Posts Tagged ‘Λίστες

01
Απρ.
12

Η μουσική των Γάλλων

Αφιέρωμα

Η κόλαση είναι οι άλλοι (Jean Paul Sartre). Η κόλαση είναι οι Γάλλοι (Δημήτρης Καλοκύρης). Οι Γάλλοι είναι άλλοι (Εμείς, παρακάτω).

Με αφορμή το Euro του 2008 το mic.gr σκάρωσε συλλογικό αφιέρωμα στη αγαπημένη μας μουσική από τις συμμετέχουσες χώρες. O Πανδοχέας επέλεξε την Γαλλία και, όπως πάντα, η καταγραφή δεν αποτελεί αντικειμενικό οδηγό στη μουσικής τη αλλά απόλυτα προσωπική – ημερολογιακή περιδιάβαση. Κοινώς περιλαμβάνει μόνον ό,τι αγαπήσαμε. Εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος της αρχικής δημοσίευσης. Όλο το αφιέρωμα (16 χώρες) εδώ.

Il y avait quelque temps… Ακριβώς 30 χρόνια πριν: Ιούνιος 1978. Ο πρώτος έρωτας με την Γαλλία πέρασε μέσω της Εθνικής της Ομάδας στο Μουντιάλ της Αργεντινής (με το αξέχαστο  μουσικό σήμα και την τραγική δικτατορική συγκυρία – τα έχουμε γράψει ψευδομυθοπλαστικά εδώ). Θυμάμαι το πρώτο γκολ της διοργάνωσης και το γρηγορότερο της μέχρι τότε δεκάχρονης ζωής μου. Μέσα στα τριάντα πρώτα δευτερόλεπτα του αγώνα ο Σιξ (ή Σις;) πέρασε τους πάντες από τα αριστερά και σέντραρε κατευθείαν στο στήθος του Λακόμπ και στην υπόληψη του Τζοφ. Στο τέλος η Ιταλία νίκησε με 2-1 αλλά ακόμα θυμάμαι την μουσικότητα ονομάτων όπως Ροστώ, Μπερτράν – Ντεμάν, Πλατινί.

Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ της Ισπανίας σπατάλησα τον τελευταίο πόνο για την Γαλλία στο άδικο 3-3 του ημιτελικού με τη Γερμανία, τότε που ο ανήθικος Σουμάχερ συνέτριψε δόλια τα πόδια του Μπατιστόν. Τι διαφορά! Ο Ζιρές ούρλιαζε στο γκολ του, ο Ρουμενίγκε με δυσκολία χαμογελούσε στο δικό του στην γνωστή διαφορά ψυχισμού μεταξύ των συναισθηματικών αντιδράσεων των δυο χωρών. Οι καιροί άλλαξαν, τα πρόσωπα των Τρικολόρ σκούρυναν (σε μια δίκαιη απόστροφο της ιστορίας), ο παμπάλαιος πλην αίγλιος Κήπος των Πριγκήπων (Parque de Princes) γκρεμίστηκε. Ξεκαρδιζόμασταν με την ασυμβατότητα γαλλικής γλώσσας και ροκ ήχου (κυκλοφόρησε κι ένα σχετικό αξίωμα). Δεν γίνεται να ροκάρεις με ηλεκτρική κιθάρα λέγοντας τγέ ζολί: αυτόματα ερχόταν στο νου ο Τάκης Μηλιάδης. Αλήθεια, τίνος ιδέα ήταν να έρθουν οι Telephone στο Rock in Athens του ’85, υποχρεώνοντάς μας σε φρικτό «γαλλικό ροκ;» Ήταν το τελειωτικό χτύπημα: άλλαξα κερκίδα, κι άρχισα να υποστηρίζω Ricardo Fogli, Eugenio Finardi, Antonello Venditti, καταλαβαίνετε…

Οι πένες του mic έχουν ήδη καλύψει ορισμένες κατηγορίες κορυφαίων γαλλικών ονομάτων, συνεπώς δεν έχει νόημα να ξαναγράψουμε για την διαχρονικότητα του πρωταθλητή της κατηγορίας «Γαλλικό Αρσενικό» Serge Gainsbourg, την επιδραστικότητα των Αρχόντων των Πλήκτρων Air και Daft Punk, την πολυμουσικότητα των Stereolab, ούτε για το πιο αγαπημένο ηλεκτρονικό σχήμα των τελευταίων χρόνων, M83 (βλ. εδώ κι εδώ).

1. Michel Polnareff

Ο καλύτερός μου. Αυτός ο εξαίρετος συνθέτης – τραγουδιστής είχε την ατυχία να συνδυάζει ευαισθησία και εκκεντρικότητα, στοιχεία ασυγχώρητα σε κάθε πολιτισμό και επικίνδυνα για κάθε ψυχισμό όταν συνδυάζονται.  Έτσι ο Πολναρέφ ξεκίνησε με αθώα ποπ του ’65 αλλά τρωγόταν να εμφανίζεται με εξωφρενικά ρούχα. Άρχισε να επηρεάζεται από τα αρνητικά δημοσιεύματα του Τύπου και, με αποκορύφωμα μια επίθεση που δέχτηκε πάνω στη σκηνή, νοσηλεύτηκε με κατάθλιψη. Την ίδια εποχή ο μάνατζέρ του αυτοκτόνησε (ελπίζω για άλλους λόγους), το ’72 πλήρωσε ένα βαρύτατο πρόστιμο για κάτι γυμνές του αφίσες και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε ένα χρόνο μετά, όταν, βρισκόμενος σε τουρνέ, έμαθε τις συνέπειες της λάθος επιλογής οικονομικού συμβούλου: δεν είχε μείνει απλώς άφραγκος αλλά και όφειλε του κόσμου τα λεφτά στο γαλλικό κράτος. Συνεπώς δε μπορούσε να επιστρέψει και έμεινε στην Αμερική για μια δεκαετία (να το ονομάσουμε οικονομική εξορία;), όπου κι άρχισε μια δεύτερη καριέρα, κυρίως γράφοντας σάουντρακ. Δηλαδή αυτές οι αγαλλιαστικότατες μελωδίες (ιδίως τα Theme Myosotis/Theme d’ amour από το La folie des grandeurs και οι παραλλαγές τους) βγήκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες; Incroyable!

Στη Γαλλία καθ’ όλα τα χρόνια της απουσίας του δε σταμάτησαν να τον ακούνε. Επέστρεψε θριαμβευτικά (και εξοφλητικά) αρχίζοντας δεύτερη καριέρα με το Kama Sutra (1990). Θα πρότεινα δυο τρόπους για να μπείτε στον κόσμο του. Ο πρώτος είναι έμμεσος, μέσω των αγαπημένων μας Residents, Peter Hammill, Nick Cave, Blaine Reininger, Pulp, Marc Almond, Saint Etienne, Steven Brown, Pizzicato Five που με άλλους έφτιαξαν ένα ωραίο Tribute γύρω στο 2000. Ο δεύτερος είναι να ξεκινήσετε από τα γητευτικά Viens te faire chahuter, Ou est la tosca και βέβαια το μνημειώδες 69άρι Dans la maison vide, τα Le rois de Fourmis, L’ oiseau de nuit, Tout tout pour ma cherie  και μετά ….δεν υπάρχει επιστροφή. Με τον Πολναρέφ όλοι πάμε στον παράδεισο.

2. Space, Didier Marouani

Γύρω στο 1977 ο κημπορντίστας Didier Marouani φτιάχνει τους Space (καμία σχέση με τους poppers απ’ το Λίβερπουλ του 1995) και γράφει τα τραγούδια τους (ναι, αυτός είναι ο μυστηριώδης Ecama). Από το μοσχοπουλημένο Magic Fly του ’77 μέχρι το όνομα-και-πράμα Symphonic Space Dream του 2002 (με άλλους 3 δίσκους ενδιάμεσα, μερικά φαντασμαγορικά live και τις κυκλοφορίες του πρότζεκτ Paris-France-Transit) οι Space έφτιαχναν δίσκους ηλεκτρονικής – αστρικής πλοήγησης στο Γάμμα του Ωρίωνα, στο οπισθόφυλλο των οποίων μετά την λίστα των τραγουδιών ακολουθούσε και λίστα των …. συνθεσάιζερ (TRITON PRO X, AKAI 6000, SUPERNOVA (NOVATION), ROLAND SUPER JD κ.ά, για να ξέρουμε πού βαδίζουμε!).

Όμως είναι το 1987 που ο Marouani συνθέτει έναν εκπληκτικό δίσκο με πομπώδεις διαστημικές μελωδίες και κάποια χορωδιακά φωνητικά, το Space Opera, που κάποτε μου έφεραν σε κασέτα, έκτοτε το έψαχνα μανιωδώς και το βρήκα 20 χρόνια μετά από μια soulseeker στην άλλη άκρη του πλανήτη. Σ’ ευχαριστώ Tokyo Rose, όπου κι αν βρίσκεσαι. Επική λεπτομέρεια: για πρώτη φορά συνεργάστηκαν χορωδίες από δυο όχι ιδιαίτερα φιλικές μεταξύ τους χώρες (Harvard University Choir – Red Army Choir) και το συνέπαιξαν το ’90 σε ένα laser light show στην Κόκκινη Πλατεία. Δείγματα της Διαστημόπερας στο ακουστήριο, στο τέλος του κειμένου.

3. Vietnam Veterans, Vietnam Chain, The Thyrd Twin, Gitanes

Ανήκουν στη γνωστή κατηγορία «Άντε ρε, Γάλλοι ήταν αυτοί;», που υπάρχει σε όλες τις εθνικές συνάξεις. Ολόκληρη η συναστρία του απερίγραπτου Mark Enbatta και των υπόλοιπων παρακλαδιών των VV (για τους οποίους έχω πολλάκις εκφραστεί) υπήρξε μοναδική περίπτωση στα χρονικά της αλσατικής, νορμανδικής και εν πάσει περιπτώσει φράγκικης ροκ γεωπολιτικής. Εξαιρετική στόφα ψυχεδελικής μουσικής με εντελώς άσχετα επικά πλήκτρα, ενίοτε. Ήταν και παραμένει η αγαπημένη μου ψυχεδελο-γκαραζόμπαντα.  Κορυφαίος δίσκος: Ancient Times (Music Maniac, 1986). Eυφρανθείτε με Let it rain, Next year και Crying.

Κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι πως πρόκειται για Γάλλους, αν ήθελαν να το κρύψουν. Ηχογραφούσαν σε Γερμανική εταιρεία και οι επιρροές τους μόνο γαλλικές δεν ήταν. Ένας γαλλομαθής βέβαια θα διέκρινε μερικές πινελιές: το Susmoala beat, ας πούμε, τίτλος δίσκου των Vietnam Chain, αν το προφέρεις γαλλικά και το κόψεις σε τρεις λέξεις σημαίνει ασεμνολειχία, ενώ στο λάιβ τους (με εξώφυλλο έναν μπιντέ γεμάτο αρακά) αναγγέλλουν το Curanderos γαλλιστί (κουγα-ντεγός). Μετά αρχίζει ο Μαρκ να τα χώνει στους ντήλερς του: Εμπρός κομπογιαννίτες, πάρτε τα λεφτά μου, φέρτε μου μανιτάρια… Στο συγκλονιστικότερο τραγούδι τους προμηνύουν την πτώση, για άλλη μια φορά. Όχι την δική τους, αλλά την δική μου: You’ re gonna fall (one more time).

4. Laurent Garnier

Πρώην μέλος της Γαλλικής πρεσβείας στην Λόντρα (σοβαρολογώ). Το χαρμάνι του βγήκε από τέσσερα υλικά καλής ποιότητας: μελωδικό deep house, σκληρό Detroit techno, 80άρικο acid/trance και jazz. Από τις νύχτες του Μάντσεστερ (που το έκανε να ζήσει μια τελευταία ιστορική αναλαμπή μέσω …. Αμερικάνικου house) μέχρι την ίδρυση της F Communications (με ορισμένα εξαιρετικά στο είδος του ελπάκια), ο Λαυρέντιος Γκαρνιερίτσας σφράγισε έναν ήχο κυρίως με τα Unreasonable Behaviour (2000) και Cloud Making Machine (2005). Ύμνος το Last tribute from the 20th century από το πρώτο. Τελευταία στην F έχουν ένα εξαιρετικό (ελληνικό) Κουκλάκι.

5. MC Solaar

Ο εκ Σενεγάλης Claude M’Barali δεν είναι απλώς η πιο αξιομνημόνευτη μούρη στον χώρο του, αλλά εκείνος που ξεχείλωσε όσο έπρεπε τα σφιχτά όρια του hip hop και του rap. Σπαταλήθηκε χωμένος σε διάφορα Jazzmatazz, μας αιφνιδίασε υπογείως με μερικές απρόσμενες «εμφανίσεις» σε δίσκους που δεν το περιμένεις, και δε χρειάζεται να φτάσει τη δεκάδα δίσκων (θέλει ακόμα 2-3 ακόμα) για να μας πείσει πως τα μιλητά του φωνητικά έχουν περισσότερο ψωμί από δεκάδες φιλοσοφικές μπροσούρες μαζί.

6. Bertrand Burgalat

Ιδιόμορφος παραγωγός που διέκρινε την διακαή επιθυμία της Γαλλίας να αποκτήσει και τον αρσενικό της B.B. Λάτρης των ανάλαφρων 60s της μεσογείου αλλά και της αστικής ψυχεδέλειας, άρχισε να συνθέτει έχοντας στο νου του ως ιδανικούς ερμηνευτές τους την France Gall και την Brigitte Fontaine, έχοντας πρώτα λιώσει … Ravel και Kraftwerk. Στα 25 του είχε κάνει την παραγωγή του Let it Be των … Laibach και αργότερα έφτιαξε τη δική του εταιρεία (Tricatel) για να πλημμυρίσει την αγορά με το φουτουριστικό retro-chic που του αρέσει – εκεί τσίμπησε συνεργασία ακόμα και με τον… συγγραφέα Jonathan Coe! Η μουσική του σήμερα δεν διαφέρει από τον απανταχού lounge πολτό αλλά ενίοτε μας φιλοδωρεί με φοβερά μαργαριτάρια. Με 6 δίσκους μέχρι σήμερα, διαλέξτε το πρώτο από τον πρώτο του (The Ssssound of Mmmusic του 2000), το Aux Cyclades Electroniques – ιδανική υπόκρουση ελληνικής καλοκαιριάτικης τσόντας …αν και το Ok Skorpios προδιαθέτει περισσότερο ως τίτλος. Αν είστε περισσότερο του ρομαντικού έρωτα, τελειοποιήστε τον με το L’ observatoire.

7. Sebastian Tellier

Με εμφάνιση που συνδυάζει Sky Saxon, Ντέμη Ρούσσο, και Γιάννη Καραλή, με αμφιλεγόμενες εμφανίσεις οδηγώντας παιδικό αυτοκινητάκι με πεντάλ ξέρετε πού, με συνεργασίες και τουραρίσματα μαζί με Air και Daft Punk, πού να προλάβει να βγάζει δίσκο κάθε χρόνο; Ανά 3-4 χρόνια και σύντομα είναι. Ορισμένοι τον γνωρίσατε απ’ το Fantino του Lost in translation, ορισμένοι άλλοι απ’ το κλασικοποιημένο Ritournelle. Όμως περισσότερο απ’ το φετινό Sexuality και το προ τετραετίας Politics, προτιμήστε την πρώτη του κυκλοφορία L’ incroyable Verite του 2001. Περισσότερο αγνό, περισσότερο αφηρημένο (ambient).

8. Sebastian Schuller

Δεύτερος Σεβαστιανός πληκτροφόρος, περισσότερο αποδοτικός (ένα δίσκο – ένα αριστούργημα), ένας πανέξυπνος συνθέτης ηλεκτρονικού αιθέρος, κυρίως ινστρουμενταλίων, Ακούστε ή ξανακούστε το Happiness ξεκινώντας απ’ τα 1978, Where We Had Never Gone και Donkey Boy. 2o δίσκο αν δε μπει το 2009 δε βγάζει. Υπάρχει πιο τεμπέλης απ’ αυτόν; Ευκολότερο είναι να απαντήσω ποιος είναι ο λιγότερο τεμπέλης σ’ αυτή την ομάδα, ο…

9. Hector Zazou

Παρά τον αχανή και άνισο κατάλογό του (δισκογραφεί ασύστολα από τα μέσα των 70s), όλοι ξέρουμε πως δεν υπάρχει περίπτωση δίσκος του Έκτωρα να μην ακούγεται με ενδιαφέρον. Στη χώρα μας τιμήθηκαν ιδιαίτερα οι Γεωγραφίες και Γεωλογίες του (Geographies, Geologies), η συνεργασία με τον Harold Budd στο Glyph, και ορισμένοι δίσκοι – πολυεθνικές, όπως τα Sahara Blue (με John Cale, τα βασικά μέλη των Dead Can Dance Minimal Compact κ.ά. – 1992), Songs from the cold seas (με John Cale, Bjork, Siouxsie, Suzanne Vega κ.ά – 1994) και Strong Currents (με Laurie Anderson, Jane Birkin, Lisa Germano κ.ά. – 2003).

10. Magma – Gong

Τα Γαλλικά 70s δεν είχαν μόνο Λουί Ντε Φινές και Μπουρβίλ· τουλάχιστο δύο σπουδαία freak – kraut rock σχήματα αντάλλαζαν σιλβουπλέ και μερσί: οι Gong και οι Magma. Σημαντικότερη στιγμή των (για μένα καλύτερων) δεύτερων υπήρξε το προχωρημένο Mekanik Destruktiw Kommandoh (1973), όπου ο Christian Vander δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τον ήχο τους, με τζαζ, γκόσπελ και χορωδιακά μέρη να ταιριάζουν με τις φωνητικές δυνατότητες (και τις παραληρηματικές λέξεις) του Klaus Blasquiz.

11. Les Rita Mitsouko

Εκκεντρικό ζεύγος των Fred Chichin / Catherine Ringer που γνωρίστηκαν ως μέλη μιας θεατρικής παράστασης και αυτοκόλλησαν pour toujours, οπότε γιατί να μη φτιάξουν και μια μπάντα; Αδύνατο να μπει τρίτος ανάμεσά τους, συνεπώς είχαν τα πάντα προηχογραφημένα. Το κοινό τους τραγούδισμα στο μπάνιο έγινε ζευγαρίσιος ύμνος (Singing in the shower). Ο Jean-Luc Goddard φίλμαρε τις ετοιμασίες του δεύτερου δίσκου τους The No Comprendo, ενώ το 1987 την έκαναν για Νέα Υόρκη κι έγιναν φίλοι και συνεργάτες (στο Marc et Robert LP) με τους Sparks (τους οποίους άλλωστε αντέγραφαν). Σήμερα δε τους ακούμε πολύ, μας καλύπτουν οι Xaxakes. Aναπόσπαστη του ήχου τους μουσική πληροφορία: η  “Rita” / Catherine Ringer είχε πάρει μέρος σε καμιά εικοσαριά γαλλικές πορνοταινίες απ’ το 1976 έως το 1982.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Φραντσέζες τραγουδιάρες: Edith Piaf, Juliette Greco, Dalida, Francoise Hardy

Οι πρώτες δύο δε μου λένε τίποτα, γιατί δεν είμαι ο πατέρας μου αλλά ο γιος του. Τις αγάπησα πολύ εκ των υστέρων (το πολύ πάει και στο αγάπησα και στο εκ των υστέρων), αλλά δεν τις βίωσα. Την τρίτη την θυμάμαι στην κρατική τηλεόραση, όπου έκπληκτος έβλεπα τον κόσμο στις συναυλίες της να είναι καθιστός και στο τσακίρ κέφι να χτυπάει ρυθμικά παλαμάκια. Αργότερα σταμάτησα να αντιμετωπίζω με υψωμένο φρύδι τα στραφταλιστά της μάξι, διάβασα την ιστορία της, με αποπλάνησε και το σπαρακτικό Les clefs d’ amour. Αυτοκτόνησε με βαρβιτουρικά το 87 στην ηλικία των 54. Έκτοτε την ακούω συχνά. Το περιοδικό Οδός Πανός της σκάρωσε ένα ωραίο αφιέρωμα πριν λίγα χρόνια. Η Hardy υπήρξε πολύ γαλλίδα για να ασχοληθούν μαζί της όσοι αγάπησαν τα 60s και πολύ 60s για να ασχοληθούν μαζί της όσοι ψάχνονται με τα Γαλλικά. Μας έμαθε βέβαια την τέχνη του dire adieu. Όμως οι Blur με το γνωστό ντουέτο (To the end) της έδωσαν μια μίνι δεύτερη αναλαμπή. Iδού Les comedies des grandes amours!

Φραντσέζοι τραγουδιάροι: Serge Gainsbourg, Gilbert Becaud, George Brassens, Georges Moustaki, Joe Dassin, Yves Montand, Charles Aznavour

Αγέραστα μελλουροειδή αιλουροειδή της σκηνής όλοι τους, ιδανικοί υποκρούστες αποπλανήσεων και κόκκινων κρασοκατανύξεων. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, χαιρόμαστε τον Charles Trenet στο La mer αλλά πλέον βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο. Προσωπικά λιώνω με το Salut του Ντασέν, ίσως επειδή έφυγε στην ηλικία που θα έχω σε δύο χρόνια, ίσως για το στίχο Υπήρχε μια φορά κάποιος/ κάποιος που γνώριζες καλά. Και να σκεφτεί κανείς πως ο αντίστοιχος δικός μας είναι ο Πάριος. Όλες αυτές οι μορφές έχουν την ιστορία τους και ακούγονται μέχρι και σήμερα σε μια βροχερή μέρα ρομαντικής διάθεσης, αρκεί να μη μας γίνει συνήθεια. Κανείς τους πάντως δεν έφτασε τον παροικούντα τον Σηκουάνα κυρ Jacques Brel, Βέλγο μεν τυπικά, βαθύτατα Γάλλο δε ουσιαστικά. Αναρωτιέμαι τι μουσική να άκουγε ο Ηλίας Πετρόπουλος όταν μοιραζόταν τα κρασιά του με τους κλοσάρ του Σηκουάνα. Ή τι μουσική θα ταίριαζε την στιγμή που σκόρπιζαν στις στάχτες του, όπως ζήτησε, στους υπονόμους του Παρισιού. Ελπίζω όχι τα πολυαγαπημένα του ρεμπέτικα. Kορυφαίος, ερωτικότερος, αλητότερος, ικανότερος συνθέτης κι ακόμα περισσότερο ζήστης της ζωής, ο Serge αναμένει τη σειρά του στα κινηματογραφικά μας όνειρα και στα μελλοντικά μας αφιερώματα.

Σκοταδιστές: Art Zoyd, Clair Obscur, Die Form

Οι δύο πρώτοι αποτελούν σχήματα που θα άξιζε να ακούσει κάθε νέος λατρ οιουδήποτε dark παρακλαδίου… Αμφότεροι έπαιξαν με τα όρια της ίδιας της post – οτιδήποτε μουσικής· οι μεν πρώτοι στα σύνορα με την πειραματική, κλασική, jazz και progressive μουσική – ακούστε τα Berlin (1987) και Faust (1995) αλλά και την εκδοχή τους για το Metropolis του F. Lang (2002)· οι δε δεύτεροι σε όλες τις εκφάνσεις του dark, coldwave, death, ethereal ήχου, αποτελούν προσωπική αδυναμία και προτιμώ να μη διαλέξω δίσκο αλλά περίοδο: 1985-1995. Οι τρίτοι αποτελούν αμφιλεγόμενη πλην ενδιαφέρουσα περίπτωση, δίνοντας βάρος σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο σε εικόνα, στιλ και πρόκληση. Όλοι τους έδωσαν μεγάλο βάρος στα πλήκτρα (καθόλου αυτονόητο τότε), πειραματίστηκαν μέχρι και στις φωνές, και ακόμα και μέσα τα ερέβη έφτιαχναν φοβερές μελωδίες.

Ψηφιακοχορευτικές Ποπ και Ψευδοπόπ: Etienne de Crecy, Alex Gopher & σία

Από τα μεσοτέλη των 90s κι έπειτα, η Γαλλική house και ευρύτερη ψηφιακή σκηνή αγγίζει με τον ίδιο τρόπο τη λατρεία του ηλεκτρονικού ήχου (Air etc.) και την απέραντη μαγιά του μετρονομημένου χορευτικού ήχου που άφησαν τα 80s. Ακόμα κι αν γλιστρούσε ακόμα πιο ντίσκο, εεε πίσω εννοούσα, όπως ο (πολιτογραφημένος Γάλλος) Dimitri from Paris. Ο δαιμόνιος γαργαλιστής πλήκτρων και μικτών Etienne de Crecy, τα διάφορα παρακλάδια του(ς) ονόματι Motorbass, La Chatte Rouge, Cassius ή Super Discount και όλοι οι ντανσάδες που τον/τους ακολούθησαν (όπως και ο φίλος του και περισσότερο στιλίστας Alex Gopher) κατάφεραν να κάνουν τους Γάλλους να χορεύουν περισσότερο κι απ’ τους Κουβανούς αλλά και να φτιάξουν πλουμιστή χορευτική μουσική που μπορείς να την ακούς και ακίνητος.

Γάλλοι χωρίς σύνορα: Mano Negra, Manu Chao, Negresses Vertes

Αυτούς ξέρουμε, αυτούς εμπιστεύεστε, γιατί δίνουν το μαυρότερο μαύρο κι η τάξη μας είναι των προχωρημένων δεν χρειάζεται να προχωρήσει στα αυτονόητα, η μαύρη ύλη είναι γνωστή.

Διεθνείς: Jean Michel Jarre, γνωστός. Ο πιο ενδιαφέρων όμως δίσκος του είναι άγνωστος: το Music for Supermarkets, ηχογραφημένο σε ένα μοναδικό αντίτυπο, φυλαγμένο σε μουσείο και παιγμένο άπαξ δια παντός στο ραδιόφωνο. Louis Philippe (κοινώς Philippe Auclair) εγκληματικά άγνωστος. Οκ, με Λονδρέζικο ήχο – άλλωστε κύλησε ως τέντζερης και βρήκε το καπάκι που γράφει el – αλλά έχει σκαρώσει ένα από τα ποπ κομμάτια των 80s: You mary you. Η γλώσσα της κινηματογραφικής μουσικής είναι επίσης παγκόσμια. Η μουσική του Maurice Jarre π.χ δεν είναι περισσότερο γαλλική από άλλων μη Γάλλων συνθετών. Όμως η πιο αυθεντικά γαλλική δυαρχία της σινικής γραφής αποτελείται από τους Michel Legrand – Vladimir Cosma. Πολυγραφότατοι, καλύπτουν επαρκώς τα 60s μέχρι τα 80ς με εργογραφία που αξίζει ένα πέρασμα. Εξαιρετικοί σινεσυνθέτες και οι Eric Demarsan και Philippe Sarde. Όλοι θα τιμηθούν με γλυκόλογα στη μελλοντική μας στήλη για το κορυφαίο είδος της κινηματογραφικής μουσικής.

2 από ταυ:

Οι Tahiti 80 φτιάχνουν ευκολοχώνευτη πο-πίτσα: υστερούν στις συνθέσεις, όμως η χαρακτηριστική φλωρίστικη φωνούλα του Xavier Boyer είναι ό, τι πρέπει για τις ανάλαφρες βόλτες στον πεζόδρομο της εφηβικής σας πόλης. Ακούστε το The train από το Wallpaper for the soul (2002) για να καταλάβετε τι εννοώ. Τελευταία έχασαν κάθε έμπνευση, τουλάχιστο σκιτσάρουν ακόμα νοσταλγικά εξώφυλλα. Οι Telepopmusik τηλεποπάρουν από το 1989 και μετά, αλλά έχουν γραφτεί στα κατάστιχά μας με δυο μόνο δίσκους, τα Genetic World (2001) και Angel Milk (2005). Ίδιες περιοχές, σαν μια μίξη Lali Puna και Hooverphonic.

(εγκ)Λήμματα μελλοντικής γαλλομουσικής εγκυκλοπαίδειας

Les Thugs, La Muerte, Astronettes, Fixed Up, Dazibao, Big Sleep, Corpus Delicti, Daniel Darc, Trop Tard, Ausweis, Baroque Bordello, Jad Wio, Kas Product, Les Provisoires, Les Vampires, Marquis De Sade, Odessa, Persona Non Grata, Specimen, Vox Populi!, Norma Loy, Octobre, Rise And Fall Of A Decade. Ακόμα, μέσα στο διαδικτυακό χάος ένα french-new-wave που περιλαμβάνει πλήθος ονομάτων, χωρίς κριτικές, αλλά με δισκογραφίες (που δεν μου φάνηκαν πλήρεις) αποτελεί ένα ξεκίνημα για όποιον (έχει) αποκτήσει φετίχ με τον γαλλικό ήχο.

Μη Γάλλοι τιμητές των Γάλλων:

Όταν ο Blaine Reininger τραγουδούσε το 1985 για το φθινοπωρινό Παρίσι, στοιχημάτιζες πως ήταν κάτοικος των Ηλύσιων Πεδίων και συνέθεσε το άσμα σε μια απογευματινή του βόλτα υπό το κρατς των πεσμένων φύλλων (Paris En Automne). Όταν ο David Thomas έφτιαξε ένα από τα πλέον αδικημένα ροκ σχήματα, τους Pere Ubu (Βασιλιάς Υμπύ, από το έργο του Αλφρέντ Ζαρρύ) δεν ήξερε πως εδώ στην Ελλάδα θα τους προφέραμε Πέρε Ούμπου. Καλύτερη τύχη είχαν οι Poesie Noir, όπου ευτυχώς δεν τους προσφωνούσαμε Ποεσίε Νοΐρ. Και τον καλύτερο δίσκο τιμής για Γάλλο συγγραφέα έβγαλε η παρέα της Crepuscule το 1988, με Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά: το Hommage a Duras, ήταν μια άψογη μουσική ανάγνωση της αξιαγάπητης συγγραφέως Μαργκερίτ Ντυράς.

Ακουστήριο Διαστημόπερας: ΈναΤρία, Επτά, Οκτώ. Σώστε τις ψυχές μαςΑναχώρηση.

24
Μαρ.
12

Αφιέρωμα: Δίσκοι – Συλλογές

Το μυστικό σας είναι ακόμα ασφαλές μαζί μας

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [18/11/2007]

Φαντάζομαι το είδος «συλλογή» [: δίσκος που συνήθως περιέχει ένα τραγούδι από κάθε συγκρότημα ή καλλιτέχνη, ως ένα συλλογικό δείγμα κάποιου ήχου, τάσης, του δυναμικού μιας δισκογραφικής, και – στο προσωπικό μας λεξικό – κατά βάση ανεξάρτητης εταιρείας] σαν κάτι παρωχημένο, σχεδόν ξεπερασμένο. Ίσως επειδή οι συλλογές έχουν διανύσει ολόκληρη την απόσταση ανάμεσα στο πρωτόγνωρο και πολυποίκιλο του τότε με το προβλέψιμο και δεδομένο του σήμερα. Σαφώς λοιπόν ένα τέτοιο αφιέρωμα εμπεριέχει μεγάλη δόση νοσταλγίας και παρελθοντολογίας, όμως στο συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: Υπήρχε όντως μια εποχή όπου γνώριζες τάσεις, είδη και αναρίθμητα σχήματα μέσα από συλλογές ενώ σήμερα ισχύει μόνο το τελευταίο. Υπήρχαν όντως δίσκοι που σε έφερναν σε επαφή με άσημους μα συναρπαστικούς δημιουργούς με τους οποίους δεν υπήρχε περίπτωση να γνωριστείς με άλλον τρόπο – σήμερα υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Υπήρχε τέλος τότε μια πρωτόγνωρη ηδονή στο να έρχεσαι επαφή με εντελώς άγνωστα σχήματα, κάτι που σήμερα αποτελεί τον κανόνα.  Κάπως έτσι γνωρίζαμε και τον ήχο μιας ολόκληρης πόλης ή κωμόπολης – ενδεικτικές και με εύγλωττους τίτλους οι περίφημες Avon Calling- The Bristol Compilation (Heartbeat, 1979), Bouquet Of Steel (Sheffield, 1980), Welcome to Norwich, a Fine city (1981), Where The Hell Is Leicester (S&T, 1981) και East of Croydon (Nothing Shaking Shak 1, 1981) κ.ά.

Όμως ο πυρήνας όλης αυτής της αίσθησης ήταν αντικειμενικός: δεν χαιρόμασταν επειδή θα γνωρίζαμε ονόματα που δεν γνώριζε ο διπλανός μας και θα του κάναμε τον έξυπνο, αλλά επειδή σε κάποιες θαυμαστές συγκυρίες τα παραπάνω σχεδόν ταυτίζονταν με έννοιες όπως υψηλή ποιότητα και κορυφαία συνθετουργία. Ναι, υπήρχε μια εποχή όπου ολόκληρα μπουκέτα αλλόκοτων σχημάτων ανθισμένα κάτω από υπόστεγα άξιζαν να ακουστούν! Εφόσον υπάρχει αριθμητικός περιορισμός θα δώσω περισσότερο βάρος σε εκείνες που με έφεραν σε πρώτη γνωριμία με κάποιο όνομα ή και ολόκληρο label. Στην πρώτη θέση μπαίνει εκείνη που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Στις επόμενες η σειρά είναι αλφαβητική.

1. Your secret’s safe with us (Statik, 1982)

Ακόμα θυμάμαι την προσμονή μου μπροστά σε εκείνον τον συνωμοτικό τίτλο, καθώς και τα πρωτότυπα έως εξωφρενικά ονόματα που μόνο σε τέτοιους δίσκους έβρισκες: I Scream Brothers, Blue Chips of Ashama, Seep Maier’s Gloves, Atom Spies, Sun Yama (με μια προσωπική εκτέλεση του Subterranean Homesick Blues). Η εξέλιξη ενός εντελώς «ανεξάρτητου» ήχου περνούσε μέσα από πανέξυπνες πινελιές συνθεσάιζερ. Εκεί γνώρισα τους Chameleons (Here Today), τους Pulp (What do you say, ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν ποτέ) και τους παραγνωρισμένους Indians in Moscow στο εκπληκτικό I wish I had. Ακούς εκεί Ινδιάνοι στη Μόσχα ή Τα γάντια του Ζέπ Μάγιερ! Επρόκειτο για διπλή συλλογή που η εδώ Πόλυγκραμ κυκλοφόρησε μονή και πετσοκομμένη. Αχρείοι, ε αχρείοι! Αγαπημένα κομμάτια: Makaton Chat – The shape of song, Gentle Ihor – Psalm 151. Συμμετέχουν ακόμα: Τhe Unamerican, Thrash!, Soul on ice, Celestial Fireworks, The Vets, High (2), Pressure, Fast Cakes.

2. Ghosts from Christmas past (Les disques du Crepuscule, 1981)

Η εταιρεία που μας μετέφερε από τα γκρίζα υπόγεια της μουντής Αγγλίας στις φαντασμαγορικές κεντροευρωπαϊκές μητροπόλεις ήταν η βελγική Les disques du Crepuscule που νομίζω, συγκεντρωτικά, έχει την μεγαλύτερη αναλογία παραγωγής συλλογών και ποιότητας. Το Ghosts κυκλοφόρησε αρχές Δεκέμβρη του 1981 και από τότε οι γιορτές μου ήταν διαφορετικές: ένας δίσκος όχι με χριστουγεννιάτικες διασκευές αλλά με κομμάτια ακριβώς γραμμένα για την μελαγχολία των εορτών. Την άκουγα μόνο εκείνες τις ημέρες, σαν ένα δώρο που έκανα στον εαυτό μου κάθε Χριστούγεννα.

Εδώ έχουμε δυσεύρετα κομμάτια από κορυφαίους δανδήδες της διεθνούς avant garde ελίτ του Λυκόφωτος: The Durutti Column, Tuxedomoon, The Names. Εδώ πρωτογνώρισα τον Michael Nyman που τότε έστελνε στις συλλογές του label μικρά μινιμαλιστικά διαμάντια. Ακολούθησαν νέες εκδόσεις μεταξύ 1982 και 1986, εννιά κομμάτια από τις οποίες περιλαμβάνονται στην σημερινή cd έκδοση. Σε αυτά τα remakes άλλαζαν και οι συμμετέχοντες κατά την προσφιλή τακτική της εταιρείας (The Pale Fountains, Antena, The French Impressionists, Winston Tong, The Arcadians (στην ουσία ο Louis Philippe) κ.ά. Αγαπημένο κομμάτι: Paul Haig – Scottish Christmas (ένα από τα ομορφότερα instrumentals ever!). Συμμετέχουν ακόμα: Wim Mertens, Aztec Camera, Cabaret Voltaire, Thick Pigeon, Simon Topping (από τους A Certain Ratio).

3. From Brussels with love (Les disques du Crepuscule, 1983)

Είναι η πρώτη συλλογή που αγοράζω σε κασέτα και την έχω στην εσωτερική μου τσέπη σαν το πολυτιμότερο διαβατήριο για την λυκοφωτισμένη Ευρώπη που μόλις μου είχαν γνωρίσει οι Tuxedomoon. Έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή με την προσωπικότατη ηλεκτρονική ποπ του John Foxx και με δυο παραγνωρισμένες διάνοιες (Gavin Bryars και Richard Jobson – ο τελευταίος εδώ και μόνος και με τους Τuxedomoon) και αποκωδικοποιώ δεκάλεπτες συνομιλίες με Brian Eno και Jeanne Morreau. Και βέβαια η πόλη στον τίτλο «εικόνιζε» ομιχλώδεις ατμόσφαιρες με ελαφρά κατασκοπευτικό χαιρετισμό κι όχι την σημερινή τεχνοκρατική ευρωκομμούνα. Αγαπημένο κομμάτι: The durutti column – Sleep will come. Συμμετέχουν ακόμα: Antena, A Certain Ratio, Kevin Hewick & New Order, Karel Goeyvaerts, Bill Nelson, The Border Boys, Thomas Dolby, Harold Budd, Michael Nyman, Soft Verdict.

4. Battle of the Garages vol 3_The Paisley Underground (Voxx, 1984)

Την περίοδο της ψυχεδελικής αναβίωσης οι συλλογές έκαναν ακριβώς τη δουλειά τους. Διαλέγω το τρίτο Battle επειδή όχι απλώς έδωσε την πλέον αντιπροσωπευτική (και πολύχρωμη!) εικόνα του τότε paisley ήχου αλλά και για δύο από τις ομορφότερες στιγμές του είδους, τα The Mystery Machine – She’s Not Mine και SS-20 – No Matter What. Εδώ έχουμε στιγμές υψηλής έμπνευσης από τους The Tell-Tale Hearts, The Eyes Of Mind, The Things, Hidden Peace, Electric Peace. Συμμετέχουν ακόμα: The Pandoras, The Tories, The Young Lords, Lee Joseph, Zebra Stripes, Thee Fourgiven, The Gravedigger V, The Mutts, The Untold Fables.

5. Myths 2 (Sub Rosa, 1985)

Έξι τίτλοι μόνο, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται και ως EP. Έξι «κομμάτια» … που όμως απλώνονται στο άπειρο της μουσικής δημιουργίας. Που μετά το τέλος τους δεν χρειάζεσαι περισσότερα γιατί έχουν ήδη αποδομήσει τον ήχο τους σε απειράριθμα μέλη για να τον ξανασυνθέσουν σε κάτι άλλο. Οι SPK στο αποκορύφωμά τους με τα Romanz in Moll και In the Dying Moments, οι Hula με την τελειωτική τους δήλωση έκφραση περί ηλεκτρονικού καταιγισμού και από το αρχείο της εταιρείας απόκοσμες θιβετιανές – βουδιστικές τελετουργίες, ηχογραφημένες δεκαετίες πριν (Les Archives Sonores Sub Rosa). Συμμετέχουν ακόμα: General Strike. Αν υπήρχαν και οι Controled Bleeding/Paul Lemos & Joe Pappa θα ήταν το ιδανικό μανιφέστο της εταιρείας.

6. A Diamond Hidden in the Mouth of a Corpse (Giorno Poetry Systems 1985)

Εθισμένοι πλέον στον θόρυβο και τον κάθε είδους πειραματισμό δε γινόταν να περιοριστούμε στις ευρωπαϊκές σκοτο/δίνες. Η απέναντι πλευρά γνώριζε πολύ καλά την μουσικής της καρδιάς του θηρίου. Εδώ βρίσκουμε τους Sonic Youth (με το Halloween) και την Diamanda Galas (με το Excerpt from Eyes Without Blood) στο αποκορύφωμά τους, μας καθοδηγούν οι γκουρού John Giorno και William S. Burroughs, ο Michael Gira βγαίνει στην επιφάνεια μόνος του και χαιρόμαστε που επιβίωσε και οι Husker Du αποδεικνύουν γιατί ήταν μία από τις καλύτερες ροκ εντ ρολλ μπάντες όλων των εποχών. Συμμετέχουν ακόμα: Jessica Hagedorn, Cabaret Voltaire, Coil, David Johansen, David Van Tieghem

7. Fight! (Cathexis, 1987)

Πίσω από τα φουγάρα των μεταβιομηχανικών αγγλικών πόλεων μαύριζαν σχήματα όπως οι Astronauts, οι Blue Aeroplanes και οι Three Johns. Εγκληματικά άγνωστοι εκείνου του ήχου ήταν και οι Shock Headed Peters (με προσφιλές τους θέμα τα δολοφονικά ένστικτα του καθενός μας). Δεν πρωτογνωρίζω εδώ τους κορυφαίους στο είδος τους In the Nursery, Clair Obscur και Pink Industry αλλά αποτέλεσαν εγγυητική παρουσία για να την αγοράσω. Η αποκάλυψη εδώ ήταν η ηχητική τρομοκρατία των Zoviet France. Συμμετέχουν ακόμα: Hula, Revolting Cocks, Project GK, Young Gods, Click Click, Tiokoala.

8. Ashes And Diamonds (The Underground Educational Entertainment Program 2) (Red Flame/Ink, 1988)

Κάθε πλευρά και μια εικόνα δύο μαγικών βρετανικών labels των 80ς (η δεύτερη θυγατρική της πρώτης). Υπήρξα μανιώδης ακροατής των Phillip Boa and The Voodooclub, περίεργος ωτακουστής των Severed Head και πιστός φίλος του Patrik Fitzgerald (εδώ με το σπαρακτικό Drifting Towards Violence) – όλοι τους χαμένοι ανάμεσα στους άγνωστους της Ροκ Ιστορίας. Όμως η πραγματικά αδικημένη μπάντα της Μελάνης ήταν οι C Cat Trance, εκείνο το πολύπλευρο funkdubelectroworldbeat σχήμα. Αγαπημένο κομμάτι: Tactics – Frozen Park. Συμμετέχουν ακόμα: Charles Hayward, Anne Clarke, Moodists, Ruby Blue, The Room, Slab!, Pinkie Maclure.

9. Hare, Hunter, Field. The Secret Passion of Rudolf Peterson. Α compilation of sad love songs (Johnny Blue, 1992)

Απρόσμενη κυκλοφορία από μια πορτογαλέζικη εταιρεία, που μου έφτασε τυχαία στα χέρια μου από ταξιδιάρα φίλη. Σκέφτομαι πως δεν έχουν κυκλοφορήσει πολλές συλλογές με ενιαίο θέμα όπως αυτή. Προσπαθήστε να φανταστείτε πώς ακούγονται κομμάτια με τίτλο The Future Looks More And More Just Like The Past (Jon Rose) και Saudade From Faust’s Other : An Idyll (Architects Office). Περιέχει σχεδόν τα πάντα, από φωνητικά samples έως τρυφερές μπαλάντες και κάθε μορφή πειραματισμού, συν μια θυελλώδη live εκτέλεση του Malhaya (saeta) από τον Von Magnet. Ο δίσκος τελείωνε με το εκπληκτικό 14λεπτο Zarm, συνεργασία μεταξύ Hesskhe Yadalanah και εκείνου του κορυφαίου σχήματος με το όνομα Muslimgauze (χρησιμοποιώ πληθυντικό αν και ο Bryn Jones ήταν εκείνος που ηγείτο της αινιγματικής αυτής ομάδας…). Συμμετέχουν ακόμα: Helene Sage, The Grief, Katharina Klement, Syllyk, Das Synthetische Mischgewebe, Durutti Column, Asmus Tietchens, Bel Canto Orchestra, Alfred 23 Harth, Elizabeth Schimana, Tenko & Kenichi Takeda, Violence And The Sacred.

10. Marconi Point (Iris Light Records, 1999)

Σαν παράξενη επιτομή των παραπάνω, αυτός ο δίσκος αφιερωνόταν στον προαναφερθέντα Bryn Jones που πέθανε την ίδια χρονιά. Εδώ υπάρχουν ορισμένες αποκλειστικά γραμμένες γι αυτόν συνθέσεις από τους αεί πειραματιζόμενους Zoviet France, από ένα side project τους (Penumbra) και άλλους. Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο ο λόγος της δημιουργίας της συλλογής ή το artwork που απεικονίζει μεταξύ άλλων το μέρος από το οποίο ο Marconi μετέδωσε τις πρώτες ραδιοσυχνότητες μεγάλων αποστάσεων, όμως σπάνια ένοιωσα τόσο φορτισμένο συναίσθημα από τόσο abstract experimental δημιουργίες. Συμμετέχουν ακόμα: Muslimgauze, Rapoon, Marineville, Zuvuya, Lucha, Filter, Kweens, Marineville.

11. Μια συλλογή συλλογών. Ειδικές κατηγορίες: samplers, after death, fanzines.

Μεταξύ των samplers που επιδιώκω να ακούω από κάθε νέο ή και παλαιότερο label, ιδιαίτερη αίσθηση μου είχε κάνει το πρώτο της Καναδέζικης Noise Factory (Noise Factory Sampler 1, 2003) με περίτεχνα post και ηλεκτρονικά κομμάτια από Beef Terminal, KC Accidental and Broken Social Scene Naw, Tinkertoy, Robin Judge και Sparrow Orange. Το ακούω με την ίδια διάθεση και σήμερα. Υπάρχουν, ακόμη, compilations που δεν με έφεραν σε πρώτη επαφή με τα ονόματα που περιείχαν αλλά που θα τις πρότεινα ανεπιφύλακτα επειδή συγκεντρώνουν τα καλύτερα κομμάτια των συμμετεχόντων· ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν η αποχαιρετιστήρια 100ή κυκλοφορία της Sarah Records There And Back Again Lane (1995) με το βιβλιαράκι της ιστορίας της και με η πολύ μεταγενέστερη της εποχής της Red Heaven από την Cherry Red Records.

Τέλος, οι συλλογές που συνόδευαν περιοδικά και fanzines αποτελούν μια ειδική κατηγορία από μόνες τους που ίσως ξανακοιτάξουμε όταν μας στερέψουν τα θέματα για αφιερώματα, δηλαδή in the year twenty five twenty five. Μια αίσθηση προσωπικής ανακάλυψης κρυμμένων διαμαντιών μου έδιναν π.χ. οι συλλογές του ψυχεδελικού fanzine Ptolemaic Terrascope. Ειδικά στο # 16 έβρισκα τους Martyn Bates και Nikki Sudden παρέα με άλλους χαμένους στον κόσμο τους ψυχεδελιστές αγνώστου πατρός και χρονολογίας.

Αγαπητοί φίλοι, μαζευτήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να προχωρήσουμε στην ίδρυση Συλλόγου Συλλεκτών Συλλογών. Ζητώ συγνώμη που μακρηγόρησα και καλώ στο βήμα τους επόμενους, στο συλλογικό αφιέρωμα εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Στις φωτογραφίες, αντί για ακριβή αντιστοίχηση εξωφύλλων και αναφερόμενων συλλογών, προτιμήθηκαν ορισμένα ιδιαίτερης αισθητικής, όπως εκείνα της Sarah Recorsds (Shadow Factory, Engine Common, Glass Arcade και το οπισθόφυλλο της Fountain Island)  αλλά και κασεττών όπως η Bethel.

11
Μαρ.
12

Τα τραγούδια της κηδείας μου

Θα συμβεί αύριο

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [Ιούνιος 2006]

Έχω δει τόσες πολλές μεταθανάτιες τελετές σε κινηματογραφικές ταινίες, που σχεδόν δοκίμασα να την βιώσω ισάριθμες φορές. Είναι όμορφος ο θάνατος στο πανί, σκεφτόμουν, (κυρίως επειδή μετά ανάβουν τα φώτα κι επιστρέφεις στην προκινηματογραφική σου ζωή), και θα είχα τον καιρό να τον σχεδιάσω είτε να βρίσκομαι πίσω από αυτό, είτε τουλάχιστον στις σελίδες ενός βιβλίου. Μπαίνοντας στον πειρασμό να τις θυμηθώ όλες, με άλλον πρωταγωνιστή, στέκομαι στην αγαπημένη μου: στην αρχή της ταινίας του Τρυφώ, Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες (1977). Η κάμερα οριζοντιώνεται στο έδαφος, στο ίδιο ύψος με τόσες όμορφες γαμπούλες ολόγυρα, γουργουρίζουσες μικρά θρηνάκια.

Αν και φύσει αισιόδοξος, είμαι σχεδόν βέβαιος πως στην οριακότερη των οριακών στιγμών, το μυαλό μου θα διατρέξει ταχύτατα όσα δεν γεύτηκε, δοκίμασε, χόρτασε – εκείνα που δεν χάρηκε, κοινώς πάντα τα απραγματοποίητα και άζηστα· πως οι ματαιώσεις και οι διαψεύσεις θα υπερτερήσουν όλων. Ευτυχώς θα κονταροχτυπηθούν ακόμα και την ύστατη ώρα με τις άλλες κορυφαίες στιγμές. Νομίζω η μάχη θα είναι σκληρότατη.

Το Θα συμβεί αύριο ήταν τίτλος της πιο αισιόδοξης ταινίας που μπορώ να θυμηθώ: Domani accandra, Daniele Lucchetti, 1985. Με τον Nanni Moretti ηθοποιό, με τον Nicola Piovani μουσικό. Είναι επίσης η κλασική μου επωδός – επίκληση και ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του συνθέτη της, το Giorni Briganti, σ’ ένα αλησμόνητο πλάνο. Και παραδόξως, τα λευκοντυμένα παιδάκια που ζούσαν στην ευτυχισμένη κοινωνία τρώγοντας τις καλύτερες σοκολάτες, έδιναν μια παράξενα θανατηφόρα αίσθηση στο τραγούδι.

Οι τελευταίες Δώδεκα Σκέψεις μου ζευγαρωμένες με συνταιριάζοντα τραγούδια, θα είναι…

1. Για τους λάθος δρόμους.

The Go-Betweens – The wrong road [The liberty belle and the black diamond express LP].

Όταν η βροχή χτυπάει τη στέγη, με τον ήχο ενός φιλιού που μόλις τέλειωσε, όπως ένα χείλος σηκώνεται από χείλος, έτσι πήρα τον λάθος δρόμο… Χίλια συγκροτήματα αγάπησα, με λίγα ένοιωσα φίλος, με αυτούς εδώ από την πρώτη στιγμή. Οι εκφράσεις τους (εντελώς εμφανείς στα τραγούδια τους) μου θύμιζαν τις δικές μου: να γελάω στις σκληρές στιγμές και να είμαι ανέκφραστος στις ευτυχείς. Αλλά τέσσερα πέντε λάθος μονοπάτια να σου καθορίσουν τη ζωή; Αν γνώριζα… Άλλο ήθελα να σπουδάσω άλλο σπούδασα, άλλο ήθελα να κάνω για να ζω άλλα έκανα, η μία λάθος επιλογή έφερνε την άλλη. Ποτέ δε μπόρεσα να συμβιβαστώ με το «κάθε λάθος για καλό», γελούσα μ’ εκείνους που ισχυρίζονταν πως αγαπούν τα λάθη τους, εγώ ήθελα να τα γαζώσω.

What was that phrase / «Grace under pressure»? Αλλά τουλάχιστο μπόρεσα να βιώσω ένα τέτοιο τραγούδι, όσο μόνος ένας ομοιοπαθής… In the disjointed breaking light / The soft blue approach of the water / Makes a sound you won’t forget / I took the wrong road round… Φυλάξτε το τελευταίο αυτό βαλς για μένα, κι όταν φύγω παρακαλώ όταν ακούγονται τα έγχορδα αφιερώστε μια σκέψη σ’ εμένα…

2. Για τα προσωπικά μου παραμυθιάσματα.

Plasticland – Magic Rocking Horse [Color Appreciation LP].

Γι’ αυτά έζησα και ένοιωθα πως αξίζει η ζωή μου, ακόμα και περιμένοντάς τα, ακόμα και ως άπιαστες πεταλούδες. Όταν ο κόσμος τριγύρω μου με έκανε να αισθάνομαι μόνος. Δύο- τρεις τέχνες, μια – δυο δημιουργίες, ένα μπουκέτο φαντασιώσεις, κάποια ταξίδια. When the world begins to make me feel so lonely…

Όλη αυτή η ανικανοποίητη αίσθηση πως δεν έζησα την ψυχεδελική εποχή της εξύμνησης της ζωής, της οργιαστικής νεότητας, της συμφιλίωσης με την φύση, της αισιοδοξίας για καλύτερους κόσμους και καλύτερους εαυτούς, του έρωτα όπως θα έπρεπε να είναι (φυσικός, ελεύθερος, κοινός), των πολύχρωμων ρούχων, της διεύρυνσης του μυαλού και της άνοιξης της καρδιάς, των καλοκαιριών της αγάπης και των χειμώνων της ειρήνης…πώς θα μπορούσε να καταλαγιαστεί, πέρα από την ίδια την ψυχεδελική της μουσική, αυθεντική ή αναβιωθείσα;

3. Για τις Ιστορίες που δε μάθαμε.

The Astronauts – The Semaphore Men [Τhe seedy side of Astronauts LP].

Σε ποια Ιστορία γράφομαι; Χωρίς να μπορέσω ποτέ να το εξηγήσω, απέκτησα μια εμμονή με την Ιστορία. Την σπούδασα, την μελέτησα, την αμφισβήτησα, την αρνήθηκα, την βασάνισα και με βασάνισε. Κανείς δε μου είχε μιλήσει για την ασέληγηση του σώματός της, για την διαστρέβλωσή της ουσίας της, για την υποκειμενικότητα της γραφής της.

Τα ίδια και στην Μουσική Μικροϊστορία. Για χρόνια οι Αστροναύτες δεν αναφέρονταν σε καμιά ιστοσελίδα, σε καμία από τις (άχρηστες συνεπώς) διαδικτυακές εγκυκλοπαίδειες. Ακόμα και σήμερα οι αναφορές είναι ισχνές. Σα να μην σχηματίστηκαν ποτέ, σαν να τους άκουσα όνειρο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρξαν; Ότι η Ιστορία τους ξέβρασε, τους απέβαλε ως ξένο σώμα; Αλλά εγώ θυμάμαι έξι δίσκους (με αυτό το δωδεκάλεπτο μεταβιομηχανικό τεχνορόκ στον τέταρτο) όπου έδιναν τα πολλαπλά της κάτοπτρα, όσα και οι μυριάδες ζωές των ή οι θεάσεις τους. Σε ποια Ιστορία ποιών ανθρώπων θα γραφτούν και σε ποια Ιστορία αναφέρονται εδώ όταν ψελλίζουν ένα Distort History; To κομμάτι διασώζεται εδώ, το περί ου ο λόγος μέρος από το 5.39.

4. Για τις πλανητικές μου διαχύσεις.

Τhe Vietnam Veterans – Everywhere’s my nation [Ancient times LP, Green peas Live LP].

Θα μου λείψουν οι στιγμές που νοιώθεις πως γίνεσαι ρευστός οργανισμός και αισθάνεσαι υπερίπτασαι στα ύψη ή διαχέεσαι στα πλάτη. Αίσθηση που μου δημιούργησαν μόνο οι οργασμοί, η μέθη, κάποιες ραδιοφωνικές μου εκπομπές, και ορισμένες μουσικές, όπως της αγαπημένης μου νεοψυχεδελικής μπάντας, που προσέθετε και μια αίσθηση μοιράσματος με πλάνητες απανταχού του πλανητικού χωριού. Δε μπορώ να σου πω πού είναι το σπίτι μου, ούτε καν πού γεννήθηκα, είμαι ένας ξένος, γιατί το παντού είναι το έθνος μου.

Ενθύμηση: Με κάποιο τρόπο έμαθα πως στο προαναφερθέν live όλοι ήταν βαθιά λυπημένοι, καθότι ο γιος του Lucas Trouble, εκείνου του απίστευτου κημπορντίστα είχε πέσει σε κώμα – όλοι τους όμως βρίσκονταν μακριά του και το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να συνεχίσουν να παίζουν. Εκείνο το βράδυ η μπάντα έπαιξε όπως καμία άλλη φορά, σχεδόν κάθε κομμάτι απλωνόταν στο άπειρο, για να αποτελέσει επίκληση στους θεούς που εφημέρευαν. Όσο διαρκούσε η συναυλία, εκείνοι έπαιζαν ενάντια στην αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Όταν τελείωσε έμαθαν τα αποτελέσματα της κοσμικής τους επίκλησης.

5. Για την λύπη.

Damon and Naomi – Mirror Phase [Damon and Naomi with Ghost LP].

Τίποτα, μόνο άφεμα, σαν σε πλοίο. Να γινόταν να αδειάσει το μυαλό, να μην σε χτυπάει τίποτα. Το βάλσαμό μου.

6. Για την αίσθηση πως βλέπεις πράγματα που δε βλέπουν οι άλλοι.

Marshmallow Overcoat – Something about the sun [Inner mystique LP].

Μια μεγάλη ειρωνεία ήταν πως πάντα άκουγα και απολάμβανα μόνος κι έρημος την υποτιθέμενη κοινοτική μουσική, την ψυχεδελική. Οι ίδιοι οι προμηθευτές μου ήταν ακόμα μοναχικότεροι. Όμως έβλεπα τις εικόνες που ήθελα και ευχαρίστως να τις ξαναζούσα τώρα, αν αυτό δεν ήταν το αφιέρωμα του τέλους του χρόνου μου. Μια φωνή σαν μετεμψυχωμένος Morrison μου τραγουδά: Ξέρεις μερικές φορές, όταν είμαι πολύ πολύ μόνος, υπάρχει κάτι παράξενο σχετικά με τον ήλιο, είναι η ξεχωριστή μου φίλη…

7. Για την αβάσταχτη ομορφιά της αποτυχίας.

(Τhe Mighty) Wah!- The story of the blues part 1 [A word to the wise guy LP].

Υπήρξα ανέκαθεν υπερβολικός, εκδηλωτικός, απαιτητικός, εκλεκτικός, γκρινιάρης. Ακριβώς ο χαρακτήρας που έβγαζε στα τραγούδια του ο – αυτός τουλάχιστον είχε μία διέξοδο (γκρίνια πάλι!) – Pete Wylie. Αιωνίως φωνακλάς και κατά βάση άσημος, ο πιο αδικημένος ροκ σταρ της ιστορίας του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ έβγαλε υπέροχα τραγούδια που δεν έφτασαν στα αυτιά των πολλών – κι όταν το άφηνε κατά μέρος, γυάλιζε κομψοτεχνήματα σαν και τούτο. Δε σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί, δεν πήρε ποτέ ό,τι άξιζε. Πάντα με κέρδιζαν οι ελάσσονες ήρωες της άγνωστης σε εμάς πραγματικότητας. Οι δημιουργοί που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί, οι δόξες που κατέληξαν στα γήπεδα της τρίτης εθνικής, οι αυτοκράτορες που εξορίστηκαν. Πρώτα σου παίρνουν την υπερηφάνειά σου, την γυρνάνε μέσα έξω, και μετά συνειδητοποιείς πώς δεν έχεις τίποτα πια ούτε για χάσιμο…

8. Για έναν ρομαντισμό που δεν εξέφρασα παρά σπάνια.

Cocteau Twins – Musette and drums [Head over heels LP], How to bring a blush to the snow [Victorialand LP].

Η ομορφότερη μουσική που άκουσα ποτέ, που κατέβαινα σε αρχαία ερείπια για να την ακούσω, που μου έδινε την πιο ιδεατή εικόνα του έρωτα. Οι Cocteau Twins, το οριακό και οριστικό συγκρότημα της ζωής μου, είναι ασύμβατοι μ’ αυτές τις σελίδες. Είναι γενικώς ασύμβατοι με τις λέξεις, υπεράνω λεκτικής περιγραφής. Τώρα συνειδητοποιώ πως την ίδια αίσθηση είχαν κι εκείνοι για τα τραγούδια τους: ήταν αδύνατο να έχουν πάντα στίχους, γι’ αυτό και προτιμούσαν τους γλωσσικούς ήχους.

9. Για τις στιγμές των φόβων.

John Cale – Fear Is The Man’s Best Friend [Vintage Violence LP].

Ορισμένοι ισχυρίζονται πως σώθηκε η ζωή τους χάρη στο διάβασμα μερικών καθοριστικών σελίδων. Εμένα μου άρκεσαν ένα μάτσο φράσεις του John Cale για να αισθανθώ πως αμφιβάλλουν ή φοβούνται και άλλοι εξίσου μ’ εμένα. Όπως εκείνη στο Gideon’s bible: Holding up … to things that don’t exist… Σε μια εποχή που οι ροκ εντ ρολλ ήρωες διατυμπάνιζαν τα ανδραγαθήματά τους, εκείνος ξεγυμνωνόταν από κάθε ηρωική του εικόνα. Και δε σταμάτησε να μιλάει για αντιφάσεις, αδυναμίες, φόβους. Πολεμώντας τους στα ίσια με ορισμένα λόγια. Και κονταροχτυπιέται ακόμα, με ισόπαλο αποτέλεσμα. Δε περίμενα να μου στείλει στεφάνι… ή είναι κι αυτό ευσεβής πόθος; You know it makes sense, don’t even think about it / Life and death are just things you do when you’re bored … / Say, fear is the man’s best friend…

10. Για μια απορία που δε λύθηκε ποτέ.

Tuxedomoon – The cage [Short Stories EP]

Πώς είναι δυνατό τα μέρη που εφευρέθηκαν για να γνωρίζονται οι άνθρωποι, να είναι μέρη που αισθάνεσαι μοναχικότερος από οπουδήποτε; Έμαθε λοιπόν να κρατά το τσιγάρο και ποτό στο ένα χέρι, αλλά δεν φαίνεται να τα καταφέρνει, όλοι είναι τελικά τόσο ηλίθιοι, αλλά δεν ξεχνάει το φεγγάρι έξω κι όλα τα αστέρια ψηλά. Bars…

11. Για τότε που ένοιωθα εύθραυστος.

Robyn Hitchcock – Glass [Fegmania LP].

Glass is all we’ re really made of / glass is all we’ll ever be… Μυριάδες τέτοιοι ήρωες της δικής τους πραγματικότητας ήταν όλοι οι χαρακτήρες των τραγουδιών του Ρόμπυν. Στη σπάνια περίπτωση που τραγούδησε για τον εαυτό του, έγινε διάφανος μια για πάντα. Είτε κρεμόμαστε από μια κλωστή, είτε σπάμε με το παραμικρό, είτε κολυμπάμε σε θάλασσες πανικού, είτε κρυβόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Glass protects you but glass can shatter / hear the sirens, hear the screams / in the end of, nothing matters cause / no one else can see your dreams.

12. Για τις αβύσσους των ερωτισμών.

Δέσμιος ορισμένων ανομολόγητων φετίχ και ερωτικών φαντασιών που πανομόρφυναν τον βίο, φαντασιακά ή πραγματικά. Ενίοτε διασταυρώθηκαν σε στίχους ημίφωτους κι ημιθανείς: Mark and Mambas – To catch a fallen star [Torment and torreros LP]. Sparks – More than a sex machine [Balls LP]. Winston Tong – Reports from the heart [Theoretically Chinese LP]. Pain and pleasure twisted by / contradicted body and mind. // But I’m much more than thins/more than a sex machine!

Υπάρχει κάποια επικότητα και μία αίσθηση δραματικού τέλους σε κομμάτια όπως το My Way, το Heroes και το All tomorrows parties. Tα άκουγα κι εγώ στο χείλος του γκρεμού κάποτε, ή απλά του μπαλκονιού μου. Αλλά δεν τα διαλέγω. Γιατί ήταν πολλά αυτά που δεν έγιναν με τον τρόπο μου, υπήρξαν φορές που ένοιωσα ήρωας αλλά ήταν ελάχιστες, και καμία σύναξη ομόψυχων δεν με ικανοποίησε ποτέ – τα πάρτυ του αύριο ήταν μια απάτη. Τίποτα δεν καλυτέρευσε ποτέ.

Η τελευταία ερώτηση θα ήταν από και προς κάποιον που γνώρισε πολλές περισσότερες «περιφορές», σύρθηκε στη γη και στα εξώφυλλά του, μου άνοιξε το μυαλό του και σχεδόν πήγα να πνιγώ εκεί μέσα. Τον Ιούλιο του Χάους: Ω βασιλιά του χάους, θα αγαπήσεις το γιο σου; / το μυαλό μου αποσυνδέθηκε, και δεν είναι το μόνο… Julian Cope – O King of chaos [Fried LP].

ΥΓ. Ο υιός Trouble είναι μια χαρά. Είναι αυτός που βλέπετε τρίτος από δεξιά στην τιμητική μου φρουρά. Ακούω τη φωνή του εκδότη: Είπαμε έντεκα και εσύ μας έφερες τη μισή δισκοθήκη σου. Μας οφείλεις απ’ τα πέρατα συνομιλίες με τους αγαπημένους σου, νεκρούς μεν, πάντα ενθυμούμενους δε: Andrian Borland, Billy McKenzie, David McComb, Grant McLennan, Nikki Sudden. Κι όσους Ramones βρεις.

Προτού φύγω ας θυμηθώ μερικές χρήσιμες επιγραφές – τίτλους που σήμαιναν κάτι παραπάνω από τα υπέροχα τραγούδια που σκέπασαν… …Knowledge comes with death’s release. Tonight by your side, it’s Such a heavenly way to die. Under neon loneliness, motorcycle emptiness….

Σύμφωνοι, το Καρναβάλι τελείωσε. Άρα, να καίνε οι φλόγες! My Funeral, My Trial. Απόψε πετάμε. Κυρίες και κύριοι πλοηγούμαστε στο διάστημα. Αφήστε με τώρα, είμαι στον Έβδομο Ουρανό. Εσείς, ακούστε τα Εμβατήρια του Νικόλα Πιοβάνι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Ολόκληρο το αφιέρωμα σε έξι μέρη, αρχίζει εδώ.

Εδώ η αυθεντική εκτέλεση του Magic Rocking Horse. Εδώ η ανώτατη διασκευή των Plasticland. Το Everywhere’s my nation διαδικτυώνεται εδώ. To Semaphore Men των Astronauts σώζεται μόνο εδώ, αρχίζοντας από το 5.40 αλλά μένει ανολοκλήρωτο.

02
Μαρ.
12

Οργανικά – Instrumentals. Μια λίστα

Οίστρου Mental List

Στο πλαίσιο του ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr «τα καλύτερα instrumental» (Οκτώβριος 2003). Πρώτη δημοσίευση εδώ. Όλες οι συμμετοχές εδώ.

Αφήνοντας κατά μέρος τα σερφάκια που θα’ θελαν μερικές σελίδες, τα αιθέρια [δηλ. του είδους που ονομάστηκε ethereal] που απαιτούν γερό ξεσκόνισμα μνήμης και τα διάφορα ηλεκτρονικά και ηλεκτρόνικα που αποτελούν αυτόνομες κατηγορίες (εδώ βέβαια και τα τεκνοτράνς) και φυσικά ολόκληρη την εκστατική εντός κι εκτός ψυχεδέλειας δεκαετία του ’60, μένω σ’ εκείνα που θα συνόδευαν μια ιδανική μου μέρα, αδιαφορώντας για όσα δεν θυμήθηκα να χωρέσω!

Θα ξεκινούσα λοιπόν τη μέρα μου με ένα άλμπουμ γεμάτο δίλεπτα μαργαριταρένια, το Let the snakes crinkle their heads to death των Felt. Θα μου αρκούσε το Song for William S. Harvey. Θα ξεχυνόμουν έξω απ’ το σπίτι στον ανεβαστικό ρυθμό του Driving to the airport του Tom Kazas (πρώην Moffs). Θα περιπλανιόμουν κάτω απ’ τους ταξιδιάρικους ήχους του παραδοσιακού Lonely bull, ίσως όπως είναι διασκευασμένο σ’ ένα παλιό φλιπ σάιντ των Dream Syndicate. Θα χαλάρωνα με τον κινηματογραφικό ρομαντισμό των Air και το Ce matin la τους. Θα χάζευα τα χρώματα των φωτισμένων δρόμων της μεγαλούπολης υπό το Pioneer skies των Chemical Brothers, θα χόρευα με την 80s ρυθμολογία του Dark Horse απ’ τον Jah Wobble και θα κυνηγούσα τη νύχτα υπό το Hedonism από ένα θεατρικό μιούζικαλ των Pet Shop Boys, όταν δεν με φόβιζαν τα σκοτάδια της με το Film Theme των Simple Minds. Και δεν θα σταματούσα να ψάχνω την προσωπική μου Ευδοκία (Στέρεο Νόβα).

Αν έμενα σπίτι θα διάβαζα επικές λογοτεχνικές σελίδες υποκρουόμενου του The Great Seal των Laibach, αλλά θα φυλούσα τους Labradford και Panamerican (μη ρωτάτε για τίτλους, ούτε οι ίδιοι δεν έχουν) για τις δικές μου ώρες έμπνευσης. Θα φορτιζόμουν έως τελικης πτώσης με το εντεκάλεπτο Suicide των Spacemen 3, θα ανερχόμουν σ’ άλλες συνειδησιακές σφαίρες υπό τα Lost chronicles των Hawkwind. Θα έβλεπα την ανατολή με το Poem without words II: Journey by night της Anne Clarke. Σε μια βραδιά περισυλλογής θα ακουγόταν μόνο ο Brian Eno αλλά  για μια βραδιά αποφάσεων θα έψαχνα το Academy in Perilτου John Cale. Σ’ ένα από τα ενύπνιά μου σίγουρα θα γινόμουν μοναχικός περιπλανώμενος στην έρημο (Aksak Maboul – Odessa).

Μήπως θα έπρεπε να γίνει κι ένα παράπλευρο αφιέρωμα σ’ εκείνα που αρχίζουν κι εξελίσσονται ως οργανικα αλλά ξάφνου διασχίζονται από απρόσμενη κι απρόκλητη φωνή μετά; Ή αλλιώς, γιατί να μιλάς Greg Sage/Wipers στο τέλος του When it’s over, γιατί να μιλάς Mark E. Smith/Fall στη μέση του I am a curious oranj (Overture), γιατί Neil Hannon/Divine Comedy κάπου στο Europe by train;

ΥΓ. Τα χρόνια πέρασαν, εκατοντάδες άλλα υπέροχα «οργανικά»/instrumentals ήρθαν να προστεθούν στην λίστα. Αλλά ας μείνει έτσι αυτή εδώ, ν’ αποτυπώνει τη στιγμή του αφιερώματος, που ίσως κάποτε έχει τη συνέχειά του. Μέχρι τότε ο κατάλογος του instrumentalist θα είναι πάντα μια οίστρου πνευματική (mental) λίστα!

26
Φεβ.
12

Ηλεκτρονική Ποπ ’80

Αφιέρωμα

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του Mic (17.2.2003), σε καρναβαλικές ημερονύχτες.

Ιt’s time we should talk about it/ there’s no secret kept in here…

Πού να το ’ξερε ο Gary Daly των China Crisis, πως οι πρώτοι στίχοι ενός απ’ τα πανέμορφα συνθ ποπ του (Wishful thinking) θα ταίριαζαν γάντι στην απόφαση να ξεκλειδώσουμε το ομώνυμο συρτάρι της ντουλάπας των ειδών. Πού να βρίσκονται τώρα αυτός κι οι τόσοι όμοιοι του; Είτε καλλιεργούν φάρμες στα χάιλαντς, είτε ασχολούνται σε χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, είτε άλλαξαν ζωή και συνήθειες, είτε σκαρώνουν ακόμα συνθέσεις σ’ άλλα ή παρόμοια (χλωμό…) στυλ, σ’ ένα μέρος τους εντοπίζουμε σίγουρα: στη μνήμη μας! Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή και δεν χανόμαστε να τους αναζητούμε στις σκονισμένες δισκοκασετοσυλλογές… Και αναφέρομαι και στην οπτική μνήμη, όπως π.χ. στην θύμηση της εμφάνισης όλων αυτών στο Top of the Pops της βρετανικής τηλεόρασης (στο εξής: TOTP), ένα εσωτερικό ποπ σώου με σχετικά σκοτεινή σκηνή και ζωντανό κοινό με χρωματιστά καπελάκια από κάτω. Τα βλέπαμε στο Μουσικόραμα (πού είστε κύριε Γκούτη με το αξέχαστο χαμόγελο;) και σε βιντεοκασέτες που μας έστελναν αφιονισμένοι φίλοι απ’ την Αλβιόνα.

Είναι μάλλον δύσκολο να περιγράψω την αρχική εντύπωση που μου προξένησαν τα πρώτα τέτοια τραγούδια πίσω στο 1981, τη δική μου χρονιά ηλεκτροσυνθετικής ενηλικίωσης. Πάντα θα παραμένει το μικρόβιο που κατατρέχει κάθε δύστυχο που παλεύει με το λόγο: η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις και σ’ αυτό που θέλει να εκφράσει απ’ τα θυμούμενα. Θυμάμαι την αρχική ευφορική αίσθηση της μελωδίας, τις κοφτές αλλά πιασάρικες φράσεις και την αίσθηση μιας ηλεκτρονικής εποχής που δεν ήξερες τελικά αν θα ήταν εφιαλτική ή παραδεισένια. Α, και το ότι μπορούσαν να βγάλουν όλα τα συναισθήματα πού βγαζε και το ροκ εντ ρολλ. «Δεν έχει ηλεκτρικές κιθάρες»; Και τι πειράζει;

Τα συγκροτήματα:

1. Είμαστε οι Νέοι Ευρωπαίοι και στεκόμαστε μόνοι! – Ultravox

The voice, We stand alone: αριστουργήματα ενός είδους που θα ονόμαζα επική ηλεκτροπόπ. Και ένα απ’ τα εντυπωσιακότερα openings ενός δίσκου. Στην αποκαλυπτική λοιπόν χρονιά του ’81, ένας δίσκος με τίτλο Οργή στον Παράδεισο με βούτηξε βαθιά σε μια ποπ μελαγχολική, ρομαντική και επιθετική σε ισόποσες δόσεις, μ’ ένα μόνιμο ονειρικό μείγμα από συνθεσάιζερς στα νώτα της. Οι τέσσερις τύποι μου τράβηξαν αμέσως την προσοχή: δεν είχαν ηλίθιες φάτσες σαν τους υπόλοιπους του σιναφιού, δεν πέταξαν στη σοφίτα τις κιθάρες ως άχρηστες και, το κυριότερο, είχαν ένα τιμημένο παρελθόν, με ρίζες σε πανκ, πειραματισμό και μπόλικο, μπόλικο new wave, αποτυπωμένο σε 3 δίσκους : System of Romance, New Europeans,Vienna.

O Midge Ure, με το α λα Clark Gable μουστάκι και τις κινηματο – γραφικές εκφράσεις έγινε αμέσως ο υπό ταύτισιν ήρωας. Δεν ξέφτισε ποτέ – αντίθετα, ακόμα και με σόλο δίσκο το ’83 (Τhe gift), έβγαλε έναν υπέροχο ερωτικό μέηνστρημ ποπ ύμνο, το If I was… Τους βάζω πρώτους γιατί εκτός απ’ το λαμπρό παρελθόν ήταν απ’ τα ελάχιστα σχήματα που αγαπούσαν εξίσου μαζί κριτικοί και κοινό, κάτι σαν οι Jam του είδους δηλαδή. Ένα ακόμα κοινό με τη μπάντα του Weller είναι πως από ένα σημείο κι έπειτα όλοι περίμεναν το καινούργιο κάθε φορά single τους, με την βεβαιότητα πως θα φωτίσει την κορφή του βρετανικού τοπ αλλά και τη δική τους σκούρα καθημερινότητα, είτε με την μελαγχολία ενός Vienna, είτε με το έπος ενός Hymn. Μόνο οι Tuxedo Moon από άλλα μετερίζια τίμησαν έτσι την ευρωπαϊκή θλίψη! Θλίψη που άλλωστε είχαν προοιωνίσει το 1977 με το αλησμόνητο Hiroshima Mon Amour. Somehow we drifted οff so far/communicate like distant stars….

2. Αρχιτεκτονική, Ηθική και άλλες υπέροχες επιστήμες – The Orchestral Manoeuvres In The Dark

Μια απ’ τις πρώτες επαφές όλων μας μαζί τους ήταν το Εnola Gay, από μόνο του μια σπάνια περίπτωση τέτοιων δραματοπολεμικών στίχων σε μαζικό χιτ. Αλλά οι OMD (με το φωβιστικό – ζωγραφικό όνομα-τραίνο) έφτιαξαν δυο εξαιρετικά άλμπουμς: το Organisation και το Architecture and Morality. Το Organisation δεν έπαυε να είναι ένα άλμπουμ ζοφερό, όπως και το τοπίο του εξωφύλλου, αλλά μ’ ευφυή συγκερασμό διαφορετικών ηλ-στυλ. Ακόμα μουρμουρίζω το θερμά απλοϊκό πλην θερμότατο Motion and Heart, το επικών διαστάσεων The Misunderstanding και την ψυχρή α λα Kraftwerk μετρονομία του Statues. Ο Andy McCluskey είχε μια πηγαδίσια φωνή και σκάρωνε γερές μελωδίες, ο Pete Humphreys πρέπει να ’χε άπειρα σύνθια να ταχυδακτυλουργεί. Είχα εκπλαγεί για δεύτερη φορά!

Μα ήταν με την Αρχιτεκτονική και Ηθική τους (τι τίτλος!) με την οποία έλιωναν τους πάγους, έστρεφαν στην ηδονή των τεχνών κι έφτιαχναν κομψότατες στυλιστικές δημιουργίες: τo Joan of Arc (προσοχή! όχι το βαλσοειδές Joan of Arc με τον υπότιτλο Maid of Orleans που επίσης βρίσκεται στο δίσκο) αποτελεί ένα απ’ τα αριστουργήματά τους με τη σταδιακή του ανάπτυξη και τη φωνητική κλιμάκωση μιας επουράνιας μελωδίας, ενώ το Souvenir μάλλον αποτελεί ένα απ’ τα αγνωστότερα μα πανέμορφα ποπ τρίλεπτα (κατ’ εξαίρεση μάλιστα με τη φωνή του Humphreys). Στη συνέχεια έβγαλαν δίσκους παιδικής ή παιδαριώδους πoπ. Εκτός όμως απ’ τα δύο παραπάνω LP υπάρχει και το ομώνυμο ντεμπούτο τους (και με το Electricity μέσα). Μπορεί να μη συμφωνώ με πολλούς που θεωρούν πως είναι το καλύτερό τους, αλλά σ’ αυτό ίσως κρυβόταν όχι μόνο το καλύτερο OMD τραγούδι αλλά κι ένα προφητικό άσμα της ηλεκτρονικής εποχής που θα ερχόταν: The Messages. Κι ήταν μόλις 1980… So don’t ask me if I think it’s true/ That communication can bring hope to those/Who have gone their separate ways…

3. Arrogance gave you up? Μια στοργική γροθιά θα σας σώσει. The Associates

Αγόρασα το Sulk απ’ το στούντιο 27 της Πατησίων, μαζί με μια κασέτα της Sigma Fay (το παραδέχομαι). Είχα το εξώφυλλο με τους δυο νεορομαντικούς ιππότες στα δερμάτινα, πνιγμένους στα πλαστικά λουλούδια, είχα παρατηρήσει τον τίτλο Arrogance Gave Me Up που μου τράβηξε την περιέργεια (ποιος κάνει τέτοιο outing;), είχα διαβάσει για τα προγενέστερα νεορομαντικά, νεοκυματικά, νεονέα κυκλοφορήματά τους (το ΕP Fourth Drawer Down και το LP The Affectionate Punch) απ’ τον Γιώργο Μαλαθρώνα και τα είχα σημειώσει σ’ ένα μπλε τετράδιο κάτω απ’ τον τίτλο «υπ’ όψιν» – με λατινικό αλφάβητο. Σ’ εκείνο τον ολογυάλιστο δίσκο το Party Fears Two ήταν το απαύγασμα της δεκαετίας πάνω στο είδος. Η οριστική ποπ κομψοτεχνία. Οι βαθύτατα υποψιασμένοι Billy McKenzie – Alan Rankine που έγραφαν για τα τρίσβαθα των κατάμαυρων ψυχών τους περιτυλιγμένα σε πλήρη αλαζονεία και κλαυθμό (δεν είχα καταλάβει ακόμα πώς συνδυάζονται τα δυο), που εννοούσαν πέρα για πέρα, τουλάχιστο ο πρώτος, που αυτοκτόνησε χρόνια αργότερα (έχοντας βγάλει όμορφα προσωπικά LP). Μέχρι σήμερα το ολόλαμπρο κομψοτέχνημα του Party Fears Two θα αντανακλά τις ψυχικές μέθεις του αξέχαστου BmK, εραστή εκτός των άλλων και του Morrissey.

4. Όταν όλα έχουν γίνει κι έχουν ειπωθεί, τα χέρια μου ακόμα θα δουλεύουν τη φωτιά και το ατσάλι! – China Crisis

Δεν είναι τσιτάτο από αφίσα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ούτε μότο ρώσου συγγραφέα, αλλά στίχος από Λιβερπουλιανό σχήμα με εποχικές φράντζες και ωραίους ποπ δίσκους. Ομολογώ πως ικανοποίησαν την επιθυμία μου για βαθύ περιεχόμενο σε εύπεπτα τραγούδια. Ν’ αρχίσω απ’ τα εξώφυλλα και τους τίτλους των δίσκων τους; Το ντεμπούτο τους Difficult shapes and passive rythmes, some people think it’s fun to entertain (!) του 1982 είχε γεωμετρικά αντικείμενα σε κυβιστικές φωτοσκιάσεις. Μόνο οι Nits θα έδειχναν αργότερα τέτοια εξωφυλλιακή καλλιτεχνική αντίληψη. Θυμάμαι το γλυκό τρακ Christian και τα παιδιά του TOTP με τα καπέλα να κουνούν νωχελικά τα σημαιάκια τους.

Μα ήταν το δεύτερό τους, το εμπνευσμένο Working with steel and fire / Possible pop songs (ξανά θαυμαστικό) του ’83, το οποίο αγόρασα για πεντακόσιες δραχμές, τιμή τότε των δίσκων εγχώριας κοπής. Μέσα από το (ξανά) πρωτοφανές για ποπ εξώφυλλο βιομηχανικής αισθητικής συνυπήρχαν αριστεροί στίχοι, ζοφερές εικόνες πυρηνικής καταστροφής (ο αντίποδας των Crass!) στο Papua (Children turn away just before the blast, falling to the floor, smiling for their last time) και πανέμορφα love songs όπως το Wishful Thinking. Mετά εμπορικοποιήθηκαν κι αυτοί και μπλατάνεψε η μουσική τους. Είχαν προλάβει να προφητεύσουν όμως στο ομώνυμο έπος : Fashion play her part, to be work of the reds! Φανταστείτε: εργάτες των κόκκινων, με ρωσική μετάφραση του τίτλου στην αρχή του τραγουδιού, κι όλα τούτα στο απογευματινό σώου της θατσερικής τηλεόρασης!

5. These are the things that dreams are made of Human League

Ικανότεροι για το ωραιότερο και το χειρότερο τρακ, όπως οι Παναγιώτης Κελεσίδης και Πήτερ Σράιβερς ήταν ικανοί για τη δυσκολότερη απόκρουση και το πιο κοροϊδίστικο γκολ. Ήμουν έφηβος όμως τότε, και φανταστείτε με πόση ζέση δεχόμουν τις θηλυκές φωνές τους που έσπαγαν την αρσενική μονοτονία όλων των άλλων ηλεκτροπόπ σχημάτων. Στο αρχικό σχήμα τους (ως κουαρτέτο με 4 άντρες) υπήρξαν απ’ τους προδρόμους του είδους συνδυάζοντας τη δική τους βρετανική ποπ με πειραματισμό, αλλά η επιτυχία τους έγινε όταν οι Ware / Marsh (μετέπειτα Heaven 17 – βλ. παρακάτω) αντικαταστάθηκαν με τις δυο θηλυκές κοντόμαλλες. Τότε βγήκε λοιπόν το Dare, η εμπορικότερη synthpop του έτους όχι όμως κι η πιο εμπνευσμένη. Πριν τον εκφυλισμό τους πέρασαν και στην πολιτική καταγγελία με το Lebanon (απ’ το Hysteria του ’84). Μα ήταν ο βαθύς ερωτισμός του Don’t you want me baby ? (του  Dare) που έμεινε. Ι was working as a waitress in a cocktail bar, when I met you …

6. Αποκάλυψη Τότε: Tο συγκρότημα του Γιάννη Παλαμίδα, έβγαλε στις αρχές των 80s ένα δίσκο με τίτλο Νο – με αυτή τη λέξη ξεκινούσαν κι οι τίτλοι όλων των κομματιών, σε ένα ιδιόρρυθμο αρνητικό – και προφανώς όχι μόνο τιτλικό – concept. Η ιδιόμορφη οπερετική του φωνή έδενε γάντι με τις πανέξυπνες συνθετητικές συνθέσεις και τους εφιαλτικούς στίχους. Αποκάλυψη, εν μέσω μιας ανύπαρκτης σκηνής. Θυμίζω πως ο Παλαμίδας έκανε την ίδια εποχή φωνή με τη Σαββίνα στο κλασσικό Σαμποτάζ της Πλάτωνος και σ’ άλλα της κι άλλους δίσκους μακριά απ’ τα φώτα των μήντια. Το καλύτερο εδώ ήταν ένα που νομίζω λεγόταν No art. Τέλειωσε η συνθ ποπ ή θα έρθουν άλλα παιδιά με μάτια λέηζερ και μαλλιά τυρκουάζ και θα κάνουνε σαμποτάζ;

Τα τραγούδια

It’s such a shame/When I’m out in the rain/All the curtains are closed/Its a sad scene I know…

Θ’ αφήσουμε τον Marc Almond να υποφέρει στη βροχή, με τις κουρτίνες μας κλειστές; Οπωσδήποτε όχι, πόσο μάλλον όταν το «κρυφό» του σχήμα Marc And The Mambas, πολύ μακριά απ’ τις κακογουστιές των Soft Cell, έβγαλε μια πορφυρή, θεατρινίστικη ποπ σαδομαζοχιστικών προβολών, με άτιτλο ύμνο [Untitled][εδώ]. Αφήνοντας αυτονόητα εκτός συναγωνισμού τα αριστουργήματα που αναφέρονται παραπάνω, δηλαδή τα Hiroshima Mon Amour, We Stand Alone, The voice [Ultravox], Messages, Joan of Arc, Souvenir [OMD], Wishful Thinking [China Crisis], Party Fears Two [Associates], και παραλείποντας τους αυτονόητους βασιλείς Depeche Mode New Order και Pet Shop Boys (των οποίων πάντως αμφισβητώ τις πρωτοκαθεδρίες τους στους δίσκους αλλά προκρίνω ως κορυφαία άσματα τα See You, Bizzare Love Triangle και Liberation αντίστοιχα), τι μένει;

1. Erasure: Blue Savannah Soul

Ο Vince Clark ήταν ταλέντο και δεν γνωρίζω πώς θα εξελίσσονταν οι Depeche αν συνέχιζε μαζί τους. Ξέρω όμως πως είναι απ’ τους ικανότερους ελεκτροπόπερς της πίστας κι ένας πανούργος μαιτρ των συνθετητών. Το Blue savannah soul ήταν το μοναδικό ταξιδιάρικο κομμάτι του είδους που θυμάμαι, σε γράπωνε απ’ το δωμάτιό σου και σ’ έριχνε σε ταχύτητες με orange suns, clouds and thunders. Somewhere across the desert, sometime in the early hours, feel the restless world from the open highway, My home is where the heart is ..

2. Tears for fears: Mad world

Όταν οι άνθρωποι τρέχουν σε κύκλους, τότε είναι ένας πολύ τρελός κόσμος. Ακόμα τους θυμάμαι στο TΟTP σκυμμένους πάνω στα κήμπορντς, βυθισμένους στον «κόσμο» τους. Εμας που ψάχναμε την απαισιοδοξία περισσότερο κι απ’ την αμφισβήτηση, κι οι Cure δεν επαρκούσαν, μας έθελγαν τέτοια μικρά σχήματα με ευγενείς, απελπισμένους νέους. Ο τρελός κόσμος (που σήμερα φαντάζει αφάνταστα αθώος) ξεκινά γυμνά, φορτίζει στο ρεφραίν και στο τέλος τα εγχορδόπληκτρα στροβιλίζονται. Επιτέλους οι ηλεκτροποπ Μπωντλαίρ είχαν φτάσει! I find it kind of funny, I find it kind of sad/ the dreams in which I’m dying are the best I’ve ever had”.

3.Talk Talk: It’s my life

Ποιος θα το περίμενε πως ακόμα θα ασχολούμασταν μαζί τους… Με αστείες φάτσες, ακόμα αστειότερες γκριμάτσες (γιατί ο ντράμερ ανοιγόκλεινε το στόμα του ακατάπαυστα;) και κλαψιάρικα τραγούδια, υποχρεωθήκαμε και να τους ανεχτούμε τότε στο Rock in Athens το ’85. Αυτό θα πει live με το ζόρι….. Μα έριχναν μια στις τόσες κάτι συνθεσάρες που δεν ξέραμε από πού μας έρχονταν, όπως το Ιt’s my life. Απλές αλήθειες και απρόσμενες αρχιτεκτονικές στα κομμάτια τους. Η ζωή είναι όπως την φτιάχνεις. Η συνέχεια γνωστή: ο Mark Hollis, καθιερωμένος επιστήμονας ερευνητικών ινστιτούτων (σοβαρά) έβγαλε ιδιαίτερους προσωπικούς δίσκους, πάντα καλυπτόμενους από «ψαγμένα» έντυπα τύπου Wire. Life was what he made it.

4. Assembly: Never never

Η νεότης κλωτσά ! (έστω και διακριτικά). Ημιφωτισμένη σκηνή, δυο φιγούρες: μια μορφή με βαθουλωμένα μάγουλα σαν ένας μοντέρνος Αρτώ κι ένας σχεδόν σπανός νεαρός – μινιατούρα. Ένα κήμπορντ ανάμεσά τους κι ο ηλεκτρονικός θρήνος αρχίζει. Τον υποκινεί ο Feargall Sharkey, που είχε διαπρέψει με μια εκ των δυνατότερων νεορόκ ιρλανδέζικων μπαντών, των Undertones (Teenage kicks!), τον ενορχηστρώνει ο Vince Clark που αποχώρησε απ’ τους πρώτους και καλύτερους Depeche. Ένα όμορφο πράγμα ποτέ δε συμβαίνει σε μένα, it never happens to me, it never happens to me…

5. Twins: Face to face, heart to heart

Γραβατωμένοι Γερμανοί στο εξώφυλλο, μετρονομημένη μουσική στα ενδότερα, κοινό σημείο τα ηλεκτρονικά gadgets σε εικόνα και ήχο αντίστοιχα. Μακριά απ’ το σινάφι των αγαπημένων του NME/MM, περισσότερο εμπορικοί και ραδιοφωνικοί, έδωσαν έναν απ’ τους δίσκους εκείνους που βγαίνουν μια στις χίλιες: όλα τα κομμάτια φλώρικα ξεφλώρικα έχουν μια καλή μελωδία. Το παραπάνω μαζί με το Αnother loving game ακόμα τα θυμάμαι. Μελοδραματική ηλεκτροπόπ για teens…και ήδη βρισκόμαστε στα χωράφια της italo – disco.

6. Naked Eyes: Always something there to remind me

Ή πως δυο αντι – συνθποπ φάτσες (με χαίτη και εμφάνιση αμερικανικού κολλεγίου) επηρεάζονται απ’ το είδος και μπολιάζουν με computer arrangements ακόμα και μια Burt Bacharach διασκευή. Απ’ το Burning Bridges του 1983, ένα ιδανικό χιτάκι με καμπανάκια, μελό και διάχυτη 80ς ατμόσφαιρα, με άσπρες κάλτσες και φωτορυθμικά τέρατα.

7. A Flock Of Seagulls: The more you live the more you love

Δεν συμπάθησα τους γλάρους την εποχή που ο τραγουδιστής Mike Score είχε χτένισμα σαν το μεγάλο κέρατο της Κνωσσού. Λίγο αργότερα όμως, μείωσε τη σημασία που έδινε στην βιτρίνα, απέκτησε πικρό βλέμμα, πρόσθεσε κιθάρες α λα Big Country και κινήθηκε και σε πιο έξυπνες συνθέσεις, κρατώντας πάντα πρωτοφανείς φιλοσοφίες τύπου The more you live the more you love, the more you love the more you’re growing. Αυτό απ’ το The story of a young heart του 1984, χρονιά που συμπτωματικώς έληγαν την όμορφη πορεία τους τα παιδιά του 1981.

8. HEAVEN 17: Let me go / We don’t need this fascist groove thang

Με έγχρωμη co – singer στα λάϊβ (πολύ πριν τους Style Council και τους Massive), και ισάξιες δυνάμεις τόσο στο ερωτικό όσο και στο πολιτικό τραγούδι – μια πρωτιά στο χώρο. Έχαναν όμως στη συνθετική σούμα. Έστω: ζαβολίζω και διαλέγω ένα από κάθε είδος. Είχαν άλλωστε και την αίγλη των διαφωνούντων που αποχώρησαν απ’ τους αρχικούς Human League. Εξώφυλλα νεόπλουτης διαφημιστικής (ειρωνικά, υποθέσαμε) αισθητικής και εμφανής υπεροψία. Temptation!

8-1377. Φυσικά άψογα ηλεκτρονικά ποπίσματα έβγαλαν αναρίθμητοι άλλοι επισκέπτες των ψυχισμών μας, οι οποίοι όμως δεν παρέμειναν αποκλειστικά στο είδος. Από το Lament των Cure (και το απ’ άκρη σ’ άκρη συνθετητικό τους Japanese Whispers LP) … κι από το Don’t talk to me about love των Altered Images …στο Small Mercies των Fra Lippo Lippi στο Waves των Blancemange…

Κίτρινη Ειδική Περίπτωση:  Ελβετοί γκαλερίστες – υπερευκατάστατοι – gamblers (αληθείς ιδιότητες που μοιράζεται ή σωρεύει το ντούο) που απλώς έπαιζαν με τα ηλεκτρονικά τους όργανα σαν τσιρκολάνοι κονφερασιέ  κι έβγαζαν χρυσοσκονισμένα αριστεία, όπως το Lost Again ή το Blazing Saddles, ή το Otto di Catania.

ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ…
They were riding the Metro into town/listening to the latest noise/Modern girls with headphones on their heads/modern European boys…

Βέβαια το οριστικό ηλεκτροπόπ τραγούδι ανήκει στον Man Behing the Curtains, που τα τελευταία χρόνια ζει ανάμεσά μας. Γράφτηκε το 1984, για τις πόλεις που έχουν ήδη έρθει, οι άνθρωποι θα ζουν το μεταιχμιακό τους χρόνο στα μετρό με μόνιμα φυτεμένα ακουστικά στα κεφάλια τους, λάπτοπ στα γόνατα και την πιο προηγμένη τεχνολογία στον ψυχισμό τους

Βusinessmen in leather overcoats/staring at their wrist T.V.’s/Pale accountants balancing the books/computers resting on their knees…

Κύριε Blaine Reinninger, ανάμεσα στα διαμάντια σας, το Mystery and confusion απ’ το Night Air, το πρώτο προσωπικό σας, ήταν το πιο λαμπερό. Αν αλληγορούσατε και για τον χαρακτήρα εκείνης της όμορφης κι αλλόκοτης μουσικής της εποχής της, είχατε δίκιο:

Modern Europe in between wars/wears Japanese technology…/Why start a war when the future’s just arrived?/It’s a mystery to me…

Αλλά δεν προσέξαμε τις τελευταίες σας λέξεις, κι εκεί το χάσαμε…και τα χάσαμε όλα.

Mystery and confusion, History as illusion …

Η αρχική δημοσίευση, ως δεύτερο μέρος του αφιερώματος, εδώ. H πανδοχειακή αναδημοσίευση περιλαμβάνει αρκετές προσθήκες και λιγότερες αφαιρέσεις. Το υπόλοιπο αφιέρωμα εδώ (μέρος 1, μέρος 3, μέρος 4). Σταδιακά θα προστίθενται στα τραγούδια σύνδεσμοι για διαδικτυακή ακρόαση στο youtube.

Οι φωτογραφίες (που θα αλλάζουν συνεχώς μέχρι να καταλήξουν οι πλησιέστερες στο πνεύμα) δεν αντιστοιχούν πάντα στις παράπλευρες λέξεις. Η αληθής ταυτότητα των εικονιζομένων εμφανίζεται με το άγγιγμα του κένσορα πάνω τους. Γνωστά και ηλεκτρονικά (ποπ) πράγματα.

Στη μνήμη του Billy McKenzie και της Ηλεκτρονικής μας Νεότητας.

14
Φεβ.
12

Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός

Το δικό μου ελληνόφωνο ροκ

[Κείμενο για το συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr στο ελληνόφωνο ροκ, Μάρτιος 2005].

Πουλάμε σώμα και ψυχή / δώστε μας λίγη προσοχή
στα υπόγεια μαύροι ποντικοί / λουφάζουνε δύο δύο
Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς / αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς
και συναντάμε ξέμπαρκους θεούς / που χάσανε το πλοίο

Αυτά τα αφιερώματα του Mic είναι βάσανο ψυχής. Δεν αντέχω τέτοιο άλεσμα μνήμης, καθιερώνω την αυτόματη ημερολογιακή γραφή. Ό, τι προλάβει και βγει στο χαρτί έχει κάποιο λόγο γι αυτό. Ό, τι μείνει πίσω, έχει μια ακόμα ευκαιρία, στις διηγήσεις στα εγγόνια μου.

Πρόλαβα λοιπόν τα παραπάνω λόγια του Παύλου, σε μια στιγμή που θα πάρω μέχρι τον τάφο μου. Ήταν από τις δύο φορές που τον είδα ζωντανά – και τις δύο ήταν νηφάλιος, στη δεύτερη μάλιστα, κυριακάτικο πρωί σε κινηματογράφο έκατσε κάτω απέναντι στο κοινό και συζητούσε, ώρες…. Τη δεύτερη φορά ήταν βαμμένα τα μάτια του, μα εξακολουθούσε να ζητάει πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο. Από τότε ήξερα πως θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου να απολαμβάνω το ροκ του γούστου μου με ελληνική γραφή αλλά και συναρπαστική μουσική. Γιατί τα μπλουζ του πρίγκιπα δεν μπορούσα να τα κατεβάσω με τίποτα. Όταν εκείνος τραγουδούσε όμως εγώ θα σου μετρώ της πόλης το σφυγμό μ’ αγκαλιές / θα σου χαϊδεύω το μυαλό με χίλιες και μια νύχτες γλυκές ήθελα μουσική να με στέλνει στα ηλύσια πεδία ή στο τρίτο βάθρο της κόλασης, όχι σε δωδεκάμετρα μπλουζίσματα.

Ίσως γι αυτό και με ταρακούνησαν οι Metro Decay κάπου εκεί κοντά. Σ’ ένα γήπεδο μπάσκετ, φθινόπωρο του 82, τότε που πήγα να δω το νέο αίμα : τον Βερνάρδο των New Order να μας σημαδεύει με την μελλόντικά του – ο παραδιπλανός μου την έφαγε στο κεφάλι – κι έναν ανεξέλεγκτο Cave να δημιουργεί μέγιστη σύγχυση στο κοινό. Πιο πριν είχαν ανοίξει οι MD κι εγώ είχα σαστίσει, επειδή έπαιζαν το new wave που ήθελα, αλλά με προσλαμβάνουσες της ελληνικής μου ζωής. Ήταν απρόσμενη αίσθηση, να μη χρειάζεται να ψάξεις ένα γκρουπάκι από το Σέφιλντ να σου μιλήσει για τους βρεγμένους σου δρόμους. Δε με χωρούσε ο τόπος εκείνες τις δύο μέρες (το φεστιβάλ ήταν τριήμερο αλλά δεν ενδιαφέρθηκα για τους Fall), λούφαζα στις γωνίες, δίπλα στα σκοτεινά παράθυρα των πάνω διαζωμάτων, εκεί όπου χαμουρεύονταν τα πανκιά. Σε κάποιες άλλες γειτονιές παραδίπλα η Creep ήδη φτιαχνόταν.

Μετά είχα την τύχη να ζήσω προς το τέλος τη σκηνή της Σοφίτας κι ολόκληρο τον Πήγασο. Χαιρόμασταν το μεγάλωμα και ωρίμασμα μιας σειράς συγκροτημάτων, κάναμε τα στραβά μάτια στις ατέλειες και τις κακοτεχνίες – και ποιοι ήμασταν εμείς να τα κρίνουμε αυτά;. Bright Shoe, Rebound, Madd, κι ακόμα θυμάμαι πόσο χαίρονταν (οι ξεμέθυστοι) στα ελληνόφωνα ακούσματα. Μου φαινόταν βουνό όλο αυτό το μανίκι που τραβούσαν οι συνομίληκοι πιτσιρικάδες: να ψάχνεις να δανειστείς όργανα, να ζωγραφίζεις – φωτοτυπείς – κολλάς ο ίδιος την μικρή σου αφίσα, να προσπαθείς να συνεννοηθείς με τον άσχετο μαγαζάτορα, να έχεις το νου σου μην αρχίσουν τα μπουνίδια στο αψύ κοινό, να ποθείς να ξεπεράσεις τα διψήφια εισιτήρια, να αναρωτιέσαι γιατί πάλι τα μηχανήματα σε κάνουν ν’ ακούγεσαι σαν να παίζεις σε ψυγείο (ψυγείο).

Η σκηνή του πανκ είχε ήδη ανάψει σε απανταχού αυτοσχέδια λάϊβ που σου άφηναν αίσθηση περαιτέρω δίψας. Οκ, οι στίχοι ήταν πρόχειροι και ήξερα ότι μετά από λίγα χρόνια θα ακούγονταν αβάσταχτα απλοϊκοί. Μα η μουσική της πεντάδας Stress, Αδιέξοδο, Γενιά του Χάους, Panx Romana, Ex Humans έστελνε στον αγύριστο πλείστα πανκόγκρουπα του κόσμου. Το μελωδικό πανκ της Διατάραξης Κοινής Ησυχίας και της Ανώφελης Επιβίωσης αποτελεί ακόμα και σήμερα ιδανική εισαγωγή στο είδος για οποιονδήποτε εκκολαπτόμενο πανκ ρόκερ.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών / και των αραχνιασμένων παραμυθιών / το λένε Happy-End-Express για καμουφλάζ / Σαμποτάζ! Θα του κάνουμε σαμποτάζ!

Σ’ ένα δισκάδικο κόλλησα στους τίτλους του Σαμποτάζ. Τίτλοι που θα ταίριαζαν σε ηλεκτρονικά κομμάτια, που, παραδόξως, δεν είχε ακόμα δημιουργήσει η μεγάλη σαμποτέρ. Συν το Αν μ’ αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα, που, επίσης παραδόξως, δεν είχε γραπώσει κάνενα ροκ σχήμα μέχρι τότε. Για μένα το ομώνυμο παραμένει κορυφαίο τέκνο συνουσίας «ελληνικού τραγουδιού» και «ελληνικού ροκ». Κι αν αντί για το τραίνο εκτροχιαστούμε εμείς, ας πούμε πως ακόμα για μας είναι νωρίς, ίσως να’ ρθουν άλλα παιδιά….

Έφυγα από την Αθήνα με γερές αποσκευές, αν και τα αγγλόφωνα γκρουπάκια είχαν εξελιχθεί πολύ καλύτερα (ίσως σε κάποιο αφιέρωμα, κάπου αλλού). Αλλά ως φανς δεν καθόμασταν να μιζεριάσουμε «γιατί τόσοι πολλοί στο ένα και τόσοι λίγοι στο άλλο». Όταν όμως έβγαινε ένα διαμάντι από το εκείνο το «άλλο», παίρναμε θάρρος. Ακόμα θυμάμαι ένα από τα κινηματογραφικότερα κομμάτια της Λευκή Συμφωνίας, από το δεύτερό τους : Ποτέ δεν ξεπέρασαν το Φεγγάρι Που Αιμορραγεί. Πρόλαβα μόνο ως ακροατής τις εξαιρετικές κασετοκυκλοφορίες της Lazy Dog και της σκηνής των Ιωαννίνων, που μου στέρησαν οποιαδήποτε απαίτηση για σπιτική, έξυπνη και προσωπική δημιουργία.

Το όνειρο που σ’ έφερε μια μέρα ως εδώ / Σήμερα καίγεται, σκουριάζει και σε διώχνει / Μια σε κρατάει στη γη, μια σε ξερνάει στον ουρανό / Το ίδιο όνειρο σε τρώει και σε γλιτώνει…

Στη νέα πόλη βέβαια υπήρχαν οι Τρύπες. Υποθέτω είμαι ο τελευταίος στον κόσμο που αντιστάθηκα γερά στη μουσική τους. Ίσως γι’ αυτό τότε ο Αγγελάκας μου έκανε την τιμή να μου δώσει να παρουσιάσω στις εκπομπές μου το νέο του δίσκο. Ήξερε ότι δε θα του πω λέξη αν δεν το αφήσω να ωριμάσει γερά μέσα μου, περίμενε μήνες για να ακούσει γνώμη. Γνωρίζοντας προσωπικά και εκτιμώντας βαθέως τους δυο εξ αυτών (ο δεύτερος είναι ο Μπάμπης Παπαδόπουλος), θεωρούσα πως τέτοιες ιδιοσυγκρασίες πρέπει να βγάλουν το κορυφαίο των κορυφαίων. Φυσικά δε με διέψευσαν: στο Κεφάλι Γεμάτο Χρυσάφι έδωσαν μερικά από τα ωριμότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ στο είδος. Υπάρχει μια κλασική ερώτηση που κάνουν κατά καιρούς διάφορα έντυπα στα ευσύνοπτα πλην αποκαλυπτικά για τον συνεντευξιαζόμενο ερωτηματολόγια. Τι θα ακούγεται όταν σε θάβουν; Σημειώστε παρακαλώ για μένα, απερίφραστα, την Καινούργια Ζάλη (τους).

Το 1987 γνωρίζω τον Μπάμπη Αργυρίου (Rollin Under, Mic.gr). Ανταλλάζαμε κασέτες (εγώ άδειες κι αυτός γεμάτες) σε χαμαιτυπεία και ακόμα εκκρεμεί πρόταση μονομαχίας, επειδή μου έφαγε μέσα από τα χέρια αφιέρωμα στην Εlizabeth των Cocteau Twins. Του ζήτησα να φάει τον κόσμο και να βρει ένα δωδεκάϊντσο που τιτλοφορούνταν Το Φως και Η Σκιά του. Ήταν 3 μέλη των Last Drive [πρότζεκτ του κιθαρίστα Γιώργου – χαιρετισμός] κι ένας ξένος (;). Τέτοια ψυχεδελική αποθέωση μ’ έκανε να κοιτάζω αφ’ υψηλού κάθε αντίστοιχη αλλοδαπή προσπάθεια. Το υπερψυχεδελέστατο Λέμμινγκς, το έμοιαζε να βγαίνει, κρυμμένο για χρόνια, μέσα από τις σπηλιές των παιδιών των λουλουδιών.

Μήπως ξέρεις κανένα μέρος που να φοβάμαι λιγότερο;

Στο Ράδιο Κιβωτός προσπάθησα να μην αφήσω άπαιχτο οποιοδήποτε σχήμα παιδευόταν με το ελληνικό αλφάβητο. Εκεί κατάλαβα πως εντελώς ιδιαίτερα σχήματα όπως οι Χωρίς Περιδέραιο, οι Ήταν Είναι και Θα Είναι και οι Εν Πλω αποτελούσαν και για άλλους εντελώς μοναδικές περιπτώσεις. Για τους πρώτους νομίζω αρκεί η απίστευτη αίγλη που χαίρουν μέχρι και σήμερα σ’ όσους ήταν στη φάση από τότε. Για τους δεύτερους εκφράστηκα σε ένα μεγάλο κομμάτι συνoδευμόμενο με συνομιλία μαζί τους που περιλήφθηκε στο μοναδικό τους τότε δίσκο, μ’ όλα τα χρώματα στην τσέπη. Για τους Εν Πλω ελπίζω να γραφτούν εδώ από τους υπόλοιπους. Αν πω ότι έπαιξαν το shoegazing πριν παιχτεί αλλού, θα φαίνεται πως τους περιορίζω. Αν πω ότι ένωσαν μοναδικά παλιό και σύγχρονο ροκ, θα φαίνεται πως τους κλισαρίζω.

Για τους Στέρεο Νόβα έχουν γραφτεί τόσα που περιττεύει, ευτυχώς, η οποιαδήποτε λεκτική έκφραση. Απλά υποστηρίζω ακόμη πως, στο δικό μου αισθητήριο, η ελληνική γλώσσα μου ταιριάζει περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη σ’ αυτό το είδος μουσικής. Και τότε και τώρα. Παρομοίως για την καλή μας Λένα, της οποίας επιλέγω τις ηλιομάσκες απλά και μόνο επειδή ακούω μέχρι και σήμερα. Κάθε δίσκος της αποτελεί εξαιρετική, μη συγκρίσιμη περίπτωση με οιονδήποτε άλλον της.

Και τώρα φίλοι μου είναι αργά, μια καληνύχτα στη μαμά, και λίγη στάχτη στα μαλλιά, καιρός να πούμε αντίο… Όπως ξεκινούσε ο Παύλος το Εν Κατακλείδι του, τελείωνα τις εκπομπές κατά το ξημέρωμα. Και δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να στενοχωριέμαι, που όλη η σοδειά ήταν μεγάλη στην ποιότητα και μικρή στην ποσότητα. Κατά τ’ άλλα εσείς που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο, δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή, μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο..

Η υποχρεωτική εντεκάδα. Αλφαβητικά, πάντα αλφαβητικά: Αγγελάκας Γιάννης – Καρράς Γιώργος – Ένα υπέροχο τίποτα / Εν Πλω – S/T / Εx Humans – Ανώφελη Επιβίωση / Lost Bodies – Ζωή / Metro Decay – Υπέρβαση / Πλάτωνος Λένα – Μάσκες ηλίου / Πλάτωνος Λένα / Γιαννάτου Σαββίνα / Παλαμίδας Γιάννης – Σαμποτάζ / Σιδηρόπουλος Παύλος και Σπυριδούλα – Φλου / Στέρεο Νόβα – S/T / Το Φως και η σκιά του – S/T (EP) / Tρύπες – Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το αχανές συλλογικό αφιέρωμα ξεκινάει από εδώ, και το τέλος κάθε σελίδας οδηγεί στην επόμενη. Το κείμενο γράφτηκε μια κι έξω – ας συγχωρεθούν υπερβολικές ή άγαρμπες εκφράσεις.

Το τρένο με τις κούκλες των ενοχών συνεχίζει να τρέχει ιλιγγιωδώς, το φεγγάρι δεν σταμάτησε να αιμορραγεί, η ζάλη δεν τελείωσε ποτέ. Και συνεχίζει να μας ορίζει ένας μαύρος κύκνος.

 Μελαγχόλησες τώρα και φεύγεις;

01
Ιαν.
12

2011/55

Αυτά δεν είναι τα «καλύτερα» του 2011. Αυτά είναι όσα απόλαυσα προσωπικά το 2011. Όπως πάντα αναφέρονται αλφαβητικά, με πρώτο το επώνυμο / Τα επιλεγμένα τραγούδια δεν προέρχονται από τους επιλεγμένους δίσκους. / Το πιο αγαπημένο τραγούδι από αυτούς γράφεται δίπλα στον καθένα, στην αγκύλη / Παραγγελιοδόχος της καθιερωμένης ανασκόπησης, χρόνια αμέτρητα, το mic.gr. Πρώτη δημοσίευση εκεί, όλες οι ανασκοπήσεις παρέκει.


Τραγούδια

1. Baths – Overseas

2. Harvey PJ – On Battleship Hill

3. Leven Jackie & Cosgrave Michael – A Kiss On the Cheek

4. Lynch David – Stone’s Gone Up

5. Matters Syd – Hi life

6. Panda Bear – Benfica

7. Shels – The spirit horse

8. Swift Richard – Whitman

9. The Walkabouts – Soul Thief

10. The Waterboys – White Birds

11. Wolf Patrick – Time of my life

Δίσκοι

1. Asobi Seksu – Fluorescence [Sighs]

2. Barwick Julianna – The Magic Place  [The Magic Place]

3. Campbell Glenn – Ghost On The Canvas [Any trouble]

4. Crystal Stilts – In Love With Oblivion [Silver sun]

5. Danger Mouse – Daniele Luppi – Rome [Morning fog]

6. Destroyer – Kaputt [Sucide demo for Kara Walker]

7. Ebert Alexander – S/T [Remember our heart]

8. Ladytron – Gravity the Seducer [Transparent days]

9. Mannarino Alessandro – Supersantos [L’ era della gran pubblicité]

10. Matthew Scott – Gallantry’s Favorite Son [Felicity]

11. Parts & Labour – Constant Future [Rest]

Ξένη Πεζογραφία

1. Αντρέγιεφ Λεονίντ – Εκείνος – Το Κόκκινο Γέλιο [Άγρα]

2. Αρντιτί Μισέλ – Ο εχθρός του καλού [Πόλις]

3. Βεράχεν Πάουλ – Omega Minor [Πόλις]

4. Βόλμαν Γουίλιαμ Τ. – Κεντρική Ευρώπη [Κέδρος]

5. Γκενασιά Ζαν-Μισέλ – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων [Πόλις]

6. Μαντελστάμ Ναντιέζντα – Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας [Μεταίχμιο]

7. Κάρβερ Ρέιμοντ – Αρχάριοι [Μεταίχμιο]

8. Μανέα Νόρμαν  – Οκτώβρης, οχτώ το πρωί [Καστανιώτης]

9. Μύλλερ Χέρτα – Η αλεπού ήταν και τότε ο κυνηγός [Καστανιώτης]

10. Σβέβο Ίταλο – Μια ζωή [Ροές]

11. Φουέντες Κάρλος – Η θέληση και η τύχη [Καστανιώτης]

+ 3 κορυφαίες, από χρόνια αναμενόμενες εκδόσεις που δεν διαβάσαμε ακόμα αλλά οι απολαύσεις τους είναι δεδομένες: Μπολάνιο Ρομπέρτο – 2666 [Άγρα], Σαλάμοφ Βαρλάμ – Ιστορίες από την Κολιμά [Ίνδικτος], Ουάλας Ντέιβιντ Φόστερ– Αμερικάνικη λήθη [Κέδρος]

Ελληνική Πεζογραφία

1. Αριστηνός Γιώργος – Flash στη νύχτα [Τόπος]

2. Γιανναράς Σπύρος – Ζωή χαρισάμενη [Πόλις]

3. Καβανόζης  Κώστας – Όλο το φως απ’ τα φεγγάρια [Πατάκης]

4. Καλούτσας Τάσος – Η ωραιότερη μέρα της [Μεταίχμιο]

5. Κουγιουμτζή Μαρία – Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου; [Καστανιώτη]

6. Κυριακίδης Αχιλλέας – Κωμωδία [Πόλις]

7. Μοδινός Μιχάλης – Η σχεδία [Καστανιώτης]

8. Παπαδημητρίου Χίλντα – Για μια χούφτα βινύλια [Μεταίχμιο]

9. Σταθοπούλου Ελεωνόρα – Καλό αίμα, κακό αίμα [Εστία]

10. Χαρπαντίδης Κοσμάς – Κρυφές αντοχές [Μεταίχμιο]

11. Χαρτοματσίδης Χρήστος – Είναι κάπου αλλού η γιορτή [Τόπος]

και από το νέο αίμα, δυο πρωτοεμφανιζόμενοι: Πέτσα Βασιλική– Θυμάμαι [Πόλις] και Χρυσανθοπούλου Χριστίνα – Ζοή με όμικρον [Πάπυρος].

Μικτή Non Fiction

1. Βέης Γιώργος – Μανχάταν – Μπανγκόκ [Κέδρος]

2. Ζίζεκ Σλάβοϊ – Πρώτα σαν τραγωδία, μετά σαν φάρσα [Scripta]

3. Ζιν Χάουαρντ – Αυτοβιογραφία. Δεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ’ ένα τρένο που κινείται [Αιώρα]

4. Κις Ντανίλο – Homo Poeticus [Scripta]

5. Κρίστεβα Τζούλια – Ξένοι μέσα στον εαυτό μας [Scripta] και Αυτή η απίστευτη ανάγκη για πίστη [Μεταίχμιο]

6. Ντοστογιέφσκι Φιοντόρ – Εγώ, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Εκμυστηρεύσεις και στοχασμοί. [Printa]

7. Ορτέγκα Υ Γκασσέτ Χοσέ – Αισθητικό τρίπτυχο [Printa]

8. Πλατής Νίκος – Presto o tardi. Το λεξικάκι που παίζει με το θάνατο [Νεφέλη]

9. Ταμπούκι Αντόνιο – Ταξίδια και άλλα ταξίδια [Άγρα]

10. Τσόμσκυ Νόαμ – 11/9. Υπήρχε εναλλακτική; [Άγρα]

11. Χίτσενς Κρίστοφερ – Hitch 22. Αμφισβητίας εκ πεποιθήσεως [Μεταίχμιο]

Στις φωτογραφίες: Η P.J. Harvey βλέπει απ’ το παράθυρό της μια αναταρασσόμενη Αγγλία κι εμπνέεται τον ομότιτλο ενδιαφέροντα πλην άνισο δίσκο Let England Shake. / Αντίθετα, το πυρηνικό ζεύγος των Asobi Seksu έχει τα πρόσωπα πάντοτε αποστραμμένα από το φως [και εδώ μάλλον ετοιμάζεται για μετωπική συναίσθηση]. / Ανάμεσά τους, πάντα πιστός στους εσωτερικούς φωτισμούς, ο David Lynch δοκίμασε ηχητικές πια εικόνες. Ποιος θα το φανταζόταν πως κάποτε θα δισκογραφούσε!/Αλλά τελικά τον πιο κινηματογραφικό δίσκο της χρονιάς τον έφτιαξαν οι [φίλοι του] κ.κ. Danger Mouse και Daniele Luppi. / Η Ναντιέζντα Μαντελστάμ έζησε τα πάνδεινα των πανδείνων κι έγραψε τις συγκλονιστικότερες αυτοβιογραφικές σελίδες. Άραγε πόσο συχνά μπορούσε να χαμογελάει όπως στη φωτογραφία; / Ο Ρέιμοντ Κάρβερ (τρεις διαφορετικές συλλογές «φέτος»)  ζει μια τρίτη ζωή. Μετά την αλκοολική και τη συγγραφική, τώρα τον αγκαλιάζουμε εμείς, οι αναγνώστες. / Ο Αχιλλέας Κυριακίδης κοιτάζει προς την πλευρά του παντογνώστη αφηγητή. Αλλά εκείνος, άφαντος. / Ο Κρίστοφερ Χίτσενς, με ήλιο και θεό του τις λέξεις: είχε ένα καταιγιστικό «τέλος», αντίστοιχο με τον καταιγιστικό του λόγο. / Και η Τζούλια Κρίστεβα όπως τη γνωρίζουμε απέναντι στα πιο σκληρά θέματα: βλέμμα ίσιο, μυαλό ανοιχτό, απόψεις συζητήσιμες.

18
Μάι.
11

Αναθεωρητική (Σ)χολή

Το mic.gr μάς έστρωσε κάτω και μας κατέστρωσε αφιέρωμα στο οποίο υποχρεωθήκαμε να επιλέξουμε ένα τραγούδι από υποτιθέμενους κλασικούς δίσκους του ροκ με την απαραίτητη επιστημονική επιχειρηματολογία. Μας υποχρέωσε και «μας υποχρέωσε». Εις ανταπόδοσιν, απαντήσαμε με τον πλέον πικρόχολο πικροσχολιασμό.

Beatles – White Album

Οι Beatles δεν είχαν τίποτα ποτέ να μου πουν. Αποτελούν Ιστορία μνημειωμένη και απομακρυσμένη, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μπετόβεν, ο Τσάρλυ Τσάπλιν. Υπήρξαν κάπου αλλού, πολύ μακριά από μένα και τη ζωή μου. Η πρώτη μου ανάμνηση από δαύτους (και γι’ αυτό μοναδική) ήταν ένα μηχανικό αυτοκινητάκι, με ορχήστρα πάνω, που έπαιζε ένα κομμάτι που μ’ άρεσε πολύ. Πρέπει να ήμουν 5-6 χρονών, από τις πανπρώτες μου μνήμες. Αργότερα έμαθα πως το τραγούδι λεγόταν Ob-La-Di Ob-La-Da και ξενέρωσα. Εγώ ήθελα τίτλους εμβλήματα, όχι Ομπλαντά, Ντιρλανταντά και Ντιριντάχτα.

Αργότερα γνώρισα και τις αντιπαθητικές τους φάτσες. Την φλώρικη μούρη του ΜακΚάρτνεϋ (με μια φωνή που απορώ πώς αγαπήθηκε), το θρασύ υφάκι του Λέννον (μα ποιοι είμαστε ρε παιδί μου, ουρλιάξτε κοριτσάκια μου, έτσι …έτσι….), για την δε σπουδαία μορφή του Ρίνγκο Σταρ η πένα μου είναι πολύ λίγη… Ο Λέννον βέβαια δυστυχώς δολοφονήθηκε – ένα στοιχείο που στον κάλπικο αυτό κόσμο μυθοποιεί και θρυλοποιεί κι έτσι κανείς δεν διανοείται να τον κρίνει μουσικά, φωνητικά, κλπ, ενώ η αντιπολεμική του «δράση» σαφώς τον καταξίωσε στις συνειδήσεις «των πολλών», όπως θα έλεγε κι ο Χομπσμπάουμης. Τελικά μόνο ο Χάρρισον είχε συγκροτημένη προσωπικότητα (κι έβγαλε και τους καλύτερους προσωπικούς δίσκους).

Τα τραγούδια τους μου φαίνονταν υπερβολικά απλά, παιδικά και, το χειρότερο, υπερ-υπερ-υπερεκτιμημένα. Στις μελωδίες κάτι κατάφερναν, όπως βέβαια κι άλλα χίλια γκρουπ του ροκ. Επίσης τους λουζόμασταν ακατάπαυστα από τον Πετρίδη, που δεν υπήρξε εκπομπή που να μην μας τους σερβίρει επαναλαμβάνοντας πόσο σπουδαίοι είναι ενώ εμείς βράζαμε σε μια νεότητα που ζητούσε νέα ακούσματα (που μας τα περιόριζε μια φορά τη βδομάδα). Στο δικό μου μυαλό βέβαια αυτό που αναπολούσε ήταν η παιδική/ εφηβική /νεανική του ηλικία, το προσωπικό του παρελθόν. Είναι ακριβώς το ίδιο όπως ένας νέος του ’20 θεωρεί κορυφαία μουσική της ζωής του τον Αττίκ και τον Γιαννίδη. Έτσι κι εγώ προκρίνω το Ομπλαντάκι. Κατά τα άλλα οι Beatles δεν με αφορούν.

Davie Bowie – The Rise and Fall of Ziggy Stardust

Ποιος διάλεξε τον λιγότερο ενδιαφέροντα δίσκο του Μπάουι από την πρώτη μνημειακή περίοδο; Ακόμα και η επιλογή μου φαίνεται μονόδρομη. To Starman είχε τρομερή μελωδία, φευγάτη ιστορία, δραματική εξέλιξη κι ένα πρωτόγνωρο, διαστημάτο φίλινγκ. Χρόνια αργότερα το διασκεύασε ο Boy George και παραδόξως του ταίριαζε: κανείς του χώρου δεν υπήρξε ποτέ τόσο ΟΥΦΟ.

Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως ο Μπάουι δούλεψε για τα καλά όλους τους εραστές της ροκ εντ ρολλ μυθολογίας. Μπορεί να χτυπιόταν στη σκηνή ως Ziggy ουρλιάζοντας «εμείς θα χτυπήσουμε το κατεστημένο, εμείς θα το λιώσουμε σα βδέλλα», μπορεί να έφτασε στις κόψεις τις τρομερές, αλλά δεν ήταν τόσο βλάκας ώστε να τα κάνει πράξη, ούτε να κάνει τον εγκέφαλό του τυρί γραβιέρα από τα ντραγκς. Σου λέει, κορόιδο είμαι; Ας ζήσω ως τα γεράματα, να το γλεντήσω πουλώντας τις υπέροχες περσόνες μου.

The Doors – The Doors

Doors…τους σεβόμουν αλλά κάπως κάτι κάπου κάποτε δεν μου πήγαινε. Άλλες εποχές, άλλα ήθη, μια επαναστατικότητα που είχε έδαφος να αναπτυχθεί. Με τα δικά μου εφηβικάτα όμως (που ούτως ή άλλως δε θέλω να θυμάμαι) ήταν ασύμβατοι. Αφήστε που ακόμα και σήμερα όταν ακούω την εισαγωγή του Riders on the storm βλέπω μπροστά μου άσπρες ποδιές και την αποστειρωμένη αίθουσα με τους 29 κατασκευαστές πλυντηρίων. Γιατί να λατρέψω ένα τύπο που χαράμισε ζωή και ταλέντο στα ναρκωτικά; Σας παραπέμπω στο σημείωμα του Μπάμπη Αργυρίου για τον θάνατο του Dee Dee Ramone εδώ. «Το έχω δει το έργο πολλές φορές και δε λυπάμαι πια όλους αυτούς που η ζωή τους φέρθηκε γενναιόδωρα χαρίζοντάς τους ταλέντο και δημιουργική φλέβα κι αυτοί… πλήττουν μέσα στη δόξα και το χρήμα και το ρίχνουν σε αυτοκαταστροφικά παιχνίδια». Ζήσε καλά, πέθανε νέος – το συζητάμε. Ζήσε μαστούρα, πέθανε νέος – λίγο δειλία το βρίσκω.

Επίσης πάντα αναρωτιόμουν: αν ο Μόρρισον δεν ήταν ωραίος, αλητάκος, ανάρχα και μικροπεθαμένος, θα είχε τέτοιο φοβερό σουξέ ανάμεσά μας; Αν ήταν χοντρός, φαλακρός, με μουστάκι και χοντρά γυαλιά, τραγουδούσε καθιστός Come on baby light my fire θα τον κάναμε γκράφιτι στις σχολικές τσάντες, αφίσα, είδωλο; Anyway, εδώ μέσα αυτό που συνεχίζω μέχρι σήμερα να τιμώ είναι το Μπρεχτικό Alabama Song (Whiskey Bar). Ήταν η πρώτη μου επαφή με ένα άλλο είδος, μια άλλη γραφή, και χρειαζόμουν κι ένα μύθο για την περιπλάνηση στα μπαρ που θεωρούσα ως ιδανικό τρόπο ζωής. Μετά μεγάλωσα.

Velvet Underground and Nico

Εδώ η απάντηση διχάζεται. Να διαλέξω Venus in Furs ή το Sunday Morning; «Θεωρητικά» θεωρώ ανυπέρβλητο το πρώτο: με έθισε στην κιθαριστική επαναληπτικότητα, ύμνησε το S/M, έσπασε κάποια τραγουδιστικά στερεότυπα. Αλλά πώς να αντισταθείς στον μελωδικότερο ύμνο από τους πιο καμμένους υμνητές; Είτε υμνεί την αισιοδοξία μέσα στο βούρκο, είτε το αντίθετο, η ίδια η μουσική του Sunday Morning σε σπρώχνει να ζήσεις ένα εκατομμύριο ακόμα κυριακάτικα πρωινά. Άσε που ο Κύριος Ρίντιος εξέφρασε μ’ ένα στίχο το πρόβλημα μιας ζωής μας: I’ve got a feeling I don’t want to know.

Λίγα χρόνια μετά το Perfect Day θα συμπληρώσει την δυάδα που από τη μία όψη ξεχειλίζει ήλιο κι από την άλλη σε περιμένει το σκοτάδι. Σήμερα νοιώθω τη γνωστή γεμιστική ικανοποίηση που τόσο ο Reed όσο ο Cale ζουν μέχρι σήμερα όπως γουστάρουν, μετράνε δεκαετίες διαρκούς δημιουργίας, και μουσικά το προχώρησαν πολύ μακριά. Για μένα αυτοί είναι οι πραγματικοί ρόκερς. Till the end.

Clash – London Calling

Respect. Προσωπικότητες. Να τους ακούς, να τους διαβάζεις, και μακάρι και να τους ζούσες. Τρελή αδικία το ότι στη χώρα μας παίζονται μόνο με το Rock the Cashbah και Should I stay or should I go, κατώτερα από όλα σχεδόν τα υπόλοιπα τραγούδια τους… Βέβαια προσωπικά δεν μου άρεσε ποτέ το λέρωμα του πούρου ροκ εντ ρολλ με λευκιές φανκιές. Σα να έμπαινε σαρδόνια ένα μέινστριμ ρεύμα στο δωμάτιο.  Επίσης δεν γνωρίζω κανέναν που να ακούει σήμερα ολόκληρους τους δίσκους τους. Αλλά ίσως αυτή είναι η πορεία κάποιων σπουδαίων δίσκων: δεν είναι να ακούγονται πάντα, ούτε να ακούγονται ολόκληροι.

London Calling. Επιτέλους, ένα τραγούδι που μου έδινε να καταλάβω τι συμβαίνει εκεί πάνω. Που καλούσε για βοήθεια, αλλά και συμμετοχή. Που δεν έκανε γελοίες επιδείξεις σαν τους Σεξοπιστολάδες αλλά έριχνε ευθεία το βλέμμα και κάρφωνε οργή.Και κάποιος που για πρώτη φορά μου έλεγε ευθέως πως ζει δίπλα στο βασιλικό ποτάμι, άστεγος.

Joy Division – Closer

Άλλη μια περίπτωση που ο θάνατος εκτοξεύει στα ύψη τη μουσική σου, απ’ όποια πλευρά και να το πάρει κανείς. Φοβάμαι πως οι JD δεν θα έχαιραν αντίστοιχης εκτίμησης αν ο Ian Curtis δεν είχε αυτοκτονήσει, έχοντας βέβαια νωρίτερα τραγουδήσει την κατάθλιψή του. Μουσικά τα περισσότερα κομμάτια τους δε μου άρεσαν ποτέ. Σωστά το είχε γράψει ο Κοντογούρης σ’ ένα παλιό Ποπ και Ροκ στο μονοσέλιδο που παρουσίαζε τα πολύ καινούργια σχήματα: «θυμίζουν πρώιμους Black Sabbath». Δεν αναφερόταν βέβαια στο Closer που είναι αλλιώς.

Decades. Ακόμα κι αν δεν αποτελούσε τον επιθανάτιο ρόγχο του, η μουσική του πραγματικά επενδύει τον Θάνατο. Και μέχρι σήμερα δε μπορώ να φανταστώ άλλο τραγούδι να τον πλησιάζει τόσο, ίσως ακολουθεί το The Funeral των Cure. Αλλά υπήρχε κάτι ψεύτικο, κάτι φτιαχτό στην εκφορά του Robert Smith. Ενώ στη φωνή του Curtis….

Tuxedomoon – Desire

Τους αγάπησα σ’ όλες τις μορφές, τους άκουσα πάρα πάρα πολύ, σκάβω μέχρι σήμερα ακόμα και τους προσωπικούς τους δίσκους του καθενός. Αλλά όσο κι αν ακουστεί «αιρετικό», το Desire ούτε τότε ούτε σήμερα μπορώ να το ακούσω, σίγουρα όχι ολόκληρο. Εδώ είχα την αίσθηση ότι κάτι συμβαίνει, ότι η μουσική μας πάει σε καινούργιες διαδρομές (εντάξει, μετά είδα ότι δεν ήταν και τόσο καινούργιες, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία) αλλά κάθε φορά μετά από λίγη ώρα στόπαρα την κασέτα. Τι έλειπε; Μα η καρφωτική, στοιχειωτική μελωδία. Αυτό που θα έκαναν λίγο αργότερα και πάλι όχι πάντα. Εδώ το είχε μόνο το East/Jinx/…/Music #1, το πρώτο αριστούργημα των Νέων Ευρωπαίων που ήταν Αμερικανοί.

The Smiths – The Queen is Dead

Ο χειρότερος δίσκος των Smiths, από τους κανονικούς, όχι τους δεκαπέντε συλλογικούς και bestικούς. Για άλλη μια φορά ένα συγκρότημα (που τα είπε όλα με τον πρώτο δίσκο και τα σιγνκλάκια της πρώτης περιόδου) γίνεται στην καθυστερημένη χώρα μας καθυστερημένα γνωστό, με το χειρότερο σύνολό του, για άλλη μια φορά στη χώρα μας σουξέ γίνεται το χειρότερο κομμάτι του, το Bigmouth strikes again (τελικά αυτά τα βήτα φωνητικά τι είναι; αυτιστικό παιδάκι; κινέζικο καρτούν; στρουμφάκι; βλακωδία του παραγωγού; γιατί δεν έβαλε και καμιά σφυρίχτρα;).

Φάρος λαμπρός εδώ το There is a light that never goes out. Άψογη ποπ και τα απαραίτητα ψευτομελοδραματικά λογάκια που ευτυχώς αποποιήθηκα έγκαιρα, όταν η μούσα μου πήγε και τα έφτιαξε με τον μαλάκα της σχολής, άρα ξύπνησα νωρίς: κανείς και τίποτα δεν αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτόν, ούτε ουρανίσια, ούτε θαλασσίσια. Tonight by your side it’s such a heavenly way to die; Oxi kale, ase kalytera, lew na zisw ki egw (opws allwste ki esy) kai na paw stin epomeni.

Violent Femmes – Violent Femmes

Τι; Violent Femmes;;; Ένα από τα πιο υπερεκτιμημένα γκρουπ του γαλαξία; Ούτε μισό κομμάτι! 1983, εποχή που δεκάδες σκηνές (από αγγλική post punk ως αμερικανική ψυχεδελική) βράζουν, κάποιοι αποφασίζουν πως πρέπει να λατρέψουμε τους Violent Femmes και τους Dream Syndicate. Αρχίζει μια ανελέητη προώθηση μέσω Ποπ και Ροκ (ίσως αλλοθάκι για τις παλιατσούρες με τις οποίες μας είχαν βομβαρδίσει – ο Ήχος κράτησε μικρότερο καλάθι αν και το φούλαρε κι αυτός) μόνο που δεν ήταν καλά συνεννοημένοι: άλλος τους έλεγε γκαράζ (!), άλλος νεοψυχεδέλεια (!!), μόνο γιεγιέδες δεν τους είπαν. Ενώ ήταν απλή αμερικάνικη ροκούρα.

Σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε κι όλους αυτούς τους μεθυσμένους που χοροπηδούσαν και σε ξενύχιαζαν με το Kiss Off, παθιασμένοι με τους δέκα λόγους που άξιζε να φτύσουν την γκόμενα που δεν είχαν ακόμα. Στο δικό μου θυμικό η αντίστοιχη θηλυκή συμπεριφορά παρατηρείται στο άκουσμα του άσματος «Τα έδωσα όλα κι έμεινα στον άσσο», όπου χτυπιούνται δεσποινίδες που δεν έχουν δώσει ακόμα τίποτα απολύτως και σε κανέναν.

Portishead – Dummy

Εδώ καταθέτω ένα βιογραφικό παράδοξο. Ζούσα επί χρόνια σε ιδιόμορφες συνθήκες: χωρίς τηλεόραση (σ’ όλη τη Θεσσαλονίκη μόνο ο Αγγελάκας κι εγώ – εννοώ από τις επώνυμες προσωπικότητες), χωρίς ράδιο, αργότερα χωρίς σιντιέρα, χωρίς παρέες με ίδια μουσικά γούστα και για καιρό χωρίς ίντερνετ – πήγαινα τα κείμενα στο πρώιμο mic σε…δισκέτα. Έτσι δεν πήρα ποτέ χαμπάρι τις «εκρήξεις» νέων «σκηνών» παρά πολύ αργότερα. Πρώτα διάβαζα και μάθαινα για τους περίφημους π.χ. Oasis, Blur, Massive Attack, Portishead – για να αναφέρω τα δήθεν «νέα» ονόματα. Έτσι, έχοντας διαβάσει τόσους ύμνους, όταν τελικά τα άκουγα η απογοήτευση ήταν τεράστια: «Γι’ αυτό το πράμα παραληρούν όλοι;»

Κάπως έτσι και με το ετούτο το κατά τα άλλα άρτιο σχήμα. Ενδιαφέρον αλλά μην τρελαθούμε κιόλας. Όταν έχεις περάσει ήδη απ’ όλη τη Μαύρη Θηλυκότητα, απ’ όλη την Σόουλ και Μπλουζ Αισθαντικότητα, τι να σου πούνε τα εγγλέζικα μελόπαιδα; Θα μου πεις, βαρεθήκαμε τις Μυθολογίες του Μέμφις, ας φτιάξουμε μια του Μπρίστολ. Και εγέννητο Trip Hop! Sour Times εδώ, ως μονόφθαλμο στα τυφλά. Όλως τυχαίως, οι 99 στους 100 αυτό διαλέγουν.

Bjork – Post

Τόσο με τους Sugarcubes όσο και τη Bjork επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά πως η υποτιθέμενη ανεξάρτητη σκηνή λειτουργούσε ακριβώς το ίδιο με την μέινστριμ, απλώς ένοιωθε λίγο σαν Β΄ Εθνική. Τα πραγματικά «ανεξάρτητα» υπέροχα σχήματα ήταν μακριά από δω, ήταν στις άγνωστες εταιρείες, στα απανταχού συνοικιακά υπόγεια, στους χειροποίητους δίσκους. Έτσι, όταν έβλεπα διαρκώς στην κορυφή των τοπ του περιοδικού Catalogue τους μεν και τη δε, έλεγα αποκλείεται αυτοί να αξίζουν φράγκο.

Βέβαια η δαιμόνια ποντικομούρα δεν ήταν χαζή να μείνει πάνω στο παγόβουνο των indies. Το ’δειχνε απ’ την αρχή πως θέλει να γίνει σταρέσσα και επέλεξε να πλασάρει ακριβώς αυτό που δεν έχουν οι άλλοι/ες. Ποτέ μου δε κατάλαβα πώς είναι δυνατό μια άτεχνη, γκριναροπαραληρούσα φωνή σε εντελώς αμελωδικά κομμάτια να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον. Μήπως επειδή το πακέτο της λιλιπούτειας καλικάντζαρης από την παγωμένη Θούλη ήταν «κάτι διαφορετικό ρε παιδί μου»; Μήπως όλο και κάποιες χρειάζονταν ένα ασχημομούρικο (δηλαδή αντι-τηλεοπτικό) είδωλο να ταυτιστούν;

Ούτε ένα κομμάτι της, όχι από το δίσκο, αλλά και γενικά δεν μπορώ να ακούσω πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Όταν δε έμαθα πως θα τραγουδούσε σε ολόκληρο μιούζικαλ, του Λαρς Φον Τρίερς κιόλας, σκέφτηκα να ένα απολύτως σύγχρονο και αναίμακτο βασανιστήριο για κάθε ανακριτική αρχή. Βάλε τον ύποπτο να το δει 10 φορές και θα στα ομολογήσει όλα.

R.E.M. – Green

Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτον. Αδιάφορο συγκρότημα, ελάχιστα χάιλαιτς. Οι Αμερικανοί U2. Τελικά φαινόταν από την αρχή πως τους άρεσαν πολύ τα στάδια.Αν υπήρχε η συνήθεια να ονοματίζουμε τα στάδια και με ονόματα συγκροτημάτων, σίγουρα θα είχαμε κάποιο γήπεδο «REM». Φίλοι φίλαθλοι καλώς ήρθατε στο Στάδιο REM όπου σε λίγο θα διεξαχθεί η μεγάλη αναμέτρηση…Ως σπήκερ θα τους ταίριαζε (στην ανία και τον δεινοσαυρισμό) μόνο ο απαράμιλλος, ο κορυφαίος, ο μετρ κύριος…Αλέξανδρος Θεοφιλόπουλος!

Στις φωτογραφίες:1. Μην τους κοιτάς οργισμένος Harrison, τώρα αυτοί σου έλαχαν. 2. Σταράνθρωπος στο Εξώφυλλο του Σταρανθρώπου. 3. Brecht και Weil γελούν χωρίς να ξέρουν πως θα τραγουδηθούν από άλλους επαναστάτες, δεκαετίες μετά. Ή το ξέρουν; 4. Reed, Cale και Warhol γελούν, χωρίς να ξέρουν πως η υστεροφημία τους είναι κερδισμένη. Ή το ξέρουν; 5. Ο Joe Strummer σίγουρα θα διάβαζε Πανδοχείο αν υπήρχε τότε κι αν ήταν έντυπο. 6. Ο Ian Curtis σε μια σπάνια χαρούμενη στιγμή με τους άλλους τρεις Joy Division. Οι οποίοι – αυτό που λέγαμε – προτίμησαν να ζήσουν και να τραγουδήσουν τα βάθη τους ως New Order. 7. Tuxedo Moon σε πρωτόλεια μορφή: διακρίνονται και οι 4 προσωπικότητες: S. Brown, P. Principle, W.Tong. B. Reininger. 8. Όσο και να αλλάξεις, εμείς μαζί σου. Και όντως δεν πεθαίνει. 9. Μια χάριν αφίσας έξυπνη αναγωγή του ονόματος των Violent Femmes στον σαδομαζοχισμό των παλαιών διδασκαλισσών. 10. H λαίδη Portishead προσπαθεί να μας ανάψει μια φλόγα. 11. Η άλλη λαίδη και τα 20 μάτια των REM που κατάφεραν να με υπνώσουν, χρόνια τώρα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ, όπου και σπαρταριστά «αντιδραστικά» σχόλια. Όλο το αφιέρωμα εκεί.

01
Ιαν.
11

2010/10 [Ανασκόπηση]

Τραγούδια
1. Get Well Soon – 5 steps 7 words
2. John Grant – TC and Honeybear
3. I Am Kloot – Northern Skies
4. Damien Jurado – Cloudy Shoes
5. Hugo Race – Coming Over
6. Teenage Fanclub – Baby Lee
7. The Acorn – Crossed Wires
8. The Midnight Juggernauts – This New Technology
9. The Walkmen – Stranded
10. Underworld – Scribble

Δίσκοι
1. Beach House – Teen Dream
2. Blood Axis – Born Again
3. Coral – Buttefly House
4. Alexander Hacke & Danielle De Picciotto – Hitman’s Heel
5. Larrnakh – Now, Will You Believe
6. Micah P. Hinson & The Pioneer Saboteurs – St
7. Josh Ritter – So Runs The World Away
8. The Radio Dept – Clinging To A Scheme
9. Yann Tiersen – Dust Lane
10. World’s End Girlfriend – Seven Idiots

Ξένη πεζογραφία
1. Γκαλεάνο Εντουάρντο– Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία [Πάπυρος]
2. Γκρούνμπεργκ Άρνολντ – Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου [Καστανιώτης]
3. Ινφάντε Γκιγιέρμο Καμπρέρα – Τρεις ταλαίπωρες τίγρεις [Τόπος]
4. Κάρβερ Ρέιμοντ – Αρχάριοι [Μεταίχμιο]
5. Λοτζ Ντέιβιντ – Ανήκουστος βλάβη [Bell]
6. Μπάλαρντ Τζέι Τζι – Θαύματα της ζωής. Αυτοβιογραφία [Οξύ]
7. Συλλογικό – Γοτθικές Ιστορίες από Βικτoριανές Συγγραφείς [Ars Nocturna]
8. Τραπέγιο Αντρές – Μέρες και νύχτες. Το ημερολόγιο του Χούστο Γκαρθία Βάγιε [Πόλις]
9. Τσιόλκας Χρήστος – Νεκρή Ευρώπη [Printa]
10. Χόρνμπυ Νικ – Η Τζούλιετ γυμνή [Πατάκης]

Ελληνική πεζογραφία
1. Αξιώτης Διαμαντής – Λάθος λύκο [Κέδρος]
2. Γρηγοριάδης Θεόδωρος – Ο χορευτής και ο δερβίσης [Πατάκης]
3. Γουδέλης Τάσος – Η παρουσία [Κέδρος]
4. Καβανόζης Κώστας – Του κόσμου ετούτου [Κέδρος]
5. Κολλιάκου Δήμητρα – Η αρρώστια των βουνών [Πατάκης]
6. Νικολαΐδου Σοφία – Απόψε δεν έχουμε φίλους [Μεταίχμιο]
7. Ξυλούρη Μαρία – Rewind [Καλέντης]
8. Σερέφας Σάκης – Θα σε πάρει ο δρόμος [Κέδρος]
9. Συλλογικό – To βιβλίο του κακού [Μαγικό Κουτί]
10. Χρυσόπουλος Χρήστος – Ο βομβιστής του Παρθενώνα [Καστανιώτης]

Μικτό Δοκίμιο
1. Βλαβιανός Χάρης – Χρυσόπουλος Χρήστος – Το διπλό όνειρο της γραφής [Πατάκης]
2. Γουίλσον Τζόναθαν – Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του [Polaris]
3. Ελευθεράτος Διονύσης – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις; [Τόπος]
4. Θέμπρον Κόλιν – Στη σκιά του Δρόμου του Μεταξιού [Πάπυρος]
5. Ίγκλετον Τέρρυ – Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική [Το Πέρασμα]
6. Μπόρχες Χόρχε Λουίς – Σάμπατο Ερνέστο – Διάλογοι [Printa]
7. Ντεμπρέ Ρεζί– Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου [Πόλις]
8. Συλλογικό – Η τέχνη της γραφής [Τόπος]
9. Συλλογικό – Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80 [Το Πέρασμα]
10. Χίτσενς Κρίστοφερ – Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα [Scripta]

Όπως πάντα η σειρά είναι αλφαβητική, ενώ στη λίστα των τραγουδιών ευνόητα δεν περιλαμβάνονται κομμάτια από την λίστα των δίσκων. Περιλαμβάνονται και οι 2-3 τελευταίοι μήνες του 2009. Πρώτη δημοσίευση στο σχετικό Αφιέρωμα – Ανασκόπηση του 2010 του Mic.gr εδώ.

Η λίστα κατασκευάστηκε εν πλω, χωρίς καμία γραπτή βοήθεια, σκονάκι, ημερολόγιο ή ό,τι άλλο. Γι’ αυτό και ξεχάστηκαν άλλα τόσα αλλά δεν έχει σημασία: ό, τι βρήκαμε άξιο παρουσίασης, θα παρουσιαστεί με τον γνωστό μας τρόπο. Ευχές για ηδονικές αναγνώσεις και γραφές.

Στις φωτογραφίες: Damien Jurado, World’s End Girlfriend, Eduardo Galeano, Χρήστος Χρυσόπουλος (φωτ. Κώστας Ισιδώρου), Regis Debray.

10
Φεβ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 25. Ηρώ Νικοπούλου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι πεζογράφοι και ποιητές.
Χρόνια τώρα με συναρπάζει εξακολουθητικά το ακραία δαιμονικό στοιχείο με το οποίο προι­κίζει τους ήρωές του ο Ντοστογιέφσκι καθώς και τα ηθικά διλήμματα που θέτει, είναι από τους λίγους συγγραφείς που άσκησαν επιρροή στον τρόπο που σκέφτομαι ορισμένα ζητήματα. Από την άλλη μεριά, πραγματικά με συγκλονίζει ο τρόπος που αποτυπώνει την έλλειψη της αγάπης και τις συνέπειες αυτής της έλλειψης ο Φώκνερ κι ας αρρω­σταίνω με το διάβασμα κάθε βιβλίου του. Επανέρχομαι συχνότατα στον μεγάλο Μπόρχες για την σοφία που κρύβει η παραδοξολογία του. Η άποψή του για το μυθιστόρημα – έλεγε πως δεν καταλαβαίνει γιατί να γράψει κανείς ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όταν μπορεί να διηγηθεί την ίδια ιστορία μέσα από ένα διήγημα – με προβλημάτισε ως προς την οικο­νομία του λόγου, και ενίσχυσε την επιλογή μου προς αυτή την κα­τεύ­­­­θυνση. Αγαπώ πολύ τον Μαρκές, τον Φουέντες και γενικότερα την Λατι­νο­αμε­ρικάνικη λογο­τεχνία με τον μαγικό ρεαλισμό της. Με ενδια­φέρει ο αμφιλεγόμενος Σελίν για το τολμηρό χιού­­μορ του απέ­ναντι στον ίδιο τον μηδενισμό του, ο Καουαμπάτα για την δύναμη της ελλει­πτι­κότητάς του, ο Κάφκα για την αντιστρο­φή της δυναμικής ανάμεσα στην κρυφή και την ορατή ιστορία του που συνιστά – κατά τον Πίγλια – το Καφκικό ιδίωμα. Τώρα από τους σύγχρονους πεζογράφους με γοητεύει η ψυχρή ματιά του Ουελμπέκ, μ’ αρέσει ο Κούντερα για το σαρκασμό και την φαι­νο­μενική ψυχραιμία του, ο Σαρα­μάγκου που σπάει τα ταμπού, η Ακινάουα για τα τολμηρά θέματά της και για την υπαινικτική υγρή ατμό­σφαιρα που δημιουργεί. Από τους έλληνες πεζογράφους ξεχωρίζω τον Τσίρκα, τον Μάτεσι για τον σχεδόν αιρετικό τρό­πο που χρησιμοποιεί την γλώσσα και κυρίως για τα θεατρικά κεί­μενά του, την Καρυστιάνη, τον Μίγγα, τον Χιόνη για την λοξή έως κι ανάποδη ματιά του, τον Μαυρουδή για την ακριβή και πολυσημική ελλειπτικότητά του.

Όσον αφορά στην ποίηση θα αναφερθώ μόνο σε έλληνες ποιητές για­τί θεωρώ ότι το θέμα της γλώσσας είναι πολύ περιοριστικό. Η ποίηση ουσιαστικά κατά την γνώμη μου δεν μεταφράζεται, αν και προσωπικά θα προτιμούσα τον όρο μεταγραφή αντί μετάφραση. Όταν ο μετα­φρα­στής προσπαθεί να αποδώσει τις έννοιες του κειμένου και ταυτόχρονα να διασώσει ότι μπορεί από την μουσι­κό­τητα ή το ρυθμό του ποιήματος, αναγκαστικά θα πρέπει να καταφύγει σε λύσεις που θα τον απομακρύνουν από την κατά λέξη μετάφραση, οπότε πάμε στην απόδοση. Μιλώ­ντας λοιπόν για έλληνες, ανατρέχω συχνά στη Σαπφώ για τον λυρικό της πόθο, στον γλωσσοπλάστη Ελύτη για το φως που αναδύεται από την ποίησή του και για τον τρόπο που αξιοποιεί την παράδοση, στον ώριμο πικρό Καρούζο – της ύστερης ποιητικής του- που βρίσκεται στον αντίποδα του Ελύτη, στη Δημουλά που οδηγεί με την γλώσσα της μέσα από την ουσια­στικοποίηση των επιθέτων – όπου δεν φτάνει στην μανιέρα – στην ψίχα των πραγμάτων, στη λιτότητα του Λάσκαρη, στον τολμηρό έως προκλητικό λόγο του Βαρβέρη.

2. Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
«Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ» του Φουέντες, «Το σπίτι των πνευμάτων» της Αλλιέντε, η «Εφεύρεση του Μορέλ» του Κασάρες, το «Στρίψιμο της βίδας» του Χένρι Τζέιμς, η «H βουή και η αντάρα» του Φώκνερ, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη» της Έμιλυ Μπροντέ, το «Άγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ, το «Βιβλίο της ανησυχίας» του Φερνάντο Πεσσόα, ο «Ορλάντο» της Βιρτζίνια Γουλφ, η «Ασκητική» του Καζα­ντζά­κη που επηρέασε την οπτική μου απέναντι στη θρησκεία, η «Μετα­μόρφωση» του Κάφκα, το «Εκατό χρόνια μονα­ξιά» του Μαρκές, «Των Κεκοιμημένων» του Μίγγα, το «Κουστούμι στο χώμα» της Καρυστιάνη κ.α.

3. Αγαπημένα σας διηγήματα.
Το «Πίστομα» του Θεοτόκη για τον αδιαπραγμάτευτο τρόπο που χειρίζεται το θέμα της τιμής, ένα θέμα που αισθάνομαι πως πλέον έχει εκλείψει από την ελληνική πεζογραφία, η «Πισίνα» της Ογκάουα για τον ατμώδη ερωτισμό της, η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζατέλη, η «Φό­νισσα» και το «Μοιρολόι της φώκιας» του Παπα­διαμάντη, σχεδόν όλος ο Μπόρχες, και πολλά του Τσέχωφ.

4. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Υπάρχουν στιγμές ή και κείμενα ολόκληρα σύγχρονων λογο­τεχνών που με γοητεύουν. Το βιβλίο του Χιόνη «Όντα και μη όντα», το «Ενός λεπτού μαζί» της Δημουλά.

5. Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Θαυμάζω τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και τον τρόπο που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην τρέλλα και την λογική, στην φαντασία και το όνειρο. Μ’ αρέσει ο χειρισμός του μύθου του Φάουστ από τον Γκαίτε που τελικά δημιουργεί έναν άλλο Φάουστ, και πραγμα­τικά ζηλεύω τον τρόπο που έχτισε ο Ντο­στογιέφσκι, τον χαρακτήρα του Ρα­σκό­λ­νι­κοφ στο Έγκλημα και τιμωρία, και του Σταβρόγκιν στους Δαι­μο­­νισμέ­νους, αυτό το τραγικά αντιφατικό στοιχείο που κου­βα­λούν τους κάνει απελπιστικά αληθινούς.

6. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των γραπτών σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, μου θέτει ακόμα ερωτήματα η Αρετή Θεοφίλου από το ομώνυμο διήγημα που βρίσκεται στην συλλογή με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια», ερωτήματα για το πώς μπορεί να απαντήσει ο άνθρωπος στην αδικία που του γίνεται, πώς μπορεί να την διαχειριστεί χωρίς να προξενήσει κι αυτός με την σειρά του πόνο. Είναι άλλωστε ένα από τα θέματα που διατρέχουν και το βιβλίο που τελείωσα πρόσφατα και έχει τίτλο «Η βρεφοδόχος». Μια άλλη ηρωίδα μου, που συχνά συνομιλώ μαζί της, είναι η παραβιασμένη Παυλίνα από το διήγημα «Το κομμωτήριο» πάλι από την «Ομελέτα» που αναφέρεται κατόπιν κι αυτή στη «Βρε­φο­δόχο». Είναι θέματα που επανέρχονται μέσα από τους ήρωες και ερω­τήματα που δεν εξαντλούνται, άλλωστε δεν νομίζω πως καταθέτουμε απαντήσεις μέσα από ένα βιβλίο, αλλά ζητήματα που μας απασχολούν.
Κάθε συγγραφέας δημιουργεί το δικό του μικρόκοσμο και μέσα σ’ αυτόν κινούνται τα πλάσματα της φαντασίας του, τα παιδιά του κατά μια άλλη έννοια, και δεν έχει σημασία αν φτιάχτηκαν από ανακυκλωμένα υλικά, το θέμα είναι να πετύχει η συναρμολόγηση και να αρθρωθεί τελικά ένας νέος χαρακτήρας. Αν αρθρωθεί, τότε δεν εγκαταλείπει εύκολα τον μικρό­κο­σμό του.

7. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ξέρετε, έχω γράψει ένα ποίημα που απαντάει ακριβώς σ’ αυτή την ερώτηση. Έχει τίτλο «Ενυδρείο» και βρίσκεται στην τελευταία ποιητική μου συλλογή (σελ.51), λέει λοιπόν :
«Στα σοβαρά δεν πρέπει/ να παίρνεις τις στιγμές/ για τον ίδιο λόγο που δεν πρέπει/ να γράφεις στο γραφείο ποιήματα/ κλείνεις το χρόνο στη γυάλα/ κι αυτός σε κοιτά σαν το ψάρι/ από τα βάθη/ ρίχνοντας φυσαλίδες βροχή/ τα λεπτά στο πρόσωπό σου» κλπ.
Ενώ, λοιπόν, χρησιμοποιώ αποκλειστικά και μόνο το κομπιούτερ για την πεζογραφία και γράφω απ’ ευθείας, αντιθέτως τα ποιήματα τα γράφω ακόμα στο χαρτί, σε οποιοδήποτε χαρτί και οπου­δήποτε μου κάνει την χάρη να με επι­σκεφθεί η μούσα. Έχει τύχει να γράψω στην παραλία στάζοντας νερά, ή να σημειώ­σω ένα στίχο στο εισιτήριο του τραμ, έχω γράψει ποίημα ολό­κληρο στη χαρτο­πετσέτα υπόγειου μαγειρείου στην Ομόνοια, ή άλλοτε σε καφενείο στον Φλοίσβο. Πολύ συχνά γράφω στο κρεβάτι. Δεν έχω τέτοιου τύπου στερεότυπα. Δεν έχει σημασία για μένα ο τόπος. Αυτό όμως που κάνω πάντα μόνο στο γραφείο μου είναι η επε­ξεργασία των ποιημάτων, η οποί­α­ με παιδεύει για πολύ καιρό πριν κατά­στα­λά­ξω στην τελική μορφή.
Τώρα όσον αφορά στην πεζογραφία τα πράγματα καθορίζονται κυρίως από το κομπιούτερ μου, που είναι μεν φορητό αλλά οπωσδήποτε πιο δυσκίνητο απ’ ότι ένα απλό σημειωματάριο.

8. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν πρόκειται για πεζό, διήγημα ή μυθιστόρημα, έχω κατ’ αρχάς την βασική ιδέα στο μυαλό μου και την πλάθω για αρκετά μεγάλο χρο­νικό διάστημα πριν την ακουμπήσω στον υπολογιστή. Σιγά-σιγά αρχί­ζουν να ανα­δύ­ο­νται οι χαρα­κτήρες, αποκτούν περίγραμμα, σωματότυπο, συνή­­­θειες, βλέμ­μα, χαρακτηριστικά, το όνομα και το χρώμα έρχονται προ­ς το τέ­λος. Τους ντύ­νω με το υλικό που ήδη έχω συγκεντρώσει ή συνε­χί­ζω να μαζεύω, προσέχοντας τι ταιριάζει κάθε φορά.
Την πρώτη ύλη μου την βρίσκω οπουδήποτε, στον δρόμο, σ’ ένα μαγαζί, σε μια θεατρική παράσταση. Μόλις κάτι μου τραβήξει την προσοχή κρα­τάω σημειώσεις, μπορεί να είναι μια κίνηση, ένας διάλογος, ένας μορφασμός, οτιδήποτε που θα κινητοποιήσει την σκέψη, την φαντασία μου. Όταν πια έχω αρκετές σημειώσεις σχετικές με το θέμα μου και αισθά­νομαι την ιδέα να έχει κάπως ωριμάσει, αρχίζω το γράψιμο. Η διαδικασία της γραφής βάζει τα πράγματα σε διάλογο μεταξύ τους, πρέπει να βρε­θούν οι εσωτερικές ισορροπίες του κειμένου, οι τομές, τα σημεία φυγής, ο συ­σχε­τισμός των χαρακτήρων, δεν είναι το ίδιο με το να τα σκέφτεσαι απλώς και να τα σχεδιάζεις. Υπάρχει το ενδεχόμενο από ένα σημείο και μετά ο χαρακτήρας να μην χωράει σ’ αυτά που είχα προ­γραμματίσει, που είχα σκεφτεί εξ αρχής γι’ αυτόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις τον παρα­τηρώ ή ακό­μη και τον ακολουθώ για να δω πού το πάει και πώς μπορεί να εξε­λιχθεί, προσπαθώντας να θυμάμαι κάτι που είχε πει ο Στανισλάφσκι για τον θεατρικό χαρακτήρα που βεβαίως ισχύει και στην πεζογραφία, είχε πει λοιπόν πως ένας χαρακτήρας για να πάψει να είναι χάρτινος, για να αποκτήσει υπόσταση, όγκο και εκτόπισμα πρέπει να έχει προο­πτική και βάθος χρόνου και πριν και μετά την συγκεκριμένη σκηνή του έργου. Αυτή η σκέψη με βοήθησε πολύ στο χτίσιμο των ηρώων μου. Το στάδιο που­ τα πρόσωπα αποκτούν την δική τους δυ­να­­μική είναι πολύ ενδια­φέ­ρον­ αλλά και πολύ δύσκολο, γιατί πρέπει να ισορροπήσουν -μέσα από τις σωστές αναλογίες- οι έννοιες της ελευ­θε­ρίας και της πειθαρχίας που, χωρίς να είναι αλληλοαποκλειόμενες, βρίσκονται πάντως σε διαλεκτική αντίθεση. Και τότε αρχίζει η μακρά και κοπιώδης περίοδος της επεξεργασίας, που είναι πάρα πολύ σημαντική για μένα.

9. Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, αλλά και όταν διαβάζω, προσπαθώ να ακούσω την εσωτερική μουσική των λέξεων και να συντονιστώ μαζί τους. Τα κείμενα έχουν τον δικό τους ρυθμό, την δική τους ατμόσφαιρα, επομένως δεν μπορώ ταυτόχρονα να ακούω και μουσική, όσο καλή ή αγαπημένη κι αν είναι γιατί πιστεύω ότι όταν μπε­ρδεύ­ο­νται οι αρμονίες προκύπτει χάος. Όλα αυτά φυσικά ισχύ­ουν ακόμα περισσότερο για την ποίηση, που ρυθ­μός και μουσικό­τη­τα απο­τελούν συστατικά στοιχεία της ή, εν πάση περι­πτώσει, ζητούμενα. Η μουσική μας εμπλουτίζει μ’ ένα τρόπο μαγικό, προσδίδοντας νέες δια­στάσεις στις σχέσεις μας με τα πράγματα, τους τόπους, τον χρόνο. Αγαπώ πολύ την προκλασική περίοδο, την Μεσαι­ω­νική του Γρηγο­ριανού με­λους­, την Αναγεννησιακή με τα μαδριγάλια, την μπαρόκ του Μπαχ, ακούω φυσικά και κλασική, και απ’ την σύγχρονη με ξεκουράζει η ευαισθησία του Χατζηδάκη, με συνεγείρει ο λυγμός των Πορτογαλέζικων φάντος και η αμφισβήτηση της ροκ.

10. Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Δεν γίνεται να μιλήσω για το πότε και το πώς γράφτηκε το πρώτο μου βιβλίο χωρίς να αναφερθώ σ’ ένα πρόσωπο που έπαιξε πολύ σημα­ντικό ρόλο στην ζωή μου. Θείος και νονός μου ήταν ο Νάσος Νικόπουλος, ποιητής και κριτικός θεάτρου επί πολλά χρόνια στην εφη­μερίδα Αυγή. Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα, τα αινίγματα των πρώτων ακουσμάτων, οι συζητήσεις, οι προτροπές, άσκησαν με­γάλη επίδραση στην διαμόρφωσή μου. Με τον θείο μου συζητούσαμε για την τέχνη γενικότερα – αγαπούσε πολύ το θέατρο και την ζωγραφική- για την ποίηση, για το Σολωμό, και πάντα με προέτρεπε να διαβάζω, να διαβάζω πολύ, μου πρότεινε βιβλία, μου έδινε ερεθίσματα. Χαρακτηριστικό παρά­δειγμα είναι η αντίδρασή μου όταν πρωτοάκουσα το Άξιον Εστί του Ελύτη μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη σε ηλικία έξι-επτά ετών, φυσικά δεν μπόρεσα να καταλάβω παρά ελάχιστες λέξεις, την αύρα όμως του έργου την ρούφηξα όλη, κι όταν τελείωσε η ακρόαση άπνοη και εκστασιασμένη δήλωσα πως θέλω κι εγώ να μπορώ να καταλαβαίνω κά­ποτε όπως οι με­γά­λοι­ τα λόγια του ποιητή. Το πρώτο μου βιβλίο λοιπόν ήταν η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο μύθος του οδοιπόρου», Αθήνα, 1986, και διαπνέεται από την ζέση εκείνου του πρώτου πόθου. Το δεύτερο ήταν πάλι ποίηση με τίτλο «Χειμερινοί μορφασμοί», Αθήνα, 1993. Το 1999 ακολούθησε η ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανέμου», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, όπου νομίζω πως συντε­λείται και μια στροφή στον τρόπο της γραφής μου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2003 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Σαν σε καθρέφτη» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και έχει ως θέμα την ανα­ζήτηση της εσωτερικής ταυτότητας μιας νεαρής γυναίκας που είναι υιοθετημένη και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ολλανδία – που είναι γενέ­θλια χώρα της μητέρας της- για να την βρει. Με ενδιέφερε η σύνδεση της αναζήτησης της ταυτότητας με το ταξίδι. Αν αναλογιστούμε τους προ­σκυ­­νητές των Αγίων Τόπων ή ακόμα και τους σημερινούς ταξιδευτές της Δύ­σης προς την Ανατολή, θα δούμε ότι το ταξίδι έδινε πάντα στον άνθρω­­πο την δυνατότητα της ενίσχυσης ή ακόμα και του επα­να­προσδιο­ρι­σμού της ταυτότητάς του. Ολόκληρο το κείμενο ουσι­α­στικά ανα­πτύσ­σεται με κατοπτρικό τρόπο καθώς είναι χωρισμένο σε δύο μέρη τα οποία λειτουργούν οργανικά σαν αντικατοπτρισμός το ένα του άλλου. Είναι ουσιώδης, κατά την γνώμη μου, η οργανικότητα της μορφής σε σχέση με το περιε­χό­μενο.
Το επόμενο βιβλίο μου κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Νεφέλη με τίτλο «Ομελέτα με μανιτάρια». Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων που είναι χωρισμένη σε πέντε θεματικές ενότητες. Εδώ υπάρχουν πρόσωπα και ρόλοι που τα όριά τους μπλέκονται δημι­ουρ­γώ­ντας εφιαλτικούς λαβυρίνθους σχέσεων, όπου συχνά αποκα­λύ­πτε­ται­ το ασύμπτωτο της ηλικιακής με την ουσιαστική ενη­λικί­ω­ση. Υπάρχουν επίσης ιστορίες που βασικός στόχος τους είναι να ανα­τρέψουν τους κανόνες του παιχνιδιού, το δεδομένο υλικό των μύθων και των παρα­μυ­θιών. Αισθάνομαι ότι είναι ένα βιβλίο ανοιχτό που συνε­χίζε­ται.

11. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Είναι η ποιητική συλλογή με τίτλο «Μη με ψάχνετε εδώ», και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2009 από τις εκδόσεις Πλα­νό­διον. Εδώ από το πρώτο κιόλας ποίημα – απ’ όπου και ο κάπως προκλη­τικός τίτλος – το ποιητικό υποκείμενο θέλει να δηλώσει (ή να υπο­δη­λώσει;) πως ο τόπος του ποιητή είναι εντέλει πέρα από τις λέξεις. Το φα­νέ­ρωμα, η επιφάνεια -για να το πούμε αλλιώς- συντε­λείται μέσα στην γλώσσα, αλλά ο ίδιος δεν κατοικεί εκεί.

12. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το τελευταίο βιβλίο του Ουελμπέκ, με τίτλο «Η δυνατότητα ενός νησιού».

13. Τι γράφετε τώρα;
Σχεδιάζω μια νέα συλλογή διηγημάτων, οπότε συνεχίζω να γράφω διηγήματα, έχω αρκετά στο συρτάρι μου και μερικά από αυτά είναι ήδη δημο­σιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Συνεχίζει να με απασχολεί το θέμα των σχέσεων και κυρίως το αφανέρωτο ψυχικό υλικό τους. Το σημαντικό κατά τη γνώμη μου είναι το άρρητο, αυτό που υποδηλώνεται μέσα από λεπτομέρειες, από ανεπαίσθητες κινήσεις του σώματος, από το βλέμμα, από πράγματα που τέλος πάντων διαφεύγουν συνήθως της προσοχής μας και ο τρόπος που επιδιώκω να αποδοθεί όλο αυτό είναι υπαινικτικός. Δεν μ’ αρέσει η επεξηγηματικότητα και η πλήρης ανάλυση των πάντων, προτιμώ στα κείμενά μου να αφήνω χώρο και για τον αναγνώστη. Κακά τα ψέματα, όσο συγκεκριμένο κι αν είναι αυτό που είχε στο νου του ο συγγραφέας όταν έγραφε το έργο, ο τρόπος πρόσληψης ενός κειμένου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ο καθένας έχει άλλες προσλα­μβά­νουσες, προβάλει τα δικά του βιώματα. Αλλά, νομίζω, ότι αυτό είναι τελικά ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα ενός έργου να μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, να λειτουργεί πολυεπίπεδα, να επιδέχεται επομένως κι άλλες προσεγγίσεις.

14. Τι είδους ηδονές σας προσφέρει η ενασχόλησή σας με την ζωγραφική; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Έχετε συνδέσει λογοτεχνικά κείμενα δικά σας ή άλλων με συγκεκριμένες εικαστικές εικόνες;
Η ζωγραφική και η λογοτεχνία λειτουργούν για μένα ως δύο δια­φορετικοί τρόποι έκφρασης και είναι στην πραγματικότητα δύο δρόμοι προσέγγισης του εαυτού κι ενός πολύπλοκου ψυχισμού, που χωρίς τον ένα ή τον άλλο δρόμο θα έμενε ουσιαστικά ανερμήνευτος και αλύ­τρωτος. Όλο αυτό φυσικά πρέπει να γίνεται με τρόπο που να αφορά και τους άλλους, αλλιώς κινδυνεύει να παραμείνει απλή ψυχαναλυτική δια­δικασία εσωτερικής κατανάλωσης και όχι τέχνη. Επομένως δεν τίθεται θέμα υπε­ξαί­ρεσης συγ­γρα­φικού χρόνου από την ζωγραφική, μια και προς το παρόν τουλά­χιστον διατηρείται μέσα μου – αν και μέσα από πολύπλοκες διαδρομές – μια συμπληρωματική ισορρο­πία. Η ευχαρίστηση και η ολο­κλήρωση – η ηδονή όπως το διατυπώνετε – που μου προσφέρει η ζω­γραφική είναι σημαντική κι αναντικατάστατη για μένα, άλλωστε άρχισε να ξετυλίγεται σε πολύ νεαρή ηλικία ταυτοχρόνως με την λογο­τεχνία και έκτοτε συνυπάρχουν. Όσο για την σύν­δεση λογοτεχνικού κειμένου με τον εικαστικό λόγο, ναι συνέβη μια του­λάχιστον φορά όταν έγραψα ένα διήγημα με τίτλο «Η θυμω­μένη του Ντεγκά» που περιέχεται επίσης στη συλλογή «Ομελέτα με μανιτάρια» και έχει ως αφετηρία κι έμπ­νευση την «Μικρή χορεύτρια» (φώτο), του ζωγρά­φου και γλύπτη Ντεγκά – που αγαπώ ιδιαίτερα – γλυπτό το οποίο μάλιστα πρό­σ­φατα εκτέθηκε και στην Αθήνα. Σε κριτικές που έχουν γραφτεί για το λογοτεχνικό μου έργο, ανα­φέρεται ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το στοιχείο της ζωγρα­φικό­τητας. Φυσικά αυτή είναι μια επισήμανση που θα μπορούσε να ισχύει, και ισχύει, για πολλούς συγγραφείς στων οποίων το έργο το εικονιστικό στοιχείο είναι δραστικά παρόν. Αυτό που παρατηρώ εγώ στη σχέση των δύο εκφραστικών διαδρομών μου είναι ότι εντέλει λειτουργούν με τρόπο συμπληρωματικά αντίθετο, μιλούν για διαφο­ρετικά κομμάτια μου. Η ζωγραφική, έχοντας τις γερές –ε­νί­­οτε και περιοριστικές – βάσεις των ακα­δημαϊκών σπουδών –Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών- εκφράζει τμήματα του ψυχισμού μου που δεν εκφρά­ζονται στην λογοτεχνία, είναι πιο αφαι­ρετική και δεν στηρίζεται στην πρόφαση της διήγησης (όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες των έργων Νο 01, 02, 03). Αντιθέτως μέσα στο πεδίο της συγγραφής ξετυλίγονται πιο ελεύθερα κώδικες του υποσυ­νει­δήτου που δεν είχαν βρει το δρόμο τους μέσα από την ζωγραφική. Το πολύ ενδιαφέρον για μένα βρίσκεται με μια αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια περίπου, που αυτό άρχισε να διαφοροποιείται. Άρχισαν, δηλαδή, να εμφανίζονται παραστατικά, αφηγη­ματικά στοιχεία στη ζωγραφική μου, που νομίζω ότι δεν θα παρου­σιά­ζονταν αν δεν είχε προηγηθεί η διεργασία της γραφής. (Στην φωτογραφία του έργου Νο 04 που έχει τίτλο «Η κούκλα και το παιδί» από την ενότητα «Δωμάτια -΄Ενοικοι» φαίνεται καθαρά πως μορφοποιείται η αντιστροφή των ρόλων ανάμεσα στην κούκλα-μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί.) Αισθάνομαι σαν η μια τέχνη μου να μπολιάζει την άλλη. Επομένως αυτό που μέχρι πριν έμοιαζε σαν εσωτερική αντινομία, τώρα μέσα από την διαδικασία των κατα­βολάδων ή των αντιδανείων, μοιάζει να μπαίνει σε νέο δρόμο.

Σημ.: Τα τέσσερα πρώτα έργα είναι της συγγραφέως, το τελευταίο του Edgar Degas (βλ. σχετικές αναφορές εντός κειμένου).

01
Φεβ.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 24. Νίκος Βλαντής

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάμεσα στους συγγραφείς αναπτύσσονται εκλεκτικές συγγένειες, και τους συγγενείς του, ως γνωστόν, ουδείς τους επιλέγει. Αν έπρεπε να φτιάξω μια λίστα με διαχρονικούς συγγραφείς, αυτή θα συμπεριλάμβανε, σχεδόν αποκλειστικά, τους συγγραφείς της Ουτοπίας: Πλάτων, Τόμας Μουρ, Τομάζο Καμπανέλα, Φράνσις Μπέικον, Ετιέν Καμπέ, Τέοντορ Χέρτσκα, Ουίλλιαμ Μόρρις… Για συγχρόνους μου, δεν ξέρω. Νιώθω όλο και λιγότερο δέσμιος του αιώνα μου.

 Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Ο Οδυσσέας, ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες και το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Η απάντηση αποκλείει de facto σύγχρονα βιβλία× κατά τη γνώμη μου, εκεί, γύρω στον μεσοπόλεμο, και με τη συνεπικουρία των Τζόυς, Μούζιλ και Προυστ, η τέχνη του μυθιστορήματος φτάνει στο τέλος της, δηλαδή στην εντελέχειά της.

 Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαύμασα το έργο δύο συγγραφέων, που ανέδειξαν την τέχνη του διηγήματος ως αυτόνομο είδος, και διακριτό από το μυθιστόρημα ή την ολιγοσέλιδη ιστορία: του Άντον Τσέχοφ και του Ρέημοντ Κάρβερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αρκετών συγχρόνων συγγραφέων η πορεία με γοητεύει και περιμένω με ισχυρό ενδιαφέρον την εξέλιξη του έργου τους, κάτι που μου φαίνεται συναρπαστικό, γιατί δεν έχω την ίδια πολυτέλεια με τους αγαπημένους μου (πεθαμένους) συγγραφείς να τους παρακολουθήσω επί το έργον.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δεν έχω αγαπημένους ήρωες αλλά ήρωες που με έχουν στοιχειώσει: τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά, τους αδελφούς Καραμαζόφ, τον Μερσώ…. Παραπέμπω τον ενδιαφερόμενο στο τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο «Λήθη», όπου ζωντανεύει ένα σύμπαν αυτών (και άλλων) χαρακτήρων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Όχι, διότι οι ήρωές μου συνήθως αποτελούν σκιές του εαυτού μου, όψεις της ζωής που άφησα πίσω μου, δεσμευτικά πεπρωμένα που αποτίναξα, μονοπάτια που χάραξα για να μην τα περπατήσω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι, συνήθως γράφω στο σπίτι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πιστεύω στον προφητικό οραματισμό, την τέχνη που ασκούσαν συγγραφείς όπως ο Δάντης ή ο Ουίλλιαμ Μπλέικ. Γράφω ένα βιβλίο μόνο όταν διακρίνω μια δίοδο ανάμεσα στο φυσικό και το μεταφυσικό× με την ελπίδα να την περάσω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Τελευταία, αισθάνομαι κορεσμένος από τη μουσική. Αναζητώ νέα ακούσματα× εις μάτην.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Έγραψα τον Αλκιβιάδη Δεσμώτη περιγράφοντας μια σιωπηλή επανάσταση που θα ’φερνε το τέλος του καπιταλισμού και της οικολογικής/ πολιτισμικής του κρίσης και θέλησα όσο τίποτε άλλο μέχρι τότε στη ζωή μου να εκδοθεί, πιστεύοντας ακράδαντα πως η επανάσταση που περιέγραφε θα συνέβαινε. Δε συνέβη.

Έγραψα το Writersland, Το νησί των συγγραφέων γιατί το τέλος του Αλκιβιάδη Δεσμώτη – η Ουτοπία μετατράπηκε σε Δυστοπία – με γέμισε απόγνωση, και θέλησα να εξερευνήσω μια καλύτερη συνθήκη για τη δυτική ανθρωπότητα. Ψηλάφισα τον 22ο αιώνα.

Έγραψα τον Μπάρτλεμπυ τον κομπιουτερά από δέος για τον Μπάρτλεμπυ τον γραφιά του Χέρμαν Μέλβιλλ. Μου φάνηκε συναρπαστικό να ξαναγράψω/ αντιγράψω/ εκσυγχρονίσω το βιβλίο του, άλλωστε κι ο ήρωάς του αντιγραφέας ήτανε.

Έγραψα το Greek Psycho γιατί αισθάνθηκα πάρα πολύ θυμωμένος με αυτήν εδώ τη χώρα, το διάστημα της προ-ολυμπιακής ευφορίας× μου πέρασε.

Έγραψα τη Λήθη επειδή ονειρεύτηκα πως βρέθηκα σε μια λίθινη ορεινή πολιτεία όπου ζούσαν μυθιστορηματικοί ήρωες, και θέλησα να μάθω τι σήμαινε αυτό το όνειρο. Τελικά έμαθα.

Δεν έχω αγαπημένο βιβλίο× ούτε κρατώ αντίτυπα των βιβλίων μου. Τ’ αγαπάω, αλλά σαν μέρη στα οποία δεν θα ξαναπάω, ανθρώπους που δεν θα ξανασυναντήσω, ηλικίες που δεν θα ξαναζήσω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; 

Το έχω ήδη κάνει (βλ. ερώτηση για τους αγαπημένους ήρωες).

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω βιβλία που με βοηθούν να στηρίξω το βιβλίο που γράφω.

Τι γράφετε τώρα; 

Ολοκληρώνω ένα δοκίμιο με φιλοσοφικές αναφορές και θέμα τη σχέση των μελλοντολογικών μου οραμάτων με την πραγματικότητα× τη σημερινή και την προδιαγραφόμενη ιστορική συνθήκη της Δύσης.

Πώς βιοπορίζεστε; 

Ασχολούμαι αποκλειστικά με το Μαγικό Κουτί.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Αποφεύγω την ενασχόληση με τη λογοτεχνική κριτική, εννοώ να υπογράφω κριτικές αποτιμήσεις σύγχρονων βιβλίων, αν και, ενίοτε καταλύω αυτόν τον κανόνα για να γράψω ή να μιλήσω για βιβλία συγχρόνων μου που νιώθω πως αξίζει να προσεχτούν. Πρόσφατα, ανέλαβα τη συντακτική επιμέλεια ενός νέου περιοδικού για το βιβλίο που βγήκε από το Μαγικό Κουτί, της Litteraterra. Όλη μου η ενεργητικότητα κατευθύνεται πια στο Μαγικό Κουτί κι όσο για το γράψιμο, μέσα από την εμπειρία αυτήν τη συναρπαστική της έκδοσης βιβλίων, είναι που αναζητώ το επόμενο βιβλίο μου.

Δημιουργήσατε τον εκδοτικό οίκο Μαγικό Κουτί, με ιδιαίτερες εκδόσεις. Ποιες επιθυμίες επικράτησαν εδώ; Ποιους συγγραφείς ή έργα θα θέλατε την τρέχουσα στιγμή να εκδώσετε;

Μέσα από το Μαγικό Κουτί ξεθάβονται βιβλία που με βοηθούν να επαναπροσδιορίσω τις πολιτισμικές μου συντεταγμένες× αυτές που έχω κληρονομήσει ως άνθρωπος της εποχής μου. Η επιθυμία μου ήταν (ανέκαθεν) η γνώση του Κόσμου× με το Μαγικό Κουτί, ανακάλυψα πως, εκδίδοντας βιβλία, τη βιώνεις, την αποκτάς, την ενσαρκώνεις, ακόμη κι αν δεν τα έχεις γράψει εσύ. Δεν έχω/ έχουμε επιθυμίες, στο Μαγικό Κουτί, να εκδώσουμε συγκεκριμένους συγγραφείς. Αναζητούμε και εξερευνούμε το μαγικό στοιχείο (υπό την έννοια της χαράς της παιδικής ηλικίας, ή/ και της δύναμης να μεταμορφώνουμε την πραγματικότητα με βάση τις επιθυμίες μας) μέσα από τη λογοτεχνία× και κυρίως, μέσα από τη διαπραγμάτευση της δυτικής λογοτεχνικής κληρονομιάς. Σ’ αυτήν την αναζήτηση, ανακαλύπτουμε ενίοτε συνοδοιπόρους× ζώντες ή νεκρούς. Συμπορευόμαστε για λίγο, και μετά συνεχίζουμε ο καθένας το ταξίδι του.

Διατηρείτε παιγνιώδη ιστοσελίδα. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ιστοσελίδα έχω από το 2000. Μέσω αυτής, μου έχουν απευθυνθεί αναγνώστες.

Δημοσίευση και εδώ.

20
Ιαν.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 23. Νίκος Κουνενής

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Θερβάντες, Ραμπελαί, Στερν, Ροίδης, Μέλβιλ, Χάσεκ, Κάφκα, Αλεξάνδρου, Τσίρκας, Ντίρενματ και πολλοί σύγχρονοι.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Δον Κιχώτης, Γαργαντούας, Η πάπισσα Ιωάννα, Μόμπι Ντικ, Η δίκη, Η μεταμόρφωση, Το κιβώτιο, Ακυβέρνητες πολιτείες και πολλά σύγχρονα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Πολλά και διάφορα, κυρίως του Τσέχωφ, του Κάφκα, του Ροίδη, του Παπαδιαμάντη του Βιζυηνού και αρκετών συγχρόνων.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Περισσότεροι του αναμενομένου, αν και προτιμώ να μην αναφερθώ σε συγκεκριμένα ονόματα, ξεχνώντας ενδεχομένως κάποια άλλα που επίσης αξίζουν να αναφερθούν. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν αναφέρθηκα ονομαστικά στους σύγχρονους συγγραφείς και στις προηγούμενες ερωτήσεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.
Αγαπημένοι ο Δον Κιχώτης και ο Γιόζεφ Κ. Ζηλευτός κανένας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Ως σατιρικές καρικατούρες περιορίζονται φυλακισμένοι στις σελίδες των βιβλίων. Συνηθίζω πάντως να επαναφέρω κάποιους ήρωες παλαιότερων βιβλίων μου σε καινούρια, σε δευτεραγωνιστικούς ρόλους αυτή τη φορά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Τα δυο πρώτα βιβλία μου, απολύτως χειροποίητα, τα έγραψα σχεδόν εξ ολοκλήρου σε διάφορα «καφέ». Τώρα που χρησιμοποιώ υπολογιστή γράφω κυρίως στο σπίτι, αν και κάποιες φορές συνεχίζω την παλιά χειρωνακτική συνήθεια εκτός αυτού, πληκτρολογώντας εκ των υστέρων το χειρόγραφο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Ξεκινώ από μια βασική ιδέα και μαθαίνω και ο ίδιος την εξέλιξη κατά τη διάρκεια της συγγραφής. Η σατιρική γραφή είναι ένα παιχνίδι συνεχών παιγνίων και ανακαλύψεων και ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου πάντα, δύσκολα εγκλωβίζεται σε προσχέδια και υποχρεωτικές νόρμες. Ως εκ τούτου παγιδεύω τις ιδέες μου στιγμιαία, κατά τις ώρες της συγγραφής και στα μεσοδιαστήματα μεταξύ αυτών.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Αποφεύγω να ακούω μουσική όταν γράφω γιατί με αποπροσανατολίζει. Ακούω κυρίως κλασικό ροκ, ρεμπέτικα και έντεχνο ελληνικό τραγούδι.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Δημόσια Εγγραφή (Κοχλίας 2002): Τέσσερα διηγήματα που σατιρίζουν κατά σειρά τις απάτες στο χρηματιστήριο, το ντόπινγκ στον αθλητισμό, τις ανούσιες διαμάχες πομπωδών μεταμοντέρνων φιλοσόφων και την κρατική καταστολή.
Ζωντανή Σύνδεση (Κοχλίας 2003): Δέκα διηγήματα που σατιρίζουν την τηλεόραση, τους γιάπηδες, τον δικομματισμό, τις επεμβάσεις των ΗΠΑ κ.ά.
Ω του θαύματος! (Μεταίχμιο 2006): Μυθιστόρημα που σατιρίζει την εκκλησιαστική αγυρτεία και την αφελή θρησκοληψία των πιστών.
ΥποΚριτικά κείμενα: σατιρικό παιχνίδι κακών προθέσεων (ΚΨΜ 2007): Παιγνιώδη «κριτικά» κείμενα πάνω σε ανύπαρκτα έργα λογοτεχνίας, γλυπτικής, φιλοσοφίας, μαγειρικής κ.λπ

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου (Μεταίχμιο 2009): Ο διάσημος τηλεοπτικός δημοσιογράφος Ηρακλής Γαρυφαλλίδης ή Σπίλος δολοφονείται και ένα δίδυμο ντετέκτιβ της συμφοράς ονόματι Ιεροκλή Χλομός και Ιωάννης Βίσων (παρωδία των Σέρλοκ Χολμς και Γουώτσον) αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν την υπόθεση για λογαριασμό ενός φαιδρού σατιρικού συγγραφέα, ο οποίος θέλει να μάθει τον δολοφόνο, προκειμένου να γράψει το τελευταίο κεφάλαιο του ημιτελούς βιβλίου του, το οποίο παρατίθεται ως «μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα», με θέμα του βίο και την πολιτεία του νεκρού. Ο δημοσιογράφος κατ’ εντολήν του εργοδότη του, Ευρυσθέα Γιαρμά, είχε ήδη ολοκληρώσει προ της δολοφονίας του δώδεκα ηράκλειους τηλεοπτικούς άθλους, μέσα στην εξέλιξη των οποίων ο Χλομός και ο Βίσων αναζητούν τον ένοχο. Η λύση, ωστόσο, θα τους διαψεύσει.

Πώς βιοπορίζεστε;
Ποικιλοτρόπως. Από τις αμοιβές για τα βιβλία και τις συνεργασίες μου με εφημερίδες και περιοδικά και από τη διδασκαλία, τρεις μέρες την εβδομάδα, ως μισθωτός καθηγητής σε φροντιστήρια.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Έχω έναν βασικό τρόπο εργασίας που όμως διαφοροποιείται αισθητά, ανάλογα με το είδος (λογοτεχνία, δοκίμιο κ.λπ) και την ιδιαιτερότητα κάθε βιβλίου. Μου κλέβει κάποιο χρόνο από τη συγγραφή αλλά με βοηθάει και/ ή με διδάσκει ταυτόχρονα, καθώς με κρατά σε διαρκή επαφή με τη διανοητική και καλλιτεχνική δημιουργία στον χώρο του γραπτού λόγου.

Ταξιδεύσατε στην Βενεζουέλα ως μέλος πολυπληθούς αποστολής. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία;
Το ταξίδι έγινε το 2005, περίοδο κατά την οποία η Βενεζουέλα είχε ανοίξει ήδη τον δρόμο της αποδέσμευσης από το άρμα των ΗΠΑ και της ευδιάκριτης αριστερής στροφής, που σηματοδότησε παρόμοιες εξελίξεις σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλάζοντας άρδην το τοπίο σε αυτή την περιοχή του κόσμου. Ήταν μια εξαιρετική εμπειρία καθώς με έφερε σε επαφή με σειρά ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών τομών που ξαναφέρνουν τους λαούς στο προσκήνιο και αναζωογονούν διεθνώς τα οράματα της Αριστεράς. Το μάλλον αυταρχικό προσωπικό στυλ του Τσάβες δεν είναι κατά τη γνώμη μου ό,τι καλύτερο (προτιμώ προσωπικότητες σαν τον Έβο Μοράλες της Βολιβίας) αλλά αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση το σημαντικότερο από ό,σα πραγματικά εντυπωσιακά και ελπιδοφόρα συμβαίνουν σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη, την ίδια ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος συνεχίζει να βασανίζεται από έναν αδηφάγο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Ένα εξαιρετικό- και πλέον κλασικό- μυθιστόρημα, το «Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις» του Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Τόπος», σε μετάφραση του Γιώργου Ρούβαλη.

Τι γράφετε τώρα;
Επειδή βρίσκομαι στην αρχή και δεν ξέρω ακόμα αν «θα μου βγει», προτιμώ να μην το αποκαλύψω ακόμα.

Δημοσίευση και εδώ.

12
Ιαν.
10

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 22. Ηλίας Μαγκλίνης

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Σολωμός, Ροΐδης, Καβάφης, Μπεράτης, Φλομπέρ, Κάφκα, Τόμας Μαν, Σελίν, Κόνραντ, Καμί, Μισίμα, Γέρζι Κοζίνσκι, Φίλιπ Ροθ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Διαχρονικά: Εκκλησιαστής, Νεκρώσιμος Ακολουθία, Ιλιάδα, Οιδίπους Τύραννος, Κύρου Ανάβασις, Μακμπέθ, Χαγκακούρε, Εξομολογήσεις (Άγιος Αυγουστίνος), Φόβος και τρόμος (Κίρκεγκορ), Εγκλημα και τιμωρία (Ντοστογιέφσκι), Στην καρδιά του σκότους (Κόνραντ).
Σύγχρονα: «Παραδόσεις» (Ν. Πολίτη), «Παραλογαίς» (Γ. Ιωάννου), «Το κιβώτιο» (Αρης Αλεξάνδρου), «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (Μυριβήλης), «Απ’ το στόμα της παλιάς Remington» (Γιάννης Πάνου), «Βήματα» (Γέρζι Κοζίνσκι), «Αμερικανική Τριλογία» (Φίλιπ Ροθ), «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης» (Μίλαν Κούντερα), «Η επιλογή της Σόφι» (Ουίλιαμ Στάιρον), «Ο θάνατος του εμποράκου» (Αρθουρ Μίλερ), «Ο ήσυχος Αμερικανός» (Γκρέιαμ Γκριν), «Ο ξένος» (Αλμπέρ Καμί).

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Τσέχοφ, του Γκόγκολ, του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη, του Γιασουνάρι Καουαμπάτα, του Χέμινγουεϊ, του Μπέρναρντ Μάλαμουντ, του Ισαάκ Μπάμπελ, του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, του Ρέιμοντ Κάρβερ, του Λέοναρντ Μάικλς.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Βεβαίως. Κυρίως ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Μίκι Σάμπαθ από το «Θέατρο του Σάμπαθ» του Ροθ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι, ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σπανιότατα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Στα σημειωματάριά μου, με το χέρι. Μετά, στον υπολογιστή και στη συνέχεια πολλαπλή επεξεργασία. Πρωινά πάντα, στο γραφείο μου. Σπάνια, κάποιες σημειώσεις με το χέρι τα βράδια ή μέσα στη νύχτα.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ποτέ μουσική όταν γράφω ή διαβάζω, στα ενδιάμεσα μόνον. Προτιμήσεις: κλασική, τζαζ, electronica.

Πώς βιοπορίζεστε;
Γράφω σε εφημερίδα και περιοδικά. Ενίοτε μεταφράζω.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;
Λυπάμαι αλλά όχι. Τα έχω αφήσει πίσω μου. Το καλύτερο βιβλίο είναι πάντα το επόμενο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
«The Things They Carried» (Τim O’ Brien), «Για τον Μότσαρτ. Τα άμεσα ερωτικά στάδια ή το μουσικό ερωτικό» (Κίρκεγκορ), «Περί αλήθειας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια» (Νίτσε).

Τι γράφετε τώρα;
Μία νουβέλα και διηγήματα. Συγκεντρώνω υλικό και κρατάω σημειώσεις για ένα μυθιστόρημα εδώ και μια δεκαετία. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με εν εξελίξει έργα.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Από το 2005 που κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο δεν ασχολούμαι με την κριτική. Ασχολούμαι όμως με βιβλιοπαρουσιάσεις και συνεντεύξεις με συγγραφείς, ακολουθώντας το προσωπικό μου γούστο. Ναι, μου κλέβει πολύ χρόνο αλλά μου δίνει και ερεθίσματα.

Συζήτηση για την Ανάκριση (εκδ. Κέδρος, 2008) βλ. εδώ.

30
Δεκ.
09

33 τίτλοι και ένα κείμενο για το 2009

 

ΔΙΣΚΟΙ

  1. Bike For Three! – More heart than brains 
  2. The Soundtrack Of Our Lives – Communion
  3. Dan Deacon – Bromst 
  4. Jason Lytle –   Yours truly, the commuter
  5. The Maps – Turning the mind
  6. Scott Matthew – There is an ocean that divides
  7. The Mummers – Tale to tell
  8. Edward Sharpe and The Magnetic Zero – From Below
  9. Gustaf Spetz – Good Night Mr. Spetz
  10. Fuck Buttons – Tarot Sport
  11. Telephone Tel Aviv – Immolate yourself

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

  1. The Further Adventures Of The Vietnam Veterans As The Gitanes – I Don’t Deserve You
  2. Hidden Cameras – Colour Of A Man
  3. In Flight Safety – Model Homes
  4. Indochine – Little Dolls
  5. Plushgun – Just Impolite
  6. The Lovetones – Memory Lane
  7. Atlas Sound (w/Laetitia Sader) – Quick Canal
  8. John Frusciante – Dark/Light
  9. Melodium -Dark Machine
  10. Dan Auerbach – Mean Monsoon
  11. Sole and the Skyrider Band – Pissing In The Wind

ΒΙΒΛΙΑ [αλφαβητικά]

  1. 1. Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε – Τρεις ταλαίπωρες τίγρεις [Τόπος]
  2. 2. Ρίτσαρντ Καπισίνσκι –  Έβενος. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου. Ταξίδια με τον Ηρόδοτο [Συγκεντρωτική έκδοση] [Μεταίχμιο]
  3. 3. Χανίφ Κιουρέισι – Κάτι έχω να σας πω [Καστανιώτης]
  4. 4. Χούλιο Κορτάσαρ – Αξολότλ και άλλα διηγήματα [Πάπυρος]
  5. 5. Ρομπέρτο Μπολάνιο – Οι άγριοι ντετέκτιβ [Καστανιώτης]
  6. 6. Κλαούντιο Μάγκρις – Στα τυφλά [Διήγηση]
  7. 7. Φίλιπ Ροθ – Φεύγει το φάντασμα [Πόλις]
  8. 8. Γιόζεφ Ροτ – Το εμβατήριο Ραντέτσκυ [Ροές και Άγρα]
  9. 9. Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ – Εχθροί. Μια ερωτική ιστορία [Καστανιώτης]
  10. 10. Κάρλος Φουέντες – Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες [Καστανιώτης]
  11.  Δανιήλ Χαρμς – Περιστατικά [Νεφέλη]

και τέσσερα του 2008 που απολαύσαμε φέτος:

12. Ρομπέρτο Αρλτ – Οι 7 τρελοί [Ροές]

13. Christopher Hitchens – Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Πώς η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα [Scripta]

14. Εμίλ Καντούρ – Βάλτενμπεργκ [Πατάκης]

15. Ράσελ Μπανκς – American Darling [Πόλις]

Η ετήσια συγκομιδή στα μουσικά δεν ήταν τόσο καλή ή κακή, όσο ήταν κωμικότατη. Μιλάω για τα δήθεν ηλεκτρονικά πεδία όπου το κακό παράγινε. Ένας χαμός ονόματα, κι ένας σκασμός μπαρούφες. Μια λίμνη γεμάτη τρύπες στο νερό. Το ξεκαρδιστικό δεν είναι τόσο ότι όλοι αυτοί οι κυκλοφορούντες απλώς πατούν όποια πλήκτρα τους κατέβει, ηχογραφούν 3-4 στρώματα, τα βάζουν το ένα πάνω στο άλλο και ονομάζουν αυτό το πράμα ηλεκτρονική μουσική. Οι πιο έξυπνοι προτιμούν τον όρο experimental, γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μη νοιώθει τουλάχιστο αποδεκτός όταν δηλώνει πειραματικές προτιμήσεις. Άλλοι αφήνουν τον αυτόματο πιλότο και αυτό βαφτίζεται ambient. Άλλοι πατούν τα πλήκτρα στο repeat κι αυτό καταχωρείται ως drone. Το αστείο είναι πως όλη αυτή η βιομηχανία έχει ένα μάτσο καταναλωτίσκους, πολύ περισσότερους απ’ όσο και η ίδια φανταζόταν. Ίσως ποτέ άλλοτε μια μουσική μπίζνα δεν είχε στηριχτεί σε τόσο μη – μουσική. Σε ένα μάτσο ήχους που βαφτίζονται με χίλιους δυο όρους για να αισθάνονται τα κοινά πως εδώ τρέχει κάτι. Για άλλη μια φορά κάποιοι μας δουλεύουν κανονικά και κάποιοι άλλοι μαζεύουν χοντρά λεφτά.

Το Wire συμπορεύτηκε ιδιαίτερα έξυπνα με όλη αυτή την επιχείρηση κατασκευής προτιμήσεων, νομιμοποιώντας ένα σύμπαν όπου όλοι αυτοί νοιώθουν πως ανήκουν σε μια ακουστική ελίτ. Τουλάχιστον αντιλήφθηκαν έγκαιρα το μάταιο κι έκτοτε βάζουν στο ίδιο πανέρι Laibach, Pan American, Pan Sonic και φυσικά κάθε νεόκοπο μιμητή του Eno, του Branca, του Ralf και του Florian. Α, και του …. Gahan. Εδώ ο Basinski, εδώ και ο O’ Rourke, μαζί με τους νέο χιπχόπερς και τους beck-ετιστές. Οκ ως εδώ, σου λέει αγκαλιάζουμε όλες τις μη ορθόδοξες ή mainstream προτάσεις (συζητήσιμο κι αυτό). Αλλά για μπείτε να ακούσετε τις εκάστοτε προτάσεις και προτιμήσεις του Boomkat. Αν αυτό λέγεται μουσική πρόταση, τότε κακώς όλοι καθόμαστε εδώ πέρα, γράφοντες και διαβάζοντες. Ας πάρουμε τα σύνθια κι ας βαράμε ό,τι μας κατέβει. Θα μας το βγάλουν και σε σιντί και σε βινύλιο, και σε mp3. Φτηνό κατεβαστήρι από δω, λίγο καλύτερο κατεβαστήρι από δίπλα. Και θα γράφουν οι άλλοι για μας. Ζήτω ο εναλλακτικός καπιταλισμός. Αλλά μουσική μηδέν. Όσο αυτοί οι τύποι δεν είναι ικανοί να φτιάξουν μια σύνθεση, εμείς θα τους βαριόμαστε θανάσιμα. Οτιδήποτε έχω ακούσει απ’ τους εγχώριους μουσικούς σε συγκεντρώσεις τύπου Yuria είναι πολυκατοικίες ανώτερο απ’ όλα αυτά. 

Άλλο μανίκι πάλι στις «πρωτότυπες» μουσικές που εξίσου προτείνονται ως μοντέρνες: τόνοι ηλεκτροπόπ της συμφοράς. Οποιοσδήποτε είχε ανοιχτά τα αυτιά του στα 80ς (για να μην πω οποιοσδήποτε άκουγε ακόμα και το μιζαδόρικο ελληνικό ραδιόφωνο, με τους απατεώνες διαμορφωτές του κοινού γούστου που τα τσέπωναν από τις εταιρείες στις οποίες άλλωστε δούλευαν) θα αισθάνεται πως είναι ξαναζεσταμένες σούπες και πως από την κλειστή τηλεόραση θα ξεπηδήσει ο Γκούτης με τον Παπούλια να μας πουν καλωσορίσατε στο Μουσικόραμα. Τουλάχιστον αυτοί ήταν αυθεντικοί,  ή έστω πρώτης γενιάς μιμητές. Οι διάφοροι Burn the Negative και Neon Indian ποιανής γενιάς αντιγραφείς είναι;

Κι ένα τελευταίο καπέλο που παρατηρώ στις προτιμήσεις των σκορπισμένων ατομικοτήτων που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο ως bloggers (σύντομα οι ψυχαναλυτές θα φαλιρίσουν: ο καθένας θα φτιάχνει ένα ιστολόγιο και θα στέλνει στους άλλους τα ποστ του (δες τι έγραψα, δες κι εκείνο), πρόσθεσε και τους δεκάδες ανώνυμους αναγνώστες – θα του βγαίνει και τσάμπα). Είναι φανερό πως όσοι αγάπησαν πολύ κάποια ονόματα, δυσκολεύονται να δεχτούν την ποιοτική τους κατάπτωση. Φαίνεται λοιπόν πως και το 2033 στις λίστες με τα καλύτερα θα έχουν Sonic Youth, Manic Street Preachers, Anthony & The Klapsa-sons, Yeah Yeah Yeahs, Kasabian, Muse, Arctic Monkeys, Archive. Όσο για μερικούς υπερευαίσθητους: μην ντραπείτε να πείτε στον Richard Hawley, τον Patrick Wolf, τους Flaming Lips, τους Camera Obscura πως έβγαλαν δίσκους του πάτου. Μια φάση τους είναι, θα γυρίσει. Άλλο να τους αγαπάς, κι άλλο να τους κοροϊδεύεις μαζί με τον εαυτό σου.

Η άνωθεν εικοσιδυάδα είναι γεμάτη συνθέσεις, τραγούδια, με την στενή, την ευρεία ή την ξεσκισμένη έννοια. Αλλά τραγούδια που ήρθαν για να μείνουν, όχι για να μπουν στα ίδια ράφια με τους αφόρητους μπλιμπλικάκηδες των 00ς. Και για να κλέψω όπως πάντα και κανά τίτλο, όλοι εκείνοι Δεν Τους Αξίζουμε, όπως τραγουδάει ο πρώτος της λίστας. Αντί να χάσουμε το χρόνο μας, ας ρίξουμε καλύτερα ένα Κατούρημα στον Άνεμο, όπως τραγουδάνε οι τελευταίοι. Καλό 2010.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, όπου για άλλη μια χρονιά συγκεντρώθηκαν οι 11άδες των ιδιότροπων και απαιτητικών πλην πολυδιαβασμένων, πολύπειρων και πολυ-ακροατών συνεργατών του mic.gr. Οι υπόλοιπες λίστες εδώ.

Στις φωτογραφίες: Ο Buck 65 των Bike for Three μοιάζει εξίσου κουρασμένος απ’ όλο αυτό. /Τρία λεπτά αυθεντικού ροκ εντ ρολ ήταν καλύτερα από τους δήθεν μοντερνιστές. / Ο Guillermo Cabrera Infante μόλις έχει κάνει τον δικό του απολογισμό/ Το αγαπημένο μας Wire έχει προωθήσει εξίσου άξιους κι ανάξιους./Ο Dan Deacon και η Ellen Allien, σπάνιες εξαιρέσεις στα ηλεκτρονικά σκουπίδια, αντιμετωπίζουν το θέμα όπως πρέπει.

 

30
Νοέ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 20. Αύγουστος Κορτώ

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τόμας Μαν, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Μίλαν Κούντερα, Μάργκαρετ Άτγουντ, Ρουθ Ρέντελ, Τζόναθαν Φράνζεν.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Η αθανασία, Ο τυφλός δολοφόνος, Λολίτα, Οι διορθώσεις, Η κούκλα που σκοτώνει, Δόκτωρ Φάουστους.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Όλα τα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Σάλιντζερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου (μέχρι τα μπούνια), ο Κυριάκος Μαργαρίτης και η Έλενα Μαρούτσου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Φέλιξ Κρουλ.

Παρουσίαση των βιβλίων σας; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αφ’ ης στιγμής γραφτούν, τα βιβλία μου μού προξενούν απέραντη πλήξη (και δεν πρόκειται για μεταμφιεσμένο ακκισμό ή οίηση). Επομένως, αν και συνήθως αγαπάω πιο πολύ το στερνοπούλι μου, γενικώς δεν έχω έρωτα με το συγγραφικό μου παρελθόν.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ναι, η αλήθεια είναι πως το τελευταίο μου alter ego, ο Πιοτρ Ραμπίνοβιτς, την ιστορία του οποίου θα δημοσιεύσω σε λίγους μήνες, με επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Ου, πώς. Σε πλοία, τρένα, κρατώντας σημειώσεις στο πόδι σε ταξίδια, σε πάρκα και μουσεία… Αλλά η σοβαρή δουλειά γίνεται μόνον άπαξ και στρώσω τον κώλο μου στον οικόσιτο κομπιούτορα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Οι ιδέες μου είναι σαν τα σπερματοζωάρια – οι πιο σφριγηλές επιβιώνουν, και γονιμοποιούν το προσεχές βιβλίο. Αλλά όπως και στην εμβρυογένεση, η ανάπτυξη κι ωρίμανση της όποιας γόνιμης ιδέας έχει έναν αέρα εγκεφαλικής (τουτ’ έστιν, βιολογικής) μαγείας.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, εξόν απ’ τον λατρευτό μου Χατζιδάκι, ακούω μόνο κλασική. Στο γράψιμο προτιμώ τον εικοστό αιώνα – Σοστακόβιτς, Σνίτκε, Πουλένκ… Όταν διαβάζω μου είναι αδύνατον ν’ ακούω μουσική. Κι όσο για τις ιδιαίτερες προτιμήσεις μου, Θεός μου είναι ο Σούμπερτ.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Πολύ ευχαρίστως. Μουσικό θρίλερ στη μετασταλινική Ρωσσία, με στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, συνωμοσιολογικής μπαλαφάρας, μεταφυσικού, υπερφυσικού και πέρα για πέρα αφύσικου. Υπομονή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Το Εκκρεμές του Φουκώ – κι ομολογώ πως έχω μαγευτεί.

Ασχολείστε επισταμένα με την μετάφραση λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; Ποια μετάφραση απολαύσατε περισσότερο, ποια σας έβγαλε την ψυχή;
Η λογοτεχνική μετάφραση, εκτός από βιοπορισμός, είναι για μένα ένα ανεκτίμητο επιμορφωτικό εργαστήριο – προσπαθώντας να αποδώσω όσο καλύτερα μπορώ τα κείμενα σπουδαίων συγγραφέων, απομυζώ, έστω και στάγδην, το μεγαλείο τους. Επομένως, όχι μόνο δεν υπονομεύει τα γραπτά μου, αλλά τα ωφελεί αφάνταστα. Οι ρυθμοί μου είναι ρυθμοί μεροκαματιάρη: ένα εξάωρο μίνιμουμ κάθε μέρα, ούτε Σαββατοκύριακα, ούτε αργίες. Τώρα, από ψυχοβγάλτες… ο συγχωρεμένος ο Άπνταϊκ μπορεί να σου κάνει τα νεύρα κρόσια, αν και πιο πολύ με εξουθένωσε το τελευταίο τούβλο της Τζόις Κάρολ Όουτς. Όσο για την αγαπημένη, ‘υιοθετημένη’ μου συγγραφέα, είναι σαφώς η μοναδική, η αξεπέραστη Άννι Πρου.

Δημοσίευση και στο mic.gr

 

11
Νοέ.
09

50 ομορφότατα τραγούδια των ’00s [2000-2008]

Στην ατέλειωτη σειρά των συλλογικών αφιερωμάτων του mic.gr έχουν ως σήμερα μεταξύ άλλων δημοσιευτεί ατέλειωτες λίστες και κείμενα για τα «καλύτερα»/πιο αγαπημένα soundtracks, ντουέτα, οργανικά (instrumentals), διασκευές, συλλογές, live δίσκους, για θέματα όπως Μουσική και Λογοτεχνία, για μουσικά είδη όπως η Ηλεκτρονική Ποπ. Ακόμη, για τραγούδια σκοτεινά, «θρησκευτικά», της ερωτικής απογοήτευσης, του καλοκαιριού, των Χριστουγέννων, απολύτως προσωπικά ή απολύτως «υγρά» (όπου το Πανδοχείο για λόγους ντροπαλοσύνης και σεμνότητος αρνήθηκε να συμμετάσχει).

Το πιο πρόσφατο αφιέρωμα αφορά τα 50 αγαπημένα (και πιθανώς αντιπροσωπευτικά) τραγούδια της δεκαετίας των 00s, ήτοι 2000-2009. Το Πανδοχείο επέλεξε τραγούδια μόνο της οκταετίας, εφόσον πολλά από τα υπέροχα φετινά χρειάζονται σαφώς περισσότερη δοκιμασία στο χρόνο. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Το συνολικό αφιέρωμα εκεί. Ολόκληρη η σειρά των αφιερωμάτων του mic.gr εδώ. Για κάποιες προσωπικές συμμετοχές του Πανδοχέα βλ. πλευρική στήλη, κατηγορία Ηδονών Κατάλογοι.

1.Spiritualized – Do it all over again
2.The Mighty Wah! – Sing all the saddest songs
3. Ed Harcourt – Revolution in the heart
4. Chumbawamba – Pass it along
5. Arcade Fire – Neighborhood # 1 (Tunnels)
6. Jackie Leven – Sexual Jealousy of Jesus Christ
7. Mull Historical Society – Walking Xanadu
8. Cinerama – 10 Denier
9. Alpinestars – Keep it coming
10. M83 – Moonchild

11. Blue States – Across the wire
12. Hidden Cameras – The animals of prey
13. Ute Lemper – Passionate fight
14. Apoptygma Berzerk – Suffer in silence
15. Micah Hinson – Patience
16. Flotation Toy Warning – Donald Pleasance
17. Damon and Naomi with Ghost – The mirror phase
18. Baba Zula – Sipa
19. Matt Elliott – What The Fuck Am I Doing On This Battlefield
20. Heist – Cold War

21. Dan Deacon – Wham City
22. The Open – Two lovers in the rain
23. Sparks – More than a sex machine
24. Czars – Drug
25. Sigur Ros – Glosoli
26. The Black Heart Procession – A sign on the road
27. Richard Hawley – Tonight The Streets Are Ours
28. The Soundtrack of Our Lives – Nevermore
29. Isolation Years – Naked natives
30. Voodoo Child – Light is in your eyes

31. Shack – Cup of tea
32. Handsome Family – I fell
33. Delaware – Butterfly Kiss
34. Bent – King Wisp
35. Spearmint – I didn’t buy you flowers
36. Kirlian Camera – Recorded Memory
37. Their Hearts Were Full Of Spring – As Long As The Sun Shines 38. Laibach – Rossiya
39. Cuban Boys – Inertria Kids
40. I’m from Barcelona – We’re from Barcelona

41. Isihia – Gospodi Vozvah
42. Richard Swift – Lovely night
43. My Morning Jacket – The way that he sings
44. Warzaw Village Band – Chassidic Dance
45. Death In June – Many enemies bring much honour
46. Aspera – Birds fly
47. Clann Zu – From Bethleem to Jenin
48. Ulrich Schnauss – In all the wrong places
49. Ashram – 5 steps…
50. Laurent Garnier – Last tribute from the 20th Century

Spiritualized – Do it all over again (2001) λοιπόν…

Πέρα από ένα κομψότεχνο τραγούδι γρήγορης φολκ ή αργής κάντρι, ή ροκόμορφης ποπ, το Diaoa έχει πολλαπλάσια αξία επειδή προήλθε από τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Που 6 χρόνια πριν είχε βρεθεί στον πάτο της θλίψης, με τον ψυχισμό διασκορπισμένο στο διάστημα, και τώρα ξαναμιλούσε για έρωτες, ήλιους το πρωί, κόσμους που γυρίζουν ξανά, για κάτι που φαίνεται όμορφο και πάλι. Στο βίντεο ο Jason Pierce υπερίπταται του φωτεινού κόσμου αλλά έχει πλέον την πλάτη γυρισμένη στην πτώση και τους εφιάλτες της.

Στις φωτογραφίες: Κόρη από ένα Μελλοντικό Μουσείο. Οι γαλάζιες διαθέσεις του Ed Harcourt αντανακλώνται στο περιβάλλον του. Ο πότης του Matt Elliott έφτασε στην λήθη της μέθης. Ο Richard Hawley είναι σίγουρος πως οι δρόμοι σήμερα είναι δικοί του. Οι Laibach αρνούνται να αφήσουν το Σκληρό τους Θέατρο. O John Grant των Czars αντιμετωπίζει ως πρέπει τα πλήκτρα του πιάνου: με δέος. Ο Jason Pierce των Spiritualized πήγε πολύ κάτω. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε όταν επέστρεψε ήταν αυτό το τσιγάρο. Και ο Richard Swift θυμάται εκείνη την υπέροχη νύχτα.
15
Οκτ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 15. Ιωάννα Μπουραζοπούλου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Λιούις Κάρολ, η αξεπέραστη έμπνευση, Σάμιουελ Μπέκετ, Ευγένιος Ιονέσκο, η ελευθερία που ζηλεύω, Φραντς Κάφκα, η λεπτή ειρωνεία που θαυμάζω, Μαργαρίτα Καραπάνου, Ζαν Ζενέ, Πατρικ Ζίσκιντ η τόλμη που ονειρεύομαι, Τόμας Μαν, Βιτζίνια Γούλφ, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Τζέιμς Τζόυς, η δεξιοτεχνία που ποτέ δεν θα φτάσω.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα έργα των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Του Χόρχε Λουίς Μπόρχες – τα άπαντα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Θεωρώ «Το γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου πρωτοπόρο για τη λογοτεχνία της γενιάς μου. Στην κατηγορία που εγκαινίασε αυτό το έργο επιδίωξα να ενταχθώ.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φλογερή Μήδεια του Ανούιγ, ο υπό πειρασμόν Άγιος Αντώνιος του Φλωμπέρ, ο εξαπατημένος Ιησούς του Σαραμάγκου, ο μηδενιστής Μεφιστοφελής του Φάουστ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ίδιοι οι ήρωες ευτυχώς παραμένουν στις σελίδες τους, οι σκέψεις που τους γέννησαν, βέβαια, δεν με εγκαταλείπουν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Σε δωμάτια ξενοδοχείων ανά την Ευρώπη, σε αντίσκηνα κάμπινγκ και – όταν είναι μεγάλη ανάγκη – σε εστιατόρια και καφενεία.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όσο μακρύτερα βρεθώ από εκεί που ανήκω, οφείλω και αγαπιέμαι, τόσο εγγύτερα αισθάνομαι σ’ αυτό που ονειρεύομαι να γράψω.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Ακούω – πολύ χαμηλά – instrumental όταν γράφω. Ακούω τα πάντα όταν διασκεδάζω.

Πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους γράψατε τα έργα σας;
«Το μπουντουάρ του Ναδίρ», την εποχή της ενθουσιώδους διερεύνησης.
«Το μυστικό Νερό», όταν η αναζήτηση έγινε συνειδητή.
«Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», όταν επιχείρησα να χρησιμοποιήσω μέθοδο στην ανάπτυξη ενός συλλογισμού.
«Το ταξίδι των τρολ» (παιδικό), σε μια έκλαμψη θάρρους .

Τυγχάνει κάποιο έργο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Ανεπαρκή και γκροτέσκα, είναι όλα τους παιδιά μου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
«Το ταξίδι των τρολ» είναι ένα απελευθερωτικό έργο – τουλάχιστον για την συγγραφέα του – με θέμα την έξοδο από την τυποποίηση. Παρόλο που είχα την ξεκάθαρη πρόθεση να γράψω ένα παιδικό βιβλίο, μέχρι σήμερα δεν είμαι σίγουρη ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ενήλικες.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Αυτή τη στιγμή, Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Η τυραννία της μεταμέλειας» και βρίσκομαι στη σελίδα 135…

Τι γράφετε τώρα;
Ένα μυθιστόρημα, που προσπαθώ να μην έχει τις ατέλειες των προηγούμενων, για να έχει μεγαλύτερες.

Κάνετε μακρινά ταξίδια με μηχανή. Θα τα στριμώξτε σε δυο φράσεις;
Η (ψευδ;)αίσθηση της ελευθερίας που απολαμβάνω όταν διασχίζω την Ευρώπη ή την Ασία με μηχανή, με τρέφει, με αναζωογονεί και είναι απολύτως εθιστική. … Νομίζω ότι είναι το μόνο παράθυρο ανεμελιάς που μου απέμεινε, στον, κατά τα άλλα, σώφρονα βίο μου.

Δημοσίευση: και εδώ.
11
Σεπτ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 14. Χρύσα Σπυροπούλου

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τσέχωφ, Μωπασάν, Χάρντυ, Τόμας Μαν, Τσβάιχ, Κόνραντ, Γιουρσενάρ, Μάρτιν Βάλζερ, Π.Ντ. Τζαίημς, Ρουθ Ρέντελ, Χάισμιθ, Τσάντλερ, Ρος ΜακΝτόναλντ, Χάμμετ.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Τα βιβλία των ανωτέρω.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Ένα ιντερλούδιο του Τόμας Χάρντυ, Πικρία του Μωπασάν, Τα νιάτα του Κόνραντ και το Πάρτυ της Μάνσφηλντ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Πολλοί….

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Αδριανός της Γιουρσενάρ για το λεπτό του γούστο, την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα και τον δυναμισμό του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όχι. Τους ξεχνώ και μερικούς τους ξανασυναντώ σε επόμενα βιβλία μου, όπως τον αστυνόμο Ηλιού και τη βοηθό του, την κυρία Γεωργίου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μόνο μία φορά στο αεροπλάνο, το οποίο φοβάμαι, έγραφα το κείμενο εισήγησής μου για ημερίδα προς τιμήν του Φώτη Κόντογλου. Στην πρώτη μου υπερατλαντική πτήση… για να καταπολεμήσω τον φόβο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Όταν μού ’ρχεται μια ιδέα από το πουθενά, την σημειώνω σ’ ένα τετράδιο και κάνω μια σύντομη περίληψη της ιστορίας. Μετά αρχίζω να γράφω τα κεφάλαια.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Συνήθως όταν εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Όταν σπανίως θα έχω τη διάθεση να εργαστώ ακούγοντας μουσική, τότε επιλέγω Μπαχ ή και εισαγωγές από έργα του Βάγκνερ.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Αγαπώ την Ομίχλη στη λίμνη, την πρώτη μου αστυνομική περιπέτεια, η οποία κυκλοφόρησε το 1998 από τις εκδόσεις Πανός και το πρόσφατο βιβλίο μου Το μυστικό της λίμνης, Κέδρος 2008, που είναι ιστορία μυστηρίου με οικολογικό περιεχόμενο και απευθύνεται στους διαχρονικά… εφήβους.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Όπως σας είπα, το τελευταίο βιβλίο μου, Το μυστικό της λίμνης, είναι μια ιστορία μυστηρίου στην οποία πρωταγωνιστούν παιδιά ως μικροί ντετέκτιβ και ο σκύλος τους, η Ήρα. Επισκέπτονται τη λίμνη Κερκίνη και εκεί βρίσκονται μπροστά σε μικρά και μεγάλα εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος… Αναδεικνύεται σ’ αυτήν την ιστορία η αγάπη των ηρώων για τη φύση, για τον έτερο, για το βιβλίο, τη μουσική. Τα παιδιά δρουν σαν ομάδα και πετυχαίνουν πολλά. Επίσης δέχονται το διαφορετικό.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Διαβάζω τα διηγήματα του Τόμας Χάρντυ: Ο μελαγχολικός ουσσάρος της γερμανικής λεγεώνας (εκδόσεις Στοχαστής).

Τι γράφετε τώρα;
Αυτόν τον καιρό γράφω μόνο διηγήματα, αλλά επιμελούμαι έναν θεματικό τόμο διηγημάτων διαφόρων συγγραφέων για τα Ελληνικά Γράμματα, ο οποίος θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Κάθε άλλο. Το διάβασμα και η κριτική είναι μια συνεχής άσκηση, τους καρπούς της οποίας απολαμβάνω ποικιλοτρόπως καθημερινά…

03
Σεπτ.
09

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 13. Αριστείδης Αντονάς

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Κανένας συγγραφέας δεν είναι διαχρονικός και κανένας αληθινά σύγχρονος. Οι αγαπημένες μου σελίδες είναι διάσπαρτες, ταράζομαι όμως όταν πρέπει να εκφράσω την αγάπη μου σ’ αυτές. Ίσως δεν έμαθα να αγαπάω σωστά ή ίσως η αγάπη είναι η ανεπάρκεια που αισθάνεται κανείς όταν σκέφτεται το αγαπημένο πράγμα: μόνο που έτσι δεν αγαπά ποτέ κανείς αρκετά. Δεν αγάπησα τίποτε αρκετά. Δεν έμεινα πιστός σε κάτι. Καταγράφω λοιπόν εκείνους που πρόδωσα, όχι εκείνους που αγαπώ. Δεν ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά τους με τον τρόπο που ίσως έπρεπε. Πρόδωσα τον Μπέκετ, τον Πεντζίκη, τον Πόου, τον Ιούλιο Βέρν, τον Σοπενάουερ, τον Αλεξάντερ Γκρίν, τον Μέλβιλ, τον Γκόγκολ. Πρόδωσα επίσης τον Προυστ, τον Μπόρχες, τον Γονατά, τον Ντελέζ, τον Ντερριντά, τον Χαρμς, τον Μπέρνχαρτ. Πρόδωσα ό,τι αγάπησα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Περισσότερο θυμάμαι ή ανακαλώ διάσπαρτες σελίδες, που μοιάζουν ήδη κατεστραμμένες : είναι ήδη σχισμένες, θυμάμαι όμως συνήθως αν είναι δεξιές ή αριστερές σελίδες στον τόμο όπου τις είδα. Αποτελούν απολογισμό μιας εγκεφαλικής καταστροφής, κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι την παράταση της παρουσίας τους στο μυαλό μου που είναι φτιαγμένο για να ξεχνά. Ελάχιστα βιβλία μένουν «ολόκληρα» στο μυαλό μου. Η εφεύρεση του Μορέλ του Μπιόυ Κασάρες και Η εικόνα στο χαλί του Χενρι Τζέιμς, δύο από αυτά. Έκανα σεμινάρια για αυτά τα έργα στο Πολυτεχνείο. Παρουσιάζοντας την αρχιτεκτονική διάστασή τους. Ασχολήθηκα επίσης σε ένα σεμινάριο με τον Δόκτορα Τζέκυλ και τον κύριο Χάιντ του Στήβενσον και με την αρχιτεκτονική του σπιτιού όπου κατοικεί το διπλό αυτό πρόσωπο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Θυμάμαι ό,τι αντιστέκεται, ό,τι δεν χάνεται σε άπειρες πολλαπλότητες και ό,τι συγκροτεί, με τον τρόπο του, κάποια λανθάνουσα αυτόνομη ολότητα. Αφηγήσεις που μοιάζουν με μπαλόνια που πετάνε στον αέρα, διαστημόπλοια ή νησιά. Ανάμεσα σε άλλα Η επίσκεψη από τις Αγελάδες του Ε.Χ. Γονατά και Το κλεμμένο γράμμα του Πόου.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Η φωνή των ηρώων που ζητά να γίνει εσωτερική φωνή του αναγνώστη. Όποια κι αν είναι αυτή η φωνή είναι εκείνη που προτιμώ. Σίγουρα με αυτή τη φωνή μιλά ο Κ και όλοι οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές του Κάφκα.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Οι ήρωές μου είναι παραλλαγές του εαυτού μου. Αυτό σημαίνει ότι με ακολουθούν πάντοτε αλλά σημαίνει επίσης ότι δεν με ακολουθούν ποτέ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Η ερώτηση θυμίζει: σας αρέσει να πίνετε νερό όταν είναι νύχτα στο ύπαιθρο; ή: σας αρέσει να κάνετε σεξ στην εξοχή; συνήθως όμως εκείνο που έχει σημασία είναι το νερό ή ο άλλος που είμαστε μαζί: η σκηνογραφία φτιάχνεται από την επιθυμία. Ενίοτε δεν την προσέχουμε. Μιλάμε για τη σκηνογραφία φτιάχνοντας έναν κανόνα που προέκυψε εκ των υστέρων από τη συνήθεια. Η σκηνογραφία με απασχολεί σοβαρά για αυτήν κι ωστόσο είναι συχνά τόσο ασήμαντη μέσα στην πράξη. Έχει κάτι ενδιαφέρον αυτό το ασήμαντο στοιχείο της συνήθειας. Αλλά για μένα ας μην πω για τις συνήθειές μου στην γραφή. Το έκανα άλλοτε και μετάνιωσα ήδη. Αναρωτιόμαστε γιατί να απασχολούμε τους άλλους με μια τέτοια δική μας έκπτωση στη συνήθεια; Τι τάχα θα αλλάξει στην εικόνα που έχουν για μένα αν γράφω όρθιος ή καθιστός, αν κοιτάζω έξω από το παράθυρο ή αν δουλεύω στο σκοτάδι; Και μήπως χρειάζεται να έχουν ακριβή εικόνα για μένα; Όχι, καθόλου. Ας διαβάσουν τα κείμενα. Χαίρομαι όταν οι άνθρωποι διαβάζουν τα κείμενα. Αλλά η δική μου έκπτωση στην σκηνογραφία του δωματίου όπου γράφω είναι χωρίς ενδιαφέρον. Την ώρα που γράφω δεν είμαι ήρωας ούτε ο χώρος όπου γράφω θέλω να είναι κάπως: τότε δεν έχει σημασία να πω αυτό τον χώρο. Κι απ’ την άλλη ίσως να μην έχω πραγματικές συνήθειες σχετικές με το γράψιμο. Τότε; τι ακριβώς έχει εν προκειμένω σημασία για μένα στον χώρο της γραφής; Οι λέξεις και τα φαντάσματα που φτιάχνονται από αυτές.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Δεν έχω την υπομονή να προετοιμάζω συνθήκες για την εργασία μου.

Τι γράφετε τώρα;
Συμβαίνει να μην είναι πια «τώρα» όταν αρχίζω να γράφω. Ίσως μάλιστα αυτός να είναι ο λόγος που γράφω.

Τι διαβάζετε;
Σχεδόν αποκλειστικά δοκίμια, όχι πολύ λογοτεχνία τελευταία: σπάνια διάβασα ποιήματα, προτιμώ την ποίηση που δεν μοιάζει με ποίηση, όσο λιγότερο ποίηση καλύτερα. Νομίζω ποίηση μια κακογραμμένη αγγελία στην εφημερίδα. Με ενδιαφέρει η πεζότητα. Για αυτό είμαι πεζογράφος. Διαβάζω τα δοκίμια σαν αποτυχημένες προσπάθειες περιγραφής καταστάσεων. Τα διαβάζω λοιπόν ως πεζογραφία. Η λογοτεχνία συνδέεται με την αστοχία κατανόησης και με κάποια περιγραφή της αστοχίας μέσα από παραδείγματα. Αυτό που φαίνεται ευχάριστο στη φιλοσοφία είναι ότι ακόμα και στις πιο σύγχρονες γραφές της παραμένει ενδιαφέρων ο τρόπος διαχείρισης ενός συγκεκριμένου είδους ελέγχου πάνω στο εκάστοτε ζήτημα. Προφανώς ο έλεγχος είναι εξ αρχής και εξ υποθέσεως χαμένος. Αλλά η προσπάθεια ελέγχου έχει κάτι βαθιά απελπισμένο και μοναδικό. Έχει κάποια ιδιαίτερη αισθητική φόρμα που με ικανοποιεί. Μια θεωρία της φυσικής μπορεί να έχει έτσι περισσότερη συγκίνηση από ένα ποίημα. Η θεωρία αυτή μπορεί να είναι ήδη ένα αισθητικό γεγονός. Δεν είναι το ακριβές περιεχόμενο που προσέχω τότε αλλά την φόρμα. Κάθε θεωρία έχει άλλη φόρμα. Η κβαντομηχανική προτείνει άλλη φόρμα από την νανοφυσική. Κάπου εστιάζει το ενδιαφέρον της κάθε θεωρία. Ένα από τα καλύτερα διηγήματα που μπορούμε να διαβάσουμε είναι η πρώτη διατύπωση του μοντέλου της γάτας του Σρέντιγκερ. Πόσα τέτοια υπάρχουν στην ιστορία της φυσικής; Μου αρέσει να διαβάζω την επιστημολογία ως ειδική θεωρία της λογοτεχνίας. Το setting εκεί αφορά μια γάτα κλεισμένη σε ένα μαύρο κουτί, όπου εγώ πυροβολώ χωρίς να ξέρω τι συνέβη και χωρίς να μπορώ να ξέρω. Συχνά διαβάζω επίσης κείμενα φτιαγμένα για να πεταχθούν: συνταγές τυπωμένες σε συσκευασίες, κακογραμμένες ελληνικές οδηγίες από φωτογραφικές μηχανές και κομμάτια εφημερίδων από εκείνα που θεωρούνται δεύτερης κατηγορίας. Αναρωτήθηκα συχνά γιατί με έλκει ξαφνικά η ευτέλεια. Ίσως κρύβεται εκεί κάποια δική μου βαθιά σεμνότητα (μάλλον όχι) ίσως επίσης κάποια αισθητική παραξενιά.

Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Αρχιτεκτονικής σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Δεν είναι δυο διαφορετικές ενασχολήσεις για μένα. Είναι δύο τρόποι να χειρίζομαι τον ίδιο αφηγηματικό χώρο. Πάντα χρειάζομαι μια σκηνή για να εγκαταστήσω ανθρώπους που κινούνται πάνω της. Τελικά ίσως είμαι απλώς ένας ιδιαίτερος θεατρικός συγγραφέας – σκηνοθέτης χωρίς πραγματικό θέατρο. Καταλαβαίνω πάντως την αρχιτεκτονική ως υπερβολή της σκηνοθεσίας. Η αρχιτεκτονική είναι η μανία για την σκηνή. Η αρχιτεκτονική θεωρεί ότι η σκηνή μπορεί να προδιαγράψει τα δρώμενα. Ας το πω αλλιώς: Ότι η σκηνή είναι ήδη ο χώρος κάποιας προδιαγραφής της δράσης. Είναι κωμικό αλλά αυτό κάνουν οι αρχιτέκτονες: τις σκηνογραφίες που θα προσδιορίσουν εκ των προτέρων ό,τι θα συμβαίνει καθημερινά. Η αρχιτεκτονική φτιάχνει έναν φούρνο για να ψήνει ψωμί, ένα παντοπωλείο για να παρατάσσει αντικείμενα προς πώληση, ένα σπίτι για να κοιμούνται μέσα οι άνθρωποι και για να μαζεύονται γύρω από τραπέζια ή σε πολυθρόνες. Εγώ έχω την διαστροφή να σκέφτομαι συνέχεια: τι γίνεται στον φούρνο που δεν ψήνει απλώς ψωμί; Τί θα συμβεί στο παντοπωλείο ανάμεσα στα ράφια; Νομίζω η αφήγηση προκύπτει ως διαταραχή της σκηνογραφίας. Κι από την άλλη πλευρά: τι θα γινόταν αν η σκηνή ήταν ήδη εξ αρχής διαταραγμένη; Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ερώτηση. Αν, δηλαδή, αντί να προτείνουμε φούρνο για ψωμί, προτείναμε ένα κτίσμα με μια σήραγγα που θα περνούσε κάτω από ολόκληρη την πόλη; Μπορώ να κτίζω τότε ό,τι φαντάζομαι και να προετοιμάζω τυπολογίες δράσης ξεκινώντας από την κατασκευή της σκηνής.

Έπειτα παράγω εκεί μια δράση. Φτιάχνω το φόντο και την μορφή, τη σκηνή και τη δράση. Συνήθως φτιάχνω τη σκηνή ως αρχιτέκτων και αυτή η σκηνή βέβαια είναι ισoδύναμη με τη δράση. Θα ήθελα να ήταν αυτά που φτιάχνω στα αφηγήματά μου υπαρκτές εγκαταστάσεις: να έκτιζα τους Τέσσερεις Κήπους, την βιβλιοθήκη του Φλογοκρύπτη και τον υπόγειο μηχανισμό του Xειριστή. Θα ήταν εκεί σαν αποδείξεις ότι όλα όσα σκέφτηκα δεν ήταν απλώς διανοητικές κατασκευές. Νομίζω αν το είχα κάνει θα ήμουν ένας πολύ σημαντικός αρχιτέκτονας και ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας. Τα κτίσματα αυτά δυστυχώς δεν θα κτιστούν. Η αρχιτεκτονική που κάνω δεν δίνει απάντηση σε προβλήματα που μου τίθενται από αλλού αλλά σκηνοθετεί καταστάσεις που επιλέγω να διαμορφώσω εγώ. Κατασκευάζω εγώ προβλήματα. Αυτή είναι η δουλειά μου. Αυτή η αρχή περιγράφει και την εργασία μου στη λογοτεχνία. Εφευρετικότητα σε κατασκευές προβλημάτων. Θέλω να επιλέγω τον τρόπο της επερώτησης και να επερωτώ το κάθε τι όσο πιο ριζικά γίνεται. Αλλιώς όλα γίνονται πληκτικά. Ναι, ο φούρνος βγάζει ψωμί αλλά μέσα σε μια φρατζόλα μπορεί να βρεθεί μια μύτη και να έχουμε ένα διήγημα του Γκόγκολ. Ο φούρνος το ψωμί και η μύτη είναι μαζί η λογοτεχνία και η αρχιτεκτονική.

Ηλεκτρονικά επισκεπτήρια: http://antonas.blogspot.com/

Δημοσίευση και εδώ.

23
Αυγ.
09

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 12. Λένα Διβάνη

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς (και ποιητές)
Ο Τζ. Ντ. Σάλιτζερ, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ίαν Μακ Γιούαν, ο Φίλιπ Ροθ, ο Φιτζέραλντ, ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο Μαγιακόφσκι, η Σύλβια Πλαθ και η Φλάνερυ Ο’ Κόνορ (αφήνω με πόνο ψυχής άλλους 40 τουλάχιστον απέξω. Αναφέρω μόνο αυτούς που θεωρώ πνευματικούς γονείς μου) 

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Ο Φύλακας στη Σίκαλη και Ο Ηλίθιος είναι μόνιμα στην κορφή της λίστας που θα μου επιτρέψετε να μην αρχίσω γιατί δύσκολα θα την τελειώσω μετά.  

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Της Φλάνερυ Ο’ Κόνορ μακράν των υπολοίπων. Από την άλλη μεριά μ’ αρέσουν και οι αμερικανοί μινιμαλιστές.
 
Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Διαβάζω πάντα τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, του Νίκου Παναγιωτόπουλου, του Χρήστου Χωμενίδη, του Αύγουστου Κορτώ, του Χρήστου Χρυσόπουλου, της Σοφίας Νικολαΐδου και άλλων πολλών. Πιστεύω ότι έχουμε γερή ομάδα σήμερα. Η γλώσσα μας απλώς είναι ανίσχυρη γι’ αυτό και έχουμε μείνει απέξω σε διεθνές επίπεδο.
Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Χόλντεν Κόλφηλντ από τον Φύλακα στη Σίκαλη. Αυτόν θα ’θελα να πάρω τηλέφωνο κάνα βραδάκι που νιώθω ζορισμένη…
Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μιλάω πολύ συχνά με τον Άρη από τον ΕΝΙΚΟ ΑΡΙΘΜΟ- μη ξεχνάτε ότι κάπως έτσι θα ’θελα να ’ταν ο αδερφός που δεν έχω.
Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Α ναι. Έχω γράψει σε σπίτια στο Λονδίνο, σε βιβλιοθήκες στη Βοστώνη, σε εξοχικά της Σκοπέλου και του Πηλίου και όπου αλλού βάλει ο νους σας. Προτιμώ όμως την ησυχία και την συγκέντρωση μοναστηριακού τύπου που μου εξασφαλίζει το σπιτάκι μου!
Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Παντού και από παντού έρχονται οι ιδέες μου- σαν πολύχρωμη βροχή. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι πως δεν θα μου φτάσουν τα χρόνια για να τις γράψω όλες -όσα χρόνια κι αν ζήσω…
Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Η μουσική παίζει μέσα στο κεφάλι μου. Οπότε απέξω επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή.
Αγαπημένο/αφιερωμένο/«καλύτερο» βιβλίο σας
Το πιο αγαπημένο μου είναι ο Ενικός αριθμός. Το πιο αφιερωμένο η Νάντια. Το καλύτερο ως σύνθεση τα ΨΕΜΑΤΑ.
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Α, προς το παρόν δεν ανοίγει… Κρύβεται ακόμα κι από μένα μερικές μέρες το άτιμο!
Τι γράφετε τώρα;
Τώρα γράφω ένα μυθιστόρημα που λέγεται Ένα Πεινασμένο Στόμα. Έχει τόσο ενδιαφέρον για μένα αυτό το στόμα που κοντεύει να με καταπιεί!
Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Σελίν και πάλι Σελίν. Μου χρειάζεται η πικρότατη γεύση που αφήνει γι’ αυτό που γράφω.
Η επιστημονική σας ενασχόληση και πανεπιστημιακή διδασκαλία της Διπλωματικής Ιστορίας σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Τίποτα δεν πάει χαμένο ευτυχώς! Η μεθοδικότητα που απαιτεί η επιστήμη με προίκισε με αίσθηση της δομής. Η λογοτεχνία από την άλλη έκανε πιο ευανάγνωστα τα ιστορικά μου δοκίμια. Άσε που η μονομέρεια ποτέ δεν ήταν του γούστου μου. Από παιδί έχω αποφασίσει να αφήσω όλα τα ρόδα του εαυτού μου να ανθίσουν!

Δημοσίευση και εδώ.

12
Αυγ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 11. Ελένη Γκίκα

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, αυτά τα “Γράμματα στον πατέρα” σε ηλικία… δώδεκα χρονών που δεν θα ξεχάσω ποτέ (ενδεχομένως επειδή ήθελα να τα στείλω ή να γράψω κι εγώ στη μαμά μου), Ντοστογιέφσκι, στον οποίο γυρνώ και ξαναγυρνώ (ο πρίγκιπας Μίσκιν που με σημάδεψε, ο μισάνθρωπος αυτός που ώρες – ώρες κάτι μου θυμίζει από το “Υπόγειο”, οι “Λευκές νύχτες” του αλλά και όλα όλα, ο Μπόρχες, Ευαγγέλιο και ξόρκι για κάθε κακό, η Πλάθ, ο Χιουζ με αυτά τα συγκλονιστικά “Γράμματα γενεθλίων”, η Ντίκινσον, ο Καρυωτάκης, ο Μαγιακόφσκι και το “σύννεφό” του, η Γιουρσενάρ, η Μπλίξεν, η Βιρτζίνια Γουλφ δίχως αμφιβολία, τα Πατερικά Κείμενα, είναι στο κομοδίνο μου, στην καρδιά μου, πάντα μα πάντα σε πρώτη ζήτηση, εδώ, εκεί.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.

Τα Διηγήματα και τα Ποιήματα του Μπόρχες, η “Άβυσσος” της Γιουρσενάρ, “Ο Ηλίθιος” του Ντοστογιέφσκι, “Η Άννα Καρένινα” του Τολστόι,“Ο γυάλινος Κώδων” της Σύλβια Πλαθ, “Το σύννεφο με τα παντελόνια” του Μαγιακόφσκι, “Το σπάσιμο” του Φιτζέραλντ, “Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων” του Λιούις Κάρρολ σ’ όλες τις εκδοχές, ο Άντερσεν ακόμα και τώρα με τα σκοτεινά παραμύθια του…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα απίστευτα του Πωλ Μπόουλς, ειδικά όσα βρίσκονται στον “Σκορπιό” (εκδόσεις “Απόπειρα”), όλα τα διηγήματα του Μπόρχες (το… “άλεφ” εννοείται!), τα διηγήματα της Κάρεν Μπλίξεν “Ανέκδοτα του πεπρωμένου”, “Οι επτά γοτθικές ιστορίες” και “Οι ιστορίες του χειμώνα”, τα διηγήματα της Κάθριν Μάνσφηλντ “Το γκάρντεν πάρτι”…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Μαρία Μήτσορα από τα πρώτα της κιόλας! “Αννα, να ένα άλλο”, το έχω διπλό, “Σκόρπια δύναμη”, “Η περίληψη του κόσμου” και “Ο ήλιος δύω”, πήγαινα στο Αντί, δεκαεννιάχρονη, έμενε απέναντι. Η γάτα της ήταν ερωτευμένη με τον γάτο μας τον… Ερρίκο! Ναι, αυτό που κάνει η Μαρία, μ’ αρέσει πολύ! Και ο Καλλιφατίδης. Μ’ αρέσει ο ερωτισμός για τη γλώσσα, ο τρόπος που όλα είναι παρτίδα σκακιού, αυτός ο αισθησιασμός που υποδόριος στο κείμενο, σε κάνει να τον λατρεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Μίσκιν, για να του μοιάσω, η Άννα Καρένινα που μου έχει κάνει ζημιά! Όποτε ερωτευόμουν, γύρευα… τρένο! Ο Χίθκλιφ, αλλά πού να τον βρεις! Ο “υπέροχος Γκάτσμπι”, μήπως τον είδε κανείς???

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Διαρκώς! Μαζί τους ζω κι όταν ακόμα χωρίσουμε! Αλλά εκείνοι που δεν είχαν, τελικά, ξεκολλημό, ήταν και οι πλέον…. κρυπτόμενοι: ο Άγγελος από το “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς” που με παρέσυρε, τελικά, στον “Υγρό χρόνο” του και η Σαβίνα, επίσης, από το ίδιο, που σαν κούκλα ήρθε και ράγισε στο “Πλήθος είμαι”. Καθόλου τυχαίο αυτό! Ο πρώτος, μέσ’ στον σαγηνευτικό του αλκοολισμό, άφησε μόνον λίγα χειρόγραφα, σελίδες ημερολογιακές. Εκείνη, ό,τι είχε να πει, το έλεγε μέσα από κείμενα άλλων, πού να την βρεις!

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Παντού, αλλά παντού, όμως! Και ειδικά σε δωμάτια ξενοδοχείων! Τα λατρεύω αυτά! Αν είχα χρήματα, δεν θα είχα σπίτι. Σε ξενοδοχείο θα έμενα, πάντα. Για πάντα. Αλλά όσο περνά ο καιρός, κυριολεκτικά παντού! Περπατάμε μαζί, ούτε καν παράλληλα. Εγώ και η ιστορία. Η μάλλον η ιστορία και ξοπίσω, ασθμαίνοντας, εγώ. Και οι ήρωες, όλοι, χεράκι- χεράκι με μένα. Τους έχω ανάγκη και το ξέρουν αυτοί. Γι’ αυτό και όσο περνά ο καιρός, με καταδέχονται παντού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο… ερωτικός! Να με χτυπήσει η ιστορία, κατακούτελα! Κι ο τίτλος! Κι ο ήρωας! Ε και μετά να την ξεθάβω έκθαμβη σιγά – σιγά! Να μου λύνει απορίες, να με γεμίζει απορίες, να μου εξηγεί τη ζωή. Αλλά και το αθέατο. Του κόσμου και το δικό μου.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τρελαίνομαι για τη… σιωπή! Με μαγεύει η τζαζ, η όπερα και η σιωπή. Όταν γράφω, ακολουθώ την μουσική της ιστορίας. Δεν μου αρέσει καθόλου να μπερδεύω τις μουσικές. Ούτε και να υπαγορεύω εγώ στους ήρωες το ρυθμό, μ’ αρέσει ν’ ακολουθώ τα βήματά τους. Χορεύω στο δικό τους… χορό. Φτάνει να πετύχει όλη αυτή η… τελετουργία και να συντονιστώ. Η πρώτη σελίδα είναι το δύσκολο. Μετά ακολουθώ την ουρίτσα. Την κρατώ πια κι αυτό μου είναι αρκετό.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα πρώτα που κυκλοφόρησαν ήταν ποίηση. Ένα παιχνίδι με πρόσχημα ή όχημα τα γράμματα, παιχνίδι ζωής και θανάτου, τελικά. Μ για το μέλι, τη μαμά και το μαχαίρι (παιδική ηλικία, “Μέλι, μελό, μέλισσα, μάλιστα), Ε για τον Έρωτα και την δική του αλλόκοτη Ερημιά (εφηβεία, “Έως, εαρινός, έρημος, έρχομαι”), Σ για την σάρκα που μας σταυρώνει, τελικά (ηλικία της ωριμότητας, “Σώμα, σταυρός, σάρκα, σταυρώθηκα”), Θ για το… φινάλε που είναι θάνατος αλλά και θαύμα και Θεός (γήρας να το πω? “Θόλωσα, θύελλα, θάμβος, θυμήθηκα”) και Άλφα διότι όλα εν τέλει ξαναρχίζουν (Άβυσσος, άλγος, άλμα, αρχίζω”). Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή “Το γράμμα που λείπει”. Τώρα στα πεζά…Επιθυμία, Ενοχή, οι βασικές εμμονές. Και η επανάληψη ως μοτίβο πεπερασμένου σύμπαντος και ζωής, κατά το θεώρημα του Πουανκαρέ. Τα ίδια λάθη, λες από μνήμη κυττάρου.

Στο “Αναζητώντας τη Μαρία” μια κόρη βάδιζε ακριβώς στ’ αχνάρια της μητέρας, κάνοντας τα όλα ακριβώς αλλιώς! Στο “Να τα μετράω ή να μην τα μετράω τα χρόνια;” ένας άνδρας “σκυφτός” από αρχαίο τρόμο, έχασε τη Μεγάλη Συνάντηση και τη Μεγάλη Στιγμή. Στο “Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου” η Μαρίνα της Βορινής κουζίνας “συνομιλούσε” με μιαν άλλη Μαρίνα που είχε ζήσει 150 χρόνια σε μια άλλη κουζίνα, αψηφώντας εκείνο που όλο το σώμα της επιζητεί. Στο “Χαίρε παραμύθι μου” δυο εραστές βαδίζοντας στα βήματα του Μαγιακόφσκι και της Λίλια Μπρικ, χάνουν το πρόσωπό τους. Στο “Αίνιγμα του άλλου” τρεις σε μια ερωτική δίνη, βλέπουν το ίδιο αλλιώς, αναγνωρίζοντας πως ο μεγάλος άγνωστος δεν είναι ο άλλος, αλλά ο επικίνδυνος, άγνωστος Εαυτός. Στο “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς” οι δυο ήρωες “φεύγουν” μακριά από το παρελθόν τους και σκουντουφλούν πάνω του στην άκρη της γης.

Στο “Αύριο να θυμηθώ να σε φιλήσω” οι δυο κόντρα ρόλοι της ίδιας γυναίκας. Στον “Υγρό Χρόνο” ένα ερωτικό γαιτανάκι γύρω από έναν νεκρό. Τον πιο ζωντανό, όλων! Στο “Πλήθος Είμαι” η ηρωίδα αυτής της άτυπης τετραλογίας (που ξεκινά από το “Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αγαπάς”) επιστρέφει. Στο πατρικό σπίτι που “ευνοεί” τον αλλόκοτο έρωτα και το Κακό. Η θεωρία της επαναληπτικότητας, στην απόλυτη πράξη. Στα παραμύθια, ένα που κυκλοφορεί (“Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα”) και τα άλλα που ακολουθούν (“Η Νεφέλη στο νησί του Παντός”) το θαύμα της τέχνης. Μια μικρή ηρωίδα που μπαινοβγαίνει στις ζωγραφιές, στις ιστορίες, στις καρτ- ποστάλ, στις μουσικές.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο βιβλίο είναι το “Πλήθος Είμαι” που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο. Και είναι εκείνο που ήδη σας είπα: το λάθος και το πάθος που μας ακολουθεί. Ένα σπίτι που, ως ζωντανός οργανισμός, αναπαράγει σχεδόν “την ίδια στιγμή”. Και μια γυναίκα η οποία για να ξεφύγει, μέσα απ’ τα κείμενα, γίνεται άλλη. Γίνεται “άλεφ”, όλοι, οι άλλοι. Για να επιζήσει και να κατανοήσει, για να αγγίξει το ύψιστο, τελικά. Και για να λύσει την κατάρα ή τον γρίφο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το καινούργιο της Τόνι Μόρισσον, “Έλεος”. Συγκλονιστικός τίτλος. Και τελειώνω (το διαβάζω σιγά- σιγά, δεν θέλω να μου τελειώσει) τους “Maytrees” της Annie Dillard (Εκδ. “Ίνδικτος”), για την τεράστια Λου! Δεν έχω ξανασυναντήσει άνθρωπο που να μπορεί να αγαπά αιώνια με αυτόν τον τρόπο! Ε ναι, ήθελα να είμαι η… Λου. Κι ας με…. προδώσουν όσοι αγαπώ!

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα, αλλά με εμποδίζει ένα… άλλο! Μπήκε με το “έτσι θέλω” στη δική μου ζωή και θα πρέπει οπωσδήποτε να το ακολουθήσω. Αλλά αν το πω, φοβάμαι ό,τι θα μου χαλάσει, είναι λιγάκι σαν το… μυστικό. Σκάβεις ένα λακκάκι στο χώμα, στο βουνό, ή χαράζεις το δέντρο, ε κι εκεί το λες. Για να εξακολουθεί να υπάρχει και να σε βρει. Αλλιώς…

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Διαβάζω σαν μανιακή, από μικρό παιδί. Διαβάζω όπως πίνω νερό, αναπνέω. Το πρώτο που κάνω όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί. Και το τελευταίο, προτού τα κλείσω το βράδυ. Διαβάζω για μένα. Ε είχα και την σπάνια τύχη όλο αυτό να το έχω και… δουλειά, δηλαδή πως να το πω… θα πλήρωνα για εκείνο που με πληρώνουν να κάνω! Και εννοείται ότι όλη αυτή η αναγνωστική δίψα, συνήθως σε οδηγεί στη γραφή. Η ιστορία σου που την βλέπεις να σχηματίζεται ή την ξεθάβεις στο άσπρο χαρτί, έχει για σένα, τις πιο μεγάλες εκπλήξεις. Φιλοδοξείς, βεβαίως, εις μάτην μάλλον, να σου κρατά κι όλες τις απαντήσεις! Αλλά μπα, δεν… ίσως γι’ αυτό και να γράφουμε και να ξαναγράφουμε. Αλλά και δεν μπορείς να ζήσεις διαφορετικά. Όχι, για μένα, ανάγνωση και γραφή, είναι ένα. Το ίδιο. Η ζωή μου. Η Εδέμ. Ελπίζω ο καλός Θεός να με στείλει, πεθαίνοντας, σε… αναγνωστήριο.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν;

Ξανάγινα… παιδί! Καθόλου τυχαίο το σύνηθες σχόλιο για τα “alef” και “moha” “δυο πιτσιρίκια που παίζουν!”. Έκανα φίλους, είδα να μ’ αγαπούν ως άγνωστη άλλη, έφτασε ως εμένα ένα θεόσταλτο παιδί! Η Νεφέλη, η βαφτιστήρα μου. Από φίλο καλό (που γνώρισα στο… ίντερνετ!) γνώρισα τον μπαμπά της. ‘Ηρθε με την μαμά της κρατώντας στους ώμους ένα θεϊκό μωρό. Με ξανθά κοτσίδια ολόρθα και μου πέρασε τα χεράκια της στο λαιμό. Ναι, αυτό το υπέροχο παιδάκι μου το έστειλε ο καλός άγγελος του διαδικτύου. Και πιστέψτε με, όχι μόνο, αυτό! Σας ευχαριστώ.

Εμείς.

Δημοσίευση και εδώ.

31
Ιολ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 10. Νίκος Παναγιωτόπουλος

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Τι θα προσέθετα στη δόξα τους αν αράδιαζα ονόματα όπως Κάφκα, Μπόρχες, Σεμπρούν, Σάλιντζερ, Πεσόα, Φόκνερ κ.ο.κ. Και τι θα αποκάλυπτε, άραγε, για μένα αυτή η λίστα με τα αυτονόητα; Επιτρέψτε μου να ξεφύγω από την άχαρη απαρίθμηση, λέγοντάς σας πως εδώ και κάμποσα χρόνια διακατέχομαι από αμείωτο δέος για τον όγκο και την ποιότητα του έργου του Φίλιπ Ροθ και του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Ευτυχώς για όλους μας γράφουν ασταμάτητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Το βιβλίο της ανησυχίας, Το κιβώτιο, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, Φως τον Αύγουστο, Το πράσινο σπίτι, Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ, Αμερικάνικο ειδύλλιο, Το σύνδρομο Πόρτνοϊ, Ο φύλακας στη σίκαλη, Ζωή – Οδηγίες χρήσεως, μαζί με δεκάδες άλλα…

Αγαπημένα σας διηγήματα
Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, της Φλάνερι Ο’Κόνορ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, με το υπέροχο Τι ειδε η γυναίκα του Λώτ;

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Ο Δον Κιχώτης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Μονάχα η ψυχανάλυση θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί οι ήρωες των βιβλίων μου ολοκληρώνουν τον κύκλο της ζωής τους μέσα σ’ αυτά. Παραδόξως, εξακολουθώ να βλέπω στον ύπνο μου, πού και πού, τον James Wright από το Γονίδιο της Αμφιβολίας. Κι αυτό συμβαίνει κάθε φορά που πέφτω να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου, έχοντας γράψει μια δυο καλές σελίδες. Περιττό να αναφέρω ότι τον βλέπω να μου χαμογελάει με κατανόηση…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Φυσικά. Ένα πανάλαφρο λάπτοπ είναι μια πολυτέλεια που επέτρεψα χωρίς δεύτερη σκέψη στον εαυτό μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Γράφω στον υπολογιστή. Στα αρχικά, ωστόσο, στάδια, καταφεύγω σε μικρά καλαίσθητα σημειωματάρια. Σπανίως ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις αυτές. Ό,τι αξίζει να διασωθεί γαντζώνεται με τρόπο ανεξήγητο στη μνήμη.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Όταν γράφω, δεν ακούω μουσική. Είμαι φανατικός οπαδός της διατύπωσης του Κάφκα, για τον οποίο «ποτέ δεν ήταν αρκετή η νύχτα, ποτέ δεν ήταν αρκετή η σιωπή…» Το ίδιο κι όταν διαβάζω.
Επιτρέψτε μου να ξεφύγω και πάλι από την απαρίθμηση λέγοντάς σας πως στις ζόρικες στιγμές με συντροφεύουν τροβαδούροι σαν τον Μπομπ Ντίλαν, τον Τομ Γουέιτς, τον Βαν Μόρισον, τον Ντέιβιντ Μπόουι και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Τις υπόλοιπες ώρες ακούω καλή μουσική…

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Θα ήταν εξαιρετικά άστοργο εκ μέρους μου να κάνω τέτοιες διακρίσεις και μάλιστα δημοσίως. Κάθε βιβλίο μου έχει ξεχωριστή σημασία για μένα τον ίδιο. Ολοκλήρωσα τα διηγήματα της Ενοχής των υλικών ενώ εργαζόμουν σκληρά για τον επιούσιο, κι αυτό μου επέτρεψε να συντηρήσω την ψευδαίσθηση πως το γράψιμο ήταν για μένα ανάγκη και όχι καπρίτσιο. Με το πρώτο μου μυθιστόρημα, το Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν – Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου, απέδειξα κάτι διόλου αυτονόητο στον εαυτό μου, ότι διέθετα δηλαδή την απαραίτητη αυτοπειθαρχία, ενώ ταυτοχρόνως ξεκαθάριζα τους προσωπικούς μου λογαριασμούς με τη θρυλική χώρα της παιδικής ηλικίας. Το γονίδιο της αμφιβολίας μου έδωσε τη βεβαιότητα πως όσα γράφω αφορούν και άλλους εκτός από τους γείτονες τους γνωστούς και τους φίλους. Την Αγιογραφία αναγκάστηκα να την ξαναγράψω σχεδόν εξαρχής, αναζητώντας τη σωστή γλώσσα για τον αφηγητή μου, διαδικασία που μου επέτρεψε να συνειδητοποιήσω τι θα πει να βουτάς στα βαθιά.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;
Η Αγιογραφία είναι η εξομολόγηση ενός αγίου. Την τελευταία νύχτα της ζωής του, λίγο πριν τον λιντσάρουν εκείνοι που δυο μέρες πριν ζητούσαν την ευχή του, εξιστορεί όσα τον οδήγησαν ως εκεί στον άνθρωπο που το επόμενο πρωί θα κατηγορηθεί για τον φόνο του. Εξήντα τόσα χρόνια μετά από τη νύχτα αυτή, ο φερόμενος ως φονιάς του αγίου μας δίνει τη δική του μαρτυρία…

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Μόλις άφησα απ’ τα χέρια μου το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη, Κόκκινο στην πράσινη γραμμή. Τόσο η σύλληψη όσο και η εκτέλεσή του, προκαλούν ρίγη γνήσιας αναγνωστικής συγκίνησης. Ένα σπάνιο βιβλίο!

Τι γράφετε τώρα;
Τα τελευταία πέντε χρόνια γράφω ένα μυθιστόρημα που τελειωμό δεν έχει… Και να σκεφτείτε πως δεν αρχίζω να γράφω αν δεν έχω το βιβλίο ολοκληρωμένο στο μυαλό μου…

Έχετε δημιουργήσει παιγνιώδη προσωπική ιστοσελίδα. Ποιες οι εμπειρίες σας από το ιστοσελιδοποιείν;
Η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη γενναιόδωρη συνδρομή ενός καλού φίλου. Όπως καταλαβαίνετε η εμπειρία μου ήταν μάλλον ξεκούραστη, οπότε συνιστώ σε όλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά μου…

Δημοσίευση και εδώ.

 

17
Ιολ.
09

Ηχητικά Μνημεία της Δεκαετίας του Εβδομήντα

Από το Καθαρτήριο των Αφιερωμάτων του Mic.gr κληθήκαμε σε πρώτη φάση να καταθέσουμε λίστα τριάκοντα Δίσκων – Ηχητικών Μνημείων της Δεκαετίας του Εβδομήντα, και σε δεύτερη να υπερασπιστούμε τις επιλογές μας εκείνες που συμπεριελήφθησαν στην τελική συλλογική πενηντάδα. Βλ. λίστες και κείμενα για τις θέσεις από 1-10 εδώ, από 11-30 εκεί και από 31-50 παραπέρα. Ακολουθούν οι Τριάκοντα και οι Τέσσερις.

1.John Cale – Paris 1919
2.Lou Reed – Berlin
3.ABBA – Arrival
4.David Bowie – Low
5.Crass – The Feeding of the 5000

6.Suicide – S/T
7.Wire – Pink flag
8.The Velvet Underground – Loaded
9.John Cale – Fear
10.David Bowie – Heroes

11.The Pop Group – Y
12.Hawkwind –Warrior on the edge of time
13.Lou Reed – Transformer
14.Brian Eno – Another Green World
15.Kevin Coyne – Matching Head And Feet
16.David Bowie – Aladdin Sane
17.Buzzcocks – Another music in a different kitchen
18.Big Star – Radio City
19.Leonard Cohen – Songs of Love and Hate
20.George Harrison – All Thing Must Pass
21.Curtis Mayfield – Superfly
22.Miles Davis – Bitches Brew
23.John Cale – Vintage Violence
24.Magazine – Secondhand daylight
25.Don Cherry – Organic Music Society
26.Deep Freeze Mice – My Geraniums Are Bulletproof
27.Blue Oyster Cult –Agents of Fortune
28.Arthur Brown – Galactic Zoo Dossier
29.Electric Light Orchestra – Out of the blue
30.Terry Riley – Persian Surgery Dervishes

John Cale – Paris 1919 (1973)

O John Cale υπήρξε ο απόλυτος μοντερνιστής του ροκ εντ ρολλ: Πρώτα διέλυσε την ορθόδοξη φόρμα του είτε θρυμματίζοντας τα συστατικά του είτε ως Βελούδινος Αντεργκράουντερ είτε παγώνοντάς το στον απόλυτο κλασικιστικό μινιμαλισμό του Academy in Peril είτε λούζοντάς το στην πιο θερμή αβαν-γκαρντ των La Monte Young, Tony Conrad, Terry Riley. Κι επειδή δεν νοείται μοντερνισμός χωρίς παράδοση και χωρίς μοντέρνα χρήση αυτής ακριβώς της παράδοσης, έφτιαξε έναν από τους μαγικότερους δίσκους της δεκαετίας, με το μελωδικότερο ροκ εντ ρολλ, τις σπαρακτικότερες μπαλάντες, τους σαρκαστικότερους δραματισμούς, τις συμφωνικότερες ορχη + στρώσεις.

Διαβασμένος της λογοτεχνίας και της σύγχρονης σκέψης όσο ελάχιστοι, ξεκινούσε με φόρο τιμής στη μόνη κοινή πατρίδα που έχουμε όλοι (την παιδική μας ηλικία), τραγούδησε τον Dylan Thomas όπως κανείς ποτέ δεν τραγούδησε [Child’s Christmas in Wales], υποδέχτηκε τον Μάκβεθ σε ένα μέρος τραγικότερο από τα πεδία των μαχών (:στο σπίτι του) [Macbeth] και τελείωσε φλεγματικά ως τυπικός Ουαλός παρέα με τον Graham Greene [Graham Greene]. Η Σύνοδος των Βερσαλλιών υπήρξε μόνο η αφορμή. Ξέρουμε πως μετά θα παίξει το πρωιμότερο πανκ και θα βγει ξανά στους βρώμικους δρόμους.

David Bowie – Low (1977)

Η Μπαουική «Τριλογία του Βερολίνου» υπήρξε η απόλυτη ηχοποίηση της Μοναχικού Ευρωπαίου της Μοντέρνας Πόλης. Τι σήμαινε άραγε ο τίτλος Low; Τις χαμηλές διαθέσεις του Bowie (εκδοχή του παραγωγού Tony Visconti που ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις ηχογραφήσεις), την προσγείωση μετά την ναρκωτική περιπλάνηση από Station to Station, την βουτιά στην τέχνη προς εξεύρεση απαντήσεων; Ή ένα νέο σπαρακτικό Low profile που ενδύεται ο βασανισμένος καλλιτέχνης κι επιχειρεί να κινηματογραφηθεί στο εξώφυλλο;

Ο δίσκος έμοιαζε πρωτόγνωρος, με την μια πλευρά γεμάτη αγκάθινα ποπ συρματοπλέγματα και την άλλη γεμάτη οργανικά συμπλέγματα. Ο πρώτος άξιος απόγονος της κληρονομιάς των Kraftwerk και των Neu! έπρεπε να διαμοιραστεί, και ορθώς, σε αυτό το στοιχειωτικότερο δυνατό ροκ εντ ρολ και στα ρομποτικά πληκτρολογίσματα.

Έχω την αίσθηση πως η σπορά του Low θα φανεί περισσότερο στα επίγονα τέκνα του Post-punk, του New Wave και του Industrial – πέρα από το γεγονός ότι έσπρωξε πολλούς μουσικούς προς τα εκεί ή πασπάλισε με την διαβολική του σκόνη την αύρα των ειδών αυτών. Οι Wire, οι Joy Division, οι Bauhaus, οι Public Image Ltd θα δείξουν πόσο Low έπεσαν και άκουσαν. Η αρχή των Tuxedo Moon βρίσκεται στο Warzawa, του Billy Mckenzie και των Associates στο The Secret Life of Arabia. Τα αερόβια κήμπορντς των New Order και το θεόλευκο dance rock στο Sound and Vision. Θα ακολουθήσει το διαφορετικά θυελλώδες Heroes, πάντα μαζί με τον Eno, είκοσι χρόνια προτού πέσει το Τείχος.

Lou Reed – Transformer (1972)

Transformer: ο απόλυτος απογυμνωτής του ροκ εντ ρολ που πετούσε σα στάχτη τους περιττούς θορύβους, τo χαμένο τέταρτο των Velvet Underground, η απλούστερη εκδοχή του γκλαμ, η επιτομή του νεοϋορκέζικου ροκ εντ ρολλ, ένας δίσκος που θα μπορούσε να ανήκει στον παραγωγό Bowie αν δεν έβγαινε μόνο από τις ίδιες τις φλέβες του Lou. Το Transformer δεν είναι μόνο το Vicious (η τελειωτική παραγγελία του Warhol), το Perfect Day (ο απόλυτος ύμνος πάνω στον έρωτα που μας κάνει να είμαστε άλλος και είναι ναρκωτικότερος των ναρκωτικών) ή το Walk on the wild side (η απόλυτη κινηματογράφηση των αντίθετων-από-κάθε-κανονικό ανθρώπων). Είναι το σύνολο των έντεκα τραγουδιών – βημάτων προς το μοναδικό μέρος που μπορεί να υπάρξει το ροκ εντ ρολλ: στο δρόμο.

Brian Eno – Another Green World (1975)

Εδώ έγινε η στροφή: εδώ άρχισαν να ελαττώνονται οι λέξεις και να επικρατεί η μουσική, εδώ πολλαπλασιάστηκαν τα όργανα, εδώ το ροκ εντ ρολ έπρεπε πλέον να ξεχειλωθεί, να υπονομευτεί, να παραμορφωθεί χωρίς να χάσει την παραμικρή ουσία. Αφήνοντας πίσω κάθε παραδοσιακή κατασκευή άλμπουμ, μπήκε χωρίς αποσκευές στο στούντιο, άφησε τα αναρίθμητα όργανα να τον οδηγήσουν, και ξανάκανε το ίδιο μετά βγάζοντας ήχους πάνω στα τραγούδια, αφήνοντάς τα δια ζώσης να τον οδηγήσουν στις λέξεις και την ερμηνεία. Στον Another Green World βρίσκονται: μια αφετηρία της ηλεκτρονικής μουσικής που μας ενθουσιάζει σήμερα, το προοίμιο της Ποπ Μηχανικής, το απόσταγμα του άρτ ροκ, όχι με την γνωστή ταμπέλα, αλλά με την κυριολεκτική σημασία κάθε τραγούδι να κατασκευάζεται και να μοιάζει ως έργο τέχνης.

08
Ιολ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 9. Κώστας Μαυρουδής

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και πρόσφατοι συγγραφείς.

Θα ήθελα να κάνω μνεία στην μεγάλη παράδοση του γαλλικού μυθιστορήματος (19ος αιώνας) και ακόμα στον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο (κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία). Δεν με συγκίνησε ποτέ η λεγόμενη νεωτερικότητα, και άλλα πιο πρόσφατα φαινόμενα (π.χ.αντιμυθιστόρημα), πείραμα που δεν πιστεύω ότι έδωσε καμιά αυθεντική τέρψη, ούτε φώτισε κρυμμένες περιοχές. Ήδη, τώρα που μιλάμε, έχει κριθεί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζω πλέον λιγότερο (πάντα λογοτεχνία αναφοράς, μήπως και προλάβω τουλάχιστον να γνωρίσω περισσότερα έργα απ’ αυτό που αποτέλεσε τον κλασικισμό). Θα έλεγα ότι δεν έχω αξιόλογη εποπτεία και ενημέρωση για τη σύγχρονη παραγωγή, αν εξαιρέσω διάφορες λαμπρές περιπτώσεις, π.χ. τον Κλάουντιο Μάγκρις ή τον Έκο ή άλλα πρόσωπα που συναντώ τυχαία ή καθ’ υπόδειξη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και πρόσφατα βιβλία.

Θα αναγκαστώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Θέλω να πω ότι πάντα δείχνω τις ίδιες περιοχές, αλλά πώς αλλιώς θα μιλούσε κάποιος με συγκεκριμένες εμμονές και προτιμήσεις. Το Μαγικό Βουνό, λοιπόν, του Τόμας Μαν, Ο Γατόπαρδος του Λαμπεντούζα, Ο χθεσινός κόσμος του Τσβάιχ. Στο τελευταίο παρακολουθούμε τον γοητευτικό πνευματικό μύθο της Αυστροουγγαρίας, μιας μικρογραφίας, κατά τη γνώμη μου, του πειράματος της Ενωμένης Ευρώπης, που επιχειρείται αργά αλλά σταθερά σήμερα. Ο χθεσινός κόσμος, χωρίς να μένει προσκολλημένος στο ντοκουμέντο και τη λεπτομέρεια, μόνο με ό,τι συντήρησε η μνήμη του συγγραφέα που ζούσε εξόριστος στη Βραζιλία, δεν είναι απλώς κορυφαία μαρτυρία ιστορικών γεγονότων, αλλά σειρά μεγάλων ιμπρεσιονιστικών εικόνων. Ως τελευταία πράξη ζωής (ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε το 1942, πριν να κυκλοφορήσει το βιβλίο), αυτή η αφήγηση ανασυνθέτει ένα περιβάλλον υψηλών αξιών και βαθιάς καλλιέργειας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην Στενογραφία, τελευταίο βιβλίο μου, έγραφα ότι «η μεγάλη λογοτεχνία κάνοντάς μας να γνωρίσουμε τα πάθη μακρινών και επινοημένων προσώπων, συντελεί, ώστε με την πλησμονή των αισθημάτων, των κρίσεων και των σκέψεων γι’ αυτά (την υπεραπασχόληση με τον κόσμο τους) να περιφρονούμε, δυστυχώς, την καθημερινή ζωή και τους πραγματικούς ανθρώπους γύρω μας. Με ακολουθούν, λοιπόν, για να απαντήσω στο ερώτημά σας, αρκετοί χαρακτήρες, με τη μοίρα και την εικόνα των οποίων συνομίλησα ή γοητεύθηκα. Άλλωστε, η λογοτεχνία υπάρχει γιατί η ζωή, υπολείπεται, σε τελειότητα, ενός έργου. Το τελευταίο έχει όλα τα στοιχεία που μας λείπουν. Δεν γερνάει, δεν παρέρχεται, δεν φοβάται. Θυμάμαι ότι ο Φλομπέρ, δήλωνε ζηλότυπα πως δεν ανεχόταν το γεγονός ότι θα ζει η Μποβαρί όταν ο ίδιος θα είναι σκόνη. Αργότερα, ο μοντερνισμός προσπάθησε να φέρει αυτό το δέος στο επίπεδο ενός κειμένου, έκθετου στην ερμηνεία. Η κριτική απαίτησε την ίδια σημασία με το κείμενο. Στην πιο γελοία εκδοχή, ο αναγνώστης «έγινε» συγγραφέας. Αγαπώ λοιπόν, για να επιστρέψουμε στην ερώτηση (γι’ αυτό τον θυμάμαι επαρκώς), τον νεαρό ναυπηγό Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού, που ζει την αγωνία ενός δραματικού τόπου, το μεγαλειώδες σκηνικό όπου βρίσκεται το σανατόριο «Μπέργκχοφ» στο ορεινό Davos της Ελβετίας. Όμως και όλοι οι περί αυτόν είναι σπουδαία λογοτεχνικά πρόσωπα, σύμβολα ροπών, ιδεών, πεποιθήσεων. Στο περιβάλλον τους συντίθεται μια περιοχή βαθύτατης πνευματικότητας, συνθήκη αξεδιάλυτη από την αγωνία της φθοράς και του θανάτου. «Ιστορία παλιά, σκεπασμένη ήδη από πολύτιμη ιστορική σκουριά», όπως λέει ο Μαν εισάγοντας ως ένα συντελεσμένο παρελθόν το βιβλίο. Μένω, λοιπόν, με την εντύπωση ότι σ’ αυτή την ωκεάνεια σύνθεση τα πάντα έχουν ειπωθεί (η μεταφυσική, η επιστήμη, η Ιστορία, η τέχνη, ο έρωτας). Οι σελίδες του έχουν εμψυχώσει χαρακτήρες με στάσεις και διαθέσεις, που κάνουν αυτό το τεράστιο χρονικό πραγματικά αποκαλυπτική αφήγηση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε πάρκα, στο λεωφορείο, στο πλοίο. Η ολοκλήρωση όμως των κειμένων μου γινόταν πάντα σε απόλυτη συγκέντρωση και με αφόρητα αργούς ρυθμούς. Ασχολούμαι για χρόνια με κάθε κείμενο. Αυτό δεν το αναφέρω ως αρετή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βασανιστικής νεύρωσης. Πιστεύω ότι πάντα έχει τη δυνατότητα να γίνει καλύτερο, συνεπέστερο με την αναζήτηση της πρώτης ιδέας. Για μένα είναι αμφίβολο αν τελειώνει ποτέ ένα έργο, κι αυτό διότι ξέρουμε ότι η πρώτη ύλη του δεν παραδίδει αμαχητί τις αντιστάσεις της αφενός, και ότι το απόλυτο ενός αισθήματος είναι τελειότητα που δεν αναπαράγεται, απλώς προσεγγίζεται, με άλλα μέσα. Στην Στενογραφία έγραφα ακριβώς αυτό, με τη μορφή του αφορισμού: «Όλα τα νοήματα είναι επιφυλακτικά με τη γλώσσα, δεν διαθέτουν όμως κανένα καλύτερο μέσον για να υπάρξουν. Ή, διαφορετικά, οι λέξεις δεν αρμόζουν ποτέ σε αυτό που θέλουν να πουν». Λυπάμαι αν θα φανούν υπερβολικά γερασμένες ή ιδεαλιστικές αυτές οι απόψεις, αλλά δεν μπορώ να δω το κείμενο ως ένα απολύτως αυτόνομο σώμα, έκθετο στις διαθέσεις της ανάγνωσης. Καταλάβαίνω, εν μέρει, εκείνον που δίνει τα αναγνωστικά του νοήματα στο κείμενο, για μένα όμως πάντα παραμένει κυρίως αυτός που πάνω του δοκιμάζεται μια πρωταρχική βούληση, μια πραγματοποιημένη ονειροπόληση του συγγραφέα. Χρήσιμο παράδειγμα, από την Στενογραφία και πάλι, ένας σύντομος φιλοπαίγμων αφορισμός: «Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Θα ακούσει και θα μεταδώσει άλλα πράγματα».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην ποίησή μου κίνητρο είναι η αναδρομή. Η νεύρωση του παρατατικού, όπως λέω. Στα υπόλοιπα κείμενά μου, αυτά που μοιάζουν με εκτεταμένο αφορισμό και περιέχουν ιδέες και γνώμες, ελάχιστα με επισκέπτεται η αποκάλυψη. Οι ιδέες μου προκύπτουν, κυρίως, στη διάρκεια και εξ αφορμής αναγνώσεων λογοτεχνίας. Η ανάγνωση είναι μια σίγουρη μεσιτεία που μου παρέχει εναύσματα και ερεθίσματα, με τα οποία δουλεύω. Το κείμενο είναι, σ’ αυτή την περίπτωση, σαν ένα υπέροχο ταξίδι που κάναμε, και που οφείλεται στο ότι συναντηθήκαμε τυχαία με τα θέλγητρα ενός τουριστικού προσπέκτ. Να προσθέσω ότι μ’ ενδιαφέρει η «κλοπή», το «δάνειο». Το διακείμενο, όπως το λέει η Θεωρία. Μου αρέσει η χρήση ξένων μερών ή ιδεών στη σύνθεση μιας νέας κατασκευής. Είναι συνθήκη που μοιάζει με αυτή των νεότερων εποχών, οι οποίες έχτιζαν πάντα με υλικά δανεισμένα από κατασκευές αρχαίες και προγενέστερες. «Μήπως οι θαυμάσιες κολόνες της Σάντα Μαρία ντέλι Άντζελι δεν προέρχονται από τις Θέρμες του Διοκλητιανού και ο χαλκός από το Πάνθεον δεν χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Πέτρο;», αναρωτιόταν σε ένα γράμμα του ο Λίστ, μιλώντας για τα καπρίτσια της Ιστορίας. Μπορώ ακόμα να προσθέσω ότι κάθε παροπλισμένο αντικείμενο, κάθε αγνοημένη ή λανθάνουσα ύλη θα επιθυμούσε να γίνει μέρος ενός καινούργιου συνόλου, να διατεθούν δηλαδή τα ξεχασμένα στοιχεία χάριν μιας νέας συνθέσεως που θα μιλήσει με τα δάνεια υλικά, θα ξαναβγεί στη ζωή ως αυτοτελής πρόταση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού και ο πρίγκιπας Σαλίνα, του Γατόπαρδου. Ο πρώτος για το προσωπικό του πεπρωμένο, έτσι όπως εμφανίζεται ξαφνικά, όταν από το Αμβούργο ταξιδεύει και επισκέπτεται έναν νοσηλευόμενο εξάδελφό του στο περίφημο Davos, και ο δεύτερος για την πτώση του (αντιλαμβάνεται και βιώνει στωικά μοίρα της τάξης του, της αριστοκρατίας), την εποχή που νέα στρώματα εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας και αλλάζουν (τέλος του 19ου αιώνα) την εικόνα, τα αιτήματα και τις αξίες της ζωής. Βρισκόμαστε στη Σικελία του 1860. Η Ιταλία ενοποιείται. Το μεγάλο νησί του νότου έχει προσαρτηθεί και η κυβέρνηση του Τορίνο επιθυμεί να διορίσει ορισμένους επιφανείς Σικελούς ως γερουσιαστές στη βουλή του νεοπαγούς κράτους. Κάποιος αντιπρόσωπος φτάνει στο Παλέρμο για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Σαλίνα να αποδεχθεί τον διορισμό. Ο περίσκεπτος και κουρασμένος αριστοκράτης απαντά με μιαν αξιοζήλευτη, στη διαύγειά της, ιστορική απαισιοδοξία σ’ εκείνους που οραματίζονται ένα νέο κράτος. «Μου μιλούσατε για μια Σικελία που της προσφέρονται τα θαυμάσια του σύγχρονου κόσμου. Εγώ βλέπω μια γριά που την τσουλάνε με αναπηρικό καροτσάκι μέσα στην παγκόσμια έκθεση του Λονδίνου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε, που την αφήνουν αδιάφορη τα Χαλυβουργεία και λαχταράει μόνο τον ύπνο της, το μουσκεμένο από σάλια προσκεφάλι της και το δοχείο της νύχτας κάτω απ’ το κρεβάτι……». Έχω προσέξει πως ελάχιστοι στην Ελλάδα γνωρίζουν την ιδιότυπη περίπτωση του Λαμπεντούζα και του μοναδικού του έργου. Ο Γατόπαρδος είναι μυθιστόρημα αναφοράς κι αυτό, γιατί μιλάει για τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές, μια ευγένεια που ο εκφραστής της θρηνεί αξιοπρεπώς, και τις τρομακτικές διαφοροποιήσεις του αιώνα των μαζών.
Να μην αγνοήσω τον Γουσταύο Άσενμπαχ, από τον Θάνατο στη Βενετία, σύμβολο θηρευτή της ομορφιάς και του απόλυτου, που στην αρχή της νουβέλας ζητάει απλώς «τέσσερις βδομάδες ανάπαυσης σε κάποιο κοσμοπολιτικό κέντρο του γελαστού νότου». Ωστόσο, απαντώντας σ’ αυτή την ερώτηση, δεν στέκομαι στο πόσο αγαπημένος είναι για μένα κάποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Αυτό είναι η φυσική έλξη της γοητείας και του ρεμβασμού που ασκεί η σημαντική πεζογραφία. Νιώθω ότι η σημασία αυτού του πλασματικού κόσμου (το αναφέρω σε κάθε ευκαιρία) είναι ο απρόσβλητος, οριστικός και ακέραιος χαρακτήρας του, που στον αντίποδα της δικής μας μοίρας συνιστά απελπισμένο αντίδοτο της προσωρινότητας. Μόνον έτσι, μ’ αυτή τη σημασία, μπορούμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του ιερού (στοιχείο δεν ξέρω πόσο εξωαισθητικό), που συνοδεύει τις τέχνες.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (Κέδρος, 2001) είναι πεζόμορφη ποίηση. Ένα νέος κάνει δεκαεπτά επισκέψεις σε έναν ηλικιωμένο με άνοια. Μιλάει μαζί του, συνομιλώντας στην ουσία και με τη δική του μοίρα, με τον καθρέφτη του. Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Νεφέλη, 2000) είναι ένα ιδιότυπο οδοιπορικό, γραμμένο με κάθε είδος λόγο. Μπορείς να το πεις αφήγημα, χρονικό, ποιητική σπουδή. Ταξίδια στην Ευρώπη και παιδικές μνήμες ανακατεύονται αναδεικνύουν τον πνευματικό χαρακτήρα ενός βλέμματος. Έκανα ένα πείραμα πρόσφατα μ’ αυτό το βιβλίο. Πήρα ορισμένα κείμενά του και τα τοποθέτησα στην προσεχή, ανέκδοτη ακόμη, ποιητική μου συλλογή (Τέσσερις Εποχές). Αυτά τα κείμενα λοιπόν στάθηκαν πολύ πειστικά ως ποιήματα. Αυτό σημαίνει κάτι που γνώριζα. Ότι πίσω απ’ τα κείμενά μου και τις αναφορές τους, πίσω από έναν κόσμο συγκεκριμένων εμμονών που είναι τα βιβλία μου (ο χρόνος και το χαμένο, κάτι που μοιάζει πολύ με μεμψιμοιρία) υπάρχει η ποίηση. Κάθε προσέγγιση κατατείνει σ’ αυτήν, ακόμα κι αν μιλάει με ιδέες, με λογικούς ορισμούς. Η Στενογραφία (Κέδρος, 2006) είναι προσπάθεια να ειπωθούν αφοριστικά οι αλήθειες του συγγραφέα για τον ίδιο και τα πράγματα. Η ιστορία, η αισθητική, η γραφή, βιώματα και οράματα είναι οι περιοχές στις οποίες κινείται το βλέμμα. Ο συγγραφέας εξομολογείται και αυτοπαρωδείται («με την αυτοπαρώδηση», λέει ο Σιοράν, «μειώνουμε πολύ τις ήττες μας, μπορούμε εν τέλει να τις απολαμβάνουμε».) Όλα αυτά, με το στοίχημα τα βιώματα να γίνουν ύφος και στιλ, που είναι η πειθώ της αλήθειας μας και της αλήθειας της γραφής. Η ζωή με εχθρούς (Μελάνι, 2009) κυκλοφορεί τώρα. Είναι συγκέντρωση κειμένων τα οποία εμφανίστηκαν ως εντυπώσεις, κριτικές ή δοκίμια, θέλοντας όμως να έχουν το χαρακτήρα της δημιουργικής γραφής, κι ακόμα να παρατηρήσουν και να σχολιάσουν αποκαλύπτοντας και φωτίζοντας τα αντικείμενά τους . Είναι ένα βιβλίο με μαρτυρίες βιωματικής ζωής μέσα από διάφορα είδη λόγου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς, κυρίως δικά μου ποιήματα και διηγήματα, που δεν τολμώ να πιστέψω πως τελειώνουν, πως είναι έτοιμα, και κλωθογυρίζω γύρω απ’ αυτά εδώ και πολύ καιρό, ανασφαλής και αβέβαιος. Εδώ κι εκεί βλέπω, κάποτε και τα ποιητικά βιβλία που μου στέλνουν. Τα περισσότερα (με το βάρος, δυστυχώς, ενός λόγου που δεν μεταλλάσσεται και με την αδυναμία παραγωγής κάποιου πειστικού μικρόκοσμου) αρνούνται να απογειωθούν, και άλλα βουίζουν σε χαμηλή πτήση. Τέλος, σπανιότερα, εμφανίζεται διακριτό και αναγνωρίσιμο το αξιοσημείωτο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, είναι καθαρό εμπόδιο. Με εκφράζει κι εδώ ο 19ος αιώνας. Μετά τη διάλυση της μορφής, όπως την ξέρουμε, ακούω μετά βίας τους εξαρθρωμένους ήχους. Όπως ένας γάλλος τεχνοκριτικός έλεγε για τη ζωγραφική (στις αρχές του αιώνα) στον γιό του «Πρόσεξε, μέχρι τον Σεζάν, μην προχωρείς πιο πέρα», έτσι μου λέει και ο εαυτός μου: «Μέχρι τον πρώιμο Ντεμπισί, μετά συμβαίνουν άλλα πράγματα που δεν με αφορούν και δεν τα αγγίζω».

Τι γράφετε τώρα;

Για την ακρίβεια δεν γράφω. Διορθώνω, τελειοποιώ, αναδιοργανώνω (δεν ξέρω με πόση επιτυχία, για ορισμένα κείμενα είμαι ικανοποιημένος, αλλού δεν μου βγαίνει και το παλεύω).Τα διηγήματα είναι ιστορίες από τη δεκαετία του ’50 και η ποίηση (έχει τίτλο Τέσσερις Εποχές) είναι αφηγηματικά ποιήματα που έχουν συγκεκριμένο θέμα, δεν ομφαλοσκοπούν και δεν ασχολούνται ναρκισσιστικά με τον εαυτό τους ως γλωσσική αυτοαναφορά. Γενικά μιλώντας τώρα, πιστεύω πως δεν υπάρχει μεγάλο κείμενο αν δεν υπάρχει μεγάλο θέμα. Ο υπέροχος κατηχητικός λόγος, π.χ., του Χρυσοστόμου («Πού σου το νίκος Άδη…») έχει απέναντί του την κορυφαία ανθρώπινη αγωνία, τον θάνατο, και τη βαθιά νοσταλγία της αθανασίας. Όταν κανείς ενηλικιώνεται φιλοδοξεί, ή σ’ αυτό θα πρέπει να κατατείνει, να συνομιλήσει με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής. Στα νιάτα μας, με τον ναρκισσισμό και την αφέλεια μιας άψαχτης δύναμης, νομίζαμε ότι αρκούσε να υμνήσουμε ένα κορίτσι ή να αμπελοφιλοσοφήσουμε για τον ουρανό. Μπροστά σ’ ένα έργο, σκέπτομαι, πρέπει να συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα ισχυρό, να νιώθει κανείς την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό ενός ανυποψίαστου, ενός πρωτόγονου, που βλέπει για πρώτη φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα χρόνια πέρασαν. Όλα είναι πολύ απαιτητικά πια, γι’ αυτό πολύ δύσκολα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Όχι σπουδαία πράγματα, διάλογος με την επικαιρική πρόκληση, συχνά δοκισοσοφία, λόγος, φυσικά, χωρίς την προοπτική που αναγνωρίζουμε στο απαιτητικό δημιουργικό κείμενο. Διακρίνεται αμέσως από την έκφραση που έχει πίσω της μια προφανή στοχαστική αγωγή. Συναντιόμαστε συχνά με τον κοινό τόπο, που με μικρό φορτίο και χωρίς αξιώσεις, έχει τη βεβαιότητα ότι θα κριθεί με συγκατάβαση. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά είναι λίγες για να διαμορφώσουν εικόνα. Κυριαρχεί η μέτρια πανσπερμία, οι αγαθές προθέσεις, συχνά ο στόμφος, η ιδεολογική μονομέρεια, και προκειμένου για τις σελίδες κριτικής, η απόλυτη γενναιοδωρία και εξίσωση των πάντων. Γενικολογώ, αλλά αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη παθογένεια των ηθών μας. Τα αδιαφοροποίητα κριτήρια, η έλλειψη κλίμακας μεγεθών. Μια συγκαταβατική δημοκρατία όπου τα νεοελληνικά αντιμετωπίζονται με το φόβο μήπως παρεξηγήσουν ή παρεξηγηθούν.

Δημοσίευση και εδώ.

19
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 6. Σοφία Νικολαΐδου

 

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και σύγχρονοι συγγραφείς.
Βιρτζίνια Γουλφ (για το λεπίδι στο μάτι), Σαπφώ (για την αστραφτερή λέξη), Ουγκώ (για την οργιαστική φαντασία), Μπρετ Ίστον Έλις (για την ανελέητη γοητεία του κακού). Όμηρος, πατήρ πάντων.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και σύγχρονα βιβλία.
Παιδικά παραμύθια (Τα επτά κατσικάκια: μ’ αυτά μεγάλωσα). Παραλογές (Μάνα με τους εννιά σου γιους: μου το είχε μάθει η μάνα μου, όταν ήμουν τριών χρονών). Η κυρία Νταλογουέι, Ένα δικό σου δωμάτιο (Γουλφ). Η Παναγία των Παρισίων, Οι έμποροι των εθνών. Joe Dunthorne, Το υποβρύχιο: ανελέητα παιγνιώδες. Uzodinma Iweala, Θηρία χωρίς πατρίδα. Γροθιά.

Αγαπημένος λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Άννα Καρένινα, Κουασιμόδος, Πινόκιο.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Όσο γράφω, τρώμε μαζί, κοιμόμαστε μαζί, πάμε βόλτες. Όταν τελειώνει το βιβλίο, περνάει καιρός, ώσπου να φύγουν απ’ το σπίτι. Μετά, με επισκέπτονται σπανίως. Μαθαίνω νέα τους, πολύ αραιά. Όπως γίνεται με παλιούς φίλους, όταν αίφνης αλλάζουμε ζωή και πόλη.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Γραφείο μου είναι ο υπολογιστής μου. Είναι φορητός και είμαι νομάδας. Το μόνο που μου χρειάζεται είναι μια κλειστή πόρτα και τα βιβλία που μελετάω κάθε φορά. Οπουδήποτε. Έχω γράψει στο Αγαθονήσι, στο Κουφονήσι, στην Αμοργό. Στο δάσος του Χολομώντα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Το γράψιμο έρχεται γράφοντας. Ταλέντο είναι «κώλος στην καρέκλα», που έλεγε και ο Τόμας Μαν. Τα φώτα του μυαλού ανάβουν στη βόλτα, στο μεσοδιάστημα μεταξύ ύπνου και ξύπνου, στο ντους. Όμως οι καλύτερες ιδέες έρχονται γράφοντας. Μας εκπλήσσουν.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Γράφω και διαβάζω σε ηχηρή σιωπή. Ακούω μουσική άλλες ώρες: ξέσαλη ροκ, παλιά ρεμπέτικα, τζαζιές, κλαρίνα. Όπως βλέπετε, με χαρακτηρίζει μουσική ανεξιθρησκεία.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων: Ξανθιά πατημένη (Κέδρος, 1997). Γράφτηκε όσο βρισκόμουν, για απολύτως προσωπικούς λόγους, σε μεγάλο ζόρι. Προκάλεσε συζητήσεις και δημοσιεύματα, ιδίως η γλώσσα. Είναι το βιβλίο που με σύστησε στη συγγραφική κοινότητα και με έκανε να νιώσω συγγραφέας.
Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων: Ο φόβος θα σε βρει και θα ’σαι μόνος (Κέδρος, 1999). Ανοιχτή βεντάλια χρόνου, χώρου, θεμάτων (Από το μεσαίωνα ως σήμερα, από τη Φλάνδρα ως τα ελληνικά νησιά. Πριμαντόνες, νοικοκυρές, ντεθάδες, πιτσιρίκια). Από την κοφτή αναπνοή της Ξανθιάς, πέρασα σε μεγαλύτερη αναπνοή. Ήταν το βιβλίο που (μου) έδειξε πως η συγγραφή είναι ο τρόπος μου να ζω τη ζωή μου.
Το πρώτο μου μυθιστόρημα: Πλανήτης Πρέσπα (Κέδρος, 2002). Το έγραψα σε πλήρη συγγραφική αθωότητα – και του φαίνεται. Οι αντιδράσεις ήταν εμπαθείς: κριτικοί και αναγνώστες το λάτρεψαν ή το μίσησαν. Το θεωρώ τη συγγραφική μου ενηλικίωση, για προφανείς -αλλά και άρρητους- λόγους.
Το δεύτερο μυθιστόρημά μου: Ο μωβ μαέστρος (Κέδρος, 2006). Το έγραψα σε μια κρίσιμη περίοδο: είχε πεθάνει ο πατέρας μου και είχε γεννηθεί ο γιος μου. Η ζωή μου άλλαζε, ήμουν στα καρφιά. Είναι το πιο ευπώλητο από τα βιβλία μου. Η κριτική το υποδέχτηκε θερμά.
Δεν έχω αγαπημένο βιβλίο. Ή μάλλον το αγαπημένο μου είναι κάθε φορά το τελευταίο, μέχρι να αρχίσω να γράφω το επόμενο. Αυτό που με ενδιαφέρει συγγραφικά είναι να κάνω ένα βήμα παραπέρα κάθε φορά. Αλλάζω θεματολογία, ύφος, αφηγηματικά τερτίπια. Χρειάζομαι χρόνο για να ξεφουσκώσει το σύμπαν του προηγούμενου βιβλίου και να μπω με φόρα στο επόμενο.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Κυρίως ιστορία. Για την περίοδο της Κατοχής, τους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες. Η αιμάσσουσα ιστορία της Θεσσαλονίκης έχει αλλάξει τις βόλτες μου στην πυρίκαυστο ζώνη. Τώρα που μελετώ με μολύβι και χαρτί την πυκνή ιστορική ύλη της γενέθλιας πόλης, έχει αλλάξει το βλέμμα μου.

Τι γράφετε τώρα;
Το καινούριο μου μυθιστόρημα.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;
Ο συγγραφέας διαβάζει ιδιοτελώς: κλέβει αφηγηματικά κόλπα, φθονεί αφηγηματικά επιτεύγματα. Η ανάγνωση είναι απαραίτητη προϋπόθεση της συγγραφής.
Διαβάζω συστηματικά σύγχρονη πεζογραφία, ξενόγλωσση και ελληνόγλωσση. Συχνά επανέρχομαι σε αγαπημένους κλασικούς. Μελετώ στο γραφείο, με χαρτί και μολύβι. Κρατώ λεπτομερείς σημειώσεις. Θεωρώ ότι η επαγγελματική ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων και η κριτική τους αποτίμηση είναι μέρος της συγγραφικής δουλειάς. Κρατάει τα αναγνωστικά -και συγγραφικά- αντανακλαστικά σε εγρήγορση. Είναι ένα είδος συγγραφικής γυμναστικής.

Υπήρξατε από τους πρώτους συγγραφείς που έφτιαξαν προσωπική (και ιδιαίτερα παιγνιώδη) ιστοσελίδα. Ποια η εμπειρία σας τότε και σήμερα; Συνεχίζετε να την τροφοδοτείτε;
Η ιστοσελίδα μου (http://www.snikolaidou.gr/) κατασκευάστηκε ως διαδικτυακό παίγνιο το 2002, λίγο πριν κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά μου Πλανήτης Πρέσπα και έπαιζε με διαφορετικές αναγνωστικές διαδρομές. Ήταν ένα διαδικτυακό φοντάν, που το καταδιασκέδασα, σε μια εποχή που ήμουν διαρκώς καλωδιωμένη. Τη σχεδίαση ανέλαβε η Τερέζα Γιακουμάτου, διαδικτυακό τελώνιο.
Όμως η τεχνολογία θέλει αφοσίωση. Καταπίνει χρόνο. Δεν ήμουν σε θέση να τα προσφέρω κι έπαψα να την τροφοδοτώ. Η υπηρεσία συντήρησης μιας ιστοσελίδας κοστίζει. Ένας χορηγός θα ήταν, πιθανόν, «μία κάποια λύσις».

Φωτογραφία: Κώστας Αμοιρίδης. Δημοσίευση και εδώ.

08
Ιον.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 4. Δημήτρης Μαμαλούκας

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.
Όμηρος, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Μπ. Τρέιβεν, Στίβεν Κίνγκ, Γκ. Γκ. Μαρκές, Κάφκα, Μάλαμουντ, τελευταία αγάπησα τον Μουρακάμι…

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.
Η Λάμψη, O Ένοικος, O Χρυσός Σκαραβαίος, Ο Πύργος, Καρχαρίες του Γιενς Μπιέρναμπου, Ανεμοσκορπίσματα, Το πλοίο των νεκρών, Το ταχυδρομείο, Ο γηρευτής του χρυσού, Ο βοηθός και το Ενοικιοστάσιο (The tenants) του Μάλαμουντ, Δύο από δύο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.
Σχεδόν όλα του Πόε, μερικά του Μπόρχες, Η Κάντιλακ του Ντόουλαν και τα περισσότερα του Κινγκ, κάποια του Τσέχωφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;
Με έχουν γοητεύσει όταν τα διάβασα Ο Εργένης του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και το βιβλίο του Χρήστου Αστερίου Το γυμνό της σώμα και άλλες ιστορίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Δεν τολμάνε να βγουν απ’ το κεφάλι μου. Αλλά κάθε τόσο με πρήζουν να ξαναπρωταγωνιστήσουν. Μερικοί είναι πολύ γκρινιάρηδες κι άλλοι υπερβολικά επίμονοι. Ίσως μια μέρα τους μαζέψω σ’ ένα πλοίο και τους φουντάρω μεσοπέλαγα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Μόνο πρόχειρες σημειώσεις, αντιθέτως όμως διορθώνω πολύ συχνά στα καφέ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Γράφω τις πρώτες, σύντομες σημειώσεις στο χέρι κι έπειτα τις περνάω στον υπολογιστή διορθώνοντας, και κάνοντας πολλές προσθήκες. Φτιάχνω έτσι ένα σκελετό και μετά γράφω το βιβλίο κατευθείαν στον υπολογιστή (το πιο κουραστικό).
Τις παγιδεύω παντού… πολύ συχνά έξω… περπατώντας, στο λεωφορείο, σερφάροντας στο ίντερνετ, βλέποντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο… οδηγώντας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;
Φίλιπ Μάρλοου, Τζακ Τόρρενς, Γκαμπριέλε Αμπάτι, ο αυτοκαταστροφικός ήρωας του Δύο από δύο.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;
Όσο περνούν τα χρόνια και τα βιβλία αυξάνονται αγαπάς περισσότερο το πρώτο. Το Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα σημαίνει πολλά για μένα. Δεν περιγράφονται σε λίγες σειρές. Έγινε ταινία, αγαπήθηκε, χαίρομαι γιατί κρατάει αμείωτη τη γοητεία του δέκα χρόνια τώρα, όπως μου λένε αναγνώστες κατά καιρούς. Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού μου πήρε σχεδόν τρία χρόνια για να γραφεί… ήταν ένα μεγάλο στοίχημα, θεωρώ ότι κάποια στιγμή αυτό το βιβλίο θα κάνει καριέρα. Η απαγωγή του εκδότη έχει φανατικό κοινό και ήρωες που θα ξαναπαίξουν. Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα είναι το πιο βιβλιοφιλικό, αγαπήθηκε και πούλησε περισσότερο από όλα μου. Η μοναξιά της ασφάλτου. Μοναξιά μου όλη, όπως οι έρημοι αυτοκινητόδρομοι τη νύχτα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Τζων Στάινμπεργκ, χάρτες της Ιταλίας, Classic & Sports car…

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Προτιμώ ν’ ακούω παλιό κλασικό ροκ και ιταλικά κάθε εποχής. Μπορώ ν’ ακούσω τα πάντα εκτός από μοντέρνα ελληνικά και χέβι μέταλ.
Όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική.
Όταν γράφω ακούω ραδιόφωνο από το κινητό με τα ακουστικά ψείρες για να καλύπτω τους εξωτερικούς θορύβους. Κάνω συνεχώς ζάπινγκ αφού οποιαδήποτε ομιλία ή ελληνικός στίχος με αποσυντονίζει. Τώρα αν σας πω ότι με ραπ και μπιτάτα κομμάτια μου κατεβαίνει έμπνευση; Και γράφω βολίδα;

Τι γράφετε τώρα;
Το επόμενο μυθιστόρημά μου κι είμαι ερωτευμένος με την ηρωίδα μου.

Οι εμπειρίες σας από το μπλόγκινγκ (http://mamaloukas.blogspot.com);
Αφήστε καλύτερα…

Δημοσίευση και εδώ.

19
Μάι.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 3: Τάσος Γουδέλης

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Πόε, Kάφκα, Τόμας Μαν, Μπόρχες, Νίκος Καρούζος, Φιλίπ Σολλέρς, Ντε Λίλο

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Άπαντα των ανωτέρω

Αγαπημένα σας διηγήματα.

To επεισόδιο του εχθρού μου του Μπόρχες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο ήρωας του παραπάνω διηγήματος όπου ο «εχθρός» είναι ο εαυτός μας…

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός b20503του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων Αρπακτικά, το 1989, γράφτηκε στο πατρικό σπίτι της πρώην γυναίκας μου. Έκτοτε δεν χρησιμοποίησα άλλο χώρο πέρα από αυτόν του γραφείου μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Μισοκοιμισμένος το πρωί συλλαμβάνω πολλές ιδέες, τις οποίες αργότερα επεξεργάζομαι στον κομπιούτερ. Οι περισσότερες, πάντως, ιδέες προκύπτουν μέσα από «δουλειά γραφείου», εντελώς πεζά..

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Αγαπb21392ημένος ναί, ζηλευτός όχι: ο Χανς Κάστορπ ο ήρωας του Μαγικού βουνού, ο οποίος «ασθενεί» εξωτερικά από φυματίωση, νοσηλεύεται εκεί στο Νταβός, στον «Αδη του ύψους», διαλέγεται φιλοσοφικά, ερωτεύεται, παρακολουθεί γύρω του άλλους «πάσχοντες». Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να δούμε την ασθένειά του «ως μεταφορά», όπως θάλεγε και η Σούζαν Σόνταγκ, ίσως και ο Καρούζος: δηλαδή ως μια κατάσταση υπαρξιακής …μόλυνσης.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Τα Αρπακτικά (1990,b73654 εκδ. Το Δέντρο) περιέχουν ποικίλα διηγήματα, τα περισσότερα είναι ρεαλιστικά, που αντανακλούν βιώματα από το πατρικό σπίτι, το Στρατό, την Ασφάλεια επί Χούντας. Πιστεύω ότι δεν είναι απολύτως αναπαραστατικά, δεν αντιγράφουν εξωτερικά σκηνικά αλλά εσωτερικά.
Η συλλογή Πρωϊνή επίσκεψη (1993, εκδ. Ερατώ) είναι πιο κλειστοφοβική, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν, κινούνται σε χώρους και καταστάσεις όπου επικρατεί ημίφως, το ύφος προσπαθεί να υπηρετήσει ένας είδος ποιητικού μινιμαλισμού.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις Σκιές γυναικών (1996, εκδ. Νεφέλη), όπου διάφορες ηρωίδες σκιαγραφούνται μέσα από μια διασπασμένη γλώσσα που καταγράφει ένα κυβιστικό βλέμμα.
Στη συλλογή Ο ύπνος του Άλφρεντ (1999, εκδ. Νεφέλη) κυριαρχεί το διακειμενικό, μεταμοντέρνο διήγημα, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο. Με βάση τον γνωστό, παλιό, ρομαντικό αμερικανό συγγραφέα Ουάσινγκτον Ίρβιν, επινοούνται φανταστικοί ήρωες και σκηνές της ζωής του τελευταίου καθώς και σελίδες της αμερικανικής ιστορίας της λογοτεχνίας.
Στο Η γυναίκα που μιλά (2002, εκδ. Κέδρος, κρατικό βραβείο και βραβείο διηγήματος του Διαβάζω) συναντάμε διηγήματα που δεν αφηγούνται μονότροπα μια ιστορία. Πολυεστιακά στον πυρήνα τους οδηγούν τον ανγνώστη σε διάφορες κατευθύνσεις ταυτόχρονα…
Στο μοναδικόb113039 μου βραχύ (επειδή δεν πιστεύω στα πολυσέλιδα βιβλία) μυθιστόρημα Οικογενειακές ιστορίες (2006, εκδ. Κέδρος), περιγράφεται σε συνειρμική γλώσσα η πορεία μιας ελληνικής οικογένειας από το 1920 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το παράδοξο με αυτή την οικογένεια είναι το ότι η Ιστορία τους υπηρετεί και όχι το αντίθετο: τα μέλη της, αυτιστικά σχεδόν, συμμετέχουν στα εξωτερικά γεγονότα όταν αυτά το θελήσουν, όταν επιθυμούν να ξεφύγουν από τα προσωπικά τους προβλήματα.

Αγαπώ αρκετά διηγήματα από διάφορες συλλογές. Εάν θα έπρεπε, οπωσδήποτε να πάρω τη δύσκολη απόφαση να διαλέξω ένα μου βιβλίο, μάλλον θα στρεφόμουν προς τον Ύπνο του Άλφρεντ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Όπως πάντα πολλά βιβλία παράλb155072ληλα: αφηγηματικά, δοκιμιακά, φιλοσοφικά.
Ξαναδιάβασα Ρίτσο, με την ευκαιρία του προσεχούς αφιερώματος του Δέντρου και εντυπωσιάσθηκα από τα νέα μου θετικά συνασθήματα απέναντι σε μια ποίηση, άνιση μεν, πλην με ενα υπέδαφος θησαυρών που καταπλήσσει.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω, γιατί διασπώμαι. Η μουσική θέλει αφοσίωση, έχει δικο της πλήρη κόσμο.
Προτιμώ ξένη και ελληνική τζαζ και κλασσικά κομμάτια.

Τι γράφετε τώρα;

Μια συλλογή διηγήμάτων, πολλά από τα οποία έχουν προδημοσιευθεί σε περιοδικά.

b188157Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο;

Την κριτική λογοτεχνίας την αντιμετωπίζω σαν σπορ ή σαν ψυχαγωγία. Πάντα σημείωνα, ως αναγνώστης τις εντυπώσεις μου και αυτό με διασκέδαζε, μπορώ να πω.

Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Παραπέμπω στην προηγούμενη απάντηση.

Έχετε γράψει κείμενα για τον κινηματογράφο. Παρακολουθείτε τη σύγχρονη μορφή του;

Όσο μπορώ. Διαβάζω ξένα κείμενα και παρακολουθώ μάλλον συστηματικά τις νέες παραγωγές.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της 7ης τέχνης ποιο θα επιλέγατε;

b77223Ε, δεν θέλει και πολύ σκέψη: τη μεγαλύτερη μορφή του σινεμά μετά τον Όρσον Γουέλς, τον Ζαν Λικ Γκοντάρ φυσικά. Τώρα, υπάρχει μια σύγχρονη ανεξέλεγκτη, άνιση προσωπικότητα, που μπορεί να χαρίσει ένα αριστούργημα και μετά κάτι ευτελές, εννοώ τον Λας φον Τρίερ. Το Στοιχείο του εγκλήματος (1984) διαθέτει μια γλώσσα συνειρμική που μου ταιριάζει πολύ Αλλά εάν με ρωτούσατε ποια ταινία θεωρώ ανεπανάληπτη θα απαντούσα αδίστακτα: το Πέρσι στο Μαρίεμπαντ (1961) του Αλαίν Ρεναί.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, τις σκέψεις για το έργο τους και τις οδούς της συγγραφής.

Δημοσίευση και εδώ.

02
Απρ.
09

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 1: Θεόδωρος Γρηγοριάδης

1. Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Διαχρονικά αγαπημένους θεωρώ τον Χέλμαν Μέλβιλ, τον Βαλντίμιρ Ναμπόκοφ, τον Τζόζεφ Κόνραντ για πάντα, την Βιρτζίνα Γουλφ, την Μιούριελ Σπαρκ την λατρεμένη, Πατρίτσια Χάισμιθ, τον Γιώργο Χειμωνά, τον Χουάν Γκοιτισόλο, τον Ντανίλο Κις.

Πρόσφατους: τον Ντον Ντε Λίλο, την Γιόκο Ογκάουα, τον Ίαν ΜανΓιούαν, τον Κάζουο Ισιγκούρο που τον βάζω πολύ ψηλότερα απ’ όλους, τον Ορχάν Παμούκ, τον Κολμ Τοϊμπίν, τον Άλαν Χόλινγκερστ, τον Πέρσιβαλ Έβερετ, τον Ντέιβ Έγγερς, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Θεωρώ ευχάριστη αποκάλυψη τον σαραντάχρονο Βρετανό Τομ ΜακΚάρθυ.

2. Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Διαχρονικά αγαπημένα: Η καρδιά του σκότους (Κόνραντ), Ο φάρος (Γουλφ), Η Μεταμόρφωση (Κάφκα), Ακυβέρνητες Πολιτείες (Τσίρκας), Ο αιχμάλωτος του έρωτα (Ζενέ), Τα ονόματα (ΝτεΛίλο), Αδριανού απομνημονεύματα (Γιουρσενάρ), Ο πεθαμένος και η Ανάσταση (Πεντζίκης).
Πρόσφατα διαβασμένα με καλές εντυπώσεις: Το Μάταιο χθες (Ρόσα), Πουτάνες Φόνισσες (Μπολάνιο), DAY (Κένεντι), Οι πληγωμένοι (Έβερετ), Βίλα Αμαλία (Κινιάρ).

3. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Οι νεκροί του Τζόις, διηγήματα του Πόε, Ο επιτάφιος θρήνος του Ιωάννου, άπαντα Τσέχοφ, της Λόρι Μουρ, του Κορτάσαρ, του Πωλ Μπόουλς μα πάνω απ’ όλα τακτικά ξαναδιαβάζω τον Μπόρχες.

4. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναρωτιέμαι συχνά τι να απέγιναν αλλά σπανίως σκέφτομαι να τους ξαναβρώ μη και μ’ απογοητεύσουν.

5. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω στο γραφείο μου, αρκεί να είναι απομονωμένο, όπου και αν μεταφερθεί. Μου είναι αδιανόητο να γράψω σε δημόσιους χώρους-έχω την αίσθηση ότι εκτίθεμαι. Άσε που γράφοντας βρίσκομαι πάντα σε ένα είδος transference που καλά θα είναι να παραμένει εντός των τειχών μου.

6. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κρατάω ασταμάτητα σημειώσεις και σχεδιάσματα σε δεμένα σημειωματάρια που θυμίζουν βιβλία. Είναι η προσωπική μου ιδιωτική βιβλιοθήκη αλλά και η πηγή όπου ανατρέχω. Ύστερα είναι η διαρκής σκέψη κάθε ιστορίας που με κατατρέχει καθημερινά. Παιδιά, σκυλιά δεν έχω, αλλά έχω μια ντουζίνα πρόσωπα και ιστορίες που κάθε μέρα πρέπει να φροντίσω με την σκέψη μου. Ποτέ δεν ξεκινάω να γράψω με μια «ωραία φράση». Αρχίζω με μια σκηνή, μια εικόνα, έναν χαρακτήρα. Άλλωστε γράφω ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, δηλαδή αφηγηματική λογοτεχνία και όχι «ποιητική πρόζα» ένα ξεπερασμένο είδος που ανθίζει ακόμη στη χώρα μας.

7. Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Κάθριν και ο Χήθλκιφ της Μπροντέ, ο Ρίπλεϋ της Χάϊσμιθ, ο Μάρλοου του Κόνραντ, ο Χάκμπλερι Φιν, τον λατρεύω αυτόν τον τύπο. Οι χαρακτήρες του Αλεξανδρινού Κουαρτέτου του Ντάρελ, κι αυτοί είναι τόσο χαρακτηριστικοί.

8. Θα δοκιμάσετε μια συνοπτική «εισαγωγή» στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (ή για όσα κρίνετε), είτε ως επιγραμματική παρουσίαση, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποίες συνθήκες και ποιούς πόθους συγγράφηκε; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Το πρώτο μου μυθιστόρημα «Οι κρυμμένοι άνθρωποι» γράφτηκε στην Ξάνθη το 1990, το αγαπάω γιατί είναι εντελώς ανυποψίαστο για την τύχη του και βιωματικό: ήμουν τότε καθηγητής στα πομάκικα χωριά. Ο «Ναύτης» (1993) σχετίζεται με τα μέρη μου, στο Παγγαίο και την πεδιάδα των Φιλίππων. Διαβάστηκε, αγαπήθηκε, με στοιχειώνει ακόμη-θέλω να τον πνίξω κάποτε. Ο «Χορευτής στον ελαιώνα» (1996), μεταφυσικό και ερωτικό, διαδραματίζεται στις Σέρρες, διαβάστηκε πολύ και είναι το πιο ευπώλητό μου. Το 1998 έγραψα τα «Νερά της χερσονήσου» και έγινε στροφή στη θεματολογία και το ύφος της γραφής μου. Οι μισοί αναγνώστες μου λάκισαν. Τα «νερά» είναι ένα ιστορικό βιβλίο αλλά καμία σχέση δεν έχει σχέση με τον νέο-οριενταλισμό του μιναρέ και των χαμένων πατρίδων που, μαζί με τα ροζ βιβλία έχουν αποβλακώσει τον κόσμο. Ο χρόνος το δικαίωσε. Είναι το μόνο βιβλίο που μελετάται ακόμη και σε ξένα πανεπιστήμια. Μετά ήρθε το «Παρτάλι» βγήκε και στα γαλλικά και μελετήθηκε στα πλαίσια των gender studies. Το 2005 η «Αλούζα, χίλιοι κι ένας εραστές», το μεσανατολικό μυθιστόρημα της Αθήνας, και οι «Χάρτες» το 2007. Μπορεί να παρέλειψα καναδυό.

9. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τις «Ευμενίδες». Πρόκειται για μια τρομακτική αναγνωστική εμπειρία. Αν μου αρέσει-δεν ξέρω ούτε έχει σημασία. Και για το λογοτεχνικό σεμινάριο Απριλίου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη των Σερρών τον «Μάγο» του Φόουλς. 900 + 700 σελίδες = αυχενικό. Παίρνει σειρά το «Βάλτεμπεργκ» και το καινούργιο μυθιστόρημα του Ασουλίν.

10. Τι γράφετε τον ίδιο καιρό;

Διορθώνω το καινούργιο μου μυθιστόρημα και μια νουβέλα.

Υπο/Σημείωση: Στο αίθριο του Πανδοχείου φιλοξενούμενοι συγγραφείς και έτεροι δημιουργοί των λέξεων μοιράζονται τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, εκφράζουν σκέψεις για το έργο τους και μας ξεναγούν στις οδούς της συγγραφής.

03
Μαρ.
09

Διασκεδάσεις στην καλύτερη διασκευασία (Αφιέρωμα: διασκευές)

Δεν θα διαλέξω διασκευές που «έμειναν κλασικές» αλλά εκείνες που συνεχίζω ν’ ακούω με πάθος και σήμερα. Θα επικρατήσει, δηλαδή, και πάλι ο θρίαμβος του υποκειμενισμού, κατά τον αενάως επίκαιρο Guy Debord.

Να ξεμπερδέψω πρώτα με τα αυτονόητα ντυλανικά: το «Mr Tambourine man» τραγουδισμένο απ’ τους Byrds και το «Like a rolling stone» απ’ τους Rolling Stones (απ’ το «Stripped» του ’95). Απ’ τα Μπρεχτικά/ Bαϊλικά δε νομίζω να υπάρξει «ιδανικότερο» του «Alabama Song (Whiskey Bar)» απ’ τη φωνή του Jim Morrison – όταν το είπε ο Bowie ήταν πλέον αργά και γέρος. Ένα κομμάτι όμως που ύμνησε ο Λεπτός Αδύνατος Δούκας, το «Heroes», τραγουδιέται «αλλιώς» απ’ τη Nico στο «Drama of exile» του ’81. Μια άλλη ιέρεια ξεχωρίζει απ’ όλα τα χιλιοδιασκευασμένα Στοουνικά: η Marianne Faithfull όπως περιγράφει το «As tears go by» στο «Strange weather» της (1987). Είχε και κάποια σχέση μαζί τους, αν δε κάνω λάθος…

Δυο συναρπαστικές διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών και δη ρώσικων κοκκινοστρατιωτικών έθελξαν την καρδιά μου: το «The carnival is over» των Νick Cave and the Bad Seeds απ’ τον υποδειγματικό διασκευόδισκο «Kicking against the pricks» και το «Red Army Blues» των Waterboys (στο «Pagan Place» του ’84). Ο Cave στον ίδιο δίσκο εκτοξεύει κι άλλες καταστροφικές για την ηρεμία μας ρουκέτες: το «Running scared» του Roy Orbinson και, φυσικά, την οριστική απoδόμηση του «All tomorrows’ Parties» των Velvets. Ίσως όμως η πλέον απόλυτη γυμνή κλοπή του Μαυροκόρακα ήταν στο κυκλοφορημένο μόνο σε σινγκλ «In the Ghetto», το οριστικό Elvis τραγούδι.

Στα ίδια μαυροκλίματα: ηδυπαθής γίνεται η διασκευή του «Τhe Song of slurs» του σατανικού ζεύγους Anita Lane – Mick Harvey και τον παραγνωρισμένο «Intoxicated man» (1995) δίσκο του τελευταίου, γεμάτο με Serge Gainsbourg επαναγνώσεις. Μιλώντας για δίσκους – διασκευές ολόκληρων δίσκων, στο αμήχανο… μπητλικό «Let it be» (1988) των τευτονικών υμνωδών Laibach υπάρχει ένα ασύλληπτο «Two of us». Παραμένοντας στις σκοτεινές πλαγιές της ανθρώπινης ψυχής, αδυνατώ να ξεχάσω την εφιαλτικότερη-δε-γίνεται μετατροπή του «I walked with a zombie» του Roky Erickson στο παρθενικό LP των Vietnam Veterans. Όσο για τα παραγνωρισμένα γλαμ 70ς, παίρνουν μια μικρή δικαίωση με το «Cum on feel the noise» των Slade απ’ τους χαρντ ρόκερς Quiet Riot.

Προχωρώντας χρονικά, ίσως θα ήταν αδικία να μη βάλουμε και μια διασκευή που κατά πολλούς επικάλυπτε το πρωτότυπο, καθώς ο δεύτερος ζούσε όσα απλώς τραγουδούσε ο πρώτος: o Ferry ήταν περισσότερο «Jealous Guy» απ’ τον Lennon και συν τοις άλλοις σηματοδοτούσε τις αρχές των 80ς. Μπορεί μια διασκευή να αποτελέσει τον δραματικό ύμνο μιας μεταγενέστερης γενιάς; Το «That suicide is painless» (Altman/Mandel, theme from «Mash») απ’ τους Manic Street Preachers (ως σινγκλ και μετά σε συλλογές) το έκανε.

Mπορεί ένα ολόκληρο σάουντρακ να βασιστεί σ’ ένα easy listening κομμάτι σε διάφορες όψεις διαθέσεων υπέροχων ως μελλοντολογικώς εφιαλτικών; O Michael Kamen στην ταινία – σταθμό των 80ς, το Brazil του Terry Gilliam, το έκανε. Πάντως αν καθήσουμε και υπολογίσουμε πόσες διασκευές κλασσικών ή λιγότερο κλασσικών κομματιών (ιδίως 60ς) έχουμε απολαύσει, τελειωμό δε θα ’χουμε. Το ίδιο θα γινόταν κι αν πιάναμε τις ψυχεδελικές μπάντες των 60ς. Παράδειγμα η διασκευή του «In the past» των We the people (;) στο «Inner Mystique» των Chocolate Watchband – ίσως σ’ ένα άλλο αφιέρωμα αυτά. Αφήστε δε τα προσωπικά classics του καθενός μας – π.χ. το δικό μου κουμπί που λέγεται «Ring of fire» (Johnny Cash) από ποιόν να το πρωτοδιαλέξω; Από Αnimals ή Country Joe and the Fish; Ακόμα κι από πλανόδιο αν τ’ ακούω, «φεύγω».

Κι απ’ τους τελευταίους των Μοϊκανών; Αφού έχουμε το άλλοθι της υποκειμενικότητας ας μνημονεύσουμε τις «συγκινητικές» διασκευές έκαναν οι πολυαγαπημένοι μας Triffids. Ποιος αντιστέκεται στο «Can’t help falling in love» (Creatore/Peretti/Weiss) έστω κι αν το βρίσκει στα rarities τους; Ή στην απρόσμενη του «Rent» των … Pet Shop Boys, ξεπερνώντας το πρωτότυπο;

Άφησα για το τέλος τα δυο κορυφαία κατ’ εμέ διασκευάσματα. Το ένα το βρήκα στο «Catfish Eyes and Tales» (1988) των ασύλληπτων Γάλλων ψυχεδελιστών Vietnam Veterans. Ήταν μια ατέλειωτη στα λεπτά μαγική ψυχεδελοποίηση του φολκ «The Days of Pearly Spencer» του David McWilliams, πλημμυρισμένη φαζ, όργανα, εφφέ, παραισθησιογόνα. Το άλλο, γνωστό τοις πάσι, μετέτρεπε σκωπτικά και υμνητικά ένα δακρύβρεχτο χιτ σε ροκ εντ ρολλ λάβαρο. Και ξέρω πολλούς που το έκαναν μανιφέστο στη σύντομη αλλά συναρπαστική ζωή τους, όπως κι ο ίδιος ο αυτουργός Sid Vicious και το «My way» του. Άλλωστε ταιριάζει και για επίλογο εδώ, καθώς όλοι οι παραπάνω κλέφτες did it their way.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ, ως μέρος ευρύτερου αφιερώματος του mic. gr στις διασκευές. Στις φωτ.: N. Cave, M. Harvey, V. Veterans.

16
Φεβ.
09

Καρδιοθραύστριες, αντέχουμε ακόμα! (Το σάουντρακ της ερωτικής απογοήτευσης)

Στα ομαδικά αφιερώματα του mic.gr, αφιερώματα όπου συγκροτούνται Ιδανικές Λίστες για Οριακές Καταστάσεις, κάποιος σκέφτηκε να τιμωρήσουμε κάτι ψεύτες εορτάζοντες «αγίους του έρωτα» με το σάουντρακ της χυλόπιτας. Το Πανδοχείο είναι πάντα ανοικτό στους απανταχού ερωτολαβωμένους, όποια ώρα της νυκτός κι αν καταφτάσουν.

Όμως…χυλόπιτα; δεν γνωρίζω τι είναι αυτό. Δεν μου έχουν ποτέ αποκρούσει την προσφορά των ψυχοσυναισθηματικοσαρκικών μου υπηρεσιών. Καμία γυναίκα δεν αρνήθηκε την γλυκύτητα που κρύβω στα βάθη μου, καμία δεν ενοχλήθηκε από την ασχήμια μου, την ηλικία μου, την κοιλίτσα μου ή τις ιδιοτροπίες μου. Απεναντίας, όλες μου έλεγαν πως αυτά ακριβώς έψαχναν στη ζωή τους. Έχω όμως ένα παρεμφερές πρόβλημα: φεύγουν από κοντά μου πάρα πολύ γρήγορα. Με έχουν χωρίσει και μετά από μισό λεπτό «σχέσης». Συγχωρήστε μου λοιπόν την αλλαγή του θέματος, έτσι κι αλλιώς με τόσους άλλους εδώ δίπλα δεν θα γίνει αντιληπτό … [σύστημα που μου έκαναν πρόσφατα σε γυμνασιακή τάξη]. Εφόσον η χυλόπιτα δεν είναι παρά ένας χωρισμός μιας θα-μπορούσε-να-γίνει-σχέση, ιδού ένα σχέδιο έτοιμων τραγουδιών χωρισμού και συντριβής, που μπαίνει σε εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις – τα έχω μάλιστα μπροστά μπροστά στο ράφι, όταν ανεβαίνω πάνω του.

Σε κάθε περίπτωση, φροντίζω να μετατρέπομαι σε ήρωα ενός διηγήματος που δεν γράφτηκε ή ενός τραγουδιού που περιμένει τον ενσαρκωτή του. Ονειρεύομαι π.χ. πως από εμένα εμπνεύστηκαν οι Steve Nieve και Elvis Costello το απόλυτο άσμα θεαματικού χωρισμού, το σπαραξικάρδιο Passionate fight, που ανέλαβε να διεκπεραιώσει όχι χωρίς συνέπειες η κυρία Ute Lemper. Πως η τελευταία μου παθιασμένη πάλη με την ηρωίδα έγινε κάτω από μια λάμπα σαράντα βατ που τρυπούσε το σκοτάδι, πως στην τελευταία μας συνάντηση κομμάτια έπεφταν από παντού κι εμείς πάνω στα απομεινάρια γελούσαμε και σπαράζαμε, της έλεγα Tell me my dear, are you more or less mine? κι εκείνη απαντούσε σαν την Σόφι του Στάιρον now this isn’t love it’s what you do in spite of it.

Άμεσες παρενέργειες Ι: Μελαγχολία
The Chills – Doledrums: Stay in bed much to late / Scanning situations vacant / The face in the mirror gets withered and old / My skin is grey, I can’t go on, I’m always cold

Σε σχέση με τις ασήκωτες λέξεις της κατάθλιψης και της απελπισίας, πιο τρυφερή και κουδουνιστή ακούγεται η ντόλντραμς. Ο Martin Phillips που μας την γνώρισε είχε όλους τους λόγους να ντολντραμίζεται, χάνοντας τον έναν μετά τον άλλον φίλους κι αγαπημένους – ε δεν θα έζησε κι αυτός τις ερωτικές του πίκρες; Τόσο ανεβαστικός ρυθμός, τόσο καταβυθιστική διάθεση.

Counting down lonely hours / Drinking lots and taking showers/ I no longer dream about the rest of my years / I check the little box, does anyone care.

Ιστορία 2η: Χωρισμός – έπος
Κανένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου δεν μπορούσε να τον προστατέψει από το φως που τρυπούσε τα βλέφαρά του, από τις κραυγές των γλάρων που τρέφονταν από τα ψάρια και μαστίγωναν τον κόλπο μέχρι να κοκκινίσει, πετώντας σε κύκλους. Εκείνος κολύμπησε ως την άκρη του βράχου, γεμάτος χαρακιές στο δέρμα, αλατόνερο στα μάτια και τα χέρια του, αλλά δεν ένιωθε τίποτα· κανείς δεν υπήρχε να τον αγκαλιάσει, να τον φωνάξει με το όνομά του, να τον ντύσει, να του πει «ησύχασε αγόρι μου, δεν χρειάζεται να τελειώσει έτσι». Θυμόταν μετά την ανακοίνωση του χωρισμού τους, την νύχτα που πέρασε σ’ ένα παραθαλάσσιο μοτέλ, με μια άγνωστη ξαπλωμένη δίπλα του και την βροχή να χτυπά δυνατά πάνω από, καθώς εκείνη τον ρωτούσε «τι συμβαίνει αγάπη; πίνεις για να θρηνήσεις ή για να ξεχάσεις;». Κι εκείνος φώναξε στα θαλασσοπούλια «μπορείτε να με πάρετε τώρα, δεν φοβάμαι να πεθάνω», αλλά εκείνα έκαναν πως δεν τον άκουσαν, μόνο τον κοιτούσαν με τα φωτεινά μεγάλα τους μάτια, γιατί θα μπορούσαν να βγάλουν τα μάτια από κάθε ετοιμοθάνατο πλάσμα αλλά δεν θα άγγιζαν ποτέ την μοναχική φιγούρα που κειτόταν στην παραλία… [The Triffids – Seabirds]

Άμεσες παρενέργειες ΙΙ: Μελόδραμα
Δυο από τους κλαφτικότερους τραγουδιστάδες των 90ς και των70ς σμπαράλιασαν ισάριθμα κλισέ της ερωτικής σχέσης: την ψευδαίσθηση πως δεν θα τελειώσει ποτέ και την συλλογή διαφόρων βλακωδών αντικειμενιδίων: Ηappy Endings και From souvenirs to souvenirs από Pulp και Demis Roussos αντίστοιχα – το δεύτερο με τον στίχο – μαχαίρι (κουζίνας) There’ll never be another you.

Άμεσες παρενέργειες ΙΙΙ: Ποίηση
Ann Clarke – If I could: Αν τα τραγούδια μπορούσαν να αποφασίσουν από μόνα τους τι θα διάλεγαν; Να συνδεθούν άπαξ δια παντός με κάτι οριακό (όπως π.χ. με ορισμένες δύσκολες, πολύ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες στιγμές) και να το θυμίζουν δια της σιωπής τους ή να παίζουν στα γήπεδα της καθημερινής ρουτίνας; Ακούω το If I could δυο με τρεις φορές το χρόνο – όσο δηλαδή αντέχω την ψιλοβελονιά που κάνει το βιολί του στο μνημονικό του οργανισμού μου.

Ιστορία 3η: Χωρισμός αυτοανάφλεξης

Δεκαπέντε όροφοι ψηλά, οι μαύρες κουρτίνες τραβηγμένες, κι ο ήλιος ένα κωλόπαιδο που φτύνει και μετά φεύγει. Η τηλεόραση μουρμουρίζει, ένας σωρός γράμματα σκορπισμένα στο χαλί, απομεινάρια και λογαριασμοί που μυρίζουν γάτα. Τρεις πεινασμένες γάτες που κυνηγούν η μια την σκιά της άλλης, κάποτε χυμούν πάνω του καταμεσίς της νύχτας, τον γδέρνουν, τον δαγκώνουν, μα αυτός έχασε κάθε θέληση να πολεμήσει, κάθε θέληση να κινηθεί. Πέρασε ένας μήνας, θα περάσει κι άλλος, μέχρι το σπάσιμο της πόρτας, θα τον πάρουν μακριά, θα τον γδύσουν να τον καθαρίσουν και θα τον κλειδώσουν σ’ ένα κουτί κάπου δεκαπέντε πατώματα ψηλά… [Legendary Pink Dots – The more it changes]

Κασέτα: Υπεράνω (υπό τους ήχους άψογης jazz soul): Lou Rawls – You’ll Never Find Another Love Like Mine / Αξιοπρεπής στάση: Apoptygma Berzerk – Suffer in silence. / Βοήθεια από την πλησίον: Mesh – Can You Mend Hearts? / Το σάουντρακ του καρδιοσπασίματος: Electric light orchestra – Αnother heart breaks, Spiritualized – Broken Heart / Απότομη μεταβολή βαρομετρικού: Husker Du – Pink Turns To Blue / Αποχώρηση από τον τόπο του εγκλήματος: Black Heart Procession – Sympathy crime / Υποκριτική αδιαφορία: Εν Πλω – Φεύγεις; Δεν σ’ αρέσανε… και φεύγεις; / λες και το βράδυ δεν θα μπορώ να κοιμηθώ…
Σεκανς: Engelbert Humperdinck – Man without love: Θυμάμαι μια σκηνή που είδα σ’ ένα φεβρουαριάτικο αφιέρωμα στο σύγχρονο αγγλικό σινεμά το 2000 – δεν έχω πρόχειρα τα κιτάπια της εποχής για να βρω τα στοιχεία (επιφυλάσσομαι). Ένας εντελώς καθημερινός, ατσούμπαλος κι απαρατήρητος άντρας κάθεται μοναχούλης στην συνοικιακή καφετέρια της άθλιας κωμόπολής του. Στα ηχεία ακούγεται το μελοτραγουδιστό δίστιχο Everyday I wake up/then I start to break up/lonely is a man without love. Ο φίλος μας κοιτάζει λυπημένος το τραπέζι, φεύγει προτού τελειώσει την μπύρα του. Στο τέλος του έργου μείναμε καρφωμένοι όρθιοι ελπίζοντας να βρούμε τον αυτουργό στα credits. Μα φυσικά, πώς και δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα; Ο μέγας κρουνοποιός – Σινάτρες, και Σία τρώνε τη σκόνη του – Ενγκ…ουφ…γλωσσοδέτης.  Θυμάσαι Γ.Π.;

Τίτλοι τέλους
John Cale – Ι keep a close watch: Το ότι αρκούν μια δεκαπεντάδα τραγούδια του συγκεκριμένου ανθρώπου να εκφράσουν όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή σημαίνει ότι δεν ήταν και τόσο πλούσια; Σε εσάς εδώ μέσα μιλάω, για κάθε αφιέρωμά που θα μας ορίζετε, έχω έναν σημαδευτικό Cale. Ετούτο το σπαρακτικό κομμάτι βρίσκεται ταυτόχρονα σε τρία σημεία: σε διαφορετική εκτέλεση εντός δυο αντιδιαμετρικά αντίθετων δίσκων (όπως άλλωστε δήλωναν οι τίτλοι τους: Ελένη της Τροίας ο ένας, Μουσική για μια Νέα Κοινωνία ο άλλος) και βαθιά μέσα μου.

I still hear your voice at night / When I turn out the light / And try to settle down / But there’s nothing I can do / as I can’t live without you

Κατά τα άλλα, εξακολουθώ να επιμένω πως η επιτομή της μοντέρνας ερμηνείας της ερωτικής θλίψης βρίσκεται στο Reports from the heart, εκείνου του μικροσκοπικού αλλόκοτου νέου με τα σχιστά μάτια, που έγραψε τους στίχους κάποιου In a manner of speaking – Winston Tong.

Στις φωτογραφίες: Bertrand Eberhard, Ute L., Segel, Anne C., Spiritualized, John C., Winston T. (δεν είναι όμως λύση αυτή, Winston).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

22
Ιολ.
08

Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο

Ευτυχώς ο ανεξάντλητος ποιητής και στιχοποιός Ευγένιος Αρανίτσης με την φερώνυμη ποιητική του συλλογή με απάλλαξε από τον κόπο να ψάξω τίτλο για το κείμενο. Εύγε νιε. Άλλωστε δεν μπορώ να κρύψω πως έχω σε ειδικό φάκελο θησαυρίσματα για αυστηρά εποχιακή χρήση.

Φαίνεται πως η κίτρινη εποχή προκαλεί δονήσεις ανά τις άκρες της γης, από την Αυστραλία έως τη Σουηδία. Φαίνεται επίσης πως διαλέγει να εκφραστεί μέσα στους καλύτερους δίσκους που έβγαλαν ποτέ δύο από τα πλέον αξιοσέβαστα σχήματα των παραπάνω τόπων. Δύο κορυφαία κομμάτια για το καλοκαίρι είναι τα Hell Of A Summer (Τriffids) και Pretty Days In The Summer Time (Watermelon Men), από τους καλύτερους δίσκους τους Treeless Plain και Past, Present and Future, που θα φυτέψουν καλοκαιρίες στην καρδιά σας.

Φαίνεται επίσης πως το καλοκαίρι εμπνέει για ιδανικούς ποπ ύμνους, αν κρίνουμε από τα Sun Sea Sand (Revolving Paint Dream) και The Summer You Love (St. Christopher). Το πρώτο το γνωρίσαμε από το ψυχεδελικό ποπ ντεμπούτο τους Off to heaven, στα καλά χρόνια της Creation. Μέσα στη δίλεπτή του διάρκεια η φωνή της Christine Wanless σε βουτούσε σε πελάγη ηλιόκαυστης μελαγχολίας. Δεν είναι πλέον δυσεύρετο, κυκλοφόρησε remastered μαζί με τα υπόλοιπά τους το 2006 στη συλλογή Flowers in the sky. Το δεύτερο, όπως και πολλά άλλα σιροπιαστά τους, δεν περιλαμβάνονταν σε δίσκο, αλλά στην πίσω πλευρά ενός σίνγκλ (εδώ του You Deserve More Than A Maybe) Καμπανιστές κιθάρες και ευάερα πιατίνια για ένα ακόμα καλοκαίρι που περίμεναν να είναι το καλύτερο (και προφανώς την πάτησαν, όπως κι εμείς κάθε φορά…).

Αισθήσεις όπως εκείνη της περιπλάνησης ή του αργού ψησίματος στο ηλιακό καμίνι εκφράζονται τέλεια και παύλα με τις σπονδές των ευγενών αυστραλών ψυχεδελιστών Moffs και του υποχθόνιου Mick Harvey στα Another Day In The Sun (με δροσερό απογευματινό του αντίστοιχο το By The Breeze) και The Sun Directly Overhead αντίστοιχα. Φυσικά ορισμένα στιγμιότυπα δεν έχουν θέση στην τριάδα των περισσευούμενων εποχών. Έχει μάλιστα φτάσει η στιγμή που οι αισθήσεις της άμμου στο παπούτσι και του χαζέματος παντός πλεούμενου απέκτησαν μουσική έκφραση που από μόνη της μεταδίδει ραστώνη: Sightseeing Boat (Isolation Years), Sand In Your Shoe (Αspera).

Όμως το θέρος προκαλεί και τέλειες αυταπάτες και προσμονές, αν κρίνουμε από τα ηδυπαθή Let’s Pretend It’s Summer (Brian Jonestown Massacre) και Indian Summer (James Taylor Quartet). Τα προτείνουμε όχι λόγω των ψευδαισθησιακών τίτλων αλλά και λόγω της πλαστής αναβίωσης ευγενών ειδών, όπως η ψυχεδέλεια και η acid jazz. Άψογα εις το ψευδο-είδος τους! Να προσθέσουμε την αναζήτηση του πολυτιμότερου καλοκαιρινού φίλου (του σερβιτόρου) για τον οποίον επιτέλους γράφεται ικανό κομμάτι (The black heart procession – The waiter 5), τις περίεργες ωκεάνιες μνήμες που αισθανόμαστε στα απανταχού καταστρώματα (Jack or Jive – Memory of the ocean) και ένα που περίσσεψε αλλά είναι από τα αγαπημένα μου: Τhe soundtrack of our lives – Lone summer dream. Για τίτλους τέλους έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ μιας ροκ εντ ρολλ υποτιθέμενης άνεσης (Leather Nun – Summer’s So Short) ή μιας δακρύβρεχτης ποπ θλίψης (Hit Parade – Now The Holiday’s Over). Now the holiday’s over, I’m shaking sand from my shoes and my bag, now it’s over… Πάντως την μεγαλύτερη ποσότητα αλατιού βρίσκουμε στους δύο δίσκους των τριών/τεσσάρων κοριτσιών της Cherry Red, των Marine Girls (Beach Party και Lazy Ways), που κυκλοφόρησαν μαζί: κατά βάση με ακουστικές κιθάρες και αυτοσχέδια κρουστά, θαρρείς φτιάχτηκαν πάνω στην άμμο και δίπλα σε σκηνές.

Η λογοτεχνική ανίχνευση του θέρους είναι ακόμα δυσκολότερη, εφόσον αναρίθμητα μυθιστορήματα έχουν εντός τους καλοκαιρινές σελίδες. Όμως η χρήση αντίστοιχου λεξιλογίου στον τίτλο δείχνει ή κρύβει αρκετά περισσότερα: Αδιάβαστα εξακολουθώ να έχω τα Μετά από πολλά καλοκαίρια του Άλντους Χάξλευ, Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι της Ντόρις Λέσσινγκ και το μυθικό πλέον Δέκα και μισή βράδυ καλοκαίρι της Μαργκερίτ Ντιράς. Από την Καλοκαιρινή γραφή του Τρούμαν Καπότε και το Καλοκαιρινό ειδύλλιο της Πατρίσια Χάισμιθ, αμφότερα βουτημένα σε μελαγχολίες και σαρκασμούς, προτιμώ τις εκδοχές από δύο συγγραφείς που ύμνησαν σε πολλές σελίδες όλα όσα φέρνει και παίρνει το αγενές τούτο τρίμηνο: Ένα επικίνδυνο καλοκαίρι του Έρνεστ Χέμινγουεη και ένα Ωραίο Καλοκαίρι του Τσέζαρε Παβέζε. Μην σας παρασύρουν τα επίθετά τους, είναι σχετικά.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=13745

21
Απρ.
08

Μικρό κουτί μεγάλων εβδομάδων

Ό,τι κυνηγάς ανοίγει δρόμο σκοτεινό / σε τραβάει και σε κλείνει σε ψηλό γκρεμό.

Από κάποια παράδοξη συνήθεια συνδυάζω εδώ και χρόνια το Πάσχα (και ειδικότερα ένα ικανό χρονικό διάστημα πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα και μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή) με μια προσωπική πλοήγηση προς μια διαφορετική, εσωτερικότερη ζωή. Όχι από καμία αίσθηση θρησκευτικότητας, ούτε από τη γνωστή απεγνωσμένη προσπάθεια να βιώσουμε σώνει και καλά κατανύξεις, μετάνοιες και κοινές συμμετοχές στα «Θεία Πάθη». Απλώς αντιμετωπίζω εν στρατιά φαντάσματα και φαντασμαγορίες του παρελθόντος με τα οποία δεν έχω ξεμπερδέψει κι ούτε πρόκειται. Τα οδυνηρά πρώτα μου θυμίζουν όλα εκείνα που κυνήγησα και δεν κατάφερα, οι ελπιδοφόρες δεύτερες… λειτουργούν και πάλι σαν σειρήνες. Πιστός σε αυτές τις προσωπικές τελετουργίες, διατηρώ ένα κουτί μουσικής και βιβλίων που ακούω και διαβάζω μόνο τέτοιες ημέρες. Κυριολεκτώ. Οι δίσκοι δεν ξανακούγονται τον υπόλοιπο χρόνο, τα μυθιστορήματα μένουν στη μέση μέχρι την επόμενη χρονιά, μόνο τα διηγήματα ξαναδιαβάζονται (και ποτέ δεν είναι τα ίδια). Σας το ανοίγω:

ΔΙΣΚΟΙ
Βόρειοι βαλκανικοί γείτονές μας από μια χώρα που κάποτε λεγόταν Γιουγκοσλαβία, οι Αnastasia (Anastacuja) αποτελούν την ιδανικότερη μουσική για το κλίμα που επιθυμώ. Έχουν βγάλει τρεις συναρπαστικούς μεγάλους δίσκους και τέσσερις μικρότερους (Na Rekah Vavilonskih, Ikona/Mansarda, Face/Burn) κι έκτοτε έχασα τα ίχνη τους. Δεν έχω ξαναβρεί παρόμοιο χωνευτήρι βυζαντινών, βαλκανικών, τελετουργικών, dark και ροκ στοιχείων και στοιχειών. Σα να παρακολουθείς τα πάθη της φύσης, σα να βλέπεις βυζαντινές τοιχογραφίες σε κίνηση. Το Melourgia (1997) δίνει το βάρος στην παραδοσιακή πλευρά, τo Nocturnal (1998 ) στην ηλεκτρονική και το κορυφαίο όλων Before the rain (1994), σάουντρακ της ομώνυμης ταινίας του Milcho Manchevski, ενώνει τα παραπάνω σε μια κορυφαία επιτομή. Άσματα έμμονα τα Time never dies, Coming home Pt. 1 και Pt. 2, Pass Over, Death of Alexander – ηχητικές εκφράσεις του Αέναου Χρόνου, της Επιστροφής στο σπίτι, του Περάσματος και του Θανάτου αντίστοιχα.

Μερικά χρόνια νωρίτερα (1986) οι Paul Lemos and Joe Pappa, ένας μετασχηματισμός των Controlled Bleeding, είχαν κυκλοφορήσει το 12΄΄ Music for the stolen icon στη σειρά Myths της Sub Rosa Records, όπου για πρώτη φορά ορθόδοξες ψαλμωδίες μιξάρονταν με βιομηχανικούς πειραματισμούς. Ένα δεύτερο μέρος (Music for stolen icon ΙΙ) βγήκε το 1993. Απόκοσμο και συγχρόνως «μητροπολιτικό» άκουσμα αποτελεί το Jesus’ blood never failed me yet του Gavin Bryars (Point Records). O ανήσυχος αυτός μουσικός, που έπαιζε ηλεκτρονικά ένα μπουκέτο σαρακοστές νωρίτερα από τους σημερινούς «πρωτοπόρους» συνδυάζοντάς τα με συμφωνικά όργανα, δημιούργησε τούτο το έργο ύστερα μια πασχαλινή έμπνευση της στιγμής. Η φράση του τίτλου ακουγόταν μονότονα έξω από μια εκκλησία από έναν ζητιάνο τον οποίο και ηχογράφησε, βάζοντας σταδιακά πάνω της όργανα, ορχήστρες, λούπες και τη φωνή του Tom Waits.

O αδικοχαμένος Δημήτρης Λάγιος έντυσε μερικούς από τους ωραιότερους ψαλμούς του Δαβίδ με την αλλόκοτη επτανησιακή μουσική του, τραγουδισμένους από την Σαββίνα Γιαννάτου, τον Δώρο Δημοσθένους, το φωνητικό σύνολο «Διάσταση» Κύπρου και άλλους, γεμάτη μαντολίνα, υπέροχα οργανικά μέρη, ενώ το ίδιο το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» ακούγεται σαν μυρωμένη καντάδα (Ίνα Τι).

Πίσω στις πηγές, στη βυζαντινή μελουργία που άλλους ευφραίνει κι άλλους αποδιώχνει, οι κυκλοφορίες είναι πολλές. Προσωπικά το είδος πάντα με γοητεύει από μουσική άποψη κι επιλέγω πάντα από την σειρά των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης με τίτλο Η Μεγάλη Εβδομάς, όπου ψάλλει Χορός Βατοπαιδινών Πατέρων. Εδώ περιλαμβάνονται όλες οι γνωστές συνθέσεις των μεγάλων μελοποιών που αναφέρονται στα Άγια Πάθη, ένας για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδος και ψέλλονται κατά το παλαιό αγιορείτικο τυπικό (με αντιφωνήσεις, απηχήματα κλπ.). Το ίδιο τυπικό αφορά και τον υπολογισμό των ημερών (οι οποίες αρχίζουν από τη δύση του ηλίου της προηγούμενης), συνεπώς αν ενδιαφερθείτε να ακούσετε τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής πρέπει να πάρετε τον δίσκο του Μεγάλου Σαββάτου, στον όρθρο του οποίου και ανήκουν.

Από το κουτί συνεχίζω να βγάζω: πρώτα την αγαστή συνεργασία τριών ετερόκλητων εκλεκτών, της ρεμπέτισσας Μαριώς, του φωνωδού των Χαΐνηδων Δημήτρη Αποστολάκη και του πρωτοψάλτη και καθηγητή βυζαντινής μουσικής Μανώλη Δαμαρλάκη, το Κύματι Θαλάσσης. Από το Πάθος στην Ανάσταση. Ανεβαίνω ξανά προς το Όρος με την αέρινη/εαρινή φωνή του Χρίστου Τσιαμούλη (Άθως ο εμός) και στην ευρύτερη επικράτεια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών οργάνων του αεικίνητου Χριστόδουλου Χάλαρη (Μελωδοί του Πάθους, Πάθη απόκρυφα).

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«They say that God is in the detail lying and I’m sure that’s true…»

Σε δύο τραγούδια κάνω εξαίρεση: αδύνατον να περιορίσω αποκλειστικά σε σαρακοστιανή ακρόαση την κορυφαία συνθετική στιγμή του αισθαντικότερου φολκ ρόκερ των τελευταίων χρόνων, κυρίου Jackie Leven, το The Sexual Loneliness of Jesus Chirst. «Suddenly I realise I’m living a lie my father planned for me/with the sun beating on my back, I see I am a lonely man of Galilea…». Ξεφεύγοντας από το ίδιο του το στυλ, λαχανιάζει τα λόγια που σκορπίζω εδώ πιο πάνω και πιο κάτω, διανθισμένα με όργανα που χρησιμοποιεί για πρώτη και τελευταία φορά. «All kinds of power circle me, I raise my hand and the world goes boom/but I see no me in women’s eyes and I suffer like a child in an empty room«. Το άλλο είναι μια ανάλογη στιγμή του George Harrison που ποτέ δεν αρνήθηκε τις θεολογικές του αναζητήσεις ή αμφιβολίες (My lord, Devil’s Radio). Στο Awaiting for us all τελειώνει με το θέμα: δε χρειάζεσαι ναούς, δε χρειάζεσαι εκκλησίες για να λατρεύεις ένα θεό, ούτε και γραφές για να δεις πόσο χαμηλά έχεις πέσει. Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται μέχρι το τέλος, με τη διαφορά ότι στο τελευταίο ρεφρέν προστίθεται μια φράση: ο Πάπας έχει το 51% της General Motors…

Συμπληρώνω με σκόρπια κομμάτια που διαλέγονται και συνδιαλέγονται με θεότητες και φύσεις, όπως κάποια θεατρικά του Νίκου Ξυδάκη, ειδικά από το Βουή του Πάθους (χοροθέατρο της Σοφίας Σπυράτου, από το οποίο και οι στίχοι στην αρχή), ο «Παντοκράτορας» του ιδίου, το φωνητικό δόσιμο του Rufus Wainwright στο Angus Dei, το γνώριμο πια κινηματογραφικό θέμα του Jesus from Nazareth του Maurice Jarre αλλά κι ένα άλλο ξεχασμένο σάουντρακ του Preisner, A play in the fields of lord, όπου στα χωράφια των Θεών ακούγονται και τελετουργικά κομμάτια ιθαγενών του Αμαζονίου.

ΒΙΒΛΙΑ
Για τους ίδιους λόγους ψάχνω στα βιβλία απέραντες ερήμους, απομονωμένες σπηλιές και στύλους ερημιτών, μοτίβα με πάλεις συνειδήσεων, γενναίες ή φοβισμένες ασκητείες, χαμένες ή «κερδισμένες» ζωές. Ένα από τα πιο όμορφα αφηγήματα του είδους είναι ένα μικρό βιβλίο που έβγαλε παλαιότερα ο Απόστολος Δοξιάδης, το Βίος παράλληλος. Κάθε φορά που διαβάζω την ιστορία της μοιχαλίδας Υακίνθης και του λυπημένου Μελάνιππου, που ανα-γίνεται ασκητής Αλύπιος την διαβάζω διαφορετικά. Ιδανικό ανάγνωσμα υπάρχει και για τις ιδιάζουσες σχέσεις αγίων, αγιοποιημένων, θαυματοποιών και τσαρλατάνων: η Αγιογραφία του Νίκου Παναγιωτόπουλου με ιδανικό σκηνικό τον ούτως ή άλλως ιδιαίτερο τόπο της Αρκαδίας.

Αλλά η μέγιστή μου συμπάθεια στο είδος «χορταστικό, σαρκαστικό και γεμάτο πλοκή μυθιστόρημα» είναι ο Gore Vidal και η προσωπική του Τριάδα: ο Ιουλιανός (με τις απολαυστικές, γεμάτες ειρωνία συζητήσεις των αφηγητών τόσο για την χριστιανική όσο και για τις προγενέστερες θρησκείες), η Δημιουργία (με την αντίστοιχη καταβύθιση στις Περσικές θρησκείες και στον πρόγονο του Ιησού Ζωροάστρη) και το διαδικτυακό, μεταμοντέρνο Σε ζωντανή μετάδοση από τον Γολγοθά που, με αφορμή ένα έξυπνο εύρημα, καγχάζει για τη σημερινή εικόνα των θρησκειών και τις τηλεοπτικές και άλλες επανα-γραφές τους.

Εξίσου μεταμοντέρνος και πάντα πιο σύνθετος ο Jose Saramangο, στο πυκνό και ελεγειακό Κατά Ιησού Ευαγγέλιο ανακαλύπτει τη θεότητα στις λεπτομέρειες αλλά και εκείνες ξέχωρα από αυτήν και παρακολουθεί αργά και φιλοσοφημένα τα βήματα ενός ανθρώπου σε ετεροκαθορισμένη τροχιά. Όπως ήταν ευνόητο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντέδρασε κι ο συγγραφέας τής γύρισε την πλάτη, μετακομίζοντας στα απέναντι Κανάρια νησιά. Ένας άλλος «αιρετικός» Αμερικανός (Νorman Mailer) αναπτύσσει την ίδια ιδέα με σαφώς πιο βατή γλώσσα στο Κατά υιόν Ευαγγέλιο. Εδώ ο Ιησούς διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο συγγραφέας δημιουργεί μερικές εικόνες που μας στέλνουν στα παιδικά αναγνώσματα αλλά με τη δική του ελαφρά παραμορφωτική κρούστα.

Κορυφαίο ανάγνωσμα στον τομέα της επιστημονικής (πλην ιδιαίτερα προσιτής και ευανάγνωστης) μελέτης είναι το εύχρηστο τομάκι του Δημήτρη Ι. Κυρτάτα, Απόκρυφες Ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών. Από τη μία ανακαλύπτεις τις ανθρώπινες πτυχές όλων των προσώπων της χριστιανικής μυθολογίας που γνωρίσαμε και παραγνωρίσαμε μικροί, από την άλλη έρχεσαι αντιμέτωπος με τις αμέτρητες αντιφάσεις, παρερμηνείες και αδυναμίες των ελάχιστων πηγών της εποχής. Ένα πλήρες επιστημονικό εγχειρίδιο, χωρίς κουραστικές υποσημειώσεις αλλά με τις απαραίτητες βιβλιογραφικές ενδείξεις.

Από την ταξιδιωτική λογοτεχνία δεν με συγκινούν οι γνωστές περιηγήσεις στους Αγίους Τόπους. Ειδικά η εικόνα των συνωστιζώμενων τουριστών, στρατιωτών, ρασοφόρων, κουτσών στραβών στον άγιο Παντελεήμονα έξω από τον Πανάγιο Τάφο μου προκαλεί απέχθεια. Αντίθετα το Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου του William Darlymple έχει πολύ περισσότερο ψωμί και ύδωρ απ’ ότι φαίνεται. Ο W.D. ακολουθεί από την Μέση Ανατολή ως την Άνω Αίγυπτο τα ίχνη ενός ιδιόρρυθμου μοναχού που έβαλε σκοπό να γράψει ένα «Λειμωνάριο» γεμάτο με τη σοφία των μοναχών της ερήμου. Μανιακός ιχνηλάτης, ο συγγραφέας μας έχει ήδη δώσει το εξίσου προτεινόμενο Στα βήματα του Μάρκο Πόλο. Από τον Πανάγιο Τάφο στο Παλάτι του Κουμπλάι Χαν (Ιn Xanadu. A quest) με πυρήνα την πορεία του Μάρκο Πόλο που μεταφέρει το Άγιο Μύρο στις άκρες της Ανατολής. Και τα δύο αυτά γραπτά σε κάνουν να ζηλεύεις τον ταξιδευτή καταγραφέα τους, κυρίως όμως βάζουν σε άπειρες σκέψεις σχετικά με τις θρησκείες που βλάστησαν και κορυφώθηκαν σε εκείνα τα μέρη, αλλά και στις καταστροφές που επέφεραν και ακόμα προξενούν. Διάβασα και τα δύο σε δόσεις, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων εορτών.

Σε μια φροντισμένη άκρη του κουτιού φυλάω διηγήματα και μικρά κομμάτια. Ο (κυρ) «συναξάριστής της μνήμης και νοσταλγός του μέλλοντος» Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αποτελεί αναγνωστική εμπειρία από μόνος του και είναι ο ιδανικότερος για να σε βουτήξει σε πνευματική απόλαυση και βάσανα μαζί. Συνήθως ξεκινάω από το Προς Εκκλησιασμόν (πρόσφατα σε νέα καλαίσθητη έκδοση από την Ίνδικτο), διανθίζω από σκόρπια διηγήματά του (όπως το «Απ’ αφορμή το Πάσχα» από τη συλλογή Συνοδεία) και κάνω πάντα ένα πέρασμα από κάποιο από τα αφιερώματα που τον αφορούν (όπως το χορταστικό 18ο τεύχος της Ινδίκτου (αυτή τη φορά του περιοδικού) και παλαιότερα Το Παραμιλητό), καθώς ακόμα και οι ιστορίες που διηγούνται γι αυτόν ποιούν από μόνες τους λογοτεχνία.

Κατόπιν ξαναδιαβάζω το «Η ψίχα της μεταλαβιάς» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (από την ομώνυμη συλλογή) για έναν «καμένο» άντρα που ανακαλύπτει μια κορώνα από κερήθρα μέσα σε μια κυψέλη του πρωί της Μεγάλης Πέμπτης και το «Πάσχα τ’ Απρίλη» του Σωτήρη Δημητρίου (από τη συλλογή Η φλέβα του λαιμού), με την υπέροχη στιγμή όπου ο αφηγητής, κατά τις πασχαλινές επισκέψεις πέρα από το παραπέτασμα, ακούει τον παραμικρό ήχο του χωριού χάρη στη θέση του σπιτιού του. Περνάω στον ταξιδιώτη Αναστάση Βιστωνίτη για «Τα ράκη του θανάτου» (από τα Φάσματα Φθοράς) και ξαναδιαβάζω την σκηνή της περιφοράς του Επιταφίου σε αμερικάνικη μεγαλούπολη, όπου Πορτορικανοί κι έτεροι αλλοεθνείς πλησιάζουν διστακτικά την πομπή ρωτώντας τους πιστούς για ποιο … λόγο διαδηλώνουν και ποια είναι τα αιτήματά τους και στον νεαρότερο όλων Χρήστο Αστερίου. «Η νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής» (από την συλλογή Το γυμνό της σώμα και άλλες παράξενες ιστορίες) περιλαμβάνει την σκοτεινότερη σκηνή της συλλογής μου: έναν κατεστραμμένο επιτάφιο στη μέση ενός έρημου δρόμου…

Τελευταία στάση στον πλέον αγαπητό όλων Γιώργο Ιωάννου, και στην δική του επιταφιακή περιφορά στα πέριξ της Ομόνοιας («Επιτάφιος Θρήνος», από την ομώνυμη συλλογή) και στην Θεοφανώ Καλογιάννη που δημοσιεύει σπάνια τις μαγικές της παραμυθίες, αλλά δεν γκρινιάζουμε, εφόσον η δεύτερη (και πολυαναμενόμενη τότε) σπορά της  ήταν γεμάτη Ιστορίες από τις Γραφές. Διαβάστε από εδώ τα «Ο Αϊ Γιώργης κι ο δράκος» και «Ο τρούλος», και θα τα βλέπετε εις το εξής τα θέματά τους με άλλα μάτια.

Το κουτί παραμένει ανοιχτό μέχρι την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία, αν και εορτάζων, αποφεύγω οτιδήποτε σχετίζεται με φαγοπότια, συγγενολόγια, χοροδράματα και «γλέντια». Συνήθως νοιώθω (ξαφνικά; ) κενός, περιπλανιέμαι εκεί που δεν είναι κανείς, βρίσκω ευκαιρία να βρω επιτέλους άδεια την αυλή ενός αρχαίου, βυζαντινού ή οθωμανικού ναού (παραδόξως σε τέτοιες στιγμές οι θρησκείες εξομοιώνονται σιωπηλά) στην άκρη του πουθενά και αρχίζω να τακτοποιώ το κουτί για του χρόνου. Για λίγες στιγμές θα το αφήσω ανοιχτό, για να μου το εμπλουτίσετε με τις δικές σας προσωπικές συλλογές.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

13
Φεβ.
08

Original Soundtracks / Κινηματογραφική μουσική

Δεν μιλάνε γι αυτά τα πράγματα!

Επιμένω, όντως δε μιλάνε γι αυτά τα πράγματα! Όχι μόνο επειδή έτσι τιτλοφορείται το όμορφο σάουντρακ μιας ταινίας που δεν είδα ποτέ [De Eso No Se Habla, μουσική Nicola Piovani], αλλά και επειδή η κινηματογραφική μουσική είναι αδύνατο να περιγραφεί. Mπορώ να ανακαλέσω μυριάδες εικόνες που μου φέρνει στο νου (των ταινιών που γράφτηκε για να χαϊδέψει, άλλων που παρείσφρυσαν ακάλεστες στο μνημονικό, προσωπικών σκηνών που δε γύρισε ποτέ κανείς αλλά τις έχουμε δει μυριάδες φορές στον μίνι εγκεφαλική μας οθόνη) αλλά αυτό δεν μπορεί να ενδιαφέρει έναν αναγνώστη εδώ. Μπορεί όμως να τον ενδιαφέρει και μόνο η αναφορά, άρα και εξεύρεση, των τίτλων – και αν πλοηγηθεί σε παράλληλες μ’ εμένα συγκινήσεις τότε αξίζει τον κόπο! Δυστυχώς η συλλογή μου βρίσκεται διασκορπισμένη στους 3 ανέμους. Τα βινυλιακά (κυρίως από το «Φιλοντίσκ» και το παλαιό «Σόλωνος και Μασσαλίας») στο πατρικό, τα ψηφιακά εδώ τριγύρω, οι κασέτες σε ένα πατάρι. Μόνο μου σκονάκι για άλλη μια φορά, η μνήμη μαζί με έναν και μοναδικό φάκελο σε έναν σκληρό δίσκο. Ό, τι γράψω θα ναι μια κι έξω και από μνήμης και δε θέλω να το ξανακοιτάξω, θα έχω αφήσει τα εννιά δέκατα.

Α. Οι δίσκοι
1. ANASTASIA (ANASTACUJA) – Before the rain
2. NYMAN Michael – Wonderland
3. RABEEN Peer – Berlin Alexanderplatz
4. PIOVANI Nicola – O re
5. MORRICONE Ennio- Il prato
6. COSMA Vladimir – L’ homme du Suez
7. UMEBAYASHI Shigeru – 2046
8. SYREWICZ Stanislas- Stalin
9. PIOVANI Nicola – Kaos
10. MORRICONE Ennio – The untouchables
11. RABEEN Peer – Lili Marlen
12. YEONG-WOOK Jo – Old boy
13. PIOVANI Nicola – Il Marchese Del Grillo
14. GOLDSMITH Jerry – Under fire
Αξίζει η γνωριμία με όλα τα έργα των Piovani, Morricone, Rabeen, Νyman. Έχουν ένα μοναδικό και αναγνωρίσιμο στυλ, από τον ευρωπαϊκό εξπρεσιονισμό του μόνιμου συνοδού του R.W. Fassbinder (μουσική σαν του Βerlin Alexanderplatz ή του Lili Marlen, (με τα δύο αξεπέραστα βαλς, δύσκολα ξαναγράφεται), ως τις καρδιοθραυσματικές μελωδίες του Padre Ennio.
Ο Morricone στο «Λιβάδι» των αδελφών Taviani βουτάει όσο ποτέ άλλοτε σε έναν σπαρακτικό λυρισμό. Τον βοηθάει το ίδιο το έργο, το ερωτικό τρίγωνο, η ετοιμοθάνατη γυναίκα, η ομορφιά της φύσης, το ανεκπλήρωτο των πάντων. Θυμάμαι σαν τώρα και ένα μαγικό τραγούδι που τραγουδούσε σχεδόν τελετουργικά μια μεγάλη παρέα εξαντλημένων εξαθλιωμένων, επιστρέφοντας από την εκδρομή στο λιβάδι. Δυστυχώς δεν υπάρχει στο σάουντρακ. Με τους «Αδιάφθορους» του De Palma φτάνει στο άλλο άκρο. Σε βάζει αντικριστά με το θάνατο (Death Theme) και την έξαψη (Al Capone) και με υπέρτατη επικότητα σε κάνει έναν από τους 4 ιδιαίτερους ήρωές του στα ομώνυμα θέματα.
Μόνιμη επένδυση στη δική μου ζωή αποτελεί το έργο του αξιότιμου κυρίου Nicola Piovani, που συνεχίζει με μνημειώδη έμπνευση να ομορφαίνει κάθε ταινία απανταχού της γης, κάθε άγνωστου ή/και ποιοτικού σκηνοθέτη. Προσπαθώ να μαζέψω όλα του τα έργα του και είναι δύσκολο, αν υπολογίσει κανείς και μερικά εξίσου αριστουργηματικά κομμάτια που έγραψε και γράφει για θεατρικές παραστάσεις (όπως το Ι 7 re di Roma του Luigi Magni). Κανείς συνεργάτης εκεί έξω; Με τον Piovani γίνεσαι ένας άλλος «ήρωας». Της καθημερινότητας που μπορεί να είναι από ανελέητη ως παραμυθένια, και ενός ρεαλισμού που μόνο μαγικός δεν είναι. Ή μήπως είναι; Ποιος ξεχνά τον Φεγγαροχτυπημένο και την τελετουργική έξοδο των καταπιεσμένων εργατών στην αυλή του φεουδάρχη (La Jarre: Don Lolo La Jarre: Danse et final) στο αξεπέραστο «Χάος» των Taviani; Ποιος δεν μπαίνει στο άδυτο της Ιστορίας παρέα με τις διεστραμμένες περσόνες του Μαρκησίου Ντελ Γκρίλλο (Mario Monicelli) και των φανφαρόνικων μαρς του;

Από Έλληνες, πανέμορφα μουσικά θέματα (και μάλιστα παραπάνω του ενός) έγραψαν οι Γιώργος Χατζηνάσιος (Γλυκειά Συμμορία, Πρωινή Περίπολος) και Νίκος Κυπουργός (Black Out, Ο Δραπέτης). Ο Κώστας Καπνίσης έγραψε πάνω από 100 σάουντρακς, ορισμένα από τα οποία είχαν εκπληκτικά κομμάτια (Οι γενναίοι του βορρά, Με φόβο και πάθος, Αγάπη και αίμα).

Β. Τα αποσπάσματα
Με πολλούς γνωστούς μουσικογράφους συμβαίνει το παράδοξο πολλές όμορφες στιγμές τους να προέρχονται από ταινίες που δε σου γεμίζουν τα μάτια. Προτιμήστε αποσπάσματα του Wojciech Kilar από το Portrait of a lady, του Μaurice Jarre από το Α Witness, του John Barry από το High Road to China, του Gabriel Yared από το Sylvia, του Ηans Zimmer από το Τhe Last Samurai, του Vladimir Cosma από το Les grandes familles.
Η συνεργασία του Werner Hertzog με τους Popol Vuh έφτασε στο απόγειο με τις φοβερές ψαλμωδίες του Cobra Verde. Ο Pino Donaggio έφτιαξε μερικά δυνατά θέματα για τα θρίλερ που του ανέθεταν, αλλά οι κορυφαίες του στιγμές είναι τα τελειώματα του Don’t look back know (η γνωστή νοσηρή μεταφυσική ιστορία της Βενετίας) και κυρίως τα έξοχα Love affair και The inn από το The berlin affair, ενώ ο John Williams έφτασε μάλλον το αποκορύφωμά του στο βασικό θέμα του Schindler’s List. Εικονικοί ύμνοι τα Persuaders (John Barry, ΤV) και Blade Runner (Vangelis). Σχεδόν έχουμε συνδέσει βιβλικές σκηνές με το Jesus of Nazareth του Maurice Jarre και τα Πάσχα μας είναι άρρηκτα δεμένα με το έτερο κλασικό Theme of exodus του Ernest Gold (Exodus). Συναρπαστική περίπτωση από μόνος του ο Michel Polnareff, αξίζει να ανακαλυφθεί πρώτα με τα Theme d’amour/Theme myosotis (La folie des grandeurs), ενώ ο Angelo Badalamenti νομίζω έφτασε το αποκορύφωμά του στο City of lost children. Για την μουσική τού «Πριν τη βροχή» έγραψα στην στήλη Ηχώ στο χάος, αρ. 2. Ιδού σε αξιολογική σειρά αυστηρά της στιγμής ορισμένα ακόμα αποσπάσματα που αξίζει να ντύσουν προσωπικές ανθολογίες. Σε παρένθεση το σάουντρακ, ενώ όπου δεν υπάρχει πρόκειται για το ομώνυμο του αποσπάσματος.
1. Philippe Sarde – Les choses de la vie
2. Jerry Goldsmith – (Theme from) papillon (Papillon)
3. Nicola Piovani – Rosaria (Il camorrista)
4. John Barry – Smile (Charlie)
5. Michael Nyman – Chasing sheep is best left to shepherds (The draughtsman’s contract)
6. Hans Zimmer – Regarding Henry
7. Ennio Morricone – La tragedia di un uomo ridicolo
8. Elmer Bernstein – Carhumba (Grifters)
9. Craig Armstrong – Rochester (Plunckett and Macleane)
10. James Horner – Looking For The Next Great Idea (A beautiful mind)
11. Bruno Coulais – Pepinot (Petits chanteurs de Saint Marc)
12.Ennio Morricone- The Family Of The Poor (City of Joy)
13. Michael Nyman – Knowing the ropes (Drowning by numbers)
14. Ennio Morricone  – Tema di marco (Marco Polo, TV)
15. Tangerine Dream – Forgiveness (Legend)
16. Zbigniew Preisner – Andy and moons theme (Α prayer in the fields of lord)
17. Patrick Doyle – L’adoption (Indochine)
18. Nikita Μikhalkov – Friendship (Τhe barber of Siberia)
19. Mason Daring – Lounge de los incas (Men with guns)
20. James Horner – Closing credits (Glory)
21. Ennio Morricone – Act of faith (Bugsy)
22. Henry Zimmer – Ritz II (Regarding Henry)
23. David Holdridge – Finale (Old Gringo)
24. Jerry Goldsmith – Remember this (Sleeping with the enemy)
25. Angelo Badalamenti – Montage (Cousin)
Γ. Τα τραγούδια
Aπό χορωδιακά μέρη, ευδαιμονικές στιγμές μου δίνουν τα Πιοβανικά Nel nome del padre, Amico mio, Domani accandra από τα αντίστοιχα έργα, και το Les avions en papier κι όχι μόνο από το Petits chanteurs de Saint Marc (Coulais). Όσον αφορά τραγούδια, το μπουκέτο των 5 τραγουδιών του Georges Delerue που τραγουδούν με διαδοχικά οι κυρίες του 8 femmes, το γνωστό Ja volim te jos στις ενοποιημένες δύο δόσεις του [Bregociv, Black cat white cat], το σπαρακτικό La chanson d’ Helene της Ρόμυ Σνάιντερ [Sarde, Les choses de la vie], το παιγνιώδες La Canzone Di Pinocchio με τον Μπενινάκο [Piovani, Pinocchio], οι μικρές τσούπρες στο ολοφώτιστο Stars of the sea [Νyman, The Actors, εδώ με μουσική από Conor McPherson], η ονειροπόλα Paola Sapora στο Talor io canto [Piovani, Il sole anche la notte], ο Αλμοδοβαρικός ερωτισμός των Puro teatro [La Lupe, Women on the verge of a nervous breakdown] και Encanedados [Lucho Gatica, Dark Habits]. Eκτός συναγωνισμού, η υπέρτατη κατά Όσκαρ Ουάιλντ αλήθεια, δια χειλών της Jeanne Moreau : το φασμπιντερικό Each man kills the things he loves από το Querelle. Η παραπάνω φράση μου φαινόταν ένας ευφημισμός, ένα τετριμμένο τσιτάτο για κοινή χρήση. Σχεδόν έκθαμβός βλέπω τους κυρίους Wilde και Fassbinder να μου βγάζουν τη γλώσσα κρατώντας ντοκουμέντα. Από τη δική μου ταινία, συγνώμη, ζωή ήθελα να πω.
Δ. Οι σκηνές
Στιγμές, στιγμές… O Serpico/Al Pacino παρατημένος από όλους κάθεται στην άκρη του λιμανιού. Πίσω του ένα τεράστιο πλοίο, ίσα για να τον δείχνει μικρότατο. Έχει απολυθεί από τη δουλειά, έχει χάσει τους φίλους του, πλήρωσε κάθε δυνατό τίμημα. Δίπλα του ο σκύλος που του άφησε η αγαπημένη του – προτού τον εγκαταλείψει κι αυτή. Οι τίτλοι τέλους πέφτουν – Unhappy end. [Mikis Theodorakis – Theme from Serpico]. Ο Giancarlo Giannini, για καιρό κρυμμένος μέσα στο πορνείο ξεσπάει βγαίνοντας στο πολύβουο σοκάκι φωνάζοντας Viva l’ anarchia, την την ώρα που οι καραμπινιέροι τον κυνηγούν ανάμεσα στους πάγκους – είναι η ώρα που μπαίνει το Canzone Arrabbiata [Nino Rota, Film d’ amore e d’ anarchia]. Φυσικά θα τον λιανίσουν. Η οικογένεια που παίζει στα χαλάσματα του πολέμου και αντιμετωπίζει με ασύλληπτο χιούμορ τους βομβαρδισμούς στο Hope and glory (έξοχη μουσική του Peter Martin).
Ο Brad Davies στο νυχτερινό αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης καρδιοχτυπά από την αγωνία, ζωσμένος ναρκωτικά – ένας κύκλος στρατιωτών τριγύρω του προτάσσει σε κλάσματα δευτερολέπτου τα όπλα του. Οι πρώτες νότες του κομματιού. Και οι πρώτες στιγμές της ασύλληπτα δραματικής εξέλιξης της ζωής του, λίγο πριν βρεθεί στα μπουντρούμια της βυζαντινής φυλακής. Το κομμάτι ξανακούγεται στο τέλος, λίγο πριν την εξίσου καρδιοχτυπούσα και απρόσμενη ευκαιρία απόδρασης του ήρωα. Υπόκρουση στα πρώτα βήματα ελευθερίας του και όταν πέφτουν οι μαυρόασπρες (αληθινές) φωτογραφίες του ήρωα [Giorgio Moroder – Midnight Express]. Ο κύριος Sam Lowry/Jonathan Price συνθλίβεται από τις τεράστιες σκιές των πανύψηλων πολυκατοικιών αλλά ονειρεύεται πως πετάει ψηλά τους [Michael Kamen, Brazil]. Η σιωπή των παλαιών εραστών μπροστά στην απεραντοσύνη της ερήμου [Ryuchi Sakamoto – The sheltering sky].

Τα απανωτά φλας μπακ μιας ολόκληρης ζωής, όχι με τη σειρά αλλά σε σκόρπια θραύσματα, η προδοσία του χρόνου στο πρόσωπο του Noodles/Robert de Niro [Ennio Morricone – Once upon a time in America]. O Charles Bronson βάζει μια φυσαρμόνικα στο στόμα του ψυχορραγούντος Henry Fonda, ικανοποιώντας την αρχέγονη επιθυμία της δίκαιης εκδίκησης [Ennio Morricone – The man with the harmonica/Once upon a time in the west]. Και αλήθεια, πως τολμάει ένας πελάτης μας να έρχεται μόνος και να μη χαζολογεί με παρέες; Πώς τολμάει να διαβάζει την ώρα του φαγητού; Θα του χύσουμε τη σούπα, θα του πετάξουμε μακριά το βιβλίο του. Ένας από τους βιαιότερους (κυρίως με τα λόγια) χαρακτήρες του αγγλικού σινεμά, ο Mr. Spica/Michael Gabbon, (όταν δεν κρατάει σφιχτά το λαιμό της γυναίκας του) βγαίνει με πομπώδη βήματα από τις τεράστιες αναγεννησιακές κουζίνες του εστιατορίου του, έτοιμος να συνθλίψει τον μοναχικό και μοναδικό αξιοπρεπή του πελάτη [Michael Nyman – Memorial/The cook, the thief, his wife and her lover].


Αλλά στο βάθος παραμένω μια τρυφερή ρομαντική ψυχή. Θέλω η τελευταία εικόνα να είναι του Captain Fourillo και της αγαπημένης τους εισαγγελέως στο κρεβάτι, καθώς την αγκαλιάζει από πίσω και συζητούν τις περιπέτειες της ημέρας, στην κλασική και απαράλλαχτη τελευταία σκηνή κάθε επεισοδίου του Αστυνομικού Τμήματος Χιλλ Στρήτ. Το πλάνο βγαίνει από το παράθυρο και οι δρόμοι είναι πάλι βρεγμένοι. (Mike Post – Hill Street Blues). Let’s be careful out there!

Υ.Γ. Αν θέλετε να αναθυμηθείτε, ανακαλύψετε ή απλώς σκάψετε στην ατέλειωτη θάλασσα των κινηματογραφικών μουσικών, βουτήξτε στο soundtrackcollector.com. Εξαιρετικά πλήρης βάση, που περιλαμβάνει άπειρους τίτλους, συνθέτες, τραγούδια, εξώφυλλα αλλά και όλες τις διαφορετικές εκδόσεις κάθε σάουντρακ. Τα θέλω όλα!

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/Team.asp?id=12935




Δεκέμβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.053.966 hits

Αρχείο