Posts Tagged ‘Κόμικς

31
Αυγ.
15

Κώστας Μητρόπουλος – 1960 – 2015. Τα καλύτερά μας Χρόνια! Σε 285 γελοιογραφίες

2516_566_

Τόσο γέλιο για τους γελοίους!

Ποιος θα διαφωνούσε ότι τα πενήντα πέντε τελευταία νεοελληνικά χρόνια δεν πέρασαν ήσυχα αλλά ήταν γεμάτα όλων των ειδών τις ταραχές, αναταραχές και διαταραχές; Εμφυλιακά απόνερα, δικτατορία και χρεοκοπία, υποτιμήσεις, πλημμύρες και πυρκαγιές, «πέντε εντελώς άχρηστοι πρωθυπουργοί και πενήντα δευτεράντζες υπουργοί», ηγέτες και ηγετίσκοι κι ένας λαός πιστός των ρουσφετιών και των επιδοτήσεων. Και βρισκόμαστε ακόμα εδώ – καθόλου άσχημα δηλαδή για τον εκλεκτό γελοιογράφο.

Ο Μητρόπουλος επιμένει ότι δεν γεννήθηκε γελοιογράφος αλλά σιγά σιγά γίνεται, αφού απέτυχε ως βενζινοπώλης στην Κουμμουνδούρου, μαθητευόμενος στην Αγροτική Επιθεώρηση, πιανίστας στο Εθνικό Ωδείο (η συνωνυμία με τον Μαέστρο δεν αρκούσε), λογιστής. Αλλά το έφερε η γυριστή τύχη και βρέθηκε πρωτοσέλιδος αθλητικός γελοιογράφος στην Αθλητική Ηχώ. Ο Καραγιώργης του Ριζοσπάστη και του Ρίζου, ανάμεσα στην περιφρόνηση της χουντικής λογοκρισίας τον έστειλε στο περίπτερο να αγοράσει το Ici Paris και να αντιγράψει τις γραμμές όποιου σκιτσογράφου του ταίριαζε. Δεν του πρότεινε ούτε το Κροκαντίλ, το περίφημο σοβιετικό σατιρικό περιοδικό! Εκείνος αντέγραψε τον Χοβίβ και βρέθηκε άμεσα στην εκλεκτή παρέα των ελεύθερων σκιτσογράφων της Δευτέρας. Όταν δε κάποτε ρώτησε τον Μποστ τι άλμπουμ να ψάξει, εκείνος του πρότεινε να δανειστεί Θάιμπερ και Στάινμπεργκ από την Αμερικανική Βιβλιοθήκη της Σταδίου και να μην τα ξαναπάει πίσω! Ταχυδρόμος, Τα Νέα, Το Βήμα, φτύσιμο στην φασιστική λογοκρισία, κι είμαστε ακόμα εδώ. Οι πρώτες του γελοιογραφίες κυκλοφόρησαν το 1959 (Γελοιογραφίες), η τελευταία του συλλογή το 2010 (Η κρίση πέρασε!).

σάρωση0003

Το ξεφύλλισμα αρχίζει αλλά πριν πάμε χρόνο χρόνο, μας προσφέρεται στο πιάτο η Ελλάδα εν συντομία. Τα σκίτσα μιλάνε όσο όλες οι λέξεις μαζί. Τοπική Αυτοδιοίκηση; Η οδός Ανθέων γεμάτη σκουπίδια. Θέατρο: δέκα ηθοποιοί χειροκροτούν δυο θεατές. Παιδεία: σε μια πλήρη υπέρ παίδων αντιστροφή, ο δάσκαλος αφήνει το παιδί να εκφραστεί ελεύθερα, ακόμα κι αν υποστηρίζει 2+2=5. Ένας ανθρωπάκος μαθαίνει την απόλυσή του στον ίδιο τον ΗΥ, δηλαδή από τον ίδιο τον αυτουργό που σύντομα θα καταβροχθίζει επαγγέλματα. Το Πάσχα οι Έλληνες ψήνουν και χορεύουν πάνω στα καπό της εθνικής οδού. Το καλοκαίρι ένας παραθεριστής διαβάζει τον Ροβινσώνα Κρούσο σε συνωστισμένη παραλία. Και άλλα πολλά, και εις άλλα με υγείαν.

σάρωση0004

Ύστερα αρχίζει το κωμικό μας αλμανάκ, έτος το έτος, μια ή δυο σελίδες για το καθένα. Για να ισορροπούμε καλύτερα, κάτω από την χρονολογία δυο τρεις γραμμές μας υπενθυμίζονται τα βασικά κάθε χρονιάς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένα σκίτσα που έγιναν γνωστά και εκτός συνόρων, όπως εκείνο για την δολοφονία του Κέννεντι, που μεταδόθηκε από το Ασοσιέιτεντ Πρες και αναδημοσιεύτηκε στον Διεθνή Τύπο σε μεγάλη έκταση. Στην δικτατορία δεν υπάρχει πολιτικό σκίτσο αλλά λίγες διφορούμενες γελοιογραφίες, με υπονοούμενα διαφεύγουν από την Λογοκρισία, όπως η περιβόητη μέγαιρα μάνα που ψάχνει τον μικρό Θοδωράκη κάτω από τα τραπέζια ή ο γάμος του Τύπου με την Αλήθεια που όμως χρειάζεται την άδεια του Παπα… Οι συνήθως ανεγκέφαλοι λογοκριτές δεν υποψιάστηκαν ότι ο αδειοδότης δεν ήταν παρά ο δικτατορίσκος του τσάμικου. Στην ίδια εποχή και το περίφημο εξώφυλλο του αντιστασιακού l’ autre grèce, που κυκλοφορούσε στο Παρίσι.

L autre grece

Η τέχνη του Μητρόπουλου είναι άμεσα αναγνωρίσιμη – και δεν άλλαξε στο παραμικρό όλα αυτά τα χρόνια. Τον απολάμβανα από μικρός, ήταν ο πιο αγαπημένος μου. Τόσο πειστικές αναπαραστάσεις πολιτικών προσώπων, αλλά με την τέχνη της υπόγειας καρικατούρας και με ανεπαίσθητες πινελιές που μαρτυρούσαν την μέγιστη βλακεία τους. Είναι ένα μοναδικό είδος τέχνης η γελοιογραφία αυτού του είδους – ξεκαρδίζει με κριτική, ευφραίνει με σαρκασμό. Ακόμα και φράσεις που δεν θα προκαλούσαν γέλιο γραμμένες ή ειπωμένες με λέξεις, στο γελοιογραφικό καρέ καταφέρνουν να ενεργοποιήσουν όλη την κλίμακα, από το χαμόγελο μέχρι την οργή·  Ακόμα κι όταν το μήνυμα ή η πρόταση στάζουν πικρία· ακόμα κι όταν, στην ερώτηση της δασκάλας Έχουμε 280.000 στρέμματα δάσους. Καίγονται τα 250.000. Πόσα μας μένουν;, ένας μαθητής απαντάει 30.000 αυθαίρετα [έτος 2007].

σάρωση0001

Όταν ο Σαρτζετάκης έχει απέναντί του την τριανδρία του ’89 και τους θυμίζει μα εδώ τα βρήκαν δυο Γερμανίες, οι Μητσοτάκης, Παπανδρέου καιΦλωράκης του απαντούν Ναι, αλλά εδώ είμαστε τρεις Ελλάδες [1989]. Έχει άραγε αλλάξει κάτι από τότε; Ίσως το γεγονός ότι η έγχρωμη τηλεόραση ήταν ένας καινούργιος τρόπος να μην τα βλέπει κανείς όλα μαύρα, όπως πληροφορούσε κάποιος την κυρά Οικονομία. Όταν σε κάποια Χριστούγεννα (μάλλον σε όλα τα Χριστούγεννα) μια ρακοντυμένη Ελλάδα παρακαλεί τους μάγους να περάσουν κι από εδώ, εκείνοι της απαντούν πως ούτε 3 ούτε 3.000 μάγοι δεν τη σώζουν. Είναι οι ίδιοι μάγοι που πίσω στο 1979 έβλεπαν στον ουρανό τα σε κύκλο αστέρια της ΕΟΚ. Και μπορεί κανείς μάγος να μην είναι σωτήρας, το ίδιο το γέλιο όμως μας σώζει από κάθε βέβαιο πνιγμό. Άλλωστε μην ξεχνάμε και την φράση του Ντάριο Φο όπως μας την παρέδωσε κάπου εκεί. Ένα γέλιο θα τους θάψει!

Μαζί με το βιβλίο περιλαμβάνεται και Μια άλλη άποψη για την κρίση, δεκαεξασέλιδο τευχίδιο σαφώς επίκαιρο, σαφώς διαχρονικό.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2014, σελ. 165 [μεγάλου μεγέθους].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, επόμενο τεύχος.

Advertisements
11
Ιαν.
15

Wolinski – Ανοιχτή επιστολή στη γυναίκα μου

Wol

Ο ελεύθερος γελοιογράφος απέναντι στον γελοίο κόσμο

Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά.

Εδώ κι ένα δυο μήνες έχω επιστρέψει, όπως συχνά μου συμβαίνει και σε άλλες περιόδους, στις γελοιογραφίες: ένα είδος που παραμένει περιορισμένο στα μικρά καδράκια των εντύπων και που γρήγορα καταδικάζεται σε παρελθόν, εφόσον σπάνια διατηρείται σε κάποιο βιβλίο. Αυτό το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό είδος είναι για μένα ένα απολαυστικό … «γράφημα» που περιλαμβάνει την δύναμη της εικόνας, την ομορφιά της τέχνης και την σκέψη του κειμένου. Και τι κειμένου: της σύντομης φράσης που περιλαμβάνει λίγες λέξεις και αλλά πολλές αλήθειες. Κι ύστερα, ο συνδυασμός του σκίτσου και του λόγου (αν και όποτε υπάρχει, γιατί πάντα το σκίτσο γράφει από μόνο τις δικές του λέξεις και περιγράφει όλα όσα θέλει ακόμα και με την «σιωπή» του) έρχονται για να εκφράσουν την απόλυτη κωμικότητα των πραγμάτων και να προκαλέσουν αυτό που ελάχιστα άλλα είδη καταφέρνουν: το χαμόγελο και το γέλιο. Αλλά και την περίσκεψη και την αφύπνιση.

Η γελοιογραφική λοιπόν έφεση του τελευταίου καιρού με έστειλε στα γελοιογραφικά κείμενα του Γιάννη Καλαϊτζή [Υπάρχει ζωή μετά τα αφεντικά; εκδ. Στιγμή, 2013], που το παρουσιάσαμε εδώ), στο εξαιρετικό συγκεντρωτικό άλμπουμ του μαιτρ Κώστα Μητρόπουλου [1960 – 2015. Τα καλύτερά μας Χρόνια! εκδ. Μεταίχμιο, 2014] αλλά και στη μικρή συλλογή του Στέφανου Ιωσήφ [Άνευ λόγου…, εκδ. Μελάνι, 2014], που αμφότερα ελπίζουμε να μπορέσουμε να τα περιγράψουμε με λέξεις εδώ αύριο μεθαύριο, και τέλος, επειδή πάντα πηγαίνω στο σχετικό ράφι για κάποια παλαιότερη έκδοση, σε αυτή εδώ τη συλλογή του Wolinski. Τι τραγική ειρωνεία, την μια στιγμή να σκέφτομαι πως θα ξαναθυμηθώ έναν από τους απολαυστικότερους κομικίστες και την επόμενη να μαθαίνω πως του αφαίρεσαν την ζωή στα γραφεία του Charlie Herbo κάποιοι ζηλωτές ενός ολοκληρωτισμού.

Wolinski 1

«Η κάθε μέρα είναι μια μικρή ζωή που προσπαθώ να εκμεταλλευτώ στο έπακρο» γράφει στο πρώτο κείμενο ο συγγραφέας, λίγο προτού αρχίσει να περιγράφει με πλέον ξεκαρδιστικό τρόπο τα πρωινό ξύπνημα με την γυναίκα του, την ημίωρη ασχολία της με τα βαζάκια της και τα ψσστ ψσστ των βαποριζατέρ της ενώ εκείνος επιχειρεί να ξανακοιμηθεί. Βλέποντας και τις ολοσέλιδες γελοιογραφίες που προηγούνται κάθε κεφαλαίου, νομίζουμε πως εδώ θα έχουμε μια κωμικογραφική εξιστόρηση των ούτως ή άλλως κωμικών σχέσεων των φύλων.

Και φυσικά και την έχουμε! Αλλά αυτή είναι η μόνο μια πλευρά των δεκαοκτώ σύντομων κειμένων γιατί υπάρχουν και άλλες δυο, πλέον απρόσμενες: η σύντομη βιογραφία μιας απλής ζωής και η κυριολεξία τίτλου: πρόκειται, πράγματι, για μια τρυφερή εξομολόγηση προς την γυναίκα με την οποία μοιράζεται τη ζωή του. Όχι βέβαια ότι σοβαρεύει για παραπάνω από μια σελίδα ή ότι αφήνει τίποτα όρθιο. Στην ουσία λατρεύοντας την γυναίκα του εκφράζει και το κατοχυρωμένο δικαίωμα τα παρατηρεί και να εμπνέεται από όλες τις γυναίκες του κόσμου. Ο άντρας, γράφει, έχει μάτια πρώτα απ’ όλα για να κοιτάζει τις γυναίκες σε όλες τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

B6x71YACAAAOEQy.jpg large

Ο Wolinski ξεφυλλίζει την συλλογή του με τα αντρικά περιοδικά, θυμάται την θητεία του στο Hara – Kiri, σκέφτεται τα λόγια του αρχισυντάκτη του Hustler που ήταν απαγορευμένο στην «προοδευτική» Γαλλία, όπου άλλωστε ήταν αδιανόητη και η ίδια η ιδέα της πορνογραφίας: «Δείχνουμε τα γεννητικά όργανα των γυναικών γιατί υπάρχουν άντρες που χαίρονται να τα βλέπουν και γυναίκες που δεν απεχθάνονται να τα δείχνουν. Αυτοί που μας κριτικάρουν είναι υποκριτές και στενόμυαλοι. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα πραγματικής πορνογραφίας [δημοσιεύονται φωτογραφίες με κατακρεουργημένα πτώματα από κάποιο πόλεμο]. Ορίστε, να τι είναι άσχημο, απωθητικό, φριχτό: ο πόλεμος. Οι υποκριτές που μάχονται ενάντια στην πορνογραφία υποστηρίζουν τις πολεμικές αξίες». Κι εδώ είναι η πρώτη βαθειά διαπίστωση του Wolinski για έναν κόσμο που απέκλεισε τον έρωτα από την θεοκρατούμενη και ολοκληρωτική του μορφή, τόσο ταιριαστή με την σύγχρονη συγκυρία…

Πολλοί άντρες ανακάλυπταν, χάρη στα περιοδικά αυτά, ένα τοπίο που τους ήταν άγνωστο. Είναι πιο εύκολο να κάνεις έρωτα με μια γυναίκα παρά να της ομολογήσεις ότι θέλεις να χαζέψεις το αιδοίο της. να γιατί όλοι αυτοί οι σιωπηλοί άντρες, ανάμεσα σε δυο ηλικίες, όλοι αυτοί οι μετανάστες εργάτες που έρχονται από χώρες που τις κυβερνάνε παλιάνθωποι σε συνεργασία με τους φανατικούς θρησκομανείς, μαζεύονται στους κινηματογράφους μας να δουν σε γκρο πλαν το ανήκουστο θέαμα…Οι άνθρωποι αυτοί , κατά το πλείστο, είναι καλοί οικογενειάρχες που στερήθηκαν τον έρωτα ή που δε γνωρίζουν παρά τ’ αγγίγματα και τ’ αγκαλιάσματα στο μισοσκόταδο του σαββατιάτικου απογεύματος. [σ. 32]

wolinski 2

Και φυσικά ο Wolinski δεν περιορίζει το φαινόμενο σε συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, παρά το διευρύνει σε εποχές και κόσμους. Ίσως οι νεότερες γενιές, γράφει, να ξεγυμνώνονται με απόλυτη φυσικότητα, αλλά ελάχιστοι μπορούν να καταλάβουν πως η έλλειψη του σεξ δηλητηριάζει πολλαπλώς τη ζωή. Τι γίνεται όμως όταν ακριβώς αυτή η επιθυμία της ερωτικής εικονογραφίας συγκρούεται με βασικές φεμινιστικές αντιλήψεις, τις οποίες μάλιστα θερμά υποστηρίζει η γυναίκα του; Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται ακριβώς στους σχετικούς προβληματισμούς. Ο καλλιτέχνης τάσσεται υπέρ του φεμινισμού· άλλωστε πέρα από τους αγώνες και τα αιτήματα του φαίνεται σπουδαίο και το γεγονός ότι έτσι οι γυναίκες ανακάλυψαν εκ νέου τη φιλία. Όταν όμως συναντάει οποιεσδήποτε αντιδράσεις στα έργα του, εκεί βάζει πάνω απ’ όλα την απέχθειά του απέναντι σε στερεότυπα και προκαταλήψεις. Στην εικοσαετή του μέχρι τότε συνεργασία με το Hara – Kiri (το έντυπο την συνέχεια του οποίου, να θυμίσουμε, κατά κάποιο τρόπο αποτελεί το Charlie Herbo) τα καλαμπούρια με τα Τάμπαξ είχαν γίνει παράδοση. Όλη μου τη ζωή αγωνιζόμουν ενάντια στα ταμπού, όποια κι αν ήταν αυτά. [σ. 159]

Και άραγε ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός αν κυβερνούσαν γυναίκες; Ο ίδιος δεν είναι σίγουρος: αναμφισβήτητα θα έκαναν λιγότερες ανοησίες από τους άντρες αλλά ακριβώς επειδή πιστεύει ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες, αυτή η ισότητα αφορά και τα προσόντα αλλά και τα ελαττώματα. Η βλακεία, η φιλοδοξία, η δίψα της εξουσίας και η εγκληματική τρέλα αποτελούν πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αλλά όλοι εμείς, γράφει, είμαστε περήφανοι που έχουμε γυναίκες φεμινίστριες: αποτελούν εγγύηση των πλατειών μας αντιλήψεων. Ο φεμινισμός όπως η οικολογία, δεν έχουν κανένα νόημα αν δεν περάσουν στην πραγματική ζωή και στην πολιτική εξουσία. Οι γυναίκες παραμένουν τα σύγχρονα υποζύγια του πλανήτη μας.

15 Wolinski projet Hara Kiri

Στα σύντομα αυτοβιογραφικά του κείμενα βρίσκεται και η δεύτερη εξομολόγηση, που σχεδόν ειρωνικά συνδέεται με τα τραγικά συμβάντα και με τον κόσμο που θα του αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή. Ο Wolinski περιγράφει, πάντα με τον απλό και ενίοτε τρυφερά σκωπτικό του τρόπο τα παιδικά του χρόνια στη «γεμάτη μυρωδιές, θορύβους και ήλιο» Τύνιδα. Έμενε στην ευρωπαϊκή συνοικία που έμοιαζε με οποιαδήποτε πόλη του νότου, ενώ η αραβική πόλη ήταν ένας άλλος κόσμος, εντελώς ξένος και κλειστός. Θυμάται την σεμνοτυφία της οικογένειάς του όσον αφορά τις βρώμικες λέξεις, μα και πως «η ζωή φαινόταν εύκολη». Σκιτσογραφούσε από μικρός και από τα δέκα του είχε βρει κιόλας τον τρόπο να κοιτάζει τις γυναίκες «από την καλύτερη γωνία τους, εκτιμώντας τη φινέτσα του σβέρκου τους ή την ομορφιά των δοντιών τους»…

Είχε από τότε την ειλικρίνεια να παραδεχτεί ότι η ζωή των Ευρωπαίων της Αφρικής ήταν ένας κόσμος γεμάτος προκαταλήψεις, μικρότητες, βλακώδεις αρχές και ρατσισμό. Η δική του διαπαιδαγώγηση, ακόμα και ερωτική, έγινε μέσα από τα βιβλία. Τουέην, Κίπλινγκ, Τζερόμ, Βερν, Λόντον, Ουγκώ, ντε Μυσσέ, ακόμα και τα πιο δύσκολα, Μπαρμπύς, Χάξλεϊ, Τα κείμενα που διάβασε, τον έκαναν αυτόν που είναι [ήταν] σήμερα. Και δίπλα πάντα τα πολυδιαβασμένα κόμικς, Μίκυ, Robinson, Filette.

08-wolinski-grande-kermesse_f6c4311b5c

Ακολούθησαν οι Χίλιες και μια νύχτες, το Σατυρικόν και ο Καζανόβας, αλλά ο έρωτας παρέμενε ασαφής και απόμακρος. Η ντροπή του σεξ ήταν ριζωμένη σ’ ολόκληρη την ανατροφή τους, ακριβώς επειδή, όπως γράφει, η σεμνότητα και οι καταστολές του Ισλάμ επηρέαζαν κι εκείνους.

Δεν είμαι πια νέος, δεν είμαι γέρος. Μου μένουν αρκετά όμορφα χρόνια, που λογαριάζω να εκμεταλλευτώ όσο μπορέσω, γράφει στο τελευταίο του κεφάλαιο ο αγαπημένος μας κωμικός κομικίστας [σ. 169]. Είμαι σίγουρος πως από το 1978 που έγραφε αυτές τις σελίδες μέχρι πριν τέσσερις μέρες, είχε τον χρόνο με το μέρος του, δημιούργησε, συνουσιάστηκε, παρέμεινε ασυμβίβαστος στην ελευθερία του, ξεκαρδίστηκε και ξεκάρδισε αμέτρητο κόσμο. Κι εμείς θα συνεχίσουμε να διαβάζουμε γελοιογραφίες, να γελάμε όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του γελοίου μας κόσμου, να σκεφτόμαστε ελεύθερα, και, αντί να πολυλογούμε, να πράττουμε. Και να διαβάζουμε, να διαβάζουμε πολύ. Αυτό και μόνο αυτό θα μας ξυπνήσει.

Verso_61383

Εκδ. Ροές, 1984, μτφ. Μίρκα Σκάρα, 173 σελ. Με 19 σχέδια του συγγραφέα. [Lettre ouverte à ma femme, 1978].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 172.

03
Ιολ.
09

Joe Sacco – Palestine

 

Ο καταυλισμός άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας άθλιας μονιμότητας.

Ο Sacco υπήρξε από τους πρώτους που συνδύασαν ρεπορτάζ με κόμικς καταγραφής του Επίκαιρου Τώρα (graphic/comic journalism), κομικογραφίζοντας την Μέση Ανατολή (πρώτος τόμος του Palestine: μέσα 90ς), τα Βαλκάνια (Christmas with Karadzic, Safe Area Gorazde: The War In Eastern Bosnia 1992-1995 κ.ά.) και την Τσετσενία στις πιο δύσκολες ώρες τους. Αυτή η μαυρόασπρη πένα της εμπόλεμης ζώνης δεν περιορίζεται στις στιγμιοτυπογραφίες μιας βασανιστικής πολιτικής καθημερινότητας αλλά ψάχνει το θέμα απ’ όλες τις πλευρές, διαβάζει την Ιστορία, μας την μεταδίδει με τον πιο απλό τρόπο, σε μικρά εύληπτα συννεφάκια – τι ιδανικότερο; Με κεντρικό περιηγητή τον ίδιο τον εαυτό του, αμήχανο και άγαρμπο περιπατητή των παλαιστινιακών παρόδων, παρέα με τον Γιαπωνέζο φωτογράφο του, παρουσιάζει τους ανθρώπους και τη ζωή τους όταν τα μέσα έχουν αποχωρήσει για τα ασφαλή ξενοδοχεία έξω από τις θανατηφόρες συνοικίες. Συζητάει με όλους τους εμπλεκόμενους, τους σαρκάζει τρυφερά, τους δίνει βήμα και τους κρίνει συγχρόνως – όλους! Είναι ειλικρινής μαζί μας ακόμα κι όταν σκυλοβαριέται τις δακρύβρεχτες ιστορίες των παλαιστινίων.

Δεν χωράνε χρώματα εδώ: μόνο με όλους τους διαθέσιμους τόνους του γκριζο-μαυρό-ασπρου μπορεί να καλλιτεχνηθεί η θλιβερή κενή καθημερινότητα των κατοίκων της Γάζας που βιώνουν μια σκιώδη ζωή, με μύριες απαγορεύσεις και περιορισμούς. Με το χαρακτηριστικό του ιδιότυπο καρτουνίστικο στιλ (όπου και ο ίδιος του ο εαυτός γίνεται αστεία καρικατούρα), με υπέροχες λεπτομερειακές λεπτομετρήσεις, προσθήκες χαρτών, αποκομμάτων, ομιλιών και ιστορικών δεδομένων, με ευφυή χρήση των προβλημάτων του ντεκουπάζ και της στατικότητας και πολλά πανέξυπνα ευρυγώνια καρέ, δεν κουραζόμαστε ποτέ να ακολουθούμε αυτόν τον «άλλο Μάρλοου του Κόνραντ» στις πολύπαθες περιοχές όπου πάντα συμβαίνει κάτι (και φυσικά όχι καλό).

Γεννημένος στη Μάλτα το 1960, όταν δεν περπατάει στα μέρη που ματώνει η Ιστορία, δοκιμάζει ευρωπαϊκές περιοδείες με φιλικά του ροκ γκρουπ, σχεδιάζει εξώφυλλα και αφίσες για Βερολινέζικες δισκογραφικές ή απλώς κάνει διαλείμματα κανονικής ζωής στο ζει στο Seattle. Η εισαγωγή του σπουδαίου (Αμερικανού με παλαιστινιακή καταγωγή) Έντουαρντ Σάιντ (τα κείμενα του οποίου άλλωστε, όπως και του Τσόμσκι, περί διαστρέβλωσης της αλήθειας ξύπνησαν τον νεαρό τότε Σάκκο), ο πάντα απαραίτητος πρόλογος του Γιάννη Κουκουλά και οι άψογα τυπωμένες γυαλιστερές σελίδες συμπληρώνουν την πιο άρτια graphic novel comics έκδοση των τελευταίων χρόνων.

Εκδόσεις ΚΨΜ, 2006 (όπως και η ξένη έκδ.), πρώτη έκδοση 2001, μτφ. Γιολάντα Τσιαμπόκαλου (Sadahzinia), εισαγωγή Edward Said, πρόλογος Γιάννης Κουκουλάς, σελ. 285.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

28
Ιαν.
09

Paul Buhle & Nicole Schulman (επιμ.) – Wobblies! Μια εικονογραφημένη ιστορία των βιομηχανικών εργατών του κόσμου

Προσευχηθείτε για τους νεκρούς αλλά αγωνιστείτε λυσσαλέα για τους ζωντανούς (Joe Hill)

Μια περίφημη κόμικς συλλογή κι ένα υπόδειγμα του πώς θα έπρεπε να «μαθαίνουμε» την Ιστορία: εικονογραφημένη από την πένα πολλών και διαφορετικών σχεδιαστών, με καρέ, σκίτσα, χαρακτικά, αφίσες και κάθε είδους έντυπη καλλιτεχνική έκφραση.
Με σύντομα κατατοπιστικά κείμενα με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, από τη μία, με την ιστορική αφήγηση να εστιάζει στην ζωή και των καθημερινών ανθρώπων από την άλλη.

Οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου / Industrial Workers of the World / IWW (ίδρυση 1905) πήραν υπό τη σκέπη τους όλους τους εργάτες οποιασδήποτε φυλής και ομάδας (μην ξεχνάμε πως στις αρχές του 20ού αιώνα στην Αμερική εργάζονταν εκατομμύρια Ευρωπαίοι μετανάστες αλλά και γηγενείς, Μεξικανοί, Ινδιάνοι κ.ά.) και εξελίχθηκαν σε κάτι πολύ ευρύτερο από οργάνωση, συνδικάτο ή κίνημα. Γνωστοί με το παρατσούκλι Wobblies, όνομα τόσο κωμικό όσο και η στάση που είχαν απέναντι στη ζωή, δημιούργησαν, εκτός από τις αυτονόητες πολιτικές τους πράξεις, και έναν ολόκληρο εργατικό πολιτισμό με μουσική, τραγούδια (και το περιβόητο The Little Red Songbook), ποίηση, λογοτεχνία, θέατρο, δράσεις και στάσεις ζωής. Διεθνιστές ενάντια στο «αμερικανικό όνειρο», ενσάρκωσαν τον ζωντανό μύθο της hobohemia («κουλτούρα των περιπλανώμενων»), οργανώνοντας ακόμα και πανεπιστήμια για ανέστιους και ζώνες ελεύθερης έκφρασης στις πλατείες και υποστηρίχτηκαν από σπουδαίους αμερικανούς λογοτέχνες, όπως ο Τζον Ντος Πάσος ή ο Άπτον Σίνκλερ (το περίφημο Πετρέλαιο του επανεκδόθηκε πρόσφατα) που συνελήφθη επειδή διάβαζε αποσπάσματα από κείμενό τους

Το συλλογικό αυτό έργο χωρίζεται σε έξι μεγάλα μέρη, με αντίστοιχη εισαγωγή και σειρά σχεδίων από σαράντα σχεδόν εναλλακτικούς σκιτσογράφους της Αμερικής, μεταξύ των οποίων οι Peter Kuper, Harvey Pekar, Seth Tobocman, Trina Robbins, Spain Rodrigquez, Sabrina Jones, Sue Coe, Mike Alewitz και Fly (δημιουργός του περίφημου PEOPs (2003), συλλογής 200 περίπου πορτρέτων ανθρώπων με τις ιστορίες τους). Περιλαμβάνει ειδικό κείμενο για την τέχνη της ΙWW – ανιχνεύοντας τις ευρύτερες επιρροές τους από τον William Morris και την Kathe Kollwitz, στην Emma Goldman, την Ισαντόρα Ντάνκαν και τους Ντανταϊστές – και την μουσική τους (έγραψαν μερικά από τα πιο συγκινητικά και αστεία σατιρικά τραγούδια για εκμεταλλευτές και πρόθυμους σκλάβους), βιογραφικά σημειώματα καλλιτεχνών και συγγραφέων και πλήρη έντυπη και διαδικτυακή βιβλιογραφία.

Η τεράστια διαφοροποίηση μεταξύ των σχεδιαστών (φανταστείτε κάθε τεχνοτροπία, από εξπρεσιονιστικά έως «καρτουνίστικα» σχέδια, από ρεαλιστικά κομψοτεχνήματα έως «καρβουνιασμένα» πλάνα και βινιέτες αφηρημενης τέχνης) συνδυάζεται με την αντίστοιχη θεματολογική ποικιλία: βιώνουμε τις καταστάσεις μέσα σε εργοστάσια, ναυπηγεία, βιοτεχνίες, σιδηροδρομικές γραμμές, εργοτάξια και στα απλά σπίτια, παρακολουθούμε δίκες, διαδηλώσεις, απεργίες, ομιλίες, φυλακίσεις, βλέπουμε εικόνες που «λένε» τα πάντα και στεκόμαστε σε μικρές εικονο-βιογραφίες σπουδαίων αντρών και γυναικών που δεν μάθαμε ποτέ για την αγωνιστική τους ιστορία.

Το συλλογικό αυτό λεύκωμα δημιουργήθηκε υπό την επιμέλεια των Πολ Μπιλ (καθηγητής Ιστορίας και Αμερικανικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Μπράουν και ιδρυτής του περιοδικού Radical America και επιμελητής της Encyclopedia of the American Left) και Νικόλ Σούλμαν (καλλιτέχνης, μέλος της εκδοτικής ομάδας του World War III Illustrated) και αποτελεί απερίφραστα την πιο ενδιαφέρουσα κόμικς κυκλοφορία του 2008 στην χώρα μας. Συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό του Chomsky (ο πατέρας του οποίου ήταν μέλος των Wobblies) για το έργο και απορώ πώς αυτό το βιβλίο δεν έχει γίνει ανάρπαστο από κάθε ανήσυχο πολιτικοποιημένο πρόσωπο, είτε υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης είτε όχι. Πρέπει να ψάχνουμε και λίγο, έτσι;

Σημ. Ο Joe Hill του παραθέματος υπήρξε πιθανώς ο πιο γνωστός τραγουδιστής του κινήματος. Θυμηθείτε τους στίχους I dreamed I saw Joe Hill last night / Alive as you and me / Says I, “But Joe you’re ten years dead,” /“I never died,” says he / “I never died,” says he, γραμμένους το 1925 από τον ποιητή Alfred Hays, που τους αγαπήσαμε από τους Dubliners (Joe Hill).

Συντεταγμένες: Εκδόσεις ΚΨΜ, 2008, μτφ. Κατερίνα Χαλμούκου, πρόλογος: Δημήτρης Γκόβας, σελ. 323 (Wobblies! A graphic history of the industrial workers of the world, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: Paul Buhle, Joe Hill.

15
Ιον.
08

Αρτ Σπίγκελμαν – MAUS: Η ιστορία κάποιου που επέζησε.

Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία
ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αρτ Σπίγκελμαν, Στοκχόλμη, 1948, Κορυφαία προσωπικότητα των εναλλακτικών κόµικς, συνδημιουργός του Arcade (1975), ιδρυτής του πρωτοποριακά πειραματικού Raw (1980) και αργότερα του Little Lit. Επί χρόνια συνεργάτης του New Yorker και σχεδιαστής ορισμένων προκλητικών εξώφυλλων του New Yorker (βλ. παθιασμένο φιλί Εβραίου ραβίνου και αφροαμερικανής μαύρης), παραιτήθηκε λόγω ελέγχου πάνω στο έργο του. Ζώντας ελάχιστα τετράγωνα μακριά από το Ground Zero της 11/9, δήλωσε πως, μετά την επίθεση, συνειδητοποίησε ότι «ξόδευε άσκοπα το χρόνο του κάνοντας οτιδήποτε άλλο εκτός από κόμικς». Σήμερα εξακολουθεί να ζει στη Νέα Υόρκη με την οικογένειά του.

Ήρωες: Βλάντεκ Σπίγκελμαν: πατέρας του συγγραφέα – σχεδιαστή. Άνθρωπος «κοινός» και πραγματιστής προσγειωμένος, με επίγνωση του προσφυγικού χαρακτήρα του εβραϊσμού του και με ενοχές για την αγωνία της επιβίωσης που υπερισχύει των πάντων. Βιώνει τον πόλεμο και τα αδιανόητα καθέκαστα και βγαίνει ζωντανός από το Άουσβιτς. Ο ίδιος Βλάντεκ;

Αρτ Σπίγκελμαν : δεν είναι απλώς ο απόγονος ενός επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος αλλά και ένας νευρωτικός αδιε-ξοδεμένος νεοϋορκέζος που πασχίζει να βρει τη δική του έξοδο κινδύνου /τον δικό του δρόμο μεταξύ ζωής και τέχνης. Κυνηγημένος και ο ίδιος από άλλα φαντάσματα του παρελθόντος του, όπως η αυτοκτονία της μητέρας του (που περιγράφεται σε ένα διαφορετικής τεχνοτροπίας εμβόλιμο τετρασέλιδο κόμικς με τίτλο Κρατούμενος στον πλανήτη Κόλαση), επιχειρεί το δύσκολο: την οριστική βαθιά «συνομιλία με τον πατέρα». Ο πρώτος θύμα της Ιστορίας, ο δεύτερος θύμα των συνεπειών της.

Πλοκή: Η συνομιλία τους είναι δύσκολη γιατί αφενός διακόπτεται από την πραγματική καθημερινότητα (συνεπώς εδώ έχουμε ιδιαίτερα έξυπνη διπλή αφήγηση του τότε και του τώρα), αφετέρου πρέπει και οι δύο να ξεπεράσουν πολλαπλά ψυχολογικά εμπόδια ώστε να φτάσουν στον πυρήνα της διήγησής τους. Ο γιος άλλωστε δεν μπορεί να μείνει απλός ακροατής – πρέπει ο ίδιος να εμπνεύσει τον πατέρα του να βάλει την ζωή του σε λέξεις.

Θέλγητρα: Κάπως (και) έτσι πρέπει να γράφεται η Ιστορία: βιογραφώντας τους καθημερινούς ανθρώπους και την αναπότρεπτη μεταστροφή των βίων τους υπό το βάρος της. Αυτή την «μικροϊστορία» των προσώπων που βιώνουν την απώλεια των πάντων δεν φοβήθηκε να γραφοζωγραφίσει ο Σπίγκελμαν, αγγίζοντας μάλιστα το ύστατο «θέμα – αγκάθι» – γι αυτό και το Maus έχει θεωρηθεί ως ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία των κόμικς.

Είπαμε Ιστορία; Στην περίπτωση του Maus, το σύνηθες ερώτημα της ταξινόμησης είναι δυσκολότερο από ποτέ: πρόκειται για ιστορία, βιογραφία, αυτοβιογραφία, πρόζα ή κόμικς; Η επιτροπή που του έδωσε το Πούλιτζερ το 1992 πάντως είχε μπερδευτεί τόσο πολύ το ενέταξε σε ειδική κατηγορία! Ο Γιάννης Κουκουλάς σε μια ακόμα πλήρη εισαγωγή του απαντά καταφατικά σε όλα, προσθέτοντας και τα: αληθινό ντοκουμέντο, πολεμική ανταπόκριση, φιλοσοφικός στοχασμός, κοινωνικό δράμα, δημοσιογραφική έρευνα. Όποτε χρειαστεί επιχειρήματα και γι αυτά, εδώ είμαι.

Εργαστήρι: Ποτέ άλλοτε η τεχνική του ζωομορφισμού δεν ήταν τόσο κατάλληλη για την συγκεκριμένη περίσταση. Η ευφυής εικονογραφική αντιστοίχιση λαών και ζωικών μορφών (Εβραίοι – ποντίκια, Γερµανοί – γάτες, Πολωνοί – γουρούνια, Αµερικανοί – σκυλιά, Γάλλοι – βάτραχοι), εκτός από το προφανές παιχνίδισμα με στερεότυπα, δίνει ιδιαίτερα αλλόκοτο και κωμικοτραγικό χαρακτήρα στην ιστορία και δείχνει το μόνιμο κόμπλεξ της διαφορετικότητας. Ακόμη, φανταστείτε: μια τέτοια διπλή ιστορία δεν αρκείται σε συναρπαστικά κάδρα αλλάδιανθίζεται με χάρτες, αναφορές σε καίρια γεγονότα, φωτογραφίες, σχεδιαγράμματα και κατόψεις των χώρων της αγωνίας.

Συντεταγμένες: Art Spiegelman, MAUS: Α Survivor’s Tale: My Father Bleeds History. Στα ελληνικά: MAUS: H ιστορία κάποιου που επέζησε. Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ, 171 σελ., ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου, μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 138. Lettering σε αμφότερα Παυλίδα Καλλίδου, εκδόσεις Zoobus 2007 και 2008 αντίστοιχα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

15
Ιον.
08

Πίτερ Κούπερ – Φραντς Κάφκα – Η Μεταμόρφωση

Η μεταφορά της λογοτεχνίας σε κόμικς (και πόσο μάλλον ενός καθοριστικού και πρωτοποριακού έργου) είναι επικίνδυνη και παγιδοφόρα. Αν δεν ολισθήσεις στην κατηγορία των Κλασικών Εικονογραφημένων, θα πρέπει να αντιμετωπίζεις συνεχώς τις συγκρίσεις. Κι όμως, ο Κούπερ, λάτρης του Κάφκα και του πρωτοποριακού του μυθιστορήματος, σχεδίασε το ασχεδίαστο και κατόρθωσε εκείνο που έμοιαζε αδύνατο.

Το σχέδιο είναι αυτονόητα ασπρόμαυρο και η ατμόσφαιρα αναμενόμενα μελαγχολική και υποβλητική. Γερό ατού του σχεδιαστή είναι οι χώροι και τα πρόσωπα. Οι πρώτοι είναι ασφυκτικοί και κλειστοφοβικοί, σχεδόν εισπνέεις τη σκόνη των πολυκαιρισμένων κατάκλειστων δωματίων με τις σκούρες ταπετσαρίες και τα βαριά έπιπλα. Όμως την ίδια στιγμή παίρνουν τα χαρακτηριστικά ενός συνηθισμένου αστικού σπιτιού. Οι δεύτερες αναδίνουν όλη την κλίμακα των τραγικών συναισθημάτων, από την λύπηση στον αποτροπιασμό και από την αγωνία στην παραίτηση. Ο Κούπερ συναρμόζει στοιχεία γερμανικού εξπρεσιονισμού και αμερικάνικων κόμικς (δεν είναι τυχαίο που σε ορισμένες ανεπαίσθητες περιπτώσεις φωλιάζει υπόγειο χιούμορ) και απεικονίζει ολοζώντανα την ολική αλλοτρίωση του ήρωα και τη δική μας, κι ας μην μεταμορφωθήκαμε (ακόμα) σε κατσαρίδες.

Ο εκδότης, όπως θα διαβάσετε λίγο πιο κάτω, με σπάνια ειλικρίνεια υποστηρίζει πως πρέπει κανείς να διαβάσει πρώτα το μυθιστόρημα και μετά να καταδυθεί στο κόμικς. Καθώς θυμάμαι το αρχικό μου έντρομο σάστισμα όταν το πρωτοδιάβασα γύρω στα είκοσί μου, σκέφτομαι πως και το αντίστροφο ίσως θα αποτελούσε αλησμόνητο μπάσιμο στον Καφκικό κόσμο για κάποιο νέο αναγνώστη. Ειδικά σε εκείνες τις σελίδες που το ίδιο το lettering μας αναγκάζει να το διαβάσουμε ακολουθώντας τις κινήσεις μιας κατσαρίδας που κάποτε έλεγαν Γκρέγκορ Σάμσα….

Συντεταγμένες: Franz Kafka’s, The metamorphosis, adapted by Peter Kuper, 2004. Στα ελληνικά: μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, επιμ. κειμ.: Παντελής Μπουκάλας, lettering: Γιάννης Ζούμπας, εκδόσεις Zoobus 2007.

(Στην φωτογραφία: Πίτερ Κούπερ)

Συνομιλία με τον εκδότη Γιάννη Ζούμπα
Λίγα λόγια για τις εκδόσεις Zoobus.
Ξεκινήσαμε πριν από ενάμιση περίπου χρόνο κυρίως για να καλύψουμε ένα κενό το οποίο πιστεύω ότι υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια στην ελληνική αγορά. Όπως είναι φυσικό δεν περιμένουμε να καλύψουμε όλο το κενό αλλά είμαστε αποφασισμένοι να συμβάλλουμε τα μέγιστα στο να εκδοθούν κάποιοι σημαντικοί τίτλοι comics και στη χώρα μας. Και είναι ιδιαίτερα ευχάριστο το ότι και άλλοι εκδοτικοί οίκοι κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Ακόμα πιο ευχάριστο δε είναι το ότι υπάρχει ένα καλό κλίμα μεταξύ μας και δεν το βλέπουμε ανταγωνιστικά.

 

Με ποιο σκεπτικό ξεκίνησες με τα δυο συγκεκριμένα κορυφαία κόμικς;
Κατ’ αρχήν είναι δυο ιστορίες οι οποίες μου άρεσαν πάντοτε για εντελώς διαφορετικούς βέβαια λόγους. Όταν σκεφτόμουν τους τίτλους που θα μπορούσαμε να εκδώσουμε είχα την αίσθηση ότι το Maus είχε ήδη κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Ευτυχώς όμως ρώτησα έναν άνθρωπο που εκτιμώ ιδιαίτερα και μου το πρότεινε. Οπότε μάλλον η σύμπτωση και οι συγκυρίες αρχικά βοήθησαν στο να το βγάλουμε εμείς και όχι κάποιος άλλος εκδοτικός οίκος. Επιπλέον, το Maus ήταν μια εκδοτική πρόκληση καθώς για λόγους που τους κατάλαβα αργότερα κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να ασχοληθεί με την έκδοσή του. Τώρα, με την ολοκλήρωση και του δεύτερου τόμου μπορώ να πω ότι αισθάνομαι δικαιωμένος για την επιλογή αλλά και μεγάλη ανακούφιση. Θεωρώ ότι ήταν πολύ μεγάλη ευθύνη και χαίρομαι που τελικά όλα πήγαν καλά. Βέβαια θα πρέπει να δώσω ιδιαίτερη μνεία σε έναν αφανή ήρωα, την Παυλίνα Καλλίδου, που έκανε καταπληκτική δουλειά στο lettering. Όσο για τη Μεταμόρφωση δεν σου κρύβω ότι το πρωτότυπο ήταν πάντοτε ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία οπότε το θεώρησα «ιερό καθήκον» να το εκδώσουμε μιας και υπήρχε μια τόσο αξιοπρεπής comic εκδοχή του. Βέβαια εδώ τίθεται ένα μικρό ζήτημα. Θα προτιμούσα να το πάρει κάποιος που έχει ήδη διαβάσει το βιβλίο. Όσο καλή μεταφορά κι αν έχει κάνει ο Kuper δεν θα ήταν σωστό κάποιος να προτιμήσει την ευκολία των εικόνων από το πρωτότυπο κείμενο.
 

Πώς φαντάζεσαι τους αναγνώστες των δυο αυτών έργων;
Τους φαντάζομαι μάλλον ως μειοψηφία χωρίς αυτό να είναι κακό απαραίτητα.

Οι δικές σου εντυπώσεις από αυτά, ως αναγνώστη; Κάτι που σου άρεσε, κάτι που δε σου άρεσε;
Αυτό που δεν μου άρεσε καθόλου είναι το ότι οι δυο τόμοι του Maus κυκλοφόρησαν με διαφορά έξι μηνών μεταξύ τους. Δυστυχώς όμως οι συνθήκες ήταν τέτοιες που δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Τώρα ως αναγνώστης δεν μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενικός αλλά δεν σου κρύβω ότι και τα δύο έργα με συγκινούν ιδιαίτερα. Κοινό μέτρο σύγκρισης είναι μάλλον ο ανθρώπινος παραλογισμός και η έννοια του καθήκοντος που ακόμη και σήμερα είναι μια περίεργή και μάλλον παρεξηγημένη έννοια. Αλλά οποιοσδήποτε μπορεί να δει διαφορετικά πράγματα σε όλες τις μορφές της τέχνης. Κάποιος μπορεί να συλλάβει π.χ. το κόκκινο τετράγωνο του Malevich ως ύστατη στιγμή τέχνης την ίδια στιγμή που ο διπλανός του βλέπει απλά ένα κόκκινο τετράγωνο και απορεί. Δεν είμαι πάντως σε θέση να κρίνω κανέναν από τους δυο. Η τέχνη είναι καθαρά προσωπικό ζήτημα του καθένα.

Τι να αναμένουμε στη συνέχεια;
Ένα από τα μεγαλύτερα παράπονα που έχω ως αναγνώστης comics στην Ελλάδα είναι το ότι οι περισσότερες εκδοτικές προσπάθειες που ξεκινούσαν φιλόδοξα και πολλά υποσχόμενες κατέληγαν στην ανυπαρξία λίγους μόλις μήνες μετά το ξεκίνημά τους. Θέλω να πιστεύω ότι οι εκδόσεις μας θα καταφέρουν να επιβιώσουν αν και η εποχή μας είναι λίγο δύσκολη σε πολλά επίπεδα. Το μόνο που χρειάζεται είναι υπομονή, σωστός προγραμματισμός, και φυσικά αναγνώστες.

Η συνέχεια προς το παρόν περιλαμβάνει: Andy Riley – Αυτόχειρες Κουνέλια, Steven Appleby – Αλλόκοτες οικογένειες, Charles Burns – Black Hole, David B. – Epileptic, Nakazawa – Barefoot Gen, Τόμος Α, Chris Ware – Jimmy Corrigan, the smartest kid on earth.

Αγαπημένοι κομικίστες, λογοτέχνες, μουσικοί ή αντίστοιχα έργα τους.
Θεωρώ πολύ σημαντικό το ότι μπορώ να γνωρίσω στο ελληνικό κοινό κάποια από τα αγαπημένα μου comics. Το Jimmy Corrigan το Μaus και το V for Vendetta είναι από τους πολύ αγαπημένους μου τίτλους. Θα μπορούσα να απαριθμήσω κι άλλους όμως θα ήταν καλύτερα να μην προδώσω τα εκδοτικά μου πλάνα σε αυτά τα 5 λεπτά δημοσιότητας…Μπορώ απλά να αναφέρω ενδεικτικά το Palestine (εκδόσεις ΚΨΜ) και το Persepolis (ΗΛΙΒΑΤΟΝ) που έχουν ήδη κυκλοφορήσει στα ελληνικά.
Η σκακιστική νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ είναι με διαφορά το αγαπημένο μου βιβλίο ενώ από λογοτέχνες θα ξεχωρίσω το έργο του Kurt Vonnegut.
Το Amnesiac των Radiohead και σε οτιδήποτε έχει βάλει τη φωνή της η Beth Gibbons. Κυρίως alternative. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως έχει και η ελληνική alternative σκηνή που επιτέλους έχει να παρουσιάσει σπουδαία συγκροτήματα.
Τι διαβάζεις αυτό τον καιρό;
Αυτόν τον καιρό διαβάζω για τις εξετάσεις του Ανοιχτού Πανεπιστημίου και δουλεύω μανιωδώς το lettering του Black Hole. Ρώτα με πάλι τον Αύγουστο.

Θα σε ρωτήσω. Όσο για το πώς διάλεξες το όνομα του εκδοτικού οίκου, πού θα πάει, θα το βρω…

Επισκεπτήριο: http://zoobus.net, info@zoobus.net.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15570

13
Φεβ.
08

Κρεγκ Τόμσον – Blankets

Μπορεί κανείς να βάλει φωτιά μέσα στον κόρφο του και τα ρούχα του να μην καούν; (σ. 315).
Χαρτογράφηση: Πόσες φορές δεν έχουμε κλείσει την τελευταία σελίδα ενός κόμικς άλμπουμ επιθυμώντας να διαρκούσε περισσότερο; Πόσες φορές δε ρουφήξαμε λαίμαργα τις εικόνες του με την ευχή να πολλαπλασιάζονταν σε μια εικονογραφημένη ιστορία με τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία μυθιστορήματος ή έστω νουβέλας; Αυτήν ακριβώς την επιθυμία ικανοποιεί ένα «νέο» είδος γραφής, το graphic novel ή αλλιώς «γραφικό» ή εικονογραφημένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για είδος που καθιερώνεται ταχύτατα, αποτελώντας εναλλακτική μορφή λογοτεχνίας αλλά με υπολογίσιμο εμπορικό αντίκρισμα. Στη χώρα μας ήδη κυκλοφορούν τα Palestine του Joe Sacco και Χαιρετίσματα στη Σερβία του Aleksandar Zograf (επίσης από τις εκδ. ΚΨΜ), αμφότερα με προφανές θέμα, τα δύο Περσέπολις της Μαριάνε Σατράπι (η ενηλικίωση μια κοπέλας στο φονταμενταλιστικό Ιράν, εκδ. Ηλίβατον), ενώ μέσα στον επόμενο χρόνο αναμένεται το Logicomix των Δοξιάδη – Παπαδημητρίου – Παπαδάτου – di Donna, με «επιστημονικό» περιεχόμενο. Είναι αξιοσημείωτο που η εν λόγω έξαρση συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που το Maus του Art Spiegelman (με θέμα το Ολοκαύτωμα και τον αντίκτυπό του στις μετέπειτα ζωές) είχε κάνει θραύση ήδη το 1992.

Τοπογραφικό: Παγωμένη αμερικανική ενδοχώρα, Ουισκόνσιν και Μίτσιγκαν σε ατέλειωτο χειμώνα, θρησκευτικές κατασκηνώσεις, σχολικές αντι-κοινότητες, οικογενειακές εστίες χωρίς ίχνος ζέστης. Χιονισμένα τοπία και έρημοι δρόμοι με διαφημιστικές πινακίδες «Ο Ιησούς είναι η μόνη ασφάλεια πυρός».

Πλοκή: Το Blankets αποτελεί ένα τυπικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό «μυθιστόρημα ενηλικίωσης». Οι συμπληγάδες που πρέπει να διασχίσει ο Κρεγκ μέχρι την ενηλικίωσή του είναι ισχυρές: από τη μια οι προσδοκίες των γονέων του κι από την άλλη τα αυστηρά μέχρι παραλογισμού διδάγματα της Εκκλησίας (με την καλλιέργεια ενοχών και τύψεων για οτιδήποτε αφορά το σώμα και την άρνηση κάθε επίγειας απόλαυσης ή καλλιτεχνικής δημιουργίας). Μόνο που οι πηγές της πίστης είναι ύποπτες, εφόσον οι ίδιοι οι φορείς της την ερμηνεύουν όπως τους συμφέρει. Για πόσο καιρό θα τον πείθουν οι γονείς του πως η εικόνα του Ιησού κλαίει κάθε φορά που αυτός κάνει μια μιαρή πράξη, όπως λ.χ. το να σκιτσάρει μια γυμνή γυναίκα; Ξέρεις τι μας κάνει να νιώθουμε αυτή σου η πράξη; Πώς νομίζεις ότι νιώθει ο Ιησούς;

Στην επτασέλιδη εισαγωγή o Γιάννης Κουκουλάς εύστοχα παρομοιάζει το έργο με το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία» του Τζέημς Τζόυς, όσον αφορά το μυθοπλασικό πυρήνα και τη νεωτερικότητα της μορφής του, αλλά και στο ότι ο ίδιος μοιάζει να γράφει «σε μια παραζάλη, θαρρείς εν υπνώσει αυτόματης αφήγησης». Πράγματι, η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο πρώτος καταλύτης που αν δεν τον απελευθερώνει από τον ασφυκτικό του κλοιό, σίγουρα τον οδηγεί στην ωριμότητα. Το δεύτερο κλειδί είναι ο έρωτας με την Ράινα, που ζει με μια άλλη προβληματική οικογένεια στον αντίποδα της δικής του: δυο υιοθετημένα αδέλφια ειδικών αναγκών/ικανοτήτων και δυο γονείς που αδυνατούν να χωρίσουν εφόσον αυτό αντιφάσκει με την ευαγγελική τους δογματική. Καλλιτεχνική έκφραση και σεξουαλικότητα θα συγκρουστούν (Παρουσία της Μούσας μου δεν είχα πια ΑΝΑΓΚΗ να ζωγραφίσω. Γιατί να ασχολούμαι με γραμμές και χρώματα, όταν μου έφτανε να την παρατηρώ; ) αλλά και θα συμβαδίσουν μέχρι τη φυγή του ήρωα προς την πραγματική ζωή. Κατά μεγάλη ειρωνεία ο Κρεγκ θα βρει ακόμα και στη Βίβλο δείκτες ερωτικής έκφρασης – όχι όμως στον απαισιόδοξο Εκκλησιαστή αλλά στο απαγορευμένο Άσμα Ασμάτων. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ, για το τέλειο δημιούργημά σου. Δέρμα τόσο απαλό και λευκό σαν το φεγγαρόφωτο, κόκαλα κάτω από το δέρμα που μπλέκονται και ξεμπλέκονται, που υψώνονται ψηλά ως τα λαγόνια και βυθίζονται στην κλείδα.[…] Σ’ ευχαριστώ για τον ρυθμό των κινήσεών της, -κουλουριασμένη, απλωμένη- οι καμπύλες της κύματα που τυλίγουν τις ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ. Είναι δική σου. Είναι τέλεια. Ένας ΝΑΟΣ.

Γραφιστικά: Η απομυθοποίηση της δήθεν μαγικής παιδικής ηλικίας και του ασφαλούς οικογενειακού σπιτικού εικονογραφείται περίτεχνα. Υπάρχουν συγκλονιστικά κάδρα, όπως εκείνο του σμικρυνσμένου μικρού παιδιού που κάθεται ανάμεσα στις πελώριες γονεϊκές φιγούρες, που του λένε πόσο τους απογοήτευσε. Όταν χρόνια μετά θα γυρίσει στο πατρικό του για να τους δει θα σκεφτεί: παρόλο που οι γονείς μου δε μπορούσαν να με τιμωρήσουν ή να μου απαγορεύσουν την έξοδο εξακολουθούσα να αισθάνομαι ευάλωτος κοντά τους.

Τα ασπρόμαυρα σχέδια του Thompson αποτυπώνουν με εξαιρετικό σιωπηλό τρόπο τις γλυκόπικρες εκφράσεις προσώπων αλλά και τις στιγμές της καλλιτεχνικής παρόρμησης – η δε ερωτική πράξη περιγράφεται ελλειπτικά. Οι κουβέρτες φούσκωσαν και πάφλασαν. Με μαγνήτισε η απεικόνιση λεπτομερειών στο χώρο, ακόμα και άψυχων αντικειμένων που λες και παρακολουθούν αυτά που συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν. Ένα κεφάλι ελαφιού στον τοίχο, τα χάπια στο φαρμακείο του μπάνιου, το πλυντήριο πιάτων σε λειτουργία. Και κυρίως οι κουβέρτες, που εξελικτικά αποκτούν διαφορετικές σημασίες: προστασία στη δύσκολη παιδική ζωή, αυτοσχέδιο αντίσκηνο σε υποτιθέμενες καταιγίδες, ερωτικό πεδίο αλλά και συναισθηματική αιχμαλωσία σε έναν έρωτα. Όταν δεν καλύπτονται κάτω από αυτές οι δύο ήρωες βγαίνουν στο χιόνι. Στο αφιλόξενο έξω είναι περισσότερο οι εαυτοί τους. Μοιράζονται στιγμές που η αίσθηση του χώρου, του βάθους, χάνεται, καθώς οι νιφάδες πέφτουν σε σχηματισμό και το πρώτο τους φιλί είναι σχεδόν απόκοσμο. Σε μια δύσκολη στιγμή θα φορέσουν τα παλτά πάνω από τις πιτζάμες τους και θα ξεχυθούν στο λευκό τοπίο. Κρύο; Δεν κάνει κρύο…απλώς πρέπει να κινείσαι συνέχεια. Κάποια κάδρα μου έφεραν στο νου τις τελευταίες σκηνές του Old Boy: αγνότητα. Νιώθω καθαρός και άσπιλος σαν χιόνι.

Γκράφιτι: Ένοιωσα και πάλι μόνος, και χρησιμοποίησα αυτήν τη μοναξιά για καύσιμο. // Έβλεπα το σώμα μου μόνο ως το σκεύος της ψυχής μου. // Μου αρέσουν τα «ή». Η αμφισβήτηση είναι καθησυχαστική. // Ακουγόμαστε τόσο ΜΕΓΑΛΟΙ. //- Δείχνεις σαν να κοιτάς τα αστέρια. – Τα κοιτάω. – Μπορείς να δεις μέσα από το ταβάνι;- Ναι. (σ. 435).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Craig Ringwalt Thompson (γενν. 1975, Michigan). Πριν το Blankets, που πήρε κάθε κόμικς βραβείο (Harvey, Eisner κ.λπ.), έχει προηγηθεί το πρώτο του graphic novel το Good-Bye, Chunky Rice (1999), τα μικρότερα Bible Doodles (2000) και Doot Doot Garden (2001) και το travelogue Carnet de Voyage (2004), ενώ κυκλοφόρησε από κοινού με τη βασική του επιρροή James Kochalka το μίνι άλμπουμ-μπροσούρα Conversations (με σύντομους αφορισμούς περί τέχνης και αισθητικής). Συνεργάζεται με το Nickelodeon Magazine. Η επόμενη δουλειά είναι το Habibi όπου η αραβική καλλιγραφία και η ισλαμική μυθολογία θα του δώσουν την ευκαιρία να «ζωγραφίσει» την αντίστοιχη με το Blankets επιρροή του Ισλάμ στους ψυχισμούς απλών ανθρώπων. Προσωπική ιστοσελίδα και μπλόγκ αντίστοιχα: dootdootgarden.com και blog.dootdootgarden.com.

Μουσική: Tracker – Recordings For The Illustrated Novel, Blankets (Top Shelf). Δίσκος που φτιάχτηκε από την ευρύτερη παρέα του Blankets, που εμπνεύστηκε από την ανάγνωσή του και σχεδιάστηκε να ταιριάζει με αυτήν. Με παραγωγή του John Askew και 9 instrumental ηχογραφήσεις από τους συντοπίτες Tracker, με σχεδιασμένο εξώφυλλο από τον ίδιο τον Thompson αλλά και μερικά στριπάκια που δεν βρίσκονται στο βιβλίο του.

Συντεταγμένες: Blankets. An illustrated novel by Craig Thomson, 2005. Πλήρης τίτλος sτα ελληνικά: Blankets. Ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα από τον Craig Thomson, εκδ. ΚΨΜ 2006. Μτφ.: Μπέλλα Σπυροπούλου. Πρόλογος-επιμέλεια: Γιάννης Κουκουλάς. 598 σελ.

Πόσο ικανοποιητικό είναι ν’ αφήνεις τα ίχνη σου σε μια λευκή επιφάνεια. Να χαρτογραφείς την πορεία σου – όσο προσωρινή κι αν είναι.

Ένα 600σέλιδο καλλιτέχνημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14119



Οκτώβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Σεπτ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 998.300 hits

Αρχείο

Advertisements