Posts Tagged ‘Αρχαιότητα

20
Οκτ.
22

Δημήτρης Καλοκύρης (απόδοση) – [Τρεις εκδοχές της Ηλέκτρας]

Πλήρης τίτλος: [Τρεις εκδοχές της Ηλέκτρας] Αισχύλος Χοηφόρες, Σοφοκλής Ηλέκτρα, Ευριπίδης, Ηλέκτρα

O Henry Miller είχε δίκιο: οι αρχαιολόγοι με τις σκαπάνες και τα φτυάρια τους δεν θα μπορέσουν ποτέ να ανασύρουν από την γη το μυστικό των Μυκηνών. Το πήραν μαζί τους οι θεοί των Ελλήνων, όταν εξαφανίστηκαν από τούτη τη γη. Και «δεν είναι άλλο από το αίνιγμα που κρατάει σφαλισμένο μέσα του το αποτρόπαιο έγκλημα, που σκόρπισε την ανθρώπινη ελπίδα» [1]. Είναι το μυστήριο του κακού και της βίας, προσθέτει ο Pierre Brunel στην διεισδυτική μελέτη του για τον μύθο της Ηλέκτρας και με την σειρά του μας θυμίζει την έξοχη φράση ενός άλλου Ηλεκτρολόγου: «Η τραγική στιγμή ταυτίζεται με την ημέρα της Ηλέκτρας: πριγκίπισσα δούλη, μεγαλώνει μέσα στην εξέγερση και φτάνει να αποκτήσει χαρακτηριστικά κολασμένης ηρωίδας» [3].

Όσο κι αν μέχρι σήμερα την συναντούμε σε θεατρικές και κινηματογραφικές διασκευές, λογοτεχνικές μετεγγραφές, δισκογραφικές αναφορές και εικαστικές εκδοχές, ο αρχαίος της λόγος παραμένει μακρινός, ένας απόηχος κλεισμένος στις δεκάδες μεταφράσεις που σκονίζονται στα πανεπιστημιακά συγγράμματα ή στις απρόσιτες, υπερ-φιλολογικές δοκιμές. Όμως αυτή τη φορά η αρχική Ηλέκτρα επανέρχεται αυτοπροσώπως και με τις τρεις μορφές που της επεφύλαξαν οι τρεις τραγικοί, χάρη στη απόδοση του Δημήτρη Καλοκύρη, που την αναπλάθει εφοδιασμένος με την πλουσιότατη λογοτεχνική, πεζογραφική, ποιητική και πολλαπλώς εικαστική σκευή του και την πλαισιώνει με μερικές επιλεγμένες εκδοχές σύγχρονων ποιητών, ανοίγοντας έτσι τρεις πύλες προς τους σκοτεινούς τόπους όπου εκείνη παρέμενε και μας περίμενε αιώνες τώρα. Πώς μας μιλάει σήμερα, ποιες λέξεις θα διάλεγε να προφέρει, τι θα είχε  να μας πει;

Και πώς θα μπορούσα να την πλησιάσω κι εγώ; Πρώτα διάβασα λέξη προς λέξη τα τρία κείμενα, υπογραμμίζοντας φράσεις, κυκλώνοντας λέξεις, σχεδιάζοντας βέλη και αγκύλες, προσθέτοντας ερωτηματικά και θαυμαστικά. Η σωρευτική ανάγνωση των τριών Ηλεκτρών δεν μπορεί παρά να συγκλονίζει αλλά και να προκαλεί μέγιστη δίψα για εμβάθυνση. Αυτό καταφέρνει πάντα ο Καλοκύρης, με κάθε έργο που θα συγγράψει, μεταφράσει ή αποδώσει: την κατεύθυνση του αναγνώστη προς την βιβλιοθήκη. Έσπευσα λοιπόν, πρώτα, στο προαναφερθέν βιβλίο του Pierre Brunel Ο μύθος της Ηλέκτρας (μτφ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 1992 [Le Mythe d’ Electre, 1971]) και, κατόπιν, στο ωραίο βιβλίο της Ασπασίας Παπαθανασίου, της ηθοποιού που αναμετρήθηκε με την Ηλέκτρα και με άλλες ηρωίδες της αρχαίας γραφής, Γυναικείες μορφές της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας (εκδ. Νέδα, 2010). Στη συνέχεια ξανακοίταξα μερικές σελίδες από την πλούσια μελέτη της Ελένης Παπάζογλου Το πρόσωπο του πένθους. Η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή ανάμεσα στο κείμενο και την παράσταση (εκδ. Πόλις, 2014), που παρουσίασα παλαιότερα στο Πανδοχείο, εδώ. Δεν μπόρεσα να αποφύγω και τον πειρασμό να διαβάσω την πληθώρα των κειμένων που βρίσκονται στο Πρόγραμμα της Παράστασης από το Αμφιθέατρο Σπύρου Ευαγγελάτου (1994-1995), του έργου του Ευγένιου Ο’ Νηλ, Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (τριλογία: Ο Γυρισμός, Οι Κυνηγημένοι, Οι Στοιχειωμένοι). Στο τέλος η εκ νέου ανάγνωση της Καλοκύρειας Απόδοσης φώτισε τα σκότη και αποκάλυψε την εξαίσια Ηλέκτρα γυμνή και αληθινή μπροστά μου.

Του Κάτω Κόσμου αρχάγγελε, /του Πάνω Κόσμου Ερμή, αγγελιαφόρε, / βοήθησέ με ν’ ακουστούν στον Άδη οι ευχές μου, /να τις ακούσουν οι θεοί που φυλάνε το σπίτι μας, /ν’ ακούσει κι η Γη, / αφού όλα στην αγκαλιά της γεννιούνται και βλασταίνουν / κι ύστερα πάλι καταπίνει τα πάντα. / Κι εγώ, χύνοντας τις χοές αυτές για τους νεκρούς, / καλώ τον πατέρα μου και του φωνάζω:/ Λυπήσου μας, εμένα και τον αγαπημένο σου Ορέστη / να φωτιστεί ξανά το σπίτι μας. [Ηλ. Αισχ., σελ. 24-25]

Κάνε να γίνω από τη μάνα μου καλύτερη, / τα χέρια μου να μείνουν καθαρά. [Ηλ. Αισχ., σελ. 25].

Στις Χοηφόρους η Ηλέκτρα, άπειρη, διστακτική, αφελή, ανίσχυρη να εναντιωθεί στις διαταγές της μάνας της, στέκεται με τις χοές στα χέρια και ικετεύει τις γυναίκες του χορού να της πούνε τι πρέπει να εύχεται όταν θα τις χύνει στο μνήμα του πατέρα της. Όταν εμφανίζεται ο Ορέστης και γίνεται η αναγνώριση των δυο αδερφιών, αρχίζει ένας υπέροχος τελετουργικός θρήνος όπου ψάλλουν εναλλάξ η Ηλέκτρα, ο Ορέστης και ο Χορός. Δημιουργείται η αίσθηση ότι ερεθίζουν τους εαυτούς τους για να μην στομώσει η απόφασή τους για εκδίκηση. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον: εδώ οι γυναίκες του Χορού παίρνουν ενεργά μέρος στην δράση· συμβουλεύουν, πληροφορούν, παραπλανούν, προτρέπουν σε εκδίκηση και πάνω απ’ όλα φέρουν το πνεύμα της Αρχαίας Δίκης, γι’ αυτό και δίνουν τα όνομά τους στην τραγωδία.

Φως λαμπερό, / που μοιράζεσαι σταλιά σταλιά τη γη με τον αέρα / πόσες φορές δε μ’ άκουσες/ την ώρα που αργοσβήνουν τα σκοτάδια / να πλαντάζω στο κλάμα και να χτυπιέμαι / ώσπου να τρέξει στο στήθος μου αίμα. / Μέσα σ’ αυτά τα αφόρητα δωμάτια / τα θλιβερά ξενύχτια μου ξέρουν πολύ καλά / τι θα πει σκοτεινό κρεβάτι… [Ηλ. Σοφ., σελ. 80]

Υπάρχει κανένας από τα μέρη μας ή από άλλους τόπους / που θα μας βλέπει και δε θα μας χαιρετά / με επαίνους: «Για δέστε», θα λένε, «δυο αδελφές» / που υπερασπίστηκαν το πατρικό τους σπίτι, / και δε φοβήθηκαν να εξοντώσουν τους εχθρούς τους… [Ηλ. Σοφ., σελ. 124]

Η Ηλέκτρα του Σοφοκλή είναι «κόρη της ανατροπής»· δογματική, ασυμβίβαστη, βρίσκεται σε καθημερινή μάχη μ’ αυτούς που διέπραξαν τον «άδικο» φόνο του πατέρα της. Περιφρονεί τα αγαθά που της προσφέρονται και είναι προσωπική της επιλογή να ζει σε θέση δούλας, να θρηνεί καθημερινά για τον σκοτωμένο πατέρα της, να κράζει καθημερινά τους δολοφόνους του και να μην υποκύπτει στις διαταγές τους. Το μίσος για την μάνα της δεν έχει προσωπικό χαρακτήρα· είναι μίσος για την πράξη της. Ξέρει ότι η συμπεριφορά της είναι ακραία αλλά είναι δύσκολο όταν ζεις μέσα σε δυστυχία να έχεις γνώση και ευσέβεια. Θρηνεί σπαρακτικά γιατί χάθηκε και η τελευταία της ελπίδα να δει τον αγαπημένο της αδερφό να επιστρέφει ζωντανός και εκδικητής. Μόνη σαν χαμένη, αποζητάει τον θάνατο. Ο θρήνος της με την υδρία στην αγκαλιά της αποκτάει καθολική σημασία θρήνου για τον χαμό αγαπημένων προσώπων. Αλλά η πτώση δεν ταιριάζει στο δυναμικό αυτό πλάσμα. Γίνεται το «όργανο» της απόφασης του Ορέστη να αναλάβει μόνος του την εκτέλεση της τιμωρίας. Η ίδια δεν παίρνει μέρος στην εκτέλεση, μόνο μένει έξω από το παλάτι και περιμένει να έρθει ο Αίγισθος για να τον παρασύρει μέσα σε αυτό. Λειτουργεί ως τιμωρός για την απόδοση δικαιοσύνης και όχι από προσωπική μνησικακία και ατομική οργή για την μάνα της. Είναι ένα τραγικό «ιερό καθήκον» η εκτέλεση δολοφόνων-τυράννων για την αποκατάσταση της δικαιοσύνης. Πρόκειται για τυραννοκτονία και όχι μητροκτονία [4].

Χτύπα την πάλι, αν μπορείς! [Ηλ. Σοφ., σελ. 153]

Μην τον αφήνεις να μιλάει άλλο / και χάνουμε την ώρα μας, σε ξορκίζω, αδερφέ μου. / Κάποιος που είναι βουτηγμένος στην κακία / ως τον λαιμό, / τι νόημα έχει να του παρατείνεται η ζωή / αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνει; [Ηλ. Σοφ., σελ. 159]

«Η Ηλέκτρα είναι ένα τραγικό υποκείμενο στερημένο οποιουδήποτε προσώπου – μια αποστέρηση που την καθιστά βαθύτατα μεταιχμιακή: είναι αποξενωμένη από την κοινότητα και την οικογένειά της· είναι μια γυναίκα ανύπαντρη, αν και σε ηλικία γάμου· είναι πριγκίπισσα και όμως δούλα· είναι στην πόλη της αλλά ζει ως εξόριστη· είναι μια κληρονόμος χωρίς περιουσία, μια καλλονή που έχει καταρρακωθεί, μια αδερφή χωρίς αδερφό, παιδί της μάνας της και όμως ορφανή. Η απώλεια αυτών των ταυτοτήτων εγγράφεται στο ίδιο της το σώμα», γράφει  στην προαναφερθείσα μελέτη της η Ελένη Παπάζογλου. Στο μεγαλύτερο μέρος του έργου (και της ζωής της), οι άλλοι απαιτούν από την Ηλέκτρα να σωπάσει – αλλά αυτή αρνείται να τα κάνει και στην έξοδο του έργου έρχεται η σειρά της να απαιτήσει μια σιωπή: αυτήν του Αιγίσθου. Αυτή η ηρωίδα στο τέλος επιζεί και σε αντίθεση με την ευριπίδεια δεν μετανιώνει ποτέ. Σε όλα τα έργα του Σοφοκλή, εκτός από τον Φιλοκτήτη και τον Οιδίποδα στον Κολωνό, ο πρωταγωνιστής καταλήγει σε έναν οδυνηρό θάνατο ή σε ένα φρικιαστικό τραυματισμό. Η Ηλέκτρα όμως επιζεί και, κατά τα φαινόμενα, θριαμβεύει. [5]

Εμένα η πικραμένη μου ψυχή / δε θέλει ούτε γιορτές ούτε χρυσά στολίδια, / ούτε θα σύρω τον συρτό / χτυπώντας το πόδι μου / όπως τ’ άλλα κορίτσια /…/ Κοίτα τα βρώμικα μαλλιά μου, / κοίταξε τα κουρέλια μου,  / και πες μου αν σου φαίνεται να ταιριάζουν / σε κόρη βασιλιά, /… /Δε βλέπεις πώς έχει ρέψει το κορμί μου;/…/ Και τα μαλλιά μου προχειροκομμένα με ξυράφι; [Ηλ. Ευρ., σελ. 176, 180]

Αν δεν υφάνω μόνη μου το φουστάνι μου / δεν θα χα τι να βάλω και θα κυκλοφορούσα δίχως ρούχα. / Φέρνω μονάχη μου νερό απ’ το ποτάμι. / Σε πανηγύρια και γιορτές δεν πατάω, / και ντρέπομαι να’ μια παντρεμένη και ταυτόχρονα / παρθένα, /…[Ηλ. Ευρ., σελ. 185-186]

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη έχει παντρευτεί έναν φτωχό γεωργό και ζει μαζί του σ’ ένα αγροτόσπιτο έξω από το Άργος. Εμφανίζεται χαράματα, με κομμένα μαλλιά, φτωχικά ντυμένη, κρατώντας μια στάμνα για νερό. Το μίσος για τους φονιάδες φωλιάζει μέσα της αλλά δεν το εκδηλώνει. Η συμπεριφορά της Κλυταιμνήστρας και ο γάμος που την ανάγκασαν να κάνει συσσώρευσαν μέσα της μίσος γυναίκας προς γυναίκα, μια ασίγαστη οργή και ένα πάθος για την μητροκτονία. Αναθεματίζει την μάνα της και τον Αίγισθο που την εξορίσανε απ’ την πατρική της εστία και κατοικεί σε απόκρημνα φαράγγια, ενώ η μάνα της κοιμάται στην αιματοβαμμένη κλίνη του πατέρα με άλλον άντρα. Όταν γίνεται η αναγνώριση των δυο αδερφιών είναι η Ηλέκτρα που καταστρώνει τα σχέδια για την εξόντωση των δολοφόνων και εκείνη που σχεδιάζει τον τρόπο παραπλάνησης της μάνας της. Καθώς προχωράει ψυχρά στην εκτέλεση του σχεδίου ξέρει ότι έχει μπροστά της μια μελλοθάνατη και αυτή την μεθάει. Πριν την παρασύρει μέσα στο καλύβι της, ο λόγος της γίνεται υποκριτικός αλλά και σφοδρά επιθετικός, πολύ πιο έντονος από την καθημερινή της πρακτική. Όταν η Κλυταιμνήστρα μπει στο καλύβι η Ηλέκτρα μένει μόνη στη σκηνή, την φαντάζεται νεκρή και με μια ξέφρενη μανία και ηδονή, σαν άλλη μεθυσμένη Βάκχη, χορεύει και τραγουδάει. Το πάθος ικανοποιείται. Και τώρα τι; Νοιώθει σαν χαμένη, ακολουθεί η ψυχική κατάρρευση [6].

Στα τσακίδια, λοιπόν, που δεν σου πέρασε απ’ τον νου / πως θα ’δινες μια μέρα λόγο για τις πράξεις σου. / Κανείς κακούργος, από εδώ κι εμπρός / όσο καλά κι αν πάει στην αρχή,  / μέχρι να κόψει το νήμα στης ζωής του το τέρμα / να μη νομίζει ότι ξέφυγε την τιμωρία. [Ηλ. Ευρ., σελ. 221]

Κοντά του θα πέσεις κι εσύ χτυπημένη· / Στον Οίκο του Θανάτου θα πλαγιάζει / για πάντα πλάι σου, όπως όταν ζούσες. / Αυτό θα’ ναι το δώρο μου κι εσύ, / τον θάνατο του πατέρα θα μου ξεπληρώσεις. [Ηλ. Ευρ., σελ. 233]

Τι έπαθα! Τι θ’ απογίνω;/Σε τι γιορτές να πάω, σε τι γάμους να βρεθώ;/Ποιος άντρας θα πλαγιάσει πλάι μου σε νυφικό κρεβάτι; [[Ηλ. Ευρ., σελ. 236]

Συγκρίνοντας τα βλέμματα των τριών τραγικών ο Brunel προβαίνει σε μερικές ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. Όσον αφορά την ελευθερία της ηρωίδας, η Ηλέκτρα του Αισχύλου είναι σχεδόν πιο δούλη από τις δούλες και μετά δυσκολίας βρίσκει τη δύναμη να παραπονεθεί για την μοίρα της, ενώ η Ηλέκτρα του Σοφοκλή κλείνεται σε οικειοθελή δουλεία· θα μπορούσε να ζει ειρηνικά στο παλάτι αλλά γογγύζοντας για την μοίρα της και την εξαθλίωση της, ξεπερνά την κατάπτωση και φτάνει στην διαμαρτυρία. Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη, εξαναγκασμένη σε έναν φτωχό γάμο, τον κάνει κοινό θέαμα και τον εμφανίζει σαν κατάσταση δουλείας. Με αυτό τον τρόπο δείχνει την ντροπή της ονειδίζοντας έτσι την μητέρα της. Η θεαματική σκλαβιά της είναι ήδη μια μορφή εξέγερσης.

Ως προς το πένθος της, η μοιρολογούσα Ηλέκτρα είναι μια επαναστατημένη ύπαρξη, γιατί ζει ένα απαγορευμένο πένθος. Ανίκανη να συγκρατήσει τα δάκρυά της στον Αισχύλο, κρύβεται για να μπορεί να κλαίει ατελείωτα. Αντίθετα, η έκδηλη λύπη της ηλέκτρας του Σοφοκλή έχει την αξία μιας πρόκλησης και πρέπει να θεωρηθεί πράξη. Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη προσφέρει επίσης το πένθος της σε κοινή θέα αλλά είναι η ίδια ο πρώτος θεατής που γεύεται την ηδονή των δακρύων. Ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο παρουσιάζουν οι τρεις τραγικοί την Ηλέκτρα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την λύση που δίνουν στο δράμα της. Ο Αισχύλος αποσπά την Ηλέκτρα από την δράση, για να την απαλλάξει από ένα ακόμη οδυνηρό συνειδησιακό πρόβλημα. Ο Σοφοκλής παρουσιάζει μια ηρωίδα σίγουρη για τον εαυτό της, στην οποία όλα τα μέσα φαίνονται καλά, αφού ο σκοπός είναι αγαθός. Ο Ευριπίδης την εμφανίζει σαν μια γυναίκα που έχει χαθεί, μια άλλη Κλυταιμνήστρα.

Υπάρχει ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο που αναδύεται ξανά από την ολική μορφή της Ηλέκτρας και το οποίο ο Brunel είχε αναφέρει ως «υποτίμηση». Υπήρχε πάντα η τάση να καταστεί η Ηλέκτρα υπόδειγμα αρετής κι όταν συνέβαινε κάποιος σύγχρονος δραματουργός να την σκιαγραφεί με κριτική ματιά (το παραλήρημά της στον Hofmannsthal, την κακή της πίστη στον O’ Neill, την τελική της δειλία στον Sartre),  εξεγείρονταν για το σκάνδαλο και την «υποτίμηση» του μύθου. Πρόκειται για μια υποτίμηση ήδη αισθητή στην εξέλιξη του δράματος, από τον Αισχύλο ως τον Ευριπίδη, γράφει ο Brunel, ενώ αναρωτιέται αν η εισαγωγή της Ηλέκτρας στον μύθο δεν είναι ένα πρώτο δείγμα υποτίμησης. Στις Χοηφόρους, πιο άχρωμη, στερημένη από το θείο ως, καλείται να παίξει μέσα στην περιπέτεια του Ορέστη έναν δύσκολο και διφορούμενο ρόλο: ρόλο πολύ ανθρώπινο σε μια υπόθεση θεών, ρόλο ανδρικό που της απαγορεύεται από την κοινωνική της θέση, ρόλο προώθησης που πολύ συχνά αποβαίνει απωθητικός, ενώ η συνέχεια είναι εντελώς διαφορετική [7].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Ημερολόγιο Εργασίας του Ευγένιου Ο’ Νηλ για την δική του Ηλέκτρα και ιδίως δυο εγγραφές. Στην πρώτη, αναρωτιέται ο συγγραφέας: Είναι τάχα πραγματοποιήσιμη σ’ ένα τέτοιο έργο η προσέγγιση απ’ την σύγχρονη ψυχολογική σκοπιά, της ελληνικής έννοιας του μοιραίου έτσι που να μπορέσει το σημερινό ανεπτυγμένο θεατρικό κοινό που δεν πιστεύει σε θεούς ή υπερφυσικές τιμωρίες, να την παραδεχτεί και να συγκινηθεί; (εγγραφή αρ. 1, άνοιξη 1926), ενώ στην δεύτερη γράφει: Ιδέα της πλοκής ελληνική – να δώσω στη σύγχρονη Ηλέκτρα ένα τέλος τραγικό, αντάξιο του χαρακτήρα της. Στην ελληνική υπόθεση τελειώνει ο ρόλος της εντελώς αντιδραματικά …Ένας τέτοιος χαρακτήρας κλείνει μέσα του τις δραματικές δυνατότητες μιας πολύ τραγικότερης μοίρας – πώς οι Ερινύες επέτρεψαν στην Ηλέκτρα να τους ξεφύγει ατιμώρητη;… Είναι μια έλλειψη της ελληνικής τραγωδίας – όπως διασώθηκε ίσαμε την εποχή μας – το ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κι’ ένα έργο που ν’ αναφέρεται στη ζωή της Ηλέκτρας ύστερ’ απ’ το φόνο της Κλυταιμνήστρας (εγγραφή αρ. 2, Νοέμβρης 1928) [8].

Ο Καλοκύρης άσκησε βαθιά ανασκαφική έρευνα στο χώμα όπου βρίσκεται το σώμα του νεοελληνικού λόγου για να θέσει σε πλευρικές προθήκες των τριών έργων αντίστοιχα, την Τοιχογραφία της Ελένης Βακαλό (1956), τον Ορέστη του Γιάννη Ρίτσου (1960) και τον Ορέστη του Νικόλαου Κάλας (1934), έργα που συνομιλούν με την αρχαία γραφή και, επιβεβαιώνουν πως οι πηγές της Ηλέκτρας ρέουν αστείρευτες.

Στο Μουσείο του Βερολίνου είδα ένα αττικό ερυθρόμορφο αγγείο των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα, που βρέθηκε στην Ετρουρία: ο Ορέστης έχει καταφέρει ένα θανάσιμο χτύπημα στον Αίγισθο, ενώ η Κλυταιμνήστρα βρίσκεται ακριβώς πίσω από τον Ορέστη και κραδαίνει έναν πέλεκυ, έτοιμη να χτυπήσει. Η Ηλέκτρα, το όνομα της οποίας αναγράφεται στο αγγείο, στέκεται πίσω από τον Αίγισθο και βγάζει μια κραυγή για να ειδοποιήσει τον αδελφό της και με το δεξί της χέρι δείχνει εκείνη που βρίσκεται πίσω του. Σε μια σαφώς απατηλή αναλαμπή, διαβάσματα χρόνων άστραψαν μπροστά στην ύστατη δραματικότητα της παράστασης, που ζωντάνευε την τραγική συνύπαρξη τραγικών προσώπων. Νόμιζα ότι αυτή ήταν η ζωντανότερη Ηλέκτρα που μπορούσα να «δω». Τώρα με την τριπλή, παράλληλη απόδοση του Δημήτρη Καλοκύρη, η Ηλέκτρα των Τραγικών, ζωντανεύει ως μια τρισυπόστατη, μοναδική ηρωίδα και κάθε λέξη από τον λόγο της μοιάζει να έχει βάθος διαχρονικό και απροσμέτρητο.

Εκδ. Πατάκη, 2022, 245 σελ.

Παραπομπές:

[1] Henry Miller, Ο Κολοσσός του Μαρουσιού, μτφ. Ανδρέα Καραντώνη, εκδ. Γαλαξίας, χ.χ., σελ. 91.

[2] Pierre Brunel Ο μύθος της Ηλέκτρας, μτφ. Κλαίρη Μιτσοτάκη, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 1992 [Le Mythe d’ Electre, 1971], σελ. 13.

[3] Ivan Mortimer Linford, Electra’s day in the tragedy of Sophocles, 1963, κατά παραπομπή του Pierre Brunel, σ. 156 (βλ. σημ. 2).

[4] Ασπασία Παπαθανασίου, Γυναικείες μορφές της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, Εκδ  Νέδα, 2010, σελ. 99-104, 111-116.

[5] Ελένη Παπάζογλου – Το πρόσωπο του πένθους. Η «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή ανάμεσα στο κείμενο και την παράσταση, Εκδ. Πόλις, 2014, σελ. 192.

[6] Ασπασία Παπαθανασίου, ό.π., σελ 118-123.

[7] Pierre Brunel, ό.π., σελ. 156-170

[8] Πρόγραμμα της Παράστασης από το Αμφιθέατρο Σπύρου Ευαγγελάτου (1994-1995), του έργου του Ευγένιου Ο’ Νηλ, Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα (τριλογία: Ο Γυρισμός, Οι Κυνηγημένοι, Οι Στοιχειωμένοι), χωρίς αρίθμηση σελίδων. Σύμφωνα με τα εκεί γραφόμενα, το εν λόγω Ημερολόγιο έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο του Μπάρετ Κλάρ, Ο’ Νηλ, μτφ. Β. Νικολόπουλου, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ. = π. 1950[;].

Στις εικόνες: Ηλέκτρες από τα θέατρα του κόσμου. Υποκρίτριες, παραστάσεις, θέατρα και τόποι: αρ. 1-3: εδώ, αρ. 4: εδώ, αρ. 5: εδώ, αρ. 6: εδώ, αρ. 7: εδώ, αρ. 8: εδώ, αρ. 9: εδώ, αρ. 10: εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

22
Απρ.
20

John Williams – Αύγουστος

Ήταν περισσότερο ένστικτο παρά γνώση αυτό που με βοήθησε να καταλάβω πως, αν είναι η μοίρα κάποιου ν’ αλλάξει τον κόσμο, υποχρέωσή του είναι πρώτα ν’ αλλάξει τον εαυτό του. Αν θέλει να υπακούσει στη μοίρα του, πρέπει πρώτα να βρει ή να επινοήσει μέσα του ένα σκληρό και κρυφό κομμάτι, που θ’ αδιαφορεί για τον ίδιο, για τους άλλους, ακόμα και για τον κόσμο που προορίζεται να αλλάξει – όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, αλλά με τρόπο και μορφή που θα ανακαλύψει στην πορεία. [σ. 469]

Καθώς ο Αύγουστος φτάνει στο τέλος της ζωής του και της αυτοκρατορικής του εξουσίας γράφει μια βαθύτατα υπαρξιακή εξομολόγηση, εκφράζοντας το απόσταγμα μιας ταραγμένης ζωής όπου η υπέρτατη εξουσία έπρεπε να συνυπάρξει με τις εσωτερικές επιταγές μιας ιδιαίτερης προσωπικότητας. Πώς μπορεί κανείς να μείνει ακέραιος και πιστός στην προσωπική του ηθική κυβερνώντας την ίδια στιγμή μια αχανή αυτοκρατορία; Και πώς μπορούμε εμείς οι σύγχρονοι αναγνώστες να κατανοήσουμε ένα τέτοιο πρόσωπο;

Ο Τζον Γουίλλιαμς θα μπορούσε να γράψει ένα τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα με τριτοπρόσωπη γραφή, βασισμένο σε ενδελεχή έρευνα των αρχείων και να αποδώσει κάλλιστα την ούτως ή άλλως συναρπαστική μορφή του Αυγούστου σε μια λογοτεχνική βιογραφία. Όμως προτίμησε την στενή πύλη της πολυπρόσωπης αφήγησης και μάλιστα μέσω επιστολών, παράλληλα με άλλες μονολογικές εκφράσεις, όπως είναι τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και τα πρακτικά. Πόσο δύσκολο στοίχημα! Κι όμως, αυτή ακριβώς η σύλληψη είναι που απογειώνει το μυθιστόρημα σε μια πλούσια πανοραμική πρόζα που ευφραίνει. Γιατί δίνοντας φωνή σε δεκάδες πρόσωπα μπορεί να αφηγηθεί μέσα από διαφορετικούς χαρακτήρες, που εκφράζουν τις δικές τους εσώτερες σκέψεις με τον δικό τους ιδιαίτερο λόγο. Είναι, άλλωστε, η ίδια η επιστολική έκφραση που, όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο συγγραφέας, επιτρέπει στους συντάκτες να μιλούν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

Στο πρώτο μέρος τον γραπτό λόγο παίρνουν τα πρόσωπα του στενότερου και ευρύτερου περιβάλλοντος του Αυγούστου, συνδεδεμένα όλα στον ιστό της δημόσιας ζωής: οι νεαροί φίλοι με τους οποίους ξεκινάει μια αδιανόητη πορεία προς την νόμιμη «κατάκτηση» της αγαπημένης τους Ρώμης, συνεργάτες, αντίπαλοι και πολλές ακόμα μορφές που κινούνται γύρω τους, δίπλα τους ή εναντίον τους. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας γράφει στον Γάιο Οκτάβιο πως «κατέκτησε τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν είναι ασφαλής και πως έδωσε ελευθερίες στο λαό και ο λαός έφυγε σαν κυνηγημένος μακριά τους σα να ήταν αρρώστιες» [σ. 50] στην ουσία προοιωνίζει την ανάλογη διαπίστωση του Αύγουστου πολλά χρόνια μετά. Είναι ενδιαφέρον πως ακόμα και τα ίδια τα πρόσωπα αντιλαμβάνονται πως βλέπουν για τα γεγονότα και τον κόσμο κυρίως μέσα στις προσωπικές τους αισθήσεις και εμπειρίες. Για παράδειγμα, ο Γάιος Κίλνιος Μαικήνας γράφει προς τον ιστορικό Τίτο Λίβιο πως αυτός (ο Μαικήνας) δεν έχει την έχει την ελευθερία του ιστορικού, σε αντίθεση μ’ εκείνον, που μπορεί να περιγράψει τις εξελίξεις πολιτικών διαπλοκών, να ισορροπήσει νίκες και ήττες και να είναι ακόμα ελεύθερος «μέσα στην σοφή απλότητα της δουλειάς του, ελεύθερος από το φριχτό βάρος ενός είδους γνώσης που δεν μπορεί να ονομάσει». [σ. 37 – 38].

Στο δεύτερο μέρος την σκυτάλη με μορφή πένας παίρνουν πρόσωπα οικειότερα, καθώς και εκείνα του ευρύτερου προσωπικού κύκλου του Αυγούστου. Εδώ το βάρος δίνεται στην ιδιωτική ζωή αλλά και στον τρόπο που αυτή αναπόφευκτα συμπλέκεται με τα δημόσια πράγματα. Κύριο επίκεντρο των λόγων είναι η συμπεριφορά της αγαπημένης του κόρης Ιουλίας και η εξωσυζυγική της σχέση. Τα συναρπαστικότερα λόγια εδώ προέρχονται από τα επινοημένα ημερολόγια της ίδιας της Ιουλίας, που ο Αύγουστος «για το καλό της πολιτείας» τιμώρησε με εξορία λόγω παράβασης των περί μοιχείας νόμων που είχε ο ίδιος ψηφίσει. Από την δική του πλευρά εκείνος θεωρεί ότι την έσωσε, εφόσον επρόκειτο πράγματι να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία, καθώς γνώριζε ότι ο εραστής της και άλλοι ετοιμάζονταν να τον δολοφονήσουν.

Ασυνόδευτη κι αφρούρητη μ’ αφήνουν να περπατήσω τα εκατό μέτρα ως το γιαλό, όσο είναι  στενή μαύρη αμμουδιά του· κι εκατό μέτρα γύρω απ’ την πέτρινη καλύβα, που εδώ και πέντε χρόνια είναι το σπίτι μου… Έτσι ξεκινάει το ημερολόγιό της η σαραντατριάχρονη Ιουλία από το νησί Παντατερία, ένα ημερολόγιο που γράφει μόνο για εκείνη, «για να έχει κάτι να διαβάζει», χωρίς να ενδιαφέρεται να εξηγήσει τον εαυτό της στον κόσμο· έχει μόνο τον εαυτό της να πείσει ή να μην πείσει. Η γυναίκα που αν δεν ήταν γυναίκα και κόρη του αυτοκράτορα θα ήθελε να σπουδάσει φιλοσοφία, έμαθε τους πλάγιους τρόπους με τους οποίους μια γυναίκα ανακαλύπτει, ασκεί και απολαμβάνει την εξουσία· τα προσωπεία που πρέπει να διαθέτει για να ξεγελάει τους άλλους: της αθώας κοπέλας, της κόρης, της ενάρετης συζύγου, της αργόσχολης φιλοσόφου, της γυναίκας.

Χήρα για πρώτη φορά χήρα στα δεκαεφτά της, έπρεπε να περάσει δυο γάμους και τρεις γέννες για να μάθει ότι «το κορμί της είχε κι αυτό δικαιώματα και δεν όφειλε να υπηρετεί επιθυμίες άλλων και όχι δικές του». Και ήταν ο Ίουλος Αντώνιος εκείνος που της χάρισε τις ηδονές που έμαθε έστω και καθυστερημένα στην ζωή της, εκείνος που «της χάρισε για ένα χρόνο τη αληθινή ζωή εντός του κόσμου» κι ο ίδιος που «την έριξε σε τούτον τον αργό θάνατο στην Παντατερία όπου μπορεί να παρακολουθεί μέρα με τη μέρα το τέλος και το σβήσιμο της ζωής της».

Κατήγορος ήταν ο ίδιος ο πατέρας μου. Αναφέρθηκε με πολλές λεπτομέρειες στις παρανομίες μου κατανόμασε τους εραστές μου, τα μέρη των συναντήσεών μας, τις ημερομηνίες… Και ζήτησε, σύμφωνα με τον Ιούλιο νόμο του, να εξοριστώ δια παντός από την πύλη της Ρώμης, υποδεικνύοντας τη Σύγκλητο να διατάξει τον περιορισμό μου σ’ αυτό το νησί της Παντατερίας, για να ζήσω εδώ το υπόλοιπο της ζωής μου μετανοώντας για τις διαστροφές μου. Αν η ιστορία δε με σβήσει τελείως από τα κατάστιχά της, έτσι θα με θυμάται. Αλλά η ιστορία δεν θα μάθει την αλήθεια, αν υποθέσουμε ότι η ιστορία μαθαίνει ποτέ την αλήθεια. [σ. 444-445]

Μέχρι εδώ είναι εμφανές ότι καθώς ξεδιπλώνονται σταδιακά τα γεγονότα και μένει ο πυρήνας της ουσίας τους, εκείνο που έχει σημασία είναι η προσωπική αλήθεια των πρωταγωνιστών και των δευτεραγωνιστών τους. Αλλά την ίδια στιγμή οι αφηγήσεις αυτών των δυο κύκλων περικυκλώνουν τον Αύγουστο, φωτίζοντας από όλες τις θέσεις όσα φαίνονται από την προσωπικότητά του. Και είναι τελικά το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου ο Αύγουστος αποκτά την δική του φωνή και καθώς γράφει στον φίλο του Νικόλαο Δαμασκηνό. Αυτή είναι η ώρα που ο αυτοκράτορας εκφράζει την δική του αλήθεια· τώρα ύστερα από τα αλλεπάλληλα φύλλα των λόγων τόσων άλλων προσώπων, φτάνει η στιγμή της δικής του γαλήνιας κάθαρσης.

Κατέληξα να πιστεύω πως στη ζωή του καθενός, αργά ή γρήγορα, έρχεται μια στιγμή που αντιλαμβάνεται (πέρα και πάνω απ’ οτιδήποτε άλλο έχει αντιληφθεί ή ίσως αντιληφθεί στο μέλλον, και είτε μπορεί είτε όχι να εκφράσει αυτή την αντίληψη) το τρομακτικό γεγονός ότι είναι μόνος, ολομόναχος, και ότι δεν μπορεί ποτέ να είναι κάτι άλλο από το δύσμοιρο πράγμα που είναι ο εαυτός του. [σ. 503]

Ο Αύγουστος παραδέχεται πως ένοιωσε σεβασμό, ακόμα και συμπάθεια για τους παράξενους λαούς, τους τόσο διαφορετικούς από τους Ρωμαίους, με τους οποίους αναγκάστηκε να έρθει σε συνδιαλλαγές και συμφωνίες, το γεγονός ότι η γνωριμία τους τον βοήθησε να καταλάβει καλύτερα τους συμπατριώτες του· ομολογεί πως ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε περισσότερη σοφία και δύναμη απ’ όση είχαν οι άλλοι και ότι περισσότερο κυβερνήθηκε παρά κυβέρνησε· υποψιάζεται ότι η ιδανική κατάσταση για τον άνθρωπο, εκείνη που αναδεικνύει ό,τι αξιοθαύμαστο έχει μέσα του, μπορεί να μην είναι η ευμάρεια, η ειρήνη και η αρμονία για τις οποίες τόσο κόπιασε να εξασφαλίσει στην αγαπημένη του Ρώμη· εκπλήσσεται για το γεγονός ότι του προσφέρθηκε δυο φορές από τον ρωμαϊκό λαό και την Σύγκλητο η δικτατορική εξουσία, την οποία απέρριψε· είναι βέβαιος ότι μπορεί τα τείχη των πόλεων να τις προστατεύουν αλλά δεν υπάρχει τείχος ικανό να προστατεύει την ανθρώπινη καρδιά από τις ίδιες τις αδυναμίες της· καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι θεοί, ακόμα κι αν υπάρχουν, δεν έχουν καμία σημασία, δεν μετράνε. Αν, λοιπόν παρότρυνα τον λαό να ακολουθήσει τις επιταγές αυτών των αρχαίων ρωμαϊκών θεών, το έκανα από ανάγκη μάλλον, παρά από κάποια βαθύτερη θρησκευτική πίστη ότι αυτές οι δυνάμεις βρίσκονται πράγματι μέσα στα υποτιθέμενα πρόσωπά τους. [σ. 502]

Και ο έρωτας που καθόρισε δραματικά την ζωή της κόρης του και την μεταξύ τους ιδιαίτερη σχέση; … αντίθετα με όσα ίσως πιστεύουμε  είναι ίσως η πιο ανιδιοτελής απ’ όλες τις ποικιλίες της αγάπης· θέλει να γίνει ένα με τον άλλον, να δραπετεύσει δηλαδή από τα όρια του εαυτού του. Αυτό το είδος της αγάπη είναι, βέβαια, το πρώτο που πεθαίνει […] Το γεγονός όμως ότι θα πεθάνει (και ότι το ξέρουμε πως θα πεθάνει) τον κάνει πιο πολύτιμο· και μόλις τον γευτούμε και τον γνωρίσουμε, δεν είμαστε πια ανεπανόρθωτα παγιδευμένοι και εξόριστοι μέσα στον εαυτό μας. [σ. 504]

Αν υπάρχουν αλήθειες σ’ ετούτο το έργο, έγραψε ο συγγραφέας, είναι μάλλον οι αλήθειες της λογοτεχνίας παρά της ιστορίας, ευχόμενος οι αναγνώστες να το διαβάσουν ως έργο φαντασίας. Αυτή η λογοτεχνική αλήθεια, σκέφτομαι, έτσι όπως διαπλέκεται με τις όποιες πηγές της ιστορίας, μας χαρίζει ένα άλλο είδος γνώσης· κι αν, σύμφωνα με τα λόγια του Γουίλλιαμς, ένα μυθιστόρημα δημιουργείται όχι τόσο για να κατανοηθεί ή αναλυθεί όσο για να βιωθεί ως εμπειρία, τότε η παραπάνω γνώση μετατρέπεται σε συναρπαστική εμπειρία.

Ο ποιητής ατενίζει το χάος της εμπειρίας, την σύγχυση των συμβάντων και τα ακατανόητα βασίλεια των δυνατοτήτων – τον κόσμο δηλαδή μέσα στον οποίο ζούμε όλοι, αλλά ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να ερευνήσουν. Οι καρποί που αποκομίζει αυτή η εξερευνητική ματιά είναι η ανακάλυψη (ή η εφεύρεση) κάποιων μικτών αρχών αρμονίας και τάξης, που μπορούν ν’ απομονωθούν από την αταξία γύρω τους και η υποταγή αυτής της ανακάλυψης στους ποιητικούς νόμους που τελικά την καθιστούν δυνατή […] Δεν υπάρχει αυτοκράτορας που να οργανώνει πιο προσεκτικά τις διάφορες επαρχίες του κόσμου ώστε να αποτελούν την μία και ενωμένη αυτοκρατορία του από τον ποιητή που συνδυάζει τις λεπτομέρειες του ποιήματός του έτσι ώστε να δημιουργήσει μέσα στο σύμπαν του ανθρώπινου νου έναν κόσμο άλλον, ίσως πιο αληθινό από αυτόν που προσωρινά κατοικούμε. [σ. 488-489]

Εκδ. Gutenberg [Aldina, αρ. 10], 2017, σελ. 525, μτφ. Μαρία Αγγελίδου. Περιλαμβάνεται εισαγωγή του John McGahern (μτφ. Τόνια Κοβαλένκο), σημείωση του συγγραφέα και βιογραφικό σημείωμα [Augustus, 1972].

Τα σύγχρονα ζωγραφικά έργα τέχνης είναι των Cabepfir, Tancredi Scarpelli και Jean Claude Golvin.




Δεκέμβριος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.123.873 hits

Αρχείο