Posts Tagged ‘Ελληνική Λογοτεχνία

09
Ιον.
20

Κωστής Παπαγιώργης – Ίμερος και κλινοπάλη. Το πάθος της ζηλοτυπίας

Πολλές φορές με κυρίευε τέτοια ντροπή ώστε έτρεχα να ντυθώ και μετά ριχνόμουν στο δρόμο για να πάρω αέρα και να αναμασήσω τις αμφιβολίες και τους αόριστους φόβους μου. Άλλες μέρες, αντίθετα, η αντίδρασή μου ήταν θετική και βάναυση: ριχνόμουν πάνω της, της παγίδευα τα μπράτσα σα με τανάλιες, της τα έστριβα και κάρφωνα το βλέμμα μέσα σα μάτια της προσπαθώντας να την εξαναγκάσω να μου εγγυηθεί για τον έρωτά της, τον αληθινό έρωτα… έλεγε ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο) κι αυτός είναι ένας από τους παθιασμένους ζηλότυπους που εδώ βρίσκουν μια στέγη και μια κατανόηση.

Οργισμένος και ετοιμοπόλεμος, ο ζηλότυπος ζει με τον βρόχο στον λαιμό. Η «φυσιολογική» ζωή τον έχει ξεράσει. Κάθε στιγμή ξιφουλκεί κατά φανταστικών εχθρών και ξέρει την «αλήθεια» για όσα γίνονται ερήμην του. Ο μέγας όμιλος των αρσενικών δε κάθεται ποτέ με σταυρωμένα τα χέρια. Είναι αδύναμος πριν απ’ όλα γιατί είναι αρσενικός, άρα ενδεής απέναντι στο άλλο φύλο. Ως αρσενικός πάσχει και ψυχοπιάνεται από την θηλύτητα· είναι ένας ερωτευμένος άντρας που ταράττεται και ιλιγγιά. Και είναι ικανότατος να γίνεται χάλια και να πίνει το πικρό ποτήρι χωρίς καλά καλά να ξέρει γιατί, να ζει την μεταμόρφωση της αγάπης σε κνούτο και διαπόμπευση. Άλλωστε, όσο άπραγος κι αν είναι κανείς στην απόλαυση της ευτυχίας, όταν καλείται να δυστυχήσει, επιδεικνύει απρόσμενες ικανότητες, λες και η δυστυχία (η πτώση, η συντριβή) είναι καταστάσεις που ταιριάζουν περισσότερο στον άνθρωπο.

Αφροδισιακός ο κάθε άνθρωπος, είναι διαποτισμένος από την μαγιά του φύλου του. Και αφροδισία σημαίνει στέρηση, μανικό ψυχανέμισμα εκείνου που μας λείπει. Όταν δύο πρόσωπα, δύο ψυχές, δύο σάρκες οδηγούνται στην προσωρινή σύμφυση, η ένωση αυτή πρέπει να τα βγάλει πέρα με το χαοτικό στοιχείο της διαφοράς, την οποία δεν υπάρχει καμία συνθηματική γλώσσα να εξορκίσει. Γιατί κάθε ένωση υποφέρει. Ο Παπαγιώργης φτάνει ως τα μυθολογικά βάθη, για να εντοπίσει στην ιστορία του ανδρόγυνου τις απαρχές αυτών των καταστάσεων. Για να ταπεινώσει τα δυο πρόσωπα του ανδρόγυνου ο Δίας αντέδρασε δαιμονικά: τους αφαίρεσε το προνόμιο της πληρότητας. Έκανε την μονάδα δυάδα, την πληρότητα έλλειψη, την ενότητα σχίσμα κα έτσι τα παρέδωσε στο άβατο της ερωτικής ένδειας. Έτσι οριστικά και αμετάκλητα θα του λείπει  έτερον ήμισυ,  αφροδίσιο συμπλήρωμα, το υπόλοιπον της αρχαίας φύσεως. Η χαμένη ενότητα, ένας απωλεσθείς παράδεισος. Η αρχική τιμωρία της τμήσης είναι ταυτόχρονα και το γενεσιουργό τέχνασμα του έρωτα.

Όπως κι αν συμβεί, το συναπάντημα άνδρα και γυναίκας καθοδηγείται ασύνειδα από την πανίσχυρη βούληση του είδους για αναπαραγωγή και διαιώνιση. Το πάθος με άλλα λόγια είναι μια δολοπλοκία της φύσης που παγιδεύει τα άτομα γιατί με δόλωμα την ηδονή, τα υποχρεώνει να υπηρετήσουν το είδος. Ο εραστής εντοπίζει την ευτυχία του στην κατοχή ενός προσώπου κα ως δια μαγείας η απόλαυση του ατόμου μετασχηματίζεται σε ευεργεσία του είδους. Άρα κάθε μισότρελος ερωτευμένος είναι, στην ουσία, ένας ακόμα υποψήφιος αναπαραγωγός.

Όμως αυτό που δεν διέκριναν  ο πλατωνικός Αριστοφάνης και ο Σοπενχάουερ είναι το γεγονός ότι ο ίμερος δεν έχει άμεση σχέση με την τεκνογονία και ο ιμερόπληκτος ζει ένα μυστικό δράμα που δεν ανάγεται στην διαιώνιση του είδους. Αν η βαθιά αιτία του πάθους είναι η αρχαία φύσις τότε πώς δικαιολογείται το δηλητήριο της αποκλειστικότητας; Κανονικά, οι βουλές της φύσης θα έπρεπε να ίσχυαν, απαλλαγμένες όμως απ’ το βαρύ σαράκι της μοναδικότητας και της αποκλειστικότητας. Έτσι θα εξαφανιζόταν και κάθε μορφή ζήλιας. Ο ίμερος δεν υποφέρει για την πανάρχαια ενότητα ειδικά αλλά για τον δεσμό με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο· για μια γυναίκα – και όχι για την γυναίκα. Άλλωστε η σύγχρονη λογοτεχνία απαντάει αποστομωτικά. Κανένα ζεύγος ερωτευμένων δεν τεκνοποιεί μέσα στο πάνθεο του σύγχρονου ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Αδόλφος και Ελεονόρα, Γκριέ και Μανόν, Φρεντερίκ και Αρνού, Δημήτρης και Γκρούσενκα, Ούλριχ και Αγάθη, Ραγκόζιν και Φιλίποβνα, Βρόνσκι και Άννα είναι όλοι άτεκνοι επειδή οδηγούν τον έρωτα στα άκρα.

Υπάρχει στον εραστή μια ανάγκη να βρίσκει άκοπα στα χαρακτηριστικά της εκλεκτής του ό,τι καλό αναλογίζεται. Η ερωμένη παραμένει πάντα εκτός συναγωνισμού και ως τέτοια γεννάει την αφοσίωση. Η γυναίκα που αγαπάμε δεν μοιάζει σε τίποτα με τις άλλες. Ο ερωτευμένος δεν ζει με μια αντιπρόσωπο του θηλυκού γένους. Αν συνέβαινε αυτό, και ισχύει όταν ερωτοτροπούμε χωρίς έμπνευση και οχεύουμε σαν θηρία, το πρόσωπο δεν θα είχε την αξία του ανεπανάληπτου. Τώρα μια γυναίκα γίνεται πανηγυρικά η γυναίκα· γυναίκα εξατομικευμένη απολύτως και όχι θήλυ. Για αιώνιο θήλυ μιλάνε οι φιλήδονοι και οι ρέκτες του δονζουανισμού. Για τον εραστή υπάρχει μόνο το άτομο.

Πάθος σημαίνει έξοδος από κάθε ορθόδοξη συμπεριφορά και υγεία. Είναι μια βαρύτατη ασθένειας της ψυχής και του σώματος, που όπως όλες, έχει ανάγκη την κλίνη. Ο έρωτας είναι κλινική κατάσταση. Και η κλινοπάλη που έρχεται σαν ραγδαίο επακόλουθο, είναι η πιο πειστική ένδειξη για την ανάγκη της θεραπείας. [σ. 64]

Υπάρχει ένα στοιχεί ακατανόητου μυστηρίου στην σωματική επαφή. Η όραση, που για τις πληγές της ψυχής κράτησε πρωταγωνιστικό ρόλο, τώρα, στην σφαίρα της κλινοπάλης υποχωρεί σημαντικά. Την θέση της υποβλέπει η αφή, δηλαδή η αίσθηση με την μεγαλύτερη εσωτερικότητα. Μόνο το άπτεσθαι πείθει σωματικά. Γιατί η όραση είναι αίσθηση επηρμένη, πολυπράγμων· εύκολα ξεμυαλίζεται, ενώ η αφή είναι πιστός σύμβουλος – ό,τι λέει το λέει χαμηλόφωνα και εμπιστευτικά. Γι’ αυτό άλλωστε της πάει το ημίφως, ένα κλίμα άφωνης ντροπής.

Αγγίζοντας την γυναίκα ο άντρας την καλεί να ξεχάσει, όχι μόνο τους προηγούμενους άνδρες (που ενίοτε δεν υπάρχουν), όχι τους άλλους άνδρες (που υπάρχουν και ασκούν το αναφαίρετο δικαίωμα της αναμονής), αλλά το απτικό παρελθόν της. Γιατί η γυναίκα –όπως και ο ίδιος άλλωστε–  μεγάλωσε και διαμορφώθηκε με την αφή. Αποφλοιώνοντας την ερωμένη, ο εραστής την αποσπά από την οικογένεια και από τους άλλους προκατόχους. Δεν παίρνει στα χέρια του το κορμί της γυναίκας αλλά την αισθητοποίηση μιας εσωτερικότητας, έναν ενσαρκωμένο ψυχισμό. Την σάρκα λατρεύουμε για να μιλήσουμε στην ψυχή, κι όταν πλήττουμε, την σάρκα σκίζουμε για να πληγώσουμε την ψυχή. Η κλινοπάλη είναι πέρα για πέρα ψυχική· και χυδαία ή ευγενής όπως η ψυχή.

Οι εραστές επί κλίνης θεραπεύονται και ωριμάζουν παλεύοντας. Έτσι βρίσκουν τον νέο τους εαυτό· πρόκειται για μια αμοιβαία μεταμόρφωση που προϋποθέτει ατμόσφαιρα αλαφιασμένης κατάπληξης. Πάνω στο κορμί της γυναίκας δοκιμάζονται όλοι οι αταβισμοί, όλες οι αφαιμάξεις της ηδονής, όλο το αρχαϊκό βάθος του πόθου και του πόνου. [σ. 70-71]. Πιθανώς και η μείζων ψευδαίσθηση της θεραπευμένης αρχαίας πληγής. Ο κόσμος του πάθους είναι μια εθελούσια εξορία από την ομοιότητα, την φύση, την τεκνογονία. Το φιλί, το χάδι, ο αυνανισμός, ο πρωκτός, τα στοματικά, το στήθος της γυναίκας, οι σπαταλημένες οχείες, δεν έχουν καμία σχέση με την τεκνογονία. Ζώντας εκτός φυσικού νόμου οι εραστές πασχίζουν να καταστούν το απόλυτο «έξω».

Ο εναγκαλισμός, η κατάσταση του σάρκα με σάρκα, εκδηλώνει παράφορα την λαχτάρα του κατέχειν και κατέχεσθαι. Η κλινοπάλη αποτελεί το απαράγραπτο στοιχείο κατοχής της γυναίκας. Είναι η βαθύτητα του έρωτα και του γάμου. Γι’ αυτό κάθε εραστής με το βλέμμα του κόβει χέρια, σκοτώνει ανθρώπους, στήνει παραπετάσματα. Ο εραστής δεν είναι άνθρωπος της αλληλεγγύης. Το ερωτικό πάθος διέπεται από μια μισάνθρωπη έπαρση.

Η αποκορύφωση γράφεται στο κεφάλαιο «H γυναίκα του Ποζνιτσόφ». Ευεργετημένος από την σάρκα και συνάμα καταδυναστευμένος, ο ήρωας του Τολστόι από την Σονάτα του Κρόυτσερ ξέρει ότι η γυναίκα «του» του έχει παραχωρήσει  το μέγα δικαίωμα να είναι ιδιωτική του πόρνη, μια γυναίκα μόνο γι’ αυτόν. Είναι δικαίωμα αυτονόητο, το οποίο όμως μόλις μας το στερήσουν ανακαλύπτουμε την αξία του. Ό,τι ο θεσμός του γάμου δείχνει να διασφαλίζει, η γυναικεία καρδιά φαίνεται ικανή να το ακυρώσει μια μονάχα ματιά. Από πρώην κορυφαίος και μόνος, φαλλός και εξουσιαστής της οικογένειας, νοιώθει να υποβιβάζεται στην άθλια θέση του γελοίου θεατή. Αφού οι εφιάλτες του είναι υποψίες και μόνο (έως το τέλος  Τολστόι δεν θα δώσει ξεκάθαρες αποδείξεις για την μοιχεία) αναγκάζεται να μένει αργός, μανιασμένος κα άπραγος. Καθώς φαντάζεται την γυναίκα του παίγνιο στην αγκάλη του Τουχατσέφκσι ο Ποζνιτσόφ τρελαίνεται· η θεμιτή ακολασία που έχει ζήσει με την γυναίκα του, όλη η ψυχοσωματική της παράδοση, τώρα αλλάζει χέρια. Δεν την ταπεινώνουν, απεναντίας της προσφέρουν γενναιόδωρα ό,τι επιθυμεί, χαρίζοντάς της αφειδώς την ηδονή.

Κι ύστερα ο εραστής θα μισήσει ό,τι λάτρεψε ενώ η ζήλεια θα αλλάζει ριζικά το πρόσωπο της γυναίκας του. Κάτι ιερό βεβηλώθηκε ανάμεσά τους και δεν την αναγνωρίζει, δεν ξέρει πλέον να πει ποια είναι. Την χαριστική βολή δίνει η υποψία ότι η γυναίκα που τον κρατούσε δέσμιο με την σαρκική γοητεία ώρα θητεύει ως παίγνιο της δύναμης του άλλου· την φαντάζεται σε στάση περίφοβης ικεσίας απέναντι στον δυνάστη του, σαν πειθήνιο σκεύος ηδονής. Ένα είναι βέβαιο: ο πόλεμος της ζήλειας έχει ως πεδίο μάχης το σώμα της γυναίκας. Κι ένας πόλεμος έχει νεκρούς, καταλήγει  ο Παπαγιώργης, αλλιώς τι νόημα θα είχαν ο έρωτας και η ομορφιά, αν δεν μπορούσαν να ξεκάνουν τον άνθρωπο; Έτσι βασανίζονταν ο Ποζιντσόφ του Τολστόι, ο Ραγκόζιν του Ντοστογιέφσκι, ο Ζήνων του Σβέβο· έτσι αγάπησαν ο Βόυτσεκ την Μαρία, ο Οθέλος την Δεισδαιμόνα, ο δον Χοσέ την Κάρμεν. Η ζηλοτυπία, γράφει ο Παπαγιώργης, αποτελεί μια σπάνια ευκαιρία να περιεργαστεί κανείς την ερωτευμένη καρδιά στην μεταρσίωση και στην εξευτελιστική συντριβή της.

Εκδ. Καστανιώτη, 11η έκδ, 2014 [1η έκδ: Ροές, 1988], σελ. 139.

Στις εικόνες έργα των: Koola Adams [2], Lucie Llong, Sergey Golovatyuk [Othello collage], Koola Adams.

Δημοσίευση και σε Mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο αρ. 239, σύντομα.

05
Ιον.
20

Κωστής Παπαγιώργης – Γειά σου, Ασημάκη

Διάβασα τον Χρήστο Βακαλόπουλο για πρώτη φορά το 1987 στην Θεσσαλονίκη, την Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ στην δεύτερη έκδοσή της σ’ ένα μικρό τομάκι από τον Καστανιώτη. Μου πήρε δυο ολονυχτίες στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου έζησα τα πρώτα δυο φοιτητικά μου χρόνια· κι ύστερα άλλες δυο για την δεύτερη, λιγότερο βουλιμική και πιο σημειωτική ανάγνωση. Ήταν ο πρώτος «σύγχρονος» έλληνας πεζογράφος που μου μίλησε μέσα από μια κοφτερή, μπαχαρική γραφή για πράγματα που γνώριζα καλά, και ιδίως την Κυψέλη της δεκαετίας του ’80, καθώς εκεί γεννήθηκα, περιπλανήθηκα, συμπλέχτηκα και αποσυμπλέχτηκα με τους πρώτους αξιομνημόνευτους ανθρώπους του κόσμου μου. Την ίδια στιγμή μου έδειχνε άλλες όψεις μιας ροκ εντ ρολλ φιλίας που ήταν περισσότερο ενήλικη αλλά όχι συμβιβασμένη – ή έτσι ένιωθε.

Λίγο καιρό αργότερα πήρα τους Πτυχιούχους, στην πρώτη έκδοση από την Ερατώ, όπου επιτέλους έβαλε στην νεανική του εκθαμβωτική ιστορία και τους αγαπημένους μου βυζαντινούς, εξηγώντας άλλωστε πως όλες οι προς τιμήν τους ονομασίες των δρόμων πάνω από την Καλλιδρομίου είναι επειδή οι βυζαντινοί κατέφυγαν στα Εξάρχεια γιατί όταν κινδυνεύουν ανηφορίζουν γρήγορα προς τον Στρέφη και τον Λυκαβηττό καβαλάνε τα σύννεφα και γίνονται καπνός. Διάλεξαν τους κάθετους δρόμους, αυτούς που αγγίζουν τους λόφους… Ύστερα από πολλά και διάφορα, επέστρεψα μετά από τρία χρόνια στο ίδιο ξενοδοχείο μουσκεμένος από παθήματα και θεώρησα πως ήταν η καταλληλότερη στιγμή για τις Νέες Αθηναϊκές Ιστορίες στις εκδ. Εστία. Τι κι αν τις είχε σαν δυο πλευρές βινυλίου, μου φάνηκαν λίγες σε έκταση και περιπέτεια, ήθελα ξανά τις συντροφικές του νυκτουργίες. Όταν αρχές της επόμενης δεκαετίας διάβασα την Γραμμή του Ορίζοντος, από τις ίδιες εκδόσεις, με την μονολογική φωνή εκείνης της γυναίκας, κατάλαβα ότι βρισκόταν πια σε άλλο σύμπαν. Επέστρεψα στην Δεύτερη Προβολή, στα κινηματογραφικά του δοκίμια και καλύφτηκα για κάποιο καιρό, μέχρι να μάθω την φυγή του, και να βεβαιωθώ ότι εκείνα τα τέσσερα βιβλία του ήταν η αλησμόνητη Πρώτη Προβολή.

Δεν διάβασα τίποτα απ’ όσα αγιολογικά δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του, μου αρκούσαν τα γραπτά του. Αλλά όταν τον είδα σ’ αυτό το εξώφυλλο που έμοιαζε με εξώφυλλο δίσκου κι ύστερα τον μουσικοσυνθέτη των λέξεων στην μαρκίζα, σκέφτηκα εδώ είναι η περιοχή των εξαίρετων εξαιρέσεων: κάτι θα έχει να πει και με τον σπάνιο τρόπο του ο μη μυθοπλαστικός (αλλά στο βάθος βαθύτατα μυθοπλαστικός) συγγραφέας για τον μυθοπλαστικό (αλλά στο βάθος βαθύτατα μη μυθοπλαστικό) συγγραφέα.  Ο Παπαγιώργης δεν στρώνει μόνο ένα απολαυστικό κείμενο με την γνωστή γραφή του αλλά και μας φιλοδωρεί με υποσημειωμένο γραμμικό χρονολόγιο στο υπόγειο μερικών σελίδων, μαζί με σπαράγματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Βακαλόπουλου.

Στις πρώτες σελίδες αμηχανία – πουθενά ο Βακαλόπουλος. Γίνεται λόγος για τους εργένηδες, τους μοναχικούς, τους μπεκιάρηδες, τους τζερεμέδες· εκείνους των οποίων η σχέση με την στέγη κρύβει θλίψη και κλειδί μπαίνει και βγαίνει μόνο για ανάπαυση, γράψιμο και τηλεφωνήματα; Τα λοιπά τελούνται εκτός οικίας. Ό,τι ώρα κι αν ξεπορτίσει αυτό το είδος του άντρα, η πλατεία παραμένει ορθάνοιχτη κι ο χώρος ξεδιπλώνεται σαν τεράστια μαγική εικόνα που δεν χάνει από πουθενά. Με όλους τους κινδύνους και την χασούρα, η νύχτα αναδεικνύεται σε ιδεώδες φροντιστήριο των αρχάριων ψυχών. Σου δείχνει το μπόι σου· κι από κανακεμένος του εαυτού σου παίρνεις σιγά σιγά το αληθινό σου σχήμα. Στους δημόσιους χώρους καθένας που σε ζυγώνει κρατάει ψαλίδα και μάλιστα κοφτερή. Με το κόψε-κόψε γυρνάς σπίτι σου με ό,τι απόμεινε. Αυτός είσαι, κι ας είσαι λίγος. Κατά βάθος όλοι ψάχνουμε το χέρι που θα μας σπρώξει στα ταραγμένα νερά της Βηθεσδά. Αλλιώς τι νόημα έχει όλο αυτό το χασομέρι και το χασονύχτι; Κι όταν επί χρόνια ξηλώνεις την μέρα και την νύχτα σε κάποια στέκια κάτι θα γίνει κάτι θα προσφέρει Αυτή η αιωνιότητα μιας χρήσης, που είναι η κάθε μέρα…

Σύντομα αναδύεται η εικόνα του: τσιγάρο, ποτήρι, βλέμματα στα κορίτσια, αυτιά στους θαμώνες. Είχε πάντα το σύνδρομο της συντροφιάς που διαπραγματεύεται την ανέφικτη συγκατοίκηση και προτιμούσε εκείνο το είδος της ομαδικής μοναξιάς και των συντροφιών αδιεξόδων. Και τι περίεργο, στα δυο πρώτα του βιβλία (εκείνα που αγαπώ και περισσότερο) ενώ ο λόγος γίνεται διαρκώς για το έξω, οι καταστάσεις διαδραματίζονται σε κλειστούς χώρους. O άνθρωπος που συναναστράφηκε ο Παπαγιώργης είναι ακριβώς ο άνθρωπος των δημόσιων χώρων – γέννημα θρέμμα του γεια χαρά, κάτσε. Φυσικά δεν του έλειπαν οι βδομάδες που κλεινόταν μέσα για να γράψει, αλλά τα χειρόγραφά του δεν ήταν παιδεμένα τεφτέρια.

Από νέος ο Βακαλόπουλος αιχμαλώτιζε περιστατικά και, κοιτώντας τα από τις πιο διαφορετικές γωνίες, τα ξεψάχνιζε κανονικά. Αυτό τον βοήθησε να αναδειχθεί σε φοβερό παρατηρητή και κατ’ επέκταση σε μέγιστο γνώστη του δημόσιου βίου. Η πολυλογία, απτό γνώρισμα αδυναμίας -αφού μιλώντας ακατάσχετα ζητάς να πείσεις, με αποτέλεσμα να πείθεις, τελικά για το αντίθετο- δεν ήταν μέσα στις ζωτικές ανάγκες του. Του ταίριαζε η συζήτηση με τις μεγάλες παύσεις, όπως κανείς ξεφυλλίζει ένα ενδιαφέρον σύγγραμμα και μέσα μέσα εντοπίζει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Με τις πρώτες επαφές καταλάβαινε αν ο άλλος κουβαλάει κάποια προσωπική μοίρα ή μια δική του ματιά ή αν είναι το γνωστό άθροισμα από πλαστογραφημένες κουβέντες. Συνάμα είχε τον τρόπο να γλιτώνει από τον συρφετό ανεβαίνοντας την αθέατη κλίμακα που διαθέτει κάθε προφυλαγμένη εσωτερικότητα.

Η κλίση του στην αξιομνημόνευτη φράση πέρασε και στα βιβλία του· όπως «Ό,τι και να ψάχνεις έχει χαθεί μέσα σου» ή «Στην βιβλιοθήκη ξεψυχούσαν διάφοροι Λένιν». Ήταν κατά μία έννοια άτυπος σχολάρχης του αποφθέγματος. Στις κουβέντες του κυριαρχούσαν μόνο οι ταινίες, τα βιβλία, τα γραψίματα και φυσικά οι άπειροι αυτοσχεδιασμοί της συνάφειας. Όταν άκουγε ένα τραγούδι ήταν σαν να του διηγούνταν ξένα χείλη την σύνοψη μιας βιογραφίας. Αρκεί όμως ένας στίχος για να συνδεθείς ως δια μαγείας με το γνωστό απόθεμα μελαγχολίας που σέρνει ο καθένας: το παρελθόν. Αλλά ακόμα κι αν δεν έχεις, το τραγούδι σου χαρίζει την βαθύτητα του παρελθόντος. Όπως στους έρωτες μόνο οι άτυχες στιγμές αντέχουν στον χρόνο, στο τραγούδι (τέχνη του έρωτα και του χρόνου) εκδηλώνεται μια σπαραξικάρδια ανάγκη των συμποτών να θυμηθούν ή να επινοήσουν δυστυχίες.

Ο Βακαλόπουλος παρουσίαζε ένα ανεξήγητο ελάττωμα: του έλειπε απολύτως η εμπειρία της αδικίας ή της ταπείνωσης μέσα στους κόλπους της οικογένειας (και ξέρουμε τι κάνει η νεοελληνική οικογένεια στα παιδιά της). Έζησε σ’ ένα σύμπαν χωρίς άρνηση, όριο, μερισμό, ετερότητα. Ίσως αυτή η ακέραιη απόλαυση τον βοήθησε να πλάσει μια ακέραιη προσωπικότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι ευνοημένες υπάρξεις δεν έχουν χρόνο – ίσως γι’ αυτό οι μονογενείς έχουν αδυναμία στο παρόν, κι ο δικός του χρόνος ήταν όντως το τώρα. Αλλά ακόμα κι αυτή η ατμόσφαιρα σταθερής εύνοιας και προστασίας στο μέλλον γεννάει τους μεγάλους ανικανοποίητους. Μήπως είναι άμοιρο νοήματος ότι κανείς δεν τον θυμάται να αμφιβάλλει για τον εαυτό του; Πέρα από αυτά, ο μικρός γαλουχήθηκε από τους γονείς του στον κινηματογράφο, άλλωστε, όπως έγραψε στην Δεύτερη προβολή,  τα παιδιά είναι οι μεγαλύτεροι κινηματογραφόφιλοι που υπάρχουν.

Ποδόσφαιρο, συγκροτήματα, οι αλητείες της Φωκίωνος Νέγρη, έρχονται με την βία να συμπληρώσουν τα ατροφικά όνειρα της παιδικής κάμαρης. Το σπουδαίο παιδαγωγικό μυστικό σ’ αυτή την ηλικία, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι οι φιλίες – καλές και κακές. Κάθε έφηβος έχει την μανία να βρει κάτι από τον εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου, άρα να ανακαλύψει την ειρήνη και τον πόλεμο. Μόλις βρει την χρυσοφόρο φλέβα, αρχίζει να σκάβει σαν τυχοδιώκτης χρυσοθήρας ­και το σκάψιμο για εκείνον πήγε καλά, καθώς βρήκε πολλά πλασματικά αδέλφια. Κι ύστερα έρχεται ο κινηματογράφος και η μουσική: Κατά μία έννοια, ο άπειρος νεανίας -λίγος στην ζωή και γι’ αυτό πολύς σε επιθυμία- διαβάζει, βλέπει ταινίες, ακούει τραγούδα για να ζήσει, για να βιώσει πλασματικές καταστάσεις, που, όπου να ’ναι, δεν μπορεί, θα περάσουν κι από το δικό του σπιτικό. Επιλαχών της ζωής ακόμα, πετάει την σκούφια του για να αναδειχτεί σε περισπούδαστο γνώστη των αναπαραστάσεών της. Στα χρόνια του Χρήστου, τα μεγάλα αναπαραστατικά νεύματα τελούνταν στο σινεμά, κυρίως, και στα τραγούδια. Άλλωστε ο ίδιος δεν είναι που θα γράψει αργότερα «Τα τραγούδια μου λένε να ερωτευθώ κι εγώ υπακούω»; [σ. 78]

Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα όπου ο κάθε νέος αλλάζει ιθαγένεια εκείνος αρχίζει να γράφει (Θούριος, Αυγή, Σύγχρονος Κινηματογράφος), να βλέπει αμερικάνικο κινηματογράφο, να διαβάζει γαλλική σημειολογία, να γράφει την Υπόθεση Μπεστ-Σέλλερ με ταχύτητα χιλιάδων λέξεων την ημέρα. (Στην παλιά καλή ιστορία, τα κείμενα έρχονται από εκεί που δεν το περιμένουμε.)  Ό,τι του λείπει από εμπειρίες και ζωή, το παίρνει σε άτοκα δάνεια από τα βιβλία και τις ταινίες. Αναχωρεί για μαθητεία στο Παρίσι (μια πόλη-ταινιοθήκη) και σύντομα τον περιμένει και μια άλλη σκληρή μαθητεία, στην ασθένεια. Δεν γίνεται κυνικός αρνητής στην ζωή αλλά, ξεφτέρι στο στρατήγημα της απάτης, ζει ακόμα πιο έντονα. Κάνει το εμπόδιο όπλο· ειρωνευόμενος κερδίζει, όπως θα έλεγε ο Κίρκεγκαρντ μια αρνητική ελευθερία. Επιστρέφει στο παρελθόν (Νέες αθηναϊκές ιστορίες) για την ψευδαίσθηση πως η ρίζα του δέντρου αντέχει. Άλλωστε εκεί δεν επιστρέφουμε όλοι για να βρούμε την αυθεντικότητα της ζωής; Η παιδική ηλικία είναι το τέρμα έγραφε στους Πτυχιούχους, και όλα έπρεπε να σταματάνε στο δημοτικό· εκεί όπου ο νεαρός βλαστός βιώνει απολαυστικά μια μαγική σχεδόν αχρονία. Εκεί ήταν το πιο άφθαρτο μέρος του εαυτού του.

Και το περίφημο τέταρτο και τελευταίο βιβλίο; Πρέπει να ήταν πολύ ανακουφιστική στιγμή όταν ανακάλυψε το μυστικό της τριτοπρόσωπης αφήγησης, αυτό το πανίσχυρο άλλοθι που χαρίζει όλα τις ελευθερίες και δεν στερεί τίποτα στον συγγραφέα. Όσο πιο καλά κρυβόταν πίσω από ένα τρίτο και θηλυκό πρόσωπο, τόσο καλύτερα θα μπορούσε να μιλήσει για το εαυτό του. Έχοντας τιμήσει ισοβίως τις γυναίκες, μπορούσε να τους αναθέσει την μύχια αντιπροσώπευση. Τελικά ενώ στον δρόμο βρίσκει κανείς πιο εύκολα τον εαυτό του, αν θέλει να τον διαφυλάξει πρέπει να φύγει απ’ τον δρόμο.

Όταν έμενα στην Μεθώνης, ένα δρόμο κάτω από την Καλλιδρομίου, έβγαινα αιφνιδιαστικά τα βράδια για την διαδρομή Καλλιδρομίου – Ασημάκη Φωτήλα, μήπως πιάσω κάτι από τους απόηχους των μονολόγων του όταν έφευγε από τα αγαπημένα του στέκια. Και υπήρχε μια εποχή που αναρωτιόμουν για οτιδήποτε, πώς θα το διύλιζε αυτό ο Παπαγιώργης; Τώρα λείπουν κι οι δυο. Τώρα μας λείπουν κι οι δυο. Και καλά ο Βακαλόπουλος, είχε την τύχη να γίνει ένα ταπεινό, περίφημο βιβλίο από τον Παπαγιώργη. Για τον Παπαγιώργη ποιος θα το κάνει;

Εκδ. Καστανιώτη, 1993, 5η έκδ. 2014, σελ. 159. Περιλαμβάνεται το ποίημα του Ηλία Λάγιου Για τον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Δημοσίευση και σε mic.gr/βιβλιοπανδοχείο, αρ. 238, εδώ.

17
Μάι.
20

Γιάννης Πάσχος – Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο

Τα πιθανά απίθανα

Ένας άνθρωπος ονόματι Δήμος, αγνώστων λοιπών στοιχείων, εκκεντρικός και περιφερόμενος, συνήθιζε να δωρίζει ιστορίες από όσα είδε και έζησε σ’ έναν κόσμο που ελάχιστοι είδαν κι έζησαν. Χρησιμοποιώντας ένα από τα ονόματά του, το Δον Ντομίνγκο, άφησε, λίγο πριν εξαφανιστεί, είκοσι και μία μαγικές ιστορίες, αδιανόητες και ζηλευτές, «παράλογες» και πιθανές. Τι έχει λοιπόν να διηγηθεί ο Δον Ντομίνγκο; Μικρός με τον πατέρα του στη Νέα Υόρκη συνήθιζε να ξυπνάει νωρίς για να έχουν το φως, και τα πρωινά αρώματα δικά τους αλλά και να βρίσκουν τους ανθρώπους πιο ανθρώπινους. Εκείνος τα μεσημέρια φωτογράφιζε χέρια και πόδια και τα απογεύματα κεφάλια αναμαλλιασμένα και δακρυσμένα, κάτω από γέφυρες ή στα ρείθρα των πεζοδρομίων. Τα βράδια ακολουθώντας τον ποταμό Χάντσον έφταναν ως τις ακτές του Ατλαντικού για να αναπνεύσουν καθαρό αέρα. Θύμα αγιάτρευτης μαγείας ήταν ο πατέρας μου, κι εγώ πεδίο νοσταλγίας των παιδικών του χρόνων. 

Ίσως έτσι εξηγείται που τον τυλίγει με την χλόη του Σέντραλ Παρκ ή περπατάει με άνεση στα κύματα, με την διαβεβαίωση πως δεν τον βλέπει κανείς, παρά μόνο το παιδί του, ακριβώς γιατί είναι παιδί του και το αγαπάει πολύ. Κι έτσι ταξιδεύουν παντού μαζί, ακόμα κι όταν πολεμούσε με τους Ρώσους αναρχικούς ή πίσω στις ΗΠΑ όταν αναζητούσαν καταφύγιο στους αμμόλοφους της ερήμου Σονόρα. Και καθώς η κάθε ιστορία σκηνοθετεί τουλάχιστον μια διαδραματιζόμενη μπροστά στα μάτια μας μέγιστη κινηματογραφική σκηνή, εδώ είναι το στήσιμο μιας μεγάλης οθόνης καταμεσής της ερήμου, ο ερχομός της πεθαμένης μητέρας, η συνύπαρξη των τριών για πρώτη φορά, η προειδοποίηση πως όλα θα εξαφανιστούν εάν… («Παιδικά χρόνια, πένθη και αυταπάτες»).

Ο Δον Ντομίνγκο δεν μαθαίνει γράμματα όπως οι άλλοι, παρά καταπίνει αισθήματα και εικόνες, που διαλύονται μέσα του και γίνονται αίμα, μύες και όργανα. Στο τέλος το γνωρίζει καλά πια, πως δεν είναι μόνο άνθρωπος αλλά και μια άλλη εικόνα, αναγνωρίσιμη από κάποιον άλλο άνθρωπο, ζώο ή φυτό. Ό,τι κι αν είναι, δεν τον ενδιαφέρει, του φτάνει ότι τον παρατηρεί με ενδιαφέρον πραγματικό και τον σώζει όταν βρίσκεται στην καρποφορία του (Το αίμα της μηλιάς). Στα επτά θαύματα του κόσμου η Σόνια ντε Ρουέντις είναι η καλύτερη ανθοδέτις στην αγορά και προμηθεύει με λουλούδια τις διάφορες τελετές, «όλα αυτά δηλαδή τα κωμικοτραγικά που κάνουν οι άνθρωποι για να γιορτάσουν την ανία και τις τύψεις τους καθώς απομακρύνονται μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο από το όνειρο», όπως διατείνεται. Κοντά της ο αφηγητής πρωτακούει την μουσική του ονείρου και μαθαίνει να θυμάται ότι είναι η επιθυμία που το γεννά, όπως η γη τα λουλούδια, τα λουλούδια το άρωμα, κι ό άνθρωπος είναι το πιο μαγευτικό άρωμα ακόμα κι αν στάζει αίμα.

Ως «Ανιχνευτής αισθημάτων» βρίσκεται στο χειμωνιάτικο Μπουένος Άιρες με τόση νοσταλγία ώστε η καρδιά του ανιχνεύει και το παραμικρό συναίσθημα που διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Ποτέ δεν είχε φανταστεί πόσα συναισθήματα, κάθε στιγμή και κάθε δευτερόλεπτο περνούν απαρατήρητα, αναζητώντας στόχο. Διαχέονται σαν ευθεία γραμμή, καμπυλώνονται σιγά σιγά και καρφώνονται σαν ακόντιο στο ευπαθές υπόστρωμα της αντικειμενικής, όπως συνηθίζεται να λέγεται, πραγματικότητας. Ο αφηγητής εντοπίζει εκατοντάδες παρόμοιες γραμμές αλλά μάταια επιχειρεί να αντιστοιχίσει, για παράδειγμα, την γαλάζια γραμμή της χαράς με ένα χαρούμενο πρόσωπο. Ένα απέραντο πλέγμα ακατοίκητων συναισθημάτων, παρόμοιο με αυτό των υπέρυθρων ακτινών που φυλάσσουν τα χρηματοκιβώτια στις αστυνομικές ταινίες, απλωνόταν παντού, με αποτέλεσμα σε κάθε βήμα, η καρδιά μου, ανιχνεύοντάς τα, να δονείται τόσο πολύ, που πήγαινε να σπάσει… Προσπαθώντας να διαφύγει από αυτό το πυκνό αναστατωτικό δίκτυο, έρπει και επιχειρεί ακροβατικές στάσεις σε σημείο που περαστικοί να μαζεύονται ενθουσιασμένοι, νομίζοντας πως πρόκειται για κάποιο ακροβατικό νούμερο. Τι θα συμβεί όταν αποφασίζει να αποδράσει από την μετριότητα των άκαρπων συναισθημάτων και επιχειρήσει να ανιχνεύει μονάχα τα συναισθήματα υψηλής ευαισθησίας όπως ο φλογερός έρωτας ή το απύθμενο μίσος;

Στην γοητεία του ορίζοντα μας εξομολογείται ότι ποτέ δεν έχει φιλήσει γυναίκα στα χείλη καθώς όταν πλησίαζε τα χείλη του στα χείλη της, σε αυτό το ασήμαντο κενό, «αναδυόταν ο πόθος, τα ακατοίκητα ναυάγια, οι εραστές της ζωής, όλα τα θαύματα του μυστικού κόσμου» κι αμέτρητες ακόμα σκέψεις. Στην τέχνη του παιχνιδιού συναντά τον Μίλτο Σαχτούρη κάθε απόγευμα για σκάκι στα βουνά της Πίνδου, ανεβαίνουν στην στρουθοκάμηλο Ιζαμπέλ με θέα τις ευρωπαϊκές οροσειρές, αναστατώνουν τον πραγματικό κόσμο και ζουν τα μύρια όσα. Στην χαμένη ευκαιρία των απογόνων της Βαβέλ γίνεται Ράφτης που πλέκει με τσιμέντο και άσφαλτο δέχεται παραγγελίες για ρούχα από γκρίζο τσιμέντο, τα οποία εμπλουτίζει με μεγάλες ποσότητες απογοήτευσης, συμβιβασμού και αδράνειας, αποτελεσματικά στις καινούργιες καιρικές συνθήκες και προφυλακτικά απέναντι σε ό,τι ο καθένας θεωρούσε εχθρικό.

Στην συντριβή δυο νέοι πηγαίνουν σε ένα μικρό, διώροφο ξενοδοχείο και σηκώνουν το δωμάτιο πάνω από την στέγη και η ερωτική τους βραδιά προσκαλεί απρόσμενους επισκέπτες και δημιουργεί αδιανόητα χρονικά και (παρα)λογικά άλματα. «Ο άλλος» λέει ότι όλα είναι ωραία, ενώ εσείς λέτε ότι όλα είναι άσχημα και θα συμφωνήσει μαζί μας γιατί θέλει να ζήσει. Κι έτσι συνυπάρχει με τον στενό του φίλο Κύκλωπα που δεν έχει κανέναν άλλον στον κόσμο για να τον βλέπει ολόκληρο. Άλλωστε ξέρει ότι, αν πεθάνει, εκείνος θα αρχίσει να γερνά, γιατί κανείς δεν θα του υπενθυμίζει τα νιάτα και την δύναμή του.

Στο Παρίσι γνωρίζει την βασίλισσα της θλίψη Ζινέτ, που διαθέτει την μοναδική ικανότητα να βλέπει σε όλα τα πράγματα μόνο τα άσχημα και αποθηκεύει με υπομονή και τάξη όλα τα υλικά που απαιτούνται για να υψώνει κάστρα και να ανοίγει τάφρους για να προστατευτεί από την πολιορκούσα χαρά της ζωής. Η ιδέα που συλλαμβάνει για να της αλλάξει αυτές τις διαθέσεις γίνεται «από δρόμους και μονοπάτια που είναι αφύλακτα ή που ο άλλος νομίζει ότι είναι καλά φυλαγμένα και ότι κανείς δεν θα τολμήσει να διαβεί» (Η ευτυχισμένη Ζινέτ). Στην ίδια πόλη ο δρόμος του τον φέρνει σε μια έκθεση του Χοκουσάι, που ζωγράφιζε ανθρώπους στο μεσοδιάστημα δυο κινήσεων, της ορατής και της αόρατης, της επίγειας και της ουράνιας, έσφαζε με λεπίδι τις αναπνοές των ζώντων, γινόταν μικρός και ασήμαντος και γλιστρούσε εντός τους». Τότε βλέπει τον καλλιτέχνη να αναπαύεται πάνω σε δυο νοητές, μαύρες γραμμές και να στερεώνει τον ίδιο με τέχνη κάπου στην οροφή του χώρου, να ταλαντεύονται «μέχρι να γεμίσει το λευκό χαρτί από τις σκιές των αδιόρατων κινήσεών τους», και μέχρι να αναγνωρίσει τον εαυτό του σ’ ένα έργο τέχνης (Προσωπογραφία).

Το σωτήριο φιλί της Αγίας Ηβάν Αγκοστίνι συνδέει το Λος Άντζελες με την Ζάμπορδα· στο πρώτο, ένα σαββατόβραδο, ο Πάνος Δειλινός συνάντησε τυχαία την Ηβάν Αγκοστίνι, χορεύτρια του μπουρλέσκ και πελάτισσά του στο εστιατόριο που εργαζόταν. Το απρόσμενο, δημόσιο φλογερό της φιλί τον μαρμάρωσε κι όταν συνήλθε αυτή είχε φύγει και δεν την είδε ποτέ ξανά. Η μορφή της ξεθώριασε στη μνήμη του, όλα όσα όμως ένιωσε από το φιλί της ήταν εκεί παρόντα λες και είχαν ριζώσει βαθιά μέσα του. Χρόνια αργότερα, σ’ ένα ατύχημα προς το μοναστήρι του Αγίου Νικάνορα στην Ζάμπορδα, ανάμεσα στις αλλεπάλληλες και, προς το τέλος, αποκρουστικές εικόνες που διαδέχονταν η μια την άλλη με τρομερή ταχύτητα στο μυαλό του, ξεχώρισε η μορφή της Ηβάν η οποία, ακούγοντας την παράκλησή του, γυμνή τράβηξε το σώμα του και το τύλιξε με το κορμί της.

Και οι ιστορίες δεν έχουν τελειωμό· για τον έρωτα που σπέρνει και την αγάπη που ανθίζει, για τον άνθρωπο που σε κάθε του επιλογή, συνήθως, πυροδοτεί πρώτα την επερχόμενη δυστυχία του ή για εκείνον που αισιοδοξεί μονολογώντας «Δεν ξεχνιέται εύκολα μια μεγάλη ήττα. Πάντα όμως, μου έρχεται στη σκέψη και παρηγοριέμαι η υπέροχη εκκίνησή μου». Όταν η γραφή καθίσταται αυτόματη και αυτόνομη, όταν η φαντασία οργιάζει και προσκαλεί ζωηρή, ενίοτε φαντασμαγορική εικονοπλασία, όταν το φανταστικό εναγκαλίζεται με το φαντασιακό, και ο υπερρεαλισμός με την ονειρογραφία, τότε προκύπτουν ιστορίες σαν κι αυτές που θα μπορούσαν να συνεχίζονται επ’ άπειρον, χωρίς να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Εδώ μπορούν να συμβούν τα πάντα, δυνατά και αδύνατα, επειδή ούτε το πραγματικό είναι ολότελα λογικό ούτε το λογικό ολότελα πραγματικό, όπως διατείνεται ο Αλμπέρ Καμύ στην προσωπική του προμετωπίδα εδώ,

Εκδ. Περισπωμένη, Δεκέμβριος 2017, σελ. 105

Στις εικόνες έργα των: Jean-Michel Folon, Slava Fokk, Ernst Ludwig Kirchner, Francesco Clemente, Seiichi Hayashi, Katsushika Hokusai, Anton Smit.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

12
Μάι.
20

Νικήτας Σινιόσογλου – Λεωφόρος ΝΑΤΟ. Δοκιμή περιπλάνησης

Η δίπλευρη περιπλάνηση

Γέμισαν τα βιβλία των τελευταίων χρόνων με πλάνητες και περιπλανητές, με υμνητές των πόλεων των δικών μας και των εξωτερικών, που ταυτόχρονα γίνονται και ερευνητές μυστικών σημείων και ανείδωτων ιδιοτήτων μιας πολεοδομίας ή μιας φύσης που μας διαφεύγει. Ελάχιστοι όμως επιλέγουν ως πυρήνα της περιπλάνησής τους ένα σημείο χωρίς αισθητική, χωρίς παράδοση, χωρίς καν κάτι το ελκυστικό. Εξαίρεση των εξαιρέσεων, ο συγγραφέας βγαίνει στην λεωφόρο που αποτελεί τον μεγαλύτερο οδικό άξονα της Δυτικής Αττικής, την ταχεία αρτηρία μεταξύ Ασπρόπυργου και Ελευσίνας. Εδώ δεν ισχύει το ερώτημα «τι έχει να δει κανείς;». Κάθε περιπλάνηση περικλείει εντός της και απελευθερώνει την ίδια στιγμή μια δεύτερη περιπλάνηση, ψυχική, εσωτερική, απόλυτα προσωπική. Κι έχει πραγματικά ενδιαφέρον να δει κανείς πώς μεταγράφεται αυτή η δίπλευρη οδοιπορεία.

Τι συναντά κανείς λοιπόν στην λεωφόρο ΝΑΤΟ; Πρώτα νέες «θέσεις» -αυτός είναι ο πολεοδομικός όρος– με παράξενα ονόματα και αμφίβολη διάρκεια, που οδηγούν στην την σκέψη ότι τελικά είναι δύσκολο να βρει κανείς τις εσχατιές της Αθήνας, καθώς η πόλη δεν περικλείεται πουθενά και τα όρια της πόλης κινούνται ολοένα παραέξω. Η Αθήνα ζει τη σύγχυση της εσχατιάς της, η οποία συμπίπτει με την τελεσίδικη αποχύρωσή της. Όμως… τι είναι μια πόλη χωρίς τείχη και πύλες, δίχως οχυρώσεις; Άλλοτε η πύλη συμπίεζε τον οδοιπόρο προτού τον ελευθερώσει σαν έλασμα και τον ρίξει με ορμή στην οδοιπλανία, ενώ τα τείχη όριζαν ένα πολιτικό σχήμα σαν εκμαγείο. Σήμερα οι μόνες πύλες βρίσκονται στα αεροδρόμια και στα διόδια, εκτός αν θεωρήσουμε τέτοιες και τα θυροτηλέφωνα ή τις οθόνες…

Εκκρεμείς εργοστασιακές μονάδες και μολυσμένα βοσκοτόπια· υπαίθριοι ή κλειστοί αποθηκευτικοί χώροι· μάντρες αυτοκινήτων και υπερφυών ανταλλακτικών· ημιτελείς κατασκευές και χαλάσματα κάθε είδους, προκατασκευασμένα σπίτια και περιφράξεις. Καφετέριες και καντίνες με μουσαμάδες, πλαστικά διαφημιστικά σταντ και συνθετικούς χλοοτάπητες στραβοκομμένους με κοπίδι. Παράδρομοι που εξαχνώνονται σε σημεία εκτός σχεδίου, αυτοσχέδια χαραγμένοι, χωρίς πεζοδρόμια, χωρίς τεχνική ονομασία, μέχρι κι ένα απόκρυφο βοσκοτόπι. Μιζεριασμένες ελιές, πυλώνες της ΔΕΗ, μάντρες και βιοτεχνίες, ακόμα και μια εκκλησία νάνος και δη ρωσικού ρυθμού, η πλέον «απρόβλεπτη» εικόνα. Σύγχρονα χαλάσματα που δεν κουβαλούν κανένα συμβολισμό, μόνο χάσκουν δύσμορφα. Αυτά τα ερείπια δεν θα γοητεύσουν κανέναν περιπατητή, όπως συνέβαινε με τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας ομορφιάς.

Αυτός ο τόπος είναι άπλαστος, γράφει ο συγγραφέας, κι ο φλανέρ απάνω του ένα ξένο σώμα. Δεν μένει παρά ν’ αρχίσει να κάνει τις δικές του εγγραφές σε κάθε βήμα, ακόμα και να αποτολμά αυθαίρετες προεκτάσεις ή διαχρονικές παραβολές: Τα φορτηγά που περνούν με θόρυβο από την Λεωφόρο ΝΑΤΟ καταλήγουν σε τόπους όπου ξεστράτιζαν τα πιο ατίθασα μέλη της πομπής των Ελευσίνιων μυστηρίων, ενώ η άσφαλτος πάλι μοιάζει να έχει μια ιδιάζουσα πλαστικότητα που απελευθερώνει στοιχεία κρατημένα από τα πιο σιβυλλικά φορτία. Ή να επιστρέφει στην παρατηρητικότητα ενός μικρού παιδιού: ο ογκώδης κάδος μιας μπετονιέρας άτσαλα βαμμένος μπεζ με ζωηρές γαλάζιες λωρίδες του θυμίζει την παιδική του επιθυμία να γίνει οδηγός μπετονιέρας, περιοριζόμενος τότε αναγκαστικά στις μικρές πλαστικές απομιμήσεις (είμαστε λοιπόν τόσοι πολλοί;). Και βέβαια να συνταιριάζει τις περιφερειακές σκέψεις του με την ενήλικη πια ματιά: η συνειδητοποίηση πως η μπετονιέρα είναι συναρπαστική επειδή το σκυρόδεμα δεν αποθηκεύεται σαν τα άλλα δομικά υλικά, αλλά καθώς βρίσκεται διαρκώς σε ρευστή κατάσταση απαιτεί ακριβώς έναν τέτοιο άοκνο κύλινδρο.

Και άλλες εικόνες αποτελούν αφορμή για μια επιστροφή στο προσωπικό του παρελθόν. Ο άνθρωπος της Michelin, για παράδειγμα, του πρωτοεμφανίστηκε στο πίσω κάθισμα μιας ολόμαυρης Giulietta του 1973, σαν ένα αέρινο φάντασμα, τώρα δεν είναι ο αυθεντικός δηλαδή μια λαστιχένια κόπια από εκείνες που χορηγεί η πολυεθνική στα βουλκανιζατέρ αλλά κάποιος που του μοιάζει, ζωγραφισμένος και κομμένος με το χέρι, ίσα για να ξεγελά τους οδηγούς. Κι αν σκεφτεί κανείς ότι ο Αντρέ Μισελέν συνέλαβε την ιδέα του λογότυπου της εταιρείας βλέποντας μια στοίβα με ελαστικά σε μια έκθεση το 1894, τότε «υπάρχουν, φαίνεται, τρόποι να ξαναζεί κανείς τις πιο φευγαλέες στιγμές, και ίσως ενδοξότερα από τις πρωτότυπες».

Σ’ ένα νεκροταφείο λυόμενων οικίσκων και τροχόσπιτων (ορισμένα με πινακίδες από χώρες που δεν υπάρχουν πια) ο συγγραφέας εύχεται να επιταχυνθεί η διάλυση της χαμερπούς ύλης τους. Ισχύει άραγε εδώ η σκέψη του Σπινόζα πως καθετί στον κόσμο επιδιώκει την παράταση της ύπαρξής του; Στα νεκροταφεία αυτοκινήτων και σκαφών η φθορά ακολουθεί πάντως τροχιά αντίθετη από κείνη που παρατηρείς σ’ εκείνα των ανθρώπων, όπου η ζωή συνεχίζεται χάρις στο νοιάξιμο των επισκεπτών και στη θύμηση που νοτίζουν καθημερινά το παν. Κάπου εδώ γύρω ο ήρωας Θριάσιος θα κάνει ξέπνοος το πέρασμά του σε κάποια θερινή πολιτιστική εκδήλωση από την μνήμη των ηθοποιών για μια βραδιά. Καμιά παράδοση δεν αναπνέει εδώ. Ολόγυμνη η Λεωφόρος από παρελθόν και ιστορία, αρνείται θα θησαυρίσει κάτι που ν’ αξίζει. Εδώ η γη δεν γεωργείται, ούτε αρδεύεται η μνήμη.Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή την γη είναι το ανεπανόρθωτο πότισμα από λύματα δεκαετιών.

… χαμένος σ’ ένα κομμάτι αναπάντεχα στιβαρού πεζοδρομίου της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, εύρημα ανέλπιστο αλλά μάταιο· γιατί δυο βήματα πιο κάτω ρημαγμένες πλάκες λοξεύουν σαν μισοβγαλμένα λέπια, ανάκατες με χόρτα και σκατά σκύλων, χωρίς ποτέ να έχουν ρουφήξει αγάπη, μόχθο ή μια ανθρώπινη ματιά παρά μόνο κραδασμούς από πόδια και τροχούς που επείγονται να φύγουν από δω… [σ. 62]

Κι αν κανείς αναρωτιέται αν σε όλα αυτά υπάρχει πολιτική διάσταση, ας σκεφτεί ότι η διάνοιξη λεωφόρων θεωρήθηκε άψογο μέσο καταστολής των μαζών και αποτροπής των οδομαχιών. Άλλωστε τι είναι ένας αντάρτης χωρίς την κόγχη του; H περίπτωση του Παρισιού είναι ενδεικτική. Ο Walter Benjamin παρατήρησε ότι απώτερος σκοπός της τεχνητής ένωσης των μικρών πόλεων που είχαν αναπτυχθεί οργανικά μες στον χρόνο δεν ήταν μόνο η αποτροπή των οδομαχιών όσο η κατασκευή ενός νέου προλεταριάτου, απολύτως εξαρτημένου από το κράτος. Ιδού λοιπόν μια πολεοδομική ευγονική που όμως ενέπνεε και την ανησυχία για το ενδεχόμενο συσπείρωσης της ευερέθιστης μάζας των εργατών. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι αυλές ισοπεδώθηκαν προς όφελος του δημόσιου χώρου που προορίζεται για όλους και για κανέναν. Γιατί και από αισθητική άποψη οι λεωφόροι είναι ξερές ευθείες που ενώνουν απομακρυσμένες γειτονιές αμβλύνοντας την ιδιαίτερη φυσιογνωμία τους. Και τελικά φωτίζουν τις πόλεις ή τις στραγγίζουν από ψυχικές διακυμάνσεις και ζωή;

Όμως οι ιδεαλιστές της πολεοδομικής και της νομικής επιστήμης συμφωνούν πως η κοινόχρηστη οδός οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένας τεχνητά διαμορφωμένος χώρος που συνδέει τοποθεσίες· μπορεί να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης, να ευνοεί την απροσδόκητη γειτνίαση με άλλους πολίτες και να συντηρεί την αίσθηση του ανήκειν και του συνανήκειν. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλλει η αντίθεση που πιθανώς οδηγεί σε κάποια ισορροπία: ο περιπατητής διατηρεί το δικαίωμά του να παραμείνει ανώνυμος και να κινείται ως ξένος μέσα σε οποιοδήποτε πλήθος. Καταγράφεται μάλιστα εδώ μια δικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όπου αναφέρεται «το δικαίωμα να είσαι αποσυνάγωγος» (the right to be an outsider)! Και προσπαθώ ο ίδιος να θυμηθώ μια σχετική αναφορά σε σκεπτικό απόφασης όταν ακόμα υπήρχε το ποινικό αδίκημα της αλητείας στο άρθρο 408 του Ποινικού Κώδικα, για το οποίο είχα την αγαστή τύχη ως δικηγόρος τότε να παρακολουθήσω δυο σχετικές δίκες, προτού καταργηθεί, το 1994.

Εκεί που ταυτιζόμαστε άμεσα με τον συγγραφέα είναι η κατά την περιπλάνηση αναζήτηση μιας αφορμής ικανής να τονώσει την παρουσία του, κάτι να τον συνδέσει με τον τόπο ή τους ανθρώπους. Αλλά τίποτα, τα ερεθίσματα θα αντληθούν ξανά από μέσα του. Στην θέα των κοντέινερ «που αποκρύβουν ό,τι διασώζουν» συλλογίζεται: Πιεσμένος ανάμεσα στα κοντέινερ και στη μάντρα, βλέπω αλλιώς, επιτέλους, τα περασμένα λόγια των εραστών όλων. Στην ώρα τους είναι το πιο διάφανο πράγμα στον κόσμο· με τον καιρό αποδεικνύονται άξια μόνο για την ασφυξία. Κρημνίζονται μέσα μας κι ούτε η μνήμη δεν τα βρίσκει. [σ. 60]

Αυτός ο συνειρμικός συρμός αλλεπάλληλων σκέψεων που εκκινούν από εικόνες και δίνουν ζωή σε άλλες εικόνες, αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοχαστικό ημερολόγιο περιπλάνησης όπου καταγράφονται τα πάντα: αποστροφές συγγραφέων (από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Edmont About μέχρι τον Oswald Spengler και τους στοχαστές της περιπλάνησης, όπως ο Georg Simmel), φιλοσοφημένες ή αυθόρμητες σκέψεις (για την όραση του ανθρώπου που ατρόφησε στις πόλεις ή την φύση της ηδονής και της ανηδονίας), εικονοπλαστικές παράγραφοι, προβληματισμοί για την αισθητική εμπειρία, απολύτως προσωπικές συνδέσεις. Δοκίμιο και δοκιμή σε 102 κομμάτια αυτόνομων στοχασμών, κειμενική φωτογράφηση ενός «ασύντακτου» δρόμου, περίπατος φιλοσοφίας σε θλιβερό τοπίο, ό,τι και να είναι αυτό το βιβλίο εκπλήσσει με το γεγονός ότι συνομιλεί με τόσους τρόπους με το τοπίο. Γιατί όσο κι αν «είναι ο πλάνης που μετατρέπει με την ματιά του την φύση σε τοπίο», απαιτείται μια τέτοια εμβάθυνση σε πλείστες ψυχικές, λογοτεχνικές και άλλες προεκτάσεις για να το κάνει τόσο ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να συνεχίζεται για δεκάδες άλλες σελίδες και να κρύβει διαρκώς εκπλήξεις. Και θα ήταν πραγματικά συναρπαστικό να εκδοθεί κάποια στιγμή ένα μεγάλο συλλογικό εγχείρημα κειμενικών περιπλανήσεων σε όλους αυτούς τους αντιαισθητικούς αστικούς τόπους, που θα τους δούμε, πλέον, και με άλλη ματιά.

Εκδ. Κίχλη, 2020, σελ. 95 με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών και (εκτός σελιδαρίθμησης) τριάντα μαυρόασπρες φωτογραφίες.

Στις εικόνες: φωτογραφίες του συγγραφέα από το βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 234, με τίτλο The wanderer, ως ταιριαστό με το τραγούδι του Jackie Leven.

09
Μάι.
20

Σταύρος Ζουμπουλάκης – Στ’ αμπέλια

Βιβλία σαν κι αυτό μού έρχονται ως χάρισμα και έναν, μεταξύ πολλών, παραπάνω λόγο: διάγοντας την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου έχω συχνά αισθανθεί την επιθυμία να ζητήσω από συνομήλικους και μεγαλύτερους φίλους αλλά και συγγραφείς μια σύντομη, πυκνή αφήγηση ενός γεγονότος από τα παιδική ή εφηβικά χρόνια της ζωής του. Να δω σε ποιο βαθμό η συναισθηματική φόρτιση διαπλέκεται με την ύστερη λογική επεξεργασία και η συγκίνηση με την αποστασιοποιημένη, ψύχραιμη ματιά. Κι ας γνωρίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωλιά νοσταλγιών από την επιστροφή στην παιδικότητα και πως η τελευταία είναι τόσο πολύ αφηγημένη που σχεδόν δεν κομίζει τίποτα καινούργιο, παρά μια ψυχική ικανοποίηση αποκλειστικά και μόνο του βιώσαντος. Ένα τέτοιο αφήγημα μας προσφέρει ο συγγραφέας, αποφεύγοντας ακριβώς όλες τις παραπάνω παγίδες, γιατί και την ανία των διηγήσεων της παιδικής ηλικίας γνωρίζει αλλά και την καθιερωμένη διάθεση μυθοποίησης και εξωραΐσμού απαρνιέται.

Πρώτα ένας εκ μέρους μου αυθαίρετα συμπυκνωμένος ορισμός: Τ’ αμπέλια δεν σημαίνει περιοχή με αμπελώνες, μολονότι υπήρχα εκεί και αμπελάκια, αλλά το μέρος, έξω από τον οικισμό, όπου ξεκαλοκαίριαζαν οι κάτοικοι του χωριού, της Συκιάς Λακωνίας, για να ασχοληθούν με την αγροτική του παραγωγή, το λάδι και τα ξερά σύκα· εκεί που ο καθένας είχε το καλύβι ή την κάμαρά του. Θα μπορούσε να μοιάζει με απλό λήμμα λαογραφικού λεξικού αν δεν δημιουργούσε τόσες εικόνες και πολύ περισσότερο τόση προσμονή, εφόσον ορίζει την θεματική του αφηγήματος ενός πραγματικού λογοτέχνη δοκιμιογράφου.

Τι προηγείται της σπάνιας εμπειρίας που θα ανοιχτεί εδώ; Η απόλυτη θέση του πατέρα του πως μόνο με τα γράμματα προκόβει κανείς, συνεπώς η μετεγκατάσταση από το χωριό στην πόλη, σ’ ένα κατάφορτο φορτηγό. Η μνημονική αποθήκευση κάθε λεπτομέρειας από το ταξίδι της κατάκτησης της πόλης. Ο Ισθμός ως ένα από τα θαύματα του κόσμου (λίγα χρόνια αργότερα ίδια αίσθηση είχε και το μικρό παιδί που υπήρξα, κι ας τον χάζευα στα βιβλία της γεωγραφίας και προσπαθούσα αλλεπάλληλες φορές να τον ζωγραφίσω). Εικόνες που ξεφυλλίζονται η μια μετά την άλλη, συντροφιά με τις ελάχιστες απαραίτητες λέξεις· άλλες που σχεδόν τις βλέπω κινηματογραφημένες: τον ύπνο το πρώτο βράδυ με μια ξαδέλφη του, που μουσκεύει το μαξιλάρι της με κλάμα, τα διετή κλάματα της μάνας. Ένα κοτέτσι στην αυλή του σπιτιού σαν το πιο αυτονόητο πράγμα στον κόσμο. Μια νέα ζωή στην φτωχογειτονιά, το 1959.

Αλλά υπήρχαν τ’ αμπέλια, ένα θερινό τρίμηνο που περίμενε τον μικρό αφηγητή να μοιραστεί με συγγενείς το ξεκαλοκαίριασμα στην φύση, για να θρέψει και να παχύνει. Η ευγενής έγνοια των γονέων, ένα ανέλπιστο δώρο για το παιδί. Μια εκτεταμένη τελετουργία από την άφιξη μέχρι το φθινόπωρο, από τις πρώτες ώρες της ημέρας ως το τέλος της. Η ζωή σ’ ένα τσαρδί (ένα υπαίθριο κρεβάτι υπερυψωμένο από το έδαφος), με μια λιάστρα, μια στέρνα και τίποτε άλλο· η αποθέωση της απλότητας, η άγρια γέμιση της φύσης. «Ο ύπνος κάτω από τ’ αστέρια, η μισή χαρά της ζωής». Η καλύβα ήταν μόνο για βροχές, αλλά είχε μέσα τις εικόνες για την προσευχή του θείου, πάντα φωναχτή για τους ανθρώπους του προφορικού πολιτισμού, που δεν προσεύχονταν ούτε διάβαζαν από μέσα τους. Ο νυχτερινός ψίθυρος της προσευχής, μια πρόσθετη σαγήνη. Η ιδίοις όμμασι παρακολούθηση όσων δηλαδή αργότερα θα διάβαζε στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη: των αγρυπνιών και των ευωχιών μαζί με τις φιλακόλουθες γυναίκες, τους πανηγυριστές και τους αυτοσχέδιους ψάλτες. Ένα εντός του θησαύρισμα πλούσιας ύλης λαϊκής θρησκευτικότητας.

Ένα ολομόναχο παιδί χωρίς τις εργασιακές υποχρεώσεις των μεγάλων, ακόμα κι αν συνεισφέρει με δεκάδες τρόπους, πάντα έχει ελεύθερο χρόνο. Τότε επιστρατεύει μια σειρά αυτοσχέδιων παιχνιδιών ενώ οι αισθήσεις του παραμένουν τεταμένες, και κυρίως η ακοή, που θρέφεται με διηγήσεις και ιστορίες· αφηγήσεις με τα τοπωνύμια της μικρασιατικής εκστρατείας, χαρτογράφηση των αστερισμών αλλά και απορρόφηση των δαιμονικών όψεων και των παγανιστικών στοιχείων στις ιστορίες, στοιχεία τόσο πολύτιμα στην καθημερινότητα ενός κόσμου και στην λογοτεχνία την ίδια, κρατώντας την πολύτιμη απόσταση ασφαλείας λόγω Αθήνας.

Ας μην περιμένει κανείς εδώ γλαφυρές εικόνες φύσης, κι όλα εκείνα τα περιγραφήματα που κάποτε γέμιζαν σελίδες επί σελίδων εξαντλώντας και τον πιο υπομονετικό αναγνώστη. Ο άνθρωπος του αγροτικού πολιτισμού, γράφει ο συγγραφέας, γενικώς δεν γνωρίζει την αισθητική στάση. Ένας τόπος δεν είναι γι’ αυτούς ωραίος ή άσχημος, αλλά εύφορος ή άφορος. Πολλοί θρησκευόμενοι είναι έτοιμοι να σφαχτούν μεταξύ τους· μεταξύ των γυναικών βασιλεύει η καταλαλιά και ο φθόνος. Τα ζώα είναι πιστωμένα αποκλειστικά και μόνο στις υπηρεσίες τους και υφίστανται τα πάνδεινα, η περίφημη «μεσογειακή διατροφή» είναι αποκλειστικά τηγανητή, τσιγαριστή και αλμυρή.

Μήπως ο παραγνωρισμένος θησαυρός της μνήμης είναι οι απλές, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, εικόνες; Όταν ο συγγραφέας ψιθυρίζει «Μίλησε μνήμη» τότε εμφανίζονται ένα φρεσκογεννημένο πουλαράκι που προσπαθεί να σταθεί όρθιο, νυχτοπορίες με φανάρι για κάποια επίσκεψη, ρούχα που από το μπάλωμα δεν ξεχωρίζεις το αρχικό ύφασμα, μια φοράδα που τον προστάτευσε, οι μικρές φλόγες μιας καλαμιάς (θερισμένου χωραφιού) που έπιασε φωτιά και τρέχουν ακανόνιστα, με μεγάλη ταχύτητα, που άξιζε και μόνο για να τις ξαναβρεί σε μια φράση από την Σοφία Σολομώντος και, υποθέτω, να χαμογελάσει με την βεβαιότητα πως εκείνος που την έγραψε είδε το ίδιο πράγμα – Αλλιώς δεν γράφεται τούτη η παρομοίωση.

Το διάφραγμα της συγγραφικής ματιάς ανοίγει ακόμα περισσότερο, για να χωρέσει τις ιστορίες των συγγενών και την ζωή του χωριού. Και σε αυτή την τελευταία η ζωή είναι αδιανόητη χωρίς την χαρτοπαιξία, που, ίσως, σκέφτεται ο συγγραφέας, να οφείλεται στην ακίνητη ζωή του χωριού, στην βαθιά πλήξη της. Ήταν μια ζωή χωρίς διεξόδους και διαφυγές, αέναη επανάληψη του ίδιου. Με τα χαρτιά έσπαγαν αυτόν τον αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο κύκλο, έβρισκαν λίγη ένταση στη ζωή τους. Ο ίδιος λόγος οδηγούσε στο πιοτό, στο κρασί. Τα μόνα ταξίδια των ανθρώπων της Συκιάς ήταν, για τους άντρες, ο στρατός και κάποιο νοσοκομείο. Η ίδια ακινησία επικρατούσε και στις καλλιέργειες, που συνεχίζονταν όπως είχαν κληρονομηθεί, χωρίς νέες δοκιμές. Δεν σκεφτόταν κανείς, για παράδειγμα, να φυτέψει στον κήπο του μια λεμονιά.

Ο φτωχός και φιλόπονος αυτός κόσμος είχε αντοχή στα βάσανα· η φτώχεια κι ο μόχθος δεν τους έκανε δυστυχισμένους· οι γιαγιάδες και οι μανάδες είχαν την μεγάλη τέχνη να σκεπάζουν την φτώχεια, να μη γίνεται αισθητή. Η ξενιτιά ήταν ένας άλλος μεγάλος πόνος. Παρών σε αναχωρήσεις εξωτερικών μεταναστών, ο συγγραφέας έχει βαθιά χαραγμένο μέσα του τον σπαραγμό του αποχωρισμού και αναρωτιέται πού βρίσκονταν τόσα δάκρυα. Τα ίδια αυτά δάκρυα των ξενιτεμένων μπορεί να έσταζαν και στο μελάνι καθώς έγραφαν γράμμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να διαβαστεί. Δεν υπάρχει ευτυχισμένος μετανάστης, γράφει.

Θα μπορούσαν όλα αυτά να σαν ξερά φύλλα θρυμματιστούν σε στίχους, που θα έφτιαχναν ιδιαίτερη ποίηση. Θα μπορούσαν επίσης να φτιάξουν ένα φορτισμένο νοσταλγικό βιβλίο. Μα οι συγγραφικές προθέσεις είναι άλλες: να αποτυπωθεί το ίχνος ενός παλιού, ανεπίστροφου κόσμου και η άνευ νοσταλγίας ατόφια, γνήσια συγκίνηση βιωμάτων που πραγματικά αξίζει να μοιραστούν. Κι αν κάτι αρκεί στον συγγραφέα είναι ακριβώς η αναγνώριση αυτών των εννέα καλοκαιριών σε αυτό που είναι σήμερα και στην ηθική του στάση, να βρίσκεται πάντα στην πλευρά των φτωχών και των κατατρεγμένων.

Σε κάποια σελίδα ο συγγραφέας γράφει πως όσο κι αν ήθελε να μεταδώσει κάποιες μαγικές στιγμές στους συμμαθητές του, αντιμετώπισε ειρωνεία ή αδυναμία να τις κατανοήσουν. Έτσι είναι, το μάθαμε καλά αυτό, ο κύκλος μας και οι φίλοι μας πάντα θα αδυνατούν να αντιληφθούν την δική μας μαγεία. Όμως ένας δεύτερος μεγάλος κύκλος ανοίγει αναπάντεχα με την πάροδο του χρόνου – πού να το γνώριζε εκείνο το μικρό παιδί! Είναι οι εταίροι μιας άλλης φιλίας, οι αναγνώστες, που τώρα όχι μόνο την αποδέχτηκαν αλλά και την είδαν με τα δικά του μάτια.

Εκδ. Πόλις, 2018, σ. 96.

Στις εικόνες, έργα των Γιάννη Κόττη, Rawan Anani, Vasily Khudyakov, Scott Gwen, Νικόλαου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Lloyd Rees.

05
Ιαν.
20

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων. Χρήστος Χρυσόπουλος – ΑΛΜΑ, εκδ. Νεφέλη, 2019

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Στο κέντρο ενός μαιευτηρίου μια υγειονομική μονάδα φιλοξενεί έξι τρόφιμους. Ο καθένας ζει εκεί κλεισμένος στην προσωπική του μνήμη, βιώνοντας ξανά και ξανά, σε ατέρμονο κύκλο, την ιστορία που έχει καθορίσει τον βίο του. Στη Μονάδα θα εισέλθουν -υπό διαφορετικές περιστάσεις- τρία πρόσωπα: ένας νέος φιλοξενούμενος, μια μητέρα και η νεογέννητη κόρη της, η Άλμα. Ο κύκλος θα κλείσει με τα νέα αυτά πρόσωπα. Η «Άλμα» είναι ένα κείμενο πολλαπλού εγκιβωτισμού. Η ζωή που απέρχεται κυοφορεί τη νέα ζωή. Η επικράτεια της αγάπης εγκιβωτίζει τη λύπη. Κάτω από τη λεπτή επιφάνεια της συνείδησης του ενήλικα κυλά η αυθορμησία του παιδιού.Στο κέντρο όλων υπάρχει ο λόγος της Άλμα – δάνειος λόγος – λυτρωτικός. Το παιδί καθίσταται η φωνή όλων εκείνων που χάθηκαν.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Η «Άλμα» γράφτηκε τα τελευταία δυο χρόνια με τρόπο αποσπασματικό, κομματιαστό, ως ένα κείμενο που αναπτυσσόταν ασύμμετρα προς διαφορετικές κατευθύνσεις, για να λάβει την οριστική του μορφή κατά τη διάρκεια μιας ασφυκτικής εβδομάδας πραγματικού εγκλεισμού,σε ένα σπίτι του 17ου αιώνα στην Ελβετία. Το πρώτο βράδυ της παραμονής μου σε εκείνο το διαμέρισμα όπου θα αποφάσιζα αν τελικά είχα ένα βιβλίο στα χέρια ή όχι, τράβηξα τυχαία από τη βιβλιοθήκη έναν τόμο με τα τελευταία κείμενα του Γιόζεφ Ροτ, δημοσιευμένα τα χρόνια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι όπου και πέθανε το 1939. Εκείνο το πρώτο βράδυ διάβασα αυτό το σύντομο σημείωμα του Ροτ, το οποίο με έπεισε ότι η «Άλμα» ήταν όντως ένα ολοκληρωμένο έργο. Το βιβλίο θα τέλειωνε με αυτά τα λόγια του συγγραφέα.

Τα παιδιά που γνωρίζουν
Υπάρχει τίποτα πιο επώδυνο από την κατανόηση στα μάτια των παιδιών; Από τα παιδιά που καταλαβαίνουν; Γνωρίζουν περισσότερα από τους γονείς τους. Αντιλαμβάνονται με τόση σαφήνεια και ευθύτητα, ώστε είναι οι γονείς εκείνοι που μοιάζει να έχουν μια ανάρμοστη παιδική αθωότητα στο βλέμμα τους. Τα παιδιά γνωρίζουν – και οι ενήλικες δίπλα τους φαίνεται να μην έχουν ιδέα… Δεν κατάλαβαν πώς έπεσαν στην παγίδα του τρομερού πεπρωμένου τους. Δίπλα τους στέκονται τα παιδιά τους που γνωρίζουν, των οποίων τα ανέκφραστα μάτια έχουν ξεπεράσει την απορία και προσφέρουν ήδη συγχώρεση.
Γιόζεφ Ροτ

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Θα αφήσω την Άλμα να συστηθεί η ίδια με τα δικά της λόγια:

Άλμα (με τη δική της φωνή)
Αναχρονισμός

Από τη στιγμή που ήρθα εδώ σταμάτησα να μεγαλώνω. Βγήκαν όλοι από τα δωμάτιά τους και στάθηκαν γύρω μου. Αυθόρμητα, δίχως να τους φωνάξει κανείς. Εκείνος με άφησε κάτω απαλά. Αισθάνθηκα για πρώτη και μοναδική φορά τη γη στα πέλματά μου. Ήμουν ολόγυμνη, μα δεν ντρεπόμουν. Έφεραν ένα λευκό σεντόνι και με κάλυψαν, όπως τα αγάλματα. Είμαι ό,τι πιο πολύτιμο για εκείνους. Είμαι εύθραυστη, όπως ένα νεογέννητο μωρό. Από τότε που μπήκα εδώ, αυτό που με κρατά ζωντανή δεν είναι η υλική τροφή, είναι η περίσσια αγάπη. Η επαφή, το άγγιγμα, το χάδι. Κάθε φορά που με αγκαλιάζουν, η τρυφερότητά τους με θρέφει. Δεν γνωρίζω τίποτα περισσότερο από αυτό που μου δείχνουν τα αισθητήρια όργανά μου. Μιλούν μεταξύ τους, αλλά ποτέ δεν απευθύνονται σε εμένα. Ζω με την όραση, με την αφή. Με τις θερμοκρασίες, τους ήχους… Τους περιεργάζομαι φέρνοντας τα ακροδάχτυλά τους να ακουμπήσουν στα χείλη μου.

Ο χρόνος για μένα έχει σταματήσει στο διαρκές παρόν. Οι μέρες μου περνάνε από τα χέρια του ενός στα χέρια του άλλου. Δεν πατώ στο έδαφος, ζω από αγκαλιά σε αγκαλιά. Με θωπείες, σιγοψιθυριστούς φθόγγους και ασπασμούς. Έχω σταματήσει να μεγαλώνω. Αυτό τους καθησυχάζει. Δεν θα με χάσουν. Δεν θα γίνω ποτέ κάτι διαφορετικό από αυτό που γνώρισαν όταν βρέθηκα πρώτη φορά ανάμεσά τους. Δεν θα αλλάξει η αγκαλιά στο στήθος τους. Τους αγαπώ όλους μονομιάς. Αξεχώριστα. Λες και είναι ένας άνθρωπος. Με μια αγάπη μητρική. Αποφάσισα σιωπηλά με τον νου μου να τους δώσω ονόματα δικά μου. Ονόματα θηλυκά. Διάλεξα από τις λέξεις που άκουσα γύρω μου εκείνες που ήχησαν ομορφότερες στα αυτιά μου. Τα ονόματά τους είναι: Ωλένη, Παλάμη, Χολή, Οδύνη, Τομή, Λαγόνα, Ουλή.

Έχω σταματήσει να μεγαλώνω και μένω κλεισμένη εδώ, ανάμεσά τους. Τρέφομαι με φροντίδα και τρυφερότητα. Η τροφή μου είναι το αγκάλιασμά τους. Δέρμα με δέρμα. Ζω κουλουριασμένη στα χέρια τους.

Έδωσα στον εαυτό μου το όνομα Άλμα.

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε στη Νάντη της Γαλλίας τον Οκτώβριο του 2016 και αποτελεί το εξώφυλλο του βιβλίου. Η επιλογή αφορά το αίσθημα της στιγμής που λήφθηκε η συγκεκριμένη φωτογραφία, ενώ περπατούσα -συννεφιασμένο απομεσήμερο- στο μικρό νησί που στέκει στο κέντρο του Λίγηρα καθώς διασχίζει τη Νάντη. Ήταν αυτή ή αίσθηση εγκατάλειψης και ελευθερίας που νομίζω υπάρχει και στην «Άλμα».Είχα γράψει τότε ένα κείμενο για αυτή τη φωτογραφία, δεν βρήκε θέση στην «Άλμα», συνοψίζει όμως το αίσθημα που έδωσε αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο στο βιβλίο.

Οι φράχτες, οι όχθες, τα πεζοδρόμια και οι γέφυρες, οι γερανοί, οι λογιών διαγραμμίσεις και οι επιγραφές, οι πέτρες, τα χόρτα και οι πάσσαλοι, όλα μοιάζουν να τεμαχίζουν τον χώρο σε ξεχωριστές επικράτειες. Ακόμα και ο ορίζοντας μοιάζει με φυλαγμένο σύνορο. Οι περιφράξεις συντάσσονται παρατακτικά η μια μετά την άλλη, όπως οι λέξεις σε μια σχοινοτενή πρόταση δίχως σημεία στίξης. Η Νάντη περιγράφει το τελείωμα: «Κάπου εδώ το πριν σταματά». Μόνο που ό,τι εκτείνεται στο μέλλον από εδώ και πέρα, δεν είναι αντιστοίχως μια έναρξη – αλλά μια αναβολή. Αυτό το καταλαβαίνεις καλά. Εδώ δεν είναι πλέον ούτε πόλη, ούτε μη. Εδώ βρίσκεσαι εκτεθειμένος στα ενδεχόμενα. Γι’ αυτό τα βήματά μου είναι προσεκτικά και διστακτικά. Σαν να περπατώ διαρκώς στο χείλος του ποταμού. Χαμηλώνω το βλέμμα. Εδώ πρέπει να μετράς καθεμιά κίνηση με επιμέλεια ακροβάτη. Κάθε γλίστρημα, ή ακόμα και μια αστόχαστη κλίση του κορμού, μπορεί από στιγμή σε στιγμή να σε ρίξει στο σκοτεινό νερό του Λίγηρα που κυλά αδιάφορος δίπλα σου.  Έχει χειμωνιάσει και περπατώ εκεί που η Νάντη τελειώνει. Ή μάλλον εκεί που σταματά προσωρινά. Η διαρκής αναβολή με κάνει ανήσυχο και επιφυλακτικό. Διέβην σιωπηλά το όριο. Δεν γνωρίζω ακόμη τι με περιμένει στην άλλη πλευρά.

[Φωτογραφία του συγγραφέα: Γιάννης Μισουρίδης]

09
Δεκ.
19

Μπάμπης Αργυρίου – Άλμπουμ διασκευών

Η άγραφη πρόζα του ροκ

Η ιδέα σιγοκαίει εδώ και χρόνια όλους όσοι από εμάς έχουν την τύχη να ζουν και ν’ αναπνέουν μέσα από την μουσική, πόσο μάλλον αν αφιερώσαμε τρισεκατομμύρια στιγμές στην προσπάθεια να την μεταγράψουμε σε κριτικά κείμενα μέσα σε περιοδικά, φανζίν και ραδιοσταθμούς: Να υπήρχε επιτέλους ένα βιβλίο που να μετέτρεπε σε πρόζα τα ίδια τα τραγούδια των συγκροτημάτων που αγαπήσαμε, τους στίχους τους, την πορεία της μπάντας, τις ίδιες τις ζωές των μελών της. Αλλά τίποτα! Ένα αχανές χρυσωρυχείο ιστοριών έμενε κλεισμένο μέσα στους δίσκους και την ιστορία του ροκ εν ρολ. Ίσως υπάρχει ένα τέτοιο βιβλίο σε μια άκρη του κόσμου, αλλά ψάχνοντας χρόνια δεν έχω πέσει πάνω του. Τώρα όμως…

Έτσι οι ιστορίες εδώ αναβλύζουν μέσα ή με αφορμή το ατόφιο ροκ των Ramones και των Clash ή το πανκ των Sex Pistols, τα σκοτάδια των Cure και τις αβύσσους του Nick Cave και των Dead Can Dance· εδώ «γράφουν» ή «γράφονται» αρχιμάστορες όπως ο Bob Dylan και ο Neil Young, διαχρονικοί ραψωδοί όπως οι Tim Buckley, Nick Drake και Leonard Cohen, αιώνιοι ρόκερς σαν τον Iggy Pop και τον Rory Gallagher κι όσοι άλλοι ενέπνευσαν (ενίοτε προκάλεσαν!) τα διηγήματα του βιβλίου: The Beatles, The Rolling Stones, Pink Floyd, Simon & Garfunkel, Bob Marley, The Go-Betweens, R.E.M.,The Walkabouts, Rage against the Machine/Magazine, Talking Heads, Tindersticks, Massive Attack, Radiohead, Nirvana, PJ Harvey, Bjork κι όσοι αναφέρονται εδώ πιο κάτω.

Κάθε κείμενο έχει τίτλο το όνομα του εκάστοτε καλλιτέχνη/γκρουπ μαζί με μια φράση σαν πρόγραμμα κι επίγραμμα μαζί. H ζωή σου μπορεί να επιδεινωθεί και χωρίς την κινητοποίησή σου, αναγράφεται στο δεκασέλιδο του αφηγητή Tom Waits και η ιστορία δεν θα μπορούσε παρά ν’ αρχίσει σ’ ένα μπαρ, που στην μια του γωνιά κάποτε άραζε η Λουσίντα· τώρα του έστειλε χριστουγεννιάτικη κάρτα απ’ τη Μινεάπολις, γράφοντας ότι ξεμπέρδεψε με τις καταχρήσεις, ζούσε μ’ έναν μουσικό που την αγάπησε, υιοθέτησε το παιδί της και την έβγαζε για χορό κάθε Σαββατόβραδο. Αλλά μπορεί όλα να είναι και ψέματα, να ξαναγύρισε στο Σαν Λεμέντε και να δούλευε πάλι σαν πουτάνα. Ο Τζωρτζ παραδίπλα ψελλίζει Μόνο όταν ονειρεύομαι είμαι αθώος, μέχρι την στιγμή που το ενδιαφέρον του αφηγητή πάει στην νεαρή Μέλανι, με την οποία αρχίζει ένας διάλογος πλημμυρισμένος από ιστορίες που ίσως εμείς οι πιστοί του Waits γνωρίζουμε καλά. Αποτυχημένες σχέσεις, ματαιωμένες φυγές, τα φιλιά που είναι πάντα σαν φιλιά ξένων.

Ο συγγραφέας μας αιφνιδιάζει με την θέση στην οποία βάζει κάθε φορά τον καλλιτέχνη του. Ο Lou Reed γίνεται ταξιτζής που μονολογεί στους πελάτες τους κατά τις κούρσες του – που αλλού; – στη Νέα Υόρκη. Η Αφροδίτη με τις Γούνες, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα του Μανχάτταν, εκείνοι που περπατούν στην άγρια πλευρά της πόλης και της ζωής, όσο έκαναν ό,τι ταπεινωτικό τους ζητήθηκε για να επιβιώσουν, είναι όλοι παρόντες στην λακωνική του πολυλογία. Και φυσικά η Κάρολιν, που την συγκρίνει με τον χρόνο, που ποτέ δεν είναι αρκετός, που είσαι ανήμπορος να τον κρατήσεις. Αλλά ο κόσμος χωρίς την αγκαλιά των γυναικών, μοιάζει μ’ ένα ανόητο παιδί. Αυτός ο τύπος πάντα αναζητούσε τα απλά και αυθόρμητα πράγματα, όσα φτιάχνουν μια perfect day· δεν θέλει άλλες ενοχές, αρνητικές σκέψεις, τους μονίμως σκυθρωπούς ανθρώπους που συζητάνε για τα στραβά του κόσμου – ή αυτούς που πάντα σε στήνουν λες και είναι ντίλερ! Δεν του αρέσει να μετανιώνει για τίποτα, αφού κάθε φορά έκανε αυτό που θεωρούσε σωστό. Κανείς δεν του δίδαξε την διαχείριση του θυμού ή την ομορφιά της λησμονιάς. Όμως σε ποιον πελάτη τα λέει όλα αυτά ο Lou και πότε; Αν φτάσουμε ως το τέλος και ξαναδιαβάσουμε την ιστορία, τότε όλα αλλάζουν.

Θα μπορούσε, λοιπόν, μια τέτοια σύλληψη να μείνει στα προφανή ή στα λιγότερο προφανή των τραγουδιών ή των ίδιων των καλλιτεχνών. Οι ιστορίες θα ήταν ποικίλες κι ατέλειωτες και δεν ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Αλλά γνωρίζουμε καλά τις γραφές του Αργυρίου: δεν ευχαριστιέται με μια ιδέα, θέλει να την σκάψει ακόμα παρακάτω. Κι έτσι σχεδόν «διήγημα» έχει μια ευφάνταστη σχέση με το τιμώμενο όνομα. Ενδεικτική η περίπτωση της Patti Smith που παραμερίζει στην άκρη για να δούμε τρεις βαθύτατα κινηματογραφικές και ροκ εντ ρολ ιστορίες. Η πρώτη έχει ως πρωταγωνιστή τον Τζο, καπετάνιο σε μαούνα στον Χάντσον της Νέας Υόρκης, με μια κρυμμένη γραφομηχανή στην καμπίνα του, ερημίτη ακόμα κι όταν βρίσκεται με παρέα, να συναντάει κάπου κάπου την Ζακλίν με το τεχνητό πόδι ή την Φέι, ιδανική παρέα για να «χτυπάνε» μαζί.

Η δεύτερη μοιράζεται σε περισσότερους χαρακτήρες που ζουν παραισθησιογόνες κι ερωτογόνες ζωές θυμίζοντας χαρακτήρες του Μπάρροουζ. Και η τρίτη πρωτοπρόσωπα ξεφυλλίζει κάτι σαν ημερολόγιο ενός κλέφτη ο οποίος δεν παύει να αναζητά τον αγνό έρωτα: Η περιπέτεια της ζωής μου ήταν ένα εκτεταμένο ζευγάρωμα, φορτισμένο και περιπλεγμένο από μια βαριά, παράξενη ερωτική τελετή. Το ερωτικό παιχνίδι αποκαλύπτει έναν κόσμο χωρίς όνομα, που φτιάχνεται από τη βραχνή γλώσσα των εραστών, η οποία ψιθυρίζεται στο αφτί και το πρωί ξεχνιέται [σ. 112]. Στην ουσία χαιρόμαστε τρεις συμπυκνώσεις ισάριθμων βιβλίων των Alexander Trocchi, William Burroughs και Jean Genet, αγαπημένα της Patti Smith, όλα με ήρωες χωρίς ηθική, χωρίς ιερό και όσιο, ισόβια παραδομένους στους εθισμούς τους. Άραγε τα βιβλία που διάβασε ένας καλλιτέχνης μέχρι που εισχώρησαν στα τραγούδια του;

Η ιστορία των Calexico αναπνέει μέσα από την σκόνη του ροκ εν ρολ της λατινικής ερήμου. Μια οικογένεια ξεκινάει από την χώρα της για να διασχίσει μέσω Γουατεμάλας το Μεξικό κι από εκεί να βρεθεί στην γη της επαγγελίας. Γνωστή και χιλιοπαιγμένη ιστορία αλλά εδώ είναι τα παιδιά που παρασύρουν τους γονείς, κι οι εικόνες του ταξιδιού ό,τι πρέπει για στίχους νότιας καυτής μουσικής. Μια σπάνια εναλλαγή συναισθημάτων και καταστάσεων, μια ιστορία που φτάνει μέχρι το σημείο που μπορεί κανείς να θυσιάσει τα πάντα για μια νέα ζωή. Και πώς μπορεί κανείς να βάλει σε νέες λέξεις την παλιά περίπτωση των Joy Division; Με διάλογο των δυο διαφορετικών φωνών που μαλώνουν μέσα σ’ ένα κεφάλι – υπέρ ζωής και υπέρ αυτοχειρίας, με τον αγώνα να βαίνει ισόπαλος στα επιχειρήματα αλλά μόνο εκεί. Τρεις αυτόχειρες πλαγιοκοπούν και τους Black Sabbath, στην πιο απρόβλεπτη ιστορία, ενώ οι Clash, αντίθετα, αφήνουν σπαράγματα της αλληλογραφίας τους να συνθέσουν την δική τους.

Η κατά David Bowie πρόζα τον βρίσκει τηλεπαρουσιαστή, από την ταπεινή αρχή ως την κορυφή της καριέρας του, να ονειρεύεται ένα πρόγραμμα που θα μεταδίδεται σ’ ολόκληρο τον πλανήτη κι ακόμα παραπέρα. Έχει πέσει κανείς ποτέ από το διάστημα στη Γη; Μπορεί κανείς, αντί να ακολουθεί την μόδα, να την διαμορφώσει; Ο Αστράνθρωπος και η Λαίδη Αστερόσκονη, οι πανικόβλητοι του Ντιτρόιτ, οι γυναίκες της Suffragette City, τα τραύματα που είναι τα παράσημά μας, ο Major Tom και Α lad insane, όλοι κάνουν ένα πέρασμα από εδώ, με τελευταίο τον ίδιο που χαίρεται «γιατί άνοιξε μια πόρτα που θα μείνει για πάντα ανοιχτή». Η ζωή είναι ένας λόφος που ανεβαίνεις βαδίζοντας ανάποδα. Τον ανέβηκα τρέχοντας, ήμουν άνθρωπος της δράσης. Η ζωή είναι μικρή αλλά χωράει όσα κι αν σκεφτείς να κάνεις. [σ. 279]

Όταν όλη αυτή η πρόζα έχει τόσες φανερές κι άλλες τόσες υπόγειες αναφορές, τι είδους αναγνώστες μπορούν να την χαρούν; Εκείνοι που γνωρίζουν καλά τα ονόματα και θα τις αντιληφθούν πίσω από κάθε σχεδόν λέξη; σίγουρα· όσοι ενδιαφέρονται να μπουν σ’ ένα υπέροχο διακειμενικό παιχνίδι και να ψάξουν σαν ερευνητές τους στίχους και τα δεδομένα που κρύβονται εδώ; οπωσδήποτε! Αλλά και οι ανίδεοι, εκείνοι που δεν έχουν βυθιστεί σ’ όλη αυτή την μουσική και δεν θέλουν να αναζητούν πρόσθετα πέρα από τις σελίδες, μπορούν να απολαύσουν τις ιστορίες ως πρωτότυπες και ευρηματικές. Δεν χρειάζεται καμία προϋπηρεσία εδώ, ούτε καν να έχει διαβάσει κανείς τον συγγραφεά στο φανζίν του Rollin Under (1985-1991) ή στο Mic.gr που συνδημιούργησε από το 2000 και μετά, ούτε να τον έχει ακούσει στον ραδιοσταθμό του Radio Free (1980 – 1987). Τα προηγούμενα δυο μυθιστορήματα του συγγραφέα εδώ κι εδώ.

Εκδ. Mic Books, 2019, σελ. 336

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 232, υπό τον τίτλο Look back in hunger.

Στις εικόνες: Tom Waits, Lou Reed, δυο προφανής αφίσες, μια προφανής κασέτα, P.J. Harvey.

23
Οκτ.
19

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 186. Λίζα Καβάγιου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Σας συνοδεύω ως την θύρα της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων «Εκεί, ακριβώς». Εκεί θα σας υποδεχθεί η ηρωίδα του πρώτου διηγήματος της συλλογής, η κυρία Μάρω.  Η κυρία Μάρω στέκεται υποδειγματικά στην αρχή του βιβλίου ως πιο σοφή, πιο έμπειρη.  Αποτελεί την εισαγωγή σε μια σειρά μαχών μεταξύ των ηρώων και της καθημερινότητας.  Ο καθένας τους στέκεται ηρωικά ή όχι, ανάλογα με τις αδυναμίες και την ψυχοσύνθεσή του. Το «Εκεί, ακριβώς» είναι έντεκα διηγήματα εμπνευσμένα από έντεκα εικόνες, του φωτογράφου Μπάμπη Γιαννικάκη, που εστιάζουν ακριβώς τη στιγμή που οι ήρωες καλούνται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ζωής τους.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Τα διηγήματα γράφτηκαν μέσα σε δύο χρόνια, αφότου γέννησα τον γιο μου. Είχα πάντα ιστορίες στο μυαλό μου αλλά τότε έκατσα τελικά να τις γράψω. Παρακολούθησα κάποια σεμινάρια, που με βοήθησαν αρκετά.  Οι συνθήκες δεν ήταν και δεν είναι εύκολες, διότι εργάζομαι, ασχολούμαι το απόγευμα εξ ολοκλήρου με τον γιο μου και καταλήγω να κοιμάμαι ελάχιστα προκειμένου να γράψω στις μόνες ελεύθερες ώρες που διαθέτω το βράδυ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Τελευταία έτυχε να γράψω σε ταξί στο κινητό μου. Επειδή, όμως, γράφω πολύ πιο γρήγορα στο πληκτρολόγιο απ’ ότι σε χαρτί, κυρίως γράφω όπου έχω υπολογιστή (σπίτι) ή laptop. Επίσης «γράφω» το μυαλό μου ενώ οδηγώ και συνήθως τότε μου έρχονται οι καλύτερες ιδέες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η κυρία Μάρω είναι η αγαπημένη μου και αποτελεί ένα αμάλγαμα αγαπημένων μου πραγματικών προσώπων. Με ακολουθεί κάπως σαν συμβουλάτορας.  Αλλα γενικά, όχι, δεν συνηθίζω να σκέφτομαι ήρωες των οποίων την ιστορία έχω «κλείσει» στο νου μου, γιατί αφοσιώνομαι στους τρέχοντες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή ή στο μυαλό μου.  Συνήθως σκέφτομαι την αρχική ιδέα, την δουλεύω όλη μέρα νοητά και το βράδυ την καταγράφω.  Βέβαια με την καταγραφή έρχονται νέες ιδέες, προβλήματα, αδιέξοδα και νέες σκέψεις για την επόμενη μέρα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ανοίγω τον υπολογιστή μου, κλείνω εκκρεμότητες (λογαριασμούς, email, κοινωνικά δίκτυα) πριν ξεκινήσω και φροντίζω να έχω ανοιχτό μόνο το αρχείο στο οποίο πρόκειται να γράψω. Το καλοκαίρι συνήθως έχω ένα δροσερό κρασί και το χειμώνα ένα σκωτσέζικο ουίσκι. Μουσική σπάνια ακούω όταν γράφω ή όταν διαβάζω, γιατί με αποσπά. Τραγουδάω από μέσα μου, της δίνω πολλή σημασία και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Μερικές φορές, όμως, μπορεί να ακούσω ορχηστρικό metal γιατί με βοηθά να μείνω ξύπνια.

Ως προς τις γενικότερες μουσικές προτιμήσεις, αγαπώ το rock, alternative και κάποιες metal μπάντες. Η ελληνική μουσική σκηνή έχει πολλά χρόνια να με συγκινήσει, δυστυχώς. Αγαπημένος μουσικός και ποιητής, που θαυμάζω και μου ασκεί τεράστια επιρροή, είναι ο Nick Cave.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι κάπως ετερόκλητες γι’αυτό και στο βιβλίο μου δεν έχω συμπεριλάβει το μη-λογοτεχνικό μου βιογραφικό.  Έχω σπουδάσει στη σχολή Ηλεκτρολόγων και Μηχανικώς Υπολογιστών του ΕΜΠ και κατόπιν έκανα MSc in Computer Science στο Εδιμβούργο. Παράλληλα, πήρα πτυχίο στο πιάνο και στον χορό, και για κάποιο διάστημα δίδαξα και τα δύο. Από γλώσσες, πέρα από αγγλικά, έχω μάθει γερμανικά και ιταλικά.  Εργάζομαι στην οικογενειακή επιχείρηση χονδρικού εμπορίου κοσμημάτων. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με υπολογιστές για να αποφύγω τους ανθρώπους και κατέληξα να γράφω μόνο για αυτούς!

Οι θετικές επιστήμες σίγουρα με έχουν επηρεάσει στο να γράφω με μια λογική αλληλουχία, χωρίς κύκλους και αδιέξοδες σπείρες, ακόμη κι όταν αναφέρομαι σε ονειρικές καταστάσεις. Από τις καλλιτεχνικές μου σπουδές έχω πειστεί ότι αν θες να ακούσει ο αναγνώστης αυτό που έχεις να πεις, οφείλεις να το εκφράσεις δυνατά και καθαρά. Η εργασία μου, από την άλλη πλευρά, με έχει φέρει σε επαφή με μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων –εν δυνάμει ηρώων διηγημάτων- που καλούμαι να ψυχογραφήσω προκειμένου να συνεργαστώ επιτυχώς. Από όλα, κάτι μαθαίνεις αν θέλεις να μάθεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Αν είχα τον χρόνο και τις γνώσεις, θα επέλεγα την Ζυράννα Ζατέλη.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω στο νου μου ένα μυθιστόρημα, το οποίο όμως μου κρατάει πολλά μυστικά ακόμη, οπότε δεν το ξεκινάω. Συνθέτω δύο νέες συλλογές.  Η μία αφορά ανθρώπους που τόλμησαν την υπέρβαση. Η άλλη, πιο ελαφριά και χιουμοριστική, αφορά παράδοξα και παιχνίδια της ειρωνείας και της τύχης στις ζωές μας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αυτή είναι μία από τις ερωτήσεις, που σίγουρα θα έχω πολλά ονόματα να προσθέσω, αφού στείλω την απάντηση. Ενδεικτικά λοιπόν, οι Χέμινγουεϊ, Πόε, Καμύ, Μπόρχες,  Δάντης,  Παπαδιαμάντης, Καζαντζάκης, Στάινμπεκ, Ζατέλη, Λουντέμης, Βιρτζίνια Γουλφ, Σκαμπαρδώνης, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ και η λίστα συνεχίζεται…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Κερασιές θ’ανθίσουν και φέτος (Λουντέμης), Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους (Ζατέλη), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Confiteor (Καμπρέ), Τα σταφύλια της οργής (Στάινμπεκ), Το άρωμα (Ζισκιντ).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μου είναι πολύ δύσκολο να θυμάμαι τίτλους διηγημάτων, οπότε θα αναφερθώ στους συγγραφείς διηγημάτων που με έχουν συγκινήσει. Χέμινγουεϊ, Παπαδιαμάντης, Παπαδημητρακόπουλος, Ροϊδης, Σκαμπαρδώνης, Alice Munro, Flannery O’Connor και Πόε.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Σκαμπαρδώνης, η Ζατέλη και ο Παλαβός. Η αλήθεια είναι ότι τελευταία εντρυφώ στην παιδική λογοτεχνία λόγω του γιου μου, οπότε έχω μείνει αρκετά πίσω ως προς τις νέες ελληνικές κυκλοφορίες!

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ζαν Μπατίστ στο «Άρωμα», ο Μερσώ στον «Ξένο» και ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πρέπει να είναι κοντά στα δέκα βιβλία ταυτόχρονα. Έχω μεγάλη περιέργεια να ξεκινήσω κάποιο νέο μου απόκτημα, οπότε δεν μπορώ να περιμένω να τελειώσω το προηγούμενο.  Είναι ο «Επικίνδυνος Οίκτος» του Τσβάιχ, το «Αστείο» του Παλαβού, τα Άπαντα του Σαχτούρη, δύο βιβλία με πεζά του Μπόρχες που μ’ αρέσει να ανοίγω και να διαβάζω τυχαία κάποιο, «Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια» του ντε Λούκα, «Η γραμματική της φαντασίας» του Ροντάρι, κάποια λογοτεχνικά περιοδικά και άλλα!

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω ηλεκτρονικές λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές. Είναι πολύ πιο προσβάσιμες και ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες οι ηλεκτρονικές. Έχω ξεχωρίσει συγκεκριμένους κριτικούς, που δε με έχουν απογοητεύσει ποτέ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ήταν ανάγνωση ακριβώς, αλλά ακρόαση, γιατί ακούω και βιβλία στα αγγλικά μέσω του audible. Σε μια πτήση άκουγα τον Δράκουλα του Bram Stoker και αποκοιμήθηκα. Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα την εξοχή, το σπίτι και τον ίδιο τον Δράκουλα, όπως τα περιγράφει ο συγγραφέας κι ήταν μια εμπειρία σχεδόν βιωματική, λόγω του ονείρου και της απώλειας της συνείδησης.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ να βλέπω τις παραστάσεις της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Μου αρέσει η ματιά της, οι πειραματισμοί που τολμά, και διαλέγει έργα που σου εντυπώνονται πολύ μετά το πέρας της παράστασης.  Ταινίες βλέπω κυρίως ξένες και με εμπνέει η απλότητα κι ο ρεαλισμός του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Δεν μπορώ τις επικές και  πολύ φορτωμένες, θορυβώδεις ταινίες. Συνήθως όταν γράφω φαντάζομαι την σκηνή όπου δρουν οι ήρωές μου, ως σκηνή ταινίας, ειδικά του Κισλόφσκι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Έχοντας μεγαλώσει με το διαδίκτυο και σπουδάσει τους υπολογιστές, δε με ξενίζει καθόλου.  Αποτελεί ένα ακόμη μέσο, που είτε θα το χρησιμοποιήσουμε έξυπνα είτε θα μας αποχαυνώσει. Ως προς την κοινωνική πλευρά του πράγματος, όπως σε οποιαδήποτε κοινωνική συναναστροφή, αργά ή γρήγορα ο καθένας δείχνει τον χαρακτήρα/απωθημένα/στόχους του και αντίστοιχα κρίνουν οι γύρω του.  Προσωπικά με διευκολύνει και με βοηθά να κρατώ ουσιαστική επαφή με φίλους σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό ακόμη και τώρα που έχω μηδενικό ελεύθερο χρόνο.  Άλλωστε το πόσο ουσιαστική είναι η επαφή μας με κάποιον δεν ορίζεται από το μέσο ή από το αν η επικοινωνία είναι σύγχρονη ή ασύγχρονη, αλλά από το κατά πόσον είμαστε διατεθειμένοι να επιδιώξουμε την ουσιαστικότητα των σχέσεών μας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οτιδήποτε «αιώνιο» μού μοιάζει τρομακτικό. Δεν θα με απασχολούσε τόσο η απώλεια της συγγραφικής μου ιδιότητας.  Θα έβρισκα άλλον τρόπο να εκφραστώ αργά ή γρήγορα, αλλά η ατέρμονη νιότη, χμ, βγαίνει εκτός των ορίων του εγκεφάλου μου…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί γράφετε;

Από τη μία γράφω για να πω κάποιες ιστορίες ανθρώπων που δεν θέλω να περάσουν στην αφάνεια. Να αναδείξω ήρωες και να διηγηθώ αυτό που δεν μπορούν εκείνοι. Από την άλλη, όμως, γράφω επειδή στον γραπτό λόγο εκφράζομαι καλύτερα από τον προφορικό, οπότε είναι το μέσο που ασυνείδητα διάλεξα για να με γνωρίσουν οι γύρω μου.

Στις εικόνες: Virginia Woolf, Ernest Hemingway, Nick Cave, John Steinbeck, Flannery O’Connor, Patrick Suskind, Μερσώ Εικονογραφημένος, Alice Munro, Κατερίνα Ευαγγελάτου.

02
Ιολ.
19

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες. Τόμος Β΄

Ταξιδευτής τεσσάρων Ανατολών

Τι νιώθεις λοιπόν όταν βρεθείς στη μέση της στέπας; Μιαν ακατάσχετη επιθυμία να καλπάσεις. Αυτό είναι το κλειδί της ψυχής των νομάδων του 50ού παραλλήλου. Αυτό είναι ίσως το μυστικό της ιστορικής καταιγίδας που γνώρισε ο δέκατος τρίτος αιώνας, του ανεμοστρόβιλου που διάλυσε ουσιαστικά την ισλαμική αυτοκρατορία και έσπειρε πρωτοφανή τρόμο στην Κεντρική Ευρώπη: η ξεγνοιασιά, η παιδική σχεδόν αθωότητα με την οποία η μάστιγα αυτή του Θεού αφάνιζε ζωές και ισοπέδωνε μνημεία του πολιτισμού […] δεν έχει ίσως άλλη εξήγηση από την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου της στέπας που βλέπει απλώς σαν εμπόδιο ό,τι ορθώνεται στον ορίζοντά του – την ανάγκη του να επαναφέρει τον κόσμο στην πρωτογενής, ανεμπόδιστη, απέραντη και ισόπεδη έκταση που ήταν ανέκαθεν η μοναδική του κατοικία. [σ. 55]

… γράφει ο Φώτης Τερζάκης για την Μογγολία, στα δεύτερά του Αντίδρομα προς τους τέσσερις ύστατους ανατολικούς κόσμους από την δική μας ταπεινή γωνία: χερσόνησο της Ινδοκίνας, Κίνα, Ιαπωνία, Θιβέτ και Λαντάκ, στις βόρειες επαρχίες της Ινδίας – τα πρώτα Αντίδρομα σε περιοχές μιας εγγύτερης Ανατολής παρουσιάστηκαν εδώ. Στην Μογγολία λοιπόν, όπου ο μισός πληθυσμός βρίσκεται σε ξεχασμένα χωριά μέσα στον χωμάτινο ορίζοντα ή στις ατέλειωτες στέπες και τα υψίπεδα, όπου τα αγριοκάτσικα εμφανίζονται ως φαντάσματα στα φαράγγια του Αλτάι και τα μικρά άλογα χάνονται σαν σαΐτες στον τάπητα της ερήμου – το χλιμίντρισμά τους ακούγεται στο ηχόχρωμα των εγχόρδων και στην, μοναδική στον κόσμο, παράξενη τεχνική των εγγαστρίμυθων τραγουδιών.

Στο Ουλάν Μπατόρ, όπου ζει ο άλλος μισός, τα βαριάς αισθητικής σοσιαλιστικά κτίσματα συνυπάρχουν με τις μογγολικές γιούρτες, τις χαρακτηριστικές κυκλικές σκηνές των νομάδων, με την άσπρη τσόχα που κρατά την ζέστη και το φοβερό κρύο σε απόσταση. Αυτοί οι νομάδες χαρακτηρίζονται από ανεπτυγμένες μορφές φυλετικής δημοκρατίας και αξιοσημείωτη ισχύ των γυναικών (εκτός βέβαια από τις φυλές που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ). Η Μογγολία έζησε επί αιώνες στο μυχό μιας ασταμάτητης παλίρροιας ανάμεσα στην Ρωσία και την Κίνα και είχε δεχτεί τους άμεσους κραδασμούς της επανάστασης των Μπολσεβίκων και ήταν η δεύτερη χώρα στον κόσμο που ανακηρύχθηκε επισήμως «λαϊκή δημοκρατία».

Ο ταξιδιώτης περνάει «στην ασύγκριτη δημοκρατία των αεροδρομίων, την μόνη δημοκρατία των φυλών, των συμπεριφορών και των αμφιέσεων», φτάνει στην Σιγκαπούρη, την βαβυλώνα των επιχειρήσεων και των night clubs, και μυρίζεται τις Νότιες Θάλασσες, τα σύνορα που αιώνες τώρα δεν παύουν να παραβιάζουν αργοπορημένη θαλασσοπόροι, κατόπιν εορτής εξερευνητές και δραπέτες των πολιτισμών τους. Στην Σαϊγκόν τα βράδια με την χαμηλή ηλεκτροδότηση αμέτρητα ζευγαράκια ρεμβάζουν στα βρώμικα νερά του λασπωμένου ποταμού. Οι Βιετναμέζοι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα· έζησαν την κτηνωδία των Γάλλων, σήκωσαν το βάρος του αντιαποικιακού αγώνα στην Ινδοκίνα, αντιστάθηκαν σε κυβερνήσεις ανδρεικέλων, πολέμησαν με σφεντόνες και καλάμια, απέκρουσαν την Κίνα· δεν νικήθηκαν από τίποτα – εκτός από την παγκόσμια αγορά.

Σε τούτα τα μέρη που ο κόσμος απλώς δεν γνωρίζει την Ελλάδα· το ελληνικό θαύμα δεν σημαίνει γι’ αυτούς απολύτως τίποτα. Ο γηγενής οδηγός της συντροφιάς, μια συναρπαστική βιογραφία από μόνος του, είναι πιστός στην ταοϊστική αρχή του γιν και του γιανγκ, το ατέρμονο παιχνίδι των αντιθέτων που κυβερνάει τον κόσμο, την ατέλειωτη εναλλαγή της χαράς και της λύπης, και γνωρίζει την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί στην δυναμική απάθεια του μέσου δρόμου. Άλλωστε ως προμετωπίδα, έχουν ήδη τεθεί τα λόγια του Μισέλ ντε Σερτώ: στην διάρκεια εντός ταξιδιού, τα αντίθετα συμπίπτουν. Ο συγγραφέας παρατηρεί τον εκθαμβωτικό συγκρητισμό των ασιατικών θρησκειών και όταν στο ναό και το μαυσωλείο του Άνγκορ Βατ στην Καμπότζη δει τα γιγάντια δέντρα να ξεπηδούν μέσα από ξεκοιλιασμένα κτίσματα και τις ρίζες να περισφίγγουν σαν μυθικά ερπετά τους ρημαγμένους τοίχους, σκέφτεται πως η φύση και ο πολιτισμός είναι σφιχταγκαλιασμένοι σε προαιώνια, κοσμογονική αναμέτρηση.

Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι, στα δέκα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ, η Καμπότζη και το Λάος δέχτηκαν το μεγαλύτερο φορτίο βομβών που έχει ριχτεί ποτέ σε χώρα, μεγαλύτερο και από το σύνολο των βομβών που έπεσαν σε όλο τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Και μπορεί το 1975 οι Βιετκόγκ να γονάτισαν οριστικά του νεοαποικιοκράτες αλλά ακολούθησαν στην Καμπότζη οι Ερυθροί Χμέρ που μετέφεραν τον πληθυσμό στις αγροτικές κολλεκτίβες, ένα είδος καταναγκαστικών έργων, όπου αποδεκατίζονταν από τις κτηνώδεις βιοτικές συνθήκες. Το όργιο αίματος των θανάτων και των βασανιστηρίων ξεπερνά το ίδιο το Άουσβιτς. Αυτό έδωσε αφορμή στο κομμουνιστικό Βιετνάμ να εισβάλει το 1978, διαλύοντας τους Ερυθρούς Χμερ. Ένα από τα αξεδιάλυτα μυστήρια της Καμπότζης, γράφει ο Τερζάκης,  είναι το πώς χώνεψε όλη αυτή τη χθεσινή φρίκη και η ζωή κυλάει παντού σ’ έναν αδιατάρακτο ρυθμό και όλοι διατηρούν ένα γλυκό χαμόγελο, παρά το γεγονός πως κάθε οικογένεια έχει τους νεκρούς της και η μισή χώρα παραμένει ναρκοπέδιο.

Ο Βουδισμός είναι ο ίδιος ο αέρας που αναπνέει ο κόσμος της Νοτιοανατολικής Ασίας· ακόμα και οι αναρίθμητες θεότητες του Ινδουισμού μοιάζουν να έχουν απορροφηθεί στα πολλαπλά απεικάσματα της μοναδικής του εικόνας. Η διακύμανση της αισθητικής ποιότητας βέβαια είναι ιλιγγιώδης. Από τους κακότεχνους Βούδες με πλαστικά φωτάκια μέχρι τα ανεκτίμητα μνημεία αρχιτεκτονικής τέχνης κυριαρχεί το υψηλό στυλιζάρισμα στα όρια της ακαμψίας. Στους βουδιστικούς ναούς υπάρχει πάντα μια αίσθηση χαλαρότητας κι ελευθερίας που δημιουργεί την αίσθηση μιας υπόκωφης και συνεχιζόμενης γιορτής, χωρίς εκείνο τον καταναγκαστικό χαρακτήρα των μονοθεϊστικών πίστεων.

Στο Πεκίνο ο συγγραφέας επιλέγει να χωθεί σε ένα από τα εκατοντάδες χουντόγκ, στην αλλοτινή ραχοκοκαλιά της παλιάς πόλης, περίφημα όχι μόνο για την λαβυρινθώδη δομή τους αλλά και για την βρωμιά τους, καθώς ακόμα και δέκα οικογένειες μοιράζονταν μια τουαλέτα. Δρομάκια με κατάμαυρα στάσιμα νερά, λιγδιασμένα κουζινικά στοιβαγμένα στα πρεβάζια, η φτώχεια αυτών των ανθρώπων και η ρυπαρότητα του περιγύρου τους έρχεται σε αντίθεση με το καθαρό και περιποιημένο παρουσιαστικό τους. Τώρα ολόκληρες παραδοσιακές συνοικίες ισοπεδώνονται και κοινότητες μεταφέρονται, χωρίς να ερωτηθούν, σε ουρανοξύστες που ξεφυτρώνουν παντού στην πόλη. Στο κινέζικο θέατρο (σύμφωνα με την παραδοσιακή σοφία ένα από τα τέσσερα πάθη των Κινέζων, μαζί με τις σεξουαλικές χαρές, τα τυχερά παιχνίδια και το όπιο) σημασία δεν έχει η πλοκή, καθώς κάθε θεατρόφιλος Κινέζος γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά το τυποποιημένο ρεπερτόριο, αλλά η αισθητική της παράστασης και η δεξιοτεχνία της επιτέλεσης.

Όλη η ιστορία της Κίνας από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα ως τα μέσα του εικοστού ήταν μια θλιβερή σειρά από ήττες και εξευτελισμούς, που γέμισαν την ψυχή του λαού με ανεξάντλητη μνησικακία προς την Δύση. Η συνέχεια ήταν γνωστή ως ένα δράμα που επαναλήφθηκε αναρίθμητες φορές στον εικοστό αιώνα: το αντιαποικιακό κίνημα υιοθέτησε σοσιαλιστικούς στόχους και κατρακύλησε στον κατήφορο του εθνικισμού και του μεγαλοϊδεατικού επεκτατισμού. Τώρα οι Κινέζοι ανάχθηκαν σε κατοπτρικά είδωλα των ανταγωνιστών τους και ως τέτοιοι έγιναν εκτοί στην παγκόσμια λέσχη των ισχυρών.

«Εκατομμύρια κουρδισμένα αυτόματα» δουλεύουν δέκα και δώδεκα ώρες ημερησίως χωρίς εργασιακά δικαιώματα και χωρίς δυνατότητα προσφυγής απέναντι στο κράτος ή την εργοδοσία (που εν πολλοίς ταυτίζονται) – ιδού πώς οι οικονομικοί δείκτες ανέρχονται ιλιγγιωδώς στην Κίνα! Τι πουλάει λοιπόν, αναρωτιέται ο Τερζάκης, αυτή η κυβέρνηση στους πολυεθνικούς κολοσσούς; Τον πληθυσμό της και τους δραστικούς μηχανισμούς καταστολής που της επιτρέπουν έναν βαθμό συμπίεσης της εργατικής δύναμης;

Διάβασα ταξιδιώτες του παρελθόντος θανάσιμα γοητευμένους από τα μυστήρια και τις εξοντωτικές αντιφάσεις του Σινικού πολιτισμού. Ο κόσμος εκείνων των βιβλίων δεν υπάρχει. Το βαθύτερο μυστήριο της σημερινής Κίνας δεν είναι εκείνο που την διαφοροποιεί, αλλά εκείνο που την εξομοιώνει με τη Δύση […] Σήμερα που πήραν καλά το μάθημά τους και ξαναέγιναν πρακτικοί, με τον τρόπο που η εποχή το απαιτεί, εξομοιώθηκαν με υπερβάλλοντα ζήλο μαζί μας και στον καθρέφτη τους βλέπουμε το πιο δυσοίωνο πρόσωπό μας. Στο μέλλον, μπορούμε με βεβαιότητα να προβλέψουμε, θα είμαστε όλο και περισσότερο Κινέζοι. [σ. 77]

Στην Ιαπωνία ο ταξιδευτής αναζητεί τους τόπους που συνδέονται με το Σουγκέντο, το ιδιόμορφο αυτό ρεύμα ορεινού ασκητισμού που δημιουργήθηκε μετά την εισαγωγή του Βουδισμού στην χώρα. Κύριος τρόπος άσκησής του ήταν η τελετουργική ορειβασία, ένα είδος «διαλογισμού εν κινήσει. Οι ασκητές ορειβατούσαν αδιάκοπα διασχίζοντας δύσβατες πλαγιές και κρημνώδη φαράγγια, επί έναν ολόκληρο χρόνο και από την αυγή ως το σούρουπο. Ακόμα και σήμερα οι πιστοί ασκούν την Τελετή της Φωτιάς, κουβαλώντας στον ώμο τους 108 αναμμένα δαδιά, ένα για κάθε κόκαλο του ανθρώπινου σώματος, για να τα σβήσουν στη θάλασσα, καίγοντας με αυτό τον τρόπο τον εγωισμό τους.

Γνωρίζουμε την φουτουριστική εικόνα με τους ουρανοξύστες του Τόκυο ή της Οσάκα όσο και την παραδοσιακή γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική· τι υπάρχει όμως ανάμεσα; Κάτι που θυμίζει περισσότερο Σκανδιναβία, Γερμανία και Κάτω Χώρες! Η αρχιτεκτονική του Τόκιο βέβαια είναι ένας μοντερνισμός σε παροξυσμό – αδιανόητα σχήματα και κατασκευές στα όρια της ύβρης. Αναποδογυρισμένο σκουπιδοντενεκέ το αποκαλούσε ο Τανιζάκι. Ο συγγραφέας παρατηρεί στο γιαπωνέζικο γέλιο έναν ωμό αισθησιασμό (που κουβαλά ένα είδος ζωώδους χάρης και μυστηριωδώς συνυπάρχει με την εκλέπτυνση και την σωματοποίηση των κοινωνικών κανόνων), ενώ αναζητά στην καθημερινότητα τις θεμελιώδεις έννοιες της Ιαπωνικής ψυχής. Εδώ το Ζεν προστάζει να αφεθείς ολότελα στην στιγμή αφού όλα είναι κιόλας χαμένα, ενώ στο Θέατρο Νο, είναι, μεταξύ άλλων, και οι ιεροπρεπείς απειροελάχιστες κινήσεις που σμιλεύουν δραματικά την ακινησία. Εκείνο που τελικά του μαθαίνει η Ιαπωνία είναι ο βαθύς δεσμός της ομορφιάς με την θλίψη. Αν είναι τέχνη είναι, όπως λέγεται, μια «υπόσχεση ευτυχίας», η ίδια η ομορφιά είναι μια ανάμνηση ευτυχίας.

Κι ακόμα παραπέρα, στο «δίχτυ των Ιμαλαΐων», το Θιβέτ και το Λαντάκ, υπάρχει πάντα τρόπος για τον ταξιδευτή να αναζητήσει τα ίχνη των θάνγκα, μιας μορφής θιβετιανής θρησκευτικής τέχνης, που υπηρετεί την μετάδοση της διδασκαλίας με μη γλωσσικά μέσα, και να ακούσει, όπως ο συγγραφέας, την γλώσσα αυτού του κόσμου. Εκτός από συγγραφέας βιβλίων πολιτικής, φιλοσοφίας, θεωρίας, αισθητικής, θρησκειολογίας και άλλων πεδίων, ο Τερζάκης είναι ένας σπάνιος ταξιδιογράφος. Τα κείμενά του αναμειγνύουν την ιστορία, την σύγχρονη πολιτική, την προσωπική ματιά, την περιδιάβαση στις τέχνες, τις έξοχες περιγραφές, την εμπλοκή με τους ανθρώπους. Να περιμένουμε και τρίτα Αντίδρομα;

Εδώ […] νιώθεις να σε χτυπούν τα ανισόμετρα κύματα του χρόνου και συνειδητοποιείς πως εκείνο που δεν υπάρχει πια δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά απόν. [σ. 102]

Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2015, σ. 158.

Στις εικόνες: Οι γιούρτες του Ουλάν Μπατόρ / Hoi-An, Βιετνάμ / Hoa Lu, Κόκκινος Ποταμός, Vietnam / Βούδας υπό Καθαριότητα (Ιάβα, φωτ. Aman Rochmanaman Rochman/Afp/Getty Images) / Δυο όψεις των χουτόνγκ στο Πεκίνο / Κινέζες εργάτριες / Τόκιο / Manjushri Θιβετιανό Θάνγκα.

Δημοσίευση και σε Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 230, υπό τον τίτλο The traveller, από το σπάνιο κομμάτι των The Moffs (ύμνο των ταξιδιωτών!)

23
Ιον.
19

Νίκος Καχτίτσης – Η ομορφάσχημη

Έρωτας και ζωή μετά το τραύμα

Mια συναρπαστική αναγνωστική εμπειρία θησαυρίζεται μέσα στην επανέκδοση της Ομορφάσχημης. Δεν είναι μόνο το ούτως ή άλλως σπάνιο κείμενο, που περιδένεται με την γνωστή εκδοτική αισθητική της Κίχλης. Είναι το εκτενέστατο συμπλήρωμά του, που καλύπτει ένα μεγάλο μέρος των σελίδων. Και είναι ακριβώς αυτό το συμπλήρωμα που ερευνά κάθε πτυχή του έργου και, κυρίως, μας ωθεί να το ξαναδιαβάσουμε υπό από το φως ερμηνειών που ακόμα κι εμείς οι «υποψιασμένοι» των πολλαπλών στρωμάτων μιας γραφής δεν είχαμε καν διανοηθεί. Ας δούμε από την αρχή αυτή την συγγραφική και αναγνωστική περιπέτεια.

Η υπόθεση του κειμένου είναι σχετικά απλή: Μια γυναίκα, η Εβραία Γερτρούδη (ή Γκέρτα) Στάιν, έχοντας επιβιώσει από μια σειρά γεγονότων φυλετικής δίωξης από τους ναζί, μιλά για το παρελθόν της σε τυχαίους αλλά αδιάκοπα ανανεούμενους ακροατές, με τους οποίους στη συνέχεια συνάπτει εφήμερη ερωτική σχέση. Ένας από τους ακροατές της, ο αφηγητής του κειμένου, επιχειρεί με την σειρά του να μοιραστεί την εμπειρία της. Η Ομορφάσχημη έζησε με την αίσθηση ότι την παρακολουθούν, αναγκαζόταν να κρύβεται, συνελήφθη, ανακρίθηκε, φυλακίστηκε για δυο χρόνια, ελευθερώθηκε, βρήκε καταφύγια στην εξοχή από τα οποία αναγκάστηκε να φύγει, σχετίστηκε με απελευθερωτές στρατιώτες και κατέληξε στην Βιέννη.

Τι συμβαίνει λοιπόν με αυτό το δεύτερο από τα τρία μεσαίας έκτασης αφηγήματα που δημοσίευσε ο Καχτίτσης στην απαρχή της συγγραφικής του πορείας; Με την παραπλανητική απλότητα της δομής και την ιδιαιτερότητα του θέματός της, η Ομορφάσχημη εισάγει προγραμματικά ένα κομμάτι βίαιης Ιστορίας στο συγγραφικό του σύμπαν, καθώς η πρωταγωνίστρια διατηρεί μιαν αναπόδραστη τραυματική σχέση με την Ιστορία. Έτσι, μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την λήξη του πολέμου, ο συγγραφέας αντιδρά στη θεμελιώδη υπαρξιακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος και η εβραϊκή γενοκτονία αλλά και τολμά να αποδεσμεύσει την αναπαράσταση του συμβάντος από την αναγκαιότητα της βίωσής του, αναδεικνύοντας σε τόσο πρώιμη εποχή την δυνατότητα της λογοτεχνικής φαντασίας να παράσχει μια εκδοχή εξίσου αυθεντική με εκείνη που παρέχουν οι μαρτυρίες των επιζώντων, συνεπώς και το δικαίωμα της λογοτεχνίας να μιλήσει για το αδιανόητο, όπως γράφει ο Ηλίας Γιούρης, στο σπάνιο επίμετρό του «Τραύμα και μαρτυρία στην Ομορφάσχημη», από το οποίο αντλούμε και όλα τα αναφερόμενα ερμηνευτικά σχήματα.

Ένα άλλο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η αντινομική σχέση του έργου με ορισμένες ιδεολογικές θέσεις του συγγραφέα, που σε επιστολές του είχε εκφραστεί με την ρητορική των πιο διαδεδομένων αντιεβραϊκών κοινών τόπων. Πώς αποφάσισε λοιπόν να φιλοτεχνήσει το λογοτεχνικό πορτρέτο μιας Εβραίας και να στοχαστεί αφηγηματικά την εβραϊκή γενοκτονία; Σε αντίθεση με τον επιστολογραφικό του λόγο, η λογοτεχνία του διανοίγεται στο Άλλο και επιδίδεται στην ανασυγκρότηση της αλήθειας του. Έτσι η γραφή διεκδικεί το δικαίωμα της δυσαρμονίας, ακόμα και της ρήξης με τις ιδέες ή τις αντιλήψεις του δημιουργού.

Η μαρτυρία ως είδος λόγου περιορίζεται σε μεμονωμένα βιωματικά επεισόδια ή επιμέρους περιόδους. Εδώ σε πρώτη φάση η ηρωίδα θα συλληφθεί, θα ανακριθεί και θα φυλακιστεί· σε δεύτερη, μετά την απελευθέρωση, θα προσπαθήσει να επιστρέψει σε μια κανονική ζωή· και, τέλος, θα μεταμορφωθεί σε εμμονική αφηγήτρια της ιστορίας της. Η οργάνωση της πλοκής στη βάση αυτού του τριπτύχου δεν είναι τυχαία καθώς κάθε μέρος αντιστοιχεί σε ένα κομβικό επεισόδιο από την περιπέτεια του εβραϊσμού: ο εγκλεισμός στην εκτόπιση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η επιβίωση στο αντίστοιχο πρόβλημα της μεταστρατοπεδικής ύπαρξης και η επιμονή της εξομολόγησης στην ανάλογη ανάγκη των επιζώντων να κοινοποιούν την εμπειρία τους. Ο αναγνώστης δεν συναντά εδώ τους συνήθεις θεματικούς ή συμβολικούς δείκτες της λογοτεχνίας του Ολοκαυτώματος (τα στρατόπεδα, την μαζική εξόντωση, τους θαλάμους αερίων)· το κείμενο φαίνεται να κλίνει περισσότερο προς την επινόηση και την φαντασίωση παρά προς την αληθοφάνεια και την ιστορική πιστότητα.

Είναι λοιπόν η σύλληψη και ο εγκλεισμός της ηρωίδας που λειτουργούν ως ένα είδος αρνητικού θεμελίου πάνω στο οποίο οικοδομείται η μετέπειτα ζωή της. Η τραυματική εμπειρία (ιδιαίτερα επεξεργασμένη από την σύγχρονη θεωρητική σκέψη) αφήνει ένα απροσδιόριστο βιωματικό ίχνος από την συνάντηση του υποκειμένου με το ακραίο, με μια βία μη αφομοιώσιμη· δεν είναι κάτι που το υποκείμενο επεξεργάζεται γνωστικά αλλά μάλλον κάτι που το υφίσταται. Αυτή η φασματική δομή του τραύματος θέτει μια μείζονα πρόκληση στην αφήγησή του. Πώς να αναπαραστήσει η λογοτεχνία ένα τραύμα που παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση;

Αυτή ακριβώς η κρίση είναι εγγενής στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Καχτίτσης, που επιχειρεί να συλλάβει τη αλήθεια της γενοκτονίας όχι μέσα από τις συμβάσεις της ρεαλιστικής αναπαράστασης αλλά μέσα από την ρητορική διάθλαση της μεταφορικής γλώσσας. Το επεισόδιο του βίαιου εγκλεισμού σε έναν θάλαμο απομόνωσης οργανώνεται ως το μεταφορικό ισοδύναμο της στρατοπεδικής εμπειρίας, την οποία αφηγείται ως μια φανταστική ιστορία στα όρια του γκροτέσκου. Αυτή η μεταφορά του θαλάμου λειτουργεί σε επίπεδο έμμεσης αναφορικότητας αφού επιτρέπει στον συγγραφέα να μιλήσει για ένα βίαιο θέμα κάνοντας λόγο φαινομενικά για κάτι άλλο.

Η αναφορά μάλιστα στην αποστειρωμένη δομή του θαλάμου ανακαλεί στη μνήμη την μείζονα πρακτική της ναζιστικής εξόντωσης, που είναι ακριβώς η εξάλειψη της οσμής, τους ίχνους της ανθρώπινης παρουσίας και της ίδιας της τέλεσης του εγκλήματος. Πιθανώς το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της λαθραίας εισόδου του ιστορικού τραύματος στο κείμενο είναι η αναφορά του διαρκούς τεχνητού φωτισμού στο κρατητήριο, συγκρινόμενη με τα ιστορικά συμφραζόμενα των κρεματορίων. Έτσι το Ολοκαύτωμα έχει τη μορφή φάσματος, όπου κάτι απροσδιόριστα σημαίνον στοιχειώνει το κείμενο χωρίς να αρθρώνεται με ευκρίνεια. Ο συγγραφέας αξιοποιεί κι έναν τρίτο ρητορικό μηχανισμό, την καταχρηστική ιδιοποίηση άλλων λογοτεχνικών ειδών, τους κώδικες ενός αλλότριου πεδίου αναπαράτασης, της ερωτοτροπίας. Η ανάκριση δεν παρουσιάζεται σαν μια γραφειοκρατική διαδικασία αλλά ως εκδοχή μιας αδιόρατης ερωτοτροπίας για να εκφράσει αυτό που δεν έχει δικό του γλωσσικό τόπο, για να θεματίσει το άτοπο.

Συνεπώς εδώ παραβιάζεται το θεμελιώδες πρωτόκολλο των ειδολογικών συμβάσεων: ενώ μια από τις θεμελιώδεις συμβάσεις του είδους της μαρτυρίας είναι η πιστή αναπαράσταση των γεγονότων και η αποφυγή της επινόησης, εδώ δίνεται η εντύπωση μιας ατελούς ή ακόμα και εσφαλμένης ανάγνωσης της πραγματικότητας, σαν μια αχρονική εμπειρία με γνωρίσματα παραισθητικού εφιάλτη. Στη θέση της πιστότητας στα γεγονότα τοποθετείται η πιστότητα στο ίδιο το τραύμα κι εμείς γινόμαστε μάρτυρες της αποτυχίας της ηρωίδας του να εγγράψει το γεγονός στην συνείδησή της.

Σε αυτό το σημείο το κείμενο του Γιούρη εστιάζει ακριβώς στην σχέση τραύματος και ζωής. Το τραυματικό συμβάν δεν αντιμετωπίζεται ως στατικό γεγονός που συνέβη στο παρελθόν αλλά ως μια δυναμική συνάρθρωση αενάως επιδεινούμενων επιπλοκών. Ο γραμμικός χρόνος της αφήγησης είναι παραπλανητικός, καθώς η ηρωίδα αδυνατεί να διαχωρίσει την τραυματική εμπειρία από την ζωή της – το τραύμα έχει τον δικό το αντίχρονο. Είναι λοιπόν οι δυσκολίες της επιστροφής από το τραύμα σε μια ζωή αμόλυντη από αυτό που αποτελούν την ουσία της εμπειρίας της Ομορφάσχημης. Επιζώσα ενός αδιανόητου συμβάντος, επιστρέφει για να διαταράξει την γαλήνη της κανονικότητας των άλλων. Το γεγονός ότι βίωσε το «μέσα» και ότι ήρθε σε επαφή με το απολύτως Άλλο καθιστά και την ίδια ριζικά άλλη, ένα πρόσωπο με το οποίο κανείς δεν θέλει να έχει σχέση.

Χρησιμοποιώντας μια αντίστροφη ρητορική υπερβολή (την έντονα ρομαντική εικονοποιία ως μια ισχυρή διαλεκτική αντίθεση με το αρνητικό παρελθόν), το ασύνδετο (που εκφράζει την έλλειψη ουσιαστικής σύνδεσης με την φύση), τις διακοπές του λόγου (σαν μια δυσπιστία απέναντι στην συμβατικότητα τετριμμένων σκηνών) αλλά και άλλα ρητορικά σχήματα, ο συγγραφέας δείχνει ότι η απελευθέρωση της ηρωίδας δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή ενός νέου κύκλου δεινών. Η καθήλωση στην ατέρμονη ανακύκλωση του δράματος είναι αυτό που την καθιστά κατεξοχήν τραυματική ύπαρξη. Η πορεία της δεν μοιάζει με πορεία ωρίμανσης και διαμόρφωσης μιας ταυτότητας αλλά με μια αντίστροφη πορεία αργής αποδόμησης και διάλυσης της ταυτότητας.

Τα μυθοπλαστικά ευρήματα του συγγραφέα δεν σταματούν εδώ. Η ηρωίδα δεν μαρτυρεί απλώς αλλά αναλαμβάνει κατ’ εξακολούθησιν την θέση της μάρτυρος, δηλαδή επιδίδεται στην επίμονη αναζήτηση διαρκώς νέου ακροατηρίου, σα να αναζητά νέους τρόπους επικοινωνίας με τους άλλους. Η εμμονή στην απαρέγκλιτη επανάληψη του ίδιου αφηγηματικού κύκλου την καθιστά ένα εκκεντρικό, σχεδόν αλλόκοτο πρόσωπο που αδυνατεί να διαφύγει από την ζώνη της καταστροφής. Η αφήγηση είναι το παράδοξο δέλεαρ που χρησιμοποιεί για να προσελκύσει εραστές και να συνάψει μαζί τους εφήμερες ερωτικές σχέσεις· η μαρτυρία εντάσσεται σε μια στρατηγική σεξουαλικής αποπλάνησης. Σύντομα όμως διακόπτει κάθε σχέση μαζί τους και τους διώχνει. Η αδυναμία τους να συλλάβουν εις βάθος την ζοφερότητα της αφήγησης κινητοποιεί τα αμυντικά αντανακλαστικά της. Αυτοί επείγονται να την αποσπάσουν από τον ασφυκτικό κλοιό της ιστορίας της και προτιμούν να την συναντήσουν στην ασφάλεια ενός κοινού ρομαντικού πεδίου αλλά εκείνη είναι απρόθυμη να απαρνηθεί την μοναδικότητα της ιστορίας της για να συμμετάσχει σε μια τετριμμένη ερωτική ιστορία και δεν έχει άλλη επιλογή από το να διακόψει την επικοινωνία μαζί τους.

Αντιμέτωπος με ένα τέτοιο αινιγματικό πρόσωπο, ο αφηγητής θα επωμιστεί την ευθύνη μιας διαφορετικής στάσης απέναντι στην ιστορία της Ομορφάσχημης· θα επιλέξει, παίρνοντας με την σειρά του την θέση του αφηγητή, να της δώσει την δυνατότητα να ξαναγίνει υποκείμενο της ιστορίας της. Έτσι στο κείμενο υπάρχουν δυο αφηγητές σε ένα κυκλικό σχήμα αμοιβαίας ανταλλαγής αφηγηματικών ρόλων, σε μια αφήγηση για την οποία δεν υπάρχει τέλος, καθώς η διαδικασία της μαρτυρίας μεταπίπτει από το ένα πρόσωπο στο άλλο, χωρίς να εγκαταλείπεται ποτέ.

Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία αυτή διεκδικεί την ιδιότητα του κατεξοχήν ανοίκειου κειμένου. Η αποστασιοποίηση στην εκφορά του λόγου, η απάθεια, το ψυχρό ύφος της αφήγησης αφαιρούν από τον αναγνώστη τις προϋποθέσεις ταύτισης. Είναι ένα κείμενο που έρχεται αντιμέτωπο με τα όριά του: δεν αναπαριστά την εμπειρία της καταστροφής, αλλά την αδυναμία της γλώσσας να ιστορήσει ευθέως αυτή την καταστροφή. Γι’ αυτό και δεν διατυπώνει ένα τελικό συμπέρασμα ούτε κληροδοτεί κάποιο τελεσίδικο νόημα.

Πώς προσλαμβάνεται λοιπόν μια μαρτυρία στην ατομική και συλλογική συνείδηση; Γιατί αδυνατεί η μεταπολεμική κοινωνία να ανταποκριθεί στο μήνυμα που μεταφέρουν οι επιζώντες; Άραγε οι ακροατές θα κωφεύσουν στην έκκληση της μαρτυρίας ή θα την δεξιωθούν και θα αφήσουν το μήνυμά της να τους διαπεράσει; Δυο μοιάζουν να είναι τα ενδεχόμενα. Η μαρτυρία να ακολουθείται από την σιωπή. Οι περισσότεροι ακροατές, πράγματι, αποτυγχάνουν να ακούσουν την εξομολόγηση και η μαρτυρία παραμένει αν-ήκουστη, ένας λόγος που εκτυλίσσεται στο κενό, συνεπώς και η μάρτυς είναι ασύγχρονη με τον ακροατή της. Μπορεί όμως η μαρτυρία να τύχει μιας φιλοξενίας; Μπορεί να αξιώσει την υπέρβαση του ρόλου της ανάγνωσης και να οδηγήσει στην απροϋπόθετη αποδοχή της;

Το επίμετρο του Ηλία Γιούρη, από το οποίο αντλήθηκε μέρος από τις πλούσιες ερμηνευτικές του προτάσεις, δεν είναι το μόνο κείμενο που φωτίζει πλευρές του βιβλίου. Διαβάζοντας την Ομορφάσχημη μέσα από μια σειρά επιστολών του συγγραφέα (τις δημοσιευμένες προς τον Γιώργη Παυλόπουλο αλλά και τις αδημοσίευτες προς τον Τάκη Σινόπουλο και τον Ε.Χ. Γονατά)  η εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη εξετάζει ακριβώς την γενεαλογία και την διαμόρφωση της αυτής της συναρπαστικής ηρωίδας. Πρώτα εντοπίζει δυο εκ πρώτης όψεως αντιφατικά στοιχεία στην προσωπικότητά της: την ανοίκεια ερωτική συμπεριφορά και το τραύμα που εγγράφεται στην ψυχή της και επανασημασιοδοτεί ολόκληρη την ζωή της, ενώ μια προσεκτικότερη ανάγνωση του κειμένου εντοπίζει και μια ψυχική διαταραχή που φαίνεται να προϋπάρχει του τραύματος.

Η βραχύβια ερωτική σχέση του Καχτίτση με την Αυστροεβραία Γερτρούδη Φίσερ που επιδεικνύει μιαν ιδιάζουσα ερωτική συμπεριφορά που αγγίζει τα όρια της υπερβολής, οι δημόσιες ερωτικές προκλήσεις αλλά και το τέλος της ηρωίδας του όπως παρουσιάζονται στο ψευδώνυμο κείμενο του Καχτίτση «Τι απέγινε η Γερτρούδη Στερν;» (που δημοσιεύεται εδώ στο επίμετρο), η διελκυστίνδα μεταξύ έλξης και απώθησης, η αντιδιαστολή πραγματικότητας και φαντασίας και πολλά άλλα στοιχεία αποκαλύπτουν αντιστοιχίες ανάμεσα στις γυναίκες των επιστολών και την ηρωίδα της Ομορφάσχημης και συνθέτουν, ένα πυκνό δίχτυ κοινών θεματικών στοιχείων αλλά και συμβολισμών.

Διαπιστώνεται εδώ ότι η προσωπική διαταραχή συμβαδίζει με μια ιστορικά έκρυθμη κατάσταση· χάρη σε αυτήν την παραλληλία η ψυχοπαθολογία της Γερτρούδης γίνεται το αντηχείο της ψύχωσης μιας εποχής. Ο συνεχής ερωτισμός της, λανθάνων ή μη (με μια φίλη της, με τον ανακριτή, με Ρώσους στρατιώτες, με τους ακροατές της), υπαρκτός ακόμα και στις πιο αταίριαστες περιπτώσεις, μοιάζει με μηχανισμό άμυνας καθώς υπερχειλίζει σε στιγμές μεγάλου φόβου και υπερκαλύπτει μια τραυματική πραγματικότητα, σα να λειτουργεί ως παραμορφωτικό κάτοπτρο που διαθλά με αλλόκοτο τρόπο τα γεγονότα, βυθίζοντας σιγά σιγά την ηρωίδα σε έναν παραισθητικό εφιάλτη.

Πράγματι, όσο επιβάλλεται η ματιά της Γερτρούδης στην ιστορία, η αφήγηση χάνει τα ρεαλιστικά της περιγράμματα και δημιουργείται μια ατμόσφαιρα διαθλάσεων και έντονης ρευστότητας. Μήπως τελικά, αναρωτιέται η Κριτσέλη, η ιστορία του εγκλεισμού της είναι προϊόν της παραμορφωτικής φαντασίας ενός κλονισμένου ανθρώπου που έχει εσωτερικεύσει και εκφράζει την ψύχωση της εποχής; Μήπως η απορρύθμιση της ατομικής συνείδησης εκδηλώνεται στον ερωτικό εκτροχιασμό και η υπερχείλιση του ερωτισμού τής χαρίζει μια σωτήρια απόσταση από τα πράγματα; Μπορεί, τέλος, ο αξεδιάλυτος δεσμός εξομολόγησης, ερωτισμού, διαταραχής και τραύματος να αποτελεί μια πορεία απεγκλωβισμού χάρη στη λυτρωτική δύναμη του λόγου;

Στο επίμετρο περιλαμβάνονται τα κείμενα: Γιώτα Κριτσέλη, Σημείωμα για την έκδοση, Μάρκος Εσπέρας [Νίκος Καχτίτσης], Τι απέγινεν η Γερτρούδη Στερν; (επιστολή που δημοσιεύθηκε στο αυτόγραφο περιοδικό του Νίκου Καχτίτση, Ουλή), Επιστολές του Νίκου Καχτίτση που σχετίζονται με την ηρωίδα της Ομορφάσχημης προς τον Γιώργη Παυλόπουλο, τον Τάκη Σινόπουλο και τον Ε.Χ. Γονατά, Επιστολές του Νίκου Καχτίτση και του Ε.Χ. Γονατά σχετικά με τη γραφή και τη γλώσσα της Ομορφάσχημης, Ηλίας Γιούρης, Τραύμα και μαρτυρία στην Ομορφάσχημη του Νίκου Καχτίτση, Γιώτα Κριτσέλη, Διαβάζοντας την Ομορφάσχημη μέσα από τις επιστολές. Η γενεαλογία και η διαμόρφωση της ηρωίδας.

Εκδ. Κίχλη, 2019, σελ. 229. Πρώτη έκδοση: Διαγώνιος, 1960. Επόμενες εκδόσεις, μαζί με άλλα κείμενα του συγγραφέα: Κέδρος, 1976 και Στιγμή, 1986.

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα: 1. Εβραία που κρύβει το πρόσωπό της κάθεται σε παγκάκι με την επιγραφή Μόνο για Εβραίους [Αυστρία, 1938), 2. Ζωγραφιά παιδιού παιδιών από το Γκέτο του Terezín (1942-1944), το ιδιόμορφο γκέτο ναζιστικής προπαγάνδας, όπου χιλιάδες Εβραίοι καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν έργα προς τιμήν του Γερμανικού κράτους, ώστε να πειστούν οι επισκέπτες του Ερυθρού Σταυρού και η παγκόσμια κοινή γνώμη για την ευνοϊκή μεταχείριση της εβραϊκής φυλής (από εδώ), 3. Η αντίληψη της Terezka που μεγάλωσε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για την έννοια του σπιτιού, 4. Ζωγραφιά παιδιού (βλ. αρ. 2), 5. Γυναίκα με τα υπάρχοντά της στην μεταπολεμική Βιέννη (1947, φωτ. Ernst Haas), 6. Ζωγραφιά παιδιού (βλ. αρ. 2), 7. Εβραίοι στην μεταπολεμική Βιέννη, 8. Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης από την Διαγώνιο, 9. Amedeo Modigliani, Portrait of Maude Abrantes, 1907 [Reuben and Edith Hecht Museum, Haifa], 10. Eric Taylor, Liberated from Belsen Concentration Camp, 1945.

Ο Εξώστης του Καχτίτση, από τις ίδιες εκδόσεις, εδώ.

13
Απρ.
19

Δημήτρης Καλοκύρης – Η ανακάλυψη της Ομηρικής και άλλες φαντασμαγορίες. Με ενσωματωμένο το Φωτορομάντσο

Τακτοποίηση του γνωστικού χάους σε λογοτεχνικά φωτογραφήματα

Στην πρόζα του Δημήτρη Καλοκύρη δεν νοείται παίγνιο χωρίς λογοπαίγνιο ούτε δοξολογία χωρίς παραδοξολογία. Η πλημμύρα των αξιανάγνωστων πληροφοριών διοχετεύεται από την μια παραπομπή στην άλλη, σε μια ατέλειωτη σύνδεση των πάντων. Εδώ τα πάντα υμνούνται και παρωδούνται με την ίδια λατρεία, που αποδεικνύεται όχι μόνο επειδή ο συγγραφέας τούς δίνει αρμόζουσα θέση στο λογοτεχνικό του σύμπαν αλλά και επειδή τα τιμά με τις λέξεις ενός ακούραστου γλωσσοπλάστη.  Είναι η ίδια πρόζα που κυκλοφορεί αβίαστα από την ποίηση και την πεζογραφία του μέχρι τα δοκίμια και τα περιοδικά του – μην ξεχνάμε πως υπήρξε η κινητήριος μηχανή του Τραμ και του Χάρτη, ο οποίος φέτος ζει μια νέα ηλεκτρονική ζωή. Ιδού, λοιπόν, εδώ, δυο παλαιότερα βιβλία που αναμειγνύουν όλα τα παραπάνω, σε μια νέα έκδοση όπου διαθλάται το φως μιας διπλής φαντασμαγορικής λογοτεχνίας, ακαριαίας στην πύκνωση και αληθέστατης μέσα στα ψέματά της. Ας ξεκινήσουμε από την Ανακάλυψη της Ομηρικής.

Ο μάγος του Ρόζ ανιχνεύει την λεγόμενη «ερωτική εικόνα» ως μια, κατά βάση, παράσταση αμιγών πορνογραφικών προθέσεων που δεν ευοδώθηκαν. Και μπορεί αμφότερες να αποσκοπούν αποκλειστικά στην έξαψη, απλώς η μεν είναι έμμεση, αλληγορική και γι’ αυτό διαρκέστερη, ενώ η άλλη άμεση και, δυστυχώς, στιγμιαία. Ο ερωτισμός εννοεί. Η πορνογραφία δείχνει. Στην λογοτεχνία συμβαίνει κάτι ανάλογο: Η ποίηση εννοεί αυτό που η πεζογραφία δείχνει. Και βέβαια, όσο κι αν σκεπάζονται ακροθιγώς και δεξιοτεχνικά τα επίμαχα σημεία μιας ερωτικής λ.χ. φωτογραφίας, πάντα η ακριτομυθία του θεατή παίρνει το πραγματικό μήνυμα: ότι ο φωτογράφος κάποτε ε ί δ ε!

Οι Αχανείς εκτείνονται σε Βίους Αθανάτων και στην υπόθεση της μακροζωίας διατρέχοντας πλείστους υπερήλικες, από τους αποδιδόμενους στον Λουκιανό Μακρόβιους μέχρι τους αρχαίους φιλοσόφους (φαίνεται πως η φιλοσοφία ενισχύει την επιμήκυνση των εγκοσμίων), ενώ η Βίβλος βέβαια το παρακάνει· ακολουθεί ο Ενώχ, γνωστός θεμελιωτής του ενωχικού δικαίου και ο Ιάπωνας Ιζούμε που δικαιώνει το όνομά του επί 120 χρόνια και απέδιδε την επιβίωσή του «στον Θεό, τον Βούδα και τον Ήλιο», οι οποίοι, προφανώς, είχαν άδηλα συμφέροντα επί της επίγειας παρουσίας του. Το ακαταλόγιστο αφιερώνεται σε έναν άλλο κατάλογο, καταλόγων αυτή την φορά, τους οποίους δεν διαβάζει κανείς, διατελούν δηλαδή σε ένα είδος κοσμικής ερημίας [άρα εδώ ας διαβάσουμε τουλάχιστον τους τίτλους τους]

Η αρχή της αυτοκαταστροφής των βιβλίων εκκινεί από το μείζον θέμα του εξωφύλλου τους και τις σχετικές απόψεις και προχωρά σε κωμικοτραγικά τυπογραφήματα, όπως το πραγματικά σατανικό τυπογραφικό λάθος σε κάποια Ιερή Σύνοψη, όπου σε ένα από τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας αντί «αγγελικαί δυνάμεις επί το μνήμα σου» τυπώθηκε «αγγλικαί δυνάμεις», αποδεικνύοντας έτσι ότι οι Άγγλοι σταύρωσαν τον Χριστό, συνταράσσοντας κάποιο Πελοποννησιακό ποίμνιο!

Το θέμα είναι πως ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι το ένα βιβλίο αναιρεί το άλλο ή σιωπηλά, με τον καιρό, το καταργεί, συχνά εμφανίζονται τα ίδια βιβλία σε «νέες» εκδόσεις, χωρίς να δίνεται ικανοποιητική απάντηση πού πάνε οι παλιές· η εύκολη υπεκφυγή «εξαντλήθηκε» δεν διευκρινίζει από τι προήλθε η εξάντλησή τους. Όσες επιζούν στα πατάρια νοούνται αθάνατες; Κανείς πάντως δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι ένα βιβλίο που μας φάνηκε συναρπαστικό σε λίγο αυτοαναρροφά την γοητεία του, το εξώφυλλο συνωμοτεί με την φθορά και ο λόγος του αποδομείται διαδοχικά, αυτοχειριάζεται. Η Βιβλιοθήκη μετατρέπει τα γραπτά σε μηνύματα και έχει τάσεις αναρριχητικού που εκτοπίζει τον άνθρωπο.

Στα Θρυλικά φληναφήματα ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής που καταγίνεται με την Ιστορία ετοιμάζεται να συγγράψει ένα βιβλίο που θα ερευνά κατά πόσο τον ρόλο που έπαιζε κάποτε η θρησκεία στον χρόνο τον υποδύεται σήμερα στον χώρο η εργασία. Αφου έχει βρει τον τίτλο (Το Κεφάλαιο, διότι έως τώρα μονάχα ένα κεφάλαιό του έχει γράψει) και αφού διαπιστώσει ότι ο όρος Νέο- (νεορθόδοξος, νεοέλληνας) περικλείει σχεδόν πάντοτε μια πιο συρρικνωμένη και πιο συντηρητική μορφή του προηγούμενου σχήματος, αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία μπορεί να εκληφθεί ως ένα συχνά αναστρέψιμο «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του τετελεσμένου γεγονότος. Ως εκ τούτου προβαίνει σε συναρπαστικές ιστορικές παραλληλίες· για παράδειγμα, ζούμε τον αναβρασμό της Νέας Εικονολατρίας, που ξεσπά από τις δορυφορικές κεραίες και διαχέεται στην υφήλιο. Διότι, διατελώντας Εικονολάτρης στο σώμα αλλά Εικονομάχος στην ψυχή, όπως έχω επανειλημμένα δηλώσει, διαβάζω συνθηματικά την Ιστορία ως ένα κλάδο της πολύμορφης μανίας του ατόμου να ανακόψει δυναμικά το ρεύμα της λησμοσύνης: μια ακόμα εκδοχή, δηλαδή της Λογοτεχνίας. [σ. 85]

Πράγματι, το επιχείρημα της Ιστορίας ότι ανταποκρίνεται στην «αλήθεια», επικαλούμενη την μαρτυρία του ανθρώπινου λόγου, αναλογεί με το τέχνασμα της Λογοτεχνίας ότι εκφράζει επίσης την αλήθεια, επιστρατεύοντας τα πάθη. Ιστορική αλήθεια είναι η αλήθεια που ευκαιριακά μας εξυπηρετεί. Παραχάραξη της Ιστορίας είναι η εκδοχή που προτιμούν οι άλλοι. Όπως «καλή» λογοτεχνία, ουσιαστικά, είναι αυτή που «μου» αρέσει. Αν λοιπόν, όπως εξηγείται, δεν τον απασχολεί και τόσο η ιστορία της Λογοτεχνίας, όσο η λογοτεχνία της Ιστορίας, μόνο αυτό το νόημα έχει μια επιστήμη ή μια τέχνη· να δίδει πρώτες ύλες στις μορφές των άλλων. Με το πρίσμα αυτό και η ζωή είναι μία μορφή λογοτεχνίας που απαρτίζεται κυρίως από αστραπιαίες μεταφορές.

Φυσικά υπάρχουν οι γνωστές θεματικές του θεματικώς αεικίνητου συγγραφέα. Για παράδειγμα, πράγματι Εικόνες Ελλήνων ιππέων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου εμφανίζονται ξαφνικά σε καθρέφτη κεντρικού ξενοδοχείου της Σκάνιας,  τοπωνύμιο που δεν είναι δυνατόν σ’ εμάς τους λάτρεις των παλαιών φορτηγών να μην φέρει στο νου το περίφημο Scania Vabis, που ο συγγραφέας οδηγεί μέχρι το κείμενο, εφόσον πρόκειται για το βυσσινί τριαξονικό φορτηγό που κάποτε τον μετέφερε με ωτοστόπ εκεί όπου συνεχίζεται το κείμενο. Στα Οράματα και διοράματα διοράται το ιστορικό δέος του μέσου ανθρώπου απέναντι στην φωτογραφική μηχανή. Ένα που έχει πετύχει τον περίφημο τετραγωνισμό του κύκλου του φωτός! Ο στρογγυλός φακός μετατρέπει τις φωτεινές δέσμες σε ορθογώνια εικόνα. Ο φακός γίνεται κάθε φορά το κρυστάλλινο αλώνι όπου σκιαμαχεί η Στιγμή με την Αιωνιότητα.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τις λεγόμενες προηγούμενες κοινωνίες είναι ότι σήμερα καταναλώνουν εικόνες και όχι πια, όπως οι προηγούμενες, δοξασίες… έγραφε ο Ρολάν Μπαρτ και σαφώς θα το υπογραμμίζαμε, όπως και ο αφηγητής στην Φωτογένεια, που ταξιδεύει για ένα συνέδριο όπου τον περιμένει ένα ρεύμα ζεστού αέρα στο ξενοδοχείο και το σκάλωμα του βλέμματος στην πίσω σελίδα κάποιας εφημερίδας με μεθαυριανή ημερομηνία και η φωτογραφία του δίπλα σε άγνωστη φλαμανδική γλώσσα.

Και, σίγουρα, για μένα που πάντα αναζητούσα ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές μικροϊστορίες ή έστω φράσεις στα μικρά θεολογικά βιβλιαράκια με τους βίους αγίους (με τα εύσημα στον εκάστοτε μακετίστα, εφόσον το εξώφυλλο κάθε αγίου είχε και διαφορετικό χρώμα), δεν μπορώ να μην θυμηθώ τον Νίκωνα τον Μετανοείτε (ένα ρήμα ως προσδιοριστικό ενός Αγίου!), όμως εδώ, αφού ο συγγραφέας, αφού αφήσει για άλλες λογοτεχνίες πλείστες φωτογραφικές μορφές όπως ο αρχαίος γεωγράφος Κάνων στις υπώρειες του Ολύμπου, ο λάκων Πένταξ, που συνέγραψε τα περιώνυμα Κωνικά στις όχθες του ποταμού Μινώλτα και άλλοι που μελετούν το σύμφωνο Σίγμα στα Πρακτικά του ναυάρχου Ρόλεη, τακτοποιεί κάτω από τον τίτλο Nicon ή Μετανοείτε τα αμέτρητα αρνητικά που έχει τραβήξει ένας φωτογράφος αγιορείτης μοναχός, ο οποίος τοποθετούσε κάθε πρωί τον τρίποδα σ’ έναν εξώστη της ίδιας Μονής, για να αποτυπώσει περιχαρής τον ανατέλλοντα ήλιο. Ο εν λόγω κηρουλάριος δεν εμφάνισε ποτέ τα μύρια αρνητικά, ενώ αργότερα, λόγω οικονομικών δυσχερειών, περιορίστηκε να τραβά χωρίς φιλμ. Μπορείτε να φανταστείτε με τι λογοτεχνία ολοκληρώνεται ο φωτογραφικός του βίος;

Η φωτογραφία αποτελεί το κεντρικό θέμα στο Φωτορομάντσο, όπου φωτομετρούνται οι συλλογισμοί ενός Φωτογράφου Συγγραφέα σε μια σειρά Argumenta, επιχειρήματα που συμψηφίζονται με τις φωτογραφίες. Αν λοιπόν ο φωτογράφος αποκτά τον κόσμο σε χρόνο παρελθόντα και ο συγγραφέας σε χρόνο μέλλοντα το πεδίο της συνάντησής τους είναι ένα διαχρονικό πολυτάραχο φωτορομάντσο: μυθολογίες φωτογραφικών εικόνων. Ιστορίες με λάμψεις. Κάθε φορά που ο συγγραφέας κοιτάζει μια φωτογραφία σκέφτεται την λέξη «λήθη» και την δυνητική ανάπτυξη της επιστήμης της ληθογραφίας. Ήδη παλαιότερα στο έργο του ΕπέΚινα διεκτραγωδούνταν η περιπέτεια του ανθρώπου που οφείλει να βγάζει φωτογραφίες όχι τόσο για να αποδείξει την φυσική του παρουσία Εκεί, όσο για να εξηγήσει την περιστασιακή απουσία του από Εδώ.

Ο ίδιος φωτογράφισε κυρίως με λέξεις και όχι με μηχανές. Εν ανάγκη, επιστράτευσε μηχανικές λέξεις, και αργότερα αξιοποίησε ψηφιακά λογοπαίγνια, αναμοχλεύσεις οπτικής και ανακατασκευές μικρόκοσμων για να διαπιστώσει, όπως γράφει, ότι ο κόσμος δεν εξελίσσεται γραμμικά αλλά τυχαία· ότι οι ακολουθίες τείνουν περισσότερο στο ακαριαίο παρά στο σειριακό. Εξάλλου, κάθε φωτογραφία παρέχει μία (τουλάχιστον) αφηγηματική πηγή ανά θεατή. Οι λεζάντες – το ρηματικό σκέλος της φωτογραφικής αφήγησης – μετατρέπουν τις άπειρες ιστορίες σε μία: την εκδοχή του φωτογράφου.

Το Περί αμνηστείας κείμενο είναι ένα τυπικό καλοκυρικό λογοτέχνημα όπου μια λέξη κι ό,τι αυτή σημασιοδοτεί (εδώ ο αμνός) ταξιδεύει ανά αιώνες και πηγές. Έτσι συναντούμε τα προβατάκια στην Διήγηση των τετράποδων ζώων, σε αρχαίο ναό, στην ανατολική παράδοση, στην χριστιανική εικονογραφία, στην θυσία τους που σημαίνει θυσία της ζωώδους φύσης, δηλαδή της λίμπιντο των εξορμήσεων, όπως έγραψε ο Καρλ Γιουγκ, σε πλείστους αρχαίους και νεότερους συγγραφείς και σε δυο συγκριτικές φωτογραφίες, αφού βέβαια θυμηθούμε την επιστολική διακήρυξη του Συρανό ντε Μπερζεράκ «Μαθαίνω στους βοσκούς το Πάτερ Ημών των λύκων». Για άλλη μια φορά όλα αυτά δεν είναι απολύτως τυχαία: «Ο σύγχρονος πανθεϊστής, όχι μόνο βλέπει τον Θεό στο καθετί, αλλά τον φωτογραφίζει κιόλας», όπως έγραψε ο Ντ. Χ. Λώρενς

Η αρχιτεκτονική του φωτός μας υπενθυμίζει πως, όπως ο αρχιτέκτων σκηνοθετεί και διαιρεί τον χώρο, ορίζοντας τις συντεταγμένες του, ο φωτογράφος κάνει ασυνείδητα το ίδιο ακριβώς, χωρίζοντας το χώρο εν χρόνω. O φυσικός κόσμος μεταλλάσσεται σε άβακες σταματημένου, ορατού χρόνου, που περικλείει ορθογώνιες επιφάνειες επίπεδου χώρου, ενώ καταλύεται η νομοθεσία της φθοράς και καταπατάται η λήθη και η εξουσία του θανάτου. Η φωτογραφία δεν είναι τέχνη· είναι μάλλον στιγμιαία τελετή και εξορκισμός του μοιραίου.

Η λογοτεχνία, φυσικά, συνδιαλέχθηκε με την φωτογραφία, όπως, για παράδειγμα, ο Καλβίνο, που στην «Περιπέτεια ενός φωτογράφου» (από τους Δύσκολους έρωτες), βεβαίωνε πως όλα όσα δεν έχουν φωτογραφηθεί χάνονται, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, και, άρα, για να ζει κανείς πραγματικά πρέπει να φωτογραφίζει όσο περισσότερα πράγματα μπορεί, ενώ ο Μισέλ Τουρνιέ αναφέρεται στην χρήση ενός υποθετικού διαφράγματος από τους μεγάλους Γάλλους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα, το άνοιγμα του οποίου ποικίλλει από τον έναν στον άλλον (F4 Στεντάλ, F16 Ζολά!).

Ο κτηνίατρος Αντρέ Βουαζέν υποστήριξε ότι «όλα τα ζωντανά πράγματα είναι βιοχημικές φωτογραφίες του περιβάλλοντός τους», ο φιλόσοφος Μπενεντέτο Κρότσε προεξέτεινε την άποψή του φτάνοντας στο σημείο να ταυτίσει έστω και προσωρινά τους δύο κόσμους, τον «υλικό» και τον «πνευματικό». Ο Νάσος Θεοφίλου, βέβαια, είχε Με ταχύτητα ηλικίας διακρίνει πως στις προγονικές φωτογραφίες οι περισσότερες μορφές είχαν εξαλειφθεί και απέμειναν μόνο κάτι αδιόρατες σκιές – όλες οι φωτοσκιάσεις είχαν ξαναγίνει φως, που διαχύθηκε στο περιβάλλον, αφήνοντας πάνω στο χαρτί μια γαλακτερή επιφάνεια.

Στο Argumentum Ex Libris, ήγουν Η φωτογραφία ως λογοτεχνικό μέσο, «βλέπουμε» φωτογραφίες σχηματισμένες με λέξεις που συνδυάζονται από τεχνικούς του νεοελληνικού λόγου χάρη σε ανθολογημένα δείγματα. Εδώ μέσα από την φωτογραφία κάποιοι νοσταλγούν τον χαμένο παράδεισο, (Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Καββαδίας κ.ά.) ή αναβιώνουν την μορφή του νεκρού (Ν.Γ. Πεντζίκης, Γιώργης Γιατρομανωλάκης κ.ά.), ενώ άλλοτε ο νεκρός αλλά και ο ζωντανός που ταυτίζεται με την φωτογραφία του, αυτή που διασώζει, κατά τον Καβάφη, «το πιο τίμιο· την μορφή του» (Τόλης Καζαντζής, Γιώργος Χουλιάρας, Πέτρος Αμπατζόγλου κ.ά.), χωρίς να ξεχνάμε φυσικά τον εκστασιασμό του έκθαμβου θεατή στα σύνεργα της φωταγωγικής μαγγανείας (Ανδρέας Εμπειρίκος, Μιχάλης Κατσαρός, Νίκος Καχτίτσης, Κώστας Λαχάς, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Χουλιαράς, κ.ά.) αλλά και το ερώτημα «πού καταλήγει μια φωτογραφία και τι θ’ απογίνει ο φωταυγής συλλογισμός» (Τάσος Ρούσσος, Αλέξης Τραϊανός, Αχιλλέας Κυριακίδης, κ.ά.).

Με την φωτογραφική μηχανή στο χέρι χρησιμοποιούμε δυο κυρίως ρήματα: Τραβώ φωτογραφίες και Βγάζω φωτογραφίες. Από πού τραβιούνται όμως και από πού βγαίνουν οι φωτογραφίες; Από το συλλογικό ασυνείδητο; αναρωτιέται ο συγγραφέας που θα προτιμούσε να προτείνουμε: από τον χρόνο και το φως. Εκτός αν βγαίνουν από τον θρυλούμενο «Βυθό των Φωτογράφων», όπως άλλωστε τιτλοφορούσε μια δίχρωμη εικονογραφική σύνθεση σε μια φωτολιοθογραφική έκδοση του περιοδικού Φωτογραφία, το 1979. Και, παραφράζοντας τον Κορτάσαρ, που έλεγε πως ο φωτογράφος ενεργεί πάντεο με έναν συνδυασμό του υποκειμενικού τρόπου να βλέπει τον κόσμο και της πραγματικότητας εκείνης που η επίβουλη φωτογραφική μηχανή επιβάλλει», σκέφτεται ότι η φωτογραφία δεν είναι αναγκαίο να λογαριάζεται ως μια από τις Καλές Τέχνες· κατά βάθος η φωτογραφία, καταλήγει ο συγγραφέας, είναι μια Καλή Πράξη.

Ως πολύτιμο δώρο μαζί με τα δυο βιβλία επισυνάπτεται ένας σύνδεσμος με τον Νάσο Θεοφίλου. Ο Εραστής της Αθανασίας ανοίγει ως τρίπτυχο με πλαγιογράμματη πεζογέφυρα, συνεχίζεται με την περίφημη Φίλμα του, το φωτογραφημένο κορίτσι που ύμνησε στο προαναφερθέν μυθιστόρημά του, και κλείνει με μια πλήρη περιπλάνηση στο έργο του. Έτσι τιμούν οι φίλοι τους φίλους, όσο μακριά κι αν βρίσκονται. Άλλωστε, πέρα από την φιλία, εδώ αναγνωρίζεται ένας ομότεχνος μιας μοναδικής σχολής γραφής. Τα κείμενα της Ανακάλυψης της Ομηρικής πρωτοδημοσιεύτηκαν άλλα σε εφημερίδες της Κυριακής, για περιοδικά (Ρεύματα, η Λέξη, Το Δέντρο, ο Φωτογράφος) και άλλα σε αιολικές ανθολογίες ή τόμους για πόλεις όπως το Μάλμε, ή σε άλλα βιβλία του συγγραφέα, ενώ κάποια εμφανίστηκαν μυστηριωδώς για πρώτη φορά. Τα κείμενα του Φωτορομάντσου δημοσιεύτηκαν στην προαναφερθείσα σειρά του Φωτογράφου, ορισμένα δε είναι επαρκώς εικονογραφημένα. Αμφότερα βιβλία περιλαμβάνουν σε ένθετο τις παλαιότερες κριτικές τους.

Κι εμείς συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε τον κόσμο μέσα από τους φακούς τέτοιων βιβλίων. Γιατί, όπως διατείνεται ο συγγραφέας, Cogito ergo zoom!

Εκδ. Άγρα, 2019, σελ. 197. Πρώτες εκδόσεις: 1995 και 1993, αντίστοιχα, εκδ. Ύψιλον/βιβλία.

Στις εικόνες: Ένα από τα κορίτσια με τον περίφημο αστερίσκο, φωτοφράκτης τεσσάρων λεπτών, ο συγγραφέας των Θρυλικών Φληναφημάτων, ένα Scania του 1977 στις κάρτες – παίγνια της εποχής, Photoautomat στο Βερολίνο, ένας φλου Roland Barthes, Michel Tournier, «Ο βυθός των φωτογράφων» (έργο του Δημήτρη Καλοκύρη, βλ. κείμενο), Asahi Pentax, η πρώτη φωτογραφική μηχανή ανακάλυψης του κόσμου μου και, από το γραφείο του Πανδοχέα, τα δυο βιβλία έτοιμα να γίνουν ένα.

01
Ιαν.
19

Χρήστος Αγγελάκος – Ψεύτικοι δίδυμοι

Λυτές ψυχές σε άλυτους δεσμούς

Ο Νικ και ο Ιβ (Ιβάν) περνιούνται για δίδυμοι ενώ δεν είναι ούτε αδέρφια. Έλληνας ο ένας, Βούλγαρος ο άλλος, ψήνονται οριστικά και αμετάκλητα ως φίλοι, παρά την εξάρτηση της οικογένειας του δεύτερου απ’ του πρώτου. Κάνουν τα αγροτικά τανκς, το τρακτέρ πύργο, την αυλή χώρο διαρκώς εναλλασσόμενων θαυμάτων, το υπόστεγο καταφύγιο. Γίνονται Μπόλεκ και Λόλεκ με μια σκυλίτσα ονόματι Νόρμα. Το δικό τους κεφάλαιο είναι τριτοπρόσωπο κι η γλώσσα του έχει ταυτόχρονα μια εξαίσια μεταφορικότητα και μια ωμή γείωση

Ο Ιβ και ο Βικ (Βίκτωρας) είναι δίδυμοι αλλά δεν έχουν αδελφική σχέση. Στα δικά του κεφάλαια ο Βικ γράφει επιστολές απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο από την φυλακή όπου έχει γνωρίσει ένα νέο είδος δόσης, το διάβασμα, χάρη στον κύριο Παυλάτο, που τον εφοδιάζει συνεχώς με βιβλία, άρα με λέξεις άγνωστες που μαζεύει και φυλάει στο μυαλό του κι επιστρέφει για να τους δώσει άλλη σημασία. Συγκάτοικος στο κελί του ο Γιωργής, τιμώμενο πρόσωπο σε κάθε γράμμα, με φλέβες ρημαγμένες και όραση μουντή. Ο ψυχολόγος τον ενθαρρύνει, κάθε άνθρωπος είναι οι ιστορίες του, ο Γιωργής τις έτρωγε, εσύ καλύτερα να τις φυλάξεις στο χαρτί.

Οι δυο αδελφοί δεν θυμούνται ο ένας τον άλλον, «η παιδική τους ηλικία είναι ένα κομμάτι που κάηκε στο φως», η ζωή τους άλλωστε ξεκίνησε με τον χωρισμό από τον αμνιακό σάκο. Ο Βίκτωρας δεν παραπονέθηκε που έβλεπε τον Ιβάν να διαλέγει άλλον δίδυμο κι απλά έζησαν ο καθένας στη μεριά του δικού τους κόσμου, χωρίς να σηκώσουν τείχη, αόρατοι ο ένας για τον άλλον. Μέσα στο κελί έφτιαξε την λέξη διδυμοποίηση και ταίριαξε με τον Γιωργή. Τώρα στη φυλακή η Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος ειδικευμένη στους τοξικομανείς, του μιλάει για τις κρύπτες, κάτι συρτάρια στο μυαλό που περιέχουν πένθη ζωντανά και άλιωτα, που εξακολουθούν να δουλεύουν ακούραστα και δημιουργούν μικρούς χαλασμούς.

Η πρώτη φορά που συναντούμε την 25χρονη Ισμήνη είναι στα γυρίσματα μιας ταινίας όπου παίζει ως κομπάρσος μαζί με τους δυο ψεύτικους δίδυμους. Μερικά από τα δικά της κεφάλαια μοιάζουν ημερολόγια κινηματογραφικού συνεργείου – σκηνή, πλάνο, λήψη. Εκείνη τους πήρε στην δουλειά, χωρίς να θέλει να τους φανταστεί ξεχωριστά, μόνο σαν δυο μέρη που σμίγουν αξεδιάλυτα, φτιάχνοντας μια κινούμενη άμμο. Ένας συγχωριανός των αγοριών τους δανείζει ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στην Πετρούπολη. Η εξωτερική σιδερένια σκάλα οδηγεί στο πλυσταριό που θα μοιραστούν, μαζί με τα τρίφυλλα που κάνουν τα φώτα της πόλης να έρχονται κοντά, σε απόσταση αγγίγματος. Οι τρεις μαζί φτιάχνουν τον κόσμο τους τώρα.

Εκείνη δεν μπορούσε να τους φανταστεί ξεχωριστά, το μυαλό της είχε πιαστεί στην εικόνα του όλου: δυο μέρη που σμίγουν αξεδιάλυτα, φτιάχνοντας μια κινούμενη άμμο.

Η πρωταγωνίστρια των γυρισμάτων Εύα ενθουσιάζεται με το παραμύθι της Ισμήνης πως τα έχει και με τους δυο, και της γνωρίζει την ταινία Ζυλ και Τζιμ, κι έτσι η Ισμήνη, έτσι όπως φοβάται πως θα περάσει τη ζωή της και το όνομά της δεν θα γραφτεί ποτέ στους τίτλους, πιάνεται στο ψέμα που έπλεξε και αποφασίζει να το κάνει αληθινό. Ο μονόλογος της Ισμήνης λίγο αργότερα επιστρέφει τα χρόνια στο Βερολίνο, στον κατά δώδεκα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό της Μάρκο, μεγάλη της αγάπη και έρωτα κανονικό, αιτία των γονεϊκών καυγάδων επειδή αγαπούσε έναν Τούρκο, διώχτηκε απ’ το σπίτι και λίγο αργότερα δολοφονήθηκε από σκίνχεντ που τους είδαν να φιλιούνται στο μετρό, «δυο σκούροι». Και γίνεται πια ο Μάρκος όχι ο δικός της αλλά όλου του κόσμου, καθώς κινητοποιεί με διάφορους τρόπους τον κόσμο σε εμπνεύσεις, διαδηλώσεις, δημιουργίες, οργανώσεις, ακτιβισμούς. Άλλωστε, όπως της είπε σ’ ένα της όνειρο, η ευτυχία είναι μοιραία.

Πολλοί «δεύτεροι»  χαρακτήρες περνούν σε λίγες αλλά αξέχαστες σελίδες, όπως η Βουλγάρα γιαγιά, που κάνει επίτηδες άνοστα φαγιά για να την αφήνουν στην ησυχία της, πλέκει χαλάκια από σακούλες του σούπερ μάρκετ κι όταν χάνει τον άντρα της κόβει λωρίδες τα απλωμένα ρούχα της γειτονιάς, για να κόψει τα παιδικά της χρόνια που την φέρανε με το ζόρι στη Ελλάδα, το παρελθόν της ολόκληρο. Ή τα μέλη του κινηματογραφικού συνεργείου, που προσπαθεί το καθένα με τον δικό του τρόπο να αρπάξει το κομμάτι ευτυχίας που θεωρεί πως του αναλογεί. Οι κομπάρσοι των γυρισμάτων στα στενόμακρα τολ κάπου στα Μεσόγεια είναι κάθε στιγμή  έτοιμοι να εκμεταλλευτούν την απουσία ενός άλλου, παρόντες στα διπλωματικά επεισόδια των βεντετών, τουλάχιστο ικανοποιημένοι πως προσφέρεται πρωινό.

Ο Νικ κι ο Ιβ διαρκώς υβριζόμενοι από τους γονείς τους δεν τους κάνουν την χάρη να δώσουν συνέχεια στους καυγάδες είχαν πάει να μείνουν στο νερόμυλο μαζί με τη σκυλίτσα Νόρμα. Εκεί μοιράζονταν όνειρα και ονειρώξεις, εκεί έγιναν «δίδυμα», επαληθεύοντας μια φάρσα της φύσης στη μοναδικότητα της ζωής. Ο έφηβος Βίκτωρας με την σειρά του είχε πάει να ζήσει με την νοσοκόμα Φωτεινή, για να την βοηθάει στα ψώνια. Η Φωτεινή: νοσοκόμα διαρκώς σχολιαζόμενη από το χωριό επειδή δεν παντρεύτηκε, καπνίζει κι έχει μηχανάκι στα εξηνταπέντε της. Δηλωμένη αριστερή, τρέχει για όλους με σκόντο για κανέναν, κι επιβραβεύει τις πιο εξωφρενικές φήμες της με τις πιο οδυνηρή ένεση ώστε ο κώλος που μίλησε να το θυμάται για πάντα. Τώρα κατηγορείται πως μάζεψε τον «εαμοβούλγαρο», ασυγχώρετη που του χάρισε και το μηχανάκι που λιμπίζονταν.

Όλες τις φήμες εναντίον της έχει και η ερωτική εμμονή του Βίκτωρα, η Ραμόν. Φίλη του παιδική, με μάνα Λιβανέζα και πατέρα απ’ το χωριό, θεωρείται ανεπιθύμητη αλλά τι να περιμένει κανείς από τον ναυτικό που παντρεύτηκε Λιβανέζα; Τώρα η κόρη του τραβιότανε με τον Βούλγαρο που τον είχε περιμαζέψει η συμμορίτισσα. Η Ραμόν «τον αφήνει να μπαινοβγαίνει στο κορμί της, ένα μυρμήγκι που μαζεύει εφόδια για τον χειμώνα» αλλά δεν έχει την ίδια τρέλα μαζί του, όμως μοιράζεται σημαντικές στιγμές, όπως ο αποχαιρετισμός στη Νόρμα, σε μερικές έξοχες σελίδες, μια τελετουργική ταφή μαζί μ’ έναν ιβίσκο από την συλλογή της που κόντευε να καταπιεί το χωριό.

Στο σπίτι της Φωτεινής φτάνει ο αδελφός της Πάνος από την Μελβούρνη, η πινακίδα I AM με χαμένο το BACK τού κόλλησε το παρατσούκλι Αϊάμ. Παίρνει αμέσως την θέση της, γίνεται κάτι παραπάνω από πατέρας και φίλος του Βίκτωρα, μάλλον εβδομηντάχρονος δίδυμος του μικρού, κι οι μέρες τους περνούν σαν βιντεοκλίπ. Κουβαλά κι αυτός την δική του οικογενειακή θλίψη, μια ανανταπόδοτη σαρανταπεντάχρονη αγάπη προς την σύζυγο Τούλα και την σόλο πλέον πορεία των τεσσάρων παιδιών που δεν θα μάθει ποτέ ποιο ανήκει στον χρόνιο φίλο του και εραστή της Λευτέρη.

Για την Ισμήνη δεν υπάρχουν ζωές, μόνο ιστορίες, κι έτσι έκκεντροι – απόκεντροι χαρακτήρες προλαβαίνουν να αφήσουν τα ίχνη τους στις σελίδες, όπως ο Στέλιος εραστής του αδικοχαμένου αδελφού της, στα σαράντα κύματα από τα μπουζουξίδικα της Όξφορντ Στριτ και ως τον έρωτά του με την χορεύτρια Τζούλια με την οποία μοιράζεται το σλίπινγκ μπαγκ του στο υπόγειο καμαράκι και που χάνει τόσο γρήγορα όσο γρήγορα βρήκε. Κι ύστερα θα βρεθεί κι αυτός σε μια διαρκή αναχώρηση, πεπεισμένος πως θα βρει τον Μάρκο γιατί ο Μάρκος δεν τελειώνει ποτέ, όπως τα άλογα της Πάτι Σμιθ, που δεν σταματάνε πουθενά, όπως η μουσική που δεν τελειώνει ποτέ.

Ο Βίκτωρας παραμένει ερωτευμένος με την Ραμόν κι ας είναι εκείνη αλλού ακόμα και στα αγκομαχητά τους, σα να αυνανίζεται μέσα της, αυτός εκεί, «έρωτας πάει να πει να διασχίζεις τυφλός τα σκοτεινά τοπία. Γι’ αυτό σκοντάφτουν όλοι, και γιατί ο ήλιος, όταν ερωτεύεσαι, είναι μισός σκοτάδι». Εκείνη έχει άλλα σχέδια, αν γινόταν το κορίτσι του Νικ θα εξασφάλιζε ένα είδος ασυλίας κι άλλο ένα προσοχής. Κι έτσι αναποδογυρίζουν οι δεσμοί κι είναι ο Νικ τώρα που την αποζητά κάθε ώρα και στιγμή και κλείνουν τα στόματα στο χωριό όπως οι ιβίσκοι τη νύχτα. Η Ραμόν ξεκόβει από τον Βίκτωρα κι «η άρνηση δαγκώνει σαν το σκυλί και την δαγκωματιά την κουβαλάς για χρόνια», τα σώματα αναζητούν ξέσπασμα, οικονομίες ολόκληρες χαραμίζονται, δώρα άδωρα χαρίζονται, συγγένειες ραγίζουν.

Αλλά και η Ισμήνη περιμένει να έρθει η στιγμή όπου θα γίνει Ζαν Μορώ σ’ εκείνη ταινία με τους δυο εραστές κι ας θέλει τα πλάνα μαυρόασπρα – και λιγωμένοι οι τρεις από τους απαραίτητους μπάφους  ανταγωνίζονται στα σημάδια πάνω της, τα κάστρα της μένουν αφύλαχτα, το κρεβάτι της γιαγιάς γίνεται κήπος, κι αυτοί δεν προλαβαίνουν να πηδήσουν στο κενό. Ο οργασμός τους αλλάζει χρώματα. Και το ταβάνι κατεβαίνει αργά και τους πιέζει.

Ο Πάνος σχεδιάζει να πάρει τον Βίκτωρα στην Αυστραλία, ούτως ή άλλως κι εκείνος 45 χρόνια δεν βούτηξε στον ωκεανό, ζει την ζωή στις φωτογραφίες των άλλων, εκεί κάτω άλλωστε οι Έλληνες επισκέπτονταν Έλληνες και φωτογραφίζονταν ομαδικά, «η διατήρηση των αξιών της φυλής παίρνει χροιά αιμομικτική. Η ξένη θα σε κερατώσει, δεν θα φιλάει το χέρι του παππού. Θα μπαίνει με το μίνι στην εκκλησία και θα φτιάχνει σαλάτες με φύτρες και καλαμπόκι. Ούτε στη λύπη ούτε στη χαρά, καμιά τους δεν ξέρει από κόλλυβα». Κι έτσι γίνεται το ατομικό του εργοστάσιο παραγωγής παραμυθιών, «όλες οι καρτ ποστάλ που είχε δει στη ζωή του χωρέσανε στη Γη της Επαγγελίας που κατασκεύαζε για να ξεχνιέται ο Βίκτωρας», στα εβδομήντα του επινόησε τον εαυτό του σαν μια Σεχραζάτ και σαν γνήσιος ψεύτης είναι πρόθυμος να χάψει πρώτα τα δικά του. Ίσως το ταλέντο του είναι να είναι ολομόναχος, τώρα που γνωρίζει πως γινόμαστε το αντίθετο από αυτό που είμαστε.

Αναρωτιέται κανείς πως είναι δυνατό σ’ ένα τόσο φορτισμένο μυθιστόρημα να έχει κανείς ταυτόχρονα την αίσθηση ότι διαβάζει απόλυτα σύγχρονους βίους, πάνω σ’ ένα χάρτη ενός αποκλειστικού παρόντος  και συνάμα την εξιστόρηση των αιώνιων ιστοριών της αρχαίας τραγωδίας. Η κατάληξή τους σε κάθε περίπτωση θα είναι μια έξοδος, με δεκάδες μορφές. Ο Νικ θέλει να μην υπάρχει ο Ιβ, θέλει την Ισμήνη ολόδικιά του, η Ισμήνη ξέρει να τιμωρεί το σώμα της μετά τις απολαύσεις, ούτως ή άλλως πλέον αποτελεί το γήπεδο του ανταγωνισμού των δυο μη διδύμων, ακόμα κι όταν την πηδάνε σαν μια φουσκωτή κούκλα κι οι φωνές της τρυπούν τα αυτιά του αντιπάλου. Το μίσος τους κάνει ευρηματικούς, άλλωστε έχουν δει τόσες φονικές μηχανές στην τηλεόραση. Η Φωτεινή ξέρει να σταματάει τις αναμνήσεις προτού σχηματιστούν, κι ο Βίκτωρας δικαιώνει τον λόγο που θα βρεθεί στη φυλακή, άλλωστε στα βιντεοκλίπ του γιουτιούμπ έμαθε πώς ζουν και πώς σκοτώνουν.

Όλοι αυτοί οι χαρακτήρες, με ταλόγια του συγγραφέα, θεωρούν την μοίρα κάτι αναχρονιστικό, που δεν αποδεικνύεται, η μοίρα τους μπερδεύει, είναι το γέλιο ενός ανύπαρκτου Θεού. Γνωρίζουν πως οι άλλοι ρωτάνε όχι ερωτήσεις αλλά απαντήσεις, γνωρίζουν πως όταν περνάς το όριο τα πάντα μοιάζουν φυσιολογικά κι ας μην είναι. Κι όσοι δεν μπορούν να σφαχτούν στην καθημερινότητα το κάνουν στα γυρίσματα της ταινίας, υπερβαίνουν τις σκηνοθετικές εντολές και ζουν όσα δεν τολμάνε έξω. Στον κόσμο τους «το ψέμα προϋπάρχει του κόσμου», ο πόνος ζει στο μυαλό, στρογγυλοκάθεται και σε κυβερνάει κι εκείνοι παραμένουν «ισόβια αιχμάλωτοι σ’ ένα σκονισμένο φως». Μπορούν να λιανίσουν ο ένας τον άλλον όπως μπορούν και να προχωρήσουν αφού κάθε τους ιστορία «είναι κάτι που τελείωσε επειδή άρχισε».

Οι κρυμμένες φράσεις των δεδηλωμένων από τον συγγραφέα Σολωμού, Ντοστογιέφσκι και Σιοράν αλλά και άλλων αδήλωτων, μαζί με τον θεατρικό μονόλογο του Ηλία Λάγιου Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος και την πρώτη ποιητική συλλογή της Φρίντας Λιάππα Ο λυρικός επίλογος της οδού Πατησίων, συγκροτούν ένα πλέγμα προσωπικών εμμονών και μιας ενδιαφέρουσας παραπληρωματικής διακειμενικότητας.

Ο Χρήστος Αγγελάκος έγραψε ένα από τα ελάχιστα μυθιστορήματα που μπορεί να αφηγείται την σύγχρονη ζωή με σπάνιο λογοτεχνικό λόγο. Η ανάγνωση τσιτώνει τον εγκέφαλο, κρατά την σκέψη πάνω της, διατηρεί τους ήρωες στις αναμνήσεις του αναγνώστη. Οι λέξεις γλυκαίνουν ακόμα και τις πιο σκληρές στιγμές, ο κόσμος που περιγράφουν μοιάζει να μην επινοήθηκε αλλά να υπάρχει. Κι ομολογώ πως ένοιωσα όπως ο Βικ, όταν άρχισε να διαβάζει μέσα στην φυλακή: Οι λέξεις ήτανε νησιά, κι έπρεπε να κολυμπήσει από το ένα στο άλλο.

Εκδ. Μεταίχμιο, Νοέμβριος 2017, σελ. 221

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, πέντε χρόνια πριν, εδώ.

Στις εικόνες έργα των: Στις εικόνες έργα των: Αγνώστου πατρός, Brian Rea, σκηνή από την ταινία Tschick (Fatih Akin, 2016), Leyly Matine-Daftary, φωτογραφία του Tom Sloan, Victor Brauner, Andrea Pazienza, Daehyun Kim.

03
Δεκ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 185. Ελένη Γιαννάτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ο κύριος Πηνελόπη μοιάζει με έναν στίχο του αγαπημένου μου Χουαρρός: είναι μια πόρτα που έμαθε να είναι χτύπος. Νομίζω ότι αρκεί το κείμενο που έγραψα για τον Κύριο Πηνελόπη, το οποίο έχει καταλάβει τα αυτιά του βιβλίου.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το έγραψα όταν δεν πίστευα πια σε τίποτα παρά μόνο στην αναμονή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν όπως τα μπαλάκια τον καφκικό Μπλούμφελντ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως, προτού καταφύγω στο word, δοκιμάζω το μολύβι μου σε μπλοκάκια, που τα αγαπώ τόσο, ώστε θα ήθελα να έχω δεκάδες τσέπες για να τα ενθυλακώνω. Ίσως να τα αγαπώ περισσότερο από την ανάγνωση και τη συγγραφή, διότι φροντίζω επιμελώς να διατηρώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις σελίδες τους λευκές.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φτιάχνω καφέδες. Αλλάζω αμέτρητες φορές τη μουσική. Ξεσκονίζω το γραφείο μου. Αλλάζω τη θέση μερικών βιβλίων. Νοσταλγώ όσα δεν έχω πια στη βιβλιοθήκη μου. Επιθυμώ καινούργια. Θυμάμαι να αναζητήσω κάποιο εξαντλημένο. Όταν εξαντλήσω όλους τους τρόπους αναβολής, αρχίζω να γράφω. Δεν ακούω σε όλα τα στάδια της γραφής μουσική. Οι μουσικές μου προτιμήσεις εκτείνονται από την αφρικανική έως την ατονική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Το αυτί του βιβλίου μου γράφει ότι σπούδασα θεατρολογία και κατόπιν κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική  Σχολή της Αθήνας. Ωστόσο πιστεύω ότι δεν είμαστε μόνο ό,τι σπουδάσαμε αλλά ό,τι τολμήσαμε να γνωρίσουμε. Εάν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, θα επέμενα, εκτός από τη φωτογραφία μου στο αυτί του βιβλίου, να μην μπει και κανένα βιογραφικό στοιχείο που να έχει σχέση με σπουδές και παρόμοια. Τέτοιες πληροφορίες είναι επιζήμιες για την (κριτική) σκέψη και ευνοούν προκατασκευασμένες αναγνώσεις. Προς το παρόν βιοπορίζομαι κυρίως από την εκπαίδευση και προσπορίζομαι ηδονή από την επιμέλεια και τη μετάφραση. Παρά ταύτα διαπιστώνω πράγματι κάποια εμφανή απορρόφηση της χρόνιας ανεργίας στη γραφή μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα πρόταση για μονογραφίες από καθηγητές και των δύο σχολών, αλλά αρνήθηκα, διότι πλήττω θανάσιμα. Αυτός είναι και ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, βρίσκω πιο ελκυστική την ιδέα ενός τρίτου ή τέταρτου πτυχίου από την ιδέα ενός διδακτορικού. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αποδεχόμουν μια πρόταση για μια μουνογραφία ή μια στηθογραφία, για να διαψεύσω τον Χουάν Μανουέλ δε Πράδα που έχει δηλώσει ότι τέτοια βιβλία γράφονται από ή για άντρες και για να επαληθεύσω τον ισχυρισμό του Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα ότι οι γυναίκες είναι άφθαστες στην εξαπάτηση, διότι επιλέγουν από ποιον θα εξαπατηθούν.

Τι γράφετε τώρα; 

Το επόμενό μου βιβλίο είναι ένα κιβωτιόσχημο ερώτημα που δεν διατύπωσε ποτέ ο Ρομπέρ Φιλλιού.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια του Ομήρου, οι Ιστορίες του Ηροδότου, η Αποκολοκύνθωση του Σενέκα, το Σατυρικόν του Πετρωνίου, οι Σάτιρες του Γιουβενάλη, Περί παρασίτου και Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία ωνούμενον του Λουκιανού, Φαίδρος, Ίων, Κρατύλος και Συμπόσιο του Πλάτωνα, η ψευδολογγίνεια πραγματεία Περί Ύψους,  Κανών περιεκτικός πολλών εξαιρέτων πραγμάτων… του Δαπόντε, 20,000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, Η πράσινη αχτίδα και  Η σφίγγα των πάγων του Βερν, Χαμένα Όνειρα, Λαμπρότητες και αθλιότητες εταιρών και Σαραζίν του Μπαλζάκ, Μπουβάρ και Πεκυσέ του Φλωμπέρ, Ο ηλίθιος και Οι δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι, Ομπλόμοφ του Γκοντσάροφ, Φερντυτούρκε, Υπεραντλαντικός και ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς, Μόμπυ Ντικ και Μπάρτλμπυ ο γραφιάς του Μέλβιλ, H χλομή φωτιά του Ναμπόκοφ,

Το μηδέν και το άπειρο του Καίστλερ, Καθώς ψυχορραγώ και Άγρια φοινικόδεντρα του Φώκνερ, Θωμάς ο σκοτεινός και Εκείνος που δεν με συντρόφευε του Μπλανσό, Θλιβεροί τροπικοί του Λεβί-Στρος, Errata και Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ, Βίοι Ελάσσονες του Μισσόν, Ο φωτεινός θάλαμος, Μυθολογίες, Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης και Οι Αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Πράγματα, Ζωή, οδηγίες χρήσεως, Cantatrix sopranica και άλλα επιστημονικά συγγράμματα και W ή Η παιδική ηλικία του Περέκ, Ο κλέφτης της νοσταλγίας του Ερβέ Λε Τελιέ, Χειμώνας στη Λισσαβώνα και Ο Πολωνός ιππέας του Μολίνα, Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας, Η ερυθρά παρθένα του Αρραμπάλ, Το μαύρο πρόβατο και άλλοι μύθοι του Μοντερρόσο, Το πετρέλαιο του Παζολίνι,

Φράγμα στον Ειρηνικό, Ο άνδρας που καθόταν στον διάδρομο και Τα πράσινα μάτια της Ντυράς, Τα κύματα και Στον Φάρο της Γουλφ, Μυθοπλασίες και Ο ποιητής του Μπόρχες, Το κουτσό και Άπαντα τα διηγήματα του Κορτάσαρ, Μπάρτλεμπυ και Σία του Μάτας, Η ακτή των Σύρτεων του Γκρακ, Η ζήλια του Γκριγιέ, Η ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, Μερόη και Πορτ Σουδάν του Ρολέν, Η τριλογία της Μασσαλίας του Ιζζό, Η Ιγκουάνα της Άννα Μαρία Ορτέζε, Η γνώση του πόνου του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, Ρέκβιεμ και Νυχτερινό στην  Ινδία του Αντόνιο Ταμπούκι, Οι άγριοι ντετέκτιβ και Τα τηλεφωνήματα του Μπολάνιο, το Χειρόγραφο της Σαραγόσα του Γιαν Ποτότσκι, Περί ηρώων και τάφων του Σάμπατο, το Paradiso του Λίμα, η Πρώτη και η Τελευταία τριλογία του Μπέκετ, Λεντς και Βόυτσεκ του Μπύχνερ,  τα ποιήματα του Μισώ,

του Μπονφουά, του Σαρ, του Πικαμπιά, του Πονζ, του Χιρόντο, του Πάρρα, του Μπρόταρς, του Φιλλιού, του Αναγνωστάκη, του Βάθη, του Εγγονόπουλου, του Κάλας, του Λεοντάρη, του Παυλόπουλου, του Πούλιου, του Σαράκη, του Σινόπουλου, του Σολωμού, του Στεριάδη, του Φωκά, της Καρέλλη, της Ρένας Χατζηδάκη, της Μαστοράκη, της Βακαλό, της Βέμη, του Δημάκη, του Ντε Κάμπος, του Ιβάν Γκολ, Οι Βενετίες του Μοράν, Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου — Συνεντεύξεις με τον Μαρσέλ Ντυσάν του Καμπάν, η Λιμναία Οδύσσεια του Κουνέλλη, Η νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία του Ουλίσες Καρριόν, Η εικόνα στο χαλί και Τα χαρτιά του Άσπερν του Χένρυ Τζέημς, Τα αδέρφια Τάννερ και τα Μικροκείμενα του Βάλζερ, Από τη ζωή ενός φαύνου του Άρνο Σμιτ, Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν και το Μπετόν του Μπέρνχαρντ, Οι ξεριζωμένοι και Οι δακτύλιοι του Κρόνου του Ζέμπαλντ, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι του Στερν, Ο τρίτος αστυφύλακας του Ο’Μπράιαν,

Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία του Σαντράρ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ, Ο ζοφερός οίκος του Ντίκενς, η Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ του Μάστερς, H σύντομη ζωή, Το ναυπηγείο και Ο Πτωματοσυλλέκτης του Ονέττι, το Κουιντέτο του Μπουένος Άιρες του Μονταλμπάν, το Τσούρμο του Χουάν Φιγιόυ, Εντυπώσεις από την Αφρική του Ρεημόν Ρουσσέλ, Τα γαλάζια άνθη και Ασκήσεις ύφους του Ρεημόν Κενώ, Το γαλάζιο τετράδιο του Χαρμς, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος του Χόφμανσταλ, Μαθήματα χορού για ενήλικες του Χράμπαλ, Ταξίδι στην Αρμενία του Μάντελσταμ, Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου του Τουργκένιεφ, Ο μετέωρος άνθρωπος και Χέρτσογκ του Μπέλοου, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, Δίχως Θεό του Τερζάκη, Η κενή διαθήκη του Τακόπουλου,

Ιφιγένεια εν Ληξουρίω του Κατσαΐτη, Αναφορά περιπτώσεων του Αλέξανδρου Σχινά, ο πέμπτος τόμος των Απάντων του Ροΐδη, Οι έμποροι των Εθνών του Παπαδιαμάντη, τα Σκαλαθύρματα του Κάσδαγλη, Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη του Μάρκογλου, Ζωγραφικοί πίνακες και ιδιότροπα ζώα  του Αποστολίδη, ο Λοιμός του Φραγκιά, Ο Ιερός μαστός του Νικολαΐδη, Το πλατύ ποτάμι και Ο μαύρος φάκελος του Μπεράτη, Το θείο τραγί και Το σόλο του Φίγκαρω του Σκαρίμπα, τα Άπαντα του Χάκκα, τα Άπαντα του Μπαρλά, Ιστορία των μεταμορφώσεων του Πάνου, Νεράιδα της Αθήνας. Πολυξένη του Νόλλα, Το γονίδιο της αμφιβολίας του Παναγιωτόπουλου, Το λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, Η μεγάλη πλατεία του Μπακόλα, Ο εξώστης του Καχτίτση, Οι αγελάδες του Γονατά, Βάρδια και Λι του Καββαδία, Η αρχιτεκτονική της Σκόρπιας ζωής του Πεντζίκη, Ο υπνοβάτης της Καραπάνου, Το τσίρκο της Μιμίκας Κρανάκη (συνεχίζεται παρακάτω).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ρίχτερ ο μοναδικός» του Ροΐδη, «Το ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου» του Μπαρλά, «Αυτόχειρ» του Μητσάκη, «Όταν οργά η φύση» του Πικρού, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού, «Οι χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη «Οι καρφίτσες» του Πέλλα, «Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα» του Χουλιαρά, «Οι Χτίστες» της Κρανάκη, «Σκυλοπολιορκία» του Ιωάννου, «Το τρίτο νεφρό» του Χάκκα, «Η άτιμη τιμή» του Χατζηαργύρη, «Το άγαλμα» του Καζαντζή, «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Χατζή, «Σχολιάζοντας ένα νεανικό του διήγημα» του Πίττα, «Ένα δωμάτιο έξω από το παράθυρο» του Τσίζεκ, «Η καμπάνα» του Κ.Χ. Μύρη, «Η επίσκεψη» του Γονατά,

«Βοροφρύνη» του Πεντζίκη, «Επιστολή προς τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη» του Αντονά, «Σημειώσεις μιας ζωής» του Γιαννακουδάκη, «Γέροι άνθρωποι» του Παλαβού, «Ήτο ένα μπουκ» του Σερέφα, «Σαμογέτες» του Μπαρρέτο, «Η τρίτη όχθη του ποταμού» του Ρόζα, «Ο Ρίντερ και το πρες παπιέ» του Ριμπέυρο, «Οριγκάμι» του Σέρζι Πάμιες, «Η κότα και το αυγό» της Λισπέκτορ, «Η αποκεφαλισμένη κότα» του Κιρόγα, «Ένα σπάνιο πουλί» του Μπερνάρ Κιρινί, «Σέσιλ Τέιλορ» του Άιρα, «Το καινούργιο φόρεμα» της Γουλφ, «Ο κυβερνήτης» του Αντρέγιεφ, «Είναι τραγωδία; Είναι κωμωδία;» του Μπέρνχαρντ, «Η χοντρομπαλού» του Μωπασσάν, «Ο βούρκος» του Ιονέσκο,

«Η πράσινη καρδιά» του Ερνάντες, «Το βιολί του Ρότσιλντ» και «Ο χοντρός και ο λιγνός» του Τσέχοφ, «Ένας λυρικός ποιητής» του Κεϊρός, «Η καταστροφή» του Μπουλγκάκοφ, «Ο βιρτουόζος της πείνας» του Κάφκα, «Το κόκκινο κουκούλι» του Αμπέ, «Ελάτε στη θέση μου» του Κάρβερ, «Ένα ενοχλητικό γράμμα» του Μπουζάτι, «Λίγεια» του Λαμπεντούζα, «Η γαλάζια περίοδος του Ντε Ντομιέ Σμιθ» του Σάλιντζερ, «Οι νεκροί» του Τζόυς, «Το ποντίκι και η γυναίκα» του Τόμας, «Θα περιμένω» του Τσάντλερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ευθύμης Σακκάς, ο Γιάννης Αστερής, ο Νίκος Χρυσός, η Μαρία Α. Ιωάννου, η Λουίζα Λαζάρου και η Ιωάννα Ξυλόσομπα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Είναι πολλοί οι ζηλευτοί λογοτεχνικοί ήρωες. Μπαίνω στον πειρασμό να απαντήσω: ο Μπουβάρ και o Πεκυσέ, ο Μερσιέ και ο Καμιέ, ο Βίτολντ και ο Φουξ, αλλά θα προτιμήσω την απάντηση που έχω ξαναδώσει πριν από λίγους μήνες (χωρίς αυτή τη φορά να χρειάζεται, προκειμένου να δημοσιευτεί, να δώσω και μια φωτογραφία μου): Το Οντραντέκ που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ερμηνείας ή ο Μπαλνταντέρς που μεταμορφώνεται αδιάκοπα και γνωρίζει πώς να συνομιλεί με μια καρέκλα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω δύο ανενεργά λογοτεχνικά περιοδικά: Τον Θεσσαλονικιό Κοχλία, που έχει φιλοξενήσει υπέροχα κείμενα στις σελίδες του και το Φυλλάδιο του Ιωάννου, στο οποίο δεν έχω πάψει να ανατρέχω. Όταν ήμουν φοιτήτρια υπήρξα για ένα μεγάλο διάστημα συνεπής συλλέκτρια μουσικών και κινηματογραφικών κυρίως περιοδικών, εγχώριων και μη. Τη στιγμή που το συλλεκτικό μου ενδιαφέρον είχε αρχίσει να ατονεί, έπεσα πάνω σε δύο περιοδικά που μου το αναζωπύρωσαν και μου πρόσφεραν στοχαστική απόλαυση: το (ηχητικό) περιοδικό του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ και το πρώτο τεύχος της θεματικής περιοδικής έκδοσης της Alloglotta. Σήμερα εξακολουθώ να διαβάζω ηλεκτρονικά περιοδικά, τα οποία, στην πλειονότητά τους, δεν είναι εγχώρια ούτε αμιγώς λογοτεχνικά.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το πόνημα του Μπράιαν Ρίτσαρντσον για την τυπογραφία στην Ιταλία της Αναγέννησης.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι. Με ενδιαφέρουν πραγματικά όσες ελαύνονται από αγάπη για τα κείμενα και δεν εξυπηρετούν εκδότες, συγγραφείς και προσωπικά συμφέροντα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από χρόνια, μέσα σε ένα βαγόνι του ηλεκτρικού με κατεύθυνση τον Πειραιά, διάβαζα το «Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη» του Κορτάσαρ, και δεν είχα αντιληφθεί ότι ένας ηλικιωμένος, που καθόταν απέναντί μου, διάβαζε το πρόσωπό μου. Λίγο προτού κατεβούμε, με ρώτησε: «Συγγνώμη, δεσποινίς, μπορείτε να μου πείτε τον τίτλο του βιβλίου που σας έκανε να χαμογελάτε;».

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η ερώτησή σας επιβάλλει τη διεύρυνση της ανωτέρω λίστας που περιλαμβάνει τα αγαπημένα μου βιβλία: Μπόουλινγκ πάνω στον Τίβερη του Αντονιόνι, Ο Γκοντάρ για τον Γκοντάρ, Η τελευταία πνοή του Μπουνιουέλ, Κάτι σαν αυτοβιογραφία του Κουροσάβα, Κινηματογράφος και ζωγραφική του Αϊζενστάιν, Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, Το μακρύ ταξίδι της άμμου του Παζολίνι, Οδοιπορία στον πάγο του Χέρτσογκ, τα Γραπτά των Στρομπ- Ουγιέ, Βουστροφηδόν και άλλα γραπτά του Γκρέγκορυ Μαρκόπουλος, Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση του Νίκου Παπατάκη, Καθημερινές ιστορίες του Τάκη Κανελλόπουλου. Μπορώ να αναφέρω ισάριθμα θεατρικά – θεατρολογικά κείμενα και δυο-τρεις σκηνοθέτες που εκτιμώ και παρακολουθώ τη δουλειά τους — ας μην το κουράζουμε! Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ τον κινηματογράφο πολύ περισσότερο απ’ όσο αγάπησα ή θα αγαπήσω ποτέ μου το θέατρο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πρόσφατα είχα μια διδακτική εμπειρία από το διαδικτυώνεσθαι που συνδέεται με την προσωπική μου επιλογή του μη δικτυώνεσθαι. Ένας παράγοντας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον οποίο ουδέποτε έχω συναντήσει ή επιδίωξα ποτέ να συναντήσω, με τον οποίο δεν έχω ανταλλάξει ούτε μία λέξη, μου έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα στην εικονική ζωή και τον ευχαριστώ δημόσια για αυτό. Νόμιζα ότι όταν δεν είσαι (και δεν αποζητάς να γίνεις) μέλος κάποιας λογοτεχνικής παρέας, ώστε να μπορείς να επωφεληθείς από τα προνόμια που θα είχες ως προστατευόμενη, το πιθανότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί, θα ήταν να αγνοήσουν επιδεικτικά το βιβλίο σου (μιας και τους είσαι παντελώς άχρηστη). Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι η προσωπική επιλογή του μη δικτυώνεσθαι θα πυροδοτούσε αντιδράσεις που φανερώνουν νοσηρή εμπάθεια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ό,τι είναι αιώνιο, η νιότη, η ανάγνωση, η συγγραφή, η ζωή η ίδια, καταντάει βαρετό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Κυρία Γιαννάτου, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που καθυστερήσατε τόσο να απαντήσετε αυτό το ερωτηματολόγιο;

Μέχρι σήμερα δεν πίστευα ότι ήμουν ικανή να ανταποκριθώ στο αίτημα για μια ευσύνοπτη λίστα απ’ όσα βιβλία ή διηγήματα αγαπώ περισσότερο, μια λίστα που θα με ικανοποιούσε τόσο, ώστε θα κατασίγαζε την επιθυμία μου να την αναιρέσω — πάμε ξανά από την αρχή;

Στις εικόνες: Virginia Wolf [Valeria Gallo], Arno Schmidt, Julio Cortazar, Marguerite Duras, Henri Michaux, Saul Bellow, Kobo Abe, Juan Carlos Onetti, Juan Filloy, Anna-Maria Ortese.

18
Νοέ.
18

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η ιδιωτική μου αντωνυμία

Η αλληλοπάθεια των βίων που γίνονται βιος

Μαζεύω τυχάρπαστες λέξεις δίχως κανέναν ταξικό, γεωγραφικό ή πνευματικό περιορισμό. Απ’ τα χαμίνια των δρόμων, τους παγωμένους άστεγους, τις κακοποιημένες συζύγους, τους συνεσταλμένους εφήβους, τις κυρίες των σαλονιών και τους ξεμωραμένους γέρους. Και κάθε βράδυ, σαν πέφτω για ύπνο, κάθομαι από συνήθεια και τις επαναλαμβάνω. Σαν τότες που ήμουνα μωρό παιδί, δευτεράκι ή τριτάκι, και με έστελνε η μάνα μου στο μπακάλικο, αφού προηγουμένως με έβαζε να παπαγαλίσω όλα τα ψώνια: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές. Με τη βεβαιότητα ότι το ξύλο δεν υπήρχε περίπτωση να το γλιτώσω. Ή που θα μπέρδευα την παραγγελία ή που θα ξεχνιόμουν στην πλατεία να παίζω μπίλιες με τους φίλους μου. Και όταν κλείνω τα μάτια έχω την ίδια πάντα αγωνία: ότι τις πιο δύσκολες ώρες της νύχτας θα βρω τις λέξεις μου να χαρχαλεύουν ξεραμένες μνήμες, να ξεφυλλίζουν ασπρόμαυρα άλμπουμ και να ανασταίνουν αγαπημένα πτώματα, ώστε είτε να μείνουν άπραχτες ξεθυμαίνοντας τον οίστρο τους σε μια ακόμα διαδήλωση ονείρων είτε να με ξυπνήσουν απότομα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Με τα χέρια στο πληκτρολόγιο και τον κέρσορα να σχηματίζει ξανά και ξανά την ίδια φράση: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές («Παραγγελιές», σ. 39-40).

Αδυνατώ να καταλήξω αν είναι η ίδια η ζωή ή η άλλη της πλευρά, αυτή της λογοτεχνίας, που μου πρότειναν πως ό,τι αξίζει απ’ όσα ζούμε ή ό,τι μας έκανε αυτό που είμαστε, δεν φτιάχνει μυθιστόρημα, ούτε καν διηγήματα, αλλά μικρά πεζά, σκόρπια κομμάτια, πυκνά θραύσματα μνήμης. Και πως όλα αυτά από την ίδια τους τη φύση αποζητούν τις ελάχιστες δυνατές λέξεις, εκείνες που έχουν διπλό φορτίο, και του νοήματος και της σιωπής. Αλλά και πάλι, τι απ’ όλα αυτά αφορά έναν αναγνώστη; Σίγουρα όχι η ωραιοποίηση μιας βιωμένης πεντηκονταετίας ή η νοσταλγία για τα αγνά συστατικά ενός ανεπίστροφου παρελθόντος, όπως η φύση, η παιδική ηλικία, οι αγαπημένοι περίγυροι, οι συγγενείς, ομοαίματοι κι εκλεκτικοί, οι έρωτες.

Μπορεί το απόσταγμα να είναι διπλό, ώστε να μείνει εκείνο που αφορά και τον αφηγητή και τον διαλεκτικό του σύντροφο από την άλλη πλευρά της σελίδας; Η ιδιωτική αντωνυμία του Χατζημωυσιάδη, χωρισμένη σε εννιά ενότητες –αντωνυμίες όλων των ειδών, είναι μια ψηφιδωτή λογοτεχνία όπου η κάθε ψηφίδα χωρά έναν ολόκληρο βιωμένο κόσμο, που, ιδωμένος από λίγο μακρύτερα ή πλαγιότερα, είναι και δικός μας. Κι ακόμα παραπέρα, είναι το τοπίο όπου ο έρωτας, η μύηση και ο θάνατος είναι δεν έχουν χρόνο.

Γι’ αυτό και από την μια μας περιμένουν παιδικές άνοιξες που θάλλουν, ασθένειες ευπρόσδεκτες γιατί αύριο δεν έχει σχολείο, βροχές που αναβάλλουν το μάζεμα του καπνού ή του βαμβακιού, σκιάχτρα που φορούν τις παλιές μας φανέλες και ασκούνται στην υπομονή, ύστερες αλλά ποτέ καθυστερημένες συμποσιάσεις με τον πατέρα και οι υποσχέσεις του παππού για την εβδομάδα που δεν έχει Παρασκευή (και που ο εγγονός ακόμα την περιμένει). Κι ύστερα, στην δεύτερη ανάγνωση, αλλάζει το φως και αποκαλύπτει κάτι άλλο, σαν τις ιστορίες του παππού που, ενώ ήταν οι ίδιες. τα διδάγματα κάθε φορά ήταν διαφορετικά, ακόμα και αντίθετα· ή σαν τις ιστορίες με τις νεράιδες και τα φαντάσματα που συνήθιζε να λέει η γιαγιά, οι οποίες τελικά βρίσκουν την δικαίωσή τους στην ίδια την Ιστορία, γιατί κάθε τόπος είναι φορτισμένος με τους τραυματίες του, με ή χωρίς εισαγωγικά.

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει το παρελθόν ή πρόκειται για μια τρυφερή άσκηση παρηγοριάς, ένα παιχνίδι που μας έμαθε η ίδια η αφήγηση; Γίνεται οι χειροποίητοι χαρταετοί, με την αλησμόνητη τελετουργία της κατασκευής, να πάψουν να σωριάζονται χάρη στην φαντασιακή επανάληψη των ίδιων κινήσεων και επιτέλους να πετάξουν; Γίνεται να θέσουμε την ερώτηση στην γιαγιά ποιους παππούδες, ποια δεκατετράχρονα κοριτσάκια και ποιες κρυφές ζωές φυλάς μες στις ερμητικές σιωπές σου; Υπάρχουν τρόποι να προληφθεί ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου; Μπορεί η ανάμνηση να αλλάξει την ροή των πραγμάτων όπως στην βουτιά;

Είπαμε, κάθε μαγεία εδώ βγαίνει από την μνήμη και φυλάσσεται στις λέξεις. Αλλά είναι οι ίδιες λέξεις που δεν κρύβουν τίποτα, απροκάλυπτα ειλικρινείς για την πλήρη απομάγευση. «Δυτικά της ιστορίας», το ποταμάκι των παιδικών χρόνων κατεβάζει του κόσμου της ακαθαρσίες, το δε πλατανόδασος αποψιλώνεται χρόνο με τον χρόνο και καταπατάται. «Στη μεθόριο της μεθορίου», εκεί όπου νέος σε ένα χωριό της Μακεδονίας στις αρχές του ’80 στοιχίζεσαι στους κυκλικούς χορούς και στις ενιαίες αντιλήψεις, όποιος είναι διαφορετικός και διαβάζει, απομονώνεται από τις παρέες και σήμερα – πώς είναι άραγε;

Υπάρχουν πολλά κείμενα που προκαλούν διπλή ανάγνωση, όπως Μια παγωμένη άνοιξη, με τους ήρωες των παιδικών χρόνων να φοράνε λουλουδάτα φορέματα και παντελόνια καμπάνα, να ακούνε ξένη μουσική, να συχνάζουν σε γεμάτα αμφιθέατρα και να αντιμετωπίζονται αρνητικά από τους μεγάλους. Τώρα θλιβεροί μεσήλικες τρέχουν στις εκκλησίες και ψάχνουν σε εθνικά συλλαλητήρια τις πιο βολικές κολυμπήθρες. Κάτι λίγοι μόνο άντεξαν, σαν φαντάσματα του παρελθόντος, βουτηγμένοι σε φτηνό αλκοόλ και απέραντη μοναξιά, χάρτινοι και κατανοητοί πια, γιατί «είναι αβάσταχτες εκείνες οι ατέλειωτες Πρωτομαγιές του ’75, σαράντα τόσα χρόνια μετά».

Κι όμως, παρά την απομάγευση οι συνοδοιπόροι του συγγραφέα ενηλικώνονται και γερνούν μαζί του με μια αίσθηση παραμυθίας πως όλα ανήκουν στον κύκλο της ζωής. Όπως, ας πούμε, ο μικρός Ινδιάνος Τσιπιρίπο τέταρτο και πολυτιμότερο μέλος της παρέας του Μικρού Σερίφη · τώρα τελευταία τον φαντάζεται μεσήλικα, να πάσχει από σάκχαρο ή να υποφέρει από αρθριτικά. Αλλά να συνεχίζει κάθε βράδυ να παίρνει το στενό μονοπάτι για το βουνό των Θεών, για μοναχικούς ολονύχτιους χορούς («Ο μικρός μου ήρωας»). Ή ο δικός του κακός λύκος μιας πυκνόφυτης ρεματιάς, πού όταν κάποτε, ενήλικος πια, την κατέβηκε, τον είδε που πέρασε δίπλα του, αναμαλλιασμένος, γεροντιάρης, κυνηγημένος από μια αγέλη. Αργότερα η ρεματιά αφανίστηκε από τους καταπατητές αλλά ο συγγραφέας θέλει να πιστεύει ότι ο λύκος βρίσκεται ακόμα εκεί στο πράσινο λημέρι του· και να τον φαντάζεται ανήμπορο, φαφούτη, στο κρεβάτι, με μια πονηρούλα Κοκκινοσκουφίτσα να του παραστέκεται και να τον παρηγορεί («Αλυχτίσματα»).

Ούτως η άλλως η ίδια η πραγματικότητα είχε την άλλη της πλευρά, αθέατη τότε, σήμερα ηθελημένα παραμερισμένη. Γιατί είναι ωραίο να είσαι στα δεκάξι στον πευκώνα του χωριού για το πρώτο ραντεβού και να ονειρεύεσαι ότι έτσι ακριβώς θα ήθελες να είναι όλη η ζωή σου: ένας καταπράσινος Απρίλιος, με το πρώτο ανοιξιάτικο ψιχάλισμα. Και να αγνοείς τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων για το ραδιενεργό νέφος εξαιτίας του προ δυο ημερών ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ («Ανθοφορίες»).

Αυτοί είναι και για μένα οι ιδανικοί χαρακτήρες των βιβλίων. Όπως εκείνος που μαθαίνει πως είναι πολύ άρρωστος αλλά δεν τα βάζει με τον εαυτό του ούτε με την τύχη του. Φεύγει από το νοσοκομείο, κλείνεται στο σπίτι και ξαπλώνει. Πόσα λόγια, πόσοι μορφασμοί, πόσες χειρονομίες, πόσα βλέμματα ανασταίνονται σε είκοσι μέρες μέσα; Κάποιες ημιτελείς ζωές τον περίμεναν ανυπόμονα για να τις ζήσει («Πολλές ζωές για να τις ζήσει»).

Κάποτε το διαρκώς αναζητούμενο βαθύτερο νόημα τελικά βρίσκεται στο παρελθόν. Άλλωστε «Οι γιαγιάδες που μας υπήρξαν» που μνημονεύονται από τον αφηγητή δεν είναι οι νεανίζουσες και καλοχτενισμένες αλλά οι μαγκούφες, οι αναμαλλιασμένες κι οι λιγομίλητες, γιατί περιέφεραν στον παιδικό του κόσμο μια υπενθύμιση θανάτου, μια απόδειξη της φθοράς και με αυτό τον τρόπο έθεταν, έστω και εν αγνοία τους, ένα όριο στην ύβρη. Και ζώντας σ’ έναν τόπο όπου νυχτώνει νωρίς, τα καφενεία είναι κλειστά, οι φανοστάτες χαλασμένοι και δεν ακούγονται παρά μακρινά γαβγίσματα σκύλων, ο συγγραφέας σκέφτεται πως ο θάνατος δεν είναι τόσο ένα συμβάν όσο μια εξελισσόμενη κατάσταση, και δεν αφορά μόνο ανθρώπους αλλά και τα σπίτια, τις πλατείες, τον τόπο εντέλει που αγάπησες («Το βοριαδάκι του Γενάρη»).

Κι εμείς συνεχίζουμε να περιδιαβαίνουμε «το ναρκοπέδιο των λέξεων», πάντα ανέτοιμοι για οποιαδήποτε «Προφορική εξέταση» (σε αντίθεση με μια μαθήτρια που ξεπέρασε την διδασκαλία γιατί ήταν μάθημα από μόνη της), αλλά για να μάθουμε ιστορία από την καμπούρα της γιαγιάς που είχε άντρα σκοτωμένο στον εμφύλιο κι γιο εξόριστο στη Λέρο κι όχι απ’ το σχολικό μάθημα όπου έπαιρνε κακό βαθμό ο εγγονός της («Εθνική αγωγή») ή για να προχωρήσουμε πέρα από την λατρεία ενός Θεού και μιας ποδοσφαιρικής ομάδας («Δήλωση μετανοίας»). Κι ας γίναμε κι εμείς οι ίδιοι του καιρού μας, με πρωινό ξύπνημα με τρία χιλιόμετρα διάδρομο στο υπόγειο του σπιτιού ή μια χαμογελαστή ανάρτηση στο Facebook με εξακόσια τριάντα δυο λάικ και εβδομήντα τρεις καρδούλες ή ένα παράνομο παρκάρισμα μπροστά στο ΑΤΜ της γειτονιάς για μια βιαστική ανάληψη («Χειραψία γνωριμίας»).

Ή για να καταλάβουμε ότι η γραφή είναι έκθεση, αλητεία και ασέλγεια στα αγαπημένα μας πτώματα, τριγύρισμα στους δρόμους με περιφορά του εαυτού. Οριστικός και αόριστος, κτητικός και αναφορικός, προσωπικός και αυτοπαθής,  δεικτικός (και δηκτικός) και ερωτηματικός, ακριβώς όπως οι αντωνυμίες του, ο συγγραφέας καθίσταται αλληλοπαθής με τον καθένα μας, στην κοινότητα της γραφής και της ανάγνωσης όπου ανήκουμε όλοι γιατί οτιδήποτε ατομικό εδώ αφορά κάθε συλλογικό αλλού.

Κι αν η λογοτεχνία μερικές φορές μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν έχει αξία, όλη αυτή η σπατάλη, η ματαιοδοξία κι ο αυτισμός του εγώ, έρχεται με τις δικές του Κροστάνδες ο Χατζημωυσιάδης να μας πει ότι λογοτεχνία είναι εκείνη που επιχειρεί ασταμάτητα την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων απ’ τους επαναστάτες που τα έχουν ήδη καταλάβει. Υπάρχει και μια ακόμα ένδειξη, που για άλλη μια φορά είχε μαρτυρήσει το παρελθόν αλλά δεν της δώσαμε σημασία. Με αφορμή μια αναδρομή στο παιδικό ημερολόγιο, ο συγγραφέας στέκεται σε μια συχνή καταγραφή: «Σήμερα τίποτα». Πιο παλιά θα το σκεφτόταν αλλιώς αλλά τώρα γνωρίζει πως η διατύπωση αυτή είναι ό,τι πιο σοφό έχει γράψει. Στο κάτω κάτω, αν γράφει τώρα, λέει, είναι κυρίως για να δώσει σ’ αυτό το τίποτα την ψευδαίσθηση του κάτι.

Αν για κάτι λατρεύω τη γραφή, είναι που μπορεί να αίρεται πάνω από την πραγματικότητα. Τις προάλλες φερειπείν κάτι γριές μαγκούφες με φαρδιές ρόμπες, μουστάκια και τρέμουλο στα χέρια εμφανίστηκαν απρόσκλητες στην οθόνη του μυαλού μου και ως δια μαγείας μεταμορφώθηκαν αμέσως σε αθώα κοριτσόπουλα που κάναν πιτζάμα πάρτι στον υπολογιστή μου. Στεκόμουν εγώ αντίκρυ τους σαν χάνος και κοιτούσα. Ξανά με εμπαίζουν οι λέξεις, είπα. Ως δια μαγείας», σ. 168-169).

Εκδ. Κίχλη, 2018, 176 σελ. Δυο κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε δυο συλλογικά βιβλία και τα υπόλοιπα σε μια πρώτη μορφή στην ιστοσελίδα artinews.gr.

Στις εικόνες: Βεβιασμένη φωτογραφία του νεότατου συγγραφέα ενόψει πιθανού θανάτου. Φαίνεται πως πείσμωσε κι έζησε. Αποτελεί το έναυσμα για το πρώτο κείμενο της συλλογής / Π.Χ. ετών 17 / Έργο του Βασίλη Σολιδάκη / Φωτογραφία της Elisabeth Carecchio από προφανή θεατρική παράσταση / Έργο του Bernard Locca / Χορτιάτης 1944 / Π.Χ. ετών μεταγενέστερων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

09
Νοέ.
18

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου – Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017

Κανονικά και μόνο η κυκλοφορία ενός τόμου με το συγκεκριμένο θέμα και αυτή την υπογραφή θα αρκούσε για να μιλάμε όχι μόνο για μια πολύτιμη, και μάλλον αναπάντεχη έκδοση αλλά και για ένα σπάνιο έργο που αποτελεί ταυτόχρονα ιστορία, γραμματολογία, κριτική και ερμηνεία της αχανούς εγχώριας πεζογραφικής παραγωγής των τελευταίων σαράντα πέντε χρόνων, και όχι μόνο, εφόσον ο διάλογος με τα προγενέστερα έργα των ίδιων συγγραφέων είναι συνεχής. Αξίζει όμως να γράψουμε ελάχιστα λόγια πέρα από την αυτονόητη αξία του ενιακοσασέλιδου βιβλίου.

Για εμάς που τον διαβάζουμε εδώ και δεκαετίες, ο κριτικός λόγος Χατζηβασιλείου, εκτός των δεδομένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν κάθε άξιο κριτικό λόγο, έχει τρία πρόσθετα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από πλείστους ομότεχνους: είναι εύληπτος και προσιτός στην (ωραία) ανάγνωση, δεν απαξιοί να αναφερθεί με σαφήνεια στην πλοκή κάθε βιβλίου και, τέλος, μπορεί να εστιάσει τον μεγεθυντικό φακό του στο έργο και την ίδια στιγμή να αποστασιοποιηθεί ώστε να το δει με τηλεσκόπιο, ως μέρος ενός γενικότερου κοινωνικού και λογοτεχνικού όλου. Αυτά τα στοιχεία απογειώνουν το βιβλίο του, που όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, μπορεί να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τον ειδικότερο των ειδικών ως τον πλέον αδαή, με την ίδια απόλαυση.

Σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας προτάσσει, όπου κρίνει ότι χρειάζεται, απαραίτητα εισαγωγικά δοκίμια, ενώ στο τέλος ανακεφαλαιώνει σε ανάλογο κείμενο τα συμπεράσματά του. Όσον αφορά τα θεωρητικά του εργαλεία, φροντίζει να συμπυκνώσει σε λίγες σελίδες ή παραγράφους τα βασικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας εκτενέστατη βιβλιογραφία, την οποία, παρεμπιπτόντως, συμπεριλαμβάνει μόνο στις εκάστοτε υποσημειώσεις και όχι σε ειδικό παράρτημα στο τέλος, όπως πιθανώς θα επέλεγαν άλλοι περισσότερο της επίδειξης. Εννοείται πως η μοιρασιά θεματολογίας και μορφής των αναφερόμενων έργων είναι ακριβοδίκαιη, ενώ τα κείμενά του χρωματίζονται από την προσωπική του άποψη.

Η παρακάτω ταχύτατη διέλευση δεν είναι παρά μια ενδεικτική, κλεφτή ματιά σ’ έναν τεράστιο χάρτη μυθοπλασίας. Οι φράσεις με πλάγια γράμματα είναι ακριβώς οι χρησιμότατοι και πρωτότυποι τίτλοι που προτάσσει ο συγγραφέας στα κεφάλαια, τα υποκεφάλαια και τις ειδικότερες ενότητες. Ας σημειωθεί πως αναφέρω ελάχιστους από τους εκατοντάδες περιλαμβανόμενους συγγραφείς και περιορίζομαι μόνο σε θέματα θεματολογίας. Εννοείται, τέλος, πως κάθε αναφορά στους συγγραφείς αφορά συνήθως συγκεκριμένα έργα, που εδώ παραλείπονται· έτσι ο κάθε συγγραφέας μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικά κεφάλαια ανάλογα με το μυθιστόρημα ή την συλλογή διηγημάτων του.

Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Το δημόσιο βάρος μιας εποχής κοιτάζει κατευθείαν μέσα στο καμίνι της πολιτικής και της Ιστορίας. Η πολιτική ως κενό νοήματος εκφράζεται με το πολύτροπο και πολυκύμαντο Κιβώτιο (1974) του Άρη Αλεξάνδρου, που παραμένει μέχρι σήμερα ένα βιβλίο – σταθμός· η πολιτική ως λογοτεχνικό βαρίδι κυριαρχεί στην Χαμένη άνοιξη (1976) του Στρατή Τσίρκα, ενώ στο Διπλό βιβλίο (1976) του Δημήτρη Χατζή ό, τι ετοιμαζόταν να γεννηθεί και να ανθήσει στο Τέλος της μικρής μας πόλης τώρα έχει ακινητοποιηθεί και λιμνάσει. Οι ήρωες δεν περιμένουν πια να αλλάξουν και να μεταμορφωθούν· το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αποδεχτούν την κοινή τους μοίρα και την συντριβή από ένα υπερσύστημα που αλέθει τα πάντα, από τις συνειδήσεις και τα όνειρα μέχρι τους φίλους και τους εχθρούς. Η πολιτική ως ηθικός αναστοχασμός χαρακτηρίζει το έργο του Σπύρου Πλασκοβίτη· στο μυθιστόρημά του Η πόλη (1979) το συλλογικό είναι αδύνατο να αποσπαστεί από το ατομικό αλλά και το ατομικό συναντά αναπόφευκτα, κάτω από τις πιο διαφορετικές περιστάσεις το συλλογικό.

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς εμφανίζεται με το ωριμότερο μέχρι τότε βιβλίο του, Αντιποίησις αρχής (1979), με έναν απόλυτα αρνητικό λογοτεχνικό ήρωα, ενώ η Φανταστική περιπέτεια (1985) βάζει στην άκρη τους ματωμένους ογκόλιθους του ιστορικού και πολιτικού παρελθόντος πλησιάζοντας την καθημερινότητα και το παρόν της Μεταπολίτευσης, όπου κι εκεί γρήγορα τα πάντα καταρρέουν. Εδώ ο ήρωας αδυνατεί να δει ότι η επερχόμενη καταστροφή έχει πολύ συγκεκριμένες και χειροπιαστές αιτίες και δεν προέκυψε από το πουθενά· η καταστροφή του δεν είναι μια κατ’ ιδίαν διάλυση αλλά μια απείρως σκοτεινή απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας.

Στο σημαδιακό βιβλίο του Αντρέα Φραγκιά Το πλήθος (1985, 1986) σ’ έναν αδιευκρίνιστο ως προς την οποιαδήποτε λεπτομέρεια χωροχρόνο δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές αλλά επιμέρους σύνολα, ένας διασκορπισμένος και ταυτόχρονα περιχαρακωμένος πληθυσμός. Κανείς μέσα στην πολιτεία του Πλήθους δεν μετράει ως μονάδα. Το άτομο συντρίβεται εκ των προτέρων μπροστά σε μια εξουσία που έχει ως στόχο την καταστροφή οποιασδήποτε πνευματικής ή υλικής οντότητας που ξεχωρίζει. Η πολιτική ως άκρατη και απροκάλυπτη βία αποτελεί απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Νίκου Κάσδαγλη, όπου αναδεικνύεται η πολιτική και κοινωνική παθολογία τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος και η κατάδειξη των αόρατων μηχανισμών της εξουσίας και της ακαριαίας δράσης τους. Οι πεζογράφοι του μυθιστορήματος της πολιτικής εξορίας (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Άλκη Ζέη, Μιμίκα Κρανάκη) συνδέουν αξεχώριστα τον ξεριζωμό και την εσωτερική τους αποξένωση.

Στο κεφάλαιο Η Ιστορία ως απουσία και ο παραλογισμός της ύπαρξης κυριαρχούν δυο γλωσσικά παλίμψηστοι συγγραφείς: ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης και ο Παντελής Καλλιότσος. Στον πρώτο, ο έρωτας, το κατεξοχήν προσωπικό καταφύγιο, μεταβάλλεται γρήγορα σε ένα νεκρωμένο πάθος, που απλώς επιτείνει την αίσθηση της ανυπαρξίας. Οι διαστροφικοί δεσμοί του έρωτα με την Ιστορία που κυριαρχούν στην Κίτρινη ώρα (1980) αγγίζουν το κορυφαίο τους σημείο στον Ιερό μαστό (1987) ενώ στην Δεκεμβριανή νύχτα του δεύτερου (1979) η Ιστορία συμβολίζει μια ευθύς εξαρχής χαμένη επανάσταση. Υπάρχουν άλλες Γέφυρες και έξοδοι; Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας δίνει την απόλυτη προτεραιότητα στον έρωτα, το μοναδικό αντίδοτο για τον θάνατο, ενώ η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ εστιάζει στον δύσκολο και μοναχικό δρόμο της γυναίκας προς την δική της ελευθερία.

Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που παίζουν σχεδόν μόνοι στην την περιοχή της τέχνης τους, για να παραφράσω ελαφρά τον τίτλο μια άλλης υποενότητας. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, για παράδειγμα, μέσα από την γλωσσική φαντασμαγορία του απομυθοποιεί οποιαδήποτε ιδεολογία – κοινωνική, πολιτική, ηθική και κυρίως αισθητική – σε ένα πεδίο που μένει μακριά από τα φώτα της πολιτικής και της Ιστορίας. Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς διαγράφει την τροχιά του έξω από τον ιστορικό χρόνο ή, καλύτερα, έξω από οιονδήποτε χρόνο, ενώ ο Αλέξανδρος Σχινάς φροντίζει να υπενθυμίζει πως έξω από την σκακιέρα δεν υφίσταται κανένας κόσμος.

Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά την μεσολάβηση της μνήμης. Αρκετοί από τους διαδόχους των πρώτων μεταπολεμικών εξακολουθούν να κινούνται στο πεδίο της πολιτικής και της Ιστορίας, με τη διαφορά ότι η Ιστορία παίρνει τώρα μια εντελώς διαφορετική μορφή και ενεργεί ως ένα εντελώς διαφορετικό είδος πηγής για την δουλειά τους. Οι εν λόγω συγγραφείς φροντίζουν να προβάλουν το αναμνηστικό τους υλικό σ’ ένα καυτό παρόν ενώ παρατηρείται και η πορεία προς την ανάδειξη του ατόμου και του προσώπου. Η στρατηγική των ίσων αποστάσεων αφορά κυρίως τον Θανάση Βαλτινό στο έργο του οποίου η μνήμη χωρίζεται σε προσωπική και σε επινοημένη, ενώ τα θαμπά αποτυπώματα ανήκουν στον Χριστόφορο Μηλιώνη, που κρατά τις αποστάσεις του μένοντας πιο μακριά από την ιστορική πραγματικότητα.

Η πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή κινείται από την ευφορία του παρελθόντος στον σαρκασμό του παρόντος, καθώς η μνήμη αποβάλλει κάθε ενήλικο βάρος και σταθεροποιείται στο παιδικό βλέμμα. Μαζί με το πέρασμα στη νιότη και στην ενήλικη ζωή επέρχεται και η ενηλικίωση της μνήμης, όχι για να ξαναζήσει τις συγκινήσεις αλλά για να έχει ένα σταθερό και έγκυρο μέτρο σύγκρισης των πραγμάτων. Στην περίπτωση του Βασίλη Βασιλικού ο εαυτός ρίχνει στο συλλογικό τη σκιά του με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, ενώ στα βιβλία του Χρόνη Μίσσιου και του Όμηρου Πέλλα κυριαρχεί ο εγωτικός εαυτός ως πολιτική μαρτυρία.

Η ελευθερία του ατόμου κυρίως με την έννοια της απομάκρυνσης από την θηλιά της πολιτικής και της Ιστορίας αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου. Πρόκειται για την επίκληση της αυτοβιογραφικής μνήμης ή την μετατόπιση του βλέμματος προς μια καθημερινότητα όπου το άτομο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τη συμβίωσή του σε έναν διπλό έλεγχο ευθυνών. Ο πόθος για ατομική απελευθέρωση του κοινωνικού περίγυρου χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του Μένη Κουμανταρέα και του Πέτρου Αμπατζόγλου. Στο αφηγηματικό σύμπαν του Γιώργου Ιωάννου (όπου εστιάζει κυρίως η ενότητα Ένταση και περιορισμοί της υποκειμενικότητας) το ατομικό δημιουργεί από την πρώτη στιγμή τους όρους για την οικοδόμηση μιας άκρατης υποκειμενικότητας που όχι μόνο θεωρεί πλέον αυτονόητη την ελευθερία της αλλά και αγωνίζεται να την βιώσει με όσους όρους διαθέτει ενάντια σε κάθε συλλογικό ντετερμινισμό. Ωστόσο, το ακέραιο της ατομικής υπόστασης μένει εκκρεμές σε έναν κόσμο όπου το άτομο δεν μπορεί να κερδίσει μια επιτέλους ισορροπημένη ταυτότητα.

Το καθημερινό τοπίο χαρακτηρίζει το έργο του Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλου ενώ ακόμα πιο πέρα ο Περικλής Σφυρίδης διοργανώνει ένα σύμπαν καθημερινών αυτοβιογραφικών συμβάντων με την πολιτική και την Ιστορία να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το πεδίο του. Συμπληρωματικές εδώ είναι οι τροχιές των Κώστα Ταχτσή, Κώστα Λαχά, Κωστούλας Μητροπούλου και Νανάς Ησαΐα. Ένας ορκισμένος του μοντερνισμού πραγματοποιεί άλλου είδους καλλιτεχνική διαφυγή: η γραφή του Γιώργου Χειμωνά απελευθερώνει από την μία πλευρά το υποκείμενο από το συλλογικό του περιβάλλον τονίζοντας την αναντικατάστατη προτεραιότητα του ατόμου, ενώ από την άλλη σημαίνει τον ενταφιασμό της λογικής συγκρότησής του.

Στο τέταρτο κεφάλαιο οι μεταπολιτευτικοί πεζογράφοι αποχαιρετούν την πολιτική και την Ιστορία και βρίσκονται αντιμέτωποι με το δράμα της δημόσιας πτώσης. Οι νέοι πεζογράφοι στρέφουν την προσοχή τους στο Πολυτεχνείο, στις μνήμες της Κατοχής και του Εμφυλίου και στο νεόκοπο φαινόμενο της τρομοκρατίας αλλά από την άλλη πλευρά κατευθύνονται προς τα κράσπεδα της πολιτικής και της Ιστορίας είτε για να εξισώσουν το ατομικό με το συλλογικό είτε για να μεγεθύνει την παράμετρο του εγώ, είτε, τέλος, για να καταφύγουν σε μια συμβολική σύλληψη του υπερατομικού. Η ταλάντευση ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό εκφράζεται από την Μάρω Δούκα, η αρνητική υπογράμμιση του ατομικού από τον Αλέξη Πανσέληνο, η εκτρωματική του εκδοχή από τον Δημήτρη Νόλλα, ο δρόμος της παραβολής και του συμβολικού από τον Γιώργη Γιατροανωλάκη και η αναζήτηση των εκφραστικών του ορίων από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Στο έργο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή εμφανής είναι η έκπτωση των ιστορικών μεγεθών και ο ρόλος της ανώνυμης καθημερινότητας, ενώ η ίδια αυτή καθημερινότητα για τον Μήτσο Κασόλα έχει ένα επίμονα φαρσικό στοιχείο που μπορεί να εξελιχθεί σε τραγέλαφο.

Ολόκληρο το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην επέλαση της παρωδίας. Οι πεζογράφοι που την υιοθετούν έχουν προ οφθαλμών μια ζωντανή και άμεση, εντελώς καθημερινή πραγματικότητα. Ο κόσμος της παρωδίας δεν προσδοκά την διόρθωση της σάτιρας και δεν έχει τίποτε να ελπίζει από την εκτόνωση της κωμωδίας. Πρόκειται για έναν κόσμο που θέλει να αγνοήσει το μέλλον και να προκαλέσει μόνο το παρόν μέσα από τη διακωμώδηση και την ανοχή των πάντων. Η πολιτική και η Ιστορία, ο αγώνας υπέρ του ατόμου αλλά και η πτώση του από το δημόσιο βάθρο αποσύρονται από την περιοχή φιλοτεχνώντας ένα θεαματικά σβησμένο παρελθόν.

Σε αυτή την σκόρπια ζωή της αποπροσωποποίησης και της ιδιώτευσης οι ήρωες του Χρήστου Βακαλόπουλου διακηρύσσουν την απόδραση από την σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, και σε αντίστιξη με το ανυποψίαστο και τη μακαριότητα της παιδικής ηλικίας επιδιώκουν να ελαφρώσουν τα πράγματα. Ο Σάκης Σερέφας κινείται ανάμεσα σε μια υπερεξατομικευμένη και ολοφάνερα διαταραγμένη καθημερινότητα και στο χάος μιας φαντασίας με πλήρη άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού. Όταν οι δαίμονες είναι ακόμα πιο ιδιωτικοί, οι τόνοι αναβαίνουν. Ο Λένος Χρηστίδης επιδίδεται σε μια λεξιλαγνική παραμόρφωση της σύγχρονης πραγματικότητας με πληθώρα φραστικών και εικονοποιητικών ευρημάτων.

Ο δραματικός κυνισμός και η μετεξέλιξη της γελοιογραφίας σε τερατόμορφη εξαχρειωμένη καρικατούρα ξεπηδούν ως αναπόφευκτες προτεραιότητες. Το εγώ προβάλλει ως η μοναδική ζωτική περιοχή και η οποιαδήποτε ανθρωπολογία καταλήγει στο ξήλωμα της ανθρωπιάς και περνά στην ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση. Το άδειο κέλυφος και οι τεχνικές μετατόπισης ή απώθησης του δράματος αναφέρονται στους πεζογράφους που δεν καταπίνουν ή καταναλώνουν το δράμα αλλά το υπομένουν δια του εξορκισμού του. Ο Αντώνης Σουρούνης χρησιμοποιεί την ειρωνεία, οι Βασίλης Τσιαμπούσης, Νίκος Βασιλειάδης και Χρήστος Χαρτοματσίδης το χιούμορ.

Το έκτο και εκτενέστερο κεφάλαιο έχει τον εύγλωττο τίτλο Καθημερινές και αλληγορικές κοινωνίες. Στο κάστρο του εγώ και της οικογένειας η ατομικότητα συνορεύει με τον άκρατο ατομικισμό και το συλλογικό παραμένει σε αβυσσαλέα απόσταση από τη μυθοπλαστική δράση. Η Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου είναι ένα εξωφρενικά διογκωμένο εγώ προσπαθεί να αποσαφηνίσει την ταυτότητα του, ενώ στην Μαρία Μήτσορα το κατακερματισμένο εγώ προβάλλεται σε μια εξίσου ασταθή αλλά και ευπαθή πραγματικότητα. Οι ήρωες του Διαμαντή Αξιώτη παραδίδονται στα πάθη και την αυτοκαταστροφή στην οποία μπορεί να οδηγήσει το σεξουαλικό ένστικτο, ενώ εκείνοι της Ιωάννας Καρυστιάνη, παρά τις αποστάσεις από το κλίμα του άγριου ατομικισμού, δεν ξεφεύγουν από τα όρια ενός εσωστρεφούς, σχεδόν περίκλειστου ατομικού κόσμου. Το κακό φωλιάζει στην διηγηματογραφία της Μαρίας Κουγιουμτζή κουρελιάζοντας την ζωή των ηρώων της και οδηγώντας τον στενόχωρο κόσμο τους στα όριά του.

Εντός κι εκτός των τειχών, το εγώ και η οικογένεια μπορούν να κρατούν την εσωστρεφή συμπεριφορά τους, αλλά να λειτουργούν ταυτόχρονα σ’ έναν κόσμο που κοιτάζει προς το εξωτερικό περίβολο, φτάνοντας μέχρι την προοδευτική προσέγγιση και υποδοχή του Άλλου. Η κοινωνική καθημερινότητα κυριαρχεί στα γραπτά του Δημήτρη Πετσετίδη όπου η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό κινείται πάνω σε ένα πολύ λεπτό νήμα, ενώ τα μελαγχολικά και συχνά ευτράπελα πλην πάντοτε σκιώδη ανθρώπινα κάδρα μοιάζουν να προκύπτουν από την καρδιά της κοινωνίας και της εποχής τους χωρίς υπερσυγκινησιακές διογκώσεις.

Στην πρόζα του Τάσου Καλούτσα κάτω από την ήρεμη αδιατάρακτη επιφάνεια της οικογενειακής ζωής κινείται πάντα κάτι δυσοίωνο, έτοιμο να διαρρήξει την τάξη των πραγμάτων. Η καθημερινότητα γίνεται κοινωνικοπολιτική στο Άκυρο αύριο του Κοσμά Ι. Χαρπαντίδη όπου, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, τα συλλογικά πάθη του παρελθόντος μεταγγίζονται σχεδόν ακέραια στο παρόν, αποδεσμεύοντας τα ίδια ποσοστά πολιτικής βίας και κοινωνικού διαχωρισμού. Άλλοτε ο στόχος των ακροδεξιών ήταν οι κομμουνιστές, σήμερα είναι οι μετανάστες. Η μόλυνση της φυλής και του έθους εκπροσωπεί πάντοτε τον μείζονα κίνδυνο.

Στις υπερβάσεις της αλληγορίας μια πρώτη μεγάλη επικράτεια αφορά το παραμυθητικό, το ονειρικό και το καθημερινό ως όψεις του φανταστικού. Οι ήρωες του Νίκου Χουλιαρά ασφυκτιούν μέσα στην καθημερινότητά τους, δίνοντας έναν επίμονο αγώνα για την παράκαμψη και την αποφυγή της, μένοντας μετέωροι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, φροντίζοντας να κρυφτούν πίσω από τη σαγήνη του παραμυθιού ή τρέχοντας να αρπαχτούν από το όνειρό τους. Ο συγγραφέας πάντως δείχνει εμμέσως πλην σαφώς πως το παραμύθι και το όνειρο μπορεί να ευαγγελίζονται την κατάργηση κάθε περιοριστικής σύμβασης αλλά δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν την απολύτρωση ούτε να εγγυηθούν τα φρόνημα της ελευθερίας. Ένας ανάλογος μαγικός ρεαλισμός διατρέχει και την πεζογραφία της Ζυράννας Ζατέλη όπου το αντιθετικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου συνυπάρχει μ’ έναν θησαυρό αφανών λεπτομερειών της καθημερινότητας.

Ο διηγηματογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης μυθοποιεί το περιστασιακό και το τετριμμένο ενώ οι ήρωές του κυνηγούν απεγνωσμένα την ίδια χίμαιρα: την αθωότητα του παιχνιδιού και την λυτρωτική αγαθοσύνη των παιδικών χρόνων, σε μια επινόηση μεταφορικών προσώπων που θέλουν να απαγκιστρωθούν από τη μέγγενη της καθημερινής κατάθλιψης. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εστιάζει στον δισυπόστατο και ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής και της ερωτικής ταυτότητας, ενώ ομόλογη είναι και η προβληματική του για τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στους διακριτούς ρόλους που επιβάλλουν οι κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαφορές το φύλου.

Οι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα αυτοτελές εγχώριο είδος, συνενώνοντας τις επιρροές τους μόνο κατά το σκέλος του μαγικού ρεαλισμού. Δεν ισχύει το ίδιο και για τους μυθιστοριογράφους της μελλοντολογίας, της δυστοπίας και της επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Τριαντάφυλλος Πίττας, ο Μάκης Πανώριος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Οι ετεροτοπίες, από την άλλη πλευρά, οι οποίες δεν αναφέρονται σε ένα φανταστικό μέλλον, όπως η ουτοπία και η δυστοπία, αλλά στο παρόν, έχουν την δικό τους αντικατοπτρισμό στην σύγχρονη πεζογραφία. Με τα πεζά του Αριστείδη Αντονά βρισκόμαστε στην λογοτεχνία της ηθικοπολιτικής ετεροτοπίας η οποία διοργανώνει τους χώρους της επί τη βάσει μιας σειρά σημείων που παραπέμπουν σε ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο χώρος, ένας τυραννικός και εν πολλοίς ακατανόητος χώρος ενώ τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν είναι καταδικασμένα στο φάσμα της ανωνυμίας.

Το έβδομο κεφάλαιο αφιερώνεται στο αστυνομικό μυθιστόρημα και το όγδοο στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος και τη στροφή προς μια καινούργια συλλογικότητα. Εδώ εξετάζονται η ριζική μεταμόρφωση ενός δοκιμασμένου είδους και οι νέες εκδοχές του. Μεταξύ των ειδικότερων κατηγοριοποιήσεων αξίζει να αναφερθεί το μυθιστόρημα του Διαμαντή Αξιώτη Το ελάχιστον της ζωής του, καθώς, εκείνο που καθορίζει τα γεγονότα είτε της συλλογικής είτε της ατομικής ζωής δεν είναι ο διαχωρισμός των φυλετικών και θρησκευτικών ιδιοτήτων αλλά η μείξη αυτών.

Γενικότερα, είτε πρόκειται για τον ιστορικό Άλλο και το τέλος των εθνικών ανατάσεων είτε για την εισβολή του καθημερινού στη θαμμένη Ιστορία, διαπιστώνεται πως η μυθιστορηματική καθημερινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον δρόμο που ακολούθησε η Ιστορία. Η Ιστορία αποτελεί τη μήτρα και την τροφό της καθημερινότητας. Στην πεζογραφία του Τάσου Χατζητάτση η συλλογική εμπειρία αποκτά τη μορφή θραυσμάτων που αιωρούνται γύρω και πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, για να δώσουν πρωτίστως την ατομική της διάσταση.

Στην πρόζα του Νίκου Μπακόλα κυριαρχεί η ιστορική μεταμυθοπλασία. Η εποχή και το κλίμα της αποτυπώνονται σε συνειδήσεις που κατανοούν το ιστορικό τους περιβάλλον μέσα από το χαμηλό και καθημερινό τους βίωμα. Οι ήρωες δεν ζωντανεύουν ιδεολογίες και δεν επωμίζονται ορατά κοινωνικά βάρη. Το συλλογικό εισβάλλει στη ζωή τους λιγότερο ως κοντινό και χειροπιαστό συμβάν και περισσότερο ως μακρινός και παραμορφωμένος θόρυβος. Ο συγγραφέας συντονίζεται και με την διεθνή πορεία της ιστορικής μεταμυθοπλασίας, καθώς υιοθετεί ένα ειρωνικό ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, που βάζει στη θέση του έθνους όχι τον ιστορικό Άλλο ή μια σειρά από ετερογενείς ταυτότητες, αλλά μια αμέριστη υποκειμενικότητα.

Στην ίδια περιοχή προσέρχεται ο Πάνος Θεοδωρίδης που δεν παύει ούτε στιγμή να μεταφέρει τον αναγνώστη στον παρόντα ιστορικό χρόνο, σε μια λογοτεχνία που αποτελεί μια ατέλειωτη διαδικασία κατασκευής και επινόησης. Στην περίπτωση του Μιχάλη Μοδινού η ιστορική μεταμυθοπλασία ανοίγει διάλογο με το οικολογικό μυθιστόρημα όπου, μεταξύ άλλων, τίθεται κάθε φορά το ίδιο ερώτημα: μπορεί ο ονειρικός πόθος για άλλη μια πραγματικότητα να έχει την οποιαδήποτε πολιτική προοπτική; Σε κάθε περίπτωση η διαχρονική επιμονή του ονείρου μοιάζει να εγγράφεται οργανικά έστω και ως χρονικό συντριβής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού.

Οι Θανάσης Βαλτινός, Κώστας Βούλγαρης, Θανάσης Σκρουμπέλος, Ελένη Στεφανοπούλου και άλλοι έχουν ξεκινήσει έναν νέο γύρο για τον Εμφύλιο. Η λογοτεχνική αποθεραπεία που εφαρμόζουν οι νεότερες γενιές αποκαθιστά μια επί δεκαετίες διασαλευμένη ισορροπία, ικανή να ενθαρρύνει αν όχι την αμοιβαία συγχώρηση, τουλάχιστον ένα κλίμα καταλλαγής και συνεννόησης. Η πεζογραφία της κρίσης με την ολική επαναφορά του συλλογικού, αποτελεί βασική επιλογή δεκάδων πεζογράφων και δικαίως καταλαμβάνει αυτόνομο κεφάλαιο. Οι πεζογράφοι της θέτουν την κρίση στο επίκεντρο, αναζητούν τα ιστορικά της αίτια, στρέφονται στην καλλιτεχνική εξωστρέφεια, τοποθετούν το Κακό να έρχεται από το μέλλον (κάποτε κι από το αρχαίο παρελθόν) ή επιλέγουν την φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Με μια σειρά από ποικίλες διαβαθμίσεις η μυθοπλασία οδηγείται σε μια βίαιη συλλογικότητα, υποχρεωμένη να μιλήσει για μια κοινωνία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Πέρα από το άτομο και την κοινωνία, υπάρχει και ο λόγος του συγγραφικού εργαστηρίου, στον οποίο αφιερώνεται το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο. Οι συγγραφείς δεν εκθέτουν μόνο τις αφηγηματικές τους τεχνικές αλλά και τις αναρωτήσεις τους γύρω από το ίδιο το νόημα και τους σκοπούς της τέχνης τους. Στην εσωτερική, σκοτεινή οθόνη του Σάκη Παπαδημητρίου η ερωτική μοναξιά συνταιριάζεται με μια σαφώς αντικοινωνική στάση. Οι ήρωες του Νάσου Θεοφίλου αποδρούν από τον περίκλειστο λογοτεχνικό τους χρόνο στον χρόνο της καθημερινής πραγματικότητας, όπου και διεκδικούν μια πρωτόφαντη ελευθερία. Φαίνεται ακόμα πως τα παιδικά χρόνια αρδεύουν πάντοτε τη μνήμη μας και μας καθησυχάζουν για την τωρινή μας ρευστότητα.

Ο πεζογραφικός κύκλος του Αχιλλέα Κυριακίδη χαρακτηρίζεται από δεσμούς αναστροφής με τους μείζονες λογοτεχνικούς μύθους, καθώς η πραγματικότητα των ηρώων του οδηγεί σε μια ολοζώντανη, καθημερινή ύπαρξη που υπονομεύει τη μυθολογική τους καταγωγή. Η λογοτεχνία αποτελεί για την Μαρία Ευσταθιάδη μια σύμβαση ή μια επινοημένη συνθήκη όπου ο κόσμος αναπαριστά την πραγματικότητα όπως ο σπασμένος καθρέφτης, με παραμορφωμένα είδωλα και ραγισμένες εικόνες, ενώ ο παράδοξος κόσμος του Ευγένιου Αρανίτση ζει ανάμεσα στην απομάγευση και την επαναμυθολόγηση.

Παράπλευρα λειτουργεί και ο λόγος των ποιητών οι οποίοι, δημοσιεύοντας συστηματικά πρόζα, πρότειναν ένα υβρίδιο, μια ανάμειξη πεζογραφίας και ποίησης, διαμορφώνοντας κατά κάποιο τρόπο ένα καινούργιο είδος. Εδώ το παράδειγμα του Δημήτρη Καλοκύρη είναι ενδεικτικό, καθώς μοναδική του έγνοια είναι η αναμέτρηση με την φαντασία της γλώσσας και η διερεύνηση των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας να γεννήσει εκ του μηδενός και εξ υπαρχής τον κόσμο. Το μέγα θέμα για τους συγγραφείς του κεφαλαίου αλλά στην ουσία όλων των συγγραφέων εδώ είναι η σχέση της λογοτεχνικής αλήθειας με την υπό αναπαράσταση πραγματικότητα (αν πιστέψουμε ότι αμφότερες υπάρχουν), ο κατασκευαστικός και  επανακατασκευαστικός  χαρακτήρας της λογοτεχνίας και η ικανότητά της να προσφέρει αναστάσιμο βίο.

Εκδ. Πόλις, 910 σελ. Περιλαμβάνεται εξασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

04
Νοέ.
18

Κώστας Χατζηαντωνίου – Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις «Μακεδονικές Ημέρες» στις ημέρες μας.

Η Ιστορία ήταν πάντα η μεγάλη πηγή της λογοτεχνίας αλλά το ερώτημα που παραμένει ζεστό αφορά την δομική σχέση που ενώνει σε ένα σχήμα μία τέχνη όπως η λογοτεχνία και μία επιστήμη όπως η ιστορία. Οριστικές απαντήσεις είναι δύσκολο να δοθούν αλλά ο συγγραφέας στην εισαγωγή του προβαίνει σε μια τυπολογία προσλήψεων της ιστορίας στην λογοτεχνία ενώ τονίζει την ειδικότερη σχέση της ελληνικής πεζογραφίας με όλο το πανόραμα των ιστορικών γεγονότων της ελληνικής διαχρονίας. Έγκαιρα όμως ξεκαθαρίζει πως οι μηχανές του χρόνου είναι γοητευτικές, πλην όμως ύποπτες συσκευές· το είχαν, άλλωστε φωνάξει και οι αξέχαστοι χαρακτήρες του Πάνου Θεοδωρίδη, στο άριστο Τι εφύλαγε εκείνος ο Χαμαιδράκων;

Δεν έχουμε λοιπόν παρά να διασχίσουμε το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορά, τις απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής και του βυζαντινού βάθους μιας πόλης που υπήρξε πολυφυλετική, κοσμοπολίτικη αλλά και πανορθόδοξη, για να ψάξουμε για άλλη μια φορά τις ιδιότυπες προσλαμβάνουσες του χώρου που επέτρεψε την δημιουργία μιας διακριτής τάσης που ονομάστηκε «Σχολή της Θεσσαλονίκης». Πλοηγός μας θα είναι ο συγγραφέας μ’ ετούτο το μικρό σκάφος – δοκιμιακή μεταγραφή μιας ομιλίας, και το ταξίδι θα είναι σύντομο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς στο τέλος θα κατεβούμε με εντελώς διαφορετική ματιά χάρη στην φιλολογική ερμηνευτική του πρόταση.

Ήταν βέβαια ο κύκλος του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», κατά την δεκαετία του 1930, που ανέδειξε ένα νέο ύφος, με θεμελιώδη στοιχεία τον εσωτερικό μονόλογο, την χαλαρή δομή (με περιορισμό ή και ανατροπή της πλοκής) και την αποσπασματική αφήγηση, ορίζοντας ένα τετράγωνο που χαράζουν η Εσωτερικότητα, η Λύπη, η Μεταφυσική και το Ημίφως. Η αντιρεαλιστική γραφή, η διάκριση φυσικού και ψυχολογικού χρόνου, το ονειρικό στοιχείο, η υπαρξιακή αγωνία και η συγκινησιακή φόρτιση διαπερνούν το ύφος αυτής της λογοτεχνίας. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εκλογή αυτού του ύφος προερχόταν από ένα αίσθημα φυγής, γεννιόταν από το εξωτερικό περιβάλλον ή επρόκειτο για έναν προγραμματικό καρπό μύησης στη νεωτερική γραφή.

Φαίνεται πως οι συγγραφείς επιθυμούσαν να απελευθερωθούν από τη συμβατικότητα και δεν αποστρέφονταν την Ιστορία, αλλά ήθελαν να ανακαλύψουν τα μυστικά της πέρα από τις προφάνειες· ακόμα και να νιώσουν την πιο μεγάλη επίδρασή της, πάνω στην ίδια τους την ψυχή. Τα Τετράδια του Παύλου Φωτεινού του Στέλιου Ξεφλούδα (1930) με την δίχως πρόσωπα και γεγονότα υπόθεση δεν μαρτυρούν παρά την καταθλιπτική μοναξιά του ανθρώπου σ’ έναν κατατεμαχισμένο κόσμο. Ταυτόχρονα εμφανίζονται εξαιρετικές μορφές όπως ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, ο Γεώργιος Δέλιος και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

Είναι καιρός να μεταστούμε από τον αστερισμό της παγανιστικής μορφολατρίας και του αρμονικού κάλλους όπου μας έχει εντάξει η γεωγραφική μεσογειακή μας μοίρα, στον αστερισμό της δύναμης και της τόλμης μπροστά στο ανεξερεύνητο, το προ-αρμονικό, το ουσιαστικό ή και το γυμνά εκφραστικό…έγραφε σε δοκίμιό του ο Πέτρος Σπανδωνίδης, μια άλλη μορφή του περιοδικού και κριτικός του νους. Εδώ πρέπει να τονιστεί μια ουσιώδης επισήμανση του συγγραφέα: οι ιδέες του Σπανδωνίδη αποκαλύπτουν τις προθέσεις εκείνων των πεζογράφων της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης που δεν ήταν απλώς πιο κοντά σε νεωτερικές επιρροές απ’ ότι οι ποιητές της πόλης αλλά πιο μπροστά και από την περίφημη γενιά του Τριάντα, από μορφική άποψη και ως προς την εξέλιξη της πεζογραφίας τις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι λοιπόν επίτευγμα των μεταπολεμικών χρόνων ο μοντερνισμός και η γνωριμία με τα πιο πρωτοποριακά ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την Θεσσαλονίκη ξεκίνησε η σύνδεση της λογοτεχνίας μας με μορφές όπως ο Προυστ, ο Κάφκα, ο Μαλρώ, ο Τόμας Μαν, η Γουλφ, ο Τρακλ. Γι’ αυτό, γράφει, και ο όρος «σχολή» έπρεπε να περιποιεί τιμή και όχι να προκαλεί την υποψία της περιφερειακότητας.

Ο προσανατολισμός των «Μακεδονικών Ημερών» συνεπώς υπήρξε ευρύτατος και διόλου τοπικιστικός. Δεν επρόκειτο όμως για μια «κοσμοπολίτικη» εκλογή ή απόπειρα επικοινωνίας μ’ έναν μοντέρνο ή εκλεκτικό κόσμο. Ο βαθύτερος λόγος αφορούσε κάτι περισσότερο οργανικό και περιπαθές. Οι Θεσσαλονικείς πεζογράφοι αναζητούσαν το αληθινό τους πρόσωπο, ενώ η ενδοσκόπηση, η εξομολόγηση και οι μονόλογοι αντικαθιστούσαν την έλλειψη συνομιλίας με το παρόν. Αυτή η πεζογραφία που αφηγείται την ιστορία μέσα από την εσωτερική περιπέτεια του «εγώ» βρήκε στον εσωτερικό μονόλογο το ιδανικό σχήμα που διαδραματίζεται στην περιοχή της υποκειμενικής μας ζωής.

Ο μοντερνισμός της σχολής της Θεσσαλονίκης έρχεται από τον γερμανικό ρομαντισμό που με το κοινοτικό του πνεύμα θα οδηγούσε τους διανοούμενους σε φυγές στον εσωτερικό κόσμο, μέσα από την σύνδεση δυο τέμνων του ρομαντισμού, το γερμανικού εξπρεσιονισμού και του γαλλικού συμβολισμού, υπό το φως του υποστασιακού δράματος του Νίτσε, του Χάιντεγκερ, του Τρακλ, χωρίς να υποβαθμίζεται η καταλυτική επιρροή των Κάφκα, Προυστ και Σβέβο. Ιδού γιατί, συνεπώς, ήταν επόμενο η ιδιαίτερη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη βυζαντινή μυστική παράδοση, με την Ιουδαϊκή εσωτερικότητα αλλά και με την Κεντρική Ευρώπη, να φέρουν πρώτα σε αυτή την πόλη τον εσωτερικό μονόλογο. Στην Θεσσαλονίκη με τις έντονες μεταφυσικές και αναχωρητικές διαθέσεις, ο εσωτερικός μονόλογος είναι η μόνη διέξοδος από την απομόνωση και την ερμητισμό.

Οι πεζογράφοι του ύφους των «Μακεδονικών Ημερών» δεν ενδιαφέρθηκαν για το ρεαλιστικό αντίκρισμα της ζωής, την λογική κατασκευή ή την αντικειμενικότητα. Αντιλαμβάνονταν τους ανθρώπους ως συνθέσεις πολλών προσώπων και την ανυπαρξία αρχής και τέλους σε οτιδήποτε και τα πάντα. Η μόνη αλήθεια έγκειτο στην μυθική αντιμετώπιση του παρελθόντος, σε μια ονειρική ή εφιαλτική προβολή του εσωτερικού μας κόσμου. Δεν επρόκειτο για κατάσταση απελπισίας αλλά για μια ακραία αυτοσυνειδησία, ένα υπερευαίσθητο παραμορφωτικό κοίταγμα του εγώ ενός αποτραβηγμένου ατόμου, μια προβολή του υπόγειου ανθρώπου, μια ζωγραφική της φαντασίας που έδινε «πίσω στην πεζογραφία ό,τι η ποίηση της υπέκλεψε»! Κάπως έτσι ο Κλείτος Κύρου έγραψε για την κρύπτη που θα διασώζει τα όνειρα, ο Κωστής Μοσκώφ αναζήτησε την πνευματική του οδό στην σύμπλευση του κομμουνισμού με την κοινοβιακή ορθοδοξία.

Μετά τον πόλεμο η εσωστρέφεια, η φιλοσοφική διάθεση και η υποβλητική ποιητικότητα του πεζού λόγου φαίνεται να υποχωρούν, χωρίς να χαθεί οριστικά ο κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών», που συμπλέει τώρα με τον ρεαλισμό της πρωτεύουσας, σε μια ώσμωση εμφανή στους Τριαντάφυλλο Πίττα, Γιώργο Κιτσόπουλο, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Γιώργο Καφταντζή. Ακόμα και ο ισχυρός ρεαλισμός του Γιώργου Ιωάννου και του Νίκου Μπακόλα είναι ιδιαίτερος· δε είναι πια η πιστή αναπαράσταση μα η οδυνηρή αναπόληση της ενδόμυχης πραγματικότητας. Η εικαστική ματιά του Κώστα Λαχά, η εικονοκλαστική δράση του Γιώργου Χειμωνά, το εγώ που αυτοσχεδιάζει στον Σάκη Παπαδημητρίου, η παθιασμένη περιγραφή των ξεγραμμένων στον Γιώργο Κάτο, ο βιωματικός και ειρωνικός λόγος του Τόλη Καζαντζή, η παρωδία κάθε νοσταλγίας στον Αντώνη Σουρούνη, όλα τονίζουν πως είτε επικρατεί είτε υποχωρεί ο ρεαλισμός, ο μοντερνισμός και η εσωτερική αφήγηση δεν εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και στοιχεία πρωτοποριακά κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους…

Η μεταπολιτευτική περίοδος βρίσκει την πεζογραφία σε μια ανεξάντλητη περιδίνηση σε όλο το σώμα της γλώσσας (Δημήτρης Δημητριάδης), στην αναζήτηση της ενότητας του διασπασμένου προσώπου στην πατερική αποταγή της φαντασίας (Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), στον βιωματικό υπερρεαλισμό (Μανόλης Ξεξάκης), στην γλωσσική μυθοπλασία της ιστορίας (Πάνος Θεοδωρίδης), στην διαφυγή προς το παράλογο (Νίκος Βασιλειάδης) ή προς το ονειρικό στοιχείο και τις ετερόκλητες φωνές (Τάσος Χατζητάτσης). Με τον τελευταίο βρισκόμαστε ήδη στην δεκαετία του 1980 και στην εντυπωσιακή ανανέωση της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (Γιάννης Πάνου, Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Θωμάς Κοροβίνης, Σοφία Νικολαΐδου κ.ά). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος των προαναφερθέντων πεζογράφων έχει σηματικό ποιητικό έργο. Για άλλη μια φορά εκείνο το εσωτερικό κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών» απαντά σε κάθε ορθολογιστική προσέγγιση για δήθεν ασύμπτωτα είδη γραφής.

Εκδ. Κουκούτσι, [Έρημος Βάρκα – 1], 2016, σελ. 50.

10
Σεπτ.
18

Φρέαρ τεύχος 22-23 (Ιούλιος 2018). Αφιέρωμα στον Τ.Κ Παπατσώνη

Ο Καρίλ Φερέ [Caryl Férey] είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με βαθύ κοινωνιολογικό, πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό. Θέμα των έργων του είναι συχνά οι αυτόχθονες και οι παρενέργειες που έχουν προκύψει από έναν ημιτελή εξαστισμό τους. Εντασσόμενος σε μια σειρά από Γάλλους ταξιδιώτες συγγραφείς που εμπνέονται από την πλούσια ταξιδιωτική τους ζωή, είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικότητας, της αφήγησης και της πλοκής μέσα από τις οποίες γίνεται η ψυχογράφηση και η ενδοσκόπηση, όπως γράφει ο Διονύσης Σκλήρης στην εισαγωγή της συνέντευξής του.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία, όπου ο συγγραφέας εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εφηβεία του κατά την δεκαετία του 1980, οπότε και σφραγίστηκε από την παγκοσμιοποίηση που ήταν μεν πολιτική, αλλά είχε και μια πρακτική διάσταση, καθώς ταξίδευε και συνειδητοποιούσε ότι «όλοι ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, καθώς είχαμε το ίδιο οικονομικό σύστημα». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν έγραψε τα βιβλία του για την Νέα Ζηλανδία (ιδίως το πρώτο, το Χάκα, το 1998) ο κόσμος απορούσε γιατί δεν έγραφε για τόσο μακρινά μέρη κι όχι για την Γαλλία· έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του 2000 για να γίνει αντιληπτό ότι ζούμε σε ενιαίο κόσμο.

Ο Φερέ είναι ένας διεθνιστής που πιστεύει πως δεν πρέπει να υπάρχουν σύνορα αλλά οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν όπου θέλουν. Η παγκοσμιοποίηση όμως που έχουμε σήμερα, επισημαίνει, είναι η απεριόριστη κυκλοφορία των κεφαλαίων και όχι των ανθρώπων. Ίσως δεν είναι άσχετη με όλα αυτά η άλλη «κλήση» που αισθάνθηκε ο συγγραφέας να περιγράψει τους αυτόχθονες λαούς από τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, όπως π.χ. με την εθνότητα των Μαπούτσε, οι οποίοι έχουν μια σκέψη που σηματοδοτεί μια εντελώς διαφορετική εννόηση του κόσμου.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού που επιμελούνται η Αθηνά Βογιατζόγλου και ο Βασίλης Μακρυδήμας τιμά τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Τάκη Παπατσώνη (1895-1976) και αποτελεί καρπό της διήμερης Επιστημονικής Συνάντησης Εργασίας που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017. Εδώ τι να πρωτοδιαβάσουμε! Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, με άξονα το πολιτογραφημένο ως εναρκτήριο ποίημα του ελληνικού μοντερνισμού «Beata Beatrix» (1920), ιχνηλατεί τον τρόπο αφομοίωσης της δαντικής ποίησης από τον Παπατσώνη και την προσαρμογή της τελευταίας στο μοντερνιστικό διάβημά του. Η Σοφία Ιακωβίδου μελετά τον αυτοβιογραφικό πυρήνα ενός από τα τελευταία ποιήματα του Παπατσώνη («Guide bleu», 1973), ανιχνεύοντας τις διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές του σε μοντερνίζοντες ή μοντερνιστές δημιουργούς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η Γεωργία Λαδογιάννη τοποθετεί την εμφάνιση της ανατρεπτικής ποίησης του Παπατσώνη στα δεδομένα της εποχής της, σχολιάζοντας τη σχέση της με την προηγούμενη παράδοση και τον βαθμό της γλωσσικής και αισθητικής τόλμης της. Η μεγάλη σε όγκο και ποικιλία μεταφραστική του ιδιότητα αναδεικνύεται από τον Βασίλη Λέτσιο, ενώ το κριτικό του έργο εξετάζουν οι Γιάννης Δημητρακάκης, Αθηνά Βογιατζόγλου και Βασίλης Βασιλειάδης. Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες απόλαυσα το κείμενο του Κώστα Καραβίδα που επιδίδεται σε μια συγκριτολογική εξέταση του οδοιπορικού του ποιητή στο Άγιο Όρος (Άσκηση στον Άθω, που γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε το 1963) με άλλα ανάλογα ταξιδιωτικά κείμενα του Μεσοπολέμου (από τους Φώτη Κόντογλου, Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Καζαντζάκη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θέμο Κορνάρο κ.ά.).

Καθώς συγκρίνουμε την Άσκηση στον Άθω με την πλούσια εκδοτική συγκομιδή των ταξιδογραφιών στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται ότι το ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα του Παπατσώνη είναι ένα κείμενο εξόχως προσωπικό, μοναχικό και ανεπανάληπτο, εντελώς διαφορετικό από όσα προηγήθηκαν και από όσα ακολούθησαν πάνω στο ίδιο θέμα. Οι χειμαρρώδεις ημερολογιακές καταγραφές από την διαμονή του στο Άγιο Όρος, το 1927, σε κατάσταση ασταμάτητης έκστασης στοιχειοθετούν μια αληθινή άσκηση ψυχής, όπως γράφει ο μελετητής. Το Άγιο Όρος για τον συγγραφέα ήταν μια δοκιμασία πίστης πέρα από δόγματα και θεολογίες. Ο έρωτας και ο ασκητισμός συνδέονται στο κείμενο σε έναν αξεδιάλυτο, γοητευτικό συνδυασμό. Σε αυτό το υποβλητικό και ονειρικό συνάμα κείμενο, υψηλής θερμοκρασίας και θερμής ποιητικής ιδιοσυστασίας, παρουσιάζονται όλες οι εσωτερικές αγωνίες της πίστης ενός συγγραφέα – ασκητή.

Ποίηση και επιστολή από τον Βισέντε Ουιδόμπρο, ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, πεζά των Λάκη Παπαστάθη και Ευρυπίδη Νεγρεπόντη, συνέντευξη του Βρασίδα Καραλή στον Αχιλλέα Ντελή και άλλα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους, μαζί με τους Καιρούς που έτσι Αβυθομέτρητοι όπως είναι (και όπως τιτλοφορείται η πλούσια «γαλαρία» του περιοδικού), απαιτούν πολλές μέρες για την χορταστική τους ανάγνωση. Σχέδια τεύχους: Ειρήνη Ηλιοπούλου.

[σελ. 270]

06
Ιον.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 184. Κατερίνα Κούσουλα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως. Είναι η έβδομη ποιητική μου συλλογή, από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Παρελήφθη τον Φεβρουάριο του 2018 και τιτλοφορείται «Θαυματουργή πλην Έρημος». Τίτλος πολύ δικός μου, σχεδόν προφητικός, όπως αποδεικνύεται.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ:

1. «Ζητήματα κυμάτων», εκδόσεις ΕΨΙΛΟΝ/ποίηση, 2009.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας. Βγήκαν από το συρτάρι (τα συρτάρια) τα διαλεγμένα ποιήματα. Ο τίτλος που τα έστεψε (δυσανάλογα ποιοτικός, ομολογουμένως, σε σχέση με την έκδοση) επιλεγμένος από τον Κώστα Θ. Ριζάκη, που εδώ μυρίστηκε Ποίηση.

2. Τη θέση έκδοσης ενέχει η πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος/τεύχος 45, Ιούνιος 2011, των ποιητικών μου συλλογών «Σαν αγγελτήρια» [2009] και «Ο μέγας απών» [2010], σε τεύχος αφιερωμένο στην ποίησή μου.

Να η απόδειξη της παραπάνω παρατήρησης: ο Ποιητής και εκδότης του πολύ καλού περιοδικού Πάροδος, για λόγους άκρως ακατανόητους για μένα – και ιδιαίτερα εκείνον τον καιρό – αποφασίζει ν’ αφιερώσει ένα τεύχος του στα, ομολογουμένως, πρωτόλεια ακόμη ποιήματά μου. Την εικονογράφηση αναθέτει (διπλή τιμή) στον Πέτρο Ζουμπουλάκη.

3. «Αρμόδιο σώμα», από τις εκδόσεις Ο Μικρός Αστρολάβος/19, Αθήνα 2011. Τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ένα μονοπάτι, σα να φαίνεται πως θα υπάρχει συνέχεια. Μικρό τω δέμας βιβλίο, μετράει τις δυνάμεις του και τις βρίσκει αρκετές.

4. «Βαθύ κανάλι – Αδήλωτη άνοιξη», ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2013. Το πρώτο εδραίο βιβλίο μου, δράμα σε δύο πράξεις. Στην εικονογράφηση, ο σπουδαίος Γιάννης Παπανελόπουλος.

5. «Ο των ωραίων μακάρων Περιοδεύων κήπος επταήμερος» ποιητική σύνθεση, ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2014. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Ναι, εγώ το έγραψα, ωστόσο, αν κάποια πεποίθηση περί Μούσας διασχίζει τους αιώνες και κάποτε αποκαλύπτεται, αποδεικνύεται στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Η επιλογή να εκδοθεί επίσης δεν ήταν δική μου, καθώς εγώ αναρωτιόμουν τί ήταν αυτό που έγραψα. Όμως ο Ριζάκης κατάλαβε, ανέθεσε την εικονογράφηση στη Μαργαρίτα Βασιλάκου, την έκδοση στον Γιώργο Γκέλμπεση και πριν προλάβω να το αποφασίσω, το όμορφο αυτό βιβλίο είχε γίνει αλήθεια. Όσο για το περιεχόμενό του, το αφήνω στους αναγνώστες του να κρίνουν αν είναι παραμύθι ή ποίημα.

6. «Η αγάπη που δεν ξέρει», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015. Η ‘αγάπη’ σε μεγάλο βαθμό γράφτηκε στην Αιανή Κοζάνης, καταφύγιο που κέρδισε επάξια τον τίτλο του. Όπως πολύ σοφά έγραψε ο Γιώργος Δελιόπουλος, «τί δεν ξέρει η αγάπη; πιστεύω πως η αγάπη δεν ξέρει να παραιτείται». Τον ευχαριστώ.

7. «Θαυματουργή πλην Έρημος», εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2018.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω κάθε μέρα, την κάθε απόχρωση της μέρας, με άυλη γραφίδα, εντός. Έπειτα, το όλον βρίσκει το δρόμο, άσχετο πού βρίσκομαι, διαμέσου της γραφής, για το χαρτί.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν θα διανοούμουν να παγιδεύσω τίποτα, πόσο μάλλον ιδέες. Πρόκειται για επισκέψεις, έτσι έχω πάντα το σαλόνι μου έτοιμο για να τις υποδεχτώ ως τους αρμόζει. Έτσι όπως μάθαμε εμείς, του 19ου αιώνος.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; 

Ενώ μουσική είναι η ποίηση, όπως καλά γνωρίζουμε όλοι μελετώντας τους ποιητές από την αρχαιότητα ως σήμερα, με την μουσική δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις. Ή μάλλον, η μουσική μου είναι ιδιότυπη: όπως ο αληθινός εραστής του φαγητού δεν κάνει εξαιρέσεις σε γεύσεις, έτσι πιστεύω πως η μουσική βρίσκεται παντού και προπαντός στην σιωπή. Ή στους αγαπημένους κατευναστικούς καθημερινούς θορύβους. Ή, κυρίως, στους ήχους της φύσης. Να, αυτό είναι για μένα μουσική. 

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Είμαι αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, και έχω κάνει διδακτορικό στην Ιστορία της Τέχνης. Ο «κήπος» μου δείχνει πολλά και για αυτή μου την ιδιότητα, που, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα αληθινό πάθος. 

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο; 

Δεν μπορώ να γράψω πεζογραφία – είμαι πολύ ανυπόμονη, αφενός, και αφετέρου θα βυθιζόμουν τόσο πολύ ψυχολογικά στα πρόσωπα των ηρώων μου, που μετά πάσης βεβαιότητας θα αρμένιζα σε άλλη πραγματικότητα – σκοπός μου στην Τέχνη δεν είναι να χάνω, αλλά να βρίσκω τον εαυτό μου. 

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα τον Κώστα Θ. Ριζάκη. Γιατί, εκτός από σπουδαίος ποιητής, είναι σαφώς Πρόσωπο της Λογοτεχνίας, αφού την υπηρετεί με όλους τους τρόπους.   

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;  

Προσπαθώ να μην γράφω την διαθήκη μου. Κατά τα άλλα, γράφω ποίηση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Οι τραγικοί και πρώτα ο Όμηρος. Οι μεγάλοι του 19ου: Τολστόι, Ουγκώ. Και οι μικρότεροι: Τζέην Ώστεν, Μπροντέ κλπ. Ο Μαρκές. 

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης; 

Η «Πάροδος» (είμαι παιδί της) και το «Εμβόλιμον» (με υιοθέτησε). 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω ξανά το «Πόλεμος και Ειρήνη». Σχεδία στη θύελλα. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, εφόσον γράφω λογοτεχνικές κριτικές. Και έντυπες, και ηλεκτρονικές. 

Περί αδιακρισίας 

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Ο Μπέργκμαν στο «Φάννυ και Αλέξανδρος». Οι αδελφοί Ταβιάνι. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; 

Σε γενικές γραμμές αδιάφορες. Ένα ακόμη παιχνίδι δημοσίων σχέσεων. Ωστόσο, όπως σε όλα, υπάρχει ένα καλό κι αυτό είναι ότι έχεις άμεση πρόσβαση. 

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

– Γιατί πιστεύετε πως σας επιλέξαμε για το ερωτηματολόγιό μας αυτό;

– Ειλικρινώς, δεν γνωρίζω.

29
Μάι.
18

Δημήτρης Χριστόπουλος – Σπουδή στο κίτρινο

Περικοπές από βίους ηττημένων και αγωνιστών

Και σκεφτόμουνα…αν, λέω αν, κάποια στιγμή καθιερωθούν παρελάσεις και παράτες για τους ανθρώπους σαν τον Αθάνατο και για όλους τους Αθάνατους του κόσμου, που ζούνε – χωρίς μπατζάκια ή μανίκια – σε σοφίτες και σε χαρτόκουτα, σε άσυλα και σε στοές, κυνηγημένοι και εξόριστοι από θεούς και ανθρώπους, γιατί πολέμησαν και έπεσαν υπέρ χρημάτων και βωμών. Γι’ αυτό μισούσα από μικρός τις παρελάσεις και τις σημαίες. Γι’ αυτό. [σ. 187]

μονολογεί ο αφηγητής του West Side Story, που κάνει συντροφιά στον Αθάνατο Θανάση, που ζει σ’ ένα δώμα, χωρίς πόδια εξαιτίας ενός εργατικού ατυχήματος στο Πέραμα αλλά πεισμώνει και ελπίζει αφού πλέον νοικιάζονται και οι άνθρωποι. Κι αρχίζει να περπατάει με τα χέρια και στερεώνει το σακατεμένο του κορμί σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο καρότσι λαϊκής με δυο ρόδες – μια εικόνα που θυμίζει στον αφηγητή τις παρελάσεις με τους ανάπηρους του πολέμου. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς για να εργαστεί; Κι όμως υπάρχει μια δουλειά ακριβώς για την περίπτωσή του: να γίνει φύλακας σκυλάνθρωπος σε μέρη κακόφημα, όπου φυλές και πλάσματα είναι «χωρίς».

Με το βλέμμα στη φυγή ο Γεράσιμος Μαρκίδης μιας εταιρείας κηδειών σε προδιαγεγραμμένη χρεοκοπία βρίσκει καταφύγιο στις ψυχρές αίθουσες των κοιμητηρίων πίνοντας φτηνά κονιάκ με τεθλιμμένους συγγενείς· στο σπίτι η Κλαίρη βρίσκεται σε συνεχή απουσία και απιστία, η μεγάλη κόρη ετοιμάζεται για πολυέξοδες σπουδές στο εξωτερικό και ο μικρός γιος περιμένει την σειρά του. Με τις παγερές σιωπές των παιδιών να εναλλάσσονται με τις κατηγορίες της για εκείνον που δεν είναι «αρκετά αρκετός» και με τον χρόνο να τους έχει όλους χωνέψει, ο Μαρκίδης ταξιδεύει αρχές φθινοπώρου εν πλω για να κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς και τα κιτάπια. Αυτός που στερήθηκε τον διάλογο συναντά στο κατάστρωμα τον Μααμούν που έχει φτάσει από τους αγριότερους τόπους του παρόντος και μιλούν με όλους τους τρόπους την πανάρχαια γλώσσα του πόνου. Οι κώδικες των οριακών στιγμών καταργούν φύλα και φυλές, σύνορα και θρησκείες. Μαζί ονειρεύονται την φυγή, «όπου σε βγάλει, χωρίς να κοιτάζεις πίσω», αλλά την ίδια στιγμή δεν τους λαχαίνει παρά μια ειρωνική έξοδος.

Στην Κρίση πανικού ο παραπάνω γιος στριμωγμένος στην γαλαρία ενός τρόλεϊ που μοιάζει με τρύπια βάρκα σε ακυβέρνητη πολιτεία παρατηρεί μια κοπέλα έξω στον δρόμο, σε ελεύθερη κατάδυση, σε μια σχεδόν ονειρική κινηματογραφική μεταφορά, ενώ μέσα στο κλυδωνιζόμενο σκάφος οι επιβάτες απαιτούν να πεταχτεί στην θάλασσα κάθε λαθρεπιβάτης – κι εδώ το όνειρο σταματά. Πιο ξένη κι εκείνη από αυτόν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορούν παρά να σώσουν ο ένας τον άλλον γιατί δεν έχουν πια ούτε τον χρόνο να λυπηθούν τον εαυτό τους. Σε μια «συγγενική» οικογένεια δυο αδελφές απέχουν τα έτη φωτός που σκοτεινιάζουν σήμερα κάθε ανθρώπινη επικοινωνία: η μία αποβλήθηκε από το σχολείο επειδή μίλησε επιθετικά σ’ έναν Άραβα συμμαθητή της, η άλλη κάνει παρέα με την μιγάδα Σαμπίν και επιχειρεί να της μοιάσει στην εμφάνιση, ενώ ο πατέρας προτιμά να παραμένει στον δικό του κόσμο (Τομπισκοτάκιμου).

Όταν Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο ένας πετρωμένος αφηγητής περιμένει τις αργίες για να περιγράψει την τσιμεντούπολή «μας», τα ραγισμένα πεζοδρόμια και τα φαντάσματα των άδειων κτιρίων, μια πόλη φρυγμένη «που κάθε βράδυ λιγοστεύει». Βλέπει τους περαστικούς αμίλητους, κανείς να μην κοιτάζει κανέναν· ξαπλώνει στα χαρτόνια των αστέγων κάτω από ένα παροπλισμένο ξενοδοχείο και αναρωτιέται μήπως με τα χρόνια έγινε αόρατος. Είναι άραγε μνημείο αυτός που τα μνημεία απεχθάνεται γιατί εγκλωβίζουν το κεφάλι της ιστορίας σε κύφωνα; Γίνεται ποτέ να πετρώσεις το χρόνο; Τις νύχτες κάποια κοπέλα ακουμπά αδέξια πάνω του για ν’ ανάψει τσιγάρο, άλλοι του γυρνάνε την πλάτη ή περπατούν σκυφτοί, μόνο το κεφάλι να κουνάνε σαν κατάδικοι σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων, εξαργυρώνοντας στα ΑΤΜ τα τελευταία λάφυρα από τις τράπεζες που τοκίζουν την θλίψη τους. Αλλά όταν φτάνει το κορίτσι της προηγούμενης ιστορίας εκείνος της συστήνεται και το απρόβλεπτο κοινό τους στοιχείο κοκκινίζει τον ουρανό και φωτίζει το μέλλον.

Κάθε ιστορία επιστρατεύει έναν κεντρικό χαρακτήρα που ταυτόχρονα αποτελεί κεντρικό ήρωα του δικού του ταπεινού βίου και περιφερειακό κομπάρσο μιας ζωής που υπεξαιρείται κάθε μέρα από την σκληρή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Αλλά την ίδια στιγμή μας προσκαλεί να θυμηθούμε ένα αντίστοιχο πρόσωπο από την δική μας ζωή. Ποιος δεν είχε στην εφηβική του παρέα εκείνον που πάντα έμοιαζε μεγαλύτερος, έφτιαξε μια μπάντα και ονειρευόταν να πετάξει μακριά όπως εδώ ο Τσάρλυ του Never mind; Εσωτερικός μετανάστης από την επαρχία στον Πειραιά, με πατέρα για πάντα χαμένο στα ανοιχτά του Κέιπ Τάουν, στριμωγμένος στο ανήλιαγο δυάρι μιας γηραλέας πολυκατοικίας, ο δεκαεξάχρονος φίλος, όπως τον θυμάται ο αφηγητής, γνώριζε καλά σε τι ήταν προικισμένος. Αλλά αντιπαθούσε «όσους μιλούν για κανονικότητες ή γραδάρουν την κοψιά σου» γιατί του θύμιζαν τον Προκρούστη και οι γείτονες που δεν άντεξαν τα ξεσπάσματα ή την όψη του ανάγκασαν την οικογένειά του να μετακομίσει για άλλη μια φορά.

Κάπως έτσι τα σπάνια μουσικά ταλέντα που δεν έφτασαν ποτέ ως τα αυτιά μας ανέβαιναν στις ταράτσες για συναυλία με κοινό την αχανή πόλη και είχαν τα χέρια τους ανοιχτά, έτοιμα να πετάξουν αλλά φαίνεται πως αυτό δεν αρκούσε. Εκεί τον ψάχνει ο αφηγητής, στις καπνισμένες πρόβες με τις υποσχέσεις, την σιωπή των αδέσποτων του δρόμου και τους στίχους του τραγουδιού που τότε τα προέβλεπε όλα. Αν κάθε ιστορία του Χριστόπουλου είναι την ίδια στιγμή κεφάλαιο σε μυθιστόρημα και αυτόνομη ταινία μικρού μήκους, αυτή εδώ θα την κρατούσαμε αγύριστη, γιατί ανήκει στον Νίκο Νικολαΐδη.

Όλα καλά, «Όλα καλά θα πάνε τώρα», η μόνιμη επωδός εκείνων που μετανάστευσαν λέγεται κι από τους άλλους που έμειναν πίσω. Τελικά να φεύγεις για να «ζήσεις» ή να μένεις για να παλέψεις; Ο Σταύρος Δαμίγος, χαμένος νικητής και πατέρας του αφηγητή, διάλεξε το πρώτο, αλλά χάθηκε στα τάρταρα του κάρβουνου, στα ορυχεία του Βελγίου. Κι ο γιος για να μην αφεθεί η οικογένειά του στα ίδια σκοτάδια προτίμησε να παίζει στα χαμένα, κολλημένος στα περίχωρα του Λιμανιού, ορκισμένος να μην τα εγκαταλείψει ποτέ, ελεύθερος πολιορκημένος να τα βάζει με όλους και όλα. Αυτός που πεισματικά παρέμεινε έγκλειστος στον τόπο του, με την μητέρα εργάτρια στα Λιπάσματα κι έπειτα στου Κεράνη, είναι βέβαιος ότι κανείς δεν γλιτώνει φεύγοντας και εξακολουθεί να λέει «όλα καλά». Φυγή ή παραμονή, το δίλημμα της νέας γενιάς σήμερα, είναι ένα υλικό που φτιάχνει ολόκληρο μυθιστόρημα αλλά ο συγγραφέας προτίμησε να το πυκνώσει στην εκτενέστερη ιστορία του.

Στο διήγημα Δεν με λένε Αντώνη ο χαρακτήρας κατεβαίνει εσπευσμένα από το λεωφορείο για να συναντήσει τον παλιό του φίλο Οδυσσέα, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίνεται στο όνομά του. Τα μαλλιά του μοιάζουν βρώμικα, τα γένια του είναι μακριά και στο βλέμμα του αντικρίζει όλα τα πρόσωπα των ηττημένων. Μήπως εκείνος είναι κάποιος άλλος, μήπως ο ίδιος είναι ένας άλλος; Για άλλη μια φορά θα επιστρατευτεί η μνήμη για να συγκολλήσει τις σπασμένες ψηφίδες μιας εποχής, μιας αφισοκόλλησης με δυο άλλους φίλους, μιας άνανδρης επίθεσης με σιδερένιες γροθιές κι ενός από μηχανής Οδυσσέα να σώζει τις ζωές τους και να γίνεται άφαντος. Ίσως τώρα αυτός να είναι ο κυνηγημένος και να ζει με άλλο όνομα, γιατί και οι φίλοι του ξαναβαφτίστηκαν με ευπρεπή ονόματα ποιος είναι αυτός να τους κρίνει, σήμερα που «δεν αλλάζουν μόνο όνομα οι δρόμοι, αλλά και η ιστορία που ξέραμε». Αλλά από την ανάποδη, τίποτα που αξίζει να αλλάξει δεν αλλάζει. Ο ήρωας κάνει κύκλους στις προσφυγικές συνοικίες, Βούρλα, Τσιμεντάδικα, Λιπάσματα, Ηλεκτρική, Ικόνιο, και μια παραίτηση του υπαγορεύει πως τίποτε δεν είναι στο χέρι του ν’ αλλάξει. Ίσως μόνο και το δικό του όνομα.

Το εργοστάσια, μια δίνη που σε ρουφά και τότε δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς τίποτα. Το μυαλό σου θολώνει κι οι σκέψεις σου ηλεκτροφόρα καλώδια. Γίνεσαι με τον καιρό κι ο ίδιος μια ηλεκτρική συσκευή που δουλεύει ασταμάτητα, ακούραστα, αθόρυβα, με υπακοή. Κουρδίζεσαι στη νόρμα της, ανασαίνεις την ανάσα της, παίρνεις ενέργεια απ’ την πρίζα. [σ. 107]

Cum Juda: Μέχρι πού μπορεί να φτάσει κανείς για να κρατήσει την δουλειά του; Τι μπορείς να κάνεις αν δεν θέλεις να βρεθείς στην θέση του πατέρα που τον συνέλαβαν να κλέβει ένα κουτί μαρκαδόρους για το παιδί του; «Ο φόβος της απόλυσης άλλους τους κάνει πρόβατα κι άλλους τους κάνει λύκους». Ο Χρήστος Αλεξίου διάλεξε να σώσει τον εαυτό του εις βάρος κάποιου άλλου κι αναγκάστηκε να ζει με την φαρμακερή επωδό της συντρόφου του Αμαλίας, πως ο προδότης και ο ρουφιάνος είναι χειρότερος από δολοφόνο. Στο εργοστάσιο, λοξοκοιτάγματα, κομμένες μιλιές, ο κλοιός της σιωπής. Τα ελαφρυντικά του: κι οι περισσότεροι το ίδιο κάνουν ή το ίδιο θα έκαναν. Τώρα που θα δει και το όνομά του πρώτο στην λίστα των ανακοινώσεων και γίνει ένας «άνεργος, φτωχός, μη-άνθρωπος», όταν μπει και το δικό της μέσα σε άλλη λίστα έξω από τους απόπατους, ο Χρήστος Αλεξίου, που δεν έπαψε να «βλέπει» τα εργοστάσια να μπαρκάρουν σαν πλοία, ζει την δική του Μεγάλη Βδομάδα. Και τι λόγο ύπαρξης έχουν η Σταύρωση και η Ανάσταση αν δεν ανασταίνουν τους ανθρώπους;

Διωγμένος από ένα εργοστάσιο στην Ελευσίνα, από ρουφιανιά κάποιου Χρήστου, ο Διονύσης της επόμενης ιστορίας, The knocker-upper man, είναι ο εξαφανισμένος δίδυμος αδελφός του αφηγητή, ο οποίος γιορτάζει μόνος τα είκοσι επτά τους χρόνια και ανατρέχει στο δραματικό οικογενειακό παρελθόν. Πόσο μοναδική και ταυτόχρονα πόσο παγκόσμια κι αυτή η Αγία Οικογένεια, όπου ο μισητός πατέρας είναι ο γραφειοκράτης που με μια υπογραφή καθορίζει ζωές αλλά κι ένας βράχος ηθικής που ως σωστός βράχος πλακώνει την γυναίκα και τα παιδιά του. Άτακτος και ανυπότακτος, ο Διονύσης υφίσταται τα πάνδεινα και κάποια στιγμή μετατοπίζει τα σύνορα εντός του, παρατώντας όνειρα, τρέλες και κορίτσια για να γίνει ένα με το τραγούδι ενός συνομήλικου Μόρρισον.

Αυτός ο πατέρας των καθοριστικών υπογραφών μας περιμένει στην επόμενη ιστορία Τυπική καρικατούρα αναρριχώμενου πολιτικού με βαθιές υποκλίσεις και διατεταγμένους δορυφόρους, κυβερνά χάρη στις θυσίες των αγωνιστών μιας άλλης εποχής. Η αγροτική καταγωγή τού αρκεί ως πιστοποιητικό κοινωνικής ευαισθησίας και πολιτικής ορθότητας και μερικοί πίνακες στον τοίχο ως δείγματα καλλιτεχνικής παιδείας, σπουδή στο κίτρινο. Όλα πάνε κατ’ ευχήν μέχρι την στιγμή που η κομμώτρια που κάλεσε στο γραφείο αποδεικνύεται απολυμένη με την τζίφρα του, αναξιοπαθούσα προστάτης οικογένειας, οικονομικά ασθενής. Στις επόμενες σελίδες η ίδια η ζωντανή τέχνη της εκδίκησης ή της δικαίωσης θα αποκτήσει τα κίτρινα χρώματα που ο ίδιος θαύμαζε στο γραφείο της εξουσίας και αμφότεροι θα γίνουν χρώμα στον απολογισμό της ζωής τους, ο καθένας εκείνο που του αξίζει.

Μπορεί η καθημερινότητα να περιθάλπει τα όνειρα ή στο τέλος τα ξεπλένει μέχρι να ξεθωριάσουν; Η Ίντιγκο από μικρή ξέρει την τέχνη του πλυσίματος, του απλώματος και του σιδερώματος και τηρεί κατά γράμμα το πρωτόκολλο της καθαριότητας που διδάχτηκε απόν μικρή. Κάποτε τα σεντόνια γίνονται πολύχρωμοι χαρταετοί με καλούμπες τα ίδια τα σχοινιά. Τα σημάδια στα ρούχα της είναι το ίδιο αντιπαθή με τα σημάδια που επιμένουν να αφήνουν οι άνθρωποι. Τώρα μ’ έναν σύζυγο που λείπει όλη την μέρα σε κάποια υποτιθέμενη δουλειά και επιστρέφει μουρμουρίζοντας σπασμένες λέξεις από ξένα στόματα, βλέπει τα ίδια της τα όνειρα να ξεθωριάζουν όπως τα χρώματα στον ήλιο. Αλλά προέχει η επιβίωση και μια κόρη που αξίζει καλύτερη ζωή, κι ας μοιάζει το σπίτι με ναρκοπέδιο κι ας γίνεται ο σύντροφος βιαστής. Ακόμα και στην νέα εξουθενωτική της δουλειά σ’ ένα μοτέλ στον Σταθμό Λαρίσης θα φροντίσει το ζευγάρι των αστέγων που σαλεύει στο σκοτάδι. Άλλωστε….

Η χειρότερη φυλακή δεν είναι ο Κορυδαλλός, είναι αυτή που χτίζουμε, πέτρα την πέτρα, κάθε μέρα με τα ίδια μας τα χέρια –χωρίς ν’ αγγίζουμε τους τοίχους, για να ’χουμε έτσι την ψευδαίσθηση της ελευθερίας– και δεν μπορούμε να την γκρεμίσουμε ούτε να δραπετεύσουμε. Ένα μπουντρούμι που χωρά μονάχα το ασήμαντο σαρκίο μας, ένα στενό κελί που στενεύει όλο και πιο πολύ, σφίγγει, μικραίνει, συρρικνώνεται, μέχρι να μας συνθλίψει εντελώς. Και να σκεφτείς πως κάποτε έζησαν άνθρωποι κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο, αλλά το δωμάτιο είχε παράθυρα ανοιχτά στον κόσμον όλο. [Λερωθείτε, κάνει καλό, σ. 161]

Αν σε μια εποχή σαν κι αυτή οι ερωτικές ιστορίες συμβαίνουν ακαριαία, συχνά ερήμην του ενός, τότε ο ιππότης της ασφάλτου είναι μια ιδανική εκδοχή τους. Είναι η ιστορία για το κορίτσι που περνάει όλες τις γιορτές στο κουβούκλιο των διοδίων, συνηθισμένη στην μεθόριο και την μοναξιά της εθνικής οδού, πόσο μάλλον όταν ο σύζυγός της τής προσφέρει τα ίδια στο σπίτι. Κι έτσι, όταν μαζί με τον αέρα που κατεβαίνει από τα προγονικά της μέρη στην Πολωνία, βλέπει πάμφωτη μια νταλίκα να κυλά στην μαύρη άσφαλτο, με κάτι γραμμένο για την αγάπη να αναβοσβήνει στο παρμπρίζ, κι ο οδηγός της προσφέρει λόγια νοιαστικά για την ασθένειά της, εκείνη αποφασίζει να τον περιμένει σε κάθε της βάρδια, να πάρει τα λεφτά από το ταμείο και να φύγουν μαζί, όσο πιο μακριά γίνεται. Γίνεται;

Οι χαρακτήρες των δεκαοκτώ ιστοριών, πρώτοι, δεύτεροι ή τελευταίοι, πασχίζουν να κρατήσουν στην μνήμη αυτό που ήταν ή ήθελαν να είναι, να καταλάβουν τον σημερινό εαυτό τους, να μαζέψουν τα κομμάτια του. Βγαίνουν όπως βγαίνουν από δράματα και συντριβές, γαντζώνονται από ποιήματα και τραγούδια, ονειρεύονται την αναχώρηση και απορούν για την πατρίδα που σαν σαρκοβόρο ψάρι έτοιμο να τους κατασπαράξει τους προειδοποιεί να φύγουν μακριά. Όλοι μένουν και πεισματικά επιμένουν, όπως «οι ξεχασμένες σιδηροτροχιές του τραμ, που θάφτηκαν στην πυρωμένη άσφαλτο αλλά γυαλίζουν ακόμα». Ακόμα και οι Συνηθισμένοι άνθρωποι, δυο σύζυγοι που χάνουν το σπίτι τους, βγαίνουν και προχωρούν προς ένα μέλλον άδηλο αλλά πάντως μέλλον. Και δεν είναι μόνοι τους: δίπλα τους στις σελίδες, και κάπου μακρύτερα έξω στον κόσμο, περπατούν μαζί τους οι ήρωες όλων των ιστοριών όπως αυτές.

Πρόζες της ανελέητης κρίσης, θα μπορούσαν όλες αυτές οι ελάσσονες βιογραφίες να αρκεστούν στην ανάγλυφη απόδοση της σύγχρονης πραγματικότητας. Αλλά φαίνεται πως για τον συγγραφέα δεν είναι αρκετό, εφόσον όχι μόνο τους στερεί κάθε στεγνό, δημοσιογραφικό χαρακτήρα όπως κατά κόρον συνηθίζεται στην ανάλογη θεματολογία αλλά και τις μεταπλάθει σε λογοτεχνία. Είναι μια τέχνη λόγου όπου ακόμα και ο πιο σκληρός ρεαλισμός μπορεί να γράφεται με τον πλέον φυγόκεντρη ποιητικότητα. Μέσα από έναν καταιγισμό μεταφορών, παρομοιώσεων και εικόνων, όπου το ίδιο το κίτρινο χρώμα είναι κάτι παραπάνω από σκηνικό, ατμόσφαιρα ή μαρτυρία συναισθήματος, ο Χριστόπουλος, όπως ένας άλλος «συγγραφέας» στο εργαστήρι του εδώ, δοκιμάζει την αντοχή των λέξεων και υπόσχεται πως κάποια στιγμή θα τα γράψει όλα. Ήδη έγραψε αρκετά.

Είναι, τέλος, αξιοσημείωτη η διαδοχή των προσώπων από την μία ιστορία στην άλλη, χάρη σε διάφορους δεσμούς, σαν να ανταλλάσσεται η σκυτάλη του ίδιου αγώνα σε τόσο διαφορετικούς αθλητές, όχι για να τρέξουν ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα μιας σκληρής εποχής αλλά επειδή στην ουσία όλοι αποτελούμε κομμάτι της ίδιας ιστορίας και της ίδιας εποχής. Ποτέ άλλοτε τόσο ατομικές, τόσο μοναδικές ιστορίες, δεν ήταν ταυτόχρονα τόσο κοινές, τόσο συλλογικές.

Εκδ. Ροδακιό, 2018, σελ. 235, με έξι σελίδες σημειώσεων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ. Οι προηγούμενες «Δημόσιες ιστορίες» του εδώ. Η 1η, η 4η και η 5η φωτογραφία είναι του συγγραφέα.

16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

05
Μαρ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 183. Σόνια Ζαχαράτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θύρα κόλασης ή παραδείσου, η αναδρομή στο παρελθόν, η λογοτεχνικοποίηση ονείρων, η κατάθεσή τους στο χαρτί. Από κάποιους επίμονους εφιάλτες ξεκίνησε  η συγγραφή του βιβλίου «Παιχνίδι με τον σπάγκο», (εκδόσεις Κουκούτσι). Ακολούθησαν μνήμες, ανασκαλέματα, φαντασία και μυθοπλασία, αναζητώντας την τακτοποίηση της σχέσης μιας κόρης με τη μάνα της και την οριστική κάθαρση. Υπάρχει, όμως, κάθαρση; Πόσο συγχωρείται η ενοχή; Πόσο γίνεται δυνατή η συγγνώμη; Πόσο αρχετυπικά λατρευτική είναι αυτή η σχέση; Ποιο είναι, εντέλει, το τραύμα και από πού εκπορεύεται και πού εδραιώνεται; Ποίηση, διάλογοι με θεατρικότητα και πεζά κείμενα έδεσαν τα αναπάντητα ερωτήματα, μετατρέποντάς τα σε μια σχεδόν τελετουργική εξομολόγηση.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Οι πρώτες προσπάθειες αφορούσαν τη συμμετοχή μου σε μικρές  ανθολογίες. Ήταν τότε, μεταξύ εφηβείας και μετεφηβείας, που τα όνειρα αλλά και η μελαγχολία έδιναν το παρών τους. Μαζεύαμε χρήματα και εκδίδαμε τα ποιήματά μας. Νομίζαμε ότι βάζαμε τα θεμέλια της διαφοράς από τους υπάρχοντες ποιητές, αλλά ακολουθούσαμε τους δρόμους που είχαν ανοίξει. Έπειτα, πέρασαν χρόνια, και το 1989 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αστάρτη μια σειρά πεζοποιημάτων μου, με τίτλο «Πανσέληνος παρά κάτι».

Η ουσιαστική εμπλοκή μου με τη συγγραφή έγινε δέκα χρόνια αργότερα –απείχα εξ αιτίας της έντονης επαγγελματικής δραστηριότητάς μου στον χώρο της δημοσιογραφίας-, με το ψυχολογικό θρίλερ «Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα)» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Έχοντας πενθήσει, εκείνο το διάστημα, κάποιους λατρεμένους ανθρώπους μου, ήμουν πολύ θυμωμένη για το άδικο του θανάτου και προσπαθούσα να ‘τα βάλω’ μαζί του, να του αποδείξω ότι μπορούσα κι εγώ να κλέψω ζωές. Ήθελα να βγω νικήτρια, σκοτώνοντας ωσάν μαινάδα ή σαν τη θεά Εκάτη και έγραψα ένα κείμενο με αρκετή βία που με αιφνιδίασε και με τρόμαξε.

Η «Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα», εκδόσεις Εξάντας, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή ιστορικό αφήγημα αν προτιμάτε, που ξεκίνησε και προχώρησε μέσα από συμπτώσεις. Συμπτωματικά είδα μπροστά μου, καθώς περπατούσα, το όνομα Μαρία Θηρεσία, σκέφτηκα ‘πόσο δύσκολο είναι να σε φωνάζουν έτσι στις ημέρες μας’, το ξαναείδα τυχαία κάπου αλλού, θυμήθηκα την αυτοκράτειρα της Αυστρίας, ξεσκόνισα τις γνώσεις μου μπαίνοντας στο διαδίκτυο. Εκεί, ανακάλυψα και την Μαρία Θηρεσία Καρλότα. Έπεσα πάνω σε κάποιο ημερολόγιό της, το οποίο ξεκινούσε από μια 10η Αυγούστου, ημερομηνία των γενεθλίων μου. Άρχισα να το διαβάζω. Η Μαρία Θηρεσία Καρλότα ήταν η θυγατέρα της Μαρίας Αντουανέτας και του Λουδοβίκου 16ου, η οποία βίωσε στην εφηβεία της τον αποκεφαλισμό όλων των δικών της. Αναρωτήθηκα πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος με τον λαιμό του, όταν μια λεπίδα έχει κόψει το κεφάλι των αγαπημένων του. Θέλει να τον βλέπει στον καθρέφτη, να τον πιάνει, να δέχεται πάνω του ένα χάδι, ένα φιλί; Έτσι, ξεκίνησε η περιπέτειά μου με αυτό το βιβλίο, για το οποίο ταξίδεψα στο Παρίσι, περιδιάβηκα όλους τους χώρους που είχε ζήσει η μικρή πριγκίπισσα, διάβασα αμέτρητες σελίδες ιστορίας.

«Τα νερά στα μάτια σου» από τις εκδόσεις Τόπος, είναι ένα ιστορικό αφήγημα, ερωτικό, η εξομολόγηση του Αντίνοου προς τον αυτοκράτορα Αδριανό, μια εξομολόγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγκεκριμένος έρωτας πάντα με συγκινούσε, καθώς είναι ίσως ο μοναδικός στην ιστορία που έχει αφήσει τόσα μνημεία πίσω του, τα οποία κοσμούν τα μουσεία της Ευρώπης. Ο Αντίνοος, μετά τον θάνατό του, ανακηρύχτηκε θεός από τον Αδριανό σε διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και στην Αθήνα, και το όνομα του δόθηκε σε μια πόλη της Αιγύπτου, σε ένα αστέρι και σε αγώνες που διεξάγονταν στη Μαντινεία.

«Ο εχθρός μου», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Κι αυτός, ο εχθρός, είχε ως ερέθισμα ένα ντοκιμαντέρ του BBC που αφορούσε τη σφαγή στο σχολείο του Μπεσλάμ, όταν το κατέλαβαν τρομοκράτες. Ποιος είναι, αλήθεια, ο τρομοκράτης; Πώς φτάνει σε μια τέτοια πράξη; Τι συνθήκη αναπτύσσεται σε έναν κλειστό χώρο, όπου εχθροί και δικοί συγκατοικούν και ο θάνατος παραμονεύει για όλους; .Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε μερικές ώρες ανάμεσα σε έναν τρομοκράτη και σε μία μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί της. Πρόκειται για έναν διάλογο, που ανέβηκε σε παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη, με τους ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Βαγγέλη Στρατηγάκο. Μπαγιάν έπαιζε η Ξένια Τσέλιγκα. Επίσης, ως αναλόγιο, με τους ηθοποιούς Τιτίκα Βλαχοπούλου και Δημήτρη Πετρόπουλο, σκηνοθετημένο από την πρώτη, με συνοδεία φλάουτου από την Σοφία Μαυρογενίδου.

«Madre Dolorosa –O Έρωτας», εκδόσεις Μελάνι. Μακροσκελές ποίημα. Ένας άνδρας, κοιτώντας μια φωτογραφία, βυθίζεται στις ερωτικές μνήμες του, περνά με τη φωτογραφία στο χέρι, ολόκληρη τη ζωή του. Το ποίημα είναι μια εμμονή στο θέμα της απώλειας. Ανέβηκε, ως σκηνοθετημένο αναλόγιο, από τον Δημήτρη Καντιώτη στην Αθήνα και σε περιφερειακά φεστιβάλ με την ηθοποιό Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Τη συνόδευε με το τραγούδι του ο πορτογάλος καλλιτέχνης Αντρέ Μάια και με το τσέλο του, ο Γιώργος Ταμιωλάκης.

«Το γκολ», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Ένας θεατρικός μονόλογος μιας έγκλειστης ψυχοπαθούς, η οποία είχε σκοτώσει ένα παιδί. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, ασφαλώς δοσμένη με μυθοπλασία, καθώς έψαχνα τα αίτια που δεν γνώριζα.

«23 συνεντεύξεις και μία συζήτηση», εκδόσεις Πολύτροπον. Συνομιλίες συγκεντρωμένες από τη δημοσιογραφική πορεία μου, κυρίως ψυχογραφήματα προσωπικοτήτων. Έλληνες και ξένοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, φιλόσοφοι, που έχουν αφήσει το στίγμα τους στους τομείς με τους οποίους ασχολούνται ή ασχολήθηκαν, καθώς αρκετοί έχουν φύγει από τη ζωή.

 Η συγγραφή θεατρικών έργων έχει διαφορετικούς στόχους και απαιτήσεις σε σχέση με τα άλλα λογοτεχνικά είδη; Τι σας ωθεί στην συγγραφή ενός θεατρικού έργου;

Ασφαλώς και έχουν διαφορετικές απαιτήσεις και πιστεύω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο είδος. Αυτό που με ωθεί σε αυτό το είδος είναι η διατύπωση της άμεσης έκφρασης των ανθρώπων -ηρώων. Επίσης, η ‘συνομιλία’ αυτής της αμεσότητας με τους θεατές.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ποτέ. Ίσως μόνο να έχω κρατήσει κάποιες ελάχιστες σημειώσεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βεβαίως. Τόσο ο Αντίνοος όσο και ο Αδριανός, καθώς και ο ανώνυμος ήρωάς μου στο «Madre Dolorosa –O έρωτας». Ο τελευταίος φοβάμαι ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι θα σέρνει πάντα τις μνήμες και τα ερωτήματά του και τις λιωμένες παντόφλες του στους αιώνες των αιώνων, για αυτό σκέφτομαι ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να τον ελευθερώσω από τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Να του χαρίσω ξανά έναν έρωτα για να αναζωογονηθεί ή να τον αφήσω να πεθάνει εν ηρεμία. Και ο Αδριανός και ο Αντίνοος πώς να μη με ακολουθούν με τόσες δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για τον αυτοκράτορα και για τον έρωτά του; Άλλωστε, είμαι γραμμένη και δέχομαι τα newsletters της σελίδας  Following Adrian. Ξέρω, λοιπόν, κάθε τι που τους αφορά. Επίσης, τους ακολουθώ, περπατώντας όπου υπάρχουν σημάδια τους, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού και σε ό,τι έχει απομείνει στον Εθνικό Κήπο, καθώς είναι μέρος της περιοχής, όπου ο Αδριανός είχε κτίσει την πόλη έξω από την πόλη, ονομάζοντάς την, Νέαι Αθήναι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Με βοηθά το τυφλό σύστημα φραφής, επειδή με την ταχύτητα προλαβαίνω την σκέψη μου. Φυσικά, πρόκειται για μια πρώτη γραφή, διότι ο αριθμός των αντιγραφών, των διορθώσεων, των διαγραφών είναι μεγάλος. Ως προς το πώς και πού παγιδεύω τις ιδέες μου, η απάντηση περιλαμβάνεται στην ερώτησή σας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεγράφησαν τα βιβλία. Να προσθέσω  ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι, μια φράση, διαβάζοντας έναν στίχο, βλέποντας μια σκηνή στον δρόμο ή σε ένα φίλμ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επιλέγω απομόνωση και σιωπή. Και αν θελήσω να ακούσω μουσική, θα είναι ή κάποιο θέμα του Φίλιπ Γκλας, του Ουμεμπαγιάσι, του Κορζενιόφσκι –για να θυμηθώ μερικούς-, ή κάποιο κλασικό κονσέρτο για βιολί ή πιάνο. Κυρίως, μουσική που δεν μου δημιουργεί σύγχυση.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στην πρώτη δημοσιογραφική σχολή της Αθήνας. Ο επηρεασμός έχει να κάνει με δικά μου διαβάσματα, με την αγάπη μου στην αρχαιολογία και στη γαλλική παιδεία, καθώς οι Γάλλοι όταν σε εκπαιδεύουν ξέρουν να σου περνούν τον πολιτισμό τους, και η γλώσσα –εννοώ, οικονομία λόγου, σύνταξη κλπ., -στη δημοσιογραφία. Κάποτε, ήταν μεγάλο σχολείο…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Άγνωστες γυναίκες που συναντώ στη ζωή. Ωστόσο, καμία δεν θα ήθελα να παρουσιάσω ως έχει. Πάντα μεταπλάθω ό,τι προσλαμβάνω. Από ιστορικά πρόσωπα, την Αρτεμισία Α΄ της Καρίας, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, που πολέμησε με τα πλοία της στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Την γνώρισα στην Ιστορία του Ηρόδοτου και με εντυπωσίασε.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω έναν δεύτερο τόμο με συνομιλίες που είχα την τύχη να κάνω με επιφανείς Έλληνες. Συγχρόνως, γράφω πολλά και μικρά, ποιήματα και διηγήματα που βάζω στο συρτάρι μου.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αρχαίοι Έλληνες, ιδίως ιστορικοί και, κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, Κούντερα, Ντάρελ, Μπροχ, Μπέκετ, Ναμπόκωφ, Αντρέγιεφ, Τσέχωφ, Έκο, Φώκνερ, Κορτάσαρ, Φουέντες και τόσοι πολλοί άλλοι… Από τους Έλληνες, θα αναφέρω, για λόγους ευνόητους, μόνο κάποιους που έχουν φύγει από τη ζωή: Τσίρκα, Καραγάτση, Μάτεσι, Χατζή, Κουμανταρέα, Μοσκώφ, Σεφέρη…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αν ρωτάτε μόνο για λογοτεχνικά βιβλία: ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ του Ντοστογιέφσκι, ‘Ταξίδι στην άκρη της νύχτας’ του Σελίν, ‘Ο Εραστής’ της Ντυράς, ‘Το μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης’ του Πεντζίκη, ‘Ζήτω η κόλαση’ του Μπατάιγ, ‘Κόκκινο Σκυλί, Κόκκινο Σκυλί’ του Λέιν Πάτρικ, ‘Η γυναίκα του μεσημεριού’ της Γιούλιας Φρανκ, η τριλογία (Μύηση-Λαβύρινθος-Έξοδος) του Γιώργου Μιχαηλίδη και πολλά άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Λευκό Μακρύ Παλτό (και άλλες ιστορίες) της Χρυσοξένης Προκοπάκη, διηγήματα που διάβασα πρόσφατα και που τα αγάπησα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με έχει εντυπωσιάσει ο Σταύρος Σταμπόγλης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ιουστίνη του Ντάρελ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προσπαθώ να τα παρακολουθώ, αλλά ομολογώ ότι όχι όσο και όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτόν τον λόγο, διστάζω να αναφερθώ σε δύο που προτιμώ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία ποίησης νέων Ελλήνων, Βασίλη Αμανατίδη, Βασίλη Ζηλάκο, Δημήτρη Αγγελή, Μαρία Κουλούρη, Γιάννη Στίγκα για να θυμηθώ μερικά ονόματα. Προσπαθώ να μπω στη σκέψη τους. Συγχρόνως, διαβάζω το «Εκείνος που δεν με συντρόφευε» του Μωρίς Μπλανσό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, έντυπες και ηλεκτρονικές, αλλά δεν τις αφήνω να με επηρεάσουν, καθώς οι κριτικές τους είναι πάντα υποκειμενικές.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν μπορώ να διαβάσω στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Προτιμώ να μελετώ τα πρόσωπα των επιβατών, γύρω μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Από το θέατρο με έχει επηρεάσει κυρίως ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος με τις εμμονές του, έργα του Βογιατζή και του Γιώργου Μιχαηλίδη, σκηνές του Μαρμαρινού, του Χουβαρδά -όταν είχε το Θέατρο του Νότου-, για να θυμηθώ μερικούς, αδικώντας τους υπόλοιπους. Από τον κινηματογράφο, κατά πολύ ο Ταρκόφσκι, ο Γκριναγουέι, ο Αγγελόπουλος, ο Μπέργκμαν, κινέζοι σκηνοθέτες…

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το συμβουλεύομαι συχνά κι έχω βρει παλιούς γνώριμους, συναδέλφους και συμμαθήτριες, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι –καλοσύνη τους- με έχουν βοηθήσει στην προβολή των έργων μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τραγικό να είσαι σε μια συνεχή νιότη, όταν οι άλλοι γύρω σου γερνούν.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα, είπαμε τόσα πολλά, ξεφεύγοντας από την οικονομία του λόγου, για την οποία πριν λίγο κόμπαζα! Και σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.

Στις εικόνες: Lawrence Durrell, Julia Franck.

23
Φεβ.
18

Διονύσης Καψάλης – Η ταραχή των ανθρωπίνων

Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έζησε σε μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης, στην καρδιά της πουριτανικής Νέας Αγγλίας, μετέτρεψε τα μέτρα της αγγλικής εκκλησιαστικής υμνογραφίας σε υψηλή ποίηση, γεμάτη γόο και μαγεία, οδύνη και ειρωνεία, φωτεινή ευσέβεια και υπόρρητη βλασφημία. Η Έμιλυ Ντίνκισον υπήρξε μια από τις σπαραχτικότερες γυναικείες φωνές, πλάι πλάι με την Σαπφώ και την Ήριννα, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγειαβα, την Μαριάν Μουρ και την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Εσωστρεφής και εκκεντρική για τους συντοπίτες της, έζησε βίο μοναχικό, αποτραβημένη στο πατρικό της σπίτι. Το εκδομένο της έργο όσο ζούσε, συμποσούται σε έντεκα ποιήματα, ενώ μετά τον θάνατό της βρέθηκαν στοίβες και αυτοσχέδια τεύχη με περίπου χίλια οκτακόσια ποιήματα. Η μοναχική περίπτωση της Έμιλυ Ντίκινσον, καθρεφτίζεται με την δόξα και την παθογένεια της ποίησης, για να αντιστρέψω τον τίτλο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα σε τούτη την πλούσια δοκιμιακή συλλογή.

Πολλά από τα «επιταφικά» ποιήματά της μαρτυρούν ότι, παρά την εθελούσια απομόνωση και τον ισόβιο αναχωρητισμό της, παρέμεινε για πολλά χρόνια ευαίσθητος δέκτης των εξωτερικών γεγονότων και του συλλογικού σπαραγμού του Αμερικανικού Εμφυλίου. Έστηνε σύνθετους, αινιγματικούς και συχνά παράδοξους συλλογισμούς σ’ έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τον στοχαστικό εαυτό της, προικίζοντας τα ποιήματά της με πυρετώδη διανοήματα και ελλειπτικούς συλλογισμούς. Η Ντίκινσον ανήκει στην λαμπρή εκείνη χορεία των ποιητών που πρέπει να σκεφτούν τον κόσμο εξαρχής μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα· που έχουν πραγματικά δική τους σκέψη ή προτιμούν, όπως έγραφε ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, «να επινοήσουν δικό τους σύστημα παρά να υποδουλωθούν στο σύστημα κάποιου άλλου». Ο Καψάλης εμβαθύνει στην γραφή της, εξετάζει ποιήματά της και παρουσιάζει τις αντικρουόμενες απόψεις της κριτικής.

Τα τριαντάχρονα ενός ποιήματος («Η επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου») αναφέρονται σ’ ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, το Aubade του Φίλιπ Λάρκιν, που δημοσίευσε στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τεύχος του Times Literary Supplement το 1977 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Για τον συγγραφέα ο Φίλιπ Λάρκιν είναι η σημαντικότερη ποιητική φωνή της Αγγλίας των τελευταίων σαράντα ετών (και όχι π.χ. πενήντα ή η σημαντικότερη μεταπολεμική φωνή, ώστε να μην αφήσει έξω τον ώριμο Ώντεν και τον Ντύλαν Τόμας, «κορυφαίους και συχνά ασύλληπτης εκφραστικής ομορφιάς ποιητές»). Σχετικά ολιγογράφος, κατέλιπε τέσσερις όλες κι όλες ποιητικές συλλογές, ενώ η σιωπηλή του δεκαετία πριν τον θάνατό του καλύπτεται επαρκώς από το συγκεκριμένο ποίημα και τα μη μυθοπλαστικά του βιβλία ενώ τα ημερολόγιά του, με δική του εντολή, κάηκαν μετά τον θάνατό του.

Ελάχιστα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας μπορούν να σταθούν όρθια απέναντι σ’ αυτό το εκτυφλωτικό μάθημα θανάτου, σ’ αυτή την ήρεμη παραδοχή του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Για άλλη μια φορά ο θρίαμβος της τέχνης του Λάρκιν είναι ο θρίαμβος του κατορθωμένου λόγου και της ανθρώπινης επινόησης πάνω στο χάος της εμπειρικής ύλης. Πάντα είρων, το χαρακτήρισε σε επιστολή του θανατοφοβικό και μίλησε για την επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου. Η δεύτερη στροφή απογυμνώνει το θέμα, «τον βέβαιο αφανισμό προς τον οποίο ταξιδεύουμε», στην τρίτη στροφή αφού ξεμπερδέψει με την θρησκεία «αυτό το τεράστιο, σκοροφαγωμένο μουσικό εργόχειρο που φτιάχτηκε για να υποκρινόμαστε ότι δεν πεθαίνουμε ποτέ», ο Λάρκιν θα απορρίψει κάθε προτεινόμενο αντίδοτο αταραξίας ή ηθικής αδιαφορίας προς τον θάνατο, στην τέταρτη θα δώσει την χαριστική βολή μ’ έναν στίχο που διαγράφει μονοκονδυλιά χιλιάδες σελίδες περί ηθικής αντοχής απέναντι στον θάνατο, στην πέμπτη και τελευταία στροφή η συνείδηση της θνητότητας μοιάζει να αραιώνει λίγο, όχι γιατί εξευμενίστηκε ή ηττήθηκε αλλά γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Το κείμενο Η ταραχή των ανθρωπίνων αφορά σχόλια σ’ ένα ποίημα του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, το 6ο μέρος από το σπονδυλωτό επταμερές Meditations in Time of Civil War. Οι «Στοχασμοί σε καιρό εμφυλίου πολέμου», που αφορούν τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο [1922 – 1923], ανάμεσα στις κυρίαρχες παρατάξεις Ιρλανδών αυτονομιστών, προέρχονται από την κορυφαία συλλογή The tower, που εγκαινίαζε την τελευταία, εξωφρενικά εύγλωττη ωριμότητα του Ιρλανδού ποιητή. Σε αντίθεση με την αμετακίνητη τοπικότητα, τον Πύργο, πύργο χειροπιαστής βεβαιότητας σε αβέβαιους καιρούς, σταθμό, λιμάνι, «εδώ και τώρα» της ποίησης, το κυρίαρχο αίσθημα του ξεριζωμού αποκτά μια δριμύτερη διάσταση: την αγωνία του εκτοπισμένου και του κατακτημένου ανθρώπου, τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη  του αιχμαλώτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, τη σκέψη του αυτόχθονα που νιώθει ξένος στο σπίτι του. Το ποίημα, μεταξύ άλλων, έχει απεκδυθεί τον συνήθη μεγαλοϊδεατισμό του Γέητς, την πορφύρα του ιεροφάντη και τον μανδύα του προφήτη και ανασαίνει κανονικά σ’ έναν κόσμο πιο τρυφερό και εξανθρωπισμένο. Μοιάζει μάλιστα να πάει να συναντήσει ανοχύρωτο τον φυσικό κύκλο της ζωής που γεννάει, αναγεννιέται και χτίζει μέσα στις ρωγμές του πύργου, όπως το αέναο πηγαινέλα των φιλόπονων μελισσών που διδάσκει τις αρετές της υπομονής σ’ έναν εξανθρωπισμένο κόσμο. Η ιστορία δεν εξορίζεται από το ποίημα· εξορκίζεται όμως ο πόνος και η βία της.

Το κείμενο για τον Τέλλο Άγρα επιχειρεί μια ολική επανανάγνωση του ποιητή των σχολικών αναγνωστικών και των καθιερωμένων ποιητικών ανθολογιών. Στο ερώτημα που θέτει ο Καψάλης, τι παραμένει ζωντανό για μας σήμερα στην ποίηση του Άγρα, αν απαντούσε μονολεκτικά θα έλεγε την μορφοδοξία, λέξη και έννοια που καθιέρωσε ο ίδιος ο Άγρας και που ίσως ερμηνεύεται με άλλη δική του φράση: «Η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Ποια είναι η στρεβλή εικόνα της ποίησης του Άγρα; Μικροαστική μοναξιά και λόγος ενδιάθετος, ένα είδος ψυχαναγκαστικής μόνωσης σε τόνους χαμηλόφωνης εκμυστήρευσης: αυτός είναι ο κόσμος του στην κρατούσα εικόνα της κριτικής, που διανθίζεται και με όρους όπως «νεοσυμβολισμός» και «νεορομαντισμός». Ο κανόνας στην υποδοχή του Τέλλου Άγρα είναι η συγκατάβαση κι ένα εξελικτικό και ανιστόρημα ιδεολόγημα που μετράει την αξία (και την αναγνωσιμότητα) ενός ποιητή με το μέτρο της συνεισφοράς του σε αυτό που ο εκάστοτε τιμητής θεωρεί ως νομοτελειακή εξέλιξη της ποίησης. Κάπως έτσι καλή ποίηση θεωρήθηκε εκείνη που προοιωνίζεται την έλευση του ελεύθερου στίχου.

Ο Άγρας προσαρτά ολόκληρες περιοχές εμπειρίας στην ποίηση, περιοχές ως τότε απροσπέλαστες στον λυρικό λόγο· προσαρτά κυρίως μια μεγάλη περιοχή, που δηλώνεται με τον τίτλο Καθημερινές και σχεδιάζεται προαναγγελτικά με μόττο έναν στίχο του Λαφόργκ: «Α, πόσο καθημερινή είναι η ζωή!». Την καλύτερη υπεράσπιση της ποιητικής του περιοχής  την διατυπώνει ο ίδιος ο Άγρας σ’ ένα μοναδικό κείμενο ποιητικής και κριτικής αυτογνωσίας που τιτλοφορείται Nihil…minor in litteris, στην κατακλείδα του οποίου γράφει: Δεν ξέρω μήπως το βάθος του βόρβορου μέσα στον οποίον ο πολιτισμός έχει εκπέσει – ο φυσικός, ο ηθικός, ο πνευματικός; Δεν ξέρω πως μια αναγέννηση, αν πρόκειται να γίνει, θα προέλθει από σφαίρες άλλες, παρά από την Τέχνη; Δεν ξέρω τάχα, και για σήμερα, και για αύριο, και για πάντα, πως η Τέχνη δεν έκλεισε και δε θα κλείσει παρά κάτι ελάχιστο και πάρα κάτι άλλο, από τον τερατώδη ρευστόν όγκο της ζωής; Όλα αυτά δεν τ’ αγνοώ καθόλου. Κι αν, ωστόσο, ασχολούμαι ακόμη με τα παλιά και τα λεπταίσθητα, γιατί το κάνω;

Δεν θα αποκαλύψω την απάντησή του ποιητή, οι αρετές του οποίου εντοπίζονται στο ποιητικό του σύμπαν. Η σκανδαλωδώς παρεξηγημένη «παιδικότητά» του είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα, καθώς ποτέ άλλοτε η παιδική ηλικία δεν μίλησε τόσο καθαρά στην ποίησή μας, όχι με την γλώσσα μιας αφελώς προσδιορισμένης παιδικότητας αλλά ως καθολική συνθήκη του ανθρώπινου υποκειμένου. Και μιλώντας για την ανθρώπινη εμπειρία, οι «Μικρές αγωνίες» αποτελούν ένα από τα αρτιότερα ποιήματα στην γλώσσα μας, ποίημα ανατριχιαστικής ψυχολογικής ακρίβειας και της πιο βαθιάς αλληλεγγύης με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ο Οδυσσέας Ελύτης απέναντι στον Σεφέρη και τον Καβάφη, ο Ελύτης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Καβάφης, οι λέξεις και το πράγματα, μερικές σκέψεις για το δημοτικό τραγούδι του Αλέξη Πολίτη και μια υπόθεση για την ποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελούν ορισμένα από τα θέματα των άλλων δοκιμίων ορισμένα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Τείχη), ειδικές εκδόσεις και τόμους ή εκφωνηθεί ως ανακοινώσεις σε εργαστήρια, ομιλίες σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις εκδόσεων κ.ά., ενώ τα υπόλοιπα είναι ως τώρα αδημοσίευτα. Ο δοκιμιακός λόγος του Καψάλη περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθιστούν ένα σχετικό βιβλίο άξιο ανάγνωσης από ειδικούς και ανειδίκευτους: πλούσια και απολαυστική γλώσσα, πρωτότυπες και συζητήσιμες προτάσεις, κάθετες ερμηνευτικές ανασκαφές, κείμενα που σε στέλνουν κατευθείαν στα ίδια τα ερευνώμενα κείμενα.

Το τελευταίο κείμενο, η Ντροπή και η Συγχώρηση (από τον βασιλιά Ληρ στον Πρίμο Λέβι), αρχίζει με μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές αναγνώρισης στο θέατρο και ίσως σε όλη την λογοτεχνία: είναι η στιγμή που ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Ληρ συνέρχεται και αναγνωρίζει την Κορδέλια. Τώρα γνωρίζει ότι αδίκησε την κόρη του, ότι η βάναυση πράξη του να την εξορίσει από το βασίλειό του και από την καρδιά του ήταν μια πράξη βίας· πρέπει να τον συγχωρήσει η Κορδέλια αλλά πρέπει εκείνος πρώτα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Μπορεί κανείς πραγματικά να «συγχωρήσει τον εαυτό του»; Εδώ ο Καψάλης εκκινεί από μια ολόκληρη περιοχή της σαιξπηρικής δραματουργίας που κυριαρχείται από την θεματική της συγχώρησης και φτάνει ως την Χάνα Άρεντ και τον Πρίμο Λέβι, για να φωτίσει την συγγνωμοσύνη, το ήθος δηλαδή μιας πραγματικής κατανόησης του άλλου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 304.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Philip Larkin [2], William Butler Yates, Τέλλος Άγρας [2], Geoffrey Rush ως Βασιλιάς Ληρ.

05
Φεβ.
18

Φρέαρ τεύχος 20 (Νοέμβριος 2017)

«Είναι πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς στην επιτυχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να τους κλείσεις την πόρτα. Και η μιντιακή επιτυχία διαφθείρει την νοημοσύνη» δήλωσε χθες ο Τζωρτζ Στάινερ στη Μαδρίτη σε μια… μαζική συνέντευξη τύπου. Υπάρχουν κάποιοι που είναι (ή μπορεί να καταλήξουν να είναι) τέλεια παραδείγματα του κακού που με απόλυτη διαύγεια καταγγέλλουν. Ποιοί αντιστάθηκαν; Ο Κάφκα ή ο Βίτγκενσταϊν, χωρίς αμφιβολία. Ο Αντρέ Μπρετόν απέρριπτε οποιαδήποτε δημόσια αναγνώριση. Αλλά σκέφτομαι, πάνω απ’ όλους, τον Μωρίς Μπλανσώ, του οποίου ο διανοητικός ασκητισμός τον οδήγησε στο να είναι απολύτως αόρατος· μάλιστα, σχεδόν τίποτε δεν γνωρίζουμε γι’ αυτόν εκτός από κανένα κλεμμένο φωτογραφικό του πορτρέτο….

…γράφει ο Αντρές Σάντσεθ Ρομπάυνα στις έξοχες Σελίδες ημερολογίου που μας μεταφράζει ο Δημήτρης Αγγελής, στους Αβυθομέτρητους Καιρούς, στο καθιερωμένο δηλαδή σώμα του Φρέατος που κρύβει πάντα πολύτιμες μεταφράσεις, ενδιαφέροντα δοκίμια και κείμενα πλούσιου προβληματισμού. Σε παρακείμενες ημερολογιακές καταγραφές ο Δημήτρης Αγγελής ανακαλεί μια δύσκολη περίοδο της πορείας της περιοδικής Ευθύνης και τις πάσης φύσεως αναχωρήσεις των πνευματικών της προσωπικοτήτων, από τον Χρήστο Μαλεβίτση μέχρι τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού αφορά τον Άρη Αλεξάνδρου «εδώ και τώρα». Περιλαμβάνονται οι πυρήνες των πέντε εισηγήσεων της επιστημονικής ημερίδας που διεξήχθη στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 2017. Οι εισηγητές: Αντωνία Κοσένα: Διαβάζοντας την ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, Αντιγόνη Ηλιάδου: Η Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου, Θοδωρής Μπόνης: Ο Άρης Αλεξάνδρου για τα λογοτεχνικά βραβεία και την Ενωμένη Ευρώπη, Φιλήμων Παιονίδης: Στοιχεία κριτικής του μεταολοκληρωτισμού στο Κιβώτιο, Κώστας Δεσποινιάδης: Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου και ένα σχεδόν άγνωστο βιβλίο του. Το κείμενο του τελευταίου αποτελεί εκτεταμένη και λεπτομερέστερη μορφή του κειμένου που δημοσίευσε στο αφιέρωμα του περιοδικού Πανοπτικόν στον Άρη Αλεξάνδρου, στο τεύχος που παρουσιάσαμε εδώ.

Στα ενδιαφέροντα λογοτεχνήματα του τεύχους εντοπίζω την απολαυστική σειρά των μικρών κειμένων του Μικαέλ Αουγκουστίν σε μετάφραση Ευθυμίας Γιώσα. Ιδού πως «ορίζεται» ένας Μυημένος στην αγάπη: Ένας από τους γάμους του απέτυχε μ’ έναν ιδιαιτέρως τραγικό τρόπο: κάθε φορά που ο Κοσλόφσκι ένιωθε πολύ τρυφερά και κοντά στη σύζυγό του, άφηνε το κρεβάτι τους για να γράψει ερωτικά ποιήματα στην κουζίνα για ώρες, χωρίς διακοπή. Εννοείται πως το τεύχος για άλλη μια φορά περιλαμβάνει διηγήματα (Μαρίας Κουγιουμτζή, Κλαίτης Σωτηριάδου, Κώστα Σιαφάκα, κ.ά), ποιήματα (Αντώνη Ζέρβα, Κώστα Ριζάκη, Τάσου Πορφύρη, Ζέφης Δαράκη, κ.ά.), δοκίμια (του Θεοφάνη Τάση  για την ισλαμιστική τρομοκρατία και την κρίση νοήματος, του π. Βασιλείου Θερμού με τίτλο Ανθρωπιστικές σπουδές μέσα σε αλλαγή παραδείγματος: Μάλλον κάτι διέφυγε της προσοχής μας κ.ά.), συνεντεύξεις όπως του Ντομινίκ Φερναντέζ στον Διονύση Σκλήρη.

Σ’ ένα ούτως ή άλλως συναρπαστικό θέμα, αυτό τον Σαλών Αγίων και Ασκητών, ο Ζ.Δ. Αϊναλής, καταθέτει ένα εκτενές κείμενο για τον Βίο του Συμεών του Σαλού  του Λεοντίου Νεαπόλεως. Το μείζον θέμα εδώ είναι η «καρναβαλοποίηση της καθημερινότητας», συνεπώς η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τα ο μνημειώδες έργο του Μπαχτίν για τον Ραμπελέ. Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων, πως ο Συμεών ο Σαλός χρησιμοποιεί εξ αρχής την παρωδία και το γέλιο για να συνθλίψει τον σοβαρό τόνο της καθημερινής ζωής Υπό μια έννοια μεταμορφώνει την καθημερινή ζωή σε καρναβάλι και εκείνο που επιτυγχάνεται εφήμερα στις εορτές και τα καρναβάλια, η στιγμιαία δηλαδή απελευθέρωση από τον φόβο (που έχει επιβληθεί από την επίσημη ιδεολογία και κουλτούρα), ο Συμεών το μεταθέτει σε ένα καθημερινό και διαρκές επίπεδο. Γι’ αυτό αυτή η διαρκής, καθημερινή καρναβαλοποίηση της ζωής στοχεύει ακριβώς στην ήττα του φόβου του «επιούσιου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο ολοκληρώνεται μ’ ένα ουσιωδώς αισιόδοξο μήνυμα και μια διάσταση ουτοπική και οικουμενική, καθόσον μεταδίδεται η αίσθηση ότι ήδη την επαύριο τη ζωή των κατοίκων της Έμεσας θα μπορούσε ν’ αλλάξει δραστικά. Αν όμως ο άνθρωπος και η ζωή μπορούν ν’ αλλάξουν σε μια πόλη, τότε κάλλιστα μπορούν ν’ αλλάξουν παντού αλλού. Έτσι, το τέλος του κειμένου, σ’ ένα αλληγορικό επίπεδο, ενδύεται μια διττή σημασία: ο θάνατος του Συμεών εγκυμονεί μια ανανεωμένη ανθρωπότητα. Το αισιόδοξο μήνυμα του θανάτου του παλαιού και της γέννησης του νέου και η ουτοπική και οικουμενική διάσταση του έργου αποδεικνύουν ότι ο Βίος του Αγίου εγκαταβιοί βαθιά μέσα στην λαϊκή κουλτούρα και ότι ο Λεόντιος στόχευε ακριβώς σε ένα λαϊκό κοινό.

Σε όμορες γειτονικές επικράτειες το εκτενές δοκίμιο του Σταύρου Γιαγκαζόγλου, Σχόλιο στο Προς εκκλησιασμόν έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη καταθέτει μεταξύ άλλων μια βασική επισήμανση. Στην σχέση του με το Βυζάντιο ο Πεντζίκης δεν υπήρξε ούτε ρομαντικός νοσταλγός ούτε ιδεαλιστής του θρύλου της καθ’ ημάς Ανατολής. Δεν επιζήτησε να νεκραναστήσει ιδεολογικά το Βυζάντιο, κόβοντας τις γέφυρες με την Δϋση. Αντίθετα, ολόκληρο το έργο του συνιστά μια ιδιότυπη συνομιλία ενός ορθόδοξου με το  ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μέσα από την ακραία και ανατρεπτική αφήγησή του προβάλλει ένα άλλο Βυζάντιο πιο παράδοξο και μυστικό, πιο παράλογο και εκκεντρικό, πιο υλιστικό, πιο εκκλησιαστικό και εν πάση περιπτώσει καθόλου εξιδανικευμένο. Πρόκειται για μιαν υπαρξιακή προσέγγιση του βυζαντινού πολιτισμού με τα μάτια και την αισθαντικότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

[σελ. 459 – 692]

Στις εικόνες: Άρης Αλεξάνδρου (1975 και 1978), Andrés Sánchez Robayna, Συμεών δια Χριστόν Σαλός, έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη.

31
Ιαν.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 182. Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Περί γραφής

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Και στα τρία βιβλία μου, αλλά και σε όποια διηγήματα έχω δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ή αλλού, οι πρωταγωνιστές μου είναι αντιήρωες. Αυτό οφείλεται στο ότι αρνούμαι στη ζωή μου να δεχθώ ότι κάτι είναι τέλειο, με πρώτο και πιο ατελή τον εαυτό μου, ενώ πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι αντανάκλαση του κόσμου, ρεαλιστική, υπερρεαλιστική, συμβολιστική ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχει επινοηθεί ή θα επινοηθεί.

Έτσι στο πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα με τίτλο Αφιερωμένο στην Έλενα, παρακολουθούμε εν θερμώ, σε πρώτο πρόσωπο, την αφήγηση ενός τρομοκράτη-οικογενειάρχη που προσπαθεί να μας διασώσει την «αλήθεια» του.

Στην συλλογή διηγημάτων μου Η όψη, η «πραγματικότητα» είναι μυωπική και διαστρεβλωμένη από τις υποκειμενικές κρίσεις των ηρώων της, ξεκινώντας με το διήγημα «Ο παραμορφωτικός καθρέπτης». Είναι ένα κολάζ σύγχρονων χαρακτήρων.

Μέσα σε αυτή τη γενικότερη θεώρησή μου ήταν αναμενόμενο να με γοητεύσει ο μοιχός, υβριστής και λάγνος Αρχίλοχος και να αποτελέσει έναν από τους δυο  κεντρικούς ήρωές μου στο τελευταίο ιστορικό μυθιστόρημά μου Ο Αρχίλοχός του. Ο δεύτερος είναι ο σύγχρονος μας Δημήτρης, που είναι πνιγμένος στη μετριότητά του και ανίκανος να πραγματώσει τις επιθυμίες του, σε ένα περιβάλλον με το οποίο δεν μπορεί να συμφιλιωθεί.

Τους δυο αυτούς αντιήρωες επιδίωξα να φέρω κοντά, ψυχολογικά, θυμικά και νοητικά, ευελπιστώντας ότι θα αξιοποιήσω το παρελθόν μέσα στο παρόν, φτιάχνοντας ένα υβριδικό είδος μυθιστορήματος. Από την άλλη προσπάθησα να αναμίξω διάφορους τρόπους γραφής, οπτικές γωνίες και κάποτε και καλλιτεχνικά ρεύματα. Αλλά ας αφήσω να κρίνουν οι κριτικοί και το κοινό κατά πόσον πέτυχα τους στόχους μου. Άλλωστε θα ήταν ασυνεπές να εξαιρέσω τον εαυτό μου από το αίτημα της ατέλειας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν κάποιοι ήρωές μου εγκαθίστανται στο μυαλό μου με ακολουθούν παντού.

Επειδή όμως η πεζογραφία, σε αντίθεση με την ποίηση, δεν είναι αποσπασματική, μου είναι δύσκολο να ορθώσω μια οργανωμένη παράγραφο ή να καταβληθώ από οίστρο για παράδειγμα σε δημόσιους χώρους, όπως το τρένο, το λεωφορείο ή αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες μου δεν μου «μιλούν», δεν με επηρεάζουν ή ακόμα και δεν με συμβουλεύουν παντού. Άρα το μυθιστόρημα, κατά αυτήν την έννοια, «γράφεται» κάθε στιγμή του βίου μου, καθώς η επεξεργασία είναι διαρκής. Μόνο μετά τη δημοσίευσή του επέρχεται «ο θάνατος του συγγραφέα», όπως λέει και ο Ρολάν Μπαρτ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και τα βιβλία μου είναι κομμάτια του εαυτού μου. Αν δοκίμαζα να ξεκόψω κάποιον ή κάτι θα ήταν σαν να ακρωτηριαζόμουν. Μέσα σε αυτούς υπάρχουν τμήματα του χαρακτήρα μου, βιώματά μου, αλλά και αυτών των προσώπων που γνώρισα ή γνωρίζω, παραμορφωμένα, τροποποιημένα ή με μια σειρά προσωπείων.

Αν αρνιόμουν τα βιβλία μου θα αρνιόμουν την ίδια μου τη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τα λάθη και τις αβλεψίες μου, όπως άλλωστε κάνω και στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ίδια η ζωή και αυτό το μήνυμα καλούμαστε να περάσουμε στο αναγνωστικό κοινό εμείς που λέμε ότι είμαστε συγγραφείς. Αν αποτύχουμε θα αποτύχει και το έργο μας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ήρωες και οι ιδέες μου με βρίσκουν δεν τους βρίσκω.

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου χρησιμοποιούσα τη φαντασία μου για να δραπετεύω από τον κόσμο, πλάθοντας ιστορίες και τροποποιώντας την πραγματικότητα. Αργότερα αυτό το γεγονός επηρέασε τον τρόπο που έγραφα τα έργα μου. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τη φαντασία μου και με συγχωρείτε αν ακούγεται βαρύγδουπο.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει χημικός, βιοπορίζομαι ως έμπορος, αλλά το πάθος μου είναι η λογοτεχνία.

Οι θετικές σπουδές μου ίσως με έχουν επηρεάσει όσον αφορά την ακρίβεια έκφρασης, την αποφυγή της πολυλογίας και την αναλυτική σκέψη.

Η δουλειά μου με έχει φέρει σε επαφή με πλήθος χαρακτήρων και με τις πολλές μικρές ιστορίες τους.

Ό,τι έχω ζήσει υπάρχει μέσα στα βιβλία μου με έμμεσο τρόπο. Η παιδεία και η κουλτούρα μας χτίζεται κάθε λεπτό της ζωής μας. Ο συγγραφέας πρώτα πρέπει να ζει και μετά να γράφει. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να εκφράσει τους αναγνώστες του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα πολύ όταν ήμουν φοιτητής. Και τώρα σπάνιες φορές γράφω ποιήματα για προσωπική εκτόνωση, αλλά συνήθως δεν τα κρατάω.

Πολύ συχνά χρησιμοποιώ την ποιητική έκφραση στα βιβλία μου. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι το τελευταίο βιβλίο μου είναι για τον ποιητή Αρχίλοχο. Νομίζω όμως ότι ίσως γίνω καλύτερος αν επικεντρωθώ μόνο σε λίγα αντικείμενα. Όμως όλες οι τέχνες επικοινωνούν μεταξύ τους και καμία δεν είναι αμιγής.

Φυσικά μου αρέσει να διαβάζω ποίηση όπως και πεζογραφία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Έχω εκδώσει μιας κάποιας μορφής –ας πούμε- μονογραφία, με μορφή μυθιστορήματος, που νομίζω ότι με αντιπροσωπεύει, για τον ποιητή Αρχίλοχο. Χρειάζεται πολυετή προσήλωση και μελέτη για κάτι τέτοιο.

Ίσως το ξανακάνω στο μέλλον, αλλά δεν μου αρέσει να προλέγω για κάτι που δεν είμαι σίγουρος.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Τους τελευταίους μήνες ένας ήρωας και μια ηρωίδα γυρίζουν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου. Πλάθονται σαν ζυμάρι, σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους όπως τα μικρά παιδιά και αναδύουν κομμάτια της πλοκής, που περιφέρονται σε μια χαώδη θάλασσα.

Κάποια στιγμή δεν θα αντέξω και θα αρχίσω να τους βγάζω στο χαρτί. Τότε για χρόνια θα στοιχειώσω και θα χρειαστεί να επισκέπτομαι βιβλιοθήκες και να κατεβάζω τόμους.

Από την άλλη ένα ισχυρό σοκ απογοήτευσης θα μπορούσε να διαλύσει το οικοδόμημα. Έχω αγωνία να μάθω τι θα γίνει.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου παθιαζόμουν ανά περιόδους με διάφορους συγγραφείς και στη συνέχεια εν μέρει τους ξεπερνούσα, καθώς ο καθένας μου άφηνε και κάτι. Στην εφηβεία μου λάτρεψα τον ευαίσθητο Σαμαράκη. Μετά, στο πανεπιστήμιο, αφού συχνά οι φοιτητές θέλουν να δείχνουν διανοούμενοι, μπήκα στον Μαρξ, στον Σαρτρ, στον Νίτσε και τον Φρόυντ.

Μετά πέρασα περιόδους Στάινμπεκ, Κούντερα (ελάχιστα μου άφησε αν και τον θαυμάζω), Καζαντζάκη, Κάφκα, Έσσε, Ντοστογιέφσκι, Ράσελ, Χάμσουν, Καραγάτση, Λέσινγκ, Κική Δημουλά και τελευταία είμαι γοητευμένος από την Αρχαία Λυρική ποίηση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο άρχοντας των μυγών  του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Η δίκη του Κάφκα και η Αρχαία Λυρική ποίηση, λόγω της πηγαίας φυσικότητας και της ευθύτητάς της.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, «το ψαράκι της γυάλας» του Μάριου Χάκκα και το «Άγριο βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μου αρέσουν οι ατελείς χαρακτήρες, που είναι αδύναμοι να αντισταθούν στα γεγονότα, στο περιβάλλον ή στα πάθη τους. Είναιανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε.

Πάντα θα θυμάμαι τον Ρασκόλνικωφ από το Έγκλημα και τιμωρία ή τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά προσέφεραν ή προσφέρουν στο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέξη και την Νέα Εστία.

Τα πολύ παλιά όπως Η Διάπλάσις των Παίδων ή Η Επιθέωρηση Τέχνης δεν τα έχω μελετήσει τόσο όσο θα ήθελα.

Τα πιο πρόσφατα και τα εν ενεργεία θα κριθούν ορθότερα στο μέλλον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Γκαλίνα, η σκοτεινή οικιακή βοηθός του Ανδρέα Μήτσου και το αφιέρωμα του περιοδικού Φιλολογική στη θεωρεία της λογοτεχνίας και στα λογοτεχνικά ρεύματα (τεύχος 140).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω συχνά και λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές, τόσο από λογοτεχνικά περιοδικά, όσο και από εφημερίδες, αλλά και από το διαδίκτυο. Δυστυχώς δεν προλαβαίνω να πηγαίνω συχνά σε βιβλιοπαρουσιάσεις συναδέλφων λόγω έλληψης χρόνου.

Το διαδίκτυο έχει το πλεονέκτημα τις εύκολης πρόσβασης και απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό. Όταν όμως θέλω να διαβάσω κάποιο μεγαλύτερο μελέτημα προτιμώ τις έντυπες εκδόσεις.

Θεωρώ ότι ως διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος έχω την ευθύνη να είμαι ενημερωμένος σχετικά με τους λογοτέχνες και τη λογοτεχνία. Μου φτάνουν πλήθος βιβλίων που δυστυχώς δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω όλα. Κάθε όμως αβλεψία μου, όσον αφορά κάποιο πολύ καλό έργο, κυρίως μη εγνωσμένου συγγραφέα, θεωρώ ότι είναι ένα μικρό εξ’ αμελείας έγκλημα, παρόλο που ελάχιστο ή καθόλου αποτέλεσμα θα είχε η δική μου συμβολή στην αποτίμηση. Φοβάμαι ότι έχω κάνει πολλά τέτοια εγκλήματα και ζητώ συγνώμη στον άγνωστο λογοτέχνη.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ και σύγχρονο θέατρο και κινηματογράφο. Μου άρεσαν πάντα ο Αλμοδόβαρ και ο Αγγελόπουλος. Χαριτολογούσα βέβαια πάντα λέγοντας ότι αν θα θέλαμε να φτιάξουμε ένα έργο με φυσιολογικό ρυθμό θα έπρεπε να βάλουμε να παίζουν ταυτοχρόνως μια ταινία του ενός και μια του άλλου, μια και αυτές του πρώτου εξελίσσονται ταχύτατα και του δεύτερου πολύ αργά.

Μου αρέσουν βέβαια και άλλοι σκηνοθέτες και έργα όπως ο Κουστουρίτσα, ο Βέντερ, ο Μπέρκμαν, ο Παζολίνι, ο Κόπολα και σίγουρα έχω παραλείψει πολλούς.

 Λατρεύω το αρχαίο ελληνικό θέατρο, άλλα η ερώτηση σας είναι για το σύγχρονο. Μια θεατρική παράσταση που επηρέασε τη ζωή μου και λόγω προσωπικών περιστάσεων ήταν Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είδα όταν ήμουν περίπου εικοσιπέντε χρονών.

Πρόσφατα είδα και το Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρτ Άλμπι, που μου άρεσε πολύ, γιατί αντίκριζε τη ζωή σαν ένα παιχνίδι φανταστικών ψηφίδων.

Δεν αγαπώ τις επιθεωρήσεις γιατί τις θεωρώ πολύ επιδερμικές. Προτιμώ οι παραστάσεις που βλέπω να με ψυχαγωγούν και όχι απλώς να με διασκεδάζουν. Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν βγαίνω «γεμάτος» από την αίθουσα και όχι με ένα ψυχικό κενό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θεωρώ ότι το internet έχει κάνει καλό στη λογοτεχνία. Πολλά ποιήματα δημοσιεύονται στο facebook και διαβάζονται από ομάδες κυρίως ποιητών.

Υπάρχουν διαδικτυακοί ιστότοποι που δημοσιεύουν βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικά σημειώματα με πολύ χρήσιμες απόψεις. Βιβλία, καλά ή κακά, διαφημίζονται κάνοντας καλό γενικότερα στην αναγνωσιμότητα.

Σε κάποιες μόνο περιπτώσεις η σύντομη και γρήγορη πληροφορία μπορεί να είναι επιδερμική και πρόχειρη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ο  Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να μείνει πάντα νέος, πιστοποιώντας τις θέσεις του αισθητισμού που αντιπροσώπευε ο συγγραφέας του.

Η ταπεινότητά μου, που θεωρεί ότι η ζωή και η συγγραφή είναι ένα και ευελπιστεί κάθε σημείο της ζωής της να είναι τέχνη, της φαίνεται το ζητούμενο ανεκπλήρωτο. Κατά μια όμως έννοια θα πρέπει να δώσω προτεραιότητα στη ζωή, γιατί αυτή είναι η λογοτεχνία μου. Άρα, ναι, θα δεχόμουν το δώρο της αιώνιας νιότης. Άλλωστε θα μου αρκούσε, όπως σας είπα, η φαντασία για να ζήσω, ακόμα και αν δεν έγραφα τίποτα. Αν μου την αφαιρούσατε εκεί θα είχα πρόβλημα. Σίγουρα θα τρελαινόμουν. Άρα ας πω παραφράζοντας το «η τέχνη για την τέχνη» «η τέχνη για τη ζωή».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό. Θεωρώ όμως ότι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να κάνει κάποιος σε έναν συγγραφέα είναι να διαβάσει τα βιβλία του. Εκεί βρίσκονται ίσως περισσότερες απαντήσεις από αυτές που σας έδωσα. Και πραγματώνονται μόνο με την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Μπορεί όμως να αποδειχθούν και κενά, χωρίς να αγγίξουν. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να δημοσιεύω και να μοιράζομαι πήρα αυτό το ρίσκο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Στις εικόνες: Knut Hamsun, Bertrand Russell, Herman Hesse, Doris Lessing, John Steinbeck [Scott Morse], Edward Albee, Bertolt Brecht.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

20
Ιαν.
18

Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία

Η μυθοπλασία που σχολιάζει τον εαυτό της. Μια πρώτη εγκυκλοπαίδεια

Η μεταμυθοπλασία είναι η μυθοπλασία για την μυθοπλασία, δηλαδή εκείνη που εμπεριέχει ένα σχόλιο πάνω στην δικιά της αφήγηση και την γλωσσική της ταυτότητα και αυτή η αυτοσυνείδητη εκδοχή της αφήγησης είναι ευδιάκριτη στα έργα των γάλλων nouveaux romanciers, σε αυτά του ιταλικού Gruppo 63 και σε μεμονωμένους συγγραφείς, από τον Barth στον Fowles, από τον Cohen στον Coover και από τον Borges στον Cortazar. O χρήσιμος αυτός ορισμός της Linda Hutcheon αποτελεί μια πρώτη χρήσιμη πυξίδα για το συναρπαστικό ταξίδι.

Πρέπει όμως να τονιστεί η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί γέννημα της νεωτερικότητας· αντίθετα, στοιχεία της εμφανίζονται σε πολλά σημαντικά έργα και πριν απ’ όλους αυτό το γνωρίζουν καλά ο Τρίστραμ Σάντυ του Laurence Stern, ο Ζακ ο μοιρολάτρης του Diderot και ο Γουλιέλμος Μάιστερ του Γκαίτε.  Η πληθώρα και η ένταση των μεταμυθοπλαστικών εγχειρημάτων από την δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα μπορεί να φωτιστεί από ένα ιστορικό ρεύμα που προηγήθηκε κατά δύο περίπου αιώνες και που μένει στην αφάνεια της θεωρίας και της κριτικής: ο κύκλος του πρώιμου ρομαντισμού της Ιένας, του περιοδικού Athenaeum, των αδελφών Schlegel και του Novalis. Ο κύκλος αυτός κατέστησε δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ λογοτεχνικής και κριτικής γραφής.

O τρόπος που επιλέγει ο Βούλγαρης για να μας περιπλανήσει στις δαιδαλώδεις διαδρομές όλης αυτής της ιστορίας είναι ο πιο δύσκολος αλλά και ο πιο συναρπαστικός. Ίσως είναι καθαρά προσωπική μου αίσθηση, αλλά ο ογκώδης αυτός τόμος άλλοτε μοιάζει με ενιαία κεντρική οδό γεμάτη παραδρόμους και παρακαμπτήριες παρόδους που μπορεί να χάνονται ή να επιστρέφουν στην βασική αρτηρία και άλλοτε με πλατειά σκακιέρα όπου η κίνηση–έργο του ενός παίκτη συγγραφέα επηρεάζει με θεατούς και αθέατους τρόπους τις κινήσεις–έργα άλλων παικτών συγγραφέων. Σε κάθε περίπτωση η χαρτογράφηση της μεταμυθοπλασίας ως αισθητικού προτάγματος αποτελεί ένα δύσκολο στοίχημα που ο συγγραφέας δεν φέρνει απλώς εις πέρας, αλλά στην ουσία απλώνει μπροστά μας ώστε να πλοηγηθούμε οι ίδιοι με όποιον τρόπο θέλουμε. Γιατί και αυτό αποτελεί ένα θελκτικό στοιχείο αυτής της λογοτεχνικής εγκυκλοπαίδειας: γράφεται με τον τρόπο της ίδιας της μεταμυθοπλασίας!

Για κάθε λαβύρινθο χρειαζόμαστε έναν μίτο κι εδώ αρχικά από Τα ευρισκόμενα του Ιάκωβου Πολυλά που μας οδηγούν στα Σολωμικά του Στέφανου Ροζάνη και εκείνα στο βιβλίο του Κώστα Βάρναλη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική [1925]. Ο Βάρναλης φυσικά δεν είναι μεταμοντέρνος, όμως η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί αποκλειστικά μεταμοντέρνο δημιούργημα αλλά κάτι που το συναντάμε σε πολλά άλλα έργα της νεωτερικής και της προνεωτερικής λογοτεχνίας. Έτσι τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά έργα του Βάρναλη όχι μόνο γίνεται ποικιλότροπα κατάδηλος ο τεχνηματικός χαρακτήρας της γραφής αλλά ταυτόχρονα έχουμε μια παρώδηση, υπεξαίρεση ποικίλων λόγων και «γραφών», ενίοτε και μια ιερόσυλη (ή ειδόσυλη) ανάμειξη. Απώτερος στόχος του συγγραφέα δεν είναι να πει πως τα πάντα είναι κατασκευή αλλά να χειραφετήσει την ανάγνωση από τις δουλείες ψευδαισθήσεων και φαντασιώσεων. Στο ίδιο το προαναφερθέν δοκιμιακό του βιβλίο παρεισφρέει, ρηγματώνοντας την μέχρι τότε φιλοσοφική, δοκιμιακή, ειρωνική γλώσσα και την νομοταγή ροή της γραφής μια ζωντανότατη λογοτεχνική περιγραφή της καθημερινής ζωής της Κέρκυρας των χρόνων του Σολωμού, όπως αναφέρει ο Βασίλης Αλεξίου.

Πριν από τον καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ο ρομαντισμός υπήρξε η αμέσως προηγούμενη καλλιτεχνική τάση που πρόσφερε στην καλλιτεχνική συνείδηση την δυνατότητα να διευρύνει την ελευθερία της με την καθιέρωση του ατόμου ως εμπειρικού όντος. Την συγκεκριμένη δυνατότητα τα ελληνικά γράμματα του 19ου αιώνα δεν μπόρεσαν να την εκμεταλλευτούν διότι περιθωριοποιώντας το σολωμικό μάθημα και πριμοδοτώντας την αθηναϊκή σχολή, επέλεξαν την μεγαληγορία και την υπερβολή, εις βάρος της εσωτερικής ειλικρίνειας και της αυθεντικότητας, όπως τονίζει η Ελισάβετ Κοτζιά.

Αν Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι ο εφιάλτης της αρχής, η Ιστορία ως καταστροφή, η εκ των ένδον κατάρρευση, η εσωτερική αιμορραγία και εξάντληση της Επανάστασης το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη είναι ο εφιάλτης του τέλους· του τέλους ενός ιστορικού κύκλου που τώρα περιλαμβάνει και όλη την φρίκη του 20ού αιώνα, την εποχή των χωρίς τέλος πολέμων, της κατοχής, του εμφυλίου, της στρατοκρατικής κοινωνίας των νικητών, της δικτατορίας. Ο Σάββας Μιχαήλ στο Homo poeticus είναι βέβαιος: ο Σολωμός προφήτευσε και ο Δημητριάδης έδειξε την εξάντληση του έθνους ως ιστορικής δυνατότητας. Η Τζίνα Πολίτη χαρακτηρίζει το βιβλίο του Δημητριάδη ως ένα αποκαλυπτικό καρναβαλικό παν-όραμα, όπως άλλωστε ο Μπαχτίν χαρακτήριζε το Καρναβάλι ως την λαϊκή έκρηξη των ταπεινών και καταφρονεμένων, μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα απαγόρευση και την τάξη του Νόμου. Ο λόγος της Αποκάλυψης και το καρναβάλι είναι οι δυο σηματωροί του ιστορικού τέλους.

Ο Μπαχτίν, άλλωστε, ανέδειξε την σχετική ντοστογεφσκική ποιητική· οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν αποτελούν μόνο αντικείμενα του συγγραφικού λόγου αλλά και υποκείμενα του δικού τους, άμεσα σημαίνοντος λόγου. Όπως τόνιζε ο Leonid Grossman το Βιβλίο του Ιώβ, τα Ευαγγέλια, ο λόγος του Συμεών του Νέου Θεολόγου και φυσικά τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στα οποία αναφερόταν, συνδυάζονται με ιδιόμορφο τρόπο με την εφημερίδα, την παρωδία, την σκηνή στο δρόμο, το γκροτέσκο ή και την επιφυλλίδα»

Κείμενα για τον Γιώργο Χειμωνά ανοίγουν το χώρο προς το νεοελληνικό μεταμυθοπλαστικό τοπίο, ενώ η ενσωμάτωση της κριτικής σε πεζογραφικά λογοτεχνικά κείμενα και γενικότερα η  μετάβαση από την λογοτεχνία στον λόγο περί αυτής χαρακτηρίζει έργα του Νάνου Βαλαωρίτη, από τον Προδότη του γραπτού λόγου. Διηγήμα