Posts Tagged ‘Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

Advertisements
22
Μάι.
17

Αμπδόν Ουμπίδια – Τερπινοήσεις

Αν…

Έχουμε ήδη απολαύσει την πρόζα του Ουμπίδια στην Χειμωνιάτικη Πόλη που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο πριν μερικά χρόνια. Μέρος εκείνου του κειμένου, με άλλους δυο έντυπους ενθουσιασμούς δημοσιεύεται στο τέλος του παρόντος βιβλίου. Σήμερα εκείνο το μυθιστόρημα έχει φτάσει τις είκοσι δύο εκδόσεις, στον Ισημερινό, όπου ο συγγραφέας εκδίδει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες για την λαϊκή προφορική λογοτεχνία και τα παραμύθια, διακονεί λογοτεχνικά περιοδικά και δημοσιεύσει άρθρα ευρέως φάσματος. Μάλιστα το ψυχογραφικό υπαρξιακό μοτίβο του συζύγου που τρεκλίζει ανάμεσα σε δυο εξίσου πειστικές πραγματικότητες, στην πίστη και στην ενδεχόμενη απιστία της συζύγου του εξακολουθεί να δίνει έμπνευση εδώ, αν και με άλλους όρους. Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.

Ο Ουμπίδια σε αυτή την πρώτη από τρεις ιδιαίτερες συλλογές διηγημάτων με κοινή θεματολογία δοκιμάζει μια δύσκολη μορφή μικρών κειμένων. Δεν επιλέγει ένα στιγμιότυπο ή μια εικόνα της καθημερινότητας, ούτε μια ιστορία που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ταινία μικρού μήκους, όπως συμβαίνει δηλαδή με άλλα διηγήματα. Στην ουσία συλλαμβάνει μια ευρηματική κάθε φορά ιδέα και την περικυκλώνει με μια πυκνή ιστορία. Είναι ευνόητο ότι οι περισσότερες από τις ιδέες του θα αποτελούσαν κάλλιστα την ψίχα εκτενέστερων κειμένων, αν όχι μυθιστορημάτων.

Αλλά ο συγγραφέας προτιμά ακριβώς αυτό το παιχνίδι: να μπολιάσει τα ακαριαία του κείμενα με μια λαμπρή σύλληψη και να την αφήσει να ταλανίζει τους χαρακτήρες του όπως κι εμάς με το ερώτημα τι θα γινόταν αν όντως γινόταν πράξη. Κι εδώ έρχεται ο συνεκτικός ιστός των επίλεκτων φαντασιογραφημάτων του συγγραφέα· οι ιστορίες δεν έχουν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο αλλά μια κοινή εμμονή: την αναζήτηση ενός μηχανισμού που θα προσφέρει πολυπόθητες υπηρεσίες σε ταλαιπωρημένες ψυχές. Θα αποδώσει δικαιοσύνη, θα επαναφέρει αναμνήσεις, θα κατασκευάσει αλήθειες, θα ακινητοποιήσει στιγμές.

Θα κατασκευάσει αλήθειες; Ακριβώς, αυτό είναι το αντικείμενο του Οίκου Βάαγκεν [Ρ.Μ. Βάαγκεν, Κατασκευαστής αληθειών], που προμηθεύει με στοιχεία, πειστήρια και μαρτυρίες τον πελάτη που επιθυμεί την θεμελίωση κάποιας αλήθειας. Από τα ψέματα μικρής διάρκειας και την εκπόνηση διατριβών ο οίκος πλέον οργανώνει προεκλογικές εκστρατείες και ξαναγράφει πολυάριθμα ιστορικά γεγονότα. Ο κύριος Κράους έρχεται για κάτι απλούστερο: έχει σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του και επιθυμεί την ενοχοποίησή της αλλά και την εξαφάνιση ανεπιθύμητων μαρτύρων. Η εκδίκησή του θα διαρκέσει πολλά χρόνια, ώστε να απολαύσει τον ρόλο του θλιμμένου, γεμάτου κατανόηση χήρου, ενώ η γυναίκα του θα γερνάει στην φυλακή. Αυτό ήταν το σκοτεινό όνειρο του κυρίου Κράους.

Όμως συμβαίνει κάτι που ανατρέπει τον σκοπό της ύπαρξής του: εκείνη δηλώνει ένοχη και ζητάει την ανώτατη ποινή. Τι συνέβη; Του στέρησε συνειδητά την χαρά να της αρνείται την συγχώρεση; Αντιλήφθηκε ότι εκείνη ήταν ούτως ή άλλως η κύρια υπαίτια για την τραγωδία και αυτοτιμωρήθηκε; Ή μήπως τελικά αποτρελάθηκε; Ο κύριος Κράους μετατρέπεται σε έναν δύστυχο που θέλει να σώσει την γυναίκα του. Μπορεί άραγε να ζητήσει την συνδρομή του οίκου ή δεν του μένει παρά να προστατεύει την δική του αλήθεια στο μοναδικό μέρος όπου έχει θέση, στην διαυγή ακόμα μνήμη του;

Οι ήρωες του Ουμπίδια έχουν ιδιαίτερη προτίμηση και στις ευφάνταστες εφευρέσεις, όπως το Πρόγραμμα για στιγμιαίο ξανάνιωμα, ένα λογισμικό που επιτρέπει στον χρήστη να έρθει σε επικοινωνία, για παράδειγμα, με κάποια φιλενάδα από τα παλιά, ακόμα και από την παιδική ηλικία, προβάλλοντας τόσο εκείνη όσο και τον ίδιο με την φωνή και την εμφάνιση που είχαν πριν είκοσι ή σαράντα χρόνια. Φυσικά η επικοινωνία γίνεται στο παρόν, με αποτέλεσμα οι εικονικές αυτές επανασυνδέσεις να οδηγήσουν σε ιδιαίτερες σχέσεις. Ή σε απρόσμενες αποκαλύψεις, που μπορεί να συντρίψουν ολόκληρες βεβαιότητες. Στον αντίποδα, Η πιστή καταγραφή των αναμνήσεων, διευκολύνεται από έναν διακόπτη που σταθεροποιεί την εκάστοτε ανάμνηση και την μεγεθύνει, ώστε να βρεθεί ο χρήστης σ’ ένα ολοζώντανο παρελθόν. Όμως εδώ καραδοκεί η αιώνια μάχη με το παρόν, μάχη που όπως συμβαίνει πάντα αφήνει πίσω της πολλά θύματα.

Μια άλλη κατηγορία ιστοριών εστιάζει σε διάφορες συλλογικές, ενίοτε «πρωτοποριακές» και πάντως πρωτότυπες κοινότητες, όπως εκείνη που ζει και βασιλεύει στα αεροπλάνα [Σύννεφα και αεροπλάνα] ή Η Γκρίζα Επανάσταση και οι αγκιτάτορές της, της οποίας ο αρχηγός είναι ένας πολιτικά στρατευμένος νέος πλήρους απασχόλησης που έχει αφοσιωθεί στην διάδοση της ιδέας του, σύμφωνα με την οποία, η εξουσία και οι ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να παραδοθούν στους ηλικιωμένους. Με τον τρόπο αυτό όλο το πάθος και η ενεργητικότητα της νεότητας θα διοχετεύονται στην έκσταση και την χαρά της ζωής, χωρίς να ξοδεύονται ανώφελα. Αν σκεφτεί κανείς πώς είναι ο κόσμος σήμερα, δεν έχει διόλου άδικο ο μοναχικός αγκιτάτορας όταν υποστηρίζει ότι τελικά τρεμάμενοι και επιλήσμονες ηλικιωμένοι θα επιβράδυναν την φρενήρη πορεία της κοινωνίας. Μια παραδειγματική εφαρμογή της σχετικής ιδέας αποδεικνύει ότι η ζωή αλλάζει προς το καλύτερο, για όλες τις ηλικίες. Θα πραγματοποιηθεί τελικά η Γκρίζα Επανάσταση;

Ακόμα και στα δισέλιδα κείμενά του ο συγγραφέας παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και την αφήνει να συνεχίζεται στην σκέψη μας, αφήνοντας μερικά ερωτήματα να αιωρούνται βασανιστικά. Οι ανέσεις στο αεροπλάνο αναφέρονται σ’ έναν μικρό μοχλό που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη αν χρησιμοποιηθεί από πολλούς επιβάτες. Πώς θα αντιδρούσαν οι επιβάτες στα μεμονωμένα χτυπήματα και πώς στα αυξανόμενα; Οι νέοι καθρέφτες μπορούν να παγώνουν μια εικόνα και να ακινητοποιούν τους πάντες και τα πάντα. Η σαφώς μπορχεσιανής προέλευσης σύλληψη οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα τι θα συμβεί αν ένας εγκληματίας ή ένα παράνομο ζευγάρι ή ένα κορίτσι που μόλις εξερεύνησε το γυμνό του σώμα ανακαλύπτουν ότι αυτό που δεν πρέπει να δει κανείς άλλος έχει αιχμαλωτιστεί εκεί, ενδεχομένως για πάντα.

Η μουσική χωρίς ήχους που προφανώς μας φέρνει στο μυαλό την περίφημη Συμφωνία της Σιωπής του John Cage παίζεται σε μια ειδική αίθουσα που μοιάζει μάλλον με αίθουσα εκδηλώσεων επαρχιακού σχολείου. Όλοι παίρνουν τις θέσεις τους και παρασύρονται από τις κινήσεις της μπαγκέτας του μαέστρου. Φυσικά δεν υπάρχουν μουσικά όργανα ούτε φώτα· η συμφωνία διεξάγεται στο σκοτάδι ώστε η συγκέντρωση να είναι απόλυτη. Όμως ο εκτός της αίθουσας περίγυρος αντιδρά: πρόκειται για σέκτα αποφασισμένη να καταστρέψει μέχρι και το τελευταίο ίχνος δυτικής μουσικής, υπεύθυνης για την εξαφάνιση των άλλων μουσικών του κόσμου; Αρκεί, αναρωτιέμαι, η αναφορά μερικών ιδιόμορφων εξτρεμιστικών ιδεών για να αποκαλύψει την ανησυχία του κόσμου μπροστά σε μια αλλαγή ή την άμεση ανάφλεξη μιας ομαδικής παράκρουσης, με τον τρόπο του ολοκληρωτισμού;

Εκδ. Ροές, 2015, σ. 128, συντονισμός μετάφρασης: Νίκος Πρατσίνης, μετάφραση: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Μάρω Γολικίδου, Μαρία Μελαδάκη, Ελένη Οικονόμου, Ειρήνη Οικονόμου Αργυρίου, Αγγελική Παλασοπούλου, Μαρία Στρατηγάκου [εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Τμήματος Μετάφρασης του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας ALBANICO. Εισαγωγή: Μαρία Μελαδάκη, επιμέλεια: Δήμητρα Παπαβασιλείου. Περιλαμβάνεται σημείωμα του συντονιστή της μετάφρασης [Abdon Ubidia Divertinventos: Libro de fantasias yutopias, 1989]

Στις εικόνες: άνθρωποι και αντικείμενα που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν δραπετεύσει από τις ιστορίες του κυρίου Ουμπίδια (ή απλά να τον έχουν εμπνεύσει). Στην τελευταία φωτογραφία ένα κορίτσι που σαφώς θα υποστήριζε την Γκρίζα Επανάσταση.

18
Ιον.
16

Οκτάβιο Πας – Ο λαβύρινθος της μοναξιάς

Paz cover

Η γυναίκα, ένα ακόμα ον που ζει στο περιθώριο, αποτελεί κι αυτή αινιγματική μορφή. Ή μάλλον αποτελεί το Αίνιγμα. Κι αυτή, όπως κι ο αλλόφυλος ή ο αλλόεθνος, προκαλεί και απωθεί. Είναι η εικόνα της γονιμότητας αλλά ταυτόχρονα και του θανάτου. Σε όλους σχεδόν τους πολιτισμούς οι θεές της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και θεές της καταστροφής.[…] Τι σκέφτεται.; Σκέφτεται άραγε; Αισθάνεται πραγματικά; Είναι ίδια με μας; Ο σαδισμός ξεκινάει ως εκδίκηση απέναντι στον γυναικείο ερμητισμό ή ως απελπισμένη απόπειρα να λάβουμε κάποια απάντηση από ένα σώμα… Γιατί, όπως λέει ο Λουίς Θερνούδα, «ο πόθος είναι ένα ερώτημα δίχως απάντηση». Παρά τη γύμνια της, πάντα υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις στις στρογγυλές, γεμάτες καμπύλες μιας γυναίκας. [σ. 93]….

paz 1_

…γράφει ο Οκτάβιο Πας στο κείμενό του «Τα παιδιά της Μαλίντσε», τρίτο κατά σειρά στην συλλογή δοκιμίων Ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς (1950), που υπήρξε το πρώτο του δοκιμιακό έργο και αποτέλεσε μια βαθιά ψυχολογική τομή του χαρακτήρα του μεξικανικού λαού. Μέσα από μια φιλοσοφία του μεξικανισμού ο συγγραφέας επεδίωκε να πείσει τον λαό για την μοναδικότητά του. Δεν μπορεί κανείς να έχει ζωντανό παρόν έχοντας πίσω του ένα νεκρό παρελθόν. Οφείλει να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που, ακόμα και αποτελεί προϊόν «βιασμού» ενός πολιτισμού από κάποιον άλλο είναι σήμερα η δική του πολιτιστικά πλούσια πραγματικότητα. Ο Πας υποστήριζε ότι οι Μεξικανοί ψεύδονται από φαντασία, από απελπισία ή για ν’ αντιμετωπίσουν την άθλια ζωή τους, ενώ οι Βορειοαμερικανοί υποκαθιστούν την πραγματική αλήθεια με μια κατά συνθήκην αλήθεια. Εμείς μεθάμε για να εξομολογηθούμε, εκείνοι για να ξεχάσουν.Paz 3

Στο πρώτο κείμενο, Ο πατσούκο και άλλες ακραίες περιπτώσεις, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω σε όσα ο ίδιος έβλεπε ως ταξιδιώτης στο Λος Άντζελες, όπου ζούσαν ένα εκατομμύριο Μεξικανοί. Η μεξικανοσύνη –  η αγάπη για τα στολίδια, η ατημελησία και η ευθυμία, το πάθος και η επιφυλακτικότητα – πλανάται στον αέρα, αλλά δεν αναμιγνύεται, ούτε συγχωνεύεται με τον υπόλοιπο αμερικανικό κόσμο της ακρίβειας και της αποτελεσματικότητας.  Ο Μεξικανοί που συναντάς στον δρόμο παρ’ ότι ζουν εκεί χρόνια, φορούν τα ίδια ρούχα και μιλούν την ίδια γλώσσα, εξακολουθούν να ντρέπονται για την καταγωγή τους. Ξεχωρίζουν από το ένοχο και ανήσυχο ύφος του ανθρώπου που μεταμφιέζεται, που φοβάται ότι η ματιά του άλλου μπορεί να τον ξεγυμνώσει.

Mexico_A

Οι Πατσούκο, συμμορίες νεαρών μεξικανικής κατά κανόνα καταγωγής, επαναστατημένοι από ένστικτο, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει εναντίον τους τον αμερικανικό ρατσισμό. Ωστόσο δεν διεκδικούν ούτε την φυλετική ούτε την εθνική καταγωγή των προγόνων τους· απλώς επιλέγουν να είναι διαφορετικοί από τους γύρω τους. Ο πατσούκο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στις μεξικανικές ρίζες του, ούτε να ενστερνιστεί τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Το ίδιο του το όνομα δεν λέει τίποτα και τα  λέει όλα· είναι μια λέξη αβέβαιης προέλευσης, φορτισμένη με πληθώρα εννοιών όπως κάθε λαϊκό δημιούργημα. Ανίκανος να αφομοιώσει ένα πολιτισμό, που εξάλλου τον απορρίπτει, δεν έχει άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το εχθρικό προς αυτόν περιβάλλον από την απελπισμένη προβολή της προσωπικότητάς του. Καθώς έχει απολέσει κάθε πολιτιστική κληρονομιά (γλώσσα, θρησκεία, έθιμα, δοξασίες), το μόνο που του έχει απομείνει είναι σώμα και ψυχή ανοχύρωτα μπροστά στα βλέμματα των άλλων. Η μεταμφίεσή του τον προστατεύει και ταυτόχρονα τον διαχωρίζει και τον απομονώνει.

Morelos_

Στα Μεξικανικά προσωπεία ο Πας εστιάζει πρώτα στην στάση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα: οι Αμερικανοί το αντιμετωπίζουν με φόβο, ενώ οι Μεξικανοί δεν φοβούνται ούτε ντρέπονται, παρά το βιώνουν με φυσικότητα και πληρότητα. Δεν πρόκειται για φορεσιά όπου χώνονται, ούτε για κάτι ξένο. Ίσως γι’ αυτό οι ματιές των άλλων τους τρομάζουν, γιατί το σώμα δεν καλύπτει τον εσωτερικό τους κόσμο παρά τον ξεσκεπάζει. Ο Μεξικανός υπερβάλλει στην απόκρυψη του πάθους και του εαυτού του. Φοβούμενος την ματιά του άλλου, συρρικνώνεται, ζαρώνει· δεν περπατάει αλλά γλιστράει· δεν απαντάει παρά γρυλίζει.

Η προσποίηση στις πιο ακραίες μορφές της, εγγίζει τον χαμαιλεοντισμό. Ο Ινδιάνος γίνεται ένα με το τοπίο, γίνεται ένα με τον λευκό τοίχο όπου ακουμπάει το γιόμα για να ξαποστάσει, με την αμαυρή γη όπου ξαπλώνει το καταμεσήμερο, γίνεται ένα με τη σιωπή που τον τυλίγει. Κρύβει τόσο την ανθρώπινη ιδιότητά του που καταλήγει να την καταργήσει. Γίνεται πέτρα, πιρού [περουβιανό δέντρο], τοίχος, σιωπή: χώρος. Δεν θέλω να πω ότι γίνεται, πανθεϊστικά, κοινωνός των πάντων, ούτε ότι σ’ ένα δέντρο συλλαμβάνει όλα τα δέντρα, αλλά ότι πράγματι, με έναν τρόπο συγκεκριμένο και ιδιαίτερο, συγχέεται μ’ ένα ορισμένο αντικείμενο. [σ. 63]

catrina_print

Δεν υπήρχε περίπτωση βέβαια ο Πας να μην αφιερώσει γραπτά στην ημέρα Των Αγίων Πάντων, μέρα των ψυχών. Ο μοναχικός Μεξικανός αρέσκεται στις γιορτές και τις δημόσιες συγκεντρώσεις· το καθετί μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία σύναξης. Η τέχνη της Γιορτής έχει διατηρηθεί αναλλοίωτη σε αυτόν τον τελετουργικό λαό. Κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου, στις 11 τη νύχτα, σ’ όλες τις πλατείες του Μεξικού γιορτάζεται η επέτειος της Κραυγής: το ξαναμμένο πλήθος κραυγάζει επί μία ώρα, ίσως για να σιωπήσει καλύτερα την υπόλοιπη χρονιά. Πρόκειται για την Κραυγή της Δολόρες, Επέτειο της Μεξικανικής Ανεξαρτησίας, όπου και η εξέγερση του κληρικού Μιγέλ Ιδάλγο κατά των Ισπανών στην πόλη Δολόρες, το 1810, με την κραυγή Θάνατος στους σπινουφόρους. 

DSC04041

Στις γιορτές αυτές ο χρόνος παύει να’ ναι διαδοχή και ξαναγίνεται αυτό που ήταν αρχικά και που εξακολουθεί να είναι: παρόν, όπου παρελθόν και μέλλον επιτέλους συμφιλιώνονται. Στις μεγάλες επετείους στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, είναι χαρακτηριστική η απουσία του «λαού». Βλέπεις ζευγάρια και ομάδες, ποτέ όμως μια ζωντανή κοινότητα μέσα στην οποία το άτομο χάνεται και ταυτόχρονα λυτρώνεται. Οι γιορτές αποτελούν την μόνο πολυτέλεια του Μεξικανού – υποκαθιστούν το θέατρο και τις διακοπές, τα πάρτυ των Αγγλοσαξόνων, τις δεξιώσεις των αστών, τα καφενεία των Μεσογειακών. Σ’ αυτές τις τελετές ο Μεξικανός ανοίγεται στον έξω κόσμο, αποφορτίζει την ψυχή του, εξεγείρεται με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Αν στην καθημερινή μας ζωή κρυβόμαστε απ’ τον εαυτό μας, στη δίνη της γιορτής βγαίνουμε απ’ αυτόν και αποκαλυπτόμαστε.

Paz 5

Για τους αρχαίους Μεξικανούς η αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο είναι για μας, γράφει ο Πας. Η ζωή προεκτεινόταν «μέσα» στον θάνατο. Και αντίστροφα ο θάνατος δεν αποτελούσε το φυσικό τέλος της ζωής, αλλά μια φάση ενός ατέρμονος κύκλου, όπου ζωή, θάνατος κι ανάσταση αποτελούσαν στάδια μιας αενάως επαναλαμβανόμενης συμπαντικής διαδικασίας. Στον σύγχρονο κόσμο τα πάντα λειτουργούν λες και δεν υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν τον υπολογίζει, τα πάντα των καταργούν: οι πολιτικοί λόγοι, οι διαφημίσεις, τα έθιμα, η φαρμακεία και τα αθλητικά γήπεδα. Είναι μια λέξη που ο Δυτικός δεν τολμά να προφέρει γιατί του καίει τα χείλη. Ο Μεξικανός, αντίθετα, την συναναστρέφεται την λέξη, την γιορτάζει, την περιγελά. Κάποτε τον κοιτάζει κατάματα, υποτιμητικά ή ειρωνικά.

Paz 6

Κοσμοπολίτης του πνεύματος, ο Οκτάβιο Πας δεν θα γνωρίσει σύνορα ούτε στην πνευματική του πορεία ούτε στην περιπλάνησή του ανά τον κόσμο. Σημαντικό σταθμό στην ζωή του θα αποτελέσει η συμμετοχή του στο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937, ενώ θα διατηρήσει στενούς δεσμούς με την Ισπανία και θα υποστηρίξει τους Ισπανούς εξόριστους του φρανκικού καθεστώτος στο Μεξικό. Χάρη στην διπλωματική του σταδιοδρομία θα γνωρίσει τους πολιτισμούς της Ινδίας και της Ιαπωνίας και θα σπάσει τους ιδεολογικούς φραγμούς της δυτικής του κουλτούρας. Θα αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της αριστερής διανόησης της χώρας του λόγω της κριτικής που θα ασκήσει επανειλημμένα στο κομμουνιστικό κίνημα και της αντίθεσή τους προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό

Το έργο του Πας, όπως γράφει η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα, είναι αναρχικά λατινοαμερικάνικο· άλλωστε η Λατινική Αμερική είναι η λιγότερο καρτεσιανή ήπειρος. Οι Λατινοαμερικάνοι δεν γνωρίζουν τι θα πει ορθολογισμός και παραδίδονται στο ρεύμα των αισθήσεων. Η γλώσσα του έχει δυο πλευρές: η ποίησή του αφήνεται στην αναρχική πορεία των λέξεων και τον διαρκή πειραματισμό, ενώ στα δοκίμιά του ο λόγος είναι υποταγμένος.

paz 2

Τα τρία τελευταία κείμενα τιτλοφορούνται Κατάκτηση και Αποικιοκρατία, Από την Ανεξαρτησία στην Επανάσταση, Η μεξικανική «διανόηση ενώ ως παράρτημα δημοσιεύεται το εκτενές δοκίμιο Η διαλεκτική της μοναξιάς. Μετά τον Λαβύρινθο ο συγγραφέας θα αρχίσει την ατέρμονη πορεία του ανά τον κόσμο, θα γνωρίσει πολιτισμούς, θα δοκιμάσει λογοτεχνικά ρεύματα, θα καλλιεργήσει διαφορετικά είδη γραφής. Ο Λαβύρινθος θα παραμείνει όμως το κλασικό του έργο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012, Β΄ έκδοση διορθωμένη [Α΄ έκδ: 1995], εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, σημειώσεις Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβις, σελ. 335 [Octavio Paz, El laberinto de la soledad, 1950]. Περιλαμβάνει 117 σημειώσεις και επίμετρο με βιβλιογραφικές παραπομπές.

14
Απρ.
15

Roberto Bolaño – Το τρίτο Ράιχ

BOLANO-TRITO RAIX

Δεύτερος Παγκόσμιος Χαρτοπόλεμος

Γιατί μερικές φορές φοβάμαι τόσο πολύ; Και γιατί όσο πιο πολύ φοβάμαι τόσο το πνεύμα μου φαίνεται να φουσκώνει, να ανυψώνεται και να παρατηρεί τον πλανήτη ολόκληρο από ψηλά;[…] Μήπως στην πραγματικότητα θέλω να δραπετεύσω μαζί με την Ίνγκεμποργκ και όχι μόνο από ετούτο εδώ το χωριό και από τη ζέστη αλλά από αυτό που το μέλλον μας επιφυλάσσει, από τη μετριότητα και την ανοησία; Κάποιοι άλλοι ηρεμούν με το σεξ ή με τα χρόνια. Για τον Τσάρλυ αρκούν τα πόδια και βυζιά της Χάννα. Μένει ήσυχος. Εμένα, αντιθέτως, η ομορφιά της Ίνγκεμποργκ με αναγκάζει να ανοίγω τα μάτια μου και να χάνω τη γαλήνη μου. [σ. 107 – 108]

Αυτός που αναρωτιέται εξομολογούμενος τον φόβο του είναι ο νεαρός Γερμανός Ούντο Μπέργκερ· η Ίνγκεμποργκ είναι η φίλη του, με την οποία μοιράζονται τις διακοπές τους, το ζεστό χωριό βρίσκεται στην ακτή της καταλανικής Κόστα Μπράβα. Ο Ούγκο επέλεξε ως κατάλυμά τους το ίδιο ισπανικό ξενοδοχείο όπου μικρός πήγαινε διακοπές με τους γονείς. Και το Τρίτο Ράιχ; Πρόκειται για ένα από τα επιτραπέζια παιχνίδια πολεμικής στρατηγικής που αποτελούν μέγιστη εμμονή του ήρωα. Πρωταθλητής της χώρας του στο παίγνιο της αναπαράστασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί, ο Ούγκο επιλέγει να μένει κλεισμένος στο δωμάτιο για να μελετάει.

 5259_003 - copia.jpg

Το επιτραπέζιο αυτό παιχνίδι καθορίζει οριστικά τις ζωές των παικτών του, άρα και του ήρωα. Οι νεωτερικές προσλήψεις του ευρηματικού αυτού θέματος είναι πολλαπλές. Από την μία η προσήλωση σε σημείο εμμονής και η τελική ιδεοληψία του παίκτη, μοιάζουν να αντιστοιχούν με την σύγχρονη διαδικτυακή εξάρτηση, όχι μόνο ως προς τα εξωτερικά στοιχεία αλλά και την ίδια την διάβρωση του ψυχικού. Ύστερα από τις αναπόδραστες, πολύωρες εμπλοκές μας με την ηλεκτρονικότητα, είμαστε πλέον άλλοι· το ίδιο και ο Ούγκο, καθώς βυθίζεται στο ταμπλώ του δικού του χάρτινου πολέμου.

Αλλά είναι μια άλλη παράμετρος που αιχμαλωτίζει τους παίκτες αυτών των παιγνίων και συνακόλουθα εμάς που τους ακολουθούμε: με τις κάρτες του Τρίτου Ράιχ μπορεί κανείς έστω και φαντασιακά να αλλάξει την Ιστορία. Κι έτσι ο Ούγκο – ήμασταν σχεδόν βέβαιοι – επιλέγει να πάρει το μέρος των Γερμανών, ώστε να αποφύγει τις στρατιωτικές ήττες και να καταφέρει να βγει νικητής τους. Την προσωπική του ιστορία όμως μπορεί να την αλλάξει κανείς, όταν έρχεται με τα φάσματα του απρόσμενου και του κακού;

Bolano 6

Είναι ο ίδιος Μπολάνιο που καταγράψαμε σε αυτό εδώ το ημερολόγιο στo Μακρινό Αστέρι, στα Τηλεφωνήματα, στους Άγριους Ντέτεκτιβ και στο 2666. Η λογοτεχνική του επικράτεια μας είναι πια οικεία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μας είναι και διαρκώς άγνωστη και απρόβλεπτη. Απλώς γνωρίζουμε τις σαγήνες της: είναι η αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής, η ανάγκη της επιφυλακής ακόμα και σ’ εμάς τους αναγνώστες, η βεβαιότητα πως οι όποιες χαρές θα είναι σύντομες και πως κάτι αναπότρεπτο θα ανατρέψει την κανονική ζωή. Ακόμα και οι απλές καθημερινές συγκυρίες γιγαντώνονται όταν ειδωθούν από μια άλλη σκοπιά: όταν, για παράδειγμα, ο Ούγκο ζητάει επιτακτικά ένα μεγάλο τραπέζι για να στρώσει τον χαρτοπόλεμό του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της έλλειψης κατανόησης και της ειρωνείας των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. 

Ο περίγυρος του ζεύγους είναι ένας άλλος τυπικός μπολανιακός κύκλος. Περίεργοι και πιεστικοί, ανησυχητικοί και σκοτεινοί, κάποτε αγενείς και επιθετικοί. Δεν είναι τόσο το φιλικό ζεύγος άλλων δυο παραθεριστών, των Τσάρλι και Χάννα, όσο οι δυο περιφερόμενοι Ισπανοί, ο Λύκος και το Αρνί που μοιάζουν να δημιουργούν κάποιο κλοιό. Αλλά η καθοριστική παρουσία σε αυτό το απροσδιόριστο αντίπαλο δέος είναι η γλυπτή μορφή του Καμένου· αυτός ο αινιγματικός ενοικιαστής των θαλάσσιων ποδηλάτων στην παραλία, που σέρνει σαν υπνωτισμένος τα θαλάσσια ποδήλατα από την θάλασσα προς τον μικρό περιχαραγμένο το χώρο και από εκεί πάλι προς τη θάλασσα. Σαν προτομή από ελαφρόπετρα, παραμορφωμένος από τον ήλιο, εγκαυμένος και αινιγματικός, αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περιπαθής αντιναζιστής αλλά κι ένας πρόθυμος και ικανός αντίπαλος στην επί χάρτου πολεμική. Αυτός θα είναι ο ιδανικός παίκτης στην άλλη πλευρά των μαχών.

Bolano Roberto_by_mortrel 

Ακόμα κι όταν περιγράφει καταστάσεις γνώριμες και οικείες, υπάρχει πάντα μια αδιευκρίνιστη σκιά ανησυχίας στην πίσω πλευρά. Ακόμα και οι ξαφνικές νεροποντές στο καυτό θέρετρο δημιουργούν έναν άλλο, άγνωστο κόσμο. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη βροχή, δείχνουν ξένοι, βυθισμένοι σε άλλου είδους καθημερινότητα. Το νερό που στάζει από τα σκίαστρα μοιάζει κι αυτό να σκοτεινιάζει την επίπλαστη φωτεινότητα του τοπίου. Το ίδιο και τα πρόχειρα κατασκευασμένα τεράστια εργοστάσια κεραμικών στη άκρη του δρόμου, που φωτισμένα το βράδυ αποκάλυπταν πίσω από τους φράχτες αμέτρητα πιθάρια και φτηνές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, ψεύτικα είδη λαϊκής τέχνης παγωμένα σε κάποια ώρα που δεν ήταν ούτε της ημέρας ούτε της νύχτας…

Στις απουσίες της….συλλογίζομαι τα σκοτεινά πεπρωμένα της άμορφης μάζας και των ασαφών προσώπων ολόγυρά μου. [σ. 20]. Φυσικά υπάρχει ο έρωτας. Ακόμα κι όταν κλείνεται στο δωμάτιο, ο Ούγκο φροντίζει να παρακολουθεί από το παράθυρο την Ίνγκεμποργκ, καθώς κολυμπάει στην παραλία ή συνομιλεί με κάποιους ενοχλητικούς άντρες. Μέρος της αγάπης τους είναι να ανέχεται τα τηλεφωνήματα που εκείνη δέχεται μέσα στη νύχτα. Γνωρίζει ότι ο έρωτας είναι ένα πάθος που αποκλείει όλα τα άλλα, αλλά έχει διακαή πόθο να συμβιβάσει το πάθος του για την Ίνγκεμποργκ με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι. Κάποιες αποδράσεις, εκτός από τις αναπόφευκτες εξόδους μαζί της, γίνονται εντός του ξενοδοχείου, όπου ξαναβρίσκει την Γερμανίδα ιδιοκτήτρια Έλζε, πόθο των παιδικών του χρόνων, με την οποία συνάπτει μια εξίσου αινιγματική διαλογική σχέση. Σαγηνεύεται από αυτό το κάτι, το δίχως όνομα που εκπέμπει η φράου Έλζε, που αιχμάλωτη, ανάμεσα σε δυο σχέσεις αφοσίωσης, έριχνε την ενοχή στην ίδια την ομορφιά της για τα βάσανα που περνούσε. «Όμορφη, απόμακρη, εξόριστη».

 Bolano 5

Το αλλόκοτο ενδιαίτημα που φτιάχνει από τα θαλάσσια ποδήλατα ο Καμένος, σαν κάστρο στην παραλία, ζώντας εκεί μέσα, πιθανώς παρακολουθώντας τους πάντες. σαν μια παράγκα ενός αγριμιού, η εξαφάνιση του Τσάρλυ στη θάλασσα, η διαδοχική αναχώρηση των Χάννα και Ίνγκεμποργκ, το ταμπλώ με τον χάρτη της Ευρώπης, τα ειδικά περιοδικά και τα φανζίν των στρατηγικών παιχνιδιών (άλλη μια μπολανιακή μανία), οι εξονυχιστικές περιγραφές τακτικών και μαχών, η μαθητεία του Καμένου στο παιχνίδι και του Ούγκο στον Καμένο, όλα τραβούν τον αναγνώστη στον παράξενο κόσμο τους, ακόμα κι αν η πλοκή παραμένει φευγαλέα και διαρκώς φευγάτη.

Έχει τις μανίες του όπως όλος ο κόσμος. Εξάλλου όλοι έχουν κάποια μανία. [σ. 115]

Το μυθιστόρημα βρέθηκε στα συρτάρια του συγγραφέα, προφανώς ημιτελές και πιθανώς χωρίς το τελευταίο φινίρισμα στα ύστατα σημεία της ιστορίας. Από τα παλαιότερα έργα του συγγραφέα [1989], εκδόθηκε ως είχε μετά τον θάνατό του. Είναι γραμμένο ως ημερολόγιο του ήρωα, από 20 Αυγούστου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, με μια τελευταία εγγραφή στις 20 Οκτωβρίου και περικλείει όπως και τα άλλα του βιβλία, την ολόδική του λεπτομερέστατη, μαγνητική, αμφίσημη, ατμοσφαιρικότατη γραφή. Μια γραφή πάντα παιγνιώδη, ακόμα κι όταν αφορά ένα παιχνίδι. Γιατί «το παιχνίδι είναι πάντα μια σύγκρουση». Και ποτέ άλλοτε ζωή και παιχνίδι – με την απόλυτα σοβαρή σημασία – δεν ήταν τόσο ασφυκτικά κοντά.

Bolano 4

Εκδ. Άγρα, 2013, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 398 σελ. [El Tercer Reich, 1989/2010].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr. Βιβλιοπανδοχείο, 181. / The world that summer.

30
Ιαν.
15

Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].

22
Ιαν.
15

Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

1

Ο θαυμαστός παλιός κόσμος

Εκείνο που κατά την γνώμη μου διαχωρίζει την γραφή του Λιόσα από τους έτερους εκλεκτούς συγγραφείς του λατινομερικανικού νότου είναι η πρόκριση της αφήγησης από κάθε έγνοια για τους τρόπους της. Ο Λιόσα αφήνει στην άκρη τους πειραματισμούς με την γλώσσα και την λογοτεχνικότητα και προτιμά να σκαρώνει ολόκληρους μυθιστορηματικούς κόσμους όπου η αφήγηση ιστοριών έχει την μέγιστη σημασία. Όχι φυσικά ότι δεν τόλμησε κατά καιρούς πλείστες μορφικές δοκιμές, όμως εκείνο που μένει από τα βιβλία του είναι οι αμέτρητες διηγήσεις επί διηγήσεων.

Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στην Λίμα της δεκαετίας του ’50, όπου ο δεκαοκτάχρονος Μάριο, εργάζεται ως υπάλληλος σε ραδιοφωνικό σταθμό Παναμερικάνα της Λίμα, ενώ στον κλεφτό του χρόνο σκαρώνει διηγήματα ως ένας αυτοδιδασκόμενος συγγραφέας. Η τριαντάχρονη Χούλια, αδελφή της θείας του, που έρχεται να μείνει στην πόλη, ύστερα από έναν αποτυχημένο γάμο, του ξυπνάει τα πρώτα του ερωτικά αισθήματα. Την ίδια στιγμή ο σταθμός επιτυγχάνει την σπουδαία «μεταγραφή» του Πέδρο Καμάτσο, ενός φημισμένου συγγραφέα ραδιοφωνικών ιστοριών.

 2

Τι είδους ιστορίες ήταν αυτές που συνέπαιρναν τα ακροατήρια της εποχής; Και πως μπορεί πια κανείς να αναπαραστήσει έστω κάποια μορφή τους; Αυτό ακριβώς κάνει ο συγγραφέας, σε κεφάλαια που εναλλάσσονται μ’ εκείνα της βασικής πλοκής. Εκεί η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο και, όπως είναι ευνόητο, πρόκειται για επεισόδια αισθηματικό, με έντονο το μελοδραματικό στοιχείο, αλλά και αστυνομικά, γεμάτα περιπέτειες, στα πρότυπα των ευρύτερων λαϊκών προτιμήσεων. Καθώς οι ραδιοφωνικές ιστορίες ανακυκλώνουν τα αιώνια θέματα των μυθιστορημάτων, ο Καμάτσο καταλήγει απλώς να παραλλάζει ονόματα και καταστάσεις, κι ίσως εδώ, τολμώ να σκεφτώ, να εκφράζεται μια παραβολή για την ίδια την λογοτεχνία: όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και επαναλαμβάνονται και το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος της αφήγησης.

Η νέα και ο νεότερος κάνουν συντροφιά, παρακολουθούν αργεντινά και μεξικανικά μελοδράματα, μοιράζονται λαθραίες βόλτες. Θα ανέμενε κανείς την περιγραφή μιας μαθητείας αλλά εδώ είναι ο Μάριο που διεκδικεί με θάρρος την παράδοση της Χούλια. Άλλωστε είναι εκείνος που βλέπει την ζωή ως ένα πεδίο με απεριόριστες δυνατότητες ακόμα κι αν δεν καταφέρει προς το παρόν να γράφει όπως ο Μπόρχες. Της είπα όλη μου τη ζωή. Όχι την περασμένη, αλλά αυτή που θα είχα στο μέλλον [σ. 110]

panampnt

Ο έρωτας με μια μεγαλύτερη γυναίκα έχει στοιχειώσει την εμπειρία του έρωτα αλλά και την γραφή του συγγραφέα: η ιστορία του εδώ είναι αυτοβιογραφική ενώ το ίδιο θέμα έχει ήδη τιμηθεί στο Μητριάς εγκώμιο όσο και στα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Ο Λιόσα δεν κρύβει το αυτοβιογραφικό στοιχείο του βιβλίου, καθώς εξομολογείται ότι εκτός από την περιπέτεια του πρώτου του γάμου, εμπνεύστηκε από την δεδηλωμένη του αδυναμία για το μελόδραμα αλλά και από την γνωριμία του με κάποιον συγγραφέα που σπαταλήθηκε ακριβώς στην συγγραφή τέτοιων ιστοριών. Όλα αυτά μαζί αναμείχθηκαν επιβεβαιώνοντας ότι το μυθιστόρημα ως είδος δεν γεννήθηκε για να πει αλήθειες· οι αλήθειες, περνώντας στη μυθοπλασία, μεταμορφώνονται πάντα σε ψέματα (δηλαδή σε αμφίβολες και αναπόδεικτες αλήθειες).

Από την αρχή η φιλοτέχνηση του Καμάτσο κλέβει την παράσταση· αυτή η ιδιόρρυθμη φιγούρα που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει σε όλα τα ραδιοφωνικά του σίριαλ μοιάζει με καρικατούρα, έτσι όπως εργάζεται με τα εξωφρενικά του ρούχα στο μικροσκοπικό δωματιάκι που έχει επιλέξει για να εγκατασταθεί με την γραφομηχανή του, ώστε να αισθάνεται πως εργάζεται στο πεζοδρόμιο. Όμως, δημιουργία κι αυτός ενός άλλου συγγραφέα, δεν αφήνεται στο απόγειο της δόξας του· του επιφυλάσσεται. αντίθετα, η αναπόφευκτη πτωτική διαδρομή: εξάντληση, υπερβολική εμπλοκή με τον ψεύτικο κόσμο των ιστοριών του, διανοητική σύγχυση, εγκλεισμός, επιστροφή στο μηδέν. Το ζευγάρι, βέβαια, παρά τις αναμενόμενες οικογενειακές και κοινωνικές αντιδράσεις, διασχίζει όλα τα στάδια της ερωτικής ζωής μέχρι και τον γάμο – άρα ο Λιόσα έχει όλες τις ευκαιρίες να προσθέσει δεκάδες εκδοχές μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.

radiopanamericana_marquez_1985_arkivperu1

Εκείνο που μένει μετά την ανάγνωση είναι η αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής, που στην λατινοαμερικανική εκδοχή της είναι διπλά γοητευτική. Από την μια παρουσιάζεται μια ολόκληρη πινακοθήκη προσώπων, από τα μέλη της οικογένειας μέχρι το προσωπικό του σταθμού, από την άλλη η πολύχρωμη τοιχογραφία ενός κόσμου: από την βιομηχανία των ραδιοφωνικών σειρών, όπου οι σειρές πωλούνται με το …κιλό (ασφαλέστερος τρόπος από τον αριθμό σελίδων), μέχρι την καθημερινή ζωή της μεταπολεμικής περουβιανής αστικής κοινωνίας και από την λατρεία κόσμου για τις ακουστικές ρομαντικές ιστορίες μέχρι τα πραγματικά ρομάντζα των δρόμων. Και το μεγάλο ατού του δικού μας γραφιά είναι η ατμόσφαιρα, όπου εκτός από την διάχυτη μουσική νομίζεις πως ακούς την μουσικότητα της γλώσσας, αλλά και σχεδόν μυρίζεις τον αέρα μιας άλλης, ανεπίστροφης εποχής.

my-old-radio

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 410 σελ. [Mario Vargas Llosa, La tía Julia y el escribidor, 1977]

22
Σεπτ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 163. Ελένη Κεφάλα

KefalaEleni1Περί Ποίησης

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του πρώτου σας βιβλίου ποίησης;

Ευχαρίστως. Το Μνήμη και παραλλαγές (Πλανόδιον 2007) δανείζεται τη δομή του από το αρχαίο δράμα και πιο συγκεκριμένα την τραγωδία. Ασπάζεται την άποψη που θέλει την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα ως ενιαίο κείμενο ή θέμα με παραλλαγές. Ποια είναι τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας; Η ζωή, ο θάνατος και το ταξίδι ανάμεσά τους -αυτό των πολλαπλών ζωών και πολλαπλών θανάτων. Αυτά είναι τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η παγκόσμια λογοτεχνία ανά τους αιώνες και ο κάθε συγγραφέας καταφέρνει να προσθέσει, αν τον ευνοήσει η τύχη, μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή. Ο Πλάτωνας αναφερόταν στη γνώση ως ανάμνηση. Το ίδιο υποστήριζε και ο Μπόρχες, αλλά χωρίς τη μεταφυσική διάσταση της πλατωνικής θεώρησης. Ανάμνηση και παραλλαγή είναι δυο έννοιες που διέπουν το βιβλίο. Η δραματική του δομή (πρόλογος, πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος) δημιουργούν μια σύνθεση εν κινήσει ή τουλάχιστον προβάλλουν την αντίληψη πως ο ποιητικός λόγος βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή. Εξάλλου, τα έχει πει αυτά ο Μπόρχες, η έννοια του τελικού κειμένου δεν ανήκει παρά μόνο στη θρησκεία ή την εξάντληση. Η ποίηση, όπως το θέατρo, είναι ανοιχτή σε διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Καμία ανάγνωση, καμία παραλλαγή, καμία ερμηνεία δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Ταυτόχρονα, παραφράζοντας τον Σαίξπηρ, το βιβλίο μάς υπενθυμίζει πως είμαστε αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένη η μνήμη μας. Ή καλύτερα είμαστε η μνήμη μας.

Μιλήστε μας για τη δεύτερη ποιητική σας συλλογή.

kefala-Χronorrafia1Να μου επιτρέψετε αντί του όρου ‘συλλογή’ να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘σύνθεση’. Η Χρονορραφία, που βγήκε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις Εκδόσεις Νεφέλη, είναι, όπως σημειώνεται στο εσώφυλλο της έκδοσης, μια δοκιμή στην πολυφωνία του χρόνου και ένας φόρος τιμής στις ασθενέστερες φωνές της ιστορίας. Η μαρτυρία ενός ανώνυμου και σχεδόν αγράμματου Κύπριου, που μεγαλώνει στο αγγλοκρατούμενο νησί το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα για να βρεθεί ανήμερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο ατμόπλοιο Άνδρος ανοιχτά της Ιταλίας με τελικό προορισμό τη Βρετανία, αποτελεί τον ιστό πάνω στον οποίο υφαίνονται οι υπόλοιπες ιστορίες (μεταξύ αυτών, η κατάκτηση της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς και η πτώση του καθολικισμού στη Σκωτία).

Η ποίηση ανασυντάσσει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και της μνήμης, τις οποίες βιώνουμε και εκφράζουμε κυρίως μέσα από τον κοινό λόγο. Η Χρονορραφία θεματοποιεί αυτήν ακριβώς τη λειτουργία της ποίησης, τον διάλογο δηλαδή του έντεχνου με τον κοινό. Δεν πιστεύω πως οι δυο βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν ‘ποιητικές λέξεις’, δεν μου αρέσει η εσκεμμένη χρήση άγνωστων ή δυσεύρετων φράσεων σε ένα ποίημα. Η εξεζητημένη σύνταξη μου φαίνεται επιτηδευμένη, σα να θέλει να σε κερδίσει με ένα ψέμα. Φυσικά αυτά είναι γούστα και η ποίηση έχει να κάνει πολύ με τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός μας. Πάντως η παρουσία της μαρτυρίας στο βιβλίο και οι δεσμοί που αναπτύσσει με τον έντεχνο λόγο αντικατοπτρίζουν, μεταξύ άλλων, και αυτή μου την πεποίθηση.

ΕξάλλοEleni-MnimiKaiParallagesυ, όπως διαφαίνεται από τον τίτλο, το βιβλίο αποτελεί μια σπουδή στον χρόνο. Οι μεταλλάξεις της γλώσσας, όπως για παράδειγμα η ανορθόγραφη μαρτυρία ή η μεταβολή των νοημάτων που συντελείται ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα ελληνική, καθρεφτίζουν τόσο τη μεταβλητότητά της όσο και το πέρασμα του χρόνου. Ταυτόχρονα, σε ένα μεταποιητικό επίπεδο, οι μεταλλάξεις αυτές υποδηλώνουν, σημασιολογικά πλέον, την πολυσημία του ποιητικού λόγου. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι επιμέρους ενότητες της σύνθεσης ουσιαστικά μιμείται τους μηχανισμούς της ίδιας της ποίησης. Θέλω να πω πως ο ποιητικός λόγος λειτουργεί μεταφορικά (κάθε λέξη ή έννοια μας μεταφέρει κάπου αλλού) και γι΄αυτό αναγκαζόμαστε να επιβραδύνουμε την ανάγνωση, κάτι που δεν κάνουμε κατ’ ανάγκη όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα. Με άλλα λόγια, στην ποίηση οι λέξεις αποκτούν διαφορετικό βάρος λόγω ακριβώς της μεταφορικότητάς τους. Ένας από τους στόχους της Χρονορραφίας είναι να δείξει αυτή τη λειτουργία της ποίησης (στην προκειμένη περίπτωση, ο έντεχνος λόγος έχει ως εφαλτήριο μια λέξη ή μια φράση της μαρτυρίας που μας μεταφέρει σε άλλα πεδία -χρονικά, χωρικά, γλωσσικά, σημασιολογικά, κ.ο.κ.). Ένα ποίημα της σύνθεσης τελειώνει με τον στίχο: ‘η ποίηση είναι’. Θα προσέθετα: και είναι παντού. Φτάνει να έχουμε πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας, όπως θα έλεγε ο ποιητής.

portada del Libro Pedro Paramo de Juan RulfoΤέλος, οι πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ των ποιημάτων, αυτόνομων ως επί το πλείστον, διακλαδώνονται και δημιουργούν παράλληλα και δαιδαλώδη νοηματικά επίπεδα. Η Χρονορραφία είναι ένα βιβλίο που ζητά τη συμμετοχή του αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. Ένα έργο που θαυμάζω είναι το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο. Κάθε φορά που το διαβάζεις ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Όσο περισσότερο επενδύεις στην ανάγνωση, τόσο περισσότερο κερδίζεις ως αναγνώστης. Δεν είναι ερμητικό κείμενο, είναι όμως απαιτητικό. Έχει να σου πει πολλά, φτάνει να έχεις όρεξη να το ακούσεις. Στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιαστεί αυτό που κάποιοι ονομάζουν immersive theatre ή interactive theatre. Για να είμαι ειλικρινής το ανακάλυψα τυχαία πρόσφατα σε ένα δοκίμιο τριτοετούς φοιτήτριας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος immersive poetry. Δεν ξέρω αν ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Πιθανόν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξενοδοχεία, βιβλιοθήκες, καφετέριες, τρένα, αεροπλάνα και βαπόρια. Και σε αγαπημένα μου μέρη, όπως για παράδειγμα στο Cavo Greco ή στην παραλία του St Andrews.

Jorge Luis BorgesΠερί Επιστημονικής Έρευνας

Είστε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του St Andrews στη Σκωτία. Ποιο είναι το ειδικότερο αντικείμενό σας;

Διδάσκω λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής με ιδιαίτερη έμφαση στην Αργεντινή. Τώρα τελευταία πειραματίζομαι και με άλλες μορφές τέχνης (κινηματογράφο, φωτογραφία, ζωγραφική). Ερευνητικά με ενδιαφέρουν ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητα και νεωτερικότητας, η σύγχρονη λογοτεχνία, η κριτική θεωρία, η ποίηση της πρωτοπορίας στην Αργεντινή και η ιστορική πρωτοπορία γενικότερα, ο Μπόρχες, κ.α.

Το θέμα της διατριβής σας είναι «Περιφερειακός (Μετα)μοντερνισμός: Η Συγκρητιστική Αισθητική των Μπόρχες, Πίλια, Καλοκύρη και Κυριακίδη» (2007). Ποια ήταν η προβληματική σας, ποια η διαδρομή της μελέτης, ποια τα συμπεράσματά της;

Kefala-Peripheral (Post)ModernityΟ Μπόρχες αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τρεις σύγχρονους λογοτέχνες, δυο έλληνες και έναν αργεντινό. Μέσα από τις αισθητικές επιλογές τους, το βιβλίο εξετάζει ζητήματα νεωτερικότητας και πολιτισμικής ταυτότητας σε Ελλάδα και Αργεντινή. Στόχος του είναι να ανιχνεύσει τους μηχανισμούς που αναπτύσσονται στην ούτως καλούμενη γεωπολιτική περιφέρεια ως αποτέλεσμα της επαφής της με ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας. Η μελέτη αντιστρατεύεται τον όρο ‘αργοπορημένη’ νεωτερικότητα που συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τις χώρες αυτές. Διερευνά, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, τις πολιτισμικές διεργασίες που οδηγούν στη δημιουργία ποικίλων μοντέλων νεωτερικότητας ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, κ.ο.κ.) της κάθε χώρας. Όπως σωστά παρατηρεί ο Thomas Docherty αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ‘Πρώτου’ και ‘Τρίτου’ Κόσμου, ‘δεν υπάρχει ένας κόσμος (ούτε καν τρεις), αλλά πολλοί. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό και κανένας από αυτούς δεν χρειάζεται να εναρμονιστεί με τους υπόλοιπους’. Έτσι και η νεωτερικότητα δεν είναι μία αλλά πολλές, που αναπτύσσονται σε διαφορετικά χωροχρονικά πλαίσια ακολουθώντας διαφορετικές ταχύτητες. Η προσέγγιση που θέτει ως μέτρο σύγκρισης ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας δεν είναι μόνο επισφαλής, αλλά συχνά κρύβει και ένα είδος διανοητικού ιμπεριαλισμού. Επίσης, η επίμαχη διάκριση μεταξύ νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας εμφανίζεται ακόμη πιο προβληματιpigliaκή σε χώρες όπως η Αργεντινή και η Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας έτσι θέσεις όπως αυτές των Habermas, Lyotard και Jameson, που θέλουν την τελευταία να βρίσκεται σε συνεχή εμπλοκή με τη νεωτερικότητα, ή όπως αυτή του Eagleton, ο οποίος την αντιλαμβάνεται ως εξάντληση και κρίση των νεωτερικών αξιών. Θεωρώ πως πολύ συχνά οι δυο χώρες ακολουθούν παράλληλες κοινωνικοπολιτικές και αισθητικές πορείες -δυστυχώς και οικονομικές- παρέχοντας έτσι πρόσφορο έδαφος στους συγκριτολόγους. Κατά τη γνώμη μου οι νεοελληνικές σπουδές έχουν να κερδίσουν πολλά, ειδικά στο εξωτερικό, από τέτοιες συγκρίσεις. Ο διάλογος της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τη λατινοαμερικάνικη, ενίοτε άμεσος, αλλά πιο συχνά διεθλασμένος, έχει μελετηθεί ελάχιστα. Παραπέμπω σε ένα άρθρο του Δημήτρη Τζιόβα στο Βήμα με τίτλο ‘Τα σύνορα της σύγκρισης’ (13/01/2008).

Έχετε επιμεληθεί τον σύμμεικτο τόμο «Negotiating Difference in the Hispanic World: From Conquest to Globalisation» (2011). Πείτε μας λίγα λόγια.

Το βιβλKefala-Negotiating differenceίο προέκυψε από ένα διεθνές συνέδριο με θέμα την πολιτισμική ταυτότητα που διοργανώθηκε κάποια στιγμή στο St Andrews. Πραγματεύεται την έννοια της ταυτότητας ως αποτέλεσμα μιας διαλογικής διαδικασίας, μιας συνεχούς διαπραγμάτευσης δηλαδή με τη διαφορά. Αντικείμενο μελέτης του είναι η Λατινική Αμερική από την κατάκτησή μέχρι σήμερα. Ο τόμος καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα που εκτείνεται από το Μεξικό, την Κολομβία και την Κούβα μέχρι τη Χιλή και την Αργεντινή, με αναφορές στην Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση πάντα με τη Λατινική Αμερική. Η προσέγγιση είναι διεπιστημονική -συγκεκριμένα συνδυάζει τη λογοτεχνική θεωρία και τις πολιτισμικές σπουδές με την ιστορία της τέχνης, τις μεταφραστικές σπουδές και την ανθρωπολογία.

Περί αδιακρισίας

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο έκθετος (El entenado) του Χουάν Χοσέ Σαέρ (ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά κείμενα με θέμα τους ιθαγενείς της Αργεντινής κατά την περίοδο της κατάκτησής της από τους Ισπανούς) και το The Ancient Concept of Progress του E. R. Dodds.

Τι γράφετε τώρα;

Διαβάζω γONETTI 1ια την εισαγωγή της δεύτερης μονογραφίας μου Five and One Theses on Modernity: Buenos Aires Across the Arts, 1921-1939. Το ακαδημαϊκό σύστημα στη Βρετανία δυστυχώς μας έχει μετατρέψει, ή κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μας μετατρέψει, σε μηχανές παραγωγής έρευνας, κάτι που συχνά οδηγεί σε ένα είδος συστημικού καταναγκασμού. Πολλές φορές (ίσως και τις πλείστες) αυτό μεταφράζεται σε ποσοτική παρά ποιοτική έρευνα. Αυτό τον τρόπο σκέψης θέλω να τον κρατήσω μακριά από την ποίηση. Γράφω όταν έχω κάτι να πω. Αν αυτό που έχω να δώσω δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο, δεν υπάρχει λόγος να το κάνω. Πιστεύω πως στην εποχή μας δημοσιεύουμε πολύ, μιλάμε ακόμη περισσότερο, αλλά διαβάζουμε πολύ πιο λίγο και ακούμε ακόμη λιγότερο. Η μακροσκελής βιβλιογραφία στην ποίηση δεν με ενδιαφέρει. Εξάλλου πολλοί από τους λογοτέχνες που θαυμάζω δεν υπήρξαν πολυγράφοι ή τουλάχιστον υπήρξαν θιασώτες της αριστοτελικής οικονομίας. Το ‘publish or perish’ δεν με αφορά. Όχι στην ποίηση τουλάχιστον.

Περί Ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχω αγαπήσει περισσότερο κείμενα και λιγότερο συγγραφείς. Μερικά ονόματα: Όμηρος, Καβάφης, Μπόρχες, Αναγνωστάκης, Καρυωτάκης, Σαπφώ, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Κορτάσαρ, Μανουέλ Πουίγκ, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Κάφκα, Ρούλφο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά που μου έρχονται στο μυαλό: KefalaEleni2Το Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο, τα Ανθρώπινα ποιήματα του Σέσαρ Βαγιέχο, οι Πρόσθετες διερευνήσεις του Μπόρχες, η Κατάσταση εξορίας της Κριστίνα Πέρι Ρόσι, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ, τα Φύλλα Χλόης του Ουίτμαν, τα Γυάλινα Γιάννενα και η Παραλογή του Γκανά, τα ομηρικά έπη, ο Οδυσσέας του Τζόυς, Οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Η γυναίκα της Ζάκυθος και οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι του Σολωμού, Ο Εξώστης του Καχτίτση, η Κίχλη του Σεφέρη, οι Τρωάδες του Ευριπίδη, Η καρδιά του σκότους του Κόνραντ, η Ανθρώπινη αλυσίδα του Σέιμους Χίνι, Ο πίθηκος Ξουθ του Πιτσιπίου, Οι 7 τρελοί του Ρομπέρτο Αρλτ. Επίσης, ποιήματα των Μπουκόφσκι, Πεσσόα, Ροσάριο Καστεγιάνος, Ολιβέριο Χιρόντο, Καρούζου, Παυλόπουλου, Ντενίς Λέβερτοφ, Νικανόρ Πάρρα και πολλών άλλων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα άπαντα των Μπόρχες, Κορτάσαρ, Ρούλφο. Πολλά των Παπαδιαμάντη, Ροϊδη, Βιζυηνού, Ιωάννου, Γονατά, Χάκκα, Ονέτι. ‘Η νήσος’ του Πίγλια. Τα κοσμικωμικά του Καλβίνο. Και πολλά άλλα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δον Κιχώτης.

Στα ζωγραφισμένα πορτρέτα: Jorge Luis Borges, Ricardo Piglia, Juan Carlos Onetti.




Ιουνίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 925,020 hits

Αρχείο

Advertisements