Posts Tagged ‘Ελληνική Λογοτεχνία

30
Νοέ.
17

Ηλίας Κεφάλας – Τρίκαλα 1951 – 1969. Η πόλη όπου γεννήθηκα

«Αυτή η απροσδιόριστη θλίψη του δημιουργού» και άλλες χαρμόσυνες μνήμες

«Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι πάντα το ίδιο πράγμα: να διαφέρω από τους άλλους του περιβάλλοντός μου στο γεγονός ότι αυτά, που έπρεπε να μοιραστώ με τον κόσμο, δεν τα μοιραζόμουνα ποτέ ολόκληρα, αλλά κρατούσα ένα μέρος τους για να το εμπιστευτώ μόνο στον εαυτό μου και, εν συνεχεία, να το επεξεργαστώ μέσα μου συναισθηματικά ή να το κρατήσω χωρίς να ξέρω τι τελικά θα το κάνω, ενώ μερικά άλλα πράγματα δεν τα μοιραζόμουνα με κανέναν και παρέμεναν εξ ολοκλήρου μόνο δικά μου, απολύτως δικά μου και μυστικά». [σ. 51]

Ευτυχώς που ο Ηλίας Κεφάλας δεν τα κράτησε όλα δικά του, αλλά συνέταξε μικρά σημειώματα καταβυθίσεων στη μνήμη, όπως τα ονομάζει ο ίδιος, για να δει τι μένει και τι αξίζει να πυκνωθεί στο ταπεινό βιογράφημα ενός δημιουργού του λόγου. Είναι ίσως η πιο κατάλληλη στιγμή: τώρα που έχει γράψει ποίηση και πεζογραφία, μελέτες και δοκίμια (μεταξύ των οποίων για τον Νίκο Παππά και τον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο), ανθολογίες και παιδικά βιβλία (αφηγήματα, παραμύθια, θέατρο), έφτασε ο χρόνος να επιστρέψει στην μήτρα της ίδιας του της γραφής: στην πόλη και στην παιδική του ηλικία, κατά κάποιο δε τρόπο στην παιδική ηλικία της πόλης του και στην πόλη της παιδικής του ηλικίας.

Η αρχή μιας τέτοιας γνωριμίας μπορεί να είναι μια μυστηριώδης κουκίδα στον γεωγραφικό χάρτη και μια διαπίστωση για το όνομά της: τρία καλά, που προφανώς έπρεπε να ανακαλύψει ο ίδιος. Η πόλη έστεκε εκεί, στον χάρτη που είχαν πάντα στο οπισθόφυλλό τους τα τετράδια της ιχνογραφίας. Καινούργιο χωριό και ο Μέλιγος, αμνημόνευτο στις τοπικές ιστορικές περιγραφές· ξεκίνησε με είκοσι καλαμόπλεχτες καλύβες, πνιγμένες στην υγρασία του κάμπου και τις ασήκωτες πρωινές ομίχλες. Τις χειμωνιάτικες νύχτες «οι γέροι χώνονταν σταχτωμένοι μέσα στα απομεινάρια της φωτιάς και άρχιζαν με παθητική παραπονιάρικη φωνή το τραγούδι. Ο πρώτος σταματούσε στο τελείωμα του πρώτου στίχου και περίμενε», ώστε να ακολουθήσει ο γέρος της επόμενης καλύβας, σε μια κυκλική, παγιωμένη σειρά. Κάπως έτσι συντελούνταν το σφιχτό δέσιμο των πρώτων κατοίκων. Ένα βράδυ η σειρά κόπηκε, καθώς ένας γέρος αρνήθηκε να πάρει την «σκυτάλη» εξαιτίας ενός μεσημεριανού καυγά. Η νυχτερινή συνήθεια κόπηκε για πάντα.

Οι πρώτες μνήμες κατοικούν σ’ ένα σπίτι καινούργιο, κτισμένο με πλίνθους από τα διπλανά λιβάδια, ένα δωμάτιο κατοικήσιμο, με χώμα στο πάτωμα που το παλάμιζε η μάνα του με τα χέρια της, για να του δώσει μια λεία και επίπεδη όψη, να διώξει την υγρασία και τα σκαψίματα από τα βήματα. Οι πρώτες επισκέψεις στην πόλη είχαν ως πανδαισία το παζάρι της Δευτέρας, «μια άμεση μελέτη ανθρωπογεωγραφίας». Αλλά εδώ ο Κεφάλας δεν γράφει τίποτα, σεβόμενος την μαγεία που του χάρισε ο Μ. Καραγάτσης με την διήγηση του Τρικαλινού παζαριού. Ιδού λοιπόν ένας σεμνός συγγραφέας που μας παραπέμπει στο διήγημα ενός άλλου συγγραφέα, όχι μόνο για να τιμήσει την προσωπική του μνήμη με την σιωπή αλλά και για να ομολογήσει την πλήρη του κάλυψη από έναν αρχαιότερο, μνημειωμένο πια ομότεχνο.

Κι ύστερα ήταν τα χάνια, οι γεύσεις, το πέρασμα του Πηνειού, η αναγνώριση ενός ξένου γαϊδουριού και μόνο από το γκάρισμα. Η ετήσια «εμποροπανήγυρις» του γνωρίζει τα βιβλία και τα χέρια του θυμούνται τον ασπρογάλαζο τόμο των Απάντων του Κώστα Κρυστάλλη. Ένας στίχος που διάβασε κλεφτά από το βιβλίο ήταν αρκετός για να τον εγκολπωθεί σθεναρά η ποίηση. Ίσως εκεί γεννήθηκε ως λογοτέχνης, εκεί όπου άρχισε να τον κατακλύζει «αυτή η απροσδιόριστη θλίψη του δημιουργού», «η αόριστη νοσταλγία για επιστροφή σε μια άγνωστη κοιτίδα…». Ο θεσμός των πανηγυριών παράκμασε, η ανθρωπογεωγραφία άλλαξε αλλά εκείνο που κυρίως άλλαξε ήταν τα δικά του μάτια, που «έπαψαν από καιρό να είναι παιδικά και να διψούν για πολύχρωμες εικόνες και περίεργα κατασκευάσματα». Να που ο συγγραφέας δεν περιμένει να φτάσει στο τέλος της διήγησης για να μιλήσει για το σήμερα παρά σπεύδει έγκαιρα να συγκρίνει το τώρα με το τότε.

Αλλά η παιδική ηλικία δεν είχε μόνο όλα αυτά τα θάμβη. Η εκτεταμένη οικογένεια ζούσε, όπως όλες, το φάσμα των απανωτών θανάτων· οι παππούδες και οι γιαγιάδες έπρεπε να κάνουν την καρδιά τους πέτρα για να αντέχουν τα χτυπήματα της μοίρας.  Ως αντιστάθμισμα στις σκληρές ιστορίες των τόσο κοντινών προγόνων ο συγγραφέας θυμάται σειρά αξιομνημόνευτων περιστατικών, από τα χρήματα που θάφτηκαν σε κατσαρόλες στο χώμα και αχρηστεύτηκαν από τον πληθωρισμό μέχρι την αντιμετώπιση του φαντάσματος του σπιτιού. Υπήρχαν στοιχεία μαγείας και ονείρου στην καθημερινότητα του χωριού; Και μόνο ο σχετικός τίτλος προδιαθέτει για τις σχετικές γραπτές αποδείξεις: οι αγροτικές εργασίες αλλά και η ίδια η διαδικασία της αφήγησης, ασκούμενη από τον πατέρα, αποτελούσαν βασικές πηγές, όπως και η έκφρασή του όταν γέμιζε το αμπάρι: «τώρα, έλα κερατά χειμώνα»!

«Όταν έρχονταν οι αλωνιστικές μηχανές με τα αλλόκοτα τρακτέρ, πολλά από αυτά ερπυστριοφόρα, να τις σέρνουν, τότε όλη η ατμόσφαιρα έπαιρνε μια αχλύ παραμυθιού. Η χρυσόσκονη του άχυρου έμπαινε μέσα σε όλα τα σπίτια, κολλούσε πάνω στα ιδρωμένα σώματά μας και είχαμε έτσι μια όμορφη δικαιολογία, για να είμαστε όλη μέρα μέσα στο δροσερό νερό του ποταμού. / Στο αλώνισμα των φασολιών, κάτω από τις γκαζόλαμπες και τα αυτοσχέδια λυχνάρια, θυμάμαι να ασημοφέγγουν μέσα στη νύχτα οι σωροί των φωσφωρούχων φασολιών, γεμίζοντας με αλησμόνητη γοητεία τη μνήμη μου». [σ. 42 – 43]

Τα σχολικά αναγνωστικά αποτελούν την μοναδική πρόσβαση που έχει ένα τέτοιο παιδί στον κόσμο της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας συνήθιζε να διαβάζει τα ποιήματά τους σκαρφαλωμένος στα δέντρα, προτού ανακαλύψει τις βιτρίνες και τα ενδότερα των βιβλιοπωλείων. Η δημιουργική πνοή φυσούσε καλύτερα εκεί πάνω, ενώ μια ανεξήγητη θλίψη αποτελούσε μόνιμο φίλτρο ανάμεσα στον ίδιο και τον κόσμο.  Ήταν θέμα χρόνου να ανακαλύψει τον ποθεινό το τόπο, την ποίηση. Λίγα χρόνια αργότερα θα αναγνώριζε τον εαυτό του στον Βολόντια του Τσέχωφ και στον Μίσκιν του Ντοστογιέβσκι.

Όλα έχουν θέση σ’ αυτά τα ολιγοσέλιδα κείμενα: η γνωριμία με την πόλη, οι πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων στα «Τρικαλινά Νέα», οι απόπειρες ζωγραφικής, ο αγαπημένος καθηγητής, οι κινηματογράφοι και το τοπικό περιοδικό «Μετέωρα» όπου πρωτοδιάβασε τα ποιήματα του Λόρκα στην μετάφραση της Μάγιας Μαρίας Ρούσσου. Τότε αισθάνθηκε ότι η πόρτα της ποίησης γινόταν πιο ευρύχωρη και τον καλούσε επιτακτική να τη διαβεί και να περάσει στα ενδότερα. Ένας άλλος εμπνευστής, ο φιλόσοφος «μπάρμπα – Γιάννης», τον προέτρεπε να επιστρέφει στα βιβλία και να ξαναδιαβάζει τα σημεία που τον εντυπωσίασαν· κι έτσι ο εκκολαπτόμενος συγγραφέας έφτιαξε το προσωπικό του τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του.

Αλλά πάνω απ’ όλα ο συγγραφέας δεν ξεχνά τον μεγάλο άνεμο με τις ακατανόητες και αινιγματικές εκμυστηρεύσεις· τον μεταφορέα σκοτεινών και ακαθόριστων παραπόνων που απαιτούσε την παρουσία του στην γραφή του: τον άνεμο της μνήμης που μέχρι σήμερα είναι παρών ώστε να τον κάνει να δηλώνει πως γηράσκει διαρκώς ενθυμούμενος. Ευχόμαστε αυτός ο άνεμος να μην τον αφήσει ποτέ ήσυχο.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2014, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84, Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017. Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Advertisements
28
Νοέ.
17

Πέτρος Γκολίτσης – Υποβάλλοντας έναν κόσμο. Μελέτη για τις συλλογές του Ντίνου Σιώτη Αυτοβιογραφία ενός στόχου και Εκεί έξω.

Η ποιητική γλώσσα του Ντίνου Σιώτη «υποβάλλει έναν κόσμο» συνδυάζοντας την πραγματικότητα με την φαντασία με έναν ανανεωμένο τρόπο που δεν έχει προηγούμενο, γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης, ανασκάπτοντας εις βάθος τις υπό έρευνα δυο ποιητικές συλλογές (εκδ. Κέδρος, 2006 και Κοινωνία των (δε)κάτων, 2012, αντίστοιχα). Πρόκειται για έναν τύπο γραφής που ανανέωσε στον αγγλοσαξονικό χώρο αλλά και εδώ μέσω της ποίησης του Βαλαωρίτη και στη συνέχεια του Σιώτη το ξέφτισμα της προσωπικής, δηλαδή της υποκειμενικής – εξομολογητικής ποίησης ή ακόμη και του «ιδιωτικού οράματος» και των προσωπικών – εγωκεντρικών προτεραιοτήτων στρεφόμενη προς μια κοινωνική έγνοια και αγωνία. Ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή διάθεση να αφυπνίσει τους «αδύναμους», τοποθετούμενος απέναντι στους έφιππους προστάτες της όποιας μεταφυσικής και κοινωνικοπολιτικής «συντηρητικής» εξουσίας.

Το ποίημα εισρέει ως ακαριαίος χώρος στον χώρο του αναγνώστη, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εικονοκεντρικό κλίμα ένα «jazz fusion με εικόνες», που συχνά κάποτε θυμίζει την διαδοχή των εικόνων στην ταινία του Godfrey Reggio υπό την μουσική του Philip Glass και άλλοτε μορφές του αφηρημένου εξπρεσιονισμού και της ποπ άρτ ή μεταφυσικά τοπία όπως των Μαξ Ερνστ, Πωλ Ντελβώ αλλά και Αντρέι Ταρκόφσκι. Σε αυτή την ποίηση δεν είναι μόνο οι ιστορικές και κοινωνικές συμβάσεις που αμφισβητούνται αλλά και οι ίδιες οι συλλογικές και ατομικές ταυτότητες. Η ετερότητα περιλαμβάνει και τον εαυτό του ποιητή και τον άλλον. Όταν ο ποιητής αδυνατεί να εξοικειωθεί με τους ξένους που φέρει εντός του, προτάσσει τις «κοινωνικές» περσόνες του ταξιδευτή, του διοργανωτή ή του «καθοδηγητή» των συμπολιτών του. Ούτως ή άλλως οι πρωταγωνιστές αυτής της «γενιάς», υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν, οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και από την ίδια την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία, σε αντίθεση με την πρώτη μεταπολεμική γενιά (τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Άρη Αλεξάνδρου) ή και την δεύτερη (τον Βύρωνα Λεοντάρη).

Το «εδώ μέσα» αντιπαρατίθεται σχεδόν μόνιμα στο «εκεί έξω», η «ησυχία – σιωπή» στον «θόρυβο», το «υπαρκτό» στο «ανύπαρκτο», η «θάλασσα» στη «στεριά», το «θολό» στη «σκόνη»· αυτά είναι μερικά από τα δίπολα που βρίσκονται σε συνεχή αντίθεση αλλά και συνδυασμό ή αντιστοιχία μεταξύ τους, σε μια ιδιόμορφη μετασυμβολική αρχιτεκτονική. Από ποίημα σε ποίημα ο Σιώτης ειρωνεύεται και σαρκάζει εαυτόν, γίνεται προσιτός και αντι-ρητορικός, καταφεύγει στην πεζολογικότητα, χλευάζει όσα διαφεύγουν στο απυρόβλητο και κάποτε εκφέρει μια γλώσσαμιας ιδιαίτερης υποβλητικότητας· το τελευταίο αυτό στοιχείο τόνισε ο Νάνος Βαλαωρίτης στην  εισαγωγή του στο Εκεί έξω. Σε κάθε περίπτωση τα ποιήματα του Σιώτη μπορούν «να ιδωθούν και ως φέτες ζωής καθώς φαίνεται να αφηγούνται μέσω του ήρωα – ποιητή μια εποχή, χωρίς να στερούνται απαραίτητα και την συνεκτική πλοκή ή το ίδιο το τέλος.

Ο μελετητής εντοπίζει τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της καθεμιάς συλλογής και παραθέτει ενδεικτικά ποιήματα και στίχους για να προτείνει διαφορετικές αναγνώσεις αλλά και να εκκινήσει έναν διάλογο πάνω στα εμφανή και τα αφανή κλειδιά τους, ανατρέχοντας σε μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα των Fernando Pessoa, Slavoij Zizek, Ulrich Beck, Anthony Giddens, Πέτρου Θεοδωρίδη κ.ά. Η δοκιμιακή του πρόζα όχι μόνο ανατέμνει αλλά και εμπνέει στον αναγνώστη την επιθυμία να εισέλθει στην σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από τον ποιητικό κόσμο ενός ποιητή του απόλυτου παρόντος.

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2017, 26 σελ.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 26 Νοεμβρίου 2017. Ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας εδώ.

 Ο Ντίνος Σιώτης στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ

Οι εικόνες από έργα των Max Ernst, Godfrey Reggio [Koyaanisqatsi], Andrei Tarkovsky [Stalker].

05
Νοέ.
17

Κώστας Βούλγαρης – Το εμφύλιο σώμα

Η Ιστορία και το ανιστόρητο που βγαίνει κάτω από την γόνιμη γη

Το έχεις καταλάβει πως κυκλοφορείς μέσα σε μια γλώσσα στρωμένη, ετοιμασμένη, δοκιμασμένη από τα πριν; Που ελέγχεται από ανθρώπους άλλους, τροποποιείται, συντάσσεται, κατευθύνεται από άλλους; Που τα όριά της, η λογική της, η εκφραστικότητά της κ.λ.π. καθοριστήκανε, αιώνες τώρα, χωρίς να σε ρωτήσουνε, προτού εσύ υπάρξεις; Δε μιλάω για δημοτική ή καθαρεύουσα αυτό είναι μια άλλη (βρώμικη) ιστορία. Μιλάω γενικά για τη γλώσσα, γι’ αυτό το παράλληλο και φοβερότερο Σύστημα. Που οργανώθηκε σιγά-σιγά με τόσες αντιμαχόμενες (κι υποταγμένες) γλώσσες. Και όλοι (απελπιστικά όλοι) σου λένε: Αν θες να υπάρξεις, να σε ακούσουμε, να σε (ενδεχομένως) αναγνωρίσουμε, μέσα εδώ θα κινηθείς, σ’ αυτόν τον κύκλο, αλλιώς καταδικάζεσαι, καταδικάστηκες. [σ. 209]

Εδώ και χρόνια ο Κώστας Βούλγαρης δοκιμάζεται στην «ανάγνωση» της εθνικής ιστορίας δυο αιώνων και στην μεταφορά της σε μια αναπλαστική γραφή, που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο μεγάλα σύνολα φωνών και πηγών αλλά και θα προβληματίζεται στην ίδια την γλώσσα και την ύποπτη ή θαυματουργή συνδρομή της στην ιστορική επιστήμη. Ιδίως τα βιβλία του Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο [Γαβριηλίδης, 2001], Τα άλογα της Αρκαδίας [Πόλις, 2002], Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη [Πόλις, 2003], Η παρτίδα [Βιβλιόραμα, 2004], Η περούκα της Σοφίας Νέρη [Μεταίχμιο, 2005], Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες [Καστανιώτης, 2007], Αερσίλοφος χώρα [Το Πέρασμα, 2011] αλλά και άλλα κείμενα και δοκίμια ο συγγραφέας επιχειρεί να ανασκάψει την γραπτή και άγραφη ιστορία επικεντρώνοντας κυρίως στον τόπο της αρκαδικής Πελοποννήσου και στους δυο αιώνες όπου τα εμφύλιο σώμα σπαράχθηκε και σπαράσσεται από εμφύλιες διαμάχες.

Μόνο ο λόγος ο ιστορικός ανάχωμα κραταιό γίνεται στους χρόνου το ρεύμα…και πάντα τα γενόμενα συνέχει και περιθάλπει…και φυλάσσει και παραδίδει στην μνήμη, για να μην διολισθαίνουν στην αβυσσαλέα σιωπή. [σ. 15].

Όλα τα παραπάνω βιβλία ενσωματώνονται εδώ, αυτούσια ή αποσπασματικά, συνθέτοντας μια ευρύτερη «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» που γράφεται και ξαναγράφεται εδώ και δεκαπέντε χρόνια σε μια διαρκώς ανοιχτή αφήγηση με επάλληλους, ατελεύτητους κύκλους. Γι’ αυτό και στις πρώτες σελίδες αυτού του «κέντρωνα», όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας, καλπάζουν Τα άλογα της Αρκαδίας προς το μυθικό και το αρχαίο παρελθόν του τόπου αλλά φτάνουν μέχρι σήμερα, όπου εντοπίζω τουλάχιστον μια μέγιστη αναλογία με τα σύγχρονα εμφύλια δεινά: μπροστά στους λαούς που τα εναποθέτουν ή τα χρεώνουν όλα στην τύχη, εδώ ένας πληθυντικός αφηγητής ορίζει άλλες προϋποθέσεις. Η τύχη πάντα έρχεται αλλά πρέπει να είσαι εκεί και να την περιμένεις· όχι να λες, αν θέλει θα με βρει, σαν να μην έχει πού αλλού να πάει ή να την προκαλείς φωνάζοντας. «Η τύχη δεν μας φταίει, όσο και αν την εγκαλούμε, γιατί ποτέ δεν έρχεται στο χώμα να καθίσει, εκεί που ρίχνουμε τα ζάρια, αλλά βοηθάει όσους τον χώμα σκάβουνε, τις στρατιές περπατάνε, όσους παλεύουν…».

Στο 9ο κεφάλαιο φτάνει ο Καρτέσιος στην Τρίπολη, συνεπώς ανοίγουν οι σελίδες του φερώνυμου βιβλίου του συγγραφέα και μια σύγχρονη ιστορικός καλείται να διακρίνει το τεντωμένο νήμα δυο λόγων: του Ρενέ Ντεκάρτ που ανακάλυπτε στις αρχές του 17ου αιώνα τις αρχές της υπέρτατης επιστήμης του ορθολογισμού και του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος του 1827, που όριζε ως εμφύλιο σώμα όλες τις επικράτειες που πήραν ή θα πάρουν τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας. Ο προφανής συσχετισμός του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας με την επανάσταση του ’21 και η ατέλειωτη διαπάλη εντός της λιώνουν κάθε διαχωριστική γραμμή, όσο κι αν στην συνέχεια οι εθνικές αφηγήσεις περιορίστηκαν και επέμειναν στην φυλετική και θρησκευτική αντιπαλότητα Ελλήνων και Τούρκων, αλλοιώνοντας την εικόνα.

Η Βουλγάρα ιστορικός Άννα Ντεγιάνοβα θα πιάσει το νήμα της δικής της αφήγησης, όταν βέβαια τελειώσει την δουλειά της ως καθαρίστρια σε συνεργείο καθαρισμού, ένοικος ενός άθλιου υπογείου στην Κυψέλη, επιλέγοντας το χλώριο απ’ το υποκατάστατο της εσώκλειστης ασφάλειας σε μια υποκατάστατη οικογένεια. Ο δικός της εταίρος στον διαλογικό λόγο είναι ένας συγγραφέας που υποστηρίζει μεταξύ άλλων την ανάδυση μιας νέας ποιητικής γενιάς, της γενιάς του ’89. Ένας χρονολογικός αριθμός για μια τομή που έκοψε στα δύο ιδεολογίες και οράματα. Είναι η στιγμή που οι λογοτέχνες και οι ερμηνευτές τους καλούνται να επιλέξουν: Για να συνεχίσει να υπάρχει η ποίηση, ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να την προωθήσει, να την συναρθρώσει με τα ευρύτερα αιτούμενα του ιστορικού παρόντος. Αλλά υποχρεωτικά με τα ευρύτερα, γιατί ο σύγχρονος ποιητής αφηγείται υπό το βάρος της έκπτωσης της ιστορικά βιωμένης εμπειρίας και, για να βλαστήσει εκ νέου η ποίηση, χρειάζεται ο ίδιος να δημιουργήσει μια συνθήκη εξιστόρησης… [σ. 98]

Μέσα από την διαλεκτική των δυο επιστημόνων η ανάγνωση του αγωνιστή και συγγραφέα της Επανάστασης Φωτάκου προτείνει τα δικά της κριτήρια. Ο Φωτάκος που δεν προέβαλε τις συνήθεις αξιώσεις αντικειμενικότητας ούτε επεδίωξε το άλλοθι της μεροληπτικής από μνήμης κατάθεσης αλλά αφηγείται ό.τι είδε και άκουσε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μιας συγκινησιακά αποφορτισμένης αφήγησης, που είναι η πιο ευθεία απάντηση στην σχετικοποίηση των υπονόμευση της διαρκώς αναζητούμενης αλήθειας. Κατά την γνώμη του συγγραφέα – συνομιλητή της ερευνήτριας η αφήγηση του Φωτάκου συνιστά τεκμήριο της πιο προωθημένης και ηττημένης συνείδησης μιας νικηφόρας επανάστασης που κερδήθηκε και χάθηκε ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει με όλες τις επαναστάσεις, αν πρόκειται όντως για επαναστάσεις και όχι πραξικοπήματα.

Κατά τα άλλα, συνεχίζει αργότερα, ο δρόμος θα είναι πάντα ανοικτός για ρομαντικές αφηγήσεις υψηλής ρητορικής δεινότητας, χαρακτηριστικής πολιτικής αφέλειας και υστεροβουλίας, που μας έδωσαν διάσημα και πολυποίκιλα υποκατάστατα του Εθνικού Ύμνου, όπως ο Δωδεκάλογος του γύφτου του Παλαμά, η Μήτηρ θεού του Σικελιανού, ο Επιτάφιος του Ρίτσου, το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, το Άξιον εστί του Ελύτη ή η Οκτάνα του Εμπειρίκου… Άραγε αν βρισκόταν το χαμένο μέρος του κειμένου του Φωτάκου θα άλλαζε ολοκληρωτικά τις αφηγήσεις; Αν κάθε φορά νέες πηγές άλλαζαν τα παλαιά δεδομένα αυτό θα σήμαινε πως η Ιστορία βρίσκεται διαρκώς σε κινούμενη άμμο;

Η ίδια ή μια άλλη Άννα από την Βουλγαρία διατρίβει στην βαλκανική ιστορία και εργάζεται ως καθαρίστρια σε συνεργείο συντήρησης ιστορικών μνημείων. Σε μια αξέχαστη κινηματογραφική στιγμή στον μπρούντζινο ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην οδό Σταδίου εγκαταλείπει την σκαλωσιά και βρίσκεται μαζί του στην ράχη του αλόγου. Αν κανείς από τους ακροδεξιούς έστρεφε το βλέμμα του προς τα πάνω και με έβλεπε σφιχταγκαλιασμένη με τον Κολοκοτρώνη, με δάκρυα στα μάτια από τις αναθυμιάσεις, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να υποθέσει. [σ. 158]. Όταν αργότερα η περικεφαλαία του υποχωρήσει και βρεθεί στην απόλυτη εξουσία του χεριού της θα αποκαλυφθεί ένας στρατηγός διαφορετικός από εκείνον που γνώριζε στις μάχες για την γένεση των εθνικών κρατών. Τώρα ήταν ένας μεσήλικας κουρασμένος, με αρκετή μετωπιαία φαλάκρα, με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω, σα να τον ολοκλήρωσε έτσι ο γλύπτης, χωρίς περικεφαλαία.

Για μια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό μου η τρελή σκέψη να ρίξω την περικεφαλαία στο μεγάλο κουβά και να την πάρω μαζί μου. Μέσα στο κλειστό φορτηγάκι θα έβρισκα έναν τρόπο να την κρύψω στην τσάντα μου. Τη φαντάστηκα μάλιστα στο ράφι της γκαρσονιέρας μου, δίπλα στις μικρές προτομές το Δημητρώφ, του Λένιν και του Ροβεσπιέρο. Είμαι αμετανόητη νοσταλγός, λένε όσοι έρχονται σπίτι μου , αλλά δεν με ενδιαφέρει η γνώμη τους και τους απαντώ πως είναι ανιστόρητοι. Έτσι βέβαια, υπαινικτικά έστω, επιστρατεύω την επιστημονική μου ιδιότητα για να δικαιολογήσω τη στάση μου, αλλά δεν μπορώ να κάθομαι να εξηγώ στον καθένα, πως αυτές οι προτομές φτιάχτηκαν απ’ τον πατέρα μου στα βουλγαρικά γκουλάγκ, ως ένδειξη μετάνοιας και τεκμήριο επιτυχίας της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των κρατουμένων. [σ. 160 – 161]

Το 19ο κεφάλαιο αποτελεί μια από τις δραματικότερες αφηγήσεις για το τέλος του εμφυλίου. Η διήγηση ενός αγωνιστή διαθλάται στον τόπο και τον χρόνο, ενώ η δραματικότητα, με την πιο γυμνή εκφορά, είναι ικανή να θρυμματίσει κάθε μυθικό ή επικό αφήγημα παρελθόντων ετών. Μερικές σελίδες αργότερα ένας άλλος ερευνητής αναζητά στην λογοτεχνία εκείνα που δεν καλύπτει η ιστορία. Η Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού αναφέρεται ακριβώς στα γεγονότα του εμφυλίου στην περιοχή. Ο ερευνητής μετατρέπει το κείμενο σε ηλεκτρονικό αρχείο για να διασταυρώσει πρόσωπα, τοποθεσίες και γεγονότα, ενώ έκπληκτος διαπιστώνει στην αφήγηση ένα κλίμα Εαμικής τρομοκρατίας και πανικού των απλών ανθρώπων καθώς και την συνεχή αναφορά τεσσάρων εκτελέσεων από το ΕΛΑΣ και αποφασίζει να ερευνήσει τα συγκεκριμένα πρόσωπα.

Ο συγγραφέας (ποιος απ’ όλους;) επισκέπτεται το σπίτι του εκλιπόντος Γιάννη Πάνου, που έγραψε το καθοριστικό στο είδος του και στην θέαση της Ιστορίας λογοτέχνημα …από το στόμα της παλιάς Remington…, [Τρίλοφος, 1981, Ύψιλον, 1983, Καστανιώτης, 1998], οι διάλογοι πολλαπλασιάζονται, η θεατρικότητα επιχειρεί να δώσει λόγο στο αληθινό και το παραπλανητικό, ο Διονύσιος Σολωμός συνομιλεί με τον Ηλία Λάγιο και παρατίθεται η βιβλιογραφία με τα κριτικά σημειώματα για τα εν λόγω βιβλία του Βούλγαρη, εφόσον αποτελούν κι αυτά με την σειρά τους πηγές επί των πηγών και αποκρίσεις επί των βιβλίων.

Πολυφωνικός και πολυειδής, ο λόγος του Βούλγαρη περιλαμβάνει σύντομες ιστορίες και μεγάλες αφηγήσεις, δοκίμια και αυτοαναφορικές ομολογίες, ποιήματα και διαλόγους θεατρικούς ή αθέατους. Οι αναφορές ιστορικών γεγονότων συνυπάρχουν με τις μεταφορές τους σε ερευνητικά έργα, οι εφημερίδες της Κυβέρνησης με τα γράμματα του φυλακισμένου, η αλληλογραφία των προσώπων της Επανάστασης με τον μονόλογο ενός ληστή. Ο γλωσσικός πλούτος του συγγραφέα εκρήγνυται ανά πάσα στιγμή, καθώς άλλωστε η γλώσσα αποτελεί την δεύτερη μέγιστη δοκιμασία για έναν συγγραφέα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται να αναμετρηθεί με πηγές που δεν είναι κι αυτές παρά μια γλώσσα.

Στην γλώσσα της ποίησης σημασία έχει όχι μόνο αυτό που βλέπεις (διαβάζεις) γραμμένο αλλά και το άλλο που δεν βλέπεις γραμμένο. Αυτό που κάποτε ακούγεται σα δεύτερος ήχος στα ενδιάμεσα των συλλαβών και των λέξεων – δεν είναι η σιωπή, μη βιάζεσαι – είναι ο ήχος που αφήνουν οι λέξεις όταν οι συλλαβές και οι λέξεις τρίβονται – τα κόκαλά τους τρίβονται – η μία με την άλλη. [σ. 225]

Στις Ιστορίες που εδώ ανοίγονται αλλεπάλληλα η μια μετά την άλλη – κάθε κεφάλαιο και μια επιτομή άγραφου εγχειριδίου Ιστορίας -,  ο καθένας διαθέτει τον αντίπαλό του: είναι αυτός που του δίνει νόημα στην μάχη και σκοπό στην ζωή. Οι εχθροί είναι απαραίτητοι, κι αν δεν υπάρχουν, ας τους εφεύρουμε, διαφορετικά ο εαυτός μας θα είναι μισός. Το εμφύλιο σώμα πλήττει και πλήττεται, ο άλλος βρίσκεται διαρκώς απέναντι. Το χάσμα του διχασμού είναι ορθάνοιχτο και στην άκρη του στέκει ο συγγραφέας, με τους δεκάδες χαρακτήρες του, που συντίθενται και οι ίδιοι από θραύσματα πολλών φωνών. Σ’ εκείνα τα βάραθρα θα αναζητήσουν νεκρούς και κρυμμένους και θα ανασύρουν τις Ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ή ειπώθηκαν με γλώσσες πλαστές, για να διεκδικήσουν δεύτερη ζωή και να δώσουν νέο νόημα στο παρόν.

Το παρελθόν είναι αιχμηρό, δύσκολα γίνεται ιστορία. / Το ανιστόρητο είναι το ανείπωτο. Είναι όμως κι αυτό που δεν κατέχει από μύθο και ιστορία, όπως κάποιος δεν γνωρίζει από γεωγραφία ή σύνορα και ζει επικινδύνως. Είναι η ιστορία η ίδια, που δεν γράφεται όταν συμβαίνει ή γράφεται επιλεκτικά. Είναι ίσως κι όσα θα έπρεπε να συμβούν, όμως το ρεύμα της ζωής δεν τα έβγαλε στον αφρό παρά τα έχωσε βαθιά κάτω από μάζες γόνιμης γης. [σ. 336]

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014, σελ. 365.

Στις εικόνες: δείγματα και παραδείγματα αναπαραστάσεων και μνημείων της Ιστορίας: ένας πίνακας της μυθικής Αρκαδίας [Thomas Cole – Dream of Arcadia, 1838], προσωπογραφία του Rene Descartes, προτομή του Φωτάκου, ο αναφερόμενος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη, δυο προσφυγόπουλα σε υπόγειο του Πειραιά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, μνημείο πεσόντων εμφυλίου πολέμου στο Βίτσι.

27
Οκτ.
17

Οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία (εκδόσεις 2015). Το σχετικό σκεπτικό για την λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου και η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή.

Ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2017 οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, Μυθιστορήματος, Διηγήματος – Νουβέλας, Ποίησης, Δοκιμίου – Κριτικής, Χρονικού – Μαρτυρίας και  Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται εδώ και συνοδεύεται από Αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίσης περιόδου (εκδόσεις 2015).

Ι. Οι βραχείες λίστες

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :

Γαλανάκη Ρέα, Η άκρα ταπείνωση, Εκδόσεις Καστανιώτη

Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη

Θεοδωρόπουλος Τάκης, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παπαδάκη Κάλλια, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις

Σωτηρίου Κωνσταντία, Η Αϊσέ πάει διακοπές, Εκδόσεις Πατάκη 

 

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :

Ατζακάς Γιάννης, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, Εκδόσεις`Αγρα

Κιτσοπούλου Λένα, Το μάτι του ψαριού, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μαρούτσου Έλενα, Οι χυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη

Παπαμόσχος Λ. Ηλίας, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη

Πέτσα Βασιλική, Μόνο το αρνί, Εκδόσεις Πόλις


Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :

Αγγελής Δημήτρης, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις

Κολοτούρου Σοφία, Η τρίτη γενιά, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Κούσουλας Λουκάς, Εν παραβολαίς, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Μαρκόπουλος Θανάσης, Χαμηλά ποτάμια, Εκδόσεις Μελάνι      

Παπαλεξάνδρου Αριστέα, Μας προσπερνά, Εκδόσεις Κέδρος

 

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :

Ανδρεάδης, Γιάγκος, Ο τραγικός καθρέφτης. Αφήγηση και θέατρο την εποχή της κρίσης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Αριστηνός, Γιώργος, Αφερέγγυοι και πλάνητες. Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό, Εκδόσεις Κέδρος

Ζουμπουλάκης  Σταύρος, Υπό το φως του μυθιστορήματος, Εκδόσεις Πόλις

Κιουρτσάκης Γιάννης, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, Εκδόσεις Πατάκη

Φωκάς  Νίκος,  Η μοναξιά της ποίησης, Εκδόσεις Νεφέλη

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :

Βασιλικός  Βασίλης, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg

Βέης Γιώργος, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Λολίτα, Συρία. Χρονικό σε θαμπό καθρέφτη, Εκδόσεις Πατάκη

Καλογεροπούλου Ξένια, Γράμμα στον Κωστή, Εκδόσεις  Πατάκη

Χατζηδάκης Γιώργος, «Ω, άγιε αιθέρα…» [Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας], Εκδόσεις Polaris 

ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :

Αρχιμανδρίτη Μαρία, Η μοναξιά της καμπύλης, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Βασιλεία, Η έκτη μέρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Καμπουράκης Γιάννης, Το φως αναλύεται σε χρώματα, Εκδόσεις Κέδρος

Κλιγκάτση Μαίρη, Πλευρικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Κολτσίδας Χρήστος, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι

Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:

Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος

Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος

Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ

Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ

Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος

Νένα Κοκκινάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Γιάννης Τσίρμπας, Συγγραφέας, Μέλος

Λάμπρος Σκουζάκης, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος

ΙΙ. Η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή

Αποδέχτηκα την πρόσκληση για άμισθη (ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός) συμμετοχή ως μέλος στο κοπιαστικό έργο της Επιτροπής για προφανείς, υποθέτω τουλάχιστον ως προς τους αναγνώστες του Πανδοχείου, λόγους. Οι δυο σημαντικότεροι ήταν οι εξής:

Καταρχήν η δυνατότητα ανάγνωσης δεκάδων βιβλίων και η αναμέτρηση με πλήθος κειμένων, συνδυασμένη με την υποχρέωση της υποστήριξης του ενός ή του άλλου με πρωτολογίες, δευτερολογίες, σύντομα σημειώματα ή εκτενείς εισηγήσεις, προφορικές ή γραπτές, υπήρξε ακαματάχητη πρόκληση για κάποιον που επιζητεί ευκαιρίες για περισσότερες και βαθύτερες αναγνώσεις αλλά και την δυνατότητα ανεύρεσης και ανάδειξης άγνωστων ή λιγότερο προβεβλημένων έργων.

Ας παραδεχτώ εδώ ότι δίπλα στην απόλαυση της ανάγνωσης, στέκει σιωπηλή πλην απαιτητική η τέρψη της άμεσης και αναγκαστικής ανάγνωσης σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, αφιέρωσα συντριπτικά περισσότερο ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο για να είμαι συνεπής στις σχετικές προ συνεδριάσεων προθεσμίες, αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές μου διασπάσεις σε πολλαπλά ενδιαφέροντα. Ένας συνδυασμός μαραθωνίου και αγώνα ταχύτητας που λίγο πριν το νήμα με βρίσκει ως αναγνώστη πιο ανοιχτό από ποτέ.

Ένας δεύτερος θελκτικός λόγος συμμετοχής δικαιώθηκε: η συνομιλία με άλλους οκτώ εξίσου θερμούς και δεσμευμένους αναγνώστες. Οι επί της ουσίας συνομιλίες υπήρξαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες έως και συναρπαστικές. Η διαλεκτική των συνεδριάσεων περιελάμβανε τα πάντα: προτάσεις και αντιπροτάσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, επιχειρήματα και αντικρούσεις επιχειρημάτων. Υπήρξαν γόνιμες ανταλλαγές αλλά και αλλαγές απόψεων πάνω στο πεδίο των αναγνωστικών ανασκαφών. Σε κάθε περίπτωση συναντηθήκαμε όλοι στον δύσβατο τόπο όπου η υποκειμενικότητα κάθε ανάγνωσης συνυπάρχει και συνομιλεί με την αντικειμενικότητα των κριτηρίων.

Περιττό να τονιστεί ότι η αριθμητικά περιοριστική πεντάδα των επί μέρους κατηγοριών αδικεί πολλά βιβλία που συζητήθηκαν, επαινέθηκαν και προτάθηκαν.

Τέλος, έχω και στα περί Πανδοχείου εκφράσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιώ ως προς το πρόσωπό μου την ιδιότητα του «κριτικού λογοτεχνίας», συνεπώς θα προτιμούσα να συμμετέχω ως «αφοσιωμένος αναγνώστης», αλλά αντιλαμβάνομαι την αναγκαία ορολογική διατύπωση ενός θεσμικού πλαισίου που καθορίζεται με νόμο. Πάνω απ’ όλα είμαι και παραμένω ένας απλός πλην ανήσυχος και αδηφάγος αναγνώστης, με τους όρους που έχω διατυπώσει στην σχετική αναγραφή.

ΙΙΙ. Το Σκεπτικό του Πανδοχέα (κατά νόμον και κατά κόσμον Λάμπρου Σκουζάκη) για την λογοτεχνική παραγωγή της υπό κρίση περιόδου

Διήγημα – νουβέλα

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για το διήγημα. Το είδος σταθερά αποτελεί πρώτη επιλογή για πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, που επιθυμούν να δοκιμαστούν πρώτα στην μικρότερη σύνθεση, στην αυτοτέλεια ή στην ελλειπτικότητα μιας ακαριαίας ιστορίας, στην πυκνότητα της γραφής, στην άσκηση ενός προσωπικού ύφους κ.λπ. Ταυτόχρονα, συνέχισαν και οι παλαιότεροι «πιστοί» του είδους, ορισμένοι εκ των οποίων επιμένουν να δημιουργούν αποκλειστικά εντός των ορίων του. Παρατηρείται ιδιαίτερη έμφαση στην πολύ μικρή φόρμα («μικροδιήγημα», «μπονζάι» κ.λπ.), που ευνοείται από την ιδιαίτερη δημοσιότητα του είδους κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και την δυνατότητα άμεσης και ευκολότερης δημοσίευσης σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ευνόητα οι σχετικές συλλογές μοιράζονται ανάμεσα σε πιο παραδοσιακές και πιο μοντέρνες μορφές έκφρασης, ενώ εκ φύσεως ευνοείται η μέγιστη δυνατή θεματολογική ποικιλία που αντλεί τόσο από την δημόσια όσο και την ιδιωτική σφαίρα, ενώ λόγω της μεγάλης ποσοτικής παραγωγής η ποιοτική στάθμη τους κυμαίνεται κλιμακωτά σε όλες τις βαθμίδες. 

Δοκίμιο

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά και για το δοκίμιο, το οποίο αποτελεί μια ευρύτατη κατηγορία διακρινόμενη σε επιμέρους τομείς. Καταρχήν εκδόθηκε ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός φιλολογικών μελετών και μονογραφιών με αντικείμενο το έργο ενός συγγραφέα, όψεις ή επιμέρους ζητήματα του έργου του, αλλά και ευρύτερα θεωρητικά και γραμματολογικά θέματα από την σκοπιά διαφόρων γνωστικών τομέων. Εδώ είναι σαφής ο επιστημονικός χαρακτήρας αλλά και η εξειδίκευση των σχετικών βιβλίων τα περισσότερα από τα οποία καλύπτουν επαρκώς το θέμα τους, ενώ συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από λογοτεχνικά στοιχεία.

Μια δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τις συλλογές παλαιότερων άρθρων, κριτικών και άλλων κειμένων, δημοσιευμένων στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά και σε λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά. Εδώ το ενδιαφέρον και η ποιότητα των κειμένων εξαρτάται από την ίδια την γραφή και την ευρεία ή πιο «συγκεκριμένη» θεματική των συγγραφέων, που σε ορισμένες περιπτώσεις προσδίνουν ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα στα γραπτά τους.

Τέλος λιγότερα ήταν και φέτος τα δοκίμια στοχασμού, ιδεών κλπ. ενώ εμφανέστερη ήταν η εκδοτική προτίμηση σε κείμενα προβληματισμού και αναλύσεων πάνω στην άμεση πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα. Και εδώ η ανισότητα στην ποιότητα είναι αναπόφευκτη. Σε κάθε περίπτωση προτείνεται να εξεταστεί το ενδεχόμενο χωρισμού της σχετικής κατηγορίας σε δυο μέρη, το ένα εκ των οποίων να αφορά την φιλολογική μελέτη που διαφοροποιείται πολλαπλώς από τις άλλες δυο υποκατηγορίες.

Χρονικό – Μαρτυρία – Ταξιδιωτικά – Βιογραφία

Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει πάντα ενδιαφέροντα βιβλία, ορισμένα από τα οποία εμφανώς αποτελούν προϊόντα μεγάλου μόχθου, όμως στοιχεία όπως η ευρύτατη γκάμα και οι μεγάλες αποκλίσεις ως προς τις υποκατηγορίες, τα είδη και το ίδιο το αντικείμενο των έργων καθιστούν δύσκολη την όποια συνολική αποτίμηση. Παρατηρείται, πάντως, μια σταθερή εμμονή στην συγγραφή βιογραφιών, αυτοβιογραφικών καταθέσεων, ταξιδιωτικών εμπειριών, μαρτυριών με έμφαση σε ατομικούς βίους ή ιστορικά γεγονότα ή τον συνδυασμό των παραπάνω. Ιδιαίτερη ενότητα αποτελούν οι πάντα ογκώδεις καταγραφές εθίμων και λαογραφικών στοιχείων. Εδώ, με αυτονόητη εξαίρεση την τελευταία ενότητα, κρίνεται κατά περίπτωση η δυνατότητα λογοτεχνικής γραφής που συχνά ενισχύει ή αποδυναμώνει τα έργα αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον που μπορούν να προσελκύσουν. To ετερόκλητο και το ανομοιογενές των επιμέρους τομέων της κατηγορίας επιβάλλει και εδώ τον τριμερή διαχωρισμό της.

Μυθιστόρημα

Ως προς το μυθιστόρημα διαπιστώνονται τα εξής:

  1. Η σύγχρονη συγκυρία της παρατεταμένης κρίσης στον πολιτικό τομέα, στην οικονομική κατάσταση και στον κοινωνικό ιστό της χώρας αποτελεί την πρώτη ύλη και της φετινής μυθιστορηματικής γραφής.
  1. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται ευρύτερα θέματα της ελληνικής και διεθνούς κοινωνίας, όπως η μετανάστευση και η προσφυγιά, και συνακόλουθα η επικοινωνία με τον ξένο και η συνύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετική εθνική, θρησκευτική κλπ. ταυτότητα. Ειδικότερα το ζήτημα των ταυτοτήτων αποτελεί μια παράμετρο που φαίνεται να απασχολεί τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

  1. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όμως περισσότερο διακρίνεται η επιμονή στην περιγραφική, πραγματολογική και καταγραφική πλευρά της συγκυρίας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την λογοτεχνική της μετάπλαση αλλά και την ουσιαστικότερη εμβάθυνση.
  1. Η εσωτερική εστίαση, η μνήμη και ο ψυχικός βίος των ηρώων (και η ιδιαιτερότητα ή η ιδιορρυθμία ενός χαρακτήρα) αποτελούν διαχρονικά βασικές μυθιστορηματικές θεματικές αλλά αυτή τη φορά τα παραπάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τις ευρύτερες σκληρές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και ως προς την συνεχιζόμενη εμμονή με «το μυθιστόρημα της πόλης».

  1. Το πολυπρόσωπο οικογενειακό κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα μπορεί να μην μονοπωλεί την πλειοψηφία των σχετικών εκδόσεων αλλά παραμένει μια σταθερή επιλογή πολλών συγγραφέων, όπως και το «ιστορικό» μυθιστόρημά, που κοιτάζει σταθερά προς την νεότερη ελληνική ιστορία.
  1. Σε ειδικότερες παρατηρήσεις, ας τονιστούν τα συχνά προβλήματα που εντοπίζονται και στον μορφολογικό και γλωσσικό τομέα, η προτίμηση πολλών παλαιότερων συγγραφέων στην λιγότερη εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας ή ενός «μικρότερου» μυθιστορήματος και η θεματολογική τολμηρότητα αρκετών νεότερων συγγραφέων.

  1. Η έκδοση μυθιστορημάτων αποτελεί μόνιμη και σταθερή προτίμηση των εκδοτικών οίκων· η ποσότητα όμως δεν συμβαδίζει με την ποιότητα. Όπως πάντα υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις.

Ποίηση

Στην ποίηση παρατηρήθηκε η έκδοση πληθώρας ποιητικών συλλογών, ακόμα και με λίγες σελίδες, καθώς και η εμφάνιση αρκετών νέων ποιητών, σε μια διακριτή επιλογή του είδους ως κατάλληλου για προσωπική έκφραση (κυρίως) υπαρξιακών και (λιγότερο) κοινωνικοπολιτικών προβληματισμών. Ο υπαινιγμός αλλά και ο σαρκασμός και ειρωνεία μοιάζουν να αποτελούν σταθερή υφολογική ροπή. Είναι επίσης εμφανής η συνομιλία ή και σύμπλευση της ποίησης με την μικρή πεζογραφική φόρμα, τόσο στην μορφή όσο και στην συνύπαρξη εντός της ίδιας έκδοσης. Η θεματική και γλωσσική ποικιλία συνεχίζει να χαρακτηρίζει την ποιητική δημιουργία εν γένει.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Η ποίηση, η μικρή και η μεγαλύτερη φόρμα, εύλογα καταλαμβάνουν την σειρά προτίμησης των «νέων» συγγραφέων. Αναπόφευκτα, τα στοιχεία του πρωτόλειου, του ακατέργαστου και του βιαστικού είναι δεδομένα· τα τελευταία χρόνια όμως είναι εμφανής η ιδιαίτερη αναγνωστική κατάρτιση των νέων λογοτεχνών, η πρόζα των οποίων φιλοδοξεί να συνομιλήσει με την σύγχρονη διεθνή λογοτεχνία και όλες τις τάσεις της. Είναι, τέλος, περιττό να τονιστεί το γεγονός ότι το καθιερωμένο ηλικιακό όριο περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Η σχετική ανακοίνωση, το γενικό σκεπτικό του προέδρου της Επιτροπής και το ειδικότερο σκεπτικό όλων των μελών δημοσιεύονται εδώ.

Στις εικόνες τα υποψήφια βιβλία (κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος των συγγραφέων) στις κατηγορίες Δοκίμιο, Διήγημα – Νουβέλα, Μυθιστόρημα και Χρονικό – Μαρτυρία και δυο έργα του Jacob Lawrence.

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

26
Αυγ.
17

Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 881,761 hits

Αρχείο