Posts Tagged ‘Λογοτεχνικά Περιοδικά

18
Οκτ.
19

Εντευκτήριο, τεύχος 117 – 118 (Απρίλιος – Σεπτέμβριος 2017) (κυκλοφ. 17 Σεπτεμβρίου 2019)

Μια χορταστική πρόζα ζωολογίας

Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι το μαύρο, άσπρο, κοκκινότριχο ή ανγκορά τηλέφωνό του προσέρχεται κάθε τόσο με αποφασιστικό ύφος, σταματάει στα πόδια του συνδρομητή και εκπέμπει ένα μήνυμα που η στοιχειώδης και θλιβερή γραμματογνωσία μας το μεταφέρει ηλιθίως σε μιάου και άλλα φωνήεντα του ιδίου είδους. Ρήματα μεταξωτά, βελούδινα επίθετα, φράσεις απλές και σύνθετες αλλά πάντα σαπωνοειδείς και γλυκερινώδεις, σχηματίζουν μια πρόταση που πείνα σχετίζεται με την πείνα, οπότε το τηλέφωνο δεν είναι παρά γάτα, όμως άλλες φορές διατυπώνει κάτι που συναρτάται με προσωπικές ανάγκες, κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι οι γάτες είναι τηλέφωνα…

 … γράφει ο Χούλιο Κορτάσαρ σε μια από τις πολλές ενδεχόμενες ματιές πάνω στα κατοικίδια, κεντρικό θέμα του αφιερώματος (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ας σημειωθεί πως ο Κορτάσαρ ονόμαζε τον γάτο του Τέοντορ Αντόρνο, όπως διαβάζουμε στο ενδιαφέρον κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη, που αφορά ενδιαφέρουσες σχέσεις ζώων και συγγραφέων από τον Τ.Σ. Έλιοτ και τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ μέχρι τον Τζακ Λόντον και τον Τζόρτζ Όργουελ. Μια αντίστοιχη ματιά σε πέντε ταινίες δοκιμάζει ο Πάνος Αχτσιόγλου, μεταξύ των οποίων εκλεκτή θέση έχει η αξέχαστη ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν Στην τύχη ο Μπαλταζάρ, με το σπάνιο ζεύγος της Μαρί (Αν Βιαζέμσκι) και του γαϊδάρου Μπαλταζάρ.

Δίνοντας στο σκυλί ένα όνομα, νομίζεις ότι το κάνεις λίγο ανθρώπινο. Όταν του δίνεις πολλά ονόματα, του αναγνωρίζεις πολλαπλές σκυλίσιες προσωπικότητες. Η Βασίλω αυτά απλώς τα ανεχόταν. Αρχικά, εκείνη μας είχε δώσει τα δικά της ονόματα, που δεν τα μάθαμε ποτέ. Στη γλώσσα της πάντως σήμαινε «αυτός που μυρίζει έτσι» κι «εκείνη που μυρίζει αλλιώς». Κι αφού μας έδωσε τα δικά της ονόματα, μας προσέλαβε στη δική της αγέλη… καταθέτει ο Ευάγγελος Χεκίμογλου, ενώ η Μπέλα του Νικόλα Σεβαστάκη σίγουρα θα κάνει πολλούς από εμάς τους συντρόφους ζώων να χαμογελάσουμε, καθώς… εναποθέτει καθημερινά τις ελπίδες της στις έκτακτες δωρεές. Αργά το βράδια πια θα παραδεχτεί την ήττα της όταν υποχρεώνεται να σκύψει στο μπολ με τις κροκέτες, που είναι το «θεσμικό» της φαγητό. Και εμείς, όπως οι περισσότεροι, ενδίδουμε στην επιμελημένα δραματική τέχνη των ματιών της. Για μήνες μάλιστα το αστείο που λέγαμε στο σπίτι ήταν πως περιμέναμε να μιλήσει, ν’ ακούσουμε τη φωνή της. Όχι το γάβγισμα μα μια κανονική ανθρώπινη φωνή, ικανή να σπάσει την αιώνια απομόνωση των ειδών.

Οι Γιώργος Χρονάς, Ρέα Βιτάλη, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ναζίμ Χικμέτ Ραν, Ελένη Γκίκα, Βάνα Χαραλαμπίδου, Έλσα Κορνέτη, Άνταμ Ο’ Φάλον Πράις, Γιώργος Δεπάστας, Σωτήρης Τριβιζάς, Λουκία Δέρβη, Άρης Στυλιανού, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μιχάλης Στρατάκης, Μιχάλης Μπαρτσίδης, Τασούλα Επτακοίλη, Γιάννης Σκαραγκάς, Γιώργος Σαράτσης, Άκης Σακισλόγλου, Μαρία Κουγιουμτζη, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Αργυρής Παλούκας, Μαίρη Νταή, Ελένη Μερκενίδου  και πολλοί άλλοι συμμετέχουν στην χορταστική αυτή πρόζα της ζωολογίας.

Φυσικά δεν λείπουν Οι γάτες των φορτηγών του Νίκου Καββαδία, Οι γάτες που ψυχοπονούν του Γιάννη Υφαντή, όπως αποκαλύπτει στο σχετικό ποίημά του, ποιήματα παλαιότερα (Σαρλ Μπωντλαίρ, Κωστής Παλαμάς, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κ. Π. Καβάφης)  και νεότερα (Γουίλλιαμ Μπάροουζ, Μάργκαρετ Άτγουντ, Βισουάβα Σιμπόρσκα, Πατρίτσια Χάισμιθ, κ.ά.) – και πώς να λείπουν βέβαια τα δυο σεσημασμένα ποιήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες για γάτους, ένα εκ των οποίων το υπέροχο Σ’  έναν γάτο (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης): […] Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους / μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου· / πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ τον Γάγγη / εσύ κρατάς της μοναξιάς το μυστικό αντικλείδι. / Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο / του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα / που έχουν χαθεί στη λησμονιά, αφήνεις μόνο ‘ στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά. / […]

Ένα έξοχο ποίημα της Καναδής Dilys Laing ενσωματώνει η Ζυράννα Ζατέλη στο δικό της Cat Cat Catastrofe, όπου τιμάται η περίφημη Σέρκα της, που μασουλούσε από δέκα μεριές τα χειρόγραφα της συγγραφέως ή γλυφόταν θρονιασμένη από πάνω τους (τι θα θες όλα αυτά αφού έχεις εμένα). Και ποιος φανταζόταν πως ο Γιώργος Ιωάννου θα αποτολμούσε μια Ωδή στην Κότα του σε ένα Φυλλάδιό του!: Κι έτσι χρόνια και χρόνια θα περάσουμε μαζί. / Μια μαύρη κότα κι ένας άσπρος άνθρωπος. / Το ίδιο έρημος μ’ αυτήν, το ίδιο άοπλος.

Τώρα είμαι εντελώς σίγουρος πως δεν ήμουν εγώ που είχα έναν σκύλο. Ήσουν εσύ που είχες έναν άνθρωπο, γράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ στους Οικογενειακούς δεσμούς της κι είναι η σειρά του Γιώργου Κορδομενίδη να πάρει την σκυτάλη της, για να γράψει επιτέλους για τον κύριο Ίμο, που κατά καιρούς απολαμβάνουμε στις σιδηροδρομικές του περιπέτειες. Μαθαίνουμε λοιπόν όλη την ιστορία του, πώς ήρθε στο σπίτι, ποια γωνιά διάλεξε, ποια βιβλία κατούρησε (του Σκαμπαρδώνη και του Κοροβίνη, μαρτυρώ, παρόλο που ο συγγραφέας μας ζήτησε να μην το κάνουμε), ποιο φαγητό δεν τρώει (να μην είναι προχθεσινό), μέχρι την μύχια σκέψη του συγγραφέα:

Ίσως είναι νωρίς (αν και ποτέ δεν ξέρεις), αλλά συχνά πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο πρώτος να πεθάνω εγώ ή ο Ίμο. Νομίζω πως είναι καλύτερο το δεύτερο. Όχι από εγωισμό αλλά επειδή εγώ θα μπορέσω (ελπίζω) να διαχειριστώ την οδύνη (που θα είναι τεράστια, βέβαια) από την απώλειά του, ενώ εκείνος ίσως δεν καταλάβει ποτέ ότι δεν τον εγκατέλειψα. Διότι όσο ο Ίμο είναι ο σκύλος μου άλλο τόσο εγώ είμαι ο άνθρωπός του.

 [σελ. 208]

Στις εικόνες: Julio Cortazar, Anne Wiasemsky [Au Hasard Balthazar], Jorge Luis Borges, Clarice Lispector

16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

05
Φεβ.
18

Φρέαρ τεύχος 20 (Νοέμβριος 2017)

«Είναι πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς στην επιτυχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να τους κλείσεις την πόρτα. Και η μιντιακή επιτυχία διαφθείρει την νοημοσύνη» δήλωσε χθες ο Τζωρτζ Στάινερ στη Μαδρίτη σε μια… μαζική συνέντευξη τύπου. Υπάρχουν κάποιοι που είναι (ή μπορεί να καταλήξουν να είναι) τέλεια παραδείγματα του κακού που με απόλυτη διαύγεια καταγγέλλουν. Ποιοί αντιστάθηκαν; Ο Κάφκα ή ο Βίτγκενσταϊν, χωρίς αμφιβολία. Ο Αντρέ Μπρετόν απέρριπτε οποιαδήποτε δημόσια αναγνώριση. Αλλά σκέφτομαι, πάνω απ’ όλους, τον Μωρίς Μπλανσώ, του οποίου ο διανοητικός ασκητισμός τον οδήγησε στο να είναι απολύτως αόρατος· μάλιστα, σχεδόν τίποτε δεν γνωρίζουμε γι’ αυτόν εκτός από κανένα κλεμμένο φωτογραφικό του πορτρέτο….

…γράφει ο Αντρές Σάντσεθ Ρομπάυνα στις έξοχες Σελίδες ημερολογίου που μας μεταφράζει ο Δημήτρης Αγγελής, στους Αβυθομέτρητους Καιρούς, στο καθιερωμένο δηλαδή σώμα του Φρέατος που κρύβει πάντα πολύτιμες μεταφράσεις, ενδιαφέροντα δοκίμια και κείμενα πλούσιου προβληματισμού. Σε παρακείμενες ημερολογιακές καταγραφές ο Δημήτρης Αγγελής ανακαλεί μια δύσκολη περίοδο της πορείας της περιοδικής Ευθύνης και τις πάσης φύσεως αναχωρήσεις των πνευματικών της προσωπικοτήτων, από τον Χρήστο Μαλεβίτση μέχρι τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού αφορά τον Άρη Αλεξάνδρου «εδώ και τώρα». Περιλαμβάνονται οι πυρήνες των πέντε εισηγήσεων της επιστημονικής ημερίδας που διεξήχθη στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 2017. Οι εισηγητές: Αντωνία Κοσένα: Διαβάζοντας την ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, Αντιγόνη Ηλιάδου: Η Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου, Θοδωρής Μπόνης: Ο Άρης Αλεξάνδρου για τα λογοτεχνικά βραβεία και την Ενωμένη Ευρώπη, Φιλήμων Παιονίδης: Στοιχεία κριτικής του μεταολοκληρωτισμού στο Κιβώτιο, Κώστας Δεσποινιάδης: Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου και ένα σχεδόν άγνωστο βιβλίο του. Το κείμενο του τελευταίου αποτελεί εκτεταμένη και λεπτομερέστερη μορφή του κειμένου που δημοσίευσε στο αφιέρωμα του περιοδικού Πανοπτικόν στον Άρη Αλεξάνδρου, στο τεύχος που παρουσιάσαμε εδώ.

Στα ενδιαφέροντα λογοτεχνήματα του τεύχους εντοπίζω την απολαυστική σειρά των μικρών κειμένων του Μικαέλ Αουγκουστίν σε μετάφραση Ευθυμίας Γιώσα. Ιδού πως «ορίζεται» ένας Μυημένος στην αγάπη: Ένας από τους γάμους του απέτυχε μ’ έναν ιδιαιτέρως τραγικό τρόπο: κάθε φορά που ο Κοσλόφσκι ένιωθε πολύ τρυφερά και κοντά στη σύζυγό του, άφηνε το κρεβάτι τους για να γράψει ερωτικά ποιήματα στην κουζίνα για ώρες, χωρίς διακοπή. Εννοείται πως το τεύχος για άλλη μια φορά περιλαμβάνει διηγήματα (Μαρίας Κουγιουμτζή, Κλαίτης Σωτηριάδου, Κώστα Σιαφάκα, κ.ά), ποιήματα (Αντώνη Ζέρβα, Κώστα Ριζάκη, Τάσου Πορφύρη, Ζέφης Δαράκη, κ.ά.), δοκίμια (του Θεοφάνη Τάση  για την ισλαμιστική τρομοκρατία και την κρίση νοήματος, του π. Βασιλείου Θερμού με τίτλο Ανθρωπιστικές σπουδές μέσα σε αλλαγή παραδείγματος: Μάλλον κάτι διέφυγε της προσοχής μας κ.ά.), συνεντεύξεις όπως του Ντομινίκ Φερναντέζ στον Διονύση Σκλήρη.

Σ’ ένα ούτως ή άλλως συναρπαστικό θέμα, αυτό τον Σαλών Αγίων και Ασκητών, ο Ζ.Δ. Αϊναλής, καταθέτει ένα εκτενές κείμενο για τον Βίο του Συμεών του Σαλού  του Λεοντίου Νεαπόλεως. Το μείζον θέμα εδώ είναι η «καρναβαλοποίηση της καθημερινότητας», συνεπώς η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τα ο μνημειώδες έργο του Μπαχτίν για τον Ραμπελέ. Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων, πως ο Συμεών ο Σαλός χρησιμοποιεί εξ αρχής την παρωδία και το γέλιο για να συνθλίψει τον σοβαρό τόνο της καθημερινής ζωής Υπό μια έννοια μεταμορφώνει την καθημερινή ζωή σε καρναβάλι και εκείνο που επιτυγχάνεται εφήμερα στις εορτές και τα καρναβάλια, η στιγμιαία δηλαδή απελευθέρωση από τον φόβο (που έχει επιβληθεί από την επίσημη ιδεολογία και κουλτούρα), ο Συμεών το μεταθέτει σε ένα καθημερινό και διαρκές επίπεδο. Γι’ αυτό αυτή η διαρκής, καθημερινή καρναβαλοποίηση της ζωής στοχεύει ακριβώς στην ήττα του φόβου του «επιούσιου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο ολοκληρώνεται μ’ ένα ουσιωδώς αισιόδοξο μήνυμα και μια διάσταση ουτοπική και οικουμενική, καθόσον μεταδίδεται η αίσθηση ότι ήδη την επαύριο τη ζωή των κατοίκων της Έμεσας θα μπορούσε ν’ αλλάξει δραστικά. Αν όμως ο άνθρωπος και η ζωή μπορούν ν’ αλλάξουν σε μια πόλη, τότε κάλλιστα μπορούν ν’ αλλάξουν παντού αλλού. Έτσι, το τέλος του κειμένου, σ’ ένα αλληγορικό επίπεδο, ενδύεται μια διττή σημασία: ο θάνατος του Συμεών εγκυμονεί μια ανανεωμένη ανθρωπότητα. Το αισιόδοξο μήνυμα του θανάτου του παλαιού και της γέννησης του νέου και η ουτοπική και οικουμενική διάσταση του έργου αποδεικνύουν ότι ο Βίος του Αγίου εγκαταβιοί βαθιά μέσα στην λαϊκή κουλτούρα και ότι ο Λεόντιος στόχευε ακριβώς σε ένα λαϊκό κοινό.

Σε όμορες γειτονικές επικράτειες το εκτενές δοκίμιο του Σταύρου Γιαγκαζόγλου, Σχόλιο στο Προς εκκλησιασμόν έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη καταθέτει μεταξύ άλλων μια βασική επισήμανση. Στην σχέση του με το Βυζάντιο ο Πεντζίκης δεν υπήρξε ούτε ρομαντικός νοσταλγός ούτε ιδεαλιστής του θρύλου της καθ’ ημάς Ανατολής. Δεν επιζήτησε να νεκραναστήσει ιδεολογικά το Βυζάντιο, κόβοντας τις γέφυρες με την Δϋση. Αντίθετα, ολόκληρο το έργο του συνιστά μια ιδιότυπη συνομιλία ενός ορθόδοξου με το  ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μέσα από την ακραία και ανατρεπτική αφήγησή του προβάλλει ένα άλλο Βυζάντιο πιο παράδοξο και μυστικό, πιο παράλογο και εκκεντρικό, πιο υλιστικό, πιο εκκλησιαστικό και εν πάση περιπτώσει καθόλου εξιδανικευμένο. Πρόκειται για μιαν υπαρξιακή προσέγγιση του βυζαντινού πολιτισμού με τα μάτια και την αισθαντικότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

[σελ. 459 – 692]

Στις εικόνες: Άρης Αλεξάνδρου (1975 και 1978), Andrés Sánchez Robayna, Συμεών δια Χριστόν Σαλός, έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

23
Ιαν.
18

Εντευκτήριο τεύχος 113 (Απρίλιος – Ιούνιος 2016, κυκλοφ. 30 Νοεμβρίου 2017)

Παρατηρήστε λοιπόν τι συμβαίνει αυτή τη νύχτα: ο άντρας φοράει τη μάσκα της γυναίκας και η γυναίκα του άντρα, το παιδί μεταμφιέζεται σε γέρο και ο γέρος σε παιδί. Τα φύλα, οι ηλικίες και οι κοινωνικές τάξεις, σαν από θαύμα, ανατρέπονται. Καθένας αλλάζει τον ρόλο του με το ρόλο του διπλανού του… Η ουσία του καρναβαλιού είναι η ανταλλαγή ρόλων. Κοιτάχτε εκείνους τους άντρες και εκείνες τις γυναίκες να τρέχουν δεξιά κι αριστερά στους δρόμους και να δίνουν οι μεν στους δε σημάδια αναγνώρισης με τα οποία συνήθως ξεχωρίζονται μεταξύ τους…

έγραφε ο Ντομινίκ Φερναντέζ στο βιβλίο του Πορπορίνο ή τα Μυστήρια της Νάπολης (εκδ. Εξάντας, 1990, μτφ. Λουκάς Θεοδακόπουλος), για να αιχμαλωτίσει μια από τις ελάχιστες συγκυρίες όπου αισθανόταν ελεύθερος να εκφραστεί. Ο συγγραφέας, που εδώ γνωρίσαμε κυρίως με το βιβλίο του Εγώ ο Πιέρ Πάολο στα χέρια του αγγέλου, καταθέτει Ολίγα περί του βίου του, ενός βίου που καθορίστηκε από την παιδική του ηλικία και την προτίμηση στα αγάλματα του Απόλλωνα αντί για εκείνα της Αφροδίτης, όταν ξεφύλλισε ένα μικρό άλμπουμ με φωτογραφίες ελληνικών αγαλμάτων. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να εκδηλώσει την προτίμησή του σε κανέναν κι έζησε σε μια καταπιεστική σιωπή. Έγινε όμως ένας σπουδαίος συγγραφέας, που έζησε σύμφωνα με τις επιθυμίες του, έγραψε Το ροζ αστέρι ως φωνή για τους στερημένους φωνής, υποστήριξε τον γάμο για όλους, «στο όνομα της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων» και τώρα είναι ευγνώμων για μια ζωή πλήρη φίλων και πνευματικών ασχολιών. Το σύντομο απρόσμενο κείμενο σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταειδή.

Κάπου στη μέση του τεύχους βρίσκουμε τον Λου Σιουν (Lu Xun), έναν από τους σημαντικούς Κινέζους συγγραφείς του 20ού αιώνα, με πλούσιο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο. Εδώ το ρεαλιστικό του διήγημα, σε μετάφραση και χρήσιμες υποσημειώσεις της Ράνιας Καταβούτα, περιγράφει τις περιπέτειες ενός νεαρού που εργάζεται ως «το παιδί με την κανάτα» στην ταβέρνα «Ευημερία» στην άκρη της πόλης. Από την μέσα πλευρά των συνόρων συμβαίνουν εξίσου ενδιαφέροντα πράγματα. Μπορούμε να βρεθούμε στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου όπου ένα παλιό μπακ του Μακεδονικού με την βασική θεωρία πως η καλή άμυνα κερδίζει στο τέλος στήνει τα περίπτερα υποκρύπτοντας την σωματική του αδυναμία και δέχεται το γαλαντόμο κέρασμα του Γιάννη Ρίτσου ενώ στο φόντο τιμώμενοι κλασικοί Ρώσοι συγγραφείς μοιάζουν να ζωντανεύουν ή όντως ζωντανεύουν. Ο Δημήτρης Μίγγας στις Βλαβερές συνήθειες επιχειρεί λογοτεχνικώς να αποδείξει ότι ο καπνός και το ποτό δεν βλάπτουν την υγεία από μόνα τους, ενώ ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης μας προσφέρει το πιο δυνατό κομμάτι του τεύχους, το μονόπρακτο του τέλους, που δεν είναι άλλο από την τελευταία πράξη της μάνας του.

Το πεζογραφικό τμήμα συμπληρώνεται με τους Μάνο Ελευθερίου, Στάθη Κοψαχείλη, Δήμητρα Κολλιάκου, Βασίλη Καράδαη, Λου Σιουν (μτφρ. Ράνιας Καταβούτα), Ιφιγένεια Σιαφάκα, Χρύσα Φάντη, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Φωτεινή Τέντη και πολλούς άλλους, ενώ διατίθεται άφθονη ποίηση, δοκίμια (όπως η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «Ανάσταση» για την έννοια της επιστροφής στα μυθιστορήματα του Αντώνη Σουρούνη» από την  Γαβριέλλα Αναστασίου), κριτικές βιβλίων, κλεφτές ματιές στο κομοδίνο του Γιώργου Κορδομενίδη και μια επιλογή και μετάφραση σπαραγμάτων σκέψεων και λόγων του Τζον Άσμπερυ από τον Γιάννη Θεοδοσίου. Στο ένθετο Camera Obscura παρουσιάζεται η φωτογραφική ενότητα του Πέτρου Ευσταθιάδη Αθέατα όρια / Αυτοσχέδιες κατασκευές. (Το κείμενο παρουσίασης υπογράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου). Το επόμενο τεύχος, αρ. 114, θα είναι αφιερωμένο στην Λούλα Αναγνωστάκη.

[σελ. 144]

Στις εικόνες: Dominique Fernandez, Lu Xun.

13
Νοέ.
17

Tobias Wolff – Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα

Η ζωή ως διαδοχή στιγμών

Όλα παίζουν ρόλο σ’ ένα διήγημα και γι’ αυτό πρέπει πραγματικά να είναι πρώτης τάξεως. Κάτι που δεν συμβαίνει στο μυθιστόρημα. Εκεί χρειάζεται να υπάρχουν παρεκβάσεις και μια χαλάρωση της προσοχής γιατί ο αναγνώστης δεν μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή ένταση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. / Λογικά θα έπρεπε να είναι η αντιπροσωπευτική λογοτεχνική μορφή του πολιτισμού. Νομίζω ότι ο λόγος που δεν διαβάζεται το διήγημα είναι ο ίδιος με τον λόγο που δεν διαβάζεται η ποίηση. Τα διηγήματα με τον τρόπο τους είναι πολύ απαιτητικά. Πρέπει να εισχωρήσεις μέσα τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερο κόσμο, αλλά οι περισσότεροι αναγνώστες απογοητεύονται γιατί τα διηγήματα δεν έχουν τη δομή του μυθιστορήματος. Δεν έχουν ξεκάθαρο τέλος· δεν σε πληροφορούν για τα πάντα· λειτουργούν περισσότερο με υπαινιγμούς…

… λέει ο Τομπάιας Γουλφ σε συνομιλία που αναδημοσιεύεται από μια ιστοσελίδα και η οποία περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Πλανόδιον, στο τεύχος 44 (Ιούνιος 2008). Χάρη σ’ εκείνο τον πλήρη φάκελο πρωτογνώρισα τον Αμερικανό συγγραφέα, τόσο μέσα από μια σειρά μεταφρασμένων διηγημάτων όσο και χάρη σε μια αναδημοσιευμένη από το διαδίκτυο συνέντευξη αλλά και στην κατατοπιστική εισαγωγή στο έργο του από τον Τάσο Αναστασίου, που είχε επιμεληθεί το αφιέρωμα και είναι ένας εκ των μεταφραστών εδώ.

Ο Wolff ανήκει στην ευρύτατη γενιά των σύγχρονων διηγηματογράφων που συνεχίζουν μια ρεαλιστική παράδοση διηγούμενοι ιστορίες με τον πιο απλό κι εύληπτο τρόπο. Με θεματολογία παρμένη από την καθημερινότητα, χαρακτήρες που δεν ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, ευθύγραμμη ροή του αφηγηματικού χρόνου, στοιχειώδη πλοκή, γλώσσα με στοιχεία προφορικότητας και εστίαση που πλησιάζει την εσωτερική, η πρόζα του έχει σαφώς διαλέξει πλευρά στον αντίποδα του μοντερνισμού, αν και το συνήθως ανοιχτό τέλος των ιστοριών του και η συχνή χρήση των υπαινιγμών διατηρεί μια επαφή με τον τελευταίο.

Ο συγγραφέας αποτελεί πλέον κομμάτι μιας παράδοσης από τον Hemingway μέχρι τους Αμερικανούς διηγηματογράφους της δεκαετίας του ’50 και του ’60 [John Cheever, Flannery O’ Connor, Grace Paley, Katherine Anne Porter, κ.ά.] που πρότειναν νέες παραλλαγές στην καθιερωμένη τεχνοτροπία και την κληροδότησαν στους συνεχιστές τους στην δεκαετία του ’70 και του ’80, ιδίως στην τριάδα των αποκαλούμενων βρώμικων ρεαλιστών Raymond Carver, Richard Ford και Tobias Wolff. Και μπορεί ο Γουλφ να έγραψε και μυθιστορήματα, αλλά τα διηγήματα μοιάζουν να αποτελούν τον φυσικό του χώρο.

Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία χαρακτηρίζουν και τα δέκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η γλώσσα του αφηγητή συχνά δεν ξεχωρίζει από την καθημερινή γλώσσα των χαρακτήρων και η ψυχολογική ανάλυση έχει περιοριστεί χωρίς πάντως να έχει εξαφανιστεί. Οι χαρακτήρες κινούνται σ’ ένα διαρκές δίπολο αλήθειας και ψεύδους – τόσο απέναντι στους άλλους όσο και στον ίδιο τους τον εαυτό. Η χαρά του πολεμιστή παρουσιάζει τους πολεμιστές του Βιετνάμ έξω από τα στερεότυπα. Ο συγκεκριμένος πόλεμος υπήρξε μια καθοριστική εμπειρία για τον ίδιο τον συγγραφέα. Νέοι και βετεράνοι είναι έτοιμοι να εκραγούν ανά πάσα στιγμή, εφευρίσκοντας, αν χρειαστεί, νέους εχθρούς. Στην άλλη άκρη του κόσμου, στα πολυτελή σπίτια των νεόπλουτων ο Λεβιάθαν παρουσιάζει δυο ζευγάρια που εθισμένα στην κοκαΐνη είναι εξίσου έτοιμα να εκραγούν και να κατασπαράξουν τις σάρκες τους.

Ένα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ αρκεί για να εκφράσει μια άλλη, ελαφρώς χιουμοριστική πλευρά της πρόζας του. Ο ανιαρός κόσμος των συνεδρίων, η ευτελής ανταγωνιστικότητα, ο ανέκφραστος ερωτισμός, όλα βρίσκονται εδώ. Ο καθηγητής αναγκάζεται να υποστεί τον ενθουσιασμό μιας γυναίκας για έναν ποιητή – το είδος των ποιητών που συναντάς σε χριστουγεννιάτικα άλμπουμ και που οι στίχοι τους συνοδεύουν αφίσες για πνευματιστικές αναζητήσεις. Η ματιά του Γουλφ δεν είναι ειρωνική αλλά επιεικής, γεμάτη κατανόηση. Άγρυπνος ο αφηγητής στο τελευταίο διήγημα της συλλογής παρατηρεί την σύντροφό του καθώς κοιμάται και διχάζεται ανάμεσα σε συναισθήματα τρυφερότητας και αποστροφής, έλξης και απώθησης. Μέχρι να αποκοιμηθεί, προφανώς μετά την τελευταία σελίδα, έχει πάρει δραστικές αποφάσεις που ανακαλεί με την ίδια ευκολία.

Στιγμιότυπα λοιπόν, για να θυμηθούμε έναν τίτλο του αγαπημένου μας Ρέϊμοντ Κάρβερ, η συγγένεια με τον οποίο είναι εμφανής· όμως ακριβώς η ανάδειξη επιλεγμένων φορτισμένων συνήθως στιγμών των χαρακτήρων του, τον βίο των οποίων καλούμαστε να φανταστούμε συμπληρώνοντας τα κενά, που ανάγεται ευθέως στον Τσέχωφ. Στην προαναφερθείσα συνομιλία ο Γουλφ εξηγεί την συγκίνησή του όταν διαβάζει τον Ρώσο συγγραφέα, όπου «η ανθρωπιά συνυπάρχει μ’ ένα είδος σκληρότητας». Ο Γουλφ αναφέρει ως παράδειγμα μια συγκεκριμένη ιστορία όπου ο συγγραφέας εστιάζει με φοβερή παραστατικότητα σ’ ένα τραγικό περιστατικό. Και ξαφνικά, ανοίγει το πλάνο του τόσο πολύ ώστε καταλαβαίνουμε πόσο ασήμαντο είναι το περιστατικό. Δεν σου ακυρώνει η συμπάθεια για τον ήρωα αλλά σου μεταδίδει την ιδέα του για το πεπερασμένο της ύπαρξής μας και των προβλημάτων μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη διάκριση του συγγραφέα. Καθώς όλοι τείνουμε να σκεφτόμαστε την ζωή μας σαν μια διαδοχή επεισοδίων και όχι σαν ένα μυθιστορηματικό όλον, ο Γουλφ διαπιστώνει πως η ζωή στον δικό του κόσμο, όντας τόσο αποσπασματική, δεν προσφέρεται για μυθιστορηματική εκμετάλλευση. Δεν πρόκειται για μια αδιάσπαστη αψίδα εμπειριών, μια κοινότητα με συνέχεια, όπως την παρουσιάζουν τα μυθιστορήματα· υπάρχουν μόνο στιγμές. Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα άκμασε στην Αγγλία, όπου υπήρχαν παντού κοινότητες με κατοίκους που βλέπονταν διαρκώς κι επηρέαζαν ο ένας τον άλλον. Το διήγημα από την άλλη πλευρά, είναι η κατεξοχήν αμερικάνικη φόρμα. Οι Αμερικανοί είναι ένας κατά βάση νομαδικός λαός, καθώς κατά ένα μεγάλο ποσοστό μετακινούνται μια φορά κάθε πέντε χρόνια. Στην αμερικανική κουλτούρα υπάρχει έντονη κοινωνική κινητικότητα και για τον λόγο αυτό έντονο συλλογικό άγχος. Οι περισσότεροι αλλάζουν κοινωνική θέση κατά την διάρκεια της ζωής τους. Νομίζω είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, που σαφώς προκαλεί και αντίλογο αλλά και διαθέτει πλήθος επαληθεύσεων.

Εκδ. Ίκαρος, μτφ. Γιάννης Παλαβός και Τάσος Αναστασίου, 2017, σελ. 188 [1981, 1985, 1996, 2008]

Το εικαστικό πορτρέτο είναι της Michelle L. Morby. Η τελευταία φωτογραφία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτυπώνει ένα στιγμιότυπο από την πρόζα του συγγραφέα.

26
Αυγ.
17

Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]

21
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 22 (Ιούνιος 2017). Αφιέρωμα στον Άρη Αλεξάνδρου και την Καίτη Δρόσου

Είναι φανερό ότι ήμουν από τότε αναρχικός χωρίς να τα ξέρω. Ήμουνα οπαδός των «συμβουλίων» ή της «αυτοδιαχείρισης» – όπως προτιμάς. Έριξα το σύνθημα των ναυτών της Κροστάνδης: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ και όχι στα κόμματα» […] Ο μόνος τρόπος να αποφύγεις τον μακιαβελισμό είναι να παραιτηθείς από την κατάκτηση της εξουσίας. Κάθε άλλη προσπάθεια ηθικοποίησης, κάθε άλλος «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο θα αποδειχτεί αργά ή γρήγορα ατελέσφορος, όπως αποδείχτηκε ο χριστιανισμός και ο δεσποτισμός του «φωτισμένου ηγεμόνα»…

έγραφε το 1976 ο Άρης Αλεξάνδρου σε επιστολή του προς τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που δημοσιεύεται ολόκληρη στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού. Πρόκειται για ένα βαρύνουσας σημασίας ντοκουμέντο που αποσιωπήθηκε ή υποβαθμίστηκε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς μια τέτοια ταύτιση δεν θα βόλευε καμία αριστερή ή δεξιά ένταξη, όπως τονίζει ο Κώστας Δεσποινιάδης σε ένα από τα κείμενά του, επισημαίνοντας ένα βασικό στοιχείο που δεν έχει καθόλου τονιστεί από τους κριτικούς και τους σχολιαστές του Αλεξάνδρου.

Πράγματι: η πορεία του βίου του Αλεξάνδρου από την κομμουνιστικη στράτευση της νεότητας, στην απογοήτευση, την ρήξη με το κόμμα αλλά και η επιθυμία της μη απόσυρσης και η συνεχής εναντίωση με τον φασισμό, η δέσμευση σε μια προσωπική στάση συνεπή προς την υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης και της καθολικής ελευθερίας, τον φέρνει δίπλα σε μια αναρχική στάση, που ειδικά στην περίπτωσή του συμπυκνώνει τα πλέον ουμανιστικά της χαρακτηριστικά. Πρόκειται, συνεχίζει ο Δεσποινιάδης, για μια αναρχική στάση σε μια Ελλάδα με πλήρη την απουσία αναρχικού κινήματος και αναρχικών ιδεών, μια στάση που ίσως ήταν και για εκείνον δύσκολο να συνειδητοποιήσει.

Το εν λόγω αφιέρωμα είναι απολύτως αντάξιο των τιμώμενων αλλά και της μέχρι τώρα πορείας του περιοδικού για μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα όπου έργο και άνθρωπος είναι Ένα. Στο πρόσωπό του Αλεξάνδρου συγκλίνουν η καλλιτεχνική και ηθική συνέπεια. Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα διέγραψε έναν φίλο του ως φραξιονιστή, ο Αλεξάνδρου αρνήθηκε να υπακούσει στην κομματική εντολή να πάψουν ακόμα και να του μιλάνε. Συνέχισε να του μιλάει κανονικά και αυτοδιαγράφηκε από κάθε συλλογική και οργανωμένη δράση, συνεχίζοντας να συμμετέχει στις αντιστασιακές πράξεις που θεωρούσε αναγκαίες. Οι ποιητικές του συλλογές, τυπωμένες ως αυτοεκδόσεις, πουλούσαν ελάχιστα αντίτυπα, αποσιωπημένες από την αριστερή κριτική, ενώ κανείς αριστερός εκδότης δεν τολμούσε να βγάλει τα βιβλία του αποσυνάγωγου. Όταν το 1972 η Ασφάλεια απαίτησε να αφαιρεθούν τρία ποιήματα από την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του εκείνος αρνήθηκε και το βιβλίο απαγορεύτηκε και αποσύρθηκε.

Ένεκα των ταραγμένων περιστάσεων του βίου του ο Αλεξάνδρου ήταν ένας συγγραφέας ολιγογράφος (ένα μυθιστόρημα, τρεις ποιητικές συλλογές, ένα ιστορικό βιβλίο για την Κροστάνδη, λίγα σκόρπια δοκίμια, δυο τρία σενάρια και θεατρικά). Η εξορία, η απομόνωση, η μοναξιά ήταν κυρίως συνθήκη επιβεβλημένη από τους γύρω του· το τίμημα που πληρώνει κανείς για να μείνει ακέραιος και συνεπής στον εαυτό του. Ελ Ντάμπα (Βόρεια Αφρική), Μούδρος, Μακρόνησος, Άγιος Ευστράτιος, φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας, Γυάρου. Ενώπιον των αντιπάλων του αλλά και των δικαστών δήλωνε κομμουνιστής ενώ στους κομμουνιστές δήλωνε ότι δεν ανήκει πουθενά. Οι συνεξόριστοί του αρνούνταν ακόμα και καλημέρα να του πουν, ευθυγραμμιζόμενοι με την γραμμή του Κόμματος. Έτσι βίωνε διπλή εξορία μέσα στην εξορία· ή, όπως το διατύπωνε ο ίδιος, ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα.

Η διαρκώς «φιμωμένη» αυτή φωνή βρήκε διέξοδο στο μοναδικό μυθιστόρημά του, Το Κιβώτιο, για το οποίο πλέον σήμερα έχουν γραφεί αμέτρητες σελίδες. Βέβαια και πάλι το σπάνιο αυτό βιβλίο διαβάστηκε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, όπως κάθε σημαντικό λογοτεχνικό έργο, αλλά και πάλι αποσιωπήθηκε η ερμηνεία της πολιτικής μεταφοράς – αλληγορίας. Ο Δεσποινιάδης προτείνει εδώ τρεις βασικούς άξονες που τεκμηριώνουν την σχετική ερμηνεία. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ίδιος ο Αλεξάνδρου, σε επιστολή στον Γιάννη Ρίτσο, που πάντα τον στήριζε, αδιαφορώντας εκτός των άλλων για τις κομματικές εντολές, περιέγραψε το Κιβώτιο ως μαρτυρία μιας νοοτροπίας που παρατηρήθηκε σε διάφορες εποχές.

Πράγματι, τονίζει ο Δεσποινιάδης, ο σχετικός συμβολισμός αρθρώνεται γύρω από ένα συγκρουσιακό δίπολο. Από την μια η στράτευση στο Κόμμα εμφανίζεται ως μέσον για την υπόθεση της πραγμάτωσης της πανανθρώπινης χειραφέτησης, και συνακόλουθα μετατρέπεται ως αυτοσκοπός των φορέων του. Η ιδεολογία μετατρέπει τα σε ψευδή συνείδηση, η ηγεσία σε αλάνθαστο πόλο, οι στρατευμένοι σε άβουλα φερέφωνα της κομματικής γραμμής. Στο άλλο άκρο υπάρχει η επιλογή της προσωπικής συνέπειας σ’ ένα επαναστατικό όραμα χωρίς παραχωρήσεις στους παραλογισμούς της ηγεσίας, δίχως αναγνώριση κανενός αλάθητου. Κι έτσι ο Κιβώτιο, μπορεί να ήταν άδειο, αλλά η «επιχείρηση Κιβώτιο» δεν είναι το νόημα του αγώνα για ανθρώπινη χειραφέτηση αλλά η αναίρεση αυτού του νοήματος από την ηγεσία, που το άδειασε από το περιεχόμενό του.

Η Καίτη Δρόσου δεν ήταν απλώς «η σύντροφος του Αλεξάνδρου» αλλά και μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα που υπήρξε εξίσου συνεπής στην ηθική της στάση. Ο Δεσποινιάδης, που είχε την τύχη να την γνωρίσει προσωπικά, μας παρουσιάζει την φυσιογνωμία του ποιητικού της έργου (που θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Πανοπτικόν), ενώ δημοσιεύονται ένα ποίημα, δυο επιστολές (στην Αίγλη Μπρούσκου και στον ίδιο) και μια συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα τα κείμενα των Ζ. Δ. Αϊναλή Ένα κιβώτιο μέσα σ’ ένα κιβώτιο, Γρηγόρη Αμπατζόγλου Η γιορτή στις Άλπεις και Αισιοδοξία για το τίποτα, Κατερίνας Καμπάνη  Άρης Αλεξάνδρου – Καίτη Δρόσου και φυσικά η πλήρης βιβλιογραφία των δυο συγγραφέων.

Άλλα δυο κείμενα εκτός αφιερώματος ολοκληρώνουν το τεύχος: Ο Φώτης Τερζάκης συνεχίζει πάνω στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση που εγείρει το ερώτημα «υπάρχει μια αναρχική θεωρία του κράτους;» και ο Θανάσης Αλεξίου διερευνά το τρίπτυχο «Οικογένεια, σεξουαλικές πρακτικές και κοινωνικό υποκείμενο».

Σε έναν κόσμο φανατικού διπολισμού μια στάση σαν αυτή του Αλεξάνδρου ήταν αδιανόητη, επί της ουσίας σχεδόν αυτοκτονική, πόσο μάλλον όταν δεν επρόκειτο για στάση ουδέτερη αλλά επιθετικά ενάντια και στους δύο πόλους· επιθετικά βέβαια ως προς την ουσία και όχι ως προς το ύφος, καθώς ήταν πάντα πράος. Άνθρωποι σαν τον Αλεξάνδρου δεν θα είχαν χώρο να υπάρξουν. Σήμερα όμως, είμαι βέβαιος, όχι απλά βρίσκεται εδώ αλλά φωτίζει και εμπνέει ακριβώς στην πιο κρίσιμη στιγμή.

                                                [σελ. 144]

Στην τρίτη εικόνα, η τελευταία φωτογραφία του Άρη Αλεξάνδρου, μια βδομάδα πριν από τον θάνατο του, τέλη Ιουνίου 1978. Στην τελευταία εικόνα η Καίτη Δρόσου με τον Γιάννη Ρίτσο, έναν από τους ελάχιστους υποστηρικτές του Αλεξάνδρου. Ανάμεσα στις εικόνες των συγγραφέων, το βιβλίο που διάβαζε ο σοφός παππούς της οικογένειάς μου στην Αιδηψό το 1976. Μέσα στις σελίδες, κιτρινισμένο από τον χρόνο, το απόκομμα της κριτικής από Τα Νέα (από τον Κώστα Σταματίου).

Παρουσίαση του βιβλίου του Άρη Αλεξάνδρου Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975 εδώ.

Στην μεθεπόμενη ανάρτηση, η επανέκδοση παλαιότερου τεύχους του περιοδικού με αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και το περιοδικό Σημειώσεις.

11
Αυγ.
17

(δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Τα (δε)κατα συμπληρώνουν πενήντα τεύχη, το καθένα από τα οποία βλάσταινε πιστά σε κάθε εποχή του χρόνου κατά την παλιά τετραμερή διάκριση: χειμερινή, εαρινή, θερινή και φθινοπωρινή. Δεν πρόκειται όμως για εορταστικό τεύχος εφόσον κάθε φορά οι σελίδες τους μοιάζουν με μια γιορτή της λογοτεχνίας, γεμάτη από κεράσματα και προσφορές όλων των ειδών του λόγου από ξένους και Έλληνες συγγραφείς, γνωστούς αλλά και άγνωστους, εφόσον το περιοδικό αποτελεί και φυτώριο νέων λογοτεχνικών φωνών.

Η είσοδος καλύπτεται με Πλέξιγκλας, όπως τιτλοφορείται ένα μόλις περσινό διήγημα του Don DeLillo. Εγκλωβισμένοι σ’ ένα ταξί στην μποτιλιαρισμένη Νέα Υόρκη, ένας άντρας και μια γυναίκα πολεοδομούν τον νέο τους έρωτα ανάμεσα στην αυτοκρατορία του χρήματος και στον εκκωφαντικό θόρυβο, ενώ το υιοθετημένο της αγόρι από την Ουκρανία επινοεί μια γλώσσα συνεννόησης με τον Αφρικανό ταξιτζή που αποκαλύπτει την ιδιότητα ενός τρομοκράτη. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά ένα φόντο στη νέα τους ζωή, στην υιοθεσία ως «ένα στοίχημα υπό μορφή σάρκας και οστών» και στα «ασήμαντα πράγματα που τους ορίζουν»· και αντιλαμβάνονται ότι ακριβώς αυτές οι στιγμές είναι ο σπόρος της κοινής τους συναίσθησης, καθώς «το σχήμα του έρωτά τους θα διατηρεί τη σφραγίδα των πρώτων ημερών και νυχτών».

«Όποιος λέει όλη την αλήθεια, ψεύδεται ελάχιστα» γράφει στην δική του πινακίδα ο κλασικός Βραζιλιάνος João Guimarães Rosa, σ’ ένα σύγχρονο γουέστερν αγροτικής δικαιοσύνης, με ήρωα έναν άνθρωπο που έχει χρόνια να κοιμηθεί. Η Zadie Smith σχεδιάζει ιδιαίτερους γυναικείους χαρακτήρες καθώς προσπαθούν να ζήσουν σε κλειστούς χώρους που ορίζονται από μεσίτες ή από τυχαίους επισκέπτες που κατέβηκαν σε λάθος όροφο. Η ιστορία του Σωτήρη Δημητρίου δικαιώνει τον τίτλο της («Η σύμπνοια της διχόνοιας»), καθώς ένα ζεύγος ενός υδραυλικού με μια λυρική τραγουδίστρια λογομαχεί με αντίθετες απόψεις τις παραμονές του δημοψηφίσματος μέχρις εσχάτων, δηλαδή μέχρι ενός απρόσμενου επιλόγου, ενώ μια από τις πέντε πικρές «μικρές ιστορίες» της Μαργαρίτας Μανώλη αναρωτιέται πάνω σε μια πιθανή χρόνια παρεξήγηση: Έρως ανίκατε μάχαν ή Έρως ηττημένε;

Ποτέ δεν λείπει και ο φάκελος με την ταξιδιωτική πρόζα· σύμφωνα, άλλωστε με τον Κλαούντιο Μάγκρις «ένα ταξίδι είναι πάντα και μια αποστολή διάσωσης, η συλλογή στοιχείων για κάτι που βρίσκεται σε πορεία εξάλειψης και σε λίγο θα χαθεί» όπως τον αποδελτιώνει, μαζί με άλλα αποκόμματα ο Γιώργος Βέης στο γνώριμο στοχαστικό του ημερολόγιο. Στον Πειραιά βρίσκεται η Αντιόπη Αθανασιάδου αλλά δεν σαλπάρει παρά στέκει στον ναό του Αγίου Διονυσίου συντάσσοντας εκ πείρας μια τυπολογία επαιτών, ενώ απέναντι, από την Αίγινα ως το Μόναχο η Δανάη Μπασαντή αναζητά μια «άφαντη θεά». Ο Γιάννης Τζώρτζης φτάνει μέχρι «την πόλη των νεκρών ποιητών», την ρουμανική πρώην αυστροουγγρική Μπουκοβίνα και ο Διαμαντής Μπασαντής ακούει βυζαντινούς ύμνους από μια παράξενη εκκλησία καταμεσίς της διαδρομής 66 από Αριζόνα για Νεβάδα. Συμμετέχουν ακόμα ως καταγράφοντες επιβάτες οι Maé Ait Bayahya, Mark Greif κι ένας σαλός περιπλανώμενος των βυζαντινών ναών.

Πολλοί άλλοι συγγραφείς καταθέτουν την πρόζα τους (Cecilia Davidsson, Raul Manrique, Κώστα Αλεξόπουλος, Κατερίνα Παπαντωνίου, Λίλη Μιχαηλίδη, Θανάσης Γ. Μίχος, Ευδοκία Σταυρίδου κ.ά.), οι ποιητές είναι πάντα παρόντες ((Νάνος Βαλαωρίτης, Νίνα Ναχμία, Alex Silberman, Rafael Cadenas κ.ά.), οι  μαγνητοταινίες περιλαμβάνουν συνομιλία του Δημήτρη Νόλλα με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, η μαρτυρία της Κατερίνας Μυστακίδου αφορά τον σημαντικό ποιητή Robert Lowell και την σχέση του με την συγγραφέα και μια από τους ιδρυτές του New York Review of Books Elizabeth Hardwich, οι σελίδες για το βιβλίο μαρτυρούν ευλαβικές αναγνώσεις των υπό κρίση έργων που πρώτα διαβάζονται και μετά αξιολογούνται, η σχολιογραφία και οι στήλες των ύστερων σελίδων καταμαρτυρούν τα αξιόγραφα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Πολύτιμο μαργαριτάρι του τεύχους αποτελεί ένα παλαιό διήγημα του Γερμανού, απαγορευμένου από τους Ναζί Kurt Tucholsky, Αναμνήσεις από το σπίτι του κρεμασμένου, που καταγράφει ο αφηγητής καθώς παραμένει δίπλα σ’ έναν αυτόχειρα, έχοντας ο ίδιος δικαιολογήσει την επιθυμία του με την φράση «Κρεμασμένους έχουμε όλοι». «Η χρήση των λέξεων δεν αποδίδει αμέσως την έννοιά τους. Χρειάζεται να μεσολαβήσει χρόνος, απροσδιόριστης διάρκειας κατά περίπτωση, ώσπου να πει κανείς στον εαυτό του τι εννοούσε τότε. Μπορεί αυτή η εξήγηση να μην είναι ακριβής, παραμένει όμως σε ισχύ, επειδή ο χρόνος της χρήσης έχει απομακρυνθεί, δεν είναι ορατός, έχει αφήσει όμως πίσω του σκιά. Η έννοια λοιπόν είναι η σκιά των απομακρυσμένων λέξεων. Η σκιά των λέξεων σχηματίζει τον βίο». [Η μετάφραση του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή έγινε από την σλοβακική έκδοση των διηγημάτων Προσωπικό Ημερολόγιο (Ζápisník, 1931)]

Και στα εκατό!

[192 σελ.]

Στις εικόνες: Don DeLillo, João Guimarães Rosa, Zadie Smith, Kurt Tucholsky.

04
Ιον.
17

Εντευκτήριο 111 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2015, κυκλοφ. 15 Απριλίου 2017)

Μια εκ των συγκινήσεων που πάντα προσφέρουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, εκτός από τα αυτονόητα θαυμάσια κείμενα που πάντα κρύβουν εντός, σε αναλογία που αναπόφευκτα ποικίλει, είναι και ο ίδιος ο αιφνιδιασμός που συχνά προκαλούν στον αναγνώστη που κάπως επαναπαύεται αναμένοντας μια καθιερωμένη σειρά πραγμάτων. Έτσι κι εδώ, ο πρώτος αιφνιδιασμός προκαλείται από την ποιητική παραγωγή του Ρέιμοντ Κάρβερ, η οποία μας είναι άγνωστη ακριβώς επειδή έχει επισκιαστεί από την έξοχη πεζογραφική του πρόζα (βλ. ενδεικτικά εδώ).

Θα έπρεπε όμως να το έχουμε υποψιαστεί, επειδή, αφενός η δύσκολη ζωή του ήταν εκείνη που τον έκανε να προτιμά την μικρή φόρμα, αφετέρου επειδή σε όλα του τα διηγήματα διέθεταν πάντα φλέβα ποιητική, έστω και συγκαλυμμένη. Έτσι ο συγγραφέας έγραψε πράγματι δυο ποιητικές συλλογές (1968 και 1970) προτού εκδοθεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, ενώ η τελευταία συγκεντρωτική του συλλογή (1989) περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν πριν από τον θάνατό του και αντλούν έμπνευση από την διάγνωση του καρκίνου των πνευμόνων. Και όπως γράφει η Μαρία Μουσαφίρη, που αναλαμβάνει την παρουσίαση και την μετάφρασή τους πρόκειται για ποίηση απογυμνωμένη, στεγνή, σκέτη αλλά και τραυματικά έντονη.

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται με μια άγνωστη τέχνη του Ted Hughes: τα ποιήματα για παιδιά [Εισαγωγή – μετάφραση: Θοδωρής Ρακόπουλος]. Τα ζώα είναι και εδώ πρωταγωνιστές, όπως άλλωστε και στην ευρύτερη ποίηση του Χιουζ, με μια δυνατή εικονοποιία αλλά και χιούμορ. Το ξέρω! γράφει στο «Μύδι», Είμαι χάλι μεγάλο, / αλλά είμ’ ολόκληρο καρδιά. / Καρδιά που δεν τα καταφέρνει πια / να μαλακώσει άλλο. Η ξένη λογοτεχνία συμπληρώνεται με την Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι του Πιερ Πάολο Παζολίνι  και τα Μαθήματα του εξαιρετικά ενδιαφέροντος πεζογράφου Τζάστιν Τόρρες.

Ο Θανάσης Νιάρχος συνεχίζει της Ημερολογιακές του Καταγραφές· σημειώνω μια ιδιαίτερη περιφορά επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή του 2001 και μια ομολογία του το βράδυ της ίδιας μέρας στο ξενοδοχείο: οι ιστορίες που λέω για τις δασκάλες μου στο δημοτικό σχολείο – όλες πραγματικές αν και λίγο τραβηγμένες – με ηρεμούν αφάνταστα. Δυο μέρες μετά εκφράζει την δυσκολία του να υποταχθεί στις ελάχιστες λέξεις που απαιτούν οι εφημερίδες για τις παρουσιάσεις και κριτικές των βιβλίων. Ένας άλλος εξαίρετος εξομολόγος των εσωτερικών φωνών, ο Τάκης Σπετσιώτης, καταθέτει στα Ατμόσφαιρα νέα την αισθαντική του ματιά στην πόλη και αλλού, όπου ως και οι παλαιές, οι κουρασμένες γυναίκες πηγαινοέρχονται.  

Η Μαρία Στασινοπούλου στην Χαμηλή της βλάστηση καταθέτει ως μικρές φόρμες σκέψεις και ιδέες για μεγαλύτερα κείμενα και ο Φίλιππος Δρακονταειδής  εμμένει στις βλαβερές συνέπειες της αναμονής απευθυνόμενος σε κάποιον Σάμιουελ. Δημοσιεύονται ακόμα μια Επιστολή του Κώστα Ταχτσή στον Νάνο Βαλαωρίτη και διηγήματα από τους Κωνσταντία Σωτηρίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιάννη Τσίρμπα, Στράτο Φουντούλη, Στέλλα Παρασχά κ.ά. Ο Φάκελος είναι αφιερωμένος σε μια προδρομική έκδοση της Διαγωνίου [1952] με θησαυρισμένα κείμενα των νέων τότε λογοτεχνών Νίκου Μπακόλα, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Κίμωνα Oικονόμου και Ιωάννη Σιβεριώτη. Το εισαγωγικό κείμενο υπογράφει ο Κ. Ν. Πλαστήρας.

Στην Camera Obscura, τέλος, κι ενώ δεν λείπουν οι χορταστικές κριτικές, το πάντα χρήσιμο ευρετήριο, η θεατρική στήλη και τα υπόλοιπα γνωστά καλά, εκθέτει ο Σπύρος Ζερβουδάκης  φωτογραφίες για μια Αλλόκοτη μεταμόρφωση (κείμενο: Ηρακλής Παπαϊωάννου). Γνωρίζω καλά την φωτογραφία του Ζερβουδάκη και σιωπώ γιατί δεν θα είμαι αντικειμενικός, καθώς υπήρξαμε συνένοικοι στη θρυλική μονοκατοικία της οδού Αχιλλέως στην Κάτω Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης.

[σ. 144]

Στις εικόνες: Ο Raymond Carver τότε που γινόταν ποιητής και ο Ted Hughes σε πορτραίτο από την Sylvia Plath [1956]

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

13
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 49 (άνοιξη 2017)

Λογοτεχνικές περιθάλψεις. Γράφουν 35 ιατροί και φαρμακοποιοί, ψυχής τε και λόγου θεράποντες

Πιστά στα πρωτότυπα αφιερώματα, τα τρέχοντα (δε)κατα προσκαλούν γιατρούς και φαρμακοποιούς, κοινώς τους θεράποντες των ψυχών και των σωμάτων μας, για να θερμομετρήσουν με την σειρά τους την συγγραφική τους πένα. Η δομή του αφιερώματος ακολουθεί μια αντίστοιχη «επιστημονική» φαρμακολογική διάκριση. Οι συνεντεύξεις αναλαμβάνουν τον ρόλο των «εμβολίων». Ο καθηγητής Ιατρικής Φυσικής Τζων Καλέφ – Εζρά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της Γερμανίας [1933 – 1945] όπου η διαφύλαξη της υγείας του «έθνους» τέθηκε υπεράνω της υγείας του ασθενούς. Με την Ευγονική και τον Κοινωνικό Δαρβινισμό υποστηρίχτηκε το δόγμα ότι ο ρατσισμός (ή φυλετισμός) είναι μια ιδεολογία που έχει στιβαρό επιστημονικό της υπόβαθρο στην σύγχρονη Βιολογία. Διάσημοι γιατροί προωθούσαν την αναπαραγωγή αυτών που είχαν επιθυμητά χαρακτηριστικά φυλής και υγείας (Θετική Ευγονική) και την στείρωση των ανεπιθύμητων ή όσων είχαν σωματικά ή ψυχικά νοσήματα κλπ. (Αρνητική Ευγονική).

Οι εξολοθρευτικές φυλετικές πολιτικές είχαν ήδη δοκιμαστεί έγινε στις ιμπεριαλιστικές αποικίες (Ναμίμπια, Πολυνησία, Ωκεανία κ.λπ.). Οι βιομηχανίες θανάτου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενίσχυσαν ακριβώς την αρνητική ευγονική με τις γνωστές συνέπειες αλλά οι περισσότεροι δολοφόνοι καθηγητές ουδέποτε κατηγορήθηκαν ή, αν κατηγορήθηκαν, αθωώθηκαν και συνέχισαν την ακαδημαϊκή τους πορεία. Σε άλλη συνομιλία ο μουσικοσυνθέτης γιατρός  Αθανάσιος Σίμογλου είναι βέβαιος ότι η μουσική διαθέτει θεραπευτική ιδιότητα, αγχολυτική, αντικαταθλιπτική, αντινευρωτική· πολύ περισσότερο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόληψη για να μη γεννηθούν παθολογικές καταστάσεις που αφορούν στην ψυχολογία αλλά και την  κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.

Η πεζογραφία λειτουργεί ως «αντιβίωση»: εδώ ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου βάζει «Στον καναπέ του κτηνίατρου» τον ιδιοκτήτη ενός ζώου να αποζητά ο ίδιος έναν γιατρό της ψυχής και «Η  προσφυγοπούλα» της Μαριέττας Πεπελάση είναι πια μια γυναίκα που συνεχίζει να «ζει» στην γενέτειρά της, σε μια ασθένεια χωρίς όνομα, ενώ ανθολογείται και το «Πενηντάρι» που έλαβε ως αμοιβή ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος για να πιστοποιήσει έναν θάνατο, εισπράττοντας όμως το περιφρονητικό βλέμμα του σκύλου του αποθανόντος. Πεζογραφούν ακόμη οι Φωτεινή Τσαλίκογλου, Γιώργος Γώτης, Πάνος Ι. Μαυρομμάτης, Άγγελος Δ. Κανιούρας, Γεράσιμος Ρηγάτος, Χρήστος Ναούμ κ.ά.

Στα δοκίμια, που χρίζονται «αντικαταθλιπτικά», μεταξύ άλλων, δυο ποιητές – ψυχίατροι καταθέτουν την εμπειρία της συνύπαρξης των δυο ιδιοτήτων. Ο Γιάννης Ζέρβας γράφοντας για την ποίησή (του) ως ψυχοπάθειά (του), αναρωτιέται μήπως οι πυθμένες των δυο επιλογών συγκοινωνούν· μήπως δεν είναι δυο ξέχωρες ταυτότητες αλλά δυο ανεξάρτητα εξελιγμένες όψεις ενός βαθύτερου διχασμού και μια προσπάθεια να επιβιώσει κανείς με την ανάπτυξη μιας ψευδο – διπλής προσωπικότητας. Ο Μανόλης Πρατικάκης, εντοπίζει στον Λόγο το κοινό πρωταρχικό εργαλείο της ποίησης και της ψυχιατρικής. Αμφότερες επιχειρούν να εξορύξουν τον ορυκτό πλούτο της συνείδησης, των συναισθημάτων, των φόβων, των ενστίκτων, της μηδαμινότητας. Εκεί πουδιαφέρουν είναι ο τρόπος που διαχειρίζονται το κρυμμένο υλικό. Η ψυχιατρική ανεβάζει ρίχνει το φως της σε όλα όσα κρύβονται «στο μηχανουργείο του ερέβους». Η ποίηση, αντίθετα, δεν περιγράφει τον κόσμο, αλλά αποτελεί η ίδια κόσμο, ένα αυτούσιο αισθητικό σύμπαν, παράπλευρο και σε διαρκή διαλεκτική σχέση με το υπαρκτό.

Πράγματι, τα ποιήματα είναι «καταπραϋντικά» όπως αποκαλείται και η σχετική ενότητα που συμπληρώνει την τέταρτη ιαματική πλευρά του τεύχους. Ο Κωνσταντίνος Μπούρας, που επιμελήθηκε τις συνομιλίες (με τους Δημήτρη Κρεμαστινό, Στυλιανό Καρέντζο, Χρήστο Ναούμ κ.ά.), παρουσιάζει και είκοσι ένα σχετικά βιβλία, ενώ ο δεκατοδείκτης ταξινομεί, όπως πάντα, κωμικοτραγικά στατιστικά δεδομένα που αφορούν όλους μας, ασθενείς και οδοιπόρους.

[192 σελ.]

Πρώτη δημοσίευση: Τα Νέα, Βιβλιοδρόμιο, Σάββατο 13 Μαΐου 2017 (Το κείμενο στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας εδώ).

08
Μάι.
17

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων

Είναι αδύνατο να βρω τίτλο

Μα μπορεί μια συναρμογή ετερόκλητων ειδών όχι απλώς να λογοτεχνήσει τον βίο και την πολιτεία ενός συγγραφέα, πολύπλευρου εικαστικού δημιουργού και αναγνώστη σαν πλήρης αυτοβιογραφική μυθιστορία αλλά και να διαθέτει όλα τα στοιχεία που κάνουν ελκυστικό ένα μυθιστόρημα: γλώσσα πλουτογραφημένη, στοχασμό κάθετο, ματιά λοξή (σωστό εξτρέμ), χιούμορ αλλά και τέτοια αίσθηση πλοκής ώστε να σπεύδεις να διαβάσεις τι συμβαίνει αλλά και πώς γράφεται το «παρακάτω»; Φαίνεται πως μπορεί, αν πηγάζει από έναν σεσημασμένο ύποπτο που, όπως γράφει στο «Σημείο Φυγής», η λογοτεχνία διαμορφώνεται από μια λανθάνουσα όψη της Ιστορίας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το (συχνά ανατρέψιμο) «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του μέλλοντος.

Αλήθεια, όλων των ειδών τα κείμενα (διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορηματικά αποσπάσματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, προφορικές εξομολογήσεις, σημειώματα, κριτικές, εισαγωγές, ποιήματα, εκτενή μεταφράσματα, συνομιλίες, αναμνήσεις, μνήματα λόγου, σπαρταριστές ιστορίες, ορισμοί και αφορισμοί) εδώ τοιχογραφούν ενιαίο μυθοπλαστικό λόγο που πλάθεται σελίδα την σελίδα. Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, δεν υπάρχει ένα έστω απροκάλυπτο αυτοβιογράφημα εδώ; Φυσικά και υπάρχει και μάλιστα εκφωνήθηκε στο τελευταίο μέρος που θα περίμενε κανείς. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στο «Παράδειγμα προς αποφυγήν»: Δεν μου το είπαν ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά υποπτεύομαι ότι με προσκάλεσαν να μιλήσω στους φοιτητές της Φιλοσοφικής μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν,  προτού προχωρήσει εξομολογούμενος πώς αποφάσισε να γίνει τεχνολόγος της γλώσσας, τι δουλειά είχε σε μια εγκυκλοπαίδεια, πόσα βιβλία απέρριψε ως αναγνώστης εκδοτικού οίκου (άρα έγιναν μπεστ σέλλερ), πώς άρχισε να φτιάχνει εξώφυλλα για κακοφωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες σημειώσεις, πώς διακονεί λόγο και εικόνα.

Όταν φτάνει στην φιλολογική ιδίως δια της μετάφρασης διαστροφή των μετασχηματισμών παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να μάθει την γλώσσα των ξένων, απλώς να την καταλάβει. Για να μεταφράσεις λογοτεχνία σημασία έχει πόσο εμβαθύνεις στην δική σου γλώσσα. Το μεταφραστικό πέρασμα από τους αρχαίους στους νεότερους κλασικούς (Ροΐδη, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη) αποτέλεσε καίριο υπόβαθρο για την δική του λογοτεχνία, καθώς εκείνο που αποκόμισε είναι ότι «το κύριο μετάλλευμα αποτελεί η γλώσσα». Όσο για τις σπουδές, δεν έχει σημασία τι ακριβώς σπούδασες, εφόσον ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιους που όλο και κάτι έχουν σπουδάσει. Νόημα έχει να ανακαλύπτεις πηγές φωτός στην πληκτική καθημερινότητα, πηγές νερού στην έρημο του πλήθους.

Το παραπάνω κείμενο ευφυώς συμπληρώνεται με [τις] Υπεκφυγές, όπου μεταξύ άλλων αποκαλύπτει και τα περί εικονογραφίας που ασκεί ως αυτοδίδακτος, καθώς τον ενδιαφέρει εξίσου ένα σύμπαν όπου ο λόγος έχει δευτερεύουσα σημασία και προηγείται η αυτοδυναμία της εικόνες, που εκφράζει περισσότερα νοήματα χωρίς γλωσσικό ιδίωμα. Όσο για το ερώτημα ποιο θεωρεί το σημαντικότερο έργο του, το περίμενα πως θα απαντούσε ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο…Όμως εδώ απολαμβάνει κανείς ερεθιστικότατες απαντήσεις ιδίως σε ερωτήματα πάνω στην διαφορά ενός μετρίου από έναν μεγάλο συγγραφέα, πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι σήμερα ένας συγγραφέας αν ο προβληματισμός και η στοχαστικότητα χαρακτηρίζουν ένα έργο σοβαρό ή μεγάλο και ποιες οι δοσολογίες πλοκής, γλώσσας και άλλων κριτηρίων.

Τι θα πει Τραμ· να το βγάζατε Ταΰγετο!

είπε κάποιος – Μοραΐτης προφανώς – καλοπροαίρετος ενωμοτάρχης στους διαδρόμους των δικαστηρίων όταν δικάζονταν από την Εκκλησία της χούντας τα πέντε τεύχη της πρώτης διαδρομής του Τραμ [1971 – 1972], για το τολμηρό λεξιλόγιο και περιεχόμενο των κειμένων τους. Το περιοδικό διώχθηκε ως φορέας ανηθικότητας σε μια εποχή που ανθούσε βέβαια η τσόντα στις συνοικιακές αίθουσες και στα περίπτερα, αλλά υπήρχε η ηθική του μαρκαδόρου, που μαύριζε τα επίμαχα σημεία στα σχετικά εξώφυλλα. Κι έτσι ο συγγραφέας πέρασε την πύλη των Δικαστικών Φυλακών της οδού Κασσάνδρου, στο πιο άχαρο επεισόδιο της μετεφηβικής του ζωής.

Η ναυμαχία της Ναυαρίνου, ήτοι της γνωστής θεσσαλονίκειας πλατείας με τα υπαίθρια  καφενεία, αφορά βέβαια την εποχή της «δεύτερης διαδρομής» του περιοδικού Τραμ, το οποίο εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο ετοιμόρροπο κτίσμα και εστίασε, μεταξύ τόσων άλλων, στην σχέση φωτογραφίας και λογοτεχνίας, θέμα προσφιλέστατο στον συγγραφέα, που παρασύρεται σε σχετικό σύντομο διάγραμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, μια άλλη συντροφία αποτελούμενη από έτερους νευρομάντεις της γραφής (Μίμη Σουλιώτη, Γιώργο Σκαπαρδώνη, Πάνο Θεοδωρίδη, Γιώργο Χουλιάρα κ.ά.) θαυματουργεί τις έξοχες περιοδικές, βιβλιακές, επετειακές και πάσης άλλης φύσεως εκδόσεις της «Θεσσαλονίκης του ’97», εξ ου και οι σχετικές εντυπώσεις από το μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μέσα στα κείμενα είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Όταν ας πούμε ξεκινάει με μια πυκνή συντομογραφία για τον Μυστρά, αναπόφευκτα θα καταλήξει στον Πλήθωνα, κι από εκεί σε μια θρησκεία του ορθού λόγου και κατόπιν σε κάποιο ιεροδιδασκαλείο της Αδριανούπολης, σε ένα λαϊκό κίνημα ανεξιθρησκείας και κοινωνικής ισότητας και στην απογοητευτική Ιστορία που χωρίζει τους ανθρώπους σε χάσματα συνεπώς Το Σχίσμα φαίνεται ότι διαιωνίζει ένα ανατομικό γεγονός θηλυκού γένους που αν ανάγεται στην εποχή της Εύας (αν εννοείται τι εννοώ). Το περίφημο Αμέρικαν Συντρίμ αφηγείται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία ελληνικού συνδικαλισμού στην χώρα «των καλύτερων πραγμάτων και των χειρότερων ιδεών», Ο Δαρείος είναι ένα έξοχο διήγημα σύγχρονης ελληνοπερσικής πραγματικότητας, η Ιδιωτική οδός συνδέει σ’ ένα νήμα μια προσωπική του πρωτοβουλία, την ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια ποιητική συλλογή με εικόνες και τον Οδυσσέα Ελύτη αυτοπροσώπως. Κατά τα άλλα, στα Χαρτογραφικά γίνεται εκ νέου συνέταιρος χαρτογράφος, μας προειδοποιεί Ιδού ο Γομφίος, έρχεται, μας γνωρίζει τους Κρητικούς του καθαρού λόγου, τοποθετεί τον Μιρό στο Μιρογνωμόνιο, συντάσσει σύντομα Πρακτικά στιχάρπαστου βίου.

Και τι μουσική παίζουν τα τρανζίστορ και τα στερεοφωνικά ενός τέτοιου κειμενογράφου; Ο Καλοκύρης αγανακτεί στο ερώτημα ως πότε θα μας απασχολεί η τύχη ενός καραβιού από την Περσία ή μια φασαρία στα Λεμονάδικα ή γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή αποτελεί μεγαλούργημα ποιητικού λόγου, ενώ αντίθετα τα τρία πρώτα μέτρα του Ruby Tuesday ή το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα έργο 61 του Μπετόβεν και σε κάθε περίπτωση προτίμησε να συμμετέχει σε αυτοσχέδιες ροκ μπάντες, αναπνέοντας ήχους ηλεκτρικούς με δωδεκάχορδες, τρικυμιώδη τύμπανα, κουιντέτα πνευστών και άλλα συναφή. Εγώ πάντως το είχα καταλάβει· είναι εμφανής ο συγκεκριμένος μουσικός προσανατολισμός στην γραφίδα του. Εδώ τρικυμιάζουν του κόσμου τα έγχορδα, οργιάζουν οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί και κυρίως γεμίζουν τα πνευμόνια με τρόπο που μόνο το ροκ εντ ρολ, ορθόδοξο ή πειραματικό, μπορεί.

Όταν ο Καλοκύρης δεν λογοτεχνεί δική του πρόζα αλλά συγγράφει περί άλλων βιβλίων πραγματοποιεί ο ίδιος ακριβώς αυτό που γράφει κάποια στιγμή για ένα άλλο βιβλίο που μιλάει για άλλα βιβλία, «άρα πραγματεύεται εξ ορισμού τον αντικατοπτρισμό μιας ακολουθίας εννοιών στον αντίστροφο κόσμο της ερμηνευτικής, όπου αντιστρέφονται – όπως μέσω του φωτογραφικού φακού – τα είδωλα στον σκοτεινό θάλαμο της φαντασίας πριν επανεκτεθούν στο χάρτινο περιβάλλον τους». Αν αυτός δεν είναι ένας πλάγιος ορισμός της λογοτεχνίας, σίγουρα ορίζει τις γραφές του εδώ. Μιλάμε για ένα άλλο σώμα μελωμένων κειμένων που αφορά μια σειρά συγγραφείς με αφορμή την παρουσίαση του έργου τους ή κάποιου συγκεκριμένου βιβλίου. Θα περίμενε κανείς αυτά τα κείμενα να είναι τα περισσότερο προβλέψιμα και πάντως εκείνα με την λιγότερη πλοκή.

Αμ δε! Ο Καλοκύρης φτιάχνει πλήρες γράφημα της γραφής τους χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων τους, στίχους ποιημάτων, φράσεις κειμένων και πυκνογραφεί περίτεχνα τα έργα και τις ημέρες τους. Αν σκεφτούμε δε ότι μεταξύ των τιμώμενων και των προτιμώμενων είναι οι Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Χουλιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάριος Ποντίκας, Κώστας Λαχάς και Νάνος Βαλαωρίτης, τότε έχουμε ορισμένους από τους πλέον εκλεκτούς συγγραφείς του εγχώριου μοντέρνου λόγου. Με τον ίδιο τρόπο ανασκοπεί και την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, τον Δ.Τ. Άναλι, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, την Κλαίτη Σωτηριάδου και τον Θέμη Λιβεριάδη και νεκρολογεί τον Μένη Κουμανταρέα.

Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε παλαιότερες εκδόσεις του συγγραφέα, σε λογοτεχνικά περιοδικά [(δε)κατα, Δεσμός, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Ποιητική] και εφημερίδες [Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα της Κυριακής, Τόλμη] ή αποτέλεσαν εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (σε μια εκ των οποίων διαπρεπείς βυζαντινολόγοι ζητούσαν βιβλιογραφία για τον Ευωδιανό και τον Βαθυάνθρακα τους οποίους είχε μόλις επινοήσει), ή εκδηλώσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εισαγωγές σε εκδόσεις (όπως η εκτενής εισαγωγή του στο περίφημο ταξιδιωτικό πόνημα του Παναγιώτη Ποταγού), παλαιές μεταφραστικές ασκήσεις, σκηνικές αναγνώσεις, ζωντανούς μονόλογους, κριτικά σημειώματα και άλλα και άλλα. Αποδείγματα όλα πως όχι μόνο εδώ υπήρξαν συνομιλίες με συγγραφείς όπως ο Στερν, ο Μπόρχες, ο Κενώ, ο Κορτάσαρ, ο Μπέκετ, ο Εμπειρίκος, ο Θεοφίλου, ο Ζεμενός και σαφώς ο Βαθυάνθραξ, αλλά και ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, μηχανικός, οικοδόμος, υδραυλικός και ηλεκτρολόγος του λόγου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 228. Περιλαμβάνονται τρισέλιδο πρώτων εμφανίσεων (και τινά σχόλια) και επιλεκτικό και μάλλον ωφέλιμο ευρετήριο προσώπων.

Ο Α΄ τόμος (Ονομαστικόν) εδώ.

Στην βιβλιοθήκη του Πανδοχείου, στο ράφι με τα εργαλεία, βρίσκονται επίσης τα σύνεργα της πλοιαρχίας και μια μηχανή για κινούμενα τοπία. Παραπλεύρως στέκουν το παλιό και σύντομα το νέο χέρι του σημαιοφόρου.

02
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 45 (άνοιξη 2016)

Αφιέρωμα: Έγκλημα και ατιμωρισία

Μόνο ξεκαρδιστικό γέλιο προκαλεί η δήλωση, κατά καιρούς, πολιτικών μας ανδρών ότι «σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν νόμοι και κανόνες». Δεν μας λένε όμως ότι αυτοί οι νόμοι και οι κανόνες λειτουργούν με βάση την αρχή «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Αλλιώς, πώς εξηγείται η ατιμωρησία που κατατρέχει τούτη τη χώρα από γεννέσεώς της; Μια ματιά μόνο αν ρίχνουμε κάθε μέρα στις ειδήσεις, διαπιστώνουμε το μέγεθος της ανομίας και της ατιμωρησίας. Είναι πια κοινός τόπος ότι τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα από την μεταπολίτευση και μετά ή δεν ερευνώνται ποτέ ή παραπέμπονται στις καλένδες (λέγε με Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής) για δήθεν διερεύνηση, αλλά στην πραγματικότητα για να παραγραφούν.

Αν κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο έξω από τη μικρή μας πατρίδα, αμφιβάλει κανείς ότι το μεγαλύτερο έγκλημα του 21ου αιώνα είναι, μέχρι στιγμής, η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ; Και είναι διότι είχε ως συνέπεια την δημιουργία των τρομοκρατών του Ισλαμικού Χαλιφάτου και, κατά προέκταση, τον εμφύλιο στη Συρία και τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας ανάφλεξης – αυτά τα ομολογούν τώρα οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Και είναι ένα έγκλημα οικουμενικών διαστάσεων που παραμένει ατιμώρητο και που δεν θα διερευνηθεί ούτε θα διαλευκανθεί ποτέ…

….γράφεται στην εισαγωγή του τεύχους, ως μια μικρή υπενθύμιση σε δυο από τις αμέτρητες μορφές εγκλημάτων που διαφεύγουν της τιμωρίας στον σύγχρονο κόσμο. Θέμα πικρό πλην ερεθιστικότατο από λογοτεχνική άποψη, που προκάλεσε τριάντα δύο συγγραφείς, επιστήμονες, δημοσιογράφους και άλλους τεχνίτες του λόγου, απατηλού και μη, να καταθέσουν τις όψεις του. Σε «Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο» ο Ηλίας Κουτσούκος γράφει μια αληθοφανέστατη ιστορία παρ’ ολίγον τιμωρίας αλλά, ευτυχώς, τετελεσμένου έρωτα, ο Φίλιππος Δρακονταειδής απευθύνει επιστολή στον Σάμιουελ Μπέκετ και η Ροζίτα Σπινάσσα προσωπογραφεί την διλημματική ιστορία μιας παρένθετης μητέρας.

Τα τιμωρητέα πεζογραφούν ακόμη οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ηρώ Νικοπούλου, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Χρύσα Φάντη, Φλώρα Ορφανουδάκη, Δήμητρα Δεσύπρη, Φώτης Χρονόπουλος, Μηνάς Βιντιάδης, Γιάννης Παπαγιάννης, Ζέτα Κουντούρη κ.ά. και στιχουργούν οι  Κώστας Ζωτόπουλος, Έλσα Κορνέτη, Κώστας Κουτσουρέλης κ.ά. Μυθιστορηματικά αποσπάσματα καταθέτουν οι Sascha Arango, Miguel Bonnefoy, Δημήτρης Μαμαλούκας, ενώ στα δοκίμια εξετάζονται το έγκλημα και η ατιμωρησία στη λογοτεχνία [Ahmet Umit], η ατιμωρησία στο περιβάλλον [Bill McKibben] αλλά και περιπτώσεις λογοτεχνικών αντιπάλων [Richard Bradford] κ.ά. ενώ στα καθ’ ημάς ο Σάββας Πατσαλίδης ταξινομεί τις περιπέτειες της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής.

Ο Ντίνος Σιώτης σε άλλο κείμενό του με τίτλο «Το ψέμα, η αλήθεια, η φόλα, η κλοπή, ο πολιτισμός» αναφέρεται στους ανθρώπους «των γραμμάτων» που έχουν λαχανιάσει στο κυνηγητό της επιτυχίας, ενίοτε συγκροτούν λογοτεχνικά τάγματα με υπηρέτες και νεοσσούς, για να λιβανίζουν ο ένας τον άλλον. Ένα άλλο ατιμώρητο έγκλημα ασκούν εκείνοι που, στυλωμένοι στην ανασφάλεια έλλειψης ταλέντου, αναζητούν δανεικά δεκανίκια στην δήθεν «διακειμενικότητα», ασκώντας πλήρη λογοκλοπή που δικαιολογούν ως νόμιμη ενσωμάτωση. Υπάρχει, τέλος, και η περίπτωση εκείνων που αρθρογραφούν κατά της εξωστρέφειας της ποίησης και των δημόσιων εκδηλώσεων, λησμονώντας ότι ακόμη και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη εξωστρεφής. Είναι άνθρωποι που ζουν στον κόσμο τους και όχι για τον κόσμο.

Μια τιμωρία γίνεται πιο κτηνώδης από τις τιμωρίες παρά από τα εγκλήματα, είπε ο Όσκαρ Γουάιλντ το 1891 αλλά φαίνεται να το αγνοούν, σκέφτομαι, τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή. Δυο χρόνια αργότερα ο Μπέντζαμιν Τάκερ είχε αλλού δίκιο: Χρειαζόμαστε πολλούς νόμους που κατασκευάζουν τους εγκληματίες και μερικούς (μόνο) που τους τιμωρούν. Ως προς την βέργα, τέλος, ο Γκορ Βιντάλ μερικές δεκαετίες μετά έβαλε τα πράγματα στην θέση τους: Είμαι υπέρ της επαναφοράς της βέργας, αλλά μόνο μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.

[σ. 192]

Στην προτελευταία εικόνα, η περίφημη Δίκη στην ταινία The Wall [Alan Parker, 1982] και στην τελευταία το έργο της Ola Lubczynska Crime Story. Στην επόμενη ανάρτηση η παρουσίαση του τρέχοντος «θεραπευτικού» τεύχους του περιοδικού.

01
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 47 (φθινόπωρο 2016)

Μία πολύ κοινή φράση ημών των νεοελλήνων είναι η ακόλουθη: Καμιά φορά, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα. Καμία άλλη φράση σε οποιαδήποτε σύγχρονη γλώσσα ή διάλεκτο δεν θα μπορούσε να  καλύψει πιο εύγλωττα το παράλογο, το σουρεαλιστικό, το παράφρον του θέματος για μία τόσο απλή διατύπωση, όπως η (δήθεν) πρόσκληση σε γεύμα. Στην κυριολεξία έχομε τρεις αρνητικές εκφάνσεις (=καμιά φορά, πουθενά, τίποτα) μέσω των οποίων όμως εννοούμε το ακριβώς αντίθετο: κάποια στιγμή, να πάμε κάπου, να φάμε κάτι. Ίσως εδώ κρύβεται το τραγικόν του νεοέλληνα που λέει κάτι αλλά εννοεί κάτι άλλο, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί μας που υπόσχονται διάφορα αλλά αδυνατούν να τα εκπληρώσουν, δηλαδή άλλ’ αντ’ άλλων, όπως το καλοκαίρι του 2015 που οι Έλληνες ψήφισαν ΟΧΙ αλλά τους είπαν οι πολιτικοί ότι εννοούσαν ΝΑΙ…

… γράφει ο εκδότης στο εισαγωγικό του σημείωμα, προτού μας ρίξει στο τετράπτυχο της ανυπαρξίας «Ποτέ, Τίποτε, Κανείς, Πουθενά». Ιδού λοιπόν ένα δύσκολο συγγραφικό στοίχημα: μπορεί η λογοτεχνία να αρπάξει κάτι από τα άνωθεν ανύπαρκατα; Σαράντα πέντε συγγραφείς θεωρούν ότι μπορεί και δεν έχουμε παρά να εξακριβώσουμε αν έχουν δίκιο.

Οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, χρόνια προσκεκλημένοι στα κασετόφωνά μου εφόσον ενοικούν το περίφημο εκ Θεσσαλονίκης  Δημιοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ γράφουν την εξαιρετική «Άβυσσο», την συνάντηση δυο πρώην εραστών στον προθάλαμο ενός νεκροτομείου και την δημιουργία μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας ευθανασίας, ο Κώστας Μωραΐτης στο «Τίποτα» κατορθώνει σε τρεις σελίδες να περιλάβει όλες τις σχετικές εκφράσεις και να χτίσει έναν απολύτως εφιαλτικό δυστοπικό κόσμο μιας Πολιτείας που δεν περιγράφεται με τίποτα. Η Χαρά Νικολακοπούλου μας περιμένει στην «Στάση Μήδεια», όπου η ηρωίδα, κατόπιν επιτυχούς φαρμακευτικής αγωγής, μας περιμένει στο βάθος της αποβάθρας με την αιώνια ρόμπα της μισοσκισμένη, με τις παντούφλες στραβοπατημένες, μετα αχυρένια μαλλιά της ξέπλεκα…., ενώ η Ροζίτα Σπινάσα προσπαθεί να μας ρίξει εδώ κι εκεί «Ψήγματα ενοχής» μέσα σε γαμήλια δεσμά.

Ο Δημήτρης Τζουμάκας κρατά εκτενές «Αυστραλιανό Ημερολόγιο». Η δική του Αυστραλία μοιάζει με χώρα όπου δεν υπάρχει κανείς ηθικός φραγμός. Στις 4.3.2016 καταγράφεται η εν ψυχρώ δολοφονία της ιθαγενούς ονδουριανής ακτιβίστριας και φεμινίστριας οικολόγου Berta Cáceres, επειδή ηγήθηκε στους ιθαγενείς Lenca  ενάντια στο φράγμα Ζάρκα και στην ιδιωτικοποίηση του ποταμού Gualcarque καθώς για χιλιάδες χρόνια είναι η ζωή τους: από αυτόν πίνουν νερό, πλένονται, κολυμπούν, καλλιεργούν. Τώρα εξ αιτίας της πείνας και της δυστυχίας περίπου εξήντα χιλιάδες άνθρωποι μεταναστεύουν κάθε χρόνο. Αλλού αναφέρεται η αυτοκτονία δεκάχρονης αυτόχθονος ιθαγενούς, δέκατη ένατη σε εβδομήντα ημέρες, λόγο μετά την μετακόμισή της στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας.

Ο Γιώργος Βέης παίζει με τις λέξεις («Νύχτες Nichts»), ο Γιάννης Τζώρτζης επιμένει «Δεν έκανα τίποτα, δεν φταίω σε τίποτα»), η Χρύσα Σπυροπούλου παραμένει αδιάλλακτη («Αυτό ή τίποτε»),  ο John Freeman παρουσιάζει δυσάρεστα δεδομένα σε ένα ούτως ή άλλως πικρό θέμα («Οι βιβλιοκριτικές στις εφημερίδες τείνουν να εκλείψουν, άρα δεν θα μείνει τίποτα») και οι Χρύσα Φάντη, Johan Halvorsen, Κωνσταντίνος Ν. Ιωαννίδης, Λουίζα Σπηλωτοπούλου, Δήμητρα Δεσύπρη, Μαριάννα Κρητικού, Αγγέλα Γαβρίλη, Νίκος Δήμου, Maxine Chernoff αποδέχτηκαν να γράψουν κανένα καλό κείμενο για τίποτα ενδιαφέρον.

Ευτυχώς δεν ξεχνιέται μια ιδιαίτερη ψυχεδελική μπάντα, The Fugs, που στον πρώτο τους δίσκο το 1966 είχαν γράψει τον απόλυτο ύμνου του τίποτα, με τίτλο Nothing, που μεταφράζεται εδώ. Στα ποιήματα: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Παναγιώτης Βούζης, Οδυσσέας Ελύτης, Nazim Hikmet, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιάννης Κοντός, Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Χρίστος Παπαγεωργίου, Elik Rain, Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Σωτήρης Σαράκης, Κωστής Τριανταφύλλου, Ευτυχία Τροϊκανού, Αντώνης Φωστιέρης, Michel Vaucaire

Στα εκτός τετράπτυχου κείμενα, η Κατερίνα Μυστακίδου μοιράζεται «μια άγνωστη πλευρά του Ουμπέρτο Έκο» που έζησε η ίδια στους πανεπιστημιακούς χώρους και ιδίως στα φοιτητικά διαμερίσματα στα πέριξ του Κολούμπια, ο συγγραφέας Δημήτρης Οικονόμου συνομιλεί με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, ο Ρήγας Καππάτος συντάσσει εκτενές κινηματογραφικό σημείωμα για το Café Society του Woody Allen, ευπρόσδεκτο, στα μεγέθη των παλιών κινηματογραφικών περιοδικών. Και στις ’πνάδες των τελευταίων σελίδων μειδιούμε, μεταξύ άλλων, για το κείμενο που αφορά τους ποιητές που συντάσσουν ανθολογίες όπου αυτοανθολογούνται ή οργανώνουν φεστιβάλ όπου απαγγέλλουν πρώτοι και καλύτεροι.

Άλλο ένα τεύχος που ταυτόχρονα μας διασκεδάζει και μας ξυπνάει.

[σ. 188]

Στις εικόνες: Αποσκευές ηρώων, 1989, εγκατάσταση των (συγγραφέων εδώ) Θανάση Χονδρού – Αλεξάνδρας Κατσιάνη, Μια άλλη μοντέρνα Μήδεια χωρίς τίποτα για σώμα, η αδικοχαμένη στη χώρα του τίποτα Berta Cáceres, ο πρώτος δίσκος των The Fugs.

27
Φεβ.
17

Φρέαρ τεύχος 18 (Φεβρουάριος 2017)

18

Αν δείτε το έργο μου ως ένα σύνολο είτε πρόκειται για τα ζώα, είτε πρόκειται για την παγκόσμια φτώχεια και τον αποτελεσματικό αλτρουισμό, είτε για την ευθανασία και άλλα ζητήματα ζωής και θανάτου στην Ιατρική, το σταθερό θέμα μου είναι το πώς θα ζήσουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειώσουμε την οδύνη όσο περισσότερο μπορούμε και πώς θα βελτιώσουμε την ευημερία όλων των όντων που μπορούν είτε να υποφέρουν είτε να ευχαριστηθούν τη ζωή τους. Οπότε αναζητώ περιοχές όπου μου φαίνεται ότι είναι δυνατό να αποφευχθεί η οδύνη μες από αλλαγές που μπορούμε να επιφέρουμε. Στην περίπτωση των ζώων, για παράδειγμα, προκαλούμε ένα τεράστιο ποσό οδύνης με το να εγκλείσουμε ζώα μέσα σε βιομηχανικές φάρμες. Πραγματικά δεν χρειάζεται να το κάνουμε αυτό γιατί μπορούμε να ζήσουμε εξίσου καλά ή και καλύτερα χωρίς να τρώμε ζώα…

 … λέει ο Πίτερ Σίνγκερ που γνωρίζουμε ήδη από το βιβλίο του Η απελευθέρωση των ζώων (σύντομα θα παρουσιάσουμε την πρόσφατη επανέκδοση) και έχουμε ήδη παρουσιάσει την συλλογή τεσσάρων κειμένων με τον τίτλο Ζώα και Ηθική. Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους λίγους φιλοσόφους που ευτύχησαν να κατάσχουν μια ιδιαίτερη θέση στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ενόσω είναι ακόμα ενεργός, καθώς επέκτεινε την ηθική φιλοσοφία του ωφελιμισμού και στα ζώα. Ο ωφελιμισμός επιμένει ότι η ηθικά ορθή πράξη είναι αυτή που μεγιστοποιεί την ωφέλεια, η οποία συνήθως ορίζεται με όρους ευχαρίστησης, ευημερίας και ευτυχίας των όντων που αισθάνονται και έχουν συναφώς δυνατότητα ευχαρίστησης και οδύνης.

peter-singer-by-derek-goodwin

Ο ωφελιμισμός συνδέεται απαραίτητα με ένα ευρύτερο ηθικό αίτημα καθολικότητας και καθολίκευσης (universalism), δηλαδή με ένα αίτημα ευτυχίας του συνόλου, συνεπώς παραμένει μια ηθική θεωρία αντιτιθέμενη στον απλό εγωισμό, ηδονισμό ή ευδαιμονισμό. Το αίτημα ακριβώς της καθολικότητας επεκτείνεται και στα ζώα, αφού κριτήριο της ευτυχίας δεν είναι παρά η ευχαρίστηση και η έλλειψη πόνου, ένα κριτήριο που αφορά και τα άλλα ζωικά είδη πέραν του ανθρώπου. Ο συγγραφέας απαντά στις διόλου εύκολες ερωτήσεις του Διονύση Σκλήρη που έχει συντάξει και την κατατοπιστική εισαγωγή.

Ο Σίνγκερ αναρωτιέται πώς μπορεί να είναι κανείς ωφελιμιστής και να μην ενδιαφέρεται για τα ζώα. Ο ίδιος ο ωφελιμισμός ενδιαφέρεται για την ευτυχία και την οδύνη, μεριμνά επομένως για οποιοδήποτε ον μπορεί να υποφέρει ή να ευτυχεί. Όλοι οι μεγάλοι ωφελιμιστές στοχαστές διατύπωσαν ρητά ότι η οδύνη των ζώων δεν μπορεί να μείνει έξω από τους σχετικούς υπολογισμούς, ενώ επέκριναν το γεγονός ότι δεν υπήρχαν καθόλου νόμοι που να προστατεύουν τα ζώα.

tavares

Σε μια άλλη συνομιλία, ο εξαιρετικά ενδιαφέρων Πορτογάλος συγγραφέας Γκονσάλο Μ. Ταβάρες (βλ. παλαιότερη παρουσίαση της Ιερουσαλήμ του από το Πανδοχείο, εδώ) υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το βιβλίο προϋποθέτει την ιδέα ενός αναγνώστη πομπού και όχι δέκτη, συνεπώς για να μπορέσει όμως ο αναγνώστης να εκπέμψει, θα πρέπει να απενεργοποιήσει τη συνθήκη της υποδοχής, της λήψης. Ο συγγραφέας διαφοροποιεί πλήρως το λογοτεχνικό βιβλίο από την κινηματογραφική ταινία, όπου ο θεατής είναι για μιάμιση ώρα χωρίς καμιά διακοπή ένας δέκτης. «Το βιβλίο είναι μια τελείως διαφορετική μηχανή που επιτρέπει στον αναγνώσει ανάμεσα σε δυο σελίδες, να κάνει ένα ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου, να επιστρέψει και να ξαναπιάσει το νήμα της ανάγνωσης στην επόμενη σελίδα. Και νομίζω ότι αυτή είναι η μεγάλη ελευθερία που επιτρέπει η λογοτεχνία στην ανθρώπινη σκέψη: να ταξιδέψει ανάμεσα σε δυο σελίδες» (συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο).

david-hockney-oona-zlamany

Καθώς οι καιροί είναι αβυθομέτρητοι, οι φερώνυμες σελίδες συνεχίζουν να ανασκάπτουν με τον λόγο θέματα ευρύτατου προβληματισμού, εντός και εκτός λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Κεντρωτής συνεχίζει πάνω στην μεταφραστική ρητορική του, ο Μαριάνος Καράσης κατά την έρευνα πάνω στις Ουτοπίες της Αρχαιότητας φτάνει στον αριστοφανικό Πλούτο, ο Διονύσης Μαγκλιβέρας επιχειρεί μια ανατομία πάνω στον φόβο του ίδιου του φόβου κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα κείμενο της τακτικής συνεργάτριας του περιοδικού Νατάσας Κεσμέτη, που εκκινεί από τρεις διαφορετικές αφορμές: από τον Ψαλμό του Κόσμου, ένα κεφάλαιο από ένα παλιό βιβλίο για την ζωή του στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ, από την καθιερωμένη είδηση για τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχει η φύση και από δικές της απόπειρες μετάφρασης αγγλικών ποιημάτων. Η συγγραφέας διαπιστώνει ότι θέματα παρμένα από την φύση εμφανίζονται όλο και λιγότερο στην λογοτεχνία, κι όταν αυτό συμβεί, πρόκειται περισσότερο για θρήνο, παρά για θαυμασμό και στην συνέχεια διατρέχει ακριβώς τέτοια πεδία, από το προαναφερθέν κεφάλαιο μέχρι την σύγχρονη ποίηση.

p-singer_

Με αφορμή την έκθεση 82 πορτραίτα και 1 νεκρή φύση του David Hockney, ενός ζωγράφου που μάθαμε καλά όταν εντρυφήσαμε στην δεκαετία του ’60 και όχι μόνο, ο Νίκος Αλ. Μηλιώνης γράφει μεταξύ άλλων για τον καλλιτέχνη που παρότι χρησιμοποιεί μοντέλο, ζωγραφίζει με την μνήμη του, ως ένας συσσωρευτής εμπειριών και γνώσεων από το παρελθόν, που το εκλαμβάνει ως γόνιμο έδαφος εμπειρίας και γνώσης για να ασκήσει την επιλεκτικότητα της μνήμης του. Ανέκδοτα σχεδιάσματα ποιημάτων της Ζωής Καρέλλη (εισαγωγικό σημείωμα και καταγραφή από την Μαρία Κόκορη), ένα εξαιρετικό κείμενο για τον  βιωμένο και τον φαντασιακό χώρο στην πρώιμη βυζαντινή λογοτεχνία από τον Φώτη Βασιλείου, διηγήματα (Ωντ, Νοντάρ Αμανατισβίλι, Γιάροσλαβ Ιβασκίεβιτς, Ευρυπίδης Νεγρεπόντης, Γιώργος Γκόζης, Μαρία Κουγιουμτζή, Μιχάλης Μακρόπουλος), ποιήματα (Τ.Κ. Παπατσώνης, Άδωνις, Ντίνος Σιώτης), κριτικές βιβλίων και ποικίλα σημειώματα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους.

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Σίνγκερ, αλιεύω από το εισαγωγικό κείμενο της συνομιλίας με τον Σίνγκερ: βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η βιομηχανική κτηνοτροφία καθιστά τον βίο πολλών ζωικών ειδών πραγματικά αβίωτο (μέχρι να τον αφανίσει), συνεπώς αποτελεί το μεγάλο αξιακό ζήτημα του καιρού μας.

Στις εικόνες: Peter Singer, Gonzalo M. Tavares, David Hockney [Oona Zlamany], Peter Singer.

[σ. 230]

16
Φεβ.
17

Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 79 – 80 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016)

%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82

Πάντα μανιώδης αναγνώστης των λογοτεχνικών περιοδικών, και ιδίως εκείνων που εκδίδονταν εκτός των μεγαλουπόλεων, σε μικρότερες πόλεις, κωμοπόλεις και πολίσματα, ήταν θέμα χρόνου να βρεθώ στην Πάροδο, το ιδιαίτερο λογοτεχνικό περιοδικό της Λαμίας, που εξέδιδε ο Κώστας Θ. Ριζάκης. Την ίδια στιγμή ερχόμουν σε επαφή με έναν από τους πιο ιδιαίτερους, και πλέον σημαντικούς σήμερα, ποιητές της γενιάς του 1980. Με την πάροδο του χρόνου ο ποιητής αποτέλεσε παράδειγμα δημιουργού δρώντος στην ελληνική επαρχεία, κυριολεκτικού εγκάτοικου της ποιητικής τέχνης εντός των τειχών του ενδιαιτήματός τους¨», όπως γράφει στην εισαγωγή ο Γ. Χ. Θεοχάρης, εκτός των δικών μας τειχών και βεβαιοτήτων συμπληρώνω ο ίδιος. Ήταν επόμενο λοιπόν να του προσφερθεί αφιέρωμα από το Εμβόλιμον, που είναι ήδη σεσημασμένο για μια ολόκληρη σειρά εξαιρετικών αφιερωμάτων σε ποιητές.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b8-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b2%ce%b9-%ce%b3-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%b1

Ο Ριζάκης άρχισε να εκδίδει την Πάροδο το 1986 σε ηλικία 26 ετών. Το περιοδικό διένυσε δυο εκδοτικές περιόδους [1986 – 1993 και 2003 – 2011], έβγαλε 57 τεύχη και αποτελούσε μια εξαιρετική κάθε φορά συλλογή λογοτεχνημάτων. Πρόσφερε βήμα σε νεοεμφανιζόμενους λογοτέχνες και είχε μια χαρακτηριστική άψογα τυπογραφική έκδοση. Ο ίδιος ο ποιητής διακεκριμένος πια επιμελητής ποιητικών βιβλίων έχει αφιερώσει τον εαυτό του στην ποίηση. Ζει απομονωμένος ως ασκητής στην γενέτειρά του, εργάζεται νυχθημερόν και έχει πλέον αμέτρητους συνεργάτες και φίλους απ’ όλη την Ελλάδα, ακόμα κι αν δεν τους έχει συναντήσει ποτέ.

Αλλά εδώ είναι η ποιητική τέχνη του Ριζάκη που έχει προσελκύσει όλα αυτά τα περί αυτής κείμενα. Για την Δήμητρα Μήττα η ποίηση του Ριζάκη είναι κρύπτια και συγχρόνως γοητευτική. Το άφεμα στην γοητεία ενέχει το κίνδυνο της αρπαγής, καθώς ο ποιητής αρπάζει τον αναγνώστη σε ένα βάθος που μόνο την αντίδραση της Περσεφόνης όταν την αρπάζει ο Άδης στον πίνακα του Ρέμπραντ μπορεί να προκαλέσει: το κορίτσι αποστρέφεται το πρόσωπό του από το πρόσωπο του άρπαγα, προκειμένου να σωθεί από την ποιητική δίνη που ωθεί σε κόσμους σκοτεινούς και αναχωρητικούς.

%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%bb%cf%86%ce%ae-%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bb%ce%b1%cf%82

Γεωργώνοντας τις λέξεις, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ανοίγει πρώτα τις Σημειώσεις για την Τραγωδία του Γιώργου Χειμωνά, όπου έγραφε πως η τραγωδία, ως τέχνη του νόστου, μας επαναφέρει στην πρωταρχική, στην πιο καθαρόαιμη μορφή της συγκίνησης που είναι το πένθος. Μνημονεύει κάθε φορά την έκτοτε αμετάκλητη, δυσοίωνη προφητεία: ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. κι ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι ηδονικό. Η σχέση του Ριζάκη με τον πόνο παραπέμπει στο παιχνίδι της τυφλόμυγας, όπου η γραφή την ίδια στιγμή τον αναβιώνει μα και τον εξορκίζει, μια σχέση έλξης – άπωσης που αφήνει το στίγμα της τραγικότητά της στον χρόνο της ποιητικής στιγμής. Και η πράξη της ποίησης, συμπληρώνει αργότερα, αυτή η ακτιβιστική δράση, συνιστά για τον Ριζάκη την ίδια στιγμή ρομφαία και πινέλο, καταγγελία και διακόπτη, μια διαπιστωμένη ανάγκη να πεπωθει και να καταγραφεί το φως, προκειμένου να λάμψει.

%ce%bc-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b7

Η πρώτη ποιητική του συλλογή που διάβασα ήταν ο Κυρίως Ναός (για ευνόητους λόγους), κι είναι το βιβλίο που εξετάζει εδώ η Μαρία Σκουρολιάκου. Ο Κυρίως Ναός, γράφει, είναι ένας χώρος λατρείας ομολογίας και προσφοράς, συμβολικός της ύπαρξης του Ριζάκη. Εντός του ναού, το εικονοστάσι του ποιητή: οι άγιοι της ζωής του, που τον συνδέουν με τον κόσμο των αδύτων, το αισθητό με το νοητό. Στον κυρίως ναό ο ποιητής ψάλλει τα συναισθήματα από τα αναλόγια της ασκητικής του. Εκεί τα προσκυνητάρια, τα κεριά των ψυχών σε κηροπήγια σώματα που καίγονται πεπρωμένα, κι ο Επιτάφιος στον βορεινό τοίχο με την δική του αποκαθήλωση».

%cf%80%ce%ac%cf%81%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-1

Αν όμως ο Ριζάκης γράφει τα ποιήματα του έγκλειστος κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού αναπολεί ένα παρελθόν ωραίων ημερών όταν οι πολυγαπημένοι οικείοι του βρίσκονταν εν ζωή, η ποίησή του δεν είναι ούτε κρυπτική ούτε σκοτεινή, ούτε καταθλιπτική, γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Είναι τραγούδι στην ζωή και στις χαρές της με τρόπο που μονάχα όσοι βίωσαν βαθειά την μοναξιά μπορούν να το κάνουν. Οι Άννα Αφεντουλίδου, Γιώργος Γεωργούσης, Πέτρος Γκολίτσης, Παναγιώτης Γούτας, Άννα Γρίβα, Ανθούλα Δανιήλ, Βικτωρία Καπλάνη, Άννα Κουστινούδη, Εύα Μοδινού, Γιολάντα Πέγκλη, Τάσος Πορφύρης και πολλοί άλλοι καταθέτουν σκέψεις και συναισθήματα, ενώ οι Μαργαρίτα Βασιλάκου και Γιάννης Στεφανάκις, εκτός από κείμενα εικονογραφούν το τεύχος. Στις πρώτες σελίδες ο ίδιος ο ποιητής αντιπροσφέρει τρία ποιήματα. Σε ένα εξ αυτών, που τιτλοφορείται «Ο Ιησούς λανθάνοντας κάποτε βλασφημεί» διαβάζω: κι αν σου ’δειξα σκαντζόχοιρος τα μυτερά τ’ αγκάθια / να σ’ αγκαλιάζω πάσκισα στην κάθε μια στιγμή.

Η προσωπογραφία του ποιητή από τον Γιάννη Στεφανάκι. Τα δυο άλλα έργα (Αδελφή Γιόλας και Η Σταύρωση) από την Μαργαρίτα Βασιλάκου.

[σ. 192]

11
Ιολ.
16

Φρέαρ, τεύχος 15 (Ιούνιος 2016)

Φρέαρ 15

Κάθε τεύχος του περιοδικού κοσμείται από τουλάχιστον μια εκτενή συνομιλία με κάποιον σύγχρονο στοχαστή, που πάντα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Αυτή την φορά διαβάζουμε τον Ζαν Λυκ Μαριόν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη. Ο μελετητής, μεταξύ άλλων, της καρτεσιανής σκέψης, ερευνητής των γνωστικών επιστημών, της τέχνης και της ψυχανάλυσης, εμπνευσμένος από τους Καινή Διαθήκη, τους Αποστολικούς και άλλους ελληνόφωνους Πατέρες των πρώτων αιώνων, και τον Ιερό Αυγουστίνο Ιππώνος, εφορμάται στην αναζήτησή του από την εντελώς σύγχρονη υποκειμενικότητα, στην οποία ασκείται μέσω της φιλοσοφικής μεθόδου της φαινομενολογίας.

Jean Luc Marion

Με την φαινομενολογία μπορούμε να φιλοσοφήσουμε και πάλι για τον έρωτα, την τέχνη, τον Θεό, το θαύμα, υποστηρίζει ο Μαριόν. Δεν υπήρξε μια «θεολογική στροφή στην φαινομενολογία» αλλά, αντιθέτως, το θεολογικό ερώτημα είχε τεθεί στον ορίζοντα της φαινομενολογίας ήδη από τον Husserl· και μετά έχουμε ασφαλώς τον Martin Heidegger, τον Paul Ricoeur, τον Emmanuel Levinas, τον Jacques Derrida, τον Michel Henry. Γιατί ασχολούνται όλοι αυτοί οι φαινομενολόγοι στοχαστές με την θεολογία; Όχι, ασφαλώς, επειδή επρόκειτο ειδικά για θεολόγους ή για ιδιαιτέρως αφοσιωμένους πιστούς. Όχι, ήταν για έναν λόγο περισσότερο τυπολογικό. Η περιοχή της θρησκευτικής εμπειρίας και της πνευματικής ζωής, αν μπορούμε να μιλήσουμε για «θρησκευτική» εμπειρία και για «πνευματική ζωή», είναι ένας «χώρος» που όλοι ξέρουν ότι προσφέρει φαινόμενα, τα οποία έχουν μια ορισμένη πραγματικότητα, ενίοτε μια εξαιρετική, μια έκτακτη πραγματικότητα, που υπάρχει ακόμα κι αν είναι δύσκολο να ανιχνευθεί.

Edmund Husserl.

Ο Μαριόν αναφέρει εδώ ακριβώς την έννοια του μυστικισμού που εμφανίστηκε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, ακριβώς σε μια στιγμή που η φιλοσοφία αδυνατεί να αποδώσει την θρησκευτική εμπειρία. Γιατί και η συστηματική θεολογία – δογματική γίνεται μια οιονεί φιλοσοφία και δεν μπορεί ούτε και αυτή να εξηγήσει την «γεωγραφία» της πνευματικής ζωής. Σε μια τέτοια στιγμή δημιουργείται ένας ανεξάρτητος λόγος που αποκαλείται μυστικισμός και ο οποίος ομιλεί με τρόπο αυτοαναφορικό, χωρίς αναφορά ούτε στην φιλοσοφία, που τον κακολογεί, ούτε στην συστηματική θεολογία που δυσπιστεί απέναντί του, ενώ οι Διαφωτιστές τον θεωρούν ως μια μορφή τρέλας, και ορισμένοι θεολόγοι ως αρχή ανεξέλεγκτων αιρέσεων. Σε κάθε περίπτωση, η μυστική εμπειρία δεν έλαβε καμία σωστή ερμηνεία. Και είναι απολύτως αναμενόμενο που η φαινομενολογία πήγε να ψάξει εκεί, γιατί ήθελα να διαπιστώσει τι μπορούμε να κάνουμε με αυτές τις απρόσιτες περιοχές.

hernan-lavin-cerda

Η δεύτερη, επίσης καθιερωμένη στο Φρέαρ, εκτενής συζήτηση περί λογοτεχνίας, γίνεται ανάμεσα στον Χιλιανό ποιητή και πεζογράφο Ερνάν Λαβίν Θέρδα [Hernán Lavin Cerda] και τους Mario Meléndez και Gerardo Miranda, αδημοσίευτη ακόμα στα ισπανικά. Ο Θέδρα, που έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στο Μεξικό, όπου κατέφευγε μετά την επιβολή της δικτατορίας του Πινοσέτ, συζητά και συ-σκέπτεται πάνω στο πνεύμα της Λένκα Φρανούλιτς, σημαντικής προσωπικότητας της χιλιανής κουλοτύρας, την επίδραση του Πάμπλο Νερούδα, την εξάπλωση του Νερουδισμού προς το καλό και το κακό, την καταλυτική εμφάνιση Νικανόρ Πάρρα. Ένα μεγάλο μέρος του τεύχους αφιερώνεται στον Μανόλη Αναγνωστάκη, για τον οποίον γράφουν νέοι φιλόλογοι που συμμετείχαν σε πλούσια σχετική Ημερίδα.

Γιατί δεν αγαπάμε την δημοκρατία; αναρωτιέται η Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν [Myriam Revault d’ Allonnes], που τιτλοφορεί έτσι το νέο της βιβλίο (χωρίς το ερωτηματικό) και μπορούμε να διαβάσουμε σε προδημοσίευση της ελληνικής έκδοσης τις σκέψεις της για την συνθήκη απογοήτευσης του δημοκρατικού ανθρώπου και τις διαβαθμίσεις του μίσους για την «αστική δημοκρατία». Μιλάμε για την αγάπη της πατρίδας, του έθνους, της πολιτείας, της ανθρωπότητας, αλλά ποτέ για την αγάπη της δημοκρατίας – γιατί άραγε;

Henri Bergson

Στο τεύχος δημοσιεύονται τρία ανέκδοτα, νεανικά κείμενα του Χρήστου Μαλεβίτση, σπουδαίου στοχαστή και μεταφραστή σημαντικών φιλοσοφικών έργων, στα οποία αναγνωρίζει κανείς, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Δημήτρης Αγγελής, ορισμένους από τους θεματικούς άξονες που θα τον απασχολήσουνε και αργότερα (η επικαιρότητα του φιλοσοφικού λόγου σήμερα, το ιερό, η μεταφυσική δίψα κλπ.). Σε αυτά τα πρώιμα εξομολογητικά γραπτά, συνεχίζει ο επιμελητής, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς το πάθος της έκφρασης και τον έντονο ιδεαλισμό του συγγραφέα. Επιλέγω μια ενδεικτική παράγραφο από τα «Γράμματα στην αγαπημένη»:

Ρίχνω δίκαιο του Μπερξόν που λέει πως οι άντρες που είχανε πλούσιο, δημιουργικό ψυχικό κόσμο, νιώθανε την παρουσία τους σα μια νέα μουσική. Είτε ήτανε δημιουργοί θρησκειών, είτε φιλόσοφοι, είτε οδηγοί λαών, είτε ποιητές, αυτό που κάνανε  δεν ήταν παρά το συγκεκριμένο: ποίηση μιας μουσικής αρμονίας. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πως όταν δε νιώθουμε τη μουσική υφή των έργων αυτών των ανθρώπων, τα έργα σκέτα τα βλέπουμε παράταιρα, αδιανόητα και πολύ συχνά ανόητα. Ακόμα και οι πιο λογικές ιδέες των φιλοσόφων είναι αποκυήματα της μουσικής. Γι’ αυτό παραξενευόμαστε όταν βλέπουμε μεγάλα μυαλά να μη μπορούσαν να δουν πράγματα που ο κοινός νους έβλεπε.

Εσωτερική διάσταση

Στις ύστερες σελίδες ο Μαριάνος Καράσης συνεχίζει ακάθεκτος στις ουτοπίες της αρχαιότητας, με στάση αυτή τη φορά στον Αριστοφάνη, ο Γιάννης Β. Κωβαίος εντοπίζει στοχαστικές και αστόχαστες «προσαρμογές» στα σχολικά βιβλία, η Νατάσα Κεσμέτη εκφράζει τις πάντα πυκνές σκέψεις της, o Γιώργος Μητρούλιας παρατηρεί την πόλη να εισχωρεί στην «χαμένη ύπαιθρο». Ξεχωρίζω δυο εξαιρετικά κείμενα: ένα εγκώμιο μεμψιμοιρίας δια χειρός Θεοφάνη Τάση κι ένα διπλό σχόλιο του Κώστα Βραχνού, πρώτα περί facebook,  σε συνομιλία με γραπτά του Byung – Chul Han και ύστερα περί ισλαμοφιλίας, όπου αναρωτιέται πώς η συντριπτική πλειονότητα των μετριοπαθών ισλαμιστών (περίπου 1,5 δισεκατομμύριο πιστών) ανέχεται να κατασυκοφαντείται και να καταδυναστεύεται από μια αμελητέα μειονότητα φανατικών.

Στα λογοτεχνικά πεζά του τεύχους, ο Δημήτρης Χριστόπουλος παρακολουθεί «ένα ζευγάρι στο χρόνο» με τρία στιγμιότυπα σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο αντίστοιχα. «Η απόστροφος», μου είχες πει τότε, «μας υπενθυμίζει αυτό που πρέπει να χάσουμε, ό,τι τέλος πάντων αφήνουμε πίσω μας, για να γίνει καλύτερη η ζωή μας». Ο Μιχάλης Μακρόπουλος δημιουργεί πάνω στο αστείρευτο μοτίβο του άγνωστου επισκέπτη στην πόρτα [«Ο επισκέπτης»], ο Βασίλης Τσιαμπούσης ανασυνθέτει μια γλωσσική Βαβέλ σε μοναστηριακή αυλή και ο υπογράφων αναθυμάται μια ημέρα που έμεινε ίδια και απαράλλαχτη στον χρόνο, από την Κυψέλη μιας παιδικής δεκαετίας. Και όπως πάντα, τα παραπάνω αποτελούν ένα μόνο μέρος από την ύλη του τεύχους.

Το τεύχος κοσμείται με σχέδια της Ελένης Γλύνη.

Στις εικόνες: Jean Luc Marion, Edmund Husserl, Hernán Lavin Cerda, Henri Bergson, Εσωτερική διάσταση.

26
Ιον.
16

Εντευκτήριο τεύχος 109, Απρίλιος – Ιούνιος 2016 (κυκλοφορία 12 Μαΐου 2016)

ent

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου, ομολογούσε η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου στο επίμετρο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Επιλογές και σύνολα [2001], μιλώντας ακόμα για ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες, για νερά γλυκά και εφιαλτικά μαζί. Ακριβώς το «αντιθαλασσινό μάτι» της συγγραφέα εξετάζει σε κείμενό της η Τιτίκα Δημητρούλια, καθώς είναι πολύ το νερό στην ποίησή της: θολό ποτάμι, στάσιμο νερό, άσπρο νερό που γίνεται αίμα στο καζάνι της μπουγάδας, αλμυρό στην θάλασσα, μυστικός καθρέφτης και τόσα άλλα.

Εντευκτήριο ΜΚΑ__

Πρόκειται για ένα από κείμενο από τις αφιερωματικές σελίδες για την Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ένα αδημοσίευτο πεζό της, πλήρες χρονολόγιο δια χειρός Γιώργου Κορδομενίδη, ένα γράμμα από την Κική Δημουλά, μια διερεύνηση της ορμής και του αισθησιασμού της ματαιότητας από την Μαρία Κουγιουμτζή, «ιδιόχειρες» επιστολές προς την τιμώμενη από τους Γιώργο Ιωάννου, Καίη Τσιτσέλη, Ηλία Πετρόπουλο, Ελένη Βακαλό, Ντίνο Χριστιανόπουλο, ιδιαίτερες αναγνώσεις από την Κούλα Αδαλόγλου και την Χλόη Κουτσουμπέλη και πολλά άλλα κείμενα.

b312Σ’ ένα από αυτά, ο Τάσος Καλούτσας εστιάζει στην επαφή με τους ανθρώπους και τα πράγματα στα βιβλία της Αγαθοπούλου.  Από το πρώτο αφήγημά της, τον Συνοικισμό σιδηροδρομικών, διαφαίνεται η δεσπόζουσα θεματική της πεζογραφία της, όσον αφορά τα πρόσωπα και τους χώρους, καθώς επιλέγει να μας μιλήσει με ρεαλιστική ειλικρίνεια για την ζωή του προσφυγικού συνοικισμού, με έντονα χρωματισμένες αυτοβιογραφικές καταγραφές. Η συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ανθρώπων του περιβάλλοντός της, ιδίως των γυναικών, ενώ η μνημονική αναδρομή αποτελεί βασική λειτουργία στον τρόπο γραφή της. Αργότερα, με την συλλογή Στο δωμάτιο, περνάει σε μια «αυτονομημένη από την ρητή μαρτυρία πεζογραφία», προχωρώντας και σε μια εσωστρεφή μορφή αφήγησης. Η δράση στα διηγήματά της είναι εσωτερικού τύπου· είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών, αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης».

b168545

Η ποιητική ενότητα των τευχών του Εντευκτηρίου πάντα μας παρουσιάζει νέους, άγνωστους ποιητές που συχνότατα μας εκπλήσσουν με την ποιητική τους γραφή. Αυτή τη φορά διαβάζουμε ποιήματα από τον Σέρβο Νέναντ Μιλόσεβιτς [παρουσίαση – μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη], τον Τουρκοκύπριο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ [απόδοση: Λευτέρης Καβαλιέρος], τον Αμερικανό Φρανκ Μπίνταρτ [παρουσίαση – μετάφραση: Μαρία Μουσαφίρη], τον Σύριο Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ-Άνι, [μετάφραση: Χαλέντ Ραούφ, παρουσίαση – ποιητική απόδοση: Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος]. Στην ποιητική του τεύχους εντάσσεται και η σύνθεση του Γ. Χ. Ώντεν, Βγήκα να περπατήσω ένα βράδυ [σημείωμα και μετάφραση Ερρίκος Σοφράς]

b159783Μια άλλη ποιήτρια, η Μαρία Κυρτζάκη, είναι πια παρούσα μόνο με την γραφή της και η Κατερίνα Ζαρόκωστα της αφιερώνει έναν μικρό αποχαιρετισμό. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γράφει για την Αγγελική Ελευθερίου, η Τζένη Μαστοράκη κρατά  Ημερολόγιο μιας τυπογραφικής διόρθωσης, ο Σταύρος Ζαφειρίου ορίζει σκηνικές οδηγίες για κείμενο που τιτλοφορεί Δεν πάει έτσι, Όσκαρ, ο Παντελής Βουτουρής ξαναδιαβάζει Τελευταίο σταθμό του Γιώργου Σεφέρη. Και μέσα από τον φωτογραφικό φακό του τριμήνου, ο Αντρέας Σκρέλη αναφωνεί Καλημέρα Οστάνδη!  [192 σελ.]

07
Απρ.
16

Εμβόλιμον, τεύχος 77 – 78 (Φθινόπωρο 22015 – Χειμώνας 2016). Αφιέρωμα στον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου

Εμβόλιμον ΝΑΑ_

Νομίζω το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση. Περισσότερο ακόμα, μια δυσκολία να χαρεί κανείς τη ζωή. Ένα αίσθημα θανάτου και ανημποριάς πλανάται μέσα σε μια τελείως μοντέρνα και τεχνική κοινωνία. Γι’ αυτό στα ποιήματα πολύ συχνά υπάρχουν στοιχεία μηχανικά δεμένα με μια βαθύτερη δίψα για ζωή….

…απαντούσε ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σε ερώτηση του Δημήτρη Καλοκύρη στο περιοδικό Τραμ, το 1979. Πρόκειται για την τελευταία εν Θεσσαλονίκη συνέντευξη που συστηματοποιεί και δημοσιεύει ο Θανάσης Μαρκόπουλος στο σχετικό του κείμενο εδώ· η σειρά των συνομιλιών ξεκινάει από την εφημερίδα Δράσις το 1965 (και αργότερα 1967 και 1968), συνεχίζεται στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1966 και στον Νίκο Μπακόλα αλλά και στο περιοδικό Ausblicke το 1970.

Ένας νέος Ν.Α.Α.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του ποιητή (και κατ’ εμέ την γοητευτικότερη) εξετάζει ο Παναγιώτης Γούτας: «την ποίηση των ερειπίων», προφανώς και τα ερείπια στην ποίησή του. Επηρεάστηκε άραγε από τις προγενέστερες μνημειακές και …ερειπιακές ποιητικές γραφές του Καβάφη, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου ή του ελάσσονα ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου; Εδώ τίθεται κι ένα ευρύτερο ερώτημα, καθώς οι αρχαιολογικοί χώροι και τα σχετικά ευρήματα αποτελούν προσφιλή λογοτεχνικά και ιδίως ποιητικά θέματα. Μπορεί η αναφορά και μόνο σε αυτά να συνιστά επίδραση και επιρροή;

Μια άλλου είδους αφιερωματική κατάθεση που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στα αφιερώματα είναι η (συνήθως επί τούτου) γραφή ποιήματος ή πεζού που συνομιλεί με έργο του «τιμώμενου» συγγραφέα ή και αφιερώνεται σε αυτόν, όπως εδώ το ποίημα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τον παρηχητικό τίτλο Λίγο μύρο μυρώνει τον Μύρωνα, ένα ποίημα του Κώστα Ριζάκη κι ένα μικρό πεζό της Έφης Καλογεροπούλου. Σε παράπλευρα δελτία, ο Δημήτρης Κονιδάρης εν πλήρη συντομία διηγείται μια παρ’ ολίγον γνωριμία. Το κείμενο του Βασίλης Ιωαννίδης αφορά την σχέση / σύνδεση του ποιητή με το περιοδικό Διαγώνιος και περιλαμβάνει πίνακα με όλες τις δημοσιεύσεις του στο περιοδικό.

Ταξιδεύοντας

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ / θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. / Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη / θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. / Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν / ή θα ταφούν σε ανήλιαγα σπουδαστήρια – κι είπες πάλι / ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει [Υστεροφημία]

Με ένα από τα «παραλειπόμενα» ποιήματα του Ασλάνογλου ολοκληρώνει το κείμενό της η Άννα Αφεντουλίδου, καταγράφοντας την «αυτιστική πορεία της παράφρονης ομορφιάς» στην ποίησή του. Ανάμεσα στα «ποιητικά χαρακτηριστικά και τα ποιητολογικά του παρεπόμενα» γράφει πως ο ποιητής παραβίασε τα διλήμματα τα δηλωτικά των ορίων της ποιητικής: του ρομαντισμού και του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του υπερρεαλισμού, του παραδοσιακού και του μοντερνιστικού. Δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο πιο ρομαντικό και παλαιό και λεξιλόγιο σύγχρονο και τεχνολογικό – έτσι ώστε να βρίσκονται σε αμηχανία οι κριτική μου, δήλωνε.

Ωδές

Ο εύκολος έρωτας κι ο δύσκολος θάνατος δια χειρός Κώστα Κρεμμύδα δηλώνει εξαρχής την πρόθεση μιας μικρής αποκαθήλωσης έναντι των συνήθων αγιοποιήσεων που εκτοξεύονται αφειδώς, μετά θάνατον, εις βάρος πολλών ποιητών και της κεκτημένης αίγλης που τους συνοδεύει. Ο Στέλιος Λουκάς αναδημοσιεύει μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον συγγραφέα. Σε μια ερώτηση περί μνήμης διαβάζω: Η μνήμη λειτουργεί κάπως σαν άσπρο χαρτί. Δηλαδή, ξαφνικά, καθώς ζω κάπου σ’ έναν άλλο χώρο, όχι Θεσσαλονικιώτικο – Ανθηναϊκό ή εκτός Ελλλάδος – ξαφνικά είναι το άσπρο χαρτί. Είμαι μέσα σ’ αυτό το χώρο που είμαι, το παρελθόν αποχρωματίζεται, χάνει το νόημά του, εφόσον οι αισθήσεις και τα αισθήματα δε λειτουργούν στο νέο χώρο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν όταν επιστρέφουν στον παλιό χώρο και τόπο…[σ. 87]

Αθήνα, Δράμα, Κόρινθος, Βέροια, Ελασσόνα, Μασσαλία, Κέρκυρα, το αεροδρόμιο της Μίκρας στην Θεσσαλονίκη, η λεωφόρος της Άνοιξης στην ίδια πόλη, η Τεργέστη, η θάλασσα της Ελσινόρης στη Δανία, η Ελ Μίνα, ελληνόφωνο χωριό του Λιβάνου. Ο ίδιος ο Ασλάνογλου μίλησε για την «τοπολατρία» του αλλά και για το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες περνούσε μέσα στο σπίτι του. Όπως γράφει η Δήμητρα Μίττα στο δικό της κείμενο, ο ποιητής προτιμούσε τον έξω χώρο, τους δρόμους, εκεί «πολλαπλασιαζόταν», ένοιωθε «ασφάλεια»· το μέσα, τα γνώριμα κλειστά τοπία, ήταν για εκείνο απειλή.

Ο δύσκολος_

Ο Τάσος Πορφύρης συντάσσει ένα τελικό σημείωμα αποτίμησης του ποιητή, ο  Βασίλης Βασιλικός ανασύρει πρώιμες μνήμες από την γνωριμία τους και ομολογεί πως περιμένει το εν λόγω αφιέρωμα για να συμπληρώσει τα βιογραφικά κενά που του δημιουργήθηκαν από την απουσία δεκαετιών, ο Διονύσης Στεργιούλας ανασύρει ένα νεανικό κριτικό του κείμενο. Άλλοι ενδεικτικοί τίτλοι μεταξύ πολλών κειμένων: Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: Η πυκνοκατοικημένη εξορία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Βάσω Οικονομοπούλου: Η ιδέα της όρασης και η ιδέα ως όραση στην ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Χρίστος Παπαγεωργίου: Ωδές στον Πρίγκιπα ή Η απώλεια του ερωτικού αντικειμένου, Μαρία Πολίτου: Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο» Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996). Το τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Γιάννη Παπανελόπουλου.

[160 σελ.]

Η φωτογραφία από την παράσταση «Ωδές στον πρίγκιπα» της ομάδας Nova Melancholia [χώρος Μπαγκλαντές, 2016] «μια ιδιότυπη ποιητική βραδιά για τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου», υπό την σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.

15
Μαρ.
16

Φρέαρ, τεύχος 14 (Φεβρουάριος 2016)

Frear 14

Πατρίδα μου δεν είναι κάποιος πύργος ή κάποια στέγη / Ολόκληρη η γη είναι πολιτεία και οικία / έτοιμη να στεγάσει την ζωή μας…έλεγε ο Κράτης από την Θήβα, όπως διαβάζω στην καθιερωμένη «στήλη» του παλαιού μου δασκάλου στην Νομική, του Μαριάνου Δ. Καράση, για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας. Μαθητής του Διογένη από την Σινώπη, έδωσε έναν πιο ήπιο και μειλίχιο τόνο στον Κυνισμό και ακολούθησε τον δρόμο του «κοσμοπολίτη», αποστρεφόταν την πολυτέλεια και ζούσε ζωή λιτή χωρίς να είναι δούλος κανενός. Δεν είχε κτήμα ή σπίτι ούτε έπιπλα και μη έχοντας δικό του τόπο διαμονής περνούσε όλη την ημέρα στα δημόσια οικήματα, στην Αθήνα, και διανυκτέρευε με την γυναίκα του. Πηγές αναφέρουν ότι ο γάμος του συνοδεύτηκε από δημόσια συνουσία, πιθανώς για να δείξει την ανωτερότητα της φύσης απέναντι στον πολιτισμό. Η κυνική ουτοπία του είναι η Πήρα, καταμεσίς σε μία θάλασσα· ποτέ δεν πλέει προς τα εκεί άνθρωπος μωρός, παράσιτος, λαίμαργος ή ξελιγωμένος από τους γλουτούς μιας πόρνης και κανείς εκεί δεν έχει πάρει τα όπλα για την δόξα ή το χρήμα.

Φρέαρ Βυζαντινόν_

Μικροδιηγήματα από τον διαγωνισμό που διοργάνωσε το Φρέαρ, με όριο λέξεων τις εκατόν πενήντα και μόνη προϋπόθεση την χρήση της λέξης «φρέαρ». Το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό και περιλαμβάνει όλη την πολυμορφία του σχετικού είδους, όπως την έχουμε παρουσιάσει και εδώ με αφορμή σχετικά αφιερώματα και εκδόσεις. Ο Π. Ένιγουεϊ διατυπώνει σε τρεις γραμμές την επανάσταση του Δον Κιχώτη κατά του συγγραφέα του, ο Βασίλης Γόνης περιγράφει κλιμακωτά μια αστική αυτοχειρία, η Λίλια Κυρίτση δίνει ανθηρό λόγο σε μια αντρική ερωτική ενηλικίωση, ο Ηλίας Κεφάλας ψάχνει το έαρ στο φρέαρ αλλά δεν αποφεύγει το σημαίνον πηγάδι, μια Έλλα προσκαλείται έστω και μεταφυσικά ως επιθυμητή κοπέλα δια χειρός Νατάσας Κεσμέτη. Η Μαρία Κουγιουμτζή συνοψίζει έναν ερωτικό φόνο σε μια παράγραφο και μια ντουλάπα, ο Ντίνος Σιώτης «φωτογραφίζει» μια όμορφη γυναίκα ξαπλωμένη που όλοι βλέπουν κι υποκρίνονται πως δεν και ο Παναγιώτης Ράμμης, στο πιο φορτισμένο των μικροκειμένων επιστρέφει στο πηγάδι των παιδικών του χρόνων. Και πολλοί άλλοι πυκνώνουν σε ελάχιστες λέξεις ολόκληρα σύμπαντα.

Tobias Wolff, Californie, 2009, φωτ. Jean Luc Bertini

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται, για εμάς που ξεφυλλίζουμε τα περιοδικά από το τέλος, και η επόμενη αναπάντεχη συνάντηση είναι με τον Τομπάϊας Γουλφ, έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους Αμερικανούς διηγηματογράφους, που η κριτική συγκαταλέγει με τους Ρέιμοντ Κάρβερ και Ρίτσαρντ Φορντ. Λέει μεταξύ άλλων ο Γουλφ: Δεν θέλω να υποβαθμίσω την σημασία της πρόθεσης και της συνειδητότητας κατά την συγγραφική διαδικασία. Προφανώς και πρέπει να λειτουργείς συνειδητά. Ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, το ύφος του έργου σου ορίζεται από τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή, από την προσωπική σου οπτική. Και δεν έχεις πάντοτε επίγνωση αυτής της οπτικής. Είναι σαν εκείνο το ρητό που λέει ότι «το ψάρι δεν ξέρει ότι ζει μες στο νερό»… [σ. 64]. Το τεύχος δημοσιεύει και διήγημα του συγγραφέα.

Σε μια άλλη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνομιλία ο Μαρσέλ Γκωσέ, συγγραφέας μιας περίφημης πολιτικής ιστορίας της θρησκείας (Η απομάγευση του κόσμου) μας καλεί να σκεφτούμε το Ισλάμ υπό το πρίσμα όλων των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων. Ιστορικά η θρησκεία οργάνωσε την ζωή των κοινωνιών και η νεωτερική πρωτοτυπία έγκειται στην έξοδο από αυτή την οργάνωση. Η έξοδος αυτή διαχέεται σε πλανητικό επίπεδο και είναι η έσχατη σημασία της παγκοσμιοποίησης. Η ρήξη με την θρησκευτική οργάνωση του κόσμου είναι πλέον δεδομένη. Συνεπώς δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε που σε κάποιους χώρους η διείσδυση αυτής της νεωτερικότητας βιώνεται σαν μια πολιτιστική επίθεση.

Κατασκευή Ιησού_

Ένας άλλος σημαντικός ερευνητής, ο Μάικλ Γουόλτσερ, συγγραφέας του κορυφαίου έργου Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι, συνομιλεί με τον Θεοφάνη Τάση για την πολιτική σκέψη σήμερα και, μεταξύ άλλων, για την πολεμικά εγκλήματα, τα σχετικά αντίποινα, την τρομοκρατία και την άνοδο του ισλαμικού χαλιφάτου. Ο Γουόλτσερ παραδέχεται τις προγενέστερες πλάνες του, όπως για παράδειγμα την πεποίθηση ότι ο θρησκευτικός πόλεμος ήταν ένα καθαρά ιστορικό θέμα. Η θεωρία της αναπόφευκτης εκκοσμίκευσης ήταν θεμελιωδώς λανθασμένη. Όμως και πάλι, απευθυνόμενος στους ανά τον κόσμο πιστούς, υπενθυμίζει: Την στιγμή της Δημιουργίας δεν υπήρχαν εβραίοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι παρά μόνο άνθρωποι κα ο φυσικός νόμος που ίσχυε γι’ αυτούς προηγείται από κάθε αποκάλυψη θεϊκού νόμου και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Η απαγόρευση της δολοφονίας των αθώων είναι μέρος αυτού του νόμου, την οποία καμία ομάδα ζηλωτών δεν μπορεί να καταργήσει.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟι πολυτιμότερες σελίδες του τεύχους αφιερώνονται στον Γιάννη Κιουρτσάκη και σε μια εκτενή συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη. Όσοι δεν γνωρίζουν το έργο του ας σπεύσουν να διαβάσουν τις σκέψεις του για όλα όσα τον έχουν απασχολήσει όλα αυτά τα χρόνια: την εξορία ως συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου, την αναζήτηση της εξορίας μέσα στην ίδια την πατρίδα, τις εσωτερικές αυτοεξορίες, την «ελληνικότητα», την γλώσσα, τον ατέρμονα κύκλο ταυτότητας και ετερότητας. Στα άλλα κείμενα, ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ονειρεύεται γραπτώς Όνειρον του δια βίου μεταφραστού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο π. Βασίλειος Θερμός συλλογίζεται πάνω στην κρίση ως σύμπτωμα ενός βαριά άρρωστου λαού, η Ελένη Μαρινάκη δοκιμάζει τρία (εξαιρετικά) μικρά κείμενα, οι Στρατής Πασχάλης, Τάσος Γαλάτης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης κ.ά. καταθέτουν ποίηματά τους κ.ά.

[234 σελ.]

Στις εικόνες: Βυζαντινό φρέαρ, Tobias Wolff , κατασκευή Ιησού και έργο του Κώστα Σιαφάκα, σχέδια του οποίου κοσμούν το τεύχος.

19
Φεβ.
16

(δε)κατα, τεύχος 44

COVER 44_

Αφιέρωμα Ειδήσεις

Ειδήσεις: Σε ποιον ανήκουν, ποιος τις φτιάχνει, από πού έρχονται; Σαράντα τέσσερις συγγραφείς και δημοσιογράφοι επιχειρούν να απαντήσουν με όλους τους τρόπους, μυθοπλαστικούς και μη. Με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ειδήσεις από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης – ειδησεογραφικά πρακτορεία, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση -, δεν είναι απορίας άξιο ότι ο κόσμος έχει περιέλθει σε αξιολύπητη κατάσταση, γράφουν τα (δε)κατα στην εισαγωγή του αφιερώματος, με τίτλο οι ειδήσεις είναι η κρίση. Πράγματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αμέτρητα συμβατικά, καλωδιακά αλλά και ιντερνετικά κανάλια εκφέρουν έναν λόγο και μια εικόνα που μετά βίας μοιάζει με «ειδήσεις», ενώ κατ’ ουσία είναι ρηχές ματιές σε συμβάντα. Είναι σα να παίζουν το ίδιο έργο, βασισμένο στην αρχή που λέει ότι κάθε θεατής πρέπει να στρέφεται σε μια οθόνη και να βρίσκει θέματα που γυαλίζουν και καθηλώνουν.

Μια ενδιαφέρουσα θέση εκφράζει ο David Jacobson στο κείμενό του Η τηλεόραση σου κάνει καλό. Η τηλεόραση κατηγορείται συνεχώς ότι ενθαρρύνει την απάθεια, την αδράνεια, την παθητικότητα, την δουλική υπακοή. Κανένας όμως δεν έχει παρατηρήσει την επίδρασή της σε εκείνους που τους είχαν στερήσει την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια ποικιλία και χυδαιότητά της. Μπορεί αρχικά να προκαλέσει απογοήτευση και οργή στους αποκλεισμένους θεατές και συμμέτοχους στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό καρναβάλι· στην συνέχεια όμως μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Όταν βέβαια κερδίσουν την μάχη τους, είναι αλήθεια ότι μπορεί να γίνουν όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

A woman watches television in her house in the outskirts of Sudan's capital, Khartoum April 5, 2010. REUTERS/Zohra Bensemra (SUDAN - Tags: SOCIETY IMAGES OF THE DAY)

Οι κάτοικοι των χωρών του πρώην Σοβιετικού μπλοκ και οι Νοτιοαφρικανοί την εποχή του απαρτχάιντ εκδήλωσαν αυτή την κατάσταση. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του πληθυσμού από κάθε σχετική πρόσβαση ως απόδειξη της ηθικής και πολιτιστικής του ανωτερότητας. Όφειλαν λοιπόν να είναι και ευγνώμονες στους πολιτικούς τους κυρίους που προαποφάσιζαν για λογαριασμό τους τι του ωφελούσε και τι όχι. Ο συγγραφέας θυμάται μερικούς κατηφείς ντόπιους σ’ ένα μπαρ στην Πράγα, να παρακολουθούν στην τηλεόραση μια ταινία που έδειχνε την παρακμή των Δυτικών· το ύφος τους έμοιαζε με εκείνων που ετοιμάζονται να περάσουν από μια εξέταση. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας, εργάτες στην Ανατολική Γερμανία αρνούνταν να εργαστούν σε περιοχές που δεν έφτανε το σήμα της δυτικογερμανικής τηλεόρασης.

Man Watching TV in a Bar, Detroit 1972

Αλλά εκείνο που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον συγγραφέα ήταν τα πρόσωπα των πρώην υπαλλήλων του καθεστώτος, στους οποίους είχαν επιρρίψει την ευθύνη των παραπτωμάτων του παρελθόντος και οι οποίοι ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι σε τηλεοπτικές συζητήσεις από τις οποίες αποκλείονταν στο παρελθόν: Έμοιαζαν με παιδιά ξαμολημένα στο δρόμο. Που δεν χρειάζονταν πια να υπερασπιστούν τα αδικαιολόγητα, να εμφανίζονται πάντα με το προσωπείο του επίσημου ψεύτη, να φοβούνται τους φίλους στη χώρα τους περισσότερο από τους υποτιθέμενους εχθρούς της, που τώρα άρχισαν αν τους χαμογελάνε, να συζητάνε, να μιλάνε εφεξής για απαγορευμένα θέματα, να παραδέχονται τα λάθη του παρελθόντος. Το ίδιο συνέβαινε με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Η ευχαρίστηση που αισθάνθηκαν όταν τους αντιμετώπισαν ως πραγματικούς ανθρώπους, όχι σαν αφύσικα τέρατα και απόκληρους, ήταν πασιφανής. Τουλάχιστον είχαν γίνει ξανά αποδεκτοί στο ανθρώπινο γένος. [σ. 53]

Φίλιππος Δρακονταειδής, Τάσος Καλούτσας, Χρύσα Φάντη, Δημήτρης Μίγγας, Μάριος Ποντίκας, Γιώργος Σκαμπαρδώνης κ.ά. στο διήγημα, Θανάσης Τριαρίδης, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Γιάννης Τζώρτζης στο αφήγημα, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ηλίας Γκρης, Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μπουλώτης, Σοφία Διονυσοπούλου κ.ά. στην ποίηση συγγράφουν πλευρές των ειδήσεων, ενώ ο Γώργος Ρούβαλης ενώνει τις δυο ειδήσεις για τις τραγικές δολοφονίες του 1963 (Λαμπράκης – Κέννεντι) σε ένα κείμενο προσωπικής μνήμης.

News

Στο πεδίο των απόψεων και των εκτιμήσεων ο Μανώλης Παράσχος γράφει για την δημοσιογραφική αξία των ειδήσεων την ψηφιακή εποχή, ο Ben Bagdikian αναρωτιέται ποιος είναι κύριος της ενημέρωσης, ο Γιάννης Στρούμπας «τοποθετεί» την είδηση μεταξύ τραγωδίας και παρωδίας, ο Τάσος Τσακίρογλου επιχειρεί να αναπνεύσει υπό το τοξικό νέφος των ΜΜΕ, ο Δημήτρης Τζουμάκας παρακολουθεί «ειδήσεις με μανικιούρ στις οκτώ» και o Justin Fox παρακολουθεί τα νέα μονοπώλια του διαδικτύου και ιδίως το Facebook με την Google, που «ετοιμάζονται να μας πνίξουν, αν τους αφήσουμε». Και μιας και το έφερε η κουβέντα, αλιεύω από τον δεκατοδείκτη, την καθιερωμένη σελίδα – στήλη του περιοδικού, που παρουσιάζει κάθε φορά αδιανόητα δεδομένα από διάφορους τομείς, το έτος κατά το οποίο εικάζεται ότι θα κυκλοφορήσει η τελευταία εφημερίδα στην Αμερική είναι το 2034.

Σε άλλα που δεν φτάνουν ποτέ ως ειδήσεις, ο Θεοδόσης Πυλαρινός ερευνά την Αλληλογραφία Μενέλαου Λουντέμη – Αντώνη Μυστακίδη, η Μάρω Δούκα θυμάται ποιος ήταν ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, ο Γιώργος Μπράμος επιχειρεί ένα υπαρξιακό πορτρέτο του επιστήθιου φίλου του Ανταίου Χρυσοστομίδη και το περιοδικό καταγράφει υποψηφίους, νικητές και σκεπτικά για το καθιερωμένο βραβείο των (δε)κάτων, The Athens Prize for Literature.

50s family

Το τεύχος περιλαμβάνει και μια εκτενή, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία του Ρωμανού Κοκκινάκη με τον Χρήστο Οικονόμου. Ο συγγραφέας αναφέρεται, εκτός πολλών άλλων, στην συνειδητοποίηση της μεγάλης γοητείας της γραφής που για τον ίδιο είναι η έκσταση της διαδικασίας να βγαίνει από τον εαυτό του και να γίνεται κάθε φορά κάποιος άλλος· να θέλει να ζήσει περισσότερες από μια ζωές, σα να μην του φτάνει η δική του. Γι’ αυτό και ποτέ δεν γοητεύθηκε από την ιδέα της ατέρμονης ενδοσκόπησης μέσω της λογοτεχνίας. Το στοίχημά του είναι να μπαίνει στην θέση του άλλου και να προσπαθεί να κάνει την ιστορία κομμάτι του εαυτού του αναγνώστη, μέρος της δικής του εμπειρίας.

Δεν χρειάζεται να είσαι άστεγος για να γράψεις μια καλή ιστορία για έναν άστεγο, όμως πρέπει να έχεις εκείνη την ακατανίκητη παρόρμηση να μπεις στη θέση ενός άστεγου, ή οποιουδήποτε άλλου, και να προσπαθήσεις να δεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, σε όλες τις ανεπαίσθητες και ιδιαίτερες εκδοχές του.

 [σ. 192]

Οι πρώτες δυο εικόνες: Τηλεθεατές στο Σουδάν [2015, Reuters / Zohra Bensemra] και στο Ντιτρόιτ [1972]

16
Ιαν.
16

Δημήτρης Καλοκύρης – Τα σύνεργα της πλοιαρχίας, ήτοι η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου

KALOKYRIS_SYNERGA_PLOIARXIAS_

Μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών

Κατά την περίοδο της δικτατορίας ο Εμπειρίκος βρισκόταν υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, η οποία έγινε εντονότερη με την φυγή στο εξωτερικό πολλών φίλων του, όπως ο Ελύτης, ο Τσαρούχης και ο Νάνος Βαλαωρίτης, αλλά και λόγω της αυτοκτονίας του Γιώργου Μακρή. Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καλοκύρη ήταν μια από τις λίγες φωτεινές στιγμές αυτής της ψυχικά και ηθικά δύσκολης περιόδου, όπως γράφει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ο Καλοκύρης επισκέφτηκε τον Εμπειρίκο μαζί με τον Μίμη Σουλιώτη το 1971 και επέμεινε να τον πείσει να δημοσιεύσει ποιήματά του στο περιοδικό Τραμ που εξέδιδε, καθώς είχε πρόσφατα αρθεί η προληπτική λογοκρισία.

Τραμ 3 - 4_

Τελικά δημοσιεύτηκαν τρία ποιήματα στο «πολύπαθο» διπλό τεύχος 3/4 του περιοδικού (1972), που περιείχε και το ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου «Το σώμα», για την δημοσίευση του οποίου ο Καλοκύρης δικάστηκε για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων και φυλακίστηκε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης. Ο Εμπειρίκος και ο Καλοκύρης ξαναβρέθηκαν σ’ ένα διεθνές βαγκόν-λι τραίνο προς την Θεσσαλονίκη και πέρασαν όλη την πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή καπνίζοντας στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης, ενώ μια αυτόνομη έκδοση στα τραμάκια δεν προχώρησε καθώς ο Εμπειρίκος παρέμενε απρόθυμος να δημοσιεύσει βιβλίο υπό το καθεστώς της δικτατορίας. Με τον θάνατό του, το 1975, που ο συγγραφέας έμαθε καθυστερημένα από παλιά εφημερίδα στο στρατόπεδο,  έλαβε τέλος και η ύστατη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική πρωτοπορία, οφειλόμενη εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό και την επιμονή του νεαρού Καλοκύρη.

Τραμ 3 - 4 εσώφυλλο_

Αυτός είναι και ο πυρήνας του βιβλίου: η ύστατη ενεργός συμμετοχή του Εμπειρίκου στην ελληνική πρωτοπορία, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό του Καλοκύρη, που με τα ανοίγματά του στα νεότερα ρεύματα (που αγαπούσε αλλά και περιπλανούσε με τα Τραμ του) ενέπνευσε τον εβδομηντάχρονο ποιητή. Μια αντίστροφη επίδραση, μια οφειλή για την οφειλή. Πλέουμε μ’ ένα πολύτιμο τομίδιο σε κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως ο Χάρτης αλλά και ο Φωτογράφος, σε βιβλία του Καλοκύρη – Φωτορομάντσο, Πλώρη στον Εωσφόρο, Το μουσείο των αριθμών, Ποικίλη Ιστορία, σε ειδικές εκδόσεις και ακόμα ειδικότερα επίμετρα, ή αποτέλεσαν ανακοινώσεις συνεδρίων και αποκαλύψεις δελτίων τύπου.

Τα πρώτα κείμενα αφιερώνονται στα πλοκάμια της παραπάνω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ιστορίας, που καταγράφεται με την πλούσια λεξιπλαστική του συγγραφέα και εμπλουτίζεται με απολαυστικές και ανεκδοτολογικές πλευρές της συνύπαρξης. Για μια ενδεχόμενη έκδοση του Αργώ στα τραμάκια ο Εμπειρίκος είχε συντάξει και σχέδιο βιογραφικού σημειώματος, όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως δημιουργούσε υπό το φως πάντα της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας».

Εμπειρίκος

Την εποχή που ξέσπασε η δικτατορία ο Εμπειρίκος ήταν εξήντα έξι ετών και είχε να πολλά χρόνια να βγάλει καινούργιο βιβλίο. Ο Ελύτης αργότερα θα σημείωνε ότι λίγοι γνώρισαν όσο εκείνος στα Δεκεμβριανά τις φρικαλεότητες της ομηρίας. Και τελικά η χούντα τον έκανε να σωπάσει οριστικά. Η στατιστική, γράφει πιο κάτω ο Καλοκύρης, αποδεικνύει ότι επί αυταρχικών καθεστώτων ευδοκιμούν τα εν Ελλάδι περιοδικά. Κι έτσι κι εκείνος με το Τραμ στο χέρι κατέβηκε να τον συναντήσει, παίζοντας με την φωτιά. Αν η πολιτική ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού, η τέχνη μπορεί κάποτε να είναι η πολιτική του ανέφικτου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά) με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι.

Σε τι γοήτευσε ο Εμπειρίκος εκείνη την γενιά που ήταν αφοσιωμένη στο ροκ και στην πολιτική ενηλικίωση, μια νεολαία που τα ήθελε όλα και τα ήθελε τώρα; Αρχικά ήταν η γλώσσα: γεμάτη κρυμμένες αστραπές, συνδεδεμένη με μεταφράσεις σημαντικών έργων της εφηβείας αλλά και με κείμενα όπως του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, που τώρα οδηγούσε στην καρδιά μιας μυθοπλασίας συνδυασμένης με λαϊκά αναγνώσματα αλλά γεμάτης χιούμορ και ειρωνεία που δεν σχολίαζε γεγονότα αλλά προκαλούσε γεγονότα. Ή όπως έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης, «συνουσίασε κυριολεκτικά την καθαρεύουσα με την δημοτική».

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1924, Ελβετία

Έτερον στοιχείο γοητείας ήταν το μυστήριο του τεράστιου αδημοσίευτου ως τότε έργου του, αλλά και το συχνά ελευθεριάζον περιεχόμενο αρκετών κειμένων του, ακόμα και τα ίδια τα εύγλωττα αποσιωπητικά, σε εκείνα τα περίφημα εβύθισε το…του, εις το….της), μια αθωότητα που καταγόταν ίσως από τους φιλολογικά άγνωστούς μας ακόμα beat ποιητές, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πνεύμα των επιγόνων τους και των συνομηλίκων μας: αυτών που έχτιζαν την ουτοπία των χίπις και της παράλιας μουσικής.

 Τραμ 3 - 4 πρώτη σελίδα_

Στα γραπτά του υπήρχε ένα κλίμα ανταρσίας, «μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών». Εκείνος έμοιαζε φορέας μιας φιλοσοφίας άμεσης, μακριά αλλά και κοντά ταυτόχρονα στα παγανιστικά και συνάμα αριστερόστροφα ενδιαφέροντα του κύκλου των νέων όπου ανήκε ο Καλοκύρης. Και αποδείκνυε ότι η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικά καταγραφή και μεταστοιχείωση θρήνων, καημών και ψυχικών τραυμάτων που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει. Ως προς την δήθεν ιδεολογική σύνδεση του Εμπειρίκου με την ιδεολογία του φασισμού (!) ο συγγραφέας τονίζει ότι οι σωματοφύλακες του λυρικού βασιλέως δεν ευκαιρούν ν’ ασχολούνται με τις γελοιότητες και τις ραδιουργίες των ποικιλώνυμων καρδιναλίων.

Εμπειρίκ 2ος

Το κείμενο Η άλλη όχθη αναφέρεται στην ουτοπία της Άλλης Όχθης, που υπήρξε ένα διαρκές αίτημα του στοχασμού και της τέχνης. Εδώ ο Καλοκύρης συναρμογεί περίτεχνα την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού, την Σοφία Σπανούδη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι τον Γιώργο Σαραντάρη που απευθυνόταν στους φίλους μιας άλλης χαράς και τον Μίλτο Σαχτούρη που επέγραφε ένα βιβλίο του Η χαρά στον άλλο δρόμο, καθώς η ευτυχία που είναι πάντα στην αντίπερα όχθη, σύμφωνα και με την περίφημη Αλκυόνη του Ντ’ Αννούντσιο.  Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού». Κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007_

Η γλώσσα του Υπερσιβηρικού συμπλέει με τον πολύτομο και ιθυφαλλικό Μεγάλο Ανατολικό, περιορίζοντας τον ορισμό κάθε μελλοντικής ελληνικής πεζογραφίας σε «σύμπτυξη θαμπής ατμομηχανής», καθότι υπήρξε μια μορφή Υπερσιβηρικού της Γλώσσας ή μια έσχατη εκδοχή του Έπους των Σοδόμων. Το βιβλίο περιλαμβάνει και την καταγραφή μιας δημόσιας συζήτησης του Λεωνίδα Εμπειρίκου με τον Δημήτρη Καλοκύρη και άλλους σύνεδρους που φωτίζει οριστικά σκοτεινές, αμφιλεγόμενες και παρερμηνευμένες πλευρές: για την «θρησκευτικότητα» του ποιητή, τον μύθο του πάμπλουτου ποιητή, το χρονικό της ομηρίας του στα Δεκεμβριανά, τον τρόπο με τον οποίο δημοσίευε και άλλα πολλά.

Αμαρυλλίς_

Ένα ενδεχόμενο αμφίβιο αναφέρεται στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως ζεύγμα Εμπειρίκου και Καζαντζάκη. Σταχυολογώ από τις πλείστες ομοιότητες: υπήρξαν σοσιαλιστές με τον τρόπο τους αλλά επέστρεψαν κρυφά απογοητευμένοι από την Σοβιετική Ένωση, είχαν εμμονή στο πρόσωπο του Χριστού καίτοι δηλωμένοι άθεοι, αντέτειναν στην Κατάνυξη την Έξαρση, έγραψαν δυο μείζονα εκτεταμένα έργα – τον Μεγάλο Ανατολικό και την Οδύσσεια, τα οποία έχουν το αρνητικό προνόμιο να μιλούν όλοι γι’ αυτά χωρίς να τα έχει αντέξει ως το τέλος σχεδόν κανείς, αμφότεροι βίωσαν βαθύτατη κατάθλιψη και επεδίωξαν πλήρη απομόνωση, αλλά πάνω απ’ όλα:

O συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε

«Ποια θα ναι η μορφή της νέας Αγάπης;» συλλογίζεται ο Καζαντζάκης. Γιατί ανύψωση του ανθρώπου χωρίς να ’χει βάση την Αγάπη δεν μπορεί να νοηθεί. / Και ο Εμπειρίκος: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη».

Εκδ. Άγρα, 2013, σελ. 122.

Στις εικόνες, το περίφημο τεύχος του Τραμ που βρέθηκε εύοσμο και καταδιαβασμένο στην ουτοπική πτέρυγα του Πανδοχείου, Εμπειρίκος – Φωτοφράκτης, συντροφία με Αντρέ Μπρετόν, Ντιέγκο Ριβιέρα και Λέων Τρότσκι, Εμπειρίκος τρίκυκλος εις Ελβετία, «Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού» – κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007, και ο συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε.

28
Δεκ.
15

Εντευκτήριο, τεύχος 108 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2015) (κυκλοφ. 20 Νοεμβρίου 2015)

108

Περνάμε δεκαετίες για να καταλάβουμε ότι τα πιο μεγαλόπνοα έργα έχουν στοιχειώδη εγωκεντρικά κίνητρα. Η προσωπικότητα, γενικά, παρά την περίπλοκη λειτουργία της και τους αινιγματικούς θεατρινισμούς θυμίζει παιδική κουτοπονηριά. Εξ ου και ο αυτοσαρκασμός…έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης και χάρη στο Εντευκτήριο έχουμε την ευκαιρία να τον διαβάσουμε σε μια απρόσμενη, αδημοσίευτη συνέντευξη. Πρόκειται για συνομιλία με την Αναστασία Λαμπρία που προοριζόταν για την Μεσημβρινή, η οποία τελικά έκλεισε κι έτσι το απομαγνητοφώνημα καταχωνιάστηκε για χρόνια σε κάποιο συρτάρι.

Ο Παπαγιώργης έδωσε φτερά στο δοκίμιο, που κατέστησε ιδανικό είδος για την συνεύρεση φιλοσοφίας και καθημερινών παθών. Δοκίμασε να γράψει άλλο είδος, υπήρχε πάντα ο πειρασμός του μυθιστορήματος αλλά θεωρούσε πια ανέφικτο να στήσεις μια πειστική κατάσταση χωρίς να καταφύγεις σε εξωτισμούς. Η πόλη προσφέρεται μόνο για αστυνομικά μυθιστορήματα· διαφορετικά ποιος ενδιαφέρεται αν πέθανε η γιαγιά μου ή αν ο Λάκης αγαπάει τη Λούλα; Ο κινηματογράφος σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Υπ’ αυτή την έννοια, το να γράφεις βιβλία διανοητικά που στραβοκοιτάζουν τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία έγινε η ιδανική του λύση.

7128030_2_l_

Η δισέλιδη και κάτι παραπάνω συνέντευξη είναι πολύτιμη. Ο συγγραφέας εξομολογείται πως με τα χρόνια βρέθηκε στη θέση του ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι, για να γράψει, πρέπει να αφήσει τον κοινό τόπο και να επιλέξει την παρέκκλιση. Ως προς το ύφος του, δεν επηρεαζόταν από λογοτέχνες· ζήλευε λογοτέχνες και Η δολοφονία ως μία από τις καλύτερες τέχνες του Ντε Κουίνσυ και το Αγέλη και Δύναμη του Κανέττι αποτελούν πρότυπα από συγγραφείς που ονομάστηκαν «μικροί». Βρήκε ένα κοινό με ειδικές ανάγκες, επειδή ακριβώς ήταν κι ο ίδιος παιδί με ειδικές ανάγκες. Κι έγραψε τα βιβλία του εύκολα, γιατί τα βιβλία γράφονται εύκολα, μέσα σε λίγους μήνες, όπως γίνονται τα παιδιά. Ο χρόνος σού επιστρέφει ό,τι είσαι· γι’ αυτό ο Θεός έκανε μία εβδομάδα για να δημιουργήσει τον κόσμο

Ανάμεσα στα άλλα κείμενα ξεχωρίζει το εξίσου απρόσμενο, ιδιόμορφο παραμύθι της Ανν Κουίν [Ann Quin] Κάθε σακάτης με τη δική του περπατησιά (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ριζοσπαστικό γυναικείο περιοδικό Nova τον Δεκέμβριο του 1966, δυο εξομολογητικοί, διπρόσωποι μονόλογοι της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ με ένα ποίημα και με τον ίδιο της τον εαυτό, τα πάντα απολαυστικά διηγήματα των Σπύρου Γιανναρά και Κώστα Ακρίβου, ενώ πιστός στις αστραπιαίες ιδέες που κάποτε μας χάριζε σε κοινή μπάρα, ο Ηλίας Κουτσούκος φαντάζεται εξωφρενικές επιχειρηματικές ιδέες νυχτερινών κέντρων που καταλήγουν σε θεατρικά μπουλούκια και, μοιραία, σε Γιαούρτι στο παλτό του Γκόγκολ.

41pHzfnSZcL._SX370_BO1,204,203,200_

Έτος 2015, Θεσσαλονίκη. Είναι Δεκέμβριος, και η φημισμένη υγρασία της πόλης βρίσκεται στο 81%. δηλαδή ευνοεί την εμφάνιση του εκτοπλάσματος, τους πονοκεφάλους και τον εσωτερικό μονόλογο. Περιττό να αναφερθεί πως έξω χιονίζει. / Ας αναφερθεί όμως: / Έξω χιονίζει… και μας περιμένει λίγο πιο κάτω η σπαρταριστή γραφή του Σάκη Σερέφα, που μαρτυράει απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα του και μας στέλνει στην επέτειο ενός αιώνα από το 1914, με το μέντιουμ Νίνα να επιχειρεί να φέρει μπροστά στο κοινό τους πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, με λίγη βοήθεια από τον οδηγό της Μπάμπη, «που θα διευκολύνει την επικοινωνία ανάμεσα στο διάμεσο και στα πνεύματα, κάτι σαν κυβερνητικός εκπρόσωπος θα έλεγε κανείς».

ann-quin_

Πεζογραφούν ακόμη οι Κουραλί Μάνικαβελ  (μτφ. Γιάννης Θεοδοσίου), Αλέξης Πανσέληνος, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Θέμης Λιβεριάδης, Χρήστος Αγγελάκος, Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ, Πόπη Μανιά κ.ά., και στιχουργούν οι Φοίβος Συμεωνίδης, Ειρήνη Ιωαννίδου, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Κυριάκος Χαρίτος, Λεβή Μπενουζίλιο κ.ά. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος καταθέτει «Άνθη αδερφικής φιλίας» για τον Γιώργο Χ. Θεοχάρη, ο Άρις Γεωργίου παρουσιάζει εκτενώς το έξοχο βιβλίο του Ηρακλή Παπαϊωάννου Η φωτογραφία του ελληνικού τοπίου: μεταξύ μύθου και ιδεολογίας (που θα παρουσιάσουμε κι εδώ στο Πανδοχείο λίαν συντόμως), ο Χρήστος Καλός ανοίγει τον φωτογραφικό του θάλαμο και όλοι οι εκλεκτοί στηλίτες, κριτικοί και παρουσιαστές βρίσκονται στις θέσεις τους.

[σελίδες 160]

Στις εικόνες: τα δυο βιβλία που απορρόφησε ο Κωστής Παπαγιώργης και η Ann Quin.

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 37 (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2015)

E

Το περιοδικό συμπλήρωσε είκοσι χρόνια και το τεύχος είναι πλούσιο και επετειακό. Στο πρόσωπο του εκδότη του περιοδικού Γιώργου Γιαννόπουλου η λογοτεχνική γενιά του ’80 στην Θεσσαλονίκη βρήκε έναν άξιο εκπρόσωπό της, έναν πολύτιμο εργάτη και διανοούμενο με σημαντική προσφορά. Ο μαέστρος αυτής της πλούσιας πνευματικής πορείας υποδέχεται ερωτήσεις σε μια εκτενή συνομιλία με την συγγραφέα Πέρσα Κουμούτση, όπου μεταξύ άλλων εστιάζει την δοκιμασία του περιοδικού, που υπήρξε πάντα ένα συλλογικό εγχείρημα που στηρίζουν φίλοι και συνεργάτες, σε κάποιες συγκεκριμένες παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων είναι η προβληματική της εμφάνισης του νεοφασιστικού κινδύνου σε συνδυασμό με την κρίση του συστήματος, οι ιδεολογικές και πολιτικές εκδοχές του εθνολαϊκισμού, ο πυρήνας της κρίσης στην σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία και η ανάδειξη του κριτικού λόγου με αναφορές στην φιλοσοφική σκέψη, στον ψυχαναλυτικό λόγο, στο πολιτικό δοκίμιο κλπ.

Cover 29_

Η Τούλα Παπαπάντου καταλογογραφεί τους ποιητές που έχουν δημοσιεύσει πονήματά τους στο περιοδικό την τελευταία δεκαετία, η Ελένη Αβραμίδου καταθέτει ένα δισέλιδο manuel των είκοσι αυτών χρόνων, ο Σπύρος Μακρής ξεφυλλίζει την πορεία της Τέχνης, της Επιθεώρησης Τέχνης, της Κριτικής, του Πολίτη και του Ένεκεν (Ο περιοδικός τύπος στην Ελλάδα), ο Βασίλης Ιωαννίδης συντάσσει δελτία παλαιότερων τευχών, αλλά εκφράζει και έναν γενικότερο προβληματισμό για τα λογοτεχνικά περιοδικά:

Πρέπει να αναρωτηθεί κανείς για τα λίγα αυτά περιοδικά, που καταγράφουν και αποτυπώνουν την πολιτιστική πορεία του τόπου και που η έκδοσή τους γίνεται από κάποια μοναχικά, ρομαντικά άτομα, τα οποία καταθέτουν μέσα από ανυπέρβλητες δυσκολίες όλου τους το είναι, μεράκι, πάθος, μόχθο, ατέλειωτη εργασία και χρήμα, υπάρχει αποδέκτης και υπάρχει αναγνώριση της προσφοράς και του ρόλου τους καθώς και μια στρατηγική στην προώθηση και στήριξη των προσπαθειών τους ή απλά αντιμετωπίζονται σαν γραφικές περιπτώσεις που ικανοποιούν κάποιες προσωπικές τους ανάγκες ή επιθυμίες, οι οποίες δεν έχουν κανένα κοινωνικό ή πολιτιστικό αντίκρισμα και εγκαταλείπονται αβοήθητοι σε έναν απεγνωσμένο, ατελέσφορο αγώνα;

Eneken Cover 28_

Ο συντάκτης διαπιστώνει ότι αυτά τα περιοδικά δεν έχουν καν την στήριξη των ίδιων των λογοτεχνών, των συγγραφέων, ιδιαίτερα των Θεσσαλονικέων, που το έργο τους έχει παρουσιαστεί και προβληθεί απλόχερα από τις σελίδες του περιοδικού, ενώ ειδικότερα το παρόν περιοδικό συχνά δεν έχει ούτε τη στήριξη της αριστεράς σε όλο της το φάσμα, που κείμενα και συνεντεύξεις μελών και διανοούμενων της έχει φιλοξενήσει… Αναρωτιέται ακόμα πού είναι η παρουσία των χιλιάδων φοιτητών, των πανεπιστημιακών δασκάλων, των δημοτικών αρχών, της Πολιτείας, των βιβλιοθηκών. Τελικά όλα αυτά μήπως αναδεικνύουν το τεράστιο έλλειμμα πολιτισμού σε ολόκληρη τη χώρα;

Eneken Cover blog24_

Ένα εκτενές κείμενο του Γρηγόρη Καραφύλλη αφιερώνεται στον Παντελή Πουλόπουλο, έναν «ευφυή μαρξιστή του μεσοπολέμου». Αντιγράφω από το πάντα πυκνό σημείωμα του εκδότη: Ο σκοπός του δεν άγιασε ποτέ τα μέσα. Για χάρη του πραγματισμού, ο Ζαχαριάδης και οι λοιποί έκαναν ό,τι έκαναν, γιατί υποτίθεται δεν γινόταν αλλιώς. Ο διεθνισμός ήταν όνειρο των τελευταίων ρομαντικών και όχι πολιτική τακτική. Κι όμως ο Πουλιόπουλος τους αποδεικνύει πως οι τελευταίοι ρομαντικοί είχαν δίκιο και τους το δείχνει δυο φορές: τη μία όταν οι στρατιώτες κατεβάζουν τα όπλα τους και τη δεύτερη όταν πια είναι και ο ίδιος ένα φάντασμα που πλανάται πάνω από τα συντρίμμια της χώρας του, όταν η ιστορία παίρνει την εκδίκησή της για τους συμβιβασμούς και τις «τακτικές».

Cover 31a_

Οι τίτλοι των άλλων δοκιμιακών κειμένων είναι ενδεικτικοί: Από τα ψυχιατρεία στην μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη (Παύλος Βασιλειάδης), Η πλατωνική σκέψη ως φιλοσοφία ανυπακοής (Λάμπρος Παπαγιάννης), Η διαλεκτική του βλέμματος μέσα από τον καθρέφτη (Νίκη Τσάγκου) κ.ά. Στην επικράτεια της λογοτεχνίας, διανύεται ένα μεγάλο διάστημα, από τον Ουίλλιαμ Φώκνερ μέχρι σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες που δημιουργούν σε πεζά και ποιήματα. Την έκδοση συνοδεύει το εορταστικό αφήγημα του Ζαχαρία Στουφή The party… και η ποιητική συλλογή του Γιώργου Φρέρη Διαθήκη, ενώ κοσμούν συλλεκτικά έργα του θεσσαλονικιού ζωγράφου και συγγραφέα Γιάννη Βούρου.

Eneken Cover 21

Τέλος, η Ελένη Αβραμίδου διαβάζει αναλυτικά το Ταξίδι στην Κίνα του Ρολάν Μπαρτ: Βλέποντας τους νεαρούς Κινέζους, παρατηρώντας τα λεπτά κορμιά τους και νιώθοντας αόριστους ερωτικούς ηλεκτρισμούς, σημείωνε: «Αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσα να τους διαφωτίσω σχετικά με το οτιδήποτε – απλώς να φωτίσω εμάς εκκινώντας απ’ αυτούς. Άρα, αυτό που μένει να γραφτεί δεν είναι ένα Λοιπόν, η Κίνα; αλλά ένα Λοιπόν, η Γαλλία;».

 Σελίδες: 220

23
Δεκ.
15

Περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 36 (Απρίλιος – Ιούνιος 2015)

Eneken Cover 36_

Το τεύχος φιλοξενεί ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στην Hanna Arendt, με αφορμή την συμπλήρωση σαράντα χρόνων από τον θάνατό της. Η Άρεντ δεν είναι μόνο η μεγαλύτερη φιλόσοφος feminini generis αλλά και μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεωτερικότητας, με περίοπτη θέση στη βαϊμαρική και την εβραϊκή αναγέννηση του Μεσοπολέμου, αλλά με σημαντική συμβολή στην σκέψη για την πολιτική, την ηθική και τον κόσμο μετά τον ναζιστικό όλεθρο και τα Ολοκαύτωμα.

Ο Michael Löwy γράφει για την γνωριμία και την ευρύτερη «συγγένειά» της με τον Walter Benjamin. Αμφότεροι, ο καθένας με τον τρόπο του, καταδεικνύουν το μεγαλείο και την διαύγεια της συνείδησης του παρία των Εβραίων διανοούμενων της Μεσευρώπης [Mitteleuropa] και πάνω απ’ όλα, σύμφωνα και με τα λόγια της ίδιας σε μια επιστολή στον «δάσκαλό» της Καρλ Γιάσπερς (αναφερόμενη βέβαια όχι στον εαυτό της αλλά στον Rahel Varnhagen), μια εξαιρετική ευαισθησία απέναντι στην αδικία, μια γενναιοδωρία και παντελή απουσία προκαταλήψεων και έναν μεγάλο σεβασμό σε οτιδήποτε έχει να κάνει με το πνεύμα.

hannah_

Ο Θάνος Λίποβατς εγγράφει την Άρεντ σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, στο κείμενό του Το κακό στην πολιτική του 20ού και 21ου αιώνα. Η Άρεντ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ειρηνικές, βραχύβιες δημοκρατικές εξεγέρσεις από το 1950 και έπειτα δίχως να τις εξιδανικεύει, τόνιζε ιδιαίτερα την σημασία της αποκάλυψης της αλήθειας στην πολιτική δίκη, εκφράστηκε ιδιαίτερα για την ευρύτερη κρίση ιδίως της μεταπολεμικής περιόδου και συλλογίστηκε πάνω στις αντιδράσεις στην Γερμανία μετά τον πόλεμο (όπου η αντιμετώπιση των εγκλημάτων απλώς ανήχθη σε συναισθηματικές αντιδράσεις αποτροπιασμού και ενοχής). Η φιλόσοφος αναζητούσε φιλοσοφικά κριτήρια για τον εντοπισμό του κακού στον πολιτικό χώρο και διαφοροποίησε το σκέπτεσθαι από το ενθυμείσθαι, εφόσον μόνο η ενθύμηση, η μνήμη διατηρεί τα ίχνη εμπειριών του παρελθόντος.  Arendt4

Συμμετέχουν ακόμα με εκτενή κείμενα ο Σπύρος Μακρής (που επιμελείται και το αφιέρωμα), ο Γιώργος Φαράκλας και η Βίκυ Ιακώβου. Το περιοδικό αποτελεί πάντα ένα ορθάνοιχτο παράθυρο και προς τον σύγχρονο κόσμο, με αμιγώς πολιτικά κείμενα. Αυτή τη φορά ο Gaston Lefranc αναρωτιέται αν βαδίζουμε προς μια νέα χρηματιστική κρίση, ο Jean – Philippe Divès εντοπίζει τους δεσμούς ανάμεσα στην κρίση του καπιταλισμού και την «ψηφιακή επανάσταση», ο Pierre Roussel ερευνά τα της έντασης στην Ανατολή (Χονγκ Κονγκ, Ταϊβάν, Ιαπωνία), η Έλενα Αβραμίδου τις ασιατικές αξίες εναντίον δυτικών.

canetti_2_foto_gadliker

Ένα δεύτερο εξίσου ερεθιστικό αφιέρωμα περιλαμβάνει γραφές Περί ηδονών και άλλων δαιμονίων [Ευάγγελος Λιότζης, Έλσα Κορνέτη, Αντιγόνη Ηλιάδη, Σίσσυ Δουτσίου]. Ανάμεσα στις άλλες σελίδες, ο Φίλιππος Φιλίππου αναζητά τις απαρχές της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Esin Ozansoy εξευρενά κοινούς λογοτεχνικούς τόπους των Οδυσσέα Ελύτη και William Blake κ.ά. Περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων κι ένα διήγημα του John Updike καθώς κι ένα κείμενο του Ελίας Κανέττι (Η γιορτή του νεκρού και οι θρηνητικές θρησκείες):

Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι συμμετέχουν  στο θρήνο; Τι είναι αυτό που τους προσελκύει; Σε τι βοηθά ο θρήνος τους ανθρώπου; Σε όλους τους ανθρώπους που παίρνουν μέρος συμβαίνει το ίδιο: η κυνηγετική αγέλη εξιλεώνεται σαν θρησκευτική αγέλη. Οι άνθρωποι έζησαν σαν διώκτες και σαν διώκτες εξακολουθούν να ζουν πάντα με τον τρόπο τους. Γυρεύουν την ξένη σάρκα και μπήγουν τα δόντια τους μέσα της, τρέφονται από τον πόνο των αδύναμων πλασμάτων [….] Αλλά η ενοχή και ο φόβος τους αυξάνονται αδιάκοπα κι έτσι να το ξέρουν ποθούν την λύτρωση. Έτσι πλησιάζουν κάποιον που πεθαίνει, και με τον θρήνο γι’ αυτόν αισθάνονται και οι ίδιοι σαν διωκόμενοι… [σ. 46].

Διογένης Παπαδόπουλος

Σελίδες: 244.

Στις εικόνες: Χάνα Άρεντ, Γουώλτερ Βένγιαμιν και έργο του Διογένη Παπαδόπουλου, συνθέσειςτου οποίου κοσμούν το τελευταίο τετρασέλιδο του τεύχους.

Στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, το τρέχον τεύχος του περιοδικού.

18
Δεκ.
15

Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 12-13 (Οκτώβριος 2015)

Φρέαρ 12_13_

Γιατί οι άνθρωποι μισούν; Διότι μέσω του μίσους, μέσω δηλαδή της άρνησης του άλλου και της επιθυμίας καταστροφής του, συγκροτούν την ταυτότητά τους, βεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Όπως γράφει ο Γκύντερ Άντερς (Guenther Anders), ένας από τους λίγους στοχαστές του εικοστού αιώνα που έγραψε το μισός, «“Μισώ, άρα υπάρχω”, ακριβέστερα “άρα είμαι εγώ”, και τελικά “άρα είμαι κάποιος”». Το μίσος του άλλου είναι ο εύκολος δρόμος της αυτοεπιβεβαίωσης. Αν πιστέψουμε μάλιστα την ψυχανάλυση, η γένεση του μίσους ανάγεται στην αρχικότατη φάση ανάπτυξη  του εγώ, στον αγώνα κατά του εξωτερικού κόσμου, που τον αισθάνεται ως πηγή δυσαρέσκειας ως απειλή. Η αγάπη είναι κατόρθωμα, το μίσος είναι φυσικό…

γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σε ένα πυκνότατο κείμενο για την πραγματικότητα του μίσους και την ρητορική του. Ο συγγραφέας θυμάται τον στίχο του Ηλία Λάγιου για οργή που είναι πλήρες μεροκάματο και διαπιστώνει ότι η ψυχική δυνατότητα του μίσους που ενυπάρχει στον καθένα μας καλλιεργείται και εξάπτεται, ατομικά και κυρίως συλλογικά, με τον λόγο. Σήμερα στην δημόσια συζήτηση, όταν κάνουμε λόγο για την ρητορική του μίσους εννοούμε περιοριστικά τον ρατσιστικό λόγο, ξεχνώντας ότι πολλές ιδεολογικές συγκρούσεις και πολλοί ευγενείς πνευματικοί αγώνες στην ιστορία της ανθρωπότητας δόθηκαν με έναν λόγο μίσους όχι κατά ιδεών και απόψεων αλλά κατά ανθρώπων. Ο Ζουμπουλάκης εστιάζει στο αιώνιο πρότυπο ρητορικής του μίσους, στον αντισημιτικό λόγο.

Aleksander_Wat_

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φυλετικός και ο εθνικοσοσιαλιστικός αντισημιτισμός δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχε προϋπάρξει αδιάκοπα από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα και εξής, ο θρησκευτικός, δηλαδή χριστιανικός, αντιϊουδαϊσμός, πανταχού παρών σε κάθε είδους γραπτό κείμενο της Εκκλησίας και βεβαίως στον προφορικό της λόγο. Εδώ γίνεται και μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με την Καθολική Εκκλησία, που έστω και καθυστερημένα καταδίκασε έμπρακτα την σχετική ρητορική, σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Άραγε ποιον θα εμπνεύσουν οι ιστορίες αυτές, ποιο αγόρι ή κορίτσι θα παρακινηθεί να γράψει τις δικές του, όταν εγώ δεν θα είμαι παρά ένα σύννεφο, ένας στρόβιλος στην έρημο της Γιούτα, το θρόισμα των φύλλων στο φθινοπωρινό Ουάινσμπεργκ, αναρωτήθηκε ο Ρέι και βυθίστηκε στην απεραντοσύνη εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου του 2012, την ώρα που ο ουρανός σκοτείνιαζε πάνω από το Λος Άντζελες και οι πρώτες σταγόνες της βροχής μούσκευαν το γρασίδι στον περίβολο του νοσοκομείου.

 Ray Bradbury_

…γράφει στο τελευταίο του από μια σειρά επτά έξοχα μπονζάι [μικροκείμενο] για τον Άρη ο Γιώργος Μητάς, αφιερωμένο φυσικά στον Ρέι Μπράντμπερι, που έγραψε τόσα επιστημονικά φαντασιακά χρονικά, και κυρίως βέβαια τα Χρονικά του Άρη. Μια άλλη ποιητική ωραιότατη επιστολή απευθύνει ο Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα στον Χοσέ Λεσάμα Λίμα, τον σπάνιο Κουβανό συγγραφέα του Paradiso. Μη σας παραξενέψει, Λεσάμα, αν μάθετε ότι είστε ένας σπουδαίος κλασικός για την ευρεία μειοψηφία. Θα ήταν εύκολο να ήσασταν ένας δημοφιλής συγγραφέας, όμως αυτός ο κόσμος τότε θα ήταν ένας κόσμος διαφορετικός. Ξέρω πόσο σας θαύμαζε ο Γκαστόν Μπακέρο, που ήξερε πως ήσασταν μια ιδιοφυΐα που δεν είχε κατανοηθεί σωστά, όπως ο Γκόνγκορα, όπως ο Καραβάτζιο, όπως ο Κασάλ, όπως η Ντίκινσον. Πλούσιος σε απέραντες γνώσεις, σαμάνος της πυρπολημένης λέξης, σκοτεινός όπως οι μιγάδες ή οι εκλεπτυσμένοι ανάμεικτοι, είχατε κοκαΐνη από φως στο ερημητήριό σας. Ήσασταν, Λεσάμα, μια από τις μεγαλύτερές μας πολυτέλειες.

Lezama_Lima_ilustra_Robson_Vilalba

Το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα προέρχεται από την ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης που αποτελεί και τον κύριο κορμό του τεύχους· μια ανθολογία με δύο ιδιαιτερότητες: αφενός αφορά αποκλειστικά και μόνο ζώντες συγγραφείς, «αφήνοντας στην άκρη την συνηθισμένη συνταγή των αφιερωμάτων πού περιλαμβάνει κυρίως την γενιά του 1927 κι από δίπλα κάποιους ακόμη συμπληρωματικούς ποιητές, από τούς πιο γνωστούς και καθιερωμένους», αφετέρου τα ποιήματα είναι αδημοσίευτα ακόμα και στα ισπανικά. Έτσι το περιοδικό απευθύνθηκε σε ορισμένους από τούς πλέον έγκυρους ποιητές της Ιβηρικής (Χουάν Κάρλος Μέστρε, Αουρόρα Λούκε, Άλβαρο Βαλβέρδε, Φρανθίσκο Λεόν αλλά και Κάρλος Αλκόρτα και Χουάν Βιθέντε Πικέρας) και τούς ζήτησε να υποδείξουν τούς ποιητές εκείνους πού, κατά την γνώμη τους, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από καμιά σύγχρονη ανθολογία, ζητώντας τους παράλληλα να τους φέρουν και σε επαφή μαζί τους.

Κώστας Ψυχοπαίδης_

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι ανθολόγοι ζήτησαν να μην δημοσιοποιηθούν οι επιλογές του καθενός, ενδεικτικό του γεγονότος ότι τα συγγραφικά ήθη της Ισπανίας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τα δικά μας. Η κοπιώδης μετάφραση των ποιημάτων έγινε από τους Δημήτρη Αγγελή, Ούρσουλα Φωσκόλου και Κώστα Βραχνό. Το τεύχος περιλαμβάνει επίσης κοινή συνέντευξη των Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες και Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, συνεντεύξεις των Ζαν-Λυκ Νανσύ και Λη Μπρέιβερ, μια ανέκδοτη ομιλία του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, κείμενα των Αντώνη Ζέρβα (Ο Εμπειρίκος της ηδονής και η ηδονή της εμπειρίας), Κώστα Στεργιόπουλου (Για την έκδοση του κριτικού έργου του Άγρα), Ιωάννη Ζηζιούλα (Μητροπολίτη Περγάμου), Σταύρου Γιαγκάζογλου, ένα απρόσμενο διήγημα του Κάρλος Φουέντες (μτφ. Μαρία Καλουπτσή) κ.ά., ενώ Επί υδάτων πολλών μας πλοηγούν ο Άλβαρο Βαλβέρδε σχετικά με τον Καβάφη στην Ισπανία, ο Αχιλλέας Ντελλής σε ένα ωραιότατο κείμενο για το βλέμμα της σινεφιλίας, ο Μαριάνος Καράσης με τα δελτία του για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας και έτεροι πολλοί. Τα χαρακτικά του τεύχους είναι του Γιάννη Ψυχοπαίδη.

ZESZYTY LITERACKIE

Ο κομμουνισμός είναι εχθρός της εσωτερίκευσης, ο εχθρός του ανθρώπου με εσωτερικό βίο. Η ουσία του σταλινισμού: να σκοτώσει τον εσωτερικό βίο του ανθρώπου… έγραφε ο μείζων πλην παραγνωρισμένος σοβιετικός συγγραφέας Aleksander Wat, ένας από τους αναρίθμητους πνευματικούς εργάτες που υπέστη τα πάνδεινα από το σοβιετικό καθεστώς. Το εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Βραχνού μας ξεναγεί στην συντροφία του με τον Stanislaw Ignacy Witkiewicz, στην ποιητική του συλλογή Ο Άνεργος Εωσφόρος, στην περιπλάνησή του σε δεκατέσσερις φυλακές, στην αδύνατη επιστροφή στην υγιή ζωή, στην αυτοχειρία του, και πάνω απ’ όλα στο σπάνιο, πολυσέλιδο έργο του Ο Αιώνας μου και στις εξομολογήσεις του: Εκείνο που με έσπρωξε στον κομμουνισμό δεν ήταν η δίψα για πίστη, αλλά η ανικανότητά μου να αντέξω τον απόλυτο, τελεσίδικο σκεπτικισμό και, κατά συνέπεια, να αποδεχτώ το παράλογο της ύπαρξης.  

Στις εικόνες: Aleksander Wat – αποδέκτης κρατικού και «ιδεολογικού» μίσους, Ray Bradbury, ο José Lezama Lima, που ενέπνευσε τον ποιητή, έργο του Κώστα Ψυχοπαίδη, κοσμητή του τεύχους, Aleksander Wat ως Τσάρλι Τσάπλιν από την Jana Lebens.

12
Δεκ.
15

Το Δέντρο, τεύχος 205 – 206 (Οκτώβριος 2015)

Δέντρο

Ω, ο έρωτας δεν είναι τίποτα, αν δεν είναι τρέλα, κάτι παράλογο, απαγορευμένο, και μια περιπέτεια στο κακό. Διαφορετικά είναι ευχάριστη κοινοτοπία, καλή για να κάνει κανείς ειρηνικά τραγουδάκια στις πεδιάδες. [Το Μαγικό Βουνό]

Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Τόμας Μαν, το Δέντρο αφιερώνει ένα τεύχος στον συγγραφέα που, όπως γράφεται στον πρόλογο, έχει καταργήσει πια στην πράξη κάθε ένταξή του σε συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο. Ο Μαν πάντα θα μεγαλουργεί στο μεταίχμιο μεταξύ πρωτοπορίας και παράδοσης, στην παραλαβή των σημαντικότερων προτάσεων του 19ου αιώνα και στην προώθησή τους στον επόμενο αιώνα, όπου διυλίζοντάς τις μέσα από ένα εντελώς προσωπικό ιδίωμα.

Thomas_Mann_in_Sanary-sur-Mer_1933_

«Δεν είμαι παρατηρητής αλλά ενός εκπρόσωπος», έγραφε ο Τόμας Μαν το 1937 και μας το θυμίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις στο κείμενό του Τόμας Μαν, δαιμονικός εκπρόσωπος του ανθρωπισμού. Από παιδί ακόμη, σαν ήρωας του Γκέτε, γοητευμένος από τις μεταμφιέσεις και το θέατρο μαριονέτας, δηλαδή από το πλήρως συνειδητό και γεμάτο πάθος παιχνίδι μεταξύ της μαγείας και της πεζής πραγματικότητας, ο Μαν ζούσε σε έναν κόσμο – παράσταση, βιωμένο με βαθιά σοβαρότητα. Ο Μάγκρις εστιάζει σε ορισμένα έργα του, όπως οι Μπούντεμπρουκ, ένα παράδειγμα εξαίρετου ύφους, ένα έπος που συνελάμβανε το συνολικό και ενιαίο νόημα της ζωής και ο Φέλιξ Κρουλ, ένα από τα ωραιότερα βιβλία του συγγραφέα, που ανέδειξε πως η ειρωνεία και το παιχνίδι, στις παύσεις και τα διαστήματα μεταξύ άλυτων αντιθέσεων, μπορούσαν να αποσπάσουν από την ύπαρξη ώρες χαράς, ευτυχίας και αλήθειας.4573

Ποιος μπορεί να υποθέσει τι σκέπτεται ο Γκούσταβ φον Άσενμπαχ στον κινηματογραφικό Θάνατο στη Βενετία, όταν στο κουρείο δέχεται τις περιποιήσεις και τις ανανεωτικές παρεμβάσεις του φλύαρου ιταλού κομμωτή; αναρωτιέται ο Κώστας Μαυρουδής στο δικό του κείμενο, Ένας ευτελής περίγυρος. Το γνωρίζει μόνον ο αναγνώστης της νουβέλας, ενώ ο θεατής του βισκοντικού έργου το αγνοεί, αφού, κατά κανόνα, για την βουβή σκέψη των ηρώων και τους συλλογισμούς του αφηγητή, η εικόνα παραμένει ένας απρόθυμος μάρτυρας. Αυτή ακριβώς η πλευρά της συνομιλίας λογοτεχνίας και κινηματογράφου (ή το αδύνατό της) απασχολεί τον συγγραφέα, που ταξινομεί τις σχετικές επιλογές των σκηνοθετών απέναντι σε ανάλογες σελίδες.

Mann,+Thomas,+1943+by+Fred+Stein_

Η πολύτιμη αυτή κιβωτός κειμένων περιλαμβάνει μια συνέντευξη του Τόμας Μαν: Ο Γουόλτ Γουίτμαν είναι ο Νίτσε της Αμερικής,  μια επιστολή του Μπέρτολτ Μπρεχτ στον Τόμας Μαν, μια συζήτηση του Κλ. Μάγκρις με τον Ρ. Ρίμεν (Από την ευγενή αρετή του Τόμας Μαν στη σύγχρονη κρίση), αλλά και στοιχεία από μια έκθεση (Ο Τόμας Μαν, Ο Μάριο και ο μάγος, ο Χίτλερ και η φασιστική Ιταλία) και αποσπάσματα από τέσσερα βιβλία του (Θάνατος στη Βενετία, Το μαγικό βουνό, Ο Μάριο και ο Μάγος, Δόκτορ Φάουστους). Ο Βασίλης Πρωτοπαπάς μας προσφέρει μια ιδανική, συνοπτική παρουσίαση  Για το Μαγικό βουνό, ο Νίκος Δήμου παρουσιάζει τον Τόμας Μαν ως ακτιβιστή της ειρήνης, ο Λευτέρης Αναγνώστου κοινωνεί την εμπειρία του Μεταφράζοντας τον Ιωσήφ του Τόμας Μαν, η Αναστασία Αντωνοπούλου παρουσιάζει όλες τις ταινίες που μετέφεραν έργα του συγγραφέα (Ο Τόμας Μαν στην οθόνη) αλλά και, σε άλλο κείμενο, βασικές θεματικές παραμέτρους στο πρώιμο έργο του Τόμας Μαν.

Der zauberberg_

Και μόνο η παράθεση των υπόλοιπων τίτλων είναι ενδεικτική για τον πλούτο των καλυπτόμενων θεμάτων: Ναταλί Μπίλφελντ και Ντοροτέα Γκρούσνικ: Οι Μαν, μια οικογένεια συγγραφέων, Τζοβάνα Άλμπι: Τιμώντας μιαν επέτειο, Πιέτρο Τσιτάτι: Η Λίμπεκ σ’ ένα διαμέρισμα της Ρώμης, Αλέξανδρος Ίσαρης: Ο αρχάγγελος, Νίκος Σωτηριάδης: Τόνιο Κρέγκερ: προοίμιο αυτοβιογραφίας, Γιώργος Κόκκινος: Για τους Στοχασμούς ενός απολιτικού του Τόμας Μαν, Αλέξανδρος Κυπριώτης: Τόμας Μαν – Ο τελευταίος έρωτας, Αλεσάντρο Μελατσίνι: Τόμας Μαν, μια ιδιοφυΐα σε πόζα, Σιλβέστρο Λιβόλσι: Ο Τομας Μαν στην Ταορμίνα: αναζητώντας τον μύθο του Αχιλλέα, Βασίλης Πρωτοπαπάς: Η βιογραφία της ασθενούς μεγαλοφυΐας, Ίταλο Αλιγκιέρο Κιουζάνο: Μια νουβέλα και ένα σκάνδαλο, Κάρλος Φουέντες: Δείπνο στη Ζυρίχη.

thomas_mann_2312855

Θα ήμασταν ευτυχείς και μόνο με τα παραπάνω, αλλά το τεύχος δεν εξαντλείται στον σπουδαίο Γερμανό συγγραφέα. Ακολουθεί ένα μικρό αφιέρωμα στον Δημήτρη Μαρωνίτη που περιλαμβάνει μια εξομολογητική και «απολογητική» συνέντευξη, κείμενα για το έργο του κι ένα απόσπασμα από την Μαύρη γαλήνη, αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Καθριν Μάνσφιλντ, το χρονικό της αυτοκτονίας του Μαγιακόφσκι από την Σερένα Βιτάλε, μια άγνωστη συνέντευξη του Καρλ Μαρξ σε αμερικανό δημοσιογράφο στα τέλη του 19ου αιώνα, η ενδιαφέρουσα αλληλογραφία του Έλιοτ με έναν κριτικό της γενιάς του, το αφήγημα του Τρούμαν Καπότε που αφορά ένα ταξίδι στο Αιγαίο και τα μικρασιατικά παράλια (με γιοτ του Σταύρου Νιάρχου), μεταφρασμένη ποίηση των Ρούπερτ Μπρουκ και Γ.Μπ. Γέιτς και δυο έξοχα αφηγήματα του σκηνοθέτη Ερμάνο ‘Ολμι για τη συνάντησή του, μεταπολεμικά, με τον Ίταλο Καλβίνο. «Αποκαλυπτικά κείμενα για το πνεύμα και την ατμόσφαιρα της Ιταλίας την εποχή της αθωότητας».

TM

Αντλώ απ’ το σημειωματάριο του συγγραφέα του Γουίλιαμ Σόμερσετ Μομ: Όσο μεγαλώνει κανείς, γίνεται πιο σιωπηλός. Στη νιότη του είναι έτοιμος να χυθεί στον κόσμο, νιώθει μια έντονη συντροφικότητα με τους άλλους ανθρώπους, θέλει να ριχτεί στην αγκαλιά τους και πιστεύει ότι θα δεχτεί κι αυτός αγκαλιές. Θέλει να ανοίξει τον εαυτό του στους ανθρώπους, έτσι ώστε να μπορεί να κάνει έναν από αυτούς δικό του, θέλει να εισχωρήσει μέσα τους. […] Όμως σταδιακά η δύναμη που ένιωθε να τα κάνει όλα αυτά, τον εγκαταλείπει. Τότε ίσως τοποθετεί όλη του την αγάπη, όλη του την ικανότητα να διαστέλλεται, σε ένα μόνο πρόσωπο […] Όμως λίγο  – λίγο αντιλαμβάνεται ότι κι αυτό είναι αδύνατον […] Τότε κανείς κλείνεται στον εαυτό του και φτιάχνει έναν δικό του κόσμο μέσα στη σιωπή του, τον οποίο κρατάει μακρά από κάθε ψυχή ζώσα…

William Somerset Maugham Painting; William Somerset Maugham Art Print for sale

Τέλος, στον πρόλογο του τεύχους μας επιφυλάσσεται μεταξύ άλλων μια πολύτιμη επισήμανση του Ζορζ Σιμενόν, ενός κατεξοχήν «αντιθεωρητικού» της γραφής και της σχέσης της με την μνήμη. Ο συγγραφέας είχε υπογραμμίσει την αδυναμία μας να συγκρατήσουμε τα σημαντικότερα στοιχεία ενός τοπίου την ώα που βρισκόμαστε εν θερμώ εντός του. Μόνο αργότερα, αναπολώντας την εμπειρία μας, ακόμα και στον ύπνο ή σε ενδιάμεση κατάσταση, μπορούμε να συγκρατήσουμε τα κυριότερα σημεία της. Η συνάντηση με τον εκλεκτικό μνημονικό μηχανισμό του Προυστ έχει ήδη συντελεστεί.

Σελ. 224. Στην τελευταία φωτογραφία ο Somerset Maugham.

02
Δεκ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43

dekata 43

Αφιέρωμα Σταθμοί

Εξακολουθούμε να είμαστε άραγε τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, οι ίδιοι φορείς αναλυτικής σκέψης μετά τη σύντομη ή μη παραμονή μας σ’ έναν σταθμό; Σ’ έναν οποιονδήποτε σταθμό; Μήπως ξεπαγιάζοντας σε μια διαμπερή αίθουσα αναμονής ή λιώνοντας από τη ζέστη, κάτω από ένα τρύπιο υπόστεγο από λαμαρίνες, περνάμε στη ζώνη ενός άλλου χρόνου; Όντας έτοιμοι να επιβιβαστούμε σ’ ένα ακόμα τραίνο υπερταχείας πορείας ή στο ταλαίπωρο λεωφορείο του τελικού μας προορισμού, στο εσωτερικό ή στις παρυφές μιας φιλόξενης ή αδιάφορης πόλης, μήπως βιώνουμε μετεωρισμούς και αναπαίσθητες, αλλά ουσιώδεις μεταβάσεις σ’ έναν δεύτερο κόσμο συγκινησιακών κραδασμών;

… αναρωτιέται ο Γιώργος Βέης, για όλους όσους υπήρξαν Κομμένοι στα δυο σε πάσης φύσεως σταθμούς και βρισκόμαστε ήδη στην αίθουσα αναμονής ενός ακόμα πρωτότυπου αφιερώματος: σταθμοί – σιδηροδρομικοί και λεωφορειακοί, διαστημικοί και ραδιοφωνικοί, ερωτικοί και επαγγελματικοί, ΚΤΕΛ και μετρό, σταθμοί ζωής και κάθε είδους σταθμαρχεία και διόδια.

Putyvl_Train_Station_Old_

Εκ των πεζογράφων, ο Φίλιππος Δρακονταειδής λεξιδρομεί και λοξοδρομεί Από τον σταθμό της Οδησσού το τέλος, ο Ξενοφών Μπρουντζάκης κάνει στάση στον Σταθμό του Γκρατς, ο Γιώργος Ρούβαλης περιμένει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου, η Χρύσα Φάντη θυμάται τους Μεγάλους Σταθμούς. Όταν το τραίνο πήρε μαζί του το βαγόνι μας βρισκόταν εκεί ο Γιάννης Τζώρτζης και ακόμα οι Γιώργος Βέης, Μηνάς Βιντιάδης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ευδοκία Σταυρίδου, Παντελής Απέργης, Βασιλική Ράπτη, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Σάββας Ρουμελιώτης, Διαμαντής Μπασαντής, Νικήτας Σινιόσογλου, Ελένη Μπουκαούρη καταγράφουν τους δικούς τους σταθμούς. Εδώ καταθέσαμε και εμείς την δική μας μνημονική αναφορά για όλα τα όμορφα υπεραστικά λεωφορεία.

Qtpfsgui 1.8.12 tonemapping parameters: Operator: Fattal Parameters: Alpha: 0.1 Beta: 0.8 Color Saturation: 1 Noise Reduction: 0 ------ PreGamma: 1

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας προσφέρει, ως συνήθως, ένα από τα απόλυτα ρεαλιστικά και ταυτόχρονα ονειρικά του διηγήματα. Η Σταθμάρχης Γιώτα, ένα απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο στην μέση ενός πουθενά της Βόρειας Ελλάδας, διατηρεί μια βιβλιοθήκη – έρημο σταθμό, ακόμα κι όταν καταργείται ο δρόμος που την διέσχιζε. Στο σταθμαρχείο της ποίησης, οι Γιώργος Σεφέρης, Κική Δημουλά, Νάνος Βαλαωρίτης, Μάκης Ξυραφάκης, Μαρία Κυρτζάκη, Πάμπος Κουζάλης, Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Αναστασία Γκίτση, Wang Jiaxin, Ευτυχία Τροϊκανού, Ελένη Καρρά, Γιώργος Αναγνώστου, Πέτρος Λυγίζος, Κώστας Μωραΐτης, Γεωργία Κολοβελώνη περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων στο τεφτέρι με τα σχετικά ποιήματα.

Derby_Bus_Station,_East_Midlands_5_January_1980_

Το περιοδικό συνεχίζει την αποδελτίωση και επανεγγραφή παλαιών συνομιλιών που δημοσιεύονταν στο κατά κάποιο τρόπο προγονικό περιοδικό Ρεύματα, κι έτσι εδώ διαβάζουμε μια πολυσέλιδη συνέντευξη του Νίκου Χουλιαρά στον Μιχαήλ Μήτρα [1992]. Ο πολυτεχνίτης συγγραφέας και ζωγράφος μίλησε για την μεγάλη σημασία που έχει να ακούει κανείς τους άλλους να αφηγούνται, τον Λούσιά του που υπήρξε εντέλει ένας αναρχικός, μια υπονομευτική ματιά μιας κοινωνίας, την αγάπη που έχουμε για τον τόπο μας, την ίδια στιγμή που θέλουμε να απαλλαγούμε, την πεποίθησή του ότι ένας ήρωας μυθιστορήματος ή διηγήματος είναι πιο ισχυρός από τον ίδιο τον ήρωα της ζωής, τις ακραίες καταστάσεις που δημιουργούν ένα είδος διαταραχής που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Μπράλος

Όταν ήμασταν παιδιά στα σπίτια μας είχαμε εικόνες, γιατί δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει εικόνες, είχαμε πράγματα τα οποία δεν ήταν έργα τέχνης, ήταν εικόνες ή αντιγραφές. Και όμως μας έχουν καθορίσει μέχρι τώρα, μας έχουν καθορίσει από το κοίταγμα αυτών των πραγμάτων και έχουμε μεγαλώσει με αυτά κα συνεχίζει να μας καθορίζει…

Στις τελευταίες σελίδες ένα εξαιρετικό κείμενο του Richard Schickel μας θυμίζει ότι ο μπλόγκινγκ είναι μια μορφή ομιλίας, όχι γραφής. Η πράξη του να γράφεις για κάτι που θα τυπωθεί, με την προοπτική της μονιμότητας, επιβάλει στον συγγραφέα και στον αναγνώστη μια αίσθηση ευθύνης που η φλυαρία του μπλόγκινγ δεν μπορεί να επιβάλει. Πιο κάτω οι ’πνάκηδες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για όλους εκείνους που δεν μετέχουν της δια του facebook αυτοπροβολής μέσω μιας ναρκισσευόμενης (υπο)κουλτούρας, όπου αναρτούν ανοησίες για να αυτοσχολιάζονται, να αυτοθαυμάζονται,  να αλληλοδοξάζονται.

Mercedes-Benz_O_302_Biamax_(2a)_

Στο κείμενο του Γιώργου Βέη κρύβεται και μια ιδιαίτερα πολύτιμη παράγραφος για άγριες εποχές σαν κι αυτή, όπου αντί να συναντιόμαστε στους σταθμούς χωριζόμαστε στα σύνορα: Αν οι σταθμοί είναι ένας στίβος αναμετρήσεων με τους εαυτούς μας και ό,τι είθισται να τους συνέχει ή να τους αποσυνθέτει, τότε τα σύνορα συνιστούν εμφανέστατους δείκτες εφιαλτών ή ανατάσεων και μάλιστα σε επίπεδο έθνους. Αν οι σταθμοί συνιστούν τα διπλά ή τα τριπλά διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους των σύντομων ή πολυετών περιηγήσεών μας τον ευρύτερο χώρο που μας δόθηκε, τότε τα σύνορα αντιστοιχούν στις λευκές σελίδες, που διαχωρίζουν τα κεφάλαια της ζωής μας.

[192 σελ.]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

15
Νοέ.
15

Εντευκτήριο, τεύχος 107 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2014) [κυκλοφ. 27 Ιουλίου 2015]

107 COVER

Σκόπευα να γράψω την ποίηση εκείνων των ανθρώπων, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνουν οι ίδιοι. Και ήταν πολύ περίεργο: όταν οι υπόλοιποι εργάτες μου έλεγαν, ξέρεις, «Τι κάνεις», κι εγώ απαντούσα «Γράφω ποίηση», κανένας δεν με κορόιδευε… 

ανέφερε σε σε ραδιοφωνική συνέντευξη ο Philip Levine, ο ποιητής έμαθε να διαμορφώνει την ποιητική του μέσα στον κόσμο της ζοφερής εργατικής πραγματικότητας στις βιομηχανουπόλεις της Αμερικής. Ο ποιητής παρουσιάζεται και μεταφράζεται από τον Γιάννη Σκαραγκά. Σε μια άλλη πλευρά της αμερικανικής γραφής ο Τζέιμς Σόλτερ, υπήρξε ένας ένας ιδιαίτερα σημαντικός αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα συγγραφέας, ο οποίος μετά την επιτυχία του πρώτου του βιβλίου (Οι κυνηγοί, 1957) παραιτήθηκε από την αεροπορία για να ασχοληθεί αποκλειστικά με το γράψιμο, που τίμησε ως τον πρόσφατο θάνατό του. Στο τεύχος δημοσιεύεται ένα διήγημά του.

james salter

Και καθώς αρνείται να με κοιτάξει, παίρνω το δικαίωμα να προβάλω στη σιωπηλή παρουσία του, εκεί, απέναντί μου, τις δικές μου σκέψεις, φόβους, αγωνίες, ελπίδες, σκάλισμα πληγών και αναψηλαφίσεις ιδεών, τις δικές μου εν τέλει ανάγκες. Όση ώρα κι αν μείνω, οι κινήσεις του δεν θ’ αλλάξουν, θα ράβει έτσι ακούραστος για ώρες και για μέρες τα τετράγωνα και θα φυλακίζει το μαλλί μέσα στο μετάξι, λοφίσκο τον λοφίσκο, οι πλαγιές του από ράμμα σε ράμμα, μπακλαβαδωτό το πάπλωμα, ως το κέντρο, ένα «μικρό» θαύμα τέχνης και τεχνικής. Απομακρύνθηκα Τον κράτησα μέσα μου…

Ένας Ράφτης στη Σιδώνα ενεργοποιεί την πένα της Νίκης Τρουλλινού, σ’ ένα καμαρωτό μαγαζάκι με λιγδιασμένους τοίχους από βρώμα και υγρασία μαζί, σ’ ένα μισοσκότεινο σουκ κι εκείνη, καθώς αναρωτιέται, τι να κάνει ο ράφτης εκείνος τώρα που έχει τελειώσει ο εμφύλιος του λιβάνου και μέχρι πού μπορεί να έχουν φτάσει τα παπλώματά του, τον κάνει αφήγηση που φτάνει ως εμάς.

AppleMark

Οι μαστοί σου Ιωάννα τρούλοι εκκλησίας, δέχονται το σώμα μου στην ψαλμωδία των αφανισμών, οι ρώγες σου ράμφη αρπακτικών με ρίχνουν σε άγριους σπασμούς μέχρι να με ξεκάνουν. […] Το σώμα σου Ιωάννα μια λεωφόρος όπου κυκλοφορώ με ταχύτητα φωτός, το σώμα σου ένα πλοίο με ταξιδεύει κι ο ήλιος σου σιγά σιγά μού κλείνει τις πληγές, με δέχεσαι όπως κάποιος που για χρόνια ήταν χαμένος και με αναγνώρισες.

Πόσο παράξενο να ξαναδιαβάσω ένα απόσπασμα που είχα αποθησαυρίσει χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν είχα πάρει το μικρό πεζό βιβλίο του Πρόδρομου Μάρκογλου Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη [εκδ. Στιγμή, 1985]. Τώρα το απόσπασμα εντάσσεται μεταξύ άλλων σε μια «επίσκεψη» στην ποίηση του συγγραφέα, δια χειρός Δημήτρη Κόκορη, ο οποιος διατρέχει το σύνολο του ποιητικού έργου του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, «η ποιητική έκφραση» του οποίου, όπως γράφει, «είναι συγκινησιακά λειτουργική και υποβλητική. Εκδιώκει κάθε ίχνος ρητορικής εκζήτησης, απέχει από τους όρους της κομψευόμενης λεκτικής γλαφυρότητας και κινείται στην απογυμνωμένη άλω του ποιητικού ρεαλισμού».

-black-bart by sean lewis

Στον πεζογραφικό κορμό του τεύχους δημοσιεύουν κείμενα οι Τάσος Καλούτσας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μισέλ Φάις, Γιώργος Γκόζης, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Έλενα Τσαγκαράκη, Νίκη Τρουλλινού, Απόστολος Στραγαλινός, Κίμων Καλαμάρας, Δημήτρης Πετσετίδης  και Ειρήνη Καραγιαννίδου. Εδώ γύρω ανακαλύπτουμε δέκα απολαυστικά μικροδιηγήματά της Αργεντινής Άνα Μαρία Σούα (μτφ. Γιάννης Παλαβός). Η ποίηση όπως πάντα παντού παρούσα: Ντον Σκόφιλντ, Φρανκ Ο’Χάρα, Πάτρικ Φίλιπς, Βασίλης Αμανατίδης, Παναγιώτης Ιωαννίδης Σταμάτης Πολενάκης και Γιώργος Βέης. Ο τελευταίος μεταφράζει και δύο σύντομα ποιήματα του Charles Earl Bowls, ποιητή του 19ου αιώνα που άλλαξε πολλά ονόματα, ένα εκ των οποίων,  Μπλακ Μπαρτ ο ποιητής, χρησιμοποιούσε στην αρχή της δράσης του ως … ληστής ταχυδρομικών αμαξών.

Στα μη μυθοπλαστικά αλλά ιδιαζόντως λογοτεχνικά, ένα σύντομο δοκίμιο του Φερνάντο Σορεντίνο εκκινεί από την μετάφραση ενός ποιήματος του 20χρονου Πάμπλο Νερούδα και τιτλοφορείται «Καλύτερα να κοιτάς τ’ αστέρια παρά να βλέπεις αστεράκια ή Γιατί δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τυφλά το ίντερνετ» (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), ο Θανάσης Θ. Νιάρχος συνεχίζει να ξεφυλλίζει τις σελίδες του ημερολογίου του και η  προσφιλής μας ταξιδιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου γράφει για τα μάτια των βεδουίνων του Wadi Rum της Ιορδανίας, μάτια που μιλάνε όλες τις γλώσσες του κόσμου, των ανθρώπων και των ζώων, χαμογελούν αβίαστα και ανυπόκριτα, δεν φανερώνουν αγωνία για την επιβίωση, αρκούνται στα ελάχιστα που είναι τα πάντα.

Ana Maria Shua

Την ενότητα της λογοτεχνίας στο τεύχος αυτό κοσμεί ζωγραφική της Ελευθερίας Στόικου και η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που διευθύνει από το 1988 ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζει έργα της Γαλλίδας φωτογράφου Flora.

[176 σελ.]

Στις εικόνες: James Salter, Philip Levine, Charles Earl Bowles / Black Bart (έργο του Sean Lewis) και Ana Maria Shua.

19
Αυγ.
15

Εμβόλιμον, τεύχος 71 – 72, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2014

71-72

Αφιέρωμα Ν.Δ. Καρούζος

Εγώ χρησιμοποιώ θρησκευτικά σύμβολα, κάνω μια «χρήση» των συμβόλων αυτών, γιατί αυτά οδηγούν την έκφραση προς το ανέκφραστο, κατορθώνουν ένα πλησίασμα προς τα εκεί. Τα σύμβολα όμως αυτά δεν είναι το ίδιο πράγμα με τα συμβολιζόμενα: ποτέ η έκφραση δεν ταυτίζεται με το ανέκφραστο. Ύστερα η επιστήμη έχει μια γλώσσα που δεν ευνοεί την ποίηση. Αυτά τα σύμβολα, αν θέλετε, θα τα ονόμαζα ποιητικές ελευθερίες, αδιέξοδες ελευθερίες, κάπως έτσι…

… έλεγε ο Νίκος Καρούζος σε συνομιλία του με την Νατάσα Χατζιδάκι για το περιοδικό Σήμα [Μάρτιος 1979], πάνω στον περιβόητο προσδιορισμό του ως μεταφυσικού, ή, ακόμα χειρότερα, ως θρησκευτικού ποιητή. Την συζήτηση μας υπενθυμίζει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, στο κείμενό του για την υποδοχή της κριτικής στην ποίηση του Ν.Δ. Καρούζου και τα σχετικά γύρω από τη θρυλούμενη θρησκευτικότητα. Ξανά λοιπόν το περιοδικό γεμίζει αφιερωματικά γραπτά για τον Καρούζο, δεκατρία χρόνια μετά το τεύχος 47 – 48 [χειμώνας 2002 – άνοιξη 2003]· τότε τρεις ενενηντάρες κασέτες με συνομιλίες του συγγραφέα και τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη με τον Νίκο Καρούζο για την Τέχνη και την Ζωή είχαν αποτελέσει τον κορμό ενός πρώτου αφιερώματος.

W7711018_4

Πρωτοδιάβασα τον Καρούζο στην Νεολιθική νυκτωδία στην Κροστάνδη, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, τον ήπια μονορούφι στα γρασίδια του Πεδίου του Άρεως. Για εκείνη την συλλογή γράφει ο Κώστας Καναβούρης (Το χαστούκι, σ. 43) ότι τοποθέτησε το ποίημα, απελευθερωμένο από τον ποιητή, δηλαδή αφ’ εαυτού έργο ως έρωτα στο κέντρο της Ιστορίας, άρα στον πυρήνα της ανθρώπινης τραγωδίας. Χωρίς καμία διάθεση αγιοποίησης (άλλωστε  Νίκος Καρούζος μέχρι σήμερα υφίσταται την αγριότητα άθλιων σωματοφυλάκων της μνήμης του που εμποδίζουν το έργο του να ελευθερωθεί, επειδή το ταπεινώνουν στο ύψος της δικής του περιπτωσιολογικής ασημαντότητας και ανοίκειας οικείωσης), χωρίς λοιπόν καμία διάθεση αγιοποίησης, θα έλεγα ότι ο Νίκος Καρούζος ήταν ποιητής, επειδή ήταν απρόσεχτος με τον εαυτό του. Ένας μεθοδικά απρόσιτος είρων. Γι’ αυτό μυθεύτηκε από του αδαείς και τους πρόχειρους ως περίπτωση, ενώ ήταν καθολικότητα.

Κωστής-Ατσαλής-Νίκος-Καρούζος_Palinodiae1Η Βικτωρία Καπλάνη καταθέτει δυο ποιήματα του Καρούζου μαζί με μια άγνωστή μας ιστορία για τον ποιητή «που μιλά ελεύθερα, αναρχικά κι ασυμφιλίωτα απέναντι σε κάθε λογής μηχανισμούς εξουσίας για τις ιδέες του, την πολιτική, το Θεό, αυτόν που τολμά να τσαλακώνεται, να δείχνει την αδυναμία και τις ανάγκες του στον απλό άνθρωπο, στον άγνωστο φίλο που μοιράζεται μαζί του τη συντροφιά του ποτού σ’ ένα μπαρ». Η μικρή Μαρία, κόρη του μπάρμαν του Dada [Εξάρχεια, 1984 – 1986], υπήρξε ένα κορίτσι που δεν συνάντησε ποτέ τον Νίκο Καρούζο αλλά υπήρξε συχνά το αντικείμενο των συζητήσεών του με τον πατέρα της. Έτσι εκείνη αποτέλεσε την δυνάμει ιδανική αναγνώστρια των ποιημάτων που δημοσιεύονται εδώ· ήταν το πρόσωπο που είχε στην σκέψη του ο ποιητής την ώρα που τα έγραφε.

Οι Κώστας Θ. Ριζάκης (που συνοδοιπορεί στην δημιουργία του τεύχους), Κώστας Κουτσουρέλης, Χλόη Κουτσουμπέλη, Ειρήνη Μανδηλαρά, Βάγια Κάλφα, Δήμητρα Μήττα, Ευγενία Μπογιάνου, Ευτυχία Παναγιώτου, Νίκος Μυλόπουλος, και δεκάδες άλλοι ξαναδιαβάζουν τα ποιήματά του, μας θυμίζουν τα γραπτά του και καταθέτουν σκέψεις, αναλύσεις και οπτικές πάνω στην γραφή του πενθήμονα, πάντα απαρηγόρητου ποιητή.

[σ. 144]

Έργο: Κωστής Ατσαλής. Φωτογραφία: από εδώ.

29
Ιολ.
15

Φρέαρ, τεύχος 11 (Μάιος 2015)

FREAR 11

Λοιπόν, όταν θέλουμε να κάνουμε τους χαρακτήρες μας να μιλήσουν μεταξύ τους, τότε συνειδητοποιούμε τη βαθιά σιωπή που λίγο λίγο μεγάλωσε μέσα σας. Αρχίσαμε να σωπαίνουμε από παιδιά, στο τραπέζι, απέναντι από τους γονείς μας που μας μιλούσαν ακόμη με εκείνες τις παλιές, αιμοβόρες και βαριές λέξεις. Εμείς μέναμε σιωπηλοί για να διαμαρτυρηθούμε ή από αγανάκτηση. Μέναμε σιωπηλοί για να κάνουμε τους γονείς μας να καταλάβουν πως αυτές είναι βαριές λέξεις που δεν μας βοηθούσαν πια. Εμείς είχαμε φυλαγμένες άλλες. Μέναμε σιωπηλοί, γεμάτοι εμπιστοσύνη στις δικές μας καινούργιες λέξεις. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε εκείνες τις καινούργιες λέξεις πιο αργά, με ανθρώπους που θα μας καταλάβαιναν. Ήμασταν πλούσιοι από τη σιωπή μας. [σ.412]

… γράφει η Ναταλία Γκίνζμπουργκ σε κείμενό της για την Σιωπή [μτφ. Άννα Γρίβα], η τόσο ιδιαίτερη λογοτέχνης της Ιταλίας αλλά και της εξορίας, με την έντονη αντιφασιστική δράση. Στην αχανή επικράτεια της εξορίας, ο Χιλιανός ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός Oscar Hahn, για χρόνια εξόριστος στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφηγείται πώς μ’ ένα παλιό βιβλίο που βρήκε στην βιβλιοθήκη του Λυκείου Αρρένων της Ρανκάγουα, γνώρισε μια σειρά από μεσαιωνικούς συγγραφείς που γράφουν για τον θάνατο, μια μέγιστη επιρροή στο έργο του, την επικοινωνία του με τον Πάμπλο Νερούδα, τις περιπέτειές του μετά το πραξικόπημα του 1973 [συνομιλία με τον Μάριο Μελέντεθ, μτφ. Μαργαρίτα Μαυρομμάτη].

Natalia Ginzburg

Όπως όλοι οι εξορισμένοι Χιλιανοί, ο Όσκαρ Χαν είχε πάντα την βαλίτσα του έτοιμη για να επιστρέψει. Αλλά η «επικείμενη» πτώση της δικτατορίας δεν ήρθε ποτέ, και τελικά έφτασε να ζει 35 χρόνια μακριά από τη χώρα του. Αρκούσε όμως μια φράση από τα παιδιά του για να ξυπνήσει τον συγγραφέα από την επίπονη νοσταλγία: ότι πρέπει να ζήσει μαζί τους από εδώ και μπρος κι όχι από εδώ και πίσω. Αυτό με βοήθησε πολύ. Δεν σημαίνει ότι είχα διαγράψει από τη μνήμη μου την καταγωγή μου και τις συνθήκες υπό τις οποίες είχα φτάσει ως εδώ, αλλά ούτε ήμουν διατεθειμένος να επιστρέψω σ’ αυτούς τους παράγοντες να μετατραπούν σε φορτίο το οποίο θα μ’ εμπόδιζε να εξελιχθώ. [σ. 267 – 268].

Το τεύχος έχει και άλλες δύο σύντομες αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Ο Αμερικανός ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Κρίστοφερ Μέρριλλ συνομιλεί με τους Αλί Καλντερόν και Δημήτρη Αγγελή [μτφ. Φανή Πενταρβάνη]. Παρουσιάσαμε παλαιότερα εκτενώς εδώ στο Πανδοχείο το εξαιρετικό βιβλίο του Ταξίδι στον Άθω. Και ο Στέφανος Ροζάνης μιλάει στον Γιώργο Δουατζή και εξομολογείται μεταξύ άλλων πως δεν φοβάται την μοναξιά, γιατί υπήρξε αρκετά τυχερός να ζήσει σε μια συντεχνία, σε μια διαρκή συνομιλία. Τα κείμενά μας μπορεί να φέρουν ένα όνομα από κάτω. Όμως κανείς από μας δεν θα διεκδικήσει την πατρότητα αυτού του κειμένου. Διότι τα κείμενα είναι συνομιλίες. Εμείς έχουμε χάσει αυτή την πατρότητα των κειμένων. [σ. 340].

hahn_

Ο ζωγράφος Γιάννης Ψυχοπαίδης γράφει για ένα Ταξίδι στον Αχέροντα με αφορμή για τις πρόσφατες ναυτικές τραγωδίες με μετανάστες στη Μεσόγειο, ο Δημήτρης Κόκορης γράφει για τη Μαρία την Αιγυπτία στην ελληνική λογοτεχνία και μεταγράφει ύμνους από την ακολουθία της στα νέα ελληνικά, ο Διονύσης Σκλήρης συνομιλεί με τον αστέρα της γαλλικής πεζογραφίας Emmanuel Carrère. Το τεύχος περιλαμβάνει ακόμα  λογοτεχνία από τους Βασίλη Τσιαμπούση, Νατάσα Κεσμέτη, Μιχάλη Μακρόπουλο, Δώρα Κουγιουμτζή, πολλά ποιήματα, κείμενα για την κρίση [Αντώνης Ζέρβας, Ηλίας Παπαγιαννόπουλος], για την παραγνωρισμένη έννοια του κωμικού στον Παπαδιαμάντη [Δημήτρης Β. Κουτσούγερας], για τις δομές ελευθερίας [Αλεξάνδρα Δεληγιώργη  προδημοσίευση από το Μικρό εγχειρίδιο λογοτεχνίας που ετοιμάζει] και πλείστα άλλα. Στα σχέδια του τεύχους ο Αλέκος Κυραρίνης.

Και τι είδους μικρά κείμενα μπορεί να γράφει ο Γιώργος Χουλιάρας σε ταξίδι του στην Πράγα; Σαφώς περί Απραγίας και Σκέψεων και Επισκέψεων στην πόλη: Από τους γελοίους έρωτες του Κούντερα θυμάμαι εκείνος που την κυνηγά παντού και υποκρίνεται τον θρησκευόμενο, μήπως ευκολότερα τη ρίξει. Εκείνη, φιλόδοξη, ικανή, εντάσσεται τελικά στους μηχανισμούς παύοντας με άλλα να ασχολείται. Εκείνος, έχοντας κολλήσει, συνεχίζει να εκκλησιάζεται. Κοιτάζω τους σταυρούς στο ουρανόγραμμα της πιο αθεϊστικής ίσως πόλης της Ευρώπης, που πρέπει να γαργαλούν τις κρυμμένες στα λευκά σύννεφα  και τρυφερές, όπως των μικρών παιδιών, μασχάλες των αγγέλων του Ρίλκε, γιατί γελώντας προβάλλει πάλι χωρίς να φορά τα μαύρα του γυαλιά ο ήλιος. [σ. 398]

Μαρία Αιγυπτία

[σελ. 225]

Στις εικόνες: Natalia Ginzburg, Oscar Hahn, Μαρία Αιγυπτία.

15
Μάι.
15

Poetix, τεύχος 12 (χειμώνας – άνοιξη 2014 – 2015)

σάρωση0001

Κάθε τεύχος του Poetix μοιάζει με διπλό ταξίδι, στην ποίηση και τους ποιητές. Το χειμερινό και εαρινό δρομολόγιο ξεκινάει από το Δημόσιο Φιλανθρωπικό Ίδρυμα του Τρουχίλιο, στο Περού: εκεί ανακαλύφθηκε μισοφαγωμένη από τα ζωύφια κατά το ένα τρίτο η διατριβή του Σέζαρ Βαλιέχο, ενός παγκόσμιου ποιητή σήμερα που εκτός εξαιρέσεων, όπως του Αντένορ Ορέγκο και Χοσέ Κάρλος Μαριάυεγκι, πέθανε πεινασμένος και αγνοημένος από την κριτική του καιρού του. Στο Όμπερλιν ένα νέο κορίτσι, η Γιάνα Λακάς [Jana Lakash],  πέθανε κατά την διάρκεια απαγγελίας ποιήματος στην slam poetry, όταν ξέχασε να πάρει εισπνοή. Γνώριζε πως αναπνέοντας θα διέκοπτε την ροή της απαγγελίας. Αυτό το είδος της απαγγελίας απαιτεί φρενήρη ρυθμό, που η ποιήτρια ήθελε να τηρήσει στο ακέραιο.

Μια μεγάλη στάση κάνουμε στην δική μας ενδοχώρα, που βρίθει ποιητές, όπως φαίνεται και από τον τόμο για τα Ποιήματα του 2013, που έκλεισε οκτώ χρόνια ζωής. Ανάμεσα στις παρατηρήσεις του, γράφει ο εκδότης του περιοδικού και επιμελητής των τόμων Ντίνος Σιώτης: Δίπλα στα ελάχιστα, πολύ γνωστά ονόματα υπάρχουν αρκετά άγνωστα στο ποιητικό σινάφι. Διαβάζω κι εγώ ποίηση και ποιήματα για πάνω από 50 χρόνια στα ελληνικά και στα αγγλικά και νομίζω ότι έχω το δικαίωμα να πω ότι το να εκδίδεις μια συλλογή και κάποιος να βρίσκει ένα καλό ποίημα και να το ανθολογεί δεν σε κάνει αυτομάτων ποιητή. Οπότε σα μη βιαστούν μερικοί και μερικές να τυπώσουν κάρτες με την ένδειξη «ποιητής». Με άλλα λόγια, καλά ποιήματα υπάρχουν αλλά πού είναι οι καλοί ποιητές; Αν θέλει κανείς να τον πάρουν στα σοβαρά, τον τίτλο του ποιητή τον κερδίζει με συνεχή παρουσία τόσο στις επάλξεις, στους βιότοπους και στους προμαχώνες της ποίησης, όσο και μέσα από την τριβή με τη ζωή, ζώντας τη ζωή του ποιητή.

Vallejo

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο εξετάζει εξονυχιστικά την έκδοση Crisis – 30 ποιητές της κρίσης, που κυκλοφόρησε το 2014 στο Middlesbrough, UK, υπό την επιμέλεια του Ν. Σιώτη. Ο Alan Morrison παρουσιάζει και συλλογίζεται πάνω σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής και υποστηρίζει ότι για τους ποιητές της σχετικής ανθολογίας η ποίηση είναι η νομική υπεράσπισή τους ενάντια στις ατιμίες και στις μιζέριες της ζωής. Είναι γεγονός./ Η κωμωδία στην Ελλάδα περνάει κρίση. / Δεν υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί πια. / Έχει απορροφήσει όλα τα ταλέντα η πολιτική. [Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Άτιτλα, ΙΙΙ]

Κατόπιν βρισκόμαστε στην Κίνα, όπου σήμερα υπάρχουν διακόσιες χιλιάδες αναγνωρισμένοι ποιητές και πιθανόν μόνο διακόσιοι αβανγκάρντ ή ποιητές οπτικής ποίησης και πειραματικής γραφής, των οποίων η δουλειά βρίσκεται σε μη κυβερνητικές ή ανεπίσημες εκδόσεις. Μια τέτοια περίπτωση παρουσιάζεται εδώ δια χειρός Mindy Zhang [China Visual Underground Poetry]. Και, ύστερα, περνώντας από το Μοντενέγκρο του Andrija Radulovic και το Βερολίνο του Καρλ Ρακόζι, σταθμεύουμε στην Ρώμη, όπου έγραψε και δίδαξε ο Marino Piazzola, ορισμένοι αφορισμοί του οποίου από Τα αμνημόνευτα ρητά του Ρενάτο Μαρία Ράτι κοσμούν επόμενες σελίδες:

Για να πειράξω το στόμα, τρώω με τα μάτια! [Ο εκδικητικός], Θα ’θελα τόσο πολύ να ήμουν ο πρώτος ζωντανός υπέρ πατρίδος! [Ηρωισμός]

don_nica_by_baztardillo-d492ikr

Η ποίηση είναι μόνο αυτό που μπορεί να κάνει η γλώσσα τιτλοφορεί το κείμενό του ο William Logan, ενώ ένα ανέκδοτο δοκίμιο του T.S. Eliot αφορά την εγκυρότητα των τεχνητών διακρίσεων. Οι Ευγένιος Αρανίτσης, Αντριάνα Μίνου, Αγγελική Κορρέ, Παναγιώτης Μήνου, Αντριάνα Ιεροδιακόνου παρουσιάζουν τις συνθέσεις τους, ο Παντελής Μπουκάλας γράφει αναλυτικά πάνω στην περίφημη πολιτική ομηρία του Ανδρέα Εμπειρίκου, ο Ντίνος Σιώτης αναδημοσιεύει μια παλαιότερη συνομιλία του με τον Κώστα Μόντη και ο Ρήγας Καππάτος που μεταφράζει και προλογίζει πολλά από τα ποιήματα του τεύχος αφιερώνει ένα τρισέλιδο στα εκατοντάχρονα του Νικανόρ Πάρα, άρα καταλήγουμε στο Νότο της αφετηρίας μας.

«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;» / «Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά; / Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής; / Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής» [Γιάννης Υφαντής, Ερώτηση και απάντηση στην αγορά]

Στις εικόνες: Cesar Vallejo, Nicanor Parra.

[σ. 232]

14
Μάι.
15

(δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015)

Page1

Αφιέρωμα Θεσσαλονίκη

Οι βιτρίνες στις κεντρικές λεωφόρους, πολύχρωμες και φωτισμένες, εκβιάζουν κάποια συναισθηματική απήχηση, σαν τα θαυμαστικά που συνοδεύουν τα διαδικτυακά μηνύματα. Όμως οι εκπλήξεις καιροφυλακτούν αλλού, συνήθως στους στενούς δρόμους σαν την Αρμενοπούλου, όπου η εγγύτητα με το αντικρινό μπαλκόνι δημιουργεί αυθόρμητη οικειότητα με τους παππούδες και τις γιαγιάδες που γδύνονται χωρίς προφυλάξεις…

…γράφουν οι Αλεξάνδρα Κατσιάνη και Θανάσης Χονδρός, πάντα με τέσσερα χέρια, όπως τους μάθαμε χρόνια μέσα από συναυλίες και παραστάσεις, δίσκους και κασέτες, κείμενα και εκδόσεις και κυρίως απρόβλεπτες παρεμβάσεις και χάπενινγκ που μας έκαναν να δούμε αλλιώς την πόλη. Μια τέτοια εμπειρία από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 περιγράφουν μεταξύ άλλων στο απόλυτα Θεσσαλονίκειο τεύχος του περιοδικού: Πολλές πιλοτές χάσκουν σαν ξεδοντιασμένα στόματα αχρησιμοποίητες. Σε μια τέτοια πιλοτή το 1985 παρουσιάσαμε τις «Συνήθειες» μια δράση που αποτελούνταν από μικρά επεισόδια, άλλα πιο αφαιρετικά κι άλλα πιο αφηγηματικά, χωρίς προφανή σύνδεση μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ο Θανάσης κουμπώνει το πουκάμισό του και διαπιστώνει ότι έχει κοπεί ένα κουμπί. Η Αλεξάνδρα κόβει μια τούφα απ’ τα μαλλιά του και, χρησιμοποιώντας τα ως κλωστή, του ράβει το κουμπί. Ήταν μια πολύωρη δράση που έδωσε την ευκαιρία σε περαστικούς και περιοίκους να συγκεντρωθούν σταδιακά στο χώρο…

010001

Στις πόλεις που γεννιέται η ιστορία, εκεί και ξεχνιέται…γράφει ο Γιώργος Χουλιάρας στην δική του «Θεσσαλωνίκη». Καθώς λοιπόν τα (δέ)κατα προτιμούν άλλου είδους κείμενα και αιρέσεις, Έλεος με τις τύψεις λοιπόν… / Δεν μας αντιστοιχούν όλα τα πτώματα· / κάποτε, ακόμη και οι τάφοι σταματούν τον ψίθυρό τους… / Όχι πια άλλη Ιστορία πάνω στις ζωές μας… στιχουργεί ο Θανάσης Τριαρίδης σε «Πάρτι σε πλακόστρωτη αυλή της Άνω Πόλης». Κι ακόμα, επειδή εδώ περίσσεψαν τα χαμόγελα, Για όσους πιστεύουν ότι υπάρχουν τόσες εκδοχές της ιστορίας της πόλης όσες και οι κάτοικοι της, είναι προφανές ότι ζουν αλλού και δεν έχουν περπατήσει σε ταφόπλακες από την άλλη τους πλευρά. Η μητέρα μου δεν μπορεί πια να θυμηθεί το όνομα της φίλης της με την οποία κάθονταν στο ίδιο θρανίο. Μια μέρα εμφανίστηκε με ένα αστέρι στο πέτο. Μιαν άλλη μέρα δεν εμφανίστηκε καθόλου. [ξαναγράφει ο Χουλιάρας]

Εδώ συνυπάρχουν όλα τα είδη του σύντομου αλλά περιεκτικού λόγου: διήγημα [Δημήτρης Μίγγας, Ελένη Μερκενίδου, Μαρία Καρδάτου, Κούλα Αδαλόγλου, Βίκυ Κλεφτογιάννη, Γεωργία Τρούλη, Αρετή Γκανίδου, Θωμάς Κοροβίνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη], αφήγημα [Βασίλης Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Χλόη Κουτσουμπέλη,], κείμενο πάνω σε μια φωτογραφία [Άρις Γεωργίου], εκμυστηρεύσεις [Ρίτα Λάββα], αναμνήσεις [Κλαίτη Σωτηριάδου], ξενάγηση πατριδογνωσίας [Τάσος Τζήκας], έρευνα [Μάκης Καραγιάννης], φωτογραφίες [Στέργιος Τσιούμας], ιστορία (Στέλιος Λουκάς], πολλά ποιήματα για την Θεσσαλονίκη όχι μόνο από Θεσσαλονικείς ποιητές και δεκάδες βιβλία γραμμένα για την πόλη ή από τους θρεμμένους της.

Φωτομερές

Και πού βρίσκεται ο περιλάλητος έρωτας που υποτίθεται ότι κατακλύζει τα πάντα; Αλλιώς τα καταγράφει η Δήμητρα Μήττα: Ο έρωτας χάθηκε στους δρόμους της πόλης. Τριγυρνάει βρώμικος με λερωμένα νύχια και μπερδεμένα μαλλιά. Οι άνθρωποι κάνουν λάθος. Τον ψάχνουν με τη μορφή ενός μικρού αγοριού, ενός παιδιού με φτεράκια. Προκατειλημμένοι από τις εικόνες αιώνων, δεν τον αναγνωρίζουν στο πρόσωπο της άστεγης γριάς. Το πρόσωπό της είναι ζαρωμένο, χωρίς χυμούς, δεν είναι όμορφη, δεν μυρίζει ευχάριστα. Οι άνθρωποι δεν της δίνουν σημασία, την αποκλείουν ευθύς εξαρχής από το οπτικό τους πεδίο, την αποφεύγουν, γι’ αυτό και έπαψαν να την ερωτεύονται. Όμως δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα την δουν. Θα την πλύνουν, θα την χτενίσουν, θα τη φροντίσουν τρυφερά, θα μαζέψουν από γύρω της τα φτεράκια και τα πουπουλάκια που αιωρούνται και θα τα κολλήσουν ξανά στους ώμους της…. [σ. 143]

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης [κατά]στρώνει βελέντζες κάτω απ’ τη ροδιά, η Μαρία Κουγιουμτζή βρίσκεται στα μέρη της, κοινώς σε Υπόγειο, ο Γιώργος Ζεβελάκης καταλογογραφεί τα μεταπολεμικά περιοδικά της πόλης [Ausblicke, Αξιός, Διαγώνιος, Διάλογος, Ένεκεν, Εντευκτήριο, Εξάντας, Κοχλίας, Κριτική, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Νέα Πορεία, Ξεκίνημα, Ο παρατηρητής, Ροτόντα, Τραμ, Σκέψη], ο Σάββας Πατσαλίδης γράφει ένα εκτενές κείμενο για το γκρίζο τοπίο της θεατρικής Θεσσαλονίκης και γενικώς το τεύχος εμπεριέχει εμπειρία περιπλάνησης, εικονικής, λεκτικής και πραγματικής.

Thessaloniki RR Station

Οι γάτες της Πλατείας Ναυαρίνου τη μέριμνα των ειδικών συχνά αψηφούν, τρυπώνουν άδολα στου παλατιού κάποιες γωνίες. Καμιά φορά κάποιος σε μια άκρη ξεχασμένος υπηρέτης του Γαλέριου απ’ τον αρχαίο εφιάλτη του αφυπνίζεται και τότε ξαφνικά όλες μαζί πετάγονται και τρέχουν σαστισμένες, που ο χρόνος τέτοιο κακό παιγνίδι έπαιξε στην πλάτη τους, πρόσκαιρα απομακρύνονται, ώσπου να διαπιστώσουν νιαουρίζοντας πως σαν σκιά βυθίστηκε ξανά στο δίκαιο ύπνο του και κουλουριάζονται στην άμμο ησυχασμένες. […]

…γράφει η Μαρία Αρχιμανδρίτου στην δική της συνεισφορά που βρίσκεται αλλού κρυμμένη, στις τελευταίες σελίδες, να περιμένει όπως και οι γάτες της την κατάλληλη αναγνωστική στιγμή. Συγκινούμαι για δυο πρόσθετους λόγους μάλιστα, πρώτα επειδή γνωρίζω καλά τις συγκεκριμένες γάτες, καθότι για χρόνια έμενα στην οδό Ιπποδρομίου και δεκάδες άυπνες νύχτες πήγαινα ακριβώς εκεί, κι ακόμα γιατί κάποτε με την μπάρα του Ερωδού ανάμεσά μας μου χάρισε ένα δικό της Τραμάκι. Έκτοτε παρακολουθώ διακριτικά τις τίμιες ποιητικές και ποινικολογικές της δοκιμές – όπου κι αν είναι, τα σέβη μου.

3057903383_c2822f8c17_b

Στις εικόνες: η πρώτη κασέτα που κυκλοφόρησαν οι Θ. Χονδρός και Α. Κατσιάνη ως Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ το 1987 υπό την ετικέτα Άλλη Πόλη, δυο φωτογραφίες από το εξαιρετικό ιστολόγιο Φωτομερές και ανάμεσά τους ο Σταθμός άλλων εποχών, Μπλέ και Ελπιδοφόρος.

[σ. 192]

30
Μαρ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014)

Δ40

Φάκελος: Η επόμενη μέρα

Το ζήτημα είναι να βρει κανείς έναν τρόπο για να «βλέπει» τους ανθρώπους και κατά συνέπεια τον εαυτό του. Φυσικά οι άνθρωποι «φαίνονται» παντού: στους δρόμους, στα κέντρα, στη λαχαναγορά ή στα ανώτερα ιδρύματα. Οι άνθρωποι, κατά το κοινώς λεγόμενο, είναι παντού οι ίδιοι. Ωστόσο τα ζωτικά ένστικτα δεν έχουν παντού την ίδια ισχύ. Αν για παράδειγμα αναλογιστεί κανείς τα λογοτεχνικά έργα που του αρέσουν, θα διαπιστώσει με κάποια έκπληξη ότι πρόκειται για έργα που μιλούν για οριακές καταστάσεις (πολέμους, έρωτες, κινδύνους) οι οποίοι φέρνουν τους ήρωες σε επαφή με ό,τι βαθύτερο έχουν. Υπ’ αυτή την έννοια η λαϊκή μάζωξη ή η λαϊκή διασκέδαση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον… [σ. 16]

… έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης σε συνέντευξη του στην Αμάντα Μιχαλοπούλου, το 1993, για το περιοδικό Ρεύματα που έβγαζε τότε ο Ντίνος Σιώτης [τεύχος 13, Μάιος – Ιούνιος 1993] και τώρα αναδημοσιεύεται εδώ, γεμάτη με τον αειθαλή, εύχυμο λόγο του ιδανικού μας δοκιμιογράφου. Το περιοδικό κλείνει σαράντα τεύχη και δέκα χρόνια, συνεπώς η επόμενη ημέρα του είναι ήδη εδώ και γεμάτη, όμως υπάρχει και η απώτερη επόμενη ημέρα για όλο τον κόσμο, εκείνη που αναφέρεται στο μέλλον. Αυτό το άδηλο, απρόβλεπτο και αλλά και εν μέρει ήδη κακοστρωμένο μέλλον επιχειρούν να λογοτεχνήσουν 46 συγγραφείς. Γράφουν μεταξύ άλλων οι Βισουάβα Σιμπόρσκα, Δημήτρης Νόλλας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Καβανόζης, Παναγιώτης Ράμμης, Γιώργος Μπλάνας, Χρήστος Οικονόμου, Θανάσης Χονδρός – Αλεξάνδρα Κατσιάνη (τους ακούμε χρόνια στις κασέτες και τους δίσκους του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ), Δημήτρης Καλοκύρης, Γρηγόρης Σακκαλής, Φίλιππος Δρακονταειδής, Ηλίας Κεφάλας, Jose Emilio Pacheco, Κατερίνα Χρυσανθοπούλου, Μηνάς Βιντιάδης, Μάριος Ποντίκας, Θανάσης Τριαρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Δημήτρης Φύσσας, Χρήστος Μπουλώτης, Αμάντα Μιχαλοπούλου κ.ά.

Παπαγιώργης 6

Και συνεχίζει ο Παπαγιώργης από εκεί που τον αφήσαμε: Το πανηγύρι, ο καβγάς, ο αγώνας, το γλέντι, το μεθύσι, ο γάμος ή η κηδεία είναι τελετές που διασώζουν πάντα κάτι πηγαίο –αρκεί βέβαια να μετέχει κανείς και να μην είναι ξενέρωτος ματάκιας. Για να μιλήσουμε ακόμα πιο συγκεκριμένα, ο νεοέλληνας «διανοούμενος», όπως λέει ο Χρήστος Βακαλόπουλος, έχει ένα βασικό γνώρισμα –δε γλεντάει. Ακόμα και δέκα βότκες να κατεβάσει, δεν ξέρει να πει ένα τραγούδι, το πολύ να παραληρεί για τον Σεφέρη. Πως να μην καταφύγει κανείς στα «σκυλάδικα», όπου ακόμα γυναίκες και άντρες ξεφαντώνουν; Από κει και πέρα πάσα ένστασις δεχτή: κάθε χώρος έχει το μεγαλείο και την αθλιότητα του. [σ. 16]

Ο (δε)κατοδείκτης συνεχίζει να καταγράφει τις εφιαλτικές μετρήσεις του πλανήτη που οφείλουμε όλοι να γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα ότι τα παιδιά που συμμετέχουν σε στρατιωτικές συγκρούσεις στον κόσμο είναι 300.000 ή ότι οι άνθρωποι που ζουν υπό το καθεστώς σύγχρονης δουλείας ανέρχονται σε 30 εκατομμύρια. Κατά τα άλλα δέκα πολυεθνικές εταιρείες παράγουν, ελέγχουν και διακινούν παγκοσμίως το 95 % του τι τρώμε, πίνουμε, με τι πλενόμαστε και καλλωπιζόμαστε, με τι πλένουμε τα ρούχα μας και καθαρίζουμε τα σπίτια μας, τι χάπια παίρνουμε και τι τσίχλες μασάμε, καθώς και πολλές άλλες εξαρτήσης της δια βίου ενασχόλησης με την καθημερινότητα Είναι οι Coca Cola, Procter & Gamble, General Electric, Johnson & Johnson, Nestle, Kelloggs, Mars, Kraft, Pepsico, Unilever, που με τη σειρά τους ελέγχουν πάνω από 400 εταιρείες στον κόσμο. Κανένα πρόβλημα με τις πολυεθνικές εταιρείες, αρκεί να μην αποτελούν καρτέλ – μονοπωλια με τις γνωστές επιπτώσεις στην ποιότητα των προϊόντων, στην διαμόρφωση των τιμών, στα πάμφθηνα εργατικά χέρια και στην διαμόρφωση των παγκοσμίων τιμών αγοράς. Αλλά τελικά αποτελούν μονοπώλια και όλα τα παραπάνω συμβαίνουν.

addario_bhutan monks monastery_

Τι άλλο συμβαίνει εδώ; Ο μαρκήσιος ντε Σαντ συνομιλεί με τη Ρεμπέκα Μίλερ για την επόμενη μέρα της νέας Δημοκρατίας· ο Δημήτρης Καλοκύρης εικονογραφεί ένα συμπυκνωμένο ψηφιακό αφήγημα για την επόμενη νύχτα· «με την καλή έννοια» οι Ενρίκε Σερβίν Χερέρα, Ρήγας Καππάτος, Ρίβα Λάββα και Γιώργος Ρούβαλης ιχνογραφούν την ωραία και την άσχημη πραγματικότητα. Κι ο Παπαγιώργης απορεί: Δεν είναι άραγε γελοίο ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος να φεύγει στο εξωτερικό και μετά από μια δεκαετία στα ξένα να επιστρέφει στα πάτρια καραγκιοζάκος που μαϊμουδίζει Χέγκελ, Καντ, Χούρεσλ και δε συμμαζεύεται; Τι μπορείς να περιμένεις από τέτοια άτομα; [σ. 15]

Πόσο δίκιο έχεις Παπαγιώργη, κι έχουμε αμέτρητους τέτοιους….

[192 σελ.]

Στην τελευταία εικόνα, το θαυματουργό ποτό σε μοναστήρι του Μπουτάν.

23
Μαρ.
15

Νέα Ευθύνη, τεύχος 27 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2015)

e

…απειρόγαμε. Έτσι προσφωνεί τη Μαρία ο κρυφά ερωτευμένος με το ίνδαλμά του υμνωδός. Και συνειδητοποιώ αιφνίδια πόσος παγανισμός χωράει μέσα στην πρωτοβυζαντινή σεμνοπρέπεια. Το άπειρο ερωτεύεται το ελάχιστο, το όλον σπαρταράει γα να χωρέσει στο κλάσμα, το μέρος εξισούται με ό,τι το υπερβαίνει, υπερεκχειλίζει η αίσθηση καλύπτει το σώμα της έννοιας, της θεωρίας. Σήμερα Γάμος γίνεται όπως και πάντα και όλοι και όλα είναι ελεύθερα ν’ αγαπηθούν. Τα πάντα τώρα εξηγούνται: Διόνυσος, Αριάδνη, Πενθέας, Αγαύη, τα κορίτσια – Βάκχες, οι Μωραί Παρθένοι, ο μυστικός αρραβώνας του Βρέφους με την Αικατερίνη, ο Ιωσήφ ο μνήστωρ, η Κεχαριτωμένη, η καλύτερη των καλυτέρων με άπειρο τον γάμο της. Απειρόγαμος. Το άπειρο ως νυμφίος. Έτσι κάπως νικιέται ο θάνατος. Ή καλύτερα, παύει να έχει τόσο απόλυτη, τόσο ακατάλυτη σημασία…

….γράφει ο Μάνος Στεφανίδης στο πρώτο από τα τρία σχεδόν τρίδυμα πεζά του, τους «Τελευταίους χαιρετισμούς», εν μέσω των οποίων αναζητεί στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου πίσω από το Βυζαντινό Μουσείο μια γυναίκα με λευκασμένα μαλλιά, κι ενώ παραμένουν «μπερδεμένες οι αγαπημένες γυναίκες στο μυαλό…αγαπημένες και κάποτε μισητές αλλά πάντα κεχαριτωμένες». Έναν άλλο ναΐσκο μας ανοίγει ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος: είναι ο ευκτήριος οίκος «επ΄ονόματι των Αγίων Φλώρου και Λούρου», γνωστός από τον Βαρδιάνο στα σπάρκα του Παπαδιαμάντη.

Vittorio Sereni reading a book

Από τους χριστιανικούς ναούς στα ρωμαϊκά στάδια και από την εγχώρια πεζογραφία στην εκ δυσμάς ποίηση, με μια επιλογή ποιημάτων του Ιταλού Vittorio Sereni (γεν. 1913), ιδρυτή και συντάκτη του περιοδικού Corrente, στενού φίλου, μεταξύ άλλων, των Vasco Pratoliνi, Alessandro Parronchi, Elio Vittorini, εξόριστου στα στρατόπεδα των Ιταλών στρατιωτών του Πολέμου, σε Μαρόκο και Αλγερία. Ιδού τα Άλλα γενέθλια [1981]: Τέλη Ιουλίου όταν / κάτω από τις πέργολες ενός μπαρ στο San Siro / ανάμεσα σε κάγκελα και αψίδες διακρίνεται / ένα οποιοδήποτε κομμάτι του ηλιόλουστου σταδίου / όταν εκπλήσσεται η μεγάλη κενή λεκάνη / που καθρεφτίζει τον σπαταλημένο χρόνο και φαίνεται / ότι ακριβώς εκεί έρχεται να ξεψυχήσει ένα έτος / και δεν ξέρεις τι άλλο προετοιμάζει ένα άλλο έτος/ ας περάσουμε ακόμη μια φορά αυτό το κατώφλι / αρκεί ν’ αντέχει η καρδιά σου στα μεγάλα κύματα της πόλης / κι ένας σχιστόλιθος ν’ απλώνει το καλοκαιρινό χρώμα. [μτφ. Μαρία Φραγκούλη]

Σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο ο Γιώργης Μυλωνάς γράφει για την Νέκυια του Χρόνη Μπότσογλου, μια μνημειακή ζωγραφική εγκατάσταση από είκοσι έξι έργα, μια πολυπρόσωπη τελετουργική αναπαράσταση που δημιούργησε ο καλλιτέχνης από το 1993 έως το 2000, με τίτλο «Μια προσωπική Νέκυια. Ένα εικαστικό ταξίδι για τη μνήμη». Η Νέκυια καθίσταται μια «προσωπική» υπόθεση και σε μεγάλο βαθμό «ερωτική»· αφορά δικούς του ήρωες, που ταυτίζονται με τα ομηρικά πρόσωπα. Τα ζωγραφισμένα είδωλα δεν είναι φανταστικά· πρόκειται για πρόσωπα πραγματικά, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έσμιξαν μαζί του. Έτσι, η εικόνα της μάνας παραπέμπει στην Αντίκλεια, του ηδονικού χορευτή στον Ελπήνορα, του δασκάλου στον Τειρεσία και πάει λέγοντας. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν, με είδωλα δισυπόστατα: τα μυθολογικά πρόσωπα της οδυσσειακής Νέκυιας εδώ μιλάνε μέσα από αγαπημένες φωνές, παίρνουν τα χαρακτηριστικά, την έκφραση και τις χειρονομίες δικών και φίλων, σαρκώνονται στα πρόσωπα που ανακαλεί πλέον ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δ. Μαρωνίτης, μύθος και πραγματικότητα συμβάλλονται. Γράφει ο ζωγράφος για το ερωτικό στοιχείο στην σύνθεσή του:

ΝΕΚΥΙΑ

Όπως δούλευα με την ιδέα της Νέκυιας, ξαφνικά προβάλλανε δυο «αδέσποτοι» μαστοί, οι οποίοι δε μπορούσα να καταλάβω τι είναι. Ένα μήνα παιδεύτηκα για να δω πού ανήκουνε, σε ποιο γεγονός αναφέρονται! Ήταν μια συνεύρεση τυχαία; Ξαφνικά πρόβαλλε αυτό το κομμάτι, μια μνήμη, που προσπάθησα να τη μεταφέρω. Ήτανε λοι­πόν, μια θεία μου – την εποχή εκείνη θάμουν 11 χρόνων, ίσως και πιο μικρός -, όπου έμενε στο επάνω σπίτι με το θείο μου. Στην κουζίνα είχε βάλει μια λεκάνη και πλενότανε. Το αίσθημα που μου γεννήθηκε, όταν την είδα, ήταν πρωτόγνωρο! Προ­φανώς ήταν το ερωτικό ξύπνημα, που δε μπορούσα μικρός να καταλάβω. Και παριστάνεται, όχι όπως ήταν πραγματικά, αλλά όπως εγώ την έβλεπα, με έντονη επιθυμία.

Το τεύχος συμπληρώνεται με ποίηση του Varlam Shalamov (μτφ. Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη), ένα ακόμα κείμενο για το παπαδιαμαντικό έργο (Σάββας Παύλου), δύο δοκίμια για τον Κάλβο (ως μεταφραστή της Ιλιάδας από τον Μιχαήλ Πασχάλη και ως προς την σχέση του, όπως και του Ελύτη με την αρχαία γραμματεία από τον Γιώργο Βαρθαλίτη), εκτενή κριτικό έργο του Νίκου Λάζαρη (Τάσος Αναστασίου, Λαοκράτης Βάσσης, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αντώνης Μακρυδημήτρης), κείμενα για τον πανεπιστημιακό Δημήτρη Μιχαηλίδη, ποιήματα των Γιάννη Τζανετάκη και Σπύρου Γεωργίου, σχέδια του Χρόνη Μπότσογλου κ.ά.

[Σελίδες 128]

Στις εικόνες: Vittorio Sereni / Προσωπική Νέκυια Χ. Μπότσογλου.

09
Απρ.
14

Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103

Ήταν τ102 103 COVER WEBόσο θαυμάσιο να γεύεται την ουσία της ζωής μ’ όλη του την ύπαρξη, αρχίζοντας από τα πιο απλά της σημεία: από ένα βλέμμα, από μια κίνηση, από έναν ήχο! Τίποτε δεν ήταν περιφρονήσιμο. Είχε την ικανότητα να ανακαλύπτει κόσμους ολόκληρους εκεί που οι άλλοι περνούσαν ανυποψίαστοι, με την ιδέα της φτηνής καθημερινότητας να τους κλείνει τα μάτια. Αν τολμούσες να του πεις ότι είχε φαντασία (έτσι το έπαθα κι εγώ στην αρχή της γνωριμίας μας), γινόταν έξω φρενών. «Δεν είναι φαντασία», έλεγε, «η εντελής αντίληψη της πραγματικότητος, η διείσδυσις του νοήμονος ανθρώπου στη φαινομενικότητα των γεγονότων, η σύλληψις της ακριβούς κινήσεως πάσης ευελιξίας. Η πραγματικότης είναι απείρως πλουσιωτέρα και της πλέον πληθωρικής φαντασιώσεως. Απλώς, αντιλαμβάνομαι. Δεν εφευρίσκω. Διαφέρω από τους πολλούς γιατί αντιλαμβάνομαι δι’ όλης μου της υπάρξεως και όχι μόνο με το πνέυμα»

Nora_Manolis_…έγραφε η Νόρα Αναγνωστάκη σε ένα έξοχο κείμενο, ανοιχτό και κλειστό μαζί [Ο αναμένων], δημοσιευμένο στο περιοδικό Νέα Πορεία [τεύχος 6] και αναδημοσιευμένο στο παρόν Εντευκτήριο. Σύντροφος και συνοδοιπόρος του Μανόλη Αναγνωστάκη, συνδημιουργός του περιοδικού – σταθμού Κριτική [1959], η Αναγνωστάκη δεν έζησε στη σκιά του αλλά υπήρξε μια αυτόφωτη πνευματική παρουσία, πάντα ανοιχτή σε οτιδήποτε καινούργιο παρουσιαζόταν στην τέχνη της γραφής – μετέφερασε άλλωστε ταυτόχρονα με την έκδοσή του αποσπάσματα του έργου Ο βαθμός μηδέν της γραφής του Ρολάν Μπαρτ, φέροντας το όνομα του Γάλλου θεωρητικού στην Ελλάδα, ενώ ανέδειξε και τα προτάγματα του Νέου Μυθιστορήματος. Είχε πράγματι την ικανότητα να διακρίνει το νέο που κόμιζε κάθε εποχή και να το αναδεικνύει έξω από αισθητικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Υπήρξε σπάνιος τύπος κριτικού, κριτικός με γούστο, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό του Τ.Σ. Έλιοτ, όπως γράφει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, που μαζί με την Πόλυ Κρημνιώτη υπογράφουν τα δυο προς μνήμην της κείμενα, με αφορμή την φυγή της την τελευταία ημέρα του περσινού έτους.

tadeusz kantorΑΓΑΠΗ καπριτσιόζα…/αυτή η αγάπη που πεθαίνει όταν χάνεται/κι εκείνη η αγάπη που παραμένει/και σου συμπαραστέκεται/στην ήττα/μέχρι τέλους./[…]

… διακρίνει ανάμεσα στις Συναντήσεις του με τον θάνατο ο Ταντέους Καντόρ (μετάφραση: Ζαφείρης Νικήτας), ο Πολωνός εικαστικός καλλιτέχνης, σκηνοθέτης, σχεδιαστής, συγγραφέας και θεωρητικός του θεάτρου, μια επιδραστικότατη φωνή του θεάτρου και ένας καλλιτέχνης των λέξεων και των γραμμών. Το τεύχος προτείνει και παρουσιάζει δυο νέες ποιητικές φωνές, τον 19χρονος Ένο Αγκόλλι, γεννημένο στην Κορυτσά της Αλβανίας και υπότροφο σπουδαστή πλέον αναλυτικής φιλοσοφίας στο Σικάγο και τον 18χρονο Γιαχύα Χασάν, γεννημένο στην Δανία από Παλαιστίνιους γονείς. Δημοσιεύονται ακόμη ποιήματα της Κικής Δημουλά, του Χάρη Βλαβιανού, της Ανθής Μαρωνίτη, του Πολ Όστερ (παρουσίαση και απόδοση: Βασίλης Κουγέας), του Θανάση Μαρκόπουλου, του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου, του Λεωνίδα Κακάρογλου, , του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, του Συμεών Τσακίρη, του Απόστολου Λυκεσά, της Μαρίας Καρδάτου, του Άγγελου Ευθυμιάδη και της Άλκηστης Πανάγου.

kokorasΣτρέφω τη σκέψη στους παιδεμένους ποιητές που τυραννίστηκε η ζωή τους σε σανατόρια, σε ψυχιατρεία και σε νοσοκομεία χρονίων παθήσεων. Βιζυηνός, Φιλύρας, Πολυδούρη, Ρίτσος, Κοτζιούλας, τραγούδησαν τη ζωή ενώ ο θάνατος σελάγιζε μέσα τους.

Στρέφω τη σκέψη στους ποητές που εκόμισαν εις την ιατρικήν επιστήμην όπως εκόμισαν εις την τέχνην. Σ’ εκείνους που αντιμετώπισαν το άλγος του πόνου μακριά από βαριές ασθένειες και δοκιμασίες μετατρέποντάς το σε τέχνη μέσ’ από τη διήθησή του στα φίλτρα της ευαισθησίας των. Σ’ εκείνους που άωρα έφυγαν από κοντά μας.

Κάπως έτσι κι εγώ, αν μη τι άλλο σ’ αυτή τη ζωή, προσδοκώ να συναριθμηθώ με τους πονεμένους της συκοφαντημένης γενιάς μου. Με τους αδελφούς μου και τις αδελφές μου της περιώνυμης «Γενιάς του ’70»: την Μπίλλη να σφάζει τον Κ ό κ ο ρ α τ ω ν θ ε μ ε λ ί ω ν στο Πήλιο και τον Βασίλη, το χλωμό κ ύ ρ ι ο Ί β ο του Παγασητικού και με τον Μίμη των βορείων συνόρων […] την Ηρώ και τον Γιάννη, πλανόδιους θηρευτές αισθημάτων στην Α κ τα ή Κ α λ λ ι μ α σ ι ώ τα η…

…. γb98175ράφει ο Γιώργος Θεοχάρης στο ένα από τα τρία Ποιήματα (Εκόμισαν…) που τυπικά καλύπτουν ένα δισέλιδο αλλά ουσιαστικά έναν ολόκληρο κόσμο όπου η γλώσσα και η Ποίηση «μας σκέπουν αδιαλείπτως», όπως άλλωστε στιχουργεί και στο ισχαιμικό του επεισόδιο σε εξέλιξη, όπου και η χρήση της γλώσσας ως στοιχείο επιβίωσης. Στο ίδιο τεύχος πεζά του Δημήτρη Πετσετίδη, του Ηλία Μαγκλίνη, της Άννυς Κουτροκόη, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Ιγνάτη Χουβαρδά, της Άννας Κουστινούδη, του Χρήστου Δήμα, του Ντέιβιντ Σεντάρις (μετ.: Γιάννης Θεοδοσίου), του Γιώργου Μαυρομμάτη, του Βασίλη Τερζόπουλου και των πρωτοεμφανιζόμενων Άννας Γούλα και Μαρίας Ντινάκη. Η Λίζυ Τσιριμώκου γράφει για την πολυδιάστατη διδακτική και συγγραφική προσφορά της Τζίνας Πολίτη και ο Γιώργος Κορδομενίδης νεκρολογεί τον Κάρολο Τσίζεκ. Και πάλι η φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη, από τις Μαγικές Εικόνες: Επτά δοκίμια, 1960 – 1965 [Τραμ, 1973]:

Η τέχνη, austerκαι να το θέλουμε, δεν μπορεί πια να είναι για μας μια σπουδή γυμνής ομορφιάς. Αυτό το σκέφτομαι επίμονα κάθε φορά που βλέπω μερικές κινέζικες ζωγραφιές. Θέλω να βγάλω έναν επικήδειο του ανέφελα ωραίου […]. Νομίζω πως δεν μας φτάνει πια η απόλαυση του ωραίου που διαστέλλει την ψυχή σε άχρονη έκσταση. […]. Δεν βρισκόμαστε σ’ ένα findesiècle. Έχουμε ήδη εισχωρήσει βαθειά μέσα σ’ ένα ζέοντα και ανασχηματιζόμενο κόσμο. Κι αυτοί που μπορούν να μιλήσουν, για να είναι σύγχρονοι, πρέπει να μιλάνε τη γλώσσα του. [176 σελ.]

 

21
Μαρ.
14

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 36 (χειμώνας 2013)

d1Αφιέρωμα Darlings!

… ήτοι εκφράσεις ερωτισμού, εκφάνσεις ερωτοτροπίας, σελίδες αγαπητικές, αγαπησιάρες και αγαπηνές, ερωτικές υπο-ιστορίες, ερωτιάρικες ομολογίες, λιβιδικές εξάρσεις και λατρειακές εξαρτήσεις, ξεχειλίζουν το τεύχος και εκτονώνονται από τις πρώτες ως τις τελευταίες του σχεδόν σελίδες. Οι καταγραφείς του περί Αγάπης και Darling Λόγου με σειρά εισόδου στις κατά τόπους κρεβατοκάμαρες και τους ερωτόβιους τρόπους είναι οι εξής: Έλσα Κορνέτη, Θανάσης Λιακόπουλος, Ρίτα Λάββα, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Βαγγέλης Προβιάς, Νίκος Ειρηνάκης, Τάσος Ψάρρης, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Άννα Βουγιουκλίδου, Γιώργος Αναγνώστου, Χρύσα Φάντη, Άγγελα Γαβρίλη, Κώστας Χατζηαντωνίου, Γιώργος Ρούβαλης, Αλίκη Στελλάτου, Αλέξανδρος Κυπριώτης, Γιώργος Βέης, Χρύσα Σπυροπούλου, ενώ ανάμεσα στους αλλόγλωσσους καταθέτες εμπειριών δικών τους ή των ηρώων τους διαβάζουμε τους Anton Chekhov, Sukutu Mehta, Ledo Ivo και Leonardo Padura, Dani Shapiro και Joyce Ashuntantang.

Καλλιτέχνημα 22Το τεύχος δημοσιεύει και ένα εκτενές απόσπασμα από το υπό έκδοση Πανδοχείο, και δη από το κεφάλαιο – κτίσμα Πανδοχείο των Γυμνών Ποδιών, όπου καταγράφονται εξήντα δελτία μιας ευρύτερης δοκιμιακής και μυθοπλαστικής γραφής περί των γυμνών γυναικείων ποδιών – κοινώς ένα δικό μας γραπτό. Οι πηγές που χρησιμοποιεί ο εν λόγω Πανδοχέας περιλαμβάνουν, εκτός των υποκειμενικών αφηγήσεων των χαρακτήρων, και πάσης φύσεως λογοτεχνικά, μη μυθοπλαστικά και καλλιτεχνικά ανθολογήματα, συνεπώς συγγραφείς, δοκιμιογράφοι ή φιλόσοφοι προσκαλούνται και παρακαλούνται να αποστείλουν σχετικά αποσπάσματα γραπτών ή να γράψουν επί τούτου· οι αναγνώστες με ικανή μνήμη που ανακαλεί σχετικά χωρία να τα γνωστοποιήσουν ή να τα μεταγράψουν και έτεροι ενδιαφερόμενοι,  υποκείμενα των παραπάνω ενασχολήσεων να έρθουν σε επικοινωνία μαζί μας για να οριστεί το μερίδιο της συνεισφοράς τους και η ιδιαίτερη μυθοπλαστική τους αμοιβή.

002_mdnΟι ’πνάδες [σπαρταριστή οπισθοσέλιδη στήλη του περιοδικού από τα γεννοφάσκια του] εντοπίζουν στην κηδεία του Νέλσον Μαντέλα δυο τρεις προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών, που μάλλον ξέχασαν πως ο νεκρός είχε μέχρι το 2008 περίοπτη θέση στον κατάλογο τρομοκρατών που είχε συντάξει η CIA για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι υποκριτές ως κλαμένες χήρες, επιπροσθέτω. Παρακάτω μας γνωστοποιείται το αποτέλεσμα έρευνας του περιοδικού Entepreneur, με αντικείμενο Πώς οι μεγάλοι έγιναν μεγάλοι, σύμφωνα με το οποίο, εκείνοι, μεταξύ άλλων, άκουγαν τους άλλους με προσοχή και είχαν συλλογικό πνεύμα. Ακριβώς δηλαδή αυτά που δεν έχουν οι εντόπιοι καλλιτεχνίζονες και λογοτεχνίζοντες, ξανασκέφτομαι. Στις ίδιες γειτονιές των τελευταίων φύλλων ασφυκτιούν και πολλές σκέψεις, όπως για το Face το Book όπως κατάντησε σήμερα: άκρατο ξεκατίνιασμα, ρηχή ηλιθιότητα, ανόητη αυτοπροβολή και άλλα αναμφισβήτητα που ορισμένοι τα βαφτίζουν πρόοδο.

19
Μαρ.
14

Γιάννης Πατίλης – Μικρός τύπος: Το Λογοτεχνικό Περιοδικό. Θεωρία και ασκήσεις. Κείμενα 1978 – 2013

Η κPatilis,Giannis-MikrosTypos-ToLogotechnikoPeriodiko-Theoria&Askiseis-01υκλοφορία αυτού του βιβλίου υπήρξε μια απρόσμενη μα τόσο ευπρόσδεκτη έκπληξη. Ένας πολύτιμος τόμος με αντικείμενο ακριβώς ένα μεγάλο κομμάτι της αναγνωστικής μας ζωής και ευρύτερα του λογοτεχνικού μας κόσμου. Μια συλλογή κειμένων του πάντα απολαυστικού στην γραφή Γιάννη Πατίλη, και ιδίως εκείνων που αφορούν το Λογοτεχνικό Περιοδικό, το ίδιο το Πλανόδιον, αλλά την ηλεκτρονική του εκδοχή, το μικρό διήγημα, τις ευρύτερες δημιουργικές του εμπειρίες. Εδώ έχουν θησαυριστεί κείμενα τριανταπέντε περίπου ετών με αντικείμενο το Λογοτεχνικό Περιοδικό τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη· τόσο ως επιμέρους μορφή του Μικρού Τύπου [Small Press], όσο και, ειδικότερα, του προσωπικού του δημιουργήματος. Έτσι η μορφολογική τους πολυείδεια είναι δεδομένη: κείμενα, άρθρα, συνεντεύξεις, ομιλίες, κριτικές, σχόλια, όλα αποσπάσματα μιας οιονεί δημόσιας πνευματικής αυτοβιογραφίας ενός εκδότη, περιοδικάκια, ποιητή, αναγνώστη.

PagkyprioGymnasion(04-08-2011)Πώς ταξινομείται αυτή η επιθυμητά χαώδης ύλη; Πρώτα σε δυο μέρη, ως Θεωρία και Ασκήσεις· κατόπιν η Θεωρία σε δυο ειδικότερα τμήματα. Οι Αναφορές στο πεδίο, διαπραγματεύονται ευρύτερα θέματα όπως ο ρόλος του λογοτεχνικού περιοδικού στην λογοτεχνική εξέλιξη αλλά και, σε άλλο κείμενο, στο σχολείο και στην σχολική πράξη, η ιστορική του εξέλιξη, το μέλλον του, ο «Μικρός Τύπος» ως εναλλακτικό μέσο και ως «αθέατος πολιτισμός», η κίνησή του από το τοπικό προς το υπερτοπικό, η μοναξιά του βιβλίου και η συντροφιά του περιοδικού (αμφότερα με ερωτηματικό), η λογοτεχνία σε σχέση με την αγορά, τα περιοδικά λόγου και οι προκλήσεις της Νέας Εποχής κ.ά. Στα Αυτοαναφορικά ταξινομούνται οι δεκάδες συνεντεύξεις, συνομιλίες και εξομολογήσεις του συγγραφέα όπου μοιράζεται την προσωπική του εμπειρία από όλα τα παραπάνω. Και, τέλος, στις Ασκήσεις επιλέγονται κείμενα από επικαιρικά σχόλια και κριτικές του συγγραφέα από τα περιοδικά του ή έντυπα τρίτων. Εδώ ακριβώς εφαρμόζονται στην κριτική πράξη οι θέσεις που εκτίθενται στο τμήμα της Θεωρίας, με έμφαση στην αντιπαράθεση προς τον φενακιστικό «λόγο» των ΜΜΕ και τον εκμαυλισμό που αυτά ασκούν στις συνειδήσεις των δημιουργών.

Planodion 1_Η αναζήτηση και εν τέλει η ίδρυση στα όρια του κειμένου μιας άλλης πραγματικότητας, είτε αυτή βρίσκεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα και τους λογοτεχνικούς τρόπους (σύμφωνα με μια απόλυτη φορμαλιστικη θέση) είτε εκτός αυτής, παραμένει πάντοτε το ριζικό σκοπούμενο κάθε λογοτεχνίας, «μεγάλης» ή «μικρής», υποστηρίζει ο συγγραφέας, τόσο όσον αφορά τα λογοτεχνικά περιοδικά όσο και την ίδια την συγγραφή. Εδώ ο «Μικρός Τύπος» μοιάζει με εκδήλωση τοπικότητας μέσα σε συνθήκες έντονης πολιτισμικής ομογενοποίησης. Αυτή η κοινωνική τοπικότητα – γεωγραφική, επαγγελματική ή πολιτισμική – φαίνεται «περιθωριακή» στους τρίτους, αλλά για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα τοποθετείται στο επίκεντρο της ελεύθερης αυτοσυγκρότησής τους ως προσωπικοτήτων και ο «Μικρός Τύπος» αποτελεί εν τέλει έναν παράδεισο πολιτικής και πολιτισμικής αυτοπραγμάτωσης αλλά και ευρύτερα έναν «αθέατο» πολιτισμό.

Nisos-01-(Anoiksi1983)-01-EksofylloΟ Γιάννης Πατίλης ξεκίνησε το Πλανόδιον τον Δεκέμβριο του 1986. Νωρίτερα είχε ιδρύσει μαζί με τον ποιητή και κριτικό Κώστα Σοφιανό, το συνθέτη Χάρη Βρόντο και τον ανεπανάληπτο και πρόωρα χαμένο τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη την καλλιτεχνική ομάδα Νήσος· μουσική και ποίηση, με καρπό το φερώνυμο περιοδικό – κασέτα [1983 – 1985] και το κριτικό – λογοτεχνικό περιοδικό Κριτική και Κείμενα [1984 – 1985]. Τώρα βλέποντας το εξαιρετικά δύσκολο, σύμφωνα με την προσωπική του εμπειρία, μιας ισότιμης και συνυπεύθυνης συλλογικής έκδοσης προχώρησε μόνος του αλλά με την φιλική συμπαράσταση μιας μικρής ομάδας τακτικών συνεργατών. Όσον αφορά την επιλογή της ύλης το βάρος δόθηκε στο ίδιο το περιεχόμενο των κειμένων παρά στις υπογραφές, ενώ παραμερίστηκε η εύκολη λύση των επικερδών «αφιερωμάτων». Αντί αυτών καθιερώθηκε σε κάθε σχεδόν τεύχος η παρουσίαση μιας ολοκληρωμένης και εκτενούς μεταφραστικής εργασίας: είτε ενός σημαντικού δοκιμίου, είτε μιας ποιητικής ενότητας ή μιας αντιπροσωπευτικής ανθολόγησης από το έργο ενός σημαντικού ξένου ποιητή ή πεζογράφου. Το περιοδικό δεν καταχώρησε διαφημίσεις, επιθυμώντας να ελέγχει πλήρως την εκδοτική του εικόνα.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΌμως για άλλη μια φορά ο λόγος του συγγραφέα – εκδότη είναι ειλικρινής, απροκάλυπτος και γνήσιος. Πόσα έτη φωτός από δεκάδες άλλες ομοειδείς περιπτώσεις! Καμία έπαρση, καμία αίσθηση ιερής αποστολής, καμία βεβαιότητα περί ανεξίτηλου αποτυπώματος στα ένδοξα πεδία των γραμμάτων μας. Η άγρια χαρά της δημιουργίας, της χειροτεχνίας και της κατάρτισης ενός περιοδικού με τεύχη κυριολεκτικά βιβλία ή θησαυρούς κειμένων αρκεί! Τον Πατίλη ποτέ σε ό,τι έκανε, με εξαίρεση φυσικά το επάγγελμά του ως εκπαιδευτικός, δεν τον απασχόλησε η πιθανή ωφέλεια τρίτου. Στην ερώτηση τι θεωρεί ότι συνεισέφερε στα ελληνικά γράμματα μέσα από το «Πλανόδιον» απαντά:

KritikiKaiKeimena-01-(Cheimonas1984)-01-EksofylloΩς αμετανόητος περιοδικάκιας θεωρούσα πάντα το γνήσιο λογοτεχνικό περιοδικό ως  μορφή προσωπικής καλλιτεχνικής έκφρασης, πράξη δηλαδή ιδιότυπου εκφραστικού εγωισμού, συγγενική προς τον προσωπικό καλλιτεχνικό εγωισμό του δημιουργού, αλλά κάπως «ανώτερη», αφού στο πρόγραμμά της συμπεριλαμβάνει και την εκφραστική συμπαρουσία τρίτων! Έτσι, μια τέτοια «συνεισφορά», και αν συνέβη, δεν περιλαμβανόταν ποτέ στους σκοπούς μου. / Η «προσφορά στα Γράμματα» ως στόχος είναι έργο των θεσμών και, δυστυχώς, της…παραλογοτεχνίας. Η πραγματική λογοτεχνία κάνει απλώς το κέφι της χωρίς να λογοδοτεί πουθενά, γι’ αυτό και δεν πρέπει ποτέ να ζητεί τα εαυτής, βραβεία και τιμητικές θέσεις για την αξία της, όσο σπουδαία κι αν είναι…[σ. 209]

Planodion-EikonesApoTinParagogi-04Σε αντίθεση με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των συγγραφέων, ποιητών και εκδοτών της γενιάς του που διακατέχονται από μεγάλο φόβο και άγνοια του διαδικτύου, επιμένοντας να αρνούνται την ύπαρξή του (το Πανδοχείο έχει προσωπική πείρα και δεκάδες ιστορίες να θυμάται από την σχετική άρνησή τους ιδίως να δεχτούν την αναγνωσιμότητα και την χρησιμότητα των διαδικτυακών σελίδων, κριτικών και περιοδικών), ο Πατίλης υπήρξε από τους πρώτους που όχι απλώς καλωσόρισε το νέο μέσο και το χρησιμοποίησε πολλαπλώς και επιτυχώς αλλά και που δήλωσε πως το διαδίκτυο αποτελεί την πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας.

KostisPapagiorgis-GiannisPatilis(Aiges,12-01-1985)Πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας: ουτοπία, διότι, στην καλύτερη μορφή του, «εκπληρώνει έναν αδιανόητο πόθο της πολιτισμένης ανθρωπότητας: το απόλυτο μουσείο των γραμμάτων και των τεχνών, υφασμένο και προσβάσιμο δωρεάν απ’ όλους και από παντού»· πνευματική επειδή αποτελεί «το πλέον αποϋλοποιημένο μέσο επικοινωνίας και έκφρασης»· και ώριμης ανθρωπότητας επειδή συνδυάζει την μέγιστη ανθρώπινη συνύπαρξη και εκφραστική ελευθερία με την ελάχιστη υλική βία προς τα άλλα όντα και το περιβάλλον. Ενδεικτικός είναι ένας σχετικός παραλληλισμός: στον λόγιο του 5ου μ.Χ. αιώνα, θα ήταν περισσότερο οικεία ως εικόνα μια σύγχρονη ιστοσελίδα με τα παρασελίδια εικονίδια και τα σχόλια, παρά ένα βιβλίο τσέπης χωρίς εικονογράφηση!

Anepaisthitos-01-(Septembrios1987)-02-03-Taytotita-ChaikouKaiTankaΤο χαρτί πεθαίνει, και καλώς. Έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο. Είναι μια πολυτέλεια που σύντομα δεν θα την συγχωρεί η φύση. Θα μείνει για τις αναμνηστικές και συλλεκτικές εκδόσεις στις χρονολογικές επετείους δημοφιλών ή  κλασσικών συγγραφέων. Θα δίνει «κύρος» και σοβαροφάνεια στους μέτριους. Θα γίνει η κατάλληλη ύλη για τον λόγο ως «μνημείο» πια (ή μνήμα), όπως ήταν κάποτε η πέτρα και ο μπρούντζος…Από την άλλη δεν χρειάζεται να «φυσικοποιούμε» τις αναγνωστικές μας έξεις. Δεν θα διαβάζαμε πιο εύκολα μια τραγωδία του Ευριπίδη στα ειλητάρια ή τους παπύρους. Όσο για την συγκίνηση, ναι, μπορεί να είναι τέτοια και μεγαλύτερη μέσα από την οποιαδήποτε οθόνη…Εξάλλου, η ηλεκτρονική εξαΰλωση όχι μόνο του γράμματος αλλά και της εικόνας ή του ήχου είναι πιο κοντά στην φασματική / συμβολική φύση του ίδιου πνεύματος… [σ. 194]

GiannisPatilis-FotisTerzakis-GiorgosSagkriotis(Mistriotou23,25-12-1998)Ο Πατίλης δεν σταμάτησε στιγμή να πιστεύει στην δράση των ανεξάρτητων προσώπων και των μικρών ομάδων που αντιστέκονται στον γιγαντισμό των συμφερόντων και της επιζητούμενης ηγεμονίας τους στον πολιτισμό. Η συλλογή του είναι εμπνευστική, ενθαρρυντική, πολύτιμη. Και έχει απόλυτο δίκιο όταν γράφει ότι τέτοιες συναγωγές κειμένων από εκδότες λογοτεχνικών περιοδικών συμβάλλουν στην δημιουργία ενός διαλόγου για τους όρους μιας Νέας Ελεύθερης και Απελευθερωτικής Δημόσιας Εκφραστικής, που θέλει να πραγματώσει τα παλαιά ιδανικά του Μικρού Τύπου σε μια νέα συναρπαστική εποχή της ανθρωπότητας, κατά την οποία χιλιάδες πρόσωπα ή κοινότητες προσώπων σπεύδουν να κοινοποιήσουν τους προβληματισμούς τους, τις καλλιτεχνικές τους αναζητήσεις αλλά και τα μυχιότερα των συναισθημάτων τους.

LeyterisPoulios-GiannisPatilis-ZefiDaraki(2010)26 χρόνια, 12 τόμους, 52 τεύχη καὶ 9200 σελίδες άξιζαν τον κόπο. Κι εμείς, διατηρώντας στο μυαλό μας και στα όποια μας κατάστιχα δεκάδες από αυτές, ας είχαμε τον χρόνο να τις διαβάσουμε όλες, μια προς μία.

Εκδ. Ύψιλον, 2013, σελ. 285. Με 11σέλιδο ευρετήριο ονομάτων, προσώπων και πραγμάτων.

Στις φωτογραφίες μαζί με τον Γιάννη Πατίλη: Μαρώ Τριανταφύλλου – Ηρώ Νικοπούλου / Κωστής Παπαγιώργης / Φώτης Τερζάκης – Γιώργος Σαγκριώτης / Λευτέρης Πούλιος – Ζέφη Δαράκη.

Για το Μπονζάι και τα σχετικά τεύχη του Πλανόδιου βλ. αναρτήσεις για τα τεύχη 50 [Αμερικανικό Μπονζάι], 51 και 52 [Ελληνικό Μπονζάι]. Βλ. ακόμα τις παρουσιάσεις των τευχών 47 [Ρικάρντο Πίγλια κ.ά.] και 49 [Αντονέν Αρτώ κ.ά.].

14
Ιαν.
14

Φρέαρ, τεύχος 4 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013)

φρέαρ 4(1)Υπήρχε ένα παλιό παιγνίδι όπου τα παιδάκια θάβανε μία πέτρα σαν θησαυρό που μόνο τα ίδια γνώριζαν την ύπαρξή του μέσα από μια ομόφωνη απόφαση «να είναι ο θησαυρός τους», με σκοπό να την ξεχάσουν. Γρήγορα τα έπιανε μια μανία να σκάψουν στον τόπο του μυστικού, λες για να βεβαιωθούν πως βρίσκεται εκεί, ακυρώνοντας έτσι την ίδια τη συμφωνία, μόνο και μόνο για τον ενθουσιασμό που τους προκαλούσε η ιδέα της ανασκαφής….

…γράφει η Νατάσα Κεσμέτη, φυτεύοντας μια πέτρα στα ύστερα κείμενα του τεύχους, εκκινούμενη από γραπτά της πολωνής ποιήτριας Άννα Καμιένσκα και από τα ερωτήματα αν μπορεί να υπάρξει ησυχία μέσα στην [τρέχουσα] συντριβή ή αν μπορούμε να δούμε με παρθενικά μάτια συμπάθειας έναν κόσμο που μας προκαλεί τόση απογοήτευση και οδύνη.

Η Λιουντμίλα Πετροσέφσκαγια στο δισέλιδό της διήγημα περιγράφει την αρχή, την μέση και το τέλος μιας ακουστικής γειτονίας μεταξύ μας γυναίκας και του πλημμυρισμένου μουσικής ζευγαριού από την άλλη πλευρά του τοίχου [μτφ. Έλενα Κατσιώλη]. Αλλά το απρόσμενο διήγημα του τεύχους είναι τα Κουνέλια με στοχαστικά μάτια του Ότα Πάβελ. Γεννημένος στην Πράγα το 1930, ο Πάβελ μέχρι τα είκοσί του είχε προλάβει να βιώσει τα δύσκολα προπολεμικά χρόνια, τη ναζιστική θεομηνία και την κομμουνιστική μετάλλαξη της Τσεχοσλοβακίας, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Δημήτρης Νόλλας. Η ανήσυχη ματιά του, ειρωνική και αυτοσαρκαστική, θερμαίνεται διαρκώς από την αγάπη του για τον παράδεισο της παιδική ηλικίας. Και να σκεφτεί κανείς πως τα λογικά του σάλεψαν όταν κάλυπτε τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς του Ίνσμπρουκ το 196pavel_ota4, λες και τα σύννεφα και η απανταχού λευκότητα κάλυψαν και εσώτερες περιοχές [μτφ. Κώστας Τσίβος].

Επί υδάτων πολλών, στο εισαγωγικό σημείωμα των κριτικών σημειωμάτων ο Βασίλης Παπαθεοδώρου προβληματίζεται όσον αφορά την σύγχρονη κριτικογραφία, σε διάφορα ζητήματα, ορισμένα ένα εκ των οποίων μας απασχόλησαν και στην προηγούμενη ανάρτηση. Ο συγγραφέας αναρωτιέται, μεταξύ άλλων, αν οι συχνότατες διθυραμβικές κριτικές σημαίνουν πως στην χώρα μας διαρκώς γράφονται αριστουργήματα. Μια ενδιαφέρουσα συνομιλία του προσφέρει και από την συνομιλία με μια blogger που διατύπωσε θετικές απόψεις και παράλληλες ενστάσεις αλλά αποσιώπησε το γεγονός ότι το βιβλίο δεν της άρεσε, δικαιολογώντας με πειστικότατο τρόπο την επιλογή της και ορίζοντας μια νέα πρόταση για την κριτική.

rene char_Στο βασικό σώμα του τεύχους μυρίζουν χαρτί και μελάνι οι ανέκδοτες επιστολές του Γιώργου Σεφέρη [Mάιλα Γκαρθία Αμορός – Για να ταράξουν τα αίματα των ακαδημαϊκών γερούντων και των μπωδελερικών νέων μας], ένας «χαιρετισμός» της Κικής Δημουλά, μια «ανάληψη» του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου (διήγημα – αν μετράω σωστά – μίας σελίδας, δυο συνδαιτυμόνων, αγνώστου αριθμού καλεσμένων και έμφοβου πλην απολαυστικού συναισθήματος), η Νάντια του άλλου έξοχου διηγηματογράφου, Τάσου Καλούτσα, ο ερχομός του ξένου του Μιχάλη Μακρόπουλου και διάσπαρτα ποιήματα (Γιώργος Μπλάνας, Χάρης Βλαβιανός, Γιώργος Βέης, Γιολάντα Πέγκλη, Π.Β. Πάσχος, Κώστας Λιννός, Αλέξιος Μάινας, Ιλύα Καμίνσκι [μτφ. Ούρσουλα Φώσκολου], Ρενέ Σάρ [μτφ. Χριστόφορος Λιοντάκης]. Τα Φύλλα Ύπνου του τελευταίου αποτελούν σημειώσεις στο βουνό κατά τη διάρκεια τς Αντίστασης στη νότια Γαλλία και αφιερώθηκαν στον Αλμπέρ Καμύ.

T. Mantzavinos, Untitled, 08, 50 x 60, 2560Ο Κώστας Χατζηαντωνίου συνεχίζοντας σ’ έναν από τους βασικότερους άξονες προβληματισμού του περιοδικού συλλογίζεται «για ηθική ειλικρίνειας και αγωνίας», ο Κώστας Στεργιόπουλος επανεξετάζει την ποίηση του Κ. Ουράνη και Γιώργο Πινάκουλα μεταφράζει και παρουσιάζει το κείμενο του Μιχαήλ Μπαχτίν Προς τις φιλοσοφικές βάσεις των ανθρωπιστικών επιστημών. Στα δίστηλα του περιοδικού ο Κώστας Κουτσουρέλης ολοκληρώνει τη σειρά κειμένων του για τη μετάφραση, ο Γιάννης Β. Κωβαίος αντιπαρατίθεται με τον Γιώργο Κεντρωτή για το μάθημα των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία, ο Μαριάνος Καράσης συνεχίζει τον πλου προς τις ουτοπικές πολιτείες, ο Μπρουνό Λατούρ γράφει για «Το παγκόσμιο εργαστήρι» που αποτελεί πλέον η γη μας κ.ά. Μια ενότητα κειμένων αναφέρεται στη βία της νεοελληνικής κοινωνίας σε σχέση και με το νεοναζιστικό φαινόμενο και στην ανάγκη για μετριοπάθεια (Σπύρος Γιανναράς, Δημήτρης Ελευθεράκης, Κώστας Βραχνός). Το τεύχος κοσμείται με σχέδια του Τάσου Μαντζαβίνου που παρουσιάζονται για πρώτη φορά. [130 σελ.]

Ας σημειωθεί ότι το τεύχος συνοδεύεται από μικρό βιβλίο 43 σελίδων με τον τίτλο Δύσκολη αδελφοσύνη και το οποίο περιλαμβάνει τρία κείμενα για το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη Η αδερφή μου. Πρόκειται για κριτικές αναγνώσεις των Δημήτρη Αγγελή, Μιχάλη Πάγκαλου και Νατάσας Κεσμέτη, μια περίφημη ιδέα που τοποθετεί τα άξια κριτικά κείμενα σε διαρκή αναγνωστική δοκιμασία [Φρέαρ/1].

Στις εικόνες: Ota Pavel, Rene Char και έργο του T. Mαντζαβίνου.

14
Νοέ.
13

Φρέαρ, τεύχος 3 (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2013)

3Πίσω απ’ την πλάτη της σιωπής/βαλθήκαμε να διαπεράσουμε τα τείχη απ’ τις χαραμάδες/αγνοώντας τον άνεμο που στο παράθυρο στριμώχτηκε./Ασυμβίβαστες, επιθυμούμε να αποσπαστούμε απ’ ότι σιωπά/από τούτη τη σιωπή που μας τσακίζει και μας διαμελίζει. […] [Όλες εμείς [Nosotras] – Ορτένσια Καρράσκο Σάντος]

Το συγκλονιστικότερο κομμάτι του τρίτου τεύχους του περιοδικού αφορά την «Ποίηση ενάντια στη σιωπή της βίας». Πρόκειται για την ομιλία της Έλενας Σταγκουράκη στο 3ο Διεθνές Φεστιβάλ ποίησης «Γυναικεία κραυγή» [Grito de Mujer] που διοργανώθηκε από το Διεθνές Κίνημα Ποιητριών [Mujeres Poetas Internacional] και αφορά την βία κατά των γυναικών στη Λατινική Αμερική. Το κείμενο παρουσιάζει τόσο την ποίηση όσο και τις τραγικές περιπτώσεις ποιητριών που υπέστησαν βία και δολοφονήθηκαν.

Susana Chavez CastilloH μεξικανή Σουσάνα Τσάβες Καστίγιο, ποιήτρια που έγραφε για τα δικαιώματα των γυναικών βρέθηκε πριν δυο χρόνια ακρωτηριασμένη και στραγγαλισμένη, καθώς αυτή η ιδιότητά της αυτόματα την κατέτασσε ως ακτιβίστρια, αντιρρησία και επαναστάτρια. Η μεξικανή ποιήτρια Μαρισέλα Εσκομπέδο δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι επειδή διαμαρτυρήθηκε για τν απελευθέρωση του δολοφόνου της κόρης της. Η κολομβιανή ποιήτρια Ανχέλικα Μπέλιο βρέθηκε νεκρή έχοντας υποστεί βιασμό όπως και οι κόρες της. Είναι γνωστές πια οι γυναικοκτονίες στην πόλη Χουάρες το Μεξικού, όπου εκατοντάδες γυναίκες που εργάζονται στα εργοστάσια ξένων πολυεθνικών με μισθούς πείνας, ενώ η κακοποίησή τους καταγράφεται σε σαδιστικές ταινίες [snuff movies] που πωλούνται σε κλειστά κυκλώματα με τις ευλογίες της μεξικανικής πολιτικής ηγεσίας.

juan-carlos-mestre-1Κάθε μεγαλειώδες λογοτεχνικό έργο συνιστά μιαν άρνηση του μηδενισμού, μιαν απάντηση στον θάνατο, μια προσωπική αναίρεση της νύχτας. […]. Κανένα από τα τόσα βιβλία που στοιβάζονται στις βιβλιοθήκες του κόσμου, δεν τελειώνει πραγματικά. Καθένας συνεχίζει από εκεί όπου ο άλλος μοιάζει να έχει σταματήσει το κείμενό του…

…γράφει ο Κώστας Τσιρόπουλος στο κείμενο «Η νύχτα του συγγραφέα»  (μτφρ. Ούρσουλα Φώσκολου), που αποτελεί και την ομιλία του κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Γρανάδας, το 2007. Στο τεύχος δημοσιεύονται, μεταξύ άλλων, ποιήματα και πεζά των Χουάν Κάρλος Μέστρε, Αντώνη Μακρυδημήτρη, Σπύρου Γιανναρά και Γιάννη Λειβαδά, δοκίμια των Στέλιου Ράμφου, Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη, Βαγγέλη Κάσσου [για τον Καβάφη] και μια παρουσίαση από τον Γιάννη Παπακώστα του ξεχασμένου παρακμιακού ποιητή Γιώργου Μυλωνογιάννη, μαζί με ανέκδοτα ποιήματά του.

Dinorah GutierrezΟι αναμνήσεις μάς ξεγελούν, επιμένουν πολλοί, ενώ άλλοι αντιστρέφουν την εξίσωση, λέγοντας ότι καλλιεργούμε αναμνήσεις για να ξεγελάμε τον εαυτό μας. Πόσοι όμως αναγνωρίζουν μήπως τελικά θέλουμε να ξεγελάσουμε τις αναμνήσεις;… αναρωτιέται ο Γιώργος Χουλιάρας από το ανέκδοτο Λεξικό αναμνήσεων συνομιλώντας, μεταξύ άλλων, με την Αναζήτηση του χαμένου χρόνου και με αφορμή την Αναζήτηση του χαμένου γλυκού. Οι πίσω σελίδες περιλαμβάνουν κείμενα των Μαριάνου Δ. Καράση, Διονύση Κ. Μαγκλιβέρα, Σταύρου Ζουμπουλάκη, Αντώνη Μακρυδημήτρη, Κώστα Κουτσουρέλη («Η πλάνη του Γκαίτε»), Γιώργου Βαρθαλίτη, Γιάννη Β. Κωβαίου, Λαόνικου Διονυσίου, Κώστα Μελά, Νατάσας Κεσμέτη, Σπύρου Γιανναρά, Θεόδωρου Ε. Παντούλα, Κώστα Βραχνού, Χέρμαν Σιέρρα (σε μετάφραση Δημήτρη Αγγελή).

brecht-stencil-3Κάπου εκεί στην «γαλαρία» ο Γιώργος Κεντρωτής εκκινεί από το ποίημα του Μπρεχτ Για την κριτική στάση και τα περί άγονης κριτικής για να θυμίσει πως πράγματι οι κρίνοντες αναδεικνύονται κατά κανόνα σε κόλακες και σε υμνητές των «κρινόμενων», με ρεπερτόριο που εξαντλείται στην οπισθοβουλία τους ότι κάποια στιγμή θα είναι αυτοί «κρινόμενοι» από κάποιον που έχουν ήδη «κρίνει». Όμως ο κριτικός λόγος πρέπει να εκφέρεται μετά διακρίσεως, με πολύ οξείες γωνίες, να βασανίζει και ταυτόχρονα να θεραπεύει, να είναι λόγος επιλεκτικός, να συστήνει τη διαφορά, το άλλο. [384 σελ.]

Στις εικόνες: οι ποιήτριες Susana Chavez Castillo και Dinorah Gutierrez, ο ποιητής Juan Carlos Mestre και ο Βertolt Brecht.

21
Αυγ.
13

Φρέαρ, τεύχος 2 (Ιούλιος – Αύγουστος 2013)

Τώρα μφρεαρ 2 εξπορώ να σκεφτώ πόσο σημαντικός είναι ο προνομιακός χώρος του δοκιμίου ως προς το βάθεμα των γραμμάτων κι άλλωστε εδώ, στο δοκίμιο, μοιάζει πιο εμφανής η διαφορά της παιδείας ως προς τους Έλληνες συγγραφείς, η δυσκολία τους να αρθρώσουν έναν επαρκή θεωρητικό λόγο, που απλώς δε χρειάζεται να είναι τίποτε πιο πολύ από τον αναστοχασμό πάνω στην τέχνη του. Και την ίδια στιγμή ο φόβος ότι η τέχνη τους μ’ αυτόν τον τρόπο φτωχαίνει! Και δε αναφέρομαι εδώ κατ’ αποκλειστικότητα στη λογοτεχνία. Κάθε άλλο. Αναφέρομαι σ’ αυτό που την περιέχει αλλά και που της δίνει μια άλλη διάσταση βάθους και ύψους, συνιστώντας όχι το αποτύπωμα της παιδείας ενός και μόνο προσώπου αλλά το αποτύπωμα της βιωμένης παιδείας ενός συλλογικού προσώπου: ας πούμε μιας γενιάς…

 …γράφει ο Αλέξης Ζήρας [βουστροφηδόν ή η αταξία της μνήμης] στην εμπλουτισμένη εδώ αντιφώνηση κατά την εκδήλωση για τα σαράντα πέντε χρόνια παρουσίας του στα γράμματα, ενθυμούμενος τις αμέτρητές του ώρες στο παμπάλαιο βιβλιοπωλείο του Κάουφφμαν και την απροσδιόριστη τότε γοητεία της γαλλικής λογοτεχνικής παράδοσης που πραγματευόταν ελεύθερα πάνω στην ιστορία, τη φιλοσοφία, την επιστημολογία και την πολιτική, ως συνέχεια του λογίου της Αναγέννησης που έχει καρπό της τον Μονταίνιο και επιβιώνει ακόμα στους Γάλλους.

Ο κριτικός (που δεν παύει να μας υπενθυμίζει πόσο μάταιη είναι η σπουδαιοφάνεια της κριτικής) διασχίζει τους δρόμους της μνήμης, ως τα πρώτα του κείμενα, την τότε ηθική διάσταση της οικονομικής επιστήμης, την ευγενή βοήθεια από τους δυο πνευματικούς του «αναδόχους», τον Πάνο Θασίτη και τον Κώστα Λαχά και την μετακίνηση προς την Αθήνα. Η σύντομη αυτή πνευματική οδοιπορία εκκινεί από την 21η Απριλίου 1967, όπου και η γελοία κινηματογραφική εικόνα του ομαδικού βαδίσματος των στρατιωτικών αγημάτων, που κρατούσαν με επισημότητα αναμμένους δαυλούς, με το αυτοσχέδιό τους κωμικά προφανές, καθώς ο κάθε δαυλός είχε στην κορυφή του μια άδεια καπνισμένη κονσέρβα όπου λαμπάδιαζε η παραφίνη…

daskalakis02-300x202Βρισκόμαστε ήδη στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Φρέαρ και δεν θα γράψω για τα αυτονόητα: την αναντικατάστατη παρουσία των λογοτεχνικών περιοδικών, την ιδιότητά τους ως πνεύμονα της λογοτεχνικής παραγωγής ενός τόπου, την απόλαυση του αρχικού ξεφυλλίσματος, την έκπληξη που πάντα περιμένει στην ανάγνωσή τους, τα κομψοτεχνήματα που συχνά κρύβονται στα κείμενα των πίσω σελίδων. Συνεπώς η εμφάνιση ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού τέτοιας μορφής δεν προσθέτει απλώς στο πνεύμα του εκάστοτε τόπου αλλά και το συναποτελεί. Και αν το Φρέαρ κινείται στο βάθος των περιστάσεων, ως διατείνεται η κάθετη μαύρη λωρίδα στο εξώφυλλο, ευχαρίστως να εισέλθουμε ακριβώς εκεί.

Πεζά: Τάσος Πορφύρης, Ανδρέας Μήτσου, Ηλίας Λ. Παπαμόσχος. Ποιήματα: Τ.Σ. Έλιοτ (απόδοση: Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Kώστας Θ. Ριζάκης, Ντίνος Σιώτης, Βάκης Λοϊζίδης, Δημήτρης Π. Μανώλος. Δοκίμια: Λάκης Παπαστάθης [Δομή και αφαίρεση στο σεναριο], Κώστας Κουτσουρέλης (Διονύσης Καψάλης). Μανιφέστο: Υπεράσπιση της Ποίησης από την «Ομάδα: Ποίηση ενώπιον της αβεβαιότητoς», με τις υπογραφές νέων ισπανόφωνων ποιητών. Ιδού δείγμα: …πιστεύουμε σε μια ποίηση που εκτός των άλλων, επικοινωνεί, λέει κάτι, που είναι φορτισμένη με νόημα. Μια ποίηση που συγκινεί και – στην καλύτερη των περιπτώσεων – συγκλονίζει, μαστιγώνει, βρίσκεται σε συμφωνία με τη δριμύcolombiaτητα του ποιητικού που ζητούσε ο Ρόμπερτ Γκρέηβς στη Λευκή Θεά: « Ο λόγος για τον οποίον ανασηκώνονται οι τρίχες, υγραίνονται τα μάτια, συστέλλεται ο λαιμός, μυρμηγκιάζει το δέρμα και η σπονδυλική στήλη συνταράσσεται είναι γιατί ένα αληθινό ποίημα αποτελεί αναγκαία μια επίκληση της Λευκής Θεάς». Το ποίημα, λοιπόν, εκτός των άλλων, είναι υπαγόρευση, μια γέφυρα προς το άλλο, προς το παραπέρα.

Σε Αβυθομέτρητους Καιρούς, οι φερώνυμες δίστηλες σελίδες φιλοξενούν μικρά δοκίμια, μελέτες, κριτικές και σχόλια. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης με αφορμή τη δολοφονία Γάλλων μοναχών στην Τιμπερίν της Αλγερίας το 1996 αναφέρεται στη διάκριση μεταξύ Ισλάμ και ισλαμιστικής ιδεολογίας (Φονικό στο περιβόλι της Παναγιάς), ο [παλιός καθηγητής μου στη Νομική] Μαριάνος Δ. Καράσης δημοσιεύει το πρώτο μέρος μιας εκτενούς μελέτης για τις Ουτοπικές πολιτείες της Αναγεννήσεως, αρχίζοντας από την Ουτοπία του Θ. Μωρ, ο Κώστας Βραχνός με αφορμή την Ανθρωπολογία του τοπίου. του Ιάπωνα φιλοσόφου Tetsuro Watsuji γράφει για τη σχέση «Είναι και χώρου», ο Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας σχολιάζει την πρόσφατη απεργία των εκπαιδευτικών (Με τη φοβέρα της επιστράτευσης), ο Αντώνης Μακρυδημήτρης αναρωτιέται αν η διοίκηση είναι Επάγγελμα ή λειτούργημα και ο Κώστας Κουτσουρέλης διερευνά τι δεν πρέπει ν’ αποτελεί έργο του μεταφραστή (Τι δεν είναι μετάφραση).

Ο επισκέπτης της γόνιμης θέλησης μπορεί να εισπράξει ακέραιες τις παραγράφους, τα υποκεφάλαια, τις ενότητες εν τέλει της μεγάλης Περιπέτειας. Η αντικειμενικότητα συνιστά εν ολίγοις υπόθεση συγκερασμού πρόθυμων, λαίμαργων δηλαδή βλεμμάτων…γράφει για την Σιγκαπούρη ο Γιώργος Βέης σ’ ένα ακόμα κείμενο ποιητικής του ταξιδιού. Γράφουν ακόμα: Νατάσα Κεσμέτη, Σπύρος Γιανναράς, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ηλίας Κεφάλας, Λέων Α. Ναρ, Γ.Δ. Παγανός, thomas-more-map-utopiaΚώστας Ε. Τσιρόπουλος, Γιάννης Παπακώστας, Γιώργος Βαρθαλίτης (περί Μονταίν), Γιάννης Β. Κωβαίος, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Έλενα Σταγκουράκη, Αχιλλέας Ντελλής, Σάββας Παύλου, Σπύρος Κατσίμης, Χαράλαμπος Φύτρος, Θεόδωρος Ε. Παντούλας. Κώστας Μελάς κ.ά.

Κλείνω μ’ ένα απόσπασμα από το κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη Η δικαιοσύνη και το είδωλό της που γράφτηκε για το Ιnternational Writers’ Program [Iowa, 2008] και αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά αλλά και να διδαχτεί – προσωπικά σκοπεύω να το δοκιμάσω στη σχολική αίθουσα ετούτη τη χρονιά: Η δημοκρατία έχει αποδειχτεί το καλύτερο πολιτικό σύστημα επειδή βασίζεται στη σχετικότητα των πραγμάτων και τη σημασία των ισορροπιών που προκύπτουν από τη διαρκή κίνηση ιδεών, ατόμων και ομάδων, από την ασταμάτητη αλληλεπίδραση των όσων δημιουργεί το ανθρώπινο πνεύμα. […] Δίκαιος άνθρωπος είναι εκείνος που αναγνωρίζει το δικαίωμα του άλλου, ακόμα και – ή ιδιαίτερα όταν – το δικαίωμα αυτό αντιτίθεται στο ατομικό του συμφέρον. Και η δικαιοσύνη είναι προϊόν του πολιτισμού, δεν υπάρχει στη φύση, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρότερου.

Σχέδια: Στέφανος Δασκαλάκης. Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο: http://www.frear.gr.

14
Οκτ.
12

Περιοδικό (δε)κατα τεύχος 29 (άνοιξη 2012)

Φάκελος: λογοκρισία – λογοκλοπή

Η γύμνια θα σήμαινε ότι όλα μπορούν να συμβούν σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά η ΝΥΤ είναι ταγμένη ακριβώς στο αντίθετο: να πείθει τους αναγνώστες της ότι ο κόσμος είναι υπό έλεγχο, ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ, ότι κάποιοι καλοί άνθρωποι μας φροντίζουν και ότι τα προβλήματα, ναι μεν υπάρχουν, αλλά σοφοί ηγέτες θα βρουν λύσεις. Οι απεικονίσεις γυμνών σωμάτων ή ερωτικών σκηνών θα αναστάτωναν τους αναγνώστες, θα τους δημιουργούσαν την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να επαναστατήσουν τα ανθρώπινα πάθη, και ν’ ανατρέψουν τον κόσμο που ξέραμε…

γράφει σ’ ένα ενδιαφέρον του δοκίμιο ο Wallace Shawn («Υπάρχει ενδιαφέρον για το σεξ;»), αναφερόμενος και στην προσωπική του εμπειρία συγγραφικής απομόνωσης ακριβώς επειδή στα γραπτά του «ασχολούνταν υπερβολικά με την εφηβική εμμονή του σεξ». Ο βασικός φάκελος του τεύχους αφορά τις περίκαυστες έννοιες της λογοκρισίας και της λογοκλοπής, που υπήρξαν και το αντικείμενο ειδικής ημερίδας που οργάνωσαν η ΕΣΗΕΑ, η Εταιρεία Συγγραφέων και η Κοινωνία των (δε)κάτων. Η λογοτεχνική κοινότητα, παρά τα επανειλημμένα κρούσματα λογοκλοπής από νέους Έλληνες πεζογράφους δεν έχει πάρει θέση στο φαινόμενο που έχει πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας και καθώς η ελληνική γλώσσα έχει το σοβαρό μειονέκτημα να ομιλείται μόνο στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν υπάρχει σοβαρό λογισμικό εργαλείο ελέγχου, ενώ τα πνευματικά δικαιώματα αποτελούν terra incognita και το νομικό πλαίσιο σπανίως λειτουργεί.

Εκτενώς καταθέτουν τις απόψεις τους και ο Κώστας Βούλγαρης περί εύνοιας και δυσμένειας του Τύπου σε είδη λογοτεχνίας, ο Αναστάσης Βιστωνίτης περί λογοκλοπής και πνευματικών δικαιωμάτων και ο Γιώργος Κεντρωτής, περί Λογοκλοπής και Μετάφρασης. Ο τελευταίος τονίζει ότι στην ειδική περίπτωση της λογοτεχνίας η στοιχειοθέτηση της λεγόμενης αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι έργο αφάνταστα δύσκολο έως και ανέφικτο. Αν όμως η λογοτεχνία (με την αποδεκτή εξαίρεση του δοκιμίου) απεχθάνεται, όπως λέγεται, τις υποσημειώσεις και τις διευκρινιστικές αναφορές, για τα λοιπά είδη των κειμένων δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Όποιος χρησιμοποιεί λόγια και ιδέες άλλου, χωρίς να αναγράφει την πηγή, μετέρχεται λογοκλοπή. Οι τίτλοι και οι υπογραφές και των υπόλοιπων κειμένων είναι ενδεικτικοί: Η λογοκλοπή ως προϋπόθεση της δημοσιογραφίας (Σπύρος Μοσχονάς), Μίμηση και λογοκλοπή (Γιώργος Μπλάνας), Λογοκρισία και δημοσιογραφική υπερθέρμανση (Βασίλης Καραποστόλης), Λογοκρισία και αυτολογοκρισία στη δημοσιογραφία και τη δημιουργική γραφή (Νίκος Κουνενής), Λογοκρισία στον Τύπο (Τάσος Αναστασίου), Λογοκλοπή στον ηλεκτρονικό Τύπο (Μαριάννα Τζιαντζή).

Διηγηματογραφούν οι Ούρσουλα Φώσκολου, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Μάνος Μπονάνος, Γιώργος Ρούβαλης, Μάρτυ Λάμπρου (στο απολαυστικό «Κουζίνα ΠΙΤΣΟΣ» υπό καταιγισμό μικρών πλην εφιαλτικών κοριτσίστικων ψεμάτων), Tobias Wolff, Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο. Δοκιμιακά, ο Peter Schjeldahl για τον «κομψό ρακοσυλλέκτη» ζωγράφο Τζον Κέριν, ο Νάσος Βαγενάς «αναζητά το πρωτοποριακό» στον Λάκη Παπαστάθη, ο Ρήγας Καππάτος για τον Χρυσοθήρα του Τσάπλιν κι ένα Γράμμα από το Μεξικό (Έλια Ραμίρες Ρούβαλη) μας γνωρίζει με την προέλευση και την ακμή του μεξικάνικου μπολερό. Στα μαγνητόφωνα ο Ουμπέρτο Έκο διατρέχει τα 80 του χρόνια από τον Manzoni στον Μίκυ Μάους και η Bobbie Ann Mason τους καθημερινούς της ήρωες. Τέλος το κείμενο του Ιωάννη Παπαγιάννη, πηγαινοερχόμενο μεταξύ ανθρώπων «πραγματικών και ανύπαρκτων» μας θυμίζει τον άνθρωπο που γέννησε η φαντασία του Μαρσέλ Αιμέ, έναν χαρακτήρα που, όπως όλοι θα επιθυμούσαμε, είχε την ικανότητα να περνάει μέσα από τοίχους:

Τις νύχτες που ο αέρας έτρεχε χωρίς λόγο, εκείνος διέσχιζε τους τοίχους της κάμαρας της αγαπημένης του. Όμως, τη νύχτα των πρώτων Χριστουγέννων τους, όταν, ύστερα από ερωτικό, απρέ ρεβεγιόν ραντεβού, προσπάθησε, όπως συνήθιζε, να διαπεράσει τον τοίχο, σφήνωσε μέσα στα τούβλα (έφταιγε μάλλον, εξηγεί ο συγγραφέας, φαρμακευτική αγωγή την οποία κατά λάθος έλαβε) και υποχρεώθηκε να διαμείνει εκεί. Έτσι εγκαταλείπει τον ήρωά του ο παραμυθάς και δεν μας εξιστορεί τα (έκτοτε) βάσανά του. […] Όμως πέρασε καιρός (πάντοτε απαραίτητος) και η τύχη έφερε μια κοπέλα. Δεν ήταν η ίδια που είχε κάποτε αγαπήσει. Τυχαία περνούσε δίπλα στον μαντρότοιχο και, επειδή ο σοβάς είχε φθαρεί από τις κακοκαιρίες και τις ηλιαχτίδες κι επειδή τα αυτιά της ήταν νεανικά, κατόρθωσε να ακούσει τη λεπτή σαν σκόνη φωνούλα. Γκρέμισε τον τοίχο και τον απελευθέρωσε. Ήταν πάλι Χριστούγεννα και τα φωτάκια στα μπαλκόνια έφτιαχναν μια αντιστροφή της ημέρας: τα σκοτεινά σημεία έλαμπαν και μόνο το φως γινόταν σκοτάδι…

[Σελ. 192]. Το επόμενο, καλοκαιρινό τεύχος του περιοδικού εδώ.

12
Οκτ.
12

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 30 (καλοκαίρι 2012)

Φάκελος: πατέρες και γιοι

Η Δημοκρατία δεν είναι κάτι που μπορεί να εξαχθεί, όπως η Κόκα Κόλα. Πρέπει να δημιουργηθεί εκ των ενόντων, σύμφωνα με την κουλτούρα, τις συνθήκες κάθε χώρας… λέει ο Κάρλος Φουέντες, αναφερόμενος στον ισχυρισμό της Βορειοαμερικανικής Διοίκησης μετά το φιάσκο των υποτιθέμενων όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ ότι πρωταρχικός στόχος είναι η προώθηση της δημοκρατίας. Και αναρωτιέται ο συνεντευξιαζόμενος συγγραφέας: πώς και δεν ενδιαφέρθηκαν για την προώθηση της δημοκρατίας στο γειτονικό Μεξικό αφήνοντάς το για 75 χρόνια με μονοκομματικό σύστημα; Κατα τα άλλα, επιμένει, «οι ΗΠΑ δεν θα είχαν να φάνε, δεν θα χαν πρωινό δίχως τους μεξικανούς εργάτες».

Ο φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει πατερικά και υιικά πεζογραφήματα από τους Gustavo Escanlar, Oscar Hijuelos, Γιάννη Ευσταθιάδη, Γιώργο Ρούβαλη, Ηρώ Νικοπούλου, Κωνσταντίνο Μπούρα, Γιώργο Χουλιαρά, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη και ποίηση από τους Maram Al – Masri, Γιώργο Μπλάνα, Σάρα Θηλυκού και Μιχάλη Παπανικολάου. Εκτός αφιερώματος στα διηγήματα οι Ηλίας Κουτσούκος, Κώστας Αλεξόπουλος, Νικόλας Τζερμαδιανός, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Διονύσης Καλαμβρέζος, Κυριάκος Χαλκόπουλος, Νίκος Ξένιος, Αλίνα Συμεωνάκη,  Ελίνα Τραϊφόρου, Liliana Pedroza κ.ά. Ο Christopher Hitchens στις «Ομιλούσες κεφαλές» του αναμειγνύει Ηράκλειτο, Leonard Cohen, Καλλίμαχο, W.H. Auden, Nelly Sachs και στα Γράμματα, η Νίκη Μαραγκούαπό την Αίγυπτο και ο  Γιάννης Πολύζος από τη Νέα Υόρκη.

Μια παλαιότερη συνέντευξη του Κορνήλιου Καστοριάδη μοιάζει να αφορά ακριβώς την σημερινή συγκυρία. Ο Καστοριάδης αναφερόμενος μεταξύ άλλων στα χαρακτηριστικά της μετεπαναστατικής εμφυλιακής ελληνικής διαμάχης παρατηρεί πως η νομιμοφροσύνη και η αλληλεγγύη έχουν τοπικό ή τοπικιστικό χαρακτήρα, συχνά ισχυρότερο από τον εθνικό και τις πολιτικές κατατάξεις και διαιρέσεις να είναι κυρίως σχετικές με τα πρόσωπα των «αρχηγών» και όχι με ιδέες ή με προγράμματα, ούτε καν με «ταξικά» συμφέροντα, και διαπιστώνει: Στην Ελλάδα, μέχρι και σήμερα, το κράτος εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ντοβλετιού, δηλαδή μιας αρχής ξένης και μακρινής, απέναντι στην οποία είμαστε ραγιάδες και όχι πολίτες…

… ενώ εν συνεχεία αναρωτιέται: Γιατί οι Έλληνες που σκοτώνονταν εννέα χρόνια για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους θέλησαν αμέσως μετά ένα βασιλιά; Και γιατί, αφού έδιωξαν τον Όθωνα, έφεραν τον Γεώργιο; Και γιατί μετά ζητούσαν «ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά;». Η παραδοσιακή «αριστερή» άποψη, συνεχίζει ο Κ.Κ., υποστηρίζει πως όλα τα επέβαλαν η Δεξιά, οι κυρίαρχες τάξεις και η μαύρη αντίδραση. Μπορούμε όμως να πούμε ότι όλα αυτά τα επέβαλαν ερήμην του ελληνικού λαού; Πως εκείνος δεν καταλάβαινε τι έκανε, δεν ήξερε τι ήθελε, τι ψήφιζε, τι ανεχόταν; Σε μια τέτοια περίπτωση αυτός ο λαός θα ήταν ένα νήπιο. Εάν ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος για την ιστορία του, τότε ας του ορίσουμε έναν κηδεμόνα. Σας θυμίζει κάτι; Μας θυμίζει κάτι;

Σε ένα άλλο εκτεταμένο πολιτικό κείμενο, γραμμένο αυτή τη φορά ακριβώς τη στιγμή της τραγικής μας κατάστασης, ο Νάνος Βαλαωρίτης αναφέρεται στην ψυχολογία του φτωχού και κατατρεγμένου έθνους που ποτέ δεν έσβησε από τον μέσο Έλληνα, ακόμα και από την πολιτική και πνευματική ελίτ και επικεντρώνεται στην υποσυνείδητη γερμανική μνησικακία εναντίον της Ελλάδας, με στοιχεία λαϊκίστικου φανατισμού και με ομοιότητες με το λιντσάρισμα, καθώς στις πλάτες ενός λάθους φορτώνονται και άλλα αναρίθμητα κρύβοντας με αυτό τον τρόπο τα δικά τους λάθη.

Στις πίσω σελίδες και διαβάζω για την τακτοποίηση του αρχείου του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν από την χήρα του, Ναταλία Ντιμιτρίεβνα, που έμεινε δίπλα του ως σύζυγος, πρώτη αναγνώστρια των έργων του, επιμελήτρια, μαγείρισσα, οδηγός, ερευνήτρια για χάρη του και σύνδεσμος ανάμεσα σ’ εκείνον και τον κόσμο. Το αρχείο περιέχει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα, από τον σταυρό που φορούσε όταν ήταν παιδί έως το πλήρες χειρόγραφο του Αρχιπελάγους Γκουλάγκ, το οποίο φίλοι του είχαν θαμμένο επί είκοσι χρόνια κάπου στην Εσθονία, μακριά από τα χέρια της KGB. Συγκινημένη η Ναταλία μας συγκινεί: Το να βλέπω την οδοντόβουρτσά του και όλα του τα πράγματα μου προκαλεί ένα επώδυνο συναίσθημα. Ωστόσο ζω, κυρίως, αυτή την ευτυχία συγκυρία, έχοντας την αίσθηση ότι ζω ακόμη με τον σύζυγό μου μέχρι το τέλος της ζωής μου.