόν, ο Κρατίνος κι ο Ρουφίνος, κι οι δεκάδες ανώνυμοι ερωτογραφείς.

Κι όλα ετούτα εικονογραφούνται πλουσιοπαρόχως και ποικιλοτρόπως με γελοιογραφίες, πίνακες, προσωπογραφίες, ασπρόμαυρες καλλιτεχνικότατες αλλά και … οικογενειακές φωτογραφίες, κινηματογραφικές σκηνές, λιθογραφίες και ξυλογραφίες, κόμικς (Αλτάν, Ταμπουρίνι, η Φωτεινή της νύχτας κ.ά.), πρωτοσέλιδα, διαφημίσεις, καρτ ποστάλ, γκραβούρες και χαρακτικά, εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων (σε ποιο πόζαρε ο Γκουζγκούνης;), μια σελίδα απ’ το μπλοκάκι ενός μαγαζάτορα sex shop, προσωπογραφίες.

Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως ένα τόσο ευρύ θέμα δεν μπορεί να καλύπτει μόνο τις αποκλειστικά ευχάριστες, ηδονικές ή ξεκαρδιστικές πλευρές του. Δεν είναι δυνατό να αποφευχθούν και τα δυσάρεστα λήμματα, εφόσον ακριβώς το λεξικό αποτελεί έναν πλήρη και αληθινό χάρτη του Σεξ του Παρελθόντος αλλά και του Παρόντος. Γι’ αυτό και ο τόμος αποτελεί ταυτόχρονα και μια εικονογραφημένη Ιστορία της Ερωτικής Ορολογίας, Μυθολογίας, Λογοτεχνίας, Γεωγραφίας και Τέχνης, μια προσωπική Ανθολογία και πάνω απ’ όλα μια θαυμαστή Εγκυκλοπαίδεια του Ωραιότερου (αλλά και Αστειότερου, για όσους έχουν την ατυχία να αγνοούν την ευτράπελη πλευρά του) Πράγματος του Κόσμου!

Συντεταγμένες: Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ. Με τα παντός είδους μυστικά και όλα τ’ άλλα σχετικά για τον σαρκικό έρωτα ανθρώπων, αλλά και ζώων (ομαλών τε και ανωμάλων). Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 788.

Λέγε τώρα:

Λεξικά Μαύρου Χρώματος, Γενειάδας, Μπαχαρικών, Σεξ. Τι μας περιμένει στη συνέχεια Λεξικογράφε των Ωραίων;

Ευχαριστώ για την προσφώνηση (μου θυμίζει το «Οι βασιλείς των ορέων» του Έντμοντ Αμπού, αυτό το «Λεξικογράφε των Ωραίων», όμορφα ακούγεται). Επανέρχομαι στο ερώτημά σου, αγαπητέ Λάμπρο. Για τα επόμενα τρία χρόνια σάς περιμένω… στη γωνία με τρία, ακόμα, βιβλία μου: Το «Γατικό Λεξικάκι», το «Presto o Tardi (το λεξικάκι που παίζει με το θάνατο)» και (το… παιδάκι του Presto), το «…Αντί στεφάνου». Το «Γατικό» είναι το τελευταίο ογκώδες λεξικό μου (τρίδυμο, ας πούμε, με το «Μπαχαρικό» και το «Ουαλικό»). Το «Presto o Tardi» είναι το πρώτο από τα «μικρής» έκτασης λεξικά μου. Το «…Αντί στεφάνου» είναι μια… μαύρη ανθολογία. Το «Γατικό Λεξικάκι» θα κυκλοφορήσει το ερχόμενο φθινόπωρο, από τις εκδόσεις «Κέδρος». Τα άλλα δύο γράφονται ακόμα…

Ποιο λεξικό θα ήθελες να συντάξεις αλλά το βλέπεις από αδύνατο έως ουτοπικό να γίνει;

Το «Λεξικό του τίποτα»..! Μπα, αστειεύομαι! Δεν έχω λεξικογραφικά… απωθημένα. Κάθε άλλο, μάλιστα, είμαι πλήρης λεξιλαγνικών και λεξικογραφικών ημερών. Μετά από 20 περίπου χρόνια συνεχούς, καθημερινής, συστηματικής ενασχόλησης με τα διάφορα λέξικά μου θα έλεγα, μάλλον, πως έπαθα οβερντόουζ και…πρέπει να μπω σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης, να βγω… καθαρός στη ζωή μου, να ζήσω και κάτι άλλο συγκλονιστικό· ένα ιστορικό μυθιστόρημα ας πούμε, να γράψω στίχους αμανετζίδικων (ή τζαζ) τραγουδιών, να ερωτευτώ καμιά κομψή κυρία με ωραίο μακρύ λαιμό και παθιάρικο βλέμμα ή και να μην κάνω τίποτα απολύτως (δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα, τώρα που το καλοσκέφτομαι)…

Έχεις συγκεκριμένο τρόπο συγκέντρωσης και οργάνωσης των λημμάτων; Ανοίγεις λίγο την κουρτίνα να δούμε το εργαστήρι σου;

Ναι, βέβαια! Αντλώ (ως… τρελός υπό το φως της πανσελήνου) πληροφορίες από παντού (βιβλιοθήκες, αρχεία διάφορα, ζωντανές μαρτυρίες, κινηματογραφικές ταινίες, καρτούν, μουσεία, ιντερνέτ, γκράφιτι, εφημερίδες, σκουπιδοτενεκέδες, παντός είδους περιοδικά, κουβέντες ανθρώπων στο μετρό κ.τλ.). Τις αποδελτιώνω και στη συνέχεια τις επεξεργάζομαι, τις κτίζω. Υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα για την παραγωγή του κάθε λεξικού μου. Κάθε μέρα ξέρω τι πρέπει να παράξω, δεν δουλεύω στην τύχη (αν πάλι, κάποιες μέρες… εκτραχηλιστώ, τις αμέσως επόμενες μου βγαίνει κατά τα κοινώς λεγόμενα…ο πάτος, μέχρι να ξανάρθω πάλι στα ίσια μου). Τα λήμματα μου είναι σκηνοθετημένα. Όταν λόγου χάρη έχω ένα σερί από κάπως «βαριά» λήμματα (θεματολογικά), βάζω ανάμεσά τους ένα πιο χαλαρό λήμμα, ένα «κείμενο ανάσας» ή γελαστικό, δεν θέλω να τον βαρύνω τον αναγνώστη πέραν του δέοντος (είναι για μένα τα βιβλία μου μια ψυχαγωγική παράσταση, και ως εκ τούτου πρέπει να αισθάνεται κανείς χαλαρά και άνετα διαβάζοντάς τα).

Τι θα απαντήσεις στους παραπονεμένους πως έμειναν τα βίτσια τους εκτός λημμάτων;

Να συνεχίσουν απτόητοι. Οι… ρεπόρτερ του «Ουαλικού λεξικού του Σεξ» θα τους ανακαλύψουν κι αυτούς, και θα τους… αποκαταστήσουν σε κάποια μελλοντική έκδοση.

Οι φάκελοί μας σε έχουν εκδιδόμενο από το 1973. Είναι σωστοί; Μπορούμε να έχουμε λίγα λόγια για την κάθε σου στάση ή έστω για κάποιες από αυτές;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν το «Περίπτωση αχρωματοψίας». Κυκλοφόρησε πριν από 36 χρόνια, στα 1973 δηλαδή (άρα είναι σωστό το…φακέλωμα σας κι αρκούντως αποκαλυπτικό του μη νεαρού της ηλικίας μου). Με λίγα λόγια η περαιτέρω συγγραφική μου πορεία (επιλεκτικά, όχι αναλυτικά). 1976: Το «Γκουντ μπάι μίστερ Παπ» (μια μυθιστορία πανικού) ήταν το πρώτο μου βιβλίο που εξαντλήθηκε (800 αντίτυπα σε 2-3 μήνες μέσα, βοήθησε το γεγονός ότι ήταν πόκετ και έμπαινε εύκολα στις τσέπες των κλεπτομανών βιβλιόφιλων).

1983: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εξάντας» το «Κάμα Τσούχτρα», είναι το βιβλίο που με έκανε ευρέως γνωστό. Έγινε μπεστ σέλερ, για κάποιες… στιγμές μάλιστα πήρε και την πρωτιά από τις «Ώρες ευθύνης» του πρώην πρωθυπουργού «μας» που την ίδια εποχή …έσπαζαν τα ταμεία των βιβλιοπωλείων. Το «Κάμα Τσούχτρα» ήταν, κατ’ ουσίαν, το … παρθενικό μου λεξικό (άμα δεις τη δομή του, θα το καταλάβεις, κι εγώ εκ των υστέρων το αντελήφθην).

1999: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγρα» το «Black Out/Το Μαύρο Λεξικό» μου. Ήταν για μένα μεγάλη χαρά η συνεργασία μου με τον καλύτερο εκδοτικό μας οίκο, δεν συνέχισα όμως με την «Άγρα», γιατί έχει πολύ αργούς χρόνους παραγωγής, πρέπει να περιμένεις χρόνια για να βγει το βιβλίο σου, κι εγώ είμαι και παραγωγικός συγγραφέας και …επαγγελματίας («ζω» από τα συγγραφικά δικαιώματα, τρόπον τινά).

2004: Κυκλοφορεί από τον «Κέδρο» το «Μπαχαρικό Λεξικό»: «Ένα παρ’ ολίγον σοφό βιβλίο κουζινικού, γιατροσοφιστικού, λογοτεχνικού, λαογραφικού, (ελαφρώς) βιοχημικού και (στο έπακρο) ιστορικού περιεχομένου», σύμφωνα με τον υπότιτλό του. Στα βιβλιοπωλεία διχάστηκαν,τριχάστηκαν μάλλον, δεν ήξεραν που να το βάλουν ακριβώς· άλλοι το έβαζαν στα λεξικά, άλλοι στην ελληνική λογοτεχνία, και άλλοι στα κουζινοβιβλία, έγινε όμως επιτυχία, ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να γράφουν κριτικές παρουσιάσεις γι’ αυτό, εξακολουθεί να έχει μία σταθερή ροή πωλήσεων, φοιτητές κάποιας σχολής το…έχουν υπό μάλης για κάποιο μάθημά τους…

Εδώ αγαπούμε τις λίστες, όσο εσύ τα λήμματα. Η ερώτηση του Λίσταρχου λοιπόν: μερικοί τίτλοι αγαπημένων σου μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποιημάτων.

Γιάννη Βλαχογιάννη «Της τέχνης τα φαρμάκια» (διήγημα), Στρατή Δούκα «Η ιστορία ενός αιχμάλωτου» (ένα σπουδαίο αφήγημα, σωστό λεκτικό ντοκιμαντέρ), Εμμανουήλ Ροΐδης «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» (η… Βίβλος, ας πούμε, της δημοσιοϋπαλληλίας), Μάριου Χάκκα «Περίπτωση θανάτου» και «Οι άφαντοι» (δύο εξαιρετικά διηγήματα), Νίκος Τσιφόρος (κυρίως οι ατμοσφαιρικές πικροφιλοσοφέ εισαγωγές του), Ηλίας Βενέζης «Γαλήνη», «Αιολική γη» (μα και τ’ άλλα του). Αυτά μου έρχονται πρόχειρα.
«Διαχρονικές» αγάπες μου: Παπαδιαμάντης, Πιραντέλο, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ντέιβιτ Λόουτζ, Ίρβιν Γιάλομ, Κωστάκης Καβάφης, Λιουις Στίβενσον, Αρκάς, Φίλιπ Ντικ, Τζέιμς Ελρόι, Καραγάτσης, Αλμπέρ Καμί…
Πρόσφατες μου ανακαλύψεις: Τζόις Κάρολ Όουτς («Η κόρη του νεκροθάφτη»), Μαξ Φρις («Στίλερ»), Percival Everet («Αμερικάνικη έρημος», «Πληγωμένοι»), Λουκρήτιος («Για την φύση των πραγμάτων»), Απ. Δοξιάδης-Χρ. Παπαδημητρίου(«Logicomix)».

Και, για να μην μας απολύσει ο εκδότης του mic.gr, αγαπημένες μουσικές;

Εν γένει τα σάουντρακ (όλα της Καραϊνδρου, «Paris-Texas» «The Hours», «Pulp Fiction», λόγου χάρη) . Είναι τα συμφωνικά κομμάτια, η… κλασική μουσική της εποχής μας (ο Μπετόβεν, ο Μπραμς και ο Μόζαρτ αν έγραφαν μουσική στις μέρες μας δεν θα έγραφαν παρά για τον κινηματογράφο). Μ’ αρέσουν όμως και οι: Μανού Ντιμπάνκο, Κινγκ Σάνι Αντέ, Τσιτσάνης, Πουλικάκος, Μάνος Χατζιδάκης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, διάφοροι έθνικ μουσικοί κ.ά. Πρόσφατα «ανακάλυψα» ένα ενδιαφέροντα δικό μας τζαζίστα (τον Κοντραφούρη), καθώς και κάτι πιτσιρικάδες στο Παγκράτι (τους «Night On Earth»), το κομμάτι τους «Ντεκαντάνς» είναι καταπληκτικό· αν είχα την δυνατότητα να βάλω και ήχους και μουσικές στο «Ουαλικό Λεξικό του Σεξ» σίγουρα θα ήταν από τις πλέον αγαπημένες μου επιλογές…

 Πρώτη δημοσίευση: εδώ.




Ιουλίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.034.950 hits

Αρχείο