Posts Tagged ‘Κινηματογράφος

14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

Advertisements
28
Μάι.
17

Κώστας Θ. Καλφόπουλος – Φλίππερ

Η πρόζα που αξίζει στο αξέχαστο παιχνίδι

Ο συγγραφέας πρωτόπαιξε φλίππερ στην Γερμανία του 1974, όπου το συναντούσε κανείς παντού: σε σταθμούς, καφενεία, αίθουσες ψυχαγωγίες, λαϊκά εστιατόρια, φοιτητικές εστίες. Την ίδια εποχή ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 για να επιστρέψει είκοσι χρόνια μετά (στην δική μου εφηβεία) για να απαγορευτεί οριστικά το 2000. Αλλά πώς και τι να γράψει κανείς για κάτι τόσο αγαπημένο; Ακριβώς την στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για ένα εκτενές κείμενο γύρω από την ιστορία, την μυθολογία και την φαντασμαγορία του φλίππερ, γεννήθηκαν και οι σχετικοί προβληματισμοί του συγγραφέα ως προς την κατάλληλη γραφή αλλά και την φόρμα. Η λογοτεχνία είχε δώσει ήδη εξαίρετα δείγματα με τον Μουρακάμι, τον Νικολαΐδη, τον Κουμανταρέα. Ο Πέτερ Χάντκε στο περίφημο Δοκίμιο για το τζουκ – μποξ έκανε το ίδιο από «μη μυθοπλαστική» άποψη.

Ο Καλφόπουλος θα ακολουθήσει άλλο δρόμο, πόσο μάλλον αν η σχέση του με το παιχνίδι στροβιλίζεται γύρω από μια γυναίκα: θα σταθεί στην άκρη και θα παρατηρήσει τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Θα τον δει νεαρό παίκτη να αφήνει στα μηχανήματα την highscore υπογραφή του με ονόματα εθνικο-απελευθερωτικών ή «τρομοκρατικών» οργανώσεων, θα προσπαθήσει να τα θυμηθεί στα μπιλιάρδα και στα σφαιριστήρια, ακόμα και στα λούνα παρκ. Σ’ ένα συνεχή διάλογο παρόντος και παρελθόντος, θα εκφράσει όλες τους τις επιθυμίες: να φτιάξει έναν χάρτη όπου κυκλώνει ή καρφιτσώνει όλες τις πόλεις με φλίππερ από τα οποία πέρασε, να ταξιδέψει ξανά για να εντοπίσει τα παλιά μηχανήματα σαν ένα είδος «βιομηχανικού αρχαιολόγου», να τα εντάξει στην Kulturindustrie.

Η είσοδος στον φαντασμαγορικό τους κόσμο ήταν μια σχισμή, μια άλλη «στενή πύλη», η σχισμή για το κέρμα, όπως στο παγκάρι που γεμίζει με τον οβολό του πιστού. Από τον ήχο του κέρματος που έπεφτε μπορούσες να καταλάβεις την συχνότητα των παικτών ή την αχρησία του μηχανήματος. Μόλις άνοιγε το κύκλωμα ο συγγραφέας παίκτης παρατηρούσε με προσοχή το μηχάνημα, άγγιζε τις πλευρές του, δεχόταν από το ίδιο να του δείξει τι ζητά από αυτόν. Η πείρα του έλεγε ότι ένα μηχάνημα ποτέ δεν μπορείς να το κερδίσεις ολοκληρωτικά – και ειδικά εδώ, πάντα θα υπάρχει ένα κλάσμα δευτερολέπτου που η μπίλια θα ξεφύγει από τον έλεγχό σου.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα γραπτά του Χάντκε και του Μπένγιαμιν (άλλωστε το παιχνίδι ως μεταφορά, το αυτόματο ως αναπαράσταση, η φαντασμαγορία των στοών, όλα αποτελούν μοτίβα όπου περιπλανήθηκε ο σπουδαίος φιλόσοφος), εμπνέεται από τις σύντομες σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αναζητά αναφορές στα βιβλία και ιδίως στα αστυνομικά, όπως του ύστερου Σιμενόν, ο οποίος κάποτε έγραψε για Όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για ν’ ακούσεις μουσική ή να εκσφενδονίσεις μπίλιες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά.

Ακολουθούν οι κινηματογραφικές ταινίες όπως του Μελβίλ, εντοπίζει μια αποθήκη γεμάτη από φλίππερ στην Συμμορία των Σικελών του Ανρί Βερνέιγ [1969], αλλά και εκείνα που κατέστρεψαν οι πιστοί στο Tommy του Κεν Ράσσελ [1975]. Ταξιδεύει από την μια σειρά στην άλλη στην μεταπολεμική Γαλλία μέχρι τον Μάη του ’68 όπου δεν υπήρχε στο Παρίσι Café – tabac που να μη διέθετε ένα μηχάνημα και τα αναζητά οπουδήποτε υπήρχαν, από το πορθμείο του Ντόβερ και την Οστάνδη μέχρι την Ιαπωνία και φυσικά στην Αθήνα, την Πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Μουσείο, τα ζυθεστιατόρια του κέντρου.

Το φλίππερ, συνειδητοποιεί ο ήρωας, σχετίζεται άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και μέσα στον «κόσμο του φλίππερ»). Κάθε φλίππερ αφηγείται μια ιστορία που είναι πάντα συνδεδεμένη με ένα σύστημα κυρώσεων και αμοιβών κι όλα μαζί συγκροτούν μια μεγάλη αφήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις  και αλλεπάλληλα μοτίβα: το μοτίβο του American Dream (πριν το αποδομήσει ο Μπρωντριγιάρ την δική του Αμερική), της τεχνολογίας, της περιπλάνησης στην ζούγκλα των πόλεων αλλά και σε εξωτικά μέρη, του χρόνου, της διακόσμησης, της σύγκρουσης και της συμφιλίωσης.

Η ορολογία είναι χαώδης: από το αγγλοσαξονικό Pinball μέχρι τα δικά μας μηχανάκια, φλιπεράκια ή φιμπεράκια (έτσι τα έλεγε και ο γυμνασιάρχης μας στην Κυψέλη, όταν μας προέτρεπε να τα αποφεύγουμε, εννοώντας τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που το αντικατέστησαν!) οι δεκάδες παραλλαγές των μηχανημάτων του ονείρου, οι κατηγορίες, οι μάρκες και τα μοντέλα, περνούν εδώ ταχύτατα αλλά σε πλήρη σειρά. Κάποια στιγμή το φλίππερ πέρασε από την φάση του επιτραπέζιου αυτόματου στην εξέλιξη που το σήκωσε στα τέσσερα, όπου ο παίκτης το ταρακουνούσε ολόκληρο· κι αυτό μαζί με την ηλεκτροδότηση, την καινοτομία της ρακέτας και την προσθήκη της «βιτρίνας» με τους μετρητές αποτέλεσαν μια τομή στην ιστορία, από εκείνες που υμνούν οι ιστορικοί.

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά γνώρισε μια από την καλύτερες παίκτριες που έκανε το παιχνίδι δικό της, ενώ εκείνος παρατηρούσε τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της. Εκείνη που την είδε να παίζει εκεί διατρέχει όλο το βιβλίο, από την στιγμή που την αντίκρισε μέχρι την άφιξή τους ξημερώματα στο βροχερό Παρίσι. Ακόμα κι εδώ αποφεύγεται κάθε θρηνητική διάθεση, άλλωστε οι έρωτες εμπεριέχουν, τολμώ να γράψω, το ίδιο τους το τέλος. Ένα παράπονο μένει μόνο, που δεν σκέφτηκαν καν να παίξουν μια τελευταία παρτίδα. Ή όπως τραγουδούσε ο Lou Reed στο Love is here to stay: He loves to play pinball, She wants to play next…

Θα επρόκειτο εκτός των άλλων για ένα βαθιά νοσταλγικό κείμενο, που θα μπορούσε να προστεθεί στην βιβλιογραφία της νοσταλγίας του βινυλίου, της γραφομηχανής, των παλαιών τηλεφώνων. Αλλά όσο φορτισμένος κι αν είναι ο συγγραφέας, αποφεύγει μια «post – ζαχαρωμένη νοσταλγία» και χειρίζεται με μαεστρία την απολύτως προσωπική του συγκίνηση· άλλωστε αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι τόσο η σταδιακή του εξαφάνιση όσο το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από την εγκατάστασή του στους υπολογιστές. Αντίθετα αφήνεται σ’ ένα πυκνό, ασθματικό κείμενο, με μακριές δαιδαλώδεις προτάσεις και μια σπάνια γλωσσική μεταχείριση ενός αντικειμένου που υπήρξε γι’ αυτόν ένας ολόκληρος κόσμος. Και γι’ αυτό το τελευταίο τον ζηλεύω.

Αυτό το μικρό, μόλις εβδομήντα δυο σελίδων, βιβλίο δεν είναι μόνο η οριστική λογοτεχνική τίμηση του φλίππερ, ούτε μια πολυπρισματική προσέγγιση του κόσμου του. Είναι ένα υποδειγματικό δοκίμιο για έναν άνθρωπο που αγάπησε το φλίππερ κι έναν συγγραφέα που πασχίζει να γράψει τόσο γι’ αυτό όσο και για έναν έρωτα που άνθησε πάνω από το φλίππερ.

Εκδ. Gramma, σ. 72, με τέσσερις μαυρόασπρες φωτογραφίες (μια συντροφιά, μια διαφήμιση, ένα εξώφυλλο δίσκου, ένα απόκομμα εφημερίδας). Περιλαμβάνεται δισέλιδο με υποσημειώσεις, όπου και όλες οι προηγούμενες διαδρομές του βιβλίου.

Στις εικόνες: Fast Company [1953], Joe Strummer, Catherine Deneuve, Le clan des Siciliens [1969], Debbie Harry [NYC, 1977], Bruce Springsteen & The E Street Band.

Δημοσίευση και στο mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 217, εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

05
Φεβ.
17

Θωμάς Λιναράς – Κινηματογραφικά δεινά. Από τον Βιμ Βέντερς στον Γιασουχίρο Όζου

cover

Εκεί που ζήσαμε αμέτρητες ζωές

Γράφω και στα Περί του Πανδοχείου πως πάντα αναζητούσα κείμενα αξιανάγνωστα, ενίοτε λογοτεχνικά και κατ’ ευσεβή πόθο συναρπαστικά σε μια πληθώρα πηγών εκτός των βιβλίων. Ακριβώς μια τέτοια πηγή υπήρξαν τα κινηματογραφικά περιοδικά και αργότερα οι εξαιρετικές εκδόσεις του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από το 1992 κι έπειτα, όταν άνοιξε σε Νέους Ορίζοντες και γενικώς διέσπειρε το βλέμμα του στον κόσμο. Αγόραζα με το υστέρημά μου εκείνα τα αφιερωματικά τομίδια, αναζητώντας με μανία όχι μόνο την γνωριμία με σκηνοθέτες, ταινίες και κινηματογραφικές σχολές αλλά και μια σιωπηρή ανταλλαγή απόψεων με όσους ήδη γνώριζα, την ταύτιση και την διαφορά στις ματιές μας.

Anna Karina in Jean-Luc Godard's ALPHAVILLE (1965). Courtesy: Rialto Pictures

Υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο σε αυτά τα γραπτά: σε έφερναν σε επικοινωνία με τον εκάστοτε ιδιαίτερο σελιλόιντ κόσμο αλλά και πάσχιζαν να μεταδώσουν και μια υποκειμενική ματιά, συνήθως συνεπαρμένη, προβληματισμένη, σε κάθε περίπτωση ταραγμένη. Αποτελούσαν την ίδια στιγμή λήμματα σε ένα αχανές λεξικό κινηματογράφου και ταυτόχρονα ημερολογιακές καταγραφές όπου συναντιούνταν δυο θεατές: ο «κριτικός» και ο απλός θεατής. Η ιδιαίτερη φύση τέτοιων σημειωμάτων τα περιόριζε στα ειδικά περιοδικά· κι όπως κάθε μορφή περιοδικής έκδοσης, ήταν συνήθως καταδικασμένα να μένουν εκεί, σε εξειδικευμένα έντυπα, άρα λιγότερο χρηστικά «ράφια». Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για τις εκτενείς κριτικές λογοτεχνικές των λογοτεχνικών περιοδικών, όπως επίσης έχω αναφέρει με διάφορες αφορμές.

Έτσι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, κάθε συγκεντρωτική έκδοση παρόμοιων κειμένων είναι όχι μόνο ευπρόσδεκτη αλλά και πολύτιμη. Δεν έχουμε μόνο την ευκαιρία να (ξανα)διαβάσουμε για ταινίες που είδαμε και να δούμε εκείνες που χάσαμε αλλά και να ξανατρέξουμε προς τα πίσω την διαδρομή της δικής μας κινηματογραφικής εμπλοκής. Μια ρετροσπεκτίβα όλη δική μας! Εδώ έχουμε κριτικές και δοκίμια (απορώ γιατί αρνούμαστε τον όρο σε κατεξοχήν δοκιμιακές γραφές, που μπορεί να υπολείπονται σε έκταση, συμπυκνώνουν όμως πλήρως έργα και ημέρες δημιουργών) ενός γνώριμού μας ειδικού, που δημοσιεύτηκαν στα κινηματογραφικά περιοδικά Σύγχρονος Κινηματογράφος, Οθόνη, Καθρέφτης, στους καταλόγους και τα έντυπα του προαναφερθέντος Φεστιβάλ, στον Ετήσιο κινηματογραφικό οδηγό της Π.Ε.Κ.Κ, στα λογοτεχνικά περιοδικά Εντευκτήριο και Το Δέντρο και αλλού.

wenders-alice

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε σπίτι, έλεγε ο Νίκολας Ραίη μέσω του τίτλου της τελευταίας, ανολοκλήρωτης ταινίας και ο Βέντερς μοιάζει να κληρονόμησε την φράση ως ολόκληρη κοσμοθεωρία. Πράγματι, οι ήρωές του δεν μπορούν να γυρίσουν σπίτι και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ταξιδεύουν, όχι για να φτάσουν απαραίτητα κάπου αλλά για να συναντηθούν με τον εαυτό τους, χωρίς κι αυτό να είναι σίγουρο. Αυτοί οι ήρωες τρέφονται από την κίνηση με την μορφή της περιπλάνησης η οποία γίνεται τρόπος ύπαρξης, μια δυνητική αναζήτηση ταυτότητας. Στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού, τα πάντα (ή και τίποτα) μπορούν να μετασχηματιστούν: μια στιγμή αλήθειας να παγιδευτεί στο πλάνο, μια σειρά από φωτογραφίες του ίδιου θέματος να μην είναι ίδιες, μια χειρονομία να μείνει μετέωροι. Οι απομαγευμένοι χαρακτήρες καταλήγουν σχεδόν πάντα στην πικρή συνειδητοποίηση της ρήξης ανάμεσα στο άτομο και στον κόσμο, γι’ αυτό και τα σύνορα είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να τους μαγέψει.

Ο συγγραφέας διατρέχει όλες τις ταινίες του Βέντερς αλλά είναι Η Αλίκη στις πόλεις [1973] εκείνη που εκφράζει περισσότερο τα παραπάνω κι είναι ίσως η μόνη που με συνεπήρε στο ταξίδι της. Εδώ είναι όλα εμφανή: η περιπέτεια του βλέμματος, η ανάγκη της αποχώρησης και πολύ λιγότερο της άφιξης, ο φόβος του φόβου, το φάρμακο – πανάκεια της μουσικής. Οι μόνες αποσκευές του Φίλιπ είναι ένα σημειωματάριο και μια πολαρόιντ· της Αλίκης μια βαλίτσα με τα απολύτως απαραίτητα. Εκείνος στο μπλοκ περισσότερο ξεγράφει παρά γράφει, γι’ αυτό και προτιμά να φωτογραφίζει, δυσανασχετώντας όταν διαπιστώνει πως το πραγματικό ποτέ δεν ταυτίζεται ακριβώς με την αναπαραγωγή του. Θυμάμαι την σκηνή που η Αλίκη παίζει κρεμάλα με τον Φίλιπ και αρνείται να κρεμάσει τη λέξη όνειρο. Η περιπλάνησή τους είναι μια νιοστή κινηματογραφική παραλλαγή του πανάρχαιου μύθου και φέρνει τον ένα κοντά στον άλλον, ευτυχισμένοι πλάνητες αφού δεν τους τρώει το σαράκι του νόστου.

Kieslowski - Magda

Η εκτενής ενότητα για τον Κριστόφ Κισλόφσκι περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και κείμενα για τον Δεκάλογο αλλά διασώζει και την πολύτιμη εξομολόγηση του ίδιου του σκηνοθέτη, ο οποίος δεν πιστεύει πως οι Εντολές είναι ο θεμελιώδης νόμος της ιουδαιοχριστιανικής θρησκείας αλλά δέκα καλογραμμένες φράσεις που προσπαθούν να ρυθμίσουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι κανόνες απλοί, στοιχειώδεις και ενδιαφέροντες, γιατί ποτέ καμία ιδεολογία δεν τους αμφισβήτησε. Κι ενώ όλοι είμαστε σύμφωνοι πως είναι σωστές, την ίδια στιγμή όλοι τις παραβιάζουμε. Αυτό ακριβώς προσέλκυσε το ενδιαφέρον του: η δισυπόστατη φύση του ανθρώπου, η φύση τους ως ψυχικών και πνευματικών κανόνων.

Ο σκηνοθέτης ομολογεί την γέννηση Δεκαλόγου ακριβώς στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παρατήρηση και την συμπάθεια για τους ήρωες. Το να παρατηρείς σημαίνει να κατανοείς την συμπεριφορά και το να καταλαβαίνεις σημαίνει να συγχωρείς. Τα άτομα υποκρίνονται όχι επειδή είναι κακά, αλλά από φόβο. Το θέμα είναι ν’ αναγνωρίσουμε αυτές τις υποκρισίες μ’ έναν τρόπο γενναιόδωρο, χωρίς διαχωρισμούς ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Στο τέλος μας φιλοδωρεί με τις δικές του δέκα κινηματογραφικές εντολές, στην τρίτη από τις οποίες διαβάζω: Να μην πιστεύεις στη δική σου οπτική γωνία περισσότερο από εκείνη του θεατή.  

moretti-bianca

Από το μπουκέτο των οκτώ Ιταλών σκηνοθετών έσπευσα σε δυο αγαπημένους, ιδίως στην πρώιμη φάση τους, στον Νάνι Μορέτι και τον Μάρκο Μπελόκιο. Ο Μορέτι μας χάρισε μερικές από τις «ωραιότερες κωμικά και ηθικά ανήσυχες» ταινίες, ταινίες που έκανε ακριβώς όπως ήθελε σε μια εποχή πλήρους παρακμής της ιταλικής πολιτικής ταινίας ή κωμωδίας. Επρόκειτο για έργα αυτοβιογραφικής εξομολόγησης, που δεν του χρησίμευαν όμως για να φανερωθεί αλλά για να κρυφτεί. Και στην ουσία μόνο κωμικός δεν ήταν: το κωμικό του δεν ήταν παρά ήταν ένα περίβλημα του τραγικού. Θυμάμαι σαν τώρα το αφιέρωμα στο Φεστιβάλ του 1995, ιδίως την ταινία Θα συμβεί αύριο [Domani Accadra] – ακόμα την ψάχνω, παρακαλώ βοηθήστε  – και την δύστροπη Bianca, όπου ο γνωστός μας Μικέλε βασανίζεται από την ηθική δίψα για το απόλυτο, την μανία για την τελειότητα και την ίδια την Μπιάνκα.

Ο Μπελόκιο παίχτηκε λιγότερο στη χώρα μας, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, αν και έσπευσα να τον δω χάρη σε μερικά περίφημα σάουντρακ. Από το I pugni in tasca [Οι γροθιές στην τσέπη] με το ανελέητο βλέμμα απέναντι στην «ιερή αγελάδα» της ιταλικής κοινωνίας, την οικογένεια και το σπάσιμο κάθε δεσμού με το νεορεαλιστικό σινεμά στο περίφημο Nel nome del padre [Εν ονόματι του πατρός], την σκληρή ματιά στην Καθολική Εκκλησία και μια από τις πιο εξπρεσιονιστικές ταινίες ιταλικού κινηματογράφου o Μπελόκιο εξέφρασε τις αγωνίες του για τον άνθρωπο και τα πάσης φύσεως δεσμά του.

bellocchio-giulia

Πόσο προφητικά ήταν το Sbatti il mostro in prima pagina [Βιασμός στην πρώτη σελίδα] ή το περίφημο ντοκιμαντέρ του για τα ψυχιατρικά ιδρύματα, Nessuno o tutti / Matti da slegare [Όλοι ή κανένας / Τρελοί για λύσιμο]! Πόσο μαγικός ο τσεχωφικός Γλάρος [Il gabbiano], πόσο αληθινό το Salto nel vuoto [Πήδημα στο κενό], εκείνη η ταινία η εξ ολοκλήρου γυρισμένη στο ημίφως ενός διαμερίσματος, όπου η τρέλα κατοικεί στην φυσιολογικότητα, εικόνα όλων μας των διαμερισμάτων σήμερα σπεύδω αυθαίρετα να προσθέσω. Και βέβαια η ίδια η τρέλα υπήρξε χρήσιμο προσωπείο και έσχατο καταφύγιο απέναντι στην υποκρισία της πραγματικής ζωής στον Ερρίκο τον Δ΄ όπως και απαραίτητο καύσιμο στην απελευθερωμένη σεξουαλική ενέργεια των εραστών στο Ο διάβολος στο κορμί της, για να αναφέρω και δυο ταινίες της δεκαετίας του ’80.

Πολυσέλιδα κείμενα για τους Αντρέι Ταρκόσφκι, Ρομπέρ Μπρεσόν, Καρλ Ντράγιερ, Βέρνερ Χέρτσογκ, Γέρζυ Σκολιμόφσκι, Οτάρ Ιοσελιάνι, Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ, Σάρα Ντράιβερ, Σταύρο Τορνέ, Μάικ Λη, Κέν Λόουτς, Άκι Καουρισμάκι, Τζων Σαίηλς, Μπέλα Ταρ, Αλεξάντρ Σοκούροφ, Σεργκέι Λοζνίτσα και Γιασουχίρο Όζου, διαδέχονται μικρότερα κριτικά σημειώματα για δεκάδες ταινίες αλλά και μικρά ή λιγότερο μικρά δοκίμια για την Οθόνη που λέγεται Μεγάλη επειδή μας χωράει όλους. Και μπορεί η υπ’ αρ. 2 «εντολή» του Κισλόφσκι να μας λέει «Να μην πιστεύετε στο σινεμά περισσότερο απ’ ό,τι σε οτιδήποτε άλλο», εμείς σε αυτό εκτός από περισσότερα ψέματα βρήκαμε και περισσότερες αλήθειες από οπουδήποτε αλλού.

wong-kar-wai-su-li-zhen_

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015, σελ. 464. Με πληθώρα μαυρόασπρων φωτογραφιών και πολυσέλιδο ευρετήριο κυριότερων ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων καθώς και μη εξελληνισμένων τίτλων έργων.

Στις εικόνες, ηρωίδες που λατρέψαμε και περνάνε για λίγο από εδώ: η Νατάσα του Γκοντάρ, η Αλίκη του Βέντερς, η Μπιάνκα του Μορέτι, η Τζούλια του Μπελόκιο, η Μάγκντα του Κισλόφσκι, η Su Li-zhen του Γουονγ Καρ Γουάι.

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 213, με τίτλο Cinematic cinemanic, με τίτλο εμπνευσμένο από το κατεξοχήν σινεματικό τραγούδι.

13
Σεπτ.
15

Νίκος Νικολαΐδης – Γουρούνια στον άνεμο

1

«Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν»

«Εκτός όλων αυτών», συνέχισα, «είχα την ατυχία ν’ ανήκω σ’ εκείνη την τραγική γενιά, που, όπως την ονομάζω, “ερχόταν πάντα αργά”. Μια γενιά δηλαδή που ήταν πολύ νέα για ν’ αρπαχτεί απ’ τους Κομήτες του Μπιλ Χάλεϊ, τον Λιτλ Ρίτσαρντ, τον Μπάντι Χόλι κι όλους τους άλλους κούρελους και κάπως μεσόκοπη πια για να πιάσει το νόημα του καλιφορνέζικου ονείρου, που κυρίευε τον κόσμο καβάλα στη βεγγαλική του ψυχεδέλεια. Όμορφα χρόνια, δηλαδή, κι εμείς μια ζωή απ’ έξω». [σ. 236]

Όταν διάβασα την Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα ζαλίστηκα από την συναρπαστική πρόζα ενός συγγραφέα που θεωρούσα σπουδαίο κινηματογραφιστή και σκεφτόμουν τι μυθιστοριογράφο μπορεί να φτιάξει ο εγκλεισμός μέσα στον ίδιο του τον σκηνοθετημένο κόσμο. Τώρα, διαβάζοντας τα κατά δεκαέξι χρόνια προγενέστερα Γουρούνια στον άνεμο πείθομαι οριστικά ότι ο Νίκος Νικολαΐδης υπήρξε ένας ατόφιος μυθιστοριογράφος που αποπλάνησε σχεδόν αποκλειστικά ο κινηματογράφος «στερώντας» μας κι άλλα τέτοια βιβλία.

2.

Η πρόζα ξεκινάει έκκεντρα, καθώς μαζεύονται μια μια όλες οι ιστορίες σε κύκλο και συγκολλούνται λίγο πριν τη μέση του βιβλίου για μια αξέχαστη κούρσα. Στο φλομωμένο Ροζικλαίρ, έναν βρωμερό κινηματογράφο στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, πηχτός αέρας, καθίσματα στρωμένα με ιδρώτα, φλόκια και φρέσκο καυσαέριο, η πόρτα βάζει μέσα τον θόρυβο της βροχής, τα βρεμένα ρούχα την μυρωδιά της, ένας αστυνομικός ψάχνει ένα κορίτσι που μόλις πρόλαβε να ξεφλοκιάσει τέσσερις – πέντε. Κάποιος άγνωστος θα τον συναντήσει για να του δώσει έντυπο υλικό, με τη γνωστή συνθηματική: κάθε τρίτη λέξη σε κάθε σειρά του γράμματος και τα λοιπά. Κι ο ήρωας περιμένοντας τον παράνομο χαρτοπόλεμο σκέφτεται, τουλάχιστον αν ο αναμενόμενος μαρξιστής της τσέπης ορίζει ως τόπο συνάντησης την πρωινή του Ροζικλαίρ διατηρεί κάτι από χιούμορ. Και δεν το αποκλείει να την βγάλει εδώ μέσα το βράδυ των Χριστουγέννων που δεν έχει τίποτα να κάνει. Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ.

Έχουν κλείσει δυο εικοσιτετράωρα από τότε που πέθανε ο γέρος του και δέκα μήνες από το βράδυ που η γυναίκα του τον πέταξε στον δρόμο ως άεργο. Οι σπουδές πήγαν κατά διαόλου, παράτησε μια δουλειά σε δισκογραφική, πέταξε όλα τα γραπτά του στα σκουπίδια. Προσέξτε το αυτό το τελευταίο, αργότερα θα έχει μεγάλη σημασία. Ο Συμεών στον Άδη, τα Παιδιά της Οδού Κυβέλης, το Καλοκαίρι της Ασετυλίνης, όλα στον σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αξίζουν τον κόπο. Πουσάρισμα κόντρα στο πουσάρισμα, μετεωρισμοί μέσα στο χρόνο, αποδημίας σε τρία οικοδομικά τετράγωνα· κι αναβολές, άδικα πηδήματα, ελπίδες της δεκάρας κι υστερικά φλασαρίσματα, τριάντα χρονών και ξοφλημένος κι ανίκανος να καταντήσω οτιδήποτε. [σ. 62]

10

Εκείνο το γλυκό κορίτσι με την πρώιμα μαραμένη εφηβεία μέσα στον κορσέ της επαρχίας μόλις τον άντεξε δυο χρόνια. Η Αγνή είχε την έκφραση Γκλόρια Γκράχαμ και τον έκανε να την σκέφτεται στην κουπαστή μιας σεληνοφωτισμένης βεράντας να τραγουδάει με φωνή Μαρίας Ζαμόρα το Λούνα Λουνέρα. Αλλά ακόμα και στην νεόνυμφη βραδιά τους στο Οτέλ Σεμίραμις μετά από κάτι κρύα σκατόφαγα στην Κηφισιά αυτός έφυγε δήθεν για τσιγάρα, διέσχισε την βροχερή πλατεία στο Κεφαλάρι και χώθηκε στον σιωπηλό κήπο του Σέσιλ όπου στο 319 τον περίμενε η Λίνα για «κάτι που ερχότανε από παλιά, αδύναμο κι αχνό, σαν ξεχασμένο αντίφωνο και τέλεια ασυγχρόνιστο». Εννιά χρόνια με την Λίνα και δεν καταφέρνουν να κάνουν ένα έρωτα της προτροπής παρά τις προσπάθειες σε χαλιά, πίσω καθίσματα, μάντρες και κισσόπλεχτες γωνιές των προαστίων. Εδώ πρωτογράφεται η θρυλική ατάκα της Γλυκειάς Συμμορίας: Για να δούμε, λοιπόν, τι κάνει ο μπέμπης μας!

Αυτή την Αγνή ψάχνει τώρα στο σπίτι της, στους παράλληλους της Πατησίων, με τα στενά που δεν αερίζονται καθόλου με αποτέλεσμα μια μυρωδιά σαπίλας και φωταερίου, με παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα σαν παραπονεμένα υποζύγια, με τις λαμαρίνες τους στο χρώμα του σαπουνόνερου. Τα γνωρίζω καλά αυτά τα μέρη: ημιυπόγειες Έβγες με κίτρινο φως και ξεχασμένα ομοιώματα ανθρώπων μέσα, όλες με τον ίδιο σταθμό στο τρανζιστοράκι, και ισόγεια παράθυρα με το αχνό γαλάζιο της τηλεόρασης που βομβαρδίζει με κυβερνητικά σκατά τους τηλεθεατές. Κάποτε στα μπαλκόνια μισολιγόθυμοι με φανελάκια και γυναίκες που κρέμονται πάνω απ’ τις σιδεριές, μετρώντας την απόσταση ως την ζεστή άσφαλτο.

7.-

Φαίνεται πως δεκατετράχρονη εκπαίδευση σε διάφορα σχολεία για να μάθει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται δεν έπιασε, στα δεκάξι το ’σκασε με έναν χάρτη και δυο βιβλία του Τζακ Λόντον και ανέβηκε για δουλειά ως τα λιγνιτωρυχεία της Κοζάνης όπου τον μάζεψε με σφαλιάρες ο πατέρας του, και τώρα που κάνει την σούμα διαπιστώνει πως δεν κατάφερε και σπουδαία πράγματα, ίσως να φταίει το ότι γεννήθηκε κάτω απ’ το πλανητικό σύστημα του Γκλεν Μίλερ και του Μπένι Γκούντμαν που τον βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως, κορνέτες και σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ, όπως έγραψε στο σκισμένο του βιβλίο. Και πού βρίσκονται οι φίλοι; Ο Μιχάλης ο Βιθέντε στις Βρυξέλλες, ο Μίμης ο Μπογκομόλες στην Αμερική, ο Τάκης και ο Όλιβερ σκαστοί στη Νότιο Αφρική, ο Ντόντος στη Γερμανία, ο Σταύρος ο Μιχαλάκης απέδρασε οικειοθελώς από τα γήινα σε δωμάτιο διπλανό από το σαλόνι μιας γιορτής.

Του μένει η Μαρίνα, παρέα από τα έντεκα ως τα δεκαεφτά, ανεπιθύμητη ως γκόμενα για όλους ως υπέρ του δέοντος ανεξάρτητη και απότομη. Τον σέρνει σ’ ένα τραγελαφικό δείπνο σε ανάλογο εστιατόριο όπου με μια φίλη της συζητούν περί αντίστασης με ιδιαίτερη σοβαροφάνεια χλαπακιάζοντας παράλληλα, μέγιστη αντιστασιακή πράξη που υποδεικνύει ο ίδιος – περίμενα να μου καρφώσει κανένα πιρούνι στο μάγουλο αλλά την πλήρωσε ένα παντζάρι – και τελικά τις ακολουθεί στην πολιτική παρανομία της βραδιάς σ’ ένα ερειπωμένο εργοστάσιο στο Νέο Φάληρο – Δηλαδή τώρα είμαι κάργα μες στην αντίσταση; Η οδηγός κάνει ό,τι μπορεί για να πέσει με το αμάξι στη θάλασσα παίρνοντας σβάρνα κι ένα παγκάκι και όταν το τσίρκο κάποτε τελειώσει, παίρνει μαζί του την μία, με κατάληξη στο νοικιασμένο ημιυπόγειό της πάνω απ’ την Δεξαμενή όπου ….

14

… προσπαθούσε, πολύ πατριωτικά, να με πείσει ότι το ροκ εντ ρολ ήταν δημιούργημα των δισκογραφικών εταιρειών κι ενός παγκόσμιου κυκλώματος αποπροσανατολισμού. Χειριζόταν με πολλή άνεση τη γνωστή συλλογιστική των μπάτσων της κουλτούρας που κρίνουν σαν επικίνδυνο ό,τι δεν υποκύπτει στην αντίληψη και στον έλεγχό τους, αλλά το χειρότερο, πλασάριζε μια καλά προπονημένη και κάλπικη αγωνία για την καταστροφή της κατά τ’ άλλα κούρελης εθνικής φυσιογνωμίας μας. [σ. 112 – 113]

Πίσω στο σπίτι του στην οδό Ηπείρου η βροχή συνεχίζει να θαμπώνει τα τζάμια κι ο γέρος έχει μισογείρει με το στόμα του παράξενα μισάνοιχτο λες κι έμεινε στη μέση της Ρεζεντά και με την Μάσκα στο χέρι – Πέθανες τώρα ή μου κάνεις πλάκα; –  άρα ο γιος βγάζει απ’ την παλιά βιβλιοθήκη δυο ακόμα τεύχη της Μάσκας να ’χει να διαβάζει, βάζει κι απέναντι τον παλιό βυσσινί ανεμιστήρα Τζένεραλ Ελέκτρικ να διώχνει κάπως την μυρωδιά. Τέλεια ολοκληρωμένος και περιφρονητικός. Η ακαμψία, που μια ζωή, με τόσες θυσίες επιζητούσε, επιτέλους τον είχε επισκεφτεί ολοκληρωτικά.

Η Μαρίνα επιστρέφει από την σκάλα υπηρεσίας, εκείνη η Γιάννα της Δεξαμενής βουτήχτηκε από τους εσατζήδες ένα τέταρτο μετά την φυγή του, έξω όλα μοιάζουν ήσυχα και βρεμένα και τότε είναι που της διηγείται το συχνό όνειρο για το Green Park κι η παρέα είναι ήδη εκεί αλλά όλα είναι έρημα και το μέρος μοιάζει στοιχειωμένο, οι πόρτες σχεδόν φραγμένες με τα ξερόκλαδα που τρέχουν απ’ τους φράχτες του Πάρκου.

6_

Όμως χτες βράδυ δεν ξέρω πώς έγινε και ονειρεύτηκα πάλι το Green Park. Η φωτεινή επιγραφή του ήτανε χαμένη μες στην ομίχλη, ο δρόμος μπροστά έρημος, τα μακρινά αυτοκίνητα ελάχιστα κι η πάχνη που ερχόταν απ’ το Πάρκο σκάλωνε λίγο στους προβολείς του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου κι ύστερα έπεφτε μαλακά στην έρημη Μαυροματαίων σέρνοντας μαζί της μια βαριά μυρωδιά από λεμονανθούς. [σ. 66]

Η απέναντι κυρία με την ρόμπα (μια εκπληκτική σκηνή στο χολ της), κατά το ένα τρίτο περίεργη, κατά το άλλο φοβισμένη και το τελευταίο λίγο ξαναμμένη, τον πληροφορεί ότι δυο κύριοι με πολιτικά τον γυρεύανε, άρα ο πανικός αρχίζει τους μαλακούς κόμπους γύρω απ’ το λαρύγγι του. Οι μέρες είναι πονηρές και οι επισκέψεις στο τμήμα συχνές μιας και οι διάφοροι τμηματάρχες πίστευαν ότι όλοι οι συγγραφείς είναι κομμουνιστές εκτός από τους ακαδημαϊκούς που εκδίδει το βιβλιοπωλείο της Εστίας. Οι στρατιωτικοί είχαν πετάξει τον γέρο του χωρίς σύνταξη κι αποζημίωση, τον έβαλαν και στη μαύρη λίστα κι εκείνος έμεινε χωρίς δουλειά, να ζει με τράκες.

2

Και όταν η πόρτα χτυπάει δεν είναι για εγκυκλοπαίδειες, ασφάλειες και οίκους τυφλών. Η καρικατούρα του αστυνομικού με την καμπαρντίνα μπαίνει στο σπίτι και οι επισκέψεις του, μαζί με τις συζητήσεις τους, μαζεύουν μερικές από τις δυνατότερες σελίδες του βιβλίου – μια ατέλειωτη παρτίδα λεκτικού πινγκ πονγκ. Ένας κομμουνιστής πατέρας είναι πάντα ένας επαρκής λόγος ανάκρισης αλλά εδώ η υπηρεσία έχει προχωρήσει σημαντικά: τα σκισμένα γραπτά του αποτυχημένου συγγραφέα έχουν κάτι ρατσιστές που περνάνε νουμεράδα μια νέγρα σ’ ένα λεωφορείο, κάτι χίπηδες που αγριεύουν, διάφορα ακατανόητα όνειρα, κοινώς πράγματα που αποτελούν προσβολή για την Εθνική Κυβέρνηση.

Παρ’ όλα αυτά και κάτω απ’ τους όχι και τόσο διακριτικούς χτύπους της καρδιάς μου, που ταχυπαλμούσε ακατάστατα, μπορούσα να διακρίνω τον θόρυβο που άφηναν τα λάστιχα των λεωφορείων καθώς κυλούσαν πάνω στη βρεμένη άσφαλτο της οδού Αχαρνών. Η καρωτίδα μου έπιασε να χτυπάει κάποιον νοτιοαμερικάνικο ρυθμό, ο οισοφάγος φούσκωσε, το διάφραγμα πιέστηκε επικίνδυνα και απ’ ότι κατάλαβα δεν το ’χα σε τίποτα να φτύσω την καρδιά μου επιτόπου πάνω στο τραπέζι και ν’ αρχίσουμε μετά να την κυνηγάμε, παρέα με την μυγοσκοτώστρα… [σ. 201]

7 Ντεκουπάζ Singapore Sling

Η ανάκριση με το δωδεκάρι Μπαλαντάινς ανάμεσά τους αποκαλύπτει ότι από τα σκουπίδια  αυτοί μαθαίνουν τα πάντα· όλα βρίσκονται εκεί, και δεν έχεις παρά να τα ψάξεις στους τενεκέδες και να τα βάλεις σε σειρά. Ο μπάτσος είναι βέβαιος ότι εδώ ανατρέπεται το καθεστώς: Το ίδιο κόλπο. Βάζεις μετά κι ένα σωρό ψεύτικα γεγονότα εκεί μέσα κι έτσι πείθεις τον κόσμο ότι αυτά που γράφεις έγιναν στ’ αλήθεια. Και που ξέρουμε αν αυτά δεν κυκλοφορούνε παράνομα και σε κασέτες, από χέρι σε χέρι; Τελικά ο ήρωάς μας είναι ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του σκουπιδοτενεκέ

Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές όλα μπορούν να γυρίσουν προς το καλύτερο όταν σε περιμένει μια γυναίκα και ευτυχώς υπάρχει ένα μεταμεσονύκτιο ραντεβού στους λόφους με τα φοινικόδεντρα, όπου μπροστά στην πανοραμική τζαμαρία που σίγουρα θα μαστιγώνεται από την βροχή περιμένει η Κιμ Νόβακ. Ή στο τηλέφωνο, η βραχνή φωνή της Βένας να λέει: «Θέλω βούρκο απόψε», δηλαδή, Παλιά Αγορά στην Αθηνάς, δήθεν άγνωστοι, εκείνος ριγμένος στα χαρτόκουτα και τα καφάσια με τα σάπια φρούτα, εκείνη να τον μαζεύει, να τον ταΐζει κι εκείνος να την ανταμείβει με σελίδες ολόκληρες αυτοκίνητου έρωτα. Όπως με τις αριστοκράτισσες που πηγαίνουν τους χαρμάνηδες σε κάτι βρομομοτέλ έξω απ’ την πόλη για ξεζούμισμα και μετά φεύγουν χορτασμένες βούρκο.

13

Εδώ ο πρόλογος έγινε σ’ ένα πάρτι στη Πλατεία Μαβίλη, με την γνωστή ατμόσφαιρα των ευτυχισμένων αντιστασιακών – χασισάκι, Ντορς, Σουρεαλίστικι Πίλοου, λεβεντομαλάκες με μούσι, πίπες με σινιέ αμπέχωνα, γκόμενες Τζόαν Μπαέζ με ταγάρι και παντού διάχυτο το αποβλακωμένο αυτοκόλλητο μειδίαμα. Μόλις τους είδε σκέφτηκε πως προλαβαίνει την τελευταία προβολή στα σινεμά των Αμπελοκήπων αλλά όπως πάντα ένα κορίτσι αξίζει τους απαραίτητους φιλμνουαρίστικους διαλόγους και το Πάμε να φύγουμε από δω και όλα ανατρέπονται.

Διάολε, δεν θα την άφηνα να χαλάσει με τον ανεξήγητο πανικό της μια ατμόσφαιρα που άλλοι πληρώνουν εισιτήριο και πάνε σινεμά για να τη ζήσουν. Έτσι λοιπόν εμφανίστηκε η Βένα, με μια καθοριστική ανατομική ατέλεια στα απόκρυφα και μια διάθεση για τα πάντα εκτός από έρωτα – έρωτα, που την ερωτεύεται πριν φτάσει το ασανσέρ φτάσει στο ισόγειο, οπότε πλέον κάτω στην Μαβίλη βρέχει ωραία. Κι έκτοτε παρκάρουν έξω από μάντρες οικοδομών στα βόρεια ή σε απόμερη στροφή από παραλιακό προς Λαύριο στα νότια, κάτω από τα πράσινα λαμπάκια του ραδιοφώνου παίζει η Σάρα Βον ε κι ας μην τα πούμε κι όλα, ψάξτε τον Χλωμό Εραστή, κεφάλαιο τρία, έκδοση Green Park, 1955….Από γαμήσι μπορεί να μην έτρεχε τίποτα, από διαλόγους όμως σκίζαμε.

4 - fest. thes. 1974

Το μυθιστόρημα έχει απογειωθεί και τρέχει με χίλια – εδώ βρίσκονται οι έξοχες σελίδες για το Green Park που εμείς ζήσαμε αλλιώς κι αργότερα αλλά κάτι έμεινε από τα δοξασμένα του χρόνια, ιδίως στην δεύτερη δόση κόσμου, 8 με 2, σουινγκάδες, ροκάδες, αγριοαλανιάρες καυλιάρες του μάμπο, μανιακοί μπλουζίστες. Η Αγνή κατακλέβει ευφυώς τα δισκάδικα γύρω απ’ την πλατεία Κλαυθμώνος, ο Όλιβερ φτιάχνει την πρώτη δισκοθήκη της παρέας, χάρη στην οποία εισχωρούν πυρ ομαδόν σε όλα τα πάρτι, καθώς η μεγάλη παρέα φέρνει τους δίσκους λίγους λίγους προς έκπληξη των στραβωμένων οικοδεσποτών κι επιτέλους μαθαίνουμε πώς απέκτησε το παρατσούκλι του ο Μπογκομόλετς, παρών χαρακτήρας μέχρι και τον Μοντεζούμα.

Κι ο φίλος μας ζει το παρόν του, με διάθεση μπλονζόν νουάρ, ακούσματα κουλ τζαζ, Μπέσι Σμιθ και Τζόνι Ρέι, αναγνώσεις Ζακ Πρεβέρ, ξύλο στα αδιέξοδα να μην μένουν μόνοι τους οι φίλοι του, να ζει ανάμεσα Γκρην Παρκ και πάρτι, ακόμα και σ’ εκείνα που πας όχι για να κάνεις φίλους αλλά για να χάσεις φίλους. Και κάπου εδώ να μας χαρίζει και την επιτομή της ένθετης ερωτικής ιστορίας με την Τζίνα το Φάντασμα, την τελευταία γυναίκα του βιβλίου.

Γιατί τον ρυθμό, κορίτσι μου, μας τον ρίξανε κρυφά κάποιο πρωί στην τσέπη αλαφροχέρηδες πορτοφολάδες, που δεν κλέβουν αλλά δίνουν, κι είναι αδύνατο τόσα χρόνια να ξεφύγουμε… [σ. 244]

12

Μένει όμως ακόμα ένα τακτικό ραντεβού με τον αστυνομικό που πρέπει να λύσει τους δικούς του γρίφους. Ποιος είναι ο Συμεών Αστράς, ποιος ο Ξανθός, ποιος ο μπάτσος; Μάταια ο ήρωας προσπαθεί να τον πείσει πως ακόμα κι όταν παρακολουθούνε τον Συμεών, εκείνος μπορεί να φοβάται αλλά η ζωή του δεν αλλάζει. Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν. Και συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε πάντα. Και κάποτε αρχίζει να λυπάται τον Χαφιέ, έτσι που νύχτα – μέρα κρυώνει και ταλαιπωρείται στημένος κάτω απ’ το παράθυρό του, ενώ αυτός είναι αραχτός μέσα στο διαμέρισμα. Ακόμα κι όταν μια φορά στην Παλιά Αγορά τον έχασε από πίσω του, άρχισε να τον ψάχνει· τον έπιασε κάτι σαν μοναξιά και οι όροι είχαν αντιστραφεί. Ο Συμεών είχε συνηθίσει στην συντροφιά του, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο είχε ζήσει τόσες μέρες και τόσο κοντά. Στο τέλος η υπηρεσία εκτέλεσε τον μπάτσο ως άχρηστο ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να ενοχοποιήσει τον Αστρά. Για την Υπηρεσία σου κι εσύ κι εγώ είμαστε τα ίδια σκατά…Είσαι θύμα και το ξέρεις…Ένας χαφιές κι ένας πολύ αθώος στην ουσία είναι το ίδιο ένοχοι και επικίνδυνοι. 

5

Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας ανεβοκατεβαίνει νοήματα κι εμείς μπορούμε να το πάρουμε όπως θέλουμε. Ας πούμε, να ξεκαρδιστούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε την φάτσα του αστυνομικού, ή να δούμε μήπως η ιστορία ταιριάζει γάντι και σε άλλες, ακόμα πιο οικείες μας. Μένει να σχεδιαστεί ένα δρομολόγιο διαφυγής, κάπου πολύ μακριά από εδώ αλλά δεν υπάρχει απευθείας προορισμός για την Πάιτα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άρα πρέπει να συμβιβαστεί με το πρώτο μεταμεσονύκτιο διαθέσιμο. Εδώ θα ’θελε πολύ να έχει λίγο από το μπλαζέ ύφος του Ρόμπερτ Μίτσαμ καθώς κατέβαινε τις σκάλες κάποιου σαπιοκάραβου στο λιμάνι του Μακάο υπό το εκτυφλωτικό βλέμμα της Τζέιν Ράσελ, αντ’ αυτών μας χαρίζει ένα τελευταίο κέρασμα σπαρταριστών σκηνών με την κοπέλα του τουριστικού γραφείου και φεύγει με διακριτική συνοδεία δυο φίλων ως το Ελληνικό αλλά κάνει στροφή 180 μοιρών και επιστρέφει για μια τελευταία φορά στο Green Park για τα αποχαιρετιστήρια ποτά, και τότε ο αποχαιρετισμός γίνεται αλλιώς, στον δρόμο, στους δρόμους, στο αεροδρόμιο, και είσαι πάλι στο τσακ να τα παρατήσεις όλα και να γυρίσεις στην ίδια παρέα να ξαναχωθείς στις νύχτες σας.

11

Και πάντα βρέχει με το άθλιο ψιλόβροχο με τις κλωστές, με μονότονο ψιλό γαζί ή  με καρεκλοπόδαρα, και πάντα μια γαλαζωπή ομίχλη σέρνεται στους δρόμους με τα σκούρα πλατανόφυλλα, στην οδό Φυλής και στα σφαιριστήρια της πλατείας Βικτωρίας, στους κήπους των προαστίων και στις γωνίες του ξεμοναχιάσματος. Και είναι πάντα νύχτα ώστε το νέον απ’ τα κτίρια και τα καταστήματα να βάφει βιολετιά τα μηχανόλαδα των οχημάτων στην βρεμένη άσφαλτο. Και πάντα υπάρχει μουσική, είτε την ακούει είτε την θυμάται· εδώ ένα σπάνιο εξτέντεντ 45άρι του Φράνκι Λέιν με την Τζεζαμπέλ, εκεί ένα μπλουζ της Ντάινα Σορ [Dinah Shore] – θα τ’ ακούσουμε όλα μέχρι να μαντέψουμε ποιο είναι, το Απλ Μπλόσομ Τάιμ και το Τιλ της Τζο Στάφορντ που ετοιμάζεται να χώσει στη βαλίτσα του, η βραχνή φωνή της Έρθα Κιτ κι ο λιωμένος από το παίξιμο δίσκος του Φατς Ντόμινο, χωρίς να ξεχνάμε εκεί την περαστική κάπου στην αρχή του βιβλίου που έμοιαζε με την Μπρέντα Λι κι ας μην γνώριζε το Φουλ Νάμπερ Ουάν.

Αυτό σου λέω. Κιμ. Τίποτα! Κάτι ρεζίληδες είμαστε, που σύρθηκαν ανάμεσα Μέντια Λουζ, Σινεάκ και Αρτζεντίνα. Και τώρα που το ξεφτιλίσαμε τελείως, σου ομολογώ πως έχω σαφείς υποψίες, για να μην πω αποδείξεις, ότι η φάρα μας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η γενιά του Σινεμασκόπ, άντε και του Green Park. / Μια ολόκληρη ζωή στο παραπέντε…και τι έμεινε; Τίποτα. Μόνο κάτι πόζες φωτογραφικές μιας οδύνης που γλιστράει λίγο – λίγο προς το μύθο, προδομένη κι αυτή απ’ τις αδιάκοπες λογοτεχνικές επεμβάσεις των μαρτύρων…[σ. 238]

8

Όλα χωράνε σε αυτό το μυθιστόρημα, οι κινηματογραφικοί έρωτες και οι σκόρπιες μνήμες (η χαμένη μητέρα, ο χαμένος αδελφός, οι χαμένοι φίλοι), η βροχερή πραγματικότητα και οι παραισθήσεις, μερικά απίστευτα όνειρα και οι ιστορίες που έγραψε ο ήρωας και ζωντανεύουν διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Να που οι δυο ιδιότητες, του σκηνοθέτη και του λογοτέχνη εδώ βρίσκουν το απόλυτο κοινό τους: όπως βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις ταινίες του, τα βιβλία σε διψάνε να τα διαβάσεις ξανά και ξανά.

Κι εγώ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον ήρωα που κατά τα λεγόμενά του ξοδεύει τους μύθους του σαβουρογαμώντας εδώ κι εκεί, κατεβάζει κόκκινες νοβαλζίνες και δισκία ανθρακικού μαγνησίου, θέλει να μάθει σ’ έναν ταξιτζή την Λίντα Ντάρνελ, την Βίβιαν Λι και την Βερόνικα Λέικ, που όλες έφυγαν έγκαιρα και άδικα και μονολογεί για τα κορίτσια που, «δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά τυχαίνει πάντα να ’χουν αγαπήσει κάποιον άλλο, πολύ λίγο πριν με συναντήσουν», για κάτι γυναίκες που πετάνε τις γόπες χωρίς να τις σβήνουν στο τασάκι και τον λιβανίζουν, για κάτι βραδιές που εξελίσσονται σε κρεμάλα, για παρέες που θεωρούν υποχρέωσή τους να θυμηθούν τα παλιά· κι ας τυλίγεται κι ο ίδιος διαρκώς τα παλιά, όπως ας πούμε τις ημέρες που με ραμμένα μπλουτζίν πήγανε παρέα με την Ζέτα να δουν την Τζιν Τίρνεϊ στην Λάουρα κι αυτή περήφανη που την συνόδευαν δυο ραμμένοι μπλουτζινάδες  έλυσε το κορσεδάκι της και τους άφησε να παίξουν με τα στήθη της στο σκότος· ή την αγαπημένη λύση της παρέας, την «κίτρινη απειλή».

3.

Τώρα που το σκέφτομαι, η κίτρινη απειλή ήταν κάτι σαν πανοπλία. Κάτι ζεστό και ήσυχο, που ερχόταν να μας συναντήσει βαθιά από μέσα μας, κι όλη αυτή η πρόκληση ήταν και η μόνη μας άμυνα. Τους λέγαμε ότι είμαστε μικρά παιδιά που λερώνονται απάνω τους και δεν μπορούν πια να μας κάνουν τίποτα. Και περιμέναμε έτσι να ’ρθει κάποιος να μας μαλώσει κι ύστερα να μας βουτήξει στο μπάνιο να μας πλύνει κι ύστερα να μας φορέσει καθαρά ρούχα. Έφτανε να κυλήσει λίγο το ζεστό νερό πάνω στην κοιλιά μας κι αμέσως η μοναξιά το ’σκαγε μέσα απ’ τα παντελόνια και γινόμασταν πάλι τεσσάρων χρονών και κανένας δεν μπορούσε πια να μας πειράξει κι η μόνη υποχρέωσε που είχαμε ήταν να τρώμε όλο μας το φαγητό, να κοιμόμαστε νωρίς περιμένοντας τις μέρες της γιορτής και τις διακοπές του καυτού καλοκαιριού…[σ. 383]

Εκδ. Athens Voice Books, 2011 [1η έκδ. 1992, Καστανιώτης], σελ. 443.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 190, υπό τον τίτλο Initials N.N., τίτλο εμπνευσμένο από εδώ ή εδώ.

Σχεδόν όλες οι φωτογραφίες από το ανεκτίμητο άλμπουμ της Μαρί Λουίζ.

04
Ιολ.
15

Γιάννης Φούντας – Αναρχικό λεξικό, Α΄ Τόμος, Α – Μ

Print

Κόσμοι ελεύθεροι, ελευθέριοι, ελευθεριακοί, ελευθεριάζοντες

«Εγκυκλοπαιδικό, ιστορικό …μια περιπλάνηση στα σπλάχνα, στις παρυφές και στα νεφελώματα του Ελευθεριακού Σύμπαντος»

Πρόκειται για ένα μοναδικό στο είδος του λεξικό, για έναν κόσμο οραματικό, αποσιωπημένο στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, μια εντελώς άγνωστη Ιστορία, ανείπωτη και άγραφτη· μια ολόκληρη στρατιά αγωνιστών και απλών ανθρώπων που ονειρεύτηκαν να είναι ελεύθεροι και πέτυχαν ή απέτυχαν, τίμησαν τις διακηρύξεις τους ή τις πρόδωσαν, θεωρητικών και ακτιβιστών που οραματίστηκαν κόσμους ελεύθερους, ελευθεριακούς, ελευθέριους και ελευθεριάζοντες. Αλλά δεν είναι μόνο ο πλούτος των πληροφοριών που ξεχειλίζουν τον τόμο· είναι και ο τρόπος γραφής των λημμάτων, ξέχειλος από χιούμορ και ειρωνεία, με ευφυείς διακειμενικές συνδέσεις και απρόβλεπτες ακροβασίες. Και αυτό είναι μόνο ο πρώτος τόμος. Ο ήδη εκδοθείς δεύτερος, που ολοκληρώνει αυτό το αγρίως απολαυστικό εγχείρημα, θα παρουσιαστεί σε λίγες ημέρες εδώ.

arton132

Να λοιπόν που μπορεί τελικά κανείς να περιπλανηθεί στο αχανές ελευθεριακό σύμπαν, να που μπορούν να λημματογραφηθούν πρόσωπα, φιλοσοφίες, εγχειρήματα, θεωρίες, πρακτικές, κορυφώσεις, πτώσεις, οτιδήποτε χαρακτήρισε τις αμέτρητες εκδηλώσεις του. Σπεύδω στο λήμμα ελευθεριακός [libertaire], όρο που εισήγαγε με την ομώνυμη εφημερίδα ο Γάλλος πρόδρομος του αναρχοκομμουνισμού Ζοζέφ Ντεζάκ, για να διαχωρίσει τα ιδεολογικά του ιμάτια από τους θιασώτες των διαφόρων εκδοχών του αυταρχικού σοσιαλισμού. Με τον καιρό ο νεολογισμός απέκτησε διττή σημασία, καθώς μπορεί να προσδιορίζει κάποιον που δεν ασπάζεται ολοκληρωτικά την αναρχική «κοσμοθεωρία», επιλέγοντας μια εναλλακτικού τύπου δραστηριότητα, είτε να υποδηλώνει (ως έννοια ομπρέλα) έναν ευρύτερο αντιαυταρχικό ή και αντιεξουσιαστικό ρεύμα.

NvIP_700

Σήμερα που περισσότερο από ποτέ επανέρχονται και εφαρμόζονται πλείστοι όροι και πρακτικές τους, εδώ ξεκαθαρίζονται και ξεμπλέκονται πολλά και διάφορα, από την  ελευθεριακή δημοκρατία, που σύμφωνα με τον Αμεντέο Μπερτόλο σχετίζεται με τον εφικτό, πρακτικό αναρχισμό, που προκρίνει μια αυτοθεσμιζόμενη κοινωνική οργάνωση, η οποία θα λειτουργεί με συλλογικές αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, μέχρι τον ελευθεριακό κομμουνισμό, κατά πολλούς την χρυσή τομή ανάμεσα στον κολεκτιβισμό και τον κομμουνισμό. Ο ελευθεριακός κοινοτισμός, από την άλλη, δεν αποτελεί παρά μια προς το εναλλακτικότερον και θεσμικότερον εκδοχή του αναρχοκομμουνισμού την οποία πρότεινε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, στην πορεία της αμφισβήτησης των θεσφάτων του κλασικού αναρχισμού, προτείνοντας μια ολιστική προσέγγιση σε μια οικολογικά προσανατολισμένη οικονομία, με τις πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται από τους πολίτες σε άμεσες, πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις.

L'Expérience

Φυσικά μεγάλο μέρος του σύμπαντος καταλαμβάνουν η αναρχία αυτοπροσώπως και οι διάφορες αναρχίες, ο αναρχισμός χωρίς επιθετικούς προσδιορισμούς, ο αναρχοατομικισμός, ο αναρχοκομμουνισμός και οι αναρχοαυτόνομοι, ο αναρχοπριμιτιβισμός και ο αναρχοπαγανισμός, ο αναρχοσυνδικαλισμός και ο αναρχοφεμινισμός, ο αναρχοφουτουρισμός και ο αναρχοχριστιανισμός, ο αντιαυταρχισμός και η αντιβία, ο αντικρατισμός και η αντιπαγκοσμιοποίηση, ο αντιμιλιταρισμός και ο αντιιφασισμός. Ευτυχώς δεν λείπει και ο αντισπισισμός, που αντιπαρατίθεται στην κυρίαρχη σπισισμική πεποίθηση περί ηθικής ανωτερότητας του ανθρωπίνου είδους έναντι των άλλων «κατώτερων» ζωικών ειδών, στην κατάταξή τους ανάλογα με την αξία χρήσης τους και στην άνευ ηθικών φραγμών εκμετάλλευση και τον βασανισμό τους, που αγωνίζεται από τον 19ο αιώνα μέχρι τις ακτιβιστικές δράσεις του Μετώπου Απελευθέρωσης των Ζώων [Animal Liberation Front].

ALF

Ένα από τα συναρπαστικότερα κομμάτια του λεξικού είναι τα διάσπαρτα λήμματα για τις αμέτρητες εναλλακτικές και αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, όπως οι Μοντέρνοι Καιροί στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκη, στηριγμένη στον κοινοβιακό τρόπο ζωής και σε ένα τοπικό οικονομικό σύστημα αμοιβαίων ανταλλαγών, που επιβίωσε ολόκληρη την δεκαετία του 1850. Σε αυτές τις κοινότητες – αποικίες ίδίως στα τέλη του 19ου αιώνα εκατοντάδες Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αναρχικοί (παραδόξως στην πλειοψηφία τους ατομικιστές) επιχειρούσαν να βιώσουν κατά τρόπο πρωθύστερο το κομμουνιστικό του όραμα, συχνά με σχετική επιτυχία όπως Η Εμπειρία [L’ Experience], Η Ουτοπία, Η Τσετσίλια [La Cecilia] – η ατελέσφορη ελευθεριακή απόπειρα υπερτριακοσίων εποίκων στη Βραζιλία του 19ου αιώνα…

emersonlecture

… ή Η Δοκιμή, τo κοινοβιακό πείραμα γάλλων αναρχιστών L’ essai [1903 – 1909] που υλοποίησαν το συμβιωτικό όραμα του Φορτινέ Ανρί σε έναν βαλτότοπο των Αρδεννών, που σύντομα μεταμορφώθηκε σε εύφορο αγρόκτημα, ενώ οι έποικοι της Δοκιμής έστησαν μέχρι και δικό τους τυπογραφείο. Ένας από τους ενοίκους, ο Βίκτορ Σερζ στο αριστουργηματικό του βιβλίο Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, θυμάται: «Να κάνεις ό,τι θέλεις»,έγραφε πάνα από την πόρτα που ήταν ορθάνοιχτη σε όποιον ερχόταν…Ο Μαλατέστα θεωρούσε τέτοιου είδους μεταναστεύσεις σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης του αστικού συστήματος και κάθε τέτοιο «αποικιακό εγχείρημα» σαν αποστρατευτικό αναχωρητισμό, που προσφέρει στους καταπιεσμένους την μάταιη ελπίδα να χειραφετηθούν χωρίς να αναγκαστούν να επαναστατήσουν.

Π. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ

Τόσες ουτοπίες, τόσες ευτοπίες, τόσα πειράματα.. αγροπόλεις, συνεταιριστικοί οικισμοί πρώιμης οικολογικής οπτικής και αυτοδιαχειριστικής προοπτικής που επιχειρήθηκε να κατασκευαστούν μακριά από τις πόλεις σε ανεκμετάλλευτες αγροτικές περιοχές, κυρίως σε Αγγλία, Αυστρία και Βόρεια Αμερική, με εισαγωγέα της ιδέας στην Ελλάδα τον «αιθεροβάμμονα» Πλάτωνα Δρακούλη που παραμερισμένος από τους πούρους εργατιστές του ΚΚΕ ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Αγροπόλεων και συνέγραψε το κοινωνικό του όραμα στην Αγροτική Συμπολιτεία.

Murray Bookchin1

Εκατοντάδες αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα, τα Ελευθεριακά Αθήναια, λειτουργούσαν στην προεπαναστατική Ισπανία, και όπου, σύμφωνα με τον Πάικο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, η καλή μόρφωση του αναρχικού περιλάμβανε οπωσδήποτε τον ελευθεριακό μονόλογο του Καλδερόν δε λα Μπάρκα, τα σατιρικά ποιήματα του Γκόνγκορα, τα ερωτικά ποιήματα του Λόπε δε Βέγα και προπαντός τα σονέτα του Κεβέδο, «αυτά τα συγκλονιστικά κείμενα που διαπερνούσαν τους αιώνες με λέξεις σαν κεραυνούς, πυρπολώντας και φωτίζοντας συνειδήσεις». Και φυσικά ο κατάλογος με τις κολλεκτίβες, τους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, τα εγχειρήματα της αυτομόρφωσης και της αυτοοργάνωσης αλλά και τα σύγχρονα εβραϊκά κιμπούτς δεν τελειώνει.

thoreau

Εδώ έχει θέση και η περίφημη κομμουνιστική δυστοπία του Ετιέν Καμπέ Ταξίδι και Περιπέτειες του κυρίου Ουίλιαμ Κάρισνταλ στην Ικαρία, όπου το κράτος σχεδιάζει επιμελώς τα πάντα, με την βοήθεια ειδημόνων, χωρίς περιθώρια για αυθορμητισμό, και όλα έχουν παγιωθεί δια νόμου, από το σχέδιο των πόλεμων μέχρι το σχήμα των καπέλων, από το άκαμπτο ωράριο μέχρι το καθημερινό φαγητό. Ο ίδιος ο συγγραφέας θα επιχειρήσει μαζί με εύπορους «ικαριστές» μια εναλλακτική νησίδα ζωής στο Τέξας, η οποία επέζησε με διάφορες μορφές για σαράντα χρόνια. Στους ίδιους ή παραπλήσιους κόσμους άνθισε και η μη βία, ως πολιτική ανυπακοή και ως ριζοσπαστική θερμική άρνηση ή ως χριστιανική ιδεοληψία, ως κοινωνική πρακτική υιοθετημένη από τους ελευθεριακούς στοχαστές Τολστόι και Θορώ και ως εθνικοαπελευθερωτική διαδικασία από τον Γκάντι, ως τρόπος ζωής από τους χίπις.

le-libertaire_A3-©Fernando-Bryce_LiMAC

Σε μια από τις μορφές του, το λεξικό αποτελεί μια πολύτιμη πινακοθήκη γνωστών και άγνωστων θεωρητικών και αγωνιστών, όπως ο Ίβαν Ίλλιτς ιδιότυπος και αταξινόμητος πανεπιστήμονας που αποκήρυξε το 1971 κάθε τίτλο, αξίωμα, οφέλη και προνόμια του ιερέα, ιδιότητα που είχε μέχρι τότε· ο Γερμανοεβραίος αναρχικός στοχαστής και λογοτέχνης, μέλος των εξπρεσιονιστικών και πρωτοποριακών κύκλων Γκούσταβ Λαντάουερ, δολοφονημένος από παρακρατικούς στο Μόναχο του 1919· ο φίλος του, επίσης Αυστριακός Μάρτιν Μπούμπερ, ελευθεριακός κοινοτιστής που απέδωσε γραπτώς Τα μονοπάτια της Ουτοπίας· ο ευφάνταστος καλλιτέχνης και συγγραφέας Ουίλλιαμ Μόρρις, «ουτοπικός» σοσιαλιστής, διευθυντής της εφημερίδας Commonweal [Κοινό Καλό]· ο «ποιητής της αναρχίας» Πιέτρο Γκόρι· ο Ιταλός αναρχοκομμουνιστης θεωρητικός και ακτιβιστής Κάρλο Καφιέρο·…

Sacco_e_Vanzetti_film_by_ziruc

… ο πολυγραφότατος λόγιος και υπερασπιστής των δικαιωμάτων των «αιρετικών» περί τα ερωτικά και των αντιρρησιών περί τα στρατιωτικά Πωλ Γκούντμαν· ο Άγγλος ουτοπιστής, αιρετικός χριστιανός, αγροτικός ηγέτης και πρόδρομος των ελευθεριακών Τζέραρντ Γουινστάνλεϊ και τόσοι άλλοι, που έδωσαν την σκυτάλη τους σε επίγονους, όπως ο Ερρίκο Μαλατέστα, η προσωποποίηση του κοινωνικού ακτιβισμού με εξήντα έτη πολύτροπης έμπρακτης προπαγάνδας, στα ελευθεριακά εργαστήρια πολλών χωρών με δεκάδες πολυδιαβασμένες εκδόσεις και ο καθηγητής Χάουαρντ Ζιν, που αυτοπροσδιοριζόταν ως αναρχικός ενάντιος «στην βία, την αταξία και το χάος» καθώς πρέσβευε ότι «οι αληθινές ιδέες του αναρχισμού ήταν, ουσιαστικά, ενσωματωμένες στον τρόπο σκέψης των κινημάτων της δεκαετίας του ’60». Πανταχού παρούσες, οι μορφές των Πάντσο Βίγια και Μπαρτολομέο Βαντσέτι που μαζί με τον Νικόλα Σάκο καταδικάστηκαν σε επτά χρόνια εγκλεισμού και σε θάνατο μετά από την πασίγνωστη κρατική σκευωρία.

Louise-Michel-2

Φυσικά η λημματογραφημένη Ελευθερία ξεχειλίζει από γυναίκες, όπως η περίφημη Λουίζ Μισέλ [Louise Michel] αναρχική ακτιβίστρια, ρήτορας, συγγραφέας και δασκάλα, ενεργό μέλος της Παρισινής Κομμούνας, εξόριστη στην Νέα Καληδονία όπου οργάνωσε μαθήματα για τους ιθαγενείς Κανάκ και υποστήριξε έμπρακτα την εξέγερσή τους, επέστρεψε, φυλακίστηκε και τελικά πυροβολήθηκε κατά την ομιλία της σε μια εργατική συγκέντρωση από κάποιον παρακρατικό αλλά επέζησε και ζήτησε την … απαλλαγή του. Παρούσες οι Έμα Γκόλντμαν, άτυπη εισηγήτρια του αναρχοφεμινισμού, ακτιβίστρια και συγγραφέας, αλλά και μια άλλη πρόγονός του, η Μέρι Γουόλστονκραφτ, και βέβαια η άξια επίγονος Ζερμέν Γκριρ, καθώς και η φλογερή Ισπανίδα αναρχική φεμινίστρια Λόλα Ιτούρβε. Άλλωστε οι  Ελεύθερες γυναίκες [Mujeres Libres] υπήρξαν η μεγαλύτερη γυναικεία αναρχική οργάνωση ενάντια στην «τριπλή υποδούλωση των γυναικών: στην άγνοια, στο κεφάλαιο και στους άντρες». Και ποιος γνωρίζει στα καθ’ ημάς εμβληματικές γυναίκες όπως η αντισυμβατική σε όλους τους τομείς Φωτεινή Δροσοπούλου (αλλόκοτος, ημιπαράφρων, θηρεύτρια ουτοπιών με κακές παρέες, σύμφωνα με την εφημερίδα Ακρόπολις του 1899);

Lola Iturbe

Αλλά και πόσοι γνωρίζουμε την αντίστοιχη ελληνική Ιστορία;  Νύχτα και μέρα, δυστυχείς, εργάζεσθε και όμως ∕ πεινάτε γυμνιτεύετε…αυτά θεσμίζει ο νόμος ∕ της ιδιοκτησίας, ∕∕ Εν ω και άρτος είν’ πολύς και ενδυμάτων πλήθος ∕∕ σεις δε  απολαμβάνετε και με θλιμμένον ήθος ∕  φιλείτ’ αδίκους χείρας ∕∕ Αδίκους! Ναι! κ’ αιμοχαρείς! Που κλέπτουν το ψωμί σας ∕ που κλέπτουνε τους κόπους σας, τα χρόνια της ζωής σας ∕ κ’ εν τέλει σας χλευάζουν…. γραφόταν στο περίφημο Ποίημα προς τους Εργάτας και Χωρικούς που δημοσίευσε ο Σοσιαλιστής του Σταύρου Καλλέργη [1902] και το οποίο αποδίδεται στον αναρχικό ποιητή και σκιτσογράφο Δρόσο Μεϊντάνη και βρισκόμαστε ήδη ανάμεσα σε τόσες γνωστές και άγνωστες προσωπικότητες της Ιστορίας μας, όπως ο Αχαιός ράφτης και τυπογράφος Δημήτρης Καραμπίλιας, με την κοινωνιστική εφημερίδα Εμπρός [1886], φυγάς στην Αίγυπτο όπου ίδρυσε Διεθνές Αναγνωστήριο συμπράττοντας με Ιταλούς αναρχικούς εργαζομένους, στο οποίο συνέβαλε, παρών εδώ, και ο Πάνος Μαχαιράς, εργάτης, λεπτουργός, δραστήριο μέλος στα τέλη του 19ου αιώνα το Αναρχικού Ομίλου Πύργου…

Λαύριο

… ή μορφές του εμφυλίου όπως ο Γιάννης Γαλανόπουλος, που διολίσθησε αρχικά στην αιρετική επαναστατική αριστερά και αργότερα στο χώρο της αντιεξουσιαστικής αυτονομίας ενώ αρνήθηκε να λάβει χρηματική ανταπόδοση (σύνταξη) για την συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση και πέθανε πάμφτωχος, αξιοπρεπής και ακατάβλητος, και μορφές της αντίστασης στην δικτατορία, όπως ο Τάσος Δαρβέρης, βομβιστής στην χούντα, που μαζί με τους συντρόφους του αντιμετώπισε με γέλια και υψωμένες γροθιές την καταδίκη του και μετέφρασε στην φυλακή το Προσκύνημα στην Καταλονία που εξέδωσε το 1974 η Διεθνής Βιβλιοθήκη.

3-22-8-16E απεργια σεριφου

Το ξεφύλλισμα των σελίδων μυρίζει τυπογραφικό μελάνι·  ίσως επειδή εδώ ανήκουν και εγχώριοι εκδοτικοί οίκοι, από την Διεθνής Βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε μεσούσης της χούντας το 1971 μέχρι το Βιβλιοπέλαγος και έντυπα όπως ο Βιβλιοφρικάριος, που εκφράζεται επιτοιχίως και επιτυχώς με την ομώνυμη εφημερίδα, φύσει εχθρικός σε κάθε κοπρόσκυλο της ΓΣΕΕ, σε κάθε ιδεολογική αγκύλωση, σε κάθε κομματική πειθαρχία…, ή η περίφημη οχτασέλιδη μπροσούρα για τον «Αναρχομόνο Γιάννη Σκαρίμπα» του αυτόχειρα Γιώργου Διαλυνά… Μην ξεχάσουμε και τα πάσης φύσεως ημερολόγια που ξεκίνησαν από τους αναρχικούς τα τέλη του 19ου αιώνα, και για αλληλέγγυους σκοπούς αυτοδιαχειριζόμενοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, όπως το Ράδιο Κιβωτός, οργανώσεις (Δίκτυο για τα Κοινωνικά Δικαιώματα), κ.ά. εγχειρήματα.

Brăila lui Panait Istrati

Υπήρξα πάντοτε (…) ελεύθερος σκοπευτής της κοινωνικής ταραχής, εις το πλευρόν των αληθινών επαναστατών δια μίαν καλυτέραν ανθρωπότητα, όμως, μεταξύ των αλύσεων του εργοστασίου και των φθειρών, προτιμώ τας φθείρας. Αλλά, προ παντός, το δικαίωμά μου τα ξύνωμαι όπως θέλω! έγραφε ο ελευθεριακής ιδιοσυγκρασίας λογοτέχνης Παναΐτ Ιστράτι, με την περιπετειώδη ζωή και το σύντομο πέρασμα από τα άνυδρα χωράφια του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τα …εργοστάσια σκέψης της Σοβιετικής Ένωσης, τα οποία και απαξίωσε στην τριλογία του Η Ρωσία Γυμνή, Σοβιέτ 1929 και Προς μια Άλλη Φλόγα.

 william_morris_biog

Σημαντική παρουσία έχουν βέβαια και οι συγγραφείς, από τον Ερρίκο Ίψεν (με τα ύστερα έργα της ψυχογραφικής κριτικής από αναρχοατομιστική σκοπιά) μέχρι τον Φραντς Κάφκα, τον Άμπροουζ Μπιρς, τον Αντονέν Αρτό, τον Οκτάβ Μιρμπό, τον Ρόμπερτ Βάλζερ, τον Άλμπερτ Μέλτσερ και τους οικείους προγόνους Μικέλη Άμβλιχο, σατιρικό και λυρικό ποιητή της Κεφαλονιάς, Δημοσθένη Βουτυρά, Άρη Αλεξάνδρου, Ρένο Αποστολίδη, Κατερίνα Γώγου. Φυσικά δεν λείπει ο Μπορίς Βιάν, πολυτάλαντος Γάλλος ελευθεριακός και ελευθεριάζων συγγραφέας, ηθοποιός, τραγουδιστής και μουσικός της τζαζ, που παρενέβη στην κοινωνική επικαιρότητα με τον περίφημο Λιποτάκτη του: Άρνηση στην υποταγή / άρνηση στην κατάταξη / Μην πάει κανείς στον πόλεμο / Να φύγετε αρνηθείτε // Αν πρέπει να χυθεί αίμα / Να δώσετε το δικό σας.

brook-farm

Ειδική περίπτωση ο Ραλφ Βάλντο Έμερσον, σπιριτουαλιστής φιλόσοφος και ποιητής, που εκτός των έργων του δοκίμασε να υλοποιήσει τα ελευθεριακά συμβιωτικά του οράματα στο φουριερικής έμπνευσης φαλανστήριο Brook Farm [1840 – 1846] με την συμμετοχή και πολλών άλλων ριζοσπαστών διανοούμενων της εποχής, όπως του φίλου του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, ο οποίος βέβαια έχει και το δικό του λήμμα εδώ. Και πώς να λείπει αυτός ο ελευθεριακός ιντιβιντουαλιστής που έζησε μόνος δυο χρόνια στη λίμνη Ουόλντεν, μεταγράφοντας την εμπειρία του σε βιβλίο, ενώ εισηγήθηκε σε άλλο βιβλίο την αντικρατική μέθοδο της Πολιτικής Ανυπακοής;

fortino samano 1

Η βιβλιοθήκη του λεξικού περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την Ηλιούπολη, χριστιανική ουτοπία του Τομάσο Καμπανέλα ο οποίος προετοίμαζε εξέγερση μοναχών και λαϊκών με σκοπό τη συγκρότηση χριστιανικής Πολιτείας της Καλαβρίας, το Δικαίωμα στη Τεμπελιά του Πολ Λαφάργκ, το ψυχομανιφέστο Άκου Ανθρωπάκο του απηυδισμένου από την αγελαία προσήλωση των μαζών στον Χίτλερ και Στάλιν Βίλχελμ Ράιχ, την Ισπανική Διαθήκη του Άρθουρ Κέσλερ, όπου περιγράφεται η οδυνηρή εμπειρία στις φυλακές των φρανκιστών, περιμένοντας να εκτελεστεί, την Επιστροφή του Νετσάγιεφ του Χόρχε Σέμπρουν, για την ιδεολογική και κοινωνική αποσάρθρωση μιας ακροαριστερής ένοπλης ομάδας της δεκαετίας του 1970.

livrosfrescosorpheu_livro2

Στα διπλανά ράφια, o περίφημος Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του Μαξ Στίρνερ, ο οποίος αρνείται πάσα αρχή θρησκείας, ιδιοκτησίας και κοινωνίας και όπου μεταξύ άλλων παραδέχτηκε το προφανές είμαστε κομμουνιστές και εξαιτίας του εγωισμού μας, καθώς και εξαιτίας εγωισμού επιθυμούμε να είμαστε ανθρώπινα όντα και όχι απλά άτομα, ο Ηλιογάβαλος ή ο Εστεμμένος Αναρχικός του Αντονέν Αρτό για τον βλαμμένο αυτοκράτορα που πνίγηκε στα ίδια του τα σκατά και βέβαια ο Αναρχικός Τραπεζίτης του Φερνάντο Πεσσόα.

Τέχνες αμέτρητες καλλιτέχνησαν όλα αυτά τα οράματα, ή έστω δημιουργήθηκαν από οραματιστές καλλιτέχνες, όπως ο ζωγράφος Γκιστάβ Κουρμπέ, ελευθεριακός και μποέμ – προτού εφευρεθούν οι όροι, φίλος και θαυμαστής του Προυντόν, ο ζωγράφος, σχεδιαστής και εικονογράφος Φλάβιο Κονσταντίνι, που απομυθοποίησε την Σοβιετική Ένωση μετά από μια επίσκεψη στις αρχές του 1960 και ιδίως μετά την ανάγνωση των Αναμνήσεων ενός Επαναστάτη του Βικτόρ Σερζ, ο Ζιλ Γκρανζουά, ένας από τους πλέον «στρατευμένους» εικονογράφους της εποχής του. Στα σανίδια αγωνίστηκαν καλλιτέχνες και ηθοποιοί, όπως ο Τζούλιαν Μπεκ, συνιδρυτής με την Τζούντιθ Μαλίνα του περίφημου Ζωντανού Θεάτρου [The Living Theatre], φυτοφάγος και πασιφιστής, αυτουργός δεκάδων ανατρεπτικών παραστάσεων για τις οποίες δέχτηκε και φυλακίστηκε.

judith-julian-01

Η …ηχητική μπάντα του λεξικού περιλαμβάνει την περίφημη μουσική κολλεκτίβα Crass με την δική τους οικοτεχνική δισκογραφική Crass Records (που, επιθυμώ να προσθέσω, πραγματικά τιμήσαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, καθώς μας γνώρισαν το αληθινό, πολιτικό πανκ, μακριά από τους μηδενισμούς των τσαρλατάνων των πολυεθνικών δισκογραφικών), τον ελευθεριακό στο φρόνημα Ζορζ Μπρασένς, εργάτη στη Ρενό, συνεργάτη στον σύγχρονό του Ελευθεριακό, τον Νικόλα Άσιμο, την μουσική κολεκτίβα Γκρούπο Ζ.

Άσιμος_

Και βέβαια δεν λείπει ο ελεύθερος έρωτας, ένα ακόμα πεδίο όπου «το μόνο λάθος των αναρχιών υπήρξε το γεγονός ότι, τις περισσότερες φορές, προηγήθηκαν των ηθών της εποχής τους», όπως έγραψε ο Αντρέ Νατάφ. Εκτός από τους Αδαμίτες, τους πρώτους διδάξαντες, η Έμμα Γκόλντμαν, η Μαντλέν Βερέ, η Λουίζ Κιτρίν, ο Σακάε Οσούγκι και πολλοί άλλοι υπήρξαν διάπυροι κήρυκές του προτού ο Βίλχελμ Ράιχ αναγγείλει την Σεξουαλική Επανάσταση, προτού οι χίπις την πραγματοποιήσουν και προτού μετατραπεί σε ερωτική βιομηχανία από τα τραστ του ελευθεριάζοντας νεοσυντηρητισμού. Ας τονιστεί η ειδική αναφορά της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας στο Συνέδριο της Σαραγόσας στη ταραγμένη Ισπανία του 1936: Ο Ελευθεριακός Κομμουνισμός υποστηρίζει τον ελεύθερο έρωτα χωρίς περιορισμούς της θέλησης, ούτε του άντρα ούτε της γυναίκας.

Eros-Plus-Massacre

Τον Ιάπωνα αναρχικό διανοούμενο Σακάε Οσουγκι τον ξαναβρίσκουμε στην σχετική ταινία του Γιόσιντε Γιόσιντα Έρως + Σφαγή, όπου και η βιογραφική αναδιήγηση του ερωτικού του τετραγώνου. Και βρισκόμαστε ήδη στον κινηματογράφο, με λήμματα για ταινίες από το Βίβα Ζαπάτα μέχρι την Ιστορία έρωτα και αναρχίας, τα φιλμ που έμειναν για χρόνια στα συρτάρια της λογοκρισίας όπως η Διαγωγή μηδέν του Ζαν Βιγκό, με την μαθητική εξέγερση και την κατάλυση της σχολικής τάξης ή το Libera, amore mio του Μπολονίνι, με την αφύπνιση της νεαρής κόρης του παλιού αγωνιστή, αλλά και οι άλλες ωραίες ιταλικές ταινίες όπως ο Metello του ιδίου, από την νουβέλα του Βάσκο Πρατολίνι, για τον αναρχίζοντα οικοδόμο Μετέλο στην Φλωρεντία του 19ου αιώνα, η Μετραλέτα Στέιν [Metraletta Stein] του δε λα Λόμα, εμπνευσμένη από ένα επεισόδιο της πολυτάραχης ζωής του αναρχικού και αντιφανκικού αγωνιστή Φρανθίσκο Σαμπατέ. Αυτοδικαίως παρόντες και οι αναρχίζοντες συνεπίθετοι του Καρόλου αδελφοί Μαρξ και ο Λουίς Μπουνιουέλ.

marina-ginesto-spanish-civil-war-1937

Φυσικά διατρέχουμε σπουδαίες ιστορικές στιγμές, όπως η Κομμούνα των Παρισίων 1871 και ο επινοημένος εκεί κομμουναλισμός, εξεγέρσεις (Λιόν, Μπολόνια, Αστουρίες, Κάσες Βιέχας, Μπενεβέντο και βέβαια Κροστάνδη, με τους επαναστάτες που ο Τρότσκι «τουφέκισε σαν πέρδικες και έσφαξε σαν κοτόπουλα», κρατώντας την υπόσχεσή του), απεργίες – την σημαντικότερη άγρια απεργία του 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο, τα Λαυρεωτικά, την Απεργία της Σερίφου, τα Αθεϊκά του Βόλου και καταλήψεις, που άλλωστε αποτελούν την αυθαίρετη προαιώνια πρακτική που γέννησε την ιδιοκτησία στον πλανήτη, ως κινηματική παράμετρος στα εργατικά και αγροτικά επαναστατικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα και ως βιωματική στην εναλλακτική δραστηριότητα ελεθεριακών, αναρχικών και αυτόνομων στο Δυτικό  και τον Τρίτο Κόσμο από την δεκαετία του 1960, αλλά και ειδικότερα τις καταλήψεις στην Ελλάδα, που έφτασαν με την γνωστή χρονοκαθυστέρηση την δεκαετία του 1970, και ακόμη, του κόσμου τα κινήματα και τις κινητοποιήσεις.

Kronstadt demonstration 1917

Πώς μπόρεσε η συναρπαστικότητα που υπήρχε στην συνείδηση ενός κοινού εγχειρήματος να μετασχηματιστεί στη δυσφορία του να είμαστε μαζί; αναρωτιόταν ο Ραούλ Βανεγκέμ για Το Αληθινό Σχίσμα στην [Καταστασιακή] Διεθνή, η οποία παρά την διάλυσή της έφτασε πολύ μακριά, όπως και οι πρόγονοι και συγγενείς της, η Διεθνής των Πειραματικών Καλλιτεχνών Cobra, το Διεθνές Κίνημα για ένα Φαντασιακό Μπαουχάους, η Λετριστική Διεθνής και βέβαια η πρακτική της μεταστροφής που καθιέρωσαν, η εκτροπή και οικειοποίηση του νόηματος ενός καλλιτεχνικού έργου μέσω της αισθητικής του αλλοίωσης για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Με την ευκαιρία, το λήμμα για τον Μάη του 1968, εκτός από τα βασικά, δεν ξεχνά και την ελληνική συμμετοχή αλλά και τους κατοπινούς πολιτικούς αστέρες και διανοούμενους που «σπούδαζαν» στο Παρίσι για να …πικάρουν το χουντικό καθεστώς, ενώ αργότερα εξαργύρωσαν ψηφοθηρικά την ωραία τους θητεία, εγκαταλείποντας την επαναστατική γυμναστική και κεφαλοποιώντας τον Μάη σε πολιτικό προσόν.

Barcelona 1936.

Ο ελευθεριακός κόσμος που ονειρευτήκαμε αντικαταστάθηκε από μια πραγματικότητα όπου η δουλικότερη υποταγή εκθειάζεται ως αρετή, τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα καταργούνται, ολόκληρη η κοινωνική ζωή περιστρέφεται γύρω από κομισάριους και βασανιστές. Όπως σε όλες τις περιπτώσεις όπου ένα ανθρώπινο ιδανικό διαστρέφεται σε τέτοιο βαθμό, το μόνο γιατρικό είναι η αναγέννηση του μέσα στο μεγάλο ρεύμα ευαισθησίας που το γέννησε, η επιστροφή στις αρχές που του επέτρεψαν να σχηματισθεί. Είναι στον ίδιο ορίζοντα αυτής της πορείας που σήμερα, επιτακτικότερα από ποτέ, ξεπροβάλει ο αναρχισμός και μόνο αυτός [Αντρέ Μπρετόν, 1952].

Ένα από τα τελευταία λήμματα του πρώτου αυτού τόμου αφιερώνεται στον Νίκο Μπαλή, τον ακάματο, πολυτάλαντο ηθοποιό, μεταφραστή, γραφίστα, εκδότη, δράστη εντός Διεθνούς Βιβλιοθήκης επί Χούντας, που, όπως θυμάται ο Ευγένιος Αρανίτσης,  του αφηγήθηκε κάποτε το περιστατικό της πρώτης του επαφής με κύκλους αναρχικών…άκουγε συνεπαρμένος το κουβεντολόι τους, εξ υποθέσεως ασυμβίβαστο, εντούτοις, με οιουδήποτε είδους οπτιμισμό. Δεν χρειαζόταν μεγάλη οξυδέρκεια για να καταλάβεις ότι το αναρχικό σχέδιο είχε εκ των προτέρων καταδικαστεί σε αποτυχία. Ο Μπαλής τους ρώτησε απερίφραστα αν έτσι είχαν όντως τα πράγματα. Φυσικά! του απάντησαν αυτοί, δεν υπήρχε καμία ελπίδα – το παραδέχτηκαν. Ε, τότε, θα ήθελε να συμμετάσχει κι εκείνος, είπε…

11354d06a7a

Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014, 520 σελ.

Στις εικόνες: Η Δοκιμή, Η Εμπειρία, Animal Liberation Front, R.W. Emerson σε συνέλευση, Πλάτων Δρακούλης, Murray Bookchin, Henry David Thoreau, Louise Michel, Lola Iturbe, Λαύριο, Σέριφος 1916, Panait Istrati, William Morris, Brook Farm του R.W. Emerson, Φορτίνο Σαμάνο, υπολοχαγός του Σαπατιστικού Στρατού, καθώς καπνίζει αγέρωχος το τελευταίου του τσιγάρο μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχοντας καθαρή συνείδηση και εκπληρωμένο χρέος προς την Μεξικανική Επανάσταση, Τhe Living Theatre [San Francisco 1969], Julian Beck – Judith Malina, Νικόλας Άσιμος, Eros + Massacre, Marina Ginesto – Ισπανία, 1937, Κροστάνδη 1917, Βαρκελώνη 1936, Κάποτε σε κάποιον Νότο.

27
Μάι.
15

Ροβήρος Μανθούλης – Ο κόσμος κατ’ εμέ. Ο βίος και τα πάθη μου

Κόσμος

Η ζωή μου είναι γεμάτη συμπτώσεις. […] Η τύχη είναι μια μορφή τέχνης, όπως λέει ο Ζαν Κλοντ Καριέρ*.  Δεν έγινα ποτέ πλούσιος. Η ζωή μου ναι. Ουδέν πλουσιότερον μιας πλούσιας ζωής. Συχνά χάρη στις απαραίτητες συμπτώσεις. Οι συμπτώσεις έρχονται στους αεικίνητους. Στους εξερευνητές, θα μπορούσαμε να πούμε. Η θεωρία μου είναι ότι, αν πας στην έρημο και φωνή δεν βγάλεις, φυσικά δεν θα σ’ ακούσει κανείς. Αν όμως βγάλεις μια φωνή στην έρημο, κάποιος θα σ’ ακούσει. Η έρημος δν είναι ούτε εύλογη ούτε αναγκαία, άρα η ερημιά της είναι «ανύπαρκτη». Η φωνή είναι και αναγκαία και υπαρκτή. [σελ. 497]

Πράγματι, ο βίος και η πολιτεία του Ροβήρου Μανθούλη έχουν διάχυτες τις συμπτώσεις αλλά ακόμα περισσότερο διαθέτουν το στοιχείο του αυτοκαθορισμού ενός αεικίνητου και εν πολλοίς ασυμβίβαστου, ξεροκέφαλου δημιουργού που δεν σταμάτησε να πειραματίζεται με τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το γράψιμο αλλά και να ζει μια ζωή γεμάτη αγώνες και απολαύσεις. Πώς θα μπορούσε να τιθασευτεί ένα τέτοιο υλικό σ’ ένα χρονικό αναμνήσεων; Σε τι ύφος μπορείς να γράψεις τις αναμνήσεις σου; Αν το στυλ είναι η απόσταση που κρατάς από την πραγματικότητας, το ύφος δεν πρέπει να είναι εμφανές.  Ποιος είναι σε θέση να είναι αντικειμενικός με τον ψυχισμό του; Πόσο πίσω μπορεί να πάει η μνήμη;

Ροβήρος 1

Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στον πατέρα του που βρέθηκε στους κατεξοχήν τόπους του 20ού αιώνα: στα χαρακώματα και στα οδοφράγματα, σε προσφυγιές και ξενιτιές, σε δικτατορίες και εξορίες, σε εμφύλιους και αιχμαλωσίες. Ό,τι γραπτό έγραψε ο Αλέκος Μανθούλης μετά προτροπής υιού, αποτελεί ιδανική αρχή διήγησης. Κάποτε έρχεται στο κάδρο ο μικρός Ροβήρος: Αμφίπολη, 1935, με τον πατέρα του στα έργα του Στρυμόνα. Δυο κινηματογραφικές προβολές στην πλατεία του χωριού, μένουν στην μνήμη μέχρι σήμερα, σαν ελευσίνια μύηση. Ύστερα Αθήνα, Νεάπολη, οι πρόσφυγες κοιμούνται ακόμα στρωματσάδα στον δρόμο. Μεταξάς, ΕΠΟΝ, υπεύθυνος διαφώτισης, με το χωνί στο χέρι: ανέβαιναν στα ταρατσάκια του Στρέφη ή του Λυκαβηττού και φώναζαν το δελτίο αλλά και ποιήματα! Αυτό ήταν το Ελεύθερο Ραδιόφωνο της Αντίστασης! Η πόλη βυθιζόταν στη σιωπή λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, όλοι άκουγαν πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Η εκπομπή κρατούσε επτά λεπτά – στα δεκαπέντε υπολογιζόταν η επιδρομή της Γκεστάπο. Η παρέα διέφευγε από τα σκαλάκια, και στο σπίτι περίμεναν με αγωνία οι γονείς. Αυτοί ήταν οι ήρωες. Εμείς δεν είχαμε ιδέα τι κίνδυνο αντιμετωπίζαμε.

Δεκεμβριανά, Όπλων Παράδοση, ένας δεκάρικος λόγος στην λαϊκή της πλατείας Εξαρχείων παραλίγο να του στοιχίζει τη ζωή από μια Μπερέτα, κι ύστερα η «μεταδεκαμβριανή λαίλαπα της Λευκής Τρομοκρατίας που ήταν ό,τι χειρότερο γνώρισε αυτός ο τόπος». Επιθέσεις στα υπόγεια των μαυραγοριτών, διανομές τροφίμων στον κόσμο. Ο πολυμήχανος πατέρας έφτιαχνε σταρένιο πόριζ λίγο πριν την Κατοχή και το πουλούσε σε μπακάλικα· το ονόμαζε ΒΙΤΑΜ – Βιομηχανία Ιδεωδών Τροφών Αλέξανδρου Μανθούλη. Την μάρκα αυτή την πούλησε αργότερα στην γνωστή μας σήμερα ΒΙΤΑΜ! Ο υιός έχει ποιητικές ανησυχίες, στιχουργεί, έχει δάσκαλο τον Νικηφόρο Βρεττάκο, παίρνει στα χέρια του το αρχείο του Λαπαθιώτη. Σύντομα γίνεται επίλεκτο μέλος της παρέας του Λουμίδη όπου δυο λουμιδικές περιόδους στο πατάρι, με Αλέκο Αργυρίου, Μιχάλ Κατσαρό, Φρίξο Ηλιάδη, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκο Γκάτσο, Βαγγέλη Γκούφα, Δημήτρη Χριστοδούλου, Λεωνίδα Ζενάκο, Μίνωα Αργυράκη, Μάνο Χατζιδάκι.

p-p

Η βιογραφία εμβολίζεται με επιμέρους μνήμες που θα έμοιαζαν με εξαιρετικές κινηματογραφικές σκηνές αν δεν ήταν απόλυτα πραγματικές· θυμάται τον Λουντέμη στη Ρουμανία να ακούει ελληνικό σταθμό από ένα τρανζιστοράκι, και την νυχτερινή βάρδια ενός εργοστασίου να πηγαίνει στον κινηματογράφο στις επτά το πρωί· θυμάται μια παράσταση της Λυσιστράτης σε θέατρο στην Ιπποκράτους, όπου τους γυναικείους ρόλους τους έπαιζαν αυθεντικές πουτάνες από έναν γειτονικό οίκο ανοχής (και επιθυμεί να το αναφέρει γιατί κανείς δεν το μνημόνευσε). Δεν λείπουν και οι απολύτως μπορχεσιανές αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα όταν, κάνοντας μια εργασία για την αποπομπή του Τίτο από την Κομινφόρμ, βρήκε στη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη ένα βιβλίο με τίτλο Πολιτιστικές ανταλλαγές και είδε φωτογραφία με τον εαυτό του, καθισμένο μ’ ένα βιβλίο στο χέρι στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη απέναντι από του Λουμίδη!

Απόηχοι του λετρισμού, κατανυκτικά ακούσματα τζαζ, δυο παράνομοι κρυμμένοι στο σπίτι του, ανακάλυψη της δημοσιογραφίας. Στο ραδιόφωνο το καθημερινό αντικομμουνιστικό Τέταρτο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας με τον Στρατή Μυριβήλη που από αντιμιλιταριστής και βενιζελικός αφαιρεί τις αντιβασιλικές παραγράφους από την Ζωή εν τάφω και κάνει διαλέξεις για το Παιδομάζωμα και τους γελοίους ποιητές όπως ο Ελυάρ. Δείγμα του λόγου του: Ο σλαβικός κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς ούτε ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι φοβερότερο από αυτά. Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής. Η νέα αυτή φυλή κατασκευάζεται σαν ένα είδος κουρελά, μέσα το εργαστήριο του πανσλαβισμού, από τα ρετάλια όλων των φυλών, όλων των λαών, όλων των εθνών.

blues

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου αφιερώνεται τόσο στην αμερικανική εμπειρία του όσο και στην βρώμικη ιστορία της υπερδύναμης. Η πρώτη ξεκινάει με την θετική απάντηση για υποτροφία από το Πανεπιστήμιο των Συρακουσών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Ο συγγραφέας μπαίνει στο υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» με κρυμμένο χαρτονόμισμα και τρεις κόκκους χώμα ελληνικό, για να μη θυμώσει ο Δροσίνης. Η πολιτική κατάσταση που βρήκε λίγο διέφερε από την Ελλάδα· έπεσε σε στιγμή έξαρσης του μακαρθισμού, γύρω του σφύριζε ψυχροπολεμικός αέρας και ακόμα και οι τοίχοι είχαν αυτιά. Ο Μακάρθυ είχε φακελώσει όλους τους Αμερικανούς που είχαν εκδηλώσει σε κάποια στιγμή της ζωής τους αριστερά ή φιλειρηνικά αισθήματα. Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε με το γνωστό πρωτοσέλιδο στους ΝΥΤ με το άρθρο του Ηλία Καζάν, όπου και η δήλωση μετανοίας για τη συμμετοχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τον ξένο δάκτυλο που κρυβόταν από πίσω. Για ένα σημείο αναφοράς όπως ο Καζάν, το πλήγμα ήταν μεγάλο. Είναι γνωστό ότι ο γερουσιαστής Μακάρθυ ήταν ένας γελοίος, αγράμματος, κομπλεξικός, αλκοολικός, ένας ομοφυλόφιλος που έφτιαξε μαύρες λίστες για τους ομοφυλόφιλους. Στην Μακαρθική Αρμοστεία μεγάλη δύναμη είχε και ο Έντγκαρ Χούβερ που κανείς δεν τόλμησε να απολύσει γιατί ο Χούβερ είχε για τον καθένα τον φάκελό του.  Και απορεί ο Μανθούλης, πώς ασήμαντοι άνθρωποι σαν τον Μακάρθυ ή τον Πινοσέτ ή τον Παπαδόπουλο βάφτισαν με το όνομά τους σημαντικές περιόδους της Ιστορίας.

38

Τα λίγα χρήματα τον στέλνουν το1951 στην Αλάσκα για δουλειά σε χρυσωρυχείο σ’ ένα μέρος χωρίς αστυνομία, δικαστήριο, φυλακές και βέβαια χωρίς γυναίκες. Ιδανικός τόπος και για υπόδικους κάθε είδους. Δεν υπήρχαν μπαρ αλλά …σαλούν, όπως στα γουέστερν. Και μια διαρκής ημέρα, χωρίς νύχτα, «που χάλαγε κάπως την ατμόσφαιρα!». Επιστροφή στην Ευρώπη μαζί μ’ ένα Πλίμουθ και πέρασμα από την φρανκική Μαδρίτη όπου ανοίγει ακόμα ένας φάκελος στο όνομά του, ο τρίτος μετά την Ελλάδα και τον Μακάρθι· σύντομα ακολουθεί και ο τέταρτος, στην Ταγγέρη. Στην Ελλάδα το Πλίμουθ μεταφράστηκε σε Μαγιακόφσκι, κοινώς θυσιάστηκε για την έκδοση ποιημάτων του, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου και Καίτης Δρόσου. Πουλήθηκαν 53 αντίτυπα, τα υπόλοιπα 1947 τα μοιράστηκαν οι εμπλεκόμενοι. Καθιέρωση του Θεάτρου της Τετάρτης με μια καινούρια ραδιοφωνική τεχνική στις θεατρικές διασκευές, διεύθυνση σπουδών στις κινηματογραφικές Σχολές Σταυράκου και Ιωαννίδη, εμμονή με την διάδοση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ίδρυση της «Ομάδας των 5».

04

Δικτατορία, Κυπριακό, διπλωματικά η Κυρία Δήμαρχος, ο Κάστρο και ο Κουν, ο Κακογιάννης και οι Αποστολίδηδες, η Nouvelle Vague και το Free Cinema. Βία και Νοθεία, Λαμπράκης, Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, το περίφημο Πρόσωπο με πρόσωπο και οι αντιδράσεις. Λονδίνο, Παρίσι, Μάης ’68, το Μπλουζ με σφιγμένα δόντια­ ­– η ταινία που αφηγούνταν και ταυτόχρονα βίωνε τα μπλουζ· γυρίσματα στο Χάρλεμ, στο σπίτι του ζευγαριού, η Μάμα που ήταν πιανίστα την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και είχα ακόμα το πιάνο της με φαγωμένα τα πλήκτρα.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα επιστρατεύει και την νέα της ελληνική τηλεόραση. Αναλαμβάνει γενικός διευθυντής προγράμματος της ΕΡΤ το 1975, περιορίζει τα αμερικανικά σίριαλ με αποτέλεσμα την διαμαρτυρία του Αμερικανού πρέσβη και την επίμονη στήριξη της στρατιωτικής ΥΕΝΕΔ. Άντεξε μέχρι το 1977, ενώ θα επανεμπλακεί με τις φιλόδοξες Ακυβέρνητες Πολιτείες. Ευτυχώς είναι πολλές σελίδες που αφιερώνονται στην τηλεόραση, που την «διαβάζουμε» εκ των έσω, ιδίως σε αδιανόητες ιστορίες πολιτικής ανηθικότητας και γραφειοκρατικής παράνοιας.

ρμ

Η δημόσια τηλεόραση είναι το πιο ισχυρό, το πιο υπεύθυνο, το πιο παιδαγωγικό και ταυτόχρονα το πιο ευάλωτο δημόσιο αγαθό. […] Η τηλεόραση τρέχει πιο γρήγορα από τις κοινωνίες. Πρέπει να είναι παραδοσιακή και μοντέρνα και να διαπαιδαγωγεί διασκεδαστικά ή τουλάχιστον να διασκεδάζει διαπαιδαγωγώντας. Αυτά μόνο οι αρχαίοι μας τραγικοί ήξεραν να το κάνουν, όταν το θέατρο ήταν η τηλεόραση της εποχής. Αρχαίο δράμα και τηλεόραση είναι πολύ κοντά στην αρχαία Αγορά, εκεί που ανταλλάσσονται προϊόντα, ηθικές αξίες και αισθητικές συγκινήσεις. [σ. 475]

Στο Παράρτημα ο συγγραφέας επιστρέφει στην μακαρθική αρμοστεία και παραθέτει αποσπάσματα από τις καταθέσεις του περίφημου φολκ τραγουδιστή Pete Seeger στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών [1955] για συναυλίες που έδωσε σε πολιτικές συγκεντρώσεις δέκα χρόνια πριν: Δεν πρόκειται να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές ή πολιτικές ιδέες μου ή πώς ψήφισα ή για οποιανδήποτε άλλη ιδιωτική μου υπόθεση. Θεωρώ πως αυτές είναι πολύ ανέντιμες ερωτήσεις για οποιονδήποτε Αμερικανό, ιδιαίτερα κάτω από πιεστικές συνθήκες όπως αυτές εδώ. Πολύ ευχαρίστως θα σας διηγηθώ τη ζωή μου, αν θέλετε να την ακούσετε. […] Αρνούμαι να συζητήσω για το πού τραγούδησα, ποιος άκουσε τα τραγούδια μου ή ποιος τα έγραψε. Αν θέλετε, θα σας τα τραγουδήσω, αν μου φέρετε το μπάντζο μου!

Περιλαμβάνονται ακόμα τμήματα από τις καταθέσεις του μαύρου τραγουδιστή Paul Robson [Old man river], αλλά και, στην άλλη άκρη, των κατάπτυστων Ronald Reagan και Walt Disney. Ακολουθούν ντοκουμέντα, έγγραφα και φωτογραφίες από σειρά πολιτικών ερευνών του συγγραφέα: Κύπρος και ΟΗΕ, Γουότεργκειτ, Δολοφονία Κέννεντι, η Μαφία στην Κούβα κ.ά.

Pete Seeger at the House Un-American Activites committee

Οι εξακόσιες σελίδες με τις θυελλώδεις διηγήσεις διαβάζονται με απόλαυση. Είναι χωρισμένες σε μικρά αυτόνομα κεφάλαια που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, ζαλίζουν την γραμμικότητα με μύριες παρεμβάσεις και τελικά συγγράφουν δυο παράλληλα και ταυτόχρονα εμπλεκόμενα βιβλία: της προσωπικής και της συλλογικής πολιτικής ιστορίας του καιρού του. Και για να μην ξεχνιόμαστε, πριν δυο χρόνια, τις ημέρες του μαύρου στην ΕΡΤ ο Ροβήρος Μανθούλης ζήτησε αποζημίωση για την μετάδοση της ταινίας του από το νέο μόρφωμα με την εξής ανακοίνωση:

Ο Καψής, στα νιάτα του, μου ζητούσε ταινίες μου για ν ανοίξει σινε – κλαμπ. Αποφάσισε να το ξεκινήσει επιτέλους με την Κυρία Δήμαρχο. Στην ΕΔΤ, που ψευδίζει την ΕΡΤ. Βλέπετε, θα λέει ο υπουδγός, ιστοδική στιγμή. Αδχίζουμε με ταινία του Μανθούλη που μας βδίζει. Η ταινία μου θα γίνει λοιπόν «Κυδία Δήμαδχος». Δεν μποδώ δυστυχώς να την εμποδίσω ή να την απαγοδεύσω. Μποδώ μόνο να ζητήσω δικαστικώς είκοσι χιλιάδες ευδώ αποζημίωση για την δυσφήμηση που μου κάνει, με το να μεταδίδει την ταινία μου σε κατάπτυστο κανάλι. Γιατί όλοι οι Έλληνες, μόλις βγει στο κουτί η ταινία, θα φτύνουν την οθόνη του. Ελπίζω, αμέσως μετά την «Κυδία Δήμαδχο», να γίνει και η Κηδεία της Ιεδοδούλου. Δηλαδή της ΕΔΤ.

*Σεναριογράφος, στενός συνεργάτης του Μπουνιουέλ και του Πίτερ Μπρουκ.

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2014, σελ. 612.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 186. Wild Rover.

Ιστολόγιο του συγγραφέα με πλούσιο υλικό εδώ.

Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: εικόνα από την περίφημη ταινία Πρόσωπο με πρόσωπο [1966] / Στο σπίτι της Τζόαν Μπαέζ με τον σύζυγό της Ντέιβιντ, αντιρρησία συνείδησης τις μέρες που περίμενε να τον φυλακίσουν γιατί αρνήθηκε να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Μαζί τους και ο Γάλλος ηχολήπτης Ζαν-Πιέρ Μαρκετί. / Εικόνα από την αναφερόμενη κατάθεση του Pete Seeger στην Μακαρθική Επιτροπή. Το καθαρό του βλέμμα, ισοδύναμο με τον λόγο του.

10
Δεκ.
14

Το ξενοδοχείο κάτω από το βουνό

gkua

[9] Κάποτε κατέγραφα και τους πιο παράξενους τρόπους με τους οποίους γνώρισα έναν καλλιτέχνη – και ίσως ακόμα το κάνω, με την έννοια ότι συνεχίζω να βρίσκομαι σε αναμονή για κάποιο νέο, απροσδόκητο κομμάτι της συλλογής. Τα σχετικά περιστατικά είναι ατέλειωτα: μια παρανόηση ονόματος, μια πρόταση από μια τυχαία γνωριμία λίγων λεπτών, μια μελωδία που άκουσα ως περαστικός από το ραδιόφωνο ενός παλιού καταστήματος, μια κασέτα που βρήκα στο δάπεδο του γκαράζ ενός πλοίου, πεσμένη προφανώς από ιταλούς ταξιδιώτες που την είχαν συμπεριλάβει στα παραθεριστικά τους απαραίτητα.

2deandre

Δεν γνωρίζω αν και με ποιο τρόπο θα γνώριζα τον Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ σε άλλη περίσταση, αλλά το άκουσμα του La mal di luna ήταν ακαριαίο. Αναζήτησα την μουσική του και βρέθηκα μπροστά σε μια ιδιάζουσα περίπτωση. Μέχρι σήμερα μάλιστα κρατώ το Canzone dell amore perduto ως απόλυτη ακουστική εκδοχή μιας χαμένης αγάπης, τόσο στην αρχική του εκτέλεση, υπό την ατμόσφαιρα μιας αργής, στοιχειωτικής μπαλάντας της δεκαετίας του ’60 έως την ακόμα πιο απλή, κιθαριστική μορφή στην διαχρονική παράδοση των σπουδαίων ιταλών τραδουδοποιών. Συνομιλώντας κάποτε με δυο ιταλούς αδελφούς που ζούσαν τα καλοκαίρια τους στο Κάστρο της Σίφνου, κάνοντας όποια δουλειά μπορεί κανείς να φανταστεί, θυμάμαι την έκπληξή τους όταν με άκουσαν να αραδιάζω μια σειρά ονομάτων αγαπημένων ιταλών τραγουδιστών και να ζητώ πληροφορίες για τον καθένα τους. Τότε άκουσα για πρώτη φορά για την απαγωγή του καλλιτέχνη στη Σαρδηνία. Η ιστορία από μόνη της ήταν αδιανόητη – για μια τέτοια φωνή περίμενες να ακούσεις άλλου είδους ιστορίες, δημιουργίας και δημοφιλίας.

FabrizioDeAndre_v.4

Άλλες εποχές…χωρίς την δυνατότητα προσφυγής στις ηλεκτρονικές καρτελοθήκες του διαδικτύου, επεδίωκα κάθε καλοκαίρι να συμπληρώνω την ιστορία ρωτώντας όποιον Ιταλό γνώριζα στους τόπους των δικών τους διακοπών και της δικής μου εργασίας. Τώρα που έχω διαβάσει την ιστορία του, επιθυμώ με την σειρά μου να σιωπήσω· είναι από εκείνες τις ιστορίες που προτιμάς να κρατήσεις στο μυαλό σου παρά να αναπαράγεις με ένα κείμενο αναπόφευκτης δημοσιογραφικής υφής. Όμως, ένα ιδιαίτερο τραγούδι κι ένας ολόκληρος δίσκος γράφτηκαν μετά από την αδιανόητη περιπέτεια και μπορούν να βιωθούν διαφορετικά.

1979_08_29_unione_sarda_01_2048

Ο Φ.ν.Α. απήχθη τον Αύγουστο του 1979 μαζί με την σύντροφό του τραγουδίστρια Dori Ghezzi και κρατήθηκε στο βουνό Supramonte για τέσσερις μήνες, μέχρι την καταβολή λύτρων. Όταν οι απαγωγείς συνελήφθησαν εκείνος τους συγχώρεσε (όχι όμως και τους οργανωτές του εγχειρήματος) επειδή του φέρθηκαν αξιοπρεπώς και επειδή έφτασαν στο έσχατο αυτό σημείο λόγω ανέχειας· δήλωσε δε ότι οι πραγματικοί φυλακισμένοι ήταν εκείνοι. Η οριακή αυτή εμπειρία αλλά και η σκληρή ζωή των κατοίκων της Σαρδηνίας ενέπνευσαν τον ούτως ή άλλως πολιτικά ανήσυχο τραγουδοποιό στον άτιτλο δίσκο του 1981. Στο εξώφυλλο η εικόνα ενός Ινδιάνου συνδέει την κοινή μοίρα των δυο λαών, ανάμεσα στην περιθωριοποίηση, την υποδούλωση και την χρόνια ετικέτα του ξένου και του διαφορετικού. Στο τραγούδι Hotel Supramonte μια γυναίκα κι ένας άντρας βρίσκονται μόνοι, ένα γράμμα αληθεύει το βράδυ και λαθεύει την ημέρα κι ένας τραγουδιστής ευχαριστεί το θεό επειδή έχει ένα τραίνο να χάσει και μια πρόσκληση για το Ξενοδοχείο Σουπραμόντε, όπου είδε το χιόνι στο σώμα της, τόσο γλυκό στην πείνα, τόσο γλυκό στη δίψα.

Fabrizio_Dori_

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 201 – 202 (Δεκέμβριος 2014), ως μέρος μιας σειράς κειμένων για τους συνειρμούς μνήμης, μουσικής, κινηματογράφου και λογοτεχνίας. To αμέσως προηγούμενο κείμενο [αρ. 8] εδώ. Τα έξι πρώτα κείμενα και μια πρώιμη, εκτός αρίθμησης δοκιμή εδώ: https://pandoxeio.com/2014/01/01/synergasies_me_to_dentro/.Τα υπόλοιπα κείμενα στις επόμενες αναρτήσεις, και όλα μαζί στον παραπάνω σύνδεσμο.




Σεπτεμβρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 995.331 hits

Αρχείο

Advertisements