Posts Tagged ‘Επιστολογραφία

13
Ιον.
20

Καίτε Κόλλβιτς – Ημερολόγια και γράμματα

H χαράκτρια και γλύπτρια Καίτε Κόλλβιτς γεννήθηκε και μεγάλωσε στα χρόνια της νεοσύστατης αυτοκρατορικής Γερμανίας και της ευρωπαϊκής belle époque· είναι η αθώα φάση της γερμανικής πορείας, τότε που περίσσευε η περηφάνια για την υπεροχή του γερμανικού πνεύματος – «λαός στοχαστών και ποιητών» – απέναντι στην πολιτική κυριαρχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τα χρόνια της πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο είναι δεμένα με το Καίνιγκσμπεργκ, το λιμάνι της Βαλτικής στην ανατολική Πρωσία. Οι βόλτες στο λιμάνι, οι ναυτικοί, οι λιμενεργάτες, οι ύποπτες ταβέρνες, η τυραννισμένη ζωή των ανθρώπων της βιοπάλης, θα γίνουν ο αυθεντικός κόσμος που προσπάθησε να εκφράσει με το έργο της. Εδώ έχει τις ρίζες του το έντονα νατουραλιστικό στοιχείο της τέχνης της, που δεν απαρνήθηκε ποτέ, και αποτέλεσε το έδαφος πάνω στο οποίο θα δουλέψει την δική της εκφραστική, τον εξπρεσσιονισμό.

Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν σαράντα επτά ετών και είχε δυο παιδιά σε στρατεύσιμη ηλικία· ο ένας χάθηκε σύντομα στο μέτωπο. Η προσωπική belle époque έχει τελειώσει μαζί με μια ολόκληρη εποχή. Η τέχνη της θα γίνει ο μυστικός τρόπος επικοινωνίας με τον νεκρό γιο της, η δύναμή της να συνεχίσει να ζει. Η κληρονομιά της Ελεύθερης Κοινότητας που έζησε στην πόλη της αποτέλεσε ένα γερό πνευματικό παρελθόν αλλά και ενέπνευσε την αλληλεγγύη προς εκείνους που το έχουν ανάγκη. Το άλλο σκέλος της πνευματικής της κληρονομιάς ήταν η ατομικότητα και ανήκε στην ευρωπαϊκή παράδοση του φιλελευθερισμού, ενώ πλευρές της προτεσταντικής αγωγής της –ο βασανιστικός έλεγχος της συνείδησης  και η βαθειά δυσπιστία στις ιεραρχικές δομές κάθε πίστης– θα παραμείνουν σταθερό στοιχείο της προσωπικότητάς της.

Η Κόλλβιτς έζησε τον πόλεμο, την Ρωσική Επανάσταση, την πείνα στην Γερμανία, την αποτυχημένη εξέγερση των Σπαρτακιστών, τα αδιέξοδα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στον μεσοπόλεμο υπέστη διώξεις από το ναζιστικό καθεστώς. Σ’ αυτούς τους καιρούς θέλω να ασκήσω επίδραση έγραφε στο ημερολόγιό της και στα γραπτά της επανέρχεται στην πάλη του καλλιτέχνη να μεταδώσει την συγκίνηση αδειάζοντάς την από τον εαυτό του στο έργο του, ώστε να μοιραστεί στους άλλους. Το τίμημα του να μην ενταχθεί σε κάποιο κόμμα ήταν η σιωπή των κομματικών εφημερίδων της αριστεράς για το έργο της.

Στην τέχνη της η ηθική διάσταση δεν επιτρέπει την αυτονόμηση της αισθητικής διάστασης· τα ουσιώδη να τονίζονται δυνατά και τα επουσιώδη να παραλείπονται, όπως τονίζει χαρακτηριστικά. Στις προσωπογραφίες και κυρίως στις αυτοπροσωπογραφίες της είναι φανερή η αίσθηση του δραματικού στοιχείου που χαρακτηρίζει τα γραπτά της. Όπως εκεί έχει κανείς συχνά την εντύπωση ότι διαβάζει αποσπάσματα ενός μυθιστορήματος, έτσι και στα πορτραίτα της βλέπει την ανάπτυξη ενός δράματος, όπως γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή του ο Ανδρέας Σπύρου, προσθέτοντας πως τα γραπτά της έχουν κάτι από την τέχνη της, χωρίς τίποτα το χειμαρρώδες, γραμμή χαραγμένη αργά και με προσπάθεια στο χαρτί.

Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Αναμνήσεις, ανάμεσα στις καθοριστικές μνήμες της, γεμάτες αυλές και κήπους, ξεχωρίζει ένας γυψοποιός – ακόμα μυρίζει, γράφει, τον υγρό αέρα του γύψου στο χαμηλό του σπίτι. Τα φιλιά με τους φίλους της ήταν παιδικά και επίσημα και τα ονόμαζαν δρόσισμα. Στα ερωτικά αντικείμενα δεν έκανε διακρίσεις – καμιά φορά ήταν γυναίκες αυτές που αγαπούσε· αυτή την αμφιρέπεια καθώς και το αρσενικό στοιχείο μέσα της την θεωρούσε σχεδόν αναγκαίο θεμέλιο για την καλλιτεχνική πράξη και ωφέλησε το έργο της. Ο Γκαίτε έπιασε ρίζες μέσα της από πολύ νωρίς και δεν τον άφησε ποτέ. Χρωστά ευγνωμοσύνη στους γονείς της που τους άφηναν τα απογεύματα να περιπλανιούνται στην πόλη με τις ώρες. Αυτό το φαινομενικά άσκοπο σεργιάνι, επίσης ωφέλησε την καλλιτεχνική της εξέλιξη και ιδίως την θεματολογία της.

Έτσι άρχισε να αντλεί τα θέματά της, από τις σκοτεινές κάμαρες των εργατών ως τους δρόμους και τις πλατείες όπου ξετυλίγεται το δράμα των κοινωνικών εξεγέρσεων. Πριν αναπτύξει οποιαδήποτε κοινωνική συνείδηση, εκείνα τα μοτίβα της έδιναν απλά και απόλυτα αυτό που αισθανόταν ως ωραίο. Ωραίο είναι το άσχημο, σημειώνει στο ημερολόγιό της και με αυτή τη φράση του Ζολά εκφράζει την μεγάλη ανατροπή που έφερε η μοντέρνα τέχνη. Αργότερα που γνώρισε τις δυσκολίες και τις τραγωδίες που έκρυβε η ζωή τους, συνέλαβε, όπως γράφει, «με όλη του την δριμύτητα το πεπρωμένο του προλεταριάτου και τις διάφορες παραδηλώσεις του». Παρά την φασματική παρουσία του θανάτου, δεν υπάρχει στα έργα της η ατμόσφαιρα του πανικού που τον μετατρέπει σε έμμονη ιδέα. Εικονίζεται μια λύπη τόσο δυνατή ώστε να μη χάνεται στο κενό, αλλά αντίθετα, φαίνεται να λυτρώνεται από το αίσθημα της ανημπόριας και της ματαιοπονίας.

Ακολουθεί το κύριο σώμα του βιβλίου με τίτλο «Από τα ημερολόγια και τα γράμματα». Η γραφή της είναι ταυτόχρονα λιτή και φορτισμένη. Μεταφέρω ορισμένα αποσπάσματα που έχω την αίσθηση πως εκφράζουν τον ψυχισμό της ιδιαίτερης αυτής καλλιτέχνιδος. Χαρακτηριστική είναι η αντιπολεμική εγγραφή με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 1914: Κρύος, συννεφιασμένος καιρός του φθινοπώρου. Αυτή η βαρειά διάθεση όταν ξέρεις: είναι πόλεμος, όμως δεν πετυχαίνεις τίποτα αιωρούμενος σε μια ψευδαίσθηση. Μονάχα η φρίκη της κατάστασης που έχουμε μαζί της εξοικειωθεί, είναι παρούσα. Σε τέτοιους καιρούς φαίνεται τόσο ηλίθιο να πηγαίνουν τα παιδιά στον πόλεμο. Όλο αυτό είναι τόσο άγριο και παράλογο. Κάπου-κάπου η ανόητη σκέψη: πως είναι δυνατόν να συμμετέχουν σε μια τέτοια τρέλα – και αμέσως σαν ψυχρολουσία: πρέπει, πρέπει! Όλα ισοπεδώνονται από το θάνατο… Μονάχα μια στάση τα κάνει όλα υποφερτά: η αποδοχή της θυσίας από τη βούληση. Πώς να τηρήσεις όμως μια τέτοια στάση; [σ. 77]

Δυο χρόνια μετά (27 Αυγούστου 1916) μεταγράφει στο ημερολόγιό της μια έξοχη αποστροφή του Λέοπολντ φον Βήζε από ένα δοκίμιο του για τον φιλελευθερισμό: «να είσαι θανάσιμος εχθρός κάθε θυσίας πλασμάτων ζωντανών στην άψυχη ιδέα». «Γιατί ένα ζευγάρι ευτυχισμένα μάτια αξίζουν περισσότερο απ’ ό,τι όλα μαζί τα δόγματα της παγκόσμιας σοφίας». [σ. 95]. Λίγες μέρες νωρίτερα (12 Αυγούστου 1916) θησαυρίζει μια άλλη γραφή: Η Λίλυ Μπράουν λέει στη διαθήκη της: «… ποτέ δεν έπαψα, σε πείσμα της πελώριας σκληρότητας της μοίρας μου, να καταφάσκω στη ζωή και, με την πιο αμείωτη πίστη, και στον πόνο. Για κάθε τι που δοκίμασα, όσο σκληρό κι αν ήταν, νιώθω ευγνωμοσύνη, γιατί εν τέλει το κάθε τι μεγάλωσε τη δύναμη μου, ενίσχυσε την ανάπτυξή μου… [σ. 92]

Τον Δεκέμβριο του 1910 έγραφε: Πού να είναι ο έρωτας; […] Πόσο συχνά έχω βλαστημήσει αυτή την παθολογική κατάσταση του έρωτα – είναι ωστόσο ξεκάθαρο πως ο άνθρωπος που δεν είναι ερωτευμένος στερείται, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν το νιώθει πάντοτε. Τι του λείπει, το καταλαβαίνει μονάχα όταν ερωτευτεί και πάλι· σαν όλες οι φλέβες του μεμιάς να γέμισαν με αίμα… [σ. 63].  Τον Μάρτιο του 1928 υμνούσε την την ανθρώπινη αλληλεγγύη: Είναι από τις πιο ευγενικές χαρές της ζωής, οι χαρές μαζί με τους ανθρώπους, και το να συμπάσχεις μαζί τους.

Το Πάσχα του 1932 εξέφραζε την άφατη προσωπική ικανοποίηση από την καλλιτεχνική δημιουργία που αναγκάζεται να συνυπάρξει με την ζοφερή κατάσταση στον κόσμο: Για μια στιγμή έρχεται και πάλι το δυνατό αίσθημα, το αίσθημα της ευτυχίας που δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο, ότι έβγαλες πέρα το έργο σου. Για πόσο καιρό οι κοπιαστικοί ελιγμοί πέρα-δώθε, οι αναστολές, οι παλινδρομήσεις, ξανά και ξανά. Όλα αυτά όμως νικήθηκαν τις εποχές που κατέκτησα την τεχνική και μπόρεσα να κατορθώσω το σκοπό μου. / Από την άλλη, η ανείπωτα δύσκολη γενική κατάσταση. Η αθλιότητα. Το βύθισμα των ανθρώπων στη σκοτεινή αθλιότητα. Η απαίσια πολιτική παρόξυνση. [σ. 185].

Η εξαιρετική αυτή έκδοση περιλαμβάνει δεκαπεντασέλιδη εισαγωγή του Ανδρέα Σπύρου, πεντασέλιδο κείμενο της Γιούττα Κόλλβιτς με τίτλο «Οι τελευταίες μέρες της Καίτε Κόλλβιτς», 64σέλιδο λεύκωμα σχεδίων και γλυπτών, επτασέλιδο κατάλογο ονομάτων και όρων και τρισέλιδο χρονολόγιο. Το έστω και περιορισμένο αυτό σώμα γραπτών, που εξέδωσε μετά τον θάνατό της ο γιος της, μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε ταυτόχρονα μια δημιουργό με ιδιαίτερη καλλιτεχνική και κοινωνική συνείδηση, που είχε επίγνωση των ορίων της και επιμονή να τα εξαντλήσει και μια συγγραφέα που έστω και μέσα από τα γράμματα και το ημερολόγιό της εξέφρασε τα γνήσια αισθήματα, τις σκέψεις και τον ψυχισμό ενός ανήσυχου ανθρώπου σε καιρούς ζοφερούς, ενός ανθρώπου που παρά την σκληρότητα της ζωής του δεν έπαψε να κοιτάζει μπροστά.

Εκδ. Ίντικτος, 2006, μτφ. Ανθή Λεούση, σελ. 317 [Kaethe Kollowitz, Ich will wirken in dieser Zeit].

Οι εθελοντές (1922-23), Για ένα καλύτερο Βερολίνο (Λιθογραφία, 1923), Ποτέ πια πόλεμος! (1924), Ερωτική σκηνή (1909-1910), Αυτοπροσωπογραφία (1891).

23
Ιολ.
18

«Με φιλίαν παντοτινήν και άδολη». Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριες του (1933 – 1937)

Η παιδαγωγία ως αμοιβαία επίδραση μεταξύ δασκάλου και μαθητή

Μου χρεωστείς, λες, ευγνωμοσύνη· μα γιατί; Μήπως η σχέσις δασκάλου προς μαθητήν, αν είναι γνησία και εσώψυχος, είναι σχέσις απλής μεταγγίσεως παραστάσεων και συναισθηματικών καταστάσεων ή σχέσις παθητικής του ενός καθοδηγήσεως υπό του άλλου. Θα ήταν ασέβεια να το κατεβάση κανείς ως εκεί. Θα ήταν μάλιστα και παράλογο, γιατί θα παρεγνώριζε, ότι κάθε γνησία παιδαγωγία είναι ενέργεια αμοιβαίας επιδράσεως, είναι μια συνένωσις των ηθικών και πνευματικών δυνάμεων, μέσ’ από την οποίαν δεν μπορείς να ξεχωρίσης, ποιος δίνει και ποιος παίρνει πού και πότε προσφέρεις και πού λαμβάνεις, τι χαρίζεις και τι σου χαρίζουν… [σ. 46 – 47]

Ο Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937) υπήρξε όχι μόνο ιδανικός μελετητής της κλασικής, μεταγενέστερης και βυζαντινής επιστολογραφίας, αλλά και ο ίδιος δεινός επιστολογράφος. Από την πλούσια όμως αλληλογραφία του πολύ λίγα ίχνη έχουν περισωθεί, διασκορπισμένα σήμερα σε βιβλιοθήκες και αρχεία. Οι σαράντα αυτές επιστολές του από τις Ράχες της Ικαρίας, το Ξυλόκαστρο και την Μήθυμνα της Λέσβου προς τις μαθήτριές του αποτελούν μια πολύτιμη κατάθεση στην επιστολογραφία του όχι μόνο επειδή καθρεφτίζουν τις ιδέες του για την πολύτιμη σχέση δασκάλου και μαθητή αλλά και επειδή αναδεικνύουν τις βαθύτερες σκέψεις αλλά και ανησυχίες ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου.

«Έγραφε όπως και μιλούσε, με αληθινή μέθη. Έζησεν αδιάκοπα με υψωμένο το θερμόμετρο. Στο υψηλότερο σημείο, η στήλη έσπασεν απότομα», έγραψε ο Τέλλος Άγρας σε σημείωμα που δημοσιεύτηκε λίγο μετά την αυτοκτονία του. Και πράγματι, η γραφή του εδώ έχει όλα τα στοιχεία μιας μέθης, από τον ενθουσιασμό μέχρι και την παραφορά αλλά και μια σπάνια νηφαλιότητα· είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι είναι τόσο νευρώδης ο τρόπος με τον οποίο χαράζει τις πυρετώδεις σκέψεις του στο χαρτί, που συχνά παρατηρούνται ορθογραφικές αβλεψίες, συντετμημένες λέξεις (αμφότερες οι περιπτώσεις αποκαταστάθηκαν σιωπηρά), διαγραφές και δυσανάγνωστοι χαρακτήρες. Συνεπής προς τις αρχές του ο Συκουτρής δεν ακολουθεί καμία γλωσσική ορθοδοξία της δημοτικής ή της καθαρεύουσας.

Ο Συκουτρής απευθύνεται σε τέσσερις μαθήτριές του, την Αγλαΐα Φακάλου, την Μαρία Κακισοπούλου, την Μαρίκα Στρομπούλη και την Ηρώ Κορμπέτη.  Οι δυο πρώτες είναι 15 χρόνων όταν αρχίζει η αλληλογραφία τους το καλοκαίρι του 1933 και τον γνώρισαν τέσσερα χρόνια πριν στην Β΄ Γυμνασίου του Αρσακείου Παρθεναγωγείου. Η απόφασή τους να σπουδάσουν φιλολογία, ήδη από εκείνη την ηλικία, προκάλεσε το αδιάπτωτο ενδιαφέρον του Συκουτρή για την πρόοδό τους. Έκτοτε τις αγαπούσε και τις αποκαλούσε παιδιά του. Ο καθηγητής μέσα από τις επιστολές αποκαλύπτει όχι τους προβληματισμούς του πάνω στα θεμελιώδη ζητήματα της ζωής και της δημιουργίας του αλλά και στοιχεία από την καθημερινή του ζωή, την πορεία της εργασίας του και τα διλήμματα της σχετικής περιόδου. Στην αλληλογραφία με την Ηρώ Κορμέτη το ενδιαφέρον του είναι αυστηρά προσανατολισμένο στην υπεύθυνη, επιστημονική καθοδήγηση της φοιτήτριάς του προς την έκδοση ενός βυζαντινού κειμένου. Εδώ αναδεικνύονται οι αντιλήψεις του για το παιδευτικό έργο, όπως και στα τρία γράμματα προς την Μαρίκα Στρομπούλη. Όλες πλέον είναι φοιτήτριες στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Ήδη από το πρώτο του γράμμα, απαντώντας προφανώς στα καλά λόγια της μαθήτριάς του, γράφει πως είναι «πολύ λίγο “εξαιρετικός άνθρωπος”, πως αγωνίζεται πολύ για να κρατήσει την ισορροπία του ανάμεσα στο χάος των εξωτερικών συνθηκών της ζωής του και την άβυσσο των εσωτερικών κινημάτων της ψυχής του» και λίγο αργότερα της μεταδίδει μια σπάνια σκέψη: «στην πίστη μας σ’ έναν άνθρωπο τοποθετούμε πολύ περισσότερο από τον κόσμο μέσα μας παρ’ όσον από ό,τι η εμπειρία μας προσφέρει. Και αν εσύ τώρα βρίσκεις τόσα καλά σ’ εμένα, αυτό σημαίνει πως έχεις μέσα σου έναν εξαιρετικό ηθικό πλούτο, και αυτόν εζήτησες ν’ αντικειμενοποιήσεις, να τον προβάλης προς τα έξω συνδέουσα με τόνομά μου». Της γράφει ακόμα ότι το δικό της παράδειγμα, ως το τελευταίο από την πείρα των ανθρώπων, που μαζεύει καθημερινά, τού ενισχύει ακόμα περισσότερο την πεποίθησή του ότι το πρόβλημα της ζωής δεν είναι στο ν’ αλλάξει κανείς την μοίρα του αλλά στο να κάνει μοίρα του την ίδια του την φύση.

Δεν είναι βέβαια εύκολο, γράφει ο Συκουτρής, να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας κάτω από τα επιστρώματα επιδράσεων του σχολείου και της κοινωνίας ξένων προς τον γνήσιο πυρήνα της οντότητάς μας· ακόμα πιο δύσκολο είναι να μείνει κανείς πιστός σ’ ότι μια φορά ανακάλυψε ως γνήσιο στοιχείο του εγώ του. Ο ανθρώπινος πόνος, που οδηγεί στην αληθινή κακοδαιμονία (με την ετυμολογική σημασία της λέξεως), έχει την πηγή του όχι τόσο στους περιορισμούς της ατομικής μας ελευθερίας, όσο στην κακή εκ μέρους μας χρησιμοποίησή της στην απάρνηση του ίδιου μας του εαυτού. Μακάρι να μπορούσαμε πάντα να θέλουμε ό,τι θέλουμε! Ο Πλάτων αισθάνθηκε αυτή την προβληματικότητα και μας την παρουσιάζει στον Γοργία του. Στο βάθος όμως μιας τέτοιας φιλοσοφίας κρύβεται η απόλυτη αισιοδοξία, η πίστη πως ο άνθρωπος στο βάθος του είναι καλύτερος από ό,τι εκδηλώνεται, η φύση του είναι ανώτερη της μοίρας του, ένας άνθρωπος ακολουθώντας πιστά τον εαυτό του ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα κακός.

Ευνόητα ο Πλάτων αναφέρεται σε πολλά γράμματα και με πλείστες αφορμές. Ακόμα κι όταν γράφει πόσο ανάγκη έχει την μοναξιά και την συγκέντρωση στον εαυτό του, περιγράφοντας την ζωή «εκεί πάνω» μόνο με τον Πλάτωνα, ο Συκουτρής ομολογεί πως του ζέστανε ό,τι είχε ψυχράνει και παγώσει μέσα του η μοίρα. Κατά την διάρκεια αυτής της τετραετίας εκδόθηκε η περίφημη εργασία του, το Συμπόσιο, και λίγο αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται κακόβουλα δημοσιεύματα εναντίον της Εισαγωγής του, που χαρακτηριζόταν υβριστική για τους προγόνους και υποθάλπουσα την αθεΐα. Η συνέχεια είναι γνωστή: αυτή η πολεμική πήρε απροσδόκητες διαστάσεις και υπήρξε τραυματική για τον Συκουτρή.

Στα γράμματα δεν υπάρχει κάποια σχετική αναφορά. Αντίθετα, και παρά τις συχνές αναφορές στην συνεχή εναλλαγή σκότους και φωτός στον ίδιο του τον ψυχισμό, τα γράμματα ξεχειλίζουν από ολόφωτες σκέψεις και στοχασμούς πάνω στην σχέση καθηγητή και μαθητή. Παρά τους ξεκάθαρους ρόλους, ο καθηγητής κατέφασκε και μια ιδιαίτερα φιλική σχέση, ενώ συχνά διαφαίνεται μια μορφή εξάρτησης ή βαθιάς ανάγκης της παρουσίας των δυο πρώτων κοριτσιών, η οποία όμως ποτέ δεν διατυπώνεται επιτακτικά ή πιεστικά. Εσείς είσαστε πιο απαραίτητοι σ’ εμένα απ’ ό,τι είμαι εγώ για σας, παραδέχεται ο καθηγητής, στη συνέχεια του αρχικού αποσπάσματος, γιατί η μεγάλη ευεργεσία που μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει στον όμοιό του δεν είναι να του προσφέρει κάτι αλλά να του ξυπνήσει και να του θέσει σε ενέργεια ό,τι εκείνος έχει μέσα του.

Η χαρά της επικοινωνίας σκίαζε την υφέρπουσα μελαγχολική διάθεση και, χωρίς να το συνειδητοποιούν, εκείνα τα κορίτσια του συμπαραστέκονταν στην αναμέτρησή του με την μοναξιά. Αλλά ενώ προσπαθούσε να κρατηθεί από την αγάπη των άλλων, δεν μπορούσε πλέον να παλέψει ενάντια στην πορεία προς τον θάνατο, καθώς την είχε ωραιοποιήσει και αναγάγει σε ηθική και υπαρξιακή επιλογή. Μπροστά στην αδυναμία της ζωής του κοινού ανθρώπου, προτίμησε την τραγική δύναμη του ήρωα που αποφασίζει ο ίδιος το όριο της ζωής του, για να μην τη δει να ευτελίζεται. Κι οι παραπάνω στοχασμοί, δεν προστίθενται απλά στο πλούσιο έργο του αλλά μένουν και για εμάς τους εκπαιδευτικούς φάροι διαρκώς αναμμένοι, να χαιρόμαστε όταν τους ακολουθούμε και να μας οδηγούν όταν τους ξεχνούμε. 

Αλήθεια! Σκέπτομαι καμμιά φορά: Γιατί να πιστεύωμε πως η «πραγματικότης» έχει περισσότερην ύπαρξιν από το «όνειρο»; Δεν θα μπορούσε μήπως να συμβαίνη και τ’ αντίθετο; Ίσως γιατί είναι πιο δυσάρεστο το «όνειρο»; Και ποιος μας έδωσε το δικαίωμα τόσο πεσσιμιστικά να κρίνωμε την ζωή; Ίσως γιατί επαναλαμβάνεται η ίδια συχνά ενώ το «όνειρο» είναι μοναδικό, ποτέ δεν επανέρχεται το ίδιο εις το ίδιον πρόσωπον, ποτέ δεν εμφανίζεται σ’ όλους τους ανθρώπους. Κι όμως μου φαίνεται, πως τίποτε δεν είναι τόσο πραγματικό, τόσο αληθινό, παρά εκείνο που μονάχα σου αισθάνεσαι πως έζησες, που μονάχα σ’ εσένα απεκαλύφθη, που είναι γι’ αυτό κτήμα δικό σου, ακριβώς γιατί δεν ανήκει και σ’ άλλους – δεν ανήκει και με την έννοιαν, πως ούτε να το ανακοινώσης καν δεν μπορείς· τόσον ανείπωτο και ανερμήνευτο είναι! τόσον βαθιά ριζωμένη είναι η πίστις σου, πως αυτό που τώρα δα ζης, δεν μπορεί ποτέ το ίδιο κανείς εκτός από σένα να ζήση, ούτε συν καν σε άλλη στιγμή το ίδιο. Έτσι ξαναγυρίζει κανείς στη φιλοσοφία του παρόντος – το παρόν και μόνο είναι η μόνη πραγματικότης, όλα τ’ άλλα, παρελθόν και μέλλον, υπάρχουν εν σχέσει προς το παρόν, από το παρόν αντλούν και την ύπαρξιν  και την αξίαν των… [σ. 78-79]

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014, σελ. 321. Εισαγωγή: Γιώργος Α. Χριστοδούλου, φιλολογική επιμέλεια και επίμετρο: Ελένη Ράμφου. Τα σαράντα γράμματα συμπληρώνονται από δελτάρια προς την Αγλαΐα Φάκαλου κι ένα παράρτημα πέντε ακόμα εγγράφων. Συμπεριλαμβάνονται εικοσασέλιδο κριτικό υπόμνημα γραφών και ευρετήριο (σύνταξη από την Κατερίνα Ευσταθίου).

Στις εικόνες: έργα των Franz Caucig [Socrates with Diotima and a Disciple], Joseph Wright of Derby και Albert Reuss. Ενδιάμεσα, απεικόνιση αρχαίου συμποσίου στον «τάφο του δύτη», Paestum, Κάτω Ιταλία, (5ος αι. π. Χ.).




Ιουλίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.034.511 hits

Αρχείο