Posts Tagged ‘Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία

29
Δεκ.
19

Carlos Fuentes – Κόμης Vlad

«Όλα πρέπει να έχουν μια εξήγηση, λέει ο επιστήμονας μέσα μου· όλα πρέπει να έχουν μια φαντασία, λέει ο ματαιωμένος άνθρωπος των γραμμάτων που είμαι. Παρηγορώ τον εαυτό μου με τη σκέψη ότι αυτές οι δυο δραστηριότητες αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαποκλείονται», έγραφε ήδη από το 1990 ο Φουέντες σε μια ιστορία του από την συλλογή του Κονστάντσια και άλλες ιστορίες για παρθένους (σ. 69, βλ. παρουσίαση του βιβλίου εδώ) και, πράγματι, αυτή η αλληλένδετη δυαρχία δεν έπαψε να εμποτίζει το σύνολο του έργου του μέχρι και το τελευταίο του βιβλίο. Εδώ βρισκόμαστε στο πρότελευταίο του, και στην ουσία, αν οι διαδικτυακές πληροφορίες είναι σωστές, το τελευταίο που είδε τυπωμένο.

Ο Φουέντες έφτασε σε εκπληκτικά επίπεδα πρόζας και μυθοπλασίας τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όπως έγραφα με αφορμή ένα από τα έργα αυτής της «ύστερης» εποχής του, το έξοχο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες, η γραφή του, ένας καταιγισμός λεκτικού πλούτου και πολυφωνικών αφηγήσεων σε μια οφιοειδή ή κυκλική ανάπτυξη (καθώς οι πολλαπλοί χαρακτήρες επανεμφανίζονται), αποδίδει ιδανικά αυτές τις οικιακές ζωές εν τάφω που βιώνουν χαρακτήρες κομπάρσοι στο απέραντο ανώνυμο έθνος της αποτυχίας και πέτρινα οικιακά είδωλα – έρμαια των οικογενειακών χειραγωγήσεων, «αποικήσεων» και διαστροφών.

Εδώ αφήνει στην άκρη τις μεγάλες συνθέσεις και την νεωτεριστική γραφή αλλά εμμένει στην καταγραφή της έκπτωσης του μεξικανής ανθρωπότητας και της αθλιότητας των οικογενειών της. Αλλά το όχημά του είναι το πλέον αναπέντεχο: το γοτθικό μυθιστόρημα εν γένει και ένας από τους χαρακτήρες – εμβλήματα του είδους: ο Κόμης Δράκουλας, όπως παραδόθηκε από την πένα του Μπράμ Στόουκερ και των επίγονών του. Η αινιγματική στροφή του συγγραφέα στο πολυγραφημένο και χιλιοπαιγμένο σύμβολο έχει την εξήγησή της: αν ο Φουέντες εμμένει στην απεικόνιση του σύγχρονου εξαθλιωμένου Μεξικού, τότε η επανανάγνωση κάθε μύθου μπορεί να το φωτίσει ακόμα περισσότερο. Κι αν ο ιστορικός και λογοτεχνικός Βλαντ έπινε το αίμα των υπηκόων του για να συνεχίσει να υπάρχει, ποιοι παίρνουν την θέση του αν όχι οι πολιτικοί και οικονομικοί άρχοντες της χώρας του;

Η σύγχρονη Πόλη του Μεξικού κατοικείται από δέκα εκατομμύρια λουκάνικα αίματος, διατείνεται ο αφηγητής Ιβ Ναβάρο εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του παντοδύναμου Ελόι Σουρινάγα και απολαμβάνει μια «επιτυχημένη» οικογενειακή και συνεργατική επαγγελματική ζωή με την σύζυγό του κτηματομεσίτρια Ασουνσιόν. Η μικρή του κόρη Μαγδαλένα συμπληρώνει την αίσθηση της επάρκειας, ενώ ένα αδικοχαμένο δωδεκάχρονο αγόρι, ο Ντιντιέ, αποτελεί την μόνιμη μαύρη τρύπα της. Ο Σουρινάγα, που «σε κανέναν δεν επέτρεπε να διαβλέψει ασήμαντο μέλλον για το παροδικό πολιτικό του μεγαλείο», ένας ισχυρός, μαγνητικός άντρας που θαρρείς και ρυθμίζει την πνευματική θερμοκρασία όσων βρίσκονται γύρω του, ζει έγκλειστος σ’ ένα σπίτι, διακοσμημένο με τα αγωνιώδη χαρακτικά του Μεξικανού Χουέλιο Ρουέλας και τους εφιαλτικούς πίνακες του Ελβετού Χένρι Φιούζελι «ειδικού στις παραμορφώσεις και στο πάντρεμα της συνουσίας με τη φρίκη, της γυναίκας με τον φόβο…».

Εκεί προσκαλεί και σχεδόν προστάζει τον υφιστάμενό του να ανταποκριθεί στις επιθυμίες ενός νέου γηραιού πελάτη που ονομάζεται Βλαντ και κατάγεται από την Τρανσυλβανία. Διωγμένος από «τους φασίστες από την μια και τους κομμουνιστές από την άλλη», o Βλαντ αναζητά ένα σπίτι με ορισμένες ιδιαιτερότητες για να στεγάσει τον ίδιο και την μικρή του κόρη. Η Ασουνσιόν το βρίσκει σε μια ανηφορική γειτονιά και μοιάζει μοντέρνο μοναστήρι· ο ιδανικός χώρος για ένα ιδιόμορφο βασίλειο έχει βρεθεί.

Η ζωή, Ναβάρο! Είναι ζωή αυτό το σύντομο πέρασμα, αυτή η τρεχάλα από την κούνια ως τον τάφο; […] Από πού μας έρχονται αυτές οι ανεξήγητες λύπες; Πρέπει να έχουν έναν λόγο, μια προέλευση. Είμαστε λαοί εξαντλημένοι, τόσες εσωτερικές συγκρούσεις, τόσο ανώφελα χυμένο αίμα. Πόση μελαγχολία! Όλα περιέχουν το σπέρμα της φθοράς. Στα αντικείμενα ονομάζεται παρακμή. Στους ανθρώπους, θάνατος. [σ. 38]

Οι περισσότερες από τις συμβάσεις του κλασικού γοτθικού μυθιστορήματος βρίσκονται εδώ· το ίδιο και οι αινιγματικές συνομιλίες, η ατμόσφαιρα της ανησυχίας, η υποβλητικότητα των χώρων και η αναπότρεπτη κληρονομιά του παρελθόντος (Κατάγεστε από μια μεγάλη οικογένεια, εγώ από μια άγνωστη φυλή. Εσείς έχετε λησμονήσει όσα ήξεραν οι πρόγονοί σας. Εγώ αποφάσισα να μάθω όσα αγνοούσαν οι δικοί μου). Ο Φουέντες προσθέτει τις ενοχές των μεξικανών αποίκων (Είμαστε όλοι άποικοι στην Αμερική. Οι μοναδικοί παλιοί αριστοκράτες είναι οι Ινδιάνοι) και τις κυνικές αποστροφές των κυρίαρχων (Οι πόλεμοι απλώς αποτελειώνουν ό,τι είναι νεκρό), και όλα αυτά με την απλούστερη δυνατή γραφή και μια γυμνή σαφήνεια που δεν αφήνει χώρο σε γλωσσικούς ή άλλους πειραματισμούς.

Ακόμα κι αν δεν διαθέτει κανείς ευρύτερη γνώση του έργου του Φουέντες, μπορεί από τις χαραμάδες της ολοένα και εφιαλτικής ατμόσφαιρας του έργου να αντιληφθεί πως το αιχμηρό εξάγωνο του ζευγαριού, των δυο γερόντων και των δυο μικρών κοριτσιών δεν περιορίζεται στην γνωστή αιμορραγική ιστορία. Ακριβώς αυτή η ιστορία προσφέρεται για έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα παραλληλισμό με την σύγχρονη μεξικανική κατάσταση: Οι γέροντες ως επικυρίαρχοι άρχοντες, αθάνατοι μέσα στην συνεχή κληρονομικότητά τους, το ζεύγος των αστών που αρκείται στην ευδαιμονία του και ξυπνάει μόνο όταν αυτή απειληθεί (είναι ενδεικτικό ότι ο Ναβάρο μοιράζεται νύχτες πάθους με την Ασουνσιόν αλλά μένει πάντα με την αμφιβολία της ηδονής της και με την συνεχή ανησυχία ξένων ματιών πάνω τους), τα παιδιά ως απόλυτα θύματα σε μια χώρα που οι αρχές δεν νοιάζονται ποτέ για τους αγνοούμενους, τους νεκροζώντανους και τους νεκρούς.

Μένει να διαβάσουμε το «μεταθανάτιο» μυθιστόρημά του, Ο Νίτσε στο μπαλκόνι  – θα είναι άραγε η ύστατη διαθήκη του συγγραφέα, ή τα είχε ήδη όλα πει με τα προηγούμενα βιβλία του και το περίφημο Terra Nostra, που έχει ήδη μεταφραστεί από τον Κρίτωνα Ηλιόπουλο αλλά παραμένει ανέκδοτο στα καθ’ ημάς;

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 123 [Carlos Fuentes, Vlad, 2010]

Στις εικόνες: Jason Montoya – Μina Harker and Dracula, Max Ernst – The Vampire’s Kiss, Julio Ruelas, La Crítica.

26
Μάι.
19

Rodolfo Walsh – Επιχείρηση Σφαγή

Η λογοτεχνία της πραγματικότητας και της καθαρής συνείδησης

Δέκα χρόνια πριν το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε, ήταν ο Αργεντινός Ουόλς που επινόησε την «μη μυθοπλαστική πεζογραφία», την αφήγηση πραγματικών γεγονότων με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας» [1]. Το βιβλίο του είχε μεγάλη επίδραση στην κοινωνική ιστορία μιας χώρας, σώζοντας ανθρώπινες ζωές και συμβάλλοντας σε σημαντικές ανατροπές στην κοινωνική και την πολιτική ζωή.

Η πρώτη είδηση για τις μυστικές εκτελέσεις της 9ης Ιουνίου 1956 από την «Απελευθερωτική Επανάσταση», όπως ονομαζόταν η πραξικοπηματική κυβέρνηση του Αραμπούρου, βρίσκει τον συγγραφέα να παίζει σκάκι σε ένα καφέ της Λα Πλάτα. Έξι μήνες μετά κάποιος τον πληροφορεί πως «ένας εκτελεσμένος ζει» και τον βγάζει από τις κατά Έλιοτ «τρυφερές, ήρεμες εποχές». Δεν μπορεί πια να επιστρέψει στο αγαπημένο του σκάκι· είναι αδύνατο να κάνει πίσω.  Γράφει την ιστορία εν θερμώ, για να μην προλάβουν άλλοι την μοναδική δημοσιογραφική αποκλειστικότητα. Προς μεγάλη του έκπληξη, όμως, κανείς δεν ήθελε να την εκδώσει, ούτε καν να γνωρίζει οτιδήποτε. Ένας δηλωμένος νεκρός που μιλάει δεν είναι περιζήτητος στους εκδότες και αντιμετωπίζεται με την πιο μαζική αδιαφορία. Ήταν λες και αυτή η ιστορία δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά. Εντούτοις τυπώνεται ανυπόγραφα και φτάνει σε δέκα χιλιάδες ανώνυμα χέρια, ενώ αργότερα δημοσιεύεται στο περιοδικό Mayoria και εκδίδεται στο εν λόγω βιβλίο.

Η αφήγηση χωρίζεται σε τρία μέρη: τα πρόσωπα, τα γεγονότα, οι αποδείξεις. Τα πρόσωπα μοιράζονται σε δυο διαμερίσματα. Στο μπροστινό διαμέρισμα διαμένει ο ηλεκτρολόγος Οράσιο ντι Τσιάνο με την οικογένειά του και σύντομα έρχεται να του κάνει συντροφιά ο Γιούντα ή κύριος Λίντο, πωλητής σε υποδηματοποιείο. Στο πίσω διαμέρισμα μαζεύονται διάφοροι  άντρες για να παίξουν χαρτιά και να ακούσουν μαζί από το ραδιόφωνο έναν σημαντικό αγώνα. Είναι ο περονιστής Νικολάς Καράνσα, άνεργος και φυγόδικος «επειδή μοίραζε προκηρύξεις»· ο  σιδηροδρομικός Φρανσίσκο Γκαριμπότι «που βρέθηκε εκεί που βρέθηκε εξαιτίας της περιέργειας, της αδράνειας ή του ενδιαφέροντός του για την ζωή»· ο απόστρατος του Ναυτικού Ροχέλιο Ντίας· ο Καρλίτος Λισάσο, γόνος αντιπολιτευόμενης οικογένειας· ο Μάριο Μπριόν, προϊστάμενος σε ένα εμπορικό τμήμα· ο οδηγός λεωφορείων Χουάν Κάρλος Λιβράγα, ο Βισέντε Ροδρίγκες, αχθοφόρος στο λιμάνι, περονιστής· ο φυγόδικος πωλητής οικοπέδων Νορμπέρτο Γκαβίνο που περιμένει εναγωνίως να ακούσει την είδηση της επανάστασης από το ραδιόφωνο, μια είδηση που δεν έρχεται ποτέ, όπως και ο νοικάρης του διαμερίσματος Χουάν Κάρλος Τόρες, που περιμένει μια επαφή που δεν γίνεται. Είναι δύσκολο να βρεθεί μάρτυρας που να τους θυμάται όλους.

Κάπου αλλού φουντώνει η αληθινή εξέγερση. Ο ηττημένος περονισμός επιχειρεί να ξαναπάρει την εξουσία: στρατιωτικοί καταλαμβάνουν στρατόπεδα και σχολές, και ομάδες πολιτών τα κέντρα της τηλεφωνίας. Η διακήρυξη που υπέγραφαν οι στρατηγοί Βάγε και Τάνκο δικαιολογούσε την ανταρσία με μια επακριβή περιγραφή της κατάστασης (μια ωμή και ανελέητη τυραννία, διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες) και πρότεινε κριτική επιστροφή στον Περόν και διαφανείς εκλογές με την συμμετοχή όλων των κομμάτων. Σύντομα γίνονται ανακαταλήψεις και οι εξεγερμένοι χάνουν την μάχη με τον χρόνο.

Όταν φτάνει η αστυνομία κανείς δεν προβάλει την παραμικρή αντίσταση. Ο διοικητής Φερνάντες Σουάρες, φορώντας την στολή του Στρατού της Αργεντινής, εισβάλει με ένα περίστροφο στο χέρι, χτυπώντας και ουρλιάζοντας «Πού είναι ο Τάνκο;» Είναι η πρώτη φορά που ακούν το όνομα του στασιαστή στρατηγού. Συλλαμβάνονται ακόμα ο αξιωματικός της αστυνομίας και αργότερα ιδιοκτήτης εργαστηρίου συστημάτων ψύξης Χούλιο Τρόξλερ και ο ιδιοκτήτης ενός συνεταιρικού εμπορικού Ρεΐνάλντο Μπεναβίδες που έρχονται να ψάξουν κάποιο φίλο. Τους στοιβάζουν μαζί με τρεις τυχαίους περαστικούς σ’ ένα λεωφορείο που επιτάχθηκε εκείνη την στιγμή, χωρίς να γνωρίζουν για ποιο λόγο τους έπιασαν και πού τους πάνε. Το πρώτο στάδιο της Επιχείρησης Σφαγή ήταν γρήγορο. Η ώρα είναι 23.30 και η Κρατική Ραδιοφωνία παίζει Ραβέλ και Στραβίνσκι.

Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην Περιφερειακή Διοίκηση της Αστυνομίας όπου ο αρχηγός Μορένο τους παίρνει ό,τι έχουν πάνω τους και λαμβάνει εντολή για την εκτέλεσή τους. Στις 0:32 η Κρατική Ραδιοφωνία μεταδίδει το διάταγμα της κήρυξης του στρατιωτικού νόμου. Οι εκτελεστές χρησιμοποιούν ακατάλληλα όπλα και οι μισοί καταδικασμένοι αποφεύγουν τις σφαίρες. Τώρα ο συγγραφέας πρέπει να συγκολλήσει δώδεκα ή δεκατρία σπασμένα κομμάτια πανικού σε μια ενιαία αφήγηση. Ο Οράσιο μένει ακίνητος για ώρες, παριστάνοντας τον νεκρό, ο Γκαβίνο τρέχει σε χωματόδρομους σε σιδηροδρομικές γραμμές μέχρι να χωθεί σ’ ένα λεωφορείο, ο Γιούντα κρύβεται στον κήπο ενός σπιτιού και αργότερα φεύγει σ’ ένα τρένο, ο Τρόξλερ περπατάει για έντεκα ώρες στην περιφέρεια του Μπουένος Άιρες μέχρι να βρει ασφαλές κατάλυμα. Άλλοι σπεύδουν στην πρεσβεία της Βολιβίας για άσυλο.

Για τον τραυματισμένο Λιβράγα αρχίζει μια συνεχής εναλλαγή φόβου και σωματικού πόνου που σταδιακά ταυτίζονται. Ένας ευσυνείδητος αξιωματικός τον πηγαίνει στο νοσοκομείο όπου οι νοσοκόμες, ρισκάροντας την δουλειά τους, τον προστατεύουν με κάθε δυνατό τρόπο. Εντοπίζεται και φυλακίζεται χωρίς ιατρική περίθαλψη. Οι γονείς του στέλνουν τηλεγράφημα στον Αραμπούρου για να τον διαβεβαιώσουν για το λάθος αλλά εκείνος είναι ανένδοτος. Όμως ο Λιβράγα καταθέτει «μήνυση κατά παντός υπευθύνου» για απόπειρα δολοφονίας. Η αστυνομική απόδειξη παραλαβής των πραγμάτων του, που κρατούσε ως κόρη οφθαλμού, θα αποτελέσει βασικό τεκμήριο στη δίκη. Ο Γιούντα είναι ο δεύτερος επιζών που αποφασίζει να μιλήσει.

Η αναφορά του στρατηγού Σουάρες αποτελεί από μόνη της απόδειξη ενοχής: στις 9 Ιουνίου 1956, προτού τεθεί σε ισχύ ο στρατιωτικός νόμος, συνέλαβε μια ομάδα ανθρώπων, που δεν συμμετείχαν σε καμία εξέγερση ούτε αντιστάθηκαν στην σύλληψη, και χωρίς απαγγελία κατηγορίας και χωρίς υπεράσπιση και δίκη, διέταξε την εκτέλεσή τους, και παρά την συνταγματική κατάργηση της θανατικής ποινής για πολιτικούς λόγους. Τα παραπάνω γεγονότα η κυβέρνηση προσπάθησε συστηματικά να τα διαψεύσει ή να τα διαστρεβλώσει. Οι συγκεντρωμένες αποδείξεις όμως του συγγραφέα έπειτα από μήνες έρευνας του επέτρεψαν να κατηγορήσει τον Φερνάντες Σουάρες για δολοφονία. Η έρευνα του, περισσότερο λεπτομερής από εκείνη του εισαγγελέα, περιλάμβανε και υπογεγραμμένες μαρτυρίες τριών επιζώντων που βρίσκονταν στην Βολιβία, εκατοντάδες συνομιλίες με μάρτυρες και συγγενείς των θυμάτων και το φωτοαντίγραφο του Βιβλίου Εκφωνητών της Κρατικής Ραδιοφωνίας, όπου αποδεικνυόταν η ακριβής ώρα κήρυξης του στρατιωτικού νόμου.

Η κατάθεση του αστυνομικού διευθυντή Μορένο υποστήριξε ότι σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης το αρχηγείο υπόκειται ευθέως στις διαταγές του στρατού. Στριμωγμένος πλέον ο  Σουάρες ζήτησε την υποστήριξη του Αραμπούρου και οι εφημερίδες σίγησαν: η κοινή γνώμη ποτέ δεν πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της δικογραφίας Λιβράγα. Η σωτηρία των ενόχων ήταν η ανάθεση της υπόθεσης στην αποκλειστική αρμοδιότητα ενός στρατιωτικού δικαστηρίου, παρά την επιμονή του δικαστή Λα Πλάτα. Τελικά το Ανώτατο Δικαστήριο του Κράτους το 1957 εξέδωσε μια από τις πλέον απαίσχυντες αποφάσεις της δικαστικής ιστορίας της Αργεντινής. Η υπόθεση παραδιδόταν στην στρατιωτική δικαιοσύνη, η οποία εξίσου συνένοχη και μεροληπτική, άφησε την σφαγή για πάντα ατιμώρητη.

Είναι η πραγματικότητα και η αλήθεια που ορίζουν τον τρόπο της γραφής του Ουόλς. Ο συγγραφέας αναζητά «την ιστορία που φυλακίστηκε στα σκουπίδια» θέλει να μοιραστεί την «η μεγάλη συγκίνηση που πάντα προηγείται της αποκάλυψης μιας αλήθειας». Η πρόζα του ενσωματώνει καταθέσεις, επίσημες αναφορές και επιστολές δικαστών. Τα γεγονότα δεν παρατίθενται ξερά αλλά ποτισμένα με την ατμόσφαιρα των σπιτιών των εμπλεκόμενων, των κακοφωτισμένων συνοικιών, του τόπου της εκτέλεσης, με την μυρωδιά της πυρίτιδας και του πανικού. Στο παράρτημα περιλαμβάνονται: το «υποχρεωτικό παράρτημα» και ο «προσωρινός» επίλογος της πρώτης έκδοσης (1957), ο επίλογος της δεύτερης έκδοσης (1964), και το τέλος του επιλόγου της τρίτης έκδοσης (1969), με «ένα πορτρέτο της κυρίαρχης ολιγαρχίας», η περίφημη «ανοιχτή επιστολή προς την στρατιωτική χούντα» και ένα επίμετρο του Οσβάλδο Μπάγερ.

Στον επίλογο της δεύτερης έκδοσης ο Ουόλς αναλογίζεται τι πέτυχε και τι όχι. Διαλεύκανε τα γεγονότα, επιβλήθηκε πάνω στον φόβο κι έκανε πολλούς ανθρώπους να μιλήσουν· αλλά δεν κατόρθωσε την αναγνώριση της βαρβαρότητας από την κυβέρνηση, ούτε την αποζημίωση των συγγενών των θυμάτων – δεκαεφτά ορφανά, γυναίκες που είχαν τον θρήνο σαν συνήθεια, αδελφούς με την σφιγμένη γροθιά τους πάνω στο τραπέζι. Τρεις εκδόσεις και δεκάδες άρθρα έθεσαν το θέμα σε πέντε κυβερνήσεις που δεν απάντησαν ποτέ. Στο τέλος αναρωτιέται με σπάνια ειλικρίνεια αν άξιζε τον κόπο, εάν η κοινωνία όπου ζούμε θέλει πραγματικά να μαθαίνει τέτοιου είδους πράγματα.

Ας σημειωθεί ότι το 1970 μια ομάδα ανταρτών «Μοντονέρος» απήγαγε τον Αραμπούρου, του απήγγειλε κατηγορίες που περονιστής λαός είχε εγείρει εναντίον του και τον καταδίκασε σε θάνατο. Μια από τις κατηγορίες ήταν ακριβώς η Επιχείρηση Σφαγή. Η σφαγή του Ιουνίου δεν ήταν η μοναδική διαστροφή του καθεστώτος. Χιλιάδες άνθρωποι φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν, ενώ η χώρα υπέστη μια άλλη μορφή αθέατης βίας, εκείνη της οικονομικής εξαθλίωσης των κατώτερων τάξεων.

Η «Ανοιχτή επιστολή ενός συγγραφέα προς την στρατιωτική χούντα» στάλθηκε ταχυδρομικώς στις 24 Μαρτίου 1977, έναν ακριβώς χρόνο μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα, στις συντακτικές επιτροπές των εφημερίδων της Αργεντινής και σε ανταποκριτές ξένων εντύπων. Το γράμμα δεν δημοσιεύτηκε σε κανένα έντυπο της χώρας αλλά στάλθηκε χειρόγραφα σε αναρίθμητους παραλήπτες και κυκλοφόρησε σιγά σιγά στο εξωτερικό. Η επιστολή περιλαμβάνεται πλέον σε κάθε επανέκδοση του βιβλίου. Αναφέρει τους χιλιάδες νεκρούς, εξαφανισμένους, φυλακισμένους και εξόριστους· τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου δεν μπαίνει κανείς δικαστής ή δικηγόρος· τις νέες μεθόδους και συσκευές βασανιστηρίων· την άρνηση της χούντας να δημοσιεύει τα ονόματα των κρατουμένων, ενώ ακόμα και οι αναγνωρισμένοι κρατούμενοι αποτελούν στρατηγική εφεδρεία για αντίποινα· εκείνους που ρίχτηκαν αναίσθητοι στον Ρίο δε λα Πλάτα, αλλά και την οικονομική κτηνωδία που καταδικάζει εκατομμύρια ανθρώπους σε προμελετημένη εξαθλίωση και την μετατροπή της περιφέρειας του Μπουένος Άιρες σε μια παραγκούπολη.

Στο τέλος αντιστρέφει τις κατηγορίες των δικτατόρων και αναρωτιέται ποιοι είναι τελικά οι απάτριδες και ποια η ιδεολογία που απειλεί την εθνική οντότητα. Τους καλεί να συλλογιστούν σε ποια άβυσσο οδηγούν την χώρα και να αποδεχτούν πως ακόμα κι αν σκοτώσουν τον τελευταίο αντάρτη, ο πόλεμος απλώς θα ξανάρχιζε με νέες μορφές, γιατί οι αιτίες που κινούν την αντίσταση του αργεντίνικου πληθυσμού δεν έχουν εξαφανιστεί αλλά βαθύνει ακόμα περισσότερο. Γνωρίζει ότι θα τον καταδιώξουν αλλά μένει πιστός στην δέσμευση να καταθέτει την μαρτυρία του σε δύσκολους καιρούς. Η δικτατορία του Βιντέλα είχε ήδη δολοφονήσει την μία του κόρη. Την επόμενη μέρα ο συγγραφέας περικυκλώνεται από όργανα του καθεστώτος και για να μην πέσει στα χέρια τους (ο ένας εκ των τριών δικτατόρων, ο Εμίλιο Μασέρα, είχε διατάξει να του τον φέρουν ζωντανό) στρέφει το περίστροφό του εναντίον τους. Γαζώνεται από σφαίρες και το σώμα του εξαφανίζεται.

Η Επιχείρηση Σφαγή ήταν ο πρόλογος της νέας τραγωδίας του Βιντέλα· σε αυτές τις σελίδες υπάρχει όλη η κοινωνία της Αργεντινής, γράφει στο επίμετρό του ο Οσβάλδο Μπάγερ, καθώς ταιριάζει στον Ουόλς την φράση της Μαντάμ ντε Σταλ που αναφέρεται στον Σίλερ: «Η συνείδησή του είναι η μούσα του».

[1] Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία, εκδ. Βιβλιόραμα, 2017, σ. 124, Ivan Jablonka, Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες, εκδ. Πόλις, 2017, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, σ. 261.

Εκδ.  Ακυβέρνητες Πολιτείες, Δεκέμβριος 2018, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 255 [Rodolfo Walsh, Operación Masacre, 1957]

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί εκτενή μορφή (1685 λέξεις) ενός συντομότερου κειμένου (800 λέξεις) που δημοσιεύτηκε στις έντυπες Αναγνώσεις Κυριακάτικης Αυγής, Κυριακή 18 Μαΐου 2019. Η εκτενής μορφή δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική έκδοση των Αναγνώσεων, εδώ.

20
Μαρ.
19

Χουάν Κάρλος Ονέτι – Η σύντομη ζωή

Οι άπειρες ζωές που ενοικούμε

Ο αφηγητής Χουάν Μαρία Μπράουσεν είναι ένας σαραντάρης υπάλληλος διαφημιστικής εταιρίας που ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες και βιώνει την αποτυχία και την πλήξη μέσα σε μια ανούσια και μίζερη καθημερινότητα: Η Γερτρούδη, η σιχαμερή δουλειά, ο φόβος μήπως την χάσω, οι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν και η αλησμόνητη βεβαιότητα ότι πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει μια γυναίκα, ένας φίλος, ένα σπίτι, ένα βιβλίο, ούτε καν ένα βίτσιο που να μπορούν να με κάνουν ευτυχισμένο. [σ. 82] Ο ύστατος τρόπος διαφυγής είναι να ζητήσει καταφύγιο σε άλλο τόπο και άλλο χρόνο και να λυτρωθεί μέσω της προβολής του εγώ σε άλλες συνειδήσεις που συνιστούν άλλες δυνατότητες ζωής· καταφεύγει, συνεπώς, στη δημιουργία δυο παράλληλων κόσμων με επίκεντρο δυο ήρωες με τους οποίους θα ταυτιστεί.

Έτσι η διαφυγή του συντελείται σε διπλό επίπεδο. Στο πρώτο επίπεδο, για τις ανάγκες ενός κινηματογραφικού σεναρίου που του προτείνουν να γράψει, δημιουργεί τον γιατρό Ντίας Γκρέι, κάτοικο της Σάντα Μαρία (που θα αποτελέσει την μυθική πόλη – σκηνικό του Ονέτι για τα περισσότερα μυθιστορήματά του). Στο δεύτερο,  ο αφηγητής υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο, τον Χουάν Μαρία Άρσε, για να εισχωρήσει στην ζωή της Κέκας, μιας γυναίκας που εκπορνεύεται στο διπλανό δωμάτιο. Με αυτές τις δυο μάσκες η απόγνωση μετατρέπεται σε δημιουργική αναγέννηση, όπως γράφει στο πολύτιμο σημείωμά της η μεταφράστρια.

Ήδη από την πρώτη σελίδα, ο αφηγητής ακούει πίσω από τον τοίχο την άγνωστη γυναίκα που μόλις έχει μετακομίσει στο διπλανό διαμέρισμα· κάποιος Ρικάρδο την έχει κάνει για άλλη μια φορά να κλάψει σαν τρελή. Είναι το ίδιο πρωί που ο γιατρός αφαίρεσε το αριστερό στήθος της Γερτρούδης. Όσο κι αν αδυνατεί να ξεχάσει το κομμένο στήθος σαν μια μέδουσα πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, το στήθος που είχε βυζάξει ή παίξει, σκέφτεται πως έχει καθήκον να κοιτάξει χωρίς αποστροφή την καινούργια του ουλή, ζευγαρωμένη πια με την άλλη που έχει στην κοιλιά της και που τόσες φορές έχει αναγνωρίσει με την άκρη της γλώσσας του. Εύχεται κάποια μέρα η Γερτρούδη να ξαναγελούσε δίχως αιτία κάτω από τον ανοιξιάτικο ή τον καλοκαιρινό αέρα του μπαλκονιού και να τον κοίταζε με τα λαμπερά της μάτια, με προσήλωση, για μια στιγμή. Θέλει να της πει: Μην είσαι θλιμμένη. Για μένα είναι όλα όπως πριν, δεν άλλαξε τίποτα.

Γιατί η μοναδική πειστική απόδειξη, η μοναδική πηγή ευτυχίας που μπορώ να της προφέρω θα είναι να σηκώσω το βλέμμα μου και να βυθιστώ στο ολοφώτιστο δωμάτιο, με το ξανανιωμένο πρόσωπό μου από τη λαγνεία στο ακρωτηριασμένο στήθος, να το φιλήσω και να χάσω εκεί πάνω το μυαλό μου [σ. 30].

Ο άσπονδος φίλος του Χούλιο Στάιν (που παλαιότερα είχε πλαγιάσει με την Γερτρούδη) του προσφέρει την δυνατότητα της χρηματικής ενίσχυσης αν γράψει ένα σενάριο. Αυτό μπορεί να είναι η σωτηρία του και όχι μόνο από οικονομική πλευρά. Όλα πρέπει να ξεκινάνε από έναν ξερακιανό γιατρό που πουλάει μορφίνη και μένει στη Σάντα Μαρία, κοντά στο ποτάμι, ένα μέρος που ο Μπράουσεν θυμάται από κάποιο καλοκαίρι, επειδή υπήρξε ευτυχισμένος εκεί, χρόνια πριν, για είκοσι τέσσερις ώρες, χωρίς αιτία. Ο γιατρός δημιουργείται: άσημος, λακωνικός κι απελπισμένος. Στα κουρασμένα μάτια του, μια ασάλευτη λάμψη υπενθύμιζε ότι δεν είχε απομείνει το παραμικρό ίχνος πίστης στην έκπληξη. Σιγά σιγά φτιάχνεται το ιατρείο του, τα βιβλία του, η θέα, η ίδια η πόλη, μαζί με το πορθμείο, την πλατεία, την εκκλησία της. Κι ας μην υποψιάζεται ακόμα ότι μια οποιαδήποτε στιγμή θα επιβιβάσει στο πορθμείο μια ανήσυχη γυναίκα.

Ο Μπράουσεν πιστεύει πως μπορεί να σωθεί γράφοντας· ετοιμάζεται να ανοίξει την πόρτα του ιατρείου στην Γερτρούδη της φωτογραφίας που βλέπει απέναντί του, κι εκείνη είναι νέα και ανέμελη, ή σαν κι εκείνη όταν την πρωτογνώρισε. Την ονομάζει Ελένα Σάλα δε Λάγος και την προσκαλεί να οδηγήσει το χέρι του για να γράψει μια νέα αρχή και μια άλλη συνάντηση. Σύντομα έρχεται η φράση που θα τον επαναφέρει ξανά στην ζωή. Μπαίνει λοιπόν η Ελένα Σάλα στο ιατρείο του Ντίας Γκρέι και γδύνεται, όχι για να τον σαγηνεύσει αλλά για να υποκριθεί την ασθενή επειδή αναζητά κάποιον με τον οποίο να μπορεί να συνομιλήσει – και για να της γράψει ή να της δώσει μορφίνη. Παραδέχεται, άλλωστε, πως το να συμβουλεύεται κανείς έναν γιατρό ισοδυναμεί με το να παραδέχεται ότι είναι άρρωστος· είναι σαν να επιτρέπει στην ασθένεια να εδραιωθεί και να προοδεύσει.

Στην άλλη πλευρά του τοίχου, η Ενρικέτα – Κέκα επιστρέφει χαράματα, συνοδευόμενη από τον πρώτο τυχόντα ή μόνη και ξεγυμνώνει το κάθιδρο κορμί της, θαρρείς αποκλειστικά και μόνο για το τεντωμένο του αυτί. Πίσω στο ασφυκτικό τους υπνοδωμάτιο τον περιμένουν τα μακριά αργά βήματα και τα πνιχτά αναφιλητά της Γερτρούδης, όταν υποθέτει ότι εκείνος ακόμα κοιμάται. Και ανάμεσά τους, το φάντασμα μιας ιδιόμορφης σχέσης του με την εικοσάχρονη Ρακέλ, αδελφή της Γερτρούδης, που τον αφήνει να αναρωτιέται:

Αυτό θα ήθελα να μάθω: αν για έναν άντρα υπάρχει η αίσθηση του μυστηρίου σε κάθε οικεία στιγμή που του είναι άγνωστη ή αν του αρκεί να γνωρίζει ότι αυτού του είδους η οικειότητα έχει δοθεί σε άλλους (ποια γυναίκα μετά τα είκοσι δεν την έχει δώσει, ποια θα μπορούσε να ζήσει, χωρίς να την έχει δώσει) για να εξανεμιστεί το μυστήριο. [σ. 179]

Αυτή είναι η ηλικία που η ζωή αρχίζει να γίνεται ένα στραβό χαμόγελο και ανακαλύπτεις πως είναι καμωμένη εδώ και πολλά χρόνια από παρεξηγήσεις. «Στο μεταξύ», μονολογεί, «είμαι αυτός ο άτολμος, αμετάβλητος άνθρωπος, παντρεμένος με την μοναδική γυναίκα που σαγήνευσα ή που σαγήνευσε εμένα, ανίκανος, όχι πλέον να είμαι κάποιος άλλος αλλά ανίκανος να έχω την θέληση να είμαι κάποιος άλλος». Κι όμως, κάποια μέρα, βγαίνοντας από το ασανσέρ, βλέπει το διαμέρισμα της Κέκας ανοιχτό, την αρμαθιά με τα κλειδιά να κρέμεται στην κλειδωνιά, το λουτρό στο βάθος ανοιχτό, γυναικεία ρούχα στις καρέκλες. Τώρα παρατηρεί με προσοχή το σπίτι που ως τώρα μόνο άκουγε και προσπαθεί, αντίστροφα, ν’ αφουγκραστεί την Γερτρούδη πίσω απ’ τον τοίχο.  Φαντάζεται τον εαυτό της να αναπαύεται…

και διέβλεπε ένα μέλλον, μια ευτυχία γεμάτη εκπλήξεις, αφού θα ήταν θεμελιωμένη στον ακρωτηριασμό της, μια νίκη απέναντι σε κάποιον άγνωστο, μια νίκη που θα είχε επιτύχει χωρίς καμία στρατηγική εναντίον κάποιου απροσδιόριστου τύπου άντρα για τον οποίο ο ακρωτηριασμός θα αντιπροσώπευε χωρίς διαστροφή καμιά, την ακαταμάχητη ιδιότητα του σώματός της. [σ. 99]

Καθώς η Γερτρούδη φεύγει για το μητρικό της Τεμπερλέι, ο Μπράουσεν παραδέχεται ότι η αμοιβαία τους αγάπη έχει αναμφίβολα ατονήσει και εξευτελιστεί, προστατευμένη μα και αλλοιωμένη μέσα στο καταφύγιο των σεντονιών, των κοινών γευμάτων και της συνήθειας, τόσο απομακρυσμένη από τις ρίζες της όπως ένας μετανάστης που τον έχει παρασύρει με αγριότητα η ζωή. Τώρα στο σπίτι κοιμάται μόνος του, χωρίς το σώμα της, «ένα φράγμα που πάνω του σταματούσε η θλίψη», ενώ δεν παύει να φθονεί τον Στάιν που είχε διεισδύσει στην Γερτρούδη χωρίς να γίνει αιχμάλωτός της, αλλά και να βασανίζεται από μια ανησυχία μοιχείας: ίσως αυτή η μάσκα να γεννήθηκε τις μέρες που έμεινε στο Τεμπερλέι, τέκνο ενός βλέμματος, μιας φράσης, ενός ανυπόμονου γόνατου, και να τράφηκε το ένα απόγευμα μετά το άλλο σε ζαχαροπλαστεία, απόμερα δρομάκια και ξενοδοχεία.

Στην δουλειά αναγκάζεται να εξηγεί πώς και γιατί οι σημερινές αρνητικές απαντήσεις θα μετατραπούν στα αυριανά συμβόλαια. Το μοναδικό σημαντικό πράγμα στην ζωή του τώρα είναι να ξαπλώνει στο κρεβάτι με το πρόσωπο κολλητά στον τοίχο, με το στόμα ανοιχτό να μην τον ενοχλεί ο θόρυβος της αναπνοής, να συλλέγει φωνές και θορύβους από την άλλη μεριά. Περνάει νύχτες και αυγές ακούγοντας την Κέκα «να νταραβερίζεται με άντρες και γυναίκες, να αραδιάζει και σε αυτούς ψευτιές, να ταράζεται, μεθυσμένη, κλαίγοντας με λυγμούς, όταν εκείνοι εισέβαλλαν στην μοναξιά της».

Κάποτε χτυπάει την πόρτα της, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν έχουν ποτέ συναντηθεί στην πολυκατοικία· κι εκείνη εμφανίζεται πιο μικροκαμωμένη και αδύναμη από την γυναίκα που είχε φανταστεί. Υποκρίνεται έναν φίλο τού Ρικάρντο, ενός άντρα που μάλλον την ταλαιπωρεί, ενώ παραμένει πανικόβλητος από φόβο μην τυχόν και γίνει με το παραπάνω τολμηρή, μην τυχόν επαναλάβει και σ’ εμένα εκείνα τα προστυχόλογα που τόσες φορές αναγκάστηκα να την ακούω να λέει. Σύντομα η Κέκα του εξομολογείται όσα χρειάζεται να ξέρει, ώστε να συνεχίζει να την εξαπατά: πως ο Ρικάρντο δεν μπορεί να την ανεχτεί, πως θεωρεί ότι τον απατά, πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να ζήσει μαζί της. Του τα αποκαλύπτει όλα μόνη της κι εκείνος της αντιπροσφέρει: Εγώ ξέρω ότι ο Ρικάρδο σας αγαπάει. Η σχέση τους έχει μόλις ξεκινήσει.

O συγγραφέας προκαλεί τις επαναλαμβανόμενες επισκέψεις της γυναίκας στο ιατρείο, στις δώδεκα το μεσημέρι ακριβώς και χαίρεται να διαπιστώνει ότι παρέμεναν πιστοί στην σιωπηρή τελετουργία των πλατωνικών, ανειλικρινών, εμπορικών τους σχέσεων. Το ιατρείο «ανυψώνεται σε ένα απίθανο ύψος μοναξιάς και σιωπής». Μια μέρα που περιμένει την γυναίκα και «την αιφνιδιαστική νεότητα που του δανείζει για να της την επιστρέψει σε λίγα λεπτά», αντ’ αυτής φτάνει ο σύζυγός της, κύριος Οράσιο Λάγος και ζητά να συμπεριληφθεί στην φιλία των δυο. Τον ενημερώνει ότι η Ελένα εδώ και δυο χρόνια γνώρισε τον Όσκαρ, έναν άντρα που την ξελόγιασε, που της έγινε απαραίτητος, ενώ κόλλησε στους συζύγους και την συνήθεια της μορφίνης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι εκείνοι, σε ανώτερο επίπεδο κουλτούρας και κοινωνικής θέσης του φέρθηκαν ως ίσοι.

Οι ιστορίες προχωρούν ανεξέλεγκτες. Ο Μπράουσεν διαπιστώνει την ευχαρίστηση του μεθοκοπήματος και της βίας απέναντι στην Κέκα και ο Ερνέστο, ένας από «εκείνους» που φοβάται η Κέκα, εισβάλλει στο διαμέρισμα και χτυπά τον Μπράουσεν, ο οποίος με την σειρά του θα τον εμπλέξει αργότερα σε μια απρόσμενη δολοφονία. Ο γιατρός αναζητώντας τον αναντικατάστατο Πρίαπο Όσκαρ καταλύει με την Ελένα σ’ ένα ξενοδοχείο στην ακροποταμιά και μοιράζονται «ένα παρελθόν που δεν θα συντελούνταν ποτέ».

Ο Μπράουσεν επιζεί καθημερινά μέσα από την διπλή μυστική ζωή του Άρσε και του επαρχιακού γιατρού Ντίας Γκρέι στην πόλη στην άκρη του ποταμού και ανασταίνεται καθημερινά όταν μπαίνει στο διαμέρισμα της Κέκας ή συνομιλεί με την Ελένα. Αυτοί οι τρεις παράλληλοι εναλλασσόμενοι κόσμοι αναπτύσσονται και διασταυρώνονται μέχρι την πλήρη συγχώνευσή τους, ενώ οι δυο επινοημένοι ήρωες τού διαφεύγουν και αυτονομούνται πλήρως, μέχρι να καταστούν οι ίδιοι πρωταγωνιστές της αφήγησης. Η δύναμη που ο Μπράουσεν νόμιζε πως είχε πάνω στα πλάσματά του εξανεμίζεται. Πραγματικότητα και μυθοπλασία γίνονται ένα. Κι όπως γράφει η μεταφράστρια, «αποζητώντας να υπερβεί την πραγματικότητα ο Μπράουσεν θα συσσωρεύσει μια σειρά από «σύντομες ζωές» που το ανοιχτό τέλος του βιβλίου μας αφήνει να εννοήσουμε ότι είναι άπειρες».

Να ξανασκεφτώ ότι όλοι οι άνθρωποι που την κατοικούσαν είχαν γεννηθεί από μένα και ότι ήμουν ικανός να τους κάνω να συλλάβουν την αγάπη σαν κάτι το απόλυτο… να παράσχω στον καθένα από αυτούς ένα διαυγές και ανώδυνο ψυχομαχητό, προκειμένου να κατανοήσουν το νόημα αυτών που είχαν ζήσει. [σ. 384-385]

Η Σύντομη Ζωή, το κατά Ονέτι πιο φιλόδοξο και περίπλοκο έργο του, αποτελεί προάγγελο για τα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του, ιδίως ως προς τους πειραματισμούς και τις καινοτομίες. Λυγίζω μπροστά στην απόδοση της συγκίνησης από την ανάγνωση ενός τέτοιου μυθιστορήματος. Και μακαρίζω τον Ονέτι για την γραφή του αλλά και την σιωπή του, ιδίως όταν τιμήθηκε το 1962 στην χώρα του με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Η ομιλία του περιορίστηκε στη φράση: Εγώ δε μιλάω, γράφω.

Εκδ. Καστανιώτη, 2003, μτφ. από τα ισπανικά Αγγελική Αλεξοπούλου, σελ. 433. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδο χρονολόγιο. [Juan Carlos Onetti, La vide breve, 1950]

Το επίσης εξαίσιο Ναυπηγείο εδώ.

Κάποτε ο Γκαλεάνο για τον Ονέτι.

Το κόμικ, από εικονογράφηση κειμένου για το βιβλίο του La cara de la desgracia, από εδώ.

30
Οκτ.
18

Λουίς Σεπούλβεδα – Η ιστορία ενός σαλίγκαρου που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας

Ο αντάρτης και η μνήμη

Μπορεί ο Σεπούλβεδα να είναι ένας ανεξάντλητος στην έμπνευση μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, αλλά αυτή τη φορά το εύρημα της «παιδικής» τους ιστορίας το πρόσφερε αφειδώς ο εγγονός του στον κήπο του σπιτιού τους, ούτως ή άλλως γνωστό τόπο θαυμάτων ανεξάρτητα από τόπους κι εποχές. Υποθέτω έχετε ήδη αντιληφθεί ποια ήταν η ερώτηση: Γιατί είναι τόσο αργό το σαλιγκάρι;

Το θέμα είναι ότι σ’ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι μας ζει πράγματι μια αποικία σαλιγκαριών τα μέλη της οποίας δεν έχουν αναρωτηθεί κάτι τέτοιο· ούτε τα σαλιγκάρια της που κατά τα άλλα δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία πως ο τόπος τους είναι ο καλύτερος. Δεν έχει σημασία που κανέναν απ’ αυτά δεν έχει ταξιδέψει ως την άκρη του λιβαδιού· τους αρκεί που ήταν σκεπασμένο με χόρτα και αγριολούλουδα, στεγάζονται σε πυκνόφυλλο χειμωνανθό και τρώνε το νοστιμότατο λιονταρόδοντο. Είναι σημαντικό να χαίρεσαι όσα έχεις αλλά πάντα θα υπάρχουν ερωτήσεις που βασανίζουν κάποιον ανικανοποίητο νέο. Γιατί τα σαλιγκάρια δεν αποκτούν ονόματα και το ένα αποκαλεί το άλλο σαλιγκάρι; Και το κυριότερο: γιατί πάνε τόσο αργά;

Το σαλιγκάρι γνωρίζει πως μόνο με την συνδρομή των άλλων μπορεί κάπως να διαφωτιστεί. Τα σαλιγκάρια του περίγυρου όχι μόνο δεν έχουν τι να απαντήσουν αλλά και το σαρκάζουν. Μόνο η κουκουβάγια (που ανοίγει τα μάτια της τη νύχτα και βλέπει ό,τι γίνεται και τα κλείνει τη μέρα και βλέπει ό,τι έγινε) έχει απλά να του πει πως όλα όσα έχει δοκιμάσει, το πικρό και το γλυκό, η βροχή κι ο ήλιος, η παγωνιά και η νύχτα, όλα πάνε μαζί του και τον βαραίνουν, εξ ου και η βραδύτητα. Μόνη λύση είναι η φυγή προς αναζήτηση της αλήθειας.

Η αναζήτηση είναι περιπετειώδης και οι συναντήσεις με άλλα ζώα πολλές. Η εξίσου αργοκίνητη χελώνα τον ενημερώνει πως όταν ένας άνθρωπος έχει τολμηρές ερωτήσεις λέγεται Αντάρτης. Κι εκείνη που δεν σταμάτησε να θυμάται τον δρόμο απ’ όπου ήρθε και το δικό της παρελθόν την είπαν Μνήμη. Αμφότεροι διαθέτουν πια ονόματα και καταλαβαίνουν πως τον ίδιο δρόμο είχαν πάρει κι από πριν γνωριστούν. Φαίνεται πως αντάρτης και μνήμη πάντα πάνε μαζί και αντιστρόφως.

Περιπλάνηση χωρίς περιπέτεια δεν νοείται. Στην άκρη του λιβαδιού το σαλιγκάρι εντοπίζει ένα τεράστιο ανθρώπινο εργοτάξιο όπου πελώρια ζώα με κυκλικά πόδια και μεταλλικές καρδιές στρώνουν μια μαύρη λωρίδα γης που ονομάζεται δρόμος. Οι απαντήσεις μπορούν να περιμένουν· τώρα προέχει η επιστροφή για να προειδοποιήσει την κοινωνία του. Τα πρεσβύτερα σαλιγκάρια αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις ειδήσεις που φέρνει ο Αντάρτης· οι μεγάλοι πάντα ανησυχούν μη χάσουν το κύρος και την εξουσία τους.  Στο μαύρο πέπλο όμως τίποτα δεν φυτρώνει, τα χόρτα τις άκρες του έχουν γεύση περίεργη και δυσάρεστη, οι ακτίνες του ήλιου δεν αντανακλώνται κι η εγκλωβισμένη θέρμη παραπλανά τους σκαντζόχοιρους. Η κατάσταση επείγει και σύντομα αλλάζει.

Αργά, πολύ αργά, ο Αντάρτης συνέχισε το δρόμο του και, στρέφοντας το κεφάλι, είδε πως όλα τα σαλιγκάρια τον ακολουθούσαν. Ούτε καμάρωσε γι’ αυτό, ούτε ένιωσε καμιά ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα προτιμούσε να μην τον είχαν ακολουθήσει, αφού τότε θα είχε την ευθύνη μόνο για τη δική του τύχη. Τα σαλιγκάρια τον ακολούθησαν, κι αυτό του προκάλεσε πολύ φόβο, αλλά τότε θυμήθηκε αυτό που του ’χε πει η Μνήμη, ότι οι πραγματικοί αντάρτες νιώθουν φόβο αλλά τον ξεπερνάνε, κι αργά, πολύ αργά, συνέχισε το δρόμο του πάνω στο χορτάρι.

Ο Σεπούλβεδα γνωρίζει καλά και την τέχνη της αφήγησης μιας παιδικής ιστορίας που αφορά κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Περιγράφει την φύση (με εκφράσεις που εστιάζουν σε λεπτομέρειες που δεν παρατηρούμε), αγγίζει περιφερειακά θέματα (η εγκατάλειψη ζώου) και προκαλεί ερωτήματα που έρχονται αβίαστα, χωρίς αναφορά – να αρκείσαι στα καλά που σου δίνει η ζωή ή να συνεχίζεις να ψάχνεις μια γνώση που μπορεί να σου τα στερήσει; Την δε ιστορία του δεν βιάζεται καθόλου να την ολοκληρώσει· φαίνεται πως ακολουθεί κι ο ίδιος την βραδύτητα του σαλιγκαριού. Είναι η ίδια βραδύτητα που επέτρεψε στο σαλιγκάρι να γνωρίσει τόσα ζώα και αναζητώντας απαντήσεις να εντοπίσει κινδύνους και να γίνει χρήσιμος στην κοινωνία του. Κι όχι μόνο! Χάρη στις αργές του κινήσεις προειδοποίησε και άλλα ζώα, όπως τις μέλισσες και τους σκαραβαίους, ενώ αν ήταν ταχύς δεν θα τους είχε καν δει. Μένει εμείς οι σοφοί δίποδοι μεγάλοι να εμπνευστούμε το γρηγορότερο δυνατό (εδώ θέλει ταχύτητα!) από την εμπειρία του σαλιγκαριού και να διαπιστώσουμε πως η δική μας ζωή, ακόμα και στα λιβάδια που προτιμήσαμε, δεν απολαμβάνεται με υπερταχείες.

Εκδ. Opera, 2013, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εικονογράφηση Ειρήνη Ελευθεριάδη, σελ. 88 [Luis Sepúlveda, Historia de un caracol que descubrió la importancia de la lentitud, 2013]

ΥΓ. Το νου σας, ο Σεπούλβεδα έχει συνεταιρικά γράψει και τα χειρότερα των αδελφών Γκριμ, όχι των γνωστών, αλλά κάτι άλλων.

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

20
Οκτ.
18

Βισέντε Αλφόνσο – Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου

Οι πολλαπλές υποκειμενικές πραγματικότητες

Οι φάκελοι πάντα είναι ελλιπείς. Η ανασύσταση της πραγματικότητας είναι αδύνατη, τα γεγονότα συμβαίνουν και χάνονται. Αυτό που ακολουθεί είναι ατελείς αναπαραστάσεις, απεικονίσεις φτιαγμένες από λέξεις. [σ. 70]

Ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που απόλαυσα πριν πολλά χρόνια και στις δυο αναγνώσεις ήταν το Η Ροσάουρα απόψε στις δέκα, του δυστυχώς άγνωστου στη χώρα μας Αργεντινού Μάρκο Ντενέβι [Rosaura a las diez, 1955, ελλ. έκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Σπυριδοπούλου, με πολύτιμο επίμετρο του Χουάν Κάρλος Μέρλο]. Με το πρόσχημα της διαλεύκανσης ενός φόνου και μέσα από διαφορετικές καταθέσεις των μαρτύρων ο συγγραφέας παρουσίαζε διαφορετικές ερμηνείες της «ορατής» πραγματικότητας, βασισμένες στην εκάστοτε αντίληψη του κάθε πρωταγωνιστή. Επρόκειτο για εκδοχές τόσο πειστικές που έμοιαζαν σχεδόν να παρουσιάζουν ισάριθμες εναλλακτικές πραγματικότητες.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά απολαμβάνω ένα ανάλογο μυθιστόρημα, αυτή τη φορά από έναν σύγχρονο Μεξικανό συγγραφέα. Φυσικά το εύρημα δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε σπάνιο στην λογοτεχνία· όμως οι ενδείξεις που απροσανατολίζουν τον αναγνώστη, η συνεχής και ανατρεπόμενη αναζήτηση της αληθοφάνειας και ο αντίρροπος αγώνας να διακρίνουμε πίσω από το «φαίνεσθαι» των πραγμάτων χρειάζονται μια ιστορία κατάλληλη, πρόσφορη σε ποικίλες οπτικές και διασπάσιμη σε κομμάτια όπως ένα παζλ που συν τοις άλλοις δίνει και διαφορετική εικόνα ανάλογα από την θέση του βλέμματος. Και απαιτείται ικανή γραφή· κι εδώ αμφότερα επιτυγχάνονται.

Το βιβλίο χωρίζεται σε εναλλασσόμενες ενότητες που αφορούν και μια διαφορετική πηγή της έρευνας: Θεραπευτική Συνεδρία (σε οκτώ μέρη), Η «τελευταία γουλιά» (σε τρία), Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου (σε πέντε), Ανοιχτός Φάκελος (σε τρία), Ad Maiorem Dei Gloriam (σε τέσσερα), Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο (σε τρία), Ημέρα επίσκεψης (σε πέντε). Υπάρχουν ακόμα το Γράμμα από το Τοπολομπάμπο, ένα δεύτερο κείμενο για τον ίδιο τόπο, ένα δίστηλο από τον Κίτρινο Τύπο και το καταληκτικό Η συκιά και οι στάχτες. Με τον τρόπο αυτό αλλάζει και η οπτική της ιστορίας, καθώς η σε πρώτο πρόσωπο εξομολόγηση του συγγραφέα εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπες ή πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των γεγονότων με επίκεντρο διαφορετικούς κάθε φορά χαρακτήρες.

Στην Θεραπευτική Συνεδρία ο ψυχολόγος αφηγητής Αλμπέρτο Αλμπόρες θυμάται τις συνεδρίες του με τον νεαρό Ρώμο Αγιάλα, ως μέρος μιας ομάδας που θα υπερασπιστεί την αθωότητά του για τον φόνο που του αποδίδεται. Πρόκειται για την δολοφονία ενός τσιρκολάνου μάγου στο Μπαρ «Τελευταία Γουλιά», για την οποία τελικά φυλακίστηκε, και τώρα ο Αλμπόρες επιθυμεί να διαλευκάνει. Εγκαταλείπει τις συνεδρίες και επιχειρεί την συγγραφή ενός βιβλίου που θα συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, με συνεντεύξεις όλων των εμπλεκομένων, καταθέσεις από τις ανακρίσεις αλλά και προσωπικές σημειώσεις από τις δικές του μνήμες.

Ο Ρώμος είναι δίδυμος με τον Ρωμύλο, έχουν για πατέρα έναν ευυπόληπτο δικαστή, δούλευαν σ’ έναν μάγο ονόματι Μεγάλο Παδίγια σε πανηγύρια και γιορτές πολιούχων και γυρνούσαν την επικράτεια με δυο σαραβαλιασμένα τροχόσπιτα. Μαζί τους ταξίδευε και η κατά έξι χρόνια μεγαλύτερή τους Μάγδα Γκονσάλες, ερωμένη του Παδίγια, που σχετίστηκε με τον Ρωμύλο αλλά προσέλκυσε και τον Ρώμο, πρόθυμη να ζήσει μια κοινή ερωτική εμπειρία με τους αδελφούς. Η Μάγδα αποτελεί μια από τις βασικές μορφές της ιστορίας. Όταν κάνει τα μαλλιά της κοτσίδα και βάζει το λευκό της φόρεμα γίνεται η Μικρή Κάντε ή απλώς η Μικρή, που ο κόσμος λατρεύει ως θαυματουργή, τής αφιερώνει τάματα, γεμίζει τα ερημοκλήσια με εικόνες της κι έχει να λέει πως χάρη σ’ αυτήν σώθηκαν οι δικοί τους άνθρωποι από πάσης φύσεως συμφορές.

Στην διακεκομμένη ενότητα Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου Ι-V ο γερο-ρεπόρτερ Πέπε Σαμόρα ταξιδεύει στα μέρη του θρύλου της Μικρής, για την οποία φαίνεται πως όλοι έχουν να διηγηθούν κάποια θεραπεία, σωτηρία ή προφητεία. Αναζητά στοιχεία στην λεηλατημένη εκκλησία όπου εκείνη χτυπήθηκε και βιάστηκε. Στο ξωκλήσι του Σταυρού σε μια φωτογραφία της ανάμεσα στα τάματα φοράει ένα φουστάνι ίδιο με το καμένο υφασμάτινο κομμάτι που έχει στην τσέπη του. Δίπλα της, μια ζωγραφιά με το ίδιο φόρεμα, δια χειρός του σωσμένου Χουάν Μποράδο, που της υπόσχεται να επιστρέφει κάθε χρόνο την νύχτα του Αγίου Λαυρεντίου. Είναι η νύχτα όπου η γιορτή του Αγίου μετατρέπεται σε βακχική τελετή. Η μικρή θεωρούσε τον εαυτό της όργανο του Θεού· ότι δεν ήταν εκείνη που θεράπευε τους αρρώστους, αλλά ο Θεός που ενεργούσε μέσω αυτής. Για τους ντόπιους η αξία της είναι ίδια μ’ εκείνη του Σταυρού: μια απόδειξη ότι ο Θεός δεν τους έχει ξεχάσει.

Η «τελευταία γουλιά», το όνομα του μπαρ όπου έγινε ο φόνος, συγκεντρώνει ως ενότητα τις διαφορετικές αν όχι αντιφατικές καταθέσεις των θαμώνων. Ο Ανοιχτός Φάκελος περικλείει το αρχείο του ψυχοθεραπευτή, που εκ των υστέρων ομολογεί πως αν είχε αποκαλύψει όσα γνώριζε, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς· αλλά σιώπησε όχι μόνο για λόγους δεοντολογίας αλλά και από φόβο. Τα τέσσερα κεφάλαια Ad Maiorem Dei Gloriam εστιάζουν στην φαινομενικά παράπλευρη ιστορία ερωτικής μύησης του Ρώμου και των άλλων Αποστόλων σ’ ένα ιησουιτικό οικοτροφείο. Οι νέοι εντρυφούν στο Βαθύ Λαρύγγι της περίφημης Λίντα Λαβλεϊς και επιδίδονται σε όργια προετοιμασίας για την ερωτική τους πρεμιέρα κρυφά από τον κληρικό Οράσιο Πέρες Βάργκας ή, σύμφωνα με άλλο εξίσου πειστικό ενδεχόμενο, με την απόλυτη συναίνεσή του. Ποιος τόπος άλλωστε θα ήταν ασφαλέστερος και ποιος χρόνος καταλληλότερος για την σχετική εκπαίδευση; Η φωτιά στο κτίριο εκκινεί μια χιονοστιβάδα συμβάντων τελικά διόλου άσχετων με την ιστορία.

Στο τριπλό Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο ο Ρωμύλος απευθύνεται στον πατέρα του και τον ρωτάει για τον τάφο της μητέρας του, καθώς, στοιχειωμένος από μια συγκινητική ιστορία που συνήθιζε να ακούει, τον εντοπίζει αλλά τον βρίσκει άδειο. Η Ημέρα επίσκεψης περιγράφει την σύλληψη του Ρώμου στα σύνορα επειδή στο αυτοκίνητό του βρίσκουν μια παλιά ελαιογραφία με το Μαρτύριο του Αγίου Λαυρεντίου. Πιθανώς άλλη μια παραπλάνηση του φαίνεσθαι, καθώς αναφέρονται άλλες περιπτώσεις πλαστογραφίας ή απλής αντιγραφής ενός έργου τέχνης που εξαπατούν τους ειδικούς και σίγουρα κάποιους αδαείς αστυνομικούς.

Κάθε νέα διακλαδωμένη ιστορία συνεχίζει να έχει δυο διαφορετικές εκδοχές, όπως, για παράδειγμα,  η ιστορία της Ροζάριο, της μητέρας των αδελφών. Η νοσηρή σχέση με τον πατέρα τους και οι αντιδράσεις από την πλούσια οικογένειά της είναι δεδομένα αλλά η συνέχεια της ζωής της διττή. Εξαφανίστηκε για σπουδές στην Ευρώπη ή παρέμεινε στα πάτρια με πλούσια κοινωνική προσφορά; Ένα δεύτερο, ξανά φαινομενικά άσχετο, ένθετο κεφάλαιο που εκκινεί από την ουτοπία του Άλμπερτ Όουεν στα τέλη του 19ου αιώνα και την ίδρυση μιας αντικαπιταλιστικής πόλης με πλήρη καταμερισμό της παραγωγής – ένα όνειρο που κράτησε δέκα χρόνια – φτάνει ως εδώ, καθώς, από μια μεγάλη ειρωνεία της Ιστορίας, είναι ο ίδιος ο βορειοδυτικός μεξικανικός κάμπος που διαφεντεύει ο πατέρας της Βίκτορ Ναβάρο Τσάβες. Και πρόκειται για τεράστιες εκτάσεις γης που στα αρχεία φαίνονται ως μικρές ιδιοκτησίες άλλων, ενώ προσλαμβάνονται ξένοι εργάτες που δεν έχουν οικογένεια εκεί και δεν μπορούν να οργανωθούν. Αν η Ροζάριο επιχείρησε να αναστρέψει την μεγάλη κοινωνική αδικία; Δεν θα μπορούσε ο τάφος της να είναι η τέλεια κρυψώνα για τα όπλα μιας εξέγερσης ή τα πολύτιμα έγγραφα μιας αποκάλυψης;

Όταν κάποτε φτάσει η στιγμή της τριπλής συνεύρεσης, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ρώμου, ο Ρωμύλος εμποδίζει την Μάγδα ν’ αναπνεύσει, ενώ μέσα της βρίσκεται ο δίδυμος αδελφός του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εδώ η επίκληση ενός διηγήματος του Μπόρχες («Η παρείσακτη»), όπου δυο φίλοι επιλέγουν να σκοτώσουν την γυναίκα που αμφότεροι επιθύμησαν. Θυμάμαι με συγκίνηση το διήγημα, ήταν από τα πρώτα που διάβασα στην παλιά έκδοση του Ερμή, με το πορτοκαλί εξώφυλλο και τον μονοκόμματο τίτλο «Διηγήματα». Η μπορχεσιανή πρόζα, άλλωστε, περνάει σαν σκιά τις σελίδες, μ’ όλες αυτές τις πολλαπλές διαθλάσεις της πραγματικότητας.

Όμως ο ερευνητής δέχεται και την επίσκεψη του Ρωμύλου, που ισχυρίζεται απερίφραστα πως ο Ρώμος είναι ένας μυθομανής, μιλάει αυθαίρετα για εγκλήματα και βιασμούς, οι αφηγήσεις του είναι γεμάτες σεξ και βία. Και πως ευρισκόμενος σε κατάσταση φαντασιωσικής ψευδολογίας, επιθυμεί εμμονικά να είναι άγιος, αν όχι μάρτυρας. Φυσικά ο Ρώμος σε μια επόμενη συνεδρία ανασκευάζει όλα τα εναντίον του λεγόμενα και τον οδηγεί στο υποτιθέμενο σημείο ταφής. Κάποτε η Μάγδα είχε διαπιστώσει ότι κάποια που υποτίθεται προστάτευσε χάνει με βίαιο τρόπο την ζωή της. Η σκληρή εμπειρία έγινε απελευθερωτική: συνειδητοποίησε πως δεν υπάρχει κανείς να μας προσέχει εκεί ψηλά. «Δεν ξέρετε», ομολογούσε, «πόση ανακούφιση είναι να νιώθεις πως ο Θεός είναι η παραμορφωμένη ηχώ της ίδιας μας της συνείδησης, όπως όταν βλέπουμε το καθρέφτισμά μας σε μια λακκούβα με νερό».

Έτσι ο αφηγητής αισθάνεται πως βρίσκεται μπροστά στην «κάρα του Αγίου Λαυρεντίου» και «το φαινόμενο του Λαζάρου». Η χρυσή λάρνακα με την απανθρακωμένη κάρα του Αγίου σήμερα αμφισβητείται ότι ανήκει στον άγιο. Το ερώτημα της πραγματικής της προέλευσης οδήγησε στην καθιέρωση της φράσης «η κάρα του Αγίου Λαυρεντίου», που χρησιμοποιείται για κάθε πρόβλημα λογικής για το οποίο τα στοιχεία αντιφάσκουν. Όσο για το φαινόμενο του Λαζάρου, η περιοχή του παραμένει σκοτεινή αλλά πάντα ερευνητέα: είναι το ενδεχόμενο να εφάπτονται σε κάποιο σημείο η πίστη και η επιστήμη.

Οι δίδυμοι αποτελούν εξαιρετικά ενδιαφέροντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες που αν και αναπότρεπτα δεμένοι βρίσκονται σε μια μόνιμη αντιστικτική αντίθεση: ο ένας εξωστρεφής, ερωτικός, χωρίς συμπλέγματα, ο άλλος μοναχικός και φοβισμένος· ο Ρώμος σκαλίζει το παρελθόν, ο Ρωμύλος διαβλέπει το μέλλον· ο πρώτος αφοσιώνεται στην συντήρηση έργων τέχνης, με το βάρος του φιλοσοφικού ερωτήματος μέχρι ποιο σημείο φτάνει η επέμβαση του συντηρητή, ο δεύτερος ασχολείται με έναν μεγάλο συνεταιρισμό.

Οι συνομιλίες του Ρώμου με τον Αλμπόρες, ο οποίος τον βοηθά να ανασυστήσει, όπως λέει ο R.D.Laing, τον τρόπο να σταθεί στον κόσμο και να εκφράσει την δική του θέαση των γεγονότων, απαραίτητη συνθήκη σε οποιαδήποτε σχέση, όχι μονάχα μεταξύ ασθενούς και θεραπευτή, αποτελούν ένα από τα δυνατά κομμάτια του βιβλίου. Αλλά είναι και ο ίδιος ο ψυχολόγος που θα διδαχτεί από τον Ρώμο πως «η ανασύσταση του παρελθόντος είναι ένα παζλ που τα κομμάτια του δεν μπορούν να θηλυκώσουν», σαν τα χίλια μικρά κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη.

Η ιστορία δεν αρχίζει εκείνη τη στιγμή, όμως απ’ αυτό σημείο προτιμάς ν’ αρχίζεις να τη διηγείσαι κάθε φορά. Αν έμαθες κάτι στην εφημερίδα, είναι πως οι ιστορίες ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν μόνες τους: εκείνος που τις γράφει, επιλέγει τι να κόψει και τι όχι. 

Εκδ. Ίκαρος, 2017, μτφ. Μαρία Παλαιολόγου, 248 σελ. [Vicente Alfonso, Huesos de San Lorenzo, 2015].

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

22
Μάι.
17

Αμπδόν Ουμπίδια – Τερπινοήσεις

Αν…

Έχουμε ήδη απολαύσει την πρόζα του Ουμπίδια στην Χειμωνιάτικη Πόλη που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο πριν μερικά χρόνια. Μέρος εκείνου του κειμένου, με άλλους δυο έντυπους ενθουσιασμούς δημοσιεύεται στο τέλος του παρόντος βιβλίου. Σήμερα εκείνο το μυθιστόρημα έχει φτάσει τις είκοσι δύο εκδόσεις, στον Ισημερινό, όπου ο συγγραφέας εκδίδει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες για την λαϊκή προφορική λογοτεχνία και τα παραμύθια, διακονεί λογοτεχνικά περιοδικά και δημοσιεύσει άρθρα ευρέως φάσματος. Μάλιστα το ψυχογραφικό υπαρξιακό μοτίβο του συζύγου που τρεκλίζει ανάμεσα σε δυο εξίσου πειστικές πραγματικότητες, στην πίστη και στην ενδεχόμενη απιστία της συζύγου του εξακολουθεί να δίνει έμπνευση εδώ, αν και με άλλους όρους. Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.

Ο Ουμπίδια σε αυτή την πρώτη από τρεις ιδιαίτερες συλλογές διηγημάτων με κοινή θεματολογία δοκιμάζει μια δύσκολη μορφή μικρών κειμένων. Δεν επιλέγει ένα στιγμιότυπο ή μια εικόνα της καθημερινότητας, ούτε μια ιστορία που θα μπορούσε εύκολα να γίνει ταινία μικρού μήκους, όπως συμβαίνει δηλαδή με άλλα διηγήματα. Στην ουσία συλλαμβάνει μια ευρηματική κάθε φορά ιδέα και την περικυκλώνει με μια πυκνή ιστορία. Είναι ευνόητο ότι οι περισσότερες από τις ιδέες του θα αποτελούσαν κάλλιστα την ψίχα εκτενέστερων κειμένων, αν όχι μυθιστορημάτων.

Αλλά ο συγγραφέας προτιμά ακριβώς αυτό το παιχνίδι: να μπολιάσει τα ακαριαία του κείμενα με μια λαμπρή σύλληψη και να την αφήσει να ταλανίζει τους χαρακτήρες του όπως κι εμάς με το ερώτημα τι θα γινόταν αν όντως γινόταν πράξη. Κι εδώ έρχεται ο συνεκτικός ιστός των επίλεκτων φαντασιογραφημάτων του συγγραφέα· οι ιστορίες δεν έχουν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο αλλά μια κοινή εμμονή: την αναζήτηση ενός μηχανισμού που θα προσφέρει πολυπόθητες υπηρεσίες σε ταλαιπωρημένες ψυχές. Θα αποδώσει δικαιοσύνη, θα επαναφέρει αναμνήσεις, θα κατασκευάσει αλήθειες, θα ακινητοποιήσει στιγμές.

Θα κατασκευάσει αλήθειες; Ακριβώς, αυτό είναι το αντικείμενο του Οίκου Βάαγκεν [Ρ.Μ. Βάαγκεν, Κατασκευαστής αληθειών], που προμηθεύει με στοιχεία, πειστήρια και μαρτυρίες τον πελάτη που επιθυμεί την θεμελίωση κάποιας αλήθειας. Από τα ψέματα μικρής διάρκειας και την εκπόνηση διατριβών ο οίκος πλέον οργανώνει προεκλογικές εκστρατείες και ξαναγράφει πολυάριθμα ιστορικά γεγονότα. Ο κύριος Κράους έρχεται για κάτι απλούστερο: έχει σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του και επιθυμεί την ενοχοποίησή της αλλά και την εξαφάνιση ανεπιθύμητων μαρτύρων. Η εκδίκησή του θα διαρκέσει πολλά χρόνια, ώστε να απολαύσει τον ρόλο του θλιμμένου, γεμάτου κατανόηση χήρου, ενώ η γυναίκα του θα γερνάει στην φυλακή. Αυτό ήταν το σκοτεινό όνειρο του κυρίου Κράους.

Όμως συμβαίνει κάτι που ανατρέπει τον σκοπό της ύπαρξής του: εκείνη δηλώνει ένοχη και ζητάει την ανώτατη ποινή. Τι συνέβη; Του στέρησε συνειδητά την χαρά να της αρνείται την συγχώρεση; Αντιλήφθηκε ότι εκείνη ήταν ούτως ή άλλως η κύρια υπαίτια για την τραγωδία και αυτοτιμωρήθηκε; Ή μήπως τελικά αποτρελάθηκε; Ο κύριος Κράους μετατρέπεται σε έναν δύστυχο που θέλει να σώσει την γυναίκα του. Μπορεί άραγε να ζητήσει την συνδρομή του οίκου ή δεν του μένει παρά να προστατεύει την δική του αλήθεια στο μοναδικό μέρος όπου έχει θέση, στην διαυγή ακόμα μνήμη του;

Οι ήρωες του Ουμπίδια έχουν ιδιαίτερη προτίμηση και στις ευφάνταστες εφευρέσεις, όπως το Πρόγραμμα για στιγμιαίο ξανάνιωμα, ένα λογισμικό που επιτρέπει στον χρήστη να έρθει σε επικοινωνία, για παράδειγμα, με κάποια φιλενάδα από τα παλιά, ακόμα και από την παιδική ηλικία, προβάλλοντας τόσο εκείνη όσο και τον ίδιο με την φωνή και την εμφάνιση που είχαν πριν είκοσι ή σαράντα χρόνια. Φυσικά η επικοινωνία γίνεται στο παρόν, με αποτέλεσμα οι εικονικές αυτές επανασυνδέσεις να οδηγήσουν σε ιδιαίτερες σχέσεις. Ή σε απρόσμενες αποκαλύψεις, που μπορεί να συντρίψουν ολόκληρες βεβαιότητες. Στον αντίποδα, Η πιστή καταγραφή των αναμνήσεων, διευκολύνεται από έναν διακόπτη που σταθεροποιεί την εκάστοτε ανάμνηση και την μεγεθύνει, ώστε να βρεθεί ο χρήστης σ’ ένα ολοζώντανο παρελθόν. Όμως εδώ καραδοκεί η αιώνια μάχη με το παρόν, μάχη που όπως συμβαίνει πάντα αφήνει πίσω της πολλά θύματα.

Μια άλλη κατηγορία ιστοριών εστιάζει σε διάφορες συλλογικές, ενίοτε «πρωτοποριακές» και πάντως πρωτότυπες κοινότητες, όπως εκείνη που ζει και βασιλεύει στα αεροπλάνα [Σύννεφα και αεροπλάνα] ή Η Γκρίζα Επανάσταση και οι αγκιτάτορές της, της οποίας ο αρχηγός είναι ένας πολιτικά στρατευμένος νέος πλήρους απασχόλησης που έχει αφοσιωθεί στην διάδοση της ιδέας του, σύμφωνα με την οποία, η εξουσία και οι ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να παραδοθούν στους ηλικιωμένους. Με τον τρόπο αυτό όλο το πάθος και η ενεργητικότητα της νεότητας θα διοχετεύονται στην έκσταση και την χαρά της ζωής, χωρίς να ξοδεύονται ανώφελα. Αν σκεφτεί κανείς πώς είναι ο κόσμος σήμερα, δεν έχει διόλου άδικο ο μοναχικός αγκιτάτορας όταν υποστηρίζει ότι τελικά τρεμάμενοι και επιλήσμονες ηλικιωμένοι θα επιβράδυναν την φρενήρη πορεία της κοινωνίας. Μια παραδειγματική εφαρμογή της σχετικής ιδέας αποδεικνύει ότι η ζωή αλλάζει προς το καλύτερο, για όλες τις ηλικίες. Θα πραγματοποιηθεί τελικά η Γκρίζα Επανάσταση;

Ακόμα και στα δισέλιδα κείμενά του ο συγγραφέας παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα ιδέα και την αφήνει να συνεχίζεται στην σκέψη μας, αφήνοντας μερικά ερωτήματα να αιωρούνται βασανιστικά. Οι ανέσεις στο αεροπλάνο αναφέρονται σ’ έναν μικρό μοχλό που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη αν χρησιμοποιηθεί από πολλούς επιβάτες. Πώς θα αντιδρούσαν οι επιβάτες στα μεμονωμένα χτυπήματα και πώς στα αυξανόμενα; Οι νέοι καθρέφτες μπορούν να παγώνουν μια εικόνα και να ακινητοποιούν τους πάντες και τα πάντα. Η σαφώς μπορχεσιανής προέλευσης σύλληψη οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα τι θα συμβεί αν ένας εγκληματίας ή ένα παράνομο ζευγάρι ή ένα κορίτσι που μόλις εξερεύνησε το γυμνό του σώμα ανακαλύπτουν ότι αυτό που δεν πρέπει να δει κανείς άλλος έχει αιχμαλωτιστεί εκεί, ενδεχομένως για πάντα.

Η μουσική χωρίς ήχους που προφανώς μας φέρνει στο μυαλό την περίφημη Συμφωνία της Σιωπής του John Cage παίζεται σε μια ειδική αίθουσα που μοιάζει μάλλον με αίθουσα εκδηλώσεων επαρχιακού σχολείου. Όλοι παίρνουν τις θέσεις τους και παρασύρονται από τις κινήσεις της μπαγκέτας του μαέστρου. Φυσικά δεν υπάρχουν μουσικά όργανα ούτε φώτα· η συμφωνία διεξάγεται στο σκοτάδι ώστε η συγκέντρωση να είναι απόλυτη. Όμως ο εκτός της αίθουσας περίγυρος αντιδρά: πρόκειται για σέκτα αποφασισμένη να καταστρέψει μέχρι και το τελευταίο ίχνος δυτικής μουσικής, υπεύθυνης για την εξαφάνιση των άλλων μουσικών του κόσμου; Αρκεί, αναρωτιέμαι, η αναφορά μερικών ιδιόμορφων εξτρεμιστικών ιδεών για να αποκαλύψει την ανησυχία του κόσμου μπροστά σε μια αλλαγή ή την άμεση ανάφλεξη μιας ομαδικής παράκρουσης, με τον τρόπο του ολοκληρωτισμού;

Εκδ. Ροές, 2015, σ. 128, συντονισμός μετάφρασης: Νίκος Πρατσίνης, μετάφραση: Ελένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Μάρω Γολικίδου, Μαρία Μελαδάκη, Ελένη Οικονόμου, Ειρήνη Οικονόμου Αργυρίου, Αγγελική Παλασοπούλου, Μαρία Στρατηγάκου [εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Τμήματος Μετάφρασης του Κέντρου Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής Γλώσσας ALBANICO. Εισαγωγή: Μαρία Μελαδάκη, επιμέλεια: Δήμητρα Παπαβασιλείου. Περιλαμβάνεται σημείωμα του συντονιστή της μετάφρασης [Abdon Ubidia Divertinventos: Libro de fantasias yutopias, 1989]

Στις εικόνες: άνθρωποι και αντικείμενα που θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν δραπετεύσει από τις ιστορίες του κυρίου Ουμπίδια (ή απλά να τον έχουν εμπνεύσει). Στην τελευταία φωτογραφία ένα κορίτσι που σαφώς θα υποστήριζε την Γκρίζα Επανάσταση.

18
Ιον.
16

Οκτάβιο Πας – Ο λαβύρινθος της μοναξιάς

Paz cover

Η γυναίκα, ένα ακόμα ον που ζει στο περιθώριο, αποτελεί κι αυτή αινιγματική μορφή. Ή μάλλον αποτελεί το Αίνιγμα. Κι αυτή, όπως κι ο αλλόφυλος ή ο αλλόεθνος, προκαλεί και απωθεί. Είναι η εικόνα της γονιμότητας αλλά ταυτόχρονα και του θανάτου. Σε όλους σχεδόν τους πολιτισμούς οι θεές της δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και θεές της καταστροφής.[…] Τι σκέφτεται.; Σκέφτεται άραγε; Αισθάνεται πραγματικά; Είναι ίδια με μας; Ο σαδισμός ξεκινάει ως εκδίκηση απέναντι στον γυναικείο ερμητισμό ή ως απελπισμένη απόπειρα να λάβουμε κάποια απάντηση από ένα σώμα… Γιατί, όπως λέει ο Λουίς Θερνούδα, «ο πόθος είναι ένα ερώτημα δίχως απάντηση». Παρά τη γύμνια της, πάντα υπάρχει κάτι να ανακαλύψεις στις στρογγυλές, γεμάτες καμπύλες μιας γυναίκας. [σ. 93]….

paz 1_

…γράφει ο Οκτάβιο Πας στο κείμενό του «Τα παιδιά της Μαλίντσε», τρίτο κατά σειρά στην συλλογή δοκιμίων Ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς (1950), που υπήρξε το πρώτο του δοκιμιακό έργο και αποτέλεσε μια βαθιά ψυχολογική τομή του χαρακτήρα του μεξικανικού λαού. Μέσα από μια φιλοσοφία του μεξικανισμού ο συγγραφέας επεδίωκε να πείσει τον λαό για την μοναδικότητά του. Δεν μπορεί κανείς να έχει ζωντανό παρόν έχοντας πίσω του ένα νεκρό παρελθόν. Οφείλει να αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, να αποδεχτεί μια πραγματικότητα που, ακόμα και αποτελεί προϊόν «βιασμού» ενός πολιτισμού από κάποιον άλλο είναι σήμερα η δική του πολιτιστικά πλούσια πραγματικότητα. Ο Πας υποστήριζε ότι οι Μεξικανοί ψεύδονται από φαντασία, από απελπισία ή για ν’ αντιμετωπίσουν την άθλια ζωή τους, ενώ οι Βορειοαμερικανοί υποκαθιστούν την πραγματική αλήθεια με μια κατά συνθήκην αλήθεια. Εμείς μεθάμε για να εξομολογηθούμε, εκείνοι για να ξεχάσουν.Paz 3

Στο πρώτο κείμενο, Ο πατσούκο και άλλες ακραίες περιπτώσεις, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω σε όσα ο ίδιος έβλεπε ως ταξιδιώτης στο Λος Άντζελες, όπου ζούσαν ένα εκατομμύριο Μεξικανοί. Η μεξικανοσύνη –  η αγάπη για τα στολίδια, η ατημελησία και η ευθυμία, το πάθος και η επιφυλακτικότητα – πλανάται στον αέρα, αλλά δεν αναμιγνύεται, ούτε συγχωνεύεται με τον υπόλοιπο αμερικανικό κόσμο της ακρίβειας και της αποτελεσματικότητας.  Ο Μεξικανοί που συναντάς στον δρόμο παρ’ ότι ζουν εκεί χρόνια, φορούν τα ίδια ρούχα και μιλούν την ίδια γλώσσα, εξακολουθούν να ντρέπονται για την καταγωγή τους. Ξεχωρίζουν από το ένοχο και ανήσυχο ύφος του ανθρώπου που μεταμφιέζεται, που φοβάται ότι η ματιά του άλλου μπορεί να τον ξεγυμνώσει.

Mexico_A

Οι Πατσούκο, συμμορίες νεαρών μεξικανικής κατά κανόνα καταγωγής, επαναστατημένοι από ένστικτο, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει εναντίον τους τον αμερικανικό ρατσισμό. Ωστόσο δεν διεκδικούν ούτε την φυλετική ούτε την εθνική καταγωγή των προγόνων τους· απλώς επιλέγουν να είναι διαφορετικοί από τους γύρω τους. Ο πατσούκο δεν επιθυμεί να επιστρέψει στις μεξικανικές ρίζες του, ούτε να ενστερνιστεί τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Το ίδιο του το όνομα δεν λέει τίποτα και τα  λέει όλα· είναι μια λέξη αβέβαιης προέλευσης, φορτισμένη με πληθώρα εννοιών όπως κάθε λαϊκό δημιούργημα. Ανίκανος να αφομοιώσει ένα πολιτισμό, που εξάλλου τον απορρίπτει, δεν έχει άλλο τρόπο να αντιμετωπίσει το εχθρικό προς αυτόν περιβάλλον από την απελπισμένη προβολή της προσωπικότητάς του. Καθώς έχει απολέσει κάθε πολιτιστική κληρονομιά (γλώσσα, θρησκεία, έθιμα, δοξασίες), το μόνο που του έχει απομείνει είναι σώμα και ψυχή ανοχύρωτα μπροστά στα βλέμματα των άλλων. Η μεταμφίεσή του τον προστατεύει και ταυτόχρονα τον διαχωρίζει και τον απομονώνει.

Morelos_

Στα Μεξικανικά προσωπεία ο Πας εστιάζει πρώτα στην στάση απέναντι στο ανθρώπινο σώμα: οι Αμερικανοί το αντιμετωπίζουν με φόβο, ενώ οι Μεξικανοί δεν φοβούνται ούτε ντρέπονται, παρά το βιώνουν με φυσικότητα και πληρότητα. Δεν πρόκειται για φορεσιά όπου χώνονται, ούτε για κάτι ξένο. Ίσως γι’ αυτό οι ματιές των άλλων τους τρομάζουν, γιατί το σώμα δεν καλύπτει τον εσωτερικό τους κόσμο παρά τον ξεσκεπάζει. Ο Μεξικανός υπερβάλλει στην απόκρυψη του πάθους και του εαυτού του. Φοβούμενος την ματιά του άλλου, συρρικνώνεται, ζαρώνει· δεν περπατάει αλλά γλιστράει· δεν απαντάει παρά γρυλίζει.

Η προσποίηση στις πιο ακραίες μορφές της, εγγίζει τον χαμαιλεοντισμό. Ο Ινδιάνος γίνεται ένα με το τοπίο, γίνεται ένα με τον λευκό τοίχο όπου ακουμπάει το γιόμα για να ξαποστάσει, με την αμαυρή γη όπου ξαπλώνει το καταμεσήμερο, γίνεται ένα με τη σιωπή που τον τυλίγει. Κρύβει τόσο την ανθρώπινη ιδιότητά του που καταλήγει να την καταργήσει. Γίνεται πέτρα, πιρού [περουβιανό δέντρο], τοίχος, σιωπή: χώρος. Δεν θέλω να πω ότι γίνεται, πανθεϊστικά, κοινωνός των πάντων, ούτε ότι σ’ ένα δέντρο συλλαμβάνει όλα τα δέντρα, αλλά ότι πράγματι, με έναν τρόπο συγκεκριμένο και ιδιαίτερο, συγχέεται μ’ ένα ορισμένο αντικείμενο. [σ. 63]

catrina_print

Δεν υπήρχε περίπτωση βέβαια ο Πας να μην αφιερώσει γραπτά στην ημέρα Των Αγίων Πάντων, μέρα των ψυχών. Ο μοναχικός Μεξικανός αρέσκεται στις γιορτές και τις δημόσιες συγκεντρώσεις· το καθετί μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία σύναξης. Η τέχνη της Γιορτής έχει διατηρηθεί αναλλοίωτη σε αυτόν τον τελετουργικό λαό. Κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου, στις 11 τη νύχτα, σ’ όλες τις πλατείες του Μεξικού γιορτάζεται η επέτειος της Κραυγής: το ξαναμμένο πλήθος κραυγάζει επί μία ώρα, ίσως για να σιωπήσει καλύτερα την υπόλοιπη χρονιά. Πρόκειται για την Κραυγή της Δολόρες, Επέτειο της Μεξικανικής Ανεξαρτησίας, όπου και η εξέγερση του κληρικού Μιγέλ Ιδάλγο κατά των Ισπανών στην πόλη Δολόρες, το 1810, με την κραυγή Θάνατος στους σπινουφόρους. 

DSC04041

Στις γιορτές αυτές ο χρόνος παύει να’ ναι διαδοχή και ξαναγίνεται αυτό που ήταν αρχικά και που εξακολουθεί να είναι: παρόν, όπου παρελθόν και μέλλον επιτέλους συμφιλιώνονται. Στις μεγάλες επετείους στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη, είναι χαρακτηριστική η απουσία του «λαού». Βλέπεις ζευγάρια και ομάδες, ποτέ όμως μια ζωντανή κοινότητα μέσα στην οποία το άτομο χάνεται και ταυτόχρονα λυτρώνεται. Οι γιορτές αποτελούν την μόνο πολυτέλεια του Μεξικανού – υποκαθιστούν το θέατρο και τις διακοπές, τα πάρτυ των Αγγλοσαξόνων, τις δεξιώσεις των αστών, τα καφενεία των Μεσογειακών. Σ’ αυτές τις τελετές ο Μεξικανός ανοίγεται στον έξω κόσμο, αποφορτίζει την ψυχή του, εξεγείρεται με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Αν στην καθημερινή μας ζωή κρυβόμαστε απ’ τον εαυτό μας, στη δίνη της γιορτής βγαίνουμε απ’ αυτόν και αποκαλυπτόμαστε.

Paz 5

Για τους αρχαίους Μεξικανούς η αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο είναι για μας, γράφει ο Πας. Η ζωή προεκτεινόταν «μέσα» στον θάνατο. Και αντίστροφα ο θάνατος δεν αποτελούσε το φυσικό τέλος της ζωής, αλλά μια φάση ενός ατέρμονος κύκλου, όπου ζωή, θάνατος κι ανάσταση αποτελούσαν στάδια μιας αενάως επαναλαμβανόμενης συμπαντικής διαδικασίας. Στον σύγχρονο κόσμο τα πάντα λειτουργούν λες και δεν υπάρχει θάνατος. Κανείς δεν τον υπολογίζει, τα πάντα των καταργούν: οι πολιτικοί λόγοι, οι διαφημίσεις, τα έθιμα, η φαρμακεία και τα αθλητικά γήπεδα. Είναι μια λέξη που ο Δυτικός δεν τολμά να προφέρει γιατί του καίει τα χείλη. Ο Μεξικανός, αντίθετα, την συναναστρέφεται την λέξη, την γιορτάζει, την περιγελά. Κάποτε τον κοιτάζει κατάματα, υποτιμητικά ή ειρωνικά.

Paz 6

Κοσμοπολίτης του πνεύματος, ο Οκτάβιο Πας δεν θα γνωρίσει σύνορα ούτε στην πνευματική του πορεία ούτε στην περιπλάνησή του ανά τον κόσμο. Σημαντικό σταθμό στην ζωή του θα αποτελέσει η συμμετοχή του στο Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937, ενώ θα διατηρήσει στενούς δεσμούς με την Ισπανία και θα υποστηρίξει τους Ισπανούς εξόριστους του φρανκικού καθεστώτος στο Μεξικό. Χάρη στην διπλωματική του σταδιοδρομία θα γνωρίσει τους πολιτισμούς της Ινδίας και της Ιαπωνίας και θα σπάσει τους ιδεολογικούς φραγμούς της δυτικής του κουλτούρας. Θα αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της αριστερής διανόησης της χώρας του λόγω της κριτικής που θα ασκήσει επανειλημμένα στο κομμουνιστικό κίνημα και της αντίθεσή τους προς τον υπαρκτό σοσιαλισμό

Το έργο του Πας, όπως γράφει η μεταφράστρια στο εισαγωγικό της σημείωμα, είναι αναρχικά λατινοαμερικάνικο· άλλωστε η Λατινική Αμερική είναι η λιγότερο καρτεσιανή ήπειρος. Οι Λατινοαμερικάνοι δεν γνωρίζουν τι θα πει ορθολογισμός και παραδίδονται στο ρεύμα των αισθήσεων. Η γλώσσα του έχει δυο πλευρές: η ποίησή του αφήνεται στην αναρχική πορεία των λέξεων και τον διαρκή πειραματισμό, ενώ στα δοκίμιά του ο λόγος είναι υποταγμένος.

paz 2

Τα τρία τελευταία κείμενα τιτλοφορούνται Κατάκτηση και Αποικιοκρατία, Από την Ανεξαρτησία στην Επανάσταση, Η μεξικανική «διανόηση ενώ ως παράρτημα δημοσιεύεται το εκτενές δοκίμιο Η διαλεκτική της μοναξιάς. Μετά τον Λαβύρινθο ο συγγραφέας θα αρχίσει την ατέρμονη πορεία του ανά τον κόσμο, θα γνωρίσει πολιτισμούς, θα δοκιμάσει λογοτεχνικά ρεύματα, θα καλλιεργήσει διαφορετικά είδη γραφής. Ο Λαβύρινθος θα παραμείνει όμως το κλασικό του έργο.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012, Β΄ έκδοση διορθωμένη [Α΄ έκδ: 1995], εισαγωγικό σημείωμα, μετάφραση, σημειώσεις Ντιάνα Μπόμπολου, επίμετρο Βίκτωρ Ιβάνοβις, σελ. 335 [Octavio Paz, El laberinto de la soledad, 1950]. Περιλαμβάνει 117 σημειώσεις και επίμετρο με βιβλιογραφικές παραπομπές.

14
Απρ.
15

Roberto Bolaño – Το τρίτο Ράιχ

BOLANO-TRITO RAIX

Δεύτερος Παγκόσμιος Χαρτοπόλεμος

Γιατί μερικές φορές φοβάμαι τόσο πολύ; Και γιατί όσο πιο πολύ φοβάμαι τόσο το πνεύμα μου φαίνεται να φουσκώνει, να ανυψώνεται και να παρατηρεί τον πλανήτη ολόκληρο από ψηλά;[…] Μήπως στην πραγματικότητα θέλω να δραπετεύσω μαζί με την Ίνγκεμποργκ και όχι μόνο από ετούτο εδώ το χωριό και από τη ζέστη αλλά από αυτό που το μέλλον μας επιφυλάσσει, από τη μετριότητα και την ανοησία; Κάποιοι άλλοι ηρεμούν με το σεξ ή με τα χρόνια. Για τον Τσάρλυ αρκούν τα πόδια και βυζιά της Χάννα. Μένει ήσυχος. Εμένα, αντιθέτως, η ομορφιά της Ίνγκεμποργκ με αναγκάζει να ανοίγω τα μάτια μου και να χάνω τη γαλήνη μου. [σ. 107 – 108]

Αυτός που αναρωτιέται εξομολογούμενος τον φόβο του είναι ο νεαρός Γερμανός Ούντο Μπέργκερ· η Ίνγκεμποργκ είναι η φίλη του, με την οποία μοιράζονται τις διακοπές τους, το ζεστό χωριό βρίσκεται στην ακτή της καταλανικής Κόστα Μπράβα. Ο Ούγκο επέλεξε ως κατάλυμά τους το ίδιο ισπανικό ξενοδοχείο όπου μικρός πήγαινε διακοπές με τους γονείς. Και το Τρίτο Ράιχ; Πρόκειται για ένα από τα επιτραπέζια παιχνίδια πολεμικής στρατηγικής που αποτελούν μέγιστη εμμονή του ήρωα. Πρωταθλητής της χώρας του στο παίγνιο της αναπαράστασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί, ο Ούγκο επιλέγει να μένει κλεισμένος στο δωμάτιο για να μελετάει.

 5259_003 - copia.jpg

Το επιτραπέζιο αυτό παιχνίδι καθορίζει οριστικά τις ζωές των παικτών του, άρα και του ήρωα. Οι νεωτερικές προσλήψεις του ευρηματικού αυτού θέματος είναι πολλαπλές. Από την μία η προσήλωση σε σημείο εμμονής και η τελική ιδεοληψία του παίκτη, μοιάζουν να αντιστοιχούν με την σύγχρονη διαδικτυακή εξάρτηση, όχι μόνο ως προς τα εξωτερικά στοιχεία αλλά και την ίδια την διάβρωση του ψυχικού. Ύστερα από τις αναπόδραστες, πολύωρες εμπλοκές μας με την ηλεκτρονικότητα, είμαστε πλέον άλλοι· το ίδιο και ο Ούγκο, καθώς βυθίζεται στο ταμπλώ του δικού του χάρτινου πολέμου.

Αλλά είναι μια άλλη παράμετρος που αιχμαλωτίζει τους παίκτες αυτών των παιγνίων και συνακόλουθα εμάς που τους ακολουθούμε: με τις κάρτες του Τρίτου Ράιχ μπορεί κανείς έστω και φαντασιακά να αλλάξει την Ιστορία. Κι έτσι ο Ούγκο – ήμασταν σχεδόν βέβαιοι – επιλέγει να πάρει το μέρος των Γερμανών, ώστε να αποφύγει τις στρατιωτικές ήττες και να καταφέρει να βγει νικητής τους. Την προσωπική του ιστορία όμως μπορεί να την αλλάξει κανείς, όταν έρχεται με τα φάσματα του απρόσμενου και του κακού;

Bolano 6

Είναι ο ίδιος Μπολάνιο που καταγράψαμε σε αυτό εδώ το ημερολόγιο στo Μακρινό Αστέρι, στα Τηλεφωνήματα, στους Άγριους Ντέτεκτιβ και στο 2666. Η λογοτεχνική του επικράτεια μας είναι πια οικεία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μας είναι και διαρκώς άγνωστη και απρόβλεπτη. Απλώς γνωρίζουμε τις σαγήνες της: είναι η αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής, η ανάγκη της επιφυλακής ακόμα και σ’ εμάς τους αναγνώστες, η βεβαιότητα πως οι όποιες χαρές θα είναι σύντομες και πως κάτι αναπότρεπτο θα ανατρέψει την κανονική ζωή. Ακόμα και οι απλές καθημερινές συγκυρίες γιγαντώνονται όταν ειδωθούν από μια άλλη σκοπιά: όταν, για παράδειγμα, ο Ούγκο ζητάει επιτακτικά ένα μεγάλο τραπέζι για να στρώσει τον χαρτοπόλεμό του, βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της έλλειψης κατανόησης και της ειρωνείας των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. 

Ο περίγυρος του ζεύγους είναι ένας άλλος τυπικός μπολανιακός κύκλος. Περίεργοι και πιεστικοί, ανησυχητικοί και σκοτεινοί, κάποτε αγενείς και επιθετικοί. Δεν είναι τόσο το φιλικό ζεύγος άλλων δυο παραθεριστών, των Τσάρλι και Χάννα, όσο οι δυο περιφερόμενοι Ισπανοί, ο Λύκος και το Αρνί που μοιάζουν να δημιουργούν κάποιο κλοιό. Αλλά η καθοριστική παρουσία σε αυτό το απροσδιόριστο αντίπαλο δέος είναι η γλυπτή μορφή του Καμένου· αυτός ο αινιγματικός ενοικιαστής των θαλάσσιων ποδηλάτων στην παραλία, που σέρνει σαν υπνωτισμένος τα θαλάσσια ποδήλατα από την θάλασσα προς τον μικρό περιχαραγμένο το χώρο και από εκεί πάλι προς τη θάλασσα. Σαν προτομή από ελαφρόπετρα, παραμορφωμένος από τον ήλιο, εγκαυμένος και αινιγματικός, αποδεικνύεται όχι μόνο ένας περιπαθής αντιναζιστής αλλά κι ένας πρόθυμος και ικανός αντίπαλος στην επί χάρτου πολεμική. Αυτός θα είναι ο ιδανικός παίκτης στην άλλη πλευρά των μαχών.

Bolano Roberto_by_mortrel 

Ακόμα κι όταν περιγράφει καταστάσεις γνώριμες και οικείες, υπάρχει πάντα μια αδιευκρίνιστη σκιά ανησυχίας στην πίσω πλευρά. Ακόμα και οι ξαφνικές νεροποντές στο καυτό θέρετρο δημιουργούν έναν άλλο, άγνωστο κόσμο. Οι δρόμοι ξεπλυμένοι από τη βροχή, δείχνουν ξένοι, βυθισμένοι σε άλλου είδους καθημερινότητα. Το νερό που στάζει από τα σκίαστρα μοιάζει κι αυτό να σκοτεινιάζει την επίπλαστη φωτεινότητα του τοπίου. Το ίδιο και τα πρόχειρα κατασκευασμένα τεράστια εργοστάσια κεραμικών στη άκρη του δρόμου, που φωτισμένα το βράδυ αποκάλυπταν πίσω από τους φράχτες αμέτρητα πιθάρια και φτηνές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών αγαλμάτων, ψεύτικα είδη λαϊκής τέχνης παγωμένα σε κάποια ώρα που δεν ήταν ούτε της ημέρας ούτε της νύχτας…

Στις απουσίες της….συλλογίζομαι τα σκοτεινά πεπρωμένα της άμορφης μάζας και των ασαφών προσώπων ολόγυρά μου. [σ. 20]. Φυσικά υπάρχει ο έρωτας. Ακόμα κι όταν κλείνεται στο δωμάτιο, ο Ούγκο φροντίζει να παρακολουθεί από το παράθυρο την Ίνγκεμποργκ, καθώς κολυμπάει στην παραλία ή συνομιλεί με κάποιους ενοχλητικούς άντρες. Μέρος της αγάπης τους είναι να ανέχεται τα τηλεφωνήματα που εκείνη δέχεται μέσα στη νύχτα. Γνωρίζει ότι ο έρωτας είναι ένα πάθος που αποκλείει όλα τα άλλα, αλλά έχει διακαή πόθο να συμβιβάσει το πάθος του για την Ίνγκεμποργκ με την αφοσίωσή του στο παιχνίδι. Κάποιες αποδράσεις, εκτός από τις αναπόφευκτες εξόδους μαζί της, γίνονται εντός του ξενοδοχείου, όπου ξαναβρίσκει την Γερμανίδα ιδιοκτήτρια Έλζε, πόθο των παιδικών του χρόνων, με την οποία συνάπτει μια εξίσου αινιγματική διαλογική σχέση. Σαγηνεύεται από αυτό το κάτι, το δίχως όνομα που εκπέμπει η φράου Έλζε, που αιχμάλωτη, ανάμεσα σε δυο σχέσεις αφοσίωσης, έριχνε την ενοχή στην ίδια την ομορφιά της για τα βάσανα που περνούσε. «Όμορφη, απόμακρη, εξόριστη».

 Bolano 5

Το αλλόκοτο ενδιαίτημα που φτιάχνει από τα θαλάσσια ποδήλατα ο Καμένος, σαν κάστρο στην παραλία, ζώντας εκεί μέσα, πιθανώς παρακολουθώντας τους πάντες. σαν μια παράγκα ενός αγριμιού, η εξαφάνιση του Τσάρλυ στη θάλασσα, η διαδοχική αναχώρηση των Χάννα και Ίνγκεμποργκ, το ταμπλώ με τον χάρτη της Ευρώπης, τα ειδικά περιοδικά και τα φανζίν των στρατηγικών παιχνιδιών (άλλη μια μπολανιακή μανία), οι εξονυχιστικές περιγραφές τακτικών και μαχών, η μαθητεία του Καμένου στο παιχνίδι και του Ούγκο στον Καμένο, όλα τραβούν τον αναγνώστη στον παράξενο κόσμο τους, ακόμα κι αν η πλοκή παραμένει φευγαλέα και διαρκώς φευγάτη.

Έχει τις μανίες του όπως όλος ο κόσμος. Εξάλλου όλοι έχουν κάποια μανία. [σ. 115]

Το μυθιστόρημα βρέθηκε στα συρτάρια του συγγραφέα, προφανώς ημιτελές και πιθανώς χωρίς το τελευταίο φινίρισμα στα ύστατα σημεία της ιστορίας. Από τα παλαιότερα έργα του συγγραφέα [1989], εκδόθηκε ως είχε μετά τον θάνατό του. Είναι γραμμένο ως ημερολόγιο του ήρωα, από 20 Αυγούστου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, με μια τελευταία εγγραφή στις 20 Οκτωβρίου και περικλείει όπως και τα άλλα του βιβλία, την ολόδική του λεπτομερέστατη, μαγνητική, αμφίσημη, ατμοσφαιρικότατη γραφή. Μια γραφή πάντα παιγνιώδη, ακόμα κι όταν αφορά ένα παιχνίδι. Γιατί «το παιχνίδι είναι πάντα μια σύγκρουση». Και ποτέ άλλοτε ζωή και παιχνίδι – με την απόλυτα σοβαρή σημασία – δεν ήταν τόσο ασφυκτικά κοντά.

Bolano 4

Εκδ. Άγρα, 2013, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 398 σελ. [El Tercer Reich, 1989/2010].

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr. Βιβλιοπανδοχείο, 181. / The world that summer.

30
Ιαν.
15

Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].

22
Ιαν.
15

Μάριο Βάργκας Λιόσα – Η θεία Χούλια κι ο γραφιάς

1

Ο θαυμαστός παλιός κόσμος

Εκείνο που κατά την γνώμη μου διαχωρίζει την γραφή του Λιόσα από τους έτερους εκλεκτούς συγγραφείς του λατινομερικανικού νότου είναι η πρόκριση της αφήγησης από κάθε έγνοια για τους τρόπους της. Ο Λιόσα αφήνει στην άκρη τους πειραματισμούς με την γλώσσα και την λογοτεχνικότητα και προτιμά να σκαρώνει ολόκληρους μυθιστορηματικούς κόσμους όπου η αφήγηση ιστοριών έχει την μέγιστη σημασία. Όχι φυσικά ότι δεν τόλμησε κατά καιρούς πλείστες μορφικές δοκιμές, όμως εκείνο που μένει από τα βιβλία του είναι οι αμέτρητες διηγήσεις επί διηγήσεων.

Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στην Λίμα της δεκαετίας του ’50, όπου ο δεκαοκτάχρονος Μάριο, εργάζεται ως υπάλληλος σε ραδιοφωνικό σταθμό Παναμερικάνα της Λίμα, ενώ στον κλεφτό του χρόνο σκαρώνει διηγήματα ως ένας αυτοδιδασκόμενος συγγραφέας. Η τριαντάχρονη Χούλια, αδελφή της θείας του, που έρχεται να μείνει στην πόλη, ύστερα από έναν αποτυχημένο γάμο, του ξυπνάει τα πρώτα του ερωτικά αισθήματα. Την ίδια στιγμή ο σταθμός επιτυγχάνει την σπουδαία «μεταγραφή» του Πέδρο Καμάτσο, ενός φημισμένου συγγραφέα ραδιοφωνικών ιστοριών.

 2

Τι είδους ιστορίες ήταν αυτές που συνέπαιρναν τα ακροατήρια της εποχής; Και πως μπορεί πια κανείς να αναπαραστήσει έστω κάποια μορφή τους; Αυτό ακριβώς κάνει ο συγγραφέας, σε κεφάλαια που εναλλάσσονται μ’ εκείνα της βασικής πλοκής. Εκεί η αφήγηση γίνεται στο τρίτο πρόσωπο και, όπως είναι ευνόητο, πρόκειται για επεισόδια αισθηματικό, με έντονο το μελοδραματικό στοιχείο, αλλά και αστυνομικά, γεμάτα περιπέτειες, στα πρότυπα των ευρύτερων λαϊκών προτιμήσεων. Καθώς οι ραδιοφωνικές ιστορίες ανακυκλώνουν τα αιώνια θέματα των μυθιστορημάτων, ο Καμάτσο καταλήγει απλώς να παραλλάζει ονόματα και καταστάσεις, κι ίσως εδώ, τολμώ να σκεφτώ, να εκφράζεται μια παραβολή για την ίδια την λογοτεχνία: όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί και επαναλαμβάνονται και το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος της αφήγησης.

Η νέα και ο νεότερος κάνουν συντροφιά, παρακολουθούν αργεντινά και μεξικανικά μελοδράματα, μοιράζονται λαθραίες βόλτες. Θα ανέμενε κανείς την περιγραφή μιας μαθητείας αλλά εδώ είναι ο Μάριο που διεκδικεί με θάρρος την παράδοση της Χούλια. Άλλωστε είναι εκείνος που βλέπει την ζωή ως ένα πεδίο με απεριόριστες δυνατότητες ακόμα κι αν δεν καταφέρει προς το παρόν να γράφει όπως ο Μπόρχες. Της είπα όλη μου τη ζωή. Όχι την περασμένη, αλλά αυτή που θα είχα στο μέλλον [σ. 110]

panampnt

Ο έρωτας με μια μεγαλύτερη γυναίκα έχει στοιχειώσει την εμπειρία του έρωτα αλλά και την γραφή του συγγραφέα: η ιστορία του εδώ είναι αυτοβιογραφική ενώ το ίδιο θέμα έχει ήδη τιμηθεί στο Μητριάς εγκώμιο όσο και στα Τετράδια του δον Ριγοβέρτο. Ο Λιόσα δεν κρύβει το αυτοβιογραφικό στοιχείο του βιβλίου, καθώς εξομολογείται ότι εκτός από την περιπέτεια του πρώτου του γάμου, εμπνεύστηκε από την δεδηλωμένη του αδυναμία για το μελόδραμα αλλά και από την γνωριμία του με κάποιον συγγραφέα που σπαταλήθηκε ακριβώς στην συγγραφή τέτοιων ιστοριών. Όλα αυτά μαζί αναμείχθηκαν επιβεβαιώνοντας ότι το μυθιστόρημα ως είδος δεν γεννήθηκε για να πει αλήθειες· οι αλήθειες, περνώντας στη μυθοπλασία, μεταμορφώνονται πάντα σε ψέματα (δηλαδή σε αμφίβολες και αναπόδεικτες αλήθειες).

Από την αρχή η φιλοτέχνηση του Καμάτσο κλέβει την παράσταση· αυτή η ιδιόρρυθμη φιγούρα που γράφει, σκηνοθετεί και παίζει σε όλα τα ραδιοφωνικά του σίριαλ μοιάζει με καρικατούρα, έτσι όπως εργάζεται με τα εξωφρενικά του ρούχα στο μικροσκοπικό δωματιάκι που έχει επιλέξει για να εγκατασταθεί με την γραφομηχανή του, ώστε να αισθάνεται πως εργάζεται στο πεζοδρόμιο. Όμως, δημιουργία κι αυτός ενός άλλου συγγραφέα, δεν αφήνεται στο απόγειο της δόξας του· του επιφυλάσσεται. αντίθετα, η αναπόφευκτη πτωτική διαδρομή: εξάντληση, υπερβολική εμπλοκή με τον ψεύτικο κόσμο των ιστοριών του, διανοητική σύγχυση, εγκλεισμός, επιστροφή στο μηδέν. Το ζευγάρι, βέβαια, παρά τις αναμενόμενες οικογενειακές και κοινωνικές αντιδράσεις, διασχίζει όλα τα στάδια της ερωτικής ζωής μέχρι και τον γάμο – άρα ο Λιόσα έχει όλες τις ευκαιρίες να προσθέσει δεκάδες εκδοχές μιας προδιαγεγραμμένης πορείας.

radiopanamericana_marquez_1985_arkivperu1

Εκείνο που μένει μετά την ανάγνωση είναι η αναπαράσταση μιας ολόκληρης εποχής, που στην λατινοαμερικανική εκδοχή της είναι διπλά γοητευτική. Από την μια παρουσιάζεται μια ολόκληρη πινακοθήκη προσώπων, από τα μέλη της οικογένειας μέχρι το προσωπικό του σταθμού, από την άλλη η πολύχρωμη τοιχογραφία ενός κόσμου: από την βιομηχανία των ραδιοφωνικών σειρών, όπου οι σειρές πωλούνται με το …κιλό (ασφαλέστερος τρόπος από τον αριθμό σελίδων), μέχρι την καθημερινή ζωή της μεταπολεμικής περουβιανής αστικής κοινωνίας και από την λατρεία κόσμου για τις ακουστικές ρομαντικές ιστορίες μέχρι τα πραγματικά ρομάντζα των δρόμων. Και το μεγάλο ατού του δικού μας γραφιά είναι η ατμόσφαιρα, όπου εκτός από την διάχυτη μουσική νομίζεις πως ακούς την μουσικότητα της γλώσσας, αλλά και σχεδόν μυρίζεις τον αέρα μιας άλλης, ανεπίστροφης εποχής.

my-old-radio

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 410 σελ. [Mario Vargas Llosa, La tía Julia y el escribidor, 1977]

22
Σεπτ.
14

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 163. Ελένη Κεφάλα

KefalaEleni1Περί Ποίησης

Θα μας συνοδεύσετε ως τη θύρα του πρώτου σας βιβλίου ποίησης;

Ευχαρίστως. Το Μνήμη και παραλλαγές (Πλανόδιον 2007) δανείζεται τη δομή του από το αρχαίο δράμα και πιο συγκεκριμένα την τραγωδία. Ασπάζεται την άποψη που θέλει την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικότερα ως ενιαίο κείμενο ή θέμα με παραλλαγές. Ποια είναι τα βασικά θέματα της λογοτεχνίας; Η ζωή, ο θάνατος και το ταξίδι ανάμεσά τους -αυτό των πολλαπλών ζωών και πολλαπλών θανάτων. Αυτά είναι τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η παγκόσμια λογοτεχνία ανά τους αιώνες και ο κάθε συγγραφέας καταφέρνει να προσθέσει, αν τον ευνοήσει η τύχη, μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή. Ο Πλάτωνας αναφερόταν στη γνώση ως ανάμνηση. Το ίδιο υποστήριζε και ο Μπόρχες, αλλά χωρίς τη μεταφυσική διάσταση της πλατωνικής θεώρησης. Ανάμνηση και παραλλαγή είναι δυο έννοιες που διέπουν το βιβλίο. Η δραματική του δομή (πρόλογος, πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος) δημιουργούν μια σύνθεση εν κινήσει ή τουλάχιστον προβάλλουν την αντίληψη πως ο ποιητικός λόγος βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή. Εξάλλου, τα έχει πει αυτά ο Μπόρχες, η έννοια του τελικού κειμένου δεν ανήκει παρά μόνο στη θρησκεία ή την εξάντληση. Η ποίηση, όπως το θέατρo, είναι ανοιχτή σε διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνείες. Καμία ανάγνωση, καμία παραλλαγή, καμία ερμηνεία δεν είναι ίδια με την προηγούμενη. Ταυτόχρονα, παραφράζοντας τον Σαίξπηρ, το βιβλίο μάς υπενθυμίζει πως είμαστε αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένη η μνήμη μας. Ή καλύτερα είμαστε η μνήμη μας.

Μιλήστε μας για τη δεύτερη ποιητική σας συλλογή.

kefala-Χronorrafia1Να μου επιτρέψετε αντί του όρου ‘συλλογή’ να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘σύνθεση’. Η Χρονορραφία, που βγήκε τον Δεκέμβριο του 2013 από τις Εκδόσεις Νεφέλη, είναι, όπως σημειώνεται στο εσώφυλλο της έκδοσης, μια δοκιμή στην πολυφωνία του χρόνου και ένας φόρος τιμής στις ασθενέστερες φωνές της ιστορίας. Η μαρτυρία ενός ανώνυμου και σχεδόν αγράμματου Κύπριου, που μεγαλώνει στο αγγλοκρατούμενο νησί το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα για να βρεθεί ανήμερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο ατμόπλοιο Άνδρος ανοιχτά της Ιταλίας με τελικό προορισμό τη Βρετανία, αποτελεί τον ιστό πάνω στον οποίο υφαίνονται οι υπόλοιπες ιστορίες (μεταξύ αυτών, η κατάκτηση της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς και η πτώση του καθολικισμού στη Σκωτία).

Η ποίηση ανασυντάσσει τα όρια της ανθρώπινης ύπαρξης και της μνήμης, τις οποίες βιώνουμε και εκφράζουμε κυρίως μέσα από τον κοινό λόγο. Η Χρονορραφία θεματοποιεί αυτήν ακριβώς τη λειτουργία της ποίησης, τον διάλογο δηλαδή του έντεχνου με τον κοινό. Δεν πιστεύω πως οι δυο βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχουν ‘ποιητικές λέξεις’, δεν μου αρέσει η εσκεμμένη χρήση άγνωστων ή δυσεύρετων φράσεων σε ένα ποίημα. Η εξεζητημένη σύνταξη μου φαίνεται επιτηδευμένη, σα να θέλει να σε κερδίσει με ένα ψέμα. Φυσικά αυτά είναι γούστα και η ποίηση έχει να κάνει πολύ με τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός μας. Πάντως η παρουσία της μαρτυρίας στο βιβλίο και οι δεσμοί που αναπτύσσει με τον έντεχνο λόγο αντικατοπτρίζουν, μεταξύ άλλων, και αυτή μου την πεποίθηση.

ΕξάλλοEleni-MnimiKaiParallagesυ, όπως διαφαίνεται από τον τίτλο, το βιβλίο αποτελεί μια σπουδή στον χρόνο. Οι μεταλλάξεις της γλώσσας, όπως για παράδειγμα η ανορθόγραφη μαρτυρία ή η μεταβολή των νοημάτων που συντελείται ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα ελληνική, καθρεφτίζουν τόσο τη μεταβλητότητά της όσο και το πέρασμα του χρόνου. Ταυτόχρονα, σε ένα μεταποιητικό επίπεδο, οι μεταλλάξεις αυτές υποδηλώνουν, σημασιολογικά πλέον, την πολυσημία του ποιητικού λόγου. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται οι επιμέρους ενότητες της σύνθεσης ουσιαστικά μιμείται τους μηχανισμούς της ίδιας της ποίησης. Θέλω να πω πως ο ποιητικός λόγος λειτουργεί μεταφορικά (κάθε λέξη ή έννοια μας μεταφέρει κάπου αλλού) και γι΄αυτό αναγκαζόμαστε να επιβραδύνουμε την ανάγνωση, κάτι που δεν κάνουμε κατ’ ανάγκη όταν διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα. Με άλλα λόγια, στην ποίηση οι λέξεις αποκτούν διαφορετικό βάρος λόγω ακριβώς της μεταφορικότητάς τους. Ένας από τους στόχους της Χρονορραφίας είναι να δείξει αυτή τη λειτουργία της ποίησης (στην προκειμένη περίπτωση, ο έντεχνος λόγος έχει ως εφαλτήριο μια λέξη ή μια φράση της μαρτυρίας που μας μεταφέρει σε άλλα πεδία -χρονικά, χωρικά, γλωσσικά, σημασιολογικά, κ.ο.κ.). Ένα ποίημα της σύνθεσης τελειώνει με τον στίχο: ‘η ποίηση είναι’. Θα προσέθετα: και είναι παντού. Φτάνει να έχουμε πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας, όπως θα έλεγε ο ποιητής.

portada del Libro Pedro Paramo de Juan RulfoΤέλος, οι πολλαπλές συνδέσεις μεταξύ των ποιημάτων, αυτόνομων ως επί το πλείστον, διακλαδώνονται και δημιουργούν παράλληλα και δαιδαλώδη νοηματικά επίπεδα. Η Χρονορραφία είναι ένα βιβλίο που ζητά τη συμμετοχή του αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. Ένα έργο που θαυμάζω είναι το Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο. Κάθε φορά που το διαβάζεις ανακαλύπτεις νέα πράγματα. Όσο περισσότερο επενδύεις στην ανάγνωση, τόσο περισσότερο κερδίζεις ως αναγνώστης. Δεν είναι ερμητικό κείμενο, είναι όμως απαιτητικό. Έχει να σου πει πολλά, φτάνει να έχεις όρεξη να το ακούσεις. Στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιαστεί αυτό που κάποιοι ονομάζουν immersive theatre ή interactive theatre. Για να είμαι ειλικρινής το ανακάλυψα τυχαία πρόσφατα σε ένα δοκίμιο τριτοετούς φοιτήτριας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος immersive poetry. Δεν ξέρω αν ο όρος έχει ήδη χρησιμοποιηθεί. Πιθανόν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε ξενοδοχεία, βιβλιοθήκες, καφετέριες, τρένα, αεροπλάνα και βαπόρια. Και σε αγαπημένα μου μέρη, όπως για παράδειγμα στο Cavo Greco ή στην παραλία του St Andrews.

Jorge Luis BorgesΠερί Επιστημονικής Έρευνας

Είστε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του St Andrews στη Σκωτία. Ποιο είναι το ειδικότερο αντικείμενό σας;

Διδάσκω λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής με ιδιαίτερη έμφαση στην Αργεντινή. Τώρα τελευταία πειραματίζομαι και με άλλες μορφές τέχνης (κινηματογράφο, φωτογραφία, ζωγραφική). Ερευνητικά με ενδιαφέρουν ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητα και νεωτερικότητας, η σύγχρονη λογοτεχνία, η κριτική θεωρία, η ποίηση της πρωτοπορίας στην Αργεντινή και η ιστορική πρωτοπορία γενικότερα, ο Μπόρχες, κ.α.

Το θέμα της διατριβής σας είναι «Περιφερειακός (Μετα)μοντερνισμός: Η Συγκρητιστική Αισθητική των Μπόρχες, Πίλια, Καλοκύρη και Κυριακίδη» (2007). Ποια ήταν η προβληματική σας, ποια η διαδρομή της μελέτης, ποια τα συμπεράσματά της;

Kefala-Peripheral (Post)ModernityΟ Μπόρχες αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε τρεις σύγχρονους λογοτέχνες, δυο έλληνες και έναν αργεντινό. Μέσα από τις αισθητικές επιλογές τους, το βιβλίο εξετάζει ζητήματα νεωτερικότητας και πολιτισμικής ταυτότητας σε Ελλάδα και Αργεντινή. Στόχος του είναι να ανιχνεύσει τους μηχανισμούς που αναπτύσσονται στην ούτως καλούμενη γεωπολιτική περιφέρεια ως αποτέλεσμα της επαφής της με ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας. Η μελέτη αντιστρατεύεται τον όρο ‘αργοπορημένη’ νεωτερικότητα που συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τις χώρες αυτές. Διερευνά, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, τις πολιτισμικές διεργασίες που οδηγούν στη δημιουργία ποικίλων μοντέλων νεωτερικότητας ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, κ.ο.κ.) της κάθε χώρας. Όπως σωστά παρατηρεί ο Thomas Docherty αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ‘Πρώτου’ και ‘Τρίτου’ Κόσμου, ‘δεν υπάρχει ένας κόσμος (ούτε καν τρεις), αλλά πολλοί. Ο καθένας έχει τον δικό του ρυθμό και κανένας από αυτούς δεν χρειάζεται να εναρμονιστεί με τους υπόλοιπους’. Έτσι και η νεωτερικότητα δεν είναι μία αλλά πολλές, που αναπτύσσονται σε διαφορετικά χωροχρονικά πλαίσια ακολουθώντας διαφορετικές ταχύτητες. Η προσέγγιση που θέτει ως μέτρο σύγκρισης ηγεμονικά μοντέλα νεωτερικότητας δεν είναι μόνο επισφαλής, αλλά συχνά κρύβει και ένα είδος διανοητικού ιμπεριαλισμού. Επίσης, η επίμαχη διάκριση μεταξύ νεωτερικότητας και μετανεωτερικότητας εμφανίζεται ακόμη πιο προβληματιpigliaκή σε χώρες όπως η Αργεντινή και η Ελλάδα, επιβεβαιώνοντας έτσι θέσεις όπως αυτές των Habermas, Lyotard και Jameson, που θέλουν την τελευταία να βρίσκεται σε συνεχή εμπλοκή με τη νεωτερικότητα, ή όπως αυτή του Eagleton, ο οποίος την αντιλαμβάνεται ως εξάντληση και κρίση των νεωτερικών αξιών. Θεωρώ πως πολύ συχνά οι δυο χώρες ακολουθούν παράλληλες κοινωνικοπολιτικές και αισθητικές πορείες -δυστυχώς και οικονομικές- παρέχοντας έτσι πρόσφορο έδαφος στους συγκριτολόγους. Κατά τη γνώμη μου οι νεοελληνικές σπουδές έχουν να κερδίσουν πολλά, ειδικά στο εξωτερικό, από τέτοιες συγκρίσεις. Ο διάλογος της νεοελληνικής λογοτεχνίας με τη λατινοαμερικάνικη, ενίοτε άμεσος, αλλά πιο συχνά διεθλασμένος, έχει μελετηθεί ελάχιστα. Παραπέμπω σε ένα άρθρο του Δημήτρη Τζιόβα στο Βήμα με τίτλο ‘Τα σύνορα της σύγκρισης’ (13/01/2008).

Έχετε επιμεληθεί τον σύμμεικτο τόμο «Negotiating Difference in the Hispanic World: From Conquest to Globalisation» (2011). Πείτε μας λίγα λόγια.

Το βιβλKefala-Negotiating differenceίο προέκυψε από ένα διεθνές συνέδριο με θέμα την πολιτισμική ταυτότητα που διοργανώθηκε κάποια στιγμή στο St Andrews. Πραγματεύεται την έννοια της ταυτότητας ως αποτέλεσμα μιας διαλογικής διαδικασίας, μιας συνεχούς διαπραγμάτευσης δηλαδή με τη διαφορά. Αντικείμενο μελέτης του είναι η Λατινική Αμερική από την κατάκτησή μέχρι σήμερα. Ο τόμος καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό φάσμα που εκτείνεται από το Μεξικό, την Κολομβία και την Κούβα μέχρι τη Χιλή και την Αργεντινή, με αναφορές στην Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση πάντα με τη Λατινική Αμερική. Η προσέγγιση είναι διεπιστημονική -συγκεκριμένα συνδυάζει τη λογοτεχνική θεωρία και τις πολιτισμικές σπουδές με την ιστορία της τέχνης, τις μεταφραστικές σπουδές και την ανθρωπολογία.

Περί αδιακρισίας

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο έκθετος (El entenado) του Χουάν Χοσέ Σαέρ (ένα από τα ελάχιστα λογοτεχνικά κείμενα με θέμα τους ιθαγενείς της Αργεντινής κατά την περίοδο της κατάκτησής της από τους Ισπανούς) και το The Ancient Concept of Progress του E. R. Dodds.

Τι γράφετε τώρα;

Διαβάζω γONETTI 1ια την εισαγωγή της δεύτερης μονογραφίας μου Five and One Theses on Modernity: Buenos Aires Across the Arts, 1921-1939. Το ακαδημαϊκό σύστημα στη Βρετανία δυστυχώς μας έχει μετατρέψει, ή κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μας μετατρέψει, σε μηχανές παραγωγής έρευνας, κάτι που συχνά οδηγεί σε ένα είδος συστημικού καταναγκασμού. Πολλές φορές (ίσως και τις πλείστες) αυτό μεταφράζεται σε ποσοτική παρά ποιοτική έρευνα. Αυτό τον τρόπο σκέψης θέλω να τον κρατήσω μακριά από την ποίηση. Γράφω όταν έχω κάτι να πω. Αν αυτό που έχω να δώσω δεν προσφέρει τίποτα καινούργιο, δεν υπάρχει λόγος να το κάνω. Πιστεύω πως στην εποχή μας δημοσιεύουμε πολύ, μιλάμε ακόμη περισσότερο, αλλά διαβάζουμε πολύ πιο λίγο και ακούμε ακόμη λιγότερο. Η μακροσκελής βιβλιογραφία στην ποίηση δεν με ενδιαφέρει. Εξάλλου πολλοί από τους λογοτέχνες που θαυμάζω δεν υπήρξαν πολυγράφοι ή τουλάχιστον υπήρξαν θιασώτες της αριστοτελικής οικονομίας. Το ‘publish or perish’ δεν με αφορά. Όχι στην ποίηση τουλάχιστον.

Περί Ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχω αγαπήσει περισσότερο κείμενα και λιγότερο συγγραφείς. Μερικά ονόματα: Όμηρος, Καβάφης, Μπόρχες, Αναγνωστάκης, Καρυωτάκης, Σαπφώ, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Κορτάσαρ, Μανουέλ Πουίγκ, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, Κάφκα, Ρούλφο.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά που μου έρχονται στο μυαλό: KefalaEleni2Το Πέδρο Πάραμο του Ρούλφο, τα Ανθρώπινα ποιήματα του Σέσαρ Βαγιέχο, οι Πρόσθετες διερευνήσεις του Μπόρχες, η Κατάσταση εξορίας της Κριστίνα Πέρι Ρόσι, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ, τα Φύλλα Χλόης του Ουίτμαν, τα Γυάλινα Γιάννενα και η Παραλογή του Γκανά, τα ομηρικά έπη, ο Οδυσσέας του Τζόυς, Οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Η γυναίκα της Ζάκυθος και οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι του Σολωμού, Ο Εξώστης του Καχτίτση, η Κίχλη του Σεφέρη, οι Τρωάδες του Ευριπίδη, Η καρδιά του σκότους του Κόνραντ, η Ανθρώπινη αλυσίδα του Σέιμους Χίνι, Ο πίθηκος Ξουθ του Πιτσιπίου, Οι 7 τρελοί του Ρομπέρτο Αρλτ. Επίσης, ποιήματα των Μπουκόφσκι, Πεσσόα, Ροσάριο Καστεγιάνος, Ολιβέριο Χιρόντο, Καρούζου, Παυλόπουλου, Ντενίς Λέβερτοφ, Νικανόρ Πάρρα και πολλών άλλων.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα άπαντα των Μπόρχες, Κορτάσαρ, Ρούλφο. Πολλά των Παπαδιαμάντη, Ροϊδη, Βιζυηνού, Ιωάννου, Γονατά, Χάκκα, Ονέτι. ‘Η νήσος’ του Πίγλια. Τα κοσμικωμικά του Καλβίνο. Και πολλά άλλα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Δον Κιχώτης.

Στα ζωγραφισμένα πορτρέτα: Jorge Luis Borges, Ricardo Piglia, Juan Carlos Onetti.

17
Μάι.
14

Επί κλίνης, περί ακρωτηριασμού

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Β΄]
Χουάν Κάρλος Ονέτι – Η σύντομη ζωή

onetti

Προτού κλείσω την ιδιόμορφη συλλογή των μικρών εναγκαλισμών διατρέχω για άλλη μια φορά τους τίτλους. Συμβαίνει και σ’ εσάς να τους δοκιμάζετε ως οιονεί στίχους ασύνθετων ακόμα τραγουδιών ή πρόκειται για μια εμμονή μου ως πιστού της δισκογραφημένης μουσικής; Εν πάσει περιπτώσει, ανάμεσα σε τίτλους όπως «Ο πωλητής γέλιων», «Άλλη μια μυστική αλκή» «Ο καταβροχθισμένος καταβροχθιστής» «Η αποθέωση της υποκειμενικότητας» και τουλάχιστον πέντε Χρονικά Πόλεων, σαφώς ξεχωρίζει ένα συγγραφικό επώνυμο. Στο «Ονέτι», λοιπόν, ένα μικροκείμενο για τον ουρουγουανό συγγραφέα Χουάν Κάρλος Ονέτι, ο Γκαλεάνο επιστρέφει στην ηλικία των είκοσι, τότε που «πορευόταν παίζοντας τυφλόμυγα τις νύχτες του κόσμου», γράφοντας που και που κάποιο διήγημα που το πήγαινε στον συγγραφέα να το δει. Η περιγραφή του κλινήρους Ονέτι συμβαδίζει με τις σύγχρονες διαδικτυακές του εικόνες: με εμφανή ανία και θλίψη, «τριγυρισμένος από πυραμίδες αποτσίγαρων, πίσω από ένα τείχος άδειων μπουκαλιών», αναμφίβολα κουρασμένος και εμφανώς κυνικός. Ο εκκολαπτόμενος συγγραφέας μάταια περιμένει τις φιλοφρονήσεις του, αντ’ αυτών εισπράττει όμως μερικές αλησμόνητες αποφάνσεις: Άκου, μικρέ. Αν ο Μπετόβεν είχε γεννηθεί στο Ταουκαρεμπό, μαέστρος στην τοπική μπάντα θα είχε καταλήξει. [ό.π., σ. 171]

Onetti-en-Madrid

Έχω αργά και απολαυστικά διαβάσει τα μοναδικά δυο μυθιστορήματά που μεταφράστηκαν στη χώρα μας: Το ναυπηγείο και το Η σύντομη ζωή [Εκδ. Καστανιώτη, 1993 και 2000 αντίστοιχα, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου]. Τα θλιμμένα, μυστηριώδη, μύχια βιβλία του είναι οι θεμέλιοι λίθοι της αποξενωμένης μας νεωτερικότητας, αποφάνθηκε ο Κάρλος Φουέντες το 1969. Αυτός ο ιδιόρρυθμος συγγραφέας κατασκευάζει ένα σπάνιο λογοτεχνικό σύμπαν που σχεδόν κοροϊδεύει κάθε επιχείρηση περιγραφής του. Μένουν οι αξέχαστες ιστορίες του και τα σημειωμένα αποσπάσματα πάνω στις σελίδες, όπως ετούτο: Και ανακαλύπτεις ότι η ζωή είναι καμωμένη, εδώ και πολλά χρόνια, από παρεξηγήσεις. Η Γερτρούδη, η δουλειά μου, η φιλία μου με τον Στάιν, η εντύπωση που έχω για τον ίδιο μου τον εαυτό, παρεξηγήσεις. Πέραν τούτου, ουδέν· πού και πού η ευκαιρία της λήθης, κάποιες χαρές που έρχονται και ξαναφεύγουν δηλητηριασμένες. Ίσως κάθε μορφή ύπαρξης που μπορώ να φανταστώ είναι καταδικασμένη να μεταμορφώνεται σε μια παρεξήγηση. Στο μεταξύ, είμαι αυτός ο άτολμος, αμετάβλητος ανθρωπάκος, παντρεμένος με τη μοναδική γυναίκα που σαγήνευσα ή που σαγήνευσε εμένα, ανίκανος, όχι πλέον να είμαι κάποιος άλλος, αλλά ανίκανος να έχω τη θέληση να γίνω κάποιος άλλος.

onetti_

Υπάρχουν εδώ μερικές εξίσου αξιομνημόνευτες σκέψεις για τον φθόνο – ο αφηγητής φθονεί τον Στάιν «που είχε διεισδύσει στην Γερτρούδη χωρίς να γίνει αιχμάλωτός της» – αλλά και μια μοναδική ερωτική έκφραση. Αντιμετωπίζοντας την αφαίρεση του στήθους της Γερτρούδης, ο αφηγητής διαβλέπει ένα μέλλον, μια ευτυχία γεμάτη εκπλήξεις, αφού θα ήταν θεμελιωμένη ακριβώς στον ακρωτηριασμό της, μια νίκη απέναντι σε κάποιον άγνωστο, μια νίκη που θα είχε επιτύχει χωρίς καμία στρατηγική, εναντίον κάποιου απροσδιόριστου τύπου άντρα για τον οποίο ο ακρωτηριασμός αντιπροσωπεύει, χωρίς διαστροφή καμιά, την ακαταμάχητη ιδιότητα του σώματός της. [Η σύντομη ζωή, σ. 83, 99]

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014) [εκτός της τελευταίας παραγράφου].

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Α΄] εδώ.

Στις εικόνες: ύστερος και πρώιμος Ονέτι.

16
Μάι.
14

Οι μικροί θάνατοι

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Α΄]
Πίτερ Γκρίναγουεϊ Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της

galeano

Δεν μας χαρίζει γέλιο ο έρωτας, γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο Βιβλίο των Εναγκαλισμών [εκδ. Κέδρος, 1989, μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου, σ. 95]· μας αποσπά βογκητά και στεναγμούς, φωνές πόνους, ακόμη κι αν είναι πόνος χαρούμενος, και, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο, γιατί η γέννηση είναι χαρά που πονάει. Μικρό θάνατο, λοιπόν, μας θυμίζει ο ουρουγουανός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος, αποκαλούν στη Γαλλία την κορύφωση του αγκαλιάσματος, που μας ενώνει θραύοντάς μας και μας σμίγει χάνοντάς μας και μάς αρχίζει τελειώνοντάς μας. Κάθε φορά που διαβάζω ανάλογες αφηγηματικές συνόψεις ερωτικών εναγκαλισμών, σαρκικών ή αφηρημένων, εφαρμόζω ένα από τα δεκάδες μνημονικά μου παίγνια: προσπαθώ να εντοπίσω μια κινηματογραφική σκηνή που – έστω, κάπως – ζευγαρώνει με την εκάστοτε ανεικονική γραφή. Ποιος εναγκαλισμός άραγε θα πλησίαζε τον θάνατο; Αφήνοντας στην άκρη διάφορες ποιητικές υπερβολές ρομαντικού ή πάσης φύσεως μελοδραματικού ύφους, διατηρώ πάντα ζωηρή την εικόνα ενός δραματικού αγκαλιάσματος που δεν είχε τίποτε το λιβιδικό αλλά ζευγάρωνε τον έρωτα με την απελπισία ή τον τρόμο.

cookthief2

Είναι η σκηνή από το φιλμικό μνημείο του Πίτερ Γκρίναγουεϊ Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της [1985], κατά την οποία το παράνομο ζεύγος μόλις καταφέρει να διαφύγει από τον μαινόμενο σύζυγο και ιδιοκτήτη εκείνου του αδιανόητου εστιατορίου. Μοναδική διαθέσιμη κρυψώνα προς απόδραση, ένα κλειστό φορτηγό γεμάτο σάπια κρέατα, προφανώς προς τροφοδοσία των τρομοκρατημένων πελατών του κυρίου Spica. Οι εραστές αγκαλιάζονται σφιχτά, τρομαγμένοι και αηδιασμένοι, κλυδωνιζόμενοι από τις στροφές του μαινόμενου οχήματος και υπό το βουητό των μυγών που ευτυχούν ανάμεσα στις μισοφαγωμένες κεφαλές και τα δυο γυμνά σώματα που ήδη χάνουν την λευκότητά τους. Ίσως αυτή να είναι μια πρόγευση θανάτου, τόσο ως προς την σαρκική σήψη, όσο και ως προς το απώτατο άκρο του πάθους τους. Αλήθεια, μπορεί κανείς να φανταστεί πιο θερμό σφίξιμο, παράκληση σωτηρίας και ψευδαίσθηση αμόλυντου έρωτα;

galeano 1

Ξεφυλλίζω τις τυπογραφικά πλαισιωμένες βινιέτες του Γκαλεάνο, εις αναζήτηση ενός παρήγορου αφορισμού περί έρωτος, για να αναπνεύσω πάλι καθαρό αέρα (ή για να ειρωνευτώ την αποδεκτή κυκλικότητα ζωής και θανάτου, άρα να καταλήξω εκεί απ’ όπου άρχισα) αλλά εις μάτην. Εντοπίζω όμως, τουλάχιστον, το φυσικό τέκνο του έρωτα: τον γάμο. Ο τίτλος ομιλεί για «Το πανηγύρι των γάμων νου και καρδιάς» και η πρώτη φράση ρητορεύοντας ερωτά: Για ποιο λόγο γράφει κανείς, αν όχι για να μαζέψει τα κομμάτια του; Πρόκειται, μας εξηγείται, για τα κομμάτια που απομένουν από τον τεμαχισμό ψυχής και σώματος που μας διδάσκει το σχολείο, η εκκλησία και η εκπαίδευση εν γένει. Ακριβώς εκείνο το διαζύγιο νου και καρδιάς σκίζεται με την γραφή. Σε κάποια άκρη του κόσμου, πάντως, οι ψαράδες της κολομβιανής ακτής επινόησαν τη λέξη «αισθησκεπτόμενος» για να ορίσουν τη γλώσσα που λέει την αλήθεια, καταλήγει ο συγγραφέας, αφοσιωμένος γνώστης κάθε τοπικότητας που έμεινε άγραφη ενώ μας αφορά όλους.

Σημ.: Η αναφερόμενη ερωτική σκηνή, ανεύρετη σε φωτογραφίες, αντικαθιστάται εδώ από σκηνή ανάλογη κρυπτεία στην κουζίνα του εστιατορίου.

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Το βιβλίο των εναγκαλισμών [Β΄] στην επόμενη ανάρτηση.

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).

07
Ιαν.
14

Λουίς Σεπούλβεδα – Τελευταία νέα από το Νότο

 Το ε1υρετήριο των απωλειών και η παταγωνιώδης μνήμη

 Φωτογραφίες: Ντανιέλ Μορτζίνσκι

Όπως μερικά σπάνια βιβλία γεννιούνται πάνω στην συνύπαρξη των φίλων και στη συνομιλία της στιγμής, έτσι κι ετούτο γεννήθηκε ένα απόγευμα στο Παρίσι του 1996, με τον συγγραφέα και τον αργεντινό φωτογράφο συνεργάτη του Ντανιέλ Μορτζίνσκι (Μπουενος Άιρες, 1960) να μιλούν για την σχέση κειμένου και φωτογραφίας, που μέχρι τότε τους είχε συνταξιδέψει σε όλες τις κοσμικές γωνίες για ρεπορτάζ εφημερίδων και περιοδικών. Μόνο που η περιορισμένη έκταση χώρου στα έντυπα και η τρομαγμένη λογοκρισία ορισμένων εξ’ αυτών άφησε τους δυο κομπανιέρος με ανοιχτούς λογαριασμούς μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες του Νότου. Έτσι μόνοι τους αυτή τη φορά αποφάσισαν να κυκλώσουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα της νοτιότερης Λατινικής Αμερικής

Luis_SepulvedaΚαι πάλι όμως! Συγκέντρωσαν τις φωτογραφίες σε κόντακτ και όλα όσα έζησαν μετατράπηκαν σε θέμα συζήτησης με τους φίλους αλλά όχι σε βιβλίο – άλλωστε ο φωτογράφος επέμενε ότι τα βιβλία είναι κάτι ζώα παράξενα, απρόβλεπτα, κι ότι υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να τις αφηγείσαι με τη θαλπωρή ενός κρασιού, που τους αρέσει να κουρνιάζουν με χίλιους τρόπους στο στόμα του αφηγητή τους, ώσπου να φτάσει η στιγμή που αυτές και μόνο αυτές θ’ αποφασίσουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί. Άλλωστε ο Σεπούλβεδα διαφοροποιεί τις επιθυμίες του από τις καθιερωμένες των ομότεχνών του: δεν επιθυμεί τα γραπτά του να αποτελούν μνήμη του συγγραφέα  αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης, ένα κομμάτι του ελεύθερου αέρα που υπερασπίζονται οι άξιοι άνθρωποι.

Ήρθε τελικά η στιγμή2 να γραφούν και αυτές οι ιστορίες που λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τον συγγραφέα, κάθε φορά που δεν αισθανόταν καλά, πόσο μάλλον κατά την τελική γραφή τους. Κάθε μια τους ασχολείται με κάτι οριστικά χαμένο, σαν παρμένο από το «ευρετήριο απωλειών» της εποχής, κατά την έκφραση του εκλεκτού του φίλου και επίσης συγγραφέα Οσβάλντο Σοριάνο, ή σαν ένα βιβλίο μεταθανάτιων ειδήσεων ή ένα μικρό μυθιστόρημα για εξαφανισμένες περιοχές.

Και το ταξίδι, αυτός «ο υπέροχος μηχανισμός ζωής που πάντα φέρνει κοντά τους ομοίους μας», ξεκινάει από την Παταγονία, τον τόπο για τον οποίο ο βρετανικός Τύπος παραληρούσε όχι για την εύθραυστη ομορφιά του αλλά για τις διαφαινόμενες οικονομικές ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια τηN2ς «ανάγκης εξόντωσης των βαρβάρων». Γι’ αυτό και γέμισε με καταπατητές, διψασμένους για εδάφη που δεν έμελλε να αγαπήσουν ποτέ. Σήμερα οι επιζώντες τουέλτσε και μαπούτσε επέλεξαν να μη γίνουν άλλη μια τουριστική ατραξιόν και συνεχίζουν να ζουν στις Άνδεις, διατηρώντας την κουλτούρα τους, μια κουλτούρα αντίστασης και μνήμης – κι ας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία των νικημένων («Καθ’ οδόν»).

Το ευρετήριο των απωλειών παραμερίζεται κάθε φορά που ο συγγραφέας βρίσκεται με τους φίλους του, στις τελετουργικές βόλτες στα ζαχαροπλαστεία ή στο Edelweiss, όπου συναντά τον καυστικό σατιριστή Ενρίκε Πίντι και τον Σοριάνο, που μόλις έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Η ώρα δίχως σκιά. Όποτε διαβάζουμε ή γράφουμε, συμφωνούν οι τρεις ομοτράπεζοι, πραγματώνουμε μια φυγή, την πιο αγνή και νόμιμη δραπέτευση. Όταν η κουβέντα πάει στον πόλεμο στις Μαλβίνες και τους νεκρούς φίλους, αναρωτιούνταιN3 τι να γραφτεί από τις ιστορίες που γεμάτες βρόμα και ατιμία βγαίνουν με βορβορυγμούς από τις διηγήσεις. Είναι όμως εκεί, λουφάζουν, κρύβονται, και περιμένουν τον συγγραφέα, όπως έλεγε και ο Κορτάσαρ – κι οι φίλοι οφείλουν να τις  γράψουν («Η καρδιά της μνήμης μου»).

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτό; Ό,τι τολμούν να κάνουν κάποιοι από τους χαρακτήρες μας; Είναι σίγουρο πως αυτοί εκδικούνται για λογαριασμό μας και για λογαριασμό όλων όσοι μέσα τους κρατούν ακόμα την ιερή οργή των νικημένων, των προδομένων, στις φλέβες τους κυλάει μελάνι, κι ακριβώς γι’ αυτό είναι κόσμιοι. [σ. 42]

N1Ακόμα κι όταν το αυτοκίνητο χάνει τον προσανατολισμό του η παρέα δεν σταματάει, καθώς στην Παταγονία λένε πως η οπισθοδρόμηση είναι γρουσουζιά και η μοίρα είναι πάντα μπροστά. Ευτυχώς αγνωστικιστές, όπως τονίζουν οι δυο συνεργάτες, αναζητούν την εσωτερική γαλήνη που μόνο η δράση χαρίζει. Μια τέτοια «χαμένη» πορεία τους οδηγεί στο σπίτι μιας ευτυχισμένης γριούλας που φαίνεται να ζει «μόνη της», αλλά πόσο μόνη, απορεί, όταν έχει σκύλο, πρόβατα, φυτά και λουλούδια. Οι μαγευτικές ιστορίες της δόνια Ντέλια είναι γεμάτες με την απλούστερη ευτυχία, όπως τώρα που μοιράζεται τα γενέθλια των ενενήντα πέντε χρόνων της με δυο ταξιδιώτες, ή, όπως όταν οι καταπατητές ήρθαν και πετσόκοψαν τη γη, έφεραν και τον … Τεντ Τέρνερ με τον Σιλβέστερ Σταλόνε να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας. Όμως η είδηση διαδόθηκε από πουλπερία σε πουλπερία και οι κινήσεις κάποιων αγωνιστών της ζωής απέτρεψαν την αγορά και ιδού τι συμβαίνει στην Παταγονία: η εύθραυστη «κυρά των θαυμάτων» νίκησε τον Ράμπο!

Patagonia-ExpressΟι ιστορίες είναι άξιες διήγησης, ανάγνωσης και διασποράς, είτε διαβάζουμε για τα παιδιά της Βιολέτα Πάρα και τον Ομάρ Τορίχος, τον παναμέζο στρατιωτικό και επαναστάτη που χρημάτισε Πρόεδρος της χώρας του για δεκατρία χρόνια μέχρι να δολοφονηθεί, είτε για την Ταξιαρχία Ραμόνα Πάρα (το εικαστικό και τοιχογραφικό «κίνημα» των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής) και το Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες (τη χιλιανή αντιστασιακή ομάδα που συγκροτήθηκε το 1983 για να πολεμήσει το καθεστώς Πινοτσέτ), τους ποιητές, ακτιβιστές και αγωνιστές, με όλες τις πολύτιμες πληροφορίες χάρη στο – όπως πάντα – πλήρες ευρετήριο του μεταφραστή, απαραίτητου συνταξιδιώτη μας και πρεσβευτή του καθάριου σεπουλβεδιανού κόσμου. Που όσο πικρός κι αν είναι, όπως στο τελευταίο ταξίδι του Παταγονία Εξπρές, άλλο τόσο γεμίζει φως τους αξιοπρεπείς και τους δίκαιους.

Εκδ. Opera, 2012, μετάφραση – σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 175, με ευρετήριο ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και γλωσσάριο [Luis Sepulveda & Daniel Mordziski – Últimas noticias del Sur, 2011]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Παταγωνιώδεις Ήρωες.

23
Νοέ.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Ιστορίες από δω κι από κει

1ΒΟύτε λήθη, ούτε συγγνώμη

Μια παλιά κούτα που ανακαλύπτει ο συγγραφέας γεμάτη με παλιά γραπτά του αρκεί για να εμπνεύσει το βιβλίο και, όπως συμβαίνει με τέτοιες ευρέσεις, είναι σαν να συναντιέσαι με τον παλιό σου εαυτό. Το πρώτο κείμενο – εύρημα άρχιζε το 1991 και αφορούσε την επιστροφή του στη Χιλή μετά από δεκατέσσερα χρόνια εξορίας, για να ζήσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα μιας ανελέητης δικτατορίας. Οι λέξεις δεν είναι πάντα πρόσφορες, ιδίως σε καταστάσεις που προκαλούν βουβαμάρα και θεραπεύονται μόνο με την οργή ή την δράση. Και ποιες λέξεις άλλωστε είναι ικανές να εκφράσουν την επιστροφή σε μια δημοκρατία περισσότερο καρπό της απόγνωσης παρά θάρρους, μια κατά παραχώρησιν ελευθερία που κρύβει τα ονόματα των παρανόμων;

11662048_b44b5bd2e8Η ιστορία είναι γνωστή: η μετάβαση από τις δικτατορίες του Φράνκο, του Τρίτου Ράιχ – και της Ελλάδας, να προσθέσω – επιβάλλουν τη λήθη ως εθνική ανάγκη. Οι δημοκράτες λοιπόν αντικαταστάτες παραδέχτηκαν μεν επίσημα ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας διαπράχθηκαν πάνω από δυο χιλιάδες δολοφονίες αλλά αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε δίκες. Στο όνομα της πατρίδας θα επιβληθεί η λήθη της απουσίας …και θα συμφιλιωθούν αυτοί που υπέφεραν από την αστοργία της Εξουσίας, με τους δήμιους εκείνων που τους στέρησαν το αύριο. Κι έτσι για άλλη μια φορά μένει το γράψιμο, που μεταμορφώνεται πια σε επώδυνη εναλλακτική, φορτωμένη με την αγωνία της απόδοσης δικαιοσύνης, μετατρέποντας την συγγραφική έκφραση «σε μια γελοία γκριμάτσα, σε μια χειρονομία ηλιθίου που μας επιστρέφει ο καθρέφτης της πραγματικότητας».

4Ο συγγραφέας επιστρέφει στους τόπους που έκανε τα παλιά του ρεπορτάζ και αναζητάει τους παλιούς ανθρώπους αλλά του φαίνονται διαφορετικοί: άλλοτε ζούσαν μια δραστήρια κοινωνική ζωή, ουσιαστικά δημοκρατική, συμμετέχοντας σε διάφορες λαϊκές οργανώσεις, από εκείνες που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή και ανανεώνουν τους επικεφαλής όταν αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί. H οργανωτική κουλτούρα, κάποτε ενσωματωμένη στο συλλογικό όνειρο των χιλίων ημερών διακυβέρνησης της χώρας από τον Αγιέντε, τώρα σ’ όλες τις επαρχίες όπου ταξιδεύει αποτελεί ανάμνηση. Δεν του μένει λοιπόν παρά να καταγράψει τις διηγήσεις τους, και ακόμα κι όταν ακούει διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, χαμογελάει, καθώς επιβεβαιώνει ότι σ’ όλους τους ανθρώπους αρέσει να λένε ιστορίες.

Κι έτσι γεμίζει το βιβλίο με ιστορίες: για τον αγέρωχο μποξέρ Λόκο Γαρίδο που νικούσε τους πάντες αλλά υποχρεωνόταν να σιωπά στα χτυπήματα των αστυφυλάκων· για την 17χρονη Σεσίλια που όποτε ονειρεύεται λυσσάει απ’ το κακό της γιατί όλα τα όνειρα λένε ψέματα· για τους κατοίκους μιας συνοικίας που δεν έχουν να πληρώσουν το ρεύμα ζουν στο σκοτάδι· για το γαλακτοπωλείο που άνοιsalvador-allendeξαν κάποιοι νέοι μόνο γάλα δε πουλάει γιατί είναι πολύ ακριβό· για την μικρή πλατεία όπου όλοι κάποτε φύτεψαν από ένα δέντρο αλλά τώρα με τις ευλογίες του κράτους τσιμεντώθηκε και συρματοπλέχθηκε.

Ιστορίες που καμία Ιστορία δεν έγραψε, όπως του Αουγούστο Ολιβάρες, του χιλιανού δημοσιογράφου που αυτοκτόνησε στο πλευρό του Αγιέντε έχοντας ως μόνο όπλο την Olivetti του, για να μην πέσει στα χέρια του χιλιανού στρατού που ατιμάστηκε δια παντός με τη συμπεριφορά του στους αιχμαλώτους του φασισμού· και ιστορίες που άλλαξαν τον κόσμο, όπως εκείνη της Διεθνούς Ταξιαρχίας Σιμόν Μπολιβάρ, των εθελοντών από διάφορες χώρες που στρατεύτηκαν με τους Σατινίστας στο αγώνα απελευθέρωσης της Νικαράγουας από τη δικτατορία του Σομόσα – μέλος της οποίας υπήρξε και ο ίδιος ο συγγραφέας, ένας ακούραστος αγωνιστής.

Luis-SepulvedaΌλες οι ιστορίες του Σεπούλβεδα διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται· όπως εκείνη όπου η υπάλληλος του παλαιοβιβλιοπωλείου τον ρωτάει για το Κόκκινο Ιππικό, την συλλογή διηγημάτων του Ισαάκ Μπάμπελ που ο συγγραφέας επιλέγει να αγοράσει. Εκείνος της αφηγείται την ιστορία της επανάστασης και το θλιβερό τέλος του σοβιετικού συγγραφέα και αμφότεροι καταλήγουν στη διπλανή καφετέρια πίνοντας προς τιμήν του. Λίγο καιρό αργότερα, και σε μια άλλη ιστορία, το βιβλίο χαρίζεται σε μια βιβλιοθήκη που στήνεται σε μια φτωχογειτονιά του Σαντιάγο και ο Σεπούλβεδα συγκινείται γιατί «δε έχουν χαθεί τα πάντα». Σε κάποια άλλη μας οδηγεί στην πραγματική ιστορία που ενέπνευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης. Ο γέρος ανήκε σ’ έναν οικισμό γηγενών Αμερινδών του Εκουαδόρ, πρώτη μακροχρόνια στάση της εξορίας του συγγραφέα, όπου έγινε δεκτός ως μέλος τους με κάθε υποχρέωση και δικαίωμα.

sepulveda luisΚάποτε σ’ ένα τραπέζι ο συγγραφέας συνευρίσκεται μ’ έναν πρώην αντάρτη κομαντάντε, έναν από τους περισσότερο καταδιωγμένους αγωνιστές. Οι συνδαιτυμόνες έχουν μοιραστεί την ήττα, την εξορία και την απώλεια αλλά δεν μιλάνε γι’ αυτά. Τους αρκεί που υπήρξαν στρατευμένοι στον δικαιότερο αγώνα, στο ευγενέστερο όνειρο – και που τώρα είναι απελευθερωμένοι από το βάρος του όπλου στο ζωνάρι. Οι ουλές τους δεν είναι μόνο ορατές αλλά και αόρατες, κάτω απ’ το δέρμα.

Όταν χωριζόμαστε, ευτυχισμένοι, λαμπεροί, αγκαλιαζόμαστε σφιχτά και λέμε ο ένας στον άλλον να προσέχει. Δεν το λέμε με λόγια, αλλά στη δύναμη της αγκαλιάς μας υπάρχει το αξίωμα που μας ενώνει και μας επιτρέπει να βαδίζουμε με αξιοπρέπεια, να κοιτάζουμε τα παιδιά μας χωρίς να ντρεπόμαστε, να μεριμνούμε για το μέλλον που θα ζήσουν τα εγγόνια μας. Κι αυτό το αξίωμα είναι το εξής: Ούτε λήθη, ούτε συγγνώμη. [σ. 47 – 48]

Εκδ. Opera, 2011, μτφ. – σημειώσεις και «εγκυκλοπαιδικό λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων» Αχιλλέας Κυριακίδης,  σελ. 167 [Luis Sepúlveda, Historias de acqui y de allá, 2010].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

22
Οκτ.
13

Κάρλος Φουέντες – Σε αυτά πιστεύω. Αυτοβιογραφικά σημειώματα

Το 1προσωπικό λεξικό ενός σπάνιου συγγραφέα

Μόνο το λεχθέν είναι ευτυχές και μόνο το ανείπωτο είναι δυστυχές. Η μυθιστορία κάνει ορατή την αόρατη πλευρά της πραγματικότητας […] αλλά και μια καινούργια πραγματικότητα που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσαμε να συλλάβουμε την ίδια την πραγματικότητα. Έτσι το μυθιστόρημα πλάθει ένα καινούργιο χρόνο για τους αναγνώστες καθώς μετατρέπει το παρελθόν σε μνήμη και το μέλλον σε επιθυμία, όμως και τα δυο συμβαίνουν σήμερα, στο παρόν του αναγνώστη που, διαβάζοντας, αναπολεί και ποθεί… [σ. 216 – 217]

… γράφει ο Φουέντες στο περί μυθιστορήματος μικροκείμενό του, σ’ ένα ιδιαίτερο προσωπικό λεξικό όλων όσων αγάπησε, σ’ ένα επιλεκτικό λημματολόγιο των εκλεκτών λέξεων που συμβόλισαν τους κόσμους όπου περιηγήθηκε, δημιούργησε, εκστασιάστηκε και πολέμησε. Οι σκέψεις του για το μυθιστόρημα έχουν ήδη δικαιωθεί από τα περίφημα βιβλία του: Το μυθιστόρημα λέει ό,τι δεν είπε, ξέχασε ή δεν τόλμησε να φανταστεί η ιστορία· ίσως γράφει εκείνο που ακόμα δεν αποκαλύφθηκε, αναπολεί όσα ξεχάστηκαν, γίνεται η φωνή της σιωπής όσων υποβιβάστηκαν από την αδικία, την αδιαφορία, την προκατάληψη, την άγνοια, το μισός ή το φόβο, οι φωνές που ακόμα δεν είπαν την τελευταία τους λέξη.

c1Αυτή είναι όχι μόνο η δική μας συμμετοχή στη ιστορία αλλά η ίδια δημιουργία της ιστορίας. Οι απαντήσεις του μυθιστορήματος δεν είναι ποτέ δογματικές, ούτε οι πραγματικότητές του περατωμένες. Μόνο η πολιτική μπορεί να γίνει δογματική – η μυθοπλασία μπορεί να γίνει μόνο αινιγματική. Το μυθιστόρημα μας προτείνει την πιθανότητα μιας λεκτικής φαντασίας ως πραγματικότητας όχι λιγότερο πραγματικής από την ίδια την ιστορία. Η λογοτεχνία ενός πλήθους σπουδαίων συγγραφέων από την ινδο – αφρολατινική Αμερική επιφέρει μια νέα αξίωση: την μεταβίβαση από την ταυτότητα στη διαφορετικότητα. Η ποικιλία και όχι η μονοτονία, η διαφορετικότητα περισσότερο από την ενότητα, η σύγκρουση περισσότερο από την ηρεμία θα καθορίσουν τον πολιτισμό του αιώνα μας. Το μυθιστόρημα είναι μια συστατική επιστολή των πολιτισμών που απέναντι στα παλιρροϊκά κύματα της παγκοσμιοποίησης τόλμησαν να παραμείνουν αυτό που είναι.

c5Τι γράφει άραγε για το Σεξ στη ζωή του ο συγγραφέας που δεν παρέλειψε να το λογοτεχνήσει με σκληρό τρόπο ιδίως στα ύστερα, συναρπαστικά του βιβλία; Από την σεξουαλική στέπα που αποτελούσε το Μεξικό της δεκαετίας του ’40 με τις φτωχές θεραπαινίδες του έρωτα που κάλυπταν ευλαβικά την εικόνα της Παναγίας της Γουαδελούπης μέχρι τον μακρύ κατάλογο των ενήλικων ερώτων του, ο Φουέντες προτιμά να κρατήσει τα ονόματα για τον εαυτό του παρά να συντάξει το ευρετήριο ενός Δον Ζουάν – αισθάνεται άλλωστε ότι ποτέ δεν καταχράστηκε, πάντα συντρόφευε, πάντα πειραματίστηκε με το ταίρι του, με αμοιβαιότητα και ίση βεβαιότητα πως αμφότεροι συμμετείχαν «στην αναζήτηση συναισθημάτων διαρκείας παρ’ όλη την παροδικότητα των συνευρέσεων». Και ύστερα, ο έρωτας μετατρέπεται σε λογοτεχνία. Ένα σώμα λέξεων γυρεύει την προσέγγιση ενός άλλου σώματος λέξεων. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε ευγνώμονες σε όλους τους εραστές, ακόμα κι αν οι απογοητεύσεις και οι αποτυχίες. μας αναγκάζουν καμιά φορά να καταριόμαστε την γενετήσια ορμή. Καθεμιά από τις γυναίκες του αντιπροσωπεύει όχι μονάχα μια ώρα περαστικής και θνητής πληρότητας αλλά κάτι που έγινε λογοτεχνία. Και ποιος μπορεί να αποτάξει παρ’ όλη τη συντομία και το κόστος αυτό το ακτινοβόλο κέντρο του κόσμου που είναι η ερωτική κλίνη;

c7Το κείμενό του για τις Γυναίκες αφιερώνεται στην Γερμανοεβραία φιλόσοφο Έντιθ Στάιν [Αγ. Τερέζα], την Άννα Αχμάτοβα και την Σιμον Βέιλ· στην τελευταία πιστεύει γιατί είναι μια χριστιανή εκτός εκκλησίας που θεωρεί την εκκλησία ως δογματική και γραφειοκρατική δομή και θέλει να είναι με το Θεό και να δρα ελεύθερα. Το «φιλοσοφικό» του λήμμα αφιερώνεται στον Βίτγκενσταϊν γιατί θέτει υπό κρίση όλες τις πεποιθήσεις μας και όλες τις επίκτητες αλήθειες, γιατί μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τα πάντα, ακόμα και όσα δεν θέλουμε να επανεξετάσουμε διότι αποτελούν μέρος της διανοητικής αρχιτεκτονικής και της ηθικής μας θωράκισης. Για τον Φουέντες αυτός είναι ο φιλόσοφος του 20ού αιώνα, αυτός που πάει κατευθείαν στην καρδιά της γλώσσας και κατά συνέπεια της λογοτεχνίας γιατί είναι ικανός να αποδεχτεί το ανείπωτο.

c2Σ’ ένα από τα κάπως πιο εκτεταμένα κείμενα, που αφιερώνεται στις Πόλεις Μαστούς, ο συγγραφέας εκφράζει την πίστη του για τις πόλεις σε αντίθεση με τη φύση που τον αναστατώνει υπερβολικά. Ζηλεμένος ταξιδιώτης, με σύντομες φράσεις υμνεί τις πόλεις των συγγραφέων, διατρέχει ευρωπαϊκούς και βορειοαμερικάνικους τόπους και πάλι καταλήγει στους δικούς του τόπους και ου-τόπους, το Μοντεβιδέο του Χουάν Κάρλος Ονέτι, του Φελισβέρτο Ερνάντες και του φαντάσματος του Λοτρεαμόν, το Ρίο ντε Τζανέιρο του Αλφόνσο Ρέγιες, το Μπουένος Άιρες του Μπόρχες και του Κορτάσαρ, εκεί όπου κατάλαβε γιατί το τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται και γιατί ένας άντρας μπορούσε να ερωτευτεί έως απώλειας της τιμής μέσω της Μέτσα Ορτίς ή της Τίτα Μερέγιο, άλλωστε…

… δεν υπάρχει πόλη περισσότερο εξαϋλωμένη στις νεφέλες της γλώσσας, της λογοτεχνίας της, της διαβατάρικης μουσικής της, περισσότερο πληγωμένη από τα θραύσματα των προσδοκιών της, τις απίστευτες κακοποιήσεις, τους εξαφανισμένους της, τα βασανιστήριά της, τα δεινά της που δεν καταφέρνουν να αντισταθμίσουν την εκθαμβωτικά καρναβαλική χροιά των δικτατόρων της, τις βαλσαμωμένες αγίες της, τις προεδρικές της μπαλαρίνες, τους αγύρτες αυλικούς της….[σ. 295]

c3Από τα λήμματα δε θα μπορούσε να λείπει μια μέγιστη ασθένεια της εποχής μας: η ξενοφοβία. Με μέγιστη απλότητα ο Μεξικανός αγωνιστής γράφει τα ξεχασμένα αυτονόητα: Ζούμε στη διαρκή συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε, δηλαδή με το διαφορετικό. Μόνο μια νεκρή ταυτότητα είναι μια σταθερή αυτότητα. Ένας απομονωμένος πολιτισμός σύντομα αποθνήσκει ή μετατρέπεται σε φολκλόρ, μανία ή φαντασμαγορικό θέατρο. Δεν υπάρχει παγκοσμιότητα που να αξίζει χωρίς τοπικότητα που να χρησιμεύει. Πώς γίνεται εν ονόματι μιας παγκοσμιοποίησης τα πράγματα να είναι ελεύθερα να κυκλοφορήσουν ενώ οι εργαζόμενοι άνθρωποι όχι;  Πώς γίνεται να απορρίπτουμε τους πολιτισμούς που οι ίδιοι ως Δύση εκμεταλλευτήκαμε ή γαλουχήσαμε με αρχές οικουμενικές που τώρα απορρίπτουμε, όπως ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα ή η ελεύθερη διακίνηση;

c4Οι λεξικογραφημένοι μικρόκοσμοι που απαρτίζουν [απάρτιζαν] την ζωή του Φουέντες δεν καταγράφονται με στεγνό, ακαδημαϊκό τρόπο, ούτε φιλοδοξούν να αποτελέσουν  δοκίμια πυκνά και απόλυτα. Το αντίθετο: ο συγγραφέας γράφει ως ο λογοτέχνης που υπήρξε, ιδίως στα τελευταία του αριστουργήματα, δηλαδή με γραφή ενθουσιασμένη και τρικυμιώδη, με συναισθηματική φόρτιση αλλά και ψύχραιμη σοφία, σε κείμενα πλημμυρισμένα με παραληρούσες λέξεις, αυτοσχέδιες αλήθειες και πυκνότατες φιλοσοφίες.

Το λημματολόγιο περιλαμβάνει ακόμα συναισθήματα [Αγάπη, Ευτυχία, Ζήλεια], συγγραφείς [Κάφκα, Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Φόκνερ], λογοτεχνικό ήρωα [Δον Κιχώτης], σκηνοθέτη [Μπουνιουέλ], ζωγράφο [Βελάσκεθ]· έννοιες βαθιές και πολυδιάστατες, όπως το Εγώ, η Ελευθερία, η Εμπειρία, η Ιστορία, το Κάλλος, ο Χρόνος, ο Θεός. Δεν θα μπορούσε να αγνοήσει την Πολιτική, την Επανάσταση, την Αριστερά, την Κοινωνία των Πολιτών, την Παγκοσμιοποίηση, τους τόπους που τον σημάδεψαν [Ιβηρική Αμερική, Μεξικό, Ζυρίχη], εκείνα που του ομόρφυναν τη ζωή [Ανάγνωση, Κινηματογράφος, Φιλία]. Εξομολογείται για την Οικογένεια, υμνεί την Σίλβια (την γυναίκα του), μοιράζεται τα προσωπικά του δράματα [Τέκνα], φιλοσοφεί τον Θάνατο, ξαναθυμάται την Οδύσσεια, τον Ιησού…

portadaH φαντασία και ο λόγος, η μνήμη και η λαχτάρα συνιστούν όχι μόνον το ζωτικό υλικό της μυθοπλασίας, αλλά και τον τόπο συνάντησης της ημιτελούς ανθρωπιάς μας. Η λογοτεχνία μας διδάσκει πως οι ύψιστες αξίες είναι οι συμμετοχικές αξίες. Οι Λατινοαμερικανοί συγγραφείς συμμεριζόμαστε τη γνώμη του Ίταλο Καλβίνο όταν ισχυρίζεται πως η λογοτεχνία είναι ένα πρότυπο αξιών, ικανό να προτείνει γλωσσικά, οπτικά, φανταστικά σκηνικά και ένα συσχετισμό συμβάντων. Επιβεβαιωνόμαστε στον Ουίλιαμ Γκας όταν μας κάνει να αντιληφθούμε πως σώμα και ψυχή ενός μυθιστορήματος είναι ο λόγος και η φαντασία, και όχι οι καλές προθέσεις; η συνείδηση που το μυθιστόρημα αναταράζει, όχι η συνείδηση που βολεύεται. Αδελφωνόμαστε με τον μεγάλο φίλο μας τον Μιλαν Κούντερα όταν μας θυμίζει πως το μυθιστόρημα είναι ένας συνεχής επαναπροσδιορισμός του ανθρώπου ως πρόβλημα. [σ. 223]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012 [Α΄ έκδ. 2004], μτφ. από τα Ισπανικά: Αμαλία Βασιλακάκη, σελ. 376 [Carlos Fuentes, En esto creo, 2002]

Πρώτη δημοσίευση [εκτός από το τελευταίο παράθεμα]: mic.gr.

30
Σεπτ.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Μάριο Δελγάδο Απαραΐν – Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ

ΓλυSEPULVEDA GRIMκιά χιλιανή συμμορία

Όλως περιέργως, όταν φτάσαμε στο μπακάλικο, ο Έμερσον Λέρα κέρασε όλο το μαγαζί μάτε, με αντάλλαγμα να παρακολουθήσουμε ένα έκτακτο ρεσιτάλ γκάιντας, το οποίο αναγκαστήκαμε να υποστούμε μέχρι τέλους, αφού ο πονηρός Αστουριανός είχε την προνοητικότητα να μας δέσει με αλυσίδες. Έτσι, κύριε καθηγητά, την ίδια στιγμή που στο Τορτίτας απέναντι απ’ τους παραδεισένιους υφάλους του Κόλπου ντε Πένας και δίπλα στον κρυστάλλινο Μπάκερ που παράσερνε στο διάβα του τα πρώτα μπλοκ λιωμένων πάγων, εκτυλίσσονταν αυτή η σκηνή απ’ τη γαλήνια ζωή των κρεολών, η μοίρα έσπρωχνε το κήτος στα γαλάζια νερά της Ουρουγουάης, έτσι ώστε ο προστατευόμενός σας, Ροσεβέλ Αλδάο, και οι διακεκριμένοι φίλοι του να μπορέσουν τον άνθρωπο που – κυριολεκτικά – έγινε κομμάτια, προκειμένου να ενώσει δυο επιστήμονες, αφοσιωμένους στη διάσωση της μνήμης των Αδελφών Γκριμ. [σ. 134]

Photo: Daniel Mordzinski.Και ποιοι είναι οι Αδελφοί Γκριμ; Οι κατά κόσμον και διδυμία Άβελ και Κάιν Γκριμ, ελεεινοί πλανόδιοι λαϊκοί τροβαδούροι που όργωσαν την χιλιανή Παταγονία και τις ουρουγουανές πεδιάδες εγγράφοντας στη μουσική τους μερικές εκατοντάδες ζωές εντοπίων και περαστικών αλλά και εγγραφόμενοι στις ιστορίες των τόπων όπου πέρασαν. Και ποιος ενδιαφέρεται για δαύτους; Μα δυο εκκεντρικοί καθηγητές – ειδήμονες που ανέλαβαν βιογράφοι των δυο ανεκδιήγητων μουσικών με τις αξιοδιήγητες ιστορίες αλλά και διασώστες της τέχνης των παγιαδόρ. Και ποιοι είναι είναι παγιαδόρ; Οι ασκούμενοι στην τέχνη της πάγιας ή παγιάδας, αυτού του τραγουδιστικού ομοιοκατάληκτου αυτοσχέδιου στιχουργικού διαλόγου με συνοδεία κιθάρας και με ανταλλαγή φαγητό και κατάλυμα.

mario delgado aparainΣτην εισαγωγή του κάποιος πανύποπτος κύριος ονόματι Χοσέ Σεράγεβο μας αποκαλύπτει πως αναδιφώντας στα ράφια του ερειπωμένου μπακάλικου στο παταγονικό Τορτίτας ανακάλυψε τις επιστολές κι έτσι τώρα μπορεί να μας εκθέσει την επιστολική μονομαχία των ευρυμαθών ερευνητών. Η αλληλογραφία των δυο τοπικών διανοιών δεν είναι απρόσκοπτη. Ο Καστεγιάνος, από την μία, γνωστός από τον εξαίρετο πρόλογό του στον Νέο Τηλεφωνικό Κατάλογο του Μοσκίτος, έχει να αντιμετωπίσει τον ταχυδρόμο, κατάλοιπο της στρατιωτικής δικτατορίας, που πετάει συστηματικά την αλληλογραφία στη δημόσια χωματερή, και μόνο χάρη σε κάποιο φιλεύσπλαχνο ρακοσυλλέκτη θα το λάβει στα χέρια του, με αντάλλαγμα μια τεράστια ομελέτα. Ο φον Κλατς, από την άλλη, πρέπει να στεγνώνει τις επιστολές από τα νερά του Κόλπου ντε Πένας, καθώς η ταχυδρομική βάρκα του επονομαζόμενου Μιγκέλ Στρογκόφ το ταχυδρομικό πλοιάριο περνάει ανάμεσα σε φάλαινες και πιγκουίνους.

Carlos_Morel_-_Payada_en_una_pulperíaΚαι κάπως έτσι ξεκινάει η ιχνηλασία του ψηλού και του κοντού, στα καταγώγια και στα επαρχιακά μπαρ, στα παλκοσένικα και τα ταβερνεία της νοτιολατινικής ηπείρου. Οι ευγενείς συν-ανταγωνιστές επιστήμονες συζητούν γραπτώς, ανταλλάσσουν απόψεις, επιδεικνύουν γνώσεις, συμβουλεύονται εγχειρίδια και εμπιστεύονται προφορικές διηγήσεις, δημοσιεύματα αθλητικών περιοδικών, θρύλους και πραγματικότητες, που μ άλλον αριθμούνται σε εκατοντάδες, όσοι και οι συνεισφέροντες στο σπουδαίο τους έργο. Κι έτσι κι εμείς παίρνουμε στο κατόπι τους διαρκώς φευγάτους μαιτρ της λογοκλοπίας και γνώστες της μελαγχολίας που ακολουθεί την ευφορία, φτάνοντας λίγο μετά την αναχώρησή τους από τις κρεολέζικες φιέστες, τα κέντρα ανύπαντρων μητέρων ή τους εορτασμούς της παγκόσμιας ημέρας της Καμφοράς.

costumbres59Ο αναγνώστης θα πρέπει να είναι προετοιμασμ ένος για εξωφρενικά παραμύθια και αδιανόητες ιστορίες που εξελίσσονται απρόβλεπτα σε κάθε επόμενη φράση. Θα πρέπει επίσης να συγκρατήσει ονόματα όπως εκείνο της όμορφης γουαρανί δεσποσύνης Κοεμέ Νενέ Λιθαράγκα Καλτβάσερ Ντιπόν, με τρία δηλαδή επίθετα, καθώς η μητέρας της δεν θυμάται αν την έχει κάνει με τον Βάσκο, τον Γερμανό ή με τον Γάλλο, αλλά και της μητέρας της, καθώς και του έρωτα της πρώτης με τον Κάιν και της δεύτερης με τον Άβελ. Έτσι ακολούθησε μια ακόμα πολύπλοκη τελετή προκειμένου η δεύτερη να γίνει μητέρα του συζύγου της κόρης της κι ο εραστής της, πατέρας της κόρης της γυναίκας του και του συζύγου της, δηλαδή του ίδιου του αδελφού του! Τουλά χιστο μπορούμε να ξεκουραζόμαστε στους συνηθισμένους τόπους συνάντησης μουσικών και ακροατών και συμμέτοχων, τις περίφημες pulperie, δηλαδή τα αγροτικά μπακάλικα που έχουν εξοπλιστεί με εγκαταστάσεις μπαρ, εστιατορίου, κτηνιατρείου, οδοντιατρείου, συνεδριακού κέντρου, ταχυδρομείου, θεάτρου, αίθουσας κινηματογράφου και άλλων ανέσεων.

Gaucho PayadorΝα μην ξεχάσω άλλη μια σημαντική λεπτομέρειες, φίλτατε κύριε καθηγητά: επί ώρες, οι νεαροί ρακοσυλλέκτες έψαχναν του κάκου στα γύρω σπίτια να βρουν μια σημαία της Χιλής για να σκεπάσουν αυτό το ιδιότυπο φέρετρο φιλίας, αυτού ο γενειοφόρος Ντολόρες ντε Αλσίδες επέμενε ότι, εφόσον ήθελαν να προσδώσουν εθνικές διαστάσεις στην τελετή, επ’ ουδενί μπορούσε να λείπει η σημαία. Τελικά, βρέθηκε μια λύση που δε στερούνταν τρυφερότητας, και το κασόνι πήρε δρόμο για τη θάλασσα, φορτωμένο στους ώμους των κουρελήδων και σκεπασμένο με τη μελανέρυθρη σημαία της Αβγοέ, της δοξασμένης ποδοσφαιρικής ομάδας του Μοσκίτος, τρεις φορές πρωταθλήτριας στο Πρωτάθλημα Καλλιεργητών Ζαχαρότευτλων των Μόντες, Μίγκες και Ελ Τάλα, και ιδρυθείσας το 1955 απ’ το Σωματείο Αναρχικών Εργατών Πτηνοτροφείου της Ουρουγουάης. [σ. 123 -124]

Έχουμε ήδη φιLuis+Sepulveda+2012+International+Book+Fair+pZitoveTgUglλοξενήσει την γραφή του Σεπούλβεδα ως φωτεινό λύχνο, αφηγηματική αντίσταση και πολεμική και αντιπολεμική σημειωτική. Η ταυτότητά του είναι γεμάτη: ακούραστος πολιτικός αγωνιστής, σύντροφος φρουρός του Αλιέντε, φυλακισμένος – καταδικασμένος –  εξόριστος των δικτατόρων, πολεμιστής των Σαντινίστας και της Greenpeace και  μέχρις εσχάτων αγωνιστής για τους ιθαγενείς Μαπούτσε της νότιας Χιλή – είναι εκείνοι που έχασαν τη γη τους επί Πινοσέτ και που βαφτίστηκαν και καταδικάστηκαν ως τρομοκράτες για να φύγουν οριστικά από τη μέση, ώστε να χαριστεί στις μεγάλες πολυεθνικές που τον προσκυνούσαν. Τώρα ο συγγραφέας αφήνει για λίγο στην άκρη την απροκάλυπτα πολιτική του πένα και πιάνει τα όργανα που ποτέ δεν μπόρεσε να παίξει. Αλλά καλύτερα έτσι: συνεργάζεται με τον καλό του φίλο ουρουγουανό Μάριο Δελγάδο Απαραΐν (γεν. 1949), ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του νέου ισπανόφωνου μυθιστορήματος και φτιάχνουν από κοινού και από το τίποτα έναν ολόκληρο κόσμο, όπου η μουσική είναι κάτι διαφορετικό, πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι στον υπόλοιπο κόσμο.

Επιτρέψτε μου, αγαπητέ και άξιε καθηγητά, νImagen 002α σας εκφράσω τη βαθιά μου έκπληξη μπρος στις συμπτώσεις που μπορεί να μας επιφυλάσσει η τύχη, η μοίρα ή το πεπρωμένο (συχνά αναρωτιέμαι μήπως αυτά τα τρία αποτελούν μία οντότητα), όταν καμιά φορά μας φέρνει κοντά σε πολλά πράγματα που τα νομίζαμε μακρινά και απρόσιτα. [σ. 126]

Εκδ. Opera, 2006, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης – Τζίνα Σερέτη, σελ. 229. Με 30σέλιδο γλωσσάριο του Χοσέ Σεράγεβο και 93 σημειώσεις των μεταφραστών [Luis Sepúlveda – Mario Delgado Aparaín – Los peores cuentos de los hermanos Grim, 2004].

01
Σεπτ.
13

Χουάν Κάρλος Ονέτι – Το ναυπηγείο

c1Η φάρσα ως μόνη δυνατότητα ζωής

Δεν υπάρχουν εκπλήξεις στη ζωή, εσείς το ξέρετε. Ό,τι μας εκπλήσσει είναι ακριβώς αυτό που επιβεβαιώνει το νόημα της ζωής. [σ. 113]

Πέντε χρόνια μετά τον εκτοπισμό του από την επαρχία, ο Λάρσεν βρίσκεται ξανά πίσω· τον βλέπουν στη στάση των λεωφορείων, εξαντλημένο από την ήττα και παραιτημένο από κάθε ελπίδα· ακόμα και για όσους δεν τον είδαν, ο θόρυβος των τακουνιών του μεταδίδεται στον αέρα με αυθάδεια. Εγκαθίσταται ξανά στο δωμάτιό του στην πανσιόν και σχεδιάζει να επιβάλει πάλι την παρουσία του στους δημόσιους χώρους της μισητής πόλης και να πάρει την άδολη ρεβάνς. Είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στο ναυπηγείο, μπροστά στα πελώρια μισοφαγωμένα γράμματα, δίπλα στους σκουριασμένους γερανούς, τα γκριζοπράσινα σανίδια με τα αγριόχορτα, το γκρίζο κτίριο σε σχήμα κύβου.

… σχεδόν οτιδήποτε άλλο ήταν προτιμότερο από το ταβάνι με τις χιλιοτρυπημένες λαμαρίνες, από τα σκονισμένα και κουτσά γραφεία, από τα βουνά των ντοσιέ και των κλασέρ στοιβαγμένα στους τοίχους, από τα αγκαθωτά αγριόχορτα που τυλίγονταν στον παραστάτη του γυμνού παραθύρου, από την εξοργιστική, υστερική κωμωδία της εργασίας, της επιχείρησης , της ευημερίας που διακοσμούσε τα έπιπλα (σκεβρωμένα από την πολυκαιρία και σαρακοφαγωμένα, βιαστικά να δείξουν ότι προορίζονται για καυσόξυλα, τα λερωμένα χαρτιά από τη βροχή, τον ήλιο και τις πατημασιές, πεταμένα ακατάστατα πάνω στο τσιμεντένιο πάτωμα, τα γαλαζωπά ρολά των σχεδίων συγκεντρωμένα σε πυραμίδα ή σκισμένα να κρέμονται από τους τοίχους. [σ. 35]

1Κι όμως, ενώ οτιδήποτε άλλο θα ήταν προτιμότερο ο Λάρσεν επιλέγει αυτόν ακριβώς τον χώρο να γίνει το ορμητήριο της μοναχικής, προσωπικής του εκδίκησης. Σε μια πράξη απελπισμένη και εξωφρενική ζητάει από τον γέροντα ιδιοκτήτη του ερειπωμένου ναυπηγείου Χερεμίας Πέτρους να γίνει Γενικός Διευθυντής. Και βρίσκεται αμέσως να διασχίζει το αχανές άδειο κτίριο, περνώντας γραφεία δίχως πόρτες και παράθυρα δίχως τζάμια, τα κομμένα καλώδια ενός τηλεφωνικού κέντρου, «νηστικός ανάμεσα σε σύμβολα, σε μια ατμόσφαιρα επιλόγου που ο ίδιος ενίσχυε». Εκεί γνωρίζει τους δυο εναπομείναντες υπαλλήλους, τον Γκάλβες και τον Κουνς, προϊστάμενους της οικονομικής και τεχνικής διεύθυνσης αντίστοιχα. Ο πρώτος τον ρωτάει ποιο πόσο να γράψει για τον μισθό του με μια ειρωνεία που στο εξής θα διαβρώνει ακατάπαυστα τους τρεις συνεργάτες, ανάμεσα σε υποκριτικά χαμόγελα και συζητήσεις για τα όρια πίεσης στους λέβητες ή τις τρέχουσες τιμές των μηχανών.

Τώρα είχε πιαστεί στην παγίδα, μα ήταν ανίκανος να της δώσει ένα όνομα, ανίκανος να συνειδητοποιήσει ότι είχε ταξιδέψει, ότι είχε κάνει σχέδια, είχε αφιερώσει χαμόγελα, ραδιουργίες και την υπομονή του, μόνο και μόνο για να πιαστεί σ’ αυτήν, για να βρει επιτέλους ανακούφιση σ’ ένα απελπισμένο και παράλογο καταφύγιο. [σ. 39 – 40]

2Ο δεύτερος τόπος που θα χρησιμοποιήσει τον υπολειπόμενο χρόνο του στην άσκηση μιας ανώφελης εκδίκησης, «σε αισθησιασμούς χωρίς νόημα», είναι το σπίτι της μισότρελης κόρης του ιδιοκτήτη, της Ανχέλικα Ινές. Την συναντάει σ’ ένα κιόσκι στον χορταριασμένο της κήπο ενώ το βρώμικο και ογκώδες σπίτι πιο μέσα ορθώνεται άχαρο πάνω σε υπερβολικά ανασηκωμένα υποστυλώματα, πιο πάνω από το επίπεδο μιας πιθανής φουσκονεριάς… Εκεί στο μελαγχολικό απογευματινό φως και στα απόμακρα αλυχτήματα των σκύλων της εξομολογείται τον ψευδό του έρωτα, της ομολογεί «δεν ξέρω τι μου επιφυλάσσει η ζωή· όμως αυτή η συνάντηση με αποζημιώνει».

4Ο Ονέτι [Μοντεβιδέο Ουρουγουάης, 1909 – 1994] είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας, με υψηλής λογοτεχνικότητας γραφή. Η ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία τον απασχόλησε από το πρώτο του μυθιστόρημα Το πηγάδι [1939], που γράφτηκε πριν κυκλοφορήσει Ο Ξένος του Καμύ και σηματοδότησε, κατά τον Μάριο Βάργκας Λιόσα την γέννηση του μοντέρνου λατινοαμερικάνικου μυθιστορήματος. Όπως έγραψε ο Χ.Μ. Γκαρσία Ράμος στην εκτενή του εισαγωγή στην ισπανική έκδοση του 1983, «ο σύγχρονος μηδενισμός που εγκαινίασε ο Νίτσε και συνέχισαν ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ βρίσκει στον Χ.Κ. Ονέτι, μέσω του Λάρσεν, μια από τις πιο εκπληκτικές ερμηνείες μέσα στη λογοτεχνική παράδοση». Από αυτό το κείμενο και άλλα τέσσερα η μεταφράστρια συντάσσει την τετρασέλιδη κατατοπιστική εισαγωγή. Η σκληρή αντίθεση ακριβώς ανάμεσα στη μάταιη επιθυμία και στην καταθλιπτική πραγματικότητα είναι που ωθεί τον ήρωα στον μονόδρομο της επινόησης ενός ψέματος, στην υπόδυση ενός ρόλου και στην αποδοχή της διπλής φάρσας – της διεύθυνσης, του φλερτ – μόνο και μόνο γιατί πρέπει να ελπίσει σε κάτι που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν να ζήσει.

5Τούτη είναι η δυστυχία συλλογίστηκε «κι όχι η κακοτυχία που έρχεται, επιμένει, και σαν άπιστη φεύγει, μα η παλιά, ψυχρή, πρασινωπή δυστυχία. Δεν έρχεται για να μείνει, είναι διαφορετικά μαζί της, δεν έχει να κάνει με τα γεγονότα, μολονότι τα χρησιμοποιεί για να κάνει εμφανή την παρουσία της. Η δυστυχία απλώς υπάρχει, καμιά φορά. Και τούτη τη φορά υπάρχει, δεν ξέρω από πότε, στριφογύρισα αρκετά για να μην το αντιληφθώ, τη βοήθησα να θεριέψει με το όνειρο της Γενικής Διεύθυνσης, των τριάντα εκατομμυρίων, του στόματος που γέλασε αθόρυβα στο κιόσκι. Και τώρα, ό,τι κι αν κάνω, θα χρησιμεύσει μόνο για να έρθει να κολλήσει πιο δυνατά επάνω μου. Το μόνο πράγμα που μου απομένει να κάνω είναι ακριβώς αυτό: ό,τι να ’ναι, το ένα πράγμα μετά το άλλο, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς νόημα… [σ. 84]

07_espacios_astillero_416Διευθυντής πια στο Ναυπηγείο, ο Λάρσεν αφιερώνει τα απογεύματά του στο «γραφείο», ξεφυλλίζοντας ντοσιέ με εκθέσεις καταλακιασμένες από την υγρασία και προϋπολογισμούς επισκευών και αναφορές ναυαγίων. Άλλοτε κατεβαίνει την σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο υπόστεγο και σε ό,τι έχει απομείνει από την αποβάθρα· κι εκεί, ανάμεσα σε σκουριασμένες ακατανόητες κόκκινες από τη σκουριά μηχανές, παραλυμένες ίσως για πάντα και στη μονότονη γεωμετρία των ραφιών γεμάτων με πτώματα εργαλείων αναζητά να πειστεί πως όλα αυτά είναι δικά του, και περιμένουν την αφοσίωση που θα δώσει ένα νόημα στα χρόνια που του απομένουν.

7Τα μεσημέρια και το βράδυ βολοδέρνει στου Μπελγκράνο – μπαρ – εστιατόριο – ξενοδοχείο και εμπορικό κατάστημα μαζί. Κάποτε, μπροστά στη μοναξιά και το κρύο, επισκέπτεται την ξύλινη παράγκα όπου ζει ο Γκάλβες με την γυναίκα του, μεταξύ του λεμβοστασίου κι ενός καλαμιώνα. Ξεχνούν τη γελοία πρόφαση της επίσκεψης και μοιράζονται το φαγητό και το φτηνό πότο. Η διόλου ελκυστική γυναίκα με το αντρικό πανωφόρι γίνεται για τον ίδιο η απαραίτητη συντροφιά στα βράδια που οι τρεις θα μοιράζονται από εδώ και μπρος. Επιθυμώντας απεγνωσμένα να ασκήσει ξανά την τεχνική του ξελογιάσματος κάποια στιγμή θα κάνει δώρα τόσο στην Ανχέλικα όσο και στην γυναίκα του Γκάλβες· ένας παλιός εραστής, που εδώ και χρόνια γνωρίζει πως «το πλησίασμα μιας γυναίκας δεν ήταν τίποτε άλλο από μία απαραίτητη τελετουργία, μια αποστολή που πρέπει να επιτελεστεί».

3Κι αν εκείνοι είναι τρελοί, αναγκαστικά είμαι κι εγώ τρελός. Διότι εγώ μπορούσα να παίξω το παιχνίδι μου, γιατί το έπαιζα μόνος μου· όμως, αν οι άλλοι με συνοδεύουν, τότε το παιχνίδι γίνεται αλήθεια, μετατρέπεται σε πραγματικότητα. Αν το δέχεσαι έτσι – εγώ που το έπαιζα γιατί ήταν ένα παιχνίδι – σημαίνει ότι δέχεσαι την παραφροσύνη. [σ. 68]

Ο Λάρσεν αποτελεί έναν αξέχαστο λογοτεχνικό χαρακτήρα. Σαν μια καρικατούρα, παχύς αλλά με λικνιστικό βάδισμα, το καπέλο πάντα ριγμένο πάνω στο φρύδι, το χέρι μέσα στο πέτο, με την ειρωνεία και την λεπτή περιφρόνηση να χαρακτηρίζει πάντα τη στάση του, «με την επιθυμία να τροποποιήσει ξένα πεπρωμένα, εν γένει συγκεχυμένα και ήδη περατωμένα». Ένας άντρας μόνος, που προσπαθεί να συνεχίσει να υπάρχει σ’ ένα κτίσμα κρύο και υγρό, μπροστά σ’ ένα ρημαγμένο γραφείο, με μια στοίβα φακέλων με νεκρά γεγονότα, αδύναμος μπροστά στην απομάκρυνση της παλιάς νεότητας.

6«Φτάνει μια στιγμή που κάτι ασήμαντο, κάτι ανάξιο λόγου, μας αναγκάζει να ξυπνήσουμε και να δούμε τα πράγματα όπως ακριβώς είναι». Ήταν ο φόβος της φάρσας, αυτεξούσια τώρα πια, ο φόβος μπροστά στην πρώτη πραγματική προειδοποίηση ότι το παιχνίδι είχε παιχτεί ανεξάρτητα από αυτόν, από τον Πέτρους, απ’ όλους εκείνους που είχαν παίξει με τη βεβαιότητα ότι το έκαναν για το κέφι τους και ότι αρκούσε να πουν ένα όχι για να σταματήσει το παιχνίδι. [σ. 178]

Μέσα από υποτιθέμενες μεταγενέστερες διηγήσεις, κάποτε σε μεγάλο βάθος χρόνου, συχνά αμφίβολες η αντικρουόμενες, μαθαίνουμε για τις συναντήσεις του Λάρσεν τον γιατρό Ντίας Γκρέυ ή τον μπάρμαν του συνοικιακού καταγωγίου Μπαρέιρο· τις νυκτωδίες του στο χαμαιτυπείο «Τσαμαμέ» και τις συζητήσεις με τον Χερεμίας ή τον Γκάλβες, που εκβιάζει και τους δυο με καταγγελία στους ανυποψίαστους πιστωτές, αδύναμοι να ξεχωρίσουμε ποιος κοροϊδεύει ποιον. Ο γιατρός άλλωστε κάποια στιγμή του λέει..

6bΚι εσείς, όπως κι εκείνοι, ξέρετε πως η ζωή μας, με τον τρόπο που τη ζούμε, είναι μια φάρσα, όλοι είναι ικανοί να το παραδεχτούν, μα κανείς δεν το κάνει, γιατί ο καθένας έχει ανάγκη, επιπλέον, να προστατεύει μια προσωπική φάρσα. Κι εγώ το ίδιο φυσικά. Ο Πέτερους είναι ένας φαρσέρ όταν σας προσφέρει τη Γενική Διεύθυνση, κι εσείς το ίδιο όταν τη δέχεστε. Είναι ένα παιχνίδι, τόσο εσείς, όσο κι εκείνος, ξέρετε ότι ο άλλος παίζει. Όμως σωπαίνετε και προσποιείστε. [σ. 114]

Κι έτσι παραπαίει ο Λάρσεν, οδεύοντας προς την αυτοκαταστροφή, προτιμώντας ό,τι έμελλε να συμβεί, να του είχε τύχει μερικά χρόνια νωρίτερα, όταν ήταν νέος, έχοντας μια άλλου είδους πίστη· «Όμως ποτέ δε σε αφήνουν να διαλέξεις, μόνο μετά καταλαβαίνεις ότι θα μπορούσες να είχες διαλέξει». Βέβαιος πια πως όλες οι ανθρώπινες πράξεις γεννιούνται πριν διαπραχθούν και προηγούνται της συναντήσεώς τους μ’ έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο εκτελεστή.

onettifotojovenΣκεφτόμουν αυτό που λέγαμε πριν, για το νόημα της ζωής. Το λάθος μας είναι ότι νομίζουμε πως το ίδιο συμβαίνει με τη ζωή, ότι δηλαδή δεν είναι αυτό που κάνει. Όμως είναι ψέμα, δεν είναι τίποτε άλλο  πέρα απ’ αυτό που όλοι βλέπουμε και ξέρουμε – μα δεν βρήκε το κουράγιο να προχωρήσει και μόνο σκέφτηκε «Και τούτο έχει ένα ξεκάθαρο νόημα, ένα νόημα που εκείνη, η ζωή, ποτέ δεν προσπάθησε να κρύβει, ενάντια στο οποίο οι άνθρωποι ανοήτως πάλευαν από πάντα με λόγια και αγωνίες. Και η απόδειξη της αδυναμίας των ανθρώπων να αποδεχτούν το νόημά της βρίσκεται στο ότι η πιο απίστευτη απ’ όλες τις πιθανότητες, αυτή του ίδιου μας του θανάτου, είναι για κείνη μια απλή ρουτίνα· ένα γεγονός που ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί». [σ. 115]

Εκδ. Καστανιώτη, 1993, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σελ. 231, με τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας [Juan Carlos Onetti, Il astillero, 1961].

Ο Χουάν Κάρλος Ονέτι στο Λογοτεχνείο του Πανδοχείου και παραδίπλα, στις Θελκτικές Προσόψεις. Τα σχέδια προέρχονται από εδώ.

28
Ιον.
13

Λουίς Σεπούλβεδα – Η σκιά του εαυτού μας

coverΤα κουρέλια πολεμούν ακόμα

Σχεδίαζαν να παρατείνουν τη φιλία τους και να τη διατηρήσουν αλώβητη με τα χρόνια, αλλά υπήρξαν και σύντροφοι, συμπολεμιστές στον αγώνα για να γίνει η χώρα ένας τόπος αν όχι καλύτερος, τουλάχιστον όχι τόσο απαυδισμένος, ώσπου ήρθε εκείνο το βροχερό πρωινό του Σεπτεμβρίου, κι απ’ το μεσημέρι τα ρολόγια άρχισαν να δείχνουν ώρες άγνωστες, ώρες δυσπιστίας, ώρες που οι φιλίες εξανεμίζονταν, αφήνοντας πίσω τους μονάχα τον έντρομο θρήνο των χηρών και των μανάδων. Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σ. 51]

109169887613hjΑκόμα και οι σκέψεις του Λόλο Γκαρμενδία είναι κοινές και συντροφικές μ’ εκείνες των άλλων δυο φίλων του, του Κάτσο Σαλίνας και του Λούτσο Αρανσίβια. Λίγο νωρίτερα ο Σαλίνας έχει βρει καταφύγιο σ’ ένα ελεεινό κοτοπουλάδικο μέχρι να κοπάσει η βροχή, συνομιλώντας με τον πωλητή. Το Σαντιάγο με βροχή δεν θα μπορούσε να είναι πιο θλιβερό, ειδικά αν σκέφτεται κανείς πως η φράση «βρέχει στο Σαντιάγο» ήταν το πραξικοπηματικό σύνθημα των φασιστών που σκοτείνιασαν τη χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Σ’ αυτό το παράπηγμα οι δυο άντρες κοιτάζονται φευγαλέα στα μάτια κι ανακαλύπτουν «τα ίδια φαντάσματα, το ίδιο ιστορικό γλαύκωμα που τους επέτρεπε να βλέπουν παράλληλες πραγματικότητες ή να διαβάζουν τη ζωή σε δυο αφηγηματικές γραμμές, καταδικασμένες να μη συναντηθούν ποτέ: αυτήν της πραγματικότητας κι εκείνην των επιθυμιών. Οι ναυαγοί απ’ το ίδιο πλοίο διαθέτουν μια έκτη αίσθηση που τους επιτρέπει να αναγνωρίζονται – όπως οι νάνοι».

11356734_e451ced8b8_zΟ τρίτος της παρέας, ο Λούτσο Αρανσίβια στο υπόστεγο με τους τεχνίτες ονειρεύεται σταυρόλεξα γεμάτα με λέξεις της δικής τους άγραφης Ιστορίας όταν του χτυπάει την πόρτα ο Σαλίνας. Οι δυο άντρες δεν είναι πια νεολαίοι· η νεολαία έχει διασκορπιστεί σε χιλιάδες σημεία, κουρελιασμένη απ’ τα ηλεκτροσόκ στις ανακρίσεις, θαμμένη σε μυστικούς τάφους που έβγαιναν στο φως σιγά σιγά, σε χρόνια φυλακής, σε ξένα σπίτια χωρών ακόμα πιο ξένων, σε ομηρικές επιστροφές από το πουθενά, κι απ’ αυτήν δεν είχαν μείνει παρά ύμνοι του αγώνα που κανείς δεν τραγουδούσε πια, γιατί οι κύριοι του παρόντος αποφάσισαν πως στη Χιλή δεν υπήρξα ποτέ νέοι σαν αυτούς, δεν τραγουδήθηκε ποτέ το Joven Guardia…. [σ. 29]

IMG_2950[1]Κάπου στην ίδια πόλη ένα πικ απ Dual για 33ρια αλλά και τα θρυλικά 78άρια από ανθρακίτη εκτοξεύεται από ένα παράθυρο χτυπώντας έναν τυχαίο περαστικό, μαζί με τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής του Εδουάρδο Γκαλεάνο· άτυχος νεκρός ο Πέδρο Νολάσκο Γκονσάλες, ο υπεύθυνος για την επανασύνδεση των παλιών επαναστατών τριάντα πέντε χρόνια μετά. Ο Νολάσκο δεν σταμάτησε να ενεργεί ούτε ως εξαφανισμένος: επιτέθηκε σ’ ένα εκτροφείο βιζόν στην Παταγονία κι ελευθέρωσε δυο χιλιάδες ζώα, «αξίας» εκατοντάδων χιλιάδων πέσο, που ανακατεύτηκαν με την τοπική πανίδα κι έχασαν κάθε αξία· άλλη φορά ανατίναξε ένα φράγμα αφήνοντας να δραπετεύσουν χιλιάδες σολομοί.

405616499_640Ήταν κάποιος που είχε μόλις επιστρέψει από την εξορία, ένας άνδρας που είχε ζήσει δεκαπέντε χρόνια στην Πράγα, και στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε πως το περιστατικό είχε συμβεί στη γειτονιά του, πως μια ζωή αυτός ο δρόμος πήγαινε από βορρά προς νότο, πως δεν ήξερα πότε του είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Όσοι επέστρεφαν από την εξορία είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σ. 74]

marcelo montecino prisoneras national stadium 1973Η επιστροφή των τριών από την εξορία είναι γεγονός, αλλά υπάρχει ποτέ τέτοια επιστροφή; Γιατί τελικά απ’ την εξορία δεν γυρίζεις, κάθε απόπειρα επιστροφής μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. Όλα είναι ωραία στη χώρα της μνήμης….είναι μια χώρα αμετακίνητη, «σαν τη θηλή της Αγίας Θηρεσίας ή σαν μια ταινία του Ροζέ Βαντίμ». Αν η πρώτη ληστεία τράπεζας στην ιστορία του Σαντιάγο έγινε με προορισμό των χρημάτων για τους κολασμένους της γης και ο υπάλληλος τότε δε φοβήθηκε ούτε στιγμή, γιατί εκείνοι οι τύποι, όπως είπε, του είχαν εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ότι οι τακτικοί πελάτες της τράπεζας, τώρα ας γίνει η τελευταία ηρωική καταλήστευση των ληστών της Χιλής.

3905804583_2633456465_zΠολλοί άνδρες και πολλές γυναίκες που γνωρίζονταν, απαρνήθηκαν ο ένας τον άλλον σε μια επιδημία αναγκαίας και σωτήριας αμνησίας. Όχι· δεν τους ξέρω αυτούς τους τύπους που πήγαιναν φορτωμένοι σ’ ένα καμιόνι. Όχι· δεν την έχω ξαναδεί ποτέ αυτή τη γυναίκα που περιμένει στη γωνία. / Η λήθη ήταν επείγουσα ανάγκη, έπρεπε ν’ αλλάζεις πεζοδρόμιο και ν’ αποφεύγεις συναντήσεις, έπρεπε να κάνεις γρήγορη μεταβολή και να σβήνεις τα χνάρια σου. Κι όλα αυτά που ήταν φορτωμένα μέλλον, αμέσως δηλητηριάστηκαν με παρελθόν. [σ. 52]

Η τ11239093_9c028ba927_zραγωδία των Χιλιάνων έπαψε να συγκινεί όταν έπεσε η δικτατορία ενώ η χιλιανή  μεταπολίτευση πραγματοποιήθηκε με βάση το «γατοπαρδιανό» αξίωμα ότι όλα αλλάζουν για να μείνουν όλα ίδια. Ακόμα κι ένας σκεπτικιστής αστυνόμος συζητώντας με την υπαστυνόμο, αναρωτώμενος ποιοι δίνουν τις φονικές διαταγές από ψηλά, σκέφτεται πως όλα θα τα πει μια μέρα η Ιστορία, την μέρα ειδικά εκείνη όπου οι Χιλιανοί θα πάψουμε να ’μαστε χεσμένοι από το φόβο μας για το ίδιο μας το παρελθόν. Όμως το «Γραφείο» υπάρχει ακόμα: ένας παράλληλος οργανισμός ασφάλειαςμε σκοπό την εξόντωση των τελευταίων αριστεριστών που πίστευαν πως μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση με ένοπλο αγώνα, τώρα συνεργάζεται με βασανιστές που ιδρύουν εταιρείες σεκιούριτι. Και πλήθος φασιστικών καταλοίπων ζουν και βασιλεύουν, ενίοτε στις κοιλάδες του καθαρού αέρα, μακριά απ’ το «νέφος» του Σαντιάγκο.

11schileΥπάρχουν καλύτεροι στόχοι για τρεις αιώνια εξεγερμένους παλιόφιλους που δεν το βάζουν ποτέ κάτω; Υπάρχεις ιδανικότερη ηρωική έξοδος, για τρεις αγωνιστές που τώρα κοιτάζουν ξανά μπροστά, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διορθώσουν πράγματα που έγιναν, αλλά πως μπορούν να προλάβουν πράγματα που θα γίνουν;  Αν κάποτε για τους νικημένους, η ζωή είχε μετατραπεί σ’ ένα στρώμα ομίχλης, στην καταχνιά των καταδικασμένων να συντηρούν με νύχια και με δόντια τις καλύτερες από τις αναμνήσεις τους, αυτά τα λίγα χρόνια ανάμεσα στο εξήντα οκτώ και το εβδομήντα τρία, σημαδεμένα μέρα με τη μέρα με το χαμόγελο της πιο στρατευμένης αισιοδοξίας [σ. 101], τώρα σημασία θα έχουν όχι οι μεγάλες ήττες αλλά οι μικρές νίκες. Ή όπως μουρμουρίζει ένας εξ αυτών, «είμαστε η σκιά του εαυτού μας και θα υπάρχουμε όσο θα υπάρχει φως»

Εκδ. Opera, 2009, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 147, με δωδεκασέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και τρισέλιδο λεξικό ξένων και μη εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων. [Luis Sepúlveda, La sombra de lo que fuimos].

Οι δυο πρώτες φωτογραφίες: Συλλήψεις στο Σαντιάγκο και συλληφθέντες στο Εθνικό Στάδιο της πόλης μετά το πραξικόπημα.  Στην τελευταία, ο Victor Jara τελευταίος δεξιά, στην πορεία του UP στο Σαντιάγκο στις 4 Σεπτεμβρίου 1973, μια βδομάδα πριν από το πραξικόπημα [φωτ. Marcelo Montecino].

4009424_8f2ff1e530_zΣημ.: Μιλώντας περί φασιστικών καταλοίπων: Στο βίντεο εισβολή στο γραφείο του Edwin Dimter Bianchi που  αναγνωρίστηκε από επιζώντες συγκρατούμενους του Victor Jara ως ο «El Príncipe», ο κύριος βασανιστής και δολοφόνος του. Για όσους δεν γνωρίζουν, είναι αυτός που έκοψε με τσεκούρι τα δάχτυλα του Βίκτορ Χάρα στο χιλιανό στάδιο, και του ζήτησε μετά να παίξει κιθάρα «για την π…την μάνα του». Είναι χαρακτηριστικό το κλαψούρισμά του ιδίως όταν κάθεται με τον πωπό πάνω στο γραφείο του με χέρια και πόδια ψηλά, ακριβώς όπως οι κατσαρίδες. Πάνω στον τρόμο του προστατεύεται με μια αφίσα του Victor Jara: ο ορισμός της απόλυτης ειρωνείας. Οι εισβολείς επιδεικνύουν ανωτερότητα, τον φτύνουν με τις λέξεις και αποχωρούν· άλλοι θα τον έβγαζαν στους δρόμους του Σαντιάγο, ώστε να μάθουν όλοι την ιδιότητα που έκρυβε τόσο γενναία όλα αυτά τα χρόνια. Κι άλλοι θα του έκαναν ακόμα χειρότερα. Υποθέτω θα το κατανοούσε, άλλωστε αυτός ήταν ο κόσμος του. Αυτό που θα του άξιζε όμως θα ήταν να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί με αυτούς, και ακριβώς όπως όλοι οι φτωχοί και κυνηγημένοι της χώρας.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

01
Μαρ.
13

Subcomandante Marcos – Ιστορίες του γερο – Αντόνιο

ΕΞ_Ιστορίες του Γέρο-ΑντόνιοΗ συνείδηση της κοινότητας και το όπλο των λέξεων

Μου δίδαξε ο γέρο – Αντόνιο πως κάποιος είναι τόσο μεγάλος όσο ο εχθρός που διάλεξε να παλέψει, κι ότι κάποιος είναι τόσο μικρός όσο μεγάλος είναι ο φόβος που τον διακατέχει. «Διάλεξε ένα μεγάλο εχθρό, κι αυτό θα σ’ αναγκάσει να μεγαλώσεις για να μπορέσεις να τον αντιμετωπίσεις. Μίκρυνε το φόβο σου, γιατί, αν μεγαλώσει, εσύ θα γίνεις μικρός» μου είπε ο γερο – Αντόνιο ένα βροχερό μαγιάτικο απόγευμα, την ώρα εκείνη που βασιλεύουν το ταμπάκο και το λόγος. Η κυβέρνηση τον τρέμει τον λαό του Μεξικού, γι’ αυτό έχει τόσους στρατιώτες και αστυνομικούς. Έχει ένα φόβο πολύ μεγάλο. Κατά συνέπεια, η ίδια είναι πολύ μικρή. Εμείς φοβόμαστε τη λήθη, που πάμε να τη μικρύνουμε με πόνο και αίμα. Γι’ αυτό είμαστε μεγάλοι. [σ. 79]

Ο Υποδιοικητής Μάρκος έχει διπλή ιδιότητα: είναι ο στρατιωτικός του αντάρτικου και ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του νεοζαπατιστικού κινήματος αλλά και ο επιφορτισμένος με την επικοινωνία των εξεγερμένων ιθαγενικών κοινοτήτων με τον έξω κόσμο. Η δεύτερη ιδιότητά του είναι η πιο γνωστή: αντί για σφαίρες – που παραμένουν πάντως σε ετοιμότητα – πυροβολεί με κείμενα, ποιήματα, διηγήματα, παραμύθια. 474px-SubMarcosHorseFromAfarΟ πρωτότυπος λόγος του συνδυάζει τα εκφραστικά μέσα των ιθαγενών, αγαπημένα του ποιήματα και στίχους τραγουδιών, κινηματογραφικές ατάκες, χιούμορ και αυτοσαρκασμό κ.ά. και οτιδήποτε άλλο κρίνεται κατάλληλο για να αποδώσει την πραγματικότητα των ιθαγενών και να κάνει γνωστά τα αιτήματά τους σε όλο τον κόσμο.

Ο Μάρκος χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να φτάσει παντού η φωνή τους (βιβλία, περιοδικά, διαδίκτυο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, τηλεφωνικές συνδέσεις με κινηματογράφους), μένοντας πιστός στον συμβολισμό της εικόνας: το πηλίκιο με τα κόκκινα αστέρια ως μακρά ιστορία του αντάρτικου, ο ασύρματος ως στρατιωτική οργάνωση, το παραδοσιακό κόκκινο μαντήλι ως χαρακτήρας ιθαγένειας, η μαύρη κουκούλα ως σήμα των Ζαπατίστας. Ύστερα από διάφορες τραγελαφικές «αποκαλύψεις» από τους απανταχού εχθρούς του, όσοι αγωνιούσαν μπορούν πλέον να πιστεύουν πως διαθέτουν τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητάς του και να αναζητούν κρυμμένα μηνύματα στις ακαδημαϊκές του μελέτες. Η απάντησή του εξίσου γνωστή: Άκουσα ότι ανακάλυψαν κι άλλον Μάρκος, κι ότι είναι από το Ταμπίκο. Τουλάχιστον αυτός ο καινούργιος Υποδιοικητής Μάρκος είναι όμορφος; Γιατί τελευταία όλο κακάσχημους μου βάζουν και μου καταστρέφουν όλη τη γυναικεία αλληλογραφία…

MarcosΕννοείται πως οι έσχατες προσπάθειες απαξίωσής του βασίστηκαν στις γνωστές ταυτότητες, ξεχνώντας πως κρίνουν με βάση τη δική τους κομπλεξική απαρέσκεια και πως ο Μάρκος ακριβώς είναι όλες οι καταπιεσμένες μειονότητες. Ή, σύμφωνα με τα λόγια του: Σχετικά με όσα λέγονται για το αν ο Μάρκος είναι ομοφυλόφιλος: Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, Ασιάτης στην Ευρώπη, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, ροκάς στην πανεπιστημιούπολη, Εβραίος στη Γερμανία, συνήγορος του πολίτη στο Υπουργείο Άμυνας, φεμινιστής σε πολιτικά κόμματα, ειρηνιστής στην Βοσνία, νοικοκυρά ένα Σάββατο βράδυ σε οποιαδήποτε γειτονιά οποιασδήποτε πόλης οποιουδήποτε Μεξικού, γυναίκα μόνη στο μετρό μετά τις δέκα το βράδυ, γιατρός χωρίς ιατρείο, Ζαπατίστα του Νοτιοανατολικού Μεξικού…[σ. 13 – 14, αλιευμένη επιλογή μεταξύ πολλών ανάλογων διπόλων»].

Κάθε μια από τις Ιστορίες αποτελεί μέρος κάποιου από τα ανακοινωθέντα του EZLN [Εθνοαπελευθερωτικού Ζαπατιστικού Στρατού], που αρχικά δημοσιεύτηκαν στον τύπο ή στο διαδίκτυο και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκαν στην πολύτομη συγκεντρωτική έκδοση με όλα τα σχετικά κείμενα. Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρονSubcomandante_Marcos_2_by_montfort το γεγονός ότι αυτές οι ιστορίες έχουν διαφορετικές αναγνώσεις: από τη μια σε άμεση συνάρτηση με συγκεκριμένα πολιτικά κείμενα σε μια δεδομένη πολιτική συγκυρία, από τη άλλη αυτόνομα και αυτοτελώς, όπως δημοσιεύονται εδώ, συνεπώς με διαχρονικό μήνυμα και καθαρά λογοτεχνική αξία.

Δικαιοσύνη δεν είναι να τιμωρείς, είναι να ξαναδίνεις στον καθένα αυτό που του αξίζει, και ο καθένας αξίζει αυτό που ο καθρέφτης του επιστρέφει: τον εαυτό του. Εκείνου που έδωσε θάνατο, εξαθλίωση, εκμετάλλευση, αλαζονεία, υπεροψία, του αξίζει μια καλή δόση πόνου και θλίψης για το δρόμο του. […] Δημοκρατία είναι να οδηγούν όλες οι σκέψεις σε μια καλή συμφωνία. Όχι να σκέφτονται όλοι το ίδιο, αλλά όλες οι σκέψεις ή η πλειονότητα των σκέψεων να ψάχνουν και να φτάνουν σε μια κοινή συμφωνία, που να ’ναι καλή για την πλειοψηφία, χωρίς να εξαλείφει αυτούς που ’ναι λιγότεροι. Να υπακούει ο λόγος του διοικητή το λόγο της πλειοψηφίας, να έχει το σκήπτρο του λόγο συλλογικό και όχι μόνο μια θέληση. [σ. 76]

Η φωνή των Τσιάπας ήταν για πάντα αποκλεισμένη από το δημόσιο λόγο ήδη από την εποχή της κατάκτησης· το πολύ να φιλτραριζόταν σε γραπτά ανθρωπολόγων και 02EZLN_400λογοτεχνών ή σε αφηγήματα προφορικής μνήμης. Σε κάθε περίπτωση αποτελούσαν απλώς την πρώτη ύλη, μεταπλασμένη αργότερα από τους επιστήμονες. Σταδιακά νεαροί μεταφραστές συγκέντρωσαν τις γνώμες των πληθυσμών για τη γη, την αγορά, την δικαιοσύνη και την κουλτούρα και οι αυτόχθονες κοινότητες διαπίστωσαν την πλήρη μεταξύ τους ταύτιση. Για πρώτη φορά οι ινδιάνικες φωνές άρχισαν να χρησιμοποιούν τον γραπτό λόγο και τον διάλογο. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην Ιστορία που γράφεται στις ελεύθερες κοινότητες.

Οι άντρες και οι γυναίκες και τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στο σχολείο της κοινότητας για να δουν μες στην καρδιά τους εάν είναι η ώρα να ξεκινήσουμε τον πόλεμο για την ελευθερία, και χωρίστηκαν σε 3 ομάδες, δηλαδή σε γυναίκες, παιδιά και άντρες για να συζητήσουν, και μετά συγκεντρωθήκαμε άλλη μια φορά στο σχολείο και κατέληξε η σκέψη της πλειοψηφίας ότι πρέπει να ξεκινήσει πια ο πόλεμος γιατί το Μεξικό έχει αρχίσει να πουλιέται στους ξένους και ότι την πείνα την αντέχουμε, αλλά δεν ανεχόμαστε να μην είμαστε πια Μεξικάνοι… [σ. 36]

Στις ιστορίες του γερο – Αντόνιο συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται η αυτοχθονική με την μιγαδική φαντασία, η ινδιάνικη μυθολογία και τα εφόδια της δυτικής κουλτούρας, η προϊσπανική φαντασία και η σύγχρονη φιλοσοφία, το χιούμορ και η παρωδία, ο σαμανισμός με την μοντέρνα γλώσσα, ο μυθικός λόγος με την οικεία κουβέντα, η προφορικότητα με την γραφή, ευτυχώς πολύ μακριά από το παραδοσιακό, Marcos_colorατσαλάκωτο λόγο της Αριστεράς. Όλα εντάσσονται στον αρχετυπικό διάλογο και εδώ μιλάει η αναμνησιακή και υπερβατική συνείδηση της κοινότητας.

«Είναι καλύτερα να αποχαιρετάς όταν φτάνεις. Έτσι δεν πονά τόσο όταν φεύγει κανείς» μου λέει ο γερο – Αντόνιο δίνοντάς μου το χέρι για να μου πει ότι φεύγει, δηλαδή ότι έρχεται. Από τότε ο γερο – Αντόνιο, όταν έρχεται, χαιρετά μ’ ένα «αντίο» και αποχαιρετά κουνώντας το χέρι κι απομακρυνόμενος μ’ ένα «έρχομαι». [σ. 72]

Ο καθένας με τις λέξεις του. Άλλες ξέφυγαν από το στόμα ενός γνωστού τραπεζίτη, εξέχοντος μέλους του ισχυρότερου κοινωνικού τομέα, κυνικού εκπροσώπου του οικονομικού κεφαλαίου: «Το πρόβλημα της μεξικανικής οικονομίας λέγεται υποδιοικητής Μάρκος». Άλλες διατυπώθηκαν από το … «πρόβλημα» σε συνομιλία του με τον συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν: «Κανένας δεν μας έβλεπε όσο είμαστε ακάλυπτοι, τώρα όλοι ασχολούνται». Και κάποιες μένουν ως ιδανικό απόσταγμα ενός αγώνα: «Ενώ θα μπορούσα να τα έχω όλα για να μην έχω τίποτα, αποφάσισα να μην έχω τίποτα για να τα έχω όλα».

Subcomandante_Marcos_by_El_ProphecyΑντί να παθιάζεται με την ξενοφοβία, ο γερο – Αντόνιο προσπαθούσε να βγάλει ό,τι καλύτερο από τον καθένα, χωρίς να δίνει σημασία στη γη που τον είχε γεννήσει. Αναφερόμενος σε καλούς ανθρώπους άλλων εθνών, ο γερο – Αντόνιο χρησιμοποιούσε τον όρο «διεθνείς», και τη λέξη «ξένοι» τη χρησιμοποιούσε μονάχα για τους αλλότριους στην καρδιά, ανεξάρτητα από το αν ήταν του ίδιου χρώματος, γλώσσας ή φυλής. «Καμιά φορά, μέχρι και στο ίδιο αίμα υπάρχουν ξένοι», έλεγε… [σ. 148]

Εκδ. Ροές, 1η έκδ. 2003, 2η έκδ 2004, μτφ. Γιώργος Καρατζάς, σελ. 151. Περιλαμβάνονται «λίγα λόγια για το συγγραφέα», σημείωμα του μεταφραστή και πρόλογο του Armando Bartra, φιλόσοφου και διευθυντή του Ινστιτούτου Μελετών για την Αγροτική Ανάπτυξη των Μάγιας, και βιβλιογραφία.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: Με όπλο τις λέξεις [Όπλο μας οι Λέξεις μας: τίτλος παλαιότερου βιβλίου του Μάρκος].

30
Δεκ.
12

Ρομπέρτο Μπολάνιο – 2666

2666,0 ο αριθμός του κτήνους

Τόπος: Σιουδάδ Χουάρες, έρημος Σονόρα, «Σάντα Τερέζα», σύνορα Μεξικού και ΗΠΑ. → Μικρογραφία του βάναυσου κόσμου, υπόδειγμα εργασιακής εκμετάλλευσης, φυτώριο βίας. Εδώ λειτουργούν οι βιομηχανίες που συναρμολογούν τα μηχανικά προϊόντα με το πλέον ελάχιστο κόστος, εδώ ο Νότος αναπνέει τις αναθυμιάσεις του Βορρά. Εδώ τα θύματα φροντίζουν για την ωραιοποίηση του κόσμου των θυτών, εδώ οι άνεργοι του κόσμου μαζεύονται στην κυψέλη με εντολή να επιβιώσουν. Και παντού τριγύρω, οι πληγές του υπερμοντέρνου κόσμου μπορούν να χαίνουν ελεύθερα: πολιτική, διαφθορά (πάνε πάντα μαζί), ναρκωτικά, πορνεία, τράφικινγκ, εκμετάλλευση, μετανάστευση, παραβατικότητα, δολοφονίες.

1 - bolano-1970Γύρω από αυτό το εφιαλτικό και απόλυτα πραγματικό κέντρο του κόσμου αναπτύσσονται τα πέντε κεφάλαια του τελευταίου [ανολοκλήρωτου] βιβλίου που έγραψε ο Μπολάνιο· κεφάλαια που στην ουσία αποτελούν πέντε αυτόνομα μυθιστορήματα που απορρόφησαν την τελευταία πενταετία της ζωής του, τότε που ο συγγραφέας με μανία συγγραφής προσπαθούσε να προλάβει τον χρόνο που γνώριζε καλά πως τον κυνηγούσε. Το τετρασέλιδο σημείωμα του φίλου και διαχειριστή του Μπολανιακού Έργου Ιγνάσιο Ετσεβαρρία που δημοσιεύεται ως επίμετρο είναι διαφωτιστικό: το 2666 δεν κατασκευάστηκε από την ένωση των πέντε μυθιστορημάτων αλλά αποτέλεσε εξ αρχής το μέγιστο συγγραφικό σχέδιο του Μπολάνιο, που έβλεπε όμως τον επερχόμενο θάνατο και θεώρησε πιο άνετο και επικερδές, τόσο για τους εκδότες του όσο και για τους κληρονόμους του να εκδοθεί σε πέντε ανεξάρτητα μέρη. Τα επιχειρήματα του Ετσεβερία συντείνουν στην θεώρηση του 2666 ως ενός ενιαίου, τεράστιου μυθιστορήματος που αποτέλεσε τον φιλόδοξο στόχο του συγγραφέα, ο οποίος είχε ήδη δοκιμαστεί στην διηγηματογραφία και ήθελε να ξεπεράσει τους Άγριους Ντετέκτιβ.

4Αναμφίβολα το πλέον αναπάντεχο κομμάτι του βιβλίου είναι το τέταρτο, τα Εγκλήματα, «εμπνευσμένο» από αληθινή εφιαλτική ιστορία που στοίχειωσε τον ίδιο χώρο δυο δεκαετίες πριν: τις εκατοντάδες δολοφονίες, κακοποιήσεις και βιασμούς νεαρών γυναικών, εργατριών στις μακιλαδόρες της Βιομηχανικής Ζώνης. Η λεπτομερής, κλινική καταγραφή των θυμάτων μοιάζει σαν το λογοτεχνικό είδωλο των αντίστοιχων ιατροδικαστικών εκθέσεων, καθώς τα φρικιαστικά τεκμήρια των νεκρών σωμάτων συνδιαλέγονται με τα θραύσματα της σύντομης ζωής τους. Ιδωμένη όμως από ψηλά, η κάθε βιασμένη και νεκρή δεν είναι παρά ένα ακόμα περιστατικό, ένα ακόμα κενό όνομα στον ατέλειωτο μαύρο κατάλογο των θυμάτων του κόσμου, κι ακόμα βαθύτερα, των απόλυτων θυμάτων του κόσμου, που είναι οι γυναίκες, στην αέναη κατασκευή γενεαλογικών δέντρων βιασμένων σωμάτων, παιδιών γεννηθέντων από βιασμό, που με τη σειρά τους θα βιαστούν με την ίδια ταχύτητα που κυλούν τα λεπτά των ρολογιών. Τα βίτσια των ανθρώπων είναι ανεξιχνίαστο μυστήριο αποφαίνεται ο ιατροδικαστής. Να μια Ιστορία του Κόσμου: η απόλυτη μοίρα των πλέον καταφαγωμένων θυμάτων του, των γυναικών. Εκφρασμένη ιδανικά από έναν περιφερόμενο των Εγκλημάτων: Οι γυναίκες είναι σαν τους νόμους, έγιναν για να παραβιάζονται.

Mexico01Όταν ρωτήθηκε για να εξηγήσει καλύτερα, είπε ότι μια κοινή και συνηθισμένη δολοφονία (παρότι δεν υπήρχαν κοινές και συνηθισμένες δολοφονίες) κατέληγε πάντα σχεδόν με μια εικόνα υγρή, μια λίμνη ή ένα πηγάδι που πρώτα σκίζεται και μετά ηρεμεί, ενώ οι φόνοι στη σειρά, όπως αυτοί στη συνοριακή πόλη, προξενούσαν μια εικόνα βαριά, από μέταλλο ή ορυκτό, μια εικόνα που έκαιγε, λόγου χάρη, έκαιγε κουρτίνες, και χόρευε, όμως όσο περισσότερες κουρτίνες έκαιγε, τόσο πιο σκοτεινό γινόταν το δωμάτιο ή η αποθήκη ή ο αχυρώνας, όπου συνέβαινε αυτά. [σ. 745]

3Οι γυναίκες βρίσκονται σε βαρέλια με οξύ, πλαστικές σακούλες, χαντάκια με μαύρο νερό, στις άκρες των συνοικιακών δρόμων, κάτω από τις κολόνες υψηλής τάσης. Παράνομοι σκουπιδότοποι, βιομηχανικές αλάνες, ερημικές αποθήκες αναψυκτικών, μια ολόκληρη τοπογραφία παρατημένων γυναικείων σωμάτων, μια γεωγραφία της φρίκης, η οικουμενική βιομηχανία των βιασμών. Οι ανακριτές επισκέπτονται τις τραγικές γειτονιές που καμία τηλεοπτική σειρά δεν δείχνει, μπαίνουν σε άθλια σπίτια, ψάχνουν στα εργοστασιακά απόβλητα. Ο συγγραφέας τους ακολουθεί παντού, καθώς ακούνε τις διαπασών τηλεοράσεις, ερευνούν τις τουαλέτες, αναζητούν μάταια στοιχεία σ’ έναν κόσμο οριστικά ματαιωμένο. Ο συλληφθείς και υποτιθέμενος ένοχος απολαμβάνει το μέγιστο όπλο του σύγχρονου ελεύθερου ανθρώπου, την δημοσιότητα, περιπαίζοντας τους πάντες. Ο κόσμος των φυλακών δεν είναι χειρότερος: Τα όνειρα εδώ, όπως όλα τα όνειρα που βλέπεις σε κλειστούς χώρους από πολλούς ανθρώπους, είναι κολλητικά. Άξαφνα βλέπεις εσύ ένα όνειρο και σε λίγο το ίδιο όνειρο το βλέπουν και οι άλλοι μισοί φυλακισμένοι. Όμως ο ψίθυρος που ακούς δεν είναι μέρος του ονείρου αλλά έρχεται από την πραγματικότητα. [σ. 639]

6 - Arcimboldo WinterΣτην ίδια περιοχή περιπλανώνται ή καταλήγουν οι χαρακτήρες των υπόλοιπων τεσσάρων ιστοριών – μυθιστοριών. Οι λογοτεχνικοί κριτικοί που αναζητούν με εμμονή τα ίχνη του μυστηριώδους και ασυνάντητου Πρώσου συγγραφέα Αρτσιμπόλντι, ο χιλιανός αυτοεξόριστος καθηγητής Αμαλφιτάνο που αναζητά τις δικές του απαντήσεις σε βασανιστικά ερωτήματα, ο αμερικανός δημοσιογράφος που καλύπτει έναν αθλητικό αγώνα και ο ίδιος ο Αρτσιμπόλντι που βιογραφείται με τέτοιο τρόπο ώστε να αντανακλά όλες τις εκφάνσεις του Κακού και της Ιστορίας του 20ού αιώνα, με τις αναπόφευκτες στάσεις στον ναζισμό και τον σταλινισμό. Ο οριακός αυτός χαρακτήρας δεν σταματά να τρεκλίζει πάνω στην βίαιη Ευρώπη αλλά και να θριαμβεύει πάνω στην ίδια την αφήγηση, αποτελώντας το αποκορύφωμα του βιβλίου και αφήνοντάς μας με τη σκέψη: ίσως αυτός να είναι ο μοναδικός άξιος τρόπος κατανόησης της Μεγάλης και της Μικρής Ιστορίας: αυτή η λογοτέχνησή της.

5Τι συμβαίνει λοιπόν ακριβώς με αυτό το μυθιστόρημα, τι είδους κραδασμούς προκαλεί στην αναγνωστική μας ψυχή; Είναι δύσκολο να περιγραφεί, όχι τόσο επειδή δεν υπάρχει συγκεκριμένος μυθοπλαστικός πυρήνας αλλά επειδή η ανάγνωσή του σε υπνωτίζει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ακόμα και οι όροι ολικό η ολοκληρωτικό μυθιστόρημα μοιάζουν σχηματικοί, αταίριαστοι για όλο αυτό το χειμαρρώδες διάγραμμα της Ζωής έστω και επί της παντοκρατορίας του Κακού. Καθώς οι χαρακτήρες καταπίνονται από τις ιστορίες, χάνονται στις στροφές των σελίδων ή απορροφώνται από τις ίδιες τις εξελίξεις, καθώς η μία ιστορία εκτυλίσσεται μετά ή δίπλα στην άλλη, ενίοτε εισχωρεί ή εξέρχεται από άλλες τρίτες, αφήνεται μετέωρη ή επανέρχεται αργότερα και αλλιώς, ο αναγνώστης ακολουθεί σαν μαγεμένος ένα κουβάρι που δεν τον βγάζει αλλά τον βάζει όλο και βαθύτερα στον Λαβύρινθο του Κόσμου. Ενός Κόσμου που ξεγυμνώνεται με τραγικό τρόπο όπως είναι αλλά και παράπλευρα υπονοείται με ελαφρότερο τρόπο όπως θα έπρεπε να είναι. Και πάλι όμως: αυτή η αναγνωστική ηδονή δεν οφείλεται σε ιδιάζον ή περίτεχνο λεξιλόγιο ή κάποια ευθέως σκοπούμενη λογοτεχνικότητα, κι εδώ είναι το δεύτερο έκπληκτο θαύμα – αντίθετα, οι λέξεις είναι οι απλούστερες δυνατές και η διήγηση προχωρά με την ίδια αυτονόητη απλότητα.

2Η τέταρτη διάσταση, έλεγε, περιλαμβάνει τις άλλες τρεις διαστάσεις και τους αποδίδει, συνάμα, την αληθινή τους αξία, δηλαδή καταλύει τη δικτατορία των τριών διαστάσεων, και συνεπώς καταργεί τον τρισδιάστατο κόσμο κου γνωρίζουμε και μέσα στον οποίο ζούμε. Η τέταρτη διάσταση, έλεγε, είναι ο απόλυτος πλούτος των αισθήσεων και του Πνεύματος (με κεφαλαίο, είναι το Μάτι (με κεφαλαίο) δηλαδή το Μάτι, που ανοίγει και καταργεί τα μάτια, που συγκρινόμενα με το Μάτι είναι απλώς κακόμοιρες τρύπες από πηλό, προσηλωμένα στην παρατήρηση ή στην εξίσωση γέννηση – μάθηση – δουλειά  θάνατος, ενώ το Μάτι περιλαμβάνει τον ποταμό της Φιλοσοφίας, τον ποταμό της ύπαρξης, το (γοργό) ποτάμι του πεπρωμένου. [σ. 864]

11Ο συγγραφέας έγραψε σε μια από τις αμέτρητες σημειώσεις που άφησε μαζί με το βιβλίο πως κάπου μέσα στο 2666 υπάρχει ένα κρυφό κέντρο που ενώνει τα πάντα. Στο βάθος πιστεύω πως είναι κι αυτό ένα από τα προσωπικά του λογοτεχνικά παίγνια. Για μένα το κέντρο είναι ακριβώς η απουσία κάθε κέντρου. Το κέντρο είναι η ίδια η ανάγνωση του κόσμου. Το διάβασμα ήταν  κάτι που σχετιζόταν άμεσα με την ηδονή και όχι άμεσα με τη γνώση λέει στην 74η σελίδα ένας εκ των ακολουθητών του χαμένου συγγραφέα. Και ο εμβληματικός Χάλντερ στην 854η του είπε ότι η διαφορά βρισκόταν στην ομορφιά, στην ομορφιά της ιστορίας που έλεγε το βιβλίο και στην ομορφιά των λέξεων που χρησιμοποιούσε για να αφηγηθεί την ιστορία. Αλλού πάλι ο Άνσκυ σκέφτεται ότι «η επανάσταση θα καταργήσει τον θάνατο». Η ίδια η γραφή το κάνει, ο Μπολάνιο συνομιλεί ακόμα μαζί μας. Και ίσως δανείζει τη φωνή του σ’ έναν ακόμα χαρακτήρα των Κριτικών: Πριν από το «πετυχαίνω το σκοπό μου» έβαζε τη λέξη «ζω» και σπανιότατα τη λέξη «ευτυχία».

mexico-swine-flu-one-planet-2009-5-10-14-22-6Σύμφωνα με τον διευθυντή ορχήστρας, η ζωή – ακριβώς όπως είναι  στην τέταρτη διάσταση αποκτούσε αφάνταστο πλούτο κλπ. κλπ., όμως το αληθινά σημαντικό ήταν η απόσταση από την οποία κάποιος, βυθισμένο μέσα σ’ αυτή την αρμονία, μπορούσε να παρατηρεί τις ανθρώπινες υποθέσεις, με αμεροληψία δηλαδή, χωρίς πλαστές ταφόπλακες που καταπίεζαν το πνεύμα που αφοσιώνεται στη δουλειά και στη δημιουργία, τη μοναδική διαχρονική αλήθεια της ζωής, την αλήθεια που δημιουργεί μια άλλη ζωή, κι έπειτα κι άλλη ζωή, και περισσότερη ζωή…. [σ. 865]

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, σελ. 1166, με τετρασέλιδη «σημείωση στην πρώτη έκδοση» από τον Ιγνάσιο Ετσεβαρρία [Roberto Bolaño, 2666, 2004].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, χωρίς τα παραθέματα. Στις εκτός του συγγραφέα εικόνες: δυο μεξικανικές τοπιογραφίες και ο Χειμώνας του Αρτσιμπόλντο, που έδωσε το όνομά του (και όχι μόνο) στον «κεντρικό» χαρακτήρα.

15
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 129

Jorge Luis Borges_Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ιστορία του ταγκό», σε: Εβαρίστο Καριέγκο, εκδ. Ύψιλον, 1984, μτφ. Τάσος Δενέγρης, σ. 101 [Jorge Luis Borges, Evaristo Carriego, 1930]

Σε ένα διάλογο του Όσκαρ Γουάιλδ διαβάζουμε πως η μουσική μας αποκαλύπτει το προσωπικό παρελθόν που μέχρι εκείνη τη στιγμή το αγνοούσαμε και πως μας κάνει να θρηνήσουμε για δυστυχίες που δεν μας συνέβησαν και λάθη που δεν κάναμε· όσο για μένα, ομολογώ ότι αποκλείεται ν’ ακούσω το Ελ Μάρνε ή το Δον Χουάν και να μη θυμηθώ ακριβώς ένα στωικό και συγχρόνως οργιαστικό παρελθόν στο οποίο εγώ προκάλεσα τη μάχη κι αγωνίστηκα για να πέσω στο τέλος, σιωπηλός, σε μια συγκεχυμένη μονομαχία με μαχαίρια. Ίσως αυτή να είναι η αποστολή του ταγκό: να δώσει στους Αργεντινούς τη βεβαιότητα ότι υπήρξαν γενναίοι, ότι ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις της ανδρείας και της τιμής.

25
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 127

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη, εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 73 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008].

Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν. Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού. Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.

09
Νοέ.
12

Χοσέ Λεσάμα Λίμα – Paradiso

O κολασμένος παράδεισος της γραφής

Α. Περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου

Ύστερα από πολλές μέρες σκοπιάς στο μελαγχολικό παρατηρητήριο του κατωφλιού, ο Χοσέ Εουχένιο ξαναγύρισε με μεγαλύτερη επιμονή στη διόραση μέσα από τις περσίδες. Το παιχνίδι τους μετασχημάτιζε την κατοικία των γειτόνων σε ένα πολύεδρο που τα φώτα του συνενωνόντουσαν μετά τη στιγμιαία κατάτμησή τους από τις λάμες των περσίδων. Εκείνοι οι νεοφερμένοι μεταμορφωνόντουσαν στα μάτια του σε θραύσματα μυστηρίου και περιπέτειας, που όταν πλησίαζαν, έμοιαζαν με σπινθηροβολήματα που σκέπαζαν το παντζούρι με μια επιφάνεια φωτός, συμπαγούς και κατόπιν υποδιαιρεμένου σε λωρίδες, έτσι που η όρασή του δεν συγκρατούσε παρά αποσπάσματα μορφών, με τα οποία δεν μπορούσε να ανασυνθέσει την ολότητα ενός σώματος ή μιας κατάστασης, οπότε συνέχιζε να τις θωπεύει με μια ανάλαφρη και απροσδιόριστη ηδυπάθεια. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνελάμβανε και κατόπιν σταθεροποιούσε τις φευγαλέες ριπές φωτός που φώτιζε περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου. [σ. 120]

Ιδού πως λογοτεχνεί ο συγγραφέας την παρακολούθηση του απέναντι γειτονικού σπιτιού στην άλλη πλευρά της αυλής από τον μικρό Χοσέ Εουχένιο· το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της εκπληκτικής Παραδείσιας εικονοπλασίας και περιγραφικότητας. Μιλάμε για μια μνημειώδη σελίδα της λατινοαμερικανικής γραφής, ένα αριστείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το κατά Φουέντες μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην ισπανόφωνη Αμερική. Το Paradiso είναι η παιδικότητα, η εφηβικότητα, η σταδιακή ωρίμανση και ο τερματισμός προς την ενηλικίωση του κεντρικού χαρακτήρα, του Χοσέ Σεμί, ποιητή μεγαλωμένου σε σπίτια περιπλανώμενων στρατοπέδων στους Τροπικούς, στα αίθρια πολλών ενοίκων και υπηρετών, «με τα δωμάτια με τις κρυφές προσωπικότητες». Σε αυτές τις επικράτειες δεν υπάρχει καν πλοκή ή γραμμικότητα, σε αυτούς τους τόπους η πολυπλόκαμη οικογενειακή σάγκα μοιάζει απειροελάχιστο μόριο.

Β. Η γραφή που φοβίζει τους δικτάτορες ή H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Ο κουβανικής, βασκικής και ανδαλουσιάνικης καταγωγής συγγραφέας Χοσέ Μαρία Αντρές Φερνάντο Λεσάμα Λίμα (Αβάνα 1910 – 1976), ποιητής και δοκιμιογράφος, ίδρυσε ο ίδιος το περιοδικό Origenes (1944), όπου και άρχισε την τμηματική δημοσίευση του Paradiso. Το έργο εκδόθηκε στην Κούβα το 1966 προκαλώντας αμηχανία στο καθεστώς, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Όμως η ίδια η γραφή, που θεωρήθηκε ακατανόητη, μεταφυσική και επικίνδυνη, πανικόβαλλε τους λογοκριτές που το απέσυραν από την κυκλοφορία. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία κατατρομοκρατεί τους δικτάτορες και μόνο ως λογοτεχνία! Ο συγγραφέας ανταπέδωσε την ψυχρότητα, παραιτούμενος από την εργασία του ως δικηγόρου και την θέση του στο υπουργείο Παιδείας της Κούβας για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραφή. H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Γ. Μυθιστορημένο ποίημα, ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα

Ο μεταφραστής συντάσσει πλήρεις Οδηγίες προς Ναυτιλομένους (συμβουλευόμενος και την εισαγωγή της επιμελήτριας της ισπανικής έκδοσης, της Ελοΐσα Λεσάμα Λίμα, αδελφής του συγγραφέα) που μας οδηγούν τουλάχιστο μέχρι τα ανοιχτά, γιατί από εκεί κι έπειτα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής, της γραφής του Paradiso, που αποτελεί ένα άκρως προσωπικό νεομπαρόκ δοκιμιακό μυθιστορημένο ποίημα ή ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα, ένα ολικό μυθιστόρημα [Novela Total]. Η δοκιμιακή συνιστώσα χαρακτηρίζεται από πυκνές αναφορές σε ελληνική μυθολογία, αρχαιοελληνική φιλοσοφία και γραμματεία, ορφισμό, κινεζική σοφία, αιγυπτιακή θρησκεία, ρωμαϊκή ιστορία, θρησκειολογία, σε πλήθος τεχνών και επιστημών. Η ποιητική – μυθοποιητική πλευρά είναι εμφανής όχι μόνο μορφολογικά – ο συγγραφέας πέρασε πολλά χρόνια στην ποίηση – αλλά και λειτουργικά, ενώ η μυθιστορηματική ξεχειλίζει σε κάθε σελίδα.

Δ. Ο παιάνας του τσιγάρου, μια χαρωπή πυγολαμπίδα στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς

Το κείμενο είναι καταφορτωμένο από σχοινοτενείς παρεμβάσεις και ρήξεις της συνέχειας, αλληγορίες και συμβολίσματα. Αλλά είναι κυρίως οι μεταφορές, οι παροιμοιώσεις και οι εικονοπλασίες που το απογειώνουν. Οι μασκαρεμένοι του καρναβαλιού δίνουν άγριες μαχαιριές σ’ έναν αποξηραμένο αέρα, οι συριγμοί του εκκλησιαστικού οργάνου μοιάζουν με του μαχαιριού που κόβει ένα παγωμένο κυδώνι και ο παιάνας του τσιγάρου με χαρωπή πυγολαμπίδα λουσμένη στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς. Οι ατμόσφαιρες της ευθιξίας σκεπάζουν σαν ομίχλη καθημερινά  το σπίτι, οι αναθυμιάσεις του πηχτού απόβραδου διαδέχονται τη νυσταλέα αχλύ του απομεσήμερου. Η βιτρίνα των κατευοδίων αφήνει τον πιο αποτελεσματικό σπόρο για να φυτρώσουν οι αναμνήσεις, το μικρό σώμα μοιάζει με ιππόκαμπο θρονισμένο στο καύκαλο γιγάντιας χελώνας, η ξηρασία του Αυγούστου πυρπολεί τον ύπνο.

Οι κυκλοφορούντες χαρακτήρες, κάποτε πλαδαροί σαν βρεγμένη φέτα ψωμιού, γεύονται μέλι από μέλισσες άξιες ελληνικού επιγράμματος, υφίστανται την απαλή βία του ζευγαρώματος και το μυστήριο των υπόγειων καμωμάτων της θέλησης και απαιτούν να διεισδύσουν στο μυθιστόρημα, εκεί όπου τα γηρατειά είναι ένα άλλο είδος νεότητας, διαπερατή και ανάλαφρη, ή «μεγαλώνουν προς τα μέσα, προς το όνειρο». Οι εικόνες είναι καταιγιστικές: οι κλωστίτσες της βροχής κυλούν ή στροβιλίζονται ταχέως ανάμεσα στα παράσημα, τα γαλόνια και τα μεταλλικά κουμπιά της στολής του Συνταγματάρχη, η πυγολαμπίδα της κάφτρας του τσιγάρου χαράσσει σπείρες, σαν προειδοποιητικά σήματα της πλημμυρίδας του ύπνου που πλησιάζει, κλειστή βαλβίδα στην προβολή του φωτός. Μια πεταμένη κάλτσα μοιάζει με ουρά σειρήνας σε λασπερή αμμουδιά, κάποιες ρίζες πλέχτηκαν γύρω από την ξιφολόγχη σαν ένα πυθαγόρειο κηρυκείο…

Χρόνια αργότερα θα μαθαίνανε ότι από εκείνη την καταβόθρα πετούσαν τα σκουπίδια, και γι’ αυτό το λόγο οι καρχαρίες μπαίνανε στις υποβρύχιε σπηλιές του φρουρίου, περνώντας από το όνειρο στο βαβυλωνιακό τσιμπούσι των σκουπιδιών. Τόνοι ολόκληροι σκουπιδιών μεταμορφωνόντουσαν στο ιερό ασήμι των φτερών τους και των λεπιών τους, σαν να είχαν στιλβωθεί από τον Γλαύκο, και την ακολουθία του των χαρούμενων σαλπιγκτών. Κίνητρο επαρκές, εντούτοις, για να τροφοδοτήσει πολλά χρόνια εφιαλτών… [σ. 199]

Ε. Γελοιογράφοι και γελοιογραφούμενοι

Όπως συμβαίνει με τις πολυπρόσωπες τοιχογραφικές και τοιχογραφημένες σάγκες, οι δευτερεύοντες και δορυφορικοί χαρακτήρες έχουν ειδικό λογοτεχνικό βάρος αλλά και αποκτούν έδαφος για ολόδικές τους εμφανίσεις, όπως ο φλαουτίστας Μαρτινσίλιο, «με μια ωχρότητα κιννάβαρης, ψιλόλιγνος και υπερόπτης» όποτε ένιωθε να φυσάει η αύρα στις στρεβλωμένες καλαμιές των σπλάχνων του ή ο Αδαλμπέρτο, γελοιογράφος των μπιστρό, ο οποίος….

τη νύχτα έβγαινε, έχοντας μαζί του ένα μικρό βαλιτσάκι με κοχύλια κάθε είδους. Με μια ψυχρή ευγένεια πλησίαζε στα τραπέζια των νυκτερινών καφέ και, με τα χρώματα που περιείχαν τα κοχύλια του, έφτιαχνε τα πορτραίτα των αργόσχολων κυριών. Καθόταν στο τραπέζι όπου ασκούσε την τέχνη του, όταν, περασμένα μεσάνυχτα, έχοντας φύγει οι πελάτες, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια ερωτομανή κυρία περασμένης νεότητας. Αφού τελείωσε το πορτραίτο της, αλληλοκοιτάχτηκαν με μακριές παύσεις ανικανοποίητης προσφοράς και σαρκικής αισθησιακότητας με πρόοδο συμφωνικού έργου. Τον προσκάλεσε στο απαστράπτον διαμέρισμά της, ερωτικά δροσισμένο με μεταλλικό νερό. [σ. 49, 50]

ΣΤ. Η Μπαρόκ Τέχνη του Λόγου

Αν η μπαρόκ τέχνη περιλαμβάνει κολοσσιαία μεγέθη, διακοσμητική υπερφόρτωση, οπτικές απάτες και μαζικά εφφέ, η αντίστοιχη λογοτεχνία πλημμυρίζει από μεγάλες περιόδους και προτάσεις, πληθωρική ρητορεία μέσω εκφραστικών σχημάτων του λόγου (κυρίως παρομοιώσεων και μεταφορών) και υποβλητικές εικόνες, ο δε εκλεκτικισμός της συμμειγνύει στοιχεία από διάφορα και ποικίλα στυλ: από ρεαλισμό, μαγικό ρεαλισμό και υπερρεαλισμό μέχρι λογική, προ – λογική, όνειρο και φαντασία. Πρόκειται όμως – επιμένει ο επιμετρών μεταφραστής – για αμερικανικό μπαρόκ (ή Νεομπαρόκ), διακρινόμενο από το ευρωπαϊκό κλασικό γοτθικό μπαρόκ ή το ισπανοαραβικό μπαρόκ. Το πρώτο διαθέτει τα στοιχεία του δεύτερου αλλά έχει συν τοις άλλοις τα χαρακτηριστικά ανοιχτού συστήματος σύνθεσης, που δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση αλλά παραμένει ατέλειωτο, με ερωτήματα αναπάντητα και επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Και φυσικά η ποικιλία των εκφραστικών λύσεων και η ικανότητα αφομοίωσης των ποικίλων και των ετερόκλητων κατασκευάζουν ένα μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα – άλλωστε «το μεταμοντέρνο δεν είναι παρά ένα μπαρόκ με σύγχρονα υλικά και οικοδομική».

Ο Συνταγματάρχης πήγε στο Τάτσκο υπακούοντας σε ορισμένες μυστικές οδηγίες, και, στο καφέ Μπέρτα, είδε τα συλλογή των μασκών. Εκεί ήταν που τις φύλαγαν, όμως τις ημέρες των μεγάλων εορτών ή επετείων, ο κατειλημμένος από τα δαιμόνιά του λαός έτρεχε εκεί για να τις βρει. Καθένας έψαχνε τη δική του, σαν να του ήταν αφιερωμένη τώρα και αιώνες. Μάσκες αγριεμένων μοσχαριών, χαρακωμένες με επιθετικά χρώματα· ή βοδιών, με ένα χρώμα σιέννας ομοιογενές και νυσταλέο, ψηλές σαν πύργοι, για να δηλώσουν με το κούνημα του κεφαλιού τους μια ανεξήγητη κόπωση·  ή μάσκες αιματόχρωμες, με ένα γκριζοπράσινο βρώμικο ράμφος, δηλωτικό μιας νευρωτικής φεουδαρχικής ναυτίας, που τα χτυπήματά του στο ψοφίμι μιμούνταν μια επαναληπτική αιγυπτιακή περιέργεια· και μάσκες κογιότ, που θα ’λεγες ότι η νύχτα τους ερέθιζε την προβιά, αιφνιδίως ακινητοποιημένα, σαν να ξεφύτρωναν από το σώμα τους ζευγάρια μάτια.  [σ. 67-68]

Ζ. Αναζητώντας τον Χαμένο Παράδεισο

Ο κύκλος των συγγενών και ο δεσμός των φίλων, οι αντιθέσεις της λατινοαμερικάνικης ψυχής και η ουσία της κουβανικότητας, η ιστορική διάσταση και η βαθύτατη αγνεία της παιδικότητας όλα επιχειρούν να χωθούν στον Παράδεισο. Ο Οδυσσέας του Παραδείσου γίνεται τελικά Άνθρωπος με Ιδιότητες και Αναζητητής του Χαμένου Χρόνου μαζί και λογοτεχνείται από τον συγγραφέα που χαρακτηρίστηκε ως ο «Προυστ της Καραϊβικής».

Εκδ. Ίνδικτος, 2002, μτφ. από τα ισπανικά, μελέτημα – κριτική παρουσίαση: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, 723 σελ. Το εκατοντασέλιδο επίμετρο περιλαμβάνει κείμενα για τη μετάφραση, το έργο, εργογραφία, βιβλιογραφία, χάρτη και χρονολόγιο συνοπτικής ιστορίας της Κούβας [José Lezama Lima, Paradiso, 1966.]

και ήταν ακριβώς αυτή η λέξη Ακροατής που την άκουσε και την αφομοίωσε ο Χοσέ Σεμί σαν το ερμηνευτικό κλειδί ενός άγνωστου κόσμου και θύμιζε το πέτρινο πρόσωπο της αυτοκράτειρας Πλοτίνα στο Παλάτι του Καπιτωλίου όπου η βράχινη κούκλα που σχηματίζει η μύτη από τις γλυφές, προκαλεί την εντύπωση ενός αιγυπτιακού προσώπου της εποχής του Διπύλου, από το οποίο, αν αφαιρέσει κανείς τις γάζες, αποκαλύπτει τη νεανική συντήρηση της επιδερμίδας του, ωσάν να πρόκειται για κάποιο νέο είδος, όπου ο χρόνος παρεμβαίνει ως αναγκαίο αλλά τυφλό τεχνούργημα, ακυρώνοντας τις αρχικές ιδιότητες που επεδίωξε ο καλλιτέχνης, για να τις αντικαταστήσει με άλλες, ικανές να ταπεινώσουν αυτό τον ίδιο τον καλλιτέχνη, καθώς μας φανερώνεται μια νέα λύση στη δημιουργία ενός πέτρινου προσώπου, που ούτε καν τη διέβλεψε. Μας φαίνεται ότι σ’ αυτή την περίπτωση ο χρόνος περιπαίζει τον χρόνο, καθόσον όταν επιτίθεται άγρια πάνω σ’ εκείνο το πέτρινο πρόσωπο και πετυχαίνει την πρώτη του στιγμιαία νίκη σκαλίζοντας τη μύτη, η ίδια μύτη επανεμφανίζεται για να διαλεχθεί ή να ομοιοκαταληκτήσει με το υπόλοιπο πρόσωπο που παρέμεινε αναλλοίωτο. [σ. 79].

14
Ιολ.
12

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη

Ο επιθανάτιος ρόγχος μιας χώρας

Στο Μεξικό, σε όλη τη Λατινική Αμερική, παίρνουμε τη ρητορεία για πραγματικότητα. Πρόοδος, δημοκρατία, δικαιοσύνη. Αρκεί να πούμε τις λέξεις για να πιστέψουμε ότι είναι αλήθεια. [σ. 237]

Ο αφηγητής αυτοσυστήνεται ως το κομμένο κεφάλι υπ’ αριθμόν χίλια φέτος στο Μεξικό ενώ το σώμα του μοιάζει μακρινή ανάμνηση μιας ζωής 27 χρονών. Ο Χοσουέ μας αφηγείται την ιστορία του με τον Χερικό: δύο φίλοι – αληθινοί companieros από τα χρόνια της εφηβείας, οργανώνουν μαζί την ανακάλυψη της ζωής, αφοσιωμένοι στην δίνη της φιλοσοφίας και τον συγκλονισμό των ιδεών, στον σχεδιασμό της επανάστασης και την αποθέωση του έρωτα, στην κατάκτηση της εξουσίας και την κορύφωση της ζωής. Η κατασκευή της συμπαγούς φιλίας στηρίζεται στο σύμφωνο μιας αέναης ερευνητικότητας του κόσμου. Οι σύντροφοι συμφωνούν πως «κάθε γραμμή που διαβάζουν, κάθε ιδέα που δέχονται, κάθε αλήθεια που επιβεβαιώνουν έχει το αντίθετό της». Η αναζήτησή τους αφορά την τέχνη της ζωής: πώς ζεις, γιατί και για ποιον λόγο ζεις. Όπλα τους η θωράκιση της θεωρίας, η πίστη της αισθητικής, η κατάφαση της πράξης. Μια σειρά από πρόσωπα θα αρχίσουν να τους αποκαλύπτουν διαδοχικά τις εφιαλτικές όψεις του Μεξικού.

Το αληθινό μας σπίτι

Ο Μιγκέλ Απαρεσίδο  βρίσκεται εθελοντικά στις φυλακές, αρνούμενος να βγει στην κοινωνία. Έχει επαναλάβει το έγκλημά του για να παραμείνει έγκλειστος στις φυλακές κι έχει απορρίψει την αμνηστία. Γι’ αυτόν η φυλακή είναι το μεγάλο σπίτι, «ένα σπίτι τόσο διαφορετικό αλλά τόσο δικό σου όπως αυτό που εγκατέλειψες». Η φυλακή τον ελευθερώνει από τους τύπους, εκεί μέσα δεν χρειάζεται να προσποιείται ότι είναι αυτό που δεν είναι ή ότι είναι αυτό που άλλοι θέλουν να είναι, τον απαλλάσσει από το να ανήκει σε οποιαδήποτε τάξη. Στην αρχή δεν ήταν κανένας, ήταν μακριά από τον κόσμο, έπρεπε να εφεύρει έναν άλλο κόσμο και στην συνέχει να κάνει μια καινούργια σχέση μαζί του και να δημιουργήσει μια κρούστα, ψυχική ή σωματική, πάνω από την ανοιχτή πληγή. Ο Απαρεσίδο απειλεί πως αν βγει από μέσα, θα κάνει μια ασυγχώρητη πράξη. Πως του αρέσει η φυλακή επειδή εκεί έχει έναν κόσμο που καταλαβαίνει και τον καταλαβαίνει.

Στη φυλακή, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, συνειδητοποιούμε ότι δεν υπάρχει ελευθερία επειδή ζούμε μέρα τη μέρα, επειδή οι στόχοι μας είναι μάταιοι, εύθραυστοι και τελικά άπιαστοι, γιατί ο θάνατος αναλαμβάνει να ακυρώσει το συμβόλαιό μας κι εμείς δεν μαθαίνουμε, νεκροί πια, για όσια επιβίωσαν μετά από μας, χάθηκαν μαζί μας, και, καμιά φορά, πριν από μας. Φτάνει να περάσεις από ένα πολυσύχναστο δρόμο και να προσπαθήσεις, μάταια, να δώσεις υπερβατικότητα στις ζωές που περνούν με κατεύθυνση το θάνατο, προλαβαίνοντας τον, προσπαθώντας να τον αρνηθούν, καταδικασμένες όλες να εξαφανιστούν σε μια τεράστια συλλογική ανωνυμία. Εκτός από τον μουσικό, τον συγγραφέα, τον καλλιτέχνη, τον φιλόσοφο, τον αρχιτέκτονα; Ακόμα και αυτοί πόσο θα κρατήσουν; Ποιος αναγνωρισμένος σήμερα, αύριο θα είναι άγνωστος; Ποιος, άγνωστος σήμερα, θα αποκαλυφθεί αύριο; Λίγες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες επιβιώνουν. […] Ποιος ήταν ο υπουργός Οικονομικών της Ελισάβετ Α΄ όταν έγραφε ο Σαίξπηρ; […]Ποιος ήταν ο γενικός γραμματέας της Εθνικής Συνομοσπονδίας Αγροτών όταν ο Χουάν Ρούλφο έγραψε το Πέδρο Πάραμο; […] η παροδικότητα είναι το πεπρωμένο μας αλλά η ελευθερία είναι η φιλοδοξία μας και θα αργήσουμε πολύ να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει άλλη ελευθερία από τον αγώνα για την ελευθερία. [σ. 186 – 187]

«Μια Σαχάρα από τσιμέντο»

Ποιος τάζει τις προσευχές του Μεξικού στην Αγία Τράπεζα των παιδιών του; [σ. 111]

Ένας από τους εφιαλτικότερους τόπους του Μεξικού είναι η υπόγεια τσιμεντένια δεξαμενή των φυλακισμένων παιδιών του Σαν Χουάν ντε Αραγκόν στο άσεμνο σπλάχνο της Ομοσπονδιακής Πρωτεύουσας. Παραδομένα στις συμμορίες από τις οικογένειές τους «με αντάλλαγμα χρήματα, και καμιά φορά για να απαλλαγούν από τα βλαμμένα», ψάχνουν απελπισμένους τρόπους για να υπάρξουν, και πνίγονται σε μια κραυγή προσωπική και συλλογική ταυτόχρονα. Ο Αλμπερτίνο κραυγάζει διαρκώς Φέλιξ (Ευτυχία), ο Σεφερίνο φωνάζει πως δεν είναι ένοχος για τίποτα – ένοχη είναι μόνο η εγκατάλειψη, η δική του εγκατάλειψη από τους γονείς του ήταν στη γειτονιά των σκουπιδιών, ο μικρός με την ουλή στην πλάτη είχε απαχθεί για να του πάρουν το νεφρό είχε αποφασίσει να εκδικηθεί εκείνους που τον νάρκωσαν και τον εγχείρησαν κι επειδή δεν τους βρήκε πήγαινε από νοσοκομείο σε νοσοκομείο καταστρέφοντας τα δοχεία με τα ξένα νεφρά.

Ήρωες και γιορτές για τους χαμένους

Σε μια τέτοια χώρα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δον Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκπροσωπεί τον νέο πολιτικό, που επιμένει πως πρέπει να εφευρεθούν και να κληρονομηθούν νέοι ήρωες. Βέβαιος πως «ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με το ψωμί αλλά και με γιορτές και ψευδαισθήσεις» προτείνει την δημιουργία αξέχαστων ημερομηνιών «που θα δώσουν υπερηφάνεια στον κόσμο, μνήμη στους αμνήμονες και μέλλον στους δυσαρεστημένους». Για τον Καρέρα η τελετή είναι ο μανδύας της αξιοπρέπειας που όλοι μπορούν να ρίξουν στους ώμους τους, κρύβοντας τα κουρέλια, ενώ φρούδα επιθυμία αποτελεί η εφεύρεση ενός ηδονόμετρου ώστε να μετριέται η ευχαρίστηση και η διάθεση του κόσμου. «Πρέπει να κάνουμε τους κακομοίρηδες να πιστέψουν ότι, παρόλο που είναι κακομοίρηδες, είναι πιο ευτυχισμένοι από μας».

Η φιλοσοφία μου, νεαρέ μου, είναι ότι πρέπει να υπάρχει εναλλαγή προσώπων, όχι τάξεων. Και θα πρέπει να εναλλάσσονται τα πρόσωπα, γιατί διαφορετικά οι τάξεις εξεγείρονται όταν βλέπουν τα ίδια πρόσωπα. Εξεγείρονται οι αποκάτω, γιατί η μονιμότητα των αποπάνω τους υπενθυμίζει την απουσία των αποκάτω. Εξεγείρονται οι αποπάνω, διότι φοβούνται ότι διαιωνίζεται η γεροντοκρατία και οι νέοι ποτέ δεν θα καταφέρνουν να γίνουν κάτι περισσότερο από υφυπουργοί ή γενικοί γραμματείς ή, για να μιλήσουμε καθαρά, να βγουν από τη μετριότητα… [σ. 206]

Ένα πτώμα για τους ψηφοφόρους, ένα μαραφέτι για τον καθένα

Αργότερα ο Καρέρα θα χρησιμοποιήσει τη γυναίκα του για να συγκινήσει τους ψηφοφόρους, ομολογώντας στους τηλεοπτικούς δέκτες: η Κλάρα Καράνσα πεθαίνει από καρκίνο. Η επιθυμία της εξουσίας μας οδηγεί στο να κρύβουμε ατέλειες, να προσποιούμαστε αρετές, να εξυψώνουμε την πραγματική ζωή, να βάζουμε τη μάσκα της ευτυχίας, της σοβαρότητας, της φροντίδας για το λαό και να βρίσκουμε, αν όχι τις φράσεις, πάντοτε την κατάλληλη στάση. Ο Βαλεντίν Πέδρο Καρέρα εκμεταλλεύτηκε τη γυναίκα του, κι εκείνη τον άφησε γιατί ήξερε ότι δεν θα είχε άλλη ευκαιρία να αισθανθεί διάσημη, χρήσιμη, μέχρι και αγαπημένη. [σ. 262] Οι εκκλησίες προχωρούν σε μνημόσυνα, οι λεωφόροι γεμίζουν με εικόνες της εφήμερης Πρώτης Κυρίας κι ο Πρόεδρος εκλέγεται πάνω από ένα μελλοντικό πτώμα.

Παλιότερα, κανείς μπορούσε να κυβερνήσει σχεδόν στα κρυφά, οι άνθρωποι πίστευαν στην ετήσια έκθεση της 1ης Σεπτεμβρίου, πίστευαν ότι όσο περισσότερα στατιστικά στοιχεία τόσο περισσότερη ευτυχία…γαμώτο, Χέρο! Αυτό δεν γίνεται πια. Οι άνθρωποι είναι ενημερωμένοι και δυστυχισμένοι κι εμένα μου έλαχε να καλύψω όσα κενά έχουν μείνει με την πατριωτική γιορτή, της επετειακές παρελάσεις, τις τελετές που τροφοδοτούν τη φαντασία, κατευνάζουν τα πνεύματα, τη δίψα και την πείνα. [σ. 208]

Ο Αντόνιο Σανχινές θα γίνει ο μέντοράς του τις παρα-νομικές διαστροφές του κόσμου), η Λούτσα Σαπάτα η παρορμητική εραστής που του ζητά να την προστατεύσει από τον ίδιο της τον εαυτό, η Ασούντα Χορντάν θα τον εισάγει στην ανθρωποφαγική βιομηχανία των επιχειρήσεων και ο Μαξ Μονρόι στην τέχνη της αύξησης της κατανάλωσης και του κέρδους ακόμα κι από τον φτωχότερο πληθυσμό, καθώς λανσάρει ένα πακέτο τηλεφωνίας για τον καθένα, «που θα επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις ό,τι θέλεις από το δίκτυο, ταινίες, τηλεφωνία, πληροφορίες, όποτε σου αρέσει και όπως σου αρέσει». Έτσι ο πιο αναλφάβητος χωρικός κι ο πιο απομονωμένος ιθαγενής θα μπορεί πατώντας ένα κουμπί να εκφράσει τις επιθυμίες του, και πατώντας ένα άλλο να λάβει μια συγκεκριμένη απάντηση, από μια ζωντανή φωνή. Το μαραφέτι θα γνωρίζει τις προτιμήσεις του και θα του προσφέρει επικοινωνία με τους ομοίους του μέχρι και με το Θεό. Αυτό θα είναι «το εξατομικευμένο κοστούμι» του λαού.

Η χώρα της προδοσίας και της «προόδου»

Δεν αντιλήφθηκε ότι οι καιροί είχαν αλλάξει, ότι η επανάσταση θα γινόταν θεσμός, οι αντάρτες θα κατέβαιναν από τα άλογα για να ανέβουν στην Cadillac, δεν υπήρχε άλλη αγροτική μεταρρύθμιση από την πώληση οικοδομήσιμων οικοπέδων στο Λας Λόμας, η ελευθερία της εργασίες θα κατέληγε με τους εργάτες οργανωμένους υπό ξεδιάντροπους συνδικαλιστές  ηγέτες, η ελευθερία του Τύπου θα παρεχόταν από ένα μονοπώλιο χάρτου συγκεντρωμένο στα χέρια του κουμπάρου μας Αρτέμιο Κρους… [σ. 149 – 150]

Αυτό είναι λοιπόν το Μεξικό: μια χώρα κατεστραμμένη από το ίδιο της το έπος, το έπος της επανάστασης που δικαιολογούσε τα πάντα για την πρόοδο και την οπισθοδρόμηση, την οικοδόμηση και τη διαφθορά, την ειρήνη και την πολιτική [σ. 193]. Για την δόνια Αντίγουα, μητέρα του Μονρόι, το Μεξικό είναι «η χώρα της προδοσίας»κι  «αυτός είναι ο χειρότερος απολογισμός του». Ο Μαδέρο πρόδωσε τον Πορφίριο Ντίας, ο Ουέρτα σκότωσετον Μαδέρο, ο Καράνσα τον Ζαπάτα, ο Ομπρεγόν τον Καράνσα, ο Κάγες επέτρεψε τη δολοφονία του Ομπρεγόν…. Η τρωγλοδυτική του Πόλη, μια κοιλάδα τσιμέντου και γυαλιού, ξέχειλη από μια μάζα φτωχών που δεν έχουν άλλη επιλογή από την φτώχεια ή την εγκληματικότητα, που ζητιανεύουν ή κλέβουν χωρίς ελπίδα, απομυζημένοι από τους ισχυρούς, εξαπατημένοι από τους πολιτικούς, παραδομένοι σε μια συλλογική δυστυχία που μοιάζει να υπήρχε από πάντα.

Οι δυο φίλοι αγνοούσαν το βασικότερο: πως κανένα όραμα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την έγκριση του περιβάλλοντος, των ανθρώπων που σημαδεύουν τη ζωή τους, την πολιτική και την πόλη όπου ζουν. Οι αγνές προθέσεις θα λερώνονται από την εξουσία, τα σπουδαία πλάνα θα αλλοιώνονται από το κεφάλαιο, οι αιρετικές φωνές θα συμβιβάζονται, η θρησκεία θα βρίσκει πάντα εγκεφάλους να αλέθει, τα ναρκωτικά πάντα νεότητες να αλώνουν. Τα ιδανικά θα θυσιάζονται για να οικοδομηθεί η χώρα, οι συνειδήσεις θα λερώνονται για χάρη της προόδου. Αν η ανάγκη, η θέληση και η τύχη αποτελούν τους τρεις πυλώνες της πολιτικής σκέψης του Μακιαβέλι, οι ίδιες έννοιες θα εισχωρήσουν σε κάθε σχέδιο ζωής, μέχρι την οριστική του αλλοίωση και το δικό τους αλληλοκαταβρόχθισμα.

Μήπως είμαστε μια χωματερή όσων θα μπορούσαν να γίνουν; Ένα άκυρο βιβλίο Εσόδων – Εξόδων; [σ. 251]

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 487 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008]

Πρώτη δημοσίευση (σε συντομότερη μορφή): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

16
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 117

Νταμιάν Ταμπαρόφσκι, Ιατρική αυτοβιογραφία, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Νάντια Γιαννούλια, σ. 128 – 129 (Damián Tabarovsky, Autografía dica, 2007)

Κάθε στιγμή της ζωής του έμοιαζε φωτοτυπημένη, ανατυπωμένη, αντιγραμμένη σε τέτοιο ακραίο σημείο ώστε το πρωτότυπο να μη διακρίνεται πλέον από το αντίγραφό του, ένα σημείο όπου τα σύνορα διαλύονται, σβήνονται, υγροποιούνται. Λες και η ζωή του είχε μετατραπεί σε ένα vaudeville, σε μια από εκείνες τις ελαφρές κωμωδίες όπου όλοι ξέρουν τι θα συμβεί προτού ακόμα συμβεί, όπου είναι γνωστό από ποια πόρτα θα μπουν οι πρωταγωνιστές και από ποια θα βγουν, τι διαλόγους θα ανταλλάξουν μεταξύ τους και ποιες καταστάσεις θα βιώσουν, πώς θα ντυθούν και ποια στιγμή θα γδυθούν, και ακριβώς γι’ αυτόν  το λόγο το έργο είναι διπλά επιτυχημένο, διπλά διασκεδαστικό, διπλά ευρηματικό.

Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο διαφορετικό, πιο αλλιώτικο, πιο ποικίλο από την επανάληψη. Καμία επανάληψη δεν επαναλαμβάνεται ομοιότροπα, κανένα αντίγραφο δεν αποτυπώνει πιστά την πραγματικότητα. Αντιθέτως, κάθε επανάληψη αψηφά το πρωτότυπο, κάθε ανατύπωση παραβιάζει την προέλευση, κάθε πλεονασμός μετατοπίζει το νόημα. Μάλιστα, η κατάκτηση της πρωτοτυπίας οφείλεται ακριβώς στην επίμονη, διαρκή, μανιώδη επανάληψη. Η καινοτομία είναι κατ’ αρχή μια υπόθεση επανάληψης, υποτροπής, μονοτονίας, συχνότητας. Η καινοτομία είναι γέννημα της επανάληψης, της επαναλαμβανόμενης επανάληψης ξανά και ξανά μέχρι το σημείο όπου δεν επαναλαμβάνεται πια τίποτα, όπου τίποτα δεν επαναλαμβάνεται.

19
Μαρ.
12

Κάρλος Φουέντες – Η πορτοκαλιά ή οι κύκλοι του χρόνου

Οι Μάγια της ακτής μού έλεγαν αυτά που εγώ μετέφραζα στα ισπανικά, ή τα έλεγαν στη Μαλίνσε αλλά εκείνη εξαρτιόταν από μένα για να τα μεταφέρω στον Κορτές. Ή μάλλον, οι Μεξικάνοι έλεγαν στη γυναίκα αυτά που εκείνη έλεγε σ εμένα στη γλώσσα των Μάγια ώστε εγώ να τα μεταφράσω στα ισπανικά. Και παρόλο που αυτό ήταν ήδη ένα πλεονέκτημα για κείνη, γιατί μπορούσε να επινοήσει ό,τι ήθελε περνώντας από τα νάουατλ στα μάγια, εγώ εξακολουθούσα να είμαι ο κύριος της γλώσσας. Η καστιλλιάνικη εκδοχή που έφτανε στ’ αυτιά του κατακτητή ήταν πάντοτε η δική μου. [σ. 33-34]

Ξανά η γλώσσα βασιλεύουσα κι ο προνομιούχος χρήστης της τροπέας των πραγμάτων, ακόμα και σε συνθήκες τόσο οριακές, όπως της κατάκτησης της Λατινικής Αμερικής. Ο διερμηνέας του Κορτές με την ιδιότητα του μεσολαβητή μετατρέπει την απάτη σε αλήθεια, σε μια εξουσία που εμπιστεύεται τις λέξεις για να υπάρξει, την επόμενη μέρα της ήττας καθώς άρχισε το χτίσιμο των χριστιανικών εκκλησιών με τις πέτρες των ινδιάνικων ναών. Πόσο θα κρατήσουν τα καινούργια ανάκτορα του μοναδικού Θεού μας, που είναι χτισμένα πάνω στα ερείπια όχι ενός αλλά χίλιων θεών; Αν λοιπόν σ’ αυτή τη συνάντηση δυο «γέρικων, υπεραιωνόβιων κόσμων», του Νέου Κόσμου και της Ευρώπης που επιθυμεί να σημαδέψει για πάντα το πρόσωπό του οι σχέσεις καθορίζονται από την γλώσσα, μπορεί ο προνομιούχος αποκλειστικός χρήστης της ν’ αλλάξει δια παντός την ιστορική τροπή;

Ο αφηγητής διχασμένος ανάμεσα στην Ισπανία και τον Νέο Κόσμο γνωρίζει και τις Δύο Όχθες (τίτλος άλλωστε της πρώτης νουβέλας εδώ, αφιερωμένης στον Juan Coytisolo) προσφέρει στο Βασιλιά το μυστικό της αδυναμίας του Κορτές, όπως η δόνια Μαρίνα του είχε προσφέρει το μυστικό της αδυναμίας των Αζτέκων: ο διχασμός, η διχόνοια, ο φόβος, οι αδελφοκτόνες μάχες: το ένα μισό της χώρας διαρκώς να σκοτώνεται από το άλλο μισό. Κι έτσι όλες του οι πράξεις συνδέονται με την ελπίδα της νίκης των αυτοχθόνων, στο θρίαμβο των Ινδιάνων ενάντια στους Ισπανούς. Αυτό που πράγματι θέλησα ήταν να εμποδίσω το μοιραίο σχέδιο, μέσω των λέξεων, της φαντασίας και του ψέματος.

Καθώς η δόξα και η ταπείνωση είναι εξίσου παρούσες στις περιπέτειες της Κατάκτησης, τη στιγμή που οι μεν και οι δε «έπρεπε να χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο με βάση την κοινή τους ήττα» αλλά κάποιων τα θαύματα δεν είναι παρά τα άλογα και τα κανόνια ο Μοντεσούμα χάνει σιγά σιγά την κυριαρχία του πάνω στις λέξεις, ακόμα περισσότερο απ’ ότι στους ανθρώπους. Οι λέξεις του Βασιλιά δεν ήταν πια κυρίαρχες. Επομένως ούτε ο ίδιος ήταν κυρίαρχος. … Άλλοι, οι ξένοι, αλλά κι εκείνη η προδότρα από το Ταμπάσκο, ήταν κύριοι ενός λεξιλογίου απαγορευμένου στον Μοντεσούμα. Σε πόσους ακόμα θα κατάφερνε να εξαπλωθεί η εξουσία του λόγου;

Προτού οι περισσότεροι επιστρέψουν απ’ την Κατάκτηση ή μείνουν στο Μεξικό χωρίς να αποταμιεύσουν ούτε ένα νόμισμα, πριν κάποιος ψελλίζει «σκοτώσαμε κάτι περισσότερο από τη δύναμη των Ινδιάνων: τη μαγεία που τους περιέβαλλε» και αναρωτηθεί «πόσο αξίζει λοιπόν ένα ακόμα πεπρωμένο εν μέσω τέτοιας παρέλασης δόξας και δυστυχίας;» η «κυβέρνηση» των λέξεων θα φτάσει στο αντίθετό της, ώστε να ακουστεί το: Ποτέ δεν ένιωσα στη ζωή πως τόσα πράγματα ειπώθηκαν χωρίς να ακουστεί ούτε λέξη.

Στην επόμενη νουβέλα, αφιερωμένη τώρα στον José Emilio Pacheco Οι γιοι του κατακτητή Κορτές, κληρονόμοι τόσης σάρκας κι άλλης τόσης γης, εναλλάξ μιλούν κι αντιμιλούν: ο Μαρτίν Ι και ο Μαρτίν ΙΙ, μπάσταρδος γιος του πατέρα του και της Ινδιάνας Μαλίντσε, αδικημένος ως Δεύτερος ενώ έπρεπε να είναι Πρώτος. Κοινή η ανάμνηση της τελευταίας πίκρας του πατέρα: να έχει αγωνιστεί τόσο, και με τόση επιτυχία, με στόχο να κερδίσει για λογαριασμό του Βασιλιά εδάφη εννιά φορές μεγαλύτερα από την Ισπανία, για να φτάσει στο τέλος να περιπλανιέται από πανδοχείο σε πανδοχείο, χρωστώντας χρήματα σε ράφτες και υπηρέτες, στόχος χλευασμών και επιθέσεων… Κι όλα τα πράγματα του σπιτιού να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στα σκαλοπάτια του καθεδρικού της Σεβίλλης. Έτσι λοιπόν θα κατέληγε ο καρπός της Κατάκτησης του Μεξικού, ένας πλειστηριασμός στρωμάτων και παλιών κατσαρολικών;

Γιατί ο πατέρας αντί να παραμείνει στην πόλη και να σταθεροποιήσει την εξουσία του αναγκάστηκε να ριχτεί σε μια παράλογη και θορυβώδη περιπέτεια για να καταλήξει να χαθεί στα δάση της Ονδούρας; Τι σκουλήκι τον έτρωγε ώστε να αναζητά κι άλλη περιπέτεια κι άλλη δράση; Γιατί δεν μπορούσε να σταθεί να θαυμάσει αυτό που είχε κάνει αλλά έπρεπε να διακινδυνεύει τα πάντα για να αξίζει τα πάντα; Ο αντιστικτικός, ορμητικός, καταιγιστικός κι αντικρουόμενος λόγος των δυο αδελφών επιχειρεί να ανασυνθέσει την μεγάλη απάντηση για τον Ερνάν Κορτέζ, αυτόν που έφτιαξε μόνος του τη μοίρα του και πληθωρικός καθώς ήταν, την έφτιαξε δυο φορές: μια φορά άνοδος, μια φορά πτώση.

Εγώ μιλάω για χαρτιά. Γιατί κάθε πράγμα που ανέφερες, Μαρτίν αδελφέ μου, έχασε την πραγματική του υπόσταση για να μετατραπεί σε χαρτί, βουνά από χαρτί, λαβύρινθους από χαρτί, χαρτί που ξεράστηκε από αιώνιες αγωγές και δίκες, λες και το κάθε πράγμα που κατέκτησε ο πατέρας μου να είχε μόνο έναν τελικό προορισμό: τη συσσώρευση φύλλων χαρτιού στα δικαστήρια των δύο Ισπανιών, της παλαιάς και της νέας. Θύμα μιας δίκης που αιώνια αναβαλλόταν, όπου καθετί το υλικό κατέληγε να αποκαλύπτει ότι έκρυβε μες στην ψυχή του έναν σωσία από χαρτί, εύφλεκτο και αποπνικτικό. […] Το βουνό των περγαμηνών θάβεται για πάντα στα αρχεία όπου είναι ο νεκρός προορισμός της ιστορίας. [σ. 79, 80]

Εξουθενωμένοι προχωρούμε στις Δύο Νουμαντίες, την τρίτη νουβέλα αφιερωμένη στον Plácido Arango. Αιώνες μετά, οι Ρωμαίοι στην Ιβηρική μιλούν για έναν άξεστο, άγριο και βάρβαρο λαό που πρέπει να οδηγήσουν στον πολιτισμό: τους χερσονησιώτες Ισπανούς που έβλεπαν τον εαυτό τους ως την άκρη μιας ηπείρου κι ως το τέλος του κόσμου. Διηγούνται πώς υποτάξανε την ανυπάκουη Ισπανία, έτοιμοι να νικήσουν τον μόνο θύλακα αντίστασης: την περήφανη ξεροκέφαλη Νουμαντία. Ο λόγος δίδεται σ’ αυτόν που του ανατέθηκε το έργο, κι είναι λόγος συγκλο(γο)νισμένος.

Ξάφνου, την τελευταία στιγμή των προετοιμασιών, όλα εκείνα τα σημεία ενώθηκαν μέσα μου, προσφέροντάς μου μια διπλή οπτική του κόσμου. Τι είχα κάνει εγώ εκεί; Μονάχα μια στιγμή ακριβώς πριν ξεκινήσει η πολιορκία, μες στο καταμεσήμερο του νου μου, το συνειδητοποίησα. Μπροστά στα μάτια μου απλωνόταν η Νουμαντία, η ακατάκτητη πόλη. Γύρω από τη Νουμαντία, εγώ είχα κατασκευάσει το καθαρά χωρικό είδωλο της Νουμαντίας, την αναπαραγωγή της περιμέτρου της, έναν καινούργιο χώρο απόλυτα συγκρίσιμο με το πρότυπό του. Τώρα κοιτούσα, στον διπλασιασμένο χώρο, το κενό, άχρονο, φάντασμα της πόλης. Ποια ήταν, στην έτσι διαιρεμένη Νουμαντία, η ψυχή της πόλης; Ποιο ήταν το κορμί της; [σ. 155 – 156]

Οι τελευταίες δυο νουβέλες, ο Απόλλων και οι πουτάνες (αφιερωμένο στους Carlos Payan και Federico Reyes Heroles) και οι δυο Αμερικές (για τους Barbara και τον Juan Tomás de Salas) μας μεταφέρουν στο Τέλος του Χρόνου, στο Τερματισμένο Σήμερα, σε μια σύγχρονη θέα του απόλυτου χάσματος ανάμεσα σε δυο Αμερικές. Για άλλη μια φορά η γραφή του Φουέντες ανασκάπτει το Παρελθόν και ξαναγράφει την Ιστορία υπό αμέτρητες φωνές, πρωτόφαντες κραυγές, κυνικές ματιές, σπαρακτικές αλήθειες, ασίγαστες εικόνες και με εκφραστικές από τις πιο παλιές ως τις πλέον νεωτερικές.

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 271 [Carlos Fuentes, El Naranjo O Los Circulos Del Tiempo, 1994]. Στις εικόνες, η συνάντηση Μοντεζούμα – Κορτέζ, το σπίτι του τελευταίου, χτισμένο το 1500 από γηγενείς εργάτες και η μάσκα του πρώτου.

13
Φεβ.
12

Λουίς Σεπούλβεδα – Η τρέλα του Πινοτσέτ

Αφήγηση: αντίσταση

Δεν έχω πρόθεση να χαθώ μέσα στις παλιές αμφιβολίες που τυράννησαν και οδήγησαν σε σκέψεις τους αρχαίους φιλοσόφους, ούτε να πειραματιστώ με άλλες αμφιβολίες που δεν είναι κατ’ ανάγκην οι καταλληλότερες για να βαδίσει κανείς στον μοναδικό δυνατό δρόμο, αυτόν της γραφής, αυτό το χαράκωμα όπου έφτασα όταν πια όλα τα άλλα είχαν γκρεμιστεί, και κατέληξα να σκεφτώ ότι δεν υπήρχε πια κανένας τόπος για αντίσταση. Από τον Γκιμαράες Ρόσα έμαθα πως «αφήγηση σημαίνει αντίσταση», και σ’ αυτό το χαράκωμα της γραφής αντιστάθηκα […] κατά της απάρνησης των αξιών που έχουν εξανθρωπίσει τη ζωή και λέγονται αδελφικότητα, αλληλεγγύη, αίσθημα δικαιοσύνης. [σ. 122]

O Σεπούλβεδα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Πινοτσέτ κι αμέσως έσπευσε να τηλεφωνήσει στην σύντροφό του, ευχόμενος να μάθει πρώτα από εκείνον την είδηση που θα την χαροποιούσε αλλά και θα την γύριζε στην κόλαση της Βίγια Γκριμάλντι και στα νιάτα τους που κόπηκαν στα δυο. Από την 11η Σεπτεμβρίου του 1973 και τα χρόνια του Πινοτσέτ, της χιλιανής Δεξιάς, του Κίσιντζερ, των βασανισμών, των εξαφανίσεων και του Κακού μεσολάβησε ένας μακρύς, ατέλειωτος αγώνας, που δεν άφησε την δικτατορία σε χλωρό κλαρί. Η Αντίσταση επί δεκαεπτά χρόνια υπενθύμιζε στο δικτάτορα πως είχε να αντιμετωπίσει μια αξιοπρέπεια εμπνευσμένη από τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τα λόγια του «Δεν ξεχνώ, δεν συγχωρώ».

Γράφω γιατί αναγνωρίζω στη γλώσσα μου τη μοναδική δυνατή πατρίδα, αφού η επικράτειά της δε γνωρίζει όρια και ο σφυγμός της είναι μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ο άγγλος ασθενής

Ο Πινοτσέτ συνελήφθη στο Λονδίνο την εποχή του δεύτερου μεταδικτατορικού «δημοκρατικού» προέδρου της Χιλής, Εδουάρδο Φρέι, που άφησε άθικτους τους νόμους της δικτατορίας και που ανέλαβε να υπερασπιστεί λυσσαλέα τον τύραννο ώστε να μην εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν όμως επέστρεψε στη Χιλή με δόξα και τιμή δεν είχε υπολογίσει ότι το παράδειγμα του δικαστή Βαλτάσαρ Γκαρθόν θα το ακολουθούσαν και άλλοι χιλιανοί δικαστικοί κι ότι οι δικηγόροι του θα αναγκάζονταν να προσφύγουν στο αθλιότερο των τεχνασμάτων: να τον ανακηρύξουν παράφρονα, για να αποφύγει για μια ακόμα φορά τη δικαιοσύνη.

Το παραθυράκι που άνοιξε στη νομιμότερη των ελπίδων, να δικαστεί για τα προφανέστατα εγκλήματά του έκλεισε για μια ακόμα φορά. Η έκδοσή του στην Ισπανία, με όλες τις εγγυήσεις που είχαν στερηθεί τα θύματά του, δεν επιτεύχθηκε.  Ο Σεπούλβεδα δεν θα γευτεί την «ευτυχία του να δει τον τύραννο να ψελλίζει δικαιολογίες σαν γυναικούλα». Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, κρατούμενος. Του προσφέρω αυτό που εγώ δεν είχα ποτέ, που κανένα από τα θύματά του δεν είχε ποτέ: του πληρώνω ένα συνήγορο υπεράσπισης και του εγγυώμαι μια δίκαιη δίκη, με πλήρη σεβασμό της προσωπικότητάς του.

Το εμβόλιο της αμνησίας

To χιλιανό παρελθόν μεταξύ 1973 και 1989 επιχειρείται να διαγραφεί από τις μνήμες χάρη σ’ ένα αποτρόπαιο διάταγμα και στη βίαιη επιβολή της αμνησίας «δια λόγους εθνικής ασφαλείας». Στο ίδιο πλαίσιο υποστηρίχτηκε πως η άρση της ασυλίας του δικτάτορα δήθεν συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική ειρήνη στη Χιλή και τη νεαρή «δημοκρατία» της· δημοκρατία που μοιάζει με θλιβερή φάρσα όσο ο Πινοτσέτ διατηρεί την έδρα του ισόβιου γερουσιαστή. Με αυτό τον τρόπο όμως παραμένει ορθάνοιχτο το ρήγμα μιας κοινωνίας που επί 13 χρόνια έζησε με την καθημερινή συσκότιση, την μόνιμη απαγόρευση συγκέντρωσης άνω τω τριών ατόμων, το φόβο ως μόνιμο ρυθμιστή οποιασδήποτε κοινωνικής εκδήλωσης, το χαφιεδισμό ως πατριωτική αρετή, την ασύστολη απάθεια του «Κάτι θα ’χει κάνει» που σκέπαζε σαν μανδύας τα πτώματα στους δρόμους του Σαντιάγο· τότε που αρκούσε μια υποψία ή ένα «κάρφωμα» για να φυλακιστείς, να εξοριστείς ή να εξοντωθείς,

Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων, γιατί η λέξη είναι όντως μια θεμελιώδης πράξη και όλα τα πράγματα υπάρχουν από τη στιγμή που ονομάζονται.

Δημοκρα- τι;

Όσο ο Πινοτσέτ και οι 531 ένστολοι που αναφέρονται στην Έκθεση Ρέτιγκ [από το όνομα του Raul Rettig που ηγήθηκε των ερευνών για τις δολοφονίες και τις εξαφανίσεις] ως βασανιστές, απαγωγείς και δολοφόνοι άνω των τεσσάρων χιλιάδων Χιλιανών δεν τιμωρούνται, η κοινωνική ειρήνη παραμένει για τους Χιλιανούς μια ουτοπία. Η δημοκρατική σταθερότητα δεν μπορεί να είναι μια αμείωτη δουλικότητα μπροστά στην οικονομική και την στρατιωτική εξουσία. Η δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση μεταβατική, μια παραχώρηση εκ μέρους αυτών που κατέχουν την εξουσία, ένα κενό ατιμωρησίας.

…όσο η Χιλή δεν ανακτά τον τελευταίο των εξαφανισμένων, όσο εξακολουθεί να αγνοεί πότε πέθανε, πώς πέθανε, ποιοι τον σκότωσαν και, πάνω απ’ όλα, πού είναι τα λείψανά του, η πληγή θα παραμένει ανοιχτή, κι είναι χρέος των έντιμων ανθρώπων να την κρατούν καθαρή κι ανοιχτή, γιατί αυτή η πληγή είναι η ιστορική μας μνήμη.

Οι μνήμονες

Αν όμως κάποιοι – κατονομαζόμενοι εδώ, γιατί ο Σεπούλβεδα μιλάει πάντα με ονόματα – προτίμησαν να εμβολιαστούν με το κρατικό βάλσαμο της αμνησίας, χιλιάδες έμειναν κρατημένοι απ’ τη ζωή χάρη και μόνο στην άσκηση της μνήμης, γνωρίζοντας γιατί βρέθηκαν εξόριστοι, διατηρώντας την επίγνωση όλων όσων έκαναν κι όσων μπορούσαν να κάνουν και δεν έκαναν, αναγνωρίζοντας τους τους ενόχους της χιλιανής τραγωδίας, ορκιζόμενοι πως κάποια μέρα θα δέχονταν την τιμωρία που τους άξιζε…

Μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης […] Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε – όλα τα είχαμε, εκτός από τα όπλα.

Ο Σεπούλβεδα διανθίζει τα σύντομα κείμενά του με μνήμες από αξέχαστα πρόσωπα και περιστατικά. Αναφέρεται στην στράτευσή του στην προσωπική φρουρά του Σαλβαδόρ Αγιέντε, την GAP [Gringo de Amigos Personales – Ομάδα Προσωπικών Φίλων], θυμάται περιστατικά όπως όταν, υπό τις διαταγές του ποιητή Σέρχιο Λέιβα που δολοφονήθηκε το 1973, απέτρεψαν με τα όπλα το να δηλητηριαστούν με τοξίνες βορειοαμερικανικής προέλευσης πολλά υδρευτικά αυλάκια που πότιζαν τα μποστάνια τα οποία τροφοδοτούσαν το Σαντιάγο με λαχανικά.

Η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική

Το βιβλίο περιλαμβάνει είκοσι δύο άρθρα του που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά όλου του κόσμου, διαβάστηκαν σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Χιλής και τυπώθηκαν σε φυλλάδια που μοιράστηκαν στους δρόμους της κατά τις ημέρες που ο «τρελός» ήταν κρατούμενος στο Λονδίνο· άρθρα «αγκιτατόρικα και ανατρεπτικά, γιατί η αλήθεια είναι πάντα ανατρεπτική».

Γράφω γιατί έχω μνήμη και την καλλιεργώ γράφοντας για τους δικούς μου, για τους περιθωριακούς κατοίκους των περιθωριακών κόσμων μου, για τις ενσαρκωμένες ουτοπίες μου, για τους ένδοξους συντρόφους μου που ηττήθηκαν σε χίλιες μάχες και εξακολουθούν να προετοιμάζονται για τις επόμενες χωρίς να φοβούνται τις ήττες.

Όσο, κάθε φορά που γίνεται λόγος για παγκοσμιοποίηση, παραλείπεται να αναφερθεί ότι η πειραματική φάση αυτού του άδικου σχεδίου διευθέτησης των σχέσεων παραγωγής και κατανάλωσης πραγματοποιήθηκε με πειραματόζωα δυο νοτιοαμερικανικές χώρες που είχαν υποστεί κτηνώδεις δικτατορίες, έργο εμπνευστών του ίδιου σχεδίου, κι όσο οι ένστολοι θρασύδειλοι κρύβονται στις τρύπες τους ή μεταμφιέζονται σε νομιμόφρονες «πολίτες» ο γκρίζος χιλιανός ουρανός της θα βρέχει ακόμα ακαθαρσίες, ο Σεπούλβεδα δεν θα πάψει να τονίζει: Ο εφιάλτης μας δεν τελείωσε. Ο δικός σας μόλις άρχισε.

 Σημ. Ο Αουγκούστο Πινοτσέτ δεν δικάστηκε ποτέ για τα εγκλήματά του. Κατά μια μέγιστη ειρωνεία της Ιστορίας, πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου [2006] Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Εκδ. Opera, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 126 [Luis Sepúlveda, La locura de Pinochet, 2001]

Ένα τραγούδι για την περίσταση: εδώ.

11
Φεβ.
12

Θελκτικές προσόψεις ωραίων εκδόσεων, 51

                                                                                                                                                                                                                          Οrlando Guillén –  El Costillar de Caín (2001), O. Paz, A. Chumacero, J. E. Pacheco, H. Aridjis – Poesía en Movimiento. México 1915-1966, (1966), Octavio Paz – Posdata (1970).

Η αισθητική εκδόσεων που κάποτε ήταν μοντέρνες, η μυρωδιά εκείνου του χαρτιού, το πάχος της πολύτιμης σελίδας, ο σιωπηλός ήχος μιας μελωδικής γλώσσας, τρεις νέοι κόσμοι.

28
Οκτ.
11

Alan Pauls – Το παρελθόν

Ευθανασία ενός έρωτα

Ο χρόνος είναι τυπικός εχθρός κάθε ερωτικής σταθερότητας αλλά στην περίπτωσή του Ρίμινι και της Σοφία, εραστών διαβιούντων στο Μπουένος Άιρες, μοιάζει εξαιρετικά καλοπροαίρετος: ο έρωτάς τους παρομοιάζεται με πέτρα που ο ήλιος, ο άνεμος και το νερό στιλβώνουν, λειαίνουν και λαμπρύνουν κάθε μέρα και περισσότερο. Η παιγνιώδης διάθεση διαρκούς τροφοδοσίας του τους οδηγεί στο μόνο κομμάτι που λείπει από την συλλογή τους (που περιλαμβάνει όλα τα στάδια της μαθητείας), στην συνέχεια και οριακή κορύφωση του: τον χωρισμό μετά από μια δωδεκαετία. Η διάζευξη βιώνεται ως χειρουργική αποκόλληση σιαμαίων και μοιάζει με την υποχώρηση της παλίρροιας που βγάζει στο φως ένα στρώμα από κοφτερά όστρακα.

Αν το παρελθόν αποτελεί «μία και μοναδική μάζα, αδιαίρετη, που έπρεπε ή να το κατέχει ή να το εγκαταλείψει έτσι, ολόκληρο, σαν σύνολο», οι χαρακτήρες δοκιμάζονται σκληρά στην δραματική του διαχείριση. Η μετα-παρελθοντική επιβίωση διασχίζει τις επιχωματώσεις της λήθης, που προκρίνει ο Ρίμινι, διοχετεύοντας το φορτίο του σε ασκήσεις μετάφρασης, αυτοερωτισμού, ναρκοληψίας και νέων δεσμών, και τις επιλογές της μνήμης, που προτιμά η Σοφία, κυρίως μέσω των φωτογραφιών και της γραφής. Η ψυχαναγκαστική της τάση να απευθύνεται και γραπτώς στον Ρίμινι, σε σημείο εκείνος να διαθέτει μια αξιόλογη συλλογή μηνυμάτων, αρκούμενος στην κατοχή τους αλλά και στην εναγώνια αναζήτησή τους μέσα σε τσέπες, βιβλία ή παλιά κουτιά παπουτσιών, αποτελεί ένα από τα ενδιαφέροντα ευρήματα του μυθιστορήματος. Αυτές οι «οικιακές πολύτιμες πέτρες με την γοητεία μιας αισθηματικής χειροτεχνίας» (από εκφράσεις ρομαντισμού στη λίστα για ψώνια μέχρι περιπαθείς ανακεφαλαιώσεις στο φαρμακείο του μπάνιου ή στο ψυγείο) εκτός από λείψανα της ιστορικής διάστασης ενός καθημερινού πάθους αποτελούσαν και αναζωογονητές της θέρμης του, αντίδοτο και αντιστάθμισμα της απουσίας της. Με όποιο τρόπο πάντως κι αν προχωρούν τη ζωή τους, η ιστορία τους έχει κλέψει ένα μεγάλο μέρος απ’ το μέλλον τους. Η προσωπική και εκούσια χρήση της αμνησίας δυστυχώς δεν έχει ακόμα εφευρεθεί.

Φυσικά γύρω τους κινείται πλήθος προσώπων, όπως οι μετέπειτα σύντροφοι του Ρίμινι, όμως μόνο ένα αποτελεί ρυθμιστή ενέργειας στο ηλεκτρικό τους πεδίο: ο ιδιόρρυθμος ζωγράφος Τζέρεμι Ρίλτσε, ιδρυτής του κινήματος της Άρρωστης Τέχνης και καλλιτεχνικός χρήστης του ζωντανού σώματος ή μερών του οργανισμού. Ο βίος και το έργο αυτού του επινοημένου αυτόχειρα, που θαυμάζουν απεριόριστα αλλά και καθορίζει οριακές στιγμές της ζωής τους, εισέρχεται ως σφήνα στο μυθιστορηματικό κορμό, αλλοιώνοντας τον ρυθμό και προκαλώντας ενδιαφέρουσες συνδέσεις, όπως η σωματοποίηση των παρελθοντικών τραυμάτων, χαρακτηριστικό και του ζεύγος που διόλου τυχαία κάποτε είχε αναφωνήσει: «Είμαστε ένα έργο τέχνης».

Όσοι περιμένουν συνέχεια (ή ρήξη) των καθιερωμένων λογοτεχνικών περιγραφών του Μπουένος Άιρες ή ιστορικές υπομνηματίσεις της σύγχρονης ιστορίας του ας προετοιμαστούν: η πόλη τοπογραφείται αποκλειστικά με βάση τις ερωτικές μνήμες, άρα όπως οιαδήποτε άλλη, ο δε χρόνος μένει θαμπός στο περιθώριο, παρά την διαδρομή του σε ταραγμένες δεκαετίες (’70 – ’80).

Η αναγωγή παντοειδών σκέψεων σε ψήγματα σοφίας, οι απόπειρες φιλοσοφικής αποκρυστάλλωσης της καθημερινότητας, ο πολύχρωμος κυνισμός και το ασπρόμαυρο χιούμορ, η πλημμυρίδα συναισθημάτων και τα ευφυή εμπειρικά γνωμικά προφανώς υποδεικνύουν πως η γραφή του Πάουλς (Μπουένος Άιρες, 1959) προκρίνει την βάσανο της γραφής από την παντοκρατορία της πλοκής – η αδυναμία της οποίας, άλλωστε, όπως αναφέρουν οι χαρακτήρες του αρνούμενοι οτιδήποτε μεταμοντέρνο, καθίσταται περιττή στις σπουδαίες συγκυρίες της ζωής. Δεν είναι τόσο στοιχεία όπως οι σχοινοτενείς προτάσεις ή οι ευφάνταστες παρομοιώσεις όσο η συγκεκριμένη εγκεφαλικότητα της γραφής που μας θυμίζουν τον Κούντερα (ιδίως στις λογοτεχνημένες σκέψεις περί κτητικότητας, ζήλειας, σαρκικής ικανοποίησης και ερωτικής βίας), αν και οι εγκωμιαστικές κριτικές τον εντάσσουν στην κληρονομική ρίζα των Προυστ, Ναμπόκοφ, Μπατάιγ ή άλλων μυστών της Αισθηματικής Αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, οι ήρωες αυτής της ιστορίας πολλαπλών εθισμών (που συχνά θυμίζουν το μνημειώδες «Ούτε με σένα, ούτε χωρίς εσένα» του Τρυφφώ) δεν Αναζητούν παρά τον Κερδισμένο Χρόνο.

Εκδ. Πάπυρος, 2010, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 603 (Alan Pauls, El Pasado, 2003).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 28.10.2011 (και εδώ).
11
Αυγ.
11

Κάρλος Φουέντες – Τα κρυστάλλινα σύνορα. Μυθιστόρημα σε εννέα διηγήματα

Η Λεηλασία: Ο Διονίσιο «Βάκχος» Ράνχελ δεινός πράκτης της μεξικανικής μαγειρικής, αναλαμβάνει μια προσωπική σταυροφορία: να κηρύττει την καλή κουζίνα σε μια χώρα ανίκανη να την καταλάβει ή να την υλοποιήσει: στις ΗΠΑ. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμνησίας απογύμνωσαν τα μεξικανικά εδάφη (Καλιφόρνια, Γιούτα, Νεβάδα, Κολοράντο, Αριζόνα, Νέο Μεξικό, Τέξας), μπορεί τώρα να μιλάμε για επανάκτησή τους μέσω ενός διαφορετικού ιμπεριαλισμού; Αφού οι γκρίνγκος μας γάμησαν το 1848 με το δόγμα του «προφανούς πεπρωμένου», τώρα θα τους ξεπληρώσουμε με το ίδιο νόμισμα, με απόλυτα μεξικάνικα γλωσσικά, φυλετικά, γαστριμαργικά όπλα. Ευτυχώς που οι μεγάλες εθνικές κουζίνες υπάρχουν μόνο όταν προκύπτουν απ’ τον λαό. Ο Διονίσιο αφήνει τον ρόλο του παθητικού αποδέκτη και γίνεται ενεργητικός αποστολέας. Άλλωστε γνωρίζει πως μέσα στις γεύσεις κρύβεται μια ολόκληρη ιστορική και πολιτική σοφία.

Ως καλός Μεξικάνος παραχωρούσε στους γκρίνγκος όλη τη δύναμη του κόσμου εκτός από αυτήν ενός αριστοκρατικού πολιτισμού: τον είχε το Μεξικό, με αντάλλαγμα μια αβυσσαλέα ανισότητα και μια αδικία, ίσως αξεπέραστη. Ο Διονίσιο φιλάρεσκα κάθεται και παρατηρεί τους εκατοντάδες παχύσαρκους επισκέπτες των φαστ φουντ, να λειτουργούνται με την εθνική αμερικάνικη όστια του κέτσαπ (τούτο εστί το αίμα μου) και τις αμέτρητες θερμίδες (τούτο εστί το σώμα μου), τους Αμερικανούς να τρώνε ό,τι δεν μπορούν να γαμήσουν. Και προσκαλεί σε βαθιές, εμφατικές συνομιλίες μια σειρά συνδαιτημόνων, υπαρκτών και φασματικών…

Η Μαλιντσίν στις Μακίλας παίρνει το πρώτο λεωφορείο απ’ τη χωμάτινη γειτονιά της μέχρι το εργοστάσιο συναρμολόγησης έγχρωμων τηλεοράσεων, με αμοιβή δέκα φορές μικρότερη απ’ ότι στις ΗΠΑ αλλά δέκα φορές μεγαλύτερη από το τίποτα στο υπόλοιπο Μεξικό. Στα σύνορα από τα δεκαπέντε της, βάζει χρώματα σε κουτιά «για να καταλήξει βαμμένη από μέσα». Σ’ έναν λίγο ομορφότερο κόσμο, αντί για την ετικέτα «συναρμολογημένη στο Μεξικό» στις τηλεοράσεις θα έπρεπε να γράφεται «κατασκευασμένη από τη Μαρίνα Άλμπα Μαρτίνεζ». Αν κάποιος της ζητήσει κρεβάτι με αντάλλαγμα την προαγωγή της θα πάει σε άλλο εργοστάσιο, εδώ κανείς δεν πάει παραπάνω, όλοι κινούμαστε πλαγίως, σαν καβούρια κι όμως, αυτή η οριζόντια μετακίνηση, χωρίς προοπτικές ανόδου, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι βελτιώνουν τη θέση τους. Η Μαρίνα στις Μακίλες γοητεύεται από τον Ρονάλντο, που κυκλοφορεί μ’ ένα κινητό μονίμως κολλημένο στο αυτί, σαν να διαπραγματεύεται μ’ όλο τον κόσμο. Είναι θέμα χρόνου να διαπιστώσει πως υπήρξε θύμα του και πως τίποτα στην ζωή της δεν πρόκειται να αλλάξει. Οι Πέμπτες τους ήταν μια κοροϊδία, το κινητό του δεν είχε ποτέ μπαταρία, αλλά του πρόσφερε προσωπικότητα, σπουδαιότητα. Ο μοναδικός στον οποίο είναι απαραίτητη η Μαρίνα είναι ο εργοστασιακός μηχανισμός. Πίσω στη βάση σου βλαμμένη, και βγάλε τα γελοία σου ψηλοτάκουνα.

Η πρωτευουσιάνα: Δον Λεονάρντο Μπαρόσο, 75, πρώην υπουργός, νονός της Μιτσελίνα Λαβόρντε, 25. Η νεαρή βαφτισιμιά καταφτάνει στην πόλη του Καμπάσας, στο γνωστό μεξικάνικο τοπίο: σκονισμένη πλατεία, ξεφτισμένοι τοίχοι εκκλησίας, μπαρόκ προσόψεις – μέχρι εδώ έφτασε το μπαρόκ. Μια αυτοκρατορία των αναψυκτικών: υπάρχει άλλη χώρα που να καταναλώνει περισσότερα αεριούχα ποτά;  Σκοπός της η ολοκλήρωση του συμφώνου των δυο οικογενειών: η απεριόριστη προστασία που έδωσε ο ισχυρός πολιτικός στην ξεπεσμένη της οικογένεια θα ανταλλαγεί με τον γάμο της με τον γιο του – κάτι που εκείνη μόλις τώρα μαθαίνει. Αλλά και ο νεαρός κληρονόμος Μαριάνο, το μόνο που ονειρεύεται είναι να τον αφήσουν στην ησυχία του, κλεισμένο στο ράντσο να διαβάζει όλη μέρα, χωρίς άλλη παρέα από εκείνους τους Ινδιάνους που αντιμετώπιζαν με φυσικότητα και αδιαφορία τις διαστροφές της φύσης.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη των ενδιαφερομένων. Ο Τσάρος των Βορείων Συνόρων ήταν είναι και θα είναι πανίσχυρος. Κτήματα, τελωνεία, έλεγχος των ψεύτικων συνόρων, της γυάλινης μεμβράνης μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ, των κρυστάλλινων διάτρητων, απ’ όπου κάθε χρόνο περνάνε εκατομμύρια άνθρωποι, ιδέες, εμπορεύματα. Ξέρει καλά πως η υγεία του Μεξικού συνίσταται στην περιοδική ανανέωση των ελίτ. Όταν οι ντόπιες αριστοκρατίες παρατείνουν πέραν του δέοντος την παραμονή τους, τις διώχνουμε με τις κλωτσιές. Εδώ δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν οι Σομόσα και Τρουχίγιο. Και δεν πειράζει αν νοιώθει κτήνος. Έχει τον γιο του, με τον οποίο αισθάνεται πως εξανθρωπίζεται, άρα, σε αντίστιξη, η νύφη του φαίνεται πρόσφορη για να αποκτηνωθεί ξανά – και να την αποκτηνώσει.

Το στοίχημα: Ο Λεάντρο Ρέγες είναι οδηγός για τουρίστες. Στην εθνική οδό οι εξατμίσεις των φορτηγών κι ο μολυσμένος αέρας της πόλης τους αποκοιμίζει όλους εκτός από τον ίδιο. Οδηγεί γρήγορα κι επαναλαμβάνει τις πολιτιστικές περιγραφές του κασσετοφώνου, εκδικούμενος τις τουρίστριες που ζητούν εξωτικά ρομάντζα στα χέρια των άθλιων της συνομοταξίας του. Αποδοτικός συνδυασμός: η βάρβαρη φυσική βία και το ύφος της λογιοσύνης. Η Ισπανίδα επιβάτιδα όμως Ενκαρνασιόν Καλδάσο είναι σκληρή αντίπαλος: εγώ θα σου δείξω πώς να περνάς καλά. Είσαι ένας τύπος ανασφαλής, μεταμφιεσμένος σε αλαζόνα. Μη δηλητηριάζεσαι. Μην περνάς τη ζωή σου λέγονται γιατί αυτοί κι όχι εγώ; Και οι δυο τους ενώνονται σε μια μοναδική ένωση όπου ο καθένας θα γεύεται τη δική του αξία. Παίρνουν το αυτοκίνητο για να τρέξουν προς την νέα τους ζωή. Ευτυχισμένο τέλος; Σε διήγημα του Φουέντες; Αστειεύεστε;

Στο πέτρινο χωριό του Λεάντρο ο τρελός Πακίτο είναι ευτυχισμένος επειδή είναι ζωντανός, ο ήλιος λάμπει και του έχουν μείνει τέσσερα δόντια. Αλλά ο σκληρός κόσμος δεν του το συγχωρεί, έχουν όλοι κεφάλια από πέτρα: τίποτα δεν μπαίνει μέσα τους. Μόνο διαρκώς βάζουν στοίχημα για τα πάντα, για να περάσει η ώρα τους – και τώρα στοιχημάτισαν ποιος θα τον βαρέσει περισσότερο. Σε τέτοια τραγικά στοιχήματα συμμετείχε κι ο Λεάντρο. Άλλους ήθελε να χτυπήσει για τις αδικίες του, μα πάντα ξεσπούσε κι αυτός στον αδύναμο φτωχοδιάβολο. Αλλά τη στιγμή που οι τραμπούκοι πανηγυρίζουν πάνω στον συντετριμμένο Πακίτο φτάνει ένας μεγαλόσωμος άντρας, ο πατέρας του. Κοπανάει τα κεφάλια των δυο, μιλάει για την αποφυλάκισή του, για τα φυλαγμένα χρήματα που προτίθεται να στοιχηματίσει. Να κάνει ένα βήμα αυτός που χτύπησε τον Πακίτο. Πώς να τολμήσει να μη φανερωθεί; Ποιος να διανοηθεί να μη στοιχηματίσει;

Θα ξεκινήσουν ο καθένας από διαφορετικές πλευρές προς τη σήραγγα του Μπάριος ντε λα Λούνα, κι οι δυο απ’ το αντίθετο ρεύμα. Αν βγουν σώοι, μοιράζονται τα λεφτά. Αν σωθεί μόνο ένας, τα παίρνει όλα. Ο νταής αισθάνεται ήδη τις τρεμάμενες ματιές στην πλάτη του, την περιφρόνηση στις λέξεις του γέρου. Η επαφή των ματιών ήταν χειρότερη, πιο επικίνδυνη από των χεριών. Έπρεπε να αποφευχθεί. Όλοι τους ήταν πολύ άντρες επειδή δεν κοιτάζονταν ποτέ στα μάτια. Κι αυτό ήταν το λάθος του Πακίτο, τον κοίταξε στα μάτια, έστω και καταφοβισμένος. Τώρα είναι η σειρά του πατέρα να κοιτάξει τον νταή με ένα κόκκινο βλέμμα, αναμμένο σαν ξαναζωντανεμένο κάρβουνο, το τελευταίο ζωντανό κάρβουνο στη μέση της στάχτης που όλοι πίστευαν σβησμένο. Η μοίρα όλων δίνει ραντεβού στο σκότος της σήραγγας, σ’ ένα ευφυές τέλος. Αυτό το σκισμένο στα δυο διήγημα αποτελεί μια από τις συγκλονιστικότερες φουεντικές εκλάμψεις.

Ο Λεονάρντο Μπαρόσο θα συνεχίσει να μπαινοβγαίνει στις ιστορίες και να ορίζει τις ζωές των άλλων. Του αρέσει που στο Μεξικό πάντα υπάρχουν άνθρωποι διεφθαρμένοι, αυταρχικοί, με πλεόνασμα εξουσίας, πάντα υπερισχύει η ανάπτυξη, η ευημερία, η εκμετάλλευση πετρελαίου. Κι αφήνει τους άλλους να πιστεύουν ότι η έκφραση «ελεύθερος κόσμος» είναι ταυτόσημη με την «ελεύθερη αγορά».

Κάθε φορά που ο Φουέντες χαρακτηρίζει ένα σύνολο κειμένων ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα (όπως δηλαδή και το Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες – βλ. και εδώ), τότε γνωρίζουμε πως πρόκειται για διηγήματα που στέκονται μόνα κι ολομόναχα μέσα στην κορυφαία τους δραματουργία αλλά και συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, καθώς περιπλανιούνται στους ίδιους τόπους όπου πηγαινοέρχονται οι ίδιοι οριακοί χαρακτήρες. Τόσο στα 9 κομμάτια των Κρυστάλλινων Συνόρων όσο και στο προαναφερθέν κατακαίει η γραφή ενός απόλυτα σημερινού Φουέντες, που δεν έπαψε ποτέ να ησυχάζει σ’ ένα είδος γραφής (από τα τόσα που τον καθιέρωσαν) αλλά να γράφει μ’ όλους τους δυνατούς τρόπους πάνω στα πιο απαγορευμένα κι ανεπιθύμητα θέματα. Ποτέ άλλοτε ο εξαίρετος Μεξικανός Γλύπτης του Λόγου δεν ήταν τόσο σύγχρονος, άγριος, δραματικός, ευρηματικός, διαβολεμένα ανήσυχος μαέστρος στην απεικόνιση του σύγχρονου Μεξικού και του Άθλιεμένου Κόσμου του που κάποιοι άλλοι καταδίκασαν σε αέναη επανάληψη ως τον θάνατο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, 262 σελ. (Carlos Fuentes, La frontera de cristal, 1995).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr. Στη φωτογραφία, όψη των Μεξικανο-ΗΠικών συνόρων. Ένα Λιμπρόφιλο Βλέμμα εδώ.

20
Ιον.
11

Πέδρο Μαϊράλ – Η χρονιά της ερήμου

Η αφηγήτρια Μαρία Βαλντέζ Νέιλαν βρίσκεται στην επιχείρηση που εργάζεται και κάνει πως πληκτρολογεί στον υπολογιστή, ενώ στην ουσία τίποτα δε λειτουργεί κανονικά: η δουλειά έχει λιγοστέψει κι όλα είναι ένα θέατρο. Αργότερα θα τον αντικαταστήσει με μια πράσινη IBM γραφομηχανή που μοιάζει με τανκ. Διάχυτη ανησυχία υπάρχει παντού: κάποια μεγάλη αναταραχή, που την ονομάζουν Κοσμοχαλασιά, πρόκειται να γίνει το απόγευμα στην Πλάσα ντε Μάγιο, κάποια Κοσμοχαλασιά έχει αρχίσει αλλά η Κυβέρνηση αρνείται να δει. Οι άνθρωποι στους δρόμους κουβαλούν στερεοφωνικά και αποχυμωτές. Σπίτια καταρρέουν, αλάνες εμφανίζονται, κανείς δε μιλάει για ερημωμένη γη αλλά για «περιοχή επανασχεδιασμού». Στα πεζοδρόμια το περπάτημα δυσκολεύει: έχουν γεμίσει απελπισμένους κατασκηνωτές, άστεγους κάτω από τέντες και λαμαρίνες. Το λεωφορείο περνά ξυστά απ’ τα αυτοσχέδια σπιτάκια στην άκρη του δρόμου. Η αστυνομία έχει εντολές να εγκαταστήσει οικογένειες σε σπίτια που έχουν παραπάνω από ένα δωμάτιο ανά άτομο ακόμα κι αν χρειαστεί να παραβιαστούν πόρτες.

Ο πατέρας της στο σπίτι έχει ξεθάψει μια παλιά ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά επιμένει να κρατάει το τηλεκοντρόλ της καινούργιας. Πίεζε τα κουμπιά λες και του είχε μείνει ένα τικ που δεν μπορούσε με τίποτα να αποβάλει. Ούτως ή άλλως η τηλεόραση παίζει μαγνητοσκοπημένα προγράμματα από το αρχείο της: ταινίες και σαπουνόπερες. Αποσυνδέουν το ηλεκτρικό θυροτηλέφωνο γιατί χτυπά διαρκώς από απελπισμένους ανθρώπους που ψάχνουν χώρο να νοικιάσουν. Αλλά δεν χρειαζόταν: το ηλεκτρικό ρεύμα κόβεται διαρκώς, οι συσκευές νεκρώνουν. Ο φίλος της Αλεσάντρο βρίσκεται, όπως μαθαίνει έκπληκτη, στρατολογημένος στο Κάμπο ντε Μάγιο – παγιδεύτηκε στο Σύνταγμα του Πατρίσιος όταν πήγε να πάρει πίσω την κατασχεμένη του φωτογραφική μηχανή. Ένας παράνομος ραδιοφωνικός σταθμός ενημερώνει για την επερχόμενη Κοσμοχαλασιά και για το κίνημα της Επαρχίας. Ορδές συμμοριών από την Επαρχία έχουν σπάσει τον κλοιό και εισβάλλουν στην πρωτεύουσα. Ακούγονται ειδήσεις για καταλήψεις σε εμπορικά κέντρα και ηλεκτρικούς σταθμούς. Στα ράφια των σούπερ μάρκετ εμφανίζονται άγνωστες μάρκες.

Δυο άντρες με το όνομα Σέρχιο τελικά νοικιάζουν το καθιστικό της οικογένειας. Οι πολυκατοικίες θωρακίζονται, αποφεύγεται ακόμα και το άνοιγμα των περσίδων των παραθύρων. Φράζονται τα ανοίγματα των ισογείων και ενισχύονται οι σκοπιές. Κάποιοι γείτονες βάζουν μαξιλαράκια στα σκαλοπάτια, λες και πρόκειται για καθιστικό χτισμένο σε πλαγιά. Η μόνη διασκέδαση που απομένει είναι το ραδιόφωνο. Κάποιος ακούγοντας έναν αθλητικό αγώνα μονολογεί: Να’ ναι αλήθεια, άραγε; Για φαντάσου να ’ναι όλα ψέματα, να μη γίνεται κανένας αγώνας κι αυτοί οι τύποι να τα βγάζουν όλα απ’ το μυαλό τους. Φαντάσου να ’ναι ψεύτικες οι ειδήσεις, να μπορούμε και να βγούμε, να μην τρέχει τίποτα εκεί έξω κι όλα να ’ναι όπως πρώτα, όπως πάντα.Κι όλα να γίνονται για μα μη βγαίνει έξω ο κόσμος, να μένει κλειδαμπαρωμένος. Άλλωστε όλοι είχαν συνηθίσει να θεωρούν αληθινά μόνο όσα έβλεπαν στην οθόνη. Όλα τ’ άλλα έμοιαζαν να μην υπάρχουν. Τώρα κανείς δε γνωρίζει τι συμβαίνει έξω. Και μόνο το γεγονός πως βρίσκεσαι στην Πρωτεύουσα, σε κτίριο σε κάνει μισητό στην αντίθετη μεριά – μ’ ένα μίσος αυθαίρετο, ανώνυμο. Ο κόσμος χωρίζεται σ’ «εκείνους» και σ’ «εμάς».

argentina 2001

Μια κυρία καταγράφει τις ειδικότητες των ενοίκων και μοιράζει δουλειές. H αυτοσχέδια ενδοκοινωνία της πολυκατοικίας αποφασίζει να σκάψει τούνελ, για να επικοινωνεί με τις άλλες πολυκατοικίες. Για να φτιαχτούν τα φτυάρια, λυγίζουν τα ταψιά, κόβουν τους τενεκέδες του λαδιού και τους κάδους των πλυντηρίων. Μόλις ολοκληρώνεται η ένωση, προσκαλούνται σε μια νυχτερινή γιορτή στον ακάλυπτο του απέναντι τετραγώνου. Σε μια γωνιά του υπάρχει κι ένα δέντρο – κάποιοι παρηγορούνται. Τα εσωτερικά μπαλκόνια μετατρέπονται σε περιβόλια. Μοιράζονται βάρδιες, η Μαρία προτιμά τη διαλογή απορριμμάτων, για να βρει σαμπουάν. Αρχίζει να γίνεται λόγος για καύση νεκρών και φτιάχνεται η πρώτη φυλακή. Μια γέφυρα πάνω απ’ το δρόμο φτιάχνεται στο ύψος του έκτου ορόφου, ανάμεσα στα αντικριστά μπαλκόνια. Η νέα ζωή εκτυλίσσεται σε απόσταση τριάντα εκατοστών απ’ το κρεβάτι της. Κατά τη διάρκεια της μέρας οι άνθρωποι περνάνε απ’ το δωμάτιό της για να πάνε στις γέφυρες. Συχνά γυρίζει στο δωμάτιό της βρίσκοντας κάποιον να ψαχουλεύει τα πράγματά της. Τα απλωμένα ρούχα κλέβονται συνεχώς.

Μια «αστυνομία εσωτερικών υποθέσεων» αναλαμβάνει υποθέσεις των κατοίκων των κτιρίων και καταλαμβάνει κάποια υπόγεια για τις ανακρίσεις. Ο «θυρωροί» πρέπει να αναλάβουν υπεύθυνοι των κτιρίων τους. Οι σκοπιές καταργούνται: μόνο η ασφάλεια θα κρατάει όπλα. Ο κόσμος σιγομουρμουρίζει στους διαδρόμους και πλάθει ιστορίες στα μπαλκόνια. Κάποιοι στο τετράγωνο επιμένουν πως μόνο οι «αξιοσέβαστοι πολίτες» έχουν μείνει μέσα, κι όλοι οι υπόλοιποι είναι απ’ έξω. Ο κόσμος φοβάται τους σηραγγοφρουρούς, κάποιοι τον βάζουν να πληρώνει διόδια. Δεν λείπει βέβαια η κυριακάτικη λειτουργία: ο Πάτερ εκφωνεί τα κηρύγματά του από ένα εσωτερικό μπαλκόνι και μετά κοινωνεί τους πιστούς με μπισκοτάκια Rex. Οι εκκλήσεις του στην εγκράτεια από τα αμαρτήματα της σάρκας σκεπάζει μ’ ένα ερωτικό μανδύα όλο το τετράγωνο. Προτείνεται ακόμα κι ο διαχωρισμός των φύλων.

Καθόμασταν σιωπηλοί, δίχως σπινθήρα ηλεκτρικού φωτός που θα έκανε το σκοτάδι να υποχωρήσει μ’ ένα και μόνο πάτημα του διακόπτη, όπως γινόταν παλιά, όταν όλα φωτίζονταν ξαφνικά με το που άγγιζες και μόνο ένα κουμπί στον τοίχο.Τα δελτία ειδήσεων μιλούν για πυρκαγιές στο κέντρο και για το χάος της επαρχίας, όπου ληστές με φορτηγά πηγαίνουν απ’ τα χωράφια, κόβοντας τα συρματοπλέγματα και αποφεύγοντας τα οδοφράγματα. Ελικόπτερα πετάνε στην ταράτσα κονσέρβες/τρόφιμα και μετά εξαφανίζονται. Κάποιοι παραβιάζουν την πόρτα ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού, αλλά όταν μπαίνουν μέσα βλέπουν πως δεν υπάρχει σπίτι, μόνο μια αλάνα γεμάτη ερείπια. Για να κρύψουν την Κοσμοχαλασιά, χτίζουν μόνο τις προσόψεις των τετραγώνων, σαν σε κινηματογραφικό σκηνικό.

Κανείς δεν νοιάζεται πια για το τι γίνεται έξω, αν άλλαξε και πάλι ο Πρόεδρος, αν σημειώνονται συγκρούσεις μεταξύ στρατού και ενόπλων ομάδων της Επαρχίας. Μια νέα απογραφή ορίζει να διοριστούν καινούργιοι υπεύθυνοι πολυκατοικιών και να εκδοθούν δελτία ταυτότητας για τον κόσμο των τετραγώνων. Η Μαρία βρίσκει την ευκαιρία να γίνει κάποια άλλη. Δεν έχει κανένα λόγο να μένει πια στο δωμάτιό της και πηγαίνει στο νοσοκομείο όπου ήδη βρίσκεται ο πατέρας της. Προσφέρει εθελοντική εργασία και μετακομίζει εκεί. Το νοσοκομείο σταδιακά μετατρέπεται σε εστία μόλυνσης, επιδημίες εξαπλώνονται. Η έλλειψη ακτινολογικού υλικού υποχρεώνει τους γιατρούς να προβαίνουν σε διαγνώσεις μαντεύοντας. Οι ποδιές των γιατρών και τα ταβάνια μετατρέπονται σε κινηματογραφικό πανί, για την καταπράυνση των ασθενών. Οι σύριγγες αποστειρώνονται σ’ ένα φουρνάκι στο τέλος του διαδρόμου

Κάποιος στρέφει το τηλεκοντρόλ προς τον πατέρα της και πατά τα κουμπιά. Όλοι οι ασθενείς αποδεικνύονται παθιασμένοι τηλεθεατές, που πέρασαν μεγάλο μέρος της ζωής τους μπροστά στην τηλεόραση – και με την διακοπή των προγραμμάτων όταν άρχισαν να πέφτουν σε κώμα εγκεφαλικής υπερλειτουργίας, λες κι έβλεπαν στα όνειρά τους μια δική τους τηλεόραση. Κοίταξα τα ήρεμα πρόσωπα των ασθενών που ήταν σε καθοδικό κώμα. Δεν χρειάζονταν τίποτε απ’ τον τρομερό κόσμο που είχε απομείνει έξω απ’ το κρανίο τους – κάποιοι μάλιστα φαίνονταν να χαμογελούν. Ήταν λες και κάτι ήθελαν να μου πουν από τα βάθη της ηρεμίας τους, κάτι – είμαστε καλά -, είμαστε μόνο αυτό, η ύλη απ’ την οποία είναι φτιαγμένη η τηλεόραση. Κάτι τέτοιο ίσως μου έλεγαν, στα σιωπηλά.

argentina 2014

Τρία μυθιστορήματα, δυο ποιητικές συλλογές και μια συλλογή διηγημάτων έχουν ήδη εντάξει τον Μαϊράλ (Μπουένος Άιρες 1970) στον κατάλογο με τους πιο σημαντικούς νέους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς (Bogotá 39). Το συναρπαστικό του αυτό μυθιστόρημα (με συνεχή εξέλιξη της πλοκής, εξαιρετικές ιδέες, ευρηματικότατη εικονοπλασία) δεν αποτελεί μόνο πολιτική αλληγορία για την κρίση της Αργεντινής, όπως κυρίως έχει γραφτεί. Εδώ αναπνέει μια ρεαλιστική, ρεαλιστικότατη ιστορία, για τις ολισθηρές διαδρομές των οικονομικών κρίσεων όλου του κόσμου, για μια παραπάνω από πιθανή κατάληξη της κοινωνίας σε δύσκολες εποχές όπου η πόρτα της κοινωνικής βαρβαρότητας είναι ορθάνοιχτη. Η Μαρία μονοδρομείται από την αναπόφευκτη πορνεία και την φονική βλάψη του άλλου ως την αναχώρηση που μοιάζει η μόνη λύση και την επιστροφή σε άλλους τρόπους σκέψης. Εμείς τι θα κάναμε;

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Βασιλική Κνήτου, σελ. 358, με 55 σημειώσεις της μεταφράστριας (Pedro Mairal, El año del desierto, 2005).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Στις φωτογραφίες: Αργεντινή 2001, 2014.

03
Μάι.
11

Αμπδόν Ουμπίδια – Χειμωνιάτικη πόλη

Οι πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας

«Δεν γινόταν να κατακρίνω ένα βλέμμα, μια πρόθεση… Πώς μπορείς να φτάσεις εκεί όπου γεννάται η επιθυμία; Πώς μπορείς να επιβληθείς σε κάτι που είναι φύσει ελεύθερο και σου διαφεύγει, σε μια βούληση που δεν είναι η δική σου;» (σ. 78).

Η ζωή του αφηγητή αλλάζει δραματικά όταν καλείται να φιλοξενήσει τον ηδονιστή Σαντιάγο, ένα νεανικό φίλο που έχει προβλήματα με το νόμο. Τα κίνητρα της αποδοχής είναι περιπλεγμένα: κρυφός θαυμασμός, φόβος μήπως ανακαλύψει ότι φοβάται, υποδόρια ευχαρίστηση να τον δει με ξεπεσμένο ηθικό μακριά από την ξέφρενη ζωή. Η ορμητική εισβολή του κυνικού αριβίστα στην οικιακή εστία δυναμιτίζει το καθημερινό τυπικό της ζωής του με την σύζυγό του, που δείχνει να ανανεώνεται από την καταλυτική του παρουσία, και προκαλεί έναν πολυπλόκαμο εφιάλτη. Ο συγκαλυμμένος ανταγωνισμός των δυο αντρών αρχικά στο πεδίο των επιχειρημάτων επί παντός επιστητού μετατρέπεται σε σύγκρουση δυο διαμετρικά αντίθετων κοσμοθεωριών. Αμφότεροι μοιάζουν τρομαγμένοι μπροστά στη διαπίστωση ότι η ζωή τους θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Η κυριαρχία της λογικής και η εξασφαλισμένη οικογενειακή ηρεμία συγκρίνονται με την ριψοκίνδυνη ηδονοθηρία και τη διαρκή αναζήτηση των ζωτικών εμπειριών. «Η ζωή του νομάδα πάντα θα στοιχειώνει το μυαλό μας, όμως και στα όνειρα του νομάδα πάντα υπάρχει ένα μόνιμο, ασφαλές καταφύγιο».

Όμως είναι η ερωτική ζήλεια που αναταράσσει την ψυχολογική ισορροπία του παθητικού οικοδεσπότη και επαναφέρει στην επιφάνεια την κτητική του αγάπη για την «αφομοιωμένη» Σουσάνα, ένα δικό του δημιούργημα έστω και αντεστραμμένο («αυτό που ήταν, ή μάλλον αυτό που είχε πάψει πια να είναι, το όφειλε σ’ εμένα»). Πώς να της πει πως οι εκφράσεις της ανήκουν σε αυτόν και δεν πρέπει να επιδεικνύονται; Μήπως απλά χρησιμοποιεί τον Σαντιάγο για να τον κάνει να ζηλέψει; Πώς θα διασώσει αυτό «που είχε χαθεί με τα χρόνια, καθώς κυλούσαν άσκοπα, μέσα στην ανία, την ρουτίνα, την έλλειψη πίστης»; Πώς θα πειστεί ότι δεν είναι εραστής της εκείνος την ώθησε να ξαναπαίξει το βιολί που από καιρό είχε παρατήσει; Ακόμα κι όταν αρχίσει να αντιδρά, ανησυχεί μήπως η κοινή αγωνία αποτελέσει πρόσθετο σημείο επαφής τους. Κάποια στιγμή το τρίγωνο συζητά κάτω από το φως μιας λάμπας: καθώς εγγράφεται στον κύκλο του, μοιάζει αξεδιάλυτα δεμένο.

Ο ήρωας διχάζεται και ο μονόλογός του εκφράζει με σαφήνεια την δραματική του διττότητα. Από την μια προσπαθεί να ερμηνεύσει τον διφορούμενο τόνο της φωνής των υποτιθέμενων εραστών, πνίγεται σε συλλογισμούς και υποθέσεις, πασχίζει να ξεδιαλύνει τα φαντασιακά από τα πραγματικά περιστατικά. Από την άλλη αγωνίζεται να εξαντλήσει όλες τις λογικές πιθανότητες, να διασκεδάσει κάθε υπερβολική σκέψη, να μην αφήσει ούτε μια χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει το ενδεχόμενο μιας αυταπάτης. Μήπως «πάντα υπάρχει μια εξήγηση, λιγότερο δραματική, που δεν θέλουμε να δούμε»; Μήπως όλα επινοούνται εκ των υστέρων, ως μια εξήγηση σε ό,τι συνέβη μετά; Σε κάθε περίπτωση σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται: «κατά έναν περίεργο τρόπο, τα προσωπικά δράματα μας κάνουν πιο δημιουργικούς». Ακόμα και το κλίμα και η πόλη, που αγνώριστη πια αναπτύσσεται προς τον Βορρά για να ξεφύγει από το παρελθόν της, τον Νότο, μοιάζουν εχθρικά, ένα ειρωνικό φόντο στις συναισθηματικές του μεταπτώσεις, εξ ου και ο τίτλος της υφολογικά απλούστατης και ποιητικά πλουσιότατης νουβέλας του Ουμπιδία, που αποτελεί σημαντική φωνή της σύγχρονης λογοτεχνίας του Ισημερινού (Κίτο, 1944).

Η εξονυχιστική εξέταση όλων των πιθανοτήτων και η αναμέτρηση αντικρουόμενων ερμηνειών και διπλών οπτικών τελικά δεν οδηγούν πουθενά. «Η λογική έχει όρια που το ένστικτο εύκολα παραβιάζει». Αρκεί μια στροφή του μυαλού για να απωλεσθεί οριστικά η ισορροπία της ζωής και η βεβαιότητα των επιλογών της. Προτού οδηγήσει εαυτόν σε μια απρόσμενη «έξοδο» ο ήρωας έχει ήδη πειστεί πως η κακοτυχία δεν αποτελεί παρά έτοιμο κρυφό απόθεμα ενός προσωπικού κεφαλαίου: «Όλα λοιπόν έγιναν κατά τύχη; Δεν είναι αλήθεια. Δεν υπάρχουν ασήμαντες αφορμές, κι αν υπάρχουν, ψάχνουμε να βρούμε έναν τρόπο να τους δώσουμε εμείς σημασία. Στην πραγματικότητα ελάχιστα στη ζωή μας εξαρτώνται απ’ την τύχη. Ίσως τελικά αυτός να ’ναι κι ο σκοπός του παιχνιδιού: να βρούμε το αληθινά τυχαίο, ν’ αποκοπούμε, έστω για μια στιγμή, απ’ τον ιστό που συνδέει τα πάντα μεταξύ τους. Με τον καιρό καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχουν ασήμαντα, τυχαία περιστατικά: το γεγονός και μόνο ότι μας συνέβησαν φανερώνει πολλά για την ζωή μας, φτάνει να τα αποκωδικοποιήσουμε». (σ. 57)

Εκδ. Ροές, 2009, μτφ.: Βιργινία Γαλανοπούλου, σελ. 114 (Abdón Ubidia, Ciudad de Invierno, 1984)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη πόλη φυσικά είναι το Κίτο του Ισημερινού (Εκουαδόρ).

27
Απρ.
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

 Υπέρ Αδυνάτων

Αν η Μνήμη της Φωτιάς αποτελούσε την Άγραφη Ιστορία της αληθινής Αμερικής, οι Καθρέφτες αντανακλούν τις σκηνές που τέθηκαν στο περιθώριο της Επίσημης Ιστορίας (από τις απαρχές του κόσμου ως σήμερα)· τα γεγονότα και τις εκδοχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Γκαλεάνο γράφει με τον γνωστό του τρόπο: τα αφηγήματά του είναι σύντομα αλλά περιεκτικότατα, η γλώσσα του απλή αλλά όχι χωρίς ποίηση, τα ιστοριογραφικά του σχόλια βασίζονται στη λογική αλλά εκφράζονται με πεντακάθαρη, σχεδόν παιδική ματιά – σα να προσκαλεί στη θέση του αφηγητή οποιονδήποτε «απλό» άνθρωπο. Ειρωνεία, ευφυείς παραλληλισμοί, αναλογίες και αντιστροφές συνδέουν περιπτώσεις που μπορεί να τις χωρίζουν αιώνες. Αυτή τη φορά η τεράστια σε όγκο βιβλιογραφία των πηγών αναπόφευκτα παραλείπεται.

Πολιτική, θρησκεία, τέχνη, ήθη, νομική, όλα τέθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Οι αρχαίες γιορτές των κύκλων της φύσης άλλαξαν όνομα, στις πλατείες που ηχούσαν τα ξεκαρδιστικά γέλια του κόσμου τώρα ακούγονται εδάφια από την Αγία Γραφή όπου κανείς ποτέ δεν γελά. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί οι σημερινοί Θεοί είναι ζηλιάρηδες και ανησυχούν για τον συναγωνισμό, εφόσον Εκείνοι είναι οι μόνοι αληθινοί. Μένουν οι επινοήσεις της Χριστιανικής Εκκλησίας (Καθαρτήρια, υποχρεωτικές εξομολογήσεις, άμμωμες συλλήψεις και η αιώνια ψησταριά της κόλασης – η απειλή της οποίας υπήρξε πάντα αποτελεσματικότερη των παραδείσων), μένουν οι εξακόσιες χιλιάδες φράσεις που αποδίδονται στον Μωάμεθ, από τις οποίες όσες καταριούνται τις γυναίκες μετατρέπονται σε αδιαμφισβήτητες ουράνιες αλήθειες.

Οι εθνικοί ύμνοι διακηρύσσουν την ταυτότητα του έθνους μέσα από απειλές, ύβρεις, αυτοπροβολή, δοξολογίες στον πόλεμο και το ιερό καθήκον να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Ο Διάβολος είναι κατά περίσταση μουσουλμάνος, Εβραίος, μαύρος, γυναίκα, ξένος, ομοφυλόφιλος, Τσιγγάνος, Ινδιάνος. Όταν ο Δαίμονας εμφανίστηκε με τη μορφή μιας υποτρόφου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Κλίντον δεν ανέτρεξε στην απαρχαιωμένες μεθόδους της Εκκλησίας αλλά επί τρεις μήνες χτυπούσε το Κακό βομβαρδίζοντας ανηλεώς τη Γιουγκοσλαβία.

Η γραφειοκρατία του πόνου βασανίζει στο όνομα της εξουσίας, έτσι ώστε η εξουσία να κρατιέται στη θέση της. Η ομολογία του βασανισμένου δεν αξίζει πολλά ή δεν αξίζει τίποτα. Αντίθετα η εξουσία ξεσκεπάζει το πρόσωπό της στις αίθουσες βασανισμούς. Όταν η εξουσία βασανίζει, ομολογεί πως τρέφεται από φόβο. (σ. 96). Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, βασισμένη σε ομολογίες αιχμαλώτων πως εκπαιδεύτηκαν εκεί για τη χρήση χημικών και βιοχημικών όπλων το επιβεβαιώνουν. Ο Τομά Σανκάρα που άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων, είπε: «Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους γα να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου». Η Παραγουάη αφανίστηκε μέσω εξολόθρευσης δασκάλων και μαθητών, εξαφάνισης του εθνικού της αρχείου και υπέρογκου δανεισμού.

Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, που μας αφορούν ακόμα και σήμερα όσο ποτέ. Όταν γύρω στο 1890 ένας ταξιδιώτης επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης μίλησε κολακευτικά για «την πόλη όπου υπερισχύουν τα ζωηρά χρώματα». Τα σπίτια διέθεταν ακόμα προσόψεις κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες… Οι ειδήμονες εξήγησαν ότι παρόμοια βάρβαρη συνήθεια δεν ήταν αντάξια ευρωπαϊκής χώρας. Για να είσαι Ευρωπαίος έπρεπε να είσαι πολιτισμένος, δηλαδή σοβαρός, συνοφρυωμένος. Έκτοτε η πόλη ενδύθηκε με νόμο το γκρι χρώμα, το χρώμα που έχουν όλες οι μεγάλες πόλεις που μας απαγορεύουν να αναπνέουμε, να περπατάμε και να συνευρισκόμαστε. Ο συχνά αφηρημένος Πολ Γκογκέν έβαλε την υπογραφή του σ’ ένα δυο γλυπτά από το Κονγκό, ένα λάθος μεταδοτικό που επανέλαβαν οι Πικάσο, Μοντιλιάνι, Κλέε, Τζακομέτι, Ερνστ, και μάλιστα αρκετά συχνά, «γεννώντας» την μοντέρνα τέχνη. Η Ωδή στην Ελευθερία του Μπετόβεν λογοκρίθηκε κι έγινε Ωδή στη Χαρά, η Κόκα Κόλα έβαψε κόκκινο τον Άη Βασίλη.

Ηττημένοι και αδύναμοι υπήρξαν εσαεί απόντες από κάθε Ιστορία. Αμέτρητες γυναίκες υπέφεραν, εξ’ ορισμού εξόριστες από αυτήν, τα πάνδεινα. Η Έμιλυ Ντίκινσον, τέκνο μιας εποχής όπου οι άνδρες ασχολούνταν με την πολιτική και το εμπόριο και οι γυναίκες διαιώνιζαν το είδος και αρρώσταιναν, γόνος μιας τάξης που απαγόρευε να μιλήσει για τον εαυτό της, κλεισμένη στο δωμάτιό της επινοούσε ποιήματα που παραβίαζαν τους νόμους, τους κανόνες της γραμματικής και της έγκλειστης ζωής. Όλοι οι πρώτοι ρώσοι επαναστάτες αφανίστηκαν, η μορφή τους σβήστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες, το όνομά τους από τα βιβλία ιστορίας. Ο απαγορευμένος συγγραφέας Ισαάκ Μπάμπελ που κάποτε είπε: «επινόησα ένα νέο [λογοτεχνικό] είδος: τη σιωπή» δικάστηκε μέσα σε είκοσι λεπτά, αλλά η γυναίκα του πληροφορήθηκε την εκτέλεσή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Οι ολυμπιονίκες Σμιθ και Κάρλος (Μεξικό 1968) που ύψωσαν τη σφιγμένη γροθιά με μαύρα γάντια, Μαύροι Πάνθηρες που καταγγέλλουν τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, διώχθηκαν από τους αγώνες, αποκλείστηκαν από κάθε διοργάνωση, έμειναν άνεργοι, ο δεύτερος έπλενε αυτοκίνητα για ένα φιλοδώρημα.

Τόσες λανθασμένες ονομασίες («φυσικές» καταστροφές, λες και η φύση είναι ο θύτης κι όχι το θύμα, Ισπανικός «εμφύλιος»…), τόσες ειρωνείες: ο γιος του ποιητή Λουγκόνες επινόησε τα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και σαράντα χρόνια αργότερα, η εγγονή του ποιητή, Πιρί Λουγκόνες, υπέφερε από βασανιστήρια από τις ανακαλύψεις του πατέρα της στις αίθουσες μιας άλλης δικτατορίας που εξαφάνισε χιλιάδες Αργεντινούς. Καθώς ηγέτες ακούνε φωνές από το υπερπέραν και σπεύδουν να απελευθερώσουν χώρες και λαούς ακόμα και στην άλλη άκρη της γης, ο Αμβρόσιος Μπιρς διαπίστωνε: Ο πόλεμος είναι ο δρόμος που επέλεξε ο Θεός για να μας μάθει γεωγραφία.

Σ’ έναν κόσμο όπου οι κατακτητές έχουν το άσυλο που τους παρέχει η ιστορία και την ατιμωρησία που τους εγγυάται η εξουσία υπάρχει χώρος για ομορφιά και δικαιοσύνη. Ένας τυφλός ταξιδιώτης έβλεπε με τα πόδια, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε μυστική συμφωνία με την κιθάρα του (κάθε φορά που παίζει να του χαρίζονται τα δάχτυλα που του έφαγε η φωτιά στο τροχόσπιτο), ο Δον Κιχώτης, άλλη μια περιπέτεια της ελευθερίας που γεννήθηκε στις φυλακές (όπου βρισκόταν για χρέη ο Θερβάντες) περιφέρεται ακόμα στον κόσμο και στο τελευταίο γράμμα του στους γονείς του: Νοιώθω και πάλι στις φτέρνες μου τα πλευρά του Ροσινάντη. Ξαναπαίρνω τους δρόμους με την ασπίδα στο χέρι. Κι όπως είπε ο Λουμούμπα, κατηγορώντας την αυτοκρατορία της σιωπής: κάποια μέρα η Ιστορία θα πάρει το λόγο.

Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που βασανίζουν αλλά και τα μόνα που δημιουργούν λέξεις, για να μη χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της, γράφει ο συγγραφέας. Και παρά την αφάνταστη σκληρότητα ζωής και θανάτου των αδυνάτων, μένει το ύστατο μάθημα ζωής από τον Ομάρ Καγιάμ (που προτιμούσε την ταβέρνα απ’ το τζαμί): για μας τους εφήμερους θνητούς, η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή, και είναι προτιμότερο να την πιείς παρά να την κλάψεις.

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 373, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Espejos, 2008)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Στις φωτογραφίες: μια αυλή κάπου στην Αγκόλα, μια σχολική αίθουσα στην Καμπούλ.

21
Απρ.
11

Εντουάρντο Γκαλεάνο – Μνήμη της φωτιάς. Ι. Η ΑΡΧΗ.

Κατά αμνησίας

Στο «Σημείο Εκκίνησης» ο συγγραφέας δηλώνει τις κακές του σχέσεις με το μάθημα της Ιστορίας, μιας επινόησης ούτως ή άλλως κάποιων άλλων, μιας οντότητας που έχει πάψει να αναπνέει, έχει φυλακιστεί στα μουσεία κι έχει θαφτεί με στεφάνια. Σ’ αυτή την Ιστορία επιθυμεί να ξαναδώσει ανάσα, ελευθερία, λόγο. Αδιάφορος για τα ειδολογικά σύνορα του πονήματός του και τους «τελωνοφύλακες της λογοτεχνίας» ο Γκαλεάνο δεν φιλοδοξεί να γράψει ένα αντικειμενικό έργο αλλά μια προσωπική ανάγνωση υπαρκτών ντοκουμέντων. Η Μνήμη της Φωτιάς αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας και χωρίζεται σε δυο μέρη: στους μύθους των πρώτων κατοίκων της προκολομβιανής Αμερικής («Οι πρώτες φωνές») και στην αμερικανική ιστορία από το 1492 – 1700 («Γηραιός νέος κόσμος»). Κάθε κείμενο έχει δυο βασικές σημάνσεις: στην αρχή σημειώνεται ο τόπος και ο χρόνος του περιστατικού και στο τέλος ένας αριθμός που παραπέμπει στη αναγραφόμενη στο τέλος βιβλιογραφία 227 πηγών – κειμένων.

Ως Κέντρο αυτής της Ιστορίας επιλέγεται η Λατινική Αμερική, από την οποία «όλους αυτούς τους αιώνες δεν άρπαζαν μόνο τον πλούτο της αλλά σφετερίστηκαν τη μνήμη της», καταδικάζοντάς την σε αμνησία. Πολύ περισσότερο στην περίπτωση της πολύπαθης ηπείρου είναι ορατή η ιστορία της Κατάκτησης και της εξαφάνισης ολόκληρων λαών και πολιτισμών μέσω προαιώνιων θεσμών και μηχανισμών. Γι’ αυτό και δεν επιστρατεύτηκε μόνο ο γνωστός Ανώτατος Θεός – τιμωρός που δεν αγαπάει αλλά μισεί τους ανθρώπους αλλά κι ένας ακόμα αιώνιος, παγκόσμιος θεός που δεν αναφέρεται σε κείμενα ή τραγούδια και βασιλεύει τον κόσμο ορίζοντας αφέντες και σκλάβους και αποφασίζοντας ο ίδιος για όλους– ο θεός του Φόβου. Κι όμως, ήταν μόλις 1515 όταν ο Τόμας Μουρ στην προκυμαία της Αμβέρσας συνάντησε ή επινόησε τον Ραφαέλ Χιθλοντέι που ισχυρίζεται πως ανακάλυψε το νησί της Ουτοπίας σε κάποια ακτή της Αμερικής, όπου δεν γνωρίζουν την αρπαγή (δημιούργημα του φόβου), ούτε ξέρουν τι θα πει πείνα, ο λαός εκλέγει και καθαιρεί τους ηγεμόνες του και η θρησκεία δεν προσβάλλει τη λογική και αποτρέπει τις ανώφελες ταπεινώσεις και τον βίαιο προσηλυτισμό.

Τέσσερα χρόνια μετά ο Μιχαήλ Άγγελος θα σημείωνε κάτω από έργο του: Το αίμα του Χριστού πωλείται με το κουτάλι. Άλλωστε συγχωροχάρτια, αφορισμοί, τίτλοι ευγένειας είχαν όλα την τιμή τους. Ευτυχώς που παπικό διάταγμα του 1537 αποφάνθηκε πως οι Ινδιάνοι είναι πράγματι ανθρώπινες υπάρξεις, που διαθέτουν λογική και ψυχή, αλλά σχεδόν έναν αιώνα αργότερα δεν έλεγαν να εγκαταλείψουν τα έθιμά τους, γι’ αυτό και το 1625 απαγορεύονται οι «νοσηροί» χοροί των Ινδιάνων της Γουατεμάλας που άλλωστε ξοδεύουν τα λεφτά για φτερά, ρούχα και μάσκες και χάνουν πολύτιμο χρόνο σε γιορτές και μεθύσια, με αποτέλεσμα να μην αποδίδουν στη δουλειά τους, να μην πληρώνουν φόρους και να μην μπορούν να συντηρήσουν τα σπίτια τους.

Σύμφωνα με την «Μαρτυρία του πουριτανού Τζον Άντερχιλ από το Κονέκτικατ, για τη σφαγή των Ινδιάνων Πεκότ» η θέα του αίματος και των νεκρών κορμιών των Ινδιάνων (που αγνοούσαν παντελώς την άφιξη του στρατού του) στάθηκε τρομερή δοκιμασία για τους στρατιώτες του. Τουλάχιστον ο Θεός τους είχε απαλλάξει από τον οίκτο και ο Λόγος του καθοδήγησε τις πράξεις τους, προς τη σωτηρία λαών που είχαν βυθιστεί στην αμαρτία (1637). Περισσότερο έκπληκτος ο Φρανσίθκο ντε Άβιλα διαπιστώνει πως ούτε ένας από τις χιλιάδες Ινδιάνους που ανέκρινε δεν βρέθηκε να μην είναι αιρετικός, συνεπώς η καταστροφή ναών και κεφαλιών υπήρξε ενδεδειγμένη ώστε ο αέρας της χριστιανικής πίστης να εξαγνίσει το Περού (1641). Εξάλλου την ίδια σχεδόν εποχή (1647) ο ταγματάρχης δον Μαρτίν ντε Μουχίκα ανακοινώνει την απαγόρευση ενός παιχνιδιού των Ινδιάνων της Χιλής διότι με το να τρέχουν πίσω από μια μπάλα εξασκούνται στον πόλεμο και συχνά προκαλούνται καβγάδες ενώ είναι απαράδεκτο να θεωρούν πως λίγα φτερά τους φέρνουν τύχη. «Η πρώτη φωνή διαμαρτυρίας» του δομινικανού μοναχού Αντόνιο ντε Μοντεσίνος που κατήγγελε από τον άμβωνα τη γενοκτονία των Ινδιάνων (1511), έκπληκτος για το ανεφάρμοστο «Αγαπάτε αλλήλους», δεν ακούστηκε ποτέ, όπως και κάθε επόμενη.

Ο συγγραφέας (που έζησε εξόριστος στην Αργεντινή (1973-1977) κι αργότερα στην Ισπανία (1977-1985) προτού επιστρέψει στην Ουρουγουάη) άντλησε από ένα αστείρευτο υλικό: επίσημες και λαϊκές πηγές, συλλογές μύθων και θρύλων, παραδόσεις και παραμύθια, τοπικές ιστορίες, ιερά κείμενα, λαογραφικές έρευνες, ανθρωπολογικές μελέτες, πανεπιστημιακές διατριβές για πολιτισμούς και θεσμούς, λαϊκές βιογραφίες, ποιητικές ανθολογίες, αλλά και εκδόσεις σπουδαίων λογοτεχνών, όπως οι Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (Leyendas de Guatemala), Αλέχο Καρπεντιέρ (El arma y la sombra, ελλ. Η άρπα και η σκιά), Μπενζαμίν Περέ (Anthologie des mythes, légends et contes populaires d’ Amerique), Αλφόνσο Ρέγιες (Medallones), Αουγκούστο Ρόα Μπάστος (Las culturas condemadas) και Οράσιο Σάλας (La Espana Barocca).

Εκδ. Πάπυρος, [Σειρά Letras. Ισπανόφωνοι και πορτογαλόφωνοι συγγραφείς], 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 429, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Memoria del fuego. I. LOS NACIMIENTOS, 1982)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Η εικονιζόμενη μάσκα: από την φυλή Haida των γηγενών της βορειοδυτικής Αμερικής.

02
Φεβ.
11

Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε – Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις

Ένας καφές στη γωνία 12 και 23, ξημερώματα, ο αέρας του πρωινού και του Μαλεκόν στο πρόσωπο, παλεύοντας με τις αισθήσεις μου και την ταχύτητα (…) εγώ ο ίδιος κολλημένος προφίλ και ανφάς σ’ αυτή την πρωινή αύρα, το αδειανό στομάχι κι η κούραση να σου θυμίζουν το σώμα, με την ευτυχή διαύγεια της αϋπνίας μπροστά μου και πίσω μου μια νύχτα, μια νύχτα-γεμάτη-μουρμουρίσματα-και-μουσική-υπόκρουση, είναι τότε λοιπόν που ο καφές, ένας απλός καφές των τριών σεντάβο, σκέτος, χωρίς ζάχαρη, που πίνω όταν Ο Κοκαλιάρης, εκείνη η μακρόστενη μοναχική σκιά τελειώνει τη νυχτερινή του βάρδια έχοντας σκανδαλίσει τους ξενύχτηδες, τους εργάτες που πάνε νωρίς στη δουλειά, τους κουρασμένους νυχτοφύλακες, τις πουτάνες τις νοτισμένες από τη δροσιά και το σπέρμα, όλους αυτούς, την πανίδα του νυχτερινού ζωολογικού κήπου… (σ. 340)

Σ’ αυτό το προσκλητήριο της νυχτερινής πανίδας της ακοίμητης και αεικίνητης Αβάνας οι πάντες είναι παρόντες κι όλοι βουτάνε ως το κεφάλι μέσα στην κουβανέζικη μυθολογία και πραγματικότητα, όπου η μουσική είναι οργιαστική, η μέθη ακατάπαυστη, η περιπλάνηση ζωτική και ο έρωτας πανταχού παρών. Οι δε τρεις ταλαίπωροι τίγρεις συμπληρώνουν (διόλου τυχαία) τετράδα και αδυνατούν να κάνουν οτιδήποτε στα σοβαρά, ούτε καν να συζητήσουν, γιατί κάθε τους προσπάθεια σκοντάφτει σε αλκοολούχες γουλιές, ερωτοβόλα βλέμματα και φιλήδονες σκέψεις, κυνήγι ερωτικών συντρόφων και λατρεία γυναικών, άντε και μερικές απόπειρες φιλοσοφικών συμπερασμάτων για όλα αυτά.

Όμως δεν είναι μόνο ο συγγραφέας Σιλβέστρε, ο τηλεπαρουσιαστής Αρσένιο, ο μουσικός Εριμπό και ο καμπαρεφωτογράφος Κόντακ που τρεκλίζουν στην πόλη, χωρίς να βιάζονται να μπουν αμέσως στην ιστορία ή να συστηθούν. Είναι και οι «δεύτερες» φιγούρες που συναντιούνται μαζί τους, όπως ο αγαπητός μου Βουστροφηδόν που διαστρέφει τις λέξεις δημιουργώντας δικές του, ένας Νάρκισσος που άφηνε να πέφτουν οι λέξεις του στη λιμνούλα της συζήτησης κι ακουγόταν ευχαριστημένος στα ηχητικά κύματα που δημιουργούσε, οι θαμώνες του Σαλούν των Απορριφθέντων, o Κουτσός με τις Γαρδένιες, και βέβαια η υπέρβαρη, ερωτοφλεγής Εστρέγια Ροδρίγες που τραγουδάει μονάχα μπολερό και χωρίς μουσική υπόκρουση, ακόμα και μέχρι τα ξημερώματα, προτού επιστρέψει στα σπίτια που … αυτοφιλοξενείται – προσπαθώ να σκεφτώ κάποια φιγούρα του Μποτέρο. Όλοι στρατευμένοι σε μια συνεχή ηδονιστική ζωή, από τα καμπαρέ ως τις στοές των δρόμων.

Όταν μπήκα, το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν μια μυρωδιά, ωραία, φαγητού. Σκέφτηκα, θα με καλέσουν άραγε να φάω; Είχα τουλάχιστον τρεις μέρες που έτρωγα μονάχα καφέ με γάλα και καμιά φορά ψωμί με λάδι. Είδα μπροστά μου έναν νεαρό (όταν μπήκα στεκόταν δίπλα μου, αλλά στράφηκα) με όψη κουρασμένη, ανακατεμένα μαλλιά και θαμπά μάτια. Ήταν κακοντυμένος, με το πουκάμισο βρόμικο και τη γραβάτα χαλαρή, να κρέμεται απ’ το ξεκούμπωτο κολάρο δίχως κουμπί. Χρειαζόταν ξύρισμα και στις άκρες του στόματός του έπεφτε ένα μουστάκι ίσιο και κακοκομμένο. Σήκωσα το χέρι για να του το δώσω κλίνοντας λίγο το κεφάλι κι αυτός έκανε το ίδιο. Είδα ότι χαμογελούσε κι ένιωσα πως κι εγώ επίσης χαμογελούσα. Το καταλάβαμε κι οι δυο ταυτόχρονα: ήταν ένας καθρέφτης. (σ. 70)

Η Σιέρα Μαέστρα αρχίζει να κατακλύζεται από επαναστάτες, η δικτατορία του Μπατίστα νομίζει πως θα κρατήσει για πάντα αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν ενδιαφέρει τον Ινφάντε (και δεν είναι διόλου απολιτικός εφόσον οι κομμουνιστές γονείς του ήρθαν στην Αβάνα για αποφύγουν τις διώξεις κι ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα). Η μουσική εδώ υπερβαίνει την πολιτική ή αποτελεί από μόνη της την πρώτη προϋπόθεση. Ούτως ή άλλως ο καθένας βρίσκεται μόνος του ακόμα και σ’ αυτόν τον καρνιβαλισμένο κόσμο. Όλοι εδώ μέσα ξέρουν πως η επαφή κρατάει όσο είναι ηλεκτρισμένη, φωταγωγημένη απ’ τη νύχτα. Μετά ο καθένας θα επιστρέψει στον εαυτό του. Άρα η ηδονισμένη επιβίωση μετράει πάνω απ’ όλα, τώρα που η ζωή γυρίζει, βράζει και σε παίρνει ακόμα.

Γκράφιτι: Οι συστάσεις είναι σαν τα συλλυπητήρια, τυποποιημένα μουρμουρίσματα // Ο αναστεναγμός είναι η πορδή της ψυχής // Ο καιρός περνούσε και γερνούσα κι οι μέρες κυλούσαν και μετατρέπονταν σε ημερομηνίες και τα χρόνια μετατρέπονταν σε επετείους.

Αντί για οποιαδήποτε πλοκή ο Ινφάντε (1929-2005) προτιμά γλωσσική διαπλοκή και κινηματογραφική οπτική (το μοντάζ ανάβει, οι εικόνες τρέχουν, οι διάλογοι κόβουν και ράβουν, οι φιλμογραφικές αναφορές παίζουν διαρκώς). Η γραφή του κρίθηκε με τον προσωπικό της τρόπο συγγενικώς Τζοϋσική, Στερνική, μοντέρνα και μεταμοντέρνα – προσωπικά δεν μπορώ να μη σκεφτώ και τόσες άλλες αναφορές, από Χένρι Μίλλερ και Ντεμπόρ ως τους μπητ. Αλλά είναι το κολασμένο χιούμορ και η διόλου «δύσκολη» γραφή που τον διαφοροποιεί απ’ όλα αυτά, αν εξαιρέσει κανείς τις συνεχείς παγίδες που μας βάζει ως προς το ποιος μιλάει σε ποιον.

Ο συγγραφέας εκτός της συγγραφικής τέχνης άσκησε την μεταφραστική, την κριτική κινηματογράφου και την σεναριογραφία (Vanishing Point (Richard C. Sarafian), The Lost City (Andy Garcia)). Στην Φιντέλ Κάστρο εποχή ανέλαβε το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Αβάνας και το λογοτεχνικό ένθετο Lunes της Revolucion, αλλά οι λογοκριτικές επεμβάσεις τον καταχώρησαν στους ανεπιθύμητους και εξορίστηκε «επαγγελματικά» στις Βρυξέλες. Φυσικά πήρε στα χέρια του την δική του αυτοεξορία σε Μαδρίτη και Λονδίνο, κόβοντας κάθε σχέση με το κουβανικό καθεστώς και τον σταλινικό του, όπως έλεγε, χαρακτήρα. Οι ΤΤΤ εκδόθηκαν στην … δεύτερη γραφή τους και απαγορεύτηκαν στην Κούβα ενώ όσοι έγραψαν θετικά σχόλια φυλακίστηκαν. Όσο κι αν προσπάθησαν οι κονδυλοφόροι του Κάστρο να σβήσουν το όνομά του από την λογοτεχνία απέτυχαν: στην Κούβα οι εκδόσεις του κυκλοφορούν σε παράνομη, «σαμιζντάτ» μορφή, με φωτοτυπίες κλπ και οι Τίγρεις αποτελούν μια από τις κορυφές της κουβανέζικης και λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Μεταφέρθηκαν με τον ίδιο τίτλο και στον κινηματογράφο (Raoul Rouiz, 1968).

Καθόμουν λοιπόν εκεί και σκεφτόμουνα ότι παίζοντας το μπονγκό ή την τούμπα ή την πάιλα ή τα ντραμς ήταν σα να ’μαι μόνος, αλλά κι όχι τελείως μόνος, σαν να πετάω, λέγω εγώ, που δεν έχω ταξιδέψει με αεροπλάνο παρά ως εκεί δίπλα στο Ίσλα δε Πίνος, σαν επιβάτης, σαν να πετάω λέω σαν πιλότος, σ’ ένα αεροπλάνο, βλέποντας το τοπίο ισοπεδωμένο, σε μια μόνο διάσταση κάτω, γνωρίζοντας όμως ότι οι διαστάσεις σε τυλίγουν και πως το όργανο, το αεροπλάνο, τα ταμπούρλα, είναι η σύνδεση, η συνάφεια, αυτό που επιτρέπει να πετάς χαμηλά και να βλέπεις τα σπίτια και τον κόσμο ή να πετάς ψηλά και να βλέπεις τα σύννεφα και να βρίσκεσαι μεταξύ ουρανού και γης, αιωρούμενος, δίχως διάσταση, σε όλες όμως τις διαστάσεις, κι εγώ εκεί να χτυπάω, να ξαναχτυπάω, να κοπανάω, κάνοντας αντίστιξη, κρατώντας με το πόδι τον ρυθμό, μετρώντας νοερά τον ρυθμό, προσέχοντας εκείνον τον εσωτερικό ρυθμό που ακούγεται ακόμα, που ηχεί σαν μουσικό ξυλάκι παρ’ όλο που δεν βρίσκεται πια στην ορχήστρα, μετρώντας τη σιωπή, τη σιωπή μου… (σ. 127)

Εκδ. Τόπος, 2009, μτφ. Γιώργος Ρούβαλης, επιμ. Στράτος Ιωαννίδης, με πλήρως διαφωτιστική εισαγωγή του μεταφραστή, σελ. 467 (Guillermo Cabrera Infante, Tres tristes tigres, 1967). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Λιμπρόφιλη Γνωμοδότηση: εκεί.

22
Νοέ.
10

Ρομπέρτο Μπολάνιο – Οι άγριοι ντέτεκτιβ

Η λογοτεχνία δεν είναι αθώα (σ. 179)

1975, Πόλη του Μεξικού. Ο Χουάν Γκαρσία Μαδέρο αφηγητής μας και διακαώς εκκολαπτόμενος ποιητής βιώνει την μετεφηβική του έξαψη ακολουθώντας και παρατηρώντας με δέος τους Αρτούρο Μπελάνο και Ουλίσες Λίμα. Οι πληροφορίες για τις δυο αυτές μορφές είναι συγκεχυμένες: μακρυμάλληδες πλάνητες, αδιάντροποι πειραματιστές με ουσίες, κλέφτες βιβλίων, ερωτύλοι, συζητητές, φευγαλέοι ποιητές, απρόσιτοι αφοριστές, αυτόκλητοι αναβιωτές του «Ενστικτορεαλισμού» (Realismo visceral), ενός αγριεμένου λογοτεχνικού κινήματος που επιθυμεί να διαφύγει από την αυτοκρατορία του Νερούδα και κυρίως ανατινάξει τον Οκτάβιο Πας (με τον οποίον θα συναντηθούν αργότερα, σε κάποιες υποβλητικές σελίδες).

Κατά την μύησή του στον ιδιόμορφο ποιητικό κύκλο εμπλέκεται με πλήθος αινιγματικών προσώπων, με τις σερβιτόρες στο στέκι τους Μπρίχιδα και Ροσάριο και κυρίως με τις δυο μυστηριώδεις, διαφορετικά ερωτικές αδελφές Ανχέλικα και Μαρία Φοντ που κατοικούν στο σπίτι – χώρο συγκέντρωσης, όπου ένας σκοτεινός κήπος προκαλεί ιδιαίτερες αισθήσεις (δεν γίνεται να μην θυμηθώ, έτσι αδικαιολόγητα και αυθαίρετα, τις αδελφές Οκάμπο της παρέας του Μπόρχες).

Όπως το κίνημα τρέχει προς τους γκρεμούς του σουρεαλισμού, έτσι θα τρέξει και το αυτοκίνητο που δανείζονται οι Μπελάνο και Λίμα για να σώσουν την εκπορνευόμενη Λούπε από τον καταδυνάστη της, κι ενώ έχει προηγηθεί ένας αποκλεισμός του σπιτιού (που θυμίζει τα εντασιακά συναισθήματα της αντίστοιχης κατάστασης στη Γλυκειά Συμμορία). Θα ξαναβρούμε το αμάξι στο τρίτο μέρος του βιβλίου, ξεχυμένο στην έρημο της Σονόρα να αναζητά την εξαφανισμένη Σεσάρεα Τιναχέρο / Τιχάνα (αλλοτινή ψυχή του κινήματος), σε δρόμους όπου όλα μπορούν να συμβούν, σ’ εκείνους και σ’ εμάς. Αυτοί λοιπόν είναι οι Άγριοι Ντετέκτιβ; Αυτοί που του λένε κάποια στιγμή πως μαζί θα αλλάξουν την λατινοαμερικάνικη ποίηση και που «βάζουν τις τελευταίες πινελιές σε μια υπόθεση που θα αφήσει τους πάντες με ανοιχτό το στόμα»;

Εκεί που περιμέναμε ο συγγραφέας να συμπίπτει με τον αφηγητή, με διάφορους τρόπους αντιλαμβανόμαστε πως ο Μπολάνιο «είναι» ο Μπελάνιο. Αλλά τι σημαίνει είναι, στη γλώσσα του τόσο σαγηνευτικού χιλιανού συγγραφέα; Ποιος θα μας πει ποιος ήταν ο ίδιος και ποιος θα μας πει ποιος είναι αυτός που μας λέει; Αφού κι εδώ, στο δεύτερο και απογειωτικότερο μέρος, δεκάδες πρόσωπα – αυτόπτες περαστικοί της εικοσαετίας όπου πλέον διαδραματίζεται (1976 – 1996), με μόνο κοινό την διασταύρωση των πορειών τους με το μυστηριώδες δίδυμο, προσπαθούν να το προσωπογραφήσουν σε κάποιον υποτιθέμενο ερωτητή τους. Δίδυμο που με τη σειρά του χανόταν σε πορείες σκοτεινές και σχεδόν απελπισμένες, απλωμένες σε Ευρώπη, Ισραήλ και πάντα στην πολύπαθη Λατινική Αμερική.

Όπως πάντα αναρίθμητοι λογοτέχνες (Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Μαξ Άουμπ, Πιερ Πάολο Παζολίνι, Ρειμόν Κενώ, Νικανόρ Πάρα, Αλφόνσο Κορτές, Λεονόρα Κάρινγκτον, Άλις Τόκλας, Τζόις Μανσούρ, Μαξ Ζακόμπ, Ρομπέρ Νεσνός, Αλφόνσο Ρέγες, Αντρέ Μπρετόν, Ρίτσαρντ Μπρόντιγκαν, Τζον Τζιόρνο, Βελιμίρ Χλέμπνικοφ) περνάνε από τις συνομιλίες μυητών, μυημένων, έτερων και εταίρων εντός κι εκτός κύκλου, όλων αυτών των «διπλωματούχων της θλίψης», συνήθως αιρετικά, απαξωτικά κι επικριτικά, καθώς η νεότητα κοχλάζει σε φλέβες και νευρώνες και τα πάντα αμφισβητούνται. Από απέναντι και η ρήση του δον Κρισπίν: το πρόβλημα με τη λογοτεχνία, όπως και με τη ζωή, είναι ότι πάντα στο τέλος καταλήγουν όλοι να μετατρέπονται σε μαλάκες.

Στο πιο επιτυχημένο του (εν ζωή) βιβλίο του ο Μπολάνιο (1953-2003) γίνεται για άλλη μια φορά υποβλητικός, εξαιρετικός αναπαραστάτης μιας ατμόσφαιρας (συγκεκριμένης εποχής, ασαφούς μυστηρίου, θλιμμένης νεότητας), ενός σκοτεινού ερωτισμού, μια διάχυτης – αδιόρατα εφιαλτικής – πολιτικής ατμόσφαιρας, μιας γοητευτικής λογοτεχνικής αρχειομανίας, με όλα αυτά τα περιοδικά, τα δυσεύρετα έντυπα, τις χέρι με χέρι εκδόσεις, τα σκόρπια ποιήματα, τις περίφημες φήμες. Από τη μια, λες πως αυτές οι τρυφερές μετεφηβικές ηλικίες που καθορίζουν και παραμορφώνουν τα πάντα ή έστω τα καθοριστικότερα των πάντων είναι που διαθλούν τις πραγματικότητες σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρουσιάζονται όλα όπως παρουσιάζονται. Από την άλλη δεν είναι δυνατό να αγνοήσεις την ίδια την Λατινική Αμερική: εκεί που συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και είναι καλύτερο να μη σπάει κανείς το κεφάλι του ψάχνοντας λογική απάντηση όταν μερικές φορές δεν υπάρχει λογική απάντηση (σ. 177). Είναι στιγμές που οι χαρακτήρες επαληθεύουν μια από τις προϋποθέσεις της ενστικτορεαλιστικής ποιητικής γραφής: την «παροδική αποσύνδεση από έναν ορισμένο τύπο της πραγματικότητας». Ή όπως γράφει κάποια στιγμή ο Μαδέρο: Όλα μου φάνηκαν σαν μια παγίδα, σαν ένα παιγνιώδες σχόλιο για την ίδια μου την ύπαρξη (σ. 107).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Κώστας Αθανασίου, σελ.711 (Roberto Bolaño, Los detectives salvajes, 1997)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

21
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 77

Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, Ο Μολδαβός σωματέμπορος, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Αλίκη Βασώνη, θεώρηση μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 45 (Edgardo Cozarinsky, El rufián moldavo, 2004).

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα πνιγηρό στα χειμωνιάτικα απογεύματα στο Μπουένος Άιρες, στο φως που φθίνει, στην υγρασία∙ κενά κυριακάτικα απογεύματα, που σε καλούν μονάχα να βρεις καταφύγιο σε μια εμμονή. Πιστεύω πως σε μερικούς δίνεται η ευκαιρία για