Posts Tagged ‘Γαλλική Λογοτεχνία

17
Νοέ.
15

Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.

09
Απρ.
15

Georges Perec – Σκέψη / Ταξινόμηση

0696 PEREC-SKEPSI

Ο λίσταρχος και οι μανίες του

Εκείνο που με εντυπωσιάζει το περισσότερο στους τρόπους της ανάγνωσης είναι το εξής: όχι τόσο ότι η ανάγνωση εκτιμάται ως ψυχαγωγική δραστηριότητα, αλλά ότι, γενικά, δεν μπορεί να υπάρξει μόνη της· πρέπει να ενταχθεί μέσα σε μιάν άλλη αναγκαιότητα· πρέπει μια άλλη δραστηριότητα να την υποστηρίζει: η ανάγνωση συνδέεται με την ιδέα του ότι έχεις να γεμίσεις ένα χρόνο, ένα χρόνο νεκρό τον οποίο πρέπει να εκμεταλλευτείς για να διαβάσεις. [σ. 181]

Η περί σχετικού εντυπωσιασμού εξομολόγηση του Περέκ δεν είναι η μόνη περίπτωση όπου ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκφράζει κάτι που έχουμε στο μυαλό μας αλλά δε βρίσκουμε πουθενά γραμμένο. Η πλέον απόλυτη βέβαια ταύτισή μας αφορά την μέγιστη μανία του, την κινητήρια δύναμη της γραφής του, το παιχνίδι της ίδιας του της ύπαρξης: την λατρευτική του εμμονή σε λίστες και καταλόγους.

Perec 1

Πρόκειται βέβαια για μια μανία που δεν καθορίζει απλώς την θεματολογία των βιβλίων του, αλλά και διαποτίζει την απίστευτη ποικιλία των μορφών τους. Έγραψε μυθιστορήματα μεγάλα και μικρά, πολυπρόσωπα και απρόσωπα, κείμενα και μικροκείμενα. Δοκίμασε την κοινωνιολογία και την ρητορεία, την τοπογραφία και την πλασματική αυτοβιογραφία. Πειραματίστηκε, έπαιξε: έφτιαξε ένα μυθιστόρημα χωρίς το γράμμα e, ένα μυθιστόρημα με μόνο φωνήεν το e, 480 αναμνηστικά στιγμιότυπα, ένα ογκώδες λεπτομερέστατο μυθιστόρημα με αλγοριθμική δόμηση (το περίφημο Ζωή. Οδηγίες χρήσεως), διάφορα βιογραφήματα, 176 ενδεκάστιχα, έτερα αστυφιλικά γραπτά. Και βέβαια η τακτοποίηση και η ταξινόμηση όλου του χάους των ιδεών χαρακτήρισε και το ίδιο του το εργαστήριο.

Σε αυτό το εργαστήριο βρισκόμαστε ήδη, καθώς το βιβλίο αποτελεί μια ορθάνοιχτη πρόσκληση στον γραφειακό χώρο του δαιμόνιου συγγραφέα ο οποίος μας ανοίγει κυριολεκτικά τα χαρτιά του. Με τις Σημειώσεις για αυτά που αναζητώ χωρίζει το έργο του σε βασικές ενότητες κι έτσι γίνεται γραμματολόγος του εαυτού του! Ακολουθούν Μερικές χρήσεις του ρήματος μένω, όπου και μια λεξικογραφική «τοποσημαντική» του όρου και Σημειώσεις για τα αντικείμενα που βρίσκονται πάνω στο γραφείο μου και Μικρές σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας, με αυτονόητο περιεχόμενο. Στις Τρεις ανακτημένες κάμαρες θυμάται δωμάτια όπου κάποτε διέμεινε, ενώ Οι τόποι ενός στρατηγήματος επιστρέφουν στις τραυματικές εμπειρίες της ψυχανάλυσης.

Perec 2

Το απώτατο παρελθόν αγγίζεται και στο Θυμάμαι τα βιβλία των Malet & Isaac, όπου και ανακαλεί τα περιεχόμενα του παιδικού σχολικού βιβλίου ιστορίας! Όπως είναι φανερό, τα πάντα μπορούν να αποτελέσουν έμπνευση και καταγραφή για τον Περέκ. Δώδεκα λοξά βλέμματα ομολογούν έμμεσα την επιρροή τους από το Σύστημα της μόδας του Ρολάν Μπαρτ, 81 δελτία μαγειρικής για αρχάριους ασκούνται στην συντομογράφηση του είδους, Στοχασμοί γύρω από τα γυαλιά στοχάζονται γύρω από τα γυαλιά και βέβαια υπάρχουν κείμενα για την Ανάγνωση, την Σκέψη και την Ταξινόμηση. Ένας εύτακτος χαμός!

Γόνος Πολωνών μεταναστών στο Παρίσι (γεν. 1936), ορφανός και από τους δυο γονείς του (στα έξι του από τον πατέρα του, που έχασε τη ζωή του κατά την εθελοντική του στράτευση στον αντιναζιστικό πόλεμο, λίγο αργότερα στα οκτώ του από την μητέρα του που εξαφανίστηκε στις εκκαθαρίσεις και πιθανότατα πέθανε στο Άουσβιτς), Εβραίος αλλά ανένταχτος Εβραίος, ο Περέκ προσπαθεί να καλύψει το κενό με δικές του ιστορίες, έχοντας μια διαρκή έγνοια όχι να «θυμηθεί» αλλά να λησμονήσει. Όπως γράφει στην πολύτιμη εισαγωγή της η μεταφράστρια ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με την δέουσα ξενότητα τον πανικό και τα τραύματα της ζωής του με συνδυασμούς συμβάντων και επινοημάτων δημιουργεί έναν χωρικό μικρόκοσμο για να παγιδεύσει τον χρονικό μακρόκοσμο.

Perec 4

Κι έτσι του γεννιέται η βουλιμική επιθυμία εξάντλησης όλων των δυνατών ορίων και ειδών του γραπτού λόγου. Οι λέξεις και ο κόσμος τους γίνονται από νωρίς ο βασικός λόγος ύπαρξής του. Γνωρίζει ότι μόνο με το φάρμακον της γραφής (ίαμα και συνάμα δηλητήριο) θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τη μελαγχολία αλλά και την ναυτία από την τρέχουσα λογοτεχνία. Τα ίδια του τα κείμενα μαρτυρούν την απεγνωσμένη επιθυμία να βρει έναν μίτο μέσα σ’ αυτή την αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής του. Σα να προσπαθεί να βρει και κυρίως να επινοήσει την παιδική ανεμελιά που δεν γνώρισε.

Και όλο αυτό δεν μπορούσε παρά να γίνει με τους κανόνες των παιχνιδιών, εφόσον το ίδιο αποτελούσε από μόνο του παιχνίδι. Φτιάχνει αυτοδεσμευτικούς κανόνες, κατασκευάζει λογοπαίγνια, γράφει λογοτεχνία «με το τίποτε». Εξελίσσεται σε ιδανικό λίσταρχο, που καταγράφει και ταξινομεί με μανιακή ακρίβεια τα πάντα: όνειρα που είδε, δωμάτια όπου κοιμήθηκε, γειτονιές όπου κατοίκησε, καρτ ποστάλ που έστειλε, παιδικές αναμνήσεις, ημερολογιακές εγγραφές, εισιτήρια ταξιδιών, στελέχη παλαιών καρνέ επιταγών. Μια σωστή αυτοβιβλιογραφία! Οργανώνει και αρχειοθετεί το χάος του σε μια διαρκή παλινδρόμηση από το ελάχιστο στο μείζον. Από εδώ διαρκώς προκύπτουν βιβλία, άρθρα, μελέτες, μελλοντικά σχέδια.

Perec 3

Οι περίφημες Οδηγίες Χρήσεως της Ζωής του έδωσαν την δυνατότητα επιβίωσης κι έτσι σταμάτησε την εργασία που διακονούσε από το 1961 ως υπεύθυνος για την βιβλιογραφία και την ταξινόμηση στην βιβλιοθήκη ενός εργαστηρίου Νευροφυσιολογίας στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Βέβαια η εμπειρία της γραφειοκρατίας, των διαγραμμάτων, των καταλόγων, των πινάκων κλπ. μαζί με τον επιστημονικό λόγο καθόρισαν οριστικά την γραφή του. Όπως γράφει η εισαγωγέας μας, με τα κείμενά του ο Περέκ προσεγγίζει το κλίμα της νιτσεϊκής Χαρούμενης γνώσης, την αυστηρότητα του εργαστηρίου μαζί με την ευθυμία μιας αέναης, ξέφρενης γιορτής.

Αναζητώ ταυτόχρονα το αιώνιο και το εφήμερο, έγραφε στις Επανεμφανιζόμενες το 1972. Και ειδικά αυτό το εφήμερο το τίμησε με τον λόγο του όσο λίγοι· μνημείωσε το μηδαμινό, πρόσεξε το φευγαλέο, τακτοποίησε το άναρχο. Αυτός που κάποτε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, ήρθε και αυτοκαθορίστηκε μέσω της γραφής και της αυτοπειθαρχίας που αυτή επιβάλλει. Τα περισσότερα κείμενά του επιχειρούν να καταρτίσουν ακριβώς έναν κατάλογο, τον κατάλογο της ζωής του, τιθασεύοντας την άναρχη και νομαδική του σκέψη. Άλλωστε γνώριζε καλά πως Δεν θα πάψεις ποτέ να σε βλέπεις.

Perec 5

Αισθάνομαι αμυδρά πως τα βιβλία που έχω γράψει εγγράφονται, νοηματοδοτούνται μέσα σε μια σφαιρική εικόνα που έχω περί λογοτεχνίας, αλλά μου φαίνεται πως ποτέ δεν θα μπορέσω να συλλάβω επακριβώς τούτη την εικόνα που είναι για μένα ένα επέκεινα της γραφής, ένα «γιατί γράφω» στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω παρά γράφοντας, αναβάλλοντας συνεχώς τη στιγμή εκείνα όπου, παύοντας να γράφω, αυτή η εικόνα θα γινόταν ορατή, σαν ένα αναπόδραστο τελειωμένο παζλ. [σ. 54]

Εκδ. Άγρα, 2006, εισαγωγή – μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου, σελ. 248 [Penser / Classer, 1985]. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφικό σημείωμα και κατάλογος των ελληνικών εκδόσεων του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 180.

11
Ιαν.
15

Wolinski – Ανοιχτή επιστολή στη γυναίκα μου

Wol

Ο ελεύθερος γελοιογράφος απέναντι στον γελοίο κόσμο

Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά.

Εδώ κι ένα δυο μήνες έχω επιστρέψει, όπως συχνά μου συμβαίνει και σε άλλες περιόδους, στις γελοιογραφίες: ένα είδος που παραμένει περιορισμένο στα μικρά καδράκια των εντύπων και που γρήγορα καταδικάζεται σε παρελθόν, εφόσον σπάνια διατηρείται σε κάποιο βιβλίο. Αυτό το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος είναι για μένα ένα απολαυστικό … «γράφημα» που περιλαμβάνει την δύναμη της εικόνας, την ομορφιά της τέχνης και την σκέψη του κειμένου. Και τι κειμένου: της σύντομης φράσης που περιλαμβάνει λίγες λέξεις και αλλά πολλές αλήθειες. Κι ύστερα, ο συνδυασμός του σκίτσου και του λόγου (αν και όποτε υπάρχει, γιατί πάντα το σκίτσο γράφει από μόνο τις δικές του λέξεις και περιγράφει όλα όσα θέλει ακόμα και με την «σιωπή» του) έρχονται για να εκφράσουν την απόλυτη κωμικότητα των πραγμάτων και να προκαλέσουν αυτό που ελάχιστα άλλα είδη καταφέρνουν: το χαμόγελο και το γέλιο. Αλλά και την περίσκεψη και την αφύπνιση.

Η γελοιογραφική λοιπόν έφεση του τελευταίου καιρού με έστειλε στα γελοιογραφικά κείμενα του Γιάννη Καλαϊτζή [Υπάρχει ζωή μετά τα αφεντικά; εκδ. Στιγμή, 2013], που το παρουσιάσαμε εδώ), στο εξαιρετικό συγκεντρωτικό άλμπουμ του μαιτρ Κώστα Μητρόπουλου [1960 – 2015. Τα καλύτερά μας Χρόνια! εκδ. Μεταίχμιο, 2014] αλλά και στη μικρή συλλογή του Στέφανου Ιωσήφ [Άνευ λόγου…, εκδ. Μελάνι, 2014], που αμφότερα ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα περιγράψουμε με λέξεις εδώ αύριο μεθαύριο, και τέλος, επειδή πάντα πηγαίνω στο σχετικό ράφι για κάποια παλαιότερη έκδοση, σε αυτή εδώ τη συλλογή του Wolinski. Τι τραγική ειρωνεία, την μια στιγμή να σκέφτομαι πως θα ξαναθυμηθώ έναν από τους απολαυστικότερους κομικίστες και την επόμενη να μαθαίνω πως του αφαίρεσαν την ζωή στα γραφεία του Charlie Herbo κάποιοι ζηλωτές ενός ολοκληρωτισμού.

Wolinski 1

«Η κάθε μέρα είναι μια μικρή ζωή που προσπαθώ να εκμεταλλευτώ στο έπακρο» γράφει στο πρώτο κείμενο ο συγγραφέας, λίγο προτού αρχίσει να περιγράφει με πλέον ξεκαρδιστικό τρόπο τα πρωινό ξύπνημα με την γυναίκα του, την ημίωρη ασχολία της με τα βαζάκια της και τα ψσστ ψσστ των βαποριζατέρ της ενώ εκείνος επιχειρεί να ξανακοιμηθεί. Βλέποντας και τις ολοσέλιδες γελοιογραφίες που προηγούνται κάθε κεφαλαίου, νομίζουμε πως εδώ θα έχουμε μια κωμικογραφική εξιστόρηση των ούτως ή άλλως κωμικών σχέσεων των φύλων.

Και φυσικά και την έχουμε! Αλλά αυτή είναι η μόνο μια πλευρά των δεκαοκτώ σύντομων κειμένων γιατί υπάρχουν και άλλες δυο, πλέον απρόσμενες: η σύντομη βιογραφία μιας απλής ζωής και η κυριολεξία τίτλου: πρόκειται, πράγματι, για μια τρυφερή εξομολόγηση προς την γυναίκα με την οποία μοιράζεται τη ζωή του. Όχι βέβαια ότι σοβαρεύει για παραπάνω από μια σελίδα ή ότι αφήνει τίποτα όρθιο. Στην ουσία λατρεύοντας την γυναίκα του εκφράζει και το κατοχυρωμένο δικαίωμα τα παρατηρεί και να εμπνέεται από όλες τις γυναίκες του κόσμου. Ο άντρας, γράφει, έχει μάτια πρώτα απ’ όλα για να κοιτάζει τις γυναίκες σε όλες τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

B6x71YACAAAOEQy.jpg large

Ο Wolinski ξεφυλλίζει την συλλογή του με τα αντρικά περιοδικά, θυμάται την θητεία του στο Hara – Kiri, σκέφτεται τα λόγια του αρχισυντάκτη του Hustler που ήταν απαγορευμένο στην «προοδευτική» Γαλλία, όπου άλλωστε ήταν αδιανόητη και η ίδια η ιδέα της πορνογραφίας: «Δείχνουμε τα γεννητικά όργανα των γυναικών γιατί υπάρχουν άντρες που χαίρονται να τα βλέπουν και γυναίκες που δεν απεχθάνονται να τα δείχνουν. Αυτοί που μας κριτικάρουν είναι υποκριτές και στενόμυαλοι. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα πραγματικής πορνογραφίας [δημοσιεύονται φωτογραφίες με κατακρεουργημένα πτώματα από κάποιο πόλεμο]. Ορίστε, να τι είναι άσχημο, απωθητικό, φριχτό: ο πόλεμος. Οι υποκριτές που μάχονται ενάντια στην πορνογραφία υποστηρίζουν τις πολεμικές αξίες». Κι εδώ είναι η πρώτη βαθειά διαπίστωση του Wolinski για έναν κόσμο που απέκλεισε τον έρωτα από την θεοκρατούμενη και ολοκληρωτική του μορφή, τόσο ταιριαστή με την σύγχρονη συγκυρία…

Πολλοί άντρες ανακάλυπταν, χάρη στα περιοδικά αυτά, ένα τοπίο που τους ήταν άγνωστο. Είναι πιο εύκολο να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα παρά να της ομολογήσεις ότι θέλεις να χαζέψεις το αιδοίο της. να γιατί όλοι αυτοί οι σιωπηλοί άντρες, ανάμεσα σε δυο ηλικίες, όλοι αυτοί οι μετανάστες εργάτες που έρχονται από χώρες που τις κυβερνάνε παλιάνθωποι σε συνεργασία με τους φανατικούς θρησκομανείς, μαζεύονται στους κινηματογράφους μας να δουν σε γκρο πλαν το ανήκουστο θέαμα…Οι άνθρωποι αυτοί , κατά το πλείστο, είναι καλοί οικογενειάρχες που στερήθηκαν τον έρωτα ή που δε γνωρίζουν παρά τ’ αγγίγματα και τ’ αγκαλιάσματα στο μισοσκόταδο του σαββατιάτικου απογεύματος. [σ. 32]

wolinski 2

Και φυσικά ο Wolinski δεν περιορίζει το φαινόμενο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, παρά το διευρύνει σε εποχές και κόσμους. Ίσως οι νεότερες γενιές, γράφει, να ξεγυμνώνονται με απόλυτη φυσικότητα, αλλά ελάχιστοι μπορούν να καταλάβουν πως η έλλειψη του σεξ δηλητηριάζει πολλαπλώς τη ζωή. Τι γίνεται όμως όταν ακριβώς αυτή η επιθυμία της ερωτικής εικονογραφίας συγκρούεται με βασικές φεμινιστικές αντιλήψεις, τις οποίες μάλιστα θερμά υποστηρίζει η γυναίκα του; Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται ακριβώς στους σχετικούς προβληματισμούς. Ο καλλιτέχνης τάσσεται υπέρ του φεμινισμού· άλλωστε πέρα από τους αγώνες και τα αιτήματα του φαίνεται σπουδαίο και το γεγονός ότι έτσι οι γυναίκες ανακάλυψαν εκ νέου τη φιλία. Όταν όμως συναντάει οποιεσδήποτε αντιδράσεις στα έργα του, εκεί βάζει πάνω απ’ όλα την απέχθειά του απέναντι σε στερεότυπα και προκαταλήψεις. Στην εικοσαετή του μέχρι τότε συνεργασία με το Hara – Kiri (το έντυπο την συνέχεια του οποίου, να θυμίσουμε, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το Charlie Herbo) τα καλαμπούρια με τα Τάμπαξ είχαν γίνει παράδοση. Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά. [σ. 159]

Και άραγε ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός αν κυβερνούσαν γυναίκες; Ο ίδιος δεν είναι σίγουρος: αναμφισβήτητα θα έκαναν λιγότερες ανοησίες από τους άντρες αλλά ακριβώς επειδή πιστεύει ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες, αυτή η ισότητα αφορά και τα προσόντα αλλά και τα ελαττώματα. Η βλακεία, η φιλοδοξία, η δίψα της εξουσίας και η εγκληματική τρέλα αποτελούν πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αλλά όλοι εμείς, γράφει, είμαστε περήφανοι που έχουμε γυναίκες φεμινίστριες: αποτελούν εγγύηση των πλατειών μας αντιλήψεων. Ο φεμινισμός όπως η οικολογία, δεν έχουν κανένα νόημα αν δεν περάσουν στην πραγματική ζωή και στην πολιτική εξουσία. Οι γυναίκες παραμένουν τα σύγχρονα υποζύγια του πλανήτη μας.

15 Wolinski projet Hara Kiri

Στα σύντομα αυτοβιογραφικά του κείμενα βρίσκεται και η δεύτερη εξομολόγηση, που σχεδόν ειρωνικά συνδέεται με τα τραγικά συμβάντα και με τον κόσμο που θα του αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή. Ο Wolinski περιγράφει, πάντα με τον απλό και ενίοτε τρυφερά σκωπτικό του τρόπο τα παιδικά του χρόνια στη «γεμάτη μυρωδιές, θορύβους και ήλιο» Τύνιδα. Έμενε στην ευρωπαϊκή συνοικία που έμοιαζε με οποιαδήποτε πόλη του νότου, ενώ η αραβική πόλη ήταν ένας άλλος κόσμος, εντελώς ξένος και κλειστός. Θυμάται την σεμνοτυφία της οικογένειάς του όσον αφορά τις βρώμικες λέξεις, μα και πως «η ζωή φαινόταν εύκολη». Σκιτσογραφούσε από μικρός και από τα δέκα του είχε βρει κιόλας τον τρόπο να κοιτάζει τις γυναίκες «από την καλύτερη γωνία τους, εκτιμώντας τη φινέτσα του σβέρκου τους ή την ομορφιά των δοντιών τους»…

Είχε από τότε την ειλικρίνεια να παραδεχτεί ότι η ζωή των Ευρωπαίων της Αφρικής ήταν ένας κόσμος γεμάτος προκαταλήψεις, μικρότητες, βλακώδεις αρχές και ρατσισμό. Η δική του διαπαιδαγώγηση, ακόμα και ερωτική, έγινε μέσα από τα βιβλία. Τουέην, Κίπλινγκ, Τζερόμ, Βερν, Λόντον, Ουγκώ, ντε Μυσσέ, ακόμα και τα πιο δύσκολα, Μπαρμπύς, Χάξλεϊ, Τα κείμενα που διάβασε, τον έκαναν αυτόν που είναι [ήταν] σήμερα. Και δίπλα πάντα τα πολυδιαβασμένα κόμικς, Μίκυ, Robinson, Filette.

08-wolinski-grande-kermesse_f6c4311b5c

Ακολούθησαν οι Χίλιες και μια νύχτες, το Σατυρικόν και ο Καζανόβας, αλλά ο έρωτας παρέμενε ασαφής και απόμακρος. Η ντροπή του σεξ ήταν ριζωμένη σ’ ολόκληρη την ανατροφή τους, ακριβώς επειδή, όπως γράφει, η σεμνότητα και οι καταστολές του Ισλάμ επηρέαζαν κι εκείνους.

Δεν είμαι πια νέος, δεν είμαι γέρος. Μου μένουν αρκετά όμορφα χρόνια, που λογαριάζω να εκμεταλλευτώ όσο μπορέσω, γράφει στο τελευταίο του κεφάλαιο ο αγαπημένος μας κωμικός κομικίστας [σ. 169]. Είμαι σίγουρος πως από το 1978 που έγραφε αυτές τις σελίδες μέχρι πριν τέσσερις μέρες, είχε τον χρόνο με το μέρος του, δημιούργησε, συνουσιάστηκε, παρέμεινε ασυμβίβαστος στην ελευθερία του, ξεκαρδίστηκε και ξεκάρδισε αμέτρητο κόσμο. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε γελοιογραφίες, να γελάμε όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του γελοίου μας κόσμου, να σκεφτόμαστε ελεύθερα, και, αντί να πολυλογούμε, να πράττουμε. Και να διαβάζουμε, να διαβάζουμε πολύ. Αυτό και μόνο αυτό θα μας ξυπνήσει.

Verso_61383

Εκδ. Ροές, 1984, μτφ. Μίρκα Σκάρα, 173 σελ. Με 19 σχέδια του συγγραφέα. [Lettre ouverte à ma femme, 1978].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 172.

11
Νοέ.
14

Florian Zeller – Μου λες αλήθεια;

Θέατρο Κάππα

''MOY LES ALH8EIA;'' TAKHS PAPAMAT8AIOY, BANA RAMPOTA, SPYROS PAPADOPOYLOS, NIKOLETA KOTSAHLIDOY-1

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον με το κείμενο του Zeller δεν είναι μόνο οι αστραπιαίοι διάλογοι ή τα ανατρεπτικά, μερικές φορές ιλιγγιώδη βήματα προς την αποκάλυψη της ψεύτικης ζωής των χαρακτήρων του. Δεν είναι ούτε η ευφάνταστη κωμικότητα των καταστάσεων. Είναι κυρίως το γεγονός ότι καταφέρνει με θέματα τόσο τετριμμένα να κατασκευάσει ένα κείμενο πρωτότυπο και σπαρταριστό. Εδώ οι παράπλευρες συζυγικές απιστίες και τα ερωτικά δίδυμα και τετράγωνα σπαρταράνε σε γρήγορη πλοκή και ξεκαρδιστικές στιγμές.

Είναι εύκολη λοιπόν η σύγχρονη μοιχεία; Πόσο πιο επικίνδυνη γίνεται η κατάσταση όταν η ερωμένη του βασικού χαρακτήρα είναι η γυναίκα του καλύτερου φίλου του; Πόσο γερό είναι μετά το οικοδόμημα του γάμου και πόσους τριγμούς – δηλαδή ψέματα – αντέχει; Τι ψέματα λέμε στον εαυτό μας για να δικαιολογήσουμε τα ψέματα που λέμε στους αγαπημένους μας; Μέχρι πού φτάνει όλο αυτό το δίκτυο όταν το ένα μυστικό φέρνει το άλλο και το κάθε ψέμα απλώνεται σε πρόσθετα πλοκάμια;

k

Ο ήρωάς μας έχει βολευτεί με τις συναντήσεις με την ερωμένη του σε δωμάτια ξενοδοχείων μέσα στην πόλη αλλά υποκύπτει στην πίεσή της για ένα διήμερο στην εξοχή. Άρα πρέπει να εφεύρει νέα μυθεύματα και να επινοήσει κι άλλες ιστορίες· πρέπει ακόμα και να αλλάξει την φωνή του στο τηλέφωνο για να υποκριθεί την θεία που φιλοξενεί την παρτενέρ της αμαρτίας του.

Σε κάθε περίπτωση, για ένα πράγμα είναι βέβαιος: ψεύδεται για την αγάπη του, για να μην πληγώσει την γυναίκα του. Η θεωρία του αναπόφευκτού ψεύδους θεμελιώνεται στο ιερό αγαθό της αγάπης. Άλλωστε, όπως ισχυρίζεται, άλλο το ψέμα και άλλο η απόκρυψη· άλλο η παραχάραξη της αλήθειας που συμβαίνει με την αλλοίωση των δεδομένων και άλλο η άθικτη αλήθεια που απλώς παραμερίζεται με την απόκρυψη των πραγματικών περιστατικών.

''MOY LES ALH8EIA;'' TAKHS PAPAMAT8AIOY, SPYROS PAPADOPOYLOS

Είναι απολαυστικός ο τρόπος που ο αρχιψεύτης εραστής [Σ. Παπαδόπουλος] χειρίζεται μια τεράστια γκάμα ψεμάτων, από τα πιο ευρηματικά μέχρι τα πιο απίθανα. Παραληρεί και λαχανιάζει, υποκρίνεται και ελίσσεται, μεγαλουργεί και ταπεινώνεται. Τι γίνεται όμως όταν διαπιστώνει πως η μοιχαλίδα του τού έχει ήδη πει τα δικά της ψέματα; Τι θα συμβεί όταν ο φίλος του τού εξομολογηθεί ότι γνωρίζει; Τι θα αλλάξει όταν μάθει πως στο ίδιο του το κρεβάτι υπάρχει και ακόμα ερωτική ψευδολογία; Τώρα, όλοι μπλεγμένοι, όλοι βουτηγμένοι στις «απάτες» και τις αυταπάτες. Να τον αφήσουμε στα δικά του ψέματα ή να τον ρίξουμε και μέσα στα παραμύθια των υπόλοιπων; Κι αν τελικά και ο φίλος μας μάς απατάει με την δική μας γυναίκα, θα του παραπονεθούμε; Ή είμαστε φίλοι ή δεν είμαστε φίλοι!

Όσο αβίαστο γέλιο και να προκαλούν οι φράσεις των τεσσάρων είναι ορισμένες στιγμές που οι αλήθειες θρυμματίζουν όλα τα προστατευτικά τζάμια της αυταπάτης. Όταν ο δεύτερος άντρας εξομολογείται για το δράμα του κοινωνικού θανάτου, την αλλαγή δηλαδή και την απομάκρυνσή των άλλοτε καλών μας φίλων, ετοιμαζόμαστε να γελάσουμε με την επερχόμενη ντρίπλα του τρεμάμενου μοιχού, αλλά και διαπιστώνουμε ότι όσο μια τέτοια ζωή μας δίνει ζωή, άλλο τόσο και περισσότερο μας την αφαιρεί. Από την άλλη, ο πιο τρομακτικός μέσα στην κωμικότητά του ισχυρισμός του ερωτιάρη ψεύτη, πως το τέλος των ψεμάτων θα είναι και το τέλος του πολιτισμού, είναι εφιαλτικά αληθινός!

''MOY LES ALH8EIA;'' SPYROS PAPADOPOYLOS, TAKHS PAPAMAT8AIOY, BANA RAMPOTA, NIKOLETA KOTSAHLIDOY-1

Ο συγγραφέας χειρίζεται έξοχα το πνεύμα της κωμωδίας, με στοιχεία σύγχρονα αλλά και διαχρονικά, από τον Ζορζ Φεϊντό ως τον Σασά Γκιτρί. Ενδιαφέρουσα θα είναι η σύγκριση με το έργο του πρώτου Ξενοδοχείο ο Παράδεισος που ανεβαίνει φέτος για δεύτερη χρονιά [Θέατρο Αργώ] και το οποίο θα παρουσιάσουμε σύντομα. Οι διαβολικοί τέσσερις, σωστοί χαμαιλέοντες με αγγελικά πρόσωπα υποκρίνονται περίφημα στον διπλό τους ρόλο, απέναντί μας και μεταξύ τους. Ο δε κύριος με το σμόκιν, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις σκηνές και αλλάζει την θέση των επίπλων είναι ο ανώνυμος τρίτος που με τις γκριμάτσες του σχολιάζει τα γελοία μας καμώματα.

Μετάφραση: Νικολέτα Κοτσαηλίδου. Σκηνοθεσία: Σπύρος Παπαδόπουλος. Παίζουν: Σπύρος Παπαδόπουλος, Τάκης Παπαματθαίου, Βάνα Ραμπότα, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Στέλιος Πέτσος. Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς. Κοστούμια: Μάκης Τσέλιος. Μουσική: Παναγιώτης Τσεβάς. Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ. / Θέατρο Κάππα / Κυψέλης 2, 210 – 8827000 – 210 7707227 / Τετάρτη – Πέμπτη: 19:00 λαϊκή απογευματινή, Παρασκευή: 21:00, Σάββατο: 18:00 και 21:00, Κυριακή: 20:00. / Διάρκεια: 90΄/ Και συνεχίζεται η φιλοξενία 30 ανέργων την ημέρα σε όλες τις παραστάσεις, με την επίδειξη της κάρτας ανεργίας.

[Florian Zeller, La verité, 2011]

05
Σεπτ.
14

Amélie Nothomb – Αντίχριστη

1Η απολαυστικότατη Αμελί Νοτόμπ συνεχίζει ακάθεκτη να γράφει ένα βιβλίο ανά χρόνο, μια νουβέλα στην οποία έχει καθιερώσει το απόλυτα προσωπικό της ύφος, όπου η εκάστοτε σκληρή, κάποτε οριακή ιστορία φορτίζεται με αγκάθινους διαλόγους, διάχυτη ειρωνεία και μια διαρκή διαμάχη ανάμεσα στην διάχυτη επιθετικότητα των ανθρώπων και την ήττα της λογικής, ακριβώς όπως εκφράζονται στις σύγχρονες περιστάσεις. Έχουν περάσει έξι χρόνια από την τελευταία μετάφραση βιβλίου της Νοτόμπ στη γλώσσα μας [Ημερολόγιο του χελιδονιού, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2008] και ομολογώ ότι μου έλειψε η γραφή της.

Amélie Nothomb 3Η αφηγήτρια ονομάζεται Λευκή είναι μια δεκαεξάχρονη μαθήτρια που περιμένει μόνο τους άλλους να την πλησιάσουν και αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή με την συνομίληκή της Κρίστι, που είναι κοινωνική και δημοφιλής. Έτσι όταν γνωρίζονται η πρώτη πρόθυμα θα προτείνει στην δεύτερη να την φιλοξενεί στο σπίτι κάθε Δευτέρα, για να αποφεύγει τις μεγάλες αποστάσεις ως το σπίτι της. Ήδη από την πρώτη τους αυτή συμφωνία οι όροι αντιστρέφονται: δεν μοιάζει να της κάνει εξυπηρέτηση αλλά να την ικετεύει.

Η Κρίστι ταπεινώνειτην οικοδέσποινά της με μια απόλυτη χαρά κυριαρχίας, από την οποία αντλεί πλήρη ευχαρίστηση. Ήδη στην πρώτη της επίσκεψη την αναγκάζει να γυμνωθεί για να δοκιμάσει ένα φόρεμα και την προσβάλει για το σώμα της – το μοναδικό χειροπιαστό αγαθό που αισθάνεται πως διαθέτει. Δεν της απευθύνει ποτέ το λόγο, οικειοποιείται το δωμάτιο της, γοητεύει τους γονείς της, τους αποκαλεί με το μικρό τους όνομα, κερδίζει στην σύγκριση με την κόρη τους. Στο σχολείο, από την άλλη, όταν την αγνοεί πλήρως.

Amélie Nothomb 5_by_emily89Έχοντας σταδιακά εξασφαλίσει μόνιμη στέγη με μόνο αντίτιμο να την γελοιοποιεί δημοσίως, η Κρίστι αφιερώνει τον χρόνο της στην αυτοπροβολή. Σμιλεύει προσεκτικά την παρουσία της, με βάση «το αρχέτυπο της μόλις ανθισμένης παρθένας, ζωηρής και συνάμα εύθραυστης, αυτό το ιδανικό που έχει επινοήσει ο πολιτισμός ώστε να παρηγορείται για την ανθρώπινη ασχήμια», όπως καυστικά σκέφτεται η Λευκή. Η Λευκή δεν υποφέρει πλέον από μοναξιά, αλλά από εγκατάλειψη και με την διαρκή αίσθηση τιμωρημένης. Οι γονείς χάνουν την αξιοπρέπειά τους κι αυτή τα τελευταία απομεινάρια στοργής. Μόνο μέσα από τα μάτια της πλέον μπορεί να δει τον εαυτό της – και να τον μισήσει ακόμα περισσότερο. Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι η Κρίστι είχε δει το πρόβλημά της και το εκμεταλλεύεται: έχει δει ένα κορίτσι που ως σήμερα υπέφερε φρικτά επειδή δεν υπήρχε και κατάλαβε ότι μπορεί περίφημα να χρησιμοποιήσει αυτό τον πόνο.

Όσοι πιστεύουν ότι το διάβασμα είναι μια φυγή βρίσκονται στον αντίποδα της αλήθειας. Με το διάβασμα έρχεται κανείς ενώπιον του πραγματικού στην πιο συμπυκνωμένη μορφή του – κάτι που παραδόξως είναι λιγότερο τρομακτικό από το να ’χει να κάνει με τις ατέρμονες αραιώσεις του. [σ.114]

img449Η μόνη διαφυγή είναι, για άλλη μια φορά η ανάγνωση. Εφόσον για την οικογένειά της ήταν πάντα αόρατη, εκμεταλλεύεται το γεγονός και διαβάζει μέρες ολόκληρες χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς. Από τον καιρό της Κρίστι βέβαια και μετά η ανάγνωση μοιάζει με διακεκομμένη συνουσία. Εφόσον η εγωπαθής φιλοξενούμενη δεν μπορεί να οικειοποιηθεί την απόλαυση της, προσπαθεί να την εκμηδενίσει με παθολογική ζήλεια. Το ίδιο κάνει και με τις πρώτες δειλές ερωτικές απόπειρες της Λευκής. Η Λευκή πλέον έχει απλά μια υποψία ταυτότητας: είναι ο Δορυφόρος της Κρίστι. Δεν της αναγνωρίζει παρά έναν έρωτα υπεράνω πάσης υποψίας: για τον εαυτό της. Και λυπάται που η γελοιότητα δεν σκοτώνει τον φορέα της. Αν το δικό της βέλος είναι έτοιμο να εκτοξευτεί με όλη την διάθεση προς τον κόσμο, της Κρίστι έχει την μικρότερη δυνατή εμβέλεια: κατευθύνεται στον ίδιο της τον εαυτό.

Amélie Nothomb 2Το δύσκολα μεταφράσιμο δίπολο των ονομάτων Blanche και Christa απηχεί τους αντίστοιχους ψυχισμούς των δυο ηρωίδων και εύλογα καταλήγει στον τίτλο Antéchrista. Συχνά οι σκέψεις της Λευκής εκφράζονται με ευφυέστατη ειρωνεία η οποία όμως αδυνατεί να εξωτερικευτεί σε λόγο. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι οι συγκρουόμενοι εσωτερικοί της μονόλογοι που εκφράζουν ακριβώς την διαμάχη εντός της. Πώς είναι τελικά καλύτερα, μαζί της ή μόνη της;

Λόγος υπέρ Κρίστι: Έχει κάτι να προσφέρει στον καθένα. Εσύ δεν έχεις τίποτα για κανέναν, ούτε για σένα. / Εκείνη μπορεί να είναι ματαιόδοξη και ηλίθια, αλλά τουλάχιστον είναι αγαπητή. / Πάντα ονειρευόσουν να είσαι κοινωνική, και τώρα είναι η ευκαιρία της ζωήAmélie Nothomb 1ς σου. / Μια τέτοια συμπεριφορά ίσως θα είναι λυτρωτική, μπορεί να σε γιατρέψει από τις αρρωστημένες σου αναστολές. / Η Κρίστι θα σου μάθει τη ζωή. / Πρέπει πάντα να πηγαίνεις στην κατεύθυνση της ζωής, να μην της προβάλλεις αντίσταση. Αν υποφέρεις, είναι επειδή την αρνείσαι.

Αντίλογος: Αν δεν σέβεσαι εσύ τον εαυτό σου, μη σου κάνει έκπληξη που δε σε σέβεται κι εκείνη! / Βρίσκεις πάντα δικαιολογίες, πόσο χαμηλά πρέπει να πέσεις για να αντιδράσεις; / Δειλή! Με πόσα λόγια μεταμφιέζεις τη δειλία σου; / Πώς αποδέχεσαι την ύστατη υπεξαίρεση, την ιδιοποίηση του δωματίου σου και του ίδιου σου του κρεβατιού; Το θησαυροφυλάκιο των παραμελημένων κοριτσιών, τον ονειρικό χώρο ενός προσωπικού δωματίου, κι αυτόν ακόμη θα μου τον έπαιρναν. Δεν κοιμήθηκα. Ένιωθα βαθειά μέσα μου τι ήτα αυτό που έμελε να μου αφαιρεθεί. Το ιερό μου, από τότε που γεννήθηκα, ο ναός των παιδικών μου χρόνων, το αντηχείο των εφηβικών κραυγών μου. Η Κρίστι είχε πει ότι το δωμάτιό μου δεν έλεγε τίποτα. Έτσι ήταν: μ’ αυτό τον τρόπο το δωμάτιο έλεγε κάτι για μένα. [σ. 44]

Amélie Nothomb 8Όσο προχωρούν οι σελίδες, τόσο περισσότερο αναρωτιέται κανείς πώς θα τελειώσει το μαρτύριο της πραγματικής ηρωίδας, που φέρει τις αδυναμίες αναρίθμητων ανθρώπων. Η νέμεση που μηχανεύεται είναι ευφυής, βιώνεται με συντριπτική ανωτερότητα και περιβάλλεται από με απόλυτη σιωπή. Φυσικά ποτέ δεν αποδίδεται απόλυτη δικαιοσύνη· τα θύματα δεν είναι ποτέ όπως πριν, οι θύτες αναζητούν τη νέα τους λεία. Ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο στο ιδιότυπο ύφος της Νοτόμπ, που καταφέρνει στον καθιερωμένο αριθμό σελίδων να δημιουργήσει στον αναγνώστη φορτισμένα συναισθήματα, που επιδίδονται σε άγριο αγώνα επικράτησης, ακριβώς όπως οι πράξεις και οι λόγοι των προσώπων στην αρένα των διαπροσωπικών σχέσεων. Τα βιβλία της Αμελί δεν θα γίνουν ποτέ ταινίες σαν την Αμελί. Είναι για να διαβάζονται με σφιγμένο στομάχι και να καταπίνονται σαν γλυκό δηλητήριο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, μτφ. Μαρία Καλλιθράκα – Μοσχοχωρίτου, επιμ. Κώστας Λιβιεράτος, σελ. 122, με δισέλιδες σημειώσεις του επιμελητή [Antéchrista, 2003].

Σύντομα δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 162 / Anti-Amelie.

Ένα ακόμα βιβλίο της Αμελί Νοτόμπ εδώ.

28
Αυγ.
14

Πιερ Μισόν – Ρεμπώ ο γιός

ΑναφέροMichonυμε ότι η Βιταλί Ρεμπώ, το γένος Κυΐφ…αυτή είναι αρχή αλλά και ο τίτλος του πρώτου από τα επτά κεφάλαια μιας ιδιαίτερης, διαφορετικής βιογραφίας· της εξιστόρησης του βίου ενός γιου που έγινε ποιητής αλλά και ενός ποιητή που υπήρξε γιος. Από τις πρώτες του λέξεις ο Μισόν γράφει τι «γνωρίζουμε» και τι «δεν γνωρίζουμε» υποσκάπτοντας κάθε παραδεδομένη αλήθεια και αναζητώντας κάθε απαράδοτη πτυχή του Ρεμπώ. Ας πούμε, τι ξέρουμε για τον ελαφρόμυαλο λογαχό πατέρα του; Ότι έγινε ολοζώντανός ένα φάντασμα, στο πουργατόριο των μακρινών φρουρίων όπου δεν υπήρξε πάρα ένα όνομα». Και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε; Αν με το δίκιο του εγκατέλειψε τη ζοφερή ύπαρξη του γιου για να μην παρασυρθεί στο ζόφο της ή αν εκείνη έγινε τόσο ζοφερή εξαιτίας της αναχώρησής του. Είναι από την αρχή φανερό πως όλες αυτές οι λέξεις των πιθανοτήτων και των [μη] εικασιών θα έχουν την πλέον πυκνή και ποιητική εκφορά. Μισόν είναι αυτός!

Ο νεαρότατος Ρεμπώ είχε εξαρχής μια ζωντανήarthur-rimbaud01 ελκτικότητα για το αρχαίο παιχνίδι των στίχων· από τρυφερή ηλικία δοκίμαζε στίχους στα γαλλικά και τα λατινικά, με σύμπλεκτες την οργή και την ευσπλαχνία, έτοιμες να σκάσουν σαν πυροτέχνημα στα χέρια του. Κάλυπτε ολόκληρες σελίδες διατετραγωνισμένες ενώ στεκόταν αποστασιοποιημένος μπροστά στο φωτογράφο ο οποίος εκείνες τις εποχές «έμπαινε κάτω από μια μαύρη κουκούλα, για να μηχανευτεί το μέλλον από το παρελθόν». Μα στην ζωή εκείνης της εποχής ήταν οι ζωγράφοι που εμπορεύονταν τον χρόνο φτιάχνοντας τα πορτρέτα των ανθρώπων (άρα και των συγγενών του ποιητή) και όχι ακόμα τα άλατα του αργύρου στο μαύρο θαυματουργό κουτί του φωτογράφου.

5Στην πρώτη στροφή θα τον περίμενε ο Κανόνας και ροκάνι της δοκιμασίας θα αποτελούσε ο δωδεκασύλλαβος της γαλλικής, με όλες του τις πανουργίες. Μέσα στην σχολική αίθουσα θα έχει δάσκαλο – ποιητή τον Ζωρζ Ιζαμπάρ, «έναν από τους ανθρώπους εκείνους χάρη στους οποίους ο κόσμος μπορεί να διαρκεί, για τους οποίους το κακό είναι αλλού, πάρα πολύ κοντά αλλά έξω, πανταχού παρόν αλλά ιάσιμο, από τους ανθρώπους εκείνους παλαιάς κοπής», κάποιος που αν …

… τον είχες ρωτήσει τι κατά τη γνώμη του ήταν η ποίηση, θα αποκρινόταν χωρίς άλλο κοκκινίζοντας, σαστίζοντας, βγάζοντας ίσως τα γυαλιά του για να τα σκουπίσει απ’ το θάμπωμα μRimbaud_by_COVOε το μαντήλι του, και μάλλον κοιτώντας έξω από το παράθυρο παρά εσένα, θα αποκρινόταν θρασύς και πανικόβλητος ότι ήταν μια υπόθεση της καρδιάς χάρη στην οποία η γλώσσα στολίζεται σαν νύφη ή από τον Μπωντλαίρ και ύστερα τα μάτια της φτιασιδωμένα, συφιλιδική, αλλά επιφανής και λαμπροστόλιστη, σαν επηρμένη πόρνη…[σ. 30]

Στο άλλο άκρο η μητέρα του Βιταλί, έκβλητη από την υική στοργή, αποκλεισμένη και χλευασμένη, εξαφανίζεται από την σύναξη των ορατών υπάρξεων και καταφεύγει εντελώς μέσα στο γιο της, στην σκοτεινή εκείνη κρύπτη όπου δεν έχουμε συνείδηση των πράξεών μας. Και στην επόμενη ιστορία, ο παρνασσιστής και συμβολιστής Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, στον οποίο ο έφηβος Ρεμπώ έστειλε στίχους γεμάτους από θηριώδη φιλοδοξία, δεινότητα ή εργασία, από εκείνο το δαιμόνιο, εκτός αν ήταν…

Rimbaud_in_Harar [Ethiopia]… η υπερφυσική εκείνη ιδιότητα η οποία δεν εκδηλώνεται ποτέ καθαυτή, γύρω από το κεφάλι του ανθρώπου ή μέσα στο σώμα του ζωντανή και ορατή, ούτε φωτοστέφανο, ούτε αλκή, ούτε ομορφιά, ούτε νεότητα, αλλά που εκδηλώνεται ωστόσο σε μηδαμινά αποτελέσματα και την εξακριβώνουμε στην τελειότητα μικρών κομματιών οργανωμένης γλώσσας περισσότερο ή λιγότερο μακροτενών, γραμμένων μαύρο πάνω σε άσπρο. Ξέρουμε ότι τα κομμάτια αυτά είναι εν γένει μηδαμινά. Ποτέ δεν ξέρουμε αν είναι τέλεια, εμείς που τα διαβάζουμε, ή αν στην παιδική μας ηλικία μας το σφύριξαν ότι ήσαν τέλεια, κι εμείς με τη σειρά μας το σφυρίζουμε σε άλλους χωρίς τέλος· εκείνος που τα γράφει δεν το ξέρει περισσότερο, μάλλον λιγότερο, δεν το ξέρει παρά τη στιγμή που ζευγαρώνει τους δωδεκασύλλαβους, τη στιγμή που συναρμόζοντας χωρίς περιχείλωση, σαν εγκοπή και τόρμος αναγαλλιάζουν τραχιά, κλειδώνουν μεταξύ τους με τον θριαμβευτικό κρότο των γνάθων, και τελείωσε·… [σ. 39 – 40]

La_tronche_à_machin_par_Ernest_DelahayeΑν λοιπόν υπάρχει το αόρατο εκείνο φωτοστέφανο που φημίζονται πως έχουν ορισμένοι στο κεφάλι τους και που μεταβιβάζεται σαν μόσχευμα από τους γεροντότερους στους νεώτερους, τότε ήταν ο Μπανβίλ εκείνος από τον οποίο το ζήτησε ο Ρεμπώ. Κι ύστερα, η ορμή προς την ζωή, η αμφιβολία αν πολέμησε μαζί με εκείνους της Κομμούνας, αν είχε την ευχαρίστηση ή την φρίκη να σημαδεύει με το τουφέκι του έναν πρόδηλο εχθρό ή το κακό αυτοπροσώπως, και ξανά στοχασμός και εικασίες πάνω στις φωτογραφίες, η είσοδος του Βερλαίν στην ιστορία, ο έρωτας «που έγινε βλαβερός όπως το συνηθίζει», οι δυο ποιητές κυνηγημένοι από τον συζυγικό παράδεισο στο σπίτι του Κρο ή στο Ξενοδοχείο των Ξένων, αψέντι και ανάθεμα, και στο τέλος ο αλληλοσπαραγμός γιατί οι χαρακτήρες τους ήταν «ιδανικά ενάντιοι όπως είναι ο ήλιος και το φεγγάρι», το μεθυσμένο καράβι που έγραψε σαν να επρόκειτο να πεθάνει, ο αποχαιρετισμός στην Ευρώπη…

Ένα michon 1πυκνό βιβλίο στον γνώριμο, ξέχειλο λογοτεχνικότητας λόγο του Μισόν, που διεκδικεί προσεκτική ανάγνωση λέξη τη λέξη, με μακριές, λεπτές προτάσεις, που κάποτε καλύπτουν και μια ολόκληρη σελίδα, με πλοκάμια υποπροτάσεων και παρεκβάσεων, αυτοαναφορικό και ποιητικό, γεμάτο χρονικές παλινδρομήσεις μέσα στη ζωή του ποιητή αλλά και μεταξύ του τότε και του συγγραφικού τώρα, μια ασφυκτική σύνθεση που προσπαθεί στις λιγότερες δυνατές σελίδες να χωρέσει όλες τις εποχές στην κόλαση, όλες τις φυγές και τις επιστροφές του, τα ποιήματά του μέσα του και τα ποιήματά του μέσα μας.

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 145 [Pierre Michon, Rimbaud le fils, 1991]. Στις  ασπρόμαυρες εικόνες ο Ρεμπώ στο Χαράρ της Αιθιοπίας και σχεδιασμένος από τον Ernest Delahaye [La Tronche à Machin, 1875].

19
Αυγ.
14

Nancy Huston – Χαμένος βορράς. Δώδεκα Γαλλίες

0566 HUSTON-XAMENOS VORRASΗ διγλωσσία, η ξενικότητα και οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Το εντελώς μοναδικό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας είναι ότι δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Δύσκολο για κάποιον εκπατρισμένο να μην έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος, ενώ οι εκπατρισμένοι μπορούν σε όλη τους τη ζωή να βαυκαλίζονται με μια γλυκιά αυταπάτη συνέχειας και βεβαιότητας. [σ. 20]

1. Η μόνη καταγωγή

Την εποχή που η συγγραφέας γράφει το βιβλίο συμπληρώνονται εικοσιπέντε χρόνια ζωής στη Γαλλία [1973 – 1998]. Αλλά εκείνη νοιώθει πάντα παιδί της χώρας της επειδή εκεί πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Και τίποτα δεν μοιάζει με τα παιδικά χρόνια, είναι βέβαιη. Άλλωστε δεν είναι καθόλου το ίδιο να περνάς τα εικοσιπέντε πρώτα χρόνια της ζωής σου σε μια χώρα ή οποιαδήποτε άλλα εικοσιπέντε χρόνια. Τώρα νιώθετε Γαλλίδα; την ρωτούν συχνά. Οι εκπατρισμένοι είναι αιωνίως εκτεθειμένοι σε ανόητες ερωτήσεις, σκέφτεται κι εκείνη συχνά και αναρωτιέται τι να σημαίνει το να νιώθεις Γαλλίδα. Από τι θα το καταλάβεις; Και θα γίνει ποτέ κανείς Γάλλος αν δεν του δώσεις γαλλικά παιδικά χρόνια;

hustonnancyΗ συγγραφέας είναι απόλυτη: η παιδική ηλικία, κοντινή ή μακρινή, βρίσκεται πάντοτε μέσα μας. Κάποτε στην επισήμανση ενός αναγνώστη της πως ορισμένα της μυθοπλαστικά θέματα όπως η έκτρωση ή η παιδοκτονία είναι καθαρά γυναικεία ζητήματα, εκείνη του απάντησε, ότι μπορεί ως άνδρα να μην τον αγγίζουν, αλλά ως παιδί θα συμφωνούσε ότι αφορούν όλο τον κόσμο. Και στην διαμαρτυρία του πως δεν είναι παιδί, του απάντησε: Μα και βέβαια είστε παιδί· είμαστε όλες οι ηλικίες μας συγχρόνως, δεν το πιστεύετε; Η παιδική ηλικία είναι σαν τον πυρήνα του φρούτου: το φρούτο, μεγαλώνοντας, δεν γίνεται κούφιο! Δεν σημαίνει ότι επειδή η σάρκα ωριμάζει, ο πυρήνας εξαφανίζεται…

Από Βορρά σε Βορρά λοιπόν: το Κάλγκαρι που την γέννησε βρίσκεται περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με το Παρίσι που την υιοθέτησε. Χώρα της συνεπώς ο «αληθινός βορράς», έξω από σύνορα και ονομασίες – άλλωστε η χώρα όπου γεννήθηκε, ο Καναδάς, ονομάζεται έτσι μόνο τους τελευταίους δυο αιώνες – , χώρα της και η εξορία. Γεωγραφική εξορία σημαίνει ότι η παιδική ηλικία είναι μακριά. Εδώ, αποσιωπάς αυτό που ήσουν, εκεί αποσιωπάς αυτό που κάνεις εδώ. Η εξορία ταυτίζεται με τον ακρωτηριασμό, την λογοκρισία, την ενοχή. Αυτή η γεωγραφική ασυνέχεια μπορεί να κρύβει μια αντίστοιχη κοινωνική εξορία, που αντιλαμβάνεσαι όταν αναγνωρίζεις ότι δεν μοιράζεσαι πια τις αξίες εκείνων που σε γέννησαν. Η συγγραφέας άργησε να αντιληφθεί ότι και η δική της εξορία ήταν κοινωνική· δεν επρόκειτο για ένα κενό ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική αλλά ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο συστήματα αξιών.

2. Η εnancy_huston_4νσυνείδητη μίμηση

Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου έχει τον τίτλο «Η μάσκα…». Η επιλογή της εγκατάλειψης της χώρας σου για έναν πολιτισμό και μια γλώσσα άγνωστους μέχρι τότε σημαίνει την αποδοχή της μίμησης, της προσποίησης, του θεάτρου. Φορτωμένος με τις βαριές αποσκευές των προηγούμενων δεκαετιών σου, καταδικάζεσαι στην ενσυνείδητη μίμηση της ξένης γλώσσας. Η προέλευσή σου άλλωστε είναι η πληροφορία που αποκρυσταλλώνεται στο μυαλό των άλλων ως η πιο αξιοπρόσεκτη ιδιότητά σου. Εκείνη, για παράδειγμα ήταν πάντα «η Καναδέζα»· η μελαγχολική μας Καναδέζα, όπως την αποκαλούσαν αμέτρητες φορές. Αλλά εκεί που οι άλλοι είναι προκατειλημμένοι αρνητικά, εκείνη ακούει θετικά όσο τίποτε άλλο κάθε προφορά, ξενική και μη.

Είτε πρόκειται για κάποιον Αϊτινό από το Μόντρεαλ, για μια Γερμανίδα στο Παρίσι ή για έναν Κινέζο στο Σικάγο, όλα είναι μυθιστόρημα, αν το σκεφτούμε. «Α…σκέφτομαι, αυτός ο άνθρωπος είναι κομμένος στα δύο· έχει λοιπόν μια ιστορία». Διότι εκείνος που γνωρίζει δυο γλώσσες, γνωρίζει αναγκαστικά και δυο πολιτισμούς και συνεπώς το δύσκολο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη και τη επίπονη σχετικότητα των δυο πολιτισμών Και έχει όλες τις πιθανότητες να είναι κάποιος πιο εκλεπτυσμένος, πιο «πολιτισμένος», λιγότερο μονολιθικός απ’ ό,τι οι μονογλωσσικοί εκπατρισμένοι. [σ. 38]

3. Η ξενικότητα, μια μεταφορά σεβασμού

Η ξένη γλώσσα δεν αποθαnancy_huston_3ρρύνει μόνο φλυαρίες και ανακεφαλαιώσεις αλλά και σε εμποδίζει να παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Σου δίνει μάλιστα και μια σωτήρια απόσταση ως προς όλους τους άλλους «ρόλους» της ζωής σου. Για την Χιούστον η ξενικότητα αποτελεί μια μεταφορά του σεβασμού που οφείλουμε στον άλλο. Είμαστε δυο, ο καθένας από εμάς, το λιγότερο δύο, αρκεί να το ξέρουμε! Και, ακόμα και στο εσωτερικό μιας μόνο γλώσσας, η επικοινωνία είναι ένα θαύμα. (Οι ξενόφοβοι, με το μήνυμα της ταυτότητας, απλουστευτικό αλλά τόσο καθησυχαστικό, επιζητούν αντιθέτως να ισοπεδώσουν τις τραχύτητες και να διαλύσουν τις αποχρώσεις.) [σ. 38 – 39]

Ο ξένος είναι εκείνος που προσαρμόζεται και αυτή η διαρκής ανάγκη προσαρμογής μπορεί να είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για το γράψιμο. Στα ξένα τίποτα πια δεν σου ανήκει από καταγωγής, δικαιωματικά και αυτονόητα. Σε μια ξένη γλώσσα κανένας τόπος δεν είναι κοινός (ούτε κυριολεκτικά, ούτε γραμματικά): τα πάντα είναι εξωτικά. Η διγλωσσία είναι η πνευματική διέγερση κάθε στιγμής. Και η Χιούστον ως «ξένη» συγγραφέας μπορεί ευκολότερα να παραβιάζει τους κανόνες και τις προσδοκίες της γαλλικής γλώσσας. Και τουλάχιστο στο γράψιμό της δεν ακούγεται η προφορά της!

Οι εξόριστοι είναι πλούσιοι. Πλούσιοι από τις συσσωρευμένες και αντιφατικές τους ταυτότητες. [σ. 20]

Emiliano_Ponzi 134. Ακατάρριπτες λέξεις, άπιαστη μνήμη

Καθώς προχωρούν οι σελίδες, η αυτοβιογραφική γραφή της συγγραφέως βαθαίνει όλο και περισσότερο, ιδίως στο κεφάλαιο για την μη γνήσια διγλωσσία, το βασανιστήριο να μην βρίσκεις ποτέ τις λέξεις την στιγμή που τις χρειάζεσαι, την άγνωστη γλώσσα πίσω από τα σύνορα: τοίχος αδιαφανής, όρια αδιαπέραστα. Ο ξένος ψελλίζει, τραυλίζει· γίνεται σιωπηλός, άλαλος. Η παραμικρή λεπτομέρεια γίνεται βουνό. Όσες επικλήσεις κι αν κάνουμε στην παγκόσμια γλώσσα της μουσικής, στην επικοινωνία των αισθημάτων κ.ά., οι λέξεις παραμένουν ακατάρριπτες ως μέσο επικοινωνίας.

Υπάρχει βέβαια εκεί στα ξένα η σωτήρια μνήμη· αυτή η ιερή γη, αυτό το κομμάτι του εαυτού μας που δεν μπορεί κανείς να το κυριεύσει και να το αλλοιώσει, κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας στερήσει. Αλλά και αυτή είναι αναξιόπιστη, όπως και οι αναμνήσεις μας, που, διαμορφώνονται από αυτό που ζούμε κάθε μέρα, με τον ίδιο τρόπο που διαμορφώνονται και οι προτιμήσεις, οι απόψεις, οι δεσμεύσεις μας. Η μνήμη είναι ευμετάβλητη, ιριδίζουσα, φευγαλέα, άπιαστη. Τι απέγιναν λοιπόν οι σωτήριες αναμνήσεις στην Ξένη Γη; Έσβησαν από ασιτία, μαράζωσαν από έλλειψη επισκέψεων. Οι αναμνήσεις χρειάζονται επίσκεψη, τροφή, αερισμό, επίδειξη, διήγηση. Στην άγνωστη χώρα κανένα τοπίο ή πρόσωπο ή γεγονός δεν πυροδότησε το ηλεκτρικό σήμα επαναφοράς τους.

HUSTONn_A.Sagalyn5. Οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Η συγγραφέας γράφει για την ελευθερία να πηγαίνουμε αλλού και να είμαστε άλλοι μέσα στο κεφάλι μας, την ελευθερία να μην ικανοποιούμαστε από μια ταυτότητα (θρησκευτική, εθνική, πολιτική, σεξουαλική) που παρέχεται από τη γέννηση, την επίγνωση ότι έχουμε χίλια διαφορετικά πρόσωπα και ότι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζεται «εγώ».

Το να είσαι ολοκληρωτικά ανοιχτός σ’ αυτήν τη ροή, σ’ αυτήν την πολλαπλότητα, σ’ αυτήν την δεκτική ικανότητα του εαυτού σου, σημαίνει ότι βουλιάζεις μέσα στην τρέλα. Για να φυλάξουμε τη λογική, γινόμαστε μύωπες και αμνησιακοί. Οριοθετούμε αυστηρά τη ζωή μας. Χαρτογραφούμε την ίδια γη μέρα με τη μέρα, χαρακτηρίζοντάς την ως «η ζωή μου». Και τελικά η λογοτεχνία μας επιτρέπει να διευρύνουμε αυτά τα όρια, καθώς, διαβάζοντας, επιτρέπουμε σε άλλα όντα να εισχωρήσουν μέσα μας και τους δίνουμε αβίαστα χώρο, γιατί τα γνωρίζουμε ήδη. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που εξυμνεί αυτή την αναγνώριση των άλλων σε σένα και του εαυτού σου στους άλλους.

Emiliano Ponzi 19BTo επισυναπτόμενο στην έκδοση μικρό δοκίμιο για τις Δώδεκα Γαλλίες σκιαγραφεί με μικρά κείμενα τις όψεις / προσωπικές της προσλήψεις της χώρας της: Φαντασιωσική [της γλώσσας, του τραγουδιού και της ποίησης], την Θολή [με τις δυσκολίες κατανόησης και αποδοχής], Μνημειώδης [που υπερηφανεύεται για τα περασμένα της μεγαλεία, ξεχνώντας όμως το παρόν], Αριστερίστρια [των διαδηλώσεων και του ’68], Καμακατζού […], Θεωρητική [όπου και η εμπειρία της επίδρασης, της υποταγής αλλά και του απογαλακτισμού από τον Ρολάν Μπαρτ], Φεμινίστρια, Κοινότοπη, Κοσμοπολίτισσα, Κομφορμίστρια, Χλευαστική, Απόκρυφη.

Ένα τόσο σύντομο αφήγημα αποτελεί το πολυτιμότερο εγχειρίδιο κατανόησης της διγλωσσίας, της ξενικότητας και των πολλαπλών ταυτοτήτων, όχι μόνο των συνανθρώπων μας αλλά και των δικών μας εαυτών.

Εκδ. Άγρα, 2000, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 133 σελ. [Nord Perdu / Douze France, 1999].




Μαΐου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 833,846 hits

Αρχείο