Posts Tagged ‘Βαλκανική Λογοτεχνία

03
Ιον.
15

Ίβο Άντριτς – Τα σημάδια

Andric

Πάει καιρός που το έχω καταλάβει καλά πως δεν θα είχε νόημα και δεν θα ήταν εύκολο να ζει κανείς αν η ζωή ήταν έτσι όπως φαίνεται πότε πότε, αν όλα, δηλαδή, τα πράγματα στη ζωή ήταν μόνο αυτό που λέει τ’ όνομά τους και τίποτ’ άλλο. Πιστεύω πως όσο απλωμένη είναι η ζωή στην επιφάνεια, άλλο τόσο υπάρχει και στο βάθος, έτσι που οι κρυμμένες και αόρατες δυνατότητές της να είναι αμέτρητες φορές περισσότερες από αυτές που βλέπουμε στην επιφάνεια. [σ. 185]

…γράφει ο συγγραφέας σ’ ένα από τα «τετράδια» στα οποία κρατούσε σημειώσεις σε όλη την διάρκεια του βίου του και τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με τίτλο Ίχνη στην άκρη του δρόμου. Μια επιλογή κειμένων και αποσπασμάτων από αυτά τα τετράδια περιλαμβάνονται στο βιβλίο μαζί με νουβέλες και διηγήματά του, που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος. Στα προσωπικά αυτά γραπτά ο Άντριτς γράφει όλες τις σκέψεις του για την ζωή και την συγγραφή. Και πρώτα για τις ίδιες τις λέξεις, καθώς βρίσκεται πάντα περικυκλωμένος από αυτές όπως ο μελισσοκόμος από τις μέλισσες. Είναι το μόνο υλικό που διαθέτει και καλείται μ’ αυτές τις κοινές λέξεις, τις άστατες και μεταβαλλόμενες, που τις χρησιμοποιεί όλος ο κόσμος για τις ανάγκες του, να τις κάνει μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης.

KULT-andric

Οι λέξεις δεν μπορούν να βγουν με μαγικό τρόπο στο χαρτί· θα παραμείνουν νεκρές, ανέκφραστες. Μόλις όμως έρθουμε σε επαφή με οποιαδήποτε όψη της ανθρώπινης ζωής, εκείνες αποκτούν την θέρμη της και μεταμορφώνονται σε πολύτιμο, υπάκουο μέσο για να εκφράσουν λογοτεχνικές ιδέες. Στην πραγματικότητα οι λέξεις δεν έχουν τέλος, όπως κι ο παθιασμένος αγώνας μας με τις λέξεις και για τη λέξη, αλλά και η δια βίου αναζήτησή μας λέξεων γόνιμων και δημιουργικών. Τα πράγματα δυσκολεύουν όμως ακόμα περισσότερο όταν πρέπει να μιλήσει κανείς για τις ίδιες τις λέξεις. Τότε μονομιάς βουβαίνονται, παγώνουν, μένουν σαν τις άψυχες πέτρες, σιωπούν ενώ για όλα έχουν κάτι να πουν, ακόμα και με την σιωπή τους.

Όταν ήμουν παιδί και νεαρός, αισθανόμουν μεγάλη ανάγκη να μιλώ πολύ για τον εαυτό μου. Κανένας δεν ήθελε να με ακούσει. Κι αυτό με βασάνιζε. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια όλοι μου ζητούν να τους μιλήσω για τον εαυτό μου. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ούτε μια λέξη. Κι αυτό πάλι με βασανίζει. [σ. 187]

S.Kragujevic,_Ivo_Andric_2

Ο Άντριτς γνωρίζει πως οι λευκές και άγραφες σελίδες στα ημερολόγιο δεν σημαίνουν κενές μέρες· ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, να ήταν δηλαδή το μυαλό μας φορτωμένο με τόσες σκέψεις ώστε να μην μπορούσαν να εκφραστούν με λέξεις ούτε να σημειωθούν με γράμματα. Και οι άδειες σελίδες μιλούν. Γράφει ακόμα για την λήθη που τελικά αυτή είναι που τα λύνει όλα και όχι ο θάνατος· αυτή η λησμονιά του σώματος και του χρόνου είναι ένας άλλος θάνατος αλλά με δικαίωμα στην ελπίδα. Γνωρίζει ότι ο χρόνος είναι μια επώδυνη αυταπάτη και, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά οι χτύποι της καρδιάς μας. Όποιος κατόρθωσε να ζεστάνει και να ζωντανέψει τη σιωπή της μοναξιάς, αυτός κέρδισε τον κόσμο. Μιλάει για την ψυχή των παλιών κτισμάτων ιδίως στην Ανατολή – όσο ερειπωμένα κι εγκαταλειμμένα και να είναι. Στην Δύση δεν υπάρχουν τέτοια κτήρια. Ίσως επειδή, γράφει, στην Ανατολή το πιο εξαίσιο θαύμα και η μεγαλύτερη φρίκη, τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου δεν είναι σαφώς καθορισμένα: κινούνται και μετακινούνται συνεχώς. Και όταν ο λόγος έρχεται στις ζωντανές θρησκείες, πιστεύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κάθεται μακριά και να τις αποφεύγει όσο μπορεί, καθώς αποτελούν έναν διαρκή κίνδυνο: ή να σε υποτάξουν και να σε κάνουν δούλο τους και να τις υπηρετείς ως άβουλο, υπάκουο πλάσμα ή να σε τσακίσουν και να σε συντρίψουν.

Νομίζετε, ίσως, ότι είναι εύκολο κι ευχάριστο να ζει κανείς με καμιά δεκαριά βιβλία που κάποτε έγραψε, σα να ζει με δέκα φαντάσματα, ή μ’ ένα ή δυο ακόμα που θα γράψει, η, μπορεί και να μη γράψει, και που του πίνουν το αίμα και του θολώνουν τον ορίζοντα [σ. 170]

Πανδοχείο Άλλοτε

Ένα μεγάλο μέρος των διηγημάτων επιστρέφει στο αχανές ιστορικό παρελθόν των τόπων του. Έτσι Οι Βελετοβιανοί, ο Μουσταφά ο Ούγγρος και Οι σαράτσηδες συνυπάρχουν με Το όνειρο του μπέη Κάρτσιτς και Δυο σημειώσεις από το ημερολόγιο του Βόσνιου γραμματικού. Όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να στραφεί σε περισσότερο εσωτερικές ψυχολογικές διαθέσεις κατασκευάζει περίφημα περίκλειστα περιβάλλοντα. Τα σημάδια, για παράδειγμα, εκκινούν από την θανατερή θλίψη των επαρχιακών ξενοδοχείων όπου κάποτε αναγκάστηκε και ο ίδιος ο αφηγητής να διανυκτερεύσει και τώρα επιχειρεί να διαγράψει από την μνήμη του. Εκεί γνωρίζει έναν μυστηριώδη άντρα ο οποίος του διηγείται την ζωή του και τον τρόπο με τον οποίο «καταστράφηκε» από μια καλλιτέχνιδα, την Καταρίνα, καθώς ακολουθούσε τα διάφορα «σημάδια με νόημα», ιδίως συμπάθειας και προτίμησης που θεωρούσε πως πήγαζαν από την ίδια.

Σας μιλάω με βάση τις πολλές και ποικίλες εμπειρίες μου και μπορείτε να με εμπιστευτείτε. Δεν είναι όλοι όσους ονομάζουμε μακαρίτες τόσο νεκροί όσο συνήθως νομίζουμε. Όπως κι εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους ζωντανό δεν είναι έτσι κι ούτε τόσο ζωντανοί όσο θα ήθελαν να φαίνονται κι όπως οι ίδιοι βλέπουν τον εαυτό τους. [σ. 189]

ivo-andric-licna-karta

Αλλά εκεί που ο Βόσνιος συγγραφέας θαυματουργεί είναι ακριβώς στην προσωπική, εξομολογητική γραφή που ισορροπεί μεταξύ φιλοσοφικής διάθεσης και μνημονικής καταγραφής. Οι Μορφές αποτελούν ιδανικό δείγμα: ο συγγραφέας παρατηρεί μια μικρή, έρημη εκκλησία έξω από μια παλιά πόλη, με τα πέτρινα σκαλοπάτια της φαγωμένα και λιωμένα να μοιάζουν με κόψη αρχέγονου ξίφους που βρέθηκε σε ανασκαφή. Ο Άντριτς συλλογίζεται πάνω στην αρχαία σαρκοφάγο – σα να είχε χάσει εντελώς τα λογικά της, όλα όσα ήθελε να πει τα έλεγε μεμιάς και το μόνο που κατάφερνε ήταν να ομολογεί την αδυναμία της να εκφραστεί – και το ανάγλυφο του Αρχάγγελου Γαβριήλ πάνω από την είσοδο – Ίσως σε μια ανθρώπινη γενιά, ή και λιγότερο, να χαθούν για πάντα και τα τελευταία ίχνη του ανάγλυφου κι η μεγάλη εντοιχισμένη πλάκα πάνω απ’ την είσοδο να καταλήξει εκεί που έτεινε η επιθυμία της πέτρας απ’ την οποία φτιάχτηκε εδώ και αιώνες: να ξαναγίνει αυτό που ήταν, πέτρα ανάμεσα στις πέτρες.

Εκεί εκφράζει τις σκέψεις του για την δημιουργία, τον χρόνο, τις προσωπικές του αντιφάσεις – γεννημένος με ψυχή εικονομάχου, νιώθοντας πάντα τις εικόνες σαν μια αντίθεση στη λογική και το πνεύμα της ζωής, μ’ άλλα λόγια κάτι σαν λάθος και απρέπεια, την ίδια στιγμή τις λάτρευα αγιάτρευτα….., αλλά και τους φόβους του – έτρεμα μήπως στα σχεδιάσματα πάνω στην πέτρα ξετρυπώσει κάποιος λόγος, μήπως το ανάγλυφο θέλει να πει κάτι διαφορετικό απ’ ότι λένε οι μορφές από μόνες τους. Στο τέλος αναρωτιέται αν όλη αυτή η τέχνη μαρτυρεί άλλα από εκείνα που νομίζουμε. Η επιδίωξη της ωφέλειας και ο κίβδηλος λόγος αιχμαλώτισαν εδώ και καιρό τις εικόνες και τα σχήματα και τα έκαναν υπηρέτες της δικής μας σκέψης και των δικών μας επιδιώξεων και μας οδήγησαν σε δρόμους μακρύτερους και πιο σκληρούς απ’ όσο φτάνει η δύναμη και η αντοχή μας.

andric_za_program_large

Η συγγραφική μνήμη επιστρέφει και σε κάποια άλλα Σκαλοπάτια, αυτή τη φορά μόλις δυο σελίδων: ο Άντριτς εκφράζει την εντύπωσή του πως ανάμεσα στα πρώτα παράξενα πράγματα που αντικρίσαμε στα παιδικά μας χρόνια ήταν και τα σκαλοπάτια. Του φαίνεται πως είχε πάντα την βεβαιότητα ότι το παραμικρό ψήλωμα σημαίνει άνοιγμα και καινούργιες προσδοκίες, και ότι τα σκαλοπάτια μοιάζουν με πρωτόγονες, πρόχειρα φτιαγμένες φτερούγες που δίνουν νέα διάσταση στο χώρο και πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητές μας, σαν μια αρχή της ανύψωσής μας. Ή μήπως σαν μια απόπειρα να ξεγελαστεί ο χώρος, με την κατάτμηση, την σμίκρυνση και τελικά την άλωσή του;

Περιλαμβάνονται ακόμα αποσπάσματα από το βιβλία Ιστορία και θρύλοι, ο λόγος του [για το αφήγημα και την αφήγηση] κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ και ο λόγος του [για την μετάφραση και τον μεταφραστή] στο 4ο Διεθνές Συνέδριο Μεταφραστών [Ντουμπρόβνικ, 1963].

Από κείνο που δεν υπήρξε κι από αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει οι τεχνίτες συγγραφείς συνθέτουν τις πιο όμορφες ιστορίες γι’ αυτό που υπάρχει. [σ. 172]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, μτφ. από τα σερβοκροατικά Χρήστος Γκούβης, σελ. 192.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 42, καλοκαίρι 2015.

20
Αυγ.
11

Γκεόργκι Γκρόζντεβ – Πλιάτσικο

Μέσα στο αγριεμένο πλήθος

Μας διακατέχουν χιονοστιβάδες λέξεων. Έχουν αλώσει τις ψυχές μας (…) Μήπως εσκεμμένα σωπαίνουν τα ζώα; Άραγε θα ήθελαν να επικοινωνήσουν με μας τους ανθρώπους; Τι παραπάνω ξέρουμε να τους πούμε; (…) Όλοι γινόμαστε πλιάτσικο των λέξεων που μας κυνηγούν. Θα έρθει το τέλος αυτής της καταδίωξης; Μήπως η αιώνια σιωπή θα είναι η σωτηρία μας; (σ. 38-39)

Πράγματι, οι λέξεις δεν έχουν θέση μεταξύ των χαρακτήρων του Πλιάτσικου, όχι διότι αδυνατούν να εκφράσουν την μαγεία της φύσης, αλλά επειδή περισσεύουν των απόλυτα ατομικιστικών πράξεών τους. Πρόκειται για πρόσωπα που επιδίδονται σε μια σχεδόν ακραία μορφή «εναλλακτικού» κυνηγετικού τουρισμού σε κάποιο εκτροφείο άγριων ζώων γύρω από ένα εγκαταλειμμένο χωριό, στην καρδιά της βουλγαρικής φύσης. Σε έναν τόπο όπου η άγρια ομορφιά είναι «είδος προς πώληση», η θνησιμότητα των νεογέννητων ζώων φτάνει το 95% και ο σπόρος του αρσενικού αποκτά διαστημική αξία, κυνηγούν τις ελαφίνες και τις αρκούδες σε ερημωμένα αμπέλια και αυλές, αδιάφοροι για τις σφαίρες που βουίζουν επικίνδυνα κοντά τους. Με τα αισθητήριά τους ακονισμένα πυροβολούν τα φοβισμένα ζώα από πάθος ή από συνήθεια.

Σε αυτά τα εμπόλεμα πεδία διασταυρούμενων πυρών συνευρίσκονται ο κοινοτάρχης και βιαστής Ένιο (Νταούλι), ο αστυφύλακας και λαθροκυνηγός Κέμπο (απολαμβάνοντας αμφότεροι την ασυλία των αξιωμάτων τους), ο διαχειριστής του τόπου αλλά και της μοίρας πολλών παρείσακτων περαστικών Χάντερ και ο Ζλάτιο ή «Δράκος», έμπορος γυναικών – πιθανώς οι αντιπροσωπευτικότεροι «αρνητικοί» τύποι της μετασοσιαλιστικής κοινωνίας; Πλάι τους κινούνται ο τραπεζίτης Χανς και ο χρηματιστής Βίλχελμ, πρόσκαιροι φυγάδες της καριέρας χάριν εκτόνωσης, κι ο Μιχάλ ο Λευκός, πουθενά γραμμένος στα μητρώα μα πεισματικά παραμένων των γκρεμισμένων σπιτιών. Στον αντίποδα, η ψυχίατρος Λίνα, που δραπετεύει μαζί με τέσσερις ασθενείς της, για να μην τους καταδικάσει «κλείνοντάς τους σε ένα ντοσιέ», σίγουρη πως ένα ήσυχο χωριό θα τους προσφέρει περισσότερα από ένα περίκλειστο άσυλο. Ονειρεύεται άλλωστε να σώζει ναυαγισμένες ψυχές κι αρνείται να δεχτεί τον πόνο «σαν συμφορά απ’ την οποία πρέπει να κρύβεται κανείς».

Όλος αυτός ο σκοτεινός θίασος, μαζί με τους επισκέπτες που ανεβαίνουν τους κακοτράχαλους δρόμους με σαραβαλιασμένα Μόσκβιτς και Τράμπαντ για να ανταγωνιστούν με την άγρια φύση, που με κάθε νέα βολή νοιώθουν πως δίνουν εξετάσεις, τις νύχτες μεταμορφώνονται σε ανελέητους κυνηγούς, σε σημείο να αναρωτιόμαστε ποιός είναι τελικά ο πραγματικός άγριος λύκος. Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Εξαρτάται σε ποια σελίδα θα τους ανοίξεις (σ. 61).

Η υπαινικτική γραφή του Γκρόζντεβ, διανθισμένη με στοιχεία λαϊκών διηγήσεων, παραμυθιών αλλά και της ανιμαλιστικής βαλκανικής λογοτεχνίας (π.χ. στην έμφαση στις λανθάνουσες αταβιστικές δυνάμεις), χαρακτηρίζεται από έντονη ποιητικότητα ακόμα και στις πιο σκληρές εικόνες: στην ακινησία των ζώων ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τον πυροβολισμό, τις χήνες που πέφτουν απ’ τον έναστρο θόλο στα μαύρα χωράφια, τα πουλιά που κατεβαίνουν απ’ τους αιώνιους αεροδιαδρόμους, τον λαγό που βγαίνει από την κρυψώνα του (οδεύοντας στον αφανισμό του) γιατί δεν αντέχει άλλο την μοναξιά. Αυτή η ποιητική απεικόνιση της «απάνθρωπης» βίας θυμίζει ορισμένες σπουδαίες ταινίες του «μετά το 1989» βαλκανικού κινηματογράφου αλλά και το παλαιότερο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη Το ασημόχορτο ανθίζει.

Τα ζώα αφήνουν τους γενετικούς τους κώδικες στο έδαφος, η γη απορροφά και το σπέρμα τους, στους θανάτους τους εκρήγνυται ο τελευταίος τους οργασμός – η έσχατη έκλαμψη της φύσης πριν τον αφανισμό της ή μήπως η σπορά ενός καλύτερου σύμπαντος; Οι άνθρωποι επιστρέφουν στη Φύση με μεγαλειώδη υπεροψία, αφήνουν ανεξέλεγκτη την αρπακτική τους φύση, στα ξέφωτα ακούγονται μόνο αλαφιασμένες ανάσες και επιθανάτιοι ρόγχοι. Ιδού το ιδανικό πεδίο του πλιάτσικου των πάντων: των πρωτόγονων ενστίκτων, της φύσης, των πλασμάτων της, του απέναντι ανθρώπου, του οποιουδήποτε ανθρώπου – που αποτελεί πλέον και ο ίδιος είδος προς εξαφάνιση.

Ο βουλγαρικής καταγωγής συγγραφέας (γεν. 1957) είναι ιδρυτής του εκδοτικού οίκου Balkani και του δίγλωσσου (βουλγαρικά-αγγλικά) περιοδικού «Λογοτεχνικά Βαλκάνια», καθώς και υπεύθυνος της σειράς «Βαλκανική Βιβλιοθήκη», παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στην χώρα του συγγραφείς από άλλες βαλκανικές χώρες (Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο κ.ά.). Η ελληνική έκδοση συνοδεύεται από κριτικά σημειώματα των Μιχαΐλο Πάντις (από την βουλγαρική εφημερίδα Duma, το βουλγαρικό λογοτεχνικό περιοδικό Literaurni Balkani και το σερβικό λογοτεχνικό περιοδικό Knijevni List) και του Μποζιτνάρ Κούζνεβ (από την βουλγαρική λογοτεχνική εφημερίδα Literaturen vestnik). Επισκεπτήριο: www.balkani.eu.

Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2008, μτφ. από τα βουλγαρικά: Χρήστος Χαρτοματσίδης, σελ. 103 (Georgi Grozdev, Pliatchka, 2005)

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 93 (Απρίλιος – Ιούνιος 2011). Παρουσίαση των τελευταίων τευχών του περιοδικού μέσα στην πρώτη βδομάδα του Σεπτεμβρίου.

Αναδημοσίευση κειμένου, σε μετάφραση του Χρήστου Χαρτοματσίδη, σε Balkani.eu (εδώ) και σε LiterNet, 23.09.2011, № 9 (142) (εδώ).

ΥΓ. Άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο, που αγνοήθηκε από κάθε παρουσίαση και κριτική.

10
Μάι.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 18

Μίλοραντ Πάβιτς, Το λεξικό των Χαζάρων. Μυθιστόρημα – λεξικό σε 100.000 λέξεις. Γυναικείο αντίτυπο, εκδ. Ηρόδοτος, 1991, μτφ. Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης, σ. 171 (Milorad Pavic, Hazarski Recnik Roman Leksikon u 100.000 Reci. Zenski Primerak, 1998)

Σίγουρα έχετε παρατηρήσει ότι ο άνθρωπος λίγο πριν κοιμηθεί, σ’ εκείνη τη διαρχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο εναρμονίζει ιδιαίτερα τη σχέση του απέναντι στην έλξη της γης. Οι σκέψεις του απελευθερώνονται τότε από την ελκτικότητας της γης σε πραγματική αναλογία με τη δύναμη με την οποία η έλκη της γης δρα ενισχυμένα πάνω στο σώμα του. Τη στιγμή εκείνη η ανταλλαγή ανάμεσα στις σκέψεις και στον κόσμο γίνεται πορώδεις, οι ανθρώπινες σκέψεις περνούν στην ελευθερία, όπως σ’ εκείνα τα κόσκινα που έχουν τρία διαφορετικά σε πυκνότητα πλέγματα. Σ’ εκείνη τη σύντομη στιγμή, όταν η παγωνιά διεισδύει ευκολότερα στο ανθρώπινο σώμα, οι σκέψεις του ξεχειλίζουν απ’ αυτόν και μπορούν να διαβαστούν χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν την προσοχή τους σ’ εκείνον που αποκοιμιέται, θα μπορέσουν χωρίς εξάσκηση να συλλάβουν τι σκέφτεται τη στιγμή εκείνη και ποιον αφορούν οι σκέψεις. Και αν με επίμονη εξάσκηση αφομοιώσετε αυτή την τέχνη παρακολούθησης της ανθρώπινης ψυχής τη στιγμή που είναι ανοιχτή, τη στιγμή αυτού του ανοίγματος μπορείτε να την παρακολουθήσετε όλο και σε μεγαλύτερο χρόνο και όλο και βαθύτερα στο όνειρο και σ’ αυτό μπορείτε να ψαρέψετε, όπως στο νερό, με ανοιχτά μάτια. Μ’ αυτό τον τρόπο γίνεται κανείς κυνηγός ονείρων.

Στον Άρη Μαραγκόπουλο

08
Μαρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 9

Βλαντιμίρ Αρσένιεβιτς, Στο αμπάρι, εκδόσεις Κέδρος, 1999, μτφ. Γκάγκα Ρόσιτς, σ. 89-90 (Vladimir Arsenijevic, U potpalublju, 1997)

Όπως πάντα, μόλις βγήκα από την οδό Μόλεροβά στη λεωφόρο της Επανάστασης, ανάμεσα σε δύο κύματα θορύβου, έφτασαν ως τα αυτιά μου και κάμποσες βρισιές από διαφορετικές μεριές. Ήταν το αιώνιο μουρμουρητό των δυσαρεστημένων – κάτι που γενικά σιχαινόμουν – ένα στείρο κλαψούρισμα από το οποίο ποτέ δε θα γεννηθεί τίποτα. Αυτή τη φορά όμως το σούρουπο έκρυβε μια καινούργια τονικότητα – ένα λεπτό και συγκεκριμένο θέμα. Το πρωτόγονο μονωδιακό τραγούδι, βάρβαρο μέσα στην αδυναμία του, ήταν εμπλουτισμένο με μια εύθραυστη, συγκινητική φράση – αποτέλεσμα των πολλών φωνών που συμμετείχαν. Αυτή η μουσική φράση δεν απευθυνόταν στην ακοή μου, αλλά μου ερέθιζε τα ένστικτα. Ξαφνικά, σαν να είχα μεθύσει, άρχισα να λυπάμαι όλους τους ανθρώπους της οικουμένης, στους οποίους δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο από το να βρίζουν – ενώ εγώ ο ίδιος κάποτε τους κορόιδευα κατάμουτρά και με περιφρόνηση. Μας λυπόμουν όλους. Φωτισμένος από ένα απρόσμενο και πανταχού παρών όραμα, που είχε σχίσει την καθημερινή εικόνα της λεωφόρου μπροστά στα μάτια μου, είδα όλους εμάς να τρέχουμε, καθώς το έδαφος ράγιζε κι άνοιγε κάτω από τα πόδια μας, ενώ το συνόδευαν οι φοβερές κραυγές μας, και παράλληλα από τα βάθη του να ανεβαίνει η αβάσταχτη μπόχα των αιώνων, που μέσα στην αδράνειά μας παραλείψαμε να εκμεταλλευτούμε με τρόπο αξιοπρεπή…
11
Ιαν.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 1

 


Ντανίλο Κις, Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών, εκδ. Εξάντας, 1993, μτφ. Χρήστος Αρβανιτίδης, σ. 142 (από το διήγημα: Το βιβλίο των βασιλέων και των ηλιθίων) (Danilo Kis, Enciklopedija mrtvih, 1983)

Ο Αρκάντι Ιππολύτοβιτς Μελογκόρτσεφ παρηγορείται με μια σοφή σκέψη που επινόησε ο ίδιος για την περίσταση: ο άνθρωπος στα ώριμά του χρόνια έχει αποκομίσει από τα βιβλία ό,τι είναι δυνατόν να αποκομίσει κανείς από αυτά: την ψευδαίσθηση και την αμφιβολία. Τη βιβλιοθήκη δεν είναι δυνατόν να τη σέρνεις αιώνια μαζί σου, στην πλάτη, σαν το σαλίγκαρο. Προσωπική βιβλιοθήκη του ανθρώπου είναι μόνο αυτή που μένει στη μνήμη – η πεμπτουσία, το απόσταγμα.

Στον Ντίνο Σιώτη




Ιουλίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.035.356 hits

Αρχείο