Posts Tagged ‘Εργαστήρι μεταφραστή

30
Μαρ.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 177. Γιώργος Κεντρωτής

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Ορίτζιναλ μαϊμούδες» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2016). Περιλαμβάνει 144 ποιήματα: 72 δικά μου (ορίτζιναλ) και 72 μεταφράσεις (μαϊμούδες).

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Είναι και δύσκολο, είναι (κρίνω) και περιττό. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία. Για όλα θα μπορούσα να πω πολλά – οπότε είναι καλύτερο (το αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι) να μην πω τίποτα. Μπορώ απλώς να αναφέρω ότι, παρ’ όλο που γράφω ποιήματα από πολύ νεαρή ηλικία, την πρώτη ποιητική συλλογή μου τη δημοσίευσα το 2006: «Με απ’ όλα μέσα» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006). Παρ’ όλο που έχω συγγράψει πολλά βιβλία, ποτέ δεν βιάστηκα να δημοσιεύσω κάτι. Όλα έγιναν στον καιρό τους. Γι’ αυτό και δεν έχω «μετανιώσει» για καμία έκδοσή μου.

Γράψατε κάποτε το έξοχο μυθιστόρημα «Βικέντιος Καρμπονάρος. Ο συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου». Γιατί δεν συνεχίσατε να μυθιστοριογραφείτε;

Πριν από τον «Συνονόματο» είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Το βάφτισμα». Είχα φτάσει 1200 σελίδες και ήμουν σχεδόν στην αρχή – το σταμάτησα! Δεν έβγαινε πουθενά. Κατόπιν ήρθε ο «Συνονόματος».  Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ – απλώς χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής χρειάστηκε να «αλλάξω» όνομα και να «υποκριθώ» τον επιμελητή της έκδοσης. Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε. Το λέω αυτό, γιατί το βιβλίο αυτό πέρασε «κριτικώς» απαρατήρητο.  Όσοι το διάβασαν (όπως εσείς) μου είπαν / έγραψαν από καλά έως πάρα πολύ καλά λόγια. Αυτό με παρωθεί να καταπιαστώ επί τέλους με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Το τριήμερο». Το σέρνω από το 2008, αλλά δεν το αποφασίζω…

Αποτελείτε μια σπάνια περίπτωση λογοτέχνη που έχει γράψει βιβλία για μια αθλητική ομάδα, τον Ολυμπιακό. Τι βιβλία είναι αυτά;

Το ένα από αυτά (το «45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους» από τις εκδόσεις Δίαυλος) το χαρακτηρίζω «μυθιστόρημα» – υπό όρους, μάλιστα, είναι! Κατ’ ουσίαν όμως, πρόκειται για ένα ιδιότροπο δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από το 1958 που γεννήθηκα μέχρι το 2003, που έγινα 45 χρονών. Την αφορμή της συγγραφής μού την έδωσαν οι νίκες που κατήγαγε μέσα σε τούτα τα 45 χρόνια η αγαπημένη μου ομάδα, ο Ολυμπιακός, επί του αιώνιου αντιπάλου του, του Παναθηναϊκού. Έχω συγγράψει επίσης ένα σύντομο και ιστορικού περιεχομένου βιβλίο με τίτλο «Το Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού» και έχω συμμετάσχει σε πέντε κοινές εκδόσεις με θέμα τον Ολυμπιακό. Αγαπώ τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον Ολυμπιακό. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς από μικρό παιδί σε όλα τα σπορ. Μου έχει χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις – χαρές και λύπες. Μου έχει μάθει τη ζωή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κατά βάση ποιήματα. Αλλά έχω εκδώσει και πεζά και δοκίμια. Μεταφράζω και εκδίδω ποιήματα, πεζά, δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχω ασχοληθεί και με την επιμέλεια και έκδοση παλαιών κειμένων. Γενικώς με ενδιαφέρουν όλα τα είδη γραφής. Δεν μπορώ ούτε να εξάρω ούτε να αποκλείσω κάποιο από αυτά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω τα χούγια μου! Σχεδόν ποτέ δεν μεταφράζω ποίημα στο σπίτι! Πάντα σε καφενεία – σε χώρους γνωστούς μου, άκρως φιλόξενους. Ποιήματα έχω μεταφράσει και στα καφέ του Γηπέδου Καραϊσκάκη.  Όταν μεταφράζω ποίηση δεν θέλω ησυχία. Αντιθέτως επιζητώ τη δυνατή μουσική και τη φασαρία. Στο σπίτι μεταφράζω κατά βάση πεζά και φιλοσοφικά κείμενα. Εκεί βάζω να παίζει κλασική μουσική. Στην ανάγνωση η μουσική δεν με ενδιαφέρει: διαβάζω και με και χωρίς μουσική. Είμαι μουσικόφιλος πάντως, και διαθέτω πολύ μεγάλη δισκοθήκη. Τα βιβλία μου και οι δίσκοι μου είναι όλη η περιουσία μου. Τα λαϊκά τραγούδια από όλον τον κόσμο, το τάνγκο, οι ναπολιτάνικες καντσονέτες, το ροκ της δεκαετίας 1965-1975, ο Βέρντι, ο Μπραμς, ο Σοστακόβιτς ανήκουν στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όπως είπα, μου αρέσει να γράφω έξω. Στην Αθήνα τα συγγραφικά στέκια μου είναι «Πόρτες» στο Νέο Ψυχικό (είναι κοντά στο σπίτι μου) και το παλιό «Dolce», νυν «Φίλιον» (στο κέντρο, στην οδό Σκουφά). Στην Κέρκυρα πηγαίνω σε 4-5 μέρη εναλλάξ, αλλά αγαπώ και το «Lunatico» στην πλατεία του παλιού Ψυχιατρείου. Εκεί έχω παρέα και πολύ αγαπημένα φιλαράκια μου: τον Μπάμπη, τον Μένιο, τον Λυκούργο, τη Τζούντυ – τα σκυλάκια που συχνάζουν εκεί.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία -παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Το κάνω ήδη. Γράφω για τον Δημήτρη Αρμάο – φίλο, ποιητή, άνθρωπο του βιβλίου, συνοδοιπόρο στις αναγνώσεις και στις μεταφράσεις. Μακάρι να ήταν στη ζωή και ας μην έγραφα τίποτα γι’ αυτόν…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά και η μικρή επιλογή είναι διαχρονική. Από τους δικούς μας: Σολωμός, Καβάφης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Πατρίκιος από τους ποιητές. Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Πολίτης, Μπακόλας, Βαλτινός από τους πεζογράφους. Σκαρίμπας – ποιητής και πεζογράφος. Από τους ξένους θα αναφέρω ενδεικτικά πέντε συγγραφείς του 20ού αιώνα: Μαγιακόφσκη, Παβέζε, Μπρεχτ, Μπόρχες, Παζολίνι. Ο αγαπημένος μου ποιητής: ο Κάρολος Μπωντλαίρ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Από τα ξένα έργα: «Τα άνθη του κακού» (Μπωντλαίρ), «Πόλεμος και ειρήνη» (Λέων Τολστόη), «Τα παιδιά της ζωής» (Παζολίνι), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (Μούζιλ), «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Μπέκετ) και μέγα πλήθος άλλων. Από τα δικά μας: «Το κιβώτιο» (του Αλεξάνδρου), «Η φόνισσα» (του Παπαδιαμάντη), «Η πάπισσα Ιωάννα» (του Ροΐδη), «Στου Χατζηφράγκου» (του Κοσμά Πολίτη), «Με το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον» (του Γιάννη Πάνου).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Παβέζε, του Μπόρχες. Το «Θείο τραγί» του Σκαρίμπα και «Η κάθοδος των εννιά» του Βαλτινού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Παρακολουθώ στενά την πορεία της ποίησης στην πατρίδα μας. Με κάποιους ποιητές αναγνωρίζω συγγένεια, με κάποιους μας χωρίζουν πολλά. Να μερικά ονόματα – εντελώς ενδεικτικά: Αγγελής, Καψάλης, Κοσμόπουλος, Κουτσουρέλης, Λαλιώτης, Λουκίδου, Παπαλεξάνδρου, Στρούμπας… Ο Χρήστος Βάθης έβγαλε στη δεκαετία του ’80 τη «Μάγια σκιά» (εκδόσεις Διάττων) και έκτοτε –ποιητικώς– ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Την πεζογραφία δεν την παρακολουθώ τόσο στενά, γι’ αυτό και θα αναφέρω μόνο το όνομα του Γιάννη Παλαβού. Από τους θεατρικούς συγγραφείς επιλέγω τον Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο «Ομπλόμωφ» του Ιβάν Γκοντσάρωφ! Τρεις φορές έχω διαβάσει το ομώνυμο μυθιστόρημα και πάντοτε νιώθω χαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Μαριάμπα» του Γιάννη Σκαρίμπα!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω σχεδόν όλα τα περιοδικά – και τώρα και από παλιά. Κρίνω ότι συμβάλλον θετικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας μας. Με πολλά από αυτά συνεργάζομαι τακτικότατα, οπότε δεν τίθεται θέμα «αγαπημένου». Για να απαντήσω, όμως, στην ερώτησή σας, θα πω ότι μου λείπουν η «Λέξη» και ο «Χάρτης», δύο εξαιρετικής ποιότητας περιοδικά, με τα οποία ποτέ δεν συνεργάστηκα, παρά τις άριστες σχέσεις μου με τους εκδότες τους.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω διαγωνίως τις παρουσιάσεις στα διάφορα έντυπα. Σπανίως παρουσιάζουν, πάντως, ενδιαφέρον. Συνήθως αναπαράγονται τα «δελτία τύπου» των εκδοτών – όταν δεν πρόκειται για «δημόσιες σχέσεις». Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Οι ολιγάριθμες εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν τον κανόνα. Μπορεί να κακοχαρακτηρισθώ, αλλά δεν παρακολουθώ αυτού του είδους την «ξεπεταχτική» κριτικογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω και μεταφράζω, όπως ήδη είπα, ποίηση σε καφενεία. Συστηματικά δε, επί δεκαετίες! Είναι τόσο πολύ ρουτινιάρικο αυτό (με την καλή έννοια του όρου) που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον να πω τίποτα. Και επειδή με τα γραπτά μου είμαι πολύ προσεκτικός, θα σας πω ότι ούτε τον καφέ δεν έχω χύσει ποτέ στα χαρτιά μου, για να είναι το γεγονός «αξιομνημόνευτο». Μια φορά στο τρόλεϋ είχα δει κάποιον να διαβάζει τους «Αγροίκους» του Παβέζε, που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τον ρώτησα, τάχα με απορία, τάχα αδιάφορα, αν παρουσιάζει ενδιαφέρον το μυθιστόρημα και μου είπε ότι η μετάφραση είναι πάρα πολύ τολμηρή, «σαν περίεργο πρωτότυπο». Τον ρώτησα ποιος το έχει μεταφράσει. Γύρισε στη σελίδα 5, διάβασε το όνομά μου και μου το είπε παρατονισμένο μάλιστα: «Κεντρώτης». Τι να σας πω: το είχα ευχαριστηθεί πολύ!

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω από τα 18 μου χρόνια ανελλιπώς. Αισίως άγω το 59ο έτος της ηλικίας μου. Ο μεταφραστικός τρόπος μου είναι η αυστηρότητα και η προσοχή μου. Δεν αφήνω ποτέ τίποτα έξω από τη μετάφραση, δεν «παρακάμπτω» ποτέ τίποτα. Μου λένε ότι τα μεταφράσματά μου είναι «ιδιότυπα» ή «χαρακτηριστικά». Αυτός είναι εμένα ο έπαινός μου! Η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού» – άρα ο μεταφραστής πρέπει να «διακρίνεται», να «ξεχωρίζει». Η μετάφραση, αν είναι και όσο είναι τέχνη, δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη του δημιουργού της. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «απρόσωπη» ή «αντικειμενική» μετάφραση. Δεν έχω μεταφράσει ποτέ κείμενα που δεν μου αρέσουν. Όλα μου τα μεταφράσματα είναι δικής μου επιλογής και ανάγονται σε δικά μου ενδιαφέροντα. Μπορεί κάποια από τα ενδιαφέροντά μου να έχουν ατονήσει μέσα μου με τα χρόνια, αλλά δεν έχουν σβηστεί. Μεταφράζω συγγραφείς που αγαπώ… που με ενδιαφέρουν τουλάχιστον με την προσωπικότητά τους… που με «καλλιεργούν»… που μου δίνουν ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα… που με πάνε παραπέρα… παραπάνω. Ουδέποτε μετάφρασα κάτι «επαγγελματικά» ή «ξεπεταχτιδίστικα». Ούτε θα το κάνω!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν και θα μπορούσα να σας απαντήσω με ένα «όλες», που θα ανταποκρινόταν και στα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα προβώ σε επιλογή! Πιο πολύ με δυσκόλεψε η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο (εκδόσεις Gutenberg 2015), διότι έπρεπε να καλέσω στο χαρτί πολλά είδη γνώσεων και επιστημών, προκειμένου να συνεργασθούν. Η πιο μεγάλη δυσκολία από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά. Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος.

Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Η μετάφραση που πιο πολύ έχω ευχαριστηθεί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα: είναι «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Τόσο πολύ την ευχαριστήθηκα που έκατσα και έγραψα και έναν επίλογο, που υπολογίζω ότι θα καλύπτει κοντά στις 350 σελίδες. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει –με το καλό– από τις εκδόσεις Gutenberg ως τα τέλη του 2017.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θα ήθελα να συστήσω το «Βιργιλίου θάνατος» του Χέρμαν Μπροχ (Gutenberg 2000), το «Στα χθόνια δώματα» του Πάμπλο Νερούδα (εκδόσεις Ύψιλον 2007),  και το «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή» (Gutenberg 2014), που είναι η μετάφραση του Ε΄ βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, με ποιήματα ερωτικά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα αναφερθώ σε τρεις «αρνητικές» περιπτώσεις. Από την ιστορία της μετάφρασης έργων του Ρόμπερτ Μούζιλ θυμάμαι τον «ζήλο», τον «φανατισμό», με τον οποίον είχα επιδοθεί. Σε κάποιους δεν άρεσε η ενασχόλησή μου και προσπάθησαν να μου αμαυρώσουν τα μεταφράσματα, ακόμα και αν δεν ήξεραν το βασικότερο: γερμανικά! Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βιργιλίου θάνατος» του Μπροχ. Στην πρώτη περίπτωση, εν έτει 1987, είχα απαντήσει γραπτώς και εξαντλητικά από τις στήλες του περιοδικού ΑΝΤΙ και είχα ξεκάνει τον «αντιρρησία» – δεν ήταν, πάντως, και ιδιαίτερα δύσκολο, διότι «δεν φέλαγε» όπως λένε στο χωριό μου. Στη δεύτερη περίπτωση (ούτε εδώ ο κριτής εγνώριζε καθ’ ομολογίαν του γερμανικά) δεν καταδέχτηκα να απαντήσω στο κακόβουλο δημοσίευμα που φιλοξενήθηκε σε «σαλόνι» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ. Μετά από μερικά χρόνια το έφερε η συγκυρία να συνυπάρξω κάπου με τον «κριτικό», ο οποίος, προβαίνων σε αλλεπάλληλα καραγκιοζιλίκια, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποια συγγνώμη εκ μέρους μου. Εννοείται ότι δεν έλαβε τίποτα. Τρίτη περίπτωση, πάλι με τα γερμανικά στη μέση. Όταν μετέφρασα τη «Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» του Μπρεχτ (Gutenberg 2014) κάποιοι ξεβολεύτηκαν (αλήθεια γιατί;), αλλά περιορίστηκαν σε προφορικά σχόλια, που φτάνανε ώς τ’ αφτιά μου. Περιορίστηκα σε όλες τις περιπτώσεις σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μακροθυμία, καλέ μου φίλε! Μακροθυμία! Κανείς δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να γράψει ή να μεταφράσει ό,τι τραβάει η ψυχή του. Στην εποχή του διαδικτύου, μάλιστα, εκδίδονται τα πάντα ακόπως. Οπότε όποιος γουστάρει ό,τι γουστάρει μπορεί να το κάνει. Και δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ούτε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Νομίζω ότι από άλλη αφορμή έχω απαντήσει στις ερωτήσεις σας, αλλά μιας και ρωτάτε, θα ήθελα να προσθέσω τούτο. Αγαπώ πολύ τη μουσική – όλα τα είδη μουσικής, αρκεί να πρόκειται για μουσική και όχι για ήχους ατάκτως ερριμμένους. Θα γράψω μόνο ονόματα, όπως που έρχονται. Μάρκος Βαμβακάρης και Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, Γιώργος Μουφλουζέλης, Νίκος Ξυλούρης, Μανώλης Μητσιάς, Βίκυ Μοσχολιού, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μαίρη Λω, Κούλα Νικολαΐδου, Τάσος Χαλκιάς, Γιώργος Παπασιδέρης, Κάρλος Γαρδέλ, Ιμπέριο Αρχεντίνα, Ασουκένα Μαϊσάνι, Ανδριάνα Βαρέλα, Αταουάλπα Γιουπάνκι, Ρομπέρτο Μούρολο, Ρόζα Μπαλιστρέρι, Οτέλλο Προφάτσιο, Γκίζελα Μάυ, Βολφ Μπίρμαν, Τράφικ, Άνιμαλς, Τεν Γίαρς Άφτερ, Μπενιαμίνο Τζίλι, Τζουζέπε Ντι Στέφανο, Ζωρζ Μπρασένς, Πατασού, Μονίκ Μορελί – και χίλιοι άλλοι!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ έχουν ήδη μεταφραστεί από εμένα. Ποτέ δεν μετέφρασα έργο ή συγγραφέα που δεν μου άρεσε.  Έχω ετοιμάσει περίπου 20 μεταφράσεις που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Καλά να είμαστε και θα εκδοθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Θέλω να μεταφράσω τα σονέτα του Γκουίντο Καβαλκάντι και μια επιλογή από τα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Στην Ελλάδα έχω αρνητική εμπειρία από την «κριτική» των μεταφράσεων.  Όταν δεν είναι «λαθολογία», γίνεται αδιάφορη «γενικολογία», όπου και συνήθως διαβάζουμε ότι «ο μεταφραστής απέδωσε με ευαισθησία και γνώση όλες τις πτυχές του πρωτοτύπου»… Όταν διαβάζω τέτοια πράγματα, σχηματίζω την εντύπωση ότι ο «κριτικός» μπορεί να μην έχει πιάσει καν στα χέρια του το βιβλίο που «κρίνει».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ουδέποτε είχα προβλήματα. Έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με τον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο, με τη Μαρία Ράμμου, με τον Θανάση Χριστοδούλου, με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, με τον Ηλία Καφάογλου, με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει διόρθωση και επιμέλεια. Εξ άλλου κι εγώ έχω εργασθεί ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, οπότε…

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ομολογώ όχι! Μάλλον δεν με συμπαθούν… Ο Βιργίλιος ως προσωπικότητα έχει, πάντως, στοιχειώσει τη ζωή μου. Τον μελετώ με ιερό φανατισμό.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι διδάκτωρ νομικής,καθώς έχω συγγράψει διδακτορική διατριβή στο Διοικητικό Δίκαιο στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης. Η εν γένει κουλτούρα μου είναι επηρεασμένη από τη νομική σκέψη. Άρα και ο τρόπος γραφής μου μετέχει και της νομικής παιδείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλιότερα ήμουν δικηγόρος. Από το 1994 μέχρι σήμερα είμαι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκω «Θεωρία και πράξη της μετάφρασης», «Νεοελληνική λογοτεχνία» και «Μετάφραση νομικών κειμένων από τα γερμανικά στα ελληνικά».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω λατινοαμερικανούς ποιητές, κυρίως από την Αργεντινή. Γράφω ποιήματα. Μεταφράζω το «Ασματολόγιο» («Canzoniere») του Πετράρχη και την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν είμαι φίλος ή συστηματικός θεατής του κινηματογράφου και του θεάτρου. Μου αρέσει ο Παζολίνι και ο Βάιντα. Από τους θεατρικούς συγγραφείς αγαπώ τον Μπέκετ και τον  Ίψεν. Εννοείται ότι έχω διαβάσει πολύ καλά τους τρεις κορυφαίους έλληνες τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Εξ άλλου έχω μεταφράσει τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και τι να την κάνω την αιώνια νιότη; Εξ άλλου ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ζωής. Μπα, δεν θα το δεχόμουν – πέραν του ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται! Εύχομαι πάντως «καλά ξέτελα»!

Περί Ολυμπιακού

Πώς γίνατε οπαδός του Ολυμπιακού; Πώς αρχίσατε να γράφετε για την ομάδα; Υπάρχει κάποιο μυθιστόρημα ή άλλο έργο που θα θέλατε να γράψετε για τον Ολυμπιακό; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο κείμενο άλλου δημιουργού με λογοτεχνικές αρετές αφιερωμένο στην ομάδα;

Θυμάμαι τον εαυτό μου ως οπαδό του Ολυμπιακού από το 1963. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής νικήσαμε τον Παναθηναϊκό με 5-3 μέσα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε αγώνα Κυπέλλου. Για τον Ολυμπιακό άρχισα να γράφω με την προτροπή του αείμνηστου φίλου μου Παναγιώτη Γαρίδη, που από τις εκδόσεις Δίαυλος εξέδωσε το «Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού». Έχω γράψει δύο βιβλία για τον Θρύλο και έχω συμμετάσχει σε άλλες πέντε ομαδικές εκδόσεις. Θέλω να γράψω κείμενα για τον Ανδρέα Μουράτη και τον Γιώργο Σιδέρη. Έχω όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αγαπημένη μου ομάδα. Ξεχωρίζω το «Μίλα μου για τον Θρύλο» του Νίκου Μαυρωνά, εκδεδομένο ομοίως από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Μπορείτε να αναφέρετε μια αξέχαστη στιγμή της ομάδας σας από κάθε δεκαετία, στιγμή που έμεινε εντυπωμένη στην μνήμη σας;

Θα σας αναφέρω μόνο μία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1987 ο Ολυμπιακός είναι προτελευταίος στη βαθμολογία με 6 βαθμούς  σε 11 αγώνες. Στο ΟΑΚΑ έχουν συρρεύσει 61.000 θεατές. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Ήμουν στη Γερμανία, μεταπτυχιακός φοιτητής. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι εγώ περιμένω το κορίτσι μου, την Πολυξένη –που είχε την «ατυχία» να γίνει σύζυγός μου αργότερα– να έλθει να γιορτάσουμε μαζί. Από το αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης την παίρνω και ανεβαίνουμε τραινάτοι σε κάτι γερμανούς φίλους στον Βορρά, στο Αμβούργο. Όταν φτάσαμε, ανοίγουμε τη βαλίτσα της, τακτοποιούμε τα πράγματά της, και κατόπιν ανοίγουμε και τη βαλίτσα μου, από όπου προς μεγίστην έκπληξή της βλέπει να βγάζω ένα ραδιόφωνο ικανού όγκου, μια μπακατέλα του κερατά, που έπιανε βραχέα και το είχα για να ακούω τα ματς του Θρύλου. Παρακαλώ τον οικοδεσπότη μας (έναν ευγενέστατο κύριο μιας κάποιας ηλικίας) να με «πετάξει» ώς το Μπλανκενέζε που ήξερα ότι έχει «μεγάλο άνοιγμα» (μια ώρα δρόμος από το Ποπενμπύτελ, όπου μέναμε) για να «πιάνει καλύτερα το ράδιο».

Τί να κάνει ο άνθρωπος, με πήγε – παρά τις έντονες αποτρεπτικές κουβέντες της κυρίας μου και τα συνακόλουθα «μούτρα». Και όχι μόνο με πήγε ο καλός εκείνος άνθρωπος, αλλά και έκατσε σε ένα ωραίο ημιυπαίθριο καφέ και με περίμενε μέχρι να τελειώσει το ματς με την Παναχαϊκή, διασκεδάζοντάς το κιόλας, καθώς αυτός έπινε τις μπυρούλες του (χειμωνιάτικα…) κι έβλεπε εμένα να παρακολουθώ το ματς μέσα από έναν καταιγισμό από «αγγγγγκτ… γτγτγτγτρκρτφζξθγ… κλτρμνγργργρμρψταπλ… γτκτρμντγρκδρτα»! Και από κοντά μου ήσαν και δυό άλλοι πατριώτες (ναι, και γαύροι) που είχαν βρεθεί τυχαία εκεί ως τουρίστες, και είχαν αφήσει τις παρέες τους σύξυλες για ν’ αφοσιωθούν και αυτοί στην ακρόαση. Το τί έγινε στα γκολ είναι πέραν πάσης περιγραφής. Στο 1ο κιόλας λεπτό ο Τάσος Μητρόπουλος και στο 70ό ο Σάκης Μουστακίδης ήσαν οι σκόρερ. Ο γερμανός φίλος μου (λάτρης του φολκλόρ, όπως άλλωστε όλοι οι Γερμανοί) το κατευχαριστήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο «πράμα». Ούτε του είχε τύχει να δει ποτέ τρία αφτιά στριμωγμένα και κολλημένα σε ένα ράδιο της συμφοράς να ακούνε ποδόσφαιρο. Πάντα μαθαίνει κανείς νέα πράγματα, πάντα σε περιμένουν νέες εμπειρίες – λέω… Γι’ αυτό και είναι ωραία η ζωή!

Εικονίζονται: ελάχιστα από τα βιβλία που συνέγραψε ή μετάφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής, Charles Baudelaire, ένα αγαπημένο του βιβλίο, ένας αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας, Νεμέα 1973, Giambattista Vico, Hermann Broch, ένας δίσκος της Imperia Argentina, ένα χαμόγελο του Carlos Gardel, o φιλοξενούμενος σε μια εποχή που δεν γνώριζε κανέναν από τους παραπάνω και Γιώργος Σιδέρης.

Σημείωση: Το Πανδοχείο προειδοποιεί: οι εικόνες μπορεί να εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, κατά το κοινώς λεγόμενον ροτέισον.

23
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 175. Θωμάς Συμεωνίδης

Θ.Σ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», υπάρχει ένας ανώνυμος αφηγητής που καταφεύγει στο Παρίσι προκειμένου να αποφύγει μία πλεκτάνη που έχει στηθεί σε βάρος του. Ο αφηγητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μία νέα πραγματικότητα, αυτή της περιπλάνησης και της επιβίωσης στο Παρίσι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαχειριστεί ένα ασήκωτο κατά τα φαινόμενα φορτίο ενοχών και τύψεων που οφείλεται στην αδυναμία του να αποτρέψει τη δολοφονία και την αυτοχειρία, αντίστοιχα, δύο νέων ανθρώπων, που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σε έναν δημόσιο οργανισμό υγείας με έδρα την Αθήνα.

Η αναμέτρηση με την αλήθεια και τις ψευδαισθήσεις, αλλά και η διατήρηση στη ζωή μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την αναζήτηση νέων αναφορών, είναι η πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπος ο αφηγητής της ιστορίας. Μία πρόκληση που πιστεύω ότι έχει μία γενικότερη, ατομική και συλλογική αξίωση.

Cover Gine o iroas mou-1

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Η συγγραφή του «Γίνε ο ήρωάς μου!», ξεκίνησε το 2010, όταν πήρα την απόφαση να φύγω από την Ελλάδα, και ολοκληρώθηκε στη Γαλλία το 2014. Η συγγραφή του, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυτή την απόφαση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει πολύ τα τελευταία χρόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Bnf), και κάνω μία έμμεση αναφορά και στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», αναφέροντας τη θέση W.113, όπου δουλεύω συνήθως και η οποία βρίσκεται κοντά στον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας. Για την ύπαρξη αυτής της βιβλιοθήκης νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη, αλλά και για κάθε χώρο που συγκροτεί αντίστοιχες κοινότητες ανάγνωσης, γραφής και έρευνας.

Cover_Ola einai parexigisi-1

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Θραύσματα των ηρώων μου, υπάρχουν μέσα μου, γύρω μου, υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο συνδέομαι με ό,τι με περιβάλλει.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ιδανικά, το πρωί, με ησυχία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Ναι, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν υπόσταση σε ένα συγκεκριμένο τυπικό. Ανάφερα πιο πάνω για παράδειγμα, τη θέση W.113, όταν πηγαίνω στην Bnf. Από ένα σημείο και μετά όμως, δεν ξέρω πόσο νόημα θα είχε να αναφερθώ σε πράγματα που έχουν να κάνουν κυρίως με τη διαδικασία της συγκέντρωσης και τις συνθήκες γραφής, αλλά όχι και με την ουσία της.

Layout 1

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είναι ελάχιστες οι φορές που έχω γράψει ή διαβάσει κάτι συνοδεία μουσικής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μου αρέσει η μουσική. Ακούω σε διάφορες στιγμές και κυρίως κατά τις μετακινήσεις μου, ηλεκτρονική μουσική θα έλεγα, στις διάφορες εκδοχές της, από ροκ μέχρι κλασική. Ενδεικτικά, αναφέρω κάποια σχήματα που υπάρχουν στις τωρινές επιλογές μου: Apparat, Archive, Daughter, Infadels, Lali puna, M83, Of Monsters and Men, Placebo, Steve Reich, Tim Hecker.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είχα επαφή με πολλά και διαφορετικά αντικείμενα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου και αυτό οφείλεται περισσότερο σε μία εσωτερική ανάγκη παρά στην αναζήτηση μίας επαγγελματικής κατάρτισης/εξειδίκευσης. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναγνωρίσω τη στήριξη που είχα από τους γονείς μου, σε σημείο αυτοθυσίας θα έλεγα, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική άνεση για κάτι τέτοιο.

Layout 1

Εργάστηκα πάντως σε διάφορους τομείς, κυρίως στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, σε κάποια αρχιτεκτονικά γραφεία.

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να βρω μία λύση στη βιοποριστική εξίσωση μέσα από την έρευνα και τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο.

Θεωρώ αυτή την ενασχόληση πιο συμβατή με τη συγγραφική μου δραστηριότητα, αν και πιστεύω ότι η γραφή τροφοδοτείται από όλο το φάσμα της εμπειρίας και της ζωής ενός συγγραφέα, και όχι από ένα ή κάποια μεμονωμένα αντικείμενα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω, χωρίς όμως να έχω εκδώσει κάποια συλλογή. Θεωρώ πάντως, ότι παρά το γεγονός ότι η πρόζα και η ποίηση αντιστοιχούν σε διαφορετικές κλίμακες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η ουσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», πιστεύω ότι οι τελευταίες σελίδες θα μπορούσαν να διαβαστούν από μόνες τους ως ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα, ενώ το δεύτερο ολοκληρωμένο μου μυθιστόρημα (καθοδόν για την έκδοσή του), πιστεύω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία σύνθεση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κλίμακες: ποίηση, διήγημα/νουβέλα, μυθιστόρημα.

paul celan-

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν ξέρω πραγματικά αν θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο, με την έννοια ότι θα μου ήταν δύσκολο να κινηθώ σε ένα αυστηρά ρεαλιστικό/πραγματολογικό πλαίσιο. Έχω δουλέψει πάντως πάνω σε έναν υπαρκτό πρόσωπο για τις ανάγκες του πρώτου μου θεατρικού κειμένου. Αναφέρομαι στον Paul Celan και σε μία μεγάλη σχετικά έρευνα που έκανα πάνω στη ζωή και το έργο του. Ωστόσο, το τελικό κείμενο σε συνδυασμό με την θεατρική φόρμα, ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά μίας αναζήτησης παρά σε αυτά μίας παρουσίασης.

Τι γράφετε τώρα; 

Αυτό που πιστεύω ότι θα είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα.

Saul Bellow 3-

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Υπάρχουν πολλοί. Θα αρκεστώ όμως σε αυτούς που μελέτησα πιο συστηματικά: Samuel Beckett, James Joyce, Saul Bellow.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Youth (Σκηνές από τη ζωή ενός νέου) του J.M.Coetzee είναι ένα από τα βιβλία που ακριβώς την εποχή που το διάβασα, το 2005, ένιωσα να έρχομαι τόσο κοντά σε έναν ήρωα: ίδια πόλη, ίδια γειτονιά, ίδιες ανησυχίες, ίδια αίσθηση εξορίας, ίδια μορφή απομόνωσης, ίδια αμφιθυμία απέναντι σε όσα θεωρούνται σταθερά στη ζωή κάποιου, ίδια επιθυμία για μία άλλη ζωή και πάνω από όλα ο πόθος του καλλιτέχνη για έκφραση και μεταμόρφωση μέσω της τέχνης.

marcovaldo1

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για λόγους περισσότερο συναισθηματικούς, κάποιες από τις ιστορίες στον Μαρκοβάλντο του Καλβίνο. Τις είχα διαβάσει όταν είχα εγκατασταθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 2006. Η πραγματικότητα που διανοιγόταν κάποιες στιγμές μπροστά μου, ειδικά κάποιες νύχτες, επικοινωνούσε με εκείνες της ιστορίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η ονοματολογία δεν ξέρω αν θα βοηθούσε στην προκειμένη περίπτωση. Αυτοί πάντως ξέρουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αίαντας του Σοφοκλή. Πέρα για πέρα ανθρώπινος, από όλες τις απόψεις.

Richardson Clarissa1967

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Η συγκεκριμένη ερώτηση, είναι ερώτηση παγίδα, όπως και πολλές από αυτές που προηγήθηκαν και ακολουθούν.

Έχω καταρτίσει μία λίστα με αναγνώσεις, για τις ανάγκες του τρίτου μυθιστορήματος που γράφω, καθώς και για ένα θεατρικό.

Η λίστα αυτή είναι δίπλα μου τώρα, μοιάζει με το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης των Sanaa στη Νέα Υόρκη.

Το μεγαλύτερο σε όγκο έργο, είναι η Κλαρίσσα του Richardson. To παλαιότερο, μάλλον η Αντιγόνη του Σοφοκλή και το πιο σύγχρονο, ένα λεύκωμα για το μαύρο στη ζωγραφική.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, τόσο έντυπες όσο και ηλεκτρονικές, αν και λόγω απόστασης πολλές φορές, προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο μπορώ από το διαδίκτυο.

steve_reich

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Τον Σεπτέμβριο του 2006, στην αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκη – Αθήνα, το Καντίς για ένα αγέννητο παιδί του Kertesz. Ένιωσα να ταυτίζομαι με κάποιες τονικότητες του αφηγητή, σε σχέση με κάποια πράγματα που πίστευα ότι είχα αφήσει πίσω μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή, ότι θα ταυτιζόμουν αργότερα με κάποιες άλλες τονικότητες της αφήγησης, σε σχέση με κάποια πράγματα που θα έβρισκα μπροστά μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Παρακολουθώ όσο μπορώ. Ειδικά στο θέατρο, ασχολούμαι και ερευνητικά πλέον με την παραγωγή του Romeo Castellucci και την Socìetas Raffaello Sanzio, ενώ μου αρέσει πολύ και η δουλειά του Christoph Marthaler. Από την ελληνική θεατρική σκηνή, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Σάββα Στρούμπο, με τον οποίο έχουμε ξεκινήσει μία συνεργασία για την παρουσίαση του πρώτου μου κειμένου για το θέατρο. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του, την ακεραιότητα και τη συνέπειά του. Παρακολουθώ επίσης σύγχρονο, αλλά και κλασικό κινηματογράφο.

romeo-castellucci

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Απέχω από τα κοινωνικά δίκτυα με την έννοια ότι δεν έχω κάποιον λογαριασμό αυτή τη στιγμή στο facebook ή στο twitter, γιατί έχω την αίσθηση ότι λειτουργούν σε διαφορετικούς χρόνους από αυτούς τους οποίους θέλω να πιστεύω ότι υπηρετεί η τέχνη και η λογοτεχνία. Αναγνωρίζω βέβαια, ότι χάνω την επαφή μου με κάποιους ανθρώπους και γεγονότα, αλλά πιστεύω και πάλι, ότι αν πρόκειται για μία αληθινή και ουσιαστική επαφή, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να συσταθεί και να διατηρηθεί. Από την άλλη, αν θεωρήσουμε τα κοινωνικά δίκτυα ως εργαλείο προώθησης, δεν σας κρύβω, ότι νιώθω μία αμηχανία όταν αυτό πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι.

John Ashberry

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν κάποιος σας χάριζε τη συγγραφική και αναγνωστική ιδιότητα με αντίτιμο την απώλεια της αιώνιας νιότης, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; Ναι.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω μεταφράσει τα τελευταία τρία πεζά έργα του Samuel Beckett γνωστά και ως H Τελευταία Τριλογία του Beckett και τους Τρεις Διαλόγους επίσης του Beckett. Θεωρώ ότι πρόκειται για κάποια από τα πιο σημαντικά κείμενα του Beckett, τα οποία μεταφράζονται κατά το μεγαλύτερό τους μέρος για πρώτη φορά στα ελληνικά. Με αφορμή αυτές τις μεταφράσεις, θέλησα να τοποθετηθώ και στον σχετικό διάλογο που αφορά τη σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, αλλά και τη σχέση της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική. Για αυτό το λόγο, οι μεταφράσεις συνοδεύονται από δύο εκτενή επίμετρα πάνω ακριβώς σε αυτά τα θέματα. Βασικός μου σκοπός ήταν μέσα από τις μεταφράσεις, τις αντίστοιχες εισαγωγές και τα επιμέτρα, να προσεγγιστεί το έργο του Beckett μέσα από καινούριες οπτικές γωνίες.

Θ.Σ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

John Ashbery, Paul Celan, Elfride Jelinek.

Στις εικόνες: Paul Celan, Saul Bellow, Steve Reich, Romeo Castellucci, John Ashbery

18
Οκτ.
15

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 172. Γιάννης Παπαδημητρίου

YannisP_

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

ΣυBERLIN-TESSERA_μμερίζομαι την άποψη (της G. Spivak) ότι η μετάφραση (επιδιώκει να) είναι η πιο προσεκτική ή, επίσης, η πιο προσωπική ανάγνωση. Και με τη λέξη «ανάγνωση» εννοώ τόσο τη διαδικασία της αναγνώρισης και της κατανόησης όσο και την ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου. Ειδικά όσον αφορά τη λογοτεχνία, θα περιέγραφα τη μετάφραση ως ένα είδος αναγνωστικής σχέσης με το κείμενο, μια εξελικτική πορεία που ξεκινά με τη διαισθητική κυρίως εμβάθυνση στο περιεχόμενο και στο ύφος του, για να καταλήξει στη λεπτομερή αποκωδικοποίησή του και τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής εκδοχής.

MILXAUSER-DRESLER_Η όλη διαδικασία δημιουργεί, κατά κανόνα, την αίσθηση μιας διπλής επικοινωνιακής κίνησης (προς το κείμενο και προς τον αναγνώστη), η οποία γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική όταν ο μεταφραστής έχει ήδη ή αναπτύσσει σταδιακά προσωπικό ενδιαφέρον για έναν συγκεκριμένο συγγραφέα και καλείται να μεταφράσει περισσότερα έργα του – πράγμα που σημαίνει ότι, με τον καιρό, τον κατανοεί ολοένα πληρέστερα (προς όφελος, εντέλει, του αναγνώστη). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πιστεύω ότι ένας μεταφραστής μπορεί να «ταυτιστεί» με έναν συγγραφέα, να «γίνει η φωνή του», όπως λέγεται ενίοτε, σε μιαν άλλη γλώσσα. Αντιθέτως, ένας συγγραφέας (ή και ένα κείμενο) μπορεί (και μάλλον πρέπει) να έχει πολλές και επαρκείς φωνές σε μιαν άλλη γλώσσα, πολλές και διαφορετικές «αναγνώσεις».  

b3648Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι περισσότερες μεταφράσεις μου με έχουν δυσκολέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, και ίσως γι’ αυτό στο τέλος με έχουν ικανοποιήσει ιδιαίτερα. Ίσως, λοιπόν, οι «ηδονές» που αναφέρετε να σχετίζονται με τις ιδιαίτερες «αντιστάσεις» των κειμένων. Εάν πάντως επέλεγα ένα και μόνο βιβλίο που με έκανε να σηκώσω τα χέρια ψηλά πολλές φορές, αυτό θα ήταν μάλλον το The Making of the English Working Class του Ε. Ρ. Thompson, η ελληνική έκδοση του οποίου ετοιμάζεται αυτή την περίοδο.

Ο μεγάλος όγκος ιστορικών στοιχείων για τηνBERLIN-RIZES_ εργατική Αγγλία του 18ου19ου αιώνα και, κυρίως, η δυσκολία εξακρίβωσης εννοιών, ιδιωμάτων, πραγμάτων και καταστάσεων πολιτισμικά δυσπρόσιτων με οδήγησαν σε μια πολύ απαιτητική ερευνητική διαδικασία. Και για να προλάβω μια κατοπινή ερώτηση: δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ένα τέτοιο βιβλίο (σε εύλογο χρονικό διάστημα) χωρίς τη διαδικτυακή συμβολή. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι η ολοκλήρωση της μετάφρασης ενός τόσο πολυδαίδαλου έργου, και τόσο συναρπαστικού από ιστορική και θεωρητική άποψη, μπορεί μόνο να συγκριθεί με τις πιο έντονες προσωπικές εμπειρίες, από τις οποίες βγαίνεις σημαντικά διαφορετικός ως άνθρωπος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Said 1Χωρίς δεύτερη σκέψη, θα πρότεινα τις Ρίζες του ρομαντισμού (Scripta, 2000) του Isaiah Berlin. Άρχισα τη μετάφραση αυτή όταν ακόμη έκανα τη στρατιωτική μου θητεία. Και, κυριολεκτικά, το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε να με σώσει εκείνη την περίοδο πλήρους δημιουργικής αδράνειας. Πέραν αυτού, όμως, θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που έχω διαβάσει, ένας οδηγός για το φιλοσοφικό σύμπαν του ρομαντισμού αλλά και του ίδιου του Berlin, οι ιδέες του οποίου εξακολουθούν να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Θα πρότεινα όμως τις Ρίζες, ειδικά σήμερα, και για έναν ακόμη λόγο: για την ιστορική σύνδεση ρομαντισμού, εθνικισμού και φασισμού, την οποία θεμελιώνει με τρόπο αφοπλιστικό ο συγγραφέας. Για όσους πιστεύουν ότι πίσω από τον φασισμό υπάρχει και κάτι άλλο πέραν της ψυχοπαθολογίας ή, γενικότερα, κατανοούν ότι πίσω από κάθε απόλυτη επιδίωξη υπάρχει ένας τρόπος σκέψης δυνητικά αδιέξοδος ή και καταστροφικός, η ανάλυση του Berlin νομίζω ότι μπορεί να αποδειχθεί αποκαλυπτική.

Ρίτσαρντ ΒόλχαϊμΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τον καιρό έχω διαπιστώσει ότι η μεταφραστική εργασία αποδίδει περισσότερο κατά τις πρωινές ώρες. Καθώς όμως οι πρωινές μου ώρες είναι αφιερωμένες στην υπηρεσία στην οποία εργάζομαι, έμαθα να εκτιμώ και το νυχτερινό ωράριο. Σε αυτό, προφανώς, συμβάλλει πολύ η μουσική – αλλά μόνο πριν ή έπειτα από την «πράξη»: γενικώς, όταν υπάρχει μουσική στον χώρο, μου είναι απλώς αδύνατον να συγκεντρωθώ σε κάτι άλλο.

b125049Τα τελευταία χρόνια, ακούω κυρίως σύγχρονη electronica, την οποία εκτιμώ, μεταξύ άλλων, για τις απεριόριστες ηχητικές εξερευνήσεις της και την ικανότητά της να δίνει σε μηχανικούς τρόπους συναισθηματική τροπή (Pye Corner Audio, Karen Gwyer, Andy Stott). Το ενδιαφέρον μου για τις σύγχρονες παρυφές του ροκ και τα lo-fi παρακλάδια άλλων ειδών στρέφεται σε μουσικούς μιας αντίστοιχης λογικής (Grumbling Fur, Julia Holter, Dean Blunt, Kim Hiorthøy).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Εδώ και μερικά χρόνια, στα διαλείμματα της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη μετάφραση, επιστρέφω σε μερικά ποιήματα της Emily Dickinson. Θα ήθελα επίσης να μεταφράσω δοκίμια του John Berger, ποιήματα του Frank O’Hara, το βιβλίο Englands Hidden Reverse του Άγγλου μουσικοκριτικού David Keenan και αρκετά ακόμη. Λόγω επαγγελματικής διαστροφής μάλλον, πάντα θέλω να μεταφράσω κάθε ξενόγλωσσο κείμενο που με συγκινεί∙ ίσως επειδή θεωρώ ότι μέσω της μετάφρασης θα το διαβάσω καλύτερα. Κάπως έτσι, έχω ήδη συγκεντρώσει κάμποσες ημιτελείς μεταφράσεις ή, για να το θέσω πιο κομψά, αρκετές μεταφραστικές αναγνώσεις εν εξελίξει…

emily_dickenson 1

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι το ζήτημα αυτό αφορά καταρχήν την κριτική της μετάφρασης και τη θέση της στη λογοτεχνική κριτική. Στη χώρα μας έχουν γίνει, τα τελευταία χρόνια, λίγα μεν αλλά σημαντικά βήματα προς μια ουσιαστική κριτική της μετάφρασης. Παρ’ όλα αυτά, η ένταξη της κριτικής της μετάφρασης στο πλαίσιο της λογοτεχνικής κριτικής εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Και το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό.

Κάτι όμως που, προσωπικά, βρίσκω άδικο είναι ότι ενίοτε τα ευάριθμα σχόλια ενός κριτικού για μια μετάφραση επικεντρώνονται σε μία, δύο, πέντε αστοχίες, αφήνοντας εντελώς ασχολίαστο το υπόλοιπο μετάφρασμα και τη συνολική, πολυδιάστατη ποιότητα της δουλειάς του μεταφραστή (η οποία, περιέργως, εκλαμβάνεται ως δεδομένη και ίσως γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δεν σχολιάζεται καν).

Frank O' Hara

Με τα χρόνια, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, εντός αλλά και εκτός του κριτικού πεδίου, η μετάφραση ενεργοποιεί το αντανακλαστικό του εντοπισμού του λάθους ή τουλάχιστον του γλωσσικού ελέγχου, αντανακλαστικό το οποίο στην κριτική ή και την απλή ανάγνωση πρωτότυπων κειμένων δεν φαίνεται να είναι εξίσου ενεργό. Ένας λόγος σχετίζεται ενδεχομένως με το γεγονός ότι, συνήθως, στη μετάφραση και στον μεταφραστή δεν αναγνωρίζεται απολύτως δημιουργική ή πρωτότυπη συμβολή ως προς το λογοτεχνικό έργο, παρά μόνον η λειτουργία της ακριβούς και ευανάγνωστης μεταγλώττισης.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, ορισμένοι θεωρητικοί της μετάφρασης έχουν προτείνει ως λύση την ενίσχυση και την υπεράσπιση της παρουσίας του μεταφραστή μέσα στο ίδιο το κείμενο αλλά και εκτός αυτού (μέσω σημειωμάτων, σχολιασμών, προλόγων κ.ο.κ.). Τα αποτελέσματα έχουν σταθεί πενιχρά. Προσωπικά, θα εντόπιζα μία ακόμη λύση στην έναρξη ενός ζωντανού διαλόγου μεταξύ μεταφραστών, θεωρητικών, κριτικών και αναγνωστών λογοτεχνίας (και όχι μόνο), με σκοπό, όπως είπα, τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης και της λειτουργίας της μετάφρασης και της κριτικής της μετάφρασης στη λογοτεχνική κριτική.

H. Shelby Jr 1

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Στο βιβλιοφιλικό πλαίσιο, κάθε «ενδιαφερόμενο μέρος» έχει σαφή επίγνωση του ρόλου του επιμελητή και του διορθωτή∙ επειδή μάλιστα δεν υφίσταται μετάφραση (ή, γενικότερα, κείμενο) που να μην επιδέχεται διόρθωση ή τουλάχιστον βελτίωση, διαδραματίζουν και οι δύο, προφανώς, κρίσιμο ρόλο. Θα τολμούσα να πω ότι ειδικά οι μεταφραστές πάντα ελπίζουν στην ουσιαστική συμβολή του επιμελητή και του διορθωτή, τη σπουδαιότητα των οποίων μόνον ένας πολύ αθώος αναγνώστης θα την παρέβλεπε.

Έχοντας δουλέψει και ο ίδιος ως γλωσσικόςεπιμελητής/διορθωτής, έχω καταλάβει την πρακτική αναγκαιότητα της στενής συνεργασίας με τους μεταφραστές ή τους συγγραφείς κειμένων, γιατί είναι αλήθεια ότι μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών γλωσσικών επιλογών. Ως επιμελητής, ωστόσο, σκέφτομαι ότι το ύφος του συγγραφέα ή του μεταφραστή ενός κειμένου πρέπει πάντα να είναι κυρίαρχο, μια και αυτός είναι ο δημιουργός του. Γενική μου διαπίστωση πάντως είναι ότι η ιδεώδης κατάσταση αφορά την παραγωγή κειμένων από σταθερά και στενά συνεργαζόμενους μεταφραστές/συγγραφείς και διορθωτές/επιμελητές.

Carson McCullers 1

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι πρώτοι λογοτέχνες που μου έρχονται στον νου: ο Τh. Bernhard, o Ch. Dickens, o K. Π. Καβάφης, ο G. Trakl, η C. McCullers, o J. Baldwin, η Ε. Dickinson, ο P. Celan, η Μ. Μήτσορα, ο H. Shelby Jr, o Th. Hardy, ο I. McEwan, η E. Jelinek, ο Π. Μάτεσις, ο Τh. Mann, o J. G. Ballard, o W. Burroughs, o D. DeLillo. Θεωρητικοί: ο E. W. Said, o T. Adorno, o W. Benjamin, η H. Arendt, o G. Lukács, o I. Berlin, η J. Butler, ο Κωστής Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

To μυθιστόρημα στο οποίο έχω ξαναγυρίσει τις περισσότερες φορές είναι τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Μπορώ να αφηγηθώ αποσπάσματά του από μνήμης. Μερικά ακόμη αγαπημένα βιβλία: Η καρδιά κυνηγάει μονάχη της C. McCullers, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες του R. Musil, Ο Τσιμεντόκηπος και η Εξιλέωση του Ι. McEwan, Το Λευκό Ξενοδοχείο του Ντ. Μ. Τόμας, Μια άλλη χώρα του J. Baldwin, Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία του J. Joyce, Δρ Φάουστους του Τ. Mann, Σκόρπια Δύναμη της Μ. Μήτσορα, Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν του H. Shelby Jr, Τζουντ ο αφανής του Th. Hardy, Άπαντα της E. Dickinson, High Windows του Ph. Larkin, Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός του E. W. Said, Μονόδρομος του W. Benjamin, Ways of Seeing και Selected Essays του J. Berger, Η πρόζα του κόσμου του Μ. Merleau-Ponty, Audio Culture του C. Cox και του D. Warren (επιμ.).

Wuthering-Heights-Penguin-Classics-Deluxe-Edition_

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η λέξη «διήγημα» αυτομάτως φέρνει στη σκέψη μου, μάλλον ως υποδείγματα, τα διηγήματα «Sonny’s Blues» του J. Baldwin, «Α Family Supper» του K. Ishiguro και «Οι νεκροί» του J. Joyce. Επίσης, αρκετά διηγήματα του G. de Maupassant, τις συλλογές Family Dancing του D. Leavitt, What We Talk About When We Talk About Love του R. Carver, Περσινή Αρραβωνιαστικιά της Ζ. Ζατέλη και Η φλέβα του λαιμού του Σ. Δημητρίου.

Το διήγημα ήταν πάντα η αγαπημένη μου πεζογραφική μορφή (μάλλον επειδή δεν είμαι πολύ υπομονετικός αναγνώστης). Πάντα με συγκινεί η πυκνή αποτύπωση μιας ιδέας, ενός συναισθήματος, μιας αποκαλυπτικής στιγμής.

ISAIAH-BERLIN-FOR-VOGUE-1949-

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από όσους έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια (και, ομολογώ, δεν είναι πάρα πολλοί), με εντυπωσιάζουν η στιλιστική ικανότητα και η ακρίβεια του Χρήστου Χρυσόπουλου· η αφηγηματική θερμότητα της Μαρίας Πετρίτση· η διεισδυτικότητα της Βασιλικής Πέτσα· η δραματική ποίηση της Γλυκερίας Μπασδέκη. Μιλώντας επίσης για σύγχρονους λογοτέχνες που παρακολουθώ σε σταθερή βάση, θα πρέπει να αναφέρω τη Μαρία Μήτσορα, τα αραιά βιβλία της οποίας παίρνουν πάντα ξεχωριστή θέση μέσα μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Χίθκλιφ.

james_baldwin_0

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μιλώντας γενικά για περιοδικά λόγου, και όχι αποκλειστικά λογοτεχνίας, οι Σημειώσεις και το Πλανόδιο είναι τα περιοδικά που πάντα εκτιμούσα περισσότερο. Ακόμη και σήμερα ξεφυλλίζω παλιά τεύχη τους, συνεχείς πηγές ανακαλύψεων. Από τα πιο πρόσφατα, ενδιαφέρον, κυρίως επειδή δείχνει να μεταφέρει μιαν ανανεωτική ποιητική πρόταση, θεωρώ το περιοδικό [φρμκ].

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο Ζοφερός Οίκος του Dickens στην εξαιρετική μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ (Gutenberg, 2008). Καθώς αφιερώνω τον περισσότερο αναγνωστικό χρόνο μου σε κείμενα σχετικά με την εκάστοτε (συνήθως όχι λογοτεχνική) μετάφρασή μου,είναι πάντα απολαυστική η στροφή σε τόσο καθηλωτικές ιστορίες.

john berger

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Την τελευταία εξαετία εργάζομαι ως μεταφραστής σε έναν δημόσιο οργανισμό. Όπως προανέφερα, όμως, τις νύχτες (!) και τα σαββατοκύριακα (θα γνωρίζετε, φαντάζομαι, ότι οι μεταφραστές δουλεύουν πάντα…), ασχολούμαι με τη μετάφραση και τη γλωσσική επιμέλεια πιο δημιουργικών κειμένων.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στην εργασία σας (π.χ. στην επιλογή των τίτλων);

Έχω σπουδάσει Μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και στο ΕΚΠΑ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο – πέρα από το γεγονός ότι οι σπουδές μου στην Κέρκυρα έχουν σταθεί καθοριστικές για τις κατοπινές επιλογές μου.

Film director Derek Jarman, portrait, London, United Kingdom, 1992. (Photo by Martyn Goodacre/Getty Images)

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Derek Jarman. Οι ταινίες, τα βιβλία, τα ημερολόγια και το γενικότερο πνεύμα του συνεχίζουν, εδώ και χρόνια, να με εμπνέουν και να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Ανάλογες πηγές έμπνευσης έχουν σταθεί ο μουσικός Jhonn Balance και ο κριτικός τέχνης και μυθιστοριογράφος John Berger. Αν μπορώ να βρω κάποια σύνδεση μεταξύ των τριών, θα έλεγα ότι σε όλους εκτιμώ το γεγονός ότι συνειδητά ώθησαν το έργο τους στη λογική του κατάληξη, ανάγοντάς το εμπράκτως σε πολιτική θέση ή, ευρύτερα, σε πρόταση ζωής.

john-balance-

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πηγαίνω αραιά στο θέατρο. Αντιθέτως, έχω ένα σχετικά πρόσφατο αλλά έντονο ενδιαφέρον για τον θεατρικό χορό. Τελευταία, έχω θαυμάσει τα έργα της Anne Teresa De Keersmaeker και της ομάδας DV8 Physical Theatre.

Αγαπημένοι μου σύγχρονοι κινηματογραφιστές είναι ο Michael Haneke, σταθερά ο David Lynch και, πιο πρόσφατα, ο Cristian Mungiu. Την προηγούμενη χρονιά μού άρεσαν πολύ οι ταινίες Μακριά από τους ανθρώπους του David Oelhoffen και Κάτω από το δέρμα του Jonathan Glazer. Βρίσκω επίσης ενδιαφέρον το εξελισσόμενο ελληνικό weird wave, κυρίως επειδή αισθάνομαι ότι πρόκειται για το βλέμμα μιας πραγματικά νέας κινηματογραφικής γενιάς, με το οποίο, συνήθως, μπορώ να ταυτιστώ. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αντισταθώ σε καμία ταινία που ξεκινάει με το «Ghost Rider» των Suicide. 

Julia-Holter-

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όπως όλοι οι μεταφραστές σήμερα, αδυνατώ πλέον να φανταστώ πώς μπορεί κανείς να μεταφράσει χωρίς το διαδίκτυο. Η αλήθεια είναι ότι μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, παλαιότερα, να τρέχει από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη, να συναντιέται ή να προσπαθεί να επικοινωνήσει με άγνωστους ειδικούς, για να βρει την απόδοση μίας και μόνης λέξης! Είχε και αυτό τη μαγεία του, βέβαια. Γενικότερα, όμως, το διαδίκτυο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και της δουλειάς μου και της καθημερινής ζωής μου. Η αμεσότητα της πληροφόρησης, η απλοποίηση της έρευνας και, κυρίως, η διαδικτυακή επικοινωνία εξακολουθούν πάντα να με συναρπάζουν.

the cost of living

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; 

«Αιώνια» σε καμία περίπτωση, αλλά, ναι, μερικές ακόμη δεκαετίες νεότητας νομίζω ότι τις χρειάζομαι.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Frank O’ Hara, Hubert Shelby Jr., Curson McCullers, Isaiah Berlin, James Baldwin, John Berger, Derek Jarman [1992, Martyn Goodacre/Getty Images], Johhn Balance, Julia Hotler, The cost of living [DV8 Physical Theatre]

03
Ιον.
15

Ίβο Άντριτς – Τα σημάδια

Andric

Πάει καιρός που το έχω καταλάβει καλά πως δεν θα είχε νόημα και δεν θα ήταν εύκολο να ζει κανείς αν η ζωή ήταν έτσι όπως φαίνεται πότε πότε, αν όλα, δηλαδή, τα πράγματα στη ζωή ήταν μόνο αυτό που λέει τ’ όνομά τους και τίποτ’ άλλο. Πιστεύω πως όσο απλωμένη είναι η ζωή στην επιφάνεια, άλλο τόσο υπάρχει και στο βάθος, έτσι που οι κρυμμένες και αόρατες δυνατότητές της να είναι αμέτρητες φορές περισσότερες από αυτές που βλέπουμε στην επιφάνεια. [σ. 185]

…γράφει ο συγγραφέας σ’ ένα από τα «τετράδια» στα οποία κρατούσε σημειώσεις σε όλη την διάρκεια του βίου του και τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του με τίτλο Ίχνη στην άκρη του δρόμου. Μια επιλογή κειμένων και αποσπασμάτων από αυτά τα τετράδια περιλαμβάνονται στο βιβλίο μαζί με νουβέλες και διηγήματά του, που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος. Στα προσωπικά αυτά γραπτά ο Άντριτς γράφει όλες τις σκέψεις του για την ζωή και την συγγραφή. Και πρώτα για τις ίδιες τις λέξεις, καθώς βρίσκεται πάντα περικυκλωμένος από αυτές όπως ο μελισσοκόμος από τις μέλισσες. Είναι το μόνο υλικό που διαθέτει και καλείται μ’ αυτές τις κοινές λέξεις, τις άστατες και μεταβαλλόμενες, που τις χρησιμοποιεί όλος ο κόσμος για τις ανάγκες του, να τις κάνει μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης.

KULT-andric

Οι λέξεις δεν μπορούν να βγουν με μαγικό τρόπο στο χαρτί· θα παραμείνουν νεκρές, ανέκφραστες. Μόλις όμως έρθουμε σε επαφή με οποιαδήποτε όψη της ανθρώπινης ζωής, εκείνες αποκτούν την θέρμη της και μεταμορφώνονται σε πολύτιμο, υπάκουο μέσο για να εκφράσουν λογοτεχνικές ιδέες. Στην πραγματικότητα οι λέξεις δεν έχουν τέλος, όπως κι ο παθιασμένος αγώνας μας με τις λέξεις και για τη λέξη, αλλά και η δια βίου αναζήτησή μας λέξεων γόνιμων και δημιουργικών. Τα πράγματα δυσκολεύουν όμως ακόμα περισσότερο όταν πρέπει να μιλήσει κανείς για τις ίδιες τις λέξεις. Τότε μονομιάς βουβαίνονται, παγώνουν, μένουν σαν τις άψυχες πέτρες, σιωπούν ενώ για όλα έχουν κάτι να πουν, ακόμα και με την σιωπή τους.

Όταν ήμουν παιδί και νεαρός, αισθανόμουν μεγάλη ανάγκη να μιλώ πολύ για τον εαυτό μου. Κανένας δεν ήθελε να με ακούσει. Κι αυτό με βασάνιζε. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια όλοι μου ζητούν να τους μιλήσω για τον εαυτό μου. Κι εγώ δεν μπορώ να πω ούτε μια λέξη. Κι αυτό πάλι με βασανίζει. [σ. 187]

S.Kragujevic,_Ivo_Andric_2

Ο Άντριτς γνωρίζει πως οι λευκές και άγραφες σελίδες στα ημερολόγιο δεν σημαίνουν κενές μέρες· ίσως να συμβαίνει το αντίθετο, να ήταν δηλαδή το μυαλό μας φορτωμένο με τόσες σκέψεις ώστε να μην μπορούσαν να εκφραστούν με λέξεις ούτε να σημειωθούν με γράμματα. Και οι άδειες σελίδες μιλούν. Γράφει ακόμα για την λήθη που τελικά αυτή είναι που τα λύνει όλα και όχι ο θάνατος· αυτή η λησμονιά του σώματος και του χρόνου είναι ένας άλλος θάνατος αλλά με δικαίωμα στην ελπίδα. Γνωρίζει ότι ο χρόνος είναι μια επώδυνη αυταπάτη και, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά οι χτύποι της καρδιάς μας. Όποιος κατόρθωσε να ζεστάνει και να ζωντανέψει τη σιωπή της μοναξιάς, αυτός κέρδισε τον κόσμο. Μιλάει για την ψυχή των παλιών κτισμάτων ιδίως στην Ανατολή – όσο ερειπωμένα κι εγκαταλειμμένα και να είναι. Στην Δύση δεν υπάρχουν τέτοια κτήρια. Ίσως επειδή, γράφει, στην Ανατολή το πιο εξαίσιο θαύμα και η μεγαλύτερη φρίκη, τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου δεν είναι σαφώς καθορισμένα: κινούνται και μετακινούνται συνεχώς. Και όταν ο λόγος έρχεται στις ζωντανές θρησκείες, πιστεύει ότι ο άνθρωπος πρέπει να κάθεται μακριά και να τις αποφεύγει όσο μπορεί, καθώς αποτελούν έναν διαρκή κίνδυνο: ή να σε υποτάξουν και να σε κάνουν δούλο τους και να τις υπηρετείς ως άβουλο, υπάκουο πλάσμα ή να σε τσακίσουν και να σε συντρίψουν.

Νομίζετε, ίσως, ότι είναι εύκολο κι ευχάριστο να ζει κανείς με καμιά δεκαριά βιβλία που κάποτε έγραψε, σα να ζει με δέκα φαντάσματα, ή μ’ ένα ή δυο ακόμα που θα γράψει, η, μπορεί και να μη γράψει, και που του πίνουν το αίμα και του θολώνουν τον ορίζοντα [σ. 170]

Πανδοχείο Άλλοτε

Ένα μεγάλο μέρος των διηγημάτων επιστρέφει στο αχανές ιστορικό παρελθόν των τόπων του. Έτσι Οι Βελετοβιανοί, ο Μουσταφά ο Ούγγρος και Οι σαράτσηδες συνυπάρχουν με Το όνειρο του μπέη Κάρτσιτς και Δυο σημειώσεις από το ημερολόγιο του Βόσνιου γραμματικού. Όταν ο συγγραφέας επιχειρεί να στραφεί σε περισσότερο εσωτερικές ψυχολογικές διαθέσεις κατασκευάζει περίφημα περίκλειστα περιβάλλοντα. Τα σημάδια, για παράδειγμα, εκκινούν από την θανατερή θλίψη των επαρχιακών ξενοδοχείων όπου κάποτε αναγκάστηκε και ο ίδιος ο αφηγητής να διανυκτερεύσει και τώρα επιχειρεί να διαγράψει από την μνήμη του. Εκεί γνωρίζει έναν μυστηριώδη άντρα ο οποίος του διηγείται την ζωή του και τον τρόπο με τον οποίο «καταστράφηκε» από μια καλλιτέχνιδα, την Καταρίνα, καθώς ακολουθούσε τα διάφορα «σημάδια με νόημα», ιδίως συμπάθειας και προτίμησης που θεωρούσε πως πήγαζαν από την ίδια.

Σας μιλάω με βάση τις πολλές και ποικίλες εμπειρίες μου και μπορείτε να με εμπιστευτείτε. Δεν είναι όλοι όσους ονομάζουμε μακαρίτες τόσο νεκροί όσο συνήθως νομίζουμε. Όπως κι εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους ζωντανό δεν είναι έτσι κι ούτε τόσο ζωντανοί όσο θα ήθελαν να φαίνονται κι όπως οι ίδιοι βλέπουν τον εαυτό τους. [σ. 189]

ivo-andric-licna-karta

Αλλά εκεί που ο Βόσνιος συγγραφέας θαυματουργεί είναι ακριβώς στην προσωπική, εξομολογητική γραφή που ισορροπεί μεταξύ φιλοσοφικής διάθεσης και μνημονικής καταγραφής. Οι Μορφές αποτελούν ιδανικό δείγμα: ο συγγραφέας παρατηρεί μια μικρή, έρημη εκκλησία έξω από μια παλιά πόλη, με τα πέτρινα σκαλοπάτια της φαγωμένα και λιωμένα να μοιάζουν με κόψη αρχέγονου ξίφους που βρέθηκε σε ανασκαφή. Ο Άντριτς συλλογίζεται πάνω στην αρχαία σαρκοφάγο – σα να είχε χάσει εντελώς τα λογικά της, όλα όσα ήθελε να πει τα έλεγε μεμιάς και το μόνο που κατάφερνε ήταν να ομολογεί την αδυναμία της να εκφραστεί – και το ανάγλυφο του Αρχάγγελου Γαβριήλ πάνω από την είσοδο – Ίσως σε μια ανθρώπινη γενιά, ή και λιγότερο, να χαθούν για πάντα και τα τελευταία ίχνη του ανάγλυφου κι η μεγάλη εντοιχισμένη πλάκα πάνω απ’ την είσοδο να καταλήξει εκεί που έτεινε η επιθυμία της πέτρας απ’ την οποία φτιάχτηκε εδώ και αιώνες: να ξαναγίνει αυτό που ήταν, πέτρα ανάμεσα στις πέτρες.

Εκεί εκφράζει τις σκέψεις του για την δημιουργία, τον χρόνο, τις προσωπικές του αντιφάσεις – γεννημένος με ψυχή εικονομάχου, νιώθοντας πάντα τις εικόνες σαν μια αντίθεση στη λογική και το πνεύμα της ζωής, μ’ άλλα λόγια κάτι σαν λάθος και απρέπεια, την ίδια στιγμή τις λάτρευα αγιάτρευτα….., αλλά και τους φόβους του – έτρεμα μήπως στα σχεδιάσματα πάνω στην πέτρα ξετρυπώσει κάποιος λόγος, μήπως το ανάγλυφο θέλει να πει κάτι διαφορετικό απ’ ότι λένε οι μορφές από μόνες τους. Στο τέλος αναρωτιέται αν όλη αυτή η τέχνη μαρτυρεί άλλα από εκείνα που νομίζουμε. Η επιδίωξη της ωφέλειας και ο κίβδηλος λόγος αιχμαλώτισαν εδώ και καιρό τις εικόνες και τα σχήματα και τα έκαναν υπηρέτες της δικής μας σκέψης και των δικών μας επιδιώξεων και μας οδήγησαν σε δρόμους μακρύτερους και πιο σκληρούς απ’ όσο φτάνει η δύναμη και η αντοχή μας.

andric_za_program_large

Η συγγραφική μνήμη επιστρέφει και σε κάποια άλλα Σκαλοπάτια, αυτή τη φορά μόλις δυο σελίδων: ο Άντριτς εκφράζει την εντύπωσή του πως ανάμεσα στα πρώτα παράξενα πράγματα που αντικρίσαμε στα παιδικά μας χρόνια ήταν και τα σκαλοπάτια. Του φαίνεται πως είχε πάντα την βεβαιότητα ότι το παραμικρό ψήλωμα σημαίνει άνοιγμα και καινούργιες προσδοκίες, και ότι τα σκαλοπάτια μοιάζουν με πρωτόγονες, πρόχειρα φτιαγμένες φτερούγες που δίνουν νέα διάσταση στο χώρο και πολλαπλασιάζουν τις δυνατότητές μας, σαν μια αρχή της ανύψωσής μας. Ή μήπως σαν μια απόπειρα να ξεγελαστεί ο χώρος, με την κατάτμηση, την σμίκρυνση και τελικά την άλωσή του;

Περιλαμβάνονται ακόμα αποσπάσματα από το βιβλία Ιστορία και θρύλοι, ο λόγος του [για το αφήγημα και την αφήγηση] κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ και ο λόγος του [για την μετάφραση και τον μεταφραστή] στο 4ο Διεθνές Συνέδριο Μεταφραστών [Ντουμπρόβνικ, 1963].

Από κείνο που δεν υπήρξε κι από αυτό που ποτέ δεν θα υπάρξει οι τεχνίτες συγγραφείς συνθέτουν τις πιο όμορφες ιστορίες γι’ αυτό που υπάρχει. [σ. 172]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, μτφ. από τα σερβοκροατικά Χρήστος Γκούβης, σελ. 192.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 42, καλοκαίρι 2015.

25
Νοέ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 168. Μανώλης Ανδριωτάκης

manolis_2 copyΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η Μεγάλη Εικόνα (εκδ. Διόπτρα) είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που ξεκίνησα να γράφω όταν ήμουν έφηβος κι ολοκληρώθηκε λίγο πριν κλείσω τα σαράντα.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b197592Μέχρι τη Μεγάλη Εικόνα, δημοσίευα βιβλία δοκιμιακού περιεχομένου, με εξαίρεση το 33 (εκδ. Οξύ), ένα ποιητικό graphic novel, και το Ήμουν ασπρόμαυρο (εκδ. GarageBOOKS), ένα εξίσου ποιητικό βιβλίο με σχέδια και κουβέντες μου. Τα υπόλοιπα μιλούν για τη δημοσιογραφία στη νέα εποχή (Blog, ειδήσεις απ’ το δικό σου δωμάτιο, εκδ. Νεφέλη), τη διαφήμιση (Η πέμπτη εξουσία, εκδ. Νεφέλη), την τέχνη του δρόμου (Σχέδια πόλης, εκδ. Νεφέλη), τη Θεσσαλονίκη (Θεσσαλονίκη 1896, εκδ. Ζήτρος) και τα μεταμοντέρνα κινήματα αντίστασης (Πολιτισμικός ακτιβισμός, εκδ. Futura).

b157993Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε πολλούς χώρους.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με τους ήρωες των βιβλίων αναπτύσσω σχέσεις αγάπης μίσους. Άλλοτε με έλκουν κι άλλοτε με απωθούν, αλλά πάντα τους αγαπώ. Σε κάθε περίπτωση απολαμβάνω να μαθαίνω νέα τους.

b116395Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο πιο αναπάντεχος ο χώρος, τόσο πιο αιχμηρή η ιδέα. Στο μπάνιο ή στο τρέξιμο έρχονται πολύ δυνατές ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δεν ακούω μουσική όταν γράφω. Μου αρέσει κάποιες φορές να ακούω ραδιόφωνο.

b101974Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει σκηνοθεσία κινηματογράφου. Βιοπορίζομαι από εργασίες σχετικές με το Διαδίκτυο. Ο κινηματογράφος έχει αναμφίβολα επηρεάσει τη γραφή μου.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

b96422Έγραψα, γράφω κι ελπίζω να γράφω ποιήματα. Με ανανεώνουν.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

b78234Μ’ ενδαφέρει πολύ ο Λεονάρντο (ένας είναι ο Λεονάρντο) αλλά δε θα έλεγα όχι και για τον Φίλιπ Ροθ.

Τι γράφετε τώρα;

Γράφω κυρίως για το μπλογκ μου και για τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Αν με ρωτάτε για καινούργιο βιβλίο, δεν έχω ξεκινήσει ακόμα το γράψιμο. Είμαι στη φάση των σχεδίων. Ετοιμάζομαι να ρίξω σύντομα την “πλάκα”, όπως λένε οι μηχανικοί.

Περί μετάφρασης

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλFINAL-FRONT-Micro-195x300οιπα βιβλία που μεταφράσατε;

Έχω μεταφράσει δύο βιβλία, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ομολογώ ότι στο πρώτο ήμουν εντελώς απροετοίμαστος (Νίτσε και μεταμοντερνισμός, εκδ. Futura). Το δεύτερο (Τι θα έκανε η Google, Jeff Jarvis, εκδ. Μεταίχμιο) με δυσκόλεψε αρκετά, αλλά το ευχαριστήθηκα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

b76628Θα ήθελα να μεταφράσω λογοτεχνία.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχω αγαπήσει πολλούς συγγραφείς. Θα πω δύο ενδεικτικά: Κάφκα και Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Δίκη, Ο Μόμπυ Ντικ, η Καρδερίνα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλος ο Παπαδιαμάντης.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλb172363ληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Αστερίου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Κάπτεν Άχαμπ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν είμαι συστηματικός αναγνώστης λογοτεχνικών περιοδικών. Τσιμπολογάω.

f083e3469c91d5ac48f94148f0e891d2Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις ξεκίνησα την Υπεραιχμή του Πίντσον.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω πολλά κριτικά κείμενα τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Αεροπλάνο – Προς Λισαβώνα – Βιογραφία του Πεσσόα – Αγάπη για τον Πεσσόα.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρkubrickονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Λατερύω τον κινηματογράφο. Απ’ τον Σκορσέζε και τον Ταρκόφσκι μέχρι τον Τριερ και τον Άντερσον, απ’ τον Κιούμπρικ μέχρι τον Τρυφώ και τον Χίτσκοκ. Αλλά κι ο Ρινόκερος του Ιονέσκο, εργάρα!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; Τι περιλαμβάνει η ιστοσελίδα σας;

www.andriotakis.com

Ionesco_1966Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Να με ρωτήσετε ξανά όταν γεράσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε με απογητεύσατε. Αντίθετα απόλαυσα τις ερωτήσεις σας.

06
Ιον.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 160. Νίκος Σταμπάκης

b193032Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η θύρα είναι μάλλον κατάλληλο μέσο εισόδου σε ένα βιβλίο που λέγεται Το Διπλό δωμάτιο (εκδόσεις Φαρφουλάς). Πρόκειται βέβαια για ένα μονό δωμάτιο, που πρέπει όμως κανείς να το φανταστεί διπλασιαζόμενο σε έναν καθρέφτη (με τον ανάλογο, ίσως, διπλασιασμό θυρών). Είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που άρχισε με τους Αναπόφευκτους (2012) κι ελπίζω να ολοκληρωθεί στην προσεχή διετία. Κατά βάση πρόκειται για ένα αφήγημα που αναπτύσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής μου και στο οποίο δεν μπόρεσα να μην δώσω τη μορφή ενός ψευδο-αστυνομικού πολυ-αινίγματος, του οποίου τη λύση εξακολουθώ να αγνοώ.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

b175189Τα βιβλία που έχω εκδώσει, καθώς και τα δύο που παραμένουν ανέκδοτα (το ένα μάλλον έτοιμο, το πρώτο μόνο σε μορφή προσχεδίου), με συνοδεύουν χρόνια μέχρι που τείνουν να ωριμάσουν σε γεωλογικούς σχηματισμούς. Βέβαια, για την τελική μορφή παίζουν ρόλο ο χρόνος και η τύχη. Το πρώτο ποιητικό μου βιβλίο (Το Μπαούλο με τις μπίλιες) επρόκειτο να εκδοθεί πολύ παλιότερα απ’ όσο βγήκε τελικά, και αν είχε γίνει έτσι θα ήταν ένα πολύ διαφορετικό βιβλίο. Με ανάλογο τρόπο διαμορφώθηκε σε διάστημα 16 ετών Η Νύχτα των αποκρίσεων, μια σειρά παιγνίων πάνω σε πεζό και έμμετρο λόγο. Από την άλλη, η δεύτερη συλλογή ποιημάτων, Το Άλας των ηφαιστείων, απαρτίζεται από δυο ενότητες, η βασική από τις οποίες γράφτηκε λίγο-πολύ παροξυσμικά, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Μια τρίτη συλλογή, ανέκδοτη ακόμη, υπήρξε η πιο δύσκολη στην τελική (;) διαμόρφωσή της, από το 1998 μέχρι πέρυσι, μολονότι έτρεφα άλλοτε την αυταπάτη ότι είχε ολοκληρωθεί μέσα σε μερικούς μήνες. Γενικά είναι γραφή δύο ταχυτήτων, ακαριαία στη σύλληψη των ψηφίδων της αλλά συνήθως αργή στην τελική συγκόλληση.

b161338Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το βασικό είναι οι ιδέες να παγιδεύσουν εμένα, οπότε ο τρόπος δεν εναπόκειται στον έλεγχό μου. Βέβαια, έχει συμβεί και το συμμετρικό αντίθετο, αφού η εκκρεμής ακόμη τριλογία μου προέκυψε από σκαριφήματα στο γόνατο, που έγιναν σε μιαν εποχή κατά την οποία κατατρυχόμουν από τις αλληλοαντικρουόμενες πεποιθήσεις ότι πρέπει να γράψω και ότι δεν μπορώ να γράψω. Δεκαετίες αργότερα, ακόμη ανακαλύπτω τις άγνωστές μου σχέσεις και προϊστορίες των βεβιασμένων φαντασμάτων που δημιούργησα σε μια στιγμή ριζικής αβεβαιότητας.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

b143812Η πρώτη γραφή, είτε μου επιβάλλεται είτε προκύπτει από έναν ελαφρό καταναγκασμό, δεν γνωρίζει εργασιακούς κανόνες, εκτός από την απουσία παραγόντων που θα με αποσπούσαν. Στους παράγοντες αυτούς δεν περιλαμβάνεται η παρουσία ανθρώπων, τους οποίους μπορώ να αγνοήσω, περιλαμβάνεται όμως η μουσική. Κατά τα άλλα, έχω γράψει σε καφετέριες, τραίνα, σκόρπια χαρτιά πάνω στο κρεβάτι… Στη φάση αναδιάταξης παλιού υλικού για έκδοση, όπως είναι η περίπτωση στα εκτενέστερα πεζογραφήματα, λειτουργώ με τη μεθοδικότητα ενός editorή scriptdoctorπαλιών διαδοχικών εαυτών μου, σε μια διαδικασία δημιουργίας κειμένων-παλιμψήστων. Εκεί το γραφείο κρίνεται απαραίτητο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

b128932Έχω ήδη γράψει μια μελέτη για τον Buñuel, που ήταν η διδακτορική μου διατριβή. Δεν είναι βέβαια πρόσωπο της λογοτεχνίας, άρα τον εντάσσω στα «γενικότερα». Είναι περίπτωση ανθρώπου που έπιασε ένα νέο σχετικά μέσο, κατάλαβε αμέσως τη γλώσσα και τον ορίζοντά του, το αποδόμησε αδίστακτα χωρίς να εγκαταλείπει τις λαϊκές του ρίζες, το πήγε εκεί που είχε έννοια να πάει, έπαιξε με όλες τις αμφισημίες του, είδε τις φαντασιακές του δυνατότητες αλλά αρνήθηκε συστηματικά τον εγκλεισμό στη φόρμα ή στο τελικό νόημα, άγγιξε την ανησυχία του αιώνα του, και, παρ’ ότι για 30 χρόνια αδυνατούσε να λειτουργήσει ελεύθερα κι έπεφτε στην ανάγκη της ρουτίνας, δεν ξέχασε την κατεύθυνση της επιθυμίας του, και μέχρι τέλους, με κάθε ευκαιρία, επανερχόταν σε αυτήν. Κρίμα που δεν γύρισε την τελευταία ταινία που ονειρευόταν, για την τρομοκρατία της πληροφορίας. Οπότε, αν μου γινόταν σήμερα η πρόταση, μάλλον θα ετοίμαζα για έκδοση αυτήν τη μελέτη, που την έχω λίγο-πολύ αφήσει πίσω (εκτός από κάποια παραλλαγμένα κεφάλαια που δημοσιεύτηκαν εδώ κι εκεί).

Έχετε γράψει ποίηση και πεζογραφία. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

b161255Η λειτουργία της αέναης περιπλάνησης στο δάσος των σημάτων, που αποτελεί τον μόνο τρόπο με τον οποίο μπορώ να δω τη γραφή, είναι στη βάση της ποιητική. Όταν παίρνει τη μορφή αφήγησης (την οποία, καθώς είπα, δεν μπορώ να δω διαφορετικά από μια παρωδία αστυνομικής αναζήτησης, όπου ο λαβύρινθος πάντα βγαίνει κερδισμένος και ο μπάτσος πάντα, και οικτρά, ηττημένος), προσαρμόζω την άσκησή της στην απαιτούμενη πειθαρχία, αλλά αυτό αφορά μάλλον τη δική μου πρακτική παρά κάποιο είδος διπλής οπτικής.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Lautréamont, Εγγονόπουλος, Edward Lear, Alfred Jarry, Raymond Roussel, Benjamin Péret.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b162539Εκτός από έργα των παραπάνω, οι Εκλάμψεις (Rimbaud), η Μελαγχολία του Παρισιού (Baudelaire),η Αυρηλία (Nerval), το Passagen-Werk (WalterBenjamin), τα βιβλία της Αλίκης (Carroll), ο Φαντομάς (Allain-Souvestre), ο Σωσίας (Ντοστογιέφσκυ), οι Εξομολογήσεις Άγγλου οπιοφάγου (de Quincey), η Οδός των κροκοδείλων (Bruno Schulz), η Ζαζί στο μετρό (Queneau), η Ζωή, Οδηγίες χρήσεως (Perec). Βιβλία αστικών/δασικών/ονειρικών λαβυρίνθων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Γουέικφιλντ» (Hawthorne), «Το Βιβλίο της άμμου» (Borges), «Μανταλένια» (Εμπειρίκος), «Ο Μαύρος γάτος» (Poe), «Σφύρα και θα έρθω» (M.R. James), «Η Μουσική του Έριχ Ζαν» (Lovecraft), «Η Βαμπίρισσα» (Κουτρουμπούσης). Kafka, Γονατάς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος/νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χάρηκα με τις δυο συλλογές ποιημάτων που έβγαλε τα τελευταία χρόνια ο Κοστ Σιγαρέτ στις εκδόσεις «Απόπειρα». Σκέφτηκα ότι καιρός ήταν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Θα έλεγα τον Λέβιν από την Άννα Καρένινα, εν μέρει επb185038ειδή συνήθως αγνοείται απ’ όσους γνωρίζουν το έργο από διασκευές, μολονότι είναι ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής του βιβλίου. Παρ’ ότι alter egoτου Τολστόι (μεγάλη παγίδα), καταφέρνει να εντυπώνεται πιο επίμονα στη μνήμη (τη δική μου τουλάχιστον) απ’ ό,τι η πρωταγωνίστρια, γιατί στοχάζεται με ενδιαφέροντα και αποδεικτικό τρόπο το δράμα του ενώ το ζει, ανάγοντάς το σε βασικά θέματα της ύπαρξης, τη σχέση επιθυμίας και πραγματικότητας, την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, το ερώτημα της αυτοκτονίας. Πολύ προβληματικά (αφού ο σεξισμός ελλοχεύει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό), η Άννα στοχάζεται (κατ’ αντίστιξη/ανταπόδειξη) τα ίδια θέματα με τρόπο αποσπασματικό και παραληρηματικό, καταλήγοντας μάλλον αξιωματικά στο δίπτυχο αυτοκτονία-τρέλα (ο Λέβιν πάντα σώζεται παρά τρίχα, και όχι πάντα τόσο πειστικά, χάρη στη στιβαρή παρά τα πάθη της και τα διαρκή της αδιέξοδα σκέψη του). Σε πείσμα των επιφυλάξεών μου, η αντίθεση των δυο ηρώων (που συναντώνται μία και μόνη φορά στο βιβλίο) είναι αξέχαστη.

Στο χώρο του φανταστικού, ο Πήτερ Ίμπετσον, πρωτb149223αγωνιστής του ομώνυμου βιβλίου του George du Maurier που μετέφρασα στα ελληνικά πριν από κάμποσα χρόνια, αποτελεί έναν άλλον alter ego ήρωα, ο οποίος αντιμετωπίζει την καταστροφή μιας υπόσχεσης ευτυχίας που επιζεί στις παιδικές του αναμνήσεις με την απόδραση στο όνειρο, όπου η αμφιταλάντευση μεταξύ εκπληρωμένης επιθυμίας και συντριπτικής ματαιότητας είναι επίσης διαρκώς παρούσα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μάλλον, λόγω του εμβληματικού του χαρακτήρα, και παρά τα πολλά του προβλήματα, το Πάλι, στο οποίο και αφιέρωσα ένα κεφάλαιο σε μιαν αγγλόφωνη ανθολογία ελληνικού υπερρεαλισμού που είχα μεταφράσει και επιμεληθεί πριν από χρόνια.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι διαδρομές με τον ηλεκτρικό ενώ διάβαζb173971α το Hearing Trumpet της Leonora Carrington, ένα από τα πρώτα αγγλόφωνα βιβλία που αγόρασα (στου Κάουφμαν) και, μάλλον γοητευμένος από την πρωτόγνωρη εμπειρία της ανάγνωσης ξενόγλωσσου πρωτοτύπου, προσπαθούσα να βρω μεταφραστικές λύσεις για τα έμμετρα στιχουργήματα-γρίφους που περιέχονται στο μυθιστόρημα, χωρίς βέβαια, εννοείται, να έχω κάνει ακόμη την παραμικρή μετάφραση στη ζωή μου. Μου έχουν διατηρηθεί στη μνήμη κάποιοι πρόχειροι δεκαπεντασύλλαβοι που είχα σκαρώσει τότε. Η μετάφραση βέβαια παραμένει εκκρεμότητα μετά από 26 χρόνια.

 Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μb192903εταφραστής είναι ένα είδος ηθοποιού, με την έννοια ότι υποδύεται κάποιον άλλον δανείζοντάς του τη δική του γλώσσα και φωνή. Αυτό που προκύπτει είναι βέβαια μια τρίτη φωνή, κάτι που ο Borges τράβηξε στα άκρα με τη σύλληψη του «τρίτου ποιητή» που δεν είναι ούτε ο Fitzgerald ούτε ο Ομάρ Καγιάμ. Η δοσολογία προφανώς πρέπει να ευνοεί τον συγγραφέα, κι έτσι η γλώσσα οφείλει να ρέει κατά τον τρόπο που βλέπω να επιθυμεί εκείνος (ή «εκείνη», η ίδια η γλώσσα), και όχι βέβαια κατά τον τρόπο του εγωπαθούς λογοτέχνη που οικειοποιείται το έργο, δηλαδή με την αυθαίρετη μεταγραφή στο τοπικό ή προσωπικό ιδίωμα του μεταφραστή. Επειδή όμως η μετάφραση είναι και ακροβασία, τα ατυχήματα είναι πολύ εύκολα, είτε με τη μορφή ενός γλιστρήματος προς την αυθαιρεσία, είτε ενός νηπιακά γελοίου σφάλματος, στο οποίο μπορεί κάλλιστα να υποπέσει κανείς μετά από ένα δύσκολο «νούμερο». Με τον καιρό, έχω μάθει να συγχωρώ στον εαυτό μου τέτοιους είδους ολισθήματα, γνωρίζοντας ότι αποτελούν παρεπόμενα μιας σκληρής πειθαρχίας. Ωστόσο, κάθε πειθαρχίας προηγείται η προδιάθεση να ακούσεις διαλεκτικά την άλλη φωνή, ικανότητα που δεν εκμαθαίνεται.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αναμφίβολα η πιο δύσκολη ήταν η μετάφb161254ραση του Φαουστρόλλ του Jarry, που είναι και η τελευταία μου υπό μορφή βιβλίου μέχρι στιγμής. Η πιο απολαυστική ήταν η μετάφρασή μου στα αγγλικά του περίφημου παρωδιακού δοκιμίου του Ελευθερίου Δούγια (Άλεκ Σχινά) για τον Υπερλεξισμό (από το περιοδικό Πάλι — στην προαναφερθείσα ανθολογία που κυκλοφόρησε από το University of Texas Press), ένα κείμενο που θεωρείτο μη μεταφράσιμο αλλά που προσωπικά διασκέδασα παίζοντας δημιουργικά με τις λεξιπλαστικές δυνατότητες που μου προσφέρονταν (και χάρηκα που το αποτέλεσμα άρεσε και στον συγγραφέα του). Στο ίδιο βιβλίο, ευχαριστήθηκα επίσης τις μεταφράσεις του Εγγονόπουλου στα αγγλικά.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω b142177ιδιαίτερη αγάπη για το πρώτο τομίδιο που μετέφρασα, εντελώς ερασιτεχνικά, και που δημοσιεύτηκε ξανακοιταγμένο 15 χρόνια αφού ολοκλήρωσα την πρώτη μορφή του, τη μικρή ανθολογία Τα Γραπτά της α-νοησίας του Lear, που ήταν και από τα πρώτα-πρώτα βιβλία των εκδόσεων Φαρφουλάς (2007). Στις ίδιες εκδόσεις, ο Αιρεσιάρχης και Σία του Apollinaire, ο Φαουστρόλλ του Jarry, τα υπερρεαλιστικά δοκίμια του René Crevel, τα σπαράγματα των Arthur Cravan και Jacques Vaché. Και ο Πήτερ Ίμπετσον στις εκδόσεις «Αρχέτυπο», εξαντλημένο πια, όπως και ο Ναπολέων του Νότινγκ Χιλ στις πάλαι ποτέ εκδόσεις «Κατάρτι», ένα βιβλίο του Chesterton, συγγραφέα εντελώς ξένου σε μένα ιδεολογικά, αλλά που συχνά αγγίζει θέματα που με απασχολούν συστηματικά (εν προκειμένω το αστικό τοπίο ως λαβύρινθο), και το απόλαυσα ως πρόκληση, καθ’ ότι σπαρταριστό κείμενο, τουλάχιστον κατά τα πρώτα δύο τρίτα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελb136780α πιο πολύ να μιλήσω για ένα βιβλίο που έμεινε στη σκιά, και που μολονότι ούτε επέλεξα ούτε και λάτρεψα μου έδωσε την αίσθηση ενός σήματος. Μου ανατέθηκε προ ετών να μεταφράσω ένα βιβλίο που δεν είχα διαβάσει, το Point/Counter Point του Huxley, που στα ελληνικά υπάρχει μόνο σε μια κακή και εξαντλημένη πια μετάφραση, ως Κοντραπούντο. Μολονότι βρήκα πολλά συζητήσιμα στοιχεία στο κείμενο, με αιφνιδίασε η εικόνα ενός ολοζώντανου Λονδίνου της δεκαετίας του ’20, τόσο αναγνωρίσιμου όσο και μακρινού. Για διάφορους λόγους, η περιπλάνηση στο Λονδίνο παίζει κεντρικό ρόλο σε δικά μου πεζογραφήματα όπως και σε αγαπημένα μου κείμενα (de Quincey, du Maurier, Machen, Chesterton). Δυστυχώς, ο οίκος έκλεισε και η μετάφραση παραμένει ανέκδοτη, αλλά έχω προσπαθήσει έκτοτε να φανταστώ το χώρο στον οποίο τοποθετεί ο Huxley το ιταλικό εστιατόριο-στέκι των πρωταγωνιστών του στη σημερινή πλατεία του Σόχο.

b128935Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τίποτε το ιδιαίτερο, αν και είναι πολύ πιθανό να παίζει μουσική, γιατί ζω σε ένα σπίτι γεμάτο δίσκους και CD. Επειδή συνήθως μεταφράζω νύχτα, ίσως κάτι που δεν χρειάζεται πολλή ένταση (π.χ. ένα κομμάτι από τη folk συλλογή μου).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

b107217Για το άμεσο μέλλον, σκέφτομαι μιαν ανθολογία κειμένων του Robert Desnos (πεζά, ποιήματα και κριτικές) για την αδικοχαμένη τραγουδίστρια Yvonne George, την οποία είχε ερωτευτεί χωρίς ανταπόκριση. Η υλοποίησή της εξαρτάται και από τον δικό μου χρόνο και από την αγορά του βιβλίου, τώρα με την κρίση, αλλά ο Desnos είναι μια εκκρεμότητα για μένα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν ξέρω κατά πόσον ισχύει αυτό. Όσο σημαντικότερο το κείμενο τόσο βαρύτερη η ευθύνη του μεταφραστή, κάτι που αναγνωρίζεται στις όποιες σοβαρές κριτικές. Όταν η δυσκολία του κειμένου απαιτεί κρίσιμες επιλογές, αυτό εν γένει δεν μένει ασχολίαστο. Αν μια μετάφραση περάσει απαρατήρητη ως τέτοια, ίσως και να b125427συμβαίνει επειδή ο μεταφραστής έχει απλώς κάνει σεμνά τη δουλειά του. Ούτως ή άλλως, δεν βλέπω γιατί πρέπει να είναι αυτή η έγνοια μου. Είναι καλό να έχεις ένα corpus μεταφράσεων που σε εκφράζουν και που ίσως συνομιλούν με το όποιο άλλο έργο σου (προσωπικά διακρίνω αυτές που ανέλαβα ως εργασία από εκείνες που επέλεξα και στις οποίες θέτω με λίγο-πολύ σαφή τρόπο τη σφραγίδα μου), όμως το ενδεχόμενο να υποταχθούν τα κείμενα στις εκάστοτε φιλοδοξίες ή εμμονές του μεταφραστή (όταν εκείνος θέλει να τα μετατρέψει διά της βίας σε «φτερό» στον συγγραφικό/θεωρητικό του σκούφο) πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

b136779Έχω υπάρξει επανειλημμένα επιμελητής/διορθωτής. Δύο προφανή προβλήματα είναι η αδαής «διόρθωση» που εκθέτει τον μεταφραστή, και αντίστροφα η υποχρεωτική διόρθωση που τον διασώζει μεν αλλά μπορεί και να τον ενοχλήσει. Μου έχει συμβεί να προκύψουν στην επιμέλεια σοβαρά λάθη που δεν υπήρχαν στη μετάφρασή μου, όπως και ως επιμελητής έχω κάνει συχνά σιωπηρές μεταφράσεις για να αποκαταστήσω συστηματικές αστοχίες. Ενώ, από την άλλη, έχω αποδεχθεί ταπεινά τις όχι λίγες δίκαιες διορθώσεις που μου έχουν γίνει κατά καιρούς, αλλά και έχω αναλάβει την ευθύνη για λάθη μου που πέρασαν αδιόρθωτα. Το θέμα της «αφάνειας», σε όλο αυτό το πλέγμα πιθανών προβλημάτων, τίθεται όταν ο επιμελητής/διορθωτής αισθάνεται ότι αδικείται (όχι κατ’ ανάγκην σε επίπεδο αναγνωρισιμότητας, αλλά μάλλον από επαγγελματική άποψη) σώζοντας π.χ. μια κακή μετάφραση που τελικά θα πιστωθεί σε άλλον, δηλαδή όταν η ποιότητα της δευτερεύουσας εργασίας είναι καλύτερη από της ευνοημένης πρωτεύουσας. Ιδανική μορφή, εννοείται, θα ήταν μια καλόπιστη συνεννόηση και διασταύρωση, διεπόμενη από αμοιβαία εμπιστοσύνη, κάτι όχι πάντα δυνατό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφρb83411άσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Πήτερ Ίμπετσον, ναι, συχνά-πυκνά, αλλά αυτό συνέβαινε και πριν τον μεταφράσω.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Κυρίως κινηματογραφικές (θεωρητικές, όχι πρακτικές). Ναι, ο κινηματογράφος υπάρχει παντού στη γραφή μου, αλλά αυτό το στοιχείο προηγείται των σπουδών.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως μεb133045ταφραστής. Τα τελευταία χρόνια υποτιτλιστής.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Confound the Wise του Νικόλαου Κάλας, ένα βιβλίο-φάντασμα που κατάφερα επιτέλους να αποκτήσω πριν από λίγο καιρό. Κλασικό κείμενο αναφοράς της υπερρεαλιστικής αισθητικής θεωρίας, αλλά ταυτόχρονα και ένα βιβλίο που ελάχιστοι έχουν διαβάσει, λόγω μη διαθεσιμότητας. Ανακαλύπτω ότι χρειαζόταν έναν καλό επιμελητή για τα αγγλικά του — αμήχανο να διορθώνεις νοερά τα γλωσσικά ολισθήματα ενός βιβλίου που εκδόθηκε εδώ και πάνω από 70 χρόνια. Και που βέβαια δεν έχει επανεκδοθεί, όπως και παραμένει απρόσιτο το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού έργου του Κάλας, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις για αποκατάσταση της έλλειψης.

b148255Κι αυτή η αίσθηση του τυχαία σημαίνοντος, του Unheimliche, ανακαλύπτοντας κατά την ανάγνωση ότι στο βιβλίο ο Κάλας κάνει ιδιαίτερη μνεία στον Φοιτητή της Πράγας, ταινία που παίζει βασικό ρόλο στο τελευταίο βιβλίο μου, ξεκινώντας από το εξώφυλλο.

Κατά τα άλλα, προετοιμάζομαι για να ολοκληρώσω επιτέλους την τριλογία των, ας τα πούμε έτσι, «μυθιστορημάτων» μου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω παρακολουθήσει άπειρο κινηματογράφο στη ζωή μου, αλλά όχι ιδιαίτερα σύγχρονο. Με ενδιαφέρει ο κινηματογράφος ως απόγονος των μαγικών θεαμάτων περασμένων αιώνων και έχω την αίσθηση ότι η εξέλιξη, παρά τις απεριόριστες εικονοπλαστικές δυνατότητες της τεχνολογίας, οδήγησε στην απομάγευση. Μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως νιώθω ότι μετά το θάνατο του Buñuel δεν μπορούμε να περιμένουμε και πολλά από το μέσο. Αγαπώ τις ταινίες των Powell/Pressburger, την κινηματογραφική μεταφορά του Πήτερ Ίμπετσον από τον Hathaway, τα ποιήματα τρελού έρωτα του Borzage, τις ταινίες των Carnet/Prévert, το Vertib138478go του Hitchcock, το Some Came Running του Minnelli, το Πορτραίτο της Τζέννυ του Dieterle, τον Chaplin, τους αδελφούς Marx, και πάρα πολλά άλλα. Κινηματογραφικές αναφορές υπάρχουν διάσπαρτες στα κείμενά μου, αλλά προέρχονται κυρίως από το προπολεμικό ή πρώιμο μεταπολεμικό Χόλιγουντ. Από πιο σύγχρονους, βλέπω πάντα με ενδιαφέρον τις ταινίες του Lynch, του Švankmajer, ή (όταν τις βρω) του Guy Maddin. Του Gilliam επίσης. Και των Coen (αν και δεν μου αρέσουν πάντα). Ίσως και μερικούς ακόμη. Με ενδιέφερε το σκοτεινό φαντασιακό στοιχείο στον Tim Burton(στο Edward Scissorhands και όχι μόνο) μέχρι τον πραγματικό βιασμό της Αλίκης, πριν από λίγα χρόνια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μάλb144055λον ναι, σε αυτό το στάδιο, με την προϋπόθεση ότι δεν θα μου αφαιρούσε τη μνήμη και ότι θα μπορούσα να βλέπω πού και πού καμιά ταινία και να ακούω δίσκους. Ωστόσο θα ήθελα να έχω προλάβει να γράψω το βιβλίο που συμπληρώνει την τριλογία μου, τουλάχιστον για να μάθω πώς τελειώνει.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Περιμένω κάποτε να μου κάνουν τη μόνιμη ανόητη ερώτηση που γίνεται στο γνωστό ερωτηματολόγιο: τι θα θέλατε να σας πει ο Θεός αν τον συναντούσατε. Προσωπικά θα ήθελα να μου πει: «Είχες δίκιο τελικά: δεν υπάρχω». Κι εγώ να απαντήσω: «Εμ, τα ’λεγα».

20
Μάι.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 159. Αλεξάνδρα Ρασιδάκη

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τον Δεκέμβριο του 2013 εκδόθηκε η μελέτη μου «περί Μελαγχολίας», αποτέλεσμα πολλών ετών έρευνας.

Τι σας έθελξε στην ιδέα της συγγραφής πάνω στο θέμα της Μελαγχολίας;

Η μελαγχολία ανήκει, όπως άλλωστε και η τρέλα, ο έρωτας ή ο θάνατος με τα οποία προφανώς συνδέεται, στα «μεγάλα ζητήματα» που απασχολούν, συναρπάζουν και θορυβούν τον άνθρωπο κάθε εποχής. Οι τρόποι έκφρασης του φόβου και του δέους ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και το εκάστοτε γνωστικό πλαίσιο (θρησκευτικό, ιατρικό, φιλοσοφικό κτλ.). Από την οπτική της πολιτισμικής ιστορίας δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για την μελαγχολία καθεαυτή, αλλά για τους ποικίλους λόγους περί μελαγχολίας. Πρόκειται δηλαδή για μια έννοια, που ενώ χρησιμοποιείται καθημερινά, έχει ένα ευρύτατο φάσμα νοηματοδοτήσεων, ιδίως αν την μελετήσει κανείς διαχρονικά και διεπιστημονικά. Με άλλα λόγια: η μελέτη της αντιμετώπισης της μελαγχολίας αποκαλύπτει τον τρόπο του σκέπτεσθαι της κάθε εποχής. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια πολιτισμική κληρονομιά «ενεργή» που επηρεάζει και την σύγχρονη δημιουργία.

b184834Πώς εργαστήκατε πάνω στο βιβλίο σας; Ακολουθήσατε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Το πρώτο μέρος, η παρουσίαση των πλέον σημαντικών σταθμών του λόγου περί μελαγχολίας απαιτούσε πολύ μελέτη και εκτενή βιβλιογραφική αναζήτηση, είχε όμως ένα σαφές περίγραμμα εξαρχής. Η μεγάλη δυσκολία στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η επιλογή των λογοτεχνικών κειμένων τα οποία προσέγγισα στο δεύτερο μέρος της μελέτης, υπό το πρίσμα του λόγου περί μελαγχολίας. Κάθε επιλογή συνεπάγεται αποκλεισμούς: έτσι δεν περιέλαβα τελικά συγγραφείς τον Καβάφη, τον Τόμας Μάνν τον Σέμπαλντ και τον Γρυνμπαιν. Κατά την διάρκεια της συγγραφής και σύνθεσης προσπαθούσα αφενός να φανταστώ τον «ιδανικό αναγνώστη» – το προφίλ δηλαδή του αναγνωστικού κοινού που θα ενδιαφέρονταν για ένα τέτοιο βιβλίο, αφετέρου να ακολουθήσω τα μονοπάτια εκείνα που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα.

Ποια είναι η τελική αποτίμηση μιας τόσο ευρείας έρευνας; Θεωρείτε πως καλύψατε το θέμα;

Δεν τb144838ίθεται θέμα να «καλυφθεί» ένα θέμα όπως η μελαγχολία; ελπίζω όμως ότι συνέβαλα στην ανάδειξη της πολυπρισματικότητας της έννοιας αυτής, η οποία άλλωστε και την καθιστά ανεξάντλητη ως ερευνητικό αντικείμενο.

Ποια είναι τα γενικότερα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα; Σε ποιους τομείς εξειδικεύεστε;

Ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με τον γνωστικισμό, που, ως «μεταφυσική αναρχία» εξακολουθεί να με γοητεύει. Με συναρπάζει η κοσμοαντίληψη και η λογοτεχνική παραγωγή του γερμανικού ρομαντισμού ενώ στην ενασχόλησή μου με την σύγχρονη λογοτεχνία με ενδιαφέρει η σχέση μύθου και λογοτεχνίας, η λογοτεχνία του φανταστικού και η δυστοπία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας αλλά και γενικότερα πάνω σε κάποιο ευρύτερο θέμα ποιο θα επιλέγατε;  

Ετοιμάζω μια μελέτη για την πεζογραφία του Γεώργιου Βιζυηνού υπο «ρομαντική οπτική γωνία» στην οποία αντιπαραβάλλω τα κείμενά του με τις τεχνικές γραφής του γερμανικού ρομαντισμού.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση – κι αν όχι, για ποιο b81895λόγο;

Είμαι πολύ απαιτητική αναγνώστρια και είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορούσα να παράγω ένα κείμενο που θα με έπειθε.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω αποκλειστικά κείμενα που με συναρπάζουν και με προκαλούν. Για μένα η μεταφραστική διαδικασία είναι κατ αρχήν μια πράξη κανιβαλισμού, ενσωμάτωσης του κειμένου. Κατά συνέπεια πρόκειται για κείμενα που δεν μου αρκεί να τα διαβάσω αλλά θέλω να γίνουν μέρος του εαυτού μου. Όσο για τον συγγραφέα, ακολουθώ τον Barthes: ο συγγραφέας δεν με ενδιαφέρει ως ιστορική οντότητα – είναι μια αράχνη που μου προσφέρει τον ιστό της.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Ο Κάb57226φκα αποτελεί πάντοτε πηγή έκπληξης. Υπήρξαν κείμενα στα «μικρά πεζά» που είναι τόσο συμπυκνωμένα και ελλειπτικά που χρειάστηκα ώρες για μια πρόταση.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συγγραφείς όπως ο Κάφκα και ο Ρίλκε δεν χρειάζονται συστάσεις. Η Άιχιγκερ όμως δεν είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, η συλλογή στις εκδόσεις Ροές «Επίκαιρη συμβουλή» αποτελεί επαρκή εισαγωγή στο έργο μιας από τις πλέον σημαντικές φωνές της σύγχρονης Αυστριακής λογοτεχνίας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

b109717Χόφμαν, Ντον, Κλάιστ, Γουλφ, Καβάφης, Τσελαν, Ματσάδο, Χικμέτ, Κάφκα, Ζενέ, Γκιμπράν, Μπόρχες, Κορτάσαρ, Αιρε, Μαντέλ, Φαιμπερ, Γκανατσίνο, Νότεμποομ, Κουτσί, Μπαρίκο…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Άσμα Ασμάτων στην μετάφραση του Σεφέρη, Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Γοτφρείδου του Στρασβούργου, Λενς του Μπυχνερ, Απόψεις ενός κλοουν του Μπελ, Άνθρωπος χωρις ιδιότητες του Μούζιλ, Ο εκλεκτός του Τομας Μανν, Ο Αδριανός της Γιούρσεναρ, Το έτος των θαυμάτων της Μπρουκς, Σίλας Μάρνερ της Έλιοτ, Γράμματα μιας πορτογαλής μοναχής (στη μετάφραση του Ρίλκε), Τούνελ του Σάμπατο, Το κουτσό του Κορτάσαρ, Κόκκινο του Ούβε Τιμ, Των ψυχών του Νότεμποομ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο μαGeorg Buchnerύρος γάτος του Πόε, Παιχνίδι υπομονής του Κάφκα, Η λοταρία της Βαβυλώνας του Μπόρχες,   Αποκάλυψη στο Σολεντινάμε του Κορτάσαρ, Ηλεκτρικό μερμήγκι του Ντικ, O χοντρούλης του Keret, To άσυλο του Φάιμπερ, Η γλώσσα μου κι εγώ της Άιχιγκερ…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω την αμεσότητα και την γλωσσική μαεστρία της Καρυστιάνη που με συγκινεί χωρίς να γίνεται ποτέ μελό. Με συνεπήρε το Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι της Αναστασέα, με έπεισε Το αστείο του Παλαβού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Το ζώο στο κτίσμα του ΚάφκAntonio Machadoα

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Την άνοιξη του 97 επιστρέφοντας από την Γρανάδα βρέθηκα αποκλεισμένη στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, να περιμένω την ανταπόκριση της πτήσης μου που μέσω Αθηνών θα με πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Άρχισα ένα μυθιστόρημα που είχα τυχαία αγοράσει στην Γρανάδα. (Λέω τυχαία, επειδή δεν είχα υπ όψη μου τον συγγραφέα). Δεν θυμάμαι τίποτα από την πολύωρη καθυστέρηση και το μακρύ ταξίδι που ακολούθησε, γιατί πέρασα τις ώρες αυτές φυλακισμένη σε μια εφιαλτική καθημερινότητα: Ήταν το Περί τυφλότητος του Σαραμάγκου. Στα επόμενα χρόνια διάβασα και τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, κάποια από τα οποία θεωρώ και καλύτερα από την τυφλότητα. Αλλά οι ώρες αυτές που πέρασα στον κόσμο των τυφλών θα μου μείνουν αξέχαστες.

Heinrich BoellΠερί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στις επιλογές των βιβλίων και των θεμάτων με τα οποία ασχολείστε;  

Σπούδασα Γερμανική και ισπανική (λατινομερικάνικη) Φιλολογία και λογοτεχνική μετάφραση. Από το 2001 διδάσκω γερμανική και συγκριτική γραμματολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Είχα δηλαδή την τύχη να σπουδάσω και να κάνω επάγγελμα την λογοτεχνία, που από μαθήτρια με συνάρπαζε.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή, την ανάγνωση ή την κριτική; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Uwe TimmΠροκλασική μουσική, κλασσική ινδική μουσική, πέρσικο σαντούρι, Γρηγοριανούς ύμνους, κλασσική μουσική δωματίου, Σοστακόβιτς, Λουτοσλάβσκι, Μαρτινού. Μπαχ και παλι Μπαχ.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο μυθιστόρημα του Σιράχ, Ταμπού.

Γράφω μια μελέτη για την σύζευξη θρησκευτικότητας και οικολογίας στις σύγχρονες δυστοπίες.

Μεταφράζω κάποια από τα διηγήματα με ζώα του Κάφκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι για μένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα αυτής της πόλης. Οι λύκοι ήταν μια από τις πρόσφατες παραστάσεις που με εντυπωσίασαν.

Αν κάποιος σαΑ.Ρ.1ς χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε μπορώ – δεν θέλω- να φανταστώ μια ζωή χωρίς βιβλία.

Στις εικόνες: Georg Buchner, Antonio Machado, Heinrich Boell, Uwe Timm.

Παρουσίαση του βιβλίου της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη Περί μελαγχολίας εδώ. Περί Ίλζε Άιχινγκερ και Επίκαιρης Συμβουλής εδώ.

27
Απρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 157. Γιώργος Χαβουτσάς

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΘα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για τη μετάφραση, από τα αγγλικά, μιας ανθολογίας ποιημάτων της Λιθουανής ποιήτριας Γιανινά Ντεκουτίτε (εκδόσεις Περισπωμένη, Νοέμβριος 2013). Τη γνωριμία μου με το έργο της συγκεκριμένης ποιήτριας την περιγράφω διεξοδικά στο επίμετρο του βιβλίου. Τα ποιήματα της Ντεκουτίτε με συγκλόνισαν, μολονότι δεν τα γνώρισα στη γλώσσα του πρωτοτύπου. Η ποίησή της, σύμφωνα με τον Ρέμβιντας Σίλμπαγιορις, είναι μια ποίηση αλλαγών και μεταμορφώσεων. Η Ντεκουτίτε τρέφει μια ακατανίκητη ορμή για ένα είδος ώσμωσης με τα τοπία της πατρίδας της, με τους δρόμους, με τα αντικείμενα, με την ανάγκη να μετατραπεί σ’ εκείνο που ο καθένας βλέπει και αισθάνεται ολόγυρά του, ανοιχτός «ως το απώτατο νεύρο». Ταπεινά πιστεύω ότι η ποίηση της Ντεκουτίτε άξιζε να γίνει γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

b101179Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μια συλλογή ποιημάτων, με τον τίτλο «Η Φοινικιά» (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005). Απαρτίζεται από επτά ενότητες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να περιληφθούν σε τρία ή τέσσερα ξεχωριστά βιβλία. Η «Φοινικιά» περιλαμβάνει ποιήματα διαφορετικής τεχνοτροπίας και ύφους, που γράφτηκαν στη διάρκεια δεκαπέντε χρόνων. Στη συλλογή δεσπόζει θεματικά η φύση και θα μπορούσα να υποστηρίξω ότι τα περισσότερα ποιήματα ανήκουν στην κατηγορία που ο Ελύτης ονόμασε «πρισματική ποίηση».

b124350Το δεύτερο βιβλίο μου είναι η μετάφραση, από τα ρωσικά, του περίφημου πεζογραφήματος του Όσιπ Μαντελστάμ «Ταξίδι στην Αρμενία» (Ίνδικτος, 2007). Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στη συγκεκριμένη μετάφραση, για δύο χρόνια. Εκ των υστέρων κατάλαβα, με δεδομένο το επίπεδο των ρωσικών μου, ότι είχα κάνει μια τρέλα, συνειδητοποιώντας τις μεταφραστικές απαιτήσεις του κειμένου. Ωστόσο, πιστεύω ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τελικά την προσπάθειά μου.

Το τρίτο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Σημείο Πετρούπολης» (Πλανόδιον, 2011). Η συλλογή γράφτηκε με αφορμή δύο επισκέψεις μου στην Αγία Πετρούπολη, το 2005. Ο τόπος, η συγκεκριμένη πόλη, συνιστούν ένα συγγραφικό πρόσχημα, για κάτι που νομίζω αφορά μόνο το πνεύμα και το ήθος της ελληνικής γλώσσας. Η συλλογή μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτό που οι Ρώσοι ονομάζουν Ποίημα (Ποέμα), και αφορά τη συγγραφή μιας ποιητικής ενότητας με αυστηρό θεματικό πυρήνα.

b168403Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα ποιήματα «έρχονται» σε μένα, όπως θα έλεγε η Αχμάτοβα, με δύο συνήθως τρόπους. Η πρώτη περίπτωση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι επιθυμώ να μιλήσω για ένα ορισμένο θέμα, και για να το πετύχω πρέπει να συγκεντρωθώ πάνω από το λευκό χαρτί δίχως να έχει υπάρξει ένα ισχυρό αρχικό ερέθισμα για όσα θέλω να πω. Τον τρόπο αυτό τον χαρακτηρίζω περισσότερο νοητικό, και συνήθως δεν οδηγεί σε καλά αποτελέσματα, εκτός εάν επακολουθήσει συστηματική εργασία σε σχέση με ό,τι επιθυμώ να γράψω. Η δεύτερη περίπτωση, που είναι και η πιο παραγωγική, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ιμπρεσσιονιστική», όταν μια έντονη εικόνα, ένας λεκτικός ρυθμός που σχηματίζεται ανεξήγητα μέσα μου, αφού αναπτυχθούν, δομούνται σε κάτι ευρύτερο και πιο συνεκτικό. Για να θυμηθούμε και πάλι τον Ελύτη, η δεύτερη αυτή περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί ως «η ανάπτυξη μιας στιγμής».

b192491Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος εργασίας. Ένα ήσυχο γραφειάκι αρκεί. Το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν ακούγεται μουσική υπόκρουση όταν γράφω. Επειδή είμαι άνθρωπος που συγκεντρώνεται και δίνει βάση στα πράγματα, θεωρώ ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι δεν χωράνε. Είτε θα γράφεις και θα διαβάζεις, είτε θ’ ακούς μουσική. Προσωπικά δεν μπορώ να πράξω και τα δύο μαζί. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές μου προτιμήσεις, μου αρέσει οτιδήποτε σχετίζεται με την ορχηστρική μουσική από την κλασική περίοδο και έπειτα, καθώς και οτιδήποτε περικλείει τον αυτοσχεδιασμό μέσα του (τζάζ, παραδοσιακή μουσική κ.λπ.). Απεχθάνομαι εντελώς την όπερα (με εξαίρεση δυο τρεις ρωσικές όπερες), την οποία θεωρώ ως μη-ανθρώπινο είδος τέχνης. Μου προξενεί απέραντη δυσφορία η ακρόασή της, και η απαρέσκεια τούτη εδράζεται επί μιας σχεδόν οργανικής, βιολογικής βάσης, όπως όταν κάποιος έχει δυσανεξία στη λακτόζη ή είναι αλλεργικός σε μια ουσία. Αντιθέτως, μπορώ ν’ ακούσω με ευχαρίστηση οπερέτα.

Arseny TarkovskyΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει κείμενα πάρα πολλές φορές εκτός γραφείου και σπιτιού, κατά κόρον δε τα τελευταία χρόνια: αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, μεταφορικά μέσα εν γένει, ξενοδοχεία, καφετέριες… Φυσικά, όλα αυτά είναι πρώτες γραφές και σημειώσεις οι οποίες υπόκεινται πάντοτε σε περαιτέρω, εργώδη επεξεργασία εν οίκω.

Nikolay GumilevΑν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αναμφισβήτητα και δίχως δεύτερη σκέψη θα ήθελα να γράψω για την ποιήτρια Θεώνη Κοτίνη. Θεωρώ ότι, ανεξαρτήτως γενιάς, είναι η πιο σπουδαία ποιητική φωνή των ημερών μας. Πιστεύω επίσης ότι πρέπει να τιμούμε το έργο των ποιητών όταν οι στίχοι τους είναι ακόμα ζεστοί, όπως θα έλεγε και ο Σεφέρης, και όχι όταν το έργο τους έχει βρει με τα χρόνια την αποδοχή που του αξίζει από το κοινό. Για να το πω και με τα λόγια του Γιάννη Βαρβέρη, «πρέπει να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές/ αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στη ίδια πόλη». Πάντως, και χωρίς πρόταση από κάποιον τρίτο, έχω σκοπό να γράψω για την Θεώνη Κοτίνη και ευελπιστώ να βρω τη δύναμη να το πράξω σύντομα.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λOlga_Sedakovaόγο;

Έχω γράψει πεζογραφία, αρκετά χρόνια πριν. Μεταξύ άλλων ένα διήγημα που ονομάζεται «Ο μεγάλος ελκυστής», καθώς και ένα κείμενο που καταπιάνεται με τη βιογραφία μου αλλά και την ιστορία των προγόνων μου, ιδωμένες αμφότερες υπό το πρίσμα ορισμένων αστρονομικών δεδομένων. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Μικρή Αστρολογία». Έχω γράψει επίσης ένα θεατρικό έργο, με τη μορφή, το εύρος και το ύφος των θεατρικών έργων του Τσέχωφ. Από όλα αυτά έχω σκοπό να επεξεργαστώ τη «Μικρή Αστρολογία», με απώτερο σκοπό τη μελλοντική έκδοσή της.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Νίκος Καζαντζάκης, Δημήτρης Χατζής, Α. Παπαδιαμάντης, Γ. Βυζιηνός, Ο. Ελύτης, Δ. Παπαδίτσας, Αλέξανδρος Μπάρας, Θεώνη Κοτίνη, Αντών Τσέχωφ, Πρίμο Λέβι, Γιοχάννες Μπομπρόφσκι, Έμιλυ Ντίκινσον, Όσιπ Μαντελστάμ, Αρσένι Ταρκόφσκι, Νικολάι Γκουμιλιώφ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Όλγα Σεντακόβα.

Поэт МандельштамΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το διπλό βιβλίο», του Δ. Χατζή, όλη η αλληλογραφία του Ν. Καζαντζάκη, το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», του Πρίμο Λέβι, τα «Ελεγεία της Οξώπετρας», του Ο. Ελύτη καθώς και ένα πλήθος βιβλίων που σχετίζονται με την Αστρονομία, τη Βιολογία, τη Μηχανική της Πτήσης και με τις θετικές εν γένει επιστήμες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Η νήσος άνυδρος», του Δ. Χατζή, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», του Γ. Βυζιηνού, «Όλια, μια ψυχούλα», του Α. Τσέχωφ, «Ανάλαφρη αναπνοή», του Ιβάν Μπούνιν, «Στο Παρίσι», του Ιβάν Μπούνιν.

Αλέξανδρος Μπάρας__Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θα επιμείνω στη Θεώνη Κοτίνη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αν και δεν είμαι λάτρης των πεζογραφημάτων, ακόμα και όταν αυτά είναι αναγνωρισμένη αξίας και προέρχονται από τους αγαπημένους μου Ρώσους, θα έλεγα ότι βρίσκω έναν βαθμό ταύτισης με τον πρίγκιπα Μίσκιν. Το γεγονός αυτό με έχει κάνει και να αγαπήσω τον συγκεκριμένο ήρωα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Πλανόδιον» και η «Ποίηση». Και τα δύο Janina Degutytėδεν είναι πλέον «ενεργά». Η προτίμησή μου για το πρώτο σχετίζεται κυρίως με το γεγονός ότι το συγκεκριμένο περιοδικό το χαρακτήριζε μια ανεξαρτησία σε σχέση με τις επικρατούσες τάσεις και γνώμες του καθιερωμένου λογοτεχνικού σιναφιού. Το δεύτερο το αγαπούσα διότι ήταν το μοναδικό που είχε ως θεματική του καθαρά την ποίηση. Σε ό,τι αφορά το «Πλανόδιον», είμαι σίγουρος ότι οι συνεχιστές του, το «Νέο Πλανόδιον» δηλαδή, θα ακολουθήσουν την ίδια ανεξάρτητη πορεία με αυτή του μητρικού περιοδικού. Πάντως, στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι το πιο αγαπημένο μου περιοδικό, επί σειρά ετών, δεν ήταν λογοτεχνικό αλλά σχετιζόταν με την επιστήμη της Αστρονομίας. Πρόκειται για το αμερικανικό «Astronomy», το οποίο με βοηθούσε να παρατηρώ τον ουρανό και κάλυπτε ένα μεγάλο μέρος των θεωρητικών ενδιαφερόντων μου σε σχέση με την Αστρονομία. Ήμουν τόσο παθιασμένος με το συγκεκριμένο περιοδικό που έλεγα, αστειευόμενος, στον εαυτό μου και στους φίλους μου ότι το μόνο που θα επιθυμούσα όταν πεθάνω ήταν να σηκώνομαι μια φορά τον μήνα από τον τάφο μου και να πηγαίνω ώς το κοντινότερο περίπτερο για το Astronomy!

"Áóíèí", êàðòèíà õóäîæíèêà Â.È.ÐîñèíñêîãîΔιαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις διαβάζω, με τη διαπίστωση και την πίκρα ότι δεν διαθέτουν το κριτικό πνεύμα που θα έπρεπε να τις διακρίνει. Είναι συνήθως παρουσιάσεις και κείμενα κατάλληλα για ένα οποιοδήποτε άλλο υλικό προϊόν ή εμπόρευμα, όχι όμως για έργα του πνευματικού πεδίου που ονομάζεται ποίηση ή πεζογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όλες οι αναγνώσεις των Ρώσων ποιητών (κυMarina_Tsvetaeva_1914ρίως της Μαρίνας Τσβετάγιεβα), που πραγματοποίησα στην πτήση Αθήνα-Βρυξέλλες-Αθήνα, επί μία δεκαετία περίπου, αρχής γενομένης το 1999. Ο λόγος που θυμάμαι έντονα αυτές τις αναγνώσεις είναι ότι την περίοδο εκείνη βρισκόμουν στο μέγιστο της αναγνωστικής μου πρόσληψης. Ό,τι διάβαζα δηλαδή χωνευόταν τάχιστα και πολύ παραγωγικά μέσα μου. Η περίοδος αυτή έχει πλέον πάψει να υφίσταται για μένα. Κάποτε θα ήθελα να γράψω ένα κείμενο που θα το ονόμαζα «Η Κοινωνιολογία της πτήσης Αθήνα-Βρυξέλλες», στο οποίο θα τόνιζα, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν συνάντησα ούτε έναν άνθρωπο μέσα στο αεροπλάνο της συγκεκριμένης πτήσης που να διάβαζε κάποιο σοβαρό βιβλίο. Φαίνεται πως οι άνθρωποι που έχουν την τύχη της χώρας μας στα χέρια τους περί πολλά τυρβάζουν, αγνοώντας τα σημαντικότερα.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο τρόπος μemily-dickinson-head.tου δεν διαφέρει από αυτόν της συγγραφής των ποιημάτων. Εννοώ ότι το μόνο που χρειάζομαι είναι ένα ήσυχο γραφειάκι, συγκέντρωση και μεθοδικότητα. Η μετάφραση από τα ρωσικά χρήζει περισσότερης οργάνωσης, καθώς, όπως έχω εξηγήσει αλλού, υπάρχουν προσώρας ελάχιστα βοηθήματα για έναν που θέλει να μεταφράσει τα ρωσικά στην ελληνική γλώσσα. Όσο για τη σχέση μεταξύ μεταφραστή και μεταφραζόμενου συγγραφέα, η μόνη λέξη που μπορεί να την χαρακτηρίσει είναι η αγάπη. Αγάπη για το έργο τού προς μετάφραση συγγραφέα, αγάπη για τα γραπτά του.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Σίγουρα η πιο δύσκολη μετάφραση με την οποία καταπιάστηκα ήταν το «Ταξίδι στην Αρμενία», του Όσιπ Μαντελστάμ. Συμπληρωματικά, σε σχέση με τα όσα ανέφερα παραπάνω, πρόκειται για ένα κείμενο εξαιρετικής δυσκολίας, ακόμα και για όσους έχουν τα ρωσικά ως μητρική τους γλώσσα. Για τον λόγο αυτό, τη μεγαλύτερη χαρά μεταφράζοντας (για να μην χρησιμοποιήσω τον όρο ηδονή) την ένιωσα με τη μετάφραση του συγκεκριμένου έργου, διότι ήταν μια χαρά που προήλθε μέσα από μια μεγάλη δυσκολία.

johannes-bobrowskiΜπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι οι υπόλοιπες μεταφράσεις μου δεν έχουν περιβληθεί τον τύπο του βιβλίου, δηλαδή, πρόκειται για δημοσιεύσεις σε περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Έτσι λοιπόν, έχω μεταφράσει από τα ρωσικά τα εξής: τον ποιητικό κύκλο «Αϋπνία», της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε, συνοδευόμενος από επίμετρο, στο έκτο τεύχος του περιοδικού «Ποιητική», τον ποιητικό κύκλο «Κινέζικο οδοιπορικό», της σύγχρονης ρωσίδας ποιήτριας Όλγας Σεντακόβα, ο οποίος δημοσιεύτηκε στο έβδομο τεύχος του ιδίου περιοδικού καθώς και μεταφράσεις μικρών διηγημάτων Ρώσων συγγραφέων, οι οποίες αναρτήθηκαν στο ιστολόγιο «Ιστορίες Μπονζάι», του Γιάννη Πατίλη.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να βρω τον τρόπο και τη δύναμη να συνεχίσω τη μετάφραση έργων του Όσιπ Μαντελστάμ και της Όλγας Σεντακόβα. Σε σχέση με τον πρώτο, έχω ήδη αρχίσει από καιρό τη μετάφραση του πεζογραφικού-βιογραφικού του έργου, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο θόρυβος του καιρού». Επίσης, επιθυμώ να ολοκληρώσω τη μετάφραση πενήντα ποιημάτων της Όλγας Σεντακόβα, τα οποία περιλαμβάνονται στην ποιητική ενότητα «Παλιά τραγούδια». Και οι δύο προαναφερόμενες μεταφραστικές απόπειρες τελούν, για την ώρα, υπό αναστολή.

Περί αδιακρισίας

Ορισμένα τελικά σχόλια

Ας θεωρηθούν τα παρακάτω σχόλιαOLYMPUS DIGITAL CAMERA ως απάντηση στην ερώτηση που θα ήθελα να μου κάνουν και δεν έγινε. Θα ήθελα να επισημάνω λοιπόν ότι στο ανωτέρω ερωτηματολόγιο απάντησα ως εάν να ήμουν ένας εν ενεργεία συγγραφέας και μεταφραστής. Πράγμα που διόλου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, καθώς η διαδικασία της συγγραφής και της μετάφρασης έχει ανασταλεί για μένα, όπως προείπα, εδώ και αρκετό καιρό – ήδη από το 2008. Θα μπορούσε η συγκεκριμένη κατάσταση να ονομαστεί ποιητική ή συγγραφική σιγή. Το δέχομαι, και δεν γνωρίζω εάν θα επανακτήσω ξανά τη σωματική και ψυχική δύναμη που θα με επαναφέρουν ξανά στον χώρο της ποίησης ή της μετάφρασης. Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι το κύριο μέλημα της ζωής μου είναι η διατήρηση της σχέσης μου με την ομορφιά και τίποτε παραπάνω. Οι τρόποι με τους οποίους θα συνεχίσω να προσεγγίζω την ομορφιά δεν έχουν πλέον σημασία για μένα. Θα μπορούσαν να είναι, επί παραδείγματι, τα αεροπλάνα, τα αερομοντέλα και το φαινόμενο της πτήσης καθεαυτό, πράγματα και διαδικασίες στις οποίες ενεπλάκην όλο το πρόσφατο παρελθόν με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Τον τελευταίο καιρό έχω επανακτήσει το ενδιαφέρον μου για τη ζωγραφική (ακουαρέλες), την οποία δεν σκοπεύω να εγκαταλείψω. Επίσης, σκοπεύω να συνεχίσω να ασχολούμαι με πράγματα που με ενδιέφεραν ανέκαθεν: τις περσικές μινιατούρες, τις ινδικές μινιατούρες, την τέχνη της Αρμενίας (λόγω καταγωγής), την ιαπωνική και κινεζική τέχνη και την τέχνη της Ανατολής γενικότερα. Θα συνεχίσω να αισθάνομαι, δυστυχώς, ως ένας άνθρωπος εκτός τόπου και καιρού, ο οποίος δεν δύναται να ασχοληθεί, φαινομενικά τουλάχιστον, με τα τρέχοντα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα της χώρας του, αλλά παραδόξως τον ενδιαφέρουν πολύ έντονα, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο οι Γιαπωνέζοι φυλάσσουν μέσα σε μικρά κλουβάκια γρύλους ή πυγολαμπίδες. Όλα αυτά διόλου δεν χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του εξωτισμού, αλλά συνιστούν βαθύτατη ψυχική μου ανάγκη. Εάν υφίσταται ένα πνευματικό ζήτημα σήμερα για μένα, τότε αυτό θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: πώς θα μπορέσω να διατηρήσω τη σχέση μου με την ομορφιά, ζώντας στην Ελλάδα και μιλώντας την ελληνική γλώσσα, όταν οι αναφορές και τα ενδιαφέροντά μου βρίσκονται ολωσδιόλου εκτός Ελλάδας, και συγκεκριμένα στον γεωγραφικό και πνευματικό χώρο της Ανατολής. Τα ελάχιστα αυτά λόγια ελπίζω ότι καλύπτουν, ενδεχομένως, ορισμένα κενά που φάνηκαν να χαίνουν σε όλες τις προηγούμενες απαντήσεις μου. Με τούτα και με κείνα, ήρθε νομίζω η στιγμή να ευχαριστήσω τον οικοδεσπότη του Πανδοχείου για την φιλοξενία του.

Στις εικόνες: Arseny Tarkovsky, Nikolay Gumilev, Olga Sedakova, Osip Mandelstam, Αλέξανδρος Μπάρας, Janina Degutytė, Ivan Bunin, Marina Tsvetaeva, Emily Dickinson, Johannes Bobrowski.

Ελάχιστα λόγια για το αλησμόνητο Ταξίδι στην Αρμενία εδώ.

03
Απρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 152. Ζήσης Σαρίκας

ζήσης σαρίκας_Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

­Το τελευταίο μου βιβλίο μου ονομάζεται «Ανθρώπινες σκιές». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πανοπτικόν». Είναι δύο ρεαλιστικές/ψυχογραφικές νουβέλες διανθισμένες με λίγα σχόλια του αφηγητή. Κι αυτό επειδή μου είναι αδύνατο να απαλλαχτώ από τις συνήθειες του δοκιμίου και του διδακτισμού και επειδή απεχθάνομαι τη ρηχή ηθογραφία, με τον άκρατο συναισθηματισμό, την κοινοτοπία, την επιπολαιότητα, την ωραιοποίηση του παρελθόντος και τη νοσταλγία της. Είναι οι ιστορίες δύο συγγενικών οικογενειών στην πορεία του εικοστού αιώνα. Η μια διαδραματίζεται κυρίως στην πόλη και η άλλη κυρίως στο χωριό.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Μύθοι της τεχνολογίας. Το πρώτο μου βιβλίο(1)_Το πρώτο μου βιβλίο, πριν από αρκετά χρόνια, λεγόταν «Μύθοι της τεχνολογίας». Είναι μια συλλογή αφορισμών που ανήκουν στο χώρο του δοκιμίου και δη του φιλοσοφικο-πολιτικού. Το βιβλίο αυτό είναι εξαντλημένο από χρόνια. Το δεύτερο βιβλίο μου, με μεγάλο χρονικό κενό ανάμεσα, είναι τα «Ψίχουλα». Πρόκειται επίσης για συλλογή αφορισμών και αναπάντητων αποριών, που έχουν όμως περισσότερο συναισθηματικό χαρακτήρα και βρίσκονται πιο κοντά στη λογοτεχνία χωρίς να είναι εντελώς τέτοια. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πανοπτικόν». Ακολούθησε μια εκτενής πραγματεία πάνω στο έργο του Φρίντριχ Νίτσε «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα» με τον τίτλο «Το όραμα του υπεράνθρωπου. Μια ερμηνεία του έργου του Νίτσε ‘Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα’». Είναι φιλοσοφική πραγματεία που φιλοδοξεί να δώσει κάποια νήματα στον αναγνώστη ώστε να μπορέσει αυτός, αν όχι να βγει, τουλάχιστον να κινηθεί κάπως μέσα στον λαβύρινθο του πολυδιαβασμένου, γοητευτικού και συνάμα απόκρυφου αυτού έργου. Προέκυψε από το σοκ που υπέστην ο ίδιος όταν πρωτοδιάβασα τον Ζαρατούστρα και δεν έβγαζα άκρη. Το βιβλίο έχει εκδοθεί δύο φορές και πρόκειται να επανεκδοθεί πολύ σύντομα από τις εκδόσεις «Πανοπτικόν», που φιλοξενούν και τις μεταφράσεις μου των έργων του Νίτσε.

b133310 - 2008Τρίτο βιβλίο μου είναι το «Μακριά απ’ τον κόσμο», συλλογή αφορισμών στο στυλ του βιβλίου «Ψίχουλα». Πιο κοντά στη λογοτεχνία δηλαδή. Είναι επίσης εξαντλημένο, αλλά ελπίζω να μπορέσω να το ξαναβγάλω σύντομα, και πάλι στο «Πανοπτικόν». Τέλος, έχω προς έκδοση μια νουβέλα στο στυλ των «Ανθρώπινων σκιών», που θα ονομαστεί μάλλον «Κυριακή ρεπό». Ευελπιστώ ότι θα βγει εντός του 2014. Πάντως, θα προτιμούσα να γράφω φιλοσοφικο-πολιτικά δοκίμια. Και θα μπορούσα να έχω πλουσιότερο συγγραφικό έργο αν δεν εμπόδιζαν η τεμπελιά μου, η αίσθηση της ματαιότητας, το πολύ μικρό αναγνωστικό κοινό της χώρας και η αδυναμία εύρεσης εκδότη, καθότι από δημόσιες σχέσεις… ασ’ τα να πάνε (συνειδητά). Έχω και πικρή πείρα απ’ αυτούς, επειδή αρκετοί με εξαπάτησαν ή με κατάκλεψαν όλα αυτά τα χρόνια…

b185423 - 2012Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ιδέες έχω μπόλικες, τις βρίσκω δίχως κόπο. Παγιδεύομαι όταν είναι να τις εκφράσω, είτε επειδή ζορίζομαι είτε επειδή τεμπελιάζω. Συν τοις άλλοις, έχω και διάσπαση προσοχής…

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, ούτε τα καταλαβαίνω αυτά. Μουσική μαζί με ανάγνωση ή γραφή δεν ταιριάζουν. Παρακάτω εξηγώ γιατί απεχθάνομαι την «υπόκρουση» εν γένει…. Ακούω, αλλά σε άτακτα χρονικά διαστήματα, απρογραμμάτιστα, πολλά είδη μουσικής…

b133314 - 2008Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μόνο σημειώσεις, τις οποίες κατόπιν χάνω ή δεν καταλαβαίνω τι λένε, καθώς είναι βιαστικές και τσαπατσούλικες. Και η μνήμη δεν είναι μάντης…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

­Τον Ιησού Χριστό. Με ενδιαφέρουν όμως μόνον τα ατελέσφορα ή μηδενιστικά στοιχεία του…Μέσα στη ματαιότητα και τον μηδενισμό νιώθω όπως το ψάρι μέσα στο νερό…

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

unnamed`Φυσικά έγραψα και γράφω. Φέτος δημοσίευσα ήδη (με ψευδώνυμο) καμιά δεκαπενταριά ποιήματα… αλλά τα έχασα και δεν μπορώ να τα ξαναβρώ (τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα…) και μου φαίνεται πως ήταν και καλά…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι πολλοί. Από την αρχαιότητα έως σήμερα. Φιλόσοφοι, θεωρητικοί εν γένει, λογοτέχνες. Τι σημασία έχουν τα ονόματα, αφού θα λησμονήσω πολλά και μετά θα στενοχωρηθώ που δεν τα μνημόνευσα;

b165775Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία

Ό,τι έγραψα και πριν..

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το ίδιο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Όχι, αλλά δεν τους παρακολουθώ και πολύ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν. Φιοντόρ και πασών των Ρωσιών…

b161283Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

­­­Θα αναφέρω μόνον ένα, που δεν είναι αμιγώς λογοτεχνικό: τις «Σημειώσεις». Υπήρξαν και υπάρχουν όμως και άλλα αξιοπρεπή.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

­­Πολύ σπάνια. Ουδεμία προτίμηση.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

b102575Δεν μπορώ να διαβάσω τίποτε μέσα στα λεωφορεία και τα τρένα. Πώς να συγκεντρωθείς ή να απολαύσεις ένα κείμενο με όλα αυτά που ακούς και βλέπεις γύρω σου; Δεν μπορώ να αποσπαστώ απ’ αυτά, με τρώνε η περιέργεια και η ακατανίκητη τάση μου για σχολιασμό, καλαμπούρι και χλεύη…

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

­Απαντώ στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης. Αν εκτιμάς τον σb145283υγγραφέα, παρά την άβυσσο που μπορεί να σε χωρίζει απ’ αυτόν, αν τον νιώθεις σαν «αδελφή ψυχή» ή, ακόμη καλύτερα, σαν δάσκαλό σου, τότε θα κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου… Γι’ αυτό ποτέ δεν έκανα τίποτα για αμιγώς βιοποριστικούς λόγους – έπρεπε να υπάρχει συμπάθεια – με μια φιλοσοφική έννοια του όρου…

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

­Όλες ήταν «φαρμάκι». Καναδυό θα ήθελα να τις ξαναδουλέψω. Για πάρα πολλές άκουσα καλά λόγια, αν αυτό εννοείτε «ηδονές». Η κύρια ευχαρίστηση μιας μετάφρασης έρχεται όταν επιτέλους την τελειώνεις.

b126296Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

­­­Έχω μεταφράσει αρχαίους (με ψευδώνυμο), Νίτσε (όλα τα έργα του), Στίρνερ, Μπακούνιν, και τους φιλόσοφους της Σχολής της Φραγκφούρτης (Χορκχάιμερ, Αντόρνο, Μαρκούζε, Χάμπερμας). Επίσης, Φουκώ, Μποντριγιάρ, Ντελέζ, Μπράντλιτζερ…Τέσσερα βιβλία του Καστοριάδη. Και λίγα λογοτεχνικά, κάποια απ’ αυτά με ψευδώνυμο, π.χ. τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ… Σταματώ εδώ για να μη γεμίσω τη σελίδα…Μπορεί να τα δει κανείς στην ιστοσελίδα biblionet.gr. Μετέφραζα πάντα μόνο βιβλία που επέλεγα ο ίδιος. Ελάχιστες δουλειές έκανα κατά παραγγελίαν. Όλα μου τα μεταφρασμένα βιβλία, εκτός των λογοτεχνικών, είναι πολύ δύσκολα. Χρειάζονται κόπο, υπομονή, επαναλήψεις και υπόβαθρο – και παρεμφερείς αναγνώσεις. Στους αναγνώστες συστήνω να μην τα παίρνουν μαζί τους στις εκδρομές και να μην προσπαθούν να τα διαβάσουν στο κρεβάτι ή αραγμένοι στον καναπέ. Αυτοί θα τα αδικήσουν και εκείνα θα τους εκθέσουν.

b29172Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Απαντώ στο τελευταίο. Η απομάγευση είναι δύο ειδών: α) όταν διαπιστώνεις, καθώς προχωράς το βιβλίο, ότι δεν είναι και τόσο σπουδαίο όσο νόμιζες στην αρχή, είτε εν συνόλω είτε στις λεπτομέρειές του και β) όταν πέφτεις σε κομμάτια παντελώς ακατανόητα και αναρωτιέσαι «για ποιο λόγο; Καλά κυλούσε μέχρι τώρα…). Σημειώνω ότι τα σκοτεινά πράγματα με απωθούν. Μου αρέσει η διαύγεια και η σαφήνεια (όσο κι αν λένε μερικοί, και μάλιστα σοβαροί, όχι γελοίοι, ότι σε μια εποχή ολοκληρωτικής διάβρωσης και ισοπέδωσης της γλώσσας, πρέπει να γράφουμε «απόκρυφα» ακριβώς για να αντιταχθούμε στη διαδικασία αυτή…)

b29210Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

­Τι συγκεκριμένο τρόπο; Ατελείωτες ώρες σε ένα γραφείο, με πέντε βιβλία και τρία λεξικά ανοιχτά και μια οθόνη αναμμένη. Παλιότερα δίναμε χειρόγραφα, πάκα ολόκληρα… Αποτέλεσμα: αυχενικό σύνδρομο, πόνοι στη μέση, στις ωμοπλάτες και στους καρπούς, πονοκέφαλοι και μείωση της όρασης. Σουγιάς κολοκοτρωνέικος… Και παράδες γιοκ… Οι μουσικές μάς μάραναν… Απορώ πως παραμένω ευσταλής και πως δεν έχω δέκα βαθμούς μυωπία ή πρεσβυωπία. Ήμουν τυχερός… Όσον αφορά στην «τελετουργία» και τη «διαδικασία», κάθε είδος «υπόκρουσης» ή «επένδυσης» με εκνευρίζει. Για να πω ένα σχετικό παράδειγμα: πάρτε π.χ. ένα ποίημα επενδυμένο με μουσική ή με εικόνες ή βιντεοποιημένο. Είναι σαν να ομολογεί ο δημιουργός του: φοβάμαι πως έφτιαξα κάτι άθλιο ή έστω μέτριο, αλλά με το περιτύλιγμα ίσως τρώγεται… Το περιτύλιγμα όμως εγώ δεν το τρώω, το πετάω…

dqexatomos_thumb_Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θεός φυλάξοι! Όχι άλλο!

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο δημιουργός προέχει. Ο μεταφραστής μεταφέρει απλώς τις ιδέες και τα λόγια ενός ξένου σε μια άλλη γλώσσα. Είναι δημιουργός «γιαλαντζί». Ωστόσο, υπάρχουν μεταφράσεις που «αναδεικνύουν» και, σπανιότατα, «βελτιώνουν» το πρωτότυπο. Για να το καταλάβει αυτό κανείς βέβαια, πρέπει να γνωρίζει άριστα και τις δύο γλώσσες. Πάντως, αν είσαι καλός μεταφραστής, οι αναγνώστες αργά ή γρήγορα το αναγνωρίζουν… Και, να σημειώσω, κανένας μεταφραστής δεν μπόρεσε ποτέ να αποφύγει πλήρως τις αβλεψίες, τα λάθη και τις παρανοήσεις… Οι παγίδες είναι αναρίθμητες…

b114317Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Τα τελευταία χρόνια ένας πολύ στενός φίλος και συνεργάτης κοιτά τα τελικά κείμενά μου και κάνει παρατηρήσεις. Ελάχιστους επαγγελματίες του είδους γνώρισα, διότι, απλούστατα, οι υπάρχοντες δεν μπορούσαν να διορθώσουν τα βιβλία μου… Αφού δεν σκάμπαζαν γρυ!… Όσοι προσπάθησαν, επειδή τους έβαλαν οι εκδότες, βλαστήμησαν την ώρα και τη στιγμή. Θυμάμαι κάποιον δυστυχή που πήγε να μου κάνει παρατηρήσεις «επί της ουσίας», ενώ οι γνώσεις του ήταν το πολύ πρωτοετούς φοιτητή… Ναι, αλλά το κείμενο ήταν Αντόρνο! Ούτε εγώ καταλάβαινα καλά καλά τι έλεγε…Δεν είμαι σνομπ, αλλά όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρων οι κότες…

b14347Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Οι ήρωες της συντριπτικής πλειονότητας των βιβλίων μου είναι αφηρημένες έννοιες. Δεν μ’ αφήνουν στιγμή ήσυχο, με βασανίζουν ακατάπαυτα. Αυτές περιμένουν νέα από μένα. Π.χ. τι είναι Διαφωτισμός; Τι σημαίνει ελευθερία; Έχει περιεχόμενο ή όχι η λέξη «αλλοτρίωση»; Εδώ σε θέλω, κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα…

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

­b149686Σπούδασα νεοελληνική φιλολογία και κατόπιν φιλοσοφία στο ΑΠΘ. Μέτρια πράγματα και ελάχιστη συμμετοχή εκ μέρους μου… Οι καθηγητές τότε ήταν είτε συντηρητικοί και βαρετοί είτε φίλαυτοι φιγουρατζήδες – συνήθως «αριστεροί». Η δεύτερη κατηγορία ήταν πιο αντιπαθής, διότι εκείνοι οι ανεκδιήγητοι φαφλατάδες δεν διάβαζαν τίποτα – ήταν επικίνδυνα άσχετοι. Σήμερα, οι νεότεροι καθηγητές είναι πολύ καλύτεροι, αλλά και πάλι επιπλέουν και προβάλλονται οι αναιδείς και αγράμματοι ρήτορες…

Κατ’ ουσίαν είμαι αυτοδίδακτος. Τρέχαμε, με τον καλύτερο φίλο μου και έναν άλλο (και οι δύο καθηγητές πανεπιστημίου σήμερα), σε όλες τις βιβλιοθήκες, μαζεύαμε όλα τα ξένα βιβλία από τα βιβλιοπωλεία και παραγγέλναμε και άλλα από βιβλιοπωλεία του εξωτερικού. Με μανία, και χωρίς να τα διαβάζουμε όλα ή εξ ολοκλήρου… Είχαμε πολύ μεγάλη περιέργεια και γι’ αυτό βγήκαμε «ψυλλιασμένοι». Ωστόσο, μου έλειψε η μαθητεία. Είναι μεγάλο πράγμα… Σπουδαίο να σε καθοδηγεί κάποιος και να δουλεύεις μαζί του. Γι’ αυτό μου έλειψε πολύ και η διδασκαλία, επειδή, καταπώς λένε, είμαι καλός δάσκαλος…. Διδασκαλία σε μετεφηβικό επίπεδο εννοώ, όχι για νιάνιαρα… – Η γραφή μου είναι ελεύθερη, αν και με έλκει πολύ η συστηματικότητα. Η τελευταία όμως απαιτεί χρόνο και πού να βρεθεί αυτός με τις χρονοβόρες δουλειές που κάνω; Τι ωραίο, να σε ευνοούν οι συνθήκες και να έχεις την άνεση να κάνεις μια σοβαρή μελέτη! Η θεματολογία μου πάντως είναι «απέραντη», με την έννοια ότι τα ενδιαφέροντά μου ήταν και είναι πολλά και ποικίλα.

b114297Πώς βιοπορίζεστε;

Οι κύριες δουλειές που έκανα τριάντα ολόκληρα χρόνια (όχι συγχρόνως!) ήταν καθηγητής σε φροντιστήριο, μεταφραστής και διευθυντής εκδόσεων. Τώρα είμαι άνεργος ή, αλλιώς, «συνταξιούχος χωρίς σύνταξη». Ελπίζω η δαρβινική έννοια της “survival of the fittest” να αντισταθμιστεί ή και να εξουδετερωθεί από την κροποτκινική έννοια της “mutual aid”. Αλλιώς την έχουμε άσχημα…

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Όπως πάντα, διαβάζω ετερόκλητα πράγματα. Γράφω ή ξαναγράφω ένα σωρό πράγματα μαζί, αλλά όχι με πολύ φανατισμό. Και δοκιμιακά και λογοτεχνικά. Συνήθως δεν τα ολοκληρώνω και μένουν στο συρτάρι. Αυτή τη στιγμή μπορεί να έχω και πέντε βιβλία κατά νουν. Από μεταφράσεις θα ήθελα μόνο να ολοκληρώσω τα άπαντα του Νίτσε, που τα εκδίδω τώρα στις εκδόσεις «Πανοπτικόν» και έχουν μείνει δύο τόμοι.

b29224Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ πού και πού κινηματογράφο και θέατρο, παλιό και σύγχρονο. Περισσότερο τον πρώτο. Αρκετά έργα μου αρέσουν αλλά έχει και απίστευτη σαβούρα. Όσον αφορά στο θέατρο, μου τη βαράν στα νεύρα κυρίως οι «εκ των ενόντων» μονόλογοι που είναι της μόδας σήμερα… Ένας ηθοποιός διαβάζει κάτι… Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αν αυτό είναι θέατρο, εγώ είμαι ο πάπας… – Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος ή κάτι συγκεκριμένο που να με ενέπνευσε, αλλά με γοήτευσαν πολλά…

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμb6220ο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

­­­Η προσφορά σας δεν με αγγίζει, διότι η αιώνια νιότη ή μάλλον οι συνεχείς παλινδρομήσεις προς την εφηβική και προεφηβική ηλικία είναι αναπόδραστος όρος της ύπαρξής μου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι, καμιά. Ας μην το παρακάνουμε…

30
Μαρ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 151. Στέργια Κάββαλου

stergia photoΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η «πλαστική άνοιξη» βγήκε από την ΕΚΑΤΗ το περασμένο καλοκαίρι. Είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή και ίσως το πιο αγαπημένο μου βιβλίο. Αγαπώ πολύ το πλαστικό και καθόλου την άνοιξη. Κάπως έτσι και τα τριάντα της ποιήματα. Σημάδια λατρείας και φόβων ετών τριάντα.

b189482Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Αλτσχάιμερ Trance: «Σταμάτα να αφαιρείς πραγματικότητα και να προσθέτεις όνειρα. Πάψε να ζεις αντιστρόφως ανάλογα»
Αρνητικό 13: «Θα είμαι ευτυχής. Θα είμαστε ευτυχείς».
Η κόκκινη πινέζα: Μαυροκόκκινη πινέζα και οικογενειακή αγάπη.
Το μπλε τριαντάφυλλο: Ονειρικά τριαντάφυλλά της αντίδρασης και της οικολογίας.
Πλαστική άνοιξη: «Όσο φουσκώνει η θάλασσα, φουσκώνουν κι οι ματαιότητες»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο μπαλκόνι και με το ζόρι. Ίσως γιατί το εκb151968τός σπιτιού το έχει συνδυάσει με πιο εξωστρεφείς δραστηριότητες. Η μόνη φορά που άλλαξα περιβάλλον ήταν για το «Αρνητικό 13» το οποίο και γράψαμε με τη Μαίρη Γεωργίου. Ξεκινήσαμε με μέιλ το καλοκαίρι. Κάποια στιγμή πήγα στα Ζωνιανά και έπρεπε να στέλνω τα κείμενά μου από εκεί. Τώρα το βιβλίο μας έχει κάτι και από Κρήτη.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Και να θέλω να κόψω τα πολλά πολλά μαζί τους, δύσκολο. Κάνουν τις γύρες τους στα αναγνωστικά μυαλά και επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος για να μου τρίψουν τις εμπειρίες τους στη μούρη.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αυτό είναι το ενδιαφέρον, ότι δεν ξέρεις. Απλώς b170847αλλάζει ξαφνικά ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις κάτι που έχεις είτε μπροστά σου, είτε μέσα σου. Και τότε σε πονάει η κοιλιά σου, χτυπάει πιο γρήγορα η καρδιά σου και παθαίνεις κάτι σαν πανικό. Τα συμπτώματα σε οδηγούν στην καρέκλα και τον υπολογιστή σου από τον οποίο σηκώνεσαι μόνο όταν νιώσεις αυτή την μύχια ευχαρίστηση, τη σχεδόν χαρά. Εναλλακτικά, χαίρεσαι-βασανίζεσαι για μέρες οικειοθελώς και αυτοβούλως, με την ιδέα σου χωρίς ούτε καν να ανοίξεις τον υπολογιστή. Απλώς ξέρεις, έχεις αποφασίσει το επόμενό σου βήμα. Θα το κάνεις όποτε αποφασίσεις και να καθίσεις.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ησυχία, ζέστη, χωρίς πολύ φως. Ιδανικά. Είμαι τόσο παρασυρμένη στη στιγμή που δεν με νοιάζουν και πολλά περιφερειακά.

Ποιες είνb154873αι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Τελείωσα το τμήμα «Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας» του ΕΚΠΑ. Πήρα πτυχίο Λογοτεχνικής μετάφρασης και μετάφρασης ανθρωπιστικών επιστημών από την INALCO και τώρα κάνω μεταπτυχιακό Πολιτιστικής Διαχείρισης στην Πάντειο. Έχω δουλέψει στο τμήμα παιδικού βιβλίου της Fnac, στην Audio Visual, τη Nova και την Good Brothers στο τμήμα του Υποτιτλισμού και με το 0-6 στο τμήμα της μεταγλώττισης. Όταν ζούσα στη Λιόν, ήμουν στη θεατρική ομάδα Cie Traverses Αυτό τον καιρό κάνω μαθήματα γαλλικών και ασχολούμαι με τα βότανα, τα αρωματικά φυτά και τα παραδοσιακά προϊόντα στην εταιρία cretan herbs. Όλα συνδέονται, είναι μία ζωή. Πχ το διήγημα «το σπίτι του Δούναβη» που υπάρχει στη συλλογή “Αλτσχάιμερ Trance” , το έγραψα με αφορμή μια Βουλγάρα καθαρίστρια που συναντούσα ορισμένα πρωινά. Εγώ ξεκινούσα τη βάρδια, εκείνη μόλις είχε τελειώσει και κάπου εκεί συστηθήκαμε. Τη θυμάμαι πάντα να στρώνει τα μαλλιά τας στις οθόνες των σβηστών προς πώληση τηλεοράσεων.

Γράφετε πεζογραφία και πρόσφατα και ποίηση. Θb173287α συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί;

Πριν βγει η «πλαστική άνοιξη» είχα πει πως θα βγάλω μόνο μια ποίηση και τέλος. Και ήμουν σίγουρη. Τώρα, δεν είμαι και τόσο.

Η συγγραφή, από την άλλη, παιδικής λογοτεχνίας …

… είναι η μεγαλύτερη χαρά. Μακάρι να είχαν προχωρήσει πιο γρήγορα οι εκδόσεις των παραμυθιών που έχω ήδη ετοιμάσει αλλά..καθυστερήσεις βλέπετε.

ZeldaBallCostume_Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Σήμερα θα επέλεγα την Ζέλντα Φιτζέραλντ.

Τι γράφετε τώρα;

Το μυαλό μου είναι στα επόμενα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν άμεσα και νομίζω πως θα γράψω πάλι αφού τα δω τυπωμένα.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Adonis, Bobin, Koltes.

adoniss_1_innerbigΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα πω για τα δυο πιο πρόσφατα που διάβασα με τα οποία έπαθα ακαριαία αγάπη. «Μαμά κι εγώ δεν σ’ αγαπώ» της Μαργαρίτας Φρανέλη. «Στο έλεος του κυκλώνα» του Λοράν Γκοντέ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι Δουβλινέζοι.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Κατερίνα Έσσλιν, Κων/να Τασσοπούλου, Βάσια Τζανακάρη, Μαρία Φακίνου. Τους κυρίους θα τους αναφέρουμε την επόμενη φορά.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

christian-bobin_article_largeΑγαπώ την Τερέζα Ρακέν γιατί την ήθελα αλλιώς. Γιατί εκείνη την ήθελε αλλιώς.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Έχω σίγουρα κάποια τεύχη του ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ και του ΔΙΑΒΑΖΩ. Η εμπειρία μου στην ανάγνωση λογοτεχνικών περιοδικών είναι ελάχιστη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αγοράζω, αγοράζω, τα ξεφυλλίζω, τα κοιτάω με τις ώρες αλλά τις τελευταίες μέρες δεν είμαι στην κατάσταση της απαιτούμενης διαύγειας, συγκέντρωσης και υπομονής.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

bernard marie koltesΠολύ αποσπασματικά, πολύ τυχαία. Κυρίως στο ίντερνετ. Αν δεν έχω διαβάσει το εν λόγω βιβλίο, με τίποτα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

550/Τελευταίο λεοφορείο/Πάντειος-Μαρούσι. Διαβάζω Μίλτο Σαχτούρη και το ποίημα του «ο Χέμινγουέι»

Αυτή την Τίγρη
Αυτό το τέρας
Την ψυχή μου
(έλεγε συχνά ο Χέμινγουέι)
Θα την σκοτώσω.

Παίρνω την ίδια απόφαση για φονικό και δεν θα το μάθει ποτέ ο διπλανός επιβάτης. Υπερκετιμημένη η εγγύτητα των σωμάτων.

Περί μεb173445τάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Είναι σαν να διαβάζεις πρώτος τα κρυφά ημερολόγια κάποιου τελείως ξένου, να γνέφεις το κεφάλι όλος κατανόηση, να του ανταπαντάς με τρυφερότητα και μετά να γίνεστε friends for life. Αλληλεπίδραση παλλόμενη και παρούσα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για τα βιβλία που μεταφράσατε; Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις δοκιμασίες τους.

Είναι πάντα ηδονικό να σου εμπιστεύεται κάποιος τις λέξεις του. Κι ας ξέρεις ότι δεν είσαι δική του προσωπική επιλογή. Η ηδονή είναι από μόνη της δοκιμασία. Όπως και η αόρατη εμπιστοσύνη και ο εκ γενετής σεβασμός που υπάρχει στην αναπτυσσόμενη συνομιλία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η μουσική κατά την ανάγνωση ή τη μετάφραση, μουb148982 είναι τρομερά ενοχλητική. Όταν είσαι έφηβος στα 90’s, το grunge παραμένει η παντοτινή σου αγάπη. Η δική μου τουλάχιστον. Η καλύτερη προτίμηση όμως είναι η κάθε νέα μικρή μουσική σου ανακάλυψη.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω τόσο να μεταφράσω ποίηση, ακούει κανείς; Μίριελ Στιούαρτ απ’ τις πρώτες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο συγγραφέας είναι ο δημιουργός, δικά του είναι τα φώτα. Η δουλειά του μεταφραστή δεν χρειάζεται να είναι λαμπερή. Λαμπρή ναι, λαμπερή όχι. Νομίζω ότι έχει όση αναγνώριση χρειάζεται.

Από την άλλb190311η οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής θα φροντίσει την δική σου βερσιόν και τις δικές σου μεταφραστικές επιλογές. Και ναι, πρέπει να υπάρχει επικοινωνία προτού φτάσουμε στην έκδοση του βιβλίου. Πράγμα που δεν συμβαίνει σε όλους τους εκδοτικούς. Άδικό, λάθος και στείρο. Οι λέξεις είναι για να πηγαινοέρχονται.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Από το «Διπλό Παιχνίδι» και μετά θέλω να πάω στο Τελ Αβίβ. Όχι για να συναντήσω τον ντετέκτιβ ήρωα αλλά τον ίδιο τον συγγραφέα Lapid. Ξεχνάω τα ονόματα των ηρώων, θυμάμαι όμως τις εμμονές, τις φοβίες και τις αγάπες του. Κάποιες, ενίοτε γίνονται και δικές μου.

Περί αδιακρισίας

veronika La maman et la putainΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Υποσυνείδητη έμπνευση είναι ίσως όσα αγαπάς. Σίγουρη έμπνευση είναι μια στιγμή που σε ακολουθεί. Μια τέτοια είναι ο χορός της πλαστικής σακούλας στην ταινία “American Beauty”.

Η μάνα του «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» που χάνει λίπος και δέρματα δια εφήμερης αφορμής, ορκίζομαι πως δεν θα με αποχωριστεί ποτέ. Το ίδιο και ο μονόλογος της Βερονίκ στην ταινία «Η μαμά και η πουτάνα» του Ζαν Εστάς. Δεν είναι σύγχρονος κινηματογράφος, μιας και μιλάμε για 70’s και γαλλική nouvelle vague, είναι το ποστ μαγιάτικο παραλήρημα μιας νέας γυναίκας που θέλει και την ονειρική αγάπη και την σεξουαλική έκφραση. Και τα θέλω και τα δύο, απόλυτα και επιτακτικά. Αν δεν είναι αυτό σύγχρονο…

bissinger-williamsΤο θέατρο με μελαγχολεί. Τα λεπτά της παράστασης είναι ο αγώνας των συντελεστών να νικήσουν το θανάσιμο τέλος. Κάτι από αυτό ελπίζεις κι εσύ ως θεατής. Η ανάγνωση θεατρικών, με ηρεμεί περισσότερο. Και μόνο που έχω τα έργα τουΤένεσι Ουίλιαμς σαν pillow books, με παρηγορεί. Και η παρηγοριά μπορεί να έρθει από τις πιο αλλόκοτες σχέσεις, όπως αυτή μεταξύ μιας οικογένειας πιθήκων. Ο κύριος πίθηκος κάνει γενέθλιο δώρο στη γυναίκα του έναν κατοικίδιο άνθρωπο. Πρόκειται για ένα μονόπρακτο του βέλγου Πολ Εμόντ. Το δουλέψαμε στη Λυόν, το μετέφρασα και τώρα μαζί με υπόλοιπα οκτώ του ιδίου στήθηκε από την Έφη Νιχωρίτη και το θέατρο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ μια παράσταση υπό τον τίτλο «επίγειος παράδεισος». Ακόμα ακούω την περασμένη αλυσίδα από τα μέλη του να χτυπά σε κάθε του κίνηση. Κίνηση που σαν να σου επιβεβαιώνει την απουσία ελεύθερης βούλησης.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Σ.Κ.Εκεί έξω παίζει πολλή μοναξιά/παράλληλο σύμπαν/ντροπές κι ευγνωμοσύνες.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Define youth first και το συζητάμε..

Στις εικόνες: Zelda Fitzgerald, Adonis, Christian Bobin, Bernard Koltes, Veronique [La maman et la putain], Tennessee Williams.

28
Μαρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 150. Κώστας Δεσποινιάδης / Εκδόσεις Πανοπτικόν

ΠεΚ.Δ1ρί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι οι «Νύχτες που μύριζαν θάνατο» (2010) που πρόσφατα κυκλοφόρησε και σε γαλλική μετάφραση της Christine Frat, οπότε έχει δύο θύρες εισόδου. Θα σας συνοδέψω ως εκεί (ας πούμε ότι είναι μια συλλογή με μικρά πεζά ή πεζοποιήματα;), αλλά όποιος θέλει ας εισέλθει μόνος του, κι άμα του αρέσει ας καθίσει.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση –εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

b193060Τα άλλα δύο μου βιβλία είναι το: «Φραντς Κάφκα. Ο ανατόμος της εξουσίας», μια συλλογή δοκιμίων που αναδεικνύουν την αποσιωπημένη αναρχική-αντιεξουσιαστική πλευρά στο έργο και τη ζωή του Κάφκα, και το «Πόλεμος και ασφάλεια» μια συλλογή δοκιμιακών παρεμβάσεων στα «χρόνια της αντιτρομοκρατικής υστερίας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες, νομίζω, μας παγιδεύουν αυτές. Γράφω συνήθως στο χέρι, αν αυτό ρωτάτε. Κατά τα άλλα, έχω γράψει κάποτε το εξής δίστιχο: «Όταν με ζώνει η μοναξιά γράφω / Ας γινόταν να μην είχα γράψει ούτε αράδα στη ζωή μου».

b163323Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, ούτε τελετουργία ούτε διαδικασία ούτε μουσική. Είμαι και ολιγογράφος. Θέλω να πω, δεν γράφω κάθε μέρα, ούτως ή άλλως.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Λογοτεχνικά κείμενα, ναι. Κι έχω κρατήσει πολλές σημειώσεις, για κείμενα που ολοκληρώθηκαν μετά. Αλλά τα δοκιμιακά γραπτά χρειάζονται, αναγκαστικά, «επιμελητεία» που δεν προσφέρεται εκτός γραφείου.

b138640Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Ντοστογιέφκσι. Μου βασανίζει το μυαλό χρόνια τώρα, αλλά όλο νιώθω ότι ξεπερνά τις δυνάμεις μου.

Έχετε γράψει ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσά τους ή βλέπετε κάποιο να επικρατεί των άλλων;

Μέχρι τώρα, πράγματι, μου προκύπτουν δύο συγγραφικές ανάγκες και ροπές, μία δοκιμιακή και μία λογοτεχνική. Μάλλον έτσι θα συνεχίσει να συμβαίνει.

b126292Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα λογοτέχνες και στοχαστές, ξένοι και έλληνες, όπως μου έρχονται με κίνδυνο να παραλείψω κάποιους: Ντοστογιέφκσι, Κάφκα, Νίτσε, Τολστόι, Ουγκώ, Καμύ, Τόμας Μαν, Ε.Μ. Σιοράν, Μπέρχαρντ, Σελίν, Μέλβιλ, Γκόγκολ, Μούζιλ, Μπαλζάκ, Τράβεν διάφοροι κλασικοί του αναρχισμού, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Φουκώ, Καστοριάδης, Αντόρνο, οι Καταστασιακοί στις καλές τους στιγμές, Αγκάμπεν, Καρυωτάκης, Καβάφης, Παπαδιαμάντης, Σαχτούρης, Καρούζος, Άρης Αλεξάνδρου, Βύρωνας Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ρένος Αποστολίδης, Ε.Χ. Γονατάς, Ρόμβος, Φ. Τερζάκης κ.ά.

b188517Αναφέρω κυρίως αυτούς που σε κάποιο βαθμό με διαμόρφωσαν, λόγω της χρονικής συγκυρίας που τους διάβασα. Ατυχώς μερικούς σημαντικούς συγγραφείς τους διάβασα αργά• και ασφαλώς δεν φτάνουν ούτε 10 ζωές για να διαβάσει κανείς τα άξια που γράφτηκαν…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πολλά βιβλία των παραπάνω συγγραφέων (αλλά και άλλων, που δεν ανέφερα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Αρκετά είναι, αλλά αν πρέπει να πω μόνο ένα θα έλεγα τον «Παίκτη του σκακιού» του Ουναμούνο (παρότι είναι μάλλον νουβέλα κι όχι διήγημα). Το έχω διαβάσει πολλές φορές στη ζωή μου, αλλά μία ανάγνωσή του δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

b186827Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνολικά όχι, ωστόσο έχει τύχει να διαβάσω ελπιδοφόρα πράγματα. Είναι λίγα αλλά υπάρχουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Διάφοροι Ντοστογιεφσκικοί. Πολύ φοβάμαι ότι έχουν καθορίσει σε κάποιον βαθμό, χωρίς να το καταλάβω, και κομμάτια του χαρακτήρα μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι «Σημειώσεις» του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλb167677ου και της υπόλοιπης «παρέας του Χαλανδρίου». Αν το «Πανοπτικόν» είχε γονείς, οι «Σημειώσεις» θα ήτανε.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, και λόγω της δουλειάς μου. Προτιμώ αυτές που δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικών και εκδοτικών συνδιαλλαγών, αλλά πραγματικές κριτικές. Σπανίζουν. (Ειδικά στις κριτικές, έχω την αίσθηση ότι οι διαδικτυακές είναι περισσότερο αδέσμευτες και ακαθοδήγητες, κι ας τους λείπει καμιά φορά το κύρος των έντυπων)

b173969Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μιας και είμαι μάλλον ανίκανος να οδηγήσω, μετακινούμε συχνά με τρένα και διαβάζω σχεδόν πάντα στη διαδρομή. Θυμάμαι όταν διάβαζα το συγκλονιστικό «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι, πηγαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη προς την Κοζάνη. Το στομάχι μου κόμπος καθόλη τη διαδρομή, και για μέρες μετά.

Περί μετάφρασης
Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

b152872Αν έχει επιλέξει ο μεταφραστής τον συγγραφέα απαλλαγμένος από βιοποριστικές απαιτήσεις, η σχέση είναι τρόπον τινά ερωτική. Αν του έχει ανατεθεί η μετάφραση και την κάνει για λόγους βιοποριστικούς, είναι μια απαιτητική, κακοπληρωμένη δουλειά που απλώς προσπαθείς να την κάνεις σωστά και ευσυνείδητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τελετουργία όχι. Ούτε μουσική. Τα πράγματα είναι απλά όσον αφορά τη «διαδικασία»: Το κεφάλι κάτω, τα λεξικά στο πλάι, και ατελείωτη δουλειά, σαν τα βόδια που οργώνουν το χωράφι αγόγγυστα.

b130738Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί, αλλά άλλοι έχουν μεταφραστεί ήδη, άλλοι έγραψαν σε γλώσσες που δεν γνωρίζω…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι, με μια έννοια, καλώς τίθεται στο περιθώριο. Η δουλειά του δεν συνίσταται στο να φανεί αυτός, αλλά να υπηρετήσει το κείμενο που έχει μπροστά του. Αν μάλιστα προσπαθήσει ματαιόδοξα να κάνει επίδειξη του εαυτού του, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα την πληρώσει ο συγγραφέας.

b120305Από την άλλη, σαφώς πρέπει να βελτιωθούν οι όροι δουλειάς και αμοιβής των μεταφραστών, που είναι τραγικοί. Και σαφώς η κριτική πρέπει να επιβραβεύει και να αναδεικνύει τις καλές μεταφράσεις.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχοντας βρεθεί, επαγγελματικά, και στις δύο θέσεις, μπορώ να πω ότι ένας καλός επιμελητής μπορεί να αποδειχτεί ευεργετικός για τον συγγραφέα και τον μεταφραστή, ενώ ένας ανεπαρκής και συμπλεγματικός μπορεί να αποδειχτεί καταστροφικός. Τα προβλήματα, συνήθως, προκύπτουν από τη σύγκρουση εγωισμών. Η ιδανική μορφή της συνεργασίας θα ήταν αλληλοσεβασμός και αναλυτική συζήτηση για όποιο θέμα προκύψει (αυτό το τελευταίο μερικές φορές δεν το επιτρέπουν οι ρυθμοί της δουλειάς και η βιασύνη των εκδοτών).

ΚατEXOFYLO.qxdά τα άλλα, οι επιμελητές και οι διορθωτές, ένεκα της κρίσης, απειλούνται όχι μόνο με αφάνεια αλλά και με αφανισμό.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω σχεδόν αποκλειστικά δοκιμιακά βιβλία, δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Περί αδιακρισίας
Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι τραγικά αυτοδίδακτος σε όλα. Το εννοώ• δεν έχω σπουδάσει τίποτα απολύτως. Μ’ αρέσει η άγρια φύση κι ο καθαρός αέρας και όχι η αποπνικτική ατμόσφαιρα των θερμοκηπίων.

b108674Πώς βιοπορίζεστε;

Ως εκδότης, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την συγγραφική και την μεταφραστική ιδιότητα θα τις αντάλλασσα μάλλον εύκολα• Την αναγνωστική όχι• αλλά όποιος έχει διαβάσει το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», δεν ξέρω αν θα αποδεχόταν ούτως ή άλλως μια προσφορά σαν τη δική σας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

b114292Θα ήθελα να με ρωτήσετε «Της γυναίκας η καρδιά;» και να σας απαντήσω, κοινότοπα: «είναι μια άβυσσος». Αλλά εμένα αμετανόητα με γοητεύουν τα αβυσσαλέα πράγματα.

 Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Πανοπτικόν. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου [ή της δικής σας συμμετοχής σε αυτόν];

Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου.

b191485Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε.

Είχατε κάποιο προσωπικό σχέδιο ή επιθυμία; Πώς αποφασίσατε να γίνετε εκδότης;

b114291Εκεί γύρω στα 20 μου αποφάσισα ότι το μόνο που θέλω να κάνω σε τούτη τη σύντομη ζωή είναι να γίνω εκδότης -να ζω από τα βιβλία, μέσα στα βιβλία, για τα βιβλία- και έγινα στα 23 μου (κυριολεκτικά δίχως δραχμή στην τσέπη).

Πως επιλέξατε ή καταλήξατε στο όνομα;

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μισέλ Φουκώ, «Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής» όπου γίνεται εκτενής αναφορά στο «Πανοπτικόν» του Μπένθαμ.

Πώς επιλέγονται οι τίτλοι σας; Σας παραδίδονται χειρόγραφα αυτοπροσώπως ή ταχυδρομικώς, σας προτείνονται συγκεκριμένοι συγγραφείς, έχετε αναγνώστες χειρογράφων;

b120947Συνήθως τους διαλέγω εγώ, μερικές φορές είναι προτάσεις στενών φίλων και συνεργατών. Αναγνώστες χειρογράφων δεν υπάρχουν. Ούτε άλλοι απασχολούμενοι σε αυτόν. Τα κάνω όλα μόνος μου. Σελιδοποιώ, διορθώνω, επιμελούμαι, επιλέγω τα εξώφυλλα, διαβάζω τα χειρόγραφα που καταφτάνουν, κάνω τον αποθηκάριο, τον λογιστή, εκτελώ τις παραγγελίες. Είπαμε: μονοπρόσωπος οίκος εντατικής εργασίας.

Ποια είναι τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ένας εκδοτικός οίκος; Πώς κρίνετε την σύγχρονη εκδοτική κατάσταση; Σε ποιο βαθμό επηρεάζουν οι τρέχουσες συνθήκες την παραγωγή και την αγορά των βιβλίων σας;

b114295Στο οικονομικό πεδίο, «φέσια» και καθυστερημένες πληρωμές από χοντρεμπόρους και βιβλιοπώλες (το φαινόμενο υπήρχε και πριν την κρίση, τώρα έχει επιδεινωθεί) καθώς και η ληστρική (νταβατζίδικη ίσως είναι σωστότερη λέξη) αντιμετώπιση από το κράτος και την εφορία. Επιπλέον, σε μια χώρα που ούτως ή άλλως οι άνθρωποι δεν διαβάζουν πολύ, αν προσθέσουμε το 30% ανεργία και άλλους τόσους που φυτοζωούν με πενιχρούς μισθούς, καταλαβαίνουμε ότι ακόμα κι αυτοί που θα’ θελαν να παίρνουν βιβλία, δυσκολεύονται πολύ.

Κατά τα άλλα, όσο πιο μικρός σε μέγεθος είναι ένας εκδότης, τόσο δυσκολότερο είναι να διακινήσει τα βιβλία του και ακόμα δυσκολότερο να τα προβάλλει όπως πρέπει.

b153467Διατηρείτε προσωπική σχέση με τους έλληνες συγγραφείς σας;

Το μεγαλύτερο ίσως όφελος από την μέχρι τώρα εκδοτική διαδρομή μου είναι 4-5 πολύτιμες φιλίες, με ανθρώπους που δεν τους ήξερα και γίναμε φίλοι κατά τη διάρκεια της εκδοτικής μας συνεργασίας. Στενή σχέση με όλους τους συγγραφείς είναι αδύνατον να έχει ένας εκδότης, συν τοις άλλοις και για λόγους χρόνου.

Ποια βιβλία περιλαμβάνονται στα άμεσα εκδοτικά σας πλάνα;

Η ολοκλήρωση των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μεταφραστικό έργο ζωής και πραγματικός άθλος για τον ίδιο, καμάρι για εμένα να φιλοξενώ αυτή την σειρά στο Πανοπτικόν. Έχουμε εκδώσει 13 από τους 16 τόμους και έπεται συνέχεια.

pan18Περιοδικό Πανοπτικόν. Περί τίνος πρόκειται;

Το Πανοπτικόν είναι ένα περιοδικό πολιτικής φιλοσοφίας και κριτικής. Όπως είπα και άλλοτε, στοχαστές ή ρεύματα σκέψης με τα οποία συνομιλεί είναι όλες οι τάσεις της αναρχικής και ελευθεριακής παράδοσης, αλλά και πιο πρόσφατοι στοχαστές που άσκησαν κατεδαφιστική κριτική σε όψεις της σύγχρονης κυριαρχίας. Όλοι οι στοχαστές που έχουν φιλοξενηθεί στις σελίδες του, βέβαια, δεν συμφωνούν μεταξύ τους, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να συντάξω ένα νέο ευαγγέλιο (πολιτικής) σκέψης που θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα. Με ενδιαφέρει ένας ουσιαστικός διάλογος διαφόρων τάσεων σκέψης, που όλες όμως έχουν μία κοινή συνισταμένη: την ανυποχώρητη κριτική του υπάρχοντος, γιατί θεωρώ πως μόνον όποια σκέψη πάει «κόντρα στην εποχή της», έχει λόγο ύπαρξης. Ταυτόχρονα -δεδομένου ότι η ύλη του περιοδικού είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε μεταφρασμένα και πρωτότυπα κείμενα-, με ενδιαφέρουν πάρα πολύ και οι αντίστοιχες (τηρουμένων των αναλογιών) απόπειρες πραγματικά ριζοσπαστικής και ανεξάρτητης σκέψης που εκδηλώνονται από σύγχρονους έλληνες στοχαστές.

Πρώτη δημοσίευση: στο Λιστολόγιο του mic.gr.

12
Φεβ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 144. Γιάννης Λειβαδάς

ΛΕΙΒΑΔΑΣ 2013Περί γραφής 

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;

Είμαι σίγουρος ότι για να εισέλθει κανείς στα βιβλία που έγραψα ή θα γράψω, θα πρέπει να το κάνει ασυνόδευτος. Η έμπαση δεν αποτελεί υποχρεωτικά και δίοδο ή άνοιγμα προς κάτι. Τρώει κανείς τα μούτρα του, ή καταλήγει σε λαβύρινθο, υπάρχει βεβαίως και η πιθανότητα να υπάρξουν άλλα φαινόμενα. Έχω σημειώσει από χρόνια πως «Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι». Φαντάζεσαι λοιπόν πως συμβαίνουν και πιο σημαντικά πράγματα από τα συνήθη δράματα.

b188011Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα βιβλία, οι συλλογές δηλαδή των ποιημάτων, πέφτουν ως αβαρία από τα αμπάρια μου. Στο παρελθόν κάποιες συλλογές εκδόθηκαν μόνο και μόνο για να αντιπαραβάλλω ορισμένες υποψίες με τις εκκαθαρίσεις που αναζητούσα. Τα περισσότερα από τα ποιήματα που δημοσίευα ήταν φάκες ή χρονικά παροράματα, τα ποιήματα που προτιμούσα δεν θα δημοσίευα και τόσο. Ο τρόπος δεν αφορούσε το περιεχόμενο αλλά το αντίθετο.

b185467Τα τελευταία χρόνια, από τη συλλογή «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ», και ύστερα, λειτουργώ διαφορετικά. Πλέον η δημοσιοποίηση των ποιημάτων αποτελεί μονάχα διαφήμιση, (υπό την έννοια της κοινής ρεκλάμας) των σχέσεων που διατηρώ με το σύμπαν, την κοινωνία, τον εαυτό μου. Το περιεχόμενο έχει πια μετουσιωθεί σε τρόπο. Ξέρεις τι μπορεί να κρύβει μια διαφήμιση και τι μπορεί να πάθει κανείς από μία διαφήμιση. Επέλεξες να πάρεις συνέντευξη από έναν σκληρό άνθρωπο που ζει αποκλειστικά την ετερότητα, που εκφράζει την ετερότητα. Ομηρικός γέλως. Το 2012 ολοκλήρωσα ένα τόμο με δοκίμια και σημειώματα, τον οποίο μου ζήτησαν να εκδώσουν τρεις διαφορετικοί εκδότες, μόλις διέτρεξαν όλο του το υλικό το μετάνιωσαν για να μην έρθουν σε ρήξη με πρόσωπα και πράγματα, εκεί μέσα γράφω σε κάποιο σημείο: «Η μόνη επανάσταση λαμβάνει χώρα μέσα στην ελευθερία μας και η μοναδική μας ελευθερία είναι η μοναξιά μας».

b178275Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όντας νεότερος έγραφα παντού, όπου και αν βρισκόμουν, σήμερα, προτιμώ να γράφω κλεισμένος στο σπίτι. Πλησιάζοντας τα 45 συλλαμβάνω καθημερινά τον εαυτό μου να συναρπάζεται και να χάνει εύκολα τη συγκέντρωσή του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ήρωες; Εντός βιβλίων δεν υπάρχουν. Μόνο εκτός βιβλίων υπάρχουν ήρωες.

b164281Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ιδέα είναι πανάρχαια. Παρόλα αυτά δεν κατάφερα να βρω λόγο να την αντικαταστήσω. Απλά κάθομαι και γράφω, όλα γίνονται από μόνα τους, δηλαδή, γίνομαι από μόνος μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

b135224Σχεδόν πάντα όντας χαρούμενος. Ορισμένες φορές ακούω μουσική, δηλαδή τζαζ, μα τις περισσότερες μέρες του χρόνου μου αρέσει να μην ακούω τίποτα. Κάνοντας όμως άλλες, εξίσου σημαντικές δουλειές, όπως το πλύσιμο των πιάτων, των ρούχων, το μαγείρεμα, καμιά φορά αντί για μουσική υπόκρουση ακούγεται ο ήχος κάποιας παλιάς ταινίας, από το διαδίκτυο, την οποία δεν παρακολουθώ εκείνη τη στιγμή.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

b118629Σπουδές; Αγαπητέ μου, εγκατέλειψα συνειδητά το λύκειο, λίγες μόλις μέρες πριν τις τελικές εξετάσεις αποφοίτησης, ακριβώς για να υποβάλλω τον εαυτό μου σε σημαντική μοίρα, ώστε να ακυρώσω τον τρόπο λειτουργίας των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, και να είμαι όσο το δυνατόν, επί της ουσίας, ανεξάρτητος. Διδάχθηκα και μελέτησα μόνος, εξελίχθηκα μόνος. Όλο και περισσότερο, καθώς περνούν τα χρόνια, αντιλαμβάνομαι πόσο αναρχιστής και πόσο παράτολμος είμαι. Σε όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή τα έβγαλα πέρα κάνοντας διάφορες δουλειές, με εξαίρεση την τελευταία περίοδο που απασχολούμαι αποκλειστικά με την μετάφραση. Φυσικά αυτό δεν γνωρίζω πόσο θα διαρκέσει.

b83329Γράψατε ποτέ πεζογραφία– κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Δεν είμαι πεζογράφος, αλλά έγραψα και εξέδωσα ένα σπονδυλωτό, παράταιρο, μυθιστόρημα, το οποίο κυκλοφόρησε πριν από κάνα δυο χρόνια με τίτλο «Το Σύμπλεγμα Του Λαοκόοντα». Προτιμώ την ποίηση, διότι η ποίηση είναι πιο φυσική, συνεπώς πιο επικίνδυνη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

b163078Αναμφισβήτητα κανενός. Είμαι ο πλέον ακατάλληλος για να αναλάβω κάτι τέτοιο. Πέραν αυτού όμως, σε κάθε άλλη περίπτωση, δεν θα δυσκολευόμουν αφού οι πραγματικά σημαντικοί λογοτέχνες, των τελευταίων εκατό χρόνων λόγου χάρη, δεν είναι παραπάνω από δεκαπέντε ή είκοσι, εάν μιλάμε για την Ευρώπη. Μέσα σε λίγες μέρες θα είχα οπωσδήποτε καταλήξει σε κάποια επιλογή.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτήν την περίοδο δεν γράφω. Εξακολουθώ να μεταφράζω και παράλληλα επιμελούμαι την επόμενη ποιητική συλλογή που θα κυκλοφορήσει  το 2015 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Περί μετάφρασης

b110537Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Σε μία ειδική μάζωξη με ανθρώπους του χώρου το 2005, στην Αθήνα, είχα δηλώσει πως η μετάφραση είναι μία οριακά αντεστραμμένη μορφή της γραφής, κάπως έτσι το εξέφρασα και σε κάποια παλαιότερη συνέντευξη – πιστεύω πως είμαι υποχρεωμένος να πω το ίδιο και σήμερα. Σύνδεση μεταξύ δημιουργού και μεταφραστή δεν υφίσταται υποχρεωτικά. Ορισμένες φορές μόνο. Μάλλον σπάνια, πολύ σπάνια. Κι αυτή η σύνδεση δεν είναι τίποτε άλλο από μία μορφή πνευματικής συνοδοιπορίας.

b141002Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Έχω την εντύπωση πως το πιο απαιτητικό κείμενο ήταν τα  «Όράματα του Κόντι» του Τζακ Κέρουακ. Το βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Ηριδανός. Πιθανότατα έχουμε να κάνουμε για το κορυφαίο πεζογραφικό έργο της πρώτης περιόδου του αμερικανικού μεταμοντερνισμού, και με ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που γράφτηκαν μέσα στον εικοστό αιώνα. Επί ηδονών, είναι παραπάνω από δύσκολο να απαντήσω: τα ποιήματα του Κέρουακ, του κάμινγκς, του Μπέριμαν και πολλών ακόμη.

b128336Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Δεν έχω μεταφράσει βιβλίο που να μην θεωρώ πως είναι σημαντικό, άλλωστε δεν δέχομαι προτάσεις αναλήψεων έργων, ανέκαθεν επέλεγα ο ίδιος τα βιβλία που μετέφραζα και προωθούσα στους εκδότες. Κατά κόρον μεταφράζω οτιδήποτε θεωρώ πως δίχως αυτό δεν μπορεί να αποκτήσει κανείς μία κάπως συνολική αίσθηση του λογοτεχνικού χάρτη των νεώτερων χρόνων.

b193215Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Απαντώ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που απάντησα στην ανάλογη ερώτηση για την γραφή της ποίησης.

b73740Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Τέτοια αναμέτρηση δεν θεωρώ πως υπάρχει, μα οι δημιουργοί είναι όλοι αυτοί τους οποίους έχω μεταφράσει και θα μεταφράσω ίσως στο μέλλον.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b128004Τα φώτα, όπως ακριβώς το λες, οφείλουν να πέφτουν στον συγγραφέα, τον ποιητή κτλ. Ο μεταφραστής όσο άξιος και να είναι παραμένει μεταφραστής. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να συμπληρώσουμε κάτι επ’ αυτού, παρεκτός και αν μιλήσουμε για τον ξεπεσμό που παρατηρείται στην Ελλάδα, δηλαδή, ανάξιοι ποιητές να θεωρούνται αξιότεροι λόγω των μεταφράσεων που έχουν κάνει, το έργο των μεταφραστών ακμής να αποσιωπείται συστηματικά ενώ το έργο των μετρίων ή ακόμη και των μετριότατων, να δέχεται  επιβράβευση. Δείτε για παράδειγμα τι συνέβη τη χρονιά που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το «Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας» του Σελίν.

Από την άλλη οι επιμελητές και οι διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;    

b174559Για το έργο των διορθωτών δεν μπορώ να μιλήσω, παρότι έχω και ο ίδιος όχι μικρή εμπειρία. Προβλήματα σε επίπεδο διόρθωσης και επιμέλειας, ως ποιητής δεν αντιμετώπισα ποτέ, ως μεταφραστής κάμποσες φορές, σε βαθμό που ορισμένα βιβλία θα παραμείνουν στιγματισμένα, λόγω της ανικανότητας των διορθωτών ή των επιμελητών, για πάντα.

Περί ανάγνωσης

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Κάθε πρωί, πριν ακόμη ξημερώσει διαβάζω ανελλιπώς την πρόγνωση του καιρού στο διαδίκτυο, ενώ πίνω τον καφέ μου. Και αυτό δίχως να με ενδιαφέρει.

06
Δεκ.
13

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 136. Μυρσίνη Γκανά

ΜΓΠερί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Δεν μπορώ να πω ότι έχω κάποιον ιδιαίτερο τρόπο δουλειάς. Κάνω ένα πρόχειρο πλάνο (πόσες σελίδες την ημέρα κτλ) και ξεκινάω. Όσο προχωράει η μετάφραση τόσο περισσότερο «μπαίνω στο κλίμα». Στη δεύτερη ανάγνωση βλέπω πολλές φορές καθαρά την αρχική αμηχανία. Είναι, ωστόσο, κι αυτό μέρος της σχέσης του μεταφραστή με τον συγγραφέα και, κυρίως, με το ίδιο το κείμενο. Στην αρχή υπάρχει μια αμηχανία, μια απόσταση. Σιγά σιγά η σχέση αρχίζει να αποκτάει σώμα και ένταση. Και όπως σε όλες τις σχέσεις, αυτά που στην αρχή έμοιαζαν υπέροχα μπορεί να μας απογοητεύσουν και αντίστροφα, κάποιος που δεν μας γεμίζει πολύ το μάτι αποκαλύπτει εξαιρετικά χαρίσματα.      

13Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι πιο δύσκολες μεταφράσεις είναι αυτές που με κάνουν να νιώθω τις ελλείψεις μου και με αναγκάζουν να αναζητήσω και να κατακτήσω γνώσεις αλλά και νέους τρόπους δουλειάς, πολλές φορές. Κατά συνέπεια, προσφέρουν και τη μεγαλύτερη ηδονή, την αίσθηση ότι προχωράει κανείς ένα βήμα παραπέρα.

foer 112Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Όλα έρχονται στο φως» του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ (εκδόσεις Μελάνι), είναι ένα από τα βιβλία που αγάπησα πάρα πολύ ως αναγνώστρια, όπως και το «Μια σχεδόν φυσιολογική οικογένεια» του Ντέιβιντ Σεντάρις.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

65Κάθομαι στο γραφείο μου με ένα φλιτζάνι καφέ και ξεκινάω. Δεν ακούω μουσική, γιατί μου είναι απαραίτητο να ακούω τον ρυθμό αυτού που γράφω. Μερικές φορές δοκιμάζω λέξεις φωναχτά. Βάζω μουσική όταν νιώθω ότι το μυαλό μου έχει σταματήσει. Τώρα τελευταία το Stabat Mater του Pergolesi.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

1517Πολλοί, και μάλιστα από γλώσσες που ούτε καν μιλάω.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια οι κριτικοί βιβλίου αρχίζουν να ασχολούνται λίγο περισσότερο με το θέμα της μετάφρασης, αν και τις περισσότερες φορές αναγκαζόμαστε απλώς να υποθέσουμε ότι, μια που η κριτική για ένα βιβλίο είναι θετική, ο μεταφραστής έχει κάνει καλή δουλειά.

Από την 11άλλη οι επιμελητές 7και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Οι επιμελητές και οι διορθωτές είναι όντως αφανείς ήρωες. Το πιο σημαντικό, νομίζω, είναι να υπάρχει διάθεση συνεργασίας και από τις δύο πλευρές. Σε αυτή την περίπτωση η βοήθεια που προσφέρουν είναι ανυπολόγιστη, και μπορούν να σώσουν τον μεταφραστή από πολλές κακοτοπιές.

Σα2ς ακολούθη4σαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους; 

Η Ούρσουλα, η ηρωίδα του μυθιστορήματος «Ζωή μετά τη ζωή» (εκδόσεις Μεταίχμιο) της Κέιτ Άτκινσον που μετέφρασα πρόσφατα, ήταν μαζί μου για πολύ καιρό, και εξακολουθώ να την σκέφτομαι.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Σ9αίξπηρ, ξανά και ξανά, 16γιατί έχει χαρτογραφήσει την ανθρώπινη ψυχή με όλες της τις λεπτομέρειες. Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Τζόις, Φίλιπ Ροθ, Μαρία Μήτσορα. Και ο Σάλιντζερ, του οποίου το «Φράνυ και Ζούι» είναι το φυλαχτό μου. Και αναρίθμητοι άλλοι.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ζούι Γκλας, λατρεμένος μικρός αδερφός.

1314Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

«Το βυζάντιο έχει ρεπό»  του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, και μου αρέσει πάρα πολύ.

Περί αδιακρισίας

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Δε νομίζω ότι υπάρχουν πλέον πολλοί άνθρωποι στο δυτικό κόσμο που θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς τα διαδίκτυο. Δεν αποτελώ εξαίρεση, είναι εργαλείο δουλειάς, διασκέδασης, αλλά και πολύτιμης επαφής με την Ελλάδα, για όσους από μας ζουν μακριά.

8Αν 10κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την μεταφραστική ιδιότητα μπορεί και να δεχόμουν να τη χάσω, την αναγνωστική όμως, ποτέ! Το πρόβλημά μου είναι ότι δεν βρίσκω πάντα όσο χρόνο θα ήθελα για διάβασμα, το να βρεθώ με άπειρο χρόνο και να μην μπορώ να διαβάσω, θα ήταν το πιο σκληρό βασανιστήριο.

03
Ιολ.
13

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 128. Αλέξανδρος Κυπριώτης

Akypriotis_INDIKTOSΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο θέτετε το ερώτημα. Το Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι περιέχει ιστορίες ανθρώπων και αρχίζει με τη φράση: «Άρχισε να ψάχνει πάλι τις τσέπες του για να βεβαιωθεί ότι είχε ακόμα τα κλειδιά του». Ο άνθρωπος της πρώτης ιστορίας ψάχνει απεγνωσμένα τα κλειδιά του, γιατί η πιθανότητα να μην μπορεί να μπει στο σπίτι του όταν θα φτάσει αργά τη νύχτα παίρνει τρομακτικές διαστάσεις στο μυαλό του. Και σίγουρα έχει τους λόγους του. Όπως και όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου στη δική τους ιστορία έχουν πολύ σοβαρούς λόγους να κάνουν ό,τι κάνουν, το οποίο μπορεί να είναι ασυνήθιστο ή ακραίο, αλλά δεν παύει να είναι ένα κομμάτι της δικής τους ζωής. Που μπορεί να είναι η ζωή κάποιου δίπλα μας, μία καθοριστική πτυχή της ζωής του, που την αγνοούμε ή τη φανταζόμαστε κάπως διαφορετική.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

b75020Γράφω στον υπολογιστή του γραφείου μου ή σπανιότερα σε ένα laptop στο μπαλκόνι. Οι ιδέες έρχονται όπου και όποτε θέλουν εκείνες. Συνήθως κάτι τις πυροδοτεί, μια εικόνα που βλέπω, μια λέξη ή φράση που ακούω, μια κίνηση, μια ανάμνηση που μπορεί να την έχει προκαλέσει οτιδήποτε. Τις πιο πολλές φορές τις θυμάμαι αυτές τις ιδέες. Αν φοβάμαι ότι θα ξεχάσω κάτι, το καταγράφω σε ένα μαγνητοφωνάκι ή στο κινητό μου με υπενθύμιση. Αν είμαι στον υπολογιστή μου, δημιουργώ αμέσως κάποιο νέο έγγραφο. Τελευταία έχω ανακαλύψει και ένα πρόγραμμα με σημειώσεις. Πάντως, στυλό ή μολύβι πολύ δύσκολα βρίσκω στο γραφείο μου. Αν και θεωρητικά μου αρέσει η ιδέα να κουβαλάω πάντα ένα σημειωματάριο, δεν την εφαρμόζω. Βέβαια, από την αρχική σύλληψη μέχρι τη γραφή μπορεί να μεσολαβήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και φυσικά πολλές ιδέες παραμένουν απλώς ιδέες, που μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνουν κείμενο ή να μείνουν ιδέες για πάντα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φροb81172ντίζω να έχω πάντα καπνό ή τσιγάρα, δεν περιμένω να μου τελειώσουν πρώτα, για να πάρω άλλο πακέτο. Φτιάχνω καφέ. Κάποιες φορές προτιμώ αλκοόλ, αν έχω. Κονιάκ, βότκα ή κρασί, με αυτή τη σειρά προτίμησης. Αλλά τις περισσότερες φορές τελειώνω με καφέ. Συνήθως αρχίζω ακούγοντας δυνατά μουσική, κάποιο κομμάτι που θα το ακούσω δυο τρεις φορές συνεχόμενα μέχρι ν’ αρχίσω. Μόλις αρχίσω να γράφω κλείνω τη μουσική ή βάζω το ραδιόφωνο να παίζει σιγανά. Ακούω διάφορα, soundtrack από ταινίες του Κισλόφσκι και του David Lynch, Nick Cave, P.J. Harvey, New Order, David Bowie, Radiohead, R.E.M., Dead Can Dance, Bjork, Flunk, Dream City Film Club, Prodigy, Mendelssohn, Moby, Παυλίδη, Massive Attack, Μαριέττα Φαφούτη, Faithless, Minor Project, Άβατον, Σαββίνα Γιαννάτου, Κάλλας και όπερα, Portishead, Bauhaus, Marilyn Manson, Ramstein, Μπέλλου, Μαρίζα Κωχ, ρεμπέτικα, ηπειρώτικα, διάφορα. Όταν πάντως γράφω προτιμώ να μην ακούω ελληνικό στίχο.

b134547Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ελάχιστα, σε σπίτια φίλων σε περίοδο διακοπών.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μάλλον τον Τόμας Μανν, με έμφαση στον τελευταίο έρωτα της ζωής του και στο ρόλο που έπαιζε αυτός ο έρωτας στην ολοκλήρωση της συγγραφικής του προσωπικότητας. Τριγυρίζει αρκετά χρόνια αυτή η ιδέα στο μυαλό μου, την έχω καταγράψει αλλά δεν την έχω επεξεργαστεί. Ωστόσο, η ερώτησή σας μου τη θυμίζει πάλι. Ποιος ξέρει!

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

b62399Αν εξαιρέσω κάποιες πρώιμες μετεφηβικές απόπειρες, έχω γράψει μόνο ένα ποίημα, πριν από τέσσερα χρόνια περίπου. Ήταν κάτι που το επέβαλαν κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, θα έλεγα. Γενικότερα, έχω την αίσθηση ότι με την ποίηση εύκολα χάνει κανείς το μέτρο ή την όποια κριτική ματιά μπορεί να διαθέτει σε ό,τι γράφει. Κι αν κρίνω κι από τη μετάφραση της ποίησης που πάσχει από τις μεγαλύτερες μεταφραστικές αυθαιρεσίες, θα έλεγα ότι εν ονόματι της ποίησης μπορούν να γίνονται τερατουργήματα. Ωστόσο, η συμπύκνωση του μεστού ποιητικού λόγου είναι ζηλευτή.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Γκαίτε, Τόμας Μανν, Πιραντέλλο, Ίψεν, Τσέχωφ, Κάφκα, Τζέννυ Έρπενμπεκ, Τερέζια Μόρα, ο Μάριο Βιρτς, συγγραφέας και ποιητής που πέθανε πρόσφατα. Ο Καβάφης, η Κατερίνα Γώγου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b105055«Η φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, «Η μάνα» του Γκόργκι, το «Άννα, τώρα κοιμήσου» του Κώστα Παπαγεωργίου, «Η μονή των ασωμάτων» του Ξενοφώντα Κομνηνού, το «Αλλαγμένα κεφάλια», ο «Τόνιο Κραίγκερ» και ο «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μανν, «Η επιστολή προς τον πατέρα» του Κάφκα, «Η αγριόπαπια» του Ίψεν, «Ο Ρόζενγκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρντ, «Ο ματωμένος γάμος» και «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» του Λόρκα, Το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» και «Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ» του Πιραντέλλο, οι «Εκλεκτικές συγγένειες» και «Τα πάθη του νεραού Βέρθερου» του Γκαίτε, «Ο σκοπός του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστοφόρου Ρίλκε» και τα «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε, «Το αστείο» και το «Η ζωή είναι αλλού» του Κούντερα, το «Όλες τις μέρες» της Τερέζια Μόρα, «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Καραπάνου,  «Ο λύκος της στέπας» και ο «Ντέμιαν» του Έσσε, οι «Ιστορίες των βράχων» του Μαρκάκη, «Ο γύρος του θανάτου» του Θωμά Κοροβίνη, «Η ανάκριση» του Ηλία Μαγκλίνη, η «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» και το «Παιχνίδι με τις λέξεις» της Έρπενμπεκ.

b96186Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η «Σιβηρία» και η «Άτροπος μπελαντόνα» της Έρπενμπεκ, το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, το «Μια κάποια ευτυχία» και το «Λουϊζάκι» του Τόμας Μανν, «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού,  «Η μεταμόρφωση», «Η κρίση», «Το κτίσμα», «Η Ιωσηφίνα και ο λαός των ποντικών» και το «Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης» του Κάφκα, η «Τριλογία» του Ανδρέα Κεντζού, «Η λοταρία» της Σίρλεϋ Τζάκσον, «Η επίδραση του φωτός στα ψάρια» της Κριστίνα Πέρι Ρόσσι, «Η μυρωδιά του μαύρου» της Λείας Βιτάλη, «Ο Μουνής» της Κιτσοπούλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Λένα Κιτσοπούλου και ο Ανδρέας Κεντζός με πολλά ποιήματά του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ιωσήφ του Τόμας Μανν.

b62381Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο», μάλλον για την ισορροπία του και επειδή αντέχει.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από κάποια χρόνια σε ένα τρόλλεϋ διάβαζα ένα βιβλίο από την ιστορία του Ηρόδοτου και συγκεκριμένα ένα σημείο όπου αναφέρεται η συνήθεια να μην παραδίδεται στους διώκτες του κάποιος που έχει καταφύγει σε ένα άλλο έθνος για προστασία, δεν θυμάμαι καθόλου τις λεπτομέρειες, αλλά μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτή η αρχαία συνήθεια, γιατί συμπτωματικά ήταν η επόμενη ημέρα από την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε αυτή η σύμπτωση μπορεί και να μη θυμόμουν καν αυτή την αρχαία συνήθεια.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταb90262φράζω πάντα στον υπολογιστή, συνήθως ακούγοντας μουσική ή ραδιόφωνο, όχι δυνατά. Με την οθόνη του υπολογιστή χωρισμένη στα δύο, για να έχω συγχρόνως ανοιχτό το γερμανικό και το ελληνικό κείμενο. Το βιβλίο που μεταφράζω το σκανάρω σιγά σιγά. Με ανοιγμένα διάφορα λεξικά δεξιά κι αριστερά.  Βάζοντας και βγάζοντας τα γυαλιά μου. Στρίβοντας τσιγάρα και καπνίζοντας. Πίνοντας πολλούς καφέδες. Όταν μεταφράζω, μεταφράζω πάντα βάσει κάποιου προγράμματος, με συγκεκριμένο αριθμό σελίδων την ημέρα. Συνήθως τις καθημερινές μεταφράζω και το Σαββατοκύριακο διορθώνω ό,τι έχω μεταφράσει όλη την εβδομάδα. Συχνά δεν τηρώ το πρώτο πρόγραμμα που φτιάχνω, οπότε το αλλάζω, φτιάχνω ένα καινούργιο πρόγραμμα, το οποίο επίσης συχνά αλλάζω. Μετά ακολουθεί το πρόγραμμα της αντιπαραβολής και μετά τα προγράμματα των διορθώσεων. Τώρα για τη σχέση μεταφραστή και συγγραφέα, νομίζω ότι όταν ο μεταφραστής μεταφράζει έναν συγγραφέα που έχει επιλέξει ο ίδιος τον θαυμάζει, τον σέβεται, τον ζηλεύει, νιώθει ενοχές αν καταλάβει ότι παρασύρεται κάποια στιγμή και δεν είναι πιστός, οπότε προσπαθεί να επανορθώσει, συνήθως νιώθει ότι τον ξέρει πολύ καλά, αλλά πολύ συχνά εκπλήσσεται και με κάτι άλλο, και τον θαυμάζει ακόμα πιο πολύ και πάει λέγοντας. Αν μεταφράζει έναν συγγραφέα που του έχει ανατεθεί, προσπαθεί να ανακαλύψει κάποιους λόγους για να πείσει πρώτα απ’ όλους τον εαυτό του ότι θα μπορούσε να τον είχε επιλέξει ο ίδιος. Αν δεν τα καταφέρει, προσπαθεί απλώς να κάνει τη δουλειά του όπως έχει συνηθίσει να την κάνει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

b99899Περισσότερο απ’ όλες με δυσκόλεψαν τα πολλά αποσπάσματα του Κάφκα στη βιογραφία του Nicholas Murray, γιατί ήταν γραμμένα στα Αγγλικά και εγώ έπρεπε να ψάχνω, να τα βρίσκω στο πρωτότυπο, να τα μεταφράζω και να τα στέλνω στον Ξενοφώντα Κομνηνό που μετέφραζε τον λόγο του Murray, για να τα ενσωματώνει στο κείμενο που είχε μεταφράσει εκείνος και να μου στέλνει στη συνέχεια όλο το κείμενο. Και μετά κάναμε πολύωρες συναντήσεις για να διορθώσουμε το κείμενο, συνήθως κεφάλαιο κεφάλαιο. Τις μεγαλύτερες ηδονές μού τις πρόσφερε η μετάφραση της συλλογής «Συγκεχυμένα ανέρχονται τα λησμονημένα», που περιέχει 13 διηγήματα του Τόμας Μανν, μεταξύ των οποίων τον «Τριστάνο», τον «Μικρό κύριο Φρήντεμανν», τον πολύ σκοτεινό «Τομπίας Μίντερνίκελ», το «Λουϊζάκι» και το «Μια κάποια ευτυχία», όλα διαλεγμένα ένα ένα, με πολλή προσοχή και αγάπη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Για τον b86467Τόμας Μανν και τον Κάφκα, τι να πω; Αν όμως κάποιος δεν γνωρίζει την Έρπενμπεκ, θα του έλεγα να τη γνωρίσει οπωσδήποτε. Θεωρώ ότι είναι μία σύγχρονη επιβεβαίωση αυτού που έχει πει ο Κάφκα, ότι «… ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». Και σίγουρα θα πρότεινα τη βιογραφία του Κάφκα σε όσους έχουν γοητευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους από τον Κάφκα και σε όσους δεν είχαν ακόμη την τύχη αυτή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ο Γκαίτε, ο Νίτσε, ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Μούζιλ, ο Χάινριχ Μανν, ο Ρίλκε, ο Μπύχνερ, ο Αλεξάντερ Κλούγκε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b62448Ίσως δικαίως τίθεται στο περιθώριο ο μεταφραστής. Άλλο πράγμα είναι η κριτική ενός βιβλίου και άλλο η κριτική μετάφρασης. Κάποιοι το γνωρίζουν αυτό και αναφέρουν απλώς το όνομα του μεταφραστή. Και καλά κάνουν. Κάποιοι άλλοι ασκούν κριτική στο μεταφραστή βασιζόμενοι σε δικά τους προσωπικά κριτήρια που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την ουσία της μετάφρασης ή με το «έργο του μεταφραστή» όπως το έχει ορίσει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για παράδειγμα. Θεωρώ ότι σωστή κριτική μετάφρασης μπορεί να ασκήσει κανείς μόνο αφού συγκρίνει τη μετάφραση με το πρωτότυπο. Εδώ πολλές φορές απλώς συγκρίνεται μία μετάφραση με μία προηγούμενη μετάφραση, χωρίς καμία αναφορά στο πρωτότυπο. Με την ίδια λογική επαινούνται μεταφράσεις χωρίς καμία επιστημονική και ουσιαστική σύγκριση με το πρωτότυπο. Πάντως, ο θεσμός των μεταφραστικών βραβείων δίνει εξέχουσα θέση στον ρόλο του μεταφραστή. Ένας μεταφραστής μπορεί να βραβευτεί όπως μπορεί να βραβευτεί και ένας συγγραφέας. Το πλατύ αναγνωστικό κοινό όμως σωστά το ενδιαφέρει πρωτίστως ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας είναι αυτός που λέει κάτι, ο μεταφραστής, αν είναι καλός, το μεταφέρει στη γλώσσα του όπως οφείλει να το μεταφέρει. Η καλή μετάφραση είναι πάντα το ζητούμενο, αλλά θα έλεγα ότι το ζητούμενο kafkaXαυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Κανονικά δεν θα έπρεπε να θεωρούμε απαραίτητη την αναφορά σε κάτι αυτονόητο. Αντίθετα θα ήταν πολύ ωφέλιμο για εκπαιδευτικούς λόγους να γίνεται αναφορά σε κακές μεταφράσεις, με την προϋπόθεση ότι η κριτική θα γίνεται με επιστημονικό τρόπο. Και στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται αναφορά και στους επιμελητές ή υπεύθυνους σειρών αλλά και στους εκδότες για τις επιλογές τους. Ο εκδότης είναι ο πρώτος κριτής μίας μετάφρασης. Αποφασίζοντας να την εκδώσει παραδέχεται ότι η μετάφραση είναι καλή. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο μεταφραστής θα έχει τελικά τη θέση που του αρμόζει μόνο αν σταματήσουμε κάποια στιγμή να διαβάζουμε εμπεριστατωμένες κρίσεις για κακές μεταφράσεις. Ο μεταφραστής θα έχει τη θέση που του αρμόζει όταν θα γίνει αφανής.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

teresia moraΕίναι η φύση της δουλειάς τους τέτοια που δεν επιτρέπει να είναι διακριτή. Και στην περίπτωσή τους, μόνο ένας κακός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να φανεί. Ένας καλός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να σώσει την τελική εικόνα ενός μεταφραστή ή συγγραφέα. Αυτό όμως μόνο εκείνος που σώθηκε μπορεί να το διακρίνει, όχι ο τελικός αναγνώστης. Όταν ο επιμελητής ή ο διορθωτής ξέρει τη δουλειά του, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη συνεργασία. Η δουλειά του μεταφραστή ή του συγγραφέα θέτει από μόνη της κάποια όρια, επιτρέπει τον α΄ ή β΄  βαθμό διορθωτικών επεμβάσεων. Αυτό το διακρίνει κάποιος που ξέρει τη δουλειά του με την πρώτη ανάγνωση. Έτσι, η ιδανικότερη μορφή συνεργασίας θα ήταν η συνεργασία που στηρίζεται στον αλληλοσεβασμό, ο οποίος όμως προϋποθέτει τον αυτοσεβασμό, και ο οποίος με τη σειρά του δεν είναι πάντα ευθέως ανάλογος με την αυτοπεποίθηση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Νομίζω ότι με τον έναν ή άλλον τρόπο όλοι με ακολουθούν, θέλω δεν θέλω. Ή τους ακολουθώ εγώ. Δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνεις ποιος ακολουθεί ποιον. Ούτε βέβαια να πεις ποιος έχει πιο συχνά νέα, ποιος αλλάζει περισσότερο με την πάροδο των χρόνων.

goethe_Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει γερμανική φιλολογία. Το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψα ήταν κατά κάποιο τρόπο μία συνέχεια της διπλωματικής εργασίας μου, στην οποία είχα ασχοληθεί με «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε και τον «Θάνατο στη Βενετία» του Τόμας Μανν. Ουσιαστικά όμως θα έλεγα ότι ο «Βέρθερος» ήταν το άλλοθι, για να δημιουργήσω τη δική μου «Λόττε», η οποία ως πρόσωπο, όπως και τα άλλα πρόσωπα του έργου, ουσιαστικά κάπου προϋπήρχε. Από την άλλη, η ομώνυμη ιστορία στο βιβλίο «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» είναι η ιστορία ενός μεταφραστή γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Πρόσφατα μου είπε μια δεκαοχτάχρονη κόρη φίλης «Η Γώγου λέει “ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι”», και είχε προφανώς δίκιο. Δεν γίνεται να ξεχάσεις αυτόν τον στίχο. Μία άλλη ιστορία, το «Η αγάπη κερδίζεται», είναι χτισμένη πάνω σε δυο στίχους του Χριστιανόπουλου και στο μυαλό μου έχει μουσική υπόκρουση ένα κομμάτι της P. J. Harvey, στην «Ευτυχία» υπάρχει μια αναφορά σε μια ταινία, τη «Σταγόνα στον ωκεανό» της Ελένης Αλεξανδράκη, ενώ ο ήχος που «σκίζει το στομάχι» της γυναίκας στην τελευταία ιστορία του βιβλίου είναι ο ήχος του τηλεοπτικού σποτ του Amber Alert. Δεν είναι μόνο οι σπουδές, θα έλεγα. Ό,τι έχω διαβάσει, έχω δει, έχω ζήσει σίγουρα έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα, άρα και αυτά που γράφω. Άλλες επιρροές είναι εμφανείς άλλες όχι. Άλλες σίγουρα παραμένουν ασυνείδητες.

Thomas MannΣτις σπουδές μου υπήρχαν πολλά μαθήματα επιλογής. Το τι επέλεγε ο κάθε φοιτητής καθόριζε κατά κάποιο τρόπο το πρόγραμμα σπουδών του, αν και τα προσφερόμενα μαθήματα ήταν πάντα συγκεκριμένα. Το τι εισέπραττε όμως τελικά ο κάθε ένας από τους φοιτητές  που παρακολουθούσαν το ίδιο μάθημα είχε να κάνει με τον κάθε ένα φοιτητή ξεχωριστά. Το ότι στο πλαίσιο των σπουδών μου είχα επιλέξει ψυχογλωσσολογία και μαθήματα ψυχολογίας σίγουρα έχει παίξει κάποιο ρόλο γενικότερα. Η ενασχόλησή μου επίσης με την τραγική κωμωδία στο πλαίσιο των σπουδών μου έχει επηρεάσει τη θεατρική μου γραφή. Παρ’ όλα αυτά και αυτό το μάθημα αφ’ ενός ήταν μάθημα επιλογής και αφ’ ετέρου δεν ήταν το μοναδικό μάθημα με αντικείμενο θεατρικά έργα που παρακολούθησα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου.

Πώς βιοπορίζεστε;

ΔύσκοAnton_Chekhov_1889λα όπως και πολλοί άλλοι. Και προ κρίσης και τώρα. Πάντως εκτός από ελεύθερος επαγγελματίας ως μεταφραστής και συγγραφέας, είμαι και ιδιωτικός υπάλληλος. Πράγμα που σημαίνει τουλάχιστον 8ωρη καθημερινή μισθωτή εργασία. Άλλο κεφάλαιο αυτό!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βρίσκω συγκλονιστικές τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη, το «Σπιρτόκουτο», την «Ψυχή στο στόμα», τον «Μαχαιροβγάλτη». Όταν είδα το «Σπιρτόκουτο», σκεφτόμουν «τι ταινία να κάνεις μετά απ’ αυτό;» Κι όμως έκανε την «Ψυχή στο στόμα». Και μετά η ίδια σκέψη. Κι όμως έκανε τον «Μαχαιροβγάλτη». Μου άρεσε επίσης πολύ ο «Δεκαπενταύγουστος» και πιο πολύ ο «Όμηρος» του Γιάνναρη, η «Χώρα προέλευσης» του Τζουμέρκα, «Το γάλα» του Σιούγα. Συγκλονιστική με άλλο τρόπο ήταν επίσης πριν από χρόνια η «Αγέλαστος πέτρα» του Κουτσαφτή αλλά και το «Ρεμπέτικο» του Φέρρη, «Ο δράκος» του Κούνδουρου. Μου άρεσαν πολύ κάποιες ταινίες του David Lynch, η «Χαμένη Λεωφόρος», το «Mulholland Drive» και το «Inland Empire», πολλές απ’ τις ταινίες του Hanecke, το «Μαζί ποτέ» και «Η άκρη του ουρανού» του Φατίχ Ακίν, πριν από αρκετά χρόνια μία πολύ ωραία ταινία, το «Πριν από τη βροχή» με πολλή ωραία μουσική από τους Anastasia, το «Old boy», το «Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και άνοιξη», ταινίες που ποτέ δεν πρόκειται να θυμηθώ το όνομα των σκηνοθετών τους, «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του κι ο εραστής της» του Πήτερ Γκρήναγουέι, οι ταινίες του Κισλόφσκι, κάποιες ταινίες του Βέντερς, του Κουστουρίτσα, αλλά και παλιές ταινίες του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, το «Και το πλοίο φεύγει» και η «Πρόβα ορχήστρας» του Φελίνι, το «Χάος» των Ταβιάνι, η «Στέλλα» του Κακογιάννη. luigi-pirandelloΠαλιότερα παρακολουθούσα περισσότερο θέατρο. Θυμάμαι τη «Μήδεια κλειστού χώρου», τη «Φάρσα Caldeway» του Μπότο Στράους, την «Camera degli sposi» του Βέλτσου και την «Ηλέκτρα» όλα σε σκηνοθεσία Μαρμαρινού. Μάλιστα, μετά την παράσταση του «Camera degli sposi» έγραψα έναν θεατρικό μονόλογο. Την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» σε σκηνοθεσία Βολανάκη. Θυμάμαι πολύ καλά το «Με δύναμη από την Κηφισιά», το «Λαχταρώ» της Σάρας Κέιν και την «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Θυμάμαι επίσης αρκετές πολύ ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες του Χουβαρδά και του Αρβανιτάκη στο «Θέατρο του Νότου» και μία πολύ ωραία σκηνοθεσία της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη από τον Χατζάκη. Πρόσφατα συμμετείχα σε ένα workshop δραματουργίας στο «Βυρσοδεψείο», το οποίο αποδείχτηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το «’55» του Θωμά Κοροβίνη, που είναι συγκλονιστικό, προσπαθώ να ολοκληρώσω ένα θεατρικό έργο, αλλά θέλει πολλή δουλειά ακόμη, έχω στα σκαριά μία συλλογή παραμυθιών, που θέλει ακόμη περισσότερη δουλειά, γράφω κάποια διηγήματα, και πρόκειται να αρχίσω να διορθώνω τη μετάφραση ενός βιβλίου της Έρπενμπεκ, που θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ψυχές και χώματα».

Mario-WirzΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολυποίκιλες, θα έλεγα. Ενδιαφέρουσες αλλά αρκετές φορές και απογοητευτικές. Όμως υπάρχει και πολλή φλυαρία, συχνά. Έχω επίσης την αίσθηση ότι το διαδίκτυο μπορεί να σε παγιδέψει, να σε μπερδέψει. Υπάρχει ο κίνδυνος να νομίζεις ότι κάνεις κάτι, κοινοποιώντας απλώς μία ανακοίνωση, μία είδηση. Η λογική του «τι ωραίο και συγκινητικό που είναι που εμένα με συγκινούν ακόμη τέτοια πράγματα», κάπως έτσι έχει ορίσει πολλά χρόνια πριν ο Κούντερα το κιτς. Αυτό σε συνδυασμό με τους στίχους της Γώγου «Άσκησα την όραση για μακριά / Κι έχασα τα κοντινά μου» μπορεί να γίνει καταστροφικό σήμερα. Συναντάς συχνά ένα περίσσευμα ευαισθησίας για κάτι πολύ μακρινό και μία απάθεια για ό,τι συμβαίνει στη διπλανή πόρτα. Επικρατεί και πολύ μεγάλη ιδεολογική σύγχυση. Βέβαια, οι δυνατότητες πληροφόρησης που προσφέρει το διαδίκτυο είναι τεράστιες. Αλλά και σε αυτόν τον τομέα της πληροφόρησης ακόμη, νομίζω ότι η ταχύτητα του διαδικτύου τείνει να καταργήσει τη διασταύρωση πηγών, την όποια αντικειμενικότητα. Διανύουμε την εποχή του «copy – paste – like – share». Και το διαδίκτυο ένα εργαλείο είναι, θέλει προσοχή στη χρήση του.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

ΓΩΓΟΥΦοβάμαι ότι η αιώνια νιότη θα είναι πολύ μοναχική και θα έχει πολύ πόνο, πολλούς οριστικούς αποχαιρετισμούς. Αν πάλι με αυτή την ερώτησή σας ουσιαστικά με ρωτάτε αν θα μπορούσα, με κάποιο δελεαστικό αντάλλαγμα, να ζήσω χωρίς να γράφω, να μεταφράζω ή να διαβάζω, νομίζω ότι ο καθένας μας κάνει πάντα ό,τι μπορεί. Αν κάποια στιγμή δεν μπορώ κάτι από αυτά, θα μπορώ κάτι άλλο, θα κάνω ό,τι μπορώ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι, δεν νομίζω.

Στις εικόνες: Frantz Kafka, Terézia Mora, Johann Wolfgang von Goethe, Thomas Mann, Anton Chekhov, Luigi Pirandello, Mario Wirz, Κατερίνα Γώγου.

21
Ιον.
13

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 127. Σοφία Διονυσοπούλου

img139Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο μυθιστόρημα «Η κόρη του ξενοδόχου» οι θύρες είναι δύο ειδών. Στην παραθαλάσσια ιστορία του 1975, εκεί, στο προς εγκατάλειψη ξενοδοχείο, μπαίνουμε μέσα από τις κλειδαρότρυπες, κλειδαρότρυπες που οδηγούν άλλοτε στο εσωτερικό των δωματίων, άλλοτε στον ψυχισμό των ηρώων και άλλοτε στον περιβάλλοντα χώρο, σαν τα τοπία του Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ. Στην αλλόφρονα Αθήνα του 2000, σ’ αυτό το τέλος εποχής και έλλειψης ταυτότητας, η θύρα είναι μια μαύρη βελούδινη αυλαία, που από τη μία πλευρά οδηγεί στο θέατρο και από την άλλη βγάζει ιλιγγιωδώς στην Εθνική οδό μέχρι τα ναυπηγεία, τα διυλιστήρια και τα Ελευσίνια μυστήρια.

b179585Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

«Με τις ευλογίες των νεκρών», Άγρα 1997: Γράφτηκε στο Παρίσι, πρόκειται για μικρές ιστορίες με έναν κεντρικό χαρακτήρα. Φιλία, παιγνίδι, ερωτισμός μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού που βλέπει την κόσμο με την αθωότητα και τη σκληρότητα της παιδικής ηλικίας.

«Νυχτωδία», θέατρο, Άγρα 2000: Η συνάντηση της Πηνελόπης με τον Οδυσσέα μετά τη σφαγή των μνηστήρων. Σε χρόνο σταματημένο, την αναγνώριση θα διαδεχτεί η αποκάλυψη της Πηνελόπης. Κατά την απουσία του Οδυσσέα συνευρέθηκε μέσα σε μία νύχτα και με τους 129 μνηστήρες. Από την οργασμική αυτή ένωση γεννήθηκε ο Πάνας. Θα υb33862ποστηρίξει ότι ο πόθος της για τον Οδυσσέα και η γιγάντια αναμονή την οδήγησαν σε αυτή την πράξη και ότι αυτό αποδεικνύεται από τη γέννηση ενός θεού.

«Νεροπομπή», θέατρο, Νεφέλη 2001: Ο Ορφέας στον Άδη προς συνάντηση της Ευρυδίκης. Γραμμένο για μία ηθοποιό και βαρύτονη αντρική φωνή. Στον Άδη φαίνονται μόνο οι νεκροί. Οι ζωντανοί είναι σκιές. Η επιμονή της Ευρυδίκης να δει το πρόσωπο του Ορφέα θα καταστρέψει και την επιστροφή της στη γη. Θεατρικό έργο σε οχτώ εικόνες, με λόγο αφαιρετικό.

«img238Ο μονόκερως του πόθου», θέατρο, σε συνεργασία μέσω συνειρμών με τη Μαρίνα Μέντζου: Περί διχασμού και ανέφικτου: ‘Κάποτε ζούσε ένα αγόρι με ένα μάτι μπλε και ένα πράσινο. Το μπλε μάτι έβλεπε τη μέρα και το πράσινο τη νύχτα. Μια μέρα το μπλε μάτι ερωτεύτηκε τον ήλιο. Την ίδια νύχτα, το πράσινο μάτι ερωτεύτηκε το φεγγάρι. Στα όνειρά του μπλέκονταν και τα δυο. Το αγόρι ξυπνούσε τρομαγμένο, Θέλεις εμένα; έλεγε ο ήλιος. Εμένα θέλεις, έλεγε το φεγγάρι. Το αγόρι λυπόταν με τον πόνο του ήλιου. Το αγόρι λυπόταν με τη θλίψη του φεγγαριού. Αποφάσισε να φύγει, να μπει στο πιο πυκνό δάσος, όπου δεν έφτανε το φως και να ξεχάσει. Έμαθε να ζει με τις σκιές. Έμαθε να ζει μόνο. Δεν ξέχασε ποτέ’.

«Ιφιγένimg240εια της Ευριπίδου», μονόλογος, Νεφέλη 2010: Προβληματική πάνω στο πώς το θύμα γίνεται θύτης και αντιστρόφως. Η Ιφιγένεια θυσιάζεται, θυσιάζει, μετατρέπεται στον Ισαάκ, σε παιδί της Γάζας,  σε μετανάστρια πόρνη της Ευριπίδου. Αφιερωμένο στον Αλέξη Γρηγορόπουλο, ο θάνατος του οποίου αποτέλεσε και το έναυσμα για τη συγγραφή του.

«Ροδώνες και πέρλες», διαδραστικός μονόλογος για μπαρ σε συνεργασία με τη Μαρίνα Μέντζου. Μια άστεγη αφηγείται στους θαμώνες ιστορίες παπουτσιών. Κάθε παπούτσι και μια μεγαλομανής φανταστική ερωτική ιστορία-ξόρκι απέναντι στην καθημερινότητα.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους; Είναι διαφορετικές οι ηδονές και οι ταλαιπωρίες τους;

img241Η λογοτεχνία δεν έχει όρια. Μπαίνει κανείς μέσα στις φόρμες και βγαίνει από αυτές, τις προσεγγίζει και τις αφήνει να αγγίξουν η μία την άλλη, ενίοτε να εισχωρήσουν η μία μέσα στην άλλη. Από εκεί κι έπειτα, ναι, όταν αποφασίζεις ότι μια δεδομένη εποχή αφιερώνεσαι σε κάτι, αυτό το κάτι προσφέρει διαφορετικού τύπου πόνο και ηδονή. Στο θέατρο οι ήρωες παίρνουν σάρκα και οστά σιγά σιγά μέχρι να βρουν την πλήρη τους υπόσταση στο σανίδι. Έως τότε βρικολακιάζουν πίνοντας το αίμα του συγγραφέα, ο οποίος συχνά εναλλάσσει τους ρόλους. Σημαντικότερο όμως είναι το ίδιο το θεατρικό παιγνίδι, η δομή του έργου και ιδίως εκείνα που δεν λέγονται. Στο μυθιστόρημα οι ήρωες στοιχειώνουν την καθημερινότητα του συγγραφέα, τους απευθύνεται, συζητάει μαζί τους για άλλα θέματα εκτός κειμένου και τον κυνηγούν για αρκετό διάστημα μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής. Το τελευταίο δεν συμβαίνει στο θέατρο. Οι ήρωες χάνονται στο σκοτάδι μετά το χειροκρότημα και περιμένουν τους επόμενους προβολείς τους.

b21711Οι δύο αυτοί κόσμοι με γοητεύουν εξίσου. Θα συνεχίσω πράγματι να ισορροπώ ανάμεσά τους, με εργαλείο πάντοτε την ποίηση.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ως προς το θέατρο, έλκομαι απεριόριστα από την ανεξάντλητη ελληνική μυθολογία και τις ανατροπές των μύθων που προσφέρει. Όπως κάθε κοσμογονία, δεν εμπεριέχει μόνο το άλφα αλλά και το ωμέγα της ανθρωπότητας. Έτσι λοιπόν με επισκέπτονται αγαπημένα πλάσματα από το απώτατο παρελθόν που ανήκουν στην αιωνιότητα.

Μέχρι στιγμής, οι ιδέες μού έχουν έρθει τη νύχτα, στο κρεβάτι, σ’ εκείνο το μεταίχμιο ύπνου και ξύπνιου. Ως προς την ίδια τη συγγραφή ο τρόπος είναι ένας και μοναδικός και τον αναλύω στην επόμενη ερώτηση.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Βρίσκω πρώτα το θέμα, το οποίο στριφογυρίζει αρκετό καιρό στο μυαλό μου μέχρι να βεβαιωθώ ότι πράγματι με αυτό θέλω να ασχοληθώ. Στη συνέχεια καταστρώνω ένα λεπτομερές και αυστηρό πλάνο, από το οποίο δεν παρεκκλίνω. Πριν αρχίσω έχω έτοιμο το τέλος και τον τίτλο. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί νιώθω την ανάγκη να φυλακίσω το κείμενο. Τότε πια έρχεται η ώρα του τρανς.

Με τη μουσική έχω πολύ ιδιαίτερη σχέση. Τα πρώτα μου κείμενα τα έγραψα στο Στρασβούργο περνώντας λευκές νύχτες συντροφιά με κάποιο γερμανικό ραδιόφωνο που έπαιζε κλασική μουσική. Τότε είχα ανάγκη από αυτή τη διαδικασία για να φορτίζομαι. Τα κείμενα όμως δεν είχαν καμία αξία. Στη συνέχεια, όταν άρχισα πια να ασχολούμαι με το κλασικό τραγούδι, ήταν αδύνατο πλέον να ακούω ταυτόχρονα μουσική για τον απλούστατο λόγο ότι στη μουσική βυθίζομαι, παρακολουθώ κάθε μέτρο, μπαίνω ολόκληρη μέσα στο σώμα της συγκεκριμένης τέχνης. Προτιμώ λοιπόν τη σιωπή ή το θόρυβο. Γράφω σε κλειστό χώρο, πάντα στον υπολογιστή, ακόμη και με συνοδεία ηλεκτρικής σκούπας, και κρατώ σημειώσεις οπουδήποτε, σε καφενεία, τρένα, πλοία αεροπλάνα κ.λ.π.

b133506Ως πb146660ρος τις μουσικές προτιμήσεις, είμαι αρκετά ανοιχτή: Μου αρέσει πολύ η όπερα και ιδίως Μότσαρτ, Βάγκνερ, Μασνέ, τα τραγούδια του Σούμπερτ και του Μάλερ, η όπερα δωματίου, πολλά έργα συμφωνικής μουσικής, οι βασιλιάδες της ροκ σκηνής (αναφέρω χαρακτηριστικά τους Pink Floyd), το γαλλικό και γερμανικό καμπαρέ, το τάγκο, το ρεμπέτικο, καθώς και πολλά τουρκικά και αραβικά τραγούδια.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο σπίτι μου στην Κέρκυρα, υπό τρομακτικά καταρρακτώδη βροχή, λες και μαίνονταν οι Βαλκυρίες του Βάγκνερ. Στο σπίτι της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Μαρίνας Μέντζου στη Σίφνο, υπό τη βία του καύσωνα και την επίμονη μονοτονία των τζιτζικιών. Στην πρώτη περίπτωση έγραψα ένα θεατρικό έργο, άπαιχτο ακόμη, στη δεύτερη, την «Ιφιγένεια της Ευριπίδου».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ασυζb24902ητητί τον Ανδρέα Εμπειρίκb3414ο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Θεωρώ ότι η ποίηση είναι παρούσα στα περισσότερα έργα μου. Απλώς έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε μόνο τις εκδοτικές ταμπέλες. Για παράδειγμα, η «Νυχτωδία» είναι γραμμένη σχεδόν εξολοκλήρου σε δεκαπεντασύλλαβο. Το ότι δεν παρατίθενται οι στίχοι ο ένας κάτω από τον άλλον, νομίζω ότι κάποτε πρέπει να το ξεπεράσουμε. Με τη «Νεροπομπή» συμβαίνει το ίδιο και, επιπλέον, ο λόγος είναι εντελώς αφαιρετικός. Όσο για την «Ιφιγένεια της Ευριπίδου» είναι απολύτως ξεκάθαρο μιας και ο κάθε στίχος είναι κάτω από τον άλλον. Αυτά όμως είναι ζητήματα που η ίδια η ποίηση τα έχει λύσει προ πολλού. Όσο για το μυθιστόρημα, την «Κόρη του ξενοδόχου», εδώ νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από πλευράς φόρμας. Διότι, ναι, πρόκειται για μυθιστόρημα. Η ιστορία όμως που εκτυλίσσεται το 2000 και τέμνει ανά τρία κεφάλαια την ιστορία του 1975, είναι γραμμένη σε ποιητικό λόγο, με πολύ μελετημένη προσωδία και θα μπορούσε να παιχτεί αυτόνομα στο θέατρο. Έχουμε λοιπόν και δύο διαφορετικά είδη γραφής και το θέατρο να εισχωρεί μες στην πεζογραφία δια στόματος μιας ηρωίδας-ηθοποιού.

Πεb102238ρί b106871ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αισχύλος, Ησίοδος, Όμηρος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κώστας Καρυωτάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρατής Τσίρκας, Σαρλ Μπωντλέρ, Λωτρεαμόν, Τεοφίλ Γκωτιέ, Γκαίτε, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Αντονέν Αρτώ, Μαργκερίτ Ντυράς, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Σάμιουελ Μπέκετ, Ζαν Ζενέ, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Στέφαν Τσβάιχ, Κλάους Μαν, Μαρία Πολυδούρη, Μάτση Χατζηλαζάρου, Μίσιμα, Τανιζάκι, Κώστας Αξελός.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Ο μέγας ανατολικός», άνευ ορίων, άνευ όρων. Η ποίηση του Εμπειρίκου, Οι ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα, «Τα άνθη του κακού», «Τα άσματα του Μαλντορόρ».

Στα δεκατρία μου λάτρευα τον Ντοστογιέφκι και συγκεκριμένα τους «Αδελφούς Καραμαζοφ» και τον «Ηλίθιο».

b3492Αγαπηb23865μένα σας διηγήματα.

Όλα τα φανταστικά του Μωπασάν και τα περισσότερα του Παπαδιαμάντη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη με την ποίηση, τη σκέψη και το ήθος της. Ο Σπύρος Κανιούρας με τις ανυπότακτες λέξεις του. Ο Φαίδων Ταμβακάκης με το ρυθμό και την ιδιαιτερότητα των θεμάτων του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ανδρέας Σπερχής, Δράκουλας και Μίνα, Ιαβέρης, Φάουστ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

b73095Οδός b80114Πανός και Τραμ. Γιατί κανένα τους δεν ξέρει τι θα πει λογοτεχνική μούχλα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεκαοχτώ χρονών. Έξω χιόνι. Μεσάνυχτα σ’ ένα τρένο με παγωμένα τζάμια. Βασιλεία-Μετς. Τουρτουρίζω. Είμαι μόνη. Μέχρι που. Το τρένο γεμίζει στρατιώτες. Νεαρά παιδιά. Ορμές. Μυρωδιά σπέρματος που παγώνει. Φόβος. Είμαι ακόμη πιο μόνη. Μου μιλούν. Γερμανικά. Δεν καταλαβαίνω. Γελούν. Με κοιτούν. Χώνομαι στο βιβλίο μου. Χάνομαι στις «Ελεγείες του Ντουίνο».

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Φροντίζω πάντα να κάνω έν2009α ποb147249λύ καλό πρώτο χέρι. Δεν αφήνω ποτέ κενά και απορίες. Και ο ρυθμός πρέπει να είναι αυτός που ζητάω. Αλλιώς, στα επόμενα χέρια δεν θα μπορέσω τίποτε να διορθώσω. Η σχέση νιώθω ότι πρέπει να είναι κάτι ανάμεσα σε έρωτα και εκλεκτική συγγένεια. Τουλάχιστον με μένα αυτό ισχύει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Μια ιδιάζουσα περίπτωση που περιείχε και βαθμό δυσκολίας και ηδονή ήταν το ‘Ένα πάθος στην έρημο’ του Μπαλζάκ. Κι αυτό, επειδή πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα, που ξεφεύγει από το γνωστό ύφος του συγγραφέα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

b84723Θα σύστb88295ηνα ανεπιφύλακτα το «Ιστορία της ζωής μου» του Τζάκομο Καζανόβα και το «Διάλογο ενός ιερωμένου με έναν μελλοθάνατο» του Σαντ, και τα δύο στις εκδόσεις Άγρα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τον Μπέκετ και τον Μπωντλέρ. Τους θεωρώ και τους δύο αναξιοπαθούντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b74496b160114Μήπως θα έπρεπε να συζητήσουμε τι θα πει κριτικός στην Ελλάδα; Όταν μεταφράζεται ένα έργο στα ελληνικά, αμέσως έχει προαποφασιστεί ότι έχει κάποια αξία. Οι κριτικοί είναι συνεπώς λιγότερο αγχωμένοι απ’ ότι απέναντι σε κάποιο έργο της εγχώριας παραγωγής. Άλλοτε αφήνονται στις προσωπικές τους προτιμήσεις, άλλοτε διευκολύνονται αντιγράφοντας κομμάτια κειμένων συναδέλφων τους. Ως προς τη μετάφραση τώρα, χρειάζεται άλλη εξειδίκευση που δεν προσφέρεται από τις παρουσιάσεις των ατζέντηδων. Πώς να ξεχωρίσεις, ας πούμε, αγγλισμούς, γαλλισμούς, δυσκαμψίες ή αν ένα κείμενο έχει πράγματι μεταφραστεί από τη γλώσσα που αναγράφεται στην έκδοση; Αν έχεις αναγνωστική εμπειρία, θεωρώ ότι μπορείς. Και αν σέβεσαι τη δουλειά του μεταφραστή. Τώρα, γιατί δεν γίνεται αυτό, φοβάμαι ότι δεν μπορώ εγώ να το απαντήσω.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πάντοτε ο γλυκύτατος, ευγενέστατος, ερωτικότατος Τζάκομο Καζανόβα, ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με την κακεντρεχή μυθολογία που τον κυνηγάει και που ταιριάζει στον Δον Ζουάν.

b118235Περί αb129916διακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Συγκριτική λογοτεχνία στο Παρίσι, φωτογραφία και κλασικό τραγούδι. Φυσικά και υπάρχει επιρροή στη γραφή μου. Θα έλεγα ότι, κατά κάποιον τρόπο, οι σπουδές μου αποτελούν τη βάση της, το στήριγμά της. Από τη Σορβόνη έμαθα αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν πλάνο και που, ως γνήσια Ελληνίδα, το έβρισκα στείρο και ανόητο. Δίχως αυτό, οι ιδέες μου δεν θα έμπαιναν ποτέ σε τάξη. Από την άλλη, το κλασικό τραγούδι και η μουσική γενικότερα με έκαναν εξαιρετικά ευαίσθητη στο ρυθμό. Πρώτα ακούω και μετά γράφω. Το ίδιο ισχύει και με τη μετάφραση. Πρώτα ακούω και μετά μεταφράζω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Με μεταφράσεις, επιμέλειες, διορθώσεις.

Πώς εμπλέκεστRadiateur 100ε με τη σκηνοθεσία; Πώς είναι η σχετική εμπειρία;

Ξεκίνησα το 2000, με το πρώτο μου έργο τη «Νυχτωδία». Έκτοτε έχω κάνει οκτώ σκηνοθεσίες. Για μένα η σκηνοθεσία έχει, κατά κάποιον τρόπο, σχέση με τη διεύθυνση ορχήστρας. Οι ηθοποιοί είναι ζωντανά όργανα, το κείμενο και η μουσική είναι αλληλένδετα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχω ονομάσει την εταιρεία μου Θέατρο Ρυθμών. Εκτός όμως από καλό αυτί και αίσθηση του χρόνου που πρέπει να διαθέτει κανείς, χρειάζεται υπομονή και διπλωματία. Τα δύο πρώτα με μαγεύουν, τα δύο δεύτερα με διασκεδάζουν. Το ισχυρότερο όμως είναι η αδρεναλίνη των τελευταίων ημερών και η αίσθηση θανάτου όταν ανέβει η παράσταση.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

nyktodiaΠαρακολουθώ και θέατρο και κινηματογράφο. Στον κινηματογράφο με γοητεύει η Ιαπωνία και η Κορέα: Κιτάνο, Τσαν Γου Παρκ, Κιμ Κι Ντουκ.  Από Ευρώπη και Καναδά αναφέρω ενδεικτικά τους εξής: Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Στάνλεϋ Κιούμπρικ, Κλωντ Σαμπρόλ, Μίκαελ Χάνεκε, Λαρς Φον Τρίερ, Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, Ατόμ Εγκογιάν.

Στο θέατρο θα ανέφερα συνολικά τη δουλειά της Αριάν Μνουσκίν.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την «Αποκάλυψη του Ιωάννη» και ξαναδιαβάζω για πολλοστή φορά τον «Μέγα Ανατολικό», γράφω ένα καινούργιο θεατρικό έργο που θα ‘αναρριχηθεί’ μέσα στη «Νεροπομπή» και θα αποτελέσει ενιαία παράσταση. Μόλις μετέφρασα, μαζί με τη Μαρίνα Μέντζου, ένα εκπληκτικό κείμενο, μια ποιητική νουβέλα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω λεπτομέρειες. Μόνο ότι θα βγει τέλος χειμώνα, αρχές άνοιξης από τις εκδόσεις Περισπωμένη.

b141500Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθb139477αι;

Εξαιρετικό εργαλείο δουλειάς. Επιπλέον, ευτυχώς που υπάρχει το διαδίκτυο και οι άνθρωποι οργανώνονται ταχύτερα ενάντια στον ολοκληρωτισμό.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα δεχόμουν για δύο λόγους: Είναι ωραίο να γράφεις για πλάσματα αιώνια, όχι να γίνεσαι εσύ ένα από αυτά. Κι ύστερα, η πρόταση αυτή είναι ύπουλη γιατί, αν πάψει να σε απασχολεί ο θάνατος, είναι βέβαιο ότι έτσι κι αλλιώς δεν θα γράψεις. Συνεπώς, ποια είναι ακριβώς η προσφορά; Λογοτεχνία και έρωτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το φόβο του θανάτου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Με τι χρώμα θα χαρακτήριζα το κάθε έργο μου; Έχουμε και λέμε:

img136‘Με τις ευλογίες των νεκρών’: Λευκό.

‘Νυχτωδία’ Μπλε ινδικό.

‘Νεροπομπή’: Ασπρόμαυρο.

‘Ο μονόκερως του πόθου’: Κυπαρισσί.

‘Ιφιγένεια της Ευριπίδου’: Βαθύ κόκκινο.

‘Ροδώνες και πέρλες’: Ουράνιο τόξο.

‘Η κόρη του ξενοδόχου’: Κίτρινο για την Ηλέκτρα, μίνιο για τη Λη.

Στις θεατρικές εικόνες: Ιφιγένεια [Και κάθε βράδυ βγαίνουμε -χρωματιστές ακρίδες-/ Δέκα κορίτσια εδώ στην Ευριπίδου./ Λάμπες που στρεμοσβήνουμε ] και Νυχτωδία [Αχ, τούτη η νύχτα δεν κυλά, κολλάει πάνω στα μαλλιά κι ανάσα μας βαραίνει. Και το φεγγάρι κρύβεται και μας περιγελά.].

Στην επόμενη ανάρτηση, η Κόρη του Ξενοδόχου.

04
Φεβ.
13

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 115. Θωμάς Κοροβίνης

korovinisΤα παρακάτω λόγια του Θωμά Κοροβίνη δημοσιεύονται ακριβώς όπως γράφτηκαν στο χαρτί κατά την διανυκτέρευσή του στο Αίθριο του Πανδοχείου, χωρίς την παρεμβολή των ερωτήσεων, των εναυσμάτων και των σκόρπιων φράσεων που πιθανώς τα προκάλεσαν.

Με την μουσική έχω τρέλλα από μωρό. Δε την σπούδασα. Κάποτε μάθαινα μπαγλαμά και μπουζούκι μα τα παράτησα. Είχα ξεκινήσει αργά. Το όργανο θέλει δάχτυλα παιδιού, θέλει να γίνεις φυματικός για να το κατακτήσεις. Έγραφα στίχους και ποιήματα από νωρίς, είχα έφεση σ’ αυτό, μπορώ να πω, ευκολία. Το μόνο ποίημα που κατόρθωσα να εκδώσω είναι το ποίημα – ποταμός Τρία ζεϊμπέκικα κι ένα ποίημα για τον Γιώργο Κούδα, σε 60 σελίδες εξαίρεται το αθλητικό ήθος τού άλλοτε και ανασταίνεται η δεκαετία του ’60 στις λαϊκές γειτονιές της Θεσσαλονίκης, είναι ποίημα πολιτικό, και δεν ξέρω αν έχει γραφτεί τόσο εκτεταμένο ποίημα για αθλητή πουθενά.

b160072b184972Ερασιτέχνης, πρωτογενής μουσικός,  αυτοδίδακτος, έφτιαχνα τις μελωδίες τραγωδώντας τες και σφυρίζοντάς τες και τις ολοκλήρωνα με την βοήθεια των μουσικών. Έχω εκδώσει τρεις πλήρεις μουσικές εργασίες σε σύνθεση και στίχους δικούς μου, όπου μεταφέρω με το τραγούδι αυθεντικά σπαράγματα ζωής: το ’92 Από έβενο κι αχάτη, σε δική μου ερμηνεία, το ’98 Τακίμια, σε ερμηνείες δικές μου κι από ένα τραγούδι λένε η Λιζέτα Καλημέρη, η Βούλα Σαββίδη, η Μαριώ και η Σοφία Εμφιετζή, το 2009 Το κελί, ερμηνεύω εγώ, η Λιζέτα Καλημέρη,  η Μαρία Φωτίου και ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, μαζί με τον οποίο λέμε το εμβληματικό μου τραγούδι Οι νικητές, που γράφτηκε στη μνήμη του Μανώλη Αναγνωστάκη την ημέρα της αποδημίας του και εξαίρει την ανάποδη νίκη της Αριστεράς, δηλαδή των θεωρούμενων ιστορικά ηττημένων.

b136869iwannouΑπό άλλες δουλειές ξεχωρίζω το τραγούδι μου Βαρδάρης που ερμήνευσε το αθάνατο καρντάσι μου, ο Νίκος Παπάζογλου και το Νανούρισμα σε σύνθεση Χρίστου Τσιαμούλη, όπου βάζω την Παναγιά να κλαίει τον Χριστό στην κούνια του για αυτά που θα τραβήξει, το είπε μοναδικά η Ελένη Βιτάλη …Το 1996 ηχογράφησα το ερωτικό έπος του Φουζουλή Λεϊλά και Μετζούν, σε μετάφραση και απαγγελία δική μου, με την συνοδεία του συγκροτήματος Εν χορδαίς. Το 2004 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μυγδονία  μια κομψή έκδοση  του Ξεπεσμένου δερβίση του Παπαδιαμάντη, τον οποίο διαβάζω.  Έχω τραγουδήσει σε πολλά μαγαζιά στο παρελθόν, κυρίως στην Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη.  Συχνά πιάνω ένα θέμα, π.χ. Οι τσιγγάνοι στο ελληνικό τραγούδι, ή Η αμαρτία στο λαϊκό τραγούδι, ανθολογώ τα ωραιότερα και τα παρουσιάζω σε συναυλίες.

b94884b74053Πρώτη δουλειά που παρουσίασα ήταν μέρος της ανθολογίας μου Τουρκικές παροιμίες στο   περιοδικό Διαγώνιος του Χριστιανόπουλου που υπήρξε δάσκαλός μου. Ο άλλος δάσκαλός μου, στο πανεπιστήμιο, ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης. Το βιβλιαράκι βγήκε το 1986 απ’ την Διαγώνιο και εμπλουτισμένο το 1988 από την Άγρα. Η γνωριμία μου με τον σπουδαίο εκδότη Σταύρο Πετσόπουλο ήταν σημαδιακή. Ένας κύκλος εργασιών μου περιλαμβάνει βιβλία που με τον τρόπο τους συντελούν στην αλληλογνωριμία μας με τους Τούρκους, Ο, τι πιο σημαντικό έχω κάνει προς αυτή την κατεύθυνση είναι οι μελέτες μου, πολύμοχθες και χρονοβόρες και οι δύο Οι Ασίκηδες και Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας. Ένα άλλο κεφάλαιο που με απασχολεί είναι ο λαϊκός πολιτισμός της χώρας μας  και ιδιαίτερα το λαϊκό τραγούδι. Εδώ εντάσσονται η μονογραφία για την Μπέλλου, το  Αφιέρωμα στον Καζαντζίδη και άλλα.

9698 Η πεζογραφία με απορροφά τα τελευταία χρόνια. Τρεις νουβέλες Κανάλ Ντ’ Αμούρ, Φαχισέ Τσίκα, Το χτικιό της Άνω Τούμπας, πάρα πολλά σκόρπια αφηγήματα δημοσιευμένα σε διάφορα περιοδικά, τρία μεγάλα μυθιστορήματα Όμορφη νύχτα, Ο γύρος του θανάτου – που πήρε το κρατικό βραβείο και ανεβαίνει φέτος τον Μάρτιο στο Κρατικό θέατρο σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, αν και τα δικαιώματα τα έχει η Νένα Μεντή και ο Πέτρος Ζούλιας, που μπορεί να το παίξουν στην Αθήνα αργότερα – και το 55 που βγήκε πρόσφατα. Το ωραιότερο δοκίμιο που έχω γράψει είναι Ρεπορτάζ – Στον Γιώργο Ιωάννου, εκδόσεις Μυγδονία που είναι πένθιμο και παράλληλα καυστικά καταγγελτικό για την εξαθλίωση της νεοελληνικής κοινωνίας, το ξεπούλημα της ταυτότητάς της και την εν γένει -κατά την κρίση μου – ανεπιστρεπτί  κατρακύλα της.

27
Νοέ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 110. Άρης Μαραγκόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το Χαστουκόδεντρο είναι ένα μικρό, προσωπικό έπος, που προσδοκώ να διαβαστεί ως έπος μιας εποχής. (Ξέρω θα πείτε, «μεγάλη φιλοδοξία». Ναι, έχω. Η μικρή φιλοδοξία είναι μικρή.) Είναι η απόπειρα να καταλάβω/καταλάβουμε το γιατί και το πώς της νεοελληνικής μοίρας. Έπος-ντοκιμαντέρ, μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ, Σινεμά-μάτι / μυθιστόρημα-μάτι (για να θυμίσω τη δουλειά του σκηνοθέτη Τζίγκα Βερτόφ), μια κυβιστική οπτική της ελληνικής μας περίπτωσης: με άξονα τη ζωή ενός ζευγαριού κομμουνιστών που, όμως, υπήρξε η ζωή χιλιάδων ανθρώπων που δοκίμασαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια στους πιο αναξιοπρεπείς καιρούς, στις πιο αναξιοπρεπείς συνθήκες. Είναι, αν θέλετε, ένα μυθιστόρημα μύησης με πρωταγωνιστή την Ελλάδα του 20ού αιώνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα βιβλία μου μιλάνε πάντα για τα ίδια πράγματα. Αυτά που μου έκαναν εντύπωση από μικρό παιδί. Κυρίως από μικρό παιδί. Απλώς μιλάνε με διαφορετική φωνή το καθένα. Αυτό ψάχνω κάθε φορά: τη διαφορετική φωνή που θα μιλήσει για τα ίδια πράγματα. Τη διαφορετική φωνή την ακούω κάποια στιγμή μέσα μου. Ποτέ δεν εμπνεύστηκα από κάποιο βιβλίο. Εμπνέομαι από τις στενοχώριες και τις χαρές μου. Από τις ματαιώσεις, τις νίκες, τις ήττες μου. Υποθέτω το ίδιο κάνουν όλοι: από τον Τζόις έως τον τελευταίο γραφιά του 19ου αιώνα. Ω, η ζωή του καθενός μας είναι ολόκληρο roman fleuve, τι να λέμε τώρα! Το ζήτημα είναι να βρεις τη φωνή του, τη φωνή σου κάθε φορά που ξεκινάς κάτι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπορώ να δουλεύω ακόμα κι όταν γύρω μου γίνεται χαμός. Αντέχω ακόμα κι όταν με σταματάνε για να κάνω μια δουλειά, ή για να σηκώσω το τηλέφωνο… Άμα έχω μια ιδέα σφηνωμένη στο μυαλό μου δεν με εγκαταλείπει με τίποτε! Αλήθεια. Οπωσδήποτε προτιμώ την ησυχία. Δεν θέλω καθόλου να ακούω μουσική. Με αποσπά. Ο θόρυβος των ανθρώπων με αποσπά πολύ λιγότερο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολύ συχνά. Κάποτε δούλευα σε φροντιστήρια. Στο δεκάλεπτο διάλειμμα πήγαινα στο δωματιάκι που φτιάχναμε καφέ κι έγραφα. Στη δουλειά μου επίσης: πολύ συχνά γράφω ενώ γύρω μου καίγεται το σύμπαν και, υπόψη, είμαι πολύ συνεπής επαγγελματίας στη δουλειά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Από Έλληνες θα επέλεγα κάποιον από τους πρωτομοντέρνους π.χ. τον Βιζυηνό, τον Μητσάκη, τον Παπαδιαμάντη (με διάθεση να αποδομήσω εντελώς το θρησκευτικό του στοιχείο επιστρέφοντάς το στη βιβλική ιλύ όπου εξ ορισμού ανήκει…). Αλλά και ο Κοσμάς Πολίτης με ενδιαφέρει πολύ ως περίπτωση μοναχικού αγωνιστή… Η Ελισάβετ Μαρτινέγκου επίσης… Ο Νικόλας Κάλας, πάρα μα πάρα πολύ, αισθάνομαι καμιά φορά ότι του μοιάζω σε μερικά πράγματα…

Από ξένους θα ήθελα να γράψω (σε μια άλλη ζωή πια) για τον Λεονίντ Αντρέγιεφ και όλη εκείνη τη γενιά των ρώσων… Για τον Σέλεϊ επίσης και κυρίως για τη γυναίκα του Μαίρη, συγγραφέα του Φρανκεστάιν. Ω, είναι μεγάλος ο αριθμός για έναν άνθρωπο που βιογραφεί σε όλα του τα βιβλία, αρχής γενομένης με το Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου και πάει λέγοντας έως τη Μανία με την Άνοιξη και το Χαστουκόδεντρο.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής είναι συγγραφέας. Τελεία. Η κακή μετάφραση είναι έργο κακού συγγραφέα. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω: ο μεταφραστής μεταγράφει σε άλλο ιδίωμα, με άλλη έμπνευση, σε άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με άλλη υποδομή, σε άλλη κουλτούρα κ.λπ. ένα έργο. Κάνει δηλαδή εξαιρετικά πολλά και δύσκολα πράγματα. Μπορεί να καταστρέψει ένα έργο, μπορεί να αλλοιώσει ένα έργο, μπορεί να δώσει νέα πνοή σε ένα έργο. Όλα μπορεί να τα καταφέρει ο μεταφραστής, και τα καλά και τα άσχημα. Γι’ αυτό είπα, είναι συγγραφέας.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θεωρώ ότι η καλύτερή μου μετάφραση υπήρξε η Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς. Και με δυσκόλεψε και την απόλαυσα και κάτι (νομίζω) κατάφερα για τον Έλληνα αναγνώστη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εκτός από το Πλατεία Ουάσιγκτον συστήνω και το Μοντεράτο Καντάμπιλε της Μαργκερίτ Ντιράς. Ναι, ήταν κι αυτό μια πολύ καλή μετάφραση. Α! και τον Σαρραζίνο του Μπαλζάκ, κι αυτή δεν είναι κακή μετάφραση. Και τα τρία άλλωστε είναι, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, εξαιρετικά έργα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος θα χρηματοδοτούσε μια τετράχρονη-πεντάχρονη δουλειά για να μεταφράσω το Ulysses;

Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Τόπος. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου; Πότε ξεκίνησε, τι θυμάστε από τις πρώτες του μέρες, πότε αναλάβατε την διεύθυνσή του;

Είμαι ιδρυτικό στέλεχος του Τόπου. Είμασταν κάμποσοι άνθρωποι με όνειρα για το βιβλίο στον Τόπο. Το 2007. Τώρα έχουμε, οι περισσότεροι, πάντα την ίδια όρεξη και τα ίδια όνειρα. Αλλά η κρίση, ενώ βρισκόμασταν σε πλήρη ανάπτυξη, μας «χαστούκισε» άσκημα…

Διευθύνω μόνον το τμήμα λογοτεχνίας (και η λέξη «διευθύνω», ειδικά σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς σηκώνει πάρα πολύ νερό). Δεν έχω ιδέα και φυσικά δεν ασχολούμαι καθόλου με την οικονομική διαχείριση.

Σε ποιο βαθμό συμμετέχετε στην αισθητική εμφάνιση των εκδόσεων (εξώφυλλα κλπ.);

Συμμετέχω σε όλη τη διαδικασία όταν ένα βιβλίο με ενδιαφέρει. Το διαβάζω, το φροντίζω, το περιποιούμαι, με όλες τις έννοιες του όρου. Φυσικά και παίρνω μέρος στην αισθητική του εμφάνιση. Που δεν αφορά μόνο το εξωτερικό περίβλημα αλλά και το εσωτερικό (concept, στήσιμο, γραμματοσειρά, διάστιχο, ένθετες εικόνες και σχέδια κ.λπ.).

Για ποιους τίτλους είστε υπερήφανος; Ποιο βιβλίο σας απολαύσατε ως την τελευταία σελίδα; Ποιο θα προτιμούσατε να μην έχετε εκδώσει;

Είμαι πολύ περήφανος που εκδώσαμε (σε εξαιρετική φιλολογική επιμέλεια του Αριστοτέλη Σαΐνη) την Τριλογία του Βασιλικού. Περήφανος που «κλείσαμε» τα έργα του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Πoλύ περήφανος που έδωσα μορφή κατάλληλη στο χρονικό του Χρήστου Δανιήλ ώστε να ξαναδιαβαστεί η ποίηση της Μάτση Χατζηλαζάρου με το Ιούς Μανιούς ίσως και Aqua Marina. Ναι, από… περηφάνεια, για πολλά βιβλία μας, πάμε καλά.

Η ιστοσελίδα των εκδόσεων Τόπος παρουσιάζει όλες τις κριτικές θέσεις που αφορούν τα βιβλία αλλά και ειδικούς οδηγούς ανάγνωσης, ενώ το διαδικτυακό φανζίν ανοίγει θύρες σε διάφορα λογοτεχνικά ζητήματα. Ποια η θέση όλων αυτών στην αναγνωστική διαδικασία; Πώς αποφασίσατε την κατασκευή αυτών των περιεκτικών ιστοσελίδων;

Το Διαδίκτυο είναι εξαιρετικό εργαλείο για την προώθηση των βιβλίων. Το αγκαλιάσαμε από την πρώτη στιγμή. Δεν καθυστερήσαμε λεπτό. Αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που θέλουμε να κάνουμε ακόμα και δεν τα προχωράμε λόγω συνθηκών.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Ιστορία, Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Φωτογραφία, Ζωγραφική. Οι σπουδές μου επέτρεψαν στη γραφή μου να σταθεί πεισματικά, με άποψη, περισσότερο στην τέχνη του πράγματος, στην τέχνη του λόγου, παρά στον πεζό λόγο / περιεχόμενο / πλοκή του κάθε έργου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει όλες τις δουλειές που μπορεί να φανταστεί κανείς. Όλες, τις πιο απίθανες. Συνεχίζω παριστάνοντας τον εκδότη. Στην πραγματικότητα εργάζομαι ως επιμελητής, με την ακριβέστατη αγγλοσαξωνική έννοια του όρου, editor. Στην ανάγκη και ως διορθωτής. Στην ανάγκη και ως γραφίστας. Στην ανάγκη και ως φωτογράφος και επεξεργαστής illustrator, photoshop, κ.λπ. Με καταλαβαίνετε υποθέτω.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω έναν κλασικό συγγραφέα που δεν θα αποκαλύψω, διαβάζω πάντα τους κλασικούς, γράφω / σχεδιάζω, κάποια χρόνια κιόλας, ένα κόμικς.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω κουραστεί με τα εύκολα αναλώσιμα θεάματα όπως έχω κουραστεί και με τα εύπεπτα αναλώσιμα βιβλία. Έχω κουραστεί με τον αργό θάνατο του παγκοσμιοποιημένου σινεμά. Προσπαθώ να βλέπω μόνο ευρωπαϊκές παραγωγές. Η ταινία που μου αρέσει πάντα να αναφέρω είναι Η επέλαση των βαρβάρων, Les invasions barbares, του Ντενίς Αρκάν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπαινίσσεσθε υποθέτω τα social media, επειδή το διαδίκτυο δουλεύει, είτε μας αρέσει είτε όχι, όπως ας πούμε το ηλεκτρικό φως. Μια χαρά και τα social media. Εικόνα της κοινωνίας μας, με ό,τι σημαίνει αυτό. Δεν ζούμε σε ελεφάντινο πύργο. Μια χαρά, μου αρέσει. Συναντάς τόσον κόσμο που δεν θα συναντούσες ποτέ. Πληροφορείσαι απίθανα πράγματα που, ακόμα κι αν φαίνονται άχρηστα με την πρώτη ματιά, κάποτε αποδεικνύονται χρησιμότατα. Ένα απέραντο καφενείο. Ένας καταπληκτικός χώρος για flaneurs κ.λπ. Και για επαγγελματίες, όπως εγώ, χρησιμότατο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θέλω την αιώνια νιότη. Ο κόσμος υπάρχει για να γεννιέται, να μεγαλώνει, να γερνάει, να πεθαίνει. Είναι πάρα πολύ όμορφο πράγμα αυτό. Και δεν τρελαίνομαι με το δώρο της γραφής και της ανάγνωσης. Θα μπορούσα να ζήσω και σ’ ένα νησί των Αντιλών (ή έστω του Αιγαίου) ως ψαράς. Ή στο παράσπιτο των 30 τετραγωνικών μιας έπαυλης στην Ιταλία ως κηπουρός. Ω, θα ήμουν ευτυχής, μακάριος, ως πτωχός τω πνεύματι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερώτηση: «Σας αρέσει ο κόσμος που ζούμε;»

Απάντηση: «Όχι, καθόλου, με τίποτε. Η ζωή όμως είναι υπέροχη.»

Σημ.: Παλαιότερα διανυκτερεύσαντες στο Πανδοχείο, Οδυσσέας και Διαστροφείς.

30
Οκτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 108. Μαρία Αγγελίδου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Oι “Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα”, εκδ. Μεταίχμιο. Άλλα τέσσερα “ιστορικά παραμύθια”, προς το παρόν τα πιο αγαπημένα μου. Οι ιστορίες του Πολέμου είναι ανυπόμονες. Θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι γεμάτες φόβο, γεμάτες μαύρη βιασύνη, γεμάτες λαμπερό θρίαμβο. Οι ιστορίες της Αγάπης είναι συναρπαστικές. Δεν θέλουν να φτάσουν στο τέλος. Είναι δυστυχώς γεμάτες τρομερά ψέμματα – και τρομερές αλήθειες. Οι ιστορίες της Πέτρας είναι εύκολες. Δεν φεύγουν. Είναι γεμάτες σκέψη. Οι ιστορίες της Θάλασσας, όμως, είναι οι πιο νόστιμες και οι πιο παιχνιδιάρες απ’ όλες. Θέλουν να ταξιδεύουν, θέλουν να γυρίζουν τον κόσμο, θέλουν να βλέπουν τα παράξενα, θέλουν να σκέφτονται, ν’ αγαπάνε, να μην τελειώνουν ποτέ. Είναι γεμάτες ομορφιά.

Τα επόμενα τέσσερα παραμύθια, τις “Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος”, τώρα αρχίζω να τις σκέφτομαι.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Όλα άρχισαν με τις Μυθολογίες. Πρώτα οι τρεις των εκδ. Πατάκη: Οι άνθρωποι που δεν έβλεπαν όνειρα (Ατλαντίδα), Οι άνθρωποι που έκλεψαν τα γράμματα από τους θεούς (Παλαμήδης), Οι άνθρωποι που δεν εννοούσαν να πεθάνουν (Σίσυφος). Η λογική αυτής της σειράς ήταν ανθρωποκεντρική.

Ακολούθησε μια νέα σειρά “μυθολογικών παραμυθιών”: η τρίτομη σειρά των εκδ. Παπαδόπουλος, Πώς ξεκίνησε ο κόσμος, Από τους θεούς στους ανθρώπους, Από τους ανθρώπους στους ήρωες. Εδώ η λογική αρχίζει να προσγειώνεται σιγά-σιγά στο αυλάκι της Ιστορίας.

Ακολούθησαν οι δύο πρώτοι τόμοι της σειράς “Το Βυζάντιο των Θαυμάτων”: Το Βιβλίο των αυτοκρατόρων και το Βιβλίο των πειρατών, εκδ. Λιβάνη. Εδώ έχουμε μπει πια για τα καλά στη λογική των “ιστορικών παραμυθιών”.

Με το βιβλίο “Μύρτις, οι ζωές της”, εκδ. Παπαδόπουλος, ξεκίνησε η συνεργασία με τον καθηγητή Μανώλη Παπαγρηγοράκη, που έχει έναν δικό του τρόπο να προσεγγίζει την μελέτη και την “αναβίωση” της Ιστορίας.

Η “Οδύσσεια, η Πολυμήχανη Ιστορία”, εκδ. Βιβλιόφωνο, ήταν και είναι αγαπημένο project, ο Οδυσσέας ήταν και είναι λατρεμένος ήρωας. Ο “Ηρακλής, ο Πραγματικός Ήρωας” είναι το βιβλίο που μου έμαθε μέχρι τώρα τα περισσότερα αναπάντεχα πράγματα.

Τέλος η σειρά “Η ιστορία δεν είναι μόνο μάθημα” ξεκίνησε με τις Ιστορίες που τις είπε η Πέτρα, εκδ. Αερόστατο, και συνεχίζεται στις εκδ. Μεταίχμιο, με τις Ιστορίες που τις είπε ο Πόλεμος, τις Ιστορίες που τις είπε η Θάλασσα, και “σύντομα κοντά σας” με τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος. Ελπίζω να πω κι άλλες Ιστορίες.

Έχω ακόμα τα Τετράδια της Αυτοβιογραφίας του Ηλία Μακρή (Συμπτώσεις και Ορισμοί), το Δέντρο με τα ψέμματα, την Τρίτη Μάγισσα, την Άσπρη Ποδιά… Τους Αλλοιώτικους… κ.α.

Ποιες επιπλέον ιδιαιτερότητες, απαιτήσεις και δυσκολίες έχει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τις ίδιες απαιτήσεις σε σοβαρότητα, ευθύνη, εργατικότητα, αφοσίωση και ταλέντο, που έχει και η συγγραφή “ενήλικης” λογοτεχνίας. Στο πολλαπλάσιο, όμως.

Δεν πιστεύω καθόλου στον ηλικιακό διαχωρισμό. Αν μια ιστορία θέλει να είναι καλή και όμορφη, πρέπει να είναι καλή και όμορφη για όλες τις ηλικίες. Δεν μου αρέσει η “παιδική” λογοτεχνία, που είναι μόνο για παιδιά. Την αποφεύγω και δεν την διαβάζω. Είμαι άλλωστε σίγουρη οτι τα παιδιά μπορούν να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν κάθε καλή και άξια ιστορία, ακόμα κι αν δεν είναι “παιδική”.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω σε διάφορα σημειωματάρια, έχω πλήθος. Γράφω σε τετράδια και σε μπλοκ. Αλλά αυτό είναι το τελευταίο κομμάτι, η τελευταία φάση της δουλειάς. Η πρώτη φάση, που κρατάει πολύ περισσότερο και είναι η ωραιότερη, είναι όταν σκέφτομαι τις ιστορίες. Όταν έχω όλες τις ιδέες ανοιχτές να παίζουν κι εγώ διαλέγω. Ή δεν μπορώ να διαλέξω. Κι αυτό μ’ αρέσει.

Οι ιδέες έρχονται, όταν τρέχω. Και τρέχουν μαζί μου για παρέα. Το συνηθίζουν αυτό οι ιδέες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Κρατάω τις πρώτες σημειώσεις πάντα με το χέρι. Μ’ αρέσουν οι λεπτοί μαρκαδόροι, οι χρωματιστές ξυλομπογιές. Τα καινούργια τετράδια. Αλλά βολεύομαι και με μαύρο απλό μολύβι. Μουσική ακούω μόνο όταν μεταφράζω, όχι όταν γράφω. Πολύ συχνά τζαζ, παλιά τζαζ και πιο καινούργια. Μ’ αρέσει επίσης πολύ και η μουσική από κινηματογραφικές ταινίες. Δεν ξέρω πολλά πράγματα από μουσική. Έχω, όμως, αγαπημένους και φίλους που ξέρουν. Και τους χρωστάω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού. Σεμνύνομαι πως δεν έχω γράψει δυο βιβλία στο ίδιο σημείο. Ακόμα κι όταν γράφω στο γραφείο μου… Έχω αλλάξει πάμπολλες φορές σπίτι. Και αλλάζω θέση το τραπέζι μου τουλάχιστον μια φορά το δίμηνο.

Ανείχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Ησίοδο. Με κεντρίζει αυτός ο αγρότης που σήκωσε τα μάτια του και έγραψε για τους Θεούς, σαν να τους ήξερε προσωπικά.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Να πω εδώ ότι το έργο της μετάφρασης δεν το βρίσκω κοπιώδες. Το βρίσκω συναρπαστικό. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό, που κάνω αυτή τη δουλειά. Αν ρωτάτε εμένα, είναι η καλύτερη δουλειά του κόσμου.

Έχω μεταφράσει πολλά βιβλία “ενήλικης” και “παιδικής” λογοτεχνίας. Κανένα δεν ήταν ίδιο με κάποιο άλλο. Άρα η κάθε περίπτωση ήταν και είναι διαφορετική, ξεχωριστή. Υπάρχει, ωστόσο, μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται (στα βήματά της, τουλάχιστον).

Πρώτα διαβάζω. Πολύ και πολλά και διάφορα. Διαβάζω όλα τα έργα του συγγραφέα που πρόκειται να μεταφράσω. Διαβάζω και μερικά συγχρόνων του. Διαβάζω ο τι μπορώ από κείμενα που να με βάλουν στο πνεύμα του συγκεκριμένου βιβλίου (αυτό το κομμάτι είναι πολύ ενδιαφέρον, είτε πρόκειται για ιστορικά, είτε για επιστημονικά δοκίμια). Διαβάζω μεταφράσεις του βιβλίου σε άλλες γλώσσες. Διαβάζω ο τι άλλο δικό του έχει μεταφραστεί στα ελληνικά στο παρελθόν.

Μετά τ’ αφήνω για λίγο καιρό. Δεν διαβάζω, αλλά το σκέφτομαι. Αυτή η φάση μ’ αρέσει, γιατί χωρίς βιβλία στα χέρια μου αρχίζω και σκέφτομαι το βιβλίο στα ελληνικά. Σιγά-σιγά.

Μετά μεταφράζω. Εδώ δεν έχω κανόνες ή τελετουργικά. Το μόνο που κρατάω με επιμονή: όταν αρχίζω ένα βιβλίο, μεταφράζω καθημερινά ώσπου να το τελειώσω.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις είναι σαν τις γέννες: δεν θυμάσαι τον πόνο τους μετά. Σαν τα παιδιά, όμως, άλλες τις χαίρεσαι περισσότερο κι άλλες λιγότερο. Αυτή που ακόμα θυμάμαι και χαίρομαι είναι “Οι δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”, εκδ. Άγρα. Αυτό το βιβλίο αστράφτει -με πολλούς τρόπους.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Ε, τις “Δεκατρεισήμιση ζωές του Μπλε Αρκούδου”. Του Walter Moers. Εκδόσεις Άγρα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Έχω μεταφράσει πάνω από 600 βιβλία. Ελπίζω να μεταφράσω πολλά ακόμα, για πολύν πολύν καιρό. Το καλύτερο κομμάτι της δουλειάς είναι η ζωντανή σχέση με τη γλώσσα μας. Την ελληνική, θέλω να πω. Μεταφράζω από αρκετές ξένες γλώσσες. Αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ολλανδικά, σουηδικά, νορβηγικά, ισπανικά. Ξέρω και μια γλώσσα προφορική: ελβετογερμανικά. Ξέρω καλά αρχαία και λατινικά. Αλλά το γλέντι όλο είναι για μένα τα ελληνικά που μιλάμε. Δεν παίρνουν καν απομάγευση. Είναι μια διαρκής και για μένα πανίσχυρη μαγεία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μεταφράζω εδώ και πολλά χρόνια απ’ ευθείας στον υπολογιστή. Δεν έχω PC. Χρησιμοποιούσα και χρησιμοποιώ φορητούς, όλο και μικρότερους. Εξακολουθώ να αγαπώ και να μαζεύω χάρτινα λεξικά.

Για τη μουσική τώρα: αν υπάρχει σύνθεση, που να σχετίζεται με κάποιο (έστω και χαλαρό, μακρινό) τρόπο με το βιβλίο που έχω και δουλεύω, τότε φυσικά την ακούω. Αλλά όχι την ώρα που δουλεύω. Την ακούω σε πρώτη φάση, όταν διαβάζω και ετοιμάζομαι για τη μετάφραση. Όταν μεταφράζω ακούω τζαζ. Ή ραδιόφωνο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ευτυχώς πολλοί. Τώρα αναμετριέμαι με την Τούβε Γιάνσον. Με τα Μούμιν της. Κι ετοιμάζομαι ήδη (δηλαδή διαβάζω και σκέφτομαι και ακούω) για τον Μπατσιγκαλούπι.

Υπάρχουν βέβαια βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει, αλλά τα πρόλαβαν άλλοι.

Κάποια από τα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ. Το δεύτερο βιβλίο του Walter Moers που κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Η Δηλητηριώδης Βίβλος, της Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ, είναι το τελευταίο που θυμάμαι.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Ο συγγραφέας είναι συγγραφέας και ο μεταφραστής μεταφραστής.

Ο μεταφραστής εργάζεται έτσι ώστε τα φώτα να στραφούν ακριβώς στον συγγραφέα.

Ο μεταφραστής “κάνει” Έλληνα έναν ξένο συγγραφέα.

Δυστυχώς μερικές φορές τον “ξεκάνει”.

Η κριτική βέβαια εστιάζει σ’ αυτές τις φορές.

Προτείνω να σκεφτόμαστε πρώτοι εμείς οι μεταφραστές τα παραπάνω. Και να πορευόμαστε ανάλογα. Βρίσκω τρομερά ενδιαφέρουσα την παρατήρηση: ας παρατηρήσουμε ποια θέση αναγνωρίζουν στους μεταφραστές άλλες κοινωνίες και/ή άλλες εποχές. Διότι όλες οι κοινωνίες και όλες οι εποχές έχουν χρησιμοποιήσει και χρησιμοποιούν μεταφραστές.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Νομίζω πως λίγοι πια είναι οι άνθρωποι, που πιστεύουν ότι ένα βιβλίο φτιάχνεται αποκλειστικά από τον συγγραφέα του. Ο συγγραφέας είναι ίσως το πρώτο όνομα στη μαρκίζα. Αλλά σημαντικοί συνεργάτες του είναι πλέον και όλοι όσοι συμμετέχουν στη διαδικασία της “έκδοσης” και της κυκλοφορίας ενός βιβλίου. Στην εποχή μας, που η λογοτεχνία έπαψε να είναι μόνο χάρτινη, υπάρχουν φυσικά κι άλλες κατηγορίες δημιουργών και εργατών της εικόνας και του λόγου, που κρατούν σπουδαίους ρόλους στη γέννηση των βιβλίων. Αυτά όλα σιγά-σιγά αναγνωρίζονται.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω κρατήσει επαφή με όσους εν ζωή συγγραφείς έχει τύχει να μεταφράσω. Τους ήρωες των βιβλίων τους ξέρω όπως ξέρω τους παλιούς μου φίλους – που δυστυχώς δεν τους βλέπω πια. Τους σκέφτομαι, είναι κομμάτια της ζωής μου, παραμένουν για μένα ζωντανοί κι αληθινοί. Αλλά τα βιβλία δεν τα ξαναδιαβάζω ποτέ.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ων ουκ έστιν αριθμός, δόξα τω Θεώ!

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στη ζωή μου ήταν μια έκδοση της Οδύσσειας για παιδιά, εκδ. Ρούγκα, σε κείμενο Μαρίας Ρούγκα. Στη συνέχεια λάτρεψα μέχρι τρέλλας τον Βερν, τον Μαρκ Τουαίην, την Περλ Μπακ κι αμέτρητους άλλους και άλλες. Μεγαλώνοντας μπήκα μέσα σε συγγραφείς και δεν ξαναβγήκα ποτέ: Μπόρχες, Σεφέρης, Βιρτζίνια Γουλφ, ο Χόφμαν, ο Χάντκε, … και … και… και…

Ντρέπομαι που δεν μπορώ να τους αναφέρω έστω όλους. Αισθάνομαι άσχημα. Είμαι πιστή αναγνώστρια. Αν αγαπήσω, αγαπώ για πάντα. Και διαβάζω τα άπαντα.

Είμαι από τους μεγάλους που διαβάζουν συστηματικά αστυνομικά και ιστορικά μυθιστορήματα. Απ’ αυτούς που περιμένουν πώς και πώς το επόμενο βιβλίο του Ρεβέρτε. Που θα διαβάσουν ό,τι κι αν γράψει ο Μάρκαρης, ο Μακριδάκης, ο Λιάκος, ο Eco, η Γαλανάκη, ο Ζουργός, ο Nadolny, ο Nesbo, η Maria Tatar, …και… και… και…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σώγερ, Χωκ Φιν, Γκριμμ και Άντερσεν. Πρέπει, όμως, να ομολογήσω ότι ήμουν από τα παιδιά που διάβασαν πολλές φορές και το “Πώς δενότανε τ’ ατσάλι” και τους “Τρεις Σωματοφύλακες” και τον “Μοντεχρήστο” και την “Καλύβα του Μπαρμπά Θωμά”.

Έχω ξετρελαθεί με το Game of Thrones. Περιμένω πώς και πώς τη συνέχεια.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού. Τον πρωτοδιάβασα φέτος το καλοκαίρι κι ενθουσιάστηκα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Ισμήνη Καπάνταη. Ο Ζουργός. Ο Παλαβός φέτος το καλοκαίρι. Ο Μακριδάκης. Η Γαλανάκη παλιότερα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τεν Τεν. Ο φοβερός και τρομερός Ντόναλντ Ντακ.

Ο Μικρός Σερίφης και ο Μικρός Ήρωας.

Αυτός ο Νάνος στο Game of Thrones….

Ο Μπλε Αρκούδος.

Ο Ζορό.

Ο κύριος Μπένεντικτ στη σειρά του Στιούαρτ.

Ο Λονγκ Τζων Σίλβερ.

Ο Ροβινσώνας (και στην εκδοχή των Ελβετών Ροβινσώνων).

Η Ερμιόνη του Χάρυ Πότερ.

Η Μις Μαρπλ.

Κι άλλοι πολλοί.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προδόθηκα ήδη, έτσι; Διαβάζω κόμικς με μανία σταθερή και πειθαρχημένη. Και Κλασσικά Εικονογραφημένα. Διαβάζω φυσικά και ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Αλλά τα διαβάζω επειδή κάνω τη δουλειά που κάνω. Ενώ χωρίς τον Αστερίξ, τον Τεν Τεν, τον Τζιμ Άνταμς, το Μίκυ, ειλικρινά δυσκολεύομαι να φανταστώ τη ζωή μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Οι σημειώσεις της Φιλοσοφίας και των Βυζαντινών μέσα σε λεωφορεία και τρόλεϋ και ΗΣΑΠ. Επειδή τα διάβαζα για πολύν καιρό. Και όρθια. Και στριμωγμένη.

Διαβάζω πάντα μέσα στα τραίνα και στα αεροπλάνα. Μέσα στην πόλη δεν μπαίνω πια συχνά σε ΜΜΣ.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω τελειώσει το βυζαντινό νεοελληνικό τμήμα της Φιλοσοφικής Αθηνών. Εξακολουθώ να θαυμάζω με πάθος τη γλωσσολογία, τη γραμματική, τη σύνταξη, την ιστορία, τη φιλοσοφία. Εξακολουθώ να λατρεύω το Βυζάντιο και την Αρχαιότητα. Σπούδασα Ιστορία Θρησκειών στη Ζυρίχη. Η Μυθολογία είναι (και μάλλον θα είναι για πάντα) ένας χώρος ζωής για μένα.

Καλή ευκαιρία να πω ότι έχω μάθει πολλά και πολύτιμα πράγματα από πολλούς δασκάλους. Τα χρέη γνώσης τα τιμώ ιδιαίτερα.

Μ’ αρέσει να ξέρω. Μ’ αρέσει να μαθαίνω. Μ’ αρέσει να σκέφτομαι και να αναδιατάσσω αυτά που ξέρω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζω βιβλία. Γράφω βιβλία. Διδάσκω θεωρία μετάφρασης και παιδικού βιβλίου.

Εδώ κι ένα χρόνο συνεργάζομαι σταθερά με τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Είμαι εδώ μαζί με την Ελένη Σβορώνου η Ομάδα Δημιουργικής Σχέσης με το Παιδικό Βιβλίο, που φέτος στεγάζεται στη KNOT Gallery.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω Εντουάρντο Γκαλεάνο, τους Καθρέφτες.

Τον πέμπτο τόμο του Game of Thrones.

Λιάκο, Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία.

Ben Haggarty-Adam Bfockbank, Mezolith

Νέσμπο, Χιονάνθρωπος.

Το Αστείο, του Γιάννη Παλαβού.

Γράφω τις Ιστορίες που τις είπε ο Δρόμος και τον Ηρακλή.

Μεταφράζω τα Μούμιν της Τούβε Γιάνσον και τον δεύτερο τόμο της σειράς Ρίκο και Όσκαρ, του Andreas Steinhoefel. Ετοιμάζομαι να μεταφράσω το Shipbreakers του Baccigalupi.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βλέπω αχόρταγα κινηματογράφο και θέατρο. Είναι από τις σταθερές και αδιάπτωτες σχέσεις της ζωής μου. Η ταινία που δεν ξεχνάω ποτέ μα ποτέ είναι Ο Λώρενς της Αραβίας.

Φετεινό θεατρικό: Χάνσελ και Γκρέτελ, στη KNOT Gallery, σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, ένα είδος θεατρικού αναλόγιου για παιδιά, με σκηνικά κυριολεκτικά εμπνευσμένα, κίνηση αφάνταστη, και ταπεινή αφηγήτρια-μάγισσα κακιά εμένα!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Τρομερά εντυπωσιακές και δυστυχώς περιορισμένες.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μ’ αυτό το αντίτιμο μετά χαράς. Το αντίτιμο που θα με σταματούσε αδιαπραγμάτευτα και χωρίς δεύτερη σκέψη θα ήταν άλλο: αν η αιώνια νιότη ήταν μόνο για μένα και όχι για τους άλλους, όχι για τον υπόλοιπο κόσμο μου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν φτάνει που μου κάνετε τόσες ερωτήσεις για τη δουλειά μου και για μένα, θα σας γκρινιάξω κι από πάνω;

Στις εικόνες: E.T.A. Hofmann, J.L. Borges, V. Wolf, P. Handke.

13
Οκτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 105. Γιώργος Μπαρουξής

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Είναι περίπου η σχέση του ηθοποιού με τον ρόλο του. Ο μεταφραστής καλείται «να μπει στο πετσί του συγγραφέα» και να απαντήσει στο ερώτημα: Αν ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, πώς θα έλεγε το ίδιο πράγμα στα ελληνικά;

Υπό αυτή την οπτική, το «σενάριο» που πρέπει να αποδώσει ο μεταφραστής (το πρωτότυπο κείμενο) αποτελεί ένα οικοδόμημα νοημάτων (στα δοκίμια) ή νοημάτων-συμβάντων-συναισθημάτων-βιωμάτων (στην πεζογραφία και την ποίηση) φτιαγμένο με «δομικά υλικά» (λέξεις-εκφράσεις) μιας άλλης γλώσσας και κουλτούρας. Και ο μεταφραστής καλείται να χτίσει με τα δομικά υλικά της δικής του γλώσσας και κουλτούρας ένα οικοδόμημα που να προσεγγίζει στο μέγιστο δυνατό το πρωτότυπο. Αυτό μπορεί να ενέχει διάφορους βαθμούς δυσκολίας, καθώς οι γλώσσες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τους τρόπους, την διεξοδικότητα και την έκταση με την οποία καλύπτουν διάφορους τομείς και πτυχές της ζωής.

Η δυσκολία έρχεται όταν ένας «δομικός λίθος» της γλώσσας ή της κουλτούρας του συγγραφέα δεν υπάρχει στη γλώσσα του μεταφραστή, ο οποίος τότε καλείται να μπαλώσει την «τρύπα» σε εκείνο το σημείο με «δομικούς λίθους» της δικής του γλώσσας και κουλτούρας, και να καλύψει το κενό χωρίς να φαίνονται «ραφές» στις οποίες μπορεί να «σκαλώσει» ο αναγνώστης νιώθοντας ότι σπάει η ροή (seamlessly που λένε και οι αγγλόφωνοι.) Υπό αυτή την οπτική, της αναπαραγωγής ή μεταφοράς ενός λεκτικού-νοηματικού-βιωματικού οικοδομήματος από μια γλώσσα σε μια άλλη, ο μεταφραστής λειτουργεί ως νόμιμος αντιγραφέας έργων τέχνης (για την πεζογραφία και την ποίηση) ή «έργων σκέψης» (για τα δοκίμια).

Σε αυτή την προσπάθεια, εκείνο που πρέπει να κάνει ουσιαστικά είναι να αφήσει το κείμενο να τον οδηγήσει. Είναι μια διεργασία που θυμίζει λίγο το λεγόμενο «τσάνελινγκ». Κι αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να περιγράψουμε τη σχέση του μεταφραστή με τον συγγραφέα. Ο μεταφραστής κάνει τσάνελινγκ τον συγγραφέα (ή τις σκέψεις του συγγραφέα που εκφράζονται από το βιβλίο αν προτιμάτε), με τη διαφορά ότι «επικοινωνεί με το πνεύμα του συγγραφέα» όχι ως μέντιουμ αλλά μέσω του κειμένου. :-)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν πρέπει να ξεχωρίσω μία μετάφραση από όλες ως την πιο δύσκολη, θα ήταν τα κεφάλαια ενός πανεπιστημιακού εγχειριδίου που αφορούσαν το έργο του Αλτουσέρ και του Φουκό. Πάντως, κάθε βιβλίο μπορεί να έχει τη δυσκολία του, στην απόδοση του ύφους, στην πυκνότητα της γραφής, στην έρευνα που χρειάζεται, κλπ.

Το βασικό όμως είναι να σου κάνει καλή παρέα, έστω κι αν σε δυσκολεύει. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Κάθεσαι το πρωί να δουλέψεις, και ουσιαστικά για αυτές τις 8, 10 ή και παραπάνω ώρες σου κάνει παρέα ένας άνθρωπος που σου εξηγεί τις σκέψεις του ή σου αφηγείται την ιστορία του, κι εσύ τον ακούς, τον καταλαβαίνεις, και γράφεις ταυτόχρονα, σαν διαμεσολαβητής που αφηγείσαι κι εσύ με τη σειρά σου αυτές τις σκέψεις και τις ιστορίες σε ένα άλλο κοινό.

Έτσι, καλή παρέα μού έχουν κάνει οι συνήθεις ύποπτοι που έχουν περάσει κατά καιρούς από τα χέρια μου. Χωρίς συγκεκριμένη σειρά, Τομ Ρόμπινς, Ντέιβιντ Λοτζ, Τ.Ρ.Ρ. Τόλκιν, Γουίλιαμ Γκίμπσον, Στίβεν Κινγκ, Ρόμπερτ Άντον Γουίλσον (της τριλογίας Ιλουμινάτους), Βίκραμ Τσάντρα, Ρουθ Ρέντελ, Τζον Λε Καρέ, Άρθουρ Κλαρκ, Τζέιμς Κλάβελ. Και προφανώς οι κλασικοί που είχα την τύχη να μεταφράσω (έστω και σε διηγήματά τους), Τζέιν Όστεν, Τσαρλς Ντίκενς, σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, Ναθάνιελ Χόθορν, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουάσινγκτον Ίρβινγκ, Τζακ Λόντον, Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, Ρούντιαρντ Κίπλινγκ.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Είναι πολλά. Για να αναφέρω μερικά, Αγριεμένοι Ανάπηροι, Θεραπεία, Αναγνώριση Προτύπων, Αϋπνία, Ιλουμινάτους, Υφαντόκοσμος, Κόκκινο Χώμα και Ραγδαία Βροχή, κλπ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν νομίζω ότι ο μεταφραστής αδικείται. Το έργο του είναι σημαντικό και συχνά δύσκολο, αλλά ο κύριος δημιουργός είναι ο συγγραφέας. Όσο πιο απαρατήρητη περνά η παρουσία του μεταφραστή στο κείμενο τόσο καλύτερα έχει κάνει τη δουλειά του. Μπορούν να του αποδοθούν εύσημα, αλλά αναγκαστικά θα είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους από εκείνα του συγγραφέα.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε;

Πάντα σε ακολουθούν οι ήρωες ενός καλού βιβλίου. Όχι απλώς οι ήρωες αλλά ολόκληρο το βιβλίο, ο κόσμος του, η πλοκή του, τα όσα ξύπνησε μέσα σου. Αυτό όμως συμβαίνει γενικότερα σε όποιον διαβάζει ένα καλό βιβλίο και όχι μόνο στον μεταφραστή του, έστω και αν ο μεταφραστής εμβαθύνει περισσότερο και γνωρίζει το βιβλίο στο πρωτότυπο, ενώ ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή μόνο με τη μετάφρασή του.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αποκλειστικά από τη μετάφραση.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής;

Ο πειρασμός υπάρχει πάντα αλλά δεν έχω ενδώσει ακόμη, κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Η χαρά του μεταφραστή. Κάποτε τρέχαμε στις βιβλιοθήκες και τα βγάζαμε πέρα με την Μπριτάνικα, την Υδρία και το τετράτομο αγγλοελληνικό λεξικό των Εκδόσεων Οδυσσεύς. Σήμερα έχουμε απείρως περισσότερες πληροφορίες στη διάθεσή μας χωρίς να βγούμε από το γραφείο μας.

22
Σεπτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 102. Γιώργος Λαμπράκος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίου σας;

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ (2009) είναι το πρώτο μου βιβλίο: το «μαύρο» βιβλίο ανατέμνει τη ζωή ενός μετανθρώπινου χαρακτήρα, ο οποίος ζει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον οργανικό και τον ψηφιακό κόσμο. Ο Αγνοούμενος (2010) είναι το δεύτερο βιβλίο μου: το «κόκκινο» βιβλίο είναι ένα θεατρικό έργο με θέμα τον έρωτα στη ζωή τριών νέων της εποχής μας, έναν έρωτα που αγνοείται, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η Υπογείωση (2012) είναι το τρίτο μου βιβλίο: στο «βυσσινί» βιβλίο ακούμε μια ξεπεσμένη μεσήλικη ηθοποιό να μας διηγείται την πλούσια ιστορία της από το κρεβάτι του άπονου πόνου της. Και τα τρία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Κι επειδή βαρέθηκα τις μονοχρωμίες, το επόμενο βιβλίο θα είναι πλουμιστό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω κάποιον προσφιλή τρόπο συγγραφής. Λίγο σκοτάδι να υπάρχει… Όσο για τις ιδέες, πρέπει να πω το κοινότοπο: αυτές με παγιδεύουν, όταν το θελήσουν, όπου κι αν βρεθώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δουλεύω στο γραφείο και διαβάζω στο κρεβάτι. Αλλά συχνά συμβαίνει και το ανάποδο. Το βασικό είναι να γίνονται όλα με άνεση, γι’ αυτό δουλεύω μόνο με το σώβρακο. Μουσική ακούω όλη μέρα: κλασική, ηλεκτρονική, ποστ ροκ. Επομένως, υπολογιστής-μουσική-σώβρακο είναι το τελετουργικό τρίπτυχο της δουλειάς μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα μια τέτοια πρόταση στις αρχές του χρόνου, και γι’ αυτό καταπιάστηκα με έναν συγγραφέα που γουστάρω από παλιά, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Η μονογραφία ολοκληρώθηκε πρόσφατα, οπότε αν όλα πάνε καλά και υπάρχει ακόμα αγορά τους επόμενους μήνες, θα εκδοθεί.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.