Posts Tagged ‘Εργαστήρι Συγγραφέα

30
Μαρ.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 177. Γιώργος Κεντρωτής

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Ορίτζιναλ μαϊμούδες» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2016). Περιλαμβάνει 144 ποιήματα: 72 δικά μου (ορίτζιναλ) και 72 μεταφράσεις (μαϊμούδες).

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Είναι και δύσκολο, είναι (κρίνω) και περιττό. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία. Για όλα θα μπορούσα να πω πολλά – οπότε είναι καλύτερο (το αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι) να μην πω τίποτα. Μπορώ απλώς να αναφέρω ότι, παρ’ όλο που γράφω ποιήματα από πολύ νεαρή ηλικία, την πρώτη ποιητική συλλογή μου τη δημοσίευσα το 2006: «Με απ’ όλα μέσα» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006). Παρ’ όλο που έχω συγγράψει πολλά βιβλία, ποτέ δεν βιάστηκα να δημοσιεύσω κάτι. Όλα έγιναν στον καιρό τους. Γι’ αυτό και δεν έχω «μετανιώσει» για καμία έκδοσή μου.

Γράψατε κάποτε το έξοχο μυθιστόρημα «Βικέντιος Καρμπονάρος. Ο συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου». Γιατί δεν συνεχίσατε να μυθιστοριογραφείτε;

Πριν από τον «Συνονόματο» είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Το βάφτισμα». Είχα φτάσει 1200 σελίδες και ήμουν σχεδόν στην αρχή – το σταμάτησα! Δεν έβγαινε πουθενά. Κατόπιν ήρθε ο «Συνονόματος».  Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ – απλώς χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής χρειάστηκε να «αλλάξω» όνομα και να «υποκριθώ» τον επιμελητή της έκδοσης. Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε. Το λέω αυτό, γιατί το βιβλίο αυτό πέρασε «κριτικώς» απαρατήρητο.  Όσοι το διάβασαν (όπως εσείς) μου είπαν / έγραψαν από καλά έως πάρα πολύ καλά λόγια. Αυτό με παρωθεί να καταπιαστώ επί τέλους με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Το τριήμερο». Το σέρνω από το 2008, αλλά δεν το αποφασίζω…

Αποτελείτε μια σπάνια περίπτωση λογοτέχνη που έχει γράψει βιβλία για μια αθλητική ομάδα, τον Ολυμπιακό. Τι βιβλία είναι αυτά;

Το ένα από αυτά (το «45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους» από τις εκδόσεις Δίαυλος) το χαρακτηρίζω «μυθιστόρημα» – υπό όρους, μάλιστα, είναι! Κατ’ ουσίαν όμως, πρόκειται για ένα ιδιότροπο δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από το 1958 που γεννήθηκα μέχρι το 2003, που έγινα 45 χρονών. Την αφορμή της συγγραφής μού την έδωσαν οι νίκες που κατήγαγε μέσα σε τούτα τα 45 χρόνια η αγαπημένη μου ομάδα, ο Ολυμπιακός, επί του αιώνιου αντιπάλου του, του Παναθηναϊκού. Έχω συγγράψει επίσης ένα σύντομο και ιστορικού περιεχομένου βιβλίο με τίτλο «Το Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού» και έχω συμμετάσχει σε πέντε κοινές εκδόσεις με θέμα τον Ολυμπιακό. Αγαπώ τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον Ολυμπιακό. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς από μικρό παιδί σε όλα τα σπορ. Μου έχει χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις – χαρές και λύπες. Μου έχει μάθει τη ζωή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κατά βάση ποιήματα. Αλλά έχω εκδώσει και πεζά και δοκίμια. Μεταφράζω και εκδίδω ποιήματα, πεζά, δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχω ασχοληθεί και με την επιμέλεια και έκδοση παλαιών κειμένων. Γενικώς με ενδιαφέρουν όλα τα είδη γραφής. Δεν μπορώ ούτε να εξάρω ούτε να αποκλείσω κάποιο από αυτά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω τα χούγια μου! Σχεδόν ποτέ δεν μεταφράζω ποίημα στο σπίτι! Πάντα σε καφενεία – σε χώρους γνωστούς μου, άκρως φιλόξενους. Ποιήματα έχω μεταφράσει και στα καφέ του Γηπέδου Καραϊσκάκη.  Όταν μεταφράζω ποίηση δεν θέλω ησυχία. Αντιθέτως επιζητώ τη δυνατή μουσική και τη φασαρία. Στο σπίτι μεταφράζω κατά βάση πεζά και φιλοσοφικά κείμενα. Εκεί βάζω να παίζει κλασική μουσική. Στην ανάγνωση η μουσική δεν με ενδιαφέρει: διαβάζω και με και χωρίς μουσική. Είμαι μουσικόφιλος πάντως, και διαθέτω πολύ μεγάλη δισκοθήκη. Τα βιβλία μου και οι δίσκοι μου είναι όλη η περιουσία μου. Τα λαϊκά τραγούδια από όλον τον κόσμο, το τάνγκο, οι ναπολιτάνικες καντσονέτες, το ροκ της δεκαετίας 1965-1975, ο Βέρντι, ο Μπραμς, ο Σοστακόβιτς ανήκουν στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όπως είπα, μου αρέσει να γράφω έξω. Στην Αθήνα τα συγγραφικά στέκια μου είναι «Πόρτες» στο Νέο Ψυχικό (είναι κοντά στο σπίτι μου) και το παλιό «Dolce», νυν «Φίλιον» (στο κέντρο, στην οδό Σκουφά). Στην Κέρκυρα πηγαίνω σε 4-5 μέρη εναλλάξ, αλλά αγαπώ και το «Lunatico» στην πλατεία του παλιού Ψυχιατρείου. Εκεί έχω παρέα και πολύ αγαπημένα φιλαράκια μου: τον Μπάμπη, τον Μένιο, τον Λυκούργο, τη Τζούντυ – τα σκυλάκια που συχνάζουν εκεί.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία -παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Το κάνω ήδη. Γράφω για τον Δημήτρη Αρμάο – φίλο, ποιητή, άνθρωπο του βιβλίου, συνοδοιπόρο στις αναγνώσεις και στις μεταφράσεις. Μακάρι να ήταν στη ζωή και ας μην έγραφα τίποτα γι’ αυτόν…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά και η μικρή επιλογή είναι διαχρονική. Από τους δικούς μας: Σολωμός, Καβάφης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Πατρίκιος από τους ποιητές. Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Πολίτης, Μπακόλας, Βαλτινός από τους πεζογράφους. Σκαρίμπας – ποιητής και πεζογράφος. Από τους ξένους θα αναφέρω ενδεικτικά πέντε συγγραφείς του 20ού αιώνα: Μαγιακόφσκη, Παβέζε, Μπρεχτ, Μπόρχες, Παζολίνι. Ο αγαπημένος μου ποιητής: ο Κάρολος Μπωντλαίρ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Από τα ξένα έργα: «Τα άνθη του κακού» (Μπωντλαίρ), «Πόλεμος και ειρήνη» (Λέων Τολστόη), «Τα παιδιά της ζωής» (Παζολίνι), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (Μούζιλ), «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Μπέκετ) και μέγα πλήθος άλλων. Από τα δικά μας: «Το κιβώτιο» (του Αλεξάνδρου), «Η φόνισσα» (του Παπαδιαμάντη), «Η πάπισσα Ιωάννα» (του Ροΐδη), «Στου Χατζηφράγκου» (του Κοσμά Πολίτη), «Με το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον» (του Γιάννη Πάνου).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Παβέζε, του Μπόρχες. Το «Θείο τραγί» του Σκαρίμπα και «Η κάθοδος των εννιά» του Βαλτινού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Παρακολουθώ στενά την πορεία της ποίησης στην πατρίδα μας. Με κάποιους ποιητές αναγνωρίζω συγγένεια, με κάποιους μας χωρίζουν πολλά. Να μερικά ονόματα – εντελώς ενδεικτικά: Αγγελής, Καψάλης, Κοσμόπουλος, Κουτσουρέλης, Λαλιώτης, Λουκίδου, Παπαλεξάνδρου, Στρούμπας… Ο Χρήστος Βάθης έβγαλε στη δεκαετία του ’80 τη «Μάγια σκιά» (εκδόσεις Διάττων) και έκτοτε –ποιητικώς– ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Την πεζογραφία δεν την παρακολουθώ τόσο στενά, γι’ αυτό και θα αναφέρω μόνο το όνομα του Γιάννη Παλαβού. Από τους θεατρικούς συγγραφείς επιλέγω τον Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο «Ομπλόμωφ» του Ιβάν Γκοντσάρωφ! Τρεις φορές έχω διαβάσει το ομώνυμο μυθιστόρημα και πάντοτε νιώθω χαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Μαριάμπα» του Γιάννη Σκαρίμπα!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω σχεδόν όλα τα περιοδικά – και τώρα και από παλιά. Κρίνω ότι συμβάλλον θετικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας μας. Με πολλά από αυτά συνεργάζομαι τακτικότατα, οπότε δεν τίθεται θέμα «αγαπημένου». Για να απαντήσω, όμως, στην ερώτησή σας, θα πω ότι μου λείπουν η «Λέξη» και ο «Χάρτης», δύο εξαιρετικής ποιότητας περιοδικά, με τα οποία ποτέ δεν συνεργάστηκα, παρά τις άριστες σχέσεις μου με τους εκδότες τους.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω διαγωνίως τις παρουσιάσεις στα διάφορα έντυπα. Σπανίως παρουσιάζουν, πάντως, ενδιαφέρον. Συνήθως αναπαράγονται τα «δελτία τύπου» των εκδοτών – όταν δεν πρόκειται για «δημόσιες σχέσεις». Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Οι ολιγάριθμες εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν τον κανόνα. Μπορεί να κακοχαρακτηρισθώ, αλλά δεν παρακολουθώ αυτού του είδους την «ξεπεταχτική» κριτικογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω και μεταφράζω, όπως ήδη είπα, ποίηση σε καφενεία. Συστηματικά δε, επί δεκαετίες! Είναι τόσο πολύ ρουτινιάρικο αυτό (με την καλή έννοια του όρου) που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον να πω τίποτα. Και επειδή με τα γραπτά μου είμαι πολύ προσεκτικός, θα σας πω ότι ούτε τον καφέ δεν έχω χύσει ποτέ στα χαρτιά μου, για να είναι το γεγονός «αξιομνημόνευτο». Μια φορά στο τρόλεϋ είχα δει κάποιον να διαβάζει τους «Αγροίκους» του Παβέζε, που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τον ρώτησα, τάχα με απορία, τάχα αδιάφορα, αν παρουσιάζει ενδιαφέρον το μυθιστόρημα και μου είπε ότι η μετάφραση είναι πάρα πολύ τολμηρή, «σαν περίεργο πρωτότυπο». Τον ρώτησα ποιος το έχει μεταφράσει. Γύρισε στη σελίδα 5, διάβασε το όνομά μου και μου το είπε παρατονισμένο μάλιστα: «Κεντρώτης». Τι να σας πω: το είχα ευχαριστηθεί πολύ!

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω από τα 18 μου χρόνια ανελλιπώς. Αισίως άγω το 59ο έτος της ηλικίας μου. Ο μεταφραστικός τρόπος μου είναι η αυστηρότητα και η προσοχή μου. Δεν αφήνω ποτέ τίποτα έξω από τη μετάφραση, δεν «παρακάμπτω» ποτέ τίποτα. Μου λένε ότι τα μεταφράσματά μου είναι «ιδιότυπα» ή «χαρακτηριστικά». Αυτός είναι εμένα ο έπαινός μου! Η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού» – άρα ο μεταφραστής πρέπει να «διακρίνεται», να «ξεχωρίζει». Η μετάφραση, αν είναι και όσο είναι τέχνη, δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη του δημιουργού της. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «απρόσωπη» ή «αντικειμενική» μετάφραση. Δεν έχω μεταφράσει ποτέ κείμενα που δεν μου αρέσουν. Όλα μου τα μεταφράσματα είναι δικής μου επιλογής και ανάγονται σε δικά μου ενδιαφέροντα. Μπορεί κάποια από τα ενδιαφέροντά μου να έχουν ατονήσει μέσα μου με τα χρόνια, αλλά δεν έχουν σβηστεί. Μεταφράζω συγγραφείς που αγαπώ… που με ενδιαφέρουν τουλάχιστον με την προσωπικότητά τους… που με «καλλιεργούν»… που μου δίνουν ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα… που με πάνε παραπέρα… παραπάνω. Ουδέποτε μετάφρασα κάτι «επαγγελματικά» ή «ξεπεταχτιδίστικα». Ούτε θα το κάνω!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν και θα μπορούσα να σας απαντήσω με ένα «όλες», που θα ανταποκρινόταν και στα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα προβώ σε επιλογή! Πιο πολύ με δυσκόλεψε η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο (εκδόσεις Gutenberg 2015), διότι έπρεπε να καλέσω στο χαρτί πολλά είδη γνώσεων και επιστημών, προκειμένου να συνεργασθούν. Η πιο μεγάλη δυσκολία από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά. Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος.

Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Η μετάφραση που πιο πολύ έχω ευχαριστηθεί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα: είναι «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Τόσο πολύ την ευχαριστήθηκα που έκατσα και έγραψα και έναν επίλογο, που υπολογίζω ότι θα καλύπτει κοντά στις 350 σελίδες. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει –με το καλό– από τις εκδόσεις Gutenberg ως τα τέλη του 2017.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θα ήθελα να συστήσω το «Βιργιλίου θάνατος» του Χέρμαν Μπροχ (Gutenberg 2000), το «Στα χθόνια δώματα» του Πάμπλο Νερούδα (εκδόσεις Ύψιλον 2007),  και το «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή» (Gutenberg 2014), που είναι η μετάφραση του Ε΄ βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, με ποιήματα ερωτικά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα αναφερθώ σε τρεις «αρνητικές» περιπτώσεις. Από την ιστορία της μετάφρασης έργων του Ρόμπερτ Μούζιλ θυμάμαι τον «ζήλο», τον «φανατισμό», με τον οποίον είχα επιδοθεί. Σε κάποιους δεν άρεσε η ενασχόλησή μου και προσπάθησαν να μου αμαυρώσουν τα μεταφράσματα, ακόμα και αν δεν ήξεραν το βασικότερο: γερμανικά! Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βιργιλίου θάνατος» του Μπροχ. Στην πρώτη περίπτωση, εν έτει 1987, είχα απαντήσει γραπτώς και εξαντλητικά από τις στήλες του περιοδικού ΑΝΤΙ και είχα ξεκάνει τον «αντιρρησία» – δεν ήταν, πάντως, και ιδιαίτερα δύσκολο, διότι «δεν φέλαγε» όπως λένε στο χωριό μου. Στη δεύτερη περίπτωση (ούτε εδώ ο κριτής εγνώριζε καθ’ ομολογίαν του γερμανικά) δεν καταδέχτηκα να απαντήσω στο κακόβουλο δημοσίευμα που φιλοξενήθηκε σε «σαλόνι» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ. Μετά από μερικά χρόνια το έφερε η συγκυρία να συνυπάρξω κάπου με τον «κριτικό», ο οποίος, προβαίνων σε αλλεπάλληλα καραγκιοζιλίκια, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποια συγγνώμη εκ μέρους μου. Εννοείται ότι δεν έλαβε τίποτα. Τρίτη περίπτωση, πάλι με τα γερμανικά στη μέση. Όταν μετέφρασα τη «Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» του Μπρεχτ (Gutenberg 2014) κάποιοι ξεβολεύτηκαν (αλήθεια γιατί;), αλλά περιορίστηκαν σε προφορικά σχόλια, που φτάνανε ώς τ’ αφτιά μου. Περιορίστηκα σε όλες τις περιπτώσεις σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μακροθυμία, καλέ μου φίλε! Μακροθυμία! Κανείς δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να γράψει ή να μεταφράσει ό,τι τραβάει η ψυχή του. Στην εποχή του διαδικτύου, μάλιστα, εκδίδονται τα πάντα ακόπως. Οπότε όποιος γουστάρει ό,τι γουστάρει μπορεί να το κάνει. Και δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ούτε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Νομίζω ότι από άλλη αφορμή έχω απαντήσει στις ερωτήσεις σας, αλλά μιας και ρωτάτε, θα ήθελα να προσθέσω τούτο. Αγαπώ πολύ τη μουσική – όλα τα είδη μουσικής, αρκεί να πρόκειται για μουσική και όχι για ήχους ατάκτως ερριμμένους. Θα γράψω μόνο ονόματα, όπως που έρχονται. Μάρκος Βαμβακάρης και Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, Γιώργος Μουφλουζέλης, Νίκος Ξυλούρης, Μανώλης Μητσιάς, Βίκυ Μοσχολιού, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μαίρη Λω, Κούλα Νικολαΐδου, Τάσος Χαλκιάς, Γιώργος Παπασιδέρης, Κάρλος Γαρδέλ, Ιμπέριο Αρχεντίνα, Ασουκένα Μαϊσάνι, Ανδριάνα Βαρέλα, Αταουάλπα Γιουπάνκι, Ρομπέρτο Μούρολο, Ρόζα Μπαλιστρέρι, Οτέλλο Προφάτσιο, Γκίζελα Μάυ, Βολφ Μπίρμαν, Τράφικ, Άνιμαλς, Τεν Γίαρς Άφτερ, Μπενιαμίνο Τζίλι, Τζουζέπε Ντι Στέφανο, Ζωρζ Μπρασένς, Πατασού, Μονίκ Μορελί – και χίλιοι άλλοι!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ έχουν ήδη μεταφραστεί από εμένα. Ποτέ δεν μετέφρασα έργο ή συγγραφέα που δεν μου άρεσε.  Έχω ετοιμάσει περίπου 20 μεταφράσεις που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Καλά να είμαστε και θα εκδοθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Θέλω να μεταφράσω τα σονέτα του Γκουίντο Καβαλκάντι και μια επιλογή από τα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Στην Ελλάδα έχω αρνητική εμπειρία από την «κριτική» των μεταφράσεων.  Όταν δεν είναι «λαθολογία», γίνεται αδιάφορη «γενικολογία», όπου και συνήθως διαβάζουμε ότι «ο μεταφραστής απέδωσε με ευαισθησία και γνώση όλες τις πτυχές του πρωτοτύπου»… Όταν διαβάζω τέτοια πράγματα, σχηματίζω την εντύπωση ότι ο «κριτικός» μπορεί να μην έχει πιάσει καν στα χέρια του το βιβλίο που «κρίνει».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ουδέποτε είχα προβλήματα. Έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με τον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο, με τη Μαρία Ράμμου, με τον Θανάση Χριστοδούλου, με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, με τον Ηλία Καφάογλου, με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει διόρθωση και επιμέλεια. Εξ άλλου κι εγώ έχω εργασθεί ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, οπότε…

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ομολογώ όχι! Μάλλον δεν με συμπαθούν… Ο Βιργίλιος ως προσωπικότητα έχει, πάντως, στοιχειώσει τη ζωή μου. Τον μελετώ με ιερό φανατισμό.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι διδάκτωρ νομικής,καθώς έχω συγγράψει διδακτορική διατριβή στο Διοικητικό Δίκαιο στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης. Η εν γένει κουλτούρα μου είναι επηρεασμένη από τη νομική σκέψη. Άρα και ο τρόπος γραφής μου μετέχει και της νομικής παιδείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλιότερα ήμουν δικηγόρος. Από το 1994 μέχρι σήμερα είμαι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκω «Θεωρία και πράξη της μετάφρασης», «Νεοελληνική λογοτεχνία» και «Μετάφραση νομικών κειμένων από τα γερμανικά στα ελληνικά».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω λατινοαμερικανούς ποιητές, κυρίως από την Αργεντινή. Γράφω ποιήματα. Μεταφράζω το «Ασματολόγιο» («Canzoniere») του Πετράρχη και την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν είμαι φίλος ή συστηματικός θεατής του κινηματογράφου και του θεάτρου. Μου αρέσει ο Παζολίνι και ο Βάιντα. Από τους θεατρικούς συγγραφείς αγαπώ τον Μπέκετ και τον  Ίψεν. Εννοείται ότι έχω διαβάσει πολύ καλά τους τρεις κορυφαίους έλληνες τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Εξ άλλου έχω μεταφράσει τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και τι να την κάνω την αιώνια νιότη; Εξ άλλου ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ζωής. Μπα, δεν θα το δεχόμουν – πέραν του ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται! Εύχομαι πάντως «καλά ξέτελα»!

Περί Ολυμπιακού

Πώς γίνατε οπαδός του Ολυμπιακού; Πώς αρχίσατε να γράφετε για την ομάδα; Υπάρχει κάποιο μυθιστόρημα ή άλλο έργο που θα θέλατε να γράψετε για τον Ολυμπιακό; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο κείμενο άλλου δημιουργού με λογοτεχνικές αρετές αφιερωμένο στην ομάδα;

Θυμάμαι τον εαυτό μου ως οπαδό του Ολυμπιακού από το 1963. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής νικήσαμε τον Παναθηναϊκό με 5-3 μέσα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε αγώνα Κυπέλλου. Για τον Ολυμπιακό άρχισα να γράφω με την προτροπή του αείμνηστου φίλου μου Παναγιώτη Γαρίδη, που από τις εκδόσεις Δίαυλος εξέδωσε το «Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού». Έχω γράψει δύο βιβλία για τον Θρύλο και έχω συμμετάσχει σε άλλες πέντε ομαδικές εκδόσεις. Θέλω να γράψω κείμενα για τον Ανδρέα Μουράτη και τον Γιώργο Σιδέρη. Έχω όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αγαπημένη μου ομάδα. Ξεχωρίζω το «Μίλα μου για τον Θρύλο» του Νίκου Μαυρωνά, εκδεδομένο ομοίως από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Μπορείτε να αναφέρετε μια αξέχαστη στιγμή της ομάδας σας από κάθε δεκαετία, στιγμή που έμεινε εντυπωμένη στην μνήμη σας;

Θα σας αναφέρω μόνο μία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1987 ο Ολυμπιακός είναι προτελευταίος στη βαθμολογία με 6 βαθμούς  σε 11 αγώνες. Στο ΟΑΚΑ έχουν συρρεύσει 61.000 θεατές. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Ήμουν στη Γερμανία, μεταπτυχιακός φοιτητής. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι εγώ περιμένω το κορίτσι μου, την Πολυξένη –που είχε την «ατυχία» να γίνει σύζυγός μου αργότερα– να έλθει να γιορτάσουμε μαζί. Από το αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης την παίρνω και ανεβαίνουμε τραινάτοι σε κάτι γερμανούς φίλους στον Βορρά, στο Αμβούργο. Όταν φτάσαμε, ανοίγουμε τη βαλίτσα της, τακτοποιούμε τα πράγματά της, και κατόπιν ανοίγουμε και τη βαλίτσα μου, από όπου προς μεγίστην έκπληξή της βλέπει να βγάζω ένα ραδιόφωνο ικανού όγκου, μια μπακατέλα του κερατά, που έπιανε βραχέα και το είχα για να ακούω τα ματς του Θρύλου. Παρακαλώ τον οικοδεσπότη μας (έναν ευγενέστατο κύριο μιας κάποιας ηλικίας) να με «πετάξει» ώς το Μπλανκενέζε που ήξερα ότι έχει «μεγάλο άνοιγμα» (μια ώρα δρόμος από το Ποπενμπύτελ, όπου μέναμε) για να «πιάνει καλύτερα το ράδιο».

Τί να κάνει ο άνθρωπος, με πήγε – παρά τις έντονες αποτρεπτικές κουβέντες της κυρίας μου και τα συνακόλουθα «μούτρα». Και όχι μόνο με πήγε ο καλός εκείνος άνθρωπος, αλλά και έκατσε σε ένα ωραίο ημιυπαίθριο καφέ και με περίμενε μέχρι να τελειώσει το ματς με την Παναχαϊκή, διασκεδάζοντάς το κιόλας, καθώς αυτός έπινε τις μπυρούλες του (χειμωνιάτικα…) κι έβλεπε εμένα να παρακολουθώ το ματς μέσα από έναν καταιγισμό από «αγγγγγκτ… γτγτγτγτρκρτφζξθγ… κλτρμνγργργρμρψταπλ… γτκτρμντγρκδρτα»! Και από κοντά μου ήσαν και δυό άλλοι πατριώτες (ναι, και γαύροι) που είχαν βρεθεί τυχαία εκεί ως τουρίστες, και είχαν αφήσει τις παρέες τους σύξυλες για ν’ αφοσιωθούν και αυτοί στην ακρόαση. Το τί έγινε στα γκολ είναι πέραν πάσης περιγραφής. Στο 1ο κιόλας λεπτό ο Τάσος Μητρόπουλος και στο 70ό ο Σάκης Μουστακίδης ήσαν οι σκόρερ. Ο γερμανός φίλος μου (λάτρης του φολκλόρ, όπως άλλωστε όλοι οι Γερμανοί) το κατευχαριστήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο «πράμα». Ούτε του είχε τύχει να δει ποτέ τρία αφτιά στριμωγμένα και κολλημένα σε ένα ράδιο της συμφοράς να ακούνε ποδόσφαιρο. Πάντα μαθαίνει κανείς νέα πράγματα, πάντα σε περιμένουν νέες εμπειρίες – λέω… Γι’ αυτό και είναι ωραία η ζωή!

Εικονίζονται: ελάχιστα από τα βιβλία που συνέγραψε ή μετάφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής, Charles Baudelaire, ένα αγαπημένο του βιβλίο, ένας αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας, Νεμέα 1973, Giambattista Vico, Hermann Broch, ένας δίσκος της Imperia Argentina, ένα χαμόγελο του Carlos Gardel, o φιλοξενούμενος σε μια εποχή που δεν γνώριζε κανέναν από τους παραπάνω και Γιώργος Σιδέρης.

Σημείωση: Το Πανδοχείο προειδοποιεί: οι εικόνες μπορεί να εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, κατά το κοινώς λεγόμενον ροτέισον.

27
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 176. Έρση Σεϊρλή

ErsiEgina2_

Περί γραφής.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Από την αθωότητα του ευαίσθητου βλέμματος (Μικρές Ανάγκες, Δελφίνι 1992) και την βιαστική επανεμφάνιση, όπου σπαταλήθηκαν οι ωραίες ιδέες (Αν ήθελε να πει την αλήθεια, Εξάντας 1994), στην ολοκληρωμένη πρόταση για ένα ταξίδι στο ανοίκειο. Αγαπημένο βιβλίο Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΟΡΡΟΠΙΣΤΗ, κυκλοφόρησε από τις εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ το 1998. Ακολούθησε ένα μορφολογικό παιχνίδι με το παράλογο (Επιζήμιο Εύρημα, Γαβριηλίδης, 2003). Στο ΝΕΟΙ ΑΝΤΡΕΣ (Μεταίχμιο, 2008), η ερημιά μιας αφιλόξενης πόλης γίνεται μάρτυρας  στα ερωτικά σκιρτήματα μοναχικών γυναικών.  Στο ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΟΥ (Απόπειρα, 2013) η κρίση έχει καταστήσει την Αθήνα πόλη δυστοπική. Άραγε ο έρωτας ανάμεσα στην ώριμη ηρωίδα  και τον νεαρό Γερμανό επισκέπτη  είναι καταδικασμένος; Μόνη ελπίδα η Φύση και οι ιστορίες του παρελθόντος.

ΡΕΚΒΙΕΜ

Το ΡΕΚΒΙΕΜ που μόλις κυκλοφόρησε, (εκδ. Απόπειρα), περιλαμβάνει τρία αφηγήματα και είναι επισήμως αφιερωμένο στην Αθήνα και σε όσους νοιάζονται γι’ αυτήν. «Ο Μάρκος των Εξαρχείων» άρχισε να παίρνει μορφή το 2003 και το «Περίληψη Καταστροφής», το 2008, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Το «Ρέκβιεμ» γράφτηκε το καλοκαίρι του 2015 στην Πλατεία Βικτωρίας.  Ο σαρκασμός, η ειρωνεία και η υπονόμευση των κωδίκων στις δύο πρώτες ιστορίες, συμπληρώνονται με τη δραματική αλληγορία του ΡΕΚΒΙΕΜ. Επειδή ενίοτε τα γεγονότα μας ξεπερνούν και η ζωή διαψεύδει τις καλές μας προθέσεις….  Αν το «Η αμηχανία του ισορροπιστή» θεωρηθεί ως μια ποιητική εκδοχή του Πόνου, το «Ρέκβιεμ» βρίσκεται στους αντίποδες. Αποτελεί την Μεταποιητική του.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Η διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι ισχυρή μέσα μου. Δεν γράφω ποτέ εκτός γραφείου-σπιτιού.

b79682

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναπόφευκτα  βρίσκεις αρκετούς ήρωες μπροστά σου. Κάποιες κυρίες, μάλιστα, φημίζονται για την επιμονή τους.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δυστυχώς θα καταφύγω στην κοινοτοπία…. Δεν βρίσκω εγώ τις ιδέες. Εκείνες με βρίσκουν. Εξάλλου δεν είμαι επαγγελματίας γραφιάς. Χρειάζομαι ισχυρό ερέθισμα. Αλλά από ό, τι φαίνεται, δεν λείπουν οι συγκινήσεις….

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τις απογευματινές ώρες είμαι επιρρεπής στη μελαγχολία. Γι’ αυτό γράφω κυρίως το απόγευμα μέσα στη σιωπή. Η μουσική – η κλασσική, αλλά και ορισμένα τραγούδια- ασκεί καταλυτική επίδραση πάνω μου, διεκδικώντας την αποκλειστικότητα…..

b208

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι θεωρητικές και καλλιτεχνικές. Όσο για τον τρόπο βιοπορισμού…. Μάλλον ακολουθώ τη μέθοδο της ηρωίδας μου από το «Γράμμα στον Εχθρό μου». «……Θα μου άρεσε να υπήρχε μια ανάλογη εργασία. Να κάθομαι δηλαδή σε μια πολυθρόνα και να καταγράφω τις αλλαγές των σύννεφων. Δεν ξέρω πόσο ανταποδοτική θα ήταν, αλλά από γαλήνη, άλλο τίποτα».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν θα ανελάμβανα να γράψω τη βιογραφία κανενός. Προτιμώ το μύθο των προσώπων  παρά τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν τρέφω καμία αυταπάτη…..

Περί ανάγνωσης

b195401

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εκτός από τη σταθερή, συναισθηματική και μαγική επαφή που διατηρώ με τον Μ. Προυστ, οι προτιμήσεις μου αλλάζουν. Παλιά είχα δημιουργήσει σχέση με τον Σάμπατο και τον Κορτάσαρ (ποτέ με τον Μαρκές). Έχω περάσει θαυμάσιες ώρες  με τον Τόμας Μαν, τον Γκόγκολ και τόσους άλλους. Σήμερα γέρνω προς τους γερμανόφωνους, τους οποίους δυστυχώς δεν μπορώ να διαβάσω στο πρωτότυπο. Κάφκα, Μούζιλ, Μπροχ, Ροτ, Μπέρνχαρντ, Zebald. Θα παραλείψω τα καθ’ ημάς αυτονόητα. Παπαδιαμάντη τουτέστιν και Βιζυηνό, για να αναφέρω το «Κιβώτιο», του Αλεξάνδρου, τις «Δύσκολες Νύχτες» και το «Θέλετε να χορέψομε, Μαρία»  της Μέλπως Αξιώτη. Θεωρώ επίσης σημαντικάτα πρώτα βιβλία της Μαργαρίτας Καραπάνου. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω το χρέος μου στον Γονατά και τον Καχτίτση.

b130345

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πώς να διαλέξεις μόνο ένα διήγημα ή μόνο ένα ποίημα; Παραλείποντας γνωστά και σπουδαία ονόματα, θα αναφέρω έναν υποτιμημένο στυλίστα της μικρής φόρμας. Τον Φαίδρο Μπαρλά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Με ενδιαφέρει η νεωτερική γραφή, αλλά αυτό που εγώ θεωρώ νεωτερικό, δεν είναι η αναπαραγωγή κάποιων μοντερνιστικών στερεοτύπων. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχουν νέοι συγγραφείς οι οποίοι επιχειρούν κάτι προσωπικό, άρα νέο (στη μικρή κλίμακα που αναλογεί στον καθένα από μας, εννοείται).  Πιστεύω επίσης ότι είναι αρκετοί εκείνοι που αντιστέκονται στον  παρωχημένο  «ανθρωπιστικό» και με «κοινωνικές ευαισθησίες» ρεαλισμό,  τόσο της μόδας τελευταία….  Αλλά πώς να διακρίνεις την ήρα από το στάρι; Πώς να τους ανακαλύψεις;   Δεν υπάρχει αξιόπιστη Κριτική. Δεν θα αντιλαμβανόμουν  το «ΓΑΜ» πχ. της Κατερίνας Έσσλιν,  εάν δεν είχε τραβήξει την προσοχή μου το κίτρινο εξώφυλλο του  στην προθήκη του εκδοτικού μου οίκου.

Φαίδρος Μπαρλάς

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πίσω και από τον πιο ζηλευτό ήρωα καιροφυλακτεί η πραγματικότητα. Δεν διαλέγω έναν ολόκληρο. Κλέβω κομμάτια από τον καθένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν θέλω να αδικήσω κανένα περιοδικό. Όλα κάνουν σπουδαία δουλειά. Παλιά ήμουν συνδρομήτρια στη «Λέξη», το «Διαβάζω» κλπ. Αλλά γιατί να το κρύψω; Το αγαπημένο μου περιοδικό είναι «Το Δέντρο». Μου δίνει την αίσθηση του χειροποίητου. Αποπνέει γνώση, γούστο, μεράκι. Όλα με μέτρο και προ παντός φαντασία. Χωρίς φιλολογική σκόνη.

Memoires

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αυτόν τον καιρό διαβάζω τις «Memoires de la Comtesse de Boigne». Εκδ. του ’71, που ανακάλυψα στο περίπτερο με τα συλλεκτικά βιβλία επί της Ασκληπιού.  Και τι σύμπτωση! Ο Προυστ είχε γοητευθεί ιδιαιτέρως από τις αναμνήσεις της εν λόγω κυρίας

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποτε διάβαζα κριτικές βιβλίων με ενδιαφέρον –και προτιμούσα- τις έντυπες. Τώρα μου αρκεί μια διαγώνια ματιά για να αντιληφθώ το κινούν αίτιον.

HERMAN-BROCH

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Κυκλοφορώ συχνά με τα ΜΜΜ και, όταν δεν πέφτω σε περισυλλογή, διαβάζω Κυριακάτικες εφημερίδες ή το «Δέντρο». Ποτέ κάτι που απαιτεί  απόλυτη συγκέντρωση. Αλλά νομίζω ότι και η Comtesse θα ταίριαζε στο μετρό.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είμαι φανατική cinephile. Καταβροχθίζω ταινίες. Έχω δει σπουδαία φιλμ τα τελευταία χρόνια. Ο κατάλογος είναι μακρύς, γι’ αυτό αναφέρω ενδεικτικά μόνο το «Λεβιάθαν» και το  «Ανθρώπινη Κιβωτός». Ρώσων δημιουργών -κατά σύμπτωση- και τα δύο. Το θέατρο, έχω αρχίσει να το βαριέμαι. Αναμονή, κοσμικότητες, μαϊμουδισμοί. Πολλή η ταλαιπωρία, σπανιότατη η συγκίνηση.

sabato_con_sombrero

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Και μάλιστα με τόσο βαρύ αντίτιμο; Ω πόση πλήξη, Θεέ  μου…..

Στις εικόνες: Φαίδρος Μπαρλάς, Hermann Broch, Ernesto Sabato.

23
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 175. Θωμάς Συμεωνίδης

Θ.Σ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», υπάρχει ένας ανώνυμος αφηγητής που καταφεύγει στο Παρίσι προκειμένου να αποφύγει μία πλεκτάνη που έχει στηθεί σε βάρος του. Ο αφηγητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μία νέα πραγματικότητα, αυτή της περιπλάνησης και της επιβίωσης στο Παρίσι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαχειριστεί ένα ασήκωτο κατά τα φαινόμενα φορτίο ενοχών και τύψεων που οφείλεται στην αδυναμία του να αποτρέψει τη δολοφονία και την αυτοχειρία, αντίστοιχα, δύο νέων ανθρώπων, που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, σε έναν δημόσιο οργανισμό υγείας με έδρα την Αθήνα.

Η αναμέτρηση με την αλήθεια και τις ψευδαισθήσεις, αλλά και η διατήρηση στη ζωή μέσα από τον επαναπροσδιορισμό και την αναζήτηση νέων αναφορών, είναι η πρόκληση με την οποία είναι αντιμέτωπος ο αφηγητής της ιστορίας. Μία πρόκληση που πιστεύω ότι έχει μία γενικότερη, ατομική και συλλογική αξίωση.

Cover Gine o iroas mou-1

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Η συγγραφή του «Γίνε ο ήρωάς μου!», ξεκίνησε το 2010, όταν πήρα την απόφαση να φύγω από την Ελλάδα, και ολοκληρώθηκε στη Γαλλία το 2014. Η συγγραφή του, σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με αυτή την απόφαση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει πολύ τα τελευταία χρόνια στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας (Bnf), και κάνω μία έμμεση αναφορά και στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», αναφέροντας τη θέση W.113, όπου δουλεύω συνήθως και η οποία βρίσκεται κοντά στον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας. Για την ύπαρξη αυτής της βιβλιοθήκης νιώθω πραγματικά ευγνωμοσύνη, αλλά και για κάθε χώρο που συγκροτεί αντίστοιχες κοινότητες ανάγνωσης, γραφής και έρευνας.

Cover_Ola einai parexigisi-1

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Θραύσματα των ηρώων μου, υπάρχουν μέσα μου, γύρω μου, υπάρχουν στον τρόπο με τον οποίο συνδέομαι με ό,τι με περιβάλλει.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ιδανικά, το πρωί, με ησυχία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Ναι, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να δώσουν υπόσταση σε ένα συγκεκριμένο τυπικό. Ανάφερα πιο πάνω για παράδειγμα, τη θέση W.113, όταν πηγαίνω στην Bnf. Από ένα σημείο και μετά όμως, δεν ξέρω πόσο νόημα θα είχε να αναφερθώ σε πράγματα που έχουν να κάνουν κυρίως με τη διαδικασία της συγκέντρωσης και τις συνθήκες γραφής, αλλά όχι και με την ουσία της.

Layout 1

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είναι ελάχιστες οι φορές που έχω γράψει ή διαβάσει κάτι συνοδεία μουσικής, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν μου αρέσει η μουσική. Ακούω σε διάφορες στιγμές και κυρίως κατά τις μετακινήσεις μου, ηλεκτρονική μουσική θα έλεγα, στις διάφορες εκδοχές της, από ροκ μέχρι κλασική. Ενδεικτικά, αναφέρω κάποια σχήματα που υπάρχουν στις τωρινές επιλογές μου: Apparat, Archive, Daughter, Infadels, Lali puna, M83, Of Monsters and Men, Placebo, Steve Reich, Tim Hecker.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είχα επαφή με πολλά και διαφορετικά αντικείμενα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου και αυτό οφείλεται περισσότερο σε μία εσωτερική ανάγκη παρά στην αναζήτηση μίας επαγγελματικής κατάρτισης/εξειδίκευσης. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναγνωρίσω τη στήριξη που είχα από τους γονείς μου, σε σημείο αυτοθυσίας θα έλεγα, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική άνεση για κάτι τέτοιο.

Layout 1

Εργάστηκα πάντως σε διάφορους τομείς, κυρίως στη δημόσια διοίκηση, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, σε κάποια αρχιτεκτονικά γραφεία.

Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να βρω μία λύση στη βιοποριστική εξίσωση μέσα από την έρευνα και τη διδασκαλία στο πανεπιστήμιο.

Θεωρώ αυτή την ενασχόληση πιο συμβατή με τη συγγραφική μου δραστηριότητα, αν και πιστεύω ότι η γραφή τροφοδοτείται από όλο το φάσμα της εμπειρίας και της ζωής ενός συγγραφέα, και όχι από ένα ή κάποια μεμονωμένα αντικείμενα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω γράψει και συνεχίζω να γράφω, χωρίς όμως να έχω εκδώσει κάποια συλλογή. Θεωρώ πάντως, ότι παρά το γεγονός ότι η πρόζα και η ποίηση αντιστοιχούν σε διαφορετικές κλίμακες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, η ουσία παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια. Στο «Γίνε ο ήρωάς μου!», πιστεύω ότι οι τελευταίες σελίδες θα μπορούσαν να διαβαστούν από μόνες τους ως ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα, ενώ το δεύτερο ολοκληρωμένο μου μυθιστόρημα (καθοδόν για την έκδοσή του), πιστεύω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία σύνθεση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κλίμακες: ποίηση, διήγημα/νουβέλα, μυθιστόρημα.

paul celan-

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν ξέρω πραγματικά αν θα μπορούσα να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο, με την έννοια ότι θα μου ήταν δύσκολο να κινηθώ σε ένα αυστηρά ρεαλιστικό/πραγματολογικό πλαίσιο. Έχω δουλέψει πάντως πάνω σε έναν υπαρκτό πρόσωπο για τις ανάγκες του πρώτου μου θεατρικού κειμένου. Αναφέρομαι στον Paul Celan και σε μία μεγάλη σχετικά έρευνα που έκανα πάνω στη ζωή και το έργο του. Ωστόσο, το τελικό κείμενο σε συνδυασμό με την θεατρική φόρμα, ανταποκρίνεται περισσότερο στα χαρακτηριστικά μίας αναζήτησης παρά σε αυτά μίας παρουσίασης.

Τι γράφετε τώρα; 

Αυτό που πιστεύω ότι θα είναι το τρίτο μου μυθιστόρημα.

Saul Bellow 3-

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Υπάρχουν πολλοί. Θα αρκεστώ όμως σε αυτούς που μελέτησα πιο συστηματικά: Samuel Beckett, James Joyce, Saul Bellow.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Youth (Σκηνές από τη ζωή ενός νέου) του J.M.Coetzee είναι ένα από τα βιβλία που ακριβώς την εποχή που το διάβασα, το 2005, ένιωσα να έρχομαι τόσο κοντά σε έναν ήρωα: ίδια πόλη, ίδια γειτονιά, ίδιες ανησυχίες, ίδια αίσθηση εξορίας, ίδια μορφή απομόνωσης, ίδια αμφιθυμία απέναντι σε όσα θεωρούνται σταθερά στη ζωή κάποιου, ίδια επιθυμία για μία άλλη ζωή και πάνω από όλα ο πόθος του καλλιτέχνη για έκφραση και μεταμόρφωση μέσω της τέχνης.

marcovaldo1

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για λόγους περισσότερο συναισθηματικούς, κάποιες από τις ιστορίες στον Μαρκοβάλντο του Καλβίνο. Τις είχα διαβάσει όταν είχα εγκατασταθεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, το 2006. Η πραγματικότητα που διανοιγόταν κάποιες στιγμές μπροστά μου, ειδικά κάποιες νύχτες, επικοινωνούσε με εκείνες της ιστορίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η ονοματολογία δεν ξέρω αν θα βοηθούσε στην προκειμένη περίπτωση. Αυτοί πάντως ξέρουν.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Αίαντας του Σοφοκλή. Πέρα για πέρα ανθρώπινος, από όλες τις απόψεις.

Richardson Clarissa1967

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Η συγκεκριμένη ερώτηση, είναι ερώτηση παγίδα, όπως και πολλές από αυτές που προηγήθηκαν και ακολουθούν.

Έχω καταρτίσει μία λίστα με αναγνώσεις, για τις ανάγκες του τρίτου μυθιστορήματος που γράφω, καθώς και για ένα θεατρικό.

Η λίστα αυτή είναι δίπλα μου τώρα, μοιάζει με το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης των Sanaa στη Νέα Υόρκη.

Το μεγαλύτερο σε όγκο έργο, είναι η Κλαρίσσα του Richardson. To παλαιότερο, μάλλον η Αντιγόνη του Σοφοκλή και το πιο σύγχρονο, ένα λεύκωμα για το μαύρο στη ζωγραφική.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, τόσο έντυπες όσο και ηλεκτρονικές, αν και λόγω απόστασης πολλές φορές, προσπαθώ να ενημερώνομαι όσο μπορώ από το διαδίκτυο.

steve_reich

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Τον Σεπτέμβριο του 2006, στην αμαξοστοιχία Θεσσαλονίκη – Αθήνα, το Καντίς για ένα αγέννητο παιδί του Kertesz. Ένιωσα να ταυτίζομαι με κάποιες τονικότητες του αφηγητή, σε σχέση με κάποια πράγματα που πίστευα ότι είχα αφήσει πίσω μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή, ότι θα ταυτιζόμουν αργότερα με κάποιες άλλες τονικότητες της αφήγησης, σε σχέση με κάποια πράγματα που θα έβρισκα μπροστά μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Παρακολουθώ όσο μπορώ. Ειδικά στο θέατρο, ασχολούμαι και ερευνητικά πλέον με την παραγωγή του Romeo Castellucci και την Socìetas Raffaello Sanzio, ενώ μου αρέσει πολύ και η δουλειά του Christoph Marthaler. Από την ελληνική θεατρική σκηνή, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στον Σάββα Στρούμπο, με τον οποίο έχουμε ξεκινήσει μία συνεργασία για την παρουσίαση του πρώτου μου κειμένου για το θέατρο. Τον εκτιμώ ιδιαίτερα για το θάρρος του, την ακεραιότητα και τη συνέπειά του. Παρακολουθώ επίσης σύγχρονο, αλλά και κλασικό κινηματογράφο.

romeo-castellucci

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Απέχω από τα κοινωνικά δίκτυα με την έννοια ότι δεν έχω κάποιον λογαριασμό αυτή τη στιγμή στο facebook ή στο twitter, γιατί έχω την αίσθηση ότι λειτουργούν σε διαφορετικούς χρόνους από αυτούς τους οποίους θέλω να πιστεύω ότι υπηρετεί η τέχνη και η λογοτεχνία. Αναγνωρίζω βέβαια, ότι χάνω την επαφή μου με κάποιους ανθρώπους και γεγονότα, αλλά πιστεύω και πάλι, ότι αν πρόκειται για μία αληθινή και ουσιαστική επαφή, υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να συσταθεί και να διατηρηθεί. Από την άλλη, αν θεωρήσουμε τα κοινωνικά δίκτυα ως εργαλείο προώθησης, δεν σας κρύβω, ότι νιώθω μία αμηχανία όταν αυτό πρέπει να γίνει από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι.

John Ashberry

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν κάποιος σας χάριζε τη συγγραφική και αναγνωστική ιδιότητα με αντίτιμο την απώλεια της αιώνιας νιότης, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; Ναι.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Έχω μεταφράσει τα τελευταία τρία πεζά έργα του Samuel Beckett γνωστά και ως H Τελευταία Τριλογία του Beckett και τους Τρεις Διαλόγους επίσης του Beckett. Θεωρώ ότι πρόκειται για κάποια από τα πιο σημαντικά κείμενα του Beckett, τα οποία μεταφράζονται κατά το μεγαλύτερό τους μέρος για πρώτη φορά στα ελληνικά. Με αφορμή αυτές τις μεταφράσεις, θέλησα να τοποθετηθώ και στον σχετικό διάλογο που αφορά τη σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας, αλλά και τη σχέση της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες, όπως η ζωγραφική. Για αυτό το λόγο, οι μεταφράσεις συνοδεύονται από δύο εκτενή επίμετρα πάνω ακριβώς σε αυτά τα θέματα. Βασικός μου σκοπός ήταν μέσα από τις μεταφράσεις, τις αντίστοιχες εισαγωγές και τα επιμέτρα, να προσεγγιστεί το έργο του Beckett μέσα από καινούριες οπτικές γωνίες.

Θ.Σ.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

John Ashbery, Paul Celan, Elfride Jelinek.

Στις εικόνες: Paul Celan, Saul Bellow, Steve Reich, Romeo Castellucci, John Ashbery

03
Ιον.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 174. Χρυσοξένη Προκοπάκη

IMG_7167_

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν η νουβέλα, Μέλαινα Χολή (εκδ. Άπαρσις, 2013). Είναι ο μονόλογος ενός άνδρα ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη, και, συνάπτοντας μια ιδιότυπη σχέση με μια κοπέλα, αρχίζει σιγά σιγά να συνέρχεται. Οι ήρωες αλλάζουν ρόλους, αλλάζουν πρόσωπα. Κάποιες στιγμές χάνουν τον εαυτό τους, για να τον βρουν στο τέλος διαφορετικό μέσα από τον άλλο.

Το Λευκό μακρύ παλτό (και άλλες ιστορίες) (εκδ. Μανδραγόρας, 2016), βγήκε πριν από λίγο καιρό, και περιλαμβάνει έντεκα διηγήματα. Είναι οι ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο διπλανό μας σπίτι, που περιφέρονται στη γειτονιά μας, αλλά ποτέ δεν είδαμε κάτι πέρα από το περίγραμμα του εαυτού τους.

PROKOPAKI LEFKO PALTOr

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Οι ιστορίες αυτές γράφτηκαν τα τελευταία τρία χρόνια, χωρίς να έχω κατά νου τι θα απογίνουν. Απλώς ένιωθα την ανάγκη να αποτυπωθούν στο χαρτί για να υπάρξουν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο γραφείο, συνήθως, θα ολοκληρωθεί η ιστορία, αλλά σχεδόν ποτέ δεν θα ξεκινήσει από εκεί. Οπουδήποτε αλλού, εκτός από το γραφείο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Δεν με ακολουθούν, είναι συνεχώς μέσα μου, έτσι ακριβώς όπως τους έφτιαξα. Νέα τους δεν μαθαίνω. Τους αφήνω στην ησυχία τους και με τον καιρό με αφήνουν κι εκείνοι. Αναγκαστικά.

melaina xoli

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μάλλον οι ιδέες παγιδεύουν εμένα κι όχι εγώ εκείνες. Με στοιχειώνουν μέχρι να τις βάλω στο χαρτί, οπότε και με αφήνουν ελεύθερη.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ καμία διαδικασία. Όταν νιώθω ότι κάτι πάει να γεννηθεί, το καταγράφω σε όποιο χαρτί βρω εύκαιρο εκείνη τη στιγμή. Ανακαλύπτω παλιές σημειώσεις για μελλοντικές ιστορίες στις λευκές σελίδες των βιβλίων ή σε αποδείξεις του σούπερ-μάρκετ. Κάπως έτσι όμως χάνονται και πολλές ιστορίες.

camus-par-ferrandez

Συνήθως ακούω μουσική ανάλογα με τη διάθεσή μου, ενίοτε και ανάλογα με τη διάθεση του εκάστοτε ήρωά μου. Τον τελευταίο καιρό ακούω περισσότερο κλασική μουσική, Σούμπερτ, Ραχμάνινοφ, Λιστ.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία με σκοπό να ακολουθήσω την ψυχολογία. Στην πορεία όμως ασχολήθηκα με τον τουρισμό. Θεωρώ ότι όσα κάνουμε, ακόμα κι αυτά τα οποία στη συνέχεια μπορεί να εγκαταλείψουμε ή να μην μας αρέσουν, παρεισφρέουν στη γραφή μας μ’ έναν τρόπο, συνήθως, ασυνείδητο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ξεκίνησα με απόπειρες ποιημάτων. Κάποια στιγμή όμως δεν μου αρκούσαν. Ήθελα να πω περισσότερα. Η ποίηση είναι απαιτητική. Ζητάει να της δώσεις τα πάντα με ευγένεια και λακωνικότητα. Δεν σου συγχωρεί κανένα λάθος. Και τώρα πότε πότε γράφω ποιήματα, όταν μ’ έχουν κουράσει οι πολλές λέξεις.

thomas_bernhard_by_williamdallwitz

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να γράψω για τον Δήμο Σκουλάκη. Θεωρώ ότι ήταν από τους σημαντικότερους ζωγράφους.

Τι γράφετε τώρα; 

Δουλεύω ένα μυθιστόρημα που είχα ξεκινήσει παλιότερα και κάποια διηγήματα και θεατρικά που έχουν μείνει κι αυτά ημιτελή.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι Μπέκετ, Τσβάιχ, Μπέρνχαρντ, Ιονέσκο.

Ionesco_

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Ξένος, η Πτώση του Καμύ, Το Εσωτερικό του Μαίτερλινκ, Οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η καρδιά μου τους ακούει, της Ζιζέλ Πρασινός.

Το εκκρεμές, το μοναδικό, αν δεν κάνω λάθος, πεζό του Τ. Λειβαδίτη. Τριάντα αποσιωπήσεις και μια σιωπή, της Κατερίνας Δασκαλάκη. Πραγματικά υπέροχες διηγήσεις.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μου άρεσε ο τρόπος γραφής και οι ιστορίες του Γιάννη Φαρσάρη στο Φόβος κανένας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπάω πολύ τον Μερσώ του Καμύ.

Maurice-Maeterlinck-by-Hippolyte-Petitjean_

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο Μανδραγόρας. Έχει πολλά και αξιόλογα θέματα. Δεν βαριέσαι ποτέ να το διαβάζεις.  Το Κοράλλι. Για τους ίδιους λόγους.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Τότε που ζούσαμε του Ασημάκη Πανσέληνου, το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, τη βιογραφία του Τσβάιχ, το Κόκκινο Κασκόλ του Γιώργου Δουατζή και κάμποσα άλλα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποιες φορές διαβάζω παρουσιάσεις, συνήθως ηλεκτρονικές.

Dostoevsky

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Έχω διαβάσει πολλά βιβλία στο μετρό. Δεν θυμάμαι όμως κάποιο συγκεκριμένο.

Περί επιμέλειας

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της επιμέλειας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον επιμελητή με τον μεταφραστή και τον συγγραφέα;

Είχα ασχοληθεί στο παρελθόν με την επιμέλεια. Ήταν μια πολύ όμορφη διαδικασία. Χρονοβόρα όμως. Έμαθα να βλέπω το βιβλίο αλλιώς. Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει σωστή επικοινωνία μεταξύ επιμελητή και μεταφραστή ή συγγραφέα. Δεν είναι ανταγωνιστές. Όλοι υπηρετούν τον ίδιο σκοπό από διαφορετική σκοπιά. Το ζητούμενο είναι να αναδειχθεί το έργο.

Etranger__

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής και ο επιμελητής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Είναι λογικό να φαίνεται κυρίως ο συγγραφέας, γιατί αυτός παίρνει τα υλικά και χτίζει το οικοδόμημα. Ο μεταφραστής, απ’ την άλλη, ξαναγράφει το έργο. Αν είναι καλή η μετάφραση, αυτό θα βοηθήσει και τον επιμελητή και τον συγγραφέα και το έργο αυτό καθαυτό.

Στην Ελλάδα ο ρόλος του επιμελητή συνήθως παρακάμπτεται και απ’ τους ίδιους τους εκδοτικούς οίκους. Ένα άτομο μπορεί να κάνει τη δουλειά όλων. Δεν είναι όμως τόσο απλό. Η επιμέλεια/διόρθωση απαιτεί ευρύ φάσμα γνώσεων σε πολλά επίπεδα. Οι εκδότες κυρίως, θα πρέπει να αξιολογήσουν αυτή τη δουλειά και να προβάλουν τους αφανείς υπηρέτες του βιβλίου.

Samuel Beckett_Boulevard St Jacques_Paris_1985_

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία με τους μεταφραστές και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Πολλές φορές ο μεταφραστής εμμένει στις γλωσσικές του επιλογές χωρίς να δέχεται κάποια εναλλακτική διατύπωση. Ακριβώς επειδή η ελληνική γλώσσα είναι ανεξάντλητη και έχει άπειρες αποχρώσεις στην απόδοση των νοημάτων, θα έπρεπε να είμαστε και πιο ευέλικτοι, προκειμένου να γίνουμε και πιο ακριβείς. Πάνω απ’ όλα, πρέπει να καταλάβουμε ότι όλοι, ο καθένας από τη μεριά του, υπηρετεί το έργο εν γένει, και μόνο αυτό. Δεν τίθεται θέμα ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ, με συνέπεια θα έλεγα, κινηματογράφο και θέατρο. Από θεατρικές παραστάσεις, με γοήτευσε το Κρίσις του Αρκάδιου Λευκού, σκηνοθεσία/ερμηνεία Βαγγέλη Λιοδάκη. Ένα έργο γραμμένο το 1934, κι όμως τόσο επίκαιρο. Καταπληκτική ερμηνεία του Β. Λιοδάκη. 

Κρίσις

Όσο για ταινίες, έχω καιρό να δω κάποια που να μου μείνει. Επιστρέφω πάντα στους Μπέργκμαν, Ταρκόφσκι, Κισλόφσκι. Ανεξάντλητοι.  

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ασχολούμαι αρκετά με το διαδίκτυο. Είναι ένα μέσο για να μοιράζεσαι πράγματα, να «γνωρίζεις» ανθρώπους, να ενημερώνεσαι. Μερικές φορές όμως γίνεται παγίδα. Μπορεί να σε παρασύρει και να χαθείς, αναλώνοντας και πολύτιμο χρόνο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ. Άλλωστε, το γράψιμο και το διάβασμα σου χαρίζει από μόνο του την αιώνια νιότη. Το σημαντικότερο όλων είναι να ξέρεις πώς να διαχειριστείς τη νιότη ή οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή φάση.

IMG_0280_

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Χάρηκα πολύ όλες τις ερωτήσεις σας και σας ευχαριστώ πολύ για την τιμή να βρεθώ στο Αίθριο του φιλόξενου Πανδοχείου σας.

Στις εικόνες: Albert Camus [Ferrandez], Thomas Bernhard, Eugene Ionesco, Maurice Maeterlinck, Fyodor Dostoevsky, Samuel Beckett, Κρίσις Αρκάδιου Λευκού στην αναφερθείσα θεατρική παράσταση.

02
Απρ.
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 173. Χρύσα Φάντη

XF

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Για θύρα δεν είμαι σίγουρη, οι θύρες κάποτε αποδεικνύονται αδιέξοδες μπουκαπόρτες. Λοξοκοιτώντας από το φιλιστρίνι θα μιλούσα για ένα παιχνίδι ανάμεσα φαντασίας και πραγματικότητας, μια κολεγιά λοξής ματιάς και επινοημένης μνήμης.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στο «Δόντι του Λύκου», εξομολογήσεις και παραληρήματα ανθρώπων κερματισμένων, μνήμες ατομικές ή συλλογικές, υπνοβασίες και όνειρα, παλινδρομούσαν ανάμεσα σε ένα ζοφερό παρελθόν κι ένα θρυμματισμένο παρόν. Επρόκειτο για μια συλλογή από 13 διηγήματα που άρχισαν να μπαίνουν σε μια σειρά το 2002 και, φτάνοντας τελικά στο σύνολο τις 37.000 λέξεις, εκδόθηκαν το 2007 από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο πρώτο μου εκείνο πόνημα επέλεξα τη μικρή φόρμα σαν ένα στοίχημα, γοητευμένη από την πύκνωση που αυτό το είδος απαιτεί, και υιοθετώντας ένα λόγο όσο το δυνατόν πιο ελλειπτικό. Εννέα χρόνια μετά, στην «ιστορία της Σ.», -ένα μυθιστόρημα 310 σελίδων που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη- η αφήγηση άγγιξε περισσότερο το αλλόκοτο, το γκροτέσκο και το νουάρ. Εν κατακλείδι, αν και τα γεγονότα ήταν  αληθοφανή και οι τόποι συγκεκριμένοι (Ερεσός του ’50, Παρίσι της δεκαετίας του ’60 και του ’70), τα νήματα της αφήγησης προχώρησαν μέσα από  ένα ου-τοπικό ράβε ξήλωνε.

xrisa-fanth

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Mε τους επινοημένους ήρωες συμβαίνει ό,τι και με τους φίλους. ΄Αλλοι σ’ ακολουθούν, άλλοι σού σκάβουν ανεπαισθήτως λαγούμια, οι αυτονομημένοι προχωρούν ερήμην σου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Πρόκειται για μια επίπονη διεργασία, ένα παιχνίδι του νου, αλλά με πολύ βάσανο και κόπο του σώματος. Γράφω και σβήνω, στο τέλος, αν μπορεί να υπάρξει τέλος, παράγραφοι και κεφάλαια θα μεταφερθούν σε κάποιο άλλο σημείο μέσα στο κείμενο ή σε κάποιο άλλο αρχείο, για να επανέλθουν ίσως  μετά από καιρό σε κείνο το αρχικό, που στο μεσοδιάστημα θα έχει υποστεί τόσες πολλές και διαδοχικές παρεμβάσεις που θα έχει καταστεί αγνώριστο. Σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα όλο αυτό προσφιλές.

images (1) (1)

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες μπορεί να έρθουν οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Περπατάς, τρως, ή έχεις μόλις ξυπνήσει, και ως εκ του πουθενά κάτι παλιό και μπερδεμένο ξεκαθαρίζει, μια νέα  εικόνα σού παρουσιάζεται μέσα από μια άλλη διάσταση. Το δόκανο όμως, πάνω σε μια κόλλα χαρτί ή μπροστά από έναν υπολογιστή θα το στήσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν άρχισα να γράφω συστηματικά, για να ξορκίσω τη σιωπή είχα στο πλάι μου ένα μαγνητοφωνάκι και άκουγα σχεδόν υπνωτιστικά τα ίδια και τα ίδια κομμάτια. Εδώ και  χρόνια γράφοντας σε ένα σπίτι μέσα σε δάσος αρκούμαι στα τιτιβίσματα.

jelinek 1

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω κρατήσει σημειώσεις σε καφενεία, αίθουσες αναμονής, αεροπλάνα, τρένα, μετρό. Κάποιες κατόπιν επεξεργάστηκα, άλλες τις πέταξα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα νομικά και παιδαγωγικά, εργάστηκα για μια εικοσιπενταετία σε διάφορα δημόσια σχολεία, ασχολήθηκα με θέματα που αφορούσαν παιδεία, πολιτική, νόμους και δυναμική των ομάδων, εμμέσως, κάποια από αυτά τα βιώματα ίσως επηρέασαν και την συγγραφή. Αλλά η συγγραφή ως διαδικασία βρίσκεται συνήθως σε ακραίο ανταγωνισμό με τα παραπάνω.

Virginia Woolf by Danielle Fraser_

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ποίηση γράφουμε, η αφήγηση είναι το πρόσχημα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μονογραφία όχι.  Ένα μυθιστόρημα όπου η  Έρπενμπεγκ θα ανάπνεε στο ίδιο δωμάτιο με τη Γιέλινεκ,  και η Πλαθ θα ψυχαναλυόταν στο ίδιο ντιβάνι με τη Γουλφ, θα το έβρισκα συναρπαστικό. Στην πραγματικότητα δεν νομίζω πως θα αποκτήσω ποτέ τέτοια κότσια.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Κείμενα που μάλλον διαφέρουν από όσα έχω μέχρι στιγμής εκδώσει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

Author Truman Capote (1924 - 1984) relaxes with a book and a cigarette in his cluttered apartment, Brooklyn Heights, New York. Original Publication: A Wonderful Time - Slim Aarons (Photo by Slim Aarons/Getty Images)

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα, συνειρμικά, και προφανώς ασύμμετρα: Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Φόκνερ, Προυστ,  Τζόις, Κάφκα, Μαν, Μούζιλ, Μπέκετ, Ιονέσκο, Καμύ, Σαρτρ, Ντιράς, Γουλφ,  Πίντερ,  Μπέρχαρντ, Ναμπόκοφ, Σελίν, Σουίφτ, Κάρβερ, Μπόρχες, Μαρκές, Σεμπρούν, Σεπούλβεντα, Μπάνβιλ, Μπαρίκο, Χάντκε, Καλβίνο, Τουρνιέ, Καπότε, Μόρισον… Βουτυράς, Βιζυηνός, Τσίρκας, Χατζής, Δούκας, Γονατάς, Χάκκας, Μάτεσις, Κουμανταρέας, Βαλτινός, Γουδέλης, Δημητριάδης, Δημητρίου, Νόλλας, Καλοκύρης, Μαυρουδής, Σιώτης, Σωτηροπούλου, Μήτσορα, Φάις, Κολιάκου, Ατζακάς, Σωτάκης, Καβανόζης, Παπαμόσχος, Αγγελάκης …

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Δαιμονισμένοι, ο Ηλίθιος, το Υπόγειο (Ντοστογιέφσκι), Φως τον Αύγουστο (Φόκνερ), Δουβλινέζοι, Οδυσσέας (Τζόις), Τα Ημερολόγια, Η Δίκη, ο Πύργος, Η Μεταμόρφωση (Κάφκα), Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (Προύστ) Ω, οι ωραίες μέρες, όλοι εκείνοι που πέφτουν, Μολόι, Πώς είναι (Μπέκετ), Τρεις νουβέλες (Μαν) Δεσμοί (Μούζιλ) Το στοιχειωμένο σπίτι, Κυρία Ντάλαγουει, Τα κύματα (Γουλφ), Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν),  Ο κινέζος του πόνου (Χάντκε) Το παιχνίδι της αντιστροφής (Ταμπούκι) Γαλάζια μάτια (Μόρισον) Το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ) Ακυβέρνητες Πολιτείες (Τσίρκας) Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου) Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις) Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (Χάκκας) Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου) Βιοτεχνία υαλικών (Κουμανταρέας)…

Handke 2

… Το διπλό βιβλίο (Χατζής) Η αυλή των θαυμάτων (Καμπανέλης) Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο (Βαλτινός) Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (Σωτηροπούλου), Πεθαίνω σαν χώρα (Δημητριάδης) Από το ίδιο ποτήρι,  Ελληνική Αϋπνία, Πορφυρά Γέλια, Κτερίσματα, Το κίτρινο σκυλί, Στο παγκάκι του κανένα, Από το πουθενά (Φάις) Ντιάλιθ ιμ, Χριστάκη, Ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη, Το κουμπί και το φόρεμα (Δημητρίου), και από τους νεότερους, Χοιρινό με λάχανο (Καβανόζης) Κάτι θα γίνει, θα δεις (Οικονόμου) Θερμοκρασία δωματίου (Κολιάκου), Το γυμνό της σώμα (Αστερίου) Η πράσινη πόρτα (Σωτάκης) Κατάσταση φούγκας (Ράπη) Ακόμα Φεύγει (Μπογιάνου) … και ο κατάλογος συνεχίζεται.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα περισσότερα εκείνων στους οποίους έχω ήδη αναφερθεί.

Toni Morrison

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πρωτοεμφανιζόμενοι που διακρίθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, με τα βιβλία: Το τραγούδι του Λύγκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (Σιαφάκα) Καιροί τέσσερεις, Ο ψίθυρος  της Ευδοκίας (Καράμπελα), Ο βυθός είναι δίπλα (Βουδούρης), Χορός στα ποτήρια (Τάτση), Μια χαρά (Κυθρεώτης), Η Βικτώρια δεν είναι εδώ (Τσίρμπας), Αλεπούδες στην πλαγιά (Ανυφαντάκης), Καρυότυπος (Παπαντώνης) η Αϊσέ πάει διακοπές (Σωτηρίου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, η κεντρική περσόνα στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεγκ, η Ραραού στην μητέρα του σκύλου του Μάτεσι, οι αντιήρωες στα βιβλία του Δημητρίου και του Φάις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ενδεικτικά: Το Δέντρο, τα (δέ)κατα, το Εντευκτήριο, ο Πόρφυρας, ο Μανδραγόρας, ο Αναγνώστης, το Οροπέδιο, το Φρέαρ, οι Στάχτες, το Φράκταλ, το Ιntellectum, η Θράκα, το Νέο Πλανόδιο, το Αίτιον, και όλα όσα ασχολούνται κυρίως -ή εξ ολοκλήρου- με την καλή ποίηση και πεζογραφία. Από τα μη ενεργά το Διαβάζω, το Πάλι και το Πλανόδιο.

bernhard

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Πόλεμος και πόλεμος του Κρασναχορκάι.  

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις παρακολουθώ συστηματικά. Τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό υπάρχουν κριτικές τεκμηριωμένες, ενώ στον ηλεκτρονικό οι αναφορές σε συγγραφείς λιγότερο γνωστούς αλλά εξίσου αξιόλογους είναι συχνότερες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

2008, είμαι στη Βενετία με προορισμό την Ελβετία, κάθομαι σε ένα παγκάκι στον σταθμό του τραίνου και περιμένω το επόμενο, διαβάζω για πρώτη φορά Γιέλινεκ – την Λαγνεία συγκεκριμένα – και συνεχίζω να την διαβάζω και μέσα στο τρένο, μέχρι που ανακαλύπτω πως αντί για την Ελβετία έχω βρεθεί στα Σκόπια. Κερασάκι στην τούρτα, κάποιοι μού έχουν κλέψει τη τσάντα.

Duras_

Είμαι στο κατάστρωμα ενός πλοίου με προορισμό την Άνδρο, δίπλα μου ένας άντρας με τριμμένο και παλιομοδίτικο παλτό έχει ανοιχτό στα πόδια του ένα βιβλίο, ρίχνω λοξές ματιές  στο βιβλίο… και συνεχίζοντας την ανάγνωση αντιλαμβάνομαι πως η υπόθεση αφορά έναν κύριο που μες στο κατακαλόκαιρο φοράει επενδύτη. Επιστρέφω στο σαλόνι του πλοίου και από την τηλεόραση ακούω τον ποιητή Λίκο σε ένα παλιό ποιητικό αφιέρωμα στον φίλο του Εμπειρίκο να απαγγέλλει το ίδιο απόσπασμα. Ο Λίκος προφέρει καθαρά την λέξη επενδύτης, εγώ όμως ακούω επενδυτής. Είναι καλοκαίρι του 2015, «Η γαλήνη ήτο απόλυτος. Η επιφάνεια της θαλάσσης ήτο λεία και έλαμπε εις τον ήλιον, άνευ πτυχών, άνευ κυμάτων»… και το βιβλίο έχει τίτλο: Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, 1936-1946, τυπωμένο στην Ελλάδα το 1974.

jenny erpenbeckΠερί αιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Αγαπημένοι για την σκηνοθετική τους ματιά: Φελίνι, αδελφοί Ταβιάνι, Σκορτσέζε, Ταρκόφσκι, Αγγελόπουλος, Κούνδουρος, Παναγιωτόπουλος, Τερζόπουλος, Βογιατζής, και επιπλέον για την ηθοποιία τους: Βογιατζής, Κοκκίδου, Μουτούση, Καλτσίκη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εργαλείο έρευνας και εύκολο μέσο επικοινωνίας, αλλά στο κρεσέντο της διαδικτυακής ροής αν δεν μπεις υποψιασμένος αποδιοργανώνεσαι.

Federico Fellini on the set of Satyricon, phorographed by Mary Ellen Mark, 1969_

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι, γιατί μάλλον θα έπληττα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερ: «Γιατί γράφετε;»

Απ: «Εσείς;»

Στις εικόνες: Elfriede Jelinek, Virginia Woolf [Danielle Fraser], Truman Capote [Aaron Slims, 1958], Peter Handke, Toni Morrison, Thomas Bernhard, Marguerite Duras, Jenny Erpenbeck, Federico Fellini [γυρίσματα του Satyricon, Mary Ellen Mark, 1969].

24
Μαρ.
16

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων – Σοφία Διονυσοπούλου

Σοφία Διονυσοπούλου – Ψυχές στην ερημιά του, εκδ. Το Ροδακιό, 2016

Σ.Δ. - Βιβλίο_

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Ένας περιηγητής σε δέκα πέντε ποιητικά διηγήματα. Το καθένα στοιχειώνεται από μια γυναίκα-πεταλούδα. Είτε πραγματική εμπειρία του περιηγητή είτε φαντασίωσή του. Πόθος και χρώματα, πλάσματα του μυαλού και του κορμιού του, όλες τους έχουνε παράξενα ονόματα. Έτσι, η Papilio polymnestor είναι η νύχτα «κι εκείνος ξέρει. Ότι η νύχτα δεν αγγίζεται». Ή, όταν αγγιχτεί, στην Papillo machaon, «εκείνη μία βούλα της στο δείκτη του τυπώνει». Η Danaus gilippus είναι η κυρά του κήπου: «Σε ρόδο κίτρινο βασιλικά ανεμίζει, μαλλιά κι ενδύματα αξεχώριστα, πέταγμα ή περπάτημα ποιος ξέρει; –ονειροφαντασία ή του περιβολιού κυρά;»

Δέκα πέντε γυναίκες, λοιπόν, δέκα πέντε ψυχές για έναν περιηγητή-κυνηγό με τη δική του ψυχή στην ερημιά του. Μέχρι που. Μπαίνει μια βαθιά ερωτική, πολύχρωμη τελεία. Όπου τελεία δεν σημαίνει τέλος, αλλά σημείο. Ταύτισης. Ερωτικής. Πνευματικής. Όπως το ορίζει ο καθένας.

Σ.Δ. - Πρόσωπο

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε γιατί ήταν απόλυτη ανάγκη. Πριν από την πρώτη αράδα, για πρώτη φορά μου έκανε αίσθηση ένας πίνακας με πεταλούδες που είναι στον τοίχο του διαδρόμου, έξω ακριβώς από το γραφείο μου. Όταν μπήκε η περίφημη τελεία, μια λαχανί πεταλουδίτσα ήρθε και κάθισε ανάμεσα στο δικό μου γραφείο και στου αγαπημένου μου.

Αλλά την καλύτερη απάντηση τη δίνει το ίδιο το μότο: Οι γυναίκες πλάστηκαν για να περιγράψουν έναν άντρα.

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι ο περιηγητής. Είναι αυτός που ποτέ δεν περιγράφεται. Γιατί δεν γίνεται να περιγραφεί με λέξεις. Περιγράφεται όμως από τις προτιμήσεις του, από τις γυναίκες-πεταλούδες, τα τοπία που επιλέγει, τις μουσικές και τον διάχυτο ερωτισμό του κειμένου.

Σ.Δ. - Αφροί

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Για τη φωτογραφία που είμαι εγώ:

Σκίσε την κέρινή μου όψη σαν νυχτώσει

Σκάψε το λάκκο με τα νύχια σου βαθιά

Γίνε ο λύκος που στην κόλαση θα δώσει

Κάθε μου πόρο, σπόρο αέναης γητειάς

Κι άσε μακριά όλο αυτό το ανθρωποβρόχι

Που σεργιανάει στη γη με στέρφα αχαμνά.

Για την φωτογραφία του αφρού: Αφρός, σαν τα φτερά τους. Σαν την αχλή της ερημιάς του. Και σαν τις λέξεις που ηχούν όπως ο φλοίσβος.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

Το Πανδοχείο για την Κόρη του Ξενοδόχου εδώ.

05
Σεπτ.
15

Ελφρίντε Γέλινεκ – Εκ βαθέων (Συνομιλία με την Κριστίν Λεσέρ)

ek2

Η ανύπαρκτη γλώσσα της γυναίκας

Σπανίζουν οι γυναίκες που κατορθώνουν να χαράξουν το όνομά τους στον ψυχρό κόσμο των ανδρικών αριστουργημάτων. Κοιτάξτε την Ingeborg Bachmann που κάηκε μέσα στη νάιλον νυχτικιά της! Κοιτάξτε την Sylvia Plath με το κεφάλι χωμένο στο φούρνο φωταερίου. Επίσης έχω κατά νουν την θλιβερή ζωή της Marie Louise Fleisser, που ως συγγραφέα την θεωρώ ανώτερη από τον Brecht. Ο Brecht, αφού είδε το θεατρικό της έργο στο Βερολίνο, την ξετίναξε και τότε αυτή επέστρεψε στη βαυαρική επαρχία της, για να ζήσει μιαν άθλια ζωή πουλώντας πούρα το μαγαζί του άντρα της. Αυτόν ακριβώς τον φοβερό εξευτελισμό της γυναίκας – εξευτελισμό του έργου της και του σώματός της – τον έχει περιγράψει έξοχα η Ingeborg Bachman. [σ. 64]

Σπάνια ένα βιβλίο εκατόν είκοσι σελίδων μπορεί να εγκιβωτίζει μια τόσο συναρπαστική συνομιλία πάνω στο έργο, την σκέψη και την συγγραφική προσωπικότητα ενός λογοτέχνη· πόσο μάλλον όταν η διαλεκτική εκφέρεται από μια τόσο ιδιαίτερη συγγραφέα. Αυτή η επιτομή προέκυψε εν μέρει από ορισμένες συνομιλίες μεταξύ της συγγραφέως και της Κριστίν Λεσέρ, οι οποίες μεταδόθηκαν από τον γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό France Culture [Φεβρουάριος – Μάρτιος 2005].

Jelinek_1

Η Γέλινεκ είναι μια βαθύτατα πολιτική και φεμινιστική συγγραφέας που παραδέχεται πως παρά την ποικιλία της γραφής της (πρόζα, δοκίμια, λιμπρέτα, ραδιοφωνικό θέατρο) κατά βάθος γράφει ένα και το αυτό πράγμα. Φωτίζει όλα τα πρίσματα των θεμάτων της, εξαίροντας πάντα στο τέλος την φεμινιστική και τη πολιτική τους πλευρά – για εκείνη δεν υπάρχουν in fine παρά μόνον αυτά τα δυο μεγάλα πεδία διερεύνησης. Το αρχικό παράθεμα αναφέρεται στην βασική της άποψη ότι η καλλιτεχνική εργασία των γυναικών υπόκειται σε ιδιαζόντως ανδρικά αξιολογικά κριτήρια. Δεν υπάρχει κανένα αισθητικό κριτήριο για την καλλιτεχνική αξιολόγηση που μπορεί να εκφέρεται από γυναίκες.

Ακόμα και η σεξουαλικότητα, πεδίο που θεωρείται λανθασμένα ως το πιο ιδιωτικό πράγμα. Πρόκειται για σχέσεις εγελιανές, που, όπως επιχείρησε να δείξει κυρίως στα μυθιστορήματα Λαγνεία και Απληστία, δεν μπορούν παρά να καταλήξουν στη σχέση κυρίου και υπηρέτριας. Η συγγραφέας κατηγορήθηκε για ψυχρότητα και έλλειψη συναισθηματικής κατανόησης απέναντι στις γυναίκες της μυθοπλασίας της. Η ίδια όμως συνειδητά δεν δείχνει την γυναίκα από την μοναδική σκοπιά του θύματος, της αγίας και της πονεμένης, ενώ κρίνει σκληρά εκείνη που γίνεται συνένοχος του αντρικού συστήματος.

Jelinek_2

Η δουλεία της γυναίκας δεν γίνεται μόνο στο κοινωνικό και σεξουαλικό επίπεδο αλλά και στην γλώσσα. Η γλώσσα του άσεμνου, για παράδειγμα, είναι ανδρική – εκεί η γυναίκα αποκαλύπτεται και προσφέρεται, ενώ ο άντρας καταναλώνει το σώμα της. Η ίδια η κοινωνία είναι πορνογραφική, γιατί πάντοτε έχει κάτι να κρύψει. Και αυτό ακριβώς της αποσπά η συγγραφέας: την άσεμνη εργασία [επί] των γυναικών, αυτήν που ουδείς θέλει να δει και ουδείς βλέπει. Η μόνη δυνατότητα που διαθέτει τώρα η Γέλινεκ είναι να γελοιοποιήσει την αντρική γλώσσα και τους κυρίους της· να την εκτρέψει, να της προσδώσει χαρακτήρα ανατρεπτικό. Εφόσον δεν διαθέτει προσίδια γλώσσα, δεν έχει παρά να παραμορφώσει εκείνη που της παραδίδεται, ώστε να την αναγκάσει να πει την αλήθεια.

Η Γέλινεκ δεν σταματά να σκάβει με την πένα της την αδυνατότητα της γυναίκας να είναι κυρίαρχη της γλώσσας της και του έργου της, της γυναίκας που δεν μπορεί να πει «εγώ». Σε όλα αυτά βασίζεται το έργο της Δράματα πριγκιπισσών. Μόλις βρεθεί στην κοινωνία η πριγκίπισσα ανακαλύπτει ότι δεν είναι παρά ένα αντικείμενο και εισπράττει την περιφρόνηση, προπάντων τον χλευασμό, που είναι η ύψιστη μορφή περιφρόνησης. H Μαλίνα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν εξαφανίζεται μέσα στον τοίχο. Η ίδια η συγγραφέας της δεν κατάφερε να διαφύγει από το φύλο της· ήθελε να συνεχίσει ννα είναι γυναίκα στα μάτια των ανδρών όπως του Max Frisch ή του Hans Werner Henze. Το έργο της μίλησε αλλά ως πρόσωπα κάηκε. Τώρα έχοντας δει την κατάληξη της Μπάχμαν και της Πλαθ, η Γέλινεκ χωρίς να απαρνείται την θηλυκότητά της έμαθε να πηδά από το πλοίο εγκαίρως, να εγκαταλείπω το σώμα της για κάτι άλλο. Γιατί χάρη σ’ εκείνες έχει πια μάθει.

jelinek-8

Η συγγραφέας μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου η καλλιτεχνική φιλοδοξία της μητέρας συνέθλιψε την κόρη, επιφορτίζοντάς την με μαθητείες που την αντικαθιστούσαν όταν δεν ήταν παρούσα: κλασικός χορός και πέντε μουσικά όργανα! Πότε δεν πέρασε από το νου της μητέρας της ότι μπορεί να κάνεις κάτι για την απλή ευχαρίστηση. Κι όταν εκείνη, υποχρεωμένη να μένει κλεισμένη στο δωμάτιό της, άρχισε να πηγαινοέρχεται ακατάπαυστα και να χτυπά το κεφάλι της στον τοίχο, παραδόθηκε στα χέρια του διάσημου παιδοψυχιάτρου Asperger που καθιέρωσε το αυτιστικό σύνδρομο με το όνομά του, για μια μορφή αυτισμού που προσβάλλει τα μεγαλοφυή άτομα, ανθρώπους πολύ έξυπνους αλλά κοινωνικά απροσάρμοστους. Πιο συνετό θα ήταν να την είχαν γράψει σε έναν αθλητικό σύλλογο ή σε οτιδήποτε άλλο θα αντιστάθμιζε την υπερκινητικότητά της. Κι έτσι η Γέλινεκ είχε μια ανύπαρκτη παιδική ηλικία, καθώς ποτέ δεν είχε το δικαίωμα να είναι παιδί. Η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας δεν αποτελεί υπόβαθρο στη γραφή της και στο έργο της δεν υπάρχει κανένας παιδικός ήρωας. Το βιβλίο Η πιανίστρια είναι σαφώς εμπνευσμένο από αυτήν την σχέση.

photo of Elfriede Jelinek. photo by Jerry Bauer.

Με αυτή την λοξή οικογένεια η συγγραφέας ανατράφηκε σαν περιθωριακή. Ήταν πάντα το κορίτσι – εξωτικό πουλί, που παίζει πολλά όργανα. Η επιστροφή στην κανονική ζωή ήταν πλέον αδύνατη. Η μόνη κοινοτική εμπειρία ήταν η συνεργασία με τους άλλους μουσικούς. Όταν δεν μπορείς να χτυπάς το κεφάλι σου στους τοίχους, πρέπει οπωσδήποτε να βρεις κάτι άλλο – και στη περίπτωση της Γέλινεκ αυτό ήταν η γραφή. Προηγήθηκε φυσικά η ανάγνωση ως μόνο μέσο διαφυγής, μαζί με την ανυπαρξία της τηλεόρασης. Κάποτε έφτασε η ενηλικίωση και η φυγή για σπουδές: μια αιφνίδια ελευθερία που συνοδεύτηκε από ένα σοκ, σήμερα με το όνομα «οξεία κρίση άγχους». Νέος εγκλεισμός στο σπίτι, σοβαρότερη εμβύθιση στην γραφή – πρώτα ποίηση και μετά πρόζα. Καθώς δεν γνώριζα τίποτε από τη ζωή, ή επειδή φοβόμουν να μάθω να τη γνωρίσω, άρχισα πολύ νωρίς να ενδιαφέρομαι για την επιφάνεια των πραγμάτων, αυτήν τη «δεύτερη φύση¨, για την οποία ενδιαφερόταν επίσης η Ποπ Αρτ. Τότε κατάλαβα ότι τα πάντα δεν ήσαν παρά μόνο επιφάνεια… [σ. 37]

Austria/ Vienna/ Literature Nobel Prize Winner at home at Jupiterweg/ Vienna

Κι έτσι πέφτει με τα μούτρα στα γλυκερά αισθηματικά μυθιστορήματα, στα περιοδικά και στα κόμικς, ταυτόχρονα με την νέα αμερικανική ποίηση και στην Acid ανθολογία του Rolf Dieter Brinkmann, που περιελάμβανε τον Jack Kerouac και τον Robert Creeley. Μπορεί να ήταν αδύνατη η άμεση συμμετοχή στην ζωή, αλλά η περιπλάνηση στους σύγχρονους μύθους θα της έδινε την δυνατότητα να συλλάβει έμμεσα όλα τα φαινόμενα – όπως στο μύθο του πλατωνικού σπηλαίου – μέσω της αντανάκλασής τους στην καθημερινή ζωή. «Όχι εγειρόμενη πάνω από τα πράγματα, αλλά κρατώντας μιαν ορισμένη απόσταση από αυτά». Συνεπαρμένη από την πειραματική λογοτεχνία των αρχών της δεκαετίας του ’70 και εμπνευσμένη από την τεχνική του cut up γράφει αυτό το βιβλίο wir sind lockvoegel baby! [Είμαστε κράχτες μωρό μου!], που ορισμένοι εξέλαβαν ως «το πρώτο ποπ μυθιστόρημα της γερμανικής γλώσσας». Σε αντίθεση με τον Arno Schmidt που επεξεργάζεται λεπτομερώς κάθε λέξη, η γραφή της ήθελε τα πράγματα να είναι ρευστά και να κινούνται γρήγορα

Η συγγραφέας έχει μια φρενήρη εμμονή με την γλώσσα. Δεν είναι τόσο το περιεχόμενο της γλώσσας που την ενδιαφέρει όσο ο τρόπος με τον οποίο τα πράγματα κολυμπούν μέσα στα νερά της. Σχεδόν σαν τις αμοιβάδες που παραμονεύουν για την παραμικρή τροφή, είμαστε πάντοτε έτοιμοι για το παραμικρό παιχνίδι με τη γλώσσα, έτοιμοι να επινοήσουμε ένα λογοπαίγνιο ή να διακωμωδήσουμε μια φράση από την εφημερίδα. Αν η μετάφραση ορισμένων συγγραφέων του ευρύτερου κύκλου της όπως του Bernhard ή του Handke μπορεί να γίνει χωρίς προβλήματα, στην δική της περίπτωση πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να διανοηθεί την μετάφραση των έργω της. Ο ποιητής H.C. Artmann, ένας δάσκαλός της εξίσου στοιχειωμένος με την γλώσσα, δίνει έμφαση στην σεξουαλική δύναμη των λέξεων, στην ικανότητά τους να ζευγαρώνουν, να αφήνονται στην απόλαυση που γεννά η μία την άλλη. Κι εκείνη αναφέρεται ακριβώς στην λιβιδική της σχέση με την γλώσσα, που την αφήνει σε ένα είδος ερωτικής μέθης μέσω της ίδιας της πράξης της γραφής.

br-online-publikation-211211-20081003113316

Δεν  μπορώ να χαλιναγωγήσω την παρορμητική ανάγκη να παίξω με τις λέξεις, τη μανία να εκτρέψω τις λέξεις προς όλες τις σημασίες μέχρι να τις κάνω να πουν το αντίθετο απ’ ότι σημαίνουν. Στο τέλος, αντιλαμβάνεται και την μέγιστη ειρωνεία: η μοναδική μου προστασία, η γλώσσα μου, στρέφεται εναντίον μου. Γεύτηκα αυτή την εμπειρία μέσω του τρόπου με τον οποίο έγινε η πρόσληψη των κειμένων μου. Αυτό που σε προστατεύει σε μια ορισμένη χρονική στιγμή, στρέφεται ξαφνικά εναντίον σου. [σ. 114 – 115]

Η πολιτική στράτευση στην Αυστριακή Αριστερά αρχίζει λίγο αργότερα: το 1968. Το κομμουνιστικό κόμμα Αυστρίας είχε ανοιχτεί σε ανθρώπους της τέχνης αλλά σύντομα είδε ότι την εξουσία την είχε πάντοτε η σκληρή γραμμή του Κόμματος, άνθρωποι υπερσυντηρητικοί. Ελπίζαμε ότι θα μπορούσαμε να αλλάξαμε το Κόμμα, αλλά αυτό αποδείχτηκε βεβαίως πως ήταν αυταπάτη. Δεν άλλαξε απολύτως τίποτα, γιατί ένα τέτοιο Κόμμα είναι αδύνατον να αλλάξει. Παρά την απογοήτευση, η συγγραφέας έχει πάντοτε τις ίδιες θέσεις. Τίποτε δεν έχει χαθεί από τον αντικαπιταλισμό της, από το μίσος της για την καταστροφή και την κοινωνική αδικία που γεννήθηκαν από αυτό το σύστημα. Απλώς τώρα αντιλαμβάνεται την αυταπάτη που υποστήριζε ότι η τέχνη μπορούσε να αλλάξει κάτι και κάνει την αποτίμηση «του φοβερά μάταιου πράγματος που υπήρχε σε εκείνους τους αγώνες». Σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα είναι ο απόλυτος νικητής, δείχνοντας με μια απίστευτη δύναμη αυτό που μπορούσε ανέκαθεν να κάνει, λέει η Γέλινεκ αλλά προσθέτει: Θα αναδυθούν νέες μάχες που θα έχουν άλλο πρόσωπο και ίσως θα προκύψουν από τον αγώνα εναντίον της παγκοσμιοποίησης.

Jelinek 9

Η συγγραφέας απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε θρησκεία, εξακολουθεί να είναι διεθνίστρια και η ιουδαϊκότητά της εκδηλώνεται πολιτισμικά και όχι διαμέσου της θρησκείας. Οι απόψεις της για την Αυστρία είναι γνωστές: μια χώρα όπου ο «αυστροφασισμός» – ο κληρικαλιστικός φασισμός του μεσοπολέμου που κυριαρχεί εκ νέου, ως ένα μείγμα υποταγής και συντεχνιακής αντίληψης. Η χώρα άλλωστε καθυστέρησε χαρακτηριστικά στην αντιμετώπιση του βρώμικου πολεμικού της παρελθόντος και στον σχετικό πολιτικό αναστοχασμό. Στην ανατολική πλευρά της Αυστρίας όπου έχει τις ρίζες της όλοι προέρχονται από ένα μείγμα διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών, μια ανάμειξη που οφείλεται στις μεταναστεύσεις. Είναι βέβαια ένα στοιχείο που πολλοί Αυστριακοί προτιμούν να μην θυμούνται.

Στην ίδια ανατολική κουλτούρα η συγγραφέας αναζητά τις ρίζες της: Joseph Rot, Paul Celan, πρώιμος Wittgenstein όλη εκείνη την παράδοση με το χαρακτηριστικό μείγμα μελαγχολίας, σαρκασμού και απελπισμένου χιούμορ, μαζί με την καχυποψία απέναντι στην σημασιολογία της γλώσσας. Η Γέλινεκ αφιερώνει πολλές λέξεις στον ιδιαίτερο συγγραφέα Ρόμπερτ Βάλζερ, τον οποίο και συμπεριέλαβε στην ανθολογία της σχετικά με τις λογοτεχνικές της συγγένειες μαζί με τον Celan, τον Trakl, τον Hoelderlin, την Plath, συγγραφείς που και μεταξύ τους έχουν κάτι κοινό: δεν είναι βέβαιοι για τον εαυτό τους και νιώθουν άστεγοι μέσα στη γλώσσα. Και βέβαια αναγνωρίζει την μέγιστη οφειλή της στην Ομάδα της Βιέννης που συνδέθηκε με την παράδοση πειραματισμού με την γλώσσα (παράδοση που είχαν τελείως αποκρύψει και εκμηδενίσει οι ναζί).

elfriede-jelinek

Είμαι η εγγύηση της αντιπαράθεσης στους ναζί, στους νεοναζί, στη Δεξιά ή στον κληρικαλιστικό φασισμό αλλά ποτέ δεν τίθεται το ζήτημα της αισθητικής διαδικασίας του έργου μου. Κατά βάθος συνέβη περίπου το ίδιο πράγμα στον Thomas Bernhard. Αρχικά επισήμαναν την κριτική του κατά της Αυστρίας, προτού αναδείξουν την απίστευτη μουσικότητα των φράσεών του. [σ. 97]

Εκδ. Εκκρεμές, 2009, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, σελ. 127 [Elfriede Jelinek, L’ Entretien d’ Elfriede Jelinek et Christine Lecerf, 2007]. Περιλαμβάνεται παράρτημα με εργογραφία της συγγραφέως και κατάλογο αυστριακών και γερμανόφωνων συγγραφέων.




Απρίλιος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 826,145 hits

Αρχείο