Posts Tagged ‘Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία

30
Οκτ.
18

Λουίς Σεπούλβεδα – Η ιστορία ενός σαλίγκαρου που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας

Ο αντάρτης και η μνήμη

Μπορεί ο Σεπούλβεδα να είναι ένας ανεξάντλητος στην έμπνευση μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, αλλά αυτή τη φορά το εύρημα της «παιδικής» τους ιστορίας το πρόσφερε αφειδώς ο εγγονός του στον κήπο του σπιτιού τους, ούτως ή άλλως γνωστό τόπο θαυμάτων ανεξάρτητα από τόπους κι εποχές. Υποθέτω έχετε ήδη αντιληφθεί ποια ήταν η ερώτηση: Γιατί είναι τόσο αργό το σαλιγκάρι;

Το θέμα είναι ότι σ’ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι μας ζει πράγματι μια αποικία σαλιγκαριών τα μέλη της οποίας δεν έχουν αναρωτηθεί κάτι τέτοιο· ούτε τα σαλιγκάρια της που κατά τα άλλα δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία πως ο τόπος τους είναι ο καλύτερος. Δεν έχει σημασία που κανέναν απ’ αυτά δεν έχει ταξιδέψει ως την άκρη του λιβαδιού· τους αρκεί που ήταν σκεπασμένο με χόρτα και αγριολούλουδα, στεγάζονται σε πυκνόφυλλο χειμωνανθό και τρώνε το νοστιμότατο λιονταρόδοντο. Είναι σημαντικό να χαίρεσαι όσα έχεις αλλά πάντα θα υπάρχουν ερωτήσεις που βασανίζουν κάποιον ανικανοποίητο νέο. Γιατί τα σαλιγκάρια δεν αποκτούν ονόματα και το ένα αποκαλεί το άλλο σαλιγκάρι; Και το κυριότερο: γιατί πάνε τόσο αργά;

Το σαλιγκάρι γνωρίζει πως μόνο με την συνδρομή των άλλων μπορεί κάπως να διαφωτιστεί. Τα σαλιγκάρια του περίγυρου όχι μόνο δεν έχουν τι να απαντήσουν αλλά και το σαρκάζουν. Μόνο η κουκουβάγια (που ανοίγει τα μάτια της τη νύχτα και βλέπει ό,τι γίνεται και τα κλείνει τη μέρα και βλέπει ό,τι έγινε) έχει απλά να του πει πως όλα όσα έχει δοκιμάσει, το πικρό και το γλυκό, η βροχή κι ο ήλιος, η παγωνιά και η νύχτα, όλα πάνε μαζί του και τον βαραίνουν, εξ ου και η βραδύτητα. Μόνη λύση είναι η φυγή προς αναζήτηση της αλήθειας.

Η αναζήτηση είναι περιπετειώδης και οι συναντήσεις με άλλα ζώα πολλές. Η εξίσου αργοκίνητη χελώνα τον ενημερώνει πως όταν ένας άνθρωπος έχει τολμηρές ερωτήσεις λέγεται Αντάρτης. Κι εκείνη που δεν σταμάτησε να θυμάται τον δρόμο απ’ όπου ήρθε και το δικό της παρελθόν την είπαν Μνήμη. Αμφότεροι διαθέτουν πια ονόματα και καταλαβαίνουν πως τον ίδιο δρόμο είχαν πάρει κι από πριν γνωριστούν. Φαίνεται πως αντάρτης και μνήμη πάντα πάνε μαζί και αντιστρόφως.

Περιπλάνηση χωρίς περιπέτεια δεν νοείται. Στην άκρη του λιβαδιού το σαλιγκάρι εντοπίζει ένα τεράστιο ανθρώπινο εργοτάξιο όπου πελώρια ζώα με κυκλικά πόδια και μεταλλικές καρδιές στρώνουν μια μαύρη λωρίδα γης που ονομάζεται δρόμος. Οι απαντήσεις μπορούν να περιμένουν· τώρα προέχει η επιστροφή για να προειδοποιήσει την κοινωνία του. Τα πρεσβύτερα σαλιγκάρια αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις ειδήσεις που φέρνει ο Αντάρτης· οι μεγάλοι πάντα ανησυχούν μη χάσουν το κύρος και την εξουσία τους.  Στο μαύρο πέπλο όμως τίποτα δεν φυτρώνει, τα χόρτα τις άκρες του έχουν γεύση περίεργη και δυσάρεστη, οι ακτίνες του ήλιου δεν αντανακλώνται κι η εγκλωβισμένη θέρμη παραπλανά τους σκαντζόχοιρους. Η κατάσταση επείγει και σύντομα αλλάζει.

Αργά, πολύ αργά, ο Αντάρτης συνέχισε το δρόμο του και, στρέφοντας το κεφάλι, είδε πως όλα τα σαλιγκάρια τον ακολουθούσαν. Ούτε καμάρωσε γι’ αυτό, ούτε ένιωσε καμιά ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα προτιμούσε να μην τον είχαν ακολουθήσει, αφού τότε θα είχε την ευθύνη μόνο για τη δική του τύχη. Τα σαλιγκάρια τον ακολούθησαν, κι αυτό του προκάλεσε πολύ φόβο, αλλά τότε θυμήθηκε αυτό που του ’χε πει η Μνήμη, ότι οι πραγματικοί αντάρτες νιώθουν φόβο αλλά τον ξεπερνάνε, κι αργά, πολύ αργά, συνέχισε το δρόμο του πάνω στο χορτάρι.

Ο Σεπούλβεδα γνωρίζει καλά και την τέχνη της αφήγησης μιας παιδικής ιστορίας που αφορά κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Περιγράφει την φύση (με εκφράσεις που εστιάζουν σε λεπτομέρειες που δεν παρατηρούμε), αγγίζει περιφερειακά θέματα (η εγκατάλειψη ζώου) και προκαλεί ερωτήματα που έρχονται αβίαστα, χωρίς αναφορά – να αρκείσαι στα καλά που σου δίνει η ζωή ή να συνεχίζεις να ψάχνεις μια γνώση που μπορεί να σου τα στερήσει; Την δε ιστορία του δεν βιάζεται καθόλου να την ολοκληρώσει· φαίνεται πως ακολουθεί κι ο ίδιος την βραδύτητα του σαλιγκαριού. Είναι η ίδια βραδύτητα που επέτρεψε στο σαλιγκάρι να γνωρίσει τόσα ζώα και αναζητώντας απαντήσεις να εντοπίσει κινδύνους και να γίνει χρήσιμος στην κοινωνία του. Κι όχι μόνο! Χάρη στις αργές του κινήσεις προειδοποίησε και άλλα ζώα, όπως τις μέλισσες και τους σκαραβαίους, ενώ αν ήταν ταχύς δεν θα τους είχε καν δει. Μένει εμείς οι σοφοί δίποδοι μεγάλοι να εμπνευστούμε το γρηγορότερο δυνατό (εδώ θέλει ταχύτητα!) από την εμπειρία του σαλιγκαριού και να διαπιστώσουμε πως η δική μας ζωή, ακόμα και στα λιβάδια που προτιμήσαμε, δεν απολαμβάνεται με υπερταχείες.

Εκδ. Opera, 2013, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εικονογράφηση Ειρήνη Ελευθεριάδη, σελ. 88 [Luis Sepúlveda, Historia de un caracol que descubrió la importancia de la lentitud, 2013]

ΥΓ. Το νου σας, ο Σεπούλβεδα έχει συνεταιρικά γράψει και τα χειρότερα των αδελφών Γκριμ, όχι των γνωστών, αλλά κάτι άλλων.

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Advertisements
20
Οκτ.
18

Βισέντε Αλφόνσο – Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου

Οι πολλαπλές υποκειμενικές πραγματικότητες

Οι φάκελοι πάντα είναι ελλιπείς. Η ανασύσταση της πραγματικότητας είναι αδύνατη, τα γεγονότα συμβαίνουν και χάνονται. Αυτό που ακολουθεί είναι ατελείς αναπαραστάσεις, απεικονίσεις φτιαγμένες από λέξεις. [σ. 70]

Ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που απόλαυσα πριν πολλά χρόνια και στις δυο αναγνώσεις ήταν το Η Ροσάουρα απόψε στις δέκα, του δυστυχώς άγνωστου στη χώρα μας Αργεντινού Μάρκο Ντενέβι [Rosaura a las diez, 1955, ελλ. έκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Σπυριδοπούλου, με πολύτιμο επίμετρο του Χουάν Κάρλος Μέρλο]. Με το πρόσχημα της διαλεύκανσης ενός φόνου και μέσα από διαφορετικές καταθέσεις των μαρτύρων ο συγγραφέας παρουσίαζε διαφορετικές ερμηνείες της «ορατής» πραγματικότητας, βασισμένες στην εκάστοτε αντίληψη του κάθε πρωταγωνιστή. Επρόκειτο για εκδοχές τόσο πειστικές που έμοιαζαν σχεδόν να παρουσιάζουν ισάριθμες εναλλακτικές πραγματικότητες.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά απολαμβάνω ένα ανάλογο μυθιστόρημα, αυτή τη φορά από έναν σύγχρονο Μεξικανό συγγραφέα. Φυσικά το εύρημα δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε σπάνιο στην λογοτεχνία· όμως οι ενδείξεις που απροσανατολίζουν τον αναγνώστη, η συνεχής και ανατρεπόμενη αναζήτηση της αληθοφάνειας και ο αντίρροπος αγώνας να διακρίνουμε πίσω από το «φαίνεσθαι» των πραγμάτων χρειάζονται μια ιστορία κατάλληλη, πρόσφορη σε ποικίλες οπτικές και διασπάσιμη σε κομμάτια όπως ένα παζλ που συν τοις άλλοις δίνει και διαφορετική εικόνα ανάλογα από την θέση του βλέμματος. Και απαιτείται ικανή γραφή· κι εδώ αμφότερα επιτυγχάνονται.

Το βιβλίο χωρίζεται σε εναλλασσόμενες ενότητες που αφορούν και μια διαφορετική πηγή της έρευνας: Θεραπευτική Συνεδρία (σε οκτώ μέρη), Η «τελευταία γουλιά» (σε τρία), Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου (σε πέντε), Ανοιχτός Φάκελος (σε τρία), Ad Maiorem Dei Gloriam (σε τέσσερα), Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο (σε τρία), Ημέρα επίσκεψης (σε πέντε). Υπάρχουν ακόμα το Γράμμα από το Τοπολομπάμπο, ένα δεύτερο κείμενο για τον ίδιο τόπο, ένα δίστηλο από τον Κίτρινο Τύπο και το καταληκτικό Η συκιά και οι στάχτες. Με τον τρόπο αυτό αλλάζει και η οπτική της ιστορίας, καθώς η σε πρώτο πρόσωπο εξομολόγηση του συγγραφέα εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπες ή πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των γεγονότων με επίκεντρο διαφορετικούς κάθε φορά χαρακτήρες.

Στην Θεραπευτική Συνεδρία ο ψυχολόγος αφηγητής Αλμπέρτο Αλμπόρες θυμάται τις συνεδρίες του με τον νεαρό Ρώμο Αγιάλα, ως μέρος μιας ομάδας που θα υπερασπιστεί την αθωότητά του για τον φόνο που του αποδίδεται. Πρόκειται για την δολοφονία ενός τσιρκολάνου μάγου στο Μπαρ «Τελευταία Γουλιά», για την οποία τελικά φυλακίστηκε, και τώρα ο Αλμπόρες επιθυμεί να διαλευκάνει. Εγκαταλείπει τις συνεδρίες και επιχειρεί την συγγραφή ενός βιβλίου που θα συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, με συνεντεύξεις όλων των εμπλεκομένων, καταθέσεις από τις ανακρίσεις αλλά και προσωπικές σημειώσεις από τις δικές του μνήμες.

Ο Ρώμος είναι δίδυμος με τον Ρωμύλο, έχουν για πατέρα έναν ευυπόληπτο δικαστή, δούλευαν σ’ έναν μάγο ονόματι Μεγάλο Παδίγια σε πανηγύρια και γιορτές πολιούχων και γυρνούσαν την επικράτεια με δυο σαραβαλιασμένα τροχόσπιτα. Μαζί τους ταξίδευε και η κατά έξι χρόνια μεγαλύτερή τους Μάγδα Γκονσάλες, ερωμένη του Παδίγια, που σχετίστηκε με τον Ρωμύλο αλλά προσέλκυσε και τον Ρώμο, πρόθυμη να ζήσει μια κοινή ερωτική εμπειρία με τους αδελφούς. Η Μάγδα αποτελεί μια από τις βασικές μορφές της ιστορίας. Όταν κάνει τα μαλλιά της κοτσίδα και βάζει το λευκό της φόρεμα γίνεται η Μικρή Κάντε ή απλώς η Μικρή, που ο κόσμος λατρεύει ως θαυματουργή, τής αφιερώνει τάματα, γεμίζει τα ερημοκλήσια με εικόνες της κι έχει να λέει πως χάρη σ’ αυτήν σώθηκαν οι δικοί τους άνθρωποι από πάσης φύσεως συμφορές.

Στην διακεκομμένη ενότητα Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου Ι-V ο γερο-ρεπόρτερ Πέπε Σαμόρα ταξιδεύει στα μέρη του θρύλου της Μικρής, για την οποία φαίνεται πως όλοι έχουν να διηγηθούν κάποια θεραπεία, σωτηρία ή προφητεία. Αναζητά στοιχεία στην λεηλατημένη εκκλησία όπου εκείνη χτυπήθηκε και βιάστηκε. Στο ξωκλήσι του Σταυρού σε μια φωτογραφία της ανάμεσα στα τάματα φοράει ένα φουστάνι ίδιο με το καμένο υφασμάτινο κομμάτι που έχει στην τσέπη του. Δίπλα της, μια ζωγραφιά με το ίδιο φόρεμα, δια χειρός του σωσμένου Χουάν Μποράδο, που της υπόσχεται να επιστρέφει κάθε χρόνο την νύχτα του Αγίου Λαυρεντίου. Είναι η νύχτα όπου η γιορτή του Αγίου μετατρέπεται σε βακχική τελετή. Η μικρή θεωρούσε τον εαυτό της όργανο του Θεού· ότι δεν ήταν εκείνη που θεράπευε τους αρρώστους, αλλά ο Θεός που ενεργούσε μέσω αυτής. Για τους ντόπιους η αξία της είναι ίδια μ’ εκείνη του Σταυρού: μια απόδειξη ότι ο Θεός δεν τους έχει ξεχάσει.

Η «τελευταία γουλιά», το όνομα του μπαρ όπου έγινε ο φόνος, συγκεντρώνει ως ενότητα τις διαφορετικές αν όχι αντιφατικές καταθέσεις των θαμώνων. Ο Ανοιχτός Φάκελος περικλείει το αρχείο του ψυχοθεραπευτή, που εκ των υστέρων ομολογεί πως αν είχε αποκαλύψει όσα γνώριζε, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς· αλλά σιώπησε όχι μόνο για λόγους δεοντολογίας αλλά και από φόβο. Τα τέσσερα κεφάλαια Ad Maiorem Dei Gloriam εστιάζουν στην φαινομενικά παράπλευρη ιστορία ερωτικής μύησης του Ρώμου και των άλλων Αποστόλων σ’ ένα ιησουιτικό οικοτροφείο. Οι νέοι εντρυφούν στο Βαθύ Λαρύγγι της περίφημης Λίντα Λαβλεϊς και επιδίδονται σε όργια προετοιμασίας για την ερωτική τους πρεμιέρα κρυφά από τον κληρικό Οράσιο Πέρες Βάργκας ή, σύμφωνα με άλλο εξίσου πειστικό ενδεχόμενο, με την απόλυτη συναίνεσή του. Ποιος τόπος άλλωστε θα ήταν ασφαλέστερος και ποιος χρόνος καταλληλότερος για την σχετική εκπαίδευση; Η φωτιά στο κτίριο εκκινεί μια χιονοστιβάδα συμβάντων τελικά διόλου άσχετων με την ιστορία.

Στο τριπλό Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο ο Ρωμύλος απευθύνεται στον πατέρα του και τον ρωτάει για τον τάφο της μητέρας του, καθώς, στοιχειωμένος από μια συγκινητική ιστορία που συνήθιζε να ακούει, τον εντοπίζει αλλά τον βρίσκει άδειο. Η Ημέρα επίσκεψης περιγράφει την σύλληψη του Ρώμου στα σύνορα επειδή στο αυτοκίνητό του βρίσκουν μια παλιά ελαιογραφία με το Μαρτύριο του Αγίου Λαυρεντίου. Πιθανώς άλλη μια παραπλάνηση του φαίνεσθαι, καθώς αναφέρονται άλλες περιπτώσεις πλαστογραφίας ή απλής αντιγραφής ενός έργου τέχνης που εξαπατούν τους ειδικούς και σίγουρα κάποιους αδαείς αστυνομικούς.

Κάθε νέα διακλαδωμένη ιστορία συνεχίζει να έχει δυο διαφορετικές εκδοχές, όπως, για παράδειγμα,  η ιστορία της Ροζάριο, της μητέρας των αδελφών. Η νοσηρή σχέση με τον πατέρα τους και οι αντιδράσεις από την πλούσια οικογένειά της είναι δεδομένα αλλά η συνέχεια της ζωής της διττή. Εξαφανίστηκε για σπουδές στην Ευρώπη ή παρέμεινε στα πάτρια με πλούσια κοινωνική προσφορά; Ένα δεύτερο, ξανά φαινομενικά άσχετο, ένθετο κεφάλαιο που εκκινεί από την ουτοπία του Άλμπερτ Όουεν στα τέλη του 19ου αιώνα και την ίδρυση μιας αντικαπιταλιστικής πόλης με πλήρη καταμερισμό της παραγωγής – ένα όνειρο που κράτησε δέκα χρόνια – φτάνει ως εδώ, καθώς, από μια μεγάλη ειρωνεία της Ιστορίας, είναι ο ίδιος ο βορειοδυτικός μεξικανικός κάμπος που διαφεντεύει ο πατέρας της Βίκτορ Ναβάρο Τσάβες. Και πρόκειται για τεράστιες εκτάσεις γης που στα αρχεία φαίνονται ως μικρές ιδιοκτησίες άλλων, ενώ προσλαμβάνονται ξένοι εργάτες που δεν έχουν οικογένεια εκεί και δεν μπορούν να οργανωθούν. Αν η Ροζάριο επιχείρησε να αναστρέψει την μεγάλη κοινωνική αδικία; Δεν θα μπορούσε ο τάφος της να είναι η τέλεια κρυψώνα για τα όπλα μιας εξέγερσης ή τα πολύτιμα έγγραφα μιας αποκάλυψης;

Όταν κάποτε φτάσει η στιγμή της τριπλής συνεύρεσης, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ρώμου, ο Ρωμύλος εμποδίζει την Μάγδα ν’ αναπνεύσει, ενώ μέσα της βρίσκεται ο δίδυμος αδελφός του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εδώ η επίκληση ενός διηγήματος του Μπόρχες («Η παρείσακτη»), όπου δυο φίλοι επιλέγουν να σκοτώσουν την γυναίκα που αμφότεροι επιθύμησαν. Θυμάμαι με συγκίνηση το διήγημα, ήταν από τα πρώτα που διάβασα στην παλιά έκδοση του Ερμή, με το πορτοκαλί εξώφυλλο και τον μονοκόμματο τίτλο «Διηγήματα». Η μπορχεσιανή πρόζα, άλλωστε, περνάει σαν σκιά τις σελίδες, μ’ όλες αυτές τις πολλαπλές διαθλάσεις της πραγματικότητας.

Όμως ο ερευνητής δέχεται και την επίσκεψη του Ρωμύλου, που ισχυρίζεται απερίφραστα πως ο Ρώμος είναι ένας μυθομανής, μιλάει αυθαίρετα για εγκλήματα και βιασμούς, οι αφηγήσεις του είναι γεμάτες σεξ και βία. Και πως ευρισκόμενος σε κατάσταση φαντασιωσικής ψευδολογίας, επιθυμεί εμμονικά να είναι άγιος, αν όχι μάρτυρας. Φυσικά ο Ρώμος σε μια επόμενη συνεδρία ανασκευάζει όλα τα εναντίον του λεγόμενα και τον οδηγεί στο υποτιθέμενο σημείο ταφής. Κάποτε η Μάγδα είχε διαπιστώσει ότι κάποια που υποτίθεται προστάτευσε χάνει με βίαιο τρόπο την ζωή της. Η σκληρή εμπειρία έγινε απελευθερωτική: συνειδητοποίησε πως δεν υπάρχει κανείς να μας προσέχει εκεί ψηλά. «Δεν ξέρετε», ομολογούσε, «πόση ανακούφιση είναι να νιώθεις πως ο Θεός είναι η παραμορφωμένη ηχώ της ίδιας μας της συνείδησης, όπως όταν βλέπουμε το καθρέφτισμά μας σε μια λακκούβα με νερό».

Έτσι ο αφηγητής αισθάνεται πως βρίσκεται μπροστά στην «κάρα του Αγίου Λαυρεντίου» και «το φαινόμενο του Λαζάρου». Η χρυσή λάρνακα με την απανθρακωμένη κάρα του Αγίου σήμερα αμφισβητείται ότι ανήκει στον άγιο. Το ερώτημα της πραγματικής της προέλευσης οδήγησε στην καθιέρωση της φράσης «η κάρα του Αγίου Λαυρεντίου», που χρησιμοποιείται για κάθε πρόβλημα λογικής για το οποίο τα στοιχεία αντιφάσκουν. Όσο για το φαινόμενο του Λαζάρου, η περιοχή του παραμένει σκοτεινή αλλά πάντα ερευνητέα: είναι το ενδεχόμενο να εφάπτονται σε κάποιο σημείο η πίστη και η επιστήμη.

Οι δίδυμοι αποτελούν εξαιρετικά ενδιαφέροντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες που αν και αναπότρεπτα δεμένοι βρίσκονται σε μια μόνιμη αντιστικτική αντίθεση: ο ένας εξωστρεφής, ερωτικός, χωρίς συμπλέγματα, ο άλλος μοναχικός και φοβισμένος· ο Ρώμος σκαλίζει το παρελθόν, ο Ρωμύλος διαβλέπει το μέλλον· ο πρώτος αφοσιώνεται στην συντήρηση έργων τέχνης, με το βάρος του φιλοσοφικού ερωτήματος μέχρι ποιο σημείο φτάνει η επέμβαση του συντηρητή, ο δεύτερος ασχολείται με έναν μεγάλο συνεταιρισμό.

Οι συνομιλίες του Ρώμου με τον Αλμπόρες, ο οποίος τον βοηθά να ανασυστήσει, όπως λέει ο R.D.Laing, τον τρόπο να σταθεί στον κόσμο και να εκφράσει την δική του θέαση των γεγονότων, απαραίτητη συνθήκη σε οποιαδήποτε σχέση, όχι μονάχα μεταξύ ασθενούς και θεραπευτή, αποτελούν ένα από τα δυνατά κομμάτια του βιβλίου. Αλλά είναι και ο ίδιος ο ψυχολόγος που θα διδαχτεί από τον Ρώμο πως «η ανασύσταση του παρελθόντος είναι ένα παζλ που τα κομμάτια του δεν μπορούν να θηλυκώσουν», σαν τα χίλια μικρά κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη.

Η ιστορία δεν αρχίζει εκείνη τη στιγμή, όμως απ’ αυτό σημείο προτιμάς ν’ αρχίζεις να τη διηγείσαι κάθε φορά. Αν έμαθες κάτι στην εφημερίδα, είναι πως οι ιστορίες ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν μόνες τους: εκείνος που τις γράφει, επιλέγει τι να κόψει και τι όχι. 

Εκδ. Ίκαρος, 2017, μτφ. Μαρία Παλαιολόγου, 248 σελ. [Vicente Alfonso, Huesos de San Lorenzo, 2015].

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

22
Μάι.
17

Αμπδόν Ουμπίδια – Τερπινοήσεις

Αν…

Έχουμε ήδη απολαύσει την πρόζα του Ουμπίδια στην Χειμωνιάτικη Πόλη που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο πριν μερικά χρόνια. Μέρος εκείνου του κειμένου, με άλλους δυο έντυπους ενθουσιασμούς δημοσιεύεται στο τέλος του παρόντος βιβλίου. Σήμερα εκείνο το μυθιστόρημα έχει φτάσει τις είκοσι δύο εκδόσεις, στον Ισημερινό, όπου ο συγγραφέας εκδίδει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες για την λαϊκή προφορική λογοτεχνία και τα παραμύθια, διακονεί λογοτεχνικά περιοδικά και δημοσιεύσει άρθρα ευρέως φάσματος. Μάλιστα το ψυχογραφικό υπαρξιακό μοτίβο του συζύγου που τρεκλίζει ανάμεσα σε δυο εξίσου πειστικές πραγματικότητες, στην πίστη και στην ενδεχόμενη απιστία της συζύγου του εξακολουθεί να δίνει έμπνευση εδώ, αν και με άλλους όρους. Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.

Ο Ουμπίδια σε αυτή την πρώτη από τρεις ιδιαίτερες συλλογές διηγημάτων με κοινή θεματολογία δοκιμάζει μια δύσκολη μορφή μικρών κειμένων. Δεν επιλέγει ένα στιγμιότυπο ή μια εικόνα της καθημερινότητας, ούτε μια ιστορία που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ταινία μικρού μήκους, όπως συμβαίνει δηλαδή με άλλα διηγήματα. Στην ουσία συλλαμβάνει μια ευρηματική κάθε φορά ιδέα και την περικυκλώνει με μια πυκνή ιστορία. Είναι ευνόητο ότι οι περισσότερες από τις ιδέες του θα αποτελούσαν κάλλιστα την ψίχα εκτενέστερων κειμένων, αν όχι μυθιστορημάτων.

Αλλά ο συγγραφέας προτιμά ακριβώς αυτό το παιχνίδι: να μπολιάσει τα ακαριαία του κείμενα με μια λαμπρή σύλληψη και να την αφήσει να ταλανίζει τους χαρακτήρες του όπως κι εμάς με το ερώτημα τι θα γινόταν αν όντως γινόταν πράξη. Κι εδώ έρχεται ο συνεκτικός ιστός των επίλεκτων φαντασιογραφημάτων του συγγραφέα· οι ιστορίες δεν έχουν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο αλλά μια κοινή εμμονή: την αναζήτηση ενός μηχανισμού που θα προσφέρει πολυπόθητες υπηρεσίες σε ταλαιπωρημένες ψυχές. Θα αποδώσει δικαιοσύνη, θα επαναφέρει αναμνήσεις, θα κατασκευάσει αλήθειες, θα ακινητοποιήσει στιγμές.

Θα κατασκευάσει αλήθειες; Ακριβώς, αυτό είναι το αντικείμενο του Οίκου Βάαγκεν [Ρ.Μ. Βάαγκεν, Κατασκευαστής αληθειών], που προμηθεύει με στοιχεία, πειστήρια και μαρτυρίες τον πελάτη που επιθυμεί την θεμελίωση κάποιας αλήθειας. Από τα ψέματα μικρής διάρκειας και την εκπόνηση διατριβών ο οίκος πλέον οργανώνει προεκλογικές εκστρατείες και ξαναγράφει πολυάριθμα ιστορικά γεγονότα. Ο κύριος Κράους έρχεται για κάτι απλούστερο: έχει σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του και επιθυμεί την ενοχοποίησή της αλλά και την εξαφάνιση ανεπιθύμητων μαρτύρων. Η εκδίκησή του θα διαρκέσει πολλά χρόνια, ώστε να απολαύσει τον ρόλο του θλιμμένου, γεμάτου κατανόηση χήρου, ενώ η γυναίκα του θα γερνάει στην φυλακή. Αυτό ήταν το σκοτεινό όνειρο του κυρίου Κράους.

Όμως συμβαίνει κάτι που ανατρέπει τον σκοπό της ύπαρξής του: εκείνη δηλώνει ένοχη και ζητάει την ανώτατη ποινή. Τι συνέβη; Του στέρησε συνειδητά την χαρά να της αρνείται την συγχώρεση; Αντιλήφθηκε ότι εκείνη ήταν ούτως ή άλλως η κύρια υπαίτια για την τραγωδία και αυτοτιμωρήθηκε; Ή μήπως τελικά αποτρελάθηκε; Ο κύριος Κράους μετατρέπεται σε έναν δύστυχο που θέλει να σώσει την γυναίκα του. Μπορεί άραγε να ζητήσει την συνδρομή του οίκου ή δεν του μένει παρά να προστατεύει την δική του αλήθεια στο μοναδικό μέρος όπου έχει θέση, στην διαυγή ακόμα μνήμη του;

Οι ήρωες του Ουμπίδια έχουν ιδιαίτερη προτίμηση και στις ευφάνταστες εφευρέσεις, όπως το Πρόγραμμα για στιγμιαίο ξανάνιωμα, ένα λογισμικό που επιτρέπει στον χρήστη να έρθει σε επικοινωνία, για παράδειγμα, με κάποια φιλενάδα από τα παλιά, ακόμα και από την παιδική ηλικία, προβάλλοντας τόσο εκείνη όσο και τον ίδιο με την φωνή και την εμφάνιση που είχαν πριν είκοσι ή σαράντα χρόνια. Φυσικά η επικοινωνία γίνεται στο παρόν, με αποτέλεσμα οι εικονικές αυτές επανασυνδέσεις να οδηγήσουν σε ιδιαίτερες σχέσεις. Ή σε απρόσμενες αποκαλύψεις, που μπορεί να συντρίψουν ολόκληρες βεβαιότητες. Στον αντίποδα, Η πιστή καταγραφή των αναμνήσεων, διευκολύνεται από έναν διακόπτη που σταθεροποιεί την εκάστοτε ανάμνηση και την μεγεθύνει, ώστε να βρεθεί ο χρήστης σ’ ένα ολοζώντανο παρελθόν. Όμως εδώ καραδοκεί η αιώνια μάχη με το παρόν, μάχη που όπως συμβαίνει πάντα αφήνει πίσω της πολλά θύματα.

Μια άλλη κατηγορία ιστοριών εστιάζει σε διάφορες συλλογικές, ενίοτε «πρωτοποριακές» και πάντως πρωτότυπες κοινότητες, όπως εκείνη που ζει και βασιλεύει στα αεροπλάνα [Σύννεφα και αεροπλάνα] ή Η Γκρίζα Επανάσταση και οι αγκιτάτορές της, της οποίας ο αρχηγός είναι ένας πολιτικά στρατευμένος νέος πλήρους απασχόλησης που έχει αφοσιωθεί στην διάδοση της ιδέας του, σύμφωνα με την οποία, η εξουσία και οι ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να παραδοθούν στους ηλικιωμένους. Με τον τρόπο αυτό όλο το πάθος και η ενεργητικότητα της νεότητας θα διοχετεύονται στην έκσταση και την χαρά της ζωής, χωρίς να ξοδεύονται ανώφελα. Αν σκεφτεί κανείς πώς είναι ο κόσμος σήμερα, δεν έχει διόλου άδικο ο μοναχικός αγκιτάτορας όταν υποστηρίζει ότι τελικά τρεμάμενοι και επιλήσμονες ηλικιωμένοι θα επιβράδυναν την φρενήρη πορεία της κοινωνίας. Μια παραδειγματική εφαρμογή της σχετικής ιδέας αποδεικνύει ότι η ζωή αλλάζει προς το καλύτερο, για όλες τις ηλικίες. Θα πραγματοποιηθεί τελικά η Γκρίζα Επανάσταση;

Ακόμα και στα δισέλιδα κείμενά του ο συγγραφέας παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και την αφήνει να συνεχίζεται στην σκέψη μας, αφήνοντας μερικά ερωτήματα να αιωρούνται βασανιστικά. Οι ανέσεις στο αεροπλάνο αναφέρονται σ’ έναν μικρό μοχλό που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη αν χρησιμοποιηθεί από πολλούς επιβάτες. Πώς θα αντιδρούσαν οι επιβάτες στα μεμονωμένα χτυπήματα και πώς στα αυξανόμενα; Οι νέοι καθρέφτες μπορούν να παγώνουν μια εικόνα και να ακινητοποιούν τους πάντες και τα πάντα. Η σαφώς μπορχεσιανής προέλευσης σύλληψη οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα τι θα συμβεί αν ένας εγκληματίας ή ένα παράνομο ζευγάρι ή ένα κορίτσι που μόλις εξερεύνησε το γυμνό του σώμα ανακαλύπτουν ότι αυτό που δεν πρέπει να δει κανείς άλλος έχει αιχμαλωτιστεί εκεί, ενδεχομένως για πάντα.

Η μουσική χωρίς ήχους που προφανώς μας φέρνει στο μυαλό την περίφημη Συμφωνία της Σιωπής του John Cage παίζεται σε μια ειδική αίθουσα που μοιάζει μάλλον με αίθουσα εκδηλώσεων επαρχιακού σχολείου. Όλοι παίρνουν τις θέσεις τους και παρασύρονται από τις κινήσεις της μπαγκέτας του μαέστρου. Φυσικά δεν υπάρχουν μουσικά όργανα ούτε φώτα· η συμφωνία διεξάγεται στο σκοτάδι ώστε η συγκέντρωση να είναι απόλυτη. Όμως ο εκτός της αίθουσας περίγυρος αντιδρά: πρόκειται για σέκτα αποφασισμένη να καταστρέψει μέχρι και το τελευταίο ίχνος δυτικής μουσικής, υπεύθυνης για την εξαφάνιση των άλλων μουσικών του κόσμου; Αρκεί, αναρωτιέμαι, η αναφορά μερικών ιδιόμορφων εξτρεμιστικών ιδεών για να αποκαλύψει την ανησυχία του κόσμου μπροστά σε μια αλλαγή ή την άμεση ανάφλεξη μιας ομαδικής παράκρουσης, με τον τρόπο του ολοκληρωτισμού;

Εκδ. Ροές, 2015, σ. 128, συντονισμός μετάφρασης: Νίκος Πρατσίνης, μετάφραση: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Μάρω Γολικίδου, Μαρία Μελαδάκη, Ελένη Οικονόμου, Ειρήνη Οικονόμου Αργυρίου, Αγγελική Παλασοπούλου, Μαρία Στρατηγάκου [εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Τμήματος Μετάφρασης του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας ALBANICO. Εισαγωγή: Μαρία Μελαδάκη, επιμέλεια: Δήμητρα Παπαβασιλείου. Περιλαμβάνεται σημείωμα του συντονιστή της μετάφρασης [Abdon Ubidia Divertinventos: Libro de fantasias yutopias, 1989]

Στις εικόνες: άνθρωποι και αντικείμενα που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν δραπετεύσει από τις ιστορίες του κυρίου Ουμπίδια (ή απλά να τον έχουν εμπνεύσει). Στην τελευταία φωτογραφία ένα κορίτσι που σαφώς θα υποστήριζε την Γκρίζα Επανάσταση.

18
Ιον.
16

Οκτάβιο Πας – Ο λαβύρινθος της μοναξιάς

Paz cover

Η γυναίκα, ένα ακόμα ον που ζει στο περιθώριο, αποτελεί κι αυτή αινιγματική μορφή. Ή μάλλον αποτελεί το Αίνιγμα. Κι αυτή, όπως κι ο αλλόφυλος ή ο αλλόεθνος, προκαλεί και απωθεί. Είναι η εικόνα της γονιμότητας αλλά ταυτόχρονα και του θανάτου. Σε όλους σχεδόν τους πολιτισμούς οι θεές της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και θεές της καταστροφής.[…] Τι σκέφτεται.; Σκέφτεται άραγε; Αισθάνεται πραγματικά; Είναι ίδια με μας; Ο σαδισμός ξεκινάει ως εκδίκηση απέναντι στον γυναικείο ερμητισμό ή ως απελπισμένη απόπειρα να λάβουμε κάποια απάντηση από ένα σώμα… Γιατί, όπως λέει ο Λουίς Θερνούδα, «ο πόθος είναι ένα ερώτημα δίχως απάντηση». Παρά τη γύμνια της, πάντα υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις στις στρογγυλές, γεμάτες καμπύλες μιας γυναίκας. [σ. 93]….

paz 1_

…γράφει ο Οκτάβιο Πας στο κείμενό του «Τα παιδιά της Μαλίντσε», τρίτο κατά σειρά στην συλλογή δοκιμίων Ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς (1950), που υπήρξε το πρώτο του δοκιμιακό έργο και αποτέλεσε μια βαθιά ψυχολογική τομή του χαρακτήρα του μεξικανικού λαού. Μέσα από μια φιλοσοφία του μεξικανισμού ο συγγραφέας επεδίωκε να πείσει τον λαό για την μοναδικότητά του. Δεν μπορεί κανείς να έχει ζωντανό παρόν έχοντας πίσω του ένα νεκρό παρελθόν. Οφείλει να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που, ακόμα και αποτελεί προϊόν «βιασμού» ενός πολιτισμού από κάποιον άλλο είναι σήμερα η δική του πολιτιστικά πλούσια πραγματικότητα. Ο Πας υποστήριζε ότι οι Μεξικανοί ψεύδονται από φαντασία, από απελπισία ή για ν’ αντιμετωπίσουν την άθλια ζωή τους, ενώ οι Βορειοαμερικανοί υποκαθιστούν την πραγματική αλήθεια με μια κατά συνθήκην αλήθεια. Εμείς μεθάμε για να εξομολογηθούμε, εκείνοι για να ξεχάσουν.Paz 3

Στο πρώτο κείμενο, Ο πατσούκο και άλλες ακραίες περιπτώσεις, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω σε όσα ο ίδιος έβλεπε ως ταξιδιώτης στο Λος Άντζελες, όπου ζούσαν ένα εκατομμύριο Μεξικανοί. Η μεξικανοσύνη –  η αγάπη για τα στολίδια, η ατημελησία και η ευθυμία, το πάθος και η επιφυλακτικότητα – πλανάται στον αέρα, αλλά δεν αναμιγνύεται, ούτε συγχωνεύεται με τον υπόλοιπο αμερικανικό κόσμο της ακρίβειας και της αποτελεσματικότητας.  Ο Μεξικανοί που συναντάς στον δρόμο παρ’ ότι ζουν εκεί χρόνια, φορούν τα ίδια ρούχα και μιλούν την ίδια γλώσσα, εξακολουθούν να ντρέπονται για την καταγωγή τους. Ξεχωρίζουν από το ένοχο και ανήσυχο ύφος του ανθρώπου που μεταμφιέζεται, που φοβάται ότι η ματιά του άλλου μπορεί να τον ξεγυμνώσει.

Mexico_A

Οι Πατσούκο, συμμορίες νεαρών μεξικανικής κατά κανόνα καταγωγής, επαναστατημένοι από ένστικτο, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει εναντίον τους τον αμερικανικό ρατσισμό. Ωστόσο δεν διεκδικούν ούτε την φυλετική ούτε την εθνική καταγωγή των προγόνων τους· απλώς επιλέγουν να είναι διαφορετικοί από τους γύρω τους. Ο πατσούκο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στις μεξικανικές ρίζες του, ούτε να ενστερνιστεί τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Το ίδιο του το όνομα δεν λέει τίποτα και τα  λέει όλα· είναι μια λέξη αβέβαιης προέλευσης, φορτισμένη με πληθώρα εννοιών όπως κάθε λαϊκό δημιούργημα. Ανίκανος να αφομοιώσει ένα πολιτισμό, που εξάλλου τον απορρίπτει, δεν έχει άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το εχθρικό προς αυτόν περιβάλλον από την απελπισμένη προβολή της προσωπικότητάς του. Καθώς έχει απολέσει κάθε πολιτιστική κληρονομιά (γλώσσα, θρησκεία, έθιμα, δοξασίες), το μόνο που του έχει απομείνει είναι σώμα και ψυχή ανοχύρωτα μπροστά στα βλέμματα των άλλων. Η μεταμφίεσή του τον προστατεύει και ταυτόχρονα τον διαχωρίζει και τον απομονώνει.

Morelos_

Στα Μεξικανικά προσωπεία ο Πας εστιάζει πρώτα στην στάση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα: οι Αμερικανοί το αντιμετωπίζουν με φόβο, ενώ οι Μεξικανοί δεν φοβούνται ούτε ντρέπονται, παρά το βιώνουν με φυσικότητα και πληρότητα. Δεν πρόκειται για φορεσιά όπου χώνονται, ούτε για κάτι ξένο. Ίσως γι’ αυτό οι ματιές των άλλων τους τρομάζουν, γιατί το σώμα δεν καλύπτει τον εσωτερικό τους κόσμο παρά τον ξεσκεπάζει. Ο Μεξικανός υπερβάλλει στην απόκρυψη του πάθους και του εαυτού του. Φοβούμενος την ματιά του άλλου, συρρικνώνεται, ζαρώνει· δεν περπατάει αλλά γλιστράει· δεν απαντάει παρά γρυλίζει.

Η προσποίηση στις πιο ακραίες μορφές της, εγγίζει τον χαμαιλεοντισμό. Ο Ινδιάνος γίνεται ένα με το τοπίο, γίνεται ένα με τον λευκό τοίχο όπου ακουμπάει το γιόμα για να ξαποστάσει, με την αμαυρή γη όπου ξαπλώνει το καταμεσήμερο, γίνεται ένα με τη σιωπή που τον τυλίγει. Κρύβει τόσο την ανθρώπινη ιδιότητά του που καταλήγει να την καταργήσει. Γίνεται πέτρα, πιρού [περουβιανό δέντρο], τοίχος, σιωπή: χώρος. Δεν θέλω να πω ότι γίνεται, πανθεϊστικά, κοινωνός των πάντων, ούτε ότι σ’ ένα δέντρο συλλαμβάνει όλα τα δέντρα, αλλά ότι πράγματι, με έναν τρόπο συγκεκριμένο και ιδιαίτερο, συγχέεται μ’ ένα ορισμένο αντικείμενο. [σ. 63]

catrina_print

Δεν υπήρχε περίπτωση βέβαια ο Πας να μην αφιερώσει γραπτά στην ημέρα Των Αγίων Πάντων, μέρα των ψυχών. Ο μοναχικός Μεξικανός αρέσκεται στις γιορτές και τις δημόσιες συγκεντρώσεις· το καθετί μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία σύναξης. Η τέχνη της Γιορτής έχει διατηρηθεί αναλλοίωτη σε αυτόν τον τελετουργικό λαό. Κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου, στις 11 τη νύχτα, σ’ όλες τις πλατείες του Μεξικού γιορτάζεται η επέτειος της Κραυγής: το ξαναμμένο πλήθος κραυγάζει επί μία ώρα, ίσως για να σιωπήσει καλύτερα την υπόλοιπη χρονιά. Πρόκειται για την Κραυγή της Δολόρες, Επέτειο της Μεξικανικής Ανεξαρτησίας, όπου και η εξέγερση του κληρικού Μιγέλ Ιδάλγο κατά των Ισπανών στην πόλη Δολόρες, το 1810, με την κραυγή Θάνατος στους σπινουφόρους. 

DSC04041

Στις γιορτές αυτές ο χρόνος παύει να’ ναι διαδοχή και ξαναγίνεται αυτό που ήταν αρχικά και που εξακολουθεί να είναι: παρόν, όπου παρελθόν και μέλλον επιτέλους συμφιλιώνονται. Στις μεγάλες επετείους στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, είναι χαρακτηριστική η απουσία του «λαού». Βλέπεις ζευγάρια και ομάδες, ποτέ όμως μια ζωντανή κοινότητα μέσα στην οποία το άτομο χάνεται και ταυτόχρονα λυτρώνεται. Οι γιορτές αποτελούν την μόνο πολυτέλεια του Μεξικανού – υποκαθιστούν το θέατρο και τις διακοπές, τα πάρτυ των Αγγλοσαξόνων, τις δεξιώσεις των αστών, τα καφενεία των Μεσογειακών. Σ’ αυτές τις τελετές ο Μεξικανός ανοίγεται στον έξω κόσμο, αποφορτίζει την ψυχή του, εξεγείρεται με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Αν στην καθημερινή μας ζωή κρυβόμαστε απ’ τον εαυτό μας, στη δίνη της γιορτής βγαίνουμε απ’ αυτόν και αποκαλυπτόμαστε.

Paz 5

Για τους αρχαίους Μεξικανούς η αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο είναι για μας, γράφει ο Πας. Η ζωή προεκτεινόταν «μέσα» στον θάνατο. Και αντίστροφα ο θάνατος δεν αποτελούσε το φυσικό τέλος της ζωής, αλλά μια φάση ενός ατέρμονος κύκλου, όπου ζωή, θάνατος κι ανάσταση αποτελούσαν στάδια μιας αενάως επαναλαμβανόμενης συμπαντικής διαδικασίας. Στον σύγχρονο κόσμο τα πάντα λειτουργούν λες και δεν υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν τον υπολογίζει, τα πάντα των καταργούν: οι πολιτικοί λόγοι, οι διαφημίσεις, τα έθιμα, η φαρμακεία και τα αθλητικά γήπεδα. Είναι μια λέξη που ο Δυτικός δεν τολμά να προφέρει γιατί του καίει τα χείλη. Ο Μεξικανός, αντίθετα, την συναναστρέφεται την λέξη, την γιορτάζει, την περιγελά. Κάποτε τον κοιτάζει κατάματα, υποτιμητικά ή ειρωνικά.

Paz 6

Κοσμοπολίτης του πνεύματος, ο Οκτάβιο Πας δεν θα γνωρίσει σύνορα ούτε στην πνευματική του πορεία ούτε στην περιπλάνησή του ανά τον κόσμο. Σημαντικό σταθμό στην ζωή του θα αποτελέσει η συμμετοχή του στο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937, ενώ θα διατηρήσει στενούς δεσμούς με την Ισπανία και θα υποστηρίξει τους Ισπανούς εξόριστους του φρανκικού καθεστώτος στο Μεξικό. Χάρη στην διπλωματική του σταδιοδρομία θα γνωρίσει τους πολιτισμούς της Ινδίας και της Ιαπωνίας και θα σπάσει τους ιδεολογικούς φραγμούς της δυτικής του κουλτούρας. Θα αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της αριστερής διανόησης της χώρας του λόγω της κριτικής που θα ασκήσει επανειλημμένα στο κομμουνιστικό κίνημα και της αντίθεσή τους προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό

Το έργο του Πας, όπως γράφει η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα, είναι αναρχικά λατινοαμερικάνικο· άλλωστε η Λατινική Αμερική είναι η λιγότερο καρτεσιανή ήπειρος. Οι Λατινοαμερικάνοι δεν γνωρίζουν τι θα πει ορθολογισμός και παραδίδονται στο ρεύμα των αισθήσεων. Η γλώσσα του έχει δυο πλευρές: η ποίησή του αφήνεται στην αναρχική πορεία των λέξεων και τον διαρκή πειραματισμό, ενώ στα δοκίμιά του ο λόγος είναι υποταγμένος.

paz 2

Τα τρία τελευταία κείμενα τιτλοφορούνται Κατάκτηση και Αποικιοκρατία, Από την Ανεξαρτησία στην Επανάσταση, Η μεξικανική «διανόηση ενώ ως παράρτημα δημοσιεύεται το εκτενές δοκίμιο Η διαλεκτική της μοναξιάς. Μετά τον Λαβύρινθο ο συγγραφέας θα αρχίσει την ατέρμονη πορεία του ανά τον κόσμο, θα γνωρίσει πολιτισμούς, θα δοκιμάσει λογοτεχνικά ρεύματα, θα καλλιεργήσει διαφορετικά είδη γραφής. Ο Λαβύρινθος θα παραμείνει όμως το κλασικό του έργο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012, Β΄ έκδοση διορθωμένη [Α΄ έκδ: 1995], εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, σημειώσεις Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβις, σελ. 335 [Octavio Paz, El laberinto de la soledad, 1950]. Περιλαμβάνει 117 σημειώσεις και επίμετρο με βιβλιογραφικές παραπομπές.

14
Απρ.
15

Roberto Bolaño – Το τρίτο Ράιχ

BOLANO-TRITO RAIX

Δεύτερος Παγκόσμιος Χαρτοπόλεμος

Γιατί μερικές φορές φοβάμαι τόσο πολύ; Και γιατί όσο πιο πολύ φοβάμαι τόσο το πνεύμα μου φαίνεται να φουσκώνει, να ανυψώνεται και να παρατηρεί τον πλανήτη ολόκληρο από ψηλά;[…] Μήπως στην πραγματικότητα θέλω να δραπετεύσω μαζί με την Ίνγκεμποργκ και όχι μόνο από ετούτο εδώ το χωριό και από τη ζέστη αλλά από αυτό που το μέλλον μας επιφυλάσσει, από τη μετριότητα και την ανοησία; Κάποιοι άλλοι ηρεμούν με το σεξ ή με τα χρόνια. Για τον Τσάρλυ αρκούν τα πόδια και βυζιά της Χάννα. Μένει ήσυχος. Εμένα, αντιθέτως, η ομορφιά της Ίνγκεμποργκ με αναγκάζει να ανοίγω τα μάτια μου και να χάνω τη γαλήνη μου. [σ. 107 – 108]

Αυτός που αναρωτιέται εξομολογούμενος τον φόβο του είναι ο νεαρός Γερμανός Ούντο Μπέργκερ· η Ίνγκεμποργκ είναι η φίλη του, με την οποία μοιράζονται τις διακοπές τους, το ζεστό χωριό βρίσκεται στην ακτή της καταλανικής Κόστα Μπράβα. Ο Ούγκο επέλεξε ως κατάλυμά τους το ίδιο ισπανικό ξενοδοχείο όπου μικρός πήγαινε διακοπές με τους γονείς. Και το Τρίτο Ράιχ; Πρόκειται για ένα από τα επιτραπέζια παιχνίδια πολεμικής στρατηγικής που αποτελούν μέγιστη εμμονή του ήρωα. Πρωταθλητής της χώρας του στο παίγνιο της αναπαράστασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί, ο Ούγκο επιλέγει να μένει κλεισμένος στο δωμάτιο για να μελετάει.

 5259_003 - copia.jpg

Το επιτραπέζιο αυτό παιχνίδι καθορίζει οριστικά τις ζωές των παικτών του, άρα και του ήρωα. Οι νεωτερικές προσλήψεις του ευρηματικού αυτού θέματος είναι πολλαπλές. Από την μία η προσήλωση σε σημείο εμμονής και η τελική ιδεοληψία του παίκτη, μοιάζουν να αντιστοιχούν με την σύγχρονη διαδικτυακή εξάρτηση, όχι μόνο ως προς τα εξωτερικά στοιχεία αλλά και την ίδια την διάβρωση του ψυχικού. Ύστερα από τις αναπόδραστες, πολύωρες εμπλοκές μας με την ηλεκτρονικότητα, είμαστε πλέον άλλοι· το ίδιο και ο Ούγκο, καθώς βυθίζεται στο ταμπλώ του δικού του χάρτινου πολέμου.

Αλλά είναι μια άλλη παράμετρος που αιχμαλωτίζει τους παίκτες αυτών των παιγνίων και συνακόλουθα εμάς που τους ακολουθούμε: με τις κάρτες του Τρίτου Ράιχ μπορεί κανείς έστω και φαντασιακά να αλλάξει την Ιστορία. Κι έτσι ο Ούγκο – ήμασταν σχεδόν βέβαιοι – επιλέγει να πάρει το μέρος των Γερμανών, ώστε να αποφύγει τις στρατιωτικές ήττες και να καταφέρει να βγει νικητής τους. Την προσωπική του ιστορία όμως μπορεί να την αλλάξει κανείς, όταν έρχεται με τα φάσματα του απρόσμενου και του κακού;

Bolano 6

Είναι ο ίδιος Μπολάνιο που καταγράψαμε σε αυτό εδώ το ημερολόγιο στo Μακρινό Αστέρι, στα Τηλεφωνήματα, στους Άγριους Ντέτεκτιβ και στο 2666. Η λογοτεχνική του επικράτεια μας είναι πια οικεία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μας είναι και διαρκώς άγνωστη και απρόβλεπτη. Απλώς γνωρίζουμε τις σαγήνες της: είναι η αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής, η ανάγκη της επιφυλακής ακόμα και σ’ εμάς τους αναγνώστες, η βεβαιότητα πως οι όποιες χαρές θα είναι σύντομες και πως κάτι αναπότρεπτο θα ανατρέψει την κανονική ζωή. Ακόμα και οι απλές καθημερινές συγκυρίες γιγαντώνονται όταν ειδωθούν από μια άλλη σκοπιά: όταν, για παράδειγμα, ο Ούγκο ζητάει επιτακτικά ένα μεγάλο τραπέζι για να στρώσει τον χαρτοπόλεμό του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της έλλειψης κατανόησης και της ειρωνείας των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. 

Ο περίγυρος του ζεύγους είναι ένας άλλος τυπικός μπολανιακός κύκλος. Περίεργοι και πιεστικοί, ανησυχητικοί και σκοτεινοί, κάποτε αγενείς και επιθετικοί. Δεν είναι τόσο το φιλικό ζεύγος άλλων δυο παραθεριστών, των Τσάρλι και Χάννα, όσο οι δυο περιφερόμενοι Ισπανοί, ο Λύκος και το Αρνί που μοιάζουν να δημιουργούν κάποιο κλοιό. Αλλά η καθοριστική παρουσία σε αυτό το απροσδιόριστο αντίπαλο δέος είναι η γλυπτή μορφή του Καμένου· αυτός ο αινιγματικός ενοικιαστής των θαλάσσιων ποδηλάτων στην παραλία, που σέρνει σαν υπνωτισμένος τα θαλάσσια ποδήλατα από την θάλασσα προς τον μικρό περιχαραγμένο το χώρο και από εκεί πάλι προς τη θάλασσα. Σαν προτομή από ελαφρόπετρα, παραμορφωμένος από τον ήλιο, εγκαυμένος και αινιγματικός, αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περιπαθής αντιναζιστής αλλά κι ένας πρόθυμος και ικανός αντίπαλος στην επί χάρτου πολεμική. Αυτός θα είναι ο ιδανικός παίκτης στην άλλη πλευρά των μαχών.

Bolano Roberto_by_mortrel 

Ακόμα κι όταν περιγράφει καταστάσεις γνώριμες και οικείες, υπάρχει πάντα μια αδιευκρίνιστη σκιά ανησυχίας στην πίσω πλευρά. Ακόμα και οι ξαφνικές νεροποντές στο καυτό θέρετρο δημιουργούν έναν άλλο, άγνωστο κόσμο. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη βροχή, δείχνουν ξένοι, βυθισμένοι σε άλλου είδους καθημερινότητα. Το νερό που στάζει από τα σκίαστρα μοιάζει κι αυτό να σκοτεινιάζει την επίπλαστη φωτεινότητα του τοπίου. Το ίδιο και τα πρόχειρα κατασκευασμένα τεράστια εργοστάσια κεραμικών στη άκρη του δρόμου, που φωτισμένα το βράδυ αποκάλυπταν πίσω από τους φράχτες αμέτρητα πιθάρια και φτηνές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, ψεύτικα είδη λαϊκής τέχνης παγωμένα σε κάποια ώρα που δεν ήταν ούτε της ημέρας ούτε της νύχτας…

Στις απουσίες της….συλλογίζομαι τα σκοτεινά πεπρωμένα της άμορφης μάζας και των ασαφών προσώπων ολόγυρά μου. [σ. 20]. Φυσικά υπάρχει ο έρωτας. Ακόμα κι όταν κλείνεται στο δωμάτιο, ο Ούγκο φροντίζει να παρακολουθεί από το παράθυρο την Ίνγκεμποργκ, καθώς κολυμπάει στην παραλία ή συνομιλεί με κάποιους ενοχλητικούς άντρες. Μέρος της αγάπης τους είναι να ανέχεται τα τηλεφωνήματα που εκείνη δέχεται μέσα στη νύχτα. Γνωρίζει ότι ο έρωτας είναι ένα πάθος που αποκλείει όλα τα άλλα, αλλά έχει διακαή πόθο να συμβιβάσει το πάθος του για την Ίνγκεμποργκ με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι. Κάποιες αποδράσεις, εκτός από τις αναπόφευκτες εξόδους μαζί της, γίνονται εντός του ξενοδοχείου, όπου ξαναβρίσκει την Γερμανίδα ιδιοκτήτρια Έλζε, πόθο των παιδικών του χρόνων, με την οποία συνάπτει μια εξίσου αινιγματική διαλογική σχέση. Σαγηνεύεται από αυτό το κάτι, το δίχως όνομα που εκπέμπει η φράου Έλζε, που αιχμάλωτη, ανάμεσα σε δυο σχέσεις αφοσίωσης, έριχνε την ενοχή στην ίδια την ομορφιά της για τα βάσανα που περνούσε. «Όμορφη, απόμακρη, εξόριστη».

 Bolano 5

Το αλλόκοτο ενδιαίτημα που φτιάχνει από τα θαλάσσια ποδήλατα ο Καμένος, σαν κάστρο στην παραλία, ζώντας εκεί μέσα, πιθανώς παρακολουθώντας τους πάντες. σαν μια παράγκα ενός αγριμιού, η εξαφάνιση του Τσάρλυ στη θάλασσα, η διαδοχική αναχώρηση των Χάννα και Ίνγκεμποργκ, το ταμπλώ με τον χάρτη της Ευρώπης, τα ειδικά περιοδικά και τα φανζίν των στρατηγικών παιχνιδιών (άλλη μια μπολανιακή μανία), οι εξονυχιστικές περιγραφές τακτικών και μαχών, η μαθητεία του Καμένου στο παιχνίδι και του Ούγκο στον Καμένο, όλα τραβούν τον αναγνώστη στον παράξενο κόσμο τους, ακόμα κι αν η πλοκή παραμένει φευγαλέα και διαρκώς φευγάτη.

Έχει τις μανίες του όπως όλος ο κόσμος. Εξάλλου όλοι έχουν κάποια μανία. [σ. 115]

Το μυθιστόρημα βρέθηκε στα συρτάρια του συγγραφέα, προφανώς ημιτελές και πιθανώς χωρίς το τελευταίο φινίρισμα στα ύστατα σημεία της ιστορίας. Από τα παλαιότερα έργα του συγγραφέα [1989], εκδόθηκε ως είχε μετά τον θάνατό του. Είναι γραμμένο ως ημερολόγιο του ήρωα, από 20 Αυγούστου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, με μια τελευταία εγγραφή στις 20 Οκτωβρίου και περικλείει όπως και τα άλλα του βιβλία, την ολόδική του λεπτομερέστατη, μαγνητική, αμφίσημη, ατμοσφαιρικότατη γραφή. Μια γραφή πάντα παιγνιώδη, ακόμα κι όταν αφορά ένα παιχνίδι. Γιατί «το παιχνίδι είναι πάντα μια σύγκρουση». Και ποτέ άλλοτε ζωή και παιχνίδι – με την απόλυτα σοβαρή σημασία – δεν ήταν τόσο ασφυκτικά κοντά.

Bolano 4

Εκδ. Άγρα, 2013, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 398 σελ. [El Tercer Reich, 1989/2010].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr. Βιβλιοπανδοχείο, 181. / The world that summer.

30
Ιαν.
15

Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].




Νοέμβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 951.423 hits

Αρχείο

Advertisements