Posts Tagged ‘Μετάφραση

08
Μάι.
17

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων

Είναι αδύνατο να βρω τίτλο

Μα μπορεί μια συναρμογή ετερόκλητων ειδών όχι απλώς να λογοτεχνήσει τον βίο και την πολιτεία ενός συγγραφέα, πολύπλευρου εικαστικού δημιουργού και αναγνώστη σαν πλήρης αυτοβιογραφική μυθιστορία αλλά και να διαθέτει όλα τα στοιχεία που κάνουν ελκυστικό ένα μυθιστόρημα: γλώσσα πλουτογραφημένη, στοχασμό κάθετο, ματιά λοξή (σωστό εξτρέμ), χιούμορ αλλά και τέτοια αίσθηση πλοκής ώστε να σπεύδεις να διαβάσεις τι συμβαίνει αλλά και πώς γράφεται το «παρακάτω»; Φαίνεται πως μπορεί, αν πηγάζει από έναν σεσημασμένο ύποπτο που, όπως γράφει στο «Σημείο Φυγής», η λογοτεχνία διαμορφώνεται από μια λανθάνουσα όψη της Ιστορίας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το (συχνά ανατρέψιμο) «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του μέλλοντος.

Αλήθεια, όλων των ειδών τα κείμενα (διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορηματικά αποσπάσματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, προφορικές εξομολογήσεις, σημειώματα, κριτικές, εισαγωγές, ποιήματα, εκτενή μεταφράσματα, συνομιλίες, αναμνήσεις, μνήματα λόγου, σπαρταριστές ιστορίες, ορισμοί και αφορισμοί) εδώ τοιχογραφούν ενιαίο μυθοπλαστικό λόγο που πλάθεται σελίδα την σελίδα. Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, δεν υπάρχει ένα έστω απροκάλυπτο αυτοβιογράφημα εδώ; Φυσικά και υπάρχει και μάλιστα εκφωνήθηκε στο τελευταίο μέρος που θα περίμενε κανείς. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στο «Παράδειγμα προς αποφυγήν»: Δεν μου το είπαν ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά υποπτεύομαι ότι με προσκάλεσαν να μιλήσω στους φοιτητές της Φιλοσοφικής μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν,  προτού προχωρήσει εξομολογούμενος πώς αποφάσισε να γίνει τεχνολόγος της γλώσσας, τι δουλειά είχε σε μια εγκυκλοπαίδεια, πόσα βιβλία απέρριψε ως αναγνώστης εκδοτικού οίκου (άρα έγιναν μπεστ σέλλερ), πώς άρχισε να φτιάχνει εξώφυλλα για κακοφωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες σημειώσεις, πώς διακονεί λόγο και εικόνα.

Όταν φτάνει στην φιλολογική ιδίως δια της μετάφρασης διαστροφή των μετασχηματισμών παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να μάθει την γλώσσα των ξένων, απλώς να την καταλάβει. Για να μεταφράσεις λογοτεχνία σημασία έχει πόσο εμβαθύνεις στην δική σου γλώσσα. Το μεταφραστικό πέρασμα από τους αρχαίους στους νεότερους κλασικούς (Ροΐδη, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη) αποτέλεσε καίριο υπόβαθρο για την δική του λογοτεχνία, καθώς εκείνο που αποκόμισε είναι ότι «το κύριο μετάλλευμα αποτελεί η γλώσσα». Όσο για τις σπουδές, δεν έχει σημασία τι ακριβώς σπούδασες, εφόσον ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιους που όλο και κάτι έχουν σπουδάσει. Νόημα έχει να ανακαλύπτεις πηγές φωτός στην πληκτική καθημερινότητα, πηγές νερού στην έρημο του πλήθους.

Το παραπάνω κείμενο ευφυώς συμπληρώνεται με [τις] Υπεκφυγές, όπου μεταξύ άλλων αποκαλύπτει και τα περί εικονογραφίας που ασκεί ως αυτοδίδακτος, καθώς τον ενδιαφέρει εξίσου ένα σύμπαν όπου ο λόγος έχει δευτερεύουσα σημασία και προηγείται η αυτοδυναμία της εικόνες, που εκφράζει περισσότερα νοήματα χωρίς γλωσσικό ιδίωμα. Όσο για το ερώτημα ποιο θεωρεί το σημαντικότερο έργο του, το περίμενα πως θα απαντούσε ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο…Όμως εδώ απολαμβάνει κανείς ερεθιστικότατες απαντήσεις ιδίως σε ερωτήματα πάνω στην διαφορά ενός μετρίου από έναν μεγάλο συγγραφέα, πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι σήμερα ένας συγγραφέας αν ο προβληματισμός και η στοχαστικότητα χαρακτηρίζουν ένα έργο σοβαρό ή μεγάλο και ποιες οι δοσολογίες πλοκής, γλώσσας και άλλων κριτηρίων.

Τι θα πει Τραμ· να το βγάζατε Ταΰγετο!

είπε κάποιος – Μοραΐτης προφανώς – καλοπροαίρετος ενωμοτάρχης στους διαδρόμους των δικαστηρίων όταν δικάζονταν από την Εκκλησία της χούντας τα πέντε τεύχη της πρώτης διαδρομής του Τραμ [1971 – 1972], για το τολμηρό λεξιλόγιο και περιεχόμενο των κειμένων τους. Το περιοδικό διώχθηκε ως φορέας ανηθικότητας σε μια εποχή που ανθούσε βέβαια η τσόντα στις συνοικιακές αίθουσες και στα περίπτερα, αλλά υπήρχε η ηθική του μαρκαδόρου, που μαύριζε τα επίμαχα σημεία στα σχετικά εξώφυλλα. Κι έτσι ο συγγραφέας πέρασε την πύλη των Δικαστικών Φυλακών της οδού Κασσάνδρου, στο πιο άχαρο επεισόδιο της μετεφηβικής του ζωής.

Η ναυμαχία της Ναυαρίνου, ήτοι της γνωστής θεσσαλονίκειας πλατείας με τα υπαίθρια  καφενεία, αφορά βέβαια την εποχή της «δεύτερης διαδρομής» του περιοδικού Τραμ, το οποίο εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο ετοιμόρροπο κτίσμα και εστίασε, μεταξύ τόσων άλλων, στην σχέση φωτογραφίας και λογοτεχνίας, θέμα προσφιλέστατο στον συγγραφέα, που παρασύρεται σε σχετικό σύντομο διάγραμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, μια άλλη συντροφία αποτελούμενη από έτερους νευρομάντεις της γραφής (Μίμη Σουλιώτη, Γιώργο Σκαπαρδώνη, Πάνο Θεοδωρίδη, Γιώργο Χουλιάρα κ.ά.) θαυματουργεί τις έξοχες περιοδικές, βιβλιακές, επετειακές και πάσης άλλης φύσεως εκδόσεις της «Θεσσαλονίκης του ’97», εξ ου και οι σχετικές εντυπώσεις από το μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μέσα στα κείμενα είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Όταν ας πούμε ξεκινάει με μια πυκνή συντομογραφία για τον Μυστρά, αναπόφευκτα θα καταλήξει στον Πλήθωνα, κι από εκεί σε μια θρησκεία του ορθού λόγου και κατόπιν σε κάποιο ιεροδιδασκαλείο της Αδριανούπολης, σε ένα λαϊκό κίνημα ανεξιθρησκείας και κοινωνικής ισότητας και στην απογοητευτική Ιστορία που χωρίζει τους ανθρώπους σε χάσματα συνεπώς Το Σχίσμα φαίνεται ότι διαιωνίζει ένα ανατομικό γεγονός θηλυκού γένους που αν ανάγεται στην εποχή της Εύας (αν εννοείται τι εννοώ). Το περίφημο Αμέρικαν Συντρίμ αφηγείται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία ελληνικού συνδικαλισμού στην χώρα «των καλύτερων πραγμάτων και των χειρότερων ιδεών», Ο Δαρείος είναι ένα έξοχο διήγημα σύγχρονης ελληνοπερσικής πραγματικότητας, η Ιδιωτική οδός συνδέει σ’ ένα νήμα μια προσωπική του πρωτοβουλία, την ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια ποιητική συλλογή με εικόνες και τον Οδυσσέα Ελύτη αυτοπροσώπως. Κατά τα άλλα, στα Χαρτογραφικά γίνεται εκ νέου συνέταιρος χαρτογράφος, μας προειδοποιεί Ιδού ο Γομφίος, έρχεται, μας γνωρίζει τους Κρητικούς του καθαρού λόγου, τοποθετεί τον Μιρό στο Μιρογνωμόνιο, συντάσσει σύντομα Πρακτικά στιχάρπαστου βίου.

Και τι μουσική παίζουν τα τρανζίστορ και τα στερεοφωνικά ενός τέτοιου κειμενογράφου; Ο Καλοκύρης αγανακτεί στο ερώτημα ως πότε θα μας απασχολεί η τύχη ενός καραβιού από την Περσία ή μια φασαρία στα Λεμονάδικα ή γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή αποτελεί μεγαλούργημα ποιητικού λόγου, ενώ αντίθετα τα τρία πρώτα μέτρα του Ruby Tuesday ή το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα έργο 61 του Μπετόβεν και σε κάθε περίπτωση προτίμησε να συμμετέχει σε αυτοσχέδιες ροκ μπάντες, αναπνέοντας ήχους ηλεκτρικούς με δωδεκάχορδες, τρικυμιώδη τύμπανα, κουιντέτα πνευστών και άλλα συναφή. Εγώ πάντως το είχα καταλάβει· είναι εμφανής ο συγκεκριμένος μουσικός προσανατολισμός στην γραφίδα του. Εδώ τρικυμιάζουν του κόσμου τα έγχορδα, οργιάζουν οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί και κυρίως γεμίζουν τα πνευμόνια με τρόπο που μόνο το ροκ εντ ρολ, ορθόδοξο ή πειραματικό, μπορεί.

Όταν ο Καλοκύρης δεν λογοτεχνεί δική του πρόζα αλλά συγγράφει περί άλλων βιβλίων πραγματοποιεί ο ίδιος ακριβώς αυτό που γράφει κάποια στιγμή για ένα άλλο βιβλίο που μιλάει για άλλα βιβλία, «άρα πραγματεύεται εξ ορισμού τον αντικατοπτρισμό μιας ακολουθίας εννοιών στον αντίστροφο κόσμο της ερμηνευτικής, όπου αντιστρέφονται – όπως μέσω του φωτογραφικού φακού – τα είδωλα στον σκοτεινό θάλαμο της φαντασίας πριν επανεκτεθούν στο χάρτινο περιβάλλον τους». Αν αυτός δεν είναι ένας πλάγιος ορισμός της λογοτεχνίας, σίγουρα ορίζει τις γραφές του εδώ. Μιλάμε για ένα άλλο σώμα μελωμένων κειμένων που αφορά μια σειρά συγγραφείς με αφορμή την παρουσίαση του έργου τους ή κάποιου συγκεκριμένου βιβλίου. Θα περίμενε κανείς αυτά τα κείμενα να είναι τα περισσότερο προβλέψιμα και πάντως εκείνα με την λιγότερη πλοκή.

Αμ δε! Ο Καλοκύρης φτιάχνει πλήρες γράφημα της γραφής τους χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων τους, στίχους ποιημάτων, φράσεις κειμένων και πυκνογραφεί περίτεχνα τα έργα και τις ημέρες τους. Αν σκεφτούμε δε ότι μεταξύ των τιμώμενων και των προτιμώμενων είναι οι Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Χουλιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάριος Ποντίκας, Κώστας Λαχάς και Νάνος Βαλαωρίτης, τότε έχουμε ορισμένους από τους πλέον εκλεκτούς συγγραφείς του εγχώριου μοντέρνου λόγου. Με τον ίδιο τρόπο ανασκοπεί και την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, τον Δ.Τ. Άναλι, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, την Κλαίτη Σωτηριάδου και τον Θέμη Λιβεριάδη και νεκρολογεί τον Μένη Κουμανταρέα.

Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε παλαιότερες εκδόσεις του συγγραφέα, σε λογοτεχνικά περιοδικά [(δε)κατα, Δεσμός, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Ποιητική] και εφημερίδες [Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα της Κυριακής, Τόλμη] ή αποτέλεσαν εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (σε μια εκ των οποίων διαπρεπείς βυζαντινολόγοι ζητούσαν βιβλιογραφία για τον Ευωδιανό και τον Βαθυάνθρακα τους οποίους είχε μόλις επινοήσει), ή εκδηλώσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εισαγωγές σε εκδόσεις (όπως η εκτενής εισαγωγή του στο περίφημο ταξιδιωτικό πόνημα του Παναγιώτη Ποταγού), παλαιές μεταφραστικές ασκήσεις, σκηνικές αναγνώσεις, ζωντανούς μονόλογους, κριτικά σημειώματα και άλλα και άλλα. Αποδείγματα όλα πως όχι μόνο εδώ υπήρξαν συνομιλίες με συγγραφείς όπως ο Στερν, ο Μπόρχες, ο Κενώ, ο Κορτάσαρ, ο Μπέκετ, ο Εμπειρίκος, ο Θεοφίλου, ο Ζεμενός και σαφώς ο Βαθυάνθραξ, αλλά και ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, μηχανικός, οικοδόμος, υδραυλικός και ηλεκτρολόγος του λόγου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 228. Περιλαμβάνονται τρισέλιδο πρώτων εμφανίσεων (και τινά σχόλια) και επιλεκτικό και μάλλον ωφέλιμο ευρετήριο προσώπων.

Ο Α΄ τόμος (Ονομαστικόν) εδώ.

Στην βιβλιοθήκη του Πανδοχείου, στο ράφι με τα εργαλεία, βρίσκονται επίσης τα σύνεργα της πλοιαρχίας και μια μηχανή για κινούμενα τοπία. Παραπλεύρως στέκουν το παλιό και σύντομα το νέο χέρι του σημαιοφόρου.

28
Μάι.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 92. Άννα Παπασταύρου

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Εργάζομαι με ενθουσιασμό, αν αυτός μπορεί να θεωρηθεί τρόπος εργασίας. Από πολύ πρωί και συχνά μέχρι τις εννιά το βράδυ. Η μετάφραση είναι πραγματικά κοπιαστική, αλλά και ανταποδοτική. Η ικανοποίηση από το τελικό αποτέλεσμα αρκεί για να με ξεκουράσει.

Αν μεταφράζω ένα συγγραφέα για πρώτη φορά, χρειάζομαι χρόνο για να τον γνωρίσω. Αν έχω μεταφράσει κι άλλα έργα του, απλώς αναθερμαίνουμε τη σχέση μας. Πάντως, είτε είναι στη ζωή είτε όχι, νιώθω σαν να βρίσκεται δίπλα μου περιμένοντας να τον αποδώσω όπως θα ήθελε! Βέβαια, στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μου λύσει και κάποια απορία!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δύσκολο να καταλήξω σε μία. Από τις πιο δύσκολες μεταφράσεις ήταν το «Ιστορία σαν παραμύθι» του Μπαρίκο. Με γλώσσα ποιητική, ύφος ελλειπτικό, παλινδρομήσεις στο τώρα και στο χτες, ιστορικές αναφορές και συνεχή αναδίφηση σε όλη την πορεία του εικοστού αιώνα. Επίσης το «Με τις χειρότερες προθέσεις» του Πιπέρνο. Εξαιρετική γλώσσα, μακροπερίοδος λόγος, λογοτεχνικό ύφος πολύ υψηλών προδιαγραφών!

Πολύ συχνά, η δυσκολία του έργου είναι το βασικό στοιχείο της απόλαυσης. Για παράδειγμα, η μετάφραση έργων του Τέρυ Πράτσετ, ενός συγγραφέα που λατρεύω. Επιτρέψτε μου μια εξαιρετικά «λαϊκή» φράση: ο άνθρωπος δεν παίζεται! Εκπληκτικό χιούμορ, ατίθασο πνεύμα, απίστευτο παιχνίδι με τις λέξεις.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συστήσω κάτι στους αναγνώστες, καθένας έχει και μια διαφορετική οπτική και προτίμηση! Πιο πολύ θα έλεγα ότι τα αναφέρω απλώς γιατί άρεσαν πολύ σ’ εμένα.

Τα «Μiddlesex» και «Σενάριο Γάμου» του Τζέφρυ Ευγενίδη. Το «Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα» του Μαρκ Χάντον, από τα λίγα που πρότεινα σε αναγνώστες διαφορετικών προτιμήσεων και ηλικιών και το λάτρεψαν όλοι!

Επίσης η συγκλονιστική σάγκα, «Η τέχνη της χαράς» της Γκολιάρντα Σαπιέντσα. Η «Χωματερή» του Πάολο Τεομπάλντι. (Σίγουρα αυτό το τελευταίο δεν κυκλοφορεί πια. Δυστυχώς η τόσο πλούσια εκδοτική παραγωγή παρασύρει πολλά μικρά διαμαντάκια που χάνονται στο επόμενο εκδοτικό κύμα.)

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Η αλήθεια είναι ότι έχω μεταφράσει (πραγματικά) πολλά βιβλία! Ας μην κουράσω τους αναγνώστες σας, λοιπόν. Θυμάμαι σπουδαία βιβλία που μετέφρασα πολύ παλιά, και σίγουρα δεν κυκλοφορούν πια, όπως το «Μια ζωή άνω κάτω» του Ουόλι Λαμπ. Κλασικά μυθιστορήματα, όπως του πολυαγαπημένου μου Μαρκ Τουέιν («Τομ Σόγερ» και «Χακ Φιν»). Ήταν μια αποκάλυψη για μένα να αποκρυπτογραφώ τη γλώσσα ενός συγγραφέα που είχε μαγέψει τα παιδικά μου απογεύματα και συνοδέψει τις καλοκαιρινές μου διακοπές. «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του Χέμινγουεϊ. Βιβλία για πιο απαιτητικούς αναγνώστες: «Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος» και «Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας» του Έκο, «Η Συναισθηματική Νοημοσύνη» του Ντάνιελ Γκόουλμαν. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσω τα συναισθήματα που μου προκαλεί η μετάφραση των βιβλίων. Αυτό που με απασχολεί πάντα είναι το κατά πόσο στο τέλος θα έχω το θάρρος –και το δικαίωμα– να πω: «Αν αυτός ο συγγραφέας ήταν Έλληνας, έτσι θα το έγραφε».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Από πολύ νωρίς το πρωί, όπως προείπα, και σπάνια με μουσική κατά τη μετάφραση. Στην ανάγνωση δεν με ενοχλεί, ειδικά αν είναι ορχηστρική μουσική (τζαζ, σουίνγκ π.χ.). Λόγω …αρχαιότητας, μεγάλωσα με Beatles, Rolling Stones, Χατζιδάκι, Fabrizio de Andre’, Λοΐζο, λόγω γονιών τα ακούσματά μου ήταν κλασική μουσική (προκλασικοί, Μπετόβεν) και αισθάνομαι πολύ τυχερή για όλα αυτά. Ακούω με την ίδια ευχαρίστηση Ornella Vanoni, Santana, και τζαζ από τον Armstrong ή τον Πλέσσα, αλλά… δε θα έβγαινα ζωντανή από καμία «μεγάλη πίστα»!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Σβέβο, Καλβίνο, Γκάντα, Ροθ, Φόκνερ… Ποιον να πρωτοσκεφτώ! Και ποιητές επίσης. Κητς, Μπερνς…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σκέφτομαι κάτι χειρότερο. Να μπαίνει ο συγγραφέας στο περιθώριο, λόγω μιας κακής μετάφρασης! Αλλά ας το αφήσουμε αυτό. Είναι αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής μένει στο σκοτάδι. Αν αναλογιστούμε βέβαια, άλλες εποχές, που ο μεταφραστής δεν αναφερόταν ούτε στα «ψιλά» της έκδοσης, σίγουρα τα πράγματα έχουν βελτιωθεί σημαντικά από τότε. Ως και βραβεία έχουν θεσπιστεί για χάρη μας. Θυμάμαι την πρώτη φορά σε μια έκθεση βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως (πάνε δέκα δώδεκα χρόνια) που είδα επισκέπτη να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο για να δει ποιος το είχε μεταφράσει.

Είναι λογικό να στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα, χωρίς αυτόν η μετάφραση δε θα είχε λόγο ύπαρξης, ωστόσο πιστεύω βαθιά ότι ο μεταφραστής είναι εξαιρετικά σημαντικός για την τύχη του συγγραφέα, γιατί κι αυτός δε θα έβγαινε ποτέ από τα σύνορα της χώρας του χωρίς το μεταφραστή. Δυστυχώς σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στη μετάφραση. Αλλά και πολλοί εκδοτικοί οίκοι δεν προβάλλουν τους μεταφραστές. Έστω και μόνο η αναγραφή του ονόματος του μεταφραστή στο εξώφυλλο ή στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, και οπωσδήποτε στα ενημερωτικά δελτία των εκδοτικών οίκων που κυκλοφορούν ευρύτατα στο διαδίκτυο, θα ήταν μια καλή αρχή.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Τρέφω μεγάλη εκτίμηση για τους συναδέλφους επιμελητές και διορθωτές. Εγώ μάλιστα δεν θα έκανα διαχωρισμό μεταξύ τους. Για να είναι ένας διορθωτής καλός, πρέπει να είναι και επιμελητής καλός. Από την άλλη, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, πάντα χρειάζεται μια δεύτερη ματιά, πάντα κάτι μπορεί να έχει ξεφύγει, κάπου μπορεί να έχει παρασυρθεί ο μεταφραστής, έστω και ελάχιστα. Εξάλλου ο διορθωτής/ επιμελητής είναι στη ουσία ο πρώτος μας αναγνώστης και του οφείλουμε σεβασμό!

Γενικά έχω σταθεί πολύ τυχερή στον τομέα της επιμέλειας των μεταφράσεών μου. Συνεργάζομαι πολύ συχνά με την Αρετή Μπουκάλα. Ιδανική συνεργασία. Την ακούω και με ακούει, μου προτείνει και κουβεντιάζουμε, μελετάμε το κείμενο και φτάνουμε μαζί μέχρι και τις ηλιοτυπίες! Το πιο σπουδαίο: δεν λειτουργούμε ποτέ ανταγωνιστικά. Ο στόχος και των δυο μας είναι το καλό αποτέλεσμα. Γιατί είτε ο επιμελητής πάσχει από το «σύνδρομο του κόκκινου μολυβιού» είτε ο μεταφραστής από το «σύνδρομο του αλάθητου», είτε συμβαίνουν και τα δύο, ο πραγματικός χαμένος είναι το βιβλίο και ο αναγνώστης.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλά βιβλία, πολλοί ήρωες… Τον πρώτο καιρό επηρεαζόμουν πολύ και οι ήρωες των βιβλίων κυριολεκτικά με στοίχειωναν. Δε θα ξεχάσω την πολύπλευρη Καλλιόπη από το Middlesex! Έμαθα με τον καιρό να αποστασιοποιούμαι και να προσπαθώ να λειτουργώ σαν το… γιατρό, που φροντίζει επιμελώς τον ασθενή του, ωσότου γίνει εντελώς καλά, και στη συνέχεια τον ξεπροβοδίζει και ασχολείται με τον επόμενο.

Τυχαίνει βέβαια να μάθω τα νέα, όχι των ηρώων, μάλλον των μεταφράσεών μου, χάρη σε φίλους που με εφοδιάζουν με πληροφορίες και αποκόμματα (e-mails τώρα πια!)

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κάφκα, Πιραντέλλο, Τουέιν, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης, Τσίρκας, Πράτσετ, Πιπέρνο, Ευγενίδης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Τομ Σόγερ και Χακ Φιν του Τουέιν, Η δίκη  και Η μεταμόρφωση του Κάφκα, Η φόνισσα του Παπαδιαμάντη, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Λ. Κάρολ, Middlesex του Τζέφρυ Ευγενίδη, Η τέχνη της χαράς της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, Το τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, Στρίγκλες του Πράτσετ, Με τις χειρότερες προθέσεις του Πιπέρνο. Είναι πολλά τα αγαπημένα μου, ίσως όμως το ότι αυτά μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό να σημαίνει κάτι.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Διηγήματα του Πιραντέλλο.

Οι Ιστορίες Γυναικών του Μιχάλη Γκανά.

Καλό αίμα, κακό αίμα της Ελεωνόρας Σταθοπούλου.

Της αγάπης μου ο σπουργίτης πέταξε (ανθολογία διηγημάτων επιλεγμένων από τον Τζέφρυ Ευγενίδη).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Μιλώντας για ζώντες: Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Μακριδάκης, Ισίδωρος Ζουργός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Οδυσσέας.

Ο Τζόζεφ Κ. από τη Δίκη του Κάφκα.

Ο Χακ Φιν.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Η «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ». Για τη συνέπειά της, για τις επιλογές της, για την ιστορία της.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα τελευταία δεκαοχτώ χρόνια αποκλειστικά από τη μετάφραση. Με εξοντωτικούς ρυθμούς. Συχνά ακούμε από συναδέλφους ή και από εκδότες ότι όποιος επιμένει να ζει αποκλειστικά από τη μετάφραση είναι ή τρελός ή μαζοχιστής. Θέλω να πιστεύω πως δεν είμαι τίποτε από τα δύο. Και με θλίβει όταν το ακούω από συναδέλφους.

Για κάποια χρόνια, παρέδιδα μαθήματα μετάφρασης στο ΕΚΕΜΕΛ. Οι διδακτικές ώρες ήταν ελάχιστες, ωστόσο θα το θυμάμαι με πολλή αγάπη. Από εκεί βγήκαν κάποια παιδιά που πιστεύω πως θα μας κάνουν περήφανους με τις μεταφράσεις τους.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Προσπαθώντας να συνδέσω την ερώτηση με τις μεταφραστικές μου προτιμήσεις και εμμονές (και για να …πρωτοτυπήσω), θα έλεγα ότι ευχαρίστως θα έκανα τη μονογραφία του Τέρυ Πράτσετ. Δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά, ωστόσο έχω την αίσθηση ότι τον γνωρίζω, μέσα από τα βιβλία του, όσα έχω μεταφράσει, αλλά και όχι μόνο. Ο συγγραφέας αυτός συνδυάζει μια εξαιρετική πένα με μια εντυπωσιακή ευφυΐα και μια εξίσου εντυπωσιακή ευρυμάθεια. Έχει αστείρευτη φαντασία, θανατηφόρο χιούμορ και κατορθώνει να σατιρίζει καυστικότατα τα πιο σημαντικά ζητήματα της ζωής μέσα από τους πιο απίθανους συμβολισμούς. Εκτός της συγγραφικής του δεξιοτεχνίας, με εντυπωσίασε και η στάση του απέναντι στην ασθένεια που τόσο άδικα και τόσο άκαιρα τον χτύπησε. Πριν ακόμα κλείσει τα εξήντα του χρόνια, διαγνώστηκε ότι πάσχει από Αλτσχάιμερ. Όχι μόνο δεν έκρυψε την πάθησή του, αλλά και βγήκε στο διαδίκτυο για να ενημερώσει τα εκατομμύρια των φανατικών αναγνωστών του ότι θα παλέψει όσο μπορεί την αρρώστια του και θα αποσυρθεί όταν πια δε θα μπορεί να γράψει γι’ αυτούς. Θεωρώ αυτή του τη στάση έντιμη και εξαιρετικά γενναία.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ και τα δύο, όσο μου επιτρέπει ο χρόνος κυρίως. Σκηνοθέτες που με συγκινούν ιδιαίτερα: F. Fellini, M. Antonioni, G. Tornatore, Ferzan Özpetek, Majid Majidi, Fatih Akin, Woody Allen, αδελφοί Coen.

Ταινία; Ταινίες (ελάχιστες από τις πάρα πολλές): Πολίτης Κέιν (Orson Welles), La strada (Fellini), Σινεμά Παράδεισος (Tornatore), Η βροχή (M.Majidi), Le fate ignoranti (F. Özpetek), Στην άκρη του ουρανού (F. Akin), American Beauty (S. Mendes), Η θάλασσα μέσα μου (Alejandro Amenábar).

Θεατρική σκηνή; Μάλλον ολόκληρη θεατρική παράσταση (ερμηνεία): η Μεντή ως Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και η Γιασεμή Κηλαηδόνη στο Μαράν Αθά. Αλησμόνητες και οι δύο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο; 

Έχει λεχθεί πως οι Έλληνες δεν διαβάζουν, γιατί γράφουν. Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια αυτό. Για να μην αποτελέσω λοιπόν κι εγώ εξαίρεση, αποφάσισα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη συγγραφή, πριν από έντεκα χρόνια συγκεκριμένα. Έτσι έγραψα ένα μυθιστόρημα (ένα σατιρικό θρίλερ) με αφορμή τα παθήματα των συμπολιτών μας στο Χρηματιστήριο και με πραγματικό στόχο να μιλήσω για τη μετάλλαξη που υφίστανται οι άνθρωποι κάτω από ειδικές συνθήκες. Πώς ο τίμιος γίνεται άτιμος, πώς ο πιστός γίνεται άπιστος. Ο τίτλος του «Τέλος κακό, όλα καλά». Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Δε θα τα κατάφερνα να το γράψω ως σοβαρό (παραείναι σοβαρό το θέμα από μόνο του), έτσι μου βγήκε σάτιρα. Έκτοτε ο σκληρός βιοπορισμός δε μου άφησε χρόνο να ολοκληρώσω τις πέντε ή έξι ιδέες που έχω στα σκαριά, μισοτελειωμένες, και οι οποίες περιμένουν υπομονετικά πότε θα πάρω σύνταξη για να ασχοληθώ μαζί τους. Δεδομένων δε των συνθηκών (δύσκολο να πάρω ποτέ σύνταξη), μάλλον θα παραμείνουν μισές!

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και μεταφράζω τον αγαπημένο μου Πιπέρνο.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δε θα ήταν πάνω από δύο αράδες. Ζαλίζομαι τραγικά στα μέσα μεταφοράς, το πολύ να διαβάσω το χάρτη, αν είναι ανάγκη, για να μη χαθούμε στο δρόμο.

Α, ναι, πολύ παλιά διάβαζα στο πλοίο, αλλά οι μετακινήσεις μου με αυτό το μέσο είναι πλέον σπάνιες, παρά την αμοργιανή μου καταγωγή!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ξεκίνησα επιφυλακτικά με το διαδίκτυο κι έγινα φίλη του. Με βοηθάει αφάνταστα στη δουλειά μου. Το χρησιμοποιώ για ενημέρωση και άντληση στοιχείων (με κάθε επιφύλαξη, βέβαια) και σαν επικοινωνία (μόνο με e-mail). Προς το παρόν δεν έχω υποκύψει στη γοητεία του facebook και των συναφών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Θέλει πολύ ελεύθερο χρόνο αυτή η ιστορία. Μπήκα στο linkedin (μάλλον κατά λάθος), για επαγγελματικούς λόγους, αλλά δεν έχω ιδέα τι θα κάνω μ’ αυτό!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ήθελα να με ρωτήσετε για την καταγωγή μου, για να σας πω πως κατάγομαι από την Αμοργό και πως είναι το ωραιότερο νησί της Μεσογείου. Και αν δεν έχετε πάει, να μην το καθυστερήσετε.

Ήθελα επίσης να με ρωτήσετε ποια είναι τα χόμπι μου, για να σας πω ότι ασχολούμαι με τη ζωγραφική και με εικαστικές παρεμβάσεις γενικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε θα δεχόμουν τη συναλλαγή με οποιοδήποτε αντίτιμο. Το λιγότερο που θα με απασχολούσε θα ήταν να χάσω τη μεταφραστική μου ιδιότητα. Δε θα μπορούσα με τίποτα να συνεχίζω να ζω (και μάλιστα νέα, ακόμα χειρότερο) βλέποντας γύρω μου τους αγαπημένους μου να γερνούν και να χάνονται. Να μη χάσω τους αγαπημένους μου. Αυτό μάλιστα. Αυτό μπορεί να μου το εξασφαλίσει κάποιος;

17
Απρ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

07
Φεβ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 79. Maurizio De Rosa

Μεταφράζετε ελληνική λογοτεχνία στα ιταλικά. Για τι είδους εκδόσεις πρόκειται; Ποιους συγγραφείς και έργα έχετε μεταφράσει;

Έχω μεταφράσει στα Ιταλικά περί τα 40 σύγχρονα Ελληνικά βιβλία. Ενδεικτικά αναφέρω Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη, όλα τα μυθιστορήματα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Ουράνια Μηχανική της Μάρως Δούκα, Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τη Μεγάλη Πομπή του Αλέξη Πανσέληνου, τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, το Διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, Μητρική Γλώσσα και Μ.Χ. του Βασίλη Αλεξάκη κ.ά. Τελευταία κυκλοφόρησε στην Ιταλία μια ανθολογία σύγχρονου Ελληνικού διηγήματος με 23 κείμενα, και ελπίζω κάποια στιγμή να εκδοθεί και δεύτερος τόμος γιατί έχω μαζέψει και άλλα αξιόλογα κείμενα. Επί το πλείστον συνεργάζομαι με μικρούς και μεσαίους, ποιοτικούς εκδοτικούς οίκους. Θεωρώ ευτύχημα το γεγονός ότι δουλεύω με τους συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους, παρά με μεγάλους, γιατί ο μεταφραστής δεν αντιμετωπίζεται ως αναγκαίο κακό, αλλά ως βασικός κρίκος της αλυσίδας που φέρνει το τελικό αποτέλεσμα.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους σας; Έχετε στοιχεία όσον αφορά την κίνηση των συγκεκριμένων εκδόσεων και την πρόσληψη των έργων;

Σπάνια έχω την πολυτέλεια της επιλογής αν και βέβαια εκφράζω πάντα τη γνώμη πριν εκδοθεί (ή μη εκδοθεί) κάποιο βιβλίο και οπωσδήποτε κάνω προτάσεις στους εκδότες μου. Το τελευταίο διάστημα όμως προτάσεις γίνονται κυρίως από τους εκδοτικούς πράκτορες, κάτι που παλιά δεν γινόταν. Επίσημα στοιχεία για τα βιβλία που μεταφράζω δεν έχω. Θα πρέπει να απευθυνθείτε στους εκδότες. Σε γενικές γραμμές όμως ξέρω ότι τα βιβλία της Ζυράννας Ζατέλη και της Ιωάννας Καρυστιάνη πήγαν και πάνε καλά.

Διακονείτε λοιπόν το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Κοιτάξτε να δείτε, αν ο μεταφραστής δεν αγαπάει το συγγραφέα και κυρίως το προς μετάφραση κείμενο, η δουλειά δεν γίνεται. Με το συγγραφέα με δένουν πολλά. Πρέπει να περπατήσω ακολουθώντας τον ίδιο του το ρυθμό πάνω στο ίδιο μονοπάτι, ταυτόχρονα όμως πάνω σε αυτό το μονοπάτι θα πρέπει κι εγώ να βρω τη δική μου ανάσα. Αυτόματη μετάφραση δεν υφίσταται, αναγκαστικά το περπάτημα του συγγραφέα θα πρέπει να γίνει και δικό μου περπάτημα, βίωμα ει δυνατόν, πλην όμως το τελικό αποτέλεσμα θα φέρει αναπόφευκτα και τη δική μου σφραγίδα – απόδειξη ότι για το ίδιο κείμενο υπάρχουν τόσες μεταφράσεις όσοι είναι οι μεταφραστές. Το μετάφρασμα λοιπόν θα είναι μοιραία καρπός πολλαπλών συμβιβασμών – να μια περίπτωση που ο συμβιβασμός όχι μόνο δεν σε κάνει «προδότη» ή «δοσίλογο» (αν και βέβαια στα Ιταλικά υπάρχει το λογοπαίγνιο «traduttore-traditore», δηλαδή «μεταφραστής-προδότης») αλλά ίσα-ίσα αποτελεί βασική προϋπόθεση για ένα καλό αποτέλεσμα. Ως προς τον τρόπο δουλειάς, προσπαθώ να αφεθώ στον κυματισμό του κειμένου και να αφουγκραστώ όσο μπορώ καλύτερα την κρυμμένη του αρμονία πέρα από την εμφανή. Θεωρώ ότι η μετάφραση είναι κυρίως επικοινωνία, ένας τρόπος για να έρθω σε επαφή με τον Άλλο.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η μετάφραση που με δυσκόλεψε περισσότερο είναι εκείνη που μου πρόσφερε και τις μεγαλύτερες ηδονές: Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου με την απελπιστική απλότητά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Πάλι θα αναφέρω Το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, που οπωσδήποτε ανήκει στην ιστορία του Ευρωπαϊκού μυθιστορήματος και όχι μόνο του Νεοελληνικού. Και τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, πραγματικό μνημείο ανθρωπιάς.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Αγαπώ ιδιαίτερα το Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη. Εκτός του ότι πρόκειται για μεγάλο μυθιστόρημα, και ποσοτικά και ποιοτικά, είναι και το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα στην καριέρα μου ως μεταφραστή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν διαβάζω ούτε μεταφράζω ποτέ μετά μουσικής. Το μόνο απαραίτητο είναι να βρίσκομαι στο εκάστοτε γραφείο μου. Δεν μπορώ να δουλέψω πουθενά αλλού, ούτε σε άλλα σπίτια ούτε σε βιβλιοθήκες ούτε σε ξενώνες για συγγραφείς και μεταφραστές ούτε στη θάλασσα ούτε στο βουνό παρά μόνο στο δωματιάκι μου με το αγαπημένο μου MacBook. Συνήθως η μετάφραση γίνεται σε τρία στάδια: αφού διαβάσω το βιβλίο (αν δε το έχω ήδη διαβάσει) στο πρώτο μεταφράζω χωρίς να δίνω μεγάλη σημασία στο τι γράφω. Στο δεύτερο, και σημαντικότερο, δίνω την τελική μορφή λύνοντας τυχόν γλωσσικές απορίες, και με τη βοήθεια του συγγραφέα εφόσον κριθεί απαραίτητο· και στο τρίτο δίνω τις τελευταίες πινελιές, το τελευταίο «χτένισμα» πριν την παράδοση. Ρωτάτε για τις μουσικές μου προτιμήσεις: είμαι απαίδευτος μουσικά και ακούω οτιδήποτε φτάσει στο αυτί μου και μου αρέσει. Με συγκινεί όμως το παλιό Ελληνικό λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Ο Στρατής Τσίρκας, ο Γιάννης Πάνου, ο Νίκος Καχτίτσης αλλά και ο Βιτσέντσος Κορνάρος είναι στην κορυφή της λίστας.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Συμβαίνει με τους μεταφραστές κάτι που δεν συμβαίνει, ας πούμε, στο χώρο της μουσικής. Ενώ πάντα αναφέρουμε ότι την τάδε συμφωνία την διεύθυνε π.χ. ο Δημήτρης Μητρόπουλος και πρωταγωνίστρια στην δείνα όπερα ήταν π.χ. η Μαρία Κάλλας, και σχεδόν αγνοείται ποιος έγραψε τη μουσική και σχεδόν πάντα ο συγγραφέας του λιμπρέτο, στην περίπτωση ενός μεταφρασμένου βιβλίου θα ήταν αδιανόητο να αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή και να παραλείπεται εκείνο του συγγραφέα. Βέβαια, αυτό συμβαίνει λιγότερο στην περίπτωση της κλασικής λογοτεχνίας και για αυτό λέμε «η Ιλιάδα των Καζαντζάκη-Κακριδή» ή «η Οδύσσεια του Δημήτρη Μαρωνίτη». Μάλλον το φαινόμενο εξηγείται με το γεγονός ότι βγαίνουν πάρα πολλά βιβλία πια, η μετάφραση μπήκε στη λογική της μαζικής παραγωγής και φυσικά δεν είναι όλα τα βιβλία που μεταφράζονται αριστουργήματα – ανεξάρτητα από το πόσο καλός είναι ένας μεταφραστής, αν δεν αναμετρηθεί με απαιτητικά κείμενα, η αξία του δύσκολα θα αναδειχθεί. Αφ’ ετέρου υπάρχει και η απαξίωση εκ μέρους του ακαδημαϊκού χώρου, που θεωρεί τη μετάφραση πάρεργο σε σχέση με την «καθαρή έρευνα».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δόξα τω Θεώ, είχα πάντα άριστη συνεργασία με τους επιμελητές μου και ουκ ολίγες φορές με βοήθησαν να κάνω καλύτερα τη δουλειά μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τους άλλους μεταφραστές. Θεωρώ ότι η δουλειά του επιμελητή είναι ύψιστης σημασίας. Μη ξεχνάμε άλλωστε ότι παλιά ο μεταφραστής, ο εκδότης και ο επιμελητής ήταν ο ίδιος άνθρωπος.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Καμιά φορά τους βλέπω στο όνειρό μου! Ειδικά όταν πλησιάζει η ημερομηνία της παράδοσης και η αντίστροφη μέτρηση μου προκαλεί άγχος, φόβο, ταχυπαλμίες και νευρικότητα. Άλλες φορές αναγνωρίζω κάποιους ήρωες σε ανθρώπους που συναντάω στους δρόμους. Αυτό μου συμβαίνει με τα βιβλία που μεταφράζω καθώς επίσης με τα βιβλία που διαβάζω. Είναι ένας τρόπος για τη λογοτεχνία για να εισχωρήσει στην πραγματική ζωή.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ωχ, είναι πάρα πολλοί! Όμηρος, Ηρόδοτος, Ξενοφών, Λουκρήτιος, Λουκιανός, Λουντοβίκο Αριόστο, Βοκκάκιος, Τζοβάνι Μπαζίλε, Φεντερίκο Ντε Ρομπέρτο, Λουίτζι Πιραντέλο, οι Ρώσοι πεζογράφοι, Jósé Lezama Lima, Διονύσιος Σολωμός, Εμμανουήλ Ροϊδης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Καρούζος. Το τελευταίο διάστημα με συναρπάζει ο Μ. Καραγάτσης. Και με μάγεψε το Έρωτος Αποτελέσματα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο Οιδίποδας Τύραννος του Σοφοκλή, το Περί φύσεως του Λουκρητίου, τα Ηθικά του Πλούταρχου, η Κόλαση του Δάντη, ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, ο Παράδεισο του Lima, τα Ευαγγέλια, ο Συντίπας και οι Βυζαντινοί Ιστορικοί.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μεταξύ άλλων, του Raymond Carver, του Δημοσθένη Βουτυρά, του Τάσου Καλούτσα και του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χωρίς καμιά αμφιβολία, ο Καβάφης. Είναι τόσο δικός μας, τόσο σύγχρονός μας που δεν το πιστεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρασκόλνικοφ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τρέφω απέραντο σεβασμό στη «Νέα Εστία» λόγω της ιστορίας της, του κύρους της και γιατί κρατάει ψηλά τον πήχυ της βιβλιοκριτικής σε μια εποχή που η έννοια της κριτικής περιορίζεται όλο και συχνότερα σε εκείνη της απλής παρουσίασης.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πιο δύσκολα απ’ ότι παλιά. Αλλά και πιο δημιουργικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Με γοητεύει πολύ ο Κωνσταντίνος Καβάφης όπως είπα προηγουμένως. Επίσης από το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα γράφω ένα μικρό δοκίμιο αφιερωμένο στη φαινομενολογία της σύγχρονης Ελλάδας. Μην πάει ο νους σας στον Αξελό όμως. Οι φιλοδοξίες μου είναι πολύ πιο περιορισμένες. Φέτος κλείνω 20 χρόνια που πρωτοήρθα στην Ελλάδα – ήμουν 21 χρονών, το 1992. Ύστερα από δυο δεκαετίες, και έχοντας επιλέξει να συνδέσω την τύχη μου με εκείνη αυτής της χώρας, νιώθω την ανάγκη να πω δυο λόγια σχετικά με αυτή και επίσης να δώσω κάποιες οδηγίες προς ναυτιλλομένους στους φίλους μου στην Ιταλία ειδικά τώρα που όλοι μιλάνε για την Ελλάδα χωρίς να τη γνωρίζει πραγματικά κανένας. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα όσα γράφω κάποτε θα δημοσιευθούν. Μάλλον πρόκειται περισσότερο για σκόρπιες σκέψεις που αφορούν την Ελλάδα έτσι όπως τη βλέπω και την αγάπησα εγώ. Προσωπικά νιώθω ότι ανήκω σε μια μεγάλη παράδοση: εκείνη των Ευρωπαίων που άφηναν τις εστίες τους για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα, ενίοτε και για το υπόλοιπο της ζωής τους, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την Ελλάδα. Η σύγχρονη Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος βέβαια είναι πολύ διαφορετικοί από τότε, αλλά μόνο και μόνο το γεγονός ότι σε αυτή τη γωνία του πλανήτη μιλιούνται ακόμα τα Ελληνικά, για να μην αναφερθώ στον πλούτο των μνημείων και των τεκμηρίων που αφήσαν οι μεγάλοι πολιτισμοί που άνθησαν εδώ, είναι αρκετός λόγος, θαρρώ, για να θέλει κανείς να προσεγγίσει και τη σύγχρονη Ελλάδα. Με την Ελλάδα δεν έχουμε ξεμπερδέψει, μη γελιόμαστε!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθούσα μανιωδώς κινηματογράφο από 20 μέχρι 30 χρονών, ύστερα και μέχρι σήμερα πολύ πιο σποραδικά και χωρίς καμία συστηματικότητα. Θεατρόφιλος δεν ήμουν ποτέ, με την έννοια της σύγχρονης θεατρικής δημιουργίας, ίσως γιατί, λόγω της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη λογοτεχνία, πάντα θεωρούσα ότι το θέατρο είναι κάτι άλλο, διαφορετικό. Όμως μου αρέσει πολύ το κλασικό θέατρο. Πάντως, με αφορμή τον αιφνίδιο θάνατο του Αγγελόπουλου, σκέφτηκα πόσο βαθιά Ευρωπαίος και ταυτόχρονα Έλληνας ήταν – μάλλον ήταν Ευρωπαίος ακριβώς επειδή ήξερε να είναι Έλληνας. Τα περίφημα πλάνα του, χωρίς προοπτική, τα εμπνευσμένα από την Βυζαντινή ζωγραφική, τα θεωρώ συγκλονιστικά. Επίσης, αν και δεν μπορώ να πω ότι με ενέπνευσαν, δεν βαριέμαι ποτέ τις ιταλικές κωμωδίες του ’50 και του ’60. Από τότε που είδα τις πρώτες, μου αρέσουν πολύ και οι ελληνικές κωμωδίες της αντίστοιχης εποχής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ρωτάνε συχνά και η απάντηση είναι «όχι» σε όλα. Δεν έχω μπει ποτέ στον πειρασμό της συγγραφής, δεν έχω γράψει ποτέ τίποτα και ούτε πρόκειται να το κάνω. Έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένο πλάνο μεταφράσεων, δεν ξέρω αν και πότε θα το υλοποιήσω, είναι σίγουρο όμως ότι μόνο αυτό πρέπει να σκέφτομαι.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ξαναδιαβάζω την Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου και θα ήθελα πολύ να τη μεταφράσω. Διαβάζω επίσης το Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απλά θα δώσω μια πινελιά lifestyle στο κείμενο λέγοντάς σας ότι μένω στη Νεάπολη Εξαρχείων, που την αγαπώ πολύ. Επίσης λατρεύω το κέντρο της Αθήνας και η ζωή μου εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό γιατί μου προσφέρει τα καλύτερα ταξίδια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θετικές θα έλεγα. Χωρίς να είμαι όλη την ήμερα στο Φέισμπουκ ή σε άλλα δίκτυα, ομολογώ ότι τα βρίσκω πολύ αποτελεσματικά εργαλεία έως απαραίτητα ακόμα και στη δουλειά μου. Προς το παρόν όμως δεν χρησιμοποιώ IPod, IPhone κτλ, αλλά φαντάζομαι ότι και για αυτά, όπως και για όλα, είναι μόνο θέμα χρόνου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν γίνεται να τα έχω όλα, ε; Εντάξει δεν πειράζει. Άλλωστε η συγγραφή και η μετάφραση είναι ένα είδος «αιώνιας νιότης».

30
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 73. Γιώργος Κυριαζής

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να βουτάω μονομιάς σε ένα νέο λογοτεχνικό κείμενο προς μετάφραση, χωρίς να το έχω διαβάσει πρώτα, για να μη χάσω την αίσθηση της έκπληξης που θα απολάμβανα ως αναγνώστης του. Το λεγόμενο «πρώτο πέρασμα» που κάνω δεν είναι ποτέ πρόχειρο, αλλά εξαντλητικό, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χάσω χρόνο από τα επόμενα περάσματα. Επίσης έχω την τάση να ερευνώ ακόμη και πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρος.

Η σχέση του μεταφραστή είναι πρωτίστως με το κείμενο, και όχι με τον συγγραφέα (είμαι υπέρμαχος της αυτονομίας του κειμένου), αλλά σε περιπτώσεις που ο συγγραφέας είναι αυτό που λέμε «στυλίστας», είναι πολύ χρήσιμο να έχει διαβάσει κανείς άλλα βιβλία του, έτσι ώστε να αποφύγει ατοπήματα ως προς το ύφος. Και αν ο μεταφραστής έχει την τύχη να εργαστεί πάνω σε δύο ή περισσότερα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, τότε μπορεί να τον αντιμετωπίσει πιο ολοκληρωμένα και, κατά κάποιον τρόπο, να δημιουργήσει ένα ενιαίο ύφος, αναγεννώντας έτσι, ουσιαστικά, το κείμενο σε μια νέα γλώσσα (εάν, βεβαίως, όλα πάνε καλά).

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η ίδια, και στις δυο περιπτώσεις: Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, του Τόμας Πίντσον. Απίστευτα δύσκολο βιβλίο, που όμως επιβραβεύει και με το παραπάνω την προσπάθεια, και του μεταφραστή και του αναγνώστη. Υπάρχουν εκεί μέσα πολλές παράγραφοι, ή και ολόκληρες σελίδες, που ακόμη και τώρα τις διαβάζω και μένω άφωνος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Όλα του Τόμας Πίντσον. Και αυτά που έχω κάνει εγώ (Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, Μέισον και Ντίξον, Ενάντια στη Μέρα, Έμφυτο Ελάττωμα), και αυτά που έχουν κάνει άλλοι άξιοι συνάδελφοι (Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί, Βάινλαντ, V., Βραδείας Καύσεως). Μη με παρεξηγείτε, ο Πίντσον είναι η εμμονή μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση;

Επειδή η εναλλαγή χαρτιού-οθόνης με κουράζει, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να «σαρώνω» το πρωτότυπο, ώστε να το έχω, έστω και ως εικόνα, σε ηλεκτρονική μορφή. Έτσι, έχοντας στην οθόνη το πρωτότυπο, τον επεξεργαστή κειμένου, το λεξικό και τη μηχανή αναζήτησης, νιώθω ετοιμοπόλεμος και μπορώ να ξεκινήσω. Συνήθως αποφεύγω να δουλεύω με μουσική υπόκρουση, γιατί, ακριβώς επειδή είμαι και μουσικός, ο νους μου στρέφεται αμετάκλητα εκεί. Αν χρειάζομαι κάτι για να σπάσει η μονοτονία της σιωπής, βάζω (πάλι στον υπολογιστή) κάποια αδιάφορη ταινία ή σειρά, η οποία παίζει στο φόντο χωρίς να διεκδικεί την προσοχή μου.

Ασχολείστε και με την μουσική. Με ποιο τρόπο; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είμαι εδώ και χρόνια μέλος της χορωδίας της ΕΡΤ, με την οποία έχω πάρει μέρος σε πάρα πολλές συναυλίες και παραστάσεις με ένα ευρύτατο φάσμα μουσικών έργων. Για ένα διάστημα συνεργάστηκα και με την Πειραματική Λυρική Σκηνή, ως σολίστας. Επίσης συμμετέχω σε δύο φωνητικά σύνολα (Εμμέλεια και Πολυφωνία) τα οποία είναι προσανατολισμένα κυρίως στη μουσική της αναγέννησης. Παλιότερα συμμετείχα στο μεσαιωνικό συγκρότημα Lyrae Cantus, καθώς και στο ποπ συγκρότημα One Night Suzan. Υπήρξα και ψάλτης.

Η μουσική που ακούω είναι πολυποίκιλη, με κάποια προτίμηση στην κλασική, το μπαρόκ και την παλιά τζαζ, αλλά όποτε νιώθω ότι θέλω να «εξανθρωπιστώ» καταφεύγω πάντοτε στη φωνητική αναγεννησιακή μουσική, και ιδιαίτερα της φλαμανδικής σχολής. Βέβαια, μια μικρή γωνιά στην καρδιά μου είναι πάντοτε φυλαγμένη για τους Pink Floyd και για την παιδική μου αγάπη, τους Doors. (Και μια άλλη, όχι και τόσο μικρή, ανήκει στον μέγιστο Μπαχ.) Από τη φετινή δισκογραφική παραγωγή, πάντως, ξεχωρίζω τους δίσκους του Tom Waits και της Bjork.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν θα αναφέρω ονόματα, αλλά ναι, υπάρχουν, και είναι όλοι Αμερικανοί. Τυχαίο; Δεν νομίζω…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Η θέση του μεταφραστή δεν είναι μέσα στην εκτυφλωτική δέσμη των προβολέων της δημοσιότητας. Μάλιστα, θα έλεγα πως ούτε και η θέση του συγγραφέα είναι εκεί. Για μένα, επίκεντρο θα πρέπει να είναι το κείμενο, και η αλληλεπίδρασή του με τον αναγνώστη. Το κείμενο κυριαρχεί, αλλά ο αναγνώστης είναι ο πραγματικός ανθρώπινος πρωταγωνιστής, από αυτόν εξαρτάται κατά πόσο το κείμενο θα καταφέρει να μεταδώσει τα νοήματά του. Εξάλλου, ο αναγνώστης είναι και ο ίδιος φορέας νοημάτων, και τελικά καθένας διαβάζει στο κείμενο τον εαυτό του, γι’ αυτό και ταυτίζεται με κάποια κείμενα, ενώ με άλλα όχι. Πέραν αυτού, και ο συγγραφέας αξίζει την αναγνώριση, ως εφευρετικός δημιουργός, αλλά και ο μεταφραστής, ως δημιουργικός τεχνίτης. Το πρόβλημα με την κριτική είναι ότι συχνά αγνοεί εντελώς τον δεύτερο, και στρέφει την προσοχή της επάνω του μόνο στις περιπτώσεις που το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει προβλήματα. Δεν περιμένω από έναν κριτικό να αναφερθεί διεξοδικά στη μετάφραση, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο (είδος εν ανεπαρκεία, σήμερα), αλλά μια έστω και μικρή αναφορά σ’ αυτήν είναι βάλσαμο. Ας μην ξεχνάμε ότι μια μετάφραση, ακόμη και μέτρια, είναι προϊόν κακοπληρωμένου μόχθου. Κατ’ αυτή την έννοια, ο μεταφραστής είναι σαν τον μουσικό: και οι δυο «ερμηνεύουν» τις δημιουργίες άλλων, και ουσιαστικά αντλούν τη μοναδική τους ικανοποίηση από το χειροκρότημα, είτε του ακροατή είτε του αναγνώστη.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Οι επιμελητές και οι διορθωτές κατ’ ανάγκη λάμπουν δια της απουσίας τους. Είναι η φύση της δουλειάς τους τέτοια. Μόνο οι άνθρωποι του χώρου μπορούν να εκτιμήσουν την προσφορά τους, η οποία (το ξέρω από πρώτο χέρι) είναι τεράστια. Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας καλός επιμελητής έσωσε μια κακή μετάφραση, μόνο και μόνο για να εισπράξει αργότερα ο μεταφραστής τα εύσημα.

Ως προς τη συνεργασία, πολλοί, απ’ ό,τι βλέπω, επιλέγουν να δουλεύουν μόνοι, κάνοντας μόνο σποραδικά μερικές ερωτήσεις σχετικά με το κείμενο. Άλλοι βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το μεταφραστή, πράγμα που προσωπικά προτιμώ. Δεν είχα ποτέ κάποιο πρόβλημα με κανέναν, αλλά νιώθω ότι πρέπει να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στον επιμελητή των δύο βιβλίων του Πίντσον που βγήκαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, τον Δημήτρη Πήχα, ο οποίος αγάπησε πολύ τα βιβλία, μπήκε στο ύφος του συγγραφέα, έψαξε εξαντλητικά τα πάντα, και με γλίτωσε από κάμποσες κακοτοπιές.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλές φορές νιώθω σαν τον Ταϊρόν Σλόθροπ, τον «πρωταγωνιστή» (τα εισαγωγικά απαραίτητα) του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας, χαμένος μέσα σ’ αυτά που γίνονται γύρω μου, πασχίζοντας να βρω μια διέξοδο, με τη μόνιμη αίσθηση ότι κάποια σκευωρία εξυφαίνεται σε βάρος μου. Πολλοί άλλοι άνθρωποι νιώθουν το ίδιο, φαντάζομαι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σαίξπηρ, Ντίκενς, Καλβίνο, Βιάν, Βερν, Ντικ, Γουέλς, Λάβκραφτ, Μπρινκ, Άπνταϊκ, Τζόις, Πάουντ, Κάμινγκς, Πόε, Μπέκετ, Φιτζέραλντ, Καμύ, Κρούμι, Ναμπόκοφ, Πίντσον, κι άλλοι πολλοί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πφιτς, Περιμένοντας τον Γκοντό, Ο Μεγάλος Γκάτσμπι, Οδυσσέας, Ο Αφρός των Ημερών, Οι Αόρατες Πόλεις, Ιστορία Δύο Πόλεων, Άμλετ, Ούμπικ, Λολίτα, τα σονέτα του Σαίξπηρ, τα άπαντα του Κάμινγκς, και φυσικά το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Λιγεία και Η Πτώση του Οίκου των Άσερ, του Πόε.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Τους νέους έλληνες λογοτέχνες δεν τους έχω διαβάσει όσο θα ήθελα. Δεν φταίνε αυτοί, εγώ φταίω. Σκοπεύω να ανακτήσω σύντομα το χαμένο έδαφος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τζερεμάια Ντίξον, από το Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον. Ζωηρός, κεφάτος, αισιόδοξος, ερωτευμένος με τη ζωή και πανέτοιμος ανά πάσα στιγμή να γευτεί τις χαρές της, κυνηγώντας τις έντονες γεύσεις, τα εξαίσια αρώματα και τις όμορφες γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης και προσωπική ακεραιότητα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι εν γένει;

Το διαδίκτυο είναι σπουδαίο εργαλείο, αρκεί να γνωρίζει κανείς μερικά στοιχειώδη πράγματα για τη λειτουργία, τη λογική και την ψυχολογία του μέσου, αλλιώς εύκολα απογοητεύεται και γίνεται αφοριστικός. Για παράδειγμα, δεν χρειαζόμαστε όλα όσα προσφέρονται, και πρέπει να έχουμε το κριτήριο να επιλέξουμε τι μας κάνει και τι όχι. Επίσης είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι οι περισσότεροι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά στο ίντερνετ και διαφορετικά στην πραγματική ζωή. Περιηγούμαι στο διαδίκτυο εδώ και πάνω από 6 χρόνια, και βλέπω ότι υπάρχουν μπόλικα πολύ καλά ελληνικά ιστολόγια, για κάθε θεματολογία. Δυστυχώς, τη μερίδα του λέοντος ως προς την επισκεψιμότητα την έχουν όσοι αναπαράγουν απλώς  ειδήσεις από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ειδικά αν αυτές έχουν (ή μπορούν εύκολα να αποκτήσουν) και μια λαϊκιστική χροιά. Αλλά αυτό που μετράει, τελικά, είναι το πρωτότυπο περιεχόμενο, και προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί όποιος θέλει να ασχοληθεί πιο ενεργά με το αντικείμενο.

Ιστολογείτε με το Πυντσονικόν – Σημειώσεις ενός μεταφραστή για τα έργα του Thomas Pynchon [http://pynchonikon.wordpress.com/]. Πως σας δημιουργήθηκε η επιθυμία της δημιουργίας του και πως το ζείτε ως σήμερα;

Είχα περάσει πολλά χρόνια μεταφράζοντας κυρίως Πίντσον, και ήθελα να αρχίσω να μιλάω περισσότερο γι’ αυτόν, αν και μια επίσκεψη στο ιστολόγιο θα σας δώσει την εντύπωση πως είμαι λιγομίλητος, γιατί δεν γράφω και πολύ συχνά. Εξάλλου, με τόσο περιορισμένη θεματολογία, πόσο συχνά μπορεί να γράφει κανείς; Αλλά δεν ήθελα ένα προσωπικό ιστολόγιο, όπου θα έγραφα γενικότερες σκέψεις και απόψεις, οι οποίες, στο κάτω-κάτω, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Ήθελα κάτι πολύ συγκεκριμένο. Και έτσι θα συνεχίσω.

Επίσης, γνωρίζοντας πολύ καλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης του Πίντσον, ξεκίνησα έναν Πιντσονικό Οδηγό [http://pynchonguide.wordpress.com/], με σημειώσεις και επεξηγήσεις πάνω στα σημεία εκείνα στα οποία είναι πιθανόν να σκοντάψει κανείς κατά την ανάγνωση. Προς το παρόν το περιεχόμενο καλύπτει μόνο ενάμισι βιβλίο, αλλά σιγά-σιγά θα επεκτείνεται.

Η εξοικείωσή σας με το Πυντσονικό Σύμπαν είναι εμφανής. Τι σας έχει προσελκύσει στον συγγραφέα αυτόν; Με ποιο βιβλίο σας μπορεί, κατά τη γνώμη σας, να ξεκινήσει ο αμύητος αναγνώστης και ποιο είναι το δικό σας αγαπημένο;

Είναι ακόμη χαραγμένη μέσα μου η μαγική αίσθηση που είχα όταν ήμουν μικρός και διάβαζα τα μυθιστορήματα του Βερν. Είχα την τύχη να τη νιώσω κι άλλες φορές, με πολλούς συγγραφείς. Αλλά ο μόνος που κατάφερε να την υπερβεί ήταν ο Πίντσον, με αυτό το ακαταμάχητο κράμα αχαλίνωτης φαντασίας και εγκυκλοπαιδικού ρεαλισμού, και με αυτό το ανυπέρβλητο γλωσσικό ύφος, που σε στέλνει αδιάβαστο, ό,τι κι αν έχεις διαβάσει ποτέ σου. Αρκεί να δεχτείς να συμμετάσχεις στο παιχνίδι, γιατί η ανάγνωση του Πίντσον απαιτεί ενεργό συμμετοχή, η γραφή του δεν είναι μια απλή εξιστόρηση, είναι ένα παιχνίδι με το μυαλό σου.

Για μια πρώτη προσέγγιση, το πιο κατάλληλο είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα, το Έμφυτο Ελάττωμα (εκδόσεις Καστανιώτη). Η αφήγηση είναι συμπαγής και γραμμική, κι έτσι δεν χάνεται κανείς εύκολα, όπως σε άλλα βιβλία του, ενώ βοηθά και η νουάρ πλοκή. Εξάλλου, ο αναγνώστης θα μπορέσει να επωφεληθεί πλήρως και από τον Πιντσονικό Οδηγό, μια που το Έμφυτο Ελάττωμα είναι το μοναδικό βιβλίο στο οποίο έχω ολοκληρώσει τις σημειώσεις εκεί.

Το δικό μου αγαπημένο είναι αναμφισβήτητα το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας. Δεν υποτιμώ σε καμία περίπτωση τα υπόλοιπα, αντίθετα. Κατά μία έννοια, μάλιστα, το Μέισον και Ντίξον και το Ενάντια στη Μέρα είναι πιο ώριμα και πιο μεστά έργα. Αλλά το Ουράνιο Τόξο είναι πιο ξέφρενο, πιο οργιώδες, πιο αιχμηρό. Εξάλλου, ήταν και το πρώτο βιβλίο του που διάβασα (χάρη στον Γιάννη Τσιώλη), και μετέφρασα (χάρη στην Ιωάννα Χατζηνικολή).

Συμμετέχετε στην έκδοση του The Zone, του πρώτου ελληνικού διαδικτυακού περιοδικού για το έργο του Τόμας Πίντσον [http://www.thezone.gr/]. Ποιοι είστε, τι κάνετε, πώς και γιατί;

Είμαστε μια παρέα Πιντσονόφιλων, που συναντιόμαστε διαδικτυακά στο Facebook [http://www.facebook.com/groups/253860511066/], με πρωτοβουλία του Βασίλειου Δρόλια [http://ficciones.wordpress.com/], ο οποίος είχε την ιδέα και έχει αναλάβει και  την υλοποίηση του περιοδικού. Ο σκοπός μας είναι να αρχίσουν να γράφονται περισσότερα κείμενα στα ελληνικά για τον Πίντσον, για θέματα που σχετίζονται με το έργο του, για επιρροές, για επιδράσεις, αλλά και για άλλους συγγραφείς αυτής της γενιάς. Κεντρικός άξονάς μας είναι ο Πίντσον, αλλά δεν θα περιοριστούμε εκεί.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν παρακολουθώ θέατρο, και ο λόγος είναι ότι πολύ σπάνια πλέον βγαίνω έξω τα βράδια. Το θέατρο είναι ζωντανή τέχνη, όπως η συναυλία, απαιτεί φυσική παρουσία, αυτό που συμβαίνει εκεί δεν μπορεί να αποτυπωθεί στη βιντεοσκόπηση ή την ηχογράφηση. Είναι άλλος ένας τομέας στον οποίο θα πρέπει να προσπαθήσω να βελτιωθώ.

Με τον κινηματογράφο τα πάω λίγο καλύτερα. Μου αρέσουν δημιουργοί όπως ο Λιντς, οι Κοέν, ο Ίστγουντ, ο Ταραντίνο, ο Άντερσον και ο Μπάρτον. Η τελευταία ταινία που είδα και με μάγεψε ήταν το Μεσάνυχτα στο Παρίσι, του Γούντι Άλεν. Αλλά μου αρέσει πολύ και η φαντασία, ιδίως η επιστημονική. Προτείνω ανεπιφύλακτα, σε όποιον έχει πρόσβαση, την τηλεοπτική σειρά Battlestar Galactica (2004-2009), αναβίωση της παλιάς ομώνυμης σειράς, αλλά με πολύ πιο σκοτεινό ύφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Έχω συνεργαστεί κατά καιρούς με τα περιοδικά Διαβάζω, Δέντρο, Πλανόδιο, Ρεύματα, και (δε)κατα, αλλά γενικότερα θεωρώ ήρωα οποιονδήποτε εκδίδει σήμερα λογοτεχνικό περιοδικό, και του βγάζω το καπέλο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Η φιλοδοξία υπάρχει από παλιά, αλλά μόνο ένα ποίημα έχω δημοσιεύσει, στο περιοδικό Ρεύματα, αν θυμάμαι καλά. Στο μεταξύ άφησα κατά μέρος την ποίηση (ελπίζω προσωρινά): είχε αρχίσει να μου φαίνεται εύκολη, σίγουρη ένδειξη πως κάτι έκανα λάθος. Τώρα δουλεύω το προσχέδιο ενός μυθιστορήματος, αλλά αυτό είναι κάτι που θέλει τρομερή αφοσίωση και άφθονο χρόνο. Θα φανεί στην πορεία αν τα έχω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω το Poor People του William T. Vollmann, για τον Κέδρο. Στα διαλείμματα, διαβάζω το Lowside of the Road (μια βιογραφία του Tom Waits), και όπου να ’ναι θα ξαναπιάσω τον Οδυσσέα του Τζόις, αυτήν τη φορά στα ελληνικά.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι; Και να χάσω την ευκαιρία να δουλεύω τον κόσμο προσποιούμενος ότι δεν ακούω καλά λόγω γήρατος; Θα αστειεύεστε…

[Σημ. Πανδοχείου: Στις φωτογραφίες, εκτός των μεταφρασμένων από τον φιλοξενούμενο βιβλίων, δυο από τις εικόνες που αναδύονται στη διαδικτυακή επιφάνεια όταν πληκτρολογηθεί το όνομα Thomas Pynchon, το πιο αγαπημένο μας εξώφυλλο και οπισθόφυλλο Πυντσονικού Βιβλίου και, τελευταία, η φωτογραφία της ταυτότητας του μεταφραστή.  Δημοσίευση, φυσικά, και στο mic.gr]

20
Δεκ.
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 72. Αχιλλέας Κυριακίδης

AK

Περί γραφής και ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φλομπέρ, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Μπόρχες, Σάμπατο, Φόκνερ, Κορτάσαρ, Μάρκες, Περέκ, Εσνόζ, Κάλβος, Βιζυηνός, Σεφέρης, Σινόπουλος, Χειμωνάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η αισθηματική αγωγή (Φλομπέρ), Ο ηλίθιος (Ντοστογιέφσκι), Η δίκη (Κάφκα), Μυθοπλασίες (Μπόρχες), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Το κουτσό (Κορτάσαρ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Ζωή οδηγίες χρήσεως (Περέκ), Προπαντός όχι Σοπέν (Εσνόζ), Το αμάρτημα της μητρός μου (Βιζυηνός), Τρία κρυφά ποιήματα (Σεφέρης), Το γκρίζο φως (Σινόπουλος), Οι χτίστες (Χειμωνάς), Το στρίψιμο της βίδας (Τζέιμς), Ανατολικά της Εδέμ (Στάινμπεκ), Κάτω από το ηφαίστειο (Λόουρι), Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα (Μπουλγκάκοφ), Τέσσερα κουαρτέτα (Έλιοτ), Πέδρο Πάραμο (Ρούλφο), Εννέα ιστορίες (Σάλιντζερ), Ασκήσεις ύφους (Κενό), Τζαστίν (Ντάρελ), Το τούνελ (Σάμπατο), Το αστείο (Κούντερα), Η θεία Χούλια και ο γραφιάς (Λιόσα), Νερό καμένο (Φουέντες), Λολίτα (Ναμπόκοφ), Σκυλίσια χρόνια (Γκρας), Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης… (Καλβίνο), Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (Σεπούλβεδα), Μετάξι (Μπαρίκο), Η μικρή Μπιζού (Μοντιανό),

DIAFANEIA

Καθένας (Ροθ), Ο Λόγος (Κινιάρ), Ακυβέρνητες πολιτείες (Τσίρκας), Τρεις γυναίκες (Πολίτης), Το φύλλο-Το πηγάδι-Το αγγέλιασμα (Βασιλικός), 12 ποιήματα για τον Καβάφη (Ρίτσος), Ζητείται ελπίς (Σαμαράκης), Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου), Η κάθοδος των εννιά (Βαλτινός), Το μονόγραμμα (Ελύτης), Η συντεχνία (Βαγενάς), Χαίρε ποτέ (Δημουλά), Ο ωραίος λοχαγός (Κουμανταρέας), Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου), Γυάλινα Γιάννενα (Γκανάς), Από το στόμα της παλιάς Remington (Πάνου), Ο θάνατος το στρώνει (Βαρβέρης), Ο κακός αέρας (Καλοκύρης), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζατέλη), Με γεμάτο στόμα (Ευσταθιάδης), Η πηγάδα (Δούκα), Μ’ ένα στεφάνι φως (Μαστοράκη), Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές (Σωτηροπούλου), Το γονίδιο της αμφιβολίας (Παναγιωτόπουλος), Απόντος του παραλήπτου (Χατζηδημητρίου), Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Μαυρουδής), Οικογενειακές ιστορίες (Γουδέλης).

O NAPOLEON ASTOS

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτελμπι, ο γραφιάς» (Μέλβιλ), «Περιγραφή ενός αγώνα» (Κάφκα), «Ο Νότος» (Μπόρχες), «Οι νεκροί» (Τζόις), «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» (Σάλιντζερ), «Μίριαμ» (Τρούμαν Καπόουτι), «Γράμματα από τη μαμά» (Κορτάσαρ), «Δύσκολο να σου τύχει καλός άνθρωπος» (Ο’ Κόνορ), «H απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρας και της άσπλαχνης γιαγιάς της» (Μάρκες), «Αυτά ήταν κάποτε παλάτια» (Φουέντες), «Αν δεν έχεις πού να κλάψεις» (Σεπούλβεδα), «Το νερό της βροχής» (Καραγάτσης), «Σήμα κινδύνου» (Σαμαράκης), «Σαμπεθάι Καμπιλής» (Χατζής), «Το αρμένισμα» (Κουμανταρέας), «Πολυξένη» (Νόλλας),  «Επιτάφιος θρήνος» (Ιωάννου), «Θερμά θαλάσσια λουτρά» (Παπαδημητρακόπουλος), «Η πηγάδα» (Δούκα), «Καλοκαιρινός κινηματογράφος» (Πανσέληνος), «Κάθε ξημέρωμα ήμουν εκεί» (Διβάνη), «Σαββατιάτικες δουλειές» (Ηλιοπούλου), «Ένα κουβέρ» (Ευσταθιάδης), «Ο τελευταίος Βαρλάμης» (Βαλτινός).

I SINEXEIA EPI TIS OTHONIS

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ευάριθμοι (αλφαβητικά): Δημήτρης Αθηνάκης, Μιχάλης Γεννάρης, Γιάννης Δούκας, Βασίλειος Δρόλιας, Κατερίνα Έσσλιν, Δήμητρα Κολλιάκου, Έλενα Μαρούτσου, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Χρήστος Οικονόμου, Βασιλική Πέτσα, Μαργαρίτα Φρανέλη και (λίιιιγο παλαιότερος) Θανάσης Χειμωνάς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Καθότι ακραιφνής διηγηματογράφος, διαθέτω ήρωες που όχι μόνο η γραφτή ζωή τους είναι μικρού μήκους, αλλά και δεν είναι γραφτό τους να μετεμψυχώνονται από διήγημα σε διήγημα. Στη χάση και στη φέξη, τους επισκέπτομαι. Όσοι δεν έτυχε να πεθάνουν στο διήγημά τους, καλά είναι.

STOIXEIA TAYTOTITOS

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μπουβάρ και ο Πεκισέ. Ο Μίσκιν. Ο Μπάρτελμπι. Ο Ιωσήφ Κ. Οι Κόμπσον. Ο ήρωας του «Νότου» (Μπόρχες). Ο Σίμορ Γκλας. Ο Χάμπερτ Χάμπερτ. Οι Μπουενδία. Ο Μπάρτελμπουθ. Και, πάνω απ’ όλους, ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν γράφω παρά μόνο σε τόπους εκτός του γραφείου μου/σπιτιού μου.

DIESTRAMMENES ISTORIES

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ευκολία μεταφοράς των εργαλείων της συγγραφής –όσο βαριές κι αν είναι η μνήμη (ή η λήθη) και η ιδέα, δεν παύουν να είναι κατηγορίας πτερού– με κάνει να θεωρώ κάθε σημείο της πόλης ευάλωτο στις εκπορθητικές μου διαθέσεις και ιδεώδες για να στήσω το μικρό και απαραβίαστο ιδιωτικό μου γραφείο: γράφω όταν οδηγώ κι όταν με οδηγούν λεωφορεία και τρένα· γράφω όταν είμαι μόνος και, κατά προτίμηση, όταν δεν είμαι μόνος· γράφω στο φως και στο σκοτάδι· γράφω στο σπίτι, ανάμεσα σε δύο τρυφερότητες, και στο γήπεδο, ανάμεσα σε δύο ιαχές. Δε με εμπνέει η ηρεμία, αλλά ο σάλος, οι κουβέντες των ανθρώπων γύρω μου που εκπνέουν λέξεις κι ας μην τις καταλαβαίνω, η μυρωδιά της παρουσίας του άλλου, ο πάταγος των αισθημάτων του. Αργότερα, με πληκτρισμούς, θα γίνει η καθέλκυση της ιδέας που έχει πια μορφωθεί σ’ ένα διήγημα…

O PLHTHINTIKOS MONOLOGOS

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο γράφω ένα διήγημα, δεν έχει διόλου να κάνει με οργανώσεις χώρου, διευθετήσεις χρόνου, προκατακλυσμιαίες προφυλάξεις και άλλες ρυθμίσεις, παρά με ορμέμφυτες διαδικασίες, με τη σχεδόν ενδοκρινή δημιουργία ενός είδους κάλυκα, θήκης, κάτι σαν κουκούλι, μέσα στο οποίο αυτή η περίφημη «ιδέα για ένα διήγημα» θα περάσει τη –συνήθως μακρόχρονη– νυμφική της φάση: στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στην παύση ανάμεσα σε δύο μουσικές, στον πρώτο ύπνο. Κι ύστερα, όταν έρθει η ώρα, πιάνω μολύβι και χαρτί, διαλέγω ένα café, το πιο πολυσύχναστο (ποτέ δεν ήμουν «χημικός» του δοκιμαστικού σωλήνα, ποτέ δεν ήθελα το περιβάλλον μου αποστειρωμένο απ’ την ανθρώπινη φωνή), κι αφήνω να ξετυλιχτεί μπροστά μου η φαντασμαγορία της έκδυσης. Καίτοι έχω συχνά την αίσθηση ότι όλο αυτό διαδραματίζεται σχεδόν ερήμην μου, εξίσου συχνά διακατέχομαι κι  απ’ τη βεβαιότητα ότι, τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδόμυχο, πιο πεισματικά και εγωιστικά ιδιωτικό, απ’ την καλλιτεχνική πράξη.

PSEYDOMARTYRIES

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπαχ, Μότσαρτ, Χέντελ, Μπάρτοκ, Βέμπερν, Σοστακόβιτς, Μπιτλς, Ντίλαν, Μπρελ, Γκέιμπριελ, Θεοδωράκης.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Η απάντησή μου αφορά συνοπτικά όλα μου τα βιβλία, εκτός από τις 3 συλλογές δοκιμίων (7 συλλογές διηγημάτων και 2 νουβέλες). Κατά τον Μπόρχες («Οι τέσσερις κύκλοι»), τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες τις οποίες, «στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες»: η αφήγηση της υπεράσπισης μιας πολιορκούμενης πολιτείας από «γενναίους άνδρες», της επιστροφής του πολεμιστή, μιας αναζήτησης και της θυσίας ενός θεού. Αν θεωρήσει κανείς ότι, ακόμα και στην τελευταία ιστορία, ο (όποιος) θεός, προκειμένου να θυσιαστεί, πρέπει πρώτα να εξανθρωπιστεί, εύκολα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, ένα είναι το κεντρικό θέμα κάθε μυθοπλασίας: ο Άνθρωπος· αυτός που, κατά τη μεγαλοφυή διατύπωση του Αραγκόν, είναι «η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

MIKRI PERIOXI

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο λέγεται Κωμωδία (Πόλις, 2010) και πραγματεύεται τρεις-τέσσερις ζωές απ’ αυτές που θα μπορούσε να έχει ζήσει ένας Έλληνας της γενιάς μου. Η Κωμωδία είναι νουβέλα· μ’ άλλα λόγια, το μακροσκελέστερο κείμενό μου μετά το μικρό μυθιστόρημα Ο Ναπολέων Αστός σε νέες περιπέτειες του 1974. Φανατικός θιασώτης και θεράπων της μικρής φόρμας (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο), υποχρεώθηκα από το ίδιο το θέμα να αναπτυχθώ πέρα απ’ τις οικείες μου διαστάσεις, επιχειρώντας, ωστόσο, να εξορκίσω την παράβαση (ή να εξευμενίσω το θεό της μικρής φόρμας) με τις δύο πρώτες λέξεις της νουβέλας: «Καίριο και περιεκτικό».

MOYSIKI

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο» (γιατί είναι αείφυλλο κι αγαπώ τους εκδότες του), το «Εντευκτήριο» (γιατί είναι πάντα θαλπερό κι αγαπώ τον εκδότη του), το «δε(κατα)» (γιατί αγαπώ τον εκδότη του). Όσο για «μη ενεργά», νοσταλγώ το κύρος της «Επιθεώρησης Τέχνης», το μεράκι του «Τραμ», το κύρος και το μεράκι του «Χάρτη».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον άγνωστο στην Ευρώπη αμερικανόστοχαστή και λογοτέχνη Κρίστιαν Γκρέινβιλ (Christian Grainville). Θα το κάνω κάποτε.O KATHREFTIS TOU TYFLOY

Παλαιότερα διαβάζαμε και κείμενά σας όσον αφορά τον σύγχρονο κινηματογράφο. Έχετε σταματήσει να γράφετε τέτοια κείμενα; Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχωεκδώσει ένα βιβλίο με αμιγώς κινηματογραφικά κείμενα [Η συνέχεια επί της οθόνης (1984)] και δύο συλλογές δοκιμίων [Ψευδομαρτυρίες (1998), Μικρή περιοχή (2007)], μεγάλο μέρος των οποίων καλύπτουν σπουδές για συγκεκριμένους (αγαπημένους) σκηνοθέτες ή/και συγκεκριμένες (αγαπημένες) ταινίες. Όμως, δεν είμαι μόνο παθητικός εραστής του κινηματογράφου (κατά την περίφημη Σαρτζετάκεια διάκριση των ομοφυλοφίλων), αλλά και γόνιμα ενεργητικός: έχω γυρίσει 10 δέκα ταινίες μικρού μήκους και 2 τηλεταινίες πάνω σε λογοτεχνικά έργα. Λατρεύω τον κινηματογράφο (τον Ταρκόφσκι, τον Ουέλς, τον Ρενουάρ, τον Μιζογκούτσι, τον Κιούμπρικ, τον Γκοντάρ, τον Ντράγιερ, τον Κιαροστάμι, τον Κισλόφσκι κ.ά., καθώς και αρκετούς μεγάλους «ελάσσονες» όπως, π.χ., τον Πέκινπα ή τον Πάκουλα), κι ο κινηματογράφος μού το… ανταπέδωσε επηρεάζοντας βαθιά τη γραφή μου. Από την άλλη, παραβάτης και, ταυτόχρονα, θύμα τού «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν», όταν γράφω, σκέφτομαι με εικόνες, κι όταν σκηνοθετώ, με λέξεις…

kwmwdia

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να απαντήσω με κάποιους… μεταχειρισμένους αφορισμούς μου: 1. Ενώ η αφήγηση είναι μια διαδικασία μετάβασης απ’ το εγώ στον άλλον (κι ας μη φαίνεται), η μετάφραση φαίνεται σαν διαδικασία έκπτωσης απ’ τον άλλον στο εγώ (κι ας μην είναι). 2. Μόνο όταν η μετάφραση δεν φαίνεται ότι είναι μετάφραση, μόνο τότε αξιώνεται να μπει στη χορεία των πρωτοτύπων, εκεί όπου η αυθαιρεσία της έμπνευσης βρίσκει τον δάσκαλό της στο αισθητικό αποτέλεσμα. 3. Κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εργασία είναι μοναχική· σε τούτη δω, πάντως, έχεις και μια «φωνή» να σου κρατάει συντροφιά. 4. Η μετάφραση είναι σαν τον έρωτα ή το φόνο: χρειάζονται (τουλάχιστον) δύο. 5. Ο μεταφραστής πρέπει να είναι ο ίδιος συγγραφέας, πρέπει να ξέρει τι κοστίζει η μάχη με την ίδια σου τη γλώσσα.

6. Δε θα με τιμούσε και πολύ αν κάποιος διατεινόταν ότι με αναγνώριζε πίσω απ’ τη μετάφραση οποιουδήποτε κειμένου, ενώ κάτι τέτοιο θα με κολάκευε αν είχε να κάνει με έναν συγκεκριμένο συγγραφέα· δηλαδή, να με αναγνωρίσει, λ.χ., πίσω απ’ τη μετάφραση ενός ανησυχητικού διηγήματος του Μπόρχες ή μιας ανήσυχης ακροβασίας του Περέκ. 7. Όλα τα βιβλία είναι μεταφραστέα, αλλά δεν είναι όλα μεταφράσιμα. 8. Η μετάφραση δεν συνιστά παρά αυτό που αποτελεί και τη θεμελιώδη προϋπόθεση της επιτυχίας της: μια δημιουργική ανάγνωση. 9. «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ» φέρεται να είπε ο Φλομπέρ. «Ο Φλομπέρ είμαι εγώ» (πρέπει να μπορεί να) λέει ο μεταφραστής του. 10. Ο μεταφραστικός μόχθος δεν είναι παρά η αγωνία του μεταφραστή ν’ απαντήσει σε ερωτήματα μεταφρασεολογίας που θέτει η ίδια η πράξη της μετάφρασης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;TEXNHTES ANAPNOES

Η βράβευση (από το ΕΚΕΜΕΛ) της μετάφρασής μου του μυθιστορήματος του Πατρίκ Μοντιανό Au café de la jeunesse perdue (Στο café της χαμένης νιότης, εκδ. Πόλις) ήταν μια μοναδικά ευχάριστη έκπληξη, ίσως γιατί μου απέδειξε ότι δεν είμαι ο «τρελός του (μεταφραστικού) χωριού» που πιστεύει ότι δεν υπάρχουν «εύκολα» και «δύσκολα» πρωτότυπα, κι ότι αυτό που (πρέπει να) ζυγίζεται περισσότερο στην αποτίμηση μιας μετάφρασης είναι ο βαθμός προσέγγισης του ύφους τού συγγραφέα τον οποίο δεξιώνεται η γλώσσα-στόχος. Στην ερώτησή σας, λοιπόν, ως προς το σε ποιο ή ποια από τα πάμπολλα βιβλία που έχω μεταφράσει «τα βρήκα μπαστούνια», απαντώ πως το βιβλίο του Μοντιανό (αυτού του μείζονος σύγχρονου γάλλου συγγραφέα που επιμένει με μινιμαλιστική ταπεινότητα να πραγματεύεται τις εμμονές του με το χρόνο, με τη μνήμη και, κυρίως, τη λήθη, με το επώδυνο αποτύπωμα της Ιστορίας στην ατομική συνείδηση) θα έπαιρνε επάξια μια θέση στην απάντησή μου, μαζί με τη νουβέλα του Πασκάλ Κινιάρ La Raison (Ο Λόγος, εκδ. Μελάνι), ένα βιβλίο-ναρκοπέδιο για μεταφραστές, και το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Γκαρνέτ Lady Into Fox (Από γυναίκα, αλεπού, εκδ. Opera), όπου κάτω από μια «ύπουλα» στρωτή και ακαδημαϊκή αφήγηση κρύβεται η αποθέωση του βρετανικού understatement. Όσο για τις «ηδονές» που ρωτάτε, απαντώ ευθέως ότι μία από τις ευτυχέστερες περιόδους της ζωής μου ήταν εκείνο το δεκάμηνο που αναμετριόμουν με το La Vie mode d’emploi του Ζορζ Περέκ (Ζωή οδηγίες χρήσεως, εκδ. Ύψιλον).

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Χάρηκα κάθε βιβλίο που έχω μεταφράσει, καθένα για διαφορετικό λόγο: άλλο για το δέος που μου ενέπνεε το πρωτότυπο, άλλο για το τρελό γαμήλιο γλέντι μετά από το προξενιό των δύο γλωσσών, άλλο για τις δυσκολίες του, άλλο για τις ύποπτες ευκολίες του. Ωστόσο, παρά τις 100 περίπου μεταφράσεις μου που κυκλοφορούν, εξακολουθούν να με στοιχειώνουν κάποια μεταφραστικά απωθημένα· μ’ άλλα λόγια, βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει: Η αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι, Το κουτσό του Κορτάσαρ και, σαν τρελός, Η βουή και το πάθος του Φόκνερ… Να εξομολογηθώ, επίσης, ότι διατηρώ μια τρυφερή σχέση με όσα βιβλία πρόκειται «να μου δοθεί η χάρη» να μεταφράσω και που μπορεί να μην έχουν γραφτεί ακόμα…

JAZZ

Σας γνωρίσαμε και ως μεταφραστή του Μπόρχες, τόσο στις εξαιρετικές εκδόσεις Ύψιλον όσο και στις μετέπειτα συλλογές των Ελληνικών Γραμμάτων. Πως ξεκίνησε η σχέση σας με τον Μπόρχες, πως ήταν η εμπειρία της μετάφρασής του, πώς είναι η σχέση σας σήμερα;

Όπως συμβαίνει σε/με κάθε ξένο συγγραφέα που ολόκληρο ή μεγάλο μέρος του έργου του επισκέπτεται τη γλώσσα μας, έτσι και ο Μπόρχες πέρασε μέσα από περιπέτειες παρερμηνειών, παρεξηγήσεων και παρανοήσεων ώσπου, τη δεκαετία του 1980, να συναντηθεί με τους ανθρώπους που τον δεξιώθηκαν μετ’ ελέου και φόβου. Ανάμεσά τους, ο Δημήτρης Καλοκύρης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Νάσος Βαγενάς. Σε ό,τι με αφορά, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ η ζωή μου έπλεε σε πελάγη ρεαλιστικής ευτυχίας κι ενώ ήμουν ήδη «σημαδεμένος» από διάφορα παιδικά αναγνώσματα, εφηβικές αποκαλύψεις και ώριμες ανακαλύψεις (Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Βιζυηνός, Σεφέρης, Τσίρκας, Ντάρελ, Φλομπέρ, Βασιλικός κ.ά.), μου χαρίστηκε από έναν αμερικανό φίλο ένα βιβλιαράκι των Εκδόσεων Penguin, στη σειρά Modern Classics. Συγγραφέας με διπλό όνομα (Jorge Luis Borges), τίτλος μονολεκτικός (Labyrinths), και στο εξώφυλλο λεπτομέρεια από τον ιλιγγιώδη και «αρτσιμπολντίζοντα» πίνακα Αβάνα(!) του… κουβανού ζωγράφου Πορτοκαρέρο. Παρακάμπτοντας έναν βαρύγδουπο Πρόλογο του Αντρέ Μορουά, άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου, προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

borges-kyriakidis

Το πρώτο κείμενο αυτής της ανθολογίας πεζώνκαι δοκιμίων του Μπόρχες από διάφορες συλλογές του ήταν ένα κυριολεκτικά διαστημικό ταξίδι σ’ έναν τόπο εξορίας κάθε ρασιοναλισμού και κάθε κανόνα ορθόδοξης αφηγηματικής τεχνικής. Στον πλανήτη αυτόν, του διηγήματος με τον επιστημονικοφανή, παράδοξα γοητευτικό και γοητευτικά παράδοξο τίτλο «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», εγκαταστάθηκα για τα καλά και διαμένω έκτοτε, αφού πρώτα φρόντισα ν’ αποκτήσω τα Άπαντα του συγγραφέα στο πρωτότυπο και ν’ αξιοποιήσω τη γνώση μου άλλων λατινογενών ιδιωμάτων για να αυτοδιδαχθώ τη συναρπαστική γλώσσα του Αργεντινού. Δεν ξέρω πώς μπορώ να επεκταθώ (τι βλάσφημο ρήμα όταν μιλάς για έναν συγγραφέα με τόσο ευγενή φειδώ των λέξεων!) στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η ζωή μου μετά από εκείνη τη μετωπική σύγκρουση που κονιορτοποίησε όλες μου τις αυτάρεσκες βεβαιότητες. Ούτε ξέρω πώς μπορώ να εξηγήσω τι είναι αυτό τελοσπάντων που με κρατάει, εκόντα, δεσμώτη του, και γυροφέρνω στο λαβύρινθό του σαν μακάριος Μινώταυρος.

Ξαναγυρίζω στην κεραυνοβόλα «γνωριμία» μας. Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, σε μια απότομη στροφή της ηλικίας μου, η ζωή μου εκτροχιάστηκε, κιαυτό που με βοήθησε να βγω αλώβητος απ’ τα συντρίμμια δεν ήταν άλλο από την περιπετειώδη εκστρατεία μετάφρασης των δύο αρχετυπικών βιβλίων του Μπόρχες που, άλλωστε, συνιστούσαν και τον βασικό κορμό του Labyrinths: τη συλλογή διηγημάτων Ficciones (Μυθοπλασίες) και τη συλλογή δοκιμίων Otras inquisiciones (Διερευνήσεις) – δύο μεταφράσματα, που αγκαλιάστηκαν αμέσως και εκδόθηκαν από τον γενναιόδωρο Θανάση Χαρμάνη των εκδόσεων Ύψιλον/βιβλία. The rest is history (για να κλείσω με μια αγγλική έκφραση που δεν μεταφράζεται αναίμακτα).

BORGES

Μας συστήσατε, μεταξύ άλλων, και τον εξαιρετικό λατινοαμερικανό συγγραφέα Λουίς Σεπούλβεδα. Ποια η σχέση σας με τον ίδιο και την λογοτεχνία του;

Πράγματι, εξαιρετικός – και χαλκέντερος. Οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του στον αγαπημένο μου Γιώργο Μυρεσιώτη των Εκδόσεων Opera. Όσο για τη σχέση μου με τον άνθρωπο, έχω να πω ότι ο Σεπούλβεδα αποπνέει την ίδια λεβεντιά, αισιοδοξία και αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο που έχουν όλα τα βιβλία του. Έχουμε αναπτύξει μια τρυφερή φιλική σχέση (δε θα ξεχάσω ότι ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που μου έστειλαν ένα μήνυμα συμπαράστασης σε μια κρίσιμη περιπέτεια υγείας μου) – μια σχέση, όμως, που διανθίζεται και με μια ωραιότατη, αντάξια των βιβλίων του παρεξήγηση: από την πρώτη στιγμή που με γνώρισε, βλέποντας την εκ γενετής σπασμένη μύτη μου με θεώρησε παλαίμαχο μποξέρ και δεν έχει πάψει να ονειρεύεται ένα ταξίδι των δυο μας στη Νότια Αμερική, να μεθοκοπάμε σε όλα τα καπηλειά της χιλιανής Παταγονίας και να αντιστεκόμαστε με την πυγμή μας σε κάθε επίδοξο κονκισταδόρ. Μια τέτοια παρεξήγηση, δε νομίζω ότι έχει κανένας το δικαίωμα να τη λύσει.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θέλω να κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε κάποια βιβλία που τα αγάπησα τρελά και τα μετέφρασα με τη λαχτάρα να τα δω τυπωμένα, αλλά δεν ευτύχησαν να διαβαστούν από πολλούς: Το χειρόγραφο της Σαραγόσας (Γιαν Ποτότσκι, εκδ. Ψυχογιός), Νερό καμένο (Κάρλος Φουέντες, εκδ. Άγρα), Πφιτς (Άντριου Κρούμι, εκδ. Πόλις), Ιδιωτική πινακοθήκη (Ζορζ Περέκ, εκδ. Ύψιλον), Ο αλγόριθμος της μελαγχολίας (Κάρλο Φραμπέτι, εκδ. Opera), Η μικρή Μπιζού (Πατρίκ Μοντιανό, εκδ. Πόλις), Συνοπτική ιστορία του παντός (Ζαν ντ’ Ορμεσόν, εκδ. Καστανιώτης), Ο κλέφτης της νοσταλγίας (Ερβέ Λε Τελιέ, εκδ. Opera), Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Ρις Χιουζ, εκδ. Πόλις).

KAVAFY

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Επειδή η μετάφραση είναι μια απασχόληση που, από τη φύση της, απαιτεί μεθοδικότητα, είναι προφανές ότι αυτή θα καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος (αν όχι όλο σε ορισμένες περιπτώσεις) ενός ιδεατού ημερήσιου προγράμματος εργασίας μου. Πρόκειται, συνεπώς, για προτεραιότητα που δεν είναι ουσιαστική, αλλά έχει να κάνει και με το γεγονός ότι μου είναι αδιανόητο να καθίσω στο γραφείο μου μεταξύ 9 και 11 για να γράψω ένα διήγημα! Το πιο δύσκολο (ίσως το μόνο δύσκολο) πράγμα σε μια μετάφραση είναι η απόδοση του ύφους τού πρωτοτύπου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο απ’ το ν’ αντικαταστήσεις μια λέξη ή, αν θέλετε, ένα κειμενικό περιεχόμενο μ’ ένα άλλο, μιας άλλης γλώσσας – κουτσά στραβά, εύστοχα ή όχι, αυτό θα γίνει. Τα λεξικά να ’ν’ καλά. Το δύσκολο είναι να βρεις στη γλώσσα σου ένα τέτοιο γλωσσικό και συντακτικό «σχήμα», ώστε να προσομοιάσεις όσο μπορείς καλύτερα και να προσεγγίσεις όσο μπορείς περισσότερο το αντίστοιχο σύστημα του πρωτοτύπου. Δεν μπορείς να μεταφράζεις Μπόρχες και να έχεις στο οπλοστάσιό σου μόνο την αίσθηση μιας γλώσσας λαϊκής, όπως δεν μπορείς και να μεταφράζεις Κενό ή Περέκ και να μη πετάξεις στα σκουπίδια όποια ακαδημαϊκή τήβεννο κουβαλάς στη σκευή σου. Το Νερό καμένο του Φουέντες, λ.χ., αποτελείται από τέσσερα διηγήματα που ναι μεν έχουν έναν κοινό άξονα, αλλά θαρρείς και είναι γραμμένα από τέσσερις διαφορετικούς συγγραφείς! Μεταφράζοντάς το, αισθάνθηκα την ανάγκη να γίνω κι ο ίδιος… τέσσερις διαφορετικοί μεταφραστές, έτσι ώστε τα ελληνικά π.χ. του τρίτου διηγήματος, που ο κεντρικός του ήρωας είναι ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης, να μην έχουν σχέση με τη γλώσσα του τέταρτου, όλοι οι ήρωες του οποίου είναι αγράμματοι, κομπιναδόροι και μαγκάκια…

EPOHI

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Μα ο μεταφραστής είναι εξ ορισμού στο περιθώριο! Η μετάφραση δεν παύει να είναι ένας μετά-λόγος, ανεξάρτητα από χαριτωμένους αφορισμούς τύπου «Το πρωτότυπο αδικεί τη μετάφραση» (Μπόρχες) ή χαρισματικές μεταγραφές που σχεδόν αυτονομούν το μετάφρασμα (Λόρκα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, μτφρ. Νίκος Γκάτσος). Όσο για τις κριτικές, δε νομίζω ότι έχετε δίκιο ως προς το αν γίνονται συχνά ή σπάνια. Γίνονται, κι αυτό έχει σημασία. Απλώς, δε συμφωνώ καθόλου με γενικές αφοριστικές φράσεις, είτε θετικές («Ωραία η μετάφραση του/της τάδε») είτε, κυρίως, αρνητικές, όπως εκείνη κάποιου κ. Γουλανδρή που με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκασε στο πυρ το εξώτερον την αριστουργηματική μετάφραση του Penser/Classer (Ζορζ Περέκ, Σκέψη/Ταξινόμηση, εκδ. Άγρα) από τη Λίζυ Τσιριμώκου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Μόνο 3 φορές δέχτηκα (τις 2, αναγκάστηκα να δεχτώ) να επιμεληθεί κάποιος πρωτότυπο βιβλίο μου ή μετάφρασμά μου. Και στις τρεις, η συνεργασία με τις επιμελήτριες ήταν εξαιρετική, ακριβώς γιατί ήταν εξαιρετικές και οι ίδιες: Πόπη Βουτσινά, Αρετή Μπουκάλα, Μάρω Ταυρή. Στην τρίτη περίπτωση, όμως, έζησα μια τραυματική εμπειρία με τον εκδοτικό οίκο, χωρίς η επιμελήτρια να φέρει γι’ αυτό την παραμικρή ευθύνη.

kyriakidis

Η ενασχόλησή σας με τη μετάφραση σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Η σχέση «συγγραφέας-μεταφραστής» είναι, θα έλεγα, μάλλον ετεροβαρής: τίποτα δεν επιβάλλει σ’ έναν συγγραφέα να είναι και μεταφραστής, ενώ ένας [καλός] μεταφραστής επιβάλλεται να είναι [καλός] συγγραφέας. Ο μεταφραστής ενός κειμένου, μόνο αν είναι και ο ίδιος συγγραφέας, μπορεί να διαγνώσει πόσο πάσχισε ο συγγραφέας του κειμένου να διατυπώσει το λόγο του έτσι όπως τον διατύπωσε, με το συγκεκριμένο ύφος και τον συγκεκριμένο ρυθμό, και να τον αποδώσει όσο πλησιέστερα μπορεί με τα τερτίπια της δικής του γλώσσας. Από την άλλη, ασφαλώς ο μεταφραστής-Κυριακίδης έχει επηρεάσει τον συγγραφέα-Κυριακίδη· πάντως, όχι περισσότερο απ’ όσο κάθε συγγραφέας επηρεάζεται από τα αναγνώσματα, δεδομένου ότι, όπως ανέκαθεν πίστευα, η μετάφραση δεν μπορεί να οριστεί παρά ως η κατ’ εξοχήν δημιουργική ανάγνωση. Ευτυχώς, δεν βιοπορίζομαι από τη μετάφραση, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ δεν μετέφρασα κάτι καταναγκαστικά – νομίζω ότι αυτό είναι ένα μαρτύριο το οποίο εύχομαι να μην υποστώ στον αρμόδιο Κύκλο της Κόλασης, αυτόν των συγγραφέων.

Αδιακρισίες

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Φυσικά και έχω γράψει ποίηση! Για τι με περάσατε;

Τι γράφετε, τι μεταφράζετε και τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω δύο νουβέλες ταυτόχρονα. Είναι τόσο ωραία η παλινδρόμηση (ίσως η λέξη είναι αδόκιμη, αλλά δεν βρίσκω άλλη) από τη μία στην άλλη!

155557_128759700517285_106280826098506_188197_3466200_n

Τέσσερις μεταφράσεις μου είναι στο τυπογραφείο [Ζιλμπέρ Λασκό, Η Κοκκινοσκουφίτσα, παντού (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Ιστορίες από δω κι από κει (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Τελευταία νέα από το Νότο (εκδ. Opera), Ζαν Εσνόζ, Αστραπές (εκδ. Πόλις)], ενώ έχω αρχίσει τη μετάφραση του τελευταίου βιβλίου ενός αγαπημένου μου «ουλιπιανού» συγγραφέα, του Ερβέ Λε Τελιέ, το Electrico W (εκδ. Opera). Θα ακολουθήσει αυτή του μυθιστορήματος Tinta (Μελάνι), ενός σύγχρονου σπιρτόζου ισπανού λογοτέχνη, του Φερνάντο Τρίας ντε Μπες (εκδ. Opera).

Διάβασα τα εξαιρετικά διηγήματα της Έρσης Σωτηροπούλου [Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (εκδ. Πατάκη)], διαβάζω με προϊούσα αγαλλίαση το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου [Τα παιδιά του Κάιν (εκδ. Μεταίχμιο)] και απολαμβάνω αργά αργά, φράση φράση, το μυθιστόρημα Op Oloop, γραμμένο από την τελευταία ανακάλυψη της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας, τον αργεντινό συγγραφέα Χουάν Φιγιόι [Juan Filloy (1894-2000)], που έζησε όλη του τη μακραίωνη ζωή στην κωμόπολη Ρίο Κουάρτο της Αργεντινής κι έγραψε, μεταξύ άλλων, 6000 παλίνδρομα(!) και καμιά πενηνταριά μυθιστορήματα που οι τίτλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, αποτελούνται από 7 και μόνον γράμματα!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε νομίζω… Απλώς, εύχομαι να μη μου είχατε κάνει την επόμενη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή μεταφραστικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

AK2

Στις φωτογραφίες (από το φωτογραφικό άλμπουμ του συγγραφέα): 1. Ο ίδιος άλλος. 2. Στα γυρίσματα της μικρού μήκους ταινίας του Jazz (1995).  3. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες. 4. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και τον Νάσο Βαγενά, στο Ρέθυμνο. 5. Πλάνο από την ταινία Καβάφης (1994) του Γιάννη Σμαραγδή, όπου υποδύεται έναν έμπορο που έχει έρθει ν’ αγοράσει τα κοσμήματα της μητέρας Καβάφη. 6. Με τον Γιώργο Γιαννόπουλο, σε ένα πλάνο από την ταινία του Νίκου Γραμματικού, Η εποχή των δολοφόνων (όπου συνεργάστηκε και στο σενάριο). 7. Από τα γυρίσματα της τελευταίας του μικρού μήκους ταινίας Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο (2009) με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο. 8. Με τον Αντώνη Καφετζόπουλο, σε ένα πλάνο από την τελευταία ταινία του Φίλιππου Τσίτου, Άδικος κόσμος, στην οποία υποδύεται έναν διοικητή αστυνομικού τμήματος. 9. Σκοτεινός.

18
Δεκ.
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 71. Αρχοντή Κόρκα

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση θα έλεγα ότι ξεκινά φιλικά. Κάποια στιγμή αρχίζει να κοιτά ο ένας τον άλλον με μισό μάτι, προσπαθώντας να μάθει τα μυστικά του. Εν τέλει γίνεται συνενοχική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πολύ η μετάφραση της Τζούλια Κρίστεβα (Το Θήλυ και το Ιερό), αλλά την ίδια στιγμή ήταν απίστευτα ενδιαφέρουσα η αναζήτηση πληροφοριών και πηγών για να γράψω τις σημειώσεις του μεταφραστή – έμαθα πάρα πολλά (μερικά τα θυμάμαι ακόμα).

Το πιο αγαπημένο μου είναι σίγουρα ο Ρολάν Μπαρτ (Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση). Ήταν κείμενα που επέλεξα από το τρίτομο έργο των Απάντων του στα γαλλικά και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πολύ λεπτό χαρτί (σχεδόν ριζόχαρτο) που είχαν χρησιμοποιήσει στην έκδοση (Oeuvres complètes). Τα είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου και φοβόμουν μη σκίσω άθελά μου καμιά σελίδα. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω, γιατί θα ήθελα να τα μεταφράσω όλα. Ευτυχώς με βοήθησε η Μυρτώ Ρήγου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συστήνω τον Μπαρτ, γιατί γράφει από την καρδιά του και δεν εμπίπτει – κατ’ εμέ- στην κατηγορία των δυσνόητων  Γάλλων. Διακατέχεται από μυριάδες πάθη, τα πάντα έχουν γι’αυτόν μια μελοδραματική πλευρά που τη βρίσκω υπέροχη και κάνει το ταξίδι μέσα στη γλώσσα να μοιάζει όσο συναρπαστικό είναι όντως.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν του Murray Edelman. Ήμουν ακόμα φοιτήτρια, αν θυμάμαι καλά το είχα μεταφράσει πρώτα σε χειρόγραφο. Έτσι μετέφρασα και τον Μπαρτ αργότερα, πρώτα στο χέρι και μετά τα δακτυλογράφησα. Κάπου πρέπει να υπάρχουν τα τετράδια.

Η μετάφραση της βιογραφίας του Κάφκα από τον Ρίτσι Ρόμπερτσον ήταν για μένα συγκινητική και αρκετά προσωπική (ήταν η εποχή που δεν είχα αποφασίσει αν θα συνεχίσω το διδακτορικό μου στον Κάφκα).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ξυπνάω πάντα πρωί – προτιμώ να δουλεύω το πρωί, κανονικά 8ωρο (αν και πάντα είναι περισσότερο). Μου δίνει μια πειθαρχία που γενικά μάλλον δεν με διακρίνει. Προσπαθώ να έχω «περάσει» μια φορά το κείμενο πριν αρχίσω να το μεταφράζω για να εντοπίσω σημεία που χρειάζονται έρευνα ή σημεία που βλέπω ότι θα με δυσκολέψουν.

Παίζει πάντα μουσική, ότι πετυχαίνω στο shuffle του i-tunes. Μπορώ να ακούσω Μάιλς Ντέιβις μέχρι Queens of the Stone Age. Ο,τιδήποτε κι αν παίζει, με ενδιαφέρει να υπάρχει ήχος ως υπόκρουση – είμαι απορροφημένη στο κείμενο και δεν μου αποσπά την προσοχή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι, πολλοί. Κυρίως γλωσσών που δεν γνωρίζω (Ρώσων, Γερμανών) και μετανιώνω που δεν έμαθα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Θεωρώ ότι στην Ελλάδα η όποια μορφή πνευματικής εργασίας είναι υποτιμημένη – και όχι μόνο οικονομικά. Πολλές φορές έχει τύχει να διαβάσω κριτικές ξενόγλωσσων βιβλίων και να αναρωτηθώ αν το βιβλίο «φύτρωσε» απλώς στα ελληνικά. Δεν γίνεται καμία μνεία, είτε θετική είτε αρνητική στον επαγγελματία ο οποίος αφιέρωσε αρκετούς μήνες απ’ τη ζωή του να μεταφράσει ένα βιβλίο. Από την άλλη, μπορεί κανείς να πετύχει θετικές κριτικές που είναι γενικόλογες (τύπου «σωστά ελληνικά») – όσο για τις αρνητικές, όλοι ξέρουμε ότι δεν τυγχάνουν της καλύτερης υποδοχής, ακόμα κι αν είναι θεμελιωμένες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται και μια σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό για το ποια ακριβώς είναι η λειτουργία και ο ρόλος του μεταφραστή. Δεν είναι σαφές ποιος μπορεί να κάνει κριτική μιας μετάφρασης, η οποία θα έχει και σίγουρα κάποια δουλειά αντιπαραβολής πρωτοτύπου-μεταφράσματος, και τα ένθετα βιβλίων ίσως δεν θέλουν να διαθέσουν χώρο για να μπουν σε τέτοια συζήτηση. Άρα οι κριτικοί δεν ασχολούνται και πάει λέγοντας -φαύλος κύκλος. Και φυσικά η επιτυχία έχει πολλούς γονείς, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή – όπως λένε. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο χώρο που μπορούν να κάνουν κριτική της μετάφρασης, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι μόνο θέμα «ικανότητας» – στην Ελλάδα η αγορά είναι πολύ μικρή και το ποιος γράφει τι για ποιόν μετράει πάρα πολύ.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχω εργαστεί ως επιμελήτρια – για την ακρίβεια ήταν η πρώτη μου δουλειά. Αγαπούσα τους μεταφραστές μου και θέλω να πιστεύω ότι τους υπερασπιζόμουν πάντα. Έχω μεγάλη εκτίμηση στο επάγγελμα, είναι πολύ δύσκολο, μεταξύ άλλων και γιατί πολλοί μεταφραστές δεν σηκώνουν «επεμβάσεις» στο έργο τους, ούτε δεύτερη γνώμη. Το ιδανικό θα ήταν ο επιμελητής να συνεργάζεται στενά με τον μεταφραστή για το κάθε βιβλίο και μαζί να προσπαθούν να λύσουν τα όποια προβλήματα (γλωσσικά και μη) παρουσιάζονται. Το ακόμα πιο ιδανικό θα ήταν ο κάθε μεταφραστής να έχει έναν συνεργάτη σταθερό, σε όποιον εκδοτικό κι αν μεταφράζει. Αυτό θα εξασφάλιζε μεγάλο βαθμό συνοχής στο έργο του.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Δυστυχώς δεν έχω μεταφράσει λογοτεχνία, αλλά σίγουρα με έχει ακολουθήσει η σκέψη πολλών από τους στοχαστές που έχω μεταφράσει.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Αλμπέρ Καμύ. Δημήτρης Δημητριάδης. Γιώργος Χειμωνάς. Ζωρζ Μπατάιγ. Μίλαν Κούντερα. Γιόκο Ογκάουα. Τζένι Έρπενμπεκ. W.G. Sebald. Ρομπέρτο Μπολάνιο. Πολ Όστερ. Τζόναθαν Φράνζεν. Τζόναθαν Κόου. Έτγκαρ Κέρετ. Γιόζεφ Ροτ. Λεονίντ Αντρέγιεφ. Ρέιμοντ Κάρβερ. Χαρούκι Μουρακάμι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα του W. G. Sebald. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (Ζαν Αμερί). Το Παρελθόν (Άλαν Πάουλς). Τα σημειωματάρια του Καμύ. Το Illuminations του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η Γενεαλογία της Ηθικής του Φρίντριχ Νίτσε. Μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά. Τα αποσπάσματα ενός ερωτικού λόγου του Ρολάν Μπαρτ. On photography της Susan Sontag. Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει του Ζακ Ντεριντά. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Excavating Kafka του James Hawes. Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ. 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Οι Διορθώσεις του Τζόναθαν Φράνζεν. Η τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ. Δίψα για Έρωτα του Γιούκιο Μισίμα. Σκύβαλα, της Τζένι Έρπενμπεκ. (και πάρα πάρα πολλά άλλα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Παπαδιαμάντη. Του Παπαδημητρακόπουλου. Του Χρήστου Οικονόμου. Του Γιάννη Παλαβού. Του Έτγκαρ Κέρετ. Του Ρέιμοντ Κάρβερ. Της Άλις Μανρό. Του Λεονίντ Αντρέγιεφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου. Θεωρώ ότι έχει σπάνια τιμιότητα. Ο Γιάννης Παλαβός. Για την ικανότητά του να τονίζει πάντα ανεπαίσθητα το παράλογο. Ο Πάνος Τσίρος – το «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» παραμένει μία από τις καλύτερες συλλογές της δεκαετίας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπώ τη φωνή του αφηγητή στον Sebald, δηλαδή τον ίδιο τον Sebald. Θα ήθελα να είμαι ο Daniel Quinn στην Τριλογία της Νέας Υόρκης, που επαναφεύρει τον εαυτό του (και αρκετούς άλλους).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσο ήμουν στην Ελλάδα, παρακολουθούσα την Athens Review of Books και το Books Journal. Εδώ παρακολουθώ το New York Review of Books, το TLS, το London Review of Books και ενίοτε το Literary Review. Προτιμώ το New York Review, δεν είναι «ακαδημαϊκό» και έχει πάντα κάτι πολύ ενδιαφέρον να διαβάσεις.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι ως Translation Project Manager στο Λονδίνο. Πριν φύγω από την Ελλάδα, εργαζόμουν ως ελεύθερη επαγγελματίας στο χώρο της μετάφρασης, της επιμέλειας και της κριτικής βιβλίου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Στο μυαλό μου έρχεται και ο Bas Jan Ader.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, παρακολουθώ όσο μπορώ. Η τελευταία ταινία που με γοήτευσε ήταν το Melancholia του Τρίερ. Νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή Ευρωπαίος σκηνοθέτης.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι δεν το «έχω», που λένε, και δεν το έχω επιχειρήσει ποτέ.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ (στα αγγλικά). Το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το The Death of the Critic του Ronan McDonald. 

Έχετε σταματήσει οριστικά να μεταφράζετε; Για ποιο λόγο; Σας λείπει η μεταφραστική περιπέτεια;

Θέλω να πιστεύω πως όχι! Ναι, μου λείπει και θα ήθελα πολύ να μεταφράσω σύντομα κάτι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού critique.gr και ασχολούμαι όσο μπορώ με την προβολή του στα social media. Τα παρακολουθώ και συμμετέχω ενεργά αλλά δεν τα έχω χρησιμοποιήσει για τη δουλειά μου μέχρι στιγμής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι;

Έχω δημοσιεύσει κριτικές βιβλίου, δεν ξέρω αν πιάνονται! ;-) καθώς κι ένα κείμενο στην Propaganda που έβγαινε από τις εκδόσεις Οξύ πριν πολλά χρόνια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω καμία, ήδη όσες κάνατε με δυσκόλεψαν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν και η αιώνια νιότη δεν είναι με απασχολεί, την αναγνωστική δεν θα τη χάριζα. Τη μεταφραστική, με μεγαλύτερη ευκολία.

Στις φωτογραφίες, διακεκριμένοι συνομιλητές της φιλοξενούμενης: Πολ Όστερ, Τζόναθαν Φράνζεν, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ρολάν Μπαρτ, Έτγκαρ Κέρετ, Γιόκο Ογκάουα.




Ιουλίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 846,779 hits

Αρχείο