Posts Tagged ‘Αυτοχειρία



10
Ιολ.
14

Primo Levi – Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Όταν τελ0383_LEVI-ANTHRWPOS NEOειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμoρφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες. [σ. 30]

Αν τα μεγάλα έργα γεννιούνται σχεδόν πάντα από εμπειρίες και ανάγκες που υπερβαίνουν την καθαρή λογοτεχνία και από τις προκλήσεις μιας πραγματικότητας όπου κρίνεται το νόημα της ύπαρξης, όπως γράφει ο Κλαούντιο Μάγκρις, τότε αναμφίβολα σε αυτά ανήκει και το παρόν βιβλίο. Εδώ μια μετριοπαθής μαρτυρία διηγείται την αθλιότητα και το μεγαλείο της ζωής σε συνθήκες απόλυτα ακραίες. Χωρίς πάθος και χωρίς μίσος, η γυμνή αλήθεια των γεγονότων αναβλύζει αβίαστα από την γραφή μην αφήνοντας την αδιανόητη εμπειρία της φυσικής και ηθικής εξουθένωσης να παραμορφώσει την ανθρώπινη ύπαρξη του συγγραφέα.

primo_levi__Ο Πρίμο Λέβι στάλθηκε στο Άουσβιτς μαζί με άλλους εξακόσιους σαράντα εννιά ανθρώπους τον Φεβρουάριο του 1944 και ήταν ο ένας από τους τρεις μοναδικούς επιζώντες μέχρι την απελευθέρωσή τους τον Ιανουάριο του 1945. Ο μοναδικός τρόπος να διαχειριστεί τις μνήμες εκείνου του μηδενικού έτους ήταν η γραφή αυτού του βιβλίου, που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του. Μερικοί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι το απέρριψαν, ώσπου έγινε δεκτό το 1947 από έναν μικρότερο και τυπώθηκε σε 2.500 αντίτυπα, αλλά μετά ο οίκος έκλεισε και το βιβλίο έπεσε στη λήθη. Ο Λέβι αντιλαμβάνεται ότι εκείνα τα μεταπολεμικά χρόνια, αρνούνταν να επιστρέψουν στην ανάμνηση μιας βασανιστικής εποχής που μόλις είχε τελειώσει. Τελικά το βιβλίο ξανατυπώθηκε από τις εκδόσεις Einaudi το 1956.

Κάποιος, πολύ καιρό πριν, έγραψε ότι τα βιβλία, όπως οι άνθρωποι, έχουν το δικό τους πεπρωμένο, απρόβλεπτο, διαφορετικό από αυτό που επιθυμούσαμε και αναμέναμε… Γράφω αυτό που δεν θα μπορούσα να πω σε κανέναν. Ήταν τόσο επιτακτική μέσα μας η ανάγκη να διηγηθούμε, που άρχισα να γράφω το βιβλίο εκεί, σ’ εκείνο το γερμανικό εργαστήριο γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να φυλάξω τις σημειώσεις που μουντζούρωνα, όπως όπως, θα έπρεπε αμέσως να τις καταστρέψω, γιατί η τυχόν αποκάλυψή τους θα μου κόστιζε τη ζωή. [σ. 211]

Pantheon_PrimoΟ συγγραφέας ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων όταν συνελήφθη ως «Ιταλός πολίτης εβραϊκής φυλής» και κλείστηκε σ’ ένα στρατόπεδο στη Μόντενα. Η αναγγελία του εκτοπισμού εκεί τους βρήκε όλους απροετοίμαστους· ελάχιστοι αφελείς και ονειροπόλοι συνέχιζαν πεισματικά να ελπίζουν αλλά σύντομα ο καθένας αποχαιρετούσε την προηγούμενη ζωή του με τον δικό του τρόπο: άλλοι προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατονόμαστο πάθος. Κι ύστερα… Η αυγή μας ξάφνιασε σαν προδοσία…Ο χρόνος της περισυλλογής και των αποφάσεων έκλεισε και κάθε λογική σκέψη διαλυόταν…Το ανέφικτο της απόλυτης ευτυχίας είναι κάτι που αργά ή γρήγορα όλοι ανακαλύπτουν στη ζωή, αλλά σπάνια εμβαθύνει κανείς στο ανέφικτο της απόλυτης δυστυχίας. Οι ίδιες οι υλικές φροντίδες που δηλητηριάζουν την διαρκή ευτυχία, είναι που μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας, γράφει ο Λέβι. Εκείνη η απόλυτη δυστυχία τον περίμενε στο Άουσβιτς.

Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένoι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δε γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας· εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκoυγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ’ όνομά μας: κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρoύμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ’ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ’ αυτό που υπήρξαμε. [σ. 30]

SequestoΗ θερμή του υποδοχή του βιβλίου από μαθητές και καθηγητές ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του εκδότη και του ίδιου του συγγραφέα Εκατοντάδες μαθητές από όλη την Ιταλία τον προσκάλεσαν να μιλήσει γι’ αυτό κι εκείνος το αποδέχτηκε ως μια τρίτη του ιδιότητα, εκτός από εκείνη του χημικού και του συγγραφέα. Και ακριβώς όλες οι ερωτήσεις των παιδιών κωδικοποιήθηκαν στο πολύτιμο επίμετρο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα δεύτερο συγκλονιστικό κείμενο που αντικαθρεφτίζει με άλλο τρόπο την ουσία του μυθιστορήματος.

Στην ερώτηση για ποιο λόγο δεν εκφράζει μίσος, μνησικακία ή επιθυμία εκδίκησης εναντίον των Γερμανών, και αν τους έχει συγχωρήσει, ο Λέβι απαντάει: όλα αυτά αποτελούν πρωτόγονα αισθήματα που δεν έχουν σχέση με τη λογική· ακόμα, αποτελούν ατομικά συναισθήματα, που στρέφονται εναντίον ενός ανθρώπου. Οι διώκτες του όμως δεν είχαν ούτε πρόσωπο ούτε όνομα. Είναι γνωστή η επιμέλεια με την οποία η ναζί απέφευγαν κάθε άμεση επαφή με τους σκλάβους τους. Πώς να μισήσει λοιπόν κανείς ένα πλήθος φαντασμάτων;

primoleviΟύτως ή άλλως ο φασισμός παρέμεινε παρών αλλά κρυμμένος· προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο. Σ’ εκείνες της συνθήκες σιωπής, επιείκειας και συνενοχής, ο Λέβι αισθάνθηκε τον πειρασμό του μίσους, αλλά ακριβώς η μη φασιστική νοοτροπία του και η πίστη στη λογική, το δίκαιο και τον διάλογο υπερίσχυε κατά κράτος. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ύφος του βιβλίου ήταν αυτό της νηφάλιας και συγκρατημένης μαρτυρίας παρά κάποια οργισμένη ή μεμψίμοιρη γραφή. Όμως η απουσία καταδικαστικής κρίσης δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως άφεση αμαρτιών. Ο συγγραφέας δεν συγχώρεσε ποτέ κανέναν από τους υπαίτιους.

LeviΣτα αγκάθινα ερωτήματα αν οι Γερμανοί και οι Σύμμαχοι γνώριζαν και, ακόμα, πώς έγινε δυνατή μια γενοκτονία στην καρδιά της Ευρώπης χωρίς να το πληροφορηθεί κανείς ο Λέβι απαντά, μεταξύ άλλων, ότι σε ένα αυταρχικό κράτος εκείνης της εποχής η πληροφορία μπορούσε να εξαλειφθεί και η εξουσία να επιβάλει την μία και μοναδική «αλήθεια». Η διατήρηση κλίματος τρόμου ανάμεσα στον γερμανικό λαό και η πλήρης μυστικότητα σαφώς έπαιξαν τον ρόλο τους. Κι όμως, δεν υπήρχε ούτε ένας Γερμανός που να μη γνώριζε την ύπαρξη των στρατοπέδων. Εκατομμύρια παρακολούθησαν με αδιαφορία, περιέργεια ή αποστροφή, κάποτε και με ευχαρίστηση, τις εκτός στρατοπέδων ταπεινώσεις των Εβραίων. Η πλειονότητα των Γερμανών δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε να ξέρει, ή επέλεξε να μην ξέρει. Και ο γερμανικός λαός στο σύνολό του, δεν επιχείρησε καν να αντισταθεί· σχημάτιζε δε την πεποίθηση ότι δεν γνωρίζει, συνεπώς δεν είναι συνεργός σε ό,τι συνέβαινε έξω από την πόρτα του.

FEDIZ_L00001Στο επίμετρο περιλαμβάνονται οι εκτενείς απαντήσεις του συγγραφέα σε οκτώ θεμελιώδεις ερωτήσεις των παιδιών, ένα κείμενο του συγγραφέα (Η μαύρη τρύπα του Άουσβιτς. Πολεμική στους Γερμανούς Ιστορικούς), μια συνέντευξή του στον Philip Roth και το σύντομο δοκίμιο του Claudio MagrisΈπος και μυθιστόρημα στον Primo Levi. Στο προαναφερθέν κείμενο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ταύτιση εβραϊσμού και μπολσεβικισμού, έμμονη ιδέα του Χίτλερ, στερούνταν αντικειμενικής βάσης (κυρίως στη Γερμανία, όπου εμφανώς η πλειονότητα των Εβραίων ανήκε στην αστική τάξη) και ότι το Άουσβιτς εμφανώς στηρίχτηκε σε μια ιδεολογία διαποτισμένη από ρατσισμό. Εάν η Γερμανία του σήμερα υπολογίζει στη θέση που της αξίζει ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να απαλύνει την ενοχή του παρελθόντος.

primolevi1Μένει ένα βιβλίο, που όπως έγραψε ο ίδιος ο Λέβι, δεν προσθέτει τίποτα σε όσα ήδη είναι γνωστά, ούτε γράφτηκε με σκοπό να διατυπώσει ένα νέο κατηγορητήριο, αλλά για να προσφέρει στοιχεία για μια νηφάλια μελέτη των διαφορετικών όψεων της ανθρώπινης φύσης, και ιδίως των συνεπειών της αντίληψης ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός». Ούτως ή άλλως, η πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, γράφει ο Μάγκρις, ίσως να μην επιτρέπει κανένα μυθιστόρημα, γιατί είναι σε τέτοιο βαθμό απίστευτη ώστε δεν μπορεί να προσκαλέσει τη λογοτεχνία η οποία θα θέλει να την επινοήσει ξανά στη φαντασία παρά να τη γράψει στη γυμνή επικότητά της.

Εκδ. Άγρα, 2009 (Α΄ εκδ. 1997, Β΄ εκδ. 2007), μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, σελ. 275. Περιλαμβάνεται, εκτός των προαναφερθέντων, και εργοβιογραφία του συγγραφέα [Primo Levi, Se questo è un uomo, 1947].

Σημ.  Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τις καταθέσεις και τις διαφορετικές απόψεις του επίσης έκλειστου σε ναζιστικό στρατόπεδο και επίσης αυτόχειρα Jean Amery στο βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση.

14
Ιολ.
13

Βέρνερ Βάλντμαν – Βιρτζίνια Γουλφ. Ιδιοφυής και μόνη

1Το δικό της δωμάτιο

Γι’ αυτό κι εγώ θα σας ζητούσα να γράψετε κάθε είδους βιβλία, μη διστάζοντας μπροστά σε κανένα θέμα, όσο ασήμαντο ή όσο τεράστιο κι αν σας φανεί. Ελπίζω πως θα μπορέσετε να βρείτε με οποιοδήποτε μέσο αρκετά χρήματα για να ταξιδέψετε και να τεμπελιάσετε, να συλλογιστείτε το μέλλον ή το παρελθόν του κόσμου, να ονειροπολήσετε πάνω σε βιβλία και να χαζέψετε στις γωνιές των δρόμων και να ρίξετε την πετονιά της σκέψης βαθιά μέσα στο ποτάμι. Γιατί δε σας περιορίζω με κανένα τρόπο στην πεζογραφία. [σ. 169]

Η ανάγνωση τόσο των παραπάνω φράσεων από το βιβλίο της Γουλφ Ένα δικό σου δωμάτιο όσο πλήθος άλλων αποσπασμάτων από τα έργα της αποκτά διαφορετική σημασία και περιεχόμενο, ανάλογα με τον κόσμο που επιλέγουμε κάθε φορά να φωτίζουμε μέσα στον σπάνιο βίο της. Η ιέρεια ενός ατόλμητου μοντερνισμού υπήρξε ταυτόχρονα και η μοναχικότατη θεραπαινίδα της δημιουργίας, η αδάμαστη συνειδητή θηλυκότητα βάδισε δίπλα στον εύθρυπτο ψυχισμό της, η αγωνιούσα πολιτική αγωνίστρια συνυπήρξε με την αναζητήτρια και την αποστρεφόμενη τον έρωτα.

5Τον Σεπτέμβριο του 1940 η Βιρτζίνια δούλευε ακόμα πάνω στο τελευταίο της μυθιστόρημα Ανάμεσα στις πράξεις. Μια διπλή προσπάθεια: από τη μια οι αιώνιες αγωνίες της, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στη μέγιστη έξαψη και στη βαθιά κατάθλιψη, η οποία, κάθε φορά που τελείωνε ένα βιβλίο, έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και την έριχνε στις αβύσσους· από την άλλη πλευρά ο πόλεμος που ενίσχυε την ψυχοσωματική της επιβάρυνση. Τα θλιβερά ερείπια των παλιών μου χώρων, γκρεμισμένα· τα παλιά κόκκινα τούβλα, όλα τους άσπρη σκόνη […], όλη η τελειότητα ερημωμένη και ρημαγμένη.

3 virginia_woolf_by_keyworkdove-d38yqveΑν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ράγισε για την ίδια και τόσους άλλους το προσωπείο κάθε ανθρώπινης αρμονικής συνύπαρξης, ο Μεγαλύτερος Πόλεμος άρχισε να γκρεμίζει τα τελευταία εναπομείναντα θεμέλιά της. Η Γουλφ πάντα είχε  ζωηρό ενδιαφέρον για την πολιτική – κάτι που δεν υποψιάζεται κανείς διαβάζοντας τα μυθιστορήματά της – και μισούσε τη βία οποιασδήποτε μορφής, ιδίως τη ραφιναρισμένη και συγκαλυμμένη βία της κοινωνίας, που επέβαλλε στους ανθρώπους ένα ξένο τρόπο ζωής. Τώρα η συντριβή ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο σύζυγός της Λέοναρντ ήταν και Εβραίος και σοσιαλιστής και εύκολα μπορούσαν να φανταστούν τις τους περίμενε, γι’ αυτό και αμφότεροι μιλούσαν εντελώς ανοιχτά για αυτοκτονία σε περίπτωση εισβολής του εχθρού.

Virginia WoolfΗ ιδιάζουσα στράτευση της Γουλφ είναι μία μόνο από τις πολλαπλάσιες πλευρές της πολλαπλής προσωπικότητάς της, πλευρές που όλες ανεξαιρέτως διαπερνά πυκνά, σύντομα και αρκούντως διεισδυτικά Γερμανός βιογράφος (γεν. 1944, παλαιότερα σεναριογράφος στη Βαυαρική Ραδιοφωνία, επιμελητής εκδόσεων και μονογράφος των αδελφών Μπροντέ, νυν στέλεχος σε διεθνή όμιλο μέσων μαζικής ενημέρωσης). Απέναντι στις λεπτομερείς, εξαντλητικές και εξονυχιστικές βιογραφίες που καταγράφουν τα πάντα για τον συγγραφέα, την οικογένεια και το περιβάλλον του, ο Βάλντμαν προτίμησε το δρόμο της πυκνής, περιεκτικής αλλά σε κάθε περίπτωση ολικής κατόπτευσης του προσωπικού και συγγραφικού βίου, συχνά αφήνοντας την ίδια τη συγγραφέα να συμπληρώσει τα κενά που επίτηδες δημιουργεί η δική του εξιστόρηση, δίνοντας χώρο σε πλήθος κειμένων της, που έχουν ακριβώς επιλεχθεί ώστε να μιλούν από μόνα τους στην εκάστοτε περίσταση.

2Κάποιες φορές φοβάμαι τον εαυτό μου, άλλες φορές πάλι σκέφτομαι ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει ακριβώς όπως κάποιος άλλος άνθρωπος, έγραφε σ’ ένα από τα αμέτρητα Γράμματά της, και η θέση της εξομολόγησης στο νέο κείμενο δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ξεφυλλίζεται η ζωή της από τις νεαρότατες μέρες  που ελκύθηκε από την Γλώσσα, μαγεύτηκε από τους ήχους της, απορροφήθηκε από τις συλλαβές της, μιμήθηκε τις προφορές της. Ακολούθησαν τα προσωπικά της μανιφέστα για την απελευθέρωση της γυναίκας από την κυριαρχία του άντρα – A Room of One’s Own  (1929), Three Guineas (1938) –, και η μέγιστη συμπάθεια προς τις γυναίκες, κυρίως για την περιφρόνηση  τους προς τις κοινωνικές συμβατικότητες αλλά και για την πληρότητά τους. Η συγγραφέας ένιωθε πιο κοντά στις γυναίκες, γεγονός που ενδεχομένως μπορεί να γίνει εν μέρει κατανοητό ως αποτέλεσμα μιας πολύ έντονης προσκόλλησης στη μητέρα της. Μέχρι τα σαράντα, όπως είχε πει, την καταδίωκε η παρουσία της · ίσως αναζητούσε τη μητρική στοργή, την αίσθηση της σιγουριάς, που την έβρισκε πιο εύκολα στην επαφή με τις γυναίκες παρά με τους άνδρες. Η σεξουαλική πράξη δεν της πρόσφερε καμία απόλαυση, αντιθέτως της προκαλούσε απέχθεια.

virginia_woolf1Σε μια άλλη πλευρά, η Γουλφ έγραψε ως ανήσυχη της φόρμας και δαιμόνια της πρωτότυπης εξιστόρησης, αποθεώτρια της λεπτομέρειας και ρέουσα της αεικίνητης συνείδησης, που ρέει όπως Τα κύματα, που ευτύχησαν να έχουν το ολόδικό τους βιβλίο και ακατάπαυστα να ηχούν μέχρι σήμερα. Από τα πάμφωτα, ευτυχή παιδικά καλοκαίρι στην Κορνουάλη και την πνευματική διέγερση της ατμόσφαιρας του Μπλούμσμπερι μέχρι την αναζήτηση κάθε φωτός Στο Φάρο και κάθε φύλου στο Ορλάντο, η πορεία της έρευσε ως το γειτονικό της ποτάμι το 1941 και την αποχώρηση από τα γήινα τετριμμένα, αφού έγραψε στον φύλακα – άγγελό της Λέοναρντ Γουλφ:

VWLΠολυαγαπημένε, νιώθω στα σίγουρα ότι τρελαίνομαι ξανά. Νομίζω ότι δεν αντέχουμε νε περάσουμε μια τέτοια φριχτή περίοδο για μία ακόμα φορά. Και αυτή τη φορά δεν θα ξαναγίνω καλά. Ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Γι’ αυτό κάνω ό,τι μου φαίνεται καλύτερο σε αυτές τις συνθήκες. Μου χάρισες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Ήσουν για μένα όλα όσα μπορεί να είναι κάποιος για ένα άλλο. Δεν πιστεύω ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι – μέχρι που ήρθε η φριχτή αρρώστια. Δεν μπορώ να την πολεμήσω άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου κι ότι χωρίς εμένα θα μπορούσες να δουλέψεις. Και ξέρω ότι θα το κάνεις. […] Αν κάποιος θα μπορούσε να με σώσει, αυτός θα ήσουν εσύ. Όλα, εκτός από τη βεβαιότητα για τη δική σου καλοσύνη με έχουν εγκαταλείψει. Δεν μπορώ να καταστρέφω άλλο τη ζωή σου. Δεν πιστεύω ότι δύο άνθρωποι θα  μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ όσο ήμασταν εμείς. [σ. 181]

Εκδ. Μελάνι, 2008, μτφ. Μαρίνα Μπαλάφα, επιμ. Πελαγία Τσινάρη, σελ. 200 με χρονολόγιο, μαρτυρίες (Ε.Μ. Φόρστερ, Βάλτερ Γιενς, Γκύντερ Μπλέκερ, Κρίστοφερ Ίσεργουντ, Ελίζαμπεθ Μπόουεν, κ.ά.) και βιβλιογραφία [8+8+2 σελίδες] καθώς και γυαλιστερό δεκαεξασέλιδο με μαυρόασπρες φωτογραφίες [Werner Waldmann, Virginia Wolf, 1983/2006].

27
Μάι.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 137

william styronΚρίστοφερ Χίτσενς, εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2011, σ. 49 [Cristopher HitchensHitch 22, 2011].

Μου είπε κάποτε ο Γουίλιαμ Στάιρον, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η εκλογή της Σόφι, σ’ ένα βρόμικο εστιατόριο στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ, για μια χρυσή στιγμή στο Παρίσι, όταν περίμενε να του δοθεί ένα μεγάλο χρηματικό βραβείο, μια ταινία στολισμένη με θυρεούς, ένα παράσημο για τα επιτεύγματά του στη λογοτεχνία κι ένα πλούσιο δείπνο όπου όλοι του οι φίλοι ήταν καλεσμένοι. «Κοιτούσα με λαχτάρα έξω στο δρόμο, στην άλλη μεριά του φουαγιέ. Κι όταν λέω με λαχτάρα, το εννοώ. Σκεφτόμουν ότι αν μπορούσα να ορμήσω μέσ’ από εκείνες τις βαριές περιστρεφόμενες πόρτες, ίσως κατάφερνα να βρεθώ κάτω από τις ρόδες εκείνου του σπλαχνικού λεωφορείου. Και τότε η αγωνία μου θα έπαυε.

11
Απρ.
13

Χένρυ Σκοτ Στόουκς – Γιούκιο Μισίμα. Η ζωή και ο θάνατός του

mishima coverΑυτό που ο κόσμος εκλάβανε ως πόζα εκ μέρους μου ήταν στην πραγματικότητα μια έκφραση της ανάγκης μου να επιβεβαιώσω την πραγματική μου φύση και …αυτό που οι άνθρωποι θεωρούσαν ως τον πραγματικό μου εαυτό ήταν μεταμφίεση. [σ. 195]

Το πρώτο κεφάλαιο της βιογραφίας αφιερώνεται στην τελευταία μέρα του Μισίμα. Στις 25 Νοεμβρίου 1970 ο πιο φημισμένος Ιάπωνας συγγραφέας βάζει σε έναν φάκελο προορισμένο για τους εκδότες του το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματός του Η θάλασσα της γονιμότητας, το οποίο δούλευε έξι χρόνια και αναχωρεί μαζί με άλλα τέσσερα άτομα, μέλη του προσωπικού του στρατού Τατενοκάι, για το Αρχηγείο του Ανατολικού Στρατού, σε βάση του κυβερνητικού στρατού Τζιεϊτάι στην καρδιά του Τόκιο. Ο ίδιος και ο υπαρχηγός του Μορίτα θα έκαναν χαρακίρι ενώ οι υπόλοιποι τρεις θα παρέμεναν ζωντανοί για να καταθέσουν στο δικαστήριο τις αρχές τους και να τιμήσουν το σύνθημα για την «αυτοκρατορική ανασυγκρότηση της Ιαπωνίας».

Το σχέδιό τους πήγαινε κατ’ ευχήν: έδεσαν και φίμωσαν τον στρατηγό Μασίτα μέσα στο γραφείο του, εξουδετέρωσαν τη φρουρά του σε μάχες με ξίφη και απαίτησαν να συγκεντρωθεί η φρουρά του Ανατολικού Στρατού, περίπου χίλιοι στρατιώτες, για να τους μιλήσει από το μπαλκόνι ο συγγραφέας. Οι θεμελιώδεις αξίες μας ως Ιαπώνων απειλούνται. Δεν δίνεται στον Αυτοκράτορα η δίκαιη θέση του στην Ιαπωνία. Αφήστε μας να αποκαταστήσουμε την πραγματική θέση της yukio_mishimaΙαπωνίας ήταν μερικές από τις φράσεις που διατυπώνονταν στο κείμενο που παραδόθηκε στον στρατηγό. Εδώ και είκοσι πέντε χρόνια ο ακρογωνιαίος λίθος της εξωτερικής πολιτικής της Ιαπωνίας είχε αμφισβητηθεί μόνο από την αριστερά και κανείς δεν περίμενε τέτοια επίθεση από την δεξιά.

Ο Μισίμα εμφανίστηκε το μπαλκόνι με την καφεκίτρινη στολή του Τατενοκάι, αλλά υπό τον ήχο των ελικοπτέρων που είχαν ειδοποιηθεί και τις υβριστικές φωνές των στρατιωτών, η φωνή του μόλις που ακουγόταν. Μίλησε για την επέμβαση της αστυνομίας στις διαδηλώσεις, για την βεβαιότητα πως οι Ιάπωνες στρατιώτες θα γίνουν μισθοφόροι των Αμερικανών και τελείωνε με την ερώτηση: «Θα εξεγερθεί κανείς μαζί μου»; Η έλλειψη κάθε ανταπόκρισης τον οδήγησε στο δεύτερο μέρος του σχεδίου του, στο χαρακίρι. Επέστρεψε στο γραφείο του στρατηγού και τήρησε το πλήρες τελετουργικό: με το ξίφος του έκανε μια οριζόντια τομή στο στομάχι του και άρχισε να το κόβει σταυρωτά ενώ ο Μορίτα τον αποκεφάλισε, για να αποκεφαλιστεί με τη σειρά του από το τρίτο μέλος της αποστολής. Δεν είχε υπάρξει κανένα άλλο περιστατικό τελετουργικού χαρακίρι στην μεταπολεμική Ιαπωνία.

Μια Docu0006από τις τελευταίες παρατηρήσεις που έκανε ο Μισίμα στον βιογράφο του ήταν πως ήταν ουσιαστικά αδύνατον για κάποιον που δεν ήταν Ιάπωνας να κατανοήσει την Ιαπωνία. Από την άλλη πλευρά στην ίδια την Ιαπωνία αγνοούνταν το δισυπόστατο της ιαπωνικής κουλτούρας: συχνά δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στο «χρυσάνθεμο» (τις τέχνες) ενώ υπήρχε ελλιπής κατανόηση του «ξίφους» (της πολεμικής παράδοσης). Η καλλιέργεια της τέχνης της λογοτεχνίας και των πολεμικών τεχνών αποτέλεσε κύρια επιθυμία του ιδίως μετά το καθοριστικό του ταξίδι στην Ελλάδα, την χώρα των ονείρων του· ένα ταξίδι που γεννήθηκε από «ένα πάθος για την αρμονία». Στην αρχαία Ελλάδα έβρισκε ακριβώς το πρότυπο της ισορροπίας ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα, ενώ ο κλασικισμός άσκησε μεγάλη επιρροή στην γραφή του, στην μετατόπιση της έμφασης στη δομή, στο θέμα και στο πνευματικό περιεχόμενο.

Την μεταπολεμική εποχή, όπου όλες οι αποδεκτές αξίες είχαν διαταραχθεί, σκεφτόμουν συχνά και επισήμαινα στους άλλους πως ήταν η καταλληλότερη στιγμή για την αναβίωση του παλαιού ιαπωνικού ιδεώδους, ενός συνδυασμού των γραμμάτων με τις πολεμικές τέχνες, της τέχνης με τη δράση. […] Το δικό μου κράμα “τέχνης και δράσης” ήταν ο εναγκαλισμός της διπολικότητας μέσα στον εαυτό και η αποδοχή της αντίφασης και της σύγκρουσης. [από το αυτοβιογραφικό του δοκίμιο Ήλιος και ατσάλι, εδώ σ. 180]. // Χάρη στον ήλιο και το ατσάλι, επρόκειτο να μάθω τη γλώσσα της σάρκας, περίπου όπως μπορεί κάποιος να μάθει μια ξένη γλώσσα. Ήταν η δεύτερη γλώσσα μου, μια έκφανση της πνευματικής μου εξέλιξης. [σ. 217]

mishima1Ο Μισίμα βίωσε μια ιδιαίτερα μελαγχολική παιδική ηλικία, καθώς μεγάλωσε με την άρρωστη γιαγιά του, που είχε εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στη νύφη της (και μητέρα του). Η συμβίωσή τους στη νοσηρή κρεβατοκάμαρα τον έκανε αργότερα να παραδεχτεί στις αυτοβιογραφικές Εξομολογήσεις μιας μάσκας πως «κάτι μέσα του έβρισκε ανταπόκριση στο σκοτεινό δωμάτιο και το κρεβάτι του πόνου» και πως «στην ηλικία των δώδεκα είχε μια κανονική αγαπημένη εξήντα ετών». Όταν μετά τον θάνατό της επέστρεψε στην μητέρα του, επόμενο ήταν να ερωτευτεί την «καημένη όμορφη γυναίκα» που είχε στερηθεί το παιδί της και η οποία τελικά υπήρξε η κύρια βοηθός του στην συγγραφική του εργασία. Είχε ήδη αναπτύξει τη συνήθεια να γράφει όλη τη νύχτα, συνήθεια που με αδυσώπητη αυτοπειθαρχία δεν εγκατέλειψε ως το τέλος της ζωής του.

Η αισθητική του Μισίμα βασιζόταν σε μια αρχαία ιαπωνική θέση, ότι η ομορφιά είναι πρόσκαιρη, στην γοητεία για τον θάνατο (για τον οποίο πίστευε πως όσο πιο βίαιος και αγωνιώδης είναι, τόσο μεγαλύτερη και η ομορφιά του), στην επιθυμία να υποδύεται ρόλους και πάθος για τις μεταμφιέσεις (επισκεπτόταν συχνά το θέατρο), στην σεξουαλική συγκίνηση για το αίμα και στην ρομαντική αντιμετώπιση του αίματος και του θανάτου, άποψη ξένη για την κλασική ιαπωνική παράδοση.

Sans-titre-2Το ενδιαφέρον του για την πολιτική άρχισε στα μεταπολεμικά χρόνια, έπειτα από την έναρξη των διαδηλώσεων για την Ανπό (Συνθήκη Ασφάλειας ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία) που σημάδεψαν τις χειρότερες πολιτικές συγκρούσεις στην μεταπολεμική Ιαπωνία. Η πολιτική του εικόνα ήταν ιδιαίτερα συγκεχυμένη. Οι σύγχρονοί του θεωρούσαν πως ήταν αορίστως αριστερός, με ροπή προς τη γενικότερη αποδοχή της πολιτικής ουδετερότητας ανάμεσα στον δυτικό κόσμο και το κομμουνιστικό μπλοκ. Από την αριστερά και το λογοτεχνικό κατεστημένο (που ανήκε σε αυτήν) απομακρύνθηκε από το 1966, οπότε και σταδιακά συνδέθηκε με την δεξιά.

Docu0009Από τα γραπτά του φαίνεται πως η αυτοκτονία ήταν για πολλά χρόνια μια θεωρητική επιλογή· αποτελούσε όμως μέρος και της ευρύτερης ιαπωνικής πραγματικότητας. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούσαν οι πολιτικές αυτοκτονίες, όπως εκείνη των πεντακοσίων αξιωματικών του στρατού που αυτοκτόνησαν μόλις παραδόθηκε η χώρα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, «αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την ήττα και ζητώντας συγνώμη από τον Αυτοκράτορα», ενώ αρκετοί πολίτες επίσης αφαίρεσαν τη ζωή τους. Την αυτοχειρία επέλεξαν και πολλοί συγγραφείς, όπως ο περιώνυμος Ριοουνοσούκε Ακουταγκάουα και ο γνωστός του Μισίμα και διάσημος ρομαντικός συγγραφέας Οσάμου Νταζάι, που αυτοκτόνησε το 1948 (με πνιγμό σε ποταμό στο Τόκιο μαζί με την ερωμένη του), ενώ δεκαοκτώ μήνες μετά τον θάνατό του Μισίμα αυτοκτόνησε με γκάζι ο μέντοράς του Γιασουνάρι Καβαμπάτα (1971). Η παράδοση των αυτοχείρων Ιαπώνων συγγραφέων αποτελεί ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο.

Mishima_ArmyΟ ιδιωτικός του στρατός Τατενοκάι ή εθνοφρουρά (όπως ευνόητα προτιμούσε να τον αποκαλεί) δημιουργήθηκε το 1968, με έμπνευση κατά βάση προσωπική και αισθητική, όχι πολιτική· περισσότερο τον ενδιέφερε η αναβίωση της ψυχής του σαμουράι εντός του παρά η ανάληψη οποιασδήποτε δράσης. Οι σχετικές δηλώσεις είναι ενδεικτικές: Είμαστε ο στρατός με το περισσότερο πνεύμα και τον λιγότερο οπλισμό του κόσμου. / Είμαστε ο στρατός με τον μικρότερο αριθμό αντρών αλλά με το μεγαλύτερο φρόνημα./ Μερικοί αναφέρονται κοροϊδευτικά σ εμάς ως στρατιωτάκια. Θα δούμε. Όμως ο περισσότερος κόσμος αμφισβητούσε τη σοβαρότητα των πολιτικών πεποιθήσεων του Μισίμα. Θεωρούσαν τον Τατενοκάι ως ένα ακόμα καπρίτσιο, ως το πολύχρωμο παιχνιδάκι ενός επιδειξιομανή συγγραφέα. Οι δημοσιογράφοι το θεωρούσαν απλώς μια ομοφυλοφιλική λέσχη, ενώ ήταν φανερό ότι διέθετε την ατμόσφαιρα μιας εθνικιστικής δεξιάς οργάνωσης. Ο ίδιος απέτυχε να καταστήσει το στρατό του υπολογίσιμο στην Ιαπωνία.

Το χαρακίρι του δεν αποτελούσε απλώς έσχατη μορφή δημόσιας διαμαρτυρίας και πράξη αφοσίωσης προς τον Αυτοκράτορα αλλά και, πιθανώς, μια απόλυτη έκφραση μαζοχισμού, μια πλευρά του συγγραφέα που αποκumαλυπτόταν στα περισσότερα γραπτά του. Οι σχετικές του φράσεις είναι χαρακτηριστικές: Άρχισα να θεωρώ ότι ο πόνος μπορεί κάλλιστα να επιβεβαιώσει πως αποτελεί τη μοναδική απόδειξη της εμμονής της συνείδησης μέσα στη σάρκα, τη μοναδική σωματική έκφραση της συνείδησης.

Ο βιογράφος (Άγγλος δημοσιογράφος και συγγραφέας) υπήρξε φίλος αλλά και ο μοναδικός συγγραφέας που κάλεσε ο Μισίμα να ακολουθήσει αυτόν και την οικογένειά του στις καλοκαιρινές διακοπές για τα τρίτα τελευταία χρόνια της ζωής του (1968 – 1970). Παρά την εμφανή συναισθηματική του φόρτιση ο Στόουκς συχνά είναι αυστηρός στις κρίσεις του για τον συγγραφέα, μας στον μύθο πολλών μυθιστορημάτων του και με ολοζώντανη γραφή μας παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη ζωή, την σκέψη, την δράση και το περιβάλλον αυτής της σπάνιας – από πολλές πλευρές – περίπτωσης συγγραφέα.

2332829779_ed95e6d6f6Πόσο μοιάζει η συγγραφή με την καλλιέργεια της γης! Πρέπει ανά πάσα στιγμή το πνεύμα σου να είσαι σε επαναγρύπνηση για καταιγίδες και παγετούς. Έχοντας άγρυπνα παρακολουθήσει για πολύ καιρό το χωράφι μου της συγγραφής, και ύστερα από τον ατέλειωτο μόχθο της φαντασίας και της ποίησης, μπορώ ποτέ να είμαι βέβαιος ότι θα έχω πλούσια σοδειά; Ό,τι έχω γράψει φεύγει από μένα, δεν θα θρέψει ποτέ το κενό μου, και το μόνο που μένει είναι ένα αμείλικτο μαστίγιο που με χτυπά. Πόσα κοπιαστικά βράδια, πόσες απεγνωσμένες ώρες έπρεπε να ξοδευτούν σε αυτά τα γραπτά! Αν έπρεπε να αθροίσω και να καταγράψω τις αναμνήσεις μου από τέτοια βράδια, σίγουρα θα τρελαινόμουν. Όμως δεν έχω άλλο τρόπο να επιβιώσω παρά να συνεχίσω να γράφω μια αράδα, και άλλη μια αράδα, και άλλη μια αράδα…[Κατάλογος για την αναδρομική έκθεση για τη ζωή του, Νοέμβριος 1970, εδώ σ. 122]

Εκδ. Καστανιώτη [Σειρά: Βιογραφίες], 2009, μτφ. Μαρία Φακίνου, σελ. 372. Περιλαμβάνονται: επτασέλιδη εισαγωγή του βιογράφου για την ελληνική έκδοση, το κείμενο του Γ. Καλπαδάκη «Ο Γιούκιο Μισίμα και η Αρχαία Ελλάδα», πλήρης κατάλογος των έργων του Μισίμα, το Πλάνο του Θανάτου του, δεκασέλιδο ευρετήριο και ένθετο γυαλιστερό οκτασέλιδο με δεκατρείς μαυρόασπρες φωτογραφίες [Henry Scott Stokes, The Life and Death of Yukio Mishima, 1974].

Στην πρώτη φωτογραφία, ο συγγραφέας στο μπαλκόνι του Γραφείου του Ανατολικού Στρατού, την ημέρα του αποτυχημένου πραξικοπήματος και λίγο πριν την τελετουργική του αυτοκτονία.

22
Μάι.
12

Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (Epic, 2003)

I talk to God but the sky is empty (Sylvia Plath)

Δεκατρία χρόνια – μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας – στην πρώτη γραμμή, ασίγαστα σπινταρισμένοι, με τις δυνατότερες ροκ εντ ρολλ μελωδίες, με μια δυο ουσιώδεις αναζωογονητικές αλλαγές στο στυλ τους, με βροντοφώναχτες κοινωνικοπολιτικές καταγγελίες (περίτεχνα όμως ενσωματωμένες στις ροκ υμνωδίες τους) και κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημαντικότερα σχήματα των δυο τελευταίων δεκαετιών. Περίεργο ή αναμενόμενο το ότι δεν άφησαν ιδιαίτερους μιμητές, ούτε κάποια συμπαγή σχολή;

Εδώ έχουμε μια γερή αντιπροσωπευτική βουλή απ’ τα lp τους αλλά και τα δύο τελευταία ως τότε ηχογραφημένα τραγούδια (There by the grace of god, Door to door), αμφότερα δυνατότατα και ξεχωριστά απ’ τις φρέσκιες ροκοφουρνιές. Έχουμε ακόμα τρία σινγκλς που έμειναν εκτός δίσκων αλλά αποτελούν σημαντική πρόφαση να ξανανιώσουμε την άγρια χαρά που μας μετέδωσαν και τότε: Τhe masses against the chasses, Motown Junk, Suicide is painless. Το τελευταίο, κλασική ροκ κατάθεση περί αυτοκτονίας, το πρωτογνωρίσαμε από κάποια σειρά των Ruby Trax (συλλογών με διασκευές), δεν ήταν μόνο προφητικό για την προσωπική τους ιστορία αλλά κι ένας – επιτέλους – ταιριαστός ύμνος της χαμένης γενιάς τους. Τώρα το ποιος τη θεωρεί χαμένη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε μερικά από τα πιο γερά κιθαριστικά τρακς που έβγαλε το ροκ την εποχή του εμπορικού του ξεπουλήματος.

Στο δεύτερο δισκίο συμπεριλαμβάνονται, ως είθισται, ρεμίξ. Προτιμώνται κομμάτια τελευταίας κοπής – αναμενόμενο – αλλά και πάλι η επιλογή των καλύτερων είναι ευχάριστη. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα ροκ ρεμίξ όπως θα θέλαμε, χωρίς δηλαδή να αλλάζεται ο αδόξαστος στο τραγούδι, χωρίς να γίνεται κάποιο άλλο, παρά είτε να του αλλάζονται τα ρούχα (ή το μέσα έξω), είτε να του αναδεικνύονται πτυχούλες που μας διέφυγαν.

Τι θα μείνει στην ιστορία όταν οι Μάνικς πουν τέρμα ή εξαφανιστούν όπως ο πρώτος τους [ακόμα τον ψάχνουν] κιθαρίστας; Πέρα απ’ τη θέση στο σύμπαν του καθενός μας, ένα μεγάλο ερωτηματικό ίσως. Εκείνοι που έχουν πρόβλημα με το οπισθοδρομικό, ως ισχυρίζονται, ροκ τους αποενοχοποιήθηκαν με την καθάρια, πολιτικοποιημένη τους κραυγή. Αλλά και αντίστροφα, εκείνοι που στάθηκαν δύσπιστοι στις μανιφεστοειδείς κραυγές οικειοθελώς λούζονταν τις καθάριες κιθαριστικές οιμωγές τους. Πιθανώς τοποθετούμαι στη μέση, αδιάφορος για σχετικά διλήμματα, ασύμβατα με το ροκ εν ρολλ. Μου αρκεί που γέμισα γεμίσει ψυχή τε και σώματι με τις υπερμελωδίες τους, σκόνταψα στις συνεχείς ριφφαδόρικες παγίδες τους, μοιράστηκα τον αγοραφοβικό τους εφιάλτη και τη μητροπολιτική τους μοναξιά (ή έζησα τα αντίστοιχα δικά μου). Ακόμα κι οι καθημερινές τους ερωτικές ή κοινωνικές οπτικές τους ταίριαξαν με τη ψυχοσύνθεσή μου – τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

«Φωνακλάδες», ναι. Πόσοι έμειναν φωνακλάδες στα λόγια μα αποπλανητικοί στη μουσική – και δη σε ατόφιο ροκ; Ο καημένος ο Pete Wylie με τους Might Wah! του κι αυτοί. Οι δυο αντίθετες πλευρές της εμπορικότητας, αδικία και δικαιοσύνη μαζί. Άλλωστε ο προαναφερθείς στίχος της Σύλβια γραφόταν πρώτος πρώτος στα credits του Generation terrorists. Και συμπληρώθηκε με τη δική τους σκυτάλη: Εach day living out a lie / Life sold cheaply forever, ever, ever/…/Living like a comatose / Ego loaded and swallow, swallow, swallow/Under neon loneliness, motorcycle emptiness

«Αυτές ήταν οι αλήθειες μου, πείτε μας τώρα τις δικές σας». [10/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

08
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 113

Μισέλ Σνεντέρ, «Θάνατος καθ’ ομοίωση. Στέφαν Τσβάιχ, 22 Φεβρουαρίου 1942», Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2004, μτφ. Γιάννης Στρίγκος [Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003], σ. 256-257.

Προτού εγκαταλείψω τη ζωή, με τη θέλησή μου και έχοντας απολύτως τα λογικά μου, οφείλω να εκπληρώσω ένα τελευταίο καθήκον: να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά τη Βραζιλία, αυτή την  υπέροχη χώρα, που πρόσφερε σ’ εμένα και τη δουλειά μου ένα λιμάνι τόσο ευχάριστο και τόσο φιλόξενο. Μέρα με τη μέρα, έμαθα να την αγαπώ όλο και περισσότερο, και σε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο δεν θα είναι με τόσο μεγάλη προθυμία ξαναφτιάξει τη ζωή μου από την αρχή, από τη στιγμή που ο κόσμος της δικής μου γλώσσας χάθηκε για μένα και η πνευματική μου πατρίδα, η Ευρώπη, αυτοκαταστρέφεται.

Χρειάζονταν όμως, μετά το εξηκοστό έτος της ηλικίας μου, υπέρογκες δυνάμεις για να ξαναρχίζω τα πάντα πάνω σε καινούργιες βάσεις. Και οι δικές μου οι δυνάμεις έχουν εξαντληθεί από όλα αυτά τα χρόνια της περιπλάνησης χωρίς πατρίδα. Αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρώ προτιμητέο να τελειώσω έγκαιρα και με το κεφάλι ψηλά μια ζωή για την οποία η πνευματική εργασία υπήρξε πάντοτε η πιο αγνή χαρά, και η προσωπική ελευθερία το υψηλότερο αγαθό ετούτου του κόσμου.

Αποχαιρετώ όλους μου τους φίλους! Τους εύχομαι να μπορέσουν ακόμα να δουν τη λάμψη της αυτής μετά τη μεγάλη νύχτα! Εγώ, πολύ ανυπόμονος, θα προηγηθώ!

12
Μαρ.
12

Λίζυ Τσιριμώκου – Εσωτερική ταχύτητα. Δοκίμια για τη λογοτεχνία

Η αυτοκτονία αποτελεί αναντίλεκτα έναν από τους πιο ενδιαφέροντες τόπους στην ευρεία περιοχή της λογοτεχνικής θανατογραφίας. Δεν υπάρχει λογοτεχνική παράδοση, μικρή ή μεγάλη, που να μη διαθέτει αυτοκτονολογικά κείμενα, ενώ η σύγχρονη συστηματική της προσέγγιση από ψυχαναλυτική, κοινωνιολογική και θεματολογική σκοπιά, αλλά και από την ιστορία των ιδεών, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη ερευνητική περιοχή, την αυτοκτονολογία [suicidology, suicidologie]. Η συγγραφέας – θεωρητικός της λογοτεχνίας βέβαια ενδιαφέρεται για την αυτοκτονία ως λογοτεχνικό μοτίβο, για την διάθλασή της αυτοκαταστροφικής χειρονομίας στα λογοτεχνικά κείμενα. Έτσι στο Φάσμα της αυτοχειρίας επιχειρείται ένα σύντομο διάγραμμα της νεοελληνικής λογοτεχνικής της «πορείας», από την θεωρητική συνηγορία της αυτοκτονίας από τον Κάλβο και το σημάδι της στις απαρχές του νεοελληνικού μυθιστορήματος με τον Λέανδρο το Π. Σούτσου μέχρι την τριανδρία του νεοελληνικού διηγήματος, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη και Μητσάκη. Το μελέτημα εστιάζει ακριβώς στα αντίστοιχα κείμενά τους, στις Συνέπειες της παλαιάς ιστορίας, στον Αυτοκτόνο και τον Αυτόχειρα, αλλά και στην φυσική απόληξή τους, το ποιητικό αφήγημα του Ρώμου Φιλύρα, Ο θεατρίνος της ζωής.

Μεταξύ χαράς και πένθους εξετάζεται ένα κείμενο του Μιχαήλ Μητσάκη, μια από τις ελάχιστες επιτάφιες ελεγειακές σελίδες του κατεξοχήν εραστή της πολύβουης καθημερινής κίνησης, σε συνομιλία με Το νεκροταφείο των Αθηνών του Δημητρίου Βικέλα και Το παράπονο του νεκροθάπτου του Εμμανουήλ Ροΐδη. Υπό την συκήν λοιπόν γινόμαστε μάρτυρες μιας σπάνιας συνύπαρξης, σ’ έναν απόμερο ναΐσκο, σφηνωμένο στο βράχο του Λυκαβηττού, στις παρυφές της λαϊκής συνοικίας της Νεάπολης: στην ίδια επιτάφια στήλη γειτνιάζουν το ονοματεπώνυμο της νεκρής γραίας του μνήματος κι εκείνα των οκτώ ζωντανών κορασίδων που τα συμπλήρωσαν με μολυβδοκόνδυλο μαζί με την δέσμευση για την άκρα μέχρι τάφου φιλία τους. Ένα βήμα πιο κάτω, μας περιμένει η Νεκρομαντική τέχνη, εδώ η επιτάφια καβαφική ποίηση, ενώ λίγο πριν, το πιστόλι και το δηλητήριο ερευνά την αρσενική και «θηλυκή» αυτοχειρία, όπως αποτυπώνονται στον Βέρθερο του Γκαίτε και στην Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

…μέναμε κολλητά σχεδόν στη Βαγγελίστρα, από την πίσω φυσικά μεριά. Ένας χωματένιος δρόμος χώριζε την κουζίνα μας από τα μνήματα. Όταν κουραζόμουνα από το παιχνίδι, πηδούσα τη μάντρα κι ώρες ολόκληρες στεκόμουν αμίλητος πλάι σε γυναίκες που έκλαιγαν δικούς τους, μπροστά σε μαύρα, άσπρα ή γκρίζα κάγκελα. Το χρώμα έδειχνε την ηλικία, που σπάνια ήταν γραμμένη στο σταυρό. Στη δική μας μεριά δεν υπήρχαν μνήματα χτισμένα, από πέτρα ή μάρμαρο γράφει ο Δημήτρης Μαρωνίτης κι ένα άλλο τριμερές σώμα κειμένων αφορά την πόλη και την διάθλασή της σε κείμενα, θέμα για το οποίο η γράφουσα διατηρεί μια «ευαισθησία»: Λογοτεχνία της πόλης/Πόλεις της λογοτεχνίας. Στα Παράθυρα στον μέσα χώρο τα γραπτά του Δ.Μ. [από την αντιστασιακή Συνέχεια του Κέδρου και αλλού] που εστιάζουν σε μια αλλοτινή Θεσσαλονίκη χωρίς ίχνος ρηχής νοσταλγίας και γλυκερής αισθηματολογίας ενεργοποιούν ξανά το ερώτημα τι είναι λογοτεχνία, δηλαδή τέχνη του λόγου, και τι όχι, ποια είναι τα όρια του στοχαστικού ή δοκιμιακού λόγου και ποια τα αντίστοιχα του δημιουργικού ή λογοτεχνημένου λόγου.

Ένας σύντομος Αναγνωστικός περίπατος στην πόλη ξεκινά με τις συμβουλές του μανιακού περιπατητή/flâneur και λάτρη των εφευρετικών διαδρομών της πόλης, Georges Perec και καταλήγει στον Ν.Γ. Πεντζίκη, γνήσιο απόγονο της ευφάνταστης ταξιθεσίας ενός Καισάριου Δαπόντε. Ακούγεται και γράφεται συχνά ότι η κάθε πόλη είναι ένα μυθιστόρημα, λογοτεχνικό γένος άλλωστε αδιανόητο χωρίς την ύπαρξη των πόλεων, που αντικατέστησαν το συλλογικό ακρόαμα (π.χ. το παραμύθι) με την πράξη της μοναχικής ανάγνωσης. Η εγγραφή της Αθήνας στο σώμα της ελληνικής αστικής λογοτεχνίας υπήρξε μονοπωλιακή, όπως ακριβώς και με το Παρίσι ή το Λονδίνο στις αντίστοιχες κουλτούρες, μέχρι τον 20ό αιώνα, οπότε και διακρίθηκε η ευκρινής οντότητα της Θεσσαλονίκης στην λογοτεχνική παραγωγή, της μόνης άλλωστε πόλης που συνέδεσε το όνομά της με διακριτό λογοτεχνικό ρεύμα, την περιλάλητη μεσοπολεμική «Σχολή Θεσσαλονίκης».

Στο επίκεντρο της θεματικής ενότητας «Μυθοπλασία και ιστορία» τίθεται ο Άρης Αλεξάνδρου, με τρία επιμέρους κείμενα: Δρόμοι σημείων αδιέξοδοι. Η καφκική ηχώ στο περιφερόμενο Κιβώτιο, Το τελευταίο τσιγάρο και Ο συνήθης ύποπτος. Το τελευταίο εξετάζει την πρόσληψη του έργου του από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια στον πολλαπλώς αιρετικό και αποσυνάγωγο συναγωνιστή του, εστιάζοντας καταρχήν στο ποιητικό του τοπίο, άρα και αναδεικνύοντας την ποιητική του παραγωγή, που επισκιάστηκε από την κεραυνοβολία του Κιβωτίου· μια ποίηση που στοιχειοθετεί μια ιδιότυπη συνέχεια της καβαφικής και σεφερικής «ποιητικής πεζότητας»: μόνο πρόσεξε μην κλάψεις/ όπως βουρκώνουμε τα μάτια των ποιητών/που έχουν έτοιμο το δάκρυ.  Η «λευκή γραφή» του Κιβωτίου, ουδέτερη και αποστεγνωμένη, εξαντλεί μια και μοναδική ιδέα: την τραγική ενοχοποίηση του επιζώντος. Ο Ραυτόπουλος υποστήριξε την άποψη της διαθλασμένης αυτοβιογραφίας που προσπαθούσε να περισώσει ό,τι μπορούσε από μια ρημαγμένη προσωπική και συλλογική ζωή σε μια αφήγηση που ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει…

Μια άλλη τριάδα μελετημάτων αφορά Όψεις του Καρυωτακικού λυρισμού (δυο εκ των οποίων αγγίζουν και την λυρική μουσολογία και ποιητική αλχημεία του αυτόχειρα ποιητή και του Μπωντλαίρ) και ιδού ορισμένοι από τους υπόλοιπους τίτλους: Ιστορία λογοτεχνίας και ιστορική ποιητική, Πολυπολιτισμικές σπουδές και συγκριτική γραμματολογία στη στροφή του αιώνα, Δημόσιες βιβλιοσυστάσεις, Μικρά συγκριτολογικά, κ.ά. Αντί επιλόγου, ένα πυκνότατο κείμενο για το μέλλον της μνήμης: την αυτοβιογραφία και το απομνημόνευμα. Ακριβώς τη μνήμη μας έχει νωρίτερα ξεσηκώσει και το σύντομο μελέτημα Το παιχνίδι στη λογοτεχνία / η λογοτεχνία ως παιχνίδι. H παρούσα συστέγαση μικρών και μεγάλων μελετημάτων εικοσαετούς πανεπιστημιακής θητείας προσφέρει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευρεία θεματολογία αλλά και μας ωθεί, ως οφείλει κάθε σχετικό σώμα μελετών, να αναζητήσουμε οι ίδιοι τα κείμενα και να τα διαβάσουμε με νέα ματιά.

Εκδ. Άγρα, 2000, σελ. 433, με ευρετήριο κύριων ονομάτων.

Στις φωτογραφίες: Μιχαήλ Μητσάκης, Ζωρζ Περέκ, Άρης Αλεξάνδρου και Καίτη Δρόσου, Κώστας Καρυωτάκης. 




Μαΐου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 1.028.351 hits

Αρχείο