Posts Tagged ‘Μετανάστες

18
Νοέ.
12

Pierre Assouline – Οι προσκεκλημένοι

Η κοινωνία του αφιλόξενων και ο χαμένος διαφωτισμός

Ήξεραν να συμπεριφέρονται, ακόμα κι όταν η αρμονία χανόταν. Οι υπερβάσεις περιορίζονταν στα αποδεκτά όρια, χάρη σε ένα είδος αυτολογοκρισίας, η οποία υποδείκνυε στο καθένα μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Σπάνια δείπνο κατέληγε σε πυγμαχία· τότε η οικοδέσποινα έπρεπε να φανεί βίαια μετριοπαθής και η τάξη επανερχόταν. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τα μιντιακά ήθη δεν είχα επηρεάσει τους προσκεκλημένους σε βαθμό που να τους κάνουν να ξεχάσουν τοις στοιχειώδεις κανόνες της κατ’ ιδίαν συνομιλίας. Οι παραβιάσεις ήταν ανεκτές εφόσον δεν διαιωνίζονταν και δεν πολλαπλασιάζονταν. Όχι άτοπες διακοπές, όχι αποκλειστικό μονοπώλιο του λόγου. Καμία από αυτές τις ανυπόφορες συνήθειες της τηλεόρασης, που απεχθανόταν ο Νταντιέ, επαναλαμβάνοντας πως το γράψιμο ήταν γι’ αυτόν το μοναδικό μέσο να μιλά χωρίς να το διακόπτουν. [σ. 138]

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στα δείπνα της Σοφί ντυ Βιβιέ, στο υψηλό σαλόνι της στο ακόμα υψηλότερο αριστοκρατικό έβδομο διαμέρισμα του Παρισιού. Η επιδειξιο-τελειομανής οικοδέσποινα έχει ως ιερό καθήκον της τον εντυπωσιασμό των καλεσμένων της – ακόμα και αν οι άνθρωποι πλήξουν στα δείπνα της, η ανία τους οφείλει να είναι ξεχωριστή. Πολύτιμη συνεργάτης της στην μόνη αυτή δραστηριότητα που γεμίζει τη ζωή της είναι η οικιακή βοηθός Σόνια. Η νεαρή Μαροκινή διακρίνεται και ενίοτε αντιπαθείται για το περίφημο περήφανο χαμόγελό της, όχι κάποιου αισθήματος ανωτερότητας αλλά μιας ήρεμης βεβαιότητας εκείνων που απλώς αισθάνονται όμορφα. Η μεταξύ τους σχέση μετράει ήδη πέντε χρόνια χωρίς την παραμικρή εκδήλωση συναισθηματικής κατανόησης, αλλά με το μέγιστο ποσοστό ανοχής. Όσα δεν λένε έχουν μεγαλύτερη σημασία από έναν διάλογο επιχειρημάτων. Η ανταλλαγή απόψεων θεωρείται επικίνδυνη· θα σήμαινε οικειότητα και θα απειλούσε την σχέση εξουσίας.

Η οργάνωση των δείπνων ακολουθεί την εμμονή της εμψυχώτριάς τους, που επιμένει ιδιαίτερα στην ταξιθέτηση των προσκεκλημένων σύμφωνα με τις δικές ιδέες περί έλξης και απώθησης «σε μια εύθραυστη ισορροπία αυτής της Γιάλτας της κοσμικότητας». Η διάταξη των θέσεων, η επιστολογραφία των προσκλήσεων και η προμελέτη όλων των εξελίξεων αποτελούν το επίκεντρο της ζωής της· η δε πρόβλεψη κάθε πιθανού απρόοπτου ολοκληρώνει την πολεμική της ετοιμότητα. Πώς είναι δυνατόν να αποτύχει η επιστήμη των δεξιώσεων και η τέχνη των αναλογιών; Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στο Θέατρό της, κι ας πρόκειται για γαλλική κωμωδία. Κι όμως, το ξαφνικό κώλυμα ενός προσκεκλημένου περιορίζει τους συνδαιτυμόνες στον ανεπιθύμητο αριθμό των δεκατριών. Ως έσχατη λύση επιλέγεται η Σόνια.

Οι προσκεκλημένοι ακονίζουν τα μαχαίρια τους: άλλοι ενοχλούνται από την μιαρή παρουσία, άλλοι ετοιμάζονται να απολαύσουν την ταπείνωσή της, όλοι εμβρόντητοι πληροφορούνται τις διδακτορικές της σπουδές. Η ανάκριση αρχίζει και οι ανώτερες τάξεις καιροφυλακτούν για τις απαντήσεις της μετανάστριας, μέσα στις οποίες αγωνιούν να διακρίνουν ομολογίες και δικαιολογίες. Η ευστροφία τους φτάνει μόνο μέχρι τους γνώριμους τρόπους απαξίωσης: μπερδεύουν το επώνυμό της, θυμούνται το φολκλόρ της χώρας της, αναρωτιούνται ποιοι την προώθησαν και πού ελπίζει να εργαστεί. Μόνο που η Σόνια παρά την αρχική της αμηχανία αποδεικνύεται εξαιρετική χειρίστρια του λόγου και αποστομωτική συνδιαλεγόμενη. Την ίδια στιγμή που μετατρέπεται σε έκθεμα, αμέσως επιστρέφει τους προβολείς στους επιτιθέμενους, που ο ένας μετά τον άλλον καταπίνουν τη γλώσσα τους.

Αρκεί να υπήρξες κάποτε φτωχός για να ανήκεις για πάντα στο στρατόπεδο εκείνων που δεν αντέχουν να μιλούν οι άλλοι για τη φτώχια παρά μόνο αν ξέρουν καλά για τι μιλούν. Δεν αντέχουν ούτε καν να χρησιμοποιείται η λέξη. [σ. 106]

Ο εβραϊκής καταγωγής και μαροκινής ανατροφής συγγραφέας αποδεικνύεται μαιτρ στην σύντομη πλην δηκτικότατη βιογράφηση του καθενός από τους καλεσμένους (ιδίως τη στιγμή που καταφτάνουν ο ένας μετά τον άλλον), ενώ η ειρωνεία του για τις πλαστές «νεο-γυναίκες» φτάνει στα όρια του γυμνού σαρκασμού. Ένα δεύτερο πεδίο όπου η γραφή του απογειώνεται είναι οι ζωντανοί διάλογοι, εύρυθμα μοιρασμένοι ανάμεσα στην ένταση της στιγμής και την κρισιμότητα των λέξεων των ομοτράπεζων, που όσο κι αν προσπαθούν να κινηθούν στην ελαφρότητα, γλιστρούν και πέφτουν σε βάθη μικροπρέπειας. Επιπρόσθετα, δεν παρασύρεται από το αβανταδόρικο θέμα και αποφεύγει να του δώσει την έκταση μυθιστορήματος – ενώ κάλλιστα θα μπορούσε, καθώς οι σχετικοί διάλογοι είναι ανεξάντλητοι – επιλέγοντας χάρη στη θραυσματικότητα της νουβέλας να το αφήσει ως έχει: ατελές και ορθάνοιχτο.

Όλοι αυτοί οι επαγγελματίες των υπηρεσιών και υπηρέτες των επαγγελμάτων, επίκαιροι αλλά ποτέ σύγχρονοι, ετούτη η «κοινωνία του θεάματος και του θεαθήναι, όταν δεν απολαμβάνει την εσωτερική της κατανάλωση – ο ένας τρέφεται από τον άλλον, όταν δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο άλλων αντιγράφων ή ιδανικό ντεκόρ συγκεκριμένου περιβάλλοντος – στρέφεται στη βορά του ξένου. Όχι βέβαια εναντίον του πάμπλουτου αμερικανού επισκέπτη – επενδυτή, στον οποίο όλοι ετοιμάζονται να κάνουν βαθιά, πολύ βαθιά υπόκλιση αλλά σ’ εκείνον που (ευελπιστούν  πως) θα τους κάνει να αισθανθούν ανώτεροι. Από την άλλη, η ευρύτερη γαλλική κοινωνία προφανώς κάνει πως δεν θυμάται το ποσοστό της δυναμικής των μεταναστών στην σύνθεσή της, ούτε βέβαια την συνεισφορά τους στον πολιτισμό της και στη συνολική της ουσία. Και άλλωστε τι θα ήταν τα γεύματά της κυρά – Σοφί χωρίς το πολύτιμο ζεύγος της υπηρέτριας και του μάγειρα;

Κάποια στιγμή ένας ευφυής καλεσμένος, ο Νταντιέ μονολογεί  «Να μάθουμε να είμαστε προσκεκλημένοι οι μεν των δε, μακριά από κάθε θρησκευτικό φανατισμό και άλλες τέτοιες μπούρδες. Αλλιώς θα καταστραφούμε. Αχ, η τέχνη του προσκεκλημένου…» αλλά η φωνή του χάνεται στα τσουγκρίσματα της συγκατάβασης. Όταν όμως η Σόνια ακούει πως στο Παρίσι θα είναι πάντα μια φιλοξενούμενη, απαντά: Το ίδιο και αλλού. Παντού όπου κι αν πάω. Έτσι, είναι καλύτερα να ζω εκεί όπου νιώθω λιγότερο…προσκεκλημένη όπως λέτε. […] Η ψυχή της Γαλλίας ήταν πάντα οι ξένοι της. Αυτοί είναι που την επαναφέρουν στο μεγαλείο της, επειδή γι’ αυτό την αγαπούν. Πρέπει πάντα να κάνεις περισσότερα απ’ ότι οι Γάλλοι, για να ελπίζεις να γίνεις εντελώς Γάλλος, χωρίς ωστόσο ν’ αρνείσαι τον εαυτό σου. Με αυτό τον τρόπο, οι «ξένοι» της τραβούν τη χώρα προς τα πάνω. [σ. 159]

Η αποικιοκρατική συμπεριφορά, η αναπαραγωγή δόλιων στερεοτύπων και ο συγκαλυμμένος ρατσισμός θα βρίσκουν πάντα ιδανικό έδαφος στην ημιμάθεια και την κενότητα των προαστιακών μεγαλοαστών και όχι μόνο. Αλλά αυτοί δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή, ενώ η Σόνια την ζει παλεύοντας και την παλεύει ζώντας, καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της βρίσκεται σε κατάσταση φυγής, σε θέση μειοψηφούσα και μειονεκτική, σε μια διαρκή κατάσταση άμυνας και απολογίας αλλά και με την αμετακίνητη επιθυμία να είναι μια πρέσβειρα μιας Γαλλίας πεφωτισμένης και εξιδανικευμένης, της Γαλλίας του Διαφωτισμού. Σε αυτή τη διαρκώς «μεταβλητή γεωμετρία μια κινούμενης πραγματικότητας», όπου ονειρευόταν να είναι ακόμα κι αν η κουλτούρα δεν βρίσκεται στα βιβλία αλλά στη ζωή, η Σόνια είχε μάθει από τους καλούς συγγραφείς ότι αυτό το πλήθος μέσα της ήταν γόνιμο. Αυτή η ένταση θα ήταν ο πλούτος της. Μήπως για άλλη μια φορά, όπως τότε έτσι και τώρα, η λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε όλοι προσκεκλημένοι;

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, σ. 196 [Les Invités, 2009].

Πρώτη δημοσίευση (χωρίς τα δυο παραθέματα): περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 32 (χειμώνας 2012).

26
Ιαν.
10

Περικλής Μονιούδης – Ξηρά

 Αλλοτινοί μετανάστες, σύγχρονοι περιπατητές

Οι πόλεις με έβλεπαν πότε έτσι, ποτέ αλλιώς, όπως τις έβλεπα και εγώ – σαν κενή επιφάνεια, σαν μαύρο φόντο σε κάποιο αγγείο; Ποιος θα ήταν τότε φόντο τίνος, εγώ το φόντο της πόλης ή η πόλη το δικό μου;

Γέννημα της Αλεξάνδρειας και θρέμμα της Μεσογείου ο ένας εκ των δύο κεντρικών χαρακτήρων της Ξηράς, αισθάνεται ηλεκτρισμένος από το δίπολο του τόπου καταγωγής και των πόλεων όπου έζησε και ζει ως διπλωμάτης. Όπως οι γονείς του εγκατέλειψαν την γενέτειρα πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών για την άγνωστη και πολλά υποσχόμενη Ελβετία, αντίστροφα αυτός αφήνει την Ζυρίχη σε ένα διαφορετικό «σημείο κατάρρευσης» (ανάμεσα στην ναρκωτική αυτοκαταστροφή των νέων και τον κρατικό αποκλεισμό των εξαθλιωμένων). Με πρωτεύον πρόσχημα την αναζήτηση ενός βιβλίου μαγειρικής του ζαχαροπλάστη παππού του, περιδιαβαίνει τις παραθαλάσσιες νοτιοευρωπαϊκές πόλεις με προσωπικό φύλλο πορείας προς τις προγονικές επικράτειες. Στην άλλη άκρη της διαδρομής, μια βοτανολόγος αφήνει το Βερολίνο για την Βαρκελώνη αναζητώντας την δική της θέση στο ευρωπαϊκό μητροπολιτικό πλέγμα, διασπασμένη ανάμεσα στην εξωτερική εικόνα της Καταλανής, τον κεντροευρωπαϊκό – πρωσικό ψυχισμό και την ιδιότητα της «Γερμανίδας αρραβωνιαστικιάς του διπλωμάτη».

Στις νεανικές μνήμες του άντρα ξεχωρίζει η εικόνα ενός κρεβατιού στρωμένου πάντα όπως σε καμπίνα πλοίου, ένδειξη μιας αδημονίας για τις πόλεις που δεν είχε ανακαλύψει, παράλληλα με μια ιδιόμορφη αντίληψη του ιδωμένου περιβάλλοντος ως έσχατης μοναξιάς, ή και ως θανάτου. Ο πρώιμος διχασμός ανάμεσα στον αλεξανδρινό και τον ελβετικό κόσμο θα μετουσιωθεί σε πεποίθηση πως οι τόποι δεν αποκλείουν ο ένας τον άλλον αλλά και συνδέονται με γέφυρες αδιόρατες. Πρόκειται για θέμα που έχει απασχολήσει και παλαιότερα τον συγγραφέα (Στους κόλπους των πόλεων: Θεσσαλονίκη, Βερολίνο, Ζυρίχη, Αλεξάνδρεια, Εστία, 2005), που γεννήθηκε και ζει στην Ελβετία. Ο λόγος του παρακολουθεί τις μνημονικές προβολές και διαθλάσεις του πρωταγωνιστών του ως λεκτικό ισοδύναμό τους. Όπως ο ήρωας συχνά συναντά ένα αγόρι που δεν είναι παρά ο εαυτός του και αναφέρεται σε έναν «ταξιδιώτη» που είναι ο ίδιος, έτσι και ο συγγραφέας μοιράζει τον αφηγηματικό χώρο στις δυο περιπλανώμενες φωνές, αφήνοντας την γυναίκα να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο και παρακολουθώντας αποστασιοποιημένα τις σκέψεις του άντρα.

Η διαχείριση της μνήμης δεν διασχίζει μόνο τους σταθμούς της φυγόκεντρης οικογενειακής πορείας αλλά και αναζητείται σε όλες τις μήτρες υποδοχής των σύγχρονων προσφύγων, που ο ταξιδιώτης εξοικειώνεται μέσω της περιπλάνησης, της παρατήρησης και της ενδοσκόπησης. Σχηματίζεται έτσι ένας φαντασιακός μεσογειακός χάρτης με διάσπαρτα βέλη πολλαπλών διακλαδώσεων με τις διαδρομές των εξόριστων και των κατατρεγμένων. Όπως ο πατέρας του ξεκινούσε τις διηγήσεις του από την ζωή του Γκλεν Μίλλερ και της Μπιγκ Μπαντ του και κατέληγε στην μικρή ορχήστρα των νυχτερινών κέντρων της Αλεξάνδρειας που ο ίδιος έπαιζε στον ελεύθερο χρόνο του τρομπέτα και κοντραμπάσο, έτσι κι εκείνος αναζητά τις συντεταγμένες της δική του σκηνικής παρουσίας, από την αφετηρία του οράματος ως τον τερματικό της πραγματικότητας.

Ο άντρας παρακολουθεί τα βλέμματα των ανθρώπων και των πόλεων, από το προστατευτικό μάτι των προλήψεων στους τούρκικους φούρνους και τα λιβανέζικα φαστφουντάδικα στα τεχνητά μάτια της πόλης, τις κάμερες. Αφήνει πίσω του τις πόλεις μόνο και μόνο για να νομίζει πως είναι μπροστά του, επιστρέφει για να τις εγκαταλείψει, τις εγκαταλείπει για να επιστρέψει στην πόλη που είχε αλλάξει και στην οποία θα μπορούσε να καταλάβει τη δική του αλλαγή. Από τις διαθέσιμες γλώσσες της μνήμης επιλέγει την πολυσημία της μαγειρικής, εισχωρώντας στα ενδότερα των παλαιών ζαχαροπλαστείων για μια συμβολική συμμετοχή στις γονιδιακές ενθυμήσεις, προτού αυτές διασκορπιστούν σαν την άχνη των γλυκών. Το μικρό πράσινο τετράδιο με την συλλογή των οικογενειακών γλυκισμάτων γίνεται «εύρημα και σύσταση», ενώ οι διαφορετικές μεταφράσεις αποκαλύπτουν κοινούς γλωσσικούς ρυθμούς και σχέσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, η κοινότητα της βουβής ανάτασης σαν εκείνη που αισθάνονταν οι άνθρωποι ακούγοντας την Ουμ Καλθούμ κρεμώντας τα ραδιόφωνα έξω από τα παράθυρα, απαιτεί πιο δύσβατους δρόμους για να επανέλθει: η γυναίκα μάταια προσπαθεί να προσεγγίσει τους μετανάστες γείτονές της κατά τα θορυβώδη μεταμεσονύκτια δείπνα τους.

Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Αθήνα, Αλγέρι, Θεσσαλονίκη, Χάιφα, Ισκεντερούν, Λεμεσός, Λευκωσία, Μασσαλία, Παλέρμο, Δυρράχιο: τα διαρκώς μεταβαλλόμενα άστεα της περίκλειστης θάλασσας μοιάζουν συγχρόνως δυνητικές καταγωγές, δυνάμει υποδοχείς και οιονεί προορισμοί τόσο του άντρα όσο και της γυναίκας. Η σχέση των δύο είναι «παρελθόν», αλλά ποιος μπορεί να στοιχηματίσει πως οι πορείες τους στις μητροπολιτικές αρτηρίες δεν σχηματίζουν μια γεωμετρία διαφορετικής μεταξύ τους σύγκλισης; Στο τελευταίο κεφάλαιο ο ταξιδιώτης ξαναβρίσκεται στην καμπίνα ενός πλοίου, ρίχνοντας κατά τη συνήθειά του μια ματιά στο παράθυρο ή στο φινιστρίνι. Ο συγκεκριμένος τρόπος θέασης του κόσμου, μέσα από ένα πλαίσιο αναφορών και εντός ενός σώματος – οχήματος αέναης μετακίνησης μοιάζει πλέον έτοιμος να μεταπλαστεί σε μια αλλότροπη, συνειδητά περιπλανητική εμπειρία, γιατί δεν διαρκεί παρά μόνο μια γενιά μέχρις ότου ο πρόσφυγας γίνει περιπατητής (σ. 48).

Εκδ. Εστία, μτφ. Ιωάννα Αποστόλου, σελ. 268. Στις φωτογραφίες, τα λιμάνια του Αλγερίου και της Αλεξάνδρειας.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 586, 22.1.2010 (και εδώ).




Δεκέμβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.053.405 hits

Αρχείο