Posts Tagged ‘Βιογραφία

28
Αυγ.
14

Πιερ Μισόν – Ρεμπώ ο γιός

ΑναφέροMichonυμε ότι η Βιταλί Ρεμπώ, το γένος Κυΐφ…αυτή είναι αρχή αλλά και ο τίτλος του πρώτου από τα επτά κεφάλαια μιας ιδιαίτερης, διαφορετικής βιογραφίας· της εξιστόρησης του βίου ενός γιου που έγινε ποιητής αλλά και ενός ποιητή που υπήρξε γιος. Από τις πρώτες του λέξεις ο Μισόν γράφει τι «γνωρίζουμε» και τι «δεν γνωρίζουμε» υποσκάπτοντας κάθε παραδεδομένη αλήθεια και αναζητώντας κάθε απαράδοτη πτυχή του Ρεμπώ. Ας πούμε, τι ξέρουμε για τον ελαφρόμυαλο λογαχό πατέρα του; Ότι έγινε ολοζώντανός ένα φάντασμα, στο πουργατόριο των μακρινών φρουρίων όπου δεν υπήρξε πάρα ένα όνομα». Και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Αν με το δίκιο του εγκατέλειψε τη ζοφερή ύπαρξη του γιου για να μην παρασυρθεί στο ζόφο της ή αν εκείνη έγινε τόσο ζοφερή εξαιτίας της αναχώρησής του. Είναι από την αρχή φανερό πως όλες αυτές οι λέξεις των πιθανοτήτων και των [μη] εικασιών θα έχουν την πλέον πυκνή και ποιητική εκφορά. Μισόν είναι αυτός!

Ο νεαρότατος Ρεμπώ είχε εξαρχής μια ζωντανήarthur-rimbaud01 ελκτικότητα για το αρχαίο παιχνίδι των στίχων· από τρυφερή ηλικία δοκίμαζε στίχους στα γαλλικά και τα λατινικά, με σύμπλεκτες την οργή και την ευσπλαχνία, έτοιμες να σκάσουν σαν πυροτέχνημα στα χέρια του. Κάλυπτε ολόκληρες σελίδες διατετραγωνισμένες ενώ στεκόταν αποστασιοποιημένος μπροστά στο φωτογράφο ο οποίος εκείνες τις εποχές «έμπαινε κάτω από μια μαύρη κουκούλα, για να μηχανευτεί το μέλλον από το παρελθόν». Μα στην ζωή εκείνης της εποχής ήταν οι ζωγράφοι που εμπορεύονταν τον χρόνο φτιάχνοντας τα πορτρέτα των ανθρώπων (άρα και των συγγενών του ποιητή) και όχι ακόμα τα άλατα του αργύρου στο μαύρο θαυματουργό κουτί του φωτογράφου.

5Στην πρώτη στροφή θα τον περίμενε ο Κανόνας και ροκάνι της δοκιμασίας θα αποτελούσε ο δωδεκασύλλαβος της γαλλικής, με όλες του τις πανουργίες. Μέσα στην σχολική αίθουσα θα έχει δάσκαλο – ποιητή τον Ζωρζ Ιζαμπάρ, «έναν από τους ανθρώπους εκείνους χάρη στους οποίους ο κόσμος μπορεί να διαρκεί, για τους οποίους το κακό είναι αλλού, πάρα πολύ κοντά αλλά έξω, πανταχού παρόν αλλά ιάσιμο, από τους ανθρώπους εκείνους παλαιάς κοπής», κάποιος που αν …

… τον είχες ρωτήσει τι κατά τη γνώμη του ήταν η ποίηση, θα αποκρινόταν χωρίς άλλο κοκκινίζοντας, σαστίζοντας, βγάζοντας ίσως τα γυαλιά του για να τα σκουπίσει απ’ το θάμπωμα μRimbaud_by_COVOε το μαντήλι του, και μάλλον κοιτώντας έξω από το παράθυρο παρά εσένα, θα αποκρινόταν θρασύς και πανικόβλητος ότι ήταν μια υπόθεση της καρδιάς χάρη στην οποία η γλώσσα στολίζεται σαν νύφη ή από τον Μπωντλαίρ και ύστερα τα μάτια της φτιασιδωμένα, συφιλιδική, αλλά επιφανής και λαμπροστόλιστη, σαν επηρμένη πόρνη…[σ. 30]

Στο άλλο άκρο η μητέρα του Βιταλί, έκβλητη από την υική στοργή, αποκλεισμένη και χλευασμένη, εξαφανίζεται από την σύναξη των ορατών υπάρξεων και καταφεύγει εντελώς μέσα στο γιο της, στην σκοτεινή εκείνη κρύπτη όπου δεν έχουμε συνείδηση των πράξεών μας. Και στην επόμενη ιστορία, ο παρνασσιστής και συμβολιστής Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, στον οποίο ο έφηβος Ρεμπώ έστειλε στίχους γεμάτους από θηριώδη φιλοδοξία, δεινότητα ή εργασία, από εκείνο το δαιμόνιο, εκτός αν ήταν…

Rimbaud_in_Harar [Ethiopia]… η υπερφυσική εκείνη ιδιότητα η οποία δεν εκδηλώνεται ποτέ καθαυτή, γύρω από το κεφάλι του ανθρώπου ή μέσα στο σώμα του ζωντανή και ορατή, ούτε φωτοστέφανο, ούτε αλκή, ούτε ομορφιά, ούτε νεότητα, αλλά που εκδηλώνεται ωστόσο σε μηδαμινά αποτελέσματα και την εξακριβώνουμε στην τελειότητα μικρών κομματιών οργανωμένης γλώσσας περισσότερο ή λιγότερο μακροτενών, γραμμένων μαύρο πάνω σε άσπρο. Ξέρουμε ότι τα κομμάτια αυτά είναι εν γένει μηδαμινά. Ποτέ δεν ξέρουμε αν είναι τέλεια, εμείς που τα διαβάζουμε, ή αν στην παιδική μας ηλικία μας το σφύριξαν ότι ήσαν τέλεια, κι εμείς με τη σειρά μας το σφυρίζουμε σε άλλους χωρίς τέλος· εκείνος που τα γράφει δεν το ξέρει περισσότερο, μάλλον λιγότερο, δεν το ξέρει παρά τη στιγμή που ζευγαρώνει τους δωδεκασύλλαβους, τη στιγμή που συναρμόζοντας χωρίς περιχείλωση, σαν εγκοπή και τόρμος αναγαλλιάζουν τραχιά, κλειδώνουν μεταξύ τους με τον θριαμβευτικό κρότο των γνάθων, και τελείωσε·… [σ. 39 – 40]

La_tronche_à_machin_par_Ernest_DelahayeΑν λοιπόν υπάρχει το αόρατο εκείνο φωτοστέφανο που φημίζονται πως έχουν ορισμένοι στο κεφάλι τους και που μεταβιβάζεται σαν μόσχευμα από τους γεροντότερους στους νεώτερους, τότε ήταν ο Μπανβίλ εκείνος από τον οποίο το ζήτησε ο Ρεμπώ. Κι ύστερα, η ορμή προς την ζωή, η αμφιβολία αν πολέμησε μαζί με εκείνους της Κομμούνας, αν είχε την ευχαρίστηση ή την φρίκη να σημαδεύει με το τουφέκι του έναν πρόδηλο εχθρό ή το κακό αυτοπροσώπως, και ξανά στοχασμός και εικασίες πάνω στις φωτογραφίες, η είσοδος του Βερλαίν στην ιστορία, ο έρωτας «που έγινε βλαβερός όπως το συνηθίζει», οι δυο ποιητές κυνηγημένοι από τον συζυγικό παράδεισο στο σπίτι του Κρο ή στο Ξενοδοχείο των Ξένων, αψέντι και ανάθεμα, και στο τέλος ο αλληλοσπαραγμός γιατί οι χαρακτήρες τους ήταν «ιδανικά ενάντιοι όπως είναι ο ήλιος και το φεγγάρι», το μεθυσμένο καράβι που έγραψε σαν να επρόκειτο να πεθάνει, ο αποχαιρετισμός στην Ευρώπη…

Ένα michon 1πυκνό βιβλίο στον γνώριμο, ξέχειλο λογοτεχνικότητας λόγο του Μισόν, που διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με πλοκάμια υποπροτάσεων και παρεκβάσεων, αυτοαναφορικό και ποιητικό, γεμάτο χρονικές παλινδρομήσεις μέσα στη ζωή του ποιητή αλλά και μεταξύ του τότε και του συγγραφικού τώρα, μια ασφυκτική σύνθεση που προσπαθεί στις λιγότερες δυνατές σελίδες να χωρέσει όλες τις εποχές στην κόλαση, όλες τις φυγές και τις επιστροφές του, τα ποιήματά του μέσα του και τα ποιήματά του μέσα μας.

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 145 [Pierre Michon, Rimbaud le fils, 1991]. Στις  ασπρόμαυρες εικόνες ο Ρεμπώ στο Χαράρ της Αιθιοπίας και σχεδιασμένος από τον Ernest Delahaye [La Tronche à Machin, 1875].

17
Ιολ.
13

Jean Echenoz – Αστραπές

EchenozΦωτοβόλος νους, αδικημένη διάνοια

Ο ήλιος καίει στο Κολοράντο, όπου εκδηλώνονται συχνά και σφοδρότατες καταιγίδες που, μια φορά, έφτασαν να παραγάγουν μέχρι και έξι χιλιάδες αστραπές την ώρα: ιδεώδης τόπος για έρευνα, μια χαρά πεδίο για τις δουλειές του Γκρέγκορ, ο οποίος, τύπος υπέρ – ακουστικός, εκτός αν είναι μυθομανής (πάντα το ίδιο πρόβλημα με αυτόν τον άνθρωπο), διατείνεται ότι ακούει τον κεραυνό σε απόσταση χιλίων χιλιομέτρων, όταν οι βοηθοί του τρομάζουν να τον πάρουν είδηση στα διακόσια. Η τοποθεσία που του έχουν ορίσει στο βουνό, ανταποκρίνεται εν πάση περιπτώσει στην τάση του προς το μυστήριο και την κρυψίνοια: περιβάλλεται από βοσκοτόπια όπου γυροφέρνουν κάτι ατάραχα άλογα, το δε πλησιέστερο οίκημα είναι ένα ίδρυμα για κωφαλάλους. Αφού επιθεωρήσει τη θέα, τα διάφορα ζώα και τα τοπικά πουλιά, ο Γκρέγκορ βγάζει από το βαλιτσάκι του ένα μάτσο σχέδια· τα ξεδιπλώνει πάνω σε στρίποδα, και μετά συγκαλεί τους τεχνίτες της περιοχής. [σ. 84]

1895-tesla-sarony_-seifer-archives-2Κάπως έτσι ξεκινάει μια από τις αμέτρητες επιστημονικές έρευνες του ιδιοφυούς φυσικού και εφευρέτη Νικόλα Τέσλα: με απόλυτη αφοσίωση και πλήρη απομόνωση, με ιδιαίτερη μέθοδο και εκκεντρική αντίληψη, και πάντα με διαφορετικό τρόπο από κάθε προηγούμενη και επόμενη. Μπορεί η ανακάλυψη του εναλλασσόμενου ρεύματος να αποτελεί την πλέον καθοριστική συμβολή του Τέσλα στον σύγχρονο πολιτισμό αλλά εκατοντάδες άλλες επινοήσεις του ανήκουν στην καθημερινότητά μας μέχρι σήμερα. «Ο Τέσλα ήταν ένας ονειροπόλος, μια λέξη υποτιμητική για τους «προσγειωμένους», ένας πρωτοπόρος, που τολμούσε να προχωρήσει άφοβα προς το άγνωστο, εξερευνώντας νέους κόσμους γνώσεων. Ήταν ένας φιλόσοφος, που στοχάζονταν αδιάκοπα πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας.  Ένας ποιητής της επιστήμης», διαβάζω στο εξαιρετικό ιστολόγιο Electron, που έχει αφιερώσει πλήρεις αναρτήσεις τόσο για τον πρωτοπόρο [εξ]ερευνητή, όσο και για το εν λόγω βιβλίο.

6498643981_f4f6dcfec1_zΚι όμως, αυτός ο sui generis επιστήμονας σκεφτόταν μ’ έναν αποκλειστικά δικό του τρόπο και ζούσε κυριολεκτικά στον κόσμο του· αδυνατούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο της κλοπής των ιδεών του, έμοιαζε να απαξιεί για την εμπορική τους εκμετάλλευση, έδειχνε να βαριέται την κάθε του κατάκτηση μόλις την είχε φτάσει εις πέρας, προτιμώντας να μεταπηδήσει το γρηγορότερο σε νέα σχέδια. Ολόκληρη η ζωή του εκτός από μια φρενήρης κούρσα προς νέες ανακαλύψεις, έμοιαζε και σαν μια αναπόφευκτη πορεία προς την απομόνωση και την αυτοκαταστροφή. Παράτησε τα ένδοξα εγκόσμια φτωχός και αγνοημένος, σ’ ένα ταπεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου New Yorker.

306085917Διόλου τυχαία λοιπόν όλα αυτά στα στοιχεία κέντρισαν αμέσως το ενδιαφέρον του Ζαν Εσνόζ, εκτός των άλλων και λακωνικού βιογράφου των ιδιαιτέρων προσωπικοτήτων, που από τη μία θαυματουργούν και δοξάζονται και από την άλλη καταβαραθρώνονται από το ίδιο τους το έργο ή την προσωπικότητά τους. Ούτως ή άλλως ο Εσνόζ, αντίστροφα απ’ ότι θα περίμενε κανείς, πρώτα επιλέγει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και πλευρές που τον ενδιαφέρουν και κατόπιν επιζητά το πρόσωπο που τα διαθέτει, ώστε να το βιογραφήσει με τον απόλυτα προσωπικό του τρόπο. Μετά τον Μωρίς Ραβέλ και τον Εμίλ Ζάτοπεκ (Ραβέλ και Δρόμος αντοχής, στις ίδιες εκδόσεις) ο λεπτουργός συγγραφέας γράφει την τρίτη μυθιστορηματική βιογραφία με τον γνώριμο τρόπο του: συγκινησιακή αλλά καθόλου μελοδραματική, στέρεα αλλά όχι στεγνή, προβληματισμένη και ουδέποτε προβληματική, με το ευεργέτημα της συντομίας και το προσόν της απόλυτης σαφήνειας.

Αnikola-tesla-1υτού του είδους η βιογραφία διηγείται απλά και τριτοπρόσωπα την ζωή του βιογραφούμενου, σαν να τον παρακολουθεί σε σημαντικές και «ασήμαντες» στιγμές καθώς αμφότερες συναπαρτίζουν την πλήρη του εικόνα. Είμαστε παρόντες τότε που όλα ξεκινούν, όταν ο «Γκρέγκορ» μαγεύεται από τις αστραπές, ταράζεται υπερβολικά με κάθε θόρυβο, ψίθυρο ή δόνηση, ξεμοντάρει όλα τα ρολόγια του σπιτιού για να προσπαθήσει να τα ξαναμοντάρει, κατακλύζεται από τις ιδέες, μπαρκάρει για τις Ηνωμένες Πολιτείες στα 28 του, βοηθάει τον Τόμας Έντισον, αποκτά φήμη ως μηχανικός, περνάει τα σύνορα της General Electric, απολύεται από την επιχείρηση ενώ έχει συμβάλλει σε καίριες επενδύσεις της, βρίσκεται στο δρόμο χειρώνακτας, εντάσσεται στην Western Union, οργανώνει μαγικο-επιστημονικές παραστάσεις, παραμένοντας απροσπέλαστος, μονήρης και απόκοσμος…

tesla… κάθε μέρα στις 12 ακριβώς το μεσημέρι, καταφθάνει στην έδρα της εταιρείας του. Οι δυο γυναίκες βοηθοί του τον υποδέχονται στην είσοδο για να του πάρουν το καπέλο, τα γάντια και το μπαστούνι του πριν πάει στο γραφείο όπου έχουν για φροντίσει να κατεβάσουν τα στόρια και να τραβήξουν τις κουρτίνες, καθώς ο Γκρέγκορ δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά σε απόλυτο σκοτάδι. Το φως της μέρας αφήνεται να μπει μόνο σε περίπτωση καταιγίδας, στη διάρκεια της οποίας ο Γκρέγκορ, ξαπλωμένος μοναχικά στον καναπέ του τον ντυμένο με μαύρο μοχέρ, αγναντεύει τον ουρανό και τις αστραπές που τον σκίζουν πάνω απ’ τη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, χώρια απ’ το γεγονός ότι είναι όλο και λιγότερο συμπαθής κι ότι ο χαρακτήρας του τείνει προς το πιο πικρόχολο, θα ’λεγε κανείς ότι έχει χάσει κάπως την ισορροπία του, γιατί κάποια ύποπτα συμπτώματα εκδηλώνονται. Ακόμα κι αν ανέκαθεν μιλούσε μοναχός του, μονολογώντας ασταμάτητα όσο δούλευε, οι ανήσυχες βοηθοί τον ακούνε πίσω από την πόρτα, παρ’ όλο που είναι κλειστή και καπιτονέ, να ρητορεύει όταν έχει καταιγίδα. Μάλιστα, έχουν την εντύπωση ότι ο Γκρέγκορ απευθύνεται σ’ αυτές τις αστραπές σαν να ’ταν υπάλληλοί του, παιδιά, μαθητές ή υπηρέτριες, με εκπληκτική ποικιλία τόνου στη φωνή: παρηγορητικός, αυστηρός, παραπονιάρης, τρυφερός ή απειλητικός, σαρκαστικός ή μεγαλόστομος, ταπεινός ή μεγαλομανής. [σ. 105 – 106]

2013-07-11-NYAmerican22May04Ο τετρασχιδής («εργοτάξιο, γραφείο, εργαστήριο και σαλόνι» ταυτόχρονα) ερευνητής χειρίζεται πολύ βιαστικά το θέμα των ευρεσιτεχνιών και χάνει τη μία μετά την άλλη· (ενδεικτικά: το Ανώτατο Δικαστήριο θα αναγνωρίσει την ραδιοφωνική του προτεραιότητα του απέναντι στον Μαρκόνι σαράντα δύο χρόνια μετά)· περισσότερο συντρίβεται όταν συναντά την άρνηση του μεγαλοεπιχειρηματία Μόργκαν για δωρεάν ηλεκτροδότηση περιοχών κατοικημένων από αδέκαρους. Γεμάτος με μανίες, εμμονές, φοβίες, βεβαιότητες και αντιβεβαιότητες, ο Τέσλα δεν αναζητά ούτε κοινωνικές συντροφιές, ούτε ερωτικές αγκάλες. Απεναντίας, αφήνεται σε μια ολοκληρωτική έγνοια για τα περιστέρια, κατασκευάζοντας ακόμα και ιδιωτικές κλινικές για το φοβιτσιάρικο, κατεργάρικο, βρόμικο, άχαρο, χαζό, άβουλο, κενό, καταχθόνιο, ανωφελές περιστέρι… που δεν προκαλεί καμία συγκίνηση, κανένα συναίσθημα. Η ηλίθια φωνή του. Ο ήχος της ροκάνας στο φτερούγισμά του. Το βουβό του βλέμμα. Το αλλοπρόσαλλο ράμφισμά του. Το υπέρμετρο ινίο του που το δονεί ένα παρανοϊκό βάδισμα. Η επαίσχυντη αναποφασιστικότητά του, η απογοητευτική του σεξουαλικότητα. Η παρασιτική του κλίση, η έλλειψη φιλοδοξίας, η λιγδερή αχρηστία του. [σ. 119]

web_echenoz--469x239Η απλή και εύληπτη γλώσσα του Εσνόζ καθιστά αυτές τις επικίνδυνα ολισθηρές βιο-λογίες ιδιαίτερα ελκυστικές στους πάντες (ομολογώ πως και τα τρία του πονήματα έχουν προταθεί στους μαθητές μου και έχουν διαβαστεί με ιδιαίτερη ικανοποίηση), ενώ για τους πλέον απαιτητικούς επιφυλάσσονται ουκ ολίγες αποχρώσεις πυκνοτήτων, αδιόρατων σαρκασμών και στιλιστικών παγίδων. Στο τέλος, κι ενώ το έργο του φεγγοβολά και υπερφωτίζει τις ζωές μας, η ζωή του αποκτά μια και μόνη απόχρωση του γκρίζου, καθώς ο Τέσλα βρίσκεται ξανά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έζησε την εποχή των ελπίδων, μόνο που τώρα …

tumblr_m5v1qlLq781qguw40o1_r2_500… ο ξενοδοχειακός χώρος έχει συρρικνωθεί ολόγυρά του (τώρα δεν διαθέτει παρά ένα παράπηγμα σε μιαν αυλή), και μόλο που οι μανίες του δε μπορεί παρά να οξύνθηκαν με τα γηρατειά, οι κινήσεις του είναι πιο αργές και λίγο πιο ασυντόνιστες· καμιά φορά, μάλιστα, ελαφρώς τρεμουλιαστές. Όταν κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, το βλέμμα του δεν μπορεί πια ν’ αγκαλιάσει το νεοϋορκέζικο αχανές όπως μπορούσε από τον δέκατο τέταρτο όροφο του Saint Regis, απ’ όπου κατόπτευε όλη την πόλη ως το ποτάμι. Τέλος ο απέραντος ουρανός, ο γεμάτος αστραπές, πάνω απ’ το skyline. Απέναντί του, έξω απ τα τζάμια του Ξενοδοχείου New Yorker όπου μένει τώρα, δεν υπάρχει παρά ένας τοίχος· πίσω του, στερεωμένη σ’ ένα τρίποδο, η περιστέρα ταριχευμένη. [σ. 136 – 137]

Εκδ. Πόλις,  μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 152, με τρισέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων και δισέλιδες σημειώσεις, αμφότερα από τον μεταφραστή[Jean Echenoz – Des eclairs, 2010].

14
Ιολ.
13

Βέρνερ Βάλντμαν – Βιρτζίνια Γουλφ. Ιδιοφυής και μόνη

1Το δικό της δωμάτιο

Γι’ αυτό κι εγώ θα σας ζητούσα να γράψετε κάθε είδους βιβλία, μη διστάζοντας μπροστά σε κανένα θέμα, όσο ασήμαντο ή όσο τεράστιο κι αν σας φανεί. Ελπίζω πως θα μπορέσετε να βρείτε με οποιοδήποτε μέσο αρκετά χρήματα για να ταξιδέψετε και να τεμπελιάσετε, να συλλογιστείτε το μέλλον ή το παρελθόν του κόσμου, να ονειροπολήσετε πάνω σε βιβλία και να χαζέψετε στις γωνιές των δρόμων και να ρίξετε την πετονιά της σκέψης βαθιά μέσα στο ποτάμι. Γιατί δε σας περιορίζω με κανένα τρόπο στην πεζογραφία. [σ. 169]

Η ανάγνωση τόσο των παραπάνω φράσεων από το βιβλίο της Γουλφ Ένα δικό σου δωμάτιο όσο πλήθος άλλων αποσπασμάτων από τα έργα της αποκτά διαφορετική σημασία και περιεχόμενο, ανάλογα με τον κόσμο που επιλέγουμε κάθε φορά να φωτίζουμε μέσα στον σπάνιο βίο της. Η ιέρεια ενός ατόλμητου μοντερνισμού υπήρξε ταυτόχρονα και η μοναχικότατη θεραπαινίδα της δημιουργίας, η αδάμαστη συνειδητή θηλυκότητα βάδισε δίπλα στον εύθρυπτο ψυχισμό της, η αγωνιούσα πολιτική αγωνίστρια συνυπήρξε με την αναζητήτρια και την αποστρεφόμενη τον έρωτα.

5Τον Σεπτέμβριο του 1940 η Βιρτζίνια δούλευε ακόμα πάνω στο τελευταίο της μυθιστόρημα Ανάμεσα στις πράξεις. Μια διπλή προσπάθεια: από τη μια οι αιώνιες αγωνίες της, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στη μέγιστη έξαψη και στη βαθιά κατάθλιψη, η οποία, κάθε φορά που τελείωνε ένα βιβλίο, έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και την έριχνε στις αβύσσους· από την άλλη πλευρά ο πόλεμος που ενίσχυε την ψυχοσωματική της επιβάρυνση. Τα θλιβερά ερείπια των παλιών μου χώρων, γκρεμισμένα· τα παλιά κόκκινα τούβλα, όλα τους άσπρη σκόνη […], όλη η τελειότητα ερημωμένη και ρημαγμένη.

3 virginia_woolf_by_keyworkdove-d38yqveΑν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ράγισε για την ίδια και τόσους άλλους το προσωπείο κάθε ανθρώπινης αρμονικής συνύπαρξης, ο Μεγαλύτερος Πόλεμος άρχισε να γκρεμίζει τα τελευταία εναπομείναντα θεμέλιά της. Η Γουλφ πάντα είχε  ζωηρό ενδιαφέρον για την πολιτική – κάτι που δεν υποψιάζεται κανείς διαβάζοντας τα μυθιστορήματά της – και μισούσε τη βία οποιασδήποτε μορφής, ιδίως τη ραφιναρισμένη και συγκαλυμμένη βία της κοινωνίας, που επέβαλλε στους ανθρώπους ένα ξένο τρόπο ζωής. Τώρα η συντριβή ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο σύζυγός της Λέοναρντ ήταν και Εβραίος και σοσιαλιστής και εύκολα μπορούσαν να φανταστούν τις τους περίμενε, γι’ αυτό και αμφότεροι μιλούσαν εντελώς ανοιχτά για αυτοκτονία σε περίπτωση εισβολής του εχθρού.

Virginia WoolfΗ ιδιάζουσα στράτευση της Γουλφ είναι μία μόνο από τις πολλαπλάσιες πλευρές της πολλαπλής προσωπικότητάς της, πλευρές που όλες ανεξαιρέτως διαπερνά πυκνά, σύντομα και αρκούντως διεισδυτικά Γερμανός βιογράφος (γεν. 1944, παλαιότερα σεναριογράφος στη Βαυαρική Ραδιοφωνία, επιμελητής εκδόσεων και μονογράφος των αδελφών Μπροντέ, νυν στέλεχος σε διεθνή όμιλο μέσων μαζικής ενημέρωσης). Απέναντι στις λεπτομερείς, εξαντλητικές και εξονυχιστικές βιογραφίες που καταγράφουν τα πάντα για τον συγγραφέα, την οικογένεια και το περιβάλλον του, ο Βάλντμαν προτίμησε το δρόμο της πυκνής, περιεκτικής αλλά σε κάθε περίπτωση ολικής κατόπτευσης του προσωπικού και συγγραφικού βίου, συχνά αφήνοντας την ίδια τη συγγραφέα να συμπληρώσει τα κενά που επίτηδες δημιουργεί η δική του εξιστόρηση, δίνοντας χώρο σε πλήθος κειμένων της, που έχουν ακριβώς επιλεχθεί ώστε να μιλούν από μόνα τους στην εκάστοτε περίσταση.

2Κάποιες φορές φοβάμαι τον εαυτό μου, άλλες φορές πάλι σκέφτομαι ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει ακριβώς όπως κάποιος άλλος άνθρωπος, έγραφε σ’ ένα από τα αμέτρητα Γράμματά της, και η θέση της εξομολόγησης στο νέο κείμενο δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ξεφυλλίζεται η ζωή της από τις νεαρότατες μέρες  που ελκύθηκε από την Γλώσσα, μαγεύτηκε από τους ήχους της, απορροφήθηκε από τις συλλαβές της, μιμήθηκε τις προφορές της. Ακολούθησαν τα προσωπικά της μανιφέστα για την απελευθέρωση της γυναίκας από την κυριαρχία του άντρα – A Room of One’s Own  (1929), Three Guineas (1938) –, και η μέγιστη συμπάθεια προς τις γυναίκες, κυρίως για την περιφρόνηση  τους προς τις κοινωνικές συμβατικότητες αλλά και για την πληρότητά τους. Η συγγραφέας ένιωθε πιο κοντά στις γυναίκες, γεγονός που ενδεχομένως μπορεί να γίνει εν μέρει κατανοητό ως αποτέλεσμα μιας πολύ έντονης προσκόλλησης στη μητέρα της. Μέχρι τα σαράντα, όπως είχε πει, την καταδίωκε η παρουσία της · ίσως αναζητούσε τη μητρική στοργή, την αίσθηση της σιγουριάς, που την έβρισκε πιο εύκολα στην επαφή με τις γυναίκες παρά με τους άνδρες. Η σεξουαλική πράξη δεν της πρόσφερε καμία απόλαυση, αντιθέτως της προκαλούσε απέχθεια.

virginia_woolf1Σε μια άλλη πλευρά, η Γουλφ έγραψε ως ανήσυχη της φόρμας και δαιμόνια της πρωτότυπης εξιστόρησης, αποθεώτρια της λεπτομέρειας και ρέουσα της αεικίνητης συνείδησης, που ρέει όπως Τα κύματα, που ευτύχησαν να έχουν το ολόδικό τους βιβλίο και ακατάπαυστα να ηχούν μέχρι σήμερα. Από τα πάμφωτα, ευτυχή παιδικά καλοκαίρι στην Κορνουάλη και την πνευματική διέγερση της ατμόσφαιρας του Μπλούμσμπερι μέχρι την αναζήτηση κάθε φωτός Στο Φάρο και κάθε φύλου στο Ορλάντο, η πορεία της έρευσε ως το γειτονικό της ποτάμι το 1941 και την αποχώρηση από τα γήινα τετριμμένα, αφού έγραψε στον φύλακα – άγγελό της Λέοναρντ Γουλφ:

VWLΠολυαγαπημένε, νιώθω στα σίγουρα ότι τρελαίνομαι ξανά. Νομίζω ότι δεν αντέχουμε νε περάσουμε μια τέτοια φριχτή περίοδο για μία ακόμα φορά. Και αυτή τη φορά δεν θα ξαναγίνω καλά. Ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Γι’ αυτό κάνω ό,τι μου φαίνεται καλύτερο σε αυτές τις συνθήκες. Μου χάρισες τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Ήσουν για μένα όλα όσα μπορεί να είναι κάποιος για ένα άλλο. Δεν πιστεύω ότι δυο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι – μέχρι που ήρθε η φριχτή αρρώστια. Δεν μπορώ να την πολεμήσω άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου κι ότι χωρίς εμένα θα μπορούσες να δουλέψεις. Και ξέρω ότι θα το κάνεις. […] Αν κάποιος θα μπορούσε να με σώσει, αυτός θα ήσουν εσύ. Όλα, εκτός από τη βεβαιότητα για τη δική σου καλοσύνη με έχουν εγκαταλείψει. Δεν μπορώ να καταστρέφω άλλο τη ζωή σου. Δεν πιστεύω ότι δύο άνθρωποι θα  μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι απ’ όσο ήμασταν εμείς. [σ. 181]

Εκδ. Μελάνι, 2008, μτφ. Μαρίνα Μπαλάφα, επιμ. Πελαγία Τσινάρη, σελ. 200 με χρονολόγιο, μαρτυρίες (Ε.Μ. Φόρστερ, Βάλτερ Γιενς, Γκύντερ Μπλέκερ, Κρίστοφερ Ίσεργουντ, Ελίζαμπεθ Μπόουεν, κ.ά.) και βιβλιογραφία [8+8+2 σελίδες] καθώς και γυαλιστερό δεκαεξασέλιδο με μαυρόασπρες φωτογραφίες [Werner Waldmann, Virginia Wolf, 1983/2006].

06
Μάι.
12

Ολιβιέ Τοντ – Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή

Δημιουργός μύθων, εμπνευστής ζωής

«Πιστεύω πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να αγνοεί τίποτε από τα δράματα του καιρού του και πως πρέπει να παίρνει θέση όποτε μπορεί ή γνωρίζει. Πρέπει όμως και να διατηρεί ή να παίρνει, από καιρού εις καιρόν, μια κάποια απόσταση απέναντι στην ιστορία μας» έλεγε σε συνέντευξή του στη Demain ο «κλασικός» πλέον Γάλλος στοχαστής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, δραματουργός, σκηνοθέτης και ηθοποιός Αλμπέρ Καμύ. Ένας κλασικός που χαρακτηρίζεται επικίνδυνος από τον παρόντα βιογράφο του, σε μια ογκώδη αλλά αναμφισβήτητα  αξιανάγνωστη βιογραφία, που δεν εξαντλεί απλώς με απόλυτη γραμμικότητα και εξαντλητικές λεπτομέρειες ολόκληρη τη ζωή και το έργο του συγγραφέα αλλά και παρουσιάζει για πρώτη φορά συζητήσεις με μεγάλο αριθμό προσώπων που διασταυρώθηκαν με την ζωή του, καθώς και ανέκδοτα κείμενα (μεταξύ των οποίων και η αλληλογραφία του). Οι παραπάνω σκέψεις του Καμύ σαφώς εντάσσονται σ’ έναν ευρύτερο προβληματισμό του όσον αφορά τη θέση και τη στράτευση του συγγραφέα, ένα ζήτημα που δεν σταμάτησε να τίθεται στο επίκεντρο των περί δημιουργίας προβληματισμών του. Σύμφωνα με τον δικό του κανόνα ζωής ένας συγγραφέας μπορεί να βοηθήσει μόνο μέσα από τα βιβλία του και δεν πρέπει να οικειοποιηθεί τον τίτλο του καθοδηγητή συνείδησης. Η παραπάνω στάση δεν αποτελεί παραίτηση αλλά αναγνώριση των ορίων του.

Το παρόν βιογραφικό δοκίμιο, εμπλουτισμένο όσον αφορά την ελληνική έκδοση με εξήντα σελίδες σημειώσεων, επιλεκτική βιβλιογραφία, ευρετήριο ονομάτων και δεκαεξασέλιδο με σαράντα φωτογραφίες, δεν αποτελεί, κατά επιθυμία του συγγραφέα του, ούτε απομυθοποίηση ούτε αγιογραφία. Ο Τοντ σαφώς διάκειται θετικότατα απέναντι στον Καμύ αλλά επιθυμεί να συμπεριλάβει στο φιλόδοξο πόνημά του κάθε υπαρκτό στοιχείο· σπάνια μια βιογραφία περιλαμβάνει τόσο υλικό «εναντίον» του βιογραφούμενου. Το desideratum του έργου είναι εμφανές: όλα τα στοιχεία του συναρπαστικού, πολύπλοκου και αντιφατικού βίου του Καμύ να παρατεθούν μπροστά στον αναγνώστη, ώστε ο ίδιος να οδηγηθεί στα προσωπικά του συμπεράσματα. Σημαντική μάλιστα βοήθεια σε τούτο προσφέρει η ιδιαίτερα ελκυστική πλευρά του βιβλίου που αφορά τη συνεχή επικοινωνία, αντιπαράθεση αλλά και συνύπαρξη (σύμφωνα άλλωστε με τον περίφημο ευφημισμό του Σαρτρ, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Καμύ) με σπουδαία πρόσωπα της γαλλικής κουλτούρας: Αντρέ Μαλρώ, Πωλ Νιζάν, Ρεμόν Κενώ, Ρενέ Σαρ, Μωρίς Μερλό-Ποντύ, Σιμόν Ντε Μποβουάρ, με τον Σαρτρ βέβαια, κ.ά. Είναι αμέτρητες οι  μεταξύ τους συνομιλίες που αποκαλύπτουν βαθύτερες «συνομιλίες» σκέψης και πνεύματος.

Ο Καμύ αρνούνταν την πολιτική χωρίς ηθική, γεγονός που προκαλούσε και συνεχίζει να προκαλεί την θυμηδία τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Ο ουμανισμός του, ακόμα και «πεισματάρικος» (κατά τον χαρακτηρισμό του Σαρτρ), υπήρξε καθολικός και αδιαπραγμάτευτος. «Γνωρίζουμε πως η εποχή των ιδεολογιών έχει παρέλθει» δήλωνε ήδη από το 1957, ενώ η άμεση αίσθησή του από την επίσκεψη στα σπίτια ενός ευημερούντος σοβιετικού κολχόζ ήταν η «αποπροσωποποίηση του ανθρώπου». Πρώην στρατευμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αρνήθηκε να θυσιάσει αυτούς που ονομάζει «Άραβες» και τις ιδέες του για την τέχνη στις πιέσεις ενός κόμματος «που θέτει το πολιτικό περιεχόμενο ενός έργου υπεράνω της καλλιτεχνικής φύσης του». Η ρήξη με τον κομματικό μηχανισμό τον σημάδεψε χωρίς να τον τραυματίσει, καθώς ουδέποτε αισθάνθηκε ότι πρόδωσε μια τάξη.

Στοχαστής και ηθικολόγος, απέρριψε τους πειρασμούς του ολοκληρωτισμού και τη δική του κλίση προς το μηδενισμό, ενώ κατάφερε να μην ολισθήσει ούτε προς τον κυνισμό. Αρνήθηκε τον φανατισμό, αλλά όχι την μαχητικότητα. Κόντρα στις τάσεις της εποχής του κατήγγειλε, όπως κι ο Όργουελ, τις φρικαλεότητες του στρατοπεδικού και αστυνομοκρατούμενου κόσμου της Αριστεράς και της Δεξιάς, ενώ ως το τέλος συμβούλευε να μη συγχέουμε την δημιουργία με την προπαγάνδα. Απομονώθηκε στο γαλλικό περιβάλλον όπου θριάμβευε ένας «ακατέργαστος μαρξισμός» και τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του υπήρξε ο αποδιοπομπαίος τράγος της «παραπληροφορημένης» παριζιάνικης Αριστεράς. Κι όμως, σε μια ζωή όπου αγωνίστηκε να ελέγξει τις αντιφάσεις της, συχνά προτιμούσε τους στρατευμένους ανθρώπους από τη στρατευμένη λογοτεχνία και στάθηκε με υποδειγματικό τρόπο στο πλευρό πολλών συγγραφέων ανεξαρτήτως παράταξης ή και φανατισμού. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήθελε να είναι ούτε θύτης ούτε θύμα: «Ξέφυγα […] απ’ όλους […] και κατά κάποιον τρόπο εγώ θέλησα να φύγουν όλοι από κοντά μου».

Σε σχέση με το πρόβλημα της Αλγερίας το πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα. Ο Τοντ κατά βάση συμφωνεί με την άποψη που εντοπίζει στον «Ξένο» «την ανησυχητική ομολογία μιας ιστορικής ενοχής που παίρνει τη μορφή μιας τραγικής πρόβλεψης». Απέναντι το αλγερινό ζήτημα ο Καμύ ήταν φορμαλιστής και ηθικολόγος: επιθυμούσε για την Αλγερία αυτό που ο καθένας, με επικεφαλής τη Ναντίν Γκόρντιμερ επιθυμεί σήμερα για την Νότια Αφρική: συνύπαρξη με ίσα δικαιώματα, δυο λαούς σε ένα έθνος και ένα κράτος πολυφυλετικού δικαίου. Εδώ ο βιογράφος ανασκευάζει τις κατηγορίες πως ο Καμύ υποστήριζε πάντοτε, αν όχι εμφανώς τουλάχιστο σιωπηρά, την καθεστηκυία τάξη και πως ουδέποτε διατάραξε το παραμικρό στον καπιταλιστικό και χριστιανικό πολιτισμό, διατηρώντας πάντα ένα πλευρό «γαλλικής Αλγερίας».

Ο τελικός απολογισμός, αν ποτέ μπορεί να υπάρξει τέτοιος, μας παραδίδει έναν ασίγαστα ανήσυχο κι εμπνευσμένο άνθρωπο που αισθανόταν καλλιτέχνης και «δημιουργός μύθων», που δεν υπήρξε μόνο ο συγγραφέας των σπουδαίων μυθιστορημάτων και δοκιμίων. Αλλά κι ένας ποιητής που δεν αισθανόταν τέτοιος, όμως μας κληροδότησε σελίδες πρόζας με έξοχο ποιητικό πλούτο· ένας στοχαστής που μας έδωσε ιδέες, ορισμένες από τις οποίες στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας γίνονται περισσότερο αποδεκτές σήμερα· ένας δημοσιογράφος που δεν αφοσιώθηκε ποτέ στην δημοσιογραφία για να διοχετεύσει την ενέργειά του στο τρίπτυχο «μυθιστόρημα, θεατρικό έργο και δοκίμιο». Κι όμως, για δυόμισι χρόνια υπήρξε ο πιο προικισμένος αρθρογράφος του γαλλικού Τύπου: τα άρθρα του ιδίως στην Combat και στην Alger Républicain σημαδεύουν μια εποχή, ενίοτε με την έμφαση του εφήμερου, την ίδια στιγμή που υποκύπτει αρκετές φορές στον μόνιμο πειρασμό κάθε στρατευμένου δημοσιογράφου, να διαμορφώσει ή και να αλλάξει την Ιστορία μέσα από τη γραφή του.

Εκείνος ο ρομαντικός, αντιεξουσιαστής συγγραφέας και διανοητής, ο γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας αναλφάβητης γυναίκας, «ξοδευόταν αλόγιστα» σε μια γεμάτη ζωή, αγωνιζόμενος να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύσκολα στοιχήματα, να λυτρωθεί από την πολιτική με την λογοτεχνία και να παραδοθεί άνευ όρων στην «αγάπη για τη ζωή» (τίτλο άλλωστε ενός από τα δοκίμια – νουβέλες του). Και εντέλει, μέσα από τον λογοτεχνικό ή πολιτικό λόγο ή και ενάντια σ’ αυτόν, να αφιερωθεί σ’ εκείνο που ο Τ.Σ. Έλιοτ ονόμασε «αμείλικτη μάχη με τις λέξεις» που «σκληραίνουν, ραγίζουν, γλιστρούν, χάνονται».

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 788 [Olivier Todd, Albert Camus. Une vie, 1996].

Δημοσίευση σε: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

Οι εικόνες: Εvgeniya Kashina, Scenery sketch for a screen version «L’Etranger» by Albert Camus.

26
Ιον.
09

Μπρούνο Αρπάια, Ο άγγελος της ιστορίας

Ο Μπρούνο Αρπάια (Οταβιάνο, Νάπολη, 1957) εκτός από συγγραφέας, είναι δημοσιογράφος, σύμβουλος εκδόσεων και μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας. To θέμα του Αγγέλου της ιστορίας είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο: πρόκειται για την ένταξη δυο διαφορετικών προσωπικών ιστοριών κάτω από το ίδιο μυθιστορηματικό σύμπαν. Η πρώτη αφορά τα τελευταία και πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αυτού του κορυφαίου Εβραίου Γερμανού διανοητή του εικοστού αιώνα, ενώ η δεύτερη μια εξίσου σκληρή περίοδο στη ζωή ενός απλού πολεμιστή του ισπανικού εμφύλιου την ίδια εποχή, του Λαουρεάνο Μαόγιο.

Ο Αρπάια χρησιμοποιεί το γνωστό εύρημα των δύο παράλληλων αφηγήσεων που εναλλάσσονται συνήθως ανά κεφάλαιο και έχουν διαφορετικό αφηγητή: η ζωή του Μπένγιαμιν εξιστορείται σε τρίτο πρόσωπο, με όλα τα στοιχεία μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, ενώ εκείνη του Λαουρεάνο ενδύεται τη μορφή μιας πιο άμεσης και προφορικής διήγησης του ιδίου σε κάποιο πρόσωπο που τον επισκέπτεται στο Μεξικό, όπου πλέον ζει εξόριστος. Αμφότερες οι ιστορίες εντάσσονται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκλονιστικές συγκυρίες μιας ταραγμένης εποχής και περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία μιας τοιχογραφίας εκείνης της περιόδου, (από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέχρι τον μικρόκοσμο των δυο αυτών προσώπων).

Εδώ έχουμε λοιπόν το πρώτο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος: την παράλληλη μυθοπλαστική διαπραγμάτευση της δραματικής πορείας αυτών των δύο τόσο διαφορετικών προσωπικοτήτων, το ένα από τα οποία αποτελεί μια εμβληματική μορφή των γραμμάτων και όχι μόνο, πορείας που στην ουσία ήταν μια κοινή διαδρομή με διαφορετική αφετηρία, μορφή εξορίας και κατάληξη σε τερματικό σταθμό που τους οδήγησε η ίδια η Ιστορία.

Από την μία ο Μπένγιαμιν: Στα επτά χρόνια της αυτοεξορίας του μεταξύ Παρισιού, Ίμπιζας, Σαν Ρέμο και Σβένμποργκ, έχοντας αφήσει την αγαπημένη του βιβλιοθήκη στη Γερμανία, καλείται σε πρώτη φάση να αντιμετωπίσει «τις εφόδους των συνηθειών και της νοσταλγίας, την αίσθηση του αποκλεισμού και την καταδίκη σε ατέλειωτη αναμονή», καλείται στην ουσία να αλλάξει την ίδια του την ταυτότητα και να δημιουργήσει μια άλλη που θα του σώσει την ζωή. Το μοναδικό μέρος όπου ο αισθάνεται ασφαλής, σαν να βρίσκεται στο σπίτι του, είναι η θέση του στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, δουλεύοντας πάνω στο βιβλίο του, η ολοκλήρωση του οποίου, όπως έγραψε στον Αντόρνο, ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον πόλεμο.

Ακολουθεί τη ζωή χωλαίνοντας, αντιμετωπίζοντας καθημερινά προβλήματα υγείας και ανέχειας και αισθάνεται ένα βαρύ φορτίο κούρασης από τα τεχνάσματα που έχει επινοήσει για να μπορεί να επιβιώνει. Λες και οι «συγκυρίες» της ύπαρξής του όρμησαν συλλήβδην και τον ρήμαξαν, λες και οι αστερισμοί που την συγκρατούσαν, τοποθετήθηκαν με απόλυτη συμμετρία κατά μήκος μιας δυσοίωνης διάταξης.(σ. 29) Αδυνατεί να συνυπάρξει με τους ανθρώπους του κύκλου του (Χάνα Άρεντ, Άρθουρ Καίστλερ, Πιέρ Κλοσόφσκι, Ζωρζ Μπατάιγ και πολλοί άλλοι) σε σημείο να απορεί ο Αντόρνο πώς είναι δυνατό «να αποκηρύσσει τον αποχωρισμό και παρ’ όλα αυτά να μένει απόμακρος και αποκομμένος». Πιθανώς επειδή αυτό είναι ένα ακόμα από τα πλήγματα της εξορίας: γιατί αναγκάζει τον καθένα να ακολουθήσει τα μονοπάτια της προσωπικής του διασποράς, συντρίβει κάθε απόπειρα συλλογικής δράσης. (σ. 40)

Από την άλλη πλευρά ο Λαουρεάνο: Συμμετέχει στον ισπανικό εμφύλιο από την πλευρά των Δημοκρατών επειδή πιστεύει πως το να μη συμμετέχεις ενεργά στα γεγονότα, είναι η καταδίκη των δειλών και των μετρίων. Ερωτοτροπεί και αργότερα ερωτεύεται όχι μόνο για να ξεγελάσει τον θάνατο, όπως συνέβαινε σε παρόμοιες περιστάσεις, αλλά και ως στάση ζωής ενός ενθουσιώδους νέου που επιθυμεί να βιώσει όλες τις πλευρές της νεότητάς. Έτσι αυτοί οι δυο αντιστικτικά διαφορετικοί χαρακτήρες είναι θύματα της ίδιας ιστορικής συγκυρίας. Αμφότεροι θεωρούνται μολυσματικοί και ανεπιθύμητοι στη χώρα όπου βρίσκονται και προσπαθούν να σταθούν όρθιοι απέναντι στη αίσθηση του αργού θανάτου, όπως παρομοιάζουν την κατάστασή τους, μια κατάσταση πραγματικού και ψυχολογικού τράνζιτο, για να θυμηθούμε και το φερώνυμο μυθιστόρημα της Άννα Ζέγκερς. Κάθε άλλη ομοιότητα μεταξύ τους σταματά εδώ.
Ο Αρπάια κατορθώνει να οργανώσει άψογα το ετερόκλητο και ατίθασο αυτό υλικό. Το κατανέμει σε σχετικά σύντομα κεφάλαια μελετημένης κλιμάκωσης των εσωτερικών συναισθημάτων αλλά και της εξωτερικής δράσης. Εμποτίζει τις ρεαλιστικές του περιγραφές με στοιχεία βιογραφίας, ιστορικού χρονικού αλλά και λογοτεχνικότητας, συνδυάζοντας βεβαίως αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα.

Ήδη από την αρχή της αφήγησης αντιλαμβανόμαστε πως αυτοί οι τόσο διαφορετικοί, αλλά αρχετυπικοί χαρακτήρες θα συναντηθούν. Πριν όμως από την μοιραία και προοικονομηθείσα διασταύρωση των κόσμων που αντιπροσωπεύουν, έχουν αμφότεροι αισθανθεί πως η ιστορία τους έσπρωχνε μπροστά, σαν την ατμομηχανή που οδηγεί το τρένο. Και οι δύο ένιωθαν «τον χρόνο να τους αφαιρεί μέρες από την τσέπη», σαν κλέφτης και αναρωτιούνταν: πώς και πότε αντιλαμβάνεται κανείς πως είναι η ώρα να φύγει; Ο Μπένγιαμιν επί πολλούς μήνες τηρεί στάση αναμονής, αφήνοντας τον «άγγελο της ιστορίας» να ορίσει τα βήματά του – ίσως γι’ αυτό είχε πάντα μαζί του έναν και μοναδικό πίνακα που κατάφερε να διασώσει, τον Angelus Novus του Κλέε, το μυστικό του έμβλημα.

Αν ο Μπένγιαμιν αντιπροσωπεύει το πνεύμα και τον λόγο, ο Λαουρεάνο προτάσσει την αποφασιστικότητα και την πράξη. Ποια είναι άραγε η απάντηση ανάμεσα στο δίλημμα (απόλυτη) σκέψη ή (απόλυτη) δράση; Κατά μια ιδιόμορφη σύμπτωση που συμβαίνει μόνο στον θαυμαστό κόσμο της λογοτεχνίας ο ίδιος ο Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο, έγραφε: Αποτελεσματική λογοτεχνική έκφραση προκύπτει μόνο από την αυστηρή εναλλαγή πράξης και γραφής. Μένει να αναρωτηθούμε εμείς αν το ίδιο ισχύει και για τη ζωή.

Συντεταγμένες: εκδ. Ίνδικτος 2008, μτφ. Χρύσα Κακατσάκη, σελ. 377. (Bruno Arpaia, L’ angelo della storia, 2001).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 18, καλοκαίρι 2009. Στις φωτογραφίες: ο βιογραφούμενος, ο πίνακας του Κλέε και ο βιογράφος.

24
Μάι.
08

Άντριου Γουίλσον – Patricia Highsmith. Zωή στο σκοτάδι.

 

Φάκελος φιλοξενούμενης/βιογραφούμενης: H Χάισμιθ, αγαπημένη πολλών αγαπημένων μας (από τον Leonard Cohen και τον David Bowie μέχρι τον Marc Almond και τον Nick Cave) υπήρξε σπάνια συγγραφική και ψυχολογική περίπτωση. Αυτή η αλκοολική, εριστική, ανορεξική και με μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου συγγραφέας, αντιεμπορική για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δημιούργησε τον περίφημο αμοραλιστή δολοφόνο Τομ Ρίπλεϊ, που στοίχειωσε 5 μυθιστορήματά της, μουτζουρώνοντας δια παντός τον χάρτη της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Ρίπλεϋ, ψυχρός δολοφόνος από τη μία, με αγάπη για τα πιο φίνα πράγματα της ζωής από την άλλη (διαβάζει Σίλλερ και συγκινείται μέχρι δακρύων μπροστά στον τάφο του Κιτς) παρέσερνε τον αναγνώστη σε ταύτιση μαζί του, εξασθενώντας τις ηθικές του αντιδράσεις και κάνοντάς τον να ελπίζει πως θα γλιτώσει την τιμωρία. Και πράγματι ο νέος ήρωας – ενσαρκωτής του «κακού» πάντα διέφευγε!

Από μικρή γοητευόταν από τα «ανώμαλα» ψυχολογικά φαινόμενα και τις «αποκλίνουσες» συμπεριφορές, κυρίως όμως από το μοτίβο του διπλού ή διχασμένου εαυτού και την μεταβλητή φύση της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο Ρίπλεϋ άλλωστε χαρακτηριζόταν από παθολογική αίσθηση μίσους για τον εαυτό του, από την επιθυμία να αποβάλει το δέρμα του, να ενδυθεί την προσωπικότητα ενός άλλου. Αποτελούσε άλλωστε επιθυμία και της ίδιας να «ξεγλιστράει» μακριά από την ταυτότητά της και, απορροφώντας τις ιδιότητες των γύρω της, να γίνεται κάποια άλλη.

Μου αρέσουν εκείνοι που πάνω τους η πάλη είναι εμφανής.
Η Χάισμιθ πίστευε πως ο άνθρωπος προτιμά να καταστρέψει τον εαυτό του παρά να ζήσει μια ζωή λογική, προκαθορισμένη, σχεδιασμένη και προβλέψιμη, πως πίσω από το αξιοσέβαστο προσωπείο του βρίσκεται ένα μπερδεμένο κουβάρι αντιφάσεων και διεστραμμένων επιθυμιών. Αυτή η διαφορά μεταξύ του εσώτερου εαυτού μας και της μάσκας που επιλέγουμε να δείξουμε στον έξω κόσμο της διήγειρε την έμπνευση.

Συμφωνούσε με την θεωρία του Αντρέ Ζιντ, πως τα αισθήματα που είναι προσποιητά μπορούν να γίνουν αποδεκτά και να προκαλέσουν τόση χαρά και ικανοποίηση όσο και τα πραγματικά αισθήματα και πως τα μυθιστορήματα παρουσιάζουν συχνά στον αναγνώστη άντρες και γυναίκες που συμπεριφέρονται λογικά, ενώ στην πραγματική ζωή είναι σύνηθες να συναντά κανείς ανθρώπους με παράλογη συμπεριφορά.

Στα κείμενά της δεν την ενδιέφεραν οι υγιείς, ευτυχισμένοι ή ισορροπημένοι άνθρωποι. Ο εγκληματίας αποτελούσε για εκείνη την ιδανική ενσάρκωση του υπαρξιακού ήρωα του 20ού αιώνα. Κάτω από την πένα της κάθε ακραία συμπεριφορά φαινόταν φυσική και ο φόνος αναπόφευκτος, σχεδόν συγχωρητέος. Στο τέλος ο αναγνώστης έφτανε στο σημείο να αποδέχεται αντιλήψεις ακόμα και ανισόρροπες ή αρρωστημένες.

Είμαι γεννημένη κάτω από δυσοίωνο άστρο (από ποίημά της, 1942)
Η σκληρή παιδική της ηλικία, με αλλεπάλληλες απορρίψεις, η συγκεχυμένη σεξουαλικότητά της (ένιωθε «λαθραία», «ένα αγόρι σε κοριτσίστικο σώμα»), σε συνδυασμό με την χαμηλή αυτοεκτίμηση και τις συνακόλουθες ανασφάλειες είχαν δημιουργήσει έναν δύστροπο χαρακτήρα με τρομερά συγκινησιακά ξεσπάσματα. Διχαζόταν στα δικά της δίπολα: διατύπωνε το μίσος της για την Αμερική αλλά ένοιωθε βαθιά Αμερικανίδα, η λατρεία της για τις γυναίκες είχε γκρίζες ζώνες μισογυνισμού, ήταν σκληρή εγωίστρια αλλά και εκπληκτική φίλη, οι φιλελεύθερες απόψεις της χαρακώνονταν από ρωγμές μισανθρωπίας.

Όταν δεν έγραφε, ένιωθε σα να μην υπάρχει – έβλεπε το γράψιμο ως μια καθαρτική διαδικασία εξισορρόπησης αγάπης και μίσους. Πίστευε, όπως κι ο Ζυλιέν Γκρην που την επηρέασε, πως η ευτυχία και η ικανοποίηση καταργούν τη διαδικασία της συγγραφής. Δημιούργησε έναν δικό της «φανταστικό» ρεαλισμό, όπου τα πιο ανεξήγητα φαίνονταν φυσιολογικά. Από τη μία βουτούσε κι «έπαιρνε» από τους Πόε, Κάφκα, Σαρτρ, Καμύ, Κίργκεγκωρ, Νίτσε και κυρίως τον Ντοστογέφσκι, από την άλλη παραδεχόταν πως διάβαζε φθηνά μυθιστορήματα δεύτερης κατηγορίας για να αναλύει τις τεχνικές γραφής τους.

Η ερωτομανής Χάισμιθ αντιμετώπισε τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή της ως μούσες, δοκιμάζοντας πάνω τους τις αμφίθυμες αντιδράσεις της. Κατέγραφε σχεδόν καταναγκαστικά τις συναισθηματικές και σεξουαλικές εμπειρίες της για να ξαναζωντανέψει την πεμπτουσία κάθε εμπειρίας, ώστε να μπορέσει αργότερα να τη διοχετεύσει σε κάποιο γραπτό της. Για να εκφράσει τον αμφιερωτισμό της δανειζόταν από τον Προυστ την τεχνική μετατόπισης των φύλων. Ο έρωτας μπορεί να συνοψισθεί σε μια απλή εξίσωση: από τη μια πλευρά είναι οι μέρες της ευδαιμονίας στο ξεκίνημα κάθε σχέσης, από την άλλη η αναπόφευκτη κόλαση στο τέλος.

Θέλγητρα: Η βιογραφία μιας τέτοιας προσωπικότητας δεν μπορεί να μην αποτελεί απολαυστικό ανάγνωσμα και στην συγκεκριμένη έκδοση  υπάρχουν τρεις πρόσθετοι λόγοι: Πρώτον, ο βιογράφος σε εισάγει στο κλίμα της κάθε πόλης που έζησε (Τέξας, Νέα Υόρκη, Μεξικό, Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Βρετανία, Γαλλία, Ελβετία) με ολοζώντανες εικόνες και ενδιαφέροντα στοιχεία (στα τέλη των 20ς μόνο στο Μανχάταν κυκλοφορούσαν περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη!). Δεύτερον, εξετάζει τις συγγραφικές της δημιουργίες (22 μυθιστορήματα και 7 συλλογές διηγημάτων) σε όλα τα πλαίσια της γέννησής τους (τόποι, συναισθήματα, εμπνεύσεις), επιχειρώντας πλήρεις κριτικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις. Τρίτον, μπορεί η Χ. να μην αποκάλυπτε τίποτε για τη ζωή και τη γραφή της, άφησε όμως έναν τεράστιο αρχειακό θησαυρό από ημερολόγια, σημειωματάρια, επιστολές κλπ. για μετά θάνατον έρευνα. Έτσι ο Γουίλσον έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος που χειρίζεται το αχανές υλικό, μαζί τις μαρτυρίες των φίλων και των εραστών της.

Συντεταγμένες: Andrew Wilson, Beautiful Shadow: A Life of Patricia Highsmith, 2004. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Νεφέλη, 2004, μετάφραση: Ραλλού Θεοδωρίδου, επιμέλεια μετάφρασης: Μαρίνα Βενιέρη, 777 σελ. (με 2 δεκαεξασέλιδα φωτογραφιών, 74 σελίδες σημειώσεων και βιβλιογραφία της συγγραφέως στα ελληνικά). Ο βιογράφος ζει στο Λονδίνο, γράφει στις Guardian, Daily Telegraph και Daily Mail, βραβεύτηκε με το βραβείο Edgar Allan Poe για την καλύτερη βιογραφία και ήταν shortlisted για το Whitbread.

Επίγραμμα: Αν η «βιογραφία είναι το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού», όπως έγραψε ο Μπρόντσκι, τότε η ζωή αυτής της σκοτεινής ιέρειας διαβάζεται σαν το συναρπαστικότερο ρεαλιστικό μυθιστόρημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15491




Ιουλίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.035.529 hits

Αρχείο