Posts Tagged ‘Αυτοβιογραφία

11
Οκτ.
15

Τζιόρτζιο ντε Κίρικο – Αναμνήσεις από τη ζωή μου

de Chirico cover

Η «ωραία χρωματιστή ύλη» της μνήμης

Εκτός απ’ αυτές τις πράξεις της αλητείας και της φτηνής εγκληματικότητας, οι σουρεαλιστές έκαναν και πράγματα πολύ αστεία και διασκεδαστικά. Ένα αριστούργημα κωμικότητας ήταν οι συγκεντρώσεις στο σπίτι του Μπρετόν… Οι σουρεαλιστές πρέσβευαν γνησιότατα κομουνιστικά και αντιαστικά αισθήματα, επιδίωκαν πάντα να ζουν όσο γινόταν πιο άνετα, να ντύνονται πολύ καλά, να τρώνε φαγητά εκλεκτά, συνοδευόμενα από εξαιρετικά κρασιά, να μην δίνουν ποτέ ούτε μια δεκάρα ελεημοσύνη σε φτωχό, να μην κουνάνε ποτέ ούτε το δαχτυλάκι τους για τη βοήθεια κανενός που είχε ανάγκη υλική ή ηθική, για την ακρίβεια μάλιστα να μην εργάζονται καθόλου. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα του ψευτοστοχασμού και της εξεζητημένης αυτοσυγκέντρωσης, ο Μπρετόν διάβαζε με θανατερή φωνή, βηματίζοντας πάνω κάτω στο στούντιο, αποσπάσματα από τον Λωτρεαμόν. Απάγγελνε το ανοητάρι του Ισιδώρου Ντυκάς με ύφος σοβαρό… [σ. 123]

de chirico 2

… γράφει ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο κατά το ξεφύλλισμα των αναμνήσεών του από το Παρίσι και τους κύκλους των σουρεαλιστών, που έζησε από κοντά αλλά και συγχρόνως πάντα από κάποια απόσταση. Και το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό πολλών σελίδων αυτής της πυκνής αυτοβιογραφίας: ο συγγραφέας εκφράζεται αυθόρμητα και ρεαλιστικά για όλα όσα έζησε αυτοπροσώπως, χωρίς να διστάζει να εκφραστεί με δηλητηριώδη ευθύτητα. Γράφοντας για το Παρίσι στο οποίο έφτασε το 1925 ο ζωγράφος περιγράφει την «πραγματική δικτατορία» που έχουν εγκαθιδρύσει οι έμποροι τέχνης, που μπορούν κατά βούληση να δώσουν αξία σε οποιονδήποτε ζωγράφο αλλά και αντίστροφα να εξαφανίσουν ακόμα και κάποιον καλλιτέχνη μεγάλης αξίας. Ένας δεύτερος κύκλος «εκφυλισμένων τραμπούκων, βουτυρόπαιδων, ακαμάτηδων και αυνανιστών» μιλάει για ένα σουρεαλιστικό κίνημα, υποταγμένος σ’ έναν αρχηγό που έχει αυτοχειροτονηθεί ποιητής και ονομάζεται Αντρέ Μπρετόν…

Giorgio de Chirico - The Silent Statue

Τα πρώτα κεφάλαια με τις πρώιμες αναμνήσεις του συγγραφέα έχουν το δικό τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τι συγκρατεί τότε από τα πράγματα εκείνος που αργότερα θα τα ζωγραφίζει με τον εντελώς δικό του τρόπο; Η πιο μακρινή στο χρόνο εικόνα του είναι μια κάμαρα μεγάλη και ψηλοτάβανη· κι ύστερα δυο στρογγυλά δισκάρια, τρύπια στη μέση, από την ανατολίτικη μαντίλα της μητέρας του – ένα σύμβολο τελειότητας. Στον Βόλο, σ’ ένα σπίτι πελώριο και θλιβερό σαν μοναστήρι, άρχισαν σύντομα να έρχονται τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης. Και πρώτη εκδήλωσή τους υπήρξε η χαρά να ξεπατικώνει ζωγραφιές τοποθετώντας τις πάνω στο τζάμι του παραθύρου μ’ ένα φύλλο χαρτιού από πάνω.

de Chirico self-portrait-in-the-studio-1935

Η οικογένειά του βρέθηκε στον Βόλο λόγω της δουλειάς του πατέρα του, ο οποίος είχε αναλάβει την επίβλεψη της κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Ο ντε Κίρικο θαύμαζε εκείνον τον άνθρωπο του δέκατου ένατου αιώνα, που ήταν ταυτόχρονα μηχανικός και άρχοντας από άλλες εποχές. ιππέας και ιπποτικός μαζί. Σύντομα θα ερχόταν και η πρώτη αξέχαστη επαφή με το βιβλίο: οι γελωτοποιοί νάνοι, γεμάτοι έξοχες εικόνες, ιδιαίτερα με καλοσχεδιασμένους και χρωματιστούς γάτους, του προκάλεσαν την έντονη επιθυμία της δικής του ζωγραφικής.

Η ζωή στην κωμόπολη του Βόλου ήταν βέβαια γεμάτη από γεγονότα μεταφυσικά και επαρχιώτικα. Ο εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης κατασκευάζει χαρταετούς με χρωματιστά χαρτιά και παρατηρεί τα γκρίζα χρώματα των γεγονότων της εποχής και ιδίως τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1987. Η μετοίκηση στην Αθήνα σηματοδοτεί και το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, εκείνου του αιώνα που ήταν «τόσο πλούσιος σε τέχνη, σε σκέψη, σε ιδεαλισμό, σε ρομαντισμό, σε ανδρισμό και ανθρωπισμό και προπαντός σε ταλέντο».

de-chirico foto-de-irving-penn-fundacion-giorgio-de-chirico

Ακολουθεί το Πανεπιστήμιο, οι δάσκαλοι Γεώργιος Ροϊλός και Γεώργιος Ιακωβίδης, για λίγο και ο Βολανάκης, και η γνωριμία με τον συμφοιτητή Δημήτριο Πικιώνης που μαζί με την σύζυγό του Ιζαμπέλλα Φαρ και τον αδελφό του Αλμπέρτο Σαβίνιο υπήρξε ένας από τους τρεις ευφυέστερους ανθρώπους που γνώρισε ποτέ. Το σπίτι τους στην Κηφισιά αφήνει μνήμες θλιβερές, εξαιτίας της υγείας του πατέρα του, που αποκτά όψη όλο και πιο χλωμή και εξαντλημένη. Ακολουθεί το Μόναχο, η Φλωρεντία, το μυθιστόρημά του Εβδόμερος, το Παρίσι, τα καφενεία της Μονμάρτρ και το μοιραίο 1914. Γνωρίζει τον Απολλιναίρ, που αργότερα σπεύδει να καταταγεί αλλά όχι τόσο από αγάπη για την Ιταλία, όπως πολλοί αφελώς πιστεύουν, παρά εξαιτίας της πολωνικής του καταγωγής, συνεπώς και της επιθυμίας του να ανήκει σε κάποιο κράτος. Και τελικά αυτή η επιθυμία του στοίχισε την ζωή του ακριβώς την ημέρα της ανακωχής. Ακολουθούν οι αναμνήσεις από τους στρατώνες, τα νοσοκομεία και τα λοιμοκαθαρτήρια.

giorgio_de_chirico_1Κι έρχεται η εποχή με τους περίφημους ρατσιστικούς νόμους της Ιταλίας, τα αποκαλούμενα «ψηφίσματα για την προστασία της φυλής», που έκαναν να βγουν στηνεπιφάνεια πολλά σκοτεινά συναισθήματα, μικροπρέπεια και δουλοπρέπεια, που καλλιεργήθηκαν με τα χρόνια της δικτατορίας και «λαγοκοιμόνταν ακόμα στο βάθος της ψυχής των Ιταλών». Κι έτσι μπορούσε η δασκάλα ενός δημοτικού σχολείου να διασύρει μερικά δύστυχα Εβραιόπουλα της τάξης λέγοντας πως δεν πλένονταν ποτέ και πως ανέδιναν μια φοβερή μπόχα. Πολλές σελίδες αφιερώνονται ακριβώς στην περιγραφή εκείνου του σκοτεινού κλίματος που δημιούργησε ο Μουσολίνι, ένας αποτυχημένος διανοούμενος και ανίκανος συγγραφέας.

Ήταν η εποχή του βρασμού της αποκαλούμενης φασιστικής «επανάστασης». Μια ανάμνηση παραμένει χαρακτηριστική: Ένα βράδυ στον κινηματογράφο δεν βρήκε θέση κι έμεινε όρθιος στο βάθος της αίθουσας. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν πέντε οπλισμένοι νεαροί με μαύρα πουκάμισα και διέταξαν να διακοπή η προβολή, να ανάψουν τα φώτα και να παιχτούν όλοι οι πολεμικοί ύμνοι των φασιστών. Οι θεατές όφειλαν να σηκωθούν όρθιοι – κι ο ίδιος ευτυχώς δεν χρειάστηκε να σηκωθεί, επειδή ήταν ήδη όρθιος. Στο τέλος επέτρεψαν να συνεχιστεί η προβολή, αφού πρώτα κεραυνοβόλησαν με το βλέμμα τους θεατές

portrait-of-isa-with-black-dress-1935

Με κάθε ευκαιρία ο συγγραφέας απομυθοποιεί διάφορες αποκρυσταλλωμένες βεβαιότητες· ακόμα και τους οίκους ανοχής, τους τόπους δηλαδή για τους οποίους τόσο στην Ιταλία όσο και οπουδήποτε αλλού δημιουργήθηκαν ένα σωρό μύθοι, ο ένας πιο ψεύτικος και πιο παράλογος από τον άλλον. Δεν συνάντησε, γράφει, καμία τρομοκράτηση των γυναικών από πατρόνες ή αφεντικά· οι γυναίκες στα σπίτια αυτά ήταν ελεύθεροι πολίτες, όπως ακριβώς οι υπάλληλοι των γραφείων. Οι υποχρεώσεις μεταξύ των μελών του οίκου ήταν αμοιβαίες αλλά εκείνες ήταν τελείως ελεύθερες να φύγουν και να αλλάξουν ζωή. Πολλές από αυτές μετά από καιρό, κι αφού είχαν  μαζέψει κάποιες οικονομίες, παντρεύονταν και γίνονταν εξαιρετικές σύζυγοι και μητέρες.

Alice Marot, French prostitute, 30s

Εξάλλου, οι γυναίκες που φιλοξενούνταν στους οίκους ανοχής δεν ήταν καθόλου κυνικές και αναίσχυντες, «όπως μερικοί πίστευαν αφελώς και βλακωδώς». Εδώ ο ντε Κίρικο θυμάται μια σχετική διήγηση του Τόμας ντε Κουίνσι, που στα απομνημονεύματά του περιέγραψε έναν αγνότατο έρωτα που ένοιωσε για ένα κορίτσι στο Λονδίνο, την Ανν, με τον «υπέροχο ευφημισμό» ότι ακούσαν την περιπατητική: συχνά μέσα στην προχωρημένη νύχτα έκανε περιπάτους με την μικρή Ανν κατά μήκος του Τάμεση και μιλούσαν για πολλά υψηλά θέματα του πνεύματος και των ανθρωπίνων αισθημάτων.

C-Giorgio-de-Chirico-PAR387602

Όμως είναι ευνόητο, μεγάλο μέρος των αναμνήσεών του αφορά την συναρπαστική του πορεία προς την καλλιτεχνική δημιουργία. Στο τέλος των αναμνήσεών του μοιράζεται σε ειδικό κείμενο ακόμα και τις σκέψεις του για την τεχνική της ζωγραφικής. Αλλά είναι μια στιγμή σε όλη αυτή την πορεία που μοιάζει με εκείνη την έκλαμψη που αλλάζει τα πάντα και την οποία περιγράφει κάπου στο μέσο του βιβλίου [σ. 153]. Ένα απόγευμα στο Μουσείο του Λούβρου βρέθηκε μαζί με την αγαπημένη του σύντροφο Ιζαμπέλλα Φορ μπροστά σ’ ένα πορτρέτο του Βελάσκεθ και συζητούσαν για το μυστηριώδες υλικό των παλιών δασκάλων. Η Ιζαμπέλλα, που παρατηρούσε για πολλή ώρα τον πίνακα είπε: Αυτό δεν είναι χρώμα στεγνωμένο, αλλά ωραία χρωματιστή ύλη. Τα λόγια της υπήρξαν αποκάλυψη για τον ζωγράφο, που ήδη έβλεπε μπροστά του έναν νέο ορίζοντα με απεριόριστες δυνατότητες.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μεφ. Έμμυ Λαμπίδου – Βαρουξάκη, επιμ. Πέτρος Λεκαπηνός, σελ. 284, με πρόλογο του επιμελητή, εισαγωγή της μεταφράστριας, χρονολογικό πίνακα, σημειώσεις, ευρετήριο ονομάτων και τίτλων και φωτογραφίες.

Στις εικόνες: αυτοπροσωπογραφίες και έργα του ζωγράφου και η Γαλλίδα πόρνη Alice Marot (δεκαετία του 1930),

Advertisements
20
Νοέ.
14

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Μίλησε, μνήμη. Ανασκόπηση αυτοβιογραφίας

Ο ποθ1ητότερος συνομιλητής

…μόλις δοθεί μια ευκαιρία, τα τοπία της παιδικότητάς μας γίνονται, στα χέρια παραγωγού με υψηλή την αίσθηση της οικονομίας, ετοιμοπαράδοτα σκηνικά για τα όνειρα της ωριμότητάς μας…[σ. 163]

Στα προλεγόμενα της αμερικανικής έκδοσης του 1967 ο συγγραφέας μας δίνει τις ακριβείς χωροχρονικές συντεταγμένες των προσωπικών του ενθυμήσεων: Αγία Πετρούπολη – Σαιν Ναζαίρ, 1903 – 1940, με λίγες εξαιρέσεις σε κατοπινούς χρόνους και τόπους. Δίπλα στο έτος 1903 τώρα γράφεται μια φράση: η γένεση της αισθητήριας ζωής. Η περίλαμπρη στρατιωτική στολή του πατέρα του, έστω και φορεμένη χάριν αστεϊσμού, ταυτίστηκε με την πρώτη του αναλαμπή ολοκληρωμένης συνείδησης. Αλλά τι υπήρχε πριν από αυτήν, στην προγενέθλια άβυσσο; Ο χρονοφοβικός νεαρός ακόμα θυμάται τον πανικό του όταν είδε οικογενειακές ταινίες γυρισμένες λίγες βδομάδες πριν την γέννησή του: εκεί βρισκόταν ένας κόσμος απαράλλαχτος αλλά χωρίς εκείνον. Στην αρχή δεν είχε σαφή αντίληψη του γεγονότος ότι ο χρόνος, τόσο απέραντος εκ πρώτης όψεως, ήταν φυλακή.

Ο Ναμπόκοφ επιχειρεί την1a απόλυτη διείσδυση στο αρχέγονο σπήλαιο του παρελθόντος του για να θυμηθεί ένα μεγάλο ντιβάνι, μια μαρμάρινη προτομή της Άρτεμης, ένα κρυστάλλινο αυτό ξεχασμένο από κάποιο Πάσχα και το αιώνιο παιχνίδι, που κάθε πρωί σήκωνε τα σκεπάσματα ψηλά κι έμπαινε από κάτω για να παίξει «χιλιάδες αξεδιάλυτα παιχνίδια». Κι ύστερα ο μεγάλος σιδηροδρομικός σταθμός, τα ξύλινα βαγόνια, η πρώτη του κουκέτα. Παραδέχεται πως έχει υπέρμετρη αδυναμία στις πάμπρωτές του εντυπώσεις αλλά τους χρωστάει ευγνωμοσύνη: τον οδήγησαν στην Εδέμ του βλέμματος και της αφής. Τολμάει μάλιστα και μια απρόσμενη γενίκευση: εκείνη η δυνατότητα αποθησαύρισης τέτοιων εντυπώσεων για τα Ρωσσόπουλα της γενιάς του πιθανώς αποτελούσε ένα παιχνίδι της μοίρας, για να αντισταθμιστεί ο καταποντισμός που έμελλε να απαλείψει ολοκληρωτικά εκείνο τον κόσμο.

nabokov_document2Βιογράφος της απώτερης ζωής του, απαρνείται την αυστηρή γραμμικότητα για να αφηγηθεί τα πρώιμα αυτά χρόνια με βάση «θεματικούς σχηματισμούς», που κατά τη γνώμη του αποτελούν τον «αληθινό προορισμό της αυτοβιογραφίας». Aντιλαμβάνεται κανείς ότι ακριβώς αυτό το ατέλειωτο πανηγύρι των αισθήσεων αποτελεί τον κορμό της μνήμης που επιχειρεί να αιχμαλωτίσει σε αυτά τα γραπτά. Το παράθυρο του δωματίου του ως παραλληλόγραμμο του πλαισιωμένου ήλιου, τα βιβλία της μητέρας του, ξυλογραφίες και γκραβούρες ζώων, τα αυτοσχέδια παιχνίδια, το σκάκι, η ποδηλασία, όλα αποτελούν οργανικά κομμάτια μιας διαρκώς παλλόμενης ζωής. Η έλξη για την επιστήμη της συστηματικής, κοινώς την ιεραρχημένης ταξινόμησης των οργανισμών βρισκόταν ήδη προ των πυλών. Ο συγγραφέας ανακαλύπτει στη φύση τις μη ωφελιμιστικές χαρές που έψαχνε στην τέχνη.

RUSSIAN-Steam-Loco-1917Όταν ένα ταξιδιωτικό γραφείο στην λεωφόρο Νιέφκσι εκθέτει στην βιτρίνα του την μακέτα μιας διεθνούς κλινάμαξας, ο συγγραφέας μόλις γνώριζε τον μαγικό κόσμο του ταξιδιού με τραίνο. Ανάμεσα στις εικόνες που διατηρεί αναλλοίωτες είναι η αντανάκλαση του ήλιου στις κλειδαριές μιας βαλίτσας, που βλέπει ξανά να λάμπουν δεκαετίες μετά στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, όταν η εβδομηντάχρονη πλέον αποσκευή έχει αφήσει τις ακριβές της θήκες σε κάποιο ενεχυροδανειστήριο. «Η απώλεια αυτή αντισταθμίστηκε, ωστόσο, από τα τριάντα χρόνια που ταξίδεψε μετά μαζί μου – από την Πράγα στο Παρίσι, από το Σαιν Ναζαίρ στη Νέα Υόρκη – μέσα στους καθρέφτες διακοσίων και βάλε δωματίων μοτέλ και ενοικιαζόμενων σπιτιών σε σαράντα έξι πολιτείες. Και λογικό και συμβολικό: ο πιο σθεναρός επιζών της ρωσσικής μας κληρονομιάς αποδείχτηκε μια ταξιδιωτική αποσκευή». [σ. 177]

nabokov1Αλλά η σκέψη αυτού του διανοούμενου παιδιού δεν περιορίζεται μόνο στα απτά και τα ορατά. Όταν η μνήμη εκτείνεται σε πρόσωπα, εκείνος βρίσκεται σ’ έναν κυκεώνα μια σχεδόν ολιστικής αντίληψης των πάντων. Κάθε φορά που αναλογίζεται ότι αγαπά κάποιο πρόσωπο, σχεδιάζει ακτίνες που ξεκινούν από «την εστία της αγάπης, τον τρυφερό προσωπικών υποθέσεων», κοινώς την καρδιά και τον τραβούν «προς τερατωδώς απόμακρα σημεία του σύμπαντος». Εκεί κάτι τον ωθεί να μετρήσει την συνειδητότητα της αγάπης του «απέναντι σε πράγματα ασύλληπτα και απροσμέτρητα, όπως […] οι τρομερές παγίδες της αιωνιότητας, το άγνωρο πέρα από το άγνωστο, η απελπισία, η παγωνιά, οι ιλιγγιώδεις περιελίξεις και αλληλοδιεισδύσεις του χώρου και του χρόνου». Ένα συνήθιο ολέθριο, κάτι «σαν το ανεξέλεγκτο τίναγμα, σε νύχτα αϋπνίας…». Κάθε χώρος και κάθε χρόνος πρέπει να μετέχουν στο συναίσθημά του, στην αγάπη που μπορεί να είναι θνητή, μήπως και αμβλυνθεί ακριβώς αυτή η θνητότητα και καταφέρει να αντιπαλέψει την γελοιότητα και τη φρίκη του «να έχεις αναπτύξει μιαν απεραντοσύνη αισθήσεως και στοχασμού μέσα σε ύπαρξη πεπερασμένη». [σ. 354, 355]

home_photoΚαθώς η συναρπαστική αυτή αισθητηριακή αφήγηση αφιερώνεται αποκλειστικά στον θαυμαστό κόσμο του εκκολαπτόμενου συγγραφέα, η απουσία του φόρτου των δεδομένων της δημόσιας ιστορίας καλύπτεται με ένα αναπάντεχο εμβόλιμο κεφάλαιο, που γράφτηκε αργότερα, μια …τριτοπρόσωπη κριτική της αυτοβιογραφίας του, επιβεβαιώνοντας μια από τις μεγαλύτερες έξεις του: το ίδιο το παιχνίδι της λογοτεχνίας και με την λογοτεχνία.

Jean-Michel Folon, 1972, 'I write you from a distant country'Η Μνημοσύνη, πρέπει να το παραδεχτούμε, έχει αποδειχτεί κοπέλα πολύ απρόσεκτη, γράφει ο Ναμπόκοφ, καθώς διχάζεται ανάμεσα στην ακρίβεια του βιωμένου γεγονότος ή την πιστότητα της αναπαράστασής του. Σε αυτή την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου συγκρούονται δυο αλήθειες, η γραφή και μεταγραφή μιας ζωής που αναζητάει τις λέξεις για να ξαναζήσει. Η ίδια η συγγραφή άλλωστε υπήρξε η μόνη δυνατή θεραπεία απέναντι στο τραυματικό ξερίζωμα και στην νοσταλγία μιας χαμένης ζωής, αλλά και η μόνη αυταπάτη επαναφοράς του θαυμαστού κόσμου των αισθήσεων.

nabokov-lgΆκου «αγώνας για τη ζωή! Η κατάρα της μάχης και του μόχθου στέλνει τον άνθρωπο πίσω στην κατάσταση του αγριόχοιρου, στα γρυλίσματα των θηρίων που δεν ξέρουν άλλο από ξέφρενο κυνήγι της τροφής. Την παρατηρήσαμε πολλές φορές οι δυο μας τη μανιακή εκείνη γυαλάδα στο ραδιούργο βλέμμα της νοικοκυράς που κατοπτεύει τα τρόφιμα στο μπακάλικο ή διερευνά το νεκροτομείο του χασάπη. Δουλευτές του κόσμου, διαλυθείτε! Λάθος λένε τα παλιά βιβλία. Ο κόσμος πλάστηκε μια Κυριακή. [σ. 356]

Εκδ. Πατάκη, 2vladimir-nabokov_3-t013, μτφ. Γιώργος Βάρσος, πρόλογος Μισέλ Φάις, σελ. 401. Περιλαμβάνεται δωδεκασέλιδο με μαυρόασπρες φωτογραφίες και επεξηγηματικά κείμενα. Το Παράρτημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος της 28.12.1998 /4.1.1999 του New Yorker. [Vladimir Nabokov, Speak, memory, 1947].

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014).

Το έργο τέχνης του Jean-Michel Folon (1972) μου φάνηκε ταιριαστό ως εικόνα και ως τίτλος: I write you from a distant country.

17
Φεβ.
13

Cristopher Hitchens – Hitch 22

ΣCH coverκέψη ανεξάρτητη, πνεύμα αντίλογο

1. Πιστός στην απιστία του

Όταν εκδίδεται αυτό το βιβλίο ο Χίτσενς μόλις έχει γίνει εξήντα ενός και κατά τα λεγόμενα των γιατρών του πιθανώς αυτά να είναι τα τελευταία του γενέθλια. Κι όπως γράφει ο ίδιος, είναι αναγκασμένος να προετοιμάζεται να πεθάνει και ταυτόχρονα να συνεχίσει να ζει, ανακαλύπτοντας μάλιστα πως έχει ακόμα την θέληση να γράψει και την αχόρταγη λαχτάρα να διαβάσει. Άλλωστε πάντα είχε την ιδιαίτερη τύχη να βγάζει τα προς το ζην κάνοντας τα δύο πράγματα με την μεγαλύτερη γι’ αυτόν σημασία, γράψιμο και διάβασμα. Αν ο σκοπός της ζωής του ήταν να πολεμήσει τις προλήψεις, τώρα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος και με τους φόβους που τις τρέφουν. Το «φανταχτερό, κακόγουστο οικοδόμημα από δήθεν θρησκευτικές μεταστροφές στο κατώφλι του θανάτου και από δακρύβρεχτη ευλαβική φιλολογία» άρχισε πάλι να χτίζεται πάνω στην ασθένειά του και δεν έκανε τίποτα παρά να αναζωογονήσει την αθεΐα του και να διατηρήσει ανοιχτή μια μακρά συζήτηση στην οποία είχε από χρόνια συνεισφέρει και ο ίδιος. Η εισβολή του θανάτου τον έκανε ικανό να εκφράσει ακόμα πιο στέρεα «την περιφρόνησή του για την κίβδηλη παρηγοριά της θρησκείας και την πίστη στην επιστήμη και την λογική». Που μαζί με την αγάπη, την φιλία, την λογοτεχνία και την διαλεκτική του γέμισαν το μικρό υπόλοιπο της ζωής του.

2. Οικοτροφεία = απολυταρχίες

CH 1968Η θητεία του στην εμπειρία του αγγλικού οικοτροφείου τού έδωσε τις πρώτες σκέψεις – κλειδιά για τα απολυταρχικά καθεστώτα. H αληθινή ουσία μιας δικτατορίας στην πραγματικότητα δεν είναι η κανονικότητά της αλλά το απρόβλεπτό της και η ιδιοτροπία της: αυτοί που ζουν υπό την εξουσία της δεν πρέπει ποτέ να μπορούν να χαλαρώσουν, δεν πρέπει ποτέ να είναι βέβαιοι αν ακολούθησαν σωστά τους κανόνες. Συχνά ο μόνος εμπειρικός της κανόνας είναι: ό,τι δεν είναι υποχρεωτικό απαγορεύεται. Το να μην έχεις πού να κρυφτείς είναι μια άλλη όψη του πνεύματος του οικοτροφείου. Το μαζοχιστικό στοιχείο τον προσέλκυσε περισσότερο στις παρατηρήσεις του: πώς τα θύματα γίνονταν ευχαρίστως συνεργοί. Στο σχολικό οπλοστάσιο ψυχολογικού βασανισμού ο Χίτσενς αναγνωρίζει πια το λειτουργικό μοντέλο της μονοθεϊστικής θρησκείας όπου η αγάπη προς το υπέρτατο ον είναι υποχρεωτική και εμπνέει τον φόβο· αυτός ο ηθικός εκβιασμός βασίζεται στην πεμπτουσία της δουλοπρέπειας και επιβεβαιώνει την επικουρία της θρησκείας σε κάθε είδος εξουσίας.

3. Τα συστήματα στα σκουπίδια

item3.rendition.slideshowWideHorizontal.christopher-hitchens-life-in-pictures-ss04Έγκαιρα ο Χίτσενς άρχισε να απομυθοποιεί το ένα σύστημα μετά το άλλο. Όταν βρέθηκε στην Κύπρο, την Παλαιστίνη, τη Νότια Αφρική ή οπουδήποτε αλλού, ένιωσε μεγάλη συμπάθεια για εκείνους που αντιστάθηκαν στη βρετανική κυριαρχία, και φρόντισε να καταγράψει οτιδήποτε είδε και έζησε. Από την άλλη, απομυθοποίησε έγκαιρα και τους Εργατικούς καθώς περίμενε να αρνηθούν την βρετανική υποστήριξη στον βρόμικο πόλεμο του Βιετνάμ. Εκεί ένοιωσε πως αδυνατεί να σπαταλήσει τα νιάτα του μένοντας να χάσει απλώς μπροστά σ’ ένα θέαμα απροκάλυπτης ωμότητας και επιθετικότητας, λες κι ήταν κάτι που έπρεπε να το δεχτεί γαλήνια. Υιοθέτησε το παγκόσμιο σύμβολο της ειρήνης, το φόρεσε στο πέτο του και βγήκε στους δρόμους.

Πολέμιος της οικονομίας των όπλων, όπως είναι ο καπιταλισμός, οργισμένος από την συμβατική πολιτική, καχύποπτος απέναντι σε πολλά από τα συνθήματα του Μάη του ’68 που τού ηχούσαν γελοία ή δονκιχωτικά, δεν τσίμπησε με τους «ψευδοδιανοούμενους της ηθικής ανοησίας» όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε και ο Ρόναλντ ΝΤ. Λενγκ· ο ειδικός του μαρξισμου Αϊζάια Μπερλίν του φάνηκε ημιμαθής, ο Τσόμσκι καθόλου πειστικός· όσο περισσότερο πλησίαζε τους ειδικούς, τόσο περισσότερο ανεπαρκείς έμοιαζαν· όσο γνώριζε τα σωματεία, τόσο στενοκέφαλα και συντηρητικά του φαίνονταν.

cccp_ussr_100Ούτε ο κομμουνισμός τον παραμύθιασε καθώς γνώριζε την δηκτική ρήση του Μπρεχτ για τους ανατολικογερμανούς: «αν ο Λαός απογοήτευσε όντως το Κόμμα, τότε το Κόμμα ίσως θα έπρεπε να διαλύσει τον Λαό και να εκλέξει έναν νέο». Ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που θαύμασε ήταν ο ανά τον κόσμο κυνηγημένος Βικτόρ Σερζ, που έγραψε την πρώτη και καλύτερη μυθιστορηματική απεικόνιση του Μεγάλου Σταλινικού Τρόμου και μια από τις σημαντικές αυτοβιογραφίες του περασμένου αιώνα (Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός επαναστάτη). Μακριά από εθνικισμούς, φασισμούς και κομμουνισμούς, ο Χίτσενς αναζητούσε την Δημοκρατία και τον Διεθνισμό και εντάχθηκε σε μια ομάδα αντισταλινιστών «Διεθνών Σοσιαλιστών» που ενδιαφερόταν για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση, για μια Αριστερά που ήταν μέσα στην Αριστερά αλλά όχι της «Αριστεράς». Είχε άλλωστε έγκαιρα διαβάσει την μοιραία φράση του Όσκαρ Γουάιλντ: το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό είναι πως σπαταλά πάρα πολλά βράδια σε «συνελεύσεις».

4. Οι απατεώνες της αδιαλλαξίας

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία του δόθηκε με τη συνεργασία με το New Left Review και αργότερα με το New Statesman και όλα τα σημαντικά αριστερά ή ανεξάρτητα πολιτικά έντυπα που διαμόρφωναν γνώμη. Η πρώτη του εμπειρία στην Βόρεια Ιρλανδία είναι αρκετή:

iraΤελικά αντιλήφθηκα ένα γνώρισμα αυτής της κατάστασης, που έκτοτε με έχει βοηθήσει να καταλάβω περιπτώσεις αντίστοιχης αδιαλλαξίας στον Λίβανο, τη Γάζα, την Κύπρο κι αλλού. Οι τοπικές ηγεσίες που γεννιούνται από τα «προβλήματα» σε τέτοια μέρη, δεν θέλουν να υπάρξει λύση. Μια λύση θα σήμαινε ότι οι μεσολαβητές της Αμερικής και των Ηνωμένων Εθνών δεν θα υποτάσσονταν πλέον στη θέληση τους και δεν θα τους σέβονταν, δεν θα τους προσκαλούσαν  σε διεθνείς διασκέψεις με κύρος και αίγλης, δεν θα τους συμπεριφέρονταν πια με σεβασμό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δεν θα μπορούσαν να κερδίζουν κάνοντας λαθρεμπόριο και πουλώντας προστασία. Η δύναμη αυτής της παρασιτικής τάξεις παρέτεινε τον ένοπλο αγώνα στη Βόρεια Ιρλανδία χρόνια ολόκληρα αφού είχε γίνει πλέον φανερό στους πάντες ότι κανένας (εκτός από τους κομπιναδόρους) δεν μπορούσε να νικήσει. Κι όταν έληξε, πάρα πολλοί κέρδισαν απ’ την «ειρηνευτική διαδικασία». [σ. 175]

5. Κόκκινοι καταυλισμοί

ΘαErich-Honecker-a18394143 μπορούσε η Κούβα να αποτελεί την τελευταία ελπίδα; Μπορεί σήμερα η Αβάνα, όπως γράφει, να κυβερνάται από μια ρυτιδωμένη ολιγαρχία γέρικων κομμουνιστικών ξόανων, τότε όμως έμοιαζε νεανική και αυθόρμητη και βοηθούσε γενναία τις κατατρεγμένες λατινοαμερικανικές χώρες. Βρίσκεται λοιπόν φιλοξενούμενος σε …ειδικό καταυλισμό για «διεθνιστές», πλημμυρισμένο από εμψυχωτική μουσική και κομπαστικούς λόγους από τα μεγάφωνα, και μόλις που επιχειρεί να κάνει μια βόλτα στη φύση τον σταματούν στην πύλη: δεν ήταν ελεύθερος να πάει πουθενά, είχε φτιαχτεί πρόγραμμα ειδικά γι’ αυτόν κι έπρεπε να το ακολουθήσει. Για άλλη μια φορά ο Χίτσενς αναγνωρίζει γνώριμες αιωνόβιες καταστάσεις: ο κουβανικός σοσιαλισμός κατά ένα τρόπο μοιάζει πάρα πολύ με ιδιωτικό οικοτροφείο και κατά έναν άλλον με εκκλησία. Εκεί τον βρίσκει και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, που ο Κάστρο, εξαρτημένος από την σοβιετική βοήθεια, κατάπιε μεγαλοπρεπώς. Ο καστροϊσμός λοιπόν φαίνεται πως είχε νόημα στην Λατινική Αμερική και τις τερατώδεις δικτατορίες αλλά συμμετείχε στην οικουμενική κομμουνιστική σιωπή για τις τερατωδίες της Ανατολικής Γερμανίας.

Kurdistan against Hussein first Gulf War6. Οι επαναστατικές αποστολές

Μια από τις μεγάλες ελπίδες του ’68 ήταν η απαλλαγή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας από τα απαρχαιωμένα φασιστικά τους καθεστώτα. Η πτώση του φασισμού στην Λισαβόνα το 1974, η χειραφέτηση των αφρικανικών της αποικιών, τα πρώτα φεμινιστικά μανιφέστα, η έντονη μυρωδιά στον αέρα του επί μακρόν κατεσταλμένου σεξ, η απουσία έστω και ενός πυροβολισμού στην αρχή τον γέμισαν με αισιοδοξία. Όταν όμως ρωτούσε γιατί αφού οι επαναστάτες δεν φορούν πολιτικά και γιατί υποτάσσονται στη Σοβιετική Ένωση δεν πήρε απάντηση· ήταν ώρα να φύγει κι από εκεί. Στην Πολωνία η σταλινική γεροντοκρατία ξέπεφτε ως και σε χιτλερικές τακτικές για να καταπνίξει τις διαφωνίες. Ήταν εκπληκτικό, γράφει, να βλέπεις σε ποια έκταση το κομματικό κράτος εξαρτιόταν από ψέματα· κάθε είδους χονδροειδής διαστρέβλωση αποτελούσε καθημερινό γεγονός στα πολωνικά μέσα ενημέρωσης. Κατά τα άλλα, τα όπλα παρέμεναν τα ίδια: μισαλλοδοξία, αντισημιτισμός, δωσιλογισμός. Έφυγε κρατώντας τα λόγια του αντιφρονούντος Άνταμ Μίτσνικ: Η αληθινή πάλη για εμάς είναι να πάψει ο πολίτης να είναι ιδιοκτησία του κράτους.

romania 1989Επόμενη στάση η Αργεντινή του φόβου υπό την χούντα του Βιντέλα, γεμάτη από τα δίχως διακριτικά Φορντ Φάλκον της στρατιωτικής αστυνομίας. Ο ίδιος ο δικτάτορας δεν κράτησε τα προσχήματα και του είπε απερίφραστα και προς έκπληξη των επιτελών του πως κίνδυνο δεν αποτελεί μόνο ο βομβιστής αλλά και ο ιδεολόγος. Ο Χίτσενς έζησε από πρώτο χέρι την στενή τους παρακολούθηση αλλά ήταν ήδη γνωστός και κανείς δεν τον άγγιξε. Όμως η εμπειρία του σκοτεινού, βασανισμένου Μπουένος Άιρες ήταν καθοριστική.  H ώρα για τις ΗΠΑ είχε φτάσει, μαζί με τις βασικές του απορίες: Πώς γίνεται η πιο συντηρητική και εμπορική κοινωνία στη γη να είναι ταυτόχρονα και η πιο επαναστατική; Πώς γίνεται και σε όσες χώρες έχει εργαστεί ως ανταποκριτής – Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρο, Χιλή η αμερικανική εξουσία πάντα στήριζε τις δυνάμεις της αντίδρασης; Πώς ο Χένρυ Κίσινγκερ είχε το ελεύθερο να υποκινεί φόνους και να χρηματοδοτεί στρατιωτικά πραξικοπήματα; Το βιβλίο του για τον τελευταίο υπήρξε το πρώτο που δεν φοβήθηκε μην αποτελέσει σφαίρα στην πλάτη του συγγραφέα του.

7. Μια αξιοζήλευτη ζωή

hitchens in iraq 1975 Ο Χίτσενς αυτοβιογραφείται διηγούμενος συναρπαστικές ιστορίες περί πολιτικής, διπλωματίας, δημοσιογραφίας. Δεκάδες σελίδες αφιερώνονται σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ιστορίες και απόψεις πάνω σε διάφορα θέματα: στις γελοίες προσωπικότητες του Ρίγκαν και της Θάτσερ και την προσωπική του γνωριμία με την Σιδηρά Κυρά, στο τραγικό κυνήγι του Σαλμάν Ρούσντι και στη φιλία του με τον Μάρτιν Έιμις, στο τρομοκρατικό χτύπημα της 11/9 και την κάθετη διαφωνία του με τον Τσόμσκι που μίλησε για απονομή δικαιοσύνης, στο Μεσανατολικό και την διαφωνία του με τον Έντουαρντ Σαΐντ, στον κουρδικό αγώνα του μεγαλύτερου πληθυσμού στον κόσμο δίχως δικό του κράτος, σε αποστολές στη Βοσνία, τη Βόρεια Κορέα, το Ιράκ και το Αφγανιστάν αλλά και στην ευθύνη που βίωσε όταν ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του επηρεασμένος από ένα άρθρο του.

DSC_0026Με κάθε ευκαιρία άλλοι χείμαρροι λέξεων αφιερώνονται στις σκέψεις του για την αυτοκτονία (η μητέρα του βρέθηκε νεκρή στην Αθήνα ύστερα από μια συμφωνία αυτοχειρίας με τον μανιοκαταθλιπτικό εραστή της) και στο ποτό, καθώς υπήρξε πάντα γερός, ανίκητος πότης ακολουθώντας την άποψη του Τσαρλς Ράιντερ στο Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ όταν πως διαλέγει να πίνει χάρη στην «αγάπη για τη στιγμή και στην επιθυμία να την παρατείνει και να την εντείνει» αλλά και στην απέχθειά του για τα ναρκωτικά που θεώρησε εξίσου θλιβερή και επιπόλαιη τάση φυγής, σχεδόν εξίσου αξιοκαταφρόνητη με τις θρησκείες, ιδίως τις τρεις μονοθεϊστικές που πολέμησε ως το τέλος, ως απάνθρωπα συστήματα που σε τιμωρούν για τη φύση σου και σε παρενοχλούν ακόμα και στον θάνατό σου με τις γνωστές φλυαρίες περί μεταθανάτιας ζωής. Στις τελευταίες του στιγμές προτίμησε να έχει δίπλα του τους φίλους του και να κοιτάζει κατάματα τις αλήθειες του.

USA - Authors - Christopher HitchensΚάθε άρθρο, κάθε κριτική, κάθε βιβλίο που ’χω δημοσιεύσει ή εκδώσει, συνιστά έκκληση προς το άτομο ή τα άτομα με τα οποία θα ’πρεπε να είχα μιλήσει προτού τολμήσω να το γράψω. Δεν ξεκινώ ποτέ να γράφω ως και το πιο μικρό δοκίμιο δίχως την ελπίδα – και τον φόβο επειδή υ συνάντηση μπορεί επίσης να φέρει αμηχανία – ότι θα λάβω ένα γράμμα που θ’ αρχίζει: «Αγαπητέ κ. Χίτσενς, φαίνεται να αγνοείτε ότι…». Υπ’ αυτήν την έννοια ο αναγνώστης συνυπογράφει την πατρότητα του κειμένου. Και δεν γίνεται αλλιώς – ανακαλύπτεις τι θα ’πρεπε να γνωρίζεις μόνο αν έχεις παραστήσει ότι ήδη γνωρίζεις ένα μέρος του. [σ. 405]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σ. 487, με δεκαπεντασέλιδο ευρετήριο [Cristopher Hitchens – Hitch 22, 2011].

Στις εικόνες: Σοβιετική Ευωχία, Βορειοιρλανδικη Ισορροπία, ο Θεός της Άθεης Ανατολικής Γερμανίας και ο Χίτσενς σε αποστολές στο Κουρδιστάν (Πόλεμος του Κόλπου, 1991), στη Ρουμανία (1989) και στο Ιράκ (1975).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Hitch Only Rock’n’Roll.

06
Ιαν.
11

Σώτη Τριανταφύλλου – Ο χρόνος πάλι

Συχνά νιώθω σαν εργαστήριο ανακύκλωσης: είμαι πεπεισμένη πως όσα βλέπω, ακούω, διαβάζω, μυρίζω και αισθάνομαι τα έχουν δει, ακούσει, διαβάσει, μυρίσει και αισθανθεί άλλοι πριν από μένα· τα έχουν αγγίξει· καμιά φορά, τα έχουν κρατήσει με τόση δύναμη για τόσο πολύ καιρό ώστε κείτονται ολόγυρά μου φθαρμένα, ξεφτισμένα και άχρηστα. (…) Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφτεί· ο κόσμος δεν με χρειάζεται, είμαι περιττή, έχω βαθιά επίγνωση της ασημαντότητάς μου. (…) Αν δεν γελούσα τόσο εύκολα μπροστά στο παράλογο του κόσμου, ίσως να πετύχαινα περισσότερο στην τέχνη της μυθοπλασίας: αλλά, όπως και τότε, έτσι και τώρα δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά. (σ. 228, 229)

Violently happy
Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε εκστατικά ευτυχισμένη. Η χαρά της ήταν προσβλητική, η φιλαρέσκεια της άσεμνη. Αγαπούσε την καλή ζωή, τη ζωή. Θυμάται τον εαυτό της να χορεύει με το τρανζίστορ στο αυτί, να τραγουδάει και να πέφτει από τα γέλια στο πάτωμα. Και είναι γνωστό τι αντιδράσεις προκαλούν η ευτυχία, η αυτάρκεια και ο ενθουσιασμός. Τι επικίνδυνο ζώο: χορεύει. Ο όρος καλοπέραση προφέρεται με ειρωνεία, με απόχρωση υποτιμητική. Οφείλεις να υποφέρεις όπως οι άγιοι της ιουδαϊκοχριστιανικής θρησκείας. Παρότι απαγορευόταν η ευτυχία, η αποτυχία ήταν εξίσου απαράδεκτη: η διαφορά ανάμεσα στον ονειρεμένο και στον πραγματοποιημένο στόχο όφειλε να ισούται με μηδέν.

Φυσικά το «σπίτι» αποτελεί τον πρώτο αντιδραστήρα μιας τέτοιας ξεδιάντροπης αυτάρκειας. Η δική της οικογένειά της στην καλύτερη περίπτωση υπήρξε «κοσμοβριθές τρελοκομείο», το οικογενειακό τραπέζι μια πολεμική ζώνη (μάζωξη φυλής, παράταξη στρατευμάτων), η ζωή στο σπίτι ένα είδος στρατιωτικής θητείας που τελείωνε με λιποταξία ή τρελόχαρτο. Η μητέρα ανησυχούσε για το σώμα της και το στόμα της, ο πατέρας (που «η ολοκληρωτική και χωρίς όρους ένταξη στο ΚΚΕ τον είχε μετατρέψει σε γελοιογραφία») αγόραζε ανατολικοευρωπαϊκά προϊόντα χαμηλών προδιαγραφών (κατά καιρούς όλα στο σπίτι ήταν χαλασμένα) και στο τέλος πέθανε λυπημένος και γεμάτος αμφιβολίες χωρίς φίλους, μόνο με συντρόφους, και δη πρώην.

Sex, books and rock’n’roll
Δεν αναγνωρίζω καμιά πατρίδα· θα ήμουν ευτυχισμένη αν μπορούσα να κινούμαι πάνω από τα σύνορα χωρίς διαβατήριο, ταυτότητα, άδεια οδήγησης. Πατρίδα μου είναι η αγγλική και η ελληνική γλώσσα· το ροκ εντ ρολ· (…) δε μπορώ να τα αραδιάσω όλα· δεν φτάνει το χαρτί και ο χρόνος. Η πατρίδα, όπως γίνεται αντιληπτή από άλλους, συνεπάγεται αίσθημα εγκλωβισμού· η ξενιτειά αίσθημα απεραντοσύνης.

Ο Κίγκεργκαρντ όμως είχε ήδη ονομάσει το συναίσθημά της, είχε ήδη εξηγήσει την ατομιστική της τάση στην οποία επέμενε κι ας την έκανε και την κάνει αντιπαθητική: δεν θα γίνω μέλος ενός είδους, δεν θα «ανήκω» πουθενά. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι «ελεύθερη μέσα στον κόσμο» και να ζήσει μια μικρή ζωή φτιαγμένη από βιβλία, βινύλια και φιλιά. Η βιβλιοθήκη ενός κομμουνιστή ο οποίος ευτυχώς μπέρδευε την σοβιετοφιλία με την ρωσοφιλία ήταν μια καλή αρχή. Η αγάπη για τα βιβλία υπερέβαινε τα σύνορα των πολιτικών ιδεών και στον Αστερίξ βρίσκονταν οι απαντήσεις για όλα τα προβλήματα της ζωής.

Για τι άλλο να ζει κανείς; Για τη θρησκεία; Μα η θρησκεία, φρονούν οι άθεοι σαν εμένα, είναι σαν τις πυγολαμπίδες: για να λάμψει χρειάζεται το σκοτάδι. Και μπορεί να της άρεσαν τα παραληρηματικά, πολυαίμακτα πολυσέλιδα αναγνώσματα, άρα και τα βιβλικά, αλλά πάντα απορούσε πώς κάποιος μπορεί να τα αγιοποιεί, να τα ανάγει σε ηθικό κώδικα. Οι κομμουνιστές πάλι προτιμούσαν την προσωπολατρία. Κινεζόφιλοι, σοβιετόφιλοι, ρουμανόφιλοι, τροτσκιστές της φαίνονταν εν δυνάμει πολιτικοί εγκληματίες: ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν εναντίον των τυράννων τα μέσα των τυράννων.

Μια ζωή γεμάτη λογοτεχνία, μια ζωή λογοτεχνία. Το Μόντοκ του Μαξ Φρις της φαίνεται πως μιλάει για την ίδια και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει την ιδιωτική ζωή, ενώ διαβάζοντας τις Οικείες απιστίες (Intimacy) του Χανίφ Κιουρέισι αναφωνεί πόσο σε ξέρω Χανίφ, χωρίς να σε ξέρω. Φτιάχνει στιγμιαίες λίστες με τις δικές της λογοτεχνικές κορυφές: Μπόουλς, Χάρντυ, Ντάρρελ, Λόουρυ, αλλάζουν λίγο μετά με Πεσσόα, Μπέρνχαρντ, ΝτεΛίλλο, Βόννεγκατ, Έιμις. Μέσα η Ατίμωση του Κούτσι για την οποία γράφτηκαν πολλά αλλά όχι αρκετά, ο υποτιμημένος Μπελ, οι Γκριν και Μοράβια που θεωρούνται «ελαφροί» αλλά δεν είναι, οι συγγραφείς του αμερικάνικου νότου: Γιουντόρα Γουέλτυ, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ, Κάρσον ΜακΚάλλερς. Δεν ξεχνάει κορυφαίους ξεχασμένους: τον Βαρλάμ Σαλαμόφ, τον Αλέξανδρο Κερένσκυ.
Η πλουσιότερη πηγή έμπνευσης είναι το ατέρμονο χρονικό της ανθρώπινης απώλειας αυτό που ο Τόμας Γουλφ ονόμαζε «πικρή μαγεία της ζωής» . Αδιάφορη την αφήνουν οι υπερτιμημένες Ντιράς και Μέρντοχ, οι Μαν και Σαρτρ που ίσως δεν αντέξουν στο χρόνο και αρκετά με το λογοτεχνικό ψιλολόι, τη γαλλική μικρολογία, τις φράσεις – σαρανταποδαρούσες του Χένρι Τζέιμς, την χωρίς γυναίκες καβάφεια ποίηση, τα λιόδεντρα του Σεφέρη!

H ιστορία της ζωής μου είναι μισός αιώνας ροκ εντ ρολ. Αν δεν υπήρχε το ροκ εντ ρολ θα ήμουν μια άλλη. Δε ξέρω ποια άλλη. Το ροκ εντ ρολ συμβόλιζε μια σκανδαλώδη προσωπική εξέγερση, μια σωτηρία χωρίς τίμημα. Ακόμα κι όταν το ’77 έφυγαν Έλβις και Μπόλαν, εκείνη κράτησε το Easy Rider σακάκι με τα κρόσια κι έμεινε πιστή στον ήχο του Σαν Φρανσίσκο. Αλλά η εμβληματική της χρονιά παρέμεινε το 1970: Moondance, Cosmo’s factory, Gasoline Alley, η θαμπή φωνή του Ρον Στούαρτ. Και το Goodbye Yellow Brick Road ήταν ένας από τους καλύτερους δίσκους της ποπ, και τα 96 tears (? and the Mysterians) και ESP Reader (Kim Fowley) από τα καλύτερα ροκ τραγούδια. Το θέμα ήταν να αποφευχθεί η σταδιακή ολίσθηση από τον Φρανκ Ζάππα στον Φρανκ Σινάτρα. Ζήσε τώρα· αύριο θα σε χτυπήσει ο κεραυνός.

To Cool, calm & collected των Stones περιέγραφε την ψεύτικη ταυτότητά της: εφόσον στην πραγματικότητα διατελούσε έμφοβη και πανικόβλητη, διαβάζοντας Σιοράν, Μισίμα, Παβέζε, Μαγιακόφσκυ, Κρέιν – εισχωρούσε δηλαδή στην λέσχη των αυτοχείρων. Η αυτοκτονία αναβαλλόταν για πρακτικούς λόγους και για λόγους αναμονής, εφόσον τα πράγματα θα μπορούσαν να χειροτερεύσουν κι άλλο. Αφιερώνει τη Φτωχή Μάργκο στους Los Lobos, αλληλογραφεί με τον Ντέιβιντ Κρόσμπυ που βρίσκεται σε τεξανική φυλακή. Και νομίζει πως έγραψε το Εργοστάσιο των μολυβιών για το πώς είναι να ζεις σε ασυμφωνία με όλους.

Leftfield
Στο κείμενο «Η ανεπανόρθωτη ενοχής της αριστεράς» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αντί το 1990 και αναδημοσιεύεται εδώ, η συγγραφέας κατακρίνει το κομμουνιστικό κίνημα (ή, καλύτερα την κομμουνιστική ακινησία) που δυσφημεί την αριστερή ιδεολογία, κομματικούς ηγέτες – ομοιώματα σταλινοειδών, τα στελέχη που αναδείχτηκαν μέσα από τις πιο προσβλητικές διαδικασίας, αρχηγούς, μέλη και οπαδούς που είναι δεξιοί τόσο από πολιτική όσο και από πολιτιστική άποψη. Δεν συνδέσαμε ποτέ το πολιτικό μας όνειρο με το βαναυσούργημα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αληθινός σοσιαλισμός απλώς δεν υπήρξε ποτέ, αν και στο όνομά του τα καλύτερα παιδιά εξοβελίστηκαν στο πυρ το εξώτερο, με παράλληλη απαίτηση αυτοθυσίας και «παλληκαριάς». Αλλά πώς να συμφιλιωθείς με τόσες αυταπάτες; Αυτό είναι που (την) εξόργιζει περισσότερο: η εθελοτυφλία του κομμουνιστή, η παθητική συνέργεια, τα κλειστά μάτια. Κι ας αφιερώνει εδώ ένα γεμάτο κείμενο στον Πάμπλο Νερούντα.

Στην θλιβερή πραγματικότητα των ελληνικών 70s όταν κάποιος δεν έπινε ή δεν κάπνιζε, όπως εκείνη, θεωρούνταν χάρτινος μικροαστός. Το 1975 ζούσαμε πάλι σε κλίμα εμφυλίου: ήταν απαραίτητο να «ανήκεις» κάπου, οπουδήποτε. Οι γυναίκες έμοιαζαν με μάνες – άλλωστε αυτό προορίζονταν να γίνουν. Στη Φυσικομαθηματική δεν γίνονταν μαθήματα αλλά στήνονταν καβγάδες, δήθεν πολιτικοί – στις καταλήψεις δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις (δεν ήξεραν τι είναι δημοκρατία, ούτε σκόπευαν να μάθουν). Οι έλληνες φοιτητές, μια φυλή απολίτιστη, όταν δεν καθυβρίζονταν για θέματα διεθνούς πολιτικής και απώτερης Ιστορίας ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία με φραπέ και τάβλι, δεν μάθαιναν τίποτα και μετά το πτυχίο προσδοκούσαν μια ήσυχη δουλίτσα. Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα μετά το ’74 ήταν η συμμόρφωση: η οριστική προσχώρηση στον πουριτανισμό. Επανάσταση ναι, αλλά υπό όρους: πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Μη μου λες για τι είσαι έτοιμος να πεθάνεις, πες μου για τι είσαι έτοιμος να ζήσεις.

Η Σώτη Στις Πόλεις
Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στις πόλεις, βιωμένες και μη. Στη Νέα Υόρκη του 1982 οι φίλες της ψάχνουν για σύζυγο, εκείνη κάποιον για να χορεύει μαζί της. Μένει στο Άλφαμπετ Σίτυ, δυο τετράγωνα πιο πέρα από τον Θέρστον Μουρ (Sonic Youth) – άρα βλέπουν το ίδιο Κακό Φεγγάρι ν’ Ανατέλλει από το ίδιο παγκάκι του πάρκου. Στο Ντιτρόιτ ακούει «Σειρήνες που ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία» από άλλον αγαπημένο δίσκο, το Aladdin Sane. Στο Μπρονξ βλέπει πως ο ρομαντικός καθηγητής που τιθασεύει την απείθαρχη τάξη δεν υπάρχει – όμως το προσπαθεί για τρία χρόνια. Νωρίτερα στο Παρίσι κατοικοεδρεύει στις βιβλιοθήκες και ζει ένα Χρονικό των φτωχών εραστών. Αλλά πώς να αγνοηθούν η αγγλική εξοχή, οι κοιλάδες του Σερ Γουόλτερ Σκοτ, τα κάστρα του Σέφφιλντ, οι τυχοδιώκτες του Θάκερεϋ, ο Μπάρρυ Λύντον, Μπλέικ, Γέιτς, Λόρενς, Χιουζ, οι γκρίζες βιομηχανικές πόλεις;

Ταξιδεύοντας χάνεις τις αυταπάτες σου. Δεν ξέρω τι κερδίζεις: ίσως ένα είδος ταπεινότητας· τη συναίσθηση ότι σφάλλεις διαρκώς, κι ότι όλα – οι πόλεις, οι αυτοκινητόδρομοι, τα ποτάμια, οι άνθρωποι· κυρίως οι άνθρωποι – σου διαφεύγουν. Ταξιδεύοντας κανείς δεν είναι ευχαριστημένος από τον εαυτό του: η ήσυχη συνείδηση είναι συνήθως αποτέλεσμα αμνησίας («Ντιτρόιτ», σ. 175). Τριγύρισμα στη Βρώμικη Λεωφόρο του Λου Ριντ, στους χωματόδρομους όπου σκουριάζουν οι παλιές Ντοτζ των σερίφηδων, στη μαγική λατέρνα του Λος Άντζελες, στην Καλιφόρνια με τους αργοπορημένους χίππις και τους γερασμένους καουμπόυς. Κανείς δεν μας αναζητούσε, κι αν μας αναζητούσε δεν θα μας έβρισκε. Η Route 66 γίνεται το τελευταίο της μεγάλο ταξίδι: όχι επειδή κουράστηκε κουραστεί αλλά επειδή είχε ξεκουραστεί.

Γκράφιτι
Οι άλλοι θέλουν να βρισκόμαστε μαζί στην ίδια κατάσταση, να ισορροπούμε στο όριο της δυστυχίας. Οι περισσότεροι από μας δεν αξίζουμε την αφοσίωση κανενός. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιούμε τον εαυτό μας: γι’ αυτό, φροντίζουν οι άλλοι. Κανείς δεν μπορεί να μας καταστρέψει εκτός από τον ίδιο μας τον εαυτό. Άσκοπη περιπλάνηση [λένε] – αλλά κάθε τι μπορεί να θεωρηθεί άσκοπο. Τα ψέματα είναι μια μορφή καλοσύνης, μας προστατεύουν από αβάσταχτα γεγονότα. Στην Ελλάδα μπορείς να εκφράζεις τη γνώμη σου, αρκεί να είναι σωστή, αρκεί να συμφωνούμε μαζί σου. Όταν συμφωνείς είσαι στα καλά σου, όταν εναντιώνεσαι είσαι επικίνδυνη και για δέσιμο. Όταν ο άνθρωπος βλέπει με τα δικά του μάτια, τον χαρακτηρίζουν αιρετικό.

Auto – strada
Στο θεατρικό έργο της ζωής μας θα έπρεπε να δικαιούμαστε όχι μόνο μια δεύτερη πράξη, σαν εκείνη που σχολιάζει ο Φ.Σ. Φιτζέραλντ μιλώντας για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, αλλά μια δεύτερη ζωή, ώστε να τα κάνουμε όλα διαφορετικά. Άλλωστε η μοναδική διαφορά ανάμεσα στην κωμωδία και στην τραγωδία είναι το πού αποφασίζεις να βάλεις την τελεία. Ας πέσει το βάρος στον «αισθητικό» όχι στον «ηθικό» άνθρωπο: εκείνον που χρησιμοποιεί όλα τα δυνατά τεχνάσματα για να μετατρέψει την καθημερινή ανία σε ποίηση και τη βαθύτερη απελπισία στην πιο ακλόνητη ελπίδα.

Είμαι αποτυχημένη συγγραφέας αλλά επιτυχημένη αναγνώστρια. Άρα μπορεί να μιλήσει γι’ αυτό στο οποίο λέει πως αποτυγχάνει, για την τέχνη της μυθοπλασίας. Στο άλλο άκρο βρίσκεται η autofiction: το καταφύγιο του συγγραφέα – απατεώνα που ασχολείται με τον εαυτό του και πιστεύει πως ό,τι γράφει είναι βαρυσήμαντο, βαθυστόχαστο, μπαίνει δε σε πειρασμό να μεταδώσει όλη αυτή την πολύτιμη πείρα σε εργαστήριο δημιουργικής γραφής όπου συμμετέχουν αποκλειστικά γυναίκες. Το κλειδί της αποτυχίας είναι να θέλεις να αρέσεις σε όλους διαρκώς.

Και κάπως έτσι, με σύντομα ή μακρύτερα κομμάτια, ψήγματα και αποσπάσματα μιας ζωής (έξω ή μέσα στο κεφάλι) αποχωρούμε από μια «κουζίνα» που μας αφορά, ανεξάρτητα από την άποψή μας απέναντι στην μυθοπλασία της, παίρνοντας και 4 διηγήματα από παλαιότερες συλλογές. Και την αφήνουμε πιστή στο μπητνικό: Υπάρχει κι άλλο, υπάρχει παρακάτω…ο δρόμος δεν τελειώνει πουθενά…

Εκδ. Πατάκη, [Η κουζίνα του συγγραφέα, 9], 2009, σελ. 382, με 24σέλιδο φωτογραφιών.

Πρώτη δημοσίευση: (εκτός του κομματιού «Leftfield») εδώ. Στις «άλλες» φωτογραφίες ένας πιστός λογοτεχνικός και μουσικός σύντροφός της αντίστοιχα: Μαξ Φριτς, Βαν Μόρρισον.

21
Σεπτ.
10

J.G. Ballard – Θαύματα της ζωής. Αυτοβιογραφία

Μια απεριόριστη κατάφαση ζωής
Αν η βιογραφία αποτελεί το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού, όπως είχε πει ο Μπρόντσκι, η αυτοβιογραφία ίσως διασώζει την ύστατη προσπάθεια συγκερασμού του με την μνήμη, την μεγαλύτερη, κατά Μπάλαρντ, γκαλερί του κόσμου. Ο συγγραφέας (1939-2007) καθορίστηκε αμετάκλητα από την Σανγκάη, όπου γεννήθηκε κι έζησε ως μέλος της κοινότητας των εκπατρισμένων Άγγλων, μια μητρόπολη των μίντια μπροστά απ’ την εποχή της, που αναπτύχθηκε στους βαλτότοπους έχοντας νωρίτερα καταπλήξει τους Σο, Όντεν, Ίσεργουντ, ένα λαμπερό αλλά ματωμένο καλειδοσκόπιο όπου συναισθηματικά αποστασιοποιημένοι Δυτικοί συνυπήρχαν με πόρνες, άστεγους, άταφους νεκρούς και παιδιά που έψαχναν στους κάδους των χημικών αποβλήτων. Αυτό το θεατρικό σκηνικό όπου οι επιδείξεις πυροτεχνημάτων συνοδεύονταν από την αποφορά των υπονόμων και τα πάντα ήταν πιθανά αποτέλεσε την πρώτη του συγγραφική έμπνευση:
«Στην Σαγκάη, το φανταστικό που για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχει μέσα στο κεφάλι τους, υπήρχε παντού γύρω μου…προσπαθούσα να βρω το πραγματικό μέσα σ’ όλη αυτή τη φαντασίωση».

Η Ιαπωνική εισβολή στην Κίνα αποτέλειωσε το όνειρο της βρετανικής αυτοκρατορίας στην Άπω Ανατολή ενώ οι άδειες πισίνες έμειναν να συμβολίζουν το τέλος ενός τρόπου ζωής μιας κοινωνίας «με συνεκτικό ιστό το μπριτζ, το αλκοόλ και τη μοιχεία». Όμως για τον νεαρό Μπάλαρντ τα ρημαγμένα καζίνο έμοιαζαν αληθινότερα και τα εγκαταλελειμμένα σπίτια αποκτούσαν σουρεαλιστική μαγεία. Τα οικιστικά συγκροτήματα αποδείχτηκαν ιδανικά στρατόπεδα μαζικού εγκλεισμού για τους υπηκόους των συμμάχων και η οικογένειά του οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Λονγκ Χουά (1943). Εκεί απέκτησε νέα εξερευνητικά πεδία και φίλους κάθε ηλικίας – περισσότερους απ’ όσους έκανε στην ενήλικη ζωή του. Οι παρτίδες σκακιού στα παραπήγματα συνδυάζονταν με ατέλειωτες ερωτήσεις για τον κόσμο, η συλλογή αντικειμένων (ακόμα κι ενός «ατσάλινου κομματιού βλήματος που άστραφτε σαν φλούδα ασημένιου μήλου») και τα αμερικανικά κόμικς και περιοδικά του πρόσφεραν «το είδος της σκληρής πληροφορίας που έτρεφε την φαντασία», η φυλακή του έδωσε την ελευθερία του.

Παρά το τέλος του πολέμου κανείς δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει την ασφάλεια του στρατοπέδου – κι αυτή η μετέωρη αίσθηση θα τον ακολουθούσε για πάντα, μαζί με την συνήθεια να επιδιορθώνει αντί ν’ αγοράζει οτιδήποτε και να ζει σε μικρά, ακατάστατα δωμάτια. Κάτω από τον μαύρο βιομηχανικό ουρανό της ερειπωμένης Αγγλίας βρήκε ένα έθνος με συμπεριφορά ηττημένου και βαθιά κατάθλιψη, που πιθανώς «πλήρωνε ένα φοβερό τίμημα για το σύστημα των ψευδαισθήσεων που στήριζε τη ζωή του». Ο ορθολογισμός είχε αποτύχει στην ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς ενώ η προοπτική της ψυχιατρικής, που τουλάχιστον αφορούσε υγιείς και μη υγιείς, του πρόσφερε, εκτός από μια χροιά επιστημονικού μυστικισμού στην σκέψη, έναν πρώτο ασθενή: τον ίδιο. Η μετάβαση στον Καναδά για αεροπορική εκπαίδευση στην ΡΑΦ υπήρξε αλλότροπα δημιουργική: ένας μονίμως χιονισμένος διάδρομος απογείωσης παρείχε άπλετο χρόνο διαβάσματος επιστημονικής φαντασίας, μοναδική επιλογή αγοράς στον σταθμό λεωφορείων. Η ΕΦ που είχε προβλέψει τις παθολογικές τάσεις της ευρωπαϊκής διανόησης που είχαν επιταχύνει την άνοδο της ναζιστικής εξουσίας, τώρα εστίαζε στους κινδύνους της εξουσίας των μίντια σ’ ένα πειθήνιο κοινό. Αν ο μοντερνισμός υπήρχε μόνο για τον «εαυτό», η ελλειπτική, αμφίσημη μυθοπλασία της αντιπρότεινε τον αντίπαλό του: ένα δυσοίωνο καθημερινό χάος, μια κοινωνία γραφείων, διαφημίσεων και σούπερ μάρκετ που απουσίαζε απ’ την «σοβαρή» λογοτεχνία. Το είδος πλησίαζε την πραγματικότητα περισσότερο απ’ ότι ο ρεαλισμός κι έμοιαζε ως «το μόνο μέρος όπου επιζεί το μέλλον», προσφέροντας παράλληλα μέγιστη ελευθερία συγγραφής για έναν κόσμο καταναλωτικού σχεδιασμού, τηλεοπτικού τοπίου και τεχνολογικής φρενίτιδας, «μια παρθένα ήπειρο άπειρων μυθοπλαστικών δυνατοτήτων».

Πίσω στο Λονδίνο και υπό την επίδραση του κινηματογράφου και των εικαστικών (Μπέικον, ποπ-αρτ, κολάζ) ο Μπάλαρντ δημοσίευε διηγήματα σε περιοδικά, εξερευνώντας κάθε φορά μια νέα ιδέα και διαμορφώνοντας σταδιακά ένα προσωπικό ύφος, σε αντίθεση με τους συγγραφείς που άπειροι οδεύουν στο μυθιστόρημα. Παρά την απώλεια της ενθαρρυντικής συζύγου του συνέχισε να γράφει και να βρίσκεται δίπλα στα παιδιά του (στην έκπληκτη ερώτηση «είσαι μόνος σου μ’ αυτά τα τρία παιδιά;» απαντούσε «μ’ αυτά τα τρία παιδιά δεν είμαι ποτέ μόνος»). Η συλλογή διαφημιστικών φυλλαδίων και ερευνητικών αναφορών πανεπιστημιακών εργαστηρίων και ψυχιατρικών ιδρυμάτων (ως αποτέλεσμα μιας τυχαίας ματιάς στο καλάθι των αχρήστων) αποτέλεσε έναν νέο ερεθιστικό θησαυρό, που θα γινόταν το «Εσώτερο Διάστημα» μετεξέλιξης της ΕΦ αλλά και εισδοχής νέων ερωτημάτων: Ποιος μπορεί να βεβαιώσει αν είμαστε υγιείς ή ψυχωτικοί και πως το καθημερινό μας περιβάλλον δεν αποτελεί γεννήτρια νευρικών κλονισμών;

Αν «Πλημμύρα» θεωρήθηκε κλοπή του Κόνραντ (που δεν είχε διαβάσει ποτέ), η «Έκθεση ωμοτήτων» προσπαθούσε να κατανοήσει την δεκαετία του ’60 και το «Crash» αναζητούσε το σημείο διασταύρωσης σεξ και θανάτου, η «Αυτοκρατορία του Ήλιου» αποτελούσε την λυτρωτική μνημονική επιστροφή στη Σανγκάη και βέβαια μια μεγάλη λογοτεχνική και κινηματογραφική επιτυχία. Αυτή η σπάνια περίπτωση του δημιουργικότερου δυνατού βίου υπό τις πλέον δύσκολες συνθήκες ανατέμνεται σε 23 μέρη απλής και οξυδερκέστατης γραφής. Στο τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας των 19 μυθιστορημάτων και των πενταπλάσιων διηγημάτων ευχαριστεί θερμά τον γιατρό που τον ενθάρρυνε να αυτοβιογραφηθεί και τον βοήθησε να περάσει ήρεμα τις τελευταίες του μέρες.

Εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης, σελ. 219, με εισαγωγή του Σάιμον Σέλλαρς, ιδρυτή, μεταξύ άλλων, του ballardian.com (J. G. Ballard – Miracles of life – Shanghai to Shepperton).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 621 , 18.9.2010 (και εδώ)

24
Μάι.
10

Πάτρικ Γουάιτ – Ψεγάδια στον καθρέφτη. Μια αυτοπροσωπογραφία

Μια ζώσα ηδυπάθεια

«Σκέφτεται κανείς να δραπετεύσει, αλλά δεν το κάνει, ή όχι πλήρως: τα δαχτυλικά αποτυπώματα πάρθηκαν νωρίς. Το παρελθόν επανέρχεται στον καθρέφτη της τουαλέτας, κομματάκια απ’ αυτό σε καλά όνειρα, ή σ’ εκείνα τα ζοφερότερα, στα οποία ξεσπούν ανεκπλήρωτοι, μισολησμονημένοι πόθοι. Οι χειρότερες απ’ όλες είναι οι ενσυνείδητα δημιουργημένες μυθοπλασίες, επειδή είναι απτή απόδειξη όσων δεν τόλμησε κανείς να παραδεχτεί». (σ. 94)

Ο Πάτρικ Γουάιτ (1912 – 1990) έζησε μια ζωή συνεχών εναλλαγών διαμάχης και συμφιλίωσης με το απαιτητικό πρόσωπο και τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα που συναποτελούσαν τον εαυτό του. Λονδρέζος ή «αποικιακός» για τους Αυστραλούς, Αυστραλός για τους Άγγλους, προδότης της υψηλής κοινωνικής του τάξης για αμφότερους, ο ιδιαίτατος συγγραφέας συλλέγει οριστικά πλέον τα ψεγάδια και τα μαργαριτάρια αυτής ακριβώς της ζήσης σ’ ένα τριμερές, αυτοπρόσωπο καθρέφτισμα. Αυτοβιογραφούμενος με τον τρόπο των πολυεπίπεδων μυθιστοριών του και με γλώσσα πληθωρική, πάντα αναβλύζουσα πολύσημα υπονοήματα, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος προσωπογραφεί κάθε άνθρωπο που συμβάδισε μαζί του στις παρακαμπτήριους του βίου («ο καθένας αποτελεί ένα κομμάτι του δικού μου θρυμματισμένου χαρακτήρα») ή ενέπνευσε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, παρουσιάζοντας παράλληλα τις συνθήκες γραφής, τις αντλίες έμπνευσης των έργων του και το αενάως ποτιζόμενο προσωπικό πνευματικό υπέδαφος.

Ο Γουάιτ ποτέ δεν απέκρυψε πως η προσωπικότητά του γινόταν πολυεδρική και το σώμα του πρωτεϊκό σύμφωνα με το χρόνο, το κλίμα και τις απαιτήσεις της μυθοπλασίας, την οποία επέλεξε (αν και, όπως τονίζει, μάλλον εκείνος επιλέχθηκε απ’ αυτήν) ως «το μέσο για να παρουσιάσει σ’ ένα δύσπιστο ακροατήριο τους ηθοποιούς αντιφατικών χαρακτήρων απ’ τους οποίους αποτελείτο». Ποτέ δεν ξαναδιάβαζε τα βιβλία του αλλά αν συνέβαινε για κάποιο λόγο εκπλησσόταν από στοιχεία ενός εαυτού ελάχιστα γνωστού, που εισχώρησαν ωσάν εκείνος να βρισκόταν σε κατάσταση ύπνωσης. Πάντα περίεργος να ανοίξει οποιαδήποτε κλειστή πόρτα, καταδικασμένος να υποβάλει τα πάντα σε ειρωνικές καύσεις αλλά ουδέποτε περιφρονητικός, δεν διστάζει να αμφιβάλει για το αν πολλές σχέσεις του θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υπό λιγότερο δύσκολες ή φρενιτιώδεις συνθήκες. Φωτίζοντας κάθε σκοτεινό υπόστρωμα της παρεκκλίνουσας σεξουαλικότητάς του, είναι σαφής: όχι μόνο δεν είδε αρνητικά την σεξουαλική του αμφιθυμία αλλά, αντίθετα, φρόντισε να απολαύσει την ελευθερία «να περάσει μέσα από κάθε παραλλαγή του ανθρώπινου νου, να παίξει τόσους πολλούς ρόλους στα αντιφατικά περιβλήματα της σάρκας». Αντί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε ερωτική χαρακτηρολογική κατάταξη, αισθανόταν περισσότερο ως ένα μυαλό που διακατέχεται από το πνεύμα του άντρα ή της γυναίκας σύμφωνα με τις καταστάσεις ή τους χαρακτήρες που υποδυόταν στα γραπτά του.

Σε αυτή τη ζωή των βασανιστικών ασθματικών καλοκαιριών και των βρογχιτικών χειμώνων, του εναγκαλισμού με την ύπαιθρο («μιας σύνθεσης ζώσας ηδυπάθειας») και των γκροτέσκων επακόλουθων του Νόμπελ, τα αποτυχημένα του μυθιστορήματα ήταν εξίσου οδυνηρά όπως οι αποτυχημένοι έρωτες αλλά ένα στάδιο που αναγκαστικά διαβαίνεις, ενώ τα σπίτια, οι τόποι και τα τοπία πάντα σήμαιναν περισσότερα γι’ αυτόν απ’ ό,τι οι άνθρωποι, συχνά δε και σωσίβιες λέμβοι στα συναισθηματικά του χάη. Ο συγγραφέας συμπορεύτηκε με τον δύσκολο, αυτοσαρκαζόμενο πλην αυτάρκη εαυτό του αλλά και σε μοναδική συντροφικότητα με τον Μανώλη Λάσκαρη, σύντροφο και μυητή του στην Ελλάδα («μια χώρα για μαζοχιστές όπως κι εγώ») στην οποία έζησε και ταξίδεψε εθιστικά και καθοριστικά, ακόμα κι αν έβλεπε πως οι ελληνικές πόλεις δεν διέφεραν ιδιαίτερα η μια από την άλλη και πως οι εκκλησίες όφειλαν να είναι νοσοκομεία για αμαρτωλούς κι όχι ξενοδοχεία για αγίους. Σε αυτά τα ταξίδια και σε άλλα «αυτοτελή» ιδιαίτερα θέματα αφιερώνονται τα δυο τελευταία και μικρότερα μέρη ενός Γουάιτ Μέσα Απ’ τον Καθρέφτη. Καθώς όμως τελικά «φτάνεις σ’ ένα σημείο όπου είχες τα πάντα, και τα πάντα ισοδυναμούν με το τίποτα», ίσως μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα έχει η παράθεση μιας λίστας στην ακροτελεύτια παράγραφο με όλα τα μικρά και απλά που διέγειραν την ύπαρξή μας. Τουλάχιστο «το παρελθόν μπορεί να αποσυντεθεί και ανασυγκροτηθεί, για να βολέψει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, που τελικά είναι η ζωή» (σ. 273)

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2008, εισ. – μτφ. – σημ. Γιάννης Βασιλακάκος, 459 σελ. (Patrick White, Flaws in the Glass. A Self – Portrait, 1981)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 604, 21.5.2010 (και εδώ)

23
Φεβ.
10

Τζορτζ Στάινερ – Errata. Ανασκόπηση μιας ζωής

Ποιο ποίημα θα μπορούσε να κλονίσει το Λευκό Οίκο, όπως κλόνισε τον Στάλιν το επίγραμμα του Μαντελστάμ;

Γιατί errata, «αμαρτημένα», «παροράματα»; Γιατί όσα ενδιέφεραν αυτόν τον τρίγλωσσο συγγραφέα, κοσμοπολίτη ερευνητή, διανοητή δοκιμιογράφο, συγκριτολόγο καθηγητή, κειμενοκεντρικό αναγνώστη και ουμανιστή πνευματάνθρωπο (γενν. 1929) πάντοτε αποτελούσαν σύμφωνα με τον ίδιο, παραφωνίες πολιτισμού και παραλειπόμενα κείμενα προσωπικότατου τόνου. Να τον πιστέψουμε; Η απάντηση βρίσκεται μέσα στα δώδεκα αυτά εκτενή κείμενα που δεν αφηγούνται γεγονότα, αλλά σκέψεις του πάνω στα γεγονότα και στοχασμούς πάνω στη ζωή – και μόνο όσες αξίζει να μάθουμε, σε μια αυτοέκθεση κατά την οποία μιλάει ο ίδιος στον εαυτό του και όχι για τον εαυτό του, όπως προοιωνίζει ο μεταφραστής, ένας από τους ελάχιστους που βούτηξαν στην σταϊνερική γλώσσα χωρίς φόβο αλλά με πάθος.

Μια παιδική ηλικία που μετατράπηκε σε απαιτητική γιορτή, μια προνομιούχα νεότητα γεμάτη βιβλία, πολυπολιτισμικούς και πολυπολιτιζόμενους προγόνους, η ανεπανάληπτη λάμψη της κεντροευρωπαϊκής ζωής, το παράδοξο ενός κοσμικού ιουδαϊσμού που αναζητούσε εμβληματικές εγγυήσεις στη γερμανική φιλοσοφία, λογοτεχνία και μουσική, Βιέννη, Παρίσι, Νέα Υόρκη (καθώς αντιλήφθηκαν έγκαιρα τον δράκο του ναζισμού). Πώς έφτασε στις λέξεις; Ακούγοντας τον πατέρα του να διαβάζει Όμηρο: σαν τα σχέδια ενός ζωηρόχρομου μωσαϊκού σκεπασμένου με άμμο, όταν του ρίχνεις νερό, οι λέξεις, οι διατυπώσεις, απέκτησαν για μένα μορφή και νόημα…Και βρήκα τον πρώτο μου Όμηρο. Ίσως όλα τα υπόλοιπα να είναι απλώς μια υποσημείωση εκείνης της ώρας. (σ. 41). Ο φαταλισμός του Αχιλλέα τού έμαθε την ασημαντότητά μας – η σκληρή υπενθύμιση πως όλοι χρωστάμε στο θάνατο μια ζωή, κι ας ευθυμούσε ο Φάλσταφ πως χρωστάμε στο Θεό μια ζωή. Μαθητεία στον έρωτα και τον θάνατο από την Βερενίκη του Ρακίνα, στην απώλεια από τον Κλήρο του μεσημεριού του Κλωντέλ, στην έκφραση του κόσμου από τον Σαίξπηρ. Η εντολή του Απόλλωνα στο ριλκεϊκό ποίημα, Άλλαξε τη ζωή σου υπήρξε γι’ αυτόν η καρδιά του νοήματος μιας νέας ζωής.

Ποιος πέρα από μια χούφτα ποιητές και ειδικούς εκτός Γερμανίας και Ιταλίας, δοκιμάζει τα δώρα που έφτιαξαν για την ανθρωπότητά μας ο Χαίλντερλιν και ο Λεοπάρντι; Οι σειρήνες της διδασκαλίας και της ερμηνείας του ακούστηκαν όταν κάποτε κλήθηκε να βοηθήσει τους συμφοιτητές του: συζητώντας σε μια κουζίνα για το Χρυσό Κύπελλο του Χένρυ Τζέιμς τους ρώτησε αν είχαν προσέξει πως το όνομα της Φάννυ Ασσινγκχαμ συγχώνευε, κραυγαλέα, τρεις ονομασίες οπισθίων (anus, ass, ham), εμπνέοντας σιωπή και δέος!

Πλατωνιστής αναρχικός σύμφωνα με αυτοχαρακτηρισμό του, χωρίς ένταξη σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο αλλά πάντα στρατευμένος, πολύγλωσσος και πολυμαθής, τίμησε με τα κείμενά του τα Economist, New Yorker, Times Literary Supplement, New York Review of Books, Observer, δοκίμασε τα πάντα, οπτικές, κουλτούρες, σχολές και γραφές, αλλά δεν σταμάτησε να επιμένει: Όπως υποσχέθηκε κι ο Τρότσκι, ακόμα κι ένας Αριστοτέλης ή ένας Γκαίτε υπάρχουν για να ξεπεραστούν. Όλη αυτή η επιτομή της εδραίωσης των σταϊνερικών τόπων, με κείμενα αφιερωμένα στην γλώσσα, στον ιουδαϊσμό, στη μουσική, και φυσικά στον γραπτό πολιτισμό γίνεται με πλήρη λογοτεχνικότητα (και με ασύλληπτη σειρά επιθέτων!)

Άραγε υπάρχουν μειονεκτήματα στο να ταξιδεύει κανείς ανάμεσα στις γλώσσες, να είναι διπλός, τριπλός ή ακόμα και τετραπλός πράκτορας πέρα από τα σύνορα της ταυτότητας; Ορισμένες φορές προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μόνο ο μονόγλωσσος ή το άτομο που είναι ασυμβίβαστα ριζωμένο στη μία και γενέθλια γλώσσα του θα έχει πρόσβαση σ’ όλη την έκταση και τα βάθη της. Η πραγματική ιστορία όμως της δυτικής λογοτεχνίας (και της φιλοσοφίας και των επιστημών) δείχνει στην αντίθετη κατεύθυνση. (…) Ο Μλίτον είναι απολύτως σπίτι του με τα ιταλικά∙ το ποιητικό βιβλίο που έγραψε το 1645, ίσως το πιο ολοκληρωμένο στην αγγλική γλώσσα, είναι πολύγλωσσο. (…)


Σήμερα, και με γοητευτικό τρόπο, ορισμένα ρεύματα στη λογοτεχνία είναι πάλι πολύγλωσσα, ακριβώς όπως ήταν σε όλο τον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση. Ο Τζόζεφ Κόνραντ κι ο Όσκαρ Γουάιλντ, δίγλωσσοι στη δημιουργικότητά τους, περιθωριακοί και πλάνητες στη ζωή τους, παίζουν οργανικό ρόλο σ’ αυτήν τη στροφή. Ο Μπόρχες, ο Ναμπόκοφ κι ο Μπέκετ, για να αναφέρω μόνο τους επιφανέστερους, κινούνται ανάμεσα στις γλώσσες με τέλεια δεξιοτεχνία. Δεν υπάρχουν πολλά πρόσφατα αγγλοαμερικανικά κριτικά πεζά ή αναλύσεις για την ποίηση πιο στέρεα από του Ιωσήφ Μπρόντσκι. Η ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι μειονεκτούν κατά κάποιον τρόπο, ότι αποξενώθηκαν στη γλώσσα ή από τη γλώσσα που διάλεξαν, είναι καθαρή βλακεία
. (σ. 163-164)

Εκδ. Scripta, 2005, μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, σελ. 302, (George Steiner, Errata: An Examined Life, 1997)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.




Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 991.125 hits

Αρχείο

Advertisements