Posts Tagged ‘Κούβα

17
Φεβ.
13

Cristopher Hitchens – Hitch 22

ΣCH coverκέψη ανεξάρτητη, πνεύμα αντίλογο

1. Πιστός στην απιστία του

Όταν εκδίδεται αυτό το βιβλίο ο Χίτσενς μόλις έχει γίνει εξήντα ενός και κατά τα λεγόμενα των γιατρών του πιθανώς αυτά να είναι τα τελευταία του γενέθλια. Κι όπως γράφει ο ίδιος, είναι αναγκασμένος να προετοιμάζεται να πεθάνει και ταυτόχρονα να συνεχίσει να ζει, ανακαλύπτοντας μάλιστα πως έχει ακόμα την θέληση να γράψει και την αχόρταγη λαχτάρα να διαβάσει. Άλλωστε πάντα είχε την ιδιαίτερη τύχη να βγάζει τα προς το ζην κάνοντας τα δύο πράγματα με την μεγαλύτερη γι’ αυτόν σημασία, γράψιμο και διάβασμα. Αν ο σκοπός της ζωής του ήταν να πολεμήσει τις προλήψεις, τώρα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος και με τους φόβους που τις τρέφουν. Το «φανταχτερό, κακόγουστο οικοδόμημα από δήθεν θρησκευτικές μεταστροφές στο κατώφλι του θανάτου και από δακρύβρεχτη ευλαβική φιλολογία» άρχισε πάλι να χτίζεται πάνω στην ασθένειά του και δεν έκανε τίποτα παρά να αναζωογονήσει την αθεΐα του και να διατηρήσει ανοιχτή μια μακρά συζήτηση στην οποία είχε από χρόνια συνεισφέρει και ο ίδιος. Η εισβολή του θανάτου τον έκανε ικανό να εκφράσει ακόμα πιο στέρεα «την περιφρόνησή του για την κίβδηλη παρηγοριά της θρησκείας και την πίστη στην επιστήμη και την λογική». Που μαζί με την αγάπη, την φιλία, την λογοτεχνία και την διαλεκτική του γέμισαν το μικρό υπόλοιπο της ζωής του.

2. Οικοτροφεία = απολυταρχίες

CH 1968Η θητεία του στην εμπειρία του αγγλικού οικοτροφείου τού έδωσε τις πρώτες σκέψεις – κλειδιά για τα απολυταρχικά καθεστώτα. H αληθινή ουσία μιας δικτατορίας στην πραγματικότητα δεν είναι η κανονικότητά της αλλά το απρόβλεπτό της και η ιδιοτροπία της: αυτοί που ζουν υπό την εξουσία της δεν πρέπει ποτέ να μπορούν να χαλαρώσουν, δεν πρέπει ποτέ να είναι βέβαιοι αν ακολούθησαν σωστά τους κανόνες. Συχνά ο μόνος εμπειρικός της κανόνας είναι: ό,τι δεν είναι υποχρεωτικό απαγορεύεται. Το να μην έχεις πού να κρυφτείς είναι μια άλλη όψη του πνεύματος του οικοτροφείου. Το μαζοχιστικό στοιχείο τον προσέλκυσε περισσότερο στις παρατηρήσεις του: πώς τα θύματα γίνονταν ευχαρίστως συνεργοί. Στο σχολικό οπλοστάσιο ψυχολογικού βασανισμού ο Χίτσενς αναγνωρίζει πια το λειτουργικό μοντέλο της μονοθεϊστικής θρησκείας όπου η αγάπη προς το υπέρτατο ον είναι υποχρεωτική και εμπνέει τον φόβο· αυτός ο ηθικός εκβιασμός βασίζεται στην πεμπτουσία της δουλοπρέπειας και επιβεβαιώνει την επικουρία της θρησκείας σε κάθε είδος εξουσίας.

3. Τα συστήματα στα σκουπίδια

item3.rendition.slideshowWideHorizontal.christopher-hitchens-life-in-pictures-ss04Έγκαιρα ο Χίτσενς άρχισε να απομυθοποιεί το ένα σύστημα μετά το άλλο. Όταν βρέθηκε στην Κύπρο, την Παλαιστίνη, τη Νότια Αφρική ή οπουδήποτε αλλού, ένιωσε μεγάλη συμπάθεια για εκείνους που αντιστάθηκαν στη βρετανική κυριαρχία, και φρόντισε να καταγράψει οτιδήποτε είδε και έζησε. Από την άλλη, απομυθοποίησε έγκαιρα και τους Εργατικούς καθώς περίμενε να αρνηθούν την βρετανική υποστήριξη στον βρόμικο πόλεμο του Βιετνάμ. Εκεί ένοιωσε πως αδυνατεί να σπαταλήσει τα νιάτα του μένοντας να χάσει απλώς μπροστά σ’ ένα θέαμα απροκάλυπτης ωμότητας και επιθετικότητας, λες κι ήταν κάτι που έπρεπε να το δεχτεί γαλήνια. Υιοθέτησε το παγκόσμιο σύμβολο της ειρήνης, το φόρεσε στο πέτο του και βγήκε στους δρόμους.

Πολέμιος της οικονομίας των όπλων, όπως είναι ο καπιταλισμός, οργισμένος από την συμβατική πολιτική, καχύποπτος απέναντι σε πολλά από τα συνθήματα του Μάη του ’68 που τού ηχούσαν γελοία ή δονκιχωτικά, δεν τσίμπησε με τους «ψευδοδιανοούμενους της ηθικής ανοησίας» όπως ο Χέρμπερτ Μαρκούζε και ο Ρόναλντ ΝΤ. Λενγκ· ο ειδικός του μαρξισμου Αϊζάια Μπερλίν του φάνηκε ημιμαθής, ο Τσόμσκι καθόλου πειστικός· όσο περισσότερο πλησίαζε τους ειδικούς, τόσο περισσότερο ανεπαρκείς έμοιαζαν· όσο γνώριζε τα σωματεία, τόσο στενοκέφαλα και συντηρητικά του φαίνονταν.

cccp_ussr_100Ούτε ο κομμουνισμός τον παραμύθιασε καθώς γνώριζε την δηκτική ρήση του Μπρεχτ για τους ανατολικογερμανούς: «αν ο Λαός απογοήτευσε όντως το Κόμμα, τότε το Κόμμα ίσως θα έπρεπε να διαλύσει τον Λαό και να εκλέξει έναν νέο». Ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που θαύμασε ήταν ο ανά τον κόσμο κυνηγημένος Βικτόρ Σερζ, που έγραψε την πρώτη και καλύτερη μυθιστορηματική απεικόνιση του Μεγάλου Σταλινικού Τρόμου και μια από τις σημαντικές αυτοβιογραφίες του περασμένου αιώνα (Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός επαναστάτη). Μακριά από εθνικισμούς, φασισμούς και κομμουνισμούς, ο Χίτσενς αναζητούσε την Δημοκρατία και τον Διεθνισμό και εντάχθηκε σε μια ομάδα αντισταλινιστών «Διεθνών Σοσιαλιστών» που ενδιαφερόταν για μια επανάσταση μέσα στην επανάσταση, για μια Αριστερά που ήταν μέσα στην Αριστερά αλλά όχι της «Αριστεράς». Είχε άλλωστε έγκαιρα διαβάσει την μοιραία φράση του Όσκαρ Γουάιλντ: το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό είναι πως σπαταλά πάρα πολλά βράδια σε «συνελεύσεις».

4. Οι απατεώνες της αδιαλλαξίας

Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία του δόθηκε με τη συνεργασία με το New Left Review και αργότερα με το New Statesman και όλα τα σημαντικά αριστερά ή ανεξάρτητα πολιτικά έντυπα που διαμόρφωναν γνώμη. Η πρώτη του εμπειρία στην Βόρεια Ιρλανδία είναι αρκετή:

iraΤελικά αντιλήφθηκα ένα γνώρισμα αυτής της κατάστασης, που έκτοτε με έχει βοηθήσει να καταλάβω περιπτώσεις αντίστοιχης αδιαλλαξίας στον Λίβανο, τη Γάζα, την Κύπρο κι αλλού. Οι τοπικές ηγεσίες που γεννιούνται από τα «προβλήματα» σε τέτοια μέρη, δεν θέλουν να υπάρξει λύση. Μια λύση θα σήμαινε ότι οι μεσολαβητές της Αμερικής και των Ηνωμένων Εθνών δεν θα υποτάσσονταν πλέον στη θέληση τους και δεν θα τους σέβονταν, δεν θα τους προσκαλούσαν  σε διεθνείς διασκέψεις με κύρος και αίγλης, δεν θα τους συμπεριφέρονταν πια με σεβασμό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και δεν θα μπορούσαν να κερδίζουν κάνοντας λαθρεμπόριο και πουλώντας προστασία. Η δύναμη αυτής της παρασιτικής τάξεις παρέτεινε τον ένοπλο αγώνα στη Βόρεια Ιρλανδία χρόνια ολόκληρα αφού είχε γίνει πλέον φανερό στους πάντες ότι κανένας (εκτός από τους κομπιναδόρους) δεν μπορούσε να νικήσει. Κι όταν έληξε, πάρα πολλοί κέρδισαν απ’ την «ειρηνευτική διαδικασία». [σ. 175]

5. Κόκκινοι καταυλισμοί

ΘαErich-Honecker-a18394143 μπορούσε η Κούβα να αποτελεί την τελευταία ελπίδα; Μπορεί σήμερα η Αβάνα, όπως γράφει, να κυβερνάται από μια ρυτιδωμένη ολιγαρχία γέρικων κομμουνιστικών ξόανων, τότε όμως έμοιαζε νεανική και αυθόρμητη και βοηθούσε γενναία τις κατατρεγμένες λατινοαμερικανικές χώρες. Βρίσκεται λοιπόν φιλοξενούμενος σε …ειδικό καταυλισμό για «διεθνιστές», πλημμυρισμένο από εμψυχωτική μουσική και κομπαστικούς λόγους από τα μεγάφωνα, και μόλις που επιχειρεί να κάνει μια βόλτα στη φύση τον σταματούν στην πύλη: δεν ήταν ελεύθερος να πάει πουθενά, είχε φτιαχτεί πρόγραμμα ειδικά γι’ αυτόν κι έπρεπε να το ακολουθήσει. Για άλλη μια φορά ο Χίτσενς αναγνωρίζει γνώριμες αιωνόβιες καταστάσεις: ο κουβανικός σοσιαλισμός κατά ένα τρόπο μοιάζει πάρα πολύ με ιδιωτικό οικοτροφείο και κατά έναν άλλον με εκκλησία. Εκεί τον βρίσκει και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, που ο Κάστρο, εξαρτημένος από την σοβιετική βοήθεια, κατάπιε μεγαλοπρεπώς. Ο καστροϊσμός λοιπόν φαίνεται πως είχε νόημα στην Λατινική Αμερική και τις τερατώδεις δικτατορίες αλλά συμμετείχε στην οικουμενική κομμουνιστική σιωπή για τις τερατωδίες της Ανατολικής Γερμανίας.

Kurdistan against Hussein first Gulf War6. Οι επαναστατικές αποστολές

Μια από τις μεγάλες ελπίδες του ’68 ήταν η απαλλαγή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας από τα απαρχαιωμένα φασιστικά τους καθεστώτα. Η πτώση του φασισμού στην Λισαβόνα το 1974, η χειραφέτηση των αφρικανικών της αποικιών, τα πρώτα φεμινιστικά μανιφέστα, η έντονη μυρωδιά στον αέρα του επί μακρόν κατεσταλμένου σεξ, η απουσία έστω και ενός πυροβολισμού στην αρχή τον γέμισαν με αισιοδοξία. Όταν όμως ρωτούσε γιατί αφού οι επαναστάτες δεν φορούν πολιτικά και γιατί υποτάσσονται στη Σοβιετική Ένωση δεν πήρε απάντηση· ήταν ώρα να φύγει κι από εκεί. Στην Πολωνία η σταλινική γεροντοκρατία ξέπεφτε ως και σε χιτλερικές τακτικές για να καταπνίξει τις διαφωνίες. Ήταν εκπληκτικό, γράφει, να βλέπεις σε ποια έκταση το κομματικό κράτος εξαρτιόταν από ψέματα· κάθε είδους χονδροειδής διαστρέβλωση αποτελούσε καθημερινό γεγονός στα πολωνικά μέσα ενημέρωσης. Κατά τα άλλα, τα όπλα παρέμεναν τα ίδια: μισαλλοδοξία, αντισημιτισμός, δωσιλογισμός. Έφυγε κρατώντας τα λόγια του αντιφρονούντος Άνταμ Μίτσνικ: Η αληθινή πάλη για εμάς είναι να πάψει ο πολίτης να είναι ιδιοκτησία του κράτους.

romania 1989Επόμενη στάση η Αργεντινή του φόβου υπό την χούντα του Βιντέλα, γεμάτη από τα δίχως διακριτικά Φορντ Φάλκον της στρατιωτικής αστυνομίας. Ο ίδιος ο δικτάτορας δεν κράτησε τα προσχήματα και του είπε απερίφραστα και προς έκπληξη των επιτελών του πως κίνδυνο δεν αποτελεί μόνο ο βομβιστής αλλά και ο ιδεολόγος. Ο Χίτσενς έζησε από πρώτο χέρι την στενή τους παρακολούθηση αλλά ήταν ήδη γνωστός και κανείς δεν τον άγγιξε. Όμως η εμπειρία του σκοτεινού, βασανισμένου Μπουένος Άιρες ήταν καθοριστική.  H ώρα για τις ΗΠΑ είχε φτάσει, μαζί με τις βασικές του απορίες: Πώς γίνεται η πιο συντηρητική και εμπορική κοινωνία στη γη να είναι ταυτόχρονα και η πιο επαναστατική; Πώς γίνεται και σε όσες χώρες έχει εργαστεί ως ανταποκριτής – Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα, Κύπρο, Χιλή η αμερικανική εξουσία πάντα στήριζε τις δυνάμεις της αντίδρασης; Πώς ο Χένρυ Κίσινγκερ είχε το ελεύθερο να υποκινεί φόνους και να χρηματοδοτεί στρατιωτικά πραξικοπήματα; Το βιβλίο του για τον τελευταίο υπήρξε το πρώτο που δεν φοβήθηκε μην αποτελέσει σφαίρα στην πλάτη του συγγραφέα του.

7. Μια αξιοζήλευτη ζωή

hitchens in iraq 1975 Ο Χίτσενς αυτοβιογραφείται διηγούμενος συναρπαστικές ιστορίες περί πολιτικής, διπλωματίας, δημοσιογραφίας. Δεκάδες σελίδες αφιερώνονται σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ιστορίες και απόψεις πάνω σε διάφορα θέματα: στις γελοίες προσωπικότητες του Ρίγκαν και της Θάτσερ και την προσωπική του γνωριμία με την Σιδηρά Κυρά, στο τραγικό κυνήγι του Σαλμάν Ρούσντι και στη φιλία του με τον Μάρτιν Έιμις, στο τρομοκρατικό χτύπημα της 11/9 και την κάθετη διαφωνία του με τον Τσόμσκι που μίλησε για απονομή δικαιοσύνης, στο Μεσανατολικό και την διαφωνία του με τον Έντουαρντ Σαΐντ, στον κουρδικό αγώνα του μεγαλύτερου πληθυσμού στον κόσμο δίχως δικό του κράτος, σε αποστολές στη Βοσνία, τη Βόρεια Κορέα, το Ιράκ και το Αφγανιστάν αλλά και στην ευθύνη που βίωσε όταν ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του επηρεασμένος από ένα άρθρο του.

DSC_0026Με κάθε ευκαιρία άλλοι χείμαρροι λέξεων αφιερώνονται στις σκέψεις του για την αυτοκτονία (η μητέρα του βρέθηκε νεκρή στην Αθήνα ύστερα από μια συμφωνία αυτοχειρίας με τον μανιοκαταθλιπτικό εραστή της) και στο ποτό, καθώς υπήρξε πάντα γερός, ανίκητος πότης ακολουθώντας την άποψη του Τσαρλς Ράιντερ στο Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ όταν πως διαλέγει να πίνει χάρη στην «αγάπη για τη στιγμή και στην επιθυμία να την παρατείνει και να την εντείνει» αλλά και στην απέχθειά του για τα ναρκωτικά που θεώρησε εξίσου θλιβερή και επιπόλαιη τάση φυγής, σχεδόν εξίσου αξιοκαταφρόνητη με τις θρησκείες, ιδίως τις τρεις μονοθεϊστικές που πολέμησε ως το τέλος, ως απάνθρωπα συστήματα που σε τιμωρούν για τη φύση σου και σε παρενοχλούν ακόμα και στον θάνατό σου με τις γνωστές φλυαρίες περί μεταθανάτιας ζωής. Στις τελευταίες του στιγμές προτίμησε να έχει δίπλα του τους φίλους του και να κοιτάζει κατάματα τις αλήθειες του.

USA - Authors - Christopher HitchensΚάθε άρθρο, κάθε κριτική, κάθε βιβλίο που ’χω δημοσιεύσει ή εκδώσει, συνιστά έκκληση προς το άτομο ή τα άτομα με τα οποία θα ’πρεπε να είχα μιλήσει προτού τολμήσω να το γράψω. Δεν ξεκινώ ποτέ να γράφω ως και το πιο μικρό δοκίμιο δίχως την ελπίδα – και τον φόβο επειδή υ συνάντηση μπορεί επίσης να φέρει αμηχανία – ότι θα λάβω ένα γράμμα που θ’ αρχίζει: «Αγαπητέ κ. Χίτσενς, φαίνεται να αγνοείτε ότι…». Υπ’ αυτήν την έννοια ο αναγνώστης συνυπογράφει την πατρότητα του κειμένου. Και δεν γίνεται αλλιώς – ανακαλύπτεις τι θα ’πρεπε να γνωρίζεις μόνο αν έχεις παραστήσει ότι ήδη γνωρίζεις ένα μέρος του. [σ. 405]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σ. 487, με δεκαπεντασέλιδο ευρετήριο [Cristopher Hitchens – Hitch 22, 2011].

Στις εικόνες: Σοβιετική Ευωχία, Βορειοιρλανδικη Ισορροπία, ο Θεός της Άθεης Ανατολικής Γερμανίας και ο Χίτσενς σε αποστολές στο Κουρδιστάν (Πόλεμος του Κόλπου, 1991), στη Ρουμανία (1989) και στο Ιράκ (1975).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Hitch Only Rock’n’Roll.

09
Νοέ.
12

Χοσέ Λεσάμα Λίμα – Paradiso

O κολασμένος παράδεισος της γραφής

Α. Περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου

Ύστερα από πολλές μέρες σκοπιάς στο μελαγχολικό παρατηρητήριο του κατωφλιού, ο Χοσέ Εουχένιο ξαναγύρισε με μεγαλύτερη επιμονή στη διόραση μέσα από τις περσίδες. Το παιχνίδι τους μετασχημάτιζε την κατοικία των γειτόνων σε ένα πολύεδρο που τα φώτα του συνενωνόντουσαν μετά τη στιγμιαία κατάτμησή τους από τις λάμες των περσίδων. Εκείνοι οι νεοφερμένοι μεταμορφωνόντουσαν στα μάτια του σε θραύσματα μυστηρίου και περιπέτειας, που όταν πλησίαζαν, έμοιαζαν με σπινθηροβολήματα που σκέπαζαν το παντζούρι με μια επιφάνεια φωτός, συμπαγούς και κατόπιν υποδιαιρεμένου σε λωρίδες, έτσι που η όρασή του δεν συγκρατούσε παρά αποσπάσματα μορφών, με τα οποία δεν μπορούσε να ανασυνθέσει την ολότητα ενός σώματος ή μιας κατάστασης, οπότε συνέχιζε να τις θωπεύει με μια ανάλαφρη και απροσδιόριστη ηδυπάθεια. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνελάμβανε και κατόπιν σταθεροποιούσε τις φευγαλέες ριπές φωτός που φώτιζε περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου. [σ. 120]

Ιδού πως λογοτεχνεί ο συγγραφέας την παρακολούθηση του απέναντι γειτονικού σπιτιού στην άλλη πλευρά της αυλής από τον μικρό Χοσέ Εουχένιο· το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της εκπληκτικής Παραδείσιας εικονοπλασίας και περιγραφικότητας. Μιλάμε για μια μνημειώδη σελίδα της λατινοαμερικανικής γραφής, ένα αριστείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το κατά Φουέντες μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην ισπανόφωνη Αμερική. Το Paradiso είναι η παιδικότητα, η εφηβικότητα, η σταδιακή ωρίμανση και ο τερματισμός προς την ενηλικίωση του κεντρικού χαρακτήρα, του Χοσέ Σεμί, ποιητή μεγαλωμένου σε σπίτια περιπλανώμενων στρατοπέδων στους Τροπικούς, στα αίθρια πολλών ενοίκων και υπηρετών, «με τα δωμάτια με τις κρυφές προσωπικότητες». Σε αυτές τις επικράτειες δεν υπάρχει καν πλοκή ή γραμμικότητα, σε αυτούς τους τόπους η πολυπλόκαμη οικογενειακή σάγκα μοιάζει απειροελάχιστο μόριο.

Β. Η γραφή που φοβίζει τους δικτάτορες ή H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Ο κουβανικής, βασκικής και ανδαλουσιάνικης καταγωγής συγγραφέας Χοσέ Μαρία Αντρές Φερνάντο Λεσάμα Λίμα (Αβάνα 1910 – 1976), ποιητής και δοκιμιογράφος, ίδρυσε ο ίδιος το περιοδικό Origenes (1944), όπου και άρχισε την τμηματική δημοσίευση του Paradiso. Το έργο εκδόθηκε στην Κούβα το 1966 προκαλώντας αμηχανία στο καθεστώς, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Όμως η ίδια η γραφή, που θεωρήθηκε ακατανόητη, μεταφυσική και επικίνδυνη, πανικόβαλλε τους λογοκριτές που το απέσυραν από την κυκλοφορία. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία κατατρομοκρατεί τους δικτάτορες και μόνο ως λογοτεχνία! Ο συγγραφέας ανταπέδωσε την ψυχρότητα, παραιτούμενος από την εργασία του ως δικηγόρου και την θέση του στο υπουργείο Παιδείας της Κούβας για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραφή. H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Γ. Μυθιστορημένο ποίημα, ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα

Ο μεταφραστής συντάσσει πλήρεις Οδηγίες προς Ναυτιλομένους (συμβουλευόμενος και την εισαγωγή της επιμελήτριας της ισπανικής έκδοσης, της Ελοΐσα Λεσάμα Λίμα, αδελφής του συγγραφέα) που μας οδηγούν τουλάχιστο μέχρι τα ανοιχτά, γιατί από εκεί κι έπειτα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής, της γραφής του Paradiso, που αποτελεί ένα άκρως προσωπικό νεομπαρόκ δοκιμιακό μυθιστορημένο ποίημα ή ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα, ένα ολικό μυθιστόρημα [Novela Total]. Η δοκιμιακή συνιστώσα χαρακτηρίζεται από πυκνές αναφορές σε ελληνική μυθολογία, αρχαιοελληνική φιλοσοφία και γραμματεία, ορφισμό, κινεζική σοφία, αιγυπτιακή θρησκεία, ρωμαϊκή ιστορία, θρησκειολογία, σε πλήθος τεχνών και επιστημών. Η ποιητική – μυθοποιητική πλευρά είναι εμφανής όχι μόνο μορφολογικά – ο συγγραφέας πέρασε πολλά χρόνια στην ποίηση – αλλά και λειτουργικά, ενώ η μυθιστορηματική ξεχειλίζει σε κάθε σελίδα.

Δ. Ο παιάνας του τσιγάρου, μια χαρωπή πυγολαμπίδα στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς

Το κείμενο είναι καταφορτωμένο από σχοινοτενείς παρεμβάσεις και ρήξεις της συνέχειας, αλληγορίες και συμβολίσματα. Αλλά είναι κυρίως οι μεταφορές, οι παροιμοιώσεις και οι εικονοπλασίες που το απογειώνουν. Οι μασκαρεμένοι του καρναβαλιού δίνουν άγριες μαχαιριές σ’ έναν αποξηραμένο αέρα, οι συριγμοί του εκκλησιαστικού οργάνου μοιάζουν με του μαχαιριού που κόβει ένα παγωμένο κυδώνι και ο παιάνας του τσιγάρου με χαρωπή πυγολαμπίδα λουσμένη στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς. Οι ατμόσφαιρες της ευθιξίας σκεπάζουν σαν ομίχλη καθημερινά  το σπίτι, οι αναθυμιάσεις του πηχτού απόβραδου διαδέχονται τη νυσταλέα αχλύ του απομεσήμερου. Η βιτρίνα των κατευοδίων αφήνει τον πιο αποτελεσματικό σπόρο για να φυτρώσουν οι αναμνήσεις, το μικρό σώμα μοιάζει με ιππόκαμπο θρονισμένο στο καύκαλο γιγάντιας χελώνας, η ξηρασία του Αυγούστου πυρπολεί τον ύπνο.

Οι κυκλοφορούντες χαρακτήρες, κάποτε πλαδαροί σαν βρεγμένη φέτα ψωμιού, γεύονται μέλι από μέλισσες άξιες ελληνικού επιγράμματος, υφίστανται την απαλή βία του ζευγαρώματος και το μυστήριο των υπόγειων καμωμάτων της θέλησης και απαιτούν να διεισδύσουν στο μυθιστόρημα, εκεί όπου τα γηρατειά είναι ένα άλλο είδος νεότητας, διαπερατή και ανάλαφρη, ή «μεγαλώνουν προς τα μέσα, προς το όνειρο». Οι εικόνες είναι καταιγιστικές: οι κλωστίτσες της βροχής κυλούν ή στροβιλίζονται ταχέως ανάμεσα στα παράσημα, τα γαλόνια και τα μεταλλικά κουμπιά της στολής του Συνταγματάρχη, η πυγολαμπίδα της κάφτρας του τσιγάρου χαράσσει σπείρες, σαν προειδοποιητικά σήματα της πλημμυρίδας του ύπνου που πλησιάζει, κλειστή βαλβίδα στην προβολή του φωτός. Μια πεταμένη κάλτσα μοιάζει με ουρά σειρήνας σε λασπερή αμμουδιά, κάποιες ρίζες πλέχτηκαν γύρω από την ξιφολόγχη σαν ένα πυθαγόρειο κηρυκείο…

Χρόνια αργότερα θα μαθαίνανε ότι από εκείνη την καταβόθρα πετούσαν τα σκουπίδια, και γι’ αυτό το λόγο οι καρχαρίες μπαίνανε στις υποβρύχιε σπηλιές του φρουρίου, περνώντας από το όνειρο στο βαβυλωνιακό τσιμπούσι των σκουπιδιών. Τόνοι ολόκληροι σκουπιδιών μεταμορφωνόντουσαν στο ιερό ασήμι των φτερών τους και των λεπιών τους, σαν να είχαν στιλβωθεί από τον Γλαύκο, και την ακολουθία του των χαρούμενων σαλπιγκτών. Κίνητρο επαρκές, εντούτοις, για να τροφοδοτήσει πολλά χρόνια εφιαλτών… [σ. 199]

Ε. Γελοιογράφοι και γελοιογραφούμενοι

Όπως συμβαίνει με τις πολυπρόσωπες τοιχογραφικές και τοιχογραφημένες σάγκες, οι δευτερεύοντες και δορυφορικοί χαρακτήρες έχουν ειδικό λογοτεχνικό βάρος αλλά και αποκτούν έδαφος για ολόδικές τους εμφανίσεις, όπως ο φλαουτίστας Μαρτινσίλιο, «με μια ωχρότητα κιννάβαρης, ψιλόλιγνος και υπερόπτης» όποτε ένιωθε να φυσάει η αύρα στις στρεβλωμένες καλαμιές των σπλάχνων του ή ο Αδαλμπέρτο, γελοιογράφος των μπιστρό, ο οποίος….

τη νύχτα έβγαινε, έχοντας μαζί του ένα μικρό βαλιτσάκι με κοχύλια κάθε είδους. Με μια ψυχρή ευγένεια πλησίαζε στα τραπέζια των νυκτερινών καφέ και, με τα χρώματα που περιείχαν τα κοχύλια του, έφτιαχνε τα πορτραίτα των αργόσχολων κυριών. Καθόταν στο τραπέζι όπου ασκούσε την τέχνη του, όταν, περασμένα μεσάνυχτα, έχοντας φύγει οι πελάτες, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια ερωτομανή κυρία περασμένης νεότητας. Αφού τελείωσε το πορτραίτο της, αλληλοκοιτάχτηκαν με μακριές παύσεις ανικανοποίητης προσφοράς και σαρκικής αισθησιακότητας με πρόοδο συμφωνικού έργου. Τον προσκάλεσε στο απαστράπτον διαμέρισμά της, ερωτικά δροσισμένο με μεταλλικό νερό. [σ. 49, 50]

ΣΤ. Η Μπαρόκ Τέχνη του Λόγου

Αν η μπαρόκ τέχνη περιλαμβάνει κολοσσιαία μεγέθη, διακοσμητική υπερφόρτωση, οπτικές απάτες και μαζικά εφφέ, η αντίστοιχη λογοτεχνία πλημμυρίζει από μεγάλες περιόδους και προτάσεις, πληθωρική ρητορεία μέσω εκφραστικών σχημάτων του λόγου (κυρίως παρομοιώσεων και μεταφορών) και υποβλητικές εικόνες, ο δε εκλεκτικισμός της συμμειγνύει στοιχεία από διάφορα και ποικίλα στυλ: από ρεαλισμό, μαγικό ρεαλισμό και υπερρεαλισμό μέχρι λογική, προ – λογική, όνειρο και φαντασία. Πρόκειται όμως – επιμένει ο επιμετρών μεταφραστής – για αμερικανικό μπαρόκ (ή Νεομπαρόκ), διακρινόμενο από το ευρωπαϊκό κλασικό γοτθικό μπαρόκ ή το ισπανοαραβικό μπαρόκ. Το πρώτο διαθέτει τα στοιχεία του δεύτερου αλλά έχει συν τοις άλλοις τα χαρακτηριστικά ανοιχτού συστήματος σύνθεσης, που δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση αλλά παραμένει ατέλειωτο, με ερωτήματα αναπάντητα και επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Και φυσικά η ποικιλία των εκφραστικών λύσεων και η ικανότητα αφομοίωσης των ποικίλων και των ετερόκλητων κατασκευάζουν ένα μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα – άλλωστε «το μεταμοντέρνο δεν είναι παρά ένα μπαρόκ με σύγχρονα υλικά και οικοδομική».

Ο Συνταγματάρχης πήγε στο Τάτσκο υπακούοντας σε ορισμένες μυστικές οδηγίες, και, στο καφέ Μπέρτα, είδε τα συλλογή των μασκών. Εκεί ήταν που τις φύλαγαν, όμως τις ημέρες των μεγάλων εορτών ή επετείων, ο κατειλημμένος από τα δαιμόνιά του λαός έτρεχε εκεί για να τις βρει. Καθένας έψαχνε τη δική του, σαν να του ήταν αφιερωμένη τώρα και αιώνες. Μάσκες αγριεμένων μοσχαριών, χαρακωμένες με επιθετικά χρώματα· ή βοδιών, με ένα χρώμα σιέννας ομοιογενές και νυσταλέο, ψηλές σαν πύργοι, για να δηλώσουν με το κούνημα του κεφαλιού τους μια ανεξήγητη κόπωση·  ή μάσκες αιματόχρωμες, με ένα γκριζοπράσινο βρώμικο ράμφος, δηλωτικό μιας νευρωτικής φεουδαρχικής ναυτίας, που τα χτυπήματά του στο ψοφίμι μιμούνταν μια επαναληπτική αιγυπτιακή περιέργεια· και μάσκες κογιότ, που θα ’λεγες ότι η νύχτα τους ερέθιζε την προβιά, αιφνιδίως ακινητοποιημένα, σαν να ξεφύτρωναν από το σώμα τους ζευγάρια μάτια.  [σ. 67-68]

Ζ. Αναζητώντας τον Χαμένο Παράδεισο

Ο κύκλος των συγγενών και ο δεσμός των φίλων, οι αντιθέσεις της λατινοαμερικάνικης ψυχής και η ουσία της κουβανικότητας, η ιστορική διάσταση και η βαθύτατη αγνεία της παιδικότητας όλα επιχειρούν να χωθούν στον Παράδεισο. Ο Οδυσσέας του Παραδείσου γίνεται τελικά Άνθρωπος με Ιδιότητες και Αναζητητής του Χαμένου Χρόνου μαζί και λογοτεχνείται από τον συγγραφέα που χαρακτηρίστηκε ως ο «Προυστ της Καραϊβικής».

Εκδ. Ίνδικτος, 2002, μτφ. από τα ισπανικά, μελέτημα – κριτική παρουσίαση: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, 723 σελ. Το εκατοντασέλιδο επίμετρο περιλαμβάνει κείμενα για τη μετάφραση, το έργο, εργογραφία, βιβλιογραφία, χάρτη και χρονολόγιο συνοπτικής ιστορίας της Κούβας [José Lezama Lima, Paradiso, 1966.]

και ήταν ακριβώς αυτή η λέξη Ακροατής που την άκουσε και την αφομοίωσε ο Χοσέ Σεμί σαν το ερμηνευτικό κλειδί ενός άγνωστου κόσμου και θύμιζε το πέτρινο πρόσωπο της αυτοκράτειρας Πλοτίνα στο Παλάτι του Καπιτωλίου όπου η βράχινη κούκλα που σχηματίζει η μύτη από τις γλυφές, προκαλεί την εντύπωση ενός αιγυπτιακού προσώπου της εποχής του Διπύλου, από το οποίο, αν αφαιρέσει κανείς τις γάζες, αποκαλύπτει τη νεανική συντήρηση της επιδερμίδας του, ωσάν να πρόκειται για κάποιο νέο είδος, όπου ο χρόνος παρεμβαίνει ως αναγκαίο αλλά τυφλό τεχνούργημα, ακυρώνοντας τις αρχικές ιδιότητες που επεδίωξε ο καλλιτέχνης, για να τις αντικαταστήσει με άλλες, ικανές να ταπεινώσουν αυτό τον ίδιο τον καλλιτέχνη, καθώς μας φανερώνεται μια νέα λύση στη δημιουργία ενός πέτρινου προσώπου, που ούτε καν τη διέβλεψε. Μας φαίνεται ότι σ’ αυτή την περίπτωση ο χρόνος περιπαίζει τον χρόνο, καθόσον όταν επιτίθεται άγρια πάνω σ’ εκείνο το πέτρινο πρόσωπο και πετυχαίνει την πρώτη του στιγμιαία νίκη σκαλίζοντας τη μύτη, η ίδια μύτη επανεμφανίζεται για να διαλεχθεί ή να ομοιοκαταληκτήσει με το υπόλοιπο πρόσωπο που παρέμεινε αναλλοίωτο. [σ. 79].

09
Σεπτ.
11

Μικαέλ Λεβί & Ολιβιέ Μπεζανσενό – Che Guevara. Μια φλόγα που καίει ακόμα

Το βιβλίο ξεκινά από το τέλος, Μια νύχτα κάπου στη Βολιβία, σε δάσος ανεξερεύνητο κι ελλιπώς καταγεγραμμένο, με τον Τσε στερημένο από φάρμακα απέναντι στον αποπνικτικό του συνοδοιπόρο, το άσθμα, αλλά με το σημειωματάριο πορείας πάντα μαζί του, γεμάτο ποιήματα των Neruda, León Felipe, Guillén. Μετά την πεντάμηνη αναμονή στην Πράγα και την αποδοχή της αποτυχίας του Κονγκό το παρόν είναι αβέβαιο όσο ποτέ: ο εντεκάμηνος ανταρτοπόλεμος  της βολιβιανής οδύσσειας του 1966, ανάμεσα σ’ έναν εχθρικό αγροτικό πληθυσμό που ανά πάσα στιγμή μπορεί να ειδοποιήσει το στρατό – σε αντίθεση με τη Σιέρα Μαέστρα, που στεκόταν δίπλα τους, η αντίδραση του ΚΚ Βολιβίας, που θεωρούσε απαράδεκτο ένας μη-Βολιβιανός να καθοδηγεί εξέγερση σε αυτά τα εδάφη και σε κάθε περίπτωση άκουγε μόνο τη φωνή του σοβιετικού της αφεντικού.

Ο άνθρωπος που διηύθυνε την κουβανική επανάσταση από το 1956 μέχρι το 1965 και που οραματιζόταν να γίνει η κορδιλιέρα των Άνδεων σαν τη Σιέρα Μαέστρα τώρα βρίσκεται με 17 μόνο μάχιμους αντάρτες, χλωμούς σαν το κερί, με σάκους τριάντα  κιλών – ο δικός του ήταν σωστό βιβλιοπωλείο. Οι Κουβανικές αναμνήσεις έρχονται κι επανέρχονται: τα δυο περίφημα ταξίδια με μοτοσικλέτα όπου έζησε την εκμετάλλευση και τις ανισότητες, την θεριστική λεηλασία της United Fruit Company και τις εξαθλιωμένες συνοικίες της Λα Παζ, έμαθε την υπόγεια ιστορία των απελευθερωτικών κινημάτων του Tupac Amaru (1745) και του Simón Bolivar (1825), είδε στην κορυφή του Μάτσου Πίτσου ότι οι Ινδιάνοι των Άνδεων δεν είχαν ποτέ πάψει να αγωνίζονται κατά της καταστροφής του πολιτισμού τους, αισθάνθηκε την αιώνια σκιά των προκολομβιανών πολιτισμών στα μεθυστικά τοπία. Το ιουλιανό βράδυ του 1955 που γνώρισε τον Φιντέλ και συζήτησαν όλη τη νύχτα ως την αυγή, οπότε και γνώριζε πως είχε γίνει αγωνιστής της κουβανικής επανάστασης, το αντάρτικο, η νίκη, τα υπουργεία, η διεύθυνση της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας, όπου με χαρά αψήφησε τις διεθνείς αγορές εκδίδοντας χαρτονομίσματα υπογεγραμμένα με το ψευδώνυμό του και με τη μορφή του Camilo Cienfuegos. Τι θα έμενε απ’ όλα αυτά; Σήμερα, 40 χρόνια μετά, τι μένει απ’ όλα αυτά;

Υπάρχουν πολλές βιογραφίες του Ernesto Guevara de la Serna αλλά ετούτη εστιάζει στις ιδέες, τις αξίες, τις προτάσεις και τα όνειρά του, επιχειρώντας να συλλάβει την εξέλιξη του πολιτικού του στοχασμού, να τον επαναναγνώσει κριτικά, να εντοπίσει την συμβολή του στο σήμερα. Ο πολυμεταφρασμένος Λεβί είναι διευθυντής κοινωνιολογικών ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας κι έχει ασχοληθεί εκτενώς με τον μαρξισμό στη Λατινική Αμερική και τη «θεολογία της απελευθέρωσης». Ο Μπεζανσενό είναι στέλεχος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας (Ligue communiste révolutionnaire – LCR) και υποψήφιός της στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2002 και 2007, υποστηριζόμενος από ευρύτερα κόμματα της γαλλικής αριστεράς. Αμφότεροι ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, άρα – δηλώνουν – έχουν διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες του Γκεβαρικού Έργου.

Η επιθυμία του Τσε ήταν να ελευθερώσει την ανθρωπότητα από το «αόρατο κλουβί» όπου η κοινωνία φυλακίζει τον άνθρωπο και τον κάνει λύκο για το συνάνθρωπό του. Η πορεία του επιταχύνθηκε από το υποστηριγμένο από τις ΗΠΑ στρατιωτικό πραξικόπημα στη Γουατεμάλα το 1954 – υπήρξε άμεσος μάρτυρας της ανατροπής του προέδρου Jacobo Árbenz και είδε την ανεπάρκεια του πασιφισμού του. Η μεξικάνικη εξορία του αργότερα τού παρείχε την ευκαιρία να διαβάσει πολλά έργα της μαρξιστικής – λενινιστικής βιβλιογραφίας και να συζητήσει μαχητικά με τους Κουβανούς πρόσφυγες που ετοιμάζονταν να ελευθερώσουν την Κούβα από τη δικτατορία του Μπατίστα. Κι εδώ η μεγάλη διαφορά: ο δικός του δρόμος του προς τον μαρξισμό είναι αδιαχώριστος από εκείνα τα πρόσωπα που συνάντησε καθ’ οδόν· υπήρξε καρπός αναγνώσεων, συζητήσεων και εμπειριών. Ο Τσε δεν βρήκε τις απαντήσεις του στα αναγνώσματα του «μαρξισμού της πρόσοψης και του σκηνικού των Ρώσων», όπως τον αποκαλεί ο Paco Ignacio Taibo II, αλλά προτίμησε να κάνει λάβαρό του μια ρήση του Κουβανού ποιητή και επαναστάτη Χοσέ Μαρτί: Κάθε πραγματικός άνθρωπος πρέπει να αισθάνεται στο δικό του μάγουλο το χτύπημα που δόθηκε στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Χαρακτηριστική είναι η απάντησή του σε κάποια γυναίκα που τον ρωτούσε αν είναι συγγενείς: Αν είστε ικανή να τρέμετε από αγανάκτηση κάθε φορά που γίνεται μια αδικία στον κόσμο, τότε είμαστε σύντροφοι, κι αυτό είναι σημαντικότερο.

Ο μαρξισμός για τον Τσε είναι μια ιδεολογία που δεν επιβάλλεται αλλά ένας οδηγός δράσης. Δεν έχει τίποτα το δογματικό, οι ιδέες δεν είναι απαρασάλευτες, κριτική ασκείται ακόμα και στον ίδιο τον Μαρξ. Ο καθένας εντάσσεται σε αυτό το ρεύμα ιδεών ελεύθερα, μέσα από την ίδια του τη σκέψη. Οι επαναστάσεις δεν γίνονται κατόπιν διαταγής. Ο ίδιος παραδεχόταν ότι οι επαναστάτες δεν είχαν κατ’ ανάγκην όλες τις σωστές απαντήσεις σε όλα τα θέματα. Έχοντας όμως εντρυφήσει σε ολόκληρο το μαρξιστικό έργο εντόπισε μια παλιά μαρξιστική ιδέα: η χειραφέτηση του καθενός θα είναι δικό του έργο. Ο Χοσέ Μαρτί έλεγε: ο καλύτερος τρόπος να πεις είναι να κάνεις. Βέβαια μια τέτοια ταυτολογία αποτελούσε ενοχλητική νύξη για την αναβλητική και παθητική διεθνή αριστερά.

Σε κάθε περίπτωση αυτός ο αντιδογματικός μαρξισμός είναι αδιαχώριστος από ηθικές αξίες, σε αντίθεση με τα σταλινικά οικονομικά δόγματα περί «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων». Μ’ αυτήν ακριβώς την ηθική χροιά αποκόπηκε ριζικά από την ορθόδοξη και ψυχρή εκδοχή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» των ανατολικών χωρών. Ο κομμουνισμός είναι φαινόμενο της συνείδησης και όχι μόνο της παραγωγής. Το κλειδί της μεταμόρφωσης βρίσκεται στην παιδεία, στην εκμάθηση του κριτικού πνεύματος, στην απόκτηση όπλων και δεξιοτήτων, που ο Malcolm X (με τον οποίον για άλλη μια φορά έφτανε στα ίδια συμπεράσματα) τις συγκρίνει με όπλα.

Και η βία; Η συγκεκριμένη εποχή ήταν σημαδεμένη από τη βία πολυάριθμων δικτατοριών – βασανισμοί, εκτελέσεις, εξαφανίσεις. Έπρεπε να γίνεται χρήση της έστω και από αντίδραση στην υπαρκτή κτηνωδία; Ο Τσε προτιμούσε να δώσει ο ίδιος διαταγές για τις εκτελέσεις πολλών δεκάδων δημίων και στελεχών του καθεστώτος Μπατίστα αντί να οχυρωθεί πίσω από κατώτερους. Όλες οι μαρτυρίες της εποχής, και από τα δυο στρατόπεδα, συμφωνούν ότι επέδειξε πάντα το μεγαλύτερο σεβασμό για τη ζωή και προτίμησε τις «νόμιμες» εκτελέσεις για να αποφύγει τις εκτελέσεις δια συνοπτικών διαδικασιών και τα μαζικά λιντσαρίσματα. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πολιτικού σχεδίου και πολεμικών υποχρεώσεων μοιάζει λεπτή, όπως και το θέμα της δημοκρατικής οργάνωσης των αντάρτικων κινημάτων. Την αναζήτηση της ισορροπίας μεταξύ δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας συνοψίζει το έμβλημα του Στρατού των Ζαπατίστας: Ο καθένας υπακούει διοικώντας.

Κάθε απελευθέρωση συναντά αυτό το δίλημμα. Η απελευθέρωση της Γαλλίας και άλλων χωρών στιγματίστηκε από τις εκτελέσεις χιλιάδων δοσίλογων. Οι Σαντινίστας στη Νικαράγουα προτίμησαν να δώσουν αμνηστία στους ανθρώπους της δικτατορίας Σομόζα. Η γενναιοδωρία τους, που έχει παραμείνει υποδειγματική, δεν ανταποδόθηκε: πολλοί παλιοί της σομοζικής εθνοφρουράς που αφέθηκαν ελεύθεροι μπήκαν στις γραμμές των Κόντρα, αντεπαναστατικής δύναμης οπλισμένης από τις ΗΠΑ, που πολλαπλασίασε τις εκτελέσεις αμάχων. (σ. 51)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κεφάλαιο για την Γκεβαρική κληρονομιά στη Λατινική Αμερική, όπου μια ολιγαρχία εγκατεστημένη στην εξουσία για πολλούς αιώνες μονοπωλεί τους πόρους κι απομυζά τους λαούς. Εδώ το ερώτημα είναι αν είναι δυνατό να αλλάξουν αυτές οι λατινοαμερικανικές κοινωνίες χωρίς επανάσταση, κάτι που υποστηρίζεται από την «ρεαλιστική» Αριστερά της Λατινικής Αμερικής, όπως έγραψε κι ο Jorge Castañeda (Η αφοπλισμένη ουτοπία). Μόνο που λίγους μήνες μετά, στο νοτιοανατολικό Μεξικό, στην Τσιάπας, οι χωρικοί Ζαπατίστας πήραν τα όπλα για να πουν Ya basta! στη νέα παγκόσμια τάξη, επαληθεύοντας τη φράση Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός. Τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης των οπλισμένων ουτοπιστών για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN) δήλωναν ότι προέρχονταν από τον γκεβαρισμό! O Castañeda βέβαια διαψεύστηκε εν μέρει: ότι οι Ζαπατίστας δεν έχουν ως στόχο να πάρουν την εξουσία, αλλά να προκαλέσουν την αυτοοργάνωση των καταπιεσμένων. Αλλά ένοπλα.

Ακόμα σημαντικότερη είναι η επίδραση του γκεβαρισμού σε πολλά μαζικά κοινωνικά κινήματα, όπως το MST, το Κίνημα των Χωρίς Γη στη Βραζιλία, τους Αργεντινούς piqueteros, τους Βολιβιανούς εργάτες, τους ιθαγενείς Μαπούτσε στη Χιλή, τους Μάγια στη Γουατεμάλα. Ένα ολόκληρο δίκτυο από έδρες Che Guevara κινείται γύρω από το πανεπιστήμιο των Μητέρων της πλατείας Μαΐου στο Μπουένος Άιρες. Και είναι σήμερα βέβαια γνωστή η περίπτωση του Έβο Μοράλες στη Βολιβία, που στην πρώτη του ομιλία ως πρόεδρου απέτισε φόρο τιμής στους προγόνους που αγωνίστηκαν (Tupak Katari, Σιμόν Μπολιβάρ, Τσε), ενώ μεταξύ μελών της κυβέρνησής του υπάρχουν αγωνιστές που πολέμησαν πλάι στον Τσε. Ο Ούγκο Τσάβες, επανέφερε βασικά στοιχεία του γκεβαρικού προγράμματος στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, ενώ στην Κούβα, με τις εργασίες του Carlos Tablada, το βιβλίο μαρτυρία του Orlando Borrego, τις μελέτες του Fernardo Martinez Heredia και τα φλοβερά κείμενα της Celia Hart και πάνω απ’ όλα με την έκδοση του ανέκδοτου σημειωματαρίου του το 2006, η σκέψη του Γκεβάρα ζει στο πολιτικό και πνευματικό διάλογο της χώρας. Και στον υπόλοιπο κόσμο, στο πλήθος κοινωνικών φόρουμ και στις εκφράσεις μιας εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης (altermondialisme).

Η πρόσληψη του γκεβαρισμού σήμερα διαφοροποιείται πολλαπλά από εκείνη των χρόνων της φωτιάς, μεταξύ 1960 και 1979, όταν άνθισε ένα αντάρτικο κίνημα που επικαλείτο τον Τσε. Πρόκειται για εικοσαετία πλήρους υποταγής της Λατινικής Αμερικής στην κυριαρχία της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας, που συνήθιζε είτε να παρεμβαίνει άμεσα, στέλνοντας στρατό είτε να υποκινεί στρατιωτικά πραξικοπήματα. Το σχετικό κεφάλαιο δεν ξεχνάει όλους εκείνους που αγωνίστηκαν εναντίον της τραγικής εκείνης συγκυρίας. Αν ο γκεβαρισμός ηττήθηκε παντού στο Νότιο Κώνο, η επιρροή του στις κεντροαμερικανικές χώρες υπήρξε πιο αποτελεσματική (ανατροπή δικτατορίας Σομόζα το 1979 στη Νικαράγουα αλλά και Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης Φαραμπούντο Μαρτί στο Σαλβαδόρ και Στρατός των Φτωχών Ανταρτών στη Γουατεμάλα, που δεν ανέτρεψαν καθεστώτα αλλά διαπραγματεύτηκαν συμφωνίες και αφύπνισαν συνειδήσεις).

Όσο κι αν σκέψη του Τσε έχει όρια και είναι εν μέρει ημιτελής και ανολοκλήρωτη, ξαναδίνει στην ατομικότητα κεντρική θέση στην πολιτική. Η τραγική και αιματηρή εμπειρία της καρικατούρας του σταλινισμού και του υπαρκτού σοσιαλισμού μπορεί να κατέστησε αναξιόπιστη για μια ολόκληρη γενιά την ιδέα κάθε σοσιαλισμού και να έσβησε τις φλόγες του, αλλά «οι ανθρακιές του Τσε καίνε ακόμα». Σήμερα που Ανατολή και Δύση δεν αναμετρώνται μετωπικά αλλά βρίσκονται συμφιλιωμένες πάνω στην πλάτη των χωρών του Νότου, με τις δικτατορίες να είναι περισσότερο οικονομικές παρά στρατιωτικές, η πολιτική, ανατρεπτική και ρομαντική εποποιία του Τσε εξακολουθεί να αποτελεί φυτώριο ιδεών και ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.

Στο πλουσιότατο παράρτημα περιλαμβάνονται βιογραφικά στοιχεία, εκλογή βιβλιογραφίας του Τσε αλλά και έργων για τον Τσε καθώς και δυο κείμενα, του Daniel Bensaid και του υποδιοικητή Μάρκος, που γράφει: Τα ξαναδιάβασα, όλα, από τον Pablo Neruda, στον Julio Cortázar, Walt Whitman Juan Rulfo. Χαμένος κόπος, αδιάκοπα η εικόνα του Τσε με το ονειροπόλο βλέμμα του στο σχολείο του Λα Χιγκουέρα, διεκδικούσε τη θέση της ανάμεσα στα χέρια μου. Από τη Βολιβία μας είχαν έλθει τα μισόκλειστα μάτια του κι εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο που ιστορούσε όσα είχαν γίνει και υποσχόταν όσα μέλλονταν να γίνουν.

Εκδ. Φαρφουλάς, 2008, μτφ. Νίκος Σταμπάκης, σελ. 173, με δεκασέλιδες σημειώσεις και τριαντακοντασέλιδο παράρτημα (Olivier Besancenot – Michael Löwy, Che Guevara, Une braige qui brûle encore, 2007).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Στις άλλες φωτογραφίες: Ο Υποδιοικητής, ο πρεσβύτερος συγγραφέας και η Φλόγα.

04
Μάι.
09

Λεονάρδο Παδούρα – Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη

Τα πάντα είναι ένα καθαρό θέατρο, τραγουδούσε η La Lupe στο υπέροχο ομώνυμο τραγούδι (γνωστό από την Αλμοδοβαρική του επανεμφάνιση), εκφράζοντας περιπαθώς την ουσία των μπολερό. Στο ψευδεπίγραφο αλλά σαγηνευτικότατο αυτό μέλος της κουβανέζικης μουσικής φαντασμαγορίας καταδύεται ο Μάρκο Κόντε, ανιχνευτής μυστηρίων ήδη γνώριμός μας από πέντε μυθιστορήματα του Λεονάρντο Παδούρα (Αβάνα, 1955): την τετραλογία Οι τέσσερις εποχές και το Αντιός Χέμινγουεϊ. Ένα παράλληλο Puro Teatro, όμως, φαίνεται να αποτελεί πλέον ολόκληρη η πολυπαθής και πολυύμνητη Κούβα, η σκληρή κοινωνική πραγματικότητας της οποίας συχνότατα εγγράφεται συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα μέσω της παρακαμπτήριας αστυνομικής μυθοπλαστικής οδού.

Στην εξαθλιωμένη λοιπόν Αβάνα της ελεύθερης πτώσης των εκδόσεων και της θλιβερής παρακμής των βιβλιοπωλείων, της εκποίησης των σπιτικών βιβλιοθηκών λόγω πείνας και της κατάληξης των ευγενικών συντρόφων στο ταξίδι της ζωής στο σφαγείο της αγοράς, ο Κόντε, αποστρατευμένος πια απ’ τους ρυπαρούς αστυνομικούς φακέλους, προσπαθεί ως έμπορος βιβλίων να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιβίωσή του και στη διάσωση τίτλων – αριστουργημάτων της κρεολικής βιβλιογραφίας των δυο προηγούμενων αιώνων. Στο ενδιάμεσο φροντίζει να σπαταλά το μερίδιό του σε μυθικά γεύματα παρέα με τους ενδεείς φίλους του στα εξαθλιωμένα τους σπιτικά ή στα κρυμμένα ιδιωτικά παλαζάρ, με υλικά πενιχρά μα εμπνευσμένα από σπάνια, «σχεδόν τρομοκρατικά» βιβλία συνταγών, εξαφανισμένων τελεσίδικα από τον συλλογικό γαστρονομικό χάρτη της χώρας – οι σχετικές σελίδες δεν μπορούν παρά συγκινητικά να μας θυμίζουν την κατά Μυρζέ Ζωή των Μποέμ.

Ίσως είναι, λοιπόν, φυσικό το λιανισμένο σώμα και η συντετριμμένη ψυχή του να αναζητά ένα μονοπάτι θαυμάτων μέσα στις περίκλειστες βιβλιοθήκες ή, απλώς, «το αδιανόητο», όσο αναμενόμενο είναι να το βρει τελικά στο πρόσωπο μιας γυναίκας που εντοπίζει τυχαία σ’ ένα καταχωνιασμένο απόκομμα. Η αναζήτηση της Βιολέτας ντελ Ρίο, αφανούς καλλιτέχνιδος των μπολερό και σχεδόν ψυχορραγούσας ερμηνεύτριας της ερωτικής ποίησης των τροπικών, με έναν και μοναδικό δίσκο μα και ορισμένα αδιόρατα ίχνη στην προσωπική του οικογενειακή ιστορία, γίνεται για τον Κόντε πορεία αναπότρεπτος. Πώς και πού να εντοπίσεις όμως την αχνή φιγούρα μιας εποχής όπου μπορούσες σχεδόν να κόψεις την κατακλυσμιαία μουσική της ατμόσφαιρας με μαχαίρι; Στην διεφθαρμένη αρένα των πορνείων, των καζίνο και των κέντρων διασκέδασης της προεπαναστατικής Κούβας ή στα συνωστισμένα εσωτερικά δωμάτια και τις δυσώδεις εσωτερικές αυλές των εξαθλιωμένων γηγενών και μεταναστών της μετά – Κάστρο εποχής; Και πώς να πλοηγηθεί κανείς στη ζούγκλα της κρεολικής ζωής της τρίτης χιλιετίας, όπου κλέβει μέχρι κι ο Θεός;

Ο συγγραφέας σχεδιάζει τον «αστυνομικό» του μύθο πάνω στον καμβά της σύγχρονης Κούβας, όπου η σκέψη της έλλειψης κάθε νοητού πράγματος αποτελεί μια μόνιμη διανοητική κατάσταση και όπου τα σοκάκια των συνοικιών, οι αίθουσες υποδοχής για σαντέρος και πνευματιστές και τα εξομολογητήρια των εκκλησιών ξεχειλίζουν από υπερβολικά πολύ κόσμο χωρίς τίποτα να κάνει ή να χάσει. Ρομαντικός, ακόμα, αριστερός, ο Κόντε αισθάνεται ως ιερή αποστολή του την συντροφιά μέχρι πλήρους απόφραξης αρτηριών από λίπη, νικοτίνη και αλκοόλ στον παχύ ανάπηρο φίλο του Κοκαλιάρη Κάρλος και υποφέρει σιωπηλά στις σκληρές στιγμές του ξεπουλήματος των βιβλιοθηκών από αξιοπρεπείς λιμοκτονούντες.

Περισσότερο κι από την αργή και βασανιστική ερμήνευση του ανεξήγητου ορμονικού φλογίσματος που του προκαλεί εκείνη η θελκτική μορφή, ο Κόντε αναζητά τις δικές του αλήθειες – άλλωστε στην ερώτηση «τι ψάχνει πια να βρει» στο χαμένο παρελθόν απαντά «εκείνο που δεν έχω μάθει ακόμα». Ίσως φωνές σαν της ντελ Ρίο απαιτούν απόσταση και ταυτόχρονα διεκδικούν το ελάχιστο αίτημα να μη χαθούν αμετάκλητα στη λήθη· ίσως πάλι αισθάνεται πως πρέπει να φύγει μακριά και ν’ αφήσει τους νεκρούς, τους τσακισμένους και τους ηττημένους να μείνουν κρυμμένοι στο παρελθόν το χαμένο στην ομίχλη, εκεί όπου έπρεπε ν’ αναπαυθούν εν ειρήνη.

Όμως ακόμα και στην σάπια κινούμενη λάσπη του κόσμου του, μπροστά στο υπόγειο λαθρεμπόριο των κρεολικών βιβλίων και την αφαίμαξη ακόμα και δημόσιων βιβλιοθηκών που ροκανίζουν σήμερα την πολιτιστική κληρονομιά της Κούβας, ικανοποιώντας τους ανά τον κόσμο συλλέκτες, ο Κόντε ήδη γνωρίζει το τρυφερό του χρέος. Αφήνει στην άκρη τη νομιμότητα και τελικά διαπράττει το αδιανόητο: η κλοπή των βιβλίων γίνεται, πλέον, ιερή και η διαμοίρασή τους στους κατάλληλους ανθρώπους μπορεί να εμπνεύσει ακόμα και τον έρωτα!

Συντεταγμένες: Eκδόσεις Καστανιώτη, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σ. 364 (Leonardo Padura Fuentes, La neblina del ayer, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 550, 30.4.2009, υπό τον τίτλο Θραύσματα του κόσμου «μετά το ’89» (και εδώ).

08
Φεβ.
08

Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες – Η βρόμικη τριλογία της Αβάνας

Εκείνη η επίμονη αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης μου είχε κάνει ζημιά. Δεν ξέρω ποιος στο καλό μού έβαλε αυτή την ιδέα στο κεφάλι. Για να ζήσεις με εσωτερική γαλήνη πρέπει να είσαι ηλίθιος. Ή όχι; (σ. 52)
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννηση στην Κούβα (Ματάνσας, 1950). Η 26ετής δημοσιογραφική και εκφωνητική θητεία του στην κουβανέζικη ραδιοτηλεόραση διακόπηκε μετά από το ταξίδι του στη Βαρκελώνη για την προώθηση του βιβλίου αυτού (1998). Απολύθηκε χωρίς καμία εξήγηση, ενώ οι συνάδελφοί του στην τηλεόραση σταμάτησαν να τον χαιρετούν στο δρόμο και να αισθάνεται «ένα φάντασμα της Αβάνας». Έτσι η Βρόμικη τριλογία απαγορεύτηκε στη χώρα, ενώ το τελευταίο του Animal Tropical (κυκλοφορεί από τις ίδιες εκδόσεις με τίτλο Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα) μοσχοπουλάει και εκεί, αναγκάζοντάς μας να συμπεράνουμε πως οι ερωτικές μυθιστορίες ποτέ δεν ενοχλούσαν τους Κουβανούς, αρκεί να μην συνδυάζονται με πολιτικές αμφισβητήσεις του παραδείσου τους.
Χρονoγραφικό: 1994-1997, στην καρδιά της περιόδου οικονομικής κατάρρευσης της χώρας και κατακόρυφης πτώσης του βιοτικού επιπέδου των Κουβανών λόγω της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της παύσης κάθε οικονομικής βοήθειας.
Ήρωες: Η πάντα ευπρόσδεκτη ταύτιση συγγραφέα-αφηγητή-ήρωα εδώ βρίσκει την κυριολεξία της. Αυτό είναι το πρώτο δυνατό χαρτί του Γκουτιέρες: η απόλυτη σύμπτωση ζωής και γραφής. Εξιστορεί αυτά που ζει και βιώνει αυτά που γράφει. Σε μια από τις φωτογραφίες εδώ τον βλέπουμε στο εσωτερικό μπαλκόνι του κτιρίου όπου κατοικεί, έναν χώρο όπου καμία αίσθηση δεν μένει παραπονεμένη: ακούει συνεχώς από παντού δυνατή μουσική ή πάσης φύσεως καυγάδες. Μυρίζει τη μόνιμη δυσωδία από κάτουρο, βρόμα και τα καθημερινά ξερατά ενός μέθυσου στον τέταρτο όροφο. Βλέπει καθημερινά αγνώστους να πηγαινοέρχονται, αν και όχι πάντα, εφόσον συχνά οι γείτονες κλέβουν τις λάμπες και το κτίριο σκοτεινιάζει. Αγγίζει τις ολοένα και περισσότερες (με κάθε νεροποντή της Καραϊβικής) ρωγμές στους τοίχους. Γύρω του, ένας τρίχρωμος πληθυσμός γεμάτος από: χινετέρας και χινετέρος (εκπορνευόμενες νέες και νέοι, τυπικά και ουσιαστικά αποδεκτοί από την κοινωνία λόγω της ανέχειας). Αναπολητές περασμένων μεγαλείων και παραιτημένους ένοικους των χαμόσπιτων, που κάθε πρωί μετράνε τις απώλειες από τις επιδρομές των αρουραίων. Θρησκόληπτους και μυστικιστές της διπλανής πόρτας. Επίδοξους σχεδια-στές (αυτοί που σχεδιάζουν να αποδράσουν με αυτοσχέδιες σχεδίες προς το Μαϊάμι). Ηδονοβλεψίες που κοντοστέκουν έξω από τις αυλές για να ακούσουν τα βογκητά των τελευταίων ηδονών που απέμειναν στους γηγενείς. Εθισμένους στο φτηνό ρούμι με γεύση πετρελαίου. Ηλικιωμένους που φυλάνε τα καλά τους ρούχα για την ημέρα που θα αλλάξουν όλα.
Πλοκή: Ο Πέδρο εξιστορεί πώς είναι να ζει κανείς σε αυτήν τη μυθική πλέον χώρα. Έχει μάθει να μην έχει την παραμικρή απαίτηση από αυτή τη ζωή. Ζει στο καλύτερο δυνατό σημείο του κόσμου: στην ταράτσα ενός παλιού οκταώροφου κτιρίου στην Μαλεκόν, την παραλιακή λεωφόρο της Αβάνας, και περιμένει το σούρουπο για να κοιτάξει τις δυο όψεις της πόλης (παλαιά – σύγχρονη), να αναπνεύσει την αρμύρα των παλιών σπιτιών, να κατεβάσει ρούμι όπως άλλοι πίνουμε νερό και να σκεφτεί με διαύγεια, πετώντας μακριά από τον εαυτό του, παρατηρώντας τον από μακριά. Μόνο που εδώ δεν έχουμε κανέναν εκκεντρικό υμνητή των γνωστών κλισέ (περιπλάνηση, έρωτες, ποτό, φιλοσοφίες), κάποιον που τα κάνει για να τα κάνει, μα επειδή έτσι έχει μάθει να ζει και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Tον ακολουθώ σε μία από τις περιπλανήσεις του. Περνάει από το σπίτι του σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα Λεσάμα Λίμα που όμως είναι άγνωστος εκεί. «Α, ένας ηλικιωμένος χοντρός που ζούσε εδώ; Κυκλοφορούσε πάντα με κουστούμι και γραβάτι κι η γυναίκα του ήταν τρελή. Πούστης δεν ήταν αυτός;». Σταματάει σε μια πιτσαρία που δεν έχει πλέον καύσιμα ψησίματος. Ακούει τις βλαστήμιες των γυναικών από ένα σολάρ, καθώς καθαρίζουν για άλλη μια φορά τους διαδρόμους από τον ξεχειλισμένο βόθρο. Παρακολουθεί τη σύλληψη ενός πλανόδιου πωλητή κρέατος (για την ακρίβεια ανθρώπινου, από το νεκροτομείο) αλλά κι έναν αστυνομικό να βοηθά τέσσερις τύπους να δέσουν καλύτερα τη σχεδία της απόδρασης. Κοιμάται μεθυσμένος σε κάποιο παγκάκι και νοιώθει κάθε μισή ώρα κάποιον να τον ψαχουλεύει. Σκέφτεται τις ερωτικές του περιπλανήσεις και μονολογεί: έμαθα τόσα πολλά που ίσως κάποια μέρα να γράψω έναν Οδηγό Διαστροφής. Αυτός ο σεξουαλικά αχόρταγος και «φιλοσοφημένος» σεξιστής, λατρεύει ή χρησιμοποιεί τις γυναίκες για τους δικούς του λόγους. Αρνείται να συμβιβαστεί με τις μοναδικές τρεις ιδιότητες με τις οποίες μπορεί κανείς να επιβιώσει στην Αβάνα: τρελός, μεθυσμένος ή κοιμισμένος – αν και το δεύτερο το συζητάει. Συχνά αποχαιρετά τους δικούς του φίλους.
Σε μια από τις πιο γερές σκηνές αποχαιρετισμού, ο συγγραφέας βλέπει πως αυτή που φεύγει για την άλλη πλευρά είχε αφήσει ορισμένα αντικείμενα αξίας σκορπισμένα στο δωμάτιο.
-Θα τα αφήσεις όλα αυτά;
-Ναι. Είναι όλα άχρηστα.
-Μόνο άχρηστα δεν είναι. Οι λαστιχένιες σαγιονάρες, το σαμπουάν, το σαπούνι, το μπλοκ σημειώσεων, η ξυριστική μιας χρήσης. Εδώ όλα είναι χρήσιμα…
Λίγο αργότερα κάναμε την αποχαιρετιστήρια βόλτα στην Μαλεκόν. Μου είχε ήδη πει ότι την πονούσε πολύ να βλέπει όλο αυτό το πολιτικό θέατρο που παιζόταν προκειμένου να συγκαλυφθεί η εξαθλίωση. Καθίσαμε για λίγη ώρα να ακούσουμε τη θάλασσα. Εκείνη τη μύριζε. Εγώ όχι. …Έφυγα περπατώντας, κρατώντας τη σακούλα, προς το σπίτι μου. Αργά. (σ. 46-47)
Γκράφιτι: Ήταν άνθρωποι πολύ απελπισμένοι. Και ίσως γενναίοι ή αδαείς. Υποψιάζομαι ότι η γενναιότητα και η άγνοια πάνε χέρι χέρι. // Τίποτα δεν κρατάει για πάντα. // Ήμασταν πολύ νέοι τότε κι όταν είναι κανείς νέος σπαταλάει τα πάντα επειδή πιστεύει ότι τίποτα δεν πρόκειται να τελειώσει. Και πολύ καλά κάνει. Όπως και να ‘χει, όταν γεράσεις, πάλι δεν θα έχεις τίποτα, όσο κι αν έχεις κάνει οικονομία.
Γοητεία: Μιλήσαμε ήδη για τη σαγήνη της πρωτογενούς βιωματικής αφήγησης. Το δεύτερο δυνατό χαρτί του συγγραφέα είναι η προσωπική του καταβύθιση σε μια καθημερινή έως ωμή σεξουαλικότητα – όχι μόνο τη δική του αλλά και ενός ολόκληρου λαού. Δεν περιμέναμε φυσικά να φτάσουμε στο 2006 για να διαβάσουμε απροκάλυπτες σεξουαλικές σκηνές. Όμως, εκτός από τη δόση της αυθεντικότητας που υπάρχει κι εδώ, υπάρχει κάτι ακόμα: ο Πέδρο, κι ως φαίνεται η πλειονότητα των Κουβανών, κάνει σεξ όπως άλλοι λαοί αναπνέουν, τρώνε ή προσκυνάνε θεούς: αυτονόητα, βιωματικά και ανενδοίαστα. «Εμείς δεν είμαστε Αγγλοσάξονες, Γερμανοί ή Γάλλοι. Είμαστε Κουβανοί, και για μας το σεξ είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου… Το σεξ δεν είναι για ανθρώπους με αναστολές… είναι ανταλλαγή υγρών, ρευστών, σάλιου, ανάσας και δυνατών μυρουδιών, ούρων, σπέρματος, σκατών, ιδρώτα, μικροβίων, βακτηρίων. Αλλιώς δεν είναι. Εάν είναι μόνο τρυφερότητα κα αιθέρια πνευματικότητα, τότε περιορίζεται σε μια στείρα παρωδία του τι θα μπορούσε να είναι… Χρησιμοποιώ το σεξ στην αφήγησή μου μόνο ως δραματουργικό στοιχείο. Άλλοι συγγραφείς δολοφονούν τους ήρωές τους για να ανεβάσουν την ένταση. Εγώ τους βάζω να κάνουν έρωτα. Νομίζω πως είναι πολύ πιο ευχάριστο να χύνεις σπέρμα από το να χύνεις αίμα» (από συνομιλία του στο περιοδικό Highlights 17/2005).
Γραφιστικά: Μυθιστόρημα και διήγημα συγχέονται σε 3 μέρη με 20 ιστορίες το καθένα. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άλλος τρόπος να ειπωθούν όλα αυτά, πέρα από την άγρια, μινιμαλιστική και κοφτερή αφήγηση. Με απλά λόγια, λιτές περιγραφές και σκληρές ατάκες, χωρίς το παραμικρό στολίδι, χωρίς «λογοτεχνίζουσες» περιγραφές. Συχνές επαναλήψεις, λογική συνέπεια της προφορικότητας του λόγου. Τον ανεβοκατεβάζουν ως Μπουκόφσκι της Καραϊβικής ενώ ο ίδιος αναγνωρίζει περισσότερες οφειλές στους Τρούμαν Καπότε και Ρέιμοντ Κάρβερ. Μην ξεχνάμε και τον Χένρι Μίλερ, φίλτατε Πέδρο.
Απόσπασμα: Αλλά η σάρκα είναι ασθενής…Και υποθέτω σε όλους το ίδιο συμβαίνει με τις σάρκες τους, αλλά δεν αρέσει στους ανθρώπους να το συνειδητοποιούν, σε βαθμό που εφηύραν τις έννοιες της ηθικότητας και της ανηθικότητας. Μόνο που κανείς δεν ξέρει να προσδιορίσει πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια που διαχωρίζουν τους ηθικούς από τους ανήθικους (σ. 74)
Η Τσίτσα πέρασε όλη τη νύχτα χεσμένη από το φόβο της, ακούγοντας έναν μεγάλο και γεροδεμένο αρουραίο να ψαχουλεύει ανάμεσα στα κατσαρολικά. Ο αρουραίος συμπεριφερόταν με θράσος, λες και ήταν στο σπίτι του. Ερχόταν από το υπόγειο, από έναν παλιό και σάπιο σωλήνα. Ανέβαινε οχτώ ορόφους μέσα στο σωλήνα μέχρι να βγει στο φως. Τότε πηδούσε στην ταράτσα του κτιρίου και ριχνόταν στην ανασκαφή των άφθονων σκουπιδιών ή έμπαινε σε κάποιο από τα δωμάτια. Συνολικά πρέπει να είναι γύρω στα πενήντα άτομα, αν όχι περισσότερα, στοιβαγμένα στα εφτά δωμάτια, τα οποία έχουν χτιστεί σιγά σιγά, σε διάστημα τριάντα χρόνων, στην ταράτσα. Αυτό εξασφαλίζει επαρκείς κρυψώνες και υπολείμματα φαγητού. … Στην πραγματικότητα, πίσω από εκείνο τον αθληταρά αρουραίο ανέβαιναν πολλοί ακόμη και τα βράδια γίνονταν οι άρχοντες της ταράτσας… Τελικά ξημέρωσε και η Τσίτσα σηκώθηκε να επιθεωρήσει τις απώλειες. Ο αρουραίος είχε ξεσκεπάσει την κατσαρόλα με τις πατάτες και τα φασόλια που είχαν περισσέψει. Το έφαγε σχεδόν όλο και, σαν να μην έφτανε αυτό, έχεσε και πάνω στο τραπέζι…Η Τσίτσα ήταν πάντα βρομιάρα και ατημέλητη αλλά αυτό πια πήγαινε πολύ. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Έβγαλε έξω την κατσαρόλα και την γέμισε νερό… (σ. 460-461)
Ίσως, για καλή μας τύχη, η νοσταλγία να μπορεί να μεταμορφωθεί από κάτι καταθλιπτικό και θλιβερό σε έναν μικρό σπινθήρα που θα μας εκτοξεύσει στο καινούργιο, που θα μας παραδώσει σε άλλη αγάπη, σε άλλη πόλη, σε άλλο χρόνο, που μπορεί να είναι καλύτερο ή χειρότερο, αλλά δεν έχει σημασία, θα είναι διαφορετικό. Κι αυτό είναι εκείνο που αναζητούμε όλοι καθημερινά: να μη σπαταλήσουμε τη ζωή μας μονάχοι … να απολαύσουμε το κομμάτι της γιορτής που μας αναλογεί. (σ. 77-78).
Συντεταγμένες: Pedro Juan Gutierrez, Trilogia sucia de la Habana, 2005. Στα ελληνικά: Μτφ.: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, Μεταίχμιο, 2006. 485 σελ. συν άλλες 5 με σημειώσεις της μεταφράστριας.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.



Απρίλιος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 1.018.210 hits

Αρχείο