Posts Tagged ‘Δημοσιογραφία

15
Δεκ.
17

Μιχάλης Μητσός – Οι ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα ημερολόγιο του 2014

Θησαυρίσματα βίων και αποκόμματα ιδεών

Όταν η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Τρις Ο’ Κέιν ερευνούσε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Γουατεμάλα, και έβλεπε τους ξένους οικολόγους να έρχονται για να μετρήσουν τους πληθυσμούς των πουλιών, το θεωρούσε μεγάλη ασέβεια. Ύστερα μετακόμισε στην Νέα Ορλεάνη λίγο πριν τον κυκλώνα Κατρίνα. Όταν μερικούς μήνες μετά επέστρεψε στην κατεστραμμένη, σιωπηλή πόλη είδε έκπληκτη μικρούς καφέ σπουργίτες στα κάτισχνα δέντρα. Αναρωτήθηκε πού είχαν πάει κατά την διάρκεια του κυκλώνα και πώς επέζησαν και βρήκε μόνη της την απάντηση: τα πουλιά ικανοποιούσαν τις άμεσες ανάγκες τους. Όταν έχαναν μια φωλιά, έφτιαχναν άλλη. Δεν είχαν ούτε χρόνο, ούτε ενέργεια να στενοχωρηθούν. Δέκα χρόνια αργότερα διδάσκει ορνιθολογία, ο κύκλος των μαθημάτων της έχει τον τίτλο Birding to Change the World και χρησιμοποιεί τα πουλιά για να δείξει πως είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας, ανθρώπινα και μη ανθρώπινα όντα.  [σ. 339]

Πρόκειται για μια από τις δεκάδες ενδιαφέρουσες έως συναρπαστικές ιστορίες που εντάσσει ο συγγραφέας στο «ημερολόγιό» του, που απαρτίζεται από τις στήλες μιας ολόκληρης χρονιάς στο διεθνές τμήμα της εφημερίδας Τα Νέα. Τι είναι αυτό που κάνει αξιανάγνωστο ένα τέτοιο βιβλίο; Ο συγγραφέας διαβάζει τα σημαντικότερα διεθνή έντυπα, είτε πρόκειται για εφημερίδες, είτε για περιοδικά, αποθησαυρίζει πολύτιμα αποκόμματα από τα πολιτιστικά και λογοτεχνικά τους ένθετα, αλιεύει όλα τα ενδιαφέροντα θέματα που προκάλεσαν κάποια συζήτηση και αξίζουν ακόμα περισσότερες και παραθέτει γνώμες και αντιγνωμίες που ζυγίζουν το ίδιο. Ανοίγει διάλογο πάνω σε λογοτεχνικά ή κινηματογραφικά έργα, προβληματίζεται σχετικά με τα συμπεράσματα εκδόσεων πολιτικής, φιλοσοφίας ή οικονομίας, και δεν παράγει – όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος – αλλά μεταγράφει για χάρη μας μιας σειρά  ιδεών που πάντα αξίζει να διαβάσουμε. Ο ίδιος διατηρεί το θάρρος της γνώμης του και διατυπώνει τις δικές του σκέψεις, ευτυχώς όχι πάντα αναμενόμενες ή «ευρέως αποδεκτές», αυτοβιογραφείται με περισσή ειλικρίνεια και συχνά ολοκληρώνει το σημείωμά του με μια έξυπνη, ενίοτε χιουμοριστική φράση.

Το σημείωμα της 29ης Ιανουαρίου αφιερώνεται στον αποθανόντα Pete Seeger, για τον οποίον η Guardian θυμίζει μια ελάχιστα γνωστή ιστορία: η μεγαλύτερη κληρονομιά του Σίγκερ δεν έχει σχέση ούτε με την μουσική ούτε με την πολιτική: είναι η σωτηρία του ποταμού Χάντσον. Την δεκαετία του 40 ο Σίγκερ έφτιαξε μια καλύβα κοντά στο ποτάμι και ζούσε εκεί με τη γυναίκα του. Ο Χάντσον ήταν τότε ένας ανοιχτός βόθρος, γεμάτος με τοξικά απόβλητα από τα εργοστάσια. Ο σπουδαίος τραγουδοποιός δεν ζήτησε την παρέμβαση των αρχών, ούτε κατέφυγε στην δικαιοσύνη. Πίστευε ότι τέτοια προβλήματα λύνονται μόνο από την βάση, από τους ίδιους τους κατοίκους της περιοχής. Κατασκεύασε την δική του ξύλινη βάρκα, πήρε την κιθάρα του κι άρχισε να ζητά με τον δικό του τρόπο από τους ψαράδες να σώσουν το ποτάμι. Έτσι έγραψε και το τραγούδι Sailing up my dirty stream. Σήμερα ο Χάντσον ανήκει σε όλους.

Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου σαφώς αποτελούν μια πρόσφορη αφορμή για το ημερήσιο σημείωμα. Κι εκεί δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς τι απέγινε η κληρονομιά σημαντικών προσωπικοτήτων όπως στην περίπτωση του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, όπου οι αναφορές εκτός Ιταλίας ήταν ακόμα λιγότερες. Ο δημοσιογράφος ανατρέχει στο πρώτο τεύχος του Αντί (και με την ευκαιρία διαπιστώνει πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό στην Ελλάδα). Ήταν μόνο 1984 όταν ο Μπερλινγκουέρ διαπίστωνε ότι οι κυρίαρχες καπιταλιστικές ομάδες και οι συγγενείς συντηρητικές ευρωπαϊκές ιδεολογίες δεν μπορούν να βρουν μια θετική λύση για την κρίση. Το σήμα κινδύνου ανάβουν τα 13 εκατομμύρια άνεργοι της Κοινότητας. Το τεράστιο δυναμικό ανθρώπινης ενέργειας, φυσικής και διανοητικής, παραμένει ανενεργό και δεν γνωρίζουν τρόπους αξιοποίησής του. Από την κριτική του σπουδαίου ηγέτη δεν γλιτώνουν και τα εργατικά, σοσιαλιστικά και λαϊκά κινήματα, που «έχουν στρέψει όλη την προσοχή τους στην υπεράσπιση των κεκτημένων δικαιωμάτων, χωρίς να διακρίνουν καθαρά το μέλλον που μας περιμένει». Και, σκέφτομαι, ήταν μόνο 1984…

Η εκατοστή επέτειος της δολοφονίας του Ζαν Ζορές επίσης δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον αριστερό τύπο, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την Ρόζα Λούξενμπουργκ. Ίσως η απάντηση να είναι ότι ο μεγάλος ειρηνιστής και ανεπανάληπτος ρήτορας μπορεί να υπήρξε το ενοποιητικό στοιχείο του γαλλικού σοσιαλισμού, αλλά είχε σοβαρές διαφωνίες τόσο με τον Μαρξ όσο και με τον Λένιν. Επικριτής του καπιταλισμού, ήταν την ίδια στιγμή αντίθετος στον αυταρχισμό και τον δογματισμό που χαρακτήριζαν την σοσιαλιστική ορθοδοξία. Ένα άρθρο στην El Pais από έναν Ισπανό διπλωμάτη ίσως διαφωτίζει περισσότερο: σε μια από τις ιδεολογικές διαμάχες που απασχόλησαν την προπολεμική Αριστερά ο Ζορές δεν πήγε με το «ρεύμα». Στην αντιπαράθεση ανάμεσα στους θεωρητικούς της επανάστασης και της ρήξης με τα αστικά κόμματα, από την μια πλευρά, και στο πραγματικό στρατόπεδο που αναγνώριζε τα πλεονεκτήματα του κοινοβουλευτισμού, από την άλλη, εκείνος τάχτηκε με τους δεύτερους, ενώ στην δεύτερη μεγάλη αντιπαράθεση της εποχής, ανάμεσα στον διεθνισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό, επεδίωξε μια σύνθεση: «Λίγος διεθνισμός σε απομακρύνει από την πατρίδα, αλλά λίγο περισσότερος σε φέρνει πιο κοντά σ’ αυτήν».

Μια άλλη αιρετική μορφή του κομμουνισμού, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης με αφορμή την ταινία του Φεράρα Παζολίνι. Ο Ισπανός συγγραφέας Χουάν Αρίας δυσκολεύεται να επιλέξει αν ήταν καλύτερος σκηνοθέτης ή ποιητής ή αν ήταν ένας αναλυτής ή ένας πολιτικός προφήτης. Χωρίς αμφιβολία, πάντως, ήταν ένας διανοούμενος που προέβλεψε την βία των εργατικών συνοικιών και κατήγγειλε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το κόμμα του, επειδή εγκατέλειψε το προλεταριάτο που ζούσε στην περιφέρεια αλλά κι επειδή «παραβίαζε και χειραγωγούσε την πραγματικότητα των σωμάτων». Ένας από τους καλούς του φίλους, ο συγγραφέας Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ γράφει πως ήταν τελευταίος άνθρωπος στον οποίο οι Ιταλοί μπορούσαν να απευθύνονται, για καλό ή για κακό. Μέχρι την δεκαετία του 70 ο κόσμος στρεφόταν ακόμα στους ποιητές για να μάθει το μυστικό της ζωής. Και ο Παζολίνι πίστευε σε αυτόν τον ρόλο, δηλαδή στην δημόσια λειτουργία του ποιητή.

Άλλα σημειώματα μας μεταφέρουν σε ωραίες ιδέες που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας μιας εφημερίδας ή και αυτοτελείς εκδόσεις. Το περιοδικό Le Point ρώτησε είκοσι «γέρους» τι τους έμαθε η ζωή. Σταχυολογώ από το κείμενο του ενενηνταδυάχρονου Ενγκάρ Μορέν: Εναπέθεσα τις ελπίδες μου στο απίθανο, που μερικές φορές πραγματοποιήθηκε, όπως με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η πτώση του Γ΄ Ράιχ έμοιαζε κι αυτή απίθανη όταν εντάχτηκα στην Αντίσταση […] Αν ειχα ένα σύνθημα να μοιραστώ, αυτό θα ήταν: Να περιμένετε το απρόβλεπτο! Η ελπίδα δεν βρίσκεται στην βεβαιότητα, αυτό μου έμαθε η ζωή.

«Το κοινοβούλιο των αόρατων» αποτέλεσε ιδέα του ιστορικού Πιέρ Ροζανβαλόν, ο οποίος παρατηρούσε ότι πολλοί Γάλλοι είναι αποκλεισμένοι από τον κόσμο των θεσμών και των μίντια, και νιώθουν ότι η ζωή τους δεν έχει καμία σημασία. Είναι αόρατοι και δεν έχουν βήμα να μιλήσουν. Ο σχετικός τόμος περιλαμβάνει μαρτυρίες και ανακαλεί στην ουσία ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που είχε επιμεληθεί ο Πιέρ Μπουρντιέ αλλά και στην προ-κοινωνιολογική έρευνα που είχε κάνει ο Τσαρλ Μπουθ στο East End του Λονδίνου και το πρόγραμμα προφορικής ιστορίας στο Σικάγο του ’50.

Ο ιστότοπος Edge.org κάθε χρόνο θέτει και ένα προκλητικό ερώτημα, καλώντας τους διανοούμενους να το απαντήσουν. Το ερώτημα της χρονιάς: Ποια επιστημονική ιδέα είναι έτοιμη να πάρει σύνταξη; Ο Ίαν Μακγιούαν απαντά πως μια μεγάλη επιστημονική παράδοση θα πρέπει να εμμένει σε οτιδήποτε διαθέτει. Η αλήθεια δεν είναι το μόνο μέτρο. Υπάρχουν τρόπο να κάνεις λάθος που βοηθούν άλλους να κάνουν το σωστό. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστείς μια παλιά ιδέα. Μπορεί να ανακύψει ξανά μια μέρα για να βελτιώσει μια προοπτική που το παρόν δεν μπορεί να φανταστεί. Και πρέπει πάντα να θυμόμαστε πώς φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε.

Μεγάλη μερίδα ύλης αφιερώνεται σε σπουδαίες προσωπικότητες, γνωστές ή άγνωστες, αλλά και σε γεγονότα μιας άγνωστης Ιστορίας. Η δημοσιογραφία είναι η τέχνη τού να φτάνεις πολύ αργά όσο το δυνατόν νωρίτερα, έγραφε ο Στιγκ Ντάγκερμαν, που βρέθηκε ως δημοσιογράφος στην μεταπολεμική Γερμανία, το 1946. Ο σπουδαίος Σουηδός αυτόχειρας ποιητής δεν άρχισε, όπως οι άλλοι ξένοι ανταποκριτές, να διαβάζει τις γερμανικές εφημερίδες αλλά έμπαινε ο ίδιος στα σπίτια των Γερμανών και έγραφε για την αφόρητη καθημερινότητά τους σε μια ερειπωμένη Γη. Σε μια περίοδο που όλοι θεωρούσαν την Γερμανία συλλογικά υπεύθυνη για τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, εκείνος έγραφε για τον ανθρώπινο πόνο και τα ηθικά διλήμματα της δικαιοσύνης.

Η πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ Η Γυναίκα στον αριθμό 6: Η Μουσική έσωσε τη ζωή μου Άλις Χερτς – Σόμερ, η γηραιότερη επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, δεν πρόλαβε να χαρεί την βράβευσή του· έφυγε σε ηλικία εκατόν δέκα ετών. Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν ως προπαγανδιστικό μέσο για να δείξουν ότι δήθεν φέρονταν καλά στους κρατούμενους. Επέτρεπαν συνεπώς συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Η ίδια ήταν παρούσα σε όλες τις συναυλίες, είτε ως μουσικός είτε ως κοινό. Η καλύτερη στιγμή της ήταν όταν έπαιξε στο πιάνο το Ρέκβιεμ του Βέρντι. Ο πλούτος της ήταν ο ίδιος ο πόνος. Όπως είπε χαρακτηριστικά: Οι πλούσιοι είναι γελοίοι. Νομίζουν πως έχουν τα πάντα, αλλά δεν έχουν τίποτα. Εμείς που επιζήσαμε στο Ολοκαύτωμα έχουμε τον πόνο που βιώσαμε, την μουσική που μας αποσπούσε από αυτόν τον πόνο, και αυτό μας κάνει πιο πλούσιους από οποιονδήποτε πλούσιο.

Ο Μητσός μας συστήνει και σε σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς, όπως ο Ζαν Ντανιέλ, ιδρυτής του Nouvel Observateur, που έλαβε μέρος στην απελευθέρωση του Αλγερίου, έγραψε δεκάδες βιβλία, έχει τακτική και ενεργή σχέση με τους αναγνώστες του μέσα από το εβδομαδιαίο άρθρο του περιοδικού του. Στα ενενήντα τέσσερά του ο Ντανιέλ δηλώνει ένας μανιακός του αισθησιασμού, του αφιερώνει μερικές έξοχες φράσεις: η σεξουαλικότητα είναι η σαρκική κατάληξη μιας ενωτικής επιθυμίας που δεν θριαμβεύει παρά όταν σβήνει. Είναι η εφήμερη δόξα της απόλαυσης. Ο αισθησιασμός είναι μια συνέργεια του δέρματος και του αγγίγματος: είναι η συμπληρωματικότητα των αισθήσεων. Η συμβουλή του προς τους εκκολαπτόμενους δημοσιογράφους είναι η αναζήτηση της ψυχής των λαών μέσα στην λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι ένα ρεπορτάζ που πηγαίνει πιο μακριά από το ρεπορτάζ. «Για να γίνετε δημοσιογράφοι, διαβάστε τους συγγραφείς».

Μπορεί το καλοκαίρι να μην υπάρχουν πάντα ειδήσεις, αλλά συμβάντα που ποτέ δεν θα περνούσαν στον τύπο της επικαιρότητας. Την 15η Ιουλίου του 1976 άρχισε να ηχογραφείται ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Tom Waits, το Tom Traubert’s Blues, που μερικές φορές αναφέρεται ως Waltzing Matilda, παραπέμποντας στην γνωστή Αυστραλιανή μπαλάντα για το ταξίδι με τα πόδια ενός ανθρώπου που κουβαλάει στην πλάτη τον σάκο με τα υπάρχοντά του. Ο Γουέιτς χρησιμοποιεί ένα παραδοσιακό τραγούδι για να αναφερθεί στις δικές του περιπέτειες με το αλκοόλ. Υπήρχε πράγματι μια Ματίλντα, μια Δανή τραγουδίστρια και βιολονίστρια, με την οποία μοιράστηκε πολλά βαλς κι άλλα τόσα οινοπνευματώδη. Στην Ευρώπη ο Γουέιτς αισθανόταν σαν στρατιώτης μακριά από το σπίτι του, άφραγκος και μεθυσμένος. Στο σπαρακτικό τραγούδι ο βραχνός τραγουδοποιός αναρωτιέται πού είναι τα χέρια που με αγκάλιαζαν και αποδείκνυαν κάποτε την αγάπη της και συντρίβεται κάτω από την ίδια του την εξομολόγηση: Της έδωσα την χρυσή υπόσχεση / ότι δεν θα χωρίζαμε ποτέ / έδωσα στην αγάπη μου ένα μενταγιόν / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά [μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς – Πάνος Τομαράς].

Βρισκόμαστε ήδη στην αχανή επικράτεια του έρωτα κι εκεί μαθαίνουμε για μια σειρά από ενδιαφέροντα βιβλία. Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κομτ-Σπονβίλ στο βιβλίο του Ούτε σεξ ούτε θάνατος. Τρία δοκίμια για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα αναφέρει για την διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες φιλίας και τις ιστορίες έρωτα. «Δεν υπάρχει κάποιο αδιάβατο χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και την φιλία. Τα όρια ανάμεσά τους πάντα μου φαίνονταν θολά, πορώδη, ρευστά. Στην πραγματικότητα, έβλεπα μια ευρεία ενδιάμεση ζώνη, που περιλαμβάνει (όπως κάνει η φιλία, στον Αριστοτέλη, με τον έρωτα) ακόμα και τα άκρα που χωρίζει ή ενώνει. Υπάρχουν ερωτικές φιλίες και φιλικοί έρωτες που μας διδάσκουν περισσότερα για την πράξη και το πάθος της αγάπης από τις υπερβολικά ευφυείς φιλίες ή τους υπερβολικά έντονους έρωτες».

Σε κάπως εκτενέστερα κομμάτια μπορεί να ζωντανεύουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συζητήσεις, όπως εκείνη μεταξύ του Τόνι Νέγκρι και του Νοτιοκορεάτη φιλόσοφου, συγγραφέα της Ψυχοπολιτικής και πρώην … μεταλλουργού Μπιουνγκ-σουλ Χαν, σε ένα θέατρο στο Βερολίνο. Ο πρώτος υποστήριξε, όπως πάντα, την ιδέα της παγκόσμιας αντίστασης στην αυτοκρατορία, στο σύστημα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Ο δεύτερος προσπάθησε να εξηγήσει γιατί η αντίσταση αυτή είναι πολύ μικρότερη του αναμενόμενου και εξαντλείται πολύ εύκολα. Το νεοφιλελεύθερο σύστημα κυριαρχίας, υποστήριξε, δεν χρησιμοποιεί την καταστολή αλλά την άσκηση γοητείας. Έτσι δεν είναι εμφανής ο εχθρός που καταστέλλει την ελευθερία, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση εναντίον του. Ο καταπιεσμένος εργάτης μετατρέπεται σε επιχειρηματία, σε εργοδότη του εαυτού του· κι αν αποτύχει, αυτόν κατηγορεί. Ο κομφορμισμός και η συναίνεση συνοδεύονται από μια ευρέως διαδεδομένη κατάθλιψη και τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας στον κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον κανένα «πλήθος» που να μπορεί να μετατραπεί σε μια παγκόσμια εξεγερμένη μάζα.

Σε πολλές περιπτώσεις έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ανυπομονεί να μοιραστεί μερικά πολύτιμα αποστάγματα της σκέψης που συλλέγει από τα καθημερινά του διαβάσματα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το βιβλίο του Σλοβένου διανοητή Λούκα Ζέβνικ σχετικά με τις Κριτικές προοπτικές για την αναζήτηση της ευτυχίας. Φαίνεται πως αγνοούμε ότι οι περισσότερες ινδοευρωπαϊκές λέξεις για την ευτυχία παραπέμπουν στην καλή τύχη. Η παράλογη πεποίθηση ότι αυτό το δώρο μπορεί να μετατραπεί σε μια μόνιμη κατάσταση όπου μπορεί να φτάσει ο καθένας δεν είναι παρά μια ιδιοτροπία της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Ο Πολ Ντόλαν, καθηγητής συμπεριφορικής επιστήμης, στο δικό του βιβλίο Ο σχεδιασμός της ευτυχίας γράφει πως η ευτυχία αποτελεί άμεσο προϊόν όχι αυτών που μας συμβαίνουν αλλά της δικής μας στάσης απέναντι σ’ αυτά. Αρκεί να βρούμε δηλαδή τι μας κάνει στιγμιαία ευτυχισμένους και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά τα πράγματα.

Τέλος, όπως είναι αναμενόμενο, στα πιο αυτοβιογραφικά κομμάτια, είναι εμφανής η συγκίνηση εκείνου που επιθυμεί να διασώσει την μνήμη σημαντικών συνεργατών και αναρωτιέται αν τήρησε τις πολύτιμες συμβουλές τους. Η αποδημία του Λέοντα Καραπαναγιώτη, ενός αληθινού διανοούμενου, του οποίου η άρνηση να υποκύψει σε πιέσεις έχει μείνει παροιμιώδης, αποτελεί αφορμή για να θυμηθεί τα λόγια του Καμύ, πως «η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, όπως φαίνεται και από το ότι έχουν λίγους εραστές». Αλλά ένα άλλο κείμενο μου χάρισε κι εμένα ιδιαίτερη συγκίνηση: η ενθύμηση μιας σπάνιας προσωπικότητας, του δημοσιογράφου των Νέων και της ΕΡΤ Κώστα Γαλανόπουλου, που ήταν συχνός επισκέπτης στο καθιστικό μας, ως οικογενειακός φίλος, πίσω στην δεκαετία του ’70. Ο συγγραφέας διασώζει ένα σημείωμά του από το 2002, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του: «Ακόμα και μια λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται».

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 539, με εξασέλιδο σημειώσεων.

Στις εικόνες: Pete Seeger στον ποταμό Hudson,  Εnrico Βerlinguer, Jean Jaurès, Pier Paolo Pasolini, Εdgar Μorin, Ian McEwan, Stig Dagerman, o Stig Dagerman στην βομβαρδισμένη Φρανκφούρτη [1946], Tom Waits, Ang Kiukok – Lovers [1981], Toni Negri, Byung-Chul Han, Κώστας Γαλανόπουλος.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 222, υπό τον τίτλο The stories of the blues, παραφρασμένο τίτλος από έναν πολυαγαπημένο ιστοριοσυλλέκτη, εδώ

26
Απρ.
17

Γιώργος Χρονάς – Μια στιγμή Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«Καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…»

Συγγραφέας, ποιητής, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, με μια διαγραφή από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πολίτης με τριάντα τρεις δικαστικές διώξεις, ο Παζολίνι υπήρξε ένας πολλαπλώς αιρετικός δημιουργός και μια ασυμβίβαστη, θυελλώδης προσωπικότητα· ένας τραγικός που, αιώνες μετά τους αρχαίους τραγικούς, ετοιμαζόταν να γυρίσει την Ορέστεια στην Αφρική με χορό τους γηγενείς της. Η έκδοση περιέχει πολλά είδη κειμένων – πεζά και ποιήματα του Γιώργου Χρονά, σύντομα γραπτά άλλων πάνω στον Παζολίνι και σύντομες λογοτεχνικές και δοκιμιακές καταθέσεις του ίδιου του Παζολίνι.

Ο Παζολίνι δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κινηματογραφική γλώσσα. Τα παγκόσμια θύματα της βιαστικής αισθητικής δεν μπορούν εδώ να πάρουν την δόση τους, γράφει ο Χρονάς. Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρυ, οι Χίλιες και μια Νύχτες, το Δεκαήμερο, η Μήδεια ήταν «όστιες τέχνης» για όλους έτσι ώστε το Σαλό ή Οι 120 μέρες των Σοδόμων να είναι το οριστικό τέλος του ονείρου. Το φθινόπωρο του 1975 τελείωσε το γύρισμα και άρχισαν οι απαγορεύσεις της προβολής, λίγο πριν την άγρια δολοφονία του στο λιμάνι της Όστιας, σ’ ένα τοπίο όπως στις ταινίες του· «ένα βιαστικό σκηνικό του τέλους». Κανείς δεν πίστευε πως πραγματικά δολοφονήθηκε από έναν δεκαεφτάχρονο νεαρό. Οι κυριακάτικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπωθεί, κι έτσι η είδηση περίμενε τον τύπο της Δευτέρας. Ο επίσημος δολοφόνος του είπε πως έσωσε την Ρώμη από ένα περίεργο και χυδαίο υποκείμενο· ο χωροφύλακας που σκότωσε τον Λόρκα στα χωράφια της Γρανάδας λέγεται πως είπε σκότωσα τον ομοφυλόφιλο ποιητή· το ίδιο και οι δολοφόνοι του αρχαίου ποιητή Ίβυκου στην Κόρινθο, το ίδιο και το γκαρσόνι που σκότωσε τον αρχαιολόγο Βίνκελμαν.

Ο Χρονάς επιστρέφει στο Ακατόνε – πρώτη του ταινία αλλά και συνοικία όπου έζησε, καθώς η μουσική του Μπαχ σκεπάζει τα πλινθοκεραμένια σπίτια. Βλέπει τριγύρω παντού μικρά παιδιά, ενώ στις αρχαίες τραγωδίες μόνο στον Ευρυπίδη ο μικρός Αστυάναξ στις Τρωάδες και τα παιδιά της Μήδειας εμφανίζονται στην σκηνή. Εδώ κυριαρχούν παντού. Ο Ακατόνε ιερουργεί μέσα στην καταστροφή του χαμόσπιτου. Όταν ο Παζολίνι έφτιαξε την ταινία ήταν ήδη ένας συγγραφέας πολλών ποιητικών συλλογών και ενός πεζού. Κι αν η Μάμα Ρόμα είναι η Μεγάλη Παρασκευή, ο Ακατόνε είναι η Μεγάλη Πέμπτη του.

Και πώς βρέθηκε ο Παζολίνι στην Θεσσαλονίκη; Σε ένα όνειρο του Χρονά, την εποχή του μεγάλου σεισμού, έμειναν μόνοι να ανεβαίνουν στα κάστρα κι εκείνος του είπε καλύτερα να ήμουνα δάσκαλος σε κάποιο άγνωστο χωριό, στα περίχωρα της Πεσκάρας. Μόνος, σ’ ένα γυμνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο με Πλάτωνα κι Αριστοτέλη στο κομοδίνο και Δάντη στο πάτωμα. Όταν έφτασαν στον Όσιο Δαυίδ του εξομολογήθηκε ότι πολλοί τον αγάπησαν αλλά κανείς δεν τον κατάλαβε. Του είπε κι άλλα και στο τέλος του ζήτησε έναν «ειδικό» κινηματογράφο· άλλωστε οι πεθαμένοι δεν θέλουν πολυτέλειες.

Σε άλλο κεφάλαιο επανέρχεται στον θάνατό του, μια υψηλής ποιότητας ταινία φρίκης. Από μια άποψη, έπεσε θύμα ενός από τους χαρακτήρες που δραματοποίησε στις ταινίες του, είπε ο Αντονιόνι, για την «τέλεια τραγωδία». Για τον Ίταλο Καλβίνο η δολοφονία ήταν η επιβεβαίωση της νέας και χωρίς οίκτο βίας που ο Παζολίνι έβλεπε στα μάτια της νέας γενιάς.  Λίγο αργότερα ανοίγουμε τις μεγάλες σελίδες της μιας Παέζε Σέρα του 1962. Ο Παζολίνι συνομιλεί με την Άννα Μανιάνι· για τα πλάνα που την δυσκόλεψαν, για την πλάσιμό της στα χέρια του σκηνοθέτη· του εξομολογείται ότι στο Μάμα Ρόμα ένιωσε σαν μια καινούργια ηθοποιός που όμως έχασε την ισορροπία της. Εκείνος επιμένει για μια σκηνή: δεν ήθελα να υπάρχει, πριν εκραγεί η τραγωδία σου, η παραμικρή θλίψη ή μελαγχολία στο γέλιο σου.

«Η ιδεολογική διαθήκη» του Παζολίνι είναι η ομιλία που θα έκανε στο Συνέδριο του ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στην Φλωρεντία, ένα κείμενο που έγραψε στην γραφομηχανή του λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, μια συνοπτική παρουσίαση όλων των θαρραλέων μαχών που έδωσε από πολλές διαφορετικές επάλξεις – και από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Περιλαμβάνονται ακόμα άλλα δυο κείμενά του (Ναρκωτικά και κουλτούρα, Μια κραυγή που θα διαταράξει και θα ερεθίσει). Η Sandra Petrignani γράφει για το Petrolio, το τελευταίο μυθιστόρημα του Pier Paolo Pazolini, ένα μεγαλειώδες σχέδιο δύο χιλιάδων σελίδων όπου άφηνε ξέχειλη την οργή του για τις παρεκκλίσεις της εξουσίας και τα καταστρεπτικά λάθη μιας εκφυλισμένης χώρας. Η αποφυγή της μεταθανάτιας έκδοσης κρίθηκε ότι θα συγκέντρωνε όλη την προσοχή κι αφήνει ακόμα ανοιχτό ερώτημα τι θα μπορούσε να ήταν στα χρόνια του ’70 αυτό το βιβλίο. Και ο Σέρτζιο Τσίτι δακτυλογραφεί για την «ευρηματικότητα του Παζολίνι, που κάποτε είπε «καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…».

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο [Π. Π. Παζολίνι: Η Πολιτική (θεωρία) της Αίρεσης] ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος εστιάζει στο επεισόδιο της επίσκεψής του Παζολίνι στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (1974), το οποίο ενσάρκωνε τις αξίες του Μάη του 1968. Εκεί ο συγγραφέας αντιμετώπισε την αισχρή συμπεριφορά των μαοϊκών, όταν τόλμησε να υπενθυμίσει ότι ο φασισμός υπάρχουν παντού, υπάρχει ακόμα, υπάρχει σε όλους. Εκείνο που ενοχλούσε γενικότερα ήταν η απόλυτη «αιρετικότητά» του. Στο πρόσωπό του συνυπήρχαν τέσσερις αιρέσεις: η αποκάλυψη των φασισμού και νεοφασισμού του τότε παρόντος, η καταδίκη της εθνικιστικής καταδίκης των τοπικών ιταλικών διαλέκτων προς όφελος μιας «εθνικής» τηλεοπτικής γλώσσας, η θρησκευτική του ελευθερία, ο κομμουνισμός του που διαλογιζόταν μόνο με την σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι.

Από άλλη σκοπιά, ο  ψυχαναλυτής Ροζέ Νταντούν ξεχώρισε τρεις χώρους αίρεσης στην ζωή και το έργο του Παζολίνι: την πολιτική (πρώτα την εγγραφή του στο κόμμα, ύστερα την κριτική του στάση και το πλησίασμα του αναρχισμού κ.ά.), την σεξουαλική (η σεξουαλικότητα είναι αφ’ εαυτής αίρεση, πόσο μάλλον η ομοφυλοφιλία) και την καλλιτεχνική αίρεση (η ίδια η τέχνη του, με την εκρηκτική παρουσία του σώματος, τις τοπικές διαλέκτους, την κουλτούρα των ορίων και του ερωτισμού). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οτιδήποτε νέο και διαφοροποιό φέρει αναγκαστικά την σφραγίδα της αίρεσης

Ο Παζολίνι δεν έπαυε να ενοχλεί και τότε και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας Φιλίπ Σολλέρς θεωρεί ότι η ιταλική κοινωνία ήταν συνυπεύθυνη για το μεταθανάτιο λιντσάρισμα του Παζολίνι: το εξογκωμένο πτώμα του χρησιμοποιήθηκε στα μέσα ενημέρωσης. Όταν μια κοινωνία δίνει στον εαυτό της την αναπαράσταση ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σαν υπερεκτεθειμένο πτώμα, υποστηρίζει, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πάνω στην συμβολική εκδίκηση που αυτό αντιπροσωπεύει….Τριάντα έτη μετά την δολοφονία του ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε ξανά. Η περίπτωσή του παρουσιάστηκε επισήμως ως «υπόθεσις ηθών» αλλά δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο πολιτικού εγκλήματος: λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί είχε δεχτεί απειλές από την άκρα Δεξιά για τον Σαλό, όπου κατήγγειλε με σφοδρότητα τον ιταλικό φασισμό στην τελευταία φάση του (1943 – 45)

Ο Χρονάς είναι από τους ελάχιστους που «δικαιούται» να μιλά και να γράφει για τον Αφρικανό και ανατολίτη Ιταλό, όπως ονομάζει τον Παζολίνι· και το κάνει με τον απόλυτα δικό του αισθαντικό και απροκάλυπτο τρόπο, με την τρυφερότητα ενός φίλου, την γραφή ενός ποιητή και την σκληρότητα ενός φίλου, την άγρια κατανόηση ενός μακρινού συγγενή. Γράφει πεζά σαν ποίηση και αφήγηση σαν ρεπορτάζ. Άλλωστε από τις δικές του εκδόσεις τον πρωτοδιαβάσαμε, δεκαετίες πριν. Τώρα τον αποχαιρετά για άλλη μια φορά με ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα (Ο Παζολίνι στη Ραφήνα), αφού νωρίτερα πεζογράφησε την αγαπημένη του Μαρία Κάλλας στη Ραφήνα και τους Πεταλιούς. Το βιβλίο κλείνει με το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Εκδ. Οδός Πανός, 2016, B΄ έκδ.  με προσθήκες, αλλαγές, διορθώσεις [Α΄ έκδ. Μπιλιέτο, 2004], σ. 143.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 216, εδώ.

Στις εικόνες: με την Άννα Μανιάνι στα γυρίσματα του Mamma Roma το 1962, με την μητέρα του Susanna Colussi το 1963, με την Μαρία Κάλλας το 1970.




Δεκέμβριος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.124.140 hits

Αρχείο