Posts Tagged ‘Λατινική Αμερική

29
Δεκ.
19

Carlos Fuentes – Κόμης Vlad

«Όλα πρέπει να έχουν μια εξήγηση, λέει ο επιστήμονας μέσα μου· όλα πρέπει να έχουν μια φαντασία, λέει ο ματαιωμένος άνθρωπος των γραμμάτων που είμαι. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαποκλείονται», έγραφε ήδη από το 1990 ο Φουέντες σε μια ιστορία του από την συλλογή του Κονστάντσια και άλλες ιστορίες για παρθένους (σ. 69, βλ. παρουσίαση του βιβλίου εδώ) και, πράγματι, αυτή η αλληλένδετη δυαρχία δεν έπαψε να εμποτίζει το σύνολο του έργου του μέχρι και το τελευταίο του βιβλίο. Εδώ βρισκόμαστε στο πρότελευταίο του, και στην ουσία, αν οι διαδικτυακές πληροφορίες είναι σωστές, το τελευταίο που είδε τυπωμένο.

Ο Φουέντες έφτασε σε εκπληκτικά επίπεδα πρόζας και μυθοπλασίας τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όπως έγραφα με αφορμή ένα από τα έργα αυτής της «ύστερης» εποχής του, το έξοχο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες, η γραφή του, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα – έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών.

Εδώ αφήνει στην άκρη τις μεγάλες συνθέσεις και την νεωτεριστική γραφή αλλά εμμένει στην καταγραφή της έκπτωσης του μεξικανής ανθρωπότητας και της αθλιότητας των οικογενειών της. Αλλά το όχημά του είναι το πλέον αναπέντεχο: το γοτθικό μυθιστόρημα εν γένει και ένας από τους χαρακτήρες – εμβλήματα του είδους: ο Κόμης Δράκουλας, όπως παραδόθηκε από την πένα του Μπράμ Στόουκερ και των επίγονών του. Η αινιγματική στροφή του συγγραφέα στο πολυγραφημένο και χιλιοπαιγμένο σύμβολο έχει την εξήγησή της: αν ο Φουέντες εμμένει στην απεικόνιση του σύγχρονου εξαθλιωμένου Μεξικού, τότε η επανανάγνωση κάθε μύθου μπορεί να το φωτίσει ακόμα περισσότερο. Κι αν ο ιστορικός και λογοτεχνικός Βλαντ έπινε το αίμα των υπηκόων του για να συνεχίσει να υπάρχει, ποιοι παίρνουν την θέση του αν όχι οι πολιτικοί και οικονομικοί άρχοντες της χώρας του;

Η σύγχρονη Πόλη του Μεξικού κατοικείται από δέκα εκατομμύρια λουκάνικα αίματος, διατείνεται ο αφηγητής Ιβ Ναβάρο εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του παντοδύναμου Ελόι Σουρινάγα και απολαμβάνει μια «επιτυχημένη» οικογενειακή και συνεργατική επαγγελματική ζωή με την σύζυγό του κτηματομεσίτρια Ασουνσιόν. Η μικρή του κόρη Μαγδαλένα συμπληρώνει την αίσθηση της επάρκειας, ενώ ένα αδικοχαμένο δωδεκάχρονο αγόρι, ο Ντιντιέ, αποτελεί την μόνιμη μαύρη τρύπα της. Ο Σουρινάγα, που «σε κανέναν δεν επέτρεπε να διαβλέψει ασήμαντο μέλλον για το παροδικό πολιτικό του μεγαλείο», ένας ισχυρός, μαγνητικός άντρας που θαρρείς και ρυθμίζει την πνευματική θερμοκρασία όσων βρίσκονται γύρω του, ζει έγκλειστος σ’ ένα σπίτι, διακοσμημένο με τα αγωνιώδη χαρακτικά του Μεξικανού Χουέλιο Ρουέλας και τους εφιαλτικούς πίνακες του Ελβετού Χένρι Φιούζελι «ειδικού στις παραμορφώσεις και στο πάντρεμα της συνουσίας με τη φρίκη, της γυναίκας με τον φόβο…».

Εκεί προσκαλεί και σχεδόν προστάζει τον υφιστάμενό του να ανταποκριθεί στις επιθυμίες ενός νέου γηραιού πελάτη που ονομάζεται Βλαντ και κατάγεται από την Τρανσυλβανία. Διωγμένος από «τους φασίστες από την μια και τους κομμουνιστές από την άλλη», o Βλαντ αναζητά ένα σπίτι με ορισμένες ιδιαιτερότητες για να στεγάσει τον ίδιο και την μικρή του κόρη. Η Ασουνσιόν το βρίσκει σε μια ανηφορική γειτονιά και μοιάζει μοντέρνο μοναστήρι· ο ιδανικός χώρος για ένα ιδιόμορφο βασίλειο έχει βρεθεί.

Η ζωή, Ναβάρο! Είναι ζωή αυτό το σύντομο πέρασμα, αυτή η τρεχάλα από την κούνια ως τον τάφο; […] Από πού μας έρχονται αυτές οι ανεξήγητες λύπες; Πρέπει να έχουν έναν λόγο, μια προέλευση. Είμαστε λαοί εξαντλημένοι, τόσες εσωτερικές συγκρούσεις, τόσο ανώφελα χυμένο αίμα. Πόση μελαγχολία! Όλα περιέχουν το σπέρμα της φθοράς. Στα αντικείμενα ονομάζεται παρακμή. Στους ανθρώπους, θάνατος. [σ. 38]

Οι περισσότερες από τις συμβάσεις του κλασικού γοτθικού μυθιστορήματος βρίσκονται εδώ· το ίδιο και οι αινιγματικές συνομιλίες, η ατμόσφαιρα της ανησυχίας, η υποβλητικότητα των χώρων και η αναπότρεπτη κληρονομιά του παρελθόντος (Κατάγεστε από μια μεγάλη οικογένεια, εγώ από μια άγνωστη φυλή. Εσείς έχετε λησμονήσει όσα ήξεραν οι πρόγονοί σας. Εγώ αποφάσισα να μάθω όσα αγνοούσαν οι δικοί μου). Ο Φουέντες προσθέτει τις ενοχές των μεξικανών αποίκων (Είμαστε όλοι άποικοι στην Αμερική. Οι μοναδικοί παλιοί αριστοκράτες είναι οι Ινδιάνοι) και τις κυνικές αποστροφές των κυρίαρχων (Οι πόλεμοι απλώς αποτελειώνουν ό,τι είναι νεκρό), και όλα αυτά με την απλούστερη δυνατή γραφή και μια γυμνή σαφήνεια που δεν αφήνει χώρο σε γλωσσικούς ή άλλους πειραματισμούς.

Ακόμα κι αν δεν διαθέτει κανείς ευρύτερη γνώση του έργου του Φουέντες, μπορεί από τις χαραμάδες της ολοένα και εφιαλτικής ατμόσφαιρας του έργου να αντιληφθεί πως το αιχμηρό εξάγωνο του ζευγαριού, των δυο γερόντων και των δυο μικρών κοριτσιών δεν περιορίζεται στην γνωστή αιμορραγική ιστορία. Ακριβώς αυτή η ιστορία προσφέρεται για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την σύγχρονη μεξικανική κατάσταση: Οι γέροντες ως επικυρίαρχοι άρχοντες, αθάνατοι μέσα στην συνεχή κληρονομικότητά τους, το ζεύγος των αστών που αρκείται στην ευδαιμονία του και ξυπνάει μόνο όταν αυτή απειληθεί (είναι ενδεικτικό ότι ο Ναβάρο μοιράζεται νύχτες πάθους με την Ασουνσιόν αλλά μένει πάντα με την αμφιβολία της ηδονής της και με την συνεχή ανησυχία ξένων ματιών πάνω τους), τα παιδιά ως απόλυτα θύματα σε μια χώρα που οι αρχές δεν νοιάζονται ποτέ για τους αγνοούμενους, τους νεκροζώντανους και τους νεκρούς.

Μένει να διαβάσουμε το «μεταθανάτιο» μυθιστόρημά του, Ο Νίτσε στο μπαλκόνι  – θα είναι άραγε η ύστατη διαθήκη του συγγραφέα, ή τα είχε ήδη όλα πει με τα προηγούμενα βιβλία του και το περίφημο Terra Nostra, που έχει ήδη μεταφραστεί από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο αλλά παραμένει ανέκδοτο στα καθ’ ημάς;

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 123 [Carlos Fuentes, Vlad, 2010]

Στις εικόνες: Jason Montoya – Μina Harker and Dracula, Max Ernst – The Vampire’s Kiss, Julio Ruelas, La Crítica.

26
Μάι.
19

Rodolfo Walsh – Επιχείρηση Σφαγή

Η λογοτεχνία της πραγματικότητας και της καθαρής συνείδησης

Δέκα χρόνια πριν το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε, ήταν ο Αργεντινός Ουόλς που επινόησε την «μη μυθοπλαστική πεζογραφία», την αφήγηση πραγματικών γεγονότων με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας» [1]. Το βιβλίο του είχε μεγάλη επίδραση στην κοινωνική ιστορία μιας χώρας, σώζοντας ανθρώπινες ζωές και συμβάλλοντας σε σημαντικές ανατροπές στην κοινωνική και την πολιτική ζωή.

Η πρώτη είδηση για τις μυστικές εκτελέσεις της 9ης Ιουνίου 1956 από την «Απελευθερωτική Επανάσταση», όπως ονομαζόταν η πραξικοπηματική κυβέρνηση του Αραμπούρου, βρίσκει τον συγγραφέα να παίζει σκάκι σε ένα καφέ της Λα Πλάτα. Έξι μήνες μετά κάποιος τον πληροφορεί πως «ένας εκτελεσμένος ζει» και τον βγάζει από τις κατά Έλιοτ «τρυφερές, ήρεμες εποχές». Δεν μπορεί πια να επιστρέψει στο αγαπημένο του σκάκι· είναι αδύνατο να κάνει πίσω.  Γράφει την ιστορία εν θερμώ, για να μην προλάβουν άλλοι την μοναδική δημοσιογραφική αποκλειστικότητα. Προς μεγάλη του έκπληξη, όμως, κανείς δεν ήθελε να την εκδώσει, ούτε καν να γνωρίζει οτιδήποτε. Ένας δηλωμένος νεκρός που μιλάει δεν είναι περιζήτητος στους εκδότες και αντιμετωπίζεται με την πιο μαζική αδιαφορία. Ήταν λες και αυτή η ιστορία δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά. Εντούτοις τυπώνεται ανυπόγραφα και φτάνει σε δέκα χιλιάδες ανώνυμα χέρια, ενώ αργότερα δημοσιεύεται στο περιοδικό Mayoria και εκδίδεται στο εν λόγω βιβλίο.

Η αφήγηση χωρίζεται σε τρία μέρη: τα πρόσωπα, τα γεγονότα, οι αποδείξεις. Τα πρόσωπα μοιράζονται σε δυο διαμερίσματα. Στο μπροστινό διαμέρισμα διαμένει ο ηλεκτρολόγος Οράσιο ντι Τσιάνο με την οικογένειά του και σύντομα έρχεται να του κάνει συντροφιά ο Γιούντα ή κύριος Λίντο, πωλητής σε υποδηματοποιείο. Στο πίσω διαμέρισμα μαζεύονται διάφοροι  άντρες για να παίξουν χαρτιά και να ακούσουν μαζί από το ραδιόφωνο έναν σημαντικό αγώνα. Είναι ο περονιστής Νικολάς Καράνσα, άνεργος και φυγόδικος «επειδή μοίραζε προκηρύξεις»· ο  σιδηροδρομικός Φρανσίσκο Γκαριμπότι «που βρέθηκε εκεί που βρέθηκε εξαιτίας της περιέργειας, της αδράνειας ή του ενδιαφέροντός του για την ζωή»· ο απόστρατος του Ναυτικού Ροχέλιο Ντίας· ο Καρλίτος Λισάσο, γόνος αντιπολιτευόμενης οικογένειας· ο Μάριο Μπριόν, προϊστάμενος σε ένα εμπορικό τμήμα· ο οδηγός λεωφορείων Χουάν Κάρλος Λιβράγα, ο Βισέντε Ροδρίγκες, αχθοφόρος στο λιμάνι, περονιστής· ο φυγόδικος πωλητής οικοπέδων Νορμπέρτο Γκαβίνο που περιμένει εναγωνίως να ακούσει την είδηση της επανάστασης από το ραδιόφωνο, μια είδηση που δεν έρχεται ποτέ, όπως και ο νοικάρης του διαμερίσματος Χουάν Κάρλος Τόρες, που περιμένει μια επαφή που δεν γίνεται. Είναι δύσκολο να βρεθεί μάρτυρας που να τους θυμάται όλους.

Κάπου αλλού φουντώνει η αληθινή εξέγερση. Ο ηττημένος περονισμός επιχειρεί να ξαναπάρει την εξουσία: στρατιωτικοί καταλαμβάνουν στρατόπεδα και σχολές, και ομάδες πολιτών τα κέντρα της τηλεφωνίας. Η διακήρυξη που υπέγραφαν οι στρατηγοί Βάγε και Τάνκο δικαιολογούσε την ανταρσία με μια επακριβή περιγραφή της κατάστασης (μια ωμή και ανελέητη τυραννία, διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες) και πρότεινε κριτική επιστροφή στον Περόν και διαφανείς εκλογές με την συμμετοχή όλων των κομμάτων. Σύντομα γίνονται ανακαταλήψεις και οι εξεγερμένοι χάνουν την μάχη με τον χρόνο.

Όταν φτάνει η αστυνομία κανείς δεν προβάλει την παραμικρή αντίσταση. Ο διοικητής Φερνάντες Σουάρες, φορώντας την στολή του Στρατού της Αργεντινής, εισβάλει με ένα περίστροφο στο χέρι, χτυπώντας και ουρλιάζοντας «Πού είναι ο Τάνκο;» Είναι η πρώτη φορά που ακούν το όνομα του στασιαστή στρατηγού. Συλλαμβάνονται ακόμα ο αξιωματικός της αστυνομίας και αργότερα ιδιοκτήτης εργαστηρίου συστημάτων ψύξης Χούλιο Τρόξλερ και ο ιδιοκτήτης ενός συνεταιρικού εμπορικού Ρεΐνάλντο Μπεναβίδες που έρχονται να ψάξουν κάποιο φίλο. Τους στοιβάζουν μαζί με τρεις τυχαίους περαστικούς σ’ ένα λεωφορείο που επιτάχθηκε εκείνη την στιγμή, χωρίς να γνωρίζουν για ποιο λόγο τους έπιασαν και πού τους πάνε. Το πρώτο στάδιο της Επιχείρησης Σφαγή ήταν γρήγορο. Η ώρα είναι 23.30 και η Κρατική Ραδιοφωνία παίζει Ραβέλ και Στραβίνσκι.

Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην Περιφερειακή Διοίκηση της Αστυνομίας όπου ο αρχηγός Μορένο τους παίρνει ό,τι έχουν πάνω τους και λαμβάνει εντολή για την εκτέλεσή τους. Στις 0:32 η Κρατική Ραδιοφωνία μεταδίδει το διάταγμα της κήρυξης του στρατιωτικού νόμου. Οι εκτελεστές χρησιμοποιούν ακατάλληλα όπλα και οι μισοί καταδικασμένοι αποφεύγουν τις σφαίρες. Τώρα ο συγγραφέας πρέπει να συγκολλήσει δώδεκα ή δεκατρία σπασμένα κομμάτια πανικού σε μια ενιαία αφήγηση. Ο Οράσιο μένει ακίνητος για ώρες, παριστάνοντας τον νεκρό, ο Γκαβίνο τρέχει σε χωματόδρομους σε σιδηροδρομικές γραμμές μέχρι να χωθεί σ’ ένα λεωφορείο, ο Γιούντα κρύβεται στον κήπο ενός σπιτιού και αργότερα φεύγει σ’ ένα τρένο, ο Τρόξλερ περπατάει για έντεκα ώρες στην περιφέρεια του Μπουένος Άιρες μέχρι να βρει ασφαλές κατάλυμα. Άλλοι σπεύδουν στην πρεσβεία της Βολιβίας για άσυλο.

Για τον τραυματισμένο Λιβράγα αρχίζει μια συνεχής εναλλαγή φόβου και σωματικού πόνου που σταδιακά ταυτίζονται. Ένας ευσυνείδητος αξιωματικός τον πηγαίνει στο νοσοκομείο όπου οι νοσοκόμες, ρισκάροντας την δουλειά τους, τον προστατεύουν με κάθε δυνατό τρόπο. Εντοπίζεται και φυλακίζεται χωρίς ιατρική περίθαλψη. Οι γονείς του στέλνουν τηλεγράφημα στον Αραμπούρου για να τον διαβεβαιώσουν για το λάθος αλλά εκείνος είναι ανένδοτος. Όμως ο Λιβράγα καταθέτει «μήνυση κατά παντός υπευθύνου» για απόπειρα δολοφονίας. Η αστυνομική απόδειξη παραλαβής των πραγμάτων του, που κρατούσε ως κόρη οφθαλμού, θα αποτελέσει βασικό τεκμήριο στη δίκη. Ο Γιούντα είναι ο δεύτερος επιζών που αποφασίζει να μιλήσει.

Η αναφορά του στρατηγού Σουάρες αποτελεί από μόνη της απόδειξη ενοχής: στις 9 Ιουνίου 1956, προτού τεθεί σε ισχύ ο στρατιωτικός νόμος, συνέλαβε μια ομάδα ανθρώπων, που δεν συμμετείχαν σε καμία εξέγερση ούτε αντιστάθηκαν στην σύλληψη, και χωρίς απαγγελία κατηγορίας και χωρίς υπεράσπιση και δίκη, διέταξε την εκτέλεσή τους, και παρά την συνταγματική κατάργηση της θανατικής ποινής για πολιτικούς λόγους. Τα παραπάνω γεγονότα η κυβέρνηση προσπάθησε συστηματικά να τα διαψεύσει ή να τα διαστρεβλώσει. Οι συγκεντρωμένες αποδείξεις όμως του συγγραφέα έπειτα από μήνες έρευνας του επέτρεψαν να κατηγορήσει τον Φερνάντες Σουάρες για δολοφονία. Η έρευνα του, περισσότερο λεπτομερής από εκείνη του εισαγγελέα, περιλάμβανε και υπογεγραμμένες μαρτυρίες τριών επιζώντων που βρίσκονταν στην Βολιβία, εκατοντάδες συνομιλίες με μάρτυρες και συγγενείς των θυμάτων και το φωτοαντίγραφο του Βιβλίου Εκφωνητών της Κρατικής Ραδιοφωνίας, όπου αποδεικνυόταν η ακριβής ώρα κήρυξης του στρατιωτικού νόμου.

Η κατάθεση του αστυνομικού διευθυντή Μορένο υποστήριξε ότι σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης το αρχηγείο υπόκειται ευθέως στις διαταγές του στρατού. Στριμωγμένος πλέον ο  Σουάρες ζήτησε την υποστήριξη του Αραμπούρου και οι εφημερίδες σίγησαν: η κοινή γνώμη ποτέ δεν πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της δικογραφίας Λιβράγα. Η σωτηρία των ενόχων ήταν η ανάθεση της υπόθεσης στην αποκλειστική αρμοδιότητα ενός στρατιωτικού δικαστηρίου, παρά την επιμονή του δικαστή Λα Πλάτα. Τελικά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κράτους το 1957 εξέδωσε μια από τις πλέον απαίσχυντες αποφάσεις της δικαστικής ιστορίας της Αργεντινής. Η υπόθεση παραδιδόταν στην στρατιωτική δικαιοσύνη, η οποία εξίσου συνένοχη και μεροληπτική, άφησε την σφαγή για πάντα ατιμώρητη.

Είναι η πραγματικότητα και η αλήθεια που ορίζουν τον τρόπο της γραφής του Ουόλς. Ο συγγραφέας αναζητά «την ιστορία που φυλακίστηκε στα σκουπίδια» θέλει να μοιραστεί την «η μεγάλη συγκίνηση που πάντα προηγείται της αποκάλυψης μιας αλήθειας». Η πρόζα του ενσωματώνει καταθέσεις, επίσημες αναφορές και επιστολές δικαστών. Τα γεγονότα δεν παρατίθενται ξερά αλλά ποτισμένα με την ατμόσφαιρα των σπιτιών των εμπλεκόμενων, των κακοφωτισμένων συνοικιών, του τόπου της εκτέλεσης, με την μυρωδιά της πυρίτιδας και του πανικού. Στο παράρτημα περιλαμβάνονται: το «υποχρεωτικό παράρτημα» και ο «προσωρινός» επίλογος της πρώτης έκδοσης (1957), ο επίλογος της δεύτερης έκδοσης (1964), και το τέλος του επιλόγου της τρίτης έκδοσης (1969), με «ένα πορτρέτο της κυρίαρχης ολιγαρχίας», η περίφημη «ανοιχτή επιστολή προς την στρατιωτική χούντα» και ένα επίμετρο του Οσβάλδο Μπάγερ.

Στον επίλογο της δεύτερης έκδοσης ο Ουόλς αναλογίζεται τι πέτυχε και τι όχι. Διαλεύκανε τα γεγονότα, επιβλήθηκε πάνω στον φόβο κι έκανε πολλούς ανθρώπους να μιλήσουν· αλλά δεν κατόρθωσε την αναγνώριση της βαρβαρότητας από την κυβέρνηση, ούτε την αποζημίωση των συγγενών των θυμάτων – δεκαεφτά ορφανά, γυναίκες που είχαν τον θρήνο σαν συνήθεια, αδελφούς με την σφιγμένη γροθιά τους πάνω στο τραπέζι. Τρεις εκδόσεις και δεκάδες άρθρα έθεσαν το θέμα σε πέντε κυβερνήσεις που δεν απάντησαν ποτέ. Στο τέλος αναρωτιέται με σπάνια ειλικρίνεια αν άξιζε τον κόπο, εάν η κοινωνία όπου ζούμε θέλει πραγματικά να μαθαίνει τέτοιου είδους πράγματα.

Ας σημειωθεί ότι το 1970 μια ομάδα ανταρτών «Μοντονέρος» απήγαγε τον Αραμπούρου, του απήγγειλε κατηγορίες που περονιστής λαός είχε εγείρει εναντίον του και τον καταδίκασε σε θάνατο. Μια από τις κατηγορίες ήταν ακριβώς η Επιχείρηση Σφαγή. Η σφαγή του Ιουνίου δεν ήταν η μοναδική διαστροφή του καθεστώτος. Χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, ενώ η χώρα υπέστη μια άλλη μορφή αθέατης βίας, εκείνη της οικονομικής εξαθλίωσης των κατώτερων τάξεων.

Η «Ανοιχτή επιστολή ενός συγγραφέα προς την στρατιωτική χούντα» στάλθηκε ταχυδρομικώς στις 24 Μαρτίου 1977, έναν ακριβώς χρόνο μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα, στις συντακτικές επιτροπές των εφημερίδων της Αργεντινής και σε ανταποκριτές ξένων εντύπων. Το γράμμα δεν δημοσιεύτηκε σε κανένα έντυπο της χώρας αλλά στάλθηκε χειρόγραφα σε αναρίθμητους παραλήπτες και κυκλοφόρησε σιγά σιγά στο εξωτερικό. Η επιστολή περιλαμβάνεται πλέον σε κάθε επανέκδοση του βιβλίου. Αναφέρει τους χιλιάδες νεκρούς, εξαφανισμένους, φυλακισμένους και εξόριστους· τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου δεν μπαίνει κανείς δικαστής ή δικηγόρος· τις νέες μεθόδους και συσκευές βασανιστηρίων· την άρνηση της χούντας να δημοσιεύει τα ονόματα των κρατουμένων, ενώ ακόμα και οι αναγνωρισμένοι κρατούμενοι αποτελούν στρατηγική εφεδρεία για αντίποινα· εκείνους που ρίχτηκαν αναίσθητοι στον Ρίο δε λα Πλάτα, αλλά και την οικονομική κτηνωδία που καταδικάζει εκατομμύρια ανθρώπους σε προμελετημένη εξαθλίωση και την μετατροπή της περιφέρειας του Μπουένος Άιρες σε μια παραγκούπολη.

Στο τέλος αντιστρέφει τις κατηγορίες των δικτατόρων και αναρωτιέται ποιοι είναι τελικά οι απάτριδες και ποια η ιδεολογία που απειλεί την εθνική οντότητα. Τους καλεί να συλλογιστούν σε ποια άβυσσο οδηγούν την χώρα και να αποδεχτούν πως ακόμα κι αν σκοτώσουν τον τελευταίο αντάρτη, ο πόλεμος απλώς θα ξανάρχιζε με νέες μορφές, γιατί οι αιτίες που κινούν την αντίσταση του αργεντίνικου πληθυσμού δεν έχουν εξαφανιστεί αλλά βαθύνει ακόμα περισσότερο. Γνωρίζει ότι θα τον καταδιώξουν αλλά μένει πιστός στην δέσμευση να καταθέτει την μαρτυρία του σε δύσκολους καιρούς. Η δικτατορία του Βιντέλα είχε ήδη δολοφονήσει την μία του κόρη. Την επόμενη μέρα ο συγγραφέας περικυκλώνεται από όργανα του καθεστώτος και για να μην πέσει στα χέρια τους (ο ένας εκ των τριών δικτατόρων, ο Εμίλιο Μασέρα, είχε διατάξει να του τον φέρουν ζωντανό) στρέφει το περίστροφό του εναντίον τους. Γαζώνεται από σφαίρες και το σώμα του εξαφανίζεται.

Η Επιχείρηση Σφαγή ήταν ο πρόλογος της νέας τραγωδίας του Βιντέλα· σε αυτές τις σελίδες υπάρχει όλη η κοινωνία της Αργεντινής, γράφει στο επίμετρό του ο Οσβάλδο Μπάγερ, καθώς ταιριάζει στον Ουόλς την φράση της Μαντάμ ντε Σταλ που αναφέρεται στον Σίλερ: «Η συνείδησή του είναι η μούσα του».

[1] Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία, εκδ. Βιβλιόραμα, 2017, σ. 124, Ivan Jablonka, Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες, εκδ. Πόλις, 2017, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, σ. 261.

Εκδ.  Ακυβέρνητες Πολιτείες, Δεκέμβριος 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 255 [Rodolfo Walsh, Operación Masacre, 1957]

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί εκτενή μορφή (1685 λέξεις) ενός συντομότερου κειμένου (800 λέξεις) που δημοσιεύτηκε στις έντυπες Αναγνώσεις Κυριακάτικης Αυγής, Κυριακή 18 Μαΐου 2019. Η εκτενής μορφή δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική έκδοση των Αναγνώσεων, εδώ.

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

17
Νοέ.
17

Pino Cacucci – Φρίντα Κάλο. ¡Viva la vida !

«Θα συνεχίσω να σου γράφω με τα μάτια μου»

Διαβάσαμε βιογραφίες της, παρακολουθήσαμε ταινίες και ντοκιμαντέρ, σκαλώσαμε το βλέμμα στα έργα της, ίσως προσπαθήσαμε να αναλογιστούμε την αδιανόητη ζωή της σ’ ένα κρεβάτι, το τραυματισμένο σώμα της βορά στους πόνους και την αδυναμία. Δεν έμενε παρά το άκουσμα της δικής της φωνής, η αυταπάτη πως έρχεται να μας μιλήσει για ύστατη φορά, μ’ έναν μονόλογο που συμπυκνώνει όλα όσα θα ήθελε να θυμόμαστε. Κάτι τέτοιο αναλαμβάνει ένας Ιταλός συγγραφέας που θα ήθελε πολύ να είναι Λατινοαμερικανός, που ταξιδεύει ασταμάτητα στο Μεξικό και μεταφράζει στη γλώσσα του πολλούς Ισπανούς και Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Η δική του σπονδή είναι πενήντα σελίδες θεατρικού λόγου, είκοσι σελίδες «στιγμών, εικόνων και αναμνήσεων» και μια μικρή εξομολόγηση.

Η Φρίντα μιλά με συνειρμούς. Ο εσωτερικός της μονόλογος γίνεται εξωτερική εξομολόγηση, που αφηγείται σκέψεις, γεγονότα, εφιάλτες. Σ’ ένα όνειρο πηγαίνει με λεωφορείο στο Κογιοακάν στην κηδεία της ένα απομεσήμερο μες στο ψιλόβροχο. Είναι το ίδιο λεωφορείο που πήρε εκείνο το πρωινό του Σεπτεμβρίου το 1925, όταν γύρισε να πάρει μια ομπρέλα για τον ήλιο. «Ήταν όλα τόσο παράλογα που δεν μπορούσες να φοβηθείς· αυτό που συνέβαινε δεν είχε νόημα». Στο γοφό της μια βέργα τεσσάρων μέτρων, η οδοντωτή αιχμή της έβγαινε από τον κόλπο της.

Ο αγώνας μου είναι να κερδίζω την Πελόνα κάθε μέρα, κάθε ώρα.

Εις το εξής η ζωή της Φρίντα θα ήταν μια διαρκής αντιπαράθεση με την Πελόνα, την προσωποποίηση του θανάτου στην Λατινική Αμερική. Η Πελόνα έκανε πίσω και δεν την πήρε στην ώρα της, ίσως επειδή φοβήθηκε από την απεγνωσμένη διαπεραστική κραυγή του πόνου, που αντήχησε σε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Την άφησε εκεί, ματωμένη στα συντρίμμια του λεωφορείου και υποχώρησε. Το ουρλιαχτό της Φρίντα ήταν ουρλιαχτό αγάπης για την ζωή αλλά η Πελόνα θα ήταν πλέον η αχώριστη συντροφιά της.

Η εγχείρηση στην σπασμένη σπονδυλική της στήλη έμοιαζε περισσότερο με συναρμολόγηση. Ένας ολόκληρος μήνας ακινησίας στο νοσοκομείο κι ύστερα μια αιωνιότητα μέσα σε μια σαρκοφάγο από γύψο και σίδερο. Η ζωγραφική γίνεται ο μοναδικός λόγος για να περιμένει το ξημέρωμα που πάντα αργεί. Η ζωή της στερεί το δικαίωμα να δώσει ζωή· δεν μπορεί να γεννήσει μέσα από την κομματιασμένη της μήτρα. Μετρά τα χρόνια με τις αλλαγές των τεχνητών μελών που μοιάζουν με πανοπλίες για καρναβάλι, «πολύχρωμα κιβούρια σε φάρσα μακάβρια».

Θα αφιερώσει όλο της το πάθος στην τέχνη, στην πολιτική και στον έρωτα. Εκεί αντιμετωπίζει στα ίσια τον Θάνατο, αλλά όσες φορές αισθάνεται να τον νικά άλλες τόσες αναζητά την συμφιλίωση μαζί του, να έρθει να την ξεκουράσει. Ο θάνατος μπορεί να είναι σκληρός και άδικος αλλά μόνο η ζωή μπορεί να γίνει ποταπή και ταπεινωτική. Ίσως η παράδοση να είναι τελικά πιο αξιοπρεπής από μια ξεδιάντροπη αντίσταση. Η Φρίντα δεν έπαψε καθημερινά να αναρωτιέται ποιο ήταν το όριο πέρα από το οποίο θα άξιζε τον κόπο να αφεθεί στην αγκαλιά της Πελόνας.

Κατεξοχήν θύγατέρα του Μεξικού, η Φρίντα ενσάρκωνε την αντίφαση του συνδυασμού της ακατάβλητης ζωτικότητας με την μοιρολατρία. Σε μια χώρα που αγαπούσε την τέχνη εξίσου με τις επαναστάσεις, ήταν επόμενο να ερωτευτεί τον Ντιέγκο Ριβιέρα, τον στρατευμένο καλλιτέχνη που ήταν και ο μεγάλος «πολυφωνικός» αφηγητής της μεξικανικής ιστορίας. Αν όμως ο Ριβιέρα ζωγράφιζε τους αξιοπρεπείς, υπερήφανους απλούς ανθρώπους χωρίς καμία τάση θυματοποίησης, η Κάλο μετέτρεπε τον ίδιο τον πόνο σε τέχνη· κι αν αυτός απεικόνιζε τον ορατό κόσμο στην καθολικότητά του, εκείνη εστίαζε στις σκέψεις και στις ψυχικές διαθέσεις μιας άμεσα βιωμένης εμπειρίας.

Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα, στην εποχή που ξέσπασε η Μεξικανική Επανάσταση όπου δίπλα στους ακτήμονες Ινδιάνους μάχονταν οι μεγάλες μορφές της κουλτούρας, η Φρίντα έμαθε για τις περίφημες μεξικανές γυναίκες, τις soldateras, που πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή και για τους ρομαντικούς επαναστάτες που δήλωναν ανοιχτά ότι δεν επιζητούσαν την εξουσία αλλά την αξιοπρέπεια. Μπορεί εκείνη η Επανάσταση να ήταν μια οδυνηρή αλληλουχία  από προδοσίες και αποτυχίες, όπως και μια αποκάλυψη ενός έθνους πολύπλοκου και αντιφατικού, αλλά τουλάχιστο οι επαναστάτες ανακατέλαβαν τον αόρατο πλούτο της γλώσσας, της μουσικής, της λαϊκής τέχνης, ενώ οι γυναίκες μπορούσαν «να εκφράσουν τον νέο κόσμο που κουβαλούσαν στην καρδιά τους».

Η Φρίντα και ο Ριβιέρα παρέμειναν κομμουνιστές στην καρδιά και στην συμπεριφορά τους ενώ προτίμησαν να αποχωρήσουν από το γραφειοκρατούμενο κόμμα – είναι γνωστή η γκροτέσκα φάρσα του Ριβιέρα, που δίκασε και διέγραψε τον ίδιο του τον εαυτό αφού πρώτα διαολόστειλε τους υποταγμένους κομματικούς. Πολιτικά παθιασμένη η Φρίντα πίστευε σε έναν ρομαντικό κομμουνισμό κι έναν ενστικτώδη αναρχισμό με μια ιδιοσυγκρασία ίσως ακατανόητη σ’ εμάς. Είναι η ίδια ασυμβίβαστη ιδιοσυγκρασία που την χώρισε από την εξίσου σπουδαία δημιουργό και αγαπημένη της φίλη Τίνα Μοντόττι (ευκαιρία να θυμηθούμε ένα βιογραφικό graphic novel της εδώ), με την οποία μοιράζονταν κοινά ιδανικά και την ότι υπήρχε ακόμα κάτι αγνό που άξιζε να πολεμάς γι’ αυτό αλλά και να συνεχίζεις να γλεντάς την ζωή σου. Η Μοντόττι δεν διαχώρισε την θέση της από το Κόμμα, και επέλεξε να απομακρυνθεί από το ζεύγος.

Η σκηνική Φρίντα διαπιστώνει πως «στο Μεξικό όλοι οι επαναστάτες χτυπούν άλλους επαναστάτες στο όνομα ο καθένας της δικής του επανάστασης». Όταν έρχεται η ώρα να γίνουν πράξη τα πιο ευγενή και αγνά ιδανικά οι άνθρωποι γίνονται Μίδες από την ανάποδη. Τα χρυσά όνειρα γίνονται μαύροι εφιάλτες που βαφτίζονται «οδυνηρή αναγκαιότητα». Τώρα στο Μπλε Σπίτι της βρίσκονται τα αναρίθμητα ενθυμήματα του αγώνα και των πολιτικών ιδανικών μιας τόσο γρήγορης εποχής, το φάντασμα του Τρότσκι που εκεί έζησε εξόριστος την τελευταία περίοδο της ζωής του, η απολιθωμένη πίστη στον Στάλιν, τα εικονίσματα των μεξικανών επαναστατών, του Ζαπάτα και του Βίγια.

Η γλώσσα της στάζει δηλητήριο για το αργό φαρμάκι που ήταν ο Ριβιέρα στην ζωή της, «ανάμεσα σε χαρές θεσπέσιας έντασης και βάραθρα απελπισίας». Αυτός της έδινε την δύναμη να νικήσει την αγωνία όπου και θα την ξαναβυθίσει με την ίδια ευκολία. Ήταν «ο πιο γλυκός χυμός της και η πιο αφιλόξενη έρημος», εκείνος που την δίχασε ανάμεσα στην απόγνωση και στην δεδηλωμένη αντίθεση στις αυταπάτες «να μην τον αγαπά γι’ αυτό που δεν είναι». Η διαφυγή στην αμφισεξουαλικότητά της, μια βιωμένη και φυσική πραγματικότητα, δεν ήταν αρκετή. Δεν έμενε παρά η αχώριστη συντροφιά του μπράντυ, της μορφίνης και των χαπιών Ντεμερόλ, για να συνεχίζει να υπάρχει και να ζωγραφίζει ακατάπαυστα τους πόνους και τις υπερβάσεις τους.

Ο Ιταλός συγγραφέας Πίνο Κακούτσι (γεν. 1955) έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα δυο από τα οποία, τα Puerto escondido [1990] και San Isidro Futbol [1991], μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο από τους Gabriele Salvatores και Alessandro Cappelletti αντίστοιχα. Στο δεύτερο κείμενό του εδώ με τον τίτλο amores y desamores περιγράφει πώς δημιουργήθηκε αυτός ο μονόλογος που φαντάστηκε στα χείλη της Φρίντα υπό τους ήχους μιας ατέλειωτης βροχής. Το έργο του ολοκληρώνει μια τριλογία για τις γυναίκες που πρωταγωνίστησαν στο μετεπαναστατικό Μεξικό – την Τίνα Μοντόττι, την Νάουι Ολίν και την Φρίντα Κάλο· εκείνες που έφτασαν στην άκρη της τέχνης και της ιδεολογίας και μοιράστηκαν amores y desamores.

Τώρα η Φρίντα βρίσκεται εικονισμένη παντού, ως τις καντίνες και τις αγορές στις πιο απομακρυσμένες γωνιές της χώρας. Στο Μεξικό της αιωρούνται ακόμα τα βροντερά της γέλια που την φώτιζαν σαν μεξικάνικο πυροτέχνημα, οι καυστικές της ειρωνείες ίσως ως αντίδοτα στην ταπείνωση, το μαυλιστικό της βλέμμα, η έκφραση μιας σπαρακτικής τρυφεράδας, η ευφορία που μετέδιδε παντού γύρω της. Αλλά κυρίως βρίσκεται στην ουσία της mexicanidad, εκείνου το χαοτικού κράματος αισθημάτων που περικλείει τις αναρίθμητες διαφορές των μεξικανικών λαών. Σ’ αυτή την μεξικανικότητα, που αποτελεί μια φιλοσοφία Ζωής και Θανάτου, που αλληλοχλευάζονται, η Φρίντα βρίσκεται στη μέση και ξεγελά πότε την μία και πότε τον άλλον. Και τα διαπεραστικά της μάτια θα συνεχίσουν να μας καρφώνουν μέσα από τις αυτοπροσωπογραφίες της. Άλλωστε ζωγράφισε μια τέτοια φράση στο ημερολόγιό της λίγο πριν από τις 13 Ιουλίου 1954: Θα συνεχίσω να σου γράφω με τα μάτια μου.

Εκδ. Άγρα, 2017, μτφ. Τιτίκα Δημητρούλια, σελ. 94, [Pino Cacucci – ¡ Viva la vida !, 2014].

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 221, εδώ.

18
Ιον.
16

Οκτάβιο Πας – Ο λαβύρινθος της μοναξιάς

Paz cover

Η γυναίκα, ένα ακόμα ον που ζει στο περιθώριο, αποτελεί κι αυτή αινιγματική μορφή. Ή μάλλον αποτελεί το Αίνιγμα. Κι αυτή, όπως κι ο αλλόφυλος ή ο αλλόεθνος, προκαλεί και απωθεί. Είναι η εικόνα της γονιμότητας αλλά ταυτόχρονα και του θανάτου. Σε όλους σχεδόν τους πολιτισμούς οι θεές της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και θεές της καταστροφής.[…] Τι σκέφτεται.; Σκέφτεται άραγε; Αισθάνεται πραγματικά; Είναι ίδια με μας; Ο σαδισμός ξεκινάει ως εκδίκηση απέναντι στον γυναικείο ερμητισμό ή ως απελπισμένη απόπειρα να λάβουμε κάποια απάντηση από ένα σώμα… Γιατί, όπως λέει ο Λουίς Θερνούδα, «ο πόθος είναι ένα ερώτημα δίχως απάντηση». Παρά τη γύμνια της, πάντα υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις στις στρογγυλές, γεμάτες καμπύλες μιας γυναίκας. [σ. 93]….

paz 1_

…γράφει ο Οκτάβιο Πας στο κείμενό του «Τα παιδιά της Μαλίντσε», τρίτο κατά σειρά στην συλλογή δοκιμίων Ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς (1950), που υπήρξε το πρώτο του δοκιμιακό έργο και αποτέλεσε μια βαθιά ψυχολογική τομή του χαρακτήρα του μεξικανικού λαού. Μέσα από μια φιλοσοφία του μεξικανισμού ο συγγραφέας επεδίωκε να πείσει τον λαό για την μοναδικότητά του. Δεν μπορεί κανείς να έχει ζωντανό παρόν έχοντας πίσω του ένα νεκρό παρελθόν. Οφείλει να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που, ακόμα και αποτελεί προϊόν «βιασμού» ενός πολιτισμού από κάποιον άλλο είναι σήμερα η δική του πολιτιστικά πλούσια πραγματικότητα. Ο Πας υποστήριζε ότι οι Μεξικανοί ψεύδονται από φαντασία, από απελπισία ή για ν’ αντιμετωπίσουν την άθλια ζωή τους, ενώ οι Βορειοαμερικανοί υποκαθιστούν την πραγματική αλήθεια με μια κατά συνθήκην αλήθεια. Εμείς μεθάμε για να εξομολογηθούμε, εκείνοι για να ξεχάσουν.Paz 3

Στο πρώτο κείμενο, Ο πατσούκο και άλλες ακραίες περιπτώσεις, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω σε όσα ο ίδιος έβλεπε ως ταξιδιώτης στο Λος Άντζελες, όπου ζούσαν ένα εκατομμύριο Μεξικανοί. Η μεξικανοσύνη –  η αγάπη για τα στολίδια, η ατημελησία και η ευθυμία, το πάθος και η επιφυλακτικότητα – πλανάται στον αέρα, αλλά δεν αναμιγνύεται, ούτε συγχωνεύεται με τον υπόλοιπο αμερικανικό κόσμο της ακρίβειας και της αποτελεσματικότητας.  Ο Μεξικανοί που συναντάς στον δρόμο παρ’ ότι ζουν εκεί χρόνια, φορούν τα ίδια ρούχα και μιλούν την ίδια γλώσσα, εξακολουθούν να ντρέπονται για την καταγωγή τους. Ξεχωρίζουν από το ένοχο και ανήσυχο ύφος του ανθρώπου που μεταμφιέζεται, που φοβάται ότι η ματιά του άλλου μπορεί να τον ξεγυμνώσει.

Mexico_A

Οι Πατσούκο, συμμορίες νεαρών μεξικανικής κατά κανόνα καταγωγής, επαναστατημένοι από ένστικτο, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει εναντίον τους τον αμερικανικό ρατσισμό. Ωστόσο δεν διεκδικούν ούτε την φυλετική ούτε την εθνική καταγωγή των προγόνων τους· απλώς επιλέγουν να είναι διαφορετικοί από τους γύρω τους. Ο πατσούκο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στις μεξικανικές ρίζες του, ούτε να ενστερνιστεί τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Το ίδιο του το όνομα δεν λέει τίποτα και τα  λέει όλα· είναι μια λέξη αβέβαιης προέλευσης, φορτισμένη με πληθώρα εννοιών όπως κάθε λαϊκό δημιούργημα. Ανίκανος να αφομοιώσει ένα πολιτισμό, που εξάλλου τον απορρίπτει, δεν έχει άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το εχθρικό προς αυτόν περιβάλλον από την απελπισμένη προβολή της προσωπικότητάς του. Καθώς έχει απολέσει κάθε πολιτιστική κληρονομιά (γλώσσα, θρησκεία, έθιμα, δοξασίες), το μόνο που του έχει απομείνει είναι σώμα και ψυχή ανοχύρωτα μπροστά στα βλέμματα των άλλων. Η μεταμφίεσή του τον προστατεύει και ταυτόχρονα τον διαχωρίζει και τον απομονώνει.

Morelos_

Στα Μεξικανικά προσωπεία ο Πας εστιάζει πρώτα στην στάση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα: οι Αμερικανοί το αντιμετωπίζουν με φόβο, ενώ οι Μεξικανοί δεν φοβούνται ούτε ντρέπονται, παρά το βιώνουν με φυσικότητα και πληρότητα. Δεν πρόκειται για φορεσιά όπου χώνονται, ούτε για κάτι ξένο. Ίσως γι’ αυτό οι ματιές των άλλων τους τρομάζουν, γιατί το σώμα δεν καλύπτει τον εσωτερικό τους κόσμο παρά τον ξεσκεπάζει. Ο Μεξικανός υπερβάλλει στην απόκρυψη του πάθους και του εαυτού του. Φοβούμενος την ματιά του άλλου, συρρικνώνεται, ζαρώνει· δεν περπατάει αλλά γλιστράει· δεν απαντάει παρά γρυλίζει.

Η προσποίηση στις πιο ακραίες μορφές της, εγγίζει τον χαμαιλεοντισμό. Ο Ινδιάνος γίνεται ένα με το τοπίο, γίνεται ένα με τον λευκό τοίχο όπου ακουμπάει το γιόμα για να ξαποστάσει, με την αμαυρή γη όπου ξαπλώνει το καταμεσήμερο, γίνεται ένα με τη σιωπή που τον τυλίγει. Κρύβει τόσο την ανθρώπινη ιδιότητά του που καταλήγει να την καταργήσει. Γίνεται πέτρα, πιρού [περουβιανό δέντρο], τοίχος, σιωπή: χώρος. Δεν θέλω να πω ότι γίνεται, πανθεϊστικά, κοινωνός των πάντων, ούτε ότι σ’ ένα δέντρο συλλαμβάνει όλα τα δέντρα, αλλά ότι πράγματι, με έναν τρόπο συγκεκριμένο και ιδιαίτερο, συγχέεται μ’ ένα ορισμένο αντικείμενο. [σ. 63]

catrina_print

Δεν υπήρχε περίπτωση βέβαια ο Πας να μην αφιερώσει γραπτά στην ημέρα Των Αγίων Πάντων, μέρα των ψυχών. Ο μοναχικός Μεξικανός αρέσκεται στις γιορτές και τις δημόσιες συγκεντρώσεις· το καθετί μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία σύναξης. Η τέχνη της Γιορτής έχει διατηρηθεί αναλλοίωτη σε αυτόν τον τελετουργικό λαό. Κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου, στις 11 τη νύχτα, σ’ όλες τις πλατείες του Μεξικού γιορτάζεται η επέτειος της Κραυγής: το ξαναμμένο πλήθος κραυγάζει επί μία ώρα, ίσως για να σιωπήσει καλύτερα την υπόλοιπη χρονιά. Πρόκειται για την Κραυγή της Δολόρες, Επέτειο της Μεξικανικής Ανεξαρτησίας, όπου και η εξέγερση του κληρικού Μιγέλ Ιδάλγο κατά των Ισπανών στην πόλη Δολόρες, το 1810, με την κραυγή Θάνατος στους σπινουφόρους. 

DSC04041

Στις γιορτές αυτές ο χρόνος παύει να’ ναι διαδοχή και ξαναγίνεται αυτό που ήταν αρχικά και που εξακολουθεί να είναι: παρόν, όπου παρελθόν και μέλλον επιτέλους συμφιλιώνονται. Στις μεγάλες επετείους στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, είναι χαρακτηριστική η απουσία του «λαού». Βλέπεις ζευγάρια και ομάδες, ποτέ όμως μια ζωντανή κοινότητα μέσα στην οποία το άτομο χάνεται και ταυτόχρονα λυτρώνεται. Οι γιορτές αποτελούν την μόνο πολυτέλεια του Μεξικανού – υποκαθιστούν το θέατρο και τις διακοπές, τα πάρτυ των Αγγλοσαξόνων, τις δεξιώσεις των αστών, τα καφενεία των Μεσογειακών. Σ’ αυτές τις τελετές ο Μεξικανός ανοίγεται στον έξω κόσμο, αποφορτίζει την ψυχή του, εξεγείρεται με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Αν στην καθημερινή μας ζωή κρυβόμαστε απ’ τον εαυτό μας, στη δίνη της γιορτής βγαίνουμε απ’ αυτόν και αποκαλυπτόμαστε.

Paz 5

Για τους αρχαίους Μεξικανούς η αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο είναι για μας, γράφει ο Πας. Η ζωή προεκτεινόταν «μέσα» στον θάνατο. Και αντίστροφα ο θάνατος δεν αποτελούσε το φυσικό τέλος της ζωής, αλλά μια φάση ενός ατέρμονος κύκλου, όπου ζωή, θάνατος κι ανάσταση αποτελούσαν στάδια μιας αενάως επαναλαμβανόμενης συμπαντικής διαδικασίας. Στον σύγχρονο κόσμο τα πάντα λειτουργούν λες και δεν υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν τον υπολογίζει, τα πάντα των καταργούν: οι πολιτικοί λόγοι, οι διαφημίσεις, τα έθιμα, η φαρμακεία και τα αθλητικά γήπεδα. Είναι μια λέξη που ο Δυτικός δεν τολμά να προφέρει γιατί του καίει τα χείλη. Ο Μεξικανός, αντίθετα, την συναναστρέφεται την λέξη, την γιορτάζει, την περιγελά. Κάποτε τον κοιτάζει κατάματα, υποτιμητικά ή ειρωνικά.

Paz 6

Κοσμοπολίτης του πνεύματος, ο Οκτάβιο Πας δεν θα γνωρίσει σύνορα ούτε στην πνευματική του πορεία ούτε στην περιπλάνησή του ανά τον κόσμο. Σημαντικό σταθμό στην ζωή του θα αποτελέσει η συμμετοχή του στο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937, ενώ θα διατηρήσει στενούς δεσμούς με την Ισπανία και θα υποστηρίξει τους Ισπανούς εξόριστους του φρανκικού καθεστώτος στο Μεξικό. Χάρη στην διπλωματική του σταδιοδρομία θα γνωρίσει τους πολιτισμούς της Ινδίας και της Ιαπωνίας και θα σπάσει τους ιδεολογικούς φραγμούς της δυτικής του κουλτούρας. Θα αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της αριστερής διανόησης της χώρας του λόγω της κριτικής που θα ασκήσει επανειλημμένα στο κομμουνιστικό κίνημα και της αντίθεσή τους προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό

Το έργο του Πας, όπως γράφει η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα, είναι αναρχικά λατινοαμερικάνικο· άλλωστε η Λατινική Αμερική είναι η λιγότερο καρτεσιανή ήπειρος. Οι Λατινοαμερικάνοι δεν γνωρίζουν τι θα πει ορθολογισμός και παραδίδονται στο ρεύμα των αισθήσεων. Η γλώσσα του έχει δυο πλευρές: η ποίησή του αφήνεται στην αναρχική πορεία των λέξεων και τον διαρκή πειραματισμό, ενώ στα δοκίμιά του ο λόγος είναι υποταγμένος.

paz 2

Τα τρία τελευταία κείμενα τιτλοφορούνται Κατάκτηση και Αποικιοκρατία, Από την Ανεξαρτησία στην Επανάσταση, Η μεξικανική «διανόηση ενώ ως παράρτημα δημοσιεύεται το εκτενές δοκίμιο Η διαλεκτική της μοναξιάς. Μετά τον Λαβύρινθο ο συγγραφέας θα αρχίσει την ατέρμονη πορεία του ανά τον κόσμο, θα γνωρίσει πολιτισμούς, θα δοκιμάσει λογοτεχνικά ρεύματα, θα καλλιεργήσει διαφορετικά είδη γραφής. Ο Λαβύρινθος θα παραμείνει όμως το κλασικό του έργο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012, Β΄ έκδοση διορθωμένη [Α΄ έκδ: 1995], εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, σημειώσεις Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβις, σελ. 335 [Octavio Paz, El laberinto de la soledad, 1950]. Περιλαμβάνει 117 σημειώσεις και επίμετρο με βιβλιογραφικές παραπομπές.

26
Μάι.
16

E.Z.L.N. Subcomandante Marcos, Subcomandante Moises – Οι λέξεις της σιωπής

Marcos 0

Πενήντα χιλιάδες αρχηγοί

Ένα πράγμα είναι προφανές: την εξουσία απειλούν πολύ λιγότερο τα όπλα από το χτίσιμο μιας ζωής που δεν υποτάσσεται, δεν παραδίδεται, δεν ξεπουλιέται.

Στις 21 Δεκεμβρίου 2012 τα ξημερώματα δεκάδες χιλιάδες ιθαγενείς Ζαπατίστας κατέλαβαν ειρηνικά και σιωπηλά πέντε κεντρικούς δήμους της νοτιοανατολικής μεξικανικής πολιτείας Τσιάπας. Πενήντα χιλιάδες Ζαπατίστας, ισάριθμοι «αρχηγοί», εφόσον όλες και όλοι διοικούν, κάλυψαν τα πρόσωπά τους για να γίνουν ορατοί και διαδήλωσαν σιωπηλοί για να εισακουστούν και να επικοινωνήσουν την θέλησή τους να παραμείνουν ανυπότακτοι. Έφτασαν στις πλατείες, έφτιαξαν πρόχειρες ξύλινες εξέδρες, είπαν χωρίς να μιλάνε είμαστε εδώ και θα είμαστε εδώ. Κοίταξαν τον κόσμο σιωπηλά και έφυγαν. Η δημόσια συνειδητή σιγή των ζαπατιστικών κοινοτήτων χρονολογείται από το 2009 και συνεχίζει να ανησυχεί όσους επιθυμούν την εξαφάνισή τους.

Masked Mayan Indians, members of the Zapatista National Liberation Army (EZLN), march in San Cristobal de las Casas, Chiapas state, Mexico, Friday, Dec. 21, 2012. Organizers said some 12,000 people marched in the cities of Ocosingo, Palenque and San Cristobal de las Casas. The marches marked the Dec. 22 killing of 45 indigenous Zapatista backers by a rival armed local group. They also marked the conclusion of a 5,125-year cycle in the Mayan calendar. (AP Photo/Ivan Castaneira)

Από την ίδρυση των Δυνάμεων για την Εθνική Απελευθέρωση [FLN] το 1969 στο Βόρειο Μεξικό μέχρι την ίδρυση του EZLN στην ζούγκλα Λακαντόνα της Τσιάπας το 1983 και από την κατάληψη των έξι μεγαλύτερων πόλεων της Τσιάπας την πρωτοχρονιά του 1994 και την κήρυξη του πολέμου στην κυβέρνηση του Μεξικού μέχρι σήμερα, ισχυρότερο όπλο του «παράλογου και απίθανου» στρατού τους παραμένει ο λόγος, η ιστορία, η μνήμη και η επιθυμία να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο. Το έδαφος της δράσης και του αγώνα τους είναι πλέον ο Πλανήτης Γη και τα κείμενα πλέον υπογράφονται συλλογικά «από τις γυναίκες και τους άντρες Ζαπατίστας της Τσιάπας, στο Μεξικό», ενώ ο Μάρκος δεν υπογράφει πια από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού αλλά από οποιαδήποτε γωνιά, σε οποιονδήποτε κόσμο.

Οι Ζαπατίστας βελτιώνουν την αυτόνομη παραγωγή, ενδυναμώνουν την κουλτούρα, καλλιεργούν την ελπίδα, ασκούν την αυτοκυβέρνηση. Γνωρίζουν πως μόνο με τις συλλογικές μορφές ζωής μπορεί κανείς να απελευθερωθεί από την καπιταλιστική τυραννία και την κρατική λεηλασία. Οι ατομικές εξεγέρσεις είναι μάταιη σπατάλη δυνάμεων, άλλωστε ο ίδιος ο καπιταλιστικός κόσμος εξυμνεί με απόλυτο τρόπο το εγώ και φροντίζει όλη η ενέργεια των ανθρώπων να σπαταληθεί ακριβώς γι’ αυτό το εγώ.

Marcos 5

Οι ισχυροί φοβούνται μήπως ανακαλύψουμε ότι είμαστε ικανοί και ικανές να αυτοκυβερνώμαστε. / Έχουμε καταλάβει πια ποιοι είναι επαγγελματίες των συνελεύσεων, τις τεχνικές και τις τακτικές τους να δυναμιτίζουν τις συναντήσεις ώστε να μένουν μόνο αυτοί και όσοι τους ακολουθούν, για να εγκρίνουν τις προτάσεις τους, Μοιράζουν ήττες….

Για τους Ζαπατίστας ο μύθος της μιας και ενιαίας και ενοποιητικής οργάνωσης που κατέχει την αλήθεια και γεννά σχέσεις κυριαρχίας προέρχεται από κάπου επάνω. Οι κοινότητες διατηρούν την πολυμορφία και τη διαφορετικότητα και τιμούν την ηθική του συλλογικού. Αντίστοιχα δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος αυτόνομης διακυβέρνησης: οι μορφές της διαφέρουν από ζώνη σε ζώνη και δεν παύουν να αλλάζουν και να επανεφευρίσκονται. Η οικοδόμηση της αυτονομίας είναι μια διαδικασία χωρίς τέλος. Αυτόν ακριβώς τον ιό της αυτονομίας και της ελευθερίας μεταδίδει και το ζαπατιστικό σχολείο. Ποια άλλη αυθεντική διαδικασία αυτοοργάνωσης που δεν επιδιώκει να ηγεμονεύσει ή να ομογενοποιήσει άλλα κοινωνικά κινήματα, με τόση διάρκεια, τέτοιο εύρος και βάθος, έχουμε γνωρίσει στην ιστορία ή μπορούμε να συναντήσουμε στον πλανήτη σήμερα;

Marcos 8

Μεξικό: ένοπλες συμμορίες στρατού και καρτέλ ναρκωτικών στους δρόμους, σφαγές σε πλατείες και σπίτια, δεκάδες χιλιάδες αγνοούμενοι και «εξαφανισμένοι», μαζικοί τάφοι σε όλη τη χώρα, πλήρης ατιμωρησία, κράτος μαφία, μια πολιτική παραγωγής θανάτου, ένας καθολικός πόλεμος εξόντωσης των αποκάτω. Οι πολύτιμες υποσημειώσεις στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, γράφουν με τις δεκάδες αναφορές σε πρόσωπα, κυβερνήσεις και πολιτικές την αδιανόητη ιστορία του Μεξικού αλλά και των απελπισμένων τρόπων με τους οποίους οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιχείρησαν να προσεταιριστούν, να εξουδετερώσουν, να συκοφαντήσουν και να εξαφανίσουν τους ενοχλητικούς ιθαγενείς.

Κάποτε στους ανεπιθύμητους εντάσσονται και αμέτρητα άλλα πρόσωπα, τα βιογραφικά των οποίων παρατίθενται, έτσι για μια ιδέα. Ας πούμε: Σελεντόνιο Προυντσένσιο Μονρόι: Ιθαγενής της φυλής Νάουα. Σχεδίαζε να αντισταθεί στη λεηλασία των εδαφών της φυλής του από τις μεταλλευτικές εταιρείες και τους παράνομους υλοτόμους. Απήχθη από τις «δυνάμεις της τάξεις». Χουάν Φρανσίσκο Κουϊκένταλ Λεάλ: Δάσκαλος, δραματουργός, σκηνοθέτης θεάτρου. Σχεδίαζε να κάνει μια θεατρική παράσταση για τον Ενρίκε Πένια Νιέτο. Σοβαρή κρανιακή κάκωση από πυροβολισμό των «δυνάμεων της τάξης». Ματίας Βαλεντίν Κατριλέο Κεσάδα: Νεαρός ιθαγενής Μαπούτσε. Δολοφονήθηκε από τις «δυνάμεις της τάξης». Σχεδίαζε να αντισταθεί στη λεηλασία της γης των Μαπούτσε από την κυβέρνηση, τους τσιφλικάδες και τις πολυεθνικές εταιρείες.

Marcos 3

Τα βιβλία Ιστορίας και Γεωγραφίας που διδάσκονται στα ζαπατιστικά σχολεία δεν παραλείπουν να αναφέρουν όλες τις σύγχρονες μεξικανικές κυβερνήσεις που σπέρνουν τον παράλογο θάνατο σε όλες τις γωνιές της χώρας, τις προσπάθειες εξαγοράς των μέσων ενημέρωσης ή τις τραγελαφικές επιχειρήσεις συκοφάντησης, όπως η μνημειώδης εμφάνιση δήθεν ιθαγενών υποτίθεται σε κάποιο μέρος της Λακαντόνα, που εμφανίστηκαν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες για να δηλώσουν το … τέλος του αγώνα τους. Υπάρχει και ακόμα ξεκαρδιστικότερη προσπάθεια, ενός Λουίς Έκτορ Άλβαρες Άλβαρες που δημοσίευσε ένα βιβλίο για την καρδιά των ιθαγενών και άλλα συγκινητικά, όπου ισχυρίζεται ότι ο ELZN έχει ως πολιτική δύναμη εξαφανιστεί.

Marcos 1 [Quadraro]

Το κεφάλαιο Ο πόνος των αποκάτω αναφέρεται σε όλους τους «διαφορετικούς» και τους «ανεπιθύμητους» του κόσμου. Τους προσκαλεί να μην φοβούνται, τονίζει ότι ο φόβος πρέπει να αλλάξει στρατόπεδο. Μας προσκαλεί να φανταστούμε ότι ο καθένας μας είναι διαφορετικός από τον κοινό κόσμο, ότι είμαστε κάτι εντελώς άλλο, έχουμε ιδιαίτερο χρώμα δέρματος ή μαλλιών, ότι από τότε που γεννηθήκαμε όλο το σύστημα μας επαναλαμβάνει ότι είμαστε περίεργοι, μη φυσιολογικοί, άρρωστοι και ότι πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αλλάξουμε αυτό το «κατασκευαστικό ελάττωμα». Οι ενδείξεις είναι πολλές: βλέμματα αποδοκιμασίας, απέχθειας, υποτίμησης· ακολουθούν οι προσβολές και οι επιθέσεις, που φτάνουν μέχρι τα έσχατα όρια. Συχνά το κείμενο αλλάζει, και μια φωνή από την άλλη πλευρά εκφράζεται με αηδία για τους ιθαγενείς, καθώς προτείνει μια κρέμα αλλαγής του χρώματος του δέρματος ή μια ευρύτερη εκστρατεία για την εξάλειψη των διαφορετικών. Η φωνή χρησιμοποιεί τον γνωστό τρόπο της διαφήμισης και τονίζει ότι η ομοιογένεια είναι ο μοναδικός τρόπος να γίνεις αρεστός στον κόσμο και φυσικά δημοφιλής στο διαδίκτυο.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τώρα φανταστείτε ότι δεν φοβάστε, ή, αν φοβάστε, ότι το ελέγχετε. Φανταστείτε ότι πηγαίνετε μπροστά στον καθρέφτη και, όχι μόνο δεν κρύβετε ή βάφετε την διαφορετικότητά σας, αλλά την τονίζετε κιόλας. Φανταστείτε ότι την κάνετε ασπίδα και όπλο… Φανταστείτε ότι δεν κρύβεστε πίσω από την «ωριμότητα» και την «σύνεση», πίσω από το «δεν είναι ώρα ακόμη», «δεν είναι οι συνθήκες κατάλληλες», «πρέπει να περιμένουμε», «είναι ανώφελο». Φανταστείτε ότι δεν ξεπουλιέστε, δεν υποχωρείτε, δεν παραδίνεστε. Μπορείτε να το φανταστείτε. Λοιπόν, ωραία, αν και ούτε εμείς αλλά ούτε κι εσείς το γνωρίζετε ακόμη, είμαστε μέρος ενός «εμείς» πολύ μεγαλύτερου…. 

21-12-12, B

Το κεφάλαιο Οι τοποτηρητές γράφεται με την μορφή θεάτρου και διαλόγου. Ένας εκνευρισμένος κύριος αναρωτιέται γιατί δεν εξουδετερώνονται αιώνες τώρα αυτοί οι ενοχλητικοί ντόπιοι που συνεχίζουν να μένουν στα εδάφη τους. Ο συνομιλητής του τον κατατοπίζει: αυτοί οι αιρετικοί δεν συγκρούονται μαζί μας στα σημεία που είμαστε δυνατοί αλλά επιτίθενται στις αδυναμίες μας. Μακάρι να ήταν μόνο ζήτημα μπαρουτιού και φωτιάς, θα τους είχαμε κατακτήσει από καιρό. Αλλά αυτοί οι δειλοί, αντί να μας αντιμετωπίσουν με τα ηρωικά τους στήθη γυμνά, οργανώνονται, φοράνε μάσκες. Και το χειρότερο, δεν υμνούν τον θάνατο αλλά την ζωή. Οι ορατοί ηγέτες τους δεν δελεάζονται, δεν εξαγοράζονται, ενώ οι αόρατοι είναι όλοι και όλες τους, σαράντα χιλιάδες αρχηγοί, άντρες και γυναίκες.

Marcos 9_

Ο κύριος εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο: Πρέπει να κάνουμε σα να μην υπάρχουν· να τους διαβάλουμε, να μια τέτοια εκστρατεία δυσφήμισης, ακόμα και με την υποστήριξη κάποιων «προοδευτικών» διανοούμενων και δημοσιογράφων. Να αποκλειστούν από την ενημέρωση, να σκοτωθούν από την λήθη, άντε και από μερικές ασθένειες. Αλλά αυτοί, ακόμα κι αν τους αγνοούμε, επιμένουν να συνεχίζουν να υπάρχουν. Χωρίς την ελεημοσύνη μας, συγγνώμη, ήθελα να πω χωρίς τη βοήθειά μας, έφτιαξαν σχολεία, έκαναν τη γη γόνιμη, έχτισαν κλινικές και νοσοκομεία, έριξαν τους δείκτες εγκληματικότητας, εξάλειψαν τον αλκοολισμό. Και, εκτός του ότι απαγόρευσαν την καλλιέργεια, εμπορία και κατανάλωση ναρκωτικών, αύξησαν το προσδόκιμο ζωής.

Marcos 2

Και σα να μην έφταναν αυτά, δεν βλέπουν τηλεόραση, ούτε διαβάζουν εφημερίδες, δεν έχουν τουΐτερ ούτε φέισμπουκ, ούτε καν σήμα για κινητά. Σ’ αυτούς δεν πιάνουν ούτε τα κόλπα του εμπορίου, όπως μια μηχανή που προτείνεται ως νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, βερσιόν 6.6.6. Η λειτουργία της είναι απλή. Ένα μέρος των υπέρογκων κερδών επενδύεται για να μειωθεί η πείνα, η ανεργία και μπλα μπλα μπλα. Αυτά ακριβώς τα προβλήματα είναι που βάζουν σε κίνηση αυτό το πολύτιμο μηχάνημα. Ενισχύεται η αγορά που παράγει άχρηστα πράγματα μετατρέποντάς τα σε είδη πρώτης ανάγκης και σταδιακά δημιουργείται η εκάστοτε βολική κρίση, και ό,τι την ακολουθεί: οι φορολογικοί παράδεισοι, τα τεθωρακισμένα οχήματα καταστολής, η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, οι αναπόφευκτοι άστεγοι. Συνοδεύεται με ένα ειδικό λογισμικό που εξαφανίζει όλα τα αρνητικά σχόλια που μπορεί να βρωμίζουν το διαδίκτυο και τα αντικαθιστά με δική της πληροφόρηση και ψυχαγωγία.

Marcos 11

Τουλάχιστον να τους πείσουμε να κάνουν ο καθένας την δική του ατομική εξέγερση. Είναι τόσο συγκινητικά άχρηστες. Αντίθετα, το επικίνδυνο χάος έρχεται όταν η καθεμία και ο καθένας γίνουν παρέα, ομάδα, συλλογικότητα, φυλή και μάθουν να λένε για λογαριασμό τους «όχι» και «ναι», οι αμόρφωτοι. Φαντάσου ο καθένας να έχτιζε την μοίρα του και να αποφάσιζε για τον εαυτό του. Θα ήταν πραγματικός εφιάλτης.

Αλλά οι κοινότητες τολμούν και αυθαδιάζουν: Αυτά τα περί Δεξιάς και Αριστεράς δεν είναι παρά οδηγίες που δείχνουν στον οδηγό πού να σταθμεύσει το αμάξι. Λένε: Η μηχανή δουλεύει από μόνη της και δεν θα την ακολουθήσουμε. Το βιοτικό μας επίπεδο είναι ανώτερο από αυτό των ιθαγενών κοινοτήτων που πρόσκεινται στις εκάστοτε κυβερνήσεις και δέχονται την ελεημοσύνη τους (για να την σπαταλήσουν σε αλκοόλ και άχρηστα είδη). Τα σπίτια μας βελτιώνονται χωρίς να βλάπτεται η φύση. Η γη που πριν χρησίμευε για να θρέφει τα κοπάδια των γαιοκτημόνων, τώρα είναι για το καλαμπόκι, τα φασόλια και τα λαχανικά που φωτίζουν το τραπέζι μας. Από την δουλειά μας αντλούμε διπλή ικανοποίηση, αφού μας παρέχει τα απαραίτητα για να ζούμε έντιμα και συμβάλλει στη συλλογική ανάπτυξη των κοινοτήτων μας.

Marcos 10_

Θυμηθείτε πως κάποτε σας είπα ότι οι Ζαπατίστας αξίζουμε πολύ, αλλά δεν έχουμε τιμή. Κοιτάξτε μας, είμαστε πάνω από πεντακοσίων χρόνων κι ακόμη μαθαίνουμε.

Το κείμενο Αυτοί και εμείς. VI. Τα βλέμματα. 4. Κοιτάζοντας και επικοινωνώντας περιέχει μια απολαυστικότατη διήγηση των πρώτων ημερών του κινήματος, «του πρώτου αντάρτικου του 21ου αιώνα». Αλήθεια, πώς κατάφερνε ο κυβερνοαντάρτης από την ζούγκλα Λακανόντα κι έστελνε στον κυβερνοχώρο τις διακηρύξεις των Ζαπατίστας που έκαναν τον γύρο του κόσμου; Μ’ έναν αρχαίο υπολογιστή με μεγάλες δισκέτες και λειτουργικό DOS, που έμαθαν να χρησιμοποιούν με έναν από εκείνους τους παλιούς οδηγούς που σου έλεγαν ποιο πλήκτρο έπρεπε να πιέσεις και μια φωνή ενέκρινε ή αποδοκίμαζε. Οι διακηρύξεις τυπώνονταν σε εξίσου παλιό εκτυπωτή με ακίδες, που έκανε θόρυβο μεγαλύτερο και από πολυβόλο. Το χαρτί ήταν σε ρολό και συνέχεια κολλούσε, συνεπώς οι εκτυπώσεις γίνονταν με τα απαραίτητα διαλείμματα. Τελικά εκείνο τον Ιανουάριο του 1994, όλες αυτές οι διακηρύξεις κολλήθηκαν με σελοτέιπ στους τοίχους ή πετάχτηκαν στους δρόμους, απ’ όπου ανώνυμα χέρια τις μάζεψαν και τις φυλούσαν με ζήλο.

Marcos 4

Αργότερα στις συνομιλίες απεσταλμένων των Ζαπατίστας με διαπραγματευτές της κυβέρνησης, χρησιμοποιούνταν ένας εξάκιλος φορητός υπολογιστής με 128 ΡΑΜ και 10 ΜΒ σκληρό κι έναν επεξεργαστή που απαιτούσε γερό ζέσταμα. Για να λειτουργήσει στο βουνό χρειαζόταν ένας μετατροπέας ρεύματος, συνδεδεμένος με μια μπαταρία αυτοκινήτου. Κάποτε δοκιμάστηκε με υπέρβαρη μπαταρία D, αλλά το λάπτοπ έσβησε με μια ξαφνική αναλαμπή. Τουλάχιστον το ντουμάνι καπνού έδιωξε τα κουνούπια για τρεις συνεχόμενες ημέρες. Τελικά ο μικρός αυτός υπολογιστής έπεσε στο πρώτο ρυάκι σε μια καταδίωξη του ομοσπονδιακού στρατού και επιστρατεύτηκε η διαχρονική γραφομηχανή, δάνειο ενός φιλικού χωριού. Όσο για το δορυφορικό τηλέφωνο με το οποίο ο Μάρκος επικοινωνούσε με την «διεθνή τρομοκρατία», αυτό ήταν ένα γουόκι τόκι με μέγιστη εμβέλεια τετρακοσίων μέτρων σε επίπεδο έδαφος.

Ocosingo, Chiapas. 21 de diciembre de 2012. Miles de indigenas del Ejercito Zapatista de Liberacion Nacional procedientes de La Selva Lacandona, esta mañana en la cabecera municipal de Ocosingo en el estado mexicano de Chiapas marchan y se concentran en la plaza central de manera pacfica y en total silencio. FOTO: Moysés Zúñiga Santiago.

Ο συντάκτης συνεχίζει, προς πρόσθετο «στραπατσάρισμα του εγώ του», να καταστρέφει μερικές δημόσιες ψευδαισθήσεις. Η ηλεκτρονική διάδοση των κειμένων τους έγινε χάρη σε μια ιστοσελίδα που τους έφτιαξε ένας φοιτητής από το …Τέξας· εκεί ανέβαζε όλες τις ανακοινώσεις και τις επιστολές που δημοσιεύονταν στον γραπτό Τύπο. Αυτόν τον τύπο δεν τον γνωρίσαμε ποτέ. Ή μπορεί και να τον γνωρίσαμε. Ίσως ήρθε κάποτε στη ζαπατιστική γη, ως ένας ακόμη. Και ίσως να μην το γνωρίζετε, αλλά υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι άνθρωποι, με καλή καρδιά, που κάνουν τα πράγματα χωρίς να ζητούν κανένα αντάλλαγμα, χωρίς ανταμοιβή, «χωρίς να το κάνουν θέμα», όπως λέμε εμείς οι Ζαπατίστας.

Εκείνο που αιφνιδιάζει στον ζαπατιστικό λόγο (όχι όμως και όσους έχουν ήδη γνωρίσει τα κείμενά του) είναι μια απολαυστική ανάμειξη ειδών και τρόπων· εδώ εναλλάσσονται τα πάντα: πολιτικές διακηρύξεις και ιστορικές αναλύσεις, χιουμοριστικές ιστορίες και περιπαικτικά σκίτσα, αυτοσαρκαστικά σχόλια και θεατρικοί διαλόγοι, μαζί με αναφορές σε ποδοσφαιρικά παραλειπόμενα, μουσικά τραγούδια, τηλεοπτικές σειρές.

Marcos 6

Οι αφηγηματικές φωνές αλλάζουν, κάποτε τον λόγο υποτίθεται ότι παίρνουν ακόμα και οι ελεεινοί εκμεταλλευτές, που απροκάλυπτα εκφράζουν την φασιστική, απάνθρωπη νοοτροπία τους. Έτσι προκύπτει μια πρόζα πλούσια και σπαρταριστή, ειρωνική και παρωδιακή, διασκεδαστική και προσιτή, εμβριθής και επιθετική και σε κάθε περίπτωση βαθειά πολιτική. Πρόκειται για μια σπάνια συλλογή κειμένων – άμεσων πηγών του πιο αισιόδοξου κινήματος αυτοδιάθεσης αλλά και μια παράπλευρη τραγική, άγραφη ως τώρα ιστορία μιας βαθειά διεφθαρμένης χώρας που λέγεται Μεξικό αλλά και ολόκληρου του Δυτικού Κόσμου που την υποθάλπει με κάθε τρόπο.

Για τις γυναίκες και τους άντρες με τις κουκούλες σ’ αυτά εδώ τα μέρη, ο αγώνας που αξίζει δεν είναι αυτός που έχει κερδηθεί ή χαθεί. Αξίζει αυτός που συνεχίζεται, και γι’ αυτόν προετοιμάζονται τα ημερολόγια και οι γεωγραφίες. Δεν υπάρχουν τελικές μάχες, ούτε για τους νικητές ούτε για τους ηττημένους. Ο αγώνας θα συνεχιστεί, και όσοι τώρα επιχαίρουν για το θρίαμβο θα δουν τον κόσμο τους να καταρρέει.

otroscuentos__

Εκδόσεις των ξένων, 2014, σελ. 294, μετάφραση – πρόλογος Εύη Παπακωνσταντίνου. Όλα τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί στην επίσημη ιστοσελίδα της «Έκτης» του EZLN, http://enlacezapatista.ezln.org.mx/ από τις 21 Δεκεμβρίου 2012 ως τις 25 Μαΐου 2014.

Ζαπατιστικές ιστορίες σε άλλες σελίδες εδώ κι εκεί.

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 207.

06
Φεβ.
16

Θανάσης Κάππος – Το ποδόσφαιρο και η αριστερά

Κάππος_

Αριστεροί εξτρέμ, μέσοι και αγωνιστές

Ήμουν ο μοναδικός, που δεν τον χαιρέτισα. Είχα φόβο, αλλά έπρεπε να το κάνω. Ακολούθησε σιωπή μερικών δευτερολέπτων. Αυτή η σιωπή κράτησε, αιώνες για μένα…

… έλεγε ο Κάρλος Καζέλι, «ο βασιλιάς του τετραγωνικού μέτρου» στα γήπεδα αλλά κυρίως «ο άνθρωπος που δεν χαιρέτησε τον Πινοσέτ». Και δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το προσκλητήριο των αριστερών που αγωνίστηκαν τόσο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα όσο και στα πεδία της πολιτικής και των ιδεών. Ο Καζέλι αποτέλεσε το βασικό επικοινωνιακό όπλο του «Μετώπου του Όχι», στο δημοψήφισμα του 1988 κατά της δικτατορίας του Πινοσέτ, το οποίο οδήγησε στις πρώτες από το 1973 ελεύθερες εκλογές στη χώρα και στη φυγή του δικτάτορα από την εξουσία. Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο αποτελούσε τον κατεξοχήν μέσο για τη στήριξη φασιστικών δικτατοριών, απέκτησε το παρατσούκλι ο «κόκκινος», υπερασπίστηκε δημόσια τις θέσεις του και πρόβαλε την αντίθεσή του στο καθεστώς. Στην κορυφαία εκτός αγωνιστικών χώρων στιγμή του αρνήθηκε ως μέλος της εθνικής ομάδας να χαιρετήσει τον Πινοσέτ.

Caszely- Pinochet_

Ο Καζέλι συμμετείχε και στην γελοία ρεβάνς με τους Σοβιετικούς, το πιο παθητικό παιχνίδι στην ιστορία, όπως το χαρακτήρισε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο αγώνας θα γινόταν στο στάδιο Νασιονάλ, τόπο συγκέντρωσης και μαρτυρίων αριστερών και προοδευτικών πολιτών της χώρας, που τώρα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε πραγματικό γήπεδο ποδοσφαίρου – εκεί είχε εκτελεστεί ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τσαρλς Χόρμαν ενώ όχι μακριά, στο στάδιο Τσίλε του Σαντιάγκο είχε χτυπηθεί μέχρι θανάτου ο Βίκτορ Χάρα. Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν να παίξουν στο γήπεδο, το αίτημα δεν έγινε δεκτό από την FIFA και δεν κατέβηκαν στο παιχνίδι· έτσι οι Χιλιανοί βγήκαν μόνοι τους στον αγωνιστικό χώρο, σκοράροντας σε άδεια εστία. Ο Καζέλι θυμάται πόσο φοβήθηκαν οι παίκτες βγαίνοντας σ’ έναν χώρο γνωρίζοντας πως πολλοί από τους φίλους του είχαν βασανιστεί και δολοφονηθεί.

Salvator Allente Carlos Caszely

Το ενδιαφέρον της Ρεάλ Μαδρίτης ατόνησε μόλις μαθεύτηκε πως ήταν υποστηρικτής του Αλιέντε ενώ το 1977 αποκλείστηκε από την Εθνική, κατόπιν πιέσεων του προέδρου της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας κι έχασε το (ούτως ή άλλως κατάπτυστο) Μουντιάλ του 1978. Έχει ήδη γίνει ο μισητός παίκτης της χιλιανής Δεξιάς. Όπως έγραψε ο ποιητής και δημοσιογράφος Χόρχε Μοντεαλέγκρε: Στη μνήμη μας, η υποστήριξη στον πρόεδρο Αλιέντε, στον Κορβαλάν, στην Γκλάντις Μαρίν και στον Βολόντια Τεϊτελμπόιμ στις τελευταίες ελεύθερες εκλογές της Χιλής ήταν τα πάντα. Η μεγάλη του αξία εντός και εκτός γηπέδων «κέρδισε» το μίσος της Δεξιάς. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; 

Ewald Lienen_

Αριστερό εξτρέμ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένας ήρωας της παιδικής μου ηλικίας: ο Έβαλντ Λίνεν, το εντεκάρι της Γκλάντμπαχ (με την ούτως ή άλλως εντυπωσιακή για μένα τότε ονομασία Borussia Muenchen Gladbach)· ένας δαιμόνιος ακραίος που κατηγορήθηκε για κομμουνιστική προπαγάνδα κι έτσι δεν έπαιξε ποτέ στην Εθνική Δυτικής Γερμανίας. Όταν έπαιζε στην Γκλάντμπαχ που θριάμβευε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μάζευε υπογραφές για να σώσει από την απόλυση έναν δάσκαλο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Από την ίδια εποχή θυμάται έναν πολιτικός που τον συμβούλευε να κοιτάει το ποδόσφαιρο και να μην ασχολείται με τα πολιτικά. Όσο θεριό ήταν ως έξω αριστερά τόσο σεμνός ήταν απέναντι στον κόσμο: αντί για αυτόγραφο μοίραζε κάρτα που έγραφε «η υπογραφή μου δεν αξίζει περισσότερο από την δική σας».

Maradona Boca_

Στην επαρχία Κοριέντε, στον τόπο δηλαδή της καταγωγής του, ο Μαραντόνα, έχτισε και συντηρούσε από το 1985 και για πολλά χρόνια, σαράντα σχολεία, πληρώνοντας ακόμα και τους δασκάλους, τα οποία στη συνέχεια τα παρέδωσε στο κράτος και τελικά, δυστυχώς, καταστράφηκαν. Ο Μαραντόνα είχε οργανώσει μια τεράστια εκδήλωση ενάντια στον Τζορτζ Μπους από το Μαρ ντελ Πλάτα, τετρακόσια χιλιόμετρα νότια του Μπουένος Άιρες ξεκίνησε μια σιδηροδρομική διαδήλωση· ο συρμός άρχισε μ’ ένα βαγόνι και σε κάθε σταθμό αποκτούσε ακόμα ένα, φτάνοντας στην πρωτεύουσα με ογδόντα βαγόνια. Τις ιστορίες του μας θυμίζει ο Χουάν Ραμόν Ρότσα, για να καταλήξει στον Λιονέλ Μέσι, «ένα παιδί με αριστερό τρόπο σκέψης και μεγάλη κοινωνική δράση στην Αργεντινή, η οποία δεν έχει γίνει ευρέως γνωστή» και στον Κάρλος Τέβεζ.

Carlos Tevez

Ο Τέβεζ, έχει δικαιωματικά τις δικές του σελίδες στο βιβλίο. Ο επονομαζόμενος Απάτσι, μεγάλωσε στο Φουέρτε Απάτσι, μια μικρή συνοικία στα δυτικά του Μπουένος Άιρες, με κάθε μορφής παράβαση στην ημερήσια διάταξή της. Εδώ η αστυνομία μπαίνει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ενώ το πιο εύκολο πράγμα είναι να προμηθευτεί κανείς μια δόση πάκο, ένα ευρέως διαδεδομένο ναρκωτικό που έχει καταστρέψει την ζωή αμέτρητων νέων. Η μαφία έχει τον πρώτο λόγο στην περιοχή αλλά δεν διανοείται να πειράξει τα παιδιά που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό. Ο Τέβεζ θυμάται πως έπρεπε να διαλέξει: εγκληματίας ή ποδοσφαιριστής. Και όταν τα κατάφερε δεν ξέχασε ποτέ στην ζωή του, γι’ αυτό και σε κάθε γκολ σηκώνει την μπλούζα του για να φανούν τα κοινωνικά μηνύματα και το όνομα της γειτονιάς που μεγάλωσε.

metin_kurt

Θέση στο βιβλίο έχουν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές και αγωνιστές όπως ο Τούρκος Μετίν Κουρτ που αγωνιζόταν στην δύσκολη τουρκική δεκαετία του ’70 και διώχτηκε από την Γαλατά Σεράι παρά τα έξι χρόνια που αγωνίστηκε μαζί της, με την κατηγορία πως προωθεί τους συμπαίκτες του προς ανατρεπτικούς δρόμους. Ο Κουρτ πήγαινε μετά την προπόνηση στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να βρει τα βιβλία που τον ενδιέφεραν· στον διεθνή αγώνα με την Μπάγιερν Μονάχου, το 1972, ο μαοϊκός Πωλ Μπράιτνερ τον κάλεσε να συζητήσουν για ποδόσφαιρο και πολιτική! Η κηδεία του ήταν ακριβώς αυτό που θα επιθυμούσε: γιορτή και διαδήλωση μαζί. Φυσικά δεν λείπει και η σχέση των Ζαπατίστας με την Ίντερ και ιδίως με τον Χαβιέ Ζανέττι, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί με αφορμή ένα κείμενο στο περιοδικό Humba! εδώ.

Socrates_

Ιδανικό της ζωής μου είναι ο ιδανικός σοσιαλισμός έλεγε ο Σόκρατες, που είχε ως δεύτερη ενασχόλησή του την πολιτική και ως μεγαλύτερο πολιτικό του δημιούργημα το αυτοδιαχειριστικό μοντέλο που καθιέρωσε στην ομάδα του την Κορίνθιανς. Η περίφημη Democrazia Corinthiana αποτελούσε ένα ιδανικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας μέσα στην ομάδα, όπου οι παίκτες ψήφιζαν με ανάταση του χεριού για μια σειρά θεμάτων, όπως η οικονομική διαχείριση, η στρατηγική του παιχνιδιού και το ίδιο το μενού! Θέση στην ευρεία ενδεκάδα έχουν και οι δικοί μας Νίκος Γόδας, Γιώργος Δεληκάρης, Νίκος Χρηστίδης και Βασίλης Χατζηπαναγής και βέβαια ο παλαιός των παλαιών Ανδρέας Μουράτης (Πήγα στον ΕΛΑΣ για να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι ίσοι).

Δεληκάρης

Εκτός από τους παίκτες υπάρχουν και οι ομάδες και τα σχετικά κείμενα αφορούν την προπολεμική Δυναμό Κιέβου στον περίφημο «αγώνα του θανάτου» το 1942, τον εξόριστο Ολυμπιακό της Μακρονήσου το 1948, τρία παραδείγματα ομάδων με σοσιαλιστικό προσανατολισμό: την Μπαρτσελόνα, την Γερμανική FC St. Pauli και την SC Corinthians του Σόκρατες και την σύγχρονή μας Hasta La Victoria Sempre, με τους Έλληνες ποδοσφαιριστές. Η ομάδα φτιάχτηκε για να συμπαραστέκεται στους απανταχού κατατρεγμένους κι έχει ταξιδέψει από την Παλαιστίνη μέχρι την Κούβα, έχει βρεθεί κοντά στους απεργούς εργάτες της Χαλυβουργικής, στους φυλακισμένους Κουβανούς, έχει συμμετάσχει στον αγώνα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, κι έφτασε μέχρι την αυτοδιαχειριζόμενη Μαριναλέδα. Έτσι εξηγείται, σκέφτομαι, γιατί απουσιάζει κάθε σχετική αναφορά από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά κανάλια.

socrates-democracia corinthiana_

Ο συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και η γραφή του είναι πράγματι δημοσιογραφική, με απλή γλώσσα και σύντομες παραγράφους. Αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλαισιώνουν τα κείμενα, που προλογίζει ο Νίκος Μάλλιαρης.

Στις φωτογραφίες: Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda [Foto: La Tercera, Biblioteca Nacional]

Εκδ. Καστανιώτη, 2015, σ. 177.

Δημοσίευση και σε mic.gr. / Βιβλιοπανδοχείο, 201, υπό τον τίτλο My left foot.

Στις εικόνες: Κάρλος Καζέλι με τα χέρια στις τσέπες μπροστά στον Πινοσέτ [Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda, La Tercera, Biblioteca Nacional], ο ίδιος δίπλα στον Αλιέντε, Ντιέγκο Μαραντόνα και Κάρλος Τέβεζ στην ύστατη τιμή – ζωγραφιές στον τοίχο, Μετίν Κουρτ, Σόκρατες, Γιώργος Δεληκάρης, Democrazia Corinthiana.

26
Νοέ.
15

Γκράχαμ Γκρην – Οι θεατρίνοι

ex_THEATRINOI_Graham Greene_polis

Η τραγικότητα μιας κοσμοπολίτικης αποικιοκρατίας

Γιατί βρισκόμουν εδώ; Βρισκόμουν εξαιτίας μιας καρτ – ποστάλ από τη μητέρα μου που θα μπορούσε άνετα να είχε χαθεί –  σε οποιοδήποτε καζίνο οι πιθανότητες δεν γίνονταν να είναι μεγαλύτερες. Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν αναπόσπαστα σε μια χώρα από την ώρα που γεννιούνται, που ο δεσμός τους παραμένει άρρηκτος από την ακόμα κι όταν την εγκαταλείπουν. Και υπάρχουν κι όσοι ανήκουν σε μια επαρχία, σε μια κομητεία, σε ένα χωριό, αλλά εγώ δεν μπορούσα να νιώσω το παραμικρό δέσιμο με τα εκατόν τόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από τους κήπους και τα βουλεβάρτα του Μόντε Κάρλο, μιας πόλης περαστικών. Μεγαλύτερο δεσμό αισθανόμουν εδώ, μ’ αυτή την εξαθλιωμένη χώρα του τρόμου, που διάλεξε για μένα η τύχη. [σ. 301]

Είναι οι φράσεις που εκφράζουν ιδανικά την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων που υποκρίνονται εαυτούς και άλλους στο θέατρο που διαδραματίζεται εδώ. Και είναι και μια μορφή εξομολόγησης που ακόμα κι όταν δεν μονολογεί όπως εδώ ο αφηγητής πάντα έχει στην άκρη της σκέψη του. Και πράγματι, ο κύριος Μπράουν, ιδιοκτήτης κληρονομηθέντος ξενοδοχείου στο Πορτ – ω – Πρενς, επιμένει να ζει στον τρομερό τόπο που του επιφύλαξε όχι μόνο η τύχη αλλά και ο ίδιος του ο περιπλανώμενος ψυχισμός.

Graham Greene 1

Τα διαπιστευτήρια και τα επισκεπτήρια των υπόλοιπων συμπαικτών του στο πολιτικό θέατρο του παράλογου αλλά και της μανιασμένης ατομικής φιλοδοξίας κατατίθενται εν πλω, στα καταστρώματα και στα σαλόνια της Μήδειας, ενός φορτηγού πλοίου που ταξιδεύει προς την Αϊτή. Δεν πρόκειται για μια φωτεινό, εξωτικό προορισμό, με τον οποίο έχει απατηλά ταυτιστεί στα συλλογικά υποσυνείδητα των Δυτικών, αλλά για την εφιαλτική δικτατορική επικράτεια του Ντυβαλιέ (Πάπα Ντοκ), των αρχών της δεκαετίας του ’60. Από την μία ο κύριος και η κυρία Σμιθ, πρώην υποψήφιο προεδρικό ζεύγος, δηλώνουν σταυροφόροι της χορτοφαγίας, υποστηρίζοντας ότι μπορεί πράγματι αυτή να εξαλείψει την βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς· από την άλλη ο «ταγματάρχης» κύριος Τζόουνς, αυτοαποκαλούμενος βετεράνος του πολέμου της Βιρμανίας, δηλώνει με κάθε τρόπο τον ριψοκίνδυνο αντικομφορμισμό του σ’ έναν κόσμο συμβιβασμένων.

Haiti

Αυτή η πρώτη τριμερής διάκριση μοιάζει τόσο ενδιαφέρουσα όσο και επίπλαστη: ο μοναχικός τυχοδιώκτης, ο ορθόδοξος, ειρηνικός χαρακτήρας και ο ανορθόδοξος πολεμιστής, όλοι με σκοτεινά παρελθόντα και αμφίβολα μέλλοντα, μοιάζουν να έχουν μοιράσει ρόλους και ιδιότητες υπό την καθοδήγηση του ενορχηστρωτή – του συγγραφέα ή της ίδιας τους της μοίρας. Είναι ακριβώς οι ίδιες οι συγκυρίες που τους έχουν πλάσει στην μορφή με την οποία εμφανίζονται τώρα στο ζοφερό νησί.

duvalier

Προτού δούμε ως σημερινοί πλέον αναγνώστες πώς λειτουργεί η γραφή του Γκρην εν έτει 2015, έχουμε ήδη προσκληθεί στην πάντα πειστική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα της ιστορίας του. Και σίγουρα οι σελίδες του καταστρώματος, όπου γίνεται και η πρώτη γνωριμία των ηρώων, έχουν πάντα μια γοητεία, αλλά είναι η ίδια η απόβαση στο νησί που ενεργοποιεί το μόνιμο, πηχτό σκοτάδι, στο οποίο έχει βουτήξει την χώρα το καθεστώς του Ντυβαλιέ. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τους στο έρημο ξενοδοχείο ενεργοποιεί ήδη τα αντανακλαστικά των σκοτεινών πολιτικών δυνάμεών αλλά και της ανεξέλεγκτης παρουσίας των παραστρατιωτικών του ομάδων. Οι τελευταίοι εκτός από δολοφονικές μηχανές, ακολουθούν μια παρά φύσιν βουντού δεισιδαιμονία που ενίσχυσε σε πιστούς και άπιστους υποτελείς ο διεφθαρμένος δικτάτορας. Άλλωστε οι ίδιες οι βουντού τελετές μοιάζουν να διαδραματίζουν μέγιστο ρόλο στην ιδιωτική και την δημόσια ζωή της Αϊτής.

Graham Greene 3

Ο αφηγητής γνωρίζει ότι στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή, το οποίο περνάει απαρατήρητο – και σίγουρα αυτό το σημείο αφορά και τον αδιέξοδο έρωτά του. Στην Αϊτή δεν τον περιμένει μόνο ένα έρημο ξενοδοχείο αλλά κι ένας εξίσου έρημος ερωτικός δεσμός, με την Μάρτα, σύζυγο ενός διπλωμάτη. Οι σελίδες που περιγράφουν τις συναντήσεις τους κάτω από το άγαλμα του Κολόμβου και αλλού είναι από τις πλέον κινηματογραφικές. Εγκλωβισμένη για χρόνια στο νησί, περιορισμένη από τις συνεχείς απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ματαιωμένη σε μια συμβιβασμένη συζυγική σχέση και σε μια δύσκολη μητρότητα, είναι η απόλυτα μοιραία γυναίκα για τον μοναχικό Μπράουν.

The-Comedians2

Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες προτού ξυπνήσω δυστυχισμένος σ’ ένα δωμάτιο με κλιματισμό στη Δυτική 44η οδό της ΝέαςΥόρκης, αφού ονειρεύτηκα ένα κουβάρι από χέρια και πόδια σ’ ένα Πεζώ και ένα άγαλμα που ατένιζε τη θάλασσα. Τότε συνειδητοποίησα πως αργά ή γρήγορα θα γύριζα πίσω, όταν το πείσμα μου ξεθύμαινε, η επιχειρηματική μου συμφωνία αποτύχαινε, και αντιλαμβανόταν ότι μισή φραντζόλα ψωμί φαγωμένη μέσα στον φόβο ήταν προτιμότερη από την απόλυτη ένδεια. [σ. 134]

François Duvalier, May 1957, Haiti.

Ο «στρατιωτικός» (που σύμφωνα με τον αφηγητή μιλάει μια παράξενη, ξεπερασμένη αργκό ξεπερασμένη, σα να την έχει μελετήσει στην παλιά έκδοση κάποιου λεξικού) πηγαίνει ακόμα πιο μακριά βήματα στο θράσος και την αυτοπεποίθηση, ξεχνώντας ότι ακριβώς ο πολεμικός – στρατιωτικός χαρακτήρας του καθεστώτος ετοιμάζεται να τον απορροφήσει μοιραία και οριστικά. Το παρολίγον προεδρικό ζεύγος δεν επέχει θέση κομπάρσου. Το ταξίδι τους σχετίζεται με την ιδέα μιας χορτοφαγικής και ευρύτερα οικολογικής επένδυσης: μια σχετική επιχείρηση στην φαραωνική πόλη Ντυβάλιεβιλ. Το κέντρο χορτοφαγίας σχεδιάζεται να κατασκευαστεί σύμφωνα με ένα σχέδιο – απάτη, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση παρέχει εγγύηση για τους μισθούς των εργατών, οι οποίοι θα πληρώνονται πολύ λιγότερο, προτού απολυθούν στο τέλος του μήνα, αφήνοντας το γιαπί έρημο και τους μισθούς στην τσέπη των επιτήδειων, μέχρι να προσληφθεί νέα φουρνιά αργότερα για να ολοκληρώσει το έργο. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο πρώιμα εκφράζει ο συγγραφέας την σύγχρονη παγιωμένη κατάσταση των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων».

Graham Greene 4Ίσως είναι περιττό να τονιστεί ότι εδώ ο Γκρην γράφει όπως πάντα και διαβάζεται ως ο παλιός καλός λογοτέχνης που κατασκευάζει δομές ως επιδέξιος αρχιτέκτων, αυξομειώνει ρυθμούς ως πεπειραμένος μαέστρος, ζευγαρώνει και τριπλοζευγαρώνει ιστορίες ως ικανός συγγραφέας. Και φυσικά στήνει την πλοκή  με αληθινά γεγονότα ακόμη και με πρόσωπα που γνώρισε κατά την παραμονή του στο νησί. Ο Μπράουν αποτελεί το άλτερ έγκο του. Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εργαστηριακή του εισαγωγή, το «εγώ» δεν είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας· μείζονες και ελάσσονες ήρωες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά που συγχωνεύτηκαν στο μαγειρείο του ασυνείδητου και επανεμφανίζονται αγνώριστα, ώστε ούτε ο ίδιος ο μάγειρας δεν τα αντιλαμβάνεται.

haiti - 1951

Ο κοσμοπολιτισμός και η αναζήτηση μιας άλλης ζωής στα πέρατα του ασφαλούς κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος. Στην άλλη πλευρά αποτυπώνεται η βουλιμική επιθυμία του δυτικού ανθρώπου να κυριαρχήσει σε μια χώρα – πείραμα. Η Αϊτή είναι ένα πεδίο ανοιχτό στα πάντα, συνεπώς και στα δικά τους μεγαλεπήβολα επιχειρηματικά και άλλα σχέδια. Πιστεύουν ότι θα είναι ευπρόσδεκτοι, εφόσον δεν προτίθενται να εναντιωθούν στο καθεστώς αλλά να επενδύσουν στις παρυφές μιας νέας χώρας υπό ανάπτυξη. Μόνο που στην Αϊτή του διεστραμμένου «δόκτορος» Ντυβαλιέ είναι αδύνατον η νύχτα να γίνει πιο σκοτεινή και σύντομα θα διαψευστούν. Κάποιος θα βρεθεί πρόωρα στην φυλακή, κάποιος άλλος δεν θα αντέξει για πολύ την νομιμοφροσύνη του στο καθεστώς. Άλλη μια πολιτικά αφυπνισμένη μορφή ετοιμάζεται να προστεθεί στην σχετική πινακοθήκη.

haiti direct

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, σελ. 398. Με 193 σημειώσεις της μεταφράστριας [Graham Greene, The Comedians, 1966].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, χειμώνας 2015 – 2015.

Στις εικόνες: H Αϊτή στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ο δικτάτορας σε ελενίτ αυλή και σε γραμματόσημο, ο συγγραφέας και ο δίσκος Haiti Direct: Big Band, Mini Jazz & Twoubadou Sounds, 1960-1978, μια ιδανική εισαγωγή στην Αϊτινή μουσική πριν και κατά την διάρκεια των καθεστώτων του Ντυβαλιέ.

14
Απρ.
15

Roberto Bolaño – Το τρίτο Ράιχ

BOLANO-TRITO RAIX

Δεύτερος Παγκόσμιος Χαρτοπόλεμος

Γιατί μερικές φορές φοβάμαι τόσο πολύ; Και γιατί όσο πιο πολύ φοβάμαι τόσο το πνεύμα μου φαίνεται να φουσκώνει, να ανυψώνεται και να παρατηρεί τον πλανήτη ολόκληρο από ψηλά;[…] Μήπως στην πραγματικότητα θέλω να δραπετεύσω μαζί με την Ίνγκεμποργκ και όχι μόνο από ετούτο εδώ το χωριό και από τη ζέστη αλλά από αυτό που το μέλλον μας επιφυλάσσει, από τη μετριότητα και την ανοησία; Κάποιοι άλλοι ηρεμούν με το σεξ ή με τα χρόνια. Για τον Τσάρλυ αρκούν τα πόδια και βυζιά της Χάννα. Μένει ήσυχος. Εμένα, αντιθέτως, η ομορφιά της Ίνγκεμποργκ με αναγκάζει να ανοίγω τα μάτια μου και να χάνω τη γαλήνη μου. [σ. 107 – 108]

Αυτός που αναρωτιέται εξομολογούμενος τον φόβο του είναι ο νεαρός Γερμανός Ούντο Μπέργκερ· η Ίνγκεμποργκ είναι η φίλη του, με την οποία μοιράζονται τις διακοπές τους, το ζεστό χωριό βρίσκεται στην ακτή της καταλανικής Κόστα Μπράβα. Ο Ούγκο επέλεξε ως κατάλυμά τους το ίδιο ισπανικό ξενοδοχείο όπου μικρός πήγαινε διακοπές με τους γονείς. Και το Τρίτο Ράιχ; Πρόκειται για ένα από τα επιτραπέζια παιχνίδια πολεμικής στρατηγικής που αποτελούν μέγιστη εμμονή του ήρωα. Πρωταθλητής της χώρας του στο παίγνιο της αναπαράστασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί, ο Ούγκο επιλέγει να μένει κλεισμένος στο δωμάτιο για να μελετάει.

 5259_003 - copia.jpg

Το επιτραπέζιο αυτό παιχνίδι καθορίζει οριστικά τις ζωές των παικτών του, άρα και του ήρωα. Οι νεωτερικές προσλήψεις του ευρηματικού αυτού θέματος είναι πολλαπλές. Από την μία η προσήλωση σε σημείο εμμονής και η τελική ιδεοληψία του παίκτη, μοιάζουν να αντιστοιχούν με την σύγχρονη διαδικτυακή εξάρτηση, όχι μόνο ως προς τα εξωτερικά στοιχεία αλλά και την ίδια την διάβρωση του ψυχικού. Ύστερα από τις αναπόδραστες, πολύωρες εμπλοκές μας με την ηλεκτρονικότητα, είμαστε πλέον άλλοι· το ίδιο και ο Ούγκο, καθώς βυθίζεται στο ταμπλώ του δικού του χάρτινου πολέμου.

Αλλά είναι μια άλλη παράμετρος που αιχμαλωτίζει τους παίκτες αυτών των παιγνίων και συνακόλουθα εμάς που τους ακολουθούμε: με τις κάρτες του Τρίτου Ράιχ μπορεί κανείς έστω και φαντασιακά να αλλάξει την Ιστορία. Κι έτσι ο Ούγκο – ήμασταν σχεδόν βέβαιοι – επιλέγει να πάρει το μέρος των Γερμανών, ώστε να αποφύγει τις στρατιωτικές ήττες και να καταφέρει να βγει νικητής τους. Την προσωπική του ιστορία όμως μπορεί να την αλλάξει κανείς, όταν έρχεται με τα φάσματα του απρόσμενου και του κακού;

Bolano 6

Είναι ο ίδιος Μπολάνιο που καταγράψαμε σε αυτό εδώ το ημερολόγιο στo Μακρινό Αστέρι, στα Τηλεφωνήματα, στους Άγριους Ντέτεκτιβ και στο 2666. Η λογοτεχνική του επικράτεια μας είναι πια οικεία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μας είναι και διαρκώς άγνωστη και απρόβλεπτη. Απλώς γνωρίζουμε τις σαγήνες της: είναι η αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής, η ανάγκη της επιφυλακής ακόμα και σ’ εμάς τους αναγνώστες, η βεβαιότητα πως οι όποιες χαρές θα είναι σύντομες και πως κάτι αναπότρεπτο θα ανατρέψει την κανονική ζωή. Ακόμα και οι απλές καθημερινές συγκυρίες γιγαντώνονται όταν ειδωθούν από μια άλλη σκοπιά: όταν, για παράδειγμα, ο Ούγκο ζητάει επιτακτικά ένα μεγάλο τραπέζι για να στρώσει τον χαρτοπόλεμό του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της έλλειψης κατανόησης και της ειρωνείας των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. 

Ο περίγυρος του ζεύγους είναι ένας άλλος τυπικός μπολανιακός κύκλος. Περίεργοι και πιεστικοί, ανησυχητικοί και σκοτεινοί, κάποτε αγενείς και επιθετικοί. Δεν είναι τόσο το φιλικό ζεύγος άλλων δυο παραθεριστών, των Τσάρλι και Χάννα, όσο οι δυο περιφερόμενοι Ισπανοί, ο Λύκος και το Αρνί που μοιάζουν να δημιουργούν κάποιο κλοιό. Αλλά η καθοριστική παρουσία σε αυτό το απροσδιόριστο αντίπαλο δέος είναι η γλυπτή μορφή του Καμένου· αυτός ο αινιγματικός ενοικιαστής των θαλάσσιων ποδηλάτων στην παραλία, που σέρνει σαν υπνωτισμένος τα θαλάσσια ποδήλατα από την θάλασσα προς τον μικρό περιχαραγμένο το χώρο και από εκεί πάλι προς τη θάλασσα. Σαν προτομή από ελαφρόπετρα, παραμορφωμένος από τον ήλιο, εγκαυμένος και αινιγματικός, αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περιπαθής αντιναζιστής αλλά κι ένας πρόθυμος και ικανός αντίπαλος στην επί χάρτου πολεμική. Αυτός θα είναι ο ιδανικός παίκτης στην άλλη πλευρά των μαχών.

Bolano Roberto_by_mortrel 

Ακόμα κι όταν περιγράφει καταστάσεις γνώριμες και οικείες, υπάρχει πάντα μια αδιευκρίνιστη σκιά ανησυχίας στην πίσω πλευρά. Ακόμα και οι ξαφνικές νεροποντές στο καυτό θέρετρο δημιουργούν έναν άλλο, άγνωστο κόσμο. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη βροχή, δείχνουν ξένοι, βυθισμένοι σε άλλου είδους καθημερινότητα. Το νερό που στάζει από τα σκίαστρα μοιάζει κι αυτό να σκοτεινιάζει την επίπλαστη φωτεινότητα του τοπίου. Το ίδιο και τα πρόχειρα κατασκευασμένα τεράστια εργοστάσια κεραμικών στη άκρη του δρόμου, που φωτισμένα το βράδυ αποκάλυπταν πίσω από τους φράχτες αμέτρητα πιθάρια και φτηνές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, ψεύτικα είδη λαϊκής τέχνης παγωμένα σε κάποια ώρα που δεν ήταν ούτε της ημέρας ούτε της νύχτας…

Στις απουσίες της….συλλογίζομαι τα σκοτεινά πεπρωμένα της άμορφης μάζας και των ασαφών προσώπων ολόγυρά μου. [σ. 20]. Φυσικά υπάρχει ο έρωτας. Ακόμα κι όταν κλείνεται στο δωμάτιο, ο Ούγκο φροντίζει να παρακολουθεί από το παράθυρο την Ίνγκεμποργκ, καθώς κολυμπάει στην παραλία ή συνομιλεί με κάποιους ενοχλητικούς άντρες. Μέρος της αγάπης τους είναι να ανέχεται τα τηλεφωνήματα που εκείνη δέχεται μέσα στη νύχτα. Γνωρίζει ότι ο έρωτας είναι ένα πάθος που αποκλείει όλα τα άλλα, αλλά έχει διακαή πόθο να συμβιβάσει το πάθος του για την Ίνγκεμποργκ με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι. Κάποιες αποδράσεις, εκτός από τις αναπόφευκτες εξόδους μαζί της, γίνονται εντός του ξενοδοχείου, όπου ξαναβρίσκει την Γερμανίδα ιδιοκτήτρια Έλζε, πόθο των παιδικών του χρόνων, με την οποία συνάπτει μια εξίσου αινιγματική διαλογική σχέση. Σαγηνεύεται από αυτό το κάτι, το δίχως όνομα που εκπέμπει η φράου Έλζε, που αιχμάλωτη, ανάμεσα σε δυο σχέσεις αφοσίωσης, έριχνε την ενοχή στην ίδια την ομορφιά της για τα βάσανα που περνούσε. «Όμορφη, απόμακρη, εξόριστη».

 Bolano 5

Το αλλόκοτο ενδιαίτημα που φτιάχνει από τα θαλάσσια ποδήλατα ο Καμένος, σαν κάστρο στην παραλία, ζώντας εκεί μέσα, πιθανώς παρακολουθώντας τους πάντες. σαν μια παράγκα ενός αγριμιού, η εξαφάνιση του Τσάρλυ στη θάλασσα, η διαδοχική αναχώρηση των Χάννα και Ίνγκεμποργκ, το ταμπλώ με τον χάρτη της Ευρώπης, τα ειδικά περιοδικά και τα φανζίν των στρατηγικών παιχνιδιών (άλλη μια μπολανιακή μανία), οι εξονυχιστικές περιγραφές τακτικών και μαχών, η μαθητεία του Καμένου στο παιχνίδι και του Ούγκο στον Καμένο, όλα τραβούν τον αναγνώστη στον παράξενο κόσμο τους, ακόμα κι αν η πλοκή παραμένει φευγαλέα και διαρκώς φευγάτη.

Έχει τις μανίες του όπως όλος ο κόσμος. Εξάλλου όλοι έχουν κάποια μανία. [σ. 115]

Το μυθιστόρημα βρέθηκε στα συρτάρια του συγγραφέα, προφανώς ημιτελές και πιθανώς χωρίς το τελευταίο φινίρισμα στα ύστατα σημεία της ιστορίας. Από τα παλαιότερα έργα του συγγραφέα [1989], εκδόθηκε ως είχε μετά τον θάνατό του. Είναι γραμμένο ως ημερολόγιο του ήρωα, από 20 Αυγούστου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, με μια τελευταία εγγραφή στις 20 Οκτωβρίου και περικλείει όπως και τα άλλα του βιβλία, την ολόδική του λεπτομερέστατη, μαγνητική, αμφίσημη, ατμοσφαιρικότατη γραφή. Μια γραφή πάντα παιγνιώδη, ακόμα κι όταν αφορά ένα παιχνίδι. Γιατί «το παιχνίδι είναι πάντα μια σύγκρουση». Και ποτέ άλλοτε ζωή και παιχνίδι – με την απόλυτα σοβαρή σημασία – δεν ήταν τόσο ασφυκτικά κοντά.

Bolano 4

Εκδ. Άγρα, 2013, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 398 σελ. [El Tercer Reich, 1989/2010].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr. Βιβλιοπανδοχείο, 181. / The world that summer.

27
Μαρ.
15

Βίτολντ Γκομπρόβιτς – Διαθήκη. Συνομιλίες με τον Ντομινίκ ντε Ρου

Διαθήκη

Αυτό που είμαστε ενώ δεν είμαστε

Ούτε τη ζωή μου γνωρίζω, ούτε το έργο μου. Σέρνω το παρελθόν πίσω μου σαν σκονισμένη ουρά κομήτη και για το έργο μου γνωρίζω ελάχιστα εξομολογείται ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο μιας μεγάλης και συναρπαστικής συζήτησης που φιλοδοξούσε να αποκαλύψει την προσωπικότητα και το έργο του αλλά τελικά ανέσκαψε τα βάθη της σκέψης μιας μοναδικής περίπτωσης συγγραφέα. Από πού να ξεκινήσει κανείς; Από την καταγωγή, επιλέγει ο συνομιλητής, αλλά ο συγγραφέας αδυνατεί να ξεδιαλέξει το νήμα: στην ζωή του δράμα και αντίδραμα γίνονται αδιαχώριστα, όπως κι οι μεγάλες λέξεις εξισορροπούνται από τις μικρές. Η μόνη βεβαιότητα του παρελθόντος του ήταν ένα αβέβαιο περιβάλλον, μια ξεριζωμένη οικογένεια με ελάχιστα ξεκάθαρη κοινωνική θέση, που ζούσε μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, ανάμεσα σε γη και βιομηχανία, σε μια προυστιανή εποχή. Αυτά ήταν τα πρώτα «ανάμεσα» της ζωής του, που στο τέλος έγιναν η κατοικία του, ο αληθινός γενέθλιος τόπος του.

Στο σπίτι ανάσαινε την παράνοια στον αέρα. Μια μητέρα που ανήκε σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων που είναι ανίκανοι να δουν τον· εαυτό τους όπως είναι πραγματικά. Ακόμα χειρότερα: πίστευε ακράδαντα πως ήταν το αντίθετο απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό τον ώθησε στο καθαρό παράλογο, που έγινε αργότερα ένα από τα σημαντικά στοιχεία της τέχνης του. Ακριβώς οι παράλογες συζητήσεις μαζί της αποτέλεσαν την πρώτη του μύηση στην τέχνη και στην διαλεκτική. Απέκτησε την ευχέρεια να βυθίζεται στη χαζομάρα, να επιμένει πανηγυρικά στη βλακεία. Έκτοτε αρνήθηκε να υποταχτεί στις εύκολες και βολικές ψευδαισθήσεις και κληρονόμησε την λατρευτική του σχέση με την πραγματικότητα. Ακολούθησε η απέχθεια για το σαλόνι και η λατρεία των πλυσταριών, των κουζινών, του στάβλου και των χωραφιών. Η κατωτερότητα έγινε το ιδανικό του: οι εντός της μυήσεις όρισαν το έδαφος της μετέπειτα ζωής του.

 Gombrowicz 2

Δεν θυμόμαστε γαλήνια τα παρελθόν, δεν το αναπολούμε χωρίς πάθος. Το παρόν είναι πάντα επιθετικό, ακόμα και στη δύση της ζωής, και η ζωή του παρόντος όσο πιο διαμορφωμένη, παγιωμένη, καθορισμένη είναι, τόσο πιο πολύ καταδύεται στα ταραγμένα νερά του παρελθόντος για να αλιεύσει μονάχα ό,τι της είναι χρήσιμο τώρα και ό,τι μπορεί να βελτιώσει τη σημερινή της μορφή. Ίσως να μη θυμάμαι πολύ καλά το παρελθόν, ίσως απλώς να το καταβροχθίζω για να θρέψω αυτό που είμαι σήμερα. [σ. 22]

Στις αναγνώσεις των Σπένσερ, Καντ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Σαίξπηρ, Γκέτε, Μονταίνι, Πασκάλ, Ραμπελαί αναζητούσε «το ύφος της θεμελιώδους σκέψης, μιας ευαισθησίας που πηγαίνει μέχρι το βάθος των πραγμάτων». Από πού πήγαζε όμως εκείνη η εσωτερική διαταραχή που μετέτρεπε ένα γελαστό αγόρι σε ένα παράδοξο τέρας που το έθελγαν όλες οι δυσκολίες και οι εκτροπές της ύπαρξης; Από την μια βρισκόταν η καθωσπρέπει ζωή, από την άλλη η γκροτέσκα πλευρά της: δυο όψεις που συνυπήρχαν αλλά δεν συμφιλιώνονταν. Βυθισμένος «ανάμεσα» στις δυο, ο Γκομπρόβιτς αισθανόταν ένα μαύρο πρόβατο έξω απ’ το κοπάδι ένας νεαρός ικανός να πάρει κάθε μορφή, σαν τα κουκλάκια από πλαστελίνη που μπορεί κανείς να τα πλάσει ακατάπαυστα.

SONY DSC

Και δεν θα έλεγα ψέματα αν έλεγα πως, κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών μου στις εργατικές φτωχογειτονιές της Βαρσοβίας, την πραγματικότητα αναζητούσα στην απλότητα και στη ζωώδη υγεία των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Την πραγματικότητα αναζητούσα και μέσα μου, στις αχανείς, ερημωμένες, περιφερειακές, απάνθρωπες εσωτερικές εκτάσεις, όπου μαίνονταν οι ανωμαλίες, το Άμορφο, η Ασθένεια, η Αθλιότητα. Γιατί την πραγματικότητα μπορεί να την βρει κανείς στο πιο συνηθισμένο, στο πιο πρωτόγονο και στο πιο υγιές, όπως επίσης και στο πιο διεστραμμένο και φρενοβλαβές. Η πραγματικότητα του ανθρώπου δεν είναι το μόνο πιο φυσιολογικό και το υγιές, είναι και ό,τι έχει μέσα του αφύσικο και νοσηρό, ό,τι του ανοίγει άγνωστες δυνατότητες. [σ. 35]

Η πρώτη του λογοτεχνική γραφή ονομάστηκε Αναμνήσεις από την εποχή της ανωριμότητας [1933]: «μια λαμπερή ασημαντότητα φαντασίας, επινοητικότητας, ειρωνείας. Μια παρωδία της πραγματικότητας και της τέχνης». Το πρόβλημα παρέμενε: Πώς θα συνδεθεί η γραφή του με την πραγματικότητα της ύπαρξής του; Ο Γκομπρόβιτς γνώριζε καλά εκείνο που θα γινόταν η ψίχα της δημιουργίας του: Η γενική πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πραγματικότητα. Η αληθινή πραγματικότητα είναι μόνον αυτή που καθορίζει ο καθένας μας. Και εγεννήθη ο Φερντυντούρκε! [1937]: «Μια παρωδία φιλοσοφικού παραμυθιού στο ύφος του Βολταίρου».

 Gombrowicz 4

Γιατί άραγε ένα έργο που γεννήθηκε από προσωπικά τραύματα τον παρέσυρε σε μια τόσο οικουμενική περιπέτεια προς το δράμα της ανθρώπινης Μορφής; Εδώ περιγραφόταν η ανηλεής μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μορφής του, δηλαδή εναντίον του τρόπου του να είναι, να αισθάνεται, να σκέφτεται, να μιλά και να πράττει· εναντίον της κουλτούρας του, των ιδεών του, των πεποιθήσεών του, εναντίον όλων εκείνων με τα οποία εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο. Ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές, η εθνικότητα. Ο συγγραφέας διαπίστωνε πως η χώρα του ανήκε σε κατώτερη κατηγορία χωρών.

Έχει φτάσει καιρός να χαμηλώσουν τη μύτη τους οι κληρονόμοι των ανώτερων πολιτισμών. Στη θέση της Πολωνίας, βάλτε την Αργεντινή, τον Καναδά, τη Ρουμανία κ.λπ. Και θα δείτε ότι τα λόγια μου διευρύνονται τόσο, που [] αφορούν όλες τις δευτερεύουσες ευρωπαϊκές κουλτούρες [] Είναι μια χώρα εκεί που όπου η Ευρώπη αρχίζει να σταματά, μια χώρα – πέρασμα όπου η Ανατολή και η Δύση απορροφούν η μία τους κραδασμούς της άλλης. Πού ήταν η πρωτότυπη πολωνική σκέψη, η πολιτική φιλοσοφία, η πνευματική και διανοητική συμμετοχή της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή δημιουργία; Τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια η λογοτεχνία μας στραγγαλιζόταν από το τραύμα της απώλειας της ανεξαρτησίας των τοπικών μας δυστυχιών. [σ. 52, 53]

9780300065039

Ο Γκομπρόβιτς σκεφτόταν πως αν ως άνθρωπος, ως Πολωνός κι ως καλλιτέχνης, ήταν καταδικασμένος να παραμείνει ατελής, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπομένει τα βάσανα και να υποκρίνεται στον εαυτό του τον ίδιο και σε όλο τον κόσμο πως όλα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ήταν, αντίθετα, ζήτημα εντιμότητας, αξιοπρέπειας, λογικής, ζωτικής ανάγκης, να έρθει σε ρήξη μια για πάντα με αυτή τη φενάκη: Προχώρησα στον ακρωτηριασμό. Το νυστέρι μου ήταν η ακόλουθη σκέψη: Αποδέξου, κατάλαβε ότι δεν είσαι ο εαυτός σου, ότι κανένας δεν είναι ποτέ με κανέναν ο εαυτός του, υπό καμία συνθήκη, ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι τεχνητός [σ. 61]

Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηριζόταν από μια νέα συμπεριφορά απέναντι στη Μορφή. Στις καλύτερες περιπτώσεις την έπλαθε εύκολα, πλασμένος όπως ήταν από αυτή. Όμως κάποια στιγμή θα καταλάβει πως βρίσκεται σε δυσαρμονία με την πραγματική του φύση, πως εκφράζεται με έναν τρόπο τεχνητό που του επεβλήθη επώδυνα απέξω, είτε από τους ανθρώπους είτε από τις περιστάσεις. Και σύντομα όλοι θα αρχίσουμε να φοβόμαστε τον εαυτό μας και την προσωπικότητά μας, γιατί θα ανακαλύψουμε πως δεν μας ανήκουν ολότελα.

Gombrowicz 6

Κατά τη διάρκεια είκοσι τριών ετών στις πάμπες της Αργεντινής η βεβαιότητα πως είναι πιο Ευρωπαίος από τους Ευρωπαίους της Ρώμης και του Παρισιού, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ήταν σχεδόν πεπεισμένος ότι η αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Μορφής θα μπορούσε να επέλθει μόνον από εξωευρωπαϊκή θέση, από εκεί που είναι αδύναμη και λιγότερο τέλεια. Η βαριά πεποίθηση ότι το ατελές είναι ανώτερο από το τέλειο (γιατί είναι πιο δημιουργικό) ήταν μια από τις βασικές θέσεις του Φερντυντούρκε. Ο εθνικιστικός Τύπος του επιβλήθηκε βάναυσα για το βιβλίο, κατηγορώντας τον για εκμαυλιστική επιρροή.

Ακολούθησε το πρώτο του θεατρικό έργο, Υβόννη, Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας [1938] και μετά η αυτοεξορία στην Αργεντινή. Ζούσε σε ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας, έγραφε με ψευδώνυμο μυθιστορήματα σε συνέχειες για εφημερίδες, ζούσε με μια πενιχρή επιχορήγηση και με την βοήθεια φίλων. Η φτώχεια ήταν η χαρά του, η πτώση του η καινούργια του πτήση. Αφέθηκε στην βαβυλωνία των γλωσσών, στις τυχαίες γνωριμίες που δημιουργούσε με ευκολία, στις φιλίες δίχως δεσμεύσεις. Αποδέχτηκε την ανωνυμία του και δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τον λογοτεχνικό κόσμο. Υπήρξε ο ένας και μοναδικός αλλοδαπός που δεν πήγε για προσκύνημα στο σαλόνι της Βικτόρια Οκάμπο και η περίφημη επιθεώρησή της Sur ήταν το μόνο περιοδικό που δεν ανέφερε τον Φερντυντούρκε. Με τον Μπόρχες δεν μπορούσε τίποτα να τον συνδέσει: εκείνος είχε βαθιές ρίζες στη λογοτεχνία, εγώ στη ζωή.

novels_0025

Ο Γάμος [1947] υπήρξε μια νέα παρωδία της μορφής. Όπως λέει ο μεθύστακας στο έργο, «Κήρυξε τον εαυτό σου βασιλιά και καμία εξουσία, θεϊκή ή άλλη, δεν θα είναι αναγκαία. Θα τελέσεις μόνος σου το ιερό μυστήριο του γάμου και θα υποχρεώσεις τους πάντες να τον αναγνωρίσουν». Το κλειδί του Γάμου είναι ακριβώς η μετάβαση από έναν κόσμο βασισμένο στη θεϊκή και πατρική εξουσία σε έναν άλλο κόσμο, όπου τα νήματα κινεί η προσωπική βούληση. Αλλά ο άνθρωπος ήδη νιώθει τρόμο απέναντι στον κόσμο που έρχεται, όπου ο ίδιος θα είναι θεός και βασιλιάς του εαυτού του. Και ο γάμος δεν θα γίνει ποτέ.

Ο Υπερ-Ατλαντικός – «μια παρωδία του παραδοσιακού επικού μυθιστορήματος της πολωνικής αριστοκρατίας» – μοιάζει με ξέσπασμα γέλιου σε κηδεία. μια ακούσια έκφραση της πολωνικής ελευθερίας. Ένα μυθιστόρημα σκόπιμα απρόσιτο στους ξένους, εξαιτίας των γλωσσικών του δυσκολιών, ανοιχτή πρόσκληση δε για τους Πολωνούς μετανάστες, το μόνο αναγνωστικό κοινό στο οποίο μπορούσε να στηριχτεί.

5

Αυτά συμβαίνουν την ώρα της ήττας! Γράφουμε ενάντια στα πάντα, μόνο για την απόλαυσή μας. Τι πολυτέλεια ήταν κι αυτή που επέτρεψα στον εαυτό μου μέσα στη δυστυχία μου! / Τι να διαλέξω; Πίστη στο παρελθόν…ή την ελευθερία να πλάθει τον εαυτό του ο καθένας όπως θέλει; Να τον φυλακίσω στην αταβιστική του μορφή ή να ανοίξω το κλουβί; [σ. 144, 145]

Το 1952 τον βρίσκει ως «ένα λαμπρό αντιταλέντο» στην υπηρεσία της Πολωνικής Τράπεζας του Μπουένος Άιρες, με μια σειρά από ακατανόητα έγγραφα μπροστά του. Έχει αρχίσει να γράφει για την Kultura, την κυριότερη πολωνική επιθεώρηση της διασποράς, που τυπωνόταν στο Παρίσι. Ένα από τα πρώτα του κομμάτια εκεί γράφτηκε σε μορφή ημερολογίου. Έκτοτε, αυτό το Ημερολόγιο έχει ήδη την μορφή τριών τόμων και χιλιάδων σελίδων και συνεχίζει…Ο κόσμος αγοράζει ημερολόγια γιατί ο συγγραφέας τους ήδη είναι διάσημος, ενώ εγώ έγραφα το δικό μου προκειμένου να γίνω διάσημος. Σταδιακά το Ημερολόγιο άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας ανοιχτής διαμάχης με την σύγχρονη κουλτούρα. Κι έτσι βρέθηκε σε άμεση ρήξη με όλες τις μεταπολεμικές τάσεις που καταδίκαζαν τη λέξη «εγώ».

gomb-bacacay1

Το «εγώ» το αφόριζε η Εκκλησία ως ανήθικο, το περιφρονούσε η επιστήμη ως αντίθετο προς την αντικειμενικότητα, το απέρριπτε ο μαρξισμός και όλα τα ρεύματα της εποχής. Από όλες τις πλευρές ακούγοντας αυστηρές νουθεσίες: δεν είστε τίποτε, ξέχνα τον εαυτό σου, ζήσε μέσα από τους άλλους! [σ. 154]

Ακολούθησαν η Πορνογραφία [1960]μια συνέχεια του καλοκάγαθου «πολωνικού βουκολικού μυθιστορήματος», ο Κόσμος [1965], η δική του μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, η επαυξημένη έκδοση των Αναμνήσεων ως Μπακακάι [1957], η Οπερέτα [1966], Οι μαγεμένοι [1973], Η ιστορία [1988], τα Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο [1995]… Σε ένα ξέσπασμα απελπισμένου ηρωισμού παραιτήθηκε από την τράπεζα. Η λογοτεχνία βρισκόταν έξω, στους ανθρώπους, στην περιπλάνηση. Ο Γκομπρόβιτς άφηνε τους «καινοτόμους των Παρισίων» στον ελεφάντινο πύργο τους – χάρισμά τους η έγκλειστη γραφή!. Εκείνος δεν είχε σαλόνι, δεν είχε γραφείο, ζούσε στο πλήθος, στον δρόμο. Και μέχρι σήμερα απολαμβάνουμε την ιδιαίτατη λογοτεχνία του και την θεατρική του γραφή.

Gombrowicz 3

Σ’ ένα αμιγώς πολιτικό σημείο των συζητήσεων ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του στην άκρα αριστερά, τάσσεται υπέρ του προλεταριάτου αλλά εναντίον του κομουνισμού (οι συνάδελφοί του στις σοσιαλιστικές χώρες απολαμβάνουν πολύ περισσότερα προνόμια από τον ίδιο), με τον οποίο πάντως τον συνδέει ένας κοινός στόχος αλλά διαφωνεί στην επιλογή των μεθόδων. Διαπιστώνει άλλωστε πως ο σοσιαλισμός γίνεται εργαλείο στα χέρια του φιλελευθερισμού που κρύβεται από πίσω του. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει είναι άθεος, φιλοσημίτης, συγγραφέας της πρωτοπορίας, «καταστροφέας» και δεδηλωμένος εχθρός όλων των ρόλων και κυρίως του ρόλου του στρατευμένου συγγραφέα.

Η εξαιρετική έκδοση, σε ελκυστικό ελαφρώς τετραγωνισμένο σχήμα, περιλαμβάνει πολυσέλιδο παράρτημα με σημείωμα των Ρίτα Γκομπρόβιτς και Ζακλίν ντε Ρου «Προς τον αναγνώστη», επιλογή από τις επιστολές του Βίτολντ Γκομπρόβιτς και του Ντομινίκ ντε Ρου [1967 – 1969], εισαγωγή του ντε Ρου στις γαλλικές εκδόσεις του 1968, 1977 και 1990, αποσπάσματα από βιβλία του συγγραφέα, εισαγωγή του Μορίς Ναντό στην αγγλική έκδοση του 1973, βιογραφία και εργοβιογραφία του συγγραφέα (με τις πρώτες εκδόσεις και τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του) και βιογραφία και εργογραφία του Ντομινίκ ντε Ρου.

4 Gombrowicz as a young boy standing on a horse in Malosyce in 1909

Ο Γκομπρόβιτς πέθανε το 1969, δυο χρόνια μετά την διαλεκτική που αποτέλεσε αυτό το βιβλίο. Είχε σαφώς εξοικειωθεί με κάθε μορφή τερματισμού της ζωής. Έχουμε προσαρμοστεί στο θάνατο από τη στιγμή της γέννησής μας. Και μολονότι λίγο λίγο κάθε μέρα μας καταβροχθίζει, ποτέ δεν θα τον αντιμετωπίσουμε καταπρόσωπο, γιατί, όπως λέει κι ένας αφορισμός, όταν έρθει ο θάνατος, εμείς δεν θα είμαστε εκεί.

Εκδ. Πατάκης, μτφ. Θεόφιλος Τραμπούλης, σελ. 393 [Witold Gombrowicz, Testament: Entretiens avec Dominique de Roux, 1968 / 1977 / 1990].

Σημ. Ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς εδώ.

30
Ιαν.
15

Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].

25
Ιαν.
15

Συλλογικό – Αυτοδιαχείριση. Μια ιδέα πάντα επίκαιρη

autogestion

Ο σπόρος της ουτοπίας

Η αυτοδιαχείριση (ή αυτοδιεύθυνση, συνώνυμη της αυτοδιαχείρισης) αποτελεί μια μορφή συλλογικής οργάνωσης όπου ο καθένας έχει την δυνατότητα να συμμετέχει άμεσα στην λήψη των αποφάσεων που επηρεάζουν την καθημερινή του ζωή. Σε αντίθεση με την πυραμιδοειδή οργάνωση των νεωτερικών κοινωνιών και τις απειράριθμες ενδιάμεσες σχέσεις όπου ένα πλήθος ενδιάμεσων, εκλεγμένων ή μη, υπονομεύουν την δυνατότητά μας να καθορίζουμε πώς θα ζούμε, πώς θα δημιουργούμε, πώς θα παράγουμε κλπ., οι αρχές της αυτοδιαχείρισης εμπνέονται από την ελευθερία, την ισότητα και την αλληλεγγύη και αποδίδουν αυτές τις δυνατότητες στα άτομα και τις συλλογικότητες. Εδώ έννοιες όπως άμεση δημοκρατία και επανοικειοποίηση παύουν να αποτελούν απλούς όρους και μετατρέπονται σε πράξη.

Μετά την εξέγερση των Ζαπατίστας και την ανάδυση ενός κινήματος εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης αναβίωσε η συζήτηση για έναν άλλο κόσμο που είναι εφικτός και πλέον το αίτημα της αυτονομίας είναι πολύ πιο δεδομένο απ’ ότι νομίζουμε. Ακόμα και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια αρχίζουμε να επανεφευρίσκουμε πράγματα που, ενώ υπήρχαν στο παρελθόν, είχαν ξεχαστεί για δεκαετίες ή είχαν απαξιωθεί στη συλλογική συνείδηση λόγω του ευτελισμού τους από το κράτος, τα κόμματα και τους εργατοπατέρες: τον συνεταιρισμό, τη συνεργατικότητα, την αλληλεγγύη. Έννοιες και αξίες που σήμερα γίνεται προσπάθεια να επαναθεμελιωθούν, μακριά από αναθέσεις, ιεραρχίες και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις μέσα από εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης και συνεργατισμού.

cnt-tram

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ακριβώς μια μικρή αναδρομή στα σύγχρονα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης. Δυο εισαγωγικά κείμενα (Βασικές κατευθύνσεις των ελευθεριακών εγχειρημάτων και πρακτικών, Ρίχνουμε τον σπόρο της ουτοπίας για να θερίσουμε την πραγματικότητα) κι ένα μικρό σημείωμα των εκδοτών ακολουθούνται από δυο κεφάλαια που αφορούν δυο βασικά ιστορικά παραδείγματα επαναστατικής αυτοδιαχείρισης: την περίπτωση της Ρωσίας [1917-1921], από την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 που έπιασε στον ύπνο τους επαγγελματίες επαναστάτες μέχρι την εξέγερση της Κροστάνδης και εκ μέρους των Λένιν και Τρότσκι κατάπνιξη στο αίμα του τελευταίου σπασμού της επανάστασης, και την περίπτωση της Ισπανίας [1936-1939], που επιβεβαίωσε την εμπειρία της Ρωσίας και των σπαρτακιστών: ότι είναι αδύνατη η συνύπαρξη των δυο πόλων της δυαδικής εξουσίας: της αυτοδιαχειριστικής και την «νόμιμης»: η δεύτερη πάντοτε τείνει να συντρίψει την πρώτη.

Στο κύριο κορμό του βιβλίου παρουσιάζονται και αξιολογούνται σύγχρονα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης. Ο Charles Piaget εξετάζει τη περίπτωση της Γαλλίας, που έζησε από πρώτο χέρι, ως πρωτεργάτης του αγώνα της LIP στην Μπεζανσόν το 1973. Η αυτοδιαχείριση αυτού του εργοστασίου υπήρξε μια παραδειγματική περίπτωση αγώνα και αποτελεί ακόμα και σήμερα πηγή έμπνευσης για τους εργαζόμενους που πολεμούν κατά των απολύσεων και συζητούν το ενδεχόμενο να ανακτήσουν τις επιχειρήσεις τους με βάση το μοντέλο «δουλεύουμε, πουλάμε, πληρωνόμαστε». Ο αγώνας ήταν αποτέλεσμα μιας καινοτόμας συνδικαλιστικής πρακτικής που άλλαξε τα δεδομένα στον χώρο του συνδικαλισμού, που μέχρι τότε εκτυλισσόταν μόνο σε μια αίθουσα συνεδριάσεων ή παρέα με την διεύθυνση, ενώ οι γενικές διεκδικήσεις κοινοποιούνταν εγγράφως και …μέχρι εκεί, οι δε συνδικαλιστές εμφανίζονταν μόνο για να ορίσουν την ημέρα και τα αιτήματα της απεργίας (μας θυμίζει κάτι;).

May 4, 1976, in the streets of Besançon, the Lip factory workers

Το 1968 υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο συνδικαλιστικής δημοκρατίας. Στα μέσα του θρυλικού Μαΐου μια ομάδα φουσκωτών συνδικαλιστών είχαν αποκλείσει την κεντρική είσοδο, λέγοντας πως είναι γενική απεργία και πως απαγορεύεται να μπουν οι εργαζόμενοι. Εκείνοι απάντησαν πως οι εργαζόμενοι θα αποφασίσουν μόνοι τους· τότε διαμορφώθηκε η ιδέα του ανοιχτού εργοστασίου και η πρακτική των δημοκρατικών γενικών συνελεύσεων. Κατασκευάστηκε κι ένας θεόρατος πίνακας, ώστε να αναρτώνται και να διαβάζονται τα πάντα – μια ενημέρωση ελεύθερη, σαφής και γρήγορη.

Όταν το 1973 η επιχείρηση μεταβιβάστηκε σ’ ένα ελβετικό τραστ που θέλησε να την διαλύσει και είχε μάλιστα προβλέψει πως αν οι εργαζόμενοι αρχίσουν γενική απεργία τον Απρίλιο, μέχρι το καλοκαίρι θα έχουν φτάσει στα όριά τους, εκείνοι δεν έπεσαν στην παγίδα: όχι μόνο δεν έκαναν απεργία αλλά επέλεξαν και την σταδιακή μείωση του ρυθμού εργασίας, ως μορφή γενικής ανυπακοής απέναντι στην διοίκηση. Γνώριζαν άλλωστε τις βασικές αξίες ενός αγώνα που μόλις άρχιζε: υπέρβαση της ηττοπάθειας, ενημέρωση των πάντων, ενότητα δράσης, μεγάλη συλλογική συμμετοχή, οριζόντια πληροφόρηση με ευρύ φάσμα κειμένων, άνοιγμα του εργοστασίου προς τα έξω.

zapatista

Η περίπτωση των αυτόνομων εξεγερμένων κοινοτήτων των Ζαπατίστας στην Τσιάπας στο Μεξικό είναι περισσότερο γνωστή: οι αυτόχθονες κυβερνούν με βάση το δικό τους δίκαιο και τα δικά τους έθιμα, ενώ έχουν υιοθετήσει δικές τους μορφές αυτοκυβέρνησης με βάση το συλλογικό συμφέρον. Οι τοπικές κοινότητες εξέλεξαν οι ίδιες τους αντιπροσώπους τους με διετή θητεία που ανανεώνεται κάθε δυο χρόνια αλλά μπορεί σε οποιαδήποτε στιγμή να ανακληθεί σε περίπτωση που δεν σεβαστούν την λαϊκή εντολή. Για την μεξικανική κυβέρνηση οι αυτόνομες εξεγερμένες κοινότητες αποτελούν στον «χειρότερο εχθρό του κράτους δικαίου» και η αυτονομία τους ισοδυναμεί με την «απόσχιση ενός τμήματος της εθνικής επικράτειας», αγνοώντας προφανώς το συνταγματικό άρθρο σύμφωνα με το οποίο «η εθνική κυριαρχία ανήκει πρωταρχικά και κατ’ ουσίαν στον λαό». Το κίνημα των Ζαπατίστας αποτελεί μια μοναδική πρωτοβουλία πολιτικής αντίστασης και άμεσης δράσης, ένα παράδειγμα αυτονομίας όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Η πρακτική Καταλαμβάνουμε, δουλεύουμε, πληρωνόμαστε αποτέλεσε μια από τις πολλές όψεις της Αργεντινής μετά την εξέγερση που ξέσπασε τον χειμώνα του 2001. Το δίδαγμα του Argentinazo έχει τρεις αφηγήσεις. Η πρώτη ξεκινάει από το Μπουένος Άιρες και την συνοικία Φλόρες, τον Ιανουάριο του 2002, όπου στο ισόγειο μιας παλιάς κλινικής μια ομάδα κατοίκων έχει δημιουργήσει ένα εστιατόριο για τους πιο φτωχούς κατοίκους της γειτονιάς. Το σχέδιο, που προέβλεπε ένα κέντρο υγείας για τους εργαζόμενους στις ανακτημένες επιχειρήσεις ολόκληρης της περιφέρειας, δεν προχώρησε, θα συνεχιστεί κάπου αλλού.

IMPA_

Το τελευταίο ναυπηγείο της Αργεντινής, το Astillero Rio Santiago, βρίσκεται υπό τον έλεγχο των εργαζομένων αλλά δεν είναι μια τυπική «ανακτημένη» επιχείρηση. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 δεν κατασκευαζόταν εδώ κανένα πλοίο, ενώ οι εργάτες ήταν μόλις χίλιοι. Η κατάληψη οδήγησε σ’ ένα είδος συνδιαχείρισης και οι πελάτες άρχισαν να επιστρέφουν. Οι διαφορετικές απόψεις γύρω από την πρακτική της αυτοδιαχείρισης δείχνουν πως και εδώ υπάρχει αρκετός δρόμος ακόμα. Σε κάθε περίπτωση οι διαφορετικές πολιτικές επιλογές αλλά και τα δυο διαφορετικά μοντέλα αυτοδιαχείρισης, η «αμυντική» και η «επιθετική» (από την απλή διασφάλιση μέσων εργασίας μέχρι το σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού) θέτουν τους όρους μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης.

Η Impa τέλος, όπου οι συνθήκες εργασίας τόσο στα χυτήρια όσο στην κατεργασία μετάλλων ήταν εφιαλτικές, έγινε μια από τις επιχειρήσεις – σύμβολα του κινήματος των ανακτημένων επιχειρήσεων στην Αργεντινή και η μοναδική που έμεινε ανοιχτή στα κοινωνικά κινήματα. Στο εσωτερικό της λειτούργησε ένα πολιτιστικό κέντρο όπου εργάστηκαν φοιτητές και ήταν ελεύθερη η πρόσβαση για τους κατοίκους της γειτονιάς.

End-Of-Shift-Tower-Colliery

Η Μεγάλη Βρετανία έχει να επιδείξει το δικό της κορυφαίο παράδειγμα εναλλακτικού εγχειρήματος μέσα σε καπιταλιστική χώρα και μιας ιδιαίτερα συνειδητοποιημένης εργατικής κολεκτίβας: το ανθρακωρυχείο Tower Colliery στην Ουαλία, που πήραν στα χέρια τους οι εργαζόμενοι το 1994. Το κλείσιμο του ανθρακωρυχείου ήταν ένα από τα πολλά επεισόδια στην πορεία διάλυσης της βρετανικής βιομηχανίας άνθρακα. Η ανάκτησή του από τους εργάτες έγινε ταχύτατα σημείο αναφοράς της αντίστασης στον φιλελευθερισμό και το καμάρι μιας ολόκληρης εργατικής περιοχής που είχε πληγεί από τον οικονομικό μαρασμό. Οι εργάτες επένδυσαν τις αποζημιώσεις των απολύσεών τους για να αγοράσουν το ορυχείο, έγιναν ιδιοκτήτες και, προς γενική έκπληξη, κατόρθωσαν να επιστρέψουν την επιχείρηση στην κερδοφορία. Η επιτυχία τους ήταν τόσο μεγάλη που μπόρεσαν να προσλάβουν προσωπικό, να εκσυγχρονίσουν τις μηχανές και να αυξήσουν σημαντικά τους μισθούς, καταργώντας τα προσωπικά πριμ που προκαλούσαν έναν νοσηρό ανταγωνισμό.

Ολόκληρη η περιοχή ένιωσε περήφανη και πολλές τοπικές ενώσεις στήριξαν το ορυχείο, που με την σειρά του υποστήριξε άλλους κοινωνικούς αγώνες εντός και εκτός χώρας, από την Πολωνία και την Νικαράγουα μέχρι την Κούβα και την Νότια Αφρική. Το ορυχείο τάχθηκε υπέρ της αειφόρου ανάπτυξης ενώ σε μια προσπάθεια να το πρόβλημα του κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας, που αποτελεί κληρονομιά του καπιταλισμού, διαμορφώθηκε ένα σύστημα δια βίου εκπαίδευσης. Το εγχείρημα διήρκεσε μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων άνθρακα. Αρχές του 2008, τριάντα χρόνια μετά την ανάκτηση της επιχείρησης, το ορυχείο έκλεισε μέσα σε κλίμα συγκίνησης. Οι ανθρακωρύχοι δεν αιφνιδιάστηκαν από την αναπόφευκτη εξέλιξη. Το ορυχείο παραμένει στην ιδιοκτησία του και υπάρχουν σχέδια για την αξιοποίησή του με διάφορους τρόπους.

TowerCollieryDRAGON_468x285

Ένα ακόμα κείμενο για την Αργεντινή [Η ανάκτηση των επιχειρήσεων ως πολιτική πράξη], μια αναδρομή στην γιουγκοσλαβική «αυτοδιαχείριση», η άνοιξη και το φθινόπωρο της αυτοδιαχείρισης στην Πράγα, οι «ριζοσπαστικά πραγματιστές» της Βραζιλίας, τα κοινωνικά κέντρα μεταξύ ρήξης και ενσωμάτωσης στην Ιταλία και τα σχετικά κινήματα στο Κεμπέκ και την Ελβετία συμπληρώνουν τον χάρτη της αυτοδιάθεσης. Ας σημειωθεί ότι στο κάτω μέρος κάθε σελίδας, σε ξεχωριστό γκρίζο πλαίσιο, παρουσιάζεται ένα σύντομο ιστορικό διάγραμμα των σχετικών επαναστατικών κινημάτων, από το 1848 μέχρι το 2007.

Σε κανένα από τα κείμενα του τόμου δεν εξωραΐζεται κάποιο κίνημα ούτε παρουσιάζεται εξιδανικεύεται η αυτοδιαχειριστική λύση· το αντίθετο, μάλιστα, αναφέρονται όλα τα προβλήματα και οι παγίδες που έθεσαν σε κίνδυνο ή και ακύρωσαν σημαντικές προσπάθειες. Ούτως ή άλλως σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι η αυτοδιαχείριση καθ’ εαυτήν δεν είναι πανάκεια, «αντιστοιχεί όμως σε έναν τύπο δημοκρατίας και ορθολογικότητας που ο καπιταλισμός μας έχει κάνει να ξεχάσουμε». Και αποτελεί ένα βασικό προαπαιτούμενο ώστε η μελλοντική κοινωνία να μην μοιάζει με ένα αχανές στρατόπεδο εργασίας ή με μια κολοσσιαία αγορά όπου πουλιούνται και αγοράζονται τα πάντα.

ezln

Το βιβλίο αποτελεί σύμπραξη δυο οργανώσεων που συμμετέχουν στο παγκόσμιο δίκτυο ελευθεριακού κομμουνισμού Anarkismo.net. Πρόκειται για τις Alternative Libertaire της Γαλλίας [1991] και της Union Communiste Libertaire του Κεμπέκ [2008], που εκδίδουν αντίστοιχα τα περιοδικά Alternative Libertaire και Cause Commune. Περιλαμβάνονται κείμενα των Daniel Guérin, Frank Mintz, Organizaciόn Socialista Libertaria, Laurent Esquerre, Guillaume Davranche, Martine Hassoun, José Luis Humanes Bautista, Lia από FdCA, Michel Nestor, Mark Haldimann, Vladimir Claude Fisera, Charles Piaget. Επιμέλεια: Guillaume Davranche.

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2014, μτφ. Θοδωρής Δρίτσας – Κώστας Σπαθαράκης, σελ. 136 [Animal Politicum, 7].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174.

Στις εικόνες: Αυτοδιαχειριζόμενες συγκοινωνίες στην Ισπανία [1936 – 1939], LIP / Γαλλία, Ζαπατίστας / Μεξικό, Impa / Αργεντινή, Tower Colliery / Ουαλία – τέχνη και πραγματικότητα -, και πάλι Ζαπατίστας.

Η συνείδηση της κοινότητας και το όπλο των λέξεων σε δυο βιβλία του Υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας εδώ και εδώ.

22
Ιαν.
15

Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

1

Ο θαυμαστός παλιός κόσμος

Εκείνο που κατά την γνώμη μου διαχωρίζει την γραφή του Λιόσα από τους έτερους εκλεκτούς συγγραφείς του λατινομερικανικού νότου είναι η πρόκριση της αφήγησης από κάθε έγνοια για τους τρόπους της. Ο Λιόσα αφήνει στην άκρη τους πειραματισμούς με την γλώσσα και την λογοτεχνικότητα και προτιμά να σκαρώνει ολόκληρους μυθιστορηματικούς κόσμους όπου η αφήγηση ιστοριών έχει την μέγιστη σημασία. Όχι φυσικά ότι δεν τόλμησε κατά καιρούς πλείστες μορφικές δοκιμές, όμως εκείνο που μένει από τα βιβλία του είναι οι αμέτρητες διηγήσεις επί διηγήσεων.

Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στην Λίμα της δεκαετίας του ’50, όπου ο δεκαοκτάχρονος Μάριο, εργάζεται ως υπάλληλος σε ραδιοφωνικό σταθμό Παναμερικάνα της Λίμα, ενώ στον κλεφτό του χρόνο σκαρώνει διηγήματα ως ένας αυτοδιδασκόμενος συγγραφέας. Η τριαντάχρονη Χούλια, αδελφή της θείας του, που έρχεται να μείνει στην πόλη, ύστερα από έναν αποτυχημένο γάμο, του ξυπνάει τα πρώτα του ερωτικά αισθήματα. Την ίδια στιγμή ο σταθμός επιτυγχάνει την σπουδαία «μεταγραφή» του Πέδρο Καμάτσο, ενός φημισμένου συγγραφέα ραδιοφωνικών ιστοριών.

 2

Τι είδους ιστορίες ήταν αυτές που συνέπαιρναν τα ακροατήρια της εποχής; Και πως μπορεί πια κανείς να αναπαραστήσει έστω κάποια μορφή τους; Αυτό ακριβώς κάνει ο συγγραφέας, σε κεφάλαια που εναλλάσσονται μ’ εκείνα της βασικής πλοκής. Εκεί η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο και, όπως είναι ευνόητο, πρόκειται για επεισόδια αισθηματικό, με έντονο το μελοδραματικό στοιχείο, αλλά και αστυνομικά, γεμάτα περιπέτειες, στα πρότυπα των ευρύτερων λαϊκών προτιμήσεων. Καθώς οι ραδιοφωνικές ιστορίες ανακυκλώνουν τα αιώνια θέματα των μυθιστορημάτων, ο Καμάτσο καταλήγει απλώς να παραλλάζει ονόματα και καταστάσεις, κι ίσως εδώ, τολμώ να σκεφτώ, να εκφράζεται μια παραβολή για την ίδια την λογοτεχνία: όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και επαναλαμβάνονται και το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος της αφήγησης.

Η νέα και ο νεότερος κάνουν συντροφιά, παρακολουθούν αργεντινά και μεξικανικά μελοδράματα, μοιράζονται λαθραίες βόλτες. Θα ανέμενε κανείς την περιγραφή μιας μαθητείας αλλά εδώ είναι ο Μάριο που διεκδικεί με θάρρος την παράδοση της Χούλια. Άλλωστε είναι εκείνος που βλέπει την ζωή ως ένα πεδίο με απεριόριστες δυνατότητες ακόμα κι αν δεν καταφέρει προς το παρόν να γράφει όπως ο Μπόρχες. Της είπα όλη μου τη ζωή. Όχι την περασμένη, αλλά αυτή που θα είχα στο μέλλον [σ. 110]

panampnt

Ο έρωτας με μια μεγαλύτερη γυναίκα έχει στοιχειώσει την εμπειρία του έρωτα αλλά και την γραφή του συγγραφέα: η ιστορία του εδώ είναι αυτοβιογραφική ενώ το ίδιο θέμα έχει ήδη τιμηθεί στο Μητριάς εγκώμιο όσο και στα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Ο Λιόσα δεν κρύβει το αυτοβιογραφικό στοιχείο του βιβλίου, καθώς εξομολογείται ότι εκτός από την περιπέτεια του πρώτου του γάμου, εμπνεύστηκε από την δεδηλωμένη του αδυναμία για το μελόδραμα αλλά και από την γνωριμία του με κάποιον συγγραφέα που σπαταλήθηκε ακριβώς στην συγγραφή τέτοιων ιστοριών. Όλα αυτά μαζί αναμείχθηκαν επιβεβαιώνοντας ότι το μυθιστόρημα ως είδος δεν γεννήθηκε για να πει αλήθειες· οι αλήθειες, περνώντας στη μυθοπλασία, μεταμορφώνονται πάντα σε ψέματα (δηλαδή σε αμφίβολες και αναπόδεικτες αλήθειες).

Από την αρχή η φιλοτέχνηση του Καμάτσο κλέβει την παράσταση· αυτή η ιδιόρρυθμη φιγούρα που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει σε όλα τα ραδιοφωνικά του σίριαλ μοιάζει με καρικατούρα, έτσι όπως εργάζεται με τα εξωφρενικά του ρούχα στο μικροσκοπικό δωματιάκι που έχει επιλέξει για να εγκατασταθεί με την γραφομηχανή του, ώστε να αισθάνεται πως εργάζεται στο πεζοδρόμιο. Όμως, δημιουργία κι αυτός ενός άλλου συγγραφέα, δεν αφήνεται στο απόγειο της δόξας του· του επιφυλάσσεται. αντίθετα, η αναπόφευκτη πτωτική διαδρομή: εξάντληση, υπερβολική εμπλοκή με τον ψεύτικο κόσμο των ιστοριών του, διανοητική σύγχυση, εγκλεισμός, επιστροφή στο μηδέν. Το ζευγάρι, βέβαια, παρά τις αναμενόμενες οικογενειακές και κοινωνικές αντιδράσεις, διασχίζει όλα τα στάδια της ερωτικής ζωής μέχρι και τον γάμο – άρα ο Λιόσα έχει όλες τις ευκαιρίες να προσθέσει δεκάδες εκδοχές μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.

radiopanamericana_marquez_1985_arkivperu1

Εκείνο που μένει μετά την ανάγνωση είναι η αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής, που στην λατινοαμερικανική εκδοχή της είναι διπλά γοητευτική. Από την μια παρουσιάζεται μια ολόκληρη πινακοθήκη προσώπων, από τα μέλη της οικογένειας μέχρι το προσωπικό του σταθμού, από την άλλη η πολύχρωμη τοιχογραφία ενός κόσμου: από την βιομηχανία των ραδιοφωνικών σειρών, όπου οι σειρές πωλούνται με το …κιλό (ασφαλέστερος τρόπος από τον αριθμό σελίδων), μέχρι την καθημερινή ζωή της μεταπολεμικής περουβιανής αστικής κοινωνίας και από την λατρεία κόσμου για τις ακουστικές ρομαντικές ιστορίες μέχρι τα πραγματικά ρομάντζα των δρόμων. Και το μεγάλο ατού του δικού μας γραφιά είναι η ατμόσφαιρα, όπου εκτός από την διάχυτη μουσική νομίζεις πως ακούς την μουσικότητα της γλώσσας, αλλά και σχεδόν μυρίζεις τον αέρα μιας άλλης, ανεπίστροφης εποχής.

my-old-radio

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 410 σελ. [Mario Vargas Llosa, La tía Julia y el escribidor, 1977]

22
Σεπτ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 163. Ελένη Κεφάλα

KefalaEleni1Περί Ποίησης

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του πρώτου σας βιβλίου ποίησης;

Ευχαρίστως. Το Μνήμη και παραλλαγές (Πλανόδιον 2007) δανείζεται τη δομή του από το αρχαίο δράμα και πιο συγκεκριμένα την τραγωδία. Ασπάζεται την άποψη που θέλει την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα ως ενιαίο κείμενο ή θέμα με παραλλαγές. Ποια είναι τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας; Η ζωή, ο θάνατος και το ταξίδι ανάμεσά τους -αυτό των πολλαπλών ζωών και πολλαπλών θανάτων. Αυτά είναι τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η παγκόσμια λογοτεχνία ανά τους αιώνες και ο κάθε συγγραφέας καταφέρνει να προσθέσει, αν τον ευνοήσει η τύχη, μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή. Ο Πλάτωνας αναφερόταν στη γνώση ως ανάμνηση. Το ίδιο υποστήριζε και ο Μπόρχες, αλλά χωρίς τη μεταφυσική διάσταση της πλατωνικής θεώρησης. Ανάμνηση και παραλλαγή είναι δυο έννοιες που διέπουν το βιβλίο. Η δραματική του δομή (πρόλογος, πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος) δημιουργούν μια σύνθεση εν κινήσει ή τουλάχιστον προβάλλουν την αντίληψη πως ο ποιητικός λόγος βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή. Εξάλλου, τα έχει πει αυτά ο Μπόρχες, η έννοια του τελικού κειμένου δεν ανήκει παρά μόνο στη θρησκεία ή την εξάντληση. Η ποίηση, όπως το θέατρo, είναι ανοιχτή σε διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Καμία ανάγνωση, καμία παραλλαγή, καμία ερμηνεία δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Ταυτόχρονα, παραφράζοντας τον Σαίξπηρ, το βιβλίο μάς υπενθυμίζει πως είμαστε αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένη η μνήμη μας. Ή καλύτερα είμαστε η μνήμη μας.

Μιλήστε μας για τη δεύτερη ποιητική σας συλλογή.

kefala-Χronorrafia1Να μου επιτρέψετε αντί του όρου ‘συλλογή’ να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘σύνθεση’. Η Χρονορραφία, που βγήκε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις Εκδόσεις Νεφέλη, είναι, όπως σημειώνεται στο εσώφυλλο της έκδοσης, μια δοκιμή στην πολυφωνία του χρόνου και ένας φόρος τιμής στις ασθενέστερες φωνές της ιστορίας. Η μαρτυρία ενός ανώνυμου και σχεδόν αγράμματου Κύπριου, που μεγαλώνει στο αγγλοκρατούμενο νησί το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα για να βρεθεί ανήμερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο ατμόπλοιο Άνδρος ανοιχτά της Ιταλίας με τελικό προορισμό τη Βρετανία, αποτελεί τον ιστό πάνω στον οποίο υφαίνονται οι υπόλοιπες ιστορίες (μεταξύ αυτών, η κατάκτηση της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς και η πτώση του καθολικισμού στη Σκωτία).

Η ποίηση ανασυντάσσει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και της μνήμης, τις οποίες βιώνουμε και εκφράζουμε κυρίως μέσα από τον κοινό λόγο. Η Χρονορραφία θεματοποιεί αυτήν ακριβώς τη λειτουργία της ποίησης, τον διάλογο δηλαδή του έντεχνου με τον κοινό. Δεν πιστεύω πως οι δυο βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν ‘ποιητικές λέξεις’, δεν μου αρέσει η εσκεμμένη χρήση άγνωστων ή δυσεύρετων φράσεων σε ένα ποίημα. Η εξεζητημένη σύνταξη μου φαίνεται επιτηδευμένη, σα να θέλει να σε κερδίσει με ένα ψέμα. Φυσικά αυτά είναι γούστα και η ποίηση έχει να κάνει πολύ με τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός μας. Πάντως η παρουσία της μαρτυρίας στο βιβλίο και οι δεσμοί που αναπτύσσει με τον έντεχνο λόγο αντικατοπτρίζουν, μεταξύ άλλων, και αυτή μου την πεποίθηση.

ΕξάλλοEleni-MnimiKaiParallagesυ, όπως διαφαίνεται από τον τίτλο, το βιβλίο αποτελεί μια σπουδή στον χρόνο. Οι μεταλλάξεις της γλώσσας, όπως για παράδειγμα η ανορθόγραφη μαρτυρία ή η μεταβολή των νοημάτων που συντελείται ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα ελληνική, καθρεφτίζουν τόσο τη μεταβλητότητά της όσο και το πέρασμα του χρόνου. Ταυτόχρονα, σε ένα μεταποιητικό επίπεδο, οι μεταλλάξεις αυτές υποδηλώνουν, σημασιολογικά πλέον, την πολυσημία του ποιητικού λόγου. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι επιμέρους ενότητες της σύνθεσης ουσιαστικά μιμείται τους μηχανισμούς της ίδιας της ποίησης. Θέλω να πω πως ο ποιητικός λόγος λειτουργεί μεταφορικά (κάθε λέξη ή έννοια μας μεταφέρει κάπου αλλού) και γι΄αυτό αναγκαζόμαστε να επιβραδύνουμε την ανάγνωση, κάτι που δεν κάνουμε κατ’ ανάγκη όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα. Με άλλα λόγια, στην ποίηση οι λέξεις αποκτούν διαφορετικό βάρος λόγω ακριβώς της μεταφορικότητάς τους. Ένας από τους στόχους της Χρονορραφίας είναι να δείξει αυτή τη λειτουργία της ποίησης (στην προκειμένη περίπτωση, ο έντεχνος λόγος έχει ως εφαλτήριο μια λέξη ή μια φράση της μαρτυρίας που μας μεταφέρει σε άλλα πεδία -χρονικά, χωρικά, γλωσσικά, σημασιολογικά, κ.ο.κ.). Ένα ποίημα της σύνθεσης τελειώνει με τον στίχο: ‘η ποίηση είναι’. Θα προσέθετα: και είναι παντού. Φτάνει να έχουμε πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας, όπως θα έλεγε ο ποιητής.

portada del Libro Pedro Paramo de Juan RulfoΤέλος, οι πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ των ποιημάτων, αυτόνομων ως επί το πλείστον, διακλαδώνονται και δημιουργούν παράλληλα και δαιδαλώδη νοηματικά επίπεδα. Η Χρονορραφία είναι ένα βιβλίο που ζητά τη συμμετοχή του αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. Ένα έργο που θαυμάζω είναι το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο. Κάθε φορά που το διαβάζεις ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Όσο περισσότερο επενδύεις στην ανάγνωση, τόσο περισσότερο κερδίζεις ως αναγνώστης. Δεν είναι ερμητικό κείμενο, είναι όμως απαιτητικό. Έχει να σου πει πολλά, φτάνει να έχεις όρεξη να το ακούσεις. Στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιαστεί αυτό που κάποιοι ονομάζουν immersive theatre ή interactive theatre. Για να είμαι ειλικρινής το ανακάλυψα τυχαία πρόσφατα σε ένα δοκίμιο τριτοετούς φοιτήτριας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος immersive poetry. Δεν ξέρω αν ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Πιθανόν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξενοδοχεία, βιβλιοθήκες, καφετέριες, τρένα, αεροπλάνα και βαπόρια. Και σε αγαπημένα μου μέρη, όπως για παράδειγμα στο Cavo Greco ή στην παραλία του St Andrews.

Jorge Luis BorgesΠερί Επιστημονικής Έρευνας

Είστε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του St Andrews στη Σκωτία. Ποιο είναι το ειδικότερο αντικείμενό σας;

Διδάσκω λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής με ιδιαίτερη έμφαση στην Αργεντινή. Τώρα τελευταία πειραματίζομαι και με άλλες μορφές τέχνης (κινηματογράφο, φωτογραφία, ζωγραφική). Ερευνητικά με ενδιαφέρουν ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητα και νεωτερικότητας, η σύγχρονη λογοτεχνία, η κριτική θεωρία, η ποίηση της πρωτοπορίας στην Αργεντινή και η ιστορική πρωτοπορία γενικότερα, ο Μπόρχες, κ.α.

Το θέμα της διατριβής σας είναι «Περιφερειακός (Μετα)μοντερνισμός: Η Συγκρητιστική Αισθητική των Μπόρχες, Πίλια, Καλοκύρη και Κυριακίδη» (2007). Ποια ήταν η προβληματική σας, ποια η διαδρομή της μελέτης, ποια τα συμπεράσματά της;

Kefala-Peripheral (Post)ModernityΟ Μπόρχες αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τρεις σύγχρονους λογοτέχνες, δυο έλληνες και έναν αργεντινό. Μέσα από τις αισθητικές επιλογές τους, το βιβλίο εξετάζει ζητήματα νεωτερικότητας και πολιτισμικής ταυτότητας σε Ελλάδα και Αργεντινή. Στόχος του είναι να ανιχνεύσει τους μηχανισμούς που αναπτύσσονται στην ούτως καλούμενη γεωπολιτική περιφέρεια ως αποτέλεσμα της επαφής της με ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας. Η μελέτη αντιστρατεύεται τον όρο ‘αργοπορημένη’ νεωτερικότητα που συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τις χώρες αυτές. Διερευνά, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, τις πολιτισμικές διεργασίες που οδηγούν στη δημιουργία ποικίλων μοντέλων νεωτερικότητας ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, κ.ο.κ.) της κάθε χώρας. Όπως σωστά παρατηρεί ο Thomas Docherty αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ‘Πρώτου’ και ‘Τρίτου’ Κόσμου, ‘δεν υπάρχει ένας κόσμος (ούτε καν τρεις), αλλά πολλοί. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό και κανένας από αυτούς δεν χρειάζεται να εναρμονιστεί με τους υπόλοιπους’. Έτσι και η νεωτερικότητα δεν είναι μία αλλά πολλές, που αναπτύσσονται σε διαφορετικά χωροχρονικά πλαίσια ακολουθώντας διαφορετικές ταχύτητες. Η προσέγγιση που θέτει ως μέτρο σύγκρισης ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας δεν είναι μόνο επισφαλής, αλλά συχνά κρύβει και ένα είδος διανοητικού ιμπεριαλισμού. Επίσης, η επίμαχη διάκριση μεταξύ νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας εμφανίζεται ακόμη πιο προβληματιpigliaκή σε χώρες όπως η Αργεντινή και η Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας έτσι θέσεις όπως αυτές των Habermas, Lyotard και Jameson, που θέλουν την τελευταία να βρίσκεται σε συνεχή εμπλοκή με τη νεωτερικότητα, ή όπως αυτή του Eagleton, ο οποίος την αντιλαμβάνεται ως εξάντληση και κρίση των νεωτερικών αξιών. Θεωρώ πως πολύ συχνά οι δυο χώρες ακολουθούν παράλληλες κοινωνικοπολιτικές και αισθητικές πορείες -δυστυχώς και οικονομικές- παρέχοντας έτσι πρόσφορο έδαφος στους συγκριτολόγους. Κατά τη γνώμη μου οι νεοελληνικές σπουδές έχουν να κερδίσουν πολλά, ειδικά στο εξωτερικό, από τέτοιες συγκρίσεις. Ο διάλογος της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τη λατινοαμερικάνικη, ενίοτε άμεσος, αλλά πιο συχνά διεθλασμένος, έχει μελετηθεί ελάχιστα. Παραπέμπω σε ένα άρθρο του Δημήτρη Τζιόβα στο Βήμα με τίτλο ‘Τα σύνορα της σύγκρισης’ (13/01/2008).

Έχετε επιμεληθεί τον σύμμεικτο τόμο «Negotiating Difference in the Hispanic World: From Conquest to Globalisation» (2011). Πείτε μας λίγα λόγια.

Το βιβλKefala-Negotiating differenceίο προέκυψε από ένα διεθνές συνέδριο με θέμα την πολιτισμική ταυτότητα που διοργανώθηκε κάποια στιγμή στο St Andrews. Πραγματεύεται την έννοια της ταυτότητας ως αποτέλεσμα μιας διαλογικής διαδικασίας, μιας συνεχούς διαπραγμάτευσης δηλαδή με τη διαφορά. Αντικείμενο μελέτης του είναι η Λατινική Αμερική από την κατάκτησή μέχρι σήμερα. Ο τόμος καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα που εκτείνεται από το Μεξικό, την Κολομβία και την Κούβα μέχρι τη Χιλή και την Αργεντινή, με αναφορές στην Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση πάντα με τη Λατινική Αμερική. Η προσέγγιση είναι διεπιστημονική -συγκεκριμένα συνδυάζει τη λογοτεχνική θεωρία και τις πολιτισμικές σπουδές με την ιστορία της τέχνης, τις μεταφραστικές σπουδές και την ανθρωπολογία.

Περί αδιακρισίας

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο έκθετος (El entenado) του Χουάν Χοσέ Σαέρ (ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά κείμενα με θέμα τους ιθαγενείς της Αργεντινής κατά την περίοδο της κατάκτησής της από τους Ισπανούς) και το The Ancient Concept of Progress του E. R. Dodds.

Τι γράφετε τώρα;

Διαβάζω γONETTI 1ια την εισαγωγή της δεύτερης μονογραφίας μου Five and One Theses on Modernity: Buenos Aires Across the Arts, 1921-1939. Το ακαδημαϊκό σύστημα στη Βρετανία δυστυχώς μας έχει μετατρέψει, ή κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μας μετατρέψει, σε μηχανές παραγωγής έρευνας, κάτι που συχνά οδηγεί σε ένα είδος συστημικού καταναγκασμού. Πολλές φορές (ίσως και τις πλείστες) αυτό μεταφράζεται σε ποσοτική παρά ποιοτική έρευνα. Αυτό τον τρόπο σκέψης θέλω να τον κρατήσω μακριά από την ποίηση. Γράφω όταν έχω κάτι να πω. Αν αυτό που έχω να δώσω δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο, δεν υπάρχει λόγος να το κάνω. Πιστεύω πως στην εποχή μας δημοσιεύουμε πολύ, μιλάμε ακόμη περισσότερο, αλλά διαβάζουμε πολύ πιο λίγο και ακούμε ακόμη λιγότερο. Η μακροσκελής βιβλιογραφία στην ποίηση δεν με ενδιαφέρει. Εξάλλου πολλοί από τους λογοτέχνες που θαυμάζω δεν υπήρξαν πολυγράφοι ή τουλάχιστον υπήρξαν θιασώτες της αριστοτελικής οικονομίας. Το ‘publish or perish’ δεν με αφορά. Όχι στην ποίηση τουλάχιστον.

Περί Ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχω αγαπήσει περισσότερο κείμενα και λιγότερο συγγραφείς. Μερικά ονόματα: Όμηρος, Καβάφης, Μπόρχες, Αναγνωστάκης, Καρυωτάκης, Σαπφώ, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Κορτάσαρ, Μανουέλ Πουίγκ, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Κάφκα, Ρούλφο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά που μου έρχονται στο μυαλό: KefalaEleni2Το Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο, τα Ανθρώπινα ποιήματα του Σέσαρ Βαγιέχο, οι Πρόσθετες διερευνήσεις του Μπόρχες, η Κατάσταση εξορίας της Κριστίνα Πέρι Ρόσι, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ, τα Φύλλα Χλόης του Ουίτμαν, τα Γυάλινα Γιάννενα και η Παραλογή του Γκανά, τα ομηρικά έπη, ο Οδυσσέας του Τζόυς, Οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Η γυναίκα της Ζάκυθος και οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι του Σολωμού, Ο Εξώστης του Καχτίτση, η Κίχλη του Σεφέρη, οι Τρωάδες του Ευριπίδη, Η καρδιά του σκότους του Κόνραντ, η Ανθρώπινη αλυσίδα του Σέιμους Χίνι, Ο πίθηκος Ξουθ του Πιτσιπίου, Οι 7 τρελοί του Ρομπέρτο Αρλτ. Επίσης, ποιήματα των Μπουκόφσκι, Πεσσόα, Ροσάριο Καστεγιάνος, Ολιβέριο Χιρόντο, Καρούζου, Παυλόπουλου, Ντενίς Λέβερτοφ, Νικανόρ Πάρρα και πολλών άλλων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα άπαντα των Μπόρχες, Κορτάσαρ, Ρούλφο. Πολλά των Παπαδιαμάντη, Ροϊδη, Βιζυηνού, Ιωάννου, Γονατά, Χάκκα, Ονέτι. ‘Η νήσος’ του Πίγλια. Τα κοσμικωμικά του Καλβίνο. Και πολλά άλλα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δον Κιχώτης.

Στα ζωγραφισμένα πορτρέτα: Jorge Luis Borges, Ricardo Piglia, Juan Carlos Onetti.

21
Σεπτ.
14

Υποδιοικητής Μάρκος – Οι άλλες ιστορίες

Όταν ο losotroscuentos-thumb-mediumΑντόνιο ονειρεύεται ότι η γη που δουλεύει του ανήκει, ότι ο ιδρώτας του πληρώνεται με δικαιοσύνη και αλήθεια, ότι υπάρχει σχολείο για να γιατρέψει την άγνοια, ότι το σπίτι του φωτίζεται και το τραπέζι του γεμίζει, ότι η γη του είναι ελεύθερη και ότι είναι θέμα του λαού να κυβερνά και να κυβερνιέται, όταν ο Αντόνιο ονειρεύεται πως είναι εντάξει με τον ίδιο του τον εαυτό και με τον κόσμο, τότε δεν είμαστε απλώς στις πρώτες γραμμές μια ιστορίας του Υποδιοικητή Μάρκος αλλά και στην αρχή, στο πρώτο βήμα για έναν καλύτερο, απόλυτα εφικτό κόσμο.

 Κάτιτου λέει πως η επιθυμία του είναι επιθυμία πολλών και πάει να τους βρει.

Την ίδια στιγμή που ο Αντόνιο και οι αναρίθμητοι πολλοί με τις κοινές επιθυμίες ονειρεύονται, οι βασιλείς και αντιβασιλείς αυτού του κόσμου έχουν άλλου είδους όνειρα: ότι τούς παίρνουν πίσω αυτό που έκλεψαν, ότι το βασίλειό τους καταρρέει, ότι η ινδιάνικη μαγεία θα καταπολεμηθεί με περισσότερα φυλάκια και φυλακές.

Σε αυτή τη χώρα όλοι ονειρεύονται. Πλησιάζει πια η ώρα του ξυπνήματος.

subcomandante-Marcos-muerto-personaje_PLYIMA20140528_0100_9Έχουμε ήδη διαβάσει ιστορίες του Μάρκος και τις έχουμε προτείνει εδώ κι εκεί ως αφηγήσεις που μας αφορούν περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες πολιτικές αναλύσεις. Επτά από εκείνες τις Ιστορίες του γερο-Αντόνιο [εκδ. Ροές, Β΄ έκδ. 2004] αναδημοσιεύονται εδώ μαζί με άλλες πέντε, συνολικά ένα μικρό αλλά επαρκές μέρος από τις εκατοντάδες ιστορίες που έχει γράψει και μεταγράψει ο ταπεινός εκπρόσωπος των εξεγερμένων ιθαγενικών κοινοτήτων, ο έφιππος συγγραφέας του.

otroscuentosΤο ύφος των ιστοριών είναι αυτό που περιγράψαμε εκεί: αποστάγματα σοφίας, γοητευτικές ιστορίες και μικρά πολιτικά παραμύθια που δεν είναι καθόλου παραμύθια, ευφυείς παραβολές που συμπυκνώνουν σε λίγες σελίδες αυτό που μας τρώει και αυτό που μας περιμένει για να αλλάξει. Όπως για παράδειγμα η ιστορία με το λιοντάρι που σκοτώνει κοιτάζοντας. Το θήραμα που κοκαλώνει και ετοιμάζεται να φαγωθεί από το λιοντάρι δεν βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό, βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει την εικόνα του στη ματιά του λιονταριού, ότι στα μάτια του είναι μικρό και αδύναμο, βλέπει τον φόβο.

Και βλέποντας ότι το βλέπουν, το ζώο πείθεται, από μόνο του, ότι είναι μικρό και αδύναμο.

Όταν έρχεται ο ξένος να μας επιβάλει 8902953275_0656dacc44_zμε βιαιότητα άλλο τρόπο, άλλο λόγο, άλλη πίστη, άλλο θεό και άλλη δικαιοσύνη, τότε οι μνήμονες της κοινότητας αφηγούνται την ιστορία του σπαθιού, του δέντρου, της πέτρας και του νερού. Υπάρχουν φορές που πρέπει να παλέψουμε σαν να ήμασταν σπαθί ενάντια στο ζώο, άλλες ως δέντρο απέναντι στην καταιγίδα, άλλοτε σαν πέτρα ενάντια στον χρόνο, και κάποιες φορές όπως το νερό που αντιστέκεται στα πιο άγρια χτυπήματα του σπαθιού. Γιατί το σπαθί του ισχυρού με τον καιρό παλιώνει και σκουριάζει. Και ο νικητής αναρωτιέται για ποιο λόγο, αν και νίκησε, αισθάνεται χαμένος.

zapatistas_0Ο αφηγητής της Ιστορίας των κοιταγμάτων, με τον βαθμό του υπολοχαγού του πεζικού των ανταρτών, κατά τον ζαπατίστικο σαρκασμό, εφόσον η ομάδα αριθμούσε τέσσερις companeros, μεταδίδει την παλαιά ιστορία των ανθρώπων, τότε που οι θεοί δεν τους ξεκαθάρισαν τον σκοπό και το γιατί του κάθε πράγματος, κι έτσι περπατούσαν σκοντάφτοντας, χτυπώντας και πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον, πιάνοντας πράγματα που δεν ήθελαν και μη πιάνοντας πράγματα που ήθελαν. Έτσι όπως από μόνος του κάνει πολύς κόσμος τώρα, που παίρνει αυτό που δε θέλει και του κάνει κακό και σταματά να παίρνει αυτό που χρειάζεται και τον κάνει καλύτερο, και προχωρά τρακάροντας και πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Και δεν μένει παρά να βρεθούν σε μια γιορτή για να συνειδητοποιήσουν τις τυφλές τους συγκρούσεις, να δουν γιατί δεν κοιτάζονται μεταξύ τους και ποιος ευτυχεί από αυτό, να μάθουν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και μετά τον εαυτό τους.

afbe98e7e07971f1d88Από τα πρώτα χρόνια της εξέγερσής τους οι Ζαπατίστας διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους, δημιούργησαν αυτόνομες κοινότητες, σχολεία, παραγωγικούς συνεταιρισμούς, κέντρα υγείας, χώρους καθημερινού διαλόγου. Σήμερα οι ιθαγενικοί πληθυσμοί των Τσιάπας συνεχίζουν τον πόλεμο ενάντια στη λήθη, άλλωστε έτσι αναφέρουν την χρονολογία στα κείμενά τους. Φέτος, λοιπόν, 20ο έτος από την έναρξη του πολέμου ενάντια στη λήθη», ο Υποδιοικητής Μάρκος μπέρδεψε για άλλη μια φορά τους εχθρούς του και τα φιλικά τους μέσα. Από τη μία ανακοίνωσε με το γνωστό του κρυπτικό τρόπο την αποχώρησή του, από την άλλη απεκδύθηκε το όνομά του και βαφτίστηκε ως εξεγερμένος Γκαλεάνο. Πρόκειται για το ψευδώνυμο (εμπνευσμένο, όλοι υποθέτουμε, από ποιον) του καθηγητή Jose Luis Solis López, που δολοφονήθηκε σε ενέδρα λίγο έξω από Caracol της La Realidad, σε μία από τις πέντε έδρες των Συμβουλίων Καλής Διακυβέρνησης των Ζαπατίστας ενώ υπερασπιζόταν το τοπικό δημοτικό σχολείο. Περιττό να γραφτεί ότι οι δολοφόνοι ήταν μέλη της παραστρατιωτικής οργάνωσης CIOAC – Histórica, δηλαδή απαραίτητα συμπληρώματα της μεξικανικής κυβέρνησης.

P1080023Μόνο που η βλακώδης άγνοια όσων χάρηκαν με την είδηση είναι προφανής: πιστοί στο τυπικό δυτικό προσωπολατρικό σύστημα, θεωρούν ότι το κίνημα είναι ο Μάρκος και ο Μάρκος είναι το κίνημα. Αγνοούν ότι ο μασκοφόρος ειρωνευτής τους δεν ήταν παρά η μεσολαβητική φωνή ενός ολόκληρου κόσμου, που πλέον έμαθε να ζει αυτόνομα, ελεύθερα και δίκαια. Τους διαφεύγει ακόμα ότι στους κόσμους που τιμούν την ιστορία τους, τα ονοματεπώνυμα δεν είναι ιδιοκτησίες αλλά σημασίες. Αν λοιπόν ο Γκαλεάνο ζει στην σκέψη όλων, τότε κάποιον παίρνει το όνομά του ώστε να συνεχίζει να ακούγεται και στα αυτιά όλων. Αν ο Μάρκος τώρα ονομάζεται Γκαλεάνο, όπως άλλωστε ως τώρα ο ίδιος είχε πάρει το όνομα ενός άλλου Μάρκος για να συνεχίσει τον αγώνα του, όπως κάποτε έπραξε και ο ίδιος ο Πάντσο Βίγια, αυτό σημαίνει ότι ο αγώνας για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν σταματάει ποτέ. Αυτή είναι και μια ακόμα, ίσως η ύστατη διαφορά με τους άλλους: αυτοί οι αγωνιστές δεν χρειάζονται ούτε ηγέτες, ούτε ονόματα. Δεν είναι ένας, αλλά όλοι.

Εκδόσεις των συναδέλφων, 201schools-for-chiapas4, μτφ. Γιώργος Καρατζάς, 53 σελ. [Subcommandante Marcos – Los otros cuentos, έκδοση του Δικτύου Αλληλεγγύης με την Τσιάπας, Μπουένος Άιρες]. Περιλαμβάνει σχέδια, ζωγραφιές και φωτογραφίες. Από κάθε αντίτυπο που θα πωλείται, ένα ευρώ θα πηγαίνει ως ενίσχυση στον EZLN.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο 163.

11
Μάι.
14

Angel de la Calle – Tina Modotti. Από Την Τέχνη Στην Επανάσταση

modotti_exof_siteΕάν μαζέψεις αυτές τις φωτογραφίες, σχηματίζουν ένα παζλ που αφηγείται το Μεξικό. Κάτι τέτοιο αναζητώ στη λογοτεχνία…ψήγματα, διαφορετικές ματιές που, όταν προστίθενται, αποδίδουν την πραγματικότητα, δίνοντας ζωή σε ένα…μυθιστόρημα!

Ο συγγραφέας που όχι απλά εκπλήσσεται αλλά και εμπνέεται για ένα μοντέρνο είδος μυθιστορήματος είναι ο Τζον Ντος Πάσος και οι φωτογραφίες ανήκουν στην φωτογράφο Τίνα Μοντότι, σύντροφο τότε του Χαβιέ Γκερέρο, μεξικανού κομμουνιστή στα χρόνια της δεκαετίας του ’20 τον οποίο και επισκέφτηκε ο αμερικανός λογοτέχνης. Πράγματι, οι φωτογραφίες της Μοντότι, τραβηγμένες πάντα σε φυσικό φως με μια graflex χειρός, ακολούθησαν την τέχνη του δασκάλου της, του μοντέρνου αμερικανού φωτογράφου Έντουαρντ Γουέστον αλλά την επέκτειναν και την ενστάλαξαν στην σκληρή και ελπιδοφόρα μεξικανική πραγματικότητα.

Weston_Tina-ModottiΠοια ήταν όμως η Μοντότι στην οποία αφιερώνεται το πολυσέλιδο αυτό graphic novel; Μια μοναδική γυναικεία προσωπικότητα, μια πρωτοποριακή φωτογράφος, ένας ερωτικότατος άνθρωπος, μια πολιτικά στρατευμένη καλλιτέχνις, μια ακούραστη αγωνίστρια. Παιδί ιταλών μεταναστών στις ΗΠΑ, ξεκίνησε ως ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου και μοντέλο αλλά άφησε το θέαμα για την δική της δημιουργία πάνω στα ουσιαστικότερα της ζωής. Η Μοντότι ήταν παρούσα παντού στα χρόνια του 1920 και του 1930, έζησε τις ιστορίες που έγιναν η Ιστορία, αναζήτησε την αξιοπρέπεια στον αγώνα, έζησε σε αναβράζουσες πόλεις και γνώρισε όλους όσους ήταν σημαντικοί, τους ξακουστούς και τους ανώνυμους, τον Χέμινγουεϊ και τους νεαρούς σοσιαλιστές από τη Βιέννη, τον Αιζενστάιν και τους ανήλικους Αστουριανούς, τον Έγκον Κις και τους τελευταίους λαθραίους κομμουνιστές στο Βερολίνο, όπως γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο, φίλος και συνεργάτης του συγγραφέα.

Σύμφωνα με τον Τάιμπο το βιβλtumblr_lj5tgnYIKa1qcl8ymo1_1280ίο αποκρίνεται σε δυο ερωτήματα – παγίδες: πώς να μιλήσεις για αυτή την γυναίκα και πώς να την μεταπλάσεις σε εικονογραφημένο σχέδιο. Το στοίχημα αφορά τα αφηγηματικά όρια ενός κόμικ, την μετατροπή της διήγησης σε βιογράφηση, την προσωπική εμπλοκή του βιογράφου. Εδώ διακρίνει επιρροές του φίλου του από την μεξικανική θεωρία της Ιστορίας (δηλαδή την θεώρησή της ως εύπλαστού υλικού που μπερδεύεται με το σήμερα και συγκροτεί σε ενιαία αφήγηση παρόν και παρελθόν) και εξομολογείται την σφοδρή του επιθυμία να ήταν ο σεναριογράφος της ιστορίας – έχουν άλλωστε ήδη εργαστεί μαζί σε εικονογραφημένη νουβέλα για τους Πάντσο Βίγια και … Ντάσιελ Χάμετ.

Tina-Modotti-by-Edward-Weston-1923Πράγματι, de la Calle και Τάιμπο παίρνουν τον δικό τους διακριτικό ρόλο στην αφήγηση που αρχίζει από το μετεπαναστατικό Μεξικό, όπου βρέθηκε η Μοντότι στις αρχές του ’20. Η σταδιακή ένταξή της στην πολιτιστική και πολιτική μποέμ και αβανγκάρντ σκιτσάρεται με ιδανικό τρόπο στις αρχικές σελίδες του βιβλίου. Δεκάδες πρόσωπα παρελαύνουν από το σπίτι της, από τον Ντιέγκο Ριβέρα που την χρησιμοποιεί ως μοντέλο και την εντάσσει σε τοιχογραφίες του ως την Αλεξάντρα Κολοντάϊ και άλλους στρατευμένους της κομμουνιστικής ιδέας. Η Μοντότι βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο βήμα· μπορεί η εξωτερική όψη του προοδευτικού κύκλου να ήταν γεμάτη καλλιτέχνες και διανοούμενους, όμως η καθημερινή στράτευση ήταν σκληρή και επικίνδυνη, γεμάτη από αιματοβαμμένα σώματα αγωνιστών ή απεργών δολοφονημένων από τον μεξικανικό στρατό ή από πιστολέρος πληρωμένους από γαιοκτήμονες και εργοδότες.

woman with flag [mexico 1926]Αλλά και πριν την πολιτική της ένταξη, η μεξικανική κοινωνία την είχε ήδη αντιπαθήσει ως γυμνό μοντέλο αλλά και ως μια μοντέρνα γυναίκα που απολαμβάνει τους έρωτές της και αδιαφορεί για κάθε στερεότυπο του φύλου της. Είναι χαρακτηριστική η συνομιλία με φίλη της: ο τρόπος ζωής της, το ντύσιμό της, τα γυμνά της έργα, ενόχλησαν της καθολική αστική τάξη περισσότερο από δεκάδες διαδηλώσεις με δρεπάνια και σφυριά· ακόμα και στο Κόμμα λίγα πράγματα μένουν για τις γυναίκες· άλλωστε καμία δεν φτάνει ποτέ ως την Κεντρική Επιτροπή. Όπως αλλού σχολιάζει μια άλλη παράπλευρη παρουσία, η νέα της εμφάνιση ως γκρίζας και θλιμμένης κομμουνίστριας ερχόταν σε εμφανή αντίθεση με τους καλλιτέχνες καλεσμένους της.

Tina Modotti en la calle Altamirano. Ο κύβος όμως είχε ήδη ριφθεί. Το 1930 η Μοντότι εκδιώχθηκε από το Μεξικό, ταξίδεψε φρουρούμενη ως το Ρόττερνταμ, πέρασε από το Βερολίνο, έφτασε στην Ιταλία όπου εντάχθηκε στο αντιφασιστικό κίνημα και τελικά έφυγε για την Μόσχα το 1931. Εκεί σταματούν οι φωτογραφίες της. Ο τελευταίος της αγώνας για καλύτερη ζωή δεν μπορούσε παρά να γίνει στον Ισπανικό Εμφύλιο· μετά την ήττα, έφυγε με ψευδώνυμο στο Μεξικό, όπου και πέθανε εξαντλημένη από την καρδιά της. Ακόμα και στις οριακές ιστορικές στιγμές δεν έπαψε να ζει τον έρωτα με συναγωνιστές και συ-στοχαστές.

Tina Modotti Mexico City's pulquería La Palanca in 1926.Οι σελίδες αφυκτιούν από τα μικρά καρέ του de la Calle που αποδίδουν ολόκληρους κόσμους με μαεστρικά σκίτσα γεμάτα πυκνές γραμμές και ευφάνταστη εικονογραφία· ο Τάιμπο χαρακτηρίζει την τέχνη του πρωτότυπο νέο – μάνγκα, με προσωπικά μπαρόκ στοιχεία. Γοητευμένος κι αυτός από αυτή την σπάνια προσωπικότητα, αναρωτιέται αν τον ελκύει τον γεγονός πως πίσω της φουντώνουν οι διωγμοί, οι δυσκολίες, η ατυχία, η μόνιμη καταδίωξη, η ηθική μιας ιδέας που ηττήθηκε από την σταλινική αυταρχικότητα, μια ιστορία ηρώων από τον Ζαπάτα, την Λάικα, τον Ντουρίτι ως τον Μαγιακόφσκι και τον Μπένγιαμιν. Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιος πως τίποτα δεν εξαφανίζεται, τα πάντα μένουν, μεταλλάσσονται και ως ό,τι έχει αξία διαιωνίζεται και επιζεί.

Στο τέTina_Modotti_with_her_arms_raised_-_Edward_Weston_restorationλος ο κομικίστας παραδέχεται την αδυναμία του να διηγηθεί την ιστορία της Μοντότι χωρίς να βάλει τις δικές του σκέψεις. Κι έτσι το βιβλίο είναι η ιστορία και των δυο τους και η μόνη κατάλληλη γλώσσα είναι εκείνη «που ενώνει τις λέξεις και την εικόνα». Μένει το ερώτημα για ποιο λόγο εκείνη δεν τράβηξε φωτογραφίες τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της. Απάντηση καμία. Δεν του έμενα παρά να αφήσει ένα αντίτυπο του βιβλίου στον τάφο της, που, όπως ακούστηκε, παρέμεινε για καιρό κι ύστερα είτε έγινε φύλλο και φτερό στον ουρανό του Τσαπουλτεπέκ είτε βρέθηκε στον πάγκο με τα μεταχειρισμένα στην οδό Στασιαστών. Και τα δυο φινάλε τον γαλήνεψαν.

Εκδ. ΚΨΜ, 2013, μτφ. – επιμ. – εισαγωγή: Εύη Παρασκευή Γούσια, πρόλογος Ι και ΙΙ: Paco Ignacio Taibo II, σελ. 295 [Angel de la Calle – Modotti: Una mujer del siglo XX, 2011]. Στο παράρτημα περιλαμβάνονται: κείμενο της T.M. Περί φωτογραφίας και δεκαέξι φωτογραφίες της αλλά και δείγματα από το εργαστήριο του συγγραφέα: βινιέτες σε φυσικό μέγεθος, φωτογραφίες που έγιναν καρέ, προσχέδια σκίτσων, σελίδες που αφαιρέθηκαν από την τελική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr – Βιβλιοπανδοχείο 155 / Fotolusion.

25
Μαρ.
14

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 149. Luis Gómezbeck

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Όχι μόνον ως τη θύρα του πιο πρόσφατου βιβλίου μου, αλλά ως τη θύρα της πατρίδας μου, του πολιτισμού μου, του σπιτιού μου: το Μεξικό, για το οποίο γράφω στα βιβλία μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιούς πόθους συνεγράφησαν);

Σας παραθέτω τα όσα γράφονται στα οπισθόφυλλα των βιβλίων μου:

COVER AZTEKON POIISIS_1«Αζτέκων Ποίησις»: Ένας Μεξικάνος συγκέντρωσε τα ωραιότερα δείγματα της αζτέκικης ποίησης και τα μετέφρασε στα ελληνικά –τα περισσότερα για πρώτη φορά– συνοδεύοντάς τα με ένα συνοπτικό αλλά πλούσιο ταξίδι στον κόσμο των Αζτέκων. Ο Luis Gómezbeck δεν ενώνει απλώς δυο γλώσσες, μα συνδέει δυο πολιτισμούς. Βοηθά τον αναγνώστη να οσμιστεί τη μαγεία ενός λαού που την ίδια στιγμή που προσφέρει αίμα ανθρώπινο στους θεούς, γράφει στίχους για το θρόισμα ενός αραβοσίτου. Ίσως επειδή ο Αζτέκος νοιώθει την υπεροχή του Θεού, ειδικά μέσα από την ίδια την ποίηση, αφού όπως χαρακτηριστικά γράφει περί έμπνευσης: «Είμαι ποιητής, διαισθάνομαι την αρχή του τραγουδιού. Στη γη το όμορφο τραγούδι δεν έχει την αρχή. Όχι, προέρχεται από τον ουρανό».

«ο Χάρος στο Μεξικό είναι γένους θηλυκού»: Θάνατος: η μόνη βεβαιότητα στη ζωή. Ίσως γι’ αυτό να συμφέρει τον θνητό να τον έχει φίλο καλό. Να τον ακούει. Να του μιλά. Να τρώνε, να πίνουν και να γλεντούν μαζί. Ο Μεξικάνος 00_cover_deathφαίνεται να έχει αντιληφθεί αυτή την αναγκαιότητα εδώ και αιώνες. Γιορτάζει τον θάνατο κάθε χρόνο, με μουσική και χορό. Για τρεις ή τέσσερεις μέρες ή και για μια ολόκληρη εβδομάδα. Ακριβώς όπως ο Έλληνας, χρόνια πριν, γιόρταζε τον γάμο. Ο Μεξικάνος Luis Gómezbeck δημιούργησε ένα εγχειρίδιο για τη Γιορτή των Νεκρών, για να μεταδώσει στον Έλληνα τη χαρά της μεξικάνικης ψυχής απέναντι στον θάνατο. Εξάλλου, όπως ο ίδιος έχει γράψει: «Πενθεί η ψυχή κάθε φορά που μένει ανεκπλήρωτο ένα όνειρο… σε κάθε άλλη περίπτωση, σίγουρα γιορτάζει».

«Μεξικού Γέννησις» (ο πρόσφατος μα όχι επίκαιρος): Ο Luis Gómezbeck καταγράφει σε αυτό το μικρό «εγχειρίδιο» τις μεξικάνικες χριστουγεννιάτικες παραδόσεις, απομυζώντας ταυτόχρονα το βαθύτερο νόημά τους. Ο Μικρός Ιησούς που φέρνει δώρα στα παιδιά, οι τρεις Μάγοι που προσφέρουν τα καλούδια τους, η περιφορά της Μαρίας και του Ιωσήφ, η πινιάτα, η φάτνη, τα κάλαντα, το χρώμα, η γεύση, η ευωδιά που αναδίδεται από κάθε σπίτι, και τα γλέντια που πλημμυρίζουν κάθε δρόμο, δίνουν το στίγμα της μοναδικής αυτής γιορτής. Του μοναδικού τρόπου με τον οποίο τη γιορτάζουν οι Μεξικάνοι.

Τα προαναφερθέντα βιβλία αποτελούν μέρος της σειράς “Cultura Mexicana” (Εκδόσεις Οσελότος), μέσα από την οποία καταγράφω, σε λίγες σελίδες, διάφορες πτυχές του μεξικάνικου πολιτισμού. Στο «τραπέζι της ανάγνωσης» τα βιβλία μου είναι ένα ορεκτικό για τον αναγνώστη, ο οποίος αν επιθυμήσει μπορεί να απολαύσει και κυρίως πιάτο και γλυκό, ερευνώντας και μελετώντας περαιτέρω τους τομείς που αναλύω στα βιβλία μου.

«Άνθος και Γαλήνη»
Αυτή είναι μια ποιητική συλλογή για την οποία κάνω αναφορά έξι ερωτήσεις παρακάτω.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Βέβαια, νομίζω πως όλοι όσοι γράφουν δεν βρίσκουν μόνο άνεση σε ένα σπίτι ή σε ένα γραφείο, αλλά και σε ένα ταξίδι, σε ένα καφενείο, σε ένα πάρκο, όπου οι Μούσες ή το Ντουέντε αποφασίσουν να συνεπάρουν τη δημιουργική γραφή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρANTHOS & GALINI COVERωες των βιβλίων μου είναι τα βιώματά μου. Δεν είμαι λογοτέχνης, δεν το θεωρώ εγώ τουλάχιστον. Γράφω μελέτες για τον μεξικάνικο πολιτισμό, για τη μεξικάνικη πατρίδα μου, με σκοπό να δείξω στην ελληνική πατρίδα μου, τον μικρό κήπο στον οποίο έπαιζα μικρός. Τα νέα τους; Τα περισσότερα είναι παλιά… απλώς καρτερούν με περισσή υπομονετικότητα τη στιγμή που θα αποτυπωθούν σε λέξεις και θα γίνουν βιβλίο.

Ποιός είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στο σπίτι μου, κοιτάζοντας το ενυδρείο μου, και έχοντας ψυχική ηρεμία. Οι ιδέες έρχονται και φεύγουν και δεν κοιτάζουν χώρο και χρόνο. Οι άνθρωποι που γράφουν πρέπει να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση, ώστε να τις αρπάξουν πριν εξαφανιστούν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά τη γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Graciliano_Ramos_Συγγραφικά τελετουργικά δεν τηρώ. Περισσότερο τα τηρώ την ώρα του φαγητού, παρέα με τους ανθρώπους που εκτιμώ, παρά την ώρα που γράφω. Σίγουρα χρειάζομαι ψυχική ηρεμία. Να μην είναι ξύπνια η πόλη. Να έχει πάει για ύπνο και να ακούγεται μόνο το ροχαλητό της νύχτας. Βέβαια, αυτό δεν είναι απόλυτο. Πολλές φορές γράφω οπουδήποτε τον σκελετό των πραγμάτων που θέλω να πω και έπειτα, στον μικρό μου νυκτερινό κόσμο, βάζω σε τάξη λέξεις και σκέψεις. Οι μουσικές μου προτιμήσεις διαφέρουν αναλόγως με τη διάθεσή μου: ακούω πολλή κλασική μουσική, ελληνική έντεχνη, δημοτική, παραδοσιακή, ελαφρολαϊκή, μουσική (παραδοσιακή και μη) από όλο τον κόσμο, ροκ. Ακούω σχεδόν τα πάντα, μόνο μη μου ζητήστε να ακούσω σκυλάδικα και ορχηστρικά από αυτά που ακούγονται σε ανελκυστήρες ή σε κάποια καταστήματα, κυρίως το απαίσιο οργανάκι που έχουν σε πολλές ταβέρνες και εστιατόρια.

Ποιές είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε;

rulfo 4Έχω σπουδάσει ισπανική φιλολογία, θέατρο, υποκριτική και σωματικό θέατρο στο Μεξικό και στην Αγγλία. Έχω παρακολουθήσει άτυπες σπουδές (σεμινάρια διαρκείας δηλαδή) πάνω στη μουσική, στον σύγχρονο χορό, στη φωνή, στο τραγούδι και στη φωτογραφία στο Μεξικό και στην Ελλάδα. Παρακολουθώ σπουδές πάνω στον ελληνικό πολιτισμό, όμως, έχω πάρει αναστολή φοίτησης, λόγω προσωπικών θεμάτων. Είμαι μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδας, καθώς και ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Μεξικάνων Καλλιτεχνών και Διανοούμενων στην Ελλάδα «BALAM» και της Αστικής Πολιτιστικής Εταιρίας «la Melena del Huachinango». Επαγγελματική αποκατάσταση; Βιοπορισμός; Αυτές είναι λέξεις που πλέον έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στις λέξεις «επιβιώνω» και «φυτοζωώ». Πάντως, είμαι συνηθισμένος στην έννοια «οικονομική κρίση», την έχω βιώσει στο πετσί μου πολλάκις. Αυτό είναι όμως το στοίχημα για μένα, να συνεχίζω να παίζω, να σκηνοθετώ και να διδάσκω θέατρο, να δημοσιογραφώ, να μεταφράζω, να οργανώνω πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Να συνεχίζω να είμαι δραστήριος και δημιουργικός, παρόλο που η εποχή τιμωρεί τη φαντασία και τη δημιουργικότητα.

TOSCANO - ERNESTO SABATO_Γράψατε ποτέ ποίηση, κι αν όχι, για ποιον λόγο;

Γράφω; Γράφω, αλλά είναι ποίηση; Κυκλοφορεί μια ποιητική μου συλλογή που τιτλοφορείται «Άνθος και Γαλήνη» (Εκδόσεις Άπαρσις). Απλώς δεν ξέρω αν οι στοχασμοί μου μπορεί να ονομάζονται ποιήματα. Ίσως έχω βάλει τις βαθιές μου σκέψεις να ηχούν ευχάριστα, ξεκούραστα. Ίσως αυτό χρειαζόμουν εγώ ό ίδιος, να τακτοποιήσω κατ’ αυτό τον τρόπο τα πράγματα που με «βασάνιζαν» χρόνια. Σας παραθέτω το όσα λέει το οπισθόφυλλο: Η μητρική μου γλώσσα είναι η ισπανική, όμως, όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής γράφτηκαν στην ελληνική. Συναισθήματα, βιώματα και στοχασμοί, όχι μόνο από την αναγέννησή μου στην Ελλάδα, αλλά και από παλαιότερες γεννήσεις μου. Μητρική γλώσσα δεν είναι μόνο αυτή που σε μαθαίνει να μιλάς, αλλά κι αυτή που σου βρίσκει λέξεις για να μιλήσεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία-παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιό θα επιλέγατε;

Εν μέρει αυτό κάνω με τα βιβλία μου. Γράφω για το πρόσωπο της μεξικανικότητάς μου. Αν χρειάζεται να το συγκεκριμενοποιήσω, τότε θα έλεγα ότι θα μου άρεσε να γράψω για καλλιτέχνες-διανοούμενους που έχουν αδικηθεί από την Ιστορία ή που παρόλο που άφησαν μεγάλο και ουσιαστικό έργο δεν είναι γνωστοί.

juan jose arreolaΤι γράφετε τώρα;

Ετοιμάζω αυτό τον καιρό το τέταρτο βιβλίο της σειράς “Cultura Mexicana” που θα ασχολείται με τους Μάγια και τις «Ιερές Γραφές» τους.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Πλάτων, Αριστοτέλης, Ευριπίδης, Νίκος Καζαντζάκης, Μ. Καραγάτσης, Έζρα Πάουντ, Τζων Στάινμπεκ, Γουίλιαμ Φώκνερ, Αλμπέρτ Καμύ, Βίκτωρ Ουγκώ, Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα, Ερνέστο Σάμπατο, Χουάν Ρούλφο, Χουάν Χοσέ Αρρεόλα, Χάιμε Σαμπίνες, Γκρασιλιάνο Ράμος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Θα τα παραθέσω με την ίδια σειρά που απάντησα την προηγούμενη ερώτησή σας:

Πλάτων: «Πολιτεία», «Συμπόσιο». Αριστοτέλης: «Περί ψυχής», «Ποιητική». Ευριπίδης: «Εκάβη», «Ηλέκτρα», «Ελένη», «Τρωάδες». Καζαντζάκης: «Ασκητική», «Ο Καπετάν Μιχάλης». Καραγάτσης: «Ο Κίτρινος Φάκελος», «Το 1jaime sabines0». Πάουντ: “The cantos”. Στάινμπεκ: «Τα σταφύλια της οργής». Φώκνερ: «Η αρκούδα». Καμύ: «Ο ξένος», «Η πανούκλα». Ουγκώ: «Οι άθλιοι». Λόρκα: “Romancero Gitano”. Σάμπατο: «Αντίσταση», «Περί ηρώων και τάφων». Ρούλφο: «Πέδρο Πάραμο», «Ο κάμπος στις φλόγες». Αρρεόλα: “Palindroma”, “Varia invención”, “Confabulario”. Σαμπίνες: “Adán y Eva”, “Tlatelolco”. Ράμος: «Άγονες ζωές».

Υπάρχουν κι άλλα, αυτά όμως έχουν πρωθυπουργική θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν θα πω για ένα διήγημα μόνο, αλλά για τις συλλογές διηγημάτων που είναι και που θα είναι πάντα αγαπημένες μου: «Ο κάμπος στις φλόγες» του Χουάν Ρούλφο, «Οι δύσκολοι έρωτες» του Ίταλο Καλβίνο, «Ιστορίες του παρθένου δάσους» του Οράσιο Κιρόγα, «Περσινή Αρραβωνιαστικιά» της Ζυράννας Ζατέλη και «Σταγόνες» της Κωνσταντίνας Τασσοπούλου.

Horacio Quiroga 3Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος Έλληνας λογοτέχνης;

Βαθιά ο Παύλος Μάτεσις. Τρελά η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου. Αρκετά ο Γιώργος Γιαννόπουλος. Θετικά ο Γκαζμέντ Καπλάνι. Ευχάριστα η Βασιλική Ηλιοπούλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μερσώ στον «Ξένο» του Καμύ. Ο Γιάννης Αγιάννης στους «Αθλίους» του Ουγκώ. Ο Χουάν Πρεσιάδο στον «Πέδρο Πάραμο» του Ρούλφο. Αυτοί είναι αγαπημένοι και όχι ζηλευτοί, το διευκρινίζω.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω μερικά, όποτε η κρίση μου το επιτρέπει. Μου αρέσουν ιδιαιτέρως τα εξής: «Οδός Πανός», «Το Δέντρο», «(δε)κατα». Ο λόγος; Απλώς μου αρέσουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

FG Lorca_Δεν διαβάζω αυτό τον καιρό. Κάτι συμβαίνει μέσα μου και δεν μπορώ να ολοκληρώσω σελίδα. Ίσως η θέρμη να καταπιαστώ με τα βιβλία μου με έχει αποσβολώσει. Πάντως, πριν από τρεις ή τέσσερις μήνες είχα διαβάζει την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τον «Κύριο Επισκοπάκη» του Μήτσου, την «Αντίσταση» του Σάμπατο και τα «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» του Μαχφούζ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Συνήθως δεν διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, διότι ενδόμυχα επηρεάζουν την κρίση μου. Αυτό που διαβάζω (ψάχνω) είναι τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Να ξέρω ποιος είναι, από πού προέρχεται, τι γράφει. Τον βίο και την πολιτεία του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο-διαδρομή-βιβλίο-λόγος μνήμης]

Πάμε Θέατρο… με το Τραμ.

Περί αδιακρισίας

victor hugoΠαρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δυο, όσο μου το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μου. Το μόνο που δεν παρακολουθώ είναι η τηλεόραση, διότι απλούστατα δεν υπάρχει στο σπίτι μου… όχι ότι δεν την ανοίγω… δεν υπάρχει η συσκευή. Τώρα, όντας άνθρωπος του θεάτρου εγώ ο ίδιος, φροντίζω να ενημερώνομαι για τα θεατρικά και κινηματογραφικά δρώμενα. Ξέρετε όμως τι συμβαίνει πολλές φορές με μας που ασχολούμαστε με την υποκριτική; Τα έργα τα παρακολουθούμε από την πλευρά του «ειδικού» και όχι από την πλευρά του απλού θεατή. Αυτό όπως καταλαβαίνετε, δεν μας επιτρέπει να απολαύσουμε τις παραστάσεις. Όταν όμως, αντικειμενικά, τα έργα είναι συναρπαστικά και καταφέρνουν να μας συνεπάρουν, τότε αφήνουμε στην άκρη το βλέμμα του «κριτικού».

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

john steinbeck_2Το διαδίκτυο είναι ένα χρήσιμο εργαλείο. Δικτυώνομαι είτε για να ενημερώνω για τις εκδηλώσεις στις οποίες λαμβάνω μέρος, είτε για να ενημερώνομαι για τις εκδηλώσεις των γνωστών και φίλων μου, είτε για να κοινοποιώ κάποιο δημοσιογραφικό μου κείμενο, είτε για να προωθώ κάποιο βιβλίο μου. Φροντίζω πάντα να δικτυώνομαι για επαγγελματικούς λόγους. Θεωρώ ανούσιο έως ηλίθιο να αναρτώ οτιδήποτε οικογενειακό και προσωπικό, να αναρτώ δηλαδή [μετά φωτογραφίας] πού πίνω καφέ, πού τρώω, πού κάνω μπάνιο, πού βγήκα να διασκεδάσω. Αν βρέχει, αν κάνει ζέστη, αν κάνει κρύο. Το πόσο χαριτωμένο είναι το σκυλί μου, η γάτα μου. Είναι θλιβερό να παρακολουθεί κανείς πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη για τέτοια αυτοπροβολή, γι’ αυτή την «επικοινωνία», γι’ αυτό το «μοίρασμα». Πλέον όλα τα προσωπικά τους τα βγάζουν στη φορά.

camus_by_peileppeΑναρωτιέμαι αν αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κάτι άλλο να κάνουν, πιο ουσιαστικό, πιο βαθύ, πιο δημιουργικό. Πλέον δεν απολαμβάνουν τίποτα αν δεν το αναρτούν κάπου στο διαδίκτυο. Το χειρότερο είναι ότι εκθέτουν σε υπέρμετρο βαθμό και τα παιδιά τους. Όλο αυτό πιστεύω προέρχεται από την έλλειψη ουσιαστικής φιλοσοφικής σκέψης και από τη μη συμφιλίωση με τους εαυτούς τους. Θυμάμαι μια παλιά μου επαφή που έγραψε και εξέδωσε ένα βιβλίο. Είχε αναρτήσει φωτογραφίες από την ώρα που το έγραφε, που το παρέδιδε στον εκδοτικό οίκο, που υπέγραφε το συμβόλαιο, που έβγαινε το εξώφυλλο, που είχε το πρώτο αντίτυπο στο χέρι, που βγήκε στα ράφια, που το αγόραζε κάποιος… Στο τέλος τη διέγραψα την επαφή μου αυτή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα δεχόμουν καμία τέτοια συναλλαγή για τίποτα από όσα κάνω. Ο καθένας κάνει τον κύκλο του. Θα περάσω από τη νιότη για όσο πρέπει, όπως πρέπει και όταν χρειαστεί να κλείσει ο κύκλος της, απλώς θα ήθελα να είμαι ευχαριστημένος από αυτά που κατάφερα να κάνω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ναι, αν έχω σχέση, παιδιά, γατιά, σκυλιά… απορώ πως δεν τα ρωτάτε αυτά… δεν θέλετε να πουλάτε;

Σημ. Ο Luis Gómezbeck διατηρεί τη στήλη «Paseo de Salónica» στην πολιτιστική ιστοσελίδα thessalonikiartsandculture.gr, όπου προτείνει λογοτεχνικά βιβλία από τη Λατινική Αμερική.

Στις εικόνες: Graciliano Ramos, Juan Rulfo, Ernesto Sabato, Juan Jose Arreola, Jaime Sabines, Horacio Quiroga, Frederico Garcia Lorca, Victor Hugo, John Steinbeck, Albert Camus.

07
Ιαν.
14

Λουίς Σεπούλβεδα – Τελευταία νέα από το Νότο

 Το ε1υρετήριο των απωλειών και η παταγωνιώδης μνήμη

 Φωτογραφίες: Ντανιέλ Μορτζίνσκι

Όπως μερικά σπάνια βιβλία γεννιούνται πάνω στην συνύπαρξη των φίλων και στη συνομιλία της στιγμής, έτσι κι ετούτο γεννήθηκε ένα απόγευμα στο Παρίσι του 1996, με τον συγγραφέα και τον αργεντινό φωτογράφο συνεργάτη του Ντανιέλ Μορτζίνσκι (Μπουενος Άιρες, 1960) να μιλούν για την σχέση κειμένου και φωτογραφίας, που μέχρι τότε τους είχε συνταξιδέψει σε όλες τις κοσμικές γωνίες για ρεπορτάζ εφημερίδων και περιοδικών. Μόνο που η περιορισμένη έκταση χώρου στα έντυπα και η τρομαγμένη λογοκρισία ορισμένων εξ’ αυτών άφησε τους δυο κομπανιέρος με ανοιχτούς λογαριασμούς μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες του Νότου. Έτσι μόνοι τους αυτή τη φορά αποφάσισαν να κυκλώσουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα της νοτιότερης Λατινικής Αμερικής

Luis_SepulvedaΚαι πάλι όμως! Συγκέντρωσαν τις φωτογραφίες σε κόντακτ και όλα όσα έζησαν μετατράπηκαν σε θέμα συζήτησης με τους φίλους αλλά όχι σε βιβλίο – άλλωστε ο φωτογράφος επέμενε ότι τα βιβλία είναι κάτι ζώα παράξενα, απρόβλεπτα, κι ότι υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να τις αφηγείσαι με τη θαλπωρή ενός κρασιού, που τους αρέσει να κουρνιάζουν με χίλιους τρόπους στο στόμα του αφηγητή τους, ώσπου να φτάσει η στιγμή που αυτές και μόνο αυτές θ’ αποφασίσουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί. Άλλωστε ο Σεπούλβεδα διαφοροποιεί τις επιθυμίες του από τις καθιερωμένες των ομότεχνών του: δεν επιθυμεί τα γραπτά του να αποτελούν μνήμη του συγγραφέα  αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης, ένα κομμάτι του ελεύθερου αέρα που υπερασπίζονται οι άξιοι άνθρωποι.

Ήρθε τελικά η στιγμή2 να γραφούν και αυτές οι ιστορίες που λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τον συγγραφέα, κάθε φορά που δεν αισθανόταν καλά, πόσο μάλλον κατά την τελική γραφή τους. Κάθε μια τους ασχολείται με κάτι οριστικά χαμένο, σαν παρμένο από το «ευρετήριο απωλειών» της εποχής, κατά την έκφραση του εκλεκτού του φίλου και επίσης συγγραφέα Οσβάλντο Σοριάνο, ή σαν ένα βιβλίο μεταθανάτιων ειδήσεων ή ένα μικρό μυθιστόρημα για εξαφανισμένες περιοχές.

Και το ταξίδι, αυτός «ο υπέροχος μηχανισμός ζωής που πάντα φέρνει κοντά τους ομοίους μας», ξεκινάει από την Παταγονία, τον τόπο για τον οποίο ο βρετανικός Τύπος παραληρούσε όχι για την εύθραυστη ομορφιά του αλλά για τις διαφαινόμενες οικονομικές ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια τηN2ς «ανάγκης εξόντωσης των βαρβάρων». Γι’ αυτό και γέμισε με καταπατητές, διψασμένους για εδάφη που δεν έμελλε να αγαπήσουν ποτέ. Σήμερα οι επιζώντες τουέλτσε και μαπούτσε επέλεξαν να μη γίνουν άλλη μια τουριστική ατραξιόν και συνεχίζουν να ζουν στις Άνδεις, διατηρώντας την κουλτούρα τους, μια κουλτούρα αντίστασης και μνήμης – κι ας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία των νικημένων («Καθ’ οδόν»).

Το ευρετήριο των απωλειών παραμερίζεται κάθε φορά που ο συγγραφέας βρίσκεται με τους φίλους του, στις τελετουργικές βόλτες στα ζαχαροπλαστεία ή στο Edelweiss, όπου συναντά τον καυστικό σατιριστή Ενρίκε Πίντι και τον Σοριάνο, που μόλις έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Η ώρα δίχως σκιά. Όποτε διαβάζουμε ή γράφουμε, συμφωνούν οι τρεις ομοτράπεζοι, πραγματώνουμε μια φυγή, την πιο αγνή και νόμιμη δραπέτευση. Όταν η κουβέντα πάει στον πόλεμο στις Μαλβίνες και τους νεκρούς φίλους, αναρωτιούνταιN3 τι να γραφτεί από τις ιστορίες που γεμάτες βρόμα και ατιμία βγαίνουν με βορβορυγμούς από τις διηγήσεις. Είναι όμως εκεί, λουφάζουν, κρύβονται, και περιμένουν τον συγγραφέα, όπως έλεγε και ο Κορτάσαρ – κι οι φίλοι οφείλουν να τις  γράψουν («Η καρδιά της μνήμης μου»).

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτό; Ό,τι τολμούν να κάνουν κάποιοι από τους χαρακτήρες μας; Είναι σίγουρο πως αυτοί εκδικούνται για λογαριασμό μας και για λογαριασμό όλων όσοι μέσα τους κρατούν ακόμα την ιερή οργή των νικημένων, των προδομένων, στις φλέβες τους κυλάει μελάνι, κι ακριβώς γι’ αυτό είναι κόσμιοι. [σ. 42]

N1Ακόμα κι όταν το αυτοκίνητο χάνει τον προσανατολισμό του η παρέα δεν σταματάει, καθώς στην Παταγονία λένε πως η οπισθοδρόμηση είναι γρουσουζιά και η μοίρα είναι πάντα μπροστά. Ευτυχώς αγνωστικιστές, όπως τονίζουν οι δυο συνεργάτες, αναζητούν την εσωτερική γαλήνη που μόνο η δράση χαρίζει. Μια τέτοια «χαμένη» πορεία τους οδηγεί στο σπίτι μιας ευτυχισμένης γριούλας που φαίνεται να ζει «μόνη της», αλλά πόσο μόνη, απορεί, όταν έχει σκύλο, πρόβατα, φυτά και λουλούδια. Οι μαγευτικές ιστορίες της δόνια Ντέλια είναι γεμάτες με την απλούστερη ευτυχία, όπως τώρα που μοιράζεται τα γενέθλια των ενενήντα πέντε χρόνων της με δυο ταξιδιώτες, ή, όπως όταν οι καταπατητές ήρθαν και πετσόκοψαν τη γη, έφεραν και τον … Τεντ Τέρνερ με τον Σιλβέστερ Σταλόνε να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας. Όμως η είδηση διαδόθηκε από πουλπερία σε πουλπερία και οι κινήσεις κάποιων αγωνιστών της ζωής απέτρεψαν την αγορά και ιδού τι συμβαίνει στην Παταγονία: η εύθραυστη «κυρά των θαυμάτων» νίκησε τον Ράμπο!

Patagonia-ExpressΟι ιστορίες είναι άξιες διήγησης, ανάγνωσης και διασποράς, είτε διαβάζουμε για τα παιδιά της Βιολέτα Πάρα και τον Ομάρ Τορίχος, τον παναμέζο στρατιωτικό και επαναστάτη που χρημάτισε Πρόεδρος της χώρας του για δεκατρία χρόνια μέχρι να δολοφονηθεί, είτε για την Ταξιαρχία Ραμόνα Πάρα (το εικαστικό και τοιχογραφικό «κίνημα» των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής) και το Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες (τη χιλιανή αντιστασιακή ομάδα που συγκροτήθηκε το 1983 για να πολεμήσει το καθεστώς Πινοτσέτ), τους ποιητές, ακτιβιστές και αγωνιστές, με όλες τις πολύτιμες πληροφορίες χάρη στο – όπως πάντα – πλήρες ευρετήριο του μεταφραστή, απαραίτητου συνταξιδιώτη μας και πρεσβευτή του καθάριου σεπουλβεδιανού κόσμου. Που όσο πικρός κι αν είναι, όπως στο τελευταίο ταξίδι του Παταγονία Εξπρές, άλλο τόσο γεμίζει φως τους αξιοπρεπείς και τους δίκαιους.

Εκδ. Opera, 2012, μετάφραση – σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 175, με ευρετήριο ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και γλωσσάριο [Luis Sepulveda & Daniel Mordziski – Últimas noticias del Sur, 2011]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Παταγωνιώδεις Ήρωες.

23
Νοέ.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Ιστορίες από δω κι από κει

1ΒΟύτε λήθη, ούτε συγγνώμη

Μια παλιά κούτα που ανακαλύπτει ο συγγραφέας γεμάτη με παλιά γραπτά του αρκεί για να εμπνεύσει το βιβλίο και, όπως συμβαίνει με τέτοιες ευρέσεις, είναι σαν να συναντιέσαι με τον παλιό σου εαυτό. Το πρώτο κείμενο – εύρημα άρχιζε το 1991 και αφορούσε την επιστροφή του στη Χιλή μετά από δεκατέσσερα χρόνια εξορίας, για να ζήσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα μιας ανελέητης δικτατορίας. Οι λέξεις δεν είναι πάντα πρόσφορες, ιδίως σε καταστάσεις που προκαλούν βουβαμάρα και θεραπεύονται μόνο με την οργή ή την δράση. Και ποιες λέξεις άλλωστε είναι ικανές να εκφράσουν την επιστροφή σε μια δημοκρατία περισσότερο καρπό της απόγνωσης παρά θάρρους, μια κατά παραχώρησιν ελευθερία που κρύβει τα ονόματα των παρανόμων;

11662048_b44b5bd2e8Η ιστορία είναι γνωστή: η μετάβαση από τις δικτατορίες του Φράνκο, του Τρίτου Ράιχ – και της Ελλάδας, να προσθέσω – επιβάλλουν τη λήθη ως εθνική ανάγκη. Οι δημοκράτες λοιπόν αντικαταστάτες παραδέχτηκαν μεν επίσημα ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας διαπράχθηκαν πάνω από δυο χιλιάδες δολοφονίες αλλά αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε δίκες. Στο όνομα της πατρίδας θα επιβληθεί η λήθη της απουσίας …και θα συμφιλιωθούν αυτοί που υπέφεραν από την αστοργία της Εξουσίας, με τους δήμιους εκείνων που τους στέρησαν το αύριο. Κι έτσι για άλλη μια φορά μένει το γράψιμο, που μεταμορφώνεται πια σε επώδυνη εναλλακτική, φορτωμένη με την αγωνία της απόδοσης δικαιοσύνης, μετατρέποντας την συγγραφική έκφραση «σε μια γελοία γκριμάτσα, σε μια χειρονομία ηλιθίου που μας επιστρέφει ο καθρέφτης της πραγματικότητας».

4Ο συγγραφέας επιστρέφει στους τόπους που έκανε τα παλιά του ρεπορτάζ και αναζητάει τους παλιούς ανθρώπους αλλά του φαίνονται διαφορετικοί: άλλοτε ζούσαν μια δραστήρια κοινωνική ζωή, ουσιαστικά δημοκρατική, συμμετέχοντας σε διάφορες λαϊκές οργανώσεις, από εκείνες που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή και ανανεώνουν τους επικεφαλής όταν αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί. H οργανωτική κουλτούρα, κάποτε ενσωματωμένη στο συλλογικό όνειρο των χιλίων ημερών διακυβέρνησης της χώρας από τον Αγιέντε, τώρα σ’ όλες τις επαρχίες όπου ταξιδεύει αποτελεί ανάμνηση. Δεν του μένει λοιπόν παρά να καταγράψει τις διηγήσεις τους, και ακόμα κι όταν ακούει διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, χαμογελάει, καθώς επιβεβαιώνει ότι σ’ όλους τους ανθρώπους αρέσει να λένε ιστορίες.

Κι έτσι γεμίζει το βιβλίο με ιστορίες: για τον αγέρωχο μποξέρ Λόκο Γαρίδο που νικούσε τους πάντες αλλά υποχρεωνόταν να σιωπά στα χτυπήματα των αστυφυλάκων· για την 17χρονη Σεσίλια που όποτε ονειρεύεται λυσσάει απ’ το κακό της γιατί όλα τα όνειρα λένε ψέματα· για τους κατοίκους μιας συνοικίας που δεν έχουν να πληρώσουν το ρεύμα ζουν στο σκοτάδι· για το γαλακτοπωλείο που άνοιsalvador-allendeξαν κάποιοι νέοι μόνο γάλα δε πουλάει γιατί είναι πολύ ακριβό· για την μικρή πλατεία όπου όλοι κάποτε φύτεψαν από ένα δέντρο αλλά τώρα με τις ευλογίες του κράτους τσιμεντώθηκε και συρματοπλέχθηκε.

Ιστορίες που καμία Ιστορία δεν έγραψε, όπως του Αουγούστο Ολιβάρες, του χιλιανού δημοσιογράφου που αυτοκτόνησε στο πλευρό του Αγιέντε έχοντας ως μόνο όπλο την Olivetti του, για να μην πέσει στα χέρια του χιλιανού στρατού που ατιμάστηκε δια παντός με τη συμπεριφορά του στους αιχμαλώτους του φασισμού· και ιστορίες που άλλαξαν τον κόσμο, όπως εκείνη της Διεθνούς Ταξιαρχίας Σιμόν Μπολιβάρ, των εθελοντών από διάφορες χώρες που στρατεύτηκαν με τους Σατινίστας στο αγώνα απελευθέρωσης της Νικαράγουας από τη δικτατορία του Σομόσα – μέλος της οποίας υπήρξε και ο ίδιος ο συγγραφέας, ένας ακούραστος αγωνιστής.

Luis-SepulvedaΌλες οι ιστορίες του Σεπούλβεδα διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται· όπως εκείνη όπου η υπάλληλος του παλαιοβιβλιοπωλείου τον ρωτάει για το Κόκκινο Ιππικό, την συλλογή διηγημάτων του Ισαάκ Μπάμπελ που ο συγγραφέας επιλέγει να αγοράσει. Εκείνος της αφηγείται την ιστορία της επανάστασης και το θλιβερό τέλος του σοβιετικού συγγραφέα και αμφότεροι καταλήγουν στη διπλανή καφετέρια πίνοντας προς τιμήν του. Λίγο καιρό αργότερα, και σε μια άλλη ιστορία, το βιβλίο χαρίζεται σε μια βιβλιοθήκη που στήνεται σε μια φτωχογειτονιά του Σαντιάγο και ο Σεπούλβεδα συγκινείται γιατί «δε έχουν χαθεί τα πάντα». Σε κάποια άλλη μας οδηγεί στην πραγματική ιστορία που ενέπνευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης. Ο γέρος ανήκε σ’ έναν οικισμό γηγενών Αμερινδών του Εκουαδόρ, πρώτη μακροχρόνια στάση της εξορίας του συγγραφέα, όπου έγινε δεκτός ως μέλος τους με κάθε υποχρέωση και δικαίωμα.

sepulveda luisΚάποτε σ’ ένα τραπέζι ο συγγραφέας συνευρίσκεται μ’ έναν πρώην αντάρτη κομαντάντε, έναν από τους περισσότερο καταδιωγμένους αγωνιστές. Οι συνδαιτυμόνες έχουν μοιραστεί την ήττα, την εξορία και την απώλεια αλλά δεν μιλάνε γι’ αυτά. Τους αρκεί που υπήρξαν στρατευμένοι στον δικαιότερο αγώνα, στο ευγενέστερο όνειρο – και που τώρα είναι απελευθερωμένοι από το βάρος του όπλου στο ζωνάρι. Οι ουλές τους δεν είναι μόνο ορατές αλλά και αόρατες, κάτω απ’ το δέρμα.

Όταν χωριζόμαστε, ευτυχισμένοι, λαμπεροί, αγκαλιαζόμαστε σφιχτά και λέμε ο ένας στον άλλον να προσέχει. Δεν το λέμε με λόγια, αλλά στη δύναμη της αγκαλιάς μας υπάρχει το αξίωμα που μας ενώνει και μας επιτρέπει να βαδίζουμε με αξιοπρέπεια, να κοιτάζουμε τα παιδιά μας χωρίς να ντρεπόμαστε, να μεριμνούμε για το μέλλον που θα ζήσουν τα εγγόνια μας. Κι αυτό το αξίωμα είναι το εξής: Ούτε λήθη, ούτε συγγνώμη. [σ. 47 – 48]

Εκδ. Opera, 2011, μτφ. – σημειώσεις και «εγκυκλοπαιδικό λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων» Αχιλλέας Κυριακίδης,  σελ. 167 [Luis Sepúlveda, Historias de acqui y de allá, 2010].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

22
Οκτ.
13

Κάρλος Φουέντες – Σε αυτά πιστεύω. Αυτοβιογραφικά σημειώματα

Το 1προσωπικό λεξικό ενός σπάνιου συγγραφέα

Μόνο το λεχθέν είναι ευτυχές και μόνο το ανείπωτο είναι δυστυχές. Η μυθιστορία κάνει ορατή την αόρατη πλευρά της πραγματικότητας […] αλλά και μια καινούργια πραγματικότητα που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε την ίδια την πραγματικότητα. Έτσι το μυθιστόρημα πλάθει ένα καινούργιο χρόνο για τους αναγνώστες καθώς μετατρέπει το παρελθόν σε μνήμη και το μέλλον σε επιθυμία, όμως και τα δυο συμβαίνουν σήμερα, στο παρόν του αναγνώστη που, διαβάζοντας, αναπολεί και ποθεί… [σ. 216 – 217]

… γράφει ο Φουέντες στο περί μυθιστορήματος μικροκείμενό του, σ’ ένα ιδιαίτερο προσωπικό λεξικό όλων όσων αγάπησε, σ’ ένα επιλεκτικό λημματολόγιο των εκλεκτών λέξεων που συμβόλισαν τους κόσμους όπου περιηγήθηκε, δημιούργησε, εκστασιάστηκε και πολέμησε. Οι σκέψεις του για το μυθιστόρημα έχουν ήδη δικαιωθεί από τα περίφημα βιβλία του: Το μυθιστόρημα λέει ό,τι δεν είπε, ξέχασε ή δεν τόλμησε να φανταστεί η ιστορία· ίσως γράφει εκείνο που ακόμα δεν αποκαλύφθηκε, αναπολεί όσα ξεχάστηκαν, γίνεται η φωνή της σιωπής όσων υποβιβάστηκαν από την αδικία, την αδιαφορία, την προκατάληψη, την άγνοια, το μισός ή το φόβο, οι φωνές που ακόμα δεν είπαν την τελευταία τους λέξη.

c1Αυτή είναι όχι μόνο η δική μας συμμετοχή στη ιστορία αλλά η ίδια δημιουργία της ιστορίας. Οι απαντήσεις του μυθιστορήματος δεν είναι ποτέ δογματικές, ούτε οι πραγματικότητές του περατωμένες. Μόνο η πολιτική μπορεί να γίνει δογματική – η μυθοπλασία μπορεί να γίνει μόνο αινιγματική. Το μυθιστόρημα μας προτείνει την πιθανότητα μιας λεκτικής φαντασίας ως πραγματικότητας όχι λιγότερο πραγματικής από την ίδια την ιστορία. Η λογοτεχνία ενός πλήθους σπουδαίων συγγραφέων από την ινδο – αφρολατινική Αμερική επιφέρει μια νέα αξίωση: την μεταβίβαση από την ταυτότητα στη διαφορετικότητα. Η ποικιλία και όχι η μονοτονία, η διαφορετικότητα περισσότερο από την ενότητα, η σύγκρουση περισσότερο από την ηρεμία θα καθορίσουν τον πολιτισμό του αιώνα μας. Το μυθιστόρημα είναι μια συστατική επιστολή των πολιτισμών που απέναντι στα παλιρροϊκά κύματα της παγκοσμιοποίησης τόλμησαν να παραμείνουν αυτό που είναι.

c5Τι γράφει άραγε για το Σεξ στη ζωή του ο συγγραφέας που δεν παρέλειψε να το λογοτεχνήσει με σκληρό τρόπο ιδίως στα ύστερα, συναρπαστικά του βιβλία; Από την σεξουαλική στέπα που αποτελούσε το Μεξικό της δεκαετίας του ’40 με τις φτωχές θεραπαινίδες του έρωτα που κάλυπταν ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας της Γουαδελούπης μέχρι τον μακρύ κατάλογο των ενήλικων ερώτων του, ο Φουέντες προτιμά να κρατήσει τα ονόματα για τον εαυτό του παρά να συντάξει το ευρετήριο ενός Δον Ζουάν – αισθάνεται άλλωστε ότι ποτέ δεν καταχράστηκε, πάντα συντρόφευε, πάντα πειραματίστηκε με το ταίρι του, με αμοιβαιότητα και ίση βεβαιότητα πως αμφότεροι συμμετείχαν «στην αναζήτηση συναισθημάτων διαρκείας παρ’ όλη την παροδικότητα των συνευρέσεων». Και ύστερα, ο έρωτας μετατρέπεται σε λογοτεχνία. Ένα σώμα λέξεων γυρεύει την προσέγγιση ενός άλλου σώματος λέξεων. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ευγνώμονες σε όλους τους εραστές, ακόμα κι αν οι απογοητεύσεις και οι αποτυχίες. μας αναγκάζουν καμιά φορά να καταριόμαστε την γενετήσια ορμή. Καθεμιά από τις γυναίκες του αντιπροσωπεύει όχι μονάχα μια ώρα περαστικής και θνητής πληρότητας αλλά κάτι που έγινε λογοτεχνία. Και ποιος μπορεί να αποτάξει παρ’ όλη τη συντομία και το κόστος αυτό το ακτινοβόλο κέντρο του κόσμου που είναι η ερωτική κλίνη;

c7Το κείμενό του για τις Γυναίκες αφιερώνεται στην Γερμανοεβραία φιλόσοφο Έντιθ Στάιν [Αγ. Τερέζα], την Άννα Αχμάτοβα και την Σιμον Βέιλ· στην τελευταία πιστεύει γιατί είναι μια χριστιανή εκτός εκκλησίας που θεωρεί την εκκλησία ως δογματική και γραφειοκρατική δομή και θέλει να είναι με το Θεό και να δρα ελεύθερα. Το «φιλοσοφικό» του λήμμα αφιερώνεται στον Βίτγκενσταϊν γιατί θέτει υπό κρίση όλες τις πεποιθήσεις μας και όλες τις επίκτητες αλήθειες, γιατί μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τα πάντα, ακόμα και όσα δεν θέλουμε να επανεξετάσουμε διότι αποτελούν μέρος της διανοητικής αρχιτεκτονικής και της ηθικής μας θωράκισης. Για τον Φουέντες αυτός είναι ο φιλόσοφος του 20ού αιώνα, αυτός που πάει κατευθείαν στην καρδιά της γλώσσας και κατά συνέπεια της λογοτεχνίας γιατί είναι ικανός να αποδεχτεί το ανείπωτο.

c2Σ’ ένα από τα κάπως πιο εκτεταμένα κείμενα, που αφιερώνεται στις Πόλεις Μαστούς, ο συγγραφέας εκφράζει την πίστη του για τις πόλεις σε αντίθεση με τη φύση που τον αναστατώνει υπερβολικά. Ζηλεμένος ταξιδιώτης, με σύντομες φράσεις υμνεί τις πόλεις των συγγραφέων, διατρέχει ευρωπαϊκούς και βορειοαμερικάνικους τόπους και πάλι καταλήγει στους δικούς του τόπους και ου-τόπους, το Μοντεβιδέο του Χουάν Κάρλος Ονέτι, του Φελισβέρτο Ερνάντες και του φαντάσματος του Λοτρεαμόν, το Ρίο ντε Τζανέιρο του Αλφόνσο Ρέγιες, το Μπουένος Άιρες του Μπόρχες και του Κορτάσαρ, εκεί όπου κατάλαβε γιατί το τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται και γιατί ένας άντρας μπορούσε να ερωτευτεί έως απώλειας της τιμής μέσω της Μέτσα Ορτίς ή της Τίτα Μερέγιο, άλλωστε…

… δεν υπάρχει πόλη περισσότερο εξαϋλωμένη στις νεφέλες της γλώσσας, της λογοτεχνίας της, της διαβατάρικης μουσικής της, περισσότερο πληγωμένη από τα θραύσματα των προσδοκιών της, τις απίστευτες κακοποιήσεις, τους εξαφανισμένους της, τα βασανιστήριά της, τα δεινά της που δεν καταφέρνουν να αντισταθμίσουν την εκθαμβωτικά καρναβαλική χροιά των δικτατόρων της, τις βαλσαμωμένες αγίες της, τις προεδρικές της μπαλαρίνες, τους αγύρτες αυλικούς της….[σ. 295]

c3Από τα λήμματα δε θα μπορούσε να λείπει μια μέγιστη ασθένεια της εποχής μας: η ξενοφοβία. Με μέγιστη απλότητα ο Μεξικανός αγωνιστής γράφει τα ξεχασμένα αυτονόητα: Ζούμε στη διαρκή συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε, δηλαδή με το διαφορετικό. Μόνο μια νεκρή ταυτότητα είναι μια σταθερή αυτότητα. Ένας απομονωμένος πολιτισμός σύντομα αποθνήσκει ή μετατρέπεται σε φολκλόρ, μανία ή φαντασμαγορικό θέατρο. Δεν υπάρχει παγκοσμιότητα που να αξίζει χωρίς τοπικότητα που να χρησιμεύει. Πώς γίνεται εν ονόματι μιας παγκοσμιοποίησης τα πράγματα να είναι ελεύθερα να κυκλοφορήσουν ενώ οι εργαζόμενοι άνθρωποι όχι;  Πώς γίνεται να απορρίπτουμε τους πολιτισμούς που οι ίδιοι ως Δύση εκμεταλλευτήκαμε ή γαλουχήσαμε με αρχές οικουμενικές που τώρα απορρίπτουμε, όπως ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα ή η ελεύθερη διακίνηση;

c4Οι λεξικογραφημένοι μικρόκοσμοι που απαρτίζουν [απάρτιζαν] την ζωή του Φουέντες δεν καταγράφονται με στεγνό, ακαδημαϊκό τρόπο, ούτε φιλοδοξούν να αποτελέσουν  δοκίμια πυκνά και απόλυτα. Το αντίθετο: ο συγγραφέας γράφει ως ο λογοτέχνης που υπήρξε, ιδίως στα τελευταία του αριστουργήματα, δηλαδή με γραφή ενθουσιασμένη και τρικυμιώδη, με συναισθηματική φόρτιση αλλά και ψύχραιμη σοφία, σε κείμενα πλημμυρισμένα με παραληρούσες λέξεις, αυτοσχέδιες αλήθειες και πυκνότατες φιλοσοφίες.

Το λημματολόγιο περιλαμβάνει ακόμα συναισθήματα [Αγάπη, Ευτυχία, Ζήλεια], συγγραφείς [Κάφκα, Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Φόκνερ], λογοτεχνικό ήρωα [Δον Κιχώτης], σκηνοθέτη [Μπουνιουέλ], ζωγράφο [Βελάσκεθ]· έννοιες βαθιές και πολυδιάστατες, όπως το Εγώ, η Ελευθερία, η Εμπειρία, η Ιστορία, το Κάλλος, ο Χρόνος, ο Θεός. Δεν θα μπορούσε να αγνοήσει την Πολιτική, την Επανάσταση, την Αριστερά, την Κοινωνία των Πολιτών, την Παγκοσμιοποίηση, τους τόπους που τον σημάδεψαν [Ιβηρική Αμερική, Μεξικό, Ζυρίχη], εκείνα που του ομόρφυναν τη ζωή [Ανάγνωση, Κινηματογράφος, Φιλία]. Εξομολογείται για την Οικογένεια, υμνεί την Σίλβια (την γυναίκα του), μοιράζεται τα προσωπικά του δράματα [Τέκνα], φιλοσοφεί τον Θάνατο, ξαναθυμάται την Οδύσσεια, τον Ιησού…

portadaH φαντασία και ο λόγος, η μνήμη και η λαχτάρα συνιστούν όχι μόνον το ζωτικό υλικό της μυθοπλασίας, αλλά και τον τόπο συνάντησης της ημιτελούς ανθρωπιάς μας. Η λογοτεχνία μας διδάσκει πως οι ύψιστες αξίες είναι οι συμμετοχικές αξίες. Οι Λατινοαμερικανοί συγγραφείς συμμεριζόμαστε τη γνώμη του Ίταλο Καλβίνο όταν ισχυρίζεται πως η λογοτεχνία είναι ένα πρότυπο αξιών, ικανό να προτείνει γλωσσικά, οπτικά, φανταστικά σκηνικά και ένα συσχετισμό συμβάντων. Επιβεβαιωνόμαστε στον Ουίλιαμ Γκας όταν μας κάνει να αντιληφθούμε πως σώμα και ψυχή ενός μυθιστορήματος είναι ο λόγος και η φαντασία, και όχι οι καλές προθέσεις; η συνείδηση που το μυθιστόρημα αναταράζει, όχι η συνείδηση που βολεύεται. Αδελφωνόμαστε με τον μεγάλο φίλο μας τον Μιλαν Κούντερα όταν μας θυμίζει πως το μυθιστόρημα είναι ένας συνεχής επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου ως πρόβλημα. [σ. 223]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012 [Α΄ έκδ. 2004], μτφ. από τα Ισπανικά: Αμαλία Βασιλακάκη, σελ. 376 [Carlos Fuentes, En esto creo, 2002]

Πρώτη δημοσίευση [εκτός από το τελευταίο παράθεμα]: mic.gr.

30
Σεπτ.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Μάριο Δελγάδο Απαραΐν – Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ

ΓλυSEPULVEDA GRIMκιά χιλιανή συμμορία

Όλως περιέργως, όταν φτάσαμε στο μπακάλικο, ο Έμερσον Λέρα κέρασε όλο το μαγαζί μάτε, με αντάλλαγμα να παρακολουθήσουμε ένα έκτακτο ρεσιτάλ γκάιντας, το οποίο αναγκαστήκαμε να υποστούμε μέχρι τέλους, αφού ο πονηρός Αστουριανός είχε την προνοητικότητα να μας δέσει με αλυσίδες. Έτσι, κύριε καθηγητά, την ίδια στιγμή που στο Τορτίτας απέναντι απ’ τους παραδεισένιους υφάλους του Κόλπου ντε Πένας και δίπλα στον κρυστάλλινο Μπάκερ που παράσερνε στο διάβα του τα πρώτα μπλοκ λιωμένων πάγων, εκτυλίσσονταν αυτή η σκηνή απ’ τη γαλήνια ζωή των κρεολών, η μοίρα έσπρωχνε το κήτος στα γαλάζια νερά της Ουρουγουάης, έτσι ώστε ο προστατευόμενός σας, Ροσεβέλ Αλδάο, και οι διακεκριμένοι φίλοι του να μπορέσουν τον άνθρωπο που – κυριολεκτικά – έγινε κομμάτια, προκειμένου να ενώσει δυο επιστήμονες, αφοσιωμένους στη διάσωση της μνήμης των Αδελφών Γκριμ. [σ. 134]

Photo: Daniel Mordzinski.Και ποιοι είναι οι Αδελφοί Γκριμ; Οι κατά κόσμον και διδυμία Άβελ και Κάιν Γκριμ, ελεεινοί πλανόδιοι λαϊκοί τροβαδούροι που όργωσαν την χιλιανή Παταγονία και τις ουρουγουανές πεδιάδες εγγράφοντας στη μουσική τους μερικές εκατοντάδες ζωές εντοπίων και περαστικών αλλά και εγγραφόμενοι στις ιστορίες των τόπων όπου πέρασαν. Και ποιος ενδιαφέρεται για δαύτους; Μα δυο εκκεντρικοί καθηγητές – ειδήμονες που ανέλαβαν βιογράφοι των δυο ανεκδιήγητων μουσικών με τις αξιοδιήγητες ιστορίες αλλά και διασώστες της τέχνης των παγιαδόρ. Και ποιοι είναι είναι παγιαδόρ; Οι ασκούμενοι στην τέχνη της πάγιας ή παγιάδας, αυτού του τραγουδιστικού ομοιοκατάληκτου αυτοσχέδιου στιχουργικού διαλόγου με συνοδεία κιθάρας και με ανταλλαγή φαγητό και κατάλυμα.

mario delgado aparainΣτην εισαγωγή του κάποιος πανύποπτος κύριος ονόματι Χοσέ Σεράγεβο μας αποκαλύπτει πως αναδιφώντας στα ράφια του ερειπωμένου μπακάλικου στο παταγονικό Τορτίτας ανακάλυψε τις επιστολές κι έτσι τώρα μπορεί να μας εκθέσει την επιστολική μονομαχία των ευρυμαθών ερευνητών. Η αλληλογραφία των δυο τοπικών διανοιών δεν είναι απρόσκοπτη. Ο Καστεγιάνος, από την μία, γνωστός από τον εξαίρετο πρόλογό του στον Νέο Τηλεφωνικό Κατάλογο του Μοσκίτος, έχει να αντιμετωπίσει τον ταχυδρόμο, κατάλοιπο της στρατιωτικής δικτατορίας, που πετάει συστηματικά την αλληλογραφία στη δημόσια χωματερή, και μόνο χάρη σε κάποιο φιλεύσπλαχνο ρακοσυλλέκτη θα το λάβει στα χέρια του, με αντάλλαγμα μια τεράστια ομελέτα. Ο φον Κλατς, από την άλλη, πρέπει να στεγνώνει τις επιστολές από τα νερά του Κόλπου ντε Πένας, καθώς η ταχυδρομική βάρκα του επονομαζόμενου Μιγκέλ Στρογκόφ το ταχυδρομικό πλοιάριο περνάει ανάμεσα σε φάλαινες και πιγκουίνους.

Carlos_Morel_-_Payada_en_una_pulperíaΚαι κάπως έτσι ξεκινάει η ιχνηλασία του ψηλού και του κοντού, στα καταγώγια και στα επαρχιακά μπαρ, στα παλκοσένικα και τα ταβερνεία της νοτιολατινικής ηπείρου. Οι ευγενείς συν-ανταγωνιστές επιστήμονες συζητούν γραπτώς, ανταλλάσσουν απόψεις, επιδεικνύουν γνώσεις, συμβουλεύονται εγχειρίδια και εμπιστεύονται προφορικές διηγήσεις, δημοσιεύματα αθλητικών περιοδικών, θρύλους και πραγματικότητες, που μ άλλον αριθμούνται σε εκατοντάδες, όσοι και οι συνεισφέροντες στο σπουδαίο τους έργο. Κι έτσι κι εμείς παίρνουμε στο κατόπι τους διαρκώς φευγάτους μαιτρ της λογοκλοπίας και γνώστες της μελαγχολίας που ακολουθεί την ευφορία, φτάνοντας λίγο μετά την αναχώρησή τους από τις κρεολέζικες φιέστες, τα κέντρα ανύπαντρων μητέρων ή τους εορτασμούς της παγκόσμιας ημέρας της Καμφοράς.

costumbres59Ο αναγνώστης θα πρέπει να είναι προετοιμασμ ένος για εξωφρενικά παραμύθια και αδιανόητες ιστορίες που εξελίσσονται απρόβλεπτα σε κάθε επόμενη φράση. Θα πρέπει επίσης να συγκρατήσει ονόματα όπως εκείνο της όμορφης γουαρανί δεσποσύνης Κοεμέ Νενέ Λιθαράγκα Καλτβάσερ Ντιπόν, με τρία δηλαδή επίθετα, καθώς η μητέρας της δεν θυμάται αν την έχει κάνει με τον Βάσκο, τον Γερμανό ή με τον Γάλλο, αλλά και της μητέρας της, καθώς και του έρωτα της πρώτης με τον Κάιν και της δεύτερης με τον Άβελ. Έτσι ακολούθησε μια ακόμα πολύπλοκη τελετή προκειμένου η δεύτερη να γίνει μητέρα του συζύγου της κόρης της κι ο εραστής της, πατέρας της κόρης της γυναίκας του και του συζύγου της, δηλαδή του ίδιου του αδελφού του! Τουλά χιστο μπορούμε να ξεκουραζόμαστε στους συνηθισμένους τόπους συνάντησης μουσικών και ακροατών και συμμέτοχων, τις περίφημες pulperie, δηλαδή τα αγροτικά μπακάλικα που έχουν εξοπλιστεί με εγκαταστάσεις μπαρ, εστιατορίου, κτηνιατρείου, οδοντιατρείου, συνεδριακού κέντρου, ταχυδρομείου, θεάτρου, αίθουσας κινηματογράφου και άλλων ανέσεων.

Gaucho PayadorΝα μην ξεχάσω άλλη μια σημαντική λεπτομέρειες, φίλτατε κύριε καθηγητά: επί ώρες, οι νεαροί ρακοσυλλέκτες έψαχναν του κάκου στα γύρω σπίτια να βρουν μια σημαία της Χιλής για να σκεπάσουν αυτό το ιδιότυπο φέρετρο φιλίας, αυτού ο γενειοφόρος Ντολόρες ντε Αλσίδες επέμενε ότι, εφόσον ήθελαν να προσδώσουν εθνικές διαστάσεις στην τελετή, επ’ ουδενί μπορούσε να λείπει η σημαία. Τελικά, βρέθηκε μια λύση που δε στερούνταν τρυφερότητας, και το κασόνι πήρε δρόμο για τη θάλασσα, φορτωμένο στους ώμους των κουρελήδων και σκεπασμένο με τη μελανέρυθρη σημαία της Αβγοέ, της δοξασμένης ποδοσφαιρικής ομάδας του Μοσκίτος, τρεις φορές πρωταθλήτριας στο Πρωτάθλημα Καλλιεργητών Ζαχαρότευτλων των Μόντες, Μίγκες και Ελ Τάλα, και ιδρυθείσας το 1955 απ’ το Σωματείο Αναρχικών Εργατών Πτηνοτροφείου της Ουρουγουάης. [σ. 123 -124]

Έχουμε ήδη φιLuis+Sepulveda+2012+International+Book+Fair+pZitoveTgUglλοξενήσει την γραφή του Σεπούλβεδα ως φωτεινό λύχνο, αφηγηματική αντίσταση και πολεμική και αντιπολεμική σημειωτική. Η ταυτότητά του είναι γεμάτη: ακούραστος πολιτικός αγωνιστής, σύντροφος φρουρός του Αλιέντε, φυλακισμένος – καταδικασμένος –  εξόριστος των δικτατόρων, πολεμιστής των Σαντινίστας και της Greenpeace και  μέχρις εσχάτων αγωνιστής για τους ιθαγενείς Μαπούτσε της νότιας Χιλή – είναι εκείνοι που έχασαν τη γη τους επί Πινοσέτ και που βαφτίστηκαν και καταδικάστηκαν ως τρομοκράτες για να φύγουν οριστικά από τη μέση, ώστε να χαριστεί στις μεγάλες πολυεθνικές που τον προσκυνούσαν. Τώρα ο συγγραφέας αφήνει για λίγο στην άκρη την απροκάλυπτα πολιτική του πένα και πιάνει τα όργανα που ποτέ δεν μπόρεσε να παίξει. Αλλά καλύτερα έτσι: συνεργάζεται με τον καλό του φίλο ουρουγουανό Μάριο Δελγάδο Απαραΐν (γεν. 1949), ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του νέου ισπανόφωνου μυθιστορήματος και φτιάχνουν από κοινού και από το τίποτα έναν ολόκληρο κόσμο, όπου η μουσική είναι κάτι διαφορετικό, πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο.

Επιτρέψτε μου, αγαπητέ και άξιε καθηγητά, νImagen 002α σας εκφράσω τη βαθιά μου έκπληξη μπρος στις συμπτώσεις που μπορεί να μας επιφυλάσσει η τύχη, η μοίρα ή το πεπρωμένο (συχνά αναρωτιέμαι μήπως αυτά τα τρία αποτελούν μία οντότητα), όταν καμιά φορά μας φέρνει κοντά σε πολλά πράγματα που τα νομίζαμε μακρινά και απρόσιτα. [σ. 126]

Εκδ. Opera, 2006, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης – Τζίνα Σερέτη, σελ. 229. Με 30σέλιδο γλωσσάριο του Χοσέ Σεράγεβο και 93 σημειώσεις των μεταφραστών [Luis Sepúlveda – Mario Delgado Aparaín – Los peores cuentos de los hermanos Grim, 2004].

01
Σεπτ.
13

Χουάν Κάρλος Ονέτι – Το ναυπηγείο

c1Η φάρσα ως μόνη δυνατότητα ζωής

Δεν υπάρχουν εκπλήξεις στη ζωή, εσείς το ξέρετε. Ό,τι μας εκπλήσσει είναι ακριβώς αυτό που επιβεβαιώνει το νόημα της ζωής. [σ. 113]

Πέντε χρόνια μετά τον εκτοπισμό του από την επαρχία, ο Λάρσεν βρίσκεται ξανά πίσω· τον βλέπουν στη στάση των λεωφορείων, εξαντλημένο από την ήττα και παραιτημένο από κάθε ελπίδα· ακόμα και για όσους δεν τον είδαν, ο θόρυβος των τακουνιών του μεταδίδεται στον αέρα με αυθάδεια. Εγκαθίσταται ξανά στο δωμάτιό του στην πανσιόν και σχεδιάζει να επιβάλει πάλι την παρουσία του στους δημόσιους χώρους της μισητής πόλης και να πάρει την άδολη ρεβάνς. Είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στο ναυπηγείο, μπροστά στα πελώρια μισοφαγωμένα γράμματα, δίπλα στους σκουριασμένους γερανούς, τα γκριζοπράσινα σανίδια με τα αγριόχορτα, το γκρίζο κτίριο σε σχήμα κύβου.

… σχεδόν οτιδήποτε άλλο ήταν προτιμότερο από το ταβάνι με τις χιλιοτρυπημένες λαμαρίνες, από τα σκονισμένα και κουτσά γραφεία, από τα βουνά των ντοσιέ και των κλασέρ στοιβαγμένα στους τοίχους, από τα αγκαθωτά αγριόχορτα που τυλίγονταν στον παραστάτη του γυμνού παραθύρου, από την εξοργιστική, υστερική κωμωδία της εργασίας, της επιχείρησης , της ευημερίας που διακοσμούσε τα έπιπλα (σκεβρωμένα από την πολυκαιρία και σαρακοφαγωμένα, βιαστικά να δείξουν ότι προορίζονται για καυσόξυλα, τα λερωμένα χαρτιά από τη βροχή, τον ήλιο και τις πατημασιές, πεταμένα ακατάστατα πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα, τα γαλαζωπά ρολά των σχεδίων συγκεντρωμένα σε πυραμίδα ή σκισμένα να κρέμονται από τους τοίχους. [σ. 35]

1Κι όμως, ενώ οτιδήποτε άλλο θα ήταν προτιμότερο ο Λάρσεν επιλέγει αυτόν ακριβώς τον χώρο να γίνει το ορμητήριο της μοναχικής, προσωπικής του εκδίκησης. Σε μια πράξη απελπισμένη και εξωφρενική ζητάει από τον γέροντα ιδιοκτήτη του ερειπωμένου ναυπηγείου Χερεμίας Πέτρους να γίνει Γενικός Διευθυντής. Και βρίσκεται αμέσως να διασχίζει το αχανές άδειο κτίριο, περνώντας γραφεία δίχως πόρτες και παράθυρα δίχως τζάμια, τα κομμένα καλώδια ενός τηλεφωνικού κέντρου, «νηστικός ανάμεσα σε σύμβολα, σε μια ατμόσφαιρα επιλόγου που ο ίδιος ενίσχυε». Εκεί γνωρίζει τους δυο εναπομείναντες υπαλλήλους, τον Γκάλβες και τον Κουνς, προϊστάμενους της οικονομικής και τεχνικής διεύθυνσης αντίστοιχα. Ο πρώτος τον ρωτάει ποιο πόσο να γράψει για τον μισθό του με μια ειρωνεία που στο εξής θα διαβρώνει ακατάπαυστα τους τρεις συνεργάτες, ανάμεσα σε υποκριτικά χαμόγελα και συζητήσεις για τα όρια πίεσης στους λέβητες ή τις τρέχουσες τιμές των μηχανών.

Τώρα είχε πιαστεί στην παγίδα, μα ήταν ανίκανος να της δώσει ένα όνομα, ανίκανος να συνειδητοποιήσει ότι είχε ταξιδέψει, ότι είχε κάνει σχέδια, είχε αφιερώσει χαμόγελα, ραδιουργίες και την υπομονή του, μόνο και μόνο για να πιαστεί σ’ αυτήν, για να βρει επιτέλους ανακούφιση σ’ ένα απελπισμένο και παράλογο καταφύγιο. [σ. 39 – 40]

2Ο δεύτερος τόπος που θα χρησιμοποιήσει τον υπολειπόμενο χρόνο του στην άσκηση μιας ανώφελης εκδίκησης, «σε αισθησιασμούς χωρίς νόημα», είναι το σπίτι της μισότρελης κόρης του ιδιοκτήτη, της Ανχέλικα Ινές. Την συναντάει σ’ ένα κιόσκι στον χορταριασμένο της κήπο ενώ το βρώμικο και ογκώδες σπίτι πιο μέσα ορθώνεται άχαρο πάνω σε υπερβολικά ανασηκωμένα υποστυλώματα, πιο πάνω από το επίπεδο μιας πιθανής φουσκονεριάς… Εκεί στο μελαγχολικό απογευματινό φως και στα απόμακρα αλυχτήματα των σκύλων της εξομολογείται τον ψευδό του έρωτα, της ομολογεί «δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει η ζωή· όμως αυτή η συνάντηση με αποζημιώνει».

4Ο Ονέτι [Μοντεβιδέο Ουρουγουάης, 1909 – 1994] είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, με υψηλής λογοτεχνικότητας γραφή. Η ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία τον απασχόλησε από το πρώτο του μυθιστόρημα Το πηγάδι [1939], που γράφτηκε πριν κυκλοφορήσει Ο Ξένος του Καμύ και σηματοδότησε, κατά τον Μάριο Βάργκας Λιόσα την γέννηση του μοντέρνου λατινοαμερικάνικου μυθιστορήματος. Όπως έγραψε ο Χ.Μ. Γκαρσία Ράμος στην εκτενή του εισαγωγή στην ισπανική έκδοση του 1983, «ο σύγχρονος μηδενισμός που εγκαινίασε ο Νίτσε και συνέχισαν ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ βρίσκει στον Χ.Κ. Ονέτι, μέσω του Λάρσεν, μια από τις πιο εκπληκτικές ερμηνείες μέσα στη λογοτεχνική παράδοση». Από αυτό το κείμενο και άλλα τέσσερα η μεταφράστρια συντάσσει την τετρασέλιδη κατατοπιστική εισαγωγή. Η σκληρή αντίθεση ακριβώς ανάμεσα στη μάταιη επιθυμία και στην καταθλιπτική πραγματικότητα είναι που ωθεί τον ήρωα στον μονόδρομο της επινόησης ενός ψέματος, στην υπόδυση ενός ρόλου και στην αποδοχή της διπλής φάρσας – της διεύθυνσης, του φλερτ – μόνο και μόνο γιατί πρέπει να ελπίσει σε κάτι που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν να ζήσει.

5Τούτη είναι η δυστυχία συλλογίστηκε «κι όχι η κακοτυχία που έρχεται, επιμένει, και σαν άπιστη φεύγει, μα η παλιά, ψυχρή, πρασινωπή δυστυχία. Δεν έρχεται για να μείνει, είναι διαφορετικά μαζί της, δεν έχει να κάνει με τα γεγονότα, μολονότι τα χρησιμοποιεί για να κάνει εμφανή την παρουσία της. Η δυστυχία απλώς υπάρχει, καμιά φορά. Και τούτη τη φορά υπάρχει, δεν ξέρω από πότε, στριφογύρισα αρκετά για να μην το αντιληφθώ, τη βοήθησα να θεριέψει με το όνειρο της Γενικής Διεύθυνσης, των τριάντα εκατομμυρίων, του στόματος που γέλασε αθόρυβα στο κιόσκι. Και τώρα, ό,τι κι αν κάνω, θα χρησιμεύσει μόνο για να έρθει να κολλήσει πιο δυνατά επάνω μου. Το μόνο πράγμα που μου απομένει να κάνω είναι ακριβώς αυτό: ό,τι να ’ναι, το ένα πράγμα μετά το άλλο, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς νόημα… [σ. 84]

07_espacios_astillero_416Διευθυντής πια στο Ναυπηγείο, ο Λάρσεν αφιερώνει τα απογεύματά του στο «γραφείο», ξεφυλλίζοντας ντοσιέ με εκθέσεις καταλακιασμένες από την υγρασία και προϋπολογισμούς επισκευών και αναφορές ναυαγίων. Άλλοτε κατεβαίνει την σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο υπόστεγο και σε ό,τι έχει απομείνει από την αποβάθρα· κι εκεί, ανάμεσα σε σκουριασμένες ακατανόητες κόκκινες από τη σκουριά μηχανές, παραλυμένες ίσως για πάντα και στη μονότονη γεωμετρία των ραφιών γεμάτων με πτώματα εργαλείων αναζητά να πειστεί πως όλα αυτά είναι δικά του, και περιμένουν την αφοσίωση που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν.

7Τα μεσημέρια και το βράδυ βολοδέρνει στου Μπελγκράνο – μπαρ – εστιατόριο – ξενοδοχείο και εμπορικό κατάστημα μαζί. Κάποτε, μπροστά στη μοναξιά και το κρύο, επισκέπτεται την ξύλινη παράγκα όπου ζει ο Γκάλβες με την γυναίκα του, μεταξύ του λεμβοστασίου κι ενός καλαμιώνα. Ξεχνούν τη γελοία πρόφαση της επίσκεψης και μοιράζονται το φαγητό και το φτηνό πότο. Η διόλου ελκυστική γυναίκα με το αντρικό πανωφόρι γίνεται για τον ίδιο η απαραίτητη συντροφιά στα βράδια που οι τρεις θα μοιράζονται από εδώ και μπρος. Επιθυμώντας απεγνωσμένα να ασκήσει ξανά την τεχνική του ξελογιάσματος κάποια στιγμή θα κάνει δώρα τόσο στην Ανχέλικα όσο και στην γυναίκα του Γκάλβες· ένας παλιός εραστής, που εδώ και χρόνια γνωρίζει πως «το πλησίασμα μιας γυναίκας δεν ήταν τίποτε άλλο από μία απαραίτητη τελετουργία, μια αποστολή που πρέπει να επιτελεστεί».

3Κι αν εκείνοι είναι τρελοί, αναγκαστικά είμαι κι εγώ τρελός. Διότι εγώ μπορούσα να παίξω το παιχνίδι μου, γιατί το έπαιζα μόνος μου· όμως, αν οι άλλοι με συνοδεύουν, τότε το παιχνίδι γίνεται αλήθεια, μετατρέπεται σε πραγματικότητα. Αν το δέχεσαι έτσι – εγώ που το έπαιζα γιατί ήταν ένα παιχνίδι – σημαίνει ότι δέχεσαι την παραφροσύνη. [σ. 68]

Ο Λάρσεν αποτελεί έναν αξέχαστο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Σαν μια καρικατούρα, παχύς αλλά με λικνιστικό βάδισμα, το καπέλο πάντα ριγμένο πάνω στο φρύδι, το χέρι μέσα στο πέτο, με την ειρωνεία και την λεπτή περιφρόνηση να χαρακτηρίζει πάντα τη στάση του, «με την επιθυμία να τροποποιήσει ξένα πεπρωμένα, εν γένει συγκεχυμένα και ήδη περατωμένα». Ένας άντρας μόνος, που προσπαθεί να συνεχίσει να υπάρχει σ’ ένα κτίσμα κρύο και υγρό, μπροστά σ’ ένα ρημαγμένο γραφείο, με μια στοίβα φακέλων με νεκρά γεγονότα, αδύναμος μπροστά στην απομάκρυνση της παλιάς νεότητας.

6«Φτάνει μια στιγμή που κάτι ασήμαντο, κάτι ανάξιο λόγου, μας αναγκάζει να ξυπνήσουμε και να δούμε τα πράγματα όπως ακριβώς είναι». Ήταν ο φόβος της φάρσας, αυτεξούσια τώρα πια, ο φόβος μπροστά στην πρώτη πραγματική προειδοποίηση ότι το παιχνίδι είχε παιχτεί ανεξάρτητα από αυτόν, από τον Πέτρους, απ’ όλους εκείνους που είχαν παίξει με τη βεβαιότητα ότι το έκαναν για το κέφι τους και ότι αρκούσε να πουν ένα όχι για να σταματήσει το παιχνίδι. [σ. 178]

Μέσα από υποτιθέμενες μεταγενέστερες διηγήσεις, κάποτε σε μεγάλο βάθος χρόνου, συχνά αμφίβολες η αντικρουόμενες, μαθαίνουμε για τις συναντήσεις του Λάρσεν τον γιατρό Ντίας Γκρέυ ή τον μπάρμαν του συνοικιακού καταγωγίου Μπαρέιρο· τις νυκτωδίες του στο χαμαιτυπείο «Τσαμαμέ» και τις συζητήσεις με τον Χερεμίας ή τον Γκάλβες, που εκβιάζει και τους δυο με καταγγελία στους ανυποψίαστους πιστωτές, αδύναμοι να ξεχωρίσουμε ποιος κοροϊδεύει ποιον. Ο γιατρός άλλωστε κάποια στιγμή του λέει..

6bΚι εσείς, όπως κι εκείνοι, ξέρετε πως η ζωή μας, με τον τρόπο που τη ζούμε, είναι μια φάρσα, όλοι είναι ικανοί να το παραδεχτούν, μα κανείς δεν το κάνει, γιατί ο καθένας έχει ανάγκη, επιπλέον, να προστατεύει μια προσωπική φάρσα. Κι εγώ το ίδιο φυσικά. Ο Πέτερους είναι ένας φαρσέρ όταν σας προσφέρει τη Γενική Διεύθυνση, κι εσείς το ίδιο όταν τη δέχεστε. Είναι ένα παιχνίδι, τόσο εσείς, όσο κι εκείνος, ξέρετε ότι ο άλλος παίζει. Όμως σωπαίνετε και προσποιείστε. [σ. 114]

Κι έτσι παραπαίει ο Λάρσεν, οδεύοντας προς την αυτοκαταστροφή, προτιμώντας ό,τι έμελλε να συμβεί, να του είχε τύχει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ήταν νέος, έχοντας μια άλλου είδους πίστη· «Όμως ποτέ δε σε αφήνουν να διαλέξεις, μόνο μετά καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσες να είχες διαλέξει». Βέβαιος πια πως όλες οι ανθρώπινες πράξεις γεννιούνται πριν διαπραχθούν και προηγούνται της συναντήσεώς τους μ’ έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο εκτελεστή.

onettifotojovenΣκεφτόμουν αυτό που λέγαμε πριν, για το νόημα της ζωής. Το λάθος μας είναι ότι νομίζουμε πως το ίδιο συμβαίνει με τη ζωή, ότι δηλαδή δεν είναι αυτό που κάνει. Όμως είναι ψέμα, δεν είναι τίποτε άλλο  πέρα απ’ αυτό που όλοι βλέπουμε και ξέρουμε – μα δεν βρήκε το κουράγιο να προχωρήσει και μόνο σκέφτηκε «Και τούτο έχει ένα ξεκάθαρο νόημα, ένα νόημα που εκείνη, η ζωή, ποτέ δεν προσπάθησε να κρύβει, ενάντια στο οποίο οι άνθρωποι ανοήτως πάλευαν από πάντα με λόγια και αγωνίες. Και η απόδειξη της αδυναμίας των ανθρώπων να αποδεχτούν το νόημά της βρίσκεται στο ότι η πιο απίστευτη απ’ όλες τις πιθανότητες, αυτή του ίδιου μας του θανάτου, είναι για κείνη μια απλή ρουτίνα· ένα γεγονός που ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί». [σ. 115]

Εκδ. Καστανιώτη, 1993, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σελ. 231, με τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας [Juan Carlos Onetti, Il astillero, 1961].

Ο Χουάν Κάρλος Ονέτι στο Λογοτεχνείο του Πανδοχείου και παραδίπλα, στις Θελκτικές Προσόψεις. Τα σχέδια προέρχονται από εδώ.

28
Ιον.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Η σκιά του εαυτού μας

coverΤα κουρέλια πολεμούν ακόμα

Σχεδίαζαν να παρατείνουν τη φιλία τους και να τη διατηρήσουν αλώβητη με τα χρόνια, αλλά υπήρξαν και σύντροφοι, συμπολεμιστές στον αγώνα για να γίνει η χώρα ένας τόπος αν όχι καλύτερος, τουλάχιστον όχι τόσο απαυδισμένος, ώσπου ήρθε εκείνο το βροχερό πρωινό του Σεπτεμβρίου, κι απ’ το μεσημέρι τα ρολόγια άρχισαν να δείχνουν ώρες άγνωστες, ώρες δυσπιστίας, ώρες που οι φιλίες εξανεμίζονταν, αφήνοντας πίσω τους μονάχα τον έντρομο θρήνο των χηρών και των μανάδων. Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σ. 51]

109169887613hjΑκόμα και οι σκέψεις του Λόλο Γκαρμενδία είναι κοινές και συντροφικές μ’ εκείνες των άλλων δυο φίλων του, του Κάτσο Σαλίνας και του Λούτσο Αρανσίβια. Λίγο νωρίτερα ο Σαλίνας έχει βρει καταφύγιο σ’ ένα ελεεινό κοτοπουλάδικο μέχρι να κοπάσει η βροχή, συνομιλώντας με τον πωλητή. Το Σαντιάγο με βροχή δεν θα μπορούσε να είναι πιο θλιβερό, ειδικά αν σκέφτεται κανείς πως η φράση «βρέχει στο Σαντιάγο» ήταν το πραξικοπηματικό σύνθημα των φασιστών που σκοτείνιασαν τη χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Σ’ αυτό το παράπηγμα οι δυο άντρες κοιτάζονται φευγαλέα στα μάτια κι ανακαλύπτουν «τα ίδια φαντάσματα, το ίδιο ιστορικό γλαύκωμα που τους επέτρεπε να βλέπουν παράλληλες πραγματικότητες ή να διαβάζουν τη ζωή σε δυο αφηγηματικές γραμμές, καταδικασμένες να μη συναντηθούν ποτέ: αυτήν της πραγματικότητας κι εκείνην των επιθυμιών. Οι ναυαγοί απ’ το ίδιο πλοίο διαθέτουν μια έκτη αίσθηση που τους επιτρέπει να αναγνωρίζονται – όπως οι νάνοι».

11356734_e451ced8b8_zΟ τρίτος της παρέας, ο Λούτσο Αρανσίβια στο υπόστεγο με τους τεχνίτες ονειρεύεται σταυρόλεξα γεμάτα με λέξεις της δικής τους άγραφης Ιστορίας όταν του χτυπάει την πόρτα ο Σαλίνας. Οι δυο άντρες δεν είναι πια νεολαίοι· η νεολαία έχει διασκορπιστεί σε χιλιάδες σημεία, κουρελιασμένη απ’ τα ηλεκτροσόκ στις ανακρίσεις, θαμμένη σε μυστικούς τάφους που έβγαιναν στο φως σιγά σιγά, σε χρόνια φυλακής, σε ξένα σπίτια χωρών ακόμα πιο ξένων, σε ομηρικές επιστροφές από το πουθενά, κι απ’ αυτήν δεν είχαν μείνει παρά ύμνοι του αγώνα που κανείς δεν τραγουδούσε πια, γιατί οι κύριοι του παρόντος αποφάσισαν πως στη Χιλή δεν υπήρξα ποτέ νέοι σαν αυτούς, δεν τραγουδήθηκε ποτέ το Joven Guardia…. [σ. 29]

IMG_2950[1]Κάπου στην ίδια πόλη ένα πικ απ Dual για 33ρια αλλά και τα θρυλικά 78άρια από ανθρακίτη εκτοξεύεται από ένα παράθυρο χτυπώντας έναν τυχαίο περαστικό, μαζί με τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής του Εδουάρδο Γκαλεάνο· άτυχος νεκρός ο Πέδρο Νολάσκο Γκονσάλες, ο υπεύθυνος για την επανασύνδεση των παλιών επαναστατών τριάντα πέντε χρόνια μετά. Ο Νολάσκο δεν σταμάτησε να ενεργεί ούτε ως εξαφανισμένος: επιτέθηκε σ’ ένα εκτροφείο βιζόν στην Παταγονία κι ελευθέρωσε δυο χιλιάδες ζώα, «αξίας» εκατοντάδων χιλιάδων πέσο, που ανακατεύτηκαν με την τοπική πανίδα κι έχασαν κάθε αξία· άλλη φορά ανατίναξε ένα φράγμα αφήνοντας να δραπετεύσουν χιλιάδες σολομοί.

405616499_640Ήταν κάποιος που είχε μόλις επιστρέψει από την εξορία, ένας άνδρας που είχε ζήσει δεκαπέντε χρόνια στην Πράγα, και στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε πως το περιστατικό είχε συμβεί στη γειτονιά του, πως μια ζωή αυτός ο δρόμος πήγαινε από βορρά προς νότο, πως δεν ήξερα πότε του είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Όσοι επέστρεφαν από την εξορία είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σ. 74]

marcelo montecino prisoneras national stadium 1973Η επιστροφή των τριών από την εξορία είναι γεγονός, αλλά υπάρχει ποτέ τέτοια επιστροφή; Γιατί τελικά απ’ την εξορία δεν γυρίζεις, κάθε απόπειρα επιστροφής μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. Όλα είναι ωραία στη χώρα της μνήμης….είναι μια χώρα αμετακίνητη, «σαν τη θηλή της Αγίας Θηρεσίας ή σαν μια ταινία του Ροζέ Βαντίμ». Αν η πρώτη ληστεία τράπεζας στην ιστορία του Σαντιάγο έγινε με προορισμό των χρημάτων για τους κολασμένους της γης και ο υπάλληλος τότε δε φοβήθηκε ούτε στιγμή, γιατί εκείνοι οι τύποι, όπως είπε, του είχαν εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ότι οι τακτικοί πελάτες της τράπεζας, τώρα ας γίνει η τελευταία ηρωική καταλήστευση των ληστών της Χιλής.

3905804583_2633456465_zΠολλοί άνδρες και πολλές γυναίκες που γνωρίζονταν, απαρνήθηκαν ο ένας τον άλλον σε μια επιδημία αναγκαίας και σωτήριας αμνησίας. Όχι· δεν τους ξέρω αυτούς τους τύπους που πήγαιναν φορτωμένοι σ’ ένα καμιόνι. Όχι· δεν την έχω ξαναδεί ποτέ αυτή τη γυναίκα που περιμένει στη γωνία. / Η λήθη ήταν επείγουσα ανάγκη, έπρεπε ν’ αλλάζεις πεζοδρόμιο και ν’ αποφεύγεις συναντήσεις, έπρεπε να κάνεις γρήγορη μεταβολή και να σβήνεις τα χνάρια σου. Κι όλα αυτά που ήταν φορτωμένα μέλλον, αμέσως δηλητηριάστηκαν με παρελθόν. [σ. 52]

Η τ11239093_9c028ba927_zραγωδία των Χιλιάνων έπαψε να συγκινεί όταν έπεσε η δικτατορία ενώ η χιλιανή  μεταπολίτευση πραγματοποιήθηκε με βάση το «γατοπαρδιανό» αξίωμα ότι όλα αλλάζουν για να μείνουν όλα ίδια. Ακόμα κι ένας σκεπτικιστής αστυνόμος συζητώντας με την υπαστυνόμο, αναρωτώμενος ποιοι δίνουν τις φονικές διαταγές από ψηλά, σκέφτεται πως όλα θα τα πει μια μέρα η Ιστορία, την μέρα ειδικά εκείνη όπου οι Χιλιανοί θα πάψουμε να ’μαστε χεσμένοι από το φόβο μας για το ίδιο μας το παρελθόν. Όμως το «Γραφείο» υπάρχει ακόμα: ένας παράλληλος οργανισμός ασφάλειαςμε σκοπό την εξόντωση των τελευταίων αριστεριστών που πίστευαν πως μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση με ένοπλο αγώνα, τώρα συνεργάζεται με βασανιστές που ιδρύουν εταιρείες σεκιούριτι. Και πλήθος φασιστικών καταλοίπων ζουν και βασιλεύουν, ενίοτε στις κοιλάδες του καθαρού αέρα, μακριά απ’ το «νέφος» του Σαντιάγκο.

11schileΥπάρχουν καλύτεροι στόχοι για τρεις αιώνια εξεγερμένους παλιόφιλους που δεν το βάζουν ποτέ κάτω; Υπάρχεις ιδανικότερη ηρωική έξοδος, για τρεις αγωνιστές που τώρα κοιτάζουν ξανά μπροστά, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διορθώσουν πράγματα που έγιναν, αλλά πως μπορούν να προλάβουν πράγματα που θα γίνουν;  Αν κάποτε για τους νικημένους, η ζωή είχε μετατραπεί σ’ ένα στρώμα ομίχλης, στην καταχνιά των καταδικασμένων να συντηρούν με νύχια και με δόντια τις καλύτερες από τις αναμνήσεις τους, αυτά τα λίγα χρόνια ανάμεσα στο εξήντα οκτώ και το εβδομήντα τρία, σημαδεμένα μέρα με τη μέρα με το χαμόγελο της πιο στρατευμένης αισιοδοξίας [σ. 101], τώρα σημασία θα έχουν όχι οι μεγάλες ήττες αλλά οι μικρές νίκες. Ή όπως μουρμουρίζει ένας εξ αυτών, «είμαστε η σκιά του εαυτού μας και θα υπάρχουμε όσο θα υπάρχει φως»

Εκδ. Opera, 2009, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 147, με δωδεκασέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και τρισέλιδο λεξικό ξένων και μη εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων. [Luis Sepúlveda, La sombra de lo que fuimos].

Οι δυο πρώτες φωτογραφίες: Συλλήψεις στο Σαντιάγκο και συλληφθέντες στο Εθνικό Στάδιο της πόλης μετά το πραξικόπημα.  Στην τελευταία, ο Victor Jara τελευταίος δεξιά, στην πορεία του UP στο Σαντιάγκο στις 4 Σεπτεμβρίου 1973, μια βδομάδα πριν από το πραξικόπημα [φωτ. Marcelo Montecino].

4009424_8f2ff1e530_zΣημ.: Μιλώντας περί φασιστικών καταλοίπων: Στο βίντεο εισβολή στο γραφείο του Edwin Dimter Bianchi που  αναγνωρίστηκε από επιζώντες συγκρατούμενους του Victor Jara ως ο «El Príncipe», ο κύριος βασανιστής και δολοφόνος του. Για όσους δεν γνωρίζουν, είναι αυτός που έκοψε με τσεκούρι τα δάχτυλα του Βίκτορ Χάρα στο χιλιανό στάδιο, και του ζήτησε μετά να παίξει κιθάρα «για την π…την μάνα του». Είναι χαρακτηριστικό το κλαψούρισμά του ιδίως όταν κάθεται με τον πωπό πάνω στο γραφείο του με χέρια και πόδια ψηλά, ακριβώς όπως οι κατσαρίδες. Πάνω στον τρόμο του προστατεύεται με μια αφίσα του Victor Jara: ο ορισμός της απόλυτης ειρωνείας. Οι εισβολείς επιδεικνύουν ανωτερότητα, τον φτύνουν με τις λέξεις και αποχωρούν· άλλοι θα τον έβγαζαν στους δρόμους του Σαντιάγο, ώστε να μάθουν όλοι την ιδιότητα που έκρυβε τόσο γενναία όλα αυτά τα χρόνια. Κι άλλοι θα του έκαναν ακόμα χειρότερα. Υποθέτω θα το κατανοούσε, άλλωστε αυτός ήταν ο κόσμος του. Αυτό που θα του άξιζε όμως θα ήταν να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί με αυτούς, και ακριβώς όπως όλοι οι φτωχοί και κυνηγημένοι της χώρας.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

01
Μαρ.
13

Subcomandante Marcos – Ιστορίες του γερο – Αντόνιο

ΕΞ_Ιστορίες του Γέρο-ΑντόνιοΗ συνείδηση της κοινότητας και το όπλο των λέξεων

Μου δίδαξε ο γέρο – Αντόνιο πως κάποιος είναι τόσο μεγάλος όσο ο εχθρός που διάλεξε να παλέψει, κι ότι κάποιος είναι τόσο μικρός όσο μεγάλος είναι ο φόβος που τον διακατέχει. «Διάλεξε ένα μεγάλο εχθρό, κι αυτό θα σ’ αναγκάσει να μεγαλώσεις για να μπορέσεις να τον αντιμετωπίσεις. Μίκρυνε το φόβο σου, γιατί, αν μεγαλώσει, εσύ θα γίνεις μικρός» μου είπε ο γερο – Αντόνιο ένα βροχερό μαγιάτικο απόγευμα, την ώρα εκείνη που βασιλεύουν το ταμπάκο και το λόγος. Η κυβέρνηση τον τρέμει τον λαό του Μεξικού, γι’ αυτό έχει τόσους στρατιώτες και αστυνομικούς. Έχει ένα φόβο πολύ μεγάλο. Κατά συνέπεια, η ίδια είναι πολύ μικρή. Εμείς φοβόμαστε τη λήθη, που πάμε να τη μικρύνουμε με πόνο και αίμα. Γι’ αυτό είμαστε μεγάλοι. [σ. 79]

Ο Υποδιοικητής Μάρκος έχει διπλή ιδιότητα: είναι ο στρατιωτικός του αντάρτικου και ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του νεοζαπατιστικού κινήματος αλλά και ο επιφορτισμένος με την επικοινωνία των εξεγερμένων ιθαγενικών κοινοτήτων με τον έξω κόσμο. Η δεύτερη ιδιότητά του είναι η πιο γνωστή: αντί για σφαίρες – που παραμένουν πάντως σε ετοιμότητα – πυροβολεί με κείμενα, ποιήματα, διηγήματα, παραμύθια. 474px-SubMarcosHorseFromAfarΟ πρωτότυπος λόγος του συνδυάζει τα εκφραστικά μέσα των ιθαγενών, αγαπημένα του ποιήματα και στίχους τραγουδιών, κινηματογραφικές ατάκες, χιούμορ και αυτοσαρκασμό κ.ά. και οτιδήποτε άλλο κρίνεται κατάλληλο για να αποδώσει την πραγματικότητα των ιθαγενών και να κάνει γνωστά τα αιτήματά τους σε όλο τον κόσμο.

Ο Μάρκος χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να φτάσει παντού η φωνή τους (βιβλία, περιοδικά, διαδίκτυο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, τηλεφωνικές συνδέσεις με κινηματογράφους), μένοντας πιστός στον συμβολισμό της εικόνας: το πηλίκιο με τα κόκκινα αστέρια ως μακρά ιστορία του αντάρτικου, ο ασύρματος ως στρατιωτική οργάνωση, το παραδοσιακό κόκκινο μαντήλι ως χαρακτήρας ιθαγένειας, η μαύρη κουκούλα ως σήμα των Ζαπατίστας. Ύστερα από διάφορες τραγελαφικές «αποκαλύψεις» από τους απανταχού εχθρούς του, όσοι αγωνιούσαν μπορούν πλέον να πιστεύουν πως διαθέτουν τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς του και να αναζητούν κρυμμένα μηνύματα στις ακαδημαϊκές του μελέτες. Η απάντησή του εξίσου γνωστή: Άκουσα ότι ανακάλυψαν κι άλλον Μάρκος, κι ότι είναι από το Ταμπίκο. Τουλάχιστον αυτός ο καινούργιος Υποδιοικητής Μάρκος είναι όμορφος; Γιατί τελευταία όλο κακάσχημους μου βάζουν και μου καταστρέφουν όλη τη γυναικεία αλληλογραφία…

MarcosΕννοείται πως οι έσχατες προσπάθειες απαξίωσής του βασίστηκαν στις γνωστές ταυτότητες, ξεχνώντας πως κρίνουν με βάση τη δική τους κομπλεξική απαρέσκεια και πως ο Μάρκος ακριβώς είναι όλες οι καταπιεσμένες μειονότητες. Ή, σύμφωνα με τα λόγια του: Σχετικά με όσα λέγονται για το αν ο Μάρκος είναι ομοφυλόφιλος: Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, Ασιάτης στην Ευρώπη, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, ροκάς στην πανεπιστημιούπολη, Εβραίος στη Γερμανία, συνήγορος του πολίτη στο Υπουργείο Άμυνας, φεμινιστής σε πολιτικά κόμματα, ειρηνιστής στην Βοσνία, νοικοκυρά ένα Σάββατο βράδυ σε οποιαδήποτε γειτονιά οποιασδήποτε πόλης οποιουδήποτε Μεξικού, γυναίκα μόνη στο μετρό μετά τις δέκα το βράδυ, γιατρός χωρίς ιατρείο, Ζαπατίστα του Νοτιοανατολικού Μεξικού…[σ. 13 – 14, αλιευμένη επιλογή μεταξύ πολλών ανάλογων διπόλων»].

Κάθε μια από τις Ιστορίες αποτελεί μέρος κάποιου από τα ανακοινωθέντα του EZLN [Εθνοαπελευθερωτικού Ζαπατιστικού Στρατού], που αρχικά δημοσιεύτηκαν στον τύπο ή στο διαδίκτυο και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν στην πολύτομη συγκεντρωτική έκδοση με όλα τα σχετικά κείμενα. Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρονSubcomandante_Marcos_2_by_montfort το γεγονός ότι αυτές οι ιστορίες έχουν διαφορετικές αναγνώσεις: από τη μια σε άμεση συνάρτηση με συγκεκριμένα πολιτικά κείμενα σε μια δεδομένη πολιτική συγκυρία, από τη άλλη αυτόνομα και αυτοτελώς, όπως δημοσιεύονται εδώ, συνεπώς με διαχρονικό μήνυμα και καθαρά λογοτεχνική αξία.

Δικαιοσύνη δεν είναι να τιμωρείς, είναι να ξαναδίνεις στον καθένα αυτό που του αξίζει, και ο καθένας αξίζει αυτό που ο καθρέφτης του επιστρέφει: τον εαυτό του. Εκείνου που έδωσε θάνατο, εξαθλίωση, εκμετάλλευση, αλαζονεία, υπεροψία, του αξίζει μια καλή δόση πόνου και θλίψης για το δρόμο του. […] Δημοκρατία είναι να οδηγούν όλες οι σκέψεις σε μια καλή συμφωνία. Όχι να σκέφτονται όλοι το ίδιο, αλλά όλες οι σκέψεις ή η πλειονότητα των σκέψεων να ψάχνουν και να φτάνουν σε μια κοινή συμφωνία, που να ’ναι καλή για την πλειοψηφία, χωρίς να εξαλείφει αυτούς που ’ναι λιγότεροι. Να υπακούει ο λόγος του διοικητή το λόγο της πλειοψηφίας, να έχει το σκήπτρο του λόγο συλλογικό και όχι μόνο μια θέληση. [σ. 76]

Η φωνή των Τσιάπας ήταν για πάντα αποκλεισμένη από το δημόσιο λόγο ήδη από την εποχή της κατάκτησης· το πολύ να φιλτραριζόταν σε γραπτά ανθρωπολόγων και 02EZLN_400λογοτεχνών ή σε αφηγήματα προφορικής μνήμης. Σε κάθε περίπτωση αποτελούσαν απλώς την πρώτη ύλη, μεταπλασμένη αργότερα από τους επιστήμονες. Σταδιακά νεαροί μεταφραστές συγκέντρωσαν τις γνώμες των πληθυσμών για τη γη, την αγορά, την δικαιοσύνη και την κουλτούρα και οι αυτόχθονες κοινότητες διαπίστωσαν την πλήρη μεταξύ τους ταύτιση. Για πρώτη φορά οι ινδιάνικες φωνές άρχισαν να χρησιμοποιούν τον γραπτό λόγο και τον διάλογο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην Ιστορία που γράφεται στις ελεύθερες κοινότητες.

Οι άντρες και οι γυναίκες και τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στο σχολείο της κοινότητας για να δουν μες στην καρδιά τους εάν είναι η ώρα να ξεκινήσουμε τον πόλεμο για την ελευθερία, και χωρίστηκαν σε 3 ομάδες, δηλαδή σε γυναίκες, παιδιά και άντρες για να συζητήσουν, και μετά συγκεντρωθήκαμε άλλη μια φορά στο σχολείο και κατέληξε η σκέψη της πλειοψηφίας ότι πρέπει να ξεκινήσει πια ο πόλεμος γιατί το Μεξικό έχει αρχίσει να πουλιέται στους ξένους και ότι την πείνα την αντέχουμε, αλλά δεν ανεχόμαστε να μην είμαστε πια Μεξικάνοι… [σ. 36]

Στις ιστορίες του γερο – Αντόνιο συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται η αυτοχθονική με την μιγαδική φαντασία, η ινδιάνικη μυθολογία και τα εφόδια της δυτικής κουλτούρας, η προϊσπανική φαντασία και η σύγχρονη φιλοσοφία, το χιούμορ και η παρωδία, ο σαμανισμός με την μοντέρνα γλώσσα, ο μυθικός λόγος με την οικεία κουβέντα, η προφορικότητα με την γραφή, ευτυχώς πολύ μακριά από το παραδοσιακό, Marcos_colorατσαλάκωτο λόγο της Αριστεράς. Όλα εντάσσονται στον αρχετυπικό διάλογο και εδώ μιλάει η αναμνησιακή και υπερβατική συνείδηση της κοινότητας.

«Είναι καλύτερα να αποχαιρετάς όταν φτάνεις. Έτσι δεν πονά τόσο όταν φεύγει κανείς» μου λέει ο γερο – Αντόνιο δίνοντάς μου το χέρι για να μου πει ότι φεύγει, δηλαδή ότι έρχεται. Από τότε ο γερο – Αντόνιο, όταν έρχεται, χαιρετά μ’ ένα «αντίο» και αποχαιρετά κουνώντας το χέρι κι απομακρυνόμενος μ’ ένα «έρχομαι». [σ. 72]

Ο καθένας με τις λέξεις του. Άλλες ξέφυγαν από το στόμα ενός γνωστού τραπεζίτη, εξέχοντος μέλους του ισχυρότερου κοινωνικού τομέα, κυνικού εκπροσώπου του οικονομικού κεφαλαίου: «Το πρόβλημα της μεξικανικής οικονομίας λέγεται υποδιοικητής Μάρκος». Άλλες διατυπώθηκαν από το … «πρόβλημα» σε συνομιλία του με τον συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν: «Κανένας δεν μας έβλεπε όσο είμαστε ακάλυπτοι, τώρα όλοι ασχολούνται». Και κάποιες μένουν ως ιδανικό απόσταγμα ενός αγώνα: «Ενώ θα μπορούσα να τα έχω όλα για να μην έχω τίποτα, αποφάσισα να μην έχω τίποτα για να τα έχω όλα».

Subcomandante_Marcos_by_El_ProphecyΑντί να παθιάζεται με την ξενοφοβία, ο γερο – Αντόνιο προσπαθούσε να βγάλει ό,τι καλύτερο από τον καθένα, χωρίς να δίνει σημασία στη γη που τον είχε γεννήσει. Αναφερόμενος σε καλούς ανθρώπους άλλων εθνών, ο γερο – Αντόνιο χρησιμοποιούσε τον όρο «διεθνείς», και τη λέξη «ξένοι» τη χρησιμοποιούσε μονάχα για τους αλλότριους στην καρδιά, ανεξάρτητα από το αν ήταν του ίδιου χρώματος, γλώσσας ή φυλής. «Καμιά φορά, μέχρι και στο ίδιο αίμα υπάρχουν ξένοι», έλεγε… [σ. 148]

Εκδ. Ροές, 1η έκδ. 2003, 2η έκδ 2004, μτφ. Γιώργος Καρατζάς, σελ. 151. Περιλαμβάνονται «λίγα λόγια για το συγγραφέα», σημείωμα του μεταφραστή και πρόλογο του Armando Bartra, φιλόσοφου και διευθυντή του Ινστιτούτου Μελετών για την Αγροτική Ανάπτυξη των Μάγιας, και βιβλιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: Με όπλο τις λέξεις [Όπλο μας οι Λέξεις μας: τίτλος παλαιότερου βιβλίου του Μάρκος].

30
Δεκ.
12

Ρομπέρτο Μπολάνιο – 2666

2666,0 ο αριθμός του κτήνους

Τόπος: Σιουδάδ Χουάρες, έρημος Σονόρα, «Σάντα Τερέζα», σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ. → Μικρογραφία του βάναυσου κόσμου, υπόδειγμα εργασιακής εκμετάλλευσης, φυτώριο βίας. Εδώ λειτουργούν οι βιομηχανίες που συναρμολογούν τα μηχανικά προϊόντα με το πλέον ελάχιστο κόστος, εδώ ο Νότος αναπνέει τις αναθυμιάσεις του Βορρά. Εδώ τα θύματα φροντίζουν για την ωραιοποίηση του κόσμου των θυτών, εδώ οι άνεργοι του κόσμου μαζεύονται στην κυψέλη με εντολή να επιβιώσουν. Και παντού τριγύρω, οι πληγές του υπερμοντέρνου κόσμου μπορούν να χαίνουν ελεύθερα: πολιτική, διαφθορά (πάνε πάντα μαζί), ναρκωτικά, πορνεία, τράφικινγκ, εκμετάλλευση, μετανάστευση, παραβατικότητα, δολοφονίες.

1 - bolano-1970Γύρω από αυτό το εφιαλτικό και απόλυτα πραγματικό κέντρο του κόσμου αναπτύσσονται τα πέντε κεφάλαια του τελευταίου [ανολοκλήρωτου] βιβλίου που έγραψε ο Μπολάνιο· κεφάλαια που στην ουσία αποτελούν πέντε αυτόνομα μυθιστορήματα που απορρόφησαν την τελευταία πενταετία της ζωής του, τότε που ο συγγραφέας με μανία συγγραφής προσπαθούσε να προλάβει τον χρόνο που γνώριζε καλά πως τον κυνηγούσε. Το τετρασέλιδο σημείωμα του φίλου και διαχειριστή του Μπολανιακού Έργου Ιγνάσιο Ετσεβαρρία που δημοσιεύεται ως επίμετρο είναι διαφωτιστικό: το 2666 δεν κατασκευάστηκε από την ένωση των πέντε μυθιστορημάτων αλλά αποτέλεσε εξ αρχής το μέγιστο συγγραφικό σχέδιο του Μπολάνιο, που έβλεπε όμως τον επερχόμενο θάνατο και θεώρησε πιο άνετο και επικερδές, τόσο για τους εκδότες του όσο και για τους κληρονόμους του να εκδοθεί σε πέντε ανεξάρτητα μέρη. Τα επιχειρήματα του Ετσεβερία συντείνουν στην θεώρηση του 2666 ως ενός ενιαίου, τεράστιου μυθιστορήματος που αποτέλεσε τον φιλόδοξο στόχο του συγγραφέα, ο οποίος είχε ήδη δοκιμαστεί στην διηγηματογραφία και ήθελε να ξεπεράσει τους Άγριους Ντετέκτιβ.

4Αναμφίβολα το πλέον αναπάντεχο κομμάτι του βιβλίου είναι το τέταρτο, τα Εγκλήματα, «εμπνευσμένο» από αληθινή εφιαλτική ιστορία που στοίχειωσε τον ίδιο χώρο δυο δεκαετίες πριν: τις εκατοντάδες δολοφονίες, κακοποιήσεις και βιασμούς νεαρών γυναικών, εργατριών στις μακιλαδόρες της Βιομηχανικής Ζώνης. Η λεπτομερής, κλινική καταγραφή των θυμάτων μοιάζει σαν το λογοτεχνικό είδωλο των αντίστοιχων ιατροδικαστικών εκθέσεων, καθώς τα φρικιαστικά τεκμήρια των νεκρών σωμάτων συνδιαλέγονται με τα θραύσματα της σύντομης ζωής τους. Ιδωμένη όμως από ψηλά, η κάθε βιασμένη και νεκρή δεν είναι παρά ένα ακόμα περιστατικό, ένα ακόμα κενό όνομα στον ατέλειωτο μαύρο κατάλογο των θυμάτων του κόσμου, κι ακόμα βαθύτερα, των απόλυτων θυμάτων του κόσμου, που είναι οι γυναίκες, στην αέναη κατασκευή γενεαλογικών δέντρων βιασμένων σωμάτων, παιδιών γεννηθέντων από βιασμό, που με τη σειρά τους θα βιαστούν με την ίδια ταχύτητα που κυλούν τα λεπτά των ρολογιών. Τα βίτσια των ανθρώπων είναι ανεξιχνίαστο μυστήριο αποφαίνεται ο ιατροδικαστής. Να μια Ιστορία του Κόσμου: η απόλυτη μοίρα των πλέον καταφαγωμένων θυμάτων του, των γυναικών. Εκφρασμένη ιδανικά από έναν περιφερόμενο των Εγκλημάτων: Οι γυναίκες είναι σαν τους νόμους, έγιναν για να παραβιάζονται.

Mexico01Όταν ρωτήθηκε για να εξηγήσει καλύτερα, είπε ότι μια κοινή και συνηθισμένη δολοφονία (παρότι δεν υπήρχαν κοινές και συνηθισμένες δολοφονίες) κατέληγε πάντα σχεδόν με μια εικόνα υγρή, μια λίμνη ή ένα πηγάδι που πρώτα σκίζεται και μετά ηρεμεί, ενώ οι φόνοι στη σειρά, όπως αυτοί στη συνοριακή πόλη, προξενούσαν μια εικόνα βαριά, από μέταλλο ή ορυκτό, μια εικόνα που έκαιγε, λόγου χάρη, έκαιγε κουρτίνες, και χόρευε, όμως όσο περισσότερες κουρτίνες έκαιγε, τόσο πιο σκοτεινό γινόταν το δωμάτιο ή η αποθήκη ή ο αχυρώνας, όπου συνέβαινε αυτά. [σ. 745]

3Οι γυναίκες βρίσκονται σε βαρέλια με οξύ, πλαστικές σακούλες, χαντάκια με μαύρο νερό, στις άκρες των συνοικιακών δρόμων, κάτω από τις κολόνες υψηλής τάσης. Παράνομοι σκουπιδότοποι, βιομηχανικές αλάνες, ερημικές αποθήκες αναψυκτικών, μια ολόκληρη τοπογραφία παρατημένων γυναικείων σωμάτων, μια γεωγραφία της φρίκης, η οικουμενική βιομηχανία των βιασμών. Οι ανακριτές επισκέπτονται τις τραγικές γειτονιές που καμία τηλεοπτική σειρά δεν δείχνει, μπαίνουν σε άθλια σπίτια, ψάχνουν στα εργοστασιακά απόβλητα. Ο συγγραφέας τους ακολουθεί παντού, καθώς ακούνε τις διαπασών τηλεοράσεις, ερευνούν τις τουαλέτες, αναζητούν μάταια στοιχεία σ’ έναν κόσμο οριστικά ματαιωμένο. Ο συλληφθείς και υποτιθέμενος ένοχος απολαμβάνει το μέγιστο όπλο του σύγχρονου ελεύθερου ανθρώπου, την δημοσιότητα, περιπαίζοντας τους πάντες. Ο κόσμος των φυλακών δεν είναι χειρότερος: Τα όνειρα εδώ, όπως όλα τα όνειρα που βλέπεις σε κλειστούς χώρους από πολλούς ανθρώπους, είναι κολλητικά. Άξαφνα βλέπεις εσύ ένα όνειρο και σε λίγο το ίδιο όνειρο το βλέπουν και οι άλλοι μισοί φυλακισμένοι. Όμως ο ψίθυρος που ακούς δεν είναι μέρος του ονείρου αλλά έρχεται από την πραγματικότητα. [σ. 639]

6 - Arcimboldo WinterΣτην ίδια περιοχή περιπλανώνται ή καταλήγουν οι χαρακτήρες των υπόλοιπων τεσσάρων ιστοριών – μυθιστοριών. Οι λογοτεχνικοί κριτικοί που αναζητούν με εμμονή τα ίχνη του μυστηριώδους και ασυνάντητου Πρώσου συγγραφέα Αρτσιμπόλντι, ο χιλιανός αυτοεξόριστος καθηγητής Αμαλφιτάνο που αναζητά τις δικές του απαντήσεις σε βασανιστικά ερωτήματα, ο αμερικανός δημοσιογράφος που καλύπτει έναν αθλητικό αγώνα και ο ίδιος ο Αρτσιμπόλντι που βιογραφείται με τέτοιο τρόπο ώστε να αντανακλά όλες τις εκφάνσεις του Κακού και της Ιστορίας του 20ού αιώνα, με τις αναπόφευκτες στάσεις στον ναζισμό και τον σταλινισμό. Ο οριακός αυτός χαρακτήρας δεν σταματά να τρεκλίζει πάνω στην βίαιη Ευρώπη αλλά και να θριαμβεύει πάνω στην ίδια την αφήγηση, αποτελώντας το αποκορύφωμα του βιβλίου και αφήνοντάς μας με τη σκέψη: ίσως αυτός να είναι ο μοναδικός άξιος τρόπος κατανόησης της Μεγάλης και της Μικρής Ιστορίας: αυτή η λογοτέχνησή της.

5Τι συμβαίνει λοιπόν ακριβώς με αυτό το μυθιστόρημα, τι είδους κραδασμούς προκαλεί στην αναγνωστική μας ψυχή; Είναι δύσκολο να περιγραφεί, όχι τόσο επειδή δεν υπάρχει συγκεκριμένος μυθοπλαστικός πυρήνας αλλά επειδή η ανάγνωσή του σε υπνωτίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ακόμα και οι όροι ολικό η ολοκληρωτικό μυθιστόρημα μοιάζουν σχηματικοί, αταίριαστοι για όλο αυτό το χειμαρρώδες διάγραμμα της Ζωής έστω και επί της παντοκρατορίας του Κακού. Καθώς οι χαρακτήρες καταπίνονται από τις ιστορίες, χάνονται στις στροφές των σελίδων ή απορροφώνται από τις ίδιες τις εξελίξεις, καθώς η μία ιστορία εκτυλίσσεται μετά ή δίπλα στην άλλη, ενίοτε εισχωρεί ή εξέρχεται από άλλες τρίτες, αφήνεται μετέωρη ή επανέρχεται αργότερα και αλλιώς, ο αναγνώστης ακολουθεί σαν μαγεμένος ένα κουβάρι που δεν τον βγάζει αλλά τον βάζει όλο και βαθύτερα στον Λαβύρινθο του Κόσμου. Ενός Κόσμου που ξεγυμνώνεται με τραγικό τρόπο όπως είναι αλλά και παράπλευρα υπονοείται με ελαφρότερο τρόπο όπως θα έπρεπε να είναι. Και πάλι όμως: αυτή η αναγνωστική ηδονή δεν οφείλεται σε ιδιάζον ή περίτεχνο λεξιλόγιο ή κάποια ευθέως σκοπούμενη λογοτεχνικότητα, κι εδώ είναι το δεύτερο έκπληκτο θαύμα – αντίθετα, οι λέξεις είναι οι απλούστερες δυνατές και η διήγηση προχωρά με την ίδια αυτονόητη απλότητα.

2Η τέταρτη διάσταση, έλεγε, περιλαμβάνει τις άλλες τρεις διαστάσεις και τους αποδίδει, συνάμα, την αληθινή τους αξία, δηλαδή καταλύει τη δικτατορία των τριών διαστάσεων, και συνεπώς καταργεί τον τρισδιάστατο κόσμο κου γνωρίζουμε και μέσα στον οποίο ζούμε. Η τέταρτη διάσταση, έλεγε, είναι ο απόλυτος πλούτος των αισθήσεων και του Πνεύματος (με κεφαλαίο, είναι το Μάτι (με κεφαλαίο) δηλαδή το Μάτι, που ανοίγει και καταργεί τα μάτια, που συγκρινόμενα με το Μάτι είναι απλώς κακόμοιρες τρύπες από πηλό, προσηλωμένα στην παρατήρηση ή στην εξίσωση γέννηση – μάθηση – δουλειά  θάνατος, ενώ το Μάτι περιλαμβάνει τον ποταμό της Φιλοσοφίας, τον ποταμό της ύπαρξης, το (γοργό) ποτάμι του πεπρωμένου. [σ. 864]

11Ο συγγραφέας έγραψε σε μια από τις αμέτρητες σημειώσεις που άφησε μαζί με το βιβλίο πως κάπου μέσα στο 2666 υπάρχει ένα κρυφό κέντρο που ενώνει τα πάντα. Στο βάθος πιστεύω πως είναι κι αυτό ένα από τα προσωπικά του λογοτεχνικά παίγνια. Για μένα το κέντρο είναι ακριβώς η απουσία κάθε κέντρου. Το κέντρο είναι η ίδια η ανάγνωση του κόσμου. Το διάβασμα ήταν  κάτι που σχετιζόταν άμεσα με την ηδονή και όχι άμεσα με τη γνώση λέει στην 74η σελίδα ένας εκ των ακολουθητών του χαμένου συγγραφέα. Και ο εμβληματικός Χάλντερ στην 854η του είπε ότι η διαφορά βρισκόταν στην ομορφιά, στην ομορφιά της ιστορίας που έλεγε το βιβλίο και στην ομορφιά των λέξεων που χρησιμοποιούσε για να αφηγηθεί την ιστορία. Αλλού πάλι ο Άνσκυ σκέφτεται ότι «η επανάσταση θα καταργήσει τον θάνατο». Η ίδια η γραφή το κάνει, ο Μπολάνιο συνομιλεί ακόμα μαζί μας. Και ίσως δανείζει τη φωνή του σ’ έναν ακόμα χαρακτήρα των Κριτικών: Πριν από το «πετυχαίνω το σκοπό μου» έβαζε τη λέξη «ζω» και σπανιότατα τη λέξη «ευτυχία».

mexico-swine-flu-one-planet-2009-5-10-14-22-6Σύμφωνα με τον διευθυντή ορχήστρας, η ζωή – ακριβώς όπως είναι  στην τέταρτη διάσταση αποκτούσε αφάνταστο πλούτο κλπ. κλπ., όμως το αληθινά σημαντικό ήταν η απόσταση από την οποία κάποιος, βυθισμένο μέσα σ’ αυτή την αρμονία, μπορούσε να παρατηρεί τις ανθρώπινες υποθέσεις, με αμεροληψία δηλαδή, χωρίς πλαστές ταφόπλακες που καταπίεζαν το πνεύμα που αφοσιώνεται στη δουλειά και στη δημιουργία, τη μοναδική διαχρονική αλήθεια της ζωής, την αλήθεια που δημιουργεί μια άλλη ζωή, κι έπειτα κι άλλη ζωή, και περισσότερη ζωή…. [σ. 865]

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 1166, με τετρασέλιδη «σημείωση στην πρώτη έκδοση» από τον Ιγνάσιο Ετσεβαρρία [Roberto Bolaño, 2666, 2004].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, χωρίς τα παραθέματα. Στις εκτός του συγγραφέα εικόνες: δυο μεξικανικές τοπιογραφίες και ο Χειμώνας του Αρτσιμπόλντο, που έδωσε το όνομά του (και όχι μόνο) στον «κεντρικό» χαρακτήρα.

15
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 129

Jorge Luis Borges_Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ιστορία του ταγκό», σε: Εβαρίστο Καριέγκο, εκδ. Ύψιλον, 1984, μτφ. Τάσος Δενέγρης, σ. 101 [Jorge Luis Borges, Evaristo Carriego, 1930]

Σε ένα διάλογο του Όσκαρ Γουάιλδ διαβάζουμε πως η μουσική μας αποκαλύπτει το προσωπικό παρελθόν που μέχρι εκείνη τη στιγμή το αγνοούσαμε και πως μας κάνει να θρηνήσουμε για δυστυχίες που δεν μας συνέβησαν και λάθη που δεν κάναμε· όσο για μένα, ομολογώ ότι αποκλείεται ν’ ακούσω το Ελ Μάρνε ή το Δον Χουάν και να μη θυμηθώ ακριβώς ένα στωικό και συγχρόνως οργιαστικό παρελθόν στο οποίο εγώ προκάλεσα τη μάχη κι αγωνίστηκα για να πέσω στο τέλος, σιωπηλός, σε μια συγκεχυμένη μονομαχία με μαχαίρια. Ίσως αυτή να είναι η αποστολή του ταγκό: να δώσει στους Αργεντινούς τη βεβαιότητα ότι υπήρξαν γενναίοι, ότι ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις της ανδρείας και της τιμής.

09
Νοέ.
12

Χοσέ Λεσάμα Λίμα – Paradiso

O κολασμένος παράδεισος της γραφής

Α. Περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου

Ύστερα από πολλές μέρες σκοπιάς στο μελαγχολικό παρατηρητήριο του κατωφλιού, ο Χοσέ Εουχένιο ξαναγύρισε με μεγαλύτερη επιμονή στη διόραση μέσα από τις περσίδες. Το παιχνίδι τους μετασχημάτιζε την κατοικία των γειτόνων σε ένα πολύεδρο που τα φώτα του συνενωνόντουσαν μετά τη στιγμιαία κατάτμησή τους από τις λάμες των περσίδων. Εκείνοι οι νεοφερμένοι μεταμορφωνόντουσαν στα μάτια του σε θραύσματα μυστηρίου και περιπέτειας, που όταν πλησίαζαν, έμοιαζαν με σπινθηροβολήματα που σκέπαζαν το παντζούρι με μια επιφάνεια φωτός, συμπαγούς και κατόπιν υποδιαιρεμένου σε λωρίδες, έτσι που η όρασή του δεν συγκρατούσε παρά αποσπάσματα μορφών, με τα οποία δεν μπορούσε να ανασυνθέσει την ολότητα ενός σώματος ή μιας κατάστασης, οπότε συνέχιζε να τις θωπεύει με μια ανάλαφρη και απροσδιόριστη ηδυπάθεια. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνελάμβανε και κατόπιν σταθεροποιούσε τις φευγαλέες ριπές φωτός που φώτιζε περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου. [σ. 120]

Ιδού πως λογοτεχνεί ο συγγραφέας την παρακολούθηση του απέναντι γειτονικού σπιτιού στην άλλη πλευρά της αυλής από τον μικρό Χοσέ Εουχένιο· το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της εκπληκτικής Παραδείσιας εικονοπλασίας και περιγραφικότητας. Μιλάμε για μια μνημειώδη σελίδα της λατινοαμερικανικής γραφής, ένα αριστείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το κατά Φουέντες μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην ισπανόφωνη Αμερική. Το Paradiso είναι η παιδικότητα, η εφηβικότητα, η σταδιακή ωρίμανση και ο τερματισμός προς την ενηλικίωση του κεντρικού χαρακτήρα, του Χοσέ Σεμί, ποιητή μεγαλωμένου σε σπίτια περιπλανώμενων στρατοπέδων στους Τροπικούς, στα αίθρια πολλών ενοίκων και υπηρετών, «με τα δωμάτια με τις κρυφές προσωπικότητες». Σε αυτές τις επικράτειες δεν υπάρχει καν πλοκή ή γραμμικότητα, σε αυτούς τους τόπους η πολυπλόκαμη οικογενειακή σάγκα μοιάζει απειροελάχιστο μόριο.

Β. Η γραφή που φοβίζει τους δικτάτορες ή H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Ο κουβανικής, βασκικής και ανδαλουσιάνικης καταγωγής συγγραφέας Χοσέ Μαρία Αντρές Φερνάντο Λεσάμα Λίμα (Αβάνα 1910 – 1976), ποιητής και δοκιμιογράφος, ίδρυσε ο ίδιος το περιοδικό Origenes (1944), όπου και άρχισε την τμηματική δημοσίευση του Paradiso. Το έργο εκδόθηκε στην Κούβα το 1966 προκαλώντας αμηχανία στο καθεστώς, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Όμως η ίδια η γραφή, που θεωρήθηκε ακατανόητη, μεταφυσική και επικίνδυνη, πανικόβαλλε τους λογοκριτές που το απέσυραν από την κυκλοφορία. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία κατατρομοκρατεί τους δικτάτορες και μόνο ως λογοτεχνία! Ο συγγραφέας ανταπέδωσε την ψυχρότητα, παραιτούμενος από την εργασία του ως δικηγόρου και την θέση του στο υπουργείο Παιδείας της Κούβας για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραφή. H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Γ. Μυθιστορημένο ποίημα, ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα

Ο μεταφραστής συντάσσει πλήρεις Οδηγίες προς Ναυτιλομένους (συμβουλευόμενος και την εισαγωγή της επιμελήτριας της ισπανικής έκδοσης, της Ελοΐσα Λεσάμα Λίμα, αδελφής του συγγραφέα) που μας οδηγούν τουλάχιστο μέχρι τα ανοιχτά, γιατί από εκεί κι έπειτα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής, της γραφής του Paradiso, που αποτελεί ένα άκρως προσωπικό νεομπαρόκ δοκιμιακό μυθιστορημένο ποίημα ή ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα, ένα ολικό μυθιστόρημα [Novela Total]. Η δοκιμιακή συνιστώσα χαρακτηρίζεται από πυκνές αναφορές σε ελληνική μυθολογία, αρχαιοελληνική φιλοσοφία και γραμματεία, ορφισμό, κινεζική σοφία, αιγυπτιακή θρησκεία, ρωμαϊκή ιστορία, θρησκειολογία, σε πλήθος τεχνών και επιστημών. Η ποιητική – μυθοποιητική πλευρά είναι εμφανής όχι μόνο μορφολογικά – ο συγγραφέας πέρασε πολλά χρόνια στην ποίηση – αλλά και λειτουργικά, ενώ η μυθιστορηματική ξεχειλίζει σε κάθε σελίδα.

Δ. Ο παιάνας του τσιγάρου, μια χαρωπή πυγολαμπίδα στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς

Το κείμενο είναι καταφορτωμένο από σχοινοτενείς παρεμβάσεις και ρήξεις της συνέχειας, αλληγορίες και συμβολίσματα. Αλλά είναι κυρίως οι μεταφορές, οι παροιμοιώσεις και οι εικονοπλασίες που το απογειώνουν. Οι μασκαρεμένοι του καρναβαλιού δίνουν άγριες μαχαιριές σ’ έναν αποξηραμένο αέρα, οι συριγμοί του εκκλησιαστικού οργάνου μοιάζουν με του μαχαιριού που κόβει ένα παγωμένο κυδώνι και ο παιάνας του τσιγάρου με χαρωπή πυγολαμπίδα λουσμένη στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς. Οι ατμόσφαιρες της ευθιξίας σκεπάζουν σαν ομίχλη καθημερινά  το σπίτι, οι αναθυμιάσεις του πηχτού απόβραδου διαδέχονται τη νυσταλέα αχλύ του απομεσήμερου. Η βιτρίνα των κατευοδίων αφήνει τον πιο αποτελεσματικό σπόρο για να φυτρώσουν οι αναμνήσεις, το μικρό σώμα μοιάζει με ιππόκαμπο θρονισμένο στο καύκαλο γιγάντιας χελώνας, η ξηρασία του Αυγούστου πυρπολεί τον ύπνο.

Οι κυκλοφορούντες χαρακτήρες, κάποτε πλαδαροί σαν βρεγμένη φέτα ψωμιού, γεύονται μέλι από μέλισσες άξιες ελληνικού επιγράμματος, υφίστανται την απαλή βία του ζευγαρώματος και το μυστήριο των υπόγειων καμωμάτων της θέλησης και απαιτούν να διεισδύσουν στο μυθιστόρημα, εκεί όπου τα γηρατειά είναι ένα άλλο είδος νεότητας, διαπερατή και ανάλαφρη, ή «μεγαλώνουν προς τα μέσα, προς το όνειρο». Οι εικόνες είναι καταιγιστικές: οι κλωστίτσες της βροχής κυλούν ή στροβιλίζονται ταχέως ανάμεσα στα παράσημα, τα γαλόνια και τα μεταλλικά κουμπιά της στολής του Συνταγματάρχη, η πυγολαμπίδα της κάφτρας του τσιγάρου χαράσσει σπείρες, σαν προειδοποιητικά σήματα της πλημμυρίδας του ύπνου που πλησιάζει, κλειστή βαλβίδα στην προβολή του φωτός. Μια πεταμένη κάλτσα μοιάζει με ουρά σειρήνας σε λασπερή αμμουδιά, κάποιες ρίζες πλέχτηκαν γύρω από την ξιφολόγχη σαν ένα πυθαγόρειο κηρυκείο…

Χρόνια αργότερα θα μαθαίνανε ότι από εκείνη την καταβόθρα πετούσαν τα σκουπίδια, και γι’ αυτό το λόγο οι καρχαρίες μπαίνανε στις υποβρύχιε σπηλιές του φρουρίου, περνώντας από το όνειρο στο βαβυλωνιακό τσιμπούσι των σκουπιδιών. Τόνοι ολόκληροι σκουπιδιών μεταμορφωνόντουσαν στο ιερό ασήμι των φτερών τους και των λεπιών τους, σαν να είχαν στιλβωθεί από τον Γλαύκο, και την ακολουθία του των χαρούμενων σαλπιγκτών. Κίνητρο επαρκές, εντούτοις, για να τροφοδοτήσει πολλά χρόνια εφιαλτών… [σ. 199]

Ε. Γελοιογράφοι και γελοιογραφούμενοι

Όπως συμβαίνει με τις πολυπρόσωπες τοιχογραφικές και τοιχογραφημένες σάγκες, οι δευτερεύοντες και δορυφορικοί χαρακτήρες έχουν ειδικό λογοτεχνικό βάρος αλλά και αποκτούν έδαφος για ολόδικές τους εμφανίσεις, όπως ο φλαουτίστας Μαρτινσίλιο, «με μια ωχρότητα κιννάβαρης, ψιλόλιγνος και υπερόπτης» όποτε ένιωθε να φυσάει η αύρα στις στρεβλωμένες καλαμιές των σπλάχνων του ή ο Αδαλμπέρτο, γελοιογράφος των μπιστρό, ο οποίος….

τη νύχτα έβγαινε, έχοντας μαζί του ένα μικρό βαλιτσάκι με κοχύλια κάθε είδους. Με μια ψυχρή ευγένεια πλησίαζε στα τραπέζια των νυκτερινών καφέ και, με τα χρώματα που περιείχαν τα κοχύλια του, έφτιαχνε τα πορτραίτα των αργόσχολων κυριών. Καθόταν στο τραπέζι όπου ασκούσε την τέχνη του, όταν, περασμένα μεσάνυχτα, έχοντας φύγει οι πελάτες, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια ερωτομανή κυρία περασμένης νεότητας. Αφού τελείωσε το πορτραίτο της, αλληλοκοιτάχτηκαν με μακριές παύσεις ανικανοποίητης προσφοράς και σαρκικής αισθησιακότητας με πρόοδο συμφωνικού έργου. Τον προσκάλεσε στο απαστράπτον διαμέρισμά της, ερωτικά δροσισμένο με μεταλλικό νερό. [σ. 49, 50]

ΣΤ. Η Μπαρόκ Τέχνη του Λόγου

Αν η μπαρόκ τέχνη περιλαμβάνει κολοσσιαία μεγέθη, διακοσμητική υπερφόρτωση, οπτικές απάτες και μαζικά εφφέ, η αντίστοιχη λογοτεχνία πλημμυρίζει από μεγάλες περιόδους και προτάσεις, πληθωρική ρητορεία μέσω εκφραστικών σχημάτων του λόγου (κυρίως παρομοιώσεων και μεταφορών) και υποβλητικές εικόνες, ο δε εκλεκτικισμός της συμμειγνύει στοιχεία από διάφορα και ποικίλα στυλ: από ρεαλισμό, μαγικό ρεαλισμό και υπερρεαλισμό μέχρι λογική, προ – λογική, όνειρο και φαντασία. Πρόκειται όμως – επιμένει ο επιμετρών μεταφραστής – για αμερικανικό μπαρόκ (ή Νεομπαρόκ), διακρινόμενο από το ευρωπαϊκό κλασικό γοτθικό μπαρόκ ή το ισπανοαραβικό μπαρόκ. Το πρώτο διαθέτει τα στοιχεία του δεύτερου αλλά έχει συν τοις άλλοις τα χαρακτηριστικά ανοιχτού συστήματος σύνθεσης, που δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση αλλά παραμένει ατέλειωτο, με ερωτήματα αναπάντητα και επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Και φυσικά η ποικιλία των εκφραστικών λύσεων και η ικανότητα αφομοίωσης των ποικίλων και των ετερόκλητων κατασκευάζουν ένα μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα – άλλωστε «το μεταμοντέρνο δεν είναι παρά ένα μπαρόκ με σύγχρονα υλικά και οικοδομική».

Ο Συνταγματάρχης πήγε στο Τάτσκο υπακούοντας σε ορισμένες μυστικές οδηγίες, και, στο καφέ Μπέρτα, είδε τα συλλογή των μασκών. Εκεί ήταν που τις φύλαγαν, όμως τις ημέρες των μεγάλων εορτών ή επετείων, ο κατειλημμένος από τα δαιμόνιά του λαός έτρεχε εκεί για να τις βρει. Καθένας έψαχνε τη δική του, σαν να του ήταν αφιερωμένη τώρα και αιώνες. Μάσκες αγριεμένων μοσχαριών, χαρακωμένες με επιθετικά χρώματα· ή βοδιών, με ένα χρώμα σιέννας ομοιογενές και νυσταλέο, ψηλές σαν πύργοι, για να δηλώσουν με το κούνημα του κεφαλιού τους μια ανεξήγητη κόπωση·  ή μάσκες αιματόχρωμες, με ένα γκριζοπράσινο βρώμικο ράμφος, δηλωτικό μιας νευρωτικής φεουδαρχικής ναυτίας, που τα χτυπήματά του στο ψοφίμι μιμούνταν μια επαναληπτική αιγυπτιακή περιέργεια· και μάσκες κογιότ, που θα ’λεγες ότι η νύχτα τους ερέθιζε την προβιά, αιφνιδίως ακινητοποιημένα, σαν να ξεφύτρωναν από το σώμα τους ζευγάρια μάτια.  [σ. 67-68]

Ζ. Αναζητώντας τον Χαμένο Παράδεισο

Ο κύκλος των συγγενών και ο δεσμός των φίλων, οι αντιθέσεις της λατινοαμερικάνικης ψυχής και η ουσία της κουβανικότητας, η ιστορική διάσταση και η βαθύτατη αγνεία της παιδικότητας όλα επιχειρούν να χωθούν στον Παράδεισο. Ο Οδυσσέας του Παραδείσου γίνεται τελικά Άνθρωπος με Ιδιότητες και Αναζητητής του Χαμένου Χρόνου μαζί και λογοτεχνείται από τον συγγραφέα που χαρακτηρίστηκε ως ο «Προυστ της Καραϊβικής».

Εκδ. Ίνδικτος, 2002, μτφ. από τα ισπανικά, μελέτημα – κριτική παρουσίαση: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, 723 σελ. Το εκατοντασέλιδο επίμετρο περιλαμβάνει κείμενα για τη μετάφραση, το έργο, εργογραφία, βιβλιογραφία, χάρτη και χρονολόγιο συνοπτικής ιστορίας της Κούβας [José Lezama Lima, Paradiso, 1966.]

και ήταν ακριβώς αυτή η λέξη Ακροατής που την άκουσε και την αφομοίωσε ο Χοσέ Σεμί σαν το ερμηνευτικό κλειδί ενός άγνωστου κόσμου και θύμιζε το πέτρινο πρόσωπο της αυτοκράτειρας Πλοτίνα στο Παλάτι του Καπιτωλίου όπου η βράχινη κούκλα που σχηματίζει η μύτη από τις γλυφές, προκαλεί την εντύπωση ενός αιγυπτιακού προσώπου της εποχής του Διπύλου, από το οποίο, αν αφαιρέσει κανείς τις γάζες, αποκαλύπτει τη νεανική συντήρηση της επιδερμίδας του, ωσάν να πρόκειται για κάποιο νέο είδος, όπου ο χρόνος παρεμβαίνει ως αναγκαίο αλλά τυφλό τεχνούργημα, ακυρώνοντας τις αρχικές ιδιότητες που επεδίωξε ο καλλιτέχνης, για να τις αντικαταστήσει με άλλες, ικανές να ταπεινώσουν αυτό τον ίδιο τον καλλιτέχνη, καθώς μας φανερώνεται μια νέα λύση στη δημιουργία ενός πέτρινου προσώπου, που ούτε καν τη διέβλεψε. Μας φαίνεται ότι σ’ αυτή την περίπτωση ο χρόνος περιπαίζει τον χρόνο, καθόσον όταν επιτίθεται άγρια πάνω σ’ εκείνο το πέτρινο πρόσωπο και πετυχαίνει την πρώτη του στιγμιαία νίκη σκαλίζοντας τη μύτη, η ίδια μύτη επανεμφανίζεται για να διαλεχθεί ή να ομοιοκαταληκτήσει με το υπόλοιπο πρόσωπο που παρέμεινε αναλλοίωτο. [σ. 79].

14
Ιολ.
12

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη

Ο επιθανάτιος ρόγχος μιας χώρας

Στο Μεξικό, σε όλη τη Λατινική Αμερική, παίρνουμε τη ρητορεία για πραγματικότητα. Πρόοδος, δημοκρατία, δικαιοσύνη. Αρκεί να πούμε τις λέξεις για να πιστέψουμε ότι είναι αλήθεια. [σ. 237]

Ο αφηγητής αυτοσυστήνεται ως το κομμένο κεφάλι υπ’ αριθμόν χίλια φέτος στο Μεξικό ενώ το σώμα του μοιάζει μακρινή ανάμνηση μιας ζωής 27 χρονών. Ο Χοσουέ μας αφηγείται την ιστορία του με τον Χερικό: δύο φίλοι – αληθινοί companieros από τα χρόνια της εφηβείας, οργανώνουν μαζί την ανακάλυψη της ζωής, αφοσιωμένοι στην δίνη της φιλοσοφίας και τον συγκλονισμό των ιδεών, στον σχεδιασμό της επανάστασης και την αποθέωση του έρωτα, στην κατάκτηση της εξουσίας και την κορύφωση της ζωής. Η κατασκευή της συμπαγούς φιλίας στηρίζεται στο σύμφωνο μιας αέναης ερευνητικότητας του κόσμου. Οι σύντροφοι συμφωνούν πως «κάθε γραμμή που διαβάζουν, κάθε ιδέα που δέχονται, κάθε αλήθεια που επιβεβαιώνουν έχει το αντίθετό της». Η αναζήτησή τους αφορά την τέχνη της ζωής: πώς ζεις, γιατί και για ποιον λόγο ζεις. Όπλα τους η θωράκιση της θεωρίας, η πίστη της αισθητικής, η κατάφαση της πράξης. Μια σειρά από πρόσωπα θα αρχίσουν να τους αποκαλύπτουν διαδοχικά τις εφιαλτικές όψεις του Μεξικού.

Το αληθινό μας σπίτι

Ο Μιγκέλ Απαρεσίδο  βρίσκεται εθελοντικά στις φυλακές, αρνούμενος να βγει στην κοινωνία. Έχει επαναλάβει το έγκλημά του για να παραμείνει έγκλειστος στις φυλακές κι έχει απορρίψει την αμνηστία. Γι’ αυτόν η φυλακή είναι το μεγάλο σπίτι, «ένα σπίτι τόσο διαφορετικό αλλά τόσο δικό σου όπως αυτό που εγκατέλειψες». Η φυλακή τον ελευθερώνει από τους τύπους, εκεί μέσα δεν χρειάζεται να προσποιείται ότι είναι αυτό που δεν είναι ή ότι είναι αυτό που άλλοι θέλουν να είναι, τον απαλλάσσει από το να ανήκει σε οποιαδήποτε τάξη. Στην αρχή δεν ήταν κανένας, ήταν μακριά από τον κόσμο, έπρεπε να εφεύρει έναν άλλο κόσμο και στην συνέχει να κάνει μια καινούργια σχέση μαζί του και να δημιουργήσει μια κρούστα, ψυχική ή σωματική, πάνω από την ανοιχτή πληγή. Ο Απαρεσίδο απειλεί πως αν βγει από μέσα, θα κάνει μια ασυγχώρητη πράξη. Πως του αρέσει η φυλακή επειδή εκεί έχει έναν κόσμο που καταλαβαίνει και τον καταλαβαίνει.

Στη φυλακή, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει ελευθερία επειδή ζούμε μέρα τη μέρα, επειδή οι στόχοι μας είναι μάταιοι, εύθραυστοι και τελικά άπιαστοι, γιατί ο θάνατος αναλαμβάνει να ακυρώσει το συμβόλαιό μας κι εμείς δεν μαθαίνουμε, νεκροί πια, για όσια επιβίωσαν μετά από μας, χάθηκαν μαζί μας, και, καμιά φορά, πριν από μας. Φτάνει να περάσεις από ένα πολυσύχναστο δρόμο και να προσπαθήσεις, μάταια, να δώσεις υπερβατικότητα στις ζωές που περνούν με κατεύθυνση το θάνατο, προλαβαίνοντας τον, προσπαθώντας να τον αρνηθούν, καταδικασμένες όλες να εξαφανιστούν σε μια τεράστια συλλογική ανωνυμία. Εκτός από τον μουσικό, τον συγγραφέα, τον καλλιτέχνη, τον φιλόσοφο, τον αρχιτέκτονα; Ακόμα και αυτοί πόσο θα κρατήσουν; Ποιος αναγνωρισμένος σήμερα, αύριο θα είναι άγνωστος; Ποιος, άγνωστος σήμερα, θα αποκαλυφθεί αύριο; Λίγες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες επιβιώνουν. […] Ποιος ήταν ο υπουργός Οικονομικών της Ελισάβετ Α΄ όταν έγραφε ο Σαίξπηρ; […]Ποιος ήταν ο γενικός γραμματέας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Αγροτών όταν ο Χουάν Ρούλφο έγραψε το Πέδρο Πάραμο; […] η παροδικότητα είναι το πεπρωμένο μας αλλά η ελευθερία είναι η φιλοδοξία μας και θα αργήσουμε πολύ να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει άλλη ελευθερία από τον αγώνα για την ελευθερία. [σ. 186 – 187]

«Μια Σαχάρα από τσιμέντο»

Ποιος τάζει τις προσευχές του Μεξικού στην Αγία Τράπεζα των παιδιών του; [σ. 111]

Ένας από τους εφιαλτικότερους τόπους του Μεξικού είναι η υπόγεια τσιμεντένια δεξαμενή των φυλακισμένων παιδιών του Σαν Χουάν ντε Αραγκόν στο άσεμνο σπλάχνο της Ομοσπονδιακής Πρωτεύουσας. Παραδομένα στις συμμορίες από τις οικογένειές τους «με αντάλλαγμα χρήματα, και καμιά φορά για να απαλλαγούν από τα βλαμμένα», ψάχνουν απελπισμένους τρόπους για να υπάρξουν, και πνίγονται σε μια κραυγή προσωπική και συλλογική ταυτόχρονα. Ο Αλμπερτίνο κραυγάζει διαρκώς Φέλιξ (Ευτυχία), ο Σεφερίνο φωνάζει πως δεν είναι ένοχος για τίποτα – ένοχη είναι μόνο η εγκατάλειψη, η δική του εγκατάλειψη από τους γονείς του ήταν στη γειτονιά των σκουπιδιών, ο μικρός με την ουλή στην πλάτη είχε απαχθεί για να του πάρουν το νεφρό είχε αποφασίσει να εκδικηθεί εκείνους που τον νάρκωσαν και τον εγχείρησαν κι επειδή δεν τους βρήκε πήγαινε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο καταστρέφοντας τα δοχεία με τα ξένα νεφρά.

Ήρωες και γιορτές για τους χαμένους

Σε μια τέτοια χώρα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δον Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκπροσωπεί τον νέο πολιτικό, που επιμένει πως πρέπει να εφευρεθούν και να κληρονομηθούν νέοι ήρωες. Βέβαιος πως «ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με το ψωμί αλλά και με γιορτές και ψευδαισθήσεις» προτείνει την δημιουργία αξέχαστων ημερομηνιών «που θα δώσουν υπερηφάνεια στον κόσμο, μνήμη στους αμνήμονες και μέλλον στους δυσαρεστημένους». Για τον Καρέρα η τελετή είναι ο μανδύας της αξιοπρέπειας που όλοι μπορούν να ρίξουν στους ώμους τους, κρύβοντας τα κουρέλια, ενώ φρούδα επιθυμία αποτελεί η εφεύρεση ενός ηδονόμετρου ώστε να μετριέται η ευχαρίστηση και η διάθεση του κόσμου. «Πρέπει να κάνουμε τους κακομοίρηδες να πιστέψουν ότι, παρόλο που είναι κακομοίρηδες, είναι πιο ευτυχισμένοι από μας».

Η φιλοσοφία μου, νεαρέ μου, είναι ότι πρέπει να υπάρχει εναλλαγή προσώπων, όχι τάξεων. Και θα πρέπει να εναλλάσσονται τα πρόσωπα, γιατί διαφορετικά οι τάξεις εξεγείρονται όταν βλέπουν τα ίδια πρόσωπα. Εξεγείρονται οι αποκάτω, γιατί η μονιμότητα των αποπάνω τους υπενθυμίζει την απουσία των αποκάτω. Εξεγείρονται οι αποπάνω, διότι φοβούνται ότι διαιωνίζεται η γεροντοκρατία και οι νέοι ποτέ δεν θα καταφέρνουν να γίνουν κάτι περισσότερο από υφυπουργοί ή γενικοί γραμματείς ή, για να μιλήσουμε καθαρά, να βγουν από τη μετριότητα… [σ. 206]

Ένα πτώμα για τους ψηφοφόρους, ένα μαραφέτι για τον καθένα

Αργότερα ο Καρέρα θα χρησιμοποιήσει τη γυναίκα του για να συγκινήσει τους ψηφοφόρους, ομολογώντας στους τηλεοπτικούς δέκτες: η Κλάρα Καράνσα πεθαίνει από καρκίνο. Η επιθυμία της εξουσίας μας οδηγεί στο να κρύβουμε ατέλειες, να προσποιούμαστε αρετές, να εξυψώνουμε την πραγματική ζωή, να βάζουμε τη μάσκα της ευτυχίας, της σοβαρότητας, της φροντίδας για το λαό και να βρίσκουμε, αν όχι τις φράσεις, πάντοτε την κατάλληλη στάση. Ο Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκμεταλλεύτηκε τη γυναίκα του, κι εκείνη τον άφησε γιατί ήξερε ότι δεν θα είχε άλλη ευκαιρία να αισθανθεί διάσημη, χρήσιμη, μέχρι και αγαπημένη. [σ. 262] Οι εκκλησίες προχωρούν σε μνημόσυνα, οι λεωφόροι γεμίζουν με εικόνες της εφήμερης Πρώτης Κυρίας κι ο Πρόεδρος εκλέγεται πάνω από ένα μελλοντικό πτώμα.

Παλιότερα, κανείς μπορούσε να κυβερνήσει σχεδόν στα κρυφά, οι άνθρωποι πίστευαν στην ετήσια έκθεση της 1ης Σεπτεμβρίου, πίστευαν ότι όσο περισσότερα στατιστικά στοιχεία τόσο περισσότερη ευτυχία…γαμώτο, Χέρο! Αυτό δεν γίνεται πια. Οι άνθρωποι είναι ενημερωμένοι και δυστυχισμένοι κι εμένα μου έλαχε να καλύψω όσα κενά έχουν μείνει με την πατριωτική γιορτή, της επετειακές παρελάσεις, τις τελετές που τροφοδοτούν τη φαντασία, κατευνάζουν τα πνεύματα, τη δίψα και την πείνα. [σ. 208]

Ο Αντόνιο Σανχινές θα γίνει ο μέντοράς του τις παρα-νομικές διαστροφές του κόσμου), η Λούτσα Σαπάτα η παρορμητική εραστής που του ζητά να την προστατεύσει από τον ίδιο της τον εαυτό, η Ασούντα Χορντάν θα τον εισάγει στην ανθρωποφαγική βιομηχανία των επιχειρήσεων και ο Μαξ Μονρόι στην τέχνη της αύξησης της κατανάλωσης και του κέρδους ακόμα κι από τον φτωχότερο πληθυσμό, καθώς λανσάρει ένα πακέτο τηλεφωνίας για τον καθένα, «που θα επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις ό,τι θέλεις από το δίκτυο, ταινίες, τηλεφωνία, πληροφορίες, όποτε σου αρέσει και όπως σου αρέσει». Έτσι ο πιο αναλφάβητος χωρικός κι ο πιο απομονωμένος ιθαγενής θα μπορεί πατώντας ένα κουμπί να εκφράσει τις επιθυμίες του, και πατώντας ένα άλλο να λάβει μια συγκεκριμένη απάντηση, από μια ζωντανή φωνή. Το μαραφέτι θα γνωρίζει τις προτιμήσεις του και θα του προσφέρει επικοινωνία με τους ομοίους του μέχρι και με το Θεό. Αυτό θα είναι «το εξατομικευμένο κοστούμι» του λαού.

Η χώρα της προδοσίας και της «προόδου»

Δεν αντιλήφθηκε ότι οι καιροί είχαν αλλάξει, ότι η επανάσταση θα γινόταν θεσμός, οι αντάρτες θα κατέβαιναν από τα άλογα για να ανέβουν στην Cadillac, δεν υπήρχε άλλη αγροτική μεταρρύθμιση από την πώληση οικοδομήσιμων οικοπέδων στο Λας Λόμας, η ελευθερία της εργασίες θα κατέληγε με τους εργάτες οργανωμένους υπό ξεδιάντροπους συνδικαλιστές  ηγέτες, η ελευθερία του Τύπου θα παρεχόταν από ένα μονοπώλιο χάρτου συγκεντρωμένο στα χέρια του κουμπάρου μας Αρτέμιο Κρους… [σ. 149 – 150]

Αυτό είναι λοιπόν το Μεξικό: μια χώρα κατεστραμμένη από το ίδιο της το έπος, το έπος της επανάστασης που δικαιολογούσε τα πάντα για την πρόοδο και την οπισθοδρόμηση, την οικοδόμηση και τη διαφθορά, την ειρήνη και την πολιτική [σ. 193]. Για την δόνια Αντίγουα, μητέρα του Μονρόι, το Μεξικό είναι «η χώρα της προδοσίας»κι  «αυτός είναι ο χειρότερος απολογισμός του». Ο Μαδέρο πρόδωσε τον Πορφίριο Ντίας, ο Ουέρτα σκότωσετον Μαδέρο, ο Καράνσα τον Ζαπάτα, ο Ομπρεγόν τον Καράνσα, ο Κάγες επέτρεψε τη δολοφονία του Ομπρεγόν…. Η τρωγλοδυτική του Πόλη, μια κοιλάδα τσιμέντου και γυαλιού, ξέχειλη από μια μάζα φτωχών που δεν έχουν άλλη επιλογή από την φτώχεια ή την εγκληματικότητα, που ζητιανεύουν ή κλέβουν χωρίς ελπίδα, απομυζημένοι από τους ισχυρούς, εξαπατημένοι από τους πολιτικούς, παραδομένοι σε μια συλλογική δυστυχία που μοιάζει να υπήρχε από πάντα.

Οι δυο φίλοι αγνοούσαν το βασικότερο: πως κανένα όραμα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την έγκριση του περιβάλλοντος, των ανθρώπων που σημαδεύουν τη ζωή τους, την πολιτική και την πόλη όπου ζουν. Οι αγνές προθέσεις θα λερώνονται από την εξουσία, τα σπουδαία πλάνα θα αλλοιώνονται από το κεφάλαιο, οι αιρετικές φωνές θα συμβιβάζονται, η θρησκεία θα βρίσκει πάντα εγκεφάλους να αλέθει, τα ναρκωτικά πάντα νεότητες να αλώνουν. Τα ιδανικά θα θυσιάζονται για να οικοδομηθεί η χώρα, οι συνειδήσεις θα λερώνονται για χάρη της προόδου. Αν η ανάγκη, η θέληση και η τύχη αποτελούν τους τρεις πυλώνες της πολιτικής σκέψης του Μακιαβέλι, οι ίδιες έννοιες θα εισχωρήσουν σε κάθε σχέδιο ζωής, μέχρι την οριστική του αλλοίωση και το δικό τους αλληλοκαταβρόχθισμα.

Μήπως είμαστε μια χωματερή όσων θα μπορούσαν να γίνουν; Ένα άκυρο βιβλίο Εσόδων – Εξόδων; [σ. 251]

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 487 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008]

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

19
Μαρ.
12

Κάρλος Φουέντες – Η πορτοκαλιά ή οι κύκλοι του χρόνου

Οι Μάγια της ακτής μού έλεγαν αυτά που εγώ μετέφραζα στα ισπανικά, ή τα έλεγαν στη Μαλίνσε αλλά εκείνη εξαρτιόταν από μένα για να τα μεταφέρω στον Κορτές. Ή μάλλον, οι Μεξικάνοι έλεγαν στη γυναίκα αυτά που εκείνη έλεγε σ εμένα στη γλώσσα των Μάγια ώστε εγώ να τα μεταφράσω στα ισπανικά. Και παρόλο που αυτό ήταν ήδη ένα πλεονέκτημα για κείνη, γιατί μπορούσε να επινοήσει ό,τι ήθελε περνώντας από τα νάουατλ στα μάγια, εγώ εξακολουθούσα να είμαι ο κύριος της γλώσσας. Η καστιλλιάνικη εκδοχή που έφτανε στ’ αυτιά του κατακτητή ήταν πάντοτε η δική μου. [σ. 33-34]

Ξανά η γλώσσα βασιλεύουσα κι ο προνομιούχος χρήστης της τροπέας των πραγμάτων, ακόμα και σε συνθήκες τόσο οριακές, όπως της κατάκτησης της Λατινικής Αμερικής. Ο διερμηνέας του Κορτές με την ιδιότητα του μεσολαβητή μετατρέπει την απάτη σε αλήθεια, σε μια εξουσία που εμπιστεύεται τις λέξεις για να υπάρξει, την επόμενη μέρα της ήττας καθώς άρχισε το χτίσιμο των χριστιανικών εκκλησιών με τις πέτρες των ινδιάνικων ναών. Πόσο θα κρατήσουν τα καινούργια ανάκτορα του μοναδικού Θεού μας, που είναι χτισμένα πάνω στα ερείπια όχι ενός αλλά χίλιων θεών; Αν λοιπόν σ’ αυτή τη συνάντηση δυο «γέρικων, υπεραιωνόβιων κόσμων», του Νέου Κόσμου και της Ευρώπης που επιθυμεί να σημαδέψει για πάντα το πρόσωπό του οι σχέσεις καθορίζονται από την γλώσσα, μπορεί ο προνομιούχος αποκλειστικός χρήστης της ν’ αλλάξει δια παντός την ιστορική τροπή;

Ο αφηγητής διχασμένος ανάμεσα στην Ισπανία και τον Νέο Κόσμο γνωρίζει και τις Δύο Όχθες (τίτλος άλλωστε της πρώτης νουβέλας εδώ, αφιερωμένης στον Juan Coytisolo) προσφέρει στο Βασιλιά το μυστικό της αδυναμίας του Κορτές, όπως η δόνια Μαρίνα του είχε προσφέρει το μυστικό της αδυναμίας των Αζτέκων: ο διχασμός, η διχόνοια, ο φόβος, οι αδελφοκτόνες μάχες: το ένα μισό της χώρας διαρκώς να σκοτώνεται από το άλλο μισό. Κι έτσι όλες του οι πράξεις συνδέονται με την ελπίδα της νίκης των αυτοχθόνων, στο θρίαμβο των Ινδιάνων ενάντια στους Ισπανούς. Αυτό που πράγματι θέλησα ήταν να εμποδίσω το μοιραίο σχέδιο, μέσω των λέξεων, της φαντασίας και του ψέματος.

Καθώς η δόξα και η ταπείνωση είναι εξίσου παρούσες στις περιπέτειες της Κατάκτησης, τη στιγμή που οι μεν και οι δε «έπρεπε να χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο με βάση την κοινή τους ήττα» αλλά κάποιων τα θαύματα δεν είναι παρά τα άλογα και τα κανόνια ο Μοντεσούμα χάνει σιγά σιγά την κυριαρχία του πάνω στις λέξεις, ακόμα περισσότερο απ’ ότι στους ανθρώπους. Οι λέξεις του Βασιλιά δεν ήταν πια κυρίαρχες. Επομένως ούτε ο ίδιος ήταν κυρίαρχος. … Άλλοι, οι ξένοι, αλλά κι εκείνη η προδότρα από το Ταμπάσκο, ήταν κύριοι ενός λεξιλογίου απαγορευμένου στον Μοντεσούμα. Σε πόσους ακόμα θα κατάφερνε να εξαπλωθεί η εξουσία του λόγου;

Προτού οι περισσότεροι επιστρέψουν απ’ την Κατάκτηση ή μείνουν στο Μεξικό χωρίς να αποταμιεύσουν ούτε ένα νόμισμα, πριν κάποιος ψελλίζει «σκοτώσαμε κάτι περισσότερο από τη δύναμη των Ινδιάνων: τη μαγεία που τους περιέβαλλε» και αναρωτηθεί «πόσο αξίζει λοιπόν ένα ακόμα πεπρωμένο εν μέσω τέτοιας παρέλασης δόξας και δυστυχίας;» η «κυβέρνηση» των λέξεων θα φτάσει στο αντίθετό της, ώστε να ακουστεί το: Ποτέ δεν ένιωσα στη ζωή πως τόσα πράγματα ειπώθηκαν χωρίς να ακουστεί ούτε λέξη.

Στην επόμενη νουβέλα, αφιερωμένη τώρα στον José Emilio Pacheco Οι γιοι του κατακτητή Κορτές, κληρονόμοι τόσης σάρκας κι άλλης τόσης γης, εναλλάξ μιλούν κι αντιμιλούν: ο Μαρτίν Ι και ο Μαρτίν ΙΙ, μπάσταρδος γιος του πατέρα του και της Ινδιάνας Μαλίντσε, αδικημένος ως Δεύτερος ενώ έπρεπε να είναι Πρώτος. Κοινή η ανάμνηση της τελευταίας πίκρας του πατέρα: να έχει αγωνιστεί τόσο, και με τόση επιτυχία, με στόχο να κερδίσει για λογαριασμό του Βασιλιά εδάφη εννιά φορές μεγαλύτερα από την Ισπανία, για να φτάσει στο τέλος να περιπλανιέται από πανδοχείο σε πανδοχείο, χρωστώντας χρήματα σε ράφτες και υπηρέτες, στόχος χλευασμών και επιθέσεων… Κι όλα τα πράγματα του σπιτιού να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στα σκαλοπάτια του καθεδρικού της Σεβίλλης. Έτσι λοιπόν θα κατέληγε ο καρπός της Κατάκτησης του Μεξικού, ένας πλειστηριασμός στρωμάτων και παλιών κατσαρολικών;

Γιατί ο πατέρας αντί να παραμείνει στην πόλη και να σταθεροποιήσει την εξουσία του αναγκάστηκε να ριχτεί σε μια παράλογη και θορυβώδη περιπέτεια για να καταλήξει να χαθεί στα δάση της Ονδούρας; Τι σκουλήκι τον έτρωγε ώστε να αναζητά κι άλλη περιπέτεια κι άλλη δράση; Γιατί δεν μπορούσε να σταθεί να θαυμάσει αυτό που είχε κάνει αλλά έπρεπε να διακινδυνεύει τα πάντα για να αξίζει τα πάντα; Ο αντιστικτικός, ορμητικός, καταιγιστικός κι αντικρουόμενος λόγος των δυο αδελφών επιχειρεί να ανασυνθέσει την μεγάλη απάντηση για τον Ερνάν Κορτέζ, αυτόν που έφτιαξε μόνος του τη μοίρα του και πληθωρικός καθώς ήταν, την έφτιαξε δυο φορές: μια φορά άνοδος, μια φορά πτώση.

Εγώ μιλάω για χαρτιά. Γιατί κάθε πράγμα που ανέφερες, Μαρτίν αδελφέ μου, έχασε την πραγματική του υπόσταση για να μετατραπεί σε χαρτί, βουνά από χαρτί, λαβύρινθους από χαρτί, χαρτί που ξεράστηκε από αιώνιες αγωγές και δίκες, λες και το κάθε πράγμα που κατέκτησε ο πατέρας μου να είχε μόνο έναν τελικό προορισμό: τη συσσώρευση φύλλων χαρτιού στα δικαστήρια των δύο Ισπανιών, της παλαιάς και της νέας. Θύμα μιας δίκης που αιώνια αναβαλλόταν, όπου καθετί το υλικό κατέληγε να αποκαλύπτει ότι έκρυβε μες στην ψυχή του έναν σωσία από χαρτί, εύφλεκτο και αποπνικτικό. […] Το βουνό των περγαμηνών θάβεται για πάντα στα αρχεία όπου είναι ο νεκρός προορισμός της ιστορίας. [σ. 79, 80]

Εξουθενωμένοι προχωρούμε στις Δύο Νουμαντίες, την τρίτη νουβέλα αφιερωμένη στον Plácido Arango. Αιώνες μετά, οι Ρωμαίοι στην Ιβηρική μιλούν για έναν άξεστο, άγριο και βάρβαρο λαό που πρέπει να οδηγήσουν στον πολιτισμό: τους χερσονησιώτες Ισπανούς που έβλεπαν τον εαυτό τους ως την άκρη μιας ηπείρου κι ως το τέλος του κόσμου. Διηγούνται πώς υποτάξανε την ανυπάκουη Ισπανία, έτοιμοι να νικήσουν τον μόνο θύλακα αντίστασης: την περήφανη ξεροκέφαλη Νουμαντία. Ο λόγος δίδεται σ’ αυτόν που του ανατέθηκε το έργο, κι είναι λόγος συγκλο(γο)νισμένος.

Ξάφνου, την τελευταία στιγμή των προετοιμασιών, όλα εκείνα τα σημεία ενώθηκαν μέσα μου, προσφέροντάς μου μια διπλή οπτική του κόσμου. Τι είχα κάνει εγώ εκεί; Μονάχα μια στιγμή ακριβώς πριν ξεκινήσει η πολιορκία, μες στο καταμεσήμερο του νου μου, το συνειδητοποίησα. Μπροστά στα μάτια μου απλωνόταν η Νουμαντία, η ακατάκτητη πόλη. Γύρω από τη Νουμαντία, εγώ είχα κατασκευάσει το καθαρά χωρικό είδωλο της Νουμαντίας, την αναπαραγωγή της περιμέτρου της, έναν καινούργιο χώρο απόλυτα συγκρίσιμο με το πρότυπό του. Τώρα κοιτούσα, στον διπλασιασμένο χώρο, το κενό, άχρονο, φάντασμα της πόλης. Ποια ήταν, στην έτσι διαιρεμένη Νουμαντία, η ψυχή της πόλης; Ποιο ήταν το κορμί της; [σ. 155 – 156]

Οι τελευταίες δυο νουβέλες, ο Απόλλων και οι πουτάνες (αφιερωμένο στους Carlos Payan και Federico Reyes Heroles) και οι δυο Αμερικές (για τους Barbara και τον Juan Tomás de Salas) μας μεταφέρουν στο Τέλος του Χρόνου, στο Τερματισμένο Σήμερα, σε μια σύγχρονη θέα του απόλυτου χάσματος ανάμεσα σε δυο Αμερικές. Για άλλη μια φορά η γραφή του Φουέντες ανασκάπτει το Παρελθόν και ξαναγράφει την Ιστορία υπό αμέτρητες φωνές, πρωτόφαντες κραυγές, κυνικές ματιές, σπαρακτικές αλήθειες, ασίγαστες εικόνες και με εκφραστικές από τις πιο παλιές ως τις πλέον νεωτερικές.

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 271 [Carlos Fuentes, El Naranjo O Los Circulos Del Tiempo, 1994]. Στις εικόνες, η συνάντηση Μοντεζούμα – Κορτέζ, το σπίτι του τελευταίου, χτισμένο το 1500 από γηγενείς εργάτες και η μάσκα του πρώτου.

31
Ιαν.
12

José Ortega Y Gasset – Αισθητικό τρίπτυχο

Λόγος πάντα γόνιμος

Είναι λάθος να παρουσιάζεται το μυθιστόρημα – και αναφέρομαι κυρίως στο σύγχρονο – σαν ένα απέραντο σύμπαν από το οποίο μπορούν να εξάγονται ες αεί νέες φόρμες. Θα ήταν καλύτερα να το φανταστούμε σαν ένα ορυχείο τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων. Υπάρχει στο μυθιστόρημα ένας ορισμένος αριθμός πιθανών θεμάτων. Οι εργάτες των πρώτων χρόνων βρήκαν με ευκολία νέα κομμάτια, νέες μορφές, νέα θέματα. Οι σημερινοί συνειδητοποιούν, απεναντίας, ότι δεν απομένουν παρά μόνο μικρές και βαθιές λίθινες φλέβες…

… έγραφε ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ μόλις το 1925 περί το μυθιστόρημα στοχαζόμενος [Ιδέες για το μυθιστόρημα, τρίτο και τελευταίο μέρος του παρόντος τρίπτυχου]. Ο ίδιος βέβαια τόνιζε πως ποτέ δεν μπορούμε να πούμε με μαθηματική ακρίβεια ότι ένα είδος έχει πλήρως αναλωθεί, παρά μόνο εμπειρικά, με ικανοποιητική προσέγγιση. Όμως είναι σχεδόν αδύνατο, τόνιζε, να βρει κανείς νέα θέματα κι αυτός είναι ο πρώτος παράγοντας της τεράστιας αντικειμενικής δυσκολίας που προϋποθέτει η σύνθεση «ενός αποδεκτού μυθιστορήματος στο ύψος των μοντέρνων καιρών». Για κάποιο καιρό τα μυθιστορήματα μπόρεσαν να υπάρξουν μόνο χάρη στο νεωτερισμό των θεμάτων τους. Όσο εκείνα εξαντλούνταν, μεγάλωνε κι η απαίτηση για θέματα «πιο νέα», μέχρις ότου κορεσθεί η ικανότητα του αναγνώστη να εκπλήσσεται. Εν τούτοις το αναπόφευκτο φαινόμενο δεν έπρεπε να απογοητεύει τους συγγραφείς. Κάθε έργο τελειότερο από το προηγούμενο, υποστήριζε, ακυρώνει το τελευταίο και όλα τα υπόλοιπα της ίδιας κατηγορίας και «εκμηδενίζει λεγεώνες έργων που άλλοτε έχαιραν εκτίμησης».

Δεν ήταν όμως ο πρώτος. Ήδη το 1882 ο Στίβενσον σημείωνε πως οι βρετανοί αναγνώστες περιφρονούσαν ελαφρώς τις περιπέτειες και θεωρούσαν πως ήταν πολύ περίτεχνο να γραφτεί ένας μυθιστόρημα χωρίς πλοκή, ή έστω, με στοιχειώδη πλοκή. Σαράντα περίπου χρόνια μετά ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ επιχειρούσε να τεκμηριώσει την παρατήρηση του Στίβενσον, υποστηρίζοντας ότι το μυθιστόρημα δράσεως έχει εξαντλήσει πλέον τις δυνατότητές του, ότι είναι πια πολύ δύσκολο να επινοήσει κανείς μια περιπέτεια ικανή να ερεθίσει την ανώτερη ευαισθησία μας και ότι τον 20ό αιώνα η σκυτάλη περνά στο «ψυχολογικό» μυθιστόρημα που εστιάζει στους χαρακτήρες. Ο μεγάλος Μπόρχες εξέφρασε την απόλυτη διαφωνία του: Όλοι μας μουρμουρίζουμε θλιμμένα ότι ο αιώνας μας δεν είναι ικανός να υφάνει ενδιαφέρουσες πλοκές· κανείς δεν τολμά να αναρωτηθεί μήπως, αν σε κάτι υπερέχει ο παρών αιώνας από τους προηγούμενους, αυτό δεν είναι άλλο απ’ τις πλοκές… Οι ενδιαφέρουσες ενστάσεις του Μπόρχες δημοσιεύτηκαν στον Πρόλογό του στο βιβλίο Η εφεύρεση του Μορέλ (1940) του καλού του φίλου και συνεργάτη Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες που περιλαμβάνεται εδώ ως παράρτημα.

Ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ (1833 – 1925) υπήρξε εμβληματικός στοχαστής του 20ού αιώνα, μαζί με τον Miguel de Unamuno ένας από τους δυο Ισπανούς με διακριτή θέση στην ιστορία της Φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, όπως τονίζει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής, παρουσιάζοντας και τις γενικότερες φιλοσοφικές του θέσεις αλλά και τις θεματικές του πολιτικού και κοινωνικού του έργου. Η χρησιμοποίηση μιας γλώσσας προσιτής αλλά και γοητευτικής και ειδών «φιλοσοφικώς» ανορθόδοξων, όπως η δημοσιογραφία, το δοκίμιο και η διάλεξη, πάντα με λογοτεχνικές αρετές, τον ανέδειξε σε λαμπρό στυλίστα της ισπανικής γλώσσας και του παρείχε πρόσβαση σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο ισπανός στοχαστής τήρησε πλήρη συνέπεια έργων και λόγων αλλά και μια τίμια στάση απέναντι στη χώρα του. Εξέφρασε την αντίθεσή του στις δικτατορίες των Πρίμο ντε Ριβέρα και Φράνκο και εγκατέλειψε την Ισπανία για να ζήσει στο Μπουένος Άιρες και τη Λισαβόνα.

Το παρόν Τρίπτυχο εστιάζει, βέβαια, σε θέματα λογοτεχνίας και τέχνης, που τον απασχόλησαν σε μεγάλο βαθμό, κυρίως όσον αφορά την αισθητική, την θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας και της μετάφρασης, το θέατρο, τα εικαστικά αλλά και την τέχνη του ζην». Το πρώτο μέρος [Ο απανθρωπισμός της τέχνης] βυθοσκοπεί σε προβληματικές της νεωτερικής ή «μοντέρνας» καλλιτεχνικής δημιουργίας και της πρόσληψής της, μιας τέχνης που ιστορικά ανάγεται στους Debussy, Mallarme και στον Κυβισμό, όσον αφορά την μουσικη, την ποίηση και τα εικαστικά αντίστοιχα, αλλά που από κοινωνιολογικής σκοπιάς είναι εξ αρχής αντιδημοτική, αποκλείοντας τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού να την απολαύσει και να την κατανοήσει, αφήνοντάς το με αίσθηση ταπείνωσης και εχθρότητας προς αυτήν.