Posts Tagged ‘Λογοτεχνικά κ.ά. Περιοδικά

18
Οκτ.
19

Εντευκτήριο, τεύχος 117 – 118 (Απρίλιος – Σεπτέμβριος 2017) (κυκλοφ. 17 Σεπτεμβρίου 2019)

Μια χορταστική πρόζα ζωολογίας

Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι το μαύρο, άσπρο, κοκκινότριχο ή ανγκορά τηλέφωνό του προσέρχεται κάθε τόσο με αποφασιστικό ύφος, σταματάει στα πόδια του συνδρομητή και εκπέμπει ένα μήνυμα που η στοιχειώδης και θλιβερή γραμματογνωσία μας το μεταφέρει ηλιθίως σε μιάου και άλλα φωνήεντα του ιδίου είδους. Ρήματα μεταξωτά, βελούδινα επίθετα, φράσεις απλές και σύνθετες αλλά πάντα σαπωνοειδείς και γλυκερινώδεις, σχηματίζουν μια πρόταση που πείνα σχετίζεται με την πείνα, οπότε το τηλέφωνο δεν είναι παρά γάτα, όμως άλλες φορές διατυπώνει κάτι που συναρτάται με προσωπικές ανάγκες, κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι οι γάτες είναι τηλέφωνα…

 … γράφει ο Χούλιο Κορτάσαρ σε μια από τις πολλές ενδεχόμενες ματιές πάνω στα κατοικίδια, κεντρικό θέμα του αφιερώματος (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ας σημειωθεί πως ο Κορτάσαρ ονόμαζε τον γάτο του Τέοντορ Αντόρνο, όπως διαβάζουμε στο ενδιαφέρον κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη, που αφορά ενδιαφέρουσες σχέσεις ζώων και συγγραφέων από τον Τ.Σ. Έλιοτ και τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ μέχρι τον Τζακ Λόντον και τον Τζόρτζ Όργουελ. Μια αντίστοιχη ματιά σε πέντε ταινίες δοκιμάζει ο Πάνος Αχτσιόγλου, μεταξύ των οποίων εκλεκτή θέση έχει η αξέχαστη ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν Στην τύχη ο Μπαλταζάρ, με το σπάνιο ζεύγος της Μαρί (Αν Βιαζέμσκι) και του γαϊδάρου Μπαλταζάρ.

Δίνοντας στο σκυλί ένα όνομα, νομίζεις ότι το κάνεις λίγο ανθρώπινο. Όταν του δίνεις πολλά ονόματα, του αναγνωρίζεις πολλαπλές σκυλίσιες προσωπικότητες. Η Βασίλω αυτά απλώς τα ανεχόταν. Αρχικά, εκείνη μας είχε δώσει τα δικά της ονόματα, που δεν τα μάθαμε ποτέ. Στη γλώσσα της πάντως σήμαινε «αυτός που μυρίζει έτσι» κι «εκείνη που μυρίζει αλλιώς». Κι αφού μας έδωσε τα δικά της ονόματα, μας προσέλαβε στη δική της αγέλη… καταθέτει ο Ευάγγελος Χεκίμογλου, ενώ η Μπέλα του Νικόλα Σεβαστάκη σίγουρα θα κάνει πολλούς από εμάς τους συντρόφους ζώων να χαμογελάσουμε, καθώς… εναποθέτει καθημερινά τις ελπίδες της στις έκτακτες δωρεές. Αργά το βράδια πια θα παραδεχτεί την ήττα της όταν υποχρεώνεται να σκύψει στο μπολ με τις κροκέτες, που είναι το «θεσμικό» της φαγητό. Και εμείς, όπως οι περισσότεροι, ενδίδουμε στην επιμελημένα δραματική τέχνη των ματιών της. Για μήνες μάλιστα το αστείο που λέγαμε στο σπίτι ήταν πως περιμέναμε να μιλήσει, ν’ ακούσουμε τη φωνή της. Όχι το γάβγισμα μα μια κανονική ανθρώπινη φωνή, ικανή να σπάσει την αιώνια απομόνωση των ειδών.

Οι Γιώργος Χρονάς, Ρέα Βιτάλη, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ναζίμ Χικμέτ Ραν, Ελένη Γκίκα, Βάνα Χαραλαμπίδου, Έλσα Κορνέτη, Άνταμ Ο’ Φάλον Πράις, Γιώργος Δεπάστας, Σωτήρης Τριβιζάς, Λουκία Δέρβη, Άρης Στυλιανού, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μιχάλης Στρατάκης, Μιχάλης Μπαρτσίδης, Τασούλα Επτακοίλη, Γιάννης Σκαραγκάς, Γιώργος Σαράτσης, Άκης Σακισλόγλου, Μαρία Κουγιουμτζη, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Αργυρής Παλούκας, Μαίρη Νταή, Ελένη Μερκενίδου  και πολλοί άλλοι συμμετέχουν στην χορταστική αυτή πρόζα της ζωολογίας.

Φυσικά δεν λείπουν Οι γάτες των φορτηγών του Νίκου Καββαδία, Οι γάτες που ψυχοπονούν του Γιάννη Υφαντή, όπως αποκαλύπτει στο σχετικό ποίημά του, ποιήματα παλαιότερα (Σαρλ Μπωντλαίρ, Κωστής Παλαμάς, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κ. Π. Καβάφης)  και νεότερα (Γουίλλιαμ Μπάροουζ, Μάργκαρετ Άτγουντ, Βισουάβα Σιμπόρσκα, Πατρίτσια Χάισμιθ, κ.ά.) – και πώς να λείπουν βέβαια τα δυο σεσημασμένα ποιήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες για γάτους, ένα εκ των οποίων το υπέροχο Σ’  έναν γάτο (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης): […] Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους / μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου· / πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ τον Γάγγη / εσύ κρατάς της μοναξιάς το μυστικό αντικλείδι. / Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο / του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα / που έχουν χαθεί στη λησμονιά, αφήνεις μόνο ‘ στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά. / […]

Ένα έξοχο ποίημα της Καναδής Dilys Laing ενσωματώνει η Ζυράννα Ζατέλη στο δικό της Cat Cat Catastrofe, όπου τιμάται η περίφημη Σέρκα της, που μασουλούσε από δέκα μεριές τα χειρόγραφα της συγγραφέως ή γλυφόταν θρονιασμένη από πάνω τους (τι θα θες όλα αυτά αφού έχεις εμένα). Και ποιος φανταζόταν πως ο Γιώργος Ιωάννου θα αποτολμούσε μια Ωδή στην Κότα του σε ένα Φυλλάδιό του!: Κι έτσι χρόνια και χρόνια θα περάσουμε μαζί. / Μια μαύρη κότα κι ένας άσπρος άνθρωπος. / Το ίδιο έρημος μ’ αυτήν, το ίδιο άοπλος.

Τώρα είμαι εντελώς σίγουρος πως δεν ήμουν εγώ που είχα έναν σκύλο. Ήσουν εσύ που είχες έναν άνθρωπο, γράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ στους Οικογενειακούς δεσμούς της κι είναι η σειρά του Γιώργου Κορδομενίδη να πάρει την σκυτάλη της, για να γράψει επιτέλους για τον κύριο Ίμο, που κατά καιρούς απολαμβάνουμε στις σιδηροδρομικές του περιπέτειες. Μαθαίνουμε λοιπόν όλη την ιστορία του, πώς ήρθε στο σπίτι, ποια γωνιά διάλεξε, ποια βιβλία κατούρησε (του Σκαμπαρδώνη και του Κοροβίνη, μαρτυρώ, παρόλο που ο συγγραφέας μας ζήτησε να μην το κάνουμε), ποιο φαγητό δεν τρώει (να μην είναι προχθεσινό), μέχρι την μύχια σκέψη του συγγραφέα:

Ίσως είναι νωρίς (αν και ποτέ δεν ξέρεις), αλλά συχνά πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο πρώτος να πεθάνω εγώ ή ο Ίμο. Νομίζω πως είναι καλύτερο το δεύτερο. Όχι από εγωισμό αλλά επειδή εγώ θα μπορέσω (ελπίζω) να διαχειριστώ την οδύνη (που θα είναι τεράστια, βέβαια) από την απώλειά του, ενώ εκείνος ίσως δεν καταλάβει ποτέ ότι δεν τον εγκατέλειψα. Διότι όσο ο Ίμο είναι ο σκύλος μου άλλο τόσο εγώ είμαι ο άνθρωπός του.

 [σελ. 208]

Στις εικόνες: Julio Cortazar, Anne Wiasemsky [Au Hasard Balthazar], Jorge Luis Borges, Clarice Lispector

14
Δεκ.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 115 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2016, κυκλοφορία 10 Οκτωβρίου 2018)

30+1 χρόνια συνεχούς έκδοσης αποτελούν κάλλιστη αφορμή αφιερωματικού τεύχους με κείμενα που κινούνται γύρω από την δημιουργική τριακονταετία του περιοδικού αλλά και πιο προσωπικές διηγήσεις που εφάπτονται με την πορεία του ή απλά ενθυμούνται τι τους συνέβαινε τρεις δεκαετίες πριν. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο εκδότης του Γιώργος Κορδομενίδης δεν προσέρχεται στο εντιτόριαλ με θριαμβικό λόγο, μόνο ταπεινά παραχωρεί τον σχετικό χώρο σε δυο μικρά σημειώματα των τακτικών συνεργατών των πρώτων σελίδων, στην Κική Δημουλά και στον Τίτο Πατρίκιο, ενώ ο ίδιος καταγράφει μερικά μικρά οδόσημα της πορείας του κάπου στο τέλος του τεύχους.

Αλλά στα ενδιάμεσα γίνεται ένας απολαυστικός χαμός. Οι συγγραφείς συνεορτάζουν με διηγήματα σπονδές, προσερχόμενοι ή ανταποκρινόμενοι από διάφορα μέρη. Για παράδειγμα, τριάντα χρόνια πριν, ο αφηγητής του Κώστα Ακρίβου, Χωρίς βιβλίο, ακόμη, βρισκόταν στην αίθουσα και δίδασκε Οιδίποδα, όταν άρχισε να χιονίζει κι όλη η τρίτη δέσμη έτρεξε στα παράθυρα αφήνοντάς τον σύξυλο να ψελλίζει τα λόγια του Τειρεσία προς τον Τύραννο. Λίγο καιρό νωρίτερα είχε «φύγει» η Γιουσενάρ, αφήνοντας ορφανούς τον Ανδριανό, τον Αντίνοο και πολλούς αναγνώστες της. Ο Διαμαντής Αξιώτης γράφει από το προαύλιο ενός σωφρονιστικού ιδρύματος όπου η απραξία της «μεγάλης κοινωνίας» των κρατουμένων φαντάζει σαν χαλκομανία στα βλέμματα και τις κινήσεις των σωμάτων και ο Άρις Γεωργίου από την βιβλιοθήκη όπου μετεωρίζεται.

Τα τρία κομμάτια που απόλαυσα περισσότερο: η Μαρία Κουγιουμτζή στα Ερωτικά αντίγραφα από τα άδυτα μιας ιδιόμορφης σχέσης μας εμπλέκει σε περιγραφές όπως αυτή: Το κρεβάτι μας άνοιγε κι έκλεινε αποσπώντας κομμάτια από το κορμί μου, ενώ ταυτόχρονα γινόταν απέναντι αμμουδιά που καιγόταν από χιλιάδες ήλιους, και το ίδιο το μαξιλάρι πελώριο στόμα που με φιλούσε ρουφώντας την αναπνοή μου, θέλοντας να με πνίξει. Τα κορμιά μας ήταν γεμάτα κλειδαριές που νόμιζα απαραβίαστες και που τώρα έχασκαν παραβιασμένες. Ένας γνήσιος λάτρης των γυναικών του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη δεν είναι παρά ένας γηραιός πάλαι ποτέ εραστής πασών γυναικών διηγείται εν συνόψει τις κατακτήσεις του σε νεαρό κοκορευόμενο. Επιτομή δεκάδων ερώτων, ένας συναρπαστικός και συνάμα ξεκαρδιστικός βίος σε ένα δισέλιδο.

Και από τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη Μία γκαζόζα ΕΨΑ, που παρατηρεί ο συγγραφέας που προκαλεί την εντός του έκρηξη μιας επί χρόνια κλειδωμένης ιστορίας. Μια Κυριακή ο δεκάχρονος συγγραφέας και οι συνομήλικοί του πάνε να παρακολουθήσουν τον αγώνα της δεύτερης κατηγορίας Γιαννιτσά – Εδεσσαϊκός (τι νοερά ταξίδια έκανα βλέποντας τις ομάδες της Β΄ Εθνικής στο δελτίο του Προ-Πο!) και καταφέρνουν επιτέλους να αγοράσουν το διαφανές σαγκρέ μπουκάλι του μοντέρνου τότε αναψυκτικού – αλλά ο ένας της παρέας έχει την ατυχία να του λερωθεί από ένα πτηνό του ουρανού. Το αλλάζει λέγοντας ψέματα και κρατά το νέο μπουκάλι στο σπίτι του, σαν ενθύμιο ή πληγή μέχρι να γίνει συνηθισμένο και να χάσει την μυθολογία του ή μέχρι να το στήσει σ’ ένα κλαδί και να το σημαδέψει με την σφεντόνα μέχρι τελικού θρυμματισμού μαζί με όλη την παρέα σαν κάποια εκδίκηση, για την προηγούμενη φτώχεια μας, για το αβάσταχτο κενό των Γιαννιτσών, για την επαρχιακή μιζέρια ή για τα κορίτσια που δεν μας θέλησαν; Για το πουλί που κουτσούλησε από ψηλά το δικό του μπουκάλι, ή λόγω της ενοχής του προς τον καλοκάγαθο μικροπωλητή στον οποίο είχε πει ψέματα;

Οι Αχιλλέας Κυριακίδης, Σοφία Νικολαΐδου, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Δασκαλάκη, Γιάννης Ευσταθιάδης, Αργύρης Παλούκας, Κάλλια Παπαδάκη, Άκης Παπαντώνης, Θοδωρής Ρακόπουλος, Έρη Ρίτσου, Καίτη Στεφανάκη, Δημήτρης Αθηνάκης και δεκάδες άλλοι κυκλώνουν την γιορτή απ’ όλες τις μεριές. Από την καθιερωμένη ύλη καίρια επιτομή το κείμενο του Βαγγέλης Χατζηβασιλείου για τον Χριστόφορο Μηλιώνη και το έργο του – πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τον θάνατό του

Ο εκδότης ενός περιοδικού αποτελεί μιαν «ειδικού τύπου» προσωπικότητα. Πρέπει να έχει «το ταλέντο να εμπνέει, να κατευθύνει, να επωμίζεται ευθύνες, να δίνει ζωή σ’ ένα περιοδικό και τελικά να βάζει τη σφραγίδα του, έτσι ώστε κάποτε κάποτε να φτάνουμε στο σημείο να λέμε: όχι το τάδε περιοδικό, αλλά το περιοδικό του τάδε», έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, δεινός συλλέκτης, μελετητής και σχολιαστής των λογοτεχνικών εντύπων, όπως μας θυμίζει στο σχετικό σημείωμα ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Το Εντευκτήριο αποτελεί ιδανικό σχετικό παράδειγμα: είναι το περιοδικό του Γιώργου Κορδομενίδη. Και, για να καταθέσω την δική μου μια γραμμή, είναι το περιοδικό που, στην πρώτη μου ολόκληρη χρονιά στην Θεσσαλονίκη, το 1987, ξεφύλλισα βουλιμικά αλλά δεν αγόρασα, καθώς τα χρήματα δεν έφταναν ποτέ. Πού να ήξερα πως θα το απολάμβανα μέχρι σήμερα, 30+1 χρόνια μετά.

192 σελ.

08
Σεπτ.
18

Τo έρμα, τεύχος 03 (Απρίλιος 2018)

Ίσως δεν είναι ο κινηματογράφος που τελείωσε αλλά μόνο η σινεφιλία (cinephilia) – το όνομα αυτού του ξεχωριστού είδους έρωτα που ενέπνευσε το σινεμά. Κάθε τέχνη αναθρέφει τους φανατικούς της. Ο έρωτας που προξενούσαν οι ταινίες ήταν μεγαλοπρεπής. Γεννήθηκε από την πεποίθηση ότι ο κινηματογράφος ήταν μια τέχνη διαφορετική απ’ όλες τις άλλες: ουσιωδώς μοντέρνα, διακριτικά προσιτή, ποιητική και μυστηριώδης και ερωτική και ηθική – όλα αυτά μαζί. Ο κινηματογράφος είχε αποστόλους˙ο κινηματογράφος ήταν μια κοσμοθέαση. Οι εραστές της ποίησης ή της όπερας ή του χορού δεν σκέφτονται ότι υπάρχει μόνο η ποίηση ή η όπερα ή ο χορός. Όμως οι εραστές του κινηματογράφου μπορούσαν να σκεφτούν ότι υπήρχε μόνο το σινεμά. Ότι οι ταινίες περιέκλειαν τα πάντα – και το έκαναν. Ήταν ταυτόχρονα το βιβλίο της τέχνης και το βιβλίο της ζωής

… γράφει η Σούζαν Σόνταγκ στο κείμενό της «Ένας αιώνας κινηματογράφου», που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού και είναι γεμάτο ερεθιστικές σκέψεις. Η κορυφαία δοκιμιογράφος και φωτογράφος εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην επιθυμία του θεατή να απαχθεί από την ταινία, ως ένα μέρος της πλατύτερης εμπειρίας της απώλειας του εαυτού σου σε πρόσωπα και ζωές που δεν ήταν η δική σου. Το προαπαιτούμενο για να απαχθείς ήταν να κατακλυστείς από την φυσική παρουσία της εικόνας, άρα να βρίσκεσαι την κινηματογραφική αίθουσα, καθισμένος στο σκοτάδι ανάμεσα σε αγνώστους. Κι επειδή κάθε κείμενο όχι μόνο επιδέχεται αλλά και πρέπει να προσκαλεί τον αντίλογό του, η Ειρήνη Σταματοπούλου διατυπώνει τις ενστάσεις της, όσον αφορά την αναφορά στον θάνατο του κινηματογράφου που αναφέρει η Σόνταγκ, και οι οποίες ακριβώς τον αρνούνται με βάση από τα εμπειρικά δεδομένα όσο και τα εγγενώς θεμελιώδη συστατικά που «θεσπίζουν» την κινηματογραφική απόλαυση.

Η λογοτεχνία, ακόμα και στη νατουραλιστική εκδοχή της, είναι διαρκώς μια υπέρβαση του αυτονόητου, μια επιθυμία οι συνηθισμένες λέξεις, οι λέξεις με τις οποίες αγοράζουμε ψωμί ή υπακούμε εντολές, να λένε τις αλήθειες τους με τρόπο διαφορετικό, γράφει ο Χουάν Βιγιόρο στο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενό του Ο μεταφραστής. Στην λογοτεχνική επικράτεια τίποτε δεν είναι μονοσήμαντο. Σε αντίθεση με τα έντυπα οδηγιών των ηλεκτρικών συσκευών και τις προαπαγανδιστικές ομιλίες, τα μυθιστορήματα και τα ποιήματα προσφέρονται για πολλαπλές ερμηνείες και η παραμονή τους στο πολιτισμικό ρεπερτόριο εξαρτάται από την ικανότητά τους να οδηγούν σε καινούργιες κάθε φορά αναγνώσεις.«Κλασικό είναι ένα βιβλίο που ποτέ δεν παύει να λέει αυτό που θέλει να πει», σημειώνει ο Ίταλο Καλβίνο. Η λογοτεχνία που αντέχει στον χρόνο είναι ένα πορώδες υλικό: οι λειτουργικές οπές της αφήνουν να περνάει ο αέρας, η ατμόσφαιρα, οι αναζητήσεις κάθε εποχής. Αν η λογοτεχνία, λοιπόν, εξαρτάται από τις πολλαπλές δυνατότητες του κειμένου, από τη ζώνη εκείνη όπου οι λέξεις εξαντλούν την τρέχουσα σημασία τους, είναι δυνατό το λογοτεχνικό ιδίωμα να περνάει δίχως απώλειες σε μια άλλη γλώσσα; αναρωτιέται ο συγγραφέας στο απολαυστικό του κείμενο.

Οι Σκέψεις πάνω στη φτώχεια, τη δυστυχία και τις μεγάλες επαναστάσεις της Ιστορίας είναι ένα πολύτιμο κείμενο της Χάνα Άρεντ προερχόμενο από αδημοσίευτο μέχρι σήμερα χειρόγραφο από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ένα εκτενές γραπτό που υποτίθεται θα εκφωνούνταν σε μια διάλεξη ο χρόνος και ο τόπος της οποίας δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ένα εξίσου μεγάλο κείμενο αφορά τις Μεταμορφώσεις της πόλεως, το έξοχο βιβλίο του Πιερ Μανάν [Pierre Manent] που θα παρουσιάσουμε εν καιρώ (εκδ. Πόλις). Εδώ ο μεταφραστής του Χρήστος Μαρσέλλος αναφέρεται στο μείζον αυτό έργο με άξονα κάποιες Σκέψεις για τον Λέο Στράους.

Όπως πάντα τα κείμενα του περιοδικού διατρέχουν πλείστα κοινωνικά και πολιτικά πεδία. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Οι εθνικισμοί στη συνάφεια της γεωπολιτικής. Μια υποσημείωση για το «μακεδονικό» ζήτημα (Νίκος Κατσιαούνης), Η συνολική αλλαγή παραδείγματος και η ανάγκη αντίστασης (Φιλήμονας Πατσάκης), Το αίνιγμα των δικαιωμάτων (Αποστόλης Στασινόπουλος), Quo vadis? (Γιώργος Μερτίκας), Η ρευστότητα του παρελθόντος. Σκέψεις για τον Angelus Novus (Αλέξανδρος Σχισμένος), Μετανεωτερική συνθήκη και υποκειμενικότητα (Στέφανος Ροζάνης), Η εφήμερη τέχνη (Ορέστης Τάτσης). Παρουσιάζεται ακόμα η κινητική έρευνα «απόγειος» της χορογράφου Πωλίνας Κρεμαστά και μεταφράζονται το διήγημα του Σέργουντ Άντερσον Θάνατος στο δάσος και το ποίημα East Coker του Τ.Σ. Έλιοτ (μτφ. Σπύρου Γιανναρά και Στέφανου Ροζάνη αντίστοιχα).

[σελ. 204]

Στις εικόνες: Susan Sontag, Juan Villoro [Paola Gastelo], Hannah Arendt, Sherwood Anderson [Ben Kirchner].

07
Σεπτ.
18

Περιοδικό Κιουρί@, τεύχος 0 (καλοκαίρι 2018), αφιέρωμα στην Έμφυλη Βία

Η ομάδα Κιουρί@ είναι μία πολιτικά και οργανωτικά αυτοτελής φεμινιστική ομάδα που αγωνίζεται μαζί με τις άλλες φεμινιστικές, λοατκι και αντιρατσιστικές συλλογικότητες για την εξάλειψη της πατριαρχίας, των θεσμικών και κοινωνικών έμφυλων και φυλετικών μορφών βίας. Η ομάδα ακολουθεί το ρεύμα του ριζοσπαστικού φεμινισμού και αντλεί από θεωρητικές επεξεργασίες του δεύτερου, του τρίτου κύματος και του τέταρτου κύματος φεμινισμού, των λεσβιακών, γκέι και κουήρ θεωρίων καθώς και των μετα-αποικιακών σπουδών.

Το μηδενικό τεύχος έχει πολλά πρωτότυπα κείμενα, που συμπληρώνονται με την εικονογραφία της Έλενας Προβατά. Η Eλιάνα Καναβέλη σκέφτεται για την σιωπή που σπάει χάρη στο κίνημα #MeToo, η Έλενα Ψαρρέα εντοπίζει την «άλλη όψη του ίδιου σεξισμού», η Αλίκη Κοσυφολόγου προβληματίζεται για την ρητορική μίσους και την λεκτική βία της εκκλησίας, η Αναστασία Ματσούκα αναπτύσσει τον αλγόριθμο του βιασμού, με βάση πραγματικά και νομικά περιστατικά.

Γνωρίζουμε από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο 2666 (παρουσίαση από το Πανδοχείο, εδώ) την φανταστική πόλη Santa Teresa που εμφανώς συνδέεται με την πραγματική πόλη Σιουδάδ Χουάρες (Siudad Juarrez), γνωστή πλέον «πόλη των γυναικοκτονιών». Η συγκλονιστική αυτή συνθήκη στα καθ’ ημάς πέρασε στα ψιλά γράμματα, όπως άλλωστε κάθε είδους ειδήσεις για σεξουαλική βία, συχνή κατάληξη της οποίας είναι η δολοφονία. Η πόλη αυτή υπήρξε το ταχύτερο αναπτυσσόμενο βιομηχανικό κέντρο του Μεξικό κατά την δεκαετία του ’90, σε μια ευρύτερη διασυνοριακή περιοχή στην άλλη πλευρά του El Paso, όπου συγκεντρώθηκαν εργοστάσια συναρμολόγησης (μακιλαδόρες) ακατέργαστων προϊόντων.

Σήμερα έχει πλέον αναδειχτεί σε ένα ύστερο νεωτερικό πρότυπο διαπλοκής των βασικών εκμεταλλεύσεων που προσφέρει ο καπιταλισμός, δηλαδή της εκμετάλλευσης με βάση την τάξη, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την φυλή. Εκεί χιλιάδες νεαρές γυναίκες, συνήθως μετανάστριες, βρέθηκαν δολοφονημένες ή παραμένουν εξαφανισμένες. Η Λίνα Θεοδώρου επιχειρεί μια σκιαγράφηση αυτής της «νεκρόπολης των γυναικών», όπου η θηλυκοποίηση μιας εργασίας ακραίας, ευέλικτης και εντατικής και οι ιδιαίτερες συνθήκες οδήγησαν σ’ έναν ολοκληρωμένο «μηχανισμό γυναικοκτονιών».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η «συνέντευξη με τη Κ., πρόσφυγα από Ιράν και κάτοικο του City Plaza», χάρη στον αποσπασματικό λόγο μιας προφορικής συνομιλίας που αποδίδει την σύγχρονη οδύσσεια χιλιάδων γυναικών. Στην συνομιλία της με την Νάντια Μάντεση η μετανάστρια αναφέρει και στοιχεία που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά, όπως το γεγονός ότι αντίθετα με την κοινή αντίληψη, οι γυναίκες προσπαθούν να βρουν μια λύση στα συνεχή προβλήματα που εμφανίζονται και όχι οι άντρες μετανάστες, που συχνά παραιτούνται από τον απαραίτητο καθημερινό αγώνα. Φυσικά οι ίδιες αυτές γυναίκες όταν φεύγουν από την χώρα τους κανείς δεν τις αποχαιρετά· τους λένε μάλιστα πως «αν επιλέξεις να φύγεις, φεύγεις για πάντα, δε μπορείς να γυρίσεις πίσω».

Τα υπόλοιπα θέματα των κειμένων: Θύματα και «χαρούμενες πόρνες»: Διαμαρτυρία, σεξεργασία και εξευγενισμός (Βαλεντίνη Σαμπεθάι), Σύνορα είναι χαρακιές στα σώματα του πλανήτη (Γιάννος Λεβισιάνος), Feminizing Politics: Μιλώντας για ένα κίνημα στο μπόι των αναγκών μας (Αναστασία Ευστράτογλου), Πότε όμως απελευθέρωση των σωμάτων μας; “Fini la servante du seigneur, la femme de son mari, la bonne de son maître, la secrétaire de son patron” (Μάνια Σωτηροπούλου), Οι γυναίκες που δεν έχουν το δικαίωμα να ζήσουν! (Μαργαρίτα Νικία, με αφορμή την ταινία του Cyrus Nowrasteh The stoning of Soraya M). Το τεύχος συμπληρώνεται με γραπτά για τον φεμινισμό στον Μάη του ’68, καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης, παρουσιάσεις βιβλίων κ.ά. Ένα σώμα ογδόντα σελίδων, που ανατέμνει μια τερατώδη σύγχρονη πραγματικότητα που θεωρείται αυτονόητη και καταθέτει δυνατά κείμενα.

Σελίδες 80, Ιστοσελίδα με όλα τα στοιχεία εδώ.

Στις εικόνες: Μνήμη γυναικών της Siudad Juarrez, έργο της Έλενας Προβατά, φωτογραφία από την ιστοσελίδα του περιοδικού.

16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

05
Φεβ.
18

Φρέαρ τεύχος 20 (Νοέμβριος 2017)

«Είναι πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς στην επιτυχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να τους κλείσεις την πόρτα. Και η μιντιακή επιτυχία διαφθείρει την νοημοσύνη» δήλωσε χθες ο Τζωρτζ Στάινερ στη Μαδρίτη σε μια… μαζική συνέντευξη τύπου. Υπάρχουν κάποιοι που είναι (ή μπορεί να καταλήξουν να είναι) τέλεια παραδείγματα του κακού που με απόλυτη διαύγεια καταγγέλλουν. Ποιοί αντιστάθηκαν; Ο Κάφκα ή ο Βίτγκενσταϊν, χωρίς αμφιβολία. Ο Αντρέ Μπρετόν απέρριπτε οποιαδήποτε δημόσια αναγνώριση. Αλλά σκέφτομαι, πάνω απ’ όλους, τον Μωρίς Μπλανσώ, του οποίου ο διανοητικός ασκητισμός τον οδήγησε στο να είναι απολύτως αόρατος· μάλιστα, σχεδόν τίποτε δεν γνωρίζουμε γι’ αυτόν εκτός από κανένα κλεμμένο φωτογραφικό του πορτρέτο….

…γράφει ο Αντρές Σάντσεθ Ρομπάυνα στις έξοχες Σελίδες ημερολογίου που μας μεταφράζει ο Δημήτρης Αγγελής, στους Αβυθομέτρητους Καιρούς, στο καθιερωμένο δηλαδή σώμα του Φρέατος που κρύβει πάντα πολύτιμες μεταφράσεις, ενδιαφέροντα δοκίμια και κείμενα πλούσιου προβληματισμού. Σε παρακείμενες ημερολογιακές καταγραφές ο Δημήτρης Αγγελής ανακαλεί μια δύσκολη περίοδο της πορείας της περιοδικής Ευθύνης και τις πάσης φύσεως αναχωρήσεις των πνευματικών της προσωπικοτήτων, από τον Χρήστο Μαλεβίτση μέχρι τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού αφορά τον Άρη Αλεξάνδρου «εδώ και τώρα». Περιλαμβάνονται οι πυρήνες των πέντε εισηγήσεων της επιστημονικής ημερίδας που διεξήχθη στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 2017. Οι εισηγητές: Αντωνία Κοσένα: Διαβάζοντας την ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, Αντιγόνη Ηλιάδου: Η Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου, Θοδωρής Μπόνης: Ο Άρης Αλεξάνδρου για τα λογοτεχνικά βραβεία και την Ενωμένη Ευρώπη, Φιλήμων Παιονίδης: Στοιχεία κριτικής του μεταολοκληρωτισμού στο Κιβώτιο, Κώστας Δεσποινιάδης: Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου και ένα σχεδόν άγνωστο βιβλίο του. Το κείμενο του τελευταίου αποτελεί εκτεταμένη και λεπτομερέστερη μορφή του κειμένου που δημοσίευσε στο αφιέρωμα του περιοδικού Πανοπτικόν στον Άρη Αλεξάνδρου, στο τεύχος που παρουσιάσαμε εδώ.

Στα ενδιαφέροντα λογοτεχνήματα του τεύχους εντοπίζω την απολαυστική σειρά των μικρών κειμένων του Μικαέλ Αουγκουστίν σε μετάφραση Ευθυμίας Γιώσα. Ιδού πως «ορίζεται» ένας Μυημένος στην αγάπη: Ένας από τους γάμους του απέτυχε μ’ έναν ιδιαιτέρως τραγικό τρόπο: κάθε φορά που ο Κοσλόφσκι ένιωθε πολύ τρυφερά και κοντά στη σύζυγό του, άφηνε το κρεβάτι τους για να γράψει ερωτικά ποιήματα στην κουζίνα για ώρες, χωρίς διακοπή. Εννοείται πως το τεύχος για άλλη μια φορά περιλαμβάνει διηγήματα (Μαρίας Κουγιουμτζή, Κλαίτης Σωτηριάδου, Κώστα Σιαφάκα, κ.ά), ποιήματα (Αντώνη Ζέρβα, Κώστα Ριζάκη, Τάσου Πορφύρη, Ζέφης Δαράκη, κ.ά.), δοκίμια (του Θεοφάνη Τάση  για την ισλαμιστική τρομοκρατία και την κρίση νοήματος, του π. Βασιλείου Θερμού με τίτλο Ανθρωπιστικές σπουδές μέσα σε αλλαγή παραδείγματος: Μάλλον κάτι διέφυγε της προσοχής μας κ.ά.), συνεντεύξεις όπως του Ντομινίκ Φερναντέζ στον Διονύση Σκλήρη.

Σ’ ένα ούτως ή άλλως συναρπαστικό θέμα, αυτό τον Σαλών Αγίων και Ασκητών, ο Ζ.Δ. Αϊναλής, καταθέτει ένα εκτενές κείμενο για τον Βίο του Συμεών του Σαλού  του Λεοντίου Νεαπόλεως. Το μείζον θέμα εδώ είναι η «καρναβαλοποίηση της καθημερινότητας», συνεπώς η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τα ο μνημειώδες έργο του Μπαχτίν για τον Ραμπελέ. Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων, πως ο Συμεών ο Σαλός χρησιμοποιεί εξ αρχής την παρωδία και το γέλιο για να συνθλίψει τον σοβαρό τόνο της καθημερινής ζωής Υπό μια έννοια μεταμορφώνει την καθημερινή ζωή σε καρναβάλι και εκείνο που επιτυγχάνεται εφήμερα στις εορτές και τα καρναβάλια, η στιγμιαία δηλαδή απελευθέρωση από τον φόβο (που έχει επιβληθεί από την επίσημη ιδεολογία και κουλτούρα), ο Συμεών το μεταθέτει σε ένα καθημερινό και διαρκές επίπεδο. Γι’ αυτό αυτή η διαρκής, καθημερινή καρναβαλοποίηση της ζωής στοχεύει ακριβώς στην ήττα του φόβου του «επιούσιου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο ολοκληρώνεται μ’ ένα ουσιωδώς αισιόδοξο μήνυμα και μια διάσταση ουτοπική και οικουμενική, καθόσον μεταδίδεται η αίσθηση ότι ήδη την επαύριο τη ζωή των κατοίκων της Έμεσας θα μπορούσε ν’ αλλάξει δραστικά. Αν όμως ο άνθρωπος και η ζωή μπορούν ν’ αλλάξουν σε μια πόλη, τότε κάλλιστα μπορούν ν’ αλλάξουν παντού αλλού. Έτσι, το τέλος του κειμένου, σ’ ένα αλληγορικό επίπεδο, ενδύεται μια διττή σημασία: ο θάνατος του Συμεών εγκυμονεί μια ανανεωμένη ανθρωπότητα. Το αισιόδοξο μήνυμα του θανάτου του παλαιού και της γέννησης του νέου και η ουτοπική και οικουμενική διάσταση του έργου αποδεικνύουν ότι ο Βίος του Αγίου εγκαταβιοί βαθιά μέσα στην λαϊκή κουλτούρα και ότι ο Λεόντιος στόχευε ακριβώς σε ένα λαϊκό κοινό.

Σε όμορες γειτονικές επικράτειες το εκτενές δοκίμιο του Σταύρου Γιαγκαζόγλου, Σχόλιο στο Προς εκκλησιασμόν έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη καταθέτει μεταξύ άλλων μια βασική επισήμανση. Στην σχέση του με το Βυζάντιο ο Πεντζίκης δεν υπήρξε ούτε ρομαντικός νοσταλγός ούτε ιδεαλιστής του θρύλου της καθ’ ημάς Ανατολής. Δεν επιζήτησε να νεκραναστήσει ιδεολογικά το Βυζάντιο, κόβοντας τις γέφυρες με την Δϋση. Αντίθετα, ολόκληρο το έργο του συνιστά μια ιδιότυπη συνομιλία ενός ορθόδοξου με το  ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μέσα από την ακραία και ανατρεπτική αφήγησή του προβάλλει ένα άλλο Βυζάντιο πιο παράδοξο και μυστικό, πιο παράλογο και εκκεντρικό, πιο υλιστικό, πιο εκκλησιαστικό και εν πάση περιπτώσει καθόλου εξιδανικευμένο. Πρόκειται για μιαν υπαρξιακή προσέγγιση του βυζαντινού πολιτισμού με τα μάτια και την αισθαντικότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

[σελ. 459 – 692]

Στις εικόνες: Άρης Αλεξάνδρου (1975 και 1978), Andrés Sánchez Robayna, Συμεών δια Χριστόν Σαλός, έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

23
Ιαν.
18

Εντευκτήριο τεύχος 113 (Απρίλιος – Ιούνιος 2016, κυκλοφ. 30 Νοεμβρίου 2017)

Παρατηρήστε λοιπόν τι συμβαίνει αυτή τη νύχτα: ο άντρας φοράει τη μάσκα της γυναίκας και η γυναίκα του άντρα, το παιδί μεταμφιέζεται σε γέρο και ο γέρος σε παιδί. Τα φύλα, οι ηλικίες και οι κοινωνικές τάξεις, σαν από θαύμα, ανατρέπονται. Καθένας αλλάζει τον ρόλο του με το ρόλο του διπλανού του… Η ουσία του καρναβαλιού είναι η ανταλλαγή ρόλων. Κοιτάχτε εκείνους τους άντρες και εκείνες τις γυναίκες να τρέχουν δεξιά κι αριστερά στους δρόμους και να δίνουν οι μεν στους δε σημάδια αναγνώρισης με τα οποία συνήθως ξεχωρίζονται μεταξύ τους…

έγραφε ο Ντομινίκ Φερναντέζ στο βιβλίο του Πορπορίνο ή τα Μυστήρια της Νάπολης (εκδ. Εξάντας, 1990, μτφ. Λουκάς Θεοδακόπουλος), για να αιχμαλωτίσει μια από τις ελάχιστες συγκυρίες όπου αισθανόταν ελεύθερος να εκφραστεί. Ο συγγραφέας, που εδώ γνωρίσαμε κυρίως με το βιβλίο του Εγώ ο Πιέρ Πάολο στα χέρια του αγγέλου, καταθέτει Ολίγα περί του βίου του, ενός βίου που καθορίστηκε από την παιδική του ηλικία και την προτίμηση στα αγάλματα του Απόλλωνα αντί για εκείνα της Αφροδίτης, όταν ξεφύλλισε ένα μικρό άλμπουμ με φωτογραφίες ελληνικών αγαλμάτων. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να εκδηλώσει την προτίμησή του σε κανέναν κι έζησε σε μια καταπιεστική σιωπή. Έγινε όμως ένας σπουδαίος συγγραφέας, που έζησε σύμφωνα με τις επιθυμίες του, έγραψε Το ροζ αστέρι ως φωνή για τους στερημένους φωνής, υποστήριξε τον γάμο για όλους, «στο όνομα της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων» και τώρα είναι ευγνώμων για μια ζωή πλήρη φίλων και πνευματικών ασχολιών. Το σύντομο απρόσμενο κείμενο σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταειδή.

Κάπου στη μέση του τεύχους βρίσκουμε τον Λου Σιουν (Lu Xun), έναν από τους σημαντικούς Κινέζους συγγραφείς του 20ού αιώνα, με πλούσιο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο. Εδώ το ρεαλιστικό του διήγημα, σε μετάφραση και χρήσιμες υποσημειώσεις της Ράνιας Καταβούτα, περιγράφει τις περιπέτειες ενός νεαρού που εργάζεται ως «το παιδί με την κανάτα» στην ταβέρνα «Ευημερία» στην άκρη της πόλης. Από την μέσα πλευρά των συνόρων συμβαίνουν εξίσου ενδιαφέροντα πράγματα. Μπορούμε να βρεθούμε στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου όπου ένα παλιό μπακ του Μακεδονικού με την βασική θεωρία πως η καλή άμυνα κερδίζει στο τέλος στήνει τα περίπτερα υποκρύπτοντας την σωματική του αδυναμία και δέχεται το γαλαντόμο κέρασμα του Γιάννη Ρίτσου ενώ στο φόντο τιμώμενοι κλασικοί Ρώσοι συγγραφείς μοιάζουν να ζωντανεύουν ή όντως ζωντανεύουν. Ο Δημήτρης Μίγγας στις Βλαβερές συνήθειες επιχειρεί λογοτεχνικώς να αποδείξει ότι ο καπνός και το ποτό δεν βλάπτουν την υγεία από μόνα τους, ενώ ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης μας προσφέρει το πιο δυνατό κομμάτι του τεύχους, το μονόπρακτο του τέλους, που δεν είναι άλλο από την τελευταία πράξη της μάνας του.

Το πεζογραφικό τμήμα συμπληρώνεται με τους Μάνο Ελευθερίου, Στάθη Κοψαχείλη, Δήμητρα Κολλιάκου, Βασίλη Καράδαη, Λου Σιουν (μτφρ. Ράνιας Καταβούτα), Ιφιγένεια Σιαφάκα, Χρύσα Φάντη, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Φωτεινή Τέντη και πολλούς άλλους, ενώ διατίθεται άφθονη ποίηση, δοκίμια (όπως η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «Ανάσταση» για την έννοια της επιστροφής στα μυθιστορήματα του Αντώνη Σουρούνη» από την  Γαβριέλλα Αναστασίου), κριτικές βιβλίων, κλεφτές ματιές στο κομοδίνο του Γιώργου Κορδομενίδη και μια επιλογή και μετάφραση σπαραγμάτων σκέψεων και λόγων του Τζον Άσμπερυ από τον Γιάννη Θεοδοσίου. Στο ένθετο Camera Obscura παρουσιάζεται η φωτογραφική ενότητα του Πέτρου Ευσταθιάδη Αθέατα όρια / Αυτοσχέδιες κατασκευές. (Το κείμενο παρουσίασης υπογράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου). Το επόμενο τεύχος, αρ. 114, θα είναι αφιερωμένο στην Λούλα Αναγνωστάκη.

[σελ. 144]

Στις εικόνες: Dominique Fernandez, Lu Xun.

13
Ιαν.
18

Μίμης Σουλιώτης – Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα

Αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός που γνώρισα τον Μίμη Σουλιώτη και ιδίως μέσα στο άνδρο των «πνευματικώς ανήσυχων» ανδρών που ήταν ο ημιυπόγειος Ερωδός, το καφέ μπαρ όπου επένδυσα εκατοντάδες εσπερινές και μεσονύκτιες ώρες επί πολλά έτη ως έμμισθος τροφοδότης του καφέ και του οινοπνεύματος. Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στους τεχνίτες της ποίησης καθότι προτιμούσα τους τεχνίτες του προφορικού λόγου και της καλλιέπειας που ειρωνεύεται τρυφερά και ισόποσα τον πομπό και τον δέκτη της. Αν μάλιστα κρατούσαν πάντα μαζί τους ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή κάποιο παράξενο έντυπο, έτοιμοι να μοιραστούν μια φράση που τους σπίθισε το μάτι, τότε φρόντιζα να τους κρατώ όσο περισσότερο γίνεται στην μπάρα, φυσικά γεμίζοντας τα ποτήρια τους, ενίοτε και με προσωπικό κόστος. Μόνο και μόνο για να μη μου φύγουν.

Έκτοτε τον (παρ)ακολουθούσα ως αναγνώστης, κυκλώνοντας τις λέξεις του στα κείμενά του στον Χάρτη, στα παλιά Τραμ, στο Βήμα των Ιδεών και φυσικά στα έξοχα έντυπα που μαστόρευε η εκλεκτή συντεχνία (Θεοδωρίδης, Καλοκύρης, Σκαμπαρδώνης) τότε που η Θεσσαλονίκη έκανε την Πολιτιστική Πρωτεύουσα κι εγώ υπηρετούσα την στρατιωτική θητεία στην άλλη άκρη της. Αναρωτιέμαι ποια ιδιότητά του να προτάξω: ο Σουλιώτης ήταν ερευνητής ως αναγνώστης, χιουμορίστας ως συνομιλητής, ικανός πλάστης της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων Ερμής και πάνω απ’ όλα πλήρης ιδεών ως δάσκαλος – πρώτα στη μέση εκπαίδευση, ύστερα στο Πανεπιστήμιο στο τέρμα αριστερά του ελληνικού χάρτη, στην Φλώρινα, όπου σχεδίασε και οργάνωσε το πρώτο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής. Έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από τον εδώ κόσμο για να μάθω ότι ήταν ένας Αθηναίος, αυτός ο πιστός του Βορρά, που φλόγισε την πνευματική κίνηση της Φλώρινας κι έφτιαξε κι ένα Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες. Είχε στιχουργήσει, άλλωστε, πως την θάλασσα των Πρεσπών δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.

Ο πολύτιμος αυτός τόμος συγκεντρώνει 58 κείμενα [άρθρα, σχόλια, μελετήματα, εισηγήσεις και επιφυλλίδες] δημοσιευμένα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας σε ένθετα εφημερίδων όπως Το Βήμα / Νέες εποχές και Το Βήμα / Βιβλία, σε λογοτεχνικά περιοδικά (όπως ο Χάρτης στον οποίον άλλωστε ήταν χαρτογράφος αλλά και τα Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, η λέξη, Ο Παρατηρητής, Μικροφιλολογικά, Δοκιμασία, Εταιρεία), στο Αντί και βέβαια σε βιβλία δοκιμίων, πρακτικά συμποσίων κ.λπ. Τα κείμενα είναι  χωρισμένα σε πέντε ενότητες  με τους τίτλους: Γλώσσα και λογοτεχνία, Ποίηση Ποιητές Ποιήματα, Βιβλιολογικά, Βαλκανικά, Ποικίλα και μικρότερα και Βιβλιο – παρουσιάσεις.

Στην πρώτη ενότητα, ανάμεσα σε κείμενα για τον γραμματικό Κώστα Ταχτσή ή την καθαρεύουσα του Μανόλη Αναγνωστάκη και λοξές παρουσιάσεις βιβλίων επιλέγω εκείνο που προσκαλεί την παιγνιώδη γραφή του Σουλιώτη. Οι Καλλονές των Μικρών Αγγελιών αφιερώνονται στην μεταγλώσσα της μικρής (ερωτικής) αγγελίας και τις υπαινικτικές της στερεοτυπίες. Ο συγγραφέας αλιεύει κι ερμηνεύει τις τυπικές φράσεις και σχολιάζει τις σχετικές λέξεις για το Πρόσωπο της Καλλονής, το Σώμα και το Σύνολο, την Ψυχοσύνθεση, τα Προσόντα των Ανδρών και άλλα. Βέβαια ο ιδιότυπος της μικροαγγελτικής ομορφιάς πάσχει από προχειρότητα και μονοτονία και πάντως είναι γεμάτος από αξιόλογες δεσποινίδες με πλούσια προσόντα. Διαπιστώνει, ακόμα, ότι ο σουρεαλισμός πέθανε, το παράλογο όμως προϋπήρχε και επιβιώνει σε λεκτικό και νοηματικό επίπεδο.

Η αναφωνηματική φράση «Άγαλμα από Πάτρα νηπιαγωγός 24 ετών» συνιστά περιφανές δείγμα ακούσιου παραλογισμού. Συχνά το παράλογο προκύπτει από τον άκριτο φορμαλισμό της μικρής αγγελίας. Έτσι μόλις διαβάσουμε ότι κάποια «αδέσμευτη 19χρονη από τον χώρο του μόντελινγκ επιθυμεί γνωριμία με κύριο αναλόγων προσόντων», δικαίως θα αναρωτηθούμε αν αυτός ο κύριος οφείλει να είναι 19άρης καλλονός και μοντέλο. Αλλά ο διδάσκαλος Σουλιώτης έχει ένα ύστατο μάθημα για τους συντάκτες των σχετικών αγγελιών: θα ωφεληθούν αν αξιοποιήσουν σωστά την κλασική γραμματεία, ιδίως τον απαράμιλλο Κάτουλλο και το περίφημο ποίημά του για την Κοϊντία, το οποίο και παραθέτει σε ευαγή μετάφραση.

Στο δεύτερο μέρος, των ποιητών και της ποίησης, περιλαμβάνονται μελετήματα για τον Καβάφη (και επί τούτων «διάλογοι» με τον Γ.Π. Σαββίδη), ένα στόχαστρο για τον Στόχο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένα «λυρικόν αποκύημα» του Κώστα Κρυστάλλη (που αφορά ένα στιχούργημα που έγραψε στην ηλικία των δεκαοκτώ ο ποιητής, χαρακτηρίζοντάς το «παρεπόμενον», δηλαδή παρακολούθημα – εδώ ο Σουλιώτης φροντίζει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιος σαδομαζοχισμός τον σπρώχνει να χρονοτριβήσει σ’ ένα πρωτόλειο στιχούργημα ενός ελάσσονος δημιουργού, που είναι μάλλον πεζογράφος και η  απάντηση φυσικά δίνεται με την ίδια την ανάγνωση των στιχουργημάτων Αι Αναμνήσεις και Το Όνειρον, «λυρικά της παιδικής φαντασίας αποκυήματα») και κείμενα για τα μετασουρεαλιστικά λογικά παίγνια του Βασίλη Στεριάδη, τον «ποιητή του Έρωτος» Έλιοτ Φεζάλ και τον «φανατικό της επανάληψης» Κώστα Μόντη.

Στο πιο ερεθιστικό κείμενο της ενότητας ο Σουλιώτης γράφει για «τα κριτήρια της ποίησης» με αφορμή την «αυθαιρεσία» του Ζήσιμού Λορεντζάτου, που έγραψε πως ο Άγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Για τον Σουλιώτη το σχετικό ερώτημα είναι ανυπόστατο εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε αποδείξιμη απάντηση κι έτσι η φιλολογικά ανοχύρωτη ιεράρχηση του Λορεντζάτου νομιμοποιείται μόνο ως κριτική αποτίμηση. Αλλά κι εδώ τίθεται θέμα εφόσον είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας κριτικός «πλήρης του ονόματος» προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση, σε περίοδο μάλιστα [1999] όπου οι κοινωνικές ανακατατάξεις διαρρηγνύουν τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας όσο και των κριτικών της αποτιμήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική μας κριτική δεν αποτολμά ριψοκίνδυνα βήματα· τέτοια βήματα θα ήταν να εξετάζαμε μήπως λ.χ. τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι υπέρτερα του Παπαδιαμάντη ή μήπως ο Βουτυράς γράφει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καλύτερα απ’ όλους τους συγχρόνους του ή πόσα άλλα σύγχρονα πεζογραφήματα εφάμιλλα με του Ταχτσή και του Βαλτινού έχουν γραφτεί κ.ο.κ. Άλλωστε ο Σουλιώτης έχει μπει ήδη στον πειρασμό να αναρωτηθεί γιατί να μην προταθούν για την κορυφή του αιώνα και ο συμπαθέστερός μας Καρυωτάκη, το ωραίο δίδυμο των Εγγονόπουλου – Εμπειρίκου, ο οξύτερος σατιρικός του αιώνα Παλαμάς, οι δυο νομπελίστες κι εκείνοι που δεν παγιώθηκαν ακόμα στην συνείδησή μας (Αναγνωστάκη, Σινόπουλο) για λόγους δραστικής και βιαστικής αλλαγής της εποχής.

Το τρίτο μέρος αφιερώνεται στα Βιβλιολογικά. Μαζί με κείμενα για βιβλία άγνωστα και ειδικά, για τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και για το περιοδικό Εντευκτήριο και τον Gordon εδώ σπεύδω στην προσφιλή Σουλιώτεια γραφή, που ενοικεί στο κείμενο Οι θερινοί και οι άλλοι αναγνώστες, που αφορά μια τυπική του επισκοπική κατόπτευση ενός θέματος, που εδώ είναι η ίδια η αναγνωστική πράξη.

Στην προκαπιταλιστική εποχή σπάνιζαν οι αναγνώστες δωματίου, στο μέτρο που το δωμάτιο δεν αυτονομούνταν από το υπόλοιπο σπίτι. Σε περασμένες εποχές, εξάλλου, όταν η εξατομίκευση ήταν αμυδρή, η ανάγνωση σήμαινε κατά κανόνα την πράξη της φωναχτής ανάγνωσης, που την εκτελούμε με την (αισθητή ή) υποθετική παρουσία ενός (φυσικού ή) δυνητικού ακροατηρίου, που αρτιώνει την ανάγνωση: γιατί ακόμη και στα πιο ξελιγωμένα, δωματίσια διαβάσματά μας, εκεί όπου συχνά υπερτερούν οι παραισθήσεις του ιδιωτικού, η αναγνωστική πράξη κατορθώνεται στο βαθμό που μαζί μας συνδιαβάζει και ο άλλος – ο φαντασμαγορικός εκπρόσωπος της ανθρώπινης κοινότητας. [σ. 187]

Ο Σουλιώτης προβαίνει σε μια απολαυστική τυπολογία της ανάγνωσης, από την οποία αλιεύω και αυθαιρετώ κατά την περίληψή τους: ο ορθός αναγνώστης (κυριολεκτικά όρθιος: ο παρωχημένος αναγνώστης του λογείου, ο σύγχρονος αναγνώστης του τοίχου, του περιπτέρου, ο πλαγιοκοπών λαθραναγνώστης των λεωφορείων)· ο καθιστικός (που μάλλον δεν μπορεί να αφομοιώσει τα υψηλά νοήματα – γι’ αυτό όταν τα «πιάνουμε», πετιόμαστε όρθιοι)· ο ύπτιος (αν και τα πιο «απογειωμένα» διαβάσματα τελούνται ανάσκελα)· ο περιπατητικός· ο τακτός· ο χωρικός (που συναρτά την ανάγνωση με επιλεγμένους χώρους, που συχνά υποβάλλουν το είδος του βιβλίου)· ο ιδιωτικός (ώστε να απολαμβάνει τους ήχους της αναγνωστικής χειροναξίας – κοινώς το θρόισμα των σελίδων).

Καταλογογραφούνται ακόμα ο ετερρορεπής αναγνώστης (που διαβάζει μόνο που βιβλία που «ανακαλύπτουν» ή διαφημίζουν οι άλλοι), ο κρυπτικός (μέγας διώκτης των λαθραναγνωστών), ο οδηγητής (που απορρίπτει τα βιβλία που αρέσουν στους άλλους και προτιμά να λειτουργεί ως καθοδηγητής), ο ξεφυλλιστής, ο πραγμοποιημένος (που λατρεύει το βιβλίο ως πράγμα και θηρεύει τις δυσεύρετες εκδόσεις), ο υπνωτικός (που αποσκοπεί με την ανάγνωση να αποκοιμίσει εαυτόν ή τον ακροατή), ο καιροσκοτώστης (που διαβάζει μερικές αράδες με μηχανιστική τρόπο) και άλλοι.

Στην ενότητα των Βαλκανικών συνεχίζεται η αλίευση ωραίων βιβλίων όπως το «Γενικόν Τεφτέριον» 1903 – 1918. Μια άγνωστη περίπτωση βόρειας λογοτεχνίας. Το εν λόγω εμπορικό κατάστιχο εξυψώνεται σε κιβωτό οικογενειακής και ιστορικής μνήμης και αποκτά λογοτεχνική αξία, εφόσον άλλωστε ανάμεσα στις εγγραφές βερεσεδιών ο συγγραφέας κάνει εγγραφές ονείρων! Στο πέμπτο μέρος πάνε τα Ποικίλα και τα Μικρότερα, μεταξύ των οποίων ένα έξοχο κείμενο για την κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη, για τα ποιήματα στο χασαπόχαρτο (ένα αξέχαστο τρικ της προαναφερθείσας συντεχνίας που συνοφρύωσε τους σοβαροφανείς) κι ένα επίσης απολαυστικό γραπτό για τους απροστάτευτους σε χώρους εκτός του Εθνικού Κομματολογίου. Στις βιβλιο – παρουσιάσεις, τέλος, οι επιλογές συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα απρόσμενες: ειδικά βιβλία μακεδονικής ιστορίας και φιλολογίας, παραγνωρισμένες ανθολογίες ποιητών, ο τέταρτος τόμος των Κριτικών του Τέλλου Άγρα και άλλα πολλά.

Κι έτσι, εκτός της πνευματικής και αναγνωστικής χαράς (δεν τολμώ να σκεφτώ σε ποια κατηγορία θα με ενέτασσε ο Σουλιώτης) ξεψάχνισα κείμενα και κύκλωσα στοχάσματα. Όπως αυτό: Όσο πιο δυνατό είναι το ποίημα τόσο πιο σαφή πράγματα λέει. Η πανσημία ισχύει για τα αδύναμα ποιήματα και η πολυσημία είναι γνώρισμα των πολύ καλών στίχων ενώ η (αμφίσημη, ενίοτε) μονοσημία είναι ίδιον των τέλειων στίχων.

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2000, σελ. 342, με οκτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

21
Δεκ.
17

Fort – Da, Περιοδικό Λακανικής Κλινικής, τεύχος 4 (Οκτώβριος 2017)

Τι διχάζει τις γυναίκες; Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία

Αυτό που τρομάζει την θρησκεία δεν είναι η σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας, τουναντίον μάλιστα. Οι πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν κάμποσα πράγματα σχετικά με την σεξουαλικότητα, τις διαστροφές της, τις επιπτώσεις της, και είναι οι τελευταίοι που θα υποτιμήσουν την σπουδαιότητά της. Όχι, αυτό που τους τρομάζει είναι το να μπορεί η σεξουαλικότητα να επικαθορίζει μια σύλληψη της αλήθειας αποκομμένης από το νόημα. Το τρομερό έγκειται στην εξέγερση της σεξουαλικότητας ενάντια σε κάθε δωρεά νοήματος, την ώρα που είναι ουσιώδες για την ύπαρξη της θρησκείας το να μπορεί να πνευματικοποιεί, και άρα να σημασιοδοτεί, την διάφυλη σχέση…

γράφει ο Αλέν Μπαντιού στο κείμενό του «Κρίση φύλου στον 20ό αιώνα» [μτφ. Κώστας Τσάμπουρας, στην ουσία έβδομο κεφάλαιο στο βιβλίο του Le siecle [2005] που θα κυκλοφορήσει από τις εκδ. Ψυχογιός]. Το σχετικό κείμενο που προδημοσιεύεται εδώ αποτελεί πολύτιμη συμβολή στην ιδιαίτερη περιοχή στοχασμού και ψυχανάλυσης που αποτελεί και το θέμα του αφιερώματος πάνω στο τρίπτυχο Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία. Ο κόσμος που ορίζεται από το φλεγόμενο αυτό τρίγωνο τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο της ψυχαναλυτικής θεωρίας αλλά και πράξης στο τέταρτο τεύχος του ειδικού περιοδικού που περισσότερο μοιάζει με βιβλίο, χάρη στην αισθητική του μορφή όσο κυρίως λόγω του πλούτου των κειμένων που φτάνουν τις 330 σελίδες.

Η υστερική δομή χαρακτηρίζεται, λέει ο Λακάν, από το ανικανοποίητο της επιθυμίας· το μυστικό αυτού του ανικανοποίητου είναι ότι η υστερική το απολαμβάνει, το καθιστά μύχιο πυρήνα του είναι της και απώτερο κίνητρο των συμπτωμάτων της. Τίποτα δεν είναι αρκετό για το υστερικό υποκείμενο, αφού συγκροτήθηκε γύρω από το φαλλικό έλλειμμα (της μητέρας) μέσω του οποίου συνάντησε το ερώτημα του φύλου. Το κοινό σημείο όλων των «λύσεων» που πρότεινε ανά τους αιώνες οι κυρίαρχος λόγος ήταν η αποσιώπηση ή η συγκάλυψη αυτού του δομικού κενού: από τον αρχαίο γυναικωνίτη μέχρι την ισλαμική μαντίλα το κύριο μέλημά του ήταν η προαγωγή της μητρότητας, πάντα και με το επίχρισμα της θρησκευτικής επιταγής. Ο μητρικός ρόλος αποτέλεσε επί αιώνες το προκάλυμμα στο αίνιγμα της γυναικείας σεξουαλικότητας. Χάρη στην ψυχανάλυση γνωρίζουμε ότι η μητρότητα όχι μόνο δεν καλύπτει το γυναικείο ερώτημα αλλά συχνά το παροξύνει. Η μητρική θέση όπως και η θέση αντικειμένου του αντρικού πόθου διχάζουν τις γυναίκες.

Κάθε αρχή και δύσκολη, συνεπώς από τις πρώτες σελίδες βουτάμε κατευθείαν στα βαθιά μ’ ένα απόσπασμα από το περίφημο σεμινάριο του Λακάν για τα μορφώματα του ασυνειδήτου (1957 – 1958), όπου και η πρώτη και τεκμηριωμένη αναφορά του στην επιθυμία του υστερικού υποκειμένου ως ανικανοποίητη. «Η ανικανοποίητη επιθυμία της ωραίας κρεοπώλισσας» (επρόκειτο για μια ασθενή του Φρόιντ την εποχή που εκείνος συγκέντρωνε υλικό για την Ερμηνεία των ονείρων), βασισμένη σ’ ένα όνειρό της, ακολουθείται από ένα δεύτερο κείμενο που έχει ως τίτλο «Πρέπει να παίρνουμε την επιθυμία κατά γράμμα» και αποτελεί από το γραπτό Η καθοδήγηση της θεραπείας (1958), όπου σχολιάζεται το όνειρό της. Τα δυσνόητα σημεία του κειμένου διαφωτίζονται και αναλύονται από τον Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Το θεμελιώδες κείμενο του Φρόιντ Οι υστερικές φαντασιώσεις και οι σχέσεις τους με την αμφιφυλία (που εδώ δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Ο Πολίτης και αργότερα στα Τετράδια Ψυχιατρικής) και το εξίσου κομβικό γραπτό του Λακάν για την γυναικεία σεξουαλικότητα, συμπληρώνουν μαζί με μια δεύτερη κατάθεση του Μιλέρ για το δίπτυχο Μητέρα/Γυναίκα το βασικό corpus σχετικών κειμένων αναφοράς.

Η οιδιπόδεια λογική αποτέλεσε το βασικό πρίσμα του Φρόιντ για την μελέτη της γυναικείας σεξουαλικότητας, που στα πρώιμα έργα του δεν διαχωρίζεται από την θηλυκότητα. Η «κανονική» γυναικεία θέση είναι εκείνη της ετεροφυλοφιλίας της παθητικότητας, με επίκεντρο τον κόλπο ως βασικό όργανο της ερωτικής διέγερσης και έκφρασης. Έτσι η σχετική μελέτη του επικεντρώνεται στην αρχική σεξουαλική οργάνωση του κοριτσιού, στο σύμπλεγμα ευνουχισμού και στην σχετική «απλότητα» του οιδιπόδειού του. Οι απόψεις του Φρόιντ έχουν δεχτεί επανειλημμένα την φεμινιστική κριτική για τον «φαλλικό μονισμό» και την ανδρική κανονιστική σκοπιά που τις διακρίνει. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 20 διακεκριμένες ψυχαναλύτριες όπως οι Κάρεν Χορνέι, Χέλεν Ντόιτς και Μέλανι Κλάιν υπήρξαν επικριτικές όσον αφορά την σχετική εμμονή περί πρωτοκαθεδρίας του φαλλού για την ανάπτυξη της θηλυκότητας.

Από το 1925 η Μέλανι Κλάιν παρουσιάζει τα πορίσματα της ψυχαναλυτικής της εργασίας με μικρά παιδιά ενώ με το βιβλίο της Η ψυχανάλυση των παιδιών αναπτύσσει περαιτέρω της ιδέες της. Το δικό της οιδιπόδειο αποτελεί αντιστροφή της φροϊδικής λογικής και σίγουρα δεν είναι μια απλή παραλλαγή του αντρικού. Η βασική συνεισφορά της στην ψυχαναλυτική επιστήμη παρουσιάζεται από τον Αντώνη Βαδόλα στο κείμενό του «Η γυναικεία σεξουαλικότητα στην θεωρία της Μέλανι Κλάιν», που μαζί με μια σειρά σύγχρονων θεωρητικών ψυχαναλυτικών κειμένων καλύπτει το δεύτερο μέρος του περιοδικού· οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Βλάσης Σκολίδης – «Υστερία: από το σύμπτωμα στη δομή», Εστέλα Σολάνο-Σουάρες – «Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και θηλυκότητα», Μαρίνα Φραγκιαδάκη –  «Μητέρα και κόρη: Ολέθρια σχέση ή παρεξήγηση;», Ντανιέλα Φερνάντες – «Ψυχή και Ανταλί: Δύο γυναίκες που βλέπουν υπερβολικά», Φρανσουά Λεγκίλ – «Η ενόρμηση στον Λακάν».

Όσοι γυναικολογούν, γυναικακολογούν, έλεγε σκωπτικά ο Λακάν, συνοψίζοντας τις διάφορες μορφές που έλαβε ο μισογυνισμός ανά τους αιώνες. Κάθε λόγος περί γυναίκας απαιτεί μια εξιλέωση, που εδώ από εικαστική άποψη παρέχουν οι πίνακες του Γιώργου Ρόρρη, καθώς αποδίδουν κοινές φιγούρες σημερινών Ελληνίδων, «απογειώνοντάς τες στους αιθέρες της καλλιτεχνικής αθανασίας», όπως σημειώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης. Και πράγματι, δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερη εικονογράφηση ενός τέτοιου θεματικού τεύχους, καθώς ο Ρόρρης έχει προτείνει μια νέα θέαση του θηλυκού κορμιού στην τέχνη.

Δυο κείμενα επιχειρούν διάλογο με αυτή την τέχνη: το πρώτο, «Το βλέμμα του ζωγράφου», αποτελεί ένα παλαιότερο, αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του ζωγράφου που εκφράζει, μεταξύ άλλων, την επιθυμία η διαδικασία της ζωγραφικής του να γίνει προσπάθεια ακύρωσης των υλικών του· να πάψουν αυτά να είναι μουσαμάδες, μπογιές κλπ. και να γίνουν πνεύμα, συγκίνηση, ύλη που μεταφέρει αγωνία για επικοινωνία αλλά και να αποτελέσουν κρυψώνα του εαυτού του. Και ακόμα…

… θέλω οι άνθρωποι που ποζάρουν να είναι αδαείς απέναντι στο βλέμμα του ζωγράφου, να τους αγχώνει, να τους ενοχλεί, να προσπαθούν να αμυνθούν και να μην ξέρουν πώς, να «κουμπώνονται» αλλά από απειρία. Τότε με υποχρεώνουν να τους δω πιο προσεχτικά, να δυσκολευτώ να τους προσεγγίσω, και η δυσκολία αυτή βοηθά στην δημιουργία εκπλήξεων. [σ. 250]

Στο δεύτερο κείμενο ο Βασίλης Σκολίδης συντάσσει κατατοπιστικές σημειώσεις για τις Γυναίκες του ζωγράφου εστιάζοντας στις ιδέες του προοδευτικού και του γυμνού, στην κόπωση των σωμάτων, στον μπαρόκ ερωτισμό, στην δραματικότητα, την ηδύτητα και την εκ-σωτερικότητα της ζωγραφικής του. Το πλούσιο τεύχος συμπληρώνεται με εκτενή σημειώματα πάνω σε κλινικές εργασίες και με την «Βιβλιοθήκη», όπου παρουσιάζονται με εξίσου μεγάλα κείμενα πέντε βιβλία ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος.

Εκδ. Ψυχογιός, σελ. 335, γυαλιστερό φύλλο με πλούσια μαυρόασπρη εικονογράφηση.

Στις εικόνες: Jacques Lacan, Sigmund Freud, Melanie Klein και έργα του Γιώργου Ρόρρη.

26
Αυγ.
17

Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]

22
Αυγ.
17

Το έρμα, τεύχος 02 (Ιούνιος 2017)

Αναρωτιέμαι τι με τράβηξε περισσότερο στο δεύτερο τεύχος του νέου εξαιρετικού περιοδικού (το πρώτο κυκλοφόρησε το 2016, βλ. εδώ). Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματολογία (από την πολιτική, την φιλοσοφία και την επανάσταση μέχρι την θεολογία, την εσχατολογία και τον έρωτα), οι υπογραφές σύγχρονων Ελλήνων στοχαστών και δοκιμιογράφων ή τα παλαιά αλλά αδιάβαστα μεταφρασμένα διηγήματα από δυο εκ των αγαπημένων μου συγγραφέων, του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Χουάν Κάρλος Ονέτι και του Ιασαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση, όλα προτάσσονται και προτείνονται στο εξώφυλλο,  – μια επιλογή που θεωρώ ιδανική, όχι μόνο λόγω αισθητικής αλλά και αποκάλυψης της ταυτότητας του εκάστοτε τεύχους – συνεπώς υπήρξαν απόλυτα θέλγητρα.

Ο Νίκος Κατσιαούνης ανοίγει το ερεθιστικότατο θέμα της εσχατολογικής προσδοκίας και των θεολογικών διαστάσεων του πολιτικού, που άλλωστε επανέρχεται συνεχώς στις σύγχρονες κοινωνίες. Το «ποθεινό» ενός άλλου κόσμου υπήρξε πάντοτε μια σταθερή ιστορική συνθήκη και η υπέρβαση υφιστάμενη τάξη του Είναι αποτέλεσε και την κινητήρια δύναμη των κοινωνικών αλλαγών και της ανθρώπινης δημιουργίας. Όταν πριν περίπου δυο αιώνες η ανθρώπινη σκέψη διακήρυξε τον θάνατο του Θεού και τοποθέτησε τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου η διάβρωση της θεολογίας έπρεπε να καλυφθεί από νέες θεωρήσεις ολικής αντίληψης για τον κόσμο. Η κατά Βολταίρο καθοδηγητική αρχή δεν είναι πλέον η θεία βούληση και πρόνοια αλλά η ανθρώπινη βούληση και ο Λόγος. Η Ιστορία τώρα συγκροτείται στη βάση ενός τελεολογικού και εσχατολογικού οχήματος και αποκτά ένα νόημα κι έναν σκοπό.

Ο συγγραφέας εδώ προβαίνει σε μια επισκόπηση των σχετικών αντιλήψεων, αρχής γενομένης από τον κύκλο των αρχαίων Ελλήνων και το έσχατον των Χριστιανών, ο Θεός των οποίων κατευθύνει την ιστορία της ανθρωπότητας προς έναν τελικό σκοπό. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος προσπάθησε να συνθέσει μια παγκόσμια ιστορία στην οποία ενυπήρχε ένα τέλος, ένας σκοπός. Η ιδέα της χιλιετούς βασιλείας του Θεού επί της γης αποτέλεσε ένα συχνό μοτίβο στη σκέψη πολλών θεολόγων και πιστών, ενώ το αίτημα για την αλλαγή του κόσμου θα αποτελέσει στον Ύστερο Μεσαίωνα κοινό τόπο σε μεγάλες μερίδες του ευρωπαϊκού πληθυσμού μέσα από την «ουτοπική συνείδηση» των χιλιαστικών ρευμάτων. Μπορεί η ιδέα της επανάστασης των νεωτερικών χρόνων να απέχει από αυτές τις οργιαστικές και εκστατικές δυνάμεις, όμως πρόκειται για μια πρώτη εμφάνιση της «συνειδητής σύμπραξης» για την διαμόρφωση του κόσμου. Έτσι η «τόλμη και η δύναμη για το αδύνατο», κατά την φράση του Τόμας Πίντσερ μετασχημάτισε τον ποθεινό χρόνο σε χώρο πραγμάτωσης των ανθρώπινων επιθυμιών.

Μπορεί η πίστη στην υπερβατική θεία πρόνοια σταδιακά να αντικαθίσταται από την πίστη σε μια εμμενή πρόοδο, όμως πολλά δομικά στοιχεία της παλιάς μεταφυσικής μετουσιώθηκαν στις ορθολογικές θεωρήσεις που αντιμάχονταν τον παλαιό κόσμο. Το εσχατολογικό φιλοσοφικοϊστορικό σχήμα του χριστιανισμού εξακολουθεί να υφίσταται στον αθεϊστικό ανθρωπισμό της εποχής των επαναστάσεων. Με τον Χέγκελ η θεολογία της ιστορίας μετατρέπεται σε φιλοσοφία της Ιστορίας στην οποία η κοσμικότητα της ιστορίας ιεροποιείται και η ιερή ιστορία υποβιβάζεται. Στην θεωρία του Μαρξ αλλά και πολλών αναρχικών στοχαστών είναι έκδηλος ένας μεσσιανισμός για την εκπλήρωση του βασιλείου της ελευθερίας. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ βρήκε τη υλική του πραγματοποίηση στην μαρξιστική θεωρία, γράφει ο Κατσιαούνης, ανάμεσα σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα.

Ο Γιώργος Μερτίκας ερευνά την αισθητική της επανάστασης στον Εμανουέλ Σεγιές, η σκέψη του οποίου, με αποκορύφωμα την συνταγματική θεωρία του περί συντακτικής και συντεταγμένης εξουσίας, όχι απλώς υπερβαίνει τον ζουρλομανδύα του κοινοβουλευτισμού αλλά έχει ως λογική απόληξη τον εσχατολογικό μοντερνισμό μιας διαρκούς επανάστασης. Ο ιδεολόγος αβάς Σεγιές υπήρξε μέτοχος όλων των μεγάλων στιγμών της γαλλικής επανάστασης και άφησε ως πνευματική κληρονομιά μια σειρά επαναστατικών φυλλαδίων που διεύρυναν την θεωρία της λαϊκής και της εθνικής κυριαρχίας Σε αντίθεση με τον μηχανιστικό ορθολογισμό του Χομπς, για τον οποίο ο Λεβιάθαν / το κράτος είναι ένας θνητός θεός και μια τεχνητή μηχανή, ο Σεγιές υποστηρίζει στρέφεται στην αισθητική του κράτους ως έργου τέχνης και υποστηρίζει ότι υπόδειγμα της πολιτικής είναι το μυθιστόρημα που στόχο του έχει να ταιριάξει τα γεγονότα στις επιθυμίες και στα γούστα μας. Αυτή η πρωτοκαθεδρία της ανθρώπινης βούλησης στην πολιτική, η αναπλήρωση της θεϊκής παντοδυναμίας με την ανθρώπινη είναι ιδρυτικό γνώρισμα όχι μόνο του ρομαντισμού αλλά και της νεωτερικότητας εν γένει.

Ο Αλέξανδρος Κιουπκολής στο κείμενό του Ο παλιός και νέος κόσμος των κοινών: ζητήματα εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής, παρουσιάζει αρχικά μια σειρά παραδειγμάτων συλλογικής αυτοδιαχείρισης και μοιράσματος συλλογικών πόρων. Εκατοντάδες ανά τον κόσμο κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν αγαθά από κοινού μέσα από την συλλογική συμμετοχή και εκτός λογικής της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους. Οι κοινότητες αυτές με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς και παράγουν την δημοκρατική συμμετοχή στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία· ανοικοδομούν συλλογικές δράσεις και συνεργασίες ανοιχτές στην ετερότητα, χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις και εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα.

Πρόκειται, ωστόσο, για διάσπαρτες και περιορισμένες κινήσεις που δεν αθροίζονται σε έναν διευρυμένο «τρίτο πόλο» παρά παραμένουν μειονοτικοί μικροχώροι, άγνωστοι στους πολλούς. Συχνά μάλιστα αφομοιώνονται από τα κυρίαρχα ρεύματα μέσα από «συμπράξεις και χρηματοδοτήσεις που υπονομεύουν την πραγματική αυτοδιαχείριση και το πρόταγμα μιας άλλης οικονομικής λογικής πέραν την κερδοσκοπίας και του ανταγωνισμού. Στο ακανθώδες αυτό ζήτημα συνεισφέρει ο συγγραφέας τους προβληματισμούς αλλά και τις προτάσεις του, με αφορμή αλλά και με πλείστες ενδιαφέρουσες διαφωνίες με το βιβλίο του Γ. Λιερού, Κοινά, κοινότητες, κοινοκτημοσύνη, κομμουνισμός.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στα Στοιχεία για μια θεωρία της αποσυντάσσουσας δύναμης, κείμενο μιας διάλεξης του 2013 με αφορμή πρόσφατες κατοχές και εξεγέρσεις από το Κάιρο και την Ισταμπούλ μέχρι το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, εμπλουτίζει και επεκτείνει την αρχαιολογία της πολιτικής που πρότεινε στο μείζον έργο του Homo Sacer) και ο Στέφανος Ροζάνης επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα Φαντασία και δημιουργία, με μια άλλη, πλαγιότερη ματιά σε ένα θέμα ενός βιβλίου του που θα παρουσιάσουμε σύντομα.

Περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Φιλήμονα Πατσάκη Το σύνταγμα δεν μεταρρυθμίζεται, Χρήστου Μαρσέλλου Παναγιώτης Κονδύλης ΙΙ, Αλέξανδρου Σχισμένου Σημειώσεις για τον ερωτικό χρόνο και Ορέστη Τάτση Το Εγώ και η Ετερότητα αλλά κι ένας εκτενής διάλογος για την Λογοτεχνία, ιδίως για την γραφή και την ανάγνωση ως δυνατότητες της ελευθερίας, μεταξύ των Άρη Μαραγκόπουλου, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, ενώ ο τελευταίος καταθέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο με τίτλο Σαλτιμπάγκοι και νευρόσπαστα, όπου και τυπολογεί τις αποτυπώσεις ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοούμενων σε παλαιότερες και νεότερες ελληνικές ταινίες. Οι Χρήστος Νάκος, Μαρία Μάζη και Πελαγία Φυτοπούλου καταθέτουν τα ποιήματά τους, ενώ ο Αχιλλέας Χρηστίδης «ζωγραφίζει» στο εικαστικό αφιέρωμα του τεύχους.

Τα διηγήματα των Σίνγκερ και Ονέτι είναι απλά αριστουργήματα (σε μετάφραση από τον Σπύρο Γιανναρά και την Έφη Γιαννοπούλου αντίστοιχα). Ιδίως ο προσφιλέστατός μου Ονέτι λογοτεχνεί για άλλη μια φορά μια πρόζα όπου ένα πολυγραφημένο τεύχος, η τυραννία ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, «η παμπάλαια συνήθεια του ψεύδους και της ωραιοποίησης», η εξαφάνιση μιας γυναίκας, η ανάθεση σε έναν ντέτεκτιβ – του έδωσα την φωτογραφία χωρίς θλίψη, εν μέρει με μια παράλογη αίσθηση απελευθέρωσης και η μνήμη μιας ερωτικής ιστορίας συνθέτουν μια καθαρά ονετική σύλληψη.

[Εκδ. Εξάρχεια, σελ. 215]

Στις εικόνες: Ιερός Αυγουστίνος [έργο του Antonio Rodríguez], Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Emmanuel Joseph Sieyès, Giorgio Agamben, Juan Carlos Onetti.

21
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 22 (Ιούνιος 2017). Αφιέρωμα στον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου

Είναι φανερό ότι ήμουν από τότε αναρχικός χωρίς να τα ξέρω. Ήμουνα οπαδός των «συμβουλίων» ή της «αυτοδιαχείρισης» – όπως προτιμάς. Έριξα το σύνθημα των ναυτών της Κροστάνδης: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ και όχι στα κόμματα» […] Ο μόνος τρόπος να αποφύγεις τον μακιαβελισμό είναι να παραιτηθείς από την κατάκτηση της εξουσίας. Κάθε άλλη προσπάθεια ηθικοποίησης, κάθε άλλος «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο θα αποδειχτεί αργά ή γρήγορα ατελέσφορος, όπως αποδείχτηκε ο χριστιανισμός και ο δεσποτισμός του «φωτισμένου ηγεμόνα»…

έγραφε το 1976 ο Άρης Αλεξάνδρου σε επιστολή του προς τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που δημοσιεύεται ολόκληρη στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού. Πρόκειται για ένα βαρύνουσας σημασίας ντοκουμέντο που αποσιωπήθηκε ή υποβαθμίστηκε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς μια τέτοια ταύτιση δεν θα βόλευε καμία αριστερή ή δεξιά ένταξη, όπως τονίζει ο Κώστας Δεσποινιάδης σε ένα από τα κείμενά του, επισημαίνοντας ένα βασικό στοιχείο που δεν έχει καθόλου τονιστεί από τους κριτικούς και τους σχολιαστές του Αλεξάνδρου.

Πράγματι: η πορεία του βίου του Αλεξάνδρου από την κομμουνιστικη στράτευση της νεότητας, στην απογοήτευση, την ρήξη με το κόμμα αλλά και η επιθυμία της μη απόσυρσης και η συνεχής εναντίωση με τον φασισμό, η δέσμευση σε μια προσωπική στάση συνεπή προς την υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης και της καθολικής ελευθερίας, τον φέρνει δίπλα σε μια αναρχική στάση, που ειδικά στην περίπτωσή του συμπυκνώνει τα πλέον ουμανιστικά της χαρακτηριστικά. Πρόκειται, συνεχίζει ο Δεσποινιάδης, για μια αναρχική στάση σε μια Ελλάδα με πλήρη την απουσία αναρχικού κινήματος και αναρχικών ιδεών, μια στάση που ίσως ήταν και για εκείνον δύσκολο να συνειδητοποιήσει.

Το εν λόγω αφιέρωμα είναι απολύτως αντάξιο των τιμώμενων αλλά και της μέχρι τώρα πορείας του περιοδικού για μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα όπου έργο και άνθρωπος είναι Ένα. Στο πρόσωπό του Αλεξάνδρου συγκλίνουν η καλλιτεχνική και ηθική συνέπεια. Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα διέγραψε έναν φίλο του ως φραξιονιστή, ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε να υπακούσει στην κομματική εντολή να πάψουν ακόμα και να του μιλάνε. Συνέχισε να του μιλάει κανονικά και αυτοδιαγράφηκε από κάθε συλλογική και οργανωμένη δράση, συνεχίζοντας να συμμετέχει στις αντιστασιακές πράξεις που θεωρούσε αναγκαίες. Οι ποιητικές του συλλογές, τυπωμένες ως αυτοεκδόσεις, πουλούσαν ελάχιστα αντίτυπα, αποσιωπημένες από την αριστερή κριτική, ενώ κανείς αριστερός εκδότης δεν τολμούσε να βγάλει τα βιβλία του αποσυνάγωγου. Όταν το 1972 η Ασφάλεια απαίτησε να αφαιρεθούν τρία ποιήματα από την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του εκείνος αρνήθηκε και το βιβλίο απαγορεύτηκε και αποσύρθηκε.

Ένεκα των ταραγμένων περιστάσεων του βίου του ο Αλεξάνδρου ήταν ένας συγγραφέας ολιγογράφος (ένα μυθιστόρημα, τρεις ποιητικές συλλογές, ένα ιστορικό βιβλίο για την Κροστάνδη, λίγα σκόρπια δοκίμια, δυο τρία σενάρια και θεατρικά). Η εξορία, η απομόνωση, η μοναξιά ήταν κυρίως συνθήκη επιβεβλημένη από τους γύρω του· το τίμημα που πληρώνει κανείς για να μείνει ακέραιος και συνεπής στον εαυτό του. Ελ Ντάμπα (Βόρεια Αφρική), Μούδρος, Μακρόνησος, Άγιος Ευστράτιος, φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας, Γυάρου. Ενώπιον των αντιπάλων του αλλά και των δικαστών δήλωνε κομμουνιστής ενώ στους κομμουνιστές δήλωνε ότι δεν ανήκει πουθενά. Οι συνεξόριστοί του αρνούνταν ακόμα και καλημέρα να του πουν, ευθυγραμμιζόμενοι με την γραμμή του Κόμματος. Έτσι βίωνε διπλή εξορία μέσα στην εξορία· ή, όπως το διατύπωνε ο ίδιος, ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα.

Η διαρκώς «φιμωμένη» αυτή φωνή βρήκε διέξοδο στο μοναδικό μυθιστόρημά του, Το Κιβώτιο, για το οποίο πλέον σήμερα έχουν γραφεί αμέτρητες σελίδες. Βέβαια και πάλι το σπάνιο αυτό βιβλίο διαβάστηκε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, όπως κάθε σημαντικό λογοτεχνικό έργο, αλλά και πάλι αποσιωπήθηκε η ερμηνεία της πολιτικής μεταφοράς – αλληγορίας. Ο Δεσποινιάδης προτείνει εδώ τρεις βασικούς άξονες που τεκμηριώνουν την σχετική ερμηνεία. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο Αλεξάνδρου, σε επιστολή στον Γιάννη Ρίτσο, που πάντα τον στήριζε, αδιαφορώντας εκτός των άλλων για τις κομματικές εντολές, περιέγραψε το Κιβώτιο ως μαρτυρία μιας νοοτροπίας που παρατηρήθηκε σε διάφορες εποχές.

Πράγματι, τονίζει ο Δεσποινιάδης, ο σχετικός συμβολισμός αρθρώνεται γύρω από ένα συγκρουσιακό δίπολο. Από την μια η στράτευση στο Κόμμα εμφανίζεται ως μέσον για την υπόθεση της πραγμάτωσης της πανανθρώπινης χειραφέτησης, και συνακόλουθα μετατρέπεται ως αυτοσκοπός των φορέων του. Η ιδεολογία μετατρέπει τα σε ψευδή συνείδηση, η ηγεσία σε αλάνθαστο πόλο, οι στρατευμένοι σε άβουλα φερέφωνα της κομματικής γραμμής. Στο άλλο άκρο υπάρχει η επιλογή της προσωπικής συνέπειας σ’ ένα επαναστατικό όραμα χωρίς παραχωρήσεις στους παραλογισμούς της ηγεσίας, δίχως αναγνώριση κανενός αλάθητου. Κι έτσι ο Κιβώτιο, μπορεί να ήταν άδειο, αλλά η «επιχείρηση Κιβώτιο» δεν είναι το νόημα του αγώνα για ανθρώπινη χειραφέτηση αλλά η αναίρεση αυτού του νοήματος από την ηγεσία, που το άδειασε από το περιεχόμενό του.

Η Καίτη Δρόσου δεν ήταν απλώς «η σύντροφος του Αλεξάνδρου» αλλά και μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα που υπήρξε εξίσου συνεπής στην ηθική της στάση. Ο Δεσποινιάδης, που είχε την τύχη να την γνωρίσει προσωπικά, μας παρουσιάζει την φυσιογνωμία του ποιητικού της έργου (που θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Πανοπτικόν), ενώ δημοσιεύονται ένα ποίημα, δυο επιστολές (στην Αίγλη Μπρούσκου και στον ίδιο) και μια συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα τα κείμενα των Ζ. Δ. Αϊναλή Ένα κιβώτιο μέσα σ’ ένα κιβώτιο, Γρηγόρη Αμπατζόγλου Η γιορτή στις Άλπεις και Αισιοδοξία για το τίποτα, Κατερίνας Καμπάνη  Άρης Αλεξάνδρου – Καίτη Δρόσου και φυσικά η πλήρης βιβλιογραφία των δυο συγγραφέων.

Άλλα δυο κείμενα εκτός αφιερώματος ολοκληρώνουν το τεύχος: Ο Φώτης Τερζάκης συνεχίζει πάνω στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που εγείρει το ερώτημα «υπάρχει μια αναρχική θεωρία του κράτους;» και ο Θανάσης Αλεξίου διερευνά το τρίπτυχο «Οικογένεια, σεξουαλικές πρακτικές και κοινωνικό υποκείμενο».

Σε έναν κόσμο φανατικού διπολισμού μια στάση σαν αυτή του Αλεξάνδρου ήταν αδιανόητη, επί της ουσίας σχεδόν αυτοκτονική, πόσο μάλλον όταν δεν επρόκειτο για στάση ουδέτερη αλλά επιθετικά ενάντια και στους δύο πόλους· επιθετικά βέβαια ως προς την ουσία και όχι ως προς το ύφος, καθώς ήταν πάντα πράος. Άνθρωποι σαν τον Αλεξάνδρου δεν θα είχαν χώρο να υπάρξουν. Σήμερα όμως, είμαι βέβαιος, όχι απλά βρίσκεται εδώ αλλά φωτίζει και εμπνέει ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή.

                                                [σελ. 144]

Στην τρίτη εικόνα, η τελευταία φωτογραφία του Άρη Αλεξάνδρου, μια βδομάδα πριν από τον θάνατο του, τέλη Ιουνίου 1978. Στην τελευταία εικόνα η Καίτη Δρόσου με τον Γιάννη Ρίτσο, έναν από τους ελάχιστους υποστηρικτές του Αλεξάνδρου. Ανάμεσα στις εικόνες των συγγραφέων, το βιβλίο που διάβαζε ο σοφός παππούς της οικογένειάς μου στην Αιδηψό το 1976. Μέσα στις σελίδες, κιτρινισμένο από τον χρόνο, το απόκομμα της κριτικής από Τα Νέα (από τον Κώστα Σταματίου).

Παρουσίαση του βιβλίου του Άρη Αλεξάνδρου Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975 εδώ.

Στην μεθεπόμενη ανάρτηση, η επανέκδοση παλαιότερου τεύχους του περιοδικού με αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και το περιοδικό Σημειώσεις.

11
Αυγ.
17

(δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Τα (δε)κατα συμπληρώνουν πενήντα τεύχη, το καθένα από τα οποία βλάσταινε πιστά σε κάθε εποχή του χρόνου κατά την παλιά τετραμερή διάκριση: χειμερινή, εαρινή, θερινή και φθινοπωρινή. Δεν πρόκειται όμως για εορταστικό τεύχος εφόσον κάθε φορά οι σελίδες τους μοιάζουν με μια γιορτή της λογοτεχνίας, γεμάτη από κεράσματα και προσφορές όλων των ειδών του λόγου από ξένους και Έλληνες συγγραφείς, γνωστούς αλλά και άγνωστους, εφόσον το περιοδικό αποτελεί και φυτώριο νέων λογοτεχνικών φωνών.

Η είσοδος καλύπτεται με Πλέξιγκλας, όπως τιτλοφορείται ένα μόλις περσινό διήγημα του Don DeLillo. Εγκλωβισμένοι σ’ ένα ταξί στην μποτιλιαρισμένη Νέα Υόρκη, ένας άντρας και μια γυναίκα πολεοδομούν τον νέο τους έρωτα ανάμεσα στην αυτοκρατορία του χρήματος και στον εκκωφαντικό θόρυβο, ενώ το υιοθετημένο της αγόρι από την Ουκρανία επινοεί μια γλώσσα συνεννόησης με τον Αφρικανό ταξιτζή που αποκαλύπτει την ιδιότητα ενός τρομοκράτη. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά ένα φόντο στη νέα τους ζωή, στην υιοθεσία ως «ένα στοίχημα υπό μορφή σάρκας και οστών» και στα «ασήμαντα πράγματα που τους ορίζουν»· και αντιλαμβάνονται ότι ακριβώς αυτές οι στιγμές είναι ο σπόρος της κοινής τους συναίσθησης, καθώς «το σχήμα του έρωτά τους θα διατηρεί τη σφραγίδα των πρώτων ημερών και νυχτών».

«Όποιος λέει όλη την αλήθεια, ψεύδεται ελάχιστα» γράφει στην δική του πινακίδα ο κλασικός Βραζιλιάνος João Guimarães Rosa, σ’ ένα σύγχρονο γουέστερν αγροτικής δικαιοσύνης, με ήρωα έναν άνθρωπο που έχει χρόνια να κοιμηθεί. Η Zadie Smith σχεδιάζει ιδιαίτερους γυναικείους χαρακτήρες καθώς προσπαθούν να ζήσουν σε κλειστούς χώρους που ορίζονται από μεσίτες ή από τυχαίους επισκέπτες που κατέβηκαν σε λάθος όροφο. Η ιστορία του Σωτήρη Δημητρίου δικαιώνει τον τίτλο της («Η σύμπνοια της διχόνοιας»), καθώς ένα ζεύγος ενός υδραυλικού με μια λυρική τραγουδίστρια λογομαχεί με αντίθετες απόψεις τις παραμονές του δημοψηφίσματος μέχρις εσχάτων, δηλαδή μέχρι ενός απρόσμενου επιλόγου, ενώ μια από τις πέντε πικρές «μικρές ιστορίες» της Μαργαρίτας Μανώλη αναρωτιέται πάνω σε μια πιθανή χρόνια παρεξήγηση: Έρως ανίκατε μάχαν ή Έρως ηττημένε;

Ποτέ δεν λείπει και ο φάκελος με την ταξιδιωτική πρόζα· σύμφωνα, άλλωστε με τον Κλαούντιο Μάγκρις «ένα ταξίδι είναι πάντα και μια αποστολή διάσωσης, η συλλογή στοιχείων για κάτι που βρίσκεται σε πορεία εξάλειψης και σε λίγο θα χαθεί» όπως τον αποδελτιώνει, μαζί με άλλα αποκόμματα ο Γιώργος Βέης στο γνώριμο στοχαστικό του ημερολόγιο. Στον Πειραιά βρίσκεται η Αντιόπη Αθανασιάδου αλλά δεν σαλπάρει παρά στέκει στον ναό του Αγίου Διονυσίου συντάσσοντας εκ πείρας μια τυπολογία επαιτών, ενώ απέναντι, από την Αίγινα ως το Μόναχο η Δανάη Μπασαντή αναζητά μια «άφαντη θεά». Ο Γιάννης Τζώρτζης φτάνει μέχρι «την πόλη των νεκρών ποιητών», την ρουμανική πρώην αυστροουγγρική Μπουκοβίνα και ο Διαμαντής Μπασαντής ακούει βυζαντινούς ύμνους από μια παράξενη εκκλησία καταμεσίς της διαδρομής 66 από Αριζόνα για Νεβάδα. Συμμετέχουν ακόμα ως καταγράφοντες επιβάτες οι Maé Ait Bayahya, Mark Greif κι ένας σαλός περιπλανώμενος των βυζαντινών ναών.

Πολλοί άλλοι συγγραφείς καταθέτουν την πρόζα τους (Cecilia Davidsson, Raul Manrique, Κώστα Αλεξόπουλος, Κατερίνα Παπαντωνίου, Λίλη Μιχαηλίδη, Θανάσης Γ. Μίχος, Ευδοκία Σταυρίδου κ.ά.), οι ποιητές είναι πάντα παρόντες ((Νάνος Βαλαωρίτης, Νίνα Ναχμία, Alex Silberman, Rafael Cadenas κ.ά.), οι  μαγνητοταινίες περιλαμβάνουν συνομιλία του Δημήτρη Νόλλα με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, η μαρτυρία της Κατερίνας Μυστακίδου αφορά τον σημαντικό ποιητή Robert Lowell και την σχέση του με την συγγραφέα και μια από τους ιδρυτές του New York Review of Books Elizabeth Hardwich, οι σελίδες για το βιβλίο μαρτυρούν ευλαβικές αναγνώσεις των υπό κρίση έργων που πρώτα διαβάζονται και μετά αξιολογούνται, η σχολιογραφία και οι στήλες των ύστερων σελίδων καταμαρτυρούν τα αξιόγραφα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Πολύτιμο μαργαριτάρι του τεύχους αποτελεί ένα παλαιό διήγημα του Γερμανού, απαγορευμένου από τους Ναζί Kurt Tucholsky, Αναμνήσεις από το σπίτι του κρεμασμένου, που καταγράφει ο αφηγητής καθώς παραμένει δίπλα σ’ έναν αυτόχειρα, έχοντας ο ίδιος δικαιολογήσει την επιθυμία του με την φράση «Κρεμασμένους έχουμε όλοι». «Η χρήση των λέξεων δεν αποδίδει αμέσως την έννοιά τους. Χρειάζεται να μεσολαβήσει χρόνος, απροσδιόριστης διάρκειας κατά περίπτωση, ώσπου να πει κανείς στον εαυτό του τι εννοούσε τότε. Μπορεί αυτή η εξήγηση να μην είναι ακριβής, παραμένει όμως σε ισχύ, επειδή ο χρόνος της χρήσης έχει απομακρυνθεί, δεν είναι ορατός, έχει αφήσει όμως πίσω του σκιά. Η έννοια λοιπόν είναι η σκιά των απομακρυσμένων λέξεων. Η σκιά των λέξεων σχηματίζει τον βίο». [Η μετάφραση του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή έγινε από την σλοβακική έκδοση των διηγημάτων Προσωπικό Ημερολόγιο (Ζápisník, 1931)]

Και στα εκατό!

[192 σελ.]

Στις εικόνες: Don DeLillo, João Guimarães Rosa, Zadie Smith, Kurt Tucholsky.

04
Ιον.
17

Εντευκτήριο 111 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2015, κυκλοφ. 15 Απριλίου 2017)

Μια εκ των συγκινήσεων που πάντα προσφέρουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, εκτός από τα αυτονόητα θαυμάσια κείμενα που πάντα κρύβουν εντός, σε αναλογία που αναπόφευκτα ποικίλει, είναι και ο ίδιος ο αιφνιδιασμός που συχνά προκαλούν στον αναγνώστη που κάπως επαναπαύεται αναμένοντας μια καθιερωμένη σειρά πραγμάτων. Έτσι κι εδώ, ο πρώτος αιφνιδιασμός προκαλείται από την ποιητική παραγωγή του Ρέιμοντ Κάρβερ, η οποία μας είναι άγνωστη ακριβώς επειδή έχει επισκιαστεί από την έξοχη πεζογραφική του πρόζα (βλ. ενδεικτικά εδώ).

Θα έπρεπε όμως να το έχουμε υποψιαστεί, επειδή, αφενός η δύσκολη ζωή του ήταν εκείνη που τον έκανε να προτιμά την μικρή φόρμα, αφετέρου επειδή σε όλα του τα διηγήματα διέθεταν πάντα φλέβα ποιητική, έστω και συγκαλυμμένη. Έτσι ο συγγραφέας έγραψε πράγματι δυο ποιητικές συλλογές (1968 και 1970) προτού εκδοθεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, ενώ η τελευταία συγκεντρωτική του συλλογή (1989) περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν πριν από τον θάνατό του και αντλούν έμπνευση από την διάγνωση του καρκίνου των πνευμόνων. Και όπως γράφει η Μαρία Μουσαφίρη, που αναλαμβάνει την παρουσίαση και την μετάφρασή τους πρόκειται για ποίηση απογυμνωμένη, στεγνή, σκέτη αλλά και τραυματικά έντονη.

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται με μια άγνωστη τέχνη του Ted Hughes: τα ποιήματα για παιδιά [Εισαγωγή – μετάφραση: Θοδωρής Ρακόπουλος]. Τα ζώα είναι και εδώ πρωταγωνιστές, όπως άλλωστε και στην ευρύτερη ποίηση του Χιουζ, με μια δυνατή εικονοποιία αλλά και χιούμορ. Το ξέρω! γράφει στο «Μύδι», Είμαι χάλι μεγάλο, / αλλά είμ’ ολόκληρο καρδιά. / Καρδιά που δεν τα καταφέρνει πια / να μαλακώσει άλλο. Η ξένη λογοτεχνία συμπληρώνεται με την Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι του Πιερ Πάολο Παζολίνι  και τα Μαθήματα του εξαιρετικά ενδιαφέροντος πεζογράφου Τζάστιν Τόρρες.

Ο Θανάσης Νιάρχος συνεχίζει της Ημερολογιακές του Καταγραφές· σημειώνω μια ιδιαίτερη περιφορά επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή του 2001 και μια ομολογία του το βράδυ της ίδιας μέρας στο ξενοδοχείο: οι ιστορίες που λέω για τις δασκάλες μου στο δημοτικό σχολείο – όλες πραγματικές αν και λίγο τραβηγμένες – με ηρεμούν αφάνταστα. Δυο μέρες μετά εκφράζει την δυσκολία του να υποταχθεί στις ελάχιστες λέξεις που απαιτούν οι εφημερίδες για τις παρουσιάσεις και κριτικές των βιβλίων. Ένας άλλος εξαίρετος εξομολόγος των εσωτερικών φωνών, ο Τάκης Σπετσιώτης, καταθέτει στα Ατμόσφαιρα νέα την αισθαντική του ματιά στην πόλη και αλλού, όπου ως και οι παλαιές, οι κουρασμένες γυναίκες πηγαινοέρχονται.  

Η Μαρία Στασινοπούλου στην Χαμηλή της βλάστηση καταθέτει ως μικρές φόρμες σκέψεις και ιδέες για μεγαλύτερα κείμενα και ο Φίλιππος Δρακονταειδής  εμμένει στις βλαβερές συνέπειες της αναμονής απευθυνόμενος σε κάποιον Σάμιουελ. Δημοσιεύονται ακόμα μια Επιστολή του Κώστα Ταχτσή στον Νάνο Βαλαωρίτη και διηγήματα από τους Κωνσταντία Σωτηρίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιάννη Τσίρμπα, Στράτο Φουντούλη, Στέλλα Παρασχά κ.ά. Ο Φάκελος είναι αφιερωμένος σε μια προδρομική έκδοση της Διαγωνίου [1952] με θησαυρισμένα κείμενα των νέων τότε λογοτεχνών Νίκου Μπακόλα, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Κίμωνα Oικονόμου και Ιωάννη Σιβεριώτη. Το εισαγωγικό κείμενο υπογράφει ο Κ. Ν. Πλαστήρας.

Στην Camera Obscura, τέλος, κι ενώ δεν λείπουν οι χορταστικές κριτικές, το πάντα χρήσιμο ευρετήριο, η θεατρική στήλη και τα υπόλοιπα γνωστά καλά, εκθέτει ο Σπύρος Ζερβουδάκης  φωτογραφίες για μια Αλλόκοτη μεταμόρφωση (κείμενο: Ηρακλής Παπαϊωάννου). Γνωρίζω καλά την φωτογραφία του Ζερβουδάκη και σιωπώ γιατί δεν θα είμαι αντικειμενικός, καθώς υπήρξαμε συνένοικοι στη θρυλική μονοκατοικία της οδού Αχιλλέως στην Κάτω Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης.

[σ. 144]

Στις εικόνες: Ο Raymond Carver τότε που γινόταν ποιητής και ο Ted Hughes σε πορτραίτο από την Sylvia Plath [1956]

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

13
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 49 (άνοιξη 2017)

Λογοτεχνικές περιθάλψεις. Γράφουν 35 ιατροί και φαρμακοποιοί, ψυχής τε και λόγου θεράποντες

Πιστά στα πρωτότυπα αφιερώματα, τα τρέχοντα (δε)κατα προσκαλούν γιατρούς και φαρμακοποιούς, κοινώς τους θεράποντες των ψυχών και των σωμάτων μας, για να θερμομετρήσουν με την σειρά τους την συγγραφική τους πένα. Η δομή του αφιερώματος ακολουθεί μια αντίστοιχη «επιστημονική» φαρμακολογική διάκριση. Οι συνεντεύξεις αναλαμβάνουν τον ρόλο των «εμβολίων». Ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής Τζων Καλέφ – Εζρά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της Γερμανίας [1933 – 1945] όπου η διαφύλαξη της υγείας του «έθνους» τέθηκε υπεράνω της υγείας του ασθενούς. Με την Ευγονική και τον Κοινωνικό Δαρβινισμό υποστηρίχτηκε το δόγμα ότι ο ρατσισμός (ή φυλετισμός) είναι μια ιδεολογία που έχει στιβαρό επιστημονικό της υπόβαθρο στην σύγχρονη Βιολογία. Διάσημοι γιατροί προωθούσαν την αναπαραγωγή αυτών που είχαν επιθυμητά χαρακτηριστικά φυλής και υγείας (Θετική Ευγονική) και την στείρωση των ανεπιθύμητων ή όσων είχαν σωματικά ή ψυχικά νοσήματα κλπ. (Αρνητική Ευγονική).

Οι εξολοθρευτικές φυλετικές πολιτικές είχαν ήδη δοκιμαστεί έγινε στις ιμπεριαλιστικές αποικίες (Ναμίμπια, Πολυνησία, Ωκεανία κ.λπ.). Οι βιομηχανίες θανάτου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενίσχυσαν ακριβώς την αρνητική ευγονική με τις γνωστές συνέπειες αλλά οι περισσότεροι δολοφόνοι καθηγητές ουδέποτε κατηγορήθηκαν ή, αν κατηγορήθηκαν, αθωώθηκαν και συνέχισαν την ακαδημαϊκή τους πορεία. Σε άλλη συνομιλία ο μουσικοσυνθέτης γιατρός  Αθανάσιος Σίμογλου είναι βέβαιος ότι η μουσική διαθέτει θεραπευτική ιδιότητα, αγχολυτική, αντικαταθλιπτική, αντινευρωτική· πολύ περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόληψη για να μη γεννηθούν παθολογικές καταστάσεις που αφορούν στην ψυχολογία αλλά και την  κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.

Η πεζογραφία λειτουργεί ως «αντιβίωση»: εδώ ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου βάζει «Στον καναπέ του κτηνίατρου» τον ιδιοκτήτη ενός ζώου να αποζητά ο ίδιος έναν γιατρό της ψυχής και «Η  προσφυγοπούλα» της Μαριέττας Πεπελάση είναι πια μια γυναίκα που συνεχίζει να «ζει» στην γενέτειρά της, σε μια ασθένεια χωρίς όνομα, ενώ ανθολογείται και το «Πενηντάρι» που έλαβε ως αμοιβή ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος για να πιστοποιήσει έναν θάνατο, εισπράττοντας όμως το περιφρονητικό βλέμμα του σκύλου του αποθανόντος. Πεζογραφούν ακόμη οι Φωτεινή Τσαλίκογλου, Γιώργος Γώτης, Πάνος Ι. Μαυρομμάτης, Άγγελος Δ. Κανιούρας, Γεράσιμος Ρηγάτος, Χρήστος Ναούμ κ.ά.

Στα δοκίμια, που χρίζονται «αντικαταθλιπτικά», μεταξύ άλλων, δυο ποιητές – ψυχίατροι καταθέτουν την εμπειρία της συνύπαρξης των δυο ιδιοτήτων. Ο Γιάννης Ζέρβας γράφοντας για την ποίησή (του) ως ψυχοπάθειά (του), αναρωτιέται μήπως οι πυθμένες των δυο επιλογών συγκοινωνούν· μήπως δεν είναι δυο ξέχωρες ταυτότητες αλλά δυο ανεξάρτητα εξελιγμένες όψεις ενός βαθύτερου διχασμού και μια προσπάθεια να επιβιώσει κανείς με την ανάπτυξη μιας ψευδο – διπλής προσωπικότητας. Ο Μανόλης Πρατικάκης, εντοπίζει στον Λόγο το κοινό πρωταρχικό εργαλείο της ποίησης και της ψυχιατρικής. Αμφότερες επιχειρούν να εξορύξουν τον ορυκτό πλούτο της συνείδησης, των συναισθημάτων, των φόβων, των ενστίκτων, της μηδαμινότητας. Εκεί πουδιαφέρουν είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται το κρυμμένο υλικό. Η ψυχιατρική ανεβάζει ρίχνει το φως της σε όλα όσα κρύβονται «στο μηχανουργείο του ερέβους». Η ποίηση, αντίθετα, δεν περιγράφει τον κόσμο, αλλά αποτελεί η ίδια κόσμο, ένα αυτούσιο αισθητικό σύμπαν, παράπλευρο και σε διαρκή διαλεκτική σχέση με το υπαρκτό.

Πράγματι, τα ποιήματα είναι «καταπραϋντικά» όπως αποκαλείται και η σχετική ενότητα που συμπληρώνει την τέταρτη ιαματική πλευρά του τεύχους. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας, που επιμελήθηκε τις συνομιλίες (με τους Δημήτρη Κρεμαστινό, Στυλιανό Καρέντζο, Χρήστο Ναούμ κ.ά.), παρουσιάζει και είκοσι ένα σχετικά βιβλία, ενώ ο δεκατοδείκτης ταξινομεί, όπως πάντα, κωμικοτραγικά στατιστικά δεδομένα που αφορούν όλους μας, ασθενείς και οδοιπόρους.

[192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 13 Μαΐου 2017 (Το κείμενο στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας εδώ).

08
Μάι.
17

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων

Είναι αδύνατο να βρω τίτλο

Μα μπορεί μια συναρμογή ετερόκλητων ειδών όχι απλώς να λογοτεχνήσει τον βίο και την πολιτεία ενός συγγραφέα, πολύπλευρου εικαστικού δημιουργού και αναγνώστη σαν πλήρης αυτοβιογραφική μυθιστορία αλλά και να διαθέτει όλα τα στοιχεία που κάνουν ελκυστικό ένα μυθιστόρημα: γλώσσα πλουτογραφημένη, στοχασμό κάθετο, ματιά λοξή (σωστό εξτρέμ), χιούμορ αλλά και τέτοια αίσθηση πλοκής ώστε να σπεύδεις να διαβάσεις τι συμβαίνει αλλά και πώς γράφεται το «παρακάτω»; Φαίνεται πως μπορεί, αν πηγάζει από έναν σεσημασμένο ύποπτο που, όπως γράφει στο «Σημείο Φυγής», η λογοτεχνία διαμορφώνεται από μια λανθάνουσα όψη της Ιστορίας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το (συχνά ανατρέψιμο) «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του μέλλοντος.

Αλήθεια, όλων των ειδών τα κείμενα (διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορηματικά αποσπάσματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, προφορικές εξομολογήσεις, σημειώματα, κριτικές, εισαγωγές, ποιήματα, εκτενή μεταφράσματα, συνομιλίες, αναμνήσεις, μνήματα λόγου, σπαρταριστές ιστορίες, ορισμοί και αφορισμοί) εδώ τοιχογραφούν ενιαίο μυθοπλαστικό λόγο που πλάθεται σελίδα την σελίδα. Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, δεν υπάρχει ένα έστω απροκάλυπτο αυτοβιογράφημα εδώ; Φυσικά και υπάρχει και μάλιστα εκφωνήθηκε στο τελευταίο μέρος που θα περίμενε κανείς. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στο «Παράδειγμα προς αποφυγήν»: Δεν μου το είπαν ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά υποπτεύομαι ότι με προσκάλεσαν να μιλήσω στους φοιτητές της Φιλοσοφικής μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν,  προτού προχωρήσει εξομολογούμενος πώς αποφάσισε να γίνει τεχνολόγος της γλώσσας, τι δουλειά είχε σε μια εγκυκλοπαίδεια, πόσα βιβλία απέρριψε ως αναγνώστης εκδοτικού οίκου (άρα έγιναν μπεστ σέλλερ), πώς άρχισε να φτιάχνει εξώφυλλα για κακοφωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες σημειώσεις, πώς διακονεί λόγο και εικόνα.

Όταν φτάνει στην φιλολογική ιδίως δια της μετάφρασης διαστροφή των μετασχηματισμών παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να μάθει την γλώσσα των ξένων, απλώς να την καταλάβει. Για να μεταφράσεις λογοτεχνία σημασία έχει πόσο εμβαθύνεις στην δική σου γλώσσα. Το μεταφραστικό πέρασμα από τους αρχαίους στους νεότερους κλασικούς (Ροΐδη, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη) αποτέλεσε καίριο υπόβαθρο για την δική του λογοτεχνία, καθώς εκείνο που αποκόμισε είναι ότι «το κύριο μετάλλευμα αποτελεί η γλώσσα». Όσο για τις σπουδές, δεν έχει σημασία τι ακριβώς σπούδασες, εφόσον ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιους που όλο και κάτι έχουν σπουδάσει. Νόημα έχει να ανακαλύπτεις πηγές φωτός στην πληκτική καθημερινότητα, πηγές νερού στην έρημο του πλήθους.

Το παραπάνω κείμενο ευφυώς συμπληρώνεται με [τις] Υπεκφυγές, όπου μεταξύ άλλων αποκαλύπτει και τα περί εικονογραφίας που ασκεί ως αυτοδίδακτος, καθώς τον ενδιαφέρει εξίσου ένα σύμπαν όπου ο λόγος έχει δευτερεύουσα σημασία και προηγείται η αυτοδυναμία της εικόνες, που εκφράζει περισσότερα νοήματα χωρίς γλωσσικό ιδίωμα. Όσο για το ερώτημα ποιο θεωρεί το σημαντικότερο έργο του, το περίμενα πως θα απαντούσε ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο…Όμως εδώ απολαμβάνει κανείς ερεθιστικότατες απαντήσεις ιδίως σε ερωτήματα πάνω στην διαφορά ενός μετρίου από έναν μεγάλο συγγραφέα, πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι σήμερα ένας συγγραφέας αν ο προβληματισμός και η στοχαστικότητα χαρακτηρίζουν ένα έργο σοβαρό ή μεγάλο και ποιες οι δοσολογίες πλοκής, γλώσσας και άλλων κριτηρίων.

Τι θα πει Τραμ· να το βγάζατε Ταΰγετο!

είπε κάποιος – Μοραΐτης προφανώς – καλοπροαίρετος ενωμοτάρχης στους διαδρόμους των δικαστηρίων όταν δικάζονταν από την Εκκλησία της χούντας τα πέντε τεύχη της πρώτης διαδρομής του Τραμ [1971 – 1972], για το τολμηρό λεξιλόγιο και περιεχόμενο των κειμένων τους. Το περιοδικό διώχθηκε ως φορέας ανηθικότητας σε μια εποχή που ανθούσε βέβαια η τσόντα στις συνοικιακές αίθουσες και στα περίπτερα, αλλά υπήρχε η ηθική του μαρκαδόρου, που μαύριζε τα επίμαχα σημεία στα σχετικά εξώφυλλα. Κι έτσι ο συγγραφέας πέρασε την πύλη των Δικαστικών Φυλακών της οδού Κασσάνδρου, στο πιο άχαρο επεισόδιο της μετεφηβικής του ζωής.

Η ναυμαχία της Ναυαρίνου, ήτοι της γνωστής θεσσαλονίκειας πλατείας με τα υπαίθρια  καφενεία, αφορά βέβαια την εποχή της «δεύτερης διαδρομής» του περιοδικού Τραμ, το οποίο εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο ετοιμόρροπο κτίσμα και εστίασε, μεταξύ τόσων άλλων, στην σχέση φωτογραφίας και λογοτεχνίας, θέμα προσφιλέστατο στον συγγραφέα, που παρασύρεται σε σχετικό σύντομο διάγραμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, μια άλλη συντροφία αποτελούμενη από έτερους νευρομάντεις της γραφής (Μίμη Σουλιώτη, Γιώργο Σκαπαρδώνη, Πάνο Θεοδωρίδη, Γιώργο Χουλιάρα κ.ά.) θαυματουργεί τις έξοχες περιοδικές, βιβλιακές, επετειακές και πάσης άλλης φύσεως εκδόσεις της «Θεσσαλονίκης του ’97», εξ ου και οι σχετικές εντυπώσεις από το μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μέσα στα κείμενα είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Όταν ας πούμε ξεκινάει με μια πυκνή συντομογραφία για τον Μυστρά, αναπόφευκτα θα καταλήξει στον Πλήθωνα, κι από εκεί σε μια θρησκεία του ορθού λόγου και κατόπιν σε κάποιο ιεροδιδασκαλείο της Αδριανούπολης, σε ένα λαϊκό κίνημα ανεξιθρησκείας και κοινωνικής ισότητας και στην απογοητευτική Ιστορία που χωρίζει τους ανθρώπους σε χάσματα συνεπώς Το Σχίσμα φαίνεται ότι διαιωνίζει ένα ανατομικό γεγονός θηλυκού γένους που αν ανάγεται στην εποχή της Εύας (αν εννοείται τι εννοώ). Το περίφημο Αμέρικαν Συντρίμ αφηγείται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία ελληνικού συνδικαλισμού στην χώρα «των καλύτερων πραγμάτων και των χειρότερων ιδεών», Ο Δαρείος είναι ένα έξοχο διήγημα σύγχρονης ελληνοπερσικής πραγματικότητας, η Ιδιωτική οδός συνδέει σ’ ένα νήμα μια προσωπική του πρωτοβουλία, την ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια ποιητική συλλογή με εικόνες και τον Οδυσσέα Ελύτη αυτοπροσώπως. Κατά τα άλλα, στα Χαρτογραφικά γίνεται εκ νέου συνέταιρος χαρτογράφος, μας προειδοποιεί Ιδού ο Γομφίος, έρχεται, μας γνωρίζει τους Κρητικούς του καθαρού λόγου, τοποθετεί τον Μιρό στο Μιρογνωμόνιο, συντάσσει σύντομα Πρακτικά στιχάρπαστου βίου.

Και τι μουσική παίζουν τα τρανζίστορ και τα στερεοφωνικά ενός τέτοιου κειμενογράφου; Ο Καλοκύρης αγανακτεί στο ερώτημα ως πότε θα μας απασχολεί η τύχη ενός καραβιού από την Περσία ή μια φασαρία στα Λεμονάδικα ή γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή αποτελεί μεγαλούργημα ποιητικού λόγου, ενώ αντίθετα τα τρία πρώτα μέτρα του Ruby Tuesday ή το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα έργο 61 του Μπετόβεν και σε κάθε περίπτωση προτίμησε να συμμετέχει σε αυτοσχέδιες ροκ μπάντες, αναπνέοντας ήχους ηλεκτρικούς με δωδεκάχορδες, τρικυμιώδη τύμπανα, κουιντέτα πνευστών και άλλα συναφή. Εγώ πάντως το είχα καταλάβει· είναι εμφανής ο συγκεκριμένος μουσικός προσανατολισμός στην γραφίδα του. Εδώ τρικυμιάζουν του κόσμου τα έγχορδα, οργιάζουν οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί και κυρίως γεμίζουν τα πνευμόνια με τρόπο που μόνο το ροκ εντ ρολ, ορθόδοξο ή πειραματικό, μπορεί.

Όταν ο Καλοκύρης δεν λογοτεχνεί δική του πρόζα αλλά συγγράφει περί άλλων βιβλίων πραγματοποιεί ο ίδιος ακριβώς αυτό που γράφει κάποια στιγμή για ένα άλλο βιβλίο που μιλάει για άλλα βιβλία, «άρα πραγματεύεται εξ ορισμού τον αντικατοπτρισμό μιας ακολουθίας εννοιών στον αντίστροφο κόσμο της ερμηνευτικής, όπου αντιστρέφονται – όπως μέσω του φωτογραφικού φακού – τα είδωλα στον σκοτεινό θάλαμο της φαντασίας πριν επανεκτεθούν στο χάρτινο περιβάλλον τους». Αν αυτός δεν είναι ένας πλάγιος ορισμός της λογοτεχνίας, σίγουρα ορίζει τις γραφές του εδώ. Μιλάμε για ένα άλλο σώμα μελωμένων κειμένων που αφορά μια σειρά συγγραφείς με αφορμή την παρουσίαση του έργου τους ή κάποιου συγκεκριμένου βιβλίου. Θα περίμενε κανείς αυτά τα κείμενα να είναι τα περισσότερο προβλέψιμα και πάντως εκείνα με την λιγότερη πλοκή.

Αμ δε! Ο Καλοκύρης φτιάχνει πλήρες γράφημα της γραφής τους χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων τους, στίχους ποιημάτων, φράσεις κειμένων και πυκνογραφεί περίτεχνα τα έργα και τις ημέρες τους. Αν σκεφτούμε δε ότι μεταξύ των τιμώμενων και των προτιμώμενων είναι οι Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Χουλιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάριος Ποντίκας, Κώστας Λαχάς και Νάνος Βαλαωρίτης, τότε έχουμε ορισμένους από τους πλέον εκλεκτούς συγγραφείς του εγχώριου μοντέρνου λόγου. Με τον ίδιο τρόπο ανασκοπεί και την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, τον Δ.Τ. Άναλι, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, την Κλαίτη Σωτηριάδου και τον Θέμη Λιβεριάδη και νεκρολογεί τον Μένη Κουμανταρέα.

Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε παλαιότερες εκδόσεις του συγγραφέα, σε λογοτεχνικά περιοδικά [(δε)κατα, Δεσμός, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Ποιητική] και εφημερίδες [Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα της Κυριακής, Τόλμη] ή αποτέλεσαν εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (σε μια εκ των οποίων διαπρεπείς βυζαντινολόγοι ζητούσαν βιβλιογραφία για τον Ευωδιανό και τον Βαθυάνθρακα τους οποίους είχε μόλις επινοήσει), ή εκδηλώσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εισαγωγές σε εκδόσεις (όπως η εκτενής εισαγωγή του στο περίφημο ταξιδιωτικό πόνημα του Παναγιώτη Ποταγού), παλαιές μεταφραστικές ασκήσεις, σκηνικές αναγνώσεις, ζωντανούς μονόλογους, κριτικά σημειώματα και άλλα και άλλα. Αποδείγματα όλα πως όχι μόνο εδώ υπήρξαν συνομιλίες με συγγραφείς όπως ο Στερν, ο Μπόρχες, ο Κενώ, ο Κορτάσαρ, ο Μπέκετ, ο Εμπειρίκος, ο Θεοφίλου, ο Ζεμενός και σαφώς ο Βαθυάνθραξ, αλλά και ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, μηχανικός, οικοδόμος, υδραυλικός και ηλεκτρολόγος του λόγου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 228. Περιλαμβάνονται τρισέλιδο πρώτων εμφανίσεων (και τινά σχόλια) και επιλεκτικό και μάλλον ωφέλιμο ευρετήριο προσώπων.

Ο Α΄ τόμος (Ονομαστικόν) εδώ.

Στην βιβλιοθήκη του Πανδοχείου, στο ράφι με τα εργαλεία, βρίσκονται επίσης τα σύνεργα της πλοιαρχίας και μια μηχανή για κινούμενα τοπία. Παραπλεύρως στέκουν το παλιό και σύντομα το νέο χέρι του σημαιοφόρου.

02
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 45 (άνοιξη 2016)

Αφιέρωμα: Έγκλημα και ατιμωρισία

Μόνο ξεκαρδιστικό γέλιο προκαλεί η δήλωση, κατά καιρούς, πολιτικών μας ανδρών ότι «σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν νόμοι και κανόνες». Δεν μας λένε όμως ότι αυτοί οι νόμοι και οι κανόνες λειτουργούν με βάση την αρχή «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Αλλιώς, πώς εξηγείται η ατιμωρησία που κατατρέχει τούτη τη χώρα από γεννέσεώς της; Μια ματιά μόνο αν ρίχνουμε κάθε μέρα στις ειδήσεις, διαπιστώνουμε το μέγεθος της ανομίας και της ατιμωρησίας. Είναι πια κοινός τόπος ότι τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα από την μεταπολίτευση και μετά ή δεν ερευνώνται ποτέ ή παραπέμπονται στις καλένδες (λέγε με Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής) για δήθεν διερεύνηση, αλλά στην πραγματικότητα για να παραγραφούν.

Αν κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο έξω από τη μικρή μας πατρίδα, αμφιβάλει κανείς ότι το μεγαλύτερο έγκλημα του 21ου αιώνα είναι, μέχρι στιγμής, η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ; Και είναι διότι είχε ως συνέπεια την δημιουργία των τρομοκρατών του Ισλαμικού Χαλιφάτου και, κατά προέκταση, τον εμφύλιο στη Συρία και τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας ανάφλεξης – αυτά τα ομολογούν τώρα οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Και είναι ένα έγκλημα οικουμενικών διαστάσεων που παραμένει ατιμώρητο και που δεν θα διερευνηθεί ούτε θα διαλευκανθεί ποτέ…

….γράφεται στην εισαγωγή του τεύχους, ως μια μικρή υπενθύμιση σε δυο από τις αμέτρητες μορφές εγκλημάτων που διαφεύγουν της τιμωρίας στον σύγχρονο κόσμο. Θέμα πικρό πλην ερεθιστικότατο από λογοτεχνική άποψη, που προκάλεσε τριάντα δύο συγγραφείς, επιστήμονες, δημοσιογράφους και άλλους τεχνίτες του λόγου, απατηλού και μη, να καταθέσουν τις όψεις του. Σε «Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο» ο Ηλίας Κουτσούκος γράφει μια αληθοφανέστατη ιστορία παρ’ ολίγον τιμωρίας αλλά, ευτυχώς, τετελεσμένου έρωτα, ο Φίλιππος Δρακονταειδής απευθύνει επιστολή στον Σάμιουελ Μπέκετ και η Ροζίτα Σπινάσσα προσωπογραφεί την διλημματική ιστορία μιας παρένθετης μητέρας.

Τα τιμωρητέα πεζογραφούν ακόμη οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ηρώ Νικοπούλου, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Χρύσα Φάντη, Φλώρα Ορφανουδάκη, Δήμητρα Δεσύπρη, Φώτης Χρονόπουλος, Μηνάς Βιντιάδης, Γιάννης Παπαγιάννης, Ζέτα Κουντούρη κ.ά. και στιχουργούν οι  Κώστας Ζωτόπουλος, Έλσα Κορνέτη, Κώστας Κουτσουρέλης κ.ά. Μυθιστορηματικά αποσπάσματα καταθέτουν οι Sascha Arango, Miguel Bonnefoy, Δημήτρης Μαμαλούκας, ενώ στα δοκίμια εξετάζονται το έγκλημα και η ατιμωρησία στη λογοτεχνία [Ahmet Umit], η ατιμωρησία στο περιβάλλον [Bill McKibben] αλλά και περιπτώσεις λογοτεχνικών αντιπάλων [Richard Bradford] κ.ά. ενώ στα καθ’ ημάς ο Σάββας Πατσαλίδης ταξινομεί τις περιπέτειες της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής.

Ο Ντίνος Σιώτης σε άλλο κείμενό του με τίτλο «Το ψέμα, η αλήθεια, η φόλα, η κλοπή, ο πολιτισμός» αναφέρεται στους ανθρώπους «των γραμμάτων» που έχουν λαχανιάσει στο κυνηγητό της επιτυχίας, ενίοτε συγκροτούν λογοτεχνικά τάγματα με υπηρέτες και νεοσσούς, για να λιβανίζουν ο ένας τον άλλον. Ένα άλλο ατιμώρητο έγκλημα ασκούν εκείνοι που, στυλωμένοι στην ανασφάλεια έλλειψης ταλέντου, αναζητούν δανεικά δεκανίκια στην δήθεν «διακειμενικότητα», ασκώντας πλήρη λογοκλοπή που δικαιολογούν ως νόμιμη ενσωμάτωση. Υπάρχει, τέλος, και η περίπτωση εκείνων που αρθρογραφούν κατά της εξωστρέφειας της ποίησης και των δημόσιων εκδηλώσεων, λησμονώντας ότι ακόμη και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη εξωστρεφής. Είναι άνθρωποι που ζουν στον κόσμο τους και όχι για τον κόσμο.

Μια τιμωρία γίνεται πιο κτηνώδης από τις τιμωρίες παρά από τα εγκλήματα, είπε ο Όσκαρ Γουάιλντ το 1891 αλλά φαίνεται να το αγνοούν, σκέφτομαι, τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή. Δυο χρόνια αργότερα ο Μπέντζαμιν Τάκερ είχε αλλού δίκιο: Χρειαζόμαστε πολλούς νόμους που κατασκευάζουν τους εγκληματίες και μερικούς (μόνο) που τους τιμωρούν. Ως προς την βέργα, τέλος, ο Γκορ Βιντάλ μερικές δεκαετίες μετά έβαλε τα πράγματα στην θέση τους: Είμαι υπέρ της επαναφοράς της βέργας, αλλά μόνο μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.

[σ. 192]

Στην προτελευταία εικόνα, η περίφημη Δίκη στην ταινία The Wall [Alan Parker, 1982] και στην τελευταία το έργο της Ola Lubczynska Crime Story. Στην επόμενη ανάρτηση η παρουσίαση του τρέχοντος «θεραπευτικού» τεύχους του περιοδικού.

01
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 47 (φθινόπωρο 2016)

Μία πολύ κοινή φράση ημών των νεοελλήνων είναι η ακόλουθη: Καμιά φορά, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα. Καμία άλλη φράση σε οποιαδήποτε σύγχρονη γλώσσα ή διάλεκτο δεν θα μπορούσε να  καλύψει πιο εύγλωττα το παράλογο, το σουρεαλιστικό, το παράφρον του θέματος για μία τόσο απλή διατύπωση, όπως η (δήθεν) πρόσκληση σε γεύμα. Στην κυριολεξία έχομε τρεις αρνητικές εκφάνσεις (=καμιά φορά, πουθενά, τίποτα) μέσω των οποίων όμως εννοούμε το ακριβώς αντίθετο: κάποια στιγμή, να πάμε κάπου, να φάμε κάτι. Ίσως εδώ κρύβεται το τραγικόν του νεοέλληνα που λέει κάτι αλλά εννοεί κάτι άλλο, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί μας που υπόσχονται διάφορα αλλά αδυνατούν να τα εκπληρώσουν, δηλαδή άλλ’ αντ’ άλλων, όπως το καλοκαίρι του 2015 που οι Έλληνες ψήφισαν ΟΧΙ αλλά τους είπαν οι πολιτικοί ότι εννοούσαν ΝΑΙ…

… γράφει ο εκδότης στο εισαγωγικό του σημείωμα, προτού μας ρίξει στο τετράπτυχο της ανυπαρξίας «Ποτέ, Τίποτε, Κανείς, Πουθενά». Ιδού λοιπόν ένα δύσκολο συγγραφικό στοίχημα: μπορεί η λογοτεχνία να αρπάξει κάτι από τα άνωθεν ανύπαρκατα; Σαράντα πέντε συγγραφείς θεωρούν ότι μπορεί και δεν έχουμε παρά να εξακριβώσουμε αν έχουν δίκιο.

Οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, χρόνια προσκεκλημένοι στα κασετόφωνά μου εφόσον ενοικούν το περίφημο εκ Θεσσαλονίκης  Δημιοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ γράφουν την εξαιρετική «Άβυσσο», την συνάντηση δυο πρώην εραστών στον προθάλαμο ενός νεκροτομείου και την δημιουργία μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας ευθανασίας, ο Κώστας Μωραΐτης στο «Τίποτα» κατορθώνει σε τρεις σελίδες να περιλάβει όλες τις σχετικές εκφράσεις και να χτίσει έναν απολύτως εφιαλτικό δυστοπικό κόσμο μιας Πολιτείας που δεν περιγράφεται με τίποτα. Η Χαρά Νικολακοπούλου μας περιμένει στην «Στάση Μήδεια», όπου η ηρωίδα, κατόπιν επιτυχούς φαρμακευτικής αγωγής, μας περιμένει στο βάθος της αποβάθρας με την αιώνια ρόμπα της μισοσκισμένη, με τις παντούφλες στραβοπατημένες, μετα αχυρένια μαλλιά της ξέπλεκα…., ενώ η Ροζίτα Σπινάσα προσπαθεί να μας ρίξει εδώ κι εκεί «Ψήγματα ενοχής» μέσα σε γαμήλια δεσμά.

Ο Δημήτρης Τζουμάκας κρατά εκτενές «Αυστραλιανό Ημερολόγιο». Η δική του Αυστραλία μοιάζει με χώρα όπου δεν υπάρχει κανείς ηθικός φραγμός. Στις 4.3.2016 καταγράφεται η εν ψυχρώ δολοφονία της ιθαγενούς ονδουριανής ακτιβίστριας και φεμινίστριας οικολόγου Berta Cáceres, επειδή ηγήθηκε στους ιθαγενείς Lenca  ενάντια στο φράγμα Ζάρκα και στην ιδιωτικοποίηση του ποταμού Gualcarque καθώς για χιλιάδες χρόνια είναι η ζωή τους: από αυτόν πίνουν νερό, πλένονται, κολυμπούν, καλλιεργούν. Τώρα εξ αιτίας της πείνας και της δυστυχίας περίπου εξήντα χιλιάδες άνθρωποι μεταναστεύουν κάθε χρόνο. Αλλού αναφέρεται η αυτοκτονία δεκάχρονης αυτόχθονος ιθαγενούς, δέκατη ένατη σε εβδομήντα ημέρες, λόγο μετά την μετακόμισή της στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας.

Ο Γιώργος Βέης παίζει με τις λέξεις («Νύχτες Nichts»), ο Γιάννης Τζώρτζης επιμένει «Δεν έκανα τίποτα, δεν φταίω σε τίποτα»), η Χρύσα Σπυροπούλου παραμένει αδιάλλακτη («Αυτό ή τίποτε»),  ο John Freeman παρουσιάζει δυσάρεστα δεδομένα σε ένα ούτως ή άλλως πικρό θέμα («Οι βιβλιοκριτικές στις εφημερίδες τείνουν να εκλείψουν, άρα δεν θα μείνει τίποτα») και οι Χρύσα Φάντη, Johan Halvorsen, Κωνσταντίνος Ν. Ιωαννίδης, Λουίζα Σπηλωτοπούλου, Δήμητρα Δεσύπρη, Μαριάννα Κρητικού, Αγγέλα Γαβρίλη, Νίκος Δήμου, Maxine Chernoff αποδέχτηκαν να γράψουν κανένα καλό κείμενο για τίποτα ενδιαφέρον.

Ευτυχώς δεν ξεχνιέται μια ιδιαίτερη ψυχεδελική μπάντα, The Fugs, που στον πρώτο τους δίσκο το 1966 είχαν γράψει τον απόλυτο ύμνου του τίποτα, με τίτλο Nothing, που μεταφράζεται εδώ. Στα ποιήματα: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Παναγιώτης Βούζης, Οδυσσέας Ελύτης, Nazim Hikmet, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιάννης Κοντός, Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Χρίστος Παπαγεωργίου, Elik Rain, Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Σωτήρης Σαράκης, Κωστής Τριανταφύλλου, Ευτυχία Τροϊκανού, Αντώνης Φωστιέρης, Michel Vaucaire

Στα εκτός τετράπτυχου κείμενα, η Κατερίνα Μυστακίδου μοιράζεται «μια άγνωστη πλευρά του Ουμπέρτο Έκο» που έζησε η ίδια στους πανεπιστημιακούς χώρους και ιδίως στα φοιτητικά διαμερίσματα στα πέριξ του Κολούμπια, ο συγγραφέας Δημήτρης Οικονόμου συνομιλεί με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, ο Ρήγας Καππάτος συντάσσει εκτενές κινηματογραφικό σημείωμα για το Café Society του Woody Allen, ευπρόσδεκτο, στα μεγέθη των παλιών κινηματογραφικών περιοδικών. Και στις ’πνάδες των τελευταίων σελίδων μειδιούμε, μεταξύ άλλων, για το κείμενο που αφορά τους ποιητές που συντάσσουν ανθολογίες όπου αυτοανθολογούνται ή οργανώνουν φεστιβάλ όπου απαγγέλλουν πρώτοι και καλύτεροι.

Άλλο ένα τεύχος που ταυτόχρονα μας διασκεδάζει και μας ξυπνάει.

[σ. 188]

Στις εικόνες: Αποσκευές ηρώων, 1989, εγκατάσταση των (συγγραφέων εδώ) Θανάση Χονδρού – Αλεξάνδρας Κατσιάνη, Μια άλλη μοντέρνα Μήδεια χωρίς τίποτα για σώμα, η αδικοχαμένη στη χώρα του τίποτα Berta Cáceres, ο πρώτος δίσκος των The Fugs.

30
Απρ.
17

(δε)κατα, τεύχος 48 (χειμώνας 2016 – 2017)

Αφιέρωμα: Παίξτε μπάλα! 

Πέρασε σχεδόν μια σαιζόν όπου προβλήματα υγείας, νοσοκομεία, μετακομίσεις και άλλες απρόσκλητες πλην αναπόφευκτες εκδηλώσεις της ζωής και με προσπέρασαν τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών που με συνέπεια εκδίδονται στην ώρα τους ή εκτός προγράμματος αλλά πάντα με πληθώρα κειμένων παντός είδους και τέχνης του λόγου. Επανέρχομαι λοιπόν πάντα πιστός αναγνώστης τους κι αρχίζω με τα τρία προηγούμενα τεύχη των (δε)κάτων, εφόσον πάντα μπορεί κανείς να τα παραγγείλει στην οικεία διεύθυνση κι ενώ ήδη αυτές τις μέρες βγαίνει στην κυκλοφορία το 49ο τεύχος, με κείμενα γραμμένα από γιατρούς και φαρμακοποιούς, για να δούμε δηλαδή αν και πώς οι θεράποντες ψυχών και σωμάτων μπορούν να μας θεραπεύσουν και με τις λέξεις.

Αλλά το 48ο τεύχος προστάζει Παίξτε μπάλα!, κι αμέσως ανταποκρίνονται δυο ενδεκάδες συγγραφέων που πεζογραφούν το διόλου πεζό άθλημα με ωραίες φάσεις σπουδαίων και άσημων αγώνων αλλά σε κάθε περίπτωση διαχρονικών αναμνήσεων οριστικά φυτεμένων στον σχετικό βαθμολογικό πίνακα. Τιμής ένεκεν, βέβαια, το τεύχος ανοίγει με την μορφή ενός Ουρουγουανού συγγραφέα που γνωρίζει απ’ όλες τις πλευρές τις δυο τέχνες που συνυπάρχουν εδώ. Ο Eduardo Galeano γράφει για το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, όπως άλλωστε τιτλοφορείται το σχετικό δοκιμιακό του βιβλίο από το οποίο και παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα.

«Τα ασημένια εικοσάρικα» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας επιστρέφουν στο 1973, στον αγώνα Φλόγας Αναλήψεως και Α.Ε. Χαριλάου. Σαφώς Ανατολική Θεσσαλονίκη λοιπόν, χωμάτινο γήπεδο, χωρίς κερκίδες, περιφραγμένο με δικτυωτό σύρμα, εστίες με μισοχαλασμένα δίχτυα, τα γνωστά. Ο φακός στρέφεται στον Καλντερίδη, γιό αριστερού και βαριά σταμπαρισμένου Ποντίου, που πληρώνει τα σπασμένα του πατέρα του, κι οι αντίπαλοι οπαδοί τον φωνάζουν εν χορώ μπατίρη. Αλλά εκείνος έχει στη χούφτα του ένα μάτσο ασημένια εικοσάρικα, δανεισμένα από συμπαίκτες και δικούς του οπαδούς, και τους τα ρίχνει στα κεφάλια, ενώ εκείνοι μόλις καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, σιωπούν, βουβαίνονται, κοιτάζονται μεταξύ τους αιφνιδιασμένοι, κι ύστερα πέφτουνε στο χώμα κι αρχίζουν να τα μαζεύουνε γονατιστοί, ταπεινωμένοι, και να τα χώνουνε στις τσέπες τους. Κι είναι πλέον η πορεία του πεπρωμένου, στην συνέχεια, η μπάλα από τα πόδια του να ταξιδέψει ωραία μέχρι να φτάσει στην εστία του αντιπάλου.

Η «Νίκη!» του Φίλιππου Δρακονταειδή είναι ένα παράδειγμα πώς η λογοτεχνία γράφει ατόφιο κεφάλαιο Ιστορίας. Εδώ ο αγώνας γίνεται στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1917), με πρωταγωνιστές το πλήρωμα ενός αγγλικού πλοίου στο γεωργιανό Μπατούμι και τους γηγενείς, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που θρυμματίζει πρωτόκολλα και στερεότυπα και καταλήγει σε μια οργιαστική γιορτή.  Ή πώς μια μέρα που δεν θα την έγραφε η Ιστορία καταλήγει σε μια μέρα που θα έπρεπε να γράψει η Ιστορία. «… Αεθλοφόρος περί τα τέρματα» για τον Γιώργο Μπλάνα είναι ο ίδιος ο πατέρας του, που χάρη στο αφιέρωμα επιστρέφει για να διηγηθεί ξανά με τρόπο ίδιο αλλά και διαφορετικό τις αναμνήσεις του από την ομάδα του, το Αιγάλεω, στα χρόνια του ’50.

Ο Κώστας Ακρίβος μας γνωρίζει «Αλάνες και αλάνια» της δικής του περιοχής, δανείζοντας ένα απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, για να μας περιγράψει έναν αγώνες ζωής και θανάτου ανάμεσα σε νεαρούς Πειραιώτες και Παιδοπολίτες. Ο Βασίλης Τσιαμπούσης διηγηματογραφεί ένα «πέναλντι» στα ξένα, σε συμφραζόμενα κοινωνικά και ερωτικά. Και πόσο «χαμένα» πάνε όσα έκαναν οι παλιοί μάγοι της μπάλας όταν δεν μπορεί σήμερα κανείς να τα δει; Ο «καπετάνιος» του Αλέξανδρου Ασωνίτη («Κοντέ, τον τελικό ή τη ζωή σου») ανακαλύπτει στα διαδικτυακά βίντεο 7 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα ενός σπουδαίου αγώνα αλλά ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά! Σαν να μην έπαιξε ποτέ… Αλλά και πέρα από αυτό, ένα μόνο πράγμα ζητάει: να ξαναγίνει 28 χρονών, όπως τότε, στον τελικό, για μια μόνο μέρα. Όχι μέρα, πολύ είναι η μέρα. Για δυο ώρες μόνο, δυο ωρίτσες. Να ξαναγίνει ο τελικός ακριβώς όπως τότε, ακριβώς. Με φανέλες χωρίς διαφημίσεις και παίκτες στα νιάτα τους χωρίς τατουάζ και βαμμένα αλλόκοτα μαλλιά […] Να ξαναπαίξει τον τελικό, να πάρει το αίμα του πίσω….

Ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά την δική του «Δικαίωση» από την κλασική ανακοίνωση στα μεγάφωνα του γηπέδου, που προκαλούσε πάντα γέλιο: Παρακαλείται ο φίλαθλος κύριος τάδε όπως μεταβεί στο Μαιευτήριον τάδε… Η γυναίκα του γεννάει.  «Το ματσάκι» του Κώστα Καβανόζη έχει δυο αξέχαστες εικόνες: στην μια, η μπάλα φεύγει προς την θάλασσα και ξανοίγεται ως μακριά· στην δεύτερη, οι ελάχιστοι παίκτες ανάβουν τα φώτα δυο αυτοκινήτων και παίζουν μέχρι να φέξει. Ο Δημήτρης Φύσσας στα «Πόδια στις Τρεις Ελιές» αφιερώνει δυο γραμμές στο παιδί που πάντα περισσεύει και μένει απ’ έξω απ’ το παιχνίδι. Ο Ευγένιος Αρανίτσης ιστοριογραφεί την ημερομηνία «31 Μαρτίου 1937» οριστικά και αμετάκλητα σε ποίημα πεζογραφικής ένδυσης, ο Δημήτρης Τζουμάκας βρίσκεται στις κερκίδες μιας «Σφαγής στην Ισπανία», ο Γιώργος Βέης παρακολουθεί «Γκολτζήδες κάτω από τη Σαχάρα» κ.ά.

Μια άλλη ομάδα αθλείται στην ποίηση κι εκεί τα στιγμιότυπα είναι εξίσου θεαματικά. Μεταξύ άλλων, ο John Berryman στιχουργεί για ένα αγόρι που έχασε τη μπάλα, ο Χρίστος Παπαγεωργίου για τις παρενέργειες ενός γκολ, ο Γιάννης Τζανετάκης για τους παλιούς του ήρωες που γερνάνε, αξύριστοι θλιμμένοι αλλά πάντα έτοιμοι να σηκωθούν από τον πάγκο ένα χαμένο να γυρίσουνε παιχνίδι, ο Γιώργος Κεντρωτής αφιερώνει στον Αριστείδη Παπάζογλου που πλην σ’ / απείρων ελιγμών ορμή είχε δείξει / ειρμούς κρυφούς (πριν απ’ τον Κρόιφ) είρων /και δίκαιος και μέγας – ο Αριστείδης, ο Λευτέρης Πούλιος βλέπει κάποιους άλλους να παίζουν μπάλα με το ίδιο το ποδόσφαιρο, ο Δημήτρης Καλοκύρης, πάντα αιφνίδιος, αναμεταδίδει ένα άλλο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, κάπου μακριά από εδώ, όπου θέλουμε δε θέλουμε είμαστε όλοι καλεσμένοι.

Στα δοκιμιακά κείμενα, μεταξύ άλλων, ο Robert Birnbaum μας υπενθυμίζει δέκα βιβλία για το ποδόσφαιρο, χάρη σε δημοσίευμα του Αθηναϊκού  Πρακτορείου Ειδήσεων διαβάζουμε για το ποδόσφαιρο στα χρόνια της αντίστασης, η ομάδα του obrero.gr θυμάται την καλτ ομάδα της Εθνικής Βουλγαρίας 1993 – 1994 και ο Δημήτρης Κωστόπουλος ανθολογεί «Λόγια της μπάλας» και μας θυμίζει πως ο Κωστής Παπαγιώργης, πιστός μελετητής του ποδοσφαίρου, έγραφε στα Σιαμιαία και ετεροθαλή ότι όπως οι θυσίες των Χριστιανών δεν ήταν απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού αλλά μονάχα της πίστης τους γι’ αυτόν, έτσι και η θρησκευτική προσκόλληση του οπαδού δεν αναδεικνύει την όποια θετική αξία του ποδοσφαίρου αλλά μόνο την παθιασμένη του ανάγκη να παραδοθεί σε κάτι.

Θεαματικότατο τεύχος!

[σ. 180]

Στις εικόνες: Δεληκάρης και Λοσάντα περιμένουν τον λογοτέχνη τους / Ένα παιδικό μου παιχνίδι, ακριβώς την εποχή που το γνώρισα / Κατάκοποι αλλά εμφανώς ικανοποιημένοι οι παίκτες του Αιγάλεω φωτογραφίζονται αμέσως μετά την λήξη ενός ιστορικού αγώνα κατάταξης, στο γήπεδο της Ριζούπολης. Ο Γιάννης Μπλάνας άνω αριστερά. / Αριστείδης Παπάζογλου, 1964, στον αγώνα Ολυμπιακού – Εθνικού 1-0, με γκολ δικό του. Η φωτογραφία από εδώ.

11
Ιολ.
16

Φρέαρ, τεύχος 15 (Ιούνιος 2016)

Φρέαρ 15

Κάθε τεύχος του περιοδικού κοσμείται από τουλάχιστον μια εκτενή συνομιλία με κάποιον σύγχρονο στοχαστή, που πάντα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Αυτή την φορά διαβάζουμε τον Ζαν Λυκ Μαριόν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη. Ο μελετητής, μεταξύ άλλων, της καρτεσιανής σκέψης, ερευνητής των γνωστικών επιστημών, της τέχνης και της ψυχανάλυσης, εμπνευσμένος από τους Καινή Διαθήκη, τους Αποστολικούς και άλλους ελληνόφωνους Πατέρες των πρώτων αιώνων, και τον Ιερό Αυγουστίνο Ιππώνος, εφορμάται στην αναζήτησή του από την εντελώς σύγχρονη υποκειμενικότητα, στην οποία ασκείται μέσω της φιλοσοφικής μεθόδου της φαινομενολογίας.

Jean Luc Marion

Με την φαινομενολογία μπορούμε να φιλοσοφήσουμε και πάλι για τον έρωτα, την τέχνη, τον Θεό, το θαύμα, υποστηρίζει ο Μαριόν. Δεν υπήρξε μια «θεολογική στροφή στην φαινομενολογία» αλλά, αντιθέτως, το θεολογικό ερώτημα είχε τεθεί στον ορίζοντα της φαινομενολογίας ήδη από τον Husserl· και μετά έχουμε ασφαλώς τον Martin Heidegger, τον Paul Ricoeur, τον Emmanuel Levinas, τον Jacques Derrida, τον Michel Henry. Γιατί ασχολούνται όλοι αυτοί οι φαινομενολόγοι στοχαστές με την θεολογία; Όχι, ασφαλώς, επειδή επρόκειτο ειδικά για θεολόγους ή για ιδιαιτέρως αφοσιωμένους πιστούς. Όχι, ήταν για έναν λόγο περισσότερο τυπολογικό. Η περιοχή της θρησκευτικής εμπειρίας και της πνευματικής ζωής, αν μπορούμε να μιλήσουμε για «θρησκευτική» εμπειρία και για «πνευματική ζωή», είναι ένας «χώρος» που όλοι ξέρουν ότι προσφέρει φαινόμενα, τα οποία έχουν μια ορισμένη πραγματικότητα, ενίοτε μια εξαιρετική, μια έκτακτη πραγματικότητα, που υπάρχει ακόμα κι αν είναι δύσκολο να ανιχνευθεί.

Edmund Husserl.

Ο Μαριόν αναφέρει εδώ ακριβώς την έννοια του μυστικισμού που εμφανίστηκε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, ακριβώς σε μια στιγμή που η φιλοσοφία αδυνατεί να αποδώσει την θρησκευτική εμπειρία. Γιατί και η συστηματική θεολογία – δογματική γίνεται μια οιονεί φιλοσοφία και δεν μπορεί ούτε και αυτή να εξηγήσει την «γεωγραφία» της πνευματικής ζωής. Σε μια τέτοια στιγμή δημιουργείται ένας ανεξάρτητος λόγος που αποκαλείται μυστικισμός και ο οποίος ομιλεί με τρόπο αυτοαναφορικό, χωρίς αναφορά ούτε στην φιλοσοφία, που τον κακολογεί, ούτε στην συστηματική θεολογία που δυσπιστεί απέναντί του, ενώ οι Διαφωτιστές τον θεωρούν ως μια μορφή τρέλας, και ορισμένοι θεολόγοι ως αρχή ανεξέλεγκτων αιρέσεων. Σε κάθε περίπτωση, η μυστική εμπειρία δεν έλαβε καμία σωστή ερμηνεία. Και είναι απολύτως αναμενόμενο που η φαινομενολογία πήγε να ψάξει εκεί, γιατί ήθελα να διαπιστώσει τι μπορούμε να κάνουμε με αυτές τις απρόσιτες περιοχές.

hernan-lavin-cerda

Η δεύτερη, επίσης καθιερωμένη στο Φρέαρ, εκτενής συζήτηση περί λογοτεχνίας, γίνεται ανάμεσα στον Χιλιανό ποιητή και πεζογράφο Ερνάν Λαβίν Θέρδα [Hernán Lavin Cerda] και τους Mario Meléndez και Gerardo Miranda, αδημοσίευτη ακόμα στα ισπανικά. Ο Θέδρα, που έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στο Μεξικό, όπου κατέφευγε μετά την επιβολή της δικτατορίας του Πινοσέτ, συζητά και συ-σκέπτεται πάνω στο πνεύμα της Λένκα Φρανούλιτς, σημαντικής προσωπικότητας της χιλιανής κουλοτύρας, την επίδραση του Πάμπλο Νερούδα, την εξάπλωση του Νερουδισμού προς το καλό και το κακό, την καταλυτική εμφάνιση Νικανόρ Πάρρα. Ένα μεγάλο μέρος του τεύχους αφιερώνεται στον Μανόλη Αναγνωστάκη, για τον οποίον γράφουν νέοι φιλόλογοι που συμμετείχαν σε πλούσια σχετική Ημερίδα.

Γιατί δεν αγαπάμε την δημοκρατία; αναρωτιέται η Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν [Myriam Revault d’ Allonnes], που τιτλοφορεί έτσι το νέο της βιβλίο (χωρίς το ερωτηματικό) και μπορούμε να διαβάσουμε σε προδημοσίευση της ελληνικής έκδοσης τις σκέψεις της για την συνθήκη απογοήτευσης του δημοκρατικού ανθρώπου και τις διαβαθμίσεις του μίσους για την «αστική δημοκρατία». Μιλάμε για την αγάπη της πατρίδας, του έθνους, της πολιτείας, της ανθρωπότητας, αλλά ποτέ για την αγάπη της δημοκρατίας – γιατί άραγε;

Henri Bergson

Στο τεύχος δημοσιεύονται τρία ανέκδοτα, νεανικά κείμενα του Χρήστου Μαλεβίτση, σπουδαίου στοχαστή και μεταφραστή σημαντικών φιλοσοφικών έργων, στα οποία αναγνωρίζει κανείς, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Δημήτρης Αγγελής, ορισμένους από τους θεματικούς άξονες που θα τον απασχολήσουνε και αργότερα (η επικαιρότητα του φιλοσοφικού λόγου σήμερα, το ιερό, η μεταφυσική δίψα κλπ.). Σε αυτά τα πρώιμα εξομολογητικά γραπτά, συνεχίζει ο επιμελητής, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς το πάθος της έκφρασης και τον έντονο ιδεαλισμό του συγγραφέα. Επιλέγω μια ενδεικτική παράγραφο από τα «Γράμματα στην αγαπημένη»:

Ρίχνω δίκαιο του Μπερξόν που λέει πως οι άντρες που είχανε πλούσιο, δημιουργικό ψυχικό κόσμο, νιώθανε την παρουσία τους σα μια νέα μουσική. Είτε ήτανε δημιουργοί θρησκειών, είτε φιλόσοφοι, είτε οδηγοί λαών, είτε ποιητές, αυτό που κάνανε  δεν ήταν παρά το συγκεκριμένο: ποίηση μιας μουσικής αρμονίας. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πως όταν δε νιώθουμε τη μουσική υφή των έργων αυτών των ανθρώπων, τα έργα σκέτα τα βλέπουμε παράταιρα, αδιανόητα και πολύ συχνά ανόητα. Ακόμα και οι πιο λογικές ιδέες των φιλοσόφων είναι αποκυήματα της μουσικής. Γι’ αυτό παραξενευόμαστε όταν βλέπουμε μεγάλα μυαλά να μη μπορούσαν να δουν πράγματα που ο κοινός νους έβλεπε.

Εσωτερική διάσταση

Στις ύστερες σελίδες ο Μαριάνος Καράσης συνεχίζει ακάθεκτος στις ουτοπίες της αρχαιότητας, με στάση αυτή τη φορά στον Αριστοφάνη, ο Γιάννης Β. Κωβαίος εντοπίζει στοχαστικές και αστόχαστες «προσαρμογές» στα σχολικά βιβλία, η Νατάσα Κεσμέτη εκφράζει τις πάντα πυκνές σκέψεις της, o Γιώργος Μητρούλιας παρατηρεί την πόλη να εισχωρεί στην «χαμένη ύπαιθρο». Ξεχωρίζω δυο εξαιρετικά κείμενα: ένα εγκώμιο μεμψιμοιρίας δια χειρός Θεοφάνη Τάση κι ένα διπλό σχόλιο του Κώστα Βραχνού, πρώτα περί facebook,  σε συνομιλία με γραπτά του Byung – Chul Han και ύστερα περί ισλαμοφιλίας, όπου αναρωτιέται πώς η συντριπτική πλειονότητα των μετριοπαθών ισλαμιστών (περίπου 1,5 δισεκατομμύριο πιστών) ανέχεται να κατασυκοφαντείται και να καταδυναστεύεται από μια αμελητέα μειονότητα φανατικών.

Στα λογοτεχνικά πεζά του τεύχους, ο Δημήτρης Χριστόπουλος παρακολουθεί «ένα ζευγάρι στο χρόνο» με τρία στιγμιότυπα σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο αντίστοιχα. «Η απόστροφος», μου είχες πει τότε, «μας υπενθυμίζει αυτό που πρέπει να χάσουμε, ό,τι τέλος πάντων αφήνουμε πίσω μας, για να γίνει καλύτερη η ζωή μας». Ο Μιχάλης Μακρόπουλος δημιουργεί πάνω στο αστείρευτο μοτίβο του άγνωστου επισκέπτη στην πόρτα [«Ο επισκέπτης»], ο Βασίλης Τσιαμπούσης ανασυνθέτει μια γλωσσική Βαβέλ σε μοναστηριακή αυλή και ο υπογράφων αναθυμάται μια ημέρα που έμεινε ίδια και απαράλλαχτη στον χρόνο, από την Κυψέλη μιας παιδικής δεκαετίας. Και όπως πάντα, τα παραπάνω αποτελούν ένα μόνο μέρος από την ύλη του τεύχους.

Το τεύχος κοσμείται με σχέδια της Ελένης Γλύνη.

Στις εικόνες: Jean Luc Marion, Edmund Husserl, Hernán Lavin Cerda, Henri Bergson, Εσωτερική διάσταση.

25
Απρ.
16

Το Δέντρο, τεύχος 207 – 208 (Μάρτιος 2016)

dentro

Τώρα που πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, με γοητεύουν τα όρια όλης της αφήγησης. Ούτε ο Σέξπιρ ούτε ο Δάντης θα μπορούσα να επινοήσουν τον Στίβεν Χόκινγκ, το άτομο, το έργο του. Από το ελάχιστο άνοιγμα ενός βλεφάρου αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος…

λέει ο Τζορτζ Στάινερ σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Νίκολας Σέξπιρ. Ο «αταξινόμητος στοχαστής» θυμάται μεταξύ άλλων και την φράση που τον σημάδεψε για όλη του την ζωή: στην ηλικία των πέντε, παρατηρούσε από το παράθυρο στο Παρίσι τον όχλο που φώναζε «Θάνατος στους Εβραίους!». Αλλά ακολούθησε και η πολύτιμη φράση του πατέρα του: «Δεν πρέπει ποτέ να φοβηθείς. Αυτό που έχεις μπροστά στα μάτια σου ονομάζεται Ιστορία». Ο Στάινερ, που χαρακτηρίζεται στην αυτοβιογραφία του  ως «αναρχικός πλατωνιστής» παραδέχεται πως θα ήθελε να έχει γράψει αφήγηση υψηλοτάτου επιπέδου αλλά υπήρξε παθιασμένος με πάρα πολλά πράγματα για να το κάνει.

George-Steiner_

Σειρά στην θέση του συνομιλητή παίρνουμε εμείς, καθώς μας χαρίζει το κείμενό του Αγαπητοί αναγνώστες, τα βιβλία σάς χρειάζονται, κι ένα σύντομο δοκίμιο για τον Φέλιξ Κρουλ του Τόμας Μαν. Ο Μάριος Βάργκας Λιόσα διαβάζει προσεκτικά το πρόσφατο προκλητικό βιβλίο του Στάινερ Η ιδέα της Ευρώπης [The idea of Europe] και εστιάζει στην ιδιότητα του ευρωπαϊκού τοπίου που είναι προσβάσιμο με τα πόδια, μια γεωγραφία στα μέτρα των ποδιών. Αυτό το εκπολιτισμένο τοπίο δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή εκεί η φύση δεν συνέθλιψε ποτέ την ανθρώπινη ύπαρξη.  Η Ευρώπη είχε πάντα ένα φυσικό περιβάλλον φιλικό προς τον άνθρωπο, που διευκόλυνε την επιβίωση και ευνόησε την επικοινωνία ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς. Η Ευρώπη πλάστηκε και εξανθρωπίστηκε από την κίνηση του ανθρώπινου ποδιού. Δεν είναι υπερβολική η άποψή του Στάινερ ότι όλη η φιλοσοφία μας είναι βασισμένη στο βάδισμα, στην απλή πράξη του να βάλεις το ένα πόδι μπροστά στο άλλο, ενέργεια που χωρίς να το αντιληφθούμε μας πηγαίνει στον προορισμό μας.

calvino-wesley-large

Ο Αλμπέρτο Μανγκέλ διαβάζει ένα παλαιότερο βιβλίο του Στάινερ, Τα βιβλία που δεν έγραψα [My unwritten books], που δεν είναι μια επιτομή ευσεβών πόθων, αλλά περισσότερο ένας χάρτης τόπων την εξερεύνηση των οποίων ο Στάινερ αρνείται να ξεκινήσει. Μυστηριωδώς, η χαρτογραφία επαρκεί. Ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα αφορά τον Ίταλο Καλβίνο και περιλαμβάνει μια συναρπαστική Απολογία της εντιμότητας στη χώρα των διεφθαρμένων. Το ειρωνικό αυτό κείμενο, δημοσιευμένο στην La Repubblica το 1980, πυκνογραφεί σε τέσσερις σελίδες όλη την κωμικοτραγική παθογένεια των σύγχρονων διεφθαρμένων πολιτικών συστημάτων και ταιριάζει ιδανικά στα καθ’ ημάς. Ακόμα, ο Ουμπέρτο Έκο γράφει για τον Αναρριχώμενο βαρόνο, δυο Ιταλοί δημοσιογράφοι συνομιλούν για τον Καλβίνο «στον αστερισμό της Αθηνάς» και μια ακόμα παρουσιάζει συντομογραφικά τρία από τα έργα του Ιταλού συγγραφέα.

Svetlana-Alexievich_03_

Η τρίτη διακριτικά τιμώμενη του τεύχους είναι η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς. Τα βιβλία της Αλεξίεβιτς αποκαλύπτουν, γράφει στο κείμενό της η Βαλζίνα Μορτ, ένα συγκλονιστικά φιλόδοξο σχέδιο, μια προσπάθεια να συνοψισθεί ολόκληρη η σοβιετική ιστορία – επανάσταση, γκουλάγκ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αφγανιστάν, Τσερνόμπιλ, πτώση του Κομουνισμού – σε ένα χρονικό, δημιουργημένο από τον λόγο των ανθρώπων τους οποίους σπάνια ρωτούν οι ιστορικοί. «Τι κρίμα να λέγονται, να ψιθυρίζονται, να ακούγονται στεντόρεια τόσα πολλά στο σκοτάδι…Λάμπουν για ένα λεπτό και σβήνουν, όσο για σήμερα, εξαφανίζονται αμέσως», είχε πει παλαιότερα η Αλεξίεβιτς. Η συγγραφέας επηρεάστηκε από την πολυφωνική μέθοδο του βιβλίου των Άλες Αντάμοβιτς, Γιάνκα Μπριλ και Βλαντιμίρ Κόλεσνικ Κατάγομαι από το χωριό της φωτιάς, ένα «συλλογικό μυθιστόρημα» που αποτελείται μόνο από τον λόγο αληθινών ανθρώπων. Εδώ δεν μπορώ να μην θυμηθώ στα καθ’ ημάς το εξαιρετικό συλλογικό έργο μαρτυριών Ο κοινός λόγος με αφηγήσεις από την Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά, τον πόλεμο και άλλες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Svetlana Alexievich_

Ο συγγραφέας Ρομπέρτο Σαβιάνο θεωρεί πως το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς δεν είναι απλώς αναγνώριση σε μια διανοούμενη που υπέστη την καταπίεση του καθεστώτος Λουκασένκο αλλά και μια επιβράβευση της μη μυθοπλαστικής αφήγησης [non fiction]. Η ετικέτα της λογοτεχνίας μέχρι τώρα έμπαινε στα ράφια με τα έργα μυθοπλασίας, καθώς εκδότες και βιβλιοπώλες συμμετέχουν στην μεγάλη παρεξήγηση σύμφωνα με την οποία λογοτεχνία είναι μόνο ό,τι είναι καθαρή επινόηση. Η στενοκέφαλη διαίρεση μεταξύ μυθοπλασίας και ρεαλισμού έγινε νόμος. Όμως η μη μυθοπλαστική αφήγηση είναι ένα ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, το οποίο δεν έχει στόχο την πληροφορία αλλά την περιγραφή της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας της εργάζεται πάνω σε μια πραγματικότητα η οποία μπορεί να ερευνηθεί με επιστημονικά κριτήρια, αλλά την αντιμετωπίζει με την ελευθερία της ποίησης. Γνωρίζει ότι η πραγματικότητα υπερβαίνει κατά πολύ την φαντασία και δέχεται να γίνει το φερέφωνό της, ο ενισχυτής της.

Το μεγαλείο της Αλεξίεβιτς, καταλήγει ο Σαβιάνο, βρίσκεται ακριβώς στο λογοτεχνικό της σθένος, στην απόφασή της να μην ακολουθήσει την νόρμα εργασίας που επιβάλλουν οι εφημερίδες.  Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται για μιαν άλλη αλήθεια: την αποτύπωση γεγονότων φιλτραρισμένων μέσα από τη λογοτεχνική σκέψη, τη φροντίδα των λέξεων: τον ενδιαφέρει να μετατραπούν αυτές οι συνεντεύξεις σε δημιουργικό υλικό και όχι σε δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Το κείμενο που επιλέχτηκε από το έργο της ίδιας της Αλεξίεβιτς για να ολοκληρώσει τις σχετικές σελίδες προέρχεται από μια συλλογή με μαρτυρίες για αυτοκτονίες [Μαγεμένοι απ’ το θάνατο, 1994].

Mikhail Zoshchenko_

Ένας τέταρτος φάκελος εγκαινιάζει μια σειρά ολιγοσέλιδων αφιερωμάτων σε σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, κυρίως πεζογράφους. Πρώτοι «φακελωμένοι» οι Νίκος Χουλιαράς και Γιάννης Ευσταθιάδης, με κείμενα των ιδίων (ανέκδοτα στην περίπτωση του Ν.Χ.) και δοκίμια για το έργο τους. Παρακάτω σέρνει τα βήματά του Ένας ενοχλητικός γέρος δια χειρός του ανεπιθύμητου για το Σοβιετικό Καθεστώς Μιχαήλ Ζοστσένκο, ο Μαρσέλ Προυστ αναζητά την χαμένη σιωπή στο θορυβώδες διαμέρισμα όπου έμεινε από το 1906 έως το 1919, συντάσσοντας επιστολές προς την γειτόνισά του με θέμα την έλλειψη ησυχίας, η Βιρτζίνια Γουλφ παίζει με τα ανίψια της [1923 – 1927] συντάσσοντας μια καθημερινή οικογενειακή εφημερίδα, ο Φίλιπ Ροθ γράφει ένα κείμενο Στον δάσκαλό του (όλοι οι εκπαιδευτικοί ονειρευόμαστε μια τέτοια αφιέρωση από τον συγγραφέα πρώην μαθητή μας), ο Κουρτ Βόνεγκατ προβαίνει σε παραινέσεις, οι περίφημοι αδελφοί Γκονκούρ μας ανοίγουν λίγες από τις σελίδες των μοναδικών τους ημερολογίων.

Smultronstallet.1957.

Στις Αναγνώσεις συνυπάρχουν μια Ιφιγένεια από την Βόρειο Ιρλανδία, ο Επίκτητος και ο μέσος άνθρωπος, και στα Φύλλα ο Τάσος Γουδέλης σκέφτεται πάνω στην διαβόητη έννοια του κλασικού και στην γνωστή αγγλοσαξονική φράση «τα πνεύματα που ωριμάζουν νωρίτερα από τα άλλα, δεν έχουν πάντα μεγάλη εξέλιξη», ενώ ένας εμμονικός συντάσσει επιστολή στην αγαπημένη του Ζαν Μορώ σε επτά μέρη. Η Χλόη Κ. Μουρίκη, τέλος, θυμάται τις Άγριες φράουλες και τον εβδομηνταεξάχρονο διάσημο γιατρό Ίζακ Μπορκ, που ταξιδεύει προς το Λουντ για να παρασημοφορηθεί από το πανεπιστήμιο για τα πενήντα χρόνια της επαγγελματικής του προσφοράς. Πρόσωπο κουρασμένο και μοναχικό έως μισανθρωπίας, κάνει τον απολογισμό της ζωής του ανάμεσα σε εφιάλτες και ηθικά διλήμματα.

Η σκηνή του αποχαιρετισμού με ενδιέφερε πάντα το ίδιο με τις μείζονες εστιάσεις του έργου: τα ερείπια της προσωπικής ζωής, τη νοσταλγία του χαμένου. Οι οπισθοφυλακές του Ίζακ Μπορκ (η γενική εκτίμηση, η αναγνώριση) δείχνουν ηττημένες απ’ τη νεανική ζωντάνια, όσο κι αν ο σύντομος διάλογος μοιάζει με τρυφερή κατανόηση. Εκείνοι που χαιρετούν ίσως νοιώθουν το δέος του επιλόγου. Αυτό που ποτέ δεν θα μας ξανασυμβεί είναι η ύλη της ιστορίας μας.

[200 σελ.]

Στις εικόνες: George Steiner, Italo Calvino, Svetlana Alexievich, Mikhail Zoshchenko, Άγριες Φράουλες.

07
Απρ.
16

Εμβόλιμον, τεύχος 77 – 78 (Φθινόπωρο 22015 – Χειμώνας 2016). Αφιέρωμα στον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου

Εμβόλιμον ΝΑΑ_

Νομίζω το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση. Περισσότερο ακόμα, μια δυσκολία να χαρεί κανείς τη ζωή. Ένα αίσθημα θανάτου και ανημποριάς πλανάται μέσα σε μια τελείως μοντέρνα και τεχνική κοινωνία. Γι’ αυτό στα ποιήματα πολύ συχνά υπάρχουν στοιχεία μηχανικά δεμένα με μια βαθύτερη δίψα για ζωή….

…απαντούσε ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σε ερώτηση του Δημήτρη Καλοκύρη στο περιοδικό Τραμ, το 1979. Πρόκειται για την τελευταία εν Θεσσαλονίκη συνέντευξη που συστηματοποιεί και δημοσιεύει ο Θανάσης Μαρκόπουλος στο σχετικό του κείμενο εδώ· η σειρά των συνομιλιών ξεκινάει από την εφημερίδα Δράσις το 1965 (και αργότερα 1967 και 1968), συνεχίζεται στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1966 και στον Νίκο Μπακόλα αλλά και στο περιοδικό Ausblicke το 1970.

Ένας νέος Ν.Α.Α.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του ποιητή (και κατ’ εμέ την γοητευτικότερη) εξετάζει ο Παναγιώτης Γούτας: «την ποίηση των ερειπίων», προφανώς και τα ερείπια στην ποίησή του. Επηρεάστηκε άραγε από τις προγενέστερες μνημειακές και …ερειπιακές ποιητικές γραφές του Καβάφη, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου ή του ελάσσονα ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου; Εδώ τίθεται κι ένα ευρύτερο ερώτημα, καθώς οι αρχαιολογικοί χώροι και τα σχετικά ευρήματα αποτελούν προσφιλή λογοτεχνικά και ιδίως ποιητικά θέματα. Μπορεί η αναφορά και μόνο σε αυτά να συνιστά επίδραση και επιρροή;

Μια άλλου είδους αφιερωματική κατάθεση που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στα αφιερώματα είναι η (συνήθως επί τούτου) γραφή ποιήματος ή πεζού που συνομιλεί με έργο του «τιμώμενου» συγγραφέα ή και αφιερώνεται σε αυτόν, όπως εδώ το ποίημα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τον παρηχητικό τίτλο Λίγο μύρο μυρώνει τον Μύρωνα, ένα ποίημα του Κώστα Ριζάκη κι ένα μικρό πεζό της Έφης Καλογεροπούλου. Σε παράπλευρα δελτία, ο Δημήτρης Κονιδάρης εν πλήρη συντομία διηγείται μια παρ’ ολίγον γνωριμία. Το κείμενο του Βασίλης Ιωαννίδης αφορά την σχέση / σύνδεση του ποιητή με το περιοδικό Διαγώνιος και περιλαμβάνει πίνακα με όλες τις δημοσιεύσεις του στο περιοδικό.

Ταξιδεύοντας

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ / θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. / Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη / θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. / Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν / ή θα ταφούν σε ανήλιαγα σπουδαστήρια – κι είπες πάλι / ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει [Υστεροφημία]

Με ένα από τα «παραλειπόμενα» ποιήματα του Ασλάνογλου ολοκληρώνει το κείμενό της η Άννα Αφεντουλίδου, καταγράφοντας την «αυτιστική πορεία της παράφρονης ομορφιάς» στην ποίησή του. Ανάμεσα στα «ποιητικά χαρακτηριστικά και τα ποιητολογικά του παρεπόμενα» γράφει πως ο ποιητής παραβίασε τα διλήμματα τα δηλωτικά των ορίων της ποιητικής: του ρομαντισμού και του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του υπερρεαλισμού, του παραδοσιακού και του μοντερνιστικού. Δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο πιο ρομαντικό και παλαιό και λεξιλόγιο σύγχρονο και τεχνολογικό – έτσι ώστε να βρίσκονται σε αμηχανία οι κριτική μου, δήλωνε.

Ωδές

Ο εύκολος έρωτας κι ο δύσκολος θάνατος δια χειρός Κώστα Κρεμμύδα δηλώνει εξαρχής την πρόθεση μιας μικρής αποκαθήλωσης έναντι των συνήθων αγιοποιήσεων που εκτοξεύονται αφειδώς, μετά θάνατον, εις βάρος πολλών ποιητών και της κεκτημένης αίγλης που τους συνοδεύει. Ο Στέλιος Λουκάς αναδημοσιεύει μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον συγγραφέα. Σε μια ερώτηση περί μνήμης διαβάζω: Η μνήμη λειτουργεί κάπως σαν άσπρο χαρτί. Δηλαδή, ξαφνικά, καθώς ζω κάπου σ’ έναν άλλο χώρο, όχι Θεσσαλονικιώτικο – Ανθηναϊκό ή εκτός Ελλλάδος – ξαφνικά είναι το άσπρο χαρτί. Είμαι μέσα σ’ αυτό το χώρο που είμαι, το παρελθόν αποχρωματίζεται, χάνει το νόημά του, εφόσον οι αισθήσεις και τα αισθήματα δε λειτουργούν στο νέο χώρο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν όταν επιστρέφουν στον παλιό χώρο και τόπο…[σ. 87]

Αθήνα, Δράμα, Κόρινθος, Βέροια, Ελασσόνα, Μασσαλία, Κέρκυρα, το αεροδρόμιο της Μίκρας στην Θεσσαλονίκη, η λεωφόρος της Άνοιξης στην ίδια πόλη, η Τεργέστη, η θάλασσα της Ελσινόρης στη Δανία, η Ελ Μίνα, ελληνόφωνο χωριό του Λιβάνου. Ο ίδιος ο Ασλάνογλου μίλησε για την «τοπολατρία» του αλλά και για το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες περνούσε μέσα στο σπίτι του. Όπως γράφει η Δήμητρα Μίττα στο δικό της κείμενο, ο ποιητής προτιμούσε τον έξω χώρο, τους δρόμους, εκεί «πολλαπλασιαζόταν», ένοιωθε «ασφάλεια»· το μέσα, τα γνώριμα κλειστά τοπία, ήταν για εκείνο απειλή.

Ο δύσκολος_

Ο Τάσος Πορφύρης συντάσσει ένα τελικό σημείωμα αποτίμησης του ποιητή, ο  Βασίλης Βασιλικός ανασύρει πρώιμες μνήμες από την γνωριμία τους και ομολογεί πως περιμένει το εν λόγω αφιέρωμα για να συμπληρώσει τα βιογραφικά κενά που του δημιουργήθηκαν από την απουσία δεκαετιών, ο Διονύσης Στεργιούλας ανασύρει ένα νεανικό κριτικό του κείμενο. Άλλοι ενδεικτικοί τίτλοι μεταξύ πολλών κειμένων: Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: Η πυκνοκατοικημένη εξορία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Βάσω Οικονομοπούλου: Η ιδέα της όρασης και η ιδέα ως όραση στην ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Χρίστος Παπαγεωργίου: Ωδές στον Πρίγκιπα ή Η απώλεια του ερωτικού αντικειμένου, Μαρία Πολίτου: Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο» Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996). Το τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Γιάννη Παπανελόπουλου.

[160 σελ.]

Η φωτογραφία από την παράσταση «Ωδές στον πρίγκιπα» της ομάδας Nova Melancholia [χώρος Μπαγκλαντές, 2016] «μια ιδιότυπη ποιητική βραδιά για τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου», υπό την σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.

15
Μαρ.
16

Φρέαρ, τεύχος 14 (Φεβρουάριος 2016)

Frear 14

Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή κάποια στέγη / Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία / έτοιμη να στεγάσει την ζωή μας…έλεγε ο Κράτης από την Θήβα, όπως διαβάζω στην καθιερωμένη «στήλη» του παλαιού μου δασκάλου στην Νομική, του Μαριάνου Δ. Καράση, για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας. Μαθητής του Διογένη από την Σινώπη, έδωσε έναν πιο ήπιο και μειλίχιο τόνο στον Κυνισμό και ακολούθησε τον δρόμο του «κοσμοπολίτη», αποστρεφόταν την πολυτέλεια και ζούσε ζωή λιτή χωρίς να είναι δούλος κανενός. Δεν είχε κτήμα ή σπίτι ούτε έπιπλα και μη έχοντας δικό του τόπο διαμονής περνούσε όλη την ημέρα στα δημόσια οικήματα, στην Αθήνα, και διανυκτέρευε με την γυναίκα του. Πηγές αναφέρουν ότι ο γάμος του συνοδεύτηκε από δημόσια συνουσία, πιθανώς για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό. Η κυνική ουτοπία του είναι η Πήρα, καταμεσίς σε μία θάλασσα· ποτέ δεν πλέει προς τα εκεί άνθρωπος μωρός, παράσιτος, λαίμαργος ή ξελιγωμένος από τους γλουτούς μιας πόρνης και κανείς εκεί δεν έχει πάρει τα όπλα για την δόξα ή το χρήμα.

Φρέαρ Βυζαντινόν_

Μικροδιηγήματα από τον διαγωνισμό που διοργάνωσε το Φρέαρ, με όριο λέξεων τις εκατόν πενήντα και μόνη προϋπόθεση την χρήση της λέξης «φρέαρ». Το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και περιλαμβάνει όλη την πολυμορφία του σχετικού είδους, όπως την έχουμε παρουσιάσει και εδώ με αφορμή σχετικά αφιερώματα και εκδόσεις. Ο Π. Ένιγουεϊ διατυπώνει σε τρεις γραμμές την επανάσταση του Δον Κιχώτη κατά του συγγραφέα του, ο Βασίλης Γόνης περιγράφει κλιμακωτά μια αστική αυτοχειρία, η Λίλια Κυρίτση δίνει ανθηρό λόγο σε μια αντρική ερωτική ενηλικίωση, ο Ηλίας Κεφάλας ψάχνει το έαρ στο φρέαρ αλλά δεν αποφεύγει το σημαίνον πηγάδι, μια Έλλα προσκαλείται έστω και μεταφυσικά ως επιθυμητή κοπέλα δια χειρός Νατάσας Κεσμέτη. Η Μαρία Κουγιουμτζή συνοψίζει έναν ερωτικό φόνο σε μια παράγραφο και μια ντουλάπα, ο Ντίνος Σιώτης «φωτογραφίζει» μια όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη που όλοι βλέπουν κι υποκρίνονται πως δεν και ο Παναγιώτης Ράμμης, στο πιο φορτισμένο των μικροκειμένων επιστρέφει στο πηγάδι των παιδικών του χρόνων. Και πολλοί άλλοι πυκνώνουν σε ελάχιστες λέξεις ολόκληρα σύμπαντα.

Tobias Wolff, Californie, 2009, φωτ. Jean Luc Bertini

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται, για εμάς που ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά από το τέλος, και η επόμενη αναπάντεχη συνάντηση είναι με τον Τομπάϊας Γουλφ, έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Αμερικανούς διηγηματογράφους, που η κριτική συγκαταλέγει με τους Ρέιμοντ Κάρβερ και Ρίτσαρντ Φορντ. Λέει μεταξύ άλλων ο Γουλφ: Δεν θέλω να υποβαθμίσω την σημασία της πρόθεσης και της συνειδητότητας κατά την συγγραφική διαδικασία. Προφανώς και πρέπει να λειτουργείς συνειδητά. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, το ύφος του έργου σου ορίζεται από τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, από την προσωπική σου οπτική. Και δεν έχεις πάντοτε επίγνωση αυτής της οπτικής. Είναι σαν εκείνο το ρητό που λέει ότι «το ψάρι δεν ξέρει ότι ζει μες στο νερό»… [σ. 64]. Το τεύχος δημοσιεύει και διήγημα του συγγραφέα.

Σε μια άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία ο Μαρσέλ Γκωσέ, συγγραφέας μιας περίφημης πολιτικής ιστορίας της θρησκείας (Η απομάγευση του κόσμου) μας καλεί να σκεφτούμε το Ισλάμ υπό το πρίσμα όλων των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων. Ιστορικά η θρησκεία οργάνωσε την ζωή των κοινωνιών και η νεωτερική πρωτοτυπία έγκειται στην έξοδο από αυτή την οργάνωση. Η έξοδος αυτή διαχέεται σε πλανητικό επίπεδο και είναι η έσχατη σημασία της παγκοσμιοποίησης. Η ρήξη με την θρησκευτική οργάνωση του κόσμου είναι πλέον δεδομένη. Συνεπώς δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε που σε κάποιους χώρους η διείσδυση αυτής της νεωτερικότητας βιώνεται σαν μια πολιτιστική επίθεση.

Κατασκευή Ιησού_

Ένας άλλος σημαντικός ερευνητής, ο Μάικλ Γουόλτσερ, συγγραφέας του κορυφαίου έργου Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι, συνομιλεί με τον Θεοφάνη Τάση για την πολιτική σκέψη σήμερα και, μεταξύ άλλων, για την πολεμικά εγκλήματα, τα σχετικά αντίποινα, την τρομοκρατία και την άνοδο του ισλαμικού χαλιφάτου. Ο Γουόλτσερ παραδέχεται τις προγενέστερες πλάνες του, όπως για παράδειγμα την πεποίθηση ότι ο θρησκευτικός πόλεμος ήταν ένα καθαρά ιστορικό θέμα. Η θεωρία της αναπόφευκτης εκκοσμίκευσης ήταν θεμελιωδώς λανθασμένη. Όμως και πάλι, απευθυνόμενος στους ανά τον κόσμο πιστούς, υπενθυμίζει: Την στιγμή της Δημιουργίας δεν υπήρχαν εβραίοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι παρά μόνο άνθρωποι κα ο φυσικός νόμος που ίσχυε γι’ αυτούς προηγείται από κάθε αποκάλυψη θεϊκού νόμου και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Η απαγόρευση της δολοφονίας των αθώων είναι μέρος αυτού του νόμου, την οποία καμία ομάδα ζηλωτών δεν μπορεί να καταργήσει.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟι πολυτιμότερες σελίδες του τεύχους αφιερώνονται στον Γιάννη Κιουρτσάκη και σε μια εκτενή συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη. Όσοι δεν γνωρίζουν το έργο του ας σπεύσουν να διαβάσουν τις σκέψεις του για όλα όσα τον έχουν απασχολήσει όλα αυτά τα χρόνια: την εξορία ως συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου, την αναζήτηση της εξορίας μέσα στην ίδια την πατρίδα, τις εσωτερικές αυτοεξορίες, την «ελληνικότητα», την γλώσσα, τον ατέρμονα κύκλο ταυτότητας και ετερότητας. Στα άλλα κείμενα, ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ονειρεύεται γραπτώς Όνειρον του δια βίου μεταφραστού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο π. Βασίλειος Θερμός συλλογίζεται πάνω στην κρίση ως σύμπτωμα ενός βαριά άρρωστου λαού, η Ελένη Μαρινάκη δοκιμάζει τρία (εξαιρετικά) μικρά κείμενα, οι Στρατής Πασχάλης, Τάσος Γαλάτης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης κ.ά. καταθέτουν ποίηματά τους κ.ά.

[234 σελ.]

Στις εικόνες: Βυζαντινό φρέαρ, Tobias Wolff , κατασκευή Ιησού και έργο του Κώστα Σιαφάκα, σχέδια του οποίου κοσμούν το τεύχος.

19
Φεβ.
16

(δε)κατα, τεύχος 44

COVER 44_

Αφιέρωμα Ειδήσεις

Ειδήσεις: Σε ποιον ανήκουν, ποιος τις φτιάχνει, από πού έρχονται; Σαράντα τέσσερις συγγραφείς και δημοσιογράφοι επιχειρούν να απαντήσουν με όλους τους τρόπους, μυθοπλαστικούς και μη. Με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ειδήσεις από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης – ειδησεογραφικά πρακτορεία, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση -, δεν είναι απορίας άξιο ότι ο κόσμος έχει περιέλθει σε αξιολύπητη κατάσταση, γράφουν τα (δε)κατα στην εισαγωγή του αφιερώματος, με τίτλο οι ειδήσεις είναι η κρίση. Πράγματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αμέτρητα συμβατικά, καλωδιακά αλλά και ιντερνετικά κανάλια εκφέρουν έναν λόγο και μια εικόνα που μετά βίας μοιάζει με «ειδήσεις», ενώ κατ’ ουσία είναι ρηχές ματιές σε συμβάντα. Είναι σα να παίζουν το ίδιο έργο, βασισμένο στην αρχή που λέει ότι κάθε θεατής πρέπει να στρέφεται σε μια οθόνη και να βρίσκει θέματα που γυαλίζουν και καθηλώνουν.

Μια ενδιαφέρουσα θέση εκφράζει ο David Jacobson στο κείμενό του Η τηλεόραση σου κάνει καλό. Η τηλεόραση κατηγορείται συνεχώς ότι ενθαρρύνει την απάθεια, την αδράνεια, την παθητικότητα, την δουλική υπακοή. Κανένας όμως δεν έχει παρατηρήσει την επίδρασή της σε εκείνους που τους είχαν στερήσει την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια ποικιλία και χυδαιότητά της. Μπορεί αρχικά να προκαλέσει απογοήτευση και οργή στους αποκλεισμένους θεατές και συμμέτοχους στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό καρναβάλι· στην συνέχεια όμως μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Όταν βέβαια κερδίσουν την μάχη τους, είναι αλήθεια ότι μπορεί να γίνουν όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

A woman watches television in her house in the outskirts of Sudan's capital, Khartoum April 5, 2010. REUTERS/Zohra Bensemra (SUDAN - Tags: SOCIETY IMAGES OF THE DAY)

Οι κάτοικοι των χωρών του πρώην Σοβιετικού μπλοκ και οι Νοτιοαφρικανοί την εποχή του απαρτχάιντ εκδήλωσαν αυτή την κατάσταση. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του πληθυσμού από κάθε σχετική πρόσβαση ως απόδειξη της ηθικής και πολιτιστικής του ανωτερότητας. Όφειλαν λοιπόν να είναι και ευγνώμονες στους πολιτικούς τους κυρίους που προαποφάσιζαν για λογαριασμό τους τι του ωφελούσε και τι όχι. Ο συγγραφέας θυμάται μερικούς κατηφείς ντόπιους σ’ ένα μπαρ στην Πράγα, να παρακολουθούν στην τηλεόραση μια ταινία που έδειχνε την παρακμή των Δυτικών· το ύφος τους έμοιαζε με εκείνων που ετοιμάζονται να περάσουν από μια εξέταση. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας, εργάτες στην Ανατολική Γερμανία αρνούνταν να εργαστούν σε περιοχές που δεν έφτανε το σήμα της δυτικογερμανικής τηλεόρασης.

Man Watching TV in a Bar, Detroit 1972

Αλλά εκείνο που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον συγγραφέα ήταν τα πρόσωπα των πρώην υπαλλήλων του καθεστώτος, στους οποίους είχαν επιρρίψει την ευθύνη των παραπτωμάτων του παρελθόντος και οι οποίοι ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι σε τηλεοπτικές συζητήσεις από τις οποίες αποκλείονταν στο παρελθόν: Έμοιαζαν με παιδιά ξαμολημένα στο δρόμο. Που δεν χρειάζονταν πια να υπερασπιστούν τα αδικαιολόγητα, να εμφανίζονται πάντα με το προσωπείο του επίσημου ψεύτη, να φοβούνται τους φίλους στη χώρα τους περισσότερο από τους υποτιθέμενους εχθρούς της, που τώρα άρχισαν αν τους χαμογελάνε, να συζητάνε, να μιλάνε εφεξής για απαγορευμένα θέματα, να παραδέχονται τα λάθη του παρελθόντος. Το ίδιο συνέβαινε με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Η ευχαρίστηση που αισθάνθηκαν όταν τους αντιμετώπισαν ως πραγματικούς ανθρώπους, όχι σαν αφύσικα τέρατα και απόκληρους, ήταν πασιφανής. Τουλάχιστον είχαν γίνει ξανά αποδεκτοί στο ανθρώπινο γένος. [σ. 53]

Φίλιππος Δρακονταειδής, Τάσος Καλούτσας, Χρύσα Φάντη, Δημήτρης Μίγγας, Μάριος Ποντίκας, Γιώργος Σκαμπαρδώνης κ.ά. στο διήγημα, Θανάσης Τριαρίδης, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Γιάννης Τζώρτζης στο αφήγημα, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ηλίας Γκρης, Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μπουλώτης, Σοφία Διονυσοπούλου κ.ά. στην ποίηση συγγράφουν πλευρές των ειδήσεων, ενώ ο Γώργος Ρούβαλης ενώνει τις δυο ειδήσεις για τις τραγικές δολοφονίες του 1963 (Λαμπράκης – Κέννεντι) σε ένα κείμενο προσωπικής μνήμης.

News

Στο πεδίο των απόψεων και των εκτιμήσεων ο Μανώλης Παράσχος γράφει για την δημοσιογραφική αξία των ειδήσεων την ψηφιακή εποχή, ο Ben Bagdikian αναρωτιέται ποιος είναι κύριος της ενημέρωσης, ο Γιάννης Στρούμπας «τοποθετεί» την είδηση μεταξύ τραγωδίας και παρωδίας, ο Τάσος Τσακίρογλου επιχειρεί να αναπνεύσει υπό το τοξικό νέφος των ΜΜΕ, ο Δημήτρης Τζουμάκας παρακολουθεί «ειδήσεις με μανικιούρ στις οκτώ» και o Justin Fox παρακολουθεί τα νέα μονοπώλια του διαδικτύου και ιδίως το Facebook με την Google, που «ετοιμάζονται να μας πνίξουν, αν τους αφήσουμε». Και μιας και το έφερε η κουβέντα, αλιεύω από τον δεκατοδείκτη, την καθιερωμένη σελίδα – στήλη του περιοδικού, που παρουσιάζει κάθε φορά αδιανόητα δεδομένα από διάφορους τομείς, το έτος κατά το οποίο εικάζεται ότι θα κυκλοφορήσει η τελευταία εφημερίδα στην Αμερική είναι το 2034.

Σε άλλα που δεν φτάνουν ποτέ ως ειδήσεις, ο Θεοδόσης Πυλαρινός ερευνά την Αλληλογραφία Μενέλαου Λουντέμη – Αντώνη Μυστακίδη, η Μάρω Δούκα θυμάται ποιος ήταν ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, ο Γιώργος Μπράμος επιχειρεί ένα υπαρξιακό πορτρέτο του επιστήθιου φίλου του Ανταίου Χρυσοστομίδη και το περιοδικό καταγράφει υποψηφίους, νικητές και σκεπτικά για το καθιερωμένο βραβείο των (δε)κάτων, The Athens Prize for Literature.

50s family

Το τεύχος περιλαμβάνει και μια εκτενή, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία του Ρωμανού Κοκκινάκη με τον Χρήστο Οικονόμου. Ο συγγραφέας αναφέρεται, εκτός πολλών άλλων, στην συνειδητοποίηση της μεγάλης γοητείας της γραφής που για τον ίδιο είναι η έκσταση της διαδικασίας να βγαίνει από τον εαυτό του και να γίνεται κάθε φορά κάποιος άλλος· να θέλει να ζήσει περισσότερες από μια ζωές, σα να μην του φτάνει η δική του. Γι’ αυτό και ποτέ δεν γοητεύθηκε από την ιδέα της ατέρμονης ενδοσκόπησης μέσω της λογοτεχνίας. Το στοίχημά του είναι να μπαίνει στην θέση του άλλου και να προσπαθεί να κάνει την ιστορία κομμάτι του εαυτού του αναγνώστη, μέρος της δικής του εμπειρίας.

Δεν χρειάζεται να είσαι άστεγος για να γράψεις μια καλή ιστορία για έναν άστεγο, όμως πρέπει να έχεις εκείνη την ακατανίκητη παρόρμηση να μπεις στη θέση ενός άστεγου, ή οποιουδήποτε άλλου, και να προσπαθήσεις να δεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, σε όλες τις ανεπαίσθητες και ιδιαίτερες εκδοχές του.

 [σ. 192]

Οι πρώτες δυο εικόνες: Τηλεθεατές στο Σουδάν [2015, Reuters / Zohra Bensemra] και στο Ντιτρόιτ [1972]

16
Ιαν.
16

Δημήτρης Καλοκύρης – Τα σύνεργα της πλοιαρχίας, ήτοι η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου

KALOKYRIS_SYNERGA_PLOIARXIAS_

Μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών

Κατά την περίοδο της δικτατορίας ο Εμπειρίκος βρισκόταν υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, η οποία έγινε εντονότερη με την φυγή στο εξωτερικό πολλών φίλων του, όπως ο Ελύτης, ο Τσαρούχης και ο Νάνος Βαλαωρίτης, αλλά και λόγω της αυτοκτονίας του Γιώργου Μακρή. Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καλοκύρη ήταν μια από τις λίγες φωτεινές στιγμές αυτής της ψυχικά και ηθικά δύσκολης περιόδου, όπως γράφει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ο Καλοκύρης επισκέφτηκε τον Εμπειρίκο μαζί με τον Μίμη Σουλιώτη το 1971 και επέμεινε να τον πείσει να δημοσιεύσει ποιήματά του στο περιοδικό Τραμ που εξέδιδε, καθώς είχε πρόσφατα αρθεί η προληπτική λογοκρισία.

Τραμ 3 - 4_

Τελικά δημοσιεύτηκαν τρία ποιήματα στο «πολύπαθο» διπλό τεύχος 3/4 του περιοδικού (1972), που περιείχε και το ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου «Το σώμα», για την δημοσίευση του οποίου ο Καλοκύρης δικάστηκε για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων και φυλακίστηκε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης. Ο Εμπειρίκος και ο Καλοκύρης ξαναβρέθηκαν σ’ ένα διεθνές βαγκόν-λι τραίνο προς την Θεσσαλονίκη και πέρασαν όλη την πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή καπνίζοντας στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης, ενώ μια αυτόνομη έκδοση στα τραμάκια δεν προχώρησε καθώς ο Εμπειρίκος παρέμενε απρόθυμος να δημοσιεύσει βιβλίο υπό το καθεστώς της δικτατορίας. Με τον θάνατό του, το 1975, που ο συγγραφέας έμαθε καθυστερημένα από παλιά εφημερίδα στο στρατόπεδο,  έλαβε τέλος και η ύστατη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική πρωτοπορία, οφειλόμενη εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό και την επιμονή του νεαρού Καλοκύρη.

Τραμ 3 - 4 εσώφυλλο_

Αυτός είναι και ο πυρήνας του βιβλίου: η ύστατη ενεργός συμμετοχή του Εμπειρίκου στην ελληνική πρωτοπορία, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό του Καλοκύρη, που με τα ανοίγματά του στα νεότερα ρεύματα (που αγαπούσε αλλά και περιπλανούσε με τα Τραμ του) ενέπνευσε τον εβδομηντάχρονο ποιητή. Μια αντίστροφη επίδραση, μια οφειλή για την οφειλή. Πλέουμε μ’ ένα πολύτιμο τομίδιο σε κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως ο Χάρτης αλλά και ο Φωτογράφος, σε βιβλία του Καλοκύρη – Φωτορομάντσο, Πλώρη στον Εωσφόρο, Το μουσείο των αριθμών, Ποικίλη Ιστορία, σε ειδικές εκδόσεις και ακόμα ειδικότερα επίμετρα, ή αποτέλεσαν ανακοινώσεις συνεδρίων και αποκαλύψεις δελτίων τύπου.

Τα πρώτα κείμενα αφιερώνονται στα πλοκάμια της παραπάνω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ιστορίας, που καταγράφεται με την πλούσια λεξιπλαστική του συγγραφέα και εμπλουτίζεται με απολαυστικές και ανεκδοτολογικές πλευρές της συνύπαρξης. Για μια ενδεχόμενη έκδοση του Αργώ στα τραμάκια ο Εμπειρίκος είχε συντάξει και σχέδιο βιογραφικού σημειώματος, όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως δημιουργούσε υπό το φως πάντα της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας».

Εμπειρίκος

Την εποχή που ξέσπασε η δικτατορία ο Εμπειρίκος ήταν εξήντα έξι ετών και είχε να πολλά χρόνια να βγάλει καινούργιο βιβλίο. Ο Ελύτης αργότερα θα σημείωνε ότι λίγοι γνώρισαν όσο εκείνος στα Δεκεμβριανά τις φρικαλεότητες της ομηρίας. Και τελικά η χούντα τον έκανε να σωπάσει οριστικά. Η στατιστική, γράφει πιο κάτω ο Καλοκύρης, αποδεικνύει ότι επί αυταρχικών καθεστώτων ευδοκιμούν τα εν Ελλάδι περιοδικά. Κι έτσι κι εκείνος με το Τραμ στο χέρι κατέβηκε να τον συναντήσει, παίζοντας με την φωτιά. Αν η πολιτική ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού, η τέχνη μπορεί κάποτε να είναι η πολιτική του ανέφικτου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά) με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι.

Σε τι γοήτευσε ο Εμπειρίκος εκείνη την γενιά που ήταν αφοσιωμένη στο ροκ και στην πολιτική ενηλικίωση, μια νεολαία που τα ήθελε όλα και τα ήθελε τώρα; Αρχικά ήταν η γλώσσα: γεμάτη κρυμμένες αστραπές, συνδεδεμένη με μεταφράσεις σημαντικών έργων της εφηβείας αλλά και με κείμενα όπως του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, που τώρα οδηγούσε στην καρδιά μιας μυθοπλασίας συνδυασμένης με λαϊκά αναγνώσματα αλλά γεμάτης χιούμορ και ειρωνεία που δεν σχολίαζε γεγονότα αλλά προκαλούσε γεγονότα. Ή όπως έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης, «συνουσίασε κυριολεκτικά την καθαρεύουσα με την δημοτική».

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1924, Ελβετία

Έτερον στοιχείο γοητείας ήταν το μυστήριο του τεράστιου αδημοσίευτου ως τότε έργου του, αλλά και το συχνά ελευθεριάζον περιεχόμενο αρκετών κειμένων του, ακόμα και τα ίδια τα εύγλωττα αποσιωπητικά, σε εκείνα τα περίφημα εβύθισε το…του, εις το….της), μια αθωότητα που καταγόταν ίσως από τους φιλολογικά άγνωστούς μας ακόμα beat ποιητές, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πνεύμα των επιγόνων τους και των συνομηλίκων μας: αυτών που έχτιζαν την ουτοπία των χίπις και της παράλιας μουσικής.

 Τραμ 3 - 4 πρώτη σελίδα_

Στα γραπτά του υπήρχε ένα κλίμα ανταρσίας, «μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών». Εκείνος έμοιαζε φορέας μιας φιλοσοφίας άμεσης, μακριά αλλά και κοντά ταυτόχρονα στα παγανιστικά και συνάμα αριστερόστροφα ενδιαφέροντα του κύκλου των νέων όπου ανήκε ο Καλοκύρης. Και αποδείκνυε ότι η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικά καταγραφή και μεταστοιχείωση θρήνων, καημών και ψυχικών τραυμάτων που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει. Ως προς την δήθεν ιδεολογική σύνδεση του Εμπειρίκου με την ιδεολογία του φασισμού (!) ο συγγραφέας τονίζει ότι οι σωματοφύλακες του λυρικού βασιλέως δεν ευκαιρούν ν’ ασχολούνται με τις γελοιότητες και τις ραδιουργίες των ποικιλώνυμων καρδιναλίων.

Εμπειρίκ 2ος

Το κείμενο Η άλλη όχθη αναφέρεται στην ουτοπία της Άλλης Όχθης, που υπήρξε ένα διαρκές αίτημα του στοχασμού και της τέχνης. Εδώ ο Καλοκύρης συναρμογεί περίτεχνα την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού, την Σοφία Σπανούδη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι τον Γιώργο Σαραντάρη που απευθυνόταν στους φίλους μιας άλλης χαράς και τον Μίλτο Σαχτούρη που επέγραφε ένα βιβλίο του Η χαρά στον άλλο δρόμο, καθώς η ευτυχία που είναι πάντα στην αντίπερα όχθη, σύμφωνα και με την περίφημη Αλκυόνη του Ντ’ Αννούντσιο.  Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού». Κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007_

Η γλώσσα του Υπερσιβηρικού συμπλέει με τον πολύτομο και ιθυφαλλικό Μεγάλο Ανατολικό, περιορίζοντας τον ορισμό κάθε μελλοντικής ελληνικής πεζογραφίας σε «σύμπτυξη θαμπής ατμομηχανής», καθότι υπήρξε μια μορφή Υπερσιβηρικού της Γλώσσας ή μια έσχατη εκδοχή του Έπους των Σοδόμων. Το βιβλίο περιλαμβάνει και την καταγραφή μιας δημόσιας συζήτησης του Λεωνίδα Εμπειρίκου με τον Δημήτρη Καλοκύρη και άλλους σύνεδρους που φωτίζει οριστικά σκοτεινές, αμφιλεγόμενες και παρερμηνευμένες πλευρές: για την «θρησκευτικότητα» του ποιητή, τον μύθο του πάμπλουτου ποιητή, το χρονικό της ομηρίας του στα Δεκεμβριανά, τον τρόπο με τον οποίο δημοσίευε και άλλα πολλά.

Αμαρυλλίς_

Ένα ενδεχόμενο αμφίβιο αναφέρεται στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως ζεύγμα Εμπειρίκου και Καζαντζάκη. Σταχυολογώ από τις πλείστες ομοιότητες: υπήρξαν σοσιαλιστές με τον τρόπο τους αλλά επέστρεψαν κρυφά απογοητευμένοι από την Σοβιετική Ένωση, είχαν εμμονή στο πρόσωπο του Χριστού καίτοι δηλωμένοι άθεοι, αντέτειναν στην Κατάνυξη την Έξαρση, έγραψαν δυο μείζονα εκτεταμένα έργα – τον Μεγάλο Ανατολικό και την Οδύσσεια, τα οποία έχουν το αρνητικό προνόμιο να μιλούν όλοι γι’ αυτά χωρίς να τα έχει αντέξει ως το τέλος σχεδόν κανείς, αμφότεροι βίωσαν βαθύτατη κατάθλιψη και επεδίωξαν πλήρη απομόνωση, αλλά πάνω απ’ όλα:

O συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε

«Ποια θα ναι η μορφή της νέας Αγάπης;» συλλογίζεται ο Καζαντζάκης. Γιατί ανύψωση του ανθρώπου χωρίς να ’χει βάση την Αγάπη δεν μπορεί να νοηθεί. / Και ο Εμπειρίκος: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη».

Εκδ. Άγρα, 2013, σελ. 122.

Στις εικόνες, το περίφημο τεύχος του Τραμ που βρέθηκε εύοσμο και καταδιαβασμένο στην ουτοπική πτέρυγα του Πανδοχείου, Εμπειρίκος – Φωτοφράκτης, συντροφία με Αντρέ Μπρετόν, Ντιέγκο Ριβιέρα και Λέων Τρότσκι, Εμπειρίκος τρίκυκλος εις Ελβετία, «Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού» – κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007, και ο συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε.

30
Δεκ.
15

Νέο Πλανόδιον, τεύχος 3 (καλοκαίρι – φθινόπωρο 2015)

ΝΠ3 εξώφυλλο (1)

Ανάμεσα στους εικονικούς διαλόγους της τηλεόρασης και στις εικονικές δίκες των ολοκληρωτικών καθεστώτων, διακρίνω μόνο ποσοτικές διαφορές στον διασυρμό των συκοφαντούμενων. Όποιος επιτρέπει σε μια ιδιωτική του συζήτηση να τον χαζεύουν εκατομμύρια άνθρωποι, τραυματίζει την αξιοπρέπεια και το θαύμα του διαλόγου, της συνομιλίας από πρόσωπο σε πρόσωπο, και θα πρέπει να τιμωρείται με ισόβια στέρηση της ιδιωτικής του σφαίρας. Το καθεστώς της τηλεκρατίας στη δημόσια σφαίρα είναι η πιο αναίμακτη τυραννία και συνάμα ο πιο καθολικός ολοκληρωτισμός της ιστορίας. Το καθεστώς αυτό δεν έχει ανάγκη αποκεφαλισμούς, τους καθιστά περιττούς. Δεν γνωρίζει υπηκόους, ούτε και εχθρούς. Γνωρίζει μόνο συμπαίκτες, κομπάρσους που υποτάσσονται στο σύστημα…

γράφει ο πάντα ανήσυχος και ερεθιστικός στην γραφή Μπότο Στράους σε ένα κείμενο του 1993 που μοιάζει όχι απλά επίκαιρο αλλά και να αναφέρεται στο ίδιο το διαδίκτυο και τους κανιβαλιστικούς του δημόσιους μονολόγους και διαλόγους. Αυτή η Τράγου ωδή διογκούμενη αποτελεί ένα από τα κείμενα του κεντρικού αφιερώματος του τεύχους για Τα όρια της ελευθερίας (Φιλελευθερισμός και Δύση στον εικοστό αιώνα). Συνεισφέρουν με εξαιρετικά ενδιαφέροντα και εκτενή κείμενα οι Ernst – Wolfgang Böckenförde, Mark Lilla, Richard Rorty, Alasdair Macintyre, Σωτήρης Μητραλέξης, Νικόλας Σεβαστάκης, Κώστας Χατζηαντωνίου και Νίκος Δήμου.

bothostrauß

Ο Δήμου έχει αρκετά ενδιαφέροντα να πει και ως ένας από τους λίγους διανοούμενους στην μεταπολιτευτική Ελλάδα που κράτησαν απόσταση από την Αριστερά, ασκώντας της και κριτική. Ο συγγραφέας εξηγεί πως λόγω της θητείας του στην Γερμανία δεν επηρεάστηκε από την παντοδύναμη τότε γαλλική Αριστερά, σε μια εποχή που οι Γάλλοι φοιτητές φώναζαν «Καλύτερα να κάνω λάθος με τον Σαρτρ παρά να είμαι σωστός με τον Αρόν!». Κι όμως ο Αρόν, ο Καμύ και ο Καστοριάδης δικαιώθηκαν, ενώ ο μαοϊστής Σαρτρ μόνο ως εφιαλτική γραφειοκρατία παραμένει.

Κάθε οικογένεια κάθε παρέα κάθε σπίτι / έχει – να δεις πώς τόνε λένε – ένα ξερόλα / Από τη Θράκη βόρεια μέχρι κάτω στην Κρήτη / υπάρχει κάποιος που τα ξέρει πάντα όλα // […] // Τα πάντα ξέρει ο άτιμος! Όλα τα αναλύει / γιατί η γη είναι στρογγυλή, πόσο πηδά ο ψύλλος / γιατί μυρίζει η πορδή, ο ήλιος γιατί δύει / γιατί νιαουρίζει το γιατί, γιατί γαβγίζει ο σκύλος. [Ο ξερόλας]

alfred-pal

Γνωρίζουμε τα σπαρταριστά ομοιοκατάληκτα ποιηματίδια του Γιάννη Μπελεσιώτη, κοινώς του Στιχάκια, ήδη από το ιστολόγιό του και την στήλη Από καθέδρας εδώ στα Νέα Πλανόδια. Καιρός να διαβάσουμε και για τον ίδιο τον κωμικό και σατιρικό ποιητή που βαδίζει στα ίχνη του Σουρή και του Μανούσου Φάσση, εκσυγχρονίζει το είδος και οι ρίζες του φτάνουν μέχρι τα Πτωχοπροδρομικά και τις κωμωδίες του κρητικού θεάτρου. Εδώ δεν αναδίδεται η ματαιότητα του βιβλικού Εκκλησιαστή, ούτε κάποια κυνική απαξίωση της ζωής· το βλέμμα στρέφεται με συμπάθεια σε αποτυχημένους και losers, όπως γράφει στο επίμετρο ο Γ. Πινάκουλας, ενώ ανθολογεί ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Από τα δεκάδες άλλα κείμενα απόλαυσα τον Διάλογο για τους χαρακτήρες στο δράμα και το μυθιστόρημα δια χειρός Hugo von Hofmannstahl, ένα εγχειρίδιο του Hans Magnus Enzerberger περί του Πώς να επινοείς έθνη από το γραφείο σου, την πάντα διαθλαστική ματιά του ταξιδιώτη Γιώργου Βέη σε μερικές Ινδίας λεπτομέρειες, ενώ τις τελευταίες σελίδες γεμίζει κι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων αντίλογος πάνω στο θέμα Τρομοκρατία και ολοκληρωτισμός, με προεκτάσεις και στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Διαφωνούν και επιχειρηματολογούν οι Κώστας Δεσποινιάδης, Γιάννης Καλιόρης, Κωνσταντίνος Πουλής, Φώτης Τερζάκης και Λεωνίδας Σταματελόπουλος.

Hugo_von_Hofmannsthal 1

Τελευταίο αλλά σημαντικότερο όλων το γεγονός ότι εμπλουτίζεται ο φάκελος περί λογοκλοπής, που έχει φτάσει στα ανώτατα ανήθικα κλιμάκια, με δεκάδες κλεφταραίους να απλώνουν το χέρι τους σε αλλότριες πνευματικές εργασίες. Πρόκειται για μια έρευνα απολύτως απαραίτητη για όλους εμάς τους τίμιους της γραφής. Παρακαλώ να ζητηθεί από τον Στιχάκια να τους περιλάβει με την τέχνη του. Μέχρι τότε, ας τον ξαναδιαβάσουμε στα δικά του….

Το όνομά σας; Α! Υπέροχο! Βαρώνη! / Ωραίο π’ ακούγεται απ’ το στόμα το δικό σας! / Κι ο κύριος δίπλα που ’χει αρχίσει να θυμώνει; / Πω πω αφέλεια! Ασφαλώς ο σύζυγός σας! // Συγνώμη κιόλας, αλλά αν δεν το πω θα σκάσω / Αυτός καλέ είναι ένα βήμα πριν πεθάνει / Μα το θεό! Μπροστά του να σας αγκαλιάσω / ούτε μια κίνηση δεν πρόκειται να κάνει.

hans_magnus_enzensberger1_wasselowski

Σίγουρα πολλά για το θέμα θα είχε να γράψει και ο Μπότο Στράους, που από το ίδιο προαναφερθέν κείμενο συνεχίζει πάντα εύστοχα [μτφ. των σχετικών αποσπασμάτων Πέτρος Γιατζάκης]: Η ευφυΐα των μαζών έχει φθάσει πια σε σημείο κορεσμού. Απίθανο να πάει παραπέρα, να υπερβεί τον εαυτό της και να καταστήσει τα δέκα εκατομμύρια τηλεθεατές του RTL μαθητές του Χάιντεγκερ. Ο εξυπνακισμός είναι η μικρόνοια των ημερών μας. Η ευφυΐα του high touch, όπου όλοι με όλους βρίσκονται πάντοτε σε στενή επαφή, δεν κάνει πια διαχωρισμό μεταξύ του οπλίτη και του στρατηλάτη. Ό,τι ήταν πρώτα η απαθής μάζα, είναι σήμερα η απαθής μάζα των πεφωτισμένων.

 [σελίδες 264]

Στις εικόνες: Botho Strauss, ένα εξώφυλλο μιας έκδοσης του Άμλετ που θα μπορούσε να απεικονίζει και τον Ξερόλα, Hugo von Hofmannsthal, Hans Magnus Enzensberger. Το ιστολόγιο του Στιχάκια εδώ.

28
Δεκ.
15

Εντευκτήριο, τεύχος 108 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2015) (κυκλοφ. 20 Νοεμβρίου 2015)

108

Περνάμε δεκαετίες για να καταλάβουμε ότι τα πιο μεγαλόπνοα έργα έχουν στοιχειώδη εγωκεντρικά κίνητρα. Η προσωπικότητα, γενικά, παρά την περίπλοκη λειτουργία της και τους αινιγματικούς θεατρινισμούς θυμίζει παιδική κουτοπονηριά. Εξ ου και ο αυτοσαρκασμός…έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης και χάρη στο Εντευκτήριο έχουμε την ευκαιρία να τον διαβάσουμε σε μια απρόσμενη, αδημοσίευτη συνέντευξη. Πρόκειται για συνομιλία με την Αναστασία Λαμπρία που προοριζόταν για την Μεσημβρινή, η οποία τελικά έκλεισε κι έτσι το απομαγνητοφώνημα καταχωνιάστηκε για χρόνια σε κάποιο συρτάρι.

Ο Παπαγιώργης έδωσε φτερά στο δοκίμιο, που κατέστησε ιδανικό είδος για την συνεύρεση φιλοσοφίας και καθημερινών παθών. Δοκίμασε να γράψει άλλο είδος, υπήρχε πάντα ο πειρασμός του μυθιστορήματος αλλά θεωρούσε πια ανέφικτο να στήσεις μια πειστική κατάσταση χωρίς να καταφύγεις σε εξωτισμούς. Η πόλη προσφέρεται μόνο για αστυνομικά μυθιστορήματα· διαφορετικά ποιος ενδιαφέρεται αν πέθανε η γιαγιά μου ή αν ο Λάκης αγαπάει τη Λούλα; Ο κινηματογράφος σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Υπ’ αυτή την έννοια, το να γράφεις βιβλία διανοητικά που στραβοκοιτάζουν τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία έγινε η ιδανική του λύση.

7128030_2_l_

Η δισέλιδη και κάτι παραπάνω συνέντευξη είναι πολύτιμη. Ο συγγραφέας εξομολογείται πως με τα χρόνια βρέθηκε στη θέση του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι, για να γράψει, πρέπει να αφήσει τον κοινό τόπο και να επιλέξει την παρέκκλιση. Ως προς το ύφος του, δεν επηρεαζόταν από λογοτέχνες· ζήλευε λογοτέχνες και Η δολοφονία ως μία από τις καλύτερες τέχνες του Ντε Κουίνσυ και το Αγέλη και Δύναμη του Κανέττι αποτελούν πρότυπα από συγγραφείς που ονομάστηκαν «μικροί». Βρήκε ένα κοινό με ειδικές ανάγκες, επειδή ακριβώς ήταν κι ο ίδιος παιδί με ειδικές ανάγκες. Κι έγραψε τα βιβλία του εύκολα, γιατί τα βιβλία γράφονται εύκολα, μέσα σε λίγους μήνες, όπως γίνονται τα παιδιά. Ο χρόνος σού επιστρέφει ό,τι είσαι· γι’ αυτό ο Θεός έκανε μία εβδομάδα για να δημιουργήσει τον κόσμο

Ανάμεσα στα άλλα κείμενα ξεχωρίζει το εξίσου απρόσμενο, ιδιόμορφο παραμύθι της Ανν Κουίν [Ann Quin] Κάθε σακάτης με τη δική του περπατησιά (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ριζοσπαστικό γυναικείο περιοδικό Nova τον Δεκέμβριο του 1966, δυο εξομολογητικοί, διπρόσωποι μονόλογοι της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ με ένα ποίημα και με τον ίδιο της τον εαυτό, τα πάντα απολαυστικά διηγήματα των Σπύρου Γιανναρά και Κώστα Ακρίβου, ενώ πιστός στις αστραπιαίες ιδέες που κάποτε μας χάριζε σε κοινή μπάρα, ο Ηλίας Κουτσούκος φαντάζεται εξωφρενικές επιχειρηματικές ιδέες νυχτερινών κέντρων που καταλήγουν σε θεατρικά μπουλούκια και, μοιραία, σε Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ.

41pHzfnSZcL._SX370_BO1,204,203,200_

Έτος 2015, Θεσσαλονίκη. Είναι Δεκέμβριος, και η φημισμένη υγρασία της πόλης βρίσκεται στο 81%. δηλαδή ευνοεί την εμφάνιση του εκτοπλάσματος, τους πονοκεφάλους και τον εσωτερικό μονόλογο. Περιττό να αναφερθεί πως έξω χιονίζει. / Ας αναφερθεί όμως: / Έξω χιονίζει… και μας περιμένει λίγο πιο κάτω η σπαρταριστή γραφή του Σάκη Σερέφα, που μαρτυράει απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα του και μας στέλνει στην επέτειο ενός αιώνα από το 1914, με το μέντιουμ Νίνα να επιχειρεί να φέρει μπροστά στο κοινό τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, με λίγη βοήθεια από τον οδηγό της Μπάμπη, «που θα διευκολύνει την επικοινωνία ανάμεσα στο διάμεσο και στα πνεύματα, κάτι σαν κυβερνητικός εκπρόσωπος θα έλεγε κανείς».

ann-quin_

Πεζογραφούν ακόμη οι Κουραλί Μάνικαβελ  (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου), Αλέξης Πανσέληνος, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Θέμης Λιβεριάδης, Χρήστος Αγγελάκος, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Πόπη Μανιά κ.ά., και στιχουργούν οι Φοίβος Συμεωνίδης, Ειρήνη Ιωαννίδου, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Κυριάκος Χαρίτος, Λεβή Μπενουζίλιο κ.ά. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος καταθέτει «Άνθη αδερφικής φιλίας» για τον Γιώργο Χ. Θεοχάρη, ο Άρις Γεωργίου παρουσιάζει εκτενώς το έξοχο βιβλίο του Ηρακλή Παπαϊωάννου Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου: μεταξύ μύθου και ιδεολογίας (που θα παρουσιάσουμε κι εδώ στο Πανδοχείο λίαν συντόμως), ο Χρήστος Καλός ανοίγει τον φωτογραφικό του θάλαμο και όλοι οι εκλεκτοί στηλίτες, κριτικοί και παρουσιαστές βρίσκονται στις θέσεις τους.

[σελίδες 160]

Στις εικόνες: τα δυο βιβλία που απορρόφησε ο Κωστής Παπαγιώργης και η Ann Quin.

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 37 (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2015)

E

Το περιοδικό συμπλήρωσε είκοσι χρόνια και το τεύχος είναι πλούσιο και επετειακό. Στο πρόσωπο του εκδότη του περιοδικού Γιώργου Γιαννόπουλου η λογοτεχνική γενιά του ’80 στην Θεσσαλονίκη βρήκε έναν άξιο εκπρόσωπό της, έναν πολύτιμο εργάτη και διανοούμενο με σημαντική προσφορά. Ο μαέστρος αυτής της πλούσιας πνευματικής πορείας υποδέχεται ερωτήσεις σε μια εκτενή συνομιλία με την συγγραφέα Πέρσα Κουμούτση, όπου μεταξύ άλλων εστιάζει την δοκιμασία του περιοδικού, που υπήρξε πάντα ένα συλλογικό εγχείρημα που στηρίζουν φίλοι και συνεργάτες, σε κάποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων είναι η προβληματική της εμφάνισης του νεοφασιστικού κινδύνου σε συνδυασμό με την κρίση του συστήματος, οι ιδεολογικές και πολιτικές εκδοχές του εθνολαϊκισμού, ο πυρήνας της κρίσης στην σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία και η ανάδειξη του κριτικού λόγου με αναφορές στην φιλοσοφική σκέψη, στον ψυχαναλυτικό λόγο, στο πολιτικό δοκίμιο κλπ.

Cover 29_

Η Τούλα Παπαπάντου καταλογογραφεί τους ποιητές που έχουν δημοσιεύσει πονήματά τους στο περιοδικό την τελευταία δεκαετία, η Ελένη Αβραμίδου καταθέτει ένα δισέλιδο manuel των είκοσι αυτών χρόνων, ο Σπύρος Μακρής ξεφυλλίζει την πορεία της Τέχνης, της Επιθεώρησης Τέχνης, της Κριτικής, του Πολίτη και του Ένεκεν (Ο περιοδικός τύπος στην Ελλάδα), ο Βασίλης Ιωαννίδης συντάσσει δελτία παλαιότερων τευχών, αλλά εκφράζει και έναν γενικότερο προβληματισμό για τα λογοτεχνικά περιοδικά:

Πρέπει να αναρωτηθεί κανείς για τα λίγα αυτά περιοδικά, που καταγράφουν και αποτυπώνουν την πολιτιστική πορεία του τόπου και που η έκδοσή τους γίνεται από κάποια μοναχικά, ρομαντικά άτομα, τα οποία καταθέτουν μέσα από ανυπέρβλητες δυσκολίες όλου τους το είναι, μεράκι, πάθος, μόχθο, ατέλειωτη εργασία και χρήμα, υπάρχει αποδέκτης και υπάρχει αναγνώριση της προσφοράς και του ρόλου τους καθώς και μια στρατηγική στην προώθηση και στήριξη των προσπαθειών τους ή απλά αντιμετωπίζονται σαν γραφικές περιπτώσεις που ικανοποιούν κάποιες προσωπικές τους ανάγκες ή επιθυμίες, οι οποίες δεν έχουν κανένα κοινωνικό ή πολιτιστικό αντίκρισμα και εγκαταλείπονται αβοήθητοι σε έναν απεγνωσμένο, ατελέσφορο αγώνα;

Eneken Cover 28_

Ο συντάκτης διαπιστώνει ότι αυτά τα περιοδικά δεν έχουν καν την στήριξη των ίδιων των λογοτεχνών, των συγγραφέων, ιδιαίτερα των Θεσσαλονικέων, που το έργο τους έχει παρουσιαστεί και προβληθεί απλόχερα από τις σελίδες του περιοδικού, ενώ ειδικότερα το παρόν περιοδικό συχνά δεν έχει ούτε τη στήριξη της αριστεράς σε όλο της το φάσμα, που κείμενα και συνεντεύξεις μελών και διανοούμενων της έχει φιλοξενήσει… Αναρωτιέται ακόμα πού είναι η παρουσία των χιλιάδων φοιτητών, των πανεπιστημιακών δασκάλων, των δημοτικών αρχών, της Πολιτείας, των βιβλιοθηκών. Τελικά όλα αυτά μήπως αναδεικνύουν το τεράστιο έλλειμμα πολιτισμού σε ολόκληρη τη χώρα;

Eneken Cover blog24_

Ένα εκτενές κείμενο του Γρηγόρη Καραφύλλη αφιερώνεται στον Παντελή Πουλόπουλο, έναν «ευφυή μαρξιστή του μεσοπολέμου». Αντιγράφω από το πάντα πυκνό σημείωμα του εκδότη: Ο σκοπός του δεν άγιασε ποτέ τα μέσα. Για χάρη του πραγματισμού, ο Ζαχαριάδης και οι λοιποί έκαναν ό,τι έκαναν, γιατί υποτίθεται δεν γινόταν αλλιώς. Ο διεθνισμός ήταν όνειρο των τελευταίων ρομαντικών και όχι πολιτική τακτική. Κι όμως ο Πουλιόπουλος τους αποδεικνύει πως οι τελευταίοι ρομαντικοί είχαν δίκιο και τους το δείχνει δυο φορές: τη μία όταν οι στρατιώτες κατεβάζουν τα όπλα τους και τη δεύτερη όταν πια είναι και ο ίδιος ένα φάντασμα που πλανάται πάνω από τα συντρίμμια της χώρας του, όταν η ιστορία παίρνει την εκδίκησή της για τους συμβιβασμούς και τις «τακτικές».

Cover 31a_

Οι τίτλοι των άλλων δοκιμιακών κειμένων είναι ενδεικτικοί: Από τα ψυχιατρεία στην μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη (Παύλος Βασιλειάδης), Η πλατωνική σκέψη ως φιλοσοφία ανυπακοής (Λάμπρος Παπαγιάννης), Η διαλεκτική του βλέμματος μέσα από τον καθρέφτη (Νίκη Τσάγκου) κ.ά. Στην επικράτεια της λογοτεχνίας, διανύεται ένα μεγάλο διάστημα, από τον Ουίλλιαμ Φώκνερ μέχρι σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες που δημιουργούν σε πεζά και ποιήματα. Την έκδοση συνοδεύει το εορταστικό αφήγημα του Ζαχαρία Στουφή The party… και η ποιητική συλλογή του Γιώργου Φρέρη Διαθήκη, ενώ κοσμούν συλλεκτικά έργα του θεσσαλονικιού ζωγράφου και συγγραφέα Γιάννη Βούρου.

Eneken Cover 21

Τέλος, η Ελένη Αβραμίδου διαβάζει αναλυτικά το Ταξίδι στην Κίνα του Ρολάν Μπαρτ: Βλέποντας τους νεαρούς Κινέζους, παρατηρώντας τα λεπτά κορμιά τους και νιώθοντας αόριστους ερωτικούς ηλεκτρισμούς, σημείωνε: «Αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσα να τους διαφωτίσω σχετικά με το οτιδήποτε – απλώς να φωτίσω εμάς εκκινώντας απ’ αυτούς. Άρα, αυτό που μένει να γραφτεί δεν είναι ένα Λοιπόν, η Κίνα; αλλά ένα Λοιπόν, η Γαλλία;».

 Σελίδες: 220

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 36 (Απρίλιος – Ιούνιος 2015)

Eneken Cover 36_

Το τεύχος φιλοξενεί ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στην Hanna Arendt, με αφορμή την συμπλήρωση σαράντα χρόνων από τον θάνατό της. Η Άρεντ δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη φιλόσοφος feminini generis αλλά και μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεωτερικότητας, με περίοπτη θέση στη βαϊμαρική και την εβραϊκή αναγέννηση του Μεσοπολέμου, αλλά με σημαντική συμβολή στην σκέψη για την πολιτική, την ηθική και τον κόσμο μετά τον ναζιστικό όλεθρο και τα Ολοκαύτωμα.

Ο Michael Löwy γράφει για την γνωριμία και την ευρύτερη «συγγένειά» της με τον Walter Benjamin. Αμφότεροι, ο καθένας με τον τρόπο του, καταδεικνύουν το μεγαλείο και την διαύγεια της συνείδησης του παρία των Εβραίων διανοούμενων της Μεσευρώπης [Mitteleuropa] και πάνω απ’ όλα, σύμφωνα και με τα λόγια της ίδιας σε μια επιστολή στον «δάσκαλό» της Καρλ Γιάσπερς (αναφερόμενη βέβαια όχι στον εαυτό της αλλά στον Rahel Varnhagen), μια εξαιρετική ευαισθησία απέναντι στην αδικία, μια γενναιοδωρία και παντελή απουσία προκαταλήψεων και έναν μεγάλο σεβασμό σε οτιδήποτε έχει να κάνει με το πνεύμα.

hannah_

Ο Θάνος Λίποβατς εγγράφει την Άρεντ σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, στο κείμενό του Το κακό στην πολιτική του 20ού και 21ου αιώνα. Η Άρεντ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ειρηνικές, βραχύβιες δημοκρατικές εξεγέρσεις από το 1950 και έπειτα δίχως να τις εξιδανικεύει, τόνιζε ιδιαίτερα την σημασία της αποκάλυψης της αλήθειας στην πολιτική δίκη, εκφράστηκε ιδιαίτερα για την ευρύτερη κρίση ιδίως της μεταπολεμικής περιόδου και συλλογίστηκε πάνω στις αντιδράσεις στην Γερμανία μετά τον πόλεμο (όπου η αντιμετώπιση των εγκλημάτων απλώς ανήχθη σε συναισθηματικές αντιδράσεις αποτροπιασμού και ενοχής). Η φιλόσοφος αναζητούσε φιλοσοφικά κριτήρια για τον εντοπισμό του κακού στον πολιτικό χώρο και διαφοροποίησε το σκέπτεσθαι από το ενθυμείσθαι, εφόσον μόνο η ενθύμηση, η μνήμη διατηρεί τα ίχνη εμπειριών του παρελθόντος.  Arendt4

Συμμετέχουν ακόμα με εκτενή κείμενα ο Σπύρος Μακρής (που επιμελείται και το αφιέρωμα), ο Γιώργος Φαράκλας και η Βίκυ Ιακώβου. Το περιοδικό αποτελεί πάντα ένα ορθάνοιχτο παράθυρο και προς τον σύγχρονο κόσμο, με αμιγώς πολιτικά κείμενα. Αυτή τη φορά ο Gaston Lefranc αναρωτιέται αν βαδίζουμε προς μια νέα χρηματιστική κρίση, ο Jean – Philippe Divès εντοπίζει τους δεσμούς ανάμεσα στην κρίση του καπιταλισμού και την «ψηφιακή επανάσταση», ο Pierre Roussel ερευνά τα της έντασης στην Ανατολή (Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Ιαπωνία), η Έλενα Αβραμίδου τις ασιατικές αξίες εναντίον δυτικών.

canetti_2_foto_gadliker

Ένα δεύτερο εξίσου ερεθιστικό αφιέρωμα περιλαμβάνει γραφές Περί ηδονών και άλλων δαιμονίων [Ευάγγελος Λιότζης, Έλσα Κορνέτη, Αντιγόνη Ηλιάδη, Σίσσυ Δουτσίου]. Ανάμεσα στις άλλες σελίδες, ο Φίλιππος Φιλίππου αναζητά τις απαρχές της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Esin Ozansoy εξευρενά κοινούς λογοτεχνικούς τόπους των Οδυσσέα Ελύτη και William Blake κ.ά. Περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων κι ένα διήγημα του John Updike καθώς κι ένα κείμενο του Ελίας Κανέττι (Η γιορτή του νεκρού και οι θρηνητικές θρησκείες):

Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι συμμετέχουν  στο θρήνο; Τι είναι αυτό που τους προσελκύει; Σε τι βοηθά ο θρήνος τους ανθρώπου; Σε όλους τους ανθρώπους που παίρνουν μέρος συμβαίνει το ίδιο: η κυνηγετική αγέλη εξιλεώνεται σαν θρησκευτική αγέλη. Οι άνθρωποι έζησαν σαν διώκτες και σαν διώκτες εξακολουθούν να ζουν πάντα με τον τρόπο τους. Γυρεύουν την ξένη σάρκα και μπήγουν τα δόντια τους μέσα της, τρέφονται από τον πόνο των αδύναμων πλασμάτων [….] Αλλά η ενοχή και ο φόβος τους αυξάνονται αδιάκοπα κι έτσι να το ξέρουν ποθούν την λύτρωση. Έτσι πλησιάζουν κάποιον που πεθαίνει, και με τον θρήνο γι’ αυτόν αισθάνονται και οι ίδιοι σαν διωκόμενοι… [σ. 46].

Διογένης Παπαδόπουλος

Σελίδες: 244.

Στις εικόνες: Χάνα Άρεντ, Γουώλτερ Βένγιαμιν και έργο του Διογένη Παπαδόπουλου, συνθέσειςτου οποίου κοσμούν το τελευταίο τετρασέλιδο του τεύχους.

Στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, το τρέχον τεύχος του περιοδικού.

18
Δεκ.
15

Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 12-13 (Οκτώβριος 2015)

Φρέαρ 12_13_

Γιατί οι άνθρωποι μισούν; Διότι μέσω του μίσους, μέσω δηλαδή της άρνησης του άλλου και της επιθυμίας καταστροφής του, συγκροτούν την ταυτότητά τους, βεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Όπως γράφει ο Γκύντερ Άντερς (Guenther Anders), ένας από τους λίγους στοχαστές του εικοστού αιώνα που έγραψε το μισός, «“Μισώ, άρα υπάρχω”, ακριβέστερα “άρα είμαι εγώ”, και τελικά “άρα είμαι κάποιος”». Το μίσος του άλλου είναι ο εύκολος δρόμος της αυτοεπιβεβαίωσης. Αν πιστέψουμε μάλιστα την ψυχανάλυση, η γένεση του μίσους ανάγεται στην αρχικότατη φάση ανάπτυξη  του εγώ, στον αγώνα κατά του εξωτερικού κόσμου, που τον αισθάνεται ως πηγή δυσαρέσκειας ως απειλή. Η αγάπη είναι κατόρθωμα, το μίσος είναι φυσικό…

γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σε ένα πυκνότατο κείμενο για την πραγματικότητα του μίσους και την ρητορική του. Ο συγγραφέας θυμάται τον στίχο του Ηλία Λάγιου για οργή που είναι πλήρες μεροκάματο και διαπιστώνει ότι η ψυχική δυνατότητα του μίσους που ενυπάρχει στον καθένα μας καλλιεργείται και εξάπτεται, ατομικά και κυρίως συλλογικά, με τον λόγο. Σήμερα στην δημόσια συζήτηση, όταν κάνουμε λόγο για την ρητορική του μίσους εννοούμε περιοριστικά τον ρατσιστικό λόγο, ξεχνώντας ότι πολλές ιδεολογικές συγκρούσεις και πολλοί ευγενείς πνευματικοί αγώνες στην ιστορία της ανθρωπότητας δόθηκαν με έναν λόγο μίσους όχι κατά ιδεών και απόψεων αλλά κατά ανθρώπων. Ο Ζουμπουλάκης εστιάζει στο αιώνιο πρότυπο ρητορικής του μίσους, στον αντισημιτικό λόγο.

Aleksander_Wat_

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φυλετικός και ο εθνικοσοσιαλιστικός αντισημιτισμός δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχε προϋπάρξει αδιάκοπα από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα και εξής, ο θρησκευτικός, δηλαδή χριστιανικός, αντιϊουδαϊσμός, πανταχού παρών σε κάθε είδους γραπτό κείμενο της Εκκλησίας και βεβαίως στον προφορικό της λόγο. Εδώ γίνεται και μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με την Καθολική Εκκλησία, που έστω και καθυστερημένα καταδίκασε έμπρακτα την σχετική ρητορική, σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Άραγε ποιον θα εμπνεύσουν οι ιστορίες αυτές, ποιο αγόρι ή κορίτσι θα παρακινηθεί να γράψει τις δικές του, όταν εγώ δεν θα είμαι παρά ένα σύννεφο, ένας στρόβιλος στην έρημο της Γιούτα, το θρόισμα των φύλλων στο φθινοπωρινό Ουάινσμπεργκ, αναρωτήθηκε ο Ρέι και βυθίστηκε στην απεραντοσύνη εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου του 2012, την ώρα που ο ουρανός σκοτείνιαζε πάνω από το Λος Άντζελες και οι πρώτες σταγόνες της βροχής μούσκευαν το γρασίδι στον περίβολο του νοσοκομείου.

 Ray Bradbury_

…γράφει στο τελευταίο του από μια σειρά επτά έξοχα μπονζάι [μικροκείμενο] για τον Άρη ο Γιώργος Μητάς, αφιερωμένο φυσικά στον Ρέι Μπράντμπερι, που έγραψε τόσα επιστημονικά φαντασιακά χρονικά, και κυρίως βέβαια τα Χρονικά του Άρη. Μια άλλη ποιητική ωραιότατη επιστολή απευθύνει ο Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα στον Χοσέ Λεσάμα Λίμα, τον σπάνιο Κουβανό συγγραφέα του Paradiso. Μη σας παραξενέψει, Λεσάμα, αν μάθετε ότι είστε ένας σπουδαίος κλασικός για την ευρεία μειοψηφία. Θα ήταν εύκολο να ήσασταν ένας δημοφιλής συγγραφέας, όμως αυτός ο κόσμος τότε θα ήταν ένας κόσμος διαφορετικός. Ξέρω πόσο σας θαύμαζε ο Γκαστόν Μπακέρο, που ήξερε πως ήσασταν μια ιδιοφυΐα που δεν είχε κατανοηθεί σωστά, όπως ο Γκόνγκορα, όπως ο Καραβάτζιο, όπως ο Κασάλ, όπως η Ντίκινσον. Πλούσιος σε απέραντες γνώσεις, σαμάνος της πυρπολημένης λέξης, σκοτεινός όπως οι μιγάδες ή οι εκλεπτυσμένοι ανάμεικτοι, είχατε κοκαΐνη από φως στο ερημητήριό σας. Ήσασταν, Λεσάμα, μια από τις μεγαλύτερές μας πολυτέλειες.

Lezama_Lima_ilustra_Robson_Vilalba

Το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα προέρχεται από την ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης που αποτελεί και τον κύριο κορμό του τεύχους· μια ανθολογία με δύο ιδιαιτερότητες: αφενός αφορά αποκλειστικά και μόνο ζώντες συγγραφείς, «αφήνοντας στην άκρη την συνηθισμένη συνταγή των αφιερωμάτων πού περιλαμβάνει κυρίως την γενιά του 1927 κι από δίπλα κάποιους ακόμη συμπληρωματικούς ποιητές, από τούς πιο γνωστούς και καθιερωμένους», αφετέρου τα ποιήματα είναι αδημοσίευτα ακόμα και στα ισπανικά. Έτσι το περιοδικό απευθύνθηκε σε ορισμένους από τούς πλέον έγκυρους ποιητές της Ιβηρικής (Χουάν Κάρλος Μέστρε, Αουρόρα Λούκε, Άλβαρο Βαλβέρδε, Φρανθίσκο Λεόν αλλά και Κάρλος Αλκόρτα και Χουάν Βιθέντε Πικέρας) και τούς ζήτησε να υποδείξουν τούς ποιητές εκείνους πού, κατά την γνώμη τους, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από καμιά σύγχρονη ανθολογία, ζητώντας τους παράλληλα να τους φέρουν και σε επαφή μαζί τους.

Κώστας Ψυχοπαίδης_

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι ανθολόγοι ζήτησαν να μην δημοσιοποιηθούν οι επιλογές του καθενός, ενδεικτικό του γεγονότος ότι τα συγγραφικά ήθη της Ισπανίας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τα δικά μας. Η κοπιώδης μετάφραση των ποιημάτων έγινε από τους Δημήτρη Αγγελή, Ούρσουλα Φωσκόλου και Κώστα Βραχνό. Το τεύχος περιλαμβάνει επίσης κοινή συνέντευξη των Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες και Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, συνεντεύξεις των Ζαν-Λυκ Νανσύ και Λη Μπρέιβερ, μια ανέκδοτη ομιλία του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, κείμενα των Αντώνη Ζέρβα (Ο Εμπειρίκος της ηδονής και η ηδονή της εμπειρίας), Κώστα Στεργιόπουλου (Για την έκδοση του κριτικού έργου του Άγρα), Ιωάννη Ζηζιούλα (Μητροπολίτη Περγάμου), Σταύρου Γιαγκάζογλου, ένα απρόσμενο διήγημα του Κάρλος Φουέντες (μτφ. Μαρία Καλουπτσή) κ.ά., ενώ Επί υδάτων πολλών μας πλοηγούν ο Άλβαρο Βαλβέρδε σχετικά με τον Καβάφη στην Ισπανία, ο Αχιλλέας Ντελλής σε ένα ωραιότατο κείμενο για το βλέμμα της σινεφιλίας, ο Μαριάνος Καράσης με τα δελτία του για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας και έτεροι πολλοί. Τα χαρακτικά του τεύχους είναι του Γιάννη Ψυχοπαίδη.

ZESZYTY LITERACKIE

Ο κομμουνισμός είναι εχθρός της εσωτερίκευσης, ο εχθρός του ανθρώπου με εσωτερικό βίο. Η ουσία του σταλινισμού: να σκοτώσει τον εσωτερικό βίο του ανθρώπου… έγραφε ο μείζων πλην παραγνωρισμένος σοβιετικός συγγραφέας Aleksander Wat, ένας από τους αναρίθμητους πνευματικούς εργάτες που υπέστη τα πάνδεινα από το σοβιετικό καθεστώς. Το εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Βραχνού μας ξεναγεί στην συντροφία του με τον Stanislaw Ignacy Witkiewicz, στην ποιητική του συλλογή Ο Άνεργος Εωσφόρος, στην περιπλάνησή του σε δεκατέσσερις φυλακές, στην αδύνατη επιστροφή στην υγιή ζωή, στην αυτοχειρία του, και πάνω απ’ όλα στο σπάνιο, πολυσέλιδο έργο του Ο Αιώνας μου και στις εξομολογήσεις του: Εκείνο που με έσπρωξε στον κομμουνισμό δεν ήταν η δίψα για πίστη, αλλά η ανικανότητά μου να αντέξω τον απόλυτο, τελεσίδικο σκεπτικισμό και, κατά συνέπεια, να αποδεχτώ το παράλογο της ύπαρξης.  

Στις εικόνες: Aleksander Wat – αποδέκτης κρατικού και «ιδεολογικού» μίσους, Ray Bradbury, ο José Lezama Lima, που ενέπνευσε τον ποιητή, έργο του Κώστα Ψυχοπαίδη, κοσμητή του τεύχους, Aleksander Wat ως Τσάρλι Τσάπλιν από την Jana Lebens.

02
Δεκ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43

dekata 43

Αφιέρωμα Σταθμοί

Εξακολουθούμε να είμαστε άραγε τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, οι ίδιοι φορείς αναλυτικής σκέψης μετά τη σύντομη ή μη παραμονή μας σ’ έναν σταθμό; Σ’ έναν οποιονδήποτε σταθμό; Μήπως ξεπαγιάζοντας σε μια διαμπερή αίθουσα αναμονής ή λιώνοντας από τη ζέστη, κάτω από ένα τρύπιο υπόστεγο από λαμαρίνες, περνάμε στη ζώνη ενός άλλου χρόνου; Όντας έτοιμοι να επιβιβαστούμε σ’ ένα ακόμα τραίνο υπερταχείας πορείας ή στο ταλαίπωρο λεωφορείο του τελικού μας προορισμού, στο εσωτερικό ή στις παρυφές μιας φιλόξενης ή αδιάφορης πόλης, μήπως βιώνουμε μετεωρισμούς και αναπαίσθητες, αλλά ουσιώδεις μεταβάσεις σ’ έναν δεύτερο κόσμο συγκινησιακών κραδασμών;

… αναρωτιέται ο Γιώργος Βέης, για όλους όσους υπήρξαν Κομμένοι στα δυο σε πάσης φύσεως σταθμούς και βρισκόμαστε ήδη στην αίθουσα αναμονής ενός ακόμα πρωτότυπου αφιερώματος: σταθμοί – σιδηροδρομικοί και λεωφορειακοί, διαστημικοί και ραδιοφωνικοί, ερωτικοί και επαγγελματικοί, ΚΤΕΛ και μετρό, σταθμοί ζωής και κάθε είδους σταθμαρχεία και διόδια.

Putyvl_Train_Station_Old_

Εκ των πεζογράφων, ο Φίλιππος Δρακονταειδής λεξιδρομεί και λοξοδρομεί Από τον σταθμό της Οδησσού το τέλος, ο Ξενοφών Μπρουντζάκης κάνει στάση στον Σταθμό του Γκρατς, ο Γιώργος Ρούβαλης περιμένει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου, η Χρύσα Φάντη θυμάται τους Μεγάλους Σταθμούς. Όταν το τραίνο πήρε μαζί του το βαγόνι μας βρισκόταν εκεί ο Γιάννης Τζώρτζης και ακόμα οι Γιώργος Βέης, Μηνάς Βιντιάδης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ευδοκία Σταυρίδου, Παντελής Απέργης, Βασιλική Ράπτη, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Σάββας Ρουμελιώτης, Διαμαντής Μπασαντής, Νικήτας Σινιόσογλου, Ελένη Μπουκαούρη καταγράφουν τους δικούς τους σταθμούς. Εδώ καταθέσαμε και εμείς την δική μας μνημονική αναφορά για όλα τα όμορφα υπεραστικά λεωφορεία.

Qtpfsgui 1.8.12 tonemapping parameters: Operator: Fattal Parameters: Alpha: 0.1 Beta: 0.8 Color Saturation: 1 Noise Reduction: 0 ------ PreGamma: 1

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας προσφέρει, ως συνήθως, ένα από τα απόλυτα ρεαλιστικά και ταυτόχρονα ονειρικά του διηγήματα. Η Σταθμάρχης Γιώτα, ένα απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο στην μέση ενός πουθενά της Βόρειας Ελλάδας, διατηρεί μια βιβλιοθήκη – έρημο σταθμό, ακόμα κι όταν καταργείται ο δρόμος που την διέσχιζε. Στο σταθμαρχείο της ποίησης, οι Γιώργος Σεφέρης, Κική Δημουλά, Νάνος Βαλαωρίτης, Μάκης Ξυραφάκης, Μαρία Κυρτζάκη, Πάμπος Κουζάλης, Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Αναστασία Γκίτση, Wang Jiaxin, Ευτυχία Τροϊκανού, Ελένη Καρρά, Γιώργος Αναγνώστου, Πέτρος Λυγίζος, Κώστας Μωραΐτης, Γεωργία Κολοβελώνη περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων στο τεφτέρι με τα σχετικά ποιήματα.

Derby_Bus_Station,_East_Midlands_5_January_1980_

Το περιοδικό συνεχίζει την αποδελτίωση και επανεγγραφή παλαιών συνομιλιών που δημοσιεύονταν στο κατά κάποιο τρόπο προγονικό περιοδικό Ρεύματα, κι έτσι εδώ διαβάζουμε μια πολυσέλιδη συνέντευξη του Νίκου Χουλιαρά στον Μιχαήλ Μήτρα [1992]. Ο πολυτεχνίτης συγγραφέας και ζωγράφος μίλησε για την μεγάλη σημασία που έχει να ακούει κανείς τους άλλους να αφηγούνται, τον Λούσιά του που υπήρξε εντέλει ένας αναρχικός, μια υπονομευτική ματιά μιας κοινωνίας, την αγάπη που έχουμε για τον τόπο μας, την ίδια στιγμή που θέλουμε να απαλλαγούμε, την πεποίθησή του ότι ένας ήρωας μυθιστορήματος ή διηγήματος είναι πιο ισχυρός από τον ίδιο τον ήρωα της ζωής, τις ακραίες καταστάσεις που δημιουργούν ένα είδος διαταραχής που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Μπράλος

Όταν ήμασταν παιδιά στα σπίτια μας είχαμε εικόνες, γιατί δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει εικόνες, είχαμε πράγματα τα οποία δεν ήταν έργα τέχνης, ήταν εικόνες ή αντιγραφές. Και όμως μας έχουν καθορίσει μέχρι τώρα, μας έχουν καθορίσει από το κοίταγμα αυτών των πραγμάτων και έχουμε μεγαλώσει με αυτά κα συνεχίζει να μας καθορίζει…

Στις τελευταίες σελίδες ένα εξαιρετικό κείμενο του Richard Schickel μας θυμίζει ότι ο μπλόγκινγκ είναι μια μορφή ομιλίας, όχι γραφής. Η πράξη του να γράφεις για κάτι που θα τυπωθεί, με την προοπτική της μονιμότητας, επιβάλει στον συγγραφέα και στον αναγνώστη μια αίσθηση ευθύνης που η φλυαρία του μπλόγκινγ δεν μπορεί να επιβάλει. Πιο κάτω οι ’πνάκηδες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για όλους εκείνους που δεν μετέχουν της δια του facebook αυτοπροβολής μέσω μιας ναρκισσευόμενης (υπο)κουλτούρας, όπου αναρτούν ανοησίες για να αυτοσχολιάζονται, να αυτοθαυμάζονται,  να αλληλοδοξάζονται.

Mercedes-Benz_O_302_Biamax_(2a)_

Στο κείμενο του Γιώργου Βέη κρύβεται και μια ιδιαίτερα πολύτιμη παράγραφος για άγριες εποχές σαν κι αυτή, όπου αντί να συναντιόμαστε στους σταθμούς χωριζόμαστε στα σύνορα: Αν οι σταθμοί είναι ένας στίβος αναμετρήσεων με τους εαυτούς μας και ό,τι είθισται να τους συνέχει ή να τους αποσυνθέτει, τότε τα σύνορα συνιστούν εμφανέστατους δείκτες εφιαλτών ή ανατάσεων και μάλιστα σε επίπεδο έθνους. Αν οι σταθμοί συνιστούν τα διπλά ή τα τριπλά διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους των σύντομων ή πολυετών περιηγήσεών μας τον ευρύτερο χώρο που μας δόθηκε, τότε τα σύνορα αντιστοιχούν στις λευκές σελίδες, που διαχωρίζουν τα κεφάλαια της ζωής μας.

[192 σελ.]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

26
Ιον.
15

Ένεκεν, τεύχος 35 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2015)

Cover 35Front

Φράνκο, δικό σου είναι το κτήμα, το σπίτι, το άλογο, το όπλο. Δική μου είναι η αρχαία φωνή της γης. Εσύ μένεις με όλα αυτά και με αφήνεις γυμνό να περιφέρομαι στον κόσμο. Εγώ όμως σε αφήνω χωρίς μιλά… Χωρίς μιλά! …έγραφε το 1942 ο León Felipe, ο «πιο αντιπροσωπευτικός συγγραφέας του πόνου και της θλίψης»,  απευθυνόμενος στον δικτάτορα Franco κι εμείς το διαβάζουμε σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο για τον εμφύλιο στην Ισπανική Λογοτεχνία, δια χειρός Μαρίας Μαρκοπούλου. Εξετάζονται τα περιοδικά που συνεχίζουν να δημοσιεύουν έργα των χιλιάδων εξόριστων εσωτερικού και εξωτερικού, οι συγγραφείς που συνεχίζουν να γράφουν παρά την επέμβαση της σκληρής λογοκρισίας από την πλευρά του κράτους, με μηχανισμούς φασιστικής νομοθεσίας, από την πλευρά του στρατού και από την καθολική εκκλησία, τα είδη που ευδοκιμούν, οι ιδιαίτερες περιπτώσεις των Max Aub, Francisco Ayala, Arthro Serrano Plaja, Juan Gil Albert κ.ά.

LEON FELIPE

Ένα άλλο ιδιαίτερο άρθρο υπογράφεται από την Ελένη Αβραμίδου και αφορά τον Πάμπλο Νερούδα και τα ταξίδια του στην Κίνα [1951, 1956]. Ο ποιητής εντυπωσιάστηκε από τη νυχτερινή Σαγκάη – Οι κακόφημες πόλεις ελκύουν όπως οι φαρμακερές γυναίκες. Βέβαια ήταν μεσοβδόμαδο, τα μπαρ ήταν άδεια και οι τεράστιες πίστες τους μάταια περίμεναν τους ξεχασμένους χορευτές. Μαζί με τον φίλο του επισκέφτηκαν μερικά ακόμα μέρη της απώλειας και χάθηκαν στο πηχτό σκοτάδι του λιμανιού. Το επόμενο ταξίδι έγινε μαζί με τον Ελία Έρενμπουργκ: ταξίδεψαν με τον υπερσιβηρικό – «παρόμοιο με καράβι που έπλεε στην ξηρά και στον απέραντο και μυστηριώδη χώρο», με αεροπλάνο ως το Ουλάν Μπατόρ και στη συνέχεια στο Πεκίνο. Ο Νερούδα γνώρισε τον Ρώσο συγγραφέα από το Παρίσι, όταν, εκλεγμένος γερουσιαστής με τους κομμουνιστές, έφυγε περιπετειωδώς από την δικτατορία της χώρας του με το διαβατήριο του Γουαμαλτέκου συγγραφέα Μιγκέλ Άνχελ Αστούρας· εκεί του είπε: Είμαι ο ποιητής Πάμπλο Νερούδα και σύμφωνα με την αστυνομία είμαστε στενοί φίλοι. Βεβαιώνουν ότι ζω στο ίδιο κτίριο με σας. Αφού πρόκειται να με εκδιώξουν από τη Γαλλία εξαιτίας επιθυμώ τουλάχιστο να σας γνωρίσω….

soviet-writer-ilya-erenburg-3rd-left-chilean-poet-pablo-neruda-and-B9R9J2

Μολονότι βαθιά πατριώτης και Σοβιετικός, ο Έρεμπουργκ έβλεπε με πολύ σκεπτικισμό όσα συνέβαιναν στη χώρα του, ενώ ο Νερούδα ως νεοφώτιστος στην μεγάλη επανάστασης έβλεπε μόνο άσχημες λεπτομέρειες. Αργότερα θα παραδεχτεί πως ο Έρεμπουργκ είχε δίκιο, καθώς σύντομα θα αποκαλυπτόταν η απεραντοσύνη της τραγωδίας. Κάπως έτσι είδαν και την Κίνα: αρχικά παρατηρούσαν κάποιες περίεργες  λεπτομέρειες του συστήματος· ήταν νωρίς να διαισθανθούν τι θα έφερνε το μέλλον. Το δεύτερο ταξίδι έγινε με τον συγγραφέα Χόρχε Αμάδο. Τότε άκουσαν για πρώτη φορά για την πολιτική δίκη με κατηγορούμενους φίλους τους ποιητές. Ένας από αυτούς, ο Άι Τσινγ κατά την διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης καταδικάστηκε να καθαρίζει τις δημόσιες τουαλέτες του χωριού στο οποίο είχε εξοριστεί. Κάποια στιγμή του επέτρεψαν να γράφει, αλλά όχι να υπογράφει με το όνομά του, κι έτσι τον καταδικάσανε σε λογοτεχνική αυτοκτονία. Δέκα χρόνια αργότερα, σε ομιλία του στο Σαντιάγο, ο Νερούδα θα καταδικάσει την λατρεία του Μεγάλου Τιμονιέρη.

Mao

Το τεύχος περιλαμβάνει εξαιρετικά πολιτικά κείμενα μιας  τρέχουσας και, τολμώ να πω, απόλυτα τρεχάμενης πραγματικότητας [Γιώργος Γιαννόπουλος – Στον ίσκιο της σημύδας, Πάνος Γκαργκάνας – Κοινωνικοί αγώνες και πολιτική συγκυρία, Παναγιώτης Μαυροειδής – Θα μπορούσαμε να βαδίσουμε αλλιώς;, Yves Dachy – Η επιβίωση του είδους μας: Ένας κοινωνικός αγώνας], ενώ στην ψυχογραφική πτέρυγα μας περιμένουν Αλησμόνητα όμορφες εικόνες. Η ανακάλυψη και η αποδοχή της τέχνης των ψυχωσικών [Παύλος Βασιλειάδης] και Όνειρα, εφιάλτες, φαντασιώσεις [Πέτρος Θεοδωρίδης]. Ο Σταύρος Γεωργέλης, Αναζητώντας δημόσιο χώρο, εξετάζει από κριτική σκοπιά τις αλλαγές στην αντίληψη, την λειτουργία και την νοηματοδότηση του δημόσιου χώρου, χρησιμοποιώντας και την γνωστή βιβλιογραφία των Harvey, Bauman, Κονδύλη, Lyotar, Baudrillard, Jameson κ.ά.

Conferencia de Francisco Ayala en el auditórium del Banco de Granada

Στα λογοτεχνικά δρώμενα του τεύχους, ένα γοητευτικό πεζό της Κάθριν Αν Πόρτερ, Ένας [σ.σ. σπαρταριστός] ιδανικός πρωθυπουργός του Παναγιώτη Ράμμη, κείμενα από τους Δώρα Κουγιουμτζή, Γιώτα Τεμπρίδου, Βασίλη Τσιγαρίδα, Νανά Παναγιωτοπούλου, πολλά ποιήματα κ.ά. Περιττό και να τονίσουμε ότι στις σελίδες κριτικής βιβλίου υπάρχουν βιβλία των οποίων η κυκλοφορία περνάει «απαρατήρητη», ανείδωτη από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων και χωρίς αναφορά από τις σχετικές αναφορές του Τύπου – αλλά το τονίζουμε. Το τεύχος συνοδεύεται από δυο ποιητικές συλλογές: Σπύρος Τσακίρης – Ψυχολογία [23 σελ.] και Νίκος Μυλόπουλος – Οι εφτά καινούργιες μέρες [7 σελ.].

Στις εικόνες: León Felipe, Pablo Neruda – Ilya Erenburg και άλλοι ταξιδευτές, Μάο, Francisco Ayala.

[σελ. 240]

15
Μάι.
15

Poetix, τεύχος 12 (χειμώνας – άνοιξη 2014 – 2015)

σάρωση0001

Κάθε τεύχος του Poetix μοιάζει με διπλό ταξίδι, στην ποίηση και τους ποιητές. Το χειμερινό και εαρινό δρομολόγιο ξεκινάει από το Δημόσιο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα του Τρουχίλιο, στο Περού: εκεί ανακαλύφθηκε μισοφαγωμένη από τα ζωύφια κατά το ένα τρίτο η διατριβή του Σέζαρ Βαλιέχο, ενός παγκόσμιου ποιητή σήμερα που εκτός εξαιρέσεων, όπως του Αντένορ Ορέγκο και Χοσέ Κάρλος Μαριάυεγκι, πέθανε πεινασμένος και αγνοημένος από την κριτική του καιρού του. Στο Όμπερλιν ένα νέο κορίτσι, η Γιάνα Λακάς [Jana Lakash],  πέθανε κατά την διάρκεια απαγγελίας ποιήματος στην slam poetry, όταν ξέχασε να πάρει εισπνοή. Γνώριζε πως αναπνέοντας θα διέκοπτε την ροή της απαγγελίας. Αυτό το είδος της απαγγελίας απαιτεί φρενήρη ρυθμό, που η ποιήτρια ήθελε να τηρήσει στο ακέραιο.

Μια μεγάλη στάση κάνουμε στην δική μας ενδοχώρα, που βρίθει ποιητές, όπως φαίνεται και από τον τόμο για τα Ποιήματα του 2013, που έκλεισε οκτώ χρόνια ζωής. Ανάμεσα στις παρατηρήσεις του, γράφει ο εκδότης του περιοδικού και επιμελητής των τόμων Ντίνος Σιώτης: Δίπλα στα ελάχιστα, πολύ γνωστά ονόματα υπάρχουν αρκετά άγνωστα στο ποιητικό σινάφι. Διαβάζω κι εγώ ποίηση και ποιήματα για πάνω από 50 χρόνια στα ελληνικά και στα αγγλικά και νομίζω ότι έχω το δικαίωμα να πω ότι το να εκδίδεις μια συλλογή και κάποιος να βρίσκει ένα καλό ποίημα και να το ανθολογεί δεν σε κάνει αυτομάτων ποιητή. Οπότε σα μη βιαστούν μερικοί και μερικές να τυπώσουν κάρτες με την ένδειξη «ποιητής». Με άλλα λόγια, καλά ποιήματα υπάρχουν αλλά πού είναι οι καλοί ποιητές; Αν θέλει κανείς να τον πάρουν στα σοβαρά, τον τίτλο του ποιητή τον κερδίζει με συνεχή παρουσία τόσο στις επάλξεις, στους βιότοπους και στους προμαχώνες της ποίησης, όσο και μέσα από την τριβή με τη ζωή, ζώντας τη ζωή του ποιητή.

Vallejo

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο εξετάζει εξονυχιστικά την έκδοση Crisis – 30 ποιητές της κρίσης, που κυκλοφόρησε το 2014 στο Middlesbrough, UK, υπό την επιμέλεια του Ν. Σιώτη. Ο Alan Morrison παρουσιάζει και συλλογίζεται πάνω σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής και υποστηρίζει ότι για τους ποιητές της σχετικής ανθολογίας η ποίηση είναι η νομική υπεράσπισή τους ενάντια στις ατιμίες και στις μιζέριες της ζωής. Είναι γεγονός./ Η κωμωδία στην Ελλάδα περνάει κρίση. / Δεν υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί πια. / Έχει απορροφήσει όλα τα ταλέντα η πολιτική. [Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Άτιτλα, ΙΙΙ]

Κατόπιν βρισκόμαστε στην Κίνα, όπου σήμερα υπάρχουν διακόσιες χιλιάδες αναγνωρισμένοι ποιητές και πιθανόν μόνο διακόσιοι αβανγκάρντ ή ποιητές οπτικής ποίησης και πειραματικής γραφής, των οποίων η δουλειά βρίσκεται σε μη κυβερνητικές ή ανεπίσημες εκδόσεις. Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάζεται εδώ δια χειρός Mindy Zhang [China Visual Underground Poetry]. Και, ύστερα, περνώντας από το Μοντενέγκρο του Andrija Radulovic και το Βερολίνο του Καρλ Ρακόζι, σταθμεύουμε στην Ρώμη, όπου έγραψε και δίδαξε ο Marino Piazzola, ορισμένοι αφορισμοί του οποίου από Τα αμνημόνευτα ρητά του Ρενάτο Μαρία Ράτι κοσμούν επόμενες σελίδες:

Για να πειράξω το στόμα, τρώω με τα μάτια! [Ο εκδικητικός], Θα ’θελα τόσο πολύ να ήμουν ο πρώτος ζωντανός υπέρ πατρίδος! [Ηρωισμός]

don_nica_by_baztardillo-d492ikr

Η ποίηση είναι μόνο αυτό που μπορεί να κάνει η γλώσσα τιτλοφορεί το κείμενό του ο William Logan, ενώ ένα ανέκδοτο δοκίμιο του T.S. Eliot αφορά την εγκυρότητα των τεχνητών διακρίσεων. Οι Ευγένιος Αρανίτσης, Αντριάνα Μίνου, Αγγελική Κορρέ, Παναγιώτης Μήνου, Αντριάνα Ιεροδιακόνου παρουσιάζουν τις συνθέσεις τους, ο Παντελής Μπουκάλας γράφει αναλυτικά πάνω στην περίφημη πολιτική ομηρία του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο Ντίνος Σιώτης αναδημοσιεύει μια παλαιότερη συνομιλία του με τον Κώστα Μόντη και ο Ρήγας Καππάτος που μεταφράζει και προλογίζει πολλά από τα ποιήματα του τεύχος αφιερώνει ένα τρισέλιδο στα εκατοντάχρονα του Νικανόρ Πάρα, άρα καταλήγουμε στο Νότο της αφετηρίας μας.

«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;» / «Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά; / Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής; / Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής» [Γιάννης Υφαντής, Ερώτηση και απάντηση στην αγορά]

Στις εικόνες: Cesar Vallejo, Nicanor Parra.

[σ. 232]

14
Μάι.
15

(δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015)

Page1

Αφιέρωμα Θεσσαλονίκη

Οι βιτρίνες στις κεντρικές λεωφόρους, πολύχρωμες και φωτισμένες, εκβιάζουν κάποια συναισθηματική απήχηση, σαν τα θαυμαστικά που συνοδεύουν τα διαδικτυακά μηνύματα. Όμως οι εκπλήξεις καιροφυλακτούν αλλού, συνήθως στους στενούς δρόμους σαν την Αρμενοπούλου, όπου η εγγύτητα με το αντικρινό μπαλκόνι δημιουργεί αυθόρμητη οικειότητα με τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γδύνονται χωρίς προφυλάξεις…

…γράφουν οι Αλεξάνδρα Κατσιάνη και Θανάσης Χονδρός, πάντα με τέσσερα χέρια, όπως τους μάθαμε χρόνια μέσα από συναυλίες και παραστάσεις, δίσκους και κασέτες, κείμενα και εκδόσεις και κυρίως απρόβλεπτες παρεμβάσεις και χάπενινγκ που μας έκαναν να δούμε αλλιώς την πόλη. Μια τέτοια εμπειρία από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περιγράφουν μεταξύ άλλων στο απόλυτα Θεσσαλονίκειο τεύχος του περιοδικού: Πολλές πιλοτές χάσκουν σαν ξεδοντιασμένα στόματα αχρησιμοποίητες. Σε μια τέτοια πιλοτή το 1985 παρουσιάσαμε τις «Συνήθειες» μια δράση που αποτελούνταν από μικρά επεισόδια, άλλα πιο αφαιρετικά κι άλλα πιο αφηγηματικά, χωρίς προφανή σύνδεση μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ο Θανάσης κουμπώνει το πουκάμισό του και διαπιστώνει ότι έχει κοπεί ένα κουμπί. Η Αλεξάνδρα κόβει μια τούφα απ’ τα μαλλιά του και, χρησιμοποιώντας τα ως κλωστή, του ράβει το κουμπί. Ήταν μια πολύωρη δράση που έδωσε την ευκαιρία σε περαστικούς και περιοίκους να συγκεντρωθούν σταδιακά στο χώρο…

010001

Στις πόλεις που γεννιέται η ιστορία, εκεί και ξεχνιέται…γράφει ο Γιώργος Χουλιάρας στην δική του «Θεσσαλωνίκη». Καθώς λοιπόν τα (δέ)κατα προτιμούν άλλου είδους κείμενα και αιρέσεις, Έλεος με τις τύψεις λοιπόν… / Δεν μας αντιστοιχούν όλα τα πτώματα· / κάποτε, ακόμη και οι τάφοι σταματούν τον ψίθυρό τους… / Όχι πια άλλη Ιστορία πάνω στις ζωές μας… στιχουργεί ο Θανάσης Τριαρίδης σε «Πάρτι σε πλακόστρωτη αυλή της Άνω Πόλης». Κι ακόμα, επειδή εδώ περίσσεψαν τα χαμόγελα, Για όσους πιστεύουν ότι υπάρχουν τόσες εκδοχές της ιστορίας της πόλης όσες και οι κάτοικοι της, είναι προφανές ότι ζουν αλλού και δεν έχουν περπατήσει σε ταφόπλακες από την άλλη τους πλευρά. Η μητέρα μου δεν μπορεί πια να θυμηθεί το όνομα της φίλης της με την οποία κάθονταν στο ίδιο θρανίο. Μια μέρα εμφανίστηκε με ένα αστέρι στο πέτο. Μιαν άλλη μέρα δεν εμφανίστηκε καθόλου. [ξαναγράφει ο Χουλιάρας]

Εδώ συνυπάρχουν όλα τα είδη του σύντομου αλλά περιεκτικού λόγου: διήγημα [Δημήτρης Μίγγας, Ελένη Μερκενίδου, Μαρία Καρδάτου, Κούλα Αδαλόγλου, Βίκυ Κλεφτογιάννη, Γεωργία Τρούλη, Αρετή Γκανίδου, Θωμάς Κοροβίνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη], αφήγημα [Βασίλης Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Χλόη Κουτσουμπέλη,], κείμενο πάνω σε μια φωτογραφία [Άρις Γεωργίου], εκμυστηρεύσεις [Ρίτα Λάββα], αναμνήσεις [Κλαίτη Σωτηριάδου], ξενάγηση πατριδογνωσίας [Τάσος Τζήκας], έρευνα [Μάκης Καραγιάννης], φωτογραφίες [Στέργιος Τσιούμας], ιστορία (Στέλιος Λουκάς], πολλά ποιήματα για την Θεσσαλονίκη όχι μόνο από Θεσσαλονικείς ποιητές και δεκάδες βιβλία γραμμένα για την πόλη ή από τους θρεμμένους της.

Φωτομερές

Και πού βρίσκεται ο περιλάλητος έρωτας που υποτίθεται ότι κατακλύζει τα πάντα; Αλλιώς τα καταγράφει η Δήμητρα Μήττα: Ο έρωτας χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Τριγυρνάει βρώμικος με λερωμένα νύχια και μπερδεμένα μαλλιά. Οι άνθρωποι κάνουν λάθος. Τον ψάχνουν με τη μορφή ενός μικρού αγοριού, ενός παιδιού με φτεράκια. Προκατειλημμένοι από τις εικόνες αιώνων, δεν τον αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της άστεγης γριάς. Το πρόσωπό της είναι ζαρωμένο, χωρίς χυμούς, δεν είναι όμορφη, δεν μυρίζει ευχάριστα. Οι άνθρωποι δεν της δίνουν σημασία, την αποκλείουν ευθύς εξαρχής από το οπτικό τους πεδίο, την αποφεύγουν, γι’ αυτό και έπαψαν να την ερωτεύονται. Όμως δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα την δουν. Θα την πλύνουν, θα την χτενίσουν, θα τη φροντίσουν τρυφερά, θα μαζέψουν από γύρω της τα φτεράκια και τα πουπουλάκια που αιωρούνται και θα τα κολλήσουν ξανά στους ώμους της…. [σ. 143]

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης [κατά]στρώνει βελέντζες κάτω απ’ τη ροδιά, η Μαρία Κουγιουμτζή βρίσκεται στα μέρη της, κοινώς σε Υπόγειο, ο Γιώργος Ζεβελάκης καταλογογραφεί τα μεταπολεμικά περιοδικά της πόλης [Ausblicke, Αξιός, Διαγώνιος, Διάλογος, Ένεκεν, Εντευκτήριο, Εξάντας, Κοχλίας, Κριτική, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Νέα Πορεία, Ξεκίνημα, Ο παρατηρητής, Ροτόντα, Τραμ, Σκέψη], ο Σάββας Πατσαλίδης γράφει ένα εκτενές κείμενο για το γκρίζο τοπίο της θεατρικής Θεσσαλονίκης και γενικώς το τεύχος εμπεριέχει εμπειρία περιπλάνησης, εικονικής, λεκτικής και πραγματικής.

Thessaloniki RR Station

Οι γάτες της Πλατείας Ναυαρίνου τη μέριμνα των ειδικών συχνά αψηφούν, τρυπώνουν άδολα στου παλατιού κάποιες γωνίες. Καμιά φορά κάποιος σε μια άκρη ξεχασμένος υπηρέτης του Γαλέριου απ’ τον αρχαίο εφιάλτη του αφυπνίζεται και τότε ξαφνικά όλες μαζί πετάγονται και τρέχουν σαστισμένες, που ο χρόνος τέτοιο κακό παιγνίδι έπαιξε στην πλάτη τους, πρόσκαιρα απομακρύνονται, ώσπου να διαπιστώσουν νιαουρίζοντας πως σαν σκιά βυθίστηκε ξανά στο δίκαιο ύπνο του και κουλουριάζονται στην άμμο ησυχασμένες. […]

…γράφει η Μαρία Αρχιμανδρίτου στην δική της συνεισφορά που βρίσκεται αλλού κρυμμένη, στις τελευταίες σελίδες, να περιμένει όπως και οι γάτες της την κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Συγκινούμαι για δυο πρόσθετους λόγους μάλιστα, πρώτα επειδή γνωρίζω καλά τις συγκεκριμένες γάτες, καθότι για χρόνια έμενα στην οδό Ιπποδρομίου και δεκάδες άυπνες νύχτες πήγαινα ακριβώς εκεί, κι ακόμα γιατί κάποτε με την μπάρα του Ερωδού ανάμεσά μας μου χάρισε ένα δικό της Τραμάκι. Έκτοτε παρακολουθώ διακριτικά τις τίμιες ποιητικές και ποινικολογικές της δοκιμές – όπου κι αν είναι, τα σέβη μου.

3057903383_c2822f8c17_b

Στις εικόνες: η πρώτη κασέτα που κυκλοφόρησαν οι Θ. Χονδρός και Α. Κατσιάνη ως Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ το 1987 υπό την ετικέτα Άλλη Πόλη, δυο φωτογραφίες από το εξαιρετικό ιστολόγιο Φωτομερές και ανάμεσά τους ο Σταθμός άλλων εποχών, Μπλέ και Ελπιδοφόρος.

[σ. 192]

02
Μάι.
15

Το Δέντρο, τεύχος 203 – 204 (Απρίλιος 2015)

Δέντρο

[Μεγάλοι συγγραφείς, μικρά κείμενα]

Κάθε τεύχος του Δέντρου με θέτει ενώπιον του ίδιου κάθε φορά διλήμματος: να διαβάσω τις διακόσιες περίπου σελίδες του μονορούφι, αφιερώνοντας ολόκληρη την ημέρα σε αυτή την πανσπερμία κειμένων και ερεθισμάτων ή να επιβραδύνω την ανάγνωσή του, διαβάζοντας ένα ή δυο κείμενα κάθε φορά, καθυστερώντας το γύρισμα της τελευταίας σελίδας. Αυτή τη φορά δοκίμασα το πρώτο, παραδιδόμενος στην βουλιμική διάθεση της στιγμής.

Τα μικρά κείμενα των μεγάλων συγγραφέων που καταλαμβάνουν ένα μέρος του τεύχους, περιέχουν, εκτός από απολαυστικό λόγο και ενδιαφέρουσες εκπλήξεις. Ποιος θα περίμενε δια χειρός Οκτάβιο Πας μια ερωτικότατη ιστορία με ένα θηλυκό κύμα που τον ακολουθεί παντού, σε ταξίδια και σε σπίτια, οδηγώντας σε παρανάλωμα εικόνων και λέξεων; Εδώ συνυπάρχουν ένα άγνωστο μικρό κείμενο του Μπόρχες για το Ταγκό, μια επιστολή του Λουί – Φερντινάν Σελίν στον Ελί Φορ, μια συζήτηση με τον Ελίας Κανέτι για τον Κάφκα, την Φελίτσε και την Δίκη, ένα εξομολογητικό πολιτικό κείμενο του Βάτσλαβ Χάβελ, μια διήγηση για την ρωμαϊκή ζωή του Τζέμις Τζόις, κείμενα των Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Ντίνο Μπουτζάτι, Τζόις Κάρολ Οόουτς, Σέιμους Χίνι (για τον Έζρα Πάουντ), απόσπασμα από τα ημερολόγια των αδελφών Γκονκούρ, γράμματα του Ελία Καζάν, απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα του Ίαν ΜακΓιούαν…

BreecePancake

… και ένα από τα δώδεκα διηγήματα που έγραψε ο Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ [Breece D’ J Pancake], αυτόχειρας στα είκοσι επτά του, που έγραψε για την κουλτούρα και την γεωγραφία της Δυτικής Βιρτζίνια και κατ’ επέκταση την ασφυκτική ατμόσφαιρα των μικρών πόλεων, την σφοδρή εφηβική επιθυμία για απόδραση, την σμίλευση του χαρακτήρα κατά τα πρότυπα ενός άγριου και αφιλόξενου περιβάλλοντος – όλα αυτά τα στοιχεία, σκέφτομαι, που σήμερα μας υπενθυμίζει ο κινηματογράφος και ελάχιστοι συγγραφείς. Αναρωτιέμαι πως θα ήταν σήμερα τα γραπτά του άγνωστού μας αυτού συγγραφέα. [απόδοση: Γιάννης Παλαβός]

Τα δυο κορυφαία κείμενα του φακέλου προέρχονται από δυο Ιταλούς συγγραφείς, τον Ένιο Φλαϊάνο και τον Βιτσέντζο Κόνσολο. Ο δεύτερος μας ταξιδεύει στην Πλατεία των Διασταυρωμένων Πεπρωμένων, στον μιλανέζο Άγιο Αμβρόσιο την δεκαετίας του ’50, όπου ο ήρωας, φοιτητής από την Σικελία στο Μιλάνο, παρακολουθεί από την πανσιόν της δεσποινίδας Κολόμπο δυο αποκλίνουσες πραγματικότητες: τραμ χωρίς αριθμό να καταφθάνουν από τον Κεντρικό Σταθμό και να ξεφορτώνουν στο Κέντρο Μεταναστών πλήθη ολόκληρα ανθρώπων που έρχονταν από τον Νότο, κυρίως από την Σικελία, για να υποβληθούν σε ελέγχους και ιατρικές εξετάσεις και κατόπιν να σταλούν στα εργοστάσια της Ευρώπης ή στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Κι από την άλλη μεριά ο Τσίρο βλέπει να συγκεντρώνονται μπροστά στο τμήμα διμοιρίες αστυνομικών, πανέτοιμες ν’ αναχαιτίσουν τους εργάτες της Πιρέλι ή της Άλφα Ρομέο, που έχουν κατέβει σε απεργία. [απόδοση: Ευαγγελία Γιάννου]

Vincenzo-Consolo

Ήταν η περίοδος που σήμαινε το τέλος της αγροτιάς, την αποτυχία των αγροτικών μεταρρυθμίσεων στη Σικελία, την νίκη των φεουδαρχών, των αιώνιων Γατόπαρδων, ή αυτών που βρίσκονταν ακόμη πιο πάνω, των gabelloti, των μαφιόζων εκμεταλλευτών της γης. Ήταν εκείνη η περίοδος την οποία ο Παζολίνι αργότερα χαρακτήρισε ως «ανθρωπολογική μετάλλαξη» αυτής της χώρας.

Ολόκληρη η ιστορία του εικοστού αιώνα σε λίγες γραμμές, η αιώνια μετανάστευση, ο αγώνας για μια καλύτερη ζωή. Κι όμως, το κείμενο απολήγει σε τρυφερό περιστατικό νοσταλγίας, μια αξέχαστη συνάντηση με την Άννα Μανιάνι πάνω από μια σαρκοφάγο στα νησιά των μεταναστών, στο Λίπαρι. Να μια σκηνή που θα άξιζε την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι, που, τι έκπληξη, συναντούμε πιο κάτω, με μικρό απόσπασμα από το αμετάφραστο – ελπίζουμε όχι για πολύ ακόμα – βιβλίο του Η μουσική είναι επικίνδυνη. Για τον Πιοβάνι το πιάνο είναι η γραφομηχανή του και αυτός ο έρωτας με το βασικό εργαλείο της δουλειάς του δεν τρέφεται από κάποιο μύθο ή φετίχ, παρά από την ιδιότητα ενός πραγματικού πιανίστα εκτελεστή (και κατά τη γνώμη μου του κορυφαίου κινηματογραφικού συνθέτη των τελευταίων χρόνων, του έχουμε άλλωστε αφιερώσει αρκετά κείμενα εδώ στο Πανδοχείο) που χρησιμοποιεί το πιάνο κυρίως για να συνθέσει, σαν μια γραφομηχανή, με το χαρτί του πενταγράμμου στο αναλόγιο, το μολύβι στο στόμα και τη γόμα στο πληκτρολόγιο. [απόδοση: Φανή Δ. Μουρίκη]

nicola-piovani-638x425

Ο Τζόναθαν Κόου εκκινεί από την παρακολούθηση του μπεκετικού Περιμένοντας τον Γκοντό στο οποίο πήγε τις κόρες του, που όπως ήταν αναμενόμενο υπέφεραν, η δε νεαρότερη – δεκατεσσάρων ετών – αποκάλεσε την υποχρέωση να δει την παράσταση ως έγκλημα συγγενικό με την άσκηση βίας κατά ανηλίκου. Ο συγγραφέας παραδέχεται την ματαιότητα του εγχειρήματος αλλά βρίσκει ευκαιρία να ξεσκονίσει μια παλιά του εργασία για την παράδοση των κωμικών ντουέτων, την καθιερωμένη σχέση κυρίου – υπηρέτη και τον συγγραφέα ως υπηρέτη και κύριο των ηρώων του.

Στην ουσία κάθε γυναίκα που συναντάω σκέφτομαι πώς θα ήταν να κάνω έρωτα μαζί της. Όλοι οι άντρες έχουν τέτοιες σκέψεις αλλά δεν τις αποκαλύπτουν. Το να ερωτευτείς είναι κάτι διαφορετικό…γράφει στην … εξάτομη αυτοβιογραφία του με τίτλο Ο Αγών μου ο Καρλ Όβε Κνάουγκαρντ, ο Νορβηγός Προυστ, και μια επίσκεψη στο σπίτι του και το έργο του αποτελεί έναν από τους σταθμούς της περιπλάνησής μας. Αργότερα περνάμε από το πλούσιο αρχείο του Αντόνιο Ταμπούκι (ποιος ξέρει πότε θα διαβάσουμε τα εξήντα χειρόγραφα τετράδια γεμάτα σημειώσεις, σχέδια για διηγήματα, εντυπώσεις ταξιδιών, σκαριφήματα επιστολών, πρώτες γραφές μελλοντικών βιβλίων…), επιστρέφουμε στο Λονδίνο του ’60 μαζί με τον Μάικλ Κειν και τον Χάρολντ Πίντερ, αποτολμούμε μια ανατομία στο πάθος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ξαναδιαβάζουμε την τετραλογία των Λαγών του Τζον Άπνταικ, καλούμε τον Τομ Γουλφ να επιστρέψει στο Μπρονξ, διαβάζουμε νεοελληνικά διηγήματα και δοκίμια και επιστρέφουμε στο πυκνό εισαγωγικό σημείωμα:

Karl Ove Knausgård.

Ο άκριτος αναγνώστης όπως ο καταναλωτής της μαζικής κουλτούρας, είναι μνημείο ταύτισης. Αχειραγώγητος από την καλλιέργεια, περνά χωρίς μεσολαβήσεις από την αθωότητα στον συναισθηματισμό. Οι χαρακτήρες που συναντά στο μετά – Άρλεκιν ανάγνωσμα είναι πάντα αυτός ο ίδιος, ή μοιάζουν εντυπωσιακά με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του. Ανάμεσα στο κείμενο και σ’ αυτόν είναι αδιανόητη οποιαδήποτε δημιουργική σχέση ή στροφή στα ενδότερα, η «διαστολή» του εαυτού, που έλεγε ο Χάρολντ Μπλουμ. Δεν επικοινωνία με καμία ετερότητα, αφού βρίσκεται απέναντι σε μια περίπου αυτοβιογραφική συνθήκη. […] Αυτός ο αναγνώστης εισπράττει από ένα ταμείο που εισφέρει ο ίδιος.

[195 σελ]

Στις εικόνες: Breece D’ J Pancake, Vincenzo Consolo Nicola Piovani, Karl Ove Knausgård.

30
Μαρ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)

Δ40

Φάκελος: Η επόμενη μέρα

Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]

… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή, εύχυμο λόγο του ιδανικού μας δοκιμιογράφου. Το περιοδικό κλείνει σαράντα τεύχη και δέκα χρόνια, συνεπώς η επόμενη ημέρα του είναι ήδη εδώ και γεμάτη, όμως υπάρχει και η απώτερη επόμενη ημέρα για όλο τον κόσμο, εκείνη που αναφέρεται στο μέλλον. Αυτό το άδηλο, απρόβλεπτο και αλλά και εν μέρει ήδη κακοστρωμένο μέλλον επιχειρούν να λογοτεχνήσουν 46 συγγραφείς. Γράφουν μεταξύ άλλων οι Βισουάβα Σιμπόρσκα, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Καβανόζης, Παναγιώτης Ράμμης, Γιώργος Μπλάνας, Χρήστος Οικονόμου, Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (τους ακούμε χρόνια στις κασέτες και τους δίσκους του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ), Δημήτρης Καλοκύρης, Γρηγόρης Σακκαλής, Φίλιππος Δρακονταειδής, Ηλίας Κεφάλας, Jose Emilio Pacheco, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, Μηνάς Βιντιάδης, Μάριος Ποντίκας, Θανάσης Τριαρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Δημήτρης Φύσσας, Χρήστος Μπουλώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά.

Παπαγιώργης 6

Και συνεχίζει ο Παπαγιώργης από εκεί που τον αφήσαμε: Το πανηγύρι, ο καβγάς, ο αγώνας, το γλέντι, το μεθύσι, ο γάμος ή η κηδεία είναι τελετές που διασώζουν πάντα κάτι πηγαίο –αρκεί βέβαια να μετέχει κανείς και να μην είναι ξενέρωτος ματάκιας. Για να μιλήσουμε ακόμα πιο συγκεκριμένα, ο νεοέλληνας «διανοούμενος», όπως λέει ο Χρήστος Βακαλόπουλος, έχει ένα βασικό γνώρισμα –δε γλεντάει. Ακόμα και δέκα βότκες να κατεβάσει, δεν ξέρει να πει ένα τραγούδι, το πολύ να παραληρεί για τον Σεφέρη. Πως να μην καταφύγει κανείς στα «σκυλάδικα», όπου ακόμα γυναίκες και άντρες ξεφαντώνουν; Από κει και πέρα πάσα ένστασις δεχτή: κάθε χώρος έχει το μεγαλείο και την αθλιότητα του. [σ. 16]

Ο (δε)κατοδείκτης συνεχίζει να καταγράφει τις εφιαλτικές μετρήσεις του πλανήτη που οφείλουμε όλοι να γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα ότι τα παιδιά που συμμετέχουν σε στρατιωτικές συγκρούσεις στον κόσμο είναι 300.000 ή ότι οι άνθρωποι που ζουν υπό το καθεστώς σύγχρονης δουλείας ανέρχονται σε 30 εκατομμύρια. Κατά τα άλλα δέκα πολυεθνικές εταιρείες παράγουν, ελέγχουν και διακινούν παγκοσμίως το 95 % του τι τρώμε, πίνουμε, με τι πλενόμαστε και καλλωπιζόμαστε, με τι πλένουμε τα ρούχα μας και καθαρίζουμε τα σπίτια μας, τι χάπια παίρνουμε και τι τσίχλες μασάμε, καθώς και πολλές άλλες εξαρτήσης της δια βίου ενασχόλησης με την καθημερινότητα Είναι οι Coca Cola, Procter & Gamble, General Electric, Johnson & Johnson, Nestle, Kelloggs, Mars, Kraft, Pepsico, Unilever, που με τη σειρά τους ελέγχουν πάνω από 400 εταιρείες στον κόσμο. Κανένα πρόβλημα με τις πολυεθνικές εταιρείες, αρκεί να μην αποτελούν καρτέλ – μονοπωλια με τις γνωστές επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων, στην διαμόρφωση των τιμών, στα πάμφθηνα εργατικά χέρια και στην διαμόρφωση των παγκοσμίων τιμών αγοράς. Αλλά τελικά αποτελούν μονοπώλια και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν.

addario_bhutan monks monastery_

Τι άλλο συμβαίνει εδώ; Ο μαρκήσιος ντε Σαντ συνομιλεί με τη Ρεμπέκα Μίλερ για την επόμενη μέρα της νέας Δημοκρατίας· ο Δημήτρης Καλοκύρης εικονογραφεί ένα συμπυκνωμένο ψηφιακό αφήγημα για την επόμενη νύχτα· «με την καλή έννοια» οι Ενρίκε Σερβίν Χερέρα, Ρήγας Καππάτος, Ρίβα Λάββα και Γιώργος Ρούβαλης ιχνογραφούν την ωραία και την άσχημη πραγματικότητα. Κι ο Παπαγιώργης απορεί: Δεν είναι άραγε γελοίο ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος να φεύγει στο εξωτερικό και μετά από μια δεκαετία στα ξένα να επιστρέφει στα πάτρια καραγκιοζάκος που μαϊμουδίζει Χέγκελ, Καντ, Χούρεσλ και δε συμμαζεύεται; Τι μπορείς να περιμένεις από τέτοια άτομα; [σ. 15]

Πόσο δίκιο έχεις Παπαγιώργη, κι έχουμε αμέτρητους τέτοιους….

[192 σελ.]

Στην τελευταία εικόνα, το θαυματουργό ποτό σε μοναστήρι του Μπουτάν.

26
Ιαν.
15

(δε)κατα, τεύχος 39, φθινόπωρο 2014

unnamed

Φάκελος; Γιατί γράφουμε;

 ….διότι απλούστατα δεν γίνεται διαφορετικά. Γράφουμε διότι λειτουργούμε. Ως διαδικασία αναπνοής κι εκπνοής. […] Μου είναι αδύνατον να σκεφτώ «δεν γράφω»: πρόκειται για σκέψη θανάτου. Βεβαίως αντιγράφω, όσο μεθοδικότερα μπορώ, αυτό που συμβαίνει εντός μου, αυτό που ο νους μου παρέχει ως εικόνα δύναμης. Από την άποψη αυτή γράφω, σημαίνει αποδελτιώνω τα δεδομένα, τα οποία προϋπήρξαν προ πολλού ή σχετικά προσφάτως ένδον. […] Η γραφή ως ολική προσοικείωση της ζωής: οι λέξεις που δεν θέλουν ν’ αφήσουν τίποτα, ως εκ των πραγμάτων, να πέσει στο χώμα της λήθης [σ. 93]

…απαντάει ο Γιώργος Βέης στο ερώτημα – επίκεντρο του «φακέλου» στο παρόν τεύχος του περιοδικού «Γιατί γράφουμε;» ενώ στο δικό του κείμενο ο Γιώργος Μπλάνας καταλήγει: συνεπώς στο ερώτημα Γιατί γράφουμε; περιέχει κατά κάποιος τρόπο την απάντησή του, αφού τιθέμενο απαντά στην προβληματική της ματαιότητας της γραφής. Και η απάντηση είναι: Για τίποτα, αφού ούτε αποτελεσματικοί μπορούμε να είμαστε ούτε κάποιου είδους αλήθεια μπορούμε να προσφέρουμε. [σ. 98]. Ο Φίλιππος Δρακονταειδής μετατρέπει το θέμα [Γιατί δεν γράφουμε] και εκκινεί από ένα οριακό προσωπικό γεγονός που βίωσε στην ηλικία των τεσσάρων: «την εκτέλεση του πατέρα του, στελέχους, όπως λέγεται, της Αντίστασης», και όλα όσα ακολούθησαν: την κατάταξή του στην χορεία των ορφανών, την υποχρέωση απόκρυψης του γεγονότος για ευνόητους λόγους, την επιτυχή έκφραση «θύμα πολέμου».

Gaza

Αν τα κατοπινά χρόνια δεν συσσώρευαν πρόσθετες οδύνες από σεισμούς, αρρώστιες, δυστυχήματα, θα υπήρχε κάποια απόσταση από όλα αυτά. Αν η ζωή ήταν (έτσι φαντάζομαι) ελάχιστα πιο εύκολη και το πρώτο κοστούμι μου δε ήταν το κοστούμι του θείου που είχε πεθάνει και το είχαμε δώσει στον σύντροφο ράφτη να το γυρίσει ανάποδα και να το φέρει στα μέτρα μας, θα είχα πάρει κάποια απόσταση από τον πατέρα μου. Νομίζω πως έμεινα δίπλα του, πως δεν έφυγα ποτέ από το πλευρό του. Τώρα πια, στον τελευταίο ατραπό του βίου μου, φαίνεται πως τον έχω στην προστασία μου, λες και εγώ είμαι ο πατέρας του, αφού εκτελέστηκε στην ηλικία των 37 ετών (και σε αυτή την ηλικία παρέμεινε(, ενώ εγώ είμαι πρεσβύτερός του. Κρίνω λοιπόν σήμερα πως έγραψα εκείνους τους στίχους ως φωνή προς τον εκτελεσμένο, ως επιβεβαίωση του δεσμού μου, ως αλλαγή που τον ενδιέφερε. Ίσως συνέχισα να γράφω για να νιώθω παραλήπτης είναι ο πατέρας μου, αυτή η απουσία παρουσία. [σ. 72]

octavio-paz

Τις υποψίες τους πάνω στο ερώτημα καταθέτουν ακόμα οι Χρύσα Σπυροπούλου, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Ελισάβετ Αρσενίου, Παναγιώτης Γούτας, Νίνα Ράπη, Χρύσα Φάντη, Γιώτα Αργυροπούλου, Στάθης Κουτσούνης, κ.ά. και ο φάκελος συμπληρώνεται με μια παλαιά σχετική αναφορά του Νίκου Καββαδία. Η πλούσια ύλη περιλαμβάνει διηγήματα και αφηγήματα[Μαρία Μήτσορα, Φοίβος Μπότσης, Βιρχίλιο Πινιέρα, Jose Emilio Pachecko]· στο μαγνητόφωνο ο περίφημος φωτογράφος Peter Mayer, τονίζει ότι η ψηφιακή φωτογραφία σε φέρνει πλησιέστερα σε αυτό που θέλεις να εκφράσεις, σε άλλη ηχογράφηση ο Πέτρος Μάρκαρης συζητάει για την κρίση και το αστυνομικό μυθιστόρημα· ο Γιάννης Πολύζος στα πάντα ενδιαφέροντα Γράμματά του από την Νέα Υόρκη γράφει για την έκθεση Come closer: Art around the bowery 1969 – 1989· o Γιώργος Ρούβαλης συντομογραφεί τα εκατοντάχρονα του Οκτάβιο Παζ αλλά και τον νέο μεξικανικό σινεμά, ο Homero Aridjis εκτενώς νεκρολογεί τον Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες ο Carl Rakozi καταθέτει «μια σημείωση για την μουσική και την μουσικότητα» και τέλος, στο τέλος του τεύχους, ο Ελαχιστότατος και οι ’ πνάκηδες φέρνουν τα πάνω κάτω.

mahfood_chomsky

Προς υπεράσπιση του Ομπάμα, ίσως ο ίδιος να μη γνωρίζει τι κάνει το Ισραήλ στη Γάζα με τα όπλα που έχει την ευγένεια να του προσφέρει. Άλλωστε στηρίζεται στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες που είναι πολύ απασχολημένες να συλλέγουν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αό τους πολίτες οπότε δεν υπάρχει χρόνος για άλλες υποθέσεις. Ο στόχος του Ισραήλ είναι εδώ και καιρό πολύ απλός: Η βήμα βήμα επιστροφή στον «κανόνα». Ποιος είναι όμως ο «κανόνας»; Για τη Δυτική Όχθη ο «κανόνας» υπαγορεύει την συνέχιση της παράνομης κατασκευής οικισμών και υποδομών έτσι ώστε να γίνει εφικτή η ενσωμάτωσή τους με το Ισραήλ, όπως αξία και αν έχει αυτή, εξωθώντας ταυτόχρονα τους Παλαιστίνιους σε υποβαθμισμένες γειτονιές, που θα της επιβάλλεται καταστολή και βία. [σ. 28]

Simin Behbahani.

….γράφει ο Noam Chomsky σ’ ένα εκτενέστατο κείμενό του για την Δυτική υποκρισία και τα δύο μέτρα και δυο σταθμά με τα οποία αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στην κρίση στην Ουκρανία και στην σφαγή στην Γάζα. Και αναχωρούμε με τον πολύτιμο λόγο της κορυφαίας ποιήτριας του Ιράν Simin Behbahani, που πέθανε τον περασμένο Αύγουστο το καλοκαίρι: Εμείς οι συγγραφείς θα ήμασταν ειλικρινά τιμημένοι την ημέρα που δεν θα υπάρχει κανένας συγγραφέας στη φυλακή, κανένας φοιτητής υπό κράτηση και οι δημοσιογράφοι θα είναι ελεύθεροι καθώς και οι πένες τους.  [σ. 192]

Στις εικόνες: Γάζα, Octavio Paz, Noam Chomsky, Simin Behbahani.

Επί του πιεστηρίου: το νέο τεύχος [αρ. 40] των (δε)κάτων έχει ήδη κυκλοφορήσει

21
Δεκ.
14

Το Δέντρο, τεύχος 201 – 202 (Δεκέμβριος 2014)

Δ.

Εάν δεχτούμε ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να ανταποκριθεί εξ ορισμού σε επείγοντα κοινωνικά θέματα, γιατί τα αντανακλαστικά το συγγραφέα δεν (πρέπει να) υπακούουν, σε όρους αμεσότητας αλλά διάρκειας, τότε η όποια σημερινή παραγωγή γύρω από την «κρίση» είναι συζητήσιμη. Γιατί ακόμα και οι μεγάλες φωνές της λογοτεχνίας κάποτε που ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση της συγκυρίας, χρησιμοποίησαν το ιστορικό πλαίσιο περισσότερο ως πρόσχημα, παρά ως κέντρο προβληματισμού τους. Στις μυθοπλασίες τους κυριαρχεί η «έρημος» του ανθρώπου» και όχι το τεκμήριο της εποχής…

… γράφει ο Τάσος Γουδέλης σ’ ένα πυκνό κείμενο που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο· ο συγγραφέας τονίζει πως το παραπάνω τεκμήριο απασχολεί τον ενήμερο αναγνώστη ως ένας ακόμα σκηνογραφικός συντελεστής που σχετίζεται πάντα με δραματικό και υπάλληλο τρόπο με την ατομικότητα: η ύπαρξη σε κάθε περίσταση επιβάλλει αναπόφευκτα την εξουσία της. Πράγματι, ο «ιστορικός άνθρωπος» είναι πια κενός λόγος· άλλωστε όσοι αντιλαμβάνονται την λογοτεχνία ως ρεπορτάζ δεν έχουν πρόβλημα να αναπαράγουν αυτόματα το πραγματικό. Η ιδεωδέστερη στιγμή για την τέχνη ήταν ανέκαθεν εκείνη κατά την οποία ο δημιουργός ήταν σε θέση να διαχειριστεί ή απλώς να κατανοήσει την κρίση του μέσου του. Ο Ρόμπερτ Μούζιλ, για παράδειγμα, με τον ημιτελή Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, υπαινίχθηκε σαφώς το ατελέσφορο της γραφής (του) να αναπαραστήσει την κρίση του μοντέρνου ανθρώπου.

Henry de Montherlant par Jean Mangeot

Το κείμενο βρίσκεται στις πολύτιμες οπισθόφυλλες σελίδες του τεύχους – που όπως έχουμε ξαναγράψει αποτελούν τον καθρέφτη αλλά και τον πνεύμονα των λογοτεχνικών περιοδικών· σχετίζεται όμως άμεσα και με το κυρίως σώμα του τεύχους, εφόσον ένα από τα τρία σύντομα αφιερώματα αφορά την «νεοελληνική κρίση». Εδώ καταθέτουν σκέψεις πάνω σε όψεις του θέματος οι Πέτρος Μαρτινίδης, Γιώργος Σιακαντάρης, Βαγέλης Χατζηβασιλείου, Ρέα Γαλανάκη, Δημήτρης Φύσσας και Δημήτρης Ραυτόπουλος. Ενδεικτικό θραύσμα από τον πάντα ευρηματικό λόγο του τελευταίου: Στα λόγια μένει η εξέγερση του 99%, παναπεί ολόκληρης της κοινωνίας, κατά του 1% των πλουτοκρατών. Γιατί μέσα στο 99% οι ανισότητες είναι τεράστιες, σκανδαλώδεις και τα όρια ρευστά. / Η Άμεση Δημοκρατία, εδώ και τώρα, εναντίον της «Πλουτοπίας», δηλαδή του ρασιοναλισμού των αγορών, της νέας θρησκείας με ιερείες τους υπερειδικευμένους αναλυτές, που χειρίζονται τα «αλγκοτρέιντινγκς».

Φυσικά εδώ μας περιμένει διόλου άσχετη και η οφειλόμενη συνέχεια του αφιερώματος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ξεκίνησε από το προηγούμενο τεύχος. Στο αρχικό κείμενο [εκ] της εκδόσεως, που πάντα μοιάζει με τον εγκέφαλο αυτού του γοητευτικού σώματος, μας υπενθυμίζονται τα λόγια του Μίλαν Κούντερα για τον πόλεμο που «ονομάστηκε ψευδώς Παγκόσμιος, διότι δεν αφορούσε παρά την Ευρώπη και ούτε καν όλη την Ευρώπη. Όμως το επίθετο “παγκόσμιος” εκφράζει εύγλωττα το συναίσθημα της φρίκης μπροστά στο γεγονός ότι, στο εξής, τίποτα απ’ ότι συμβαίνει στον πλανήτη δεν θα είναι πια τοπική υπόθεση, ότι όλες οι καταστάσεις αφορούν τον κόσμο ολόκληρο…». Κάτι δηλαδή που αγνόησαν οι πάντα αδιάβαστοι κυβερνήτες.

Colette in 'Le Petit Faun', 1906

Πόλεμος…Μέχρι το τέλος του προηγούμενου μήνα δεν ήταν παρά μια πελώρια λέξη φαρδιά πλατιά πάνω στις ναρκωμένες καλοκαιρινές εφημερίδες. Πόλεμος; Ίσως, αλλά πολύ μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Όχι εδώ…Πώς να φανταστείς ότι θα αρκούσε να δρασκελίσει η ηχώ και μόνο του πολέμου αυτούς τους άγριους βράχους για τα νους κάνει να φανούν πιο απαλοί, με το κύμα στα πόδια τους, το αραιό θαλασσινό χορτάρι τους, το αγιόκλημα, την άμμο ρυτιδωμένη απ τα νύχια των πουλιών. …Τέτοιος παράδεισος δεν ήταν καθόλου φτιαγμένος για τον πόλεμο, μονάχα για τις μικρές διακοπές μας, για τη μοναξιά μας…

… γράφει η Κολέτ, με τον γοητευτικό της λόγο που, σκέφτομαι, μοιάζει να αποδίδει σκέψεις αμέτρητων άλλων ανθρώπων. Ο φάκελος περιλαμβάνει πεζά, ποιήματα, δοκίμια, ημερολογιακές εγγραφές Ποιήματα και πεζά των Ανρί ντε Μοντερλάν, Μπλεζ Σαντράρ, Γκιγιόμ Απολινέρ, Αντρέ Ζιντ, Κολέτ, Αντρέ Μπρετόν, Ετιέν Φορ, Γιόζεφ Βίτλιν, Μαρτσέλο Φλόρες, Γιώργο Κόκκινο, Κώστα Καραβίδα, Έλλη Λεμονίδου. Το τρίτο αφιέρωμα του τεύχους αφορά τον Φραντς Κάφκα, τον συγγραφέα του οποίου η προβληματική σχετίζεται με όσα αφορούν τις συνέπειες του Μεγάλου Πολέμου, όπως μας υπενθυμίζουν οι εκδότες: ότι οριζόμαστε όλο και περισσότερο από εξωγενή δεδομένα που μας παγιδεύουν. Περιλαμβάνονται πεζά κείμενα του συγγραφέα αλλά και κείμενα των Πρίμο Λέβι, Ντίνο Μπουτζάτι, Όρσον Ουέλς, Τζ.Μ. Κούτσι, Ούλριχ Γκέινερ, Αλέξανδρου Κυπριώτη κ.ά.

Jean-Michel Folon, 1973, illus. for Kafka's Metamorphosis 4

Περί παραμυθιών ο λόγος στις πίσω σελίδες, αλλά και μερικές σκέψεις που είναι απαραίτητες απέναντι στο κλίμα της εποχής που επιθυμεί, τολμώ να πω, να μεταλλάξει τον χαρακτήρα της. Ο ρόλος του παραμυθιού δεν είναι να διδάξει αλλά να διασκεδάσει μέσω της πλοκής και να κινητοποιήσει την φαντασία, γράφει η Λίτσα Χατζοπούλου. Τα παραμύθια των Γκριμ, του Άντερσεν κ.α. δεν είναι παιδικά αναγνώσματα· ακόμα και στην διασκευασμένη τους εκδοχή, την υποταγή τους δηλαδή στο «πολιτικώς ορθό» και χωρίς τρομακτικές σκηνές και «ηθικώς» ύποπτες εξελίξεις, αρκετά μας φαίνονταν μάλλον εφιαλτικά. Το «ευτυχισμένο τέλος» τους δεν αρκούσε για να απαλείψει, λ.χ., τον φόβο που είχαμε νιώσει μέσα στο ζαχαρένιο σπίτι της μάγισσας, όταν ετοιμαζόταν να μαγειρέψει τον Χάνσελ και τη Γκρέτελ (ακόμη χειρότερα, όταν δεν υπήρχε «ευτυχισμένο τέλος», όπως σε όλα τα παραμύθια του Άντερσεν.

Η Χατζοπούλου μας θυμίζει πως σε επίπεδο γενεαλογίας, τα παραμύθια δεν ήταν εξαρχής προορισμένα μόνον ή αποκλειστικά για παιδιά· αποτελούσαν πρωτίστως λαογραφικό υλικό, δηλαδή ιστορίες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα είτε για να ερμηνεύσουν ανεξήγητα και ακατανόητα φαινόμενα (άρα είχαν ρόλο ανάλογο των μυθικών αφηγήσεων) είτε απλώς χάριν παιδιάς. Τα παραμύθια, λέει ο J.R.R.Tolkien, εξορίστηκαν στο παιδικό δωμάτιο μαζί με ό,τι δεν χωρούσε σε κανέναν άλλο χώρο του σπιτιού. Δεν αποκλείεται να αντιμετωπίστηκαν ως κείμενα χαμηλής λογοτεχνικής αξίας εξαιτίας της δημώδους προέλευσής τους. Μένει λοιπόν το ερώτημα πώς μια κοινωνία δίνει στα παιδιά της κείμενα που γενικώς περιφρονεί και πώς τα παραμύθια, σε αντίθεση με την λογοτεχνία του φανταστικού, αποκλείστηκαν ως λογοτεχνικό είδος ή εντάχθηκαν γενικώς και αορίστως στην παιδική λογοτεχνία.

54

Και μιλώντας για την νέα αυτή εποχή, η Ιταλίδα συγγραφέας Πάολα Μαστρακόλα εστιάζει στο απόλυτο δημιούργημά της: …το selfie είναι το χαμόγελο που απευθύνουμε στον εαυτό μας. Ο νάρκισσος δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Εμείς ναι. Εμείς οι αληθινοί Νάρκισσοι. / Σίγουρα, πρόκειται για ένα χαμόγελο το οποίο θα δουν όλοι εκείνοι στους οποίους θα στείλουμε τη φωτογραφία. Αλλά απουσιάζει ο μεσάζων. Απουσιάζει ο άλλος. Υπάρχουν μόνο οι παραλήπτες (οι οποίοι είναι πολλοί). Δεν υπάρχει το μάτι (το οποίο είναι μοναδικό). Και χωρίς το μοναδικό μάτι, το οποίο μας κοιτάζει, μένουμε μόνοι. / Με τη selfie, στέλνουμε στους άλλους τη μοναξιά μας. [απόδοση Φανή Μουρίκη]  [176 σελ.]

Στις εικόνες: Henry de Montherlant, Colette [Le Petit Faun, 1906], εικονογράφηση του Jean – Michel Folon για την Μεταμόρφωση του Κάφκα [1973], εικονογράφηση από πολωνικό παραμύθι.

03
Σεπτ.
14

Νέα Ευθύνη, τεύχος 24 [Ιούλιος – Αύγουστος 2014]

ΥπουργΝΕΑ ΕΥΘΥΝΥΗ - ΙΟΥΛΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2014_είο Κρατικής Ασφάλειας τής Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. /  Φάκελος όρ. XIS14/68, Kunze, Reiner… , συγγραφέας. / 17. 03.1976: τι είναι γνωστό γιο την φύλαξη τού χειρογράφου; // Κάτω από πέτρες χωραφιού βρισκόταν / στο παλαιό τριβείο των ασπρόρρουχων / στο γεροντοκομικό της αγρότισσας / Frieda D. στο L // Ασφαλισμένο από / τον δόλιο επιτετραμμένο τής πυροπροστασίας, / τον δόλιο ελεγκτή τής γείωσης, / τον δόλιο φίλο

 Μη λησμονώντας / τη μητέρα, που όταν ήμουνα παιδί, / έσερνε τους βαρείς ξύλινους κύλινδρoυς / μετά τη μεγάλη μπουγάδα / στο δώμα τού τριβείου και, / με τα δυο χέρια στη λαβή του θηριώδους σιδηροτροχού /έβαζε το μαγγάνι / εμπρός / για να ’ναι ο κόσμος κατοικήσιμος

… γράφει ο Reiner Kunze στο ποίημά του «Εκεί πού ήταν το χειρόγραφο», ένας ιδιαίτερος γερμανός ποιητής δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ο Ράϊνερ Κούντσε αφοσιώθηκε στην υπόθεση του σοσιαλισμού στην Ανατολική Γερμανία και έζησε όλες τις διαψεύσεις του μέχρι την φίμωση κάθε ατομικής και ανήσυReiner Kunzeχης φωνής, που κορυφώθηκε το 1976 με την «Υπόθεση Μπίρμαν» (Wolf Biermann) και την δραματική «μετανάστευσή» του στη Δυτική Γερμανία.

Η ιδιαίτερη ποιητική του φωνή δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί σωστά, καθώς, όπως συνέβη με τους περισσότερους ανεπιθύμητους ποιητές της πρώην Ανα­τολικής Γερμανίας, ο δυτικός κόσμος περιέφερε την εικόνα τους και ερμήνευσε το έργο τους αποκλειστικά υπό το πρίσμα της ενεργητικής αντίστασης και αντιρρητικών τους θέσεων· άλλωστε η επανένωση των δύο Γερμανιών οδήγησε στον παραμερισμό των φωνών τού ενοχλητικού παρελθόντος, όπως γράφει ο Συμεών Σταμπουλού που παρουσιάζει και μεταφράζει ποιήματά του. Ο ποιητής μεταφράστηκε ελάχιστα στη χώρα μας – θυμάμαι μια παλιά έκδοση που αγόρασα από το περίφημο υπόγειο με τα μεταχειρισμένα βιβλία δίπλα στον Άγιο Παντελεήμονα της Θεσσαλονίκης, από τις εκδ. Εγνατία, μτφ. Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου, και, ακόμα, στο Ausblicke, στο Τραμ και στο Πλανόδιον. Oι ποιητές δεν ανέχονται δικτάτορες, όπως τιτλοφορείται κι ένα πρόσφατο βιβλίο για τον Kunze.

san-ta-pragmata-apo-pilo.full nodeΤο δεύτερο κείμενο που μου τράβηξε την προσοχή από έναν εκ διαμέτρου αντίθετο δρόμο αφορά το Ημερολόγιο προσευχής [A Prayer Journal] της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης διαβάζει το μικρό αυτό βιβλίο που εκδόθηκε πέρσι για πρώτη φορά και περιέχει τις ημερολογιακές καταγραφές της από το 1946 έως το 1947, όταν ήταν εικοσιένα και είκοσι δύο χρονών και σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα δημοσιογραφία και, κυρίως, γράψιμο στο εκεί Writer’s Workshop. Θερμή Καθολική στην καρδιά δηλαδή του αμερικανικού προτεσταντικού Νότου [Σαβάννα / Τζώρτζια], η συγγραφέας εκδήλωσε δυο χρόνια αργότερα το πρώτο σύμπτωμα του ερυθηματώδους λύκου, της ασθένειας που θα την ταλαιπωρήσει όλα τα επόμενα χρόνια και θα την οδηγήσει στον θάνατο στα τριάντα εννιά της.

Όλες σχεδόν οι εγγραφές του Ημερολογίου αρχίζουν με (ή περιέχουν) μια προσευχητική επίκληση προς τον Θεό, συνήθως ένα «My dear God», αλλά εκτός από ουσιαστικές προσευχές είναι ταυτόχρονα και στοχασμός πάνω στην προσευχή, την χριστιανική σκέψη, την θρησκευτική ζωή. Η Ο’ Κόννορ κατευθύνει τα λόγια της σ’ αυτό που επιθυμεί περισσότερο: προσεύχεται να γίνει καλή συγγραφέας, να της χαριστούν … ιστορίες για να τις κάνει εκείνη διηγήματα και μυθιστορήματα! Όπως γράφει ο Ζουμπουλάκης. δo' connorεν γνωρίζουμε άλλον σύγχρονο συγγραφέα που να έχει γράψει προσευχές ικετεύοντας να γίνει καλός συγγραφέας: Θέλω να γίνω ο καλύτερος καλλιτέχνης που είναι δυνατό για μένα να γίνω, κάτω από τη σκέπη του Θεού.

Το τεύχος περιλαμβάνει συνέντευξη της Κικής Δημουλά στον Δημήτρη Κοσμόπουλο και αφιέρωμα στην ποίησή της. Ποιητές, δοκιμιογράφοι και κριτικοί αναφέρονται στο σύνολο του έργου της με αφορμή την έκδοση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της ποιήτριας Δημόσιος Καιρός. Γράφουν οι: Νάσος Βαγενάς, Γιώργος Βαρθαλίτης, Αλέξης Ζήρας, Τασούλα Καραγεωργίου, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Κώστας Κουτσουρέλης, Σεσίλ Ιγγλέση – Μαργέλου, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Αθηνά Παπαδάκη, Γιάννης Παπακώστας, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Αναστάσιος Στέφος.

 Ένας μικρότερ