Posts Tagged ‘Λογοτεχνείο



25
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 91

ter Esterházy, Μια γυναίκα, εκδ. Ποταμός, 2003, μτφ. Μανουέλα Μπέρκι, σ. 48, 17-18.

(16)

Η αλήθεια είναι ότι εγώ δεν θεωρούσα καταστροφικό το γεγονός ότι τα κορμιά μας δεν λαμπαδιάζουν πλέον, αφού ακόμα και από μια απροθυμία μπορούν να ξεπηδήσουν ωραία πράγματα. Επιπλέον εγώ τη βρίσκω ακόμα και να είμαι απλά ξαπλωμένος δίπλα της και το χέρι μου να κρέμεται στον κόρφο της. Εκείνη δεν μιλάει γι’ αυτό, εκείνη μιλάει πάντα για το συνολικό θέμα, ενώ εγώ πάντοτε για τις λεπτομέρειες, και οι λεπτομέρειες από τη φύση τους είναι εν μέρει πάντα εντάξει, το σύνολο όμως δεν είναι.

(6)

Γι’ αυτό και μόλις τις αντικρίσω σε πεδίο κατάλληλο για φιλιά, και την σήμερον σπανίζουν τα μέρη που υπόκεινται σε απαγορεύσεις προβολής του ατομικού ή δημοσίου αισθήματος, της αρετής ή της ευλάβειας, τότε αρχίζω να τρέχω αμέσως προς το μέρος της σαν φιγούρα κινούμενου σχεδίου, με τα πόδια στο σβέρκο, και μπαμ, τρακάροντας πάνω της, πέφτοντας με φόρα ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να κοντοσταθώ, γιατί ξέρω πως τότε θα με χτυπήσει, θα μου ορμήσει αυτό το ταγκιασμένο κενό, η κλούβια απουσία της απουσίας, το σαπισμένο τίποτα…

Μνήμη Γιώργου Κάτου

17
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 90

Marguerite Yourcenar, Φωτιές, εκδ. Χατζηνικολή, 1981, μτφ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, σ. 179-180 (Feux, 1957)

Δυο το πρωί. Οι αρουραίοι ροκανίζουν μες στα σκουπίδια τα υπόλοιπα της νεκρής μέρας: η πόλη ανήκει στα φαντάσματα, στους δολοφόνους, στους υπνοβάτες. Πού βρίσκεσαι; μέσα σε ποιο κρεβάτι, μέσα σε ποιο όνειρο; Αν σε απάνταγα θα προσπερνούσες χωρίς να με δεις γιατί δεν έχομε ιδωθεί μέσα στα όνειρά μας. Δεν πεινώ: απόψε το βράδι δεν καταφέρνω να χωνέψω τη ζωή μου. Είμαι κουρασμένη: περπάταγα όλη τη νύχτα για να σπέρνω τη θύμησή σου. Δε νυστάζω: δεν μου κάνει όρεξη ούτε αυτός ο θάνατος. Καθισμένη σε ένα πάγκο, αποχαυνωμένη άθελά μου από το πρωινό που πλησιάζει, παύω να θυμάμαι πως προσπαθώ να σε ξεχάσω. Κλείνω τα μάτια…Οι κλέφτες θέλουν τα δαχτυλίδια μας, οι εραστές τη σάρκα μας, οι απόστολοι τις ψυχές μας, οι δολοφόνοι τη ζωή. Μπορούν να μου την πάρουνε τη δική μου: τους προκαλώ, τίποτε δεν θ’ αλλάξει. (…) Είναι η ώρα που ο Χρόνος μασκαρεύεται σε οδοκαθαριστή και ίσως, ο Θεός, σε ρακοσυλλέκτη.

Στην Ιωάννα Καρατζαφέρη

10
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 89

Ίμρε Κέρτες, Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου χωρίς πεπρωμένο, εκδ. Καστανιώτη, 2003, μτφ. από τα γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου, σ. 128-129 (Imre Kertész, Sorstalanság, 1975).

 Το κυριότερο είναι να μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου: με κάποιον τρόπο κάτι θα γίνει, γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ να μη γίνεται με κάποιον τρόπο κάτι – όπως μου έμαθε ο Μπάντι Τσιτρόμ, που είχε μάθει το σοφό αυτό ρητό στην Υπηρεσία Εργασίας. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να πλένεσαι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες (παράλληλα διατεταγμένες σκάφες με σωλήνες γεμάτες τρύπες στο ύπαιθρο, μπροστά, στην πλευρά του στρατοπέδου που πήγαινε προς το δρόμο). Εξίσου σημαντικό είναι να μοιράζεις τη μερίδα σου – είτε υπάρχει είτε όχι, πρόσθεσε – με οικονομία. Από το ψωμί, όσο δύσκολη κι αν μας φαίνεται αυτή η αυστηρή αυτοπειθαρχία, πρέπει να μένει κάτι και για τον καφέ της επόμενης μέρας, ένας κομμάτι μάλιστα – χάρη στον αυστηρό έλεγχο της σκέψης και προ πάντων των χεριών μας που γυροφέρνουν συνεχώς τις τσέπες του σακακιού μας – μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα: έτσι και μόνο έτσι μπορούμε να αποφύγουμε λόγου χάρη τη βασανιστική ιδέα ότι δεν θα είχαμε τίποτα να φάμε. Ότι το ύφασμα για τα παπούτσια που ανήκε στην γκαρνταρόμπα μας δεν είναι μαντίλι, όπως μέχρι τότε λανθασμένα πίστευα· ότι στα προσκλητήρια ή στη φάλαγγα είναι ασφαλές μόνο το κέντρο· ότι όταν μας μοιράζουν τη σούπα δεν πρέπει να επιδιώκουμε να πηγαίνουμε μπροστά, αλλά να μένουμε πίσω, γιατί τότε μας σερβίρουν από τον πάτο του καζανιού και συνεπώς απ’ ότι έχει μέσα η σούπα· ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την λαβή του κουταλιού μας σε εργαλείο που από τη μια μεριά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαχαίρι: όλα αυτά και άλλα πολλά ακόμα χρήσιμα πράγματα στον τομέα της αιχμαλωσίας έμαθα από τον Μπάντι…

 Μνήμη Άρη Αλεξάνδρου

03
Απρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 88

Γκύντερ Γκρας, «1976», από το: Ο αιώνας μου, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. από τα γερμανικά Τούλα Σιέτη, σ. 286 (Günter Grass, Mein Jahrhundert, 1999)

Πιστεύαμε, αδιάφορο που συναντιόμαστε στο ανατολικό Βερολίνο, ότι είχαν βάλει κοριούς και μας παρακολουθούσαν. Υποπτευόμαστε παντού, κάτω από τον σοβά, στη λάμπα της οροφής, ακόμα και στις γλάστρες, επιμελώς τοποθετημένους κοριούς και γι’ αυτό φλυαρούσαμε ειρωνικά για το έμπλεο φροντίδος κράτος και την ακόρεστη ανάγκη του για ασφάλεια. Καθαρά και αργά, ώστε να προλαβαίνουν να γράφουν, προδίδαμε μυστικά που αποκάλυπταν τον απόλυτα ανατρεπτικό χαρακτήρα της λυρικής ποίησης και που απέδιδαν στην εύστοχη χρήση της ευκτικής συνωμοτικές προθέσεις. (…) Υπεροπτικά παίζαμε με τη Στάζι και υποθέταμε – μισοαστεία μισοσοβαρά – ότι στον κύκλο μας είχαμε τουλάχιστον έναν χαφιέ, διαβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον ότι «κατά βάθος» ο καθένας μας ήταν ύποπτος.
Στον Γιώργο Γλυκοφρύδη

27
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 87

Γκράχαμ Σουίφτ, Εσαεί, εκδ. Εστία, 1999, μτφ. Αλέξης Εμμανουήλ, σ. 290, 294-295 (Graham Swift, Ever after, 1992).

Πόσες διαδρομές με ταξί; Πόσα σελίνια στο ταξίμετρο; Πόσα ταξίδια, τόσο σύντομα όλα, μέσα από τους έρημους δρόμους, μέσα από τις νυχτερινές, ντροπαλές ώρες του έρωτα, πριν καν τολμήσουμε να ξεστομίσομε τις μαγικές λέξεις; Ίσως η αγάπη να είναι περισσότερο από το άθροισμα δυο ανθρώπων. Ίσως η αγάπη να είναι ένα τρίτο πράγμα, που χορηγείται με τρόπο μυστηριώδη, πολύτιμο κι εύθραυστο, σαν κάποιο σπάνιο, ζεστό αβγό. Ευχόμασταν και φοβόμασταν να την επισπεύσουμε. Τη φροντίσαμε σαν επιμελείς θεματοφύλακες, περιμένοντας την ωρίμανση του φορτίου μας. Ο καιρός θα ερχόταν όταν (…) η στενόχωρη γεωγραφία των ζωών μας θα συστελλόταν στην εκστατική γεωγραφία ενός μοιρασμένου κρεβατιού (για ν’ ακριβολογούμε, ενός στρώματος στο πάτωμα).

Δεν παριστάνω τον επηρμένο, αλλά ξέρω τι σημαίνει, καθισμένος εδώ σε αυτό τον μισοσκότεινο κήπο, να μην είσαι βέβαιος για το ποιος είσαι. Λένε πως οι ηθοποιοί είναι αληθινά ακαθόριστοι, μισοσχηματισμένοι, άυλοι άνθρωποι. Πεισμωμένοι εξαιτίας της μη ικανοποιητικής αίσθησης ταυτότητας κι από μια έλλειψη προσωπικότητας, προσπαθούν να ανταπεξέλθουν παλεύοντας να γίνουν αυτοί οι άλλοι άνθρωποι. Όμως γιατί να μην αρχίσουμε από την άλλη υπόθεση; Πως δηλαδή οι ηθοποιοί έχουν περίσσευμα προσωπικότητας: γι’ αυτό τη σκορπάνε τριγύρω. Και γιατί να μην εκκινήσουμε από την υπόθεση – θα ήταν λογικό και δίκαιο και όμορφο, ακόμα κι αν ολοφάνερα δεν είναι έτσι – ότι η φύση έχει προικίσει τον καθένα μας με μια ισοδύναμη, καθορισμένη και επαρκή προσωπικότητα;

Στην Λένα Κιτσοπούλου

20
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 86

Γιενς Κρέστιαν Γκρένταλ, «Η πεζογραφία μου δεν αφορά τα γεγονότα αλλά τη συνειδησιακή ροή», συνέντευξη στον Σωκράτη Καμπουρόπουλο, περιοδικό Διαβάζω, τ. 516 (Μάρτιος 2011), σ. 27-28 (Jens Christian Groendahl).

Το πρόβλημα με τη νεωτερικότητα είναι ότι οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές, ότι το υποκείμενο συγκροτεί μόνο του την ταυτότητά του. Αλλά αυτό που επιλέγουμε ως «ταυτότητα» είναι ρευστό, αλλάζει με τη ροή των γεγονότων και αυτό είναι που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον, λογοτεχνικά. Η πεζογραφία μου δεν εδράζεται στα ίδια τα γεγονότα, αλλά στις σκέψεις και στη συνείδηση των ηρώων μου που εξελίσσεται διαρκώς, κάτω από την επίδραση των γεγονότων. Ό,τι νομίζουμε ότι είμαστε δεν μένει το ίδιο. Το μόνο που μένει είναι η εκ των υστέρων αφήγηση των γεγονότων. Στην ταινία Στο πέρασμα του χρόνου του Βιμ Βέντερς, που ο τίτλος της ήταν προμετωπίδα στο πρώτο μου βιβλίο, ο πρωταγωνιστής λέει: “ich bin mein gesicht” («είμαι η ιστορία μου»).

Μνήμη Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.

13
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 85

Αναΐς Νιν, [απόσπασμα από γράμμα στην Τζουν, κείμενο που παραδίδει η Νανά Ησαΐα, «Διαμέσου ενός ημερολογίου»], Περιοδικό Η λέξη, (Αφιέρωμα: Το ημερολόγιο), τεύχος 59-60 (Νοέμβρης – Δεκέμβρης 1986), σ. 1185.

Ο συγγραφέας είναι ο μονομάχος που ποτέ δεν δίνει τη μάχη στην ώρα που έχει ορισθεί γι’ αυτήν, που τυλίγει και παίρνει μαζί του μια προσβολή, σαν να ήταν ένα οποιοδήποτε περίεργο αντικείμενο, το κομμάτι ενός συλλέκτη, την ξεδιπλώνει πάνω στο γραφείο του αργότερα, και μετά αρχίζει να μονομαχεί λεκτικά μαζί της. Ορισμένοι το αποκαλούν αυτό αδυναμία. Εγώ το αποκαλώ αναβολή. Αυτό που αποτελεί μια αδυναμία για τον άνθρωπο μεταβάλλεται σε μια ποιότητα για τον συγγραφέα. Γιατί διαφυλάσσει, συλλέγει αυτό που θα εκραγεί αργότερα μέσα στο έργο του. Γι’ αυτό το λόγο ο συγγραφέας είναι ο πιο μοναχικός άνθρωπος στον κόσμο· επειδή ζει, μάχεται, πεθαίνει, ξαναγεννιέται πάντοτε μόνος· όλοι του οι ρόλοι παίζονται πίσω από ένα παραπέτασμα. Μέσα στη ζωή παρουσιάζει μια αταίριαστη μορφή σε σχέση με όλα όσα υπάρχουν γύρω.

Μνήμη Νένης Ευθυμιάδη

06
Μαρ.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 84

Τζακ Λόντον, Μάρτιν Ίντεν, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2η έκδ., 1993, μτφ. Έλλη Φιλοκύπρου, σ. 189 (Jack London, Martin Eden, 1909)

Σπάνιες όμως ήταν οι στιγμές που ο Μάρτιν κατόρθωνε να σκεφτεί. Το σπίτι της σκέψης ήταν κατάκλειστο, τα παράθυρά του σφραγισμένα κι αυτός ήταν ο ίσκιος-φύλακάς του. Ήταν ένας ίσκιος. Ο Τζόε είχε δίκιο. Ήταν κι οι δυο ίσκιοι που βρίσκονταν στην ατέλειωτη κόλαση του μόχθου. Ή μήπως ήταν όνειρο; Μερικές φορές μέσα στη ζέστη και στους ατμούς, καθώς περνούσε τα βαριά σίδερα πάνω απ’ τα ασπρόρουχα, πίστευε πως όλα ήταν όνειρο. Σε λίγο ή μετά από χίλια χρόνια θα ξυπνούσε μέσα στο μικρό του δωμάτιο με το μελανωμένο του τραπέζι και θα ξανάπιανε το γράψιμό του από ’κει που το ’χε αφήσει την προηγούμενη μέρα. Εκτός κι αν ήταν κι εκείνο ένα όνειρο, οπότε θα ξυπνούσε όταν θ’ άλλαζαν οι βάρδιες και θα πεταγόταν απ’ την κουκέτα του, θα διέσχιζε τρεκλίζοντας την καμπίνα του, θ’ ανέβαινε στο κατάστρωμα κάτω από τ’ άστρα του τροπικού και θα ’πιανε στα χέρια του το τιμόνι, ενώ το ψυχρό μελτέμι θα του τρυπούσε τη σάρκα.

Στον Θανάση Σκρούμπελο

23
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 83

Μπενουά Ντυτέρτρ, Το κοριτσάκι και το τσιγάρο, εκδ. Εστία, 2008, μτφ. Λίνα Σιπητάνου, σ. 66 (Benoit Duteurtre, La petite fille et la cigarette, 2005)

O πραγματικός κίνδυνος εμφανίζεται τις στιγμές της βεβαιότητας, όταν δεν φοβάμαι πια. Όντας εκ φύσεως ντροπαλός και χωρίς καθόλου αυτοπεποίθηση, κινούμαι προσεκτικά προς κάποιες μικρές νίκες. Όμως τη στιγμή της πληρότητας, τότε που σηκώνω περήφανα το κεφάλι, η γελοιοποίηση που κρύβεται στη σκιά, δεν αργεί ποτέ να με σκεπάσει. Εκατό φορές το είχα διαπιστώσει. Μην εμπιστεύεσαι την υπερβολική αυτοπεποίθηση, το νικητήριο αίσθημα, αντιστάσου σε εκείνες τις σαγηνευτικές φωνές που σου επαναλαμβάνουν να μην το παίζεις πια μικρός, επιφυλακτικός, ταπεινός, ντροπαλός. Ήθελαν να με πείσουν ότι τα πάντα είναι δυνατά, και εγώ μεθώ με το φαρμακερό τους άρωμα. Προελαύνω περήφανα στο πεδίο της δόξας, αποφασισμένος να ξεχάσω τη ντροπή της μετριότητας και τότε είναι που ο κουβάς με τα λύματα πέφτει στο κεφάλι μου.

Στον Φίλιππο Δρακονταειδή

16
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 82

Κλαούντιο Μάγκρις, Δούναβης, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, σ. 507 (Claudio Magris, Dunabio, 1986).

Ίσως μια αρχαιολογία των απορριμάτων και των υπονόμων να μας έδινε μια κρυφή και αντεστραμμένη ιστορία των πόλεων, όπως εκείνη η σπουδαία που μας έδωσε ο Ερνέστο Σάμπατο στο μυθιστόρημά του Περί ηρώων και τάφων.
Αυτός όμως ο κόσμος δεν είναι μόνο ο κολαστήριος εκείνος κοπρώνας που περιγράφει ο αργεντινός συγγραφέας. Ανάμεσα στα απόβλητα και τα κόπρανα αναπηδά η στιλβηδόνα ενός θησαυρού, που κάποια ξωτικά τον αποσπούν από τα σπλάχνα της γης. Στα παιδικά μας χρόνια, όταν ένα μολυβένιο στρατιωτάκι ή το περιτύλιγμα μιας σοκολάτας εξαφανίζονταν μυστηριωδώς, σκεφτόμασταν ότι θα είχαν γλιστρήσει σε κάποια σχισμάδα και από εκεί θα είχαν πάει κάτω, σ’ εκείνη την άγνωστη χώρα….

Στον Αντώνη Σουρούνη

09
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 81

 Bill Drummond, Ας αλέσουμε ή «Πώς η Κ2 Plant Hire άρχισε να δουλεύει», στο: Συλλογικό – Disco 2000. Διηγήματα για το τέλος της χιλιετίας, εκδ. Οξύ, 1999, μτφ. Χρήστος Μιχαλάτος, (Disco 2000, ed. Sarah Champion, 1999)

Τα τελευταία δέκα χρόνια, είχαμε διαρκώς την ιδέα ότι κάτι έπρεπε να γίνει με το Στόουνχετζ. Είτε κάποιος έπρεπε να το επισκευάσει ή έπρεπε να καταστραφεί ολοσχερώς σαν μη επιδεχόμενο εκμετάλλευση. Θα μπορούσα εύκολα να εξαπολύσω μια επίθεση στην πολιτιστική κληρονομιά, αλλά αυτό είναι καλύτερα να το αφήσω στους δημοσιογράφους των φυλλάδων που ξέρουν πώς  να παρουσιάσουν ένα λογικό επιχείρημα.

Νομίζω πως έχουμε αυτή την έλξη για τις πέτρες, όχι εξαιτίας κάποιου είδους καινούργιου παγανιστικού πόθου στις ψυχές μας, αλλά περισσότερο επειδή φαίνονται να συμβολίζουν για μας κάτι που ζει σ’ αυτά τα νησιά. Ένα συνεχές που μας έλκει περισσότερο και βαθύτερα απ’ ότι η Εθνική Σημαία, η βασιλική οικογένεια, η μητέρα μας των κοινοβουλίων, οι νίκες μας στον πόλεμο, η γλώσσα μας, το εθνικό μας νόμισμα ή ακόμη και η ποπ μουσική μας. Δεν μας έχουν αναγκάσει να τα «φάμε» στο σχολείο. Δεν απεικονίζονται στα νομίσματα που έχουμε στις τσέπες μας. Δεν προσπαθούν να μας πουν τι να κάνουμε, ή να μας κάνουν να νιώθουμε ένοχοι. Απλά βρίσκονται εκεί, από γενιά σε γενιά.

Μνήμη Γιώργου Β. Μακρή

Κοινοποίηση σε: Χρήστο Χρυσόπουλο και Βομβιστή του Παρθενώνα

Συνοδευτικό άκουσμα: Julian Cope – Bill Drummond Said (Fried LP, 1984)

03
Ιαν.
11

Λογοτεχνείο, αρ. 80

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Το ζωντανό πόδι, εφημ. Ελευθεροτυπία 25.9.1994 (και στο: Πάλι κεντάει ο στρατηγός, εκδ. Καστανιώτη, 1996) 

O Μονοκύλινδρος μετά το ατύχημα δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν αποθαρρύνθηκε, δεν άλλαξε καθόλου συμπεριφορά. Συνεχίζει πάντα να είναι ο ίδιος και χειρότερος, οδηγάει μηχανάκια και μηχανές όλο και μεγαλύτερες, όλο και περισσότερων κυβικών. Λίγο καιρό μετά τον ακρωτηριασμό άρχισε να εκπαιδεύεται κι έφτασε, ενώ περνάει καβάλα στην «HONDA» του δίπλα από σκουπίδια, ν’ απλώνει το ξύλινο πόδι και, με μια κυκλική, αριστοτεχνική κίνηση, να μαγκώνει τις μαύρες, γεμάτες σακούλες και να τις πετάει ψηλοκρεμαστά πίσω, καταπάνω στα αυτοκίνητα που έρχονται – μια φορά πάει να δοκιμάσει το ίδιο κόλπο με το γερό πόδι, πέφτει πάνω σε σακούλα γεμάτη  μάρμαρα και σπάει και το πόδι το καλό.

Πριν από τρεις μήνες περίπου, μεθυσμένος, καβάλησε το πεζοδρόμιο και μπήκε μέσα στο ζαχαροπλαστείο «ΗΒΗ», εδώ παρακάτω, κατέβασε ολόκληρη τη βιτρίνα, μπουκάρισε με τη μηχανή μες τα ψυγεία κι αιμόφυρτος απ’ τα σπασμένα τζάμια σωριάστηκε στο δάπεδο, τρέχει ένα γκαρσόν, του λέει με αγωνία: «Πώς είσαι, είσαι καλά;»

«Μια χαρά είμαι», απαντάει ο Μονοκύλινδρος, μέσα στα αίματα, «φέρε μου ένα προφιτερόλ» (…)

Ξεκινάει αναστατωμένος και απρόσεκτος, οδηγώντας τη μηχανή με το ένα χέρι και κοιτάζοντας, σκυμμένος, το πόδι του (…) κάνει μερικά ζιγκ ζαγκ και στα εκατό μέτρα γλιστράει η «HONDA» πλάγια και ο Μονοκύλινδρος πέφτει κάτω, του φεύγει το ξύλινο πόδι μαζί με το παπούτσι, σέρνεται για καμιά εικοσαριά μέτρα στην άσφαλτο και πάει στριφογυρίζοντας μόνο του και σταματάει στο κέντρο της διασταύρωσης. Είναι ένα σωρό κόσμος γύρω που κοιτάζει άναυδος, ανατριχιάζοντας, το πόδι, όλοι νομίζουν ότι είναι ζωντανό και κόπηκε με το πέσιμο – σηκώνεται ψύχραιμα ο Μονοκύλινδρος και, χοροπηδώντας χαρωπά με το καλό πόδι, σαν να παίζει κουτσό, πάει, μαζεύει το ψεύτικο και το ξαναφοράει άνετα φωνάζοντας «μη φοβάστε, παιδιά, ταινία γυρίζουμε».

Μνήμη Νάσου Θεοφίλου

19
Δεκ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 79

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Αυτός είμαι. Αυτοβιογραφία, σε: Ποίηση και επανάσταση. Έρωτας και επανάσταση. Σάτιρα. Αυτός είμαι, εκδ. Οδυσσέας, 2001, μτφ. από τα ρωσικά – εισαγωγή – σημειώσεις Πέτρος Ανταίος, σ. 382 και 395.

Το λεγόμενο δίλημμα
Βγήκα ξεσηκωμένος. Εκείνοι που διάβασα ήταν οι λεγόμενοι μεγάλοι. Μα πόσο εύκολο ήταν να γράψει κανείς καλύτερα από δαύτους. Ήδη αντιμετωπίζω σωστά τον κόσμο. Μόνο που χρειάζομαι πείρα στην τέχνη. Από πού να την πάρω; Είμαι αμόρφωτος. (…) Αν μείνω στο κόμμα, πρέπει να γίνω παράνομος. Και ως παράνομος θεωρούσα πως δε θα μπορούσα να σπουδάσω. Προοπτική – σ’ όλη μου τη ζωή να γράφω προκηρύξεις, να διατυπώνω σκέψεις παρμένες από σωστά βιβλία, που όμως δε θα τα είχα επινοήσει εγώ. Αν μου ξετινάξουνε ό,τι έχω πάρει από διαβάσματα τι θ’ απομείνει; Η μαρξιστική μέθοδος. Μήπως όμως το όπλο αυτό έπεσε σε παιδικά χέρια;
(…)

1928
Γράφω το ποίημα Άσχημα. Θεατρικό έργο και λογοτεχνική μου βιογραφία. Πολλοί έλεγαν: «Η αυτοβιογραφία σας δεν είναι πολύ σοβαρή». Σωστά. Ακόμα δεν έγινα ακαδημαϊκός και δε συνήθισα να νταντεύω την αφεντιά μου· άλλωστε η δουλειά μου μ’ ενδιαφέρει μόνο όταν είναι χαρούμενη. Άνοδος και πτώση πολλών λογοτεχνιών, οι συμβολιστές, οι ρεαλιστές κ.λπ., ο αγώνας μας εναντίον τους – όλα αυτά που ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου: είναι μέρος της εξαιρετικά σοβαρής ιστορίας μου. Πράγμα που απαιτεί να γράψω γι’ αυτά. Και θα γράψω.

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

28
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 78

Πέτερ Χάντκε, Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή Δικαιοσύνη για τη Σερβία. Καλοκαιρινό συμπλήρωμα στο χειμωνιάτικο ταξίδι, εκδ. Εξάντας, 1998, μτφ. Θεοδώρα Τσόκα, σ. 74-75 (Peter Handke, Eine winterliche Reise zu den Flüssen Donau, Save, Morawa und Drina oder Gerechtigkeit für Serbien. Sommerlicher Nachtag zu einer winterliche Reise, 1996).

Περίεργος ο ήχος του κουδουνιού, όταν χτυπήσαμε αργότερα στην πόρτα μιας πολυκατοικίας, στον κεντρικό δρόμο αυτής της ήσυχης, το βράδυ της Κυριακής, επαρχιακής πόλης της Γιουγκοσλαβίας· βρισκόμουν για πρώτη φορά εδώ, κι όμως είχε κάτι το οικείο (και θυμάμαι τώρα ότι κάπως έτσι βρέθηκα και πριν από τριάντα χρόνια μπροστά στην πόρτα μιας φίλης μου, βαθιά μέσα στην Κροατία). Περάσαμε μέσα: τρία φωτεινά και, πολύ σπάνιο για τη Σερβία, ζεστά δωμάτια (…)· η οικοδέσποινα είχε σπουδάσει αρχαιολογία στο Βελιγράδι και τώρα ήταν γραμματέας στο εργοστάσιο ηλεκτρισμού στον Δρίνο (…)· κάθε τόσο έριχνε, μέσα από τις καλοκλεισμένες κουρτίνες, μια ματιά στην αυλή, με την οποία συνόρευαν κι άλλες παρόμοιες πολυκατοικίες· χιόνι, χιόνι, κι όλο χιόνιζε κι άλλο.

Η Όλγα, η ντόπια, η γυναίκα από την Μπάνια Μπάστα, που γνώριζε όλες σχεδόν όλες τις κινηματογραφικές ταινίες του κόσμου, διηγιόταν τώρα πως δεν είχε πάρει είδηση ο κόσμος εδώ από τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει σ’ ένα μόλις χιλιόμετρο απόσταση. Υπήρχαν πάντα οι φήμες ότι κατέβαιναν πλήθος από πτώματα κάθε τόσο το ποτάμι, αλλά δεν γνώριζε κανέναν που να τα είχε δει με τα μάτια του. Κανείς βέβαια, έτσι μας είπε, δεν κολυμπούσε πια στον Δρίνο· πριν από τον πόλεμο το ποτάμι ήταν, κι από τις δυο μεριές, κι από τη Σερβία κι από τη Βοσνία, γεμάτο κολυμβητές που περνούσαν από τη μια μεριά στην άλλη και πάλι απέναντι· τώρα είχαν σταματήσει κι οι εκδρομές με το πλοίο. (…)

Διότι αυτός ήταν ο πόλεμος στη Βοσνία, αν κι άλλες φορές σε μικρότερη, πολύ μικρότερη κλίμακα: τη μια νύχτα έπεφταν οι δολοφόνοι σ’ ένα μουσουλμανικό χωριό και την άλλη σ’ ένα σερβικό. Και τώρα είχαν μείνει εδώ, σ’ αυτή την πόλη πάνω στα σύνορα, οι Σέρβοι αναμεταξύ τους, και κανένας δεν ήξερε πώς να φερθεί στον άλλο.

Στον Μιχάλη Φακίνο

21
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 77

Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, Ο Μολδαβός σωματέμπορος, εκδ. Πάπυρος, 2008, μτφ. Αλίκη Βασώνη, θεώρηση μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 45 (Edgardo Cozarinsky, El rufián moldavo, 2004).

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερα πνιγηρό στα χειμωνιάτικα απογεύματα στο Μπουένος Άιρες, στο φως που φθίνει, στην υγρασία∙ κενά κυριακάτικα απογεύματα, που σε καλούν μονάχα να βρεις καταφύγιο σε μια εμμονή. Πιστεύω πως σε μερικούς δίνεται η ευκαιρία για έρωτα, για χάδια, για γλυκόλογα στ’ αυτό, για περιπτύξεις μέσα σε τέσσερις τοίχους και ζεστά σεντόνια, προτού βγουν μέσα στη νύχτα∙ για άλλους υπάρχει η παράλληλη ζωή των μυθιστορημάτων ή του κινηματογράφου. Αναγνωρίζω πως είμαι υπερβολικά ντροπαλός για το πρώτο, που το δοκίμασα ελάχιστες φορές και με αδέξιο τρόπο∙ αλλά και υπερβολικά απαιτητικός για το δεύτερο, που μου αιχμαλωτίζει την προσοχή για λίγο μόνο, αφήνοντάς μου μια έντονη αίσθηση ανικανοποίητου.

Στην Έφη Καλογεροπούλου

 Υ.Γ. Ο Δαίμων του Λογοτεχνείου είμαστε εμείς. Αλλά οι Άγγελοι της Διόρθωσης είναι άλλοι, ευτυχώς για μας. Ευχαριστούμε.

14
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 76

Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή, εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, σ. 165 (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Ένα πλήθος Αμερικανοί αρρωστημένοι ξαφνικά σε ξένες χώρες πρέπει να νοιώθουν την ίδια κάψα για την παιδική τους ηλικία, όπως ο Γουλφ θυμάται εξαιρετικά βασανισμένος σε κάποιο δωμάτιο της Οξφόρδης το μοναχικό ήχο του μπουκαλιού του γαλατά το ξημέρωμα στη Βόρεια Καρολίνα, η ο Χέμινγουεϋ βλέπει ξαφνικά τα φθινοπωρινά φύλλα του Ανν Άρμπορ σ’ ένα μπουρδέλο στο Βερολίνο. Ο Σκοτ Φιτζ με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του στην Ισπανία σαν σκέφτεται τα παλιά παπούτσια του πατέρα του στην πόρτα του αγροτικού σπιτιού. Ο Τζώννυ Σμιθ ο Τουρίστας ξυπνάει μεθυσμένος σ’ ένα δωμάτιο με ρωγμές στην Κωνσταντινούπολη κλαίγοντας για παγωτό με σόδα την Κυριακή το Απόγευμα στο Ρίτσμοντ Χιλλ Σέντερ.

Στην Δήμητρα Κολλιάκου

07
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 75

Auguste Strindberg, Απόκρυφο ημερολόγιο, μτφ. Κατερίνα Σουμπασάκου, περιοδικό Η Λέξη, αφιέρωμα Το ημερολόγιο, τ. 59-60 (Νοέμβρης  – Δεκέμβρης 1986), σ. 1174 (χωρίς περαιτέρω ενδείξεις).

[25, 26, 27, 28 Σεπτεμβρίου]

Το παρελθόν μου; Μπορεί κανείς να ξεμπερδέψει τα νήματα της ζωής ενός ποιητή; Έχει κανείς το δικαίωμα να μετανοιώσει για το παρελθόν από το οποίο άντλησε μαθήματα; Και από το γεγονός ότι δεν έβγαλε τον εαυτό του στη σκηνή; Ζήσαμε όπως μπορέσαμε – όχι όπως το θελήσαμε! Το να σέρνεται κανείς στη λάσπη, όπως εγώ, είναι από μόνο του μια τιμωρία! Ό,τι κακό έχω κάνει, στο μεγαλύτερο μέρος του, το έκανα από άγνοια και σε στιγμή πάθους – όπως και άλλα πολλά! Και μήπως δεν τιμωρήθηκα αρκετά; (Δες «Στη Δαμασκό», Τρίτο Μέρος).

Στον Μανόλη Ξεξάκη

31
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 74

Τίμπορ Φίσερ, Η φοβερή τροπή των πραγμάτων, εκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αντώνης Γαλαίος, σ. 234 – 236 (Tibor Fischer, Under the frog, 1992)

Αυτό δεν τους εμπόδισε να πάνε μια βόλτα. Είχε σκοτάδι, κρύο και φυσούσε. Και ο ήλιος να έλαμπε βέβαια, δεν υπήρχε τίποτα να δεις στο Σέγκεντ. Ο Γιούρι ήταν απτόητος. Ένιωθε σαν να του είχαν χώσει ένα παπούτσι στο λαιμό, αλλά ο περίπατος μέσα στο σκοτάδι τον ευχαριστούσε. Το περιβάλλον τού πρόσφερε έναν ανταγωνισμό. Αυτοί έδιναν κίνηση στο σύμπαν, ζωή στο ερημωμένο σκοτάδι. Το περπάτημα για τον Γιούρι ήταν το ποταπότερο είδος ψυχαγωγίας, αυτόν τον περίπατο όμως με τη Γιάντβιγκα δεν τον άλλαζε με τίποτα στον κόσμο…

Το επόμενο Σαββατοκύριακο βρήκε τον Γιούρι να μετατρέπεται σε πραγματικό ειδήμονα της σιδηροδρομικής γραμμής Βουδαπέστη – Σέγκεντ. Αναγνώριζε πια όλες τις θημωνιές και τα δέντρα της διαδρομής…

Ανασκοπώντας τα γεγονότα, ο Γιούρι απόρησε που αισθανόταν τόση ηδονή, ενώ φορούσε ακόμα τα ρούχα του και μια τάφρος οξυγόνου τον χώριζε από το κάστρο που ήθελε να κατακτήσει.

Στον Ηλία Κουτσούκο

24
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 73

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο άγιος ζιγκολό, εκδ. Αστάρτη, 2005, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 187 (Pascal Bruckner, L’ amour du prochain, 2004)

Πάντα μου ονειρευόμουν να αλαφρύνω, τόσο πολύ φοβόμουν μην πνιγώ κάτω από το βάρος των όντων, των πραγμάτων. Βλέποντας τους γονείς μου να συσσωρεύουν χρόνο με τον χρόνο έπιπλα και μικροαντικείμενα, και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου να φεύγουν για διακοπές με εφτά ή οχτώ βαλίτσες τη μια πλάι στην άλλη, ένοιωθα εξουθενωμένος. Δεν υπάρχει παρά μονάχα ένα έγκυρο επιχείρημα ενάντια στην αρχή της ιδιοκτησίας: αυτό που κατέχουμε μας κατέχει. Πολύ νωρίς δεν ήθελα πια κανένα φορτίο, λαχταρούσα να γίνω ευέλικτος, υδραργυρικός. Να μη βαραίνω, μα μη με βαραίνει τίποτα, να μη με δεσμεύει τίποτα: έφερα σε πέρας αυτό το πρόγραμμα. Είχα λύσει τα δεσμά που με κρατούσαν ενωμένο με την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την ερωμένη μου, για να αφοσιωθώ στο μοναδικό μου πάθος. Αποτινάζοντας από πάνω μου κάθε αλυσίδα δεν είχα επίσης θυσιάσει και το ουσιώδες;

Στον Σπύρο Καρυδάκη

17
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 72

Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, εκδ. Κέδρος – Ράππα, 1983, μτφ. Βασίλης Παπαβασιλείου, σ. 116-119 (Roland Barthes, Fragments d’ un discours amoureux, 1997).

Έρωτας ανέκφραστος.
1. Δυο παντοδύναμοι μύθοι μας έκαναν να πιστέψουμε ότι ο έρωτας μπορούσε, όφειλε μάλιστα να εξιδανικευτεί σε αισθητική δημιουργία: ο σωκρατικός μύθος («ο έρωτας σε βοηθάει να γεννοβολάς πολλούς, ωραίους και υπέροχους λόγους») και ο ρομαντικός μύθος (θα φτιάξω ένα έργο αθάνατο γράφοντας το πάθος μου).
Ωστόσο ο Βέρθερος, που άλλοτε σχεδίαζε και πολύ και καλά, δεν μπορεί να φτιάξει το πορτρέτο της Καρλότας (μόλις που σκιτσάρει τη σιλουέτα της, δηλαδή ακριβώς αυτό που τον αιχμαλώτισε στη γυναίκα αυτή) «Έχασα, τη θεία δύναμη, τη ζωοδότρα, που μ’ αυτήν έπλαθα κόσμους ολόγυρά μου».
(…)
3. Δεν μπορώ να γράψω τον εαυτό μου. Ποιο είναι, άλλωστε, το εγώ που θα γραφόταν στην περίπτωση αυτή. Ενόσω θα εισχωρούσα στη γραφή, η γραφή θα το αποδυνάμωνε, θα το αχρήστευε (…)
4. Θέλω να γράψω τον έρωτα, σημαίνει έρχομαι αντιμέτωπος με τον κυκεώνα της γλώσσας: αυτήν την περιοχή ταπεινοφροσύνης, όπου η γλώσσα είναι περίσσια και ταυτόχρονα λειψή, υπερβολική (εξαιτίας της απεριόριστης διαστολής του εγώ και της συγκινησιακής πλημμυρίδας) και συνάμα φτωχή (εξαιτίας των κωδίκων μέσω των οποίων ο έρωτας τη συρρικνώνει και την ισοπεδώνει).

Στον Γιώργο Γιατρομανωλάκη

10
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 71

Γιασάρ Κεμάλ, Χρώματα της ζωής και της γραφής. Συζήτηση με τον Alain Bosquet, εκδ. Θεμέλιο, 1994, μτφ. Μαρία Κουρούκλη, σ. 156 (Yachar Kemal, Entretiens avec Alain Bosquet, 1992)

Σας το έχω πει και με άλλη ευκαιρία, δεν παίρνω θέση με γνώμονα τον αναγνώστη. Ποιος είναι ο αναγνώστης; Ολόκληρη η ανθρωπότητα; Πώς να μαντέψει κανείς τι θα του αρέσει ή τι θα θελήσει να διαβάσει; Η δουλειά μου είναι να περιγράφω εκείνον τον μαγικό κόσμο και αυτά που συμβαίνουν εκεί, να αφήνομαι να με παρασύρει η αλήθεια της φύσης και του ανθρώπου, η μαγική αλήθεια της αφήγησης, η μαγεία των λέξεων. Να προσθέσω στην αλήθεια αυτού του μαγικού κόσμου μια πραγματικότητα πιο αληθινή από το πραγματικό. Είχαμε ένα μεγάλο ποιητή που έζησε το δέκατο τρίτο αιώνα, τον Yunus Emre. Λέει κάπου «Υπάρχει ένα εγώ μέσα στο εγώ, πέρα από το εγώ». Για να μιλήσω σαν κι αυτόν, λέω «Υπάρχει το αληθινό πέρα από την αλήθεια, υπάρχει η μαγεία πέρα από τη μαγεία».

Στον Θωμά Κοροβίνη

03
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 70

 Τζων Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Νέο Χαμσαϊρ, εκδ. Μέδουσα, 1989, μτφ. Τάσος Δαρβέρης, σ. 91 (John Irving, The Hotel New Hampshire, 1981).

Μολονότι το Σχολείο του Γαλατάδικου μετά βίας συντηρούσε τους επιστάτες τους, ο πατέρας πίστευε ότι μπορούσε να στηρίξει ένα ολόκληρο ξενοδοχείο μέσα στην πόλη – και το γεγονός ότι η πόλη αυτή ήταν τόσο ψωραλέα, ώστε κανείς δεν είχε, μέχρι τότε, σκεφτεί να στήσει ένα κατάλυμα, δεν τον απασχολούσε διόλου. Οι θερινοί επισκέπτες του Νέου Χάμσαϊρ έμεναν στις παραλίες που απείχαν μόλις μισή ώρα. Τα βουνά (…) απείχαν μια ώρα. Η πόλη όμως του Γαλατάδικου ήταν χτισμένη σε κάμπο. Βρισκόταν μεν στα μεσόγεια, αλλά όχι σε ύψωμα. Ήταν αρκετά κοντά στην θάλασσα, ώστε να είναι υγρή, και αρκετά μακριά, ώστε να μην απολαμβάνει κανένα πλεονέκτημα δροσιάς και φρεσκάδας. Ο ζωογόνος αέρας του ωκεανού και του βουνού δεν μπορούσε να σκορπίσει την καταχνιά που ανέβαινε από τον ποταμό Σκοάμσκοτ – και το Γαλατάδικο ήταν πόλη αυτής της κοιλάδας, με διαπεραστικό από την υγρασία και το κρύο χειμώνα και με νοτερό ζεστό καλοκαίρι. Δεν ήταν ένα γραφικό χωριό της Νέας Αγγλίας, αλλά μια κωμόπολη (…) μ’ ένα νερόμυλο που έχασκε τώρα παρατημένος κι άσκημος…
«Πάντως αν υπήρχε ξενοδοχείο», είπε ο πατέρας, «θα υπήρχαν άνθρωποι για να μείνουν».

Στον Φαίδωνα Ταμβακάκη

26
Σεπτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 69

Ανδρέας Εμπειρίκος, Μέγας Ανατολικός, τ. ΣΤ΄, εκδ. Άγρα, 1991, σ. 207.

Μεταλλωρύχοι, ψυχαναλυταί και ποιηταί της δράσεως και του λόγου, όσοι δεν περιορίζεσθε σε έστω και ωραία φληναφήματα της παρακμής, της «ντεκαντέντζας», χειρώνακτες και πνευματικοί, εργάτες απάντων των εγκάτων, σύντροφοι, συνοδοιπόροι, συνερασταί και αδελφοί εν όπλοις, εργάται και ερευνηταί του απείρου βάθους, άνευ της κατακτήσεως του οποίου θα ήτο αδύνατον να συλλάβωμεν καν την έννοιαν του απείρου ύψους, σας απευθύνω, πριν συνεχίσω την αφήγησίν μου, κατά τρόπον που τα λόγια αυτά να αποτελούν μέρος αδιαίρετον και αναπόσπαστον του όλου έργου, σας απευθύνω, επάνω και μέσα από τας οικουμενικάς και ατομικάς μας τρικυμίας, επάνω από όλας τας αβαθείς και αρνητικάς διδασκαλίας και επάνω από τας απατηλάς και καταστρεπτικάς των πάντων, ταπεινότατα υλιστικάς δημοκοπίας, προς υμάς, τους απανταχού της γης εργάτας όλων ανεξαρτήτως των «εγκάτων», προς υμάς τους φανερούς ή αφανείς γεννήτορας παντός μεταγενεστέρου κλέους των ηλιολούστων επιφανειών της γης και πάσης εν τω παρόντι και εν των μέλλοντι οφθαλμοφανούς χαράς και δόξης των ανθρώπων, σας απευθύνω, εκ βάθους καρδίας, ένθερμον και παλλόμενον χαιρετισμόν ευγνωμοσύνης και αλληλεγγύης.

Μνήμη Χρήστου Βακαλόπουλου

Σημ. Η φωτογραφία του Ταξιδευτή και Επιστροφέα, έμπροσθεν του Εμπειρίκειου Δημοτικού Γηροκομείου και Νοσοκομείου της Άνδρου, είναι του Πανδοχέα και δύναται να χρησιμοποιηθεί από οιονδήποτε κατέχει έστω μια εκ των αναφερόμενων ιδιοτήτων.

19
Σεπτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 68

Άντριου Κράμεϋ, Πφιτς, εκδ. Πόλις, 2003, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σ. 194 – 195 (Andrew Crumey, Pfitz, 1995)

Είσαι καθισμένος στο γραφείο σου. Σου αρέσει η μυρωδιά του μελανιού, σου αρέσει το χαρτί, σου αρέσει και η δερμάτινη πολυθρόνα που τη βρίσκεις τόσο άνετη. Σου αρέσει η υφή του χαρτιού, το τρέξιμο της πένας πάνω στο χαρτί. Σου έστειλαν άλλο ένα απόσπασμα που υποτίθεται ότι είναι γραμμένο απ’ αυτόν. Αισθάνεται ότι ήδη ξέρεις ποιος είναι, τι είναι, κι ωστόσο, καθετί που του προσθέτεις τον κάνει λιγότερο οικείο· τον απομακρύνει όλο και πιο πολύ από αυτό που ήθελες να δημιουργήσεις. Μα αυτός, ωστόσο, πέραν πάσης προσδοκίας σου, συνεχίζει να μεγαλώνει. Νόμιζες ότι θα μπορούσες να ελέγχεις την προσωπικότητά του, πλασμένη κατά μια εικόνα της επιλογής σου – φρούδη ελπίδα· εκείνος δεν θ’ αργήσει ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά με τα οποία νόμισες ότι θα μπορούσες να τον συγκρατήσεις και να τον περιορίσεις. Οι λέξεις τον γεννούν, κι αυτός γεννάει εσένα. Σε λίγο, μπορεί να μεγαλώσει τόσο, ώστε να σε θεωρήσει αναλώσιμο.

Δεν είμαι εγώ ο συγγραφέας αυτών των λέξεων – τον έψαξα (τους έψαξα) κι εγώ. Τους βλέπω μέσα μου, στα σκοτεινά, όταν ξαπλώνω στο αχυρένιο στρώμα μου και κλείνω τα μάτια. Τους βλέπω να με δημιουργούν και να δημιουργούν όλους αυτούς τους άλλους που μπορεί ακόμα να γίνω.

Στον Κυριάκο Αθανασιάδη

15
Αυγ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 67

Άλντους Χάξλεϋ – Ο τυφλός λυτρωτής, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επιμ. Ελένη Κεχαγιόγλου, εκδ. Scripta, 2004, σελ. 332 (Aldous Huxley, Eyeless in Gaza, 1936).

Ήταν περασμένες δύο. Ο Άντονι, ξαπλωμένος ανάσκελα, χάζευε το ταβάνι μέσα στο σκοτάδι. Ο ύπνος λες και αρνιόταν να έρθει, λες και κάποιο κακόβουλο ξένο σώμα μέσα στο σώμα του τον εμπόδιζε. Έξω, στα πεύκα οι γρύλοι τραγουδούσαν αδιάκοπα τη μουσική της ύπαρξής τους· κατά αραιά διαστήματα, το λάλημα ενός πετεινού ξεπηδούσε από τη σκοτεινιά, όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο κοντινό, μέχρι που όλα τα πουλιά των γύρω κήπων ξεσηκώνονταν, απαντώντας το ένα στο άλλο. Και μετά, χωρίς προφανή λόγο, το ένα μετά το άλλο σιωπούσαν και το ξέσπασμά τους καταλάγιαζε και έσβηνε ολοένα – ο Άντονι αφουγκραζόταν τον ήχο που ξεμάκραινε και φανταζόταν πως διέσχιζε ολόκληρη τη Γαλλία, σαν βιαστικό κύμα. Ίσως εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και φανταζόταν πως έπειτα κάπου χτυπούσε το κύμα και επέστρεφε, τόσο γρήγορα όσο είχε έρθει. Επέστρεφε από τη Βόρεια Θάλασσα· πάνω από τα πεδία των μαχών· περνώντας από τις παρυφές του Παρισιού και μέσα από τα δάση, από πουλί σε πουλί· μετά διέσχιζε τις πεδιάδες της Μπος· σκαρφάλωνε τους λόφους της Βουργουνδίας και, σαν εναέριο ποτάμι, ο ήχος κατέβαινε ορμητικά την κοιλάδα του Ρήνου· περνούσε τη Βαλάνς, την Οράνζ, την Αβινιόν, την Αρλ και το Αιξ και τους γυμνούς λόφους της Προβάνς· και τότε, να ’τος πάλι ο στριγκός ορυμαγδός, επέστρεφε σκεπάζοντας την ηχηρή, διαρκή σιγή των γρύλων.

Στον Κώστα Λογαρά

25
Ιολ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 66

W(ilhelm) N(ero) P(ilate) Barbellion (Bruce Frederick Cummings), The Journal of a Disappointed Man, 1920, σ. 72 [το απόσπασμα από το βιβλίο του Ντέβιντ Λοτζ, Ανήκουστος βλάβη, εκδ. Bell, 2009 (David Lodge, Deaf Sentence, 2008), μτφ. Έφη Τσιρώνη, σ. 331]

Προσωπικά μου αρκεί η τιμή ότι ανήκω στο σύμπαν – ένα τέτοιο σπουδαίο σύμπαν, και μια τόσο σπουδαία τάξη πραγμάτων. Ούτε ο ίδιος ο Θάνατος δεν μπορεί να μου στερήσει αυτή την τιμή. Γιατί τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει το γεγονός ότι έζησα, ότι εγώ υπήρξα εγώ, έστω και για ένα τόσο μικρό διάστημα. Κι όταν πεθάνω, η ύλη που συνθέτει το σώμα μου θα παραμείνει ακατάλυτη και αιώνια – άρα, ό,τι και να απογίνει η «Ψυχή» μου, η σκόνη μου θα συνεχίσει να υπάρχει, με το κάθε ξεχωριστό άτομό μου να παίζει το δικό του ξεχωριστό ρόλο -, είναι βέβαιο δηλαδή ότι θα εξακολουθήσω με κάποιο τρόπο ν’ αφήνω το σημάδι μου. Όταν πεθάνω, μπορείτε να με βράσετε, να με κάψετε, να με σκορπίσετε – αλλά δεν μπορείτε να με καταστρέψετε: τα μικροσκοπικά άτομά μου απλώς θα χλευάσουν την τόση εκδικητικότητα. Ο θάνατος δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω απ’ το να σε σκοτώσει.

Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο

11
Ιολ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 65

Ζοζέ Καρδόζο Πίρες, Ο δελφίνος, εκδ. Καστανιώτη, 1999, μτφ. Αθηνά Ψύλλια, σ. 66-67 (José Cardoso Pires, O Delfim, 1968).

Η επίσκεψη στο εγκαταλειμμένο σπίτι μπορούσε να περιμένει άλλη μια μέρα, ένα χρόνο, μια αιωνιότητα, αφού δεν είχε πια νόημα άλλο παρά μονάχα το ξύσιμο μιας πληγής η μιας ανάμνησης. Ωραία θα ήταν να δουν τον ξενομερίτη, με το καπέλο στο χέρι, για προσκύνημα στα χαλάσματα όπου έλαβαν χώρα οι Συζητήσεις για τη Λίμνη. Αλλά κι αυτό ακόμα (και τώρα μιλάει ο καλός μου εαυτός, ο κυνηγός) θα ήταν μονάχα περιέργεια, μια γενναιόδωρη χειρονομία που ίσως να καλοφαίνεται αλλά δεν αντιπροσωπεύει τίποτε απολύτως πέρα από το θέαμα αυτού που την κάνει. Αυτό μόνο. (…)

Η πλατωσιά ήταν όπως τη φανταζόμαστε, έρημη. Οι κρίκοι άχρηστοι, ο ήλιος ντάλα· οι ίδιες νυσταλέες ταβέρνες, οι ίδιες πινακίδες από μπαρούτι και κοπριά, όπως και πέρσι, και, στο βάθος ενός μαγαζιού, ο Κοινοτάρχης, με το καπέλο φορεμένο, να κρατάει τον Πάγκο. Έξω από την πόρτα το τείχος συνεχιζόταν με το μύθο και την περηφάνια του μέχρι την άλλη άκρη της πλατείας. Σα να έλεγε: «Quod scripsi, scripsi» – κι ήταν μια ανήμπορη ρωμαϊκή ηχώ. «Ό,τι είναι γραμμένο πάνω μου έχει πάνω από είκοσι αιώνες που γράφτηκε και θα παραμείνει. Είτε ζούνε είτε πέθαναν οι δελφίνοι σας, κι αν ο καπνός απ’ τα τρακτέρ σας έρθει και μουντζουρώσει το πρόσωπό μου, ακόμα κι αν οι ειδήμονες της περιοχής, αβάδες κι άλλοι τέτοιοι, μου ρίξουν τους αφορισμούς που μου έριξαν –  εγώ, το τείχος, τα βγάζω πέρα με τις προσβολές, και να με. Quod scripsi, scripsi. Υπακούω μόνο στα προστάγματα της Μητέρας Φύσης, στα χορτάρια που με τυλίγουν και στη συντροφιά των σιωπηλών ζωυφίων. Όπως τούτη η σαύρα, λόγου χάρη».

Στην Αλεξάνδρα Δεληγιώργη

27
Ιον.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 64

Yves Bonnefoy, Η Αίγυπτος, Περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 50 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1989), μτφ. Θανάσης Χατζόπουλος, σ. 277.

Γι’ άλλη μια φορά στη ζωή μου. Κι είχε συμβεί τόσες φορές! Όταν ήμουν παιδί, στην ηλικία περίπου αυτής της κοπελίτσας. Στην άλλη χώρα, στα βουνά, κι ενώ ο ήλιος ανέβαινε στο βάθος αριστερά, το τραίνο που έβγαινε από δεξιά ανάμεσα απ’ τις πέτρες ορμούσε προς το μέρος μας με το αστραφτερό του μέτωπο, κι έπειτα περνούσε πιτσιλίζοντάς μας με τη σκιά του, που κοβόταν ίσα – ίσα ανάμεσα στα βαγόνια από τα κόμματα, τις τελείες – ή μήπως τις λέξεις; – του φωτός. Όλο το χωριό πήγαινε στο σταθμό νωρίς το πρωί «να δει να περνάει» το τραίνο, γύριζε προς το τέλος του απογεύματος για να χαιρετήσει την επιστροφή του. Η μητέρα μου, η γιαγιά μου, η θεία μου ακολουθούσαν συχνά, στις σχόλες του καλοκαιριού, και μερικές φορές κατεβαίναμε εμείς από το πάνω μέρος του σκαλοπατιού που ακόμα κραδαινόταν, με τις αναρίθμητες αποσκευές των διακοπών. Α, τσαλακωμένος από τη μεγάλη νύχτα στα ξέχειλα βαγόνια και τα κυλικεία των δύο ή τριών σταθμών, ξεχειλίζοντας από ατέλειωτα όνειρα, χτυπώντας τα φτερά σαν την θαμπωμένη κουκουβάγια, πώς ένιωθα ότι είχαν μαζευτεί όλοι εκεί, και οι ζωντανοί και οι νεκροί μαζί!

Στην Δήμητρα Μήττα

30
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 63

Ήβλιν Γουώ, Επιστροφή στο Μπράιτσχεντ, εκδ. Νεφέλη, 1997, εισαγωγή – μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, σ. 289-290 (Evelyn Waugh, Brideshead Revisited, 1945)

Τώρα, όσο είχα δύναμη, θα πήγαινα σε εκείνα τα άγρια μέρη όπου ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει τη θέση του και η ζούγκλα γλιστρούσε αθόρυβα να καταλάβει τα παλιά της οχυρά.

Έτσι, ακολουθώντας μια αργή αλλά διόλου εύκολη πορεία, ταξίδεψα μέσω Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής σε ένα κόσμο που διέθετε όλα αυτά που είχα ανάγκη και η αλλαγή αυτή από τις περίφρακτες, ιδιωτικές εκτάσεις και τις επαύλεις θα έπρεπε να με είχε αναζωογονήσει και να με είχε βοηθήσει να τα ξαναβρώ με τον εαυτό μου. Αναζητούσα την έμπνευση ανάμεσα σε λεηλατημένα παλάτια και αυλές μοναστηριών πνιγμένες στα αγριόχορτα, έρημες εκκλησιές όπου οι νυχτερίδες κρέμονταν από τον τρούλο σαν ξεραμένα περικάρπια και όπου μόνο τα μυρμήγκια βρίσκονταν διαρκώς σε κίνηση ανοίγοντας στοές στα πολυτελή στασίδια· σε πόλεις στις οποίες δεν σε έβγαζε δρόμος και σε μαυσωλεία όπου έβρισκαν καταφύγιο από τις βροχές μοναχικές οικογένειες Ινδιάνων που τις θέριζαν οι θέρμες. Στα μέρη αυτά με πολύ κόπο, αηδία και συχνά με σχετικό κίνδυνο έκανα τα πρώτα σχέδια για το λεύκωμα Η Λατινική Αμερική κατά Ράιντερ. Σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανα ένα διάλειμμα μερικών εβδομάδων για ξεκούραση και ξαναβρισκόμουν στη ζώνη του εμπορίου ή του τουρισμού, ανακτούσα τις δυνάμεις μου, έστηνα το εργαστήρι μου, μετέφερα τα σκίτσα μου στον καμβά, τα πακετάριζα γεμάτος αγωνία με το που τα ολοκλήρωνα και τα έστελνα στον πράκτορά μου στη Νέα Υόρκη, για να ξεκινήσω και πάλι αμέσως μετά με τη μικρή μου συνοδεία για τους ερημότοπους.

Στην Χρύσα Σπυροπούλου

23
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 62

Τόλης Καζαντζής. Κομμένη γλώσσα. «Ονόματα και ιστορίες». Ενηλικίωση. Από το βιβλίο: Η Παρέλαση –  Ενηλικίωση, εκδ. Ροές, Β΄ έκδ., 1988, σ. 192-193.

 Αυτά, μέχρι που αρχίνησε να μας μιλάει, κι έφευγε λόγο με το λόγο η ασχήμια κι η αχαμνάδα από πάνω του, καθώς μας ιστορούσε για την άλωση, για το ορφάνεμα του τόπου, για τους ηρωικούς νεομάρτυρες και για τον τυραννισμένο, τον τσαλαπατημένο τον κοσμάκη, για τους ντονμέδες και τους τσακανογλείφτες και κάτι άλλος προδότες και δοσίλογους της εποχής.

Από τη μέρα κείνη, στα έντεκα χρόνια μου, άλλο δε σκεφτόμουνα παρά να γράψω κι εγώ μια ιστορία, να βάλω μέσα όλο αυτό που μου περίσσευε και πήγαινε χαμένο. Και πήρα ένα πρόχειρο. Και πήρα ένα πρόχειρο, από κείνα με τα κίτρινα φύλλα και σηκωνόμουνα πρωί – χαράματα, πριν φύγω στο σχολείο κι έγραφα ασταμάτητα χωμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, χαμένος και φευγάτος μέσα στην ιστορία μου, όπου, μικρό παιδί, ακολουθούσα τους ήρωες του’ 21, βήμα το βήμα και τα ’βλεπα  όλα και τα διηγόμουνα όπως τα βλέπει και τα νοιώθει ένα μικρό παιδί.

 Στον Μίμη Σουλιώτη

16
Μάι.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 61

Κολέτ – Η θεατρίνα, εκδ. Printa, 2002, [Σειρά: Έρωτες και πεπρωμένο] μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, σ. 226-227 (Colette – La vagabonde, 1910).

Ζω ανάμεσα σε καταιγίδες σκέψεων που δεν ξεσπούν. Ξαναβρίσκω με πόνο και υπομονή τη διάθεσή μου για σιωπή και εσωστρέφεια. Μου είναι και πάλι εύκολο να ακολουθώ τον Μπραγκ μέσα σε μια πόλη, πάνω κάτω, στους μικρούς δημόσιους κήπους, τους καθεδρικούς ναούς και τα μουσεία, μέσα στον καπνό των μικρών μπουάτ όπου «τρώμε καταπληκτικά»! Μιλάμε λίγο, χαμογελάμε σπάνια (…)

Είμαστε και οι δυο ειλικρινείς, αλλά όχι πάντα απλοί… Όπως συνηθίζαμε πάντοτε, κάνουμε κάποια αστεία που μας ανεβάζουν το κέφι: το αγαπημένο του Μπραγκ – που με εξοργίζει – είναι το Παιχνίδι του Σάτυρου, τον οποίο μιμείται μέσα στα τραμ, επιλέγοντας για θύμα άλλοτε μια νέα ντροπαλή γυναίκα, άλλοτε μια επιθετική γεροντοκόρη. Καθισμένος απέναντί της, με μια στάση τολμηρή, την περιβάλλει μ’ ένα ξαναμμένο βλέμμα κι εκείνη κοκκινίζει, βήχει, τακτοποιεί το βέλο της και γυρνά το κεφάλι. Το βλέμμα το «σάτυρου» επιμένει, λάγνα, μετά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στόμα, ρουθούνι, φρύδια, συγκλίνουν στο να εκφράσουν την ιδιαίτερη ηδονή ενός ερωτομανούς…(…)

Γελάω με την καημένη την κυρία που, τρελαμένη, κατέβαινε πάντα πολύ γρήγορα απ’ το τραμ, αλλά η τελειότητα των γκριματσών αυτού του βάρβαρου παιχνιδιού με εκνευρίζει. Το κορμί μου, κάπως καταπονημένο, περνά παράλογες κρίσεις απίστευτης σεμνοτυφίας, απ’ τις οποίες βυθίζομαι σ’ ένα καμίνι που ανάβει αστραπιαία από την ανάμνηση ενός αρώματος, μιας χειρονομίας, μιας τρυφερής κραυγής· ένα καμίνι που φωτίζει τις απολαύσεις που δεν ένιωσα ποτέ και που στις φλόγες του σιγοκαίγομαι, ακίνητα με τα γόνατα ενωμένα, λες και με την παραμικρή κίνηση, θα κινδύνευα να μεγαλώσω τα εγκαύματά μου.

 Στην Κατερίνα Χρυσανθοπούλου

25
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 59

Μπέρνχαρντ Σλινκ, «Η γυναίκα του βενζινάδικου», Ερωτικές αποδράσεις, εκδ. Κριτική, 2000, μτφ. Ιάκωβος Κοπερτί, σ. 291 (Bernhard Schlink, Liebesfluchten, 2000)

Κοίταξε το έδαφος μπροστά του και πρόσεξε πως το χαλίκι ήταν υγρό από την ομίχλη. Με τη μύτη του παπουτσιού αναποδογύρισε μια πέτρα· ήθελε να δει αν και η άλλη πλευρά της ήταν υγρή, και πράγματι ήταν. Στους συνεργάτες του δίδασκε ότι η περισυλλογή και η απόφαση είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ότι η περισυλλογή δεν ήταν απαραίτητο να οδηγήσει στη σωστή αλλά και σε οποιαδήποτε απόφαση, μπορούσε μάλιστα να περιπλέξει και να δυσκολέψει την απόφαση μέχρι παραλυσίας. Η περισυλλογή χρειάζεται χρόνο, η απόφαση χρειάζεται θάρρος, συνήθιζε να λέει, και ήξερε ότι τώρα δεν του έλειπε ο χρόνος να σκεφτεί, αλλά το θάρρος ν’ αποφασίσει. Ήξερε επίσης ότι η ζωή απογράφει στα κατάστιχα εξίσου με τις ειλημμένες και τις μη ειλημμένες αποφάσεις.

Στην Ελένη Γιαννακάκη

18
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 58

Joseph Conrad – Προσωπικό ημερολόγιο, εκδ. Printa, [σειρά Εκ Βαθέων], 2000, μτφ. Νάσια Ντινοπούλου, Αργυρώ Πατσού, σ. 62-63 [επίμετρο: Czeslaw Milosz – Ο πατέρας του Τζόζεφ Κόνραντ, μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου] (A personal record, 1912)
Ίσως είμαι αναγκασμένος, άθελά μου, να γράφω τώρα πια το ένα βιβλίο μετά το άλλο, όπως παλιότερα ήμουν αναγκασμένος να πηγαίνω το ένα ταξίδι μετά το άλλο. Οι σελίδες πρέπει να διαδέχονται η μια την άλλη – ακριβώς όπως και οι λεύγες στο παρελθόν – πλησιάζοντας ολοένα και πιο κοντά στο προκαθορισμένο τέλος το οποίο, καθώς δεν είναι άλλο από την ίδια την Αλήθεια, είναι Κοινό· κοινό για όλους τους ανθρώπους και όλα τα επαγγέλματα.

Δεν ξέρω ποια παρόρμηση από τις δύο ήταν για μένα πιο μυστηριώδης και υπέροχη. Στη συγγραφή, ωστόσο, όπως άλλωστε και στη θάλασσα, έπρεπε να περιμένω να μου δοθεί η ευκαιρία. Θα ’θελα να εξομολογηθώ σ’ αυτό το σημείο πως δεν υπήρξα ποτέ από εκείνους τους θαυμάσιους τύπους που θα έμπαιναν στη θάλασσα μέσα σε μια σκάφη χάριν παιδειάς, και αν μπορώ να υπερηφανευτώ για την συνέπειά μου, το ίδιο ίσχυε πάντα και για το συγγραφικό μου έργο. Κάποιοι άνθρωποι, όπως έχω ακούσει, γράφουν στα βαγόνια των τρένων και ίσως και να μπορούσαν να γράφουν καθισμένοι οκλαδόν πάνω στο σκοινί που απλώνουν τα ρούχα· όμως, οφείλω να ομολογήσω πως λόγω των συβαρίτικων καταβολών μου δεν καταδέχομαι να γράψω χωρίς κάτι που να μοιάζει τουλάχιστον με καρέκλα. Αράδα αράδα, παρά σελίδα σελίδα κύλησε η Τρέλα του Αλμάγιερ.

Στον Γιάννη Πατίλη
11
Απρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 57

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας, Απόκρυφες ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων Χριστιανών, εκδ. Άγρα, 2004, σ. 230-234.

Την εποχή που ασκήτευε ο Μακάριος στην Αίγυπτο οι χριστιανικές αποκαλύψεις είχαν πολλαπλασιαστεί. Εντελώς προσφάτως είχε κάνει την εμφάνισή της και η λεγόμενη Αποκάλυψη Παύλου. Ο συγγραφέας της έλαβε αφορμή από τον ισχυρισμό του αποστόλου ότι είχε κάποτε οδηγηθεί στον παράδεισο όπου άκουσε ρήματα άρρητα και ανέλαβε να αναπτύξει ορισμένα από αυτά (…)

Οι ασκητές επιβεβαίωναν του σύγχρονούς τους για την ύπαρξη των αρρήτων. Οι στερήσεις, οι νηστείες και οι προσευχές τους επέτρεπαν να δουν και να ακούσουν όσα δεν αξιώνονταν οι κοινοί πιστοί. Ο συνηθέστερος τρόπος επίσκεψης σε ουράνιους και χθόνιους τόπους ήταν με οράματα και ενύπνια. Ένας άλλος ασκητής της Αιγύπτου είχε ισχυριστεί ότι οδηγήθηκε κάποτε με το σώμα του στον παράδεισο, όπου είδε πλήθος αγίους και όπου γεύτηκε καρπούς. Επιδείκνυε μάλιστα, ως πειστήριο, ένα μεγάλο και εξαίρετο σύκο, ευωδιαστό και μεστό. Οι μαθητές του το είχαν φυλάξει και το έδειχναν στους επισκέπτες χρόνια αργότερα (…)

Ο παράδεισος και η κόλαση δεν ήταν φιλολογικοί τόποι. Ήταν πραγματικές καταστάσεις. Ανέμεναν τους ανθρώπους, κατά τα έργα τους (…)

Αν οι άνθρωποι φαντάζονται τον παράδεισο ως τόπο που περιλαμβάνει αυτά που στερούνται, τότε είναι χαρακτηριστικό ότι Ιουδαίοι, Έλληνες και χριστιανοί τον περιέγραφαν σχεδόν πάντα ως κήπο με άπλετο φως, αστείρευτες πηγές, αειθαλή δέντρα και καρποφόρα φυτά. Σε τέτοιους κήπους δεν είχαν πρόσβαση οι κοινοί θνητοί. Παραδείσους συντηρούσαν οι μονάρχες της Ανατολής για την ανάπαυση και τη διασκέδασή τους – για την τρυφή τους.

Στον Κώστα Καβανόζη

28
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 56

 

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Μέσα στον παλαιό ναό», Πατριδογνωσία, ανάτυπο από το περιοδικό Μορφές, 1950, σ. 101.



Στον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο

21
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 55

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Αδριανού απομνημονεύματα, εκδ. Χατζηνικολή, (4η έκδ.,  1984), μτφ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή, σ. 55-57 (Marguerite Yourcenar, Mémoires d’Hadrien, 1951).

Για μένα η ζωή ήταν ένα άλογο που παντρεύεσαι τις κινήσεις του, αφού όμως πρώτα το προπονήσεις όσο μπορείς καλύτερα.

Στις αρχές, αναζητούσα λίγη ελευθερία διακοπών, λίγες στιγμές ελεύθερες. Κάθε σωστά ρυθμισμένη ζωή έχει τις δικές της κι’ όποιος δεν ξέρει να τις προκαλέσει δεν ξέρει να ζήσει. Ύστερα προχώρησα πιο μακρυά. Φαντάστηκα μια σύγχρονη ελευθερία που έκανε ταυτόχρονα δυνατές δύο πράξεις, δύο καταστάσεις. Έμαθα, παραδείγματος χάριν, παίρνοντας σαν πρότυπό μου τον Καίσαρα, να υπαγορεύω πολλά κείμενα συγχρόνως, να μιλώ συνεχίζοντας το διάβασμά μου.
Οι συγκινήσεις, οι ιδέες, οι εργασίες, έπρεπε να μπορούν να διακόπτονται οποιαδήποτε στιγμή, ύστερα να συνεχίζονται πάλι. Και η βεβαιότητα πως μπορούσα να τις διώξω ή να τις ξανακαλέσω, σα σκλάβες, αφαιρούσε κάθε τύχη τυραννίας απ’ αυτές κι’ από μένα κάθε συναίσθημα δουλείας.
Αντιμέτωπος με μια απρόβλεπτη, ή απελπιστική σχεδόν κατάσταση, αντιμέτωπος με μια ενέδρα ή με μια φουρτούνα στη θάλασσα, μόλις έπαιρνα όλα τα δυνατά μέτρα για να εξασφαλίσω τους άλλους, αποφάσιζα να χαρώ ό,τι αναπάντεχο που έφερνε, και η ενέδρα, η τρικυμία, γινότανε άνετα μέρος των σχεδίων μου, ή των ονείρων μου.

Στον Θανάση Γεωργιάδη

14
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 54

Γεωργία Σάνδη, Ημερολόγιο της καρδιάς, εκδ. Printa, σειρά Εκ Βαθέων, 2003, μτφ. Σοφία Κορνάρου, σ. 26 (George Sand, Journal Intime, 1926)

Πώς θα μπορούσε ένα θνητό και πονεμένο πλάσμα να αντισταθεί στην απελπιστική επίδραση τόσο συχνών απογοητεύσεων; Όταν η ζωή μαραίνεται και χάνεται προσπαθώντας να αδράξει το είδωλο κάθε χαράς και να νιώσει την πληγή κάθε ηδονής∙ όταν αναλώνεται τρέχοντας πίσω από μια ελπίδα, που έγινε εκατό φορές έγινε απάτη ανήλεη και αβάσταχτη. Πώς θα μπορούσε κάποιος σ’ αυτό το πέλαγος αγνωμοσύνης και ψεύδους να ξεχωρίσει μια φιλική καρδιά, μια πίστη, ένα στήριγμα; Όλα όσοι προσπερνούν φαίνονται ύπουλοι κι η αρετή τους δεν έχει στο μέτωπο το αστέρι που θα την κάνει να φεγγοβολά μες στα σκοτάδια.
Όταν συνηθίζουμε σ’ αυτήν τη νέα κατάσταση της ψυχής, την τόσο ταραγμένη και τόσο σκοτεινή, σιγά σιγά γινόμαστε πιο διορατικοί. Δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να γελαστεί, γιατί δε φοβόμαστε πια την πλάνη∙ φτάνουμε σε κάποιο τέλος της φρόνησης, απέχουμε, δε δελεαζόμαστε, δεν επιθυμούμε πια.
Άλλοτε, επιθυμίες πιο ελεγχόμενες ή πιο εκλεπτυσμένες γίνονται πραγματικές και επίμονες. Ίσως, μέσα στη μοναδική κατάσταση της ύπαρξης δίχως επιθυμίες, υπάρχει περισσότερη ευδαιμονία παρά στην εκπλήρωση όλων των πόθων.

Στην Κλαίρη Μιτσοτάκη

07
Μαρ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 53

Μισέλ Σνεντέρ, «Συγχωρήστε με για τη σκόνη. Ντόροθυ Πάρκερ, 7 Ιουνίου 1967», από το: Φανταστικοί θάνατοι, εκδ. Καστανιώτη, 2005, μτφ. Γιάννης Στρίγκος, σ. 280-281 (Michel Schneider, Morts imaginaires, 2003)

«Είναι η στιγμή όπου η ψυχή που καταρρέει διστάζει, καθώς ζαλίζεται, ανάμεσα στην παλιά και την καινούργια μέρα, μην τολμώντας ούτε να αντιμετωπίσει τη μία ούτε να θυμηθεί την άλλη. Είναι η ώρα που οτιδήποτε γνωρίζουμε, όπως και ό,τι δεν γνωρίζουμε, συνθλίβει το πνεύμα σαν σιδερένιος μανδύας, όπου όλοι οι δρόμοι, πολυσύχναστοι ή απάτητοι, υποχωρούν κάτω από τα πόδια που τρεκλίζουν, όπου τα πάντα είναι μαύρα μπροστά στα μάτια που προσπαθούν να δουν. Το σκοτάδι είναι εδώ, το σκοτάδι είναι παντού. Είναι η ώρα της φρίκης, η τρομακτική ώρα του νικηφόρου σκότους». Έρχεται επιτέλους για την Ντόροθυ Πάρκερ η ώρα για την οποία τόσο συχνά είχε γράψει, η ζοφερή ώρα (dusk). Ή μήπως η ώρα της σκόνης (dust);

Στον τάφο της Ντόροθυ Πάρκερ υπάρχουν χαραγμένες αυτές οι τρεις λέξεις: Excuse my dust (Συγχωρήστε με για τη σκόνη).

Στην Λεία Βιτάλη

28
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 52

Friedrich Christian Delius, Τα αχλάδια του Ρίμπεκ, εκδ. Ροές, 2004, μτφ. Αλεξία Καλανταρίδου, επιμέλεια – επίμετρο Τατιάνα Λιάνη, σ. 62 (Die Birnen von Ribbeck, 1991).

Στην ίδια ευθεία, ακριβώς στο τέλος των αγρών, υψώνονταν σωροί ολόκληροι τα σκουπίδια, που καθημερινά διογκώνονταν απ’ τα φορτηγά τα οποία έρχονταν από το δυτικό Βερολίνο, οι χημικές σας λάσπες ενώνονταν με τα δικά μας υπολείμματα των φυτοφαρμάκων στο μη στεγανοποιημένο έδαφος κι έφτιαχναν μια μάζα που κατέληγε στα υπόγεια νερά κι έπειτα στα ύδατα του ποταμού Χάφελ – εκεί κατέφευγαν όλοι οι αρουραίοι της περιοχής – κι έπειτα ανέβαινε στην επιφάνεια σε μορφή υδρατμών και σύννεφων σκόνης, ενώ το βαρύ μέταλλο πετούσε ανάλαφρο πάνω απ’ τα κεφάλια των γλάρων,

ποιος δε θα ’θελε να πετάξει, όπως οι γλάροι και τα κοράκια, πέρα απ’ αυτή τη γηρασμένη, δηλητηριασμένη γη, να ξεχάσει όλα τα τείχη, τα γερά εκείνα τείχη στα μακρινά σύνορα, τα ετοιμόρροπα στο ιπποστάσιο, να τραβήξει μακριά, πάνω απ’ τους αγρούς και τα χωριά, να ξαναγεννηθεί, να ξαναρχίσει και πάλι απ’ την αρχή ή να ξυπνήσει στ’ ανάκτορο, για μια και μόνο φορά στη ζωή του, πριν απ’ το μπουντρούμι των γηρατειών, να ζήσει στ’ ανάκτορο, …

Στην Χρύσα Γεωργακοπούλου
21
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 51

Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, εκδ. Εστία, 1996, μτφ. Αλέξανδρος Ίσαρης, πρόλογος – εργοβιογραφία Hannelore Ochs, σ. 132-134 (Thomas Berhnard, Beton, 1982).

Έρχεται κάποια στιγμή που βλέπουμε τελείως καθαρά όλους εκείνους που μας περιστοιχίζουν και ξαφνικά τους μισούμε και τους αποφεύγουμε ή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, κι αυτό επειδή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βλέπει ο ένας άνθρωπος τον άλλον άνθρωπο πάρα πολύ καθαρά, οπότε αποτραβιέται οριστικά από κοντά του. Επί ολόκληρες δεκαετίες πίστευα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω μονάχος, πως όλος αυτός ο κόσμος μού ήταν απαραίτητος, ενώ στο βάθος δεν μου ήταν καθόλου απαραίτητος, μπόρεσα να ζήσω και χωρίς αυτόν. Οι άνθρωποι έρχονται κοντά σου απλώς για να εκτονωθούν, για να σε φορτώσουν όλη τους την αθλιότητα, όλα τους τα βάσανα, αλλά και τη βρωμιά που τα συνοδεύουν. Εμείς πιστεύουμε πως, αν τους καλέσουμε κοντά μας, εκείνοι θα μας φέρουν κάτι ευχάριστο, κάτι ανανεωτικό, όμως συμβαίνει το αντίθετο: έρχονται και μας παίρνουν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Μας στριμώχνουν σε κάποια γωνιά του ίδιου μας του σπιτιού, απ’ όπου είναι αδύνατον να ξεφύγεις και μας ξεζουμίζουν με τον πλέον αδίστακτο τρόπο έως ότου δεν μείνει τίποτα μέσα μας ή μάλλον μόνο μια έντονη αηδία για το άτομό τους. Στο τέλος φεύγουν κι εμείς μένουμε μονάχοι με όλη μας τη φρίκη. Όταν τους καλούμε να μας επισκεφτούν, είναι σα να φέρνουμε τους βασανιστές μας μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όμως δεν έχουμε άλλη εκλογή από το να καλούμε πάντοτε αυτούς που κυριολεκτικά μας ξεγυμνώνουν και όταν στο τέλος στεκόμαστε ολόγυμνοι μπροστά τους εκείνοι μας περιγελούν. Όποιος σκέφτεται μ’ αυτό τον τρόπο, δεν πρέπει φυσικά να απορεί που σιγά σιγά απομονώνεται εντελώς από τον έξω κόσμο, που κάποια μέρα βρίσκεται εντελώς μόνος, με όλες τις συνέπειες που έχει ένα τέτοιο γεγονός. Μια ζωή λέμε πως ξανά και ξανά πως θα τραβήξουμε τη γραμμή του τέλους, αν και ξέρουμε πως δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε.

Όταν μας έχει βρει κάποια αρρώστια, προσέχουμε πόσο θορυβώδεις είναι οι άνθρωποι και πόσο ασυναίσθητα θορυβούν. Οι άνθρωπο είναι χυδαίοι και εκχυδαΐζουν τα πάντα. Κάνουν θόρυβο όταν ξυπνάνε, κάνουν θόρυβο όπου κι αν βρεθούν, κάνουν θόρυβο κι όταν παν να κοιμηθούν. Επιπλέον μιλούν δυνατά και ασταμάτητα. Είναι τόσο απασχολημένοι με τον εαυτό τους, που δεν προσέχουν διόλου ότι όσα λένε ή κάνουν πληγώνουν τους άλλους, τους αρρώστους, όλους εκείνους που είναι σαν εμένα. Έτσι, μας στριμώχνουν σιγά σιγά στο περιθώριο, μέχρι που δεν μας παίρνει κανένας είδηση ότι υπάρχουμε. Αλλά κι ο κάθε άρρωστος αποσύρεται στο δικό του περιθώριο. Γιατί  η κάθε ζωή, η κάθε ύπαρξη, ανήκει αποκλειστικά σε έναν και μοναδικό άνθρωπο, και κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να εκτοπίσει, να απωθήσει, να εξωστρακίσει από τη ζωή τον άνθρωπο αυτόν. Εμείς φεύγουμε έτσι κι αλλιώς από μόνοι μας, ανήκει κι αυτό στα δικαιώματά μας.

Στον Αλέξανδρο Ασωνίτη

14
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 50

Αλέξανδρος Ίσαρης, «Πολύ δύσκολο (Appasionato)», Ανάμεσά τους η μουσική, εκδ. Άγρωστις, 1994, 55-57.

 Στην πόλη αυτή κάθε επίσκεψη σε φιλικό ή άλλο σπίτι, κάθε περίπατος, κάθε ερωτική συνάντηση, κάθε συναλλαγή, κάθε μετακίνηση ή συζήτηση είχε ένα ιδιαίτερο βάρος, ήταν σαν να μεγεθυνόταν απ’ τους χιλιάδες φακούς που διέθετε το περιβάλλον, λάμβάνοντας έτσι μεγάλες, τεράστιες διαστάσεις, οδυνηρές ή ευχάριστες, αν και οι οδυνηρές ήταν περισσότερες, καθώς όλα δονούνταν μέσα στην ομίχλη των λόγων και των αισθημάτων ή έσφυζαν από ερωτισμό, απ’ αυτόν τον ιδιάζοντα ερωτισμό που κολλούσε πάνω σου σαν υγρασία (…)

Αυτή η γυναίκα που ντύνεται και μακιγιάρεται κάθε μέρα για να προϋπαντήσει το θάνατο και που κανένας απολύτως δε γυρίζει να κοιτάξει, λες και μια τέτοια καρικατούρα είναι πολύ φυσικό να κινείται ανάμεσά μας, σκέφτομαι τι θα σήμαινε γι’ αυτούς που θα την έβλεπαν να περιφέρεται ώρες ολόκληρες σε μια έκταση δυόμισι στρεμμάτων, σε μια οποιαδήποτε περιοχής της Θεσσαλονίκης. Εδώ είναι απλώς μια γριά που αργοπεθαίνει, στη Θεσσαλονίκη θα ήταν ένας μύθος, ένας στόχος για πικρόχολα σχόλια, ένα νούμερο, μια τραγική φυσιογνωμία, ένα δράμα, μια τραγωδία, που οπωσδήποτε θα αναστάτωνε το περιβάλλον της. Αυτή είναι μια απ’ τις διαφορές που κάνουν τις δυο πόλεις να μοιάζουν τόσο απομακρυσμένες μεταξύ τους, ώστε φτάνοντας κανείς στη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα να έχει την εντύπωση πως φτάνει σε ξένη χώρα.

Στον Θανάση Τριαρίδη

07
Φεβ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 49

Λεονόρα Κάρινγκτον – Η πέτρινη πόρτα, εκδ. Αιγόκερως, 1982, μτφ. Νατάσα Χατζιδάκι, σ. 35 – 36 (Leonora Carrington, The Stone Door, 1976).

Το όνειρο μου άφησε μια τέτοια αίσθηση απώλειας, που κατάλαβα πως η ζωή μόνο στον ύπνο μπορεί πραγματικά να βιωθεί. Απασχολήσεις όπως πλύσιμο, ντύσιμο, φαγητό και συζητήσεις μού φαίνονταν τόσο επίπονες, ώστε κι ο ήλιος νόμιζα πως ήταν ακίνητος στην τροχιά του. (…)

Όταν είδα φως στις λάμπες του δρόμου, πήγα στο κρεβάτι μου και σε πολύ λίγο χρόνο βρέθηκα πίσω στη Μεσοποταμία. Στεκόμουν όρθια στην κορυφή ενός λόφο και, ρίχνοντας μια ματιά πίσω κατά μήκος του δρόμου, είδα πάλι την πόλη, με τους τάφους να διακρίνονται καθαρά σε απόσταση. Μπροστά μου ο δρόμος συνεχιζόταν σαν μια σκονισμένη κορδέλα, που τα όριά της σημαδεύονταν από σωρούς σπασμένων αγαλμάτων, ανάκατα με πράγματα και αντικείμενα χωρίς αξία, όπως μερικώς ξετυλιγμένες μούμιες σε διάφορα στάδια παραμόρφωσης, ζωγραφισμένα τραπέζια με αλφάβητα όλων των γνωστών και άγνωστων γλωσσών, βιβλία και πάπυροι απολιθωμένοι στη διάρκεια σπασμωδικών χειρονομιών των αναγνωστών τους, παλιά παπούτσια, σανδάλια και μπότες και μερικές στοίβες δοχείων και κάδων, υδρίες και πιάτα ολόκληρα ή σε κομμάτια.
Καθώς προχωρούσα κατά μήκος του δρόμου εξέταζα αυτές τις πλούσιες στοίβες σκουπιδιών, σταματώντας πότε-πότε για ξεσκάλισμα, αν κάτι τραβούσε το μάτι μου. Το πετούσα στο σάκο μου, αν μου άρεσε.

Στην Μαρία Φακίνου

31
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 48

Νάσος Θεοφίλου, Αναμνηστική ιστορία, Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3 (Νοέμβριος 1982), σ. 280.

Σ’ ένα ξέφωτο της αγοράς, έξω από κάτι κλειστές αποθήκες, είδαν συγκεντρωμένο κόσμο και πλησίασαν μαζί με τους περίεργους που έτρεχαν προς τα κει. Με δυσκολία κατάφεραν να διαπεράσουν τον κλοιό των θεατών που παρακολουθούσαν την υπαίθρια παράσταση ενός ταχυδακτυλουργού. Εκείνη τη στιγμή, μόλις είχε βγάλει απ’ το ημίψηλο καπέλο του έναν δικέφαλο αετό που φτεροκοπούσε απεγνωσμένα, καθώς τον κρατούσε από τα πόδια με υψωμένο το χέρι του. Ψιθύρισε κάτι μεθυσμένα λόγια σα κρυπτογραφημένες προσευχές και το πτηνό εξαφανίστηκε, αφήνοντας μέσα στο χέρι του ένα μεγάλο σοκολατένιο αυγό. Ύστερα, μέσα σε ζητωκραυγές, έβγαλε απ’ το ημίψηλο μία μία τις σημαίες όλων των ευρωπαϊκών χωρών, τις πέταξε με δύναμη στον αέρα, κι όπως έπεφταν πάνω απ’ τα κεφάλια των κατάπληκτων θεατών, κομματιάστηκαν σε χιλιάδες προκηρύξεις από αρωματικά, πολύχρωμα χαρτομάντιλα. Έκανε ακόμα ένα δυο νούμερα και στο τέλος, αφού ευχαρίστησε τον κόσμο, έβγαλε δίσκο κι άρχισε να μαζεύει τα κέρματα που έριχναν οι θεατές, σα νεωκόρος μπροστά στο εκκλησίασμα.

Στον Νίκο Βλαντή

24
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 47

Μάξιμ Μπίλερ, Γη των πατέρων και των προδοτών, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. Ηλίας Κανέλλης, σ. 271 – 272 (Maxim Biller, Land der Väter und Verräter, 1994).

Κοιτούσε μέσα του κι έτρεμε απ’ το φόβο του γιατί από τη μια στιγμή στην άλλη είχε αρχίσει να βλέπει κάθε εικόνα ξεχωριστά, κάθε φωτογραφία που τράβηξε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχε μετατραπεί σε φωτογραφική μηχανή και φιλμ συγχρόνως. Και απέναντί του όλοι αυτοί, οι άνθρωποι στο ξενοδοχείο, οι πελάτες του Σόκολοφ. Ο στρατηγός που έκλεινε τακτικά δωμάτιο για να κάθεται σ’ ένα τραπέζι και να μελετάει κάτι μεγάλες, χοντρές εγκυκλοπαίδειες, ώσπου τον έπαιρνε καθιστό ο ύπνος. Η κοπέλα που πέρασε έναν ολόκληρο μήνα ξαπλωμένη στο κρεβάτι με το παλτό, να καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο. Το ζευγάρι, αυτή ξανθιά, εκείνος μελαχρινός, που συναντιούνταν στο Σόκολοφ ερήμην των οικογενειών τους για χρόνια ώσπου να γιορτάσουν στο ίδιο ξενοδοχείο το γάμο τους. Ο ξανθός όμορφος χίπι που του έσβηνε συνεχώς ο ναργιλές, οι χαρτοπαίκτες που το χάραμα έδινα ο ένας στον άλλον πίσω τα κερδισμένα, οι γέροι με τους μικρούς του πεζοδρομίου, ο ρώσος ζωγράφος, το ζευγάρι των Αμερικανών, η Γερμανίδα κι ο Γκέερμαν, ο διευθυντής του ξενοδοχείου που μερικές φορές καθόταν στα άδεια δωμάτια και κοιτούσε για ώρες το πάτωμα, οι καθαρίστριες που δεν παρέλειπαν ποτέ να ανακατέψουν τις βαλίτσες των πελατών. Οι Ανατολίτες κι οι Ευρωπαίοι, οι Γιέκες και οι Φελάχοι, οι Σεφαρδείμ και οι Ασκενάζυ, οι μαύροι και οι λευκοί και οι κίτρινοι και οι κόκκινοι – όλοι τους, ο κόσμος όλος και μαζί μ’ αυτούς ο Πούλβερ, ο καημένος ο Πούλβερ που καθόταν κι έβλεπε όλες εκείνες τις εικόνες να τρέχουν μέσα του σε απόσταση δευτερολέπτων η μια πίσω απ’ την άλλη, ο Πούλβερ που άρχισε να ιδρώνει, να καίγεται σαν παλιά μηχανή προβολής. Κι έπειτα όταν πέρασαν όλα, όταν πέρασε και το τελευταίο κάδρο, έγινε μέσα του πάλι σκοτάδι και γαλήνη κι άρχισε η άλλη ταινία, η ταινία της νιότης του. Κι ο Πούλβερ είχε την εντύπωση ότι από τη στιγμή της γέννησής του δεν είχε κάνει τίποτα άλλο απ’ το να φωτογραφίζει κάθε στιγμή εκείνης της υπέροχης εποχής.

Στην Μαρία Ευσταθιάδη

17
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 46

Σάκης Παπαδημητρίου, Μια ηχογράφηση, από την συλλογή διηγημάτων Το Ασανσέρ, εκδ. Διαγώνιος, 1969, σ. 32.

Σκέφτηκα να ηχογραφήσω ήχους από αντικείμενα του δωματίου μου. Κρότοι καθημερινοί γύρω μας να περάσουν στην αιωνιότητα της μαγνητοταινίας, σύρσιμο αγαπημένων αντικειμένων. Έχουν μια ειλικρίνεια τα πράγματα και οι ήχοι τους, μια συνέπεια που δεν τη συναντούμε ποτέ στους ανθρώπους. Τα πράγματα μάς εξουσιάζουν στη μοναξιά μας. Συσπειρωνόμαστε ανάμεσά τους, ασφυκτιούμε στην απουσία τους. Ο δεσμός μας μαζί τους μετέβαλε τα άψυχα αντικείμενα σε οργανισμούς με αυτόνομη οντότητα δίχως την αβεβαιότητα των ανθρώπινων επαφών. Και τα πράγματα φθείρονται στο χρόνο, αλλά βαστιούνται περήφανα και διαλύονται με ηρωικό τρόπο. Με τη φωνή δυσκολεύει η κατάσταση. Υπάρχει το υποκείμενο, η ελευθερία – τα πράγματα είναι καταδικασμένα να μας ακολουθούν, έστω κι αν καμιά φορά δενόμαστε μαζί τους έτσι που συντροφεύουμε την καταδίκη μας.

Στον Χρήστο Χαρτοματσίδη

10
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 45

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ο Μαίτρ και η Μαργαρίτα, εκδ. Θεμέλιο, 1991, μτφ. Τίνα Καραγεώργη, Γιούρι Γιαννακόπουλος, επιμ. Πέτρος Ανταίος, σ. 278 (Михаил Афанасьевич Булгаков, Мастер и Маргарита, 1966/1973 / Mikhail Afanasyevich Bulgakov, The Master and Marguerita).

Όποιος είναι γνώστης της πέμπτης διάστασης είναι το απλούστερο πράγμα να μεγεθύνει ένα χώρο όσο θέλει. Και μάλιστα, αξιότιμη κυρία μου, ένας διάολος ξέρει ως ποιά όρια! Εντούτοις, συνέχισε να φλυαρεί ο Κοροβιόφ, έχω συναντήσει ανθρώπους, που παρόλο ότι δεν είχαν ιδέα από την πέμπτη διάσταση, και όχι μόνο από την πέμπτη διάσταση αλλά και από τίποτε άλλο, κατόρθωσαν ωστόσο να σημειώσουν αληθινά θαύματα ως προς την μεγέθυνση του χώρου τους. Έτσι, παραδείγματος χάρη, ένας Μοσχοβίτης, όπως μου είπαν, αποκτώντας ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στη συνοικία Ζεμλιανόι Βάλ, χωρίς να χρησιμοποιήσει καμιά πέμπτη διάσταση, ούτε τίποτα άλλο πέρα από το ανθρώπινο λογικό, μετέτρεψε το διαμέρισμά του στα γρήγορα σε τεσσάρι, χωρίζοντας μ’ ένα μεσότοιχο ένα απ’ τα δωμάτια.

Στη συνέχεια το αντάλλαξε με δυο χωριστά διαμερίσματα σε διαφορετικές συνοικίες της Μόσχας, το ένα τριάρι και το άλλο δυάρι. Θα συμφωνήσετε πως με τον τρόπο αυτό απέκτησε πέντε δωμάτια. Μετά αντάλλαξε το τριάρι με δυο ξεχωριστά διαμερίσματα των δύο δωματίων κι έτσι είχε στην κατοχή του, όπως βλέπετε, έξι δωμάτια τώρα, σκορπισμένα, είναι η αλήθεια, στις τέσσερις γωνιές της Μόσχας. Και την ώρα που ετοιμαζόταν να πραγματοποιήσει το τελευταίο και πιο λαμπρό κόλπο του, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα αγγελία ότι αλλάζει έξι δωμάτια σε διαφορετικές περιοχές της Μόσχας μ’ ένα πεντάρι στο Ζεμλιανόι Βάλ, η δραστηριότητά του αυτή τερματίστηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του. Είναι πιθανό ότι τώρα διαθέτει κάποιο δωμάτιο, αλλά σας διαβεβαιώνω πως αυτό βρίσκεται πολύ μακριά απ’ τη Μόσχα…

Στην Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

03
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 44

Άλβαρο Μούτις, Αμπντούλ Μπασούρ. Ο ονειρευτής των καραβιών, εκδ. Άγρα, 1998, μτφ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης, σ. 192-193 (Alvaro Mutis, Abdul Bashur, Soñador de navíos, 1991).

Η απαρίθμηση των πιο διαφορετικών και εφήμερων επαγγελμάτων του Μπασούρ από τότε και ύστερα θα γέμιζε πολλές σελίδες. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά για τα οποία κάνει νύξεις στην αλληλογραφία του και άλλα για τα οποία μου μίλησε ο Μακρόλ: διακινητής πορνογραφικών περιοδικών και φωτογραφιών στο Χαλέπι, προμηθευτής ειδών διατροφής για τα καράβια στην Αμμόχωστο, εργολάβος βαφής των πλοίων στην Πόλα, γκρουπιέρης στη Βηρυτό, τουριστικός οδηγός στην Κωνσταντινούπολη, ψευτοστοιχηματίας για να παρασύρει αφελείς σε μια αίθουσα μπιλιάρδου στο Σφάξ, προμηθευτής κοριτσιών σε μπορντέλο της Ταγγέρης, λαντζέρης στην Τρίπολη, αγοραστής συναλλάγματος στη μαύρη αγορά στο Πόρτ Σάιντ, διευθυντής ενός τσίρκου στον Τάραντα, προαγωγός στο Σερσέλ, τροχοακονιστής στην Μπαστιά και ταυτόχρονα έμπορος χασίς. Αυτός ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί, όμως είναι ήδη επαρκής για να καταδείξει το βαθμό της αθλιότητας και της απάθειας στην οποία έφτασε ο φίλος μας, ο ίδιος εκείνος περήφανος και πολυμήχανος Λιβανέζος εφοπλιστής που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια στην Ουραντά. Παρά τα ψαρά και απεριποίητα γένια του και τα πολυκαιρισμένα ρούχα του από τη χρήση τους σε τόσα διαφορετικά επαγγέλματα, με τα οποία μου είχε εμφανιστεί πολλές φορές στη διάρκεια εκείνης της καθόδου του στην κόλαση του υπόκοσμου, ο Μπασούρ διατηρούσε ακόμα τις κομψές χειρονομίες όταν μιλούσε, ασυντόνιστες πάντα προς τα λόγια του, κι εκείνη την τόσο προσωπική και συγκινητική γοητεία του που ήταν αποτέλεσμα του καυστικού και λακωνικού χιούμορ του, της μόνιμης περιφρόνησης του πεπρωμένου του χωρίς το παραμικρό παράπονο και εκείνης της συγκινητικής και ιδιαίτερης αφοσίωσης στους φίλους του.

Στον Άρη Σφακιανάκη.

06
Δεκ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 43

Γιόζεφ Μπρόντσκι, Αυτό που ονομάζουμε εξορία, Το Δέντρο, τεύχος 37-38 (Μάρτιος – Απρίλιος 1988), Κείμενα της εξορίας, σ. 81 (το κείμενο σ. 77-83), [Joseph Brodsky, 1987].

Η εμπειρία της εξορίας σε μεταφέρει εν μια νυκτί εκεί όπου θα χρειαζόσουν μιάν ολόκληρη ζωή να φτάσεις. Δεν με πειράζει καθόλου αν η παρατήρηση αυτή ακούγεται σαν διαφημιστικό μήνυμα: ήρθε ο καιρός να πουληθεί αυτή η ιδέα, είναι ανάγκη να υπάρξουν περισσότεροι αγοραστές. Εδώ ίσως να βοηθούσε μια παρομοίωση: ο εξόριστος συγγραφέας μοιάζει μ’ έναν σκύλο – ή και μ’ έναν άνθρωπο – που εκτοξεύτηκε στο διάστημα μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο. (Η αναλογία με το σκύλο μου φαίνεται ακριβέστερη αφού κανείς δε θα νοιαστεί να τον ξανακατεβάσει στη γη). Για να συμπληρώσω την παρομοίωση πρέπει να προσθέσω ότι ο ταξιδιώτης δεν αργεί να ανακαλύψει ότι το διαστημόπλοιό του δεν έλκεται από το πεδίο βαρύτητας της Γης αλλά από κάποιο άγνωστο διαστημικό κέντρο βαρύτητας. Προφανώς το διαστημόπλοιο που περικλείει τον ταξιδιώτη συμβολίζει τη γλώσσα του. 

Στον Τάσο Καλούτσα

29
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 42

Χουάν Κάρλος Ονέτι, Η σύντομη ζωή, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σ. 55, 76 (Juan Carlos Onetti, La vida breve,1950).

Και εκείνη, παρά το θρήνο της την αυγή, στο τέλος θα αποκοιμιόταν, για να ανακαλύψει το πρωί, ενώ θα αποχωριζόταν βιαστικά τα όνειρά της, ότι τα λόγια παρηγοριάς δεν είχαν πλημμυρίσει το στήθος της κατά τη διάρκεια της νύχτας∙ ότι δεν είχαν αναβλύσει από το στήθος της, δεν είχαν συσσωρευτεί στιβαρά, ελαστικά και νικηφόρα, για να δημιουργήσουν το μαστό που έλειπε.

Θα βρω τον τρόπο να γελάσουμε, την ώρα που θα πέφτει η νύχτα, όρθιοι και ποθώντας ο ένας τον άλλον, στο Μοντεβιδέο, ακριβώς στη γωνία των οδών Μεδάνος και 18 δε Χούλιο, πριν από πέντε χρόνια. Τίποτα δε θα σταθεί ικανό να μ’ εμποδίσει να της χαϊδέψω το μάγουλο με ένα μονό μονότονο δάχτυλο, στην έξοδο του Λυκείου. Θα την υποχρεώσω να πιστέψει πως ένα τυχαίο περιστατικό μπορεί να συμπεριλάβει τη ζωή και ότι ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό δεν μπορεί να αλλοιώσει το νόημα μιας ζωής. Δεν αποκλείεται μάλιστα να ανασηκωθεί και να ζητήσει ένα τσιγάρο, ίσως φυσήξει τον καπνό με σταθερή βραδύτητα, προκαλώντας με, να βλεφαρίσει όπως παλιά και να μουρμουρίσει οποιοδήποτε κατάφωρο ψέμα για να με αναγκάσει να την αντιμετωπίσω.

Στην Μαρία Μήτσορα

22
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 41

Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη




Αύγουστος 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.082.416 hits

Αρχείο