Posts Tagged ‘Αφρική

24
Ιον.
13

Λογοτεχνείο, αρ. 138

NUBIA, KUSH, AKSUM, KERMAΟλιβιέ Ρολέν, Μερόη, εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 98 και 114 -115, [Olivier Rolin, Méroé, 1998].

Η λογοτεχνία, μου φαίνεται, είναι στραμμένη προς αυτό που έχει εξαφανιστεί, ή μάλλον προς αυτό που θα μπορούσε να συμβεί και δε συνέβη: να γιατί η σύγχρονη εποχή, παθιασμένη μ’ ένα μέλλον δίχως μνήμη, α την αντιμετωπίζει τόσο εχθρικά. Να επίσης γιατί λένε ότι δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα. Και πράγματι, τίποτα περισσότερο από μια ήττα, ένα ερείπιο, ένα κοιμητήρι, μια παιδική ανάμνηση. Είναι ένας ισχυρός απόηχος του παρελθόντος. Μου μιλήσατε για τον περσικό στρατό: λοιπόν, οι σάλπιγγες που ξεσπούν κάτω απ’ τα ξίφη, τα σιδηρόφρακτα άλογα, συνηθισμένα στις μάχες, των οποίων τα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, σαν μάτια γυναικών, έχουν δει εκατό φορές τον ουρανό να σκοτεινιάζει από τα βέλη, και τα οποία ρουθουνίζουν μπροστά σ’ αυτόν τον αιφνίδιο τάφο που τους ανοίγει η γη, όλ’ αυτά τα ζωντανά τα βουτηγμένα μες στη σκόνη, αυτές οι σάρκες, οι φωνές που γίνονται πέτρες, να τι είναι λογοτεχνία.

Νομίζω ότι αν τα βιβλία ζουν πολλές ζωές μέσα μας, μία από αυτές είναι μια μακριά μαγική τελετουργία. Μέσα από τις αράδες τους μιλάμε για τους νεκρούς, παρατηρούμε τελετουργικά εξιλασμού ή εξορκισμού, η μοίρα μας στέλνει σήματα που τον περισσότερο καιρό δεν μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε.

[Στην εικόνα, τα ερείπια της Μερόης.]

29
Απρ.
11

Ολιβιέ Ρολέν – Πορτ-Σουδάν

Ήμουν στο Πορτ-Σουδάν όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Α. κάμποσο καιρό μετά γράφει ο αφηγητής πάνω στο τραχύ χαρτί ενός τετραδίου αγορασμένου στο Χαρτούμ, γράφει για να επιβιώσει, καθώς φαντάζεται πως δεν υπάρχει άλλος λόγος για να γράφουμε. Είχαν γνωριστεί καμιά εικοσιπενταριά χρόνια νωρίτερα, μοιραζόμενοι τις μεγάλες και αόριστες προσδοκίες της αλλαγής του κόσμου και την προσμονή της περιπετειώδους ζωής. Αργότερα εκείνος διάλεξε τη λογοτεχνία κι ο αφηγητής τη θάλασσα, περιφερειακές και αβέβαιες δραστηριότητες που δεν πρόδιδαν εντελώς την ατέλειωτη ονειροπόληση. Έπεσαν μέσα: από τις κακές αυτές επιλογές χωρίς μέλλον, δεν θα συνέρχονταν ποτέ.

Μετά από χρόνια μεταφοράς φορτίων που σάπιζαν στις ακτές της Αφρικής, εξόκειλε εδώ στη στεριά, harbour manager σε ναυαγισμένο λιμάνι, όπου σιχαμερά υβρίδια σκύλου και ύαινας αναζητούν εντόσθια ψαριών κατά μήκος της όχθης, όπου συμμορίες λεηλατούν τα ριγμένα στον πορθμό πλοία. Όλη κι όλη η μετεωρολογία του είναι ο κλίβανος των σύννεφων, οι στρόβιλοι της τριζάτης άμμου από την έρημο της Νουβίας, η πόλη με τις αφυδατωμένες σάρκες σαν της μούμιας. Στο μοναδικό σουδανέζικο λιμάνι που μπορεί να δεχτεί μεγάλα πλοία, τα οποία όμως όλο και σπανιότερα κάνουν σκάλα εδώ, σ’ ένα τόπο με αναθυμιάσεις νεοαποικιοκρατίας, σαν μια τεράστια μαλθακή μηχανή που πασχίζει για την εξόντωση της σκέψης, μετράει τα ναυάγια γύρω του, αυτά τα καταφαγωμένα απ’ τη σκουριά μνημεία που μοιάζουν να σχηματίζουν μια γραμμή παμπάλαιων οχυρών που προστατεύουν μια νεκρόπολη. Σ’ αυτά τα ερείπια όμως βρίσκει γαλήνη, μόνος ή με συντροφιά με κάποια γυναίκα.

Πάντα αγαπούσα τα ναυάγια, είναι οι ματαιοδοξίες μου. Σύχναζα όσο πιο τακτικά μπορούσα σ’ εκείνα που φύλαγαν φρουρά μπροστά από τις στέγες, τις αποθήκες, τους γερανούς, τους τηλεγραφικούς πυλώνες του Πορτ – Σουδάν… Η παλίρροια, γεμίζοντας κι έπειτα αδειάζοντας αυτά τα κάστρα από λαμαρίνα, δημιουργούσε μια παράξενη και βάρβαρη μουσική, μια σύνθεση ρόγχων, σφυριγμάτων, θορύβων πιτσιλίσματος, που εναλλάσσονταν με υπόκωφους κρότους. Σμέρνες κολυμπούσαν …ξετυλίγοντας σαν μακριά πιτσιλωτά μαστίγια τους γλοιώδεις δακτυλίους τους που σύντομα τους τύλιγαν στην κοιλότητα κάποιας μηχανής…

Η καθαρίστρια του φίλου του Α. έμοιαζε σαν να περίμενε από καιρό την άφιξή του. Κι αρχίζει να του μιλάει για μια γυναίκα με κλίση περισσότερο στον ρεμβασμό παρά στο λόγο, μια γυναίκα «ημιπενθή», μια ensimistada (κλεισμένη στον εαυτό της). Έρμαιο των φόβων που δεν θα μπορούσε να τους προσδιορίσει, αλλά που ίσως είχε μάθει να τους χειρίζεται, ακόμη και να τους καλλιεργεί ως το πιο αναμφισβήτητο κομμάτι του εαυτού της. Τα πράγματά της έμοιαζαν ανά πάσα στιγμή έτοιμα για αναχώρηση ή ήταν τακτοποιημένα σαν να είχε μόλις επιστρέψει από ταξίδι. Λες και ήταν η εγκατάστασή της στο σπίτι του Α. σε μόνιμη αμφισβήτηση, σα να είχε στήσει έναν καταυλισμό όπως ένας νομάδας δίπλα σε πηγή που αμέσως μόλις εξαντληθεί θα την εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί. Όσο για τον Α., θυμάται η καθαρίστρια, απομονωνόταν συχνά για να γράψει, και τότε έμοιαζε πως σαν να κατοικούσε με φόβο και δέος στην κατοικία ενός νεκρού. Τι τον συνέδεε άραγε με τον Α. και την προ εικοσαετίας Γαλλία;

Τότε δεν υπήρχε «κοινή γνώμη», είχαμε κρίσεις – δηκτικές συχνά, αποτελούσαν όμως έτσι, μου φαίνεται τουλάχιστον, πράξεις που δέσμευαν το πνεύμα, συχνά μάλιστα και το σώμα. Δεν πλέαμε μέσα σ’ αυτόν τον πλειοψηφικό πλακούντα που έβλεπα να τρέφει ένα μαλθακό πλήθος, ένα τεράστιο ζελέ διανοούμενων εμβρύων. Αντλούσαμε δύναμη και περηφάνια ανήκοντας στη μειοψηφία, προχωρώντας πίσω από σημαίες που τις κρατούσαν οι μεγάλοι παρίες. Η μοναξιά δεν ήταν ντροπή Λέξεις όπως τόλμη και θάρρος μας φαίνονταν ωραίες, υιοθετούσαμε, με φόβο, το σύνθημα σύμφωνα με το οποίο δεν είναι αναγκαίο να ελπίζεις για να επιχειρήσεις, ούτε να πετύχεις για να επιμένεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν αποφεύγαμε πάντοτε την γελοιότητα, αλλά τουλάχιστον γλιτώναμε από τον κομφορμισμό.

Στο σπίτι του Α. βλέπει παντού τριγύρω τα σβησμένα τσιγάρα, ελάχιστα καπνισμένα, λεπτές φολίδες στάχτης, καρτέλες από φάρμακα, με τις άδειες πλαστικές κυψέλες τους, μπουκάλια παραταγμένα σε πυκνές γραμμές και φύλλα χαρτιού ζαρωμένα, σχεδιάσματα επιστολών που απηύθυνε σ’ εκείνη, εξορκίζοντάς την να συλλογιστεί καλύτερα το ανεπανόρθωτο που ετοιμαζόταν να διαπράξει, κι ένα ανεπίδοτο γράμμα του προς την παλιά τους φιλία, που τον έφερε ως εδώ. Ποτέ δεν αντικαθιστούσε τους λαμπτήρες όταν καίγονταν κι έτσι από βδομάδα σε βδομάδα το σκοτάδι κατακτούσε καινούργια εδάφη μες στο σπίτι.

Στο κρεβάτι απ’ το οποίο είχε λιποτακτήσει εκείνη, ο Α., όσο καιρό έζησε – και ήταν περίπου έξι μήνες – δεν άλλαξε ποτέ σεντόνια. Κανείς δεν ήξερε αν έπρεπε να αποδοθεί ετούτη η αμέλεια σε κάποιου είδους παράξενο φετιχισμό που θέλησε να συγκρατήσει και να αγαπήσει πέρα απ’ την απουσία, πάνω σ’ αυτό που είχε γίνει το καταγέλαστο μνημείο του νεκρού του έρωτα, το αποτύπωμα ενός σώματος που για καιρό είχε λατρέψει ή απλώς στην ξαφνική αδιαφορία του για το καθετί…

Στο νοσοκομείο όπου έφτασε ο Α., ρημαγμένος από την ανάμειξη αλκοόλ και αντικαταθλιπτικών χαπιών, ο αφηγητής γνωρίζει την νεαρή του νοσοκόμα, την Ούρια. Πρέπει να την βεβαιώσει πως δεν θα σοκαριστεί από τίποτα, πως γνωρίζει ότι «ο πόνος δεν είναι επίσημο δείπνο, ούτε ελεγειακή ποίηση, πως είναι αίμα και ιδρώτας και σκατά». Εκείνη που φρόντιζε τον Α. λέει τώρα στον αφηγητή πως «κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του από τη γέννησή του, τοποθετημένες φύρδην μίγδην σαν ανακατεμένα τραπουλόχαρτα, τις αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν είτε το χαμό του είτε την ευτυχία του». Πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια διπλή κλίση: σε κάποιους όμως είναι τόσο αμυδρή, ώστε τα νερά, απ’ όποια πλευρά κι αν κυλούν, ακολουθούν έναν γαλήνιο ρου, ενώ σε άλλους η παραμικρή βροχή γεννάει χείμαρρους που παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Πριν έρθουν να τον μπουκώσουν με υπνωτικά, ο Α. πάσχιζε να ξαναβρεί την παλιά του οικειότητα με τις λέξεις. Όμως, έλεγε στην Ούρια, αυτές τον είχαν εγκαταλείψει, γιατί είναι κι οι ίδιες μια σωματική υπόθεση. Είχε συνηθίσει από την εφηβεία να ζει μαζί τους, να πολεμάει μαζί τους, να τις υποτάσσει και να υποτάσσεται, να τις νιώθει με όλο τον μηχανισμό του σώματός του. Όμως αυτές δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα καλέσματά του, δεν έσπευδαν στη μάχη, δεν απαντούσαν πια στην πρόκληση. Τον άφηναν αποκλεισμένο από το σημείο απ’ όπου άλλοτε περνούσε το ρεύμα του λόγου.  Αλλά έχει κι ο αφηγητής τη δική του τραγική ιστορία με μια γυναίκα, με «μια προδοσία που δεν αφήνει τίποτα ακέραιο, ακόμα και το παρελθόν του οποίου αντιστρέφει και δηλητηριάζει εντελώς τη σημασία».

Όσο για τη λογοτεχνία…Είχα κάποιες φορές την εντύπωση ότι οι άνθρωποι ήταν σαν μεγάλα κούφια αγάλματα και ότι στο εσωτερικό τους βούιζε ένας μανιασμένος θόρυβος, κατακερματισμένος απ’ τον άτακτο πολλαπλασιασμός των αντηχήσεων: και η γραφή ήταν μια προσπάθεια να ενορχηστρωθεί αυτή η καθαρή βουή του χάους…Η γραφή θα πρέπει να ήταν η σύνθεση μιας μουσικής ανάμεσα στο πανδαιμόνιο και την αιώνια σιωπή.

Αν αυτό είναι λογοτεχνία, τότε ο Ολιβιέ Ρολέν πράγματι την συγγράφει. Είναι ο μόνος μέχρι συγγραφέας που έχει προσκληθεί τρεις φορές στο ταπεινό μας πανδοχείο (με την Μερόη και τα Τοπία Καταγωγής, ενώ έπεται και μια τέταρτη, για την Χάρτινη Τίγρη, βιβλία που μάς τα γνώρισε η Άγρα). Αν γινόμουν ποτέ συγγραφέας, θα ήθελα να γράφω σαν κι αυτόν. / Εκδ. Άγρα, 2001, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 131 (Olivier Rolin, Port-Soudan, 1994)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

12
Νοέ.
10

Αλμπέρτο Μοράβια – Περιπλάνηση στην Αφρική

Εδώ έχουμε μια εκλογή ημερολογιακών γραπτών και ανταποκρίσεων (για την εφημερίδα Corrierre della Sera, μεταξύ των ετών 1983 και 1986) από τα αφρικανικά ταξίδια του Μοράβια, που συνολικά κράτησαν δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για κείμενα όπου ο χρόνος κατανέμεται σε μέρη και ώρες ημέρας και νύχτας, και όχι με ενδείξεις μήνα ή χρόνου. Διαβάζοντας τα βιβλία του Καπισίνσκι και του Μοράβια για την Αφρική έχει κανείς την αίσθηση ότι έχουν δει δυο διαφορετικές ηπείρους. Σε σχετική παρατήρηση, ο Καπισίνσκι απαντά (μάλλον διπλωματικά) πως ο Μοράβια ταξίδεψε ως συγγραφέας, ενώ εκείνος ως αιχμάλωτος της δουλειάς του. Τα ταξίδια στις όμορφες φύσεις της υποχώρησαν μπροστά στην αναγκαιότητα να βρίσκεται στα κέντρα των βραστών εξελίξεων. Ιδού λοιπόν μια θεμελιώδης διαφορά: ο Μοράβια εστίασε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγεία της μαύρης ηπείρου.

Ήδη από την πρώτη σελίδα παραδέχεται πως δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτικο-κοινωνικο-ιδεολογικά ζητήματα της Αφρικής λόγω της μεγάλης του αγάπης. Την παραλληλίζει με μια όμορφη γυναίκα που λατρεύει και που προτιμά να μιλήσει για την ομορφιά της παρά για τις πολιτικές της απόψεις ή την οικονομική της κατάσταση. Γι’ αυτό και στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως εμπλεκόμενος, χωρίς να αρνείται τα αυτονόητα, όπως π.χ. όταν βλέπει πως ο επίγειος παράδεισος των εθνικών πάρκων αποτελεί εμπόρευμα που καταναλώνεται, πως τα «οικολογικά άδυτα» συντηρούνται με τεράστια έξοδα (Ο Αδάμ και η Εύα επιστρέφουν στον επίγειο Παράδεισο αλλά επί πληρωμή) ή διακρίνει την αποικιοκρατική ή εξωτική χροιά της λέξης «ανακαλύπτω» λες και οι δυτικές «ανακαλύψεις» δεν υπήρχαν από πάντα, λες κι ένας τόπος πρέπει να αποκτήσει όνομα για να υπάρξει. Οι Αφρικανοί δεν έχουν καμιά ανάγκη να ονομάσουν τις λίμνες τους.

Ο Μοράβια γράφει με την έκπληξη του παρθενικού δυτικού επισκέπτη και ενδιαφέρεται περισσότερο για το θρησκευτικό δέος παρά για τα νέα πρόσωπα που πασχίζει να αποκτήσει η ήπειρος, και πιο πολύ για την φύση παρά για τους ανθρώπους. Αισθάνεται πως βρίσκεται μέσα σε αφρικανικό παραμύθι του Νιγηριανού Άμος Τουτουόλα, σαν το My life in the bush of ghosts (ένας τίτλος που έφτασε στα δικά μας αυτιά μέσω Brian Eno και David Byrne), πως μ’ αυτούς τους έναστρους ουρανούς βρίσκεται σε πίνακα του Βαν Γκογκ. Αντιμετωπίζει με στωικότητα την απρόθυμη έως εχθρική υποδοχή στα καταλύματα των ιεραποστολών, με σκυλιά που γαβγίζουν και φρουρούς με ναπολεόντεια τουφέκια να αρνούνται την φιλοξενία, τα ξενοδοχεία που μπορεί να ονομάζονται Εξέλσιορ αλλά είναι ισόγειες παράγκες με σιδεριές αντί για τζάμια στις πόρτες και τα παράθυρα εφόσον το γυαλί παραείναι ακριβό, το συνηθισμένο «μποτιλιάρισμα» ακίνητων, βυθισμένων στη λάσπη φορτηγών και αυτοκινήτων. Δεν τον ενοχλεί η γνώριμη βασανιστική επαναληπτικότητα του τοπίου, η δυσκολία του ύπνου από το γνωστό νυχτερινό ζωολογικό πανδαιμόνιο της Αφρικής ή η παραπλάνηση από την αφρικανική αγορά, που σε μεθάει επειδή «προσποιείται την πιο ξέφρενη αφθονία μέσα σε μια ήπειρο όπου η σπάνις αποτελεί τον κανόνα».

Ο συγγραφέας επιλέγει να διαβάζει για …πλήρη αντίθεση Λουκρήτιο και Λεοπάρντι (που επίσης μίλησαν για την φοβερή αλλά διαφορετική φύση), τους Πράσινους Λόφους της Αφρικής του Χεμινγουέι (τον οποίο χαρακτηρίζει «εστέτ της εξόντωσης»), την αφρικανική εμπειρία του Σελίν στο Καμερούν (Όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα!) αλλά οι πιο ενδιαφέρουσες γραμμές βγαίνουν από το βιβλίο του Ρενέ Ντυμόν (Η μαύρη Αφρική έκανε κακή αρχή) ο οποίος είχε μιλήσει περί νοτιοαμερικανοποίησης της Αφρικής καθώς οι χώρες της συχνά αποτελούν πόλεις – βιτρίνες, πίσω από τις οποίες όμως το μαγαζί είναι άδειο, αλλά και πόλεις – βαμπίρ, που ρουφούν ανθρώπους και πρώτες ύλες από τη χώρα και στέλνουν τους πρώτους στις παραγκουπόλεις και τις δεύτερες στο εξωτερικό.

Τανζανία, Ζαΐρ, Γκαμπόν, Ζιμπάμπουε: το ταξίδι συνεχίζεται σε «πεδιάδες ατέλειωτης και αδιατάρακτης ελευθερίας», στην πρωτεύουσα του Μπουρούντι με τα φώτα των πολυάριθμων δρόμων που έχουν χαραχτεί κι οι οποίοι παραμένουν άδειοι από αυτοκίνητα, μέσα στα ζώα και στη φύση με το απειλητικό βάρος ιδιότροπης και απρόβλεπτης θεότητας, εκεί «όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν». Ο Μοράβια ταξίδευε με φίλους, συχνά δε με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι (φωτ.) ο οποίος, πάντα με τις αισθήσεις σε επιφυλακή και ουδέποτε κουρασμένος, μετά το δείπνο εξαφανιζόταν για τα βραδινά του κυνήγια, από τα οποία γυρνούσε μες στη μαύρη νύχτα, με τα μάτια του διεσταλμένα και την ανάσα του κομμένη. (…) Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν που τον ξυπνούσαμε τόσο άγριες ώρες. Παρέμενε μονάχα μια στιγμή ακίνητος, κάρφωνε το βλέμμα στο ηλιόλουστο πρωινό σαν ένας τυφλός χωρίς ελπίδα κι έπειτα ξανάπαιρνε ένα από τα πιο φιλικά και γλυκά του χαμόγελα. «Ώρα να συνεχίσουμε το ταξίδι, το ξέρω, ναι, πάμε, θα είμαι έτοιμος σε μια στιγμή».

Εκδ. Κέδρος, 2010 [Σειρά Τerra incognita], μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, 268 σ., με βασική βιβλιογραφία και πλήρες χρονολόγιο του συγγραφέα (Alberto Moravia, Passegiate africane, 1987).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

10
Νοέ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Αυτοπροσωπογραφία ενός ρεπόρτερ

Με ρωτούσαν συχνά εάν έχω σκοπό να μεταναστεύσω. Και απαντούσα: Μα έχω ήδη μεταναστεύσει. Το σπίτι μου είναι κάπου αλλού, σε κάποια άλλη χώρα.

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Καπισίνσκι από τρία έργα που πέρσι συγκεντρώθηκαν και σε ενιαίο τόμο: Έβενος. Το χρώμα της Αφρικής, Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (από τις ίδιες εκδ.). Στα πρώτα δύο πλησίασε «γράφοντας» την Αφρική ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – στο δεύτερο τριγύρισε και την Λατινική Αμερική. Στο τρίτο δοκίμασε μια ηροδότεια πλεύση του «μακρινού» κόσμου, προσεγγίζοντας την Ασία. Υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική κι ένας από τους πλέον αξιανάγνωστους ταξιδευτές δημοσιογράφους – συγγραφείς. Η επιμελήτρια του βιβλίου ζήτησε και πήρε από τον ίδιο ένα τεράστιο πάκο κειμένων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν – συχνά δυσεύρετες – πολωνικές δημοσιεύσεις (κυρίως συνεντεύξεις, αλλά και διαλέξεις, συζητήσεις κλπ.) ώστε να επιλέξει τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια τους και να συγκεντρώσει το απόσταγμα τόσων χρόνων ταξιδιών και εμπειρίας.

Υπεύθυνος για πενήντα αφρικανικές χώρες, αυτόπτης μάρτυρας είκοσι επτά επαναστάσεων, με πάνω από σαράντα χρόνια «στο δρόμο» ο Καπισίνσκι ήταν ανέκαθεν περίεργος για τον κόσμο και πάντα ανήσυχος όταν άφηνε οποιοδήποτε μέρος του «ανεπίσκεπτο». Ακόμα κι όταν βρισκόταν σε μια χώρα, αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς βαριά θεωρητική προετοιμασία, δεν είχε άλλο κίνητρο από το πάθος. Είχε πάντα στο νου του πως μπορεί να μην ξαναβρισκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος, γνώριζε πως στο ταξίδι οφείλει κανείς να είναι μόνος. Έβλεπε πάντα τη δουλειά του ως προορισμό, ως αποστολή. Δεν θα εξέθετε τον εαυτό του σε τόσους κινδύνους αν δεν ένιωθε πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό που ένιωθε υποχρεωμένος να το μεταδώσει. Έβλεπε πως η εξαθλίωση δεν κλαίει, δεν έχει φωνή, υπομένει σιωπηλά, δεν επαναστατεί. Οι εξαθλιωμένοι δεν εξεγείρονται, οπότε χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς. Δεν είχε αυταπάτες: γνώριζε πως ο ρους της ιστορίας δεν αλλάζει, αλλά μπορεί κανείς να περιορίσει τη φρίκη της.

Ο Καπισίνσκι αισθανόταν καλύτερα στα πιο απομακρυσμένα σημεία του κόσμου – στην Αφρική, την Λατινική Αμερική, την Ασία. Στον Τρίτο Κόσμο πάνω απ’ όλα προσαρμοζόταν από τη δεύτερη μέρα. Τα ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας που άλλοτε ήταν μια αναγκαιότητα, αργότερα αποτελούσαν συνειδητή επιλογή, αφού εκεί συναντούσε πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους (Στα πιο φτωχά ξενοδοχεία μπορείς συχνά να πέσεις πάνω σε συναρπαστικές προσωπικότητες). Σ’ ένα σημείο ήταν τυχερός: ο Τρίτος Κόσμος αποτελούσε πεδίο όπου οι ιδεολογικές πιέσεις από την πλευρά της εξουσίας ήταν πολύ μικρότερες απ’ αυτές που ασκούνταν π.χ. στον ανταποκριτή της Μόσχας ή της Πράγας. Η κατάσταση στη Ρουάντα ή στο Τσαντ σε καμιά περίπτωση δεν απειλούσε την εξουσία.

Μια διαρκής αντίφαση ενυπάρχει στην δουλειά του: από τη μια ανακαλύπτει έναν συναρπαστικό, άγνωστο κόσμο, από την άλλη το δημοσιογραφικό τέλεξ είναι τόσο επιφανειακό και ατελές που χάνεται όλη η πληρότητα και η διαφορετικότητα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό και ξεκίνησε να γράφει βιβλία: για να ακυρωθεί ο παροδικός και κοινότοπος χαρακτήρας της δημοσιογραφίας του πρακτορείου ειδήσεων. Στον τύπο, στην τηλεόραση όλα κλίνουν προς τη συντόμευση – κανείς χώρος για τον πλούτο των αποχρώσεων. Σε μια εφημερίδα δεν έχουν θέση το περιβάλλον, το κλίμα και η ατμόσφαιρα ενός δρόμου, τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούν σε μια πόλη, χιλιάδες στοιχεία που συνιστούν την αλήθεια ενός γεγονότος.

Στην Αφρική εκρήγνυνται η αποκάλυψη μιας ασυνήθιστης αλήθειας – ότι δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτό τον κόσμο, ότι ανήκουμε στην μεγάλη πολυπληθή ανθρώπινη οικογένεια και «μας ενώνουν πολλές κλωστές και καλώδια που απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση». Ο Κ. προσπαθεί να μιλήσει για την συναίσθηση αυτής της τεράστιας χωρικής αλλά κυρίως πολιτισμικής απεραντοσύνης που είναι αδύνατο να καταγραφεί. Ήδη από το 1912 ο πολωνός ανθρωπολόγος Μαλινόφσκι είχε (βλάσφημα για την εποχή) γράψει πως ο κόσμος των πολιτισμών δεν είναι ιεραρχικός και πως όλοι είναι ίσοι. Σήμερα η νοοτροπία μας παραμένει ευρωκεντρική – λες και επιστρέφουμε στον 19ο αιώνα όπου οι άνθρωποι σκέφτονταν σε επίπεδο λαού, περιφέρειας ή ηπείρου. Κι ας γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως οι πολιτισμοί του κόσμου είναι ατέλειωτοι. Ήμουν σ’ ένα πόλεμο που διαρκεί εδώ και σαράντα χρόνια, στο Σουδάν, παρόλο που πολύ λίγοι άνθρωποι τον γνωρίζουν, κι αν τον γνωρίζουν, ανήκει στους «ασήμαντους» ή «ξεχασμένους.

Γράφω για πολέμους και ονειρεύομαι την ειρήνη. Όταν όμως βρίσκεσαι σε πόλεμο (ο οποίος ούτως ή άλλως είναι αδύνατο να περιγραφεί)), η ίδια η κατάσταση σε κάνει να εμπλέκεσαι τόσο συναισθηματικά, ώστε τελικά να ταυτίζεσαι με την πλευρά στην οποία βρίσκεσαι. Η ίδια η πολεμική κατάσταση, γράφει, γεννάει μια υποκειμενικότητα. Εδώ ήταν η μεγάλη δυσκολία: να τραβήξει τη γραμμή ανάμεσα στην προσωπική συμμετοχή και στην περιγραφή. Διόλου τυχαία αναφέρει το πείραμα που έκανε Έλενα Πονιατόφσκα ως άριστο παράδειγμα των προβλημάτων μιας τέτοιας δημοσιογραφίας. Η μεξικανή συγγραφέας έγραψε το χρονικό της σφαγής εκατοντάδων φοιτητών το 1968 στην πλατεία Τλατελόλκο χρησιμοποιώντας διηγήσεις πάνω από εκατό ανθρώπων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες: όλες διαφέρουν εντελώς η μία από την άλλη.

Κάθε φορά που βρισκόταν με τους νομάδες στη Σαχάρα έβλεπε πως ελάχιστα μπορούσε να τον βοηθήσει ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όλες του οι γνώσεις, όλος ο Καντ και ο Σπινόζα ήταν άχρηστοι μπροστά στο χάος της Σαχάρας. Δεν υπάρχει Σπινόζα στη Σαχάρα. Από την ομάδα των ρεπόρτερ που ταξίδευαν στον κόσμο την δεκαετία του ’60 μόνο αυτός απέμεινε να τριγυρνάει χωρίς τέλος. Οι άλλοι έγιναν επικεφαλής δικτύων, σταθμών, οίκων, τύπων, παρέμειναν ακίνητοι. Εκείνος αισθανόταν άσχημα κάθε φορά που βρισκόταν σε σταθερό ή ανιαρό περιβάλλον. Για να γράψει ρεπορτάζ χρειαζόταν δυνατά συναισθήματα και βιώσεις. Πάντα ήταν γεμάτος «άγραφες», όπως έλεγε, ιστορίες και αναρωτιέμαι τώρα που μας έχει αφήσει, πόσες από αυτές παρέμειναν άγραφες.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, επιλογή κειμένων και εισαγωγή: Κριστίνα Στρόντσεκ, μτφ. από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 172 (Ryszard Kapuściński, Autoportret reportera, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Το «μπαρ» της τελευταίας φωτογραφίας σερβίρει βενζίνη. Ο Καπισίνσκι αναφέρει συχνά περίπτωση προμήθειας βενζίνης από κάποιο κρυφό δωμάτιο όπου τον οδήγησε μια …έγκυος Μασάι.

04
Οκτ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής – Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου – Ταξίδια με τον Ηρόδοτο

Οδυσσέας της Αφρικής, του «Άλλου» συνομιλητής

Ο Καπισίνσκι (1932-2007) υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική. Οι ανταποκρίσεις του από τα δύσβατα πεδία της Ιστορίας συχνά συγκεντρώθηκαν σε βιβλία του, τρία από τα οποία επανεκδίδονται εδώ σε ενιαίο τόμο, προσφέροντας την ευκαιρία για μια εκ νέου αποτίμηση κρίσιμων και οριακών καταστάσεων. Η Έβενος (1998) αφορά την περιπέτεια της εμβύθισής του στην Μαύρη Ήπειρο, που έζησε από κοντά, από τις ελπιδοφόρες δεκαετίες της αποαποικιοποίησης (’50 – ’60) μέχρι τις οριακές πολιτικές συγκυρίες της τελευταίας τριακονταετίας. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου (1988) επίσης εστιάζει κυρίως στην Αφρική, ενώ το φερώνυμο κείμενο αναφέρεται στον πόλεμο Ονδούρας – Σαλβαδόρ, που ξέσπασε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που αποτέλεσε ιδανική εστία έκρηξης «των εθνικιστικών διαθέσεων και της υπερπατριωτικής υστερίας, αναγκαίων για να ενισχυθεί η εξουσία των ολιγαρχικών καθεστώτων στις δυο χώρες». Στα Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (2004) επιστρέφει στις απαρχές της δημοσιογραφικής του περιπέτειας, βασική έμπνευση της οποίας υπήρξαν οι ηροδότειες ιστορίες. Η συνειδητοποίηση της άγνοιάς του κατά τις πρώτες αποστολές σε Ινδία και Κίνα (1956-1957) και η πεποίθηση πως κανένας πολιτισμός δεν θα αποκαλυφθεί χωρίς απροσμέτρητο κόπο, οδήγησαν στην επιλογή της «κατακερματισμένης, πιο διαφοροποιημένης στην απεραντοσύνη της» Αφρικής.

Ο Καπισίνσκι φωτίζει τόσο την ιστορία όσο και την καθημερινότητα, κινούμενος με άνεση από το δημόσιο στο ιδιωτικό. Εμβριθή κείμενα για την Ρουάντα, το Σουδάν, την Λιβερία, την Νιγηρία, την Ουγκάντα, την Αιθιοπία κ.ά. εναλλάσσονται με μικρότερα κομμάτια για ποικίλες πτυχές της αφρικανικής ζωής: ένα σχολείο προφορικό και ανοιχτό σε όλους κάτω από ένα δέντρο στον Γαλάζιο Νείλο, την οδύσσεια της αναζήτησης μιας γούρνας στη Σομαλία, τον αφανισμό της κοινωνίας των Τουαρέγκ. Ερμηνείες για την αποικιοκρατία και το Απαρτχάιντ συνυπάρχουν με προσωπογραφίες ηγετών που επιχείρησαν να κυβερνήσουν δίκαια και ειρηνικά στην μετα-αποικιακή συγκυρία και αντιπαρατέθηκαν με το αποικιακό παρελθόν, την διαφθορά και τις εξωτερικές επεμβάσεις (όπως ο Πατρίς Λουμούμπα στο Κονγκό, ο Κβάμε Νκρούμα στην Γκάνα, ο Μπεν Μπέλα στην Αλγερία). Η γραφή του θυμίζει το ειδολογικό και θεματολογικό εύρος σπουδαίων συγγραφέων της ταξιδευτικής λογοτεχνίας, όπως ο Μπρους Τσάτουιν ή ο Πωλ Θερού, εμπλουτισμένη με πρόσθετα νεωτερικά στοιχεία, καθώς καθίσταται ο ίδιος μέρος της αφήγησης και συμπεριλαμβάνει, ως «σχέδιο ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ποτέ», σημειώσεις, συγγραφικά desiderata και υπενθυμίσεις προς εαυτόν, στην ουσία εξαρτήματα του εργαστηρίου του.

Αποφεύγοντας τις προστατευμένες περιοχές των λευκών και τα άνετα ξενοδοχεία, κοινώς οτιδήποτε έμοιαζε με ευρωπαϊκή προέκταση στην ήπειρο, ο Καπισίνσκι προτιμά να ζήσει σε αμιγώς αφρικανικές συνθήκες, ακόμα κι όταν η επιλογή του να μείνει σ’ ένα δωμάτιο σε μια Νιγηριανή συνοικία συνεπάγεται την σιωπηρή αποδοχή συνεχών κλοπών, με αντάλλαγμα την κοινωνική αποδοχή και ασφάλεια! Προσαρμόζεται στην διαφορετική αντίληψη για τον μη γραμμικό ή μετρήσιμο χρόνο και τον χώρο, που ιδίως στα χωριά δεν είναι διαιρεμένος αλλά ανοιχτός, χωρίς περιορισμούς. Συνηθίζει στην ανυπαρξία πινακίδων ή χαρτών, καθώς οι γηγενείς είναι γνώστες της γραφής του τοπίου και αποδέχεται διαφορετικές νοοτροπίες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση μιας τεράστιας τρύπας στη μέση του δρόμου που δεν διορθώνεται ποτέ, ώστε να απασχολούνται πολλοί άνθρωποι στις ρυμουλκήσεις των φορτηγών και να δημιουργηθεί ολόκληρη εμπορική εστία τριγύρω! Περιπλανιέται στους προσφυγικούς καταυλισμούς – τόπους συλλογικού μαρτυρίου που, εκτός από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, κανείς δεν γνωρίζει ή δεν επιθυμεί να γνωρίζει, στα αφρικανικά μπαρ, που αποτελούν ταυτόχρονα το φόρουμ, το ενεχυροδανειστήριο, το καπηλειό και την βουλή του Αφρικανού, στα «μνημεία» των εξωτερικών επεμβάσεων, όπως η στρατιωτική νεκρόπολη του Ντέμπρε Ζέιτ της Ερυθραίας, μια αχανής πεδιάδα χιλιάδων τόνων οπλικών συστημάτων, αχρησιμοποίητα λόγω άγνοιας δώρα του Μπρέζνιεφ προς τον Μενγκίστου!

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασε κοντά στο θάνατο ή την εκτέλεση και εκτέθηκε σε κάθε κίνδυνο που συνεπαγόταν η παρουσία του σε κρίσιμες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, πόσο μάλλον ως ξένου. Βίωσε την μοναξιά του τρόμου απέναντι στη βία που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή τιμωρία. Το χρώμα του δέρματός του τον έφερνε πάντα αντιμέτωπο με τον φόβο ή το μίσος απέναντι στον Λευκό ή ως απολογητή της αποικιοκρατίας. Αντιμετώπισε πολλές ασθένειες αλλά και την «νόσο της τροπικής μελαγχολίας», καθώς ατέλειωτες μέρες κυλούσαν κενές και άπραγες. Έπρεπε να προσαρμοστεί στην καυτή σαβάνα ή την υγρή ελονοσιακή βιολογία των τροπικών, σε μέρη «εξόριστα μεταξύ ουρανού και γης» και σε πυρακτωμένα κλίματα όπου ήλιος γινόταν εχθρός, να βρίσκει προστασία κάτω από τα φορτηγά ή τις σκιές των θάμνων ή να περιπλανιέται άσκοπα, με «την ψευδαίσθηση και την αστάθεια της ύπαρξης». Επιπρόσθετα, βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από τους συναδέλφους μεγάλων πρακτορείων (έλλειψη χρημάτων, μεταφραστών κ.λπ.),

Βασική είναι η διαπίστωση της εμπλοκής του πολυφυλετικού αφρικανικού πληθυσμού στο φυλετικό μίσος, την «τερατώδη, δαιμονική μονομανία της Αφρικής», που οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις οι οποίες προκαλούν σήμερα μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων σε σχέση άλλες. Εξετάζονται οι μηχανισμοί της διχόνοιας και των ενδοαφρικανικών αντιθέσεων και ερευνάται με ποιό τρόπο συγγενικοί πολιτισμοί κατέληξαν από την προσέγγιση και την αλληλεπίδραση στην εχθρότητα. Καθόλου άσχετο το παράδοξο που τόνισε ο Ρόναλντ Όλιβερ στην Αφρικανική Εμπειρία: ενώ λέγεται πως οι αποικιοκράτες διαίρεσαν την Αφρική, ουσιαστικά υπήρξε μια βάναυση ενοποίηση, με τον περιορισμό χιλιάδων οντοτήτων σε δεκάδες.

Οι αφρικανικοί πόλεμοι, απροσπέλαστοι στα μέσα ή τους διεθνείς παρατηρητές, παραμένουν άγνωστοι στον Δυτικό κόσμο. Η Αφρική, εκτός του ισλαμικού βορρά, δεν γνώρισε τη γραφή, συνεπώς ούτε την συγγραφή της ιστορίας, που πάντα μεταδιδόταν προφορικά, με την μορφή μύθου από στόμα σε στόμα και όριο την μνήμη, γι’ αυτό και οι συνευρέσεις των τοπικών κοινωνιών είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Για εκατοντάδες χρόνια η ιστορία της ηπείρου υπήρξε «ανώνυμη»: τα ονόματα εκατομμυρίων σκλάβων και ξεριζωμένων παρέμεναν ακατάγραφα, άγνωστα. Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις τα στρατιωτικά πραξικοπήματα γεννιούνται με επαναλαμβανόμενη νομοτέλεια και γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού βίου. Οι περιπλανώμενοι άνεργοι bayaye αποτελούν ιδανική δεξαμενή στρατολόγησης, με αντάλλαγμα φαγητό και οπλισμό, αλλά και την αίσθηση πως έχουν κάποια αξία. Ένας στρατός πλιατσικολόγων (lumpenmilitariat) που ληστεύει και λεηλατεί ατιμώρητος κι ένας δικτάτορας με αστείρευτη πηγή κέρδους την διεθνή βοήθεια, επιβεβαιώνουν πως όποιος έχει όπλο έχει τρόφιμα και όποιος έχει τρόφιμα έχει εξουσία. Ο στρατός αποτελεί συχνά τη μόνη λύση επιβίωσης για τα παιδιά. Καθόλου τυχαία τα αυτόματα όπλα γίνονται όλο και ελαφρύτερα και φτάνουν σε τόπους νωρίτερα από το τηλέφωνο ή το ηλεκτρικό ρεύμα.

Ο Αφρικανός είναι διαρκώς «στο δρόμο», λόγω πολέμου, ξηρασίας ή πείνας και η εικόνα του καθώς κουβαλά στο κεφάλι μια λεκάνη με τα απαραίτητα αγαθά κατά τις συνεχείς μετακινήσεις του είναι συνηθισμένη. Κάθε υλική ή εδαφική κοινότητα μοιάζει ρευστή και παροδική∙ η μόνη ζωντανή συνέχεια είναι πνευματική – φυλετική. Το εφήμερο της ζωής του κυριαρχεί ακόμα και σε ειρηνικές συνθήκες, στην πάλη με την εχθρική φύση και την διαρκή ισορροπία μεταξύ επιβίωσης και θανάτου, καθώς τα αποθέματα τροφής είναι ελάχιστα, ακόμα και εντός των ορίων της ημέρας, και η εξάρτηση από το βυτίο του νερού είναι ζωτική. Πιθανώς γι’ αυτό οι Αφρικανοί αποτελούν συλλογικές φύσεις∙ η ευρωπαϊκή αξία του ατομικισμού είναι συνώνυμη της κατάρας: ένας μοναχικός άνθρωπος εδώ είναι αδύνατο να επιβιώσει. Ο Καπινσίνσκι διαπιστώνει όμως και την γενικότερη κατάσταση ιδεολογικής ρευστότητας και την συνακόλουθη μεταφορά των πολιτικών αγώνων σε ατομικό επίπεδο. Αναρωτιέται πώς θα μπορέσει η Αφρική να αναπτυχθεί χωρίς την δική της πνευματική τάξη, εφόσον στην πλειοψηφία της η αφρικανική διανόηση ζει στα κέντρα της Δύσης. Επιχειρεί να γνωρίσει τον πολύπλοκο πνευματικό κόσμο του Αφρικανού, όπου το υπερφυσικό στοιχείο εμπνέει φόβο και δέος, οι πρόγονοι θάβονται στις αυλές για να εμψυχώνουν τους απογόνους και οποιοδήποτε ασήμαντο αντικείμενο μπορεί να γίνει ιερό ή συμβολικό. Πρόκειται για έδαφος πρόσφορο για τις αναρίθμητες χριστιανικές σέκτες και τους ναούς που αποτελούν τόπους κοινωνικών συγκεντρώσεων, ένα είδος κλειστών λεσχών όπου κυριαρχούν οι μεσσιανικές μορφές, αλλά και αντλίες χρηματικών επιχορηγήσεων.

Για τον Καπισίνσκι ο Ηρόδοτος αποτελούσε πρότυπο, ως ο «πρώτος θιασώτης της παγκοσμιοποίησης», ο συγγραφέας του «πρώτου μεγάλου ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία», ο ιστορικός που ανακάλυψε την πολυπολιτισμική φύση του κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός απαιτεί αποδοχή και κατανόηση, και πως για να τον καταλάβεις, πρέπει πρώτα να τον γνωρίσεις. Ο Ηρόδοτος γνώριζε τον αντιφατικό χαρακτήρα της ιστορικής έρευνας: σπουδαιότερη και σχεδόν μοναδική πηγή γνώσης υπήρξε ο «άλλος», αλλά αποκλειστικά μέσω της μνήμης, κατεξοχήν μεταβλητού κι εφήμερου υλικού. Όμως εκείνος ο συνομιλητής αποτελούσε μοναδικό και αναντικατάστατο οδηγό προς αυτό τον κόσμο της έστω ρευστής και ασταθούς γνώσης. Κάπως έτσι προσέγγισε ο Καπισίνσκι την Αφρική και την ατέλειωτη ετερογένεια των πολιτισμών της: με την καθολική επικοινωνία με την οποιαδήποτε ετερότητα. Μολυσμένος με τη νόσο του πολυπολιτισμικού ταξιδιώτη, μοιράστηκε μαζί μας μια συναρπαστική, όσο και σκληρή περιπλάνηση, όπου Ιθάκη υπήρξε η Γνώση και Κατανόηση των Άλλων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2009, μτφ. Ζώγια Μαυροειδή, σελ. 840.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ).

19
Μαρ.
10

Ράσελ Μπανκς – American Darling

Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους

O τρόπος ταξινόμησης των συμμαχιών μας, που από πολύ νωρίς συγκρούονται μεταξύ τους, ο τρόπος που ξεδιαλύνουμε και αξιολογούμε την αφοσίωσή μας σε αυτές σύμφωνα με την προτεραιότητά τους μέσα μας, έχει σχέση με τη δόμηση του ίδιου μας του εαυτού… Ποιους και τι θα υπερασπιστούμε και στο όνομα ποιών συμφερόντων είμαστε πρόθυμοι να θυσιαστούμε αποκαλύπτοντας την πραγματική φύση του εαυτού μας αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Οι φράσεις του Μπανκς από την Περιοδική έκδοση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων (Αουτονταφέ, 3/4 (2004), εκδ. Άγρα, μτφ. Έφης Φρυδά), αντανακλούν επακριβώς την δίνη των κρίσιμων διλημμάτων στην οποία βρίσκεται συνεχώς η ηρωίδα του.

Η 59χρονη Χάνα Μάσγκρεϊβ, κλείνοντας δεκαετία σε μια βιολογική φάρμα μαζί με μια ομάδα γυναικών αφηγείται στον αναγνώστη μια ζωή όπου πράγματι βρέθηκε πολύ συχνά μπροστά ενώπιον καθοριστικών έως δραματικών επιλογών. Ο ταραχώδης βίος της εκκινεί από την εμπλοκή της σε βομβιστικές επιθέσεις ενός πυρήνα της Weather Underground. Ζώντας έτσι ώστε μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα οποιαδήποτε μαρτυρία για την παροντική της ζωή να μπορεί να σβηστεί, η φυγόδικη Χάνα δεν δυσκολεύεται να εγκαταλείψει την ερωμένη της και να βρεθεί στην Λιβερία, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Ως Ντόον Κάρινγκτον πλέον, καλείται να απασχοληθεί σε ένα εργαστήριο πλάσματος, όπου χιμπαντζήδες – πειραματόζωα μολύνονται με ασθένειες που στέλνονται από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για τυπική συμπαιγνία μιας πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρείας που συλλέγει δεδομένα για υποστήριξη προϊόντων, ενός ιδρύματος που εξασφαλίζει κονδύλια και μιας χώρας που ανταλλάσσει την πρόσβαση στην πανίδα της με αποστολή ιατρικού προσωπικού, εξοπλισμού και προμηθειών. Η ανθηρή βιομηχανία των χιμπαντζήδων με την αιχμαλωσία των μωρών (συνεπώς θανάτωση της μητέρας και της ομάδας ενηλίκων που το προστάτευε), την παράνομη πώληση στις αγορές της δυτικής Αφρικής και την λαθραία αποστολή σε εργαστήρια της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αποτελεί μια μόνο ενδεικτική μορφή της απομύζησης του εγχώριου πλούτου από την Δύση.

Η θητεία της σε αυτό το λαμαρινένιο παράπηγμα – ψυχιατρείο ετοιμοθάνατων ζώων «που απέπνεαν λύπη με κάθε τους ανάσα» της δίνει ένα νέο προσανατολισμό ζωής. Το εργαστήριο έχει χρεωθεί στον Γούντροου Σουντιάτα, υφυπουργό Δημόσιας Υγείας και μελλοντικό σύζυγο και πατέρα των παιδιών της, ο οποίος διατηρεί την τριπλή ιδιότητα του απόγονου μιας Λιβεριανής φυλής, του διακόνου μιας Χριστιανικής Εκκλησίας και του μέλους της κυβερνητικής ελίτ, ενσαρκώνοντας τις αντιφατικές πολιτισμικές ταυτότητες με τις οποίες καλείται να εναρμονιστεί ο σύγχρονος Αφρικανός. Το ίδιο μετέωρη ανάμεσα σε διαφορετικές, μη αλληλένδετες ταυτότητες – Χάνα, Ντόον, πρώην πολιτική ακτιβίστρια, σύζυγος κυβερνητικού αξιωματούχου, μητέρα, λευκή «κυρά» – είναι και εκείνη (έχοντας δυο ονόματα ένοιωθα ανώνυμη, έχοντας πάνω από ένα παρελθόν ένοιωθα πως δεν είχα παρελθόν), βιώνοντας επιπρόσθετα την αντιστροφή της φυλετικής μυθολογίας, όπου ό,τι ήταν μειονότητα στην πατρίδα της εδώ αποτελούσε πλειονότητα που την καταχώριζε ως λευκή Αμερικανίδα: «το λευκό δέρμα ηχεί σαν κρότος, ηχηρό και πρόδηλο». Η διχασμένη της ύπαρξη χαρακτηρίζεται από βαθιά σύγχυση αναγκών και επιθυμιών, πολύ περισσότερο καθώς βρίσκεται στην ευνοημένη πλευρά της κοινωνικής ανισότητας.

Η Λιβερία υπήρξε το πρώτο ανεξάρτητο κράτος της Αφρικής, με θεσμούς που ακολουθούσαν το πρότυπο των ΗΠΑ, με τις οποίες συνδεόταν με βαθιές σχέσεις, έχοντας αποτελέσει τον ιδανικό εκπρόσωπο των θρησκευτικών, οικονομικών και φυλετικών τους συμφερόντων. Η αποστολή απελεύθερων σκλάβων στην δυτική Αφρική, «στην γη των προγόνων τους» και η εφαρμογή του συστήματος επιτήρησης των φυτειών του Νότου και της Καραϊβικής είχε δημιουργήσει μια ενδιάμεση αστική τάξη, δημιουργώντας πρόσθετο ρήγμα στην κοινωνική συνοχή των γηγενών. Η Ντόον βρίσκεται εκ των πραγμάτων μέσα στον κυκλώνα οριακών πολιτικών καταστάσεων. Ολόκληρη η χώρα αποτελεί κέντρο συναλλαγής, όπου το ξεπούλημα πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας σε ξένες εταιρείες, η παραχώρηση πελώριων δασών και η κλοπή δωρεών, εμβασμάτων και κονδυλίων από τα Ηνωμένα Έθνη, την Παγκόσμια Τράπεζα και ανθρωπιστικούς οργανισμούς έχουν υποχρεώσει τις φυλετικές ομάδες σε εγκατάλειψη του πολιτισμού τους και εγκατάσταση κοντά στις επιχειρήσεις. Γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της αλυσίδας του «αφρικανικού συνδρόμου»: η μεταμόρφωση του προέδρου – ανδρείκελου σε τύραννο με ψευδαισθήσεις μεγαλείου, που έχει ξεχάσει ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό στη χώρα, οδηγεί στην πείνα και την εξαθλίωση των πολιτών, την πτώση του ηθικού του στρατού, την απροθυμία και αναξιοπιστία του μέχρι την συνομωσία για την ανατροπή του.

Η Ντόον νοιώθει εγκλωβισμένη σε μια δραματική πολιτική συγκυρία που μοιάζει απελπιστικά ανεπανόρθωτη, «μόνιμη και αδιασάλευτη σαν γενετικός κώδικας». Ανήμπορη να προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια, αποστρέφει το βλέμμα της απ’ ότι δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αλλάξει. Αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο όταν βρίσκεται με τους δια βίου έγκλειστους χιμπαντζήδες, με τους οποίους δημιουργεί μια μοναδική σχέση εμπιστοσύνης, ονομάζοντάς τους «ονειρευτές» από τον επιστημονικά διαπιστωμένο «ονειρικό χρόνο» της ζωής τους, όπου το καθετί αντιμετωπίζεται σαν να βλέπεται για πρώτη φορά, χωρίς συνείδηση παρελθόντος ή μέλλοντος. Η επιθυμία για παρόμοια εκ μέρους της συνειδησιακή λειτουργία είναι προφανής.

Ο «αφρικανικός τρόπος στρατηγικής επιβίωσης» υποχρεώνει τον σύζυγό της να υποταχθεί στον νέο ηγέτη Σάμουελ Ντόου (που εκτέλεσε τον προηγούμενο πρόεδρο Γουίλιαμ Τόλμπερτ και τους υπουργούς του), προτρέποντας τη σύζυγό του να εγκαταλείψει τη χώρα και την οικογένειά της. Η επιστροφή στην Αμερική σε μια ακόμα νέα ζωή φαντάζει ως το πραγματικό Αμερικανικό Όνειρο: να αλλάζεις σχήμα, να εξαφανίζεσαι και να επανεμφανίζεσαι ως κάποιος άλλος, να μπορείς να επιζήσεις από τον ηθελημένο φόνο του προσωπικού σου παρελθόντος. Η καταφυγή στον πατρικό «ξενώνα» ή στην πρώην σύντροφό της δεν προσφέρουν τη γαλήνη που συνεπάγεται μια οριστική επιλογή. Η επιστροφή στην πολιτική δράση είναι μονόδρομος: η συμμετοχή στην απόδραση του φυλακισμένου Τσαρλς Τέιλορ (μετέπειτα προέδρου της Λιβερίας), που υπόσχεται να ανατρέψει τον Ντόου και να εγκαθιδρύσει μια σοσιαλιστική δημοκρατία «τρίτου δρόμου» βασισμένη στην φυλετική οργάνωση, μοιάζει με εξιλέωση από τα χρόνια πολιτικής παθητικότητας και επάνοδο στις συγκινήσεις και την δράση. Ή πιθανώς ο μόνος τρόπος να μην κατρακυλήσει στον κυνισμό και την απόγνωση; Το ξέσπασμα ενός άγριου εμφύλιου φυλετικού πολέμου με τρεις αντιμαχόμενες δυνάμεις, τo τραγικό τέλους του Γούντροου, η εξαφάνιση των γιών της, η βίαιη εκτέλεση του Ντόου και οι οριακές συνθήκες άλογης καταστροφής και αγριοτήτων χωρίς καμία πολιτική σκοπιμότητα καθιστούν την δεύτερη βεβιασμένη φυγή της αναπόφευκτη. Η κυκλικότητα του μύθου ολοκληρώνεται με μια τελευταία επιστροφή «δέκα χρόνια και μια ζωή αργότερα», ένα παραισθητικό ταξίδι ενοχής, μια επίσκεψη στον τόπο του εγκλήματος, ένα κάλεσμα από τους χιμπαντζήδες και όχι από τη μνήμη του συζύγου, ούτε από τους γιους της, η ανάγκη να δεχτεί την αυστηρή, τελική τους ετυμηγορία και να απαντήσει σε βασανιστικά ερωτήματα και κυρίως αν η φυγή από την αγριότητα και την τρέλα του πολέμου δεν κάλυπτε παρά μια ακόμα απόδραση.

Ο Μπανκς εντάσσει σε μια συναρπαστική αφηγηματική ρυθμική την εναλλαγή παροντικού και παρελθοντικού μυθοπλαστικού χρόνου, την ενσωμάτωση στοιχείων όπως τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα ή το προσωπικό οικογενειακό παρελθόν, αλλά και πρόσθετες, έκκεντρες του μύθου, συναρπαστικές σελίδες για τα γηρατειά, τα κίνητρα του ακτιβισμού, τον αφρικανικό πολιτισμό. Η εξομολογητική διάθεση της ηρωίδας συχνά διοχετεύεται σε μια υποθετική ή πραγματική επιστολογραφία, ενώ πολλές σκηνές είναι ιδιαίτερα υποβλητικές, όπως εκείνες στο εργαστήριο – ερειπιώνα νεκρών ζώων (που θυμίζουν αντίστοιχες του Τζόναθαν Κόου στο Τι ωραίο πλιάτσικο!).

Ο συγγραφέας με πειστικότατο τρόπο δημιουργεί μια ηρωίδα που σταδιακά βουλιάζει στην παθητικότητα, αδυνατεί να ταξινομηθεί ως σύζυγος και μητέρα και δεν διστάζει να εγκαταλείπει την ζωή της για χάρη μιας άλλης. Ανεξάρτητα από το αν η αφοσίωση σε αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η ισότητα είχαν ως τίμημα την ψυχρότητα και την απόσταση από αυτούς που την αγαπούσαν ή αν η προδοσία και η λιποταξία όντως αποτελούν το βασικό μοτίβο της ζωής της, οι σχέσεις της πάντα χαρακτηρίζονται από «μια διάζευξη, μια πανίσχυρη, κρυφή σύγκρουση» που μεταφράζεται ως ικανότητα φυγής με αξιοσημείωτη ευκολία. Καθώς η Χάνα – Ντόον διαρκώς φαντασιώνεται εναλλακτικές ζωές ή αισθάνεται πως εκτελεί έναν ρόλο σε θεατρικά έργα επινόησης άλλων, η επίγνωση του τέλους της προσωπικής της ιστορίας μοιάζει με μια μαύρη σκιά που ξεθωριάζει προτού γίνει λευκή (Η ζωή μου έχει γίνει μια σειρά από ατέρμονες στιγμές. Δεν έχει πλέον πλοκή). Τα δύο άκρα του οράματός της δεν ευοδώνονται ποτέ: δεν κατορθώνει να αλλάξει ούτε μια φράση στην ιστορία της Λιβερίας ή του εαυτού της.

Εκδόσεις Πόλις, 2008, σελ. 577, μτφ.: Τάκης Κιρκής (Russell Banks, The Darling, 2004)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 595, 19.3.2010 (και εδώ).  Oι δυο φωτογραφίες, από Λιβερία.

15
Φεβ.
10

Ολιβιέ Ρολέν – Μερόη

Πολιορκούμαστε από τόσο μεγάλες ιστορίες, πιστεύουμε, για μια στιγμή, ότι βλέπουμε τις εποχές και τους κόσμους να πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια μας, κι έπειτα εμψυχωνόμαστε, ενθουσιαζόμαστε, καταστρεφόμαστε από υποθέσεις τόσο μικροσκοπικές… (σ. 35)

Ένας άντρας αυτοεξορίζεται στις άκρες του κόσμου, στο Ξενοδοχείο των Μοναχικών στο Χαρτούμ και στην μυθική Μερόη, σ’ αυτό τον δαίδαλο ωμόπλινθων και λαμαρίνας, για να ξεχάσει την Αλφά, μια γυναίκα που τον σημάδεψε καθοριστικά. Τουλάχιστο εκεί «δεν είναι κανείς απλώς ξένος αλλά απολύτως αποκλεισμένος από την παραμικρή, ακόμα και φαντασιακή, ανωτερότητα». Τριγυρισμένος από ξεχαρβαλωμένα κελύφη ποταμόπλοιων που σαπίζουν στη βόρεια όχθη του Κυανού Νείλου και ξύλινες πλατφόρμες που σκίζονται από τροπικές λόχμες, συνομιλεί με τον πελεκάνο Χάραλντ, συνουσιάζεται με την Χουρρίγια σε μια παλιά καμπίνα, ακούει από τον Νιμούρ ατέλειωτες αραβικές ιστορίες από τις οποίες δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη, αλλά πού, ίσως εξαιτίας αυτού, του φαίνονται ωραίες – άλλωστε ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι άσκοπες συζητήσεις, αυτή η «κατασπατάληση λέξεων που δεν οδηγούν πουθενά». Ευκαιριακός συμπαίκτης στην αξιομνημόνευτη συναλλαγή του λόγου κι αυτό, χωρίς να τις γιατρεύει, απαλύνει αρκετές από τις αγωνίες. Προτιμότερο να διαβάζει ξεχασμένες παλιές εφημερίδες (που του προσφέρουν μια εικόνα του κόσμου κατακερματισμένη, ετεροχρονισμένη, αλλά όχι λιγότερο ακριβή, ίσα ίσα…)

Αυτός ο μετα – αποικιακός φιλόσοφος – εκούσιο φάντασμα, έκθετος στα καύματα του ήλιου, λαθραίος πότης σε μια χώρα όπου το αλκοόλ απαγορεύεται κι όπου ξυπνά «με την αξιοθρήνητη ευκολία ενός καταναλωτή σόδας» που περνάει την ώρα του διαβάζοντας την Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς του 20ού αιώνα, έκδοση του 1933, επικοινωνώντας με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον Σταντάλ και «τους αιώνες που αστράφτουν μέσα σε μια στιγμή», έλκεται από την ιδέα της ήττας και το συναίσθημα της αποτυχίας. Γι’ αυτό και διαβάζει τα ημερολόγια του στρατηγού Γκόρντον, άλλου μελαγχολικού εραστή της ήττας, που μισούσε τον πόλεμο, που περισσότερο θα προτιμούσε να διασχίζει τις ερήμους του Σουδάν στη ράχη μιας καμήλας, με μια Βίβλο στο χέρι, το τσιγάρο στο στόμα και μερικά μπουκάλια κονιάκ μαζί του. Γι’ αυτό και γνωρίζεται με τον Δόκτορ Βόλλεντερ, Ανατολικογερμανό αρχαιολόγο συντετριμμένο απ’ την Ένωση, με ύποπτο παρελθόν και έξη για τις τεφρώδεις ερήμους, μελετητή των χριστιανικών βασιλείων του Σουδάν, με εμμονή στην αποκλίνουσα χριστιανοσύνη, την αποκομμένης από την πηγή της, την έγκλειστης μέσα στην έρημο.

meroeΌταν τελείωσε η ιστορία του με την Αλφά (η οποία τον είχε κάνει να καταλάβει τι θα ήταν στο εξής για εκείνον η ομορφιά) δεν μετάνιωσε για την βίαιη ευτυχία που έζησε – όταν έχει υπάρξει κανείς βασιλιάς δεν πρέπει να παραπονιέται. Όμως τώρα θέλει να ανασυστήσει όσα έζησε απλά για να ξεφορτωθεί την σήψη των αναμνήσεων, «το παρελθόν, αυτή την τεράστια, αντηχητική σπηλιά». Πηγαίνει στο Παρίσι και προσλαμβάνει την Θιν, που η γοητεία της είναι ακριβώς η απουσία γοητείας, που ορκίστηκε να μην την ερωτευτεί («κάτι τέτοιο θα ήταν πάρα πολύ εύκολο, πολύ συμβατικό») ώστε να ξαναπεράσουν τα πεζοδρόμια που πέρασαν και τα μπιστρό όπου δείπνησαν, για να ανασυστήσει ένα ομοίωμα ζωής που η πίστη προσδίδει στα νεκρά πράγματα. Αντιλαμβάνεται την βλακώδη παραδοξότητα του εγχειρήματός του αλλά επιμένει: Ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ίσως καταποντισμένα μεγάλα πράγματα.

Επιστρέφοντας νέο ράκος στην αποχαυνωτική ρουτίνα και τα ηλιακά καύματα της Μερόης, πρώτος επισκέπτης εδώ και δεκαετίες της βιβλιοθήκης του Μουσείου, ερευνητής της λαθραίας ιστορίας, κι ας είχε ψιλή άμμος κατακλύσει τους ανακατεμένους τόμους. Εκεί ξαναψάχνει τον εαυτό του: στους κόλπους της ερειπωμένης γνώσης, φυλακισμένης στο τεράστιο μπορντέλο του κόσμου. Ή έστω στην ακίνητη ομορφιά.

Meroe2Πρόκειται για το πέμπτο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα, ενός εκπληκτικού στιλίστα της πένας, ενός εξαιρετικού επιλογέα λέξεων, που εδώ περισσότερο από ποτέ γίνεται μέσω των ηρώων του – όλοι τους άξιοι επίγονοι των χαρακτήρων του Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι και Τσάι στη Σαχάρα του Πολ Μπόουλς – απύθμενα ειρωνικός (είτε «για τον μεταφορικό και γραφικό Θεό των Χριστιανών, είτε «για μια από τις πολλαπλές ποιητικές συνέπειες που επισύρει η κατάρρευση μιας χώρας [που] είναι η ευημερία του αγριόχορτου»), τραγικά σαρκαστικός και απροκάλυπτα ευαίσθητος. Ένα από τα γοητευτικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ.

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, 260 σελ. (Olivier Rolin, Méroé, 1998).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.




Ιανουαρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.010.710 hits

Αρχείο