Posts Tagged ‘Λατινική Αμερική

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

Advertisements
17
Νοέ.
17

Pino Cacucci – Φρίντα Κάλο. ¡Viva la vida !

«Θα συνεχίσω να σου γράφω με τα μάτια μου»

Διαβάσαμε βιογραφίες της, παρακολουθήσαμε ταινίες και ντοκιμαντέρ, σκαλώσαμε το βλέμμα στα έργα της, ίσως προσπαθήσαμε να αναλογιστούμε την αδιανόητη ζωή της σ’ ένα κρεβάτι, το τραυματισμένο σώμα της βορά στους πόνους και την αδυναμία. Δεν έμενε παρά το άκουσμα της δικής της φωνής, η αυταπάτη πως έρχεται να μας μιλήσει για ύστατη φορά, μ’ έναν μονόλογο που συμπυκνώνει όλα όσα θα ήθελε να θυμόμαστε. Κάτι τέτοιο αναλαμβάνει ένας Ιταλός συγγραφέας που θα ήθελε πολύ να είναι Λατινοαμερικανός, που ταξιδεύει ασταμάτητα στο Μεξικό και μεταφράζει στη γλώσσα του πολλούς Ισπανούς και Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Η δική του σπονδή είναι πενήντα σελίδες θεατρικού λόγου, είκοσι σελίδες «στιγμών, εικόνων και αναμνήσεων» και μια μικρή εξομολόγηση.

Η Φρίντα μιλά με συνειρμούς. Ο εσωτερικός της μονόλογος γίνεται εξωτερική εξομολόγηση, που αφηγείται σκέψεις, γεγονότα, εφιάλτες. Σ’ ένα όνειρο πηγαίνει με λεωφορείο στο Κογιοακάν στην κηδεία της ένα απομεσήμερο μες στο ψιλόβροχο. Είναι το ίδιο λεωφορείο που πήρε εκείνο το πρωινό του Σεπτεμβρίου το 1925, όταν γύρισε να πάρει μια ομπρέλα για τον ήλιο. «Ήταν όλα τόσο παράλογα που δεν μπορούσες να φοβηθείς· αυτό που συνέβαινε δεν είχε νόημα». Στο γοφό της μια βέργα τεσσάρων μέτρων, η οδοντωτή αιχμή της έβγαινε από τον κόλπο της.

Ο αγώνας μου είναι να κερδίζω την Πελόνα κάθε μέρα, κάθε ώρα.

Εις το εξής η ζωή της Φρίντα θα ήταν μια διαρκής αντιπαράθεση με την Πελόνα, την προσωποποίηση του θανάτου στην Λατινική Αμερική. Η Πελόνα έκανε πίσω και δεν την πήρε στην ώρα της, ίσως επειδή φοβήθηκε από την απεγνωσμένη διαπεραστική κραυγή του πόνου, που αντήχησε σε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Την άφησε εκεί, ματωμένη στα συντρίμμια του λεωφορείου και υποχώρησε. Το ουρλιαχτό της Φρίντα ήταν ουρλιαχτό αγάπης για την ζωή αλλά η Πελόνα θα ήταν πλέον η αχώριστη συντροφιά της.

Η εγχείρηση στην σπασμένη σπονδυλική της στήλη έμοιαζε περισσότερο με συναρμολόγηση. Ένας ολόκληρος μήνας ακινησίας στο νοσοκομείο κι ύστερα μια αιωνιότητα μέσα σε μια σαρκοφάγο από γύψο και σίδερο. Η ζωγραφική γίνεται ο μοναδικός λόγος για να περιμένει το ξημέρωμα που πάντα αργεί. Η ζωή της στερεί το δικαίωμα να δώσει ζωή· δεν μπορεί να γεννήσει μέσα από την κομματιασμένη της μήτρα. Μετρά τα χρόνια με τις αλλαγές των τεχνητών μελών που μοιάζουν με πανοπλίες για καρναβάλι, «πολύχρωμα κιβούρια σε φάρσα μακάβρια».

Θα αφιερώσει όλο της το πάθος στην τέχνη, στην πολιτική και στον έρωτα. Εκεί αντιμετωπίζει στα ίσια τον Θάνατο, αλλά όσες φορές αισθάνεται να τον νικά άλλες τόσες αναζητά την συμφιλίωση μαζί του, να έρθει να την ξεκουράσει. Ο θάνατος μπορεί να είναι σκληρός και άδικος αλλά μόνο η ζωή μπορεί να γίνει ποταπή και ταπεινωτική. Ίσως η παράδοση να είναι τελικά πιο αξιοπρεπής από μια ξεδιάντροπη αντίσταση. Η Φρίντα δεν έπαψε καθημερινά να αναρωτιέται ποιο ήταν το όριο πέρα από το οποίο θα άξιζε τον κόπο να αφεθεί στην αγκαλιά της Πελόνας.

Κατεξοχήν θύγατέρα του Μεξικού, η Φρίντα ενσάρκωνε την αντίφαση του συνδυασμού της ακατάβλητης ζωτικότητας με την μοιρολατρία. Σε μια χώρα που αγαπούσε την τέχνη εξίσου με τις επαναστάσεις, ήταν επόμενο να ερωτευτεί τον Ντιέγκο Ριβιέρα, τον στρατευμένο καλλιτέχνη που ήταν και ο μεγάλος «πολυφωνικός» αφηγητής της μεξικανικής ιστορίας. Αν όμως ο Ριβιέρα ζωγράφιζε τους αξιοπρεπείς, υπερήφανους απλούς ανθρώπους χωρίς καμία τάση θυματοποίησης, η Κάλο μετέτρεπε τον ίδιο τον πόνο σε τέχνη· κι αν αυτός απεικόνιζε τον ορατό κόσμο στην καθολικότητά του, εκείνη εστίαζε στις σκέψεις και στις ψυχικές διαθέσεις μιας άμεσα βιωμένης εμπειρίας.

Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα, στην εποχή που ξέσπασε η Μεξικανική Επανάσταση όπου δίπλα στους ακτήμονες Ινδιάνους μάχονταν οι μεγάλες μορφές της κουλτούρας, η Φρίντα έμαθε για τις περίφημες μεξικανές γυναίκες, τις soldateras, που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή και για τους ρομαντικούς επαναστάτες που δήλωναν ανοιχτά ότι δεν επιζητούσαν την εξουσία αλλά την αξιοπρέπεια. Μπορεί εκείνη η Επανάσταση να ήταν μια οδυνηρή αλληλουχία  από προδοσίες και αποτυχίες, όπως και μια αποκάλυψη ενός έθνους πολύπλοκου και αντιφατικού, αλλά τουλάχιστο οι επαναστάτες ανακατέλαβαν τον αόρατο πλούτο της γλώσσας, της μουσικής, της λαϊκής τέχνης, ενώ οι γυναίκες μπορούσαν «να εκφράσουν τον νέο κόσμο που κουβαλούσαν στην καρδιά τους».

Η Φρίντα και ο Ριβιέρα παρέμειναν κομμουνιστές στην καρδιά και στην συμπεριφορά τους ενώ προτίμησαν να αποχωρήσουν από το γραφειοκρατούμενο κόμμα – είναι γνωστή η γκροτέσκα φάρσα του Ριβιέρα, που δίκασε και διέγραψε τον ίδιο του τον εαυτό αφού πρώτα διαολόστειλε τους υποταγμένους κομματικούς. Πολιτικά παθιασμένη η Φρίντα πίστευε σε έναν ρομαντικό κομμουνισμό κι έναν ενστικτώδη αναρχισμό με μια ιδιοσυγκρασία ίσως ακατανόητη σ’ εμάς. Είναι η ίδια ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία που την χώρισε από την εξίσου σπουδαία δημιουργό και αγαπημένη της φίλη Τίνα Μοντόττι (ευκαιρία να θυμηθούμε ένα βιογραφικό graphic novel της εδώ), με την οποία μοιράζονταν κοινά ιδανικά και την ότι υπήρχε ακόμα κάτι αγνό που άξιζε να πολεμάς γι’ αυτό αλλά και να συνεχίζεις να γλεντάς την ζωή σου. Η Μοντόττι δεν διαχώρισε την θέση της από το Κόμμα, και επέλεξε να απομακρυνθεί από το ζεύγος.

Η σκηνική Φρίντα διαπιστώνει πως «στο Μεξικό όλοι οι επαναστάτες χτυπούν άλλους επαναστάτες στο όνομα ο καθένας της δικής του επανάστασης». Όταν έρχεται η ώρα να γίνουν πράξη τα πιο ευγενή και αγνά ιδανικά οι άνθρωποι γίνονται Μίδες από την ανάποδη. Τα χρυσά όνειρα γίνονται μαύροι εφιάλτες που βαφτίζονται «οδυνηρή αναγκαιότητα». Τώρα στο Μπλε Σπίτι της βρίσκονται τα αναρίθμητα ενθυμήματα του αγώνα και των πολιτικών ιδανικών μιας τόσο γρήγορης εποχής, το φάντασμα του Τρότσκι που εκεί έζησε εξόριστος την τελευταία περίοδο της ζωής του, η απολιθωμένη πίστη στον Στάλιν, τα εικονίσματα των μεξικανών επαναστατών, του Ζαπάτα και του Βίγια.

Η γλώσσα της στάζει δηλητήριο για το αργό φαρμάκι που ήταν ο Ριβιέρα στην ζωή της, «ανάμεσα σε χαρές θεσπέσιας έντασης και βάραθρα απελπισίας». Αυτός της έδινε την δύναμη να νικήσει την αγωνία όπου και θα την ξαναβυθίσει με την ίδια ευκολία. Ήταν «ο πιο γλυκός χυμός της και η πιο αφιλόξενη έρημος», εκείνος που την δίχασε ανάμεσα στην απόγνωση και στην δεδηλωμένη αντίθεση στις αυταπάτες «να μην τον αγαπά γι’ αυτό που δεν είναι». Η διαφυγή στην αμφισεξουαλικότητά της, μια βιωμένη και φυσική πραγματικότητα, δεν ήταν αρκετή. Δεν έμενε παρά η αχώριστη συντροφιά του μπράντυ, της μορφίνης και των χαπιών Ντεμερόλ, για να συνεχίζει να υπάρχει και να ζωγραφίζει ακατάπαυστα τους πόνους και τις υπερβάσεις τους.

Ο Ιταλός συγγραφέας Πίνο Κακούτσι (γεν. 1955) έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα δυο από τα οποία, τα Puerto escondido [1990] και San Isidro Futbol [1991], μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο από τους Gabriele Salvatores και Alessandro Cappelletti αντίστοιχα. Στο δεύτερο κείμενό του εδώ με τον τίτλο amores y desamores περιγράφει πώς δημιουργήθηκε αυτός ο μονόλογος που φαντάστηκε στα χείλη της Φρίντα υπό τους ήχους μιας ατέλειωτης βροχής. Το έργο του ολοκληρώνει μια τριλογία για τις γυναίκες που πρωταγωνίστησαν στο μετεπαναστατικό Μεξικό – την Τίνα Μοντόττι, την Νάουι Ολίν και την Φρίντα Κάλο· εκείνες που έφτασαν στην άκρη της τέχνης και της ιδεολογίας και μοιράστηκαν amores y desamores.

Τώρα η Φρίντα βρίσκεται εικονισμένη παντού, ως τις καντίνες και τις αγορές στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας. Στο Μεξικό της αιωρούνται ακόμα τα βροντερά της γέλια που την φώτιζαν σαν μεξικάνικο πυροτέχνημα, οι καυστικές της ειρωνείες ίσως ως αντίδοτα στην ταπείνωση, το μαυλιστικό της βλέμμα, η έκφραση μιας σπαρακτικής τρυφεράδας, η ευφορία που μετέδιδε παντού γύρω της. Αλλά κυρίως βρίσκεται στην ουσία της mexicanidad, εκείνου το χαοτικού κράματος αισθημάτων που περικλείει τις αναρίθμητες διαφορές των μεξικανικών λαών. Σ’ αυτή την μεξικανικότητα, που αποτελεί μια φιλοσοφία Ζωής και Θανάτου, που αλληλοχλευάζονται, η Φρίντα βρίσκεται στη μέση και ξεγελά πότε την μία και πότε τον άλλον. Και τα διαπεραστικά της μάτια θα συνεχίσουν να μας καρφώνουν μέσα από τις αυτοπροσωπογραφίες της. Άλλωστε ζωγράφισε μια τέτοια φράση στο ημερολόγιό της λίγο πριν από τις 13 Ιουλίου 1954: Θα συνεχίσω να σου γράφω με τα μάτια μου.

Εκδ. Άγρα, 2017, μτφ. Τιτίκα Δημητρούλια, σελ. 94, [Pino Cacucci – ¡ Viva la vida !, 2014].

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 221, εδώ.

18
Ιον.
16

Οκτάβιο Πας – Ο λαβύρινθος της μοναξιάς

Paz cover

Η γυναίκα, ένα ακόμα ον που ζει στο περιθώριο, αποτελεί κι αυτή αινιγματική μορφή. Ή μάλλον αποτελεί το Αίνιγμα. Κι αυτή, όπως κι ο αλλόφυλος ή ο αλλόεθνος, προκαλεί και απωθεί. Είναι η εικόνα της γονιμότητας αλλά ταυτόχρονα και του θανάτου. Σε όλους σχεδόν τους πολιτισμούς οι θεές της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και θεές της καταστροφής.[…] Τι σκέφτεται.; Σκέφτεται άραγε; Αισθάνεται πραγματικά; Είναι ίδια με μας; Ο σαδισμός ξεκινάει ως εκδίκηση απέναντι στον γυναικείο ερμητισμό ή ως απελπισμένη απόπειρα να λάβουμε κάποια απάντηση από ένα σώμα… Γιατί, όπως λέει ο Λουίς Θερνούδα, «ο πόθος είναι ένα ερώτημα δίχως απάντηση». Παρά τη γύμνια της, πάντα υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις στις στρογγυλές, γεμάτες καμπύλες μιας γυναίκας. [σ. 93]….

paz 1_

…γράφει ο Οκτάβιο Πας στο κείμενό του «Τα παιδιά της Μαλίντσε», τρίτο κατά σειρά στην συλλογή δοκιμίων Ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς (1950), που υπήρξε το πρώτο του δοκιμιακό έργο και αποτέλεσε μια βαθιά ψυχολογική τομή του χαρακτήρα του μεξικανικού λαού. Μέσα από μια φιλοσοφία του μεξικανισμού ο συγγραφέας επεδίωκε να πείσει τον λαό για την μοναδικότητά του. Δεν μπορεί κανείς να έχει ζωντανό παρόν έχοντας πίσω του ένα νεκρό παρελθόν. Οφείλει να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που, ακόμα και αποτελεί προϊόν «βιασμού» ενός πολιτισμού από κάποιον άλλο είναι σήμερα η δική του πολιτιστικά πλούσια πραγματικότητα. Ο Πας υποστήριζε ότι οι Μεξικανοί ψεύδονται από φαντασία, από απελπισία ή για ν’ αντιμετωπίσουν την άθλια ζωή τους, ενώ οι Βορειοαμερικανοί υποκαθιστούν την πραγματική αλήθεια με μια κατά συνθήκην αλήθεια. Εμείς μεθάμε για να εξομολογηθούμε, εκείνοι για να ξεχάσουν.Paz 3

Στο πρώτο κείμενο, Ο πατσούκο και άλλες ακραίες περιπτώσεις, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω σε όσα ο ίδιος έβλεπε ως ταξιδιώτης στο Λος Άντζελες, όπου ζούσαν ένα εκατομμύριο Μεξικανοί. Η μεξικανοσύνη –  η αγάπη για τα στολίδια, η ατημελησία και η ευθυμία, το πάθος και η επιφυλακτικότητα – πλανάται στον αέρα, αλλά δεν αναμιγνύεται, ούτε συγχωνεύεται με τον υπόλοιπο αμερικανικό κόσμο της ακρίβειας και της αποτελεσματικότητας.  Ο Μεξικανοί που συναντάς στον δρόμο παρ’ ότι ζουν εκεί χρόνια, φορούν τα ίδια ρούχα και μιλούν την ίδια γλώσσα, εξακολουθούν να ντρέπονται για την καταγωγή τους. Ξεχωρίζουν από το ένοχο και ανήσυχο ύφος του ανθρώπου που μεταμφιέζεται, που φοβάται ότι η ματιά του άλλου μπορεί να τον ξεγυμνώσει.

Mexico_A

Οι Πατσούκο, συμμορίες νεαρών μεξικανικής κατά κανόνα καταγωγής, επαναστατημένοι από ένστικτο, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει εναντίον τους τον αμερικανικό ρατσισμό. Ωστόσο δεν διεκδικούν ούτε την φυλετική ούτε την εθνική καταγωγή των προγόνων τους· απλώς επιλέγουν να είναι διαφορετικοί από τους γύρω τους. Ο πατσούκο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στις μεξικανικές ρίζες του, ούτε να ενστερνιστεί τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Το ίδιο του το όνομα δεν λέει τίποτα και τα  λέει όλα· είναι μια λέξη αβέβαιης προέλευσης, φορτισμένη με πληθώρα εννοιών όπως κάθε λαϊκό δημιούργημα. Ανίκανος να αφομοιώσει ένα πολιτισμό, που εξάλλου τον απορρίπτει, δεν έχει άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το εχθρικό προς αυτόν περιβάλλον από την απελπισμένη προβολή της προσωπικότητάς του. Καθώς έχει απολέσει κάθε πολιτιστική κληρονομιά (γλώσσα, θρησκεία, έθιμα, δοξασίες), το μόνο που του έχει απομείνει είναι σώμα και ψυχή ανοχύρωτα μπροστά στα βλέμματα των άλλων. Η μεταμφίεσή του τον προστατεύει και ταυτόχρονα τον διαχωρίζει και τον απομονώνει.

Morelos_

Στα Μεξικανικά προσωπεία ο Πας εστιάζει πρώτα στην στάση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα: οι Αμερικανοί το αντιμετωπίζουν με φόβο, ενώ οι Μεξικανοί δεν φοβούνται ούτε ντρέπονται, παρά το βιώνουν με φυσικότητα και πληρότητα. Δεν πρόκειται για φορεσιά όπου χώνονται, ούτε για κάτι ξένο. Ίσως γι’ αυτό οι ματιές των άλλων τους τρομάζουν, γιατί το σώμα δεν καλύπτει τον εσωτερικό τους κόσμο παρά τον ξεσκεπάζει. Ο Μεξικανός υπερβάλλει στην απόκρυψη του πάθους και του εαυτού του. Φοβούμενος την ματιά του άλλου, συρρικνώνεται, ζαρώνει· δεν περπατάει αλλά γλιστράει· δεν απαντάει παρά γρυλίζει.

Η προσποίηση στις πιο ακραίες μορφές της, εγγίζει τον χαμαιλεοντισμό. Ο Ινδιάνος γίνεται ένα με το τοπίο, γίνεται ένα με τον λευκό τοίχο όπου ακουμπάει το γιόμα για να ξαποστάσει, με την αμαυρή γη όπου ξαπλώνει το καταμεσήμερο, γίνεται ένα με τη σιωπή που τον τυλίγει. Κρύβει τόσο την ανθρώπινη ιδιότητά του που καταλήγει να την καταργήσει. Γίνεται πέτρα, πιρού [περουβιανό δέντρο], τοίχος, σιωπή: χώρος. Δεν θέλω να πω ότι γίνεται, πανθεϊστικά, κοινωνός των πάντων, ούτε ότι σ’ ένα δέντρο συλλαμβάνει όλα τα δέντρα, αλλά ότι πράγματι, με έναν τρόπο συγκεκριμένο και ιδιαίτερο, συγχέεται μ’ ένα ορισμένο αντικείμενο. [σ. 63]

catrina_print

Δεν υπήρχε περίπτωση βέβαια ο Πας να μην αφιερώσει γραπτά στην ημέρα Των Αγίων Πάντων, μέρα των ψυχών. Ο μοναχικός Μεξικανός αρέσκεται στις γιορτές και τις δημόσιες συγκεντρώσεις· το καθετί μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία σύναξης. Η τέχνη της Γιορτής έχει διατηρηθεί αναλλοίωτη σε αυτόν τον τελετουργικό λαό. Κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου, στις 11 τη νύχτα, σ’ όλες τις πλατείες του Μεξικού γιορτάζεται η επέτειος της Κραυγής: το ξαναμμένο πλήθος κραυγάζει επί μία ώρα, ίσως για να σιωπήσει καλύτερα την υπόλοιπη χρονιά. Πρόκειται για την Κραυγή της Δολόρες, Επέτειο της Μεξικανικής Ανεξαρτησίας, όπου και η εξέγερση του κληρικού Μιγέλ Ιδάλγο κατά των Ισπανών στην πόλη Δολόρες, το 1810, με την κραυγή Θάνατος στους σπινουφόρους. 

DSC04041

Στις γιορτές αυτές ο χρόνος παύει να’ ναι διαδοχή και ξαναγίνεται αυτό που ήταν αρχικά και που εξακολουθεί να είναι: παρόν, όπου παρελθόν και μέλλον επιτέλους συμφιλιώνονται. Στις μεγάλες επετείους στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, είναι χαρακτηριστική η απουσία του «λαού». Βλέπεις ζευγάρια και ομάδες, ποτέ όμως μια ζωντανή κοινότητα μέσα στην οποία το άτομο χάνεται και ταυτόχρονα λυτρώνεται. Οι γιορτές αποτελούν την μόνο πολυτέλεια του Μεξικανού – υποκαθιστούν το θέατρο και τις διακοπές, τα πάρτυ των Αγγλοσαξόνων, τις δεξιώσεις των αστών, τα καφενεία των Μεσογειακών. Σ’ αυτές τις τελετές ο Μεξικανός ανοίγεται στον έξω κόσμο, αποφορτίζει την ψυχή του, εξεγείρεται με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Αν στην καθημερινή μας ζωή κρυβόμαστε απ’ τον εαυτό μας, στη δίνη της γιορτής βγαίνουμε απ’ αυτόν και αποκαλυπτόμαστε.

Paz 5

Για τους αρχαίους Μεξικανούς η αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο είναι για μας, γράφει ο Πας. Η ζωή προεκτεινόταν «μέσα» στον θάνατο. Και αντίστροφα ο θάνατος δεν αποτελούσε το φυσικό τέλος της ζωής, αλλά μια φάση ενός ατέρμονος κύκλου, όπου ζωή, θάνατος κι ανάσταση αποτελούσαν στάδια μιας αενάως επαναλαμβανόμενης συμπαντικής διαδικασίας. Στον σύγχρονο κόσμο τα πάντα λειτουργούν λες και δεν υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν τον υπολογίζει, τα πάντα των καταργούν: οι πολιτικοί λόγοι, οι διαφημίσεις, τα έθιμα, η φαρμακεία και τα αθλητικά γήπεδα. Είναι μια λέξη που ο Δυτικός δεν τολμά να προφέρει γιατί του καίει τα χείλη. Ο Μεξικανός, αντίθετα, την συναναστρέφεται την λέξη, την γιορτάζει, την περιγελά. Κάποτε τον κοιτάζει κατάματα, υποτιμητικά ή ειρωνικά.

Paz 6

Κοσμοπολίτης του πνεύματος, ο Οκτάβιο Πας δεν θα γνωρίσει σύνορα ούτε στην πνευματική του πορεία ούτε στην περιπλάνησή του ανά τον κόσμο. Σημαντικό σταθμό στην ζωή του θα αποτελέσει η συμμετοχή του στο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937, ενώ θα διατηρήσει στενούς δεσμούς με την Ισπανία και θα υποστηρίξει τους Ισπανούς εξόριστους του φρανκικού καθεστώτος στο Μεξικό. Χάρη στην διπλωματική του σταδιοδρομία θα γνωρίσει τους πολιτισμούς της Ινδίας και της Ιαπωνίας και θα σπάσει τους ιδεολογικούς φραγμούς της δυτικής του κουλτούρας. Θα αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της αριστερής διανόησης της χώρας του λόγω της κριτικής που θα ασκήσει επανειλημμένα στο κομμουνιστικό κίνημα και της αντίθεσή τους προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό

Το έργο του Πας, όπως γράφει η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα, είναι αναρχικά λατινοαμερικάνικο· άλλωστε η Λατινική Αμερική είναι η λιγότερο καρτεσιανή ήπειρος. Οι Λατινοαμερικάνοι δεν γνωρίζουν τι θα πει ορθολογισμός και παραδίδονται στο ρεύμα των αισθήσεων. Η γλώσσα του έχει δυο πλευρές: η ποίησή του αφήνεται στην αναρχική πορεία των λέξεων και τον διαρκή πειραματισμό, ενώ στα δοκίμιά του ο λόγος είναι υποταγμένος.

paz 2

Τα τρία τελευταία κείμενα τιτλοφορούνται Κατάκτηση και Αποικιοκρατία, Από την Ανεξαρτησία στην Επανάσταση, Η μεξικανική «διανόηση ενώ ως παράρτημα δημοσιεύεται το εκτενές δοκίμιο Η διαλεκτική της μοναξιάς. Μετά τον Λαβύρινθο ο συγγραφέας θα αρχίσει την ατέρμονη πορεία του ανά τον κόσμο, θα γνωρίσει πολιτισμούς, θα δοκιμάσει λογοτεχνικά ρεύματα, θα καλλιεργήσει διαφορετικά είδη γραφής. Ο Λαβύρινθος θα παραμείνει όμως το κλασικό του έργο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012, Β΄ έκδοση διορθωμένη [Α΄ έκδ: 1995], εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, σημειώσεις Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβις, σελ. 335 [Octavio Paz, El laberinto de la soledad, 1950]. Περιλαμβάνει 117 σημειώσεις και επίμετρο με βιβλιογραφικές παραπομπές.

26
Μάι.
16

E.Z.L.N. Subcomandante Marcos, Subcomandante Moises – Οι λέξεις της σιωπής

Marcos 0

Πενήντα χιλιάδες αρχηγοί

Ένα πράγμα είναι προφανές: την εξουσία απειλούν πολύ λιγότερο τα όπλα από το χτίσιμο μιας ζωής που δεν υποτάσσεται, δεν παραδίδεται, δεν ξεπουλιέται.

Στις 21 Δεκεμβρίου 2012 τα ξημερώματα δεκάδες χιλιάδες ιθαγενείς Ζαπατίστας κατέλαβαν ειρηνικά και σιωπηλά πέντε κεντρικούς δήμους της νοτιοανατολικής μεξικανικής πολιτείας Τσιάπας. Πενήντα χιλιάδες Ζαπατίστας, ισάριθμοι «αρχηγοί», εφόσον όλες και όλοι διοικούν, κάλυψαν τα πρόσωπά τους για να γίνουν ορατοί και διαδήλωσαν σιωπηλοί για να εισακουστούν και να επικοινωνήσουν την θέλησή τους να παραμείνουν ανυπότακτοι. Έφτασαν στις πλατείες, έφτιαξαν πρόχειρες ξύλινες εξέδρες, είπαν χωρίς να μιλάνε είμαστε εδώ και θα είμαστε εδώ. Κοίταξαν τον κόσμο σιωπηλά και έφυγαν. Η δημόσια συνειδητή σιγή των ζαπατιστικών κοινοτήτων χρονολογείται από το 2009 και συνεχίζει να ανησυχεί όσους επιθυμούν την εξαφάνισή τους.

Masked Mayan Indians, members of the Zapatista National Liberation Army (EZLN), march in San Cristobal de las Casas, Chiapas state, Mexico, Friday, Dec. 21, 2012. Organizers said some 12,000 people marched in the cities of Ocosingo, Palenque and San Cristobal de las Casas. The marches marked the Dec. 22 killing of 45 indigenous Zapatista backers by a rival armed local group. They also marked the conclusion of a 5,125-year cycle in the Mayan calendar. (AP Photo/Ivan Castaneira)

Από την ίδρυση των Δυνάμεων για την Εθνική Απελευθέρωση [FLN] το 1969 στο Βόρειο Μεξικό μέχρι την ίδρυση του EZLN στην ζούγκλα Λακαντόνα της Τσιάπας το 1983 και από την κατάληψη των έξι μεγαλύτερων πόλεων της Τσιάπας την πρωτοχρονιά του 1994 και την κήρυξη του πολέμου στην κυβέρνηση του Μεξικού μέχρι σήμερα, ισχυρότερο όπλο του «παράλογου και απίθανου» στρατού τους παραμένει ο λόγος, η ιστορία, η μνήμη και η επιθυμία να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο. Το έδαφος της δράσης και του αγώνα τους είναι πλέον ο Πλανήτης Γη και τα κείμενα πλέον υπογράφονται συλλογικά «από τις γυναίκες και τους άντρες Ζαπατίστας της Τσιάπας, στο Μεξικό», ενώ ο Μάρκος δεν υπογράφει πια από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού αλλά από οποιαδήποτε γωνιά, σε οποιονδήποτε κόσμο.

Οι Ζαπατίστας βελτιώνουν την αυτόνομη παραγωγή, ενδυναμώνουν την κουλτούρα, καλλιεργούν την ελπίδα, ασκούν την αυτοκυβέρνηση. Γνωρίζουν πως μόνο με τις συλλογικές μορφές ζωής μπορεί κανείς να απελευθερωθεί από την καπιταλιστική τυραννία και την κρατική λεηλασία. Οι ατομικές εξεγέρσεις είναι μάταιη σπατάλη δυνάμεων, άλλωστε ο ίδιος ο καπιταλιστικός κόσμος εξυμνεί με απόλυτο τρόπο το εγώ και φροντίζει όλη η ενέργεια των ανθρώπων να σπαταληθεί ακριβώς γι’ αυτό το εγώ.

Marcos 5

Οι ισχυροί φοβούνται μήπως ανακαλύψουμε ότι είμαστε ικανοί και ικανές να αυτοκυβερνώμαστε. / Έχουμε καταλάβει πια ποιοι είναι επαγγελματίες των συνελεύσεων, τις τεχνικές και τις τακτικές τους να δυναμιτίζουν τις συναντήσεις ώστε να μένουν μόνο αυτοί και όσοι τους ακολουθούν, για να εγκρίνουν τις προτάσεις τους, Μοιράζουν ήττες….

Για τους Ζαπατίστας ο μύθος της μιας και ενιαίας και ενοποιητικής οργάνωσης που κατέχει την αλήθεια και γεννά σχέσεις κυριαρχίας προέρχεται από κάπου επάνω. Οι κοινότητες διατηρούν την πολυμορφία και τη διαφορετικότητα και τιμούν την ηθική του συλλογικού. Αντίστοιχα δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος αυτόνομης διακυβέρνησης: οι μορφές της διαφέρουν από ζώνη σε ζώνη και δεν παύουν να αλλάζουν και να επανεφευρίσκονται. Η οικοδόμηση της αυτονομίας είναι μια διαδικασία χωρίς τέλος. Αυτόν ακριβώς τον ιό της αυτονομίας και της ελευθερίας μεταδίδει και το ζαπατιστικό σχολείο. Ποια άλλη αυθεντική διαδικασία αυτοοργάνωσης που δεν επιδιώκει να ηγεμονεύσει ή να ομογενοποιήσει άλλα κοινωνικά κινήματα, με τόση διάρκεια, τέτοιο εύρος και βάθος, έχουμε γνωρίσει στην ιστορία ή μπορούμε να συναντήσουμε στον πλανήτη σήμερα;

Marcos 8

Μεξικό: ένοπλες συμμορίες στρατού και καρτέλ ναρκωτικών στους δρόμους, σφαγές σε πλατείες και σπίτια, δεκάδες χιλιάδες αγνοούμενοι και «εξαφανισμένοι», μαζικοί τάφοι σε όλη τη χώρα, πλήρης ατιμωρησία, κράτος μαφία, μια πολιτική παραγωγής θανάτου, ένας καθολικός πόλεμος εξόντωσης των αποκάτω. Οι πολύτιμες υποσημειώσεις στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, γράφουν με τις δεκάδες αναφορές σε πρόσωπα, κυβερνήσεις και πολιτικές την αδιανόητη ιστορία του Μεξικού αλλά και των απελπισμένων τρόπων με τους οποίους οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιχείρησαν να προσεταιριστούν, να εξουδετερώσουν, να συκοφαντήσουν και να εξαφανίσουν τους ενοχλητικούς ιθαγενείς.

Κάποτε στους ανεπιθύμητους εντάσσονται και αμέτρητα άλλα πρόσωπα, τα βιογραφικά των οποίων παρατίθενται, έτσι για μια ιδέα. Ας πούμε: Σελεντόνιο Προυντσένσιο Μονρόι: Ιθαγενής της φυλής Νάουα. Σχεδίαζε να αντισταθεί στη λεηλασία των εδαφών της φυλής του από τις μεταλλευτικές εταιρείες και τους παράνομους υλοτόμους. Απήχθη από τις «δυνάμεις της τάξεις». Χουάν Φρανσίσκο Κουϊκένταλ Λεάλ: Δάσκαλος, δραματουργός, σκηνοθέτης θεάτρου. Σχεδίαζε να κάνει μια θεατρική παράσταση για τον Ενρίκε Πένια Νιέτο. Σοβαρή κρανιακή κάκωση από πυροβολισμό των «δυνάμεων της τάξης». Ματίας Βαλεντίν Κατριλέο Κεσάδα: Νεαρός ιθαγενής Μαπούτσε. Δολοφονήθηκε από τις «δυνάμεις της τάξης». Σχεδίαζε να αντισταθεί στη λεηλασία της γης των Μαπούτσε από την κυβέρνηση, τους τσιφλικάδες και τις πολυεθνικές εταιρείες.

Marcos 3

Τα βιβλία Ιστορίας και Γεωγραφίας που διδάσκονται στα ζαπατιστικά σχολεία δεν παραλείπουν να αναφέρουν όλες τις σύγχρονες μεξικανικές κυβερνήσεις που σπέρνουν τον παράλογο θάνατο σε όλες τις γωνιές της χώρας, τις προσπάθειες εξαγοράς των μέσων ενημέρωσης ή τις τραγελαφικές επιχειρήσεις συκοφάντησης, όπως η μνημειώδης εμφάνιση δήθεν ιθαγενών υποτίθεται σε κάποιο μέρος της Λακαντόνα, που εμφανίστηκαν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες για να δηλώσουν το … τέλος του αγώνα τους. Υπάρχει και ακόμα ξεκαρδιστικότερη προσπάθεια, ενός Λουίς Έκτορ Άλβαρες Άλβαρες που δημοσίευσε ένα βιβλίο για την καρδιά των ιθαγενών και άλλα συγκινητικά, όπου ισχυρίζεται ότι ο ELZN έχει ως πολιτική δύναμη εξαφανιστεί.

Marcos 1 [Quadraro]

Το κεφάλαιο Ο πόνος των αποκάτω αναφέρεται σε όλους τους «διαφορετικούς» και τους «ανεπιθύμητους» του κόσμου. Τους προσκαλεί να μην φοβούνται, τονίζει ότι ο φόβος πρέπει να αλλάξει στρατόπεδο. Μας προσκαλεί να φανταστούμε ότι ο καθένας μας είναι διαφορετικός από τον κοινό κόσμο, ότι είμαστε κάτι εντελώς άλλο, έχουμε ιδιαίτερο χρώμα δέρματος ή μαλλιών, ότι από τότε που γεννηθήκαμε όλο το σύστημα μας επαναλαμβάνει ότι είμαστε περίεργοι, μη φυσιολογικοί, άρρωστοι και ότι πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αλλάξουμε αυτό το «κατασκευαστικό ελάττωμα». Οι ενδείξεις είναι πολλές: βλέμματα αποδοκιμασίας, απέχθειας, υποτίμησης· ακολουθούν οι προσβολές και οι επιθέσεις, που φτάνουν μέχρι τα έσχατα όρια. Συχνά το κείμενο αλλάζει, και μια φωνή από την άλλη πλευρά εκφράζεται με αηδία για τους ιθαγενείς, καθώς προτείνει μια κρέμα αλλαγής του χρώματος του δέρματος ή μια ευρύτερη εκστρατεία για την εξάλειψη των διαφορετικών. Η φωνή χρησιμοποιεί τον γνωστό τρόπο της διαφήμισης και τονίζει ότι η ομοιογένεια είναι ο μοναδικός τρόπος να γίνεις αρεστός στον κόσμο και φυσικά δημοφιλής στο διαδίκτυο.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τώρα φανταστείτε ότι δεν φοβάστε, ή, αν φοβάστε, ότι το ελέγχετε. Φανταστείτε ότι πηγαίνετε μπροστά στον καθρέφτη και, όχι μόνο δεν κρύβετε ή βάφετε την διαφορετικότητά σας, αλλά την τονίζετε κιόλας. Φανταστείτε ότι την κάνετε ασπίδα και όπλο… Φανταστείτε ότι δεν κρύβεστε πίσω από την «ωριμότητα» και την «σύνεση», πίσω από το «δεν είναι ώρα ακόμη», «δεν είναι οι συνθήκες κατάλληλες», «πρέπει να περιμένουμε», «είναι ανώφελο». Φανταστείτε ότι δεν ξεπουλιέστε, δεν υποχωρείτε, δεν παραδίνεστε. Μπορείτε να το φανταστείτε. Λοιπόν, ωραία, αν και ούτε εμείς αλλά ούτε κι εσείς το γνωρίζετε ακόμη, είμαστε μέρος ενός «εμείς» πολύ μεγαλύτερου…. 

21-12-12, B

Το κεφάλαιο Οι τοποτηρητές γράφεται με την μορφή θεάτρου και διαλόγου. Ένας εκνευρισμένος κύριος αναρωτιέται γιατί δεν εξουδετερώνονται αιώνες τώρα αυτοί οι ενοχλητικοί ντόπιοι που συνεχίζουν να μένουν στα εδάφη τους. Ο συνομιλητής του τον κατατοπίζει: αυτοί οι αιρετικοί δεν συγκρούονται μαζί μας στα σημεία που είμαστε δυνατοί αλλά επιτίθενται στις αδυναμίες μας. Μακάρι να ήταν μόνο ζήτημα μπαρουτιού και φωτιάς, θα τους είχαμε κατακτήσει από καιρό. Αλλά αυτοί οι δειλοί, αντί να μας αντιμετωπίσουν με τα ηρωικά τους στήθη γυμνά, οργανώνονται, φοράνε μάσκες. Και το χειρότερο, δεν υμνούν τον θάνατο αλλά την ζωή. Οι ορατοί ηγέτες τους δεν δελεάζονται, δεν εξαγοράζονται, ενώ οι αόρατοι είναι όλοι και όλες τους, σαράντα χιλιάδες αρχηγοί, άντρες και γυναίκες.

Marcos 9_

Ο κύριος εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο: Πρέπει να κάνουμε σα να μην υπάρχουν· να τους διαβάλουμε, να μια τέτοια εκστρατεία δυσφήμισης, ακόμα και με την υποστήριξη κάποιων «προοδευτικών» διανοούμενων και δημοσιογράφων. Να αποκλειστούν από την ενημέρωση, να σκοτωθούν από την λήθη, άντε και από μερικές ασθένειες. Αλλά αυτοί, ακόμα κι αν τους αγνοούμε, επιμένουν να συνεχίζουν να υπάρχουν. Χωρίς την ελεημοσύνη μας, συγγνώμη, ήθελα να πω χωρίς τη βοήθειά μας, έφτιαξαν σχολεία, έκαναν τη γη γόνιμη, έχτισαν κλινικές και νοσοκομεία, έριξαν τους δείκτες εγκληματικότητας, εξάλειψαν τον αλκοολισμό. Και, εκτός του ότι απαγόρευσαν την καλλιέργεια, εμπορία και κατανάλωση ναρκωτικών, αύξησαν το προσδόκιμο ζωής.

Marcos 2

Και σα να μην έφταναν αυτά, δεν βλέπουν τηλεόραση, ούτε διαβάζουν εφημερίδες, δεν έχουν τουΐτερ ούτε φέισμπουκ, ούτε καν σήμα για κινητά. Σ’ αυτούς δεν πιάνουν ούτε τα κόλπα του εμπορίου, όπως μια μηχανή που προτείνεται ως νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, βερσιόν 6.6.6. Η λειτουργία της είναι απλή. Ένα μέρος των υπέρογκων κερδών επενδύεται για να μειωθεί η πείνα, η ανεργία και μπλα μπλα μπλα. Αυτά ακριβώς τα προβλήματα είναι που βάζουν σε κίνηση αυτό το πολύτιμο μηχάνημα. Ενισχύεται η αγορά που παράγει άχρηστα πράγματα μετατρέποντάς τα σε είδη πρώτης ανάγκης και σταδιακά δημιουργείται η εκάστοτε βολική κρίση, και ό,τι την ακολουθεί: οι φορολογικοί παράδεισοι, τα τεθωρακισμένα οχήματα καταστολής, η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, οι αναπόφευκτοι άστεγοι. Συνοδεύεται με ένα ειδικό λογισμικό που εξαφανίζει όλα τα αρνητικά σχόλια που μπορεί να βρωμίζουν το διαδίκτυο και τα αντικαθιστά με δική της πληροφόρηση και ψυχαγωγία.

Marcos 11

Τουλάχιστον να τους πείσουμε να κάνουν ο καθένας την δική του ατομική εξέγερση. Είναι τόσο συγκινητικά άχρηστες. Αντίθετα, το επικίνδυνο χάος έρχεται όταν η καθεμία και ο καθένας γίνουν παρέα, ομάδα, συλλογικότητα, φυλή και μάθουν να λένε για λογαριασμό τους «όχι» και «ναι», οι αμόρφωτοι. Φαντάσου ο καθένας να έχτιζε την μοίρα του και να αποφάσιζε για τον εαυτό του. Θα ήταν πραγματικός εφιάλτης.

Αλλά οι κοινότητες τολμούν και αυθαδιάζουν: Αυτά τα περί Δεξιάς και Αριστεράς δεν είναι παρά οδηγίες που δείχνουν στον οδηγό πού να σταθμεύσει το αμάξι. Λένε: Η μηχανή δουλεύει από μόνη της και δεν θα την ακολουθήσουμε. Το βιοτικό μας επίπεδο είναι ανώτερο από αυτό των ιθαγενών κοινοτήτων που πρόσκεινται στις εκάστοτε κυβερνήσεις και δέχονται την ελεημοσύνη τους (για να την σπαταλήσουν σε αλκοόλ και άχρηστα είδη). Τα σπίτια μας βελτιώνονται χωρίς να βλάπτεται η φύση. Η γη που πριν χρησίμευε για να θρέφει τα κοπάδια των γαιοκτημόνων, τώρα είναι για το καλαμπόκι, τα φασόλια και τα λαχανικά που φωτίζουν το τραπέζι μας. Από την δουλειά μας αντλούμε διπλή ικανοποίηση, αφού μας παρέχει τα απαραίτητα για να ζούμε έντιμα και συμβάλλει στη συλλογική ανάπτυξη των κοινοτήτων μας.

Marcos 10_

Θυμηθείτε πως κάποτε σας είπα ότι οι Ζαπατίστας αξίζουμε πολύ, αλλά δεν έχουμε τιμή. Κοιτάξτε μας, είμαστε πάνω από πεντακοσίων χρόνων κι ακόμη μαθαίνουμε.

Το κείμενο Αυτοί και εμείς. VI. Τα βλέμματα. 4. Κοιτάζοντας και επικοινωνώντας περιέχει μια απολαυστικότατη διήγηση των πρώτων ημερών του κινήματος, «του πρώτου αντάρτικου του 21ου αιώνα». Αλήθεια, πώς κατάφερνε ο κυβερνοαντάρτης από την ζούγκλα Λακανόντα κι έστελνε στον κυβερνοχώρο τις διακηρύξεις των Ζαπατίστας που έκαναν τον γύρο του κόσμου; Μ’ έναν αρχαίο υπολογιστή με μεγάλες δισκέτες και λειτουργικό DOS, που έμαθαν να χρησιμοποιούν με έναν από εκείνους τους παλιούς οδηγούς που σου έλεγαν ποιο πλήκτρο έπρεπε να πιέσεις και μια φωνή ενέκρινε ή αποδοκίμαζε. Οι διακηρύξεις τυπώνονταν σε εξίσου παλιό εκτυπωτή με ακίδες, που έκανε θόρυβο μεγαλύτερο και από πολυβόλο. Το χαρτί ήταν σε ρολό και συνέχεια κολλούσε, συνεπώς οι εκτυπώσεις γίνονταν με τα απαραίτητα διαλείμματα. Τελικά εκείνο τον Ιανουάριο του 1994, όλες αυτές οι διακηρύξεις κολλήθηκαν με σελοτέιπ στους τοίχους ή πετάχτηκαν στους δρόμους, απ’ όπου ανώνυμα χέρια τις μάζεψαν και τις φυλούσαν με ζήλο.

Marcos 4

Αργότερα στις συνομιλίες απεσταλμένων των Ζαπατίστας με διαπραγματευτές της κυβέρνησης, χρησιμοποιούνταν ένας εξάκιλος φορητός υπολογιστής με 128 ΡΑΜ και 10 ΜΒ σκληρό κι έναν επεξεργαστή που απαιτούσε γερό ζέσταμα. Για να λειτουργήσει στο βουνό χρειαζόταν ένας μετατροπέας ρεύματος, συνδεδεμένος με μια μπαταρία αυτοκινήτου. Κάποτε δοκιμάστηκε με υπέρβαρη μπαταρία D, αλλά το λάπτοπ έσβησε με μια ξαφνική αναλαμπή. Τουλάχιστον το ντουμάνι καπνού έδιωξε τα κουνούπια για τρεις συνεχόμενες ημέρες. Τελικά ο μικρός αυτός υπολογιστής έπεσε στο πρώτο ρυάκι σε μια καταδίωξη του ομοσπονδιακού στρατού και επιστρατεύτηκε η διαχρονική γραφομηχανή, δάνειο ενός φιλικού χωριού. Όσο για το δορυφορικό τηλέφωνο με το οποίο ο Μάρκος επικοινωνούσε με την «διεθνή τρομοκρατία», αυτό ήταν ένα γουόκι τόκι με μέγιστη εμβέλεια τετρακοσίων μέτρων σε επίπεδο έδαφος.

Ocosingo, Chiapas. 21 de diciembre de 2012. Miles de indigenas del Ejercito Zapatista de Liberacion Nacional procedientes de La Selva Lacandona, esta mañana en la cabecera municipal de Ocosingo en el estado mexicano de Chiapas marchan y se concentran en la plaza central de manera pacfica y en total silencio. FOTO: Moysés Zúñiga Santiago.

Ο συντάκτης συνεχίζει, προς πρόσθετο «στραπατσάρισμα του εγώ του», να καταστρέφει μερικές δημόσιες ψευδαισθήσεις. Η ηλεκτρονική διάδοση των κειμένων τους έγινε χάρη σε μια ιστοσελίδα που τους έφτιαξε ένας φοιτητής από το …Τέξας· εκεί ανέβαζε όλες τις ανακοινώσεις και τις επιστολές που δημοσιεύονταν στον γραπτό Τύπο. Αυτόν τον τύπο δεν τον γνωρίσαμε ποτέ. Ή μπορεί και να τον γνωρίσαμε. Ίσως ήρθε κάποτε στη ζαπατιστική γη, ως ένας ακόμη. Και ίσως να μην το γνωρίζετε, αλλά υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι άνθρωποι, με καλή καρδιά, που κάνουν τα πράγματα χωρίς να ζητούν κανένα αντάλλαγμα, χωρίς ανταμοιβή, «χωρίς να το κάνουν θέμα», όπως λέμε εμείς οι Ζαπατίστας.

Εκείνο που αιφνιδιάζει στον ζαπατιστικό λόγο (όχι όμως και όσους έχουν ήδη γνωρίσει τα κείμενά του) είναι μια απολαυστική ανάμειξη ειδών και τρόπων· εδώ εναλλάσσονται τα πάντα: πολιτικές διακηρύξεις και ιστορικές αναλύσεις, χιουμοριστικές ιστορίες και περιπαικτικά σκίτσα, αυτοσαρκαστικά σχόλια και θεατρικοί διαλόγοι, μαζί με αναφορές σε ποδοσφαιρικά παραλειπόμενα, μουσικά τραγούδια, τηλεοπτικές σειρές.

Marcos 6

Οι αφηγηματικές φωνές αλλάζουν, κάποτε τον λόγο υποτίθεται ότι παίρνουν ακόμα και οι ελεεινοί εκμεταλλευτές, που απροκάλυπτα εκφράζουν την φασιστική, απάνθρωπη νοοτροπία τους. Έτσι προκύπτει μια πρόζα πλούσια και σπαρταριστή, ειρωνική και παρωδιακή, διασκεδαστική και προσιτή, εμβριθής και επιθετική και σε κάθε περίπτωση βαθειά πολιτική. Πρόκειται για μια σπάνια συλλογή κειμένων – άμεσων πηγών του πιο αισιόδοξου κινήματος αυτοδιάθεσης αλλά και μια παράπλευρη τραγική, άγραφη ως τώρα ιστορία μιας βαθειά διεφθαρμένης χώρας που λέγεται Μεξικό αλλά και ολόκληρου του Δυτικού Κόσμου που την υποθάλπει με κάθε τρόπο.

Για τις γυναίκες και τους άντρες με τις κουκούλες σ’ αυτά εδώ τα μέρη, ο αγώνας που αξίζει δεν είναι αυτός που έχει κερδηθεί ή χαθεί. Αξίζει αυτός που συνεχίζεται, και γι’ αυτόν προετοιμάζονται τα ημερολόγια και οι γεωγραφίες. Δεν υπάρχουν τελικές μάχες, ούτε για τους νικητές ούτε για τους ηττημένους. Ο αγώνας θα συνεχιστεί, και όσοι τώρα επιχαίρουν για το θρίαμβο θα δουν τον κόσμο τους να καταρρέει.

otroscuentos__

Εκδόσεις των ξένων, 2014, σελ. 294, μετάφραση – πρόλογος Εύη Παπακωνσταντίνου. Όλα τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί στην επίσημη ιστοσελίδα της «Έκτης» του EZLN, http://enlacezapatista.ezln.org.mx/ από τις 21 Δεκεμβρίου 2012 ως τις 25 Μαΐου 2014.

Ζαπατιστικές ιστορίες σε άλλες σελίδες εδώ κι εκεί.

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 207.

06
Φεβ.
16

Θανάσης Κάππος – Το ποδόσφαιρο και η αριστερά

Κάππος_

Αριστεροί εξτρέμ, μέσοι και αγωνιστές

Ήμουν ο μοναδικός, που δεν τον χαιρέτισα. Είχα φόβο, αλλά έπρεπε να το κάνω. Ακολούθησε σιωπή μερικών δευτερολέπτων. Αυτή η σιωπή κράτησε, αιώνες για μένα…

… έλεγε ο Κάρλος Καζέλι, «ο βασιλιάς του τετραγωνικού μέτρου» στα γήπεδα αλλά κυρίως «ο άνθρωπος που δεν χαιρέτησε τον Πινοσέτ». Και δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το προσκλητήριο των αριστερών που αγωνίστηκαν τόσο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα όσο και στα πεδία της πολιτικής και των ιδεών. Ο Καζέλι αποτέλεσε το βασικό επικοινωνιακό όπλο του «Μετώπου του Όχι», στο δημοψήφισμα του 1988 κατά της δικτατορίας του Πινοσέτ, το οποίο οδήγησε στις πρώτες από το 1973 ελεύθερες εκλογές στη χώρα και στη φυγή του δικτάτορα από την εξουσία. Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο αποτελούσε τον κατεξοχήν μέσο για τη στήριξη φασιστικών δικτατοριών, απέκτησε το παρατσούκλι ο «κόκκινος», υπερασπίστηκε δημόσια τις θέσεις του και πρόβαλε την αντίθεσή του στο καθεστώς. Στην κορυφαία εκτός αγωνιστικών χώρων στιγμή του αρνήθηκε ως μέλος της εθνικής ομάδας να χαιρετήσει τον Πινοσέτ.

Caszely- Pinochet_

Ο Καζέλι συμμετείχε και στην γελοία ρεβάνς με τους Σοβιετικούς, το πιο παθητικό παιχνίδι στην ιστορία, όπως το χαρακτήρισε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο αγώνας θα γινόταν στο στάδιο Νασιονάλ, τόπο συγκέντρωσης και μαρτυρίων αριστερών και προοδευτικών πολιτών της χώρας, που τώρα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε πραγματικό γήπεδο ποδοσφαίρου – εκεί είχε εκτελεστεί ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τσαρλς Χόρμαν ενώ όχι μακριά, στο στάδιο Τσίλε του Σαντιάγκο είχε χτυπηθεί μέχρι θανάτου ο Βίκτορ Χάρα. Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν να παίξουν στο γήπεδο, το αίτημα δεν έγινε δεκτό από την FIFA και δεν κατέβηκαν στο παιχνίδι· έτσι οι Χιλιανοί βγήκαν μόνοι τους στον αγωνιστικό χώρο, σκοράροντας σε άδεια εστία. Ο Καζέλι θυμάται πόσο φοβήθηκαν οι παίκτες βγαίνοντας σ’ έναν χώρο γνωρίζοντας πως πολλοί από τους φίλους του είχαν βασανιστεί και δολοφονηθεί.

Salvator Allente Carlos Caszely

Το ενδιαφέρον της Ρεάλ Μαδρίτης ατόνησε μόλις μαθεύτηκε πως ήταν υποστηρικτής του Αλιέντε ενώ το 1977 αποκλείστηκε από την Εθνική, κατόπιν πιέσεων του προέδρου της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας κι έχασε το (ούτως ή άλλως κατάπτυστο) Μουντιάλ του 1978. Έχει ήδη γίνει ο μισητός παίκτης της χιλιανής Δεξιάς. Όπως έγραψε ο ποιητής και δημοσιογράφος Χόρχε Μοντεαλέγκρε: Στη μνήμη μας, η υποστήριξη στον πρόεδρο Αλιέντε, στον Κορβαλάν, στην Γκλάντις Μαρίν και στον Βολόντια Τεϊτελμπόιμ στις τελευταίες ελεύθερες εκλογές της Χιλής ήταν τα πάντα. Η μεγάλη του αξία εντός και εκτός γηπέδων «κέρδισε» το μίσος της Δεξιάς. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; 

Ewald Lienen_

Αριστερό εξτρέμ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένας ήρωας της παιδικής μου ηλικίας: ο Έβαλντ Λίνεν, το εντεκάρι της Γκλάντμπαχ (με την ούτως ή άλλως εντυπωσιακή για μένα τότε ονομασία Borussia Muenchen Gladbach)· ένας δαιμόνιος ακραίος που κατηγορήθηκε για κομμουνιστική προπαγάνδα κι έτσι δεν έπαιξε ποτέ στην Εθνική Δυτικής Γερμανίας. Όταν έπαιζε στην Γκλάντμπαχ που θριάμβευε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μάζευε υπογραφές για να σώσει από την απόλυση έναν δάσκαλο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Από την ίδια εποχή θυμάται έναν πολιτικός που τον συμβούλευε να κοιτάει το ποδόσφαιρο και να μην ασχολείται με τα πολιτικά. Όσο θεριό ήταν ως έξω αριστερά τόσο σεμνός ήταν απέναντι στον κόσμο: αντί για αυτόγραφο μοίραζε κάρτα που έγραφε «η υπογραφή μου δεν αξίζει περισσότερο από την δική σας».

Maradona Boca_

Στην επαρχία Κοριέντε, στον τόπο δηλαδή της καταγωγής του, ο Μαραντόνα, έχτισε και συντηρούσε από το 1985 και για πολλά χρόνια, σαράντα σχολεία, πληρώνοντας ακόμα και τους δασκάλους, τα οποία στη συνέχεια τα παρέδωσε στο κράτος και τελικά, δυστυχώς, καταστράφηκαν. Ο Μαραντόνα είχε οργανώσει μια τεράστια εκδήλωση ενάντια στον Τζορτζ Μπους από το Μαρ ντελ Πλάτα, τετρακόσια χιλιόμετρα νότια του Μπουένος Άιρες ξεκίνησε μια σιδηροδρομική διαδήλωση· ο συρμός άρχισε μ’ ένα βαγόνι και σε κάθε σταθμό αποκτούσε ακόμα ένα, φτάνοντας στην πρωτεύουσα με ογδόντα βαγόνια. Τις ιστορίες του μας θυμίζει ο Χουάν Ραμόν Ρότσα, για να καταλήξει στον Λιονέλ Μέσι, «ένα παιδί με αριστερό τρόπο σκέψης και μεγάλη κοινωνική δράση στην Αργεντινή, η οποία δεν έχει γίνει ευρέως γνωστή» και στον Κάρλος Τέβεζ.

Carlos Tevez

Ο Τέβεζ, έχει δικαιωματικά τις δικές του σελίδες στο βιβλίο. Ο επονομαζόμενος Απάτσι, μεγάλωσε στο Φουέρτε Απάτσι, μια μικρή συνοικία στα δυτικά του Μπουένος Άιρες, με κάθε μορφής παράβαση στην ημερήσια διάταξή της. Εδώ η αστυνομία μπαίνει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ενώ το πιο εύκολο πράγμα είναι να προμηθευτεί κανείς μια δόση πάκο, ένα ευρέως διαδεδομένο ναρκωτικό που έχει καταστρέψει την ζωή αμέτρητων νέων. Η μαφία έχει τον πρώτο λόγο στην περιοχή αλλά δεν διανοείται να πειράξει τα παιδιά που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό. Ο Τέβεζ θυμάται πως έπρεπε να διαλέξει: εγκληματίας ή ποδοσφαιριστής. Και όταν τα κατάφερε δεν ξέχασε ποτέ στην ζωή του, γι’ αυτό και σε κάθε γκολ σηκώνει την μπλούζα του για να φανούν τα κοινωνικά μηνύματα και το όνομα της γειτονιάς που μεγάλωσε.

metin_kurt

Θέση στο βιβλίο έχουν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές και αγωνιστές όπως ο Τούρκος Μετίν Κουρτ που αγωνιζόταν στην δύσκολη τουρκική δεκαετία του ’70 και διώχτηκε από την Γαλατά Σεράι παρά τα έξι χρόνια που αγωνίστηκε μαζί της, με την κατηγορία πως προωθεί τους συμπαίκτες του προς ανατρεπτικούς δρόμους. Ο Κουρτ πήγαινε μετά την προπόνηση στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να βρει τα βιβλία που τον ενδιέφεραν· στον διεθνή αγώνα με την Μπάγιερν Μονάχου, το 1972, ο μαοϊκός Πωλ Μπράιτνερ τον κάλεσε να συζητήσουν για ποδόσφαιρο και πολιτική! Η κηδεία του ήταν ακριβώς αυτό που θα επιθυμούσε: γιορτή και διαδήλωση μαζί. Φυσικά δεν λείπει και η σχέση των Ζαπατίστας με την Ίντερ και ιδίως με τον Χαβιέ Ζανέττι, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί με αφορμή ένα κείμενο στο περιοδικό Humba! εδώ.

Socrates_

Ιδανικό της ζωής μου είναι ο ιδανικός σοσιαλισμός έλεγε ο Σόκρατες, που είχε ως δεύτερη ενασχόλησή του την πολιτική και ως μεγαλύτερο πολιτικό του δημιούργημα το αυτοδιαχειριστικό μοντέλο που καθιέρωσε στην ομάδα του την Κορίνθιανς. Η περίφημη Democrazia Corinthiana αποτελούσε ένα ιδανικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας μέσα στην ομάδα, όπου οι παίκτες ψήφιζαν με ανάταση του χεριού για μια σειρά θεμάτων, όπως η οικονομική διαχείριση, η στρατηγική του παιχνιδιού και το ίδιο το μενού! Θέση στην ευρεία ενδεκάδα έχουν και οι δικοί μας Νίκος Γόδας, Γιώργος Δεληκάρης, Νίκος Χρηστίδης και Βασίλης Χατζηπαναγής και βέβαια ο παλαιός των παλαιών Ανδρέας Μουράτης (Πήγα στον ΕΛΑΣ για να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι ίσοι).

Δεληκάρης

Εκτός από τους παίκτες υπάρχουν και οι ομάδες και τα σχετικά κείμενα αφορούν την προπολεμική Δυναμό Κιέβου στον περίφημο «αγώνα του θανάτου» το 1942, τον εξόριστο Ολυμπιακό της Μακρονήσου το 1948, τρία παραδείγματα ομάδων με σοσιαλιστικό προσανατολισμό: την Μπαρτσελόνα, την Γερμανική FC St. Pauli και την SC Corinthians του Σόκρατες και την σύγχρονή μας Hasta La Victoria Sempre, με τους Έλληνες ποδοσφαιριστές. Η ομάδα φτιάχτηκε για να συμπαραστέκεται στους απανταχού κατατρεγμένους κι έχει ταξιδέψει από την Παλαιστίνη μέχρι την Κούβα, έχει βρεθεί κοντά στους απεργούς εργάτες της Χαλυβουργικής, στους φυλακισμένους Κουβανούς, έχει συμμετάσχει στον αγώνα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, κι έφτασε μέχρι την αυτοδιαχειριζόμενη Μαριναλέδα. Έτσι εξηγείται, σκέφτομαι, γιατί απουσιάζει κάθε σχετική αναφορά από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά κανάλια.

socrates-democracia corinthiana_

Ο συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και η γραφή του είναι πράγματι δημοσιογραφική, με απλή γλώσσα και σύντομες παραγράφους. Αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλαισιώνουν τα κείμενα, που προλογίζει ο Νίκος Μάλλιαρης.

Στις φωτογραφίες: Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda [Foto: La Tercera, Biblioteca Nacional]

Εκδ. Καστανιώτη, 2015, σ. 177.

Δημοσίευση και σε mic.gr. / Βιβλιοπανδοχείο, 201, υπό τον τίτλο My left foot.

Στις εικόνες: Κάρλος Καζέλι με τα χέρια στις τσέπες μπροστά στον Πινοσέτ [Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda, La Tercera, Biblioteca Nacional], ο ίδιος δίπλα στον Αλιέντε, Ντιέγκο Μαραντόνα και Κάρλος Τέβεζ στην ύστατη τιμή – ζωγραφιές στον τοίχο, Μετίν Κουρτ, Σόκρατες, Γιώργος Δεληκάρης, Democrazia Corinthiana.

26
Νοέ.
15

Γκράχαμ Γκρην – Οι θεατρίνοι

ex_THEATRINOI_Graham Greene_polis

Η τραγικότητα μιας κοσμοπολίτικης αποικιοκρατίας

Γιατί βρισκόμουν εδώ; Βρισκόμουν εξαιτίας μιας καρτ – ποστάλ από τη μητέρα μου που θα μπορούσε άνετα να είχε χαθεί –  σε οποιοδήποτε καζίνο οι πιθανότητες δεν γίνονταν να είναι μεγαλύτερες. Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν αναπόσπαστα σε μια χώρα από την ώρα που γεννιούνται, που ο δεσμός τους παραμένει άρρηκτος από την ακόμα κι όταν την εγκαταλείπουν. Και υπάρχουν κι όσοι ανήκουν σε μια επαρχία, σε μια κομητεία, σε ένα χωριό, αλλά εγώ δεν μπορούσα να νιώσω το παραμικρό δέσιμο με τα εκατόν τόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από τους κήπους και τα βουλεβάρτα του Μόντε Κάρλο, μιας πόλης περαστικών. Μεγαλύτερο δεσμό αισθανόμουν εδώ, μ’ αυτή την εξαθλιωμένη χώρα του τρόμου, που διάλεξε για μένα η τύχη. [σ. 301]

Είναι οι φράσεις που εκφράζουν ιδανικά την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων που υποκρίνονται εαυτούς και άλλους στο θέατρο που διαδραματίζεται εδώ. Και είναι και μια μορφή εξομολόγησης που ακόμα κι όταν δεν μονολογεί όπως εδώ ο αφηγητής πάντα έχει στην άκρη της σκέψη του. Και πράγματι, ο κύριος Μπράουν, ιδιοκτήτης κληρονομηθέντος ξενοδοχείου στο Πορτ – ω – Πρενς, επιμένει να ζει στον τρομερό τόπο που του επιφύλαξε όχι μόνο η τύχη αλλά και ο ίδιος του ο περιπλανώμενος ψυχισμός.

Graham Greene 1

Τα διαπιστευτήρια και τα επισκεπτήρια των υπόλοιπων συμπαικτών του στο πολιτικό θέατρο του παράλογου αλλά και της μανιασμένης ατομικής φιλοδοξίας κατατίθενται εν πλω, στα καταστρώματα και στα σαλόνια της Μήδειας, ενός φορτηγού πλοίου που ταξιδεύει προς την Αϊτή. Δεν πρόκειται για μια φωτεινό, εξωτικό προορισμό, με τον οποίο έχει απατηλά ταυτιστεί στα συλλογικά υποσυνείδητα των Δυτικών, αλλά για την εφιαλτική δικτατορική επικράτεια του Ντυβαλιέ (Πάπα Ντοκ), των αρχών της δεκαετίας του ’60. Από την μία ο κύριος και η κυρία Σμιθ, πρώην υποψήφιο προεδρικό ζεύγος, δηλώνουν σταυροφόροι της χορτοφαγίας, υποστηρίζοντας ότι μπορεί πράγματι αυτή να εξαλείψει την βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς· από την άλλη ο «ταγματάρχης» κύριος Τζόουνς, αυτοαποκαλούμενος βετεράνος του πολέμου της Βιρμανίας, δηλώνει με κάθε τρόπο τον ριψοκίνδυνο αντικομφορμισμό του σ’ έναν κόσμο συμβιβασμένων.

Haiti

Αυτή η πρώτη τριμερής διάκριση μοιάζει τόσο ενδιαφέρουσα όσο και επίπλαστη: ο μοναχικός τυχοδιώκτης, ο ορθόδοξος, ειρηνικός χαρακτήρας και ο ανορθόδοξος πολεμιστής, όλοι με σκοτεινά παρελθόντα και αμφίβολα μέλλοντα, μοιάζουν να έχουν μοιράσει ρόλους και ιδιότητες υπό την καθοδήγηση του ενορχηστρωτή – του συγγραφέα ή της ίδιας τους της μοίρας. Είναι ακριβώς οι ίδιες οι συγκυρίες που τους έχουν πλάσει στην μορφή με την οποία εμφανίζονται τώρα στο ζοφερό νησί.

duvalier

Προτού δούμε ως σημερινοί πλέον αναγνώστες πώς λειτουργεί η γραφή του Γκρην εν έτει 2015, έχουμε ήδη προσκληθεί στην πάντα πειστική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα της ιστορίας του. Και σίγουρα οι σελίδες του καταστρώματος, όπου γίνεται και η πρώτη γνωριμία των ηρώων, έχουν πάντα μια γοητεία, αλλά είναι η ίδια η απόβαση στο νησί που ενεργοποιεί το μόνιμο, πηχτό σκοτάδι, στο οποίο έχει βουτήξει την χώρα το καθεστώς του Ντυβαλιέ. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τους στο έρημο ξενοδοχείο ενεργοποιεί ήδη τα αντανακλαστικά των σκοτεινών πολιτικών δυνάμεών αλλά και της ανεξέλεγκτης παρουσίας των παραστρατιωτικών του ομάδων. Οι τελευταίοι εκτός από δολοφονικές μηχανές, ακολουθούν μια παρά φύσιν βουντού δεισιδαιμονία που ενίσχυσε σε πιστούς και άπιστους υποτελείς ο διεφθαρμένος δικτάτορας. Άλλωστε οι ίδιες οι βουντού τελετές μοιάζουν να διαδραματίζουν μέγιστο ρόλο στην ιδιωτική και την δημόσια ζωή της Αϊτής.

Graham Greene 3

Ο αφηγητής γνωρίζει ότι στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή, το οποίο περνάει απαρατήρητο – και σίγουρα αυτό το σημείο αφορά και τον αδιέξοδο έρωτά του. Στην Αϊτή δεν τον περιμένει μόνο ένα έρημο ξενοδοχείο αλλά κι ένας εξίσου έρημος ερωτικός δεσμός, με την Μάρτα, σύζυγο ενός διπλωμάτη. Οι σελίδες που περιγράφουν τις συναντήσεις τους κάτω από το άγαλμα του Κολόμβου και αλλού είναι από τις πλέον κινηματογραφικές. Εγκλωβισμένη για χρόνια στο νησί, περιορισμένη από τις συνεχείς απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ματαιωμένη σε μια συμβιβασμένη συζυγική σχέση και σε μια δύσκολη μητρότητα, είναι η απόλυτα μοιραία γυναίκα για τον μοναχικό Μπράουν.

The-Comedians2

Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες προτού ξυπνήσω δυστυχισμένος σ’ ένα δωμάτιο με κλιματισμό στη Δυτική 44η οδό της ΝέαςΥόρκης, αφού ονειρεύτηκα ένα κουβάρι από χέρια και πόδια σ’ ένα Πεζώ και ένα άγαλμα που ατένιζε τη θάλασσα. Τότε συνειδητοποίησα πως αργά ή γρήγορα θα γύριζα πίσω, όταν το πείσμα μου ξεθύμαινε, η επιχειρηματική μου συμφωνία αποτύχαινε, και αντιλαμβανόταν ότι μισή φραντζόλα ψωμί φαγωμένη μέσα στον φόβο ήταν προτιμότερη από την απόλυτη ένδεια. [σ. 134]

François Duvalier, May 1957, Haiti.

Ο «στρατιωτικός» (που σύμφωνα με τον αφηγητή μιλάει μια παράξενη, ξεπερασμένη αργκό ξεπερασμένη, σα να την έχει μελετήσει στην παλιά έκδοση κάποιου λεξικού) πηγαίνει ακόμα πιο μακριά βήματα στο θράσος και την αυτοπεποίθηση, ξεχνώντας ότι ακριβώς ο πολεμικός – στρατιωτικός χαρακτήρας του καθεστώτος ετοιμάζεται να τον απορροφήσει μοιραία και οριστικά. Το παρολίγον προεδρικό ζεύγος δεν επέχει θέση κομπάρσου. Το ταξίδι τους σχετίζεται με την ιδέα μιας χορτοφαγικής και ευρύτερα οικολογικής επένδυσης: μια σχετική επιχείρηση στην φαραωνική πόλη Ντυβάλιεβιλ. Το κέντρο χορτοφαγίας σχεδιάζεται να κατασκευαστεί σύμφωνα με ένα σχέδιο – απάτη, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση παρέχει εγγύηση για τους μισθούς των εργατών, οι οποίοι θα πληρώνονται πολύ λιγότερο, προτού απολυθούν στο τέλος του μήνα, αφήνοντας το γιαπί έρημο και τους μισθούς στην τσέπη των επιτήδειων, μέχρι να προσληφθεί νέα φουρνιά αργότερα για να ολοκληρώσει το έργο. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο πρώιμα εκφράζει ο συγγραφέας την σύγχρονη παγιωμένη κατάσταση των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων».

Graham Greene 4Ίσως είναι περιττό να τονιστεί ότι εδώ ο Γκρην γράφει όπως πάντα και διαβάζεται ως ο παλιός καλός λογοτέχνης που κατασκευάζει δομές ως επιδέξιος αρχιτέκτων, αυξομειώνει ρυθμούς ως πεπειραμένος μαέστρος, ζευγαρώνει και τριπλοζευγαρώνει ιστορίες ως ικανός συγγραφέας. Και φυσικά στήνει την πλοκή  με αληθινά γεγονότα ακόμη και με πρόσωπα που γνώρισε κατά την παραμονή του στο νησί. Ο Μπράουν αποτελεί το άλτερ έγκο του. Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εργαστηριακή του εισαγωγή, το «εγώ» δεν είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας· μείζονες και ελάσσονες ήρωες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά που συγχωνεύτηκαν στο μαγειρείο του ασυνείδητου και επανεμφανίζονται αγνώριστα, ώστε ούτε ο ίδιος ο μάγειρας δεν τα αντιλαμβάνεται.

haiti - 1951

Ο κοσμοπολιτισμός και η αναζήτηση μιας άλλης ζωής στα πέρατα του ασφαλούς κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος. Στην άλλη πλευρά αποτυπώνεται η βουλιμική επιθυμία του δυτικού ανθρώπου να κυριαρχήσει σε μια χώρα – πείραμα. Η Αϊτή είναι ένα πεδίο ανοιχτό στα πάντα, συνεπώς και στα δικά τους μεγαλεπήβολα επιχειρηματικά και άλλα σχέδια. Πιστεύουν ότι θα είναι ευπρόσδεκτοι, εφόσον δεν προτίθενται να εναντιωθούν στο καθεστώς αλλά να επενδύσουν στις παρυφές μιας νέας χώρας υπό ανάπτυξη. Μόνο που στην Αϊτή του διεστραμμένου «δόκτορος» Ντυβαλιέ είναι αδύνατον η νύχτα να γίνει πιο σκοτεινή και σύντομα θα διαψευστούν. Κάποιος θα βρεθεί πρόωρα στην φυλακή, κάποιος άλλος δεν θα αντέξει για πολύ την νομιμοφροσύνη του στο καθεστώς. Άλλη μια πολιτικά αφυπνισμένη μορφή ετοιμάζεται να προστεθεί στην σχετική πινακοθήκη.

haiti direct

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, σελ. 398. Με 193 σημειώσεις της μεταφράστριας [Graham Greene, The Comedians, 1966].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, χειμώνας 2015 – 2015.

Στις εικόνες: H Αϊτή στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ο δικτάτορας σε ελενίτ αυλή και σε γραμματόσημο, ο συγγραφέας και ο δίσκος Haiti Direct: Big Band, Mini Jazz & Twoubadou Sounds, 1960-1978, μια ιδανική εισαγωγή στην Αϊτινή μουσική πριν και κατά την διάρκεια των καθεστώτων του Ντυβαλιέ.

14
Απρ.
15

Roberto Bolaño – Το τρίτο Ράιχ

BOLANO-TRITO RAIX

Δεύτερος Παγκόσμιος Χαρτοπόλεμος

Γιατί μερικές φορές φοβάμαι τόσο πολύ; Και γιατί όσο πιο πολύ φοβάμαι τόσο το πνεύμα μου φαίνεται να φουσκώνει, να ανυψώνεται και να παρατηρεί τον πλανήτη ολόκληρο από ψηλά;[…] Μήπως στην πραγματικότητα θέλω να δραπετεύσω μαζί με την Ίνγκεμποργκ και όχι μόνο από ετούτο εδώ το χωριό και από τη ζέστη αλλά από αυτό που το μέλλον μας επιφυλάσσει, από τη μετριότητα και την ανοησία; Κάποιοι άλλοι ηρεμούν με το σεξ ή με τα χρόνια. Για τον Τσάρλυ αρκούν τα πόδια και βυζιά της Χάννα. Μένει ήσυχος. Εμένα, αντιθέτως, η ομορφιά της Ίνγκεμποργκ με αναγκάζει να ανοίγω τα μάτια μου και να χάνω τη γαλήνη μου. [σ. 107 – 108]

Αυτός που αναρωτιέται εξομολογούμενος τον φόβο του είναι ο νεαρός Γερμανός Ούντο Μπέργκερ· η Ίνγκεμποργκ είναι η φίλη του, με την οποία μοιράζονται τις διακοπές τους, το ζεστό χωριό βρίσκεται στην ακτή της καταλανικής Κόστα Μπράβα. Ο Ούγκο επέλεξε ως κατάλυμά τους το ίδιο ισπανικό ξενοδοχείο όπου μικρός πήγαινε διακοπές με τους γονείς. Και το Τρίτο Ράιχ; Πρόκειται για ένα από τα επιτραπέζια παιχνίδια πολεμικής στρατηγικής που αποτελούν μέγιστη εμμονή του ήρωα. Πρωταθλητής της χώρας του στο παίγνιο της αναπαράστασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί, ο Ούγκο επιλέγει να μένει κλεισμένος στο δωμάτιο για να μελετάει.

 5259_003 - copia.jpg

Το επιτραπέζιο αυτό παιχνίδι καθορίζει οριστικά τις ζωές των παικτών του, άρα και του ήρωα. Οι νεωτερικές προσλήψεις του ευρηματικού αυτού θέματος είναι πολλαπλές. Από την μία η προσήλωση σε σημείο εμμονής και η τελική ιδεοληψία του παίκτη, μοιάζουν να αντιστοιχούν με την σύγχρονη διαδικτυακή εξάρτηση, όχι μόνο ως προς τα εξωτερικά στοιχεία αλλά και την ίδια την διάβρωση του ψυχικού. Ύστερα από τις αναπόδραστες, πολύωρες εμπλοκές μας με την ηλεκτρονικότητα, είμαστε πλέον άλλοι· το ίδιο και ο Ούγκο, καθώς βυθίζεται στο ταμπλώ του δικού του χάρτινου πολέμου.

Αλλά είναι μια άλλη παράμετρος που αιχμαλωτίζει τους παίκτες αυτών των παιγνίων και συνακόλουθα εμάς που τους ακολουθούμε: με τις κάρτες του Τρίτου Ράιχ μπορεί κανείς έστω και φαντασιακά να αλλάξει την Ιστορία. Κι έτσι ο Ούγκο – ήμασταν σχεδόν βέβαιοι – επιλέγει να πάρει το μέρος των Γερμανών, ώστε να αποφύγει τις στρατιωτικές ήττες και να καταφέρει να βγει νικητής τους. Την προσωπική του ιστορία όμως μπορεί να την αλλάξει κανείς, όταν έρχεται με τα φάσματα του απρόσμενου και του κακού;

Bolano 6

Είναι ο ίδιος Μπολάνιο που καταγράψαμε σε αυτό εδώ το ημερολόγιο στo Μακρινό Αστέρι, στα Τηλεφωνήματα, στους Άγριους Ντέτεκτιβ και στο 2666. Η λογοτεχνική του επικράτεια μας είναι πια οικεία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μας είναι και διαρκώς άγνωστη και απρόβλεπτη. Απλώς γνωρίζουμε τις σαγήνες της: είναι η αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής, η ανάγκη της επιφυλακής ακόμα και σ’ εμάς τους αναγνώστες, η βεβαιότητα πως οι όποιες χαρές θα είναι σύντομες και πως κάτι αναπότρεπτο θα ανατρέψει την κανονική ζωή. Ακόμα και οι απλές καθημερινές συγκυρίες γιγαντώνονται όταν ειδωθούν από μια άλλη σκοπιά: όταν, για παράδειγμα, ο Ούγκο ζητάει επιτακτικά ένα μεγάλο τραπέζι για να στρώσει τον χαρτοπόλεμό του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της έλλειψης κατανόησης και της ειρωνείας των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. 

Ο περίγυρος του ζεύγους είναι ένας άλλος τυπικός μπολανιακός κύκλος. Περίεργοι και πιεστικοί, ανησυχητικοί και σκοτεινοί, κάποτε αγενείς και επιθετικοί. Δεν είναι τόσο το φιλικό ζεύγος άλλων δυο παραθεριστών, των Τσάρλι και Χάννα, όσο οι δυο περιφερόμενοι Ισπανοί, ο Λύκος και το Αρνί που μοιάζουν να δημιουργούν κάποιο κλοιό. Αλλά η καθοριστική παρουσία σε αυτό το απροσδιόριστο αντίπαλο δέος είναι η γλυπτή μορφή του Καμένου· αυτός ο αινιγματικός ενοικιαστής των θαλάσσιων ποδηλάτων στην παραλία, που σέρνει σαν υπνωτισμένος τα θαλάσσια ποδήλατα από την θάλασσα προς τον μικρό περιχαραγμένο το χώρο και από εκεί πάλι προς τη θάλασσα. Σαν προτομή από ελαφρόπετρα, παραμορφωμένος από τον ήλιο, εγκαυμένος και αινιγματικός, αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περιπαθής αντιναζιστής αλλά κι ένας πρόθυμος και ικανός αντίπαλος στην επί χάρτου πολεμική. Αυτός θα είναι ο ιδανικός παίκτης στην άλλη πλευρά των μαχών.

Bolano Roberto_by_mortrel 

Ακόμα κι όταν περιγράφει καταστάσεις γνώριμες και οικείες, υπάρχει πάντα μια αδιευκρίνιστη σκιά ανησυχίας στην πίσω πλευρά. Ακόμα και οι ξαφνικές νεροποντές στο καυτό θέρετρο δημιουργούν έναν άλλο, άγνωστο κόσμο. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη βροχή, δείχνουν ξένοι, βυθισμένοι σε άλλου είδους καθημερινότητα. Το νερό που στάζει από τα σκίαστρα μοιάζει κι αυτό να σκοτεινιάζει την επίπλαστη φωτεινότητα του τοπίου. Το ίδιο και τα πρόχειρα κατασκευασμένα τεράστια εργοστάσια κεραμικών στη άκρη του δρόμου, που φωτισμένα το βράδυ αποκάλυπταν πίσω από τους φράχτες αμέτρητα πιθάρια και φτηνές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, ψεύτικα είδη λαϊκής τέχνης παγωμένα σε κάποια ώρα που δεν ήταν ούτε της ημέρας ούτε της νύχτας…

Στις απουσίες της….συλλογίζομαι τα σκοτεινά πεπρωμένα της άμορφης μάζας και των ασαφών προσώπων ολόγυρά μου. [σ. 20]. Φυσικά υπάρχει ο έρωτας. Ακόμα κι όταν κλείνεται στο δωμάτιο, ο Ούγκο φροντίζει να παρακολουθεί από το παράθυρο την Ίνγκεμποργκ, καθώς κολυμπάει στην παραλία ή συνομιλεί με κάποιους ενοχλητικούς άντρες. Μέρος της αγάπης τους είναι να ανέχεται τα τηλεφωνήματα που εκείνη δέχεται μέσα στη νύχτα. Γνωρίζει ότι ο έρωτας είναι ένα πάθος που αποκλείει όλα τα άλλα, αλλά έχει διακαή πόθο να συμβιβάσει το πάθος του για την Ίνγκεμποργκ με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι. Κάποιες αποδράσεις, εκτός από τις αναπόφευκτες εξόδους μαζί της, γίνονται εντός του ξενοδοχείου, όπου ξαναβρίσκει την Γερμανίδα ιδιοκτήτρια Έλζε, πόθο των παιδικών του χρόνων, με την οποία συνάπτει μια εξίσου αινιγματική διαλογική σχέση. Σαγηνεύεται από αυτό το κάτι, το δίχως όνομα που εκπέμπει η φράου Έλζε, που αιχμάλωτη, ανάμεσα σε δυο σχέσεις αφοσίωσης, έριχνε την ενοχή στην ίδια την ομορφιά της για τα βάσανα που περνούσε. «Όμορφη, απόμακρη, εξόριστη».

 Bolano 5

Το αλλόκοτο ενδιαίτημα που φτιάχνει από τα θαλάσσια ποδήλατα ο Καμένος, σαν κάστρο στην παραλία, ζώντας εκεί μέσα, πιθανώς παρακολουθώντας τους πάντες. σαν μια παράγκα ενός αγριμιού, η εξαφάνιση του Τσάρλυ στη θάλασσα, η διαδοχική αναχώρηση των Χάννα και Ίνγκεμποργκ, το ταμπλώ με τον χάρτη της Ευρώπης, τα ειδικά περιοδικά και τα φανζίν των στρατηγικών παιχνιδιών (άλλη μια μπολανιακή μανία), οι εξονυχιστικές περιγραφές τακτικών και μαχών, η μαθητεία του Καμένου στο παιχνίδι και του Ούγκο στον Καμένο, όλα τραβούν τον αναγνώστη στον παράξενο κόσμο τους, ακόμα κι αν η πλοκή παραμένει φευγαλέα και διαρκώς φευγάτη.

Έχει τις μανίες του όπως όλος ο κόσμος. Εξάλλου όλοι έχουν κάποια μανία. [σ. 115]

Το μυθιστόρημα βρέθηκε στα συρτάρια του συγγραφέα, προφανώς ημιτελές και πιθανώς χωρίς το τελευταίο φινίρισμα στα ύστατα σημεία της ιστορίας. Από τα παλαιότερα έργα του συγγραφέα [1989], εκδόθηκε ως είχε μετά τον θάνατό του. Είναι γραμμένο ως ημερολόγιο του ήρωα, από 20 Αυγούστου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, με μια τελευταία εγγραφή στις 20 Οκτωβρίου και περικλείει όπως και τα άλλα του βιβλία, την ολόδική του λεπτομερέστατη, μαγνητική, αμφίσημη, ατμοσφαιρικότατη γραφή. Μια γραφή πάντα παιγνιώδη, ακόμα κι όταν αφορά ένα παιχνίδι. Γιατί «το παιχνίδι είναι πάντα μια σύγκρουση». Και ποτέ άλλοτε ζωή και παιχνίδι – με την απόλυτα σοβαρή σημασία – δεν ήταν τόσο ασφυκτικά κοντά.

Bolano 4

Εκδ. Άγρα, 2013, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 398 σελ. [El Tercer Reich, 1989/2010].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr. Βιβλιοπανδοχείο, 181. / The world that summer.




Ιουνίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 925,020 hits

Αρχείο

Advertisements