Posts Tagged ‘Λογοτεχνία

25
Φεβ.
14

Ανδρέας Αποστολίδης – Αρχαιοκαπηλία και εμπόριο αρχαιοτήτων. Μουσεία, έμποροι τέχνης, οίκοι δημοπρασιών, ιδιωτικές συλλογές

teliko arxaiokapiliaΛηστές της τέχνης, κλέφτες του πολιτισμού

Ο συγγραφέας σχεδίαζε την συγγραφή ενός μη μυθοπλαστικού βιβλίου – μελέτης για την σύγχρονη αρχαιοκαπηλία κατά τη διάρκεια των ερευνών και των γυρισμάτων του ντοκιμαντέρ για το παράνομο εμπόριο ελληνικών αρχαιοτήτων [Το κύκλωμα, 2006]. Κινητήρια έμπνευση υπήρξε, μια δεκαετία περίπου νωρίτερα, η μετάφραση των βιβλίων του Όλιβερ Μπανκς Μανία για τον Καραβάτζο και Ο χαμένος πίνακας του Ρέμπραντ [εκδ. Άγρα, 1990 και 1995 αντίστοιχα]. Και να φανταστεί κανείς πως τα πρωτότυπα, τότε άγνωστα μυθιστορήματα προτάθηκαν στον συγγραφέα από φίλο του που τα ανακάλυψε σε κάποιο αεροδρόμιο. Δεν είναι συναρπαστική η αλυσιδωτή πορεία που μας οδηγεί μερικές φορές εδώ που βρισκόμαστε;

Το ντόμινο της έμπνευσης μόλις είχε ξεκινήσει, καθώς η αρχαιολογία ως μέθοδος ανασκαφής, το αστυνομικό μυθιστόρημα και η οπτικοακουστική λειτουργία του ντοκιμαντέρ αποτελούσαν αγαπημένα του παίγνια. Και το τιτάνιο σχέδιο του συνδυασμού τους, τυπωμένο τώρα πια, καλύπτει κάθε μορφή έρευνας και συγγραφής. Η πρωτογενής του έρευνα περιλαμβάνει μια μεγάλη σειρά συνομιλιών, αφηγήσεων, ερμηνειών. Ακόμα εντρυφά σε αρχεία, αποδελτιώνει τον τύπο, μελετά μελέτες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε φωτιστεί τόσο πολύ ο θεοσκότεινος και μουχλιασμένος κόσμος των κλεμμένων αρχαίων. Παρουσιάζονται αδιανόητες περιπτώσεις εγχώριας αρχαιοκαπηλίας, εκτίθενται όλα τα νομικά δεδομένα, αποκαλύπτονται όλοι οι εμπλεκόμενοι – πρόσωπα και, το ελεεινότερο, θεσμοί.

Κεφαλή Διονύσου Ληστεία ΚορίνθουΑπό πού να αρχίσει κανείς, από ποιο νήμα να πιάσει αυτή την Ατέλειωτη Ιστορία; Στην ιστορία των αμερικανικών μουσείων σταθμός υπήρξε το 1870, όταν δημιουργήθηκαν οι δυο μεγάλοι οργανισμοί: το Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης της Νέας Υόρκης και το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστόνης. Ήταν από τις πρώτες «εγκυκλοπαιδικές γκαλερί», που επιθυμούσαν να επιδείξουν την παγκόσμια τέχνη όλων των περιόδων και περιοχών. Μιλάμε για μια εποχή όπου ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος είχε τελειώσει και η διάχυτη εθνικιστική αναζωογόνηση έφερνε τους αμερικανούς σε ανταγωνισμό με την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Κι έτσι ενορχηστρώθηκε η μεγάλη μετανάστευση: τον επόμενο μισό αιώνα οι άδειες αίθουσες γέμισαν με έργα τέχνης απ’ όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές.

Η έννοια του μουσείου, μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 18ου αιώνα τώρα έπαιρνε διαφορετική μορφή στο Νέο Κόσμο. Σε αντίθεση με το Βρετανικό ή το Λούβρο που ήταν υπό κρατικό έλεγχο, τα αμερικανικά μουσεία ήταν ιδιωτικά, συνεπώς μπορούσαν να λειτουργούν χωρίς να αποδίδουν λογαριασμό σε κανέναν. Το μέτρο δε της επιτυχίας τους ήταν ο αριθμός των επισκεπτών τους – η δημοκρατική επιβεβαίωση ενός θεσμού αριστοκρατικής προέλευσης, γράφει ο Αποστολίδης. Κι η πολυπόθητη επισκεψιμότητα δεν μπορούσε παρά να επιτευχθεί παρά με νέα, εντυπωσιακά αποκτήματα. Κάπως έτσι, με διεργασίες που περιγράφονται στο βιβλίο, η μισή αρχαιολογική ιστορία της Κύπρου βρίσκεται στις αποθήκες του ΜΜΝΥ.

από την Γόρτυνα στο Λούβρο 1Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισε να γίνεται λόγος για το ύψος των χρημάτων που διακυβευόταν από τα μεγάλα μουσεία των ΗΠΑ και μια από τις απόψεις που διατυπώθηκαν υποστήριζε την στροφή στην αγορά μικρών αρχαίων ευρημάτων. Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα και με το κύμα σύλησης ταφών σε όλη την Ελλάδα σ’ εκείνη και την επόμενη δεκαετία, ιδιαίτερα στη Νεμέα, τις Κυκλάδες και την Κρήτη. Άλλωστε εκτός από τα μουσεία υπάρχουν και οι αγοραστές ιδιώτες, που ζούνε σε σχετικά μικρά διαμερίσματα στη Νέα Υόρκη και προτιμούν τα μικρού μεγέθους αρχαία από τα μνημειώδη. Κάπως έτσι οι συλλέκτες μεταπήδησαν από τις κλασικές στις κυκλαδικές αρχαιότητες!

Γύρω στο 1961 έγινε ηΤΟ-ΚΥΚΛΩΜΑ-ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ- μεγάλη λαθρανασκαφή στην Κέρο, μία από τις σημαντικότερες και αινιγματικότερες αρχαιολογικές θέσεις των Κυκλάδων, η οποία συνεχίστηκε σε όλη τη δεκαετία του ’60. Εκατοντάδες θραύσματα αγγείων και ειδωλίων κατέκλυσαν τη διεθνή αγορά, σχηματίζοντας στα χέρια του Ελβετού καθηγητή Ερλενμάγιερ τον λεγόμενο Θησαυρό της Κέρου. Η οικογένεια Γουλανδρή αμέσως απέκτησε τη συλλογή, ακολουθώντας μια γραμμή που έκτοτε τήρησε το ελληνικό κράτος, με βάση έναν νόμο του 1935: καλύτερα τα αρχαία να καταλήξουν σε ιδιωτικό συλλέκτη παρά να εκπατρισθούν. Η συναίνεση της αρχαιολογικής υπηρεσίας στην ανάμειξη ενός ιδιώτη σε μια ελληνική συλλογή εξυπηρετούσε το βασικό κριτήριο να μη φύγουν τα αντικείμενα στο εξωτερικό.

Έτσι η συγκέντρωση των κυκλαδικών ευρημάτων έδωσε την ευκαιρία στους Έλληνες αρχαιολόγους να ασχοληθούν με την καταγραφή τους και συνεπώς οι εγχώριοι επιστήμονες αποτέλεσαν ανεπίληπτα συστατικό μέρος της όλης προβληματικής κατάστασης. Είναι η αντίληψη που επικρατεί τη δεκαετία του ’60 πριν από τη Συνθήκη της ΟΥΝΕΣΚΟ που έμελλε δραματικά να αλλάξει ολόκληρη την ηθική γύρω από τη διεξαγωγή του εμπορίου αρχαιοτήτων και τη συγκρότηση ιδιωτικών συλλογών.

christiesΤι συμβαίνει όταν κάτι βγαίνει από το έδαφος στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Ιορδανία ή την Ιταλία; Μια μεγάλη διαδρομή που έχει ως πρώτο σταθμό το Φρη Πορτ της Γενεύης, ένα τεράστιο συγκρότημα αποθηκών στο οποίο μπορεί να εισάγονται και να εξάγονται αρχαιότητες χωρίς κανέναν τελωνειακό έλεγχο, πιστοποιητικό ή παραστατικό προέλευσης. Μα πώς διαφεύγει, αναρωτιέμαι, από τους τόσο νομότυπους Ελβετούς; Μια σταθερή κατάληξη αποτελούν οι γνωστοί οίκοι Κρίστι’ς και Σόθμπι’ς. Η μεγαλύτερη δημοπρασία ελληνικών αγγείων που έγινε ποτέ πραγματοποιήθηκε το 2000 στους Κρίστι’ς. Η ελάχιστη έστω νομιμοποίηση της δημοπρασίας αυτής και κάθε ανάλογης στηρίζεται πρώτα στο γεγονός ότι κάποιος αρχαιολόγος παίρνει την ευθύνη να συντάξει, να προλογίσει και να σχολιάσει τον κατάλογό της!

Το 1992 εγκαινιάζεται στην Ιερουσαλήμ ένα νέο ιδιωτικό μουσείο, το Μουσείο των Χωρών της Βίβλου, που σε λίγα χρόνια εμφανίζει μια εντυπωσιακή ξεχωριστή πτέρυγα με ελληνικές αρχαιότητες. Μόνο που δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη ένδειξη για το πού και πότε βρέθηκαν τα συγκεκριμένα εκθέματα. Κατά τα άλλα, σκοπός του μουσείου είναι η συγκέντρωση αντικειμένων από την βιβλική περίοδο, ώστε «άνθρωποι όλων των πεποιθήσεων να επιστρέψουν στα ήθη και την ηθική της Βίβλου». Η ηθική πάνω απ’ όλα!

Βόρεια ΚϋπροςΣε κάποιο άλλο κεφάλαιο διαβάζουμε για το Τέμπλο της Παναγίας της Κανακαριάς και την Μαφία του Μονάχου. Στο βόρειο, κατεχόμενο τμήμα του νησιού, οι είκοσι περίπου χιλιάδες εικόνες που κλάπηκαν από εκκλησίες και μοναστήρια μεταφέροντας στις καρότσες των αγροτικών ημιφορτηγών με κατάληξη συνήθως το Μόναχο. Εδώ η αφήγηση ξεπερνάει κάθε κινηματογραφική φαντασία. Η εκκλησία λεηλατήθηκε το 1976 κι έγινε γνωστή μόλις το 1979 από έναν Άγγλο τουρίστα. Δέκα χρόνια μετά μια έμπορος τέχνης στην Ινδιανάπολη αγόραζε από γνωστό αρχαιοκάπηλο τέσσερα ψηφιδωτά του ναού, αλλά η έφορος του Μουσείου Πωλ Γκεττύ την κάρφωσε στην Εκκλησία της Κύπρου, η οποία την μήνυσε και κέρδισε την υπόθεση.

Η απόφαση ήταν ιστορική, διότι δεν ασχολήθηκε με τον φυσικό αυτουργό της κλοπής αλλά με τον έμπορο τέχνης που εισέπραξε το μερίδιο του λέοντος από την όλη συναλλαγή. Φυσικά τα συγκεκριμένα συναλλακτικά «ήθη» και έθιμα δεν άλλαξαν στο παραμικρό. Η περίπτωση της Κύπρου είναι ενδεικτική: το διεθνές εμπόριο εκμεταλλεύεται ιδιαίτερα τις χώρες όπου επικρατεί πολιτική αστάθεια, εμφύλιος πόλεμος, τοπική σύρραξη ή ξένη κατοχή. Τα παραδείγματα είναι πολλά: Λίβανος, Σομαλία, Καμπότζη, Αφγανιστάν, Ιράκ. Και στον αντίποδα, η ιστορία που ούτε κινηματογραφικά δεν μπορεί να αποδοθεί: η περίφημη ληστεία της Κορίνθου, που παρουσιάζεται σε ένα αδιανόητο χρονικό, από την εμπλοκή ομογενών «πατριωτών» μας και τα κοντέινερ στο Μαϊάμι της Φλόριντα όπου βρίσκονταν κρυμμένα για οκτώ χρόνια μέχρι την επιστροφή τους.

IRAQ-US-MUSEUMΜια μεγάλη πυραμίδα αποτελεί πλέον θεσμικό και αποδεκτό μνημείο της μεγάλης πολιτισμικής κλοπής. Το εμπόριο στηρίζεται στις λαθρανασκαφές, την κλοπή και την λεηλασία. Ακολουθούν αγοραστές και συλλέκτες, μουσεία και ιδιώτες. Ο όρος κύκλωμα ίσως είναι πολύ μικρός για να περιλάβει όλα τα γρανάζια ενός τόσο βρώμικου συστήματος. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα βιβλίο που οφείλουν να διαβάσουν όχι μόνο όλοι όσοι «ασχολούνται» με τον πολιτισμό αλλά και εκείνοι που υμνούν να μιλούν εξ ονόματος της εθνικής μας κληρονομιάς. Θα ήταν απλώς ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα αν επρόκειτο για μυθοπλασία. Δεν είναι όμως, συνεπώς απαιτεί ορθάνοιχτα μάτια και πολύ γερό στομάχι για να διαβαστεί και, κυρίως, να χωνευτεί.

Εκδ. Άγρα, 2006, 535 σελ. Περιλαμβάνονται: γυαλιστερό 32σέλιδο με 72 έγχρωμες φωτογραφίες με τις επεξηγήσεις τους. Επίμετρο: Παράρτημα 1: Η Σύμβαση του 1972, Η Διακήρυξη της Φιλαδέλφειας, Πίνακας με τα 172 πιο ακριβά αγγεία που πουλήθηκαν σε δημοπρασίες από το 1960 έως το 2000, βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Κεφαλή Διονύσου από την ληστεία της Κορίνθου / Από την Γόρτυνα στο … Λούβρο / Βυζαντινός ναός στη Βόρεια Κύπρο / Βαγδάτη 2003.

28
Δεκ.
13

Μπάμπης Αργυρίου – Έχω όλους τους δίσκους τους

exooloustousdiskoustous To μυθιστόρημα της ροκ εντ ρολλ κοινότητας του ’80 και του πάντοτε

Τα ροκ τραγούδια που είναι αφιερωμένα στις ήττες των ανθρώπων πλειοψηφούν συγκριτικά, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Μιλάμε για ροκ, ρε διάολε, όχι για ηπειρώτικα μοιρολόγια. Κουρασμένοι απ’ τη μοναξιά, τη φτώχια, την έλλειψη συντρόφου, τσακισμένοι απ’ τις αναποδιές, οι μουσικοί δεν χορταίνουν να περιγράφουν την παράδοσή τους στη θλίψη, πάνω σε μια λυπημένη μελωδία, για να τροφοδοτούν τους πεινασμένους για συναίσθημα εκεί έξω. Στη συνέχεια όμως αυτό γίνεται δουλειά. Πολλές φορές φέρνει πλούτο. Η φτώχια καταλήγει ανάμνηση. […] Τραγούδια όπως το Standing by the Sea δεν σου λένε να κλάψεις, δεν σου δίνουν οδηγίες πώς να ξεφορτώσεις το βάρος απ’ το στήθος, δεν προσπαθούν να σε πείσουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο μυαλό σου, ούτε σου εξηγούν γιατί έφτασε ο ήρωας εδώ. Σου δίνουν μια σπρωξιά και πέφτει στον κόλπο με τους καρχαρίες. Τα υπόλοιπα, το εξής ένα, πρέπει να το βρεις μόνος σου. Και αυτό δεν είναι να επιπλέεις ακίνητος, περιμένοντας το ναυαγοσωστικό. […] Δεν χρειάζεται να λένε πολλά τα τραγούδια, αυτή είναι η δουλειά των βιβλίων· τα τραγούδια είναι σαν τις τελείες: ένωσέ τις με γραμμές και θα δεις να προβάλλει μπροστά σου η κρυμμένη εικόνα. [σ. 116]

1. Bad Education

Ο μονόλογος του Σίμου Μπάνση δεν ακολουθεί απλώς τις προσωπικές του σκέψεις υπό την πείρα μιας τριακονταετίας πιστών και συνειδητοποιημένων ακροάσεων του σύγχρονου ροκ αλλά και το σχέδιο του … προγραμματικού κειμένου της νέας του ραδιοφωνικής εκπομπής! Αν η μουσικοπάθεια, σκεφτόταν νωρίτερα, κληρονομείται, τότε τού μεταγγίστηκε με τα καλώδια του οικιακού ραδιοφώνου Τελεφούνκεν που δεν γνώρισε τι σημαίνει διακόπτης κλεισίματος. Όμως ο αυτοπρόσωπος αφηγητής μας έχει φροντίσει έγκαιρα να απομακρυνθεί από τονDrake μύθο των ηρώων που οφείλουν να είναι γεννημένοι από χωρισμένους γονείς ή σε παράφρον σπίτι, με περιπετειώδη ζωή ή στιγματισμένα χαρακτηριστικά – ευτυχώς, γιατί εδώ και χρόνια έχουμε συμπληρώσει τον απαραίτητο αριθμό απόβλητων και καταραμένων.

Όμως …κάποιες από τις παιδικές μνήμες, τότε που «βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε και δεν εκτιμούσαμε την αξία της ανέμελης ζωής», δεν υπάρχουν στο οικογενειακό αρχείο αλλά πλάθονται πολύ διαφορετικές από τις πραγματικές – και τελικά διαφέρουμε τόσο πολύ από τους γονείς μας. Τουλάχιστον ο Σίμος ευφραίνεται με τα σενάρια διαφορετικών προγονικών καταβολών, έτσι για το γούστο. Μήπως η μια γενιά παίζει επίθεση και η επόμενη κάνει συντήρηση, μήπως οι απόγονοί μου θα είναι καρμπόν των γονέων και δεν θα μπορώ να τους εμφυσήσω αγάπη για τίποτα; Παιδιά φτωχών και άσημων ορχανοπαιχτών έγινα διάσημα και παρήγαγαν σπουδαίο έργο, ενώ παιδιά διάσημων μουσικών που ν’ ακολουθούσαν το επάγγελμά τους και να ξεπέρασαν σε αξία τους γεννήτορές τους, δεν μπορώ να θυμηθώ. Θα φταίνε τα χιλιάδες βιβλία, οι δίσκοι και οι ακριβοί πίνακες στους τοίχους.

2. Ψυχοφωνητdrake 1_ής και ραδιοσταθμάρχης

Στη ζωή του Σίμου υπάρχουν τα όνειρα, όπως η κινηματογράφηση μιας οριακής ταινίας ή έστω η συνέχεια των Κουρελιών του Νικολαΐδη – τι κέρδισε άλλωστε μετά από τόσα χρόνια ατολμίας; – κι ύστερα υπάρχει και η μεροκάματη πραγματικότητα: η ανάληψη θέσης τηλεφωνητή στην Speak-a-tel, τηλεφωνείο ψυχολογικής υποστήριξης, τα ευήκοα ώτα όπως τα χαρακτηρίζει ο κυρ υπεύθυνος. Σ’ ένα δωμάτιο μεγέθους ανελκυστήρα σκοπεύει να ξεφορτώνει λίγα γραμμάρια από το βάρος των πελατών ή απλά οι τηλεγραμμικές του, να βγάλουν το βράδυ. Μήπως και ο ίδιος δεν ζητάει από το παρελθόν να περάσει έξω, ή τέλος πάντων να γυρίσει σελίδα στη ζωή του; Για περίμενε. Γιατί ενεργώ σαν θύμα της προπαγάνδας των βιβλιόφιλων και δε χρησιμοποιώ μουσικοφιλικές αλληγορίες; Θα γυρίσω το δίσκο, θα βάλω τη βελόνα στο επόμενο κενό αυλάκι, θ’ αλλάξω κασέτα, σταθμό, δισκάδικο, θ’ αφήσω πίσω το σαπόρτ και θ’ απολαύσω το πρώτο όνομα…

Αλλά όπως κάθε πρόθυμος μοιραστής της λατρευομένης  μουσικής, ο Σίμος ονειρεύεται άλλο στούντιο και η συνάντηση με τον ιδιοκτήτη του ραδιοφωνικού σταθμού (γύρω στα εξήντα, άρα πολύ μικρός για ν’ απολαύσει το καλοκαίρι της αγάπης κBuckley_1αι πολύ μεγάλος για να ενσωματωθεί με τους πανκς)  εξελίσσεται σε διαμάχη ιδεών με μονόλογο νικητή, που επιθυμεί να γνωρίσει ο κόσμος τα άλλα συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80 αλλά είναι ιδιαίτερα εύστροφος ώστε να μην το αποκαλύψει.

Θέλω οι σημαντικοί δίσκοι ν’ αποκτήσουν σεβασμό ανάλογο με των σπουδαίων λογοτεχνικών έργων. Για πολλούς ανθρώπους του Paris 1919 του John Cale είναι εξίσου σημαντικό με οποιοδήποτε βιβλίο του Graham Greene – τον φέρνω ως παράδειγμα γιατί ο δίσκος περιέχει ένα τραγούδι αφιερωμένο σ’ αυτόν. […] Η μουσική είναι σημαντική για κάποιους, όσο η ιδεολογία για τους αριστερούς που τραβούσαν τα πάνδεινα εξαιτίας της. Μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς την αγαπημένη σου μουσική, μπορείς να υπογράψεις δήλωση αποκήρυξής της; Είναι ένα απ’ τα τελευταία καταφύγια των απογοητευμένων από μεσσίες, ηγέτες, γκουρού και λοιπούς σωτήρες. […] Σου δίνει αυτοπεποίθηση, βγάζει ό,τι καλύτερο έχεις μέσα σου, σου θυμίζε αρετές που είχες ξεχάσει ότι διέθετες. Ένας τίτλος ή ένας στίχος μπορεί να γίνει οδηγός στη ζωή σου.

3. Τα φαντασιακά παίγνια ή [That’s] Entertainment

LP vicΈνα σπάνιο χαρακτηριστικό του Σίμου (κι ένα απολαυστικό μυθιστορηματικό συστατικό) είναι το διαρκές προσωπικό παιχνίδι ερωτήσεων, πιθανοτήτων, προβλέψεων και ασκήσεων πάνω στην παρελθούσα μνήμη, τα εναλλακτικά παρόντα και τις μελλοντικές παραλλαγές. Όποτε δεν συντάσσει λίστες, στο «ιδεοδρόμιο» του προσγειώνονται προσχέδια, λάθος προσενάρια μικρού ή μέγιστου μήκους αλλά και η …κριτική τους. Όταν, για παράδειγμα, μετά την «πρόσληψή» του τρυπώνει στο μπαρ Atomizer σπαρταριστά συλλογίζεται περί καινοτόμων μπαρ ή περί επιμελητών των ηχητικών μας αναγκών – στους τελευταίους ανήκει και η δισκοθέτρια του μαγαζιού, σύντομα το επίλεκτο ήμισυ του έρωτα.

Μπορεί λοιπόν ο Σίμος να είναι δεινός κολυμβητής της σκέψης και της μνήμης αλλά έχει και μια σειρά τρυκ να απολαμβάνει τα κενά ανάμεσά τους: παίρνει συνέντευξη από τον εαυτό του, επιστρατεύει την «εσωτερική αντιπολίτευση», παίζει το δύσκολο παιχνίδι της αντιστροφής των θέσεων, πιάνει κουβέντα με τους διαφορετικούς του εαυτούς (που κονταροχτυπιούνται ανάμεσα σε θετικές και αρνητικές οπτικές). Ο προβληματισμός του, για παράδειγμα, πώς γίνεται και στο ροκ απουσιάζουν οι μη σωματικά υγιείς και αρτιμελείς ενώ πλεονάζουν οι ψυχικά και διανοητικά ανάπηροι οδηγεί και σε μια συγκλονιστική συνομιλία μεταξύ Robert Wyatt και Vic Chesnutt, που εκπροσωπούν την πιο αισιόδοξη και απαισιόδοξη, αντίστοιχα, στάση απέναντι στην ζωή μετά από τα τραγικά τους ατυχήματα.

4. Blue turns to Pink

Με αυτές λοιπLP f.όν τις παράλληλες πραγματικότητες, την εξομολογητική γραφίδα αλλά τις ευφάνταστες αναρτήσεις στο προσωπικό του μπλογκ ο Σίμος εκφράζει όσα ζει στον έρωτα, στη σχέση του με τη μουσική και στους δυο πόλους της καθημερινότητας, επαγγελματικής και ερασιτεχνικής. Γύρω του οι απαραίτητες πολύτιμες φιλίες, ο αναπόφευκτος θάνατος των αγαπημένων, ο μέντορας αδελφός του Στέφανος που τού εμφύσησε την ευγενή του μουσικομανία, και βέβαια η Μαρίνα, οι πνευματώδεις και λογοπαίγνιες συζητήσεις με τις οποίες ολοκληρώνουν τα σπάνια συστατικά ενός έρωτα που αναπνέει παράλληλα με την μουσική. Κι αν περιμένει κανείς σελίδες επί σελίδων για τους προσωπικούς μας ναούς, τα δισκοπωλεία, όχι· αρκεί ένα κεφαλαιώδες κεφάλαιο για να μεταδώσει την τελετουργία τους αλλά και να εκκινήσει την ιδανικότερη αρχή ενός έρωτα, πάνω από το The Good Earth των Feelies, κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί ο Σίμος σε ανάλογες γνωριμίες χάνει τις λέξεις και μόνο αργότερα «η γλώσσα τις διαλέγει εύκολα μέσα απ’ το αποθεματικό». Ευτυχώς στην πορεία όπου λείπουν οι λέξεις, περισσεύουν οι νότες, όπως στη μαγική στιγμή του χορού της Μαρίνας υπό το Dancer της PJ Harvey, αιχμάλωτη στον κόσμο του, όμηρος στον κόσμο της.

Hsker+D5. Heroes

Οι αξιοπρεπείς των συγκροτημάτων όπως οι Husker Du, εκείνοι που επηρέασαν τη γλώσσα, προσθέτοντας λέξεις δικής τους επινόησης ή αναγκάζοντας στον ορθογράφο του word να τις δέχεται ως σωστές – βλέπε Byrds, οι αφοσιωμένοι της δημιουργίας και οι επιτυχημένοι χωρίς συμβιβασμούς, οι μουσικοί που θέλουμε να γερνάνε μαζί μας, όλοι οι υψηλόβαθμοι στις καρδιακές του θέσεις βρίσκονται εδώ. Καθώς η μία ιστορία ρέει, μια άλλη εισχωρεί μέσα της, κάποιες φράσεις τους εμπεριέχουν μερικούς σημαδιακούς στίχους για όσους έχουν στιχουργική μνήμη, ευρηματικές παρομοιώσεις έχουν ως αποτέλεσμα καμία σελίδα να μην είναι ανέκπληκτη  και γενικώς ενώ θες να τρέξεις λαχανιαστά την ανάγνωση σε ταχύτητες πανκ ή έστω ποστ πανκ, σταματάς κάθε λίγο για να μη σου ξεγλιστρήσει το εύρημα της παραγράφου.

6. Rock’n’roll High School

Κορυφαίες ανάμεσα στις εσωτερικές ιστορίRamonesες είναι μια φαντασιακή συνάντηση μερικών μορφών του ελληνικού ροκ, η συνέντευξη μ’ έναν επιβεβλημένο μουσικό – δηλαδή τα διαπιστευτήρια του συμβιβασμού με τον ραδιοσταθμό – που δέχεται τις ερωτήσεις που κανείς ποτέ δεν τολμά να απευθύνει στους «καλλιτέχνες», και το σκάρωμα ενός ντοκιμαντέρ για την σκηνή της δεκαετίας του ’80, με εξομολόγο τον Στέφανο, που θυμάται, μεταξύ άλλων, τις ραδιοπειρατικές μέρες: Ενημέρωσα, διασκέδασα, συντρόφευσα, γέμισα τις άδειες κασέτες μερικών χιλιάδων ακροατών μου, μέχρι που ήρθε η ελεύθερη ραδιοφωνία και συνέθλιψε εμένα και τους ομοίους μου με τους πανίσχυρους πομπούς της. Αυτή είναι η ανταμοιβή όλων όσοι ψυχαγώγησαν εκατομμύρια και όταν έσβησαν οι λυχνίες ξεχάστηκαν. Καμία καταγραφή όσων εξέπεμψαν, κανένα αρχείο εκπομπών δεν θα υπάρξει ποτέ για τους παράνομους

Εδώ βρίσκεται η επιτομή μιας ολόκληρης εποχής που έχει μείνει άγραφτη, πόσο μάλλον αλογοτέχνητη· της εποχής εκείνης όπου μπορούσες να παρακολουθήσεις τα γκρουπ απ’ το ξεκίνημά τους και να μεγαλώνεις μαζί με τους μουσικούς, όπου αγόραζες ένα δίσκο ακόμα κι επειδή σου άρεσε το όνομα ή το εξώφυλλο, οι συναυλίες που γίνονταν στα πιο απίθανα μέρη και έδιναν την αίσθηση της γιορτής μαζί με αληθινούς ανθρώπους, στα δισκάδικα και στα λάιβ η αίσθηση της κοινότητας ήταν διάχυτη. Είναι πιο ευτυχισμένοι οι ακροατές σήμερα;

cale_1_by_xcinnx-d3j4ved7. Roller Under

Από την στιγμή που τόσοι από εμάς υπήρξαμε θερμοί ακροατές – ορισμένοι και συμμέτοχοι – του σύγχρονου ροκ κατά την δεκαετία του ’80 κι έπειτα, η διασταύρωσή μας με τον Μπάμπη Αργυρίου υπήρξε αναπόφευκτη. Μυρίζομαι μάλιστα πως μια στρατιά παρουσιαστών θα σπεύσουν να παρουσιάσουν πειστήρια της γνωριμίας, λες και δεν περάσαμε ολόκληρη η κοινότητα από τα χέρια του ως αναγνώστες [φανζίν Rollin Under], από τη φωνή του ως ακροατές [Radio Free], από το αισθητήριό του ως παραλήπτες κασετών, από τα μοιράσματά του ως αλληλογράφοι και αλληλομουσικολήπτες, ηλεκτρονικοί παρακόλουθοι των γραφών του [Mic.gr], ξεκαρδισμένοι των αφορισμών του, ευτυχείς ακούραστοι των λογοπαιγνίων του. Στα έντυπά του ανέπνεε ένας λόγος χυμώδης και χειμαρρώδης, αλογόκριτος και φαντασιώδης, καθώς κάθε συμμέτοχος ερχόταν όχι μόνο να γράψει ακριβώς εκείνα που θα ήθελε να διαβάσουν αλλά δεν έβρισκε πουθενά, αλλά και να τα γράψει με τον τρόπο που θα κρατούσε την ανία τιμωρημένη στη γωνία.

daniel johnsonΠήγα να γράψω «ο συγγραφέας» και δεν μου αρέσει η προσφώνηση αλλά η πλούσια κατά τα άλλα γλώσσα μας δεν διαθέτει μια κατάλληλη λέξη για τον γράπτη περί μουσικής, άρα κατ’ επέκταση για όλη μας τη ζωή και οτιδήποτε την απογειώνει ή την καταβαραθρώνει. Πώς να γραμματολογήσουμε εκείνον που εκκινεί από ένα κριτικό κείμενο και καλύπτει βαθύτατες σκέψεις, εκείνον που ακόμα και σ’ ένα πεντάγραμμο παρουσιαστικό γραπτό σε κάνει να γελάσεις δυνατά, να σκεφτείς σοβαρά, να ξαναδιαβάσεις δυο τρεις φορές για την ευχαρίστηση, να προσθέσεις στο λεξιλόγιό σου νέες λέξεις, να παραδεχτείς νέες οπτικές για τη μουσική της ζωής σου ή την μουσική γύρω από τη ζωή σου; Ίσως γι’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα δεν με εκπλήσσει: είμαι εξοικειωμένος με τις ολιγόλεκτες έως γεμιστές κριτικές του, τα διασταυρούμενα σημειώματα ετών επί ετών, ακόμα και τα απολαυστικά παρουσιαστικά σχόλια στην σειρά των δίσκων με τις επιλογές κάθε μήνα.

8. Ssage1traight Ahead

Όσα και να ζήσει ο Σίμος, τα σχέδιά του δεν σταματούν ποτέ, και δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από την αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων, όπως σκέφτεται κάποια στιγμή. Και, πολύ περισσότερο, συσκέφτομαι ο ίδιος, η αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων από δημιουργικούς ανθρώπους. Πώς το έλεγε ο Greg Sage των Wipers που φυσικά δεν λείπει από τη διήγηση; Straight ahead… Κι αν οι δικοί μας έρωτες δεν χωράνε σε καμία φωτοσκίαση, γιατί «δεν τους αρέσει το απόλυτο σκοτάδι ούτε αντέχουν το πολύ φως», ας τελειώσουν με μια φαντασμαγορική τελετή.

Με την ανάγνωση αισθάνθηκα όπως το ζευγάρι στη συναυλία στην Σερβία – γιατί το λάιβ θα είναι πάντα η αφορμή ενός ταξιδιού· εκεί ο Σίμος ένοιωσε πως βρίσκεται ανάμεσα σε δικούς του ανθρώπους, χωρίς ψεύτικα περιτυλίγματα, που όλοι βιώνουν ένα ήρεμο αλλά βαθύ ωριαίο οργασμό. Άλλωστε αυτό ήταν «το δικό του S&M είναι Sex and Music».Thank you master!

Blue OrchidsΧωρίς μουσική, η μέρα θα ήταν βουβή ταινία χωρίς χρώμα. Η ολιγόωρη έκθεση σ’ αυτήν μπορεί να σε καθαρίσει εσωτερικά, ή χρόνια να σε καθορίσει. […] Χαιρόμουν περνώντας τις τάξεις, με τσάκωνα ν’ ακούω πιο δύσκολα μαθήματα. Άφηνα νέους ανθρώπους να εισβάλουν μέσω των ηχείων στη ζωή μου, τους έκανα φίλους και εραστές, περίμενα ανυπόμονα την επόμενη επίσκεψή τους. Όσο αφηγούνταν αληθινές κι ενδιαφέρουσες ιστορίες, η σχέση μας κυλούσε αρμονικά· όταν έχαναν ή υποβάθμιζαν εσκεμμένα αυτά που αγαπούσα σ’ αυτούς, ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος. Άφηνε όμως μια γλύκα πίσω του, το απογοητευτικό τέλος δεν έσβηνε το θαυμασμό και την προηγηθείσα αγάπη. Οι δίσκοι της ζωής μου δεν έχουν μόνο καλά τραγούδια, είναι η ιστορία μου, μέρος της μόρφωσής μου, αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσής μου. [σ. 124]

ochsΕκδ. Mic Books, 2013, σελ. 330, με 11σέλιδες σημειώσεις πάνω στα τραγούδια, τους δίσκους και τους καλλιτέχνες που αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Κεντρική διάθεση: εκδ. Απόπειρα,  Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις εικόνες: Μπάμπης Αργυρίου, Nick Drake, Tim Buckley, Husker Du, Ramones, John Cale, Daniel Johnston, Greg Sage (Wipers), Blue Orchids, Phil Ochs, που ακούγονται ή λέγονται σε καίρια μυθιστορηματικά σημεία.

24
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 130

Luminato2012_Literary_Nicole-Krauss_Photo-by-Patrick-ShawΝικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 51 [Nicole Krauss, The Great House, 2010].

… οποιοδήποτε άλλο μουσικό κομμάτι που με επηρεάζει βαθιά, ποτέ δεν θα το άκουγα μπροστά σε άλλους, ακριβώς όπως δεν θα έδινα σε κάποιον ένα βιβλίο που αγαπώ ιδιαίτερα. Είναι μια παραδοχή που με κάνει να ντρέπομαι, γιατί γνωρίζω ότι αποκαλύπτει κάποια θεμελιώδη έλλειψη της φύσης μου, έναν εγωισμό· και γιατί συνειδητοποιώ ότι έρχεται σε αντίθεση με την προδιάθεση των περισσότερων, των οποίων το πάθος για κάτι τους ωθεί να θέλουν να το μοιραστούν, να πυροδοτήσουν ένα παρόμοιο πάθος στους γύρω τους, όπως επίσης γνωρίζω και ότι αν εν είχα επωφεληθεί από έναν παρόμοιο ενθουσιασμό θα εξακολουθούσα να αγνοώ πολλά από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία και μουσικά έργα, με καλύτερο παράδειγμα την τρίτη κίνηση του Opus 131 που τόσο κουράγιο μου έδωσε μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1967. Αντί όμως για διεύρυνση, πάντοτε αισθανόμουν μια συρρίκνωση της προσωπικής μου απόλαυσης όταν καλούσα κάποιον άλλο να τη μοιραστεί, μια ρήξη στη βαθιά σχέση που ένιωθα με το έργο, μια εισβολή στον ιδιωτικό μου χώρο.

02
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 128

Γουίλιαμ Νταλρίμπλ, Η Ιστορία της Μοναχής, σε: Ιερή Ινδία. Εννιά ζωές, εννιά ιστορίες. εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Γιώργος Καλλαμαντής, σ. 47 [William Dalrymple, Nine Lives, In Search of the Sacred in Modern India, 2009].

Ο κόσμος θεωρεί τον τρόπο ζωής μας τραχύ – και από πολλές απόψεις είναι. Αλλά το να βγαίνεις στον άγνωστο κόσμο και να τον αντιμετωπίζεις χωρίς δεκάρα στην τσέπη σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, ενώ αναδύεται μια κοινή ανθρωπότητα. Ως περιπλανώμενοι εμείς οι μοναχοί και οι μοναχές έχουμε απελευθερωθεί από τις σκιές του παρελθόντος. Η ζωή με περιπλάνηση, χωρίς υλικά περιουσιακά στοιχεία, απελευθερώνει τη ζωή μας. Υπάρχει μια υπέροχη έννοια φώτισης, να ζεις κάθε μέρα όπως έρχεται, χωρίς τα άγχη της ιδιοκτησίας, χωρίς βάρη. Το ταξίδι και ο προορισμός, η σκέψη και η πράξη γίνονται ένα, μέχρι που μοιάζει να κινούμαστε σαν ποτάμι, εντελώς αποδεσμευμένοι.

25
Νοέ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 127

Κάρλος Φουέντες – Η θέληση και η τύχη, εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, σ. 73 [Carlos Fuentes, La voluntad y la fortuna, 2008].

Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν. Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού. Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.

18
Νοέ.
12

Pierre Assouline – Οι προσκεκλημένοι

Η κοινωνία του αφιλόξενων και ο χαμένος διαφωτισμός

Ήξεραν να συμπεριφέρονται, ακόμα κι όταν η αρμονία χανόταν. Οι υπερβάσεις περιορίζονταν στα αποδεκτά όρια, χάρη σε ένα είδος αυτολογοκρισίας, η οποία υποδείκνυε στο καθένα μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Σπάνια δείπνο κατέληγε σε πυγμαχία· τότε η οικοδέσποινα έπρεπε να φανεί βίαια μετριοπαθής και η τάξη επανερχόταν. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα μιντιακά ήθη δεν είχα επηρεάσει τους προσκεκλημένους σε βαθμό που να τους κάνουν να ξεχάσουν τοις στοιχειώδεις κανόνες της κατ’ ιδίαν συνομιλίας. Οι παραβιάσεις ήταν ανεκτές εφόσον δεν διαιωνίζονταν και δεν πολλαπλασιάζονταν. Όχι άτοπες διακοπές, όχι αποκλειστικό μονοπώλιο του λόγου. Καμία από αυτές τις ανυπόφορες συνήθειες της τηλεόρασης, που απεχθανόταν ο Νταντιέ, επαναλαμβάνοντας πως το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν το μοναδικό μέσο να μιλά χωρίς να το διακόπτουν. [σ. 138]

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στα δείπνα της Σοφί ντυ Βιβιέ, στο υψηλό σαλόνι της στο ακόμα υψηλότερο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού. Η επιδειξιο-τελειομανής οικοδέσποινα έχει ως ιερό καθήκον της τον εντυπωσιασμό των καλεσμένων της – ακόμα και αν οι άνθρωποι πλήξουν στα δείπνα της, η ανία τους οφείλει να είναι ξεχωριστή. Πολύτιμη συνεργάτης της στην μόνη αυτή δραστηριότητα που γεμίζει τη ζωή της είναι η οικιακή βοηθός Σόνια. Η νεαρή Μαροκινή διακρίνεται και ενίοτε αντιπαθείται για το περίφημο περήφανο χαμόγελό της, όχι κάποιου αισθήματος ανωτερότητας αλλά μιας ήρεμης βεβαιότητας εκείνων που απλώς αισθάνονται όμορφα. Η μεταξύ τους σχέση μετράει ήδη πέντε χρόνια χωρίς την παραμικρή εκδήλωση συναισθηματικής κατανόησης, αλλά με το μέγιστο ποσοστό ανοχής. Όσα δεν λένε έχουν μεγαλύτερη σημασία από έναν διάλογο επιχειρημάτων. Η ανταλλαγή απόψεων θεωρείται επικίνδυνη· θα σήμαινε οικειότητα και θα απειλούσε την σχέση εξουσίας.

Η οργάνωση των δείπνων ακολουθεί την εμμονή της εμψυχώτριάς τους, που επιμένει ιδιαίτερα στην ταξιθέτηση των προσκεκλημένων σύμφωνα με τις δικές ιδέες περί έλξης και απώθησης «σε μια εύθραυστη ισορροπία αυτής της Γιάλτας της κοσμικότητας». Η διάταξη των θέσεων, η επιστολογραφία των προσκλήσεων και η προμελέτη όλων των εξελίξεων αποτελούν το επίκεντρο της ζωής της· η δε πρόβλεψη κάθε πιθανού απρόοπτου ολοκληρώνει την πολεμική της ετοιμότητα. Πώς είναι δυνατόν να αποτύχει η επιστήμη των δεξιώσεων και η τέχνη των αναλογιών; Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο Θέατρό της, κι ας πρόκειται για γαλλική κωμωδία. Κι όμως, το ξαφνικό κώλυμα ενός προσκεκλημένου περιορίζει τους συνδαιτυμόνες στον ανεπιθύμητο αριθμό των δεκατριών. Ως έσχατη λύση επιλέγεται η Σόνια.

Οι προσκεκλημένοι ακονίζουν τα μαχαίρια τους: άλλοι ενοχλούνται από την μιαρή παρουσία, άλλοι ετοιμάζονται να απολαύσουν την ταπείνωσή της, όλοι εμβρόντητοι πληροφορούνται τις διδακτορικές της σπουδές. Η ανάκριση αρχίζει και οι ανώτερες τάξεις καιροφυλακτούν για τις απαντήσεις της μετανάστριας, μέσα στις οποίες αγωνιούν να διακρίνουν ομολογίες και δικαιολογίες. Η ευστροφία τους φτάνει μόνο μέχρι τους γνώριμους τρόπους απαξίωσης: μπερδεύουν το επώνυμό της, θυμούνται το φολκλόρ της χώρας της, αναρωτιούνται ποιοι την προώθησαν και πού ελπίζει να εργαστεί. Μόνο που η Σόνια παρά την αρχική της αμηχανία αποδεικνύεται εξαιρετική χειρίστρια του λόγου και αποστομωτική συνδιαλεγόμενη. Την ίδια στιγμή που μετατρέπεται σε έκθεμα, αμέσως επιστρέφει τους προβολείς στους επιτιθέμενους, που ο ένας μετά τον άλλον καταπίνουν τη γλώσσα τους.

Αρκεί να υπήρξες κάποτε φτωχός για να ανήκεις για πάντα στο στρατόπεδο εκείνων που δεν αντέχουν να μιλούν οι άλλοι για τη φτώχια παρά μόνο αν ξέρουν καλά για τι μιλούν. Δεν αντέχουν ούτε καν να χρησιμοποιείται η λέξη. [σ. 106]

Ο εβραϊκής καταγωγής και μαροκινής ανατροφής συγγραφέας αποδεικνύεται μαιτρ στην σύντομη πλην δηκτικότατη βιογράφηση του καθενός από τους καλεσμένους (ιδίως τη στιγμή που καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλον), ενώ η ειρωνεία του για τις πλαστές «νεο-γυναίκες» φτάνει στα όρια του γυμνού σαρκασμού. Ένα δεύτερο πεδίο όπου η γραφή του απογειώνεται είναι οι ζωντανοί διάλογοι, εύρυθμα μοιρασμένοι ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και την κρισιμότητα των λέξεων των ομοτράπεζων, που όσο κι αν προσπαθούν να κινηθούν στην ελαφρότητα, γλιστρούν και πέφτουν σε βάθη μικροπρέπειας. Επιπρόσθετα, δεν παρασύρεται από το αβανταδόρικο θέμα και αποφεύγει να του δώσει την έκταση μυθιστορήματος – ενώ κάλλιστα θα μπορούσε, καθώς οι σχετικοί διάλογοι είναι ανεξάντλητοι – επιλέγοντας χάρη στη θραυσματικότητα της νουβέλας να το αφήσει ως έχει: ατελές και ορθάνοιχτο.

Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες των υπηρεσιών και υπηρέτες των επαγγελμάτων, επίκαιροι αλλά ποτέ σύγχρονοι, ετούτη η «κοινωνία του θεάματος και του θεαθήναι, όταν δεν απολαμβάνει την εσωτερική της κατανάλωση – ο ένας τρέφεται από τον άλλον, όταν δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο άλλων αντιγράφων ή ιδανικό ντεκόρ συγκεκριμένου περιβάλλοντος – στρέφεται στη βορά του ξένου. Όχι βέβαια εναντίον του πάμπλουτου αμερικανού επισκέπτη – επενδυτή, στον οποίο όλοι ετοιμάζονται να κάνουν βαθιά, πολύ βαθιά υπόκλιση αλλά σ’ εκείνον που (ευελπιστούν  πως) θα τους κάνει να αισθανθούν ανώτεροι. Από την άλλη, η ευρύτερη γαλλική κοινωνία προφανώς κάνει πως δεν θυμάται το ποσοστό της δυναμικής των μεταναστών στην σύνθεσή της, ούτε βέβαια την συνεισφορά τους στον πολιτισμό της και στη συνολική της ουσία. Και άλλωστε τι θα ήταν τα γεύματά της κυρά – Σοφί χωρίς το πολύτιμο ζεύγος της υπηρέτριας και του μάγειρα;

Κάποια στιγμή ένας ευφυής καλεσμένος, ο Νταντιέ μονολογεί  «Να μάθουμε να είμαστε προσκεκλημένοι οι μεν των δε, μακριά από κάθε θρησκευτικό φανατισμό και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αλλιώς θα καταστραφούμε. Αχ, η τέχνη του προσκεκλημένου…» αλλά η φωνή του χάνεται στα τσουγκρίσματα της συγκατάβασης. Όταν όμως η Σόνια ακούει πως στο Παρίσι θα είναι πάντα μια φιλοξενούμενη, απαντά: Το ίδιο και αλλού. Παντού όπου κι αν πάω. Έτσι, είναι καλύτερα να ζω εκεί όπου νιώθω λιγότερο…προσκεκλημένη όπως λέτε. […] Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της. Αυτοί είναι που την επαναφέρουν στο μεγαλείο της, επειδή γι’ αυτό την αγαπούν. Πρέπει πάντα να κάνεις περισσότερα απ’ ότι οι Γάλλοι, για να ελπίζεις να γίνεις εντελώς Γάλλος, χωρίς ωστόσο ν’ αρνείσαι τον εαυτό σου. Με αυτό τον τρόπο, οι «ξένοι» της τραβούν τη χώρα προς τα πάνω. [σ. 159]

Η αποικιοκρατική συμπεριφορά, η αναπαραγωγή δόλιων στερεοτύπων και ο συγκαλυμμένος ρατσισμός θα βρίσκουν πάντα ιδανικό έδαφος στην ημιμάθεια και την κενότητα των προαστιακών μεγαλοαστών και όχι μόνο. Αλλά αυτοί δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή, ενώ η Σόνια την ζει παλεύοντας και την παλεύει ζώντας, καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της βρίσκεται σε κατάσταση φυγής, σε θέση μειοψηφούσα και μειονεκτική, σε μια διαρκή κατάσταση άμυνας και απολογίας αλλά και με την αμετακίνητη επιθυμία να είναι μια πρέσβειρα μιας Γαλλίας πεφωτισμένης και εξιδανικευμένης, της Γαλλίας του Διαφωτισμού. Σε αυτή τη διαρκώς «μεταβλητή γεωμετρία μια κινούμενης πραγματικότητας», όπου ονειρευόταν να είναι ακόμα κι αν η κουλτούρα δεν βρίσκεται στα βιβλία αλλά στη ζωή, η Σόνια είχε μάθει από τους καλούς συγγραφείς ότι αυτό το πλήθος μέσα της ήταν γόνιμο. Αυτή η ένταση θα ήταν ο πλούτος της. Μήπως για άλλη μια φορά, όπως τότε έτσι και τώρα, η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε όλοι προσκεκλημένοι;

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 196 [Les Invités, 2009].

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα δυο παραθέματα): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).

27
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 125

Χένρυ Μίλλερ – Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας, εκδ. Οδυσσέας, [με 13 τετραχρωμίες του Χουάν Μιρό], μτφ. Αγγελική Στραγητοπούλου, [Henry Miller, The smile at the foot of the ladder, 1948], σ. 8 -11.

Βουτηγμένα σε ομόκεντρους κύκλους σκιάς, αποκαλύπτονταν σειρές σειρές πρόσωπα που κάπου κάπου τα σκίαζαν κενά που ο προβολέας έγλειφε με την απληστία μιας γλώσσας, ψάχνοντας για κανένα δόντι που να λείπει. Οι μουσικοί κολυμπώντας στην αχλή και στις ακτίνες μαγνησίου, κολλημένοι στα όργανά τους σε μια κατάσταση παραίσθησης, με τα κορμιά τους να ταλαντεύονται σαν καλάμια στο αβέβαιο παιχνίδι της σκιάς με το φως. Ο ακροβάτης να στροβιλίζεται στον υπόκωφο χτύπο του ντραμ και ο καβαλάρης πάνω στο ασέλωτο άλογο να εμφανίζεται πάντα μέσα σε μια φανφάρα από σάλπιγγες. Όσο για τον Αύγουστο ήταν ποτέ το αδύναμο στρίγγλισμα ενός βιολιού και πότε ο σαρκαστικός ήχος του κλαρινέτου που τον ακολουθούσαν παντού καθώς χοροπηδούσε κάνοντας τα καλαμπούρια του. Όταν όμως έφτανε η ώρα της έκστασης, οι μουσικοί αλλόκοτα εμπνευσμένοι, παρασύρονταν σ’ αυτή την ελικοειδή αποκορύφωση της ευδαιμονίας, όμοιοι με βεγγαλικά καρφωμένα στην πλατεία ενός ξέφρενου πανηγυριού.

15
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 123

Αλμπέρτο Σαβίνιο, «Ισιδώρα Ντάνκαν», σε: Άνθρωποι διηγηθείτε την ιστορία σας, εκδ. Αστάρτη, 1989, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 194 [Alberto Savinio, Narrate uomini la vostra storia, 1942].

Ακόμη κι ο κατακλυσμός που επιτελέστηκε με περισσή φροντίδα, άφησε πίσω του κάποιους διασωθέντες. Δεν είναι σπάνιο να συναντήσεις ανθρώπους πολύ δύσκαμπτους, με σκληρή έκφραση, και μερικούς με όψη κυριολεκτικά μπρούντζινη, κι αν πέσεις πάνω τους θα σου απαντήσουν μ’ ένα υπόκωφο και μυστηριώδες «νταν» κάτω απ’ τα ρούχα τους. Είναι άνθρωποι από μέταλλο, επιζήσαντες από την εποχή του χρυσού, του αργύρου ή του μπρούντζου. Έπειτα υπάρχουν οι επιζήσαντες από την εποχή των ηρώων, και μπροστά τους πρέπει να σηκωθείς όρθιος και να χαιρετήσεις. Έπειτα υπάρχουν αυτοί από τη λίθινη εποχή, άνθρωποι σκληρότατοι, κι αν κατά τύχη σου πατήσουν το πόδι, θα το θυμάσαι εφ’ όρου ζωής. Υπάρχουν, τέλος, οι επιζήσαντες από την ορνιθική εποχή, οι άνθρωποι πουλιά, άνθρωποι πανάλαφροι και ιπτάμενοι, που παραήταν λιγοστοί για να καλύψουν μόνοι τους μιαν εποχή, κι έτσι συγκρότησαν στους κόλπους άλλων βιολογικών ειδών μιαν ιδιαίτερη και κρυφή φυλή που, θροΐζοντας και κελαηδώντας, ζούσε εκεί όπου ήταν μεγαλύτερη η απόσταση από τους ανθρώπους και μικρότερος ο κίνδυνος να τους συναντήσουν.

12
Οκτ.
12

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

Φάκελος: πατέρες και γιοι

Η Δημοκρατία δεν είναι κάτι που μπορεί να εξαχθεί, όπως η Κόκα Κόλα. Πρέπει να δημιουργηθεί εκ των ενόντων, σύμφωνα με την κουλτούρα, τις συνθήκες κάθε χώρας… λέει ο Κάρλος Φουέντες, αναφερόμενος στον ισχυρισμό της Βορειοαμερικανικής Διοίκησης μετά το φιάσκο των υποτιθέμενων όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ ότι πρωταρχικός στόχος είναι η προώθηση της δημοκρατίας. Και αναρωτιέται ο συνεντευξιαζόμενος συγγραφέας: πώς και δεν ενδιαφέρθηκαν για την προώθηση της δημοκρατίας στο γειτονικό Μεξικό αφήνοντάς το για 75 χρόνια με μονοκομματικό σύστημα; Κατα τα άλλα, επιμένει, «οι ΗΠΑ δεν θα είχαν να φάνε, δεν θα χαν πρωινό δίχως τους μεξικανούς εργάτες».

Ο φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει πατερικά και υιικά πεζογραφήματα από τους Gustavo Escanlar, Oscar Hijuelos, Γιάννη Ευσταθιάδη, Γιώργο Ρούβαλη, Ηρώ Νικοπούλου, Κωνσταντίνο Μπούρα, Γιώργο Χουλιαρά, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη και ποίηση από τους Maram Al – Masri, Γιώργο Μπλάνα, Σάρα Θηλυκού και Μιχάλη Παπανικολάου. Εκτός αφιερώματος στα διηγήματα οι Ηλίας Κουτσούκος, Κώστας Αλεξόπουλος, Νικόλας Τζερμαδιανός, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Διονύσης Καλαμβρέζος, Κυριάκος Χαλκόπουλος, Νίκος Ξένιος, Αλίνα Συμεωνάκη,  Ελίνα Τραϊφόρου, Liliana Pedroza κ.ά. Ο Christopher Hitchens στις «Ομιλούσες κεφαλές» του αναμειγνύει Ηράκλειτο, Leonard Cohen, Καλλίμαχο, W.H. Auden, Nelly Sachs και στα Γράμματα, η Νίκη Μαραγκούαπό την Αίγυπτο και ο  Γιάννης Πολύζος από τη Νέα Υόρκη.

Μια παλαιότερη συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη μοιάζει να αφορά ακριβώς την σημερινή συγκυρία. Ο Καστοριάδης αναφερόμενος μεταξύ άλλων στα χαρακτηριστικά της μετεπαναστατικής εμφυλιακής ελληνικής διαμάχης παρατηρεί πως η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, συχνά ισχυρότερο από τον εθνικό και τις πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις να είναι κυρίως σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες ή με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα, και διαπιστώνει: Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες…

… ενώ εν συνεχεία αναρωτιέται: Γιατί οι Έλληνες που σκοτώνονταν εννέα χρόνια για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους θέλησαν αμέσως μετά ένα βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά;». Η παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, συνεχίζει ο Κ.Κ., υποστηρίζει πως όλα τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν ερήμην του ελληνικού λαού; Πως εκείνος δεν καταλάβαινε τι έκανε, δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μια τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Σας θυμίζει κάτι; Μας θυμίζει κάτι;

Σε ένα άλλο εκτεταμένο πολιτικό κείμενο, γραμμένο αυτή τη φορά ακριβώς τη στιγμή της τραγικής μας κατάστασης, ο Νάνος Βαλαωρίτης αναφέρεται στην ψυχολογία του φτωχού και κατατρεγμένου έθνους που ποτέ δεν έσβησε από τον μέσο Έλληνα, ακόμα και από την πολιτική και πνευματική ελίτ και επικεντρώνεται στην υποσυνείδητη γερμανική μνησικακία εναντίον της Ελλάδας, με στοιχεία λαϊκίστικου φανατισμού και με ομοιότητες με το λιντσάρισμα, καθώς στις πλάτες ενός λάθους φορτώνονται και άλλα αναρίθμητα κρύβοντας με αυτό τον τρόπο τα δικά τους λάθη.

Στις πίσω σελίδες και διαβάζω για την τακτοποίηση του αρχείου του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν από την χήρα του, Ναταλία Ντιμιτρίεβνα, που έμεινε δίπλα του ως σύζυγος, πρώτη αναγνώστρια των έργων του, επιμελήτρια, μαγείρισσα, οδηγός, ερευνήτρια για χάρη του και σύνδεσμος ανάμεσα σ’ εκείνον και τον κόσμο. Το αρχείο περιέχει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα, από τον σταυρό που φορούσε όταν ήταν παιδί έως το πλήρες χειρόγραφο του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ, το οποίο φίλοι του είχαν θαμμένο επί είκοσι χρόνια κάπου στην Εσθονία, μακριά από τα χέρια της KGB. Συγκινημένη η Ναταλία μας συγκινεί: Το να βλέπω την οδοντόβουρτσά του και όλα του τα πράγματα μου προκαλεί ένα επώδυνο συναίσθημα. Ωστόσο ζω, κυρίως, αυτή την ευτυχία συγκυρία, έχοντας την αίσθηση ότι ζω ακόμη με τον σύζυγό μου μέχρι το τέλος της ζωής μου.

Για να ελαφρώσουν τις συνωστισμένες ομοσπονδιακές φυλακές της χώρας, οι βραζιλιάνικες αρχές προτείνουν στους φυλακισμένους την ανάγνωση: για κάθε βιβλίο που θα διαβάζουν κερδίζουν τέσσερις μέρες, με ανώτατο όριο 12 βιβλία το χρόνο. Θα πρόκειται βέβαια για βιβλία κλασικά ή φιλοσοφικά ή επιστημονικά κι έτσι συνολικά θα μπορούν να κερδίζουν ενάμιση μήνα για κάθε χρόνο έκτισης ποινής… διαβάζω στην τελευταία σελίδα του τεύχους και σκέφτομαι πόσες εφαρμογές θα άξιζε να είχε εδώ αυτή η ιδέα. Μετράω, μετράω… … και συμφωνώ απόλυτα μ’ ένα ακόμα σημείωμα της πίσω αυλής: Η Πάτι Σμιθ δεν το βάζει κάτω. Η βετεράνα τραγουδοποιός, συνθέτης, ποιήτρια, ακτιβίστρια και γιαγιά του πανκ, στα 66 της κυκλοφορεί τον πρώτο της εδώ και 8 χρόνια δίσκο με 12 ποιητικά τραγούδια. […] και κρατά ψηλά τη σημαία της αμφισβήτησης. Όχι σαν κάτι άλλους συνομηλίκους τους που το ’ριξαν στον δήθεν ασκητισμό – μοναχισμό και τη νιρβάνα του ψευδοευδαιμονισμού. Λέγε με Λέοναρντ Κοέν ή Μπομπ Ντίλαν...

Στις εικόνες: Φουέντες και Βαλαωρίτης στη νεότητά τους, Σολτζενίτσιν και Ναταλία κι ένα μέρος όπου σίγουρα οι αποφυλακισθέντες της Βραζιλίας θα είναι ευπρόσδεκτοι.

11
Οκτ.
12

Γιώργος Γιαννουλόπουλος – Ο μοντερνισμός και οι Δοκιμές του Σεφέρη

Η στενή σχέση του Σεφέρη με τον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό και ιδιαίτερα τον Έλιοτ, είτε χαρακτηριζόμενη ως απλή μίμηση και εισαγωγή ξένων προτύπων είτε ως γόνιμη έμπνευση και επιρροή, είναι δεδομένη, αναμφισβήτητα όσον αφορά το ποιητικό του έργο. Ισχύει όμως το ίδιο και με τις Δοκιμές του; Ο Γ. Γιαννουλόπουλος (Τρίπολη, 1942) διαβάζει προσεκτικά το έργο και το αντιπαραβάλλει με αντίστοιχα κριτικά κείμενα των Eliot και Pound διαπιστώνοντας ενδιαφέρουσες αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις.

Διόλου τυχαία ο μελετητής εκκινεί από την Επιστολή του λόρδου Chandos (1902) του Αυστριακού ποιητή και δραματουργού Hugo von Hofmannstahl που υποτίθεται ότι απευθύνεται στον ελισαβετιανό φιλόσοφο και πολιτικό Francis Bacon ενώ ο αποστολέας είναι δημιούργημα της φαντασίας του ποιητή. Ο τελευταίος προσπαθεί να εξηγήσεις την απόφασή του να εγκαταλείψει ένα τεράστιο έργο όπου σκόπευε να καταγράψει όλες τις εκφάνσεις του ευρωπαϊκού πνεύματος. Ο επιστολογράφος εξομολογείται πως έχει οριστικά απολέσει την ικανότητα να σκέφτεται και να μιλά, επειδή οι αφηρημένες λέξεις «διαλύονται στο στόμα του σαν σαπισμένα μανιτάρια». Το περίφημο χάσμα ανάμεσα στη γλώσσα και τα πράγματα, ανάμεσα στον ποιητή και στον κόσμο είχε μόλις ανοίξει. Και ο ήρωας μετέβη από ένα ειδυλλιακό πριν σ’ ένα αγχογόνο μετά. Κάπου ανάμεσα, μια τελευταία έκλαμψη:

Ένα ποτιστήρι, μια αξίνα παρατημένη στον κάμπο, ένα σκυλί ξαπλωμένο στον ήλιο, ένα ταπεινό κοιμητήρι, ένας ανάπηρος, ένα μικρό χωριάτικο σπιτάκι, όλα αυτά μπορούν να μεταμορφωθούν σε δοχεία της αποκάλυψής μου. Κάθε ένα από ετούτα τα αντικείμενα και χίλια άλλα παρόμοια, πάνω από τα οποία περνούν συνήθως με φυσική αδιαφορία βιαστικά τα μάτια, μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά – σε μια στιγμή που δεν διαθέτω την ελάχιστη εξουσία να την προκαλέσω – χαρακτήρα τόσο ανώτερο και συγκινητικό ώστε όλες οι λέξεις να μου φαίνονται φτωχές να τον εκφράσω.

Η κατά Joyce Επιφάνεια δεν αρκεί – τα αντικείμενα είναι υπολείμματα μιας αλλοτινής ενότητας και ο χαρακτήρας αποφασίζει να εγκαταλείψει οριστικά τη λογοτεχνία. Ο μελετητής εκθέτει τις διαφορετικές ερμηνείες της Επιστολής. Για τον Hermann Broch η γλώσσα δεν διασώζει μόνο τη στιγμιαία εντύπωση των πραγμάτων αλλά και αναδεικνύει την ουσία τους, συνεπώς προϋποθέτει την ταύτιση με τα πράγματα, την μυστική ενότητα του Εγώ, της έκφρασης και του αντικειμένου. Ο Thomas A. Kovach μίλησε για μια μελαγχολική συνειδητοποίηση ενός φευγαλέου παρελθόντος, για τους συμβολιστές από τον Baudelaire μέχρι τον Mallarmé η καθημερινή γλώσσα θεωρείται ανεπανόρθωτα μολυσμένη και ακατάλληλη για τον ποιητή.

Η Επιστολή, γράφει ο Γιαννουλόπουλος, είναι η σύγχρονη, μοντερνιστική εκδοχή ενός αρχέγονου μύθου. Η ειδοποιός διαφορά που της προσδίδει τον χαρακτήρα ετούτο είναι ακριβώς το χάσμα που για πρώτη φορά παρεμβάλλεται ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο, συνεπώς «η έκβαση της αφήγησης είναι είτε η επινόηση ενός νέου τρόπου γραφής που θα το γεφυρώσει, αποκαθιστώντας την απολεσθείσα ενότητα, είτε η τραγική συνειδητοποίηση ότι ο σύγχρονος ποιητής υποχρεούται να μιλάει μια γλώσσα που ξέρει ότι αδυνατεί εξορισμού να αποδώσει εκείνο που πραγματικά θέλει να πει, οδηγώντας τον εαυτό του στη σιωπή». Είναι ακριβώς οι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους κινήθηκε η ποιητική των μοντερνιστών.

Σύμφωνα με τον George Steiner η αίσθηση ότι η κοινόχρηστη λέξη αδυνατεί να μεταφέρει επακριβώς το δικό μας συγκεκριμένο νόημα δεν είναι καινοφανής· ακόμα και οι πιο σκοτεινοί και ιδιωματικοί ποιητές «κατοικούσαν» στην κοινή γλώσσα – ο Steiner μνημονεύει μέχρι και τους Hölderlin, Nerval, Rimbaud, ενώ η επανάσταση ή κρίση της γλώσσας που έγινε στην Κεντρική Ευρώπη το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα δεν στρεφόταν εναντίον κάποιας συγκεκριμένης γλωσσικής πρακτικής αλλά αμφισβητούσε την βασική της επικοινωνιακή λειτουργία. Μόνη εναλλακτική λύση αποτελούσε η απόλυτη ανατροπή ή η σιωπή – οι αγγλόφωνοι μοντερνιστές επέλεξαν την πρώτη, οι Κεντροευρωπαίοι τη δεύτερη.

Βρισκόμαστε ακόμα στην εκτενέστατη εισαγωγή αλλά το νήμα της πορείας σε τούτο το θεωρητικό ταξίδι είναι μακρύ και όλες οι αφετηρίες, οι στάσεις και τα οδόσημά της έχουν τη σημασία τους μέχρι τον πυρήνα του βασικού θέματος. Ο μελετητής συμπληρώνει την εισαγωγή με σειρά ανάλογων προδρομικών ερωτημάτων, συνεχίζει με μια πρώτη ματιά στον μοντερνισμό, επιτονίζοντας τις αντιφάσεις της αμφίθυμης στάσης της ταυτόχρονης απόρριψης και χρήσης του παρελθόντος αλλά και την ρεαλιστική του διάσταση, και προχωρά σε βραχύ χρονικό του μοντερνισμού στην Αγγλία. Η ανεπάρκεια της γλώσσας (που με την έλευση της νεωτερικότητας δεν διατυπώνεται μόνο κριτικά ή θεωρητικά αλλά και από τα ίδια τα κείμενα, ήδη από τον Cervantes και τον Laurence Sterne), η ποιητική των εικονιστών, η μεταφυσική ποιητική του Ezra Pound, το ιδεόγραμμα του Fenollosa και η Επιφάνεια του Joyce αναπτύσσονται σε αυτόνομα κεφάλαια του δεύτερου μέρους. To τρίτο μέρος συνοψίζει τα ρεύματα και τις περιόδους πριν από το ρομαντισμό, κατά τον ρομαντισμό, κατά την μετάβαση από τον ρομαντισμό στον μοντερνισμό, αλλά και την αφαίρεση, την ενσυναίσθηση, την χωρική μορφή και τον μύθο, ενώ ολοκληρώνεται με την έννοια του ταυτόχρονου και την παράδοση στον Ezra Pound και τον T.S. Eliot.

Με αφορμή την ημερολογιακή εγγραφή του Σεφέρη για το μουσείο της Ακρόπολης o Γιαννουλόπουλος επιστρέφει στην επιστολή του Chandos που σε μια ύστατη προσπάθεια στράφηκε στους αρχαίους κλασικούς με την ελπίδα ότι θα του χάριζαν τη λύση. Το ατελέσφορο της προσφυγής ήταν αναμενόμενο: η επιστροφή στο ανθρωπιστικό ιδεώδες ήταν ανέφικτη και η αναντιστοιχία γλώσσας και πραγμάτων ήταν αδιανόητη στην αρχαιότητα. Ο Σεφέρης αισθάνεται πως «όλα μέσα εκεί του μιλούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους», ενώ ο Hofmannstahl έγραφε πως «ένοιωθε σαν φυλακισμένος σ’ έναν κήπο γεμάτο αόμματα αγάλματα». Έτσι ο μελετητής κρίνει πως τα σεφερικά λόγια αποτελούν τον ελληνικό αντίλογο στην επιστολή (κι ας μην γνωρίζουμε αν την είχε υπόψη του ο ποιητής). Στο μουσείο ο Σεφέρης ανακαλύπτει πως διατηρεί μια ουσιαστική επαφή με τους αρχαίους προγόνους του, η οποία, παρά τη διπλομανταλωμένη σιωπή που επέβαλε επί χιλιετίες η τεχνητή καθαρεύουσα, έχει επιβιώσει χάρη στη ζωντανή γλώσσα του λαού., μια γλώσσα που είναι η ίδια η φύση του.

Ο Σεφέρης αναπαράγει την θεωρία των μοντερνιστών αλλά την προεκτείνει για να συμπεριλάβει και την «εθνική» διάσταση. Συνδυάζει το βάθος και τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας που έχει πάρει από τους μοντερνιστές με την έννοια της ρίζας, σ’ ένα μείγμα ιδιαίτερα γόνιμο. Ο ενάρετος απλός λαός που κυριαρχεί στο δοκιμιακό έργο του πρόσφερε το σταθερό έδαφος όπου στηρίχτηκε για να κατακτήσει τη διαύγεια που οι μοντερνιστές νοστάλγησαν, ενώ ταυτόχρονα έγινε και το θεμέλιο της ιδεολογίας του για την  αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το πρόβλημα του βάθους:

Ενώ για τους μοντερνιστές το εσώτερο εγώ είναι η άμεση εμπειρία που ο ποιητής προσπαθεί να αναδείξει επιλέγοντας τη μία και μόνη λέξη, που την αποδίδει επακριβώς, ή ο τόπος των αρχέγονων μύθων οι οποίοι μπορούν να προσδώσουν σχήμα και σημασία στην άναρχη σύγχρονη ζωή, η εκδοχή του Σεφέρη αλλού στοχεύει. Και ενίοτε το παραδέχεται. Γιατί το εθνικό υποσυνείδητο δεν παράγει μόνο νόημα που τόσο χρειάζεται η σύγχρονη ανερμάτιστη ζωή μας, αλλά παράγει και την ομοιογένεια η οποία συνδέει τον Έλληνα ως σημερινό ιστορικό υποκείμενο με την αρχική εκδοχή του. Έτσι, το άβολο γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τον προγόνων μας, ή ότι οι νοηματοδοτήσεις μας διαφέρουν ριζικά από τις δικές τους επειδή μεσολάβησαν οι χιλιετίες της ιστορίας, παρακάμπτεται επειδή, κατά τον Σεφέρη, όλα αυτά λειτουργούν ακόμα μέσα μας, λειτουργούν ωστόσο υπόγεια, πιστοποιώντας την ελληνική διάρκεια διαγράφοντας την ιστορία. Όταν ο Σεφέρης ισχυρίζεται ότι την Μεγάλη Παρασκευή δυσκολεύεται να αποφασίσει «αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνις» [Δοκιμές, 2, 14] δεν εννοεί ότι προσπάθησε και δεν  τα κατάφερε αλλά ότι πριν πάει στον Επιτάφιο είχε ήδη αποφασίσει ότι καμιά από τις παραδόσεις μας, χριστιανικές ή προχριστιανικές, δεν έχει πραγματικά πεθάνει. Και δεν έχουν πεθάνει επειδή επιβιώνουν στο εθνικό υποσυνείδητο. [σ. 549 – 550]

Συμπλέοντας λοιπόν με τις αισθητικές επιλογές του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού, ο Σεφέρης εισάγει στις Δοκιμές του ένα δικό του στοιχείο: εκεί που οι μοντερνιστές τοποθετούν την ποίηση, εκείνος βάζει και την ελληνικότητα. Ουσιαστικό σημείο επαφής των δύο αποτελεί η πεποίθηση ότι ποίηση και ελληνικότητα παραμένουν «πιστές στον εαυτό τους», κοινώς κατά βάθος δεν αλλάζουν ποτέ. Η κυρία διαφορά υπήρχε στη στόχευση: «ο Σεφέρης πίστευε στη «φυσική» γλώσσα του απλού λαού, που διατήρησε το νήμα της ελληνικότητας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ενώ οι μοντερνιστές, περισσότερο κοσμοπολίτες, απέρριψαν την ομιλούμενη από όλους γλώσσα για να κατακτήσουν την ακριβολογία και να προσδώσουν στην ποίηση τη φορμαλιστική συνοχή, το μόνο αντίδοτο στο αγχογόνο χάος της σύγχρονης ζωής»

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 597, με ευρετήριο και εικοσασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες, εκτός του Γ.Σ.:  Hugo von Hofmannstahl, Ezra Pound, T.S. Eliot, James Joyce.

10
Οκτ.
12

Αργύρης Χιόνης – Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες

Παραμυθίες στα χώματα

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
Ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
Δεν είναι διόλου ταπεινό
Είναι το δάσος που επιστρέφει
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
Από αυτό που της ανήκει
Και που της πήραμε με τόσο δόλο

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
Δεν παίζει καθόλου
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
Για όλ’ αυτά τα αποφάγια της ζωφιλίας μας
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

…έγραφε ο Αργύρης Χιόνης στη «Μικρή φυσική ιστορία», ένα ποίημα που εμπνεύστηκε από την σύντομη ιστορία «Ο ανδριάντας» και που ο ίδιος το παραθέτει στις σημειώσεις του για να καταδείξει, όπως γράφει, την υπεροχή της ποίησης έναντι της πεζογραφίας, καθώς, «ενώ η δεύτερη περιγράφει ή αναπαριστά την πραγματικότητα, η πρώτη με ελάχιστα μέσα και άκρα λιτότητα αναδημιουργεί τον κόσμο». Ο ανδριάντας, πρωτοδημοσιευμένος στο περιοδικό Φάσμα (τεύχος 2, 1982) είναι ένα απολαυστικό διήγημα με επίκεντρο τον ανδριάντα ενός εθνικού ευεργέτη που στήνεται με μοντέλο έναν κτηνοτρόφο που του έμοιαζε και που κατάκοιτος ων, συνεπώς ακίνητος, διευκολύνει τον καλλιτέχνη. Ο συγγραφέας διατρέχει με ειρωνική σκωπτικότητα όλες τις περιόδους του αγάλματος μέχρι το ανεξήγητο πρασίνισμά του  και τις σχετικές λαϊκές εκδοχές, την αποκάλυψη της αηδιαστικής χαλκοπράσινης σάρκας, τις βόλτες του στην πλατεία και την επιθυμία των περιπατητών να απαλλαγούν από τον πρώην ευεργέτη και νυν μπαμπούλα.

Τι ενώνει έντεκα ιστορίες ύψους οριζοντίου; Πρώτα η έμφυτη μυθοπρακτική του συγγραφέα: η κατασκευή ιστοριών από το τίποτα ή το σχεδόν, ο εμποτισμός τους με πολύτιμη σοφία ζωής, η γλυκόπικρη ανάσταση και αποκαθήλωση των αυτονόητων. Όπως η μνήμη του συγκρατεί την γιαγιά του στην περίκλειστη αυλή με τον μικρό λαχανόκηπο να διαβάζει τη Βίβλο, διασκευάζοντας μες στο μυαλό της τα Ιερά Κείμενα σε παραμύθια, έτσι κι εκείνος επαληθεύει την προς αυτόν προτροπή της Ζυράνας Ζατέλη «να γράφει στα χώματα», στο σημείο που όσοι βρίσκονται κάτω από αυτά γειτνιάζουν με όσους βρίσκονται από πάνω. Μόνο που αυτές οι γραφές έχουν έναν βαθύτατο ιαματικό προορισμό: η αποσταγμένη παραμυθία των παραμυθιών του υπήρξε πρώτιστα για εκείνον βαθιά ψυχική ανάγκη να ξεγελάσει τον χρόνο και να κοροϊδέψει τα υπαρξιακά του άλγη.

Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δεν βλέπανε. Παράξενο πράγμα όμως· ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί τριγύρω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωσε κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήτανε αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε. [«Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και που, παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν το’ βαλε κάτω», σ. 56]

Γι’ αυτό κι εδώ συνυπάρχουν ο διάχυτος εξομολογητικός τόνος ενός εργάτη των εννοιών που κολυμπά ανάμεσα στην αοριστία, τη σύγχυση και την άγνοια εγκυκλοπαιδικών λημμάτων, προβαίνει σε – συγχωρήστε μου τον όρο – αστυνομική αρχαιολογία και διαπιστώνει την ματαιότητα της έρευνας («Αλφηός συν Αρέθωνι») και η περιπέτεια μιας πέτρας που ζει ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, χωρίς να ενοχλείται από τη μονοτονία της αφού δεν γνωρίζει τι είναι μονοτονία, αλλά γνωρίζει ξαφνικά τόσο τον παράδεισο (χάρη στην σφεντόνα ενός αγοριού βρίσκεται σ’ έναν κήπο), όσο και την κόλαση (παγιδεύεται στην άσφαλτο από το ανέμελο χέρι ενός κοριτσιού) («Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει»). Το επιμύθιο που ολοκληρώνει την κάθε ιστορία αλλά και οι απολαυστικές περί αυτών σημειώσεις δεν μας θρέφουν μόνο με πολύτιμα συμπεράσματα που μοιάζουν δεδομένα μα είναι πάντα φευγαλέα αλλά και μας προσκαλούν στον δικό του δημιουργικό κόσμο.

Από τα Σεπόλια στις ευρωπαϊκές πόλεις και πίσω σε απομονωμένο ορεινό χωριό, βιοπαλαιστής στην Αθήνα και στο Παρίσι, δάσκαλος και μεταφραστής στο Άμστερναμ, κοινοτικός μεταφραστής στις Βρυξέλλες, πάντα ποιητής αλλά και υποκύψας στον δαίμονα της πεζογραφίας, κάποτε και της μετάφρασης (μετέφρασε μεταξύ άλλων Octavio Paz, Henri Michaux, Roberto Juarroz, Nicanor Parra και Jane Austen), ο συγγραφέας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας – αυτή ίσως είναι η ιδανική κατάληξη της πορείας ενός λογο – τεχνίτη που υπήρξε ταυτόχρονα απλός άνθρωπος και ανήσυχος στοχαστής, μάστορας παραμυθιών και φιλόσοφος ουσίας. Γιατί, όπως γράφεται κάπου σε μια ιστορία, μπορεί να μην υψώνεσαι στα ύψη αλλά να απλώνεσαι στα πλάτη.

… η Απουσία δεν είναι πουλί αλλά θηρία ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων. Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει εν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν. [«Η απουσία», σ. 48]

Η συλλογή κλείνει με την απόλυτη παραμυθία μιας υπερρεαλιστικής αντιστροφής που όλοι ονειρευτήκαμε μικροί: μια ζωόφιλη και ζωοποιό κρεατομηχανή, μια ανώμαλη αντάρτισσα από την οποία ξεπηδούν αγελάδες, βόδια, μοσχάρια και ταύροι που χαιρετούν τον παράξενο, καλό χασάπη και ξεχύνονται προς τα δάση. Αν όμως εκείνος επιχειρήσει να την επιδιορθώσει, παραγεμίζοντάς την με κιμά, τότε κινδυνεύει από μέσα της να ξεπηδήσει μια άγρια πεινασμένη τίγρη… Ο Χιόνης εδώ ξανάγραψε την ιστορία, πράγμα που, όπως για άλλη μια φορά μας αποκαλύπτει στις σχετικές σημειώσεις, θα επιθυμούσε να κάνει με όλο το έργο του, προσθέτοντας: Η αίσθηση, ωστόσο, ότι ζω με δάνειο χρόνο, βαίνοντα σταθερά προς τη λήξη του, με πανικοβάλλει και, αντί να κάτσω με ηρεμία και σύνεση, να διορθώσω τα λάθη του παρελθόντος, με απελπισμένη ανυπομονησία σε νέα λάθη προβαίνω. Ευτυχώς για μας, ο αξέχαστος συγγραφέας προέβη κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του σε πολλά τέτοια «λάθη», να έχουμε να διαβάζουμε και να απολαμβάνουμε, παραμυθιάζοντας τη δική μας ζωή, όσο διαρκεί. Και να ρίχνουμε στα ελάχιστα δικά μας χώματα λίγο κρασί, σπονδή στη μνήμη του, στο λόγο του και στη μνήμη κάθε λόγου άξιου μνήμης.

Εκδ. Κίχλη, 2008 [Ε΄ έκδ. Σεπτ. 2011], σελ. 126. Με τα σχέδια της Εύης Τσακνιά που δίνουν στην ούτως ή άλλως προσεγμένη έκδοση μια παλαιά εκδοτική ωραιότητα…

όπως, άλλωστε, κι η εμπνευσμένη, πιστή γριά μου Remington που, με τρόπο μαγικό, μεταποιεί σε ποίηση τα βάρβαρα πλήγματα που καταφέρω στα ευαίσθητα πλήκτρα της. [Οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου]

Σημ. 1η φωτ. του συγγραφέα: Βασίλης Ψαρρός, 3η φωτ. του συγγραφέα: Μιχάλης Βιρβιδάκης.

04
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 122

Στήβεν Βιζίνσεϋ, Εγκώμιον ωρίμων γυναικών. Οι ερωτικές αναμνήσεις του Άντρας Βάιντα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, μτφ. Άννυ Σπυράκου – Κώστας Πόταγας, σ. 214 – 215 [Steven Vizinczey, In Praise of Older Women. The amourous recollections of Andras Vajda, 1965]

Σ’ αυτό μοιάζω με τους περισσότερους σκεπτικιστές συγχρόνους μου: από τη στιγμή που πάψαμε να τα βάζουμε με τον εαυτό μας για την αδυναμία μας να προσαρμοζόμαστε σε απόλυτες ηθικές επιταγές, αυτοτιμωρούμαστε με τη ράβδο της ψυχολογικής ανάλυσης. Όταν πρόκειται για έρωτα απορρίπτουμε τη διάκριση μεταξύ ηθικού και ανήθικου υπέρ της διάκρισης μεταξύ «αληθινών» και «επιφανειακών» συνθημάτων. Έχουμε υπερβολική κατανόηση ώστε να καταδικάσουμε τις πράξεις μας· στη θέση τους, καταδικάζουμε τις προθέσεις μας. […]

Απορρίψαμε τη θρησκευτική ηθική επειδή έβαζε τον άνθρωπο σε διαμάχη με τα ένστικτά του και τον ισοπέδωνε κάτω από το βάρος της ενοχής για αμαρτίες που δεν ήταν παρά οι μηχανισμοί των νόμων της φύσης. Δεν έχουμε ωστόσο πάψει να εξιλεωνόμαστε για τη Δημιουργία: προτιμάμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας αποτυχημένους παρά να προδώσουμε την πίστη μας στο εφικτό της τελειότητας. Κρεμόμαστε από την ελπίδα του αιώνιου έρωτα αρνούμενοι ακόμα και την πρόσκαιρη ισχύ του […] να δεχτούμε πολύ απλά ότι ο έρωτας είναι μια εφήμερη αίσθηση, για λόγους που διαφεύγουν από τον έλεγχό μας και απ΄ την προσωπικότητά μας. Ποιος όμως καθησυχάζει με τις ίδιες του τις εκλογικεύσεις; […] Προδίδουμε ακόμα και τη ζωή.

22
Σεπτ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 102. Γιώργος Λαμπράκος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίου σας;

Οι Αναμνήσεις από το Ρετιρέ (2009) είναι το πρώτο μου βιβλίο: το «μαύρο» βιβλίο ανατέμνει τη ζωή ενός μετανθρώπινου χαρακτήρα, ο οποίος ζει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στον οργανικό και τον ψηφιακό κόσμο. Ο Αγνοούμενος (2010) είναι το δεύτερο βιβλίο μου: το «κόκκινο» βιβλίο είναι ένα θεατρικό έργο με θέμα τον έρωτα στη ζωή τριών νέων της εποχής μας, έναν έρωτα που αγνοείται, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει. Η Υπογείωση (2012) είναι το τρίτο μου βιβλίο: στο «βυσσινί» βιβλίο ακούμε μια ξεπεσμένη μεσήλικη ηθοποιό να μας διηγείται την πλούσια ιστορία της από το κρεβάτι του άπονου πόνου της. Και τα τρία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Κι επειδή βαρέθηκα τις μονοχρωμίες, το επόμενο βιβλίο θα είναι πλουμιστό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω κάποιον προσφιλή τρόπο συγγραφής. Λίγο σκοτάδι να υπάρχει… Όσο για τις ιδέες, πρέπει να πω το κοινότοπο: αυτές με παγιδεύουν, όταν το θελήσουν, όπου κι αν βρεθώ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Συνήθως δουλεύω στο γραφείο και διαβάζω στο κρεβάτι. Αλλά συχνά συμβαίνει και το ανάποδο. Το βασικό είναι να γίνονται όλα με άνεση, γι’ αυτό δουλεύω μόνο με το σώβρακο. Μουσική ακούω όλη μέρα: κλασική, ηλεκτρονική, ποστ ροκ. Επομένως, υπολογιστής-μουσική-σώβρακο είναι το τελετουργικό τρίπτυχο της δουλειάς μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα μια τέτοια πρόταση στις αρχές του χρόνου, και γι’ αυτό καταπιάστηκα με έναν συγγραφέα που γουστάρω από παλιά, τον Μισέλ Ουελμπέκ. Η μονογραφία ολοκληρώθηκε πρόσφατα, οπότε αν όλα πάνε καλά και υπάρχει ακόμα αγορά τους επόμενους μήνες, θα εκδοθεί.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Θα περιοριστώ σε δημιουργούς της νεωτερικότητας και εξής: Μπέκετ, Τζόις, Φλομπέρ, Σελίν, Πεσσόα, Τσέχοφ, Ρεμπό, Ιονέσκο, Ουέλς, Μπάλαρντ, Μπέρνχαρντ, Καμύ, Μπόρχες, Κάμινγκς, Ζενέ, Μπουκόφσκι, αλλά και στοχαστές όπως ο Σοπενχάουερ, ο Δαρβίνος, ο Νίτσε, ο Φρόιντ, ο Σιοράν, ο Μποντριγιάρ. Από Έλληνες προτιμώ κυρίως ποιητές, Ελύτη, Καρούζο, Χιόνη, αλλά και πεζογράφους όπως ο Ροΐδης, ο Σκαρίμπας, ο Χειμωνάς, και από θεωρητικούς τον Κονδύλη. Από σύγχρονους συγγραφείς προκρίνω τον Πίντσον, τον Ουελμπέκ, τη Γέλινεκ, τον Αντούνες, τον Κουτσί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μερικά λίγο παλαιότερα λογοτεχνικά βιβλία που μου έρχονται ανάκατα στο νου και τα οποία θεωρώ εντελώς «σύγχρονα»: τα Κύματα της Γουλφ, η Άντα του Ναμπόκοφ, η Κοινή ανθρώπινη μοίρα του Μπάτλερ, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, ο Θαυμαστός καινούριος κόσμος του Χάξλεϊ, ο Αιώνας των φώτων του Καρπεντιέρ, ο Φράνκενσταϊν της Σέλεϊ, το Εμείς του Ζαμιάτιν, οι Πρεσβευτές του Τζέιμς, το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, ο Μαλντορόρ του Λοτρεαμόν, η Κοκαΐνα του Πιτιγκρίλι, το Ηλεκτρικό πρόβατο του Ντικ… Σταματώ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Κάφκα, του Φιτζέραλντ, του Αντρέγεφ, του Σαλάμοφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Επειδή γνωρίζω αρκετούς προσωπικά, θα ήταν κρίμα να αναφέρω έναν και να στενοχωρήσω κάποιους άλλους. (Άσε που το καλλιτεχνικό συνάφι είναι συχνά ανελέητο…) Θα αναφέρω λοιπόν έναν νέο λογοτέχνη με τον οποίον γνωριζόμαστε μόνο εκ μεγάλης αποστάσεως, τον Γιώργο Γεωργίου, του οποίου το βιβλίο Αιώνια ύλη με είχε συναρπάσει όταν το διάβασα πριν από τρία χρόνια. Όπου κι αν βρίσκεται, μακάρι να είναι εξίσου δημιουργικός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.  

Ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» Ούλριχ, ο κεντρικός χαρακτήρας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μούζιλ. Ένας ευφυής άνθρωπος που αδυνατεί να βρει στόχο και νόημα, καθώς ζει σε έναν χαοτικό και νευρόσπαστο κόσμο που απαιτεί από τους ανθρώπους να διαθέτουν ένα γνώρισμα αρκετά οξύμωρο: ρευστές ιδιότητες. Αυτό είναι ευλογία και μαζί κατάρα. Στην εποχή μας εξακολουθεί να υπάρχει αυτός ο «χαρακτήρας», αλλά όπως γράφει ωραία και θλιβερά ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο μοντέρνος άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (Mann ohne Eigenschaften) έχει σε μεγάλο βαθμό μετατραπεί στον μεταμοντέρνο άνθρωπο χωρίς δεσμούς (Mann ohne Verwandtschaften).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρόβλημα με τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι πως είτε μυρίζουν φορμόλη, είτε επιδίδονται σε μεταμοντερνιές χωρίς κανένα έρεισμα. Πιστεύω πως η «Ποιητική» είναι το περιοδικό που κρατά τις πιο γερές ισορροπίες ανάμεσα στο παλαιό και στο καινούριο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Θυμάμαι να διαβάζω τις Επικίνδυνες σχέσεις του Λακλό στο στρατιωτικό λεωφορείο, πηγαίνοντας από τον Αυλώνα στο 401 Νοσοκομείο το 1999. Η μισητή θητεία, ο εκνευριστικός πόνος, οι δυσώδεις αρβύλες, η απουσία γυναικών, όλα συνδυάστηκαν αμετάκλητα με το αριστούργημα έρωτα, σαγήνης και εξουσίας του στρατηγού Λακλό.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση συγγραφέα και μεταφραστή είναι πολύπλοκη, όπως κάθε σχέση. Καταρχάς, δεν μπορεί κανείς να διαλέγει πάντα ό,τι του αρέσει: έτσι, από τα βιβλία που μεταφράζω, υπάρχουν κάποια που μάλλον δεν θα τα διάβαζα, και άλλα τα οποία λατρεύω. Ο μεταφραστής έχει συχνά μια αμφίθυμη σχέση αγάπης-μίσους με τον συγγραφέα: ο κόπος της μετάφρασης, καθώς και οι γλίσχρες απολαβές, επιβραβεύονται πάντως από το τελικό αποτέλεσμα. «Σε κατάφερα κι εσένα!» αναφωνεί ο μεταφραστής στον αόρατο συγγραφέα, μέχρι να βρεθεί κάποιος να του επισημάνει τα αναπόφευκτα λάθη του… Κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολη μετάφραση ήταν το εξαιρετικό βιβλίο του Brian Leiter, Νίτσε και ηθική (εκδ. Οκτώ), καθώς έπρεπε να μεταφράσω εκατοντάδες αποσπάσματα του νιτσεϊκού έργου από τα γερμανικά και να τα συντονίσω με τον λεπτομερή σχολιασμό τους, που γράφτηκε στα αγγλικά. Μεγάλες «ηδονές», αφού έτσι το θέλετε, μου προσφέρει η μετάφραση αγαπημένων μου ποιημάτων του 20ού αιώνα, την οποία άρχισα υπό τον τίτλο «Στιχοπλοκίες» στο έντυπο περιοδικό Κοντέινερ και τη συνεχίζω στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ντουέντε.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το βιβλίο του Mark Edmundson, Ο θάνατος του Σίγκμουντ Φρόιντ (εκδ. Πατάκης) δεν προσέχτηκε ιδιαίτερα, αν και είναι συναρπαστικό: εξιστορεί εκ παραλλήλου τη ζωή του Φρόιντ και του Χίτλερ, συνδυάζοντας καίρια τις ψυχαναλυτικές ιδέες με την πολιτική ιστορία του Μεσοπολέμου. Είναι δε απελπιστικά επίκαιρο, καθώς εξηγεί την άνοδο του φασισμού αξιοποιώντας τη φροϋδική θεωρία για το πώς συμπεριφέρονται ηγέτες και μάζες σε περιόδους οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης… Ας αναφέρω και το βιβλίο του Τζον Γκρέι Αχυρένια σκυλιά (εκδ. Οκτώ), στα συμπεράσματα του οποίου θα σκοντάφτουμε συνέχεια, θέλοντας και μη, στον 21ο αιώνα.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.  

Η μεταφραστική εμπειρία είναι δύσκολη, η ηδονή επισφαλής και η απομάγευση πιθανή. Μεγαλύτερη απογοήτευση προκύπτει όταν ένα βιβλίο, που ο μεταφραστής θεωρεί αξιοπρόσεκτο, πάει κατά διαόλου ως προς τις πωλήσεις και την ανταπόκριση (αντιστοίχως, όταν ένα υπερκείμενο πάει άπατο ως προς τα λάικ…). Επειδή είναι αδύνατον να μιλήσω εδώ συγκεκριμένα για όσα έχω μεταφράσει, ας αναφέρω μονάχα μερικά ονόματα: Τζορτζ Στάινερ, Πίτερ Άκροιντ, Άνταμ Φίλιπς, Τζούλιαν Μπελ, Μάρθα Νούσμπαουμ, Ουμπέρτο Έκο, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νάιτζελ Ουόρμπερτον, Κουέντιν Σκίνερ, Άρθουρ Ντάντο, Καλίλ Τζιμπράν. Συχνά, για προσωπική μου ευχαρίστηση (κι όχι μόνο, ελπίζω), μεταφράζω διηγήματα και δοκίμια για περιοδικά: Βιρτζίνια Γουλφ, Φ. Σ. Φιτζέραλντ, Χ. Τζ. Ουέλς, Όσκαρ Ουάιλντ, Τσαρλς Μπουκόφσκι κ.α.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Υπάρχει ένας σημαντικός και άλλοτε διάσημος αμερικανός ποιητής, ο Ρόμπινσον Τζέφερς, το έργο του οποίου μεταφράζω και δημοσιεύω, προσπαθώντας να το καταστήσω γνωστό στην Ελλάδα. Συνάμα, με τα ακόμα αμετάφραστα κείμενα του Μπέκετ αναμετριέμαι όποτε νιώθω τη βαθύτατη ανάγκη να αποτυγχάνω (κάθε φορά, καλύτερα). Έχουν δημοσιευτεί τρία από δαύτα, και ποιος ξέρει τι ακολουθεί; Ποιος ξέρει γενικά τι ακολουθεί;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό εν γένει ισχύει, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει ευτυχώς αλλάξει. Οι κριτικές αναφέρουν πλέον πιο συχνά τους μεταφραστές, ακόμα κι αν οι κριτικοί δεν αντιλαμβάνονται πόσος κόπος καταβλήθηκε. Πάντως, όσοι διαβάζουν συστηματικά, έχουν μάθει να ξεχωρίζουν τους καλούς μεταφραστές. Συχνά, μάλιστα, κάποιοι αναγνώστες αγοράζουν τα βιβλία που έχουν μεταφράσει οι αγαπημένοι τους μεταφραστές, ακόμα κι αν δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της; 

Η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων είναι εν γένει «αγγούρι». Καθώς μάλιστα το αντικείμενο της συνεργασίας μεταξύ συγγραφέων-μεταφραστών-διορθωτών είναι το ίδιο το εργαλείο της επικοινωνίας τους, δηλαδή η γλώσσα, τα προβλήματα περιπλέκονται αφάνταστα. Αλλά ευτυχώς δεν έχω αντιμετωπίσει μέχρι τώρα πρόβλημα με κάποια συνεργασία. Ιδανική μορφή της παραμένει η συνεργασία μέσω ιμέιλ και τηλεφώνου, σαν να λέμε: «μακριά κι αγαπημένοι».

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Επειδή μεταφράζω κυρίως θεωρητικά βιβλία, οι ήρωες που με ακολουθούν είναι συνήθως οι ιδέες! Και ναι, μου λένε τα νέα τους συχνά, τους λέω κι εγώ τα δικά μου, και γενικά (θέλω να πιστεύω ότι) τα βρίσκουμε. Με τα λόγια ενός ποιητή: “They are never alone [those] that are accompanied with noble thoughts”.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Η μετάφραση, καθώς και η συμμετοχή μου σε οικογενειακή επιχείρηση, ήταν και παραμένουν οι βασικοί τρόποι βιοπορισμού μου. Μακάρι να πλήρωναν και όλοι οι υπόλοιποι… Φαίνεται πως της ανόδου του φασισμού στην Ελλάδα προηγήθηκε η κυριαρχία του «φεσισμού».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω κάποια βιβλία για τη βιοτεχνολογία, θέμα με το οποίο καταπιάνεται το μυθιστόρημα που γράφω. Παράλληλα μεταφράζω Σάμιουελ Μπάτλερ, έναν συγγραφέα που ήταν πολύ μπροστά από τη βικτοριανή εποχή του. Η πρώτη δημοσίευση αυτής της εργασίας εν προόδω είναι το δοκίμιο «Ο Δαρβίνος μεταξύ των μηχανών», ένα σατιρικό κείμενο ανεπανάληπτα προφητικό για τον σημερινό κόσμο. Μεταξύ άπειρων δραστηριοτήτων (λογοτέχνης, στοχαστής, ζωγράφος, φωτογράφος, βιογράφος, ιστορικός τέχνης, εκτροφέας προβάτων…), ο Μπάτλερ μετέφρασε τα ομηρικά έπη, οι δε μεταφράσεις του κυκλοφορούν και διαβάζονται μέχρι σήμερα. Γενικότερα, σε ό,τι κάνω, συμμερίζομαι την αυτοεικόνα του Μπάτλερ: είμαι ένα παιδάκι που του αρέσει να πετά πέτρες στα τζάμια των άλλων.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ συστηματικά. Με γοητεύει η δουλειά σκηνοθετών που είναι συγχρόνως συγκινητικοί και κλινικοί, όπως π.χ. ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στο ελληνικό θέατρο, ή όπως ο Κι-Ντουκ, ο Χέρτζογκ, ο Καουρισμάκι, ο Χάνεκε, ο Τρίερ και ο Λιντς στον κινηματογράφο. Και φυσικά οι αδερφοί Μαρξ και ο παλιός Γούντι Άλεν. Το χιούμορ είναι ιερό.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι;

Το ιστολόγιό μου περιλαμβάνει πληροφορίες και κριτικές για τα βιβλία μου, καθώς και πολλά αναδημοσιευμένα κείμενά μου, θεωρητικά και λογοτεχνικά. Το Διαδίκτυο έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς μου, αλλά αν είχα άλλη δουλειά, μάλλον θα το βαριόμουν. Πρόκειται για μια τρομερή εφεύρεση, που αλλάζει την ίδια μας τη συνείδηση. Όπως όλες οι τεχνολογίες, έτσι κι αυτό είναι κάθε άλλο παρά ουδέτερο. Η ειρωνεία είναι πως μια γόνιμη σχέση με το Διαδίκτυο προϋποθέτει ακριβώς όσα είναι δύσκολο να έχουμε στη σχέση μας μαζί του: αποδοχή με κριτική σκέψη και χρήση με αποστασιοποίηση. Για να πετύχει όμως αυτό (αν υποθέσουμε πως είναι δυνατό), απαιτείται επίγνωση, και η επίγνωση προκύπτει κυρίως από τον στοχασμό πάνω στις επιδράσεις της τεχνικής στη ζωή μας. Ιδίως αυτός ο τύπος στοχασμού λείπει στην Ελλάδα, αφού εδώ τα πάντα κρίνονται ακόμα με βάση το δίπολο Δεξιά-Αριστερά. Ανθρώπους τυπικά μορφωμένους αλλά ουσιαστικά ακαλλιέργητους, που έχουν ελλιπή έως μηδαμινή σχέση με τον έντυπο λόγο, τα βιβλία κ.λπ., το Διαδίκτυο τους αποτελειώνει πνευματικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι. Βαριέμαι την αιώνια νιότη. Επιθυμώ να ζήσω μια πλήρη ζωή, κάνοντας ό,τι αρμόζει σε κάθε ηλικία, και προσεύχομαι στον ανύπαρκτο θεό μου να φανεί πολυέλεος και να μου φέρει έναν γαλήνιο θάνατο.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Οι κεφτέδες.

Εικονιζόμενοι: Α. Rimbaud, J.G. Ballard, A. Lobo Antunes, C. Bukowski, J. Baudrillard.

19
Σεπτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 121

Θόρντον Ουάιλντερ – Το αίμα του Καίσαρα, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1992, μτφ. Ν., σ. 209 [Thornton Wilder, The Ides of March, 1976].

Ακόμα και νέος, Λούκιε, είχες την ικανότητα να διακρίνεις, χωρίς να γελαστείς, την αναπόφευκτη ερώτηση και την αναπόφευκτη συνέπεια. Δεν έχανες τον καιρό σου παρακαλώντας να ’ναι αλλιώτικα τα πράγματα. Από σένα έμαθα, αλλά σιγά – σιγά, ότι υπάρχουν μεγάλες σφαίρες εμπειρίες που η προσδοκία μας δεν μπορεί ν’ αλλάξει και οι φόβοι μας δεν μπορούν ν’ αποτρέψουν. Για χρόνια καλλιεργούσα ένα σωρό αυταπάτες, την πεποίθηση ότι η φοβερή ένταση του μυαλού μπορεί να σου φέρει ένα μήνυμα από κάποιον που αγαπάς χωρίς ανταπόκριση και πως η αγανάχτηση μπορεί από μόνη της να εμποδίσει το θρίαμβο ενός εχθρού. Το σύμπαν προχωρεί αδυσώπητα και δεν μπορείς να κάνεις σχεδόν τίποτα για ν’ αλλάξεις την πορεία του. Θυμάσαι πόσο σοκαρίστηκα όταν είπες παιχνιδιάρικα: Η ελπίδα δεν άλλαξε ποτέ τον καιρό της άλλης μέρας». Υο λιβάνισμα των άλλων με διαβεβαιώνει διαρκώς πως «πέτυχα το ακατόρθωτο» και «ανέτρεψα τη φορά των πραγμάτων». Δέχομαι αυτούς τους επαίνους κλίνοντας με σοβαρότητα το κεφάλι, αλλά επιθυμώντας συγχρόνως να βρίσκονταν εκεί οι καλύτεροι φίλοι μου για να μοιραστούν μαζί μου την περιφρόνησή μου.

16
Σεπτ.
12

Robert Walser – Γιάκομπ φον Γκούντεν

Το εγχειρίδιο της πρόθυμης υποταγής

…δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι είμαστε και θα παραμείνουμε ασήμαντοι. Ο νόμος που διατάζει, η πειθαρχία που εξαναγκάζει, οι ατέλειωτοι αδυσώπητοι κανονισμοί που ορίζουν την κατεύθυνση και διαμορφώνουν το κλίμα – αυτά μετρούν εδώ και όχι εμείς οι οικότροφοι. Όλοι μας κι εγώ ακόμα, νιώθουμε πως δεν είμαστε παρά ασήμαντοι, φτωχοί, εξαρτημένοι νάνοι, εξαναγκασμένοι σε διαρκή υπακοή. Ανάλογη είναι και η συμπεριφορά μας: Σκύβουμε το κεφάλι αλλά συνάμα δείχνουμε άκρως αισιόδοξοι. [σ. 92]

Ήδη από τις πρώτες φράσεις ο αφηγητής εμφανίζεται βέβαιος πως θα παραμείνει ένα χαριτωμένο, ολοστρόγγυλο μηδενικό για ολόκληρη τη ζωή του. Η οικειοθελής του φοίτηση στο Ινστιτούτο Μπενζαμέντα, μια σχολή για υπηρέτες, θα βοηθήσει ακριβώς αυτόν, έναν γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, να μυηθεί στην υπηρέτηση των άλλων, να ασκηθεί στην προθυμία και την ταπεινοφροσύνη, να γίνει απολύτως ασήμαντος. Εκεί δεν διδάσκεται μόνο η ευπρεπής συμπεριφορά αλλά ένας ολόκληρος τρόπος υποτακτικής σκέψης.

Η διαμονή του στο ημιφωτισμένο, σχεδόν καφκικό Ινστιτούτο του φαίνεται σαν αδιανόητο όνειρο. Οι κανονισμοί δεν τελειώνουν ποτέ, ο ένας μοιάζει να γεννά δεκάδες άλλους. Οι διευθυντές κρύβονται στους εσωτερικούς χώρους, η φασαρία απαγορεύεται: τους επιτρέπουν μόνο να γλιστρούν αθόρυβα σαν σκιές και να μιλούν ψιθυριστά. Πίσω από το κτίριο, ένας παλιός εγκαταλειμμένος κήπος προσελκύει τα βλέμματα των σχεδόν υπνωτισμένων μαθητών που είναι καταδικασμένοι να περνούν την μισή τους μέρα σε μια παράξενη αδράνεια. Ο Γιάκομπ μοιράζεται με τους συμμαθητές του την αίσθηση πως δεν τους υπολογίζει κανείς, πως η στολή που φορούν τους ευτελίζει αλλά και τους εξυψώνει, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται πως όλα εκεί μέσα είναι ύποπτα και παρακμιακά.

Ο Διευθυντής κύριος Μπενζαμέντα ένας γίγαντας ανάμεσα σε νάνους, ένας «καθοδηγητής και ηγέτης ενός τσούρμου από μικροσκοπικά και ασήμαντα πλάσματα» εκφράζει τον κόσμο της εξουσίας που δεν δίνει λόγο σε κανέναν και δεν αμφισβητείται από κανέναν. Η αδελφή του, δεσποινίδα Μπενζαμέντα, εκφράζει έναν άλλο, απόκοσμο κόσμο. Οικεία και απόμακρη, όταν επαινεί, η τάξη μοσχοβολά, όταν επιπλήττει, η αίθουσα σκοτεινιάζει. Μακριά από τα μάγουλά της η ζωή μοιάζει με κόλαση κακίας και βαναυσότητας.

Ο Γιάκομπ αρχίζει να προκαλεί τον κύριο Μπενζαμέντα, με το ιδιότυπο ιδιοσυγκρασιακό του αμάλγαμα ευστροφίας, αυτοσαρκασμού και δουλικότητας, αμφισβητώντας το ίδιο το ίδρυμα και αψηφώντας τις συνέπειες. Οι μικρές του απόπειρες εξέγερσης λήγουν άδοξα και, κυρίως, συντομότατα. Ο Μπενζαμέντα μοιάζει να ζει καθ’ εικόνα και ομοίωση του ιδρύματός του: σκοτεινός, μοναχικός, σχεδόν φασματικός, συνεπώς αντιδρά με θετικό τρόπο στις προκλήσεις του νεαρού, θαρρείς και αποτελούν την τελευταία του ευκαιρία να ζωντανέψει και να ζήσει μια ζωή έξωαπό το ίδρυμα άρα έξωκαι από τον ίδιο. Για τον Γιάκομπ η μανιασμένη επιθυμία να αποκτήσει εμπειρίες γιγαντώνεται όσο αισθάνεται ότι ξεκλειδώνει τον κατάκλειστο κόσμο του Διευθυντή. Η ανάγνωση του δίπολου δεν μπορεί να αγνοήσει τις ομοφυλοφιλικές και σαδομαζοχιστικές προεκτάσεις αλλά ούτε και να περιοριστεί σε αυτές.

Την ίδια στιγμή κάθε παρατήρηση ή γεγονός που υποπίπτει στην αντίληψή του τον εμπνέει για μια σειρά από ειρωνικές διαπιστώσεις, σαρκαστικές φιλοσοφίες και κυνικά συμπεράσματα, με επίκεντρο την αναπόδραστη υποταγή στην εξουσία. Από την μία η μισανθρωπία – άλλωστε, όπως δηλώνει απολαμβάνει την γκρίνια και την μεμψιμοιρία των άλλων. «Ο άνθρωπος, όσο σημαντικός κι αν είναι, μένει πάντα ένα φωνακλάδικο νιάνιαρο». Ο ίδιος ξέρει πως πιθανόν να κρύβεται μέσα του «ένας πολύ μα πολύ μοχθηρός άνθρωπος». Από την άλλη εκφράζεται ως εστέτ που παρατηρεί με ειρωνεία τις γυναίκες: Κατανοώ την αξιολάτρευτη φύση των γυναικών. Η κοκεταρία τους με διασκεδάζει και διακρίνω ένα βαθύ νόημα πίσω από τις πιο τετριμμένες εκφράσεις τους. Οι ψυχές τους χοροπηδούν μαζί με τα ψηλοτάκουνα μποτίνια. Το χαμόγελό τους είναι μια παιδιάστικη συνήθεια και συνάμα ένα κεφάλαιο της παγκόσμιας ιστορίας. [σ. 86] και τον κόσμο:

Κι έπειτα είδα το στρογγυλό, χαζούλικο, χαριτωμένο καπελάκι του να χάνεται ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα κεφάλια και καπέλα. Τον κατάπιε το πλήθος, όπως λέμε. Ο Πέτερ δεν μαθαίνει απολύτως τίποτα στη σχολή, μολονότι – κι εδώ είναι το αστείο – το έχει απόλυτη ανάγκη, και, καθώς φαίνεται γράφτηκε στο ινστιτούτο Μπενζαμέντα μόνο και μόνο για να διαπρέψει με τις απίθανες χαζομάρες το. Ίσως μάλιστα καταφέρει εδώ μέσα να αυξήσει τη βλακεία του σε σημαντικό βαθμό. Στο κάτω κάτω, ποιος μπορεί να του απαγορέψει να αξιοποιήσει την κουταμάρα του; […] Έχω το παρήγορο και ερεθιστικό και ευχάριστο προαίσθημα ότι αργότερα θα πέσω πάνω σ’ ένα τέτοιο αφεντικό και προϊστάμενο σαν τον Πέτερ, καθώς οι ανόητοι σαν κι αυτόν είναι προορισμένοι να προάγονται, να προωθούνται, να καλοπερνούν και να διατάζουν, ενώ κάτι ατσίδες σαν κι εμένα ξεδιπλώνουν και σπαταλούν το ταλέντο τους στις υπηρεσίες των άλλων. [σ. 64 – 65]

Ο Γιάκομπ, όπως και κάθε χαρακτήρας του συγγραφέα, είναι οικειοθελώς μοναχικός, και επίμονα πείσμων, εκ φύσεως πλάνης και αναχωρητής, αρνητής των προνομίων και κυνηγός των εμπειριών, όσο αρνητικές και αν είναι, και σε κάθε περίπτωση πνευματικά ελεύθερος ακόμα και υπό συνθήκες απόλυτης υποταγής. Έχει ξεκόψει κάθε επικοινωνία με τους γονείς του επειδή δεν του αρέσει να δίνει λογαριασμό σε κανέναν – θα προτιμούσε να μην έχει γονείς που να τον αγαπούν. Όταν καλείται να γράψει το βιογραφικό του δίνει μια αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού του, φροντίζοντας να απογοητεύσει οποιονδήποτε έχει την παραμικρή προσδοκία. Λατρεύει τους περιορισμούς επειδή του δίνουν τη δυνατότητα να παρανομήσει και να το χαρεί με την ψυχή του. Ειρωνεύεται κάθε πνευματική ανάπτυξη. «Τι ωφελούν οι σκέψεις και οι εμπνεύσεις αν δεν ξέρεις τι να κάνεις με δαύτες;»

Αλλά ούτε διαμαρτυρόμαστε καθόλου. Δεν μας περνά καν απ’ το μυαλό αυτή η σκέψη. Άλλωστε, οι σκέψεις μας είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Ίσως εγώ να σκέφτομαι περισσότερο απ’ τους άλλους, είναι πολύ πιθανό, αλλά κατά βάθος περιφρονώ τον πλούτο της σκέψης μου. Εκτιμώ μονάχα τις εμπειρίες, κι αυτές είναι κατά κανόνα ανεξάρτητες από σκέψεις και συγκρίσεις. [σ. 125]

Οι συζητήσεις του με τον «ανταγωνιστή» συμμαθητή του Κράους και με το αδελφό του Γιόχαν, που έχει αποδεχτεί το όνομα και τον πλούτο της οικογένειάς τους δεν αποτελούν μόνο αντιπαραθέσεις με τα αντίθετά του εντός και εκτός σχολής αντίστοιχα αλλά και ενδεικτικές διαλεκτικές περί χρήματος και μεγαλούπολης – εδώ υπάρχουν μερικές εξαιρετικές εξπρεσιονιστικές σελίδες για την αέναη κίνηση της μοντέρνας πλέον μεγαλούπολης και τον «ελκυστικά εκτεθειμένο βιομηχανικό πλούτο».

Στην σχεδόν ημερολογιακή γραφή του συγγραφέα – αφηγητή εναλλάσσεται η σκέψη με την φαντασία και η φασματική πραγματικότητα με το όνειρο. Η καφκική ατμόσφαιρα με την εσωτερική μύηση, ο σαρκασμός εξουσίας με την τομή της μαζοχιστικής ψυχολογίας, η άσβεστη δίψα για νέες εμπειρίες αλλά και αναχωρητισμό με την ανελέητη κριτική στάση. Στο εσωτερικό του ιδιόρρυθμου βαλζερικού ύφους, ο μελετητής του Gilles Ortlieb εντοπίζει ορισμένα γνωρίσματα της ρομαντικής γερμανικής παράδοσης, όπως η έλξη προς την αποτυχία του Κλάιστ, η εύθραυστη διανοητική κατάσταση του Χαίλντερλιν ή την μελαγχολική ιδιοσυγκρασία του Λέναου αλλά και η ανεξάντλητη Wanderlust [Μανία της περιπλάνησης] που τον έκανε να αναγάγει τον περίπατο και την πεζοπορία σε τρόπο ζωής, θέασης του κόσμου και ίσως γραφής.

Τα μαλλιά μας είναι πάντα καθαρά, καλοχτενισμένα και βουρτσισμένα και όλοι μας πρέπει να χωρίζουμε μια ολόισια χωρίστρα στον κόσμο που βρίσκεται ψηλά στο κεφάλι μας. Έτσι είναι το σωστό. Μέχρι και οι χωρίστρες προβλέπονται από τον κανονισμό. Και επειδή έχουμε όλοι τόσο όμορφες κομμώσεις και χωρίστρες, είμαστε σχεδόν ολόιδιοι, πράγμα που θα έκανε ένα συγγραφέα να σκάσει στα γέλια αν μας επισκεπτόταν για να μας μελετήσει σε όλη τη λαμπρότητα και την ταπεινότητά μας. Ε, λοιπόν, καλά θα κάνει αυτός ο συγγραφέας να κάτσει στο σπίτι του. Είναι ελαφρόμυαλοι όποιοι θέλουν μονάχα να εξετάζουν και να παρατηρούν. άμα ζει κανείς πραγματικά, οι παρατηρήσεις έρχονται από μόνες τους. [σ. 84]

Ανάμεσα στις σημειώσεις του επιμέτρου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η άποψη πως ο συγγραφέας ουσιαστικά ακυρώνει τρία από τα πρότυπά του, πρότυπα τυπικών μυθοπλαστικών μοτίβων. Πρώτα, το ινστιτούτο αποτελεί μεν τόπο δοκιμασιών και μύησης για τον μεταμφιεσμένο πρίγκιπα που οφείλει περιπλανηθεί στον κόσμο και να περάσει δοκιμασίες· μόνο που η λύτρωση εδώ αμφισβητείται: ο «πρίγκιπας» διατηρεί μόνο την εσωτερική του ελευθερία αλλά παραμένει υποταγμένος. Από την άλλη, ο άσωτος υιός που αποποιείται τα αγαθά του και βαδίζει στο «σοσιαλιστικό μονοπάτι της λύτρωσης» εδώ δεν έχει καμία ενοχή ότι ανήκει σε μια τάξη εκμεταλλευτών ούτε διακατέχεται από συναισθήματα αλληλεγγύης για τους ανίσχυρους· απλώς η ελιτίστικη συνείδησή του εμπνέει την ανάγκη άσκησης στην ταπεινοφροσύνη. Τέλος, η «μαθητεία» εδώ παραλλάσσεται αν δεν παρωδείται. Δεν υπάρχει κανένα παραδοσιακό παιδαγωγικό περιεχόμενο εδώ: η σχολή μοιάζει με τόπο ψυχολογικής τρομοκρατίας και αποτυπώνει τις χειρότερες πτυχές του κόσμου. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας τελικά οδηγεί στον εκμηδενισμό της· μόνο τα απλά μηδενικά δεν θα απειλήσουν τις κοινωνικές δομές.

Δεν θα ξαναδώ ποτέ έλατα; Ε, δεν είναι και τόσο τραγικό. Η στέρηση έχει κι αυτή άρωμα και σφρίγος. [σ. 37]

Ο Γερμανόφωνος Ελβετός ποιητής και πεζογράφος Ρόμπερτ Βάλζερ (1878 – 1956) εργάστηκε σε τράπεζες και σε ασφαλιστικές εταιρείες στη Ζυρίχη αλλά και ως μαθητευόμενος ηθοποιός, βοηθός σε γραφείο μηχανικού, μαθητής σε στρατιωτική σχολή και υπηρέτης σε πύργο. Από τα έξι του συνολικά μυθιστορήματα τρία μόνο διασώθηκαν και εκδόθηκαν, μαζί με μια συλλογή ποιημάτων και δυο τόμους δοκιμίων (μεταξύ των ετών 1907 και 1913). Οι εκδόσεις αυτές δεν βελτίωσαν την δυσχερέστατη οικονομική του κατάσταση και ο Βάλζερ υπό την πίεση και μιας βαθιάς υπαρξιακής κρίσης επέστρεψε στην Ελβετία και έμεινε για επτά χρόνια στη σοφίτα ενός ξενοδοχείου, όπου και έγραψε μια δεύτερη σειρά έργων, κυρίως σύντομα και διαυγή πεζά που ο ίδιος συνέκρινε με μικροκαμωμένες μπαλαρίνες που «χορεύουν μέχρις ότου εξαντληθούν και πέσουν χάμω από την κούραση». Εμπνεύστηκε το «Γιάκομπ φον Γκούντεν» από την προσωπική του μηνιαία μαθητεία σε μια σχολή για υπηρέτες

Η τελευταία περίοδος της ζωής του Βάλζερ χαρακτηρίζεται από συνεχή αλλαγή τόπων κατοικίας και τα σημάδια μιας διανοητικής ανισορροπίας που οδήγησαν στον διαδοχικό εγκλεισμό του σε δυο άσυλα – στο δεύτερο παρά τη θέλησή του, αρνούμενος πάντως αργότερα να το εγκαταλείψει. Αποστασιοποιήθηκε και αποξενώθηκε από τους σύγχρονούς του, έθεσε ο ίδιος τον εαυτό του στο περιθώριο, φτάνοντας στο σημείο να καταστρέφει ολόκληρα χειρόγραφα. Παρέμεινε αδιάφορος για την επανέκδοση των παλαιότερων έργων του και για τις πρώτες του βιογραφίες και αποτραβηγμένος από τον κόσμο μέχρι τον θάνατό του (κατά τη διάρκεια ενός μακρινού περιπάτου). Υπήρξε από τους αγαπημένους συγγραφείς του Κάφκα και εκτιμήθηκε από σημαντικούς σύγχρονούς του λογοτέχνες. Το έργο του ανακαλύφθηκε και εκδόθηκε εκ νέου τη δεκαετία του ’70 και σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφείς του 20ύ αιώνα. Αγαπημένη του φράση: «Είναι τόσο όμορφα παράμερα».

Πλήρης τίτλος: Γιάκομπ φον Γκούντεν.  … Αυτό το όνειρο που ονομάζουμε ανθρώπινη ζωή… Εκδ. Ροές, 2012, μτφ. Βασίλης Πατέρας, σελ. 253. Με εργοβιογραφικό σημείωμα του Gilles Ortlieb και σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα από τον ίδιο τον συγγραφέα (μτφ. Πελαγία Τσινάρη), επίμετρο, χρονολόγιο και «γνώμες  για τον Ρόμπερτ Βάλζερ» από τους Christian Morgenstern, Walter Benjamin και Elias Canetti. [Robert Walser – Jakob von Gunten – Ein Tagebuch, 1909]

Σημ. Στο μυθιστόρημα βασίστηκε και η ταινία των αδελφών Quay «Ινστιτούτο Μπενζαμέντα», απ’ όπου και ο υπότιτλος και η φωτογραφία του εξωφύλλου της ελληνικής έκδοσης. // Οι εκδόσεις Ροές θα εκδώσουν προσεχώς και το πρώτο μυθιστόρημα του Βάλζερ, Οι αδελφοί Τάννερ.

Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του δύσκολα γλιτώνει από εξευτελισμούς και απογοητεύσεις, καθώς βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με καταστάσεις που τσακίζουν την αυτοπεποίθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς οι μαθητές δεν διαθέτουμε αξιοπρέπεια, απλώς πρόκειται για μια πολύ μικρή, ευέλικτη, εύκαμπτη και ελαστική αξιοπρέπεια, που την τεντώνουμε και τη λασκάρουμε ανάλογα με τις ανάγκες.[σ. 129]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (φθινόπωρο 2012).

15
Σεπτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 120

Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, εκδ. Ύψιλον, 1983, [Β΄ έκδ.], σ. 220.

Ο καιρός που περνάει πάνω από τα πολύχρονα κρεμασμένα κάδρα, αφήνει ένα τετράγωνο κομμάτι στον τοίχο με το αρχικό χρώμα. Αν σηκώσεις την άκρη της κρεμασμένης πάνω στο κρεβάτι κεντητής μπάντας, θα θυμηθείς το παλιό καθαρό χρώμα του καπνισμένου τοίχου, με όλο τον κίνδυνο, έτσι καθώς διπλώνεις το ύφασμα και καταστρέφεις τις αναλογίες και την προοπτική, να φέρεις τους άγριους διώκτες πολύ κοντά στον παράτολμο κλέφτη. Αν γελάσεις μ’ αυτή τη σκέψη και αδιαφορώντας για τις συνέπειες σηκώσεις πιο πολύ το ύφασμα, τότε θα δεις την πίσω όψη του παραμυθιού, χαμένη τη μαγεία των χρωμάτων, την τεχνική ξεμπροστιασμένη, όλο κόμπους και στηρίγματα και μεγάλες βελονιές.

13
Σεπτ.
12

Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου

Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια

«Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ, σ. 44)

Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί;  Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Μια ολόκληρη σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων οδηγούν στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες που μεταγράφονται εδώ από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει από το 2006 ο Α.Χ. είτε μόνος του είτε με την Μικέλα Χαρτουλάρη.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύειπως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία». Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.

Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας». Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Ο Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 589.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (Φθινόπωρο 2012).

Στις εικόνες: John Banville, Antonio Tabucchi, Paul Auster, Javier Cercas, Harry Mulisch, José Saramagu, Hans Markus Enzersberger, Martin Walser, Niccolò Amaniti, Amos Oz.

21
Ιολ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 119

Αλεσσάντρο Μπαρίκο – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος, εκδ. Άγρα, 2002, μτφ. Σταύρος Παπασπύρου (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994), 54, 65.

Δεν καταλαβαίνω. Είναι ένα από κείνα τα πράγματα που καλύτερα να μην τα σκέφτεσαι, γιατί παλαβώνεις. Όταν πέφτει ένα κάδρο. Όταν ξυπνάς, ένα πρωί, κι έχεις πάψει να την αγαπάς. Όταν ανοίγεις την εφημερίδα και διαβάζεις ότι κηρύχτηκε πόλεμος. Όταν βλέπεις ένα τρένο και σκέφτεσαι: πρέπει να του δίνω από δω. Όταν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και συνειδητοποιείς ότι γέρασες. Όταν, στ’ ανοιχτά του Ωκεανού, ο Χιλιαεννιακόσια σήκωσε το βλέμμα απ’ το πιάτο του και μου είπε: «Στη Νέα Υόρκη, σε τρεις μέρες, εγώ θα κατέβω απ’ αυτό το καράβι».

Ήταν όλα τόσο χάλια, που κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια και ξαναγύριζα εκεί πάνω, στην Τρίτη θέση, ν’ ακούω τους μετανάστες που τραγουδούσαν όπερες και τον Χιλιαεννιακόσια να παίζει ποιος ξέρει τι μουσική, τα χέρια του, το πρόσωπό του, τον Ωκεανό γύρω του. Ξέφευγα με τη φαντασία, με τις αναμνήσεις, γιατί αυτό σου μένει να κάνεις κάποιες φορές, για να σωθείς, δεν υπάρχει και τίποτ’ άλλο. Κόλπα των φτωχών, θα πείτε, αλλά πάντα πιάνουν.

16
Ιον.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 117

Νταμιάν Ταμπαρόφσκι, Ιατρική αυτοβιογραφία, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Νάντια Γιαννούλια, σ. 128 – 129 (Damián Tabarovsky, Autografía dica, 2007)

Κάθε στιγμή της ζωής του έμοιαζε φωτοτυπημένη, ανατυπωμένη, αντιγραμμένη σε τέτοιο ακραίο σημείο ώστε το πρωτότυπο να μη διακρίνεται πλέον από το αντίγραφό του, ένα σημείο όπου τα σύνορα διαλύονται, σβήνονται, υγροποιούνται. Λες και η ζωή του είχε μετατραπεί σε ένα vaudeville, σε μια από εκείνες τις ελαφρές κωμωδίες όπου όλοι ξέρουν τι θα συμβεί προτού ακόμα συμβεί, όπου είναι γνωστό από ποια πόρτα θα μπουν οι πρωταγωνιστές και από ποια θα βγουν, τι διαλόγους θα ανταλλάξουν μεταξύ τους και ποιες καταστάσεις θα βιώσουν, πώς θα ντυθούν και ποια στιγμή θα γδυθούν, και ακριβώς γι’ αυτόν  το λόγο το έργο είναι διπλά επιτυχημένο, διπλά διασκεδαστικό, διπλά ευρηματικό.

Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο διαφορετικό, πιο αλλιώτικο, πιο ποικίλο από την επανάληψη. Καμία επανάληψη δεν επαναλαμβάνεται ομοιότροπα, κανένα αντίγραφο δεν αποτυπώνει πιστά την πραγματικότητα. Αντιθέτως, κάθε επανάληψη αψηφά το πρωτότυπο, κάθε ανατύπωση παραβιάζει την προέλευση, κάθε πλεονασμός μετατοπίζει το νόημα. Μάλιστα, η κατάκτηση της πρωτοτυπίας οφείλεται ακριβώς στην επίμονη, διαρκή, μανιώδη επανάληψη. Η καινοτομία είναι κατ’ αρχή μια υπόθεση επανάληψης, υποτροπής, μονοτονίας, συχνότητας. Η καινοτομία είναι γέννημα της επανάληψης, της επαναλαμβανόμενης επανάληψης ξανά και ξανά μέχρι το σημείο όπου δεν επαναλαμβάνεται πια τίποτα, όπου τίποτα δεν επαναλαμβάνεται.

14
Ιον.
12

Διαβάζω, τεύχος 540 (Ιούνιος 2012)

Λογοτεχνία, Διαδίκτυο και Νέες Τεχνολογίες: Τα επόμενα πράγματα

Το happy end είναι συνήθως ένα ξεροκόμματο βλακώδους αισιοδοξίας που χρησιμοποιούν οι κλασικοί συγγραφείς για να ανακουφίζουν και να ηρεμούν τον ακατέργαστο λαό. Αφού επί δύο ώρες ή για εξακόσιες σελίδες έχει αναπτυχθεί και λειτουργήσει ο τραγικός μηχανισμός των αληθειών, στο τέλος οι κλασικοί συγγραφείς κολλάνε ένα απίστευτο ψέμα για να χρυσώσουν το χάπι και να πουν στον αμετακίνητο θεατή ή αναγνώστη ότι τελικά όλα θα πάνε καλά όπως τα θέλει αυτός κι όχι όπως τα θέλει η μοίρα. Όλα αυτά τα happy end είναι τόσο απίστευτα ψέματα που οι συγγραφείς δε νιώθουν καμία τύψη αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να τα δεχτούν ως αλήθειες και οριστικά συμπεράσματα, τελικά άξιοι της τύχης τους λέει ο Γιώργος Μανιώτης σε συνομιλία του, μεταξύ άλλων, για το φρέσκο του μυθιστόρημα Τώρα αλλά και για την πεποίθησή του πως «το να ξέρουμε τι μας συμβαίνει είναι η μεγαλύτερη επανάσταση».

Το μηνιαίο αφιέρωμα που χαρτογραφεί τις σχέσεις λογοτεχνίας και διαδικτύου και αποτυπώνει τις επιρροές των νέων τεχνολογιών στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική κοινότητα. Τα κείμενα του αφιερώματος (επιμ. Χριστιάνας Μυγδάλη) αφορούν την Βιβλιοφιλική Μπλογκόσφαιρα (Γιώργος Περαντωνάκης), τις Ηλεκτρονικές εκδόσεις σε σχέση με την νεοελληνική λογοτεχνία (Άννα-Μαρία Σιχάνη), τα πνευματικά δικαιώματα των e-books (Γιάννης Φαρσάρης), τα «επόμενα πράγματα» (Παναγιώτης Γαβριήλογλου), την «ηλεκτρική λογοτεχνία» (Μαρία Ξυλούρη) κ.ά. Αντιγράφω από το κείμενο της τελευταίας: Το Ίντερνετ είναι ο εχθρός της συγγραφής, λένε κάποιοι: μπορεί να σου δίνει εργαλεία να προωθήσεις τη δουλειά σου, όμως σε εμποδίζει να τη γράψεις. Ο Φράνζεν για παράδειγμα, λέει ότι γράφει σε ένα παλιό λάπτοπ χωρίς σύνδεση στο Ίντερνετ, ώστε να μην του αποσπάται η προσοχή· υπάρχουν προγράμματα που φροντίζουν να διακόπτουν τη σύνδεση του υπολογιστή για προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα, ώστε να γράφεις χωρίς να μπαίνεις στον πειρασμό να ελέγχεις το μέιλ σου κάθε τρεις και λίγο…

Η Κική Δημουλά συναντά τον Γιάννη Μπασκόζο και του εξηγεί γιατί δε χρειάζεται να γιορτάζουμε την παγκόσμια μέρα της ποίησης, ενώ δημοσιεύεται απόσπασμα μιας συζήτησης με θέμα Η ποίηση και η ανθρώπινη κατάσταση με τους ποιητές Milo Deangelis (Μιλάνο), Issa Makhlouf (Βηρυτός), Gérard Noiret (Παρίσι), Ozdemir Ince (Κωνσταντινούπολη), Στρατής Πασχάλης (Αθήνα), Marta Pessarrodona (Τερράσσα), Vlada Urosevic (Σκόπια), Michel Deguy (Παρίσι) και Rabia Djelti (Οράν) και ο καθιερωμένος φάκελος για τα φετινά Λογοτεχνικά Βραβεία του περιοδικού.

Προτού σας αφήσω για να κρυφτώ στο Ίσλα Μπόα του Χρήστου Αστερίου, ας κρυφακούσουμε τα λόγια του συγγραφέα σε μια από τις ραδιοφωνικές συνομιλίες με τον Νίκο Θρασυβούλου, που εδώ και κάποια τεύχη έχουν το δικό τους δισέλιδο στο περιοδικό: Η έμφαση είναι μια υπερεκτιμημένη έννοια, ειδικά σε ένα μυθιστόρημα μεγαλόπνοο, το οποίο χρειάζεται 3-4 χρόνια να γραφτεί. Η δουλειά είναι το κύριο που πρέπει να κάνεις. Η έμπνευση είναι η πρώτη ιδέα, που αναπτύσσεται στην πορεία αλλά σίγουρα δεν είναι το κυρίαρχο. Θέλει να κάνεις μαραθώνιο… [σ. 130]

Σημ.: Στο εξώφυλλο αναφέρεται ως αριθμός τεύχος το 530, προφανώς εκ παραδρομής.

09
Ιον.
12

Συλλογικό – Συζητήσεις με τον Τομ Ρόμπινς

Επιμ. Λίαμ Ο. Πέρντον – Μπιφ Τόρεϊ

Ο Robbins των Δασών και της Ψυχεδέλειας

H αναζήτηση του πόνου θεωρείται όχι μόνο αξιέπαινη αλλά και ηρωική, ενώ η αναζήτηση της χαράς θεωρείται άνευ σημασίας. Αυτή η στάση μού φαίνεται σχεδόν παράφρων. Γιατί υπάρχει μεγαλύτερη αξία στον πόνο από ό,τι στη χαρά; Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος, ο θυμός και η ματαίωση δεν μπορούν να μας διαμορφώσουν ή ότι δεν πρέπει να τα αναζητούμε· απλώς θέλω να ρωτήσω γιατί αυτά τα συναισθήματα πρέπει να αναζητιούνται ενώ η χαρά αποκλείεται. Αυτό εν μέρει οφείλεται σε μια επικρατούσα αίσθηση, ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, ότι απλούστατα δεν είναι της μόδας να είσαι θετικός απέναντι στη ζωή. Μερικοί κριτικοί προτιμούν βιβλία που αντικατοπτρίζουν τις δικές τους νευρώσεις, τη δική τους δυστυχισμένη ζωή. [σ. 99]

Τα παραπάνω λόγια του Τομ Ρόμπινς δεν εκφέρονται μόνο ως απάντηση στις συνήθεις αρνητικές αιτιάσεις των βιβλίων του από τους «κριτικούς» αλλά και αντανακλούν την προσωπική του φιλοσοφία ζωής, μιας φιλοσοφία που ο συγγραφέας ευχαρίστως μοιράζεται εδώ. Πρόκειται για έκδοση που συγκεντρώνει 21 συνεντεύξεις – συνομιλίες μαζί του, με πρώτη εκείνη στο περιοδικό Rolling Stone (Νοέμβριος 1977) και τελευταία μια ανέκδοτη του 2009, ενώ στο τέλος κάθε συνομιλίας περιλαμβάνονται πλούσιες κατατοπιστικές σημειώσεις, εφόσον οι αναφορές του σε ονόματα, τίτλους, φιλοσοφικές έννοιες, κινήματα και γενικότερα κάθε στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας είναι καταιγιστικές.

Magical Mystery Hour

Η πρώτη επαφή του Ρόμπινς με την μαγεία ήταν ένα περιοδεύον τσίρκο που εμφανίστηκε ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, στις αρχές της δεκαετίας του ’40, στην άδεια αυλή ενός γειτονικού σχολείου στη Βόρεια Καρολίνα. Δεν ήταν τόσο η εμπειρία της συμμετοχής του ούτε ο έρωτάς του για την ημίγυμνη «Άτρωτη Γυναίκα» όσο η αίσθηση πως ένα βαρετό μέρος μπορεί ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε κάτι μαγικό, άρα πώς το συνηθισμένο να γίνει ασυνήθιστο, με μια άλλη ενδεχόμενη ζωή.

Έκτοτε βασική μαγεία στη ζωή του υπήρξε το παιχνίδι των διασυνδέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους, προς επαλήθευση της συναρπαστικότητας του σύμπαντος. Κι αυτό το στοιχείο υπήρξε πρωταρχικό στην θεματολογία των βιβλίων του, μαζί με την φύση της σεξουαλικότητας και την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα συστήματα που καταπιέζουν τα φυσικά του πάθη και τη διάθεση για παιχνίδι. Ο συγγραφέας εμπνέεται αφήνοντας «τις εικόνες και ιδέες να μαρινάρονται μέσα στα απρόβλεπτα αλλά ζωτικά νερά της υποσυνείδητης φαντασίας». Οι τρόποι του πλέον γνωστοί: εξωφρενικά λογοπαίγνια, πλούσια, σχεδόν ηδονιστική χρήση της γλώσσας, φλύαρες μεταφορές, ελευθεριάζουσες αναλογίες, ακατάπαυστα λεκτικά πυροτεχνήματα, παράξενες πληροφορίες, ζωογόνα αισθητικότητα.

Mushroom Fields Forever

Το 1952 τον βρίσκει να ταξιδεύει με οτοστόπ στην Ανατολική Ακτή και να διαμένει στο Γκρίνουιτς Βίλλατζ, το 1960 να συναναστρέφεται με καλλιτέχνες και μποέμ στο θρυλικό Βίλλατζ Ινν του Ρίτσμοντ, το 1963 να δοκιμάζει LSD και να αλλάζει εφεξής τον τρόπο με τον οποίο θα βλέπει τα πράγματα – λιγότερο άκαμπτα διανοητικά και συναισθηματικά. Την ίδια εποχή γράφει στο περιοδικό Holiday το άρθρο του για τις παράξενες ιδιότητες ενός μανιταριού, του Psilocybe, που υποτίθεται πως προκαλούσε διεύρυνση της συνειδητότητας, ενώ το 1964 στη Νέα Υόρκη γνωρίζει τον Τίμοθι Λίρι και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Ρόμπινς έβγαζε τα προς το ζην γράφοντας για την τέχνη και το θέατρο και έχασε τη δουλειά του αγνοώντας τις προειδοποιήσεις να μην επιλέγει φωτογραφίες μαύρων καλλιτεχνών στη στήλη του.

Το 1966 γοητεύεται από τα τεκταινόμενα στο Χέιτ Άσμπουρι, τη χίπικη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο και για αρκετά χρόνια θα αποτελεί μέρος της ψυχεδελικής αντικουλτούρας της Δυτικής Ακτής. Το 1967 η αντεργκράουντ εφημερίδα Helix του αναθέτει να γράψει για μια συναυλία των Doors και βιώνει μια «λογοτεχνική επιφοίτηση». Εγκαταλείπει τα πάντα, μετακομίζει σε μια αγροτική περιοχή της πολιτείας Ουάσινγκτον και αρχίσει να γράφει την Αμάντα, Το Κορίτσι της Γης [Another Roadside Attraction]. Την εποχή εκείνη είναι τόσο φτωχός που το φαΐ του κυρίως προέρχεται από νυχτερινές επιδρομές σε περιβόλια της περιοχής.

They’re like a rainbow

Η Αμάντα εκδίδεται το 1971 και επαινείται από τους Λόρενς Φερλινγκέτι και Γκράχαμ Γκριν, ενώ το Rolling Stone την χαρακτηρίζει ως την πεμπτουσία των μυθιστορημάτων των Σίξτις· ίσως – πιθανολογεί ο Ρόμπινς – επειδή το βιβλίο έβλεπε τα Σίξτις από μέσα προς τα έξω. Ο ίδιος λέει ότι δεν ήθελε να γράψει για τα Σίξτις, αλλά να τα κάνει να συμβαίνουν στη σελίδα και να μεταδώσει κάτι από την εμπειρία τους. Οι Καουμπόισσες [Even Cowgirls Get The Blues]  [1976] εκθειάζονται από τον Τόμας Πίντσον και η συνέχεια είναι εξίσου γνωστή: Τρυποκάρυδος [1980], Το Άρωμα του Ονείρου [1984], Ο Χορός των Εφτά Πέπλων [1990], Μισοκοιμισμένοι μες στις βατραχοπιτζάμες μας [1994], Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από καυτά κλίματα [2000] (που εμπνέει ένα …τριήμερο φεστιβάλ στο Μεξικό), Villa Incognito [2003], Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα: τα Μικρά Κείμενα του Τομ Ρόμπινς [2005] και το [υποτίθεται παιδικό] Μπι όπως Μπίρα, εμπνευσμένο από μια γελοιογραφία του New Yorker. Το 1995 ο Λέοναρντ Κοέν το θεωρεί ιδιαίτερη τιμή του να περιλαμβάνει ο δίσκος του Tower of Love κείμενο του Ρόμπινς, του συγγραφέα που η περιώνυμη Ιταλίδα κριτικός Φερνάντα Πιβάνο χαρακτήρισε ως τον πιο επικίνδυνο συγγραφέα του κόσμου.

If you go to Seattle Francisco

Οι κραδασμοί της Αμάντας βέβαια ήταν γνωστοί: γυναίκες – μητέρες – γαίες του έγραψαν για να του πουν πως αυτές είναι η Αμάντα, πέντε έξι άτομα ονόμασαν έτσι την κόρη τους προς τιμή της ηρωίδας, και γενικά αποτέλεσε το αντεργκράουντ μυθιστόρημα μιας γενιάς που δεν είχε ιδιαίτερη συμπάθεια στα μυθιστορήματα. Από το 1967 συγγραφείς κάθε ηλικίας και επιπέδου προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να συλλάβουν εκείνη την ιδιαίτερη φευγαλέα αίσθηση των Σίξτις, λέει ο Ρόμπινς, ξεχνώντας πως η ουσία της αντικουλτούρας δεν ήταν τα ήθη της αλλά η φαντασία.

Στο έργο Aquarius Revisited: Seven Who Created the Sixties Counterculture That Changed America (1987) των Πίτερ Ο. Χουίτμερ και Μπρους Βαν Γουινγκάρντεν χαρακτηρίζεται ως μια από τις επτά φυσιογνωμίες που καθόρισαν τη σκέψη και το κίνημα της αντικουλτούρας των Σίξτις μαζί με τους Χάντερ Σ. Τόμσον, Γουίλιαμ Μπάροους,  Άλεν Γκίνσμπεργκ, Κεν Κέσεϊ, Τίμοθι Λίρι και Νόρμαν Μέιλερ. Κύρια βάση της ζωής του υπήρξε το Σιάτλ, που το διάλεξε ως το πιο μακρινό σημείο από την νοτιοανατολική καταγωγή του αλλά και από περιέργεια να δει τι είδους τοπίο μπορούσε να κάνει μια σχολή μυστικιστών ζωγράφων. Στα γύρω δάση αναζήτησε για πρώτη φορά άγρια βρώσιμα μανιτάρια κι εκεί έζησε σε κοινότητες που τα καλοκαίρια (όπως παραπονούνταν οι κάτοικοι) έμοιαζαν με το Γούντστοκ. Από εκεί άλλωστε έχει ανακαλύψει κοντινά μέρη ιδανικά για να απλώνει το σλίπινγκ μπαγκ του και να βρίσκεται στη φύση.

The World Metaphysical Circus

Για τον Ρόμπινς η εμπειρία της ανάγνωσης οποιουδήποτε μυθιστορήματος πρέπει πάντα να οδηγεί τους αναγνώστες στη στιγμή της αφύπνισης και της απελευθέρωσης από τον αλόγιστο εφησυχασμό της συναινετικής πραγματικότητας, από το να βλέπουμε την προσομοίωση ως πραγματικότητα. Να συνειδητοποιούμε ότι με το χιούμορ μπαίνουμε πιο πολύ στην πραγματικότητα και ότι το παιχνίδι είναι ένα είδος διάσωσης της ψυχής και να αναζητούμε τις αντικανονικότητες που ξεχωρίζουμε στην καθημερινή ζωή, γιατί στρέφουν την προσοχή μας σ’ αυτό που διαρρηγνύει την συνέχεια της συναινετικής πραγματικότητας.

Το μυθιστόρημα είναι η μαγεία που ανανεώνει την έρημο του νου. Με όλη αυτή τη συνειδητοποίηση οι αναγνώστες βρίσκουν τρόπους να ξεγελάσουν τη μοίρα, να αντιστρέψουν την απόγνωση και να βρουν χαρά και νόημα σ’ ένα φαύλο κόσμο. Όπως λέει και η νεράιδα της Μπύρας [στο Μπι όπως Μπίρα], ο συνηθισμένος κόσμος δεν είναι παρά ο αφρός στην κορυφή του πραγματικού κόσμου, του βαθύτερου κόσμου – άλλωστε εκείνοι που παίρνουν την μπίρα στα σοβαρά ξέρουν ότι η πικρόγλυκη γεύση της είναι εκείνη που στην πραγματικότητα σβήνει τη δίψα, κάνοντας εύγεστα τα στοιχεία της μέρας ή ακόμα και της ζωής μας που συχνά δεν είναι. Ο αναγνώστης θα πρέπει πότε πότε να θυμάται τον θαυμαστό πλανήτη στον οποίο ζει  και να φτάνει σε σημεία πλήρους ενεργοποίησης της συνείδησής του.

I had too much to write last night

Πώς αντιμετωπίζει ο Ρόμπινς την συνήθη κατηγορία των κριτικών ότι δεν γράφει λογοτεχνία; Με ευχαρίστηση: τον βολεύει, αφού έτσι αποφεύγει και το βάρος του λογοτεχνικού παρελθόντος, συνεπώς είναι ελεύθερος να κάνει ό, τι θέλει! Κι ακόμα, αν το μυθιστόρημα έχει, όπως λένε, πεθάνει, νοιώθει διπλά απελευθερωμένος (και νεκρόφιλος). Προσωπικά ζητώ τέσσερα πράγματα από ένα μυθιστόρημα: να με κάνει να σκέφτομαι, να με κάνει να γελώ, να με κάνει να ανάβω, να με κάνει να νιώθω το θαύμα της ζωής. Αν οι άλλοι συγγραφείς δεν γράφουν αρκετά βιβλία που να θέλεις να τα διαβάσεις, τότε πρέπει να τα γράψεις μόνος σου. Ίσως αυτό να είναι ο  μοναδικός λόγος για να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα. Οι τελευταίες δυο φράσεις βέβαια αποτελούν και τις αρχές των απανταχού φανζίν!

Αλλά εδώ έχουμε κι έναν πιστό εραστή της γλώσσας, που τονίζει πως δεν είναι αρκετό να περιγράφουμε τις εμπειρίες, αλλά πρέπει επίσης να βιώνουμε την περιγραφή. Η γλώσσα δεν είναι η σαντιγί, είναι η τούρτα. Οι λέξεις έχουν σημασία, έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη σημασία από τα πράγματα που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν. Όποτε δοκίμασε να γράφει γρηγορότερα, η γλώσσα του έπασχε. Έτσι μέχρι σήμερα προσπαθεί να κοσκινίζει το νοερό του λεξικό για να βρει την πιο απροσδόκητη λέξη, όπως οι παλιοί χρυσοθήρες κοσκίνιζαν την άμμο για να βρουν το πιο πολύτιμο ψήγμα χρυσού. Κάπως έτσι η πλοκή αποκτά πάντα δευτερεύουσα θέση σε σχέση με την όλη εμπειρία του βιβλίου, την βιβλιότητα, και την μετατροπή σε αναγνωστική εμπειρία εκείνου που μπορεί να προέλθει μόνο από λέξεις γραμμένες πάνω σε μια σελίδα.

Are you experienced?

Άραγε αυτή η λογοτεχνία έχει ανάλογες πηγές; Χένρι Μίλερ, Νόρμαν Μέιλερ, Φρανσουά Ραμπελέ, Μπλεζ Σαντράρ, Τζέιμς Τζόις, Αναΐς Νιν (στις πρώτες σελίδες της Αποπλάνησης του Μινώταυρου), Ίσμαελ Ριντ, Αλφρέντ Ζαρί, Γκίντερ Γκρας, και Ναθάνιελ Γουέστ είναι κάποιοι από τους συγγραφείς στους οποίους ο Ρόμπινς συχνά στρέφεται για να αναθερμανθεί και «ν’ αρχίσουν να ρέουν οι χυμοί». Ακόμη, το On the Road του Τζακ Κέρουακ, το A Walk on the Wild Side του Νέλσον Όλγκριν και «το πιο πρωτότυπο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ, πιο ριζικά καινοτόμο ακόμη και από το Τρίστραμ Σάντι», Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Σε κάποια συνομιλία εκφράζει τον ενθουσιασμό του για το μόλις διαβασμένο Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον, όπου ένα βαρετό θέμα μετατρέπεται σε κάτι συναρπαστικό χάρη στη γλώσσα του και τις αμέτρητες στιλιστικές αποκοτιές – εδώ ο Ρόμπινς θυμάται τη φράση του Μαρκ Τουέιν, ότι η διαφορά ανάμεσα στην τέλεια λέξη και μια λέξη που είναι απλώς κατάλληλη είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στην αστραπή και στην πυγολαμπίδα.

Feels like I’m fixing to scream

Οι άγριοι φιλιππικοί κατά της κοινωνίας και της θρησκείας αποτελούν βασικό κορμό της ρομπινσιακής γραφής, όπως και η παγίδευση σε μια ταυτότητα και το πόσο εύκολα μπορούμε να εγκλωβιστούμε σε λανθασμένες αντιλήψεις για το ποιοι πραγματικά είμαστε, αντιλήψεις που συχνά μας τις επιβάλλουν οι διάφοροι θεσμοί. Ποιος είναι τόσο μπουμπούνας ανάμεσά μας που δεν έχει λαχταρήσει ποτέ μέσα του να εξαφανιστεί και να ξαναεμφανιστεί αργότερα σ’ ένα άλλο μέρος με διαφορετική ταυτότητα, ελεύθερος; Ελπίζω οι αναγνώστες να μεγαλώσουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, να την προεκτείνουν προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Ο Ρόμπινς επιμένει πως οι πιο ανόητοι αλλά και οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι πάνω στη γη είναι οι σούπερ-εθνικιστές και οι θρησκευτικοί εξτρεμιστές, οι άνθρωποι που ταυτίζονται ολοκληρωτικά, μέχρι θανάτου, με μία και μόνη πολιτική υποδιαίρεση ή αμφιβόλου αξίας αντίληψη για τη φύση της ύπαρξης. Το σύμπαν είναι γεμάτο αρμονίες και πάθη που ο δυτικός ορθολογισμός – με την έμφασή του στη συνέπεια και τη λογική – ευτελίζει και παραμορφώνει. «Όλοι έχουμε τον ίδιο εχθρό», λέει ένας χαρακτήρας στις Καουμπόισσες: «Ο εχθρός είναι η τυραννία της στενομυαλιάς».

Με μοναδική εξαίρεση τον ταντρικό Ινδουισμό,όλα τα άλλα θρησκευτικά συστήματα του σύγχρονου κόσμου αρνούνται τον αισθησιασμό και τον καταπιέζουν. Όμως η αισθησιακή ενέργεια είναι η ισχυρότερη που διαθέτουμε ως άτομα. Οι ταντρικοί άγιοι είχαν την ιδιοφυΐα και τα κότσια να εκμεταλλευτούν αυτή την ενέργεια για πνευματικούς σκοπούς. Η τροφή, το πιοτό, τα ναρκωτικά, η μουσική, η τέχνη, η ποίηση και ιδιαίτερα το σεξ χρησιμοποιούνται από την Τάντρα με θρησκευτικό τρόπο. […] Η ποπ κουλτούρα, με κάπως παρόμοιο τρόπο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για σοβαρούς σκοπούς. Η ποπ πραγματικότητα έχει την μεγάλη ενέργεια, χιούμορ, ζωντάνια και γοητεία. Σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, την ευαισθητοποίηση στην εμπειρία και τη διεύρυνση της ψυχής, η ποπ πραγματικότητα έχει πολύ μεγαλύτερες λογοτεχνικές δυνατότητες από τις σοβαρές αποπνικτικές και σκυθρωπές ηθικολογίες του Σωλ Μπέλοου. [σ. 70]

Dazed but not confused

Η φιλοσοφία ζωής που θαυμάζει εμπεριέχει το αντίτιμο του να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου, την ιλιγγιώδη αγαλλίαση του να κινείσαι ενάντια στο ρεύμα, την τόλμη του να τραβάς σκόπιμα τον κλήρο της ατυχίας, την τρελή σοφία που χρειάζεται για αν ακολουθήσεις τη συμβουλή του ισπανού ποιητή Χιμένεθ που είπε: «Αν σου δώσουν να γράψεις σε χαρτί με ρίγες, εσύ γράψε κόντρα στις ρίγες». Πετυχαίνουμε στη ζωή,  μόνο όταν την απολαμβάνουμε. Οποιοσδήποτε μπορεί να απολαύσει τη ζωή όταν είναι εύκολη, εκτός ίσως από ορισμένους υπαρξιστές και ενοχοποιημένους προοδευτικούς. Το θέμα είναι να την απολαμβάνεις όταν είναι δύσκολη. Όπως η καουμπόισσα Σίσι Χάνκσοου, που δεν υπέκυψε στην παραμόρφωση των δαχτύλων της αλλά αντέστρεψε την κατάσταση και την έκανε να λειτουργεί στη ζωή της. Ή όπως ο Τρυποκάρυδος, που αρνήθηκε να υποφέρει ή που υπέφερε όπως όλοι μας αναγκαστικά αλλά αρνήθηκε να αφήσει αυτό το γεγονός να τον βάλει κάτω ή να τον ευτελίσει κάνοντάς τον αδιάλλακτο ή επιφυλακτικό.

Στις ανατολικές φιλοσοφίες της «τρελής σοφίας» συνηθίζεται να απολαμβάνει κανείς τη ζωή σαν να είναι ένα παράξενο κοσμικό θέατρο, μια μεγαλόπρεπη παράσταση γεμάτη παράδοξα και υπέροχους παραλογισμούς. Όμως, στις στενόμυαλες ιεραρχικές δυτικές κουλτούρες που βασίζονται κυρίως στον φόβο, αυτή η σοφία συνήθως εκλαμβάνεται ως επιπολαιότητα, τονίζει σε πολλές συνομιλίες ο συγγραφέας, επιμένοντας να μην ξεχνάει να αναλογίζεται ο αναγνώστης την σπουδαιότητα της ανάμνησης αυτής καθεαυτήν και τη σπουδαιότητα του να θυμόμαστε να θυμηθούμε.

Paint it white

Με τα χρόνια η φράση Δεν χάνουμε με τίποτα το κέφι μας έχει γίνει περίπου το σύνθημά μου. Ουσιαστικά, η φράση αυτή περιγράφει μια ανυπότακτη στάση, μια άρνηση να πάθουμε κατάθλιψη από γεγονότα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Αντικατοπτρίζει την πεποίθηση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη σπαταλάμε με τον θυμό ή την πικρία που μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί ως αντίδραση στην εποχή ή την περιοχή στην οποία έχουμε βρεθεί εντελώς τυχαία. Πρέπει να αναγνωρίζουμε την αδικία και τα δεινά που αφθονούν στον κόσμο και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα ανακουφίσουμε, όμως ταυτόχρονα να επιμένουμε να περνάμε καλά. [σ. 265]

Εκδ. Αίολος, 2011, μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, σελ. 388 (Conversations with Tom Robbins – Liam O. Purdon & Beef Torrey (ed.), 2011), με εισαγωγή και χρονολόγιο.

ΥΓ. Και βέβαια οι παραφρασμένοι ή μη τίτλοι ψυχεδελισμάτων των Beatles, Rolling Stones, Scott McKenzie, United States of America, Electric Prunes, Jimi Hendrix Experience, Country Joe and the Fish και Led Zeppelin, ουδεμία σχέση έχουν με την (συναινετική) πραγματικότητα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

20
Μάι.
12

Χρήστος Χρυσόπουλος – Φακός στο στόμα. Ένα χρονικό για την Αθήνα

Ο ουρανός που δεν μας προστατεύει

στο δικό μας μυαλό έχουμε συνδέσει την καθημερινότητα με το ερείπιο και έχουμε συνηθίσει στη θέα του ημιτελούς, του ανεπισκεύαστου και του όντως κατεστραμμένου. Γι’ αυτό ίσως δεν μας κάνουν εντύπωση τα έμβια, τα ανθρώπινα ερείπια γύρω μας. Να, λοιπόν, που έχουμε μεταβληθεί σε ένα μουσείο ερειπίων. […] Τα συντρίμμια που μας περιβάλλουν, όχι μόνο τα αρχαία, ακόμα και τα σπασμένα μάρμαρα στις πλατείες ή στις προσόψεις των ξενοδοχείων, τα σπασμένα φώτα, τα ξεριζωμένα σίδερα, τα ανθρώπινα ερείπια, γίνονται ο «καθρέφτης» στον οποίο διακρίνουμε  το είδωλό μας, καταλήγοντας πολλές φορές να μισούμε μια εκδοχή αυτού που βλέπουμε. Κι έτσι επιλέγουμε απλώς να μην κοιτούμε. [σ. 95 – 96]

1. Ο συγγραφέας και ο δρομέας

Η δουλειά του συγγραφέα μοιάζει σε πολλά με τον αγώνα του μαραθωνοδρόμου: ο δρομέας τρέχει μόνος, η διαδρομή καταλήγει στην αφετηρία, ο αγώνας γίνεται υπό αντίξοες συνθήκες. Πράγματι, η τέχνη του αποτελεί, όπως και στην περίπτωση του δρομέα, μια άσκηση ρυθμού, άλλοτε επιζητώντας την ταχύτητα (: στην ακαριαία μεταμόρφωση του βιώματος σε λέξεις) και άλλοτε το αντίθετό της (: στην συγκράτηση της έκφρασης και στην κούραση της σκέψης πάνω σ’ αυτό), ενώ συχνά ο αγώνας γίνεται χωρίς ελπίδα για νίκη. Κάπως έτσι η γραφή ενός χρονικού μοιάζει με μια σύντομη επιτάχυνση κατά τη διάρκεια ενός μαραθωνίου. Το τρέξιμο πίσω από τα γεγονότα ανταγωνίζεται την ωρίμανση της εντύπωσης, αμφότερα αποστρέφονται την πλοκή (μολονότι δεδομένη όπου υπάρχει γραφή) και τελικά το παροντικό βλέμμα φιλοδοξεί να διατηρήσει την δραστικότητά του και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Κάπως έτσι, δρομέας της μιας ανάσας, ο Χρήστος Χρυσόπουλος εντάσσει τις  παραπάνω σκέψεις στον «επίλογο» ενός χρονικού που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2011 ως χειρόγραφου κομματιού ενός μελλοντικού βιβλίου που συζευγνύει κείμενο, εικόνα και περιπλάνηση· ενός έργου που γράφτηκε μεμιάς και παραδόθηκε άμεσα στον εκδότη. Το χρονικό συνδυάζει παρατήρηση, συνομιλία, δοκίμιο και μυθοπλασία και αποδίδει ακριβώς την συγκυρία της πόλης [του] κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

2. Η πόλη των νέων φόβων

Στην πόλη μας ο αισθησιασμός μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από την οδύνη.

Η μητροπολιτική τοπολογία, γράφει ο Χρυσόπουλος, δεν χαρακτηρίζεται πλέον από ένα προνομιακό σημείο όπου όλα τα γεγονότα συμβαίνουν αλλά από μια πρωτοφανή διασπορά προς κάθε γωνία της πόλης. Ταυτόχρονα όμως το γεγονός [αυτό που συμβαίνει] μεταμορφώνεται σε φόβο [αυτό που σημαίνει], που συχνά συναντιέται στα ίδια μέρη με την ηδονή [εκεί όπου συμβαίνουν περίεργα πράγματα]. Η πόλη τελευταία έχει σιωπήσει, έχει σκοτεινιάσει και ίσως γι’ αυτό ακούγεται τόσο έντονα ο νέος οξύς ήχος, η μεταλλική στριγγλιά από τα καροτσάκια πολυκαταστημάτων που σέρνουν οι περιπλανώμενοι ρακοσυλλέκτες. Αν επιτρέψουμε την άκριτη ταύτιση με τα γεγονότα, τότε είμαστε εκτεθειμένοι σε κάθε είδους μόλυνση, σε κάθε είδους φόβο και παρανόηση. Αν, από την άλλη, επιδιώξουμε την περίκλειστη προστασία από κάθε γεγονός (χωρίς στην ουσία να προστατευόμαστε από τον κίνδυνο), γινόμαστε αιχμάλωτοι της νοσταλγίας ενός φανταστικού αισθήματος ασφάλειας («τότε που αφήναμε τις πόρτες ξεκλείδωτες»), που όμως δεν υπήρξε ποτέ. [σ. 28]

3. Ο συγγραφέας περιπατητής του αστικού τοπίου

Δεδηλωμένος περιπατητής του αστικού τοπίου, ο συγγραφέας υποκύπτει για άλλη μια φορά στην σφοδρή επιθυμία να εγκαταλείψει το δωμάτιό του («των φαντασμάτων») για έναν περίπατο στην πόλη. Είναι άλλωστε απαραίτητο για τον οποιονδήποτε περιηγητή να εγγράφει στην προσωπική του ανάγνωση το οποιοδήποτε περιβάλλον και η κάθε διαδρομή να γίνεται η δική του διαδρομή, συνώνυμη της επινόησης και της προσωπικής μυθοπλαστικής κατασκευής. Η μοίρα του διαβάτη είναι να δημιουργεί ιδεατούς κόσμους όπου συγκατοικούν αληθινοί άνθρωποι και επινοημένοι χαρακτήρες. Η μοίρα του συγγραφέα είναι να επιστρέψει από την περιπλάνηση πασχίζοντας να τους διασώσει όλους ή όσους μπορέσει. [σ. 52]

Αλλά αδιάσπαστο πλέον κομμάτι της Αθήνας αποτελούν οι σκιώδεις υπάρξεις που αποφεύγουμε στους δρόμους, γυρνώντας το πρόσωπο ή αλλάζοντας την κατεύθυνση του περιπάτου μας. Αναπόφευκτα ο συγγραφέας σκοντάφτει στην πρώτη διπλωμένη ανθρώπινη ύπαρξη που μοιάζει με «γιγάντιο σαλιγκάρι» και δίνει την εντύπωση ενός «έμψυχου απορρίμματος». Αναρωτιέται κανείς αν ο ίδιος αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως ανθρώπινο σκουπίδι… Το απροστάτευτο σώμα που κείται στο δημόσιο χώρο έχει, ως εικόνα, κάτι το βαθιά ανησυχαστικό – ένας αρχέγονος φόβος υποδεικνύει μια αγριότητα που υποτίθεται ότι είχε ξεπεραστεί ή έστω κατασταλεί από την οργανωμένη κοινότητα.

4. Ο συγγραφέας και ο άστεγος

Αυτό το βιβλίο δεν γράφεται μόνο από τον συγγραφέα. Ο άνθρωπος που ζει έξω γίνεται πρόθυμος συνομιλητής του (σε σημείο να εκφράζει μια ύστατη επιθυμία επικοινωνίας με τον κόσμο που δεν ζει έξω), μ’ έναν λόγο θρυμματισμένο, αλλά όχι περισσότερο θρυμματισμένο από του συγγραφέα και της πόλης [τους]. Στο κάθισμα μπροστά από το αμαξοστάσιο των λεωφορείων εκφράζονται τα συμπυκνώματα της εμπειρίας: Όταν πέσεις έξω είναι δύσκολο να ξανασηκωθείς. Δεν μπορείς να βγεις απ’ το πεζοδρόμιο. […] Άμα βγεις στο δρόμο, δεν μπορείς να επιστρέψεις στην κανονική ζωή. […] Μόλις δουν [ενν. η αστυνομία] άστεγο μόνο σε σηκώνουν και σου λένε να προχωρήσεις. Σα να μην έχεις δικαίωμα να σταθείς. Δεν ξέρω, γι’ αυτούς είναι σαν παιχνίδι. […] Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση κι αυτή είναι προς τα κάτω, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, και στο τέλος απλά μέχρι να πεθάνεις. […]

Οι άνθρωποι χωρίς σπίτι κοιμούνται οπουδήποτε, από τις εσοχές και τους ακάλυπτους κτιρίων μέχρι σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, ξαποσταίνουν στα κινούμενα λεωφορεία, παρακαλούν για διαμονή στα νυχτερινά, μαθαίνουν πως τα καλάθια των αχρήστων στις στάσεις έχουν τα χρησιμότερα αποφάγια, «διαμένουν» πίσω από την δημόσια βιβλιοθήκη (ονομασία διπλής ειρωνείας), ξεκοιλιάζουν τα πεταμένα στρώματα από τα συρμάτινα ελατήρια, επιχειρούν να προφυλαχτούν από το κρύο μέσα στους κάδους απορριμμάτων. Ο δρόμος πληθαίνει από νέους κατοίκους, συνήθως πρόσφατους συνταξιούχους που αδυνατούν να πληρώσουν το ενοίκιο. Στην οσμή του ανθρώπινου σώματος ζέχνει μια κοινή μοίρα, την φράση δεν θέλω να συνεχίσω, αυτό δεν είναι ζωή δεν μπορεί να ακολουθεί καμία φράση.

Ο συγγραφέας θυμάται τον παράξενο, σχεδόν ειρωνικό παραλληλισμό:  το να είσαι συγγραφέας απαιτεί να παραδεχτείς ότι ένα μέρος σου θα παραμένει πάντοτε απροστάτευτο, δημόσιο, και ο καθένας μπορεί εύκολα να το ξεφυλλίσει. Αλλά πώς είναι να ζεις σε δημόσια θέα με όλη τη σημασία της λέξης; Πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί η ισορροπία οδηγώντας έναν «κανονικό άνθρωπο» στο περιθώριο και κάποιον ήδη περιθωριοποιημένο στην άβυσσο; Και ο συγγραφέας ως συγγραφέας θα εστιάσει λαίμαργα το βλέμμα του στον γονατισμένο ή θα φοβηθεί μην του κλέψει την αξιοπρέπειά του; Κι όταν δεν τον ξαναβρεί στο συνηθισμένο του σημείο, θα ανησυχήσει μήπως τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του ή θα ελπίσει πως τα κατάφερε; Τι να ευχηθεί; Να τον βρει αύριο στο ίδιο σημείο;

5. Καταγραφείς και καταγραφόμενοι

Σε κάθε σελίδα αναζητώ την δική μου θέση σ’ αυτή το χρονικό. Πού βρίσκομαι ο ίδιος ως αναγνώστης, ως διαβιών στην συγκεκριμένη πόλη των νέων αστέγων, ως περαστικός δίπλα από τα καταλύματά τους, πεζός διαβάτης της πεζής πραγματικότητας; Αν αποστρέψω το βλέμμα δειλιάζω; Αν προσποιηθώ πως δεν υπάρχουν απαλλάσσω την καθημερινότητά μου από ένα (παραπάνω) δυσάρεστο άγος/άλγος; Αν δεν γυρίσω το κεφάλι αλλά τους κοιτάξω με καθαρό βλέμμα είμαι περισσότερο γενναίος και διατείνομαι πως κοιτάζω στα ίσια το πρόβλημα; Στα πόσα ευθεία βλέμματα απαλλάσσομαι; Και ως προσωρινός ενδιάμεσος [αναγνώστης] μεταξύ χρονικογράφου και έκθετου της πόλης, σε ποια θέση είναι πιθανότερο να βρεθώ σε μια μελλοντική συγκυρία, του καταγραφέα ή του καταγραφόμενου; Ποια απατηλότητα με πείθει πως το πρώτο είναι πιθανότερο από το δεύτερο; Και πως η απάθεια της ενδιάμεσης ζώνης συνεπάγεται ασφάλεια;

6. Η επιστροφή του συγγραφέα στο γραφείο του

Ο συγγραφέας ΧΧ για άλλη μια φορά επέλεξε τον πιο σύνθετο τρόπο να (απο-, περι-, κατα-, εγ-, συγ-) γράψει την οιονεί πόλη, την ύπαρξή του στην πόλη και την ύπαρξη εκείνων κάπου ανάμεσα, δηλαδή τους τρεις διαφορετικούς άξονες που έχουν καρφωθεί εγκάρσια στον βίο μας. Όσον αφορά τον τρίτο (την παροντική και μελλοντική διάσταση του οποίου αδυνατούμε ή αποφεύγουμε να συλλάβουμε), θα μπορούσε να συγγράψει μια ευπώλητη νουβέλα των αστέγων ή ένα μυθιστόρημα των ανθρώπων του δρόμου και να εξαργυρώσει την συγγραφική ευαισθησία πάνω στο απαγορευμένο θέμα. Αλλά πιστός στην υβριδική του γραφή (που αυτή τη φορά απόλυτα την επιζητά η ίδια η «ιστορία») επιχειρεί να κυκλώσει και να κυκλωθεί από το θέμα, μέρος του οποίου αποτελεί ο ίδιος.  Και για μια ακόμη φορά έγραψε ένα βιβλίο που είναι αδύνατο να διαβαστεί μόνο μια φορά αλλά και να κλείσει: η τελευταία του σελίδα είναι η πρώτη ενός άλλου που δεν θα είναι μόνο έντυπο αλλά θα γράφεται σε κάθε νέα περιπλάνηση δική του και δική μας.

Κι όσο υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που με τον φακό στο στόμα, για να έχει τα χέρια ελεύθερα, έψαχνε (για) την επιβίωσή του στον κάδο των σκουπιδιών, εκκινώντας άθελά του το παρόν βιβλίο, δεν θα παύω να σκέφτομαι γι’ αυτόν πως, σε αντίθεση με τον απέραντο τίτλο εκείνου του βιβλίου του Πολ Μπόουλς (The Sheltering Sky), ούτε ο ουρανός δεν τον προστατεύει.

Η πόλη μοιάζει να έχει γυρίσει το μέσα – έξω. Όπως βάζουμε το χέρι για να γυρίσουμε μια κάλτσα. Όσα προορίζονταν κάποτε για τον προστατευμένο από το δημόσιο βλέμμα χώρο, όλα εκείνα που παρέμεναν κρυφά – ή μάλλον ιδιωτικά – μέσα στους τέσσερις τοίχους των σπιτιών, τώρα γίνονται δίχως καμιά προφύλαξη καταμεσής του δρόμου. Η κηδεμονία του σώματος, οι βασικές λειτουργίες όπως ο ύπνος και το φαγητό, οι διαπληκτισμοί και οι ερωτοτροπίες τώρα πλέον ξεχύνονται με απελπισία ολόγυρά μας, όχι με αιδημοσύνη ούτε με το θράσος της απόλαυσης, αλλά με έναν νευρικό σπασμό. [σ. 33-34]

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 128, με σειρά φωτογραφιών του συγγραφέα (εκτός τεσσάρων που προέρχονται από το Athensville.blogspot.com).

Οι φωτογραφίες του δρόμου τραβήχτηκαν από τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων για τη γραφή του βιβλίου (εκτός από τις δυο τελευταίες που είναι διαδικτυακές) και είναι ανέκδοτες.  Οι φωτογραφίες όπου εικονίζεται ο ίδιος συγγραφέας είναι από τους: Πέπη Λουλακάκη (1), Γ. Καμπούρη (2) και Σωκράτη Σπανού (video – still) (3).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

19
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 114

Edith Wharton, «Χαμένες ψυχές», από το: Χαμένες ψυχές και άλλα διηγήματα, εκδ. Ροές, 2005, μτφ. Νίκη Προδρομίδου (Edith Wharton, Souls Belated, 2004)

Ξέρεις, αρχίζω να καταλαβαίνω σε τι χρησιμεύει ο γάμος. Είναι για να κρατάει τους ανθρώπους μακριά τον έναν απ’ τον άλλο. Μερικές φορές νομίζω ότι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται μπορούν να γλιτώσουν απ’ την τρέλα μόνο χάρη στα πράγματα που μπαίνουν ανάμεσά τους – τα παιδιά, τις υποχρεώσεις, τι επισκέψεις, τους βαρετούς ανθρώπους, του συγγενείς, – τα πράγματα που προστατεύουν τον έναν σύζυγο από τον άλλον. Εμείς ήμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον – αυτή ήταν η δική μας αμαρτία. Είδαμε ο καθένας τη γύμνια της ψυχής του άλλου

10
Μάι.
12

Ελεωνόρα Σταθοπούλου – Καλό αίμα κακό αίμα

Καλλιγραφώντας ανείπωτα δράματα

Άλλες προσευχές πιάνουν κι άλλες μένουν ανεκπλήρωτες. Όμως όλες ο Θεός τις άκουσε. Δεν μπορεί να ισχυριστεί πως δεν τις άκουσε. Γι’ αυτό και όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και κριθεί ο Θεός, τότε θα δώσει λόγο για τις προσευχές που αγνόησε. Ακόμα δεν μπορεί να μιλήσει. Όμως τη μέρα της απολογίας Του θα απολογηθεί για όλα. [σ. 165]

Ο Νίκος Βαλσάμος προσπαθεί να ξεκινήσει μια νέα ζωή βγαίνοντας από το ορφανοτροφείο, πάντα βασανισμένος απ’ τις οικογενειακές μνήμες κι άυπνος από το φόβο μην επαναληφθούν οι τραγικές στιγμές της ζωής του. Αλλά και η νέα του ζωή δεν έχει παρά ένα καθυστερημένο παιδί που παίζει στο χώμα, ένα σκυλί που ψήνεται δεμένο στο βαρέλι, ένα καμένο δάσος με την ταμπέλα «Καλώς ήλθατε» και την Μαργαρίτα που κάποτε έπαιζε μπάσκετ, τώρα να κυλά σε καροτσάκι. Την βγάζει βόλτες, την παντρεύεται, αρχίζει να πείθεται πόσο άχρηστο είναι να υποφέρεις. Αν προσκολληθεί στις γλύκες της γυναίκας του, ίσως οι σκέψεις που κατοικούν στην άβυσσο παραμείνουν εκεί.

Όσο υπάρχει ο Ιούνιος, τα τριζόνια και οι αστρικές λάμψεις εκείνη έχει απτή χαρά για τη ζωή· όσο ζει στην εξοχή, αισθάνεται πως ολόκληρο το σύμπαν κινείται αργά και δεν την προσπερνά, γιατί «είναι δέντρο πια, κι ανθίζει σαν δέντρο». Αντίθετα, για εκείνον ήταν πάντα αδύνατον να παραδοθεί στην ευτυχία, που εμπεριέχει μια κατάσταση ξενοιασιάς, καθώς από παιδί είχε μάθει να είναι σε εγρήγορση, κυκλοφορούσε μεγάλος κίνδυνος στο σπίτι, ο πατέρας απειλούσε να τους κάψει. Ο Βαλσάμος αποτάσσεται την ευτυχία: το μόνο που αξίζει είναι να πολεμάς με όλη σου τη δύναμη καρδιάς, ψυχής και διάνοιας. Γιατί γνωρίζει πως όλα μπορούν να συμβούν από τη μια στιγμή στην άλλη, όπως στη Μαργαρίτα με το γαλάζιο φόρεμα που πήγαινε προς το ζαχαροπλαστείο αλλά σταμάτησε στην άσφαλτο, όπως στην αδελφή του και τα καμένα της μαλλιά.

Εκείνος περιμένει την ημέρα που η Μαργαρίτα θα περπατήσει, εκείνη του λέει πως δεν υπάρχει τέτοια μέρα αλλά τριακόσιες εξήντα πέντε άλλες, που έχουν τη λάμψη τους και τη λύπη τους αλλά είναι ζωή και αυτό φτάνει. Στην πολλαπλώς τραγική κορύφωση της ιστορίας ο Βαλσάμος εκβιάζει τον ερχομό της σωτήριας ημέρας με ένα εμπύρετο κήρυγμα στην εκκλησία, συγκλονισμένος από την πίστη πετάει το καροτσάκι της και φτάνει στο σημείο να θυσιάσει και τα δικά του πόδια, ώστε να μοιράζονται την ίδια κατάσταση, προτού εκείνη ξαναβάλει το γαλάζιο φουστάνι να ισορροπήσει πάλι στα πόδια της, αλλά τώρα μπροστά στο κενό («Απόγνωση»).

Η Ευγενία του διηγήματος «Σύμπτωση» ζει μ’ έναν άντρα δυνάστη «εισπνέοντας κάθε μέρα δίπλα του αναθυμιάσεις δηλητηριώδεις». Κάθε φορά που ξαπλώνει δίπλα του γυρνά το κεφάλι προς την φωτισμένη πινακίδα του φαρμακείου, με γράμματα «σαν αστεράκια στον ουρανό μιας ζωής χαμένης». Για τον φαρμακοποιό είναι όμορφη, ηττημένη και κουτή, πράγμα που καμιά φορά δημιουργεί στους άντρες μια εντύπωση κυριαρχίας που μοιάζει με τον έρωτα, ενώ απεχθάνεται τους πελάτες του, καθώς ελάχιστοι αξίζουν την θεραπεία των φαρμάκων, για να συνεχίσουν μετά να διεκδικούν και να τσακώνονται, αποτελώντας ο καθένας ενόχληση για τον άλλον.

Όταν εκείνη μπαίνει βιαστική στο φαρμακείο για να ζητήσει τις απολύτως απαραίτητες σταγόνες του άντρα της, ακόμα και μετά την κακομεταχείρισή της, ο φαρμακοποιός ενισχύει την μισανθρωπία του: Το κλάμα είναι μύξες, αλάτι και νερό. Εγώ θέλω να συνεννοηθώ με το Λόγο. Μη με γυρίζεις πίσω. στη φυλακή των δακρύων, γιατί θα σου απαντήσω με το αίμα που ανεβαίνει στο κεφάλι μου και τότε δεν θα συνεννοηθούμε ποτέ. Θα πρέπει να τον βγάλει απ’ τη ζωή της, απ’ την ίδια τη ζωή, αλλιώς θα χαθεί μαζί του. Η διπλά συντετριμμένη γυναίκα δίνει τις σταγόνες στον άντρα της αλλά σε υπερβολική δόση. Ο φαρμακοποιός την περιμένει να χαρεί την ελευθερία της αλλά εκείνη τον ενημερώνει πως άφησε ένα γράμμα – ομολογία της ενοχής της στις αρχές. Κι αντιδρά ξανά: αυτό σου μαθαίνουν από την ημέρα που γεννήθηκες. Πώς είσαι ένα σκουπίδι σου μαθαίνουν. Πως δεν υπάρχει χαρά σου μαθαίνουν. Ούτε μια τόση δα χαρούλα για τα σκουπίδια…

Όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι του φαίνονται οριστικά ασύντακτοι, ασυνάρτητοι – και η ομολογία της Ευγενίας μια ανεπίτρεπτη επιλογή που του πρόσφερε βαθύτατη απογοήτευση και τον ωθεί να παντρευτεί μια νέα γυναίκα. Αλλά το σκουλήκι της πλήξης αρχίζει πάλι να τον κατατρώει κι αρχίζει ν’ αναπολεί την Ευγενία, εκείνο το παλιό είδος γυναίκας που είναι πιο πολύ μητέρες παρά ερωμένες. Και ύστερα από δέκα χρόνια εγκλεισμού της, σε μια ακαριαία επιφοίτηση, παραδέχεται γραπτώς και επιστολικώς πως εκείνος θα έπρεπε να βρίσκεται στη φυλακή, στη θέση της. Αλλά προτού τις στείλει μαθαίνει για τον θάνατό της και τελικά η απροστάτευτη γυναίκα τον προστάτευσε από την δική του καταστροφή. Τουλάχιστο το επισκεπτήριο που περίμενε μάταια στην φυλακή, τώρα θα της το προσφέρει στην τελευταία της κατοικία.

Όταν η Ιουλία έχασε τους γονείς της στην ηλικία των πέντε, η θεία της, βλέποντάς την να σηκώνει το φουστάνι της κάτω από μια μηλιά, της είπε: ή πουτάνα ή καλόγρια. Η μικρή πέρασε να δει τις καλόγριες και δεν της άρεσαν, άρα στα δεκάξι βγήκε στο πεζοδρόμιο. Στα κυριακάτικα ρεπό της σκεφτόταν πως είχε σηκώσει το φουστάνι της να δείξει πόσο είχε φουσκώσει η κοιλίτσα της απ’ τα ρεβύθια. Τώρα ολόκληρη η οικογένειά της είναι η τραβεστί Τερέζα, που μυρίζει γιασεμί. Γι’ αυτό την αγαπάνε οι άντρες την Τερέζα. Γι’ αυτό την θέλουν. Ρίχνονται πάνω της κι είναι σα να ’χωσαν τα μούτρα τους σε μια ανθοδέσμη. Και δεν τους λέει όχι σε τίποτα. Τη γδέρνουν, τη ματώνουν, μπήγουν τα δόντια στο σώμα της και τη νύχτα αποκοιμιόνται μες στα γιασεμιά. Κάτι παλιά γιασεμιά που ξεφυτρώνουν απ’ το δέρμα της με ωραία σκιούλα δροσερή και νανουρίσματα. [σ. 259]

Στα δεκαοχτώ της πηγαίνει στην εκκλησία την Μεγάλη Παρασκευή, όπου μυρίζει τα λουλούδια πάνω απ’ το νεκρό Χριστό και την κολόνια που ραντίζουν τους πιστούς, μια μυρωδιά από λεμόνι γλυκό και ξυνισμένο. Και σκέφτεται να φέρει στην εκκλησία το άρωμα της Τερέζας, να ευωδιάσουν οι ψυχές. Στην επόμενη Μεγάλη Παρασκευή πηγαίνει με τα κόκκινα λουστρίνια που της χάρισε η Τερέζα, σαν δυο πέταλα από παπαρούνες, να δουν οι επίτροποι πώς μυρίζει η αγάπη, να δουν πως μόνο η Τερέζα είναι καλή. Το ίδιο βράδυ περιμένει να τιναχτεί το άρωμα απ’ το μπουκάλι, να ευχαριστηθούν απ’ τον Κάτω Κόσμο εκείνοι που θα καταλάβουν ότι τους σκέφτεται. Αλλά η εκκλησία είναι μαύρη απ’ την μουτζούρα, απ’ τα πολλά κεριά που ανάψαν  χωρίς όφελος («Τερέζα»).

Και τα 18 διηγήματα της συλλογής ξεχειλίζουν από ανείπωτα σκληρές κι όμως περίτεχνα ειπωμένες ιστορίες, που καλλιγραφούν την απόλυτη σκληρότητα της ζωής όπως ακριβώς είναι, συμπληρώνοντας ένα άτυπο σύνολο εξαίρετης δραματικής, διηγηματογραφίας μαζί με το Γλυκό του Κουταλιού της Ελένης Ζαχαριάδου και τις δυο συλλογές διηγημάτων της Μαρίας Κουγιουμτζή, ως πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό. Και εδώ όμως τα βαθύτατα ταχυδράματα δεν μας μαυρίζουν την ψυχή, ούτε μας σκοτεινιάζουν τους ορίζοντες, αλλά αντίθετα μας παρηγορούν με ένα αδιόρατο αλλά παχύ στρώμα της γλυκόπικρης αίσθησης πως τελικά ακόμα και η πιο τραχιά όψη της ζωής μπορεί τελικά να αποδοθεί με τις λέξεις και να προσφερθεί ως βάλσαμο τόσο σ’ όσους γνωρίζουν καλά τέτοιες οριακές καταστάσεις, όσο και σ’ εκείνους που θωρακίζονται για να τις αντιμετωπίσουν στο μέλλον τους.

Όταν η μητέρα πηγαίνει στο κομμωτήριο, γίνεται τόσο ψηλή που δεν αγαπάει κανέναν. Κι όταν έχει λεφτά, γίνεται τόσο αγέρωχη που δεν λογαριάζει κανέναν. Κι όταν ντύνεται, γίνεται τόσο εντυπωσιακή που δεν συγχωρεί κανέναν. Έτσι η Μόνικα τρυπάει στα κενά που η μητέρα δεν κάνει τίποτα απ’ τα τρία και να εκτιμά όποια μορφή αγάπης ανθίζει στο μεσοδιάστημα.«Μητέρα έχεις δυο πρόσωπα», είπε μια φορά στη Στέλλα η Μόνικα. «Το ένα με παγώνει και το άλλο με καίει. Δεν θα μπορούσες να ’σαι δροσερή;»…«Είναι μια απέραντη θάλασσα η καρδιά σου, μαμά, μα εγώ δεν ξέρω μπάνιο». [σ. 26-27]

Η συλλογή ξεκινάει με ένα εμβληματικό διήγημα (στην έκταση της νουβέλας) για την ολοκληρωτική συντριβή μιας κόρης από την μητέρα της (H μαμά μου κι εγώ), που συμπληρώνει με τη σειρά του σημαντικά κείμενα ανάλογης θεματολογίας, από την Η Κασσάνδρα και τον Λύκο ή την Μαμά της Μαργαρίτας Καραπάνου ως τη Σκύλλα και το Κουτάβι του Μιχάλη Μιχαηλίδη. Η δωδεκάχρονη Μόνικα ζει για να είναι ευχαριστημένη η μητέρα της. Τσαλακωμένη σαν το φουστάνι της, με την απορία αν η μητέρα απολαμβάνει την ντροπή της, με μια μόνιμη αίσθηση πως η  «αγέρωχη» και «μορφωμένη» μαμά την αφήνει μετεξεταστέα, όπως όταν κάποτε μικρή τόλμησε να προτιμήσει ένα παγωτό από το να εισέλθει στη σκοτεινή αξιοθέατη εκκλησία και για τρεις μέρες δεν της απηύθυνε τον λόγο. Πώς να έκανε κάτι τόσο εντυπωσιακό ώστε να της μιλήσει πάλι; Κι όμως δεν είμαι ένα παιδί για πέταμα…Θα διορθωθώ, σ’ το υπόσχομαι, και θα καμαρώνεις για μένα. Θα γίνω σπουδαία και θα σε πάρω να φύγουμε και τότε θα με πιστέψεις. Ό,τι δεν έκανε ο μπαμπάς θα το κάνω εγώ.

Η μητέρα τρελαίνεται και χάνει συχνά το κέφι της αλλά δικαιολογείται γιατί είναι ανώτερη, είναι θεά. Αρκεί όμως να μην δείχνει μπροστά της ευτυχισμένη, γιατί σύμφωνα μ’ εκείνη, η ευτυχία είναι για να τα ζώα. Όταν ένα μεγάλο αγόρι σ’ ένα παζάρι της πρόσφερε μια φλογέρα, η μικρή την έκρυψε στο εικονοστάσι της γιαγιάς, ψηλά στον τοίχο, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. «Τι θες να κάνω για σένα μαμά;», την ρωτάει κάθε φορά με αγωνία. Αλλά υπάρχουν και οι σιωπηλές ερωτήσεις: Γιατί όταν οι άντρες χτυπάνε τα παιδιά τους οι γυναίκες προτιμάν τους άντρες; Όταν ο πατέρας ζούσε μαζί τους, μόνο το μέρος του έπαιρνε.

Οι επιμέρους ενότητες διατρέχουν γρήγορα τα χρόνια μιας ζωής: η Μόνικα μεγαλώνει και συνεχίζει να ζει δίπλα στη μητέρα της, που πάντα «μιλάει άπταιστα όλες τις γλώσσες των ανθρώπων εκτός απ’ τη δική της». Η ζωή δίπλα της στερείται χαρά, η αγάπη που περίμενε δεν έφτασε ποτέ κι όλα όσα ονειρεύεται δεν γίνονται χωρίς αγάπη. Ακόμα κι όταν η μητέρα της σωριάζεται απ’ την αρρώστια, εκείνη βρίσκεται ακόμα πιο χαμηλά. Μήπως ο σύζυγος και πατέρας εξακολουθεί παρά την φυγή του να μολύνει τη ζωή τους; Μήπως για σένα είμαι αυτός και γι’ αυτόν είμαι εσύ, γι’ αυτό δεν είμαι απολύτως τίποτα;

Ανάμεσα στην σιωπηλή συμπαράσταση της εξίσου ανυπεράσπιστης θείας και στον πειρασμό της δολοφονίας, η Μόνικα αποδέχεται πως οι ανάγκες της δεν πρόκειται να τελειώσουν πριν την δική της ζωή. Την κοιτάζει κι αναρωτιέται γιατί δεν την μισεί αρκετά ώστε να ξεπεράσει τον φόβο της. Ακόμα κι όταν ο λόγος της πλέον ξεχύνεται χείμαρρος, η μητέρα ανοίγει στη διαπασών την τηλεόραση. Θα’ θελε να της φωνάξει: Εσύ κι όλοι οι καλοί άνθρωποι λυπηθείτε κάποτε τους φονιάδες σας.

Συνέχισε να υπάρχεις, μαμά, μαζί με τη βρύση που στάζει και μαζί με το χρόνο στο κομοδίνο σου…Γιατί αν πεθάνεις δεν θα’ μαι πια το παιδάκι κανενός και τα μαλλιά μου θ’ ασπρίσουν σε μια νύχτα. [σ. 60]

Εκδ. Εστία, 2010, σελ. 266.

08
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 113

Μισέλ Σνεντέρ, «Θάνατος καθ’ ομοίωση. Στέφαν Τσβάιχ, 22 Φεβρουαρίου 1942», Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2004, μτφ. Γιάννης Στρίγκος [Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003], σ. 256-257.

Προτού εγκαταλείψω τη ζωή, με τη θέλησή μου και έχοντας απολύτως τα λογικά μου, οφείλω να εκπληρώσω ένα τελευταίο καθήκον: να ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά τη Βραζιλία, αυτή την  υπέροχη χώρα, που πρόσφερε σ’ εμένα και τη δουλειά μου ένα λιμάνι τόσο ευχάριστο και τόσο φιλόξενο. Μέρα με τη μέρα, έμαθα να την αγαπώ όλο και περισσότερο, και σε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο δεν θα είναι με τόσο μεγάλη προθυμία ξαναφτιάξει τη ζωή μου από την αρχή, από τη στιγμή που ο κόσμος της δικής μου γλώσσας χάθηκε για μένα και η πνευματική μου πατρίδα, η Ευρώπη, αυτοκαταστρέφεται.

Χρειάζονταν όμως, μετά το εξηκοστό έτος της ηλικίας μου, υπέρογκες δυνάμεις για να ξαναρχίζω τα πάντα πάνω σε καινούργιες βάσεις. Και οι δικές μου οι δυνάμεις έχουν εξαντληθεί από όλα αυτά τα χρόνια της περιπλάνησης χωρίς πατρίδα. Αυτός είναι κι ο λόγος που θεωρώ προτιμητέο να τελειώσω έγκαιρα και με το κεφάλι ψηλά μια ζωή για την οποία η πνευματική εργασία υπήρξε πάντοτε η πιο αγνή χαρά, και η προσωπική ελευθερία το υψηλότερο αγαθό ετούτου του κόσμου.

Αποχαιρετώ όλους μου τους φίλους! Τους εύχομαι να μπορέσουν ακόμα να δουν τη λάμψη της αυτής μετά τη μεγάλη νύχτα! Εγώ, πολύ ανυπόμονος, θα προηγηθώ!

06
Μάι.
12

Ολιβιέ Τοντ – Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή

Δημιουργός μύθων, εμπνευστής ζωής

«Πιστεύω πως ο συγγραφέας δεν πρέπει να αγνοεί τίποτε από τα δράματα του καιρού του και πως πρέπει να παίρνει θέση όποτε μπορεί ή γνωρίζει. Πρέπει όμως και να διατηρεί ή να παίρνει, από καιρού εις καιρόν, μια κάποια απόσταση απέναντι στην ιστορία μας» έλεγε σε συνέντευξή του στη Demain ο «κλασικός» πλέον Γάλλος στοχαστής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, δραματουργός, σκηνοθέτης και ηθοποιός Αλμπέρ Καμύ. Ένας κλασικός που χαρακτηρίζεται επικίνδυνος από τον παρόντα βιογράφο του, σε μια ογκώδη αλλά αναμφισβήτητα  αξιανάγνωστη βιογραφία, που δεν εξαντλεί απλώς με απόλυτη γραμμικότητα και εξαντλητικές λεπτομέρειες ολόκληρη τη ζωή και το έργο του συγγραφέα αλλά και παρουσιάζει για πρώτη φορά συζητήσεις με μεγάλο αριθμό προσώπων που διασταυρώθηκαν με την ζωή του, καθώς και ανέκδοτα κείμενα (μεταξύ των οποίων και η αλληλογραφία του). Οι παραπάνω σκέψεις του Καμύ σαφώς εντάσσονται σ’ έναν ευρύτερο προβληματισμό του όσον αφορά τη θέση και τη στράτευση του συγγραφέα, ένα ζήτημα που δεν σταμάτησε να τίθεται στο επίκεντρο των περί δημιουργίας προβληματισμών του. Σύμφωνα με τον δικό του κανόνα ζωής ένας συγγραφέας μπορεί να βοηθήσει μόνο μέσα από τα βιβλία του και δεν πρέπει να οικειοποιηθεί τον τίτλο του καθοδηγητή συνείδησης. Η παραπάνω στάση δεν αποτελεί παραίτηση αλλά αναγνώριση των ορίων του.

Το παρόν βιογραφικό δοκίμιο, εμπλουτισμένο όσον αφορά την ελληνική έκδοση με εξήντα σελίδες σημειώσεων, επιλεκτική βιβλιογραφία, ευρετήριο ονομάτων και δεκαεξασέλιδο με σαράντα φωτογραφίες, δεν αποτελεί, κατά επιθυμία του συγγραφέα του, ούτε απομυθοποίηση ούτε αγιογραφία. Ο Τοντ σαφώς διάκειται θετικότατα απέναντι στον Καμύ αλλά επιθυμεί να συμπεριλάβει στο φιλόδοξο πόνημά του κάθε υπαρκτό στοιχείο· σπάνια μια βιογραφία περιλαμβάνει τόσο υλικό «εναντίον» του βιογραφούμενου. Το desideratum του έργου είναι εμφανές: όλα τα στοιχεία του συναρπαστικού, πολύπλοκου και αντιφατικού βίου του Καμύ να παρατεθούν μπροστά στον αναγνώστη, ώστε ο ίδιος να οδηγηθεί στα προσωπικά του συμπεράσματα. Σημαντική μάλιστα βοήθεια σε τούτο προσφέρει η ιδιαίτερα ελκυστική πλευρά του βιβλίου που αφορά τη συνεχή επικοινωνία, αντιπαράθεση αλλά και συνύπαρξη (σύμφωνα άλλωστε με τον περίφημο ευφημισμό του Σαρτρ, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου του Καμύ) με σπουδαία πρόσωπα της γαλλικής κουλτούρας: Αντρέ Μαλρώ, Πωλ Νιζάν, Ρεμόν Κενώ, Ρενέ Σαρ, Μωρίς Μερλό-Ποντύ, Σιμόν Ντε Μποβουάρ, με τον Σαρτρ βέβαια, κ.ά. Είναι αμέτρητες οι  μεταξύ τους συνομιλίες που αποκαλύπτουν βαθύτερες «συνομιλίες» σκέψης και πνεύματος.

Ο Καμύ αρνούνταν την πολιτική χωρίς ηθική, γεγονός που προκαλούσε και συνεχίζει να προκαλεί την θυμηδία τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Ο ουμανισμός του, ακόμα και «πεισματάρικος» (κατά τον χαρακτηρισμό του Σαρτρ), υπήρξε καθολικός και αδιαπραγμάτευτος. «Γνωρίζουμε πως η εποχή των ιδεολογιών έχει παρέλθει» δήλωνε ήδη από το 1957, ενώ η άμεση αίσθησή του από την επίσκεψη στα σπίτια ενός ευημερούντος σοβιετικού κολχόζ ήταν η «αποπροσωποποίηση του ανθρώπου». Πρώην στρατευμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αρνήθηκε να θυσιάσει αυτούς που ονομάζει «Άραβες» και τις ιδέες του για την τέχνη στις πιέσεις ενός κόμματος «που θέτει το πολιτικό περιεχόμενο ενός έργου υπεράνω της καλλιτεχνικής φύσης του». Η ρήξη με τον κομματικό μηχανισμό τον σημάδεψε χωρίς να τον τραυματίσει, καθώς ουδέποτε αισθάνθηκε ότι πρόδωσε μια τάξη.

Στοχαστής και ηθικολόγος, απέρριψε τους πειρασμούς του ολοκληρωτισμού και τη δική του κλίση προς το μηδενισμό, ενώ κατάφερε να μην ολισθήσει ούτε προς τον κυνισμό. Αρνήθηκε τον φανατισμό, αλλά όχι την μαχητικότητα. Κόντρα στις τάσεις της εποχής του κατήγγειλε, όπως κι ο Όργουελ, τις φρικαλεότητες του στρατοπεδικού και αστυνομοκρατούμενου κόσμου της Αριστεράς και της Δεξιάς, ενώ ως το τέλος συμβούλευε να μη συγχέουμε την δημιουργία με την προπαγάνδα. Απομονώθηκε στο γαλλικό περιβάλλον όπου θριάμβευε ένας «ακατέργαστος μαρξισμός» και τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του υπήρξε ο αποδιοπομπαίος τράγος της «παραπληροφορημένης» παριζιάνικης Αριστεράς. Κι όμως, σε μια ζωή όπου αγωνίστηκε να ελέγξει τις αντιφάσεις της, συχνά προτιμούσε τους στρατευμένους ανθρώπους από τη στρατευμένη λογοτεχνία και στάθηκε με υποδειγματικό τρόπο στο πλευρό πολλών συγγραφέων ανεξαρτήτως παράταξης ή και φανατισμού. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν ήθελε να είναι ούτε θύτης ούτε θύμα: «Ξέφυγα […] απ’ όλους […] και κατά κάποιον τρόπο εγώ θέλησα να φύγουν όλοι από κοντά μου».

Σε σχέση με το πρόβλημα της Αλγερίας το πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα. Ο Τοντ κατά βάση συμφωνεί με την άποψη που εντοπίζει στον «Ξένο» «την ανησυχητική ομολογία μιας ιστορικής ενοχής που παίρνει τη μορφή μιας τραγικής πρόβλεψης». Απέναντι το αλγερινό ζήτημα ο Καμύ ήταν φορμαλιστής και ηθικολόγος: επιθυμούσε για την Αλγερία αυτό που ο καθένας, με επικεφαλής τη Ναντίν Γκόρντιμερ επιθυμεί σήμερα για την Νότια Αφρική: συνύπαρξη με ίσα δικαιώματα, δυο λαούς σε ένα έθνος και ένα κράτος πολυφυλετικού δικαίου. Εδώ ο βιογράφος ανασκευάζει τις κατηγορίες πως ο Καμύ υποστήριζε πάντοτε, αν όχι εμφανώς τουλάχιστο σιωπηρά, την καθεστηκυία τάξη και πως ουδέποτε διατάραξε το παραμικρό στον καπιταλιστικό και χριστιανικό πολιτισμό, διατηρώντας πάντα ένα πλευρό «γαλλικής Αλγερίας».

Ο τελικός απολογισμός, αν ποτέ μπορεί να υπάρξει τέτοιος, μας παραδίδει έναν ασίγαστα ανήσυχο κι εμπνευσμένο άνθρωπο που αισθανόταν καλλιτέχνης και «δημιουργός μύθων», που δεν υπήρξε μόνο ο συγγραφέας των σπουδαίων μυθιστορημάτων και δοκιμίων. Αλλά κι ένας ποιητής που δεν αισθανόταν τέτοιος, όμως μας κληροδότησε σελίδες πρόζας με έξοχο ποιητικό πλούτο· ένας στοχαστής που μας έδωσε ιδέες, ορισμένες από τις οποίες στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας γίνονται περισσότερο αποδεκτές σήμερα· ένας δημοσιογράφος που δεν αφοσιώθηκε ποτέ στην δημοσιογραφία για να διοχετεύσει την ενέργειά του στο τρίπτυχο «μυθιστόρημα, θεατρικό έργο και δοκίμιο». Κι όμως, για δυόμισι χρόνια υπήρξε ο πιο προικισμένος αρθρογράφος του γαλλικού Τύπου: τα άρθρα του ιδίως στην Combat και στην Alger Républicain σημαδεύουν μια εποχή, ενίοτε με την έμφαση του εφήμερου, την ίδια στιγμή που υποκύπτει αρκετές φορές στον μόνιμο πειρασμό κάθε στρατευμένου δημοσιογράφου, να διαμορφώσει ή και να αλλάξει την Ιστορία μέσα από τη γραφή του.

Εκείνος ο ρομαντικός, αντιεξουσιαστής συγγραφέας και διανοητής, ο γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας αναλφάβητης γυναίκας, «ξοδευόταν αλόγιστα» σε μια γεμάτη ζωή, αγωνιζόμενος να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύσκολα στοιχήματα, να λυτρωθεί από την πολιτική με την λογοτεχνία και να παραδοθεί άνευ όρων στην «αγάπη για τη ζωή» (τίτλο άλλωστε ενός από τα δοκίμια – νουβέλες του). Και εντέλει, μέσα από τον λογοτεχνικό ή πολιτικό λόγο ή και ενάντια σ’ αυτόν, να αφιερωθεί σ’ εκείνο που ο Τ.Σ. Έλιοτ ονόμασε «αμείλικτη μάχη με τις λέξεις» που «σκληραίνουν, ραγίζουν, γλιστρούν, χάνονται».

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 788 [Olivier Todd, Albert Camus. Une vie, 1996].

Δημοσίευση σε: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 29 (άνοιξη 2012).

Οι εικόνες: Εvgeniya Kashina, Scenery sketch for a screen version «L’Etranger» by Albert Camus.

03
Μάι.
12

Edward W. Said – Αναστοχασμοί για την εξορία

Το ευαγγέλιο της ανεστιότητας

1. Η μη αναπαράσταση του αποπροσανατολισμού

Στο πρώτο του βιβλίο, που είχε ως αντικείμενο τον «Τζόζεφ Κόνραντ και την μυθοπλασία της αυτοβιογραφίας», ο Έντουαρντ Σαΐντ (1935-2003) χρησιμοποιούσε τον συγγραφέα ως παράδειγμα ανθρώπου του οποίου η ζωή και το έργο αντιπροσωπεύουν το πεπρωμένο ενός πλάνητος που γίνεται επιτυχημένος συγγραφέας σε μια επίκτητη γλώσσα, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αποτινάξει την αίσθηση της αποξένωσης από τη νέα του, έστω και θαυμαστή, πατρίδα. Πράγματι: από την πρώτη στιγμή που εισέρχεται κανείς στη γραφή του, νιώθει απαραγνώριστη την αύρα του εκτοπισμού, της αστάθειας και της ιδιορρυθμίας. Κανείς δεν μπορούσε να αναπαραστήσει το πεπρωμένο του αποπροσανατολισμού καλύτερα από τον Conrad…Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός μέχρι να συνειδητοποιήσουμε πως το έργο του συνίσταται ουσιαστικά στην εμπειρία της εξορίας και της αποξένωσης που δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ενώ όσο τέλεια και να μπορούσε να εκφράσει κάτι, πάντα θεωρούσε ότι το αποτέλεσμα μόνο κατά προσέγγιση εκφράζει αυτό που ήθελε να πει ή ότι η έκφραση ήλθε πάρα πολύ αργά…

2. Ενοχλητικά απροσδιόριστος

Βρισκόμαστε σε ένα από τα δεκάδες δοκιμιακά κείμενα του Σαΐντ που περιλαμβάνονται στον 800σέλιδο αυτόν τόμο, που όμως δεν έχει ως αντικείμενο την περίπτωση του Κόνραντ (σε αυτόν αφιερώνει ένα άλλο κείμενο που επίσης δημοσιεύεται εδώ) αλλά στην ίδια του τη ζωή. Πώς κάνει την σύνδεση; Αναγνωρίζοντας πως όλα όσα είχε ζήσει, τα είχε ζήσει ο Conrad πριν από αυτόν, με την διαφορά βέβαια πως εκείνος ήταν ένας Ευρωπαίος που μετακινήθηκε στην Ευρώπη. Ο Σαΐντ αντίθετα γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, βρέθηκαν με την οικογένειά του ως πρόσφυγες στην Αίγυπτο, έλαβε την παιδεία του σε αποικιακά, αγγλικά ιδιωτικά σχολεία και τελικά πήγε στις ΗΠΑ. Ενοχλητικά απροσδιόριστος, με μητρική γλώσσα τα αραβικά και σχολική τα αγγλικά, και με την αίσθηση «πως βρισκόταν εκτός τόπου, ότι στεκόταν σε λάθος γωνία, σε ένα μέρος που έμοιαζε να του ξεγλιστρά τη στιγμή που προσπαθούσε να το ορίσει ή να το περιγράψει».

Μολονότι με είχαν μάθει να πιστεύω και να σκέφτομαι σαν Άγγλος, με είχαν επίσης εκπαιδεύσει να δέχομαι την ιδέα πως ήμουν ένας ξένος, ένας μη Ευρωπαίος Άλλος, ο οποίος είχε μάθει από τους ανωτέρους του να γνωρίζει ποια είναι η θέση του και να μη φιλοδοξεί να γίνει Βρετανός. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Εμάς και σε Αυτούς ήταν γλωσσική, πολιτισμική, φυλετική και εθνοτική. […] Όντας συγχρόνως έγχρωμος και αγγλικανός, βρισκόμουν σε μια κατάσταση διαρκούς εμφύλιου πολέμου.

Όταν ο Σαΐντ πήγε το 1963 στη Νέα Υόρκη για να διδάξει στο Κολούμπια (ενώ στο μεταξύ η οικογένειά του μετακόμισε στον Λίβανο) ο περίγυρός του θεωρούσε πως είχε εξωτικό και «κάπως ακαθόριστο αραβικό υπόβαθρο». Εκείνος όμως είχε ήδη αποφασίσει να σταθεί εκτός του πλαισίου που κάλυπτε τους συγχρόνους του. Μπορεί να ένοιωθε ζήλεια για φίλους που είχαν ως γλώσσα τη μία ή την άλλη, είχαν ζήσει στο ίδιο μέρος όλη τους τη ζωή και που πραγματικά ανήκαν κάπου, αλλά εξοικειώθηκε έγκαιρα με το γεγονός ότι δεν θα ανήκε ποτέ σ’ αυτές τις κατηγορίες. Άλλωστε πάντοτε ελκυόταν από ισχυρογνώμονες αυτοδίδακτους και κάθε λογής απροσάρμοστους, με τρόπο σκέψης άκρως ατομικιστικό και αμίμητο, με εκφραστικά μέσα εκκεντρικά, λεπτοδουλεμένα και αυτοσυνείδητα: Conrad, Vico, Adorno, Swift, Hopkins, Auerbach, Gould.

3. Εντός μη ύπαρξης και μη ιστορίας

Η συλλογική συνέχεια είναι γνωστή: Οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι υποχρεώθηκαν να ζήσουν ως πρόσφυγες και να συμφιλιωθούν με το εκμηδενισμένο τους παρόν, ακολουθώντας την ίδια πορεία με την πρώτη γενιά Παλαιστινίων προσφύγων, που είχαν διασκορπιστεί σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, χωρίς τη δυνατότητα εργασίας ή μετακίνησης, συχνά περιορισμένοι σε στρατόπεδα όπως τα Σάμπρα και Σατίλα της Βηρυτού, που 34 χρόνια αργότερα έγιναν τόποι σφαγής. Ο ίδιος εκπονούσε το έργο του σε μια σφαίρα σχεδόν ολοκληρωτικά αρνητική, στη μη ύπαρξη και στη μη ιστορία. Αναπόφευκτα στράφηκε στην γραφή ως κατασκευή πραγματικοτήτων και ασφαλώς προσανατολίστηκε στον κόσμο της εξουσίας και των αναπαραστάσεων που υποδεικνύουν μια πραγματικότητα και συγχρόνως σβήνουν άλλες.

Ο Σαΐντ άρχισε να έχει εχθρούς απ’ όλες τις πλευρές: χαρακτηριζόταν ναζί από τον Εβραϊκό Αμυντικό Σύνδεσμο και υπέρ το δέον φιλελεύθερος από την άκρα αριστερά, εφόσον υποστήριξε την ιδέα της συνύπαρξης Ισραηλινών Εβραίων και Παλαιστινίων Αράβων. Για πολλούς φίλους, ως Παλαιστίνιος, ήταν ένα είδος μυθολογικού όντος, κάτι σαν τον μονόκερω, ενώ μετά την Ιντιφάντα άρχισε να παίζει τον ρόλο του υποκατάστατου που συρόταν από δω και από κει για μια δήλωση των δέκα δευτερολέπτων. Από τα κείμενά του στον αραβικό Τύπο και παρά την αντιθρησκευτική του πολιτική χαρακτηρίζεται ως υπερασπιστής του Ισλάμ και απολογητής της τρομοκρατίας.

4. Ο ακηδεμόνευτος διανοούμενος και η αποδοχή του ασυμβίβαστου

Πρέπει να υπερασπιζόμαστε τους λαούς και τις ταυτότητες που απειλούνται με εξαφάνιση ή καθυποτάσσονται επειδή θεωρούνται κατώτερης φύσεως· άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μεγαλοποιούμε ένα παρελθόν που έχει επινοηθεί για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του παρόντος. […] Έχοντας ο ίδιος χάσει μια πατρίδα, δίχως μάλιστα ελπίδα να την ξανακερδίσω άμεσα, δεν βρίσκω ιδιαίτερη παρηγοριά στην «καλλιέργεια ενός νέου κήπου» ή στην επιδίωξη της ένταξης σε άλλον οργανισμό. Έμαθα από τον Adorno ότι η συμφιλίωση που επιτυγχάνεται εξαναγκαστικά είναι πράξη δειλίας και ψεύδους: προτιμότερη είναι μια χαμένη υπόθεση….

Η πρισματική ιδιότητα της γραφής κάποιου, όταν αυτός δεν ανήκει πλήρως σε ένα στρατόπεδο ή δεν είναι φανατικός οπαδός ενός συγκεκριμένου αγώνα δεν είναι καθόλου ευχάριστη υπόθεση· έχω αποδεχτεί την αδυνατότητα συμφιλίωσης των διαφόρων αλληλοσυγκρουόμενων ή τουλάχιστον ατελώς εναρμονισμένων πτυχών του στοιχείου που φαίνεται πως αντιπροσωπεύω. Υπάρχει μια φράση του Gunter Grass που περιγράφει τη δύσκολη αυτή θέση: πρόκειται για τη θέση του «ακηδεμόνευτου διανοούμενου».

5. Οι χαμένες υποθέσεις και το αλύτρωτο μυθιστόρημα

Υπάρχει ένας προστάτης άγιος των χαμένων υποθέσεων, ο Άγιος Ιούδας, που είχε την ατυχία να τον συνδέουν με τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, οπότε και επονομάστηκε Ιούδας ο Κρυφός, που αποτελεί το σύμβολο όλων εκείνων που δεν έχουν καταφέρει να διακριθούν, εκείνων που είδαν τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες, εκείνων που οι προσπάθειες δεν έχουν ευοδωθεί. Ο Jude the Obscure [Τζουντ ο αφανής] του Thomas Hardy προοριζόταν ακριβώς να λειτουργήσει ως σφοδρή επίθεση σε κάθε ανάλογη παραμυθία. Ο Τζουντ κυριεύεται από την ιδέα πως πρέπει να προσπαθήσει να κατακτήσει την μάθηση, την επιτυχία, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή – εντούτοις στο διάβα του δε βρίσκει παρά ατυχίες, απογοητεύσεις και μπλεξίματα και οδηγείται σε απελπιστικό ξεπεσμό. Οποτεδήποτε επιχειρεί να βελτιώσει τη μοίρα του, έρχεται αντιμέτωπος με απίστευτες αντιστάσεις. Ο Hardy φροντίζει ώστε τόσο οι περιστάσεις όσο και οι αδυναμίες του Τζουντ να υπονομεύουν οτιδήποτε κάνει. Δεν είναι μόνο ότι ο Θεός έχει εγκαταλείψει τον κόσμο, είναι επίσης ότι κάθε ανάμνηση ή ίχνος που έχει απομείνει από έναν προηγούμενο κόσμο είτε λοιδορεί χωρίς συναίσθηση τη δυστυχία του ατόμου είτε είναι σκοπίμως μη λυτρωτικό, μη θεραπευτικό [σ. 774].

Ιδού λοιπόν, γράφει ο Σαΐντ στο κείμενο Περί χαμένων υποθέσεων,  ένα κοινό στοιχείο των Cervantes, Flaubert και Hardy: οι ώριμες αφηγήσεις τους προς τα τέλη της σταδιοδρομίας τους (τη στιγμή που αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συνοψίσει και να προβεί σε κρίσεις όσον αφορά την επιτυχία των νεανικών ονείρων και φιλοδοξιών) εκθέτουν ειρωνικά την απόκλιση μεταξύ πραγματικότητας και απώτερου σκοπού. Είτε συμμορφώνεται κανείς προς τις άθλιες συνήθειες του κόσμου, είτε εξοντώνεται – όπως ο Τζουντ, η Έμμα Μποβαρύ και ο Δον Κιχώτης. Και το μυθιστόρημα προσφέρει ακριβώς μια αφήγηση χωρίς λύτρωση.

6. Υπερόριες λογοτεχνίες, μάταιοι εθνικισμοί

Μεγάλο μέρος της ζωής του εξόριστου αφιερώνεται στην αντιστάθμιση της αποπροσανατολιστικής απώλειας μέσω της δημιουργίας ενός νέου κόσμου προς κυριάρχηση. Δεν είναι παράξενο που τόσο πολλοί εξόριστοι είναι μυθιστοριογράφοι, σκακιστές, πολιτικοί ακτιβιστές και διανοούμενοι. Καθεμιά από αυτές τις ασχολίες απαιτεί ελάχιστη επένδυση σε αντικείμενα και επιβραβεύει την κινητικότητα και την ικανότητα. Ο νέος κόσμο του εξόριστου, κατά τρόπον αρκετά λογικό, είναι ένας κόσμος αφύσικος και εξωπραγματικός – ιδιότητα που προσεγγίζει τη μυθοπλασία. Ο Georg Lukács στο έργο του Η θεωρία του μυθιστορήματος, ισχυρίζεται με ακαταμάχητη πειθώ ότι το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό είδος που έχει δημιουργηθεί από την εξωπραγματικότητα της φιλοδοξίας και της φαντασίας, αποτελεί την κατεξοχήν μορφή «υπερβατικής ανεστιότητας». [σ. 297]

Η εξορία είναι, γράφει ο Σαΐντ συναρπαστική ως σκέψη αλλά φρικτή ως εμπειρία. Είναι η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και έναν τόπο, στον εαυτό του και στην πραγματική του πατρίδα. Ενώ μάλιστα αληθεύει ότι στη λογοτεχνία και την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε ηρωικές, ρομαντικές, ένδοξες ή και θριαμβευτικές στιγμές από τη ζωή του εξόριστου, κατ’ ουσίαν πρόκειται απλώς για προσπάθειες με σκοπό την υπέρβαση της συντριπτικής θλίψης της αποξένωσης. Τα επιτεύγματα της εξορίας υποσκάπτονται διαρκώς από την απώλεια ενός πράγματος που έχει μείνει πίσω για πάντα. [σ. 286]

Τίθεται εδώ το ερώτημα: αν η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας, πως έχει μετατραπεί τόσο εύκολα σε στοιχείο που επηρεάζει ή και εμπλουτίζει την σύγχρονη κουλτούρα; Ειδικά η νεότερη δυτική κουλτούρα είναι, σε μεγάλο βαθμό, έργο εξόριστων, αυτοεξόριστων και προσφύγων. Ο George Steiner έχει γράψει ότι ένα ολόκληρο είδος της δυτικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα είναι «υπερόρια» [extraterritorial] λογοτεχνία – μια λογοτεχνία από εξόριστους για εξόριστους. Πολύ περισσότερο η εποχή μας, με τις σύγχρονες μορφές πολέμου, τον ιμπεριαλισμό και τις εθνοκαθάρσεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η κατεξοχήν εποχή του εξόριστου, του εκτοπισμένου και του μαζικού μετανάστη.

Ο εθνικισμός είναι ο ισχυρισμός ότι υπάγεσαι και ανήκεις σε έναν τόπο, έναν λαό, μια κληρονομιά. Με τον καιρό οι επιτυχημένοι εθνικισμοί θεωρούν πως μόνο οι ίδιοι είναι κάτοχοι της αλήθειας και αποδίδουν το ψεύδος και την κατωτερότητα στους ξένους. Ακριβώς πέραν του συνόρου ανάμεσα σε «εμάς» και τους «ξένους» βρίσκεται η επικίνδυνη επικράτεια του μη ανήκειν…Η εξορία, αντίθετα με τον εθνικισμό, είναι μια κατάσταση ασυνεχούς ύπαρξης – οι εξόριστοι αποκόπτονται από ρίζες, τόπο, παρελθόν. Το πιο παράξενο από τα δεινά που περνάει ένας εξόριστος είναι να εξορίζεται από εξόριστους: το 1982 οι Παλαιστίνοι άρχισαν ξανά να εκδιώκονται από τους προσφυγικούς τους καταυλισμούς στο Λίβανο, έχοντας ήδη διωχθεί από τον τόπο τους το 1948, πασχίζοντας τώρα να ανασυστήσουν μια εθνική ταυτότητα στην εξορία.

Ο Σαΐντ δεν περιορίζεται στην καταγραφή των σχετικών ιδεών αλλά διαπερνά συγκεκριμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις λογοτεχνών και κειμένων: τα ποιήματα του Mahmoud Darwish (το έργο του οποίου αποτελεί μια επική προσπάθεια μετουσίωσης των στίχων της απώλειας στο επ’ αόριστον αναβληθέν δράμα της επιστροφής, το διήγημα Έημυ Φόστερ του Joseph Conrad (το πιο ασυμβίβαστο κείμενο απεικόνισης της εξορίας που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα, με την εμμονή του αυτοεξόριστου στο πεπρωμένο του), το Minima Moralia, την αυτοβιογραφία του Theodor Adorno που γράφτηκε στην εξορία και που έγραφε πως το μόνο «σπίτι» που υφίσταται πλέον, αν και εύθραυστο και ευάλωτο είναι η γραφή. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση του εξόριστου είναι κατά τη σύγχρονη εποχή η κατάσταση που βρίσκεται πλησιέστερα στην τραγωδία.

7. Απόδημες κοινότητες και ετερογενείς κουλτούρες

Ο τόμος περιλαμβάνει 46 δοκίμια που γράφτηκαν από το 1967 έως το 1998 και δημοσιεύτηκαν στα Times Literary Supplement, New Statesman, The Nation, London Review of Books, Granta, Partisan Review, Modern Language Notes, Raritan: A Quarterly Review, Critical Inquiry, The Hudson Review, σε θεματικούς τόμους, ως εισαγωγές εκδόσεων κ.ά., μαζί μ’ ένα εκδιδόμενο για πρώτη φορά. Η γνώριμη ευρύτατη θεματολογία του (πολιτική, εξορία, αποικιοκρατία, λογοτεχνία, θεωρία, κριτική) εμπλουτίζεται με κείμενα για τους Eric Hobsbawm, Ernest Hemingway, E.M. Cioran, T.E. Lawrence [της Αραβίας], George Orwell, Nagib Mahfouz Michel Foucault, V.S. Naipul, Georg Lukács, Herman Melville, Maurice Merleau – Ponty, R.P. Blackmur, Georges Poulet, E.D.Hirsch, John Berger, την αραβική πρόζα μετά το 1948 κ.ά.

Δεν είναι τυχαίο πως ακόμα και η συναρπαστική εκτεταμένη εισαγωγή έχει ως τίτλο Κριτική και εξορία, καθώς γράφεται, όπως και όλα τα κείμενα, στη Νέα Υόρκη πολλά στοιχεία της οποίας προήλθαν από τις απόδημες κοινότητες (Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων Ανατολικοευρωπαίων και μη, Αφρικανών, Μεσανατολιτών, Απωανατολιτών, κατοίκων των νησιών της Καραϊβικής) ενώ σήμερα παραμένει πόλη μεταναστών και εξόριστων ταυτόχρονα αλλά και συμβολικό κέντρο της παγκοσμιοποιημένης υστεροκαπιταλιστικής οικονομίας. Βέβαια είναι η «άλλη» Νέα Υόρκη, των κοινοτήτων, της τριτοκοσμικής διασποράς, την πολιτικής των εκπατρισμένων, των πολιτιστικών συζητήσεων που τον ενέπνευσε να ζήσει εδώ και α γράψει σε πείσμα του ρατσισμού εναντίον όλων των μη ευρωπαϊκών πολιτισμών, παραδόσεων και λαών, να προβεί σε κριτική ανάλυση του ευρωκεντρισμού και να φωνάξει πόσο ανεπαρκής είναι η πολιτική της ταυτότητας και πόσο εσφαλμένη η απόδοση προτεραιότητας σε μια συγκεκριμένη παράδοση έναντι όλων των άλλων. Ο Σαΐντ στάθηκε πάνω απ’ όλα στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι κουλτούρες συνίστανται πάντοτε από μεικτούς, ετερογενείς, ακόμα και αλληλοαναιρούμενους λόγους.

Πλήρης τίτλος: Αναστοχασμοί για την εξορία και άλλα δοκίμια λογοτεχνικής και πολιτισμικής θεωρίας. Εκδ. Scripta, 2006, [Πολιτιστική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Γιάννης Παπαδημητρίου, 860 σελ. [Reflections on Exile and Other Literary and Cultural Essays, 2001]

Στις εικόνες, εκτός του συγγραφέα, καθημερινά στιγμιότυπα από την συμβίωση Παλαιστινίων – Ισραηλινών, Παλαιστίνιοι  (1948) και Βόσνιοι πρόσφυγες, στρατόπεδα Παλαιστινίων προσφύγων σε Ιορδανία και Λίβανο και οι J. Conrad, T. Hardy και T. Adorno.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr υπό τον τίτλο Ένας Παλαιστίνιος στην Αμερική.

25
Απρ.
12

David Grossman – Γράφοντας μες στο σκοτάδι

Η αξιακή αναβάθμιση του κόσμου

Οι άγνωστοι σύμμαχοι

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γράφουμε οι συγγραφείς στο Ισραήλ, την Παλαιστίνη, στην Τσετσενία, στο Σουδάν, στη Νέα Υόρκη ή στο Κονγκό. Καμιά φορά, μετά από πολλές ώρες μόχθου στο γραφείο μου, σηκώνω το κεφάλι μου και σκέφτομαι πως την ίδια τούτη στιγμή, κάποιος συγγραφέας, εντελώς άγνωστός μου, στη Δαμασκό, στην Τεχεράνη, τη Ρουάντα ή το Δουβλίνο, καταγίνεται μ’ αυτή την τόσο παράξενη, τόσο αλλόκοτη, τόσο υπέροχη τέχνη, παλεύοντας να δημιουργήσει μέσα σε μια πραγματικότητα γεμάτη βία, αλλοτρίωση, αδιαφορία και μαρασμό. Τον βλέπω σαν έναν μακρινό σύμμαχο: χωρίς να γνωριζόμαστε υφαίνουμε μαζί έναν μίτο, που, αν και άυλος, έχει εντούτοις την απίστευτη δύναμη να διαμορφώσει συνειδήσεις, να δώσει φωνή σ’ αυτόν που δεν έχει και να πραγματοποιήσει το τικούν, με την καβαλιστική έννοια του όρου – να αναβαθμίσει, δηλαδή, αξιακά, τον κόσμο. [σ. 114]. Ο Γκρόσμαν (Ιερουσαλήμ, 1945) αποτελεί μια τις πιο γνωστές φιλειρηνικές συγγραφικές φωνές της χώρας του, μαζί με τον Άμος Οζ και τον Αβραάμ Γεοσούα. Το πλαίσιο στο οποίο αναφέρεται βέβαια αποτελεί το γνωστό χρόνιο πολιτικό πρόβλημα που αποτελεί εδώ ένα από τα αντικείμενα των έξι δοκιμιακών και εξομολογητικών κειμένων.

Ταυτότητα με «διπλά βιβλία»

Ο Γκρόσμαν προβληματίζεται για την γεγονός ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται αντιμέτωποι σχεδόν επί έναν αιώνα με μια σκληρή διαμάχη· όταν βλέπει μια χώρα και μια κοινωνία να διχάζονται ανάμεσα στις θεμελιακές τους αξίες και στην πολιτική συγκυρία, δημιουργώντας ένα χάσμα, μια ταυτότητα με «διπλά βιβλία». Αντιλαμβάνεται την «υποκειμενική θεώρηση του κόσμου» τους, την αυτοεικόνα τους που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα. Οι λέξεις πλέον δεν περιγράφουν την πραγματικότητα αλλά την θολώνουν και την περιπλέκουν, ενώ αφήνουν μεγάλα τμήματά της ανονομάτιστα, με την ελπίδα πως θα σβήσουν. Η επίσκεψή του στο στρατόπεδο προσφύγων Ντέισε τον έφερε σ’ ένα κόσμο που ήταν ανήμπορος να περιγράψει επειδή του έλειπαν οι λέξεις. Έχοντας την επίγνωση πως δεν σκοτώνουμε μονάχα τους Παλαιστίνιους σ’ αυτή την αντιπαράθεση, αναρωτήθηκα για ποιο λόγο συναινούμε όχι μονάχα στο έγκλημα μα και στην αυτοκτονία. [σ. 31]

Η γλώσσα της διένεξης

Ακριβώς λοιπόν μια τέτοια ζωή μες στο βίαιο, ακραίο πλαίσιο μιας πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής διαμάχης, ο συγγραφέας αισθάνεται εγκλωβισμένος σ’ έναν κόσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, ανοίγοντας ένα χάσμα ανάμεσα στο άτομο και στο χαοτικό του περιβάλλον· «ένα κενό που έρχεται γρήγορα να το γεμίσει η απάθεια, ο κυνισμός και η απελπισία». Η «επιφάνεια» της ψυχής συρρικνώνεται, η ικανότητά μας να συμμεριστούμε τον πόνο του άλλου εξασθενεί. Στο τέλος περιβάλλουμε τον εαυτό μας με αλλεπάλληλα προστατευτικά στρώματα που καταλήγουν να μας πνίξουν.

Και η γλώσσα; Όταν χρησιμοποιείται από τους πολίτες της διένεξης γίνεται όλο και πιο επιφανειακή· μετατρέπεται σταδιακά σε μια σειρά από δοσμένα σχήματα και συνθήματα, αρχίζοντας απ’ αυτά που εφευρίσκουν οι διάφοροι άμεσα εμπλεκόμενοι μηχανισμοί: ο στρατός, η αστυνομία, τα υπουργεία. Ο λόγος τους αναπαράγεται από τα μέσα και γίνεται ακόμα πιο πονηρός και παραπλανητικός. Κι όσο η κατάσταση φαίνεται αδιέξοδη, τόσο η γλώσσα γίνεται πιο κοινότοπη και ο δημόσιος λόγος φτωχαίνει, περιοριζόμενος στις αιώνιες αλληλοκατηγορίες, στα γνωστά κλισέ, στις προκαταλήψεις και τις γενικεύσεις.

Ελευθερία μέσα στην αυθαιρεσία

Η θέση μου ως προς το «αμετάβλητο» άλλαξε κατά τι: δεν αντιμετωπίζω πια την αυθαιρεσία και της προκαταλήψεις που με κρατούσαν δέσμιο άλλοτε, πριν από τη γραφή. Διέκρινα φωτοσκιάσεις σε ορισμένες καταστάσεις που μου φαίνονταν παγιωμένες, αιώνιες, μονολιθικές, κάτι σαν θεϊκή ή ανθρώπινη καταδίκη. Δίνοντας τους τα δικά μου ονόματα και τους δικούς μου ορισμούς, απέκτησα ένα είδος εσωτερικής ελευθερίας κινήσεων, τη δυνατότητα να δράσω πάνω ή κόντρα σ’ αυτό που άλλοτε με παρέλυε από φόβο και απόγνωση. Δεν ήμουν πια θύμα. [σ. 20]

Η παραπάνω θέση αφορά «την αυθαιρεσία που εισβάλλει βίαια στη ζωή ενός ατόμου», θέμα με οποίο ασχολούνται, κατά παραδοχή του, τα περισσότερα βιβλία του. Αφιερώνοντας το πρώτο κείμενο του βιβλίου στα βιβλία που τον διάβασαν, ο συγγραφέας θυμάται πώς ένιωθε κάτω από την ακτινοβολία ενός λογοτεχνικού έργου ιδιαίτερα ερεθιστικού για το πνεύμα: την Μεταμόρφωση του Κάφκα, τον Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, του Τόμας Μαν, θυμάται τη στιγμή που άρπαξε τις Περιπέτειες του Μοτλ, του γιου του Πέισι του ψάλτη του Σαλόμ Αλεϊχέμ και σκαρφάλωσε στο αγαπημένο του μέρος, στο περβάζι του παραθύρου, για να το διαβάσει. Έξω από εκείνο το παράθυρο οι κάτοικοι ζούσαν στα ασμπεστόνιμ (προκατασκευασμένα παραπήγματα από αμίαντο), νεαρά ζευγάρια ρίχνονταν στη ζωή με άγρια αισιοδοξία, επιζήσαντες των Εκτοπισμών και της Εξόντωσης γυρνούσαν στους δρόμους σαν σκιές. Ο συγγραφέας σήμερα αντιλαμβάνεται πως οκτάχρονος αναγνώστης τότε, το 1962, ένιωθε πως εξερευνούσα μιας terra incognita που ήταν συνάμα Γη της Επαγγελίας και σφραγιζόταν καταλυτικά από το υπόρρητο του κειμένου. Ακόμα και η δυσνόητη γλώσσα με το μυστήριο και τον εξωτισμό των λέξεων τον έκανε να την θεωρεί ως «κορμό με την δική του οντότητα».

Ανάγνωση, μια διπλή πρακτορεία

Κι έτσι ο νεαρός αναγνώστης χρηματίζει διπλός πράκτορας, πηγαινοερχόμενος ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Κάποια εβραϊκή, διασπορική χορδή δονείται μέσα του, μαθητεύει στην ανθρώπινη συμπόνια, αντιλαμβάνεται πως οι έξι εκατομμύρια δολοφονημένοι είναι οι άνθρωποί του κι επιφορτίζεται με την ανεπιθύμητη ευθύνη να τους θυμάται. Κάθε παιδί έχει την πρώτη του εμπειρία του θανάτου. Οι δικοί μου πρώτοι νεκροί ήταν οι ήρωες από τα διηγήματα του Σαλομ Αλεϊχέμ – που δεν μπορούσα πια να τα διαβάσω αλλά ούτε και να μην τα διαβάσω. … Η ανάγνωση ήταν ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τον αβάσταχτο πόνο. Κάθε φορά, το κείμενο με γύριζε στο τεράστιο μέγεθος της απώλειας, που, ταυτόχρονα, γινόταν λιγότερο δυσβάσταχτη. Σήμερα ξέρω ότι στα δέκα μου χρόνια ανακάλυψα ότι τα βιβλία είναι το μοναδικό μέρος σον κόσμο όπου μπορούν να συνυπάρχουν τα πράγματα και η απώλειά τους. [σ. 18]

Ο Σουλτς και η εσωτερική γραμματική

Η περίπτωση του σπάνιου πολωνοεβραίου συγγραφέα Μπρούντο Σουλτς αποτέλεσε πολύτιμη πηγή έμπνευσης και θαυμασμού για τον Γκρόσμαν που έγραψε βιβλίο ειδικά γι’ αυτόν. Ο Σουλτς είχε μετατρέψει την μικρή, κοινότοπη ζωή του σε θαυμαστή μυθολογία και είχε συγκρίνει την ανθρώπινη γλώσσα μ’ ένα μυθικό όφι που διαμελίστηκε σε μύρια κομμάτια, τις λέξεις, οι οποίες δεν είναι πια παρά απλά εργαλεία επικοινωνίας, παρόλο που εξακολουθούν «να αναζητούν η μια την άλλη μες στο σκοτάδι». Όταν έμαθε την τραγική ιστορία του ο συγγραφέας έμεινε ξεκρέμαστος, ανάμεσα στην πάλλουσα ζωή που εκείνος περιέγραφε και στην ιδέα να ζει κανείς σ’ έναν κόσμο όπου η γλώσσα επέτρεπε τις τερατώδεις φράσεις που έγραψαν για το τέλος του.

Το βιβλίο της εσωτερικής γραμματικής αφορά την κλειστοφοβία, τον εγκλωβισμό μέσα στις λέξεις των άλλων, εμπνεόμενο κι αυτό από την έκφραση το Σουλτς για την ασφυξία μες «στα τείχη της πλήξης που μας περιβάλλουν». Ο ήρωάς του Ααρών επιθυμώντας να διαφύγει από την σωματική γραφειοκρατία που του επιβάλλουν, διαισθάνεται πως ο μόνος δρόμος να εκφράσει την ελευθερία του και τη σεξουαλικότητά του είναι η γλώσσα, όχι όμως χρησιμοποιώντας τις λέξεις όπως τις χρησιμοποιούν οι άλλοι, με αδιαφορία, χωρίς διάκριση ή ακρίβεια. Κατασκευάζει ένα νοσοκομείο για άρρωστες λέξεις, όπως τις θεραπεύει και τις αποτοξινώνει από την καθημερινότητα, σε μια περίπλοκη διαδικασία καθαρμού.

Η ευεργεσία της γραφής

Ο Γκρόσμαν έχασε τον γιό του στην διάρκεια του δεύτερου Ισραηλινολιβανικού πολέμου και η συνείδηση της τραγωδίας του θανάτου του υπήρξε πανταχού παρούσα κατά την συγγραφή του παρόντος βιβλίου. Και μόνο το γεγονός της γραφής όμως του εξασφάλιζε κάποιον χώρο, έναν άγνωστο έως τότε πνευματικό τόπο, όπου ο θάνατος δεν είναι αποκλειστικά και μόνο η μονοδιάστατη άρνηση της ζωής. Ανακαλώντας την αναμφισβήτητη αλήθεια της Ναταλία Γκίνζμπουρκ, που με αφορμή το έργο της μετά από μια μεγάλη προσωπική τραγωδία έγραψε πως οι πραγματικές περιστάσεις επηρεάζουν βαθύτατα αυτό που γράφουμε αλλά ταυτόχρονα η γραφή, ως δια μαγείας, μας κάνει να ξεχνάμε τις ιδιάζουσες περιστάσεις του βίου, ο συγγραφέας είναι βέβαιος: «όταν γράφουμε νιώθουμε τον κόσμο να κινείται, μεστός από δυνατότητες», «δεν κλείνει γύρω μας, δεν στενεύει, απεναντίας· ανοίγει προς το μέλλον».

Οι σωστές και ακριβείς λέξεις λειτουργούν σαν αντίδοτο, σαν ένα μέσο καθαρισμού από τις ρυπαρότητες των βιαστών της γλώσσας. Και με την ίδια τη γραφή ξαναγίνεται αυτό που ήταν κάποτε, ο εαυτός του προτού τον «εθνικοποιήσουν» και τον επιτάξουν η διαμάχη, οι κυβερνήσεις, η τραγωδία. Ξαφνικά δεν είναι καταδικασμένος στην ασφυκτική διχοτομία, στο σκληρό δίλημμα του να είσαι ή το θύμα ή ο θύτης· μπορεί να ταυτιστεί με τα βάσανα και τα δίκαια του εχθρού, χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά του.

Όταν γράφω ονοματίζω με τον τρόπο μου έναν κόσμο αφιλόξενο και ανοίκειο. Τον δαμάζω, κατά κάποιο τρόπο. Επιστρέφω από την εξορία και την ξενότητα στην εστία μου. Επιφέρω, έτσι, μιαν αλλαγή, έστω και αμυδρή, σ’ αυτό που μέχρι τώρα μου φαινόταν αμετάβλητο. […]. Γράφω ακόμα και για το ανεπανόρθωτο. Γι’ αυτό που δεν έχει παρηγοριά. Κι ακόμα και τότε, ανεξήγητα, οι συνθήκες του βίου μου δεν με πνίγουν σε σημείο να παραλύω. […] Όταν γράφουμε ο κόσμος δεν μας περιορίζει [σ. 118, 119, 120].

Οι τίτλοι των υπόλοιπων κειμένων: Σκέψεις γύρω από την ειρήνη ή Η επιθυμία να γνωρίσεις τον Άλλον εκ των ένδον, Μες στο πετσί της Γκιζέλα, Στη μνήμη του Ιτσζάκ Ράμπιν, Ατομική γλώσσα και μαζική γλώσσα. Η προέλευση των κειμένων είναι από άλλες εκδόσεις (Συγγραφείς και ποιητές: οι πηγές της έμπνευσης), συνέδρια (40ό συνέδριο γαλλόφωνων εβραίων διανοούμενων με θέμα Penser et bâtir la paix au Proche Orient), διαλέξεις (στο Εθνικό Συνέδριο Βιβλιοθηκονόμων) λόγους (στην μνήμη του Ράμπιν, στην πλατεία Ράμπιν) και ανακοινώσεις (στο Arthur Miller Pen’s World Voices Festival και στο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου).

Εκδ. Scripta, [Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], 2011, μτφ. από τα Εβραϊκά Μάγκυ Κοέν, σελ.  141, με εργογραφία του συγγραφέα  [Writing in the dark, 2008]. Στο τέλος καθενός από τα έξι κεφάλαια παρατίθενται πλούσιες σημειώσεις της μεταφράστριας.

19
Απρ.
12

Jean – Michel Guenassia – Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων

Καληνύχτα θλίψη

-Πρέπει να περάσατε δύσκολα.

– Το ίδιο κι εσείς.

-Αυτό που μετράει είναι ότι είμαστε ζωντανοί, έτσι δεν είναι;

-Ναι, πρέπει να σκεφτόμαστε το μέλλον.

-Αν δεν είμαστε εμείς αισιόδοξοι, τότε ποιος θα είναι;

Η στιχομυθία της σελίδας 199 ανάμεσα στον Ίγκορ και τον Βέρνερ, πρόσφυγες από κομμουνιστικές χώρες στο Παρίσι των τελών της δεκαετίας του ’50, αποτελεί μια από τις εκτυφλωτικές όψεις της τιτλοφορούμενης αισιοδοξίας, και μάλλον την πιο προφανή. Η συγκεκριμένη, διαρκώς αναβλύζουσα πηγή αισιοδοξίας δεν εντοπίζεται σε πείσμα όσων πέρασαν αλλά ακριβώς από το γεγονός ότι τα πέρασαν. Νωρίτερα, στη σελίδα 158, διαβάζουμε για τον Ιγκόρ: Η φυγή του από την ΕΣΣΔ και οι περιπλανήσεις του τον είχαν κάνει ν’ αναθεωρήσει έννοιες όπως η αλήθεια και το ψέμα. Τώρα πια, για ένα μόνο πράγμα ήταν σίγουρος: ότι ήταν ζωντανός. Πίστευε ότι το μόνο για το οποίο μπορούσες να είσαι βέβαιος σ’ αυτό τον κόσμο ήταν αν είσαι ζωντανός ή νεκρός. Όλα τα άλλα ήταν θεωρίες και κατασκευάσματα του μυαλού.

Οι «αισιόδοξοι» λοιπόν επιζώντες του ανατολικού μπλοκ έφτασαν στη Γαλλία επειδή ανάμεσα στις δυο μοναδικές τους επιλογές, να είναι με τους εκμεταλλευτές ή τους εκμεταλλευόμενους, διάλεξαν να μην ανήκουν σε κανένα στρατόπεδο. Προερχόμενοι απ’ όλες σχεδόν τις χώρες του «παραπετάσματος» συνευρίσκονται σε περίφημο μπιστρό περιώνυμης πλατείας, αλλά στο πίσω δωμάτιο, οι κουρτίνες του οποίου διαφυλάσσουν μιαν άλλη κοινότητα. Σ’ αυτή την κοινότητα άλλοι παραμένουν πιστοί στα κομμουνιστικά ιδανικά που πρόδωσε το κράτος τους ενώ άλλοι, αηδιασμένοι από τα διαψευσμένα τους οράματα, δεν θέλουν ν’ ακούσουν για ανατολή. Όλοι όμως αισθάνονται απάτριδες – Δεν είμαι Τσέχος ούτε Γάλλος. Είμαι άπατρις. Ό,τι χειρότερο, δηλαδή. Δεν υπάρχω εξομολογείται ο Πάβελ –, όλοι καταχωρίζονται ως προδότες από το κόμμα τους και αποστάτες από τους Δυτικούς. Απάτριδες αλλά ίσοι μέσα στην αντιπαλότητά τους.

Σ’ αυτή την ιδιόμορφη, σχεδόν κλειστή λέσχη, το σκάκι αποτελεί το βασικό της παίγνιο και οι συζητήσεις την πάλλουσα καρδιά της, ακολουθώντας όμως πιστά ορισμένους κανόνες σιωπής: Κανείς μας δεν μιλάει για την οικογένειά του. Τη σκεφτόμαστε κάθε μέρα και ώρα. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα να την ξαναδούμε. Είναι ανέφικτο, μη ρεαλιστικό, επικίνδυνο. Γι’ αυτό δε λέμε κουβέντα. Την κρατάμε φυλαγμένη σε μια γωνιά του μυαλού μας. Δεν περνάει λεπτό που να μην αναρωτιέμαι τι κάνουν η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ξέρω ότι κι εκείνοι με σκέφτονται και μου είναι αβάσταχτο. [σ. 347]. Οι πρόσφυγες σκακιστές, τρόπον τινά «προστατευόμενοι» του Ζαν Πωλ Σαρτρ αλλά και συμπαίκτες του, όπως και του Ζοζέφ Κεσσέλ, εργάζονται σε πάσης φύσεως δουλειές, στην άλλη άκρη απ’ όσα σπούδασαν ή γνώριζαν να κάνουν. Αποτελούν όμως μόνο το ένα σκέλος της εκλεκτής πελατείας· εκεί συχνάζει και η παρέα του βασικού μας αφηγητή, του αξιαγάπητου νεαρού, του Μισέλ Μαρινί, εφηβικού καθρέφτη του συγγραφέα και έφηβου εκκολαπτόμενου στα μαγικά της ζωής έξω.

Αναβάλλουμε, περιμένοντας τη στιγμή που θα είμαστε καλύτερα, κι έτσι περνούν οι μέρες και τα χρόνια, με τις υποσχέσεις να μένουν ανεκπλήρωτες ή και να ξεχνιούνται. [σ. 179]

Ο Μισέλ μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όπου συγκρούονται «πολιτισμένα» αλλά βαθύτατα ιδεολογικά δυο κόσμοι (των γονέων του και των οικογενειών τους) με περισσότερα παρακλάδια: αριστεροί, δεξιοί, ακροδεξιοί, σοσιαλιστές, γκωλικοί, με διαμάχες όχι μόνο στο ιδεολογικό πεδίο αλλά και σε ζωτικά θέματα όπου ο καθένας καλείται να επιλέξει πλευρά, όπως ο πόλεμος της Αλγερίας. Εκεί στρατεύεται κι ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, με διαφορετικά κίνητρα στην αρχή, προτού μεταστραφούν και οδηγήσουν σε τραγική εξέλιξη. Η οικογένεια αποτελεί ούτως ή άλλως ένα ακόμα διαρκές εμπόδιο στην ελευθερία του και του χαρίζει την αίσθηση πως τίποτα δεν τους συνδέει: Αποφεύγουμε να λέμε στα παιδιά τι έγινε πριν γεννηθούν. Αρχικά είναι πολύ μικρά για να καταλάβουν, ύστερα είναι πολύ μεγάλα για ν’ ακούσουν, μετά δεν έχουν καιρό για τέτοια, ώσπου στο τέλος είναι πια πολύ αργά Αυτά έχουν οι οικογένειες. Ζεις με ανθρώπους που νομίζεις ότι τους γνωρίζεις, όμως είστε τελείως άγνωστοι. Ζητάμε θαύματα απ’ τους δεσμούς αίματος: μια αρμονική συνύπαρξη που είναι εντελώς ανέφικτη· απόλυτη εμπιστοσύνη· σχέσεις που μένουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Παραμυθιαζόμαστε με τα ψέμα της συγγένειας. [σ.33]

Στη λέσχη ο Μισέλ βρίσκει μια νέα «οικογένεια» που βρίσκεται πάντα εκεί στις αποδράσεις του απ’ το σχολείο για να παίξει το αγαπημένο του ποδοσφαιράκι – άλλο ένα πεδίο μύησης στις παρέες, τις φιλίες, τις νίκες και τις ήττες. Αλλά κι ένας άλλος ευρύτερος κόσμος είναι έτοιμος να τον δεχτεί εφ’ όρου ζωής στους κόλπους της: η τέχνη της φωτογραφίας, το ροκ εντ ρολλ (αμφότερα ενεργοποιημένα χάρη σε δυο δώρα – μια φωτογραφική μηχανή Brownie Kodak κι ένα πικάπ Teppaz των δυο ταχυτήτων, αλλά και μια συλλογή δίσκων που του αφήνει προς φύλαξη ένας φίλος) και βέβαια η λογοτεχνία. Ανήσυχος για κάθε χαμένο χρόνο, ο Μισέλ διαβάζει σαν μανιακός πάντα και παντού. Πιάνει το βιβλίο από το πρωί, με το που ανάβει το φως,  και δεν το αφήνει από τα χέρια του όλη μέρα. Διαβάζει κρυφά μέσα στις σχολικές αίθουσες, όταν περπατά στους δρόμους – πώς να χαθεί ακόμα κι αυτό το τέταρτο ανάγνωσης; Κι όταν βρέχει χώνεται κάτω από υπόστεγα, για να συνεχίσει απερίσπαστος.

Δεν γνώριζα ούτε τον τίτλο, ούτε τον συγγραφέα του μυθιστορήματος. Ξεφυλλίζοντάς το, στάθηκα τυχαία σε μια παράγραφο. Διάβασα τρία αποσπάσματα, τα οποία απείχαν μεταξύ τους γύρω στις πενήντα σελίδες. Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις το χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το που βλέπουμε έναν άνθρωπο, καταλαβαίνουμε αν θα γίνει φίλος μας ή όχι. [σ. 317]

Ανάμεσα στις ζυμώσεις και τους αναβρασμούς του Καρτιέ Λατέν και στις αναγνώσεις του Επαναστατημένου Ανθρώπου του Καμύ, στον αχό της αλγερινής σκόνης και στον ήχο των συζητήσεων για την πολυπόθητη ελευθερία από τον ελεύθερο έρωτα και την λύτρωση «από την προαιώνια τυραννία του ζευγαριού» μέχρι τα διλήμματα ανάμεσα στη δημοκρατία των μαζών ή των ανθρώπων του πνεύματος, ο Μισέλ ενηλικιώνεται και ωριμάζει, συχνά με συνοδοιπόρο την Σεσίλ, πρώην φίλη του αδελφού του (λιποτάκτη πλέον της Αλγερίας), έναν καλοσμιλεμένο γυναικείο χαρακτήρα. Οι αγώνες για μια άξια καθημερινότητα τελικά είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την αναζήτηση νέων ιδανικών. Στο γράμμα του Πιερ από την Αλγερία άλλωστε αποτυπώνεται ήδη η ζύμωση που θα οδηγούσε λίγα χρόνια μετά στον Παρισινό Μάιο:  Η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος. Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό της πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορεί να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας κι η ζωή σου να ’ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. Κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια. [σ. 78]

Ο Γκενασιά (Αλγέρι, 1950) δεν είναι επαγγελματίας συγγραφέας αλλά δικηγόρος. Έχει γράψει μόνο ένα νουάρ πολύ παλαιότερα, αλλά τώρα προφανώς αισθάνθηκε έτοιμος για την αφήγηση της συναισθηματικής ενηλικίωσης όχι μόνο της δικης του αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Άλλωστε η εικόνα που αντίκρισε μικρός, με τον Σαρτρ και τον Κεσέλ να ξεκαρδίζονται ανάμεσα σε σκακιστικές κινήσεις και εισπνοές καπνού στην πίσω αίθουσα ενός μπιστρό του έμεινε αξέχαστη – δυο συγγραφείς σε μια απόλυτα καθημερινή αλλά και συνενοχική στιγμή. Ίσως αυτή να ήταν κι η κινητήρια εικόνα της συγγραφής της Λέσχης. Απλή γλώσσα, ρεαλιστικό ύφος και μια εξαιρετική μαεστρία στο ρυθμό, ιδίως στις εναλλαγές των ιστοριών κάνουν τις επτά εκατοντάδες των σελίδων μοιάζουν πολύ λιγότερες.

Θα κατηγορούσα πολύ καιρό τον εαυτό μου που δεν επέμεινα να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα, μετά απ’ ό,τι ακολούθησε, σκέφτομαι πως εν θα ’ταν φοβερό ν’ ανάβαμε ένα κερί. Αφού τόσοι άνθρωποι στον κόσμο ανάβουν τόσα κεριά και καντήλια, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό βοηθάει κι ότι κάθε τόσο, απ’ τις αμέτρητες φλόγες που τρεμοσβήνουν, όλο και κάποια προσελκύει την προσοχή Του ή, πάλι, όταν τις ανάβουμε απλώς για να μη νιώθουμε ολομόναχοι μες στο ανθρώπινο σκοτάδι. Όμως, αν σκεφτεί κανείς πόσες φλόγες άναψε ο άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του, τις αναρίθμητες προσευχές και γονυκλισίες, τότε κάλλιστα μπορεί να πει ότι ο Θεός, αν υπάρχει, δεν περιμένει πια τίποτα από εμάς. [σ. 296]

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι κεφάλαια για το Παρίσι από το 1959 έως το 1964, με δυο πρόσθετα για το Λένινγκραντ του 1952 και το Παρίσι του 1980, ως μικρή εισαγωγή. Στο τελευταίο κάποιοι χαρακτήρες συναντιούνται στην κηδεία του Σαρτρ όπου βρίσκονται οι πάντες. Τι παράλογο που είναι να αποτίνεται φόρος τιμής σ’ έναν άνδρα που έπεσε σχεδόν σ’ όλα έξω, βρισκόταν σε μόνιμη πλάνη, πίστεψε μια υπόθεση εξαρχής καταδικασμένη και την υπηρέτησε με όλο του το είναι. Καλύτερα να πήγαιναν στην κηδεία αυτών που αποδείχτηκε ότι ήταν δίκιο, που εκείνος τους είχε περιφρονήσει και καταδικάσει. Γι’ αυτούς, δεν ξεκουνήθηκε κανείς. Και μπορεί αυτά τα λόγια, να αφορούν το εκλιπόντα φιλόσοφο («επαναστάτη μεν, του σαλονιού δε, αλλά πάντα γενναιόδωρο με όλους»), ξαναδιαβασμένα όμως εκ των υστέρων, αντιλαμβανόμαστε πως εκπροσωπούν τους περισσότερους, αν όχι όλους τους ήρωες αυτού των αξέχαστων πλεγμένων και περιπλεγμένων ετούτων ιστοριών

…πόσο σχετικές είναι οι ικανότητες της φαντασίας μας, που τις θεωρούμε απεριόριστες, και πόσο αδύναμο είναι το φαντασιακό μας, που το συγχέουμε συχνά με τη νόηση. Τα γκουλάγκ, οι γενοκτονίες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και η ατομική βόμβα δεν έχουν τίποτα το αδιανόητο. Είναι ανθρώπινα έργα βαθιά ριζωμένα μέσα μας, που το μέγεθός τους και μόνο μας συνθλίβει. Δεν τα χωράει ο νους μας, ακυρώνουν την πίστη μας στον άνθρωπο, μας κάνουν να φαντάζουμε σαν τέρατα. Αποτελούν, στην πραγματικότητα, την πιο περίτρανη απόδειξη της ανικανότητάς μας να πείθουμε. Το έσχατο όριο της δημιουργικής μας ικανότητας. Μπορούμε να φανταστούμε ασύλληπτα πράγματα, όπως να ταξιδέψουμε στον χωροχρόνο, να προβλέψουμε τον πρώτο αριθμό του λαχείου, να συναντήσουμε τον ιδανικό άντρα ή την ιδανική γυναίκα. Εδώ επινοήσαμε την αφηρημένη ζωγραφική και τη συγκεκριμένη μουσική! Μπορούμε να φανταστούμε τα πάντα, αλλά όχι μια θεραπεία σαν από θαύμα. Αυτό είναι θέμα πιθανοτήτων ή τύχης. [σ. 200]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Φωτεινή Βλαχοπούλου, σελ. 709, με 11σέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [Jean – Michel Guenassia, Le club des Incorrigibles Optimistes, 2009]

Επιμύθιο: Τα δεινά μας έχουν μία και μόνη αιτία: θεωρούμε τις απόψεις μας ιερές. // Μέχρι πού μπορείς να φτάσει κανείς προκειμένου να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους παρά τη θέλησή τους; // Δεν ήξερα τότε ότι σε μια διαφωνία μπορεί και οι δύο να έχουν δίκιο.// Όπως στο ποδοσφαιράκι: Κάποιους τους σκίσανε, κάποιοι μας σκίσανε. Έτσι είναι η ζωή.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.  Η Jean Seberg [À bout de soufflé – Jean Luc Godard, 1960] παίρνει δικαιωματικά δυο θέσεις στις φωτογραφίες ως μια εκπρόσωπος του παρισινού θηλυκού πνεύματος της εποχής. Όπως και το Citroen DS, που αγοράζει ο πατέρας του Μισέλ και αισθάνεται υπερήφανος – μέχρι τη στιγμή που θα τον αφήσει στο δρόμο και δεν θα προλάβει να αποχαιρετήσει τον γιο του που φεύγει για την Αλγερία…

11
Απρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 111

Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 100, 101, 123 (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Η σιωπή είναι ένας χώρος, μια κοιλότητα όπου καταφεύγουμε για να προφυλαχτούμε αλλά στην ουσία δεν είμαστε ποτέ ασφαλείς. Η σιωπή δεν τελειώνει, σπάει. Η βασική της ιδιότητα είναι ότι θρυμματίζεται εύκολα· το αδιόρατο επιθήλιο που την περιβάλλει είναι διαφανές: αφήνει να περάσουν όλα τα βλέμματα.

Ξαφνικά βρήκε κάποια ομοιότητα ανάμεσα στη γραφή και τα χάδια, ανάμεσα στις λέξεις και τα συναισθήματα, ανάμεσα στη μνήμη και τη συνενοχή.

Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός. Η γλώσσα των ονείρων μου μού είναι όλο και πιο κατανοητή. Μιλάω για αγαπόνεια, όταν θέλω να δείξω τρυφερότητα, ενώ απαλοτέλεια είναι η περίεργη εκείνη ιδιότητα όλων όσοι μου μιλούν με τρυφερότητα. Λοφότητα, απεστήθος, ονειρόφανος, υψηλοπολώ είναι λέξεις που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που εμφανίζονται στα όνειρά μου για να μου μιλήσουν για τοπία που νοσταλγώ και για μέρη που βρίσκονται πέρα από τα κάγκελα. Ονομάζουν κεζβέλ ό,τι παράγει μουσικούς ήχους και λυκονία το σφύριγμα του ανέμου. Λένε φραγοναντία για να μιλήσουν για τον ήχο του νερού στα ρυάκια. Μου αρέσει να μιλάω σε αυτή τη γλώσσα.

[Οι φωτογραφίες από την βασισμένη στο βιβλίο ταινία του José Luis Cuerda]

07
Απρ.
12

Πάνος Θεοδωρίδης – Ύμνοι εναντίον γυναικών

Γυναικογραφίας το (ηλεκτρονικόν) αναγνωσματάριον

Παράλληλα με την ενάσκηση της ποίησης, ανακάλυψα μια ιδιαίτερη λειτουργία, ενίοτε βασανιστική, που με κρατούσε ανήσυχο και εν εγρηγόρσει. Ήταν αδύνατο να ανεχτώ ήχο, μέλος, μέλισμα, μελωδία, θόρυβο, ακόμη και το κρακ ενός κλαδιού που λύγιζε από το χιόνι […] που δεν είχε επεξηγηματικά λόγια, λεζάντες, λεκτικές επεξηγήσεις, σχόλια, εγγράμματες ψηφίδες. Πάσχιζα να βρω λόγια στα πάντα. Καθώς η βασική ηχητική μου πηγή ήταν το ραδιόφωνο, ακούγοντας ένα τραγούδι που δεν ήξερα τη γλώσσα των στίχων του ή απλώς μου ξέφευγαν και δεν προλάβαινα να τα αντιγράψω, ασκήθηκα να πλάθω δικά μου. Σε κομμάτια ινστρουμένταλ ήταν πιο απλό: στιχουργούσα αμέσως, είτε εκ του προχείρου ή μετά από αλλεπάλληλες προσχώσεις. [Το όγδοο πλοκάμι, σ. 223]

Αφού λοιπόν μετέτρεψε τη βυζαντιακή καθημερινότητα σε άρτια λογοτεχνημένη ζωή στο Θεόπαιδο και την διαμοίρασε σε σπαρταρώδεις ιστορίες στο Τι εφύλαγε αυτός ο χαμαιδράκων;, αφού ιστ-οριακά ιστόρησε το μακεδονικό ηχομυθιστόρημα στον Καπετάν Άγρα και μελλόντησε για όλα όσα μας περιμένουν στις Επετείους, αφού μετέτρεψε την νοσταλγία σε νοσταρχία (νόστου αρχη(γία)) με το Ροκ των Μακεδόνων και την ερωτογραφία σε ερωτογραφή στην Δεξιά Ερωμένη κι αφού στιχούργησε Ποιήματα που θα χαθούν στην ομίχλη, εμπνεύστηκε Στην αγκαλιά της Ντεζιρέ, συνέγραψε Αιγυπτιακή Νουβέλα, συνέταξε Αναφορά στον Άγγελο κι έβαλε λέξεις σε φωτογραφίες και φωτογραφικά βιβλία…

…. ο συγγραφέας εξαφανίστηκε από την εκδοτική λογοδιάρροια των «ομοτέχνων» ουχί όμως από τις πολεμίστρες της αυτοκρατορίας των λέξεων. Τελευταίο του πόστο τα ποστ, ήτοι το αρμένικο αρμένισμα σε τρεχούμενα και στάσιμα νερά με ιστιολογιοφόρο. Από τα εβλογημένα λοιπόν βλογ Πετεφρής, Ηνωμένα Βουστάσια κ.ά., ο ΠΘ, ήτοι ΠειΘήνιος Τέκτων των λέξεων, ΠοΘολόγος Ιατρός της έλλειψής μας για λογοτεχνία – λογοτεχνία, δηλαδή ιστορίες με αριστοτεχνικά σκαλισμένες λέξεις, άρα και τελικά Αρχιτέκτων κάθε Πάλλουσας Θεολογίας … του έρωτος φυσικά, αφού λοιπόν όλα τούτα, συγκεντρώνει τα ποστάλια του σε τομίδιο τσεπωτό.

Και βέβαια ο τίτλος ορίζει τις συντεταγμένες της τρέχουσας ιστορικοτοπογραφικής λογοτεχνίας του: υμνοφόρα κείμενα για τις γυναίκες που όρισαν, καθόρισαν και περιόρισαν την ζωή του, την προχώρησαν και της δώρισαν τα καλύτερα, την ζόρισαν ή την εξόρισαν σε άλλες και άλλα. Στα ολιγοσελίδια πορτρέτα γυναικών περιλαμβάνονται συλλέκτριες αδέσποτων πόθων, όσες τον μάγευσαν εικαστικώς ή πλαισίωσαν οπτικώς τον βίον του, όσες εσήκωσαν την λιβιδώ κι άλλες που εκύτταξε (το γράφω οπωσδήποτε με ύψιλον και δυο ταυ, για νύξη της επιβάθυνσης του βλέμματος) ή επόθησε όπως η έμορφη Σαββατοπρωινιάτικη δεσποσύνη Πατριάρχου Ιωακείμ και Τσιμισκή που με μικρά πηδηματάκια προσπαθούσε να κερδίσει μπουκέτο απείραχτο από την ορόφωση της βλάστησης μιας μπουκαμβίλιας…

κι έτσι μόνον εξηγείται γιατί βρισκόταν χαμογελαστή στην οξεία γωνία, όριο Διαγωνίου, αντί να κάνει στράκες με το δεξί και να της φέρνουν τα μουνούχια σερμπέτια, μαστίχες, καφέδες, ταούκ κιοκτσού, παγωμένο αριάνι πάνω σε σινί και κάτω από κουνουπιέρες, ενώ οι αραπάδες να της κάνουνε αέρα με φτερά στρουθοκαμήλου, πλην ενός πιτσιρικά, που θα τονξεχώριζε γιατί την έκανε να γελάει και τον είχε να της πλένει τα δοντάκια με τη γλώσσα του, μυρωμένη με πικρό δεντρολίβανο. [Ο Μπουγκενβίγ στην Κόλαση, σ. 71]

Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ επιχειρείται να σημειωθεί «κάτι από την αίσθηση της γυναικείας γυναίκας», ότι εδώ παρελαύνουν γραπτώς και γραφικώς οι έμορφες της αισθητικής του, οι δικές του θέαινες και γλυκομμάτες, οι φοβούσες και οι εκταίες, εκείνες που είναι εσαεί μονοθελήτισσες ενώ θα γεράσουν κόπτισσες κι οπωσδήποτε του σχολείου οι απωθημένες: η επιδειξιομανής Κλωθώ της έκτης δημοτικού, η έφηβη συμμαθήτρια που έγινε κατάξανθη με οξυζενέ στα μαλλιά της και το τι τράβηξε δεν περιγράφεται αλλά καμιά δε χαμογελούσε τόσο ξένοιαστα στην πόλη αλλά κι εκείνη για την οποία μπορούσες να χάσεις ολόκληρη Κυριακή αναζητώντας την στις βόλτες, μέχρι να την δεις να κάθεται με κάποιον χώρια στο λεωφορείο, γνωρίζοντας όμως πως πήγαιναν ραντεβού στη Σαλονίκη, να φάνε πάστα Σεράνο και να ματσαλευτούν στα πρόθυρά του Σέιχ Σου κι έπειτα αυτός να βγάλει το μαντίλι του να απομακρύνει από τα σώματά τους την παράνομη εκτόξευση.

Ο αυτουργός συγγραφέας βέβαια υμνεί τιτθία, νεφράκια και πάκια, μαγεύεται από τα ανομοιόμορφα μάτια και την απαισιόδοξη κρέμαση των χειλών και πενθεί επειδή γεννήθηκε σε έναν κόσμο με στεατοπυγικές γυναίκες κρεατωμένες που είχαν μικρά άκρα, στρουμπουλά, και τώρα ο κόσμος είναι γεμάτος ξυλάγγουρες με πατούσα νούμερο 43. Ενθυμείται αλληλοτρυπώματα σε μασχάλες, θήλεα που κράτησε σκαλωμένα υποκάτω του, που εγλώσσευσε τρυφερά και δόκιμα, έχοντας αποκτήσει πείρα με εκατοντάδες φιλιά από σινεμάδες και πίνακες, που πίεσε το σώμα του χαλκομανία επάνω τους, που βίνησε ή εγεύτηκε την ζέστα του(ς) την γλυκαντική, που έβαζε την ώρα των τρυφερισμάτων να διαβάζουν (λογοτεχνία, λεξικά, γλωσσικούς οδηγούς) συνυπολογίζοντας ως κριτήριο το ενδεχόμενο να δουλέψει το εσωτερικό τους πολυοργασμικό πλέγμα.

Όμως τα δεκάδες κειμενίδια δεν αναλώνονται αποκλειστικά στο βιογυναικομάνι του. Μπορεί μια απλή ενθύμηση να «ξανοίγει» (δηλαδή και να ανοίγει προς τα έξω αλλά και να κοιτάζει, με την κρητική σημασία) στις διαδρομές μιας ολόκληρης ζωής κι ειδικά στα σταυροδρόμια όπου τέμνονται οι παιδοεφηβικές αναμνήσεις με την μνημογραφία – τοπογραφία Γιαννιτσών, Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής:  τα χαρτονάκια των ποδοσφαιριστών και η κυριακάτικη βόλτα, το τελετουργικό μπάνιο της κοινότητας και το υπερποθητό αυτοκινητάκι με το κλειδί του κουρδίσματος στον γκώλο (φερμένο εξ Αμερικής, ανύπαρκτο σε εγχώρια μαγαζιά), το σημάδι με φλόμπερ στα φυλλαράκια της λεύκας και πάνω απ’ όλα, πάνω απ’ όλα η ιερότητα της παρέας:

Ήμουν οργανωμένος εκ γενετής στην ομάδα των παιδιών που βρισκόταν γύρω μου. Αν ζούσα στο Τσαλή ή στη Σκύδρα, άλλες ομάδες θα υπηρετούσα, το ίδιο αφοσιωμένα. Οι κινήσεις της παρέας και της γειτονιάς είχαν αξιακή βάση που σχετίζονταν με τις δεξιότητες και της ανημπόριες μας. Ακριβώς σε τέτοιες παρέες και συμμορίες ο ίδιος ήταν θεωρητικώς υπεύθυνος για την συμπεριφορά των άλλων όπως κι εκείνοι ήταν αλληλοχρέως υπεύθυνοιγια τη δική του. Τα κορίτσια των εχθρών τους ήταν «θεωρητικώς και πανδημικώς μελλοντικές τους ταχυγκόμενες». Αντίθετα, το κορίτσι που αγαπούσε κάποιος από την παρέα γινόταν θεά Μύλιττα κι απαγορευόταν ακόμα και η φαντασίωσις. «Η παρέα ήταν ο διαμορφωτής μας»

Πέρα από την πλουσιοτάτη ιστοριογραφία, εδώ ευδοκιμεί και απολαυστική λεξοπλοκή, καθότι ο συγγραφέας έχει «το ετυμολογείον πάντα φρέσκο» και την νοηματική σύνθεση συλλαβών παλιά του τέχνη κόσκινο. Αλλά κι ένα τρίτο στοιχείο πρωτοτυπεί και πρωτοτυπώνει και πρωτοτρυπώνει στους Ύμνους: μιλάμε για κατεξοχήν ηλεκτρονικό λογοτεχνείο. Συγκεντρώνω τις διάσπαρτες παραδοχές του [κυρίως στα: Με το HTML στον κήπο και Ονειροπνίχτης]: γράφει κατευθείαν στο κουτί της ανάρτησης, κινδυνεύοντας βέβαια ανά πάσα στιγμή κάτι να κολλήσει ή να κρασάρει. Δεν υπάρχει κανένα κείμενο σε αρχείο, σε word, πουθενά. Το δάχτυλο άρα και το χέρι του έχει πιο στενή σχέση με την οθόνη παρά με το μυαλό του. // Το άσπρο χαρτί, α, ήταν ολότελα διαφορετικό. Ήταν φρένο στα πάντα. Στην έμπνευση, στην ακεφιά, στο θάνατο. Ήταν καθρέφτης… Κάποιες φορές τα κείμενα αφήνονται χωρίς κατακλείδα, ορφανά – ανοιχτά σε σχολιασμό: «αυτό για τους άμαθους σημαίνει ότι» κρατάει «τα καλύτερα επιχειρήματα εκτός βασικού κειμένου, “για την κουβέντα”».

Ας περιοριστούμε σε τρία ενδεικτικά κομψοτεχνήματα. Στην ωραία Πορτουγκέζ μια παρέα Βαλκανίων που συνεδριάζεται προσεγγίζεται με τους κώδικες της χερσονήσου (και βεβαίως με τα γιόβανε) και εμπλουτίζεται από ιδιότυπη Πορτουγκέζα που δεν έψαχνε σώνει και ντε ένα στίχο πίσω από καθετί που έβλεπε και που κυρίως ήταν η Ενοδία, η Λόλα Μόντεζ, η τρελή του Σαγιό, η Λολίτα και μαζί η Ούμα Θέρμαν. H πρόσκληση του συγγραφέα προς την κουστωδία των συμβαλκανίων για επέκταση της συναστρίας με νυχτερινή εξόρμηση καταλήγει τραγέλαφος: όχι τόσο επειδή καταφτάνουν ντυμένοι πια ωσάν γαμπροί (άρα σαφώς λιγότερο καλοντυμένοι) όσο εξαιτίας άγαρμπου και αθέλητου χειρονομίας που αφήνει τέζα την κυρία. Τόσο πικρό, τόσο σπαρταριστό.

Η μόνη της ζωής μου παρουσία της Ρίτα Κούλιτζ αποτελεί έτερο υπόδειγμα παθητηρίου κείμενου. Εδώ προς αναζήτηση φιλικού – μας τονίζεται – γεύματος με θήλεια ύπαρξη σε εγγλέζικες πολιτείες, εντοπίζεται ξανθούλα γειτόνισσα, με κοινό παρελθόν την ανταλλαγή ακεφιών στο ποτοπωλείο και το πλυντήριο. Στο αμήχανον γεύμα [=Μια φίλη μου μού έλεγε πως είσαι Πολωνός, αλλά ένας Πολωνός δε λέει κάθε τρεις και μία no problem] η νεαρά εκδηλώνει την αδυναμία της Ρίτα Κούλιτζ που ο συνδαιτημόνας της βέβαια, όπως όλοι μας, την γνωρίζει ως μακροσάγονη ηγερία του εκλεκτού μας Κρις Κριστόφερσον. Αλλά πάντα υπάρχει αυτό που ονομάζω εκ των υστέρων ωφέλεια: Μετά, μόνος μου, είδα το βλέμμα της σερβιτόρας και είχε λειρί, πρόκληση και γελάκι. Τη ρώτησα πότε σχολάει, μου είπε ότι έχει φίλο, της έσωσα συγχαρητήρια και της είπα ότι ένας παρ’ όλιγον Πολωνός περαστικός, που ξέρει τη Ρίτα Κούλιτζ  δεν μπορεί μεν να συγκριθεί με έναν Γιορκσίαρτζη καραμπουζουκλή, αλλά δεν αφήνει και ίχνη. Δεν ήταν σαφώς φίλη μου, αλλά με έβαλε να της τάξω ότι δεν θα της άφηνα κανένα σημάδι, πράγμα που τήρησα με ευλάβεια. [σ. 153]

Από την σχετική τοπογράφηση βέβαια δεν θα μπορούσε να λείπει κι ένας κατάλογος των δωματίων όπου έζησε, σε μια εποχή που τα ραντεβού ακριβώς ήταν επισκέψεις στο δωμάτιο κι όχι οι απόμεροι ακάλυπτοι, συνεπώς το πρώτο μέλημα, το βγάλσιμο του παλτού έστω και στο αθέρμαστο δωμάτιο αποτελούσε αποκαλυπτήριο ενδότερωνεικαστικών· ένα παλτό βέβαια που δεν αφηνόταν ποτέ στο ντιβάνι που έμενε διαθέσιμο για μελλοντική λειτουργία ως ευνή. Αλλιώς, υπαίθριες παγωνιές. Είτε εδώ είτε εκεί, η τελετή περιελάμβανε μούχτι, μουντάρισμα σε γυμνά μέλη, έναν αδιάσπαστο ειρμό περιπεπλεγμένων χεριών και άχνες θερμής ανάσας.

Ο Βιγόν στο φράχτη Αλλατίνη εμπνέεται από το σοβαντισμένο ημιτοίχιο του φράχτη όπου το μελλοντικό ζεύγος ατένισε την επερχόμενη ένωση. Η βραδιά που αρχικώς εξελίχθηκε σε τραγέλαφο (με μαζικές τράκες για είσοδο στο κλαμπ και διακοπείσα ημιδιαδρομή ταξί λόγω περιορισμένου μπάτζετ) καταλήγει στην θριαμβική σκέψη του αφηγητή πως αποτελούν πλέον «μέρος του φρι σίνεμα». Πολύ όμορφα όλα για να είναι αληθινά: η χαμογελαστή και δήθεν υπεράνω κορασίδα δεν επανήλθε ποτές. Μια άλλη σειρά αδιανόητων εξωερωτικών ιστοριών εστιάζει σε στοιχεία, όπως τα επιζωγραφισμένα από τη μάνα του παπούτσια σε περίοπτη φωτογραφία του ώστε να είναι του γούστου της (! – Στιχουργώντας στην άκρη του μοιραίου καιρού), ένα καρφωμένο για ώρα τζάμι στην πλάτη του κατά την διάρκεια πολιορκητικού χορού (ΑΦΞ), τα μπλου τζην σε εύστοχη αποκαθήλωση (Bull jean).

Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε καυλότητες και κρεβατικά, βατέματα έναντι φιλοξενίας και ιψενικές υστερίες, υποσχετικά χαμόγελα και ιδανικά της κινκωσύνης, θεωρητικές «κοινοκτημοσύνες γυναικείου σώματος και πνεύματος», την προτίμηση της Κόλμη, της Χαθήκαμε και της Φακμί Νάου από την Σιζκόν, την Ζιγοζγκόν και την εξάδελφή τους την Ντονγκώ, την αναζήτηση παλιάς εράστριας στο γκούγκλισμα (στον Αόμματο, ένα ακόμα κομψογράφημα),  ο συγγραφέας ως «νοσηρός καταγραφέας του βίου του» φτιάχνει λαμπρώς καμωμένες σελίδες που επιθυμεί να τις αντιμετωπίζουμε μόνο ως αποικία λέξεων. Άλλωστε, αρχίζεις και τα κάνεις λογοτεχνία όταν απελπίζεσαι πως αυτά που σκέφτηκες δε θα γίνουν. Άλλωστε παρά και την ύστατη εντρύφηση στο σκάκι «ακόμα κι όταν παίζει με τον εαυτό του χάνει συστηματικά». Άλλωστε «ο έρωτας πολύ σπάνια είναι φιλάνθρωπος». Το μόνο που μένει είναι «η πλουσιοπάροχη φαντασία που μπροστά της δεν μετρά καμιά πραγματική εμπειρία».

Άφησα την παιδικότητα και μαζί με άφησε κι εκείνη και προχώρησα με τις διαθέσιμες ορμόνες μου σε έναν κόσμο που με καλούσαν να υπάρξω και να προσποιηθώ. Στην ουσία, το μόνο που ήθελα ήταν να παραμείνω μέσα στο παραγκάκι του ακάλυπτου πίσω από το σπίτι του Μπίλη και να το κάνω περίπτερο, να πουλάω μπαζούκες σαν τον Τσαμπάζη ή να βρω μια μελλοντική χήρα, όπως τη χήρα την περιπτερού πίσω από του Αχτσόγλου και να πουλάω καραγκιόζηδες στην πιτσιρικαρία και τσιγάρα από την κούτα στα αλάνια. Κι όταν θα γινόμουνα πολύ μεγάλης ηλικίας, δηλαδή κάπου σαράντα, να αποθάνω. Χωρίς έτερο ίχνος και ερώτηση…[Το γενικό τρακάρισμα, σ. 93-94]

Εκδ. Ιανός, 2011 [Δεκέμβριος όμως –  άρα να υπολογιστεί παρακαλώ για την καλλίστων του 2012 λίστα], σελ. 315.  Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr με υπότιτλον «Ηλεκτρονική συνταγογράφηση δεκάδων ευαγγελίων που ευαγγελίζονται των αρρένων τις χαρές και τις λύπες».

Ερωτήσεις στον Υμνητή εναντίον Γυναικών

Κείμενα απευθείας λοιπόν από ευθείες αναρτήσεις. Αυτό σημαίνει πως όσο αναρτάτε, – και αναρτάτε συχνά και καταιγιστικά – θα έχουμε και εκδοθείσα λογοτεχνία;

Η ανάρτηση είναι ένα βολικό φίλτρο. Το κείμενο δεν σταλίζει στο συρτάρι, αλλά παραμένει συνεχώς εκτεθειμένο. Προσωπικά με έσωσε από την πτωχαλαζονεία.

Με τις θήλειες χαρακτερέσσες λοιπόν τελειώσατε; Μας τις λογοτεχνήσατε όλες;

Όχι. Τις πιο δραματικές τις φυλάγω για τον «Παράδεισο», ένα κείμενο που θα με απασχολήσει προσεχώς. Από κάποιο γραφειάκι της Κόλασης, εννοείται…

Αν δεχτούμε πως εκχειλίζετε πλέον όλα τα αξιοδιάβαστα (για εμάς) ή αξιόγραπτα (έστω προς δική σας εύφρανση) του βίου σας, δικαιούμαστε, φρονώ, να ζητήσουμε και πλήρες δελτίο γραπτών συμβάντων σε ανασκαφές, αναστηλώσεις, ιστορικές έρευνες και εν γένει ενός οριστικού τοπογραφικού του βίου σας. Τέτοιες έρευνες είναι πάντα αξιοδιήγητες αλλά οι εμπλεκόμενοι δεν τις λογοτεχνούν ποτέ.

Μόνον μια αντίστιξη αυτού του τοπογραφικού με προτάσεις ή παραγράφους που λανθάνουν στα «λογοτεχνικά» μου κείμενα θα έδινε λύση σε πολλών απορίες. Το δελτίο που αναζητάτε, είναι πιθανό να λανθάνει σε κάποιο από τα χιλιάδες δημοσιευμένα γραπτά μου. Εκεί, στην πυκνή δημοσίευση, ο συγγραφέας είναι ασφαλής. Υπάρχει και η λύση της ολιγογραφίας βέβαια, αλλά χρειάζεται πολλήν την φιλοδοξίαν. Η δική μου προέλευση είναι από ένα θεωρητικά σιδερόφραχτο άσυλο. Δεν έχω αυτοεκτίμηση και καταθλίβομαι συχνά. Γι’ αυτό είμαι σαρκαστικός και χιουμορίστας. Γιά την τελευταία σας πρόταση, έχω ένσταση, καθώς έχω «λογοτεχνήσει» ακόμη και τον τηλεφωνικό κατάλογο.

Κατόπιν θα έχουμε το θάρρος να αιτήσουμε να συνθέσετε ένα μεγάλο βυζαντινό μυθιστόρημα, όπως δηλαδή που επιτέλους όπως δηλαδή συνέβη σε μικρή κλίμακα με το Θεόπαιδο και ο Χαμαιδράκοντα χωρίς το μονοκόμματο, δύσκαμπτο, δακρύβρεχτο και εθνοσωτήριο στιλ των τυπικών σύγχρονων «μυθιστορημάτων Βυζαντίου».

Αυτό το μυθιστόρημα στήνεται από το 2003 και είναι η «Εσπανιόλα».

Σε Πανδοχείο όπου διανυκτερεύσατε μας τάξατε καμιά εκατοστή ποστ για το πώς, πότε, γιατί και με ποία τιμήματα και επιβραβεύματα γράφτηκαν τα βιβλία σας. Έκτοτε αναρτήματα γράφτηκαν πολλά όχι όμως για το θέμα. Μας κοροϊδεύετε;

Εσείς με κοροϊδεύετε και δεν σας αδικώ. Έχω την εντύπωση πως δεν έχω γράψει έως σήμερα απολύτως κανένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Απεναντίας, το χω παρακάνει με τα αυτοαναφορικά. Μη μου αγχώνεστε, προλαβαίνω. Έτσι που το έχω σχεδιάσει, θα γράφω και πεθαμένος.

Στa ιστολόγιά σας ασκείται, κατά την απόλυτα πανδοχειακή μας άποψη, η ηλεκτρονική λογοτεχνία ως οφείλει να ασκείται: με πληθώρα εικόνων, φωτογραφικών, προσωπικών τεκμηρίων και άλλων εικονιδίων. Προσθέτετε δε και άλλα «συνοδευτικά», από διαδικτυακά αλιεύματα έως επί τούτου τραβηγμένες φωτογραφίες. Σας διασκεδάζει το είδος; Σκεφτήκατε ποτέ την χαρτοποιημένη συνδυαστική λόγου και εικόνας έκδοση;

Όχι, δεν με διασκεδάζει. Με ηρεμεί. Θεωρώ αυτήν την αναφορική σχέση, πηγή κάθε στοχασμού. Δεν έχω όμως καιρό. Μου χρειάζονται συνεργάτες, σύμμαχοι, ομού στην τρέλα. Κάθε μέρα «χάνω» μερικά διηγήματα και κάθε μήνα, τουλάχιστον ένα μυθιστόρημα. Εάν είχα γραμματέα, θα έχανα λιγότερα. Ξέρετε πως γράφω με δυό δάχτυλα και έφτασα σε ημερήσιες 68 σελίδες; Άφησα τον εαυτό μου να ξεχειλίσει και έσπασαν τα υδραυλικά. Τρέχω πίσω από τις λέξεις μου. Αλλά θα χρειαζόμουνα μιάς μορφής υπαγόρευση, προκειμένου να δώσω τυποτεχνικές αρτιότητες.

Η τακτή ηλεκτρονική γραφή σας παρέχει την δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας, επαφής με αντιδράσεις των αναγνωστών σας και τις παρελκόμενες ανατροφοδοτήσεις;  Σας αφαιρεί την πολύχρονη ταλαιπωρία πάνω από τη λευκή σελίδα; Εν τέλει τι κερδίζετε και τι χάνετε;

Ποια λευκή σελίδα; Μόλις ανταμώσω μια, ευθύς την συμπληρώνω. Χάνω πολλά. Την έκπληξη, την τυχαιότητα, την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Κερδίζω τον ύπνο μου. Αυτοί που με σιχαίνονται στο διαδίκτυο είναι καλύτεροί μου.

Και μια «εσωτερική» ερώτηση κοινής διαστροφής που μπορεί να παραμείνει προσωπική και μη δημοσιεύσιμη: Ποιος είναι ο αγαπημένος σας «γνωστός» βυζαντινός ναός; Άγνωστος; Τείχος; Τοιχογραφία; Αρχαιολογική τοποθεσία;

Δημοσιεύστε την. Γνωστός ναός: Το Κιλισέ τζαμί στην Πόλη. Ο άγνωστος: ο ναός στο Καστρί του Στρυμόνα, 13ος, με πτυχωτό τυφλό τρούλλο στον νάρθηκα, τριγυρισμένος από μια βασιλική του 19ου αιώνα. Όλα τα τείχη, κάθε εποχής. Ορφάνι, Μαυρούδα, κάτι ίχνη χαλκιδικών πόλεων, η κορυφή στο Χωρύγι (Κιρέτς). Δεν συμπαθώ τις τοιχογραφίες, αλλά τα εικονογραφημένα χειρόγραφα. Αρχαιολογικός τόπος: όποιος δεν έχει δεχτεί τις θωπείες του ΕΣΠΑ…

Εικόνες: Α. Από τα ιστολόγια του συγγραφέα: έκτυπη σε τσιγαρόκουτο προσωπογραφία του συγγραφέα, ο ίδιος (1970) σε Αγία Μαρίνα Ρεντίνας (1868/9), πριν το κάστρο, μετά βαρείας Ζενίτ 6, μορφή γλυκιάς ροκ εντ ρολλ εκδίκησης, βουστάσιο σήμα κατατεθέν του ημιφερώνυμου ιστολογίου, τo «χειρόγραφο» από το Ηχομυθιστόρημα του καπετάν Άγρα, τυπωμένο σε εκτυπωτή ακίδας με τους τόνους περασμένους από πάνω (κείμενο του 1987, αντίγραφο του 1993) και σκαρίφημα της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες εδώ.

Β. Επιλογές του Πανδοχέως, και πάντα σε άμεση συνάρτηση με τα γραφέντα και διαβασθέντα: γυμνό του Αλαίν Ντεραίν (που ο συγγραφέας είδε στην Αρετού, εξ ου και φερώνυμο κείμενο), ξυπόλυτη, παπουτσωμένη και γυμνωμένη αναγνώστρια των Ύμνων, Ewa Aulin στο Candy του Christian Marquand (1968) που κυκλοφορούσε ως ξεκούδουνη απορούσα κυνηγός ηδονών, που τις εκλάμβανε ως πνευματικές αξίες, Ρίτα Κούλιτζ, 4 αντικριστοί του Λουστάλ και μια του φρι σίνεμα: η ανάσανη Τζην.

04
Απρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια μεταφράζω κυρίως σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία —την οποία πρέπει να πω ότι λατρεύω— τα περισσότερα βιβλία ανήκουν σε σειρές (από τριλογίες ώς δεκαλογίες) και οι χαρακτήρες, το ύφος, οι ιδιαιτερότητες του συγγραφέα είναι γνωστοί τόποι. Αν τώρα σε κάποια περίπτωση συναντιέμαι με κάποιον-α συγγραφέα που δεν έχω μεταφράσει ξανά, ή δεν έχω διαβάσει παλιότερα, βουτάω απευθείας στα βαθιά. Αναγκάζομαι βέβαια, πολλές φορές να επιστρέψω και να διορθώσω κάτι, αλλά χαίρομαι πραγματικά την πορεία στον καινούργιο και άγνωστο τόπο που ανοίγεται μπροστά μου.

Στα συγκεκριμένα βιβλία θα έλεγα πως η σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εμένα και στον συγγραφέα είναι μάλλον σχέση ανάμεσα σε μένα και στους χαρακτήρες του. Συνήθως στοιχηματίζω με τον ίδιο μου τον εαυτό ότι ο τάδε και ο δείνα χαρακτήρας θα κάνει το ένα ή το άλλο πράγμα, θα φερθεί όπως περιμένω και συμβαίνει να έχω αρκετές φορές δίκιο. Τις περισσότερες φορές αυτό δημιουργεί μια έξαψη που πάει πολύ μακρύτερα από το έργο της μετάφρασης, πλησιάζει μάλλον το έργο μιας οιονεί συγγραφής, κάτι που με οδηγεί αναπόφευκτα στην κατανόηση της σκέψης του συγγραφέα. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια ανάποδη πορεία που πάει από τους χαρακτήρες, τις πράξεις τους, στη συγγραφή, στον συγγραφέα και τέλος στη μετάφραση. Είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι ιδιαίτερα, απλώς συμβαίνει. Έτσι λειτουργώ και σε μερικά καλογυρισμένα θρίλερ μυστηρίου, όπου —λόγω εμπειρίας από τις χιλιάδες ταινίες που έχω δει— προλαβαίνω να καταλάβω που το πάει ο σκηνοθέτης. Μια κίνηση εδώ, μια αλλαγή έκφρασης εκεί, μία λέξη παραπέρα… και η παρακολούθηση γίνεται διασκέδαση και πνευματική σπαζοκεφαλιά.

Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με δοκίμια, φιλοσοφικά ή άλλα, όπου ρίχνομαι με τα μούτρα στην κατά λέξη μετάφραση, αρχικά, για να την “εξελληνίσω” μετά. Πιστεύω ότι ειδικά στα δοκίμια ισχύει πάντα ότι πρέπει να μεταφράζει με την ψυχρή γραφίδα της ακρίβειας στα χέρια του πάθους, για να παραφράσω τον Ράσελ.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις που με δυσκόλεψαν ήταν το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ —η οποία έγινε μετά πολλών εμποδίων, μετακόμιση από την Αθήνα στην επαρχία, αλλαγές στον τρόπο και στον ρυθμό ζωής, προσπάθεια προσαρμογής, κ.λπ.—, το Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Φλέγομαι  του Τούρμπγιερν Σέβε, το Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια του Γουίλ Σελφ. Τις μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφεραν τα τρία πρώτα. Ο Στάινερ για την πυκνότητα των νοημάτων και τις υπέροχες σκέψεις του, ο Ρέι Μονκ επειδή έκανε την καλύτερη βιογραφία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα του αγαπημένου μου φιλοσόφου και ο Σέβε επειδή έδωσε κατά τη γνώμη μου μια υποδειγματική μυθιστορηματική βιογραφία του εξίσου αγαπημένου μου ποιητή Μαγιακόφσκι σε πρώτο πρόσωπο. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις ηδονές και τις απολαύσεις που αποκόμισα από τις μεταφράσεις αυτών των βιβλίων. Πάντως οι μεγαλύτερες απολαύσεις σε όλα αυτά ήταν η δυσκολία και ο όγκος τους. Στα δύο πρώτα —Βιτγκενστάιν και Βαβέλ— ήταν σημαντική η συνεισφορά και η βοήθεια από τον Κωστή Κωβαίο και τον Άρη Μπερλή αντιστοίχως. Τους οφείλω πολλά. Στις ηδονές πρέπει πάντως να συμπεριλάβω και τις πολύτιμες συμβουλές τους.

Όσο για το βιβλίο του Σελφ, η ηδονή βρισκόταν στη δυσκολία της γλώσσας.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Λογοτεχνικά οπωσδήποτε τα Φλέγομαι (SCRIPTA), Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ (Μαΐστρος), Madame Terror του Γιαν Γκιγιού (Ορφέας), Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας του Λέιφ Πέρσον (Ψυχογιός), Οι απόκληροι του Σεμ-Σάντμπεργ (Πατάκης) και τα βιβλία του Άρνε Νταλ από το Μεταίχμιο για όποιον αγαπάει το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Για άλλα: Οπωσδήποτε τον Βιτγκενστάιν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ (SCRIPTA), το Μετά τη Βαβέλ του Τζορτζ Στάινερ (SCRIPTA), Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν (Ποταμός), Τρία κείμενα για την Ουτοπία των More, Bacon και Neville.

Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δουλεύω αρκετές ώρες την ημέρα, από δέκα έως δώδεκα ώρες, περίπου, ακούω μουσική, κυρίως κλασική, αλλά και τζαζ-μπλουζ ή παλιό μπλουζ, Ντίλαν (αν και εκεί υποχρεώνομαι να ξανακούσω την ποίησή του, οπότε χάνομαι μερικές φορές στους στίχους του, αντί να χαθώ στη μετάφραση), Τομ Γουέιτς, Βαν Μόρισον.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος μεταφραστής δεν θα ήθελε να μεταφράσει το Finnegans Wake; Ή όλο το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μ’ εκείνες τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου του; Ή ακόμη τον κλασικό σουηδό Sven Delblanc με την υπέροχη ανάλυση των χαρακτήρων και την πρωτοποριακή γραφή του;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Όταν μπαίνουμε στο Amazon.com βλέπουμε το όνομα του μεταφραστή δίπλα στο όνομα του συγγραφέα. Μάλλον τον υπολογίζουν περισσότερο εκεί τον μεταφραστή. Όταν διαβάζω κριτικούς που δεν αναφέρονται ποτέ στον μεταφραστή θέλω να τους ρωτήσω το εξής απλό (μια και μιλούν για χειμαρρώδη λόγο, και πολλά τέτοια): «Στα ελληνικά το έγραψε το βιβλίο αυτός ο καλός συγγραφέας;;;» Για ποιον λόγο συμβαίνει; Δεν ξέρω. Ίσως να μην γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ίσως να αναμηρυκάζουν ήδη μασημένη τροφή που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος διανθίζοντας τα κείμενα που τους δίνουν με διάφορα καλολογικά στοιχεία. Ίσως να βαριούνται. Ίσως να μην θέλουν. Μου έχει τύχει να αναφέρουν τον επιμελητή ως μεταφραστή σε έργο που είχα μεταφράσει. Αυτό δεν ισχύει ωστόσο για όλους τους κριτικούς. Τι να προτείνω; Αναβάθμιση της δουλειάς του μεταφραστή, με αναφορές στο έργο του, με προβολή του ονόματός του στο εξώφυλλο, μια ελάχιστη προσφορά στον κόπο και στον μόχθο του που συνήθως —και ειδικότερα σήμερα— τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές. Κι αυτό το λέω επειδή το κόστος να είσαι μεταφραστής είναι μεγάλο: υπολογιστές, αναβαθμίσεις, βλάβες, αγορά θεματικών βιβλίων, συνεχής ενημέρωση, ΤΕΒΕ (σκεφτείτε έναν μεταφραστή να βγάζει 3-4.000 σε 4-6 μήνες και να δίνει για ασφάλεια στον ΟΑΕΕ 1.500 και πλέον), πληρωμή παρόχου διαδικτύου, και άλλα πολλά. Ίσως να έχουμε όλοι δίκιο. Κριτικοί, εκδοτικοί οίκοι και μεταφραστές. Αλλά τότε δεν θα έπρεπε να μεταφράζονται βιβλία. Κάποιοι ματώνουν πραγματικά για να διαβάζουμε σήμερα μεταφρασμένα βιβλία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Το ιδανικό είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με τον ίδιο διορθωτή. Όσες φορές συνεργάστηκα με τον Παντελή Μπουκάλα και με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Αλλά αποδείχτηκαν καλοί και κάποιοι διορθωτές που εργάζονταν μόνιμα για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο. Θυμάμαι κάποτε πόσον κόπο είχα κάνει να βρω μια σημασία που δεν ήταν καθόλου αυτή που έλεγε η λέξη με την πρώτη ματιά. Τα κατάφερα. Και —ω του θαύματος!— πήγε η διορθώτρια και την άλλαξε χωρίς να με ρωτήσει, γράφοντας αυτό που θα έγραφε ο καθένας που δεν το είχε ψάξει βαθύτερα. Εσείς ξέρετε μια άλλη σημασία της λέξης not; Τέλος πάντων, η λύση είναι συνεργασία, συνεργασία, συνεργασία.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ω, ναι! Ακόμη με ακολουθούν ο Βίτγκενσταϊν, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Γιούχανσον, ο Πολ Γελμ. Καλά είναι… έχετε τους χαιρετισμούς τους…

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω πολλή σκανδιναβική λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη, όπως και αγγλόφωνη λογοτεχνία, σε όλο το εύρος της. Εννοώ από κλασικούς μέχρι σημερινούς. Με ξεκουράζει πάντως πολύ η ανάγνωση του φιλοσοφικού δοκιμίου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δες την επόμενη απάντηση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα το καταλάβετε από τα παρακάτω.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνήθως διαβάζω ξένους συγγραφείς, αλλά μου αρέσουν πολλοί παλιοί έλληνες λογοτέχνες. Έχω ωστόσο προλάβει να διαβάσω τους καλούς Σώτη Τριανταφύλλου, Αργυρώ Μαντόγλου, Ευγενία Φακίνου, Θάνο Κονδύλη, Μουρσελά (τον συγκαταλέγετε στους νέους;), τον άρτι εκλιπόντα Νίκο Θέμελη… και μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τώρα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ισμαήλ, αφηγητής στο Μόμπι Ντικ σε μετάφραση Χριστοδούλου. Αμ εκείνος ο Ρασκόλνικοφ, είναι να τον ξεχνάς; Ούτε τον Βιργίλιο στην υπέροχη μετάφραση του Κεντρωτή στο Βιργιλίου θάνατος. Οπωσδήποτε τον Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη σίκαλη. Κι ακόμη με στοιχειώνουν ο Κέρουακ με τον Κάσιντι. Τώρα τελευταία πέθανε και ο Λούης του Μουρσελά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω το περιοδικό Σημειώσεις του φίλου μου του Λυκιαρδόπουλου. Γιατί το προτιμώ; Ε, κάπου εκεί μέσα συναντώνται οι τροχιές μας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας βιβλία — δυστυχώς ή ευτυχώς… Κι αυτό το λέω επειδή δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμη με αυτές τις άτιμες τιμές που δίνουν για το 16σέλιδο. Ξέρεις, κάθε φορά που ρίχνουν κι άλλο τις τιμές οι εκδότες νιώθω “να την κάνω σιγά-σιγά”.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σίγουρα τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μαγιακόφσκι, τον Νίκο Ζαχαριάδη… Έχουν εκείνη την αχλή του μυστηρίου που σε γοητεύει.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο. Επιτρέψτε μου να πω ότι με έναν γρήγορο υπολογισμό έχω δει πάνω από 5.000 ταινίες. Λατρεύω τον Κόπολα, τον Φασμπίντερ, τον Μπέργκμαν, τον Μπου Βίντεμπεργ, τον αγαπημένο μου Αγγελόπουλο (πόσο άδικα χάθηκε και πόσο αναπάντεχα), τον Κουστουρίτσα.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ναι, ναι, αλίμονο. Σιγά μη δεν το έκανα. Έχω δημοσιεύσει εργασίες μου, σχετικά με τη φιλοσοφία της γλώσσας, σε γλωσσολογικά περιοδικά, κάποια χρονογραφήματα σε άλλα και κάποιες σκέψεις στον ιστολόγιό μου Consideratio, εδώ και πολύ καιρό. Έχω αρχίσει να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και μετά τα παράτησα… είναι και ο βιοπορισμός που δεν σε αφήνει.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και μεταφράζω Λέιφ Πέρσον, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω ποτέ όταν ταξιδεύω, προτιμώ να συζητώ. Πιστεύω ότι η ανάγνωση δεν θέλει παρέα, μοναξιά θέλει, ρωτήστε και τον Στάινερ, θα συμφωνήσει.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπέροχες, ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο. Πληρώνεις κάτι χοντρά λεφτά τον ΟΤΕ αλλά έχεις μια πληροφόρηση η οποία θέλει οπωσδήποτε μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο. Δεν είναι όλα έγκυρα. Κάτι ανάλογο με τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπητέ Λάμπρο, καλά τα πήγες. Άσε που εγώ απάντησα και σε ερωτήσεις που δεν έκανες. Οπότε δεν παραπονιέμαι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οι φαουστικές μου αναζητήσεις περιορίζονται στο γεγονός ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, πράγμα που είναι καλό… Τι θα έκανε άραγε ο κόσμος με έναν Γρηγόρη ξερόλα από τα χρόνια; Οπότε, δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Όσο για τις μεταφράσεις ή τις αναγνώσεις μου δεν πρόκειται να τις χάσω όσο ζω. Μόνο που θα ευχόμουν να μπορούσα να μεταφράζω περισσότερο από χόμπι, παρά από ανάγκη. Και αυτό θα ευχόμουν να είχαν την δυνατότητα να κάνουν όλοι οι μεταφραστές, Χαϊλάντερ και μη…

31
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 110

William Burroughs – Allen Ginsberg, Οι επιστολές του Γιαχέ, εκδ. Απόπειρα, 2010, εισαγ. – επιμ. Oliver Harris, μτφ. Γιώργος Γούτας, σ. 134-136 [The Yage Letters Redux,1963/2006].

To Γιαχέ είναι ταξίδι στο χωροχρόνο. Το δωμάτιο μοιάζει να τρέμει και να πάλλεται από κίνηση. Το αίμα κι η ουσία πάμπολλων φυλών, Νέγρων, Πολυνήσιων, Μογγόλων, Ορεσίβιων, Νομάδων της Ερήμου, Πολύγλωσσων της Εγγύς Ανατολής, Ινδιάνων και Ινδών  – φυλών νέων που επίκειται η σύλληψις και η γέννησίς τους, συνδυασμοί που δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμα διατρέχει το κορμί σου. Μεταναστεύσεις, απίθανα ταξίδια μέσ’ από ερήμους και ζούγκλες και βουνά (στάσις και θάνατος σε περίκλειστες ορεινές κοιλάδες όπου φυτά ξεπετάγονται μέσα απ΄το πουλί συ και πελώρια οστρακόδερμα επωάζονται μέσα στο σώμα και σπάζουν το κέλυφός του για να βγουν), διασχίζοντας πάνω σε μονόξυλο με πλαϊνό πλωτήρα τον Ειρηνικό ως το Νησί του Πάσχα. Η Σύνθετος Πόλη όπου το σύνολο των εκδοχών του ανθρωπίνου είδους βρίσκεται καταγής αραδιασμένο σε μια πελώρια βουβή αγορά.

Όλα τα σπίτια της Πόλης είναι μεταξύ τους ενωμένα. Σπίτια από χορτόπλινθες με Ορεσίβιους Μογγόλους να βλεφαρίζουν τα μισόκλειστα μάτια τους στο άνοιγμα της πόρτας που καπνίζει, σπίτια από μπαμπού και ξύλο τικ, σπίτια από πλίθρες, πέτρα, και κόκκινο τούβλο, σπίτια των Μαορί και του Νοτίου Ειρηνικού, σπίτια πάνω σε δέντρα και σπίτια σε ποταμόβαρκες, ξύλινα σπίτια 30 μέτρα μάκρος που στεγάζουν ολόκληρες φυλές, σπίτια από παλιόκουτες κι αυλακωτές λαμαρίνες με γέρους τυλιγμένους σε κουρέλια που σαπίζουν να μονολογούν και να προσπαθούν να βράζουν παστίλιες οινοπνεύματος, τεράστιες σκαλωσιές από σκουριασμένο σίδερο 60 μέτρα ύψος που ορθώνονται μέσ’ από βάλτους και σκουπίδια με διαμερίσματα επισφαλής κατασκευασμένα σε πολυώροφος πλατφόρμες κι αιώρες που ταλαντεύονται πάνω από το κενό.

30
Μαρ.
12

Νόρμαν Μανέα – Οκτώβρης, οχτώ το πρωί

Η ζωή σε σαρκοφάγους

Εκείνη έφευγε πάντα Δευτέρα με δάκρυα αποχαιρετισμού και γύριζε Παρασκευή, όπως αρμόζει σε ταξιδευτές που επιστρέφουν από τον άλλο κόσμο. Ή πάλι, πριν από την Παρασκευή, τη μέρα της επιστροφής της, αυτός ο αχανής, ο τεφρός ουρανός θα γκρεμιζόταν πάνω μας για να μας καταπιεί ή για να μας λυτρώσει, αυτός ο ουρανός που περιμέναμε μια και καλή να κάνει κάποτε κάτι, ώστε όλα να τελειώσουν. Ποια είναι η γυναίκα που εμφανίζεται μέσα από τις πάχνες της στέπας σαν οπτασία, έχοντας καταφέρει να πάρει άδεια ώστε να δουλέψει στα γύρω χωριά; – πώς θα μπορούσε άλλωστε να δραπετεύσει; Και ποιοι ήταν εκείνοι της το επέτρεψαν υποκύπτοντας στις παρακλήσεις της με κυνική μεγαθυμία – ένα παιχνίδι που έπαιζε κανείς μόνο και μόνο για να το διακόπτει ξαφνικά με ακόμα μεγαλύτερη αναλγησία;

Η επιστροφή της γυναίκας που έπλεκε για τους χωρικούς σήμαινε, κάθε φορά, για όσους ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν τον αγώνα για επιβίωση, ανανέωση της ελπίδας, μια επιπλέον αναστολή. Εκείνη τη φορά έφερε μαζί της ένα πλεχτό, περιζήτητο αγκάλιασμα για τις κρύες νύχτες με τα ψειριασμένα σκεπάσματα, αλλά το πολύχρωμο πουλόβερ προοριζόταν για την Μάρα: ένα κοριτσάκι που βρέθηκε τυχαία ανάμεσα στην οικογένεια, που τώρα αισθάνεται υποχρέωση να την κρατήσει στη ζωή – κι ο μικρός αφηγητής μένει απλά να το θαυμάζει με τις ώρες.

Όμως σ’ εκείνη τη ζωή του πυρετού και των θανάτων, το κοριτσάκι που κάποτε «φώλιαζε στην αγκαλιά του για προστατευτεί από την παγωνιά του σπιτιού» πεθαίνει. Είναι σειρά του αφηγητή να φορέσει το πουλόβερ, ανεπιθύμητο πια: τα μανίκια του κρέμονται από τους ώμους του ξεψυχισμένα. Δεν τον προστατεύει, δεν τον ζεσταίνει: αυτό έφερε την αρρώστια μαζί του. Τώρα του μένει το σφιχταγκάλιασμα των μανικιών του, για την ανάμνηση των χεριών της που κουλουριάζονταν στο σώμα του να ζεσταθούν.  Και το ερώτημα ανυπομονησία επιτάχυνε το θάνατό της. Από τη στέπα οι ανεμοθύελλες όλο και σίμωναν για να επιλέξουν το θύμα τους. Το αδηφάγο τους ουρλιαχτό κατέπνιγε την αίσθηση του φόβου. Πώς ν’ ακουστεί το λυπημένο, το συνεσταλμένο μου, το ένοχο αναφιλητό; Το πλεχτό»)

Από τις πρώτες σελίδες γίνεται φανερό πως σ’ αυτό το σώμα διηγημάτων ο Μανέα επανέρχεται σε γραφή φασματική, φευγαλέα, με χρόνους δυνητικούς και παρατατικούς, με εκφράσεις και στίξεις που προσπαθούν να μεταδώσουν κάτι από το κλίμα μιας αιώνιας ανησυχίας και την αίσθηση ενός μακρόσυρτου φόβου. Οι μέρες των ηρώων κυλούν «λευκές» και «στραφταλίζουν να τους τρομάξουν». Ελπίζαμε πως ο φόβος στοίχειωνε τις μέρες και τις νύχτες μας – φόβος για τους ανθρώπους, τις ψείρες, τις στολές, την πείνα – θα αποδεικνυόταν τελικά ανυπόστατος, γιατί εμείς θα ήμασταν πάντα τρεις, ίσως και τέσσερις. Ήδη βρισκόμαστε στο δεύτερο διήγημα («Μπορεί να ήμασταν τρεις»), όπου ελλειπτικά περιγράφεται η απόδραση μιας ομάδας ανθρώπων που δεν αγωνίζονται μονάχα να ξεφύγουν από τον τόπο τους αλλά και από την ντροπή, την αηδία και τους φόβους μέσα στους οποίους έμαθαν να ζουν και να εξευτελίζονται. Άραγε θα αποδράσουν από τους τελευταίους;

Στα «κουβάρια από μαλλί ξεθωριασμένο» ο αφηγητής διηγείται τις συνεχείς του επιστροφές σε περιοχές όπου άλλοτε διώκονταν, πλημμυρισμένες τώρα από αγνώστους, όπου οι επιστροφείς ζουν πλέον παγιδευμένοι ανάμεσα στην ασφάλεια και την πλήξη στο εσωτερικό του σπιτιού και στην κακία των έξω χώρων. Τελικά πνίγει την απελπισία του στο ριψοκίνδυνο παιχνίδι της κλοπής των γοητευτικών ζωηρόχρωμων κουβαριών τα οποία κλέβει ανάλογα με το είδος των περιορισμών που του επιβάλλουν.

Στο βήμα ο τιμώμενος απήγγελλε τον λόγο του. Ο χωρισμός στα δύο του εαυτού του γινόταν εύκολα. Κάποιος άλλος ήταν που στεκόταν εκεί μπροστά του και απήγγελλε το ίδιο αξιολύπητο λογύδριο. Είχε εθιστεί σ’ αυτό που του συνέβαινε. [σ. 57] «Η ακριβής ώρα» έχει ως κεντρικό της χαρακτήρα της ίδιες τις λέξεις. Εδώ ένας καταστηματάρχης που δεν υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα αντιλαμβάνεται την σπουδαιότητά τους για την επιβίωσή του. Οι λέξεις θα γίνουν καύκαλο ασφάλειας αλλά και επικίνδυνο παιχνίδι σε τυχόν απρόσεκτο στόμα· έτοιμες πάντα να προστατεύσουν, να κρύψουν, να εκθέσουν…

Έχει αναπτύξει μια μέθοδο σε σχέση με τις λέξεις, μια κάποια εξοικείωση· τώρα ταυτίζει τα αντικείμενα με τ’ όνομά τους, και τις καταστάσεις επίσης, και τις διαθέσεις και τις λειτουργίες, ακόμα και όταν οι λέξεις παραμένουν σε απόσταση, πράγμα που τις κάνει να μοιάζουν ασαφείς, αντιφατικές. Πάντα, αν είναι δυνατόν, το κάνει ψάχνοντας την προέλευσή τους, επιχειρώντας να τις αντικαταστήσεις, χωρίς όμως να διαταράξει την ισορροπία, το χάος και την ομίχλη απ’ τα οποία προέκυψαν. Απ’ όπου κι εκείνος προέκυψε… [σ. 73]. Οι λέξεις καταδυναστεύουν με την παρουσία ή την απουσία τους την ζωή ενός δασκάλου που κάποτε «υπέκυψε» («Ο παιδαγωγός»). Με λέξεις υποχρεώνεται να επιβιώσει στα θρανία ο αφηγητής στο «Πορτρέτο μιας κίτρινης βερικοκιάς». Μέσα σ’ ένα μελαγχολικό εφιαλτικό όνειρο, βρίσκεται σε μεγάλη πλέον ηλικία μαζί με τους παλιούς του φίλους, υπόχρεοι όλοι τους σε κρίσιμες και αγχωτικές εξετάσεις.

Αντίθετα, κάθε λάθος λέξη μπορεί να είναι επικίνδυνη σε όλους όσοι ζουν στο καταθλιπτικό συγκρότημα πολυκατοικίας («Ο μεσότοιχος»), υπό τον έλεγχο του επόπτη που κάνει ερωτήσεις, κρατά σημειώσεις και δέχεται εξηγήσεις για τα πάντα: σε ποιο διαμέρισμα, για ποιο λόγο, για πόσην ώρα. Ο επόπτης ελέγχει καθημερινά το ποίμνιό του: τον ρυθμό βαδίσματός σου, κάποιο δισταγμό, το ελάχιστο δείγμα κακοκεφιάς. Ποιος είναι αυτός που αρνήθηκε να προσφέρει την αναλογούμενη σ’ αυτόν εθελοντική εργασία προτιμώντας να πληρώσει το πρόστιμο των είκοσι λεβ; Ποιος αρνήθηκε την πρόταση να γράψει περί ηθικής και δικαιοσύνης στην εφημεριδούλα του κτηρίου;

Οι κάτοικοι κρυφοκοιτάζουν από τις κλειδαρότρυπες και ακούνε τα πάντα μέσα από τις λεπτές σαν τσιγαρόχαρτο μεσοτοιχίες. Ουρές για το τυρί, για φάρμακα, για φακούς, για κουμπιά, για τηλεοράσεις. Μια ουρά εδώ, μια άλλη παρακάτω: βιβλία, λαμπτήρες, λουκέτα, παπούτσια, ματογυάλια, κι έτσι ακριβώς ως να νυχτώσει. Το λυκόφως ανακουφίζει απ’ την εξάντληση. Ανεβαίνουν απ’ το κλιμακοστάσιο, τυποποιημένα κτίρια, τσιμεντένια κουτιά, οι ώρες που απόμειναν περνούν χαζεύοντας: πολυθρόνα, τηλεόραση, θερμοσίφωνας, σιδέρωμα, η νυχτερινή σαρκοφάγος. [σ. 195]

Διαμερίσματα σαρκοφάγοι, η ζωή ως σαρκοφάγος, σ’ ένα «κράτος» με δικτάτορα σαρκοφάγο.

Εκδ. Καστανιώτη, 2011, μτφ. Ισμήνη Καπάνταη, σελ. 227 [Norman Manea, October, Eight O’ Clock, 1992].

…Εδώ το βίντεο των τελευταίων στιγμών της  σύλληψης του ζεύγους Τσαουσέσκου. Η κραυγή της πανικόβλητης Έλενας Τσαουσέσκου όταν συνειδητοποιεί τι την περιμένει, προκαλεί έκπληξη. Προφανώς απέφευγε να φανταστεί πως αντίστοιχες κραυγές πανικού έβγαζαν χιλιάδες άλλοι συνάνθρωποί της στα χρόνια της δικτατορίας της. Και εξαιτίας της.  Τουλάχιστον πρόλαβε να ζήσει την δόξα της νομισματικής της αποτύπωσης. Αν και με τις ίδιες περίπου αναλογίες πρέπει να κόπηκε και το αληθινό της κεφάλι. 

28
Μαρ.
12

Ολιβιέ Ρολέν – Χάρτινη τίγρη

Φιλία 5- 68

Το κείμενο του παρελθόντος στη μνήμη μου είναι εντελώς παραμορφωμένο, τσαλακωμένο. [σ. 37]

Ένα αυτοκίνητο διασχίζει μέσα στη νύχτα τον περιφερειακό του Παρισιού. Εκφράσεις και σύμπλοκα συντροφεύουν την μεταφερόμενη προς εμάς εικόνα: περιφερειακή ροή ομαλή ροή· διαφημίσεις την καταφωτίζουν: ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ, PEUGEOT, ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΒΕΝΖΙΝΗΣ, Α4-Α104, CANON, VOLVO, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ, ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΕΙΔΗ, ΘΕΡΑΠΕΙΑ, SECURITAS. Ο αφηγητής απευθύνεται στη Μαρί, κόρη του Δεκατρία, αλλοτινό του σύντροφο σ’ ένα άλλο Παρίσι, στον συναρπαστικότερο Μάιο της Ιστορίας του. Γνωρίζει καλά πως «νιώθουμε την επιθυμία να ακούσουμε να μιλούν για πράγματα μόνο όταν οι φωνές που θα μπορούσαν να μας τα μάθουν έχουν σωπάσει» και τώρα που ο πατέρας της δεν βρίσκεται στη ζωή αναλαμβάνει να της διηγηθεί όλα όσα έζησαν· στην ουσία να φέρει μαζί της κι ερήμην της εις πέρας «ένα πειραματικό πρόγραμμα σχετικά με τη μνήμη σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας». Θα ξετυλίξουμε όλη ετούτη την ιστορία σαν μια μολυβένια σφαίρα στην άκρη μιας σφενδόνας που πετά μακριά. ΛΟΓΙΣΜΙΚΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ, JVC, FORMULE 1, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ, ΕΤΟΙΜΟΠΑΡΑΔΟΤΑ ΦΑΓΗΤΑ, ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ, ΠΤΥΣΣΟΜΕΝΟΙ ΚΑΝΑΠΕΔΕΣ, ΑΣΙΑΤΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ… Τότε το σύνορο ανάμεσα στην πόλη και την περιφέρεια ήταν ακόμα έτσι όπως το είχαν περιγράψει ο Σελίν κι ο Σαντράρ, τώρα το ορίζουν οι νέον επιγραφές.

Πώς ξεκίνησαν όλα; Από την αποστροφή για τους επιφανείς την δυσπιστία για τους πιο επιφανείς, ακόμα κι απ’ την πλευρά των διανοούμενων. Ενάντια στην ανανδρία όλων. Η Αντίσταση με τα κανόνα έμοιαζε πιο άξια σεβασμού και πιο χρήσιμη από εκείνες του Σαρτρ, του Μπρετόν και του Αραγκόν. Η μνήμη μειγνύει τα πάντα: τις συνομιλίες με τους κατοίκους των συνοικιών για τον «λαϊκό αγώνα», τις βραδινές φιλοτεχνήσεις των πολύχρωμων αφισών και τα ελαφρά μαστουρώματα από την μυρωδιά της κόλλας, τις νυχτερινές εξορμήσεις για αφισοκόλληση, με την αίσθηση ότι έκαναν περιπολία στο Πέτρογκραντ το 1917, ως Οι Δώδεκα του Αλεξάντρ Μπλοκ. Ο πατέρας της παραμένει φίλος του (εφόσον ο φίλος είναι αιώνιος), κι αμφότεροι ήταν οι τελευταίοι στον κόσμο δονικχώτες που ενδιαφέρονταν για την αιωνιότητα.

Τότε η επανάσταση ήταν «ένας τρόπος για να μάθει κανείς να πεθαίνει παρά προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας». Εκείνες τις μέρες θεωρούσαν τον ύπνο επινόηση της αστικής τάξης, άρα οι νύχτες έμεναν ξάγρυπνες– συνήθεια που διατήρησε ως σήμερα, και την ώρα που οι ηλεκτρινές λυχνίες και οι φωτεινές διαφημίσεις στην κορυφή των πολυκατοικιών αναβοσβήνουν, όπως κι όλοι οι κάτοικοι, αυτός αρχίζει να διαβάζει, να μείνει ζωντανός. Τότε σταμάτησαν να πηγαίνουν στον κινηματογράφο γιατί η Επανάσταση δεν είχε καιρό για χάσιμο, ζούσαν σαν σε ταινία έστω και μικρού προϋπολογισμού. Μέσα στον αχό της αναταραγμένης πόλης οι δυο φίλοι έζησαν στο έπακρο την διαπλοκή αλλά και την αιώνια συμπλοκή έρωτα και επανάστασης – ενός έρωτα που άλλοτε άνθιζε στα οδοφράγματα κι άλλοτε σε τραβούσε μακριά απ’ τις μάχες να προλάβεις να τον χαρείς:

Αριστερά σου, μετά από ένα τμήμα της βιβλιοθήκης όπου εκτείνεται ακατάστατα μια ολόκληρη ανθολογία βιβλίων σχετικά με τον πόλεμο στην Ισπανία, την Αντίσταση, την Κούβα, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τους εξεγερμένους της Μαύρης Θάλασσας, τον πόλεμο στην Αλγερία, την Κίνα, το Βιετνάμ, τον αναρχοσυνδικαλισμό και άλλα τονωτικά θέματα, λοιπόν, μετά από αυτό το πολύ ταιριαστό προοίμιο ή προθάλαμο υπάρχει μια ανοιχτή πόρτα όπου εγγράφεται διαγωνίως το μισό μέρος ενός κρεβατιού πάνω στο οποίο διακρίνονται οι γυμνές γάμπες της Κλοέ, όχι το υπόλοιπο κορμί της. Και αυτές οι γάμπες κινούνται […] Διπλώνονται, ξεδιπλώνονται, γλιστρούν, τρίβονται η μία πάνω στην άλλη. Όσο ηλίθιος κι αν είσαι, δεν σου διαφεύγει ότι αυτές οι γάμπες μιλάνε, και πιο συγκεκριμένα ότι μιλάνε σε σένα: και μάλιστα με αρκετή ειλικρίνεια. Δεν μιλούν με την ξύλινη γλώσσα των «συγκεντρώσεων» ούτε εκείνη στην οποία γράφεις το προπαγανδιστικό σου φυλλάδιο. [σ. 39]

Αυτή τη φορά ο Ρολέν διαλέγει έναν ακόμα πιο δαιδαλωτό αφηγηματικό τρόπο: απευθύνεται στην κόρη τού «13», γράφοντας όμως δευτεροπρόσωπα. Έτσι σε πλέκει ήδη σε μια συνεχή εγρήγορση, να μην ξεχνάς δηλαδή πως όσα θέλει να γράψει για το 68 κι όσα θέλει να πει στον φίλο του, πρώτα τα μεταφέρει στην κόρη εκείνου, της τα εμπιστεύεται ως παρακαταθήκη, κι ύστερα όλη αυτή την οδυνηρή και καθαρτήρια διαδικασία μάς την μεταφέρει μιλώντας στον …εαυτό του. Η αυτοκίνητη πλοήγηση στο υπερμοντέρνο πια Παρίσι δημιουργεί την αίσθηση της ζάλης, η ίδια η γραφή γίνεται ζαλιστική, με πλάνα πάντα κινηματογραφικά, όπως άλλωστε και η ίδια η ζωή των τυχερών companieros – κάποια στιγμή ο αφηγητής μονολογεί πως θα του καλάρεσε να δει τον «ρόλο» του να παίζεται από τον Τρεντινιάν.

Κι έτσι η ιστορία της σχέσης των δυο αντρών είναι και ιστορία μιας εποχής, μιας επανάστασης κι ενός ονείρου που δεν ήταν απλά χειροπιαστό αλλά κατοικούσε στα χαρακώματα των αστικών δρόμων, στα καφενεία, στις ταραχώδεις συνελεύσεις, στις διαδηλώσεις, στα διαβάσματα, στις εξάψεις για την Κόκκινη Ανατολή και τη Ρεαλιστική Ουτοπία και πάνω απ’ όλα στην ιστορία μιας φιλίας, όχι μόνο του Μαρτέν και του Δεκατρία αλλά και της υπόλοιπης παρέας, της Ζυντίν, της Κλοέ, του Βέλγου, το Ζυλό και των υπολοίπων. Όλοι τους αφιέρωσαν της νεότητά τους εναντίον της ιμπεριαλιστικής τίγρης, μια τίγρη που έβλεπαν χάρτινη κι ίσως γι’ αυτό κρατούσαν μόνο ψαλίδια.

ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ, ΚΑΖΙΝΟ, COMPUTERS, ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ, INTERNET, ΣΤΕΡΕΟΦΩΝΙΚΑ, NOKIA, ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΑ, ΤΡΑΠΕΖΑ, ….

Εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. Άννα Τσέα, σελ. 302 [Olivier Rolin, Tigre en papier, 2002].

Πρώτη δημοσίευση σε mic.gr

21
Μαρ.
12

Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011)

Αφιέρωμα Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας/κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, /έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, /ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,//κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχίας σας,/έστω και μια φορά;/Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους; [Ανυπεράσπιστος καημός]

Με το λογοτεχνικό του έργο (ποιήματα και πεζά, δοκίμια, μελέτες και βιβλιογραφικές εργασίες), ο Ντίνος Χριστιανόπoυλος έχει κατακτήσει από νωρίς διακεκριμένη θέση στη νεοελληνική γραμματεία του 20ού αιώνα· ειδικότερα στην πνευματική ζωή της γενέτειράς του συγκροτεί από μόνος του ένα ιδιαίτερο και πλούσιο κεφάλαιο της πνευματικής της ζωής, καθώς ―εκτός από το προσωπικό του έργο― δημιούργησε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό Διαγώνιος (που άφησε βαθύ αποτύπωμα στα μεταπολεμικά μας Γράμματα) και τις «παραφυάδες» του: τις Εκδόσεις Διαγωνίου, τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος» και το καλλιτεχνικό φυλλάδιο Κόσκινο, όπως γράφει στο ιστολόγιο του Εντευκτηρίου ο Γιώργος Κορδομενίδης.

Ο πολυπράγμων χειρώνακτας των ελληνικών γραμμάτων, που πάντα λειτουργεί με πνεύμα μελισσιού, κήδεψε εξακολουθητικά, με τον προσήκοντα σεβασμό, τους τεθνεώτες, των νεότερων χρόνων, άξιους γραφιάδες της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής γης ευρύτερα, πολλοί απ’ τους οποίους ήταν σπρωγμένοι στην αναγνωστική αφάνεια και την ακαδημαϊκή υπεροψία και μικρότητα γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (Όταν το βίωμα γίνεται ποίημα πριν γραφεί). Άνθρωπος που δεν ισορροπεί αν δεν μοιράσει και δεν μοιραστεί ό,τι πολύτιμο αναβλύζει απ’ την ψυχή του, ο Χριστιανόπουλος έγκαιρα κατάλαβε πως η καλή λογοτεχνία, ιδιαιτέρως η ποίηση, γράφεται σβήνοντας, σκίζοντας, απορρίπτοντας κι έχτισε ένα έργο με ποιητικό ρεαλισμό, στεγνό, σταράτο και γυμνό. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνεις χαρακτηρίζει την ποίησή του αντι-ποιητική, γράφοντας για μια ουσία που προκύπτει τελικά από την γενική κατάσταση που εκπέμπει το ποίημα, κρυμμένη καλά στα κουφώματα…για να φτιάξει ένα μαρτυρολόγιο του εαυτού του, έναν ερωτικό Γολγοθά, και πίνει θεληματικά το όξος, που κατόπιν μετατρέπει σε γευστικό αψύ κρασί μπρούσκο.

Μα ήταν γυμνό δίχως εσέ το ταβερνάκι, /ήταν απάνθρωπα τα ξένα μάτια/και τα τραγούδια βούιζαν τόσο τρομαχτικά, /που γλίστρησα και πάλι απαρηγόρητος/στις γειτονιές της εγκατάλειψης να ξεχαστώ. [Ξένα γόνατα]

Η μορφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου εμπνέει στη Μαρία Κουγιουμτζή «παράλληλες σκέψεις, συνειρμούς και λοξοδρομήσεις» και «αφηγήσεις ψηγμάτων από ερεθίσματα, επιρροές και σκέψεις». Η Μαρία η Αιγυπτία που τραγουδούσε ρεμπέτικα και το αθώο άγγιγμα της Αγίας Αγνής με τον Άγιο Σεβαστιανό της αποκάλυψαν τη δύναμη της σάρκας και της έσκισαν το πέπλο της άγνοιας. Το κράμα πάθους και ηθικής που κατέκλυζε την ποίηση του Χριστιανόπουλου την έμαθε να μην ενδιαφέρεται για τα ξεφωνητά της αμαρτίας αλλά για τους λυγμούς της.

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου·/κι αυτοί κι εμείς διαρκώς κατατρεγμένοι:/αυτοί για το ψωμί – εμείς για το κορμί,/αυτοί για λευτεριά – εμείς για έρωτα,/για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη./ Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου,/παρόλο που κι αυτοί μας κατατρέχουν. [Κατατρεγμένοι]

Μαρία Ιατρού, Χρήστος Καββαδάς, Roberto Capel Badino, Crescenzio Sangilio, Δημήτρης Κόκορης, Περικλής Σφυρίδης, Νίκος Δαββέτας, Τάσος Καλούτσας, Παναγιώτης Σ. Πίστας, Θανάσης Μαρκόπουλος, Κωνσταντίνος Ν. Πλαστήρας, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Δημήτρης Χουλιαράκης, Άρις Γεωργίου, Νίκος Καρατζάς, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Γιώργος Κορδομενίδης, Θωμάς Κοροβίνης, Ηλίας Κουτσούκος, Σπύρος Λαζαρίδης, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιώργος Χρονάς προσφέρουν κείμενά τους για τον Ν.Χ. και το αφιέρωμα συμπληρώνεται με επιλογή επιστολογραφίας (1950 – 1954) από το αρχείο του ποιητή, με επιστολές ή μπιλιέτα που του έστειλαν ομότεχνοί του (Γιώργος Θέμελης, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Ζωή Καρέλλη, Τριαντάφυλλος Πίττας, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Μάριος Βαϊάνος, Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Δ. Π. Παπαδίτσας, Ρένος Αποστολίδης, Μίλτος Σαχτούρης, Γ. Τσιτσιμπίκος, Οδυσσέας Ελύτης, Ν. Γ. Πεντζίκης, Κ. Ι. Δεσποτόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Τ. Κ. Παπατσώνης) ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης συντάσσει κι ένα συνοπτικό όσο και τεκμηριωμένο χρονολόγιο με τους σημαντικότερους σταθμούς του έργου και της ζωής του.

Ο τελευταίος μας κοινωνεί κι ένα πολύτιμο αφηγηματικό και φωτογραφικό πεντασέλιδο για τα δέκα χρόνια «Underground Εντευκτήριο». Τόσο ωραία πράγματα σ’ εκείνο το υπόγειο, και κρίμα που ξεκίνησαν ακριβώς την εποχή που εγκατέλειπα την Θεσσαλονίκη μετά από δεκαπενταετία στην αγκάλη της.

… Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε./Τ’ αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν και προδίδουν//Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,/δε μοιάζε τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.//Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε./Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω φως στο παράθυρο./Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας./Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό./…/Εδώ δεν είναι τόπος για μας./Ακόμα κι εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.  [202 σελ.]

Στις φωτογραφίες (από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου και βέβαια από το αφιέρωμα του τεύχους): ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ταξινόμος στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1958), με τη Ζωή Καρέλλη στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης (1959) και με τους Κάρολο Τσίζεκ και Ν.Γ. Πεντζίκη στον Άγιο Πρόδρομο Χαλκιδικής (1976, φωτ. Γιάννης Βανίδης).

19
Μαρ.
12

Κάρλος Φουέντες – Η πορτοκαλιά ή οι κύκλοι του χρόνου

Οι Μάγια της ακτής μού έλεγαν αυτά που εγώ μετέφραζα στα ισπανικά, ή τα έλεγαν στη Μαλίνσε αλλά εκείνη εξαρτιόταν από μένα για να τα μεταφέρω στον Κορτές. Ή μάλλον, οι Μεξικάνοι έλεγαν στη γυναίκα αυτά που εκείνη έλεγε σ εμένα στη γλώσσα των Μάγια ώστε εγώ να τα μεταφράσω στα ισπανικά. Και παρόλο που αυτό ήταν ήδη ένα πλεονέκτημα για κείνη, γιατί μπορούσε να επινοήσει ό,τι ήθελε περνώντας από τα νάουατλ στα μάγια, εγώ εξακολουθούσα να είμαι ο κύριος της γλώσσας. Η καστιλλιάνικη εκδοχή που έφτανε στ’ αυτιά του κατακτητή ήταν πάντοτε η δική μου. [σ. 33-34]

Ξανά η γλώσσα βασιλεύουσα κι ο προνομιούχος χρήστης της τροπέας των πραγμάτων, ακόμα και σε συνθήκες τόσο οριακές, όπως της κατάκτησης της Λατινικής Αμερικής. Ο διερμηνέας του Κορτές με την ιδιότητα του μεσολαβητή μετατρέπει την απάτη σε αλήθεια, σε μια εξουσία που εμπιστεύεται τις λέξεις για να υπάρξει, την επόμενη μέρα της ήττας καθώς άρχισε το χτίσιμο των χριστιανικών εκκλησιών με τις πέτρες των ινδιάνικων ναών. Πόσο θα κρατήσουν τα καινούργια ανάκτορα του μοναδικού Θεού μας, που είναι χτισμένα πάνω στα ερείπια όχι ενός αλλά χίλιων θεών; Αν λοιπόν σ’ αυτή τη συνάντηση δυο «γέρικων, υπεραιωνόβιων κόσμων», του Νέου Κόσμου και της Ευρώπης που επιθυμεί να σημαδέψει για πάντα το πρόσωπό του οι σχέσεις καθορίζονται από την γλώσσα, μπορεί ο προνομιούχος αποκλειστικός χρήστης της ν’ αλλάξει δια παντός την ιστορική τροπή;

Ο αφηγητής διχασμένος ανάμεσα στην Ισπανία και τον Νέο Κόσμο γνωρίζει και τις Δύο Όχθες (τίτλος άλλωστε της πρώτης νουβέλας εδώ, αφιερωμένης στον Juan Coytisolo) προσφέρει στο Βασιλιά το μυστικό της αδυναμίας του Κορτές, όπως η δόνια Μαρίνα του είχε προσφέρει το μυστικό της αδυναμίας των Αζτέκων: ο διχασμός, η διχόνοια, ο φόβος, οι αδελφοκτόνες μάχες: το ένα μισό της χώρας διαρκώς να σκοτώνεται από το άλλο μισό. Κι έτσι όλες του οι πράξεις συνδέονται με την ελπίδα της νίκης των αυτοχθόνων, στο θρίαμβο των Ινδιάνων ενάντια στους Ισπανούς. Αυτό που πράγματι θέλησα ήταν να εμποδίσω το μοιραίο σχέδιο, μέσω των λέξεων, της φαντασίας και του ψέματος.

Καθώς η δόξα και η ταπείνωση είναι εξίσου παρούσες στις περιπέτειες της Κατάκτησης, τη στιγμή που οι μεν και οι δε «έπρεπε να χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο με βάση την κοινή τους ήττα» αλλά κάποιων τα θαύματα δεν είναι παρά τα άλογα και τα κανόνια ο Μοντεσούμα χάνει σιγά σιγά την κυριαρχία του πάνω στις λέξεις, ακόμα περισσότερο απ’ ότι στους ανθρώπους. Οι λέξεις του Βασιλιά δεν ήταν πια κυρίαρχες. Επομένως ούτε ο ίδιος ήταν κυρίαρχος. … Άλλοι, οι ξένοι, αλλά κι εκείνη η προδότρα από το Ταμπάσκο, ήταν κύριοι ενός λεξιλογίου απαγορευμένου στον Μοντεσούμα. Σε πόσους ακόμα θα κατάφερνε να εξαπλωθεί η εξουσία του λόγου;

Προτού οι περισσότεροι επιστρέψουν απ’ την Κατάκτηση ή μείνουν στο Μεξικό χωρίς να αποταμιεύσουν ούτε ένα νόμισμα, πριν κάποιος ψελλίζει «σκοτώσαμε κάτι περισσότερο από τη δύναμη των Ινδιάνων: τη μαγεία που τους περιέβαλλε» και αναρωτηθεί «πόσο αξίζει λοιπόν ένα ακόμα πεπρωμένο εν μέσω τέτοιας παρέλασης δόξας και δυστυχίας;» η «κυβέρνηση» των λέξεων θα φτάσει στο αντίθετό της, ώστε να ακουστεί το: Ποτέ δεν ένιωσα στη ζωή πως τόσα πράγματα ειπώθηκαν χωρίς να ακουστεί ούτε λέξη.

Στην επόμενη νουβέλα, αφιερωμένη τώρα στον José Emilio Pacheco Οι γιοι του κατακτητή Κορτές, κληρονόμοι τόσης σάρκας κι άλλης τόσης γης, εναλλάξ μιλούν κι αντιμιλούν: ο Μαρτίν Ι και ο Μαρτίν ΙΙ, μπάσταρδος γιος του πατέρα του και της Ινδιάνας Μαλίντσε, αδικημένος ως Δεύτερος ενώ έπρεπε να είναι Πρώτος. Κοινή η ανάμνηση της τελευταίας πίκρας του πατέρα: να έχει αγωνιστεί τόσο, και με τόση επιτυχία, με στόχο να κερδίσει για λογαριασμό του Βασιλιά εδάφη εννιά φορές μεγαλύτερα από την Ισπανία, για να φτάσει στο τέλος να περιπλανιέται από πανδοχείο σε πανδοχείο, χρωστώντας χρήματα σε ράφτες και υπηρέτες, στόχος χλευασμών και επιθέσεων… Κι όλα τα πράγματα του σπιτιού να πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές στα σκαλοπάτια του καθεδρικού της Σεβίλλης. Έτσι λοιπόν θα κατέληγε ο καρπός της Κατάκτησης του Μεξικού, ένας πλειστηριασμός στρωμάτων και παλιών κατσαρολικών;

Γιατί ο πατέρας αντί να παραμείνει στην πόλη και να σταθεροποιήσει την εξουσία του αναγκάστηκε να ριχτεί σε μια παράλογη και θορυβώδη περιπέτεια για να καταλήξει να χαθεί στα δάση της Ονδούρας; Τι σκουλήκι τον έτρωγε ώστε να αναζητά κι άλλη περιπέτεια κι άλλη δράση; Γιατί δεν μπορούσε να σταθεί να θαυμάσει αυτό που είχε κάνει αλλά έπρεπε να διακινδυνεύει τα πάντα για να αξίζει τα πάντα; Ο αντιστικτικός, ορμητικός, καταιγιστικός κι αντικρουόμενος λόγος των δυο αδελφών επιχειρεί να ανασυνθέσει την μεγάλη απάντηση για τον Ερνάν Κορτέζ, αυτόν που έφτιαξε μόνος του τη μοίρα του και πληθωρικός καθώς ήταν, την έφτιαξε δυο φορές: μια φορά άνοδος, μια φορά πτώση.

Εγώ μιλάω για χαρτιά. Γιατί κάθε πράγμα που ανέφερες, Μαρτίν αδελφέ μου, έχασε την πραγματική του υπόσταση για να μετατραπεί σε χαρτί, βουνά από χαρτί, λαβύρινθους από χαρτί, χαρτί που ξεράστηκε από αιώνιες αγωγές και δίκες, λες και το κάθε πράγμα που κατέκτησε ο πατέρας μου να είχε μόνο έναν τελικό προορισμό: τη συσσώρευση φύλλων χαρτιού στα δικαστήρια των δύο Ισπανιών, της παλαιάς και της νέας. Θύμα μιας δίκης που αιώνια αναβαλλόταν, όπου καθετί το υλικό κατέληγε να αποκαλύπτει ότι έκρυβε μες στην ψυχή του έναν σωσία από χαρτί, εύφλεκτο και αποπνικτικό. […] Το βουνό των περγαμηνών θάβεται για πάντα στα αρχεία όπου είναι ο νεκρός προορισμός της ιστορίας. [σ. 79, 80]

Εξουθενωμένοι προχωρούμε στις Δύο Νουμαντίες, την τρίτη νουβέλα αφιερωμένη στον Plácido Arango. Αιώνες μετά, οι Ρωμαίοι στην Ιβηρική μιλούν για έναν άξεστο, άγριο και βάρβαρο λαό που πρέπει να οδηγήσουν στον πολιτισμό: τους χερσονησιώτες Ισπανούς που έβλεπαν τον εαυτό τους ως την άκρη μιας ηπείρου κι ως το τέλος του κόσμου. Διηγούνται πώς υποτάξανε την ανυπάκουη Ισπανία, έτοιμοι να νικήσουν τον μόνο θύλακα αντίστασης: την περήφανη ξεροκέφαλη Νουμαντία. Ο λόγος δίδεται σ’ αυτόν που του ανατέθηκε το έργο, κι είναι λόγος συγκλο(γο)νισμένος.

Ξάφνου, την τελευταία στιγμή των προετοιμασιών, όλα εκείνα τα σημεία ενώθηκαν μέσα μου, προσφέροντάς μου μια διπλή οπτική του κόσμου. Τι είχα κάνει εγώ εκεί; Μονάχα μια στιγμή ακριβώς πριν ξεκινήσει η πολιορκία, μες στο καταμεσήμερο του νου μου, το συνειδητοποίησα. Μπροστά στα μάτια μου απλωνόταν η Νουμαντία, η ακατάκτητη πόλη. Γύρω από τη Νουμαντία, εγώ είχα κατασκευάσει το καθαρά χωρικό είδωλο της Νουμαντίας, την αναπαραγωγή της περιμέτρου της, έναν καινούργιο χώρο απόλυτα συγκρίσιμο με το πρότυπό του. Τώρα κοιτούσα, στον διπλασιασμένο χώρο, το κενό, άχρονο, φάντασμα της πόλης. Ποια ήταν, στην έτσι διαιρεμένη Νουμαντία, η ψυχή της πόλης; Ποιο ήταν το κορμί της; [σ. 155 – 156]

Οι τελευταίες δυο νουβέλες, ο Απόλλων και οι πουτάνες (αφιερωμένο στους Carlos Payan και Federico Reyes Heroles) και οι δυο Αμερικές (για τους Barbara και τον Juan Tomás de Salas) μας μεταφέρουν στο Τέλος του Χρόνου, στο Τερματισμένο Σήμερα, σε μια σύγχρονη θέα του απόλυτου χάσματος ανάμεσα σε δυο Αμερικές. Για άλλη μια φορά η γραφή του Φουέντες ανασκάπτει το Παρελθόν και ξαναγράφει την Ιστορία υπό αμέτρητες φωνές, πρωτόφαντες κραυγές, κυνικές ματιές, σπαρακτικές αλήθειες, ασίγαστες εικόνες και με εκφραστικές από τις πιο παλιές ως τις πλέον νεωτερικές.

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 271 [Carlos Fuentes, El Naranjo O Los Circulos Del Tiempo, 1994]. Στις εικόνες, η συνάντηση Μοντεζούμα – Κορτέζ, το σπίτι του τελευταίου, χτισμένο το 1500 από γηγενείς εργάτες και η μάσκα του πρώτου.

18
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 109

Ευγένιος Αρανίτσης, «Ποιος θυμάται τον Ζενέ;», Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 256, 16.5.2003,  σελ. 25.

Το βιβλίο του Τίμοθι Λίρι με τίτλο Σχεδιασμός θανάτου που ξαναδιάβασα με αρκετή καθυστέρηση στη μετάφραση του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) προσφέρει ένα καλό παράδειγμα της θανατολαγνείας που πλήττει τη δυτική διανόηση, οι εμπροσθοφυλακές της οποίας είναι όλο και πιο φανερά προσανατολισμένες στο φετιχισμό της ιδέας ενός κόσμου νεκρών. Το περιεχόμενο αυτής της έλξης, που υπακούει οφθαλμοφανώς σε μια γενικευμένη αδυναμία πένθους, τυπική του πολιτισμού μας, διέσχισε ήδη τη φάση του μακάβριου (ρομαντισμός), καθώς και τη φάση της ουδέτερης αποδοχής, όπου ο θάνατος ήταν κάτι οικείο, το οποίο έπρεπε να αντιλαμβάνεσαι δίχως ίχνος απέχθειας ή φόβου (μοντερνισμός), και παρελαύνει υπό τη σημαία ενός εξεζητημένου, σχεδόν «αναρχικού» εξωραϊσμού. Όχι επειδή το υποκείμενο έχει συμφιλιωθεί στο ψυχικό επίπεδο με την έννοια του τέλους αλλά εν ονόματι εκείνης της αλληλέγγυας φυσικότητας που καθιστά αγαπητούς τους δεινόσαυρους, τους εξωγήινους και τα ζόμπι. Βρισκόμαστε στην καρδιά του οχυρού της απόλυτης, της σχεδόν εργαστηριακής λατρείας του σώματος, όπου κυβερνά η βιολογία. Τρόπον τινά, ο Λίρι οδηγεί την ψυχρότητα του Μπέκετ στις έσχατες συνέπειες. Εντούτοις, πρόκειται για κείμενο διάσπαρτο με τις αναλαμπές μιας ιδιοφυΐας. Δεν μπορείς να αγνοήσεις τη δαιμονική του σαγήνη.

17
Μαρ.
12

Jean Echenoz – Δρόμος αντοχής

Ο άτοπος Ζάτοπεκ

Όταν οι Γερμανοί μπαίνουν στη Μοραβία και καταλαμβάνουν την Οστράβα, πόλη του άνθρακα και του χάλυβα, ο Εμίλ Ζάτοπεκ είναι εσωτερικός στο τεχνικό λύκειο και βοηθός στο δυσώδες τμήμα του καουτσούκ, με τον αποπνικτικό αέρα, τους εξοντωτικούς ρυθμούς και τις ακαριαίες τιμωρίες αφαίρεσης μισθού για το παραμικρό λάθος, αργότερα δε στο χημικό ινστιτούτο, σ’ ένα παγωμένο υπόστεγο γεμάτο νταμιζάνες με οξέα και στα νυχτερινά μαθήματα της ανωτέρας χημικής σχολής. Οι επιχειρήσεις οργανώνουν έναν ετήσιο αγώνα δρόμου (Γύρος του Ζλιν) που ο ίδιος υποχρεώνεται να συμμετάσχει αλλά απεχθάνεται, καθώς όλοι είναι υποχρεωμένοι να φορούν τη φανέλα με το λογότυπο της εταιρείας. Οι σβαστικοφόροι επιθυμούν να δείξουν πως ο στρατός κατοχής είναι υποδειγματικός και οργανώνουν «υποχρεωτικές» αθλητικές εκδηλώσεις και αγώνες για τους νέους. Στην πρώτη κούρσα ανωμάλου δρόμου εννέα χιλιομέτρων απέναντι σε μια αλαζονική γερμανική ομάδα τερματίζει δεύτερος, υπό την έκδηλη δυσαρέσκεια των αρίων. Ένας προπονητής τοπικού συλλόγου ενδιαφέρεται γι’ αυτόν: Παράξενα τρέχεις, αλλά δεν τρέχεις άσχημα. Ο Εμίλ αγνοεί την πρώτη φράση και συγκρατεί τη δεύτερη.

…ίσως το τρέξιμο επιτρέπει να σκέφτεσαι άλλα πράγματα….

Αρχίζει να τρέχει μόνος του, από απλή ευχαρίστηση. Όταν νυχτώνει και δεν μπορεί κανείς να τον δει, κάνει όσο πιο γρήγορα μπορεί την διαδρομή εργοστάσιο – δάσος και πίσω. Αρχίζει ν’ αγαπά το στάδιο, κι ας είναι εγκλωβισμένο στη βιομηχανική ζώνη, απέναντι από το εργοστάσιο ηλεκτρισμού, κι ας φέρνει τον καπνό απ’ τις τσιμινιέρες στα μάτια των αθλητών. Το τρέξιμο είναι γι’ αυτόν ψυχαγωγία, που αντιλαμβάνεται όμως πως πρέπει να την μάθει. Τον χειμώνα προπονείται αψήφιστα, ενόσω οι άλλοι ξεκουράζονται στα σπίτια τους. Τρέχει στις δημοσιές, στα χωράφια, παντού και σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες. Αρνείται κάθε χρήση τεχνικής: «αφού τρέχω που τρέχω, αρκεί που τρέχω γρήγορα». Σύντομα επινοεί το άγνωστο μέχρι τότε τελικό σπριντ. Μια πειθαρχική ποινή τον οδηγεί στο πόστο της κονιοποίησης πυριτικών αλάτων, και σκεπασμένος με άσπρη σκόνη μοιάζει με φάντασμα εν διαρκεί απνοία.

Στο Ζλιν τρέχει τα πέντε χιλιάδες μέτρα σ’ ένα τέταρτο. Κανείς δεν το πιστεύει· θεωρούν ότι πρόκειται για τηλετυπικό λάθος ή για πειραγμένο χρονόμετρο. Στον κοιτώνα της τεχνικής σχολής ζεσταίνονται με σόμπα από τα σκουπίδια και απαγορευμένα ξύλα από τα ερείπια. Το στάδιο είναι κλειδωμένο λόγω κατοχής αλλά εκείνος σκαρφαλώνει τη μάντρα, μπαίνει στα αποδυτήρια κι από εκεί στο αγριοχορταριασμένο γήπεδο για να προπονείται. Στην τελετή έναρξης του πρώτου μεταπολεμικού πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος στο Όσλο αναγκάζεται να παρελάσει χωρίς φόρμες προπόνησης, μόνο με φανέλα και σορτσάκι. Στο πρωτάθλημα των συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων στο Βερολίνο ψάχνει μόνος του το στάδιο κι αγωνίζεται να πείσει τους φύλακες πως συμμετέχει στους αγώνες.

Ευχαρίστως θα τα παρατούσε τώρα, αλλά είναι λίγο αργά. Πολύ αργά: η μπάντα παιανίζει τις πρώτες νότες από ένα εμβατήριο. Οι αθλητές μπαίνουν στο στάδιο από την κεντρική πύλη κι αρχίζουν να παρελαύνουν μπροστά στις κερκίδες κάτω από ζητωκραυγές, όλοι ζωηρά ντυμένοι με τις ωραίες τους φόρμες. Αλλά όταν μόνο ένα άτομο εμφανίζεται πίσω από την πινακίδα Czechoslovakia, μόνο του και ντυμένο μόνο μ’ ένα σορτσάκι και μια ξεθωριασμένη φανέλα, το στάδιο πέφτει κάτω από τα γέλια. Οι έκτακτοι απεσταλμένοι βγάζουν το σημειωματάριό τους απ’ την τσέπη τους και σαλιώνουν τα χείλη τους στιλβώνοντας τα επίθετά τους για ν’ αποδώσουν καλά τη σκηνή… [σ. 45]

Λίγο αργότερα, με τον εξωφρενικό τρόπο τρεξίματος, ξεχύνεται στη τελική ευθεία και κόβει το νήμα, συνεχίζοντας και μετά τον τερματισμό να τροχάζει χαμογελαστός, σαν να ’θελε να ξαναβρεί τη φόρμα το μετά απ’ τη δοκιμασία. Το τρέξιμο του Εμίλ είναι βαρύ, άχαρο, μαρτυρικό, εντελώς ακανόνιστο. Η ένταση γράφεται στο πρόσωπό του με ζάρες, μορφασμούς και μια μόνιμη σύσπαση στο σώμα· ένα σώμα του κλυδωνίζεται αδιάκοπα, ταλαντευόμενο εκ δεξιών προς τα αριστερά. Αλλά μόλις έχει αρχίσει η βασιλεία του τρεξίματος του, η βασιλεία της αδιανόητης τροχιάς του στο κοσμικό αθλητικό σύμπαν.

Αυτήν ακριβώς την τροχιά του Τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων (1922 – 2000), πρωταθλητή στα πέντε, στα δέκα και στα μαραθώνια χιλιόμετρα, τριπλού χρυσού μεταλλίστα σε οκτώ ημέρες στο Ολυμπιακό Ελσίνκι, του ανθρώπου – ατμομηχανή (κάθε φορά έδινε την εντύπωση πως ετοιμάζεται να καταρρεύσει, πράγμα που δεν έγινε ποτέ) ξαναγράφει ο Γάλλος συγγραφέας, με ελλειπτικό τρόπο και για επιλεγμένα της σημεία. Φυσικά ο λεπτοείρων Εσνόζ αδιαφορεί για κάθε ηρωοποίηση ή εξιδανίκευση ενός υποτιθέμενου νιτσεϊκού υπεράνθρωπου. Αντίθετα επιφυλάσσει ζεστή ματιά για τον αθλητή άνθρωπο και παγερή, ειρωνική για το πολιτικό του περιβάλλον. Τον ξέρουμε άλλωστε καλά τον Εσνόζ: διαβάζεται «εύκολα» και μας ψυχογραφεί το ίδιο εύκολα, ώστε να μας παρουσιάσει τις πλευρές που επιθυμεί χωρίς να το πάρουμε είδηση. Το έχει ξανακάνει με τις Ψηλές ξανθές, με τον Ραβέλ κι όλους όσους πέφτουν στην πένα του. Άλλο βέβαια αν μας διαφεύγουν κι άλλες, δεύτερες και υπογειώτερες αναγνώσεις της γραφής του.

Είναι γνωστή η πτώση του Ζάτοπεκ: σ’ ένα σχεδόν νομοτελειακό κλείσιμο του κύκλου των έξωθεν επεμβάσεων, η ανοιχτή του συμπαράσταση στον Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ μετά την Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία του ξήλωσε τα κομμουνιστικά του αξιώματα και τον έστειλε απολυμένο, διαγραμμένο κι αποστρατευμένο οδοκαθαριστή στους δρόμους, ώστε να αποδείξει έμπρακτα την μετάνοιά του και την υποταγή του στο ανθρωπιστικότατο κράτος. Το να σταθείς δίπλα στον εξεγερμένο λαό της Πράγας αποτελούσε βέβαια έγκλημα εσχάτης προδοσίας. Ούτε που το σκέφτηκε να αυτοεξοριστεί: αποδέχτηκε την θέση του αποθηκάριου σε ορυχεία ουρανίου και αργότερα στα υπόγεια του Αθλητικού Κέντρου Πληροφοριών. Άραγε η δήλωση ομολογίας, η υπογραφή της αυτοκριτικής του και η φράση «μπορεί και να μην άξιζα για παραπάνω» δείχνουν συμβιβασμό ή ήρεμη αποδοχή κάθε αναπότρεπτης κατάστασης που απαρτίζει την ζωή ονοματίζοντάς την;

Η εξουσία επιχειρεί να ταπεινώσει, αλλά η ταπεινότητα αντιστέκεται…

… γράφει στο τέλος ο Αχιλλέας Κυριακίδης σ’ ένα είδος επίμετρου που καθίσταται απαραίτητο σε κάθε έκδοση. Ο επιμετρών μάς θυμίζει την φράση του Μπορίς Βιαν το χιούμορ είναι η ευγένεια της απελπισίας, μας υποδεικνύει την τεχνική του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ (που διαφέρει απ’ το ρεπορτάζ καθώς εδώ υπεισέρχεται η άποψη του δημιουργού ήδη από το μαιευτήριο του μοντάζ) – ήταν καιρός ο κινηματογράφος ν’ αρχίσει να επιστρέφει στη λογοτεχνία λίγα λίγα απ’ τα χρωστούμενα – τον γνωστό εκμυστηρευτικό τόνο και την ειρωνική λεπτομερειακότητα (για να κρύβει την βαθιά υπαρξιακή μελαγχολία) του Εσνόζ και μας θυμίζει πώς μετασκευάζεται με στιλ σε περιπέτεια λόγου μια ζωή κλειστοφοβική εντός οκτώ απαράλλαχτων κουλουάρ στίβου από έναν εκ των δυο [ο έτερος είναι ο Περέκ] κορυφαίων γάλλων μοντερνιστών συγγραφέων του 20ού αιώνα.

Αν ο Ζάτοπεκ εντυπωσίασε και αγαπήθηκε για την αυτονόητη σχεδόν αποδοχή μιας αδιανόητης ικανότητας, η κοσμική του τροχάδην τροχιά ακόμα φωτίζει μια συνηθισμένη ζωή ενός συνηθισμένου ανθρώπου που έκανε το τρέξιμο ευχαρίστηση. Δεν σταμάτησε να τρέχει για την ευχαρίστησή του, ακόμα κι όταν η Λαϊκή Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας τον χρησιμοποιούσε όπως την βόλευε για να θριαμβεύει σε αγώνες και να προσωποποιεί τον ακούραστο εργάτη, ακόμα κι όταν οι απλοί τσεχοσλοβάκοι πολίτες  τον έβλεπαν στο δρόμο να μαζεύει τα σκουπίδια κι έσπευδαν οι ίδιοι ν’ αδειάσουν τους κάδους: έτρεχε γύρω από το απορριματοφόρο για να ευχαριστηθεί και να τους ευχαριστήσει. Τα συνολικά χιλιόμετρα που έτρεξε αντιστοιχούν στο γύρο της γης επί τρεις φορές.

Ιδού ένα βιβλίο που μπορεί αν διαβαστεί απ’ τον οποιοδήποτε κι ο οποιοσδήποτε μπορεί να το διαβάσει αλλιώς.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 162 σελ., με οκτασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή [Jean Echenoz – Courir, 2008]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον [εσνοζικώς εμπνευσμένης ειρωνείας] τίτλο: Run, Emil, run!

 

13
Μαρ.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 83. Αννίτα Παναρέτου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς, βιβλία, διηγήματα. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Προτιμώ να μην απαντήσω στις παραπάνω ερωτήσεις. Συνήθως δεν θυμόμαστε όλους τους συγγραφείς ή τα βιβλία που αγαπούμε ή που μας γοήτευσαν, με πιθανό αποτέλεσμα να δημιουργούμε άθελά μας αντιπάθειες. Εξ άλλου, εδώ και αρκετά χρόνια διαβάζω ελάχιστη αμιγή λογοτεχνία – με έχουν κερδίσει η ιστορία και οι προσωπικές μαρτυρίες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Πάντα μας ακολουθεί ο εαυτός μας, ο όσος εαυτός ενσαρκώνεται ή ενσωματώνεται στους ήρωές μας. Μάλλον εκείνοι υπαινίσσονται συχνά τα νέα της ζωής μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένο δεν θυμάμαι. Το «ζηλευτός» χρειάζεται μια διευκρίνιση: εννοείτε χαρακτήρα που θα ήθελα να έχω αποδώσει συγγραφικά, ή χαρακτήρα με τον οποίο θα ήθελα η ίδια να ταυτιστώ ή να τείνω ως προσωπικότητα;

Στην πρώτη περίπτωση, ναι, υπάρχουν χαρακτήρες που θα ήθελα να είχα «πλάσει» η ίδια (πολύ πρόχειρα παραδείγματα, ο Αλέξης Ζορμπάς και η Ελένη Μπούκουρα – Αλταμούρα –παρ’ ότι και οι δύο υπήρξαν υπαρκτά πρόσωπα και όχι δημιουργήματα του Νίκου Καζαντζάκη και της Ρέας Γαλανάκη).

Αν εννοείτε το δεύτερο, και αν υποθέσουμε ότι ζηλεύω, αυτό θα αφορά υπαρκτούς και όχι λογοτεχνικούς χαρακτήρες, με την εξαίρεση, ίσως, των Ροβινσώνα Κρούσου και Φιλέα Φογκ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ω, ναι, υπάρχει μια που θα μου μείνει αξέχαστη. Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για ανάγνωση, αλλά για λαθρανάγνωση: βρισκόμουν όρθια στο τρόλεϊ. Στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής αποφάσισα (αν και ήξερα ότι δεν μπορώ να διαβάσω μέσα σε κινούμενο όχημα) να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα που διάβαζε καθήμενος συνεπιβάτης –είχα σταθεί πάνω από το κεφάλι του και μερικοί πειρασμοί αποδεικνύονται ακατανίκητοι. Ύστερα από λίγο άρχισα να αισθάνομαι ναυτία. Έκανα δυο στάσεις υπομονή και κατέβηκα στον Ευαγγελισμό, κρατώντας το στομάχι μου στα δόντια.

Πάντως, την ανάγνωση μέσα σε οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο την αντιμετωπίζω ως αντίδοτο στην πιθανή ανία της διαδρομής. Την οποία –ανία- μπορώ να αντιμετωπίσω είτε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο είτε κοιτάζοντας μέσα μου. Έτσι, δεν «χαραμίζω» τη σαγήνη ενός ελκυστικού βιβλίου –στην ανάγκη προτιμώ να λύνω σταυρόλεξα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει λίγες αράδες και έχω κρατήσει σημειώσεις οπουδήποτε. Από το τρόλεϊ όταν είναι σταματημένο σε φανάρι, ως κινηματογραφικές αίθουσες σε ώρα προβολής, ακόμα και οδοιπορώντας στην εξοχή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο συνειρμικός, που –θαρρώ- είναι και ο κύριος, για να μην πω ο μόνος, τρόπος. Οι ιδέες μου είναι συγκερασμοί πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραμέτρων, απρόβλεπτων και συχνά ασύνδετων. Και συνήθως παγιδεύονται από τη λειτουργία της μνήμης, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου και του χρόνου. Ατυχώς υπάρχουν και οι αναμενόμενες απώλειες.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Πρέπει να μπω στο κλίμα. Δηλαδή να προσαρμόσω τη ματιά μου και την ψυχική μου διαθεσιμότητα σε αυτό που θέλω να γράψω, έτσι ώστε να αποτελέσει το κλίμα μέσα στο οποίο ζω· έτσι ώστε διάφορα ερεθίσματα -φαινομενικά άσχετα- να βρουν τρόπο να συναφθούν και να αξιοποιηθούν. Όταν καταφέρνω να μετατρέψω τα ερεθίσματα σε αξιοποιήσιμο υλικό, τότε ξέρω ότι «το έχω». Όταν το υπό συγγραφή βιβλίο φτάσει στο σημείο να κυριεύσει και να χρωματίσει την καθημερινότητά μου, όταν νιώσω ότι με ελέγχει, τότε αισθάνομαι ότι το ελέγχω.

Η μουσική αποτελεί την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, επειδή γενικώς ακούω μουσική (αδιάκοπα, ακόμα και μέσα μου, πράγμα που γίνεται και λίγο τυραννικό, όταν μου «κολλάει» ένα τραγούδι για μια ολόκληρη μέρα και ιδίως αν το τραγούδι με εκνευρίζει, αλλά αδυνατώ να το αποδιώξω).

Κάθε φορά που γράφω, υπάρχει μια συγκεκριμένη μουσική (ή και περισσότερες, αλλά πάντα συγκεκριμένες μουσικές), με την οποία υποσυνείδητα ή συνειδητά ή κατ΄ επιλογή συσχετίζω αυτό που γράφω. Αλλά ως εκεί. Όταν γράφω και όταν διαβάζω δεν ακούω μουσική, κυρίως δεν ακούω τραγούδια με στίχους που με ταξιδεύουν, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Προτιμώ την ελληνική μουσική, σε κάθε της διαχρονική έκφραση, με την ξένη μουσική να ακολουθεί σε μικρή απόσταση και την κλασική να έπεται σε λίγο μεγαλύτερη.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Ως ένα σημείο πρόκειται για μια αλυσιδωτή αντίδραση:

Η διδακτορική μου διατριβή, με θέμα τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου πυροδότησε το αδιάλειπτο ενδιαφέρον μου για την ελληνική ταξιδιωτική πεζογραφία, με καρπό το πεντάτομο έργο Ελληνική Ταξιδιωτική Λογοτεχνία (ευρεία εισαγωγή και ανθολόγιο κειμένων από την ομηρική Οδύσσεια ως το 1990), καθώς και τον μεταγενέστερο ομότιτλο μικρό τόμο, όπου παρακολουθείται η εξέλιξη της ελληνικής ταξιδιωτικής γραφής ως το 2000.

Η προσπέλαση, στο πλαίσιο της διατριβής μου, ολόκληρου του έργου του Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου οδήγησε και στη συγγραφή της μονογραφίας Ι.Μ Παναγιωτόπουλος, συνολική θεώρηση του έργου του. Η εργασία αυτή υποβλήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών, ύστερα από προκήρυξη σχετικού βραβείου λίγο μετά τον θάνατο του Παναγιωτόπουλου. Είχα σκεφτεί τότε ότι θα ήταν μια καλή ευκαιρία να αξιοποιήσω το υλικό που είχα συγκεντρώσει (και που, εξαιρουμένων των ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ήταν καταδικασμένο να μείνει ανεκμετάλλευτο), ενώ και το χρηματικό έπαθλο ήταν ένα ακόμα κίνητρο. Έτσι γνώρισα τον Παντελή Πρεβελάκη, μέλος της Ακαδημίας, καθώς διένυε τον τελευταίο χρόνο της ζωής του.

Αυτή η αποφασιστικής σημασίας γνωριμία κατέληξε στη συγγραφή του βιβλίου Παντελής Πρεβελάκης. Οι δρόμοι του ζωντανού χρόνου.

Τα υπόλοιπα βιβλία ήταν αποτέλεσμα συμπτώσεων και προσωπικών επιθυμιών:

Χάρη στην φιλική οικογενειακή γνωριμία μας, ο βιβλιοδέτης Ανδρέας Γανιάρης μου εμπιστεύθηκε το αρχείο του πατέρα του Χρυσόστομου Γανιάρη, πρωτοποριακού εκδότη της δεκαετίας του 1920, ποιητή και βαθύτατα καλλιεργημένου, ευαίσθητου και πονεμένου ανθρώπου. Όταν ολοκλήρωσα τη μελέτη, το αρχείο δωρήθηκε από την οικογένεια στο Ε.Λ.Ι.Α., απ΄ όπου και εκδόθηκε Η ηδονή και η οδύνη των βιβλίων: Χρυσόστομου Γανιάρη βίος και έργα.

Η παρηγορία των