Posts Tagged ‘Αρχαιότητα

05
Νοέ.
17

Κώστας Βούλγαρης – Το εμφύλιο σώμα

Η Ιστορία και το ανιστόρητο που βγαίνει κάτω από την γόνιμη γη

Το έχεις καταλάβει πως κυκλοφορείς μέσα σε μια γλώσσα στρωμένη, ετοιμασμένη, δοκιμασμένη από τα πριν; Που ελέγχεται από ανθρώπους άλλους, τροποποιείται, συντάσσεται, κατευθύνεται από άλλους; Που τα όριά της, η λογική της, η εκφραστικότητά της κ.λ.π. καθοριστήκανε, αιώνες τώρα, χωρίς να σε ρωτήσουνε, προτού εσύ υπάρξεις; Δε μιλάω για δημοτική ή καθαρεύουσα αυτό είναι μια άλλη (βρώμικη) ιστορία. Μιλάω γενικά για τη γλώσσα, γι’ αυτό το παράλληλο και φοβερότερο Σύστημα. Που οργανώθηκε σιγά-σιγά με τόσες αντιμαχόμενες (κι υποταγμένες) γλώσσες. Και όλοι (απελπιστικά όλοι) σου λένε: Αν θες να υπάρξεις, να σε ακούσουμε, να σε (ενδεχομένως) αναγνωρίσουμε, μέσα εδώ θα κινηθείς, σ’ αυτόν τον κύκλο, αλλιώς καταδικάζεσαι, καταδικάστηκες. [σ. 209]

Εδώ και χρόνια ο Κώστας Βούλγαρης δοκιμάζεται στην «ανάγνωση» της εθνικής ιστορίας δυο αιώνων και στην μεταφορά της σε μια αναπλαστική γραφή, που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο μεγάλα σύνολα φωνών και πηγών αλλά και θα προβληματίζεται στην ίδια την γλώσσα και την ύποπτη ή θαυματουργή συνδρομή της στην ιστορική επιστήμη. Ιδίως τα βιβλία του Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο [Γαβριηλίδης, 2001], Τα άλογα της Αρκαδίας [Πόλις, 2002], Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη [Πόλις, 2003], Η παρτίδα [Βιβλιόραμα, 2004], Η περούκα της Σοφίας Νέρη [Μεταίχμιο, 2005], Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες [Καστανιώτης, 2007], Αερσίλοφος χώρα [Το Πέρασμα, 2011] αλλά και άλλα κείμενα και δοκίμια ο συγγραφέας επιχειρεί να ανασκάψει την γραπτή και άγραφη ιστορία επικεντρώνοντας κυρίως στον τόπο της αρκαδικής Πελοποννήσου και στους δυο αιώνες όπου τα εμφύλιο σώμα σπαράχθηκε και σπαράσσεται από εμφύλιες διαμάχες.

Μόνο ο λόγος ο ιστορικός ανάχωμα κραταιό γίνεται στους χρόνου το ρεύμα…και πάντα τα γενόμενα συνέχει και περιθάλπει…και φυλάσσει και παραδίδει στην μνήμη, για να μην διολισθαίνουν στην αβυσσαλέα σιωπή. [σ. 15].

Όλα τα παραπάνω βιβλία ενσωματώνονται εδώ, αυτούσια ή αποσπασματικά, συνθέτοντας μια ευρύτερη «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» που γράφεται και ξαναγράφεται εδώ και δεκαπέντε χρόνια σε μια διαρκώς ανοιχτή αφήγηση με επάλληλους, ατελεύτητους κύκλους. Γι’ αυτό και στις πρώτες σελίδες αυτού του «κέντρωνα», όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας, καλπάζουν Τα άλογα της Αρκαδίας προς το μυθικό και το αρχαίο παρελθόν του τόπου αλλά φτάνουν μέχρι σήμερα, όπου εντοπίζω τουλάχιστον μια μέγιστη αναλογία με τα σύγχρονα εμφύλια δεινά: μπροστά στους λαούς που τα εναποθέτουν ή τα χρεώνουν όλα στην τύχη, εδώ ένας πληθυντικός αφηγητής ορίζει άλλες προϋποθέσεις. Η τύχη πάντα έρχεται αλλά πρέπει να είσαι εκεί και να την περιμένεις· όχι να λες, αν θέλει θα με βρει, σαν να μην έχει πού αλλού να πάει ή να την προκαλείς φωνάζοντας. «Η τύχη δεν μας φταίει, όσο και αν την εγκαλούμε, γιατί ποτέ δεν έρχεται στο χώμα να καθίσει, εκεί που ρίχνουμε τα ζάρια, αλλά βοηθάει όσους τον χώμα σκάβουνε, τις στρατιές περπατάνε, όσους παλεύουν…».

Στο 9ο κεφάλαιο φτάνει ο Καρτέσιος στην Τρίπολη, συνεπώς ανοίγουν οι σελίδες του φερώνυμου βιβλίου του συγγραφέα και μια σύγχρονη ιστορικός καλείται να διακρίνει το τεντωμένο νήμα δυο λόγων: του Ρενέ Ντεκάρτ που ανακάλυπτε στις αρχές του 17ου αιώνα τις αρχές της υπέρτατης επιστήμης του ορθολογισμού και του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος του 1827, που όριζε ως εμφύλιο σώμα όλες τις επικράτειες που πήραν ή θα πάρουν τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας. Ο προφανής συσχετισμός του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας με την επανάσταση του ’21 και η ατέλειωτη διαπάλη εντός της λιώνουν κάθε διαχωριστική γραμμή, όσο κι αν στην συνέχεια οι εθνικές αφηγήσεις περιορίστηκαν και επέμειναν στην φυλετική και θρησκευτική αντιπαλότητα Ελλήνων και Τούρκων, αλλοιώνοντας την εικόνα.

Η Βουλγάρα ιστορικός Άννα Ντεγιάνοβα θα πιάσει το νήμα της δικής της αφήγησης, όταν βέβαια τελειώσει την δουλειά της ως καθαρίστρια σε συνεργείο καθαρισμού, ένοικος ενός άθλιου υπογείου στην Κυψέλη, επιλέγοντας το χλώριο απ’ το υποκατάστατο της εσώκλειστης ασφάλειας σε μια υποκατάστατη οικογένεια. Ο δικός της εταίρος στον διαλογικό λόγο είναι ένας συγγραφέας που υποστηρίζει μεταξύ άλλων την ανάδυση μιας νέας ποιητικής γενιάς, της γενιάς του ’89. Ένας χρονολογικός αριθμός για μια τομή που έκοψε στα δύο ιδεολογίες και οράματα. Είναι η στιγμή που οι λογοτέχνες και οι ερμηνευτές τους καλούνται να επιλέξουν: Για να συνεχίσει να υπάρχει η ποίηση, ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να την προωθήσει, να την συναρθρώσει με τα ευρύτερα αιτούμενα του ιστορικού παρόντος. Αλλά υποχρεωτικά με τα ευρύτερα, γιατί ο σύγχρονος ποιητής αφηγείται υπό το βάρος της έκπτωσης της ιστορικά βιωμένης εμπειρίας και, για να βλαστήσει εκ νέου η ποίηση, χρειάζεται ο ίδιος να δημιουργήσει μια συνθήκη εξιστόρησης… [σ. 98]

Μέσα από την διαλεκτική των δυο επιστημόνων η ανάγνωση του αγωνιστή και συγγραφέα της Επανάστασης Φωτάκου προτείνει τα δικά της κριτήρια. Ο Φωτάκος που δεν προέβαλε τις συνήθεις αξιώσεις αντικειμενικότητας ούτε επεδίωξε το άλλοθι της μεροληπτικής από μνήμης κατάθεσης αλλά αφηγείται ό.τι είδε και άκουσε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μιας συγκινησιακά αποφορτισμένης αφήγησης, που είναι η πιο ευθεία απάντηση στην σχετικοποίηση των υπονόμευση της διαρκώς αναζητούμενης αλήθειας. Κατά την γνώμη του συγγραφέα – συνομιλητή της ερευνήτριας η αφήγηση του Φωτάκου συνιστά τεκμήριο της πιο προωθημένης και ηττημένης συνείδησης μιας νικηφόρας επανάστασης που κερδήθηκε και χάθηκε ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει με όλες τις επαναστάσεις, αν πρόκειται όντως για επαναστάσεις και όχι πραξικοπήματα.

Κατά τα άλλα, συνεχίζει αργότερα, ο δρόμος θα είναι πάντα ανοικτός για ρομαντικές αφηγήσεις υψηλής ρητορικής δεινότητας, χαρακτηριστικής πολιτικής αφέλειας και υστεροβουλίας, που μας έδωσαν διάσημα και πολυποίκιλα υποκατάστατα του Εθνικού Ύμνου, όπως ο Δωδεκάλογος του γύφτου του Παλαμά, η Μήτηρ θεού του Σικελιανού, ο Επιτάφιος του Ρίτσου, το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, το Άξιον εστί του Ελύτη ή η Οκτάνα του Εμπειρίκου… Άραγε αν βρισκόταν το χαμένο μέρος του κειμένου του Φωτάκου θα άλλαζε ολοκληρωτικά τις αφηγήσεις; Αν κάθε φορά νέες πηγές άλλαζαν τα παλαιά δεδομένα αυτό θα σήμαινε πως η Ιστορία βρίσκεται διαρκώς σε κινούμενη άμμο;

Η ίδια ή μια άλλη Άννα από την Βουλγαρία διατρίβει στην βαλκανική ιστορία και εργάζεται ως καθαρίστρια σε συνεργείο συντήρησης ιστορικών μνημείων. Σε μια αξέχαστη κινηματογραφική στιγμή στον μπρούντζινο ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην οδό Σταδίου εγκαταλείπει την σκαλωσιά και βρίσκεται μαζί του στην ράχη του αλόγου. Αν κανείς από τους ακροδεξιούς έστρεφε το βλέμμα του προς τα πάνω και με έβλεπε σφιχταγκαλιασμένη με τον Κολοκοτρώνη, με δάκρυα στα μάτια από τις αναθυμιάσεις, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να υποθέσει. [σ. 158]. Όταν αργότερα η περικεφαλαία του υποχωρήσει και βρεθεί στην απόλυτη εξουσία του χεριού της θα αποκαλυφθεί ένας στρατηγός διαφορετικός από εκείνον που γνώριζε στις μάχες για την γένεση των εθνικών κρατών. Τώρα ήταν ένας μεσήλικας κουρασμένος, με αρκετή μετωπιαία φαλάκρα, με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω, σα να τον ολοκλήρωσε έτσι ο γλύπτης, χωρίς περικεφαλαία.

Για μια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό μου η τρελή σκέψη να ρίξω την περικεφαλαία στο μεγάλο κουβά και να την πάρω μαζί μου. Μέσα στο κλειστό φορτηγάκι θα έβρισκα έναν τρόπο να την κρύψω στην τσάντα μου. Τη φαντάστηκα μάλιστα στο ράφι της γκαρσονιέρας μου, δίπλα στις μικρές προτομές το Δημητρώφ, του Λένιν και του Ροβεσπιέρο. Είμαι αμετανόητη νοσταλγός, λένε όσοι έρχονται σπίτι μου , αλλά δεν με ενδιαφέρει η γνώμη τους και τους απαντώ πως είναι ανιστόρητοι. Έτσι βέβαια, υπαινικτικά έστω, επιστρατεύω την επιστημονική μου ιδιότητα για να δικαιολογήσω τη στάση μου, αλλά δεν μπορώ να κάθομαι να εξηγώ στον καθένα, πως αυτές οι προτομές φτιάχτηκαν απ’ τον πατέρα μου στα βουλγαρικά γκουλάγκ, ως ένδειξη μετάνοιας και τεκμήριο επιτυχίας της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των κρατουμένων. [σ. 160 – 161]

Το 19ο κεφάλαιο αποτελεί μια από τις δραματικότερες αφηγήσεις για το τέλος του εμφυλίου. Η διήγηση ενός αγωνιστή διαθλάται στον τόπο και τον χρόνο, ενώ η δραματικότητα, με την πιο γυμνή εκφορά, είναι ικανή να θρυμματίσει κάθε μυθικό ή επικό αφήγημα παρελθόντων ετών. Μερικές σελίδες αργότερα ένας άλλος ερευνητής αναζητά στην λογοτεχνία εκείνα που δεν καλύπτει η ιστορία. Η Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού αναφέρεται ακριβώς στα γεγονότα του εμφυλίου στην περιοχή. Ο ερευνητής μετατρέπει το κείμενο σε ηλεκτρονικό αρχείο για να διασταυρώσει πρόσωπα, τοποθεσίες και γεγονότα, ενώ έκπληκτος διαπιστώνει στην αφήγηση ένα κλίμα Εαμικής τρομοκρατίας και πανικού των απλών ανθρώπων καθώς και την συνεχή αναφορά τεσσάρων εκτελέσεων από το ΕΛΑΣ και αποφασίζει να ερευνήσει τα συγκεκριμένα πρόσωπα.

Ο συγγραφέας (ποιος απ’ όλους;) επισκέπτεται το σπίτι του εκλιπόντος Γιάννη Πάνου, που έγραψε το καθοριστικό στο είδος του και στην θέαση της Ιστορίας λογοτέχνημα …από το στόμα της παλιάς Remington…, [Τρίλοφος, 1981, Ύψιλον, 1983, Καστανιώτης, 1998], οι διάλογοι πολλαπλασιάζονται, η θεατρικότητα επιχειρεί να δώσει λόγο στο αληθινό και το παραπλανητικό, ο Διονύσιος Σολωμός συνομιλεί με τον Ηλία Λάγιο και παρατίθεται η βιβλιογραφία με τα κριτικά σημειώματα για τα εν λόγω βιβλία του Βούλγαρη, εφόσον αποτελούν κι αυτά με την σειρά τους πηγές επί των πηγών και αποκρίσεις επί των βιβλίων.

Πολυφωνικός και πολυειδής, ο λόγος του Βούλγαρη περιλαμβάνει σύντομες ιστορίες και μεγάλες αφηγήσεις, δοκίμια και αυτοαναφορικές ομολογίες, ποιήματα και διαλόγους θεατρικούς ή αθέατους. Οι αναφορές ιστορικών γεγονότων συνυπάρχουν με τις μεταφορές τους σε ερευνητικά έργα, οι εφημερίδες της Κυβέρνησης με τα γράμματα του φυλακισμένου, η αλληλογραφία των προσώπων της Επανάστασης με τον μονόλογο ενός ληστή. Ο γλωσσικός πλούτος του συγγραφέα εκρήγνυται ανά πάσα στιγμή, καθώς άλλωστε η γλώσσα αποτελεί την δεύτερη μέγιστη δοκιμασία για έναν συγγραφέα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται να αναμετρηθεί με πηγές που δεν είναι κι αυτές παρά μια γλώσσα.

Στην γλώσσα της ποίησης σημασία έχει όχι μόνο αυτό που βλέπεις (διαβάζεις) γραμμένο αλλά και το άλλο που δεν βλέπεις γραμμένο. Αυτό που κάποτε ακούγεται σα δεύτερος ήχος στα ενδιάμεσα των συλλαβών και των λέξεων – δεν είναι η σιωπή, μη βιάζεσαι – είναι ο ήχος που αφήνουν οι λέξεις όταν οι συλλαβές και οι λέξεις τρίβονται – τα κόκαλά τους τρίβονται – η μία με την άλλη. [σ. 225]

Στις Ιστορίες που εδώ ανοίγονται αλλεπάλληλα η μια μετά την άλλη – κάθε κεφάλαιο και μια επιτομή άγραφου εγχειριδίου Ιστορίας -,  ο καθένας διαθέτει τον αντίπαλό του: είναι αυτός που του δίνει νόημα στην μάχη και σκοπό στην ζωή. Οι εχθροί είναι απαραίτητοι, κι αν δεν υπάρχουν, ας τους εφεύρουμε, διαφορετικά ο εαυτός μας θα είναι μισός. Το εμφύλιο σώμα πλήττει και πλήττεται, ο άλλος βρίσκεται διαρκώς απέναντι. Το χάσμα του διχασμού είναι ορθάνοιχτο και στην άκρη του στέκει ο συγγραφέας, με τους δεκάδες χαρακτήρες του, που συντίθενται και οι ίδιοι από θραύσματα πολλών φωνών. Σ’ εκείνα τα βάραθρα θα αναζητήσουν νεκρούς και κρυμμένους και θα ανασύρουν τις Ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ή ειπώθηκαν με γλώσσες πλαστές, για να διεκδικήσουν δεύτερη ζωή και να δώσουν νέο νόημα στο παρόν.

Το παρελθόν είναι αιχμηρό, δύσκολα γίνεται ιστορία. / Το ανιστόρητο είναι το ανείπωτο. Είναι όμως κι αυτό που δεν κατέχει από μύθο και ιστορία, όπως κάποιος δεν γνωρίζει από γεωγραφία ή σύνορα και ζει επικινδύνως. Είναι η ιστορία η ίδια, που δεν γράφεται όταν συμβαίνει ή γράφεται επιλεκτικά. Είναι ίσως κι όσα θα έπρεπε να συμβούν, όμως το ρεύμα της ζωής δεν τα έβγαλε στον αφρό παρά τα έχωσε βαθιά κάτω από μάζες γόνιμης γης. [σ. 336]

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014, σελ. 365.

Στις εικόνες: δείγματα και παραδείγματα αναπαραστάσεων και μνημείων της Ιστορίας: ένας πίνακας της μυθικής Αρκαδίας [Thomas Cole – Dream of Arcadia, 1838], προσωπογραφία του Rene Descartes, προτομή του Φωτάκου, ο αναφερόμενος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη, δυο προσφυγόπουλα σε υπόγειο του Πειραιά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, μνημείο πεσόντων εμφυλίου πολέμου στο Βίτσι.

Advertisements
02
Νοέ.
17

Γιάννης Χαμηλάκης – Η αρχαιολογία και οι αισθήσεις. Βίωμα, μνήμη και συν-κίνηση

Η ανασκαφή των αισθήσεων ως ανάδυση της συλλογικής μνήμης

Η αρχαιολογία εστιάζει στην όραση και φυλακίζεται στα βλέμματα. Η επικοινωνία με τον αρχαιολογικό χώρο και τα αρχαιολογικά αντικείμενα είναι περιορισμένη σε μία αίσθηση και αποκομμένη από τις άλλες. Τα ευρήματα βρίσκονται πίσω από βιτρίνες και σε κάθε περίπτωση αποκλείουν κάθε άγγιγμα ή άλλη αισθητηριακή σχέση. To θεωρητικό και πρακτικό σχήμα του συγγραφέα επιχειρεί ακριβώς να καταλύσει την ιδέα του μουσείου της απουσίας των αισθήσεων. Πρόκειται για μια προσέγγιση που εκκινεί από μια ευρύτερη φιλοσοφική, ανθρωπολογική, πολιτισμική σκέψη, χρησιμοποιεί την σκέψη μιας νεωτερικής αρχαιολογίας και φτάνει ως την αρχαία φιλοσοφική παράδοση.

Η ίδια η δυτική νεωτερικότητα, που αναπτύχθηκε μέσα σε μια κυρίαρχη εθνική και αποικιακή συγκυρία εξουσίας, υπήρξε επιφυλακτική ως προς την αναρχική φύση των αισθήσεων, εξαιτίας και μιας βαθιάς ανησυχίας για την κατάκτηση και «εξημέρωση» μακρινών και απείθαρχων ανθρώπων. Τα φιλοσοφικά καθεστώτα ιδίως του 18ου και 19ου αιώνα επέλεξαν μια αποστειρωμένη εκδοχή καρτεσιανισμού, στερημένη από κάθε ιδέα συγκινητικότητας. Ο αντίστοιχος επίσημος αρχαιολογικός μηχανισμός ήταν εξίσου αποστεωμένος, περιορισμένος αποκλειστικά στην όραση. Κατά τον 20ό αιώνα η πολυαισθητηριακότητα ήρθε και πάλι στο προσκήνιο, συχνά όμως την  οικειοποιήθηκαν η εμπορευματοποίηση και οι δυνάμεις του κεφαλαίου.

Η αρχαιολογία αποτέλεσε έναν «επιδειξιακό» κλάδο και στοιχειώθηκε από τα άυλα φαντάσματά της ενώ το μουσείο έγινε ένας εργαστηριακός χώρο σιωπής, μια αποθήκη φαντασμάτων. Η αρχαιολογία του σώματος παραμένει περισσότερο αναπαραστατική παρά βιωματική. Κάτω από την επίδραση της «γλωσσολογικής στροφής», το παρελθόν αντιμετωπίστηκε αποκλειστικά σαν κείμενο που δεν έμενε παρά να διαβαστεί, χωρίς την μεσολάβηση και την επαναβίωση των αισθήσεων.

Όμως οι αισθήσεις είναι άπειρες και αναρίθμητες και δεν περιορίζονται στην ατομικότητα. Αντίθετα κινητοποιούν πολυαισθητηριακούς, βιωματικούς τρόπους συνδιαλλαγής με τον κόσμο που δεν έπαψαν να χαρακτηρίζουν κάθε κοινωνία και εποχή. Η αισθητηριακή συναναστροφή με τον υλικό κόσμο είναι βασικός βιωματικός τρόπος για την γένεση και την ενεργοποίηση της σωματικής μνήμης. Το έργο της μνήμης στηρίζεται στις αισθήσεις κι εκείνες με την σειρά τους στην υλικότητα του κόσμου.

O συγγραφέας εστιάζει στο παράδειγμα της περίτεχνης επεξεργασίας του υλικού πολιτισμού της Κρήτης την εποχή του Χαλκού, της πολυχρωμίας στην ζωγραφική (τοιχογραφίες) και στην κεραμική, στην επιλογή των πρώτων υλών που οδηγούν σε συγκεκριμένα αισθητηριακά αποτελέσματα. Οι λαμπερές πέτρες, το κρασί για την διευκόλυνση της συμποσιακότητας, το ελαιόλαδο ως βάση για οσφρητικές σωματικές ουσίες όπως αρώματα και αλοιφές, τα βότανα και τα μπαχαρικά στην μαγειρική και τα θυμιατήρια στις τελετές ως έντονες αισθητηριακές εμπειρίες, η οργάνωση του χώρου που εμπνέει επιτελεστικές χειρονομίες και στάσεις, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να ερμηνευτούν με τις παραδοσιακές «εξελικτιστικές» αφηγήσεις περί «προόδου» και «πολιτισμού», ούτε με την απλή επίκληση μιας ανταγωνιστικής και επιδεικτικής κατανάλωσης. Αντίθετα μπορούν να κατανοηθούν ως συνειδητές προσπάθειες για την επίτευξη ορισμένων αισθητηριακών αποτελεσμάτων και για την δημιουργία, την επίκληση και την ανάκληση έντονων σωματικών μνημών.

Η προτεινόμενη εναλλακτική υπόθεση για την ανάδυση του ανακτορικού φαινομένου στην προϊστορία του νησιού επεκτείνεται στην ίδια την μινωική κοινωνία αλλά και στην ευρύτερη προϊστορία. Η Κρήτη «των εκατό ανακτόρων», τα αυλοκεντρικά κτίσματα και τα νεκρικά μνημοτοπία του νησιού αποκαλύπτουν παραγνωρισμένες αισθητηριακές τροπικότητες, όπως η αίσθηση του τόπου, της μέθης, των αλλοτροπικών καταστάσεων συνείδησης, του ενσώματου ομοσιτισμού αλλά και διάφορες κιναισθητικές τροπικότητες, όπως οι αισθήσεις της ηχόρασης, της απτικής όρασης, της κινηματαισθησίας κλπ. Στην ουσία επρόκειτο για στρατηγικές που ανήκουν στην σφαίρα της βιοπολιτικής και αποκαλύπτουν στις πολυεπίπεδες ζωές των ανθρώπων της υπό έρευνα περιόδου μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντίληψη περί προγονικότητας ενώ υπογραμμίζουν την σπουδαιότητα της ιστορικής συνείδησης και της συλλογικής μνήμης.

Τα κτίσματα, είτε πρόκειται για μινωικά ανάκτορα είτε για θολωτούς τάφους, αποκαλύπτουν μια διακριτή αισθητηριακή συνδιαλλαγή με αντικείμενα, σώματα και χώρους. Προκαλούν τις εκδηλώσεις όλων των αισθήσεων οι οποίες συχνά λειτουργούν διαφορετικά από τον τρόπο που επιθυμούσαν οι εμπνευστές τους. Άλλωστε υπήρχε πάντα ένταση ανάμεσα στον αναρχικό και ακατάστατο κόσμο των αισθήσεων και στις προσπάθειες ατόμων και ομάδων, συχνά με πολιτικά κίνητρα, να τις ρυθμίσουν και να τις προσανατολίσουν μέσω του κατασκευασμένου χώρου και του υλικού πολιτισμού.

Σε κάθε περίπτωση το βάρος μεταφέρεται από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από την πρόθεση σε μια πράξη, από την «έννοια» στην ίδια την «σάρκα». Αυτή η αρχαιολογία μπορεί να εξερευνήσει τον άπειρο αριθμό των αισθήσεων που είναι εκτός των άλλων ιστορικές και πολιτικές και χαρακτηρίζονται από ροές ριψοκίνδυνες και απρόβλεπτες. Υπό την αντίληψη αυτή άνθρωποι και πράγματα σχετίζονται μέσω μιας ιδιαίτερης «συνύφανσης». Έχω την αίσθηση ότι η επέκταση του πεδίου της σε όλες τις αρχαιολογίες θα προτείνει νέες συναρπαστικές αναγνώσεις και γνώσεις.

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2015, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 265. Περιλαμβάνονται 26 εικόνες, βιβλιογραφία και ευρετήριο [Yannis Hamilakis, Arcaeology and the Senses: Human Experience, Memory and Affect, 2013].

Στην πρώτη εικόνα ο χορός από τον θολωτό τάφο στο Καμηλάρι στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης, ένα από τα βασικά ερευνητικά πεδία του συγγραφέα, μινωικά έργα τέχνης και μια καρτ – ποστάλ από τις απαρχές της αρχαιολογίας.

18
Ιολ.
14

Ελένη Λαδιά – Το ποικιλόγραφο βιβλίο

ladiaΆρθρα – Ομιλίες – Δοκίμια, 1972 – 2012

Ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη αναπτύχθηκε ένα νόθο είδος, χαριτωμένο και ωστόσο επωφελές, δισυπόστατο όπως οι Κένταυροι, οι Τρίτωνες και οι Νηρηΐδες της μυθολογίας μας, ένα είδος που μολονότι έχει ρίζες και καθαρά υποκειμενικές, φιλοδοξεί να ενδυθεί το ρούχο της επιστήμης και να μας παρουσιάσει τα πράγματα αντικειμενικώς. Αυτό το ερμαφρόδιτο δημιούργημα είναι το δοκίμιο…

γράφει η Ελένη Λαδιά στο κείμενό της περί της «χαριτωμένης πλάνης του δοκιμίου», παρατηρώντας ότι η διεργασία του είναι σχεδόν καθωρισμένη και η ακτινογραφία του εμφανίζει τα ίδια πάντα «ευρήματα»: την σύλληψη της ιδέας από τον δοκιμιογράφο και την αποδοχή μιας δεδομένης αλήθειας – και κατά κανόνα αποδεικνύει πάντα τα αυταπόδεικτα τα αναπόδεικτα -, την πίστη ότι η ιδέα του έχει την βαρύτητα του αξιώματος, της αναπόδεικτης αλήθειας, μολονότι αυτή διαθέτει υπόστρωμα υποκειμενικό. Πόσο διαφορετική με την συμπαθητική υποκειμενικότητα των χαρακτήρων του μυθιστορήματος! Στο δοκίμιο η πειθώ βασίζεται σε μια σειρά διανοητικών διεργασιών που διαθέτουν το τελετουργικό της επιστήμης και την υποκειμενικότητα της προσωπικής γνώμης.

Το προαναφερθέν κείμενο περιλαμβάνεται στην Α΄ Ενότητα ετούτης της ποικιλόμορφης ως προς τα θέματα συλλογής κειμένων. Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, που καλύπτουν μια συγγραφική πορεία σαράντα χρόνων. Η πρώτη αυτή ενότητα περιλαμβάνει άλλα οκτώ μικρά κείμενα που mircea-eliade1δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Το Βήμα (στήλη Σημασίες). Η Β΄ ενότητα είναι αφιερωμένη στους Παράλληλους Δρόμους Ελλήνων και Κοπτών, με κείμενα δημοσιευμένα στα περιοδικά Ευθύνη, Νέα Εστία, Παράδοση κ.ά. Στην Γ΄ ενότητα Ένα αγγείο μια ιστορία περιλαμβάνονται σύντομα μελετήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό Εποπτεία, με τις απαραίτητες υποσημειώσεις και την βιβλιογραφία τους. Στην Δ΄ ενότητα διαβάζουμε Για την Λογοτεχνία και όχι μόνο.

Εδώ περιλαμβάνονται οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες «σκέψεις για τη λογοτεχνία του Μιρσέα Ελιάντε». Ο ύπατος των θρησκειολόγων συγγραφέας είναι κι ένας πρωτότυπος πεζογράφος, μια ιδιότητα λιγότερο γνωστή, κατά την οποία μάλιστα απέφυγε να εκμεταλλευτεί τις ιστορικές του γνώσεις ή να σκιαγραφήσει τις ιδέες του για την διαλεκτική του ιερού. Είναι βέβαια φανερό ότι η θρησκειολογία και η μυθιστορία συμπλέουν, αμφότερες γεννήματα του μύθου. Ο Ελιάντε αναγνωρίζει ότι και ο πλέον άθρησκος άνθρωπος έχει τους ιερούς τόπους του προσωπικού του σύμπαντος, με την διαφορά βέβαια πως το προσωπικό σύμβολο δεν έχει ούτε την διάρκεια ούτε την εγκυρότητα του συλλογικού.

The_Brothers_Karamazov_first_edition_cover_pageΑποσυρμένος στη μοναξιά του, ο θεός του διηγήματος Ο Μακράνθρωπος θυμίζει τον απόμακρο θεό που δεν έχει ανάγκη από λατρείες, ιερά και λειτουργούς. Άλλωστε δεν υπάρχουν μαρτυρίες και αποδείξεις της ύπαρξής του. Όποιος πιστεύει, πιστεύει και στο θαύμα, όπως εκφράζουν στους διαλόγους τους οι χαρακτήρες. Στο μυθιστόρημα του Δεκαεννέα τριαντάφυλλα ο ήρωας γράφει: έχουμε προσπαθήσει να δώσουμε άλλη ερμηνεία στο δράμα, δηλαδή στην αρχαία μυθολογία από τη σκοπιά της σύγχρονης ιστορίας. Όμως πρέπει αντίθετα να προεκτείνουμε και να συμπληρώνουμε την αρχαία μυθολογία με ό,τι καινούργιο έμαθε ο δυτικός άνθρωπος τα τελευταία εκατό χρόνια.

Τα κείμενα της Ε΄ ενότητας αφορούν σκέψεις για τους Βιττγκεστάιν, Νίτσε και Ντοστογιέφσκι και εκείνα της Στ΄ ενότητας γράφτηκαν για τους φίλους που έφυγαν (Νανά Ησαΐα, Τατιάνα Σταύρου, Γιώργος Φέξης κ.ά.). Το τελευταίο μέρος περιλαμβάνει κριτικές και δοκίμια: Ιβάν Καραμάζωφ και Ιωσήφ Κ., Ο Δ.Π. Παπαδίτσας, η Κοσμολογία και το τελευταίο ποίημα, Η πρωτεϊκή Μελένια, Εμπεδοκλής, ο πρώτος υπερρεαλιστής κ.ά.

FotografiaΈνα ιδιαίτερο κείμενο αφιερώνεται στην «Ελένη» της πεζογράφου Γαλάτειας Σαράντη. Ο τίτλος αυτής της συλλογής διηγημάτων προδιαθέτει για την μυθική και ποιητική καταγωγή του ονόματος και η Ελένη, αγαπημένη των ποιητών, για πρώτη ίσως φορά στην πεζογραφία μας φανερώνει και άλλες διαστάσεις με τρόπο πρισματικό. Με όποιο χαρακτήρα κι αν εμφανίζεται εδώ η Ελένη, πάντα φεύγει αφήνοντας κόσμους πίσω της και γυρεύοντας τον δικό της, όπως η ευριπίδεια εκδοχή της. Στους άλλους δεν απομένει παρά το ομοίωμά της, ενώ εκείνη ολομόναχη υπηρετεί σε κάποιο ιδεατό ναό τον Σκοπό της. Η «αρρενωπή» γραφή της Σαράντη, απελευθερωμένη από το «άνιμο» της γυναίκας – συγγραφέως και από τα αρχέτυπα της προσωπικότητάς της, την οδηγεί και στην αποστασιοποίηση από τους ήρωές της, σε μια σχέση απομακρυσμένης συμπάθειας που αποκτά το νόημα της αντικειμενικότητας. «Στο ίδιο κύτταρο με την Κάθριν Μάνσφηλντ» παραδέχεται ότι η θεϊκή ουσία είναι διασκορπισμένη παντού, τρομοκρατώντας εκείνους που υποστηρίζου πως είναι συγκεντρωμένη στα εκλεκτά πνεύματα.

Κι ο κύκλος κλείνει με την ίδια την πλάwittνη περί της χαριτωμένης του δοκιμίου πλάνης: Εξετάζοντας την λειτουργία του δοκιμίου γράφοντας ένα δοκίμιο, άλλο δεν κάνουμε παρά να πέφτουμε στο σύστημα της αυτοαναφοράς, σε έναν φαύλο κύκλο δηλαδή, αφού το παρόν δοκίμιο που μιλά για την χαριτωμένη πλάνη του δοκιμίου είναι κι αυτό ένα δοκίμιο, άρα έχει και αυτό μια χαριτωμένη πλάνη. Και έχοντας βεβαίως την χαριτωμένη πλάνη δεν λέει την αλήθεια «για την χαριτωμένη πλάνη του δοκιμίου». Γιατί αν πραγματικά θέλαμε να βρούμε την Αλήθεια, θα έπρεπε να είχαμε σιωπήσει…

Αθήνα 2012, σελ. 478.

Στις εικόνες: Mircea Eliade, η πρώτη έκδοση των Αδελφών Καραμαζώφ, έργο της Paula Rego (που θα μπορούσε κάλλιστα να απεικονίζει μια από τις μορφές της Ελένης) και Ludwig Wittgenstein

04
Ιολ.
14

Συλλογικό – Αντινομίες της Αντιγόνης. Κριτικές θεωρήσεις του πολιτικού

exo_antinomies_antigonisΑντιγόνες και Αντίγονοι

Ταυτισμένη με την προ – πολιτική και την συγγένεια, πιστωμένη στην υπεράσπιση της οικίας, ενδεδυμένη ως πρότυπο και στερεότυπο του γυναικείου φύλου, φωνή της κοινότητας και κραυγή πολιτικής επανάστασης, η μορφή της Αντιγόνης βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο μιας συζήτησης στην πολιτική φιλοσοφία και σε πλείστα άλλα πεδία. Ακριβώς λοιπόν οι παραπάνω οπτικές αλλά και το αντίθετό τους, καθώς και πλείστες άλλες αναγνώσεις συμπεριλαμβάνονται σε ετούτη την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συλλογή μελετών. Πρόκειται για αναγνώσεις που βρίσκονται σε διάλογο και αντίλογο με την σύγχρονη σκέψη και τα ποικίλα ρεύματά της.

Νωρίτερα όμως υπήρχε το νεωτερικό παρελθόν και ήδη από τα τέλη του 18ου και κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα στη Γερμανία, η φιλοσοφία της νεωτερικότητας, η ποιητική του ιδεαλισμού και η ρομαντική φαντασία εμμονικά επιστρέφουν στην Αντιγόνη, η οποία, από τον Χέγκελ, τον Κίργκεγκωρ, τον Χαίλντερλιν, τον Σέλινγκ, τον Σέλεϋ και τον Χέμπελ επανεπινοείται φιλοσοφικά και ποιητικά και αποκτά μια ένα νέο περιεχόμενο τραγικού και υπαρξιακής αποξένωσης του ατόμου στον κόσμο.

Judith-Butler_Η εγελιανή Φαινoμενολoγία του πνεύματος ταυτίζει την Αντιγόνη με το γυναικείο, το νόμο της ατομικής συνείδησης, το φυσι­κό δίκαιο, το ιδιωτικό και τη συγγένεια, το ηθικό και θρησκευτικό καθήκον στους θεούς και την ηθική οφειλή στους νεκρούς συγγενείς, Στη φωνή της σχεδόν ακούγεται ο ψίθυρος άχρονων και άγραφων νόμων, στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι της αγάπης, της επιθυμίας και του πάθους. Ο Κρέων, αντίθετα, εκπροσωπεί το ανδρικό, τους ανθρώπινους νόμους, το θετικό δίκαιο, το κράτος δικαίου, το καθολικό και την πολιτική, τον oρθoλογισμό, την εκκοσμίκευση, τον νόμο της πόλης και τον επίσημο λόγο της. Εδώ οι νόμοι είναι σύγχρονοι και γραπτοί, προστάτες του δήμου και της πόλης. Οι δυο πλευρές είναι ισοδύναμες.

9782845164079Εδώ λοιπόν φιλόσοφοι [Sarah Kofman, Adriana Caravero, Tina Chanter, Σλάβοϊ Ζίζεκ, Τζούντιθ Μπάτλερ], εργάτες του θεάτρου [Athol Fugard] και θεωρητικοί της λογοτεχνίας [Carol Jacobs, Τζίνα Πολίτη, ‘Όλγα Ταξίδου], του δικαίου και της πολιτικής σκέψης [Bonnie Ηοnig, Γιάννης Σταυρακάκης, Κώστας Δoυζίνας] της ψυχαναλυτικής σκέψης [Joan Copjec] καταθέτουν την δική τους ιδιαίτερη ανάγνωση της Αντιγόνης. Είναι πολιτική η επιθυμία της Αντιγόνης; Ανάγεται σε τραγικο – ηρωικό παράδειγμα; Αποτελεί πρότυπο πρότυπο προοδευτικής, ριζοσπαστικής ηθικοπολιτικής δράσης; Υπάρχει επιβίωση μετά από μια τέτοια αντίσταση; Ποιος δικαιούται ανήκει στην πόλη και υπό ποιες προϋποθέσεις; Πράττει η Αντιγόνη εντός ή εκτός της πόλης; Αντιτίθεται στο νόμο ή επιζητεί να τον αντικαταστήσει; Τι χώρο αφήνει η δημοκρατία στην ετερότητα και την ετερονομία; Πού διασταυρώνεται και που μένουν διαρκώς παράλληλα το ψυχικό και το πολιτικό;

YE1992_07_PH016_scΣυντασσόμενος με την Αντιγόνη, ο Λακάν διατύπωσε μια ηθική όπου η πράξη συνδέεται με την επιθυμία, στη βάση μιας αντινομικής διάκρισης μετα­ξύ ηθικότητας [morality] και ηθικής [ethics]. Hφεμινιστική φιλοσοφία διακρίνει τον περιορισμό της γυναικείας ύπαρξης στα προαπαιτούμενα της βιολογικής ζωής. Η Λυς Ιρριγκαρέ εκλαμβάνει την Αντιγόνη ως μορφή υπεράσπισης της σωματικότητας, των σχέσεων αίματος και της μητρικής γενεαλογίας που εξεγείρεται ενάντια στον πατριαρχικό νόμο της ορθολογικότητας. Η Τζούντιθ Μπάτλερ στο βιβλίο της Η διεκδίκηση της Αντιγόνης θεωρεί ότι η γλώσσα της Αντιγόνης δεν είναι αποκαθαρμένη από τον κυρίαρχο λόγο αλλά επιμολυσμένη από αυτόν, ωστόσο και πάλι επιφέρει κρίση σε θεμελιώδεις κανόνες.

9780300069150Έτσι, μας παρέδωσε στην Άδη, μαύρες, πενθούσες σκιές που αιώνια πλανιόνται στις φυλλοσκεπείς αλέες του κοιμητηρίου, γονατιστά ειδώλια που πλένουν τις μαρμάρινες πλάκες, στολίζουν τους τάφους με άνθη εξιλέωσης….όλα σημεία μετωνυμικά του γόνιμου κορμιού και του αίματός μας, πρόσφορα για να κατευνάσουν τον αχόρταγο σαρκοφάγο, που το ανδρικό φαντασιακό βλέπει να ελλοχεύει εντός μας: μήτρα – μνήμα. […] Ποιος ήταν, ωστόσο, ο ρόλος της γυναίκας σε αυτό το παγκόσμιο αφήγημα; Ο ρόλος της γυναίκας ήταν ακριβώς να αντιπροσωπεύει τη βελονιά της αρχής. Η γυναίκα δεν μπορούσε ποτέ να εισέλθει στο στάδιο του Συμβολαίου επειδή ήταν φύσει ανυπόγραφη. Συνακόλουθα η λειτουργία της και στα δύο άκρα αυτού του αρχέτυπο αφηγήματος ήταν ήδη και από πάντα «η ακάθαρτη δουλειά»…

AntigoneInterrupted…γράφει η Τζίνα Πολίτη στο Γράμμα της Αντιγόνης [σ. 42, 45, 46], προερχόμενο από το βιβλίο της Η δοκιμασία της ανάγνωσης. Και ανάμεσα στα μυθιστορηματικά και θεατρικά έργα που ενέπνευσε η διαρκώς ζούσα Αντιγόνη, την Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου και την Ισμήνη του Ρίτσου, την Ταφή στη Θήβα του Σέμους Χήνυ και τις απανταχού διασκευές, εντοπίζω δυο απρόσμενες παραστάσεις που θα ήθελα πολύ να δω. Ο Athol Fugard, λευκός Νοτιοαφρικανός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, μαζί με μια ομάδα μαύρων ερασιτεχνών ηθοποιών ίδρυσαν το 1963 στη Νότια Αφρική μια θεα­τρική ομάδα και ανέβασαν την Αντιγόνη, εν μέσω του καθεστώτος του ρατσιστικού φυλετικού διαχωρισμού, της ξενοφοβίας και του αντι­κομμουνισμού. Μέλη του θιάσου συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Robben Island, τη θρυλική φυλακή πολιτικών κρατουμένων της Νότιας Αφρικής. Ένα από τα μέλη του θιάσου σκηνοθέτησε στη φυλακή τον τελικό διάλογο αναμέ­τρησης ανάμεσα στον Κρέοντα και την Αντιγόνη, που τους υποδύθηκαν δύο άνδρες. Βασιζόμενοι σε αυτή την εκδοχή, ο Φούγκαρντ και δυο ηθοποιοί του θιάσου έγραψαν το 1973 το θεατρικό έργο Το νησί, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε σε μια στενόχωρη σοφίτα του Κέιπ Τάουν και εγκαινίασε ένα πρωτοποριακό θεατρικό ρεύμα στη Νότια Αφρική.

antigonafuriosa2Και στην άλλη άκρη της γης, στην Αργεντινή, η θεατρική συγγραφέας Griselda Gambaro έγραψε το 1986 την Antigone Furiosa, ένα έργο που γράφτηκε εν μέσω της δίκης των υπευθύνων της στρατιωτικής χούντας στην Αργεντινή, στο οποίο ο Πολυνείκης μετατράπηκε σε σύμβολο των desaparecidos, των εξαφανισθέντων και αγνοουμένων της δικτατορίας του Βιντέλα (φωτ.). Και βέβαια, θυμάμαι το υπέροχο και δυστυχώς άγνωστο τραγούδι των Mekons με την απαγγελία και τους στίχους της ακτιβίστριας ποιήτριας Kathy Acker, από τον δίσκο Pussy, King of Pirates. I’ve had it with living and dying, there’s something else I must find…

[…] Αδελφούλα, παρά τα όσα έχουν υποστηριχθεί, δεν ήσουν εσύ αλλά εγώ που έπρεπε να γίνω για όλες και όλους το παράδειγμα προς μίμηση. Γιατί αυτό που θέλουν να ξεχνούν οι Αντίγονοι είναι το γεγονός ότι η Εξουσία χτίζει την ισχύ της πάνω σε εικόνες ηρώων και τάφων. […] Όσο για μένα, αιώνες τώρα οι Αντίγονοι με σκηνοθετούν, με καρφώνουν πάνω στις σταυρωτές ερμηνείες τους… [Τζ. Πολίτη, σ. 47]

Εκδ. Εκκρεμές, 2014, επιμ. Έλενα Τζελέπη, μτφ. Μιχάλης Λαλιώτης, Απόστολος Λαμπρόπουλος, σελ. 422. Περιλαμβάνει βιογραφικά των συμμετεχόντων και τις πρώτες δημοσιεύσεις.

24
Μάι.
14

Σταυρούλα Πετρέλλη – Μήδειες και Κλυταιμνήστρες

ΜήδειεςΓυναικών κραυγή: άχρονη και διαχρονική

Αφιερωμένο στο υπέρτατο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και στις γυναίκες που χρειάστηκε και χρειάζεται ν’ αγωνιστούν γι’ αυτό, το βιβλίο αποτελεί μια ιδιότυπη συλλογή ποιημάτων και πεζών κειμένων. Τα πεζά ακολουθούν γραμμική χρονολογική δομή, ξεκινώντας από τα μέσα του 17ου αι. π.Χ., όταν τα σαράντα εννέα πτώματα σφαγιασμένων Αιγυπτίων άδειασαν οριστικά τις ισάριθμες νυφικές κλίνες της πόλης του Άργους. Το πεντηκοστό σώμα διέφυγε της ενστικτώδους αυτοδιάθεσης καθώς η Υπερμνήστρα πρόδωσε τον όρκο των γυναικών. Για εκείνες κάλλιο κατάρα και φευγιό να ’ναι το ριζικό τους κι εξορία στα Δάση τα αφιλόξενα για σπιτικό να έχουν, παρά σε κλίνες να πλαγιάσουνε αντρών που δε θελήσαν. Οι πρότερες ικεσίες τους σε θεούς και ανθρώπους έμειναν αναπάντητες και οριστικά αγνοημένες, και δεν έμενε άλλο από την έσχατη προσωπική διάπραξη αυτοδιάθεσης και ελευθερίας.

- A scene from Medea at the La MaMa Annex.Τρεις αιώνες και μια σελίδα μετά, η Υψιπύλη στην σύναξη των γυναικών της Λήμνου καλείται να αντιμετωπίσει το μίασμα της αντρικής επιβολής ενός αρσενικού Θεού που θα εκτόπιζε την Μεγάλη Θεά και θα γκρέμιζε τα ιερά της. Σύμφωνα με τα τελετουργικά και τις παραδόσεις της οι γυναίκες παρέμεναν σ’ όλη τους τη ζωή ελεύθερες, εκφράζοντας πνεύματα δυναμικότητας, δημιουργίας και έκστασης. Η κοινή καθαρτήρια απόφαση ορίζεται για το επόμενο βράδυ, σε μια ανάλογη απόδοση δικαιοσύνης.

Κι ήταν ο Έρωτας Maria Callas-Medea, Göreme (Cappadocia), giugno 1969αυτός/που λάβωσε με περισσή επιδεξιότητα/της Μήδειας το στήθος, με βέλος που εβούτηξε πρωτύτερα/στο πάθος./Εκείνο το παράταιρο/που ενώνει την οδύνη, /ίσα με τη γλυκιά του πόθου τη σαγήνη. [Ήταν ο έρωτας]

Δέκα χρόνια μετά την Αργοναυτική Εκστρατεία η Μήδεια μονολογεί καθισμένη στα σκαλιά της εισόδου του βασιλικού ανακτόρου στην Κόρινθο: Είναι φορές που με ξυπνάει ο θυμός κι άλλες φορές ο πόνος. Μα πιο συχνά το τίποτα, αυτό με ξημερώνει. Φοράει η καρδιά μου σάβανο. Πως ζω, πια δεν το νιώθω… Έμαθε πια να τραβάει τα μάγουλά της και ν’ αφήνει αχτένιστα τα μαλλιά της, να αποδέχεται πως δεν θα ξαναπεί κανείς «Μήδεια, κορίτσι ευτυχισμένο». Πώς να ανταποκριθεί στον δικό της βαθύτατο νόμο; Είναι ανώφελη η εξόντωση του Ιάσωνα που κρύφτηκε κάτω απ’ τα φουστάνια της· σκέφτεται πως αν τον σκοτώσει «σύννεφο ξεπαστρεύει, αγέρα ανώφελο λογχίζει»…

Ανακυκλώνοντας την Μήδεια… αφού ο χρόνος διάβηκε από τότε χρόνους εμπρός, /μα αδιάφορος για τη δική μου την άχρονη μνήμη…γράφεται εντός παρενθέσεως στο ποίημα Ερεσός – Αθήνα, και αυτός ο ανοιχτός χρόνος διατρέχει τους διαχρονικούς πόνους των γυναικών, από την Κλυταιμνήστρα γύρω στο 1180 π.Χ. (σ’ ένα κείμενο που αν και δεν είναι πρωτοπρόσωπο συνομιλεί ευθέως με την Κλυταιμνήστρα της Γιουρσενάρ) μέχρι σήμερα, τις πρώτες απογευματινές ώρες ή αργά το βράδυ, όπου μια γυναίκα κακοποιείται μέσα στο σπίτι της ή βιάζεται εκτός. Μετά τις απανταχού Λήμνιες και Δαναΐδες, Μήδειες και Κλυταιμνήστρες, ο κύκλος ολοκληρώνεται με τις Αμαζόνες και την χαμένη αφήγηση μιας άλλης γυναικείας Ιστορίας.

Στο αίμα μου κυλάν/μυριάδες μικροσκοπικά ./Στο βλέμμα του αναδύεται/το Χάος τροπαιούχο./Χείμαρρος από σβέλτες πέστροφες το κορμί σου…/Γυναίκα, /πώς να σ’ αγγίξω/χωρίς τον τρόμο μην ξεγλιστρήσεις/μέσα από τα σε δέος απ’ την επαφή σου/ – γι’ αυτό και τόσο αδέξια – / δάκτυλά μου. [Ερωτευμένη]

Σε Martha Graham - KLYTAIMNISTRA520_bαντίθεση με την συλλογική αφήγηση των πεζών, η ποίηση ακολουθεί έναν προσωπικό τόνο μα κι έναν υπόγειο εσωτερικό ρυθμό, όπου ο λόγος κάποτε μοιάζει αντηχεί ορχημένες φωνές, επικλήσεις αρχαίου χορού ή κραυγές μοναχικών θήλεων από τα βάθη του άχρονου χρόνου. Στα στιχουργήματα αυτά είναι πανταχού παρών ο έρωτας, κάποτε «όλο ρωγμές» όπως τιτλοφορείται ένα ποίημα, καθώς η ποιήτρια ομολογεί πως σκάβεται από την σκέψη της [ερωμένης], οσφραίνεται το χώμα ως τα έγκατα τα άγια, διαισθάνεται την αρχαία καταγωγή της και μένει οργωμένη απ’ τα δάχτυλά της, άλλοτε ως «παραίσθηση», σε άλλο ομότιτλο ποίημα, όπου τα μάτια παρομοιάζονται με φωτεινά ζώα που ποθούν και απειλούν ταυτόχρονα. Όταν η Μνήμη είναι Ανεπαρκής, η καρδιά σου/θυμάται τριανταφυλλώνες και αμπελώνες/να ποτίζονται από τις μήτρες μας./Η μήτρα σου όχι… Ενώ η Μνήμη της αφής προσπαθεί να θυμηθεί πως είναι/να τη φιλάς κρυφά/στη σκιά του δρόμου, /να χώνεις τα τρεμάμενα δάκτυλα/κάτω απ’ το ρούχο της, /να νοιώθεις το δέρμα της δειλά…

 Η συγγραφέας ΣΠ(Μυτιλήνη, 1969) ζει από τα εφτά της στην Αθήνα και εργάζεται σε εταιρεία έρευνας αγοράς. Η πρώτη της ποιητική συλλογή Άγρα Ηρεμία κυκλοφόρησε το 2000 από τις εκδόσεις Αστάρτη.

Εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης, 2008, σελ. 93.

Στις εικόνες: Σκηνή από την Μήδεια [LaMaMaAnnex– Medea], η MariaCallas ως Μήδεια [Καππαδοκία, Ιούνιος 1969], Σκηνή από το κινηματογραφική όπερα – μπαλέτο – ντοκιμαντέρ Ανακυκλώνοντας την Μήδεια [Μαρία Κουσουνή], η Martha Graham ως Κλυταιμνήστρα.

25
Φεβ.
14

Ανδρέας Αποστολίδης – Αρχαιοκαπηλία και εμπόριο αρχαιοτήτων. Μουσεία, έμποροι τέχνης, οίκοι δημοπρασιών, ιδιωτικές συλλογές

teliko arxaiokapiliaΛηστές της τέχνης, κλέφτες του πολιτισμού

Ο συγγραφέας σχεδίαζε την συγγραφή ενός μη μυθοπλαστικού βιβλίου – μελέτης για την σύγχρονη αρχαιοκαπηλία κατά τη διάρκεια των ερευνών και των γυρισμάτων του ντοκιμαντέρ για το παράνομο εμπόριο ελληνικών αρχαιοτήτων [Το κύκλωμα, 2006]. Κινητήρια έμπνευση υπήρξε, μια δεκαετία περίπου νωρίτερα, η μετάφραση των βιβλίων του Όλιβερ Μπανκς Μανία για τον Καραβάτζο και Ο χαμένος πίνακας του Ρέμπραντ [εκδ. Άγρα, 1990 και 1995 αντίστοιχα]. Και να φανταστεί κανείς πως τα πρωτότυπα, τότε άγνωστα μυθιστορήματα προτάθηκαν στον συγγραφέα από φίλο του που τα ανακάλυψε σε κάποιο αεροδρόμιο. Δεν είναι συναρπαστική η αλυσιδωτή πορεία που μας οδηγεί μερικές φορές εδώ που βρισκόμαστε;

Το ντόμινο της έμπνευσης μόλις είχε ξεκινήσει, καθώς η αρχαιολογία ως μέθοδος ανασκαφής, το αστυνομικό μυθιστόρημα και η οπτικοακουστική λειτουργία του ντοκιμαντέρ αποτελούσαν αγαπημένα του παίγνια. Και το τιτάνιο σχέδιο του συνδυασμού τους, τυπωμένο τώρα πια, καλύπτει κάθε μορφή έρευνας και συγγραφής. Η πρωτογενής του έρευνα περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά συνομιλιών, αφηγήσεων, ερμηνειών. Ακόμα εντρυφά σε αρχεία, αποδελτιώνει τον τύπο, μελετά μελέτες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε φωτιστεί τόσο πολύ ο θεοσκότεινος και μουχλιασμένος κόσμος των κλεμμένων αρχαίων. Παρουσιάζονται αδιανόητες περιπτώσεις εγχώριας αρχαιοκαπηλίας, εκτίθενται όλα τα νομικά δεδομένα, αποκαλύπτονται όλοι οι εμπλεκόμενοι – πρόσωπα και, το ελεεινότερο, θεσμοί.

Κεφαλή Διονύσου Ληστεία ΚορίνθουΑπό πού να αρχίσει κανείς, από ποιο νήμα να πιάσει αυτή την Ατέλειωτη Ιστορία; Στην ιστορία των αμερικανικών μουσείων σταθμός υπήρξε το 1870, όταν δημιουργήθηκαν οι δυο μεγάλοι οργανισμοί: το Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης της Νέας Υόρκης και το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης. Ήταν από τις πρώτες «εγκυκλοπαιδικές γκαλερί», που επιθυμούσαν να επιδείξουν την παγκόσμια τέχνη όλων των περιόδων και περιοχών. Μιλάμε για μια εποχή όπου ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει και η διάχυτη εθνικιστική αναζωογόνηση έφερνε τους αμερικανούς σε ανταγωνισμό με την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Κι έτσι ενορχηστρώθηκε η μεγάλη μετανάστευση: τον επόμενο μισό αιώνα οι άδειες αίθουσες γέμισαν με έργα τέχνης απ’ όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές.

Η έννοια του μουσείου, μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 18ου αιώνα τώρα έπαιρνε διαφορετική μορφή στο Νέο Κόσμο. Σε αντίθεση με το Βρετανικό ή το Λούβρο που ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τα αμερικανικά μουσεία ήταν ιδιωτικά, συνεπώς μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς να αποδίδουν λογαριασμό σε κανέναν. Το μέτρο δε της επιτυχίας τους ήταν ο αριθμός των επισκεπτών τους – η δημοκρατική επιβεβαίωση ενός θεσμού αριστοκρατικής προέλευσης, γράφει ο Αποστολίδης. Κι η πολυπόθητη επισκεψιμότητα δεν μπορούσε παρά να επιτευχθεί παρά με νέα, εντυπωσιακά αποκτήματα. Κάπως έτσι, με διεργασίες που περιγράφονται στο βιβλίο, η μισή αρχαιολογική ιστορία της Κύπρου βρίσκεται στις αποθήκες του ΜΜΝΥ.

από την Γόρτυνα στο Λούβρο 1Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισε να γίνεται λόγος για το ύψος των χρημάτων που διακυβευόταν από τα μεγάλα μουσεία των ΗΠΑ και μια από τις απόψεις που διατυπώθηκαν υποστήριζε την στροφή στην αγορά μικρών αρχαίων ευρημάτων. Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα και με το κύμα σύλησης ταφών σε όλη την Ελλάδα σ’ εκείνη και την επόμενη δεκαετία, ιδιαίτερα στη Νεμέα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη. Άλλωστε εκτός από τα μουσεία υπάρχουν και οι αγοραστές ιδιώτες, που ζούνε σε σχετικά μικρά διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη και προτιμούν τα μικρού μεγέθους αρχαία από τα μνημειώδη. Κάπως έτσι οι συλλέκτες μεταπήδησαν από τις κλασικές στις κυκλαδικές αρχαιότητες!

Γύρω στο 1961 έγινε ηΤΟ-ΚΥΚΛΩΜΑ-ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ- μεγάλη λαθρανασκαφή στην Κέρο, μία από τις σημαντικότερες και αινιγματικότερες αρχαιολογικές θέσεις των Κυκλάδων, η οποία συνεχίστηκε σε όλη τη δεκαετία του ’60. Εκατοντάδες θραύσματα αγγείων και ειδωλίων κατέκλυσαν τη διεθνή αγορά, σχηματίζοντας στα χέρια του Ελβετού καθηγητή Ερλενμάγιερ τον λεγόμενο Θησαυρό της Κέρου. Η οικογένεια Γουλανδρή αμέσως απέκτησε τη συλλογή, ακολουθώντας μια γραμμή που έκτοτε τήρησε το ελληνικό κράτος, με βάση έναν νόμο του 1935: καλύτερα τα αρχαία να καταλήξουν σε ιδιωτικό συλλέκτη παρά να εκπατρισθούν. Η συναίνεση της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην ανάμειξη ενός ιδιώτη σε μια ελληνική συλλογή εξυπηρετούσε το βασικό κριτήριο να μη φύγουν τα αντικείμενα στο εξωτερικό.

Έτσι η συγκέντρωση των κυκλαδικών ευρημάτων έδωσε την ευκαιρία στους Έλληνες αρχαιολόγους να ασχοληθούν με την καταγραφή τους και συνεπώς οι εγχώριοι επιστήμονες αποτέλεσαν ανεπίληπτα συστατικό μέρος της όλης προβληματικής κατάστασης. Είναι η αντίληψη που επικρατεί τη δεκαετία του ’60 πριν από τη Συνθήκη της ΟΥΝΕΣΚΟ που έμελλε δραματικά να αλλάξει ολόκληρη την ηθική γύρω από τη διεξαγωγή του εμπορίου αρχαιοτήτων και τη συγκρότηση ιδιωτικών συλλογών.

christiesΤι συμβαίνει όταν κάτι βγαίνει από το έδαφος στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Ιορδανία ή την Ιταλία; Μια μεγάλη διαδρομή που έχει ως πρώτο σταθμό το Φρη Πορτ της Γενεύης, ένα τεράστιο συγκρότημα αποθηκών στο οποίο μπορεί να εισάγονται και να εξάγονται αρχαιότητες χωρίς κανέναν τελωνειακό έλεγχο, πιστοποιητικό ή παραστατικό προέλευσης. Μα πώς διαφεύγει, αναρωτιέμαι, από τους τόσο νομότυπους Ελβετούς; Μια σταθερή κατάληξη αποτελούν οι γνωστοί οίκοι Κρίστι’ς και Σόθμπι’ς. Η μεγαλύτερη δημοπρασία ελληνικών αγγείων που έγινε ποτέ πραγματοποιήθηκε το 2000 στους Κρίστι’ς. Η ελάχιστη έστω νομιμοποίηση της δημοπρασίας αυτής και κάθε ανάλογης στηρίζεται πρώτα στο γεγονός ότι κάποιος αρχαιολόγος παίρνει την ευθύνη να συντάξει, να προλογίσει και να σχολιάσει τον κατάλογό της!

Το 1992 εγκαινιάζεται στην Ιερουσαλήμ ένα νέο ιδιωτικό μουσείο, το Μουσείο των Χωρών της Βίβλου, που σε λίγα χρόνια εμφανίζει μια εντυπωσιακή ξεχωριστή πτέρυγα με ελληνικές αρχαιότητες. Μόνο που δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη ένδειξη για το πού και πότε βρέθηκαν τα συγκεκριμένα εκθέματα. Κατά τα άλλα, σκοπός του μουσείου είναι η συγκέντρωση αντικειμένων από την βιβλική περίοδο, ώστε «άνθρωποι όλων των πεποιθήσεων να επιστρέψουν στα ήθη και την ηθική της Βίβλου». Η ηθική πάνω απ’ όλα!

Βόρεια ΚϋπροςΣε κάποιο άλλο κεφάλαιο διαβάζουμε για το Τέμπλο της Παναγίας της Κανακαριάς και την Μαφία του Μονάχου. Στο βόρειο, κατεχόμενο τμήμα του νησιού, οι είκοσι περίπου χιλιάδες εικόνες που κλάπηκαν από εκκλησίες και μοναστήρια μεταφέροντας στις καρότσες των αγροτικών ημιφορτηγών με κατάληξη συνήθως το Μόναχο. Εδώ η αφήγηση ξεπερνάει κάθε κινηματογραφική φαντασία. Η εκκλησία λεηλατήθηκε το 1976 κι έγινε γνωστή μόλις το 1979 από έναν Άγγλο τουρίστα. Δέκα χρόνια μετά μια έμπορος τέχνης στην Ινδιανάπολη αγόραζε από γνωστό αρχαιοκάπηλο τέσσερα ψηφιδωτά του ναού, αλλά η έφορος του Μουσείου Πωλ Γκεττύ την κάρφωσε στην Εκκλησία της Κύπρου, η οποία την μήνυσε και κέρδισε την υπόθεση.

Η απόφαση ήταν ιστορική, διότι δεν ασχολήθηκε με τον φυσικό αυτουργό της κλοπής αλλά με τον έμπορο τέχνης που εισέπραξε το μερίδιο του λέοντος από την όλη συναλλαγή. Φυσικά τα συγκεκριμένα συναλλακτικά «ήθη» και έθιμα δεν άλλαξαν στο παραμικρό. Η περίπτωση της Κύπρου είναι ενδεικτική: το διεθνές εμπόριο εκμεταλλεύεται ιδιαίτερα τις χώρες όπου επικρατεί πολιτική αστάθεια, εμφύλιος πόλεμος, τοπική σύρραξη ή ξένη κατοχή. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Λίβανος, Σομαλία, Καμπότζη, Αφγανιστάν, Ιράκ. Και στον αντίποδα, η ιστορία που ούτε κινηματογραφικά δεν μπορεί να αποδοθεί: η περίφημη ληστεία της Κορίνθου, που παρουσιάζεται σε ένα αδιανόητο χρονικό, από την εμπλοκή ομογενών «πατριωτών» μας και τα κοντέινερ στο Μαϊάμι της Φλόριντα όπου βρίσκονταν κρυμμένα για οκτώ χρόνια μέχρι την επιστροφή τους.

IRAQ-US-MUSEUMΜια μεγάλη πυραμίδα αποτελεί πλέον θεσμικό και αποδεκτό μνημείο της μεγάλης πολιτισμικής κλοπής. Το εμπόριο στηρίζεται στις λαθρανασκαφές, την κλοπή και την λεηλασία. Ακολουθούν αγοραστές και συλλέκτες, μουσεία και ιδιώτες. Ο όρος κύκλωμα ίσως είναι πολύ μικρός για να περιλάβει όλα τα γρανάζια ενός τόσο βρώμικου συστήματος. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα βιβλίο που οφείλουν να διαβάσουν όχι μόνο όλοι όσοι «ασχολούνται» με τον πολιτισμό αλλά και εκείνοι που υμνούν να μιλούν εξ ονόματος της εθνικής μας κληρονομιάς. Θα ήταν απλώς ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα αν επρόκειτο για μυθοπλασία. Δεν είναι όμως, συνεπώς απαιτεί ορθάνοιχτα μάτια και πολύ γερό στομάχι για να διαβαστεί και, κυρίως, να χωνευτεί.

Εκδ. Άγρα, 2006, 535 σελ. Περιλαμβάνονται: γυαλιστερό 32σέλιδο με 72 έγχρωμες φωτογραφίες με τις επεξηγήσεις τους. Επίμετρο: Παράρτημα 1: Η Σύμβαση του 1972, Η Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας, Πίνακας με τα 172 πιο ακριβά αγγεία που πουλήθηκαν σε δημοπρασίες από το 1960 έως το 2000, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Κεφαλή Διονύσου από την ληστεία της Κορίνθου / Από την Γόρτυνα στο … Λούβρο / Βυζαντινός ναός στη Βόρεια Κύπρο / Βαγδάτη 2003.

18
Οκτ.
13

Ελένη Λαδιά – Ο ονειρόσακκος

Λαδιά Ο ΟνειρόσακκοςΣτοχασμός πάνω στα όρια

«Τι λένε οι νεκροί; Να μην καταπιάνομαι με μεγάλες ιδέες, γιατί πρέπει να γράψω για τα δεινά των ανθρώπων; Σαν να μην έφθανε πως οι ανθρώπινες καταστάσεις ροκάνισαν σαν τρωκτικά την ψυχή μου, και θα έπρεπε τώρα να τις μεταφέρω στα γραπτά μου;» [σ. 131]

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής μια συγγραφέας επιστρέφει στο προγονικό της σπίτι βέβαιη πως θα συναντήσει και θα συνομιλήσει με τους ήρωες όλων των βιβλίων της, τα πλάσματα της συγγραφικής έμπνευσης μιας ολόκληρης ζωής. Η επιλογή της να ζήσει άγαμη και άτεκνη, θυσιάζοντας έναν «ανθρώπινο» βίο για τον δαίμονα της δημιουργίας, υπήρξε συνειδητή· τώρα δεν έχει χρόνο μπροστά της: πρέπει να ενδιαφερθεί για τους χαρακτήρες της, «να δει την εξέλιξη τους, να καταλάβει τον εαυτό της από την συμπεριφορά τους», να τους αποχαιρετήσει. Βεβαρημένη με την – καταχωρηθείσα ως μασκοφορεμένη – κατάθλιψη που παραπλανά με πόνο στα όργανα του σώματος κρύβοντας το τραύμα της ψυχής, μακριά πλέον από τις καρποφόρες ολονυκτίες της δουλειάς, η συγγραφέας υποδέχεται διαδοχικά πλάσματα της σκέψης της και συνδιαλέγεται, απολογείται, εξομολογείται…

συννεφοποδια2«Εγώ επισκεπτόμουν σαν μικρός πεπτωκώς άγγελος τα φτωχικά σπιτάκια που θερμαίνονταν από γκαζιέρες και τα παιδιά δεν έπιναν γάλα αλλά βρασμένο δεντρολίβανο από τον κοινόχρηστο κήπο της αυλής. Εγώ είδα μεθυσμένο πατέρα να πετά το μοναδικό μαύρο καρβέλι της οικογένειας στα βρώμικα νερά του ξεροπόταμου και την μικρή μου φίλη να ορμά, να παίρνει το ψωμί που έπλεε  και να το καθαρίζει με το μαχαίρι μαζί με την μεγαλύτερή της αδελφή. / Εγώ είδα και ντρεπόμουν για την οικονομική μου ευμάρεια, κι έτσι δεν έβαζα μπουκιά στο στόμα, για να συμπαραστέκομαι νοερώς στους πένητες, και δεν φορούσα παλτό, το έβγαζα έξω από το σπίτι, για να εξισώνομαι με τους φτωχούς μου φίλους». [σ. 131]

«Η απόγονος των φαντασμάτων» είναι πλέον πεπεισμένη για την κατάργηση κάθε ελεύθερης βούλησης από τους βασανισμένους προγόνους της και τα κληροδοτημένα τους γονίδια. Είναι όμως και βέβαιη για το έργο της ως συγγραφέως: κάποτε ένας ευαίσθητος παρατηρητής σημαδεύεται περισσότερο από τον πάσχοντα και τότε έρχεται το δώρο της συγγραφής.

Τα «Υποθετικά σταχιαπερσεφονη3ονόματα σε υποθετικές ιστορίες» περιλαμβάνουν τρεις σύντομες βιογραφίες ισάριθμων άγνωστων μεταξύ τους κοριτσιών που έζησαν την εποχή του θανατηφόρου λοιμού στην Αρχαία Αθήνα. Η εντεκάχρονη Μυρώ από τις Αχαρνές, εξαναγκασμένη μέτοικος στην πόλη, η δεκάχρονη Κλείτα, δούλη και οιονεί ψυχοκόρη στην Βραυρώνα και η εντεκάχρονη Πραξινόη, που με τη σειρά της φιλοξένησε άλλους μετοίκους, έχουν ως δραματικό κοινό σημείο τον θάνατο και την ομαδική ταφή τους. Αιώνες μετά, ως ανασκαφικό πλέον εύρημα, είναι πιθανόν η τόσο σύντομη ζωή τους να γίνει λογοτεχνία · άλλωστε οι ιστορικοί δεν έγραψαν τίποτα – πρωταγωνιστές είναι πάντοτε οι επώνυμοι.

δενδρολυρα«Ο δικέφαλος άνδρας» βρίσκει την αφηγήτρια να ονειρεύεται τους δυο άνδρες της ζωή της, οι οποίοι ήταν τόσο ίδιοι που στο τέλος ξεχωρίζουν μόνο τα κεφάλια τους. Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν εραστές καθόλου τυπικοί και πρόθυμα μοναχικοί, επιθυμεί να απαλλαγεί από την ονειρική τους παρουσία και τους κάνει ήρωες διηγήματος και υποδιηγήματος. Θα σταθεί άραγε δυνατό να τους αφήσει στον μυθοπλασμένο Δήμο Ονείρων όπου τα όνειρα ζητούν την μετοχή τους στο ανθρώπινο, την ανθρωποποίηση, όπως εμείς οι αλαζόνες επιδιώκομε την θεοποίηση, ή θα υπερισχύσει η αυτάρκεια και η αδυσώπητη χρονικότητα του ονείρου;

«Το είχα καταλάβει από χρόνια πως η παράλογη συμπεριφορά του άλλου αιχμαλωτίζει, μαγεύει, ακόμη και συναρπάζει, αφού μπαίνεις στην περιοχή μιας άλλης λογικής, προσπαθώντας να κατανοήσεις τους νόμους του χάους. Έτσι δε ππροσφυγακι με ανθοςαίζεις με τους «συμβατικούς», αντικειμενικούς όρους ούτε βεβαίως με τους δικούς σου, αλλά με τους όρους που επιβάλλει η παράλογη συμπεριφορά». [σ. 81]

Οι σκέψεις ανήκουν στην αφηγήτρια που κάποτε βίωσε «Μια ιδιότυπη φιλοξενία» και διατηρεί τώρα ως ανελέητο τραύμα που αναζητεί και αυτό την διηγηματογράφησή του. Διάγουσα πλέον βίον παρθενεύοντα, απογοητευμένη από το μάταιο κάθε ερωτικής συνύπαρξης, ανατρέχει στον κοινό της παραθερισμό με τον «παράλογο» άνδρα και αναζητά απαντήσεις σε ακατανόητες συμπεριφορές αλλά και στις αναγνώσεις του Χέρμαν Μέλβιλ που συντρόφευαν την ιδιόμορφη αιχμαλωσία της.

υφαντρες πλαγγονεςΣτο «Κομβικό σημείο» ο αφηγητής συγγραφέας μαθαίνει πως ένας φυλακισμένος – ένθερμος αναγνώστης του – επιθυμεί να τον γνωρίσει από κοντά, καθώς εκπλήσσεται για την πνευματική συντροφιά που εν αγνοία του προσφέρει και αναρωτιέται για την αιτία της εκλογής στο πρόσωπό του. Ο μεσολαβητής – φίλος του έγκλειστου διατηρεί μαζί του έντονη σχέση αγάπης ενώ ορίζει ως βασική μεταξύ τους διαφορά την γραμμή της υπέρβασης των ορίων: εκείνος την ξεπέρασε, αυτός σταμάτησε ακριβώς στο όριό της. Οι τρεις χαρακτήρες συναντιούνται και διαπιστώνουν τα κοινά τους ίχνη σε απονενοημένες πράξεις ερωτικού πάθους και την οριστική αποτυχία της φυσιογνωμικής· «τρεις εκδοχές του ιδίου αισθήματος» και «τρεις οπαδοί του αυτεξούσιου», αναζητούν μια απάντηση: ποιος δημιουργεί την καλή ή την κακή στιγμή, πόσα είναι στο χέρι μας και ποια ανήκουν στα οκ φμν;

ανθισμενο κεφαλιΤα δεκατρία διηγήματα της συλλογής διακρίνονται από υψηλή πυκνότητα στοχασμού και έντονη εσωτερική δράση αλλά την ίδια στιγμή μοιάζουν με πλέον εύληπτες και γνώριμες εκφράσεις μιας συλλογικής συνείδησης που σκάβει το παρελθόν της, αναρωτιέται για τις επιλογές της και αναζητά την λύτρωση της κατανόησης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αποτελεί το έσχατο βάλσαμο. Όπως άλλωστε μας προτρέπει μια ηρωίδα [σ. 91] «Μην πιστεύετε λοιπόν, αγαπημένοι αναγνώστες, στην καταλυτική δύναμη της εικόνας. Η εικόνα εγκλείει την φαντασία, ο λόγος την ελευθερώνει».

Η συγγραφέας διανύει μία ακόμα γόνιμη συγγραφική περίοδο, έχοντας εκδώσει το 2012, εκτός του παρόντος, μια αρχαιογνωστική μελέτη (Δαιμονολογία ή Λόγοι περί δαιμόνων, εκδ. Εστία) και συλλογή με άρθρα, ομιλίες και δοκίμια [1972 – 2012], το εκτός εμπορίου «Ποικιλόγραφο Βιβλίο».

Εκδ. Εστία, 2013, σελ. 137. Με 5 σημειώσεις της συγγραφέως.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 35, φθινόπωρο 2013.  Οι εικόνες – κολλάζ αποτελούν έργα της συγγραφέως.




Νοέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 874,975 hits

Αρχείο