Posts Tagged ‘Κριτική

09
Νοέ.
18

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου – Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017

Κανονικά και μόνο η κυκλοφορία ενός τόμου με το συγκεκριμένο θέμα και αυτή την υπογραφή θα αρκούσε για να μιλάμε όχι μόνο για μια πολύτιμη, και μάλλον αναπάντεχη έκδοση αλλά και για ένα σπάνιο έργο που αποτελεί ταυτόχρονα ιστορία, γραμματολογία, κριτική και ερμηνεία της αχανούς εγχώριας πεζογραφικής παραγωγής των τελευταίων σαράντα πέντε χρόνων, και όχι μόνο, εφόσον ο διάλογος με τα προγενέστερα έργα των ίδιων συγγραφέων είναι συνεχής. Αξίζει όμως να γράψουμε ελάχιστα λόγια πέρα από την αυτονόητη αξία του ενιακοσασέλιδου βιβλίου.

Για εμάς που τον διαβάζουμε εδώ και δεκαετίες, ο κριτικός λόγος Χατζηβασιλείου, εκτός των δεδομένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν κάθε άξιο κριτικό λόγο, έχει τρία πρόσθετα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από πλείστους ομότεχνους: είναι εύληπτος και προσιτός στην (ωραία) ανάγνωση, δεν απαξιοί να αναφερθεί με σαφήνεια στην πλοκή κάθε βιβλίου και, τέλος, μπορεί να εστιάσει τον μεγεθυντικό φακό του στο έργο και την ίδια στιγμή να αποστασιοποιηθεί ώστε να το δει με τηλεσκόπιο, ως μέρος ενός γενικότερου κοινωνικού και λογοτεχνικού όλου. Αυτά τα στοιχεία απογειώνουν το βιβλίο του, που όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, μπορεί να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τον ειδικότερο των ειδικών ως τον πλέον αδαή, με την ίδια απόλαυση.

Σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας προτάσσει, όπου κρίνει ότι χρειάζεται, απαραίτητα εισαγωγικά δοκίμια, ενώ στο τέλος ανακεφαλαιώνει σε ανάλογο κείμενο τα συμπεράσματά του. Όσον αφορά τα θεωρητικά του εργαλεία, φροντίζει να συμπυκνώσει σε λίγες σελίδες ή παραγράφους τα βασικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας εκτενέστατη βιβλιογραφία, την οποία, παρεμπιπτόντως, συμπεριλαμβάνει μόνο στις εκάστοτε υποσημειώσεις και όχι σε ειδικό παράρτημα στο τέλος, όπως πιθανώς θα επέλεγαν άλλοι περισσότερο της επίδειξης. Εννοείται πως η μοιρασιά θεματολογίας και μορφής των αναφερόμενων έργων είναι ακριβοδίκαιη, ενώ τα κείμενά του χρωματίζονται από την προσωπική του άποψη.

Η παρακάτω ταχύτατη διέλευση δεν είναι παρά μια ενδεικτική, κλεφτή ματιά σ’ έναν τεράστιο χάρτη μυθοπλασίας. Οι φράσεις με πλάγια γράμματα είναι ακριβώς οι χρησιμότατοι και πρωτότυποι τίτλοι που προτάσσει ο συγγραφέας στα κεφάλαια, τα υποκεφάλαια και τις ειδικότερες ενότητες. Ας σημειωθεί πως αναφέρω ελάχιστους από τους εκατοντάδες περιλαμβανόμενους συγγραφείς και περιορίζομαι μόνο σε θέματα θεματολογίας. Εννοείται, τέλος, πως κάθε αναφορά στους συγγραφείς αφορά συνήθως συγκεκριμένα έργα, που εδώ παραλείπονται· έτσι ο κάθε συγγραφέας μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικά κεφάλαια ανάλογα με το μυθιστόρημα ή την συλλογή διηγημάτων του.

Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Το δημόσιο βάρος μιας εποχής κοιτάζει κατευθείαν μέσα στο καμίνι της πολιτικής και της Ιστορίας. Η πολιτική ως κενό νοήματος εκφράζεται με το πολύτροπο και πολυκύμαντο Κιβώτιο (1974) του Άρη Αλεξάνδρου, που παραμένει μέχρι σήμερα ένα βιβλίο – σταθμός· η πολιτική ως λογοτεχνικό βαρίδι κυριαρχεί στην Χαμένη άνοιξη (1976) του Στρατή Τσίρκα, ενώ στο Διπλό βιβλίο (1976) του Δημήτρη Χατζή ό, τι ετοιμαζόταν να γεννηθεί και να ανθήσει στο Τέλος της μικρής μας πόλης τώρα έχει ακινητοποιηθεί και λιμνάσει. Οι ήρωες δεν περιμένουν πια να αλλάξουν και να μεταμορφωθούν· το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αποδεχτούν την κοινή τους μοίρα και την συντριβή από ένα υπερσύστημα που αλέθει τα πάντα, από τις συνειδήσεις και τα όνειρα μέχρι τους φίλους και τους εχθρούς. Η πολιτική ως ηθικός αναστοχασμός χαρακτηρίζει το έργο του Σπύρου Πλασκοβίτη· στο μυθιστόρημά του Η πόλη (1979) το συλλογικό είναι αδύνατο να αποσπαστεί από το ατομικό αλλά και το ατομικό συναντά αναπόφευκτα, κάτω από τις πιο διαφορετικές περιστάσεις το συλλογικό.

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς εμφανίζεται με το ωριμότερο μέχρι τότε βιβλίο του, Αντιποίησις αρχής (1979), με έναν απόλυτα αρνητικό λογοτεχνικό ήρωα, ενώ η Φανταστική περιπέτεια (1985) βάζει στην άκρη τους ματωμένους ογκόλιθους του ιστορικού και πολιτικού παρελθόντος πλησιάζοντας την καθημερινότητα και το παρόν της Μεταπολίτευσης, όπου κι εκεί γρήγορα τα πάντα καταρρέουν. Εδώ ο ήρωας αδυνατεί να δει ότι η επερχόμενη καταστροφή έχει πολύ συγκεκριμένες και χειροπιαστές αιτίες και δεν προέκυψε από το πουθενά· η καταστροφή του δεν είναι μια κατ’ ιδίαν διάλυση αλλά μια απείρως σκοτεινή απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας.

Στο σημαδιακό βιβλίο του Αντρέα Φραγκιά Το πλήθος (1985, 1986) σ’ έναν αδιευκρίνιστο ως προς την οποιαδήποτε λεπτομέρεια χωροχρόνο δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές αλλά επιμέρους σύνολα, ένας διασκορπισμένος και ταυτόχρονα περιχαρακωμένος πληθυσμός. Κανείς μέσα στην πολιτεία του Πλήθους δεν μετράει ως μονάδα. Το άτομο συντρίβεται εκ των προτέρων μπροστά σε μια εξουσία που έχει ως στόχο την καταστροφή οποιασδήποτε πνευματικής ή υλικής οντότητας που ξεχωρίζει. Η πολιτική ως άκρατη και απροκάλυπτη βία αποτελεί απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Νίκου Κάσδαγλη, όπου αναδεικνύεται η πολιτική και κοινωνική παθολογία τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος και η κατάδειξη των αόρατων μηχανισμών της εξουσίας και της ακαριαίας δράσης τους. Οι πεζογράφοι του μυθιστορήματος της πολιτικής εξορίας (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Άλκη Ζέη, Μιμίκα Κρανάκη) συνδέουν αξεχώριστα τον ξεριζωμό και την εσωτερική τους αποξένωση.

Στο κεφάλαιο Η Ιστορία ως απουσία και ο παραλογισμός της ύπαρξης κυριαρχούν δυο γλωσσικά παλίμψηστοι συγγραφείς: ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης και ο Παντελής Καλλιότσος. Στον πρώτο, ο έρωτας, το κατεξοχήν προσωπικό καταφύγιο, μεταβάλλεται γρήγορα σε ένα νεκρωμένο πάθος, που απλώς επιτείνει την αίσθηση της ανυπαρξίας. Οι διαστροφικοί δεσμοί του έρωτα με την Ιστορία που κυριαρχούν στην Κίτρινη ώρα (1980) αγγίζουν το κορυφαίο τους σημείο στον Ιερό μαστό (1987) ενώ στην Δεκεμβριανή νύχτα του δεύτερου (1979) η Ιστορία συμβολίζει μια ευθύς εξαρχής χαμένη επανάσταση. Υπάρχουν άλλες Γέφυρες και έξοδοι; Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας δίνει την απόλυτη προτεραιότητα στον έρωτα, το μοναδικό αντίδοτο για τον θάνατο, ενώ η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ εστιάζει στον δύσκολο και μοναχικό δρόμο της γυναίκας προς την δική της ελευθερία.

Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που παίζουν σχεδόν μόνοι στην την περιοχή της τέχνης τους, για να παραφράσω ελαφρά τον τίτλο μια άλλης υποενότητας. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, για παράδειγμα, μέσα από την γλωσσική φαντασμαγορία του απομυθοποιεί οποιαδήποτε ιδεολογία – κοινωνική, πολιτική, ηθική και κυρίως αισθητική – σε ένα πεδίο που μένει μακριά από τα φώτα της πολιτικής και της Ιστορίας. Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς διαγράφει την τροχιά του έξω από τον ιστορικό χρόνο ή, καλύτερα, έξω από οιονδήποτε χρόνο, ενώ ο Αλέξανδρος Σχινάς φροντίζει να υπενθυμίζει πως έξω από την σκακιέρα δεν υφίσταται κανένας κόσμος.

Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά την μεσολάβηση της μνήμης. Αρκετοί από τους διαδόχους των πρώτων μεταπολεμικών εξακολουθούν να κινούνται στο πεδίο της πολιτικής και της Ιστορίας, με τη διαφορά ότι η Ιστορία παίρνει τώρα μια εντελώς διαφορετική μορφή και ενεργεί ως ένα εντελώς διαφορετικό είδος πηγής για την δουλειά τους. Οι εν λόγω συγγραφείς φροντίζουν να προβάλουν το αναμνηστικό τους υλικό σ’ ένα καυτό παρόν ενώ παρατηρείται και η πορεία προς την ανάδειξη του ατόμου και του προσώπου. Η στρατηγική των ίσων αποστάσεων αφορά κυρίως τον Θανάση Βαλτινό στο έργο του οποίου η μνήμη χωρίζεται σε προσωπική και σε επινοημένη, ενώ τα θαμπά αποτυπώματα ανήκουν στον Χριστόφορο Μηλιώνη, που κρατά τις αποστάσεις του μένοντας πιο μακριά από την ιστορική πραγματικότητα.

Η πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή κινείται από την ευφορία του παρελθόντος στον σαρκασμό του παρόντος, καθώς η μνήμη αποβάλλει κάθε ενήλικο βάρος και σταθεροποιείται στο παιδικό βλέμμα. Μαζί με το πέρασμα στη νιότη και στην ενήλικη ζωή επέρχεται και η ενηλικίωση της μνήμης, όχι για να ξαναζήσει τις συγκινήσεις αλλά για να έχει ένα σταθερό και έγκυρο μέτρο σύγκρισης των πραγμάτων. Στην περίπτωση του Βασίλη Βασιλικού ο εαυτός ρίχνει στο συλλογικό τη σκιά του με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, ενώ στα βιβλία του Χρόνη Μίσσιου και του Όμηρου Πέλλα κυριαρχεί ο εγωτικός εαυτός ως πολιτική μαρτυρία.

Η ελευθερία του ατόμου κυρίως με την έννοια της απομάκρυνσης από την θηλιά της πολιτικής και της Ιστορίας αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου. Πρόκειται για την επίκληση της αυτοβιογραφικής μνήμης ή την μετατόπιση του βλέμματος προς μια καθημερινότητα όπου το άτομο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τη συμβίωσή του σε έναν διπλό έλεγχο ευθυνών. Ο πόθος για ατομική απελευθέρωση του κοινωνικού περίγυρου χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του Μένη Κουμανταρέα και του Πέτρου Αμπατζόγλου. Στο αφηγηματικό σύμπαν του Γιώργου Ιωάννου (όπου εστιάζει κυρίως η ενότητα Ένταση και περιορισμοί της υποκειμενικότητας) το ατομικό δημιουργεί από την πρώτη στιγμή τους όρους για την οικοδόμηση μιας άκρατης υποκειμενικότητας που όχι μόνο θεωρεί πλέον αυτονόητη την ελευθερία της αλλά και αγωνίζεται να την βιώσει με όσους όρους διαθέτει ενάντια σε κάθε συλλογικό ντετερμινισμό. Ωστόσο, το ακέραιο της ατομικής υπόστασης μένει εκκρεμές σε έναν κόσμο όπου το άτομο δεν μπορεί να κερδίσει μια επιτέλους ισορροπημένη ταυτότητα.

Το καθημερινό τοπίο χαρακτηρίζει το έργο του Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλου ενώ ακόμα πιο πέρα ο Περικλής Σφυρίδης διοργανώνει ένα σύμπαν καθημερινών αυτοβιογραφικών συμβάντων με την πολιτική και την Ιστορία να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το πεδίο του. Συμπληρωματικές εδώ είναι οι τροχιές των Κώστα Ταχτσή, Κώστα Λαχά, Κωστούλας Μητροπούλου και Νανάς Ησαΐα. Ένας ορκισμένος του μοντερνισμού πραγματοποιεί άλλου είδους καλλιτεχνική διαφυγή: η γραφή του Γιώργου Χειμωνά απελευθερώνει από την μία πλευρά το υποκείμενο από το συλλογικό του περιβάλλον τονίζοντας την αναντικατάστατη προτεραιότητα του ατόμου, ενώ από την άλλη σημαίνει τον ενταφιασμό της λογικής συγκρότησής του.

Στο τέταρτο κεφάλαιο οι μεταπολιτευτικοί πεζογράφοι αποχαιρετούν την πολιτική και την Ιστορία και βρίσκονται αντιμέτωποι με το δράμα της δημόσιας πτώσης. Οι νέοι πεζογράφοι στρέφουν την προσοχή τους στο Πολυτεχνείο, στις μνήμες της Κατοχής και του Εμφυλίου και στο νεόκοπο φαινόμενο της τρομοκρατίας αλλά από την άλλη πλευρά κατευθύνονται προς τα κράσπεδα της πολιτικής και της Ιστορίας είτε για να εξισώσουν το ατομικό με το συλλογικό είτε για να μεγεθύνει την παράμετρο του εγώ, είτε, τέλος, για να καταφύγουν σε μια συμβολική σύλληψη του υπερατομικού. Η ταλάντευση ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό εκφράζεται από την Μάρω Δούκα, η αρνητική υπογράμμιση του ατομικού από τον Αλέξη Πανσέληνο, η εκτρωματική του εκδοχή από τον Δημήτρη Νόλλα, ο δρόμος της παραβολής και του συμβολικού από τον Γιώργη Γιατροανωλάκη και η αναζήτηση των εκφραστικών του ορίων από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Στο έργο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή εμφανής είναι η έκπτωση των ιστορικών μεγεθών και ο ρόλος της ανώνυμης καθημερινότητας, ενώ η ίδια αυτή καθημερινότητα για τον Μήτσο Κασόλα έχει ένα επίμονα φαρσικό στοιχείο που μπορεί να εξελιχθεί σε τραγέλαφο.

Ολόκληρο το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην επέλαση της παρωδίας. Οι πεζογράφοι που την υιοθετούν έχουν προ οφθαλμών μια ζωντανή και άμεση, εντελώς καθημερινή πραγματικότητα. Ο κόσμος της παρωδίας δεν προσδοκά την διόρθωση της σάτιρας και δεν έχει τίποτε να ελπίζει από την εκτόνωση της κωμωδίας. Πρόκειται για έναν κόσμο που θέλει να αγνοήσει το μέλλον και να προκαλέσει μόνο το παρόν μέσα από τη διακωμώδηση και την ανοχή των πάντων. Η πολιτική και η Ιστορία, ο αγώνας υπέρ του ατόμου αλλά και η πτώση του από το δημόσιο βάθρο αποσύρονται από την περιοχή φιλοτεχνώντας ένα θεαματικά σβησμένο παρελθόν.

Σε αυτή την σκόρπια ζωή της αποπροσωποποίησης και της ιδιώτευσης οι ήρωες του Χρήστου Βακαλόπουλου διακηρύσσουν την απόδραση από την σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, και σε αντίστιξη με το ανυποψίαστο και τη μακαριότητα της παιδικής ηλικίας επιδιώκουν να ελαφρώσουν τα πράγματα. Ο Σάκης Σερέφας κινείται ανάμεσα σε μια υπερεξατομικευμένη και ολοφάνερα διαταραγμένη καθημερινότητα και στο χάος μιας φαντασίας με πλήρη άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού. Όταν οι δαίμονες είναι ακόμα πιο ιδιωτικοί, οι τόνοι αναβαίνουν. Ο Λένος Χρηστίδης επιδίδεται σε μια λεξιλαγνική παραμόρφωση της σύγχρονης πραγματικότητας με πληθώρα φραστικών και εικονοποιητικών ευρημάτων.

Ο δραματικός κυνισμός και η μετεξέλιξη της γελοιογραφίας σε τερατόμορφη εξαχρειωμένη καρικατούρα ξεπηδούν ως αναπόφευκτες προτεραιότητες. Το εγώ προβάλλει ως η μοναδική ζωτική περιοχή και η οποιαδήποτε ανθρωπολογία καταλήγει στο ξήλωμα της ανθρωπιάς και περνά στην ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση. Το άδειο κέλυφος και οι τεχνικές μετατόπισης ή απώθησης του δράματος αναφέρονται στους πεζογράφους που δεν καταπίνουν ή καταναλώνουν το δράμα αλλά το υπομένουν δια του εξορκισμού του. Ο Αντώνης Σουρούνης χρησιμοποιεί την ειρωνεία, οι Βασίλης Τσιαμπούσης, Νίκος Βασιλειάδης και Χρήστος Χαρτοματσίδης το χιούμορ.

Το έκτο και εκτενέστερο κεφάλαιο έχει τον εύγλωττο τίτλο Καθημερινές και αλληγορικές κοινωνίες. Στο κάστρο του εγώ και της οικογένειας η ατομικότητα συνορεύει με τον άκρατο ατομικισμό και το συλλογικό παραμένει σε αβυσσαλέα απόσταση από τη μυθοπλαστική δράση. Η Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου είναι ένα εξωφρενικά διογκωμένο εγώ προσπαθεί να αποσαφηνίσει την ταυτότητα του, ενώ στην Μαρία Μήτσορα το κατακερματισμένο εγώ προβάλλεται σε μια εξίσου ασταθή αλλά και ευπαθή πραγματικότητα. Οι ήρωες του Διαμαντή Αξιώτη παραδίδονται στα πάθη και την αυτοκαταστροφή στην οποία μπορεί να οδηγήσει το σεξουαλικό ένστικτο, ενώ εκείνοι της Ιωάννας Καρυστιάνη, παρά τις αποστάσεις από το κλίμα του άγριου ατομικισμού, δεν ξεφεύγουν από τα όρια ενός εσωστρεφούς, σχεδόν περίκλειστου ατομικού κόσμου. Το κακό φωλιάζει στην διηγηματογραφία της Μαρίας Κουγιουμτζή κουρελιάζοντας την ζωή των ηρώων της και οδηγώντας τον στενόχωρο κόσμο τους στα όριά του.

Εντός κι εκτός των τειχών, το εγώ και η οικογένεια μπορούν να κρατούν την εσωστρεφή συμπεριφορά τους, αλλά να λειτουργούν ταυτόχρονα σ’ έναν κόσμο που κοιτάζει προς το εξωτερικό περίβολο, φτάνοντας μέχρι την προοδευτική προσέγγιση και υποδοχή του Άλλου. Η κοινωνική καθημερινότητα κυριαρχεί στα γραπτά του Δημήτρη Πετσετίδη όπου η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό κινείται πάνω σε ένα πολύ λεπτό νήμα, ενώ τα μελαγχολικά και συχνά ευτράπελα πλην πάντοτε σκιώδη ανθρώπινα κάδρα μοιάζουν να προκύπτουν από την καρδιά της κοινωνίας και της εποχής τους χωρίς υπερσυγκινησιακές διογκώσεις.

Στην πρόζα του Τάσου Καλούτσα κάτω από την ήρεμη αδιατάρακτη επιφάνεια της οικογενειακής ζωής κινείται πάντα κάτι δυσοίωνο, έτοιμο να διαρρήξει την τάξη των πραγμάτων. Η καθημερινότητα γίνεται κοινωνικοπολιτική στο Άκυρο αύριο του Κοσμά Ι. Χαρπαντίδη όπου, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, τα συλλογικά πάθη του παρελθόντος μεταγγίζονται σχεδόν ακέραια στο παρόν, αποδεσμεύοντας τα ίδια ποσοστά πολιτικής βίας και κοινωνικού διαχωρισμού. Άλλοτε ο στόχος των ακροδεξιών ήταν οι κομμουνιστές, σήμερα είναι οι μετανάστες. Η μόλυνση της φυλής και του έθους εκπροσωπεί πάντοτε τον μείζονα κίνδυνο.

Στις υπερβάσεις της αλληγορίας μια πρώτη μεγάλη επικράτεια αφορά το παραμυθητικό, το ονειρικό και το καθημερινό ως όψεις του φανταστικού. Οι ήρωες του Νίκου Χουλιαρά ασφυκτιούν μέσα στην καθημερινότητά τους, δίνοντας έναν επίμονο αγώνα για την παράκαμψη και την αποφυγή της, μένοντας μετέωροι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, φροντίζοντας να κρυφτούν πίσω από τη σαγήνη του παραμυθιού ή τρέχοντας να αρπαχτούν από το όνειρό τους. Ο συγγραφέας πάντως δείχνει εμμέσως πλην σαφώς πως το παραμύθι και το όνειρο μπορεί να ευαγγελίζονται την κατάργηση κάθε περιοριστικής σύμβασης αλλά δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν την απολύτρωση ούτε να εγγυηθούν τα φρόνημα της ελευθερίας. Ένας ανάλογος μαγικός ρεαλισμός διατρέχει και την πεζογραφία της Ζυράννας Ζατέλη όπου το αντιθετικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου συνυπάρχει μ’ έναν θησαυρό αφανών λεπτομερειών της καθημερινότητας.

Ο διηγηματογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης μυθοποιεί το περιστασιακό και το τετριμμένο ενώ οι ήρωές του κυνηγούν απεγνωσμένα την ίδια χίμαιρα: την αθωότητα του παιχνιδιού και την λυτρωτική αγαθοσύνη των παιδικών χρόνων, σε μια επινόηση μεταφορικών προσώπων που θέλουν να απαγκιστρωθούν από τη μέγγενη της καθημερινής κατάθλιψης. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εστιάζει στον δισυπόστατο και ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής και της ερωτικής ταυτότητας, ενώ ομόλογη είναι και η προβληματική του για τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στους διακριτούς ρόλους που επιβάλλουν οι κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαφορές το φύλου.

Οι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα αυτοτελές εγχώριο είδος, συνενώνοντας τις επιρροές τους μόνο κατά το σκέλος του μαγικού ρεαλισμού. Δεν ισχύει το ίδιο και για τους μυθιστοριογράφους της μελλοντολογίας, της δυστοπίας και της επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Τριαντάφυλλος Πίττας, ο Μάκης Πανώριος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Οι ετεροτοπίες, από την άλλη πλευρά, οι οποίες δεν αναφέρονται σε ένα φανταστικό μέλλον, όπως η ουτοπία και η δυστοπία, αλλά στο παρόν, έχουν την δικό τους αντικατοπτρισμό στην σύγχρονη πεζογραφία. Με τα πεζά του Αριστείδη Αντονά βρισκόμαστε στην λογοτεχνία της ηθικοπολιτικής ετεροτοπίας η οποία διοργανώνει τους χώρους της επί τη βάσει μιας σειρά σημείων που παραπέμπουν σε ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο χώρος, ένας τυραννικός και εν πολλοίς ακατανόητος χώρος ενώ τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν είναι καταδικασμένα στο φάσμα της ανωνυμίας.

Το έβδομο κεφάλαιο αφιερώνεται στο αστυνομικό μυθιστόρημα και το όγδοο στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος και τη στροφή προς μια καινούργια συλλογικότητα. Εδώ εξετάζονται η ριζική μεταμόρφωση ενός δοκιμασμένου είδους και οι νέες εκδοχές του. Μεταξύ των ειδικότερων κατηγοριοποιήσεων αξίζει να αναφερθεί το μυθιστόρημα του Διαμαντή Αξιώτη Το ελάχιστον της ζωής του, καθώς, εκείνο που καθορίζει τα γεγονότα είτε της συλλογικής είτε της ατομικής ζωής δεν είναι ο διαχωρισμός των φυλετικών και θρησκευτικών ιδιοτήτων αλλά η μείξη αυτών.

Γενικότερα, είτε πρόκειται για τον ιστορικό Άλλο και το τέλος των εθνικών ανατάσεων είτε για την εισβολή του καθημερινού στη θαμμένη Ιστορία, διαπιστώνεται πως η μυθιστορηματική καθημερινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον δρόμο που ακολούθησε η Ιστορία. Η Ιστορία αποτελεί τη μήτρα και την τροφό της καθημερινότητας. Στην πεζογραφία του Τάσου Χατζητάτση η συλλογική εμπειρία αποκτά τη μορφή θραυσμάτων που αιωρούνται γύρω και πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, για να δώσουν πρωτίστως την ατομική της διάσταση.

Στην πρόζα του Νίκου Μπακόλα κυριαρχεί η ιστορική μεταμυθοπλασία. Η εποχή και το κλίμα της αποτυπώνονται σε συνειδήσεις που κατανοούν το ιστορικό τους περιβάλλον μέσα από το χαμηλό και καθημερινό τους βίωμα. Οι ήρωες δεν ζωντανεύουν ιδεολογίες και δεν επωμίζονται ορατά κοινωνικά βάρη. Το συλλογικό εισβάλλει στη ζωή τους λιγότερο ως κοντινό και χειροπιαστό συμβάν και περισσότερο ως μακρινός και παραμορφωμένος θόρυβος. Ο συγγραφέας συντονίζεται και με την διεθνή πορεία της ιστορικής μεταμυθοπλασίας, καθώς υιοθετεί ένα ειρωνικό ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, που βάζει στη θέση του έθνους όχι τον ιστορικό Άλλο ή μια σειρά από ετερογενείς ταυτότητες, αλλά μια αμέριστη υποκειμενικότητα.

Στην ίδια περιοχή προσέρχεται ο Πάνος Θεοδωρίδης που δεν παύει ούτε στιγμή να μεταφέρει τον αναγνώστη στον παρόντα ιστορικό χρόνο, σε μια λογοτεχνία που αποτελεί μια ατέλειωτη διαδικασία κατασκευής και επινόησης. Στην περίπτωση του Μιχάλη Μοδινού η ιστορική μεταμυθοπλασία ανοίγει διάλογο με το οικολογικό μυθιστόρημα όπου, μεταξύ άλλων, τίθεται κάθε φορά το ίδιο ερώτημα: μπορεί ο ονειρικός πόθος για άλλη μια πραγματικότητα να έχει την οποιαδήποτε πολιτική προοπτική; Σε κάθε περίπτωση η διαχρονική επιμονή του ονείρου μοιάζει να εγγράφεται οργανικά έστω και ως χρονικό συντριβής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού.

Οι Θανάσης Βαλτινός, Κώστας Βούλγαρης, Θανάσης Σκρουμπέλος, Ελένη Στεφανοπούλου και άλλοι έχουν ξεκινήσει έναν νέο γύρο για τον Εμφύλιο. Η λογοτεχνική αποθεραπεία που εφαρμόζουν οι νεότερες γενιές αποκαθιστά μια επί δεκαετίες διασαλευμένη ισορροπία, ικανή να ενθαρρύνει αν όχι την αμοιβαία συγχώρηση, τουλάχιστον ένα κλίμα καταλλαγής και συνεννόησης. Η πεζογραφία της κρίσης με την ολική επαναφορά του συλλογικού, αποτελεί βασική επιλογή δεκάδων πεζογράφων και δικαίως καταλαμβάνει αυτόνομο κεφάλαιο. Οι πεζογράφοι της θέτουν την κρίση στο επίκεντρο, αναζητούν τα ιστορικά της αίτια, στρέφονται στην καλλιτεχνική εξωστρέφεια, τοποθετούν το Κακό να έρχεται από το μέλλον (κάποτε κι από το αρχαίο παρελθόν) ή επιλέγουν την φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Με μια σειρά από ποικίλες διαβαθμίσεις η μυθοπλασία οδηγείται σε μια βίαιη συλλογικότητα, υποχρεωμένη να μιλήσει για μια κοινωνία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Πέρα από το άτομο και την κοινωνία, υπάρχει και ο λόγος του συγγραφικού εργαστηρίου, στον οποίο αφιερώνεται το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο. Οι συγγραφείς δεν εκθέτουν μόνο τις αφηγηματικές τους τεχνικές αλλά και τις αναρωτήσεις τους γύρω από το ίδιο το νόημα και τους σκοπούς της τέχνης τους. Στην εσωτερική, σκοτεινή οθόνη του Σάκη Παπαδημητρίου η ερωτική μοναξιά συνταιριάζεται με μια σαφώς αντικοινωνική στάση. Οι ήρωες του Νάσου Θεοφίλου αποδρούν από τον περίκλειστο λογοτεχνικό τους χρόνο στον χρόνο της καθημερινής πραγματικότητας, όπου και διεκδικούν μια πρωτόφαντη ελευθερία. Φαίνεται ακόμα πως τα παιδικά χρόνια αρδεύουν πάντοτε τη μνήμη μας και μας καθησυχάζουν για την τωρινή μας ρευστότητα.

Ο πεζογραφικός κύκλος του Αχιλλέα Κυριακίδη χαρακτηρίζεται από δεσμούς αναστροφής με τους μείζονες λογοτεχνικούς μύθους, καθώς η πραγματικότητα των ηρώων του οδηγεί σε μια ολοζώντανη, καθημερινή ύπαρξη που υπονομεύει τη μυθολογική τους καταγωγή. Η λογοτεχνία αποτελεί για την Μαρία Ευσταθιάδη μια σύμβαση ή μια επινοημένη συνθήκη όπου ο κόσμος αναπαριστά την πραγματικότητα όπως ο σπασμένος καθρέφτης, με παραμορφωμένα είδωλα και ραγισμένες εικόνες, ενώ ο παράδοξος κόσμος του Ευγένιου Αρανίτση ζει ανάμεσα στην απομάγευση και την επαναμυθολόγηση.

Παράπλευρα λειτουργεί και ο λόγος των ποιητών οι οποίοι, δημοσιεύοντας συστηματικά πρόζα, πρότειναν ένα υβρίδιο, μια ανάμειξη πεζογραφίας και ποίησης, διαμορφώνοντας κατά κάποιο τρόπο ένα καινούργιο είδος. Εδώ το παράδειγμα του Δημήτρη Καλοκύρη είναι ενδεικτικό, καθώς μοναδική του έγνοια είναι η αναμέτρηση με την φαντασία της γλώσσας και η διερεύνηση των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας να γεννήσει εκ του μηδενός και εξ υπαρχής τον κόσμο. Το μέγα θέμα για τους συγγραφείς του κεφαλαίου αλλά στην ουσία όλων των συγγραφέων εδώ είναι η σχέση της λογοτεχνικής αλήθειας με την υπό αναπαράσταση πραγματικότητα (αν πιστέψουμε ότι αμφότερες υπάρχουν), ο κατασκευαστικός και  επανακατασκευαστικός  χαρακτήρας της λογοτεχνίας και η ικανότητά της να προσφέρει αναστάσιμο βίο.

Εκδ. Πόλις, 910 σελ. Περιλαμβάνεται εξασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

08
Ιαν.
18

Θανάσης Γιαλκέτσης – Η σοφία των άλλων. Κριτικές αναγνώσεις

Χρηστική βίβλος βιβλίων στοχασμού και δράσης

Όπως και η προηγούμενη συλλογή κειμένων του, το Σημειωματάριο ιδεών [Εκδ. Πόλις, 2012, ανατύπ. 2013], έτσι και η νέα αυτή συλλογή του Γιαλκέτση αποτελεί μια χρηστική βίβλο πολύτιμων βιβλίων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης. Ο συγγραφέας επιλέγει εξαιρετικά μη μυθοπλαστικά / δοκιμιακά βιβλία που αποτελούν σημαντικές συμβολές στην έρευνα του εκάστοτε θέματος και τα παρουσιάζει με τρόπο ευσύνοπτο αλλά διεισδυτικό. Η Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγονται έργα από πολλούς και διαφορετικούς στοχαστές. Τονίζεται έτσι η αίσθηση της πολυεδρικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά και προστατευόμαστε  από τα λάθη που προκαλούν οι εύκολες βεβαιότητες. Η θεματική ποικιλία, όπως γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του, πολλαπλασιάζει τα σημεία παρατήρησης και μπορεί να συμβάλλει στην διεύρυνση των οριζόντων και της προοπτικής. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντλεί και παρουσιάζει το απόσταγμα σύνθετων και εκτεταμένων έργων μέσα στα στενά όρια μιας βιβλιοκριτικής δεν μπορεί παρά να είναι αξιοθαύμαστο.

Ζούμε την σημερινή παγκόσμια κρίση, γράφει ο Γιαλκέτσης, ως μια διαδοχή των δραματικών συμβάντων που δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε και να αποτρέψουμε. Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές θεωρητικές συμβουλές που μας βοηθούν να δώσουμε νόημα και ορθολογική εξήγηση σε αυτή την χαοτική ροή γεγονότων. Ένα παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο Παράπλευρες απώλειες του πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν [Zygmunt Bauman]. Εδώ οι παράπλευρες απώλειες είναι ανθρώπινα θύματα της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης η οποία καθοδηγείται από το κυνήγι του  αχαλίνωτου κέρδους και οι στρατιές των εξαθλιωμένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η οικονομική ανάπτυξη τελικά όχι μόνο δεν μεταφράζεται σε αύξηση της ισότητας, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την έκρηξη των ανισοτήτων. Το σύγχρονο κράτος, αφού έχει αθετήσει την δέσμευσή του να προστατεύει τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας προσπαθεί να στηρίξει στην νομιμοποίησή του στην υπόσχεση της διατήρησης της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών. Τελικά όμως η κυριότερη επίπτωση αυτής της ψύχωσης για ασφάλεια είναι η αναπαραγωγή αισθημάτων φόβου, ανασφάλειας, εχθρότητας και αμοιβαίας καχυποψίας.

 «Η δημοκρατία σε δοκιμασία» αναφέρεται στο σπουδαίο έργο του Marcel Gauchet Η άνοδος της δημοκρατίας. Η δημοκρατία υπό την δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914 – 1974, όπου ο γάλλος φιλόσοφος προτείνει μια σφαιρική φιλοσοφική ερμηνεία του 20ού αιώνα και αναλύει τους μετασχηματισμούς της δημοκρατίας που προέκυψαν ως απάντηση στην πρόκληση των ολοκληρωτισμών. Μπορεί σήμερα να κατανοούμε την θρησκεία σαν μια πίστη, λησμονώντας ότι, ιστορικά, αυτή υπήρξε πρώτα απ’ όλα μια μορφή οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Είναι ακριβώς η βαθμιαία εγκατάλειψη της ετερονομίας στην οποία η θρησκεία καθόριζε και διαμόρφωνε την πολιτική και η μετάβαση σε μια αυτονομία κοινωνία που χαρακτηρίζουν την νεωτερικότητα.

Ο Γκοσέ ερμηνεύει τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα ως απόπειρες αναδημιουργίας της προηγούμενης θρησκευτικής μορφής της κοινωνίας. Ο φασισμός, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός διαθέτουν μια έντονα θρησκευτική διάσταση, παρόλο που παρουσιάζονται ως αντιθρησκευτικά κινήματα. Οι ολοκληρωτικές τους ιδεολογίες επιδίωκαν να καλύψουν κάθε πεδίο της πραγματικότητας, να δώσουν ένα νόημα σε όλα και να αναδημιουργήσουν κάτι που μοιάζει με την οργανική κοινότητα του παρελθόντος. Η ενότητα των πνευμάτων γύρω από μια κοινή σκέψη έρχεται σε αντίθεση με την αναρχία των φιλελεύθερων κοινωνιών όπου ο καθένας υποστηρίζει την δική του γνώμη. Ενώ η περίοδος του ολοκληρωτισμού σημαδεύτηκα από μια υπερπολιτικοποίηση της συλλογικής ζωής, η δημοκρατία καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μια πρωτόγνωρη απειλή: την ριζική αποπολιτικοποίηση.

Και ποιοι είναι άραγε οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας, όπως τιτλοφορείται το βιβλίο του Τσβετάν Τοντορόφ [Tzvetan Todorov]; Ο συγγραφέας κατονομάζει και αναλύει τρεις: τον πολιτικό μεσσιανισμό, τον υπερφιλελευθερισμό και τον ξενόφοβο λαϊκισμό· χαρακτηρίζονται δε εσωτερικοί επειδή είναι τέκνα της δημοκρατίας και επικαλούνται τις δημοκρατικές αρχές. Ο πολιτικός μεσσιανισμός αγνοεί το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο κι ότι είναι ένα ατελές καθεστώς για ατελείς ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά πάντως διαθέτει τα νόμιμα μέσα και τις διαδικασίες για να βελτιώνεται. Αντίθετα, προβάλλει την μεταμόρφωση του κόσμου σύμφωνα με κάποιο ιδεώδες και την δημιουργία ενός νέου ανθρώπου· και στο όνομα αυτού του «μεγαλειώδους» σκοπού δικαιολογεί την χρήση κάθε μέσου.

Ο υπερφιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός παραχωρούν απεριόριστη ελευθερία στην αγορά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνοντας την κυριαρχία του νόμου. Όταν η ιδιωτική οικονομική εξουσία δεν υπόκειται στον πολιτικό έλεγχο των κρατών αλλά και υπαγορεύει την βούλησή της στις εθνικές κυβερνήσεις, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται κενό γράμμα. Ο λαϊκισμός, τέλος, εκμεταλλεύεται τις ανησυχίες και τους φόβους των πολλών και φορτώνει την ευθύνη για τα δεινά μας στους ξένους, καταφεύγοντας στον εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Στο βιβλίο του Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο ο Terry Eagleton αντικρούει δέκα από τα κυριότερα επιχειρήματα των σύγχρονων επικριτών του μαρξισμού. Ας περιοριστούμε σε τρία: α. Η άποψη ότι ο Μαρξ ανήκει οριστικά στο παρελθόν εφόσον άλλαξε βαθιά ο καπιταλισμός αντικρούεται από το γεγονός ότι η βαθύτερη λογική του συστήματος – το κυνήγι του επιχειρηματικού κέρδους εις βάρος των κοινωνικών αναγκών και οι αβυσσαλέες ανισότητες και αδικίες του – δεν έχει μεγάλη διαφορά με τον άγριο καπιταλισμό της βικτοριανής εποχής· β. Η επίκληση του σταλινικού τρόμου και η δημιουργία τυραννικών καθεστώτων κατά τον Ίγκλετον δεν υποστηρίχθηκαν ποτέ από τον Μαρξ, που άσκησε σκληρή κριτική σε κάθε μορφή πολιτική καταπίεσης· γ. Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ ως ουτοπικού στοχαστή που παραγνώρισε τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης δεν ευσταθεί, εφόσον η βασική του ανάλυση δεν εστιαζόταν στον σχεδιασμό ενός ουτοπικού μέλλοντος ούτε πίστευε στην μαγική μεταμόρφωση των ανθρώπων. Αντίθετα επεδίωκε την επίλυση αντιφάσεων του παρόντος και τις κοινωνικές μεταβολές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κριτική διαπίστωση του Γιαλκέτση, ότι ο μαρξιστής Ίγκλετον παραγνωρίζει τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις της μαρξιστικής σκέψης και προσπερνάει χωρίς αυτοκριτικό προβληματισμό το γεγονός ότι καμία σοσιαλιστική ή κομμουνιστική επανάσταση δεν προβλέπεται σήμερα στον κόσμο, ακόμα και στις ζώνες της φτώχιας και της εξαθλίωσης. Ενώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια δραματική κρίση του καπιταλισμού, η μαρξιστική αριστερά δείχνει να μην διαθέτει ρεαλιστικές προτάσεις σοσιαλιστικής αλλαγής.

Ο συγγραφέας επιλέγει βιβλία «ένα κι ένα» στο είδος τους ή, έστω, στον προβληματισμό ή τον διάλογο που προκαλούν: Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας, Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του φιλελευθερισμού, Πιερ Μανάν, Οι μεταμορφώσεις της πόλεως, Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, Σέρι Μπέρμαν, Το πρωτείο της πολιτικής, Μαρκ Μαζάουερ, Κυβερνώντας τον κόσμο, Αλέν Ερενμπέργκ, Η κούραση να είσαι ο εαυτός σου, Martha Nussbaum Όχι για το κέρδος, Πιερ Αντρέ Ταγκιέφ, Ο νέος εθνικο – λαϊκισμός, Πιερ Ροζανβαλόν, Η κοινωνία των ίσων, Εμίλ Ντιρκέμ, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης κ.ά. Τα κείμενά Γιαλκέτση συχνά υπερβαίνουν τα όρια της ανάγνωσης ενός βιβλίου και εκτείνονται σε πυκνές και ευανάγνωστες προσωπογραφίες σπουδαίων στοχαστών, όπως οι Νίκος Πουλαντζάς και Ρόναλντ Ντουόρκιν, ενώ τιμώνται και έργα πλέον κλασικά, όπως Ο επαναστατημένος άνθρωπος του Αλμπέρ Καμύ και Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Χέρμπερτ Μαρκούζε.

Το προαναφερθέν έργο του Μαρκούζε σήμερα μοιάζει επίκαιρο όσο ποτέ. Η συναίνεση στην οποία στηρίζονται οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού οφείλεται στην ικανότητά τους να διαπλάθουν τις συνειδήσεις, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τους τρόπους σκέψης και ζωής των υποκειμένων. Η κοινωνία της κατανάλωσης και της αφθονίας τείνει να εξαλείψει πλήρως την ελεύθερη υποκειμενικότητα και την κριτική σκέψη. Στην μονοδιάστατη κοινωνία το ατομικό υποκείμενο υποχρεώνεται σε συμμόρφωση προς τις επιταγές επιβλητικών αντικειμενικών δομών και χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύει εναλλακτικούς δρόμους. Αυτό που απειλείται είναι η ίδια η ύπαρξη υποκειμένων ικανών για δημιουργία και ελευθερία. Ο σύγχρονος «μονοδιάστατος» άνθρωπος έχει χάσει την ατομικότητά του, την ικανότητά του να διαφωνεί, να σκέφτεται κριτικά και να δρα αυτόνομα προκειμένου να ελέγξει την μοίρα του.

Όμως υπάρχει πάντα διέξοδος. Η ίδια η κρίση, όπως γράφει ο Γιαλκέτσης, μπορεί να ενθαρρύνει τον κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό, που αποτελεί και την αφετηρία για την αναζήτηση νέων λύσεων και να απελευθερώσει μια πνευματική δημιουργικότητα ικανή να θέσει σε κίνηση δυνάμεις ανανέωσης και μετασχηματισμού. Και είναι εμφανές, προσθέτουμε εμείς, ότι όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν πολύτιμα εργαλεία συνειδητοποίησης, στοχασμού και δράσης.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος.

Η προηγούμενη συλλογή κριτικών κειμένων του Θανάση Γιαλκέτση εδώ.

Στις εικόνες: Zygmund Bauman, Marcel Gauchet, Tzvetan Todorov, Terry Eagleton, Martha Nussbaum, Herbert Marcuse.

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

08
Μάι.
17

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων

Είναι αδύνατο να βρω τίτλο

Μα μπορεί μια συναρμογή ετερόκλητων ειδών όχι απλώς να λογοτεχνήσει τον βίο και την πολιτεία ενός συγγραφέα, πολύπλευρου εικαστικού δημιουργού και αναγνώστη σαν πλήρης αυτοβιογραφική μυθιστορία αλλά και να διαθέτει όλα τα στοιχεία που κάνουν ελκυστικό ένα μυθιστόρημα: γλώσσα πλουτογραφημένη, στοχασμό κάθετο, ματιά λοξή (σωστό εξτρέμ), χιούμορ αλλά και τέτοια αίσθηση πλοκής ώστε να σπεύδεις να διαβάσεις τι συμβαίνει αλλά και πώς γράφεται το «παρακάτω»; Φαίνεται πως μπορεί, αν πηγάζει από έναν σεσημασμένο ύποπτο που, όπως γράφει στο «Σημείο Φυγής», η λογοτεχνία διαμορφώνεται από μια λανθάνουσα όψη της Ιστορίας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το (συχνά ανατρέψιμο) «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του μέλλοντος.

Αλήθεια, όλων των ειδών τα κείμενα (διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορηματικά αποσπάσματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, προφορικές εξομολογήσεις, σημειώματα, κριτικές, εισαγωγές, ποιήματα, εκτενή μεταφράσματα, συνομιλίες, αναμνήσεις, μνήματα λόγου, σπαρταριστές ιστορίες, ορισμοί και αφορισμοί) εδώ τοιχογραφούν ενιαίο μυθοπλαστικό λόγο που πλάθεται σελίδα την σελίδα. Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, δεν υπάρχει ένα έστω απροκάλυπτο αυτοβιογράφημα εδώ; Φυσικά και υπάρχει και μάλιστα εκφωνήθηκε στο τελευταίο μέρος που θα περίμενε κανείς. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στο «Παράδειγμα προς αποφυγήν»: Δεν μου το είπαν ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά υποπτεύομαι ότι με προσκάλεσαν να μιλήσω στους φοιτητές της Φιλοσοφικής μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν,  προτού προχωρήσει εξομολογούμενος πώς αποφάσισε να γίνει τεχνολόγος της γλώσσας, τι δουλειά είχε σε μια εγκυκλοπαίδεια, πόσα βιβλία απέρριψε ως αναγνώστης εκδοτικού οίκου (άρα έγιναν μπεστ σέλλερ), πώς άρχισε να φτιάχνει εξώφυλλα για κακοφωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες σημειώσεις, πώς διακονεί λόγο και εικόνα.

Όταν φτάνει στην φιλολογική ιδίως δια της μετάφρασης διαστροφή των μετασχηματισμών παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να μάθει την γλώσσα των ξένων, απλώς να την καταλάβει. Για να μεταφράσεις λογοτεχνία σημασία έχει πόσο εμβαθύνεις στην δική σου γλώσσα. Το μεταφραστικό πέρασμα από τους αρχαίους στους νεότερους κλασικούς (Ροΐδη, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη) αποτέλεσε καίριο υπόβαθρο για την δική του λογοτεχνία, καθώς εκείνο που αποκόμισε είναι ότι «το κύριο μετάλλευμα αποτελεί η γλώσσα». Όσο για τις σπουδές, δεν έχει σημασία τι ακριβώς σπούδασες, εφόσον ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιους που όλο και κάτι έχουν σπουδάσει. Νόημα έχει να ανακαλύπτεις πηγές φωτός στην πληκτική καθημερινότητα, πηγές νερού στην έρημο του πλήθους.

Το παραπάνω κείμενο ευφυώς συμπληρώνεται με [τις] Υπεκφυγές, όπου μεταξύ άλλων αποκαλύπτει και τα περί εικονογραφίας που ασκεί ως αυτοδίδακτος, καθώς τον ενδιαφέρει εξίσου ένα σύμπαν όπου ο λόγος έχει δευτερεύουσα σημασία και προηγείται η αυτοδυναμία της εικόνες, που εκφράζει περισσότερα νοήματα χωρίς γλωσσικό ιδίωμα. Όσο για το ερώτημα ποιο θεωρεί το σημαντικότερο έργο του, το περίμενα πως θα απαντούσε ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο…Όμως εδώ απολαμβάνει κανείς ερεθιστικότατες απαντήσεις ιδίως σε ερωτήματα πάνω στην διαφορά ενός μετρίου από έναν μεγάλο συγγραφέα, πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι σήμερα ένας συγγραφέας αν ο προβληματισμός και η στοχαστικότητα χαρακτηρίζουν ένα έργο σοβαρό ή μεγάλο και ποιες οι δοσολογίες πλοκής, γλώσσας και άλλων κριτηρίων.

Τι θα πει Τραμ· να το βγάζατε Ταΰγετο!

είπε κάποιος – Μοραΐτης προφανώς – καλοπροαίρετος ενωμοτάρχης στους διαδρόμους των δικαστηρίων όταν δικάζονταν από την Εκκλησία της χούντας τα πέντε τεύχη της πρώτης διαδρομής του Τραμ [1971 – 1972], για το τολμηρό λεξιλόγιο και περιεχόμενο των κειμένων τους. Το περιοδικό διώχθηκε ως φορέας ανηθικότητας σε μια εποχή που ανθούσε βέβαια η τσόντα στις συνοικιακές αίθουσες και στα περίπτερα, αλλά υπήρχε η ηθική του μαρκαδόρου, που μαύριζε τα επίμαχα σημεία στα σχετικά εξώφυλλα. Κι έτσι ο συγγραφέας πέρασε την πύλη των Δικαστικών Φυλακών της οδού Κασσάνδρου, στο πιο άχαρο επεισόδιο της μετεφηβικής του ζωής.

Η ναυμαχία της Ναυαρίνου, ήτοι της γνωστής θεσσαλονίκειας πλατείας με τα υπαίθρια  καφενεία, αφορά βέβαια την εποχή της «δεύτερης διαδρομής» του περιοδικού Τραμ, το οποίο εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο ετοιμόρροπο κτίσμα και εστίασε, μεταξύ τόσων άλλων, στην σχέση φωτογραφίας και λογοτεχνίας, θέμα προσφιλέστατο στον συγγραφέα, που παρασύρεται σε σχετικό σύντομο διάγραμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, μια άλλη συντροφία αποτελούμενη από έτερους νευρομάντεις της γραφής (Μίμη Σουλιώτη, Γιώργο Σκαπαρδώνη, Πάνο Θεοδωρίδη, Γιώργο Χουλιάρα κ.ά.) θαυματουργεί τις έξοχες περιοδικές, βιβλιακές, επετειακές και πάσης άλλης φύσεως εκδόσεις της «Θεσσαλονίκης του ’97», εξ ου και οι σχετικές εντυπώσεις από το μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μέσα στα κείμενα είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Όταν ας πούμε ξεκινάει με μια πυκνή συντομογραφία για τον Μυστρά, αναπόφευκτα θα καταλήξει στον Πλήθωνα, κι από εκεί σε μια θρησκεία του ορθού λόγου και κατόπιν σε κάποιο ιεροδιδασκαλείο της Αδριανούπολης, σε ένα λαϊκό κίνημα ανεξιθρησκείας και κοινωνικής ισότητας και στην απογοητευτική Ιστορία που χωρίζει τους ανθρώπους σε χάσματα συνεπώς Το Σχίσμα φαίνεται ότι διαιωνίζει ένα ανατομικό γεγονός θηλυκού γένους που αν ανάγεται στην εποχή της Εύας (αν εννοείται τι εννοώ). Το περίφημο Αμέρικαν Συντρίμ αφηγείται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία ελληνικού συνδικαλισμού στην χώρα «των καλύτερων πραγμάτων και των χειρότερων ιδεών», Ο Δαρείος είναι ένα έξοχο διήγημα σύγχρονης ελληνοπερσικής πραγματικότητας, η Ιδιωτική οδός συνδέει σ’ ένα νήμα μια προσωπική του πρωτοβουλία, την ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια ποιητική συλλογή με εικόνες και τον Οδυσσέα Ελύτη αυτοπροσώπως. Κατά τα άλλα, στα Χαρτογραφικά γίνεται εκ νέου συνέταιρος χαρτογράφος, μας προειδοποιεί Ιδού ο Γομφίος, έρχεται, μας γνωρίζει τους Κρητικούς του καθαρού λόγου, τοποθετεί τον Μιρό στο Μιρογνωμόνιο, συντάσσει σύντομα Πρακτικά στιχάρπαστου βίου.

Και τι μουσική παίζουν τα τρανζίστορ και τα στερεοφωνικά ενός τέτοιου κειμενογράφου; Ο Καλοκύρης αγανακτεί στο ερώτημα ως πότε θα μας απασχολεί η τύχη ενός καραβιού από την Περσία ή μια φασαρία στα Λεμονάδικα ή γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή αποτελεί μεγαλούργημα ποιητικού λόγου, ενώ αντίθετα τα τρία πρώτα μέτρα του Ruby Tuesday ή το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα έργο 61 του Μπετόβεν και σε κάθε περίπτωση προτίμησε να συμμετέχει σε αυτοσχέδιες ροκ μπάντες, αναπνέοντας ήχους ηλεκτρικούς με δωδεκάχορδες, τρικυμιώδη τύμπανα, κουιντέτα πνευστών και άλλα συναφή. Εγώ πάντως το είχα καταλάβει· είναι εμφανής ο συγκεκριμένος μουσικός προσανατολισμός στην γραφίδα του. Εδώ τρικυμιάζουν του κόσμου τα έγχορδα, οργιάζουν οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί και κυρίως γεμίζουν τα πνευμόνια με τρόπο που μόνο το ροκ εντ ρολ, ορθόδοξο ή πειραματικό, μπορεί.

Όταν ο Καλοκύρης δεν λογοτεχνεί δική του πρόζα αλλά συγγράφει περί άλλων βιβλίων πραγματοποιεί ο ίδιος ακριβώς αυτό που γράφει κάποια στιγμή για ένα άλλο βιβλίο που μιλάει για άλλα βιβλία, «άρα πραγματεύεται εξ ορισμού τον αντικατοπτρισμό μιας ακολουθίας εννοιών στον αντίστροφο κόσμο της ερμηνευτικής, όπου αντιστρέφονται – όπως μέσω του φωτογραφικού φακού – τα είδωλα στον σκοτεινό θάλαμο της φαντασίας πριν επανεκτεθούν στο χάρτινο περιβάλλον τους». Αν αυτός δεν είναι ένας πλάγιος ορισμός της λογοτεχνίας, σίγουρα ορίζει τις γραφές του εδώ. Μιλάμε για ένα άλλο σώμα μελωμένων κειμένων που αφορά μια σειρά συγγραφείς με αφορμή την παρουσίαση του έργου τους ή κάποιου συγκεκριμένου βιβλίου. Θα περίμενε κανείς αυτά τα κείμενα να είναι τα περισσότερο προβλέψιμα και πάντως εκείνα με την λιγότερη πλοκή.

Αμ δε! Ο Καλοκύρης φτιάχνει πλήρες γράφημα της γραφής τους χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων τους, στίχους ποιημάτων, φράσεις κειμένων και πυκνογραφεί περίτεχνα τα έργα και τις ημέρες τους. Αν σκεφτούμε δε ότι μεταξύ των τιμώμενων και των προτιμώμενων είναι οι Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Χουλιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάριος Ποντίκας, Κώστας Λαχάς και Νάνος Βαλαωρίτης, τότε έχουμε ορισμένους από τους πλέον εκλεκτούς συγγραφείς του εγχώριου μοντέρνου λόγου. Με τον ίδιο τρόπο ανασκοπεί και την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, τον Δ.Τ. Άναλι, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, την Κλαίτη Σωτηριάδου και τον Θέμη Λιβεριάδη και νεκρολογεί τον Μένη Κουμανταρέα.

Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε παλαιότερες εκδόσεις του συγγραφέα, σε λογοτεχνικά περιοδικά [(δε)κατα, Δεσμός, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Ποιητική] και εφημερίδες [Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα της Κυριακής, Τόλμη] ή αποτέλεσαν εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (σε μια εκ των οποίων διαπρεπείς βυζαντινολόγοι ζητούσαν βιβλιογραφία για τον Ευωδιανό και τον Βαθυάνθρακα τους οποίους είχε μόλις επινοήσει), ή εκδηλώσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εισαγωγές σε εκδόσεις (όπως η εκτενής εισαγωγή του στο περίφημο ταξιδιωτικό πόνημα του Παναγιώτη Ποταγού), παλαιές μεταφραστικές ασκήσεις, σκηνικές αναγνώσεις, ζωντανούς μονόλογους, κριτικά σημειώματα και άλλα και άλλα. Αποδείγματα όλα πως όχι μόνο εδώ υπήρξαν συνομιλίες με συγγραφείς όπως ο Στερν, ο Μπόρχες, ο Κενώ, ο Κορτάσαρ, ο Μπέκετ, ο Εμπειρίκος, ο Θεοφίλου, ο Ζεμενός και σαφώς ο Βαθυάνθραξ, αλλά και ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, μηχανικός, οικοδόμος, υδραυλικός και ηλεκτρολόγος του λόγου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 228. Περιλαμβάνονται τρισέλιδο πρώτων εμφανίσεων (και τινά σχόλια) και επιλεκτικό και μάλλον ωφέλιμο ευρετήριο προσώπων.

Ο Α΄ τόμος (Ονομαστικόν) εδώ.

Στην βιβλιοθήκη του Πανδοχείου, στο ράφι με τα εργαλεία, βρίσκονται επίσης τα σύνεργα της πλοιαρχίας και μια μηχανή για κινούμενα τοπία. Παραπλεύρως στέκουν το παλιό και σύντομα το νέο χέρι του σημαιοφόρου.

12
Μαρ.
17

Στάθης Γουργουρής – Ενδεχομένως αταξίες. Κείμενα ποιητικής και πολιτικής

Τα ηρεμιστικά του βάλτου και οι στοχασμοί της αφύπνισης

Στοχάζεται η λογοτεχνία; αναρωτιόταν ο συγγραφέας σε παλαιότερη συλλογή κειμένων (που παρουσιάσαμε εδώ)· αυτή τη φορά το πεδίο μετατοπίζεται στην ποιητική και την πολιτική και όσα μύρια περικλείουν αλλά κατά κάποιο τρόπο το ερώτημα παραμένει ίδιο. Άλλωστε οι επιμέρους τομείς της τέχνης του λόγου ή της σκέψης, της πολιτικής ή της ιστορίας, δεν αποτελούν παρά ενδεικτικές διαγραμμίσεις σ’ έναν ενιαίο χάρτη όπου όλα συνδέονται. Και ακριβώς αυτή είναι η αρετή των περισσότερων κειμένων του συγγραφέα: από την μία επικεντρώνουν σε ένα θέμα με πλήρη αυτονομία και από την άλλη το ανοίγουν προς όλες τις κατευθύνσεις, σε δοχεία συγκοινωνούντα που καταλήγουν σε μια ευρύτερη δεξαμενή. Και, βέβαια, το ερώτημα είναι πάντα έτοιμο να αντιστραφεί: τι στοχαζόμαστε εμείς μέσα από την πεζογραφία, την ποίηση, την πολιτική, την φιλοσοφία, την επικαιρότητα, την τρέχουσα καθημερινότητα.

Ας ξεκινήσω από την ανάγνωση μιας συγγραφέως που δεν έχει διαβαστεί αρκετά, της Μιμίκας Κρανάκη, και του σημαντικού της βιβλίου Φιλέλληνες (είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας). Ο Γουργουρής εκκινεί από τον Μπρεχτ που έλεγε ότι το πιο θλιβερό για μια κοινωνία είναι να έχει ανάγκη από ήρωες. Είναι μια κοινωνία που νοσεί: η ανάγκη της για ήρωες και ηρωισμούς υποδηλώνει την αδυναμία της να δράσει σύσσωμη και να μοιράσει την ευθύνη σε όλα της τα μέλη. Έτσι θυσιάζει κάποια επίλεκτα μέλη της στο βωμό της επωνύμου δόξας (συνήθως μεταθανάτιας), για να συγκαλύψει την συλλογική της ανεπάρκεια.

Στο επίπεδο παραγωγής και κατανάλωσης ηρώων η λογοτεχνία συμβαδίζει με την «πραγματικότητα», αλλά και μπορεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται οι κοινωνίες τους ήρωές τους· πώς τους ανταμείβουν και πώς τους απωθούν; Και το εκτενές τόλμημα γραφής της Κρανάκη αναλαμβάνει την ευθύνη της κατάδυσης στην μεταπολεμική ελληνική ιστορία όπου ηρωισμός και θλίψη αναπόφευκτα συνυφαίνονται. Το μυθιστόρημα αφορά τους αριστερούς (κυρίως) επιστήμονες, διανοούμενους και καλλιτέχνες που διασώθηκαν κατά τον Εμφύλιο χάρη στην πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης να τους χορηγήσει υποτροφίες για σπουδές στο Παρίσι (1945).

Η συγγραφέας ήταν μια από τους υποτρόφους αλλά εδώ το αναμφισβήτητο αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν εμφανίζεται παρά ως σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο τα πάντα λάμπουν ως μύθοι: όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και ο ίδιος ο Εμφύλιος, η μετανάστευση, η διασπορά, η Ευρώπη κ.ό.κ., και τυλιγμένος γύρω τους ο ίδιος ο μύθος της Αριστεράς. Οι ήρωές του είναι πραγματικά θλιμμένοι, όχι τόσο γιατί κουβαλούν το βαρύ πεπρωμένο του μετεμφυλιακού ελληνισμού όσο γιατί αναγνωρίζουν ότι αποτελούν τα εξιλαστήρια θύματα μιας ανεπαρκούς μυθολογίας. Και εφόσον η πλοκή του μυθιστορήματος στηρίζεται σε αυτό το τεράστιο χάος που επικρατεί στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς, η συγγραφέας παραδίδεται στον γνωστό αφοριστικό λόγο αυτών που είδαν τα οράματά τους να διαπομπεύονται από τους ίδιους τους συντρόφους τους εν ονόματι μιας μίζερης πολιτικής σκοπιμότητας.

Τελικά αυτοί οι ήρωες γίνονται υπότροφοι μιας αέναης μετατόπισης· μιας ιστορίας όπου η εξορία – ξενιτιά δεν είναι απλώς μια μόνιμη (εγ)κατάσταση αλλά και μια ολοένα και πιο α-νόητη σημασία. Οι πάτριες αναμνήσεις τους εναλλάσσονται με τους απάτριδες στοχασμούς και χωρίς ακριβώς να παύουν να είναι Έλληνες, γίνονται Φιλέλληνες. Όπως γράφει η συγγραφέας: Φιλέλληνες, όπως λες φιλό-σοφος ή φιλό-μουσος, αγαπάς τη σοφία, τη μουσική, χωρίς ούτε σοφός ούτε μουσικός να ’σαι. Εξ’ αποστάσεως. Άλλοι θα φτειάχνουνε τον κόσμο, τη ζωή, και συ, μακρινός εραστής, θα κάθεσαι να βλέπεις. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και η άλλη φωνή μέσα στο μυθιστόρημα, πως κανένας άνθρωπος δεν είναι ξένος. Η αρνητική γραμματική της πιο οικουμενικής κατάφασης: Ξένος ουδείς, συνεπώς ούτε Οδυσσέας.

Οι πιστοί αναγνώστες του Πλανόδιου γνωρίζουμε τον συγγραφέα από τις ανεξάντλητες «πίσω» σελίδες του περιοδικού, όπου μαζί με άλλους ερευνητές, δοκιμιογράφους και συγγραφείς άνοιγε ακριβώς αυτή την βεντάλια των στοχασμών· στην προκείμενη περίπτωση με την στήλη Διαβατήρια, πέντε από τα οποία αναδημοσιεύονται εδώ. Το πρώτο μας ταξιδεύει στο «μετεμφυλιακό Βελιγράδι», στο τιτοϊκό ξενοδοχείο Μετροπόλ και σε μια αξέχαστη συνύπαρξη πρώην Γιουγκοσλάβων όλων των «εθνοτήτων», ανθρώπων που είχαν μάθει να ζουν με την απώλεια της χώρας τους· που περιφρόνησαν το καινούργιο τους διαβατήριο και δεν περιφέρονταν σαν ζωντανοί νεκροί στο νεκροταφείο των οραμάτων τους. Κανείς τους, αν και ά-εθνος ή άπατρις δεν ένοιωθε άπολις. Η συνάντηση δεν αποσκοπούσε σε κάποια ιεροτελεστία συμφιλίωσης. Τίποτα δεν χώριζε αυτούς τους ανθρώπους για να χρειάζεται να επαναστήσουν γέφυρες. Ή μάλλον, ό,τι τώρα τους χωρίζει – η αμείλικτη αλήθεια της Ιστορίας – τους είναι ξένο, επιβεβλημένο από κάποιους άλλους. Έχει φτάσει να τους ανήκει μόνο και μόνο επειδή τους αποκαλεί – τους αποκλείει ονομάζοντάς τους – Σέρβους, Κροατες, Μαυροβούνιους, Βόσνιους, Σλοβένους, Μακεδόνες, και εκεί ακριβώς έγκειται η εναντίωσή τους: στο βάπτισμα στο οποίο, παρά τη θέλησή τους, τους εξαναγκάζει ο εθνικισμός. [σ. 241 – 242]

Το τρίτο διαβατήριο αφιερώνεται στον τρομπετίστα Μάζεν Κερμπάτζ που το 20006 βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του για να παίξει τρομπέτα ντουέτο με τις βόμβες που έπεφταν στον απέναντι λοφίσκο [συμπληρώνοντας την τέχνη εν καιρώ πολέμω με τις εικαστικές και ιστολογιακές ανταποκρίσεις του] αλλά θα σταθώ περισσότερο στο δεύτερο, που αφορά τον Φιλ Όουκς, εκκινώντας από την τραγική εμφάνιση του στο Κάρνεγκι Χολ το 1969. Ο πιο στρατευμένος στιχουργός της παρέας των φολκ τροβαδούρων Ντύλαν και Μπαέζ, ο πιο πολιτικοποιημένος τραγουδοποιός της γενιάς του, απαγορευμένος σε κάθε ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναμετάδοση, κατέρρευσε μετά το τραυματικό 1968 και τα πρωτοφανή επίπεδα βίας, πολιτικού διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης, ύστερα από τα οποία η στρατευμένη αριστερά της αμερικανικής φολκ φαινόταν αδύναμη και αφελής. Άλλωστε ήταν ο μοναδικός μουσικός της επαναστατημένης νεολαίας που ήταν παρών στο μακελειό κατά την Συνέλευση του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο.

Στην σκηνή δεν ανέβηκε ο άλλοτε προκλητικός και σαρκαστικός Όουκς αλλά ένας νεκροζώντανος άντρας με την λαμέ αμφίεση του Έλβις· ήταν η τελευταία του εμφάνιση προτού προχωρήσει στην ψυχασθένεια και την αυτοχειρία. Ο συγγραφέας αναζητά τα διαβατήριά του: την ανέστια ζωή του μοναχικού που αναζητά το πλήθος που άλλοτε τον επευφημεί και άλλοτε τον αποπέμπει, την μοναξιά που είναι ελεύθερος αέρας και αβάσταχτο βάρος συνάμα. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Πατριώτη και τον Προδότη (όπως τιτλοφορούσε ένα 45άρι του) όταν η ηγεσία έχει προδώσει τις βασικές αξίες της χώρας και η προδοσία είναι η απώτατη πατριωτική πράξη; Ο Όουκς δεν σταματούσε να τραγουδά κατά του θανάτου εν ονόματι των νεκρών του Βιετνάμ με το άλλοθι μιας επικείμενης επανάστασης. Όμως οι συνεχείς δολοφονίες των ηγετών κάθε εστίας αντίστασης και η εξάπλωση της βίας τον έφεραν ενώπιον μιας αλήθειας: η αμερικανική κοινωνία στην ουσία της είναι μια κοινωνία θανάτου, μια κοινωνία φαντασμάτων που εξοντώνει οτιδήποτε θετικό. Και εξάγει θάνατο παντού γιατί τον παράγει εν αφθονία. Ο ίδιος έγραψε ως ημερομηνία θανάτου του το 1968, κι ας άντεξε λίγα χρόνια ακόμα, βλέποντας την δολοφονία του Βίκτορ Χάρα στην Χιλή, κυνηγημένος και επιτηρούμενος από τους πράκτορες του FBI, λογοκριμένος από τα Μέσα, ξεχασμένος από την Αμερική.

«Τα ηρεμιστικά του βάλτου» εκκινούν από την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, άρα και της ψυχροπολεμικής σύλληψης της Ιστορίας. Η επανάσταση μεταδόθηκε από την τηλεόραση, άρα δεν γλίτωσε από το ζάπινγκ των θεατών και μετά από μερικά τρίλεπτα σπασμωδικού τηλεοργασμού χάθηκε στην γκρίζα άβυσσο πίσω από το προσωπείο της οθόνης. Τα τείχη γκρεμίστηκαν χωρίς ήχο κι εμείς βρισκόμαστε στην καρδιά της «σύγχρονης» κοινωνίας που θεσμοθετείται ως σύγχρονη βάσει των ιδεών του λεγόμενου Διαφωτισμού, έγκειται δηλαδή σε μια αδιάλλακτη ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Παύουμε λοιπόν να ψάχνουμε το νόημα της ύπαρξής μας σε κάποιο άγνωστο, μυστηριώδη χώρο στα χέρια ενός παντοκράτορος Άλλου και το ψηλαφούμε μέσα στις σκέψεις και τις πράξεις μας ως αναπόφευκτα κοινωνικά και ιστορικά όντα.

Πρόκειται για μια δραματική στροφή στην ανθρώπινη φαντασία που μας επαναθέτει την δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνικής αυτονομίας. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι τα «σύγχρονα» επαναστατικά κινήματα βασίστηκαν ακριβώς σε αυτό το πρόταγμα της αυτονομίας αλλά και απέτυχαν επειδή η ίδια η κοινωνία «δεν έχει καταφέρει ακόμα να σηκώσει το βάρος της τεράστιας ευθύνης που θέτει η αυτονομία της, προδίδοντας στα ίδια της τα ευρήματα ιδιότητες θείες: την ορθολογικότητα ως υπέρτατο ον, την επιστήμη ως αλήθεια της Φύσης, το Έθνος ή το Κράτος ως εγγύηση πρόνοιας, το Κόμμα ως κλειδοκράτορα των νόμων…». Αλλά το πιο επαναστατικό παράδειγμα της διαφωτιστικής παράδοσης είναι ακριβώς η δυνατότητα της αυτοκριτικής! Τι συμβαίνει λοιπόν και η κοινωνία κλονίζεται από κάθε λογής εκρήξεις φανατισμού ο οποίος διακρίνεται από μια ενσυνείδητη επιλογή μεταφυσικών αξιών και οραμάτων αντί μιας στοχαστικής αναμέτρησης με την ιστορική περιστασιακότητα της ζωής; Η διανόηση και ο στοχασμός, γράφει ο Γουργουρής, είναι διαμετρικά αντίθετοι με τον μαζικό φανατισμό εν ονόματι μιας υπερβατικής ιδέας (εθνικισμός, φονταμενταλισμός κ.λπ.) και την μαζική παραίτηση από τα κοινά εν ονόματι μιας αυτοέγκλειστης τελετουργίας (καταναλωτισμός, τηλεχαύνωση κ.λπ.).

Με ανοιχτό τον προβληματισμό για την αυτονομία της κοινωνίας, φυλλομετρώ τον τόμο και στέκομαι στο κείμενο για την σημασιακή σχέση πόλης και ποίησης στον Χάιντεγγερ. Ποια είναι η πολιτική σημασία της ποίησης ιδιαίτερα μετά τις φιλοσοφικές συνέπειες του πλατωνικού διατάγματος για την απαραίτητη εξορία των ποιητών από την πόλη; Ο όρος «κοινωνία των πολιτών» χρησιμοποιείται εδώ με την αρχαία έννοια του αυτοκαθορισμού και της αυτονομίας της πόλης. Μπορεί ο φιλόσοφος να παραποίησε την αρχαιοελληνική σκέψη αλλά ταυτόχρονα και την επέκτεινε και την εμβάθυνε ριζικά. Η χαϊντεγγεριανή θεώρηση της αρχαίας σκέψης αποδίδει στην ποίηση θεμελιώδη στοχαστικό ρόλο. Άλλωστε παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανακοίνωσε το τέλος της φιλοσοφίας, ολόκληρο το έργο του καταπιάνεται με τον πρωταρχικό όρο ύπαρξής της, την πολιτική: ο συνεχής προβληματισμός της καθημερινής ζωής έξω από κάθε μεταφυσική υπέρβαση, μέσω της αυτονομίας της πόλης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον έχουν «Οι αντιφάσεις και αμφιθυμίες του Άγγελου Ελεφάντη». Ο άρτια καταρτισμένος ιστορικός και θεωρητικός της πολιτικής που έδρασε, μεταξύ άλλων, ως στοχαστής, συγγραφέας, σχολιαστής και μεταφραστής γαλούχησε τρεις τουλάχιστον γενιές με το περιοδικό Ο Πολίτης. Ο Πολίτης υπήρξε το κατεξοχήν φόρουμ ειδών όπου η πιο σύγχρονη τότε λογοτεχνική θεωρία ερχόταν σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και την ελληνική λογοτεχνία αυτή καθαυτήν. Ο Γουργουρής (που, σημειωτέον, υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού και δημοσίευε κείμενα με τα οποία διαφωνούσε ο Ελεφάντης αλλά ουδέποτε διανοήθηκε να μην δημοσιεύσει) θεωρεί ότι η δεινή αφοσίωση του Ελεφάντη στις αρχές του Διαφωτισμού και την μορφή του έθνους ως κύριο έδαφος συλλογικής πολιτικής πρακτικής τού κατέστησε δύσκολο να εκτιμήσει την ονομαζόμενη μεταμοντέρνα ή μεταδομική σκέψη.

Για τον Ελεφάντη το έθνος υπήρξε κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που λειτούργησαν ως μαγματικές πηγές όλων των ευρωπαϊκών εθνικών φαντασιακών. Η επιτυχία των Γάλλων στοχαστών (Αλτουσέρ, Λακάν, Φουκώ, Ντερινά) στον αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο τού ήταν ανυπόφορη. Την έβλεπε σαν ιμπεριαλιστική πραγματικότητα, ένα είδος αναρρόφησης της αληθινής σκέψης από ένα αποστειρωμένο θεσμικό πλαίσιο που παρήγαγε ιδεολογικές μορφές προς όφελος των δομών της αυτοκρατορίας. Ακόμα και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όταν η αμφισβήτηση άγγιξε τον Διαφωτισμό, την καρτεσιανή λογική, την μορφή του έθνους και του πολίτη και όλα όσα απελευθέρωσαν τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης ο Ελεφάντης αντιτάχθηκε σε αυτού του είδους τον ριζοσπαστισμό και δεν είχε υπομονή για τις διάφορες μετα – εθνικές κατηγορίες, για την μετα – αποικιακή σκέψη ή τις «φαντασιακές κοινότητες» του Μπένεντικτ Άντερσον και βέβαια παρέμενε συνεπής σε μια γκραμσιανή «αισιοδοξία της βούλησης». Και αναρωτιέται ο Γουργουρής…

…. πώς ένας στρατευμένος διεθνιστής – ως κομμουνιστής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο – δίσταζε μπροστά σε νέες ιδέες και κινήματα που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια και τις εθνικές ταυτότητες. Αναρωτιέται κανείς πώς ένας στοχαστής, ρασιοναλιστής σίγουρα αλλά με εξαίσια και λεπτή αίσθηση του ποιητικού, που ως ακτιβιστής ήταν γκραμσιανός, που ανδρώθηκε πολιτικά στους δρόμους του Παρισιού τον Μάη του ’68 με το σύνθημα «Η φαντασία στην εξουσία» έδειχνε τέτοια δυσπιστία προς την έννοια του φαντασιακού; [σ. 324]

Το κείμενο «Βάλτερ Μπένγιαμιν: φυσιοδίφης και φωτογράφος της ιστορίας» εστιάζει σε δυο ιδιαίτερες εκδόσεις για τον σπουδαίο στοχαστή, μια εκ των οποίων θα παρουσιάσουμε σύντομα (πρόκειται για την σημαντική ανάγνωση της διαλεκτικής του περί φωτογραφίας από τον Εντουάρντο Καντάβα, που κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις). Ο ερευνητής μέσα από ένα ιδιαίτερο λεξικό εννοιών καταδεικνύει ότι η φωτογραφία είναι φύσει «μπενγιανική» στην σχέση της με την ιστορία: είναι ταυτόχρονα σημείο σύνδεσης και διάρρηξης, ένας φωτοδιακόπτης μεταξύ ανάμνησης και θανάτου. «Το θεμελιακό ψευδές δίλημμα του Λούκατς», η Αμερική που είναι «αναπόφευκτα μερική», το Ιράκ που καθρεφτίζει το αμερικανικό σύμπλεγμα, η τηλεκατευθυνόμενη κοινωνία και τα θηράματά της, η νέα τάξη θυμάτων, ο «παράδοξος και τακτικός» Σεφέρης, ο «αλογάριαστος» Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Χουλιάρας και ο Τάκης Σιμώτας, οι τσαρλατάνοι του ύφους, το «ασύλληπτο μυθιστόρημα» της εγχώριας τρομοκρατίας είναι μερικά ακόμη από τα θέματα πάνω στα οποία προβληματίζεται η ευρύτατη ματιά του συγγραφέα. Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Πολίτης, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Πλανόδιον, Σχεδία), εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, Αυγή, Εποχή, Το Βήμα), συλλογικά θεματικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και αλλού· άλλα υπήρξαν αντικείμενο διαλέξεων ή ήταν μέχρι σήμερα ανέκδοτα.

Εκδ. Νήσος, 2016 [Πολιτείες, 36], σελ. 404.

Στις εικόνες: Μιμίκα Κρανάκη [έργο της Άννας Φιλίνη], αναμνηστική φωτογραφία των διανοουμένων – επιβατών του πλοίου Ματαρόα το 1945 [Παρίσι, 1946 (Πανεπιστημιούπολη). Από αριστερά: Μέμος Μακρής, Γιώργος Καρούζος, Κατερίνα Καχραμάνη, Κώστας Παπαϊωάννου, N. Καχραμάνη, Ντούντα – Ζίζικα, άγνωστος, Μέμος Αλίκουλης (Αρχείο Μάνου Ζαχαρία)], Mazen Kerbaj, Phil Ochs, Martin Heidegger, Άγγελος Ελεφάντης [1976], Τριακοστός Πολίτης, Walter Benjamin κι ένα ξενοδοχείο πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, μετέπειτα υπερεθνικής συνύπαρξης.

15
Μαρ.
15

Θανάσης Γιαλκέτσης – Σημειωματάριο ιδεών

1 - ex_

Μια σπάνια συλλογή προτάσεων πολιτικής σκέψης και πράξης

Τι να πρωτογράψει κανείς γι’ αυτό το βιβλίο… Καταρχήν κάθε συλλογή κριτικών κειμένων είναι ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδα, συνεπώς η αρχειοθέτηση και φύλαξή τους είναι εξ ορισμού προβληματικές. Αντιλαμβάνεται όμως κανείς πόσο σημαντική είναι μια τέτοια έκδοση ιδίως όταν αφορά το ιδιαίτερο είδος του δοκιμίου (δηλαδή έργα φιλοσοφίας, πολιτικής σκέψης, ιστορίας των ιδεών, οικονομίας κλπ.), ενώ και τα ίδια τα κείμενά του είναι γραμμένα με δοκιμιακή μορφή.

Ο συγγραφέας προτείνει δεκάδες μείζονα αναγνώσματα, παρουσιάζει σπουδαία βιβλία που μπορεί να πέρασαν απαρατήρητα ή να διαβάστηκαν από λίγους και ειδικούς, συνοψίζει το έργο ζωής πολλών στοχαστών καθώς και την πορεία των ιδεών που σήμερα μπορούν να αποτελέσουν οδοδείκτες για κάθε ζητούμενο της σύγχρονης ζωής.

1 - chris haberman-Karl Marx

Συχνά ένα βιβλίο ή μια επέτειος αποτελεί την αφορμή και μόνο για να ξετυλιχθεί ένα δοκίμιο. Ας σημειωθεί ακόμα ότι πολλά από τα βιβλία που παρουσιάζονται δεν έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, συνεπώς ένα ακόμα πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η παρουσίαση της σχετικής διεθνούς εκδοτικής παραγωγής. Έτσι ο Γιαλκέτσης μάς γνωρίζει με την σκέψη και την γραφή μιας ολόκληρης στρατιάς ανήσυχων πνευμάτων και μας εισάγει σε έναν γραπτό κόσμο όπου μας περιμένουν προτάσεις και κλειδιά για όλα όσα μας εμποδίζουν να ζήσουμε μια ζωή αξιοπρεπή και επιθυμητή. Μετά είναι στο χέρι μας να αναζητήσουμε τα κείμενα και τις πρωταρχικές πηγές.

Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην Ελευθεροτυπία στο διάστημα από το 1993 έως το 2010, σε μια περίοδο δηλαδή που χαρακτηρίστηκε από την τάση για βαθμιαία αποπολιτικοποίηση. Η κρίση των ιδεολογιών τροφοδότησε μεταϊδεολογικούς κοινούς τόπους, σύμφωνα με τους οποίους η πολιτική δεν μπορούσε και δεν έπρεπε πλέον να προτείνει μεγάλες ιδέες και φιλόδοξα σχέδια, ούτε να ασχολείται με τη θεμελίωση ισχυρών συλλογικών ταυτοτήτων αλλά να περιορίζεται σε τεχνικές λειτουργίες και σε αποτελεσματική διαχείριση· η δε οικονομία αντιμετωπίστηκε ως ένας απρόσωπος μηχανισμός με δικούς του κανόνες που λειτουργούν ανεξάρτητα από την ανθρώπινη βούληση. Έτσι προετοιμάστηκε και διανοητικά το έδαφος για τη σταδιακή διάβρωση όλων όσα είναι δημόσια, για τον αποικισμό της επιθυμίας και του φαντασιακού των ανθρώπων από την καταναλωτική κοινωνία και από τα είδωλα του θεάματος, για την μετατροπή της δημόσιας σφαίρας σε θέαμα και τον λαό σε «κοινό». Ο συγγραφέας δημιούργησε την στήλη «Σημειωματάριο Ιδεών» αρνούμενος να συμφιλιωθεί, όπως γράφει ο ίδιος, με το διαζύγιο πολιτικής και ιδεών, το οποίο καταλήγει να μας αφοπλίζει μπροστά στις δοκιμασίες που μας περιμένουν.

jurgen_habermas

Συχνά ένα κείμενο δεν εκκινεί από κάποιο βιβλίο αλλά οποιαδήποτε άλλη αφορμή. Σε αυτή την περίπτωση ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία για ένα αναλυτικό δοκίμιο ή μια χρησιμότατη επίτομη εισαγωγή στο έργο κάποιου σημαντικού συγγραφέα – φιλόσοφου, όπως στην περίπτωση του Γιούργκεν Χάμπερμας, που για πολλούς αποτελεί τον σημαντικότερο ευρωπαίο στοχαστή σήμερα, που στρατευμένος σε όλες τις διανοητικές και ηθικο – πολιτικές μάχες του καιρού του, αντιπροσωπεύει ένα είδος «κριτικής συνείδησης» της γερμανικής κουλτούρας. Όμως η σύνδεσή του με την δεύτερη γενιά της «Σχολής της Φρανκφούρτης» μας εμποδίζει να κατανοήσουμε την δική του πρωτότυπη συνεισφορά. Η κριτική της κυριαρχίας της εργαλειακής ορθολογικότητας [: η χρησιμοποίηση του άλλου ως εργαλείου ή ως εμπόδιου που πρέπει να παραμεριστεί] από την Σχολή υπήρξε τόσο ριζική ώστε κατέληγε στην πεσιμιστική διάγνωση της αδυναμίας των υποκειμένων απέναντι στο σύστημα κυριαρχίας και δεν έδειχνε τους δρόμους για την μετάβαση από την ολική αμφισβήτηση στη δράση. Άφηνε έτσι λίγες ελπίδες στην πολιτική πράξη, στην οποία εναπέθετε ένα αμυντικό καθήκον «αντίστασης» και μόνο.

Ο Χάμπερμας τροποποιεί σημαντικά το θεωρητικό παράδειγμα της Σχολής, δείχνοντας μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κληρονομιά του Διαφωτισμού και στις δυνατότητες του ανθρώπινου λόγου και παραμένει πιστός στην επαγγελία της δημοκρατικής αυτοοργάνωσης της κοινωνίας. Η επικοινωνιακή ορθολογικότητα που προτείνει στρέφεται κατά της λογικής κυριαρχίας καθώς αναζητά την συνεννόηση ανάμεσα στα υποκείμενα και την διαλογική σχέση στην οποία ο καθένας γίνεται σεβαστός ως φορέας αναγκών. Και σήμερα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει ένα προπύργιο της κουλτούρας της αριστεράς στην Γερμανία και στην Ευρώπη.

Horkheimer

Ο θεμελιωτής της Σχολής της Φρανκφούρτης Μαξ Χορκχάιμερ είχε την φιλοδοξία της επεξεργασίας μιας «κριτικής θεωρίας» που αναλύει όλους τους μηχανισμούς χειραγώγησης και κυριαρχίας της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Έκρινε μάλιστα τον ίδιο τον Λόγο, που έγινε «εργαλειακός» γιατί αποδέχτηκε την ιδέα ότι η γνώση είναι τεχνική και ότι η λειτουργική χρησιμότητα μιας θεωρίας έχει μεγαλύτερη αξία από την αλήθεια της. Έτσι ο λόγος καθυποτάχτηκε και η ανάπτυξη των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων αντί θα διευθύνει τον ορίζοντα της σκέψης και της δράσης των ανθρώπων, καταλήγει να μειώνει την αυτονομία του ατόμου. Και ως προς μια βασική ασθένεια ακριβώς των ημερών μας, η κριτική θεωρία υπερασπίζεται την ατομική υποκειμενικότητα απέναντι στον φετιχισμό των συλλογικών οργανισμών, που εμφορούνται από ολοκληρωτικό πνεύμα.

Ο Ζιλ Ντελέζ έγραφε ότι η φιλοσοφία οφείλει να διεξάγει διαρκή «ανταρτοπόλεμο» ενάντια στις θρησκείες, τα κράτη, τον καπιταλισμό, την επιστήμη, το δίκαιο, την τηλεόραση. Καθώς δεν έχει την δύναμη να νικήσει όλες αυτές τις ισχυρές εξουσίες, είναι υποχρεωμένη τουλάχιστον να τις «παρενοχλεί». Ο φιλοσοφικός αυτός πόλεμος είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση και με το ίδιο μας τον εαυτό, γιατί οι εξουσίες δεν είναι μόνον εξωτερικές αλλά περνούν και μέσα από τον καθένα μας. Ο Ντελέζ αναζητάει εκείνες τις σπάνιες φιλοσοφίες της ελευθερίας που δεν αναγνωρίζουν καμιά υπέρτατη αρχή και τους στοχαστές που δεν υποτάσσονται στην ορθοφροσύνη της πλειονότητας ή του κοινού. Ο Λουκρήτιος, ο Σπινόζα και ο Νίτσε είναι οι κορυφαίες μορφές αυτής της κριτικής φιλοσοφίας, οι θεμελιωτές μιας «αναρχικής» και «νομαδικής» φιλοσοφικής παράδοσης.

1 - deleuze

Η επιθυμία δεν είναι στέρηση, αγωνία ή οδύνη, όπως την παρουσιάζει η πλατωνική και μετέπειτα χριστιανική ερμηνεία. Οι Ντελέζ – Γκουαταρί [Αντι – Οιδίπους / 1972] υπερασπίζονται τον θετικό χαρακτήρα και τον δημιουργικό πλούτο της επιθυμίας, την επαναστατική δύναμη που πηγάζει από το άνοιγμά της στα πολιτικά γεγονότα και στα κοινωνικά κινήματα. Και το βασικό πρόβλημα της πολιτικής φιλοσοφίας παραμένει πάντα εκείνο που έθεσε ο Σπινόζα: Γιατί οι άνθρωποι μάχονται για την σκλαβιά τους σαν να πρόκειται για την σωτηρία τους; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ανέχονται αιώνες τώρα την εκμετάλλευση, την ταπείνωση ως το σημείο να τις θέλουν όχι μονάχα για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό τους;

Σε μια από τις βασικότερες αντιφάσεις της η εποχή μας υμνολογεί τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνικής και ταυτόχρονα ευνοεί τον θρίαμβο του ανορθολογισμού. Το ασύμβατο της προόδου των φυσικών επιστημών με την πίστη στην αστρολογία είναι πρόδηλο, συνεπώς η αστρολογία είναι η μεγάλη δεισιδαιμονία των καιρών μας. Ο Τέοντορ Αντόρνο ασχολήθηκε με την αστρολογική «κουλτούρα» και συσχέτισε τον αποκρυφισμό με τον φασισμό, στο βαθμό που υιοθετούν παρόμοια σχήματα σκέψης. Πρόκειται για ένα μείγμα ανορθολογισμού και ψευδο – ορθολογικότητας, καθώς συνδυάζει τις προλήψεις ενός εμπορευματοποιημένου αποκρυφισμού με τον «ορθολογικό» ρεαλισμό που παρέχει οδηγίες συμπεριφοράς και πρακτικές υποδείξεις πάσης φύσεως. Πρόκειται για μια ιδεολογία της εξάρτησης που προετοιμάζει έμμεσα τα πνεύματα των ανθρώπων για την αποδοχή ολοκληρωτικών πεποιθήσεων. Η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα επιβάλλεται στους ανθρώπους σαν ένα καταπιεστικό «σύστημα» χωρίς διόδους διαφυγής, σαν ένα «πεπρωμένο» ανεξάρτητο από τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους.

1 - adorno

Στον αντίποδα της μαρξιστικής σκέψης ο Αϊζάια Μπερλίν, ίσως ο τελευταίος επιζών «κλασικός» της φιλελεύθερης σκέψης, στρέφεται ενάντια σε κάθε μορφή φανατισμού που γεννιέται από τη πίστη σε μια ιδεολογία σαν έκφραση της μοναδικής και απόλυτης αλήθειας. Ο Μπερλίν διακρίνει την ιδέα της «αρνητικής» ελευθερίας (ως απουσίας εμποδίων και καταναγκασμών), από εκείνη της «θετικής» ελευθερίας (ως αυτονομίας και αυτοκαθορισμού). Η κεντρική του σύλληψη είναι ότι η ηθική και πολιτική ζωή είναι ένας στίβος σύγκρουσης ανάμεσα σε πολλές θεμελιώδεις αξίες. Η ιδέα ότι μπορεί να λυθεί το κοσμικό αίνιγμα μιας ορθής ηθικής έχει ήδη κλονιστεί από τον Μακιαβέλλι και τον Βίκο.

Στην κατηγορία για φιλοσοφικό σχετικισμό ο Μπερλίν μίλησε για συνειδητή επιλογή υπέρ του πλουραλισμού. Οι σκοποί των ανθρώπων είναι πολλοί και διαφορετικοί. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχει μια και μοναδική λύση στην σύγκρουση των αξιών. Η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μια τελική και αρμονική λύση είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη. Είμαστε υποχρεωμένοι να επιλέγουμε και κάθε επιλογή μπορεί να συνεπάγεται μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Βλέπουμε ότι ο φιλελευθερισμός του Μπερλίν είναι στο βάθος μια στωική και μάλιστα τραγική θεωρία, που στηρίζεται στη διάγνωση ότι στην ηθική και πολιτική ζωή συναντάμε συγκρούσεις και διλήμματα που ο λόγος μόνος του δεν μπορεί να επιλύσει.

1 - isaiah berlin

Ο Γάλλος στοχαστής Πολ Βιριλιό, αρχιτέκτονας και πολεοδόμος αλλά κυρίως μελετητής της ταχύτητας και του χρόνου και το βιβλίο του L’ art du moteur [H τέχνη του κινητήρα] εστιάζει σε μια μεγάλη μεταβολή που συντελείται σήμερα: στην μετάβαση από την γεωπολιτική στην «χρονοπολιτική». Το σημαντικότερο φαινόμενο των τελευταίων χρόνων είναι αυτή η αποεδαφοποίηση της πολιτικής. Ο χρόνος κυριαρχεί πλέον πάνω στο χώρο. Ενώ στο παρελθόν όλη η ιστορία στηριζόταν πάνω στην οικειοποίηση της γης, τώρα αποκτάει κεντρική σημασία η οικειοποίηση του χρόνου. Δημιουργήθηκε ένας χρόνος οικουμενικός, πανταχού παρών, ακαριαίος· είναι ο χρόνος των συναλλαγών του χρηματιστηρίου, της «ζωντανής πληροφόρησης».

Η ηλεκτρονική επικοινωνία καταργεί την παλαιά φυσική κινητικότητα και καθώς δεν υπάρχουν πλέον πολίτες που συμβιώνουν σε μια περιοχή αλλά δισεκατομμύρια απομονωμένα άτομα που ζουν στον εικονικό χωροχρόνο της τηλεθέασης, ανατρέπεται η παραδοσιακή ιδέα της πολιτικής ως τέχνης διακυβέρνησης μιας ομάδας ανθρώπων ριζωμένων σε ένα τόπο. Ο Βιριλιό υποστηρίζει ότι το σύστημα των μέσων μαζικής επικοινωνίας έχει ήδη υποκαταστήσει την παραδοσιακή πολιτική και σαφώς απειλεί σοβαρά την δημοκρατία. Στο παρελθόν η πολιτική βασιζόταν στο λόγο, στη γλώσσα και στη γραφή· άλλοτε διαθέταμε χρόνο και δυνατότητα για στοχασμό. Σήμερα ο χρόνος αυτός έχει χαθεί ή αντικατασταθεί από την αδράνεια μπροστά στην οθόνη όπου πάντα είμαστε μόνοι. Η δημοκρατία όμως δεν μπορεί να είναι μοναχική, ούτε η πολιτική να μοιάζει με διοίκηση από απόσταση, σαν ένα είδος κυβερνητικής.

1 - may2

Ο Γιαλκέτσης αφιερώνει μια σειρά κειμένων στον Μάη του ’68, καθώς είναι πολλά τα ερωτήματα που ακόμα παραμένουν ανοιχτά. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θεάσεις του (εξέγερση της ελευθερίας κατά Σαρτρ, αναγέννηση παλιού μηδενισμού κατά Μαλρό, καρναβάλι και συλλογική τρέλο κατά Αρόν, νέα μορφή ταξικής πάλης κατά Τουρέν) το κίνημα του Μάη υπήρξε από την φύση του πολύπλοκο και αμφιλεγόμενο και η διαφορά των ερμηνειών αποκαλύπτει ακριβώς την πολυσημία και την αντιφατικότητα του κινήματος. Η ιδέα ότι μπορούμε να αλλάξουμε ριζικά την κοινωνία προϋποθέτει μια αισιόδοξη και μαχητική θεώρηση του κόσμου που δύσκολα μπορεί να αναδυθεί σε περιόδους γενικής κρίση Ο Μάης έδειξε, για πρώτη φορά στην ιστορία, ότι μια ανατρεπτική κοινωνική έκρηξη μπορεί να γεννηθεί όχι μόνον από την αθλιότητα αλλά και από την αφθονία κι ότι το αίτημα «ν’ αλλάξουμε ζωή» μπορεί να γίνει πιο ισχυρό από το στόχο «να καταλάβουμε την εξουσία».

Το κίνημα του Μάη είναι ταυτόχρονα ένα ηδονιστικό και κοινοτικό κίνημα, μια αντίδραση στον εγωιστικό ατομικισμό και στα συνεπακόλουθά του: τη μαζική μοναξιά και τον τυφλό ανταγωνισμό. Στον «ηδονισμό του έχειν» αντιπαραθέτει έναν ηδονισμό του είναι, όπως έγραψε ο Εντγκάρ Μορέν. Είναι ένα δημοκρατικό, αντιαυταρχικό, ελευθεριακό κίνημα, με στόχο όχι την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας αλλά την αμφισβήτηση όλων των εξουσιών. Στόχος του είναι η αυτοκυβέρνηση των εργαζομένων και της πολιτικής κοινότητας. Η στρατηγική αυτή συνεπάγεται αναπόφευκτα μια πολιτική ρήξη με όλη σχεδόν την πολιτική εμπειρία και τα οργανωτικά μοντέλα της παραδοσιακής αριστεράς. Και είναι ταυτόχρονα το πρώτο μαζικό αντικαπιταλιστικό κίνημα που δεν ηγεμονεύεται και δεν ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από την επίσημη αριστερά.

1 - george-orwell-jeff-burgess

Σε άλλο κείμενο για την σκέψη του ’68 παρουσιάζεται ένα πλήρες διάγραμμα των πολλών και διαφορετικών ιδεών και επιρροών που οδήγησαν στο κίνημα, από τον μαρξισμό, τον Φουκώ, την Σχολή της Φρανκφρούρτης και τον φροϊδομαρξισμό του Ράιχ μέχρι την αγγλοσαξονική «αντιψυχιατρική», τους Καταστασιακούς, τις προδρομικές αναλύσεις του Socialisme ou Barbarie, τον Τσε και της γης τους Κολασμένους, κοινώς των ιδεών που οδήγησαν στην πεποίθηση όχι ότι όλα ήσαν δυνατά αλλά ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν κάτι είναι αδύνατο, παρά μόνον αφού έχουμε δοκιμάσει και αποτύχει.

Οι αενάως επίκαιρες σκέψεις του Βολταίρου για τον φιλόσοφο και τον ηγεμόνα, ο προβληματισμός πάνω σε θέματα άμεση και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από τον Ρουσώ μέχρι τους σύγχρονους υποστηρικτές, η πολιτική – φιλοσοφική πλευρά συγγραφέων όπως οι Άλντους Χάξλει και Τζόρτζ Όργουελ αλλά και οι Αλμπέρ Καμύ και Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, οι περίφημες επιστολές της ρήξης μεταξύ Σαρτρ και Μερλό Ποντί, η χρήση της μνήμης κατά Τοντορόφ, ένα ρέκβιεμ για τον Γκι Ντεμπόρ, η επιστροφή της Ηθικής στην Οικονομία κατά Αμάρτια Σεν, η ψυχολογία των όχλων κατά Γκουστάβ Λε Μπον, η τυρρανία των ΜΜΕ κατά Ιγκνάσιο Ραμονέ, η βία ως αδυναμία κατά Χάνα Άρεντ…

1 - Chomsky_2

… η Μεταηθική του Λιποβετσκί, η αναζήτηση του φαντάσματος του Κομμουνισμού, το ναυάγιο της Δύσης κατά Σερζ Λατούς, η Δημοκρατία κατά Αλαίν Τουραίν, το «κατηγορώ» ενός κριτικού διανοούμενου [Πιερ Μπουρντιέ], οι διανοούμενοι και η τηλεόραση κατά Ντεριντά, όλα έχουν θέση στην πολυσέλιδη συλλογή, μαζί με πυκνά δοκίμια για όψεις του έργου των Μαρξ και Ένγκελς, Γκράμσι και Λούξενμπουργκ, Νίτσε και Θορώ, Ρουσώ και Τοκβίλ, Μαρκούζε και Μπένζαμιν, Ανταμ Σμιθ και Τζ. Στιούαρτ Μιλ, και κείμενα για τον αειθαλή στοχαστή Νορμπέρτο Μπόμπιο, τον «αιρετικό» του σοσιαλισμού Έντουαρντ Μπέρνσταιν, τον «ηττημένο που δεν μετάνιωσε ποτέ» Έρικ Χόμπσμπάουμ και φυσικά τον Νίκο Πουλαντζά, τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Χάουαρντ Ζιν, τον Έντουαρντ Σαΐντ. τον Νόαμ Τσόμσκι κ.ά.

Μια πολύτιμη βίβλος κειμένων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης.

Εκδ. Πόλις, 2012 [ανατύπωση: 2013], σελ. 747.

10
Σεπτ.
14

Συλλογικό – Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα. Ανθολόγιο κειμένων (επιμ.) K.M. Newton.

NEWTONΤο παρόν ανθολόγιο αποτελεί μια σπάνια περίπτωση έκδοσης θεωρητικού περιεχομένου. Πρόκειται για μια συλλογή θεωρητικών κειμένων όλων των σχολών και των αναζητήσεων της λογοτεχνικής θεωρίας που παρουσιάζονται με τον πλέον ελκυστικό αλλά και χρηστικό τρόπο. Σε κάθε κεφάλαιο προηγείται η πυκνή εισαγωγή του επιμελητή, συμπληρωμένη από ενδεικτική βιβλιογραφία, και κατόπιν ακολουθούν από δύο έως έξι κείμενα διαφορετικών θεωρητικών της κάθε σχολής που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της λόγου της εκάστοτε σχολής.

Ο Ρωσικός Φορμαλισμός απέρριψε τις μη συστηματικές και εκλεκτικιστικές προσεγγίσεις που κυριαρχούσαν στην μελέτη της λογοτεχνίας και επιχείρησε να συγκροτήσει μια «λογοτεχνική επιστήμη». Σύμφωνα με τον Ρομάν Γιάκομπσον, αντικείμενο της αυτής της επιστήμης δεν είναι η λογοτεχνία αλλά η λογοτεχνικότητα, αυτό δηλαδή που κάνει ένα δεδομένο έργο λογοτεχνικό. Γι’ αυτό και οι φορμαλιστές έπαψαν να ενδιαφέρονται για τις αναπαραστατικές και εκφραστικές πλευρές των λογοτεχνικών κειμένων, εστιάζοντας στις διαφορές ανάμεσα στη λογοτεχνική και τη μη λογοτεχνική ή πρακτική γλώσσα. Η γνωστή έννοια του φορμαλισμού είναι εκείνη της «ανοικείωσης» που συνδέθηκε ιδιαίτερα με τον Βίκτορ Σκλόφσκι, ο οποίος υποστήριξε ότι η τέχνη ανανεώνει την ανθρώπινη αντίληψη μέσω της δημιουργίας τεχνασμάτων που υποσκάπτουν και υπονομεύουν τις συνήθεις και αυτοματοποιημένες μορφές αντίληψης.

51QGqJICsuLΑργότερα ο φορμαλισμός έστρεψε τη σκέψη του στις γλωσσικές και μορφολογικές όψεις των ίδιων των λογοτεχνικών κειμένων. Για τον Μιχαήλ Μπαχτίν η γλώσσα είναι «διαλογική» και προϋποθέτει την ύπαρξη ενός παραλήπτη, συνεπώς μελετάται εντός του κοινωνικού και επικοινωνιακού της πλαισίου. Ο Δομισμός της Σχολής της Πράγας αποτέλεσε κατ’ ουσίαν συνέχεια του ρωσικού φορμαλισμού. Το πρώτο αυτό κεφάλαιο περιλαμβάνει κείμενα του βασικού εκπροσώπου του Γιαν Μουκαρόφσκι, του Π.Ν. Μεντβέντεφ και των προαναφερθέντων.

Βασικός στόχος της αμερικανικής Νέας Κριτικής ήταν η διατύπωση μιας εναλλακτικής κριτικής πρότασης απέναντι στον ιμπρεσιονισμό και την ιστορική φιλολογία· οι θεωρητικοί της υπερασπίστηκαν την «εσωτερική» κριτική προσέγγιση και το απρόσωπο ενδιαφέρον για το λογοτεχνικό έργο ως ανεξάρτητο κείμενο. Η Νέα Κριτική έλκει την καταγωγή της από τα κριτικά κείμενα του Τ.Σ. Έλιοτ, τα θεωρητικά γραπτά του Α.Α. Ρίτσαρντς και την πρακτική του Γουίλλιαμ Έμπσον, ενώ η Κριτική του Φ.Ρ.Λήβις έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πραξιακή δύναμη της λογοτεχνικής γλώσσας. Εδώ περιλαμβάνονται κείμενά του καθώς και των Κληνθ Μπρουκς, Κένεθ Μπερκ, Τζων Μ. Έλλις, Τζων Κέισι.

26428270zΤο πρόβλημα που αντιμετώπισε στα πρώτα της στάδια η Ερμηνευτική είναι ότι, ενώ οι λέξεις ενός κειμένου του παρελθόντος, όπως για παράδειγμα της Βίβλου, παραμένουν σταθερές, το συγκείμενο που τις παρήγαγε έχει πάψει να υφίσταται. Υπό την επίδραση της φιλοσοφικής σκέψης του Χανς – Γκέοργκ Γκάνταμερ η ερμηνευτική θεώρησε ότι η κατανόηση του παρόντος προϋποθέτει μια «συγχώνευση» οριζόντων – του κειμένου ως ενσάρκωσης των εμπειριών του παρελθόντος και των ενδιαφερόντων του ερμηνευτή στο παρόν. Ο Πωλ Ρικαίρ από την άλλη, πραγματεύτηκε την ερμηνευτική «ως περιορισμό των ψευδαισθήσεων και των ψευδών της συνείδησης». Ε.Ντ. Χιρς, Π.Ντ. Τζουλ και Γουίλλιαμ Β. Σπανός συμπληρώνουν τα κείμενα του κεφαλαίου.

Ο βασικός εκπρόσωπος της Γλωσσολογικής Κριτικής Φερντινάντ ντε Σωσσύρ υποστήριξε ότι η γλωσσολογία πρέπει να στραφεί στην σύγχρονη μελέτη της, δηλαδή στην πραγμάτευσή της ως ενός συστήματος μέσα σε ένα χρονικό επίπεδο. Η βάση της γλώσσας είναι ότι οι λέξεις αποτελούν αυθαίρετα σημεία, από την άποψη ότι η σχέση μιας λέξης με αυτό που σημαίνει είναι αυθαίρετη, δηλαδή καθορισμένη σχεδόν απόλυτα από τη σύμβαση. Έτσι δίνεται έμφαση στη γλώσσα ως σημασιοδοτικό σύστημα. Τα κομβικά κείμενα των Ρομάν Γιάκομπσον και Ρότζερ Φάουλερ Γλωσσολογία και Ποιητική και Η λογοτεχνία ως λόγος αντίστοιχα εκφράζουν την συγκεκριμένη οπτική.

71xo8Ko-JpLΟ Δομισμός δίνει έμφαση στο σύστημα των συμβάσεων που επιτρέπουν την ύπαρξη της λογοτεχνία και συγχρόνως αποδίδει μικρή σημασία σε θεωρήσεις που στρέφονται στον δημιουργό ή στην ιστορία ή σε ερωτήματα σχετικά με την σημασία ή την αναφορικότητα του κειμένου. Η λογοτεχνία θεωρείται πως ενσωματώνει συστηματικά σύνολα κανόνων και κωδίκων που της δίνουν την δυνατότητα να σημαίνει. Η βάση της Σημειωτικής είναι το σημείο, δηλαδή κάθε διάταξη ή δομή προς την οποία υπάρχει μια συμβατική ανταπόκριση, συνεπώς διερευνά τα διάφορα συστήματα σημείων, τα οποία δημιουργούν τις κοινές σημασίες που συγκροτούν κάθε κουλτούρα. Η γλώσσα αποτελεί ένα θεμελιώδες σύστημα σημείων όπως και μη γλωσσικά σημεία, όπως οι χειρονομίες, η ενδυμασία και οι πολυάριθμες κοινωνικές πρακτικές που καθορίζονται από συμβάσεις. Εδώ έχουμε κείμενα των Τσβετάν Τοντόροφ, Ζεράρ Ζενέτ, Ρολάν Μπαρτ, Τζόναθαν Κάλλερ, Γιούρι Μ. Λότμαν, Μορς Πέκαμ.

Aν o δομισμός θεμελιώθηκε σ0262620278.01._SX220_SCLZZZZZZZ_την αρχή ότι η γλώσσα πρέπει να εξετάζεται συγχρονικά, σε ένα και μόνο χρονικό επίπεδο, στον Μεταδομισμό η χρονικότητα αποκτά και πάλι κεντρική σημασία. Ο Ζαν Ντερριντά δίνει έμφαση στον λογοκεντρισμό της δυτικής σκέψης, δηλαδή στην αντίληψη ότι το νόημα υπάρχει ανεξάρτητα από τη γλώσσα και συνεπώς δεν υπόκειται στο γλωσσικό παιχνίδι. Κείμενα των Μισέλ Φουκώ, Ρολάν Μπαρτ, Τζούλια Κρίστεβα και Πωλ ντε Μαν διαφωτίζουν τη σχετική θεωρία. Η Ψυχαναλυτική Κριτική εστιάζει το ενδιαφέρον της στη σχέση του λογοτεχνικού κειμένου με την ψυχολογία του δημιουργού του αλλά και του αναγνώστη. Για τον Νόρμαν Ν. Χόλλαντ η ανάγνωση εκλαμβάνεται ως μια ανακατασκευή της ταυτότητας μέσω μιας συναλλακτικής σχέσης ανάμεσα στον αναγνώστη και το κείμενο. Γραπτά των Χάρολντ Μπλουμ και Σοσάνα Φέλμαν συμπληρώνουν τα σχετικά κείμενα.

Η Μαρξιστική και Νεομαρξιστική Κριτική ξεκίνησε από την παραδοχή ότι η λογοτεχνία πρέπει να κατανοείται σε σχέση με την ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα όπως αυτή ερμηνεύεται από την μαρξιστική σκοπιά. Ο Γκεόργκι Λούκατς υποστήριξε ότι τα μείζονα λογοτεχνικά έργα δεν αναπαράγουν απλώς τις κυρίαρχες ιδεολογίες της εποχής τους, αλλά ενσωματώνουν στη μορφή τους μια κριτική των ιδεολογιών. Eνδιαφέροντα κείμενα των Κρίστοφερ Κώντγουελ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Τέρρυ Ήγκλετον κ.ά. διαφωτίζουν τις συχνά αντικρουόμενες όψεις της εν λόγω κριτικής.

marxism-literary-criticism-terry-eagleton-paperback-cover-artΗ Θεωρία της Πρόσληψης μετατόπισε την έμφαση προς τον αναγνώστη. Ο Βόλφγκανγκ Ίζερ υποστήριξε ότι τα κείμενα δημιουργούν χάσματα ή κενά τα οποία ο αναγνώστης πρέπει να συμπληρώνει, χρησιμοποιώντας την φαντασία του. Η αισθητική ανταπόκριση προκαλείται μέσω αυτής ακριβώς της αλληλεπίδρασης κειμένου και αναγνώστη. Η Κριτική της Αναγνωστικής Ανταπόκρισης ξεκίνησε από την παραδοχή ότι το αντικείμενο δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το υποκείμενο· ο Ντέιβιντ Μπλάιχ συνέδεσε την «υποκειμενιστική» κριτική με την ακραία άποψη ότι το λογοτεχνικό νόημα δεν βρίσκεται στα κείμενα αλλά στους αναγνώστες, ενώ ο Στάνλεϋ Φις τόνισε τον έγχρονο χαρακτήρα της αναγνωστικής διαδικασίας και υποστήριξε ότι το νόημα ενός λογοτεχνικού κειμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι ξεχωριστό από την αναγνωστική εμπειρία. Περιλαμβάνεται ακόμα κείμενο του Χανς Ρόμπερτ Γιάους.

Στηνvirselis.indd Φεμινιστική Κριτική η Τζότζεφιν Ντόνοβαν υποστήριξε ότι δεν μπορεί να υπάρξει διαχωρισμός της αισθητικής από την ηθική πτυχή των λογοτεχνικών κειμένων, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κρίνουμε δυσμενώς κομβικά λογοτεχνικά έργα. Η Ελέν Σιξού θεωρεί ότι η γλώσσα αποτελεί το πιο κρίσιμο πεδίο και πσιτεύει ότι για να αντισταθούν οι γυναίκες στην εγγενή αντρική κυριαρχία στην κουλτούρα πρέπει να διαμορφώσουν τον δικό τους γλωσσικό χώρο. Κείμενα των Ηλέιν Σοουάλτερ και Ελίζαμπεθ Α. Μηζ συμπληρώνουν το κεφάλαιο. Ο τόμος συμπληρώνεται με τα κεφάλαια Πολιτισμικός Υλισμός και Νέος Ιστορισμός [Ρέιμοντ Γουίλλιαμς, Λιούις Α. Μοντρόουζ, Άλαν Σίνφιλντ], Νέος Πραγματισμός [Στάνλεϋ Φις, Στήβεν Ναπ, Γούλτερ Μπεν Μάικλς], Μεταμοντερνισμός [Φρέντρικ Τζέημσον, Λίντα Χάτσιον] και Μετααποικιακή Κριτική [Έντουαρντ Σαΐντ, Χόμι Κ. Μπάμπα]. Ο K.M. Newton είναι ομότιμος καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Dundee.

Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2013, μτφ. Αθανάσιος Κατσικερός – Κώστας Σπαθαράκης, πρόλογος στην ελληνική έκδοση Αλέξης Καλοκαιρινός, 531 σελ. Με αναφορά στην προέλευση των αρχικών κειμένων και ευρετήριο προσώπων [Twentieth – Century Literary Theory. A Reader, 1988, 1997].

12
Ιαν.
14

Πανδοχείο – Απολογισμός έξι ετών και χιλίων συναντήσεων

poor-thingsΠανδοχείο έξι ετών και χιλίων συναντήσεων

Το Πανδοχείο άνοιξε τον Ιανουάριο του 2008, συνεπώς αυτό τον μήνα κλείνει έξι χρόνια. ενώ πριν λίγες μέρες συμπλήρωσε τις χίλιες αναρτήσεις. Η αφορμή προσφέρεται για την συγκεντρωτική παράθεση των ιδεών του, ορισμένες από τις οποίες έχουν ήδη διατυπωθεί διάσπαρτα σε κείμενα.

1. Πανδοχείο: ιστοσελίδα, όχι ιστολόγιο

α. Μπλόγκερς και μπλόγκερς

Το Πανδοχείο δεν είναι ιστολόγιο, ο Πανδοχέας δεν είναι «μπλόγκερ». Αμφότεροι οι όροι έχουν ευρύτατο περιεχόμενο και δεν σημαίνουν τίποτα ή περικλείουν τα πάντα. Δεν έχει νόημα η επιμονή σ’ έναν όρο που δεν χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα διακριτά γνωρίσματα παρά εντάσσει στο ίδιο χυλό οποιονδήποτε φτιάχνει μια σελίδα στα blogspot, wordpress, tumblr κλπ.

Υπάρχουν εξαιρετικά μπλογκς που με υποδειγματικό τρόπο ασχολούνται με το αντικείμενό τους, άλλα που αποτελούν συλλογή εξαιρετικών κειμένων. Υπάρχουν και εκείνα που λειτουργούν ως αναψυχή ή ικανοποιούν τις εκφραστικές ανάγκες των ιδιοκτητών τους ή λειτουργούν ως ψυχοθεραπεία. Υπάρχουν μπλογκς με αναρτήσεις τριών γραμμών, άλλα με κείμενα ολόκληρων σελίδων· μπλογκς που μεταφέρουν τις απόψεις του μπλόγκερ περί παντός επιστητού, άλλα που συγκεντρώνουν αναρτήσεις…άλλων μπλογκς. Υπάρχει κάποιο αντικειμενικό, κοινώς διακριτό στοιχείο τα διακρίνει από τις κλασικές ιστοσελίδες com., gr. κλπ.; Όχι, δεν υπάρχει κανένα απολύτως, εκτός ίσως μόνο το γεγονός ότι στα πρώτα ο διαδικτυακός χώρος παραχωρείται δωρεάν ενώ στις δεύτερες καταβάλλεται ένα χρηματικό ποσό.

β. Βιβλιοφιλικά ιστολόγια

borges_cover117_905Το ίδιο ισχύει και για τα «βιβλιοφιλικά» – η γκάμα είναι τεράστια – υπάρχουν εκείνα που διαβάζουν τα βιβλία και επενδύουν χρόνο στην παρουσίασή τους, εκείνα που αφιερώνουν μια δυο σύντομες παραγράφους σε μια ανάγνωση, άλλα που περιγράφουν τις συνθήκες υπό τις οποίες διάβασαν το βιβλίο, περιμένοντας π.χ. κάποιο φαγητό να ψηθεί ή στα διαλείμματα των οικοκυρικών. Μπλογκ(ς) τα μεν, μπλογκ(ς) και τα δε, μπλόγκ(ς) όλα, αλλά η διαφορά χαώδης, άρα εδώ κι αν οι όροι είναι ασαφείς και άχρηστοι.

Μιλώντας για βιβλιοφιλικά ιστολόγια είναι δεκάδες οι περιπτώσεις που όχι απλώς αποτελούν αξιανάγνωστα κείμενα εισαγωγής στα λογοτεχνικά έργα που «διαβάζουν» αλλά και ενδιαφέρουσες προσωπικές ματιές. Είναι γνωστή η ποιότητα των Βιβλιοκαφέ, Librofilo, Ναυτίλος· υπάρχουν σπάνιες θεματικές ή άλλου είδους ανθολογίες που ούτε σε βιβλίο δεν μπορεί να βρει κανείς: Αυτοβιογραφούμενοι Συγγραφείς, Αλληλογράφοι Συγγραφείς (Γράμμα σε Χαρτί), Αυτόχειρες Συγγραφείς, Ιστορίες Μπονζάι. Ιστολόγιο για το μικρό διήγημα (Πλανόδιον), Ολλανδική Πεζογραφία και Ποίηση, Ανθολογία αποσπασμάτων ομοφυλόφιλου περιεχομένου ή συγγραφέα (Umhomemgrego) κ.ά. Και διαρκώς προστίθενται νέες περιπτώσεις, που δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν εδώ. Και μόνο η ανάγνωση και οι συνεχείς επισκέψεις στα παρελθόντα κείμενα όλων των παραπάνω αρκούν για πολλαπλά ταξίδια στον κόσμο της γραφής. Και βέβαια ο όρος βιβλιοφιλικά ιστολόγια, όπως έχει διατυπωθεί και αλλού εντός Πανδοχείου, είναι τουλάχιστον αστείος. Δίνει βάρος στο μέσο και όχι στο περιεχόμενο. Είναι σαν να λέμε τα μουσικά περιοδικά π.χ. δισκοφιλικά. Αλλά αυτό έχει ήδη αναπτυχθεί αλλού.

paradisoeraΣυνεπώς δεν είναι δυνατόν όταν έχουμε εκατοντάδες διαφορετικές περιπτώσεις να αποκτήσει η έννοια / ιδιότητα του μπλόγκερ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μια ενιαία σημασία. Σαφώς βέβαια και η ταμπέλα μπορεί κάποτε να δηλώνει μια έντονη επιθυμία ένταξης σε μια κοινωνική ομάδα, κάποτε μια διακαέστερη διάθεση προβολής του εγώ ή μια ηχηρή δήλωση τύπου «βρίσκομαι κι εγώ εδώ, μιλώ για τις μέρες μου, προσέξτε με». Αλλά είναι κωμικό να βάζουμε ιστολόγους στο ίδιο καζάνι. Είναι σα να λέμε είμαι ιστοσελιδιστής, είναι σα να λέμε είμαι χρήστης του facebook.

γ. Ιστοσελίδα λοιπόν, όχι ιστολόγιο

Ακριβώς για τους λόγους αυτούς, το Πανδοχείο επιλέγει τον ειλικρινέστερο, ευρύτατο και περισσότερο ουδέτερο όρο ιστοσελίδα. Άλλωστε εδώ και χρόνια η διαδικτυακή διεύθυνση είναι (με το αζημίωτο, 15 ευρώ το έτος και άλλα 20 ανά διετία) το pandoxeio.com, ενώ η αρχική διεύθυνση pandoxeio.wordpress.com διατηρείται (και παραπέμπει ευθέως στην προαναφερθείσα) επειδή διατηρείται η φόρμα και οι λειτουργίες της wordpress, ως εταιρείας κατασκευής και λειτουργίας ιστοσελίδων, καθώς τόσα χρόνια εξειδικευτήκαμε σ’ αυτήν, τώρα θα ήταν πολύ κουραστικό να ξοδευτεί ωφέλιμος χρόνος για την εκμάθηση ενός ακόμα τεχνολογικού συστήματος. Ίσως στο μέλλον.

2. Κριτικές, «κριτικές», παρουσιάσεις, «παρουσιάσεις»

la-vida-breve-juan-carlos-onetti_MLA-O-2617608100_042012Ο Πανδοχέας δεν θεωρεί ότι είναι «κριτικός λογοτεχνίας» ή «βιβλιοκριτικός». Αντί για το όρο κριτική θα προτιμούσε τον όρο «παρουσίαση» αν δεν είχε συνδεθεί κυρίως με σύντομα ή γενικά ή πρόχειρα ή απλώς ενημερωτικά και κάποτε διαφημιστικά κείμενα περί βιβλίων. Ας ορίσουμε λοιπόν τα δικά μας κείμενα μας ως συναισθηματικές εκφράσεις μιας απόλυτα προσωπικής πρόσληψης του εκάστοτε έργου.

Γι’ αυτό και σπάνια θα διαβάσει κανείς στο Πανδοχείο κάποια αρνητική παρουσίαση. Η προσωπική μας θέση είναι πως ο χρόνος μας είναι ελάχιστος για να σπαταληθεί σε βιβλίο που δεν μας ελκύει, με έναν από τους δεκάδες τρόπους με τους οποίους μας ελκύει ένα βιβλίο. Όταν λοιπόν ένα λογοτέχνημα είναι ασύμβατο με την προσωπική μας «αναγνωστική» προτιμούμε να το αφήσουμε στην άκρη και να πάμε στο επόμενο – αρνητική κριτική δεν μπορεί να υπάρξει σε μισοδιαβασμένο βιβλίο. Ο χρόνος μας είναι πολύτιμος για να ξοδεύεται σε τέτοια βιβλία. Η ζωή είναι σύντομη, όπως τιτλοφορείται το υπέροχο βιβλίο του Ονέτι, εδώ δίπλα.

Θα ρωτήσει κανείς, και τι συμβαίνει λοιπόν όταν ένα τέτοιο βιβλίο, που τελικώς δεν μας ικανοποιεί, άρα διακόπτεται η ανάγνωσή του, έχει παρθεί υπό τον όρο της παρουσίασής του; Εδώ, κατ’ εξαίρεση της δέσμευσης, ακυρώνεται η ανάρτηση, και θεωρείται δεδομένη η σχετική αρνητικότητα, που εκφράζεται σιωπηρά. Και πάλι, κάτι τέτοιο γίνεται απόλυτα αποδεκτό από τους εκδοτικούς οίκους.

Η συχνότατη και ευVictorSergeFirstEd450ρύτατη χρήση του όρου κριτικός στη χώρα μας είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ισχύ του. Τα κριτήρια είναι ασαφή και η συζήτηση τεράστια. Το πρόσφατο βιβλίο του Γιώργου Περαντωνάκη (Η μεταπολιτευτική κριτική στον καθρέφτη), παρουσιάζει με τον πλέον περιεκτικό τρόπο τα σχετικά προβλήματα. Άλλοτε ο όρος χρησιμοποιείται από οποιονδήποτε, άλλοτε αυτός ο οποιοσδήποτε τον πιστώνει αποκλειστικά στον εαυτό του και τον αφαιρεί από τους άλλους, και ούτω καθεξής. Κατά την άποψη του Πανδοχείου ελάχιστοι δικαιούνται να φέρουν τον τίτλο του κριτικού, τόσο από τον έντυπο όσο και από τον ηλεκτρονικό – ιστολογιακό χώρο. Όταν δε ο όρος εκφέρεται σωρηδόν από κάθε «βιβλιοφιλικό» ιστολόγο, η χρήση του μόνο θυμηδία μπορεί να επιφέρει. Σαφώς και υπάρχουν ιστολόγοι με εξαιρετική κριτική ματιά, όπως και [αυτό]τιτλοφορημένοι κριτικοί με διόλου κριτική ματιά, και φυσικά και το ακριβώς αντίστροφο.

Μακριά λοιπόν από το Πανδοχείο η απόδοση οποιασδήποτε κριτικής ιδιότητας – ο Πανδοχέας άλλωστε εξαρχής έχει αποποιηθεί τον όρο· είναι απλώς ένας ιδιότροπος αναγνώστης που γράφει με πλήρως υποκειμενικό, συναισθηματικό και άμεσα εκφραστικό τρόπο τις εντυπώσεις του σε ημερολόγιο προσωπικών αναγνώσεων.

3. Πώς λειτουργεί το Πανδοχείο

24451Όταν λοιπόν ο Πανδοχέας ολοκλήρωσε το επίπονο πλην συναρπαστικό ταξίδι στον Κόσμο των Επιστημών, στη Νομική και την Δικηγορία, στην Ιστορία, στην Διδακτορική και Πανεπιστημιακή Έρευνα και στην Λεξικογραφία του Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, έκρινε πως έφτασε η στιγμή, έχοντας πλέον κατακτήσει το κατώτερο όριο βιοπορισμού ως καθηγητής στο λειτούργημα της Δημόσιας Εκπαίδευσης, να ασχοληθεί με εκείνο που για χρόνια έκανε σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά όσον αφορά την μουσική: την γραφή κειμένων πάνω στην καθαρά προσωπική, υποκειμενική βίωση – αυτή τη φορά – της ανάγνωσης.

Εδώ υπήρχε το πρακτικό πρόβλημα της προμήθειας των βιβλίων, καθώς ο πενιχρός μισθός, το μηνιαίο ενοίκιο και η έλλειψη κάθε άλλου είδους πόρου ή οικογενειακής βοήθειας καθιστούσε αδύνατη κάθε αγορά. Καθιερώθηκε λοιπόν η στήλη Βιβλιοπανδοχείο στο σχεδόν καθημερινό διαδικτυακό περιοδικό μουσικής, κινηματογράφου και άλλων ωραιοτήτων mic.gr ως μια πιλοτική μορφή εκείνου που θα συνέχιζε μετά ως Πανδοχείο, λίγο αργότερα, και ξεκίνησε η επικοινωνία με τους εκδοτικούς οίκους.

4. Η συνεργασία με τους εκδοτικούς οίκους

Στην επικοινωνία με τους εκδοτικούς οίκους το Πανδοχείο πρότεινε τα εξής:

8814686_1_l_1. Ενδιαφερόμαστε για την πλήρη παρουσίαση μιας συγκεκριμένης ή περισσότερων εκδόσεων. Η επιλογή των τίτλων φυσικά γίνεται πάντα από το Πανδοχείο. Ακόμα και αν κάποιος εκδοτικός οίκος προτείνει ή προσφέρει κάποιο βιβλίο, το Πανδοχείο επιλέγει να μην το δεχτεί ή, αν κρίνει πως μπορεί όντως να το ενδιαφέρει, δεν δεσμεύεται για την παρουσίασή του. Δεν υπήρξε εκδοτικός οίκος που να μη σεβάστηκε και να μην αποδέχτηκε το παραπάνω.

2. Το κείμενο δεν θα είναι αναπαραγωγή του δελτίου τύπου η του οπισθόφυλλου, ούτε δυο παράγραφοι εν είδει περίληψης, αλλά ένα εκτενέστερο κείμενο.

3. Πρόκειται συνεπώς για παρουσίαση βιβλίων με τον τρόπο που αναφέρεται στο λογοτεχνικό περιοδικό (δε)κατα, με το οποίο συνεργαζόμαστε και τακτικά: πρώτα τα διαβάζουμε κι έπειτα τα παρουσιάζουμε. Αυτό εξηγεί την καθυστέρηση – κάποτε μεγάλη – στις παρουσιάσεις.

4. Το σχετικό κείμενο πλαισιώνεται με αισθητικό εμπλουτισμό φωτογραφιών του συγγραφέα και άλλων φωτογραφιών, εικόνων, έργων τέχνης.

5. Το Πανδοχείο αναλαμβάνει να παραλαμβάνει το ίδιο τις προσφερόμενες εκδόσεις, εκτός ελαχίστων ή αναπόφευκτων εξαιρέσεων, ώστε να αποφεύγονται ο κόπος και τα έξοδα αποστολής. Σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι αποδέχτηκαν άμεσα και αυτή την πρόταση, υποθέτω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.

house-of-sleep6. Όταν η παρουσίαση δημοσιευτεί στο Πανδοχείο, αλλά και στις περισσότερες περιπτώσεις στο mic.gr, τότε και μόνο τότε δικαιούμαστε να συνεχίσουμε με επόμενες εκδόσεις. Πρόκειται εδώ για μια επίμονη προσωπική ηθική, που συχνά είχε ως αποτέλεσμα μια εκ νέου μεγάλη καθυστέρηση στις προαναφερθείσες παρουσιάσεις. Μια τέτοια τίμια πλήρωση της συμφωνίας συνήθως δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους εκδοτικούς οίκους – κατά δική τους παραδοχή – ενδιαφέρει όμως το Πανδοχείο, που οφείλει να τιμά την προσωπική του δέσμευση.

Θα μπορούσαμε να ξεμπερδεύουμε με πρόχειρα και σύντομα κείμενα (όπως, για παράδειγμα, τα καθιερωμένα σε ορισμένες εφημερίδες, όπου είναι σαφές πως ο κρίνων έχει διαβάσει τις πρώτες δέκα και τις τελευταίες δέκα σελίδες) και να παίρνουμε συχνότερα και απείρως περισσότερα βιβλία. Θα μπορούσαμε να περνάμε και να παίρνουμε οτιδήποτε, όπως τόσοι εκδοτικοί οίκοι πρότειναν, και να φτιάξουμε την μεγαλύτερη βιβλιοθήκη, όνειρο κάθε αναγνώστη. Αλλά όχι, η προσωπική μας ηθική παρέμεινε αντίθετη στην εκμετάλλευση της καλοσύνης των άλλων, στην μείωση της ποιότητας, στην ακύρωση της συμφωνίας.

Όσον αφορά την τεχνητή διάκριση περί παλαιών και νέων εκδόσεων, οι επιλογές του Πανδοχείου αρκούν από μόνες τους ως θερμή απάντηση κατά οιασδήποτε ανάλογης διάκρισης: όχι απλώς μας αφορούν όλες οι εκδόσεις, ανεξαρτήτως χρόνου κυκλοφορίας, αλλά και πεισματικά αφιερώνουμε εκτενείς αναρτήσεις σε βιβλία περασμένων χρόνων. Ενδεικτικά αναφέρονται οι φετινές παρουσιάσεις βιβλίων του Ε. Αρανίτση (έκδ. του… 1982) του Χ.Κ. Ονέτι (έκδ. του… 1993), του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου (εκδ. του …1999), του Y. Μάρκος (εκδ. 2003), του σχεδόν εξαντλημένου Κ. Αμπέ (εκδ. 2005), των Ο. Γιόνζον (2006), Σεπούλβεδα/Απαραΐν (2006), ενώ το 2012 και 2011 των Ε. Μοράντε (2004), Ν. Μανέα (2003), Χ.Λ. Λίμα (2002), Ο. Ρολέν (1999)   και άλλων πολλών. Συνεπώς το Πανδοχείο είναι εκτός εκδοτικής επικαιρότητας.

5. Οι συνεργαζόμενοι εκδοτικοί οίκοι

Oι εκδοτικοί οίκοι λοιπόν που αποδέχτηκαν την πρόταση – πρόσκληση και πρόσφεραν στο Πανδοχείο τις εκδόσεις που το ίδιο το Πανδοχείο επέλεξε και ζήτησε υπό τον όρο της παρουσίασής τους είναι, με απόλυτη αλφαβητική σειρά οι εξής:

Άγκυρα, Άγρα, Αίολος, Αιώρα, Αλεξάνδρεια, Αλήστου Μνήμης, Αλφειός, Αντιγόνη, Αντίποδες, Απόπειρα, Α/συνέχεια, Αρμός, Άρτος ζωής, Aσβός, Άσπρη Λέξη, Αστάρτη, Βασδέκης, Βιβλιόραμα, Γαβριηλίδης, Γκοβόστης, Διάπλους, Διαπολιτισμός, Δίαυλος, Διήγηση, Δώμα, Εκάτη, Εκδόσεις του 21ου, Εκδόσεις των ξένων, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Εκκρεμές, Ελληνικά Γράμματα, Ένεκεν, Εντευκτήριο, Εξάρχεια, Επίκεντρο, Έρμα, Εστία, Ευθύνη, Ζήτρος, Ηλίβατον, Ηριδανός, Θύραθεν, Ιανός, Ίνδικτος, Ίκαρος, Ιωλκός, Καλειδοσκόπιο, Καστανιώτης, Κέδρος, Κέλευθος, Κίχλη, Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, Κονιδάρης, Κουκκίδα, Κουκούτσι, Κουρσάλ, Κριτική, Κυαναυγή, Κυριακίδης, ΚΨΜ, Λιβάνη, Μαγικό Κουτί, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Μάρτης, Μελάνι, Μεταίχμιο, Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, Μιχ. Σιδέρη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Μπαρτζουλιάνος, Νάρκισσος, Nεφέλη, Νησίδες, Νήσος, Νόβολι, Οδυσσέας, Ολκός, Οκτάνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Πανοπτικόν, Παπαδόπουλος, Παπαζήσης, Πάπυρος, Παράξενες Μέρες, Πατάκης, Περίπλους, Περισπωμένη, Πλέθρον, Πόλις, Πολύτροπον, Ποταμός, Τόπος, Ροδακιό, Ροές, Ροπή, Σμίλη, Σοκόλης, Στερέωμα, Στοχαστής, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Οδός Πανός, Οκτώ, Οξύ, Το Πέρασμα, Τραυλός, Ύψιλον/βιβλία, Χατζηνικολή, Ψυχογιός, Ωκεανίδα, Anubis, Ars Nocturna, Angelus Novus, Athens Voice Books, Bell, Futura, Gemma, Gutenberg, Lector, Libro, Opera, Opportuna, S@mizdat, Scripta, Polaris, Printa, University Studio Press, Utopia, Zoobus. Το Πανδοχείο τους ευχαριστεί θερμά, ιδιωτικά και δημόσια.

Εκτόtodas-las-familias-felices-carlos-fuentes_MLA-O-91820818_820ς από τους προαναφερθέντες και, αποδεχθέντες και μη, εκδοτικούς οίκους, το Πανδοχείο έχει ήδη έρθει σε επαφή με κάποιους ακόμα αλλά δεν έχει λάβει απάντηση ή έχει λάβει αρνητική απάντηση ή δεν έχει κατορθώσει να επικοινωνήσει. Μπορεί επίσης και να μην γνωρίζει την ύπαρξη άλλων εκδοτικών οίκων. Συνεπώς οποιοσδήποτε εκδοτικός οίκος επιθυμεί σχετική συνεργασία (γνωστοποίηση των εκδόσεών του και επιλογή τίτλου ή τίτλων από το Πανδοχείο με τους παραπάνω όρους) μπορεί να έρθει σε επικοινωνία.

6. Περί λογοτεχικών κ.ά. περιοδικών

Τα λογοτεχνικά κ.ά. περιοδικά που επίσης πρόθυμα πρόσφεραν τεύχη τους όποτε τους ζητήθηκε είναι, με απόλυτη αλφαβητική σειρά, τα εξής: (δε)κατα, Διαβάζω, Εμβόλιμον, Ένεκεν, Εντευκτήριο, η Κιουρί@, Θέματα Λογοτεχνίας, Κ (Κριτική), Κλήδονας, Κοράλλι, Μανδραγόρας, Νέα Εστία, Νέα Ευθύνη, Νέα Συντέλεια, Νέο Πλανόδιον, Οροπέδιο, Πανδώρα, Πανοπτικόν, Πλανόδιον, Ποιητική, Πόρφυρας, Σκαντζόχοιρος, Στέπα, Το Δέντρο, Το έρμα, Φαρφουλάς, Φρέαρ, Fort Da, Humba!, Poetix. Το Πανδοχείο τα ευχαριστεί θερμά, ιδιωτικά και δημόσια.

Το Πανδοχείο είναι δυστυχώς ο μόνος ιστοχώρος, τόσο μεταξύ των ιστοσελίδων όσο και μεταξύ των ιστολογίων, που όλα αυτά τα χρόνια παρουσιάζει εκτενώς όλα αυτά τα λογοτεχνικά περιοδικά, δηλαδή όχι με αναπαραγωγή του δελτίου τύπου αλλά με προσεκτική ανάγνωση του περιεχομένου τους και παράθεση αντιπροσωπευτικών αποσπασμάτων. [Βλ. πλήρη κατάλογο των σχετικών παρουσιάσεων στην παράπλευρη στήλη.] Αν υπάρχει κάποια άλλη σχετική ιστοσελίδα ή ιστολόγιο που να συμπεριλαμβάνει τα πολύτιμα λογοτεχνικά περιοδικά μας στις αναγνώσεις και στις παρουσιάσεις τους, ας μας γνωστοποιηθεί, ώστε να μην αισθανόμαστε τόσο μόνοι.

7. Η προσφορά των βιβλίων

311D1AHB0YL._SL460_Η προσφορά των βιβλίων, συνεπώς, προφανώς και αυτονόητα είναι απόλυτα θεμιτή και απαραίτητη, ακριβώς όπως γίνεται άλλωστε με την κριτική αλλά και την σχετική δημοσιογραφία. Υπάρχουν όμως και γνώμες σύμφωνα με τις οποίες ο ερασιτέχνης ιστολόγος δεν δικαιούται να παίρνει με τον τρόπο αυτόν τα βιβλία γιατί έτσι δημιουργεί σχέση με τους εκδοτικούς οίκους. Κατά την άποψη του Πανδοχείου, πρόκειται για γνώμες  ενδεχομένως διαποτισμένες από ένα αίσθημα κατωτερότητας που διαχωρίζει το ζήτημα: το επιτρέπουν στους δημοσιογράφους (εκτός αν αφελώς πιστεύεται πως εκείνοι πηγαίνουν και αγοράζουν τα βιβλία που παρουσιάζουν) και το θεωρούν ανήθικη διαπλοκή στους ιστολόγους ή γενικώς «ερασιτέχνες του σπορ», οι οποίοι οφείλουν να αγοράζουν τα βιβλία ή να κυνηγούν τις προσφορές από τα καλάθια. Συνεπώς, – προσπαθώ να ακολουθήσω το νήμα της παρα-λογικής τους – αν έχεις χρήματα να αγοράσεις, μόνο πέντε βιβλία τον χρόνο -, ε ας παρουσιάσεις μόνο αυτά, ώστε να παραμείνεις αγνός και καθαρός «ερασιτέχνης». Πρόκειται φυσικά για μια κωμικοτραγική άποψη η οποία συν τοις άλλοις υποτιμά τους ιδίους αλλά και όλους τους αναγνώστες, καθιστώντας τους ανίκανους να αντιληφθούν πότε ένα κείμενο αποτελεί προϊόν δημοσίων σχέσεων και πότε κάτι άλλο.

8. Η αυθαίρετη σύνδεση της προσφοράς των βιβλίων με την υποχρέωση παρουσίασής τους

Όσον αφορά λοιπόν εκείνους που δηλώνουν έκπληκτοι, σοκαρισμένοι ή τεθλιμμένοι με το γεγονός ότι ένα ιστολόγιο/ιστοσελίδα λαμβάνει βιβλία από εκδοτικούς οίκους, και αντί αυτού θα μας προτιμούσαν εισοδηματίες που μόνο αγοράζουν τα δεκάδες βιβλία που παρουσιάζουν, ας μάθουν αυτό που θα έπρεπε να έχουν ήδη διαβάσει, πως ούτε το Πανδοχείο ούτε και τα 4-5 τακτικά βιβλιοφιλικά ιστολόγια που όλοι γνωρίζουμε δεν έχουν αποκρύψει πως κάνουν ακριβώς το ίδιο και το έχουν δηλώσει και δημόσια, μέσα από τις σελίδες τους. Λαμβάνουν, δηλαδή, βιβλία από τους εκδοτικούς οίκους, ορίζοντας ο καθένας το ποσοστό των βιβλίων που ο ίδιος επιλέγει κι εκείνο που αφήνει στην διακριτική ευχέρεια των εκδοτικών οίκων. Το ποσοστό αυτό στην περίπτωση του Πανδοχείου είναι, το ξαναδηλώνουμε, αφορά αποκλειστικά βιβλία δικής μας επιλογής.

Όμως: τόσο το Πανδοχείο όσο και τα μείζονα βιβλιοφιλικά ιστολόγια δεν υποχρεούνται να παρουσιάσουν τα βιβλία που λαμβάνουν. Αυτό αποτελεί, άλλωστε, συνήθη δημοσιογραφική και βιβλιοκριτική πρακτική ιδίως για όσους από εμάς γαλουχηθήκαμε μέσα στα εραστιτεχνικά φανζίνς και τα αυτοσχέδια περιοδικά: γράφεις μόνο για εκείνα που επιλέγεις ο ίδιος, και, ευρύτερα, για όσα σε ενθουσιάζουν. Συνεπώς η σύνδεση «λαμβάνω βιβλία άρα υποχρεώνομαι να γράψω γι’ αυτά» είναι παιδαριώδης, αν όχι βλακώδης.

25737Καθώς δεν γνωρίζουμε την ειδικότερη πρακτική των άλλων ιστολόγων, παρουσιάζουμε μόνο την περίπτωση του Πανδοχείου, που εδώ έχει μια παραλλαγή: ακριβώς επειδή εμείς ορίζουμε τα βιβλία που λαμβάνουμε, θεωρούμε πως έχουμε ηθική υποχρέωση, σε περίπτωση που μας ενδιαφέρουν και πρόκειται πράγματι να γράψουμε γι’ αυτά, πρώτα να γράψουμε γι’ αυτά, και μετά να πάρουμε κάποια άλλα.

Αυτό δεν σημαίνει όμως πως δεν έχει συμβεί πολλές φορές και το αντίθετο. Είναι μακρύς και ο κατάλογος των εκδόσεων που ζητήσαμε και πήραμε αλλά ουδέποτε παρουσιάσαμε, είτε επειδή δεν μας «βγήκε» το κείμενο είτε επειδή δεν προχώρησε η ανάγνωση του βιβλίου. Συγκριτικά, βέβαια, αυτές οι περιπτώσεις είναι πολύ λιγότερες.

Σε κάθε περίπτωση όμως, επαναλαμβάνουμε, αποτελεί προσωπική ηθική επιλογή, να μην σωρεύουμε βιβλία την αναγνωσιμότητα της ιστοσελίδας μας αλλά να τηρούμε μια αργή πλην απολαυστική σειρά στις προσφορές, στις αναγνώσεις μας και στις παρουσιάσεις μας.

9. Το Αίθριο του Πανδοχείου…

Το Πανδοχείο έχει καθιερώσει τη στήλη Αίθριο όπου συγγραφείς, μεταφραστές και έτεροι εργάτες των λέξεων καλούνται να απαντήσουν σε τυποποιημένες ερωτήσεις όσον αφορά το έργο τους, την συγγραφή, την ανάγνωση, την γενικότερη σχέση τους με την γραφή. Μέχρι σήμερα έχουν αποδεχτεί την πρόσκληση 140 [177 στις 16.4.2017] λογοτέχνες και μεταφραστές. Η επικοινωνία με ακόμα περισσότερους είναι σαφώς χρονοβόρα, συνεπώς αν κάποιος ενδιαφέρεται μπορεί να προτείνει την σχετική συμμετοχή.΄Η πρόταση απευθύνεται τόσο σε συγγραφείς όσο και μεταφραστές και φυσικά και σε εκδότες, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το έργο τους είναι εντός των ενδιαφερόντων του Πανδοχείου.

Το Αίθριο δεν καθιερώθηκε μόνο λόγω της επιθυμίας να συνομιλήσουμε με τους συγγραφείς που διαβάζουμε ή μας φαίνονται ενδιαφέροντες αλλά και από την επιθυμία να καλυφθεί ένα μεγάλο μέρος πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων που προτείνουν το έργο τους, χωρίς να χρειαστεί να περιμένουν κάποια πρόσκληση ή παρουσίαση από τον καθιερωμένο Τύπο. Άλλωστε δεν είναι λίγες οι φορές που οι ίδιες οι απαντήσεις τους ώθησαν κι εμάς τους ίδιους στην ανάγνωση των βιβλίων τους.

10. … και οι Έλληνες συγγραφείς και γραφείς

Το Πανδοχείο μέχρι τώρα δεχόταν με χαρά από συγγραφείς κάποιο βιβλίο που έχουν εκδώσει, τόσο για το ενδεχόμενο της «παρουσίασής» του, όσο και για χρήση του σε μελέτες που ετοιμάζονται όσον αφορά ειδικότερες θεματικές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Όπως τόνιζε πάντα, για κανένα από τα παραπάνω δεν μπορούσε να δεσμευτεί, συνεπώς αρνηθήκαμε κάθε αποδοχή ενός βιβλίου υπό τον όρο της παρουσίασής του.

Στην πράξη όμως αυτή η ξεκάθαρη συμφωνία και η συχνή μας άρνηση ή louissepulvedapatagoniaexpress1και καθυστέρηση να δημοσιεύσουμε για βιβλίο ορισμένων συγγραφέων τους οδήγησε σε επιθετικές, αρνητικές και κάποτε και ανήθικες συμπεριφορές. Επίσης κατά την διάρκεια της «αναμονής της παρουσίασης» δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που επανέρχονται με ερωτήσεις περί αυτής: αν διαβάσαμε το βιβλίο, αν και πότε θα δημοσιεύσουμε, γιατί καθυστερούμε. Έχουμε ήδη, δυστυχώς, στη διάθεσή μας μια διόλου μικρή συλλογή περιστατικών όπου ακόμα και δια ζώσης, συγγραφείς που εξέφρασαν με παράπονο, ειρωνεία ή επιθετικότητα, το γεγονός ότι τους ξεχάσαμε, τους υποτιμούμε, τους κοροϊδεύουμε και άλλα παρεμφερή. Η σχετική ενέργεια δημιουργεί αρνητική εικόνα για το πρόσωπο του συγγραφέα (καθώς ο ίδιος ακυρώνει την εικόνα που με την επιμονή του επιθυμεί να καλλιεργήσει) αλλά πολύ περισσότερο οδηγεί, ασυναίσθητα και συνειδητά, στην διάρρηξη της αναγνωστικής σχέσης με το έργο τους, στον εμποτισμό της με το δηλητήριο της πίεσης.

Μεγάλο μέρος της παραπάνω συμπεριφοράς σχετίζεται και με μια καθιερωμένη πρακτική, σύμφωνα με την οποία ορισμένες δεκάδες γραφέων και συγγραφέων έχουν συμφωνήσει να εκθειάζει ο ένας την γραφή του άλλου και όλοι μαζί να ευλογούν τα γένια τους. Υποθέτω είναι μια έξυπνη πρακτική ειδικά σε καιρούς όπου κάθε βιβλίο επείγεται να διαφημιστεί από τους ίδιους τους δημιουργούς, για τους γνωστούς λόγους. Συνεπώς εδώ όποιος αμφισβητήσει έναν εκ της εκάστοτε δεκάδες, έχει να αντιμετωπίσει και όλους τους υπόλοιπους.

11. Αλλαγή πλεύσης

Προφανώς, για τους γραφείς που μας διαμαρτύρονται με όλους αυτούς τους τρόπους, ο λόγος του Πανδοχείου κρίνεται απαραίτητος και επιθυμητός. Επειδή όμως το Πανδοχείο δεν επιθυμεί να αποτελέσει μέρος όλης αυτής της αλληλοεκθείασης, όπως και δεν επιθυμεί να αποτελεί παράγοντα κριτικής και απαραίτητο τόπο από τον οποίον οφείλουν απαραίτητα να περάσουν όλες οι σύγχρονες ελληνικές κυκλοφορίες, και για να αποφύγουμε στο μέλλον αντίστοιχες θλιβερές συμπεριφορές, σταματάμε οριστικά τις παρουσιάσεις βιβλίων από ζώντες έλληνες λογοτέχνες, αφού βέβαια πρώτα ολοκληρώσουμε την παρουσίαση των βιβλίων εκείνων που εμείς οι ίδιοι ζητήσαμε για τον συγκεκριμένο λόγο. Φυσικά το παραπάνω δεν περιορίζεται μόνο στους διαμαρτυρόμενους συγγραφείς αλλά και σε όλους, ορθόδοξους και ετερόδοξους, για λόγους ενιαίας εφαρμογής της σχετικής πράξης. Εννοείται βέβαια πως το Αίθριο του Πανδοχείου θα συνεχίσει να φιλοξενεί τον διάλογο με τους νεοέλληνες συγγραφείς.

12. Διαφημίσεις

Εδώ και λίγοbookcoverPaulBowles-TheShelteringSkyυς μήνες η wordpress τοποθετεί μικρές διαφημίσεις κάτω από κάθε ανάρτηση. Η αλματώδης αύξηση των στατιστικών οδηγεί, σύμφωνα με τους ίδιους, στην χρησιμοποίηση του χώρου για σχετικές, κόσμιες όπως αναφέρουν, διαφημίσεις. Η χρήση του χώρου της wordpress και η τεχνική υποστήριξη όποτε ζητηθεί (έστω και με καθυστέρηση λίγων ημερών) σύμφωνα με την «υπογραφόμενη» σύμβαση, δικαιολογούν την σχετική κίνηση. Είναι ανεπιθύμητο, αλλά είναι ο όρος της συμφωνίας. Εννοείται ότι οι διαφημίσεις αυτές δεν αποφέρουν κανένα οικονομικό όφελος στο ιστολόγιο.   Η ακριβής διατύπωση της WordPress έχει ως εξής: The site is one of the free sites hosted on WordPress.com, and we are running ads to cover the costs of operating the site for the user. We run these types of ads sparingly in an attempt to interfere as little as possible with the experience of reading a site and for logged in users we don’t show ads at all.

Η άλλη λύση είναι να φορτωθεί το Πανδοχείο σε άλλη ιστοσελίδα, διακόπτοντας την σύμβαση με την wordpress – σε αυτή την περίπτωση το ίδιο το Πανδοχείο θα κρίνει αν, πόσες και τι είδους διαφημίσεις θα περιλαμβάνει, για ίδιο όφελος. Και πάλι, δεν επιθυμείται ο λιγοστός ωφέλιμος χρόνος να ξοδευτεί στην εκμάθηση ενός ακόμα τεχνολογικού συστήματος.

13. Εκδηλώσεις

Τέλος, ευχαριστούμε θερμά για όλες τις προτάσεις συμμετοχής ως ακροατές αλλά και ως παρουσιαστές σε εκδηλώσεις παρουσίασης βιβλίων, αλλά για ποικίλους προσωπικούς λόγους που κυμαίνονται από τη διαχείριση του ελάχιστου χρόνου μας μέχρι τον κορεσμό από παρόμοιες εκδηλώσεις και την διαφορετική κατανομή της προσωπικής μας ζωής απέχουμε από όλες αυτές τις εκδηλώσεις.

Σημ.: Στις εικόνες: κάποια από τα βιβλία που δεν μας χάρισαν απλώς μια άξια ζωή αλλά και που μας ενίσχυσαν την έντονη επιθυμία να μοιραστούμε την ηδονή τους.  Το πρώτο, τα Χαμένα Κορμιά, ήταν το τελευταίο βιβλίο που διαβάστηκε πριν την έναρξη του Πανδοχείου. Και δεν παρουσιάστηκε, δυστυχώς, γιατί δεν είχε γεμίσει με τις απαραίτητες για κάθε ανάρτηση μολυβένιες σημειώσεις στις σελίδες του.

Προς τους αναγνώστες του Πανδοχείου, εκφρασθέντες και μη: ευχαριστούμε θερμά που μας διαβάζετε.

21
Φεβ.
13

Κώστας Καρακώτιας – Σημειώσεις ενός αναγνώστη, για την ιστορία, την ιδεολογία, την αφήγηση

viewer

Η λογοτεχνία που ξαναγράφει την Ιστορία

Η Ιστορία μέσα στη Λογοτεχνία αποτελεί το κρίσιμο επίκεντρο των κριτικών κειμένων του εν λόγω βιβλίου, καθώς αντικείμενό τους είναι η κριτική ανάγνωση βιβλίων (μυθιστορημάτων, βιογραφικών, αυτοβιογραφιών και απομνημονευμάτων) εντός των οποίων η Ιστορία έχει σημαίνουσα θέση. Έτσι αναπόφευκτα η λογοτεχνική τους αξιολόγηση συνδυάζεται με την διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους η μυθοπλασία και οι άλλες διηγήσεις προσλαμβάνουν την Ιστορία, μεγάλη και μικρή και την μετασχηματίζουν σε αφήγηση. Από την άλλη πλευρά, τίθεται το ερώτημα αν επιφέρουν μόνο αισθητικά αποτελέσματα ή συντελούν στην εγχάραξη ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων, καθώς και σε μια συγκεκριμένη θέαση της ιστορικοκοινωνικής κίνησης. Ο κριτικός χωρίζει τα κείμενά του σε τέσσερις ενότητες, την ευρύτερη θεματική των οποίων αναπτύσσει στην εξασέλιδη εισαγωγή του.

pali-cover-05Με αφορμή το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη Μοντερνισμός, πρωτοπορία και «Πάλι» ο κριτικός μας θυμίζει μερικά βασικά στοιχεία του περιοδικού. Με έξι τεύχη σε τριάντα δύο χρόνια [1964 – 1992] ο ιθύνων νους Νάνος Βαλαωρίτης και οι συνεργάτες Δ. Πουλικάκος, Γ. Μακρής, Π. Κουτρουμπούσης, Κ. Ταχτσής, Μ. Αραβαντινού, Τ. Δενέγρης κ.ά., με εικονογραφήσεις από Ν. Εγγονόπουλο και Α. Εμπειρίκο και σκίτσα και γραφήματα από Α. Ακριθάκη, Μ. Αργυράκη κ.ά., δημιούργησαν ένα τετράδιο «έξω από κάθε πνευματική η πολιτική στράτευση αλλά σεισμογραφικά ευαίσθητο σε κάθε απελευθερωτικό μήνυμα», όπως δήλωνε η συντακτική επιτροπή, αλλά και μια πρόδρομη αισθητική εκδοτική πρόταση, ευρύτατα διαδεδομένη σήμερα. Εκείνη η ομάδα που αναγνωριζόταν από τον μοντερνισμό αλλά ήθελε να ενσωματώσει στην υπάρχουσα παράδοση τις τάσεις και τα νέα ρεύματα του υπόλοιπου κόσμου, ανοιχτή στο καινούργιο που ερχόταν από τη Δύση, δεν μπορούσε να συνταχθεί με την παραδοσιακή Αριστερά που παρέμενε δογματικά «αγκυλωμένη». Ο κριτικός διαπιστώνει στη ρήξη στο εσωτερικό του ελληνικού μοντερνισμού και την τομή στη συνέχεια, ενώ εντοπίζει στο βιβλίο την έλλειψη αναφορών στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής και των απόψεων των διανοούμενων του ελληνικού μοντερνισμού για την ταραγμένη περίοδο 1963 – 1966.

SochosΤα βιβλία του Κώστα Βούλγαρη Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο, Τα άλογα της Αρκαδίας και Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τον σχετικό διάλογο. Ήδη στο πρώτο ο συγγραφέας έχει κατανοήσει το πρόβλημα της μέχρι κορεσμού μυθοπλαστικής και ιστοριογραφικής χρήσης της περιόδου 1940 – 1950 και επιχειρεί με την τεχνική του βυζαντινού και μεσαιωνικού κέντρωνα, που συνίσταται στη συναρμογή και στο μοντάζ φράσεων και αποσπασμάτων από διάφορα κείμενα και στη σύνθεση μιας νέας αφηγηματικής ενότητας, να διαμορφώσει ένα κειμενικό πανόραμα – ταμπλό βιβάν της οριακής σύγκρουσης. Στο δεύτερο η διαπλοκή μύθων και ιστορικών γεγονότων μαζί με την πολυφωνική αφήγηση εναλλασσόμενων αφηγητών και γλωσσικών τρόπων ολοκληρώνει τον πολύτροπο χειρισμό του διαλόγου ιστορικού υλικού και λογοτεχνικής δημιουργίας. Το τρίτο, τέλος, αναζητά το διαφωτιστικό πρόταγμα, τη νεωτερικότητα και τον Ορθό Λόγο στην επανάσταση μέσα από ένα ευρύτατο κειμενικό πεδίο σκαλίζοντας μέσα και πίσω απ’ τους εθνικούς μύθους για να ανακαλύψει την ιστορική αλήθεια.

220px-Grigor_Parlichev-Η έκδοση του βιβλίου του Γκριγκόρ Πάρλιτσεφ (Γρηγόριος Σταυρίδης), Αυτοβιογραφία 1830 – 1893, σε εισαγωγή και επίμετρο του αξέχαστου Μίμη Σουλιώτη αποτελεί βασική συνεισφορά στην συζήτηση για το πρόβλημα της εθνικής ταυτότητας και για το πώς αυτή συγκροτείται ή επιλέγεται. Το εν λόγω παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: πώς ο αυτοβιογραφούμενος μέχρι την ηλικία των τριάντα ετών γράφει και διαβάζει μόνο ελληνικά, τα διδάσκει με πάθος, δηλώνει αρκετές φορές ότι είναι Έλληνας και λίγο αργότερα αντιστρέφεται με το ίδιο πάθος και στρατεύεται στον βουλγαρικό εθνικισμό; Είναι φανερό εδώ πως στοιχεία όπως η μη αποδοχή του από την αθηναϊκή ελίτ, η δολοφονία του αγαπημένου του δασκάλου, η φτώχεια και η βιωμένη κοινωνική απόρριψη ήταν αρκετά για μια τέτοια μεταστροφή ενώ ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν και όσον αφορά την διαχείριση της ταυτότητας από τον ίδιο τον ελληνικό εθνικισμό.

Keeley-photo_a4Οι ματιές των ξένων σαφώς αποτελούν απαραίτητο στοιχείο μιας ολοκληρωμένης όψης της ελληνικότητας. Στο βιβλίο του Έντμουντ Κίλι Αναπλάθοντας τον παράδεισο. Το ελληνικό ταξίδι 1937 – 1947 η Ελλάδα είναι τόπος συνάντησης μυθικών σήμερα μορφών της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας: Λώρενς Ντάρρελ, Χένρυ Μίλλερ, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Κατσίμπαλης κ.ά. Το δοκίμιο – αφήγημα δεν περιλαμβάνει μόνο την ματιά του συγγραφέα αλλά και των Ντάρρελ και Μίλλερ, που μαγεμένοι ανακαλύπτουν στην Ελλάδα τον επίγειο παράδεισο αλλά και βλέπουν σ’ αυτήν μια άρνηση της δικής τους ανεπτυγμένης μαζικής κοινωνίας. Είναι ενδεικτικό ότι ο ίδιος ο Ντάρρελ αργότερα θα αναρωτηθεί αν η ατμόσφαιρα που έζησαν δεν είχε απλώς αναπλαστεί από τους ίδιους, που ζούσαν «άνετα με ξένο συνάλλαγμα, πατρονάροντας την πραγματικότητα με φαντασιοκοπήματα»…

DSC_1179-1Εξίσου αποκαλυπτική, παρά τον οριενταλισμό της, είναι η ματιά του φιλέλληνα συγγραφέα Έντουαρντ Τρελώνη, (Με τον Βύρωνα και τον Ανδρούτσο), καθώς αναπαράγει και επιβεβαιώνει την γνωστή ανάγνωση της Επανάστασης μέσα από την σύγκρουση πολιτικών και οπλαρχηγών και προβαίνει σε όχι κολακευτικές παρατηρήσεις για τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά των Ελλήνων, τη συνεχή διχόνοια και τη διαφθορά τους. Με αφορμή το βιβλίο (που θα παρουσιάσουμε σύντομα στο Πανδοχείο) αλλά και την πρόσφατη τηλεοπτική «ανάγνωση» της Ελληνικής Επανάστασης ο κριτικός γράφει: Δυστυχώς είναι πλέον καθεστώς στην εγχώρια δημόσια σφαίρα, η επανανάγνωση κάθε ιστορικού γεγονότος όταν υπερβαίνει τα στερεότυπα της κυρίαρχης «εθνικής» αφήγησης, να προκαλεί τριγμούς και αντιδράσεις. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το ιδρυτικό γεγονός του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η αντιμετώπιση μ αυτόν τον τρόπο της σειράς ανέδειξε την ύπαρξη ακόμα φοβικών συνδρόμων και ταυτοτικών ανασφαλειών σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και βέβαια το χάσμα ανάμεσα στον επιστημονικό λόγο και στη μαζική, λαϊκή και συναισθηματική πρόσληψη της ιστορίας.

Το Μανιφέστο τουMiller in Hydra, 1939 (George Sefaris) Κομμμουνιστικού Κόμματος των Καρλ Μαρξ  – Φρίντριχ Ένγκελς, η Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Βιβλία – φυλλάδια, τόμος Α΄ του Φίλιππου Ηλιού και έργα των Διαμαντή Αξιώτη, Θανάση Βαλτινού, Άγγελου Σ. Βλάχου, Βασίλη Γκουρογιάννη, Τάκη Θεοδωρόπουλου, Πέτρου Μακρή Στάικου, Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Μάρκου Μέσκου, Γιάννη Πάνου, Κωστή Παπαγιώργη, Έλλη Παππά, Παγώνα Στεφάνου, Τάσου Χατζητάτση και άλλων συμπληρώνουν την κριτικογραφία που ολοκληρώνεται με μια πρόσθετη σειρά κειμένων που σχολιάζει εκδοτικά και ιδεολογικά φαινόμενα, μαζί με τις αντίστοιχες πρακτικές και εκδηλώσεις τους, δημιουργώντας ένα ενιαίο σώμα προβληματισμού αλλά και αναγνωστικών προτάσεων. Τα κείμενα γράφτηκαν στο χρονικό διάστημα των τελευταίων δεκαπέντε ετών και δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες (Αυγή, Κυριακάτικη Αυγή, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, Ελεύθερος Τύπος, Εξουσία, Επενδυτής, Καθημερινή, Προοπτική και περιοδικά (Αντί, Κράμα, Νέα Εστία, Σχολιαστής).

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 315.

Στην τελευταία εικόνα: ο Henry Miller στην Ύδρα, φωτογραφημένος από τον Γιώργο Σεφέρη (1939). Δυο παράγραφοι πιο πάνω ο Edmund Keeley.

05
Φεβ.
13

Ελένη Βαροπούλου – Το θέατρο στην Ελλάδα. Η παράδοση του καινούργιου, 1974 – 2006. Τόμος Β΄

1040 BAROPOYLOY_THEATRO Bκαι η δεύτερη πανδαισία σκηνικών συλλογισμών

Στο μισοερειπωμένο Καφέ Francis, σ’ έναν κατάσπαρτο με νεκρά φύλλα πλατανιών χώρο, η Ωρελί συναντάει τους γαντοφορεμένους καιροσκόπους, μέλη ανώνυμων εταιρειών, γραφικούς τύπους, ανθρώπινα εμβλήματα του καθημερινού Παρισιού. Η τερατώδης εμφάνισή της μετατρέπεται σε εξιδανικευμένο είδωλο («η ωραία Κυρία του Σαγιώ») πίσω από ένα θαμπό τζάμι, φίλτρο της παραίσθησης. Στην περίφημη δεύτερη πράξη η Τρελή του Σαγιώ παγιδεύει και δικάζει με τις άλλες τρελές τους κακούς και διεκπεραιώνει την τελετή της εξολόθρευσής τους. Στην παράσταση του Κ.Θ.Β.Ε., [1982, με τα αξέχαστα σκηνογραφήματα του Διονύση Φωτόπουλου] η αυταρχική, παρορμητική Ωρελί, βαλσαμωμένη ιέρεια, ζυμωμένη με όνειρα και αναμνήσεις ρυθμίζει τις σχέσεις καλών και κακών, πιστή στους κανόνες της σκηνικής φαντασμαγορίας του Ζιρωντού.

PinterΣτην Βουνίσια γλώσσα του Χ. Πίντερ [Θ. Σημείο, 1991] ο θίασος μετατοπίζει τη γλώσσα από την περιοχή του ψυχολογικού τρόμου (εκεί όπου η γλώσσα είναι ταυτόσημη με την καταπίεση και αποτελεί μέσο βασανισμού και εξουσίας), στην περιοχή του σωματικού τρόμου και [φτιάχνει] μια παράσταση ρέκβιεμ για τη γλώσσα, όχι μόνο επειδή ο Πίντερ εγκαλεί τα όρια της γλώσσας ως απαρχής και τέλους της ανθρώπινης επικοινωνίας αλλά και γιατί η γλώσσα σπαράσσεται και βουβαίνεται μέσα στο οπτικοακουστικό πανδαιμόνιο της παράστασης. Σε άλλο πιντερικό Τοπίο [Θ. Τέχνης, 1982], οι εικόνες που αναθυμούνται κλεισμένοι στον εαυτό τους η Μπεθ και ο Νταφ, ζωγραφισμένες με διαφορετική αισθαντικότητα και ποιότητα ερωτικού πάθους, παραμένουν ασύμβατες. Καμία συζήτηση δεν στήνεται, οι δυο ειρμοί βαίνουν παράλληλα στο άπειρο, η διάταξη των ψυχικών τοπίων είναι εξαρχής ασυμβίβαστη, μονόδρομος που δε θα διασταυρωθεί ποτέ.

PP0230M0002v00Όπως και στον πρώτο τόμο, συχνά πριν από τις κριτικές των θεατρικών παραστάσεων προηγείται ένα ευρύτερο κείμενο θεωρητικού και θεατρολογικού προβληματισμού πάνω στον εκάστοτε συγγραφέα ή το είδος που εκπροσωπεί. Έτσι στην ευρύτερη ενότητα «Το φανταστικό και το παράλογο», το ειδικό κείμενο «Το παράλογο ως νέα επικαιρότητα» εντοπίζει έναν πρώτο … παραλογισμό στην συστοιχία τόσο διαφορετικών συγγραφέων, όπως ο Μπέκετ, ο Ιονέσκο και ο Ζενέ κάτω από την επωνυμία Θέατρο του Παραλόγου, καθώς είναι πλέον αποδεκτό πως ο μοναδικός κοινός παρανομαστής όλων όσων ονομάστηκαν Νέο Θέατρο, Θέατρο της αβάν – γκαρντ, Αντι – Θέατρο, Μετα – Θέατρο, Θέατρο του Παραλόγου ήταν μόνο ό,τι απέρριπταν.

Με αφορμή και την παράσταση Αμεδαίος ή Πώς να το ξεφορτωθούμε [Εθνικό Θ., 1980] η κριτικός αναρωτιέται τι μένει από το ιονεσκικό παράλογο, τιθασευμένο και οικειοποιημένο από το ίδιο το αστικό θέατρο που πριν από δεκαετίες είχε βαλθεί να σαρκάσει, χωρίς την τόλμη της πρόκλησης και την δύναμη της έκπληξης, ενώ σήμερα ηχεί γραφικά, παράφωνα και κουρασμένα; Mπορεί το συγκεκριμένο έργο, γραμμένο το 1954, με την συζυγική σύγκρουση ως πρώιμο Παραλήρημα για δυο (1962) και το εύρημα «πεθαμένη αγάπη εκτρέφει ένα πτώμα» να αποκτήσει σύγχρονη φωνή; Και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν όλες οι χιουμοριστικές διαστάσεις και ionesco-11-portrait-of-playwright-eugene-ionesco_474να ανακαλυφθεί το κωμικό νήμα που συνδέει το εξουθενωμένο θλιβερό ζευγάρι με τα ανδρείκελα της μικρής πλατείας;

Το περίφημο έργο του Ροζέ Βιτράκ Βικτόρ ή Τα παιδιά στην εξουσία (που έχω δει σε πολλές, έστω και άνισες, παραστάσεις χωρίς ποτέ να το βαρεθώ) επιδέχεται απίσης διαφορετικές αναγνώσεις και επιλογές: κοινωνική παραβολή όπου το παιδί, εγγύηση και διάδοχος της αστικής οικογένειας ξεκουρδίζει το μηχανισμό της και ξεσκεπάζει τα ταμπού της, άρα πρέπει να πεθάνει· πρόδρομος του θεάτρου του παραλόγου· καθαρός φορμαλισμός – παιχνίδι με το φανταστικό, την έκπληξη και το απροσδόκητο· πολιτική αλληγορία μιας επαναστατημένης νεολαίας. Η υπό ερμηνεία παράσταση [Θεατρική Λέσχη Βόλου, 1979] – πρόκληση συμφωνεί απόλυτα με τις σκέψεις του Αντονέν Αρτώ όταν έγραφε στο Γράμμα στην Ίντα Μορτεμάρ αλίας Ντομένικα: «Με ρωτάτε τι περιμένω από το Βικτόρ ή Τα παιδιά στην εξουσία. Είναι πολύ απλό. Τα περιμένω όλα.. Εδώ βρισκόμαστε τελείως μέσα στη μαγεία, τελείως μέσα στην ανθρώπινη πτώση…Το έργο μιλάει για τη βαθιά αντίθεση ανάμεσα στην υποδουλωμένη κατάστασή μας, τις υποδουλωμένες υλικές λειτουργίες μας και την ποιότητα του καθαρού μας νοητικού και των καθαρών πνευμάτων. [σ. 177]

Heroines_SarahKane_400pxΠάνω στο ίχνος του Αρτώ κραυγάζει και το βαθύτερο Εγώ στο έργο της Σάρα Κέην 4:48 Ψύχωση, όπου επιχειρείται μια μετενσάρκωση του σώματος σε λόγο και του λόγου σε σώμα. Η οριακή δραματουργία της Κέην δικαιώνει την διατύπωσή της πως προτιμάει «να ριψοκινδυνεύει τις πιο βίαιες αντιδράσεις και άμυνες από μέρους των θεατών παρά να ανήκει σε μια κοινωνία που έχει αυτοκτονήσει». Μια εντελώς διαφορετική εικόνα Σκληρότητας δίνουν τα τέσσερα σύγχρονα Νό του Γιούκιο Μισίμα που παρουσιάστηκαν από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης [1986] σε μια από τις πλέον αξέχαστες παραστάσεις που βίωσα και ο ίδιος. Ο σκηνοθέτης Νίκος Χουρμουζιάδης έστησε τις ιστορίες σαν γιαπωνέζικη υδατογραφία μέσα στη φωταψία του φεγγαριού και με φόντο τους γαλαξίες της οικουμένης και τις κέντησε με φίνες μελοδραματικές διακυμάνσεις δικαιώνοντας τον Μισίμα ως στυλίστα και ταυτόχρονα δέσμιο του μετενσαρκωμένου προσώπου και της μάσκας.

mamΜια άλλη αξέχαστη παράσταση, που επίσης είχα την τύχη να δω, ήταν η Ολεάννα του Ντέηβιντ Μάμετ [Απλό Θέατρο, 1994], στην μετάφραση του Παύλου Μάτεσι. Θέατρο δωματίου, δραματουργία διεισδυτική, εξαντλητικός διάλογος, τέλειο δείγμα κοινωνικού ψυχογραφήματος, η Ολεάννα κινείται στη «μικροφυσική της εξουσίας», σε ένα πεδίο μικρών εξουσιαστικών δομών όπου κυριαρχεί ένας εκπληκτικός διάλογος βιαστικής καθημερινής στιχομυθίας και ολοκληρωτικής πυκνότητας μαζί. Ο δραματουργός συνέδεσε το εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό ζήτημα με την εξουσία, τόσο τη θεματική όσο και την ρητορική της και η παράσταση ανέδειξε ακριβώς τις εκφάνσεις υπεροχής και υποταγής, τις μετατοπίσεις από θέση ισχύος και θέση αδυναμίας και τους αμοιβαίους εκβιασμούς.

nuxtes-xamenwn-erwtwn-perigrafi-IMG_0006Ένδεικτική αναφορά των κεφαλαίων: Σαίξπηρ & Co (Όρτον, Σω, Φορντ, Στόππαρντ κ.ά., Με στόχο την ψυχαγωγία (Φεντώ, Ντύρενματ κ.ά.), Σε γλώσσα γαλλική (Ζενέ, Κολτές κ.ά.), Το όσιο, το βέβηλο και η σκληρότητα (Θεοφανώ, Χριστός Πάσχων, Μπρέγκελ και Μπος κ.ά.), Το αμερικανικό όνειρο (Μίλλερ, Ο’ Νηλ, Ουίλλιαμς κ.ά.), Ισπανικά Πάθη (Βάλιε – Ινκλάν, Λόρκα, ντε Βέγκα), Στον αστερισμό των Πολωνών (Γκρομπρόβιτς, Βιτκιέβιτς, Ρουζέβιτς κ.ά.), Αριστοφανικές ποικιλίες, Αρχαίοι τραγικοί στα φεστιβάλ, Νεοελληνικές φωνές (Αναγνωστάκη, Ζιώγας, Διαλεγμένος, Καπετανάκης, Χορν, Μανιώτης, Στάικος, Μουρσελάς, Καμπανέλλης, Κεχαΐδης κ.ά.).

Εκδ. Άγρα, 2011, σελ. 558. Με δεκαεξασέλιδο ευρετήριο προσώπων, έργων, θεάτρων και θιάσων. Παρουσίαση του πρώτου τόμου εδώ.

Στις εικόνες: Harold Pinter, ζωγραφική μακέτα κοστουμιού (Διονύσης Φωτόπουλος) για την Τρελή του Σαγιώ, Eugène  Ionesco, Sarah Kane,  David Mamet, Νύχτες Χαμένων Ερώτων.

31
Ιαν.
13

Ελένη Βαροπούλου – Το θέατρο στην Ελλάδα. Η παράδοση του καινούργιου, 1974 – 2006. Τόμος Α΄

0935 BAROPOULOU_THEATROΉδη από την εισαγωγή τα desiderata της κριτικού είναι σαφή: τα κείμενα της συλλογής να μην αποτελούν μόνο άμεση αισθητική αντίδραση και σύντομο θεατρικό στοχασμό πάνω σε συγκεκριμένα θεατρικά γεγονότα αλλά και κατασταλάγματα ενός οράματος θεάτρου, που θα αφορά όχι μόνο τις σημασίες του αρχικού δραματικού ή λογοτεχνικού κειμένου αλλά κυρίως την συγκρότηση των σημασιών κατά την διαδικασία της παράστασης και μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό της περιβάλλον. Τα δεκάδες κείμενα της Βαροπούλου, δημοσιευμένα στις εφημερίδες Αυγή, Πρωινή Ελευθεροτυπία, Μεσημβρινή και Το Βήμα, δεν αφορούν μόνο κριτικές παραστάσεων με την στενή έννοια αλλά επεκτείνονται και σε ευρύτερα θέματα, σε δραματουργούς, σε θεωρητικά ζητήματα και γενικώς αποτελούν μια πλήρη παρουσίαση· σκίτσο το ονομάζει η ίδια αλλά εδώ έχουμε ολόκληρη εικαστική και πολυτεχνική σύνθεση του Θεάτρου στην Ελλάδα κατά την τελευταία τριακονταετία.

1312687-MarivauxΕνδεικτική περίπτωση της ευρύτερης θεματολογίας αποτελούν τα αρχικά εκτενή κείμενα που αφορούν τους θεατρικούς χώρους, σε συνάρτηση με τα κινητά, πλανόδια και περιοδεύοντα θέατρα, το χορευτικό θέατρο, την περφόρμανς, αλλά και τις παραστάσεις των «θεάτρων δωματίου» στην κυριολεξία του όρου. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η Φιλονικία του Μαριβώ όπως παρουσιάστηκε στο [Γαλάζιο Σπίτι της Πλάκας, 1984], στη μετάφραση της Κλαίρης Μιτσοτάκη – το ίδιο κείμενο χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση που προσωπικά με συγκλόνισε από την Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, το 1987. Στο καθιστικό λοιπόν ενός διώροφου της Πλάκας αναδείχθηκαν πλήρως το άδολο κλίμα των εκμυστηρεύσεων ενός σαλονιού και ο αινιγματικός χαρακτήρας ενός διανοητικού παιχνιδιού αλλά και η αποπλάνηση του συναισθήματος, οι διαστροφές του πολιτισμού και η διαπίστωση πως δεν υφίσταται αγνή, φυσική πράξη έξω από το σύστημα της αγωγής και τους δαιδάλους της γλώσσας.

Η παράσταση του ημιτελούς Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ [Θ. Άνοιξης, 1981, Αμφιθέατρο, 1991] θέτει εξαρχής δύσκολα θεατρικά ζητήματα. Ο πολυεδρικός κορμός της δραματικής ιστορίας του στρατιώτη – κουρέα θίγει ταυτόχρονα την εκμηδένιση ενός λαϊκού ανθρώπου και την συνθλιβή του ατόμου από τον κοινωνικό περίγυρο, το παραλήρημα ερωτικής ζήλειας και απόγνωσης και το οδοιπορικό στην ενδοχώρα της τρέλας. Με τι σειρά θα παιχτούν οι αποσπασματικές ενότητες και ποια πλευρά τους θα ευνοήσει η σκηνοθεσία;

Pressefoto_Bernhard_Schmied_1988Ιδιαίτερο κείμενο αφιερώνεται στις «υποθήκες του Μπέρνχαρντ», του περίφημου κριτή των καθημερινών σχέσεων εξουσίας, καταδυνάστευσης και υποταγής· του ποιητή των εξουθενωτικών μονολόγων με παθητικούς αποδέκτες καταδικασμένους στη σιωπή, που στα δράματά του πέτυχε «μια σύνθεση ολόκληρου του μεταπολεμικού θεάτρου». Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί το έργο Ρίτερ, Ντένε, Φος [Θ. Οδού Κυκλάδων, 1991] όπου η νοσηρή αδελφική τριάδα καταδύεται στην ενδοχώρα των αμοιβαίων εξαρτήσεων και της ψυχοφθόρας σχέσης εξουσιασμού και υποτέλειας και σε μια ιδιότυπη αναζήτηση του χαμένου χρόνου με όλη την αηδία και την οργή της αποτυχίας που προσιδιάζουν στις μπερνχαρντικές μνημονεύσεις τους παρελθόντος. Εδώ οι κραυγές των διαταραγμένων υπάρξεων συγχρονίζονται σε ηχητικά σύνολα και η γελοιότητα των όντων αναδεικνύεται πλήρης μέσα στην απέλπιδα προσπάθεια να δώσουν ένα νόημα στη ζωή τους.

29206_1_org_WedekindFrank___Fotoportrait_mit_verschraenkte_ArmeΕξίσου πυκνό είναι το εισαγωγικό κείμενο για τον Φρανκ Βέντεκιντ, «τον εξπρεσιονιστή πριν από τον εξπρεσιονισμό», τον θεατρικό συγγραφέα, διηγηματογράφο, ποιητή, σκηνοθέτη και ηθοποιό – ερμηνευτή η υπόκριση του οποίου γκρέμισε τον διαχωριστικό τοίχο εξωτερικής και εσωτερικής διάστασης – έκφρασης. Ο Βέντεκιντ εξέθετε ακέραιο τον εαυτό του στη σκηνή ξεκινώντας από μια βαθύτατη ανάγκη αυτοτιμωρίας ενώ στα τολμηρά του δράματα δοκίμασε την προκλητική αντιπαράθεση προς τις κυρίαρχες απόψεις και την παγιωμένη ηθική των αστών, γράφοντας ακόμα και για την θέση της σεξουαλικότητας μέσα στην αστική κοινωνία. Η Λούλου [Ανοιχτό Θέατρο, 1988] αποτέλεσε ακριβώς ένα κείμενο ανταρσίας, που μεταμόρφωνε σε δράμα του λίμπιντο και του γυναικείου πεπρωμένου μια σειρά επεισοδίων υπό την επίδραση και των νιτσεϊκών απόψεων και των αντιλήψεων του Σόπενχάουερ για τη σεξουαλικότητα ως γενεσιουργό δύναμη της ζωής αλλά και την σύγκρουση του γενετήσιου ενστίκτου με την αστική ψευδοηθική.

1- beckettΠερισσότερο απ’ όλα τα δραματικά πρόσωπα του Μπέκετ η Γουίνι στις Ευτυχισμένες μέρες, Ω, οι ωραίες μέρες κατορθώνει να δαμάσει τη μελαγχολία και να διασκεδάσει την αποσύνθεση χάρη σε μια σοφή ελαφρότητα και μια λυτρωτική αμεριμνησία προσφεύγοντας στο ευρετήριο ελάχιστων μικροαντικειμένων, στην υπερβολή εξαίσιων στίχων, σ’ ένα ερωτικό παραμύθι [Δραματικό Θέατρο Ρούλας Πατεράκη, 1990]. Αναρωτιέμαι μήπως αυτό ακριβώς το τραγικωμικό μπεκετιανό σύμπαν αποτελεί φωτεινή πυξίδα στους σύγχρονους ζοφερούς καιρούς.

Ο Πιραντέλο δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει, τόσο ως αντικείμενο ειδικού κειμένου που εξετάζει με ποιο τρόπο οι σύγχρονοι σκηνοθέτες τον βλέπουν σήμερα πέρα από το γνωστό παιχνίδι της μάσκας και των κατόπτρων, όσο και με αφορμή τις σχετικές παραστάσεις. Καθώς Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα [ΚΘΒΕ, 1997] η αγωνιώδης τους αναζήτηση αναδεικνύει την αδυναμία της συγκρότησης μιας παράστασης, την αθεράπευτη αγωνία της τέχνης και της ζωής και την μάσκα ως επιδερμίδα στα διαδοχικά στρώματα της συνείδησης αλλά και ως προσωπείο που προσπαθεί να γεμίσει την άδεια ανώνυμη μορφή.

Pirandello 2Κατά τα άλλα η Ερσίλια Ντρέι, – Να ντύσουμε τους γυμνούς [Διονύσια, 1989] -,  μια επιπλέον περίπτωση στην πλειάδα των έκθετων γυναικείων υπάρξεων, αυτών που ο Πιραντέλο παρουσίασε να ψάχνουν μέσα στο κενό και στην απόλυτη ρευστότητα του Είναι μια υπόσταση αρεστή στους άλλους, συνεχίζει να εκλιπαρεί τον συγγραφέα Νότα να την κάνει εξαγνισμένη ηρωίδα μυθιστορήματος προκειμένου να ξεπεράσει το μαρτύριο της διαλυμένης προσωπικότητας, αλλά ούτε κι αυτόν μπορεί να έχει. Εδώ ο υπαρξιστής Πιραντέλο είναι βέβαιος πως το τραγικό είναι ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπότητας.

Ιδιαίτερα κατατοπιστικά είναι τα κείμενα που αφορούν τον Πέτερ Βάις, τον « ποιητή της Ιστορίας» που μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στην πολιτική και την καλλιτεχνική δραστηριότητα και υπήρξε μέτοικος και πολίτης του κόσμου, διατηρώντας ως μόνιμο πυρήνα της δραματουργίας του την πάλη των ιδεών και την ιστορική αναμέτρηση ομάδων, δυνάμεων και συστημάτων. Ο Βάις προχώρησε τις κοινωνικές του καταγγελίες ακόμα πιο πέρα από τις μπρεχτικές διδαχές και τους δραστικούς σκηνικούς τρόπους της αγκίτ – προπ [θέατρο αγκιτάτσιας – προπαγάνδας], την στεγνή παράθεση ντοκουμέντων [theater Weiss_Peterof facts] και την θεατροποίηση ιστορικών περιστατικών τύπου Χόχουτ. Στην Ανάκριση, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζεται το ναζιστικό παρελθόν αλλά εξετάζεται το γερμανικό παρόν έτσι που το παρελθόν να ανασύρεται και να ανασυγκροτείται από αυτό.

Η καταδίωξη και η δολοφονία του Ζαν Πωλ Μαρά, όπως παίχτηκε από το Θεατρικό Όμιλο του Σαραντόν με τη διεύθυνση του κ. ντε Σαντ, [Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης, 1982 και Εθνικό Θέατρο, 1989] προσφέρεται για ανάδειξη της ιδεολογικής διαμάχης γύρω από το νόημα της Επανάστασης και τα πολιτικά και ψυχολογικά ελατήρια του επαναστατημένου ατόμου. Η διαλογική πάλη Μαρά – Σαντ έχει ως κέντρα βάρους την αντίφαση ανάμεσα στην ελευθερία και στην κοινωνική δικαιοσύνη και το ασυμβίβαστο της ανθρώπινης φύσης με τη ηθική. Στη μία πλευρά στέκεται ο φανατικός Μαρά, εκφραστής της επαναστατικής ουτοπίας, στην άλλη ο ντε Σαντ, απόστολος μιας ατομικότητας που διεκδικεί τη βία πέρα από κάθε ηθική παράμετρο και ιστορική αναγκαιότητα.

AVT_Botho-Strauss_8239Το πάρκο του Μπότο Στράτους [Θ. Τέχνης, 1988], του κατεξοχήν Δυτικογερμανού συγγραφέα που αναδείχθηκε μέσα από το ίδιο το θέατρο αποτελεί ένα ιδιαίτερο νοητικό θέατρο, μακριά τις ψευδαισθήσεις της ρεαλιστικής καταγραφής και της ιλουζιονιστικής αναπαράστασης. Ο εκφραστής ενός νεότερου γερμανικού δράματος που δημιουργήθηκε ως αντίποδας στην μπρεχτική κληρονομιά, όπως κάποτε διασκεύασε δραστικά το 1974 τους Παραθεριστές του Γκόρκι, το ίδιο κάνει και τώρα με το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, μόνο που οι θεοί που επιθυμούν να αναζωπυρώσουν τη χαμένη ορμή για έρωτα και ζωή, δεν καταφέρνουν να αλλάξουν τον εχθρικό κόσμο εμπορευματοποιημένων σχέσεων, σκοπιμότητας και οριστικά αποδιωγμένου πάθους [Θ. Τέχνης, 1982].

Αναζητώντας τις παραστάσεις που και ο ίδιος παρακολούθησα, στέκομαι σΤα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ [Θ. της Οδού Κεφαλληνίας, 1987] του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, σ’ εκείνη την δεύτερη στροφή του προς το μελόδραμα (του οποίου τον κώδικα κατέκτησε άμεσα) και στην αξέχαστη εισβολή στο άδυτο του ερωτισμού, που επαλήθευε εκείνο που ο ίδιος κάποτε έγραψε, ότι ο έρωτας είναι το αποτελεσματικότερο εργαλείο κοινωνικής καταπίεσης.

woyzeck on the HighveldΕίναι αδύνατο να αναφερθούν όλα τα έργα που παρουσιάζονται. Ενδεικτικά αναφέρονται οι κατηγορίες: Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Σκανδιναβικές ατμόσφαιρες (Ίψεν, Στρίντμπεργκ), Ρωσικές εκλάμψεις (Τσέχοφ, Αρμπούζοφ, Γκέλμαν, Μπουλγκάκοφ κ.ά.), Από την πλευρά των γυναικών, Γερμανόφωνες δημιουργίες (Σίλλερ, Λέσσινγκ, Γκαίτε, Φρόυντ, Σνίτσλερ, Χόρβατ κ.ά.), Το Πολιτικό, η Ιστορία και το Ντοκουμένο (Ντάνιελ Μπέρριγκαν, Αλαίν Ντεκώ κ.ά.), Μπρεχτικές στιγμές, Ζήτημα διασκευής (Μέγιερχολντ, Ζαρρύ, Ζουβέ κ.ά.), Η κομέντια ντελ άρτε, ο Γκολντόνι, ο Φο και ο Ρουτζάντε.

Το θέατρο στην Ελλάδα αποτελείται από δυο τόμους, Α΄ και Β΄. Μια συνολική παρουσίαση θα αδικούσε το πλούσιο υλικό του κάθε τόμου συνεπώς ακολουθεί νέα ανάρτηση για τον Β΄ τόμο.

Εκδ. Άγρα, 2011, σελ. 444. Με δεκαεξασέλιδο ευρετήριο προσώπων, θεάτρων, θιάσων, φεστιβάλ και τίτλων των έργων.

Στις εικόνες: Pierre de Marivaux, Thomas Bernhard, Frank Wedekind, Samuel Beckett, Luigi Pirandello, Peter Weiss, Botho Strauss κι ένας Woyzeck.

03
Μάι.
12

Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

24
Φεβ.
12

Λίνα Πανταλέων – Θαυμαστικά και αποσιωπητικά

Η λογοτεχνημένη κρίση

Η λογοτεχνική κριτική οφείλει να είναι υποκειμενική, όχι μόνο για τη διασφάλιση άλλοθι αλλά πρωτίστως για να λαμβάνει υπόψη πως υπόκειται στο κείμενο. Η ανάγνωση οφείλει να υποτάσσεται στο κείμενο, να ακολουθεί και όχι να προτρέχει. […] Κάθε λογοτεχνικό βιβλίο διαθλάται καθώς το διαβάζουμε μέσα από ασύνειδες προσδοκίες, αμφιβολίες, προηγούμενες διαψεύσεις και εκπλήξεις, εν ολίγοις διαβάζεται μέσα από το φίλτρο όλων των σελίδων που έχουν διαβαστεί πριν από αυτό…

γράφει η κριτικός στο συστατικό σημείωμά της, προοικονομώντας τη μορφή της κριτικής που υποστηρίζει και που, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι και η μόνη που αξίζει να υπάρχει. Όμως πέρα από αυτό το στοιχείο, δυο πρόσθετες αρετές της κριτικής της γραφής κάνουν αυτή τη συλλογή αξιανάγνωστη. Από τη μία, το έργο του εκάστοτε συγγραφέα παρουσιάζεται συνολικά, πάντα σε συνάρτηση με το υπό κρίση βιβλίο, αλλά και με ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα της κάθε πλοκής, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αισθάνεται πως πλοηγείται εν τάχει στους μυθοπλαστικούς κόσμους του συγγραφέα. Από την άλλη η γλώσσα εδώ βρίσκει ένα πρόσφορο πεδίο να αναπτυχθεί με απολαυστικό τρόπο, αναζητώντας μέσα από την αστείρευτη γλωσσική μας δεξαμενή τις ιδανικότερες λέξεις, εμπλουτίζοντας την εκφραστική της με σύμπλοκα και γενικά δημιουργώντας ένα κείμενο που από μόνο του παρουσιάζει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Στο τέλος ο αναγνώστης έχει περιηγηθεί στην λογοτεχνία του συγγραφέα με ένα απαιτητικό αλλά απολαυστικό κείμενο.

Στο έργο του Γιάννη Μακριδάκη, πέρα από μυθοπλασίες που μοιάζουν «δοξολογίες στην ηθική» και σελίδες – «εικονοστάσια καλόψυχων και ενάρετων ανθρώπων», η κριτικός διαπιστώνει τον προσχηματικό χαρακτήρα μιας πρόχειρα σχεδιασμένης θεματολογίας, την επανάληψη κοινών μοτίβων και την κατάχρηση συγκινησιακής φόρτισης, που συχνά απολήγει σε θρηνητική φρενίτιδα και σπαραξικάρδιες φαιδρότητες, κρίνοντας πως ο συγγραφέας βιάστηκε με ασθματικές εκδόσεις να κατοχυρώσει μια συγγραφική ταυτότητα. Παραθέτοντας συγκεκριμένα χωρία (συνήθης μορφή των κειμένων της) διατυπώνει τις αντιρρήσεις της για την, ανεπίτρεπτη σε ορισμένες περιπτώσεις, συνάρτηση της μυθοπλαστικής συνθήκης με τη νωπή επικαιρότητα, ορισμένους απλοϊκούς συσχετισμούς και παιδαριώδεις παραλληλισμούς και τις παρεμβάσεις με επεξηγηματικά σχόλια σε προφανείς συλλήψεις. Όσον αφορά την «προφορική» του γλώσσα γράφει: στη λογοτεχνία προφορικότητα σημαίνει επίμοχθη επεξεργασία του προφορικού λόγου και όχι άκοπη αναπαραγωγή του. Η προφορικότητα στον γραπτό λόγο δεν είναι γλωσσική ευκολία αλλά υφολογική επεξεργασία.

Για την Άλωση της Κωνσταντίας ειδικότερα, βασικά προβλήματα εντοπίζονται αφενός στην προβληματική οπτική και τις κραυγαλέες κοινοτοπίες όσον αφορά τις σχέσεις των δύο όμορων λαών [Ελλήνων και Τούρκων] και τον γλυκερό εναγκαλισμό του «Άλλου» κι αφετέρου σε μυθοπλαστικές ασυνέπειες και απίθανες συμπτώσεις που καταστρατηγούν κάθε σύμβαση περί αληθοφάνειας και οδηγούν σε υπολειτουργία κάθε κοινή λογική. Σε κάθε περίπτωση, ο Μακριδάκης, που εξαρχής προσανατολίζεται στην χορεία κείνων που αρύονται από τον γενέθλιο τόπο τους για να ζωογονήσουν τα μυθοπλαστικά τους τοπία και τα ψυχικά φορτία των χαρακτήρων τους αντιμετώπισε κάτι πολύ δύσκολο για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, την ανεπιφύλακτη αποδοχή και δείχνει να βιάζεται να σπαταλήσει και να τσαλαπατήσει τις δυνατότητές του. Ενδεχομένως, καταλήγει η Πανταλέων, από τη στιγμή που τα χειροκροτήματα δεν έπαυσαν να καλωσορίζουν κάθε νέα έκδοση, ο συγγραφέας να έχει όλο το δίκιο με το μέρος του.

Η βασική ένσταση όσον αφορά τις Λοξές ιστορίες αλλά και παλαιότερα έργα του Παναγιώτη Κουσαθανά είναι το γεγονός ότι επί δεκάδες διηγήματα ο συγγραφέας σπαράζει για την κακοποίηση της γενέτειράς του και την αχρειότητα πολλών εκ των συντοπιτών του. Ο ακαταδάμαστος θυμός τους για τα εκτρωματικά ήθη που άλωσαν τον γενέθλιο τόπο σπάνια καταφέρνει να μεταποιηθεί σε μυθοπλαστική σύλληψη ενώ η επίμονη επίκληση της μνήμης συντείνει στη μονοτονία των διηγημάτων και στην συγγραφική αγκύλωση. Στο τέλος οι αιτιάσεις του συγγραφέα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τα δονκιχωτικά πυρά κατά των ανεμόμυλων και ατέρμονη αλυσίδα παραινέσεων, επαναλαμβανόμενων επικήδειων και καταγγελιών γίνεται ο βρόχος του αναγνώστη. Όμως η λογοτεχνία ιδωμένη μονομερώς ως πεδίο κατήχησης έχει κόψει εξαρχής τις γέφυρες επικοινωνίας με τον αναγνώστη, στο μέτρο που ο κατηχητής σπανίως διερωτάται για την αλήθεια την οποία κηρύσσει. Εκείνο που επιδεινώνει την επιλογή του συγγραφέα να μιλήσει «από άμβωνος» και επαγωγικά την αδιαφορία του για ένα προσχηματικό, έστω, λογοτεχνικό ντύμα που θα προσέδιδε θέρμη και ζωηρότητα στα κηρύγματά του, είναι οι υφολογικά συναφείς αναφορές στη γραφή που την παρουσιάζουν σαν ιερό καθήκον και καθαρτήρια δοκιμασία. Η καλλιέπεια και τα λεκτικά συνταιριάσματα δεν μπορούν να υπερκεράσουν την πληκτικότητα όσων λένε.

Στα έργα του Χρήστου Χρυσόπουλου (Ο βομβιστής του Παρθενώνα) ο θάνατος αποτελεί ένα σταθερό μοτίβο της προβληματικής του ενώ το αστικό τοπίο αποτελεί ένα «παράλογο άσυλο» που υποθάλπει τις εμμονές, τα πάθη και τις νευρώσεις των χαρακτήρων· είναι ο τόπος της εξώκοσμης ιδιώτευσής τους, τους δημιουργεί την καθησυχαστική εντύπωση της διαφυγής. Ο πεζογραφικός του κόσμος είναι ένας κόσμος εμμονών, όπου οι χαρακτήρες πλαταίνουν ολοένα την εσωτερική τους ζωή και ιχνηλατούν στο ημίφως όπου ζουν ένα αυστηρά ιδιωτικό, μονήρες σύμπαν. Η πολεοδομία αυτών των πόλεων δεν συνίσταται παρά σε επτασφράγιστα δωμάτια, προορισμένα αποκλειστικά για μυθοπλαστικές υπάρξεις με συμπτώματα ανίερου μαζοχισμού, για χαρακτήρες που μετεωρίζονται μεταξύ ονειροφαντασίας και πραγματικότητας, σε μια διαρκή αμφιταλάντευση της γραφής ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η σύγκριση της νέας αναθεωρημένης έκδοσης του βιβλίου με την προ δεκαπενταετίας παλαιότερη.

Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη (Κωμωδία) η γλώσσα, πανούργα, δαιμόνια στην καταδολίευση, καθ’ έξιν αμφίσημη, ανείπωτα πλαστική και με δεξιοτεχνία στην έκπληξη, ασπαίρει στα κείμενά του απαυγάζοντας την τόλμη της ευρηματικότητάς του και την ίδια στιγμή σκιάζοντας τους κόπους των επιτεύξεών της. Πέρα από την γλωσσική εντέλεια των γραπτών του και τα ευφυή ψεύδη της γραφής που δυναμιτίζουν σχεδόν σε κάθε φράση την αληθοφάνεια, στα γραπτά του το παρελθόν αποδεικνύεται ο πιο αφερέγγυος χρόνος, στο μέτρο που επαφίεται στη μνήμη, και μνήμη ίσον επινόηση και αυταπάτη, «η μόνη δυνατότητα που διαθέτει ο άνθρωπος για να εξαπατά το χρόνο», όπως έγραψε ο συγγραφέας στη Μικρή του περιοχή.

Όμως και η προηγούμενη συλλογή κριτικών της Λ.Π. (Αναγνωστικά Δικαιώματα, βλ. εδώ) έτσι και ετούτη συγκεντρώνει τα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Εστία. Παρουσιάζονται ακόμα τα βιβλία: Η Εβραία νύφη (Νίκος Δαββέτας), Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα (Ρέα Γαλανάκη), Πατρίδα από βαμβάκι (Έλενα Χουζούρη), Απόψε δεν έχουμε φίλους (Σοφία Νικολαΐδου), Το ξυπόλητο σύννεφο (Τάκης Θεοδωρόπουλος), Σναφ (Ελένη Γιαννακάκη), Τα σακιά (Ιωάννα Καρυστιάνη), Ο τελευταίος Βαρλάμης (Θανάσης Βαλτινός), Η φάρσα (Έρση Σωτηροπούλου).

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 401.

Φωτογραφία της κριτικού: Ηλίας Κοσίντας.

27
Οκτ.
10

Τέρρυ Ήγκλετον – Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική

 Το νόημα μιας άξιας ζωής

Ένας καθολικός ιρλανδικής καταγωγής, σε μια προτεσταντική Αγγλία, με προέλευση από την εργατική τάξη, στην καρδιά ενός θεσμού της άρχουσας τάξης (το Οξφορδιανό Πανεπιστημιακό Άβατο) και με επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες: οι ταυτοτικές «αντιφάσεις» όχι μόνο δεν βραχυκύκλωσαν τον Τέρρυ Ήγκλετον αλλά και τον ενέπνευσαν προς την διεύρυνση της προσωπικότητας, της ιδεολογίας, των λογοτεχνικών και πολιτικών του απόψεων. Ο παρών τόμος αποτελεί ιδανική χειραψία γνωριμίας και πρόσκληση εισαγωγής στο έργο του, καθώς περιλαμβάνει κείμενα από και για τον περίφημο θεωρητικό, ή, καλύτερα, αντι-θεωρητικό, εφόσον εξέθεσε την κενότητα και την έλλειψη χρησιμότητας ενός μεγάλου μέρους της κριτικής θεωρίας.

Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται η μια από τις τρεις διαλέξεις που έδωσε στην Αθήνα (που αφορά την τέχνη της ποίησης) και έξι, αμετάφραστα στα ελληνικά, κείμενά του για διανοούμενους, κλασσικούς του 20ού αιώνα και σύγχρονους (Ζακ Ντεριντά, Τ.Σ.Ελιοτ, Εριχ Άουερμπαχ κ.ά.), ενώ, επιπρόσθετα, ο ίδιος απαντά στις καίριες ερωτήσεις του Δημήτρη Δημηρούλη. Στην δεύτερη ενότητα οι Γιάννης Βαρουφάκης, Αθηνά Bογιατζόγλου, Κώστας Βούλγαρης, Ρένα Δούρου, Τάκης Καγιαλής, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Γιώργος Μέρτικας, Νίκολας Ρο, Νικόλας Σεβαστάκης και Ευκλείδης Τσακαλώτος παρουσιάζουν απόψεις για το έργο (ή με αφορμή αυτού) που κατέθεσαν σε δυο συνεχόμενα αφιερώματα στο ένθετο «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής.

Αποτελώντας, κατά τον φίλο του Ταρίκ Άλι, ένα είδος διττής ύπαρξης, ο Ήγκλετον (Σάλφορντ, 1943) έμαθε να απολαμβάνει μια ζωή στην κόψη, στο σημείο τομής διαφορετικών κόσμων, ενώ, πολύ περισσότερο, στο λογοτεχνικό πεδίο ελίχθηκε με δεξιοτεχνία ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, απόψεις και πολιτικές και επεδίωξε το φαινομενικά αδύνατο: την διατήρηση της εξάρτησης από τον αγγλικό εμπειρισμό, τον επιτονισμό της ιρλανδικής «ιδιαιτερότητάς» του, την συντήρηση της βιωματικής του σχέσης με τον καθολικισμό και την προώθηση ενός δικής του επινόησης ριζοσπαστικού μαρξισμού. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «όλες οι κατηγορίες μπορούν να είναι ανοικτές, πορώδεις και διαπερατές».

Χάρη στον Ήγκλετον αναγνωρίστηκαν πολλά ξεχασμένα λογοτεχνικά κείμενα, υποδείχθηκαν νέοι τρόπο ανάγνωσης των ήδη αναγνωρισμένων, φωτίστηκαν οι δευτερεύοντες μυθιστορηματικοί χαρακτήρες και αναδείχθηκε το έργο γυναικών συγγραφέων και συγγραφέων έγχρωμων ή προερχόμενων από την εργατική τάξη. Είχε άλλωστε επισημάνει τον αποκλεισμό των μελών της από την απόλαυση της λογοτεχνίας: «[οι εργαζόμενοι] όντας φιμωμένοι για γενιές, έχουν διδαχθεί να θεωρούν τη λογοτεχνία μια ελιτίστικη δραστηριότητα που ξεπερνά τα όρια της αντίληψής τους» (από την «Εισαγωγή στη Θεωρία της Λογοτεχνίας»).

Όμως πέρα από τις λέξεις της πολιτικής ο Ήγκλετον επιμένει (ιδίως στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο The Gatekeeper: A Memoir (2001)) στον άμεσο μετασχηματισμό της θεωρίας σε «υλική δύναμη». Βέβαιος πως η αριστερά δεν έχει μόνο τα καλύτερα οράματα αλλά και τον μεγαλύτερο ρεαλισμό, αντλεί αισιοδοξία από τις δυο σύγχρονες επαναστάσεις που συνέβησαν χωρίς πολλή αιματοχυσία (την πτώση του απαρτχάιντ και του σταλινισμού). Στις αιτιάσεις περί επανάστασης της πολυθρόνας το «κακό παιδί» της Οξφόρδης και «ο γνωστότερος βρετανός αντάρτης πανεπιστημιακός» απαντά πως πάντα υποστήριζε περιθωριακές απόψεις μέσα στα μεγάλα ιδρύματα και πως δεν υπάρχει καμία καθαρή και καθαρά ασυμβίβαστη θέση. Αξιώνοντας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, να δρα ως δημόσιος διανοούμενος έχει πάντα ως οδοδείκτη πνευματικής και πολιτικής πορείας την επίτευξη μιας εύλογης δικαιοσύνης. Πρόκειται για στοιχείο που τον συνδέει τόσο με τον Έντουαρντ Σαΐντ όσο και με τον Σλαβόι Ζίζεκ, στους οποίους αφιερώνει εγκωμιαστικά κείμενα: αμφότεροι διαπερνούσαν τα σύνορα κάθε είδους κουλτούρας αλλά περισσότερο από τους απεγνωσμένους προσδιορισμούς ταυτοτήτων τους ενδιέφερε η καθολική απονομή της δικαιοσύνης.

Στο Νόημα της Ζωής (The Meaning of Life, 2007) ο Ήγκλετον προχωρά ένα βήμα πιο πέρα Στην κοινωνία μας, γράφει, έχει επικρατήσει η ιδανική «εικόνα» του αυτόνομου ατόμου. Για τους συντηρητικούς φιλελεύθερους, ο «άλλος» όχι μόνο δεν είναι απαραίτητος για να υπάρχει «εγώ», αλλά αποτελεί απειλή για την ύπαρξή μας. Όμως το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται εντός του ατόμου μας αλλά διαβιεί στις σχέσεις των ανθρώπων. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας που να θυμίζει ένα μουσικό συγκρότημα τζαζ όπου οι μουσικοί «…αυτοσχεδιάζουν, διαισθανόμενοι όμως ο ένας τον άλλο, παράγοντας έτσι μια σύνθετη αρμονία, που προέρχεται όχι από κάποια κεντρικά σχεδιασμένη παρτιτούρα αλλά από την ελεύθερη μουσική έκφραση του κάθε μουσικού, που όμως έχει ως προϋπόθεση την ελεύθερη έκφραση των υπολοίπων».

Εκδ. Το Πέρασμα, 2009, επιμέλεια – πρόλογος Ρένα Δούρου, σελ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 23 (φθινόπωρο 2010)

08
Ιον.
09

Τζων Μ. Κουτσί – Ξένα ακρογιάλια. Κριτικά δοκίμια 1986-1999

Ο επιδραστικότατος νοτιοαφρικανός συγγραφέας, μια από τις μοντέρνες και ριζοσπστικές λογοτεχνικές φωνές, αφήνει στην άκρη τις δικές του λευκές σελίδες για να ασχοληθεί με τις τυπωμένες των άλλων. Εξασκημένος σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια (ενδεικτικά: Μίασμα της πορνογραφίας, Λογοκρισία στη Νότιο Αφρική, Δομές της επιθυμίας στη διαφήμιση), εδώ εκθέτει τις ερεθιστικότατες λογοτεχνικές κριτικές του, αποτελώντας την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τους συγγραφείς να αποφεύγουν να κρίνουν δημόσια τα έργα των συναδέλφων τους ή να τα εκθειάζουν συντεχνιακώς.

Ποιους επιλέγει; Μερικούς μοντερνιστές του 20ού – Κάφκα, Μιούζιλ, Ρίλκε (άλλωστε μαζί με τον Μπέκετ οι βασικότερες δεδηλωμένες επιρροές του), Μπόρχες, λιγότερους κλασικούς (Ντηφόου – μην ξεχνάμε, ο Κουτσί επανέγραψε την ιστορία του Ροβινσώνα από την γυναικεία πλευρά (Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα/Foe, 1996), Ντοστογέφσκι – που χρησιμοποίησε ως ήρωα στον Άρχοντα της Πετρούπολης, 1994) και περισσότερους σύγχρονους, ενεργούς «ανταγωνιστές» πεζογράφους: Α.Σ. Μπάιατ, Σάλμαν Ράσντι, Άμος Όζ, Ναγκίμπ Μαφχουζ, Ντόρις Λέσινγκ. Διαβάζει τα Ημερολόγια του Μιούζιλ ως συγκινησιακή αυτοβιογραφία αλλά και ως δυνάμει λογοτεχνία και την μνημειώδη 1500σέλιδη Κλαρίσσα του Ρίτσαρντσον για να ξαναμιλήσει ακόμα και αιρετικά ή ανορθόδοξα (σε πολλά εισαγωγικά οι όροι) για τα προσφιλή του θέματα του βιασμού και της παρθενίας που την διαπερνούσαν.

Είναι ενδιαφέρουσα η κριτική του στους ολλανδούς Χάρρυ Μούλις και Σες Νότεμπομ που τους γνωρίζουμε κι εδώ από πολλά μεταφρασμένα τους βιβλία. Στην περίπτωση δε του δεύτερου θίγει ένα γενικότερα συζητήσιμο θέμα και παίρνει σαφή θέση: αν αποκαλύπτεις στους αναγνώστες τους τελευταίους απομονωμένους ειδυλλιακούς ταξιδιωτικούς προορισμούς, τότε γίνεσαι ο ίδιος μέρος της τουριστικής βιομηχανίας. Σε αντίστοιχα ακάνθινο θέμα (καθαρή συγγραφική συνείδηση συγγραφή ή πολιτική στράτευση;) περιλαμβάνει την συντοπίτισσα Ναντίν Γκόρντιμερ.

Μην περιμένετε εδώ δυσανάγνωστα κομμάτια. Ο Κ. φωτίζει κάπως αφώτιστες όψεις του έργου ή και του χαρακτήρα των συγγραφέων, γράφει απλά, διηγείται πλοκές, περιγράφει χαρακτήρες, εκφράζεται αυτοβιογραφικά. Κάθε του κομμάτι είναι προσιτό κι ενδιαφέρον. Στο κατεξοχήν δε αυτοβιογραφικό του δοκίμιο για το «Τι είναι κλασικό;», εκθέτει τη δική του προσωπική εξομολογητική άποψη για την έννοια αλλά και την ανιχνεύει μέσω του «κανόνα» της …μουσικής του Μπαχ!

Εκδ. Μεταίχμιο, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, πρόλογος – επιμέλεια: Άρης Μπερλής, σελ. 366 (J.M. (John Mawell) Coetzee, Stranger shores: Essays 1986-1999, εκδ. 2001). Με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

24
Δεκ.
08

Βιβλιοφιλικά Ιστολόγια

Στη σάλα του Πανδοχείου, η κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια Τιτίκα Δημητρούλια ερωτά, ο Πανδοχέας απαντά, τα (δε)κατα καταγράφουν:

1. Τα ιστολόγια, ως κατεξοχήν χώροι αυτοέκφρασης και αυτοπαρουσίασης, ασχολούνται, αυτονόητα, και με τη λογοτεχνία. Για ποιους λόγους γοητευτήκατε προσωπικά από το νέο μέσο;

Φαντάστηκα το ιστολόγιό μου σαν ένα κατά κυριολεξία πανδοχείο φιλοξενίας των συγγραφέων που (με) ταξίδεψαν σε αμέτρητους μυθοπλαστικούς τόπους. Εφόσον δεν έχω πάψει να συνομιλώ μαζί τους, τώρα είναι σειρά μου να τους προσκαλέσω στο δικό μου προσωπικό σύμπαν. Αν η πατρίδα κάποιων από εμάς είναι η λογοτεχνία, τότε το ιστολόγιο εκτός από ημερολόγιο αναγνωστικών εμπειριών είναι και το σπίτι μας, ανοιχτό σε ομοιοπαθείς και ομοιογάλακτους.
Συνεπώς η αμιγώς προσωπική ώθηση (να βασανιστώ ακόμα περισσότερο στην έκφραση και στη γραφή, να γευτώ την εμπειρία της αισθητικής κατασκευής μιας σελίδας και κυρίως να μπω σε μια συνεχή διαδικασία μόρφωσης και πνευματικής βελτίωσης, εφόσον η σύνταξη και δημοσίευση βιβλιοκριτικών σημειωμάτων απαιτεί συνεχή επιστημονική – θεωρητική κατάρτιση και έρευνα) συνδυάστηκε με την «κοινωνική» επιθυμία να μοιραστώ αναγνωστικές ηδονές και σκέψεις.

Όπως συμβαίνει συχνά με την δημιουργία ενός εντύπου η πρώτη σκέψη που κάνει ο δημιουργός του είναι: «τι είδους έντυπο / κριτικό κείμενο θα ήθελε ο ίδιος να διαβάζει, τι θεωρεί πως λείπει από τα ήδη υπάρχοντα;». Πλοηγήθηκα με βάση τις απαντήσεις μου.

2. Θεωρείτε ότι τα ιστολόγια έχουν περάσει σε μια διαφορετική φάση; Μια φάση ενδεχομένως ενηλικίωσης; Συμβαδίζουν οι εξελίξεις στο διεθνές πεδίο με τις αντίστοιχες στο ελληνικό;

Η παραδοσιακή / έντυπη κριτική είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ και δεν υποκαθίσταται από οιοδήποτε ιστολόγιο. Τα ιστολόγια προσθέτουν στοιχεία που εκ φύσεως η πρώτη δεν διαθέτει: μπορούν και καλύπτουν μεγαλύτερο μέρος της τρικυμιώδους βιβλιοπαραγωγής με πολύ συχνότερο ρυθμό και εμπλουτίζονται με αισθητικό – εικαστικό περίβλημα (φωτογραφίες, σκίτσα κ.λπ. των συγγραφέων ή και άλλες εικόνες). Επί της ουσίας, μπορεί να συμπληρώνουν την κριτική με περισσότερη ύλη και απόψεις, νέες οπτικές γωνίες και ερμηνείες, με κείμενα περισσότερο εύληπτα και ελκυστικά, να αναδεικνύουν έργα που δεν καλύφθηκαν, να ρίχνουν φως σε παλαιότερες εκδόσεις.

Επιπρόσθετα, εφόσον οι συνεντεύξεις με συγγραφείς σπανίζουν στα παραδοσιακά έντυπα, το κενό συμπληρώνεται από τα ηλεκτρονικά. Έχω διαπιστώσει μεγάλη προθυμία των ίδιων των λογοτεχνών να συνομιλήσουν για το έργο τους. Εξάλλου, για τους ίδιους είναι αν μη τι άλλο ενδιαφέρον να διαβάζουν ολοκληρωμένο κείμενο από κάποιον αναγνώστη με τον οποίο, διαφορετικά, δεν θα είχε ποτέ «συναντηθεί» με αυτό τον τρόπο. Σε όλα τα παραπάνω, η περιβόητη αναγνωστική, εμπειρική ή οποιασδήποτε άλλης φύσεως πρόσληψη των λογοτεχνικών κειμένων βρίσκει το κατεξοχήν πεδίο της.

Λέγεται πως η ύπαρξη των ιστολογίων ήταν εκείνη που μείωσε την αντίστοιχη αναγνωστική ύλη των εφημερίδων. Πιθανώς έτσι συνέβη στο εξωτερικό αλλά για την Ελλάδα αμφιβάλλω αν μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο. Είναι δυνατόν είκοσι το πολύ ιστολόγια να θεωρηθούν τόσο επαρκή ώστε να την υποκαταστήσουν; Ας μη γελιόμαστε: η περικοπή της λογοτεχνικής ύλης από τον Τύπο (που έτσι υποδεικνύει την ποιότητα των αναγνωστών που επιθυμεί να έχει) προηγήθηκε και πραγματοποιήθηκε για ευνόητους λόγους που ορίζει μια (όπως μας λένε) νέα οικονομική πραγματικότητα.

3. Αν διαπιστώνετε μια εξέλιξη στην πορεία των ιστολογίων, πώς την ορίζετε σε σχέση ειδικότερα με τα λογοτεχνικά ιστολόγια και τον περί βιβλίου λόγο;

Η ιλιγγιώδης ποσοτική αύξηση των ιστολογίων δεν σημαίνει αυτόματα και την αντίστοιχη ποιοτική τους βελτίωση. Σαφώς αυξάνονται οι εξαιρετικές και αξιανάγνωστες περιπτώσεις αλλά υπεισέρχονται και εδώ τα αρνητικά στοιχεία της μπλογκόσφαιρας όπως η κρυπτωνυμία χάριν εκτόνωσης ή κουτσομπολιού, η συντεχνιακή νοοτροπία και πρακτική, η προχειρότητα. Περισσότερο ενοχλητική κρίνεται, κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη θεωρητικού υπόβαθρου που σε συνδυασμό με αυθαίρετα κριτήρια και μια απροκάλυπτη υποκειμενικότητα στερεί από ένα βιβλιόφιλο ιστολόγιο την αξιοπιστία του. Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, πως κατά την συντριπτική τους πλειοψηφία τα σχετικά ιστολόγια του εξωτερικού είναι επώνυμα.

Εκεί που ένα μπλογκ ημερολογιακής μορφής και γενικώς προσωπικών εξομολογήσεων εξυπηρετεί ποικίλες κοινωνικές, ψυχολογικές, δημιουργικές, ναρκισσιστικές ή άλλες ανάγκες, η διατήρηση ενός λογοτεχνικού ιστολογίου προφανώς έχει άλλες παραμέτρους και απαιτήσεις και η δημιουργία του δεν είναι τόσο ελκυστική ή αποδοτική. Ακόμα και η ανατροφοδότηση από τους αναγνώστες του είναι περιορισμένη σε σχέση με τα υπόλοιπα, εφόσον και αυτή απαιτεί γνώσεις και εξοικείωση με το αντικείμενο.

4. Θεωρείτε ότι τα προβλήματα που καταγράφονται σε επίπεδο ηθικής και δεοντολογίας στα ιστολόγια, των λογοτεχνικών συμπεριλαμβανομένων, οφείλουν και/ή μπορούν να ρυθμιστούν; Και με ποιο τρόπο;

Κρίνω τις προτάσεις αυτορύθμισης των ιστολογίων ευγενείς αλλά ανέφικτες έως ουτοπικές. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη μορφή ρύθμισης από την νομοθετική. Εκείνος που αποδεδειγμένα προσβάλλει, διαβάλλει, ενδύεται το όνομα ή την προσωπικότητα του άλλου, θα πρέπει να υφίσταται τις συνέπειες. Είναι αδιανόητο οποιοσδήποτε έχει προσωπικές διαφορές ή κάποτε απορρίφθηκε ένα έργο του από κάποιον εκδότη ή είναι απλώς μισογύνης (κάνοντας μια πρόχειρη κατηγοριοποίηση γνωστών μου περιπτώσεων) να βρίσκει ελεύθερο πεδίο εκτόνωσης σε ηλεκτρονικές σελίδες και να μένει ατιμώρητος. Αν είναι ικανός, ας καλλιεργήσει τις αντιρρήσεις του επώνυμα, με λόγο και επιχειρήματα. Αν η ηλεκτρονική κοινωνία είναι ένα παράλληλο πλην υπαρκτό πεδίο με την αντίστοιχη «πραγματική» τότε και το αδίκημα, γιατί περί αδικήματος πρόκειται, είναι το ίδιο. Ως πρώην νομικός έχω διαπιστώσει τα κενά στις ρυθμίσεις του ηλεκτρονικού εγκλήματος με την ευρεία έννοια. Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή στην νομοθετική διαχείριση του θέματος: από τα πρόσωπα που θα συντάξουν τις διατάξεις (όχι άλλοι άσχετοι με το θέμα παρακαλώ) μέχρι το ίδιο το περιεχόμενό τους (όχι άλλες ασάφειες, παραθυράκια και επιδερμικές ρυθμίσεις).

5. Μιλήστε μας για τα θετικά που αποκομίσατε από τη συμμετοχή σας στη νέα αυτή μορφή επικοινωνίας και μοιράσματος, στη συγκρότηση της «συλλογικής νοημοσύνης» όσον αφορά τον περί λογοτεχνίας λόγο.

Πάντα ήθελα να δω αν υπάρχουν και πού διατριβούν όλοι εκείνοι που στις στατιστικές ισχυρίζονται ότι διαβάζουν τακτικά. Εφόσον δεν τους βλέπω στα μέσα μεταφοράς, στα καφέ ή στα πάρκα, όπως θα μου άρεσε, θα έπρεπε να τους ξετρυπώσω από τα σπίτια τους. όπου, όπως υποπτευόμουν, κρύβονταν. Πράγματι, εκεί βρίσκονταν. Μόνο που η ζωντανή επικοινωνία μαζί τους είναι δύσκολη, ακριβώς επειδή τόσο ο βιβλιόφιλος ιστολόγος όσο και ο μανιώδης αναγνώστης επιλέγει στις ελάχιστες ελεύθερες ώρες του να διαβάζει και να γράφει, συχνά εις βάρος της κοινωνικότητάς του. Αποτέλεσμα, η επικοινωνία να περιορίζεται σε ευγενή γραπτά ηλεκτρονικά μηνύματα. Μην ξεχνάμε πως η επιθυμία της δια ζώσης επικοινωνίας δεν είναι αυτονόητη σε αυτές τις περιπτώσεις, ούτε αυτοσκοπός.

Όσον αφορά την «συλλογική» πλευρά, ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο desideratum θα ήταν η δημιουργία μιας ευρύτερης αναγνωστικής κοινότητας, όπου λογοτέχνες, κριτικοί, ιστολόγοι και αναγνώστες συνομιλούν για την λογοτεχνία διασταυρώνοντας απόψεις και επιχειρήματα. Οι κριτικοί, κατά τη γνώμη μου, είναι αναμφίβολα απαραίτητοι σε αυτό το διάλογο. Διαπιστώνω πως, ενώ όλοι έχουμε καθοδηγηθεί σε μέγιστο βαθμό από την κριτική (αναπτύσσοντας βεβαίως ο καθένας με τη σειρά του τον δικό του «έμπιστο» κριτικό κύκλο) σπανίως εκφράζουμε την εκτίμησή μας στο πρόσωπό της. Υπάρχουν κριτικοί που δεν γνωρίζουν πόσο μας έχουν βοηθήσει με τις επιλογές τους – σε αντίθεση φυσικά με τους λογοτέχνες, πολλούς από τους οποίους οι ίδιοι μας σύστησαν.

Θα ήμουν ευτυχής αν τα λογοτεχνικά ιστολόγια αποτελέσουν δεξαμενές ή, καλύτερα, προσωπικά «περιβόλια» κειμένων, προτάσεων, πληροφοριών, ερμηνείας, προβληματισμού και διαλόγου, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της λογοτεχνικής διαδικασίας.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16, χειμώνας 2008. Αφιέρωμα στον ψηφιακό λόγο. Στις φωτογραφίες: Εξώφυλλα ορισμένων που τα ξεκίνησαν όλα.




Σεπτεμβρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.043.080 hits

Αρχείο