Posts Tagged ‘Μνήμη

09
Μάι.
20

Σταύρος Ζουμπουλάκης – Στ’ αμπέλια

Βιβλία σαν κι αυτό μού έρχονται ως χάρισμα και έναν, μεταξύ πολλών, παραπάνω λόγο: διάγοντας την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου έχω συχνά αισθανθεί την επιθυμία να ζητήσω από συνομήλικους και μεγαλύτερους φίλους αλλά και συγγραφείς μια σύντομη, πυκνή αφήγηση ενός γεγονότος από τα παιδική ή εφηβικά χρόνια της ζωής του. Να δω σε ποιο βαθμό η συναισθηματική φόρτιση διαπλέκεται με την ύστερη λογική επεξεργασία και η συγκίνηση με την αποστασιοποιημένη, ψύχραιμη ματιά. Κι ας γνωρίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωλιά νοσταλγιών από την επιστροφή στην παιδικότητα και πως η τελευταία είναι τόσο πολύ αφηγημένη που σχεδόν δεν κομίζει τίποτα καινούργιο, παρά μια ψυχική ικανοποίηση αποκλειστικά και μόνο του βιώσαντος. Ένα τέτοιο αφήγημα μας προσφέρει ο συγγραφέας, αποφεύγοντας ακριβώς όλες τις παραπάνω παγίδες, γιατί και την ανία των διηγήσεων της παιδικής ηλικίας γνωρίζει αλλά και την καθιερωμένη διάθεση μυθοποίησης και εξωραΐσμού απαρνιέται.

Πρώτα ένας εκ μέρους μου αυθαίρετα συμπυκνωμένος ορισμός: Τ’ αμπέλια δεν σημαίνει περιοχή με αμπελώνες, μολονότι υπήρχα εκεί και αμπελάκια, αλλά το μέρος, έξω από τον οικισμό, όπου ξεκαλοκαίριαζαν οι κάτοικοι του χωριού, της Συκιάς Λακωνίας, για να ασχοληθούν με την αγροτική του παραγωγή, το λάδι και τα ξερά σύκα· εκεί που ο καθένας είχε το καλύβι ή την κάμαρά του. Θα μπορούσε να μοιάζει με απλό λήμμα λαογραφικού λεξικού αν δεν δημιουργούσε τόσες εικόνες και πολύ περισσότερο τόση προσμονή, εφόσον ορίζει την θεματική του αφηγήματος ενός πραγματικού λογοτέχνη δοκιμιογράφου.

Τι προηγείται της σπάνιας εμπειρίας που θα ανοιχτεί εδώ; Η απόλυτη θέση του πατέρα του πως μόνο με τα γράμματα προκόβει κανείς, συνεπώς η μετεγκατάσταση από το χωριό στην πόλη, σ’ ένα κατάφορτο φορτηγό. Η μνημονική αποθήκευση κάθε λεπτομέρειας από το ταξίδι της κατάκτησης της πόλης. Ο Ισθμός ως ένα από τα θαύματα του κόσμου (λίγα χρόνια αργότερα ίδια αίσθηση είχε και το μικρό παιδί που υπήρξα, κι ας τον χάζευα στα βιβλία της γεωγραφίας και προσπαθούσα αλλεπάλληλες φορές να τον ζωγραφίσω). Εικόνες που ξεφυλλίζονται η μια μετά την άλλη, συντροφιά με τις ελάχιστες απαραίτητες λέξεις· άλλες που σχεδόν τις βλέπω κινηματογραφημένες: τον ύπνο το πρώτο βράδυ με μια ξαδέλφη του, που μουσκεύει το μαξιλάρι της με κλάμα, τα διετή κλάματα της μάνας. Ένα κοτέτσι στην αυλή του σπιτιού σαν το πιο αυτονόητο πράγμα στον κόσμο. Μια νέα ζωή στην φτωχογειτονιά, το 1959.

Αλλά υπήρχαν τ’ αμπέλια, ένα θερινό τρίμηνο που περίμενε τον μικρό αφηγητή να μοιραστεί με συγγενείς το ξεκαλοκαίριασμα στην φύση, για να θρέψει και να παχύνει. Η ευγενής έγνοια των γονέων, ένα ανέλπιστο δώρο για το παιδί. Μια εκτεταμένη τελετουργία από την άφιξη μέχρι το φθινόπωρο, από τις πρώτες ώρες της ημέρας ως το τέλος της. Η ζωή σ’ ένα τσαρδί (ένα υπαίθριο κρεβάτι υπερυψωμένο από το έδαφος), με μια λιάστρα, μια στέρνα και τίποτε άλλο· η αποθέωση της απλότητας, η άγρια γέμιση της φύσης. «Ο ύπνος κάτω από τ’ αστέρια, η μισή χαρά της ζωής». Η καλύβα ήταν μόνο για βροχές, αλλά είχε μέσα τις εικόνες για την προσευχή του θείου, πάντα φωναχτή για τους ανθρώπους του προφορικού πολιτισμού, που δεν προσεύχονταν ούτε διάβαζαν από μέσα τους. Ο νυχτερινός ψίθυρος της προσευχής, μια πρόσθετη σαγήνη. Η ιδίοις όμμασι παρακολούθηση όσων δηλαδή αργότερα θα διάβαζε στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη: των αγρυπνιών και των ευωχιών μαζί με τις φιλακόλουθες γυναίκες, τους πανηγυριστές και τους αυτοσχέδιους ψάλτες. Ένα εντός του θησαύρισμα πλούσιας ύλης λαϊκής θρησκευτικότητας.

Ένα ολομόναχο παιδί χωρίς τις εργασιακές υποχρεώσεις των μεγάλων, ακόμα κι αν συνεισφέρει με δεκάδες τρόπους, πάντα έχει ελεύθερο χρόνο. Τότε επιστρατεύει μια σειρά αυτοσχέδιων παιχνιδιών ενώ οι αισθήσεις του παραμένουν τεταμένες, και κυρίως η ακοή, που θρέφεται με διηγήσεις και ιστορίες· αφηγήσεις με τα τοπωνύμια της μικρασιατικής εκστρατείας, χαρτογράφηση των αστερισμών αλλά και απορρόφηση των δαιμονικών όψεων και των παγανιστικών στοιχείων στις ιστορίες, στοιχεία τόσο πολύτιμα στην καθημερινότητα ενός κόσμου και στην λογοτεχνία την ίδια, κρατώντας την πολύτιμη απόσταση ασφαλείας λόγω Αθήνας.

Ας μην περιμένει κανείς εδώ γλαφυρές εικόνες φύσης, κι όλα εκείνα τα περιγραφήματα που κάποτε γέμιζαν σελίδες επί σελίδων εξαντλώντας και τον πιο υπομονετικό αναγνώστη. Ο άνθρωπος του αγροτικού πολιτισμού, γράφει ο συγγραφέας, γενικώς δεν γνωρίζει την αισθητική στάση. Ένας τόπος δεν είναι γι’ αυτούς ωραίος ή άσχημος, αλλά εύφορος ή άφορος. Πολλοί θρησκευόμενοι είναι έτοιμοι να σφαχτούν μεταξύ τους· μεταξύ των γυναικών βασιλεύει η καταλαλιά και ο φθόνος. Τα ζώα είναι πιστωμένα αποκλειστικά και μόνο στις υπηρεσίες τους και υφίστανται τα πάνδεινα, η περίφημη «μεσογειακή διατροφή» είναι αποκλειστικά τηγανητή, τσιγαριστή και αλμυρή.

Μήπως ο παραγνωρισμένος θησαυρός της μνήμης είναι οι απλές, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, εικόνες; Όταν ο συγγραφέας ψιθυρίζει «Μίλησε μνήμη» τότε εμφανίζονται ένα φρεσκογεννημένο πουλαράκι που προσπαθεί να σταθεί όρθιο, νυχτοπορίες με φανάρι για κάποια επίσκεψη, ρούχα που από το μπάλωμα δεν ξεχωρίζεις το αρχικό ύφασμα, μια φοράδα που τον προστάτευσε, οι μικρές φλόγες μιας καλαμιάς (θερισμένου χωραφιού) που έπιασε φωτιά και τρέχουν ακανόνιστα, με μεγάλη ταχύτητα, που άξιζε και μόνο για να τις ξαναβρεί σε μια φράση από την Σοφία Σολομώντος και, υποθέτω, να χαμογελάσει με την βεβαιότητα πως εκείνος που την έγραψε είδε το ίδιο πράγμα – Αλλιώς δεν γράφεται τούτη η παρομοίωση.

Το διάφραγμα της συγγραφικής ματιάς ανοίγει ακόμα περισσότερο, για να χωρέσει τις ιστορίες των συγγενών και την ζωή του χωριού. Και σε αυτή την τελευταία η ζωή είναι αδιανόητη χωρίς την χαρτοπαιξία, που, ίσως, σκέφτεται ο συγγραφέας, να οφείλεται στην ακίνητη ζωή του χωριού, στην βαθιά πλήξη της. Ήταν μια ζωή χωρίς διεξόδους και διαφυγές, αέναη επανάληψη του ίδιου. Με τα χαρτιά έσπαγαν αυτόν τον αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο κύκλο, έβρισκαν λίγη ένταση στη ζωή τους. Ο ίδιος λόγος οδηγούσε στο πιοτό, στο κρασί. Τα μόνα ταξίδια των ανθρώπων της Συκιάς ήταν, για τους άντρες, ο στρατός και κάποιο νοσοκομείο. Η ίδια ακινησία επικρατούσε και στις καλλιέργειες, που συνεχίζονταν όπως είχαν κληρονομηθεί, χωρίς νέες δοκιμές. Δεν σκεφτόταν κανείς, για παράδειγμα, να φυτέψει στον κήπο του μια λεμονιά.

Ο φτωχός και φιλόπονος αυτός κόσμος είχε αντοχή στα βάσανα· η φτώχεια κι ο μόχθος δεν τους έκανε δυστυχισμένους· οι γιαγιάδες και οι μανάδες είχαν την μεγάλη τέχνη να σκεπάζουν την φτώχεια, να μη γίνεται αισθητή. Η ξενιτιά ήταν ένας άλλος μεγάλος πόνος. Παρών σε αναχωρήσεις εξωτερικών μεταναστών, ο συγγραφέας έχει βαθιά χαραγμένο μέσα του τον σπαραγμό του αποχωρισμού και αναρωτιέται πού βρίσκονταν τόσα δάκρυα. Τα ίδια αυτά δάκρυα των ξενιτεμένων μπορεί να έσταζαν και στο μελάνι καθώς έγραφαν γράμμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα να διαβαστεί. Δεν υπάρχει ευτυχισμένος μετανάστης, γράφει.

Θα μπορούσαν όλα αυτά να σαν ξερά φύλλα θρυμματιστούν σε στίχους, που θα έφτιαχναν ιδιαίτερη ποίηση. Θα μπορούσαν επίσης να φτιάξουν ένα φορτισμένο νοσταλγικό βιβλίο. Μα οι συγγραφικές προθέσεις είναι άλλες: να αποτυπωθεί το ίχνος ενός παλιού, ανεπίστροφου κόσμου και η άνευ νοσταλγίας ατόφια, γνήσια συγκίνηση βιωμάτων που πραγματικά αξίζει να μοιραστούν. Κι αν κάτι αρκεί στον συγγραφέα είναι ακριβώς η αναγνώριση αυτών των εννέα καλοκαιριών σε αυτό που είναι σήμερα και στην ηθική του στάση, να βρίσκεται πάντα στην πλευρά των φτωχών και των κατατρεγμένων.

Σε κάποια σελίδα ο συγγραφέας γράφει πως όσο κι αν ήθελε να μεταδώσει κάποιες μαγικές στιγμές στους συμμαθητές του, αντιμετώπισε ειρωνεία ή αδυναμία να τις κατανοήσουν. Έτσι είναι, το μάθαμε καλά αυτό, ο κύκλος μας και οι φίλοι μας πάντα θα αδυνατούν να αντιληφθούν την δική μας μαγεία. Όμως ένας δεύτερος μεγάλος κύκλος ανοίγει αναπάντεχα με την πάροδο του χρόνου – πού να το γνώριζε εκείνο το μικρό παιδί! Είναι οι εταίροι μιας άλλης φιλίας, οι αναγνώστες, που τώρα όχι μόνο την αποδέχτηκαν αλλά και την είδαν με τα δικά του μάτια.

Εκδ. Πόλις, 2018, σ. 96.

Στις εικόνες, έργα των Γιάννη Κόττη, Rawan Anani, Vasily Khudyakov, Scott Gwen, Νικόλαου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Lloyd Rees.

14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

03
Δεκ.
17

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς – Τσέρνομπιλ. Ένα χρονικό του μέλλοντος

Μια Ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ

Γιατί δεν μιλήσαμε, ενώ γνωρίζαμε; Γιατί δε βγήκαμε στους δρόμους να βροντοφωνάξουμε την αλήθεια; Γράψαμε αναφορές και υπομνήματα αλλά τελικά μείναμε  σιωπηλοί και ακολουθούσαμε τις οδηγίες γιατί δεσμευόμασταν όλοι από την πειθαρχία του Κόμματος. Γιατί ήμασταν κομμουνιστές. Δεν θυμάμαι ούτε έναν από τους υπαλλήλους ν’ αρνήθηκε να εργαστεί στην απαγορευμένη ζώνη. Από βαθιά πίστη σε μια όμορφη και δίκαιη κοινωνία, την κοινωνία των Σοβιέτ. Για πολλούς η κατάρρευση αυτής της πίστης συνοδεύτηκε από καρδιακές ανακοπές και αυτοκτονίες. Γιατί, όταν χάσεις την πίστη, δεν είσαι πια συμμέτοχος σ’ ένα όνειρο, αλλά συνεργός σ’ ένα έγκλημα. [σ. 234]

Τα λόγια του πρώην αρχιμηχανικού του Ινστιτούτου Πυρηνικής Ενέργειας της Ακαδημίας Επιστημών της Λευκορωσίας δεν αποτελούν παρά μια μικρή ψηφίδα στο δύσκολο έργο της ανασύνθεσης «μιας Ιστορίας που δεν γράφτηκε ποτέ». Αυτός ήταν ο εναλλακτικός τίτλος ενός βιβλίου με τις αφηγήσεις εκείνων που την έζησαν από κάθε θέση. Αυτή η κατεξοχήν λογοτέχνης της μαρτυρίας γνωρίζει καλά ότι πρόκειται για τους μόνους αφηγητές που μπορούν να ανασυνθέσουν μια πραγματικότητα και να την αναπαραστήσουν όπως οι τεχνίτες του λόγου. Άλλωστε υπήρξε και η ίδια μάρτυρας των γεγονότων, καθώς ζούσε κι εξακολουθεί να ζει στην γη του Τσέρνομπιλ, στην Λευκορωσία που στη συνείδηση του κόσμου έχει κατοχυρωθεί σαν ένα εργαστήριο πειραμάτων· στα δέκα εκατομμύρια των Λευκορώσων πάνω από δυο εκατομμύρια ζουν σε μολυσμένες περιοχές.

Στον τραγικό «χορό» των συνομιλητών περιλαμβάνονται πρώην και νυν κάτοικοι της απαγορευμένης ζώνης, εκκαθαριστές (όπως ονόμαζαν τους πολίτες ή τους αστυνομικούς στους οποίους είχε ανατεθεί η «εκκαθάριση» των συνεπειών του ατυχήματος), στρατιώτες, πολιτικοί, κομματικοί, χειριστές μετρητών ραδιενέργειας, εργαζόμενοι στον πυρηνικό σταθμό, επιστήμονες, γιατροί, εργάτες. Το ταξίδι αυτής της σπαρακτικής διαλεκτικής κράτησε τρία περίπου χρόνια. Θα εστιάσω όχι τόσο στα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά όσο στις βαθύτερες συγκλονιστικές πλευρές εκείνης της αδιανόητης καταστροφής έτσι όπως εκφράζονται από τους συνομιλητές τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ένα πρώτο στοιχείο που κατακλύζει τις πρώτες μνήμες είναι η συνύπαρξη της άγνοιας και της μυστικοπάθειας. Στην αρχή κανείς δεν πήρε το γεγονός στα σοβαρά: κανείς δεν γνώριζε από τι έπρεπε να φυλάγεται και οι αξιωματικοί δεν ήξεραν τι να απαντήσουν στις ερωτήσεις των πολιτών, καθώς ποτέ τους δεν είχαν διδαχθεί κάτι παρόμοιο στην στρατιωτική σχολή. Οι ίδιοι υποχρεούνταν να δρουν ως στρατιώτες και να σιωπούν. Τις πρώτες μέρες όλα τα βιβλία σχετικά με την ραδιενέργεια αλλά και τα παλαιότερα, για την ατομική βόμβα, ακόμα και για το έργο του Ρέντγκεν, εξαφανίστηκαν από τις βιβλιοθήκες. Δεν υπήρχαν ιατρικές συστάσεις, οδηγίες ή οποιαδήποτε πληροφορία. Όσοι έμαθαν για το ιώδιο, έσπευδαν να το προμηθευτούν, κάνοντας ολόκληρες ουρές στα φαρμακεία. Ορισμένοι το έπιναν με καθαρό αλκοόλ και τους μετέφεραν στα επείγοντα.

Δεν είχαμε διανοηθεί ότι ο θάνατος θα μπορούσε να έχει τόσο όμορφη όψη. Το βράδυ του Σαββάτου, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά την έκρηξη, όλοι βγήκαν στα μπαλκόνια να θαυμάσουν την φωσφορίζουσα φλόγα που συνέχιζε να βγαίνει από τον αντιδραστήρα. Όσοι δεν είχαν μπαλκόνι πήγαιναν στους γείτονες. Οι γονείς σήκωναν τα παιδιά τους να την δουν για να την θυμούνται όταν μεγαλώσουν. Πολλοί έκαναν δεκάδες χιλιόμετρα με το μηχανάκι ή το αυτοκίνητο για να θαυμάσουν το θέαμα. Το επόμενο πρωί όλα είχαν αλλάξει για πάντα. Οι δρόμοι γέμισαν στρατιώτες με αντιασφυξιογόνες μάσκες, το μεσημέρι διατάχτηκε η εκκένωση. Το ραδιόφωνο μετέδιδε ότι η πόλη θα εκκενωνόταν λίγες ημέρες κι ότι οι κάτοικοι έπρεπε να πάρουν μαζί τους μόνο τα στοιχειώδη. Δεν επέστρεψαν ποτέ

Πολλοί πολίτες κλήθηκαν να παρουσιαστούν, συχνά σε πόστα απολύτως άσχετα με την ιδιότητά τους. Οι ειδικευμένοι της πρώτης γραμμής εκτέθηκαν στον μεγαλύτερο κίνδυνο. Οι πιλότοι των ελικοπτέρων πετούσαν πάνω από τον αντιδραστήρα για την ρίψη της απαραίτητης άμμου, ώστε να εμποδιστεί μια δεύτερη έκρηξη· έβγαζαν το κεφάλι τους έξω από το πιλοτήριο και εστίαζαν. Εκατοντάδες ανθρακωρύχοι έσκαβαν ένα τούνελ μέρα και νύχτα κάτω από τον αντιδραστήρα για να τοποθετήσουν ένα μεγάλο ψυγείο και να παγώσουν το υπέδαφος. Εργάζονταν επί ένα μήνα αλλά τελικά ο αντιδραστήρας πάγωσε χωρίς αυτό. Αμέτρητοι άλλοι άντρες επιφορτισμένοι με τον καθαρισμό της γης εργάζονταν σε δωδεκάωρες βάρδιες διαμένοντας σε σκηνές μέσα στο δάσος ή σε καταυλισμό.

Σήμερα στο διαδίκτυο μπορεί να δει κανείς την επιχείρηση καθαρισμού της οροφής του αντιδραστήρα. Τα τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ δεν υπάκουαν στις εντολές, καθώς τα ηλεκτρονικά τους συστήματα είχαν καταστραφεί από την ραδιενέργεια. Έτσι τα μόνα αξιόπιστα ρομπότ πλέον ήταν οι στρατιώτες (τα «πράσινα ρομπότ» ή «βιο-ρομπότ»), που φορούσαν ποδιές μόλυβδου αλλά τα πόδια τους ήταν απροστάτευτα. Φτυάριζαν τα ραδιενεργά  καύσιμα και τον γραφίτη· είκοσι με τριάντα δευτερόλεπτα να τα φορτώσουν στο καροτσάκι κι άλλα τόσα για να τα πετάξουν μέσα στον αντιδραστήρα. Μετά έπρεπε να φύγουν τρέχοντας, να μην υπερβούν το ανώτατο χρονικό όριο επικινδυνότητας. Κάποιος είχε παθιαστεί και δεν έφευγε, όσο κι αν του φώναζαν οι άλλοι· σήμερα είναι ανάπηρος πρώτου βαθμού, όπως πολλοί από τους συνομιλητές. Στην έξοδο τους περίμενε ένα τιμητικό δίπλωμα.

Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει την μοίρα των ζώων που περίμεναν καρτερικά τα αφεντικά τους κι έτρεχαν χαρούμενα προς το μέρος των καθαριστών, αλλά εκείνοι έπρεπε να τους σκοτώσουν. Σταδιακά άρχισαν να πυροβολούν από απόσταση, για να μη βλέπουν την αγωνία στα μάτια του ζώου. Όλοι ομολογούν ότι οι τύψεις τους καταδιώκουν για πάντα. Τα «κόκκινα» δάση στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν πλέον ολόκληρες περιοχές ταφής δέντρων, μετάλλων, σωλήνων, ρούχων, οχημάτων, αντικειμένων. Πολλές άλλες ανάλογες περιοχές βρίσκονται μόνο στα χαρτιά. Τα πάντα κλάπηκαν, πουλήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για ανταλλακτικά από τα κολχόζ.

Το μεγαλύτερο ψέμα στην απαγορευμένη ζώνη ήταν και το πιο πειστικό: το καλύτερο αντίδοτο για το στρόντιο και το καίσιο είναι η βότκα. Η μέθη υπήρξε η διαφυγή για όσους κλήθηκαν να εργαστούν στις μολυσμένες περιοχές. Ο γραμματέας μιας τοπικής επιτροπής του Κόμματος τους υποσχέθηκε έναν επίγειο παράδεισο, αρκεί να μείνουν να δουλέψουν. Τα μαγαζιά γέμισαν με τα καλύτερα προϊόντα, που μέχρι τότε βρίσκονταν μόνο στις καντίνες του Κόμματος: βότκα, λουκάνικα, καλσόν εισαγωγής. Φυσικά σύντομα κι αυτά τα προϊόντα άρχισαν να βγαίνουν από την ζώνη για να μοσχοπουληθούν οπουδήποτε αλλού.

Αν δεν μεθούσαμε δεν θ’ αντέχαμε αυτή την παράνοια. Πιάναμε φιλοσοφικές συζητήσεις… Ότι δηλαδή είμαστε παγιδευμένοι από τον υλισμό μας και ότι αυτός ο υλισμός μας περιόριζε στον κόσμο των αντικειμένων. Κι ότι το Τσέρνομπιλ ουσιαστικά άνοιγε τον δρόμο προς το άπειρο. Θυμάμαι ακόμη συζητήσεις για την τύχη της ρωσικής κουλτούρας, για την ροπή της προς την τραγικότητα. Λέγαμε πως χωρίς τη σκιά του θανάτου, τίποτε δεν θα μπορούσε να κατανοηθεί πραγματικά κι ότι η καταστροφή θα μπορούσε να γίνει κατανοητή μόνο μέσα από τη σκοπιά της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας. [σ. 268]

Όσοι πρωτομπήκαν στην απαγορευμένη ζώνη ακόμα θυμούνται μια πρωτόγνωρη, θανατηφόρα αίσθηση. Σφραγισμένα σπίτια, παρατημένα μηχανήματα των κολχόζ, σκορπισμένες κάρτες μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, απλωμένα ρούχα, επιγραφές όπως «συγχώρεσέ μας, σπίτι μας» ή «μη σκοτώσετε τον σκύλο μου». Η δουλειά τους ήταν να μην επιτρέπουν στους ντόπιους να επιστρέφουν στα εκκενωμένα χωριά. Στα μέρη που δεν εκκενώθηκαν η εικόνα ήταν απολύτως σουρεαλιστική: από την μία οι στρατιώτες και τα φυλάκια, κι από την άλλη οι αγελάδες που έβοσκαν και οι θεριζοαλωνιστικές μηχανές που θέριζαν, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Σύντομα άρχισαν οι ξαφνικοί, «απροειδοποίητοι» θάνατοι. Πολλά παιδιά ανέπτυξαν δυσπλασίες, απλασίες και διάφορες εκ γενετής παθολογίες· άλλα άρχισαν να μεγαλώνουν αργά, να αδυνατούν να επαναλάβουν μια φράση που ειπώθηκε στην τάξη, πόσο μάλλον να απομνημονεύσουν οτιδήποτε. Συχνά οι ίδιοι οι σύζυγοι δυσκολεύονταν να παραδεχτούν ο ένας στον άλλον πως δεν έχουν δυνάμεις, πως χάνουν σιγά σιγά τον έλεγχο των ποδιών τους. Τα «παιδιά του Τσέρνομπιλ» είναι μελαγχολικά και δεν γελούνε. Συχνά δυσκολεύονται να κρατηθούν ξύπνια για πολλή ώρα και καταρρέουν ακόμα και μέσα στην σχολική αίθουσα. Μια από τις σχετικές τραγικές ιστορίες εδώ αφορά μια μητέρα που καθημερινά πασχίζει να κρατά ανοιχτά τα μάτια του γιου της. Όχι μόνο επειδή διαρκώς διολισθαίνει στον ύπνο αλλά επειδή φοβάται πως δεν θα της ξυπνήσει. Αρτιόμκα, άνοιξε τα ματάκια σου… Δεν θα τον αφήσω να πεθάνει.

Μια γυναίκα είναι βέβαιη πως αν έδειχνε η τηλεόραση το παιδί της καμία γυναίκα από όλη την περιοχή δεν θα ήθελε πια να αποκτήσει παιδιά. Και αναρωτιέται πώς θα μπορούσε πλέον να ξανακάνει έρωτα μετά από αυτό. Ζητούν την κόρη της για πειραματόζωο και είναι έτοιμη να δεχτεί, αρκεί να της υποσχεθούν ότι θα την βοηθήσουν να ζήσει. Μεθαύριο που θα την ρωτήσει γιατί δεν την ερωτεύεται κανείς, τι θα απαντήσει; Οικογένειες ζουν χρόνια μέσα στο νοσοκομείο, τα παιδιά παίζουν τις νοσοκόμες. Οι γιατροί δεν παρέδιδαν τις ιατρικές εξετάσεις ενώ οι καρτέλες όλων είχαν την ίδια ένδειξη, μια μέση δόση ραδιενέργειας. Οι αρμόδιοι αντιμετώπιζαν ειρωνικά όσους ζητούσαν επίδομα ως θύματα του Τσέρνομπιλ, λέγοντας ότι το έκαναν για τα λεφτά. Τα πρώτα χρόνια η ίδια η ιατρική κοινότητα θεωρούσε όλες τις ασθένειες συνηθισμένες, εφόσον δεν υπήρχε προγενέστερη καταγραφή τους. Μόνο μετά από δεκαετίες και με αρκετά στοιχεία θα ήταν σε θέση να τις συνδέσουν άμεσα με την ραδιενέργεια.

Οι πολίτες βασίζονταν στις διαβεβαιώσεις για τον παντοδύναμο και ανίκητο στρατό. Οι εφημερίδες που τους μοίραζαν είχαν τίτλους όπως Τσέρνομπιλ – ένας κόσμος ηρώων. Ο αντιδραστήρας νικήθηκε. Η ζωή συνεχίζεται. Οι άνθρωποι τους Κόμματος τους εμψύχωναν, δεν σταματούσαν να τους λένε πως πρέπει να νικήσουν. Τι να νικήσουμε; Το άτομο; Την φυσική; Το διάστημα; Φαίνεται πως η χώρα είχε ανάγκη από ένα πεδίο δράσης για να επιδείξει τον ρωσικό ηρωισμό. Η κόκκινη σημαία έπρεπε να ανεμίσει πάνω στον ίδιο τον αντιδραστήρα, όπως και έγινε. Η ραδιενέργεια την έκανε κουρέλι αλλά την άλλαζαν ξανά και ξανά. Γνώριζαν οι επιφορτισμένοι στρατιώτες ότι ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο;

Το Τσέρνομπιλ έγινε ζήτημα τιμής, «μια αποστολή για αληθινούς άντρες». Ένας δάσκαλος εξιστορεί ότι η αίσθηση του καθήκοντος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας τους: «Να δίνεις το παρόν εκεί όπου υπάρχει κίνδυνος, να υπερασπίζεσαι την πατρίδα». Πράγματι, οι περισσότεροι είχαν την αίσθηση πως κάνουν κάτι ηρωικό· θεωρούσαν πως ήταν μια δουλειά για αληθινούς άντρες, ένας άλλου είδους πόλεμος όπου είχαν την ευκαιρία να δείξουν τον ηρωισμό τους. Τους περίμενε άλλωστε τιμητικό δίπλωμα και μετάλλιο. Σε κάθε περίπτωση θα πληρώνονταν πολύ καλά. Άλλοι το αντιμετώπιζαν σαν μια απλή υπηρεσία ρουτίνας.

Άλλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Ήταν μέλη του Κόμματος και δεν γινόταν να μην υπακούσουν· θα θεωρούνταν ακόμα και λιποτάκτες. Όσοι αρνούνταν την εντεταλμένη υπηρεσία, όφειλαν να καταθέσουν τις κομματικές τους ταυτότητες. Κανείς δεν αμφέβαλλε πως θα μπορούσαν να τους φυλακίσουν για άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος. Όλοι υπέγραψαν έγγραφο σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν να μην μιλήσουν σε κανέναν. Κάθε βδομάδα απένειμαν τιμητικό δίπλωμα στον πιο παραγωγικό εργάτη. Ο καλύτερος σκαφτιάς της Σοβιετικής Ένωσης! Τι τιμή! Τι παράνοια! [σ. 228]

Υπάρχει όμως και μια πεζή, απομυθοποιητική οπτική· όπως λέει ένας εργάτης: «Δεν είδα κανέναν ήρωα εκεί. Είδα τρελούς και άμυαλους που δεν νοιάζονταν για την ζωή τους που δεν μπήκαν καν στον κόπο να σκεφτούν τους κινδύνους. Πολλοί ήθελαν να αποκτήσουν ένα πολυπόθητο διαμέρισμα ή ένα αυτοκίνητο». Δεν υπήρχε, λένε, πνεύμα αυτοθυσίας αλλά η ανύπαρκτη εκτίμηση των ανθρώπων για την ζωή τους.  Σε αυτό τον «ανατολίτικο μοιρολατρισμό» ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται πως δεν θα έχει την ευκαιρία να ξαναζήσει· νιώθει κομπάρσος και ποθεί έναν ρόλο, ένα νόημα στην ζωή του. Κι η προπαγάνδα προτείνει το θάνατο ως το καταλληλότερο μέσο. Μας έμαθαν να είμαστε διαρκώς στρατιώτες έτοιμοι για πόλεμο, για το αδύνατο.

Σε αυτή την «σλάβικη ιδιοσυγκρασία», υπάρχει περισσότερη πίστη σε κάποιο τυχερό αστέρι ή στην αυτόματη τακτοποίηση των πραγμάτων παρά στον ορθολογισμό.  Ίσως πάλι ακριβώς αυτή η πίστη να πήγαζε από το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί είχαν κερδίσει έναν τόσο φοβερό παγκόσμιο πόλεμο. Ίσως πάλι υπήρχε η τυφλή εμπιστοσύνη στις αρχές. Εφόσον δεν ανακοίνωνε τίποτα το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση, όλα ήταν υπό έλεγχο. Κι έτσι το Σάββατο 26 Απριλίου οι μεγάλοι πήγαν στις δουλειές τους και τα παιδιά στο σχολείο, ενώ το πρωινό της Κυριακής 27 Απριλίου όλοι απολάμβαναν την ηλιόλουστη βόλτα τους. Πολλοί έκαναν μπάνιο και λιαζόταν στις όχθες του ποταμού Πριπιάτ ενώ στο βάθος ο αντιδραστήρας είχε σύννεφα καπνού.

Είναι φανερό ότι οι αρχές δεν ήθελαν να δημιουργηθεί πανικός, να φύγει ο κόσμος και να εγκαταλειφθεί η γη. Ακόμα και αργότερα, στα εκκενωμένα χωριά έφερναν τους κατοίκους για να τελειώσουν τις δουλειές στα χωράφια και να μαζέψουν τις πατάτες. Στα γραφεία των κολχόζ υπήρχαν ανακοινώσεις υπογεγραμμένες από ραδιολόγους σύμφωνα με τις οποίες όλοι μπορούσαν να καταναλώσουν ελεύθερα οτιδήποτε φύτρωνε. Για να κρατηθεί το πρόγραμμα παραγωγής κρέατος τα μοσχάρια από τις μολυσμένες περιοχές πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή ή χρησιμοποιούνταν για πατέ και λουκάνικα. Τα ζώα από τις μολυσμένες περιοχές ήταν βολικά: έτρωγαν τα πάντα, ακόμα και σφουγγάρια ή χαρτιά. Ο κόσμος συνέχισε να δουλεύει στα χωράφια, να κάνει ετοιμασίες για το Πάσχα. Δεν είχαν καμία οδηγία παρά να δώσουν όπως πάντα τις αναφορές τους για την εξέλιξη της σποράς στα χωράφια.

Οι ίδιοι οι πολιτικοί ένοιωθαν τον φόβο της κατηγορίας για ανυπακοή. Οι περισσότεροι φοβούνταν την οργή των ανωτέρων τους από την ίδια την ραδιενέργεια. Όφειλαν να ακολουθήσουν κατά γράμμα τις οδηγίες, προσέχοντας να μην μπλέκεται το όνομά τους, διαφορετικά δεν θα κέρδιζαν την πολυπόθητη προαγωγή ή την ντάτσα. Κανείς δεν τολμούσε να ακυρώσει την Γιορτή της Πρωτομαγιάς. Το Τσέρνομπιλ μετατράπηκε σε πολιτική υπόθεση. Η επιστήμη και η ιατρική υποτάσσονταν στην πολιτική. Τα πάντα που αφορούσαν το ατύχημα ήταν ήδη διαβαθμισμένα. Μια παραμικρή τηλεφωνική αναφορά οδηγούσε σε διακοπή της επικοινωνίας. Ακόμα και οι πλέον στοιχειώδεις επιταγές τους όπως η άμεση προληπτική θεραπεία του πληθυσμού με ιώδιο ή η απομάκρυνση ανθρώπων και ζώων σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων δεν έγιναν δεκτές. Ο κόσμος είχε αρχίσει να ανησυχεί μετά από μια δημόσια παρέμβαση του Λευκορώσου συγγραφέα Άλες Αντάμοβις στη Μόσχα, ο οποίος έκρουσε για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου και φυσικά μισήθηκε. Στις κομματικές επιτροπές κατηγορούσαν τους «άσχετους γραφιάδες» που ανακατεύονται ενώ υπάρχουν σαφείς οδηγίες.

Η άγνοια αφορούσε και την ίδια την πυρηνική ενέργεια, που ο κόσμος αποκαλούσε «ειρηνικό εργάτη». Όλοι ένοιωθαν περήφανοι που ζούσαν στην εποχή του ατόμου κι ήταν βέβαιοι ότι στους πυρηνικούς αντιδραστήρες χτυπά η καρδιά του μέλλοντος, ότι επρόκειτο για μαγικά εργοστάσια που παράγουν ενέργεια απ’ το τίποτα. Στο εσωτερικό τους εργάτες με λευκές ποδιές απλώς πατούν κάποια κουμπιά. Οι γνώσεις για την ραδιενέργεια περιορίζονταν στα μαθήματα της πολιτοφυλακής και ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με την ιδέα ότι ήταν το ίδιο ασφαλής όσο η τύρφη και το κάρβουνο.

Η βαθύτερη ανάγκη των μαρτύρων (και με τις δυο σημασίες) είναι η ίδια η κατανόηση όσων συνέβησαν. Ομολογούν ότι δεν γνωρίζουν πώς να χειριστούν αυτόν τον τρόμο, γιατί απλούστατα δεν συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη εμπειρία της ανθρώπινης ιστορίας. Η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει την φαντασία και το γεγονός παραμένει πάνω από κάθε φιλοσοφικό σχολιασμό. Κάποιος θυμάται τον περίφημο Ρώσο συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ και την παραβολή του για τον Λάζαρο, «αυτόν που είδε πέρα από τα όρια του επιτρεπτού». Πολλοί αδυνατούν ακόμα και να περιγράψουν τι είδαν και τι ένοιωσαν.

Ο θάνατος στον πόλεμο είχε μια «λογική», που εδώ ήταν ανύπαρκτη. Πώς να αντιληφθεί κανείς ότι τα ίδια τα αντικείμενα έκρυβαν μια απειλή και μπορούσαν να τους σκοτώσουν, ακόμα και η κηλίδα στην κουβέρτα ή η λάμψη στο χορτάρι; Οι άνθρωποι άρχισαν να σιχαίνονται τα δέντρα, να φοβούνται τα λουλούδια. Το έδαφος ακτινοβολούσε, τα φαγητά προκαλούσαν ανησυχία, η ίδια η σκόνη δεν ήταν απλά ένας κουρνιαχτός αλλά ραδιενεργή τέφρα. Για δεκαετίες κατασκεύαζαν καταφύγια για να κρυφτούν από την ραδιενέργεια σαν να επρόκειτο για κάποια οβίδα. Η ραδιενέργεια όμως είναι παντού, στο ψωμί, στο αλάτι, στον αέρα που αναπνέουν. Πώς να ζήσεις όταν τα πάντα είναι δηλητηριασμένα;

Ένας διαφορετικός φόβος. Δεν μπορείς να τον ακούσεις, να τον δεις, δεν έχει χρώμα, ούτε μυρωδιά, κι όμως μας μεταλλάσσει σωματικά και ψυχικά. Αλλάζει το αίμα μας, τον γενετικό μας κώδικα, το τοπίο γύρω μας. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, που αγαπάμε. [σ. 275]. / Κάτι απολύτως άγνωστο σε μένα, σκαρφαλώνει και τρυπώνει μέσα μου, καταστρέφοντας το παρελθόν μου. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Πώς ζούνε σήμερα όλοι αυτοί οι μάρτυρες;  Πολλοί συνομιλητές αρνήθηκαν να αποχωρήσουν παρά τις σχετικές διαταγές και παραμένουν μέχρι σήμερα στην μολυσμένη γη. Όταν ήρθαν τα λεωφορεία έσπευσαν να κρυφτούν στο δάσος, μαζί με τις αγελάδες τους. Ολόκληρος πόλεμος δεν τους έδιωξε από τα μέρη τους, πώς είναι δυνατόν να το κάνει μια ραδιενέργεια; Δεν έχουν ηλεκτρικό, ιατρείο ή καταστήματα, αλλά επέλεξαν να ζουν στον τόπο τους, κι ας περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα για τα στοιχειώδη. Όλοι έφτιαξαν ξανά με τα χέρια τους όσα έκλεψαν οι πλιατσικολόγοι. Μπορεί να μην έχουν πια κολχόζ αλλά έχουν «κομμούνα». Εδώ είναι ο κομμουνισμός, δηλώνουν, εδώ ζούμε σαν αδέλφια. Αδιαφορούν για το τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο αλλά ενθουσιάζονται με την επιστροφή των πελαργών και των σκαθαριών. Συχνά φτάνουν κι άλλοι σ’ αυτά τα μέρη, για να φύγουν από τους ανθρώπους, από τον νόμο, για να ζήσουν ελεύθεροι.

Μια κάτοικος της απαγορευμένης ζώνης που ζει μόνη της εδώ και επτά χρόνια μονολογεί πως αρχικά περίμενε την επιστροφή τους ενώ τώρα δεν περιμένει παρά τον θάνατο. Αρχικά έβλεπε το καίσιο να λαμπυρίζει στον κήπο της αλλά αδυνατούσε να δεχτεί ότι πρέπει να πλένει τα κούτσουρα κι ότι η ραδιενέργεια είχε εισχωρήσει στις ντουλάπες και στα μπαούλα. Τώρα ζει σε μια τεράστια σιωπή, που διακόπτουν κάθε τόσο οι αστυνομικοί που φέρνουν ψωμί, οι κλέφτες ή οι έμποροι. Κι ακόμα νομίζει πως ακούει την φωνή της γειτόνισσας.

Για όλους εμάς δεν θα υπάρξει άλλος κόσμος. Καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει διαφυγή. Έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα του κόσμου. Η μοναδική μας σταθερή αναφορά είναι ο ανθρώπινος πόνος. Το ανεκτίμητο κεφάλαιό μας. [σ. 203]

Κάποιοι παραμένουν πεισματικά σε μια ιστορία που είναι η ιστορία της ζωής τους. Ο αντιπρόεδρος του λευκορωσικού συλλόγου Η ασπίδα του Τσερνομπίλ ομολογεί την αμφιθυμία του: συνεχίζει να συλλέγει αντικείμενα για ένα μουσείο αλλά συχνά αναρωτιέται πώς τα αντέχει όλα αυτά και σκέφτεται να παρατήσει και να φύγει. Ο κόσμος προσέρχεται σε αυτά τα μέρη σαν να επισκέπτεται μουσείο. «Θαυμάζουν τα μετάλλια και τα διπλώματα των αντρών στις προθήκες αλλά κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις απελπισμένες κραυγές των γυναικών τους». Οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν μεταμορφωθεί σε φοβερά αξιοθέατα: είναι οι άνθρωποι από το Τσέρνομπιλ. Συχνά ονειρεύονται πως βρίσκονται στο Πριπιάτ και περπατούν στους ηλιόλουστους δρόμους αγκαλιασμένοι με τους αγαπημένους τους ή τα παιδιά τους. Θυμούνται την αρμονική, ανθισμένη πόλη που σήμερα χάσκει έρημη και για πάντα μολυσμένη. «Στις εκκενωμένες περιοχές βρίσκονται εξίσου θαμμένες η εποχή της πίστης στην επιστήμη και στην δικαιοσύνη του σοσιαλιστικού ιδεώδους». Δυσκολεύονται να το παραδεχτούν αλλά το ομολογούν: ότι αγαπούν κατά βάθος το Τσέρνομπιλ γιατί έδωσε ένα καινούργιο νόημα στην ζωή τους, το νόημα της οδύνης. Έμαθαν πώς είναι να είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα. Άλλωστε χάρη σ’ αυτό τους παραχωρήθηκε η αιωνιότητα.

Κλείνοντας το συγκλονιστικό βιβλίο μένω με τις φράσεις δεκάδων ανθρώπων που συμπυκνώνουν ολόκληρους βίους: Τα παιδιά γνωρίζουν ότι οι μέρες τους είναι μετρημένες. Ένα μικρό κορίτσι πηγαινοέρχεται σ’ ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα μωρό με μια πελώρια τρύπα αντί για στόμα και καθόλου αυτιά, και λέει στην μητέρα του πως ακόμα κι αν γεννήσει ένα τέρας, πάλι θα το αγαπά. Ένας χωρικός προτού φύγει αποχαιρέτησε την κάθε μηλιά του χωριστά. Ένας πρώην μαθητής γνωρίζει πως κάτω από ένα επίπεδο χωράφι βρίσκεται θαμμένο ολόκληρο το χωριό του, το σχολείο του, το βοτανολόγιό του, η συλλογή με τα γραμματόσημά του. Οι γυναίκες βλέπουν συνεχώς εφιάλτες με τερατογεννέσεις. Μια αγελάδα τυλιγμένη σε πλαστικό και μια γριούλα, τυλιγμένη κι αυτή με το ίδιο πλαστικό, να φροντίζει το ζωντανό. Ένας πελαργός περπατάει σ’ ένα κατάμαυρο χωράφι. Είναι μια ζωγραφιά με την λεζάντα «Κανείς δεν είπε στον πελαργό τι να κάνει». Μια γυναίκα περιγράφει στην ευτυχία της κάθε φορά που ξάπλωνε στο χορτάρι στο δάσος, σε μια σχέση εμπιστοσύνης με την φύση που πλέον έχει οριστικά διαταραχθεί. Ένας άντρας δηλώνει ότι ευγνωμονεί το γεγονός ότι τώρα είναι που νοιώθει πλησιέστερα από ποτέ στα ζώα και στα δέντρα. Κι όλοι θυμούνται τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο που έλαμπε εκείνη την ημέρα, με τον τρόπο που μόνο στην Ρωσία λάμπει.

Η ανάγκη για ανασύνθεση της αλήθειας και απονομή δικαιοσύνης κυριαρχεί στους διαλόγους. Η αναζήτηση των ενόχων μέσα στο ίδιο το σοβιετικό πολιτικό σύστημα ήταν αδύνατη· οι πάντες εκτελούσαν διαταγές από ανώτερους. Όλοι αναρωτιούνται γιατί γράφονται τόσα λίγα για το Τσέρνομπιλ. Θα μάθουμε ποτέ πόσα ήταν τα θύματά του; Αν η Ρωσία είχε κερδίσει αυτή την μάχη, θα γράφονταν περισσότερα; Γιατί σιώπησαν και σιωπούν οι συγγραφείς και οι φιλόσοφοι; Η μνήμη είναι πάντα παρούσα αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που επιλέγουν την λήθη, την απελευθέρωση από το βάρος των γεγονότων. Τι είναι τελικά προτιμότερο; Να θυμάται κανείς ή να ξεχνά;

Ξαφνικά τα βιβλία δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Σε ποιο βιβλίο να τα διαβάσω όλα αυτά; Πού έχει συμβεί κάτι παρόμοιο στο παρελθόν; Εφόσον οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τίποτα και οι συγγραφείς στέκουν αμήχανοι, τότε φαντάζομαι πως μόνον εμείς μπορούμε να τους βοηθήσουμε με την ζωή και τον θάνατό μας. Δεν υπάρχει τρόπος να το κατανοήσει κανείς. Προσπαθούμε μονάχα να επινοήσουμε κάτι που μοιάζει με την αληθινή ζωή. [σ. 186]

Εκδ. Πατάκη, 2016, μτφ. Ορέστης Γεωργιάδης, με οκτασέλιδη εισαγωγή του Θανάση Τριαρίδη και τρισέλιδο με «ιστορικές πληροφορίες», σελ. 343 [1η έκδ., Περίπλους, 2001] [Svetlana Alexievich, 1997]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Περιοδικό (δε)κατα, (προσεχές) τεύχος 52, χειμώνας 2017 – 2018.

Παλαιότερη παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος με κείμενα για το Τσέρνομπιλ εδώ.

Στις εικόνες: 1. Η μόνη φωτογραφία που σώθηκε από το φιλμ του Igor Kostin που πέταξε πάνω από τον αντιδραστήρα. Η αλλοίωση από την ραδιενέργεια είναι εμφανής. 2. Το «ειδυλλιακό» Πριπιάτ, η πόλη που χτίστηκε για τους χιλιάδες εργαζόμενους στον πυρηνικό εργοστάσιο τρία χιλιόμετρα δίπλα του. 3. Οι εκκαθαριστές της στέγης. Η ραδιενεργή ακτινοβολία είναι εμφανής με την μορφή των λευκών σχηματισμών στο κάτω μέρος της φωτογραφίας. Φωτογραφία του Igor Kostin. 4. Ένα κορίτσι αρνείται να αποχωριστεί την γάτα του το μεσημέρι της εκκένωσης της πόλης Πριπιάτ. 5 και 6. Μια όψη του Πριπιάτ μετά και πριν την εκκένωση. 7. Η εννιάχρονη Nastya Eremenko [Buda Kashelevo, Λευκορωσία], καρκινοπαθής του Τσέρνομπιλ (φωτ. Robert Knoth).

8. Η κόκκινη σημαία που έπρεπε οπωσδήποτε να κυματίζει πάνω στον αντιδραστήρα μετά το ατύχημα. 9. Εργάτης ποζάρει μπροστά από τον κατεστραμμένο αντιδραστήρα χωρίς την στοιχειώδη προφύλαξη. 10. Μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο που μετέφερε τους κατοίκους από το Πριπιάτ [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. 11. Παρέλαση Πρωτομαγιάς στην κομμουνιστική πόλη. Οι μη εκκενωθείσες πόλεις δεν ακύρωσαν τις σχετικές παρελάσεις, εκθέτοντας τους πολίτες σε υψηλή ραδιενέργεια. 12. Το εσωτερικό του τέταρτο αντιδραστήρα 13. Εκκαθαριστήςκτιρίων 14. Εναπομείναντα αντικείμενα στο έρημο Πριπιάτ 15. Η 67χρονη Nastasya Vasilyeva που παραμένει στο έρημο χωριό Rudnya 16. 1970, έτος ίδρυσης του Πριπιάτ και μιας εις γάμον κοινωνίας 17. Τα λεωφορεία με τους κατοίκους της εκκενωθείσας πόλης 18. Μια ανεπίστροφη εποχή 19. Η πόλη όπως θα είναι πάντα 20. Μετρητές ραδιενέργειας στα χωράφια. Άλλη μια φωτογραφία του Igor Kostin. 21. Άλλη μια γυναίκα μέσα στο λεωφορείο της εκκένωσης [στιγμιότυπο από διαδικτυακό βίντεο]. Σκεφτική; Φοβισμένη; Η συγγραφέας προσκάλεσε ως αφηγητές τα ίδια τα πρόσωπα του δράματος.

Μια αναπαράσταση της αδιανόητης Ιστορίας [The Battle of Chernobyl, Thomas Johnson, 2006, Discovery Channel] εδώ.

Η τηλεφωνική επικοινωνία των αρμόδιων θέσεων λίγα λεπτά μετά την έκρηξη εδώ.

Η ανακοίνωση της εκκένωσης του Πριπιάτ εδώ.

Η δική μας πρώτη γνωριμία με την ραδιενέργεια ήταν μέσω του αξέχαστου δίσκου των Kraftwerk [Radio Activity, 1975]. Πρόσθετο μουσικό όργανο στα πρώτα δευτερόλεπτα του ομώνυμου κομματιού ο ήχος του μετρητή ραδιενέργειας.

Σήμερα οι Kraftwerk έχουν προσθέσει στις λέξεις το Τσέρνομπιλ και τους άλλους τόπους των πυρηνικών ατυχημάτων.

Ο στίχος τους παραμένει η μόνη η αλήθεια: Η ραδιενέργεια βρίσκεται και θα βρίσκεται στον αέρα για όλους, ανεξαιρέτως.

30
Νοέ.
17

Ηλίας Κεφάλας – Τρίκαλα 1951 – 1969. Η πόλη όπου γεννήθηκα

«Αυτή η απροσδιόριστη θλίψη του δημιουργού» και άλλες χαρμόσυνες μνήμες

«Από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι πάντα το ίδιο πράγμα: να διαφέρω από τους άλλους του περιβάλλοντός μου στο γεγονός ότι αυτά, που έπρεπε να μοιραστώ με τον κόσμο, δεν τα μοιραζόμουνα ποτέ ολόκληρα, αλλά κρατούσα ένα μέρος τους για να το εμπιστευτώ μόνο στον εαυτό μου και, εν συνεχεία, να το επεξεργαστώ μέσα μου συναισθηματικά ή να το κρατήσω χωρίς να ξέρω τι τελικά θα το κάνω, ενώ μερικά άλλα πράγματα δεν τα μοιραζόμουνα με κανέναν και παρέμεναν εξ ολοκλήρου μόνο δικά μου, απολύτως δικά μου και μυστικά». [σ. 51]

Ευτυχώς που ο Ηλίας Κεφάλας δεν τα κράτησε όλα δικά του, αλλά συνέταξε μικρά σημειώματα καταβυθίσεων στη μνήμη, όπως τα ονομάζει ο ίδιος, για να δει τι μένει και τι αξίζει να πυκνωθεί στο ταπεινό βιογράφημα ενός δημιουργού του λόγου. Είναι ίσως η πιο κατάλληλη στιγμή: τώρα που έχει γράψει ποίηση και πεζογραφία, μελέτες και δοκίμια (μεταξύ των οποίων για τον Νίκο Παππά και τον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο), ανθολογίες και παιδικά βιβλία (αφηγήματα, παραμύθια, θέατρο), έφτασε ο χρόνος να επιστρέψει στην μήτρα της ίδιας του της γραφής: στην πόλη και στην παιδική του ηλικία, κατά κάποιο δε τρόπο στην παιδική ηλικία της πόλης του και στην πόλη της παιδικής του ηλικίας.

Η αρχή μιας τέτοιας γνωριμίας μπορεί να είναι μια μυστηριώδης κουκίδα στον γεωγραφικό χάρτη και μια διαπίστωση για το όνομά της: τρία καλά, που προφανώς έπρεπε να ανακαλύψει ο ίδιος. Η πόλη έστεκε εκεί, στον χάρτη που είχαν πάντα στο οπισθόφυλλό τους τα τετράδια της ιχνογραφίας. Καινούργιο χωριό και ο Μέλιγος, αμνημόνευτο στις τοπικές ιστορικές περιγραφές· ξεκίνησε με είκοσι καλαμόπλεχτες καλύβες, πνιγμένες στην υγρασία του κάμπου και τις ασήκωτες πρωινές ομίχλες. Τις χειμωνιάτικες νύχτες «οι γέροι χώνονταν σταχτωμένοι μέσα στα απομεινάρια της φωτιάς και άρχιζαν με παθητική παραπονιάρικη φωνή το τραγούδι. Ο πρώτος σταματούσε στο τελείωμα του πρώτου στίχου και περίμενε», ώστε να ακολουθήσει ο γέρος της επόμενης καλύβας, σε μια κυκλική, παγιωμένη σειρά. Κάπως έτσι συντελούνταν το σφιχτό δέσιμο των πρώτων κατοίκων. Ένα βράδυ η σειρά κόπηκε, καθώς ένας γέρος αρνήθηκε να πάρει την «σκυτάλη» εξαιτίας ενός μεσημεριανού καυγά. Η νυχτερινή συνήθεια κόπηκε για πάντα.

Οι πρώτες μνήμες κατοικούν σ’ ένα σπίτι καινούργιο, κτισμένο με πλίνθους από τα διπλανά λιβάδια, ένα δωμάτιο κατοικήσιμο, με χώμα στο πάτωμα που το παλάμιζε η μάνα του με τα χέρια της, για να του δώσει μια λεία και επίπεδη όψη, να διώξει την υγρασία και τα σκαψίματα από τα βήματα. Οι πρώτες επισκέψεις στην πόλη είχαν ως πανδαισία το παζάρι της Δευτέρας, «μια άμεση μελέτη ανθρωπογεωγραφίας». Αλλά εδώ ο Κεφάλας δεν γράφει τίποτα, σεβόμενος την μαγεία που του χάρισε ο Μ. Καραγάτσης με την διήγηση του Τρικαλινού παζαριού. Ιδού λοιπόν ένας σεμνός συγγραφέας που μας παραπέμπει στο διήγημα ενός άλλου συγγραφέα, όχι μόνο για να τιμήσει την προσωπική του μνήμη με την σιωπή αλλά και για να ομολογήσει την πλήρη του κάλυψη από έναν αρχαιότερο, μνημειωμένο πια ομότεχνο.

Κι ύστερα ήταν τα χάνια, οι γεύσεις, το πέρασμα του Πηνειού, η αναγνώριση ενός ξένου γαϊδουριού και μόνο από το γκάρισμα. Η ετήσια «εμποροπανήγυρις» του γνωρίζει τα βιβλία και τα χέρια του θυμούνται τον ασπρογάλαζο τόμο των Απάντων του Κώστα Κρυστάλλη. Ένας στίχος που διάβασε κλεφτά από το βιβλίο ήταν αρκετός για να τον εγκολπωθεί σθεναρά η ποίηση. Ίσως εκεί γεννήθηκε ως λογοτέχνης, εκεί όπου άρχισε να τον κατακλύζει «αυτή η απροσδιόριστη θλίψη του δημιουργού», «η αόριστη νοσταλγία για επιστροφή σε μια άγνωστη κοιτίδα…». Ο θεσμός των πανηγυριών παράκμασε, η ανθρωπογεωγραφία άλλαξε αλλά εκείνο που κυρίως άλλαξε ήταν τα δικά του μάτια, που «έπαψαν από καιρό να είναι παιδικά και να διψούν για πολύχρωμες εικόνες και περίεργα κατασκευάσματα». Να που ο συγγραφέας δεν περιμένει να φτάσει στο τέλος της διήγησης για να μιλήσει για το σήμερα παρά σπεύδει έγκαιρα να συγκρίνει το τώρα με το τότε.

Αλλά η παιδική ηλικία δεν είχε μόνο όλα αυτά τα θάμβη. Η εκτεταμένη οικογένεια ζούσε, όπως όλες, το φάσμα των απανωτών θανάτων· οι παππούδες και οι γιαγιάδες έπρεπε να κάνουν την καρδιά τους πέτρα για να αντέχουν τα χτυπήματα της μοίρας.  Ως αντιστάθμισμα στις σκληρές ιστορίες των τόσο κοντινών προγόνων ο συγγραφέας θυμάται σειρά αξιομνημόνευτων περιστατικών, από τα χρήματα που θάφτηκαν σε κατσαρόλες στο χώμα και αχρηστεύτηκαν από τον πληθωρισμό μέχρι την αντιμετώπιση του φαντάσματος του σπιτιού. Υπήρχαν στοιχεία μαγείας και ονείρου στην καθημερινότητα του χωριού; Και μόνο ο σχετικός τίτλος προδιαθέτει για τις σχετικές γραπτές αποδείξεις: οι αγροτικές εργασίες αλλά και η ίδια η διαδικασία της αφήγησης, ασκούμενη από τον πατέρα, αποτελούσαν βασικές πηγές, όπως και η έκφρασή του όταν γέμιζε το αμπάρι: «τώρα, έλα κερατά χειμώνα»!

«Όταν έρχονταν οι αλωνιστικές μηχανές με τα αλλόκοτα τρακτέρ, πολλά από αυτά ερπυστριοφόρα, να τις σέρνουν, τότε όλη η ατμόσφαιρα έπαιρνε μια αχλύ παραμυθιού. Η χρυσόσκονη του άχυρου έμπαινε μέσα σε όλα τα σπίτια, κολλούσε πάνω στα ιδρωμένα σώματά μας και είχαμε έτσι μια όμορφη δικαιολογία, για να είμαστε όλη μέρα μέσα στο δροσερό νερό του ποταμού. / Στο αλώνισμα των φασολιών, κάτω από τις γκαζόλαμπες και τα αυτοσχέδια λυχνάρια, θυμάμαι να ασημοφέγγουν μέσα στη νύχτα οι σωροί των φωσφωρούχων φασολιών, γεμίζοντας με αλησμόνητη γοητεία τη μνήμη μου». [σ. 42 – 43]

Τα σχολικά αναγνωστικά αποτελούν την μοναδική πρόσβαση που έχει ένα τέτοιο παιδί στον κόσμο της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας συνήθιζε να διαβάζει τα ποιήματά τους σκαρφαλωμένος στα δέντρα, προτού ανακαλύψει τις βιτρίνες και τα ενδότερα των βιβλιοπωλείων. Η δημιουργική πνοή φυσούσε καλύτερα εκεί πάνω, ενώ μια ανεξήγητη θλίψη αποτελούσε μόνιμο φίλτρο ανάμεσα στον ίδιο και τον κόσμο.  Ήταν θέμα χρόνου να ανακαλύψει τον ποθεινό το τόπο, την ποίηση. Λίγα χρόνια αργότερα θα αναγνώριζε τον εαυτό του στον Βολόντια του Τσέχωφ και στον Μίσκιν του Ντοστογιέβσκι.

Όλα έχουν θέση σ’ αυτά τα ολιγοσέλιδα κείμενα: η γνωριμία με την πόλη, οι πρώτες δημοσιεύσεις ποιημάτων στα «Τρικαλινά Νέα», οι απόπειρες ζωγραφικής, ο αγαπημένος καθηγητής, οι κινηματογράφοι και το τοπικό περιοδικό «Μετέωρα» όπου πρωτοδιάβασε τα ποιήματα του Λόρκα στην μετάφραση της Μάγιας Μαρίας Ρούσσου. Τότε αισθάνθηκε ότι η πόρτα της ποίησης γινόταν πιο ευρύχωρη και τον καλούσε επιτακτική να τη διαβεί και να περάσει στα ενδότερα. Ένας άλλος εμπνευστής, ο φιλόσοφος «μπάρμπα – Γιάννης», τον προέτρεπε να επιστρέφει στα βιβλία και να ξαναδιαβάζει τα σημεία που τον εντυπωσίασαν· κι έτσι ο εκκολαπτόμενος συγγραφέας έφτιαξε το προσωπικό του τετράδιο που κουβαλούσε πάντα μαζί του.

Αλλά πάνω απ’ όλα ο συγγραφέας δεν ξεχνά τον μεγάλο άνεμο με τις ακατανόητες και αινιγματικές εκμυστηρεύσεις· τον μεταφορέα σκοτεινών και ακαθόριστων παραπόνων που απαιτούσε την παρουσία του στην γραφή του: τον άνεμο της μνήμης που μέχρι σήμερα είναι παρών ώστε να τον κάνει να δηλώνει πως γηράσκει διαρκώς ενθυμούμενος. Ευχόμαστε αυτός ο άνεμος να μην τον αφήσει ποτέ ήσυχο.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2014, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84, Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017. Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

25
Ιολ.
16

Μνήμες από έξι θερινά βιβλία

chatwin

Το πλοίο Σίφνος – Παταγωνία

Το 1992 αναζητούσα δουλειά στο Αιγαίο και μετά από τρεις μήνες σε Σύρο, Θήρα και Μήλο κατέληξα στην Σίφνο, όπου θα έβγαζα τις επόμενες πέντε καλοκαιρινές σαιζόν, δουλεύοντας οπουδήποτε, σε ψυγεία παγωτών, παρατημένα ταβερνεία στην άκρη του κόσμου (ή του Κάστρου), αγγειοπλαστεία, μπάρες. Όλα αυτά τα καλοκαίρια έπαιρνα μαζί μου τα βιβλία του Bruce Chatwin Στην Παταγωνία και Τι γυρεύω εδώ; (αμφότερα εκδ. Χατζηνικολή, μτφ. Τάσος Κιρκής). Με συνάρπαζε η αυθόρμητη γραφή του ακούραστου ταξιδιώτη, το αδηφάγο του μάτι, η μανιώδης καταγραφή των εντυπώσεών του, η αναζήτηση συνομιλητών όπου και να βρισκόταν. Τα βιβλία έμεναν στην μέση και τα συνέχιζα στην επόμενη θερινή περιπέτεια. Όταν τελείωναν τα ξανάρχιζα. Με είχε τόσο πολύ ξεσηκώσει η περιπλάνηση του Τσάτουιν που συμφώνησα να μπαρκάρω για έξι μήνες με γκαζάδικο που έφτανε ως την Νότια Αμερική. Η φυγή κόλλησε την τελευταία στιγμή στην έκδοση ναυτικού φυλλαδίου αλλά ο συγγραφέας παραμένει ο μόνος που με οδήγησε σε απόφαση τόσων ναυτικών μιλίων.

modinos_

Η Αφρική στο Φραγκοκάστελλο

Το 2008 νοίκιασα ένα πέτρινο σπίτι δίπλα στην θάλασσα, στο Φραγκοκάστελλο, στον Νότο των Χανίων, ενώ παραδίπλα εξίσου βουλιαγμένο στην άμμο και τις καλαμιές έστεκε το αρχαίο φρούριο. Μοιραζόμασταν την ίδια ερημιά και τους ίδιους δαιμονισμένους αέρηδες. Τότε ήταν που διάβαζα βουλιμικά το βιβλίο του Μιχάλη Μοδινού Ο μεγάλος Αμπάι (εκδ. Καστανιώτη), την αδιανόητη ιστορία της αναζήτησης των πηγών του Νείλου αλλά και την εξίσου συναρπαστική διαδικασία της αφήγησής της. Κάθε φορά που ο αέρας με κατέκλυζε με άμμο που παραμένει μέχρι και σήμερα ανάμεσα στις σελίδες, ήθελα να σκέφτομαι πως φτάνουν μαζί από εκείνα τα μέρη, από την Αίγυπτο απέναντι. Πράγματι, χάρη σ’ εκείνο το βιβλίο της άμμου, η Αφρική πλησίασε όσο ποτέ τον δικό μου Νότο.

banks

Λιβεριανή Αντίπαρος

Τα καλοκαίρια δεν παύω να αναζητώ την Αφρική, με την αυταπάτη ότι η θερινή ζέστη θα μου μεταδώσει κάτι από τις πονεμένες της αύρες. Κι έτσι ένα αχρονολόγητο καλοκαίρι στην Αντίπαρο, στο κάμπινγκ όπου μέτρησα τα περισσότερα απολαυστικά ακοίμητα εικοσιτετράωρα που έζησα ποτέ, μπορούσα να βρίσκομαι και στην Λιβερία, χάρη στην συναρπαστική μυθιστορία του Russel Banks American darling (εκδ. Πόλις). Κι ας γνώριζα ότι η άγραφη μαγεία της μαύρης ηπείρου αποτελεί την μια πλευρά της, και πως η άλλη μαυρίζει από τις δραματικές πολιτικές συγκυρίες και την σκληρότητα ενός κόσμου που την συνθλίβει. Αλλά η ηρωίδα του βιβλίου δεν φοβήθηκε να τολμήσει τις πιο δύσκολες επιλογές και να αλλάξει την ζωή της ξανά και ξανά.

paradiso_

Τεμπελχανείο στην Κούβα

Το 2011 έζησα είκοσι μερόνυχτα στα ελεύθερα κατασκηνώματα της Γαύδου, που ταυτίστηκαν με το Paradiso του Χοσέ Λεσάμα Λίμα (εκδ. Ίνδικτος). Θυμάμαι τις αναγνώσεις κάτω από τις μικρές λάμπες ενός καφενείου με το όνομα Τεμπελχανείο στην έρημη «χώρα» του νησιού, ένα μέρος όπου τα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα ήταν περισσότερα από τους κατοίκους. Η μικρή αυλή του καφενείου, με τους κάθε λογής ξέμπαρκους του νησιού και τις παραισθησιογόνες συζητήσεις, έμοιαζε με ανεστραμμένο καθρέφτη του μεγάλου αιθρίου γύρω από το οποίο ζούσαν οι δεκάδες χαρακτήρες του καλειδοσκοπικού, μπαρόκ μυθιστορήματος ενός σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα, που οι αρχές απαγόρευσαν ακριβώς γιατί δεν το καταλάβαιναν, συνεπώς «κάτι ύποπτο θα έγραφε».

TE?IKO

Η γυναίκα της Γαύδου

Ανίκανος να ξεχάσω τις θάλασσες του Κρητικού Νότου, επανήλθα στην Γαύδο το επόμενο καλοκαίρι και οι αμμόλοφοί της ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να αισθανθώ έστω κάτι ελάχιστα κοινό με τον αξέχαστο ήρωα του βιβλίου του Κόμπο Άμπε Η γυναίκα της άμμου (εκδ. Άγρα). Εκεί διάβαζα την αδιανόητη ιστορία του άντρα που αιχμαλωτίστηκε από μια γυναίκα που του δινόταν ολοκληρωτικά, σ’ ένα σπίτι χωμένο στο βάθος ενός λάκκου, σε μια αχανή αμμώδη περιοχή, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ένα μεσημέρι που αποκοιμήθηκα σ’ έναν κεκαυμένο αμμόλοφο ονειρεύτηκα ότι ήμουν εγώ ο αιχμάλωτος της Γυναίκας και, παραδόξως, δεν με ενοχλούσε καθόλου το γεγονός ότι με κρατούσε δέσμιο στον βαθύ της λάκκο, όπου περνούσαμε τις ημέρες μας εξαντλημένοι από τους πανταχού παρόντες και στα πάντα εισχωρούντες κόκκους, ενώ τις νύχτες φτυαρίζαμε την άμμο, για να μη μας σκεπάσει ολοκληρωτικά.

Αντίδρομα_

Αντίδρομος στο Ταρλάμπασι

Άλλα πέρυσι το καλοκαίρι έζησα σ’ έναν πραγματικό λάκκο του κόσμου, στις απερίγραπτες φτωχογειτονιές του Ταρλάμπασι και του Μπουλμπούλ, στα έγκατα της Κωνσταντινούπολης, μακριά από τα περάσματα των τουριστών. Σ’ εκείνες τις γειτονιές με τις βαθιές κατηφόρες και τους στενούς δρόμους που έσφυζαν από τους κατοίκους, που αδυνατούσαν να ζουν στα πνιγηρά τους σπίτια, παρά κάθονταν όλοι έξω, δίπλα στα σκουπίδια, πάνω σε χαλάκια και χαρτόνια, μαζί με τα μικρά παιδιά να φτιάχνουν αυτοσχέδια παιχνίδια από το τίποτα, αναζητούσα ένα ανάγνωσμα να μου μιλήσει για όλες αυτές τις επικράτειες. Είχα εξαντλήσει τον Ορχάν Παμούκ και τον Γιασάρ Κεμάλ, αλλά ευτυχώς είχαν μόλις εκδοθεί τα Αντίδρομα στον ήλιο του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Πανοπτικόν), συλλογή εξαίσιων ταξιδιωτικών κειμένων που ξεκινούν από την Κωνσταντινούπολη και φτάνουν μέχρι την Μέση και την Βαθειά Ανατολή. Ο πρώτος αυτός τόμος είναι γεμάτος από τα βλέμματα ενός πολυδιαβασμένου, πολιτικοποιημένου και ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης.

Πρώτη δημοσίευση σε: Lifo, μπλογκ / στήλη Βαγγέλη Μακρή / VAM33.

Παρουσιάσεις των παραπάνω βιβλίων εδώ: Μοδινός, Μπανκς, Λίμα, Αμπέ. Τερζάκης. Ο Τσάτουιν θα παρουσιαστεί σύντομα στο Πανδοχείο όποτε και θα προστεθεί ο σχετικός σύνδεσμος.

22
Ιον.
16

W.G. Sebald – Άουστερλιτς

teliko austerlitz.qxd

Τα ερείπια της Ευρώπης, το παρελθόν που μας περιβάλλει

… πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πίσω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα […] όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκρέβατα… [σ. 28 – 29]

Η μνήμη πρωταγωνιστεί ξανά στο έσχατο βιβλίο του συγγραφέα που πάντα σε παρασύρει σε ατέλειωτες περιπλανήσεις σε πάσης φύσεως τόπους και αναμνήσεις. Αυτή τη φορά κτήτωρ και χρήστης τους είναι ο Ζακ Άουστερλιτς, που πλέκει ένα συνεχές, πυκνό δίκτυο αφηγήσεων που ανασυνθέτει ο αφηγητής – συγγραφέας. Ο αφηγητής γνωρίζει τον Άουστερλιτς μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της Αμβέρσας, ανάμεσα σε δυο ιδιαίτερους χώρους, το Νυχτόραμα και στην Αίθουσα των χαμένων βημάτων.

Sebald 3

Ήταν ένας άντρας που έμοιαζε νέος παρά το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, απασχολημένος να φτιάχνει σχέδια και σκίτσα, κρατώντας κάποια στιγμή μια φωτογραφική μηχανή, μια παλιά Ένσαϊν με φυσούνα. Ο Άουστερλιτς ανταποκρίθηκε στην διάθεση του αφηγητή για συνομιλία, δίχως να παραξενευτεί για την αμεσότητά του – όπως άλλωστε αντιλήφθηκε πολλές φορές έκτοτε, οι μοναχικοί ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρίσκουν συνομιλητή καμιά φορά έπειτα από σιωπή αδιάκοπη για μέρες. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται κιόλας ότι είναι έτοιμοι ακόμη και να ανοιχτούν χωρίς αναστολές σε κάποιον ξένο.

Ακολουθεί μια σειρά τυχαίων συναντήσεων των δυο αντρών. Η δεύτερη συνάντηση συμβαίνει σ’ ένα μικρό μπαρ σε μια βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, όπου ο Άουστερλιτς κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη, για την νέα πια αρχιτεκτονική, που εξέφραζαν η αναλαμπή από τις υψικαμίνους ενός τεράστιου σιδηροχυτηρίου, τα οράματα της ιδανικής εργατούπολης και η απερίσκεπτη κατασκευή εργατικών πολυκατοικιών, οδηγώντας τον στην σκέψη ότι πάντοτε τα καλύτερά μας σχέδια μετατρέπονται κατά την υλοποίησή τους στο ακριβώς αντίθετό τους. Η τρίτη συνάντηση «έμελλε» να γίνει στα σκαλοπάτια του δικαστικού μεγάρου, όπου ο Άουστερλιτς συλλογίζεται πάνω στους δαιδάλους του κτίσματος: διάδρομοι που δεν οδηγούν πουθενά, αίθουσες και δωμάτια χωρίς πόρτες, εσωτερικές αυλές χωρίς μια αχτίδα φωτός, αδιέξοδα με στοιβαγμένα ντουλάπια, γραφεία και έγγραφα, λες και κάποιος πάσχιζε κι εδώ ν’ αντισταθεί σε μια πολιορκία. 

ensign

Αυτή είναι μία από τις μανίες του Άουστερλιτς: η αρχιτεκτονική και η ιστορία της, στην ουσία ο τρόπος με τον οποίο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο ψηλός θόλος του σταθμού της Λουκέρνης του δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς, πέρα από κάθε εγκοσμιότητα, σε έναν καθεδρικό ναό αφιερωμένο στις διεθνείς συγκοινωνίες και στο διεθνές εμπόριο, ενώ το ρολόι του γίνεται ο εκφραστής της νέας παντοδυναμίας, καθώς οι επιβάτες οφείλουν να συντονίσουν την ζωή τους με αυτό. Οι μελέτες του Άουστερλιτς για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών καταλήγουν κι αυτές σε συλλογισμούς σοφίας και θλίψης ή νέων αναζητήσεων καθώς, αναρωτιέται αν οι σχεδιαστές αυτών των τόπων έχουν σκεφτεί το βάσανο του αποχαιρετισμού και τον φόβο του ξένου.

Αλλά είναι η εξέλιξη των οχυρωματικών έργων που τον σαγηνεύει, καθώς με κάθε ευκαιρία διαπιστώνει πως όσο οχυρώνεται κανείς, άλλο τόσο βαθύτερα μπαίνει στην άμυνα. Ένα μικρό άρθρο για το οχυρό του Μπρέεντονκ τον οδηγεί στις πύλες του παράξενου κτίσματος που δεν φαίνεται να ακολουθεί κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο παρά κάποιο καρκινοειδές ον (ο συγγραφέας παραθέτει την κάτοψη για του λόγου το αληθέστατο). Η περιπλάνηση στον στοιχειωτικό χώρο, μεταξύ άλλων και πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, προκαλεί σειρά ανάλογων σκέψεων, που κάποτε διασταυρώνονται με τις εφιαλτικές μνήμες του Ζαν Αμερύ και κάποια λόγια του Κλωντ Σιμόν όταν κατερχόταν στην αποθήκη των αναμνήσεών του.

auster.

Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο – μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο… Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Ο Άουστερλιτς δεν έχει καταγωγή. Όταν ήταν παιδί στερήθηκε πατρίδα, γλώσσα και όνομα και τώρα δεν μπορεί να αισθανθεί οικεία πουθενά και αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητα της καταγωγής του. Ήταν απλά ένας Εβραίος που έφτασε στην Ουαλία και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό στο σπίτι ενός καλβινιστή ιεροκήρυκα και της γυναίκας του, η οποία καμιά φορά τριγύρναγε απλώς μέσα στο σπίτι για να ελέγξει αν ήταν όλα στη θέση τους, αμετακίνητα, όπως κατ’ αυτήν έπρεπε. Εκεί έζησε σιωπηλά και μοναχικά, σκυμμένος πάνω από μεγάλα λεξικά και άτλαντες.

w-g-sebald-3

Ποτέ δεν αισθάνθηκε, όπως ομολογεί, ότι ανήκει σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Νιώθει εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στην μικροαστική ζωή και αδυνατεί να συνάψει στενές φιλίες. Με τους ανθρώπους τον συνδέουν μόνο συγκεκριμένοι τύποι ευγένειας, τους οποίους τραβούσε στα άκρα, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Στις αέναες ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του ο Άουστερλιτς αναζητά την καταγωγή του, κι ας μην έχει συναντήσει ποτέ κανέναν με τέτοιο όνομα στους τηλεφωνικούς καταλόγους πόλεων και χωρών.

Ο χρόνος, είπε ο Άουστερλιτς μέσα στο αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς, είναι μακράν η πιο ψεύτικη απ’ όλες τις εφευρέσεις μας….αλλά κάποτε σ’ έναν σταθμό, θαυμάζοντας μια γυναίκα που λίμαρε απορροφημένη τα νύχια της, είπε φευγαλέα ότι ήταν η θέα του χρόνου που περνάει, όπως αργότερα κι αντίστροφα συνέχιζε να βλέπει μπροστά του την Αντέλα: όμορφη όπως ήταν τότε, έτσι αναλλοίωτη έχει μείνει πάντα για μένα. Σε κάποια άλλη στιγμή εξομολογείται στον συνομιλητή του ότι συνήθιζε να αποκλείει τον εαυτό του από τα λεγόμενα τρέχοντα γεγονότα, με την ελπίδα ότι ο χρόνος δεν θα περάσει, ότι θα μπορούσε να τρέξει πίσω του, ότι εκεί θα ήταν όλα όπως πριν, ότι όλες οι στιγμές του χρόνου υπάρχουν ταυτόχρονα, η μια δίπλα στην άλλη…

278

Όλοι εμείς, ακόμη κι αυτοί που πίστευαν ότι έχουν παρατηρήσει και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αρκούμαστε σε κοινότοπες εκφράσεις, σαν τα έτοιμα σκηνικά που τα βλέπουμε ίδια κι απαράλλαχτα, σ’ ένα σωρό παραστάσεις. Προσπαθούμε να αναπαράγουμε την πραγματικότητα, όσο περισσότερο προσπαθούμε όμως τόσο πιο πολύ μας επιβάλλεται αυτό που ανέκαθεν βλέπαμε στο θέατρο της Ιστορίας: ο πεσών τυμπανιστής στρατιώτης να μαχαιρώνει άλλον στρατιώτη, το μάτι ενός αλόγου να σβήνει, ο άτρωτος αυτοκράτορας περιστοιχισμένος από τους στρατηγούς του, μέσα στην παγωμένη στο χρόνο αντάρα της μάχης. Η ενασχόλησή μας με την Ιστορία, ήταν, κατά την άποψη του Χίλαρυ, ενασχόληση με προκατασκευασμένες πάντοτε εικόνες, χαραγμένες στο βάθος του μυαλού μας, στις οποίες κολλάμε διαρκώς το βλέμμα μας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, σ’ ένα «εκτός» που δεν το έχει ανακαλύψει άνθρωπος. [σ. 76 – 77]

theresien_

Το Άουστερλιτς είναι η ιστορία μιας ατέλειωτης περιπλάνησης στα ερείπια της Ευρώπης· σε μνημεία, εγκαταλελειμμένες και ερειπωμένες επαύλεις, νυχτερινά περίχωρα, σταθμούς. Είναι μια διήγηση μέσα στην διήγηση («είπε ο Άουστερλιτς», «έπιασε την αφήγηση ο Άουστερλιτς») για τους ξεριζωμένους και τους απάτριδες, μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη και να μην χαθεί το παρελθόν. Είναι η ατέλειωτη εικονογραφία του συγγραφέα – το σμήνος των γλάρων που έχει μαζευτεί όπως πάντα στο γήπεδο ποδοσφαίρου έξω απ’ το Ίπσουιτς, οι μισοβουλιαγμένες βάρκες στα τενάγη του Κόλτσεστερ, οι μαυρισμένοι από το ντίζελ τοίχοι στα βιομηχανικά προάστια. Είναι, τέλος, η προσπάθεια της γλώσσας να δει με φωτογραφίες και να μιλήσει με λέξεις που πασχίζουν να τα εκφράσουν όλα αυτά.

SONY DSC

Αν θεωρήσουμε τη γλώσσα μια παλιά πόλη, με ένα λαβύρινθο από στενάκια και πλατείες, με συνοικίες που φτάνουν βαθιά πίσω στο χρόνο, με γκρεμισμένες, αναβαθμισμένες και ξαναχτισμένες γειτονιές και πιο απομακρυσμένα προάστια που όλο και εξαπλώνονται στα περίχωρα, τότε εγώ έμοιαζα με άνθρωπο που λόγω μιας μακρόχρονης απουσίας δεν μπορεί πια να βρει το δρόμο του σ’ αυτό το συνονθύλευμα, δεν ξέρει πια σε τι χρησιμεύει μια στάση λεωφορείου, τι είναι ακάλυπτος, διασταύρωση, λεωφόρος ή γέφυρα. Ολόκληρο το οικοδόμημα της γλώσσας, η συντακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων, η στίξη, οι σύνδεσμοι, ακόμα και τα ονόματα συνηθισμένων πραγμάτων, όλα ήταν τυλιγμένα σε μια αδιαπέραστη ομίχλη. […] Πίστευα διαρκώς ότι μια φράση είναι κάτι που υποθετικά μόνο έχει νήμα, στην καλύτερη περίπτωση προσωρινό, κάτι σαν απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει. [σ. 129 – 130]

Εκδ. Άγρα, 2006, μτφ. από τα Γερμανικά Ιωάννα Μεϊτάνη, σελ. 306 [Austerlitz, 2000].

Oι εικόνες 3, 5 και 6 προέρχονται από το βιβλίο.

20
Μαρ.
16

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης – Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής

TELIKO ARXITEKTONIKH

Πώς μπορεί η μνήμη να ’ναι πηγή και βρύση αισιοδοξίας;

Θα μ’ άρεζε η ιδέα ενός Μηνολογίου συναισθηματικού, όπου στην κάθε ημερομηνία θα αναγράφονταν μία σύντομη αλλά περιεκτική βιογραφία της γυναικός π’ αγαπήσαμε, ανάλογα με το πότε γιορτάζει τα γενέθλιά της. Αντίθετα προς ό,τι ζητεί η θρησκεία, ο έρωτας ενδιαφέρεται, όπως και η στρατολογία, για την ημερομηνία γεννήσεως και όχι του θανάτου. [σ. 80]

Ανάμεσα σε πλείστες φράσεις του απόλυτα αισθητικού και παραισθητικού βιβλίου του Πεντζίκη, ιδανικές να τιτλοφορήσουν την παρούσα παρουσίαση, διαλέγω εκείνη της σελίδας 70, γιατί το πνεύμα της ξεχειλίζει τις σελίδες και δικαιώνει την γραφή τους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην αισιοδοξία που σφύζει εντός και εκτός του συγγραφέα κατά την περίοδο της συγγραφής, κατά την οποία η φρενήρης συγγραφική και εικαστική του δραστηριότητα αναπτύσσεται μέσα σε καθεστώς οικονομικής ανέχειας, καθώς μένει με την σύζυγό του με ενοίκιο σ’ ένα δωμάτιο στο προικώο σπίτι της δευτερότοκης αδελφής του, με οικονομικά διόλου ανθηρά, με το πατρικό φαρμακείο να αποδεικνύεται ζημιογόνο παρά κερδοφόρο. Αντιλαμβάνεστε ότι μιλάω για μια άλλου είδους κατακλυσμική αισιοδοξία.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]

Εδώ δεν υπάρχει αφηγηματική ραχοκοκαλιά· ο μύθος, όπως γράφει ο Γαβριήλ Πεντζίκης, πάντα πολύτιμος οδηγός μας με τα επίμετρα και τις σημειώσεις του, από μόνα τους αγλαά αναγνώσματα, καταργείται με έναν πρώιμα μινιμαλιστικό τρόπο και η αφήγηση μένει έρμαιο των κυμάτων μνήμης που προκαλεί η αναψηλάφηση του περιεχομένου ενός κουτιού. Καθώς ο συγγραφέας ανοίγει ένα χαρτονένιο κουτί γεμάτο λογής αναμνηστικά και κυρίως πολλές και διάφορες φωτογραφίες, σκέφτεται ότι με το υλικό αυτό θα μπορούσε να συνθέσει μια ενδιαφέρουσα πεζή αφήγηση – αυτά είναι ακριβώς τα λόγια του. Ας θυμηθούμε ότι στην αρχαιότητα το σύμπαν συχνά το αντιλαμβάνονταν και το απεικόνιζαν ως κιβωτιόσχημο, συνεπώς το άνοιγμα του κουτιού και η αναψηλάφηση του περιεχομένου του ισοδυναμούν με πράξη κοσμογονίας.

Πεντζίκης Χριστόψαρο, 1978

Πιστεύω ότι από τα δάκρυα των ανθρώπων είναι η θάλασσα αλμυρή.

Έχουν λοιπόν οι μνήμες υλική υπόσταση; αναρωτιέται στην πρώτη σελίδα του τέταρτου κεφαλαίου. Μπορούν να οικοδομούν σαν πλίνθοι, κεραμίδια και ξύλα; Η γραφή αρχινά ταυτόχρονα με την μνήμη· ο Πεντζίκης θυμάται και γράφει, γράφει και θυμάται. Θυμάται ένα φθινόπωρο, στο τέλος της Κατοχής, την επίσκεψη μαζί με φίλους στο στρατιωτικό νεκροταφείο του Ζεϊτενλίκ [όπου κείνται οι πεσόντες του Γαλλικού Στρατού στο μακεδονικό μέτωπο κατά τον Μεγάλο Πόλεμο]. Αργότερα ζωγράφισε μια άποψη της νεκρούπολης αλλά ήταν αδύνατο τα λαδιά χρώματα της βλάστησης να αποδώσουν εκείνο που είχε νοιώσει. «Οι ανεκτέλεστες επιθυμίες είναι ένα υλικό που η ψυχή αποθηκεύει». Θυμάται στο οστεοφυλάκιο της Αγίας Παρασκευής, στο Β΄ νεκροταφείο της πόλης, σε τάξη τα οστά των κεκοιμημένων σε ισομεγέθη μαβιά ή καφετιά ή μαύρα κασάκια με τα στοιχεία και την φωτογραφία του μεταστάντος. Και σε άλλα χωριά και πόλεις «απέκαμε» το μάτι του βλέποντας «ευτελισμένο τον θησαυρό, σκόρπια σε σωρούς, σα να’ ναι τίποτα τα κόκαλα όσων μας γέννησαν».

Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες, 1958_

Σε εποχές που η ψυχή του παραμένει σκοτεινιασμένη, αναζητά την ηρεμία περιπλανώμενος στα απόσκια του Χορτιάτη. Πέρα απ’ όλα τα εμπόδια διακρίνει ένα γαλήνιο φως, ένα μυστικό καντήλι που φέγγει γλυκά σαν μέλι. Το ίδιο φως διέκρινε επιστρέφοντας το ίδιο βράδυ με το αυτοκίνητο από το Ασβεστοχώρι, σαν ανατολή μέσα από κουτί των αναμνηστικών. Αλλά δεν θα είναι διόλου εύκολη η εντρύφηση εντός του· πολλές φορές που ερευνούσε εκεί μέσα αισθανόταν πως περιπλανιόταν ανάμεσα σε ερείπια ή μέσα σε κοιμητήριο.

Κι εκεί αρχίζει το ξετύλιγμα των αναμνήσεων, από την ταινία Ζουντέξ που προβαλλόταν το 1917 στον κινηματογράφο Γκωμόν, το μετέπειτα Βασιλικό Θέατρο. Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει (σχεδόν, γιατί όλα έχουν αρχίσει πριν ανοίξουμε το βιβλίο και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα) σε μια αίθουσα κινηματογράφου, στον χώρο που, μαζεύονται οι ζωντανοί και βλέπουν σκιές ανθρώπων να αναπαριστούν την ζωή, όπως κάποτε άφησε να εννοηθεί σε πρώιμη συνέντευξη ο συγγραφέας. Με τον ήρωά της, που είχε αναλάβει την υποστήριξη των δικαίων μιας αδικημένης αστικής οικογένειας, καυχιόταν ότι έμοιαζε ο εξάδελφός του Αλέκος. Τώρα η μια ενθύμηση οδηγεί στην άλλη και κάθε περιπλάνηση αποτελεί αφορμή ή καλύτερα αφετηρία για τις πιο βαθιές σκέψεις.

Α. ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ_

Σε μια ξενάγηση ξένων στην εκκλησία των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων βλέπει τον υψιπετή τρούλο κι από μέσα τους δέκα Προφήτες σάμπως αιωρούμενους στο κενό, καθώς γύρω τους όλοι η επιφάνεια έχει γυμνωθεί από την χρυσή της αίγλη. Με τα σφαιρικά τρίγωνα οι Βυζαντινοί συνδύαζαν τη σφαίρα με τον κύβο, και κατ’ ακολουθία το τετράγωνο με τον κύκλο κι εδώ η παράσταση και η ιδέα της οδηγούν σε πλείστες παρεκβάσεις. Τον ίδιο ναό, που χαρακτηρίζει ως την ωραιότερη ίσως εκκλησία της Θεσσαλονίκης [συμφωνώ μαζί του τόσο στον χαρακτηρισμό όσο και στο ίσως] ο συγγραφέας ζωγράφισε για το ημερολόγιο της ΑΓΕΤ Όλυμπος – Ηρακλής το 1966. Η τέχνη του Πεντζίκη ήταν καθολική, διαχεόταν παντού.

Είδα επίσης κάποιον εγκαταστημένο σε μια τρύπα των κάστρων, που ’χε σιάξει με παλιοσύρματα και σκουριασμένα φύλλα τενεκέ έναν ωραιότατο περίβολο τριγύρω στη διαμονή του, σωστό παιχνίδι φαντασίας παιδιάτικης. Ξαναπέρασα πέρυσι πάλι έξω από την τρωγλοδυτική εκείνη κατοικία, αλλά ο άνθρωπος είχε πεθάνει και η ομορφοφτιαγμένη μικρή αυλή ήταν έρημη. [σ. 59]

Κάρτα Άνω Πόλη_

Περιπλανιέται στην Τούμπα του Λεμπέτ – στην στερεμένη βρύση πιο κάτω όπου ένιωσε να τον καίει δίψα ακόρεστη, στο προικοδοτημένο από το σχέδιο Μάρσαλ εργοστάσιο αναγομώσεως ελαστικών παρά την οδό προς τον Λαγκαδά, στην ασυνήθιστη Εκκλησία στην Νέα Ευκαρπία, στα παραπήγματα του συνοικισμού Σταυρουπόλεως, στους σκουπιδότοπους γύρω από την Θεσσαλονίκη και καθώς κατακλύζεται από σκέψεις, μνήμες και ιδέες, ξεδιαλέγει τα δικά του απορρίματα, για να βρει το υλικό να φράξει τον δικό του περίβολο «όπου βγαίνει από την τρύπα της και παίζει η μοναχική του ψυχή».

Και ψάχνει να αποθέσει το βάρος της παντελούς ήττας. Μπορεί ο κάθε σωρός των αποτυχιών, των χαμένων, σκευών, των τσακισμένων, συντριμμένων ευθειών να ολοκληρώσει ένα ταξίδι; Είναι δυνατό η τεθλασμένη να γίνει ευθεία ταξιδιού γαλανή; Ποιο είναι λοιπόν το νόημα από τόσα νιάτα, τόση ένταση και ζωή; Από την άλλη χρειάζεται κάπως η μνήμη του να αλαφρώσει από τον υλικό φόρτο. Να γίνει ένα είδος εξάτμισης, και τα πράγματα να υψωθούν σαν καπνός θυμιάματος στον ουρανό. Ίσως «τελικά και συνολικά η ιδέα να μην είναι παρά η φυσική ακολουθία της καλλιέργειας του αντικειμενικού κόσμου μέσα στην υποκειμενική ψυχή».

Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη, στο δάσος Κουρίτο 1949. Τη στάση του Ν. Γ. Πεντζίκη υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακκίδιό του

Πρέπει η ύπαρξη απαραιτήτως να είναι κίνηση;

Ο Πεντζίκης γράφει με ασκητική πειθαρχία σε αυτή την δουλειά – «άντληση και εξάντληση των ζείδωρων ναμάτων», καταρτίζει λίστες και αρχεία των φίλων και των εικονιζομένων στις φωτογραφίες, τους κατατάσσει με πλείστους ευρηματικούς τρόπους, συλλογίζεται πάνω στην αυτοχειρία του εξάδελφού του Κίμωνα, που «δεν μπορούσε ν’ ανθέξει την πραγματικότητα ύστερ’ από τα μεγάλα όνειρα που είχε κάνει», σκέφτεται τον μυθιστοριογράφο κύριο Στέφο, που δεν θέλει να φτάσει στο τέλος του βιβλίου του, γιατί φοβάται πως γράφοντας την τελευταία σελίδα θα υπόγραφε και τον θάνατό του.

Πόσα πράγματα παλιά χρησιμεύουν για κάτι καινούργιο που κάνουμε, γράφει με ενθουσιασμό. Καθώς ψάχνει υλικό για τις αφίσες της έκθεσης ζωγραφικής που ετοιμάζει, διαλέγει την ρεκλάμα ενός φάρμακου και μια έγχρωμη φωτογραφία από το Μπουένος Άιρες, Avenida de Mayo. «Παρορμούμενος» θυσιάζει κι άλλες ρεκλάμες κι έντυπα και στέκεται σε ένα δροσερό πρόσωπο χαμογελαστού κοριτσιού ή, αλλού, στο ξαπλωμένο της σώμα με το νυχτικό, πριν τον ύπνο. Χαμογελάω καθώς σκέφτομαι την ευφορία του συγγραφέα και όλων μας μπροστά στις αρχαίες εκείνες διαφημίσεις, σε σχέση με σήμερα.

«Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών». Ακουαρέλλα, 1949. Συλλογή Γ. Ν. Πεντζίκη (φωτ. Φ. Σαρρή)

Όλα τα αισθάνομαι σαν μια τερπνή άσκηση, περίπου όπως νιώθουν τα παιδιά που παίζουν, εκφέροντας λέξεις εύηχες που έχασαν πια το συγκεκριμένο τους νόημα

Η Αρχιτεκτονική χτίστηκε ανάμεσα στο 1953 που σχεδιάστηκε, δηλαδή γράφτηκε, και στο 1963 που είδε το φως του τυπογραφείου, δηλαδή εκδόθηκε. Τότε ξεκίνησε και η σχετικά ευρύτερη αναγνώριση του συγγραφέα. Η συγγραφή της καλύπτει τους τελευταίους δυο μήνες της εγκυμοσύνης της συζύγου του και τους τέσσερις πρώτους μήνες της πατρότητας. Έχουν προηγηθεί τα μείζονα έργα Πραγματογνωσία (1950) και Το Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης (1952) – η πρώτη αποτελεί κατάθεση της ανταπόκρισης του συγγραφέα τον γάμο και το δεύτερο στον έγγαμο βίο. Τώρα είναι σειρά της πατρότητας. Η επιμέλεια αυτής της τρίτης έκδοσης από τον άνθρωπο που υπήρξε ο καρπός εκείνης της πατρότητας αποτελεί πράγματι, όπως γράφει ο ίδιος, μια ένδειξη της δραστικότητας εκείνης της υπέρ υιού προσευχής.

Στρασβούργο, Σεπτέμβριος 1986. Ο Ν. Γ. Πεντζίκης μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη

Η έκδοση περιλαμβάνει τα κεφάλαια της Αρχιτεκτονικής, το Ιστορικό της (Πρώτες δημοσιεύσεις, Σημείωμα του συγγραφέα, Χειρόγραφο / Εκδόσεις), την Ανάδραση (Επιστολές, Κριτικές / Παρουσιάσεις), Σχόλια, Επίμετρο του επιμελητή, συντομογραφίες και εργοβιογραφικό χρονολόγιο. Σε γυαλιστερό, έγχρωμο δεκαεξασέλιδο είκοσι μία φωτογραφίες εικονίζουν χειρόγραφα, σχέδια και εξώφυλλα εκδόσεων, οικογενειακές φωτογραφίες και έργα του συγγραφέα.

Σε μια από τις επιστολές του (πρωί Μεγάλης Παρασκευής του 1955) ο Τάκης Σινόπουλος του γράφει για την ανεξήγητη ψυχική ευφορία που την απέδωσε σε μερικές φράσεις του βιβλίου, οι οποίες επενεργούσαν μέσα του σαν την παλιά μουσική του 16ου – 17ου αιώνα, ενώ οι πρώτες σελίδες του θύμισαν «τον χρόνο που ξαναβρέθηκε» του Μαρσέλ Προυστ. Αλλά η γοητεία ορισμένων φράσεων χαρακτηρίζεται από τον Σινόπουλο μοναδική ή μυστική και απευθύνεται σε μια αποδεσμευμένη από το λογικό ενδοχώρα. Ο ίδιος ποιητής σε κριτικό του σημείωμα στο περιοδικό Εποχές το 1964, με τίτλο Ελληνική Αντιλογοτεχνία, τον χαρακτηρίζει χιμαιροκυνηγό της αισιοδοξίας.

Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη

Αν στην συλλογή δοκιμίων Προς εκκλησιασμό, ο αναγνώστης οδηγείται στην επίγνωση ότι η μνήμη μπορεί σε κάποιο επίπεδο να ταυτίζεται με την λήθη, εδώ ο Πεντζίκης ακροβατεί πάνω στα δυο ύστατα ακραία, της ζωής και του θανάτου, σε μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Σε αυτή την ακροβασία πιστά ασκούμαι τόσα χρόνια, διαβάζοντας ξανά και ξανά τα γραπτά αυτού του Συναξαριστή του δικού μου βίου, μέχρι σήμερα που, ορφανός και εξόριστος από την Μητέρα Θεσσαλονίκη, συνεχίζω να ψάχνω στους έρημους δρόμους της τον Αντρέα Δημακούδη, προσπαθώ να συγκρατήσω Ομιλήματα που δεν πρέπει να χαθούν, έρχομαι Προς εκκλησιασμό στις δικές μου εμμονές, περιπλανιέμαι ασκούμενος σε αυτοσχέδια προσωπική Πραγματογνωσία, κρατώ για τα πάντα Σημειώσεις εκατό ημερών και πασχίζω να οργανώσω τον βίο μου σε Αρχείο, μήπως και σχηματιστεί έστω σαν σκαρίφημα κάτι που θα μπορούσε να είναι η Αρχιτεκτονική της δικής μου σκόρπιας ζωής.

Εκδ. Άγρα, 2008, Γ΄ έκδ., [Α΄ έκδ. Ίκαρος, 1963, Β΄ έκδ. Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1978] σελ. 323.

ΝΓΠ, 1946

Στις εικόνες: Στις εικόνες: Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο γραφείο του [Βασ. Όλγας 197]. Χριστόψαρο [1978], Άνθρωπος με τα χέρια στις τσέπες [1958], Ναός Δώδεκα Αποστόλων, Εκδρομή με τη σύζυγο του Νίκη στο δάσος Κουρίτο· την στάση του υπαγόρευσε η επιθυμία του να αποτυπωθεί στη φωτογραφία το σακίδιό του [1949], Θεσσαλονίκη, όπισθεν κατοικιών [1949, φωτ. Φ. Σαρρή], Στρασβούργο, μπροστά στην Πανσιόν Ελίζα, όπου έμενε ως φοιτητής κι όπου τοποθετείται το δωμάτιο του Αντρέα Δημακούδη [Σεπτέμβριος 1986], Ο κήπος μας στην Θεσσαλονίκη, ΝΓΠ [1946].

11
Οκτ.
15

Τζιόρτζιο ντε Κίρικο – Αναμνήσεις από τη ζωή μου

de Chirico cover

Η «ωραία χρωματιστή ύλη» της μνήμης

Εκτός απ’ αυτές τις πράξεις της αλητείας και της φτηνής εγκληματικότητας, οι σουρεαλιστές έκαναν και πράγματα πολύ αστεία και διασκεδαστικά. Ένα αριστούργημα κωμικότητας ήταν οι συγκεντρώσεις στο σπίτι του Μπρετόν… Οι σουρεαλιστές πρέσβευαν γνησιότατα κομουνιστικά και αντιαστικά αισθήματα, επιδίωκαν πάντα να ζουν όσο γινόταν πιο άνετα, να ντύνονται πολύ καλά, να τρώνε φαγητά εκλεκτά, συνοδευόμενα από εξαιρετικά κρασιά, να μην δίνουν ποτέ ούτε μια δεκάρα ελεημοσύνη σε φτωχό, να μην κουνάνε ποτέ ούτε το δαχτυλάκι τους για τη βοήθεια κανενός που είχε ανάγκη υλική ή ηθική, για την ακρίβεια μάλιστα να μην εργάζονται καθόλου. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα του ψευτοστοχασμού και της εξεζητημένης αυτοσυγκέντρωσης, ο Μπρετόν διάβαζε με θανατερή φωνή, βηματίζοντας πάνω κάτω στο στούντιο, αποσπάσματα από τον Λωτρεαμόν. Απάγγελνε το ανοητάρι του Ισιδώρου Ντυκάς με ύφος σοβαρό… [σ. 123]

de chirico 2

… γράφει ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο κατά το ξεφύλλισμα των αναμνήσεών του από το Παρίσι και τους κύκλους των σουρεαλιστών, που έζησε από κοντά αλλά και συγχρόνως πάντα από κάποια απόσταση. Και το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό πολλών σελίδων αυτής της πυκνής αυτοβιογραφίας: ο συγγραφέας εκφράζεται αυθόρμητα και ρεαλιστικά για όλα όσα έζησε αυτοπροσώπως, χωρίς να διστάζει να εκφραστεί με δηλητηριώδη ευθύτητα. Γράφοντας για το Παρίσι στο οποίο έφτασε το 1925 ο ζωγράφος περιγράφει την «πραγματική δικτατορία» που έχουν εγκαθιδρύσει οι έμποροι τέχνης, που μπορούν κατά βούληση να δώσουν αξία σε οποιονδήποτε ζωγράφο αλλά και αντίστροφα να εξαφανίσουν ακόμα και κάποιον καλλιτέχνη μεγάλης αξίας. Ένας δεύτερος κύκλος «εκφυλισμένων τραμπούκων, βουτυρόπαιδων, ακαμάτηδων και αυνανιστών» μιλάει για ένα σουρεαλιστικό κίνημα, υποταγμένος σ’ έναν αρχηγό που έχει αυτοχειροτονηθεί ποιητής και ονομάζεται Αντρέ Μπρετόν…

Giorgio de Chirico - The Silent Statue

Τα πρώτα κεφάλαια με τις πρώιμες αναμνήσεις του συγγραφέα έχουν το δικό τους ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τι συγκρατεί τότε από τα πράγματα εκείνος που αργότερα θα τα ζωγραφίζει με τον εντελώς δικό του τρόπο; Η πιο μακρινή στο χρόνο εικόνα του είναι μια κάμαρα μεγάλη και ψηλοτάβανη· κι ύστερα δυο στρογγυλά δισκάρια, τρύπια στη μέση, από την ανατολίτικη μαντίλα της μητέρας του – ένα σύμβολο τελειότητας. Στον Βόλο, σ’ ένα σπίτι πελώριο και θλιβερό σαν μοναστήρι, άρχισαν σύντομα να έρχονται τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης. Και πρώτη εκδήλωσή τους υπήρξε η χαρά να ξεπατικώνει ζωγραφιές τοποθετώντας τις πάνω στο τζάμι του παραθύρου μ’ ένα φύλλο χαρτιού από πάνω.

de Chirico self-portrait-in-the-studio-1935

Η οικογένειά του βρέθηκε στον Βόλο λόγω της δουλειάς του πατέρα του, ο οποίος είχε αναλάβει την επίβλεψη της κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Ο ντε Κίρικο θαύμαζε εκείνον τον άνθρωπο του δέκατου ένατου αιώνα, που ήταν ταυτόχρονα μηχανικός και άρχοντας από άλλες εποχές. ιππέας και ιπποτικός μαζί. Σύντομα θα ερχόταν και η πρώτη αξέχαστη επαφή με το βιβλίο: οι γελωτοποιοί νάνοι, γεμάτοι έξοχες εικόνες, ιδιαίτερα με καλοσχεδιασμένους και χρωματιστούς γάτους, του προκάλεσαν την έντονη επιθυμία της δικής του ζωγραφικής.

Η ζωή στην κωμόπολη του Βόλου ήταν βέβαια γεμάτη από γεγονότα μεταφυσικά και επαρχιώτικα. Ο εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης κατασκευάζει χαρταετούς με χρωματιστά χαρτιά και παρατηρεί τα γκρίζα χρώματα των γεγονότων της εποχής και ιδίως τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1987. Η μετοίκηση στην Αθήνα σηματοδοτεί και το τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, εκείνου του αιώνα που ήταν «τόσο πλούσιος σε τέχνη, σε σκέψη, σε ιδεαλισμό, σε ρομαντισμό, σε ανδρισμό και ανθρωπισμό και προπαντός σε ταλέντο».

de-chirico foto-de-irving-penn-fundacion-giorgio-de-chirico

Ακολουθεί το Πανεπιστήμιο, οι δάσκαλοι Γεώργιος Ροϊλός και Γεώργιος Ιακωβίδης, για λίγο και ο Βολανάκης, και η γνωριμία με τον συμφοιτητή Δημήτριο Πικιώνης που μαζί με την σύζυγό του Ιζαμπέλλα Φαρ και τον αδελφό του Αλμπέρτο Σαβίνιο υπήρξε ένας από τους τρεις ευφυέστερους ανθρώπους που γνώρισε ποτέ. Το σπίτι τους στην Κηφισιά αφήνει μνήμες θλιβερές, εξαιτίας της υγείας του πατέρα του, που αποκτά όψη όλο και πιο χλωμή και εξαντλημένη. Ακολουθεί το Μόναχο, η Φλωρεντία, το μυθιστόρημά του Εβδόμερος, το Παρίσι, τα καφενεία της Μονμάρτρ και το μοιραίο 1914. Γνωρίζει τον Απολλιναίρ, που αργότερα σπεύδει να καταταγεί αλλά όχι τόσο από αγάπη για την Ιταλία, όπως πολλοί αφελώς πιστεύουν, παρά εξαιτίας της πολωνικής του καταγωγής, συνεπώς και της επιθυμίας του να ανήκει σε κάποιο κράτος. Και τελικά αυτή η επιθυμία του στοίχισε την ζωή του ακριβώς την ημέρα της ανακωχής. Ακολουθούν οι αναμνήσεις από τους στρατώνες, τα νοσοκομεία και τα λοιμοκαθαρτήρια.

giorgio_de_chirico_1Κι έρχεται η εποχή με τους περίφημους ρατσιστικούς νόμους της Ιταλίας, τα αποκαλούμενα «ψηφίσματα για την προστασία της φυλής», που έκαναν να βγουν στηνεπιφάνεια πολλά σκοτεινά συναισθήματα, μικροπρέπεια και δουλοπρέπεια, που καλλιεργήθηκαν με τα χρόνια της δικτατορίας και «λαγοκοιμόνταν ακόμα στο βάθος της ψυχής των Ιταλών». Κι έτσι μπορούσε η δασκάλα ενός δημοτικού σχολείου να διασύρει μερικά δύστυχα Εβραιόπουλα της τάξης λέγοντας πως δεν πλένονταν ποτέ και πως ανέδιναν μια φοβερή μπόχα. Πολλές σελίδες αφιερώνονται ακριβώς στην περιγραφή εκείνου του σκοτεινού κλίματος που δημιούργησε ο Μουσολίνι, ένας αποτυχημένος διανοούμενος και ανίκανος συγγραφέας.

Ήταν η εποχή του βρασμού της αποκαλούμενης φασιστικής «επανάστασης». Μια ανάμνηση παραμένει χαρακτηριστική: Ένα βράδυ στον κινηματογράφο δεν βρήκε θέση κι έμεινε όρθιος στο βάθος της αίθουσας. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν πέντε οπλισμένοι νεαροί με μαύρα πουκάμισα και διέταξαν να διακοπή η προβολή, να ανάψουν τα φώτα και να παιχτούν όλοι οι πολεμικοί ύμνοι των φασιστών. Οι θεατές όφειλαν να σηκωθούν όρθιοι – κι ο ίδιος ευτυχώς δεν χρειάστηκε να σηκωθεί, επειδή ήταν ήδη όρθιος. Στο τέλος επέτρεψαν να συνεχιστεί η προβολή, αφού πρώτα κεραυνοβόλησαν με το βλέμμα τους θεατές

portrait-of-isa-with-black-dress-1935

Με κάθε ευκαιρία ο συγγραφέας απομυθοποιεί διάφορες αποκρυσταλλωμένες βεβαιότητες· ακόμα και τους οίκους ανοχής, τους τόπους δηλαδή για τους οποίους τόσο στην Ιταλία όσο και οπουδήποτε αλλού δημιουργήθηκαν ένα σωρό μύθοι, ο ένας πιο ψεύτικος και πιο παράλογος από τον άλλον. Δεν συνάντησε, γράφει, καμία τρομοκράτηση των γυναικών από πατρόνες ή αφεντικά· οι γυναίκες στα σπίτια αυτά ήταν ελεύθεροι πολίτες, όπως ακριβώς οι υπάλληλοι των γραφείων. Οι υποχρεώσεις μεταξύ των μελών του οίκου ήταν αμοιβαίες αλλά εκείνες ήταν τελείως ελεύθερες να φύγουν και να αλλάξουν ζωή. Πολλές από αυτές μετά από καιρό, κι αφού είχαν  μαζέψει κάποιες οικονομίες, παντρεύονταν και γίνονταν εξαιρετικές σύζυγοι και μητέρες.

Alice Marot, French prostitute, 30s

Εξάλλου, οι γυναίκες που φιλοξενούνταν στους οίκους ανοχής δεν ήταν καθόλου κυνικές και αναίσχυντες, «όπως μερικοί πίστευαν αφελώς και βλακωδώς». Εδώ ο ντε Κίρικο θυμάται μια σχετική διήγηση του Τόμας ντε Κουίνσι, που στα απομνημονεύματά του περιέγραψε έναν αγνότατο έρωτα που ένοιωσε για ένα κορίτσι στο Λονδίνο, την Ανν, με τον «υπέροχο ευφημισμό» ότι ακούσαν την περιπατητική: συχνά μέσα στην προχωρημένη νύχτα έκανε περιπάτους με την μικρή Ανν κατά μήκος του Τάμεση και μιλούσαν για πολλά υψηλά θέματα του πνεύματος και των ανθρωπίνων αισθημάτων.

C-Giorgio-de-Chirico-PAR387602

Όμως είναι ευνόητο, μεγάλο μέρος των αναμνήσεών του αφορά την συναρπαστική του πορεία προς την καλλιτεχνική δημιουργία. Στο τέλος των αναμνήσεών του μοιράζεται σε ειδικό κείμενο ακόμα και τις σκέψεις του για την τεχνική της ζωγραφικής. Αλλά είναι μια στιγμή σε όλη αυτή την πορεία που μοιάζει με εκείνη την έκλαμψη που αλλάζει τα πάντα και την οποία περιγράφει κάπου στο μέσο του βιβλίου [σ. 153]. Ένα απόγευμα στο Μουσείο του Λούβρου βρέθηκε μαζί με την αγαπημένη του σύντροφο Ιζαμπέλλα Φορ μπροστά σ’ ένα πορτρέτο του Βελάσκεθ και συζητούσαν για το μυστηριώδες υλικό των παλιών δασκάλων. Η Ιζαμπέλλα, που παρατηρούσε για πολλή ώρα τον πίνακα είπε: Αυτό δεν είναι χρώμα στεγνωμένο, αλλά ωραία χρωματιστή ύλη. Τα λόγια της υπήρξαν αποκάλυψη για τον ζωγράφο, που ήδη έβλεπε μπροστά του έναν νέο ορίζοντα με απεριόριστες δυνατότητες.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μεφ. Έμμυ Λαμπίδου – Βαρουξάκη, επιμ. Πέτρος Λεκαπηνός, σελ. 284, με πρόλογο του επιμελητή, εισαγωγή της μεταφράστριας, χρονολογικό πίνακα, σημειώσεις, ευρετήριο ονομάτων και τίτλων και φωτογραφίες.

Στις εικόνες: αυτοπροσωπογραφίες και έργα του ζωγράφου και η Γαλλίδα πόρνη Alice Marot (δεκαετία του 1930),

16
Ιον.
15

Christa Wolf – Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας

CW

Η εξαφάνιση των αναμνήσεων, πρέπει να ήρθε βολικά σε μια ανήσυχη συνείδηση που, καθώς ξέρουμε, πίσω από την ίδια την πλάτη της μπορεί να δώσει αποτελεσματικές εντολές, παραδείγματος χάριν «μην τα σκέφτεσαι πια!», εντολές που εκτελούνται πιστά χρόνια ολόκληρα: να αποφεύγεις ορισμένες αναμνήσεις, να μη μιλάς γι’ αυτές· να μην επιτρέπεις να γεννηθούν λέξεις, σειρές λέξεων, ολόκληρες αλυσίδες σκέψεων που θα μπορούσαν να ξυπνήσουν αναμνήσεις. Στους συνομήλικούς σου να μη θέτεις ποτέ ορισμένες ερωτήσεις, γιατί είναι ανυπόφορο δίπλα στη λέξη «Άουσβιτς» να σκεφτείς τη λεξούλα «εγώ»· εγώ με υποθετική έγκλιση, θα μπορούσα, θα έπρεπε, να είχα κάνει. [σ. 289]

Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο για την μνήμη, το φασιστικό γερμανικό παρελθόν, την παιδικότητα, την διαχείριση της ενοχής· μια αυτοβιογραφία που δεν τηρεί τις προϋποθέσεις του είδους· που ονομάστηκε από τη συγγραφέα μυθιστόρημα και από την κριτική μυθιστόρημα μιας αυτοβιογραφίας. Πόσο εύκολη μπορεί να είναι η αναδίφηση μιας παιδικότητας; Πόσο σκληρή μπορεί να είναι η επιστροφή σε μια παιδική ηλικία κύλησε μέσα στο ναζισμό; Πόσο μπορούμε να αποστασιοποιούμαστε από ένα παρελθόν και να αρνούμαστε μια ολόκληρη πραγματικότητα; Πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη της συνειδητοποίησης αιτιών και αιτιατών που οδήγησαν στον πόλεμο και την εξολόθρευση των Εβραίων; Πώς διαμοιράζονται προσωπικές και συλλογικές ευθύνες σε εκείνους που ψελλίζουν «εγώ δεν ήξερα τίποτα»;

wolf_christa1963

Μονόλογος ή κλιτική προσφώνηση; Εγώ, εσύ ή αυτή; Σε αυτή την σκληρή δοκιμασία η συγγραφέας επιλέγει τον μόνο πρόσφορο τρόπο γραφής: διασπά το πρόσωπο της εκφοράς. Η αφήγηση της παιδικής της ηλικίας γίνεται σε τρίτο πρόσωπο που ονομάζει Νέλη (ένας τρόπος απομάκρυνσης;), του ενήλικου εαυτού της σε δεύτερο. Δεν πρόκειται για απλή μνημονική καταγραφή αλλά για ανάπλαση μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Η Βολφ αναπλάθει και μυθοποιεί, δημιουργεί λογοτεχνία από την μνήμη, κατασκευάζει μνήμη με την λογοτεχνία. Άλλωστε, όπως φροντίζει να ξεκαθαρίσει, όλες οι μορφές αυτού του βιβλίου αποτελούν κατασκευάσματα της φαντασίας της. Όποιος νομίζει πως διακρίνει ομοιότητες ανάμεσα στους χαρακτήρες της αφήγησης και τον εαυτό του ή διάφορους γνωστούς του, παρακαλείται να σκεφτεί την περίεργη έλλειψη πρωτοτυπίας που χαρακτηρίζει της συμπεριφορά πολλών συγχρόνων μας. Και ακόμα, οφείλει να κατηγορήσει τις συνθήκες που γεννούν αναγνωρίσιμα μοντέλα συμπεριφοράς.

Η αφηγήτρια στα σαράντα της ταξιδεύει στην γενέτειρά της Λάντσμπεργκ αναζητώντας τα ίχνη της παιδικότητας και του παρελθόντος της. Στο ταξίδι αυτής της «επιστροφής» συμμετέχουν ο αδελφός της Λουτς, ο άντρας της Χ. και η δεκαπεντάχρονη κόρη της Λένκα. Τα πρόσωπα και ο χρόνος του ταξιδιού εντάσσονται στην μυθοπλασία του παρόντος ενώ παράλληλα γίνεται αναγωγή στο άμεσο και στο απώτερο παρελθόν της παιδικής ηλικίας της. Έτσι υπάρχουν τουλάχιστον τρία χρονικά επίπεδα: το παρόν της καταγραφής θυμάται το ταξίδι του 1971 κι εκείνο αναπλάθει την παιδική της ηλικία.

Girls' brigade ... an undated photograph of young members of the Hitler youth during a Sunday outing.

Πίσω στην παιδική ηλικία… Το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν περασμένο. Το βγάζουμε από πάνω μας και κάνουμε σαν να μας ήταν ξένο. Στην ανάμνηση εισβάλλει το παρόν και η σημερινή μέρα είναι κιόλας η τελευταία του παρελθόντος. Η διεργασία της μνήμης μοιάζει με καρκινοβασία, με κοπιαστική κίνηση προς τα πίσω, με πτώση σ’ ένα κενό χρόνου. Και μπορεί να συναντήσει ένα παιδί που γεμάτο αθωότητα κάθεται σ’ ένα πέτρινο σκαλοπάτι και για πρώτη φορά στη ζωή του λέει «εγώ». Ορίστε λοιπόν που το ξαναζωντάνεψες το παιδί…

Επειδή σου πέφτει βαρύ να ομολογήσεις ότι το παιδί εκείνο – τρίχρονο, απροστάτευτο, μόνο – παραμένει για σένα απλησίαστο. Δε σε χωρίζουν μόνο σαράντα χρόνια απ’ αυτό, δε σ’ εμποδίζει μόνο η αναξιοπιστία της μνήμης σου που δουλεύει επιλεκτικά και διατάζει: ξέχασε! παραποίησε! Εσύ η ίδια εγκατέλειψες το παιδί εκείνο· εντάξει, νωρίτερα το εγκατέλειψαν οι άλλοι. Ύστερα όμως και η ενήλικη γυναίκα που εκκκολάφτηκε απ’ αυτό και κατάφερε σιγά – σιγά να του κάνει όλα τα κακά που συνηθίζουν να κάνουν οι ενήλικοι στα παιδιά: Το εγκατέλειψε, το διαφοροποίησε, το νόθεψε, το παραχάιδεψε και το παραμέλησε, ντράπηκε και περηφανεύτηκε γι’ αυτό, με λάθος τρόπο το αγάπησε και με λάθος τρόπο το μίσησε. [σ. 24]

german-girls-gymnastics

Μόνο που δεν υπάρχει κανένας ξένος μάρτυρας των πρώιμων αναμνήσεών μας, που τις νομίζουμε αληθινές. Ωστόσο, φωτογραφίες που τις έβλεπε κανείς συχνά και για πολύν καιρό, δύσκολα εξαφανίζονται. Αποτυπώνονται στη μνήμη σαν αμετάβλητα αγάλματα και δεν έχει πια σημασία, αν μπορεί κανείς να τις παρουσιάσει ως αποδεικτικά στοιχεία. Η συγγραφέας ψάχνει και άλλους τρόπους: μελετάει στην κρατική βιβλιοθήκη του σκονισμένους τόμους της εφημερίδας της πατρίδας της και στον «Οίκο του δασκάλου» τα σχολικά βιβλία της εποχής – όπως εκείνο της Βιολογίας όπου υπήρχαν φωτογραφίες ανθρώπων από «κατώτερες» φυλές: σημιτικές, ανατολικές…

Ασχολεισαι ήδη με την δεύτερη γενιά φωτογραφιών· ο χρόνος μετατρέπεται ασταμάτητα σε παρελθόν και χρειάζεται την υποστήριξη του φωτογραφικού φιλμ, των εγγραφών μας σε λογής – λογής χαρτιά, σημειωματάρια, γράμματα σε άλμπουμ αποκομμάτων. Ένα μέρος της σημερινής μέρας πρέπει να το διαθέτουμε πάντα προσπαθώντας να στερεώσουμε στην μνήμη τη χτεσινή. [σ. 114]

Θα βοηθούσε η ενθύμηση εκείνου του ενδιάμεσου ταξιδιού, το καλοκαίρι του 1971; Τότε της έγινε η πρόταση να επισκεφτεί επιτέλους στην πόλη Λ., που σήμερα λέγεται στα πολωνικά Γκ… Τουρισμός στις χαμένες πατρίδες. Στην «αιτιολόγηση» του τριπλού εντύπου γράφτηκε «επίσκεψη την πόλης», ενώ πιο αληθινές αιτίες θα ήταν «ταξίδι εργασίας» ή «εξετάσεις μνήμης». Σ’ εκείνον τον τόπο καταγωγής δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος να τους φιλοξενήσει.

Bundesarchiv_Bild_183-33560-0008,_Petzow,_Schriftsteller-Erholungsheim,_Christa_Wolf

Τώρα η μνήμη πρέπει να ξεκινήσει από μόνη της· να παραχθεί από την ανάμνηση και το αντίθετό της, την λήθη. Αναζήτηση του σχετικού λήμματος στο Νέο Λεξικό Μάγερ, 1962. Είδη: μηχανική, λογική, λεκτική, υλική μνήμη, μνήμη μορφών και πράξεων. Αισθητή η απουσία ενός ιδιαίτερου είδους: της ηθικής μνήμης. Τουλάχιστον σιγά σιγά έρχονται τα πρόσωπα: η οικογένεια, δεκάδες συγγενικά πρόσωπα, οι φιλενάδες, ο ευρύτερος περίγυρος. Η οικογένεια ως ένα συνονθύλευμα ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας και φύλου, καταδικασμένο στην απόκρυψη ενοχλητικών μυστικών.

Το οδικό δίκτυο της πόλης όπου μεγάλωσε έχει αποτυπωθεί μέσα της μια για πάντα, σαν φυσικό δείγμα διευθέτησης πλατειών, εκκλησιών, δρόμων και ποταμών. Αλλά σ’ αυτό το κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο αλλαγμένο, γιατί το γνήσιο θα ήταν προδοτικό και θα φανέρωνε ίχνη που πρέπει να εξαλειφθούν· αισθάνεται υποχρεωμένη να ανακατατάξει τα γεγονότα, για να πλησιάσει περισσότερο την πραγματικότητα.

9.-CHRISTA-WOLF

Ειδικά τώρα που θα άξιζε να είναι κανείς ειλικρινής, πράγμα που δε συμβαίνει πάντα, ίσως ούτε καν συνήθως, τώρα πέφτεις σ’ ένα είδος απώλειας μνήμης που δεν ταυτίζεται με τα κενά μνήμης, τα οποία αφορούν την πρώιμη παιδικότητα και φαίνονται αυτονόητα, σχετίζονται μ’ εκείνους τους θαμπούς ή λευκούς λεκέδες πάνω σ’ ένα περίεργο, ηλιόλουστο τοπίο, πάνω από το οποίο αιωρείται το συνειδητό σαν αερόστατο σε άστατους ανέμους ρίχνοντας στο τοπίο τη δική του σκιά. Ακριβώς τώρα όμως αυτό το συνειδητό, εμπλεγμένο στα γεγονότα πάνω από τα οποία θα έπρεπε να ανυψωθεί με τη βοήθεια της μνήμης, φαίνεται να υποκύπτει σ’ ένα είδος μερικής συσκότισης, να γίνεται παραγωγός της αφάνειας που εσύ επιθυμείς να φωτίσεις. Το πρόβλημα μοιάζει άλυτο. Αυτό που μένει είναι η πεποίθηση ότι πρέπει να αποκλείσεις τις εφευρέσεις και να χρησιμοποιήσεις τη ανάμνηση των αναμνήσεων, τις αναμνήσεις της φαντασίας μόνο σαν υλικό δεύτερης κατηγορίας, σαν αντικαθρέφτισμα και όχι σαν πραγματικότητα. [σ. 273]

Το 1933 άρχισαν οι περιορισμοί ορισμένων προσωπικών ελευθεριών. Οι διατάξεις απευθύνονταν εναντίον ενός είδους ανθρώπων, άρα ο περίγυρός της δεν αναστατώθηκε. Η μεγαλειώδης νίκη των Ναζί έφτασε το υψηλότερο ποσοστό ακριβώς στην πόλη της Λ. Όσοι αργότερα ισχυρίζονται πως δεν είχαν ακούσει τίποτα για στρατόπεδα συγκέντρωσης, ξέχασαν εντελώς ότι η δημιουργία τους τυπώθηκε ως αγγελία. Ο πατέρας που έχει να διαλέξει ανάμεσα στο ασαφές σφίξιμο του στομαχιού και τις χιλιάδες ζητωκραυγές του ραδιοφώνου, ψηφίζει για τις ζητωκραυγές και ενάντια στον εαυτό του. Σταματούν να χαιρετούν τον γιατρό Λάιτνερ, αλλά εκείνος συνεχίζει να βγάζει το καπέλο μπροστά στον κάθε ζητιάνο. Η οικογένειά της παύει να τον συμβουλεύεται. Ο ήλιος λάμπει διαφορετικά.

wolf 2

Ακολουθούν οι πρώτες λυπηρές φήμες. Κάποιος που δεν θέλει να διακόψει την μιαρή του σχέση με μιαν Εβραία εκτίθεται στη λαϊκή οργή και προσπαθεί να διαφύγει προς τα λιβάδια. Και η Νέλη αποτυπώνει μέσα της τη μελωδία της γιγάντιας χορωδίας που, ξεκινώντας με μικρές κραυγές, ανελισσόταν σε μια τρομαχτική κραυγή. Θυμάται τα κορίτσια της ναζιστικής νεολαίας, τις κατασκηνώσεις εκπαίδευσης, την λαμπαδηφορία των Ες – Α, τον χαιρετισμό του πλήθους με το χέρι ψηλά. Εσένα θα σ’ ενδιέφερε, τι άραγε σκεφτόντουσαν ή αισθανόντουσαν τόσοι άνθρωποι, ακόμα και ασυνείδητα, εκείνες τις στιγμές.

Τι ποσοστά του πληθυσμού την Λ. έκλαψαν εκείνο το βράδυ, εκτός από την υπηρετριούλα Ελβίρα, που ο πατέρας της δούλευε στα σφαγεία; Περιττή ερώτηση, αφού ποτέ δεν θα υπάρξει μέτρο σύγκρισης για να μάθουμε πόσοι άνθρωποι πρέπει να κλάψουν, για να ακυρωθεί το γέλιο της συντριπτικής πλειοψηφίας; πέντε τα εκατό; Τρία κόμμα οχτώ; Ή μήπως φτάνει μόνο μια οικογένεια για να σώσει μια πόλη ολόκληρη; Πέντε δίκαιοι για πενήντα χιλιάδες ; [σ. 81]

article-0-19CAA7A300000578-446_964x623

Ακόμα και κάτω από τον ήλιο που έλαμπε διαφορετικά, η συγγραφέας βρίσκει ένα ανέμελο παιδί. Και ξαναβρίσκεται τώρα πάλι στην σκιά μιας κλαίουσας ιτιάς – που κάποτε της φαινόταν το ωραιότερο δέντρο του κόσμου – πίσω από το μισογκρεμισμένο πια παλιό ζαχαροπλαστείο. Αλλά και πάλι: Όσο πιο μικρή, τόσο πιο ευτυχισμένη, ίσως υπάρχει κάποια αλήθεια σ’ αυτό. Ίσως όμως ο πλούτος της παιδικής ηλικίας, που καθένας αισθάνεται, δημιουργείται επειδή την εμπλουτίζουμε αδιάκοπα, όταν την ξανασκεφτόμαστε. [σ. 47]. Και πάλι: Γνωρίζουμε βέβαια την αστάθμητη μνήμη των παιδιών που θεωρεί αξιοθησαύριστα μόνο τα ποικίλα και φανταχτερά ή τα τρομερά γεγονότα, όχι όμως και τις καθημερινές επαναλήψεις που, ουσιαστικά, αποτελούν τη ζωή. [σ. 99]

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η μεταφορά των βιωμάτων από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη συμβαίνει τη νύχτα, στα όνειρα. Φαντάζεσαι λοιπόν ένα λαό κοιμωμένων, που μέσα στον ύπνο τους ακολουθούν την εντολή «σβήστε, σβήστε, σβήστε». Ένα λαό ανύποπτων που, αν αργότερα ερωτηθούν, θα απαντήσουν σαν ένας άνθρωπος αλλά με εκατομμύρια στόματα ότι δε θυμούνται. Και κανένας τους δεν θα θυμηθεί το πρόσωπο του Εβραίου, του οποίου το εργοστάσιο – ένα μικρό, παραμελημένο εργοστάσιο ζάχαρης, ένα μαγαζάκι για καραμέλες είχαν πάρει σε εξευτελιστική τιμή.

League German Girls 33-5

Ο χάρτης είναι διάστικτος από μικρές τελίτσες (δευτερεύοντα στρατόπεδα) και σταυρουδάκια (γκέτο). Ποτέ κι από κανένα συμπολίτη της δεν άκουσε η Νέλη μια λέξη για όλα αυτά, ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου ούτε και μετά το τέλος του. Πρώτα πρέπει να υπάρξουν οι γονείς των μαζικών δολοφόνων, πριν δημιουργηθούν οι μαζικοί δολοφόνοι. Και ποιοι δίδαξαν την υπακοή ως αρετή; Μήπως όσο η λογική δεν χρησιμοποιείται μαραίνεται, όπως ένα όργανο που δεν ασκείται· αλλά μια μέρα μπορεί να ξαναεμφανιστεί με μια απρόσμενη ερώτηση; Πού ζήσατε όλοι σας τόσα χρόνια! Μπορεί κανείς από έναν άνθρωπο να κάνει ένα ζώο; Πως είναι δυνατό να είναι κανείς παρών και συγχρόνως να απουσιάζει;

Τώρα ξεχειλίζουν τα ερωτήματα: πόσους σφραγισμένους χώρους μπορεί να δεχτεί η μνήμη πριν σταματήσει να λειτουργεί; Πόση και τι είδους ενέργεια καταναλίσκει αδιάκοπα για να στεγανοποιεί τις κάψουλες που οι τοίχοι τους με τον καιρό ξεφτίζουν και διαλύονται; Τι θα γινόμασταν όλοι εμείς, αν επιτρέπαμε στους κλεισμένους χώρους της μνήμης μας ν’ ανοίξουν και να χύσουν τα περιεχόμενά τους μπροστά στα πόδια μας;

A picture dated July 7, 1971 shows German writer Christa Wolf. Wolf dead in Berlin at 82, December 1, 2011. Photo: dpa/aa

Σε αυτήν την εποχή γενικής απώλειας μνήμης (μια φράση που ήρθε προχθές με το ταχυδρομείο) πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι πλήρης πνευματική παρουσία είναι δυνατή μόνο πάω στη βάση ενός ζωντανού παρελθόντος. Όσο πιο παλιά πάνε οι αναμνήσεις, τόσο μεγαλύτερος χώρος απελευθερώνεται γι’ αυτό που αποτελεί την ελπίδα μας, το μέλλον. Μόνο που – όπως κατάλαβες αυτή τη νύχτα – είναι πολύ πιο εύκολο εφεύρει κανείς το παρελθόν αντί να το θυμηθεί· και η ερώτηση, αν πλήρης πνευματική παρουσία είναι πραγματικά απαραίτητη, θαμποχάραζε μέσα σου σαν πιθανός αντίλογος. [σ. 197]

Και τελικά ποια είναι η θέση του συγγραφέα; Πού αρχίζει το καταραμένο καθήκον του γραφέα – που είτε το θέλει είτε όχι είναι παρατηρητής, αλλιώς δε θα έγραφε, θα πολεμούσε ή θα σκοτωνόταν – και πού τελειώνουν τα καταραμένα του δικαιώματα; Πού απόμειναν οι καιροί, όπου οι ύπουλοι εξορκιστές του παρατατικού μπορούσαν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως τάχα αυτοί ήταν που μοίραζαν δικαιοσύνη; Αλίμονο σ’ αυτούς τους καιρούς που ο γραφέας πρέπει να επιδείξει την πληγή της δική τους αδικίας, πριν αποκτήσει το δικαίωμα να γράψει για τις ξένες πληγές. [σ. 218]

christa-wolf02

Ένα βιβλίο σύνθετο, ελεγειακό, σκληρό, συγκινητικό σαν άλμπουμ παιδικής ηλικίας, αμείλικτο σαν ηθική καταδίκη, εφιαλτικό για οποιονδήποτε Γερμανό έζησε στον πόλεμο, βασανιστικό με τόσα ερωτήματα, ταξιδευτικό με τόσους τόπους, υπόδειγμα συγγραφικής συνείδησης και ευσυνειδησίας. Ή, με τα δικά της λόγια:

Κανείς ή μπορεί να γράφει ή να είναι ευτυχισμένος.

Εκδ. University Studio Press, μτφ. Κυριακή Χρυσομάλλη – Henrich, σελ. 502. Με τετρασέλιδο πρόλογο, 37 σημειώσεις της μεταφράστριας και δισέλιδο χάρτη [Kindheistmuster, 1977].

10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001]

the-legs-sergey-bakir

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

Οι τόποι ορίζουν τους έρωτες αλλά και οι έρωτες δίνουν καθοριστικό περιεχόμενο στους τόπους. Φαγάδικα, καφενεία, ξενοδοχεία, δρόμοι, εκκλησίες, καταστήματα, αστικά και υπεραστικά λεωφορεία, τα κουπέ και οι διάδρομοι των τραίνων, ζαχαροπλαστεία, βιοτεχνίες, βιβλιοπωλεία, κυλικεία, ταξιδιωτικά γραφεία, αποκτούν μια ιδιαίτερη ερωτικότητα που διαχυμένη ή ματαιωμένη τους δίνει μια άλλη μορφή, που μόνο οι αυτουργοί της μπορούν να αντιληφθούν.

Αφιερώθηκα λοιπόν πρώτα στα κορίτσια που με έθρεφαν με τα ίδια τους τα χέρια, στα μπουγατσάδικα και στα σαντουιτσάδικα της πόλης. Καθόμουν διακριτικά σε κάποιον απόμερο πάγκο και παρατηρούσα εκείνες τις εργάτριες στην υπογάστρια πλευρά της πόλης, τις επιτετραμμένες τροφούς των διαβατών που λησμονιούνταν αμέσως από τους πελάτες μόλις εκπλήρωναν το καθήκον τους, σα να γλιστρούσαν σε μια άδικη ανυπαρξία. Όμως η δική μου στοργή ολοένα και μεγάλωνε, καθώς η διατροφή μου ήταν παραδομένη στα χέρια τους. Johannes Hüppi, Untitled, 2004

Προσπαθούσα να διακρίνω τις σκέψεις τους μέσα στην απειροστή επανάληψη των ίδιων κινήσεων μέσα στην ατέλειωτη βάρδια. Διέγραφα το βουητό του δρόμου έξω, την παρεμβολή των ανυπόμονων πελατών και τον ήχο ενός ραδιοφώνου που μπορεί να αλάφρωνε τις ώρες τους ή να ζάλιζε ακόμα περισσότερο το κεφάλι τους, ώστε να μείνει μόνο η εικόνα τους, σιωπηλή και διαθέσιμη. Ήταν θέμα χρόνου ή φαντασίας να απομονωθούμε και με το μαχαίρι που περιέκοβε το γλυκύ σώμα της μπουγάτσας να χαράξουμε τα σώματά μας σε τμήματα που θα πασπαλίσουμε με φιλήματα αντί ζάχαρης και ανάσες αντί κανέλλας, θα βγάλουμε ένα ένα τα φύλλα τους κι ύστερα θα τα μασήσουμε αργά και βουλιμικά, πρώτα τις αλμυρές και ύστερα τις γλυκές γεύσεις που τους αναλογούν, κάθε μπουκιά με την αυταξία της.

Θυμάμαι μια τέτοια γυναίκα στον Θείο Βάνια, γωνία Αγίας Σοφίας και Εγνατία· πίσω από τα λευκά της τσόκαρα διέκρινα τις γυμνές της φτέρνες, ένα τρυφερό κομμάτι που υπέθαλπε μια αίσθηση θαλπωρής μέσα σ’ ένα παράταιρο περιβάλλον, σε μια πόλη που έξω από το τζάμι ψυχόταν και υγραινόταν από έναν αδιάλλακτο Νοέμβριο. Την άφηνα να γείρει πάνω μου καθώς περίμενε στην στάση το λεωφορείο για τις δυτικές συνοικίες. Έμπαινα μαζί της σ’ εκείνον τον κινούμενο σκοτεινό θάλαμο και καθόμουν δίπλα της, καθώς εξουθενωμένη προσπαθούσε να κρατηθεί ακοίμιστη, να μην γλιστρήσει πριν την ώρα της άλλη μια ημέρα στη χοάνη των ατέλειωτων ημερών, να μην την πάρει ο ύπνος γιατί και στα όνειρά της επέστρεφε στο πόστο της, με ατέλειωτες παραγγελίες στην σειρά.

Otto Mueller

Άλλοτε επισκεπτόμουν το κορίτσι στον παλιό Χατζή, όπου καθόμουν αργά το βράδυ στο μισοσκότεινο βάθος, δίπλα σε χαρτόκουτα και στοιβαγμένες καρέκλες, προφασιζόμενος πως παρακολουθούσα την βουβή τηλεόραση, περιμένοντας υπομονετικά να βγει από τον πάγκο της, ώστε να δω τους αστραγάλους της έξω από τα σαμπό, γυμνούς ή με διάφανες λεπτές κάλτσες. Όταν έμπαινε στο μαγαζί κάποια παρέα σε βραδινή έξοδο, εκείνη αισθανόταν αμήχανα, ντυμένο με το γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο της δουλειάς· ντρεπόταν να κοιτάξει τους άντρες και προσπαθούσε να αποφύγει τα υποτιμητικά βλέμματα των γυναικών· πιθανώς αισθανόταν απεριποίητη, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναικότητα είναι αυθύπαρκτη, ανεπηρέαστη από καλλυντικούς καλλωπισμούς. Την βοηθούσα να μαζέψει το μαγαζί κι ύστερα, αφού σβήναμε τα φώτα, καθόμασταν σ’ ένα παράμερο τραπέζι και μοιραζόμασταν σιωπηλοί το γλυκό που είχε κρατήσει στα βάθη του ψυγείου.

Robert Bluj - Nokturn

Δεν ξεχνούσα ούτε το κορίτσι που εργαζόταν στο μπουγατσάδικο «Σέρρες», στην Εγνατία, απέναντι από τα παλιά λουτρά «Ο Παράδεισος»· την περίμενα στο διάλειμμα του μεσημεριού ή μετά το κλείσιμο και, με τα κλειδιά που μου είχε παράνομα δανείσει η έφορος των σχετικών αρχαιοτήτων, άνοιγα το χαμάμ ενώ έξω μόλις ακουγόταν η βροχερή λεωφόρος. Κάτω από τις γυμνές λάμπες της στεγνής δεξαμενής με άφηνε να τρίψω την γλυκερή κρούστα του ζαχαροπλαστείου από πάνω της, να αφαιρέσω την αόρατη ζελατίνη του εργαστηρίου κι ύστερα να την μαλάξω μέχρι την στιγμή που θα ήταν έτοιμη ταυτόχρονα να αποκοιμηθεί ή να ηδονιστεί.

Κι ύστερα αποζητούσα την γλυκύτητα στις δέσποινες των ζαχαροπλαστείων, όπως το Ροδίνι, στο στραβό στενάκι πίσω από την Αγία Σοφία· γοητευόμουν από τον λευκό τους λαιμό, λευκότερο κι από τις μαρέγκες που σωρεύονταν αδάγκωτες στις βιτρίνες κι έβλεπα σαν υπνωτισμένος τα λεπτά τους δάχτυλα να περιτυλίγουν τα κουτιά με τα γλυκά αμέτρητων τυπικών επισκέψεων, ενώ τα μεγάλα μάτια της κοπέλας στην Μασκωτίτσα στην Νεάπολη ταίριαζαν ιδανικά με το όνομα του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου που κρεμόταν στην ανηφόρα πιο πάνω. Ήθελα να τις κλέψω από εκείνη την φωταγωγημένη παράσταση, να τις απομακρύνω από το σκηνικό πλαστού παραμυθιού με τους καθρέφτες, τα σκονισμένα μπουκάλια κονιάκ και τα παστάκια στο ασημόχαρτο, ψεύτικες βασίλισσες αλλά μάλλον εργάτριες σε κυψέλη γλυκισμάτων, στερημένες από το μέλι που έσταζε κάπου έξω από εδώ. Όχι λοιπόν, το έβαζα σκοπό να μελωθούμε αλλού και αλλιώς, μέχρι να καταλήξουμε κολλώδεις και καραμελωμένοι.

Sahin Demir - Şahin Demir_paintings_Turkey_artodyssey (3)

Αφιερώνει άραγε κανείς μια σκέψη στα κορίτσια που ορθοστατούν ατέλειωτες ώρες στα πρόχειρα φαγάδικα, στους φούρνους, στις καντίνες; Αναρωτιέται πόσο κουράζονται τα ποδαράκια τους, αν τις περιμένει κανείς να τα τρίψει και να τα ανακουφίσει; Ανταλλάζουμε βλέμματα, στεκόμαστε απέναντι, τα δάχτυλά μας εφάπτονται στην ανταλλαγή των χρημάτων κι ύστερα τις αφήνουμε κατάκοπες και ανεπιθύμητες, με σκέψεις κουρασμένες και σώμα εξαντλημένο, προσβεβλημένες από τους αγενείς, βραχυκυκλωμένες σε μια διαρκή βιομηχανία εξυπηρέτησης.

Έμενα στα ξενοδοχεία στα πέριξ της Εγνατίας, στις οδούς που έβλεπαν ή κρύβονταν από την ασίγαστο αχό της – Αντιγονιδών, Κολόμβου, Συγγρού, Ίωνος Δραγούμη, Ολύμπου –με γείτονες τις επαγγελματίες περαστικούς των πόλεων: εμπορικές αντιπροσώπους, πωλήτριες ιατρικών μηχανημάτων, επισκέπτριες υγείας· γυναίκες πολιτογραφημένες σ’ έναν κόσμο περιφερόμενο, διαρκώς πρόσκαιρο στην πόλη αλλά και ζωντανό σώμα των δρόμων της. Γνώρισα τέτοιες γυναίκες, που περίμενα αργά το βράδυ να επιστρέψουν από την ολοήμερη εργασία τους για να τις συντροφεύσω σε παρακείμενα ταβερνεία, όπου εξαντλημένες από την κούραση, φορώντας πάντα το παλτό τους εξαιτίας της υγρασίας που τις είχε καταβρέξει ως βαθιά, μπορούσαν να μου μιλήσουν για την ανία των επαγγελματικών γευμάτων με άντρες αδιάφορους, που με λαίμαργο βλέμμα και χωρίς κανένα πρόσχημα τους πρότειναν επέκταση της συνεργασίας τους με συνηθέστατα υπονοούμενα. Τις άκουγα υπομονετικά, ελπίζοντας να αργήσει η δύσκολη εκείνη στιγμή κατά την οποία η πείνα καταλαγιάζει,  η ανυπομονησία του γεύματος αποτελεί παρελθόν, και το μόνο που μας κρατά στον θλιβερό χώρο είναι ένα κρασί άθλιο, πλην επιτετραμμένο να λύσει τα χέρια μας ώστε να παραμερίσουν τα πιάτα και να αγγιχτούν δίπλα στις λαδωμένες χαρτοπετσέτες και τα τρίμματα του ψωμιού. Γ. Ρόρρης 1

Το βράδυ προσπερνούσαμε το μοχθηρό βλέμμα του ρεσεψιονίστ της νυχτερινής βάρδιας και μπαίναμε, κάποτε με πιασμένα χέρια για να μοιραστεί ο πάγος γύρω μας και μέσα μας, σε ημίφωτα δωμάτια που μύριζαν βρεγμένη μοκέτα ενώ ο βόμβος κάτω στον δρόμο μόλις άρχιζε να σιγάζει. Σ’ εκείνα τα ίδια και απαράλλακτα πνιγηρά δωμάτια με τις καπνισμένες ταπετσαρίες και τις λάμπες χαμηλών βατ, τις ξάπλωνα στα κολλώδη σεντόνια για να απορροφήσω από το σώμα τους την εξάντληση και την καύση των διαδρομών σ’ έναν χάρτη που σταδιακά γνώριζαν καλύτερα από τους ντόπιους, ενώ απόδιωχνα από τα πέλματά τους τα περπατήματα μέχρι τις άκρες της πόλης. Εκεί, στα πρώτα αγκαλιάσματα που πάντα έχουν κάτι από υποκριτική, προσπαθούσα να μουσκέψω το ξεραμένο από τις συνεχείς κουβέντες προώθησης των προϊόντων στόμα τους, ενώ από κάποια ιδιόρρυθμη επιθυμία να γνωρίσω βαθύτερα την πόλη, προσπαθούσα να εντοπίσω στο σώμα τους σημάδια και οσμές της. Ήθελα να ξεκουράσω τα βήματα αυτών των γυναικών που την έτεμναν διαγωνίως στα περάσματά τους, χαράζοντας εγκάρσιες τομές στις συνήθεις διαδρομές των γηγενών· ώστε να παραμείνουν, όπως οι ξένοι, οι επισκέπτες, οι φοιτητές κι οι περαστικοί, βηματοδότες μιας πόλης όπου δεν έπαψαν να αφήνουν τα ίχνη τους κι όπου κι ίσως κι εγώ, άφησα δικά μου ίχνη πάνω της και μέσα τους.

10153875_443230892474184_615417695_n

Κι ύστερα, όταν τα ξενοδοχεία έμεναν άδεια, αναζητούσα σε άλλους παραδρόμους με ταπεινά εμπορικά μαγαζιά, βιοτεχνίες ενδυμάτων, αποθήκες υφασμάτων, ραφεία και φασωματάδικα, όσες γυναίκες ανέπνεαν σ’ εκείνο το κομμάτι της πόλης, που μελαγχολικό και ανεπιθύμητο είχε εκδιωχθεί από την τουριστική της μυθολογία, η οποία απέστρεφε το βλέμμα της στην πλευρά των ΚΤΕΛ των βόρειων πόλεων και του σιδηροδρομικού σταθμού. Τις αναζητούσα στις μπουτίκ ρούχων που έχουν παρατηθεί σε άλλη εποχή, όπως καταμαρτυρούσαν τα καλλιγραφικά στις πινακίδες, στα αγιογραφεία και τα κηροπλαστεία, στα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών στην Δωδεκανήσου, στις κιγκαλερίες και στα τσαγκαράδικα, μήπως, ειδικά στα τελευταία, επί τόπου καθίσουν σε ψηλό σκαμνάκι και βγάλουν τα τακούνια τους για άμεση επιδιόρθωση. Αναρωτιόμουν πώς ερωτοτροπούν οι κοπέλες που περνούν τις μέρες τους πίσω από τα θαμπά τζάμια των ραφείων και των χαρτοπωλείων και δεν σηκώνουν παρά για λίγο το βλέμμα προς τον δρόμο προτού το επαναφέρουν στην χειροτεχνία τους· ποια μυρωδιά θησαυρίζει το σώμα τους από τις πολιτείες των υφασμάτων και των χαρτικών [ό]που εγκατοικούν. Ένας ατέλειωτος θηλυκός κόσμος που δεν καταγράφτηκε σε καμία περιπλανητική γραφή, άξιζε ένα χάδι, [τουλάχιστον στα πόδια], κι εγώ προσφερόμουν, πρόθυμος έξω από τις βιτρίνες τους.

Night Stories (2008). Sally Storch (American).

Στα ταξιδιωτικά γραφεία με τις σκονισμένες βιτρίνες και τα διαφημιστικά άλλων εποχών διάβαζα βαλκανικούς προορισμούς κι ανάμεσα σε άγνωστα τοπωνύμια έβρισκα με συγκίνηση μια μακρινή ανάμνηση από το ξεφύλλισμα παλιών γεωγραφικών τόμων στο παιδικό μου δωμάτιο, τότε που με έξαψη σημείωνα ονόματα όπως Νοτιοσλαυΐα και Ναϊσσός. Έμπαινα να δω την γυναίκα που μεσίτευε τέτοια ταξίδια στη μέση του χειμώνα, δήθεν ενδιαφερόμενος,  χωρίς καν να έχω τα χρήματα· κι αν στην δήλωση πως θα ταξίδευα μόνος, εκείνη μετά την πρώτη αμηχανία χαμογελούσε με κατανόηση, σαν να γνώριζε το είδος της μοναξιάς μου, έπαιρνα τα φυλλάδια κι έφευγα, για να επιστρέψω άλλη μέρα και να ρωτήσω για άλλο ταξίδι μήπως και συνέπιπταν οι επιθυμίες μας και μου πρότεινε να ταξιδέψουμε μαζί, όπως συμβαίνει στις ταινίες. Κι εκεί, μπροστά στο γραφείο της, κοιτάζοντας αμήχανα τα σημαιάκια των χωρών και τις ξεθωριασμένες αφίσες με τα περίκομψα εκκλησιαστικά μνημεία της Γιουγκοσλαβίας, χαρτογραφημένα τώρα σε χώρες με άλλα ονόματα, είμαι πια βέβαιος πως ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να είχε ξεκινήσει κι από την δική της πλευρά.

Robert Bluj (24)

Στην συνεχή περιφορά μου στην πόλη αναζητούσα οπουδήποτε τις γυναίκες που ως ψηφίδες μιας αχανούς τοιχογραφίας απεικόνιζαν την πόλη τόσο ωραία. Τις έψαχνα στα μπαλκόνια των παλιών πολυκατοικιών, που, ακάλυπτα στο χάος ή σκεπασμένα με τις τέντες με τα μπλε ή πράσινα υφάσματα, έμοιαζαν με κουπαστές σε καράβι όπου είχαν μπαρκάρει σε προδιαγεγραμμένο πλου. Εστίαζα στις νοικοκυρές που έβγαιναν με τα σπιτικά τους ρούχα για να τινάξουν την σκόνη της καθημερινότητας· που σπούδαζαν τα οικιακά ενώ ονειρεύτηκαν άλλου είδους ειδικότητες και που τώρα, τυλιγμένες με τις ρόμπες τους και με παντόφλες αντί για γόβες, τακτοποιούσαν στα μπαλκόνια της κουζίνας ό,τι δεν χωρούσε στο εσωτερικό, ισόρροπες σε κρεμαστά νοικοκυριά. Κατάφερνα να με δεχτούν ως ένοικο πρώτα σ’ ένα από τα δωμάτιά τους, όπου βηματίζαμε όλα τα στάδια της οικειότητας, κι ύστερα  σε μια ιδέα έρωτα, παραμερίζοντας για λίγο την δεδομένη μας απόκλιση, αναγνωρίζοντας το πρόσκαιρο ενοικιοστάσιό του.

Οι δρόμοι παρέμεναν το απόλυτο σημείο συνάντησης. Κάποτε όριζα ένα κριτήριο τυχαίο, ή σύμφυτο με τις αισθητικές μου προτιμήσεις – την μία μέρα θα ήταν μια συγκεκριμένη απόχρωση ή μια κορδέλα στα μαλλιά, την άλλη κάποια ιδιότητα: μοναχική θεατής σε απογευματινή παράσταση συνοικιακού κινηματογράφου, σκεφτική περιπατήτρια σε έρημο κυριακάτικο δρόμο, προσηλωμένη για ώρα στην βιτρίνα κάποιου βιβλιοπωλείου, αναποφάσιστη μπροστά στις σοκολάτες ενός περιπτέρου, κάποια που βηματίζει αργά, για να ξεγελάσει την αόρατη μηχανή που την είχε ρυθμίσει σε ανώτερες ταχύτητες ή η πρώτη που θα γυμνώσει τα μπράτσα της ή θα φορέσει πέδιλα στις αρχές της κρύας άνοιξης που αργεί, πάντα αργεί σε αυτή την πόλη.

Sarkis Muradyan

Απολάμβανα εκείνο το παιχνίδι μιας ιδιότυπα κατευθυνόμενης τυχαιότητας και αφοσιωνόμουν στο διαλεκτό κορίτσι· το ακολουθούσα σε ολόκληρη την διαδρομή του μέχρι το φροντιστήριο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις στάσεις των λεωφορείων, τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες όπου αφοσιωνόμουν στην δική της αφοσίωση, τους πάγκους της φοιτητικής λέσχης όπου διάλεγε μεταχειρισμένα κόμικς (περίμενα να σκαλώσει το βλέμμα μας στην ίδια σελίδα με τα ερεθιστικά καρέ και να συμφωνήσουμε χωρίς λόγια να τα αναπαραστήσουμε), σε κινηματογραφικά αφιερώματα άγνωστων δημιουργών και ελάχιστων θεατών, στα φωτοτυπεία της Μελενίκου, στα καθαριστήρια της Ολύμπου, στα γαλακτοπωλεία της Φιλίππου, στα ψιλικατζίδικα της Αρμενοπούλου ή στα υδραυλικάδικα της Αρριανού μέχρι να την αποχαιρετήσω σιωπηλά στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Μπορούσα για μέρες να την παρακολουθώ, κάποτε και για μήνες, μέχρι να βρω την κατάλληλη στιγμή να της μιλήσω, πάντα με μια ανύποπτη αφορμή, χωρίς να μάθει ποτέ πως η γνωριμία μας έχει πολεοδομηθεί με χαρτογραφική ακρίβεια.John Berger, Ways of seeing

Άλλοτε έμπαινα στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία, όπου χαμηλοβλεπούσες κοπέλες με μακριές φούστες και ευλαβικά πλεγμένα μαλλιά, χρεωμένες σ’ έναν τρόπο ζωής που ταύτιζε την θεολογία με την στέρηση, αντάλλαζαν την νεότητα με την υποταγή σε κανόνες που ιεροκρυφίως ονομάστηκαν ιεροί από αμφίβολους μεσίτες του θείου. Έμπαινα μέσα και ξεφύλλιζα τα μικρά βιβλιαράκια με τους βίους των αγίων, αναζητώντας μάταια κάποια ξεχωριστή αφήγηση ανάμεσα στις δραματικά επαναλαμβανόμενες ιστορίες. Εκείνες απαντούσαν με υπομονή στις βιβλιογραφικές μου ανησυχίες αποφεύγοντας να με κοιτάξουν στα μάτια, ενώ στο αδιόρατο λακκάκι παραπλεύρως του άνω χείλους διέβλεπα ήδη την άφεσή τους στην εξίσου εξαγνιστική λειτουργία της σαρκικής ένωσης και την αναγνώριση πως το χρέος μας απέναντι στα αξέσπαστα σώματα της χορείας των αγνών αγίων είναι ακριβώς η ευφρόσυνη χρήση των δικών μας.TAV5 - shawna

Κάποτε κατάφερνα να εισχωρήσω στους θηλυκούς πνεύμονες της πόλης, στις πρώτες γκαρσονιέρες των φοιτητριών. Στενό γραφείο, μονό κρεβάτι, αφίσες με κλασικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή Γάλλους ιμπρεσιονιστές, Λωτρέκ και καμπαρέ, Μόρρισον και Τσε. Κάποια λούτρινα υπενθύμιζαν το κορίτσι που δεν επιθυμούσε να αφήσει πίσω, μια μικρή τηλεόραση μαρτυρούσε την αποδοχή της δεδομένης μοναξιάς. Όμως εκείνα τα δωμάτια αντιστοιχούσαν στο μοναδικό διάλειμμα ελευθερίας που προβλεπόταν στην παραδοσιακή γραμμική αφήγηση της οικογένειας· ένας κενός χώρος που μεσολαβούσε ανάμεσα στο βαρυφορτωμένο πατρικό και στο «σπιτικό» που θα άνοιγε αργότερα, ως αποστολή κάθε γυναίκας. Τώρα τον γέμιζαν δυο άπειρα σώματα που δεν γνώριζαν τα κατατόπια αλλά μάντευαν πως ο μέσος όρος της κατάλληλης στιγμής για παράδοση βρισκόταν κάπου εκεί. Η αμήχανη λογοδιάρροια γινόταν σιωπή κι εκείνη θα περίμενε ανάσκελα, ανοιχτή μόνο όσο χρειαζόταν για να υποδεχτεί έναν άγνωστο καλεσμένο, παθητικά αφημένη σ’ ένα αγκάλιασμα χωρίς οδηγίες χρήσεως, χωρίς να απαντά στα ερωτήματα των κρίσιμων στιγμών, μόνο ψελλίζοντας που και που κάποια κατάφαση, μάλλον συγκαλυμμένη από τον φόβο μην κριθεί υπερβολικά διαχυτική.  

Joe Velez - Carolina Reclining

Σκεφτόμουν πως η «ερωτική Θεσσαλονίκη» μάλλον εγκλωβίστηκε στα φοιτητικά διαμερίσματα που χωρίς θέρμανση άφηναν τους μαθητευόμενους εραστές με ξυλιασμένα δάχτυλα, χωρίς καν τηλέφωνο να συνομιλούν μέσα στη νύχτα. Το ηλεκτρικό καλοριφέρ έριχνε τις ασφάλειες κι η σόμπα άφηνε μια μόνιμη μυρωδιά πετρελαίου στα ακροδάχτυλά μας, ενώ έξω στους δρόμους τρέχαμε τρεμάμενοι να κρυφτούμε απ’ τον δαρμό του Βαρδάρη. Σύντομα κάποιος θα διαπίστωνε νωρίτερα απ’ τον άλλον πως τα ενεργειακά ρεύματα της ένωσης δεν διοχετεύονταν παρά χύνονταν προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα αποχωρούσε με μια δικαιολογία σε όλες τις διακυμάνσεις της ψευδομαρτυρίας κι ίσως θα έγραφε κρυφά στην πίσω σελίδα ενός ημερολογίου έναν αύξοντα αριθμό.

IslBG

Το μυαλό θα συγκρατούσε δυο τρεις εξάρσεις – για παράδειγμα, ένα πρωινό που έφτασα από ταξίδι ξημερώματα και την αιφνιδίασα, σκεπασμένη κάτω από το κρύο πάπλωμα, επιδεικνύοντας μια βιαιότητα που εκείνη επέτρεψε χάρη στο άλλοθι της νύστας ή τις ημέρες του αποχωρισμού. Κάποιες φορές τις φαντασιωνόμουν όπως συμβαίνει μ’ ένα σώμα που υπήρξε διαθέσιμο αλλά δεν γνωρίζαμε πώς να πλαστούμε σε ενιαίο σύμπλεγμα. Συχνά σκέφτομαι πως σήμερα θα φερόμουν αλλιώς· άλλοτε περιγελώ τις πρωθύστερες βεβαιότητες και εύχομαι να επέστρεφα σ’ εκείνη την λευκή κατάσταση της άγνοιας και της αδημονίας.

Οι κοπέλες της πόλης συχνά έμοιαζαν άπιαστες, σχεδόν φασματικές. Αναζητούσα στις επιβάτισσες των τραίνων τους τρόπους να τις πλησιάσω· διέσχιζα με γρήγορο βήμα τους χώρους αναμονής και τις αποβάθρες μέχρι να εντοπίσω το κορίτσι στο οποίο θα επικέντρωνα το ταξίδι. Ένα συλλογισμένο πρόσωπο, μια αλλοπαρμένη έκφραση, ένα φευγαλέο χαμόγελο αποτελούσαν μερικά από τα κριτήρια που έδιναν ένα παιγνιώδες ξαλάφρωμα στην κρίσιμη στρατηγική. Η επόμενη κίνηση απαιτούσε ιδιαίτερη μεθοδικότητα: την στιγμή που έφτανε ο συρμός και όλοι κοιτούσαν τα μικρά χαρτονένια εισιτήρια για να εντοπίσουν τον αριθμό του βαγονιού τους, σκάλωνα τα μάτια μου στην επίλεκτη παρουσία. Γνωρίζοντας πλέον το κουπέ της μπορούσα να περιμένω υπομονετικά την έξοδό της προς τον διάδρομο ή την κουζίνα.

tumblr_ndn86zv5J71qfbon7o1_1280

Στην πρόζα της γνωριμίας των προ ολίγου αγνώστων οι αρχικές σελίδες είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Οι πρώτες λέξεις, τυπικές και προβλέψιμες, πιθανώς είναι η αρχή  μιας ακόμα παραλλαγής του μυθιστορήματος που λέγεται έρωτας· μπορεί να είναι οι λιγότερο ενδιαφέρουσες του κειμένου αλλά είναι απαραίτητες κι αυτό τις καθαγιάζει. Καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρξαν ποτέ ερωτικές σχέσεις διάρκειας οκτώ σιδηρόδρομων ωρών, οι επιβάτισσες τροχοδρομούσαν την χαμένη αίγλη του απρόβλεπτου και του περιπετειώδους. Το λίκνισμα στα βαγόνια έμοιαζε με προοίμιο του αθλήματος της κλινοπάλης. Διαπιστώναμε πως οι εναγκαλισμοί στις τουαλέτες διαφέρουν από τον κινηματογράφο, ο οποίος κρύβει τα ακανόνιστα τραντάγματα που διαταράσσουν την συμμετρική κίνηση της ερωτικής πράξης, ενώ αποσιωπάται η έντονη οσμή των ούρων. Την συνήθισα όμως κι έκτοτε η μυρωδιά της αμμωνίας μού προκαλεί ιδιαίτερους συνειρμούς.

Ανοιγόμασταν δίπλα στα ανοίγματα των παραθύρων –μπροστά μας πεδιάδες εξομολογήσεων και δάση υπονοούμενων– και καταφεύγαμε στο τέρμα του βαγονιού, που, έτσι όπως ηχούσε σαν τα πιατίνια των κρουστών, κάλυπτε κάποιες λέξεις των προγραμματικών μας δηλώσεων, φυτεύοντας στην συνομιλία μας μυστηριώδη χάσματα. Στους μικρούς σταθμούς «στην μέση του πουθενά» βγαίναμε στα κλεφτά ακριβώς για να δούμε πώς ακριβώς είναι αυτό το «πουθενά» και τι είδους σταθμαρχεία διέθετε. Ξοδεύαμε μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο· το τραίνο σφύριζε έτοιμο να φύγει κι εμείς μόλις το προλαβαίναμε, μούσκεμα στην αδρεναλίνη, απαραίτητο καύσιμο στο δικό μας ταξίδι πάνω στο ταξίδι.

Lucian Freud, Girl with a White Dog, 1951

Η τυχαιότητα της συνύπαρξης γινόταν σαφώς δυσκολότερη στο ταξίδι με  λεωφορείο, καθώς περιοριζόμουν σ’ έναν επιβάτη, που σύμφωνα με τους αλάνθαστους νόμους της ειρωνείας προέκυπτε πάντααδιάφορος και ασύμβατος. Οι δυο μοναδικές ευκαιρίες επέμβασης στο πεπρωμένο που όριζαν τα αριθμημένα εισιτήρια συμπιέζονταν στις δυο ημίωρες στάσεις. Ο τόπος της δοκιμασίας δεν ήταν άλλος από τα εστιατόρια και τα καφέ της εθνικής οδού, εκείνες τις νησίδες που έμοιαζαν εκτός γεωγραφίας, στην άκρη μιας παράλληλης ζωής. Βγαίναμε νυσταγμένοι στους αέρηδες της νύχτας και σερνόμασταν στα ξεχασμένα σε άλλες δεκαετίες κτίσματα, όπου μας περίμεναν κουρασμένοι μάγειρες μπροστά από φαγητά βουτηγμένα σε μια κρούστα λαδιού που ζάρωνε σαν υποκίτρινο σεντόνι.

Irvig Herrera_Mexico_artodyssey (20)

Τότε πλησίαζα κάποιο κορίτσι που στεκόταν έξω, σχεδόν έτοιμο να παρασυρθεί από τα ψυχρά ρεύματα και μοιραζόμασταν τετριμμένα τρίμματα φράσεων –ποιους αφήσαμε πίσω, τι μας περιμένει μπροστά–, προτού αφήσουμε το αναψυκτήριο σαν παροπλισμένο πλοίο σε σκοτεινή ξέρα και αναχωρήσουμε με το νυχτερινό όχημα που έμοιαζε ακίνητο ενώ έξω χάνονταν δεξιά κι αριστερά μας κινούμενα φώτα. Κι εκεί, όταν οι λέξεις σιγά σιγά έφθιναν, εκείνη εμπιστευόταν την αποκοίμισή της στον ώμο μου, μια από τις τρυφερότερες περιστάσεις που μπορούν να μοιραστούν δυο άγνωστοι. [C]

Ακόμα και σήμερα που ταξιδεύω πλέον στην αφόρητη μοναξιά του αυτοκινήτου, κάθε φορά που σταματώ σ’ αυτά τα μέρη, από συνήθεια ή από κάποια υπογείως νοσταλγημένη διάθεση, αναζητώ κάποιο πρόσωπο που υποκρίνομαι πως συνταξιδεύουμε στο ίδιο λεωφορείο και ενορχηστρώνω για άλλη μια φορά την αλάνθαστη προσέγγιση. Το βλέμμα του όμως δεν συναντά το δικό μου, γιατί είναι εξολοκλήρου αφιερωμένο σε κάτι ηλεκτρονικά μαραφέτια που απορροφούν όλη του την προσοχή.

Paula Rego; Funda‹o; Casa das Hist—rias Paula Rego; Carlos Pombo; fotografo@carlospombo.pt

Υποθέτω είναι αδιάφορο αν όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά ή επινοήθηκαν με την έμπνευση που μόνο η μοναξιά μπορεί να εκπνεύσει. Τι σημασία έχει αν έζησα κάποια από αυτές τις ιστορίες ή τις έπλεξα σε αυθαίρετες πλοκές εσωτερικής δράσης και μονολογικής ενορχήστρωσης; Κάποτε η ίδια η σφοδρότητα με την οποία τις επιθυμούσα τις ζωντανεύει σε σημείο πραγματοποίησης. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν υπήρξα ποτέ και ο ίδιος ένας κατά φαντασία εραστής στο μυαλό κάποιας γυναίκας με την οποία διασταυρωθήκαμε σε κάποιο από αυτά τα μέρη. Ακόμα και τώρα, που αποδιώχνω όσες περισσότερες ψευδαισθήσεις μπορώ, τολμώ να σκέφτομαι πως μπορεί να αφέθηκα κι εγώ στη βούληση μιας αλλότριας έμπνευσης και πως ανυποψίαστος προσκλήθηκα σε παραπλήσιους έρωτες.

Τότε θα γινόμουν ταυτόχρονα συγγραφέας και ήρωας δυο μυθιστορημάτων, σ’ εκείνο που επινόησα και σ’ εκείνο που με επινόησαν. Κι έτσι για λίγο, έστω ανέκφραστα και ανομολόγητα, δημιουργός και δημιούργημα, θα ξεπερνούσαμε την ίδια την λογοτεχνία, ως χαρακτήρες υπαρκτοί, σε αναπαράσταση που θα μπορούσε να γίνει ζωντανή παράσταση και αληθινή περίσταση, ιστορημένοι σε ατέλειωτο ιστό ιστοριών που όχι μόνο διηγούμαστε αλλά και πλεκόμαστε εντός του, ιστοριών που είναι το μόνο ανθεκτικό μας υλικό.

Freud, Lucian - Ib And Her Husband (detail)

Καλλιτέχνες: Sergey Bakir, Johannes Hüppi, Otto Mueller, Robert Bluj, Sahin Demir, Γιώργος Ρόρρης, Philip Pearlstein, Sally Storch, Robert Bluj, Sarkis Muradyan, John Berger, Carl Dobsky, Joe Velez, Robert Bluj, Erik Thor Sandberg, Lucian Freud, Irvig Herrera, Paula Rego, Lucian Freud.

Copyright: Περιοδικό (δε)κατα και ο υπογράφων.

20
Νοέ.
14

Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Μίλησε, μνήμη. Ανασκόπηση αυτοβιογραφίας

Ο ποθ1ητότερος συνομιλητής

…μόλις δοθεί μια ευκαιρία, τα τοπία της παιδικότητάς μας γίνονται, στα χέρια παραγωγού με υψηλή την αίσθηση της οικονομίας, ετοιμοπαράδοτα σκηνικά για τα όνειρα της ωριμότητάς μας…[σ. 163]

Στα προλεγόμενα της αμερικανικής έκδοσης του 1967 ο συγγραφέας μας δίνει τις ακριβείς χωροχρονικές συντεταγμένες των προσωπικών του ενθυμήσεων: Αγία Πετρούπολη – Σαιν Ναζαίρ, 1903 – 1940, με λίγες εξαιρέσεις σε κατοπινούς χρόνους και τόπους. Δίπλα στο έτος 1903 τώρα γράφεται μια φράση: η γένεση της αισθητήριας ζωής. Η περίλαμπρη στρατιωτική στολή του πατέρα του, έστω και φορεμένη χάριν αστεϊσμού, ταυτίστηκε με την πρώτη του αναλαμπή ολοκληρωμένης συνείδησης. Αλλά τι υπήρχε πριν από αυτήν, στην προγενέθλια άβυσσο; Ο χρονοφοβικός νεαρός ακόμα θυμάται τον πανικό του όταν είδε οικογενειακές ταινίες γυρισμένες λίγες βδομάδες πριν την γέννησή του: εκεί βρισκόταν ένας κόσμος απαράλλαχτος αλλά χωρίς εκείνον. Στην αρχή δεν είχε σαφή αντίληψη του γεγονότος ότι ο χρόνος, τόσο απέραντος εκ πρώτης όψεως, ήταν φυλακή.

Ο Ναμπόκοφ επιχειρεί την1a απόλυτη διείσδυση στο αρχέγονο σπήλαιο του παρελθόντος του για να θυμηθεί ένα μεγάλο ντιβάνι, μια μαρμάρινη προτομή της Άρτεμης, ένα κρυστάλλινο αυτό ξεχασμένο από κάποιο Πάσχα και το αιώνιο παιχνίδι, που κάθε πρωί σήκωνε τα σκεπάσματα ψηλά κι έμπαινε από κάτω για να παίξει «χιλιάδες αξεδιάλυτα παιχνίδια». Κι ύστερα ο μεγάλος σιδηροδρομικός σταθμός, τα ξύλινα βαγόνια, η πρώτη του κουκέτα. Παραδέχεται πως έχει υπέρμετρη αδυναμία στις πάμπρωτές του εντυπώσεις αλλά τους χρωστάει ευγνωμοσύνη: τον οδήγησαν στην Εδέμ του βλέμματος και της αφής. Τολμάει μάλιστα και μια απρόσμενη γενίκευση: εκείνη η δυνατότητα αποθησαύρισης τέτοιων εντυπώσεων για τα Ρωσσόπουλα της γενιάς του πιθανώς αποτελούσε ένα παιχνίδι της μοίρας, για να αντισταθμιστεί ο καταποντισμός που έμελλε να απαλείψει ολοκληρωτικά εκείνο τον κόσμο.

nabokov_document2Βιογράφος της απώτερης ζωής του, απαρνείται την αυστηρή γραμμικότητα για να αφηγηθεί τα πρώιμα αυτά χρόνια με βάση «θεματικούς σχηματισμούς», που κατά τη γνώμη του αποτελούν τον «αληθινό προορισμό της αυτοβιογραφίας». Aντιλαμβάνεται κανείς ότι ακριβώς αυτό το ατέλειωτο πανηγύρι των αισθήσεων αποτελεί τον κορμό της μνήμης που επιχειρεί να αιχμαλωτίσει σε αυτά τα γραπτά. Το παράθυρο του δωματίου του ως παραλληλόγραμμο του πλαισιωμένου ήλιου, τα βιβλία της μητέρας του, ξυλογραφίες και γκραβούρες ζώων, τα αυτοσχέδια παιχνίδια, το σκάκι, η ποδηλασία, όλα αποτελούν οργανικά κομμάτια μιας διαρκώς παλλόμενης ζωής. Η έλξη για την επιστήμη της συστηματικής, κοινώς την ιεραρχημένης ταξινόμησης των οργανισμών βρισκόταν ήδη προ των πυλών. Ο συγγραφέας ανακαλύπτει στη φύση τις μη ωφελιμιστικές χαρές που έψαχνε στην τέχνη.

RUSSIAN-Steam-Loco-1917Όταν ένα ταξιδιωτικό γραφείο στην λεωφόρο Νιέφκσι εκθέτει στην βιτρίνα του την μακέτα μιας διεθνούς κλινάμαξας, ο συγγραφέας μόλις γνώριζε τον μαγικό κόσμο του ταξιδιού με τραίνο. Ανάμεσα στις εικόνες που διατηρεί αναλλοίωτες είναι η αντανάκλαση του ήλιου στις κλειδαριές μιας βαλίτσας, που βλέπει ξανά να λάμπουν δεκαετίες μετά στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, όταν η εβδομηντάχρονη πλέον αποσκευή έχει αφήσει τις ακριβές της θήκες σε κάποιο ενεχυροδανειστήριο. «Η απώλεια αυτή αντισταθμίστηκε, ωστόσο, από τα τριάντα χρόνια που ταξίδεψε μετά μαζί μου – από την Πράγα στο Παρίσι, από το Σαιν Ναζαίρ στη Νέα Υόρκη – μέσα στους καθρέφτες διακοσίων και βάλε δωματίων μοτέλ και ενοικιαζόμενων σπιτιών σε σαράντα έξι πολιτείες. Και λογικό και συμβολικό: ο πιο σθεναρός επιζών της ρωσσικής μας κληρονομιάς αποδείχτηκε μια ταξιδιωτική αποσκευή». [σ. 177]

nabokov1Αλλά η σκέψη αυτού του διανοούμενου παιδιού δεν περιορίζεται μόνο στα απτά και τα ορατά. Όταν η μνήμη εκτείνεται σε πρόσωπα, εκείνος βρίσκεται σ’ έναν κυκεώνα μια σχεδόν ολιστικής αντίληψης των πάντων. Κάθε φορά που αναλογίζεται ότι αγαπά κάποιο πρόσωπο, σχεδιάζει ακτίνες που ξεκινούν από «την εστία της αγάπης, τον τρυφερό προσωπικών υποθέσεων», κοινώς την καρδιά και τον τραβούν «προς τερατωδώς απόμακρα σημεία του σύμπαντος». Εκεί κάτι τον ωθεί να μετρήσει την συνειδητότητα της αγάπης του «απέναντι σε πράγματα ασύλληπτα και απροσμέτρητα, όπως […] οι τρομερές παγίδες της αιωνιότητας, το άγνωρο πέρα από το άγνωστο, η απελπισία, η παγωνιά, οι ιλιγγιώδεις περιελίξεις και αλληλοδιεισδύσεις του χώρου και του χρόνου». Ένα συνήθιο ολέθριο, κάτι «σαν το ανεξέλεγκτο τίναγμα, σε νύχτα αϋπνίας…». Κάθε χώρος και κάθε χρόνος πρέπει να μετέχουν στο συναίσθημά του, στην αγάπη που μπορεί να είναι θνητή, μήπως και αμβλυνθεί ακριβώς αυτή η θνητότητα και καταφέρει να αντιπαλέψει την γελοιότητα και τη φρίκη του «να έχεις αναπτύξει μιαν απεραντοσύνη αισθήσεως και στοχασμού μέσα σε ύπαρξη πεπερασμένη». [σ. 354, 355]

home_photoΚαθώς η συναρπαστική αυτή αισθητηριακή αφήγηση αφιερώνεται αποκλειστικά στον θαυμαστό κόσμο του εκκολαπτόμενου συγγραφέα, η απουσία του φόρτου των δεδομένων της δημόσιας ιστορίας καλύπτεται με ένα αναπάντεχο εμβόλιμο κεφάλαιο, που γράφτηκε αργότερα, μια …τριτοπρόσωπη κριτική της αυτοβιογραφίας του, επιβεβαιώνοντας μια από τις μεγαλύτερες έξεις του: το ίδιο το παιχνίδι της λογοτεχνίας και με την λογοτεχνία.

Jean-Michel Folon, 1972, 'I write you from a distant country'Η Μνημοσύνη, πρέπει να το παραδεχτούμε, έχει αποδειχτεί κοπέλα πολύ απρόσεκτη, γράφει ο Ναμπόκοφ, καθώς διχάζεται ανάμεσα στην ακρίβεια του βιωμένου γεγονότος ή την πιστότητα της αναπαράστασής του. Σε αυτή την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου συγκρούονται δυο αλήθειες, η γραφή και μεταγραφή μιας ζωής που αναζητάει τις λέξεις για να ξαναζήσει. Η ίδια η συγγραφή άλλωστε υπήρξε η μόνη δυνατή θεραπεία απέναντι στο τραυματικό ξερίζωμα και στην νοσταλγία μιας χαμένης ζωής, αλλά και η μόνη αυταπάτη επαναφοράς του θαυμαστού κόσμου των αισθήσεων.

nabokov-lgΆκου «αγώνας για τη ζωή! Η κατάρα της μάχης και του μόχθου στέλνει τον άνθρωπο πίσω στην κατάσταση του αγριόχοιρου, στα γρυλίσματα των θηρίων που δεν ξέρουν άλλο από ξέφρενο κυνήγι της τροφής. Την παρατηρήσαμε πολλές φορές οι δυο μας τη μανιακή εκείνη γυαλάδα στο ραδιούργο βλέμμα της νοικοκυράς που κατοπτεύει τα τρόφιμα στο μπακάλικο ή διερευνά το νεκροτομείο του χασάπη. Δουλευτές του κόσμου, διαλυθείτε! Λάθος λένε τα παλιά βιβλία. Ο κόσμος πλάστηκε μια Κυριακή. [σ. 356]

Εκδ. Πατάκη, 2vladimir-nabokov_3-t013, μτφ. Γιώργος Βάρσος, πρόλογος Μισέλ Φάις, σελ. 401. Περιλαμβάνεται δωδεκασέλιδο με μαυρόασπρες φωτογραφίες και επεξηγηματικά κείμενα. Το Παράρτημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος της 28.12.1998 /4.1.1999 του New Yorker. [Vladimir Nabokov, Speak, memory, 1947].

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 40 (χειμώνας 2014).

Το έργο τέχνης του Jean-Michel Folon (1972) μου φάνηκε ταιριαστό ως εικόνα και ως τίτλος: I write you from a distant country.

17
Νοέ.
14

Κώστας Μαυρουδής – Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι

Μαυρουδής - ΓκαριμπάλντιΣυμβαίνει με ορισμένες ταινίες: αφού oλoκληρωθεί πια η ιστορία, και καθώς πέφτουν τα γράμματα στην οθόνη, ένας αφηγητής μας μετα­φέρει, αιφνιδίως, στον εξωφιλμικό χρόνο, το χρόνο του θεατή. Μας αποκαλύπτει τότε τι απέγιναν οι ήρωες, πού πήγαν, πότε και πώς πέθαναν, ενώ το μέλλον τους, λίγα λεπτά πριν, στα όρια της ταινίας, έμενε άδηλο. Έτσι και με μας. Ο αφηγητής προς το παρόν σιωπά, αλλά υπάρχει. [σ. 149]

…Πράγματι, έχουμε κι εμείς τον δικό μας αφηγητή… Αλλά πότε θα μιλήσει αυτός ο αφηγητής; Ποια είναι η κατάλληλη στιγμή, πότε φτάνει το πλήρωμα του χρόνου για την δική μας αφήγηση; Και τι θα επιλέξει άραγε αυτή η πρόζα απ’ όλα όσα είδαμε, ακούσαμε, μυρίσαμε, γευτήκαμε, σκεφτήκαμε; Και μπορεί αυτή η γραφή, που δεν συμβαίνει εν θερμώ αλλά συνεχίζει να θερμαίνει την μνήμη, να αποτελέσει αποκατάσταση του κόσμου «με μια τάξη άφθαρτη και υπερχρονική»;

ΚΜΤέτοια προβλήματα δεν απασχολούν μόνο τους συγγραφείς· ακόμα κι εμείς που δεν γνωρίζουμε το βάλσαμο της μελάνης πασχίζουμε να διηγηθούμε αναμνήσεις, αναζητούμε σπασμένα τους κομμάτια, επιστρέφουμε στην πηγή μιας σημερινής μας προτίμησης, αναρωτιόμαστε γιατί αναθυμηθήκαμε εκείνο και ξεχάσαμε το άλλο. Και στο τέλος μένουμε μόνοι με μια ανθολογία διεσπαρμένη από μνήμη και λήθη.

Αλλά τότε είναι που ανοίγουμε βιβλία όπως αυτά του Κώστα Μαυρουδή· και όχι μόνο για να βάλουμε σε σειρά όλα αυτά τα ερωτήματα, όχι μόνο για να ανακουφιστούμε με εκείνη την γνωστή ικανοποίηση πως όλα αυτά βασανίζουν ακόμα και τους ασκημένους μνήμονες, αλλά και για να βρούμε τις δικές μας σκέψεις γραμμένες με τον πιο σαγηνευτικό λόγο και για να μοιραστούμε κοινά ή διαφορετικά συναισθήματα πάνω στα βιωμένα και τα αβίωτα.

Ακόμα κι όταν ο συγγραφ487561_4429405501037_837098834_nέας προσανατολίζει την γραφή του σε όλα εκείνα τα ελάσσονα που κάποιοι από εμάς έχουμε σκεφτεί ή πράξει, είναι μια αίσθηση ιδιαίτερη, που κάνει την ανάγνωση απολαυστική αλλά και θεραπευτική. Πόσα δεν έχω σκεφτεί όταν βλέπω υπογραμμισμένες φράσεις και παραγράφους σε κάποιο βιβλίο, από εμένα ή από άλλους, οικείους και μη; Και τι σκέφτεται άραγε το παιδί του οποίου τις μνήμες του οποίου κοινωνούμε σε πολλά από αυτά τα γραπτά όταν διακρίνει τις μολυβένιες γραμμές από το χέρι του πατέρα του;

1483364_10201560958573584_985046616_nΕκεί, βρίσκοντας διαρκώς μπροστά του τα σημάδια από το μολύβι του πρώτου αναγνώστη – γραμμές που δεν εξαιρούσαν κανέναν τίτλο – είναι δυνατόν να οδηγηθεί κάποτε σε παράδοξες αλλά γοητευτικές εικασίες, για τις οποίες πάντα αφήνει έδαφος η δυσεξήγητη ση­μειογραφία των απόντων. Με την υπογράμμιση, λοιπόν, επιλεγμένων φράσεων, εκτός από στιγμιαίες εντυπώσεις της αναγνώσεως, μπορεί να εκ­δηλωνόταν κάτι σκόπιμο και ηθελημένο: ο με­λαγχολικός εγωισμός του ανιόντος, που επιθυμεί να ρίχνει τη σκιά του και να συνομιλεί με το παιδί σ’ ένα μακρινό και απρόβλεπτο μέλλον, όταν δηλαδή ο ίδιος θα απουσιάζει και οι υπογραμμίσεις θα είναι διαρκής πιθανότητα διαλόγου με τον γιο του, μηνύματα που εξέπεμψε χρησιμοποιώντας έναν ξένο στοχασμό. [σ. 26 -27]

Ας γεμίσω κι 1471376_10201191939908348_1430868121_nεγώ το βιβλίο με δικά μου υπογραμμίσματα, όχι για να προκαλέσω μελλοντικούς συλλογισμούς σε όποιον το ξεφυλλίσει χρόνια μετά αλλά για να συναρμολογήσω κάτι από την άπιαστη γοητεία την ανάγνωσής του. Ο συγγραφέας γράφει για την πληθώρα των πραγμάτων, των οποίων κι αν ακόμη ήθελε κανείς να απομακρύνει την συναισθηματική και ιδεολογική ηγεμονία, αυτά αντιδρούν και υπερασπίζονται την παρουσία τους στη ζωή μας· για την άδηλη επιρροή τους που μέλλει να μεταβληθεί σε αιχμαλωσία· για τους συνειρμούς που αρνούνται την λογική των αισθήσεων και εξαφανίζουν την απόσταση ανάμεσα στον αφηγητή και στο παρελθόν παλινορθώνοντας πρόσωπα, περιοχές και γεγονότα· για τους ίδιους συνειρμούς που εμποδίζουν την απεξάρτηση από αυτά.

984028_10201855751623226_196082795_nΕδώ βρίσκονται συλλογισμοί πάνω στα επαναλαμβανόμενα όνειρα που φωτίζουν την διάθεση απέναντι στο χαμένο· πάνω σε όλα αυτά που κυκλοφορούν στη μνήμη, απ’ όπου, σε λίγο, «θα συνιστούν την ηδονική ενόχληση του κάθε οριστικού παρελθόντος»· εγγραφές που απρόσκοπτα βάδισαν μαζί του, πραγματοποιημένες στα χρόνια που η συνείδηση είναι λευκό χαρτί, άρα, τολμώ να πω, εδώ καταγράφεται μια παραστατικότατη μεταφορά: του μελανιού στην λευκότητα, της γραφής πάνω στην συνείδηση.

531519_4625906853448_1243105977_nΜπορείς με την αρωγή των ψιθύρων της παιδικής ηλικίας να οργανώσεις, πολύ αργότερα, εκείνη την εποχή… Υπάρχει μια ηλικία αθωότητας και άγνοιας όπου η ακρόαση κάθε πληροφορίας συντελείται σαν θαύμα. Υπάρχει μια φράση (όπως για παράδειγμα εκείνη από την εισαγωγή ενός μυθιστορήματος του Βερν) που προσφέρει γενναιόδωρα ως σήμερα την σίγουρη και διαρκή μουσική των συνειρμών. Κι αν ένα πνεύμα όπως η δασεία δημιουργεί ακόμα και αυτή την εποχή μια ενστικτώδη κίνηση γραφής του, τότε οδηγεί σιωπηρά στις αφετηρίες χρόνου και τόπου αυτής της μάθησης.

Σε αυτές τ150934_4450064417497_1962535853_nις ανασυνθέσεις ενός ελάχιστου παρελθόντος, περίοπτη θέση έχουν η ενασχόλησή με το μη χρήσιμο ως μια αρχή του πνευματικού, η λατρεία του περιττού, οι προεφηβικές έμμονες «έρευνες» και φυσικά το σινεμά και το μυθιστόρημα, κι ας μείωσε το πρώτο, όπως έγραψε ο Αντόρνο, την αξιοπιστία του δευτέρου. Ο Μαυρουδής βλέπει τον Μπέργκμαν σ’ ένα γραφείο τελετών και εικάζει εννιά διαφορετικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Μπουνιουέλ έγραψε μια φράση στην αυτοβιογραφία του· θυμάται σελίδες του Λεοπάρντι και διαλόγους του Φελλίνι· εντοπίζει τον Μάγκρις στην Βαρκελώνη και τον Χαλεπά στην Αθήνα, διασώζει μια αξέχαστη φράση του Μάλερ και κάποιους στίχους του Λαμαρτίνου που μπορεί να αναδύθηκαν μέσα από πληκτικές οικογενειακές απαγγελίες αλλά μόνο τώρα τον αγγίζουν με την μελαγχολία ενός ρομαντικού έργου. Άλλωστε η αλήθεια τους είναι αμάχητη: ο χρόνος παρέρχεται κι αυτό η συνείδησή μας το αρνείται πεισματικά.

1476377_10201314850381033_783492122_nΟ συγγραφέας γνωρίζει καλά πως η απόσταση που εξωραΐζει πράγματα και γεγονότα, μακριά από την εμπειρική τους διάσταση. Αναρωτιέται σε τι βαθμό αυτοπροσδιορίζονται ή, πόσο αυτοδίδακτα είναι τα αισθητικά μας αντανακλαστικά. Συναντά ακόμα και στην σύγχρονη καθημερινότητά του σήμερα «την ενηλικίωση του τότε γεγονότος». Παραδέχεται πως κάποτε αυτοβιογραφείται με όσα είδε ως άλλος. Και πάντα καταλήγει στο αιώνιο, βασανιστικό ζήτημα που θέτει κάθε έργο: στην ανάγκη αναδημιουργίας και κυρίως αποκατάστασης του πραγματικού.

Και πάντα με αφήνει να αναρωτιέμαι… όπως, για παράδειγμα: ποια παρουσία θα μείνει περισσότερο στην μνήμη μου, ο κύριος Χ. που ισχυρίζεται ότι πράγματι κερδίζεις τους άλλους, κάνοντάς τους να φεύγουν από σένα περισσότερο ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους απ’ ότι όταν ήρθαν ή ο ανώνυμος κύριος που έπαψε να διαβάζει εφημερίδες επειδή προτιμούσε τελικά να γνωρίζει ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί ανά τους αιώνες παρά να κυνηγάει την πρόσφατη αλλά ασήμαντη είδηση;

cmΠίσω από τις κουρτίνες του Γκαριμπάλντι βρίσκεται ένα εργαστήριο που δεν διαχωρίζει είδη και μορφές λόγου. Ο Μαυρουδής ενσταλάζει μνήμες και συλλογισμούς σε μικρά διηγήματα, σύντομα δοκίμια, αφορισμούς, ημερολογιακές εγγραφές, κείμενα που θυμούνται ένα ταξίδι «με την βεβαιότητα των οξυμένων αντιλήψεων που εγγυάται κάθε μετακίνηση». Και μπροστά από τις κουρτίνες, έξω από το παράθυρο, ο κόσμος: εκείνος που υπήρξε κι εκείνος που υπάρχει, ο Χθεσινός Κόσμος (για να θυμηθώ ένα βιβλίο που έχω αγαπήσει ιδιαίτερα και ο συγγραφέας ακόμα περισσότερο, το μυθοπλασμένο βιογράφημα του Τσβάιχ) και η σύγχρονη επιβίωσή του, αλλά κυρίως ο κόσμος που υπήρξε μόνο για τον καθένα μας, γιατί ο κόσμος είναι αυτό ζήσαμε μέσα από τις δικές μας αισθήσεις.

1937439_10202512208914248_7342023929701502217_nΚαι, φυσικά, δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ημέρα που ήταν η τελευταία για ένα παιδικό δωμάτιο. Αγνοούμε, και ίσως να μην υπάρχει, το 24ωρο εκείνο κατά τη διάρκεια του οποίου σκόρπισε και διαλύθηκε ο ιστός της παιδικότητας και μαζί μ’ αυτόν εξαφανίστηκαν η συνοχή και η τάξη της έννοιας «παιδική ηλικία». / Επειδή όλοι έμειναν ανύποπτοι για ό,τι χανόταν, η σημαντικότερη περίοδος της ζωής μας, με ακατάγραπτα και αμφίβολα τα όριά της, δεν έχει ημερομηνία και πράξη θανάτου. [σ. 12]

Εκδ. Νεφέλη, 2000, 157 σελ.

Σημ.  Η αθανασία των σκύλων, Η ζωή με εχθρούς και ο λόγος του συγγραφέα, σε πανδοχείο πρόσφατο, απώτερο και απώτατο.

Οι φωτογραφίες προέρχονται από την συλλογή του συγγραφέα και είναι βγαλμένες από τον ίδιον, με δυο αυτονόητες εξαιρέσεις…

08
Νοέ.
14

Κυριάκος Κατζουράκης – Τάξη στο χάος. Ζωγραφική / Θέατρο / Κινηματογράφος

1Να διεκδικούμε το χώρο να ονειρευόμαστε: να στήνουμε γύρω μας εκδοχές μιας πραγματικότητας ιδανικής και δίκαιης. [σ. 54]

Σπάνια ένας λόγος διπλά αυτοβιογραφικός – προσωπικός και καλλιτεχνικός – γίνεται τόσο περιεκτικός σε σκέψεις και την ίδια στιγμή σαγηνευτική αφήγηση. Το βιβλίο του πολύπλευρου ζωγράφου, εικαστικού και κινηματογραφιστή Κυριάκου Κατζουράκη περιέχει σημειώσεις που ταξινομήθηκαν τα τελευταία δυο χρόνια, σημειώσεις που «χωρίς να το καταλάβει απέκτησαν αρχή, μέση και, κατά κάποιο τρόπο, τέλος». Στο επίκεντρό τους βρίσκεται η τέχνη μέσα στην αμοιβαία σχέση του παρελθόντος και παρόντος, όχι σαν συνεχόμενη ιστορία αλλά ως τόπος όπου συναντώνται οι κανόνες με τις ρήξεις τους και κάποτε και με την πλήρη ανατροπή τους.

187Γεννημένος ανάμεσα στον Πόλεμο και στον Εμφύλιο, ορφανός από μητέρα στα έξι, με χρόνια στο ορφανοτροφείο που έπληξαν καθοριστικά την αυτοεκτίμησή του, με πατέρα απόντα και ανεπιθύμητο λόγω πολιτικών διώξεων, ο συγγραφέας δεν μπορούσε παρά να ξεσπάσει στο δρόμο, να παίξει αλύπητα στους χωματόδρομους της πλατείας Κολιάτσου, να ξεπατικώσει τον Βαν Γκογκ και τον Μουνκ και όποια δραματική εικόνα ανακάλυπτε στις βιβλιοθήκες του σπιτιού – κι αργότερα στην νεότητα να βρίζει στους νυχτερινούς δρόμους τους αστούς και να ταυτιστεί με τον ήρωα στο Υπόγειο. Η του βίου γραφή άλλοτε ακολουθεί χρονική κατάταξη και άλλοτε μια εσωτερική συνέχεια, ανταποκρινόμενη στις σκέψεις και τους προβληματισμούς του. Όλα έχουν θέση σε αυτή την καταρρακτώδη εξομολόγηση, κι ακόμα περισσότερο εκείνα που σιγά σιγά διαμόρφωναν την δημιουργική του σκευή: η συνύπαρξη με τον αδελφό του Δημήτρη, η μελέτη της σύνολης ελληνικής τέχνης, τα 45άρια, η παρηγοριά του υπερρεαλισμού, η μαθητεία στον Μόραλη, οι δρόμοι των εξπρεσιονιστών, τα Εξάρχεια και η Αγγλία, το σε σημείο εμμονής διάχυτο πένθος για χαμένες αξίες και χαμένους ανθρώπους που ήθελε να ξαναζωντανέψει.

Σύνθεση [1968]Τα επάλληλα στρώματα του χρώματος σ’ έναν πίνακα έχουν συνειρμική σχέση, όπως ο εαυτός με τη μνήμη. Κάτω από την καθαρή επιφάνεια κρύβονται οι δυνάμεις που δημιούργησαν την όψη, ακάθαρτες, μπερδεμένες και ένοχες. Προτιμώ τους ζωγράφους που σπάνε τα μούτρα τους προσπαθώντας να τις φέρουν στο φως. Με απωθεί η περιποιημένη, αψεγάδιαστη ζωγραφική, ο νατουραλισμός και η μίμηση του πραγματικού. Η αθωότητα δεν είναι κάτι a priori καθαρό, συνήθως εμφανίζεται μέσα από βρόμικες διαδρoμές και περιοχές «εν κινδύνω». [σ. 31]

46_highΗ δουλειά του ζωγράφου δεν είναι μόνο τεχνική ή πρακτική: περιέχει ένα μέρος που αφορά την συμπύκνωση, τον έμμεσο λόγο, την μεταφορά, ακόμα και τον ποιητικό λόγο. Σήμερα που ο ίδιος, όπως κι εμείς, κυκλοφορεί σε χώρους γεμάτους με άδεια βλέμματα, ανάμεσα σε πρόσωπα κατοικημένα από ζόφο και ανέχεια, σε χρόνο διάχυτο από αίσθημα φόβου και πόνου, το ερώτημα ζεματάει περισσότερο από κάθε άλλη φορά: τι μπορεί να κάνει η τέχνη του; Ο ίδιος δεν επιθυμεί ούτε να σχολιάσει ούτε να καταγράψει, ώστε να μη μετατραπεί σε σοσιαλιστικό ρεαλισμό ή εκ του ασφαλούς διδακτισμό. Αντίθετα, αντιλαμβάνεται την αξία του διφορούμενου νοήματος, εκείνου που εχθρεύεται το απόλυτο, με την έννοια της αμφισβήτησης της μίας και μόνης αλήθειας. Φάρο εδώ αποτελεί η Σφίγξ: η επιτομή της διπλής σκέψης, της αιώνιας εκκρεμότητας που ενοικεί στην καρδιά της τέχνης. Ο διφορούμενος λόγος είναι και μέσο εκλογίκευση του αλόγου, του ανείπωτου της τέχνης.

Ο ποιητής ασφυκτιά στην κοινωνία που του αρνείται το δικαίωμα της διπλής σκέψης. Υποκύπτοντας σε μια αλλόκοτη σύμβαση, οι άνθρωποι δημιουργούν έναν κλοιό γύρω τους, θέτοντας όρια στους μηχανισμούς διττής σκέψης και ερμηνείας· σαν να επιστρέφουν στη μονοδιάστατη φύση του απόλυτου και απαιτούν να κυριαρχούν μονοδιάστατοι κανόνες και νόμοι στη δομή της κοινωνίας. Ό,τι δεν υπακούσει συνιστά παράβαση, και, μ’ αυτή την έννοια, η τέχνη συνιστά μια υπερμεγέθη. Αμέσως μετά, η «ανυπάκουη» τέχνη βρίσκεται εκτός των τειχών. [σ. 32]

Still life, 1972Τι μένει σήμερα στην Ευρώπη του Διαφωτισμού; Εκατομμύρια άνθρωποι στοιβάζονται στο περιθώριο και στην απαξίωση και αναβιώνεται η ουσία του φασισμού, που απεχθάνεται την διαφορετικότητα. Ο συγγραφέας έζησε για χρόνια στην Αγγλία, όπου ο γερασμένος καπιταλισμός πάντα καταφέρνει να δηλώνει την παρουσία του στις νέες εκφράσεις, «σαν το σκύλο που κατουράει για να ορίσει την περιοχή του». Την ίδια στιγμή εμείς στη Δύση εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως όλα ξεκίνησαν με τον πολιτισμό της Ευρώπης. Και πως χειρίζεται ο ίδιος την πολιτική στην τέχνη του; Γράφει πως ποτέ δεν άρχισε ένα έργο με την πρόθεση να κάνει πολιτική τέχνη, καθώς πάντα επιθυμεί τα έντονα συναισθήματα και όχι τις αντικειμενικές καταγραφές. Η πολιτική τέχνη προκύπτει, δεν προαποφασίζεται.

137Η τέχνη έζησε ανέκαθεν έναν άλλο διχασμό: η τέχνη για την τέχνη ή η τέχνη μέσα και σε σχέση με την κοινωνία· κι ακόμα, η τέχνη που παράγεται από την εξουσία, και η τέχνη που εξεγείρεται, εκείνη που γεννά έργα – πολυπρισματικούς καθρέφτες πάνω στους οποίους κατοπτρίζεται η ανυπακοή. Ποιος κινδύνευε από τα έργα των ρώσων πρωτοπόρων, όπως του Μάλεβιτς και του Ροτσένκο, από το θέατρο του Μέγιερχολντ, από τα ποιήματα του Μαγιακόφσκι αν όχι ο μονοδιάστατος εξουσιαστής; Τότε ο ηλίθιος αυταρχισμός της εξουσίας είχε κατηγορήσει τους μοντερνιστές ότι ταυτίζονται με την συντηρητική παραδοσιακή τέχνη, για να κρύψει τον φόβο της για τη νέα τέχνη… Και στη δική μας χώρα που Πωλείται, ολόκληρες γενιές καταστρέφονται μπροστά στα μάτια μας από μονοδιάστατους ανθρώπους.

ΚΚΥπάρχει λοιπόν επικίνδυνη τέχνη και ποια είναι αυτή; Για ποιο λόγο η σημερινή παγκοσμιοποιημένη εξουσία θεωρεί ανεπιθύμητη την καλλιτεχνική έκφραση; Επικίνδυνη είναι η τέχνη που λογοκρίνεται, εκείνη που βλέπει στο σκοτάδι όπου κρύβονται όλα όσα η εξουσία δεν μπορεί να διαχειριστεί. Εκεί βρίσκονται οι παρίες, οι απόβλητοι, οι αγνοούμενοι από όλους εμάς, γράφει ο Κατζουράκης, εκεί και όλοι οι καλλιτέχνες που πείνασαν, εξορίστηκαν, δολοφονήθηκαν και όχι μόνο αντιστάθηκαν αλά έφτιαξαν μια καινούργια συλλογικότητα πολιτικής τέχνης, έκτισαν τη νέα αντίληψη για την τέχνη κόντρα στην εξουσία, στο ναζισμό και στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

H μνήμηΑλλά είναι και η μνήμη που κατακλύζει διαρκώς τις σκέψεις του καλλιτέχνη· εκείνη που μένει ανεπεξέργαστη στο ημίφως, καθώς εμείς συνηθίζουμε την καθημερινότητά μας όπως συνηθίζουν τα μάτια στο σκοτάδι. Η μνήμη που είναι ζωντανή, παράγει αισθήματα και σκέψεις σε δεύτερο και τέταρτο επίπεδο, μπορεί καμιά φορά να εξηγεί ακόμη και απρόοπτες επιλογές μας ή αποφάσεις που αιφνιδιάζουν κι εμάς τους ίδιους. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί όχι μόνο σ’ έναν καλλιτέχνη αλλά και σε οποιονδήποτε άνθρωπο είναι η συρρίκνωση της μνήμης του, η αντικατάστασή της από την πρόσφατη μνήμη, την εξαρτημένη απ’ τους νόμους της πραγματικότητας.

Η μνήμη είναι από τη φύση της αποσπασματική, ασυνεχής, κι όταν παρακάμπτεις τα κενά της ή τα συμπληρώνεις αυθαίρετα, τη βιάζεις. Θεωρώ πιο φυσικό να τα παραθέτεις παρά να πασχίζεις να πετύχεις μια»κανονική» ροή από την αρχή. Για παράδειγμα, αφηγούμενος μια ιστορία, συχνά οδηγείσαι σε μιαν άλλη, που οπωσδήποτε πρέπει να μπεις μέσα της, και ίσως, όταν και εάν βγεις, να μπορέσεις να συνθέσεις όλα τα φαινομενικά ετερόκλητα στοιχεία των δύο διαφορετικών ιστοριών. / Στην αφήγηση υπάρχουν κρυμμένες προσωπικές μνήμες. Πρέπει να σηκώσεις ελαφρά την επιφάνεια της ιστορίας, για να γλιστρήσει έξω, σχεδόν από μόνο του, το προσωπικό αυτό υλικό, βασικό στοιχείο της αφήγησης. [σ. 278]

katzourakisΗ διαδικασία δεν διαφέρει στις εικαστικές τέχνες, γράφει ο Κατζουράκης. Εκεί υπάρχει επιπλέον η στατική εικόνα, που όμως σημαίνει και συμπυκνωμένος χρόνος. «Εικαστική αφήγηση είναι ακριβώς η διαχείριση του συμπυκνωμένου χρόνου, αυτού του ανεκτίμητου εργαλείου». Άλλωστε πάντα οι ζωγράφοι δεν διαχειρίζονταν τον χρόνο παραθέτοντας εικόνες; Και είναι στη ζωγραφισμένη επιφάνεια που το βλέμμα του θεατή ταξιδεύει με τον δικό του χρόνο, άρα αναιρεί την στατικότητα της εικόνας. Είναι βλέμμα που αντιπαραβάλει τους δικούς του συνειρμούς σε εκείνους του καλλιτέχνη και το στοίχημα του ζωγράφου είναι κατά πόσο μπορεί να οδηγήσει το βλέμμα του. Ίσως γι’ αυτό ο πιο κοντινός κινηματογραφιστής στην εικαστική αφήγηση είναι ο Μπέλα Ταρ, που επιτρέπει τον φυσικό χρόνο στην εικόνα του και δεν βιάζεται, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα της εσωτερικής ματιάς στο βλέμμα του θεατή.

Γλυκιά μνήμηΒρισκόμαστε ήδη στο κεφάλαιο Ζωγραφική και κινηματογράφος όπου ο συγγραφέας μεταξύ άλλων γράφει τις σκέψεις του για το κοινό βλέμμα των Ταρκόφσκι, Αντονιόνι και Ταρ, για τις ταινίες του, για το ντοκιμαντέρ. Άλλωστε η ταινία του Ο δρόμος προς τη δύση ήταν συνδυασμός ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, και τα πιο έντονα πλάνα, γυρίστηκαν ένα βροχερό σούρουπο στην ταράτσα τους: Άρχισε να βρέχει και ανεβήκαμε γρήγορα στην ταράτσα όπου έπρεπε να αυτοσχεδιάσουμε την αυτοκτονία της Ιρίνας. Οι λύσεις που βρέθηκαν δεν γράφονται στο πιο οργανωμένο ντεκουπάζ. Χωρίς μακιγιάζ, χωρίς χρόνο – κυρίως γιατί νύχτωνε – χωρίς πρόβες, έγιναν όλα όπως έπρεπε. Η μαγεία της στιγμής που ξεπερνάει τον εαυτό της.

Κατζουράκης - ΓέρουΗ οφειλή στον Άγγελο Ελεφάντη, η κατά Ταρκόφσκι Σμίλευση του Χρόνου, ο Διχασμένος Εαυτός του Λαινγκ, τα γραπτά του Καντίνσκυ και του Κλέε, τα δοκίμια του John Berger και τα Minima Moralia του Adorno, οι σκέψεις του Max Beckmann, και οι σελίδες του Χόρχε Σέμπρουν, μαζί με δεκάδες άλλες αναφορές, όλα έχουν θέση στο σύμπαν ενός καλλιτέχνη σαν τον Κατζουράκη, που επιθυμεί διακαώς να συνεχίζει να διδάσκεται και που γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι να είσαι σε θέση να ζωγραφίζεις σήμερα, αλλά και πόσο δρόμο έχει ακόμα να διανύσει μέχρι να μάθει όλα τα μυστικά της τέχνης του.

Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2013, σελ. 330, με βιβλιογραφία. Εισαγωγή: Καλλιόπη Ρηγοπούλου, πρόλογος: Μάνος Στεφανίδης, επιμέλεια: Μαρία Λαϊνά.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο, 168 υπό τον τίτλο Revolving Paint Dreams.

03
Νοέ.
14

Paul Ricoeur – Η μνήμη, η ιστορία, η λήθη

Ο Γάλλος φιλόσοφος ΠοRicoeur COVERλ Ρικέρ είναι ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους στοχαστές και το εν λόγω έργο αποτελεί ορόσημο για την σύγχρονη φιλοσοφία. Πρόκειται για έκδοση πολύτιμη, ένα βιβλίο σαφώς εξαντλητικό στη γραφή του και εξουθενωτικό στην ανάγνωση, πυκνό και συχνά δύσκολο, που όμως ανταμείβει τον υπομονετικό αναγνώστη με τα πιο ευπρόσδεκτα δώρα που μπορεί να δεχτεί: μια σειρά από κλειδιά κατανόησης, ερμηνείας και στοχασμού πάνω στο δίπολο που αποτελεί απόλυτα κοινό κτήμα των εαυτών μας και των κοινωνιών όπου ζούμε: στη μνήμη και την λήθη, αλλά και στην αντίληψη της ιστορικής εμπειρίας και την παραγωγή της ιστορικής αφήγησης.

ricoeur_webΤο πρώτο μέρος αφιερώνεται στην μνήμη και στα μνημονικά φαινόμενα. Η προτεινόμενη φαινομενολογία δομείται γύρω από το τι της ενθύμησης και το ποιός της μνήμης. Η «αντικειμενικότροπη» αυτή προσέγγιση έχει την αφετηρία της στο πνεύμα του Husserl και γνωρίζει την μακρά φιλοσοφική παράδοση που καθιστά την μνήμη μια περιοχή της φαντασίας, σ’ ένα παρελθόν καχύποπτης μεταχείρισης από τον Montaigne ως τον Pascal. Απέναντι στην παράδοση του υποβιβασμού της μνήμης σε επικράτειες του φανταστικού, του μη πραγματικού ή της μυθοπλασίας τίθεται το εγχείρημα ακριβώς της σχετικής αποσύζευξης και την ανάδειξης των ειδοποιών στοιχείων της φαντασίας και της ενθύμησης.

PaulRicoeur-par-Isabelle-Levy-LehmannΑναπόφευκτα η εκκίνηση γίνεται από τις ελληνικές απαρχές της προβληματικής και δη την πλατωνική και αριστοτελική θεωρία· οι δυο Έλληνες δάσκαλοι προτυπώνουν αυτό που θα ονομαστεί «προσπάθεια μνήμης» από τον Bergson και «εργασία αναμνημόνευσης» από τον Freud. Ακολουθεί μια απόπειρα τυπολογίας των μνημονικών φαινομένων, η κατά Sartre αναθεώρηση της θεματικής του φαντασιακού, η κατά Bergson διάκριση μεταξύ «κοπιώδους ανάκλησης» και «στιγμιαίας ανάκλησης» αλλά και η διάκριση του Husserl μεταξύ συγκράτησης ή πρωτογενούς ενθύμησης και αναπαραγωγής κα δευτερεύουσας ενθύμησης. Η ars memoriae, η τέχνη της μνήμης που πρότεινε ο Frances Yates στο μνημειώδες βιβλίο του, η σχετική αναγωγή στο έργο του Giordano Bruno, η μνήμη των τόπων και η διαδικασία της εικονοποίησης της μνήμης ανοίγουν περισσότερο τα πεδία του σχετικού προβληματισμού.

John LockeΣτη συνέχεια αναπτύσσονται οι καταχρήσεις της φυσικής μνήμης: η εμποδισμένη, η χειραγωγούμενη και η καταχρηστικά επιβεβλημένη μνήμη. Κομβικό σημείο εδώ αποτελεί η θεωρία του Locke κατά την οποία η μνήμη ανάγεται σε κριτήριο ταυτότητας. Ο συγγραφέας ανατρέχει και σε σύγχρονα έργα, όπως το δοκίμιο του Todorov Οι καταχρήσεις την μνήμης, ένα αυστηρό κατηγορητήριο κατά της σύγχρονης φρενίτιδα των αναμνηστικών τελετών με το πλήθος των μύθων που τις συνοδεύουν. Δεν είναι ειδικότητα μόνο των ολοκληρωτικών καθεστώτων να απλώνουν το χέρι πάνω στη μνήμη, αλλά ίδιον των ζηλωτών της δόξας. Τα διακυβεύματα της μνήμης είναι πολύ μεγάλα για τα αφεθούν στον ενθουσιασμό ή στην οργή. Το γεγονός ότι υπήρξατε θύμα σας δίνει το δικαίωμα να παραπονιέστε, να διαμαρτύρεστε, να απαιτείτε έγραφε ο Todorov· πρόκειται για μια γνωστή και σήμερα στάση που γεννά ένα υπέρμετρο προνόμιο και φέρνει τον υπόλοιπο κόσμο σε θέση χρεοφειλέτη.

Frances Yates’ reconstruction of Giordano Bruno’s memory wheel from `De Umbris Idearum’1Συχνά η ίδια η εργασία του ιστορικού είναι κατ’ ανάγκη προσανατολισμένη στην αναζήτηση όχι της αλήθειας αλλά του καλού – και είναι αμέτρητες οι καταχρήσεις της μνήμης που υπάγονται στην αναζήτηση της δικαιοσύνης και μόνο. Στο ηθικό – πολιτικό επίπεδο θριαμβεύει η υποχρεωτική μνήμη. Ο Henry Rousso στο Σύνδρομο του Βισύ γνωρίζει καλά τις κατηγορίες που υπάγονται σε μια παθολογία της μνήμης: τραυματισμός, απώθηση, στοιχείωμα, εξορκισμός. Το καθήκον μνήμης λειτουργεί ως απόπειρα εξορκισμού σε μια ανεπιθύμητη ιστορική κατάσταση – στην προκείμενη περίπτωση την περίπτωση των Γάλλων στα χρόνια 1940 – 1945. Στον αντίποδα ο Pierre Nora μίλησε για αναμνηστική ιδεοληψία της εποχής και τους «τόπους της μνήμης».

Husserl10Προσωπική μνήμη: ο ιδιωτικός χαρακτήρας της είναι πρωτογενής, αρχέγονος και θεμελιώδης. Καταρχήν η μνήμη εμφανίζεται ριζικά ενική: οι αναμνήσεις μου δεν είναι δικές σας. Η μνήμη είναι ένα μοντέλο δικότητας, ένα κτήμα ιδιωτικό. Κατόπιν εδώ βρίσκεται ο καταγωγικός δεσμός της συνείδησης με το παρελθόν: η μνήμη είναι του παρελθόντος και το παρελθόν είναι εκείνο των εντυπώσεών μου. Στην μνήμη, τέλος, συνάπτεται η αίσθηση προσανατολισμού μέσα το πέρασμα του χρόνου. Από τη σχετική διδασκαλία του Αυγουστίνου μέχρι την θεωρία του Locke και του Husserl ο συγγραφέας ερευνά διεξοδικά την παράδοση του εσωτερικού βλέμματός της μνήμης.

maurice_halbwachs_by_ludilozezanje-d5eqw8xΌσον αφορά το εξωτερικό της βλέμμα, ο Maurice Halbwachs στο έργο του Συλλογική Μνήμη (ένα άλλο σπουδαίο έργο με το οποίο θα ασχοληθούμε σύντομα) απέδωσε άμεσα την μνήμη σε μια συλλογική οντότητα που ονόμασε ομάδα ή κοινωνία. Για να θυμηθεί κανείς έχει ανάγκη τους άλλους. Εδώ όμως μια αόρατη γραμμή που χωρίζει τη θέση «δεν θυμάται κανείς ποτέ μόνος» από τη θέση «δεν είμαστε ένα αυθεντικό υποκείμενο απόδοσης ενθυμημάτων». Διατρέχοντας τα τρία υποκείμενα απόδοσης της ενθύμησης [εαυτός, συλλογικότητες, οικείοι] βουτάμε στα βαθιά νερά της φαινομενολογίας του συνανήκειν, από τον Weber, στην κοινωνιολογία του οποίου ο προσανατολισμός προς τον άλλον αποτελεί μια αρχέγονη κοινωνική δομή, μέχρι της πολιτική φιλοσοφία της Arendt.

Marc Bloch, Lucien Febvre, Fernand BraudelΤο δεύτερο μέρος έχει ως ευρύτερη αναφορά έχει ιστορία και ακολουθεί μια επιστημολογική διαδρομή στον κατοικημένο χώρο (από τον πλατωνικό Φαίδρο στην Υπερβατολογική αισθητική του Kant και της Φαινομενολογία της αντίληψης του Merleau – Ponty), στον ιστορικό χρόνο (εστιάζοντας στις θέσεις του de Certeau και του Bloch) και στις τρεις φάσεις της ιστοριογραφικής διεργασίας: την μαρτυρία, το αρχείο (η γραπτότητα της ιστορίας, ο ιστορικός ως αναγνώστης), την τεκμηριακή απόδειξη, την προαγωγή της ιστορίας των νοοτροπιών (Braudel, Foucault, Elias και πάλι de Certeau και [Marc] Bloch). Η χρήση του «γιατί» και τα διάφορα εξηγητικά και κατανοητικά σχήματα, οι διαλεκτικές της αφήγησης, της αναπαράστασης και της ρητορικής, η μαγεία της εικόνας στην ιστορική αναπαράσταση και πλήθος άλλων κομβικών η παραπληρωματικών ζητημάτων ερευνώνται εξονυχιστικά μέσα από το έργο πολλών στοχαστών (Ginzburg, Barthes, Marin, Revel κ.ά.)

imageΤο τρίτο μέρος εστιάζει πάνω στην ερμηνευτική της ιστορικής συνθήκης και επιχειρεί να στοχαστεί πάνω στην επικράτεια της λήθης που χάσκει κάτω από τη μνήμη και την ιστορία. Ερευνώνται το φαινόμενο της υποτίμησης της ιστορίας και ειδικότερα η αύξηση του αισθήματος αποστασιοποίησης που τείνει να εξαλείψει το αίσθημα του χρέους των συγχρόνων απέναντι στους προγενέστερους, η κατά Kosseleck ιστορίκευση του χρόνου, η νεωτερικότητα της ιστορικής διήγησης, η [αν]αντιστοιχία ιστορικού και δικαστή, η ιστορικότητα και ιστοριογραφία, η μνήμη ως απλή περιοχή της ιστορίας. Η εξάλειψη των ιχνών υπέρ της λήθης, η οργάνωση της λήθης, η κατ’ επιταγήν λήθη (αμνηστία), οι όψεις της συγχώρησης και του συγχωρητικού πνεύματος, η ποινική και πολιτική ενοχή, η ευτυχής μνήμη και η ατυχής ιστορία, αποτελούν το αντικείμενο των ύστατων προβληματισμών του τελευταίου κεφαλαίου σε αυτό το μείζον γραπτό έργο πάνω στα μείζονα άγραφα και δύσγραφα πεδία. Όλα έχουν θέση σε τούτη τη μεγάλη μνημονική επικράτεια, ακόμα και το αιώνιο ερώτημα του Breton στο L’ amour fou: Ποιος θα μας μάθει να μεταγγίζουμε την χαρά της ενθύμησης;

Εκδ. Ίνδικτος, 2013, μτφ. Ξενοφών Κομνηνός, 845 σελ. Με ευρετήριο έργων και ονομάτων [La mémoire, L’ Histoire, L’ Oubli, 2000].

Στις εικόνες: Paul Ricoeur δις, John Locke, ο κατά Frances Yates μνημονικός τροχός του Giordano Bruno, Edmund Husserl, Maurice Halbwachs, Marc Bloch – Lucien Febvre – Fernand Braudel και ξανά ο συγγραφέας.

23
Ιολ.
14

W. G. Sebald – Αίσθημα ιλίγγου

All’estero 0951 SEBALD-AISTHIMAσημαίνει «στα ξένα». Σε πόσα ξένα βρέθηκε αυτός ο συγγραφέας και για πόσους διαφορετικούς λόγους; Η Βιέννη του 1980 είναι για τον Ζέμπαλντ η αλλαγή τόπου ως ελπίδα ξεπερασμού μιας κακής περιόδου. Η «ανικανότητά του να υπερβεί κάποια αόρατα όρια» τον ωθεί σε διαρκή περιπλάνηση στη Βιέννη, σε ατέρμονο περπάτημα· ανταλλάσσει κουβέντες μόνο με τα γκαρσόνια και τις σερβιτόρες, κάπου νομίζει ότι αναγνώρισε τον ποιητή Δάντη, εξόριστο από την πόλη του. Αυτές οι ξεθεωτικές περιπλανήσεις μέσα στη νύχτα είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το αίσθημα δυσφορίας η ιλίγγου. Της μνήμης άραγε; Γιατί δεν τολμάει να το γράψει; Μα ούτε σε αυτή μπορεί να σταθεί: η μνήμη δεν σε διαβεβαιώνει για τίποτα, συχνά σε κοροϊδεύει, σε παραπλανεί. Σου μιλάει με τη φωνή μιας δασκάλας, με μια σερβιτόρα που μοιάζει να μεταφέρει μυστικά μηνύματα μεταξύ των πελατών, με την εικόνα των ασθενών ενός γηροκομείου καθώς στηρίζονται στο μπράτσο του νοσηλευτεί…έτσι είναι όταν γέρνεις πάνω στο ρεύμα του χρόνου.

Casanova_ritrattoΝέα φυγή για την Βενετία, διαφορετικά διωκόμενος από τον άλλοτε διωκόμενο από τις αρχές Τζάκομο Καζανόβα, που δεν σταμάτησε να συλλογίζεται τα όρια της ανθρώπινης λογικής και διαπίστωσε ότι…είναι μεν σπάνιο να τρελαθεί ο άνθρωπος, ωστόσο συνήθως δεν χρειάζονται πολλά για να φτάσει ως εκεί. Αρκεί μόνο μια ελάχιστη μετατόπιση και τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ο περιπλανητής συλλογίζεται πάνω στη νομολογία της εποχής, επί το πλείστον επικεντρωμένη στη ρύθμιση του ερωτικού πάθους. Βλέποντας στο ξενοδοχείο τον νυχτοφύλακα να έχει κι αυτός αποκοιμηθεί, με ανοιχτή την τηλεόραση, σκέφτεται πως μόνο οι μηχανές έχουν καταλάβει ότι δεν επιτρέπεται πια να κοιμόμαστε….Τα έργα του Πιζανέλλο τού ωθούν την επιθυμία να καταφέρει να τα παρατήσει όλα εκτός από το να βλέπει…

a postcard which Kafka wrote to Ottla from Riva del Garda.Το ταξίδι του Δρα Κ. στα Λουτρά της Ρίβα δεν του είναι διόλου ευχάριστο. Βασανισμένος από μια ιστορία που δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του, αγοραφοβισμένος, ο Δρ Κ. αναζητά την επιστροφή στο δωμάτιό του. στέκει για ώρα στο παράθυρο, κοιτάζει κάτω το δρομάκι. Είναι αδύνατον, σημειώνει την επόμενη μέρα, να ζήσεις τη μόνη δυνατή ζωή, να ζήσεις μαζί με μια γυναίκα, ο καθένας ελεύθερος, ο καθένας για τον εαυτό του… Βιέννη – Βενετία – Ρίβα – Τεργέστη. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου Sandwirt περιμένει να εμφανιστεί ο μπρούτζινος άγγελος που επισκέπτεται τους ταξιδιώτες. Και πράγματι εκείνος έρχεται αλλά όταν ο Κ. σηκώνει πάλι τα μάτια του βλέπει μια βαμμένη ξύλινη φιγούρα από ακρόπρωρο καραβιού, σαν αυτές που είναι κρεμασμένες στο μπαρ των ναυτικών. Η καταρρακτώδης βροχή την άλλη μέρα δεν τον αποτρέπει από την έξοδο, το αντίθετο μάλιστα, επιθυμεί να ξεπλυθούν από πάνω του οι προηγούμενες μέρες. Αλλά αντί να βγει, αρχίζει στο ημίφως της σάλας του ξενοδοχείου να γράφει στην Φελίτσε, να της γράφει ατέλειωτα. Γιατί αυτός ο δύσφορος, μοναχικός αλληλογράφος δεν είναι άλλος από τον Φραντς Κάφκα και τις αληθινές ημερολογιακές του καταγραφές…

wg-sebaldΙl ritorno in patria αρχίζει από το Ίνσμπρουκ και τον σιδηροδρομικό του σταθμό, με τους άστεγους που με την μεγαλύτερη δυνατή θεατρικότητα υπογραμμίζουν τις απόψεις τους για το εκάστοτε θέμα, με κινήσεις από το ρεπερτόριο μιας ιδιαίτερης υποκριτικής τέχνης, παντελώς άγνωστης στις δικές μας σκηνές. Ο ταξιδιώτης συγγραφέας διαφέρει από οποιονδήποτε άλλο…κάθεται σ’ ένα μίζερο εστιατόριο του σταθμού, υπομένει την αγένεια της σερβιτόρας, επισκέπτεται μια εκκλησία βαθιά σ’ ένα φαράγγι, παρατηρεί την ζωγραφισμένη Οδό του Μαρτυρίου: Τα σκούρα ρούχα είχαν ενωθεί με τον εξίσου σκούρο φόντο έτσι που δεν ξεχώριζες τίποτα. Νόμιζες ότι έβλεπες απ’ ό,τι είχε απομείνει να δεις, κάτι σαν μάχη φαντασμάτων, πρόσωπα κα χέρια που αιωρούνταν ελεύθερα στο ζόφο της αποσύνθεσης. Ο δρόμος της επιστροφής είναι ένας δρόμος διαρκώς ανοιχτός.

stendhalΕίναι ακριβώς η γνώριμη γραφή του Ζέμπαλντ, που και εδώ εναλλάσσεται με εικόνες με γεωγραφικούς χάρτες, έργα τέχνης, φωτογραφίες σπιτιών, προσωπογραφίες, εσώφυλλα βιβλίων, ex libris, επισκεπτήρια και κάρτες, επίσημες εκθέσεις, ταξιδιωτικά έγγραφα, κουπόνια εστιατορίων, ημερολόγια, αποκόμματα εισιτηρίων, μια σελίδα από καλεντάρι του 1980… Είναι τα εικονιστικά αντίστοιχα της γραφής, οι ιδιόμορφοι διάλογοι ανάμεσα στις λέξεις και στα εικονίσματα της μνήμης. Και ήδη από τις πρώτες σελίδες, αυτές που άφησα τελευταίες (Μπελ ή Το παράξενο γεγονός του έρωτα), ο Σαντάλ, επιστρέφοντας στα πεδία των μαχών καιρό αργότερα, σκηνικά πια στο βιβλίο του Περί έρωτος, γνωρίζει ότι η εικόνα του παρελθόντος άλλοτε αποτελείται μονάχα από γκρίζα χωράφια και άλλοτε του έρχονται εικόνες με τέτοια ασυνήθιστη σαφήνεια, που δεν πιστεύει ότι μπορεί να τις εμπιστευτεί.

sebaldΌσο εξουθενωτικές είναι αυτές οι ιστορίες του, άλλο τόσο επιθυμείς την εξουθένωσή τους, να σε σύρουν ταυτόχρονα σε παρόν και παρελθόν, ακολουθώντας τις περιπλανήσεις δικές του και άλλων. Ο συγγραφέας επιζητά τον χώρο γιατί δεν αντέχει τον χώρο, γράφει σε ένα είδος που περικλείει πολλά είδη γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να τακτοποιεί όλα όσα θυμάται και βλέπει, ή, τουλάχιστο να έχει την αυταπάτη ότι το κάνει. Ο Ζέμπαλντ ξεκίνησε να γράφει στα 47 και έχασε την ζωή του στον δρόμο, εκεί δηλαδή που έβρισκε την ζωή του, μια ζωή περιπλανώμενος, οδικός αναζητητής εκείνου που με τεράστια υπομονή μας περιμένει να ταξιδέψουμε για να μας συναντήσει.

Άλλωστε, κατά τα λόγια του Μπελ / Σταντάλ, στην πραγματικότητα, όπως ξέρουμε, όλα είναι πάντα διαφορετικά.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη, 221 σελ., με μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων και σημειώσεις της μεταφράστριας [Schwindel Gefühle, 1990].

Στις εικόνες: Τζάκομο Καζανόβα, καρτ ποστάλ του Κάφκα από την Ρίβα, και ο Σταντάλ ανάμεσα στον συγγραφέα.

22
Μαρ.
14

Κωστής Παπαγιώργης – Περί μνήμης

ΜνήμηΟ μεθυσμένος, όπως παρατήρησε ο Ντοστογιέφκσι, δεν πίνει για να ξεχάσει, απεναντίας πίνει για να θυμηθεί. Δραματοποιεί το παρόν δεξιωνόμενος το παρελθόν εν βρασμώ καρδίας. Ακατάπαυτη ιδεόρροια, σάμπως να φέρει μέσα του τα σπλάχνα δέκα ανθρώπων, δεξιοτεχνία στους δραματικούς αναχρονισμούς, μπουφόνος κατά ευτυχή σύμπτωση και οδυνόμενος κατ’ ανάγκη, παριστάνει τον σωσία του εαυτού του που επανήλθε αψηφώντας τον χρόνο. Σε αυτές τις στιγμές παρατηρούμε ότι δεν νοείται ανάκληση χωρίς δραματικό νόημα. Είτε στο σπίτι του έχασε στα χαρτιά, είτε δεν άντεξε κάποτε μια προσβολή, ο μεθυσμένος αντιδρά σαν έμπειρος υποκριτής, παίζει θέατρο όχι μόνο για να θεατριστεί μπροστά στα (πάντα απαραίτητα) μάτια των άλλων, αλλά κυρίως για να θυμηθεί την αλήθεια του εαυτού του που λανθάνει μισοναυαγισμένη. [σ. 80]

papagiorgis Για άλλη μια φορά η ζωή (άρα και το τέλος με το οποίο είναι οργανικά ζευγαρωμένη) ξεπερνάει την φαντασία και την γραφή, την φιλοσοφία και την ανάγνωση. Φέτος άρχισα να επιστρέφω στα κείμενα του Κωστή Παπαγιώργη, έχοντας διανύσει έναν μεγάλο κύκλο αναγνωστικής εμπλοκής με την δοκιμιακή και φιλοσοφική γραφή. Και πάνω που ήδη τελείωσα την τόσο διαφορετική, κατά εικοσιπενταετία μεταγενέστερη ανάγνωση των δικών του ευαγγελίων, πάνω που προετοίμαζα μια οριακή διαλεκτική επ’ αυτών και με τον ίδιο και ακριβώς την ημέρα που άρχισα να ετοιμάζω την πρώτη καταγραφή αυτής της τόσο δύσκολα καταγράψιμης «ανάγνωσης», έμαθα την ταχύτατη φυγή του. Ευτυχώς, στο τέλος πάντα επανακάμπτει η γραφή, εκδικείται με την δική της διάρκεια και η Μνήμη στην οποία αφιέρωσε [και …«αφιέρωσε», όπως μεταφορικολογούμε] ένα πυκνό βιβλίο θα ενοικεί και στα γραπτά του.

1320243352bΑκόμα θυμάμαι την έκπληκτη αίσθηση της ανάγνωσης του πρώτου βιβλίου του που έπιασα στα χέρια μου, του Ίμερος και κλινοπάλη, τότε στις εκδόσεις  Ροές [1988], σ’ ένα μικρόσχημο τομίδιο με την έκσταση της Αγίας Θηρεσίας στο εξώφυλλο, δίπλα σε μια πλατειά πορτοκαλιά γραμμή και αργότερα το Περί μέθης [Ροές, 1987], βασικό εγχειρίδιο τότε για μας να κατανοήσουμε όχι τους «αλκοολικούς» επιδειξίες συγγραφίσκους του θλιβερού μας μικροελληνικού χωριού αλλά τους αληθινούς ροκ εντ ρόλλ χαρακτήρες, όπως ο Nick Cave τότε, για τους οποίους οι προαναφερθέντες αντιγραφείς των ξένων μεθυσμένων είχαν κατα-μαύρα μεσάνυχτα. Στο τέλος της γραμμικής μνήμης, φτάνω στο πρόσφατο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, με κεντρικό αφιέρωμα ακριβώς την γραφή του Κωστή Παπαγιώργη. Μια φράση από εκεί αποδίδει ακριβώς την συγγραφική ιδιοσυστασία του: καλλιεργητής της στοχαστικής, νευρώδους, ελευθέριας γραφής, που παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στην προσωπική έκφραση και τη γενική ερμηνευτική, ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, χωρίς να λογοδοτεί σε καμία.

Memory-myths-001Μας αρέσει, αρχίζει ο Παπαγιώργης, να μας μιλούν για την συνείδηση, για το εσωτερικό κάτοπτρο που διαθέτουμε, κι ύστερα να παρακολουθούμε πάνω στο μυθικό μας έσποπτρο ράκη του εαυτού μας και του κόσμου. Μόνο που και απολησμονημένες σκηνές καταλαμβάνουν εξαπίνης την σκηνή της συνείδησής μας και μας μετακινούν σε ένα βάθος που μας ανήκει αποκλειστικά. Εκεί βλέπουμε κάτι που οι άλλοι δεν βλέπουν, ζούμε ψευδαισθητικά κάτι που ξαναζήσαμε άλλοτε,  σ’ έναν ακαριαίο αποκρυφισμό της στιγμής. Η ανακλητικότητα αυτή δεν είναι διόλου δεδομένη, καθότι καταφτάνει μέσα από έναν δρόμο που δεν ελέγχουμε.

Paul Klee - Carpet of Memory 1914_Οι επαφές μας ασκούνται στην πανοψία: πρόσωπο με πρόσωπο βλέπουμε τα πάντα, αλλά όχι το παρελθόν τους – ιδού το όριο στην εποπτεία των άλλων. Το παρελθόν τους τούς ανήκει, βρίσκεται στο αφανές του ιδιωτικού τους χρόνου. Ρωτάμε τον άλλον «Πόσων χρονών είσαι;» αλλά ουδέποτε «Πόση μνήμη έχεις;». Τα ημεροχρονολόγια δεν τα γνωρίζει η μνήμη· ο τρόπος που εισάγεται και εξάγεται κανείς από τον χρόνο του μοιάζει να αναγνωρίζει κάποιο «κατώφλι», μετά από το οποίο το εδώ και το εκεί, το τώρα και το άλλοτε διαθλώνται και εναλλάσσονται. Χωρομαθημένοι καθώς είμαστε, δύσκολα κατανοούμε την αιφνίδια σύνδεση του άλλοτε και του τώρα. Διαθέτουμε μήπως μνημονική αλχημεία η οποία καταργεί τον χρόνο και τον χώρο; Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι βλέπουμε την μνημονική παράσταση με τέσσερα μάτια; Δύο του αλλοτινού εγώ μας και δύο του τωρινού;

hqdefaultΗ καθημερινή μας ανάκληση του παρελθόντος δεν αποτελεί μια απλή τεχνική του ψυχοπρακτικού βίου. Η μνήμη ανακαλεί τα πάντα: μέσα στο άηχο ενδιαίτημά μας ξαναβλέπουμε ξέφτια από παλαιά πρόσωπα, σκηνές από γλέντια, μια οδυνηρή μετακόμιση, κάποια ευτυχή συνάντηση, καθημερινές παραστάσεις με σούρτα φέρτα, φευγαλέες κουβέντες, ένα κραταιό συλλαλητήριο. Το παράδοξο, γράφει ο Παπαγιώργης, είναι ότι ενώ μια παρελθούσα εικόνα επανέρχεται όταν την ανακαλούμε, την συλλαμβάνουμε στατική και ασάλευτη. Ανήκει μήπως σε μια αδιερεύνητη εσωτερικότητα, σε μια δική της πατρίδα απ’ όπου πρέπει να εκπατρισθεί για να μας δοθεί;  Η κίνηση απουσιάζει, αφού το παρελθόν αποτελεί μόνο μία διάσταση του χρόνου· πώς να κινηθεί κάτι αν δεν διαθέτει και τις τρεις χρονικές διαστάσεις; Η μνήμη μνημειώνει αλλά δεν αφηγείται· εμφανίζεται στιγμιοτυπικά, σαν απόκομμα, σαν ασάλευτη εικόνα. Η όραση υπερτερεί κατά κράτος και η στιγμιοτυπική μνήμη αποδίδει τον χώρο, το σχήμα, το πρόσωπο, αλλά στερείται χρόνου και κινήσεως. Όλες οι εικόνες έχουν πέσει θύματα της ασάλευτης αχρονικότητας.

henribergson2Η μνήμη δεν ψάχνει – αυτή που γυρεύει είναι η ανάμνηση, που επιδίδεται σε ετεροκίνητη έρευνα. Δεν κλαίμε για κάτι συγκεκριμένο, κλαίμε για όλες τις δυστυχίες της ζωής μας, όπως γράφει ο Ίταλο Σβέβο. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη ανασκαφή του Παπαγιώργη στους φιλοσόφους, λογοτέχνες, ερευνητές της μνήμης. Από τον Αριστοτέλη και τον Αυγουστίνο στον Καντ, από τον Χιουμ στον Φρόυντ, από τις πρωτοπόρες συλλογιστικές των Henri Bergson και Edmund Husserl στα γραπτά των Gilles Deleuze, Maurice Halbwachs, Emmanuel Kant, Maurice Merleau – Ponty, Paul Ricoeur και άλλων μνημογράφων. Και βέβαια από τον Ναμπόκοφ και την βιογραφία του Μίλησε μνήμη όπου ακριβώς ζητάει από την μνήμη του να μιλήσει μέχρι τον Μαρσέλ Προυστ που υποβαθμίζει την μνημονική πράξη και στρέφεται προς την «αναζήτηση» του χαμένου χρόνου. Ο Ζιλ Ντελέζ ερμήνευσε παραδειγματικά την προυστική τεχνική του μυθιστορήματος. Πιστεύοντας ότι δεν ανακαλύπτουμε την αλήθεια ωσάν να κρύβεται σε μια πτυχή της μνήμης αλλά την πλάθουμε, υποστηρίζοντας ότι δεν αντιγράφουμε τη ζωή αλλά την επινοούμε, προσδίδει ιδιαίτερα βαρύτητα στην μαθητεία.

Gilles DeleuzeΔιάνοια, αντίληψη, μνήμη ρέπουν προς το αισθητό, λατρεύουν ή απεχθάνονται αντικείμενα, ενώ η μαθητεία του μυθιστοριογράφου αφορά την ερμηνεία των εκάστοτε σημείων, όχι την υλικότητά τους. Άλλωστε το αντικείμενο πάντα απογοητεύει, αποδεικνύεται κατώτερο του αναμενόμενου, αντίθετα το σημείο επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, με τελική κατάληξη να αποδεικνύεται βαθύτερο από το πρόσωπο ή το πράγμα. Η μυστική δύναμη του αφηγητή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν παγιδεύεται στα πράγματα που περιγράφει, ο έρωτας δεν ενσαρκώνεται στην συγκεκριμένη γυναίκα, οι τόποι και οι εποχές δεν είναι αθροίσματα εντυπώσεων. Το «λίγο» ή το ανεπαρκές της πραγματικότητας αντισταθμίζεται με την πολύτιμη πλασματικότητα του αφηγητή. [σ. 130 – 131]

ΚΠΘα συνεχίσουμε να διαβάζουμε τα απολαυστικά – ταυτοχρόνως φιλοσοφικά και προσωπικά – γραπτά του Παπαγιώργη και θα συνεχίσουμε να συνομιλούμε μαζί του, έστω και στην νέα ιδιόμορφη παρουσία – απουσία.  Ολόκληρο το έργο του, άρα και όλες οι επανεκδόσεις, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Εκδ. Καστανιώτης, 2008, σελ.335, με τρισέλιδη βιβλιογραφία.

Στην τέταρτη εικόνα: Το χαλί της μνήμης [Paul Klee, 1914].  Στις δυο προτελευταίες: Henri Bergson, Gilles Deleuze.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 150 / The only thing that shines. Η μνήμη μας δηλαδή και η Μνήμη του.




Σεπτεμβρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.043.349 hits

Αρχείο