Posts Tagged ‘Θεωρία

09
Νοέ.
18

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου – Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017

Κανονικά και μόνο η κυκλοφορία ενός τόμου με το συγκεκριμένο θέμα και αυτή την υπογραφή θα αρκούσε για να μιλάμε όχι μόνο για μια πολύτιμη, και μάλλον αναπάντεχη έκδοση αλλά και για ένα σπάνιο έργο που αποτελεί ταυτόχρονα ιστορία, γραμματολογία, κριτική και ερμηνεία της αχανούς εγχώριας πεζογραφικής παραγωγής των τελευταίων σαράντα πέντε χρόνων, και όχι μόνο, εφόσον ο διάλογος με τα προγενέστερα έργα των ίδιων συγγραφέων είναι συνεχής. Αξίζει όμως να γράψουμε ελάχιστα λόγια πέρα από την αυτονόητη αξία του ενιακοσασέλιδου βιβλίου.

Για εμάς που τον διαβάζουμε εδώ και δεκαετίες, ο κριτικός λόγος Χατζηβασιλείου, εκτός των δεδομένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν κάθε άξιο κριτικό λόγο, έχει τρία πρόσθετα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από πλείστους ομότεχνους: είναι εύληπτος και προσιτός στην (ωραία) ανάγνωση, δεν απαξιοί να αναφερθεί με σαφήνεια στην πλοκή κάθε βιβλίου και, τέλος, μπορεί να εστιάσει τον μεγεθυντικό φακό του στο έργο και την ίδια στιγμή να αποστασιοποιηθεί ώστε να το δει με τηλεσκόπιο, ως μέρος ενός γενικότερου κοινωνικού και λογοτεχνικού όλου. Αυτά τα στοιχεία απογειώνουν το βιβλίο του, που όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, μπορεί να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τον ειδικότερο των ειδικών ως τον πλέον αδαή, με την ίδια απόλαυση.

Σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας προτάσσει, όπου κρίνει ότι χρειάζεται, απαραίτητα εισαγωγικά δοκίμια, ενώ στο τέλος ανακεφαλαιώνει σε ανάλογο κείμενο τα συμπεράσματά του. Όσον αφορά τα θεωρητικά του εργαλεία, φροντίζει να συμπυκνώσει σε λίγες σελίδες ή παραγράφους τα βασικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας εκτενέστατη βιβλιογραφία, την οποία, παρεμπιπτόντως, συμπεριλαμβάνει μόνο στις εκάστοτε υποσημειώσεις και όχι σε ειδικό παράρτημα στο τέλος, όπως πιθανώς θα επέλεγαν άλλοι περισσότερο της επίδειξης. Εννοείται πως η μοιρασιά θεματολογίας και μορφής των αναφερόμενων έργων είναι ακριβοδίκαιη, ενώ τα κείμενά του χρωματίζονται από την προσωπική του άποψη.

Η παρακάτω ταχύτατη διέλευση δεν είναι παρά μια ενδεικτική, κλεφτή ματιά σ’ έναν τεράστιο χάρτη μυθοπλασίας. Οι φράσεις με πλάγια γράμματα είναι ακριβώς οι χρησιμότατοι και πρωτότυποι τίτλοι που προτάσσει ο συγγραφέας στα κεφάλαια, τα υποκεφάλαια και τις ειδικότερες ενότητες. Ας σημειωθεί πως αναφέρω ελάχιστους από τους εκατοντάδες περιλαμβανόμενους συγγραφείς και περιορίζομαι μόνο σε θέματα θεματολογίας. Εννοείται, τέλος, πως κάθε αναφορά στους συγγραφείς αφορά συνήθως συγκεκριμένα έργα, που εδώ παραλείπονται· έτσι ο κάθε συγγραφέας μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικά κεφάλαια ανάλογα με το μυθιστόρημα ή την συλλογή διηγημάτων του.

Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Το δημόσιο βάρος μιας εποχής κοιτάζει κατευθείαν μέσα στο καμίνι της πολιτικής και της Ιστορίας. Η πολιτική ως κενό νοήματος εκφράζεται με το πολύτροπο και πολυκύμαντο Κιβώτιο (1974) του Άρη Αλεξάνδρου, που παραμένει μέχρι σήμερα ένα βιβλίο – σταθμός· η πολιτική ως λογοτεχνικό βαρίδι κυριαρχεί στην Χαμένη άνοιξη (1976) του Στρατή Τσίρκα, ενώ στο Διπλό βιβλίο (1976) του Δημήτρη Χατζή ό, τι ετοιμαζόταν να γεννηθεί και να ανθήσει στο Τέλος της μικρής μας πόλης τώρα έχει ακινητοποιηθεί και λιμνάσει. Οι ήρωες δεν περιμένουν πια να αλλάξουν και να μεταμορφωθούν· το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αποδεχτούν την κοινή τους μοίρα και την συντριβή από ένα υπερσύστημα που αλέθει τα πάντα, από τις συνειδήσεις και τα όνειρα μέχρι τους φίλους και τους εχθρούς. Η πολιτική ως ηθικός αναστοχασμός χαρακτηρίζει το έργο του Σπύρου Πλασκοβίτη· στο μυθιστόρημά του Η πόλη (1979) το συλλογικό είναι αδύνατο να αποσπαστεί από το ατομικό αλλά και το ατομικό συναντά αναπόφευκτα, κάτω από τις πιο διαφορετικές περιστάσεις το συλλογικό.

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς εμφανίζεται με το ωριμότερο μέχρι τότε βιβλίο του, Αντιποίησις αρχής (1979), με έναν απόλυτα αρνητικό λογοτεχνικό ήρωα, ενώ η Φανταστική περιπέτεια (1985) βάζει στην άκρη τους ματωμένους ογκόλιθους του ιστορικού και πολιτικού παρελθόντος πλησιάζοντας την καθημερινότητα και το παρόν της Μεταπολίτευσης, όπου κι εκεί γρήγορα τα πάντα καταρρέουν. Εδώ ο ήρωας αδυνατεί να δει ότι η επερχόμενη καταστροφή έχει πολύ συγκεκριμένες και χειροπιαστές αιτίες και δεν προέκυψε από το πουθενά· η καταστροφή του δεν είναι μια κατ’ ιδίαν διάλυση αλλά μια απείρως σκοτεινή απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας.

Στο σημαδιακό βιβλίο του Αντρέα Φραγκιά Το πλήθος (1985, 1986) σ’ έναν αδιευκρίνιστο ως προς την οποιαδήποτε λεπτομέρεια χωροχρόνο δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές αλλά επιμέρους σύνολα, ένας διασκορπισμένος και ταυτόχρονα περιχαρακωμένος πληθυσμός. Κανείς μέσα στην πολιτεία του Πλήθους δεν μετράει ως μονάδα. Το άτομο συντρίβεται εκ των προτέρων μπροστά σε μια εξουσία που έχει ως στόχο την καταστροφή οποιασδήποτε πνευματικής ή υλικής οντότητας που ξεχωρίζει. Η πολιτική ως άκρατη και απροκάλυπτη βία αποτελεί απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Νίκου Κάσδαγλη, όπου αναδεικνύεται η πολιτική και κοινωνική παθολογία τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος και η κατάδειξη των αόρατων μηχανισμών της εξουσίας και της ακαριαίας δράσης τους. Οι πεζογράφοι του μυθιστορήματος της πολιτικής εξορίας (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Άλκη Ζέη, Μιμίκα Κρανάκη) συνδέουν αξεχώριστα τον ξεριζωμό και την εσωτερική τους αποξένωση.

Στο κεφάλαιο Η Ιστορία ως απουσία και ο παραλογισμός της ύπαρξης κυριαρχούν δυο γλωσσικά παλίμψηστοι συγγραφείς: ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης και ο Παντελής Καλλιότσος. Στον πρώτο, ο έρωτας, το κατεξοχήν προσωπικό καταφύγιο, μεταβάλλεται γρήγορα σε ένα νεκρωμένο πάθος, που απλώς επιτείνει την αίσθηση της ανυπαρξίας. Οι διαστροφικοί δεσμοί του έρωτα με την Ιστορία που κυριαρχούν στην Κίτρινη ώρα (1980) αγγίζουν το κορυφαίο τους σημείο στον Ιερό μαστό (1987) ενώ στην Δεκεμβριανή νύχτα του δεύτερου (1979) η Ιστορία συμβολίζει μια ευθύς εξαρχής χαμένη επανάσταση. Υπάρχουν άλλες Γέφυρες και έξοδοι; Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας δίνει την απόλυτη προτεραιότητα στον έρωτα, το μοναδικό αντίδοτο για τον θάνατο, ενώ η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ εστιάζει στον δύσκολο και μοναχικό δρόμο της γυναίκας προς την δική της ελευθερία.

Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που παίζουν σχεδόν μόνοι στην την περιοχή της τέχνης τους, για να παραφράσω ελαφρά τον τίτλο μια άλλης υποενότητας. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, για παράδειγμα, μέσα από την γλωσσική φαντασμαγορία του απομυθοποιεί οποιαδήποτε ιδεολογία – κοινωνική, πολιτική, ηθική και κυρίως αισθητική – σε ένα πεδίο που μένει μακριά από τα φώτα της πολιτικής και της Ιστορίας. Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς διαγράφει την τροχιά του έξω από τον ιστορικό χρόνο ή, καλύτερα, έξω από οιονδήποτε χρόνο, ενώ ο Αλέξανδρος Σχινάς φροντίζει να υπενθυμίζει πως έξω από την σκακιέρα δεν υφίσταται κανένας κόσμος.

Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά την μεσολάβηση της μνήμης. Αρκετοί από τους διαδόχους των πρώτων μεταπολεμικών εξακολουθούν να κινούνται στο πεδίο της πολιτικής και της Ιστορίας, με τη διαφορά ότι η Ιστορία παίρνει τώρα μια εντελώς διαφορετική μορφή και ενεργεί ως ένα εντελώς διαφορετικό είδος πηγής για την δουλειά τους. Οι εν λόγω συγγραφείς φροντίζουν να προβάλουν το αναμνηστικό τους υλικό σ’ ένα καυτό παρόν ενώ παρατηρείται και η πορεία προς την ανάδειξη του ατόμου και του προσώπου. Η στρατηγική των ίσων αποστάσεων αφορά κυρίως τον Θανάση Βαλτινό στο έργο του οποίου η μνήμη χωρίζεται σε προσωπική και σε επινοημένη, ενώ τα θαμπά αποτυπώματα ανήκουν στον Χριστόφορο Μηλιώνη, που κρατά τις αποστάσεις του μένοντας πιο μακριά από την ιστορική πραγματικότητα.

Η πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή κινείται από την ευφορία του παρελθόντος στον σαρκασμό του παρόντος, καθώς η μνήμη αποβάλλει κάθε ενήλικο βάρος και σταθεροποιείται στο παιδικό βλέμμα. Μαζί με το πέρασμα στη νιότη και στην ενήλικη ζωή επέρχεται και η ενηλικίωση της μνήμης, όχι για να ξαναζήσει τις συγκινήσεις αλλά για να έχει ένα σταθερό και έγκυρο μέτρο σύγκρισης των πραγμάτων. Στην περίπτωση του Βασίλη Βασιλικού ο εαυτός ρίχνει στο συλλογικό τη σκιά του με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, ενώ στα βιβλία του Χρόνη Μίσσιου και του Όμηρου Πέλλα κυριαρχεί ο εγωτικός εαυτός ως πολιτική μαρτυρία.

Η ελευθερία του ατόμου κυρίως με την έννοια της απομάκρυνσης από την θηλιά της πολιτικής και της Ιστορίας αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου. Πρόκειται για την επίκληση της αυτοβιογραφικής μνήμης ή την μετατόπιση του βλέμματος προς μια καθημερινότητα όπου το άτομο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τη συμβίωσή του σε έναν διπλό έλεγχο ευθυνών. Ο πόθος για ατομική απελευθέρωση του κοινωνικού περίγυρου χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του Μένη Κουμανταρέα και του Πέτρου Αμπατζόγλου. Στο αφηγηματικό σύμπαν του Γιώργου Ιωάννου (όπου εστιάζει κυρίως η ενότητα Ένταση και περιορισμοί της υποκειμενικότητας) το ατομικό δημιουργεί από την πρώτη στιγμή τους όρους για την οικοδόμηση μιας άκρατης υποκειμενικότητας που όχι μόνο θεωρεί πλέον αυτονόητη την ελευθερία της αλλά και αγωνίζεται να την βιώσει με όσους όρους διαθέτει ενάντια σε κάθε συλλογικό ντετερμινισμό. Ωστόσο, το ακέραιο της ατομικής υπόστασης μένει εκκρεμές σε έναν κόσμο όπου το άτομο δεν μπορεί να κερδίσει μια επιτέλους ισορροπημένη ταυτότητα.

Το καθημερινό τοπίο χαρακτηρίζει το έργο του Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλου ενώ ακόμα πιο πέρα ο Περικλής Σφυρίδης διοργανώνει ένα σύμπαν καθημερινών αυτοβιογραφικών συμβάντων με την πολιτική και την Ιστορία να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το πεδίο του. Συμπληρωματικές εδώ είναι οι τροχιές των Κώστα Ταχτσή, Κώστα Λαχά, Κωστούλας Μητροπούλου και Νανάς Ησαΐα. Ένας ορκισμένος του μοντερνισμού πραγματοποιεί άλλου είδους καλλιτεχνική διαφυγή: η γραφή του Γιώργου Χειμωνά απελευθερώνει από την μία πλευρά το υποκείμενο από το συλλογικό του περιβάλλον τονίζοντας την αναντικατάστατη προτεραιότητα του ατόμου, ενώ από την άλλη σημαίνει τον ενταφιασμό της λογικής συγκρότησής του.

Στο τέταρτο κεφάλαιο οι μεταπολιτευτικοί πεζογράφοι αποχαιρετούν την πολιτική και την Ιστορία και βρίσκονται αντιμέτωποι με το δράμα της δημόσιας πτώσης. Οι νέοι πεζογράφοι στρέφουν την προσοχή τους στο Πολυτεχνείο, στις μνήμες της Κατοχής και του Εμφυλίου και στο νεόκοπο φαινόμενο της τρομοκρατίας αλλά από την άλλη πλευρά κατευθύνονται προς τα κράσπεδα της πολιτικής και της Ιστορίας είτε για να εξισώσουν το ατομικό με το συλλογικό είτε για να μεγεθύνει την παράμετρο του εγώ, είτε, τέλος, για να καταφύγουν σε μια συμβολική σύλληψη του υπερατομικού. Η ταλάντευση ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό εκφράζεται από την Μάρω Δούκα, η αρνητική υπογράμμιση του ατομικού από τον Αλέξη Πανσέληνο, η εκτρωματική του εκδοχή από τον Δημήτρη Νόλλα, ο δρόμος της παραβολής και του συμβολικού από τον Γιώργη Γιατροανωλάκη και η αναζήτηση των εκφραστικών του ορίων από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Στο έργο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή εμφανής είναι η έκπτωση των ιστορικών μεγεθών και ο ρόλος της ανώνυμης καθημερινότητας, ενώ η ίδια αυτή καθημερινότητα για τον Μήτσο Κασόλα έχει ένα επίμονα φαρσικό στοιχείο που μπορεί να εξελιχθεί σε τραγέλαφο.

Ολόκληρο το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην επέλαση της παρωδίας. Οι πεζογράφοι που την υιοθετούν έχουν προ οφθαλμών μια ζωντανή και άμεση, εντελώς καθημερινή πραγματικότητα. Ο κόσμος της παρωδίας δεν προσδοκά την διόρθωση της σάτιρας και δεν έχει τίποτε να ελπίζει από την εκτόνωση της κωμωδίας. Πρόκειται για έναν κόσμο που θέλει να αγνοήσει το μέλλον και να προκαλέσει μόνο το παρόν μέσα από τη διακωμώδηση και την ανοχή των πάντων. Η πολιτική και η Ιστορία, ο αγώνας υπέρ του ατόμου αλλά και η πτώση του από το δημόσιο βάθρο αποσύρονται από την περιοχή φιλοτεχνώντας ένα θεαματικά σβησμένο παρελθόν.

Σε αυτή την σκόρπια ζωή της αποπροσωποποίησης και της ιδιώτευσης οι ήρωες του Χρήστου Βακαλόπουλου διακηρύσσουν την απόδραση από την σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, και σε αντίστιξη με το ανυποψίαστο και τη μακαριότητα της παιδικής ηλικίας επιδιώκουν να ελαφρώσουν τα πράγματα. Ο Σάκης Σερέφας κινείται ανάμεσα σε μια υπερεξατομικευμένη και ολοφάνερα διαταραγμένη καθημερινότητα και στο χάος μιας φαντασίας με πλήρη άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού. Όταν οι δαίμονες είναι ακόμα πιο ιδιωτικοί, οι τόνοι αναβαίνουν. Ο Λένος Χρηστίδης επιδίδεται σε μια λεξιλαγνική παραμόρφωση της σύγχρονης πραγματικότητας με πληθώρα φραστικών και εικονοποιητικών ευρημάτων.

Ο δραματικός κυνισμός και η μετεξέλιξη της γελοιογραφίας σε τερατόμορφη εξαχρειωμένη καρικατούρα ξεπηδούν ως αναπόφευκτες προτεραιότητες. Το εγώ προβάλλει ως η μοναδική ζωτική περιοχή και η οποιαδήποτε ανθρωπολογία καταλήγει στο ξήλωμα της ανθρωπιάς και περνά στην ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση. Το άδειο κέλυφος και οι τεχνικές μετατόπισης ή απώθησης του δράματος αναφέρονται στους πεζογράφους που δεν καταπίνουν ή καταναλώνουν το δράμα αλλά το υπομένουν δια του εξορκισμού του. Ο Αντώνης Σουρούνης χρησιμοποιεί την ειρωνεία, οι Βασίλης Τσιαμπούσης, Νίκος Βασιλειάδης και Χρήστος Χαρτοματσίδης το χιούμορ.

Το έκτο και εκτενέστερο κεφάλαιο έχει τον εύγλωττο τίτλο Καθημερινές και αλληγορικές κοινωνίες. Στο κάστρο του εγώ και της οικογένειας η ατομικότητα συνορεύει με τον άκρατο ατομικισμό και το συλλογικό παραμένει σε αβυσσαλέα απόσταση από τη μυθοπλαστική δράση. Η Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου είναι ένα εξωφρενικά διογκωμένο εγώ προσπαθεί να αποσαφηνίσει την ταυτότητα του, ενώ στην Μαρία Μήτσορα το κατακερματισμένο εγώ προβάλλεται σε μια εξίσου ασταθή αλλά και ευπαθή πραγματικότητα. Οι ήρωες του Διαμαντή Αξιώτη παραδίδονται στα πάθη και την αυτοκαταστροφή στην οποία μπορεί να οδηγήσει το σεξουαλικό ένστικτο, ενώ εκείνοι της Ιωάννας Καρυστιάνη, παρά τις αποστάσεις από το κλίμα του άγριου ατομικισμού, δεν ξεφεύγουν από τα όρια ενός εσωστρεφούς, σχεδόν περίκλειστου ατομικού κόσμου. Το κακό φωλιάζει στην διηγηματογραφία της Μαρίας Κουγιουμτζή κουρελιάζοντας την ζωή των ηρώων της και οδηγώντας τον στενόχωρο κόσμο τους στα όριά του.

Εντός κι εκτός των τειχών, το εγώ και η οικογένεια μπορούν να κρατούν την εσωστρεφή συμπεριφορά τους, αλλά να λειτουργούν ταυτόχρονα σ’ έναν κόσμο που κοιτάζει προς το εξωτερικό περίβολο, φτάνοντας μέχρι την προοδευτική προσέγγιση και υποδοχή του Άλλου. Η κοινωνική καθημερινότητα κυριαρχεί στα γραπτά του Δημήτρη Πετσετίδη όπου η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό κινείται πάνω σε ένα πολύ λεπτό νήμα, ενώ τα μελαγχολικά και συχνά ευτράπελα πλην πάντοτε σκιώδη ανθρώπινα κάδρα μοιάζουν να προκύπτουν από την καρδιά της κοινωνίας και της εποχής τους χωρίς υπερσυγκινησιακές διογκώσεις.

Στην πρόζα του Τάσου Καλούτσα κάτω από την ήρεμη αδιατάρακτη επιφάνεια της οικογενειακής ζωής κινείται πάντα κάτι δυσοίωνο, έτοιμο να διαρρήξει την τάξη των πραγμάτων. Η καθημερινότητα γίνεται κοινωνικοπολιτική στο Άκυρο αύριο του Κοσμά Ι. Χαρπαντίδη όπου, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, τα συλλογικά πάθη του παρελθόντος μεταγγίζονται σχεδόν ακέραια στο παρόν, αποδεσμεύοντας τα ίδια ποσοστά πολιτικής βίας και κοινωνικού διαχωρισμού. Άλλοτε ο στόχος των ακροδεξιών ήταν οι κομμουνιστές, σήμερα είναι οι μετανάστες. Η μόλυνση της φυλής και του έθους εκπροσωπεί πάντοτε τον μείζονα κίνδυνο.

Στις υπερβάσεις της αλληγορίας μια πρώτη μεγάλη επικράτεια αφορά το παραμυθητικό, το ονειρικό και το καθημερινό ως όψεις του φανταστικού. Οι ήρωες του Νίκου Χουλιαρά ασφυκτιούν μέσα στην καθημερινότητά τους, δίνοντας έναν επίμονο αγώνα για την παράκαμψη και την αποφυγή της, μένοντας μετέωροι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, φροντίζοντας να κρυφτούν πίσω από τη σαγήνη του παραμυθιού ή τρέχοντας να αρπαχτούν από το όνειρό τους. Ο συγγραφέας πάντως δείχνει εμμέσως πλην σαφώς πως το παραμύθι και το όνειρο μπορεί να ευαγγελίζονται την κατάργηση κάθε περιοριστικής σύμβασης αλλά δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν την απολύτρωση ούτε να εγγυηθούν τα φρόνημα της ελευθερίας. Ένας ανάλογος μαγικός ρεαλισμός διατρέχει και την πεζογραφία της Ζυράννας Ζατέλη όπου το αντιθετικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου συνυπάρχει μ’ έναν θησαυρό αφανών λεπτομερειών της καθημερινότητας.

Ο διηγηματογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης μυθοποιεί το περιστασιακό και το τετριμμένο ενώ οι ήρωές του κυνηγούν απεγνωσμένα την ίδια χίμαιρα: την αθωότητα του παιχνιδιού και την λυτρωτική αγαθοσύνη των παιδικών χρόνων, σε μια επινόηση μεταφορικών προσώπων που θέλουν να απαγκιστρωθούν από τη μέγγενη της καθημερινής κατάθλιψης. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εστιάζει στον δισυπόστατο και ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής και της ερωτικής ταυτότητας, ενώ ομόλογη είναι και η προβληματική του για τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στους διακριτούς ρόλους που επιβάλλουν οι κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαφορές το φύλου.

Οι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα αυτοτελές εγχώριο είδος, συνενώνοντας τις επιρροές τους μόνο κατά το σκέλος του μαγικού ρεαλισμού. Δεν ισχύει το ίδιο και για τους μυθιστοριογράφους της μελλοντολογίας, της δυστοπίας και της επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Τριαντάφυλλος Πίττας, ο Μάκης Πανώριος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Οι ετεροτοπίες, από την άλλη πλευρά, οι οποίες δεν αναφέρονται σε ένα φανταστικό μέλλον, όπως η ουτοπία και η δυστοπία, αλλά στο παρόν, έχουν την δικό τους αντικατοπτρισμό στην σύγχρονη πεζογραφία. Με τα πεζά του Αριστείδη Αντονά βρισκόμαστε στην λογοτεχνία της ηθικοπολιτικής ετεροτοπίας η οποία διοργανώνει τους χώρους της επί τη βάσει μιας σειρά σημείων που παραπέμπουν σε ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο χώρος, ένας τυραννικός και εν πολλοίς ακατανόητος χώρος ενώ τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν είναι καταδικασμένα στο φάσμα της ανωνυμίας.

Το έβδομο κεφάλαιο αφιερώνεται στο αστυνομικό μυθιστόρημα και το όγδοο στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος και τη στροφή προς μια καινούργια συλλογικότητα. Εδώ εξετάζονται η ριζική μεταμόρφωση ενός δοκιμασμένου είδους και οι νέες εκδοχές του. Μεταξύ των ειδικότερων κατηγοριοποιήσεων αξίζει να αναφερθεί το μυθιστόρημα του Διαμαντή Αξιώτη Το ελάχιστον της ζωής του, καθώς, εκείνο που καθορίζει τα γεγονότα είτε της συλλογικής είτε της ατομικής ζωής δεν είναι ο διαχωρισμός των φυλετικών και θρησκευτικών ιδιοτήτων αλλά η μείξη αυτών.

Γενικότερα, είτε πρόκειται για τον ιστορικό Άλλο και το τέλος των εθνικών ανατάσεων είτε για την εισβολή του καθημερινού στη θαμμένη Ιστορία, διαπιστώνεται πως η μυθιστορηματική καθημερινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον δρόμο που ακολούθησε η Ιστορία. Η Ιστορία αποτελεί τη μήτρα και την τροφό της καθημερινότητας. Στην πεζογραφία του Τάσου Χατζητάτση η συλλογική εμπειρία αποκτά τη μορφή θραυσμάτων που αιωρούνται γύρω και πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, για να δώσουν πρωτίστως την ατομική της διάσταση.

Στην πρόζα του Νίκου Μπακόλα κυριαρχεί η ιστορική μεταμυθοπλασία. Η εποχή και το κλίμα της αποτυπώνονται σε συνειδήσεις που κατανοούν το ιστορικό τους περιβάλλον μέσα από το χαμηλό και καθημερινό τους βίωμα. Οι ήρωες δεν ζωντανεύουν ιδεολογίες και δεν επωμίζονται ορατά κοινωνικά βάρη. Το συλλογικό εισβάλλει στη ζωή τους λιγότερο ως κοντινό και χειροπιαστό συμβάν και περισσότερο ως μακρινός και παραμορφωμένος θόρυβος. Ο συγγραφέας συντονίζεται και με την διεθνή πορεία της ιστορικής μεταμυθοπλασίας, καθώς υιοθετεί ένα ειρωνικό ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, που βάζει στη θέση του έθνους όχι τον ιστορικό Άλλο ή μια σειρά από ετερογενείς ταυτότητες, αλλά μια αμέριστη υποκειμενικότητα.

Στην ίδια περιοχή προσέρχεται ο Πάνος Θεοδωρίδης που δεν παύει ούτε στιγμή να μεταφέρει τον αναγνώστη στον παρόντα ιστορικό χρόνο, σε μια λογοτεχνία που αποτελεί μια ατέλειωτη διαδικασία κατασκευής και επινόησης. Στην περίπτωση του Μιχάλη Μοδινού η ιστορική μεταμυθοπλασία ανοίγει διάλογο με το οικολογικό μυθιστόρημα όπου, μεταξύ άλλων, τίθεται κάθε φορά το ίδιο ερώτημα: μπορεί ο ονειρικός πόθος για άλλη μια πραγματικότητα να έχει την οποιαδήποτε πολιτική προοπτική; Σε κάθε περίπτωση η διαχρονική επιμονή του ονείρου μοιάζει να εγγράφεται οργανικά έστω και ως χρονικό συντριβής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού.

Οι Θανάσης Βαλτινός, Κώστας Βούλγαρης, Θανάσης Σκρουμπέλος, Ελένη Στεφανοπούλου και άλλοι έχουν ξεκινήσει έναν νέο γύρο για τον Εμφύλιο. Η λογοτεχνική αποθεραπεία που εφαρμόζουν οι νεότερες γενιές αποκαθιστά μια επί δεκαετίες διασαλευμένη ισορροπία, ικανή να ενθαρρύνει αν όχι την αμοιβαία συγχώρηση, τουλάχιστον ένα κλίμα καταλλαγής και συνεννόησης. Η πεζογραφία της κρίσης με την ολική επαναφορά του συλλογικού, αποτελεί βασική επιλογή δεκάδων πεζογράφων και δικαίως καταλαμβάνει αυτόνομο κεφάλαιο. Οι πεζογράφοι της θέτουν την κρίση στο επίκεντρο, αναζητούν τα ιστορικά της αίτια, στρέφονται στην καλλιτεχνική εξωστρέφεια, τοποθετούν το Κακό να έρχεται από το μέλλον (κάποτε κι από το αρχαίο παρελθόν) ή επιλέγουν την φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Με μια σειρά από ποικίλες διαβαθμίσεις η μυθοπλασία οδηγείται σε μια βίαιη συλλογικότητα, υποχρεωμένη να μιλήσει για μια κοινωνία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Πέρα από το άτομο και την κοινωνία, υπάρχει και ο λόγος του συγγραφικού εργαστηρίου, στον οποίο αφιερώνεται το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο. Οι συγγραφείς δεν εκθέτουν μόνο τις αφηγηματικές τους τεχνικές αλλά και τις αναρωτήσεις τους γύρω από το ίδιο το νόημα και τους σκοπούς της τέχνης τους. Στην εσωτερική, σκοτεινή οθόνη του Σάκη Παπαδημητρίου η ερωτική μοναξιά συνταιριάζεται με μια σαφώς αντικοινωνική στάση. Οι ήρωες του Νάσου Θεοφίλου αποδρούν από τον περίκλειστο λογοτεχνικό τους χρόνο στον χρόνο της καθημερινής πραγματικότητας, όπου και διεκδικούν μια πρωτόφαντη ελευθερία. Φαίνεται ακόμα πως τα παιδικά χρόνια αρδεύουν πάντοτε τη μνήμη μας και μας καθησυχάζουν για την τωρινή μας ρευστότητα.

Ο πεζογραφικός κύκλος του Αχιλλέα Κυριακίδη χαρακτηρίζεται από δεσμούς αναστροφής με τους μείζονες λογοτεχνικούς μύθους, καθώς η πραγματικότητα των ηρώων του οδηγεί σε μια ολοζώντανη, καθημερινή ύπαρξη που υπονομεύει τη μυθολογική τους καταγωγή. Η λογοτεχνία αποτελεί για την Μαρία Ευσταθιάδη μια σύμβαση ή μια επινοημένη συνθήκη όπου ο κόσμος αναπαριστά την πραγματικότητα όπως ο σπασμένος καθρέφτης, με παραμορφωμένα είδωλα και ραγισμένες εικόνες, ενώ ο παράδοξος κόσμος του Ευγένιου Αρανίτση ζει ανάμεσα στην απομάγευση και την επαναμυθολόγηση.

Παράπλευρα λειτουργεί και ο λόγος των ποιητών οι οποίοι, δημοσιεύοντας συστηματικά πρόζα, πρότειναν ένα υβρίδιο, μια ανάμειξη πεζογραφίας και ποίησης, διαμορφώνοντας κατά κάποιο τρόπο ένα καινούργιο είδος. Εδώ το παράδειγμα του Δημήτρη Καλοκύρη είναι ενδεικτικό, καθώς μοναδική του έγνοια είναι η αναμέτρηση με την φαντασία της γλώσσας και η διερεύνηση των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας να γεννήσει εκ του μηδενός και εξ υπαρχής τον κόσμο. Το μέγα θέμα για τους συγγραφείς του κεφαλαίου αλλά στην ουσία όλων των συγγραφέων εδώ είναι η σχέση της λογοτεχνικής αλήθειας με την υπό αναπαράσταση πραγματικότητα (αν πιστέψουμε ότι αμφότερες υπάρχουν), ο κατασκευαστικός και  επανακατασκευαστικός  χαρακτήρας της λογοτεχνίας και η ικανότητά της να προσφέρει αναστάσιμο βίο.

Εκδ. Πόλις, 910 σελ. Περιλαμβάνεται εξασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

Advertisements
20
Ιαν.
18

Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία

Η μυθοπλασία που σχολιάζει τον εαυτό της. Μια πρώτη εγκυκλοπαίδεια

Η μεταμυθοπλασία είναι η μυθοπλασία για την μυθοπλασία, δηλαδή εκείνη που εμπεριέχει ένα σχόλιο πάνω στην δικιά της αφήγηση και την γλωσσική της ταυτότητα και αυτή η αυτοσυνείδητη εκδοχή της αφήγησης είναι ευδιάκριτη στα έργα των γάλλων nouveaux romanciers, σε αυτά του ιταλικού Gruppo 63 και σε μεμονωμένους συγγραφείς, από τον Barth στον Fowles, από τον Cohen στον Coover και από τον Borges στον Cortazar. O χρήσιμος αυτός ορισμός της Linda Hutcheon αποτελεί μια πρώτη χρήσιμη πυξίδα για το συναρπαστικό ταξίδι.

Πρέπει όμως να τονιστεί η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί γέννημα της νεωτερικότητας· αντίθετα, στοιχεία της εμφανίζονται σε πολλά σημαντικά έργα και πριν απ’ όλους αυτό το γνωρίζουν καλά ο Τρίστραμ Σάντυ του Laurence Stern, ο Ζακ ο μοιρολάτρης του Diderot και ο Γουλιέλμος Μάιστερ του Γκαίτε.  Η πληθώρα και η ένταση των μεταμυθοπλαστικών εγχειρημάτων από την δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα μπορεί να φωτιστεί από ένα ιστορικό ρεύμα που προηγήθηκε κατά δύο περίπου αιώνες και που μένει στην αφάνεια της θεωρίας και της κριτικής: ο κύκλος του πρώιμου ρομαντισμού της Ιένας, του περιοδικού Athenaeum, των αδελφών Schlegel και του Novalis. Ο κύκλος αυτός κατέστησε δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ λογοτεχνικής και κριτικής γραφής.

O τρόπος που επιλέγει ο Βούλγαρης για να μας περιπλανήσει στις δαιδαλώδεις διαδρομές όλης αυτής της ιστορίας είναι ο πιο δύσκολος αλλά και ο πιο συναρπαστικός. Ίσως είναι καθαρά προσωπική μου αίσθηση, αλλά ο ογκώδης αυτός τόμος άλλοτε μοιάζει με ενιαία κεντρική οδό γεμάτη παραδρόμους και παρακαμπτήριες παρόδους που μπορεί να χάνονται ή να επιστρέφουν στην βασική αρτηρία και άλλοτε με πλατειά σκακιέρα όπου η κίνηση–έργο του ενός παίκτη συγγραφέα επηρεάζει με θεατούς και αθέατους τρόπους τις κινήσεις–έργα άλλων παικτών συγγραφέων. Σε κάθε περίπτωση η χαρτογράφηση της μεταμυθοπλασίας ως αισθητικού προτάγματος αποτελεί ένα δύσκολο στοίχημα που ο συγγραφέας δεν φέρνει απλώς εις πέρας, αλλά στην ουσία απλώνει μπροστά μας ώστε να πλοηγηθούμε οι ίδιοι με όποιον τρόπο θέλουμε. Γιατί και αυτό αποτελεί ένα θελκτικό στοιχείο αυτής της λογοτεχνικής εγκυκλοπαίδειας: γράφεται με τον τρόπο της ίδιας της μεταμυθοπλασίας!

Για κάθε λαβύρινθο χρειαζόμαστε έναν μίτο κι εδώ αρχικά από Τα ευρισκόμενα του Ιάκωβου Πολυλά που μας οδηγούν στα Σολωμικά του Στέφανου Ροζάνη και εκείνα στο βιβλίο του Κώστα Βάρναλη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική [1925]. Ο Βάρναλης φυσικά δεν είναι μεταμοντέρνος, όμως η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί αποκλειστικά μεταμοντέρνο δημιούργημα αλλά κάτι που το συναντάμε σε πολλά άλλα έργα της νεωτερικής και της προνεωτερικής λογοτεχνίας. Έτσι τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά έργα του Βάρναλη όχι μόνο γίνεται ποικιλότροπα κατάδηλος ο τεχνηματικός χαρακτήρας της γραφής αλλά ταυτόχρονα έχουμε μια παρώδηση, υπεξαίρεση ποικίλων λόγων και «γραφών», ενίοτε και μια ιερόσυλη (ή ειδόσυλη) ανάμειξη. Απώτερος στόχος του συγγραφέα δεν είναι να πει πως τα πάντα είναι κατασκευή αλλά να χειραφετήσει την ανάγνωση από τις δουλείες ψευδαισθήσεων και φαντασιώσεων. Στο ίδιο το προαναφερθέν δοκιμιακό του βιβλίο παρεισφρέει, ρηγματώνοντας την μέχρι τότε φιλοσοφική, δοκιμιακή, ειρωνική γλώσσα και την νομοταγή ροή της γραφής μια ζωντανότατη λογοτεχνική περιγραφή της καθημερινής ζωής της Κέρκυρας των χρόνων του Σολωμού, όπως αναφέρει ο Βασίλης Αλεξίου.

Πριν από τον καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ο ρομαντισμός υπήρξε η αμέσως προηγούμενη καλλιτεχνική τάση που πρόσφερε στην καλλιτεχνική συνείδηση την δυνατότητα να διευρύνει την ελευθερία της με την καθιέρωση του ατόμου ως εμπειρικού όντος. Την συγκεκριμένη δυνατότητα τα ελληνικά γράμματα του 19ου αιώνα δεν μπόρεσαν να την εκμεταλλευτούν διότι περιθωριοποιώντας το σολωμικό μάθημα και πριμοδοτώντας την αθηναϊκή σχολή, επέλεξαν την μεγαληγορία και την υπερβολή, εις βάρος της εσωτερικής ειλικρίνειας και της αυθεντικότητας, όπως τονίζει η Ελισάβετ Κοτζιά.

Αν Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι ο εφιάλτης της αρχής, η Ιστορία ως καταστροφή, η εκ των ένδον κατάρρευση, η εσωτερική αιμορραγία και εξάντληση της Επανάστασης το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη είναι ο εφιάλτης του τέλους· του τέλους ενός ιστορικού κύκλου που τώρα περιλαμβάνει και όλη την φρίκη του 20ού αιώνα, την εποχή των χωρίς τέλος πολέμων, της κατοχής, του εμφυλίου, της στρατοκρατικής κοινωνίας των νικητών, της δικτατορίας. Ο Σάββας Μιχαήλ στο Homo poeticus είναι βέβαιος: ο Σολωμός προφήτευσε και ο Δημητριάδης έδειξε την εξάντληση του έθνους ως ιστορικής δυνατότητας. Η Τζίνα Πολίτη χαρακτηρίζει το βιβλίο του Δημητριάδη ως ένα αποκαλυπτικό καρναβαλικό παν-όραμα, όπως άλλωστε ο Μπαχτίν χαρακτήριζε το Καρναβάλι ως την λαϊκή έκρηξη των ταπεινών και καταφρονεμένων, μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα απαγόρευση και την τάξη του Νόμου. Ο λόγος της Αποκάλυψης και το καρναβάλι είναι οι δυο σηματωροί του ιστορικού τέλους.

Ο Μπαχτίν, άλλωστε, ανέδειξε την σχετική ντοστογεφσκική ποιητική· οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν αποτελούν μόνο αντικείμενα του συγγραφικού λόγου αλλά και υποκείμενα του δικού τους, άμεσα σημαίνοντος λόγου. Όπως τόνιζε ο Leonid Grossman το Βιβλίο του Ιώβ, τα Ευαγγέλια, ο λόγος του Συμεών του Νέου Θεολόγου και φυσικά τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στα οποία αναφερόταν, συνδυάζονται με ιδιόμορφο τρόπο με την εφημερίδα, την παρωδία, την σκηνή στο δρόμο, το γκροτέσκο ή και την επιφυλλίδα»

Κείμενα για τον Γιώργο Χειμωνά ανοίγουν το χώρο προς το νεοελληνικό μεταμυθοπλαστικό τοπίο, ενώ η ενσωμάτωση της κριτικής σε πεζογραφικά λογοτεχνικά κείμενα και γενικότερα η  μετάβαση από την λογοτεχνία στον λόγο περί αυτής χαρακτηρίζει έργα του Νάνου Βαλαωρίτη, από τον Προδότη του γραπτού λόγου. Διηγήματα 1964 – 1974 μέχρι το Μα το Δία. Σε παρεμφερές κλίμα, τα ονομαζόμενα «διστακτικά κείμενα» ενσωματώνουν διαφορετικούς τομείς και πεδία γνώσης ή επιστημονικά αντικείμενα, και φυσικά και κριτική. To κεφάλαιο Λογοτεχνία των τεκμηρίων εκκινεί με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λουτσιάνο Κάνφορα Η θάλασσα της ιστορίας και εκτείνεται μέχρι σχεδιάσματα αναγνώσεων, όπως εκείνο της Τζίνας Πολίτη για το καβαφικό έργο με έμφαση στην ποιητική της ανασκαφής και της μετάβασης.

Στην συνέχεια, ο διάλογος για την μεταμυθοπλασία εστιάζεται στην λογοτεχνία–ντοκουμέντο που καθιερώθηκε ως είδος στην μεταπολεμική Γερμανία στα μέσα της δεκαετίας του ’60, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική κριτική και στην διάρρηξη των κανόνων της αστικής λογοτεχνίας, απαλείφοντας κάθε στοιχείο αλληγορίας ή μεταφοράς, γειώνοντας την γραφή στα σύγχρονα προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας. Από τις απομαγνητοφωνημένες μαρτυρίες των απλών εργατών ή γυναικών στο έργο της Έρικα Ρούγκε μέχρι τα λογοτεχνικά ρεπορτάζ του Γκύντερ Βάλραφ και από την χρήση εγγράφων δικογραφίας στην Έρευνα του Πέτερ Βάις μέχρι τα αποσπάσματα από ομιλίες ή πανηγυρικούς μεγάλων εταιριών στον Φρίντριχ Κρίστιαν Ντέλιους, η λογοτεχνία αυτή στράφηκε στην υποφωτισμένη πλευρά της γερμανικής ιστορίας και του οικονομικού της «θαύματος». Εκείνο όμως πού λείπει είναι η έλλειψη πειραματισμού μέσα στην ίδια την γλώσσα και αυτό είναι το στοιχείο που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του Γιάννη Πάνου: η εναγώνια και συνεχής αναζήτηση και εναλλαγή νέων μορφών γραφής, που, παρ’ όλα αυτά δεν χάνει ποτέ την πολιτική χροιά της, ακόμα κι αν γίνεται ποιητική, όπως γράφει η Λήδα Καζαντζάκη.

Το λογοτεχνικό υβρίδιο του non fiction novel καθιερώθηκε με έργα όπως το Operacion Masacre του αργεντινού Rodolpho Walsh [1957], το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε [1965] οι Άγγελοι της Κολάσεως από τον Χάντερ Τόμσον [1966], το Electric Kool – Aid Acid Test του Τομ Γουλφ [1968] και Οι στρατιές της νύχτας του Νόρμαν Μέιλερ [1968]. Πρόκειται για αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων ή ανθρώπων, με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας». Το Ζ του Βασίλη Βασιλικού, Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών του Μ. Καραγάτση και η Εποποιία 1940–41 του Ά. Τερζάκη αποτελούν τις πρώτες ελληνικές εκδοχές του είδους.

Στο κεφάλαιο Λογοτεχνία και ιστορία ένα πολύτιμο εκτενές κείμενο του Κώστα Βούλγαρη ανοίγεται προς τον διπλό αυτό κόσμο κι ένα πολύτιμο σώμα κριτικών και θεωρητικών κειμένων επεκτείνουν την σχετική εμβάθυνση: της Λίνας Πανταλέων για το βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, της Ελισάβετ Αρσενίου για το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχινά Αναφορά περιπτώσεων και την αφηγηματική ετερότητα στο έργο του, του Δημήτρη Αγγελάτου για τις όψεις και τις εφαρμογές της διαλογικότητας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα με εστίαση στον Ήρωα της Γάνδης του Νίκου Καχτίτση. Η αφανής διακειμενικότητα του Κώστα Βούλγαρη εκκινεί από τον Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, το κατά την γνώμη του κορυφαίο συνθετικό ποίημα του καθ’ ημάς 20ού αιώνα, όπου ανευρίσκεται άλλωστε το ερεθιστικό ζεύγος εαυτός / άλλος με την παροιμιώδη κρυπτικότητα της γραφής να καλύπτει πάντα την δαιμονιώδη διακειμενικότητα των ποιημάτων του.

Και βρισκόμαστε μπροστά στο θεμελιώδες βιβλίο του Γιάννη Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington… Δίπλα στην ιστορική αφήγηση ο Πάνου ενσωματώνει ποικίλα και αντιθετικά στοιχεία (ηθογραφία, κοσμοπολιτισμός, πολιτική λογοτεχνία, ερωτικός λόγος) «ξαναδιαβάζοντας» δυναμικά την παράδοση και πλαισιώνοντάς την με νεωτερικούς πειραματισμούς. Ο Πάνου είναι αρκετά υποψιασμένος γύρω από το θέμα της «ομιλίας» των τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να καθιστά και την αφήγησή του καχύποπτη απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό αλλά και την «γραφή – ως – αντικείμενο» ως αντικείμενο της γραφής.

Στην μεταμυθοπλασία των τελευταίων χρόνων αναπνέουν οι Τεχνητές αναπνοές και τα λοιπά του Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος άλλωστε έγραψε ένα βασικό κείμενο για τον Μπόρχες, που περιλαμβάνεται εδώ, ο Τάσος Χατζητάτσης γράφει για τα βιβλία του Δημήτρη Δημητριάδη Η Ανθρωπωδία. Μια ατελής χιλιετία, 1ος και 7ος τόμος ενώ ο Στέφανος Ροζάνης με αφορμή την Αρεσίλοφο χώρα του Κώστα Βούλγαρη προβληματίζεται πάνω στην κειμενικότητα ενός κειμένου και υπενθυμίζει την εποπτεία του Roland Barthes, ο οποίος έγραψε για τον ορίζοντα της γλώσσας και το κάθετο του ύφους που χαράζουν για τον συγγραφέα μια φύση, καθώς δεν διαλέγει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Αν ο ρόλος του αναγνώστη στην μεταμυθοπλασία του 20ού αιώνα είναι πολύ πιο επιτακτικά υπεύθυνος και δεν είναι απλά και μόνο συμμέτοχος στην ανάγνωση αλλά και στην γραφή, ενώ συχνά έχει την ελευθερία και να διαμορφώνει το κείμενο τότε στην ίδια παράδοση ανήκουν τόσο τα Φιλοθέου Πάρεργα του Νικόλαου Μαυροκορδάτου όσο και ο Παπατρέχας του Αδαμάντιου Κοραή. Αλλά εκείνος που ζητά από τον αναγνώστη να γράψει ξανά το μυθιστόρημα, διαβάζοντας τα κεφάλαια με διαφορετική σειρά είναι ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που εκτός αυτού επινοεί πρωτοποριακές τεχνικές και τεχνάσματα, ενώ τα ίδια τα κείμενά του παρουσιάζονται ως βιβλιοθήκες, με τους εγκιβωτισμούς έργων των ηρώων ή άλλων συγγραφέων. Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πρώτο κατ’ εξοχήν νεοτερικό μυθιστόρημα στην καθ’ ημάς παραγωγή, και μια σειρά κειμένων, μεταξύ των οποίων η καίρια μελέτη της Μαρίας Κακαβούλια δημοσιευμένη στον Χάρτη [τ. 15, 1985] το αναδεικνύουν.

Αυτή είναι η πρώτη ιδρυτική στιγμή της μεταμυθοπλασίας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στα Τρία ελληνικά μονόπρακτα του Θανάση Βαλτινού, που μαζί με τα Στοιχεία για την δεκαετία του ’60 και αργότερα την Ορθοκωστά ανοίγουν μια ουσιαστική συζήτηση που παραμένει θερμή, εμπλουτισμένη και με την Ιστορία των μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου, το δεύτερο μείζον βιβλίο του συγγραφέα που τιμάται εδώ με αναλυτικά κριτικά κείμενα, για να ακολουθήσει η ποιητική πρόζα του Ευγένιου Αρανίτση, η ποίηση του Ηλία Λάγιου, μαζί με τα μυθιστορήματα των Κώστα Βούλγαρη, Τάσου Χατζητάτση, Θωμά Σκάσση και Μισέλ Φάις. Τα κείμενα των Γρηγορίου Νανζιανζηνού, Μιχαήλ Ψελλού, Κωνσταντίνου Σάθα, Στρατή Δούκα, Όμηρου Πέλλα, Κώστα Καρυωτάκη, Νικόλα Κάλα, Hoelderlin, Michel Foucault, Walter Benjamin Giorgio Agamben, Samuel Beckett, Gilles Deleuze, Allen Ginsberg, Raymond Queneau και πολλών άλλων, καθώς και τα κριτικά κείμενα δεκάδων ελλήνων κριτικών και θεωρητικών συμπληρώνουν το παλίμψηστο της νεοελληνικής μεταμυθοπλασίας.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2017, σελ. 471, με πεντασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

Εικονιζόμενοι: Διονύσιος Σολωμός σε προτομή, Rodolpho Walsh, Νίκος Καχτίτσης, Εμμανουήλ Ροΐδης.

15
Μαρ.
15

Θανάσης Γιαλκέτσης – Σημειωματάριο ιδεών

1 - ex_

Μια σπάνια συλλογή προτάσεων πολιτικής σκέψης και πράξης

Τι να πρωτογράψει κανείς γι’ αυτό το βιβλίο… Καταρχήν κάθε συλλογή κριτικών κειμένων είναι ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδα, συνεπώς η αρχειοθέτηση και φύλαξή τους είναι εξ ορισμού προβληματικές. Αντιλαμβάνεται όμως κανείς πόσο σημαντική είναι μια τέτοια έκδοση ιδίως όταν αφορά το ιδιαίτερο είδος του δοκιμίου (δηλαδή έργα φιλοσοφίας, πολιτικής σκέψης, ιστορίας των ιδεών, οικονομίας κλπ.), ενώ και τα ίδια τα κείμενά του είναι γραμμένα με δοκιμιακή μορφή.

Ο συγγραφέας προτείνει δεκάδες μείζονα αναγνώσματα, παρουσιάζει σπουδαία βιβλία που μπορεί να πέρασαν απαρατήρητα ή να διαβάστηκαν από λίγους και ειδικούς, συνοψίζει το έργο ζωής πολλών στοχαστών καθώς και την πορεία των ιδεών που σήμερα μπορούν να αποτελέσουν οδοδείκτες για κάθε ζητούμενο της σύγχρονης ζωής.

1 - chris haberman-Karl Marx

Συχνά ένα βιβλίο ή μια επέτειος αποτελεί την αφορμή και μόνο για να ξετυλιχθεί ένα δοκίμιο. Ας σημειωθεί ακόμα ότι πολλά από τα βιβλία που παρουσιάζονται δεν έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, συνεπώς ένα ακόμα πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η παρουσίαση της σχετικής διεθνούς εκδοτικής παραγωγής. Έτσι ο Γιαλκέτσης μάς γνωρίζει με την σκέψη και την γραφή μιας ολόκληρης στρατιάς ανήσυχων πνευμάτων και μας εισάγει σε έναν γραπτό κόσμο όπου μας περιμένουν προτάσεις και κλειδιά για όλα όσα μας εμποδίζουν να ζήσουμε μια ζωή αξιοπρεπή και επιθυμητή. Μετά είναι στο χέρι μας να αναζητήσουμε τα κείμενα και τις πρωταρχικές πηγές.

Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην Ελευθεροτυπία στο διάστημα από το 1993 έως το 2010, σε μια περίοδο δηλαδή που χαρακτηρίστηκε από την τάση για βαθμιαία αποπολιτικοποίηση. Η κρίση των ιδεολογιών τροφοδότησε μεταϊδεολογικούς κοινούς τόπους, σύμφωνα με τους οποίους η πολιτική δεν μπορούσε και δεν έπρεπε πλέον να προτείνει μεγάλες ιδέες και φιλόδοξα σχέδια, ούτε να ασχολείται με τη θεμελίωση ισχυρών συλλογικών ταυτοτήτων αλλά να περιορίζεται σε τεχνικές λειτουργίες και σε αποτελεσματική διαχείριση· η δε οικονομία αντιμετωπίστηκε ως ένας απρόσωπος μηχανισμός με δικούς του κανόνες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την ανθρώπινη βούληση. Έτσι προετοιμάστηκε και διανοητικά το έδαφος για τη σταδιακή διάβρωση όλων όσα είναι δημόσια, για τον αποικισμό της επιθυμίας και του φαντασιακού των ανθρώπων από την καταναλωτική κοινωνία και από τα είδωλα του θεάματος, για την μετατροπή της δημόσιας σφαίρας σε θέαμα και τον λαό σε «κοινό». Ο συγγραφέας δημιούργησε την στήλη «Σημειωματάριο Ιδεών» αρνούμενος να συμφιλιωθεί, όπως γράφει ο ίδιος, με το διαζύγιο πολιτικής και ιδεών, το οποίο καταλήγει να μας αφοπλίζει μπροστά στις δοκιμασίες που μας περιμένουν.

jurgen_habermas

Συχνά ένα κείμενο δεν εκκινεί από κάποιο βιβλίο αλλά οποιαδήποτε άλλη αφορμή. Σε αυτή την περίπτωση ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία για ένα αναλυτικό δοκίμιο ή μια χρησιμότατη επίτομη εισαγωγή στο έργο κάποιου σημαντικού συγγραφέα – φιλόσοφου, όπως στην περίπτωση του Γιούργκεν Χάμπερμας, που για πολλούς αποτελεί τον σημαντικότερο ευρωπαίο στοχαστή σήμερα, που στρατευμένος σε όλες τις διανοητικές και ηθικο – πολιτικές μάχες του καιρού του, αντιπροσωπεύει ένα είδος «κριτικής συνείδησης» της γερμανικής κουλτούρας. Όμως η σύνδεσή του με την δεύτερη γενιά της «Σχολής της Φρανκφούρτης» μας εμποδίζει να κατανοήσουμε την δική του πρωτότυπη συνεισφορά. Η κριτική της κυριαρχίας της εργαλειακής ορθολογικότητας [: η χρησιμοποίηση του άλλου ως εργαλείου ή ως εμπόδιου που πρέπει να παραμεριστεί] από την Σχολή υπήρξε τόσο ριζική ώστε κατέληγε στην πεσιμιστική διάγνωση της αδυναμίας των υποκειμένων απέναντι στο σύστημα κυριαρχίας και δεν έδειχνε τους δρόμους για την μετάβαση από την ολική αμφισβήτηση στη δράση. Άφηνε έτσι λίγες ελπίδες στην πολιτική πράξη, στην οποία εναπέθετε ένα αμυντικό καθήκον «αντίστασης» και μόνο.

Ο Χάμπερμας τροποποιεί σημαντικά το θεωρητικό παράδειγμα της Σχολής, δείχνοντας μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κληρονομιά του Διαφωτισμού και στις δυνατότητες του ανθρώπινου λόγου και παραμένει πιστός στην επαγγελία της δημοκρατικής αυτοοργάνωσης της κοινωνίας. Η επικοινωνιακή ορθολογικότητα που προτείνει στρέφεται κατά της λογικής κυριαρχίας καθώς αναζητά την συνεννόηση ανάμεσα στα υποκείμενα και την διαλογική σχέση στην οποία ο καθένας γίνεται σεβαστός ως φορέας αναγκών. Και σήμερα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει ένα προπύργιο της κουλτούρας της αριστεράς στην Γερμανία και στην Ευρώπη.

Horkheimer

Ο θεμελιωτής της Σχολής της Φρανκφούρτης Μαξ Χορκχάιμερ είχε την φιλοδοξία της επεξεργασίας μιας «κριτικής θεωρίας» που αναλύει όλους τους μηχανισμούς χειραγώγησης και κυριαρχίας της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Έκρινε μάλιστα τον ίδιο τον Λόγο, που έγινε «εργαλειακός» γιατί αποδέχτηκε την ιδέα ότι η γνώση είναι τεχνική και ότι η λειτουργική χρησιμότητα μιας θεωρίας έχει μεγαλύτερη αξία από την αλήθεια της. Έτσι ο λόγος καθυποτάχτηκε και η ανάπτυξη των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων αντί θα διευθύνει τον ορίζοντα της σκέψης και της δράσης των ανθρώπων, καταλήγει να μειώνει την αυτονομία του ατόμου. Και ως προς μια βασική ασθένεια ακριβώς των ημερών μας, η κριτική θεωρία υπερασπίζεται την ατομική υποκειμενικότητα απέναντι στον φετιχισμό των συλλογικών οργανισμών, που εμφορούνται από ολοκληρωτικό πνεύμα.

Ο Ζιλ Ντελέζ έγραφε ότι η φιλοσοφία οφείλει να διεξάγει διαρκή «ανταρτοπόλεμο» ενάντια στις θρησκείες, τα κράτη, τον καπιταλισμό, την επιστήμη, το δίκαιο, την τηλεόραση. Καθώς δεν έχει την δύναμη να νικήσει όλες αυτές τις ισχυρές εξουσίες, είναι υποχρεωμένη τουλάχιστον να τις «παρενοχλεί». Ο φιλοσοφικός αυτός πόλεμος είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση και με το ίδιο μας τον εαυτό, γιατί οι εξουσίες δεν είναι μόνον εξωτερικές αλλά περνούν και μέσα από τον καθένα μας. Ο Ντελέζ αναζητάει εκείνες τις σπάνιες φιλοσοφίες της ελευθερίας που δεν αναγνωρίζουν καμιά υπέρτατη αρχή και τους στοχαστές που δεν υποτάσσονται στην ορθοφροσύνη της πλειονότητας ή του κοινού. Ο Λουκρήτιος, ο Σπινόζα και ο Νίτσε είναι οι κορυφαίες μορφές αυτής της κριτικής φιλοσοφίας, οι θεμελιωτές μιας «αναρχικής» και «νομαδικής» φιλοσοφικής παράδοσης.

1 - deleuze

Η επιθυμία δεν είναι στέρηση, αγωνία ή οδύνη, όπως την παρουσιάζει η πλατωνική και μετέπειτα χριστιανική ερμηνεία. Οι Ντελέζ – Γκουαταρί [Αντι – Οιδίπους / 1972] υπερασπίζονται τον θετικό χαρακτήρα και τον δημιουργικό πλούτο της επιθυμίας, την επαναστατική δύναμη που πηγάζει από το άνοιγμά της στα πολιτικά γεγονότα και στα κοινωνικά κινήματα. Και το βασικό πρόβλημα της πολιτικής φιλοσοφίας παραμένει πάντα εκείνο που έθεσε ο Σπινόζα: Γιατί οι άνθρωποι μάχονται για την σκλαβιά τους σαν να πρόκειται για την σωτηρία τους; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ανέχονται αιώνες τώρα την εκμετάλλευση, την ταπείνωση ως το σημείο να τις θέλουν όχι μονάχα για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό τους;

Σε μια από τις βασικότερες αντιφάσεις της η εποχή μας υμνολογεί τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνικής και ταυτόχρονα ευνοεί τον θρίαμβο του ανορθολογισμού. Το ασύμβατο της προόδου των φυσικών επιστημών με την πίστη στην αστρολογία είναι πρόδηλο, συνεπώς η αστρολογία είναι η μεγάλη δεισιδαιμονία των καιρών μας. Ο Τέοντορ Αντόρνο ασχολήθηκε με την αστρολογική «κουλτούρα» και συσχέτισε τον αποκρυφισμό με τον φασισμό, στο βαθμό που υιοθετούν παρόμοια σχήματα σκέψης. Πρόκειται για ένα μείγμα ανορθολογισμού και ψευδο – ορθολογικότητας, καθώς συνδυάζει τις προλήψεις ενός εμπορευματοποιημένου αποκρυφισμού με τον «ορθολογικό» ρεαλισμό που παρέχει οδηγίες συμπεριφοράς και πρακτικές υποδείξεις πάσης φύσεως. Πρόκειται για μια ιδεολογία της εξάρτησης που προετοιμάζει έμμεσα τα πνεύματα των ανθρώπων για την αποδοχή ολοκληρωτικών πεποιθήσεων. Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα επιβάλλεται στους ανθρώπους σαν ένα καταπιεστικό «σύστημα» χωρίς διόδους διαφυγής, σαν ένα «πεπρωμένο» ανεξάρτητο από τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους.

1 - adorno

Στον αντίποδα της μαρξιστικής σκέψης ο Αϊζάια Μπερλίν, ίσως ο τελευταίος επιζών «κλασικός» της φιλελεύθερης σκέψης, στρέφεται ενάντια σε κάθε μορφή φανατισμού που γεννιέται από τη πίστη σε μια ιδεολογία σαν έκφραση της μοναδικής και απόλυτης αλήθειας. Ο Μπερλίν διακρίνει την ιδέα της «αρνητικής» ελευθερίας (ως απουσίας εμποδίων και καταναγκασμών), από εκείνη της «θετικής» ελευθερίας (ως αυτονομίας και αυτοκαθορισμού). Η κεντρική του σύλληψη είναι ότι η ηθική και πολιτική ζωή είναι ένας στίβος σύγκρουσης ανάμεσα σε πολλές θεμελιώδεις αξίες. Η ιδέα ότι μπορεί να λυθεί το κοσμικό αίνιγμα μιας ορθής ηθικής έχει ήδη κλονιστεί από τον Μακιαβέλλι και τον Βίκο.

Στην κατηγορία για φιλοσοφικό σχετικισμό ο Μπερλίν μίλησε για συνειδητή επιλογή υπέρ του πλουραλισμού. Οι σκοποί των ανθρώπων είναι πολλοί και διαφορετικοί. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχει μια και μοναδική λύση στην σύγκρουση των αξιών. Η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μια τελική και αρμονική λύση είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη. Είμαστε υποχρεωμένοι να επιλέγουμε και κάθε επιλογή μπορεί να συνεπάγεται μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Βλέπουμε ότι ο φιλελευθερισμός του Μπερλίν είναι στο βάθος μια στωική και μάλιστα τραγική θεωρία, που στηρίζεται στη διάγνωση ότι στην ηθική και πολιτική ζωή συναντάμε συγκρούσεις και διλήμματα που ο λόγος μόνος του δεν μπορεί να επιλύσει.

1 - isaiah berlin

Ο Γάλλος στοχαστής Πολ Βιριλιό, αρχιτέκτονας και πολεοδόμος αλλά κυρίως μελετητής της ταχύτητας και του χρόνου και το βιβλίο του L’ art du moteur [H τέχνη του κινητήρα] εστιάζει σε μια μεγάλη μεταβολή που συντελείται σήμερα: στην μετάβαση από την γεωπολιτική στην «χρονοπολιτική». Το σημαντικότερο φαινόμενο των τελευταίων χρόνων είναι αυτή η αποεδαφοποίηση της πολιτικής. Ο χρόνος κυριαρχεί πλέον πάνω στο χώρο. Ενώ στο παρελθόν όλη η ιστορία στηριζόταν πάνω στην οικειοποίηση της γης, τώρα αποκτάει κεντρική σημασία η οικειοποίηση του χρόνου. Δημιουργήθηκε ένας χρόνος οικουμενικός, πανταχού παρών, ακαριαίος· είναι ο χρόνος των συναλλαγών του χρηματιστηρίου, της «ζωντανής πληροφόρησης».

Η ηλεκτρονική επικοινωνία καταργεί την παλαιά φυσική κινητικότητα και καθώς δεν υπάρχουν πλέον πολίτες που συμβιώνουν σε μια περιοχή αλλά δισεκατομμύρια απομονωμένα άτομα που ζουν στον εικονικό χωροχρόνο της τηλεθέασης, ανατρέπεται η παραδοσιακή ιδέα της πολιτικής ως τέχνης διακυβέρνησης μιας ομάδας ανθρώπων ριζωμένων σε ένα τόπο. Ο Βιριλιό υποστηρίζει ότι το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας έχει ήδη υποκαταστήσει την παραδοσιακή πολιτική και σαφώς απειλεί σοβαρά την δημοκρατία. Στο παρελθόν η πολιτική βασιζόταν στο λόγο, στη γλώσσα και στη γραφή· άλλοτε διαθέταμε χρόνο και δυνατότητα για στοχασμό. Σήμερα ο χρόνος αυτός έχει χαθεί ή αντικατασταθεί από την αδράνεια μπροστά στην οθόνη όπου πάντα είμαστε μόνοι. Η δημοκρατία όμως δεν μπορεί να είναι μοναχική, ούτε η πολιτική να μοιάζει με διοίκηση από απόσταση, σαν ένα είδος κυβερνητικής.

1 - may2

Ο Γιαλκέτσης αφιερώνει μια σειρά κειμένων στον Μάη του ’68, καθώς είναι πολλά τα ερωτήματα που ακόμα παραμένουν ανοιχτά. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θεάσεις του (εξέγερση της ελευθερίας κατά Σαρτρ, αναγέννηση παλιού μηδενισμού κατά Μαλρό, καρναβάλι και συλλογική τρέλο κατά Αρόν, νέα μορφή ταξικής πάλης κατά Τουρέν) το κίνημα του Μάη υπήρξε από την φύση του πολύπλοκο και αμφιλεγόμενο και η διαφορά των ερμηνειών αποκαλύπτει ακριβώς την πολυσημία και την αντιφατικότητα του κινήματος. Η ιδέα ότι μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά την κοινωνία προϋποθέτει μια αισιόδοξη και μαχητική θεώρηση του κόσμου που δύσκολα μπορεί να αναδυθεί σε περιόδους γενικής κρίση Ο Μάης έδειξε, για πρώτη φορά στην ιστορία, ότι μια ανατρεπτική κοινωνική έκρηξη μπορεί να γεννηθεί όχι μόνον από την αθλιότητα αλλά και από την αφθονία κι ότι το αίτημα «ν’ αλλάξουμε ζωή» μπορεί να γίνει πιο ισχυρό από το στόχο «να καταλάβουμε την εξουσία».

Το κίνημα του Μάη είναι ταυτόχρονα ένα ηδονιστικό και κοινοτικό κίνημα, μια αντίδραση στον εγωιστικό ατομικισμό και στα συνεπακόλουθά του: τη μαζική μοναξιά και τον τυφλό ανταγωνισμό. Στον «ηδονισμό του έχειν» αντιπαραθέτει έναν ηδονισμό του είναι, όπως έγραψε ο Εντγκάρ Μορέν. Είναι ένα δημοκρατικό, αντιαυταρχικό, ελευθεριακό κίνημα, με στόχο όχι την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας αλλά την αμφισβήτηση όλων των εξουσιών. Στόχος του είναι η αυτοκυβέρνηση των εργαζομένων και της πολιτικής κοινότητας. Η στρατηγική αυτή συνεπάγεται αναπόφευκτα μια πολιτική ρήξη με όλη σχεδόν την πολιτική εμπειρία και τα οργανωτικά μοντέλα της παραδοσιακής αριστεράς. Και είναι ταυτόχρονα το πρώτο μαζικό αντικαπιταλιστικό κίνημα που δεν ηγεμονεύεται και δεν ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από την επίσημη αριστερά.

1 - george-orwell-jeff-burgess

Σε άλλο κείμενο για την σκέψη του ’68 παρουσιάζεται ένα πλήρες διάγραμμα των πολλών και διαφορετικών ιδεών και επιρροών που οδήγησαν στο κίνημα, από τον μαρξισμό, τον Φουκώ, την Σχολή της Φρανκφρούρτης και τον φροϊδομαρξισμό του Ράιχ μέχρι την αγγλοσαξονική «αντιψυχιατρική», τους Καταστασιακούς, τις προδρομικές αναλύσεις του Socialisme ou Barbarie, τον Τσε και της γης τους Κολασμένους, κοινώς των ιδεών που οδήγησαν στην πεποίθηση όχι ότι όλα ήσαν δυνατά αλλά ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν κάτι είναι αδύνατο, παρά μόνον αφού έχουμε δοκιμάσει και αποτύχει.

Οι αενάως επίκαιρες σκέψεις του Βολταίρου για τον φιλόσοφο και τον ηγεμόνα, ο προβληματισμός πάνω σε θέματα άμεση και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από τον Ρουσώ μέχρι τους σύγχρονους υποστηρικτές, η πολιτική – φιλοσοφική πλευρά συγγραφέων όπως οι Άλντους Χάξλει και Τζόρτζ Όργουελ αλλά και οι Αλμπέρ Καμύ και Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, οι περίφημες επιστολές της ρήξης μεταξύ Σαρτρ και Μερλό Ποντί, η χρήση της μνήμης κατά Τοντορόφ, ένα ρέκβιεμ για τον Γκι Ντεμπόρ, η επιστροφή της Ηθικής στην Οικονομία κατά Αμάρτια Σεν, η ψυχολογία των όχλων κατά Γκουστάβ Λε Μπον, η τυρρανία των ΜΜΕ κατά Ιγκνάσιο Ραμονέ, η βία ως αδυναμία κατά Χάνα Άρεντ…

1 - Chomsky_2

… η Μεταηθική του Λιποβετσκί, η αναζήτηση του φαντάσματος του Κομμουνισμού, το ναυάγιο της Δύσης κατά Σερζ Λατούς, η Δημοκρατία κατά Αλαίν Τουραίν, το «κατηγορώ» ενός κριτικού διανοούμενου [Πιερ Μπουρντιέ], οι διανοούμενοι και η τηλεόραση κατά Ντεριντά, όλα έχουν θέση στην πολυσέλιδη συλλογή, μαζί με πυκνά δοκίμια για όψεις του έργου των Μαρξ και Ένγκελς, Γκράμσι και Λούξενμπουργκ, Νίτσε και Θορώ, Ρουσώ και Τοκβίλ, Μαρκούζε και Μπένζαμιν, Ανταμ Σμιθ και Τζ. Στιούαρτ Μιλ, και κείμενα για τον αειθαλή στοχαστή Νορμπέρτο Μπόμπιο, τον «αιρετικό» του σοσιαλισμού Έντουαρντ Μπέρνσταιν, τον «ηττημένο που δεν μετάνιωσε ποτέ» Έρικ Χόμπσμπάουμ και φυσικά τον Νίκο Πουλαντζά, τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Χάουαρντ Ζιν, τον Έντουαρντ Σαΐντ. τον Νόαμ Τσόμσκι κ.ά.

Μια πολύτιμη βίβλος κειμένων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης.

Εκδ. Πόλις, 2012 [ανατύπωση: 2013], σελ. 747.

06
Ιαν.
15

Στάθης Γουργουρής – Στοχάζεται η λογοτεχνία; Η λογοτεχνία ως θεωρία σε μια αντιμυθική εποχή.

Eξ_

Οι ανοιχτές και τεράστιες λεωφόροι του Παρισιού κατασκευάστηκαν με ρητό σκοπό να μην έχουν οι επαναστάτες τη δυνατότητα να φτιάξουν οδοφράγματα, καθώς και για την ταχεία και εύκολη αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ορθά αντιλαμβάνεται την καινούργια αυτή αρχιτεκτονική αντίληψη – αυτό τον «στρατηγικό» καλλωπισμό» της πόλης, όπως ήταν γνωστός τότε μεταξύ των κατοίκων της – ως ένα μέτρο απόλυτης κρατικής εξουσίας που εκφράζεται υπό έκτακτες συνθήκες και αποσκοπεί στη θωράκιση του χώρου της πόλης (τον τόπο της κρατικής εξουσίας) έναντι των κινδύνων του εμφυλίου πολέμου, ο οποίος, όπως αποδεικνύεται ιστορικά, είναι πάντοτε ένας ταξικός πόλεμος. Όμως η επαναστατική κληρονομιά αυτής της λογικής, η δύναμη του ριζικού δημιουργικού / καταστροφικού ποιείν, δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Όπως παρατηρεί ο Μπένγιαμιν, τα οδοφράγματα που φτιάχτηκαν στη διάρκεια της Κομμούνας είχαν το πλεονέκτημα της ισχύος και του μεγέθους ακριβώς λόγω των πλατιών λεωφόρων του Οσμάν. Με αυτό τον τρόπο, συμπεραίνει μέσα από μια άψογη διαλεκτική ανάλυση, «το κάψιμο της πόλης είναι το κύριο αποτέλεσμα της καταστροφικής εργασίας του Ωσμάν».

paris_revolution

Βρισκόμαστε στο κεφάλαιο Η ονειρική πραγματικότητα του ερειπίου σ’ ένα ακόμα δοκιμιακό βιβλίο που παρά την σύνθετη και απαιτητική γραφή του χαρίζει σπάνιες αναγνωστικές απολαύσεις, ανοίγει νέους αναγνωστικούς ορίζοντες και προτείνει ιδιαίτερες αναγνώσεις αξιανάγνωστων έργων. Aντικείμενό του, η εγγενής γνωστική ιδιότητα της λογοτεχνίας, η ιδέα ότι η λογοτεχνία θα μπορούσε να περικλείει έναν ίδιον τρόπο γνώσης. Πρόκειται για ιδέα τόσο παλιά όσο και η διαμάχη μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας, αλλά αμφιλεγόμενη μέχρι και σήμερα.

Στο κεφάλαιο αυτό λοιπόν «διαβάζουμε» το ημιτελές Passagenwerk του Walter Benjamin, ένα έργο του οποίου ο στοχαστικός πυρήνας αφορά στη σημασία του χρόνο καθ’ υπέρβασιν όλων των αναγνωρίσιμων χρονικοτήτων: του χωροχρόνου, του ονειρικού χρόνου, του αυστηρά ενεστώτος χρόνου, του μυθικού χρόνου, του λυκόφωτος της ανάμνησης, της στιγμιαίας έλλαμψης. Πρόκειται για μια αλληγορική εγκυκλοπαίδεια του Παρισιού ως πρωτεύουσας του 19ου αιώνα, αλλά ουσιαστικά όλου του καπιταλιστικού κοινωνικού φαντασιακού, όπως αυτό αποκαλύπτεται μέσα από τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής· μια υβριδικής μορφής σύνθεση που προκύπτει από τη διασταύρωση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας (δυο όψεις του ίδιου νομίσματος).

Walter_Benjamin22

Άλλωστε το Παρίσι αποτέλεσε την ονειρική πόλη της νεωτερικής ιστορίας, εκείνη που αναδύεται μέσα από τα ερείπια της επανάστασης που διαμόρφωσε την Ευρώπη εκείνης της εποχής συστήνεται ως τόπος ενός μετεπαναστατικού φαντιασιακού. Ο Μπένγιαμιν θεωρεί ότι οι ίδιες οι συνοικίες της πόλης που επελέγησαν να κατεδαφιστούν αποτελούν προνομιακά πεδία διδασκαλίας της θεωρίας των κατασκευών και ότι η επεκτατική ιστορία της τεχνολογίας μιλάει την γλώσσα της καταστροφής «μαζί με την ανέγερση και την δημιουργία μεγάλων πόλεων εξελίχτηκαν και τα μέσα ισοπέδωσής τους». Γνωρίζουμε πλέον πως τα αναρίθμητα πάρκα, οι πλατείες και οι δημόσιοι κήποι που διαμορφώνουν το παρισινό τοπίο δημιουργήθηκαν με κρατικά διατάγματα, τα οποία οδήγησαν στη μαζική ισοπέδωση ολόκληρων συνοικιών.

Πώς έφτασε σε μια τέτοια προβληματική ο ερευνητής; Στο προλογικό του σημείωμα μοιράζεται την πρώτη αλησμόνητη αίσθηση από την ανάγνωση του Κάφκα: ότι εκείνα τα περίεργα κείμενα γνώριζαν τα πάντα για τον κόσμο στον οποίο ζούσε, άσχετα αν είχαν γραφτεί μισόν αιώνα πριν. Μια δεύτερη διαπίστωση αποτελούσε θέμα χρόνου: Η λογοτεχνία λειτουργούσε ως επιστήμη, καθώς παρείχε μια συνολική κατάρτιση των δεδομένων του κόσμου μας, αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο διείσδυσης στα στοιχειώδη του, μια εις βάθος κατανόηση ων πιο περίπλοκων πτυχών του. Εδώ εδράζεται το πρώτο desideratum του: η «τίμηση» της πρωταρχικής εμπειρίας της ανάγνωσης της λογοτεχνίας ως θεωρητικής ανάγνωσης του σύγχρονου κόσμου, αλλά και των στοχαστών που τόλμησαν να σκεφτούν τα πράγματα πέρα από τα δεδομένα της παράδοσης και της εποχής τους.

parismaingraphic

Η προσωπική του εμπειρία στα αμερικανικά πανεπιστήμια στις αρχές της δεκαετίας του ’80 υπήρξε καθοριστική, καθώς εκεί απορροφούνταν τα κύματα αμφισβήτησης των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Έτσι τα σεμινάρια και οι διαλέξεις των Φουκώ, Ντεριντά, Σαΐντ, ντε Σερτώ και αργότερα των Ζίζεκ, Αγκάμπεν, Μπάτλερ κ.ά.. όριζαν μια πανδαισία ιδεών και αντιλήψεων ενώ η πανκ μουσική στις δυο αμερικανικές ακτές αλλά και στην Αγγλία αισθητοποιούσε την οργισμένη επιθυμία για πλήρη καταστροφή των συστημάτων παντός τύπου. Η διαπολιτισμική συντροφικότητα των πανεπιστημίων δημιούργησε φυσικά και πρωτοφανείς συνθήκες διεπιστημονικότητας και ακριβώς μέσα σε αυτή τη θύελλα επιστημολογικής αταξίας, πειραματισμού και εφευρετικότητας η συγκριτική λογοτεχνία υπήρξε το επίνειο όλων των ριζοσπαστικών ρευμάτων και η εστία όλων των ιδιαίτερων προσωπικοτήτων και των κειμένων τους, που είχαν ήδη αρχίσει να κωδικοποιούνται, προς χάριν της αγοράς, με τον βλακώδη όρο «Θεωρία», όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογό του στην ελληνική έκδοση.

Ένα από τα μαθήματα του 20ού αιώνα είναι ότι το συμβολικό σύμπαν της επανάστασης φαίνεται ότι μπορεί να επιβιώνει της ίδιας του της ιστορίας, γράφει ο Γουργουρής. Αν η επανάσταση έχει κάποιο νόημα – αν οι αμέτρητες ζωές που χάθηκαν στο όνομά της υποβάλλουν ένα αίτημα στην ιστορία που δεν μπορεί να παρακαμφθεί – αυτό έγκειται στο γεγονός ότι καθιστά απτή, συχνά εναντίον της ίδιας της πραγματικότητας, την ικανότητα της ανθρωπότητας να αλλοιώνει το πεπρωμένο της. Αυτό ίσως εξηγεί το τεράστιο συμβολικό βάρος που κομίζει η μαρξιστική παράδοση στον 20ό αιώνα, το οποίο μπορεί να συγκριθεί μόνο με την επιρροή της ψυχολογικής θεραπείας και πρακτικής.

genet

Η περίφημη σκέψη του Αντόρνο ότι η ποίηση μετά το Άουσβιτς συνιστά βαρβαρότητα αναθεωρήθηκε στην Αρνητική διαλεκτική, αποδίδοντας στην ποίηση το στοιχείο της ανατροπής κάθε συντεταγμένου λόγου. Έτσι στην μετά – Άουσβιτς εποχή ο προνομιακός κόσμος του λυρικού εγώ εκμηδενίζεται, αλλά η σχέση του με την φαντασία δεν καταργείται αλλά ανασυντίθεται, διανοίγεται στο πιο έτερο και εξωτερικό, σε αυτό που δεν μπορεί να μιλήσει. Κάπου εδώ βρίσκεται ο Ζαν Ζενέ· ένας πλάνης, μια ιδιόρρυθμη φιγούρα, μια παράξενη μεικτή μαρτυρία τόσο της επιβίωσης όσο και της εκτόπισης και της μεταλλαξιμότητας – κοινωνικής, πολιτικής, σεξουαλικής, γεωγραφικής. Νόθος, κλέφτης, ομοφυλόφιλος, αλήτης: οι ομολογημένες personae του Ζενέ πότε δεν εξημερώθηκαν. Ελάχιστοι καλλιτέχνες αναγνώρισαν με τόσο ριζικό τρόπο ότι η αυθεντία τους ήταν πριν από όλα μια κατασκευή ενός μια κατασκευή όμως άξια να χρησιμοποιηθεί ως όπλο: να εξαφανίσει αυτόν τον επινοημένο εαυτό μαζί με ολόκληρο το πεδίο αξιών που του έδωσαν την δυνατότητα να υπάρξει.

Ο Ζενέ απέρριψε και την «αγιοσύνη» που του απένειμε ο Σαρτρ και σταμάτησε να γράφει για τριάντα περίπου χρόνια. Υπήρξε ίσως ο πιο διακεκριμένος μάρτυρας του ανταγωνισμού ανάμεσα στην επανάσταση και την εκμηδένιση, ένας μάρτυρας που δεν αναζήτησε ποτέ τη λύτρωση μέσα από την τέχνη. Ο Ζενέ χωρίς καμία ντροπή μετέτρεψε την παράνομη και εγκληματική ζωή του σε ένα έργο τέχνης, έτσι ώστε η σκιώδης υπόγεια πλευρά του νόμου να νιώσει ξαφνικά την απελευθερωτική χάρη μιας γλώσσας λογοτεχνικού σκανδάλου. Η κίνησή του ήταν ενός μασκοφόρου και όχι ενός ηθικολόγου. Μια από τις αρχές του ήταν η υπόκριση: η εγγενώς έκκεντρη αίσθηση του εαυτού του που εκμαιεύει τη φύση διάφορων κοινωνικών ρόλων, ενσωματώνοντάς τους σε έναν κόμβο χειρονομιών που τους ελέγχουν και τους οικειοποιούνται.

Allen Ginsberg -  William Burroughs - Jean Genet [Chicago, 1968]

Οι εμπειρίες του με τους Μαύρους Πάνθηρες και τους Παλαιστίνιους μαχητές επηρέασαν βαθύτατα και ενέτειναν τη μακρόχρονη αφοσίωσή του στο πολιτικό δοκίμιο ως τον μόνο «νόμιμο» τρόπο γραφής (νόμιμο λόγω της άμεσης αξίας χρήσης του στο πεδίο της πολιτικής). Η μαρτυρία της Σατίλα, μια εξέχουσα βιωματική εμπειρία της εκμηδένισης, προκάλεσε μια ποιητική συνάντηση με την βία του κόσμου, αλλά δεν υπέκυψε στον ναρκισσισμό του ποιητή – επαναστάτη. Με τους Παλαιστινίους μοιράστηκε μια κοινότητα ασώματων υπάρξεων, όπου η πιο αντικειμενική υλικότητα συνίσταται στην απουσία (πάτριας γης, έθνους, νίκης, αποδοχής). Στο κάλεσμα των Μαύρων Πανθήρων ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό χάρη στη δική του αίσθηση των διαπερατών ορίων της εαυτότητας.

Το μυθιστόρημα μπορεί να πάει πιο βαθιά, παρέχοντας την ισορροπία και το ρυθμό που δεν μπορούμε να βιώσουμε στην καθημερινότητά μας, στην πραγματική μας ζωή. Με αυτό τον τρόπο, το μυθιστόρημα, ευρισκόμενο στο εσωτερικό της ιστορίας, έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει εκτός αυτής – διορθώνοντας τακτοποιώντας και, το πιο σημαντικό όλων, ανακαλύπτοντας ρυθμούς και συμμετρίες που δεν μπορούμε να συναντήσουμε αλλού…

Portrait Of Don DeLillo

…έλεγε σε συνομιλία του το 1991 ο Ντον ΝτεΛίλλο, που πάντα απονέμει στη μυθιστορηματική γραφή ένα είδος ιστορικής διορατικότητας που η ιστορική γραφή δεν μπορεί ενδεχομένως να κατακτήσει, μια σαφήνεια αντίληψης των ίδιων των πραγμάτων της ιστορίας. Η λογοτεχνία του, ένας μοναδικός επιτελεστικός στοχασμός, αναφέρεται με μεγάλη οξύνοια στα μυστήρια του σύγχρονου κόσμου και ολόκληρος ο τρόπος της ερωτηματοθεσίας το παραπέμπει στην εμπιστοσύνη στην ικανότητα της λογοτεχνίας να θεωρητικοποιεί το μυστήριο του κόσμου.

Εδώ και με αφετηρία το έργο του Ονόματα εξετάζονται η επιλογή των αφηγηματικών τόπων του συγγραφέα, ιδίως εκείνων που αφορούν το ιστορικό και φιλοσοφικό σταυροδρόμι της ανατολικής Μεσογείου, η συνύφανση των σχεδίων του πολυεθνικού καπιταλισμού με τον ακαταμάχητο πόθο για την αρχαιολογία, η τρομακτική αναζήτηση της ταυτότητας, η καρτερική μοναξιά των σύγχρονων ζευγαριών, η ανάπλαση της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, η ψυχική επένδυση της Δύσης στης περιοχή, η αποκρυπτογράφηση αρχαίων πολιτισμών ως αυτοαναφορική φαντασίωση, η αρχαιολογία ως «πολιτική αλληγορία» του ιμπεριαλισμού, ο τουρισμός ως προέλαση της ανοησίας, η μαζική καλλιέργεια της βλακείας ως ένα από τα πιο έξυπνα όπλα του καπιταλισμού. Διαβάζοντας τις περιγραφές του ΝτεΛίλλο σχετικά με τον ελληνικό τρόπο ζωής συνειδητοποιούμε, γράφει ο Γουργουρής, την καλλιτεχνική φτώχεια ενός Χένρι Μίλλερ ή ενός Λώρενς Ντάρελ.

DDL

Το εκτενές δοκίμιο Διαφωτισμός και παρανομία διασχίζει την επικράτεια ενός κόσμου απομαγευμένου (καθώς ο Διαφωτισμός διέλυσε τους μύθους αντικατέστησε την φαντασία με την γνώση) και ανιχνεύει την ιερότητα του νόμου και το μονοπώλιο της βίας (εδώ επιχειρείται η σύνδεση με τις πολιτικές ταραχές του 1960 αλλά και του σήμερα) και τελικά την παρανομία του νόμου και της ίδιας της λογοτεχνίας με έμφαση την μυθογραφική φαντασία του Κάφκα στην οποία ο νόμος είναι παράνομος με την τυπική έννοια. Αν ο Γιόζεφ Κ. ήταν ο ήρωας μιας μεσαιωνικής αφηγηματικής πλοκής, το μπλέξιμό του δεν θα προξενούσε καμία εντύπωση. Είναι η πίστη του ότι έχει δικαιώματα ενώπιον του νόμου που καθιστά εφιαλτική την πλήρη παραβίαση των δικαιωμάτων του.

Ερευνώντας σε άλλο κεφάλαιο την έννοια του μυθικού ο συγγραφέας γράφει πως το ζήτημα της λογοτεχνίας ως θεωρίας γίνεται κάλλιστα αντιληπτό ως διασταύρωση του ποιητικού στοιχείου με το πολιτικό και εκκινεί από τον Καρλ Σμιτ, έναν υποδειγματικό καλλιτέχνη στην πολιτική γραφή, που κατανόησε την βαθύτατη σημασία του μυθικού στοιχείου έστω και από την παραμορφωτική οπτική γωνία των πολιτικών θέσεων και των θεολογικά προσδιορισμένων ορίων του. Η σχετική έρευνα στην σκέψη του Σμιτ γίνεται πρώτα σε συνομιλία με εκείνη Ζορζ Σορέλ και των δικών του Στοχασμών για την βία – άλλωστε ο δια χειρός Αϊζάια Μπερλίν χαρακτηρισμός του δεύτερου (σφόδρα αντιφιλελεύθερος και αντικαπιταλιστής, καχύποπτος έναντι της κληρονομιάς του Διαφωτισμού και των δημοκρατικών θεσμών, με έργο που ιδιοποιήθηκε τόσο η Αριστερά όσο και η Δεξιά) ταιριάζει κάλλιστα και στον πρώτο. Το νήμα της διαλεκτικής δένεται και με το έργο των Βάλτερ Μπένγιαμιν και Χανς Μπλούμενμπεργκ.

Carl Schmitt

Η Χειρονομία των Σειρήνων συμπλέκει τις Ομηρικές Σειρήνες με τις σειρήνες του πολέμου, την Διαλεκτική του Διαφωτισμού, τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο, την Σιωπή των Σειρήνων του Κάφκα, τον Μπρεχτ και τον Μπένγιαμιν. Στα υπόλοιπα κείμενα: Η ανάγκη της φιλοσοφίας για την Αντιγόνη, Έρευνα, Δοκιμή, Αποτυχία [Περί Φλωμπέρ] κι ένας εκτενής επίλογος.

Εκδ. Νεφέλη, 2006, μτφ. Θανάσης Κατσικερός, 530 σελ. [Stathis Gourgouris, Does literature Think? Literature as Theory for an Antimythical Era, 2003].

Στις εικόνες: Επαναστατικό Παρίσι, Walter Benjamin, Φαντασιακό Παρίσι, Jean Genet, Allen Ginsberg – William Burroughs – Jean Genet [Chicago, 1968], Don DeLillo [2], Carl Schmitt.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο, 171 / υπό τον τίτλο These books are made for thinking.

22
Οκτ.
14

Ίταλο Καλβίνο – Τα αμερικανικά μαθήματα

Ελαφρότ1ητα, ταχύτητα, ακρίβεια, οπτικότητα, πολλαπλότητα, η αρχή και το τέλος: έξι θέματα ισάριθμων κειμένων του Ίταλο Καλβίνο που προορίζονταν για διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το έτος 1985-1986, περιεχόμενο πλέον του τέταρτου και τελευταίου θεωρητικού του βιβλίου. Είναι γνωστό ότι ο Καλβίνο υπήρξε, αν μη τι άλλο, ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων δοκιμιογράφος, και μάλιστα όχι μόνο σε θέματα λογοτεχνίας αλλά και φιλοσοφίας, πολιτικής, καθημερινότητας, ζωής. Ο λόγος του είναι ακριβώς όπως τον γνωρίζουμε ή τον υποψιαζόμαστε: παλίμψηστος μα και εστιασμένος στο εκάστοτε θέμα, μικροσκοπικός αλλά και ευρύς οργανωμένος και ταυτόχρονα συνειρμικός, γεμάτος αυτούσια παραθέματα, αναλυτικά σχόλια, συνδέσεις, κριτικές παρατηρήσεις, προσωπικές σκέψεις, βιωματικές εξομολογήσεις.

Italo CalvinoΠρώτος σταθμός η ελαφρότητα, που αποτέλεσε και την μυθιστορηματική προβληματική του Κούντερα, στην περίφημη αβάσταχτη εκδοχή της, εκείνη του Είναι. Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί για τον Καλβίνο μια πικρή διαπίστωση του Αναπόδραστου Βά­ρους της Ζωής: διαπίστωση όχι μόνο των απελπιστικών συνθη­κών καταπίεσης που επικρατούσαν στην άτυχη χώρα του, αλλά κυρίως μιας ανθρώπινης συνθήκης γνωστής ακόμα και σ’ όσους έζησαν αλλού. Για τον Κούντερα, το βάρος της ζωής ενυπάρχει σε κάθε μορφή καταναγκασμού: είναι «το πυκνό πλέγμα δημόσιων και ιδιωτικών καταναγκασμών που τυλίγει ό­λο και πιο ασφυκτικά στις θηλιές του κάθε ανθρώπινη ύπαρξη». Το μυθιστόρημά του μας αποδεικνύει πώς όλα όσα επιλέγουμε και θεωρούμε ανάλαφρα στη ζωή αργά ή γρήγορα αποκαλύπτουν το αβάσταχτο βάρος τους. Ίσως μόνο η ζωντάνια και η ευστρο­φία του πνεύματος να ξεφεύγουν από αυτή την καταδίκη: δύο ι­διότητες που χαρακτηρίζουν τη γραφή του μυθιστορήματος και που ανήκουν σ’ έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν της ζωής.

Italo CalvinoΟ συγγραφέας επιχειρεί να εξηγήσει πώς κατέληξε να θεωρεί την ελαφρότητα αξία και όχι ελάττωμα, σε ποια έργα του παρελθόντος αναγνωρίζει το δικό του ιδανικό ελαφρότητας και με ποιο τρόπο την εντάσσει ως αξία στο παρόν και το μέλλον. Εκκινεί από τον μύθο του Περσέα και της Γοργούς, μεταβαίνει στους σχετικούς στίχους του Οβίδιου, τους συγκρίνει με εκείνους της Μικρής Διαθήκης του Εουτζένιο Μοντάλε και στέκεται στον De rerum natura [Για τη φύση των πραγμάτων] του Λουκρήτιου, το πρώτο μεγάλο ποιητικό έργο στο οποίο η γνώση του κόσμου συνυφαίνεται με τη διάλυση της συνοχής του και με την αντίληψη του απείρως μικρού, κινητού και ελαφρού. Και για τον Οβίδιο, άλλωστε, η γνώση του κόσμου είναι ταυτόσημη της διάλυσης της συνεκτικότητάς του. Ο Καλβίνο εστιάζει στην σκεπτική ελαφρότητα, την ανιχνεύει σε μια νουβέλα από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, στην οποία εμφανίζεται ο φλωρεντινός ποιητής Γκουίντο Καβαλκάντι, διατρέχει τον Συρανό ντε Μπερζεράκ, τον Τζόναθαν Σουίφτ, τον Τζάκομο Λεοπάρντι και καταλήγει στον Καβαλάρη του κουβά του Φραντς Κάφκα.

Στους όλο και πιο συνωστισμένους καιρούς που μας περιμένουν, η ανάγκη μας για λογοτεχνίας πρέπει να στοχεύει στη μέγιστη συμπύκνωση της ποίησης και της σκέψης, γράφει ο συγγραφέας [σ. 77] στο κείμενό του περί itταχύτητας και το νήμα ξετυλίγεται από τους μεσαιωνικούς θρύλους και τα λαϊκά παραμύθια και σκαλώνει στο περίφημο δοκίμιο του Τόμας ντε Κουίνσυ Τhe English Mail – Coach, όπου και αποδίδεται η αίσθηση ενός υπερβολικά σύντομου χρονικού διαστήματος και η σχέση μεταξύ φυσικής και νοητικής ταχύτητας στην σκηνή της επερχόμενης σύγκρουσης μεταξύ δυο αμαξών.

Η μεγάλη επινόηση του Λώρενς Στερν υπήρξε το γεμάτο παρεκβάσεις μυθιστόρημά του, που ακολούθησε αμέσως μετά ο Ντιντερό. Η παρέκβαση/λοξοδρόμηση είναι στρατηγική αναβολής του τέλους, πολλαπλασιασμός του χρόνου μέσα στο έργο, αέναη φυγή. Από τι άραγε; Από τον θάνατο, όπως γράφει στην εισαγωγή του Τρίστραμ Σάντυ ο Κάρλος Λέβι; Ο Καλβίνο στέκει στο άλλο άκρο: αντί για τις παρεκβάσεις εμπιστεύεται περισσότερο την ευθεία γραμμή, με την ελπίδα πως θα συνεχίζει ως το άπειρο· προτιμάει να υπολογίζει την τροχιά της φυγής του, περιμένοντας να εκτοξευτεί σαν βέλος και να εξαφανιστεί στον ορίζοντα…

Η προτίμηση του συγγ5ραφέα για τα σύντομα κείμενα σαφώς σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία του· το έργο του άλλωστε αποτελείται ως επί το πλείστον από “short stories”, όπως τις αποκαλεί εδώ ο Καλβίνο. Η επιλογή του ακολουθεί την αληθινή κλίση της ιταλικής λογοτεχνίας, «φτωχής σε μυθιστοριογράφους αλλά πλούσιας σε ποιητές». Η αμερικανική λογοτεχνία, αντίθετα, έχει λαμπρή παράδοση στα μικρά διηγήματα, και, κατά την γνώμη του, τα αξεπέραστα λογοτεχνικά της αριστουργήματα ανιχνεύονται ανάμεσα στις short stories. Στη συνηγορία του υπέρ των σύντομων μορφών ο Καλβίνο αναφέρει τον Κύριο Τεστ αλλά και πολλά δοκίμια του Πωλ Βαλερύ, τα μικρά πεζοτράγουδα του Φρανσίς Πονζ, τα βραχύτατα διηγήματα του Ανρί Μισώ, και φυσικά τα γραπτά του μεγάλου δεξιοτέχνη της μικρής φόρμας Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

4Περί οπτικότητας ο λόγος και ο Καλβίνο δεν μπορεί να μην θυμηθεί τον Δάντη και τις παραστάσεις που προβάλλονται εμπρός του ζωντανές και ομιλούσες, κατόπιν γίνονται οπτασίες και τέλος εικόνες καθαρά νοητικές, όλο και πιο εσωτερικές, σαν να είχε αντιληφθεί εκείνος ο δαιμόνιος ποιητής πως είναι ανώφελη η επινόηση μιας μορφής μετα – αναπαράστασης σε κάθε κύκλο. Επόμενη αναφορά, οι Πνευματικές ασκήσεις του Ιγνάτιου Λογιόλα, άρα και η σχέση της οπτικής επικοινωνίας με την θρησκεία. Χάρη στη συγκινησιακή υποβλητικότητα της εκκλησιαστικής τέχνης ο πιστός πρέπει να ανατρέξει στις σημασίες και καλείται να ζωγραφίσει ο ίδιος στα τοιχώματα του νου του τοιχογραφίες κατάμεστες από μορφές, με αφετηρία τα ερεθίσματα που δημιουργεί στην οπτική φαντασία του μια θεολογική φράση ή ένα ευαγγελικό εδάφιο. Εδώ το πέρασμα από τη λέξη στην οπτική φαντασία είναι ένας τρόπος προσέγγισης βαθύτερων σημασιών. Στο ίδιο κεφάλαιο ο Καλβίνο περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο γράφει μια φανταστική ιστορία: το πρώτο πράγμα που του έρχεται στο μυαλό όταν συλλαμβάνει την ιδέα ενός διηγήματος είναι ακριβώς μια εικόνα.

Και τι μπορεί να γράψει κανείς για την αρχή και το τέλος μιας ιστορίας; Λίγο πριν την έναρξη της συγγραφής έχουμε στη διάθεσή μας όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια αυτό που για τον καθένα μας αποτελεί τον κόσμο. Έναν κόσμο ως ατομική μνήμη και ως σιωπitalo-calvinoηρή δυνητικότητα. Κάθε φορά η αρχή είναι η στιγμή της απομάκρυνσης από την πολλαπλότητα των πιθανοτήτων· είναι ακόμα η είσοδος σ’ έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, έναν κόσμο ρηματικό· είναι, τέλος, ο κατεξοχήν λογοτεχνικός τόπος γιατί ο εξωτερικός κόσμος είναι εξ ορισμού συνεχής, χωρίς ορατά όρια.

Κάποτε οι συγγραφείς ξεκινούσαν με μια τελετουργική πράξη, την επίκληση στη Μούσα. Ο Στερν έφτασε στο σημείο να αρχίσει την αυτοβιογραφία του Τρίστραμ από τη σύλληψη και ό,τι προηγήθηκε της γέννησης. Η σύγχρονη λογοτεχνία των δυο τουλάχιστον τελευταίων αιώνων δεν νιώθει πια την ανάγκη να σηματοδοτήσει την έναρξη του έργου μ’ ένα τελετουργικό ή να χαράξει ένα όριο. Οι συγγραφείς γνωρίζουν ότι η ζωή είναι ένας αδιάσπαστος ιστός και κάθε αρχή αυθαίρετη, συνεπώς είναι απολύτως νόμιμο να αρχίζει η αφήγηση in media res, μια οποιαδήποτε στιγμή. Από τα δοκίμια του Μπένγιαμιν και του Άουερμπαχ μέχρι τα έργα του Βοκάκιου και του Κόνραντ, ο Καλβίνο αναζητάει την έναρξη και την λήξη μιας μυθοπλασίας.

Italo Calvino sentado en una BKF en su bibliotecaΤελευταίος και ιδανικός επίλογος αποδεικνύεται ένα από τα τελευταία θεατρικά του Σάμιουελ Μπέκετ, ο Αυτοσχεδιασμός στο Οχάιο. Δύο ολόιδιοι ηλικιωμένοι κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Ο ένας κρατά ένα φθαρμένο βιβλίο και διαβά­ζει: Little is left to tell (Λίγα μένουν να ειπωθούν), και αφηγείται μία ιστο­ρία πένθους και μοναξιάς ενός ανθρώπου, που πρέπει να είναι ο άντρας που ακούει αυτή την ιστορία, μέχρι την άφιξη του άντρα που διαβάζει και ξαναδιαβάζει αυτή την ιστορία, ποιος ξέρει πόσες φορές μέχρι την τελική φράση: Little is left to tell». Ίσως όμως πάντα κάτι ακόμα μένει να ειπωθεί· ίσως για πρώτη φορά στον κόσμο ένας συγγραφέας αφηγείται το τέλος όλων των ιστοριών, Παρόλο, όμως, που όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και δεν έχουν απομείνει πολλά ακόμα για να αφηγηθούμε, εξακο­λουθούμε ακόμα να αφηγούμαστε.

Πλήρης τίτλος: Τα αμερικανικά μαθήματα. Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία. Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. Μαρία Σπυριδοπούλου, σελ. 186. Περιλαμβάνει τον πρόλογο της Έστερ Καλβίνο για την πρώτη ιταλική έκδοση [1988] και δεκασέλιδη εργοβιογραφία. [Italo Calvino, Lezioni americane, 2002].

10
Σεπτ.
14

Συλλογικό – Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα. Ανθολόγιο κειμένων (επιμ.) K.M. Newton.

NEWTONΤο παρόν ανθολόγιο αποτελεί μια σπάνια περίπτωση έκδοσης θεωρητικού περιεχομένου. Πρόκειται για μια συλλογή θεωρητικών κειμένων όλων των σχολών και των αναζητήσεων της λογοτεχνικής θεωρίας που παρουσιάζονται με τον πλέον ελκυστικό αλλά και χρηστικό τρόπο. Σε κάθε κεφάλαιο προηγείται η πυκνή εισαγωγή του επιμελητή, συμπληρωμένη από ενδεικτική βιβλιογραφία, και κατόπιν ακολουθούν από δύο έως έξι κείμενα διαφορετικών θεωρητικών της κάθε σχολής που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της λόγου της εκάστοτε σχολής.

Ο Ρωσικός Φορμαλισμός απέρριψε τις μη συστηματικές και εκλεκτικιστικές προσεγγίσεις που κυριαρχούσαν στην μελέτη της λογοτεχνίας και επιχείρησε να συγκροτήσει μια «λογοτεχνική επιστήμη». Σύμφωνα με τον Ρομάν Γιάκομπσον, αντικείμενο της αυτής της επιστήμης δεν είναι η λογοτεχνία αλλά η λογοτεχνικότητα, αυτό δηλαδή που κάνει ένα δεδομένο έργο λογοτεχνικό. Γι’ αυτό και οι φορμαλιστές έπαψαν να ενδιαφέρονται για τις αναπαραστατικές και εκφραστικές πλευρές των λογοτεχνικών κειμένων, εστιάζοντας στις διαφορές ανάμεσα στη λογοτεχνική και τη μη λογοτεχνική ή πρακτική γλώσσα. Η γνωστή έννοια του φορμαλισμού είναι εκείνη της «ανοικείωσης» που συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Βίκτορ Σκλόφσκι, ο οποίος υποστήριξε ότι η τέχνη ανανεώνει την ανθρώπινη αντίληψη μέσω της δημιουργίας τεχνασμάτων που υποσκάπτουν και υπονομεύουν τις συνήθεις και αυτοματοποιημένες μορφές αντίληψης.

51QGqJICsuLΑργότερα ο φορμαλισμός έστρεψε τη σκέψη του στις γλωσσικές και μορφολογικές όψεις των ίδιων των λογοτεχνικών κειμένων. Για τον Μιχαήλ Μπαχτίν η γλώσσα είναι «διαλογική» και προϋποθέτει την ύπαρξη ενός παραλήπτη, συνεπώς μελετάται εντός του κοινωνικού και επικοινωνιακού της πλαισίου. Ο Δομισμός της Σχολής της Πράγας αποτέλεσε κατ’ ουσίαν συνέχεια του ρωσικού φορμαλισμού. Το πρώτο αυτό κεφάλαιο περιλαμβάνει κείμενα του βασικού εκπροσώπου του Γιαν Μουκαρόφσκι, του Π.Ν. Μεντβέντεφ και των προαναφερθέντων.

Βασικός στόχος της αμερικανικής Νέας Κριτικής ήταν η διατύπωση μιας εναλλακτικής κριτικής πρότασης απέναντι στον ιμπρεσιονισμό και την ιστορική φιλολογία· οι θεωρητικοί της υπερασπίστηκαν την «εσωτερική» κριτική προσέγγιση και το απρόσωπο ενδιαφέρον για το λογοτεχνικό έργο ως ανεξάρτητο κείμενο. Η Νέα Κριτική έλκει την καταγωγή της από τα κριτικά κείμενα του Τ.Σ. Έλιοτ, τα θεωρητικά γραπτά του Α.Α. Ρίτσαρντς και την πρακτική του Γουίλλιαμ Έμπσον, ενώ η Κριτική του Φ.Ρ.Λήβις έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πραξιακή δύναμη της λογοτεχνικής γλώσσας. Εδώ περιλαμβάνονται κείμενά του καθώς και των Κληνθ Μπρουκς, Κένεθ Μπερκ, Τζων Μ. Έλλις, Τζων Κέισι.

26428270zΤο πρόβλημα που αντιμετώπισε στα πρώτα της στάδια η Ερμηνευτική είναι ότι, ενώ οι λέξεις ενός κειμένου του παρελθόντος, όπως για παράδειγμα της Βίβλου, παραμένουν σταθερές, το συγκείμενο που τις παρήγαγε έχει πάψει να υφίσταται. Υπό την επίδραση της φιλοσοφικής σκέψης του Χανς – Γκέοργκ Γκάνταμερ η ερμηνευτική θεώρησε ότι η κατανόηση του παρόντος προϋποθέτει μια «συγχώνευση» οριζόντων – του κειμένου ως ενσάρκωσης των εμπειριών του παρελθόντος και των ενδιαφερόντων του ερμηνευτή στο παρόν. Ο Πωλ Ρικαίρ από την άλλη, πραγματεύτηκε την ερμηνευτική «ως περιορισμό των ψευδαισθήσεων και των ψευδών της συνείδησης». Ε.Ντ. Χιρς, Π.Ντ. Τζουλ και Γουίλλιαμ Β. Σπανός συμπληρώνουν τα κείμενα του κεφαλαίου.

Ο βασικός εκπρόσωπος της Γλωσσολογικής Κριτικής Φερντινάντ ντε Σωσσύρ υποστήριξε ότι η γλωσσολογία πρέπει να στραφεί στην σύγχρονη μελέτη της, δηλαδή στην πραγμάτευσή της ως ενός συστήματος μέσα σε ένα χρονικό επίπεδο. Η βάση της γλώσσας είναι ότι οι λέξεις αποτελούν αυθαίρετα σημεία, από την άποψη ότι η σχέση μιας λέξης με αυτό που σημαίνει είναι αυθαίρετη, δηλαδή καθορισμένη σχεδόν απόλυτα από τη σύμβαση. Έτσι δίνεται έμφαση στη γλώσσα ως σημασιοδοτικό σύστημα. Τα κομβικά κείμενα των Ρομάν Γιάκομπσον και Ρότζερ Φάουλερ Γλωσσολογία και Ποιητική και Η λογοτεχνία ως λόγος αντίστοιχα εκφράζουν την συγκεκριμένη οπτική.

71xo8Ko-JpLΟ Δομισμός δίνει έμφαση στο σύστημα των συμβάσεων που επιτρέπουν την ύπαρξη της λογοτεχνία και συγχρόνως αποδίδει μικρή σημασία σε θεωρήσεις που στρέφονται στον δημιουργό ή στην ιστορία ή σε ερωτήματα σχετικά με την σημασία ή την αναφορικότητα του κειμένου. Η λογοτεχνία θεωρείται πως ενσωματώνει συστηματικά σύνολα κανόνων και κωδίκων που της δίνουν την δυνατότητα να σημαίνει. Η βάση της Σημειωτικής είναι το σημείο, δηλαδή κάθε διάταξη ή δομή προς την οποία υπάρχει μια συμβατική ανταπόκριση, συνεπώς διερευνά τα διάφορα συστήματα σημείων, τα οποία δημιουργούν τις κοινές σημασίες που συγκροτούν κάθε κουλτούρα. Η γλώσσα αποτελεί ένα θεμελιώδες σύστημα σημείων όπως και μη γλωσσικά σημεία, όπως οι χειρονομίες, η ενδυμασία και οι πολυάριθμες κοινωνικές πρακτικές που καθορίζονται από συμβάσεις. Εδώ έχουμε κείμενα των Τσβετάν Τοντόροφ, Ζεράρ Ζενέτ, Ρολάν Μπαρτ, Τζόναθαν Κάλλερ, Γιούρι Μ. Λότμαν, Μορς Πέκαμ.

Aν o δομισμός θεμελιώθηκε σ0262620278.01._SX220_SCLZZZZZZZ_την αρχή ότι η γλώσσα πρέπει να εξετάζεται συγχρονικά, σε ένα και μόνο χρονικό επίπεδο, στον Μεταδομισμό η χρονικότητα αποκτά και πάλι κεντρική σημασία. Ο Ζαν Ντερριντά δίνει έμφαση στον λογοκεντρισμό της δυτικής σκέψης, δηλαδή στην αντίληψη ότι το νόημα υπάρχει ανεξάρτητα από τη γλώσσα και συνεπώς δεν υπόκειται στο γλωσσικό παιχνίδι. Κείμενα των Μισέλ Φουκώ, Ρολάν Μπαρτ, Τζούλια Κρίστεβα και Πωλ ντε Μαν διαφωτίζουν τη σχετική θεωρία. Η Ψυχαναλυτική Κριτική εστιάζει το ενδιαφέρον της στη σχέση του λογοτεχνικού κειμένου με την ψυχολογία του δημιουργού του αλλά και του αναγνώστη. Για τον Νόρμαν Ν. Χόλλαντ η ανάγνωση εκλαμβάνεται ως μια ανακατασκευή της ταυτότητας μέσω μιας συναλλακτικής σχέσης ανάμεσα στον αναγνώστη και το κείμενο. Γραπτά των Χάρολντ Μπλουμ και Σοσάνα Φέλμαν συμπληρώνουν τα σχετικά κείμενα.

Η Μαρξιστική και Νεομαρξιστική Κριτική ξεκίνησε από την παραδοχή ότι η λογοτεχνία πρέπει να κατανοείται σε σχέση με την ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα όπως αυτή ερμηνεύεται από την μαρξιστική σκοπιά. Ο Γκεόργκι Λούκατς υποστήριξε ότι τα μείζονα λογοτεχνικά έργα δεν αναπαράγουν απλώς τις κυρίαρχες ιδεολογίες της εποχής τους, αλλά ενσωματώνουν στη μορφή τους μια κριτική των ιδεολογιών. Eνδιαφέροντα κείμενα των Κρίστοφερ Κώντγουελ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Τέρρυ Ήγκλετον κ.ά. διαφωτίζουν τις συχνά αντικρουόμενες όψεις της εν λόγω κριτικής.

marxism-literary-criticism-terry-eagleton-paperback-cover-artΗ Θεωρία της Πρόσληψης μετατόπισε την έμφαση προς τον αναγνώστη. Ο Βόλφγκανγκ Ίζερ υποστήριξε ότι τα κείμενα δημιουργούν χάσματα ή κενά τα οποία ο αναγνώστης πρέπει να συμπληρώνει, χρησιμοποιώντας την φαντασία του. Η αισθητική ανταπόκριση προκαλείται μέσω αυτής ακριβώς της αλληλεπίδρασης κειμένου και αναγνώστη. Η Κριτική της Αναγνωστικής Ανταπόκρισης ξεκίνησε από την παραδοχή ότι το αντικείμενο δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το υποκείμενο· ο Ντέιβιντ Μπλάιχ συνέδεσε την «υποκειμενιστική» κριτική με την ακραία άποψη ότι το λογοτεχνικό νόημα δεν βρίσκεται στα κείμενα αλλά στους αναγνώστες, ενώ ο Στάνλεϋ Φις τόνισε τον έγχρονο χαρακτήρα της αναγνωστικής διαδικασίας και υποστήριξε ότι το νόημα ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι ξεχωριστό από την αναγνωστική εμπειρία. Περιλαμβάνεται ακόμα κείμενο του Χανς Ρόμπερτ Γιάους.

Στηνvirselis.indd Φεμινιστική Κριτική η Τζότζεφιν Ντόνοβαν υποστήριξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει διαχωρισμός της αισθητικής από την ηθική πτυχή των λογοτεχνικών κειμένων, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κρίνουμε δυσμενώς κομβικά λογοτεχνικά έργα. Η Ελέν Σιξού θεωρεί ότι η γλώσσα αποτελεί το πιο κρίσιμο πεδίο και πσιτεύει ότι για να αντισταθούν οι γυναίκες στην εγγενή αντρική κυριαρχία στην κουλτούρα πρέπει να διαμορφώσουν τον δικό τους γλωσσικό χώρο. Κείμενα των Ηλέιν Σοουάλτερ και Ελίζαμπεθ Α. Μηζ συμπληρώνουν το κεφάλαιο. Ο τόμος συμπληρώνεται με τα κεφάλαια Πολιτισμικός Υλισμός και Νέος Ιστορισμός [Ρέιμοντ Γουίλλιαμς, Λιούις Α. Μοντρόουζ, Άλαν Σίνφιλντ], Νέος Πραγματισμός [Στάνλεϋ Φις, Στήβεν Ναπ, Γούλτερ Μπεν Μάικλς], Μεταμοντερνισμός [Φρέντρικ Τζέημσον, Λίντα Χάτσιον] και Μετααποικιακή Κριτική [Έντουαρντ Σαΐντ, Χόμι Κ. Μπάμπα]. Ο K.M. Newton είναι ομότιμος καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Dundee.

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2013, μτφ. Αθανάσιος Κατσικερός – Κώστας Σπαθαράκης, πρόλογος στην ελληνική έκδοση Αλέξης Καλοκαιρινός, 531 σελ. Με αναφορά στην προέλευση των αρχικών κειμένων και ευρετήριο προσώπων [Twentieth – Century Literary Theory. A Reader, 1988, 1997].

04
Ιολ.
14

Συλλογικό – Αντινομίες της Αντιγόνης. Κριτικές θεωρήσεις του πολιτικού

exo_antinomies_antigonisΑντιγόνες και Αντίγονοι

Ταυτισμένη με την προ – πολιτική και την συγγένεια, πιστωμένη στην υπεράσπιση της οικίας, ενδεδυμένη ως πρότυπο και στερεότυπο του γυναικείου φύλου, φωνή της κοινότητας και κραυγή πολιτικής επανάστασης, η μορφή της Αντιγόνης βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο μιας συζήτησης στην πολιτική φιλοσοφία και σε πλείστα άλλα πεδία. Ακριβώς λοιπόν οι παραπάνω οπτικές αλλά και το αντίθετό τους, καθώς και πλείστες άλλες αναγνώσεις συμπεριλαμβάνονται σε ετούτη την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συλλογή μελετών. Πρόκειται για αναγνώσεις που βρίσκονται σε διάλογο και αντίλογο με την σύγχρονη σκέψη και τα ποικίλα ρεύματά της.

Νωρίτερα όμως υπήρχε το νεωτερικό παρελθόν και ήδη από τα τέλη του 18ου και κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα στη Γερμανία, η φιλοσοφία της νεωτερικότητας, η ποιητική του ιδεαλισμού και η ρομαντική φαντασία εμμονικά επιστρέφουν στην Αντιγόνη, η οποία, από τον Χέγκελ, τον Κίργκεγκωρ, τον Χαίλντερλιν, τον Σέλινγκ, τον Σέλεϋ και τον Χέμπελ επανεπινοείται φιλοσοφικά και ποιητικά και αποκτά μια ένα νέο περιεχόμενο τραγικού και υπαρξιακής αποξένωσης του ατόμου στον κόσμο.

Judith-Butler_Η εγελιανή Φαινoμενολoγία του πνεύματος ταυτίζει την Αντιγόνη με το γυναικείο, το νόμο της ατομικής συνείδησης, το φυσι­κό δίκαιο, το ιδιωτικό και τη συγγένεια, το ηθικό και θρησκευτικό καθήκον στους θεούς και την ηθική οφειλή στους νεκρούς συγγενείς, Στη φωνή της σχεδόν ακούγεται ο ψίθυρος άχρονων και άγραφων νόμων, στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι της αγάπης, της επιθυμίας και του πάθους. Ο Κρέων, αντίθετα, εκπροσωπεί το ανδρικό, τους ανθρώπινους νόμους, το θετικό δίκαιο, το κράτος δικαίου, το καθολικό και την πολιτική, τον oρθoλογισμό, την εκκοσμίκευση, τον νόμο της πόλης και τον επίσημο λόγο της. Εδώ οι νόμοι είναι σύγχρονοι και γραπτοί, προστάτες του δήμου και της πόλης. Οι δυο πλευρές είναι ισοδύναμες.

9782845164079Εδώ λοιπόν φιλόσοφοι [Sarah Kofman, Adriana Caravero, Tina Chanter, Σλάβοϊ Ζίζεκ, Τζούντιθ Μπάτλερ], εργάτες του θεάτρου [Athol Fugard] και θεωρητικοί της λογοτεχνίας [Carol Jacobs, Τζίνα Πολίτη, ‘Όλγα Ταξίδου], του δικαίου και της πολιτικής σκέψης [Bonnie Ηοnig, Γιάννης Σταυρακάκης, Κώστας Δoυζίνας] της ψυχαναλυτικής σκέψης [Joan Copjec] καταθέτουν την δική τους ιδιαίτερη ανάγνωση της Αντιγόνης. Είναι πολιτική η επιθυμία της Αντιγόνης; Ανάγεται σε τραγικο – ηρωικό παράδειγμα; Αποτελεί πρότυπο πρότυπο προοδευτικής, ριζοσπαστικής ηθικοπολιτικής δράσης; Υπάρχει επιβίωση μετά από μια τέτοια αντίσταση; Ποιος δικαιούται ανήκει στην πόλη και υπό ποιες προϋποθέσεις; Πράττει η Αντιγόνη εντός ή εκτός της πόλης; Αντιτίθεται στο νόμο ή επιζητεί να τον αντικαταστήσει; Τι χώρο αφήνει η δημοκρατία στην ετερότητα και την ετερονομία; Πού διασταυρώνεται και που μένουν διαρκώς παράλληλα το ψυχικό και το πολιτικό;

YE1992_07_PH016_scΣυντασσόμενος με την Αντιγόνη, ο Λακάν διατύπωσε μια ηθική όπου η πράξη συνδέεται με την επιθυμία, στη βάση μιας αντινομικής διάκρισης μετα­ξύ ηθικότητας [morality] και ηθικής [ethics]. Hφεμινιστική φιλοσοφία διακρίνει τον περιορισμό της γυναικείας ύπαρξης στα προαπαιτούμενα της βιολογικής ζωής. Η Λυς Ιρριγκαρέ εκλαμβάνει την Αντιγόνη ως μορφή υπεράσπισης της σωματικότητας, των σχέσεων αίματος και της μητρικής γενεαλογίας που εξεγείρεται ενάντια στον πατριαρχικό νόμο της ορθολογικότητας. Η Τζούντιθ Μπάτλερ στο βιβλίο της Η διεκδίκηση της Αντιγόνης θεωρεί ότι η γλώσσα της Αντιγόνης δεν είναι αποκαθαρμένη από τον κυρίαρχο λόγο αλλά επιμολυσμένη από αυτόν, ωστόσο και πάλι επιφέρει κρίση σε θεμελιώδεις κανόνες.

9780300069150Έτσι, μας παρέδωσε στην Άδη, μαύρες, πενθούσες σκιές που αιώνια πλανιόνται στις φυλλοσκεπείς αλέες του κοιμητηρίου, γονατιστά ειδώλια που πλένουν τις μαρμάρινες πλάκες, στολίζουν τους τάφους με άνθη εξιλέωσης….όλα σημεία μετωνυμικά του γόνιμου κορμιού και του αίματός μας, πρόσφορα για να κατευνάσουν τον αχόρταγο σαρκοφάγο, που το ανδρικό φαντασιακό βλέπει να ελλοχεύει εντός μας: μήτρα – μνήμα. […] Ποιος ήταν, ωστόσο, ο ρόλος της γυναίκας σε αυτό το παγκόσμιο αφήγημα; Ο ρόλος της γυναίκας ήταν ακριβώς να αντιπροσωπεύει τη βελονιά της αρχής. Η γυναίκα δεν μπορούσε ποτέ να εισέλθει στο στάδιο του Συμβολαίου επειδή ήταν φύσει ανυπόγραφη. Συνακόλουθα η λειτουργία της και στα δύο άκρα αυτού του αρχέτυπο αφηγήματος ήταν ήδη και από πάντα «η ακάθαρτη δουλειά»…

AntigoneInterrupted…γράφει η Τζίνα Πολίτη στο Γράμμα της Αντιγόνης [σ. 42, 45, 46], προερχόμενο από το βιβλίο της Η δοκιμασία της ανάγνωσης. Και ανάμεσα στα μυθιστορηματικά και θεατρικά έργα που ενέπνευσε η διαρκώς ζούσα Αντιγόνη, την Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου και την Ισμήνη του Ρίτσου, την Ταφή στη Θήβα του Σέμους Χήνυ και τις απανταχού διασκευές, εντοπίζω δυο απρόσμενες παραστάσεις που θα ήθελα πολύ να δω. Ο Athol Fugard, λευκός Νοτιοαφρικανός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, μαζί με μια ομάδα μαύρων ερασιτεχνών ηθοποιών ίδρυσαν το 1963 στη Νότια Αφρική μια θεα­τρική ομάδα και ανέβασαν την Αντιγόνη, εν μέσω του καθεστώτος του ρατσιστικού φυλετικού διαχωρισμού, της ξενοφοβίας και του αντι­κομμουνισμού. Μέλη του θιάσου συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Robben Island, τη θρυλική φυλακή πολιτικών κρατουμένων της Νότιας Αφρικής. Ένα από τα μέλη του θιάσου σκηνοθέτησε στη φυλακή τον τελικό διάλογο αναμέ­τρησης ανάμεσα στον Κρέοντα και την Αντιγόνη, που τους υποδύθηκαν δύο άνδρες. Βασιζόμενοι σε αυτή την εκδοχή, ο Φούγκαρντ και δυο ηθοποιοί του θιάσου έγραψαν το 1973 το θεατρικό έργο Το νησί, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε σε μια στενόχωρη σοφίτα του Κέιπ Τάουν και εγκαινίασε ένα πρωτοποριακό θεατρικό ρεύμα στη Νότια Αφρική.

antigonafuriosa2Και στην άλλη άκρη της γης, στην Αργεντινή, η θεατρική συγγραφέας Griselda Gambaro έγραψε το 1986 την Antigone Furiosa, ένα έργο που γράφτηκε εν μέσω της δίκης των υπευθύνων της στρατιωτικής χούντας στην Αργεντινή, στο οποίο ο Πολυνείκης μετατράπηκε σε σύμβολο των desaparecidos, των εξαφανισθέντων και αγνοουμένων της δικτατορίας του Βιντέλα (φωτ.). Και βέβαια, θυμάμαι το υπέροχο και δυστυχώς άγνωστο τραγούδι των Mekons με την απαγγελία και τους στίχους της ακτιβίστριας ποιήτριας Kathy Acker, από τον δίσκο Pussy, King of Pirates. I’ve had it with living and dying, there’s something else I must find…

[…] Αδελφούλα, παρά τα όσα έχουν υποστηριχθεί, δεν ήσουν εσύ αλλά εγώ που έπρεπε να γίνω για όλες και όλους το παράδειγμα προς μίμηση. Γιατί αυτό που θέλουν να ξεχνούν οι Αντίγονοι είναι το γεγονός ότι η Εξουσία χτίζει την ισχύ της πάνω σε εικόνες ηρώων και τάφων. […] Όσο για μένα, αιώνες τώρα οι Αντίγονοι με σκηνοθετούν, με καρφώνουν πάνω στις σταυρωτές ερμηνείες τους… [Τζ. Πολίτη, σ. 47]

Εκδ. Εκκρεμές, 2014, επιμ. Έλενα Τζελέπη, μτφ. Μιχάλης Λαλιώτης, Απόστολος Λαμπρόπουλος, σελ. 422. Περιλαμβάνει βιογραφικά των συμμετεχόντων και τις πρώτες δημοσιεύσεις.




Δεκέμβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 956.065 hits

Αρχείο

Advertisements