Posts Tagged ‘Λογοτεχνία

25
Φεβ.
14

Ανδρέας Αποστολίδης – Αρχαιοκαπηλία και εμπόριο αρχαιοτήτων. Μουσεία, έμποροι τέχνης, οίκοι δημοπρασιών, ιδιωτικές συλλογές

teliko arxaiokapiliaΛηστές της τέχνης, κλέφτες του πολιτισμού

Ο συγγραφέας σχεδίαζε την συγγραφή ενός μη μυθοπλαστικού βιβλίου – μελέτης για την σύγχρονη αρχαιοκαπηλία κατά τη διάρκεια των ερευνών και των γυρισμάτων του ντοκιμαντέρ για το παράνομο εμπόριο ελληνικών αρχαιοτήτων [Το κύκλωμα, 2006]. Κινητήρια έμπνευση υπήρξε, μια δεκαετία περίπου νωρίτερα, η μετάφραση των βιβλίων του Όλιβερ Μπανκς Μανία για τον Καραβάτζο και Ο χαμένος πίνακας του Ρέμπραντ [εκδ. Άγρα, 1990 και 1995 αντίστοιχα]. Και να φανταστεί κανείς πως τα πρωτότυπα, τότε άγνωστα μυθιστορήματα προτάθηκαν στον συγγραφέα από φίλο του που τα ανακάλυψε σε κάποιο αεροδρόμιο. Δεν είναι συναρπαστική η αλυσιδωτή πορεία που μας οδηγεί μερικές φορές εδώ που βρισκόμαστε;

Το ντόμινο της έμπνευσης μόλις είχε ξεκινήσει, καθώς η αρχαιολογία ως μέθοδος ανασκαφής, το αστυνομικό μυθιστόρημα και η οπτικοακουστική λειτουργία του ντοκιμαντέρ αποτελούσαν αγαπημένα του παίγνια. Και το τιτάνιο σχέδιο του συνδυασμού τους, τυπωμένο τώρα πια, καλύπτει κάθε μορφή έρευνας και συγγραφής. Η πρωτογενής του έρευνα περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά συνομιλιών, αφηγήσεων, ερμηνειών. Ακόμα εντρυφά σε αρχεία, αποδελτιώνει τον τύπο, μελετά μελέτες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε φωτιστεί τόσο πολύ ο θεοσκότεινος και μουχλιασμένος κόσμος των κλεμμένων αρχαίων. Παρουσιάζονται αδιανόητες περιπτώσεις εγχώριας αρχαιοκαπηλίας, εκτίθενται όλα τα νομικά δεδομένα, αποκαλύπτονται όλοι οι εμπλεκόμενοι – πρόσωπα και, το ελεεινότερο, θεσμοί.

Κεφαλή Διονύσου Ληστεία ΚορίνθουΑπό πού να αρχίσει κανείς, από ποιο νήμα να πιάσει αυτή την Ατέλειωτη Ιστορία; Στην ιστορία των αμερικανικών μουσείων σταθμός υπήρξε το 1870, όταν δημιουργήθηκαν οι δυο μεγάλοι οργανισμοί: το Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης της Νέας Υόρκης και το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης. Ήταν από τις πρώτες «εγκυκλοπαιδικές γκαλερί», που επιθυμούσαν να επιδείξουν την παγκόσμια τέχνη όλων των περιόδων και περιοχών. Μιλάμε για μια εποχή όπου ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει και η διάχυτη εθνικιστική αναζωογόνηση έφερνε τους αμερικανούς σε ανταγωνισμό με την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Κι έτσι ενορχηστρώθηκε η μεγάλη μετανάστευση: τον επόμενο μισό αιώνα οι άδειες αίθουσες γέμισαν με έργα τέχνης απ’ όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές.

Η έννοια του μουσείου, μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 18ου αιώνα τώρα έπαιρνε διαφορετική μορφή στο Νέο Κόσμο. Σε αντίθεση με το Βρετανικό ή το Λούβρο που ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τα αμερικανικά μουσεία ήταν ιδιωτικά, συνεπώς μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς να αποδίδουν λογαριασμό σε κανέναν. Το μέτρο δε της επιτυχίας τους ήταν ο αριθμός των επισκεπτών τους – η δημοκρατική επιβεβαίωση ενός θεσμού αριστοκρατικής προέλευσης, γράφει ο Αποστολίδης. Κι η πολυπόθητη επισκεψιμότητα δεν μπορούσε παρά να επιτευχθεί παρά με νέα, εντυπωσιακά αποκτήματα. Κάπως έτσι, με διεργασίες που περιγράφονται στο βιβλίο, η μισή αρχαιολογική ιστορία της Κύπρου βρίσκεται στις αποθήκες του ΜΜΝΥ.

από την Γόρτυνα στο Λούβρο 1Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισε να γίνεται λόγος για το ύψος των χρημάτων που διακυβευόταν από τα μεγάλα μουσεία των ΗΠΑ και μια από τις απόψεις που διατυπώθηκαν υποστήριζε την στροφή στην αγορά μικρών αρχαίων ευρημάτων. Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα και με το κύμα σύλησης ταφών σε όλη την Ελλάδα σ’ εκείνη και την επόμενη δεκαετία, ιδιαίτερα στη Νεμέα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη. Άλλωστε εκτός από τα μουσεία υπάρχουν και οι αγοραστές ιδιώτες, που ζούνε σε σχετικά μικρά διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη και προτιμούν τα μικρού μεγέθους αρχαία από τα μνημειώδη. Κάπως έτσι οι συλλέκτες μεταπήδησαν από τις κλασικές στις κυκλαδικές αρχαιότητες!

Γύρω στο 1961 έγινε ηΤΟ-ΚΥΚΛΩΜΑ-ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ- μεγάλη λαθρανασκαφή στην Κέρο, μία από τις σημαντικότερες και αινιγματικότερες αρχαιολογικές θέσεις των Κυκλάδων, η οποία συνεχίστηκε σε όλη τη δεκαετία του ’60. Εκατοντάδες θραύσματα αγγείων και ειδωλίων κατέκλυσαν τη διεθνή αγορά, σχηματίζοντας στα χέρια του Ελβετού καθηγητή Ερλενμάγιερ τον λεγόμενο Θησαυρό της Κέρου. Η οικογένεια Γουλανδρή αμέσως απέκτησε τη συλλογή, ακολουθώντας μια γραμμή που έκτοτε τήρησε το ελληνικό κράτος, με βάση έναν νόμο του 1935: καλύτερα τα αρχαία να καταλήξουν σε ιδιωτικό συλλέκτη παρά να εκπατρισθούν. Η συναίνεση της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην ανάμειξη ενός ιδιώτη σε μια ελληνική συλλογή εξυπηρετούσε το βασικό κριτήριο να μη φύγουν τα αντικείμενα στο εξωτερικό.

Έτσι η συγκέντρωση των κυκλαδικών ευρημάτων έδωσε την ευκαιρία στους Έλληνες αρχαιολόγους να ασχοληθούν με την καταγραφή τους και συνεπώς οι εγχώριοι επιστήμονες αποτέλεσαν ανεπίληπτα συστατικό μέρος της όλης προβληματικής κατάστασης. Είναι η αντίληψη που επικρατεί τη δεκαετία του ’60 πριν από τη Συνθήκη της ΟΥΝΕΣΚΟ που έμελλε δραματικά να αλλάξει ολόκληρη την ηθική γύρω από τη διεξαγωγή του εμπορίου αρχαιοτήτων και τη συγκρότηση ιδιωτικών συλλογών.

christiesΤι συμβαίνει όταν κάτι βγαίνει από το έδαφος στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Ιορδανία ή την Ιταλία; Μια μεγάλη διαδρομή που έχει ως πρώτο σταθμό το Φρη Πορτ της Γενεύης, ένα τεράστιο συγκρότημα αποθηκών στο οποίο μπορεί να εισάγονται και να εξάγονται αρχαιότητες χωρίς κανέναν τελωνειακό έλεγχο, πιστοποιητικό ή παραστατικό προέλευσης. Μα πώς διαφεύγει, αναρωτιέμαι, από τους τόσο νομότυπους Ελβετούς; Μια σταθερή κατάληξη αποτελούν οι γνωστοί οίκοι Κρίστι’ς και Σόθμπι’ς. Η μεγαλύτερη δημοπρασία ελληνικών αγγείων που έγινε ποτέ πραγματοποιήθηκε το 2000 στους Κρίστι’ς. Η ελάχιστη έστω νομιμοποίηση της δημοπρασίας αυτής και κάθε ανάλογης στηρίζεται πρώτα στο γεγονός ότι κάποιος αρχαιολόγος παίρνει την ευθύνη να συντάξει, να προλογίσει και να σχολιάσει τον κατάλογό της!

Το 1992 εγκαινιάζεται στην Ιερουσαλήμ ένα νέο ιδιωτικό μουσείο, το Μουσείο των Χωρών της Βίβλου, που σε λίγα χρόνια εμφανίζει μια εντυπωσιακή ξεχωριστή πτέρυγα με ελληνικές αρχαιότητες. Μόνο που δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη ένδειξη για το πού και πότε βρέθηκαν τα συγκεκριμένα εκθέματα. Κατά τα άλλα, σκοπός του μουσείου είναι η συγκέντρωση αντικειμένων από την βιβλική περίοδο, ώστε «άνθρωποι όλων των πεποιθήσεων να επιστρέψουν στα ήθη και την ηθική της Βίβλου». Η ηθική πάνω απ’ όλα!

Βόρεια ΚϋπροςΣε κάποιο άλλο κεφάλαιο διαβάζουμε για το Τέμπλο της Παναγίας της Κανακαριάς και την Μαφία του Μονάχου. Στο βόρειο, κατεχόμενο τμήμα του νησιού, οι είκοσι περίπου χιλιάδες εικόνες που κλάπηκαν από εκκλησίες και μοναστήρια μεταφέροντας στις καρότσες των αγροτικών ημιφορτηγών με κατάληξη συνήθως το Μόναχο. Εδώ η αφήγηση ξεπερνάει κάθε κινηματογραφική φαντασία. Η εκκλησία λεηλατήθηκε το 1976 κι έγινε γνωστή μόλις το 1979 από έναν Άγγλο τουρίστα. Δέκα χρόνια μετά μια έμπορος τέχνης στην Ινδιανάπολη αγόραζε από γνωστό αρχαιοκάπηλο τέσσερα ψηφιδωτά του ναού, αλλά η έφορος του Μουσείου Πωλ Γκεττύ την κάρφωσε στην Εκκλησία της Κύπρου, η οποία την μήνυσε και κέρδισε την υπόθεση.

Η απόφαση ήταν ιστορική, διότι δεν ασχολήθηκε με τον φυσικό αυτουργό της κλοπής αλλά με τον έμπορο τέχνης που εισέπραξε το μερίδιο του λέοντος από την όλη συναλλαγή. Φυσικά τα συγκεκριμένα συναλλακτικά «ήθη» και έθιμα δεν άλλαξαν στο παραμικρό. Η περίπτωση της Κύπρου είναι ενδεικτική: το διεθνές εμπόριο εκμεταλλεύεται ιδιαίτερα τις χώρες όπου επικρατεί πολιτική αστάθεια, εμφύλιος πόλεμος, τοπική σύρραξη ή ξένη κατοχή. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Λίβανος, Σομαλία, Καμπότζη, Αφγανιστάν, Ιράκ. Και στον αντίποδα, η ιστορία που ούτε κινηματογραφικά δεν μπορεί να αποδοθεί: η περίφημη ληστεία της Κορίνθου, που παρουσιάζεται σε ένα αδιανόητο χρονικό, από την εμπλοκή ομογενών «πατριωτών» μας και τα κοντέινερ στο Μαϊάμι της Φλόριντα όπου βρίσκονταν κρυμμένα για οκτώ χρόνια μέχρι την επιστροφή τους.

IRAQ-US-MUSEUMΜια μεγάλη πυραμίδα αποτελεί πλέον θεσμικό και αποδεκτό μνημείο της μεγάλης πολιτισμικής κλοπής. Το εμπόριο στηρίζεται στις λαθρανασκαφές, την κλοπή και την λεηλασία. Ακολουθούν αγοραστές και συλλέκτες, μουσεία και ιδιώτες. Ο όρος κύκλωμα ίσως είναι πολύ μικρός για να περιλάβει όλα τα γρανάζια ενός τόσο βρώμικου συστήματος. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα βιβλίο που οφείλουν να διαβάσουν όχι μόνο όλοι όσοι «ασχολούνται» με τον πολιτισμό αλλά και εκείνοι που υμνούν να μιλούν εξ ονόματος της εθνικής μας κληρονομιάς. Θα ήταν απλώς ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα αν επρόκειτο για μυθοπλασία. Δεν είναι όμως, συνεπώς απαιτεί ορθάνοιχτα μάτια και πολύ γερό στομάχι για να διαβαστεί και, κυρίως, να χωνευτεί.

Εκδ. Άγρα, 2006, 535 σελ. Περιλαμβάνονται: γυαλιστερό 32σέλιδο με 72 έγχρωμες φωτογραφίες με τις επεξηγήσεις τους. Επίμετρο: Παράρτημα 1: Η Σύμβαση του 1972, Η Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας, Πίνακας με τα 172 πιο ακριβά αγγεία που πουλήθηκαν σε δημοπρασίες από το 1960 έως το 2000, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Κεφαλή Διονύσου από την ληστεία της Κορίνθου / Από την Γόρτυνα στο … Λούβρο / Βυζαντινός ναός στη Βόρεια Κύπρο / Βαγδάτη 2003.

Advertisements
28
Δεκ.
13

Μπάμπης Αργυρίου – Έχω όλους τους δίσκους τους

exooloustousdiskoustous To μυθιστόρημα της ροκ εντ ρολλ κοινότητας του ’80 και του πάντοτε

Τα ροκ τραγούδια που είναι αφιερωμένα στις ήττες των ανθρώπων πλειοψηφούν συγκριτικά, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Μιλάμε για ροκ, ρε διάολε, όχι για ηπειρώτικα μοιρολόγια. Κουρασμένοι απ’ τη μοναξιά, τη φτώχια, την έλλειψη συντρόφου, τσακισμένοι απ’ τις αναποδιές, οι μουσικοί δεν χορταίνουν να περιγράφουν την παράδοσή τους στη θλίψη, πάνω σε μια λυπημένη μελωδία, για να τροφοδοτούν τους πεινασμένους για συναίσθημα εκεί έξω. Στη συνέχεια όμως αυτό γίνεται δουλειά. Πολλές φορές φέρνει πλούτο. Η φτώχια καταλήγει ανάμνηση. […] Τραγούδια όπως το Standing by the Sea δεν σου λένε να κλάψεις, δεν σου δίνουν οδηγίες πώς να ξεφορτώσεις το βάρος απ’ το στήθος, δεν προσπαθούν να σε πείσουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο μυαλό σου, ούτε σου εξηγούν γιατί έφτασε ο ήρωας εδώ. Σου δίνουν μια σπρωξιά και πέφτει στον κόλπο με τους καρχαρίες. Τα υπόλοιπα, το εξής ένα, πρέπει να το βρεις μόνος σου. Και αυτό δεν είναι να επιπλέεις ακίνητος, περιμένοντας το ναυαγοσωστικό. […] Δεν χρειάζεται να λένε πολλά τα τραγούδια, αυτή είναι η δουλειά των βιβλίων· τα τραγούδια είναι σαν τις τελείες: ένωσέ τις με γραμμές και θα δεις να προβάλλει μπροστά σου η κρυμμένη εικόνα. [σ. 116]

1. Bad Education

Ο μονόλογος του Σίμου Μπάνση δεν ακολουθεί απλώς τις προσωπικές του σκέψεις υπό την πείρα μιας τριακονταετίας πιστών και συνειδητοποιημένων ακροάσεων του σύγχρονου ροκ αλλά και το σχέδιο του … προγραμματικού κειμένου της νέας του ραδιοφωνικής εκπομπής! Αν η μουσικοπάθεια, σκεφτόταν νωρίτερα, κληρονομείται, τότε τού μεταγγίστηκε με τα καλώδια του οικιακού ραδιοφώνου Τελεφούνκεν που δεν γνώρισε τι σημαίνει διακόπτης κλεισίματος. Όμως ο αυτοπρόσωπος αφηγητής μας έχει φροντίσει έγκαιρα να απομακρυνθεί από τονDrake μύθο των ηρώων που οφείλουν να είναι γεννημένοι από χωρισμένους γονείς ή σε παράφρον σπίτι, με περιπετειώδη ζωή ή στιγματισμένα χαρακτηριστικά – ευτυχώς, γιατί εδώ και χρόνια έχουμε συμπληρώσει τον απαραίτητο αριθμό απόβλητων και καταραμένων.

Όμως …κάποιες από τις παιδικές μνήμες, τότε που «βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε και δεν εκτιμούσαμε την αξία της ανέμελης ζωής», δεν υπάρχουν στο οικογενειακό αρχείο αλλά πλάθονται πολύ διαφορετικές από τις πραγματικές – και τελικά διαφέρουμε τόσο πολύ από τους γονείς μας. Τουλάχιστον ο Σίμος ευφραίνεται με τα σενάρια διαφορετικών προγονικών καταβολών, έτσι για το γούστο. Μήπως η μια γενιά παίζει επίθεση και η επόμενη κάνει συντήρηση, μήπως οι απόγονοί μου θα είναι καρμπόν των γονέων και δεν θα μπορώ να τους εμφυσήσω αγάπη για τίποτα; Παιδιά φτωχών και άσημων ορχανοπαιχτών έγινα διάσημα και παρήγαγαν σπουδαίο έργο, ενώ παιδιά διάσημων μουσικών που ν’ ακολουθούσαν το επάγγελμά τους και να ξεπέρασαν σε αξία τους γεννήτορές τους, δεν μπορώ να θυμηθώ. Θα φταίνε τα χιλιάδες βιβλία, οι δίσκοι και οι ακριβοί πίνακες στους τοίχους.

2. Ψυχοφωνητdrake 1_ής και ραδιοσταθμάρχης

Στη ζωή του Σίμου υπάρχουν τα όνειρα, όπως η κινηματογράφηση μιας οριακής ταινίας ή έστω η συνέχεια των Κουρελιών του Νικολαΐδη – τι κέρδισε άλλωστε μετά από τόσα χρόνια ατολμίας; – κι ύστερα υπάρχει και η μεροκάματη πραγματικότητα: η ανάληψη θέσης τηλεφωνητή στην Speak-a-tel, τηλεφωνείο ψυχολογικής υποστήριξης, τα ευήκοα ώτα όπως τα χαρακτηρίζει ο κυρ υπεύθυνος. Σ’ ένα δωμάτιο μεγέθους ανελκυστήρα σκοπεύει να ξεφορτώνει λίγα γραμμάρια από το βάρος των πελατών ή απλά οι τηλεγραμμικές του, να βγάλουν το βράδυ. Μήπως και ο ίδιος δεν ζητάει από το παρελθόν να περάσει έξω, ή τέλος πάντων να γυρίσει σελίδα στη ζωή του; Για περίμενε. Γιατί ενεργώ σαν θύμα της προπαγάνδας των βιβλιόφιλων και δε χρησιμοποιώ μουσικοφιλικές αλληγορίες; Θα γυρίσω το δίσκο, θα βάλω τη βελόνα στο επόμενο κενό αυλάκι, θ’ αλλάξω κασέτα, σταθμό, δισκάδικο, θ’ αφήσω πίσω το σαπόρτ και θ’ απολαύσω το πρώτο όνομα…

Αλλά όπως κάθε πρόθυμος μοιραστής της λατρευομένης  μουσικής, ο Σίμος ονειρεύεται άλλο στούντιο και η συνάντηση με τον ιδιοκτήτη του ραδιοφωνικού σταθμού (γύρω στα εξήντα, άρα πολύ μικρός για ν’ απολαύσει το καλοκαίρι της αγάπης κBuckley_1αι πολύ μεγάλος για να ενσωματωθεί με τους πανκς)  εξελίσσεται σε διαμάχη ιδεών με μονόλογο νικητή, που επιθυμεί να γνωρίσει ο κόσμος τα άλλα συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80 αλλά είναι ιδιαίτερα εύστροφος ώστε να μην το αποκαλύψει.

Θέλω οι σημαντικοί δίσκοι ν’ αποκτήσουν σεβασμό ανάλογο με των σπουδαίων λογοτεχνικών έργων. Για πολλούς ανθρώπους του Paris 1919 του John Cale είναι εξίσου σημαντικό με οποιοδήποτε βιβλίο του Graham Greene – τον φέρνω ως παράδειγμα γιατί ο δίσκος περιέχει ένα τραγούδι αφιερωμένο σ’ αυτόν. […] Η μουσική είναι σημαντική για κάποιους, όσο η ιδεολογία για τους αριστερούς που τραβούσαν τα πάνδεινα εξαιτίας της. Μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς την αγαπημένη σου μουσική, μπορείς να υπογράψεις δήλωση αποκήρυξής της; Είναι ένα απ’ τα τελευταία καταφύγια των απογοητευμένων από μεσσίες, ηγέτες, γκουρού και λοιπούς σωτήρες. […] Σου δίνει αυτοπεποίθηση, βγάζει ό,τι καλύτερο έχεις μέσα σου, σου θυμίζε αρετές που είχες ξεχάσει ότι διέθετες. Ένας τίτλος ή ένας στίχος μπορεί να γίνει οδηγός στη ζωή σου.

3. Τα φαντασιακά παίγνια ή [That’s] Entertainment

LP vicΈνα σπάνιο χαρακτηριστικό του Σίμου (κι ένα απολαυστικό μυθιστορηματικό συστατικό) είναι το διαρκές προσωπικό παιχνίδι ερωτήσεων, πιθανοτήτων, προβλέψεων και ασκήσεων πάνω στην παρελθούσα μνήμη, τα εναλλακτικά παρόντα και τις μελλοντικές παραλλαγές. Όποτε δεν συντάσσει λίστες, στο «ιδεοδρόμιο» του προσγειώνονται προσχέδια, λάθος προσενάρια μικρού ή μέγιστου μήκους αλλά και η …κριτική τους. Όταν, για παράδειγμα, μετά την «πρόσληψή» του τρυπώνει στο μπαρ Atomizer σπαρταριστά συλλογίζεται περί καινοτόμων μπαρ ή περί επιμελητών των ηχητικών μας αναγκών – στους τελευταίους ανήκει και η δισκοθέτρια του μαγαζιού, σύντομα το επίλεκτο ήμισυ του έρωτα.

Μπορεί λοιπόν ο Σίμος να είναι δεινός κολυμβητής της σκέψης και της μνήμης αλλά έχει και μια σειρά τρυκ να απολαμβάνει τα κενά ανάμεσά τους: παίρνει συνέντευξη από τον εαυτό του, επιστρατεύει την «εσωτερική αντιπολίτευση», παίζει το δύσκολο παιχνίδι της αντιστροφής των θέσεων, πιάνει κουβέντα με τους διαφορετικούς του εαυτούς (που κονταροχτυπιούνται ανάμεσα σε θετικές και αρνητικές οπτικές). Ο προβληματισμός του, για παράδειγμα, πώς γίνεται και στο ροκ απουσιάζουν οι μη σωματικά υγιείς και αρτιμελείς ενώ πλεονάζουν οι ψυχικά και διανοητικά ανάπηροι οδηγεί και σε μια συγκλονιστική συνομιλία μεταξύ Robert Wyatt και Vic Chesnutt, που εκπροσωπούν την πιο αισιόδοξη και απαισιόδοξη, αντίστοιχα, στάση απέναντι στην ζωή μετά από τα τραγικά τους ατυχήματα.

4. Blue turns to Pink

Με αυτές λοιπLP f.όν τις παράλληλες πραγματικότητες, την εξομολογητική γραφίδα αλλά τις ευφάνταστες αναρτήσεις στο προσωπικό του μπλογκ ο Σίμος εκφράζει όσα ζει στον έρωτα, στη σχέση του με τη μουσική και στους δυο πόλους της καθημερινότητας, επαγγελματικής και ερασιτεχνικής. Γύρω του οι απαραίτητες πολύτιμες φιλίες, ο αναπόφευκτος θάνατος των αγαπημένων, ο μέντορας αδελφός του Στέφανος που τού εμφύσησε την ευγενή του μουσικομανία, και βέβαια η Μαρίνα, οι πνευματώδεις και λογοπαίγνιες συζητήσεις με τις οποίες ολοκληρώνουν τα σπάνια συστατικά ενός έρωτα που αναπνέει παράλληλα με την μουσική. Κι αν περιμένει κανείς σελίδες επί σελίδων για τους προσωπικούς μας ναούς, τα δισκοπωλεία, όχι· αρκεί ένα κεφαλαιώδες κεφάλαιο για να μεταδώσει την τελετουργία τους αλλά και να εκκινήσει την ιδανικότερη αρχή ενός έρωτα, πάνω από το The Good Earth των Feelies, κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί ο Σίμος σε ανάλογες γνωριμίες χάνει τις λέξεις και μόνο αργότερα «η γλώσσα τις διαλέγει εύκολα μέσα απ’ το αποθεματικό». Ευτυχώς στην πορεία όπου λείπουν οι λέξεις, περισσεύουν οι νότες, όπως στη μαγική στιγμή του χορού της Μαρίνας υπό το Dancer της PJ Harvey, αιχμάλωτη στον κόσμο του, όμηρος στον κόσμο της.

Hsker+D5. Heroes

Οι αξιοπρεπείς των συγκροτημάτων όπως οι Husker Du, εκείνοι που επηρέασαν τη γλώσσα, προσθέτοντας λέξεις δικής τους επινόησης ή αναγκάζοντας στον ορθογράφο του word να τις δέχεται ως σωστές – βλέπε Byrds, οι αφοσιωμένοι της δημιουργίας και οι επιτυχημένοι χωρίς συμβιβασμούς, οι μουσικοί που θέλουμε να γερνάνε μαζί μας, όλοι οι υψηλόβαθμοι στις καρδιακές του θέσεις βρίσκονται εδώ. Καθώς η μία ιστορία ρέει, μια άλλη εισχωρεί μέσα της, κάποιες φράσεις τους εμπεριέχουν μερικούς σημαδιακούς στίχους για όσους έχουν στιχουργική μνήμη, ευρηματικές παρομοιώσεις έχουν ως αποτέλεσμα καμία σελίδα να μην είναι ανέκπληκτη  και γενικώς ενώ θες να τρέξεις λαχανιαστά την ανάγνωση σε ταχύτητες πανκ ή έστω ποστ πανκ, σταματάς κάθε λίγο για να μη σου ξεγλιστρήσει το εύρημα της παραγράφου.

6. Rock’n’roll High School

Κορυφαίες ανάμεσα στις εσωτερικές ιστορίRamonesες είναι μια φαντασιακή συνάντηση μερικών μορφών του ελληνικού ροκ, η συνέντευξη μ’ έναν επιβεβλημένο μουσικό – δηλαδή τα διαπιστευτήρια του συμβιβασμού με τον ραδιοσταθμό – που δέχεται τις ερωτήσεις που κανείς ποτέ δεν τολμά να απευθύνει στους «καλλιτέχνες», και το σκάρωμα ενός ντοκιμαντέρ για την σκηνή της δεκαετίας του ’80, με εξομολόγο τον Στέφανο, που θυμάται, μεταξύ άλλων, τις ραδιοπειρατικές μέρες: Ενημέρωσα, διασκέδασα, συντρόφευσα, γέμισα τις άδειες κασέτες μερικών χιλιάδων ακροατών μου, μέχρι που ήρθε η ελεύθερη ραδιοφωνία και συνέθλιψε εμένα και τους ομοίους μου με τους πανίσχυρους πομπούς της. Αυτή είναι η ανταμοιβή όλων όσοι ψυχαγώγησαν εκατομμύρια και όταν έσβησαν οι λυχνίες ξεχάστηκαν. Καμία καταγραφή όσων εξέπεμψαν, κανένα αρχείο εκπομπών δεν θα υπάρξει ποτέ για τους παράνομους

Εδώ βρίσκεται η επιτομή μιας ολόκληρης εποχής που έχει μείνει άγραφτη, πόσο μάλλον αλογοτέχνητη· της εποχής εκείνης όπου μπορούσες να παρακολουθήσεις τα γκρουπ απ’ το ξεκίνημά τους και να μεγαλώνεις μαζί με τους μουσικούς, όπου αγόραζες ένα δίσκο ακόμα κι επειδή σου άρεσε το όνομα ή το εξώφυλλο, οι συναυλίες που γίνονταν στα πιο απίθανα μέρη και έδιναν την αίσθηση της γιορτής μαζί με αληθινούς ανθρώπους, στα δισκάδικα και στα λάιβ η αίσθηση της κοινότητας ήταν διάχυτη. Είναι πιο ευτυχισμένοι οι ακροατές σήμερα;

cale_1_by_xcinnx-d3j4ved7. Roller Under

Από την στιγμή που τόσοι από εμάς υπήρξαμε θερμοί ακροατές – ορισμένοι και συμμέτοχοι – του σύγχρονου ροκ κατά την δεκαετία του ’80 κι έπειτα, η διασταύρωσή μας με τον Μπάμπη Αργυρίου υπήρξε αναπόφευκτη. Μυρίζομαι μάλιστα πως μια στρατιά παρουσιαστών θα σπεύσουν να παρουσιάσουν πειστήρια της γνωριμίας, λες και δεν περάσαμε ολόκληρη η κοινότητα από τα χέρια του ως αναγνώστες [φανζίν Rollin Under], από τη φωνή του ως ακροατές [Radio Free], από το αισθητήριό του ως παραλήπτες κασετών, από τα μοιράσματά του ως αλληλογράφοι και αλληλομουσικολήπτες, ηλεκτρονικοί παρακόλουθοι των γραφών του [Mic.gr], ξεκαρδισμένοι των αφορισμών του, ευτυχείς ακούραστοι των λογοπαιγνίων του. Στα έντυπά του ανέπνεε ένας λόγος χυμώδης και χειμαρρώδης, αλογόκριτος και φαντασιώδης, καθώς κάθε συμμέτοχος ερχόταν όχι μόνο να γράψει ακριβώς εκείνα που θα ήθελε να διαβάσουν αλλά δεν έβρισκε πουθενά, αλλά και να τα γράψει με τον τρόπο που θα κρατούσε την ανία τιμωρημένη στη γωνία.

daniel johnsonΠήγα να γράψω «ο συγγραφέας» και δεν μου αρέσει η προσφώνηση αλλά η πλούσια κατά τα άλλα γλώσσα μας δεν διαθέτει μια κατάλληλη λέξη για τον γράπτη περί μουσικής, άρα κατ’ επέκταση για όλη μας τη ζωή και οτιδήποτε την απογειώνει ή την καταβαραθρώνει. Πώς να γραμματολογήσουμε εκείνον που εκκινεί από ένα κριτικό κείμενο και καλύπτει βαθύτατες σκέψεις, εκείνον που ακόμα και σ’ ένα πεντάγραμμο παρουσιαστικό γραπτό σε κάνει να γελάσεις δυνατά, να σκεφτείς σοβαρά, να ξαναδιαβάσεις δυο τρεις φορές για την ευχαρίστηση, να προσθέσεις στο λεξιλόγιό σου νέες λέξεις, να παραδεχτείς νέες οπτικές για τη μουσική της ζωής σου ή την μουσική γύρω από τη ζωή σου; Ίσως γι’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα δεν με εκπλήσσει: είμαι εξοικειωμένος με τις ολιγόλεκτες έως γεμιστές κριτικές του, τα διασταυρούμενα σημειώματα ετών επί ετών, ακόμα και τα απολαυστικά παρουσιαστικά σχόλια στην σειρά των δίσκων με τις επιλογές κάθε μήνα.

8. Ssage1traight Ahead

Όσα και να ζήσει ο Σίμος, τα σχέδιά του δεν σταματούν ποτέ, και δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από την αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων, όπως σκέφτεται κάποια στιγμή. Και, πολύ περισσότερο, συσκέφτομαι ο ίδιος, η αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων από δημιουργικούς ανθρώπους. Πώς το έλεγε ο Greg Sage των Wipers που φυσικά δεν λείπει από τη διήγηση; Straight ahead… Κι αν οι δικοί μας έρωτες δεν χωράνε σε καμία φωτοσκίαση, γιατί «δεν τους αρέσει το απόλυτο σκοτάδι ούτε αντέχουν το πολύ φως», ας τελειώσουν με μια φαντασμαγορική τελετή.

Με την ανάγνωση αισθάνθηκα όπως το ζευγάρι στη συναυλία στην Σερβία – γιατί το λάιβ θα είναι πάντα η αφορμή ενός ταξιδιού· εκεί ο Σίμος ένοιωσε πως βρίσκεται ανάμεσα σε δικούς του ανθρώπους, χωρίς ψεύτικα περιτυλίγματα, που όλοι βιώνουν ένα ήρεμο αλλά βαθύ ωριαίο οργασμό. Άλλωστε αυτό ήταν «το δικό του S&M είναι Sex and Music».Thank you master!

Blue OrchidsΧωρίς μουσική, η μέρα θα ήταν βουβή ταινία χωρίς χρώμα. Η ολιγόωρη έκθεση σ’ αυτήν μπορεί να σε καθαρίσει εσωτερικά, ή χρόνια να σε καθορίσει. […] Χαιρόμουν περνώντας τις τάξεις, με τσάκωνα ν’ ακούω πιο δύσκολα μαθήματα. Άφηνα νέους ανθρώπους να εισβάλουν μέσω των ηχείων στη ζωή μου, τους έκανα φίλους και εραστές, περίμενα ανυπόμονα την επόμενη επίσκεψή τους. Όσο αφηγούνταν αληθινές κι ενδιαφέρουσες ιστορίες, η σχέση μας κυλούσε αρμονικά· όταν έχαναν ή υποβάθμιζαν εσκεμμένα αυτά που αγαπούσα σ’ αυτούς, ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος. Άφηνε όμως μια γλύκα πίσω του, το απογοητευτικό τέλος δεν έσβηνε το θαυμασμό και την προηγηθείσα αγάπη. Οι δίσκοι της ζωής μου δεν έχουν μόνο καλά τραγούδια, είναι η ιστορία μου, μέρος της μόρφωσής μου, αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσής μου. [σ. 124]

ochsΕκδ. Mic Books, 2013, σελ. 330, με 11σέλιδες σημειώσεις πάνω στα τραγούδια, τους δίσκους και τους καλλιτέχνες που αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Κεντρική διάθεση: εκδ. Απόπειρα,  Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις εικόνες: Μπάμπης Αργυρίου, Nick Drake, Tim Buckley, Husker Du, Ramones, John Cale, Daniel Johnston, Greg Sage (Wipers), Blue Orchids, Phil Ochs, που ακούγονται ή λέγονται σε καίρια μυθιστορηματικά σημεία.

24
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 130

Luminato2012_Literary_Nicole-Krauss_Photo-by-Patrick-ShawΝικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 51 [Nicole Krauss, The Great House, 2010].

… οποιοδήποτε άλλο μουσικό κομμάτι που με επηρεάζει βαθιά, ποτέ δεν θα το άκουγα μπροστά σε άλλους, ακριβώς όπως δεν θα έδινα σε κάποιον ένα βιβλίο που αγαπώ ιδιαίτερα. Είναι μια παραδοχή που με κάνει να ντρέπομαι, γιατί γνωρίζω ότι αποκαλύπτει κάποια θεμελιώδη έλλειψη της φύσης μου, έναν εγωισμό· και γιατί συνειδητοποιώ ότι έρχεται σε αντίθεση με την προδιάθεση των περισσότερων, των οποίων το πάθος για κάτι τους ωθεί να θέλουν να το μοιραστούν, να πυροδοτήσουν ένα παρόμοιο πάθος στους γύρω τους, όπως επίσης γνωρίζω και ότι αν εν είχα επωφεληθεί από έναν παρόμοιο ενθουσιασμό θα εξακολουθούσα να αγνοώ πολλά από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία και μουσικά έργα, με καλύτερο παράδειγμα την τρίτη κίνηση του Opus 131 που τόσο κουράγιο μου έδωσε μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1967. Αντί όμως για διεύρυνση, πάντοτε αισθανόμουν μια συρρίκνωση της προσωπικής μου απόλαυσης όταν καλούσα κάποιον άλλο να τη μοιραστεί, μια ρήξη στη βαθιά σχέση που ένιωθα με το έργο, μια εισβολή στον ιδιωτικό μου χώρο.

02
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 128

Γουίλιαμ Νταλρίμπλ, Η Ιστορία της Μοναχής, σε: Ιερή Ινδία. Εννιά ζωές, εννιά ιστορίες. εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Γιώργος Καλλαμαντής, σ. 47 [William Dalrymple, Nine Lives, In Search of the Sacred in Modern India, 2009].

Ο κόσμος θεωρεί τον τρόπο ζωής μας τραχύ – και από πολλές απόψεις είναι. Αλλά το να βγαίνεις στον άγνωστο κόσμο και να τον αντιμετωπίζεις χωρίς δεκάρα στην τσέπη σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, ενώ αναδύεται μια κοινή ανθρωπότητα. Ως περιπλανώμενοι εμείς οι μοναχοί και οι μοναχές έχουμε απελευθερωθεί από τις σκιές του παρελθόντος. Η ζωή με περιπλάνηση, χωρίς υλικά περιουσιακά στοιχεία, απελευθερώνει τη ζωή μας. Υπάρχει μια υπέροχη έννοια φώτισης, να ζεις κάθε μέρα όπως έρχεται, χωρίς τα άγχη της ιδιοκτησίας, χωρίς βάρη. Το ταξίδι και ο προορισμός, η σκέψη και η πράξη γίνονται ένα, μέχρι που μοιάζει να κινούμαστε σαν ποτάμι, εντελώς αποδεσμευμένοι.

25
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 127

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη, εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 73 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008].

Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν. Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού. Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.

18
Νοέ.
12

Pierre Assouline – Οι προσκεκλημένοι

Η κοινωνία του αφιλόξενων και ο χαμένος διαφωτισμός

Ήξεραν να συμπεριφέρονται, ακόμα κι όταν η αρμονία χανόταν. Οι υπερβάσεις περιορίζονταν στα αποδεκτά όρια, χάρη σε ένα είδος αυτολογοκρισίας, η οποία υποδείκνυε στο καθένα μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Σπάνια δείπνο κατέληγε σε πυγμαχία· τότε η οικοδέσποινα έπρεπε να φανεί βίαια μετριοπαθής και η τάξη επανερχόταν. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα μιντιακά ήθη δεν είχα επηρεάσει τους προσκεκλημένους σε βαθμό που να τους κάνουν να ξεχάσουν τοις στοιχειώδεις κανόνες της κατ’ ιδίαν συνομιλίας. Οι παραβιάσεις ήταν ανεκτές εφόσον δεν διαιωνίζονταν και δεν πολλαπλασιάζονταν. Όχι άτοπες διακοπές, όχι αποκλειστικό μονοπώλιο του λόγου. Καμία από αυτές τις ανυπόφορες συνήθειες της τηλεόρασης, που απεχθανόταν ο Νταντιέ, επαναλαμβάνοντας πως το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν το μοναδικό μέσο να μιλά χωρίς να το διακόπτουν. [σ. 138]

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στα δείπνα της Σοφί ντυ Βιβιέ, στο υψηλό σαλόνι της στο ακόμα υψηλότερο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού. Η επιδειξιο-τελειομανής οικοδέσποινα έχει ως ιερό καθήκον της τον εντυπωσιασμό των καλεσμένων της – ακόμα και αν οι άνθρωποι πλήξουν στα δείπνα της, η ανία τους οφείλει να είναι ξεχωριστή. Πολύτιμη συνεργάτης της στην μόνη αυτή δραστηριότητα που γεμίζει τη ζωή της είναι η οικιακή βοηθός Σόνια. Η νεαρή Μαροκινή διακρίνεται και ενίοτε αντιπαθείται για το περίφημο περήφανο χαμόγελό της, όχι κάποιου αισθήματος ανωτερότητας αλλά μιας ήρεμης βεβαιότητας εκείνων που απλώς αισθάνονται όμορφα. Η μεταξύ τους σχέση μετράει ήδη πέντε χρόνια χωρίς την παραμικρή εκδήλωση συναισθηματικής κατανόησης, αλλά με το μέγιστο ποσοστό ανοχής. Όσα δεν λένε έχουν μεγαλύτερη σημασία από έναν διάλογο επιχειρημάτων. Η ανταλλαγή απόψεων θεωρείται επικίνδυνη· θα σήμαινε οικειότητα και θα απειλούσε την σχέση εξουσίας.

Η οργάνωση των δείπνων ακολουθεί την εμμονή της εμψυχώτριάς τους, που επιμένει ιδιαίτερα στην ταξιθέτηση των προσκεκλημένων σύμφωνα με τις δικές ιδέες περί έλξης και απώθησης «σε μια εύθραυστη ισορροπία αυτής της Γιάλτας της κοσμικότητας». Η διάταξη των θέσεων, η επιστολογραφία των προσκλήσεων και η προμελέτη όλων των εξελίξεων αποτελούν το επίκεντρο της ζωής της· η δε πρόβλεψη κάθε πιθανού απρόοπτου ολοκληρώνει την πολεμική της ετοιμότητα. Πώς είναι δυνατόν να αποτύχει η επιστήμη των δεξιώσεων και η τέχνη των αναλογιών; Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο Θέατρό της, κι ας πρόκειται για γαλλική κωμωδία. Κι όμως, το ξαφνικό κώλυμα ενός προσκεκλημένου περιορίζει τους συνδαιτυμόνες στον ανεπιθύμητο αριθμό των δεκατριών. Ως έσχατη λύση επιλέγεται η Σόνια.

Οι προσκεκλημένοι ακονίζουν τα μαχαίρια τους: άλλοι ενοχλούνται από την μιαρή παρουσία, άλλοι ετοιμάζονται να απολαύσουν την ταπείνωσή της, όλοι εμβρόντητοι πληροφορούνται τις διδακτορικές της σπουδές. Η ανάκριση αρχίζει και οι ανώτερες τάξεις καιροφυλακτούν για τις απαντήσεις της μετανάστριας, μέσα στις οποίες αγωνιούν να διακρίνουν ομολογίες και δικαιολογίες. Η ευστροφία τους φτάνει μόνο μέχρι τους γνώριμους τρόπους απαξίωσης: μπερδεύουν το επώνυμό της, θυμούνται το φολκλόρ της χώρας της, αναρωτιούνται ποιοι την προώθησαν και πού ελπίζει να εργαστεί. Μόνο που η Σόνια παρά την αρχική της αμηχανία αποδεικνύεται εξαιρετική χειρίστρια του λόγου και αποστομωτική συνδιαλεγόμενη. Την ίδια στιγμή που μετατρέπεται σε έκθεμα, αμέσως επιστρέφει τους προβολείς στους επιτιθέμενους, που ο ένας μετά τον άλλον καταπίνουν τη γλώσσα τους.

Αρκεί να υπήρξες κάποτε φτωχός για να ανήκεις για πάντα στο στρατόπεδο εκείνων που δεν αντέχουν να μιλούν οι άλλοι για τη φτώχια παρά μόνο αν ξέρουν καλά για τι μιλούν. Δεν αντέχουν ούτε καν να χρησιμοποιείται η λέξη. [σ. 106]

Ο εβραϊκής καταγωγής και μαροκινής ανατροφής συγγραφέας αποδεικνύεται μαιτρ στην σύντομη πλην δηκτικότατη βιογράφηση του καθενός από τους καλεσμένους (ιδίως τη στιγμή που καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλον), ενώ η ειρωνεία του για τις πλαστές «νεο-γυναίκες» φτάνει στα όρια του γυμνού σαρκασμού. Ένα δεύτερο πεδίο όπου η γραφή του απογειώνεται είναι οι ζωντανοί διάλογοι, εύρυθμα μοιρασμένοι ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και την κρισιμότητα των λέξεων των ομοτράπεζων, που όσο κι αν προσπαθούν να κινηθούν στην ελαφρότητα, γλιστρούν και πέφτουν σε βάθη μικροπρέπειας. Επιπρόσθετα, δεν παρασύρεται από το αβανταδόρικο θέμα και αποφεύγει να του δώσει την έκταση μυθιστορήματος – ενώ κάλλιστα θα μπορούσε, καθώς οι σχετικοί διάλογοι είναι ανεξάντλητοι – επιλέγοντας χάρη στη θραυσματικότητα της νουβέλας να το αφήσει ως έχει: ατελές και ορθάνοιχτο.

Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες των υπηρεσιών και υπηρέτες των επαγγελμάτων, επίκαιροι αλλά ποτέ σύγχρονοι, ετούτη η «κοινωνία του θεάματος και του θεαθήναι, όταν δεν απολαμβάνει την εσωτερική της κατανάλωση – ο ένας τρέφεται από τον άλλον, όταν δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο άλλων αντιγράφων ή ιδανικό ντεκόρ συγκεκριμένου περιβάλλοντος – στρέφεται στη βορά του ξένου. Όχι βέβαια εναντίον του πάμπλουτου αμερικανού επισκέπτη – επενδυτή, στον οποίο όλοι ετοιμάζονται να κάνουν βαθιά, πολύ βαθιά υπόκλιση αλλά σ’ εκείνον που (ευελπιστούν  πως) θα τους κάνει να αισθανθούν ανώτεροι. Από την άλλη, η ευρύτερη γαλλική κοινωνία προφανώς κάνει πως δεν θυμάται το ποσοστό της δυναμικής των μεταναστών στην σύνθεσή της, ούτε βέβαια την συνεισφορά τους στον πολιτισμό της και στη συνολική της ουσία. Και άλλωστε τι θα ήταν τα γεύματά της κυρά – Σοφί χωρίς το πολύτιμο ζεύγος της υπηρέτριας και του μάγειρα;

Κάποια στιγμή ένας ευφυής καλεσμένος, ο Νταντιέ μονολογεί  «Να μάθουμε να είμαστε προσκεκλημένοι οι μεν των δε, μακριά από κάθε θρησκευτικό φανατισμό και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αλλιώς θα καταστραφούμε. Αχ, η τέχνη του προσκεκλημένου…» αλλά η φωνή του χάνεται στα τσουγκρίσματα της συγκατάβασης. Όταν όμως η Σόνια ακούει πως στο Παρίσι θα είναι πάντα μια φιλοξενούμενη, απαντά: Το ίδιο και αλλού. Παντού όπου κι αν πάω. Έτσι, είναι καλύτερα να ζω εκεί όπου νιώθω λιγότερο…προσκεκλημένη όπως λέτε. […] Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της. Αυτοί είναι που την επαναφέρουν στο μεγαλείο της, επειδή γι’ αυτό την αγαπούν. Πρέπει πάντα να κάνεις περισσότερα απ’ ότι οι Γάλλοι, για να ελπίζεις να γίνεις εντελώς Γάλλος, χωρίς ωστόσο ν’ αρνείσαι τον εαυτό σου. Με αυτό τον τρόπο, οι «ξένοι» της τραβούν τη χώρα προς τα πάνω. [σ. 159]

Η αποικιοκρατική συμπεριφορά, η αναπαραγωγή δόλιων στερεοτύπων και ο συγκαλυμμένος ρατσισμός θα βρίσκουν πάντα ιδανικό έδαφος στην ημιμάθεια και την κενότητα των προαστιακών μεγαλοαστών και όχι μόνο. Αλλά αυτοί δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή, ενώ η Σόνια την ζει παλεύοντας και την παλεύει ζώντας, καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της βρίσκεται σε κατάσταση φυγής, σε θέση μειοψηφούσα και μειονεκτική, σε μια διαρκή κατάσταση άμυνας και απολογίας αλλά και με την αμετακίνητη επιθυμία να είναι μια πρέσβειρα μιας Γαλλίας πεφωτισμένης και εξιδανικευμένης, της Γαλλίας του Διαφωτισμού. Σε αυτή τη διαρκώς «μεταβλητή γεωμετρία μια κινούμενης πραγματικότητας», όπου ονειρευόταν να είναι ακόμα κι αν η κουλτούρα δεν βρίσκεται στα βιβλία αλλά στη ζωή, η Σόνια είχε μάθει από τους καλούς συγγραφείς ότι αυτό το πλήθος μέσα της ήταν γόνιμο. Αυτή η ένταση θα ήταν ο πλούτος της. Μήπως για άλλη μια φορά, όπως τότε έτσι και τώρα, η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε όλοι προσκεκλημένοι;

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 196 [Les Invités, 2009].

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα δυο παραθέματα): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).

27
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 125

Χένρυ Μίλλερ – Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας, εκδ. Οδυσσέας, [με 13 τετραχρωμίες του Χουάν Μιρό], μτφ. Αγγελική Στραγητοπούλου, [Henry Miller, The smile at the foot of the ladder, 1948], σ. 8 -11.

Βουτηγμένα σε ομόκεντρους κύκλους σκιάς, αποκαλύπτονταν σειρές σειρές πρόσωπα που κάπου κάπου τα σκίαζαν κενά που ο προβολέας έγλειφε με την απληστία μιας γλώσσας, ψάχνοντας για κανένα δόντι που να λείπει. Οι μουσικοί κολυμπώντας στην αχλή και στις ακτίνες μαγνησίου, κολλημένοι στα όργανά τους σε μια κατάσταση παραίσθησης, με τα κορμιά τους να ταλαντεύονται σαν καλάμια στο αβέβαιο παιχνίδι της σκιάς με το φως. Ο ακροβάτης να στροβιλίζεται στον υπόκωφο χτύπο του ντραμ και ο καβαλάρης πάνω στο ασέλωτο άλογο να εμφανίζεται πάντα μέσα σε μια φανφάρα από σάλπιγγες. Όσο για τον Αύγουστο ήταν ποτέ το αδύναμο στρίγγλισμα ενός βιολιού και πότε ο σαρκαστικός ήχος του κλαρινέτου που τον ακολουθούσαν παντού καθώς χοροπηδούσε κάνοντας τα καλαμπούρια του. Όταν όμως έφτανε η ώρα της έκστασης, οι μουσικοί αλλόκοτα εμπνευσμένοι, παρασύρονταν σ’ αυτή την ελικοειδή αποκορύφωση της ευδαιμονίας, όμοιοι με βεγγαλικά καρφωμένα στην πλατεία ενός ξέφρενου πανηγυριού.




Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 881,910 hits

Αρχείο