Posts Tagged ‘Ανθολογίες



06
Μαρ.
10

Χριστόφορος Λιοντάκης (επιλ. κειμ.) – Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ηράκλειο

 

Αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου

Κάθε τόσο οι δρόμοι ανοίγονταν σε δημοτικές πλατείες περιστοιχισμένες από τρελά κτίρια αφιερωμένα στο νόμο, τη διοίκηση, την εκκλησία, την εκπαίδευση, τους άρρωστους και τους τρελούς. Στο εκτυφλωτικό ηλιόφως μια λεπτομέρεια, όπως μια καγκελωτή πόρτα ή μια έπαλξη που μένει χωρίς υπερασπιστή, τονίζεται με θαυμαστή ακρίβεια τέτοια που βρίσκει κανείς μόνο στα ζωγραφικά έργα είτε των πολύ μεγάλων είτε των τρελών… Είναι μια πόλη σε σύγχυση, εφιαλτική, ολότελα ανώμαλη, ολότελα ετερογενής, ένας τόπος ονείρου που αιωρείται στο κενό ανάμεσα Ευρώπης και Αφρικής…

… έγραφε για το Ηράκλειο ο Χένρυ Μίλερ στον Κολοσσό του Μαρουσιού, στο ένα από τα δυο κείμενα ξένων λογοτεχνών που ανθολογούνται εδώ. Αν όμως ο Μίλερ απολαμβάνει έκπληκτος τις αντιφάσεις του τόπου αλλά και την σχεδόν μεσσιανική του αποδοχή από τους εντόπιους (άλλοτε λόγω του γεγονότος ότι έφτασε με αεροπλάνο, άλλοτε λόγω της αμερικανικής, δημοσιογραφικής ή συγγραφικής ταυτότητας), ο Ζαν Κοκτώ στο Ελληνικό του Ημερολόγιο περιορίζεται σε αποκλειστικά αρνητικές εντυπώσεις από μια πόλη «όπου τα πάντα είναι χυδαία, και περήφανα που είναι έτσι».

Πόλη παλίμψηστη και πολυώνυμη, με τους χυμούς των αιώνων να κυκλοφορούν υπόγεια και με τον Μινώταυρο πάντα ανάμεσά μας ή στα όνειρά μας, πόλη που αντιστέκεται στους βιαστικούς και κρύβεται στις περίκλειστες αυλές, σύμφωνα με τον ανθολόγο της σε «Είκοσι τέσσερις ψηφίδες για τον Χάνδακα» Χριστόφορο Λιοντάκη, το Ηράκλειο του κεντρόφυγου αεροδρομίου, της θεωρητικής ευρυχωρίας και της εδαφικής στενότητας κατά την Κλαίρη Μιτσοτάκη είναι …

Μια πόλη πιο δυνατή απ’ τους ανθρώπους της. Έχει ένα τρόπο να επιβάλλει τη δική της προσωπικότητα και αφήνει τα πράγματα και τα πρόσωπα στη σκιά. Κανένας δεν μπορεί να την εκπροσωπήσει, κανένας δεν μπορεί να την καταχραστεί. Έχει τόσους πολιτισμούς και χρόνια πίσω της, τόσα ονόματα και τόσες εξαρτήσεις, τόσες εκτινάξεις, που πάντα μ’ έναν τρόπο θα παραμένει απόρθητη, πόλη πολλών πόλεων, πολλών προσωπείων, πολλών μεταμφιέσεων….Γι’ αυτό δεν είναι παράξενο που περισσότερο από λογοτεχνία ή πόλη αυτή παράγει ζωγραφική… αποφεύγοντας τις μηχανές της ρητορείας και του μύθου.

Από την παλαιότερη λογοτεχνία ανθολογούνται φυσικά σπουδαίες μορφές του τόπου όπως οι Έλλη Αλεξίου, Λεφτέρης Αλεξίου, Μηνάς Δημάκης, Λιλή Ζωγράφου, Γαλάτεια Καζαντζάκη, και ακόμα οι Ιωάννης Δαμβέργης, Άγγελος Σικελιανός, Γιάννης Σφακιανάκης, Διονύσιος Ρώμας, Οδυσσέας Ελύτης, Άρης Δικταίος, ενώ η σύγχρονη γραφή περιορίζεται, εκτός από τους προαναφερθέντες, στους Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Ρέα Γαλανάκη, Γιώργο Ξενάριο και Άρη Σφακιανάκη, που με το γνωστό του απολαυστικό ταξιδιωτικό κειμενο-ύφος συνδέει την τουριστική περιήγηση με το ερωτικό ημερολόγιο.

Σε μια μελλοντική επανέκδοση θα πρότεινα στον εκλεκτό ποιητή να συμπεριλάβει και αποσπάσματα από την πληθώρα των βιβλίων εντόπιων και εν γένει Κρητών (έστω και λιγότερο «προβεβλημένων») λογοτεχνών και όσων έγραψαν με λογοτεχνικές αξιώσεις για την πόλη – αναφέρω ενδεικτικά: Μανόλης Δερμιτζάκης, Από όσα θυμούμαι: Το παλιό κάστρο. Μια βόλτα στο Ηράκλειο των αρχών του 20ού αιώνα, Α΄ – Β΄ (Ηράκλειο, 1962-1963), Νικόδημος Κριτσωτάκης, Σημαδιακά χρόνια (εκδ. Δωρικός, 1979), Μαρίκα Φρέρη, Το κάστρο μας. Κρητικό ηθογραφικό χρονικό, εκδ. Καστανιώτη, 1979, Στέλιος Παπαδομιχελάκης – Θ’ ανθρωπέψει ο άνθρωπος (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985), Κώστας Αρβανιτάκης – Τάξις τρίτη. Σχολικόν ενθύμιον (εκδ. Η Τόλμη, χ.χ.), Μανόλης Καρέλλης – Το βιβλίο των επιτηδευμάτων (εκδ. Κάκτος, 2001) – έστω και κατ’ ανάγκη με μείωση των 40 σελίδων (σε σύνολο 219, δηλαδή σχεδόν το ένα πέμπτο του βιβλίου) που αφιερώνονται στον Νίκο Καζαντζάκη με ανθολόγηση των ούτως ή άλλως κλασικών «Καπετάν Μιχάλης» και «Αναφορά στον Γκρέκο» ή των ταξιδιωτικών των «ογκόλιθων» της Γενιάς του Τριάντα (Μυριβήλη, Θεοτοκά, Βενέζη).

Ας φύγουμε με τον Αντώνη Σανουδάκη: Αιφνίδια ανατολή των Νεωρίων. Επί πώλου εισέρχεται ισόβιος γαμπρός εντός σου ο Κορνάρος κομίζων μες στο στόμα του το Ερωτικόν Έπος της φυλής. Αναδυομένη η ποίηση του Χορτάτζη, ξεκαρδιστή ή κλαίουσα, στον κόλπο του Δερματά, κραυγή πολιορκημένων εορταστών του Φώσκολου ο Φορτουνάτος, μια πεταλούδα ο χρωστήρας του Θεοτοκόπουλου, αναγγέλλων την Ανατολή της Εσπερίας, ύδραυλος παλμική στον Άγιο Τίτο ο Λεονταρίτης… Προώρως επέλεξα το θόλο σου, όπως ο εραστής τη χαίτη της νεάνιδος που ορχούται στην ιερή σκιά του Γιούχτα. Καλημερίζω την ηχώ των ερειπίων σου, μαργαριτάρια που μέλπουν στα χαλάσματα…

Εκδ. Μεταίχμιο, 2001, 219 σελ.

24
Φεβ.
10

Μια πόλη στη λογοτεχνία. Θεσσαλονίκη. Επιλογή κειμένων: Σάκης Σερέφας.

Ήδη από τον πρόλογο ο παιγνιωδέστερος των συγγραφέων μας Σερ Κυρ Σάκης Σερέφας είναι πανέτοιμος να ξεγυμνώσει την λογοτεχνημένη Θεσσαλονίκη: κάθε εργοτάξιο λεξιχρησίας, κειμενική γειτονιά και μικροπολιτεία τεχνημένων λόγων θα μας φανερωθεί εδώ, σε μια πλήρη κάτοψη της αλεξίλεξης πόλης.

Η σύναξη είναι πλήρης! Εδώ τα γεννήματά της, ο Τάσος Χατζητάτσης με τους ατέλειωτους Εσπερινούς του, ο Ανέστης Ευαγγέλου με τις περιπλανήσεις του, ο Αλμπέρτος Ναρ με τις μνήμες του, ο Δημήτρης Μίγγας με τα ενύπνιά του, ο Δημήτρης Δημητριάδης με τις φλογώσεις του, ο Γιώργος Δέλιος με τις μονολογίες του, η Σοφία Νικολαΐδου με τις ανεξάντλητες μικροϊστορίες της. Εδώ και η χορεία των ποιητών της πόλης – Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Ζωή Καρέλλη, Αλέξης Τραϊανός και Γ.Θ. Βαφόπουλος που την αποτύπωσε οριστικά ως Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα./Κοιμητήρι μ’ επάλληλους/πολυώροφους τάφους νεκρών,/που ροχαλίζουν. Παράμερα αλλά όχι απόμερα και άλλοι ξεχασμένοι πλην εκλεκτότατοι λογοτέχνες όπως ο Νίκος Α. Κοκάντζης και ο … μακεδονομάχος Γεώργιος Μόδης, και ακόμα βορειότεροι αλλά άλυτα αιχμαλωτισμένοι της, όπως ο Τηλέμαχος Αλαβέρας, ο Αλέξανδρος Ίσαρης και ο Γιώργος Χειμωνάς που εδώ έψαχνε να εντοπίσει εαυτό και Πεισίστρατο, ο Τριαντάφυλλος Πίττας ή ο Γιώργος Καφταντζής.

Διαβάζω κι εκείνους που κάποτε γνώρισα ως ταπεινός τερματοφύλακας της μπάρας του Ερωδού της Διαγωνίου, περάσματος γραφέων και λογογραφέων, τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη με τα συνεργεία του, τον Γιώργο Κάτο με τα νεκροταφεία του, τον Σάκη Παπαδημητρίου με τις ηχογραφήσεις του, τον Μάριο Μαρίνο Χαραλάμπους με τα οράματά του, τον Σταύρο Ζαφειρίου και τον Ηλία Κουτσούκο που θέλω να πιστεύω πως στον πάγκο μου εμπνεύστηκαν μερικές λέξεις τους (για τον «Αλκοολικό Χριστουγεννιάτικο Πεζοναύτη» του τελευταίου θα έβαζα και στοίχημα). Κι ένα τραπέζι πάντα για τον Κώστα Λαχά μ’ εκείνο το εκπληκτικό κείμενο για μια λέξη που έπεσε ανέλπιστα στο δρόμο, Κασσάνδρου και Πολιορκητού γωνία, αναστατώνοντας μια ολόκληρη περιοχή.

Κι έχω γίνει ήδη φίλος με πολλούς ήρωες που ξαναπερνούν από εδώ, τον Διαβασημέρη του Πάνου Θεοδωρίδη (από το αλησμόνητο «Τι Εφύλαγεν Αυτός ο Χαμαιδράκων;», από το οποίο αδυνατώ να επιλέξω ένα μόνο κείμενο), με τον Υψόφοβο και Υψιπετή του Δημήτρη Καλοκύρη και τον ερωτοχτυπημένο μ’ ένα απειρόκαλλο πλάσμα μια μέρα όπου όλα έμοιαζαν μ’ εκδρομή μέσα στην πόλη (Σάκης Σερέφας, Τελικά μπούτι ήταν). Στο πορνειακότατο Βαρδάρι ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης βλέπει πως «τα βαμμένα και βωμόλοχα γραΐδια, φάτσες παράξενες δεν έμοιαζαν καθόλου με τα ινδάλματα της οθόνης» και ο Έντμουντ Κίλι έφτασε στο τέρμα της αθωότητάς του αλλά ο Θωμάς Κοροβίνης αναγνωρίζει όλες τις μυρωδιές των αλλοτινών λαδάδικων και του παλιού σταθμού γιατί μ’ αυτούς χνωτίζονταν οι χαρακτήρες του.

Κείμενα από τις εκδόσεις της Διαγωνίου, του Εντευκτηρίου, της Εγνατίας, της Νέας Πορείας και του Παρατηρητή, του Τριλόφου, οι λεωφορειακές διαδρομές της Ζυράννας Ζατέλη από τον Σοχό «που θύμιζαν χορόδραμα και στροφοδίνη», οι βαλκανικές μυθιστορίες της Έλενας Χουζούρη, τα κοσμοπολίτικα διηγήματα του καταξεχασμένου Άγγελου Δόξα και σύγχρονων εντόπιων όπως η Στέλλα Βογιατζόγλου κι ο Γιώργος Αδαμίδης, άλλοι που έζησαν και δημιούργησαν εδώ (Κάρολος Τσίζεκ, Μανόλης Ξεξάκης), αλλόπολοι όπως ο Γ. Θέμελης, ο Μάρκος Μέσκου κι ο Μίμης Σουλιώτης, αλλόγλωσσοι ποιητές που έγραψαν για την Θεσσαλονίκη (ανθολογημένοι ήδη σε άλλη Σερέφεια έκδοση), και σπουδαίοι συγγραφείς: Μισέλ Μπυτόρ, Αλμπέρτο Σαβίνιο, Πίτερ Μπύξελ και κάποιος Μπόρχες.

Από άλλους ξεχασμένους δρόμους πέρασε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, εδώ ο Γ. Κιτσόπουλος συνεξέδωσε τον Κοχλία, στις ξενοδοχειακές ταράτσες του Καραγάτση ακούγονταν slow-fox και Stormy Weather, τις Νέες Φυλακές Κασσάνδρου μνημείωσε ο Τάσος Δαρβέρης. Δεν λείπει φυσικά η χορεία των αγιασμένων της: ο Πατέρας της Μητέρας Πόλης κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο αειδιάβαστος Γιώργος Ιωάννου, ο αλησμόνητος Τόλης Καζαντζής….

Ίσως πάλι, όπως γράφει η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάει, τελείωσε, η πόλη αυτή είναι αποφασισμένη να μην ξεφωνίσει ποτέ την κατάντια της. Μια πόλη ξεφωνημένη που φόρεσε ράσα για να το κρύψει μορφάζει αηδιαστικά σ’ όλη τη γκάμα της μιμητικής, υποκρίνεται όσα δεν είναι, ενώ όσα είναι, έχοντάς τα από καιρό θάψει στα θεμέλια των σπιτιών της, βγάζουν ένα τρομακτικό θόρυβο, σα να ’ναι μιλούνια οι ποντικοί που αλωνίζουν το υπέδαφος. Κανείς δεν τους βλέπει, κανείς δεν τους ακούει, αν δεν το θελήσει, κι όμως αυτά τα ποντίκια είναι ο κύριος λόγος της αγωνίας της. Κι ας κάνει πως τραγουδά, κι ας καμώνονται πως την τραγουδούν (…). Μια πόλη χωρίς υποσυνείδητο, χωρίς εφιάλτες και όνειρα, στερημένη τη δυνατότητά της να ερωτευτεί το μέλλον (γιατί τι άλλο μπορεί να ερωτευτεί μια πόλη;) λουφάζει, μετατρέποντας το μικρό σε μεγάλο και το αντίστροφο.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2002, 2η εμπλουτ. έκδ. 2006, 471 σελ., φωτ. Άρις Γεωργίου, Καμίλο Νόλλας.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.




Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.128.280 hits

Αρχείο