Posts Tagged ‘Θρησκευτική Λογοτεχνία

23
Μαρ.
20

Isaac Bashevis Singer – Σώσα

Ο «ανεξήγητος» έρωτας ενός διχασμένου αντιήρωα

Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχοντας διαβάσει όλα τα καθ’ ημάς μεταφρασμένα βιβλία του, διαπιστώνω πως εκείνα που απόλαυσα περισσότερο είναι τα μυθιστορήματα Σκιές στον ποταμό Χάντσον και Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία, ενώ από τις συλλογές διηγημάτων τα Ο τελευταίος δαίμονας και άλλα διηγήματα και Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες. Τι κοινό έχουν αυτά τα τέσσερα βιβλία, ιδίως τα μυθιστορήματα; Οι ήρωες των ούτως ή άλλως ευφάνταστων και γοητευτικών στην πλοκή ιστοριών ζουν πλέον στις πόλεις, προσπαθούν να εναρμονιστούν στον μοντέρνο κόσμο και διαθέτουν έντονη ερωτική ζωή, επιχειρώντας να διατηρήσουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα και τις σχετικές επιταγές. Κι είναι ακριβώς αυτή η απεγνωσμένη τους προσπάθεια που κατακλύζει τον βίο τους με ένα συνεχή διχασμό· διχασμό ανάμεσα στην συνέπεια και την απιστία, στην ηδονή και στις ενοχές, στην πίστη και στην φιλοσοφία. Σε αυτές τις εκατοντάδες ερεθιστικές σελίδες έρχονται τώρα να προστεθούν κι εκείνες της Σώσα.

Και αυτή τη φορά ο πολύπαθος (πρωτοπρόσωπος) αφηγητής έχει όλα τα στοιχεία ενός αντιήρωα. Ο Άαρον (Άρελε) Γκρέιντινγκερ, γιος ραββίνου, μεγαλώνει στην οδό Κροχμάλνα της Βαρσοβίας, έναν δρόμο που εκπροσωπεί όχι μόνο τον Κόσμο του Χθες (για να θυμηθούμε τον τίτλο της περίφημης αυτοβιογραφίας του Στέφαν Τσβάιχ) αλλά και μια εποχή που μοιάζει αρχαία και αιώνια, βυθισμένη στην εβραϊκότητα. Ζώντας σ’ ένα σπίτι όπου κάθε του επιθυμία συνιστά παράβαση, αναπτύσσει μια τρυφερή φιλία με την εννιάχρονη Σώσα, κόρη γειτόνων από μια μη ραββινική οικογένεια. Ο Άρελε βιώνει με όλες του τις αισθήσεις τις επισκέψεις στο γειτονικό σπίτι και προσφέρει στην Σώσα μια ελεύθερη παραλλαγή από τις ιστορίες και τα διδάγματα από τον πατέρα του. Μαζί της μοιράζεται φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις αλλά και παράδοξες εκδοχές των ιστοριών που γνωρίζει, θεωρώντας ούτως ή άλλως τον εαυτό του αιρετικό και σαλεμένο.

Σύντομα ο Άρελε εγκαταλείπει την Βαρσοβία, χάνει τα ίχνη της Σώσα και βγαίνει στον έξω κόσμο. Ο Χίτλερ επικρατεί γρήγορα στην Γερμανία, στην Ρωσία έχουν αρχίσει οι εκκαθαρίσεις, στην Πολωνία εγκαθιδρύεται στρατιωτική δικτατορία, η Αμερική έχει ήδη επιβάλει μεταναστευτικούς περιορισμούς. Εγκλωβισμένος σε μια χώρα στριμωγμένη μεταξύ δυο πανίσχυρων αντιπάλων, φορτωμένος με μια γλώσσα και μια κουλτούρα που δεν αναγνωρίζει κανείς πέρα από έναν μικρό κύκλο Εβραίων, επιχειρεί να αναμετρηθεί με την λογοτεχνική γραφή αλλά και με μια σειρά ερωτικών σχέσεων που δεν τον αφήνουν ικανοποιημένο.

Πρώτα με την Ντόρα Στόλνιτς, ένα κορίτσι που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να ζήσει στην Σοβιετική Ρωσία. Αντίθετη με τον γάμο (Πώς ήταν δυνατόν να υπογράψεις συμβόλαιο για εφ’ όρου ζωής αγάπη; Μόνο οι καπιταλιστές και οι ιερείς ήταν αφοσιωμένοι στη διαιώνιση ενός τόσο υποκριτικού θεσμού), η Ντόρα ετοιμάζεται να περάσει κρυφά στην Ρωσία και να εκπαιδευτεί στην προπαγάνδα. Έχοντας δώσει τα καλύτερά της χρόνια για το σοσιαλιστικό ιδεώδες αρνείται πεισματικά πως όσοι περνούν τα σύνορα συλλαμβάνονται από τους Σοβιετικούς με την κατηγορία της κατασκοπείας ή του τροτσκισμού. Δεν παύει στιγμή να παροτρύνει τον Άρελε να αφήσει πίσω του ραββίνους και πνεύματα αλλά και τον βούρκο της Ευρώπης και να πάνε εκεί όπου ανατέλλει η ζωή. Στα μάτια της «το μείγμα της πανουργίας και της θανάσιμης σοβαρότητας του ανθρώπου που έχει αναλάβει την αποστολή να σώσει το ανθρώπινο γένος». Αυτός παραμένει δύσπιστος και η διαφωνία τους κάθε φορά καταλήγει στον κρεβάτι της, σαν να είναι και η τελευταία τους φορά. Ερωτοτροπούν και βρίζονται, αγκαλιάζονται και φιλονικούν.

Την ίδια στιγμή τον διεκδικεί διακριτικά πλην επίμονα και αποτελεσματικά η Τσέλια Χέντσινερ, ο σύζυγος της οποίας ονόματι Χάιμλ τρέφει γι’ αυτήν μια παιδιάστικη αγάπη, συνεπώς στον έρωτα είναι άπραγος σαν παιδί και σχεδόν ωθεί τον Άρελε προς την γυναίκα του, που έχει πλήρως αφυπνισμένο αισθησιασμό χάρη στην λογοτεχνία,το θέατρο, την μουσική, ακόμα και τα άρθρα των εφημερίδων. Αλλά είναι η Μπέττυ Σλόνιμ που επιχειρεί να αλλάξει την ζωή του. Μαζί με τον σύντροφό της, Σαμ Ντράιμαν, έναν πρώην οικοδόμο σπιτιών και εργοστασίων στο Ντιτρόιτ που έχει βάλει σκοπό της ζωής του να την κάνει γνωστή θεατρίνα, η Σλόνιμ τον πολιορκεί να της γράψει ένα θεατρικό έργο αλλά εκείνος παρά τις ερεθιστικές του ιδέες αναρωτιέται τι θα μπορούσε να γράψει που να μην είναι ήδη γνωστό. Ακόμα και η κάθε δοκιμή ενός νέου ύφους ή κάθε πειραματισμός με τις λέξεις καταλήγει γρήγορα σε στείρο μανιερισμό. «Άλλωστε τι είναι οι συγγραφείς; Διασκεδαστές, σαν τους θαυματοποιούς. Αν και περισσότερο αξιοθαύμαστος είναι κάποιος που μπορεί να ισορροπεί ένα βαρέλι στα πόδια του απ’ ότι ένας ποιητής». Η θεματολογία και το ύφος της γραφής δεν θα πάψει να απασχολεί τον αφηγητή ως το τέλος.

Γύρω του κινούνται διάφορες ενδιαφέρουσες προσωπικότητες, με απολαυστικότερο όλων τον Δόκτωρα Μόρρις Φάιτελτσον, που με το βιβλίο του Πνευματικές ορμόνες ενδιαφέρεται να δικαιώσει στους ανθρώπους την έλλειψη σκοπού και την πνευματική αναρχία. Δεινός συζητητής και γυναικοκατακτητής, αγνωστικιστής και με τον τρόπο του μυστικιστής και χασιδιστής, ο Φάιτελτσον πιστεύει πως οι Εβραίοι είναι η μόνη απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Όλες μου οι αδυναμίες και οι αποκλίσεις πηγάζουν από την ανάγκη μου να είμαι απολύτως ελεύθερος. Αυτή η υποτιθέμενη ελευθερία με έχει καταντήσει σκλάβο. Βέβαιος πως οι σημερινοί Εβραίοι αγαπούν τρία πράγματα -το σεξ, την Τορά και την επανάσταση- ευελπιστεί να ιδρύσει ένα ινστιτούτο καθαρού ηδονισμού εφόσον ο άνθρωπος δεν σκέφτεται παρά μονάχα την ηδονή· ακόμα και οι ευσεβείς και η ασκητές αναζητούν την πνευματική μορφή της. Θα μαζευόμαστε κάποιο βράδυ σ’ ένα δωμάτιο με κλειστά τα φώτα και θα αφήναμε την ψυχή μας ελεύθερη να εκφραστεί.

Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο Φάιτελτσον (απηχώντας μια γνώριμη εμμονή του Σίνγκερ), θα πρέπει να έχει το θάρρος να αποκαλύπτει στον εαυτό του και στους άλλους ό,τι αληθινά ποθεί. Οι πραγματικοί τύραννοι δεν είναι αυτοί που καταπιέζουν το σώμα (το οποίο ούτως ή άλλως είναι περιορισμένο), αλλά αυτοί που εγκλωβίζουν το πνεύμα. Οι υποτιθέμενοι απελευθερωτές (ο Μωυσής και ο Ιησούς, ο συγγραφέας της Μπαγκαβάτ Γκίτα και ο Σπινόζα, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρόυντ) ήταν όλοι δυνάστες της ψυχής. Η ζήλεια πρέπει να εκλείψει από τις ερωτικές σχέσεις  και οι άνθρωποι να ετοιμαστούν να αντικαταστήσουν το ένστικτό της με αυτό της κοινοκτημοσύνης. Και στην ερώτηση ποιος θα είναι ο σκοπός του απλώς επιθυμείν αντιτείνει: γιατί θα πρέπει να υπάρχει σκοπός; Ίσως ο σκοπός να είναι το ίδιο το χάος.

Όπως κάθε ήρωας και αντιήρωας του Σίνγκερ, ο αφηγητής κλυδωνίζεται από αμφιβολίες για την ύπαρξη ή την καλοσύνη του Θεού. Κάποτε τον βλέπει τόσο σαστισμένο με τους γαλαξίες και τους άπειρους νόμους που δημιούργησε, ώστε να έχει λησμονήσει τον αρχικό του σκοπό. Μήπως τελικά η μορφή του δεν είναι τόσο παντοδύναμη και έχει ανάγκη την συνεργασία μας; Εφόσον ο Θεός παραμένει αιώνια σιωπηλός, δεν του χρωστάμε τίποτα. Συχνά πλημμυρίζει οργή εναντίον της Δημιουργίας, του Θεού, της φύσης – όπως κι αν λέγεται ο υπαίτιος της δυστυχίας γύρω του. Ακόμα κι όταν ένα γατί του ζητά τροφή, του λέει «ζήτα από τον ανελεήμονα που σ’ έπλασε». Αλλά όταν αναλογίζεται την υπηρέτριά του Τέκλα (άλλη μια γυναίκα στην οποία αδυνατεί να αντισταθεί), δεν σκέφτεται μόνο πως «αυτοί είναι οι πραγματικοί άνθρωποι, εκείνοι που κρατούν όρθιο τον κόσμο» αλλά και πως «ένας αδιάφορος Θεός, ένας παρανοϊκός Θεός δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει την Τέκλα».

Ακόμα και οι άλλοτε αυτονόητες θρησκευτικές τελετές του φαίνονται βίαιες. Η αιματοβαμμένη αγορά και στο σφαγείο του μοιάζουν με κόλαση που γελοιοποιεί όλες τις μεγαλοστομίες περί ανθρωπισμού και τον ωθούν να γίνει χορτοφάγος (όπως και ο ίδιος ο Σίνγκερ). Αργότερα σε μια άλλη τελετή του φαίνεται γελοίο να γίνει η αιτία να πεθάνει ένας κόκορας για τις δικές του αμαρτίες. Ο Φάιτελτσον με την σειρά του είναι απόλυτος: «γι’ αυτό η ειδωλολατρία ήταν τόσο ελκυστική· μπορούσες ν’ αγοράζεις έναν καινούργιο θεό κάθε χρόνο. Εμείς οι Εβραίοι φορτώσαμε στα έθνη έναν αιώνιο Θεό και γι’ αυτό μας μισούν».

Στην πραγματικότητα η αιώνια ζωή μπορεί να είναι μια κατάρα. Φαντάσου έναν μπακάλη να πεθαίνει και η ψυχή του να περιπλανιέται εδώ κι εκεί για χιλιάδες χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων είναι αναγκασμένη να θυμάται ότι κάποτε πουλούσε ραδίκια, μαγιά και φασόλια κι ότι ένας πελάτης χρωστάει δεκαοχτώ γρόσια. Ή την ψυχή ενός συγγραφέα που δέκα χιλιάδες χρόνια μετά δεν μπορεί να συνέλθει από μια κακή κριτική για το έργο του. [σ. 203]. Κι αν οι ψυχές ξεχνούν το παρελθόν, τότε πώς μπορούν να είναι οι ίδιες;

Ο Άρελε διαθέτει ελάχιστη αυτοεκτίμηση, ενώ σταδιακά η ίδια του εμφάνιση παρακμάζει όλο και περισσότερο. Φυσικά δεν παύει στιγμή να απορεί για την επιμονή αυτών των γυναικών να τον έχουν πλάι του, να θέλουν να ζήσουν μαζί του έναν μεγάλο έρωτα και να τον πάρουν μαζί τους μακριά από εκείνα τα μέρη. Από την πλευρά του, αυτές αναμφίβολα αποτελούν μέρος των φαντασιώσεών του και των φιλοσοφικών του στοχασμών αλλά δεν του αρκούν. Γνωρίζει πως εκείνο που του λείπει τον περιμένει στην Σώσα. Η επιστροφή του στο σπίτι της σημαίνει μια καθολική επιστροφή· λες και η ίδια έχει βρει έναν τρόπο να παγώνει τον χρόνο. Στα μάτια της βρίσκεται ζωγραφισμένος ο ίδιος παιδιάστικος ενθουσιασμός από την εποχή που συνήθιζε να της διηγείται ιστορίες.

Παρά την περιορισμένη σωματική της ανάπτυξη η Σώσα μοιάζει να καταλαβαίνει τα πάντα. Κατανοεί ακόμα και την επικοινωνία του με τις άλλες γυναίκες. Διέθετε άραγε την ενστικτώδη ικανότητα να μοιράζεται για την οποία μιλούσε ο Φάιτελτσον; Ο καταρρακτώδης της λόγος εκφράζει οράματα, δεισιδαιμονίες, την κακομεταχείρισή της από κακά πνεύματα, μια οικιακή ζωή πλήρως μεταφυσική. Ο κόσμος της παραμένει γεμάτος μυστήρια, όπως οι σοφίτες των ραββίνων, που κατακλύζονταν από πνεύματα. Ένας ακόμα διχασμός προστίθεται στην ζωή του:

Μέσα σε μια νύχτα βρήκα την χαμένη μου αγάπη και αμέσως μετά υπέκυψα στον πειρασμό να την προδώσω. Έκλεψα την ερωμένη του ευεργέτη μου, της είπα ψέματα, διέγειρα το πάθος της ιστορώντας της όλες τις λάγνες μου περιπέτειες και την έκανα να μου εξομολογηθεί αμαρτίες που με γέμισαν αηδία. Από ανίκανος μεταμορφώθηκα σε μέγα εραστή. Μεθύσαμε, τσακωθήκαμε, φιληθήκαμε και προσβάλαμε ο ένας τον άλλον. Η συμπεριφορά μου παλινδρομούσε από την αναίσχυντη διαστροφή στην θερμή μετάνοια. [σ. 128]

Από την ημέρα που εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι ο Άρελε βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς απελπισίας. Μερικές φορές σκέφτεται την περίπτωση της μετάνοιας, της επιστροφής στην αληθινή εβραϊκότητα. Αλλά του είναι αδύνατο να ζήσει όπως οι πρόγονοί του χωρίς να διαθέτει την πίστη του. Κάθε φορά που μπαίνει σε μια βιβλιοθήκη ξυπνά μέσα του η ελπίδα ότι σε κάποιο από τα βιβλία μπορεί να βρει μια ένδειξη για το πώς ένας άνθρωπος της δικής του ιδιοσυγκρασίας και κοσμοθεωρίας θα μπορούσε να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Αλλά δεν την βρίσκει ούτε στον Τολστόι ή στον Κροπότκιν, ούτε στον Ουίλλιαμ Τζαίημς ή στην Βίβλο. Η σπινοζική υπόσταση δεν έχει θέληση ούτε έλεος ούτε αίσθημα δικαιοσύνης και η «τυφλή βούληση» του Σόπενχάουερ είναι πιο τυφλή από ποτέ. Ελπίδα δεν βρίσκει ούτε στο εγελιανό «πνεύμα των καιρών» ούτε στον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Αναρωτιέται μήπως επαληθεύονται τα λόγια της μητέρας του: Κανένας εχθρός δεν μπορεί να προξενήσει στον άνθρωπο μεγαλύτερο κακό απ’ ότι ο ίδιος του ο εαυτός. Ήξερα ότι ο κόσμος υπήρξε πάντα και θα παρέμενε για πάντα όπως ήταν σήμερα. Αυτό που οι ηθικολόγοι αποκαλούσαν «κακό» συνιστούσε στην πραγματικότητα τον κανόνα της ζωής. [σ. 258].

Άραγε οι μάζες είναι άμωμοι αμνοί και μονάχα κάποιοι λίγοι κακοί ευθύνονται για την ανθρώπινη τραγωδία; Στην πραγματικότητα, ένα μεγάλο μέρος των μαζών θέλει να σκοτώσει, να κλέψει, να βιάσει, να κάνει ό,τι έκαναν  πάντα ο Χίτλερ, ο Στάλιν και τύραννοι σαν κι αυτούς. […] Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών διακατέχεται από δολοφονικό πάθος. Το μόνο που χρειάζονται είναι ένα πρόσχημα ή ένας σκοπός. Τη μια είναι για θρησκευτικούς λόγους, την άλλη για τον φασισμό ή για την προάσπιση της δημοκρατίας. Η λαχτάρα τους να σκοτώσουν είναι τόσο μεγάλη, που υπερβαίνει τον φόβο τους μήπως σκοτωθούν οι ίδιοι. Πρόκειται για μιαν αλήθεια που μας έχουν απαγορεύσει να τη λέμε αλλά αυτό δεν την κάνει λιγότεροι αληθινή. Οι ναζί που είναι πρόθυμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για τον Χίτλερ θα ήταν υπό άλλες συνθήκες έτοιμοι να κάνουν το ίδιο για τον Στάλιν. Δεν έχει υπάρξει ανόητη φιλοδοξία ή τρέλα για την οποία οι λαοί να μην ήταν  έτοιμοι να πεθάνουν. [σ. 290]

Στην Σοβιετική Ένωση έχουν αρχίσει εκκαθαρίσεις, μαζικές συλλήψεις και δίκες· η Ντόρα είναι πλέον συντετριμμένη. Στον Πολωνία ο πολωνικός Τύπος επιτίθεται στην εβραϊκή μειονότητα σα να είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του κράτους. Οι Πολωνοί δεν έχουν το θάρρος να τους εξοντώσουν οι ίδιοι, αλλά θα χαρούν αν το κάνει ο Χίτλερ και σίγουρα ο Στάλιν δεν θα τους υπερασπιστεί. Πολλοί Εβραίοι μοιάζουν παραδομένοι σ’ ένα είδος ηλίθιας αισιοδοξίας ή ζουν αναμένοντας τον Μεσσία, προς μεγάλη χαρά πολλών ψευδο-μεσσιών. Βλέποντας πια τον Χίτλερ να καταλαμβάνει τη μια περιοχή μετά την άλλη και τους Συμμάχους απλώς να παρακολουθούν αμέτοχοι, ο Άρελε αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τους Εβραίους της χώρας του. Αν φτάσουν οι Ναζί τι έχει να περιμένει πέρα από λιμοκτονία και στρατόπεδα συγκέντρωσης;

Αλλά να το σκάσει και να αφήσει στο έλεος της μοίρας τους όλους όσους αγαπά και ιδίως την Σώσα τού είναι αδιανόητο. Ακόμα κι όταν έχει την δυνατότητα για βίζα στην Αμερική της αφθονίας, όπου θα μπορεί να συνεχίσει απρόσκοπτα να γράφει, προτιμά να μείνει πίσω, στην φτώχεια ή στον θάνατο. Η επιλογή του μοιάζει αυτοκτονική όμως είναι δική του, κι ας αδυνατεί να εξηγήσει τα κίνητρά του στους άλλους, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Άραγε είναι η ελεύθερή του βούληση ή μια άγνωστη δύναμη που έχει αποφασίσει για λογαριασμό του; Ποιος λέει ότι τα πάντα στη φύση ή στην ανθρώπινη υπόσταση μπορούν να εξηγηθούν με κίνητρα ή με λέξεις;

Αδύναμη, μελαγχολική και απολύτως εξαρτημένη, η Σώσα είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα με εύθραυστη ψυχική υγεία και ιδιόμορφη νοητική ανάπτυξη. Ο πόθος του Άρελε είναι είναι διαφορετικός, το πάθος αυτόματο, ασυλλόγιστο, η σαρκική υπόσταση ενεργεί από μόνη της. Όταν οι γυναίκες τον ρωτούν τι της βρίσκεις, εκείνος απαντά: «Βρίσκω τον εαυτό μου». Ό,τι κι αν είναι η Σώσα – ο ανεξήγητος, ενστικτώδης έρωτας, ο πόθος για ένα αδύναμο και απόλυτα εξαρτημένο πλάσμα, μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, ο σύνδεσμος με τον παλιό του κόσμο, μια άνευ λόγων και αιτιών αγνή επιλογή – ο Άρελε θα μείνει δίπλα της. Μέχρι πού και ως πότε; Φυσικά δεν θα αποκαλύψουμε την συνέχεια, στην οποία ο ίδιος ο Σίνγκερ επέλεξε να μας αιφνιδιάσει και να μην γεμίσει με όλα όσα περιμέναμε.

Μια μέρα ο κόσμος θα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει ούτε μια ιδέα που να μπορούμε να θεωρήσουμε αληθινή, όλα είναι ένα παιχνίδι: εθνικισμός, διεθνισμός, θρησκεία, αθεϊσμός, πνευματισμός, υλισμός, ακόμα και η ιδέα της αυτοκτονίας. […] Εφόσον δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα και δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε τεκμηριωμένα ότι ο ήλιος θ’ ανατείλει αύριο, το παιχνίδι συνιστά τη βαθύτερη ουσία της ανθρώπινης προσπάθειας. Ο Θεός είναι ένας παίκτης, ο κόσμος ένας παιχνιδότοπος. Αναζητούσα για χρόνια το θεμέλιο της ηθικής και είχα εγκαταλείψει κάθε ελπίδα. Ξαφνικά κατάλαβα. Το θεμέλιο της ηθικής είναι το δικαίωμα του ανθρώπου να παίζει τα παιχνίδια της επιλογής του. Δεν θα χαλάσω τα παιχνίδια σου, μη χαλάς κι εσύ τα δικά μου. […] Δεν υπάρχει λόγος να μην μπορούν ο ηδονισμός, η Καμπάλα, η πολυγαμία, ο ασκητισμός, ακόμα και αυτό το κράμα χασιδισμού και ερωτισμού του φίλου μας του Χάιμλ, να συνυπάρξουν σε μια παιχνιδούπολη, ή μάλλον σε έναν παιχνιδόκοσμο, ένα κοσμικό Κόνυ Άιλαντ όπου ο καθένας θα παίζει τα παιχνίδια που επιθυμεί.

Δεινός στην δημιουργία της ατμόσφαιρας, οποιοδήποτε περιβάλλον και να περιγράφει, από τις εξαθλιωμένες συνοικίες και τις απαρχαιωμένες αυλές μέχρι τα κοσμικά ξενοδοχεία και τα καφέ, ο συγγραφέας γράφει και εδώ με έναν περίτεχνο συνδυασμό των εσωτερικών σκέψεων του ήρωα με διαλόγους ολοζώντανους, για καθημερινά θέματα μέχρι και τα πιο βαθιά ζητήματα. Η πρόζα του είναι ένα μείγμα πραγματικού και φανταστικού, φυσικού και υπερφυσικού, ιερού και βέβηλου, σε έναν, κατά τα δικά του λόγια, «μυστικό ρεαλισμό». Αλλά αυτός ο κόσμος των πνευμάτων που εδώ (μοιάζει να) βρίσκεται σε δεύτερη μοίρα δεν αποτελεί μόνο τον κόσμο των παιδικών του χρόνων και της θρησκείας του (δεν υπάρχει θρησκεία χωρίς αγγελολογία και δαιμονολογία) αλλά και μια λογοτεχνική δυνατότητα να μιλήσει για τις αλόγιστες δυνάμεις και τα πάθη που ορίζουν την ζωή των ανθρώπων, όπως τονίζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο επίμετρό του. Σε κάθε περίπτωση, έχω την αίσθηση πως ο Σίνγκερ παραμένει ένας μεγάλος παραμυθάς, ένας σπάνιος αφηγητής ιστοριών που απλά δεν θέλεις να τελειώσουν.

Άλλωστε πώς είναι δυνατόν απλώς να εξαφανίζεται κάποιος; Πώς μπορεί κάποιος που έζησε, αγάπησε, έλπισε και πάλεψε με τον Θεό και τον εαυτό του να χαθεί έτσι απλά; Δεν ξέρω πώς και με ποιον τρόπο, αλλά οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας. Εφόσον ο χρόνος είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί να μην είναι όλα αιώνια; [σ. 373]

Εκδ. Κίχλη, 2020, μτφ. Μιχάλης Πάγκαλος, 472 σελ. [Isaac Bashevis – Singer, Shosha, 1978]. Περιλαμβάνονται εκδοτικό σημείωμα, σημείωμα του μεταφραστή, γλωσσάρι βασικών εβραϊκών όρων, 123 σημειώσεις και επίμετρο με δυο κείμενα, του μεταφραστή και του Σταύρου Ζουμπουλάκη.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία βλ. κείμενο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 21, άνοιξη 2010 και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για το βιβλίο του Σίνγκερ Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες βλ. κείμενο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014] και σε ηλεκτρονική μορφή στο Πανδοχείο, εδώ.

Για τις προαναφερθείσες αναφορές στον Σίνγκερ από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και το βιβλίο του Υπό το φως του μυθιστορήματος βλ. παρουσίαση του Πανδοχείου εδώ.

Στις εικόνες έργα των Stanisław Ignacy Witkiewicz, Bradley Wood, Gela Seksztajn και Kateryna Kosianenko.

29
Ιον.
10

Σταμάτης Δαγδελένης – Το βιβλίο των αιρέσεων. Δέκα μικρά μυθιστορήματα.

Εναλλακτικά δόγματα

«Ομολογώ πως για πρώτη φορά, στην άχαρη και γεμάτη αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και συναισθήματα πνευματική μου ζωή, ο ορθολογιστής, ο ευσεβής χριστιανός και ο συγγραφέας μέσα μου θα ομονοούσαν έτοιμοι να συνάψουν μια τριπλή ιερή συμμαχία, συμπαγή σα γροθιά… Αλλά όταν οι συμπαντικές δυνάμεις μιλάνε και οι άλλοι δύο, ο ορθολογιστής και ο χριστιανός, παραληρούν ψελλίσματα για συμπτώσεις και δαιμονοληψίες, ο συγγραφέας οφείλει να σωπαίνει για να αφουγκραστεί τα ίδια τα γεγονότα και να τα μεταφέρει αυτούσια στο χαρτί» (σ. 174). Κάπως έτσι μεταγράφονται συγγραφική και (ψευδο;)δοκιμιακή αδεία δέκα «αιρέσεις» που κυμαίνονται σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου (από την πρώιμη χριστιανική εποχή ως τις μεταπολεμικές ΗΠΑ) αλλά και περιεχομένου, ερμηνεύοντας διαφορετικά ή αντιστρέφοντας βασικά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας.

Στην «αίρεση της αντίστροφης οδού» ο δρόμος της σωτηρία δεν περνάει απαραίτητα από στερήσεις και προσευχές, αλλά από την ελευθεριότητα και την ακολασία, ενώ η κάθοδος και η πτώση ως το έσχατο σημείο οδηγούν στην άνοδο. Ιδανικό χώρο προσηλυτισμού των Μαγδαληνών αποτελούν τα πορνεία, όπου άλλοτε εκτέθηκε ως βρέφος ο αιρεσιάρχης Καταβάσιος, εξ απαλών ονύχων συναναστραφείς με τις ιέρειες «της πλέον απολαυστικής θρησκείας του αισθησιασμού και της ηδονής». «Μια στάση στην έρημο» αποκαλύπτει την όαση όπου αυτόχθονες ερωτοτροπούν δημοσίως και συνευρίσκονται στα ξέφωτα των μνημείων, μέλη μιας λατρείας όπου η προσφορά ενός μήλου σε μια γυναίκα ακυρώνει το προπατορικό αμάρτημα για όλες τις επερχόμενες γενιές. «Η αίρεση των αρωγών», θεμελιωμένη στη φράση πως το να φέρει κανείς στους ώμους το σταυρό του είναι ανθρώπινο, το να σηκώνει όμως το σταυρό κάποιου άλλου είναι θεϊκό, οδηγεί τους Σιμωνικούς να βοηθούν κάθε συνάνθρωπο στα βάρη της ζωής, με ανεπιθύμητα για την πολιτική εξουσία αποτελέσματα.

Πρόσωπα ή γεγονότα που υπήρξαν καθοριστικά σε μια θρησκεία, διαδραματίζοντας άθελά τους καταλυτικό ρόλο συμβάλλοντας ουσιαστικά στο Θείο Σχέδιο, μπορούν να εμπνεύσουν νέες δοξασίες. Τρανό παράδειγμα ο έμπορος του ναού που από συνήθεια ή αυθάδεια ρώτησε τον Ιησού σε τι μπορεί να τον εξυπηρετήσει και δέχτηκε το χτύπημα του φραγγελίου και γυρνώντας το άλλο μάγουλο τον έκανε να τραπεί σε φυγή και να εμπνευστεί ένα από τα θεμελιώδη διδάγματα της διδασκαλίας του, μεταστρεφόμενος από την μαχητική αντιπαράθεση στο μαρτύριο και την θυσία («Λευί και υιός»). «Η αίρεση των ψηλαφιστών» αποδίδει τα αποστολικά πρωτεία στον Θωμά, που με την ψηλάφηση απέδειξε την Ανάσταση του Κυρίου αλλά και απέφυγε την θεραπεία των πληγών για να μη χαθούν τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία. Στις μιμητικές τελετουργίες των Θωμαϊστών οφείλεται η διάδοση της χειραψίας ως μέσου καλόπιστης έκφρασης.

Τα πανεπιστήμια αποτελούν πάντα «εκκολαπτήρια αιρέσεων», όπως εκείνη που θεωρεί τον Άλμπερτ Αϊνστάιν δημιουργό – ρυθμιστή του Σύμπαντος και τελευταίο επί Γης προφήτη, που αποκαλύπτοντας την μεγάλη αλήθεια γεφύρωσε οριστικά το χάσμα μεταξύ επιστήμης και θρησκείας («Η αίρεση της μια νυκτός»). Αντίθετα, «μια ανώνυμη αίρεση» αποδίδει την ενσάρκωση του Θεανθρώπου σ’ έναν απλό κεραμοποιό που πέρασε όλη του τη ζωή κρύβοντας τη θεϊκή πλευρά του, ζώντας σαν οποιοσδήποτε θνητός. Αν ο Ναζωραίος θυσίασε την ανθρώπινη υπόστασή του χάριν της θεϊκής, ο αφανής αυτός Σωτήρας έπραξε το αντίστροφο. «Η διαίρεση της Διπόλεως», διπολική αίρεση δυο αδελφών που ο ένας υποστηρίζει πως υπάρχει Θεός, αλλά ο κόσμος είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να φαίνεται πως δεν υπάρχει, ο άλλος το ακριβώς αντίστροφο, έχει ως συνέπεια οι οπαδοί να ζουν ως άθεοι αλλά να είναι πραγματικά πιστοί ή να ζουν ως πιστοί όντες ουσιαστικά άθεοι, αντίστοιχα.

Η διδαχή ενός ιερέα πως η συγχώρεση συμβαδίζει με τη μετάνοια, που είναι περισσότερο αναγκαία σε αμαρτωλούς και εγκληματίες, οδηγεί άθελά του σε εγκλήματα οι αυτουργοί των οποίων μέσα από την ομολογία, την θανατική καταδίκη και την τελική συγχώρεση εξασφαλίζουν μια θέση στον παράδεισο, ενώ ακόμα και αθώοι ομολογούν, με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια προς τις οικογένειές τους («Η εκκλησία της ύστατης ώρας»). «Οι ταβλιστές», τέλος, εκκλησιαζόμενοι στους άτυπους ναούς – καφενεία (ενίοτε ασεβώντας προς προϋπάρχουσες θρησκείες, εξ ου και οι εν θερμώ βλασφημίες προς τα χριστιανικά όσια), ασκούνται πνευματικά και αποκτούν ωφέλιμα διδάγματα για την ζωή – πόσες παρτίδες άλλωστε δεν έχουν ξεπεράσει τα όρια της απιθανότητας. Το τάβλι εδώ δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας αλλά μέσο εξέλιξης και προσέγγισης της Βασιλείας των Ουρανών.

Η ρεαλιστικής υφής και ιστοριογραφικής αληθοφάνειας πραγμάτευση των άπειρων ενδεχόμενων δογματικών εναλλακτικών είναι παιγνιώδης, διακριτικά ειρωνική και απόλυτα πειστική και «τεκμηριωμένη». Φτάνουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε πόσες παρόμοιες περιπτώσεις στην χριστιανική ιστορία έμειναν άτυπες και άγνωστες, λησμονήθηκαν προτού αναπαραχθούν γραπτώς, ή υπήρξαν θύματα των διωκτών τους ή των ίδιων τους των απιθανοτήτων, «στις οποίες όμως δεν υστερούν και οι δοξασίες των περισσότερων ακόμα και επίσημα καθιερωμένων δογμάτων».

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 191.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 609, 25.6.2010 (και εδώ).

12
Μάι.
10

Γκορ Βιντάλ – Μεσσίας

Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει την τυραννία. Περιμένουν από τις κυβερνήσεις να διεκδικήσουν τις ψυχές τους, κι έχουν παραιτηθεί από την ευθύνη της λήψης αποφάσεων σε πλείστα όσα επίπεδα, από αγάπη για την ασφάλεια. (σ. 181)

Βρίσκομαι στον πειρασμό να ομολογήσω πως η ιστορική αλήθεια είναι ανέφικτη – Μόνο η κρίση για την οποία θα κάνω λόγω υπήρξε αληθινή λέει στις πρώτες σελίδες o αφηγητής Ευγένιος Λούθερ, καθώς αντικρίζει την έρημο της άνυδρης Λιβύης απ’ το παράθυρό μιας πανσιόν στην Άνω Αίγυπτο. Οι μέρες του λιγοστεύουν κι εκείνος ετοιμάζεται να επιχειρήσει την σκιαγράφηση κάποιου που ντύθηκε με αληθοφάνεια στην ιερή ιδέα που ακόμα φέρει το ηχηρό και αρχαίο της όνομα: θεός. Έχουν περάσει πενήντα περίπου χρόνια από «τα συμβάντα», από την εποχή του Τζόν Κέιβ (aka J.C.). Η ήττα του φόβου είναι η μοναδική νίκη των γηρατειών του, κι ας συντρίβεται όταν μαθαίνει από κάποιον επισκέπτη πως δεν αναφέρεται καν στην Διαθήκη, που κάποτε είχε ο ίδιος γράψει, πως η ύπαρξή του έχει διαγραφεί κι είναι σαν να μην έχει ζήσει ποτέ.

Δυο πρόσωπα τον εισάγουν στον κόσμο του Κέιβ (πρώην βοηθό εργολάβου κηδειών στην Ουάσινγκτον): η φίλη του Κλαρίσα που ισχυρίζεται πως είναι χιλίων διακοσίων ετών και περιγράφει συναντήσεις με ακρίβεια, χωρίς καμία ικανότητα επινόησης και η συνομίληκή του Άιρις από την οποία ελκύεται σφοδρά. Παρά τις προκαταλήψεις τους για τους χιλιάδες προφήτες και σωτήρες που υπάρχουν σε κάθε χώρα κι εποχή, τους εν Αμερική μανιακούς με τη θρησκεία και τους ρήτορες υπνωτιστές, μπαίνει στο παιχνίδι. Δεν παραδέχεται την αυθεντία κανενός σ’ ένα επίπεδο όπου όλοι ανεξαιρέτως έχουν άγνοια, αν και γνωρίζει πως τα ανθρώπινα όντα μπορεί να πειστούν για το οτιδήποτε. Εκείνη την εποχή γράφει ένα βιβλίο για τον Ιουλιανό (ενδιαφέρον αυτοαναφορικό στοιχείο, εφόσον ο Βιντάλ λίγα χρόνια μετά εξέδωσε το συναρπαστικό ομότιτλο βιβλίο) και το τέλος των θεών, άσχετα αν μερικοί εξ αυτών επέστρεψαν στον Χριστιανισμό με διαφορετικά ονόματα – στοιχείο που θα παίξει τον ρόλο του στην ιστορία.

Όταν ο Κέιβ κηρύσσει, οι λέξεις φορτίζονται με νέα πνοή κι οι ακροατές αισθάνονται ως μέρος ενός όλου αντί για μεμονωμένα λογικά όντα. Ένας τύπος που έρχεται από τα βουνά μ’ ένα μήνυμα: ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό. Να συναντήσουμε τον θάνατο με την ίδια γαλήνη που συναντήσαμε τη ζωή. Να πεθάνουμε χωρίς φόβο, να υποδεχτούμε με χαρά τον μακρύ, ανονείρευτο ύπνο. Ο θάνατος και η ανθρώπινη αποδοχή του, ιδού ο πυρήνας της νέας θρησκείας. Αν ο Καντ, οι Γνωστικοί, οι ανατολικές θρησκείες ή άλλοι συγγραφείς το είπαν νωρίτερα, τότε ήταν κατά βάθος πραγματικοί Κεϊβίτες! Επιτέλους, έφτασε το τέλος του φόβου!

Ο Κέιβ αδυνατεί να γράψει οτιδήποτε και αρνείται να μαγνητοφωνούνται τα μηνύματά του. Στις ομιλίες του προσλαμβάνει κάτι απ’ αυτούς που τον ακούνε – σαν δυο λοβοί στον ίδιο εγκέφαλο. Μέσα στον καθένα υπάρχει κάτι που αφυπνίζεται και ξυπνά με το άγγιγμα του Κέιβ. Ο αφηγητής καλείται να συντάξει μια βασική ιστορική και θεωρητική Εισαγωγή κι εφόσον τα πάντα έχουν γραφτεί, απλώς μετασκευάζει τις γνώσεις του. Εφόσον δεν είναι ούτε μαρξιστής, ούτε χριστιανός ούτε φροϋδιστής έχει λιγότερες αποσκευές να ξεφορτωθεί (χε, ειρωνεία). Η εταιρεία ονομάζεται Κέιβιτ Α.Ε. και διευθύνεται από την τριάδα με τον άβουλο και περιορισμένης μόρφωσης Κέιβ στην κορυφή. Η ευρύτερη ομάδα περιλαμβάνει διαφημιστή, επικοινωνιολόγο και ψυχοθεραπευτή. Μια Ομάδα Πίστης αναλαμβάνει την ψυχολογική κατήχηση των μαζών. Ο αφηγητής βέβαιος για το γελοίο του πράγματος και την αποτυχία του εμπλέκεται βαθιά στην ιστορία. Πειραματισμός; Περιέργεια για τα όρια; Κρυφή γοητεία;

Πώς θα διαδοθεί η θρησκεία; Με μια ημίωρη εβδομαδιαία τηλεοπτική εκπομπή. Με την δημοσίευση της προσωπικής του ιστορίας σ’ ένα από τα περιοδικά του συρμού. Μερικοί δυνατοί σπόνσορες, αλληλογραφία της Ομάδας με τον κόσμο, αποφυγή συνέντευξης με δημοσιογράφο, για να μην στριμωχτεί. Και μια ευφυής ιδέα: όχι ανταγωνισμός με τις άλλες θρησκείες. Ο Κέιβ, μια φυλετική, λαϊκή πατρική φιγούρα θα αποδέχεται τους πάντες και θα γίνεται προϊόν των δικών τους μυστικών φόβων κι αναστολών. Οι μετοχές εξαφανίζονται αμέσως, οι εισφορές εκτοξεύονται στα ύψη. Κεϊβιτικά κέντρα ιδρύονται στις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ. Φυσικά η πολιορκία των δημοσιογράφων και η αντίδραση των εκκλησιών δεν αργούν, ούτε οι μαζικές αυτοκτονίες, η δημιουργία ιδανικών χώρων αυτοχειρίας, η πολιτική εμπλοκή, η θεοποίηση του ενός δια του θανάτου του. Η προκάτ θρησκεία θα περάσει σαν οδοστρωτήρας πάνω απ’ όλους.

Για άλλη μια φορά ο Βιντάλ θαυματουργεί. Βασισμένος σε μια περίφημη ιδέα, την βγάζει εις πέρας σ’ ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα (γραμμένο στα 29 του!), με αρχή, μέση, τέλος, χαρακτήρες, διαλόγους, εναλλάξ κινήσεις στο παρόν και στο παρελθόν, με φιλοσοφία για τα πάντα και απομυθοποίηση για όλα. Ένα ακόμα βιβλίο με το οποίο εδώ δεν ασχολήθηκε κανείς (αν κρίνω από την βάση δεδομένων του βιβλιονέτ αλλά και την προσωπική μου μνημονέτ) με εξαίρεση το ιστολόγιο του Librofilo.

Ο Βιντάλ εκφράζει από την αρχή την βεβαιότητα πως κάποια στιγμή όλα τα σύγχρονα έθνη θα λατρεύουν έναν αμερικανικό θεό, για το οποίο θα έχουν γραφτεί πολλά στις εφημερίδες, και τα εικονίσματά του δεν θα είναι παρά φωτογραφίες. Όπως λέει κι ένας χαρακτήρας του: Όλα εκείνα τα θλιβερά εκατομμύρια που καίγονται να πιστέψουν κάπου, θα τον βρουν ό,τι πρέπει για την περίπτωσή τους και αλλού: Οι λέξεις δεν αποτελούν ποτέ οικείο έδαφος για τη μεγάλη μάζα, η οποία προτιμά τις εύπεπτες εικόνες ακόμα και από το προσφυέστερο κείμενο.Και ήταν 55 χρόνια πριν….

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2006, μτφ. Δημήτρης Ελευθεράκης, επιμ. Κώστας Βλησίδης, 316 σελ. (Gore Vidal, Messiah, 1954).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

20
Απρ.
10

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Προς εκκλησιασμόν

Ο μύθος έπαψε να θεωρείται μόνο σαν κατάλοιπο του παρελθόντος και ερευνάται σαν ουσιώδες σημείο του καθενός (Τοπογραφία και δομή, σ. 143).

Το 1970 ήταν annus mirabilis για τον Πεντζίκη: ο αραιότατα εκδοθείς του παρελθόντος τώρα ξεφούρνιζε τέσσερα βιβλία σε ισάριθμους εκδότες – το ένα σε δεύτερη έκδοση, σε μια πλημμυριστή εκβολή της φρενήρους γραφής του από το 1969, οπότε και αποσύρθηκε από τον ελβετικό φαρμακευτικό οίκο όπου εργαζόταν (ως σύμβουλος προώθησης προϊόντων). Ένα εξ αυτών ευτυχεί τρίτη και οριστική έκδοση εδώ (Α΄ έκδοση: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1970, Β΄ έκδοση: Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 1986), κανονιστική και παγιωθείσα, προς ευκρινέστερη ακρόαση του πεντζίκειου λόγου. Πρόκειται για εννέα κείμενα δυο δεκαετιών (’50-’60) που ομιλήθηκαν ως διαλέξεις και έρευσαν ως ομιλίες – εξ ου και η αίσθηση της επικοινωνίας με ορατό ακροατήριο, η αποτύπωση μιας οικείας προφορικότητας και η αξία τους σαν μιας σπάνιας ζωντανής ηχογράφησης σύμφωνα με τον επιμελητή – επιμετρητή του τόμου Γαβριήλ Νικόλαο Πεντζίκη). Αυτές οι διαλογικής, σχεδόν σωκρατικής υφής εκφράσεις πρωτοδημοσιεύτηκαν σε Μορφές, Ταχυδρόμο, Νέα Πορεία, Διάλογο, αλλού, ή πρώτη φορά εδώ.

Αυτός που παραδεχόταν πως έγραφε έτσι απλά επειδή αδυνατούσε να συνθέσει λογοτεχνία, μη γνωρίζοντας τρόπους και μεθόδους, που στα γραπτά του προσκαλούσε πλήθος προσώπων χωρίς να φτιάχνει κανέναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα, που σε σημειώσεις εκατό ημερών έγραψε το χρονικό της μεταμόρφωσής του σε κατώτερο εχινόδερμο, εδώ ξανά διαπερνά, διαπηδά και διασχίζει τον Όμηρο και τον Πίνδαρο (του υπεραρκούν απ’ την αρχαία φρουρά), τον Τζόυς, τον Kierkegaard, τον Παπαδιαμάντη, τον Σαραντάρη, τον Βιζυηνό, τους προσωκρατικούς και τους νεοπλατωνικούς, τους βυζαντινούς, τους Μπέκετ, Μαλλαρμέ και Ντοστογέφσκι, τις γριές ενορίτισσες της Υπαπαντής και της Παναγίας Δέξιας με τις πατερικές φυλλάδες.

Ας ευφρανθούμε λοιπόν ξανά για εκατοστή φορά με τον εσώτερο μονολογιστή, ρευματοφόρο της συνείδησης και εξπρεσιονιστή κύριο Πώς να τον πούμ’, τον μοντέρνο και μεταμοντέρνο πριν από εκείνους που φέρουν τον τίτλο, που «σχολείο πήγε μονάχα σε μια τάξη και μόνο του μέλημα ήταν η μυθική και παραμυθική ερμηνεία των εγκοσμίων», είτε καθώς διαλαλεί τον έρωτά του προς τα έμβια όντα και τα πράγματα είτε όταν πολεμά τους δαίμονές του στην προσπάθειά του να υπερβεί και να διαλύσει το ατομικό του εγώ. Που επιστρέφει συνεχώς στον παρά θιν’ αλός περίπατο που δεν έπαψε να επεξεργάζεται η ανθρώπινη ψυχή απ’ τον Όμηρο ίσαμε τον Τζόυς, συγκινείται περισσότερο στα προσκυνητάρια και στα εικονοστάσια των δρόμων παρά στις μεγάλες, σαν άδειες αποθήκες εκκλησίες, σκιρτά με την ανάποδα τοποθετημένη πινακίδα της Οδού Αετορράχης στην Αγία Τριάδα, ανεβαίνει στην στέγη των Δώδεκα Αποστόλων στο Βαρδάρι και λέει: Πέρα από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παραλόγου.

Για άλλη μια φορά με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όλοι σιώπησαν και γι’ αυτό το έργο του: ο μεν δικτατορικός περίγυρος αλισβεριζόταν με παραεκκλησιαστικές οργανώσεις (που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις ευρύτατες πνευματικές του αναζητήσεις), διανόηση και αντιφρονούντες εν γένει αντιμετώπιζαν με υποψία οτιδήποτε «θρησκευτικό». Αν προσθέσουμε και τα στεγανά του αναγνωστικού κοινού τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί σπάνια εκδότης και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού δεχόταν να δημοσιεύσει κείμενό του, ή, όταν συνέβαινε, οι αναγνώστες να το αγοράσουν. Φυσικά ο Πεντζίκης αν και βαθύτατα θρησκευθείς ουδόλως σχετιζόταν με εκκλησιαστικούς θεσμούς και σχετικά ιδεολογήματα (προτίμησε 94 επισκέψεις στο Άγιον Όρος), αδιαφορώντας πλήρως και για εθνικιστικούς διαχωρισμούς.

Δεν είναι τα πράγματα που γεμίζουν, ούτε τα μεγέθη που επιβάλλονται – γι’ αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί η Παναγία Κουμπελιδική στην Καστοριά με την Παναγία των Παρισίων – στον ατέρμονο πεντζίκειο πανοραμικό κόσμο. Είναι η Θεοτόκος σ’ ένα τζάμι καταστήματος, τα γεωλογικά στρώματα ως μνήμες συνουσίας, η επίκληση των ασκητών Φώτισόν μου το σκότος, οι λαϊκές ανδρικές και γυναικείες μορφές που μοιάζουν να σέρνουν καλαματιανό, πηδηχτές, πιασμένες με μαντήλια χρωματιστά σε τοιχογραφία στο μικρό εκκλησάκι του κοιμητηρίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Άθωνα.

Η στέγη της Αγίας Αικατερίνης έχει την μεθυστική ποικιλία μιας αμάραντης ανθοδέσμης…η ένθεση ων πλίνθων στις εξωτερικές πλευρές σχηματίζει έναν τέτοιο πλούτο διακοσμητικών θεμάτων, ώστε αισθάνεσαι σάμπως οι τοίχοι να είναι τάπητες, που μπορεί να τους σηκώσει ο άνεμος, και ολόκληρο το κτίσμα να μετεωριστεί στον ουρανό. (Άλλοτε και νυν, σ. 50)

Μιλάμε για μια έκδοση κατάσπαρτη και κατασυμπληρωμένη με: πρόλογο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού (ηγούμενος της Μονής Βλαττάδων, συνεπώς πρώτος στο Ίδρυμα που τον εξέδωσε τότε), παρουσίαση των κομματιών που έκανε ο συγγραφέας στην εφημερίδα Νέα Αλήθεια της Θεσσαλονίκης, φωτογραφικό υλικό κι ένα τεράστιο επίμετρο με την εκδοτική ιστορία του έργου, τις πρώτες δημοσιεύσεις, ανάδραση [= επιστολές των Ζήσιμου Λορεντζάτου (Αείροε, πλειστόκαινε, μωσαϊκέ Νίκο!), Γιώργου Σεφέρη, Παπατζώνη, Δ.Γ. Κουτρουμπή και κριτικά σημειώματα], εργοβιογραφικό χρονολόγιο και με υπερεκατοντασέλιδα σχόλια «εφόδια, όχι εμπόδια» του προαναφερθέντος υιού, που γνωρίζει την παραμικρή εσοχή του έργου του και μας έχει καλομάθει σε παρόμοιες θεραπείες καταλήγοντας σε δοκιμιώδες κομμάτιο που αρχινά με παρομοίωση του βιβλίου με ναό αλλά και σταυρό, με κεραίες τις δυο διασταυρούμενους άξονες σκέψης του ΝΓΠ, τα δε κεφάλαια και ως βαθμίδες μιας μυητικής κλίμακας και καταλήγει στην αναδεξιμιά του Ζωή, σ’ ένα θαυμαστό κύκλο.

Καλά έκανες κι έφυγες κυρ Νίκο κι άσε μας εμάς εδώ να βολοδέρνουμε ανάμεσα Εγνατία 112 (νυν 106), εκεί που ήταν το Φαρμακείο σου (εκεί που συνεπαρμένος από τις δημοτικιστικές επιταγές έβγαλες το τελικό νι από την επιγραφή και σ’ επισκέφτηκε όργανο της τάξεως να διαπιστώσει αν επρόκειτο για ανατρεπτική ενέργεια ή που συνεπαρμένος από τις συζητήσεις έκλεινες την πόρτα κι έδιωχνες τον κόσμο) και Βασιλίσσης Όλγας 197 που οικείωνες οικία. Εσένα το εγώ σου ήταν κάθε φορά κι ένας άλλος ενώ εμείς παραμένουμε απελπιστικά οι ίδιοι.

Αργότερα πολλές φορές συσχέτισα την είσοδο εκείνη, εντός του ιδρύματος της εκ θείας αποκαλύψεως θρησκευτικής παραδόσεως, με την προσευχή του Κολοκοτρώνη, όταν έμεινε έρημος, πριν βγει στα βουνά και κράξει τους σκόρπιους από τον φόβο των Τούρκων Έλληνες, στην Εκκλησία του Χρυσοβιτσιού, ενισχυόμενος από το μεγάλο του ήρωος παράδειγμα. Μέσα ο ναός ήταν ακόμα ασυμπλήρωτος και ως μόνο πλήρωμα στεκόντουσαν κι’ άκουγαν, τον κρυμμένο μέσα το ιερό παπά, μια μαυροφορεμένη γρηά, ένας τρελλός και εγώ. Τότε λοιπόν…αντιλήφθηκα ότι πολύ σωστά θα μπορούσαν να διακοσμηθούν οι τοίχοι του άδειου ναού με την απλή καταγραφή, από πάνω έως κάτω, όπως στα χαρτάκια που δίνουμε στον παπά για να τα διαβάσει, των ονομάτων όλων των προσφιλών μας νεκρών. (Έρως της Εκκλησίας, σ. 87)

Εκδ. Ίνδικτος, 2007, σελ. 397, επιμέλεια – σχολιασμός: Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Στις φωτογραφίες η Αγία Αικατερίνη στην πιο υποβαθμισμένη (καλύτερα εκεί) περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης  και η έκδοση των Αγροτικών Συνεταιριστικών Εκδόσεων. Συντομότερη και μεταμορφωμένη δημοσίευση του κειμένου, εδώ.

19
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 15

Νόρμαν Μέιλερ, Το Κατά Υιόν Ευαγγέλιον, εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, 1997, μτφ. Μαρία Αγγελίδου, σ. 334-335 (Norman Mailer, The Gospel According to the Son, 1997).

Αυτοί που ήρθαν ύστερα από μένα διάβασαν τα ευλαβικά κείμενα που έγραψαν όσοι με γνώρισαν. Ευαγγέλια γράφτηκαν από ανθρώπους που δε με είχαν γνωρίσει. (Κι ήταν ακόμα πιο ευλαβικά!) Αυτοί οι μεταγενέστεροι γραφείς – που λέγονταν πια χριστιανοί – είχαν ακούσει για τις περιπλανήσεις μου στην Ιουδαία και για τα κηρύγματά μου. Πρόσθεσαν πολλά. Μίλησαν για αγγέλους που κατέβηκαν από τα ουράνια την ώρα του θανάτου μου. Άλλοι περιέγραψαν το αστροπελέκι που έσκισε στα δύο το μεγάλο καταπέτασμα του Ναού την ημέρα εκείνη…
Γιατί πολλοί απ’ αυτούς που είχα κοντά μου αρέσκονταν στις υπερβολές. (…) Γι’ αυτό κι εγώ θα έπρεπε εδώ να σφραγίσω το ευαγγέλιό μου σαν τον Δανιήλ, με την ελπίδα ότι η αλήθεια είναι πράγματι αιώνια. Αλλά δεν μπορώ. Γιατί πρέπει να μιλήσω και για όσα ειπώθηκαν αφότου είχα φύγει…

Στον Γιώργο Ρωμανό

05
Απρ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 13

Ζοζέ Σαραμάγκου – Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον, εκδ. Καστανιώτη, 1997, σελ. 210 – 211 (Jose Saramago, O Evangelho Segundo Jesus Cristo, 1991)

Το αγόρι αυτό βρίσκεται στο δρόμο για την Ιερουσαλήμ, τη στιγμή που η πλειοψηφία των παιδιών της ηλικίας του ακόμα δεν διακινδυνεύουν να βγάλουν ούτε το ένα πόδι τους από την πόρτα, ίσως να μην είναι ακριβώς αετός στη διορατικότητα ούτε και τέρας ευφυΐας, δικαιούται όμως το σεβασμό μας, έχει, όπως το δήλωσε κι ο ίδιος, μια πληγή στην ψυχή, κι επειδή η φύση του δεν τον αφήνει να περιμένει να τον γιατρέψει η συνήθεια του να ζει μαζί της, μέχρι να φτάσει να κλείσει μαζί μ’ εκείνη την καλόθυμη ουλή που λέγεται λησμονιά, βγήκε στον κόσμο, ίσως για να πολλαπλασιάσει τις πληγές και να φτιάξει, με όλες τους μαζί, ένα μοναδικό και απόλυτο πόνο.

 Ίσως να μοιάζουν αταίριαστες αυτές οι υποθέσεις, όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για το χρόνο και τον τόπο, να τολμούμε να φανταστούμε σύγχρονα και πολύπλοκα αισθήματα στο κεφάλι ενός αρχαίου Παλαιστίνιου γεννημένου χρόνια πριν οι Φρόυντ, Γιουνγκ, Γκρόντεκ και Λακάν έρθουν στον κόσμο, το σφάλμα μας όμως, επιτρέψτε την έπαρση, δεν είναι ούτε βαρύ ούτε σκανδαλώδες, αν λάβουμε υπόψη την πληθώρα των γραπτών που έχουν για πνευματική τους τροφή αυτοί οι Ιουδαίοι, τόσα και τόσα παραδείγματα που μας επιτρέπουν να σκεφτούμε ότι ένας άνθρωπος σε οποιαδήποτε εποχή κι αν ζει ή έζησε, είναι πνευματικά σύγχρονος κάποιου άλλου σε κάποια άλλη εποχή.

Στον Αναστάση Βιστωνίτη




Μαρτίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.018.001 hits

Αρχείο