Posts Tagged ‘Μουσική

01
Αυγ.
19

Οι ξυπόλητες των δίσκων, 2

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 8 (Αύγουστος 2019), εδώ

VIΙ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 2

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών συνεχίζει την μαθητεία του στις γυναίκες, αναζητώντας τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα τον δίσκων.

Συνέχισα να περιπλανιέμαι στον θαυμαστό κόσμο των δίσκων, αναζητώντας  τις ξυπόλητες γυναίκες στα εξώφυλλα, έτοιμος να ανταποκριθώ σε κάθε τους κάλεσμα, βέβαιος με την ιδέα ότι πέρα από την πολυαισθητική μου ευχαρίστηση, μού γνώριζαν νέες ιδιότητες γυναικών στις οποίες σαφώς θα υπήρχαν όμοιές τους, εξίσου εκφραστικές μέσω των γυμνών τους ποδιών. Έπρεπε πρώτα να δω τι άλλο είχε να μου πει η Carly Simon που με είχε αποπλανήσει μ’ εκείνες τις δυο εμφανίσεις (δείτε προηγούμενο τεύχος) αλλά και με την φωτογραφία της στον δίσκο Another Passenger (1976), όπου τυλιγόταν με μια θαμπή, σόφτ φόκους αύρα, που την κάλυπτε από το πρόσωπό της μέχρι τα μακριά δάχτυλα των ποδιών της, έτσι όπως αποκαλύπτονταν από τα πέδιλά της, κι ας ήταν κι αυτά θαμπά από το καλσόν· η κλασικότητά του νάιλον θα έχει ως επιχείρημα και αυτές τις εμφανίσεις.

Ένας ολόκληρος παράλληλος κόσμος σπαρταρούσε στα μουσικά περιοδικά που μοσχομύριζαν στα περίπτερα και κοινωνούσαν πολύτιμες πληροφορίες για γυναίκες που ψαλίδιζα προσεκτικά για να τις αιχμαλωτίσω οριστικά στο δικό μου λεύκωμα, ένα μεγάλο λογιστικό τετράδιο όπου μπορούσα να καταγράφω κάθε δεδομένο απαραίτητο για την πλήρη μας γνωριμία. Σ’ ένα τεύχος του Rolling Stone διάβασα για τις φωτογραφίες του δίσκου Playing Possum, όπου η Simon συνδύαζε το πλημμυριστό της χαμόγελο με το τέντωμα του μεγάλου της δάχτυλου. Είχα εξαρχής την αίσθηση πως υπήρχε κάτι το αυθόρμητο σ’ εκείνες τις φωτογραφίες, πως κάποιες δοκιμαστικές πόζες υπεξαίρεσαν μια πηγαία διάθεση της στιγμής. Και πράγματι έτσι ήταν! Ο φωτογράφος Norman Seeff έλεγε πως εκείνη είχε σχεδόν τρομοκρατηθεί πριν την διαδικασία αλλά με τα πρώτα κλικ αφέθηκε χωρίς αναστολές στον φακό. Χόρεψε, δοκίμασε στάσεις διαλογισμού και στο τέλος κράτησε για το εξώφυλλο ακριβώς την στιγμή που το κεφάλι της έφευγε από το κάδρο. Ιδού λοιπόν το πρώτο μυστικό που μου κοινοποίησε η Καρλομάγνα του φολκ ροκ βασιλείου: μην καθοδηγήσεις τις φωτογραφούμενές σου σε στάσεις που επιθυμείς, μόνο άσε τις ελεύθερες μπροστά στο φακό, να λύσουν τα άκρα τους και να λυθούν ολόκληρες.

Το εξώφυλλο θεωρήθηκε από τα πλέον αισθησιακά της δισκογραφίας, σε σημείο να αρνηθούν να το διανείμουν ή να το πουλήσουν. Είχε όμως φτάσει, εις πείσμα των αναίσθητων, σ’ ένα ταπεινό συνοικιακό κατάστημα και στα τρεμάμενα χέρια μου. Τα άλλα καρέ, που τώρα έβλεπα αραδιασμένα στο τρισέλιδο, με μυρωδιά εφημερίδας άρθρο, ήταν πολύ ωραιότερα. Πόσες ακόμα εικόνες μένουν στα κόντακτ και τα αρνητικά των φιλμογράφων; Σκέφτομαι το ευφρόσυνο υλικό που θα υπάρχει στα αρχεία τους – όλες τις φωτογραφίες που απορρίφθηκαν για να προκριθεί η μία. Πού βρίσκονται λοιπόν; Ξεκίνησαν από έναν σκοτεινό θάλαμο κι επέστρεψαν σ’ έναν άλλο; Μήπως οι φωτογραφίες που αναζητώ, άσεμνες δεκαδάκτυλες πατούσες, βρίσκονται ατύπωτες ή καταχωνιασμένες σε ιδιωτικούς φακέλους και ψάχνω μάταια στους φωτεινούς θαλάμους των περιοδικών και των διαδικτύων;

Και ποια είναι η τύχη των κιτρινισμένων σελίδων των μουσικών και των άλλων περιοδικών όταν τελείωνε ο μήνας τους, έστω ο χρόνος τους; Πατάρια, αποθήκες, υπόγεια, πλημμύρες, υγρασίες, σκουπίδια, παλαιοπωλεία κι ίσως ξανά πίσω στον ήλιο. Τότε τα ξεφύλλιζα με βουλιμία περιμένοντας την έκπληξη ή ένα νεύμα κι ύστερα ξανά και ξανά, τελετουργικά, για να την συναντήσω σε φωτογραφίες όπως εκείνη από το φεστιβάλ No Nukes του 1979, όπου δεκάδες καλλιτέχνες συγκεντρώθηκαν στη Νέα Υόρκη για ένα μέλλον χωρίς πυρηνικά όπλα κι εκείνη οργίαζε στη σκηνή με μια ολόσωμη φόρμα με κάθετες ρίγες, απόλυτα ξυπόλητη και εκθαμβωτικά χαμογελαστή, βεβαιώνοντάς με πως οι αξιόψαχτες γυναίκες μάχονταν σε κάποιο πολιτικό αγώνισμα, κατηγορηματικές όπως κι εκείνη για το μέλλον που βρισκόταν στα χέρια μας.

Μπορεί η κάπως μαλακή ποπ τζαζ φολκ ροκ της να υπήρξε αρκετά ενήλικη για μένα, χωρίς εξάρσεις και ορμές, μα η Κάρλυ, συχνά με σανδάλια δετά (πώς θα ήταν το άγγιγμα στο αυλάκι από τα κορδόνια στις γάμπες της;), τόσο ασυνήθιστα στις ξένες ρόκισσες, μου γνώρισε την θεραπεία της μουσικής που στον καθένα λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο (όταν στα οκτώ της άρχιζε να τραυλίζει έντονα και καμία ψυχοϊατρική δεν κατάφερε να το σταματήσει, δοκίμασε να τραγουδάει και να γράφει τραγούδια και ως δια μαγείας το τραύλισμα εξανεμίστηκε), πως ακόμα κι ένα μικρό ποσό χαμένου χρόνου μπορεί να αντιστραφεί κι ότι η έμπνευση βρίσκεται παντού (έγραψε το κομμάτι Anticipation μέσα στα δεκαπέντε λεπτά που περίμενε τον Cat Stevens στο πρώτο ρομαντικό τους ραντεβού) και πως η αφαίρεση ενός στήθους όχι μόνο δεν στερεί κάτι από την θηλυκότητα μα την διατρανώνει, όπως επέμενε ο Χουάν Κάρλος Ονέτι, στην Σύντομη ζωή, όπου ο ήρωάς του ποθεί ακόμα περισσότερο την Γερτρούδη και επιθυμεί «να βυθιστεί στο ολοφώτιστο δωμάτιο, με το ξανανιωμένο πρόσωπό του από την λαγνεία στο ακρωτηριασμένο στήθος, να το φιλήσει και να χάσει εκεί πάνω το μυαλό του».

Η όρεξή μου γινόταν όλο και πιο μεγάλη· ήταν μια όρεξη βουλιμική για γυναίκες εξώφυλλες και δισκογραφημένες, ώστε να μπορώ να τις χαϊδεύω ανά πάσα στιγμή, έχοντας το προνόμιο να ακούω την φωνή τους και να μελετώ την ποίησή τους. Κάθε φορά ήθελα και κάτι νέο, που να πλησιάζει ακόμα περισσότερο στο γούστο μου. [Έτσι] μετά την καλσοντυμένη Κάρλυ με το αισθησιακό βλέμμα ήθελα μια αληθώς ξυπόλητη γυναίκα να με κοιτάζει ευθεία στα μάτια, ήρεμη και νοηματική.

Με περίμενε ένα κυριακάτικο μεσημέρι μέσα από την βιτρίνα του μοναδικού δισκοπωλείου της Φωκίωνος Νέγρη, σ’ ένα συναπάντημα που είναι αδύνατο να ξεχάσω: όσο πλησίαζα τόσο διέκρινα καθαρότερα την λευκότητα του ποδιού της στην άκρη του τζην (και σε αντίθεση με τα σκουρότερα ενδύματά της), το χαμογελαστό της πρόσωπο, τα μακριά μελιά μαλλιά. Ελαφρώς συνονόματη της πρώτης διδάξασας, μια Carole King κρατούσε στα χέρια της ένα εργόχειρο κι ονόμαζε τον δίσκο της Tapestry (1971). Καθισμένη σε πεζούλι μπροστά στο παράθυρο, με το εξώτερο φως να την αγγίζει διακριτικά, σε μια ανεπαίσθητα θαμπή λήψη, ήταν η πρώτη γυμνόποδη μελουργός αυτοπροσώπως σε εξώφυλλο· [μέχρι τότε ξυπόλητα κορίτσια κάθε τόσο πόζαραν ως μοντέλα σε συλλογές τραγουδιών, χωρίς να ανήκουν στους καλλιτέχνες].

Καθώς δεν είχα χρήματα να την κάνω δική μου, πήγαινα και ξαναπήγαινα για να κοιταζόμαστε, μέχρι που μια μέρα εξαφανίστηκε από την βιτρίνα. Την θέση της πήρε, σχεδόν ζηλότυπα, μια ηδυπαθής Debbie Harry που με περιγελούσε με τον τίτλο του δικού της δίσκου: Koo Koo. Δεν είχα παρά να ζητήσω το πρώτο δάνειο της ζωής μου, σπασμένο σε πολλά μέρη, εκατό δραχμές από δέκα φίλους και γνωστούς, και η εργοχειρίστρια έγινε δική μου. Και μπορεί να μην ευτύχησα να δω τα πέλματά της, μα έμαθα τι συμβαίνει κάτω από αυτά: στο πρώτο τραγούδι, I feel the earth move, με πληροφορούσε πως αισθάνεται την γη να σείεται κάτω από τα πόδια της και τον ουρανό να αναποδογυρίζει όταν κάποιος συγκεκριμένος είναι τριγύρω. Ιδού λοιπόν, μια απόλυτη αποκάλυψη των γυναικείων ποδιών: η αίσθηση του έρωτα εκδηλώνεται πρωτίστως σε αυτά!

Την έψαξα μανιωδώς στα τεύχη των περιοδικών και την βρήκα ως καλλιτέχνιδα που έπλαθε τα δικά της τραγουδοποιήματα ενώ είχε ήδη χαρίσει συνθέσεις της εδώ κι εκεί, όπως το (You Make Me Feel Like) A Natural Woman που τραγούδησε η Aretha Franklin. Πώς συμβάλλει λοιπόν κανείς ώστε να αισθάνεται μια γυναίκα φυσική; Η αφηγήτρια πάντως δήλωνε πως κάποιος βρήκε το κλειδί στην ειρήνη του μυαλού της και ότι δεν γνώριζε τι πήγαινε λάθος μαζί της μέχρι που το φιλί του την βοήθησε να το ονοματίσει. Η δε Κάρολ, πήρε τις συνθέσεις στην φωνή της κι άρχισε να βγάζει ολόδικούς της δίσκους· κι όταν κάποιος Neil Sedaka, αλλοτινός της συνοδός στις εξόδους των Σαββατόβραδων, αναστέναξε δημόσια Oh Carol!, εκείνη του αντέτεινε εξίσου τραγουδιστά το ειρωνικό της Oh Neil! Τα στοιχεία της πρότυπης ξυπόλυτης γυναίκας συμπληρώνονταν σιγά σιγά: οικεία και οικιακή, θαρραλέα στον αντίλογο, ακτιβίστρια της οικολογίας (έστω και στο Αϊντάχο, όπου εκδήλωνε τις περιβαλλοντικές της ανησυχίες). Μέχρι σήμερα κοιτάζω συχνά το εξώφυλλο και πάντα μου αντιτείνει το βλέμμα μαζί με τον γάτο της Τηλέμαχο, που είχε τιμητική θέση στο καρέ. Τυχερέ Τηλέμαχε, εσύ τριβόσουν ανενδοίαστα στα πόδια της, ενώ εμείς τα έλλογα αρσενικά μόνο τηλεπαθητικά παίρνουμε την θέση σου.

Όμως το αίμα μου έβραζε και προτιμούσα άλλα πιο αναστατωτικά είδη μουσικής συνεπώς αναζητούσα τις πιο παθιασμένες μουσικούς. Αλλά οι γυναίκες του ροκ έκρυβαν τα πόδια τους σε μπότες και μποτίνια! Για ποιο λόγο; Δεν μου φαίνονταν ιδιαίτερα ντροπαλές· ίσως υπερίσχυε ο κώδικας της ροκ εμφάνισης που θεωρούσε τα παπούτσια αδιάσπαστο στοιχείο του. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να τολμήσει η Chrissie Hynde των Pretenders να εκθέσει το πέλμα της «κατά πρόσωπον», στο εξώφυλλο του δίσκου Loose Screw (2002), επιβεβαιώνοντας πως μια ροκ ψυχή οπωσδήποτε θα έχει ενίοτε γκριζόμαυρες πατούσες και δεν θα διστάζει  να τετραγωνίσει τα πόδια της σε στάση βολική και για πολλούς πιστούς στα στερεότυπα «αναιδή».

Αλλά το 1979 υπήρξε ένα ιδιαίτερο εξώφυλλο που με χαμήλωσε σε απόσταση αναπνοής προς κάποια ροκ εντ ρολ δάχτυλα. Οι Kinks στο Low Budget ζούμαραν σε δυο πόδια με ψηλά κόκκινα τσόκαρα και καταπόρφυρα νύχια. Δεν ήταν οι πορφύρες που με εξέπληξαν, ούτε η επιμονή των ποδιών να σηκώνονται στο υψόμετρο των τακουνιών. Είχα ήδη παρατηρήσει ανάλογους συνδυασμούς στις ώριμες καλοντυμένες κυρίες που σύχναζαν στο Select της Φωκίωνος και στο Savoy της Πλατείας Βικτωρίας, όπου περνούσα ακατάπαυστα δήθεν αναζητώντας τους φίλους μου, μόνο και μόνο για να τις δω στα ερωτικά τους ραντεβού ή τις μοναχικές τους πάστες· τα ίδια προτιμούσαν και οι ρομαντικές εξοδούχοι στο Green Park της Μαυρομματαίων που λικνίζονταν στις διθέσιες ζευγαρίσιες κούνιες. Όλες εκείνες οι κοκέτες των απογευμάτων συνήθιζαν να κοκκινίζουν τα νύχια τους, σε αγαστή διχρωμία με τα λευκά ή μαύρα πέδιλα της εποχής, μαζί με τακουνάκια, λουριά και άλλα δεσμευτικά. Αλλά τώρα ήταν πρωτοφανής η επιλογή του ποδιού ως κυρίαρχου και αποκλειστικά εστιασμένου ειδώλου. Φυσικά η αποστολή δυσκόλευε ακόμα περισσότερο. Τα πόδια γυμνώνονταν μόνο σε ιδιωτικούς χώρους ή σε σκοτεινούς δρόμους; Δεν έβγαιναν στο φυσικό φως; [Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται]

Οι μεταγραμμένες φράσεις του Χουάν Κάρλος Ονέτι προέρχονται από το μυθιστόρημα Σύντομη ζωή, σελ. 30, μτφ. Αγγελικής Αλεξοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2003 [Juan Carlos Onetti, La vide breve, 1950]. Περισσότερα για το βιβλίο, εδώ.

Στις εικόνες: 1. Carly Simon, Another Passenger, 2. Carly Simon, Playing Possum [Contact Sheet], 3. Carly Simon, Playing Possum, ολόκληρη η φωτογραφία, 4. Carly Simon, No Nukes, 5. Carly Simon, δεμένη των κορδονιών, 6. Carly Simon, περιχαρής των σανδαλιών, 7 και 8. Carole King, 9. Chrissie Hynde, 10. Kinks [and a Queen], 11. Έχεις δίκιο, Carly.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

09
Φεβ.
17

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Διάλεξη για το άλεκτο

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε; Η ίδια η ουσία του παραμένει πέραν του επιστητού και μόνο οι ενέργειές του μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Έτσι η αναγνώρισή του δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με παραδείγματα, όταν επισυμβαίνουν τα μυστικά διονυσιακά επιφάνειά του. Το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι ένα έργο· ένας αγώνας κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Δεν πρόκειται για ζήτημα δεξιοτεχνίας αλλά ζώσα αληθινή μορφή, η ίδια η δημιουργία εν τω γεννάσθαι. Συνεπώς για τον Λόρκα η δεξιοτεχνία δεν μοιάζει να είναι σπουδαίος παράγοντας στο σύνθετο φαινόμενο της δημιουργίας, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό, καθώς βρίσκεται «επέκεινα του λόγου».

Ο Λόρκα εκκινεί από την φράση του Μανουέλ Τόρρες, του φημισμένου τραγουδιστή του φλαμένκο προς έναν τραγουδιστή: «έχεις φωνή, κατέχεις την τεχνική, αλλά δεν θα πετύχεις ποτέ, γιατί σου λείπει το ντουέντε». Σε όλη την Ανδαλουσία οι άνθρωποι μιλούν για το ντουέντε κι όταν αυτό εμφανιστεί, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν. Το αισθανόταν ο θαυμάσιος τραγουδιστής του φλαμένκο Ελ Λεμπριχάνο, το διέκρινε η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα και βέβαια ο Τόρρες, που έλεγε πως ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε. Αυτοί οι μαύροι ήχοι είναι το μυστήριο, οι ρίζες που εκτείνονται βαθιά στο χώμα.

lorca

Ο Γκαίτε μιλώντας για τον Παγκανίνι έδωσε τον ορισμό του ντουέντε: μια μυστηριακή δύναμη που όλοι νιώθουν, μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε. Είναι το ίδιο εκείνο ντουέντε που άδραξε την καρδιά του Νίτσε καθώς γύρευε τις εξωτερικές μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία ή στη μουσική του Μπιεζέ, χωρίς ποτέ να την βρει, εκείνο που βρίσκεται στα σπασμένα διονυσιακά ανακραυγάσματα του Σιλβέριο, όταν τραγουδάει μια σεγκρίγια, μια από τις γνωστές μορφές του φλαμένκο, που εκφέρεται συνήθως σε ολιγοσύλλαβα τετράστιχα.

Ο καλλιτέχνης έχει μπροστά του έναν σκληρό αγώνα με το ντουέντε, όχι με τον άγγελο ή την μούσα. Ο άγγελος οδηγεί και προικίζει με δώρα, διαμοιράζει την χάρη του και ο άνθρωπος μπορεί να δικαιώσει την έφεσή του. Από την άλλη, η μούσα υπαγορεύει και κάποτε εμπνέει. Είναι λίγα τα όσα μπορεί, έτσι απόμακρη και κουρασμένη όπως είναι – την είδε κι αυτός δυο φορές, κι έπρεπε να την ενδυναμώσει με μισή μαρμάρινη καρδιά. Οι μουσόληπτοι από τους ποιητές που ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται, ας μάθουν ότι έρχονται από την μούσα τους που τους αναπτερώνει και κάποτε τους καταβροχθίζει, όπως στην περίπτωση του Απολλιναίρ. Και οι δυο έρχονται απ’ έξω· ο άγγελος χαρίζει φώτα, η μούσα χαρίζει μορφές.

Erik Sandgren (American, born 1952), Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992, woodcut on paper, The Vivian and Gordon Gilkey Graphic Arts Collection, © Erik Sandgren, 1997.228.218

Ο αληθινός αγώνας όμως είναι με το ντουέντε, που πρέπει να εγείρεται στο βάθος των κυττάρων του αίματος. Δεν εντοπίζεται με κανένα χάρτη, δεν ανιχνεύεται με κάποια μέθοδο. Εξαφανίζει κάθε γεωμετρία, θρυμματίζει όλες στις τεχνοτροπίες. Η έλευσή του προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών. Είναι εκείνο που άρπαξε δυο σπουδαίους ποιητές: ξεγύμνωσε τον Βερντάγκερ κι έστειλε τον Μανρίκε να περιμένει τον θάνατο στις ερημιές. Είναι το ίδιο που έντυσε το λιγνό σώμα του Ρεμπώ και σκέπασε τον Λωτρεαμόν. Χωρίς αυτό οι μύστες του φλαμένκο ξέρουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική συγκίνηση.

Είναι εμφανές ότι ο Λόρκα μιλά συνειρμικά, συνεπαρμένος από το ίδιο το αντικείμενο του λόγου του. Περιγράφει ένα ντουέντε ως απόγονο «εκείνου του μελαγχολικού δαίμονα του Καρτέσιου, που κορεσμένος από γραμμές και κύκλους έβγαινε έξω τις νύχτες να περπατήσει πλάι στα κανάλια ακούγοντας το τραγούδι μεθυσμένων ναυτικών». Παραθέτει τις εμφανίσεις του· πώς, για παράδειγμα, το αναζητούσε χωρίς αποτέλεσμα η Παστόρα Παβόν, «το κορίτσι με τις χτένες», σ’ ένα ταβερνείο στο Κάδιθ, μέχρι που την αναστάτωσε κάποιος σαρκαστής και τότε γκρέμισε τον σκελετό του τραγουδιού της κι αφέθηκε σ’ ένα μανιασμένο ντουέντε να σκίζεις τα ρούχα σου με τον ίδιο ρυθμό που προσεύχονται οι Νέγροι των Αντιλλών μπροστά σε μια ιερή εικόνα. Έπρεπε να κομματιάσει την φωνή της, να απαρνηθεί την μούσα της και να μείνει μονάχη για να έρθει το ντουέντε και να παλέψει στήθος με στήθος μαζί του.

nicholas-de-lacy-brown-duende_12

Το διακρίνει στην αραβική μουσική, στις εκστατικές κραυγές της ελεγείας της, στην τρικυμισμένη κλίμακα του θρήνου στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στην ογδοντάχρονη Χερέθ ντε λα Φροντέρα που νίκησε όμορφες νέες κοπέλες σε διαγωνισμό χορού. Όλες οι τέχνες είναι επιδεκτικές για το ντουέντε αλλά το πεδίο είναι πιο ελεύθερο στο χορό, την μουσική και την ποιητική απαγγελία, γιατί αυτές απαιτούν ένα ζωντανό σώμα πάνω σ’ ένα ακριβές παρόν. Η μαγική ιδιότητα του ποιήματος έγκειται στην αδιάκοπη κατοχή του ντουέντε, έτσι ώστε, όποιος το αντικρίζει, να βαπτίζεται σε ύδατα σκοτεινά. Στην γλυπτική βάφει με αίμα τις παρειές των αγίων του Ματέο της Κομποστέλλα, στην αρχιτεκτονική ύψωσε τον πύργο του Σααγκούν. Όσο για τον χορό, δεν υπάρχει καμία διασκέδαση στην ισπανική του μορφή, που είναι, όπως και στην ανατολή, μια θρησκευτική εκδήλωση.

Ο συγγραφέας μιλάει για το ντουέντε μέσα από μια εντελώς προσωπική ματιά, αντλώντας επιγραμματικά ιστορίες και παραδείγματα από την ισπανική πολιτιστική παράδοση. Όσο οικουμενικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, γράφει ο μεταφραστής, θα εκφραστεί μέσα από τα οικεία και τα εθνικά. Ο εθνισμός εδώ είναι μέσα στην φύση του δημιουργού, όχι στις προθέσεις του. Η Ισπανία λοιπόν, λέει ο Λόρκα, δονείται ακατάπαυστα σε όλους τους καιρούς από το ντουέντε, σαν χώρα πανάρχαιας μουσικής. Ο νεκρός στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός απ’ οπουδήποτε αλλού κι ο ισπανικός λαός ατενίζει στοχαστικά τον θάνατο με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

federico_garcia_lorca_by_lervold_

Και το Μεξικό; αναρωτιέμαι; Μόνο το Μεξικό μπορεί να παραβγεί σ’ αυτό την Ισπανία με προλαβαίνει λίγο πιο κάτω ο ποιητής, που ξεχύνεται σε μια λίστα εικόνων, μνημείων, μνημών, σκηνών που συνιστούν τον λαϊκό θρίαμβο του θανάτου στην χώρα του – από τις αμέτρητες λιτανείες της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την συμμετοχή των νεκρών στην πομπή στον Άγιο Ανδρέα του Τεϊξίδο και τα μοιρολόγια των γυναικών της Αστούρια τις νύχτες του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το ντουέντε τριγυρίζει πάντα σε όλα αυτά τα μέρη: δεν εμφανίζεται ποτέ αν προηγουμένως δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου.

Και ο Λόρκα συνεχίζει να παραθέτει λίγες λέξεις για τους εκστατικά εκβακχευμένους, τους μουσόληπτους, τους κατεχόμενους από την «θεία μανία», τους enduendandos, μέχρι να καταλήξει ξέπνοος να το δει να κρύβεται πίσω από την άδεια αψίδα ενός κτίσματος, όπως το αποδίδει κι ο καλλιτέχνης Erik Sandgren στο εικονιζόμενο έργο [Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992]. Ένα σπάνιο, παρορμητικό, ποιητικό, πυκνό κείμενο ενός δημιουργού που χωρίς αμφιβολία, κι ας μην αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του, είμαι βέβαιος: είχε το ντουέντε μέσα του και ήταν εκείνο που τον οδήγησε στο έργο του και στον θάνατό του.

lorca-menchu-gamero

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2007, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γιώργος Γεωργούσης, σ. 78, δίγλωσση έκδοση με δεκασέλιδες σημειώσεις [Federico García Lorca, Juego y theoría duende].

04
Απρ.
16

Μωρίς Σιακκής – 448 μίλια, εκατομμύρια νότες: Αναζητώντας τις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού στον αμερικανικό Νότο.

448

Περιπλάνηση στην μήτρα του ροκ εν ρολ

500 miles away from home, έλεγε ο ύμνος, που τραγουδήθηκε από τους προγόνους και τους νεώτερους. 52 μίλια λιγότερα έκανε ο συγγραφέας αλλά μας έδωσε το πλέον χορταστικό ροκ εν ρολ οδοιπορικό, που τελικά δεν μας βρίσκει πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι, αλλά μας επιστρέφει στο άλλο μας σπίτι. Το βιβλίο είναι το τελευταίο που θα περίμενα να βρω γραμμένο σε ελληνική γλώσσα. Πρώτα από άποψη θεματολογίας: ένα ταξίδι στις απαρχές του ροκ εν ρολ, στην ιστορία και στην τοπογραφία της μουσικής που καθορίζει τις ζωές μας από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι ζούμε μέχρι σήμερα. Ύστερα από άποψη γραφής: αποτελεί ταυτόχρονα οδοιπορικό ενός εννιαήμερου ταξιδιού στον αμερικανικό Νότο· μουσική και τοπογραφική περιήγηση στις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού· ταξιδιωτική λογοτεχνία και οδηγό· αυτοβιογραφική αφήγηση σκέψεων και περιπετειών· συλλογή σύντομων βιογραφικών πολλών προσωπικοτήτων του ροκ· προσωπική ιστορική έρευνα για το θέμα· καταγραφή δεδομένων με πίνακες και ανέκδοτα στοιχεία. Είναι, τέλος, η άψογη έκδοσή του, πλημμυρισμένη με έγχρωμες φωτογραφίες τραβηγμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα, αλλά και το γυαλιστερό της χαρτί που μοιάζει με προσωπικό λεύκωμα.

elvis_presley [ashleeeyyy]_

Η σύγχρονη μουσική όπως την ξέρουμε σήμερα είναι δημιούργημα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα και ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι «μουσικές πόλεις» των ΗΠΑ, εκείνες που επηρέασαν ακριβώς αυτή την εξέλιξη είναι πολλές: από το Κάνσας Σίτυ ως το Λος Άντζελες, από το Μέμφις ως το Νάσβιλ, την Ορλεάνη, από την Νέα Υόρκη στο Ντητρόιτ, στο Σηάτλ, στο Σικάγο, στην Φιλαδέλφεια και το Σαν Φρανσίσκο. Αλλά υπάρχει ένα γεωγραφικό – μουσικό τετράγωνο που υπήρξε η γενέτειρα και η γεννήτρια του ροκ εν ρολ· κι αυτό το οδοιπορικό κάλυψε ακριβώς αυτό το ηλεκτρικό τετράπλευρο που εκτείνεται σε σε τέσσερις πολιτείες, με επίκεντρο τέσσερις πόλεις: το Μέμφις (Τενεσή), την Χελένα (Άρκανσω), το Κλάρσκντέηλ (Μισισίπι) και το Μάσλ Σόουλς (Αλαμπάμα).

Sun Studio I

Το οδοιπορικό ξεκινάει από το Μέμφις, την γενέτειρα πόλη, όχι μόνο του Έλβις αλλά και του πρώτου ροκ εν ρολ δίσκου, του Rocket 88. Αλλά εκτός από τις απαρχές του είδους, υπάρχει και η προσωπική αφετηρία του καθενός μας, κι εδώ μοιράζεται μαζί μας την δική του: ένα πρωινό του Σαββάτου που μπήκε με την μητέρα του στο δισκοπωλείο «Καρυάτις» κι ενώ εκείνη διάλεγε την καθιερωμένη στο σπίτι κλασική μουσική, αυτός διάλεξε το Abbey Road, στο ιλιγγιώδες τότε ποσό των 140 δραχμών. Η ακρόαση του δίσκου δεν ήταν μόνο η εισαγωγή σε μια νέα μουσική αλλά και σε ένα νέο κόσμο, ένα άλλο περιβάλλον εννοιών, αξιών και οραμάτων. Το «λευκό» ροκ τον εντάσσει στους ροκάδες, αλλά η αναζήτηση τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι όλα ξεκίνησαν μαύρα. Τα υπόλοιπα είναι μια ιλιγγιώδης ιστορία, γεμάτη χιλιάδες δίσκους, εκατοντάδες συναυλίες, πολύ διάβασμα. Το ροκ εν ρολ έγινε το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς σε μια ζωή γεμάτη εναλλαγές. Κι έτσι το βιβλίο αυτό είναι και η μουσική του ενηλικίωση, η επίσκεψη στα μέρη απ’ όπου ξεκίνησαν όλα.

Muddy Waters 2_

Στις πρώτες σελίδες ο Σιακκής μας εισάγει στην απαραίτητη άγνωστη για τους περισσότερους ιστορική αναδρομή, που ξεκινάει από τον 19ο αιώνα, οπότε και ανοίγει η αλυσίδα των ειδών: minstrelsy, coon songs, vaudeville, ragtime. Στην Νέα Ορλεάνη γεννιέται η jazz – η κατά πολλούς πρώτη αμερικανική μορφή τέχνης, που συνδυάζει την φόρμα και τον αυτοσχεδιασμό, ενώ παράλληλα τίθενται οι βάσεις του λαϊκού (popular) τραγουδιού και διαδίδεται η μουσική των εβραϊκής καταγωγής συνθετών που ήρθαν μετά τα ρωσικά πογκρόμ. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε νυχτερινά κέντρα, θέατρο και κινηματογράφο, είχε όμως σε μουσικά όργανα, που μπορούσε να παραγγείλει με mail order, ενώ σταδιακά η ηχογραφημένη μουσική έφτανε στο ραδιόφωνο ή τον φωνόγραφο.

SONNY_BOY

Όλη αυτή η μουσική «αποκέντρωση» οδήγησε στην ανάπτυξη των δυο καθοριστικών ειδών, της country και του blues. Οι Βρετανοί έποικοι των Αππαλαχίων οργάνωναν σιγά σιγά μια πρώιμη μουσική βιομηχανία, ενώ στο Νότο ακουγόταν η μουσική των νέγρων, μια μουσική τυμπάνων (μέχρι να απαγορευτούν και αυτά, ως τρόποι επικοινωνίας). Σύντομα η ανάμιξη αφρικανικής μουσικής με χριστιανικές επιρροές κατέληξε στο gospel, ενώ η κοσμική φιλοσοφία της λύτρωσης διοχετεύτηκε μέσα στα μπλουζ, που ποτέ δεν ήταν μοιρολόι αλλά εργαλείο ψυχικής ανάτασης. Εκείνα τα πρώτα μπλουζ ξεκίνησαν στο χωράφι ως μουσική που συνόδευε την δουλειά, συνεχίστηκαν στις πίσω αυλές των σπιτιών ως μουσική κίνησης και χορού, η μοναδική διασκέδασης των περιθωριοποιημένων νέγρων και βγήκαν στο δρόμο, με πλανόδιους μουσικούς και σε συγκεκριμένα μαγαζιά, μόνο για μαύρους.

Αλλά στα ραδιοκύματα δεν μπορείς να εφαρμόσεις φυλετικό διαχωρισμό· οι μαύροι άκουσαν hillbilly, οι λευκοί «race music», τα είδη αναμείχθηκαν, τα μπλουζ και η τζαζ επηρέασαν την κάντρυ για να βγει το swing, το ragtime εξελίχθηκε σε boogie woogie, στις πόλεις τα μπλουζ έγιναν ηλεκτρικά (πώς αλλιώς θα ακουστείς σε μια πολυσύχναστη πλατεία ή σε ένα γεμάτο κλαμπ;), το ηλεκτρικό μπλουζ με την προσθήκη πνευστών από τις μεγάλες σουίνγκ μπάντες δημιούργησε το rhythm & blues. Και μια μέρα του 1954, στο στούντιο της SUN ακούστηκε ένας νέος ήχος με μια φωνή που έμοιαζε μαύρη αλλά ήταν λευκή.

Sun Studio II

Βγαίνοντας έξω από το ξενοδοχείο στο Μέμφις ο συγγραφέας βλέπει μια γαλάζια Oldsmobile Rocket 88 του 1958, εκείνη που ονομάτισε τον πρώτο ροκ εν ρολ δίσκο του 1951, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον παραμορφωμένο ήχο στην κιθάρα (ελαφρώς τυχαία, καθώς ο ενισχυτής του κιθαρίστα έβαλε νερό από την βροχή). Το μοντέλο αυτό είχε και το περίφημο αποσπώμενο ραδιόφωνο με μπαταρίες για χρήση στην παραλία και στα πικ νικ. Στο Μέμφις, όπου μια οικογένεια μπορεί να αγοράσει σπίτι με εισόδημα τεσσάρων χρόνων, επιβεβαιώνεται και ένα από τα εντυπωσιακά μυστήρια των ΗΠΑ: κάποια ιστορικά σημεία να αξιοποιούνται τουριστικά στο έπακρο και κάποια άλλα να εξαφανίζονται από προσώπου γης χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει το American Sound Studio, όπου ηχογραφήθηκαν το The Letter [Box Tops], Suspicious Minds [Elvis Presley], Dusty in Memphis [Dusty Springfield] Sweet Caroline [Neil Diamond], Raindrops keep falling on my head [B.J. Thomas], τόσα και τόσα των Bobbie Womack, Waylon Jennings, Willie Nelson, Tammy Wynette, Petula Clarke – και ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία να αφιερώσει από μια πυκνή παράγραφο γι’ αυτά τα τραγούδια.

Johnny Cash [Florian Rodarte]

Εδώ μετακόμισε ο Johnny Cash μαζί με την Vivian Liberto για να δουλέψει ως πωλητής ηλεκτρικών ειδών και οι επόμενες σελίδες αποτελούν μια σύντομη βιογραφία του «ανθρώπου με τα μαύρα ρούχα». Εδώ στο κατάστημα ρούχων Lansky’s στεκόταν έξω από την βιτρίνα ο 17χρονος Έλβις, δηλώνοντας στον ιδιοκτήτη πως όταν γίνει σταρ θα αγοράσει όλο το μαγαζί – μέχρι τότε κανείς λευκός, ακόμα και καλλιτέχνης, δεν διανοείτο να φορέσει ροζ κουστούμι. Στην Beale Street στέκει και το μαγαζί Schwab’s, το μόνο που διασώζεται από τότε, με είδη μαγείας, η οποία άλλωστε αποτελεί μέρος της κουλτούρας του Νότου, ενώ στο Rock N Soul Museum ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι «η βάση της σύγχρονης μουσικής που ακούμε όλοι, είναι μια σταδιακή διαδικασία που ξεκίνησε από τους αγρούς της Βόρειας Αμερικής από φτωχούς και αγράμματους ανθρώπους και μέσα σε μισό αιώνα κατέκτησε όλο τον κόσμο».

Stax Studio II

Γυρίζω σελίδα και βλέπω την καμπυλωτή τριγωνική πρόσοψη ενός λευκού και βυσσινί κτίσματος. Είναι ο ραδιοφωνικός σταθμός WDIA, ο πρώτος που σχεδίασε το πρόγραμμά του να απευθύνεται αποκλειστικά στους νέγρους, με εμβέλεια από το Μιζούρι έως τον ωκεανό, και με βασικό κοινό τον πληθυσμό του Δέλτα του Μισισίπι. Η απήχηση αυτή δεν άργησε να πάρει και κοινωνικό χαρακτήρα: ακροατές περιέγραφαν παιδιά που είχαν χαθεί, εκκλησίες ανακοίνωναν εκδηλώσεις, δημιουργήθηκαν προγράμματα εύρεσης εργασίας, μεταφοράς παιδιών στο σχολείο, δωρεάν ψυχαγωγικών εκδηλώσεων για φτωχές περιοχές.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα περιστατικό αυτοκινητικού δυστυχήματος, με μια λευκή γυναίκα που κειτόταν στο δρόμο, αιμόφυρτη. Ήρθε νοσοκομειακό αλλά ήταν της εταιρίας που εξυπηρετούσε μαύρους και δεν επιτρεπόταν να την πάει στο νοσοκομείο. Μέχρι να φτάσει το νοσοκομειακό για λευκούς, η γυναίκα πέθανε. Αμέσως ο Αιδεσιμώτατος Μουρ έκανε έκκληση από το WDIA: «Φτιάχνουμε το ψωμί σας, μαγειρεύουμε το φαγητό, καθαρίζουμε το σπίτι σας και δεν αφήνετε τα ίδια χέρια που κάνουν όλα αυτά, να σηκώσουν μια γυναίκα και να την πάνε στο νοσοκομείο». Σε μια βδομάδα, ο νόμος είχε αλλάξει. Τα νοσοκομειακά μπορούσαν να μεταφέρουν τους πάντες. [σ. 65]

J. Rodgers Guitar

Το Μουσείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στεγάζεται στο Lorraine Motel, όπου δολοφονήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο συγγραφέας αφιερώνει πολύτιμες σελίδες στην ιστορία του ανθρώπου και του κτίσματος αλλά και στην στρατηγική των ανάλογων αμερικανικών μουσείων, σύμφωνα με την οποία οι Αμερικανοί πουλάνε εξαιρετικά και με μελετημένα τουριστικά προϊόντα την ιστορία τους κι ας μετράει λιγότερα από διακόσια πενήντα χρόνια ιστορίας,. Η σύγκριση με ημεδαπά παραδείγματα τόπων μαχών αλλά και (προσθέτω) σύγχρονων πολιτικών θανάτων είναι ενδιαφέρουσα.

Στην συνέχεια ένα γεύμα στο περίφημο Arcade είναι απαραίτητο, καθότι το εστιατόριο έχει φιλοξενήσει πλείστες κινηματογραφικές σκηνές, από το Great Balls of Fire και το Mystery Train μέχρι το Walk the Line και το 21 Grams, όπως πολύτιμη είναι και η ξενάγηση στο εργοστάσιο της Gibson, της κιθάρας που κράτησε «πιστούς» της τους Jerry Garcia, Jimi Hendrix, George Harrison, Robert Johnson, Albert King, Mike Bloomfield, Jeff Beck, Eric Clapton, Jimmy Page, Neil Young, Mick Taylor, Les Paul, Β.Β. King. Ο τελευταίος αποτελεί αφορμή για μία από τις ευπρόσδεκτες παρεκβάσεις του συγγραφέα να μας πυκνώσει μια βιογραφία της ίδιας της κιθάρας αλλά και του King, που όταν έμαθε για έναν περίφημο καυγά για μια γυναίκα ονόματι Λουσίλ, ονόμασε έτσι όλες τις Γκίμπσον του.

John Lee Hooker [Adria Fruitos]

Στο κτίριο της περίφημης Stax Records, διαμορφωμένο κι αυτό σαν μουσείο, αρχίζουμε κι αισθανόμαστε έντονα συναισθήματα ζήλειας. Το πιο εντυπωσιακό του έκθεμα είναι ίσως μια ολόκληρη εκκλησία, που έχει μεταφερθεί στον χώρο κομμάτι – κομμάτι. Η εκκλησιαστική μουσική – γκόσπελ υπήρξε ένα από τα βασικά συστατικά της μουσικής παράδοσης των νέγρων και κατά την πεποίθησή τους η μουσική του Θεού – τα μπλουζ ήταν η μουσική του διαβόλου. «Η πρώτη σε προέτρεπε να ξεχάσεις την σκληρή πραγματικότητα μέσα από την προσευχή, η δεύτερη αποτελούσε μια γήινη διέξοδο: αν δεν μπορείς να την αλλάξεις, τουλάχιστον τραγούδησέ την». Σιγά σιγά διαμορφωνόταν ο κορυφαίος «ήχος της Stax», εκείνη η νότια σόουλ μουσική που έμοιαζε να αποτελεί ένα νέο είδος από μόνη της. Κάποιοι λένε ότι το ακουστικό αποτέλεσμα προερχόταν από την διαρρύθμιση του χώρου (παλιό σινεμά), άλλοι από την εμφύτευση μηχανημάτων και οργάνων στο δάπεδο από τους ιδιοκτήτες, για να μην κλαπούν! Εδώ η συνύπαρξη λευκών και μαύρων κάτω από την ίδια στέγη ήταν αυτονόητη.

Stax Studio

Στις επόμενες σελίδες παρελαύνουν μερικές από τις σπουδαίες της μπάντες και η ιστορία τους: Οι περίφημοι Booker T & the MGs αποτέλεσαν και σύμβολο κοινωνικής ενότητας, καθότι δυο μέλη ήταν λευκοί και δύο μαύροι, σε μια πόλη όπου ίσχυε δια νόμου ο φυλετικός διαχωρισμός· οι Sam & Dave που δεν μίλησαν εκτός σκηνής για πάνω από δέκα χρόνια, αλλά ενέπνευσαν μεταξύ άλλων και τον περίφημο χορευτικό ρυθμό jerk· ο «velvet bulldozer» Albert King, για τον οποίο ο Mike Bloomfield είχε πει ότι με τέσσερις νότες γράφει έναν τόμο· ο Isaac Hayes που διαφοροποίησε τον ήχο της εταιρείας με τραγούδια μεγαλύτερης διάρκειας και υποβλητικότερα φωνητικά. Φεύγοντας από το μουσείο ο συγγραφέας έχει πάρει τις διευθύνσεις των σπιτιών σημαντικών καλλιτεχνών, όλες σε φτωχικές γειτονιές νέγρων στο νότιο Μέμφις, κι αυτό αποτελεί ευκαιρία μια νέα περιγραφική και φωτογραφική περιπλάνηση.

Εκατόν πενήντα μίλια μακριά – κοντά από το Μέμφις ανοίγεται το Μασλ Σόουλς και η πολιτεία Αλαμπάμα και πάνω στον αυτοκινητόδρομο 72 West μας περιμένει το Alabama Music Hall, με την γωνιά του Nat King Cole, του Hank Williams και πλείστων άλλων μορφών του ροκ· παρακάτω στο Fame Studio κυκλοφορεί ακόμα η αύρα της Aretha Franklin, ενώ ένα μικρό κτίσμα φέρει τον βαρύ τίτλο 3614 Jackson Highway, τόπο ηχογράφησης όχι μόνο του ομώνυμου δίσκου της Cher αλλά και των Oh how we danced [Jim Capaldi], Lookin’ for a love again [Bobby Womack], Phases and stages [Willie Nelson], Night Moves [Bob Seger & SBΒ]. Ο συγγραφέας εντοπίζει το σπίτι όπου έγινε η φωτογράφηση για το άλμπουμ των Big Star Sister Lovers, αυτής της τόσο παραγνωρισμένης μπάντας.

Hank Williams_

Δεν αργεί ένα ακόμα προσκύνημα σε σπουδαίο τόπο: το στούντιο της Sun, που εξωτερικά μοιάζει με μικρό μαγαζί, σαν κουρείο. Και μιλώντας για αδικημένους καλλιτέχνες, δεν γίνεται να μη λείψει ο Carl Perkins, που έφτασε στην Sun χάρη στον Έλβις. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζευγάρι των Γιαπωνέζων επισκεπτών του Μέμφις στην ταινία Mystery Train διαφωνεί ως προς το ποιος ήταν μεγαλύτερος από τους δυο. Οι σελίδες που αφιερώνονται στον Πέρκινς είναι από τις πλέον πολύτιμες του βιβλίου, όπως βέβαια και η ιστορία του ιδρυτή της εταιρίας και του στούντιο του Ήλιου, Sam Phillips.

Πώς μπορεί να προσπεράσει κανείς την περίφημη Graceland, το σπίτι του Έλβις, το δωμάτιο με τις τρεις τηλεοράσεις που έπαιζαν ταυτόχρονα, το μουσείο των αυτοκινήτων του, με την ροζ Κάντιλλακ που δώρισε στην μητέρα του ή το κόκκινο MG που οδηγούσε στην ταινία Blue Hawaii… Ο Έλβις αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα μουσικού που έμαθε την μουσική πρώτα από την εκκλησία και μετά από το ραδιόφωνο και υπήρξε η ζωντανή ανταπόκριση στην ευχή του Σαμ Φίλιπς: να βρεθεί ένας λευκός με μαύρη φωνή. Και πράγματι, ήταν ο πρώτος που έσμιξε με τέτοιο τρόπο τα μπλουζ με την κάντρυ, τραγουδώντας σαν μαύρος.

Elvis Cadillac

Ακολουθεί η πολιτεία του Μισισίπι, η γενέτειρα των περισσότερων μπλούζμεν (John Lee Hooker, Ike Turner, Sam Cooke, Junior Parker). Χρειάστηκε κι εδώ η ερευνητική έμπνευση των πατέρα και υιού Λόμαξ, που ηχογραφούσαν διάφορους μουσικούς όπου τους έβρισκαν: στο σπίτι, στο χωράφι, στο τοπικό κατάστημα. Εκείνοι συνέλεγαν για την Βιβλιοθήκη του Κονγκρέσου, στην ουσία όμως για την αθανασία. Για τους λάτρεις των ατέλειωτων δρόμων μπροστά μας ανοίγεται ο Highway 61 και για τους ριψοκίνδυνους το σταυροδρόμι που ο Robert Johnson πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο και μεταμορφώθηκε από μέτριο μουσικό σε μοναδικό δεξιοτέχνη κιθαρίστα.

Στην μικρή πόλη Κλάρσκντέηλ ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός στεγάζει το πιάνο του Otis Spann και την … καλύβα του Muddy Waters, επανασυναρμολογημένη κομμάτι – κομμάτι. Έξω στην οδό John Lee Hooker αφουγκραζόμαστε την ιστορία του μπλουζίστα και αντικρίζουμε την τοιχογραφία του Sonny Boy Williamson. Αμφότεροι συνήθιζαν να μένουν στο Riverside Hotel, όπου κατέλυαν όλοι οι μουσικοί που περιόδευαν σ’ αυτά τα μέρη. Εδώ άφησε την τελευταία της πνοή η Bessie Smith και το κτίσμα αποκαλύπτει λίγους από τους μύθους του, χάρη και στην ευγενή ξενάγηση του ιδιοκτήτη. Άραγε πράγματι η Σμιθ πέθανε επειδή δεν την δέχτηκε το αποκλειστικά για λευκούς νοσοκομείο, όπως διασώζει ένας ακόμα μύθος;

Bessie Smith_

Ακολουθούν κι άλλες περιπλανήσεις στην τέταρτη πλευρά του επιλεγμένου μουσικού τετραγώνου, στην Χελένα του Άρκανσω, άλλου ενός χώρου συγκέντρωσης μπλούζμεν από την περιοχή του Δέλτα. Μια από τις τελευταίες επισκέψεις του συγγραφέα γίνεται πίσω στο Μέμφις στην εκκλησία όπου κάνει λειτουργία ο περίφημος Al Green, ο κορυφαίος σόουλ τραγουδιστής που ακολούθησε τον δρόμο του Θεού. Ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι όταν τον έπιασε να ακούει Jackie Wilson αλλά ο Willie Mitchell τον έπεισε να μην προσπαθεί να τραγουδάει όπως ο Wilson ή ο Wilson Pickett ή ο Sam Cooke. H εξαιτίας του αυτοχειρία της ερωμένης του τον οδήγησε στον δρόμο της ιερωσύνης, χωρίς να παρατήσει την μουσική. Έξω στον δρόμο αναζητούμε το παγωτατζίδικο Jerry’s Sno Cones, που χρησιμοποιήθηκε για τα γυρίσματα του Great balls of fire. Ο Jerry Lee Lewis στα 1957 ήταν ήδη ένας σταρ που όμως έπαιζε πιάνο, ένα όργανο που τον καταδίκαζε να μένει ακίνητος. Κι έτσι άλλαξε τους κανόνες του: έπαιζε και με τα δυο χέρια, κλωτσούσε το κάθισμα, χοροπηδούσε, κάποτε του έβαζε φωτιά. Η γνωστή πτώση του ήρθε να συμπληρώσει μια σειρά από απώλειες πριγκίπων του ροκ εν ρολ. Ο Little Richard χάθηκε στην εκκλησία, ο Buddy Holy έπεσε από τους αιθέρες, ο Elvis κατατάχτηκε στον στρατό. Αλλά οι σπόροι τους είχαν ήδη βλαστήσει.

Memphis Al Green

Είναι παντού εμφανές στο βιβλίο ότι ο συγγραφέας από την μία πήρε απολύτως σοβαρά το σχέδιό του κι από την άλλη το απόλαυσε στο έπακρο. Η έκδοση συμπληρώνεται με βιβλιογραφία και πήγες ανά κεφάλαιο (βιβλία, ταινίες και ντοκιμαντέρ, έντυπα και διαδικτυακά άρθρα), ευρετήριο καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, απόδοση ονομάτων και τοποθεσιών στα αγγλικά και τα ελληνικά και μικρό γλωσσάρι ξένων λέξεων που απαντώνται στο βιβλίο.

Εκδ. Μαριλού, 2013, σελ. 223. Όλες οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα και τραβήχτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2010. Βλέπουμε με την σειρά: 1, 2: Sun Studio, Memphis, 3: Stax Studio,, Memphis, 4: Η κιθάρα που έδωσε ο Jimmie Rodgers σε ανταλλαγή για το κόστος επισκευών του [1928, Loretta, Tennessee], 5: Stax Studio, Memphis, ο χώρος υποδοχής, επανασχεδιασμένος στην λεπτομέρεια, όπως ήταν παλιά, 6: Η ροζ Cadillac του Elvis, 7: Memphis. Το στούντιο όπου ηχογράφησε πολλές επιτυχίες του ο Al Green. 

Στις υπόλοιπες εικόνες, από την ηλεκτρονική πινακοθήκη του ροκ εν ρολ: Elvis, Muddy Waters, Sonny Boy Williamson, Johnny Cash, John Lee Hooker, Hank Williams, Bessie Smith.

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 204.

03
Μαρ.
16

Patti Smith – Πάτι και Ρόμπερτ

Patti Smith 0 cover

Some Patti to Love

Είναι ένα βιβλίο αξιανάγνωστο από την αρχή ως το τέλος, γραμμένο με μια απρόσμενη λογοτεχνική διάθεση ίσως αναπάντεχη για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους εμάς που γνωρίζουμε καλά ότι η Πάτι Σμιθ πρώτα ξεκίνησε από την ποίηση και την εικαστική δημιουργία, και πολύ αργότερα βρήκε τον δρόμο της στην μουσική. Και αυτές οι τέχνες εισχωρούν στην γραφή της, που κατά τα άλλα ρέει σαν διήγηση ημερολογιακή και εξομολογητική.

Ως προς το περιεχόμενο, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: δεν πρόκειται για αφήγηση των μουσικών της περιπετειών, το αντίθετο! Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός έρωτα, της ζωής των δυο εραστών στην Νέα Υόρκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και του τρόπου με τον οποίο αμφότεροι αναζητούσαν τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Η μουσική ήταν μόνο το τελευταίο σκαλοπάτι σε όλες αυτές τις αναζητήσεις της Σμιθ. Αυτή η αφήγηση ενός απόλυτα ρομαντικού έρωτα είναι παράλληλα και μια ιστορία της μαθητείας στο ροκ εν ρολ, στην ουσία όλων όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια είναι κι ένα χρονικό ενός τόπου και μιας εποχής, συνεπώς ξεχειλίζει από αμέτρητες αναφορές σε καλλιτέχνες, μπάντες, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες και σκηνές, ηθοποιούς και υποκριτές, προσωπικότητες και ασημότητες που τριγύριζαν σ’ όλους εκείνους τους χώρους.

Patti Smith 7

Οι πρώτες σελίδες γεμίζουν με υπέροχες περιγραφές των πρώτων της χρόνων. Όταν μάθαινε από την μητέρα της να προσεύχεται στον Κύριο να κρατήσει την ψυχή της άρχισε να αναρωτιέται: πώς είναι αυτή η ψυχή και τι χρώμα έχει; Φοβόταν κιόλας μήπως η δική της ξεγλιστρήσει από μέσα της και δεν ξαναγυρίσει. Σταδιακά άρχισε ένα διαφορετικό είδος προσευχής, σιωπηλής αυτή τη φορά: περισσότερο αφουγκραζόταν, παρά μιλούσε. Σύντομα θα λαχταρούσε να διαβάσει και όλα τα βιβλία του κόσμου, ενώ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ενοχή για την κλοπή ενός παιχνιδιού από μια φίλη της. Όλες αυτές τις ιστορίες τις μοιραζόταν με τον Ρόμπερτ, προσπαθώντας να αποδεχτούν την διττή τους φύση. Ήμαστε γεμάτοι αντιφάσεις: φως και σκοτάδι μαζί. Εκείνη ήταν ένα κακό κορίτσι που προσπαθούσε να γίνει καλό και εκείνος ένα καλό αγόρι που προσπαθούσε να γίνει κακό.

patti_smith_by_mad3-d6t1owv

Το κορίτσι μεγάλωνε, μια ξινή δωδεκάχρονη με μακριά, άχαρα άκρα. Μέσα της όμως είχε ήδη συγκλονιστεί με την αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη και ότι αν είσαι καλλιτέχνης βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι. Ψήλωνε ολοένα και περισσότερο, σχεδόν ένα ογδόντα πέντε, αλλά δεν ζύγιζε ούτε πενήντα κιλά. Το 1961 ήταν μια κοκαλιάρα απόβλητη στο χαμηλότερο σκαλί της γυμνασιακής καταξίωσης και αποτελούσε μόνιμο στόχο κοροϊδίας. Έτσι βυθίστηκε στην εφηβική σωτηρία, στα βιβλία και στο ροκ εν ρολ. Στα δέκατα έκτα της γενέθλια έλαβε για δώρο μια μονογραφία για την θαυμαστή ζωή του Ντιέγκο Ριβιέρα κι άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό της σαν την Φρίντα – μούσα και δημιουργό μαζί. Ονειρευόταν να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη, να τον αγαπήσει, να τον στηρίξει και να δημιουργήσει στο πλάι του.

Αλλά το 1966 έμεινε έγκυος κι έτσι εκείνη που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, «ταπεινωμένη από την φύση». Αποβλήθηκε από τις διδασκαλικές της σπουδές και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο σχολικών βιβλίων. Η παρηγοριά της ήταν ο Ρεμπώ και τον υποδέχτηκε ως συγγενή και μυστικό εραστή. Η κοινωνία που δεν σταμάτησε να την κοροϊδεύει για την «μπίτνικ» εμφάνισή της, τώρα αντιδρά και στα «κομμουνιστικά» της διαβάσματα (!). Εκείνη έριξε το αντίτυπο των Εκλάμψεων σε μια βαλίτσα και ετοιμαζόταν να δραπετεύσει.

Patti Smith 8

Άραγε ποιος μπορεί να ξέρει τι κρύβει η καρδιά της νεότητας εκτός από την ίδια τη νεότητα; [σ. 171]

Λίγο πριν την αναχώρηση έριξε ένα κέρμα στο τζουκ μποξ ενός καταστήματος πρόχειρου φαγητού για να ακούσει ένα σαρανταπεντάρι της Nina Simone κι έφυγε για την Νέα Υόρκη με τριάντα δύο δολάρια. Στην διεύθυνση που είχε στα χέρια της οι φίλοι της είχαν μετακομίσει αλλά βρήκε ένα χλωμό και αδύνατο αγόρι που την οδήγησε στο νέο σπίτι. Κι έτσι το Σέντραλ Παρκ την φιλοξένησε στον πρώτο ύπνο της νέας της ζωής. Αλλά βρισκόταν στην ύποπτη και ερωτική πόλη, με τις σειρές των πορνοσινεμά, τα ξεδιάντροπα ντυσίματα, τους ουρανοξύστες, αυτά τα «μνημεία αλαζονικού αλλά ανθρωποκεντρικού πνεύματος της Αμερικής». Ήταν μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Όλη την επόμενη νύχτα ταξίδευε μπρος πίσω με τον υπόγειο, για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

Patti Smith 4 Chelsea

Περπατώντας στην Δεύτερη Λεωφόρο, την επικράτεια του Frank O’ Hara, την ημέρα του θανάτου του John Coltrane, με τα πλήθη να μαζεύονται στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και την κραυγή της αγάπης του Albert Ayler να αντηχεί στην σχεδόν πνευματική ατμόσφαιρα, η Σμιθ λούστηκε το φως της Νέας Υόρκης, που ήταν ίδιο με των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το White Rabbit ακουγόταν στην διαπασών από τις ανοιχτές πόρτες του Electric Circus, φέιγ βολάν στους δρόμους ανήγγελλαν συναυλίες των Country Joe and the Fish, μια περιφερόμενη κοινότητα νέων κοιμόταν σε πρόχειρες σκηνές στα πάρκα. Ένοιωσε ελεύθερη να αλητεύει, να εξερευνά την πόλη την μέρα και να κοιμάται όπου έβρισκε τη νύχτα: σε κάποια είσοδο πολυκατοικίας, κάποιο βαγόνι του υπόγειου, ακόμα και κάποιο νεκροταφείο.

Τα βιβλία την είχαν προετοιμάσει για όλα, αλλά όχι για την πείνα. Έπιασε δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Άνω Μανχάταν, όπου και άρχισε να κοιμάται κρυφά, όταν άδειαζε το μαγαζί. Σ’ εκείνα τα μέρη ξαναβρήκε τον αδύνατο νέο που την είχε υποδεχτεί σ’ εκείνο το σπίτι, με τα κρεμαστά του χαϊμαλιά, «μια διασταύρωση χίπι και βοσκόπουλου». Βρήκαν δανεικό μέρος για να μείνουν, άρχισαν να μιλάνε για την τέχνη, παρέδωσαν ο ένας στον άλλον τη μοναξιά του. Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι κι εκείνη ήξερε πως «από εκείνη την στιγμή ήταν ο ιππότης της». Αυτός ήταν ο Robert Mapplethorpe, που αγαπούσε από μικρός να χρωματίζει τα πάντα.

Patti and Robert

Τώρα μαζί μαζεύουν από τα σκουπίδια όλα όσα χρειάζονται για το μικρό τους διαμέρισμα: στρώμα, βιβλιοθήκη, φωτιστικά, χριστιανικά κάδρα, χαλί. Τα τραγούδια του Tim Hardin έγιναν το πρώτο σάουντρακ του νεανικού τους έρωτα. Λότε Λένια, Ζαν Ζενέ, Ρεμπώ και Ντίλαν κόσμησαν τους τοίχους. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ήμαστε ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσαν να αγοράσουν αλλά έλιωναν όσους είχαν: εκείνη έφερε την όπερα Madame Butterfly, Rolling Stones, Joan Baez· εκείνος Vanilla Fudge, Tim Buckley, History of the Motown. Μια μέρα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σταμάτησε κι άρχισε να τους κοιτάζει επίμονα. Ο Ρόμπερτ τους έσφιξε το χέρι. «Βγάλε τους μια φωτογραφία, νομίζω είναι καλλιτέχνες», είπε η γυναίκα. «Δυο παιδιά είναι μόνο», είπε εκείνος. Just kids – αυτό τον τίτλο διάλεξε για το παρόν βιβλίο η Σμιθ.

Patti Smith 11

Για πολύ καιρό θα αδυνατούσαν να χαίρονται μαζί όσα τους ενδιέφεραν. Στα μουσεία είχαν λεφτά μόνο για ένα εισιτήριο, έμπαινε μόνο ο ένας και περιέγραφε τον άλλον αυτά που είχε δει. Ο Ρόμπερτ έκλεψε ένα βιβλίο του Ουίλιαμ Μπλέικ· εκείνη ξύστρες και ξυλομπογιές. Θεωρούσαν πως τους προστατεύει το πνεύμα του αγίου κλέφτη Ζενέ. Σταδιακά έφτιαχναν λευκώματα με την τέχνη που αγαπούσαν. Επινοούσαν παιχνίδια, έφτιαχναν χειροποίητες κάρτες. Τα βράδια ρύθμιζαν την βελόνα του πικάπ να παίζει χωρίς διακοπή, ακόμα και στον ύπνο τους.

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες μέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν μια φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε το φακό μιας Leica για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή. Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια και τα χαρτιά μας και αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα, ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι. Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμα αλλά ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας. [σ. 81]

Patti Smith 9

Ο Ρόμπερτ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό αλλά τίποτα δεν θεωρούσε τελειωμένο αν δεν το έβλεπε και εκείνη. Στην πρώιμη φάση του αντλούσε θέματα από τις εμπειρίες του με το LSD, που η Πάτι αρνιόταν να δοκιμάσει – αυτό θα συνέβαινε πολύ αργότερα και σε ειδική περίπτωση. Άλλες πηγές του ήταν ο σουρεαλισμός, η ταντρική τέχνη και αργότερα ο καθολικισμός: ο Χριστός, η Παρθένος, ο αμνός. Έβρισκαν κορνιζαρισμένα πορτρέτα αγίων στα σκουπίδια ή στα παραρτήματα του Στρατού της Σωτηρίας. Η επόμενη έμπνευσή του θα ήταν η σαδομαζοχιστική εικονογραφία, και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ.

Όσο οι δυο νέοι ωρίμαζαν οι ανάγκες τους διέφεραν. Ο Ρόμπερτ είχε ανάγκη να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα του, η Πάτι είχε τον κόσμο πέρα από τον εαυτό της. Τότε είδε πρώτη φορά τον Morrison στην σκηνή και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει αυτό που έκανε εκείνος ο «Άγιος Σεβαστιανός της Δυτικής Ακτής». Αλλά αυτό θα αργούσε· προς το παρόν αμφότεροι προβληματίζονταν για την τέχνη τους: Για ποιον το κάνουμε; Δίνουμε ζωή στον Θεό; Μιλάμε με τον εαυτό μας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός; Να φυλακίσουμε το έργο μας στους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης, τα μουσεία;

Patti Smith - Amsterdam -1976 - kim - wang_

Λένε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στα ζωντανά και στα άψυχα αντικείμενα· πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Ένα παιδί χαρίζει σε μια κούκλα ή σε έναν μολυβένιο στρατιώτη την πνοή της ζωής. Έτσι και ο καλλιτέχνης εμφυσά ζωή στο έργο του, όπως κάνει ένα παιδί με τα παιχνίδια του. Ο Ρόμπερτ ενστάλαζε στα αντικείμενα τη δημιουργική του ώθηση, την ιερή σεξουαλική του ορμή, άσχετα αν το έκανε για χάρη της τέχνης ή της ίδιας της ζωής. Μετέτρεπε ένα μπρελόκ με κλειδιά, ένα κουζινομάχαιρο ή μια απλή ξύλινη κορνίζα σε έργο τέχνης. [σ. 172]

Έπιασαν ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Όγδοη Λεωφόρο, γεμάτο άστεγους και πρεζάκια. Το μέρος έζεχνε κάτουρα και εντομοκτόνο. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόση μαζεμένη δυστυχία, τόσες ρημαγμένες ζωές. Σύντομα κατάλαβαν ότι θα έπρεπε το γρηγορότερο να φύγουν από εκεί. Η μοίρα τους κατέληγε στο περίφημο ξενοδοχείο Chelsea, όπου έπιασαν το μικρότερο δωμάτιο, το 1017. Έξω από το ξενοδοχείο η αναμνηστική πλακέτα για τον Ντίλαν Τόμας τους έδινε δύναμη. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίους ώρες, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Ευγένιος Ο’ Νιλ, ο Τόμας Γουλφ, ο Τέρι Σάουθερν είχαν όλοι κάνει προπόσεις εκεί μέσα. «Το να μένεις σ’ εκείνο το ξενοδοχείο των εκκεντρικών και των καταραμένων πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας, όπως και εκπληκτική παιδεία».

Patti Smith 12

Είναι γνωστό το σύστημα που είχε καθιερώσει ο ιδιοκτήτης: οι ένοικοι μπορούσαν να δώσουν ως ενέχυρο ή αντί χρημάτων έργα τους. Το ξενοδοχείο έγινε το σπίτι τους, το El Quixote το μπαρ τους. Εκεί βρίσκονταν οι καλλιτέχνες για το Γούντστοκ. Ένοιωσε μια παράξενη εγγύτητα με εκείνους τους ανθρώπους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ακολουθούσε τους ίδιους δρόμους. Η Sandy Daley από το παραδιπλανό δωμάτιο δάνεισε στον Ρόμπερτ την πρώτη του Polaroid. Θα ήταν η τέχνη που θα ασκούσε σε όλη του τη ζωή. Παράλληλα έκανε ασταμάτητα κολάζ με πάσης φύσεως θέματα και υλικά. Η Ντέιλι τους πήγε την πρώτη φορά στο περίφημο Max’s [Kansas City], όπου βρισκόταν το περίφημο στρογγυλό τραπέζι Άντι Γουόρχολ, το στέκι όπου περνούσαν εξοχότητες όπως οι Velvet, η Nico, ο Tim Buckley, ο Bob Dylan, ο Roy Lichtenstein, o Salvador Dali, ο Gerard Malanga. Κανείς όμως δεν μιλούσε για πολιτική στο Max, παρά μόνο για την πολιτική του Factory.

Patti with Bolex-1, 1969_

Το Chelsea ήταν μια ανοιχτή αγορά – όλοι είχαν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους να πουλήσουν. Ήταν ακόμη σαν το Twilight Zone: είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Σύντομα θα γνώριζε τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο και τον Μπάροουζ, που όλοι περνούσαν το λόμπι του ξενοδοχείου. Στο δωμάτιο μινιατούρα αισθάνονταν ως κρατούμενοι σε φιλόξενη φυλακή. Όταν ασφυκτιούσαν ή όταν ενοχλούνταν από τους συνεχείς επισκέπτες, πήγαιναν στο γειτονικό ντονατσάδικο που έμοιαζε βγαλμένο από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Ο καφές ήταν άθλιος και τα ντόνατς μπαγιάτικα αλλά έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα.

Όταν είχαν λεφτά απλώς δεν έτρωγαν. Αλλά όταν είχαν, φρόντιζαν να τρέφουν και το πνεύμα τους· χαρακτηριστική είναι η αγορά μιας εικοσιεξάτομης έκδοσης των απάντων του Χένρι Τζέιμς για πενταροδεκάρες. Το γέλιο έγινε το απαραίτητο συστατικό της επιβίωσής τους. Σύντομα ανέβηκαν όροφο, κι έπιασαν το περίφημο δωμάτιο 204. Η δεκαετία του ’60 πλησίαζε στο τέλος της και οι δυο τους ένοιωθαν έτοιμοι για τα σέβεντις. Ήταν βέβαιοι πως θα είναι η δεκαετία τους. Ο ένας είχε γίνει ο καλλιτέχνης της ζωής του άλλου. Τέτοια ελεύθερα πνεύματα αδυνατούσαν να μείνουν αποκλειστικά μαζί. Παρέμειναν συντροφικοί αλλά άλλαξαν συντρόφους. Ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του, η Πάτι γνώρισε τον Σαμ Σέπαρντ, που την έβαλε να γράψουν μαζί ένα θεατρικό έργο, και τον Άλεν Λανίερ των Blue Oyster Cult.

Patti Smith 1

Παρέμενε όμως μια ποιήτρια· αυτό ήθελε να είναι, ακόμα κι όταν άρχισαν να της προτείνουν την μουσική. Είχε διασταυρωθεί με τον Χέντριξ, την Τζόπλιν, τον Γουίντερ, ήταν παρούσα σε σημαντικές στιγμές του ροκ εν ρολ αλλά πολύ νέα και απορροφημένη στις σκέψεις της για να εκτιμήσει την σημασία τους. Δεν έπαψε να αναζητεί τους δρόμους της. Δοκίμασε την ηθοποιία αλλά της ήταν αδύνατο να θυσιάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του εαυτού της για την υποκριτική. Άρχισε να γράφει κριτικές και άρθρα για ροκ περιοδικά – Crawdaddy, Circus, Rolling Stone. Ένα άρθρο του Λένι Κέι για την α καπέλα μουσική την συγκίνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναζητήσει. Πού να γνώριζε ότι θα γινόταν ο κομπανιέρο της στην μουσική….

Όλα έτρεχαν ταχύτατα. Το ζευγάρι πήρε χωριστούς δρόμους αλλά δεν έπαψαν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να βρίσκονται στις ευτυχισμένες και στις δύσκολες στιγμές τους. Η αποχώρηση από το ξενοδοχείο ήταν στο έπακρο φορτισμένη· όπως και το ταξίδι της στο Παρίσι για προσκύνημα στον Μπωντλαίρ, όπως και το όνειρο να ταξιδέψει στην Αιθιοπία του Ρεμπώ.

Patti Smith 3_

Μπορεί η ποίηση να σμίξει με το ροκ εν ρόλ; Η επιρροή του Μόρισον της είχε δώσει μια πρώτη θετική απάντηση. Στις τελευταίες πενήντα σελίδες με μια συγκρατημένη σεμνότητα επιτέλους διηγείται την βουτιά της στην δική της μουσική. Εμφανίσεις με απαγγελίες συνοδεία ηλεκτρικών οργάνων, μπροστά σε συχνά επιθετικό κοινό, κι ύστερα χιονοστιβάδα: CBGB, Horses, η Ιστορία όπως την ξέρουμε αλλά στο βάθος ποτέ δεν θα την μάθουμε. Τότε ήταν που ένοιωθε ευγνωμοσύνη στην μουσική που την βοήθησε να τα βγάλει πέρα με μια δύσκολη εφηβεία, μαζί με μια αίσθηση συνέχειας από όλους τους σπουδαίους προηγούμενους.

Patti Smith 10

Εκείνο που ίσως εκπλήσσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η εμμονή της στην καταγραφή των ρούχων που φορούσαν σε κάθε περίσταση. Είναι πραγματικά εξαντλητικές και συχνά εκνευριστικές οι συνεχείς αναφορές: τι φορούσε στο τάδε μέρος, σ’ εκείνη την έξοδο, στις μετακομίσεις, ακόμα και στην κηδεία του Ρόμπερτ. Κάθε ιστορία και τα ρούχα τους. Υποθέτω ότι δεν πρόκειται για μια κενή ματαιοδοξία· μάλλον το ζευγάρι είχε οξυμένη την εικαστική του αίσθηση, αλλά και την έγνοια για το πώς παρουσιάζουν την περσόνα τους που θεωρούσε τα ενδύματα μείζονα κώδικα έκφρασης, ένα συμπλήρωμα στην τέχνη τους – και φυσικά στην επιθυμία να ορίσουν την ταυτότητά τους σ’ εκείνο τον χαοτικό κόσμο.

Patti Smith Room 204

Μια άλλου είδους έκπληξη αφορά την επιφύλαξή της ως προς τα κοσμογονικά πολιτικά κινήματα του καιρού της. Η Σμιθ συγκλονίζεται από την μουσική αλλά όχι από την επαναστατική διάθεση των νέων της εποχής· στην ουσία συμβαδίζει με τον σκεπτικισμό της Νέας Υόρκης ως προς την χίπικη παλίρροια της Δυτικής Ακτής. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση τα γραπτά της δεν την ανοίγουν. Περισσότερο βάρος πάντως δίνεται στην θρησκευτική της πίστη, σε πολλές περιστάσεις.

Οι τελευταίες σελίδες αποκορυφώνουν ιδανικά την πολύτιμη αφήγησή της. Ο Ρόμπερτ σβήνει σιγά σιγά από το AIDS ενώ εκείνη έχει φτιάξει πια οικογένεια και παιδιά στο Ντιτρόιτ. Πρόλαβε όμως να της χαρίσει για άλλη μια φορά την φωτογραφική του ματιά: την έβγαλε για το εξώφυλλο του Dream of Life, όπως άλλωστε την είχε βγάλει για το εξώφυλλο του Horses – οι σχετικές διηγήσεις είναι από τις πλέον συγκινητικές.

Patti Smith 5

Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας σαν τους Γιούς της Ελευθερίας, που είχαν αποστολή να διασώσουν, να προστατεύσουν και να προβάλουν το επαναστατικό πνεύμα του ροκ εν ρολ. Φοβόμαστε ότι η μουσική που μας είχε θρέψει κινδύνευε να πεθάνει από πνευματική ασιτία. Φοβόμαστε ότι έχανε το αίσθημα σκοπού της, ότι έπεφτε σε άπληστα χέρια, ότι παράδερνε βουλιάζοντας στο τέλμα του θεάματος, της οικονομικής διαχείρισης και της ανούσιας τεχνικής περιπλοκότητας. Επαναφέραμε στο μυαλό μας την εικόνα του επαναστάτη Πολ Ριβίαρ ενώ κάλπαζε μέσα στην αμερικανική νύχτα καλώντας το λαό να αφυπνιστεί και να πάρει τα όπλα. Θέλαμε κι εμείς να πάρουμε τα όπλα, τα όπλα της γενιάς μας, την ηλεκτρική κιθάρα και το μικρόφωνο. [σ. 301]

Εκδ. Κέδρος, 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 337 με πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με παράρτημα με ποιήματα και πρόσθετα σημειώματα [Patti Smith – Just kids, 2010].

Δημοσίευση και στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 203.

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και: Some Patti put something in my drink, Some Patti up there likes me, To Love Some Patti, Everybody needs some Patti. Άλλωστε σίγουρα τριγυρνούσε κάπου δίπλα από τα παραφραζόμενα τραγούδια.

08
Φεβ.
16

Κασέτα # 1

Συντομογραφίες ακροάσεων από το κασετόφωνο του Πανδοχείου

Πλευρά Α΄

Philippe Sarde

1. Philippe Sarde – Tijuana Haute [OST – La valise, 1974]

Ευδαιμονία γαλλικού κινηματογράφου, σαρδικής μουσικής, χαμογελαστής Μιρέιγ Νταρκ, υψηλής Τιχουάνα.

Χερούλι

2. Dorothy Ashby – Soul Vibrations [Afro Harping, 1968]

dorothy ashby

Χωρίς Λόγια. Μόνο μια διαισθητική παρομοίωση: σα να παίζει την άρπα της στην σπονδυλική μου στήλη. Καταγωγή Βαθειά.

Δονήσεις

3. Analogy – Analogy [Analogy, 1972]

Βαρέζε, 1972,  Ο ηλεκτρικός ήχος που εμπνέεται από την γύμνια στη φύση. Ο ένας και μοναδικός τους δίσκος, ένας μοναδικός δίσκος.

Analogy

Πού πήγες;

4. Intergalactic Touring Band – First Landing [S/T – 1977]

Οι κατεβαστές της παράστασης του Εθνικού μοιάζουν με ούφα της σύγχρονου κόσμου: εκτός τόπου, χρόνου και γαλαξία. Ας τους (διεκ)τραγωδήσει η θεατροπρεπής διαγαλαξιακή μπάντα. Μπορούν επίσης να παραγγείλουν την ατομική κινηματογραφική – τηλεοπτική – μουσική μηχανή που προτείνεται στο ένθετο του δίσκου.

Intergalactic etc.

Nash στα μούτρα σας.

5. Sonny Rollins –Blue 7 [Saxophonus Colossus, 1956]

Σαξόφωνο που ζωγραφίζει εφταπλό μπλε. Εξήντα χρόνια μετά, το χρώμα παραμένει ίδιο.

Sonny Rollins_

μπλεμπλεμπλεμπλεμπλεμπλεμπλε

Β΄ πλευρά

6. Sparks – Suburban Homeboy [Lil’ Beethoven, 2002]

Διαχρονικό ομοζεύγος, με σαφή παλαιοσχολική οξφορδιανή – καμπριτζιανή πνευματικότητα. Στην φωτογραφία ανταλλάσσουν ιδέες με τον Ζακ Τατί.

Sparks_with Jacques Tati

We are suburban homeboys and we say yo dog and we mean it, by God!
We’ve got an old school mentality, Oxford and Cambridge mentality
Props to our peeps and please keep your receipts

Τρίτο κουδούνι, βγαίνουμε

7. Paolo Conte – Bodyguard for my self [Nelson, 2010]

Πονεμένος από ποιος ξέρει ποιους πόνους ο Paolo Conte αποφάσισε την σωματική φύλαξη εαυτού.

Paolo Conte

Πιάνο κατά πόνου

8. Wah! ‎– Somesay [Nah = Poo – The Art Of Bluff, 1981]

Some say our ideals are deals
Some say are ideas are jokes
Some say we must end up nowhere
One day I know that they ’ll choke

O ύμνος μας το ’81, ίδιος και το ’16

Wah!

Είναι ψεύτες, ψεύτες, ψεύτες

9. Randy Newman – Baltimore [Little criminals, 1977]

Randy Newman

Hooker on the corner, waitin’ for a train
Drunk lyin’ on the sidewalk, sleepin’ in the rain

Μια πόλη σε δυο φράσεις και τρία λεπτά.

Άραγε άλλαξε κάτι;

10. Warren Zevon – Keep Me In Your Heart [The Wind, 2003]

Warren Zevon_

O αποχαιρετισμός ενός σπουδαίου τραγουδοποιού. Έκανε τις φυγές του τραγούδια – ακόμα και την ύστατη. Το τελευταίο τραγούδι του τελευταίου του δίσκου

Σε κρατάμε

Τσακ, τελείωσε.

Η κασέτα παίζεται σε εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή μακρινής πόλης, σε σπονδυλωτή θεατρική παράταση και σε καθιστικό οικείας οικίας.

Όλες οι κασέτες, στο παράπλευρο ράφι, δεξιά όπως μπαίνετε.

13
Σεπτ.
15

Νίκος Νικολαΐδης – Γουρούνια στον άνεμο

1

«Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν»

«Εκτός όλων αυτών», συνέχισα, «είχα την ατυχία ν’ ανήκω σ’ εκείνη την τραγική γενιά, που, όπως την ονομάζω, “ερχόταν πάντα αργά”. Μια γενιά δηλαδή που ήταν πολύ νέα για ν’ αρπαχτεί απ’ τους Κομήτες του Μπιλ Χάλεϊ, τον Λιτλ Ρίτσαρντ, τον Μπάντι Χόλι κι όλους τους άλλους κούρελους και κάπως μεσόκοπη πια για να πιάσει το νόημα του καλιφορνέζικου ονείρου, που κυρίευε τον κόσμο καβάλα στη βεγγαλική του ψυχεδέλεια. Όμορφα χρόνια, δηλαδή, κι εμείς μια ζωή απ’ έξω». [σ. 236]

Όταν διάβασα την Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα ζαλίστηκα από την συναρπαστική πρόζα ενός συγγραφέα που θεωρούσα σπουδαίο κινηματογραφιστή και σκεφτόμουν τι μυθιστοριογράφο μπορεί να φτιάξει ο εγκλεισμός μέσα στον ίδιο του τον σκηνοθετημένο κόσμο. Τώρα, διαβάζοντας τα κατά δεκαέξι χρόνια προγενέστερα Γουρούνια στον άνεμο πείθομαι οριστικά ότι ο Νίκος Νικολαΐδης υπήρξε ένας ατόφιος μυθιστοριογράφος που αποπλάνησε σχεδόν αποκλειστικά ο κινηματογράφος «στερώντας» μας κι άλλα τέτοια βιβλία.

2.

Η πρόζα ξεκινάει έκκεντρα, καθώς μαζεύονται μια μια όλες οι ιστορίες σε κύκλο και συγκολλούνται λίγο πριν τη μέση του βιβλίου για μια αξέχαστη κούρσα. Στο φλομωμένο Ροζικλαίρ, έναν βρωμερό κινηματογράφο στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, πηχτός αέρας, καθίσματα στρωμένα με ιδρώτα, φλόκια και φρέσκο καυσαέριο, η πόρτα βάζει μέσα τον θόρυβο της βροχής, τα βρεμένα ρούχα την μυρωδιά της, ένας αστυνομικός ψάχνει ένα κορίτσι που μόλις πρόλαβε να ξεφλοκιάσει τέσσερις – πέντε. Κάποιος άγνωστος θα τον συναντήσει για να του δώσει έντυπο υλικό, με τη γνωστή συνθηματική: κάθε τρίτη λέξη σε κάθε σειρά του γράμματος και τα λοιπά. Κι ο ήρωας περιμένοντας τον παράνομο χαρτοπόλεμο σκέφτεται, τουλάχιστον αν ο αναμενόμενος μαρξιστής της τσέπης ορίζει ως τόπο συνάντησης την πρωινή του Ροζικλαίρ διατηρεί κάτι από χιούμορ. Και δεν το αποκλείει να την βγάλει εδώ μέσα το βράδυ των Χριστουγέννων που δεν έχει τίποτα να κάνει. Ο Χριστός γεννήθηκε στο Ροζικλαίρ.

Έχουν κλείσει δυο εικοσιτετράωρα από τότε που πέθανε ο γέρος του και δέκα μήνες από το βράδυ που η γυναίκα του τον πέταξε στον δρόμο ως άεργο. Οι σπουδές πήγαν κατά διαόλου, παράτησε μια δουλειά σε δισκογραφική, πέταξε όλα τα γραπτά του στα σκουπίδια. Προσέξτε το αυτό το τελευταίο, αργότερα θα έχει μεγάλη σημασία. Ο Συμεών στον Άδη, τα Παιδιά της Οδού Κυβέλης, το Καλοκαίρι της Ασετυλίνης, όλα στον σκουπιδοτενεκέ της κουζίνας. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αξίζουν τον κόπο. Πουσάρισμα κόντρα στο πουσάρισμα, μετεωρισμοί μέσα στο χρόνο, αποδημίας σε τρία οικοδομικά τετράγωνα· κι αναβολές, άδικα πηδήματα, ελπίδες της δεκάρας κι υστερικά φλασαρίσματα, τριάντα χρονών και ξοφλημένος κι ανίκανος να καταντήσω οτιδήποτε. [σ. 62]

10

Εκείνο το γλυκό κορίτσι με την πρώιμα μαραμένη εφηβεία μέσα στον κορσέ της επαρχίας μόλις τον άντεξε δυο χρόνια. Η Αγνή είχε την έκφραση Γκλόρια Γκράχαμ και τον έκανε να την σκέφτεται στην κουπαστή μιας σεληνοφωτισμένης βεράντας να τραγουδάει με φωνή Μαρίας Ζαμόρα το Λούνα Λουνέρα. Αλλά ακόμα και στην νεόνυμφη βραδιά τους στο Οτέλ Σεμίραμις μετά από κάτι κρύα σκατόφαγα στην Κηφισιά αυτός έφυγε δήθεν για τσιγάρα, διέσχισε την βροχερή πλατεία στο Κεφαλάρι και χώθηκε στον σιωπηλό κήπο του Σέσιλ όπου στο 319 τον περίμενε η Λίνα για «κάτι που ερχότανε από παλιά, αδύναμο κι αχνό, σαν ξεχασμένο αντίφωνο και τέλεια ασυγχρόνιστο». Εννιά χρόνια με την Λίνα και δεν καταφέρνουν να κάνουν ένα έρωτα της προτροπής παρά τις προσπάθειες σε χαλιά, πίσω καθίσματα, μάντρες και κισσόπλεχτες γωνιές των προαστίων. Εδώ πρωτογράφεται η θρυλική ατάκα της Γλυκειάς Συμμορίας: Για να δούμε, λοιπόν, τι κάνει ο μπέμπης μας!

Αυτή την Αγνή ψάχνει τώρα στο σπίτι της, στους παράλληλους της Πατησίων, με τα στενά που δεν αερίζονται καθόλου με αποτέλεσμα μια μυρωδιά σαπίλας και φωταερίου, με παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα σαν παραπονεμένα υποζύγια, με τις λαμαρίνες τους στο χρώμα του σαπουνόνερου. Τα γνωρίζω καλά αυτά τα μέρη: ημιυπόγειες Έβγες με κίτρινο φως και ξεχασμένα ομοιώματα ανθρώπων μέσα, όλες με τον ίδιο σταθμό στο τρανζιστοράκι, και ισόγεια παράθυρα με το αχνό γαλάζιο της τηλεόρασης που βομβαρδίζει με κυβερνητικά σκατά τους τηλεθεατές. Κάποτε στα μπαλκόνια μισολιγόθυμοι με φανελάκια και γυναίκες που κρέμονται πάνω απ’ τις σιδεριές, μετρώντας την απόσταση ως την ζεστή άσφαλτο.

7.-

Φαίνεται πως δεκατετράχρονη εκπαίδευση σε διάφορα σχολεία για να μάθει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται δεν έπιασε, στα δεκάξι το ’σκασε με έναν χάρτη και δυο βιβλία του Τζακ Λόντον και ανέβηκε για δουλειά ως τα λιγνιτωρυχεία της Κοζάνης όπου τον μάζεψε με σφαλιάρες ο πατέρας του, και τώρα που κάνει την σούμα διαπιστώνει πως δεν κατάφερε και σπουδαία πράγματα, ίσως να φταίει το ότι γεννήθηκε κάτω απ’ το πλανητικό σύστημα του Γκλεν Μίλερ και του Μπένι Γκούντμαν που τον βομβάρδισε με μπόλικο σεληνόφως, κορνέτες και σαξόφωνα και τόνους πορφυρού λίπστικ, όπως έγραψε στο σκισμένο του βιβλίο. Και πού βρίσκονται οι φίλοι; Ο Μιχάλης ο Βιθέντε στις Βρυξέλλες, ο Μίμης ο Μπογκομόλες στην Αμερική, ο Τάκης και ο Όλιβερ σκαστοί στη Νότιο Αφρική, ο Ντόντος στη Γερμανία, ο Σταύρος ο Μιχαλάκης απέδρασε οικειοθελώς από τα γήινα σε δωμάτιο διπλανό από το σαλόνι μιας γιορτής.

Του μένει η Μαρίνα, παρέα από τα έντεκα ως τα δεκαεφτά, ανεπιθύμητη ως γκόμενα για όλους ως υπέρ του δέοντος ανεξάρτητη και απότομη. Τον σέρνει σ’ ένα τραγελαφικό δείπνο σε ανάλογο εστιατόριο όπου με μια φίλη της συζητούν περί αντίστασης με ιδιαίτερη σοβαροφάνεια χλαπακιάζοντας παράλληλα, μέγιστη αντιστασιακή πράξη που υποδεικνύει ο ίδιος – περίμενα να μου καρφώσει κανένα πιρούνι στο μάγουλο αλλά την πλήρωσε ένα παντζάρι – και τελικά τις ακολουθεί στην πολιτική παρανομία της βραδιάς σ’ ένα ερειπωμένο εργοστάσιο στο Νέο Φάληρο – Δηλαδή τώρα είμαι κάργα μες στην αντίσταση; Η οδηγός κάνει ό,τι μπορεί για να πέσει με το αμάξι στη θάλασσα παίρνοντας σβάρνα κι ένα παγκάκι και όταν το τσίρκο κάποτε τελειώσει, παίρνει μαζί του την μία, με κατάληξη στο νοικιασμένο ημιυπόγειό της πάνω απ’ την Δεξαμενή όπου ….

14

… προσπαθούσε, πολύ πατριωτικά, να με πείσει ότι το ροκ εντ ρολ ήταν δημιούργημα των δισκογραφικών εταιρειών κι ενός παγκόσμιου κυκλώματος αποπροσανατολισμού. Χειριζόταν με πολλή άνεση τη γνωστή συλλογιστική των μπάτσων της κουλτούρας που κρίνουν σαν επικίνδυνο ό,τι δεν υποκύπτει στην αντίληψη και στον έλεγχό τους, αλλά το χειρότερο, πλασάριζε μια καλά προπονημένη και κάλπικη αγωνία για την καταστροφή της κατά τ’ άλλα κούρελης εθνικής φυσιογνωμίας μας. [σ. 112 – 113]

Πίσω στο σπίτι του στην οδό Ηπείρου η βροχή συνεχίζει να θαμπώνει τα τζάμια κι ο γέρος έχει μισογείρει με το στόμα του παράξενα μισάνοιχτο λες κι έμεινε στη μέση της Ρεζεντά και με την Μάσκα στο χέρι – Πέθανες τώρα ή μου κάνεις πλάκα; –  άρα ο γιος βγάζει απ’ την παλιά βιβλιοθήκη δυο ακόμα τεύχη της Μάσκας να ’χει να διαβάζει, βάζει κι απέναντι τον παλιό βυσσινί ανεμιστήρα Τζένεραλ Ελέκτρικ να διώχνει κάπως την μυρωδιά. Τέλεια ολοκληρωμένος και περιφρονητικός. Η ακαμψία, που μια ζωή, με τόσες θυσίες επιζητούσε, επιτέλους τον είχε επισκεφτεί ολοκληρωτικά.

Η Μαρίνα επιστρέφει από την σκάλα υπηρεσίας, εκείνη η Γιάννα της Δεξαμενής βουτήχτηκε από τους εσατζήδες ένα τέταρτο μετά την φυγή του, έξω όλα μοιάζουν ήσυχα και βρεμένα και τότε είναι που της διηγείται το συχνό όνειρο για το Green Park κι η παρέα είναι ήδη εκεί αλλά όλα είναι έρημα και το μέρος μοιάζει στοιχειωμένο, οι πόρτες σχεδόν φραγμένες με τα ξερόκλαδα που τρέχουν απ’ τους φράχτες του Πάρκου.

6_

Όμως χτες βράδυ δεν ξέρω πώς έγινε και ονειρεύτηκα πάλι το Green Park. Η φωτεινή επιγραφή του ήτανε χαμένη μες στην ομίχλη, ο δρόμος μπροστά έρημος, τα μακρινά αυτοκίνητα ελάχιστα κι η πάχνη που ερχόταν απ’ το Πάρκο σκάλωνε λίγο στους προβολείς του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου κι ύστερα έπεφτε μαλακά στην έρημη Μαυροματαίων σέρνοντας μαζί της μια βαριά μυρωδιά από λεμονανθούς. [σ. 66]

Η απέναντι κυρία με την ρόμπα (μια εκπληκτική σκηνή στο χολ της), κατά το ένα τρίτο περίεργη, κατά το άλλο φοβισμένη και το τελευταίο λίγο ξαναμμένη, τον πληροφορεί ότι δυο κύριοι με πολιτικά τον γυρεύανε, άρα ο πανικός αρχίζει τους μαλακούς κόμπους γύρω απ’ το λαρύγγι του. Οι μέρες είναι πονηρές και οι επισκέψεις στο τμήμα συχνές μιας και οι διάφοροι τμηματάρχες πίστευαν ότι όλοι οι συγγραφείς είναι κομμουνιστές εκτός από τους ακαδημαϊκούς που εκδίδει το βιβλιοπωλείο της Εστίας. Οι στρατιωτικοί είχαν πετάξει τον γέρο του χωρίς σύνταξη κι αποζημίωση, τον έβαλαν και στη μαύρη λίστα κι εκείνος έμεινε χωρίς δουλειά, να ζει με τράκες.

2

Και όταν η πόρτα χτυπάει δεν είναι για εγκυκλοπαίδειες, ασφάλειες και οίκους τυφλών. Η καρικατούρα του αστυνομικού με την καμπαρντίνα μπαίνει στο σπίτι και οι επισκέψεις του, μαζί με τις συζητήσεις τους, μαζεύουν μερικές από τις δυνατότερες σελίδες του βιβλίου – μια ατέλειωτη παρτίδα λεκτικού πινγκ πονγκ. Ένας κομμουνιστής πατέρας είναι πάντα ένας επαρκής λόγος ανάκρισης αλλά εδώ η υπηρεσία έχει προχωρήσει σημαντικά: τα σκισμένα γραπτά του αποτυχημένου συγγραφέα έχουν κάτι ρατσιστές που περνάνε νουμεράδα μια νέγρα σ’ ένα λεωφορείο, κάτι χίπηδες που αγριεύουν, διάφορα ακατανόητα όνειρα, κοινώς πράγματα που αποτελούν προσβολή για την Εθνική Κυβέρνηση.

Παρ’ όλα αυτά και κάτω απ’ τους όχι και τόσο διακριτικούς χτύπους της καρδιάς μου, που ταχυπαλμούσε ακατάστατα, μπορούσα να διακρίνω τον θόρυβο που άφηναν τα λάστιχα των λεωφορείων καθώς κυλούσαν πάνω στη βρεμένη άσφαλτο της οδού Αχαρνών. Η καρωτίδα μου έπιασε να χτυπάει κάποιον νοτιοαμερικάνικο ρυθμό, ο οισοφάγος φούσκωσε, το διάφραγμα πιέστηκε επικίνδυνα και απ’ ότι κατάλαβα δεν το ’χα σε τίποτα να φτύσω την καρδιά μου επιτόπου πάνω στο τραπέζι και ν’ αρχίσουμε μετά να την κυνηγάμε, παρέα με την μυγοσκοτώστρα… [σ. 201]

7 Ντεκουπάζ Singapore Sling

Η ανάκριση με το δωδεκάρι Μπαλαντάινς ανάμεσά τους αποκαλύπτει ότι από τα σκουπίδια  αυτοί μαθαίνουν τα πάντα· όλα βρίσκονται εκεί, και δεν έχεις παρά να τα ψάξεις στους τενεκέδες και να τα βάλεις σε σειρά. Ο μπάτσος είναι βέβαιος ότι εδώ ανατρέπεται το καθεστώς: Το ίδιο κόλπο. Βάζεις μετά κι ένα σωρό ψεύτικα γεγονότα εκεί μέσα κι έτσι πείθεις τον κόσμο ότι αυτά που γράφεις έγιναν στ’ αλήθεια. Και που ξέρουμε αν αυτά δεν κυκλοφορούνε παράνομα και σε κασέτες, από χέρι σε χέρι; Τελικά ο ήρωάς μας είναι ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας του σκουπιδοτενεκέ

Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές όλα μπορούν να γυρίσουν προς το καλύτερο όταν σε περιμένει μια γυναίκα και ευτυχώς υπάρχει ένα μεταμεσονύκτιο ραντεβού στους λόφους με τα φοινικόδεντρα, όπου μπροστά στην πανοραμική τζαμαρία που σίγουρα θα μαστιγώνεται από την βροχή περιμένει η Κιμ Νόβακ. Ή στο τηλέφωνο, η βραχνή φωνή της Βένας να λέει: «Θέλω βούρκο απόψε», δηλαδή, Παλιά Αγορά στην Αθηνάς, δήθεν άγνωστοι, εκείνος ριγμένος στα χαρτόκουτα και τα καφάσια με τα σάπια φρούτα, εκείνη να τον μαζεύει, να τον ταΐζει κι εκείνος να την ανταμείβει με σελίδες ολόκληρες αυτοκίνητου έρωτα. Όπως με τις αριστοκράτισσες που πηγαίνουν τους χαρμάνηδες σε κάτι βρομομοτέλ έξω απ’ την πόλη για ξεζούμισμα και μετά φεύγουν χορτασμένες βούρκο.

13

Εδώ ο πρόλογος έγινε σ’ ένα πάρτι στη Πλατεία Μαβίλη, με την γνωστή ατμόσφαιρα των ευτυχισμένων αντιστασιακών – χασισάκι, Ντορς, Σουρεαλίστικι Πίλοου, λεβεντομαλάκες με μούσι, πίπες με σινιέ αμπέχωνα, γκόμενες Τζόαν Μπαέζ με ταγάρι και παντού διάχυτο το αποβλακωμένο αυτοκόλλητο μειδίαμα. Μόλις τους είδε σκέφτηκε πως προλαβαίνει την τελευταία προβολή στα σινεμά των Αμπελοκήπων αλλά όπως πάντα ένα κορίτσι αξίζει τους απαραίτητους φιλμνουαρίστικους διαλόγους και το Πάμε να φύγουμε από δω και όλα ανατρέπονται.

Διάολε, δεν θα την άφηνα να χαλάσει με τον ανεξήγητο πανικό της μια ατμόσφαιρα που άλλοι πληρώνουν εισιτήριο και πάνε σινεμά για να τη ζήσουν. Έτσι λοιπόν εμφανίστηκε η Βένα, με μια καθοριστική ανατομική ατέλεια στα απόκρυφα και μια διάθεση για τα πάντα εκτός από έρωτα – έρωτα, που την ερωτεύεται πριν φτάσει το ασανσέρ φτάσει στο ισόγειο, οπότε πλέον κάτω στην Μαβίλη βρέχει ωραία. Κι έκτοτε παρκάρουν έξω από μάντρες οικοδομών στα βόρεια ή σε απόμερη στροφή από παραλιακό προς Λαύριο στα νότια, κάτω από τα πράσινα λαμπάκια του ραδιοφώνου παίζει η Σάρα Βον ε κι ας μην τα πούμε κι όλα, ψάξτε τον Χλωμό Εραστή, κεφάλαιο τρία, έκδοση Green Park, 1955….Από γαμήσι μπορεί να μην έτρεχε τίποτα, από διαλόγους όμως σκίζαμε.

4 - fest. thes. 1974

Το μυθιστόρημα έχει απογειωθεί και τρέχει με χίλια – εδώ βρίσκονται οι έξοχες σελίδες για το Green Park που εμείς ζήσαμε αλλιώς κι αργότερα αλλά κάτι έμεινε από τα δοξασμένα του χρόνια, ιδίως στην δεύτερη δόση κόσμου, 8 με 2, σουινγκάδες, ροκάδες, αγριοαλανιάρες καυλιάρες του μάμπο, μανιακοί μπλουζίστες. Η Αγνή κατακλέβει ευφυώς τα δισκάδικα γύρω απ’ την πλατεία Κλαυθμώνος, ο Όλιβερ φτιάχνει την πρώτη δισκοθήκη της παρέας, χάρη στην οποία εισχωρούν πυρ ομαδόν σε όλα τα πάρτι, καθώς η μεγάλη παρέα φέρνει τους δίσκους λίγους λίγους προς έκπληξη των στραβωμένων οικοδεσποτών κι επιτέλους μαθαίνουμε πώς απέκτησε το παρατσούκλι του ο Μπογκομόλετς, παρών χαρακτήρας μέχρι και τον Μοντεζούμα.

Κι ο φίλος μας ζει το παρόν του, με διάθεση μπλονζόν νουάρ, ακούσματα κουλ τζαζ, Μπέσι Σμιθ και Τζόνι Ρέι, αναγνώσεις Ζακ Πρεβέρ, ξύλο στα αδιέξοδα να μην μένουν μόνοι τους οι φίλοι του, να ζει ανάμεσα Γκρην Παρκ και πάρτι, ακόμα και σ’ εκείνα που πας όχι για να κάνεις φίλους αλλά για να χάσεις φίλους. Και κάπου εδώ να μας χαρίζει και την επιτομή της ένθετης ερωτικής ιστορίας με την Τζίνα το Φάντασμα, την τελευταία γυναίκα του βιβλίου.

Γιατί τον ρυθμό, κορίτσι μου, μας τον ρίξανε κρυφά κάποιο πρωί στην τσέπη αλαφροχέρηδες πορτοφολάδες, που δεν κλέβουν αλλά δίνουν, κι είναι αδύνατο τόσα χρόνια να ξεφύγουμε… [σ. 244]

12

Μένει όμως ακόμα ένα τακτικό ραντεβού με τον αστυνομικό που πρέπει να λύσει τους δικούς του γρίφους. Ποιος είναι ο Συμεών Αστράς, ποιος ο Ξανθός, ποιος ο μπάτσος; Μάταια ο ήρωας προσπαθεί να τον πείσει πως ακόμα κι όταν παρακολουθούνε τον Συμεών, εκείνος μπορεί να φοβάται αλλά η ζωή του δεν αλλάζει. Γιατί κάποιες ζωές δεν είναι απ’ τις ζωές που αλλάζουν. Και συνεχίζει να κάνει ό,τι έκανε πάντα. Και κάποτε αρχίζει να λυπάται τον Χαφιέ, έτσι που νύχτα – μέρα κρυώνει και ταλαιπωρείται στημένος κάτω απ’ το παράθυρό του, ενώ αυτός είναι αραχτός μέσα στο διαμέρισμα. Ακόμα κι όταν μια φορά στην Παλιά Αγορά τον έχασε από πίσω του, άρχισε να τον ψάχνει· τον έπιασε κάτι σαν μοναξιά και οι όροι είχαν αντιστραφεί. Ο Συμεών είχε συνηθίσει στην συντροφιά του, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο είχε ζήσει τόσες μέρες και τόσο κοντά. Στο τέλος η υπηρεσία εκτέλεσε τον μπάτσο ως άχρηστο ακριβώς επειδή δεν μπόρεσε να ενοχοποιήσει τον Αστρά. Για την Υπηρεσία σου κι εσύ κι εγώ είμαστε τα ίδια σκατά…Είσαι θύμα και το ξέρεις…Ένας χαφιές κι ένας πολύ αθώος στην ουσία είναι το ίδιο ένοχοι και επικίνδυνοι. 

5

Για άλλη μια φορά ο συγγραφέας ανεβοκατεβαίνει νοήματα κι εμείς μπορούμε να το πάρουμε όπως θέλουμε. Ας πούμε, να ξεκαρδιστούμε, να προσπαθούμε να φανταστούμε την φάτσα του αστυνομικού, ή να δούμε μήπως η ιστορία ταιριάζει γάντι και σε άλλες, ακόμα πιο οικείες μας. Μένει να σχεδιαστεί ένα δρομολόγιο διαφυγής, κάπου πολύ μακριά από εδώ αλλά δεν υπάρχει απευθείας προορισμός για την Πάιτα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άρα πρέπει να συμβιβαστεί με το πρώτο μεταμεσονύκτιο διαθέσιμο. Εδώ θα ’θελε πολύ να έχει λίγο από το μπλαζέ ύφος του Ρόμπερτ Μίτσαμ καθώς κατέβαινε τις σκάλες κάποιου σαπιοκάραβου στο λιμάνι του Μακάο υπό το εκτυφλωτικό βλέμμα της Τζέιν Ράσελ, αντ’ αυτών μας χαρίζει ένα τελευταίο κέρασμα σπαρταριστών σκηνών με την κοπέλα του τουριστικού γραφείου και φεύγει με διακριτική συνοδεία δυο φίλων ως το Ελληνικό αλλά κάνει στροφή 180 μοιρών και επιστρέφει για μια τελευταία φορά στο Green Park για τα αποχαιρετιστήρια ποτά, και τότε ο αποχαιρετισμός γίνεται αλλιώς, στον δρόμο, στους δρόμους, στο αεροδρόμιο, και είσαι πάλι στο τσακ να τα παρατήσεις όλα και να γυρίσεις στην ίδια παρέα να ξαναχωθείς στις νύχτες σας.

11

Και πάντα βρέχει με το άθλιο ψιλόβροχο με τις κλωστές, με μονότονο ψιλό γαζί ή  με καρεκλοπόδαρα, και πάντα μια γαλαζωπή ομίχλη σέρνεται στους δρόμους με τα σκούρα πλατανόφυλλα, στην οδό Φυλής και στα σφαιριστήρια της πλατείας Βικτωρίας, στους κήπους των προαστίων και στις γωνίες του ξεμοναχιάσματος. Και είναι πάντα νύχτα ώστε το νέον απ’ τα κτίρια και τα καταστήματα να βάφει βιολετιά τα μηχανόλαδα των οχημάτων στην βρεμένη άσφαλτο. Και πάντα υπάρχει μουσική, είτε την ακούει είτε την θυμάται· εδώ ένα σπάνιο εξτέντεντ 45άρι του Φράνκι Λέιν με την Τζεζαμπέλ, εκεί ένα μπλουζ της Ντάινα Σορ [Dinah Shore] – θα τ’ ακούσουμε όλα μέχρι να μαντέψουμε ποιο είναι, το Απλ Μπλόσομ Τάιμ και το Τιλ της Τζο Στάφορντ που ετοιμάζεται να χώσει στη βαλίτσα του, η βραχνή φωνή της Έρθα Κιτ κι ο λιωμένος από το παίξιμο δίσκος του Φατς Ντόμινο, χωρίς να ξεχνάμε εκεί την περαστική κάπου στην αρχή του βιβλίου που έμοιαζε με την Μπρέντα Λι κι ας μην γνώριζε το Φουλ Νάμπερ Ουάν.

Αυτό σου λέω. Κιμ. Τίποτα! Κάτι ρεζίληδες είμαστε, που σύρθηκαν ανάμεσα Μέντια Λουζ, Σινεάκ και Αρτζεντίνα. Και τώρα που το ξεφτιλίσαμε τελείως, σου ομολογώ πως έχω σαφείς υποψίες, για να μην πω αποδείξεις, ότι η φάρα μας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά η γενιά του Σινεμασκόπ, άντε και του Green Park. / Μια ολόκληρη ζωή στο παραπέντε…και τι έμεινε; Τίποτα. Μόνο κάτι πόζες φωτογραφικές μιας οδύνης που γλιστράει λίγο – λίγο προς το μύθο, προδομένη κι αυτή απ’ τις αδιάκοπες λογοτεχνικές επεμβάσεις των μαρτύρων…[σ. 238]

8

Όλα χωράνε σε αυτό το μυθιστόρημα, οι κινηματογραφικοί έρωτες και οι σκόρπιες μνήμες (η χαμένη μητέρα, ο χαμένος αδελφός, οι χαμένοι φίλοι), η βροχερή πραγματικότητα και οι παραισθήσεις, μερικά απίστευτα όνειρα και οι ιστορίες που έγραψε ο ήρωας και ζωντανεύουν διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Να που οι δυο ιδιότητες, του σκηνοθέτη και του λογοτέχνη εδώ βρίσκουν το απόλυτο κοινό τους: όπως βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τις ταινίες του, τα βιβλία σε διψάνε να τα διαβάσεις ξανά και ξανά.

Κι εγώ δεν θα ξεχάσω αυτόν τον ήρωα που κατά τα λεγόμενά του ξοδεύει τους μύθους του σαβουρογαμώντας εδώ κι εκεί, κατεβάζει κόκκινες νοβαλζίνες και δισκία ανθρακικού μαγνησίου, θέλει να μάθει σ’ έναν ταξιτζή την Λίντα Ντάρνελ, την Βίβιαν Λι και την Βερόνικα Λέικ, που όλες έφυγαν έγκαιρα και άδικα και μονολογεί για τα κορίτσια που, «δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά τυχαίνει πάντα να ’χουν αγαπήσει κάποιον άλλο, πολύ λίγο πριν με συναντήσουν», για κάτι γυναίκες που πετάνε τις γόπες χωρίς να τις σβήνουν στο τασάκι και τον λιβανίζουν, για κάτι βραδιές που εξελίσσονται σε κρεμάλα, για παρέες που θεωρούν υποχρέωσή τους να θυμηθούν τα παλιά· κι ας τυλίγεται κι ο ίδιος διαρκώς τα παλιά, όπως ας πούμε τις ημέρες που με ραμμένα μπλουτζίν πήγανε παρέα με την Ζέτα να δουν την Τζιν Τίρνεϊ στην Λάουρα κι αυτή περήφανη που την συνόδευαν δυο ραμμένοι μπλουτζινάδες  έλυσε το κορσεδάκι της και τους άφησε να παίξουν με τα στήθη της στο σκότος· ή την αγαπημένη λύση της παρέας, την «κίτρινη απειλή».

3.

Τώρα που το σκέφτομαι, η κίτρινη απειλή ήταν κάτι σαν πανοπλία. Κάτι ζεστό και ήσυχο, που ερχόταν να μας συναντήσει βαθιά από μέσα μας, κι όλη αυτή η πρόκληση ήταν και η μόνη μας άμυνα. Τους λέγαμε ότι είμαστε μικρά παιδιά που λερώνονται απάνω τους και δεν μπορούν πια να μας κάνουν τίποτα. Και περιμέναμε έτσι να ’ρθει κάποιος να μας μαλώσει κι ύστερα να μας βουτήξει στο μπάνιο να μας πλύνει κι ύστερα να μας φορέσει καθαρά ρούχα. Έφτανε να κυλήσει λίγο το ζεστό νερό πάνω στην κοιλιά μας κι αμέσως η μοναξιά το ’σκαγε μέσα απ’ τα παντελόνια και γινόμασταν πάλι τεσσάρων χρονών και κανένας δεν μπορούσε πια να μας πειράξει κι η μόνη υποχρέωσε που είχαμε ήταν να τρώμε όλο μας το φαγητό, να κοιμόμαστε νωρίς περιμένοντας τις μέρες της γιορτής και τις διακοπές του καυτού καλοκαιριού…[σ. 383]

Εκδ. Athens Voice Books, 2011 [1η έκδ. 1992, Καστανιώτης], σελ. 443.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 190, υπό τον τίτλο Initials N.N., τίτλο εμπνευσμένο από εδώ ή εδώ.

Σχεδόν όλες οι φωτογραφίες από το ανεκτίμητο άλμπουμ της Μαρί Λουίζ.

21
Ιον.
15

Μπάμπης Αργυρίου – Προτιμώ τα παλιά τους

protimo_ta_palia_toys

Το πρώτο εύρημα μάς βρίσκει στην πρώτη σελίδα: Το Στέκι Φίλων των Όψιμα Ανθισμένων Δημιουργών διοργανώνει μια έκθεση για τους δημιουργούς που καθυστέρησαν να κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δουλειά. Τα εξώφυλλα των βιβλίων της έκθεσης των late bloomers είναι εύγλωττα: Marquis de Sade, Joseph Conrad, Henry Miller, Raymond Chandler, ενώ ο παρών σκηνοθέτης Jim Sheridan δίνει την δική του εκδοχή. Εδώ είναι που ο Σίμος Μπάνσης, γνώριμός μας από ένα βιβλίο όπου δήλωνε απερίφραστα πως Έχει Όλους τους Δίσκους κάποιων, συλλαμβάνει την ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ για τον αδελφό του Στέφανο, αιφνιδίως αποθανόντα στα μεσο – πενήντα του. Ο τίτλος Ο ανεκτίμητος ακροατής αφορά τόσο την ιδιότητα του πολύτιμου ακροατή όσο και εκείνη που δεν εκτιμήθηκε όσο της άξιζε. Και ποιον αφορά ένα τέτοιο φιλμ; Οποιονδήποτε ανακαλύπτει ότι η μουσική είναι ο κοντινότερος δρόμος προς την έκσταση και γίνεται άμισθος ιεροκήρυκάς της.

jeffrey lee pierce

Ο αφηγητής μας παραμένει ένας πιστός της μουσικής που λάτρεψε, δεν είναι όμως ο ίδιος από την εποχή που άρχισε να ζει αυτή την ατέλειωτη μύηση. Αυτή τη φορά επιθυμεί να ξορκίσει τον θάνατο με τον  αξιότερο (προαναφερθέντα) φόρο τιμής, να ξεπεράσει τον έρωτα που ταυτίστηκε με την Μαρίνα αλλά και να είναι ένας καλύτερος άνθρωπος. Και πως μπορείς να το προσπαθείς όταν στις φλέβες σου κυλάει ας πούμε ο ήχος των Gun Club; Η υπέρβαση των ορίων και τα παιχνίδια με τον θάνατο, εκλαμβάνονταν από πολλούς ως επιταγή του ροκ εντ ρολ. Βέβαια στα τραγούδια είναι εύκολο να μιλάς, στην πραγματική ζωή τι γίνεται; Ο Μπάνσης αδιαφορεί για τους εθισμούς τους οποίους επέλεξε να φορτωθεί ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός εκείνου του συγκροτήματος, ο Jeffrey Lee Pierce· δεν του πέφτει λόγος, άλλωστε ούτε ο ίδιος λογοδοτεί σε κανέναν για τους δικούς του. Αλλά χαλιέται όταν γνωρίζει ότι υπήρξε αυταρχικός και άδικος με τους μουσικούς του, ένας εγωπαθής δικτατορίσκος που ακύρωνε όσα τραγουδούσε. Οι αυταρχικοί του ροκ δεν έχουν θέση στον κόσμο του.

Σε έναν κόσμο όπου οι μισοί προσπαθούν να του πουλήσουν κάτι και οι άλλοι μισοί δεν έχουν κανένα σημείο επαφής μαζί του, αναζητάει τους ομοίους του κι εκεί θέλει να είναι καλός και να δέχεται την καλοσύνη. Ο καλλιτέχνης δεν απαλλάσσεται· η σχέση με το κοινό πρέπει να είναι καθαρή και τίμια· αν ο μουσικός κοροϊδεύει το κοινό με νοοτροπία σας – έχω – όλους – γραμμένους ή γίνεται μουσικό τζουκμπόξ και παίζει τις παραγγελίες του, τότε δεν τον αφορά. Ο Σίμος θέλει τον καλλιτέχνη γενναιόδωρο με το πιστό κοινό του, να προσπαθεί να επικοινωνήσει, χωρίς να φοβάται και την υπερκόπωση αν παίξει μερικά τραγούδια παραπάνω. «Δεν υπάρχει ιδανική κοινωνία αλλά οι στιγμές επικοινωνίας μεταξύ μουσικόφιλων είναι το κοντινότερο στην ιδανική συμβίωση αγνώστων». Μπορείς να ευχαριστηθείς ερμηνεία ηθοποιού μετά από ρατσιστική δήλωση; Μπορείς να εισπράττεις κρατικές επιδοτήσεις και να γράφεις αντισυστημικά τραγούδια; Εις το εξής η αντιστοιχία λόγων και έργων. Τέρμα το άκου τι τραγουδάω και μην κοιτάς τι κάνω. 

Joe Strummer, died 50

Ποιος είναι ο εξωτερικός κόσμος του Μπάνση και ποιες γυναίκες προσκαλεί, όταν η ερωτική ζωή τόσων και τόσων εφόσον μοιάζει με την καλλιτεχνική πορεία του Iggy το ’75, δηλαδή σολίστες, με κάποιες εφήμερες συνεργασίες και κανένα reunion κάπου κάπου; Υπάρχουν πάντα οι «τηλεγραμμικές» του, οι πελάτισσες στην Γκρίζα γραμμή τηλεφωνικών συνομιλιών για μοναχικούς· άλλες θα συναντήσει τυχαία, άλλες θα τον διαολίσουν ατυχώς. Αλλά είναι η χήρα του Στέφανου, Στέλλα, που αποτελεί την πλέον πολύτιμη διαλογική του σύντροφο όχι μόνο σε αυτές τις εντός και εκτός αναζητήσεις αλλά και στην δυσκολότερη των απορρίψεων: ο σκηνοθέτης Μάρκος Κοσμίδης, που έψαχνε δραστήριους μουσικόφιλους για να εξιστορήσουν τις εμπειρίες τους από την δεκαετία του 1980 και είχε κινηματογραφήσει τις εξομολογήσεις του Στέφανου, αρνείται να παραδώσει το πολύτιμο υλικό.

Αδικία, επιθυμία αυτοδικίας, οίκτος για τους ανθρώπους που η φύση τούς αρνείται τη χαρά της δημιουργίας, φιλοσοφική αναζήτηση μιας ακριβοδίκαιης απόφασης…ο Σίμος καίγεται. Αν, όπως εξομολογείται η Στέλλα, μια απώλεια μας βάζει μπροστά στο δίλημμα να συνεχίσουμε να ζούμε με έναν απόντα ή να τον ξεριζώσουμε απ’ τη ζωή μας, αν ενοχές δεν μας αφήνουνε να επιλέξουμε το δεύτερο αλλά και η παρουσία του – απουσία του δεν αφήνει χώρο για οτιδήποτε άλλο, τότε ένας παραπάνω λόγος να είναι αυτή η ταινία σημαντική: θα συμβολίζει το οριστικό κλείσιμο της πόρτας.

ru17-

Μια δισκοθήκη χτισμένη κομμάτι – κομμάτι θα γίνει ανεμοσκόρπισμα. Αυτή όμως είναι η μοίρα των δισκοθηκών, δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την προστασία του ιδιοκτήτη τους. Μένουν τα χαρτόκουτα με τα αντικείμενα του Στέφανου αποτελούν έναν άλλο κόσμο που ξαναβγαίνει στην επιφάνεια κι έχει αμέτρητα να αφηγηθεί. Κουτιά με δίσκους, κασέτες, έντυπα, μαγνητοφωνήσεις, τετράδια, μαγνητοφωνημένοι μονόλογοι: Δεν θα έλεγα ότι το ροκ μου έσωσε τη ζωή κυριολεκτικά αφού δεν σκόπευα να αυτοκτονήσω, αλλά την έσωσε μεταφορικά· της έδωσε νόημα, χρώμα, περιεχόμενο, ρυθμό. Εκεί μέσα εξιστορείται μια ολόκληρη ακροαματική ζωή, το πώς έζησε εκείνος κι εμείς και τόσοι άλλοι την μουσική της δεκαετίας του ’70 και του ’80, όλα εκείνα που ακολούθησαν το πανκ. την εποχή «όπου ο χειρότερος νέος ήταν προτιμότερος από τον καλύτερο παλαίμαχο».

Ο Στέφανος θυμάται πώς έφτασε σ’ αυτή τη μουσική, γιατί έμεινε, πώς την έζησε· ανατρέχει στη μουσική που του γνώρισε πολιτική, γεωγραφία, φιλοσοφία. Ήταν μια εποχή όπου κάθε μέρα αγαπούσαμε ένα νέο τραγούδι, κάθε βδομάδα έναν δίσκο, κάθε μήνα έμπαινε στη ζωή μας ένα συγκρότημα το οποίο και αγαπάμε ακόμα. Μακάρι να συναισθανόμασταν τότε πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν και πόσο καλυμμένοι από σπουδαία μουσική. Θυμάται τα έντυπα που διάβασε, ακόμα και τον εγχώριο Ήχο που υπήρξε ένας κάποιος οδηγός. Βέβαια και εδώ είναι πια καιρός να γραφτούν όσα δεν διανοήθηκε κανείς να γράψει αυτά τα χρόνια: για τους κριτικούς που παρουσίαζαν την μπούρδα ως cult αριστούργημα ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η συμφέρουσα και για τις δυο πλευρές συνεργασία με την εκάστοτε δισκογραφική, για τον δείκτη δείκτης δυσπιστίας και το τεκμήριο αφερεγγυότητας που πλέον λούζει όλους αυτούς τους υμνητές.

NME13_Aug_88

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, ο ήρωας ζει τουλάχιστον σε δυο κόσμους: από την μία βρίσκεται η «πραγματικότητα», από την άλλη οι εναλλακτικοί κόσμοι στο μυαλό του που σκαρώνονται με παροιμιώδη ταχύτητα για κάθε περίσταση. Ο ίδιος αποκαλεί αυτή την φαντασιακή δημιουργία «παραμύθια για μεγάλους». Αρκεί η ενεργοποίηση της διαβολεμένης του φαντασίας για να βρεθεί στο αλλού, στο άλλοτε και στο αν. Καταστρώνει σενάρια απόλυτα ρεαλιστικά και ενίοτε εξωπραγματικά· θέτει σε λειτουργία «μηχανές», άλλοτε νοσταλγίας, άλλοτε προβολής στο μέλλον. Φτιάχνει λίστες, κατηγοριοποιεί, απολαμβάνει να σκέφτεται λεπτομερώς την δημιουργία ανέφικτων πραγμάτων. Στήνει υποθετικές συνομιλίες, αφηγείται τραγούδια και ξαναφτιάχνει την ιστορία που επιχείρησαν να διηγηθούν οι στίχοι. Στα δύσκολα, παραγγέλνει όνειρα στο υποσυνείδητο.

Φυσικά συνεχίζει να διατυπώνει αμέτρητες ερωτήσεις – το βιβλίο πλημμυρίζει από ατέλειωτες, ερεθιστικές ερωτήσεις που η καθεμιά τους μπορεί να μας ανοίξει ολόκληρες σελίδες που ίσως δεν χώρεσαν στο βιβλίο. Πώς να μετρήσεις την αξία ενός τραγουδιού; Με το άθροισμα των ακροάσεων, την αντοχή στο χρόνο, την γλυκιά μελωδία, τον βαθμό αναστάτωσης που προκαλεί; Μένουμε ασυγκίνητοι από δίσκους επειδή δεν τους αξίζουμε ή επειδή δεν μας αξίζουν; Σε πόσους δίσκους υπολογίζεις το σάουντρακ της ζωής σου; Υπάρχει ροκ εντ ρολ ήθος; Αξίζει να πιστεύει κανείς σ’ αυτό; Αν η δημιουργικότητα είναι ανίατη ασθένεια, υπάρχει άλλος τρόπος να εκτονωθεί η εσωτερική τρικυμία; Γιατί η gothic Americana αγγίζει τόσους μεσογειακούς ακροατές και γιατί οι σκοτεινές ιστορίες του Cave και του Lanegan απέκτησαν φανατικούς ακροατές στη χώρα μας με τη μεγάλη διάρκεια ηλιοφάνειας;

 on_the_phone

Οι ανελέητες ανασκαφές εκτείνονται και στον έξω κόσμο. Κάθε φορά που συναντάει πρόσωπα που συντρόφευε στο μακρινό παρελθόν και εκπλήσσεται από το χαμηλό τους επίπεδο αναρωτιέται: άραγε εκείνος άλλαξε, βελτιώθηκε, ομόρφυνε εσωτερικά και αυτοί έμειναν στάσιμοι ή εκείνος παρέμεινε ίδιος κι αυτοί χειροτέρεψαν; Γιατί όταν βρισκόμαστε με φίλους ανοίγουμε συζητήσεις για τα πιο ελαφρά και ταπεινά θέματα;  Όταν σκεφτεί για ένα γκρουπ ότι σταμάτησαν την δημιουργική ενασχόληση εδώ και καιρό, δεν θα είχαν κάθε δίκιο κι εκείνοι να απορήσουν γι’ αυτόν που εδώ και χρόνια σχεδιάζει διάφορα αλλά δεν κάνει τίποτα;

Aθεράπευτος λεξοπαιγνιδιστής και ασίγαστος πιθανολόγος ο Σίμος βαρέθηκε να ανταλλάσει πληκτολόγια και να υποτάσσεται στην ποτοϋπαγόρευση, για να υποκλέψω δυο τυχαία του λογοπαίγνια. Προτιμά να αφήνει τον εγκέφαλό του να στροβιλίζεται σαν δίσκος σ’ εκείνα τα πικάπ που δεν σηκώνουν βελόνα. Οι τίτλοι των κεφαλαίων ενδεικτικοί: Πες στους Morphine ότι ακόμα τους ακούω, Οδηγώ και συσκέπτομαι, Συμφιλιώσου με το σκοτάδι σου, Θα ζήσω άλλη τέτοια μέρα;  Αναζητά κάποιον να λανσάρει ένα πρόγραμμα το οποίο θα μας επιτρέπει ν’ ακούμε όποιο τραγούδι θέλουμε παιγμένο από συγκρότημα δικής μας συναρμολόγησης – ο καθένας θα μπορεί να πειραματίζεται και μερικές εκτελέσεις θα είναι καλύτερες από τις αυθεντικές. Λιγουρεύεται ένα βιβλίο όπου οι ακροατές με τις ιστορίες ζωής των παρευρισκομένων εκείνης της μουσικής, με ξομολογήσεις πως αντιμετώπιζαν τη μουσική τότε και τώρα τι ονειρεύονταν και πόσο μακριά τους έριξε η ζωή, τι δεν πρόδωσαν και για τι μετανιώνουν.

 10570426_10204483486706737_5382996217901939470_n

Στον ύπνο μου είδα εφιάλτη, κάτι που συμβαίνει συχνά. Οι δίσκοι μου έγιναν μιας χρήσης και όποιον άκουγα χαλούσε και δεν ξαναέπαιζε. Το ανακάλυψα μετά από καιρό και αφού χάλασα πολλούς αγαπημένους. Άρχισα να ξαναγοράζω όποιον ήθελα ν’ ακούσω. Η μουσική βιομηχανία έτριβε πάλι τα χέρια της και οι ταμειακές μηχανές τραγουδούσαν χαρμόσυνα. [σ. 61]

Κι αν ο Στέφανος καταρτίζει μια σύντομη ιστορία του ελληνικού ροκ των 80s και θυμάται τους δίσκους που μοιάζουν «με ομαδικές φωτογραφίες όπου εικονίζεται κι αυτός», ο Σίμος φτιάχνει συλλογές για τους φίλους του (άλλοτε υποκατάστατο εκπομπών, άλλοτε εκδηλώσεις αγνής επικοινωνίας, άλλοτε ηχητικά καρτοποστάλ αντί ταξιδιωτικών και άλλων διηγήσεων), δοκιμάζει την πλημμυριστή δημιουργικότητά του στην στιχουργική και ονειρεύεται να γράψει το πανκ remake των Κουρελιών που Τραγουδάνε Ακόμα. Και τελικά αμφότεροι διατηρούν την αίσθηση πως και αυτά τα λίγα ήταν αρκετά για τη ζωή μας.

Entering_Arizona_on_I-10_Westbound

Ένα άγνωστο μέχρι σήμερα πρόσωπο στη ζωή του, ο τυχερός κληρονόμος Δημοσθένης, γνωρίζοντας την κοινή τους αγάπη για τους Wipers, του κάνει μια εξωφρενική πρόταση. Καθώς ο Greg Sage σιωπά από το 1999, τι θα έλεγε να πάει στην Αριζόνα και να τον πείσει να ηχογραφήσει δίσκο με δικά του κομμάτια ή διασκευές, σαν Wipers ή με άλλο όνομα, ηλεκτρικά ή ακουστικά, δική του η επιλογή; Τα έξοδα δικά μας, τα έσοδα δικά του. Ιδού η ευκαιρία για τον Σίμο: τα «πείθετρα» είναι καλά, ο αεροδιάδρομος αχανής, οι δρόμοι της Αριζόνα απέραντοι, στο τέλος της διαδρομής μια από τις μπάντες της ζωής μας, το μοναδικό τους space punk, ένας World without fear

Μετά θυμήθηκα μια φράση του Δημοσθένη για τους Wipers, την «προτιμώ τα παλιά τους», και σκέφτηκα ότι το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα συγκροτήματα που ακούμε. Οι πρώτοι δίσκοι τους είναι οι καλύτεροι και οι αγαπημένοι μας. Λίγοι είναι αυτοί που χρειάζεται να κυκλοφορήσουν 2-3 μέτριους δίσκους πριν βγάλουν τους σημαντικούς τους (οι Sonic Youth είναι ένα παράδειγμα), αλλά μετά από δεκαετίας καριέρας κι αυτοί θεωρούνται παλιοί. [σ. 120]

orig_Wipers

Ωραίο δεν ακούγεται; Τα σενάρια γράφονται ήδη στο μυαλό του Σίμου, και στο πρώτο κεφάλαιο πιάνουν πρώτη σειρά τα ευκταία. Θα περιπλανηθεί στην Αριζόνα, θα εντοπίσει το Zeno Studio που έφτιαξε και διακονεί ο Sage, θα τον γνωρίσει, θα τον ξεναγήσει στους χώρους που έζησε, ηχογράφησε και συναυλίασε, θα του μιλήσει για τις εμπνεύσεις που οδήγησαν στα τραγούδια… Κι αυτός με την σειρά του θα του μιλήσει για όσα σκέφτεται ένας πιστός ακροατής του: εσύ είσαι underground από επιλογή ενώ οι περισσότερο εκεί έξω είναι από αδυναμία να σπάσουν το τσόφλι του. Όταν οι πολυεθνικές σου προσέφεραν μακροχρόνια συμβόλαια, εσύ προτίμησες την αυτονομία σου παρά την οικονομική στενότητα, που είναι ισόβια σύντροφός σου. Όταν όλοι έψαχναν δεσμευτική εταιρεία και παραγωγή, εσύ έφτιαχνες με την ησυχία σου τον δίσκο σου, ήδη πολυπαιγμένο στο κεφάλι σου.

… Τώρα που ο κόσμος περιμένει να επιστρέψεις, εσύ αφήνεις τον καιρό να περνάει, αποδεικνύοντας ότι μπορείς να σταματήσεις χωρίς να διψάς απεγνωσμένα για χειροκρότημα. Ίσως αυτός να είναι ο ορισμός του εναλλακτικού….Η δική σου πρέζα είναι ο έρωτας για τον ήχο· η αναζήτηση των χρωμάτων του. Κι αυτό ακούγεται και εκτιμάται. [Αυτή την τελευταία φράση θα ήθελα να την έχω πει κι εγώ σε αρκετούς μουσικούς της λέξης και την νότας.] Χρησιμοποιείς την μουσική σου για να αυτοπυρποληθείς και χρειάζεσαι τους παρευρισκόμενους για μάρτυρες; Και τελικά, μήπως ούτε εσύ ούτε εγώ δεν ανήκουμε στον κόσμο του ροκ, στον παράδεισο των εγωμανών, των φωνακλάδων και των χοντροκομμένων; Κι αν δεν ανήκουμε στο ροκ τότε πού ανήκουμε;

Howe Gelb photo courtesy Fire Records, FireRecords.com

Οι δεκάδες σελίδες του ταξιδιού στην Αριζόνα αποτελούν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα εντός κι εκτός του μυθιστορήματος, μια δρομονουβέλα που δεν θέλεις τα τελειώσει. Αναμένοντας την συνάντηση με τον Greg Sage, ο Μπάνσης περιπλανιέται ως ο ταξιδευτής που υπήρξε και στην μουσική: αναζητά το Φοινικόραμα να δει τι παίζει στην πόλη, ψάχνει τα μουσεία των μουσικών οργάνων και τις συναυλίες, μένει ασυγκίνητος (πληγκινημένος) σ’ ένα λάιβ της Neko Case (που μάλλον θα της πήγαινε περισσότερο μια σύναξη γύρω από τη φωτιά μιας κατασκήνωσης), φεύγει για το Τούσον και την έρημο όπου οι μουσικοί πηγαίνουν για να μυσταγωγηθούν, τριγυρίζει στους δρόμους, στα εθνικάδικα και στα μπαρ, γνωρίζει τον Dan Stuart των Green on Red για μια απροκάλυπτη συζήτηση, συντομογραφεί περίτεχνα τους Giant Sand και το Phoenix του Nick Cave, διαπιστώνει με απολαυστική ειρωνεία τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα σε σχέση με τις δικές μας πόλεις, βιώνει κάποιες γήινες και φαντασιακές ερωτικές ιστορίες στα αριζονικά δωμάτια και στους διακρατικούς αιθέρες, κοινώς ζει μια ανεπανάληπτη εμπειρία, ανεπανάληπτη επειδή δεν θα επιχειρούσε να την ξαναζήσει, μια από τις εμπειρίες που εκτιμάς περισσότερο αφού γίνουν παρελθόν.

Ίσως εκείνο το μέρος είναι το κατάλληλο για να καταστρωθεί ένας άλλος χάρτης, των προσώπων στη ζωή του, εκείνων που τον έσυραν προσωρινά στο επίπεδό τους, των ωραίων που τον κέρδισαν οριστικά, όσων έμειναν χρόνια κοντά του, των άλλων που μπήκαν για λίγο κι έπειτα χάθηκαν οριστικά. Ίσως η χαρτογράφηση δεν σταματάει ποτέ και οι δρόμοι σχεδιάζονται για να επανατοποθετεί στη ζωή του μένοντας ή φεύγοντας και στο τέλος….φυσικά σταματώ εδώ, καθώς το μυθιστόρημα είναι τόσο κινηματογραφημένο ώστε είναι τουλάχιστον απρέπεια να αποκαλύπτεις τις τελευταίες ….εκατό σελίδες, όχι επειδή θα μαρτυρήσεις την υποτιθέμενη ανατροπή, ή το εκβιασμένο καλό τέλος ή το αληθέστερο μη τέλος, αλλά επειδή τέτοια βιβλία μοιάζουν με παζλ όπου η ζωή του αφηγητή ενώνεται με τα κομμάτια δεκάδων άλλων ζωών και ποιος θα ήθελε ένα παζλ που δεν τελειώνει αργά και απολαυστικά, δημιουργώντας προσμονή για το επόμενο;

181285_10201245644442704_1902228861_n

Άλλωστε ποιος από αυτή την κοινότητα θα διανοούνταν να ακούσει ορισμένα μόνο κομμάτια από ένα δίσκο ή να πρωτοπαίξει τα τελευταία; Πρέπει να ακούσεις δισκογραφίες ολόκληρες για να σου υπενθυμιστεί, όπως γράφει για κάποιον δίσκο των Throwing Muses, πως ό,τι άσχημο κι αν σου τύχει, το έχουν ζήσει και αντέξει άλλοι πριν από σένα. Ένα είναι σίγουρο: Η ρουτίνα είναι ύπουλη ερωμένη, μας σφίγγει στην αγκαλιά της και μας στερεί περισσότερα απ’ όσα προσφέρει. Ώρα να στρίψεις το τιμόνι και να βγεις πάλι στην λεωφόρο των μεγάλων συγκινήσεων. 

Ένα πυκνό βιβλίο για το ροκ εντ ρολλ, τους ακροατές ως οργανικό μέλος στο ροκ, εμάς στο ροκ, το ροκ σε εμάς, τον θάνατο, την αναζήτηση, την δημιουργία, εκείνους που μοιράστηκαν, τις κοινότητες που δεν ήταν ορατές αλλά ακούγονταν μια χαρά· ένα βιβλίο ξέχειλο από χιούμορ και ειρωνεία για όσους από εμάς έλαχε να ζούμε τόσες συναρπαστικές εμπειρίες δι’ αντιπροσώπων, όπως βιώνουμε σε αυτή τη μουσική, σύμφωνα με τα λόγια του αφηγητή, και που κάποτε καλούμαστε να είμαστε αντάξιοί τους.

1459181_10202595479467736_1675011592_n

Οι δίσκοι μοιάζουν με ντοκουμέντα συνειδητοποίησης της αδυναμίας, καταγράφουν τη σταδιακή μείωση της αισιοδοξίας, είναι σταθμοί στην πορεία προς την τελική συντριβή του δημιουργού τους. Κάθε ροκ δίσκος γράφει στην ούγια με ευανάγνωστα γράμματα τα στοιχεία ταυτότητάς του τη δεδομένη στιγμή. «Τον ηχογράφησα στην εφηβεία, είμαι πολύ σημαντικός, ο κόσμος μου ανήκει». «Ενηλικιώθηκα, αξίζω κι εγώ, δικαιούμαι μια θέση στον ήλιο». «Μεγάλωσα και απέκτησα αυτογνωσία, χαίρομαι που ακόμα μπορώ να ονειρεύομαι». «Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν νέος και αυταπατήθηκα ότι θ’ αφήσω το τεράστιο σημάδι μου στον κόσμο». [σ. 175]

Εκδ. Micbooks, 2015, σελ. 313, με 32 σελίδες με πληροφορίες για όλα τα αναφερόμενα ονόματα και τραγούδια, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο γραφής όπως και στο βιβλίο.

Εικονισμένη ζωή εδώ. Έχω όλους τους δίσκους τους, κι αυτοί βρίσκονται ήδη στη δεύτερη έκδοση, εδώ.

Στις εικόνες. 1. Το εξώφυλλο που σιωπηρά συνομιλεί με ένα καθοριστικό εξώφυλλο δίσκου ζωής. 2. Jeffrey Lee Pierce σε στιγμές ζωγραφιστής έκστασης – ο Σίμος θα ήλπιζε και μετάνοιας. Το έργο από εδώ. 3. Joe Strummer των Clash, διαφυγών στα 50, δάσκαλος στα περί των Σαντινίστας 4. Rollin Under, φανζίν των δεκαετιών 1980 και 1990, δημιούργημα του Μπάμπη Αργυρίου. Τέσσερα από τα ονόματα του εξωφύλλου – Go Betweens, Γκουλάγκ, Steppes και….Banshees διαπερνούν σελίδες του βιβλίου. 5. Ο Nick Cave στο New Musical Express [1988], το χάρτινο εφήμερο και εφημεροειδές μας ευαγγέλιο, στέκει ανύποπτος μπροστά στο μέλλον που τελικά είχε. Πάλι δίκιο ο Μπάνσης. Και, αλήθεια, δεν είχα σκεφτεί αυτή την πιθανότητα, όταν εκείνος φτάσει στο Φοίνιξ. 6. Ο συγγραφέας στον κόσμο του. 7. Ο συγγραφέας στους ανοιχτούς δρόμους. 8. Η μήτρα τόσων ωραίων συγκροτημάτων 9. Wipers. Χωρίς λόγια. 10. Howe Gelb των Giant Sand, ρόκερ της ερήμου, επίτιμος πολίτης του Τούσον. 11. Ο συγγραφέας μετά την απόσυρση του προηγούμενου οχήματος (βλ. φωτ. 7). 12. Μ.Α.

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 187.

01
Μάι.
15

Γιάννης Ευσταθιάδης – Το τρίτο βιβλίο με τις αντιστίξεις και άλλα μουσικά κείμενα

ANTISTIXEIS_hi

Η κριτική δεν είναι παρά η πληροφορημένη γνώση. Γράφω ένα κείμενο που παραμένει η υποκειμενική μου αντίδραση, βασισμένη – ελπίζω – σε γνώση, εμπειρία και διαίσθηση. Η δουλειά του κριτικού δεν είναι να αποδεικνύεται ορθός ή λανθασμένος. Η δουλειά του είναι να εκφράζει μια άποψη σε καλά αγγλικά….έγραφε ο Harold Schonberg, με μια ευθύβολη ερμηνεία περί κριτικής, που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ο συγγραφέας θυμάται την σημαντική αυτή μορφή της μουσικής κριτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή την αποδημία του το 2003 και αναρωτιέται τι μένει σήμερα από τις λέξεις που με τον επικαιρικό τους χαρακτήρα έσβησαν χωρίς απόηχο.

Είναι εμφανές ότι και αυτά τα «ακροαστικά δοκίμια» του συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή της Κυριακής [1999 – 2005], στο Βήμα των ιδεών και στο περιοδικό Το Δέντρο εκκινούν από ένα συμβάν, ένα άκουσμα, μια μνημονική έκλαμψη, έναν δίσκο κ.λπ. που ενεργοποιούν γενικότερους συλλογισμούς· κι εκείνοι, με την σειρά τους εκφέρονται με την μεστή «απικιακή» γραφή, που αρκείται σε δυο και τρεις σελίδες για την εξομολογητική και φιλοσοφική της απόσταξη.

c 1

Πώς είναι η μουσική όταν δεν την ακούμε; Συνεχίζει να υπάρχει μια συμφωνία όταν δεν αναπαράγεται στα αυτιά μας; Ποια η αξία μιας σονάτας που για χρόνια δεν πλησιάσαμε; Η ερώτηση επεκτείνεται αναλογικά και στο μυθιστόρημα και σε όλα τα καλλιτεχνικά έργα. Ίσως αυτό μένει δεν είναι το ίδιο το έργο αλλά η ανάμνησή του, η προσωπική μας αναπαραγωγή μέσω ανασύνθεσης, πιθανώς κάποιο περίγραμμα, τα χαρακτηριστικά μιας ηρωίδας, ένας αφορισμός, μια απλή φράση. Υπάρχει, γράφει ο συγγραφέας στην «Ανήκουστη μουσική», μια αίσθηση πολύ πιο σημαντική στα έργα τέχνης από την όραση ή την ακοή: η ίδια η μνήμη, που τα αναπαράγει αποσπασματικά και κατακερμαστισμένα. Ίσως λοιπόν η μουσική να ακούγεται και χωρίς ήχο, όπως χωρίς βλέμμα υπάρχει η λογοτεχνία και χωρίς όραση ο κινηματογράφος.

«Η μουσική των ήχων» είναι ένας άλλος κόσμος χωρίς λέξεις που καλείται να εκφραστεί ακριβώς με αυτό που του λείπει. Η «Συγκεκριμένη Μουσική» κατάγεται ευθέως από μια από τις αρχαιότερες γλώσσες, αν όχι την αρχαιότερη, αυτήν που μεταπλάθει τον επικοινωνιακό στοχασμό της φύσης: τους ήχους. Για τον συγγραφέα προσομοιάζει λιγότερο στη μουσική και περισσότερο στη ζωγραφική, καθώς ο μουσικός της είναι ταυτοχρόνως συνθέτης και ερμηνευτής, άρα συγγενεύει με τον ζωγράφο που μπροστά στον καμβά του και συλλαμβάνει και εκτελεί. Η εκτέλεση εμπεριέχει και μια ερεθιστική τελεσιδικία: κανείς δεν θα επαναλάβει την – οριστική – ερμηνεία. Όπως σχεδόν όλα τα νεωτεριστικά ρεύματα, είναι πιο σημαντικό γι’ αυτό που ως πειραματισμός κληροδοτεί, παρά γι’ αυτό που ως πεπραγμένο καταλείπει. Εν προκειμένω, φαίνεται πως ο απόηχος είναι πιο σημαντικός από τον ήχο.

c 2

Στην «Ακρόαση χωρίς νόρμες» ο συγγραφέας ομολογεί ότι αντιμετωπίζει την όπερα ως «καθαρή μουσική», ως μελωδικό ποταμό που συνεγείρει και απλώς προσχηματικά ακουμπά πάνω σε επιφανειακούς χαρακτήρες και υποτυπώδη πλοκή. Φυσικά αργότερα αφιερώνει ειδικό κείμενο στις «Ηρωίδες της ουτοπίας», τις Βιολέτα, Τόσκα, Λεονόρα, Τζίλντα, Λουτσία, μέλη του αόρατου θιάσου ενός ενιαίου έργου. Άραγε τι τις ενοποιεί; Το κοινό και ανολοκλήρωτο πάθος; Το γεγονός ότι δεν αποκτούν ποτέ ουσιαστική υπόσταση αλλά μόνο μουσικό ένδυμα; Και γιατί ο θάνατός τους δεν φέρνει δάκρυα στα μάτια; Ίσως το αδάκρυτο πένθος ισοπεδώνεται από την παντοδυναμία της μουσικής. Ή, αλλιώς, η μουσική ακόμα κι όταν είναι πένθιμη, δεν πενθεί ποτέ.

Υπάρχει βέβαια και η «Μουσική για βιαστικούς»· περί compilation ο λόγος, και πώς να ερμηνεύσουμε τον όρο αφού ο όρος «ανθολόγιο» είναι ευρύτερος και διαθέτει κάποια ποιοτική και ηθική διάσταση, ενώ περιλαμβάνει ως έννοια και την επιλογή, την μέθοδο, τα κριτήρια. Στα compilations, αντίθετα, θάλλει η εμπορικότητα, καθώς ολοένα αυξάνονται και πληθύνονται οι βιαστικοί ακροατές του αποσπασματικού. Έτσι συγχωνεύονται η γνώση και η άγνοια, η εμβάθυνση και η επιδερμικότητα και προφανώς η αρωματική γεύση ακυρώνει την τροφή, σε αυτό το fast food μουσικής.

c 5

Η εξέλιξη της εικαστικής γλώσσας των εξωφύλλων είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία και ο συγγραφέας παρατηρεί την μετάβαση από τις μονόχρωμες φωτογραφίες στις συμβολικές εικόνες φύσης, αντικειμένων και πινάκων και αργότερα στο πρόσωπο του καλλιτέχνη. Κάποτε τα φώτα στράφηκαν στον ερμηνευτή, τον μαέστρο – βεντέτα, με μια ναρκισσιστική απεικόνιση, ενίοτε στοχαστική ή πιστή σε ένα ιδιότυπο life style – άλλωστε το κείμενο εδώ τιτλοφορείται «Γένια τριών ημερών». Ίσως θα έπρεπε να υπενθυμίζεται συχνά η περίφημη αποστροφή του Μάνου Χατζιδάκι προς τους φωτορεπόρτερ: Μη μας φωτογραφίζετε άλλο…άλλωστε δεν έχουμε κανένα οπτικό ενδιαφέρον!

Ο συγγραφέας μετατρέπει σε κείμενα μια σειρά θεμάτων – ερωτημάτων που όλοι εμείς που αναπνέουμε με την μουσική έχουμε αμέτρητες φορές συζητήσει και ακόμα περισσότερες σκεφτεί. Ξανακούει τον Ξενάκη, διαβάζει τον Adorno, αποτίει δισέλιδο φόρο τιμής στον Ted Perry και την Hypérion Records, ξεφυλλίζει τα Δελτία της Λέσχης του Δίσκου, αφιερώνοντας επί προσωπικού ένα σημείωμα για την μύηση που ξεκίνησε την άνοιξη του ’66 όπου γοητευμένος από ένα πορτοκαλόχρωμο κουτί («κασέτα») που περιείχε την Αντιγόνη του Orff πρωτομπήκε στο κατάστημα. Στις εκδόσεις της Λέσχης άλλωστε εξέδωσε, με τα ένσημα μιας συνεχούς φιλέρευνης σχέσης, τα πρώτα δυο Βιβλία με τις Αντιστίξεις [2002 και 2006]. Κάποτε θυμάται ένα κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση σύμφωνα με το οποίο η φύση μπορεί να θεωρηθεί ένα κείμενο χωρίς λέξεις, όπου κάθε άνθος είναι ένα γράμμα, και το εφαρμόζει στην μουσική, γράφοντας ότι το κείμενο της φύσης εδώ είναι γραμμένο με συγχορδίες και κάθε άνθος είναι μια νότα.

0002894777096_600

Γιατί πρέπει ν’ ακούμε τις παλιές ηχογραφήσεις και να εισπράττουμε το έργο απομειωμένο εξαιτίας μιας τεχνολογίας που σήμερα φαίνεται στοιχειώδης; Έχουν κάποια χρησιμότητα οι κακές εκτελέσεις; Η απάντησή του εδώ είναι θετική: κάθε κακή εκτέλεση αποτελεί πρωτίστως μια δοκιμασία λιγότερο των ερμηνευτών και περισσότερο του ίδιου του έργου: ελέγχουμε τον βαθμό διαπίδυσης, ακντιοβολίας, την σταθερότητα της συναισθηματικής του θερμοκρασίας, είναι, σε τελική ανάλυση ένα crash test του έργου. Και στον «Νόστο» είναι αδιάλλακτος: μόνο η μουσική έχει τόση αναδρομική ισχύ, επαναφέροντάς μας σε άλλους, ηδύτερους τόπους και χρόνους. Και μπορεί να γνωρίζουμε ότι ο παράδεισος έχει προ πολλού απολεσθεί, αλλά αρκεί μια μελωδία για να μας τον ξαναθυμίσει.

Εκδ. Μελάνι, 2014, σελ. 158

Δημοσίευση και σε mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 183. Classic Nouveau.

10
Δεκ.
14

Το ξενοδοχείο κάτω από το βουνό

gkua

[9] Κάποτε κατέγραφα και τους πιο παράξενους τρόπους με τους οποίους γνώρισα έναν καλλιτέχνη – και ίσως ακόμα το κάνω, με την έννοια ότι συνεχίζω να βρίσκομαι σε αναμονή για κάποιο νέο, απροσδόκητο κομμάτι της συλλογής. Τα σχετικά περιστατικά είναι ατέλειωτα: μια παρανόηση ονόματος, μια πρόταση από μια τυχαία γνωριμία λίγων λεπτών, μια μελωδία που άκουσα ως περαστικός από το ραδιόφωνο ενός παλιού καταστήματος, μια κασέτα που βρήκα στο δάπεδο του γκαράζ ενός πλοίου, πεσμένη προφανώς από ιταλούς ταξιδιώτες που την είχαν συμπεριλάβει στα παραθεριστικά τους απαραίτητα.

2deandre

Δεν γνωρίζω αν και με ποιο τρόπο θα γνώριζα τον Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ σε άλλη περίσταση, αλλά το άκουσμα του La mal di luna ήταν ακαριαίο. Αναζήτησα την μουσική του και βρέθηκα μπροστά σε μια ιδιάζουσα περίπτωση. Μέχρι σήμερα μάλιστα κρατώ το Canzone dell amore perduto ως απόλυτη ακουστική εκδοχή μιας χαμένης αγάπης, τόσο στην αρχική του εκτέλεση, υπό την ατμόσφαιρα μιας αργής, στοιχειωτικής μπαλάντας της δεκαετίας του ’60 έως την ακόμα πιο απλή, κιθαριστική μορφή στην διαχρονική παράδοση των σπουδαίων ιταλών τραδουδοποιών. Συνομιλώντας κάποτε με δυο ιταλούς αδελφούς που ζούσαν τα καλοκαίρια τους στο Κάστρο της Σίφνου, κάνοντας όποια δουλειά μπορεί κανείς να φανταστεί, θυμάμαι την έκπληξή τους όταν με άκουσαν να αραδιάζω μια σειρά ονομάτων αγαπημένων ιταλών τραγουδιστών και να ζητώ πληροφορίες για τον καθένα τους. Τότε άκουσα για πρώτη φορά για την απαγωγή του καλλιτέχνη στη Σαρδηνία. Η ιστορία από μόνη της ήταν αδιανόητη – για μια τέτοια φωνή περίμενες να ακούσεις άλλου είδους ιστορίες, δημιουργίας και δημοφιλίας.

FabrizioDeAndre_v.4

Άλλες εποχές…χωρίς την δυνατότητα προσφυγής στις ηλεκτρονικές καρτελοθήκες του διαδικτύου, επεδίωκα κάθε καλοκαίρι να συμπληρώνω την ιστορία ρωτώντας όποιον Ιταλό γνώριζα στους τόπους των δικών τους διακοπών και της δικής μου εργασίας. Τώρα που έχω διαβάσει την ιστορία του, επιθυμώ με την σειρά μου να σιωπήσω· είναι από εκείνες τις ιστορίες που προτιμάς να κρατήσεις στο μυαλό σου παρά να αναπαράγεις με ένα κείμενο αναπόφευκτης δημοσιογραφικής υφής. Όμως, ένα ιδιαίτερο τραγούδι κι ένας ολόκληρος δίσκος γράφτηκαν μετά από την αδιανόητη περιπέτεια και μπορούν να βιωθούν διαφορετικά.

1979_08_29_unione_sarda_01_2048

Ο Φ.ν.Α. απήχθη τον Αύγουστο του 1979 μαζί με την σύντροφό του τραγουδίστρια Dori Ghezzi και κρατήθηκε στο βουνό Supramonte για τέσσερις μήνες, μέχρι την καταβολή λύτρων. Όταν οι απαγωγείς συνελήφθησαν εκείνος τους συγχώρεσε (όχι όμως και τους οργανωτές του εγχειρήματος) επειδή του φέρθηκαν αξιοπρεπώς και επειδή έφτασαν στο έσχατο αυτό σημείο λόγω ανέχειας· δήλωσε δε ότι οι πραγματικοί φυλακισμένοι ήταν εκείνοι. Η οριακή αυτή εμπειρία αλλά και η σκληρή ζωή των κατοίκων της Σαρδηνίας ενέπνευσαν τον ούτως ή άλλως πολιτικά ανήσυχο τραγουδοποιό στον άτιτλο δίσκο του 1981. Στο εξώφυλλο η εικόνα ενός Ινδιάνου συνδέει την κοινή μοίρα των δυο λαών, ανάμεσα στην περιθωριοποίηση, την υποδούλωση και την χρόνια ετικέτα του ξένου και του διαφορετικού. Στο τραγούδι Hotel Supramonte μια γυναίκα κι ένας άντρας βρίσκονται μόνοι, ένα γράμμα αληθεύει το βράδυ και λαθεύει την ημέρα κι ένας τραγουδιστής ευχαριστεί το θεό επειδή έχει ένα τραίνο να χάσει και μια πρόσκληση για το Ξενοδοχείο Σουπραμόντε, όπου είδε το χιόνι στο σώμα της, τόσο γλυκό στην πείνα, τόσο γλυκό στη δίψα.

Fabrizio_Dori_

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 201 – 202 (Δεκέμβριος 2014), ως μέρος μιας σειράς κειμένων για τους συνειρμούς μνήμης, μουσικής, κινηματογράφου και λογοτεχνίας. To αμέσως προηγούμενο κείμενο [αρ. 8] εδώ. Τα έξι πρώτα κείμενα και μια πρώιμη, εκτός αρίθμησης δοκιμή εδώ: https://pandoxeio.com/2014/01/01/synergasies_me_to_dentro/.Τα υπόλοιπα κείμενα στις επόμενες αναρτήσεις, και όλα μαζί στον παραπάνω σύνδεσμο.

22
Ιολ.
14

Η μουσική του χάους

8

[5] Όλοι εμείς οι ταπεινοί θεατές της κινηματογραφημένης ζωής των άλλων άπραγοι παρόντες και παθητικοί συμπαριστάμενοι μα ποτέ συμπαραστάτες, έχουμε τουλάχιστο ένα προνόμιο απέναντι στους χαρακτήρες του σελλιλόιντ: την μουσική που ενίοτε αγκαλιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις τους – μια συνθήκη που συνειδητοποίησα καιρό αργότερα. Αλλά στο ταβιανικό Χάος η σιωπή των σικελικών βουνών δεν μπορούσε να γεμίσει μόνο από το βουητό του αέρα ή τα καμπανίσματα των κοπαδιών. Οι χαρακτήρες έπρεπε να επινοήσουν την μουσική κι ένας απλός βοσκός έδεσε σ’ ένα κοράκι το μικρό του καμπανάκι για να σκορπίσει στους αιθέρες την ευφορία μιας μελωδίας.

4

Η μουσική ως στιγμιαία διαφυγή από την καθημερινότητα του μόχθου ζωγράφισε την έκπληξη και το μάγεμα στα πρόσωπα των χωρικών – όπως αργότερα ο ήχος του τεράστιου πιθαριού θύμισε σε κάποιον έκπληκτο εργάτη «την καμπάνα του Πάσχα». Στο ίδιο εκείνο αίθριο του φεουδαρχικού υποστατικού ο ερχομός του καμπούρη που ερχόταν με την θαυματουργή κόλλα να ενώσει τα δυο σπασμένα μισά του τεράστιου πιθαριού – δείγματος επίδειξης του μεγαλοκτηματία – συνοδεύτηκε από ένα έγχορδο θέμα ανάλογης μεγαλοπρέπειας (ή ειρωνείας). Το ίδιο αυτό θέμα [La Jarre: Don Lolo] αποκορύφωσε το ύψωμα του μαγικού φιαλιδίου μπροστά στη σιωπή των εργατών που ανατράφηκαν με τον μύθο – μόνο ένας ψιθύρισε: il mastice!

giara

Αν υπήρχε μια στιγμή όπου το Χάος έμοιαζε να φωτίζει – παρά τη νυχτερινή λήψη – ένα μέλλον ελπιδοφόρο, αυτή ήταν η στιγμή της συγκέντρωσης εκείνων των εργατών γύρω από το πιθάρι όπου είχε εγκλωβιστεί ο τεχνίτης, μπροστά στην άρνηση του ιδιοκτήτη να το σπάσει για να τον ελευθερώσει. Στο φωτισμένο από το φεγγάρι αίθριο οι σύγχρονοι δουλοπάροικοι κυκλώνουν το αιχμάλωτο της giara με τελετουργικό χορό πανσέληνης κατάνυξης, χτυπώντας τις πέτρες – κρόταλα στον ρυθμό μια μουσικής που μόνο εμείς ακούμε αλλά εκείνοι έχουν ήδη μέσα τους. Το μεθυστικό μαρς διακόπτεται από τον μαινόμενο γαιοκτήμονα που συντρίβει το πιθάρι, από το οποίο βγαίνει με αργές, σχεδόν ειρωνικές κινήσεις ο τεχνίτης, και συνεχίζεται, καθώς οι χωρικοί τον σηκώνουν στα χέρια και βγαίνουν από την αυλή, σε μια έξοδο που αγνοεί εκείνον που παύει να αποτελεί κτήτορά τους.

6

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ και ολοκληρώνεται εδώ.

21
Ιολ.
14

Ο κοινός λόγος

kaos pirandello

[4] Το Χάος είναι ακριβώς από τις ταινίες όπου η σκηνοθεσία των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι βρίσκεται σε τέτοια διαλεκτική με την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι ώστε τελικά δημιουργείται ένας απόλυτα κοινός λόγος. Θα ήθελα να έχω δει την ταινία στα ανοιχτά στάδια της έβδομης τέχνης και όχι σε χειμέρια σκοτεινή αίθουσα· όμως ακόμα διατηρώ την εντύπωση της πρώτης φοράς, σε οικιακή προβολή. Η τηλεοπτική συσκευή είχε στραφεί προς την βεράντα, στην καθιερωμένη βραδινή ψυχαγωγία των αθηναϊκών κυψελών. Θυμάμαι τα αερόβια πλάνα των σικελικών χωριών όπως κρέμονταν στις άκρες απότομων υψωμάτων· ήταν τέτοια η αίσθηση του ιλίγγου, που πίσω μου ένοιωθα στην άκρη του ρετιρέ να χάσκουν οι άβυσσοι μιας φύσης αχανούς και ολόφωτης. Είχα εκπλαγεί από την ποιητικότητα των εικόνων που αγκάλιαζαν τις σκληρές ιστορίες· ακόμα και η αναζήτηση της ταφής ενός μικρού παιδιού από τον πατέρα του θαρρείς και αναζητούσε την ποιητική της μετάπλαση: ένα τυλιγμένο δέμα γλίστρησε από τα χέρια του αλαφιασμένου χωρικού που έτρεχε στα κακοτράχαλα βουνά και κατέληξε στην άκρη ενός μικρού λάκκου με στάσιμα νερά, αποκαλύπτοντας ένα μικρό ξύλινο κουτί – φέρετρο με ανάγλυφο σταυρό.

kaos 2

Παρά την, έστω και ψευδαισθητική, ελευθερία της δικής μου θέασης, όπως «εν πτήσει» έβλεπα τα σπίτια από ψηλά, μπορούσα να αντιληφθώ τον εγκλεισμό των κατοίκων τους, που τους έλαχε να αντικρίζουν τη ζωή από εκείνα τα μικρά, σχεδόν αρχαία παράθυρα. Ακόμα και στο κυκλωτικό στροβίλισμα της κάμερας πάνω από έναν περίπτερο ναό, που μου φάνηκε πως γνώριζα από τις σικελικές σελίδες της εγκυκλοπαίδειας Δομή, αισθάνθηκα πως η ποθητή αυτή γη περιείχε εντός της ένα ανελέητο χάος…Ήταν άραγε το ίδιο μ’ εκείνο που όριζε ως καταγωγή του ο Λουίτζι Πιραντέλο στην «προμετωπίδα» της ταινίας που βασίστηκε στις δικές του Νουβέλες για ένα χρόνο; Το συγγραφικό επίγραμμα και οι πανοραμικές λήψεις των τίτλων της αρχής ενδύονταν με μια μαγευτική μουσική, προετοιμάζοντας την εμπλοκή του θυμικού.

91S29vCXtoL

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ και εδώ και εκεί και συνεχίζεται  εκεί και πιο μακριά.

20
Ιολ.
14

Η φίλτατη φιλμουσική

questo sporco mondo meraviglioso

[3] Όλα αυτά τα χρόνια η μουσική των ταινιών λειτουργεί ως ανεκτίμητο θησαυροφυλάκιο μνημών και εικόνων, ως ένα προσωπικό αρχείο που τηρείται σε τριπλά βιβλία: ένα για τις κινηματογραφικές εικόνες που τελεσίδικα έντυσε, αποτελώντας κάθε φορά μια ανεπανάληπτη συμβίωση εικόνας και ήχου· ένα δεύτερο για τις σκέψεις που ενέπνευσαν εκείνες οι εικόνες, η επιρροή των οποίων συχνά καθόρισε προσωπικές διαδρομές· και ένα τρίτο, ως ημερολόγιο των συγκεκριμένων παρακολουθήσεων και ακροάσεων στον προσωπικά βιωμένο χωροχρόνο.

piccioni - 74 - il dio sotto la pelle - Α

Κάποτε σ’ ένα αυτοσχέδιο περιοδικό που χειροτεχνούσε ένας κύκλος φίλων, είχα σχεδιάσει ένα εκτεταμένο ημερολόγιο ακριβώς για την μουσική που έζησε στα φιλμ αλλά και διέφυγε από τα όριά τους για να ζήσει δίπλα μας. Ο κορεσμός από τις γνωστές διαθέσιμες λέξεις μας οδηγούσε σε συνεχείς λεξιπλασίες· την ονόμασα λοιπόν «φιλμουσική», εκμεταλλευόμενος το θετικό πρόσημο των τριών πρώτων γραμμάτων και προκρίνοντας την παιδική κατασκευαστική λέξεων από το άτεχνο και ξενικό «σάουντρακ» ή το περιφραστικό «κινηματογραφική μουσική», προς αποφυγή κατάχρησης κινηματογραφικών επιθέτων.

Riz-Ortolani-Mondo-Candido

Σήμερα η μουσική των ταινιών μπορεί να επαναφέρει ακόμα και την αίσθηση της παρθενικής εμβάπτισης στην αντίληψη του γυναικείου σώματος, της αντρικής τιμής· σε εκδοχές του έρωτα, της σκέψης, του θεάματος, του γέλιου, μια άλλη γνώση του κόσμου εν γένει· μπορεί και να μ’ εμποτίζει στην ολιστική εκείνη ευφορία, κάποτε άγνωστης πηγής, που οδηγούσε στο αξέχαστο εσώτερο σκίρτημα κατά την παρακολούθηση ορισμένων σκηνών. Δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο απόθεμα να πάει χαμένο, δεν του αξίζει ο περιορισμός στην σχετική ανταλλαγή μνημών στην ομήγυρη των σινεφίλων. Σε τέτοιες συλλογές, μοναδικές όπως και ο συλλέκτης του, κρύβονται απαντήσεις σε χάσκοντα ερωτήματα, δείκτες πορείας, προτάσεις περισυλλογής, χειρονομίες παραμυθίας, νεύματα ηθικής, πάσης φύσεως καθαρμοί – είμαι βέβαιος. Όχι, δεν είμαι βέβαιος, γι’ αυτό και θα φροντίσω, για καλό και για κακό, να επιφορτίσω έναν μυθιστορηματικό ήρωα, ώστε να χρεωθεί σε αυτόν η πιθανή αποτυχία του σχεδίου.

timanfaya

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ και εδώ και συνεχίζεται εδώ και ως τη μουσική του χάους και τα κινηματογραφικά μετακείμενα

Στις εικόνες τα εξώφυλλα μιας εποχής, τα σάουντρακ μιας μνήμης. Ένας εκθαμβωτικός κόσμος, όπως του Piero Umiliani.

28
Δεκ.
13

Μπάμπης Αργυρίου – Έχω όλους τους δίσκους τους

exooloustousdiskoustous To μυθιστόρημα της ροκ εντ ρολλ κοινότητας του ’80 και του πάντοτε

Τα ροκ τραγούδια που είναι αφιερωμένα στις ήττες των ανθρώπων πλειοψηφούν συγκριτικά, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Μιλάμε για ροκ, ρε διάολε, όχι για ηπειρώτικα μοιρολόγια. Κουρασμένοι απ’ τη μοναξιά, τη φτώχια, την έλλειψη συντρόφου, τσακισμένοι απ’ τις αναποδιές, οι μουσικοί δεν χορταίνουν να περιγράφουν την παράδοσή τους στη θλίψη, πάνω σε μια λυπημένη μελωδία, για να τροφοδοτούν τους πεινασμένους για συναίσθημα εκεί έξω. Στη συνέχεια όμως αυτό γίνεται δουλειά. Πολλές φορές φέρνει πλούτο. Η φτώχια καταλήγει ανάμνηση. […] Τραγούδια όπως το Standing by the Sea δεν σου λένε να κλάψεις, δεν σου δίνουν οδηγίες πώς να ξεφορτώσεις το βάρος απ’ το στήθος, δεν προσπαθούν να σε πείσουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο μυαλό σου, ούτε σου εξηγούν γιατί έφτασε ο ήρωας εδώ. Σου δίνουν μια σπρωξιά και πέφτει στον κόλπο με τους καρχαρίες. Τα υπόλοιπα, το εξής ένα, πρέπει να το βρεις μόνος σου. Και αυτό δεν είναι να επιπλέεις ακίνητος, περιμένοντας το ναυαγοσωστικό. […] Δεν χρειάζεται να λένε πολλά τα τραγούδια, αυτή είναι η δουλειά των βιβλίων· τα τραγούδια είναι σαν τις τελείες: ένωσέ τις με γραμμές και θα δεις να προβάλλει μπροστά σου η κρυμμένη εικόνα. [σ. 116]

1. Bad Education

Ο μονόλογος του Σίμου Μπάνση δεν ακολουθεί απλώς τις προσωπικές του σκέψεις υπό την πείρα μιας τριακονταετίας πιστών και συνειδητοποιημένων ακροάσεων του σύγχρονου ροκ αλλά και το σχέδιο του … προγραμματικού κειμένου της νέας του ραδιοφωνικής εκπομπής! Αν η μουσικοπάθεια, σκεφτόταν νωρίτερα, κληρονομείται, τότε τού μεταγγίστηκε με τα καλώδια του οικιακού ραδιοφώνου Τελεφούνκεν που δεν γνώρισε τι σημαίνει διακόπτης κλεισίματος. Όμως ο αυτοπρόσωπος αφηγητής μας έχει φροντίσει έγκαιρα να απομακρυνθεί από τονDrake μύθο των ηρώων που οφείλουν να είναι γεννημένοι από χωρισμένους γονείς ή σε παράφρον σπίτι, με περιπετειώδη ζωή ή στιγματισμένα χαρακτηριστικά – ευτυχώς, γιατί εδώ και χρόνια έχουμε συμπληρώσει τον απαραίτητο αριθμό απόβλητων και καταραμένων.

Όμως …κάποιες από τις παιδικές μνήμες, τότε που «βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε και δεν εκτιμούσαμε την αξία της ανέμελης ζωής», δεν υπάρχουν στο οικογενειακό αρχείο αλλά πλάθονται πολύ διαφορετικές από τις πραγματικές – και τελικά διαφέρουμε τόσο πολύ από τους γονείς μας. Τουλάχιστον ο Σίμος ευφραίνεται με τα σενάρια διαφορετικών προγονικών καταβολών, έτσι για το γούστο. Μήπως η μια γενιά παίζει επίθεση και η επόμενη κάνει συντήρηση, μήπως οι απόγονοί μου θα είναι καρμπόν των γονέων και δεν θα μπορώ να τους εμφυσήσω αγάπη για τίποτα; Παιδιά φτωχών και άσημων ορχανοπαιχτών έγινα διάσημα και παρήγαγαν σπουδαίο έργο, ενώ παιδιά διάσημων μουσικών που ν’ ακολουθούσαν το επάγγελμά τους και να ξεπέρασαν σε αξία τους γεννήτορές τους, δεν μπορώ να θυμηθώ. Θα φταίνε τα χιλιάδες βιβλία, οι δίσκοι και οι ακριβοί πίνακες στους τοίχους.

2. Ψυχοφωνητdrake 1_ής και ραδιοσταθμάρχης

Στη ζωή του Σίμου υπάρχουν τα όνειρα, όπως η κινηματογράφηση μιας οριακής ταινίας ή έστω η συνέχεια των Κουρελιών του Νικολαΐδη – τι κέρδισε άλλωστε μετά από τόσα χρόνια ατολμίας; – κι ύστερα υπάρχει και η μεροκάματη πραγματικότητα: η ανάληψη θέσης τηλεφωνητή στην Speak-a-tel, τηλεφωνείο ψυχολογικής υποστήριξης, τα ευήκοα ώτα όπως τα χαρακτηρίζει ο κυρ υπεύθυνος. Σ’ ένα δωμάτιο μεγέθους ανελκυστήρα σκοπεύει να ξεφορτώνει λίγα γραμμάρια από το βάρος των πελατών ή απλά οι τηλεγραμμικές του, να βγάλουν το βράδυ. Μήπως και ο ίδιος δεν ζητάει από το παρελθόν να περάσει έξω, ή τέλος πάντων να γυρίσει σελίδα στη ζωή του; Για περίμενε. Γιατί ενεργώ σαν θύμα της προπαγάνδας των βιβλιόφιλων και δε χρησιμοποιώ μουσικοφιλικές αλληγορίες; Θα γυρίσω το δίσκο, θα βάλω τη βελόνα στο επόμενο κενό αυλάκι, θ’ αλλάξω κασέτα, σταθμό, δισκάδικο, θ’ αφήσω πίσω το σαπόρτ και θ’ απολαύσω το πρώτο όνομα…

Αλλά όπως κάθε πρόθυμος μοιραστής της λατρευομένης  μουσικής, ο Σίμος ονειρεύεται άλλο στούντιο και η συνάντηση με τον ιδιοκτήτη του ραδιοφωνικού σταθμού (γύρω στα εξήντα, άρα πολύ μικρός για ν’ απολαύσει το καλοκαίρι της αγάπης κBuckley_1αι πολύ μεγάλος για να ενσωματωθεί με τους πανκς)  εξελίσσεται σε διαμάχη ιδεών με μονόλογο νικητή, που επιθυμεί να γνωρίσει ο κόσμος τα άλλα συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80 αλλά είναι ιδιαίτερα εύστροφος ώστε να μην το αποκαλύψει.

Θέλω οι σημαντικοί δίσκοι ν’ αποκτήσουν σεβασμό ανάλογο με των σπουδαίων λογοτεχνικών έργων. Για πολλούς ανθρώπους του Paris 1919 του John Cale είναι εξίσου σημαντικό με οποιοδήποτε βιβλίο του Graham Greene – τον φέρνω ως παράδειγμα γιατί ο δίσκος περιέχει ένα τραγούδι αφιερωμένο σ’ αυτόν. […] Η μουσική είναι σημαντική για κάποιους, όσο η ιδεολογία για τους αριστερούς που τραβούσαν τα πάνδεινα εξαιτίας της. Μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς την αγαπημένη σου μουσική, μπορείς να υπογράψεις δήλωση αποκήρυξής της; Είναι ένα απ’ τα τελευταία καταφύγια των απογοητευμένων από μεσσίες, ηγέτες, γκουρού και λοιπούς σωτήρες. […] Σου δίνει αυτοπεποίθηση, βγάζει ό,τι καλύτερο έχεις μέσα σου, σου θυμίζε αρετές που είχες ξεχάσει ότι διέθετες. Ένας τίτλος ή ένας στίχος μπορεί να γίνει οδηγός στη ζωή σου.

3. Τα φαντασιακά παίγνια ή [That’s] Entertainment

LP vicΈνα σπάνιο χαρακτηριστικό του Σίμου (κι ένα απολαυστικό μυθιστορηματικό συστατικό) είναι το διαρκές προσωπικό παιχνίδι ερωτήσεων, πιθανοτήτων, προβλέψεων και ασκήσεων πάνω στην παρελθούσα μνήμη, τα εναλλακτικά παρόντα και τις μελλοντικές παραλλαγές. Όποτε δεν συντάσσει λίστες, στο «ιδεοδρόμιο» του προσγειώνονται προσχέδια, λάθος προσενάρια μικρού ή μέγιστου μήκους αλλά και η …κριτική τους. Όταν, για παράδειγμα, μετά την «πρόσληψή» του τρυπώνει στο μπαρ Atomizer σπαρταριστά συλλογίζεται περί καινοτόμων μπαρ ή περί επιμελητών των ηχητικών μας αναγκών – στους τελευταίους ανήκει και η δισκοθέτρια του μαγαζιού, σύντομα το επίλεκτο ήμισυ του έρωτα.

Μπορεί λοιπόν ο Σίμος να είναι δεινός κολυμβητής της σκέψης και της μνήμης αλλά έχει και μια σειρά τρυκ να απολαμβάνει τα κενά ανάμεσά τους: παίρνει συνέντευξη από τον εαυτό του, επιστρατεύει την «εσωτερική αντιπολίτευση», παίζει το δύσκολο παιχνίδι της αντιστροφής των θέσεων, πιάνει κουβέντα με τους διαφορετικούς του εαυτούς (που κονταροχτυπιούνται ανάμεσα σε θετικές και αρνητικές οπτικές). Ο προβληματισμός του, για παράδειγμα, πώς γίνεται και στο ροκ απουσιάζουν οι μη σωματικά υγιείς και αρτιμελείς ενώ πλεονάζουν οι ψυχικά και διανοητικά ανάπηροι οδηγεί και σε μια συγκλονιστική συνομιλία μεταξύ Robert Wyatt και Vic Chesnutt, που εκπροσωπούν την πιο αισιόδοξη και απαισιόδοξη, αντίστοιχα, στάση απέναντι στην ζωή μετά από τα τραγικά τους ατυχήματα.

4. Blue turns to Pink

Με αυτές λοιπLP f.όν τις παράλληλες πραγματικότητες, την εξομολογητική γραφίδα αλλά τις ευφάνταστες αναρτήσεις στο προσωπικό του μπλογκ ο Σίμος εκφράζει όσα ζει στον έρωτα, στη σχέση του με τη μουσική και στους δυο πόλους της καθημερινότητας, επαγγελματικής και ερασιτεχνικής. Γύρω του οι απαραίτητες πολύτιμες φιλίες, ο αναπόφευκτος θάνατος των αγαπημένων, ο μέντορας αδελφός του Στέφανος που τού εμφύσησε την ευγενή του μουσικομανία, και βέβαια η Μαρίνα, οι πνευματώδεις και λογοπαίγνιες συζητήσεις με τις οποίες ολοκληρώνουν τα σπάνια συστατικά ενός έρωτα που αναπνέει παράλληλα με την μουσική. Κι αν περιμένει κανείς σελίδες επί σελίδων για τους προσωπικούς μας ναούς, τα δισκοπωλεία, όχι· αρκεί ένα κεφαλαιώδες κεφάλαιο για να μεταδώσει την τελετουργία τους αλλά και να εκκινήσει την ιδανικότερη αρχή ενός έρωτα, πάνω από το The Good Earth των Feelies, κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί ο Σίμος σε ανάλογες γνωριμίες χάνει τις λέξεις και μόνο αργότερα «η γλώσσα τις διαλέγει εύκολα μέσα απ’ το αποθεματικό». Ευτυχώς στην πορεία όπου λείπουν οι λέξεις, περισσεύουν οι νότες, όπως στη μαγική στιγμή του χορού της Μαρίνας υπό το Dancer της PJ Harvey, αιχμάλωτη στον κόσμο του, όμηρος στον κόσμο της.

Hsker+D5. Heroes

Οι αξιοπρεπείς των συγκροτημάτων όπως οι Husker Du, εκείνοι που επηρέασαν τη γλώσσα, προσθέτοντας λέξεις δικής τους επινόησης ή αναγκάζοντας στον ορθογράφο του word να τις δέχεται ως σωστές – βλέπε Byrds, οι αφοσιωμένοι της δημιουργίας και οι επιτυχημένοι χωρίς συμβιβασμούς, οι μουσικοί που θέλουμε να γερνάνε μαζί μας, όλοι οι υψηλόβαθμοι στις καρδιακές του θέσεις βρίσκονται εδώ. Καθώς η μία ιστορία ρέει, μια άλλη εισχωρεί μέσα της, κάποιες φράσεις τους εμπεριέχουν μερικούς σημαδιακούς στίχους για όσους έχουν στιχουργική μνήμη, ευρηματικές παρομοιώσεις έχουν ως αποτέλεσμα καμία σελίδα να μην είναι ανέκπληκτη  και γενικώς ενώ θες να τρέξεις λαχανιαστά την ανάγνωση σε ταχύτητες πανκ ή έστω ποστ πανκ, σταματάς κάθε λίγο για να μη σου ξεγλιστρήσει το εύρημα της παραγράφου.

6. Rock’n’roll High School

Κορυφαίες ανάμεσα στις εσωτερικές ιστορίRamonesες είναι μια φαντασιακή συνάντηση μερικών μορφών του ελληνικού ροκ, η συνέντευξη μ’ έναν επιβεβλημένο μουσικό – δηλαδή τα διαπιστευτήρια του συμβιβασμού με τον ραδιοσταθμό – που δέχεται τις ερωτήσεις που κανείς ποτέ δεν τολμά να απευθύνει στους «καλλιτέχνες», και το σκάρωμα ενός ντοκιμαντέρ για την σκηνή της δεκαετίας του ’80, με εξομολόγο τον Στέφανο, που θυμάται, μεταξύ άλλων, τις ραδιοπειρατικές μέρες: Ενημέρωσα, διασκέδασα, συντρόφευσα, γέμισα τις άδειες κασέτες μερικών χιλιάδων ακροατών μου, μέχρι που ήρθε η ελεύθερη ραδιοφωνία και συνέθλιψε εμένα και τους ομοίους μου με τους πανίσχυρους πομπούς της. Αυτή είναι η ανταμοιβή όλων όσοι ψυχαγώγησαν εκατομμύρια και όταν έσβησαν οι λυχνίες ξεχάστηκαν. Καμία καταγραφή όσων εξέπεμψαν, κανένα αρχείο εκπομπών δεν θα υπάρξει ποτέ για τους παράνομους

Εδώ βρίσκεται η επιτομή μιας ολόκληρης εποχής που έχει μείνει άγραφτη, πόσο μάλλον αλογοτέχνητη· της εποχής εκείνης όπου μπορούσες να παρακολουθήσεις τα γκρουπ απ’ το ξεκίνημά τους και να μεγαλώνεις μαζί με τους μουσικούς, όπου αγόραζες ένα δίσκο ακόμα κι επειδή σου άρεσε το όνομα ή το εξώφυλλο, οι συναυλίες που γίνονταν στα πιο απίθανα μέρη και έδιναν την αίσθηση της γιορτής μαζί με αληθινούς ανθρώπους, στα δισκάδικα και στα λάιβ η αίσθηση της κοινότητας ήταν διάχυτη. Είναι πιο ευτυχισμένοι οι ακροατές σήμερα;

cale_1_by_xcinnx-d3j4ved7. Roller Under

Από την στιγμή που τόσοι από εμάς υπήρξαμε θερμοί ακροατές – ορισμένοι και συμμέτοχοι – του σύγχρονου ροκ κατά την δεκαετία του ’80 κι έπειτα, η διασταύρωσή μας με τον Μπάμπη Αργυρίου υπήρξε αναπόφευκτη. Μυρίζομαι μάλιστα πως μια στρατιά παρουσιαστών θα σπεύσουν να παρουσιάσουν πειστήρια της γνωριμίας, λες και δεν περάσαμε ολόκληρη η κοινότητα από τα χέρια του ως αναγνώστες [φανζίν Rollin Under], από τη φωνή του ως ακροατές [Radio Free], από το αισθητήριό του ως παραλήπτες κασετών, από τα μοιράσματά του ως αλληλογράφοι και αλληλομουσικολήπτες, ηλεκτρονικοί παρακόλουθοι των γραφών του [Mic.gr], ξεκαρδισμένοι των αφορισμών του, ευτυχείς ακούραστοι των λογοπαιγνίων του. Στα έντυπά του ανέπνεε ένας λόγος χυμώδης και χειμαρρώδης, αλογόκριτος και φαντασιώδης, καθώς κάθε συμμέτοχος ερχόταν όχι μόνο να γράψει ακριβώς εκείνα που θα ήθελε να διαβάσουν αλλά δεν έβρισκε πουθενά, αλλά και να τα γράψει με τον τρόπο που θα κρατούσε την ανία τιμωρημένη στη γωνία.

daniel johnsonΠήγα να γράψω «ο συγγραφέας» και δεν μου αρέσει η προσφώνηση αλλά η πλούσια κατά τα άλλα γλώσσα μας δεν διαθέτει μια κατάλληλη λέξη για τον γράπτη περί μουσικής, άρα κατ’ επέκταση για όλη μας τη ζωή και οτιδήποτε την απογειώνει ή την καταβαραθρώνει. Πώς να γραμματολογήσουμε εκείνον που εκκινεί από ένα κριτικό κείμενο και καλύπτει βαθύτατες σκέψεις, εκείνον που ακόμα και σ’ ένα πεντάγραμμο παρουσιαστικό γραπτό σε κάνει να γελάσεις δυνατά, να σκεφτείς σοβαρά, να ξαναδιαβάσεις δυο τρεις φορές για την ευχαρίστηση, να προσθέσεις στο λεξιλόγιό σου νέες λέξεις, να παραδεχτείς νέες οπτικές για τη μουσική της ζωής σου ή την μουσική γύρω από τη ζωή σου; Ίσως γι’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα δεν με εκπλήσσει: είμαι εξοικειωμένος με τις ολιγόλεκτες έως γεμιστές κριτικές του, τα διασταυρούμενα σημειώματα ετών επί ετών, ακόμα και τα απολαυστικά παρουσιαστικά σχόλια στην σειρά των δίσκων με τις επιλογές κάθε μήνα.

8. Ssage1traight Ahead

Όσα και να ζήσει ο Σίμος, τα σχέδιά του δεν σταματούν ποτέ, και δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από την αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων, όπως σκέφτεται κάποια στιγμή. Και, πολύ περισσότερο, συσκέφτομαι ο ίδιος, η αφήγηση των δημιουργικών ανθρώπων από δημιουργικούς ανθρώπους. Πώς το έλεγε ο Greg Sage των Wipers που φυσικά δεν λείπει από τη διήγηση; Straight ahead… Κι αν οι δικοί μας έρωτες δεν χωράνε σε καμία φωτοσκίαση, γιατί «δεν τους αρέσει το απόλυτο σκοτάδι ούτε αντέχουν το πολύ φως», ας τελειώσουν με μια φαντασμαγορική τελετή.

Με την ανάγνωση αισθάνθηκα όπως το ζευγάρι στη συναυλία στην Σερβία – γιατί το λάιβ θα είναι πάντα η αφορμή ενός ταξιδιού· εκεί ο Σίμος ένοιωσε πως βρίσκεται ανάμεσα σε δικούς του ανθρώπους, χωρίς ψεύτικα περιτυλίγματα, που όλοι βιώνουν ένα ήρεμο αλλά βαθύ ωριαίο οργασμό. Άλλωστε αυτό ήταν «το δικό του S&M είναι Sex and Music».Thank you master!

Blue OrchidsΧωρίς μουσική, η μέρα θα ήταν βουβή ταινία χωρίς χρώμα. Η ολιγόωρη έκθεση σ’ αυτήν μπορεί να σε καθαρίσει εσωτερικά, ή χρόνια να σε καθορίσει. […] Χαιρόμουν περνώντας τις τάξεις, με τσάκωνα ν’ ακούω πιο δύσκολα μαθήματα. Άφηνα νέους ανθρώπους να εισβάλουν μέσω των ηχείων στη ζωή μου, τους έκανα φίλους και εραστές, περίμενα ανυπόμονα την επόμενη επίσκεψή τους. Όσο αφηγούνταν αληθινές κι ενδιαφέρουσες ιστορίες, η σχέση μας κυλούσε αρμονικά· όταν έχαναν ή υποβάθμιζαν εσκεμμένα αυτά που αγαπούσα σ’ αυτούς, ο χωρισμός ήταν αναπόφευκτος. Άφηνε όμως μια γλύκα πίσω του, το απογοητευτικό τέλος δεν έσβηνε το θαυμασμό και την προηγηθείσα αγάπη. Οι δίσκοι της ζωής μου δεν έχουν μόνο καλά τραγούδια, είναι η ιστορία μου, μέρος της μόρφωσής μου, αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσής μου. [σ. 124]

ochsΕκδ. Mic Books, 2013, σελ. 330, με 11σέλιδες σημειώσεις πάνω στα τραγούδια, τους δίσκους και τους καλλιτέχνες που αναφέρονται στο μυθιστόρημα. Κεντρική διάθεση: εκδ. Απόπειρα,  Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις εικόνες: Μπάμπης Αργυρίου, Nick Drake, Tim Buckley, Husker Du, Ramones, John Cale, Daniel Johnston, Greg Sage (Wipers), Blue Orchids, Phil Ochs, που ακούγονται ή λέγονται σε καίρια μυθιστορηματικά σημεία.

10
Δεκ.
13

Γιάννης Γ. Μπαζός – Provos & Merry Pranksters. Τα πρωτοποριακά κινήματα της δεκαετίας του ’60

ΑπόProvos - Marry Pranksters Εξώφυλλο την εσωτερική επανάσταση στην κοινωνική ευδαιμονία

Οι Provos δημιουργήθηκαν στο Άμστερνταμ στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και έδωσαν πρωτότυπες πολιτικές μάχες, άνοιξαν νέα μέτωπα αμφισβήτησης, υιοθέτησαν την πρόκληση ως κύριο επαναστατικό όπλο, έδωσαν μάχες για την οικολογία και μια ποιοτικότερη ζωή. Στο επίκεντρο της φιλοσοφίας τους τέθηκε η πλύση εγκεφάλου που έχει μετατρέψει τους ανθρώπους σε εξαρτημένους καταναλωτές. Ο συγγραφέας εξετάζει γραμμικά και λεπτομερώς την πορεία τους από το 1961 και τους Νόζεμς [Nozems] του Άμστερνταμ, ολλανδικό αντίστοιχο των Άγγλων Teddy Boys και των Γάλλων Blousons Noirs και την προσωπικότητα των «ιδρυτών» τους: του «θεωρητικού» τους Ρου Φαν Ντάουν, που εμπνεόταν από τον Αναρχισμό, Ντανταϊσμό, τον ντε Σαντ, τον Γερμανό φιλόσοφο γκουρού της νέας κουλτούρας Χέρμπερτ Μαρκούζε, και του καλλιτέχνη του δρόμου Ρόμπερτ Γιάσπερ Χρότφελντ, που ενδιαφερόταν περισσότερο για τη μαγεία και τη χαρά της ζωής και εμπνεόταν εμπνευσμένος από το ντανταϊστικό στιλ του Δαν Ντούσμπεργκ, ιδρυτή της ομάδας Ντε Στέιλ [De Stijl] – του ολλανδικού αντίστοιχου του Bauhaus.

provos_1Βασικό μοντέλο τακτικής των Provos υπήρξε το Marijuette Game, ένα διαρκές παιχνίδι παραπληροφόρησης και γελοιοποίησης των αρχών – έβαζαν πακέτα με μαριχουάνα στους αυτόματους πωλητές τσιγάρων, κάπνιζαν νόμιμα βότανα προκαλώντας την σύλληψή τους. Ο Χρότφελντ, που ζούσε σε μια σχεδία πάνω στα κανάλια και κατάλαβε από νωρίς την δύναμη της εικόνας, ξεκίνησε έναν πόλεμο με την βιομηχανία του καπνού: έγραφε τη λέξη Καρκίνος επάνω σε κάθε σχετική διαφημιστική πινακίδα, μετέτρεψε ένα στούντιο σε Provo01Αντικαπνιστικό Ναό. Η καρδιά της πόλης ήταν η πλατεία Σπάου και εκεί άρχισαν τα happening που συνδύαζαν τέχνη του δρόμου και σουρεαλιστική κριτική του συστήματος.

Ο Κόσταντ Νιούβενχαους, ιδρυτικό μέλος της διεθνούς ομάδας καλλιτεχνών COBRA και πρώην μέλος της Καταστασιακής Διεθνούς ασχολήθηκε με την μορφοποίηση της Λευκής Φιλοσοφίας, που θεωρούσε την εργασία άχρηστη, συνεπώς ήρθε σε αντίθεση με τους κομμουνιστές που την θεωρούσαν αξία από μόνη της. Ταυτόχρονα επανέφερε τον όρο Homo Ludens, τον Άνθρωπο που Παίζει, επαναφέροντας τον όρο του Γιόχαν Χάουσινχα. Η δημιουργικότητα δεν έπρεπε να αποτελεί φυγή από τη πραγματικότητα αλλά βασικό μοτίβο της ζωής του κάθε ανθρώπου.

Πρώτη πρακτική εκδήλωση των παραπάνω αποτέλεσε το Πλάνο των Λευκών Ποδηλάτων, ο διασκορπισμός στην πόλη λευκών ξεκλείδωτων ποδηλάτων, προς ελεύθερη χρήση για οποιονδήποτε, ώστε να σταματήσει η κίνηση των αυτοκινήτων στο κέντρο του ΆμProvos-2στερνταμ. Η ιδέα που τότε προκάλεσε την αντίδραση των αρχών τώρα έχει πλέον υιοθετηθεί από πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ένα άλλο Λευκό Πλάνο αφορούσε την υποχρέωση κάθε οδηγού να ζωγραφίσει στο οδόστρωμα με λευκή μπογιά το περίγραμμα του θύματος του ατυχήματος που προκάλεσε. Το Πλάνο των Λευκών Σπιτιών πρότεινε την κατάληψη εγκαταλειμμένων σπιτιών – οι πόρτες βάφονταν άσπρες ώστε να αναγνωρίζονται από κάθε ενδιαφερόμενο. Ο καταληψίας αρκούσε να μεταφέρει στο χώρο ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι και μια καρέκλα για να νομιμοποιήσει το δικαίωμα στέγασής του!

provosmokeΤο πρώτο τεύχος του περιοδικού PROVO ήταν γεγονός ενώ το φυλλάδιο Provokatie #3 έριξε φως στο ναζιστικό παρελθόν κάποιων μελών της βασιλικής οικογένειας. Το άγαλμα της κεντρικής πλατείας είχε την κατάλληλη αντιμετώπιση εφόσον τιμούσε τον σφαγέα των πληθυσμών της Ινδονησίας, έναν εγκληματία πολέμου και αποικιοκρατίας. Η επίσκεψη του Κλάους Βον Άμσπεργκ, πρώην Ναζί και νυν Γερμανού διπλωμάτη για να παντρευτεί την πριγκίπισσα Βεατρίκη δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Οι Provos με δεξιοτεχνία παραπλάνησαν τις αστυνομικές αργές και ανατίναξαν μία από τις περίφημες βόμβες καπνού, φτιαγμένη από ζάχαρη και νίτρο, ακίνδυνη αλλά αρκετή για να κατασυννεφιάσει την ατμόσφαιρα και να γελοιοποιήσει την παρέλαση (βλ. φωτ.). Σε μια ευφυέστατη ακόμα κίνηση, ηχεία μετέδιδαν στη διαπασών ηχογραφημένους λόγους του Χίτλερ, ενώ ένα λευκό κοτόπουλο ρίχτηκε μπροστά στα άλογα, αναγκάζοντάς τα να σηκωθούν στα δυο πόδια.

harry-mulischΟ περίφημος συγγραφέας Χάρυ Μούλις στο βιβλίο του Message to the Rat’s King διηγείται τι συνέβαινε εκείνο τον καιρό στην πόλη. Ο ίδιος είχε πάρει θέση σε κεντρικό μπαρ για να απολαύσει την σχετική καπνισμένη σκηνή, ενώ βάφτισε mass guerilla theater την τακτική των Provos να διαλύονται και να συγκεντρώνονται άμεσα σε άλλο σημείο της πόλης, λίγο μετά από κάθε επίθεση της αστυνομίας. Η επανάσταση του Προβοταριάτου, όπως αποκαλούσαν οι Provos προβοκάροντας την ομάδα τους ήταν γεγονός! Από μια σειρά απολαυστικών δράσεων μέχρι την αυτοδιάλυση, οι Provos έθεσαν τις βάσεις του σύγχρονου ακτιβισμού και διαμόρφωσαν βασικά στοιχεία της σύγχρονης αντικουλτούρας, έκαναν την Ολλανδία να ξεπεράσει την αντιναρκωτική υστερία, ενέπνευσαν για πόλεις ποδηλασίας αλλά και την από κοινού χρήση μεταφορικών μέσων, διέκριναν μεταξύ αξίας χρήσης και ιδιοκτησίας, συνεισέφεραν σε ανυπολόγιστο βαθμό στο κίνημα των καταλήψεων, διέγνωσαν από τους πρώτους τα κυρίαρχα συναισθήματα αλλά και αιτήματα της νεολαίας του ’60.

kenkeseyΟι Merry Pranksters εμφανίστηκαν στην Καλιφόρνια στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και ήταν μια παρέα γύρω από τον συγγραφέα Κen Kesey [One Flew Over the Cuckoo’s Nest, 1962]. Ο Kesey ήρθε σε επαφή με τα ναρκωτικά όταν δέχτηκε να συμμετάσχει επ’ αμοιβή στα πειράματα που οργάνωνε ο Στρατός και η CIA με διάφορα ψυχοδηλωτικά παρασκευάσματα, μεταξύ και των οποίων το LSD-25 –  η έρευνα αφορούσε διάφορες τεχνικές χειραγώγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Λίγο αργότερα εργάστηκε στο ψυχιατρικό τμήμα του ίδιου στρατιωτικού νοσοκομείου και εμπνεύστηκε το περίφημο βιβλίο του. Με τα χρήματα των πωλήσεων αγόρασε την περίφημο σπίτι La Honda στην ενδοχώρα του Πάλο Άλτο, το σπίτι που εξελίχθηκε σε κοινόβιο.

magic busΜε τα χρήματα από το δεύτερο βιβλίο του [Sometimes a Great Notion] o Κήζυ και οι φίλοι του αγόρασαν ένα μεγάλο παλιό σχολικό λεωφορείο με σκοπό να διασχίσουν ολόκληρη την Αμερική. Το έβαψαν με λαμπερά ψυχεδελικά σχέδια, το ονόμασαν Further, διαμόρφωσαν άνοιγμα στην οροφή για να ανεβαίνουν, συνέδεσαν μικροφωνική εγκατάσταση με μεγάλα ηχεία για συλλογή ήχων εντός και εκτός λεωφορείου και ξεκίνησαν στις 14.6.1964. Με οδηγό Νηλ Κασσάντυ, τον γνωστό ήρωα του On the Road του Jack Kerouac, κινήθηκαν μέχρι την Νέα Υόρκη για να συναντήσουν τον Κέρουακ και τον Τίμοθυ Λήρυ και να επιστρέψουν από άλλο δρόμο.

tumblr_mdzgbcspsg1qba9mio1_500Μαζί με τις καλογραμμένες σελίδες ταξιδεύουμε κι εμείς για άλλη μια φορά «Παραπέρα», σα να είμαστε παρόντες στο πολιτισμικό σοκ που προκαλούσε το θέαμα στις τοπικές κοινωνίες, στις χωρίς φρένο διαδρομές υπό την επίδραση του LSD, στην απρόσμενη συνάντηση με τους Hell’s Angels, στα Acid Tests και την δημιουργία χειροποίητων διαδραστικών μηχανημάτων εικόνας και ήχου, καθώς και του περίφημο blue box για δωρεάν τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, που άνοιξε δρόμο στα συστήματα πολλαπλών συχνοτήτων, σχεδόν στις πρώιμες παρυφές του κυβερνοχώρου. Σε μια συγκέντρωση για τον πόλεμο του Βιετνάμ ο Κήζυ είχε ήδη διακρίνει τις τακτικές της σύγχρονης πολιτικής: Δεν πρόκειται να σταματήσετε τον πόλεμο με συγκεντρώσεις και πορείες…Αυτό είναι το δικό τους παιχνίδι…Αυτοί τις διοργανώνουν, αυτοί κάνουν πολέμους εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια και αυτό ακριβώς είναι το παιχνίδι τους, που τώρα παίζετε κι εσείς…

Εκείνοι οι Ταξιδιώτες του Τώρα πίστευαν πως αντί να ζούμε μια ολόκληρη ζωή προσδοκώντας το μέλλον ή αναπολώντας το παρελθόν είναι καλύτερα να ζούμε απόλυτα το παρόν στο παρόν. Από το Come Together [1966 – 1967] στο Woodstock [1968] και από τον Mysterious Captain Crunch [1971] στα Χρόνια psycholoveτου Oregon [1972 – 1974], από τον Gerry Garcia και τον Ken Babbs στην Mountain Girl και τον Wavy Cravy, μια ολόκληρη εποχή διατρέχει τις πολύτιμες σελίδες που συμπληρώνονται με απρόσμενο επίλογο για το πώς έζησε ο καθένας από τα βασικά μέλη των ομάδων (τόσο των Provos όσο και των Merry Pranksters) και πού βρίσκεται σήμερα.

Τελικά πέρα από τα παράλληλα σύμπαντα τι ενώνει τις δυο ομάδες που δεν συναντήθηκαν ποτέ; Ο Provos υπήρξαν καθαρόαιμοι μητροπολιτικοί ακτιβιστές που δρούσαν στο Κέντρο της Πόλης και πρότειναν δράσεις για καλύτερη καθημερινή ζωή, ενώ οι MP υπήρξαν αναχωρητές, αναζητούσαν τον δικό τους ιδιωτικό χώρο και δημιούργησαν την δική τους διάσταση της πραγματικότητας. Αμφότεροι είχαν μικρή αριθμητική δύναμη αλλά διαβολεμένη δημιουργικότητα και δυσανάλογα μεγάλη συνεισφορά στο κίνημα του ’60 και ακόμα παραπέρα.

mountain girlΤο ευδαιμονικό και το τελετουργικό στοιχείο, το παιχνίδι και η φάρσα, το παραπέρα και η επανασύνδεση με την εμπειρία αλλά και η αυτοδιάλυση αποτελούσαν όλα βασικά αλλά και κοινά στοιχεία και σε αυτούς τους τομείς αφιερώνει τα τελευταία του κείμενα ο συγγραφέας. Ως προς τον ευδαιμονισμό οι Provos ενθάρρυναν την χρήση μαριχουάνας και LSD και απέρριψαν την βλαβερή ουσία του καπνού, εκθέτοντας παράλληλα και την διγλωσσία της εξουσίας που απαγορεύει τα μεν και διαφημίζει τα δε. Οι MP επίσης εστίασαν στο λυσεργικό οξύ ενώ η απόλαυση γενικότερα υπήρξε βασικό αίτημα όλων αλλά και το άκρο αντίθετο της μικροαστικής, καταναλωτικής «ευδαιμονίας». Ως προς το τελετουργικό στοιχείο οι Provos πρότειναν τα happening και την αυθόρμητη συμμετοχή οποιουδήποτε παριστάμενου. Οι MP θεωρούσαν τον χορό ως μια ολιστική αλλά και συμμετοχική τελετή, ενθάρρυναν την κοινή λήψη ναρκωτικών και τη ιδέα της κοινότητας ως εμπειρία επανενσωμάτωσης.

provos«Ένα γέλιο θα σας θάψει!». Και για τις δυο ομάδες το παιχνίδι και την φάρσα αποτελούσαν πολύτιμο συστατικό της δράσης τους. Οι Provos χρησιμοποιούσαν τους αστυνομικούς σα μαριονέτες, οδηγώντας τους σε αλλεπάλληλες γκάφες που φρόντιζαν να κινηματογραφούν, ενώ χειρίστηκαν με πολύ έξυπνο τρόπο τα ΜΜΕ για να περάσουν τα μηνύματά τους και να μεγεθύνουν την εικόνα τους. Αξέχαστο παραμένει το σύνθημα της αυτοδιάλυσής τους: Πρέπει να διαλυθούμε γιατί όλοι οι μεγάλοι άνδρες που συνέβαλαν στο μύθο μας δεν είναι πια μαζί μας [αναφορά στον αρχηγό της αστυνομίας και στον δήμαρχο, κατεξοχήν θύματα των φαρσών τους]. Σε παρεμφερές κλίμα οι MP άνοιγαν τις κάμερες όποτε είχαν πρόβλημα με την αστυνομία και κατέγραφαν τα πάντα – η αναγκαστική δημοσιότητα αποθάρρυναν τον υπερβάλλοντα ζήλο των αρχών. Αμφότεροι γνώριζαν τα πλεονεκτήματα του αιφνιδιασμού και της τακτικής του χιούμορ και της μη-βίας.

Ken_KeseyΤι υπήρχε «Παραπέρα»; Οι Provos ξεκίνησαν με κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας, έδωσαν σοβαρές πολιτικές μάχες για νέα θέματα, πρότειναν συγκεκριμένα πλάνα για την ζωή πόλη, έβαλαν την επαναστατικότητα στην καθημερινότητα. Δεν ένοιωθαν όμως καμία συγγένεια με την εργατική τάξη, δεν ασχολήθηκαν με κανένα προλεταριάτο, απευθύνονταν στους πάντες και ιδίως στους ρόκερς, στους καλλιτέχνες, στους απόκληρους, στους ονειροπόλους. Συνεπώς ήρθαν σε αντιπαράθεση τόσο με την παραδοσιακή Αριστερά όσο και με την Internationale Situationniste. Οι MP σχετίστηκαν με καλλιτέχνες, νεαρούς, αλήτες, απόκληρους, δημοσιογράφου. Επιχείρησαν μια νέα αφήγηση της πραγματικότητας, κράτησαν  ίδιες αποστάσεις από την Αριστερά και τους εκμεταλλευτές της εναλλακτικής κουλτούρας του Φρίσκο. Δεν γινόταν να παίξουν το παιχνίδι των άλλων· ήταν πρωταγωνιστές στην δική τους ταινία.

tumblr_mcc1zfbDY91r68b0fo1_1280Και οι δυο ομάδες επέλεξαν να πειραματιστούν – επέλεγαν την αφύπνιση αντί της επανάστασης και αναζήτησαν τον δικό τους αυτόνομο χώρο, τόσο χωροταξικά όσο και πολιτικά. Αντιλήφθηκαν το εφήμερο της επαναστατικής διαδικασίας, την σπουδαιότητα των μικρών νικών και αυτοδιαλύθηκαν πριν τις σαρώσει ο χρόνος – οι Provos όταν κινδύνευσαν να γίνουν θεσμός, οι Pranksters όταν ο Κesey αντιλήφθηκε πως η αναχώρηση ήταν επιβεβλημένη. Όλοι τους όμως είχαν επιχειρήσει επιτυχώς την επανασύνδεση με την εμπειρία μιας μαγικής, απολαυστικής ζωής, ασχολήθηκαν με την διαχείριση του δικού τους βίου, αγνόησαν την αγορά και τους κανόνες τους. Αντιλήφθηκαν ότι η σύγχρονη ζωή εκφυλίζεται από την αυτοματοποίηση, την ελάχιστη συμμετοχή στην ζωή, την μοναξιά, την αποσύνδεση του εγκεφάλου μας από τα αισθητήρια όργανα, την παραμέληση των αισθήσεων. Και μόνο η επανασύνδεση των αισθήσεων αποτελούσε γι’ αυτούς πράξη επαναστατική. Η κατάδυση στο παγανιστικό, ψυχεδελικό και πρωτόγονο κομμάτι του εαυτού οδήγησε στην πλήρη εσωτερική απελευθέρωση. Έκαναν την ζωή τους τέχνη, έδωσαν νέο περιεχόμενο στον ακτιβισμό, απέδειξαν έμπρακτα πως οι μειονότητες μπορούν να κάνουν τη διαφορά και αποθέωσαν την έννοια που αποτελεί και σήμερα την μόνη ελπίδα: συλλογικότητα.

6a00d83453b9ca69e2014e8a60c651970dΕκδόσεις Σοφίτα, 2013, σελ. 166, με δισέλιδη ξενόγλωσση και ελληνική βιβλιογραφία. Περιλαμβάνει πλήθος μαυρόασπρων φωτογραφιών.

ΥΓ. Η πρώτη ελληνική «γραφή» περί των Provos ήταν στο Πεζοδρόμιο 9 [Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1979], που παρά τις λίγες σελίδες έδινε ένα ημερολογιακό περίγραμμα της δράσης τους, έντεκα χρόνια νωρίτερα από το πρώτο σχετικό άρθρο στα αγγλικά, των High Times.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. υπό τον τίτλο Για την επανάσταση του Προβοταριάτου! / Δεύτερη σημείωση: To βιβλίο φυσικά δεν διέφυγε της ιστοσελίδας που κατεξοχήν ασχολείται με την ολλανδόφωνη ποίηση και πεζογραφία.

Στις εικόνες: Το πρώτο τεύχος, οι φασίστες σε έκρηξη ζάχαρης, Harry Mulisch, Ken Kesey, Μountain Girl, η πρώτη ελληνική έκδοση για τους Πρόβος, Ken Kesey.

29
Οκτ.
13

Τώρα, α-λλού

loureed1Το Mic.gr προσκάλεσε τους συνεργάτες του να «γράψουν» από κοινού μια κασέττα με Lou Reed, με το τραγούδι που έκαστος επιθυμεί να μοιραστεί. Το Πανδοχείο ζήτησε μια θέση κάπου στην δεύτερη πλευρά, για να «αντιγράψει» το τελευταίο τραγούδι ενός δίσκου. Ολόκληρη η κασέττα και οι σημειώσεις της εδώ.

Sad Song [Berlin, 1973]

Ως ένας απόλυτα αφοσιωμένος ακόλουθος του John Cale ήταν αδύνατο να σταματήσω να ακούω τον Lou Reed. Κάπως είχα στο μυαλό μου, πως όσο οι τρισμέγιστες διαφορές (ευτυχώς) κατέκαψαν κάθε εκφυλιστική συνέχεια του Βελούδινου Υπογείου, άλλο τόσο οι ίδιες είναι που έφτιαξαν τις δυο προσωπικότητες – αυτές που είχα πάντα στο νου όταν με βεβαιότητα μονολογούσα πως το ροκ εντ ρολλ έχει πεθάνει μόνο για τους νεκρούς. Αλλά και αντίστροφα: η απόλυτη αντίθεσή τους έφτιαχνε αυτό που είναι αυτή η μουσική και καμία άλλη. Η απόλυτη σκέψη και η απόλυτη δράση. Το νεωτερικό και το αρχέγονο. Και χίλιες δυο άλλες τετριμμένες λέξεις.

Αυτός λοιπόν που μέσα από τους εφιάλτες της ζωής του είναι ο μόνος που δικαιούται να μιλάει για Τέλειες Μέρες, με προσκαλούσε συχνότερα από οπουδήποτε αλλού στο δικό του Βερολίνο. Σ’ αυτή την παροιμιώδη του αποτυχία, στην ομιχλώδη και καταθλιπτική (όπως και η συμβολισμένη πόλη) του ομολογία αδυναμίας. Εδώ συναντήθηκαν οι Καμμένοι Έρωτες, η Αυτοκτονία, η Ζωή που Άδειασε, εδώ σαν να συνάντησε τους Velvets, τον Cale, την Nico – θα μπορούσε να είναι τραγούδι τους καθενός τους – εδώ σαν να κάλεσε και τα φαντάσματα των φίλων, που φαντάζεται να τον συνοδεύουν στο ρεφραίν, εδώ μαtumblr_lev6z3slxx1qzc5quo1_500ς διαβεβαίωσε πως όση ευφορία και να μας πυρπολεί, εμείς θα προτιμούμε τα λυπημένα τραγούδια, αλλά μόνο από αυτούς που Είναι αυτό που Τραγούδησαν.

21
Ιολ.
13

Χίλντα Παπαδημητρίου – Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

Μ1ια ολόκληρη δισκογραφία ενόχων

Εμένα παππούδες μου είναι ο Βαμβακάρης και ο Τζων Λη Χούκερ. Θείοι μου ο Αδάμης Μελισσηνός και ο Έρικ Μπάρτον. Η μάνα μου με νανούριζε με σμυρναίικα και Χατζιδάκι και ο πατέρας μου άναβε κάθε βράδυ το ραδιόφωνο με τις λυχνίες για να ακούσει τα μπλουζ του Μισσισιπή…

… έλεγε ο Απόστολος Μελισσηνός, προικισμένος τραγουδιστής και αξίως κι επαρκώς αγαπημένος του κοινού του, αλλά τι κληρονομιά αφήνουν τα λόγια όταν η φωνή σιωπά και το σώμα εξαφανίζεται; Και τι μένει από το ίδιο του έργο, και τι απομένει στις μνήμες των άλλων όταν ο δημιουργός μεταβαίνει σε κόσμους άλλους; Η απάντηση δε μπορεί παρά να διαμερίζεται στα πρόσωπα που σχετίστηκαν μαζί του ή αγάπησαν τα τραγούδια του. Και στο μυθιστόρημα υπάρχουν αρκετοί κι από τις δυο μεριές. Αλλά υπάρχει και μια μαύρη τρύπα που οφείλει να κλείσει για να συνεχίζει η μουσική του το ταξίδι της: η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης, η απονομή του φυσικού δικαίου της ίδιας της δημιουργίας της. Και πάλι εδώ πολλοί θα εμπλακούν, αλλά μόνο ο εντεταλμένος των θεσμών, αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, θα λάβει κλήση ανίχνευσης του πλέον απρόσμενου εγκλήματος. Κι ας βρίσκεται ο δύσμοιρος στην αρχή των πολυπόθητων διακοπών του και στο μέσ2ο ενός θέρους φλογοβόλου και δραματικά φλογοφόρου.

Προτού ο Μελισσηνός εξαφανιστεί στην ούτως ή άλλως τα πάντα απορροφούσα Κρήτη, έχει από καιρό διατρανώσει την οικογενειακή του καταγωγή από τον μυθικό λυράρη Αδάμη Μελισσηνό κι έχει μείνει αδιάψευστος με τα χρόνια· η εξαργύρωση της τιμητικής ρίζας έγινε πάνω στη σκηνή: ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε την κιθάρα με κρητική λύρα ή με λαγούτο, δημιουργώντας το ρεύμα του μεσογειακού ροκ! Και καθώς το ρεύμα τώρα φύσηξε μακριά, μένει μια χαμένη λύρα, ένα τσαλακωμένο αυτοκίνητο στο φαράγγι του Ίμπρου, ένα καλοδιπλωμένο γυναικείο μαντίλι, το αποτύπωμα τροχού μηχανής στο πορτμπαγκάζ κι ένα κρητικό μαχαίρι στο στέρνο. Και τεθλιμμένοι φίλοι, πολλοί τεθλιμμένοι φίλοι.

Για τον Χάρη Νικολόπουλο και τις χαώδεις του διαφορές από τον μέσο όρο τόσο των αρχετυπικών λυτών μυστηρίου έχουμε ήδη γράψει κατά την πρώτη του γραπτή περιπέτεια, όταν αναζητούσε εκείνον που σκότωσε Για μια χούφτα βινύλια. Εδώ μπορούμε να απολαύσουμε την αυτόφωτη συστηματική του ακόμα περισσότερο. Αυτός ο μοναχικός εργάτης ενός δικαίου που εκλείπει από παντού, μοιάζει να ισορροπεί μόνο στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Όσο κι αν η ζωή του καταβρέχ5εται από τις φουρτούνες, στη δουλειά του αποδεικνύεται η απόλυτα ήρεμη δύναμη που αρχινά ανθρώπινα, προχωρά λογικά, επεκτείνεται διαισθητικά, βηματίζει μεθοδικά – κι ας σιγοβράζει εντός. Ανάμεσα στους ταραγμένους δορυφόρους χαρακτήρες που τρέχουν γύρω γύρω του για να τον ζαλίσουν, εκείνος παραμένει στην πορεία του, ακόμα κι όταν τα φώτα γύρω του σβήνουν κι ο δρόμος του χάνεται. Διόλου τυχαία – κι αυτό κι αν σπανίζει στα μαύρα αναγνώσματα – όταν στις σελίδες έρχεται η σειρά του, ο αναγνώστης ηρεμεί. Ενίοτε και τον χαζεύει, κάποτε δε συμπάσχει.

Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Χάρης ερευνά στο γραφείο του Απόστολου και βρίσκεται μπροστά σ’ ένα εντυπωσιακό τζουκμπόξ Wurlitzer, σαν εκείνο που χάζευε μικρός στην επαρχιακή ταβέρνα ή έμαθε από τις παλιές ταινίες. Σταματάει κάθε άλλη έρευνα και αναζητάει ένα 45άρι με μαύρη ετικέτα. Η σκηνή δεν εξελίσσεται όπως θα περίμενε κανείς – αλλά μέσα στο απειροελάχιστο διάστημα ανάμεσα στο μηχανισμό του βραχίονα και τους πρώτους στίχους ο Χάρης είναι ένας άλλος Χάρης, ή, μάλλseeburgc_jukebox_11ον, ο πραγματικός Χάρης. Ο ίδιος Χάρης που αργότερα θα πληγωθεί όταν κάποια τυχάρπαστη δημοσιογραφίσκη θα γράψει πως ο αστυνόμος που αναζητά τους φόνους των μουσικών, δεν ακούει καν μουσική.

Αλλά τουλάχιστο θα έχει την τύχη να έχει δίπλα του ερίτιμη συνεργάτιδα, μοιραζόμενος μαζί της την βεβαιότητα ότι άλλο πράγμα ο κινηματογράφος και τα βιβλία, κι άλλο η ζωή, αλλά και τον δοτό Παρασκευά, ενίοτε καρτούν αλλά γερό γνώστη μερικών απαραίτητων ήχων, κι ίσως το κοινό τους ανηφόρισμα στο Εκράν για το Γεράκι της Μάλτας ακριβώς να μαρτυρά έναν παλιό κώδικα και μια νέα σεμνότητα. Ο νεαρός άλλωστε θα ανακαλύψει κι έναν δεύτερο νεκρό σε μια κινηματογραφικότατη σκηνή βαλκανικής κωμωδίας, διαμέσου γειτονικού ακάλυπτου, αλουμινένιας σκάλας και πλημμυρισμένου μπάνιου. Πιθανώς μια παλαιο-νεοελληνική εκδοχή του αξιώματος «ο καθένας έχει τον θάνατο που του αξίζει»;

3 - ΠουλικάκοςΌταν κάποιος είναι αθώος και τον καλούν για ανάκριση, αισθάνεται ενοχές ακόμα κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα. Όταν είναι ένοχος, προβάρει ιστορίες και δικαιολογίες και συνήθως μιλάει περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Αυτό το είχε διαβάσει κάποτε σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την εποχή που πήγαινε στη σχολή. Και στην πράξη είχε διαπιστώσει ότι έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι…

… σκέφτεται ο Χάρης, αλλά πώς να βγάλεις άκρη με τόσους εμπλεκόμενους, ποιον να πάρεις και ποιον ν’ αφήσεις; Τον λάτρη του Πουλικάκου και πιστό του καθαρόαιμου ροκ ήχου, σαν του Εξαδάκτυλου, Φάνη, που δεσμεύεται με την αδελφή του Απόστολου Εριέττα; Τον μπασίστα Θοδωρή που επιμένει να ανεβάσει τον Νικολόπουλο μέρα μεσημέρι στα παντέρμα ορεινά χανιώτικα χωριά και να του μάθει τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Τουμάνι Ντιαμπατέ; Τον  ανεκδιήγητο «Ακατοίκητο» Πέτρο Πάκμαν που υποφέρει στις δικές του ανταγωνιστικότητες; Τον ιδιοκτήτη της ανεξάρτητης δισκογραφικής Βohemia Records που επιζητά με νύχια και με δόντια να κρατήσει τον Απόστολο μακριά από τις πολυεθνικές; Την άλλοτε ερώμενη και νυν μάνατζερ Νίνα; Τους έτερους αυλικούς και γελωτοποιούς του βασιλιά; Όλους όσους ήθελαν δουλειά στη μπάντα και στις ηχογραφήσεις του Απόστολου;

4 - Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος - Παντελής Δεληγιαννίδης]Ίσως κάποιες απαντήσεις πάνε πολύ πίσω: Στις παρέες και στα δοξασμένα τους συγκροτήματα· στις πρόβες στο πλυσταριό, στα βιβλία με τα ακόρντα των Simon & Gartfunkel, στους ψαγμένους στίχων του Νικ Ντρέικ και του Πήτερ Χάμιλ, στις συναυλίες σε καταλήψεις των ΚΑΤΕΕ, σε παλιές επαγγελματικές κάρτες στούντιο, στον φίλο στο αμαξίδιο που είχε μια οντισιόν στους Magic de Spell λίγο πριν το ατύχημα, στις πικρές κουβέντες την παραμονή της τελευταίας συναυλίας και ξανά στις παλιές παρέες που «κρύβουν μυστικά, έχθρες, μνησικακίες και ανταγωνισμούς». Αλλά πάνω απ’ όλα στην ίδια την εποχή:

Όταν απολύθηκε, τέλη του 1981, νοίκιασε ένα δώμα στην ταράτσα μιας μονοκατοικίας στο Κουκάκι. Βρήκε λίγα μαθήματα σ’ ένα ωδείο και δυο τρία ιδιαίτερα, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα την έβγαζε καθαρή μ’ αυτά. Ο Απόστολος τα ζύγισε, τα συζήτησε με τον Αναστάση που δούλευε σε σκυλάδικο για να βγάλει το ψωμί του, και με βαριά καρδιά έπιασε δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Ιερά Οδό. Πίστευε ότι στη διάρκεια της μέρας θα έβρισκε χρόνο να δουλεύει τα τραγούδια του, αλλά η ρουτίνα του σκυλάδικου τον αποχαύνωσε και τον έριξε στο βαθύ πηγάδι της απελπισίας. Τρεις σεζόν άντεξε… 

3893629859_ebb3e073ed_zΊσως λοιπόν αυτή να ήταν η πρώτη μεγάλη αιμορραγία του ελληνικού ροκ, όταν διέφυγε από τις συμπληγάδες των συντηρητικών ή φασιστικών καθεστώτων και της φοβικής κοινωνίας των εικοσιπέντε μεταπολεμικών χρόνων: η επιβίωση στην άλλη άκρη των βαρέων λαϊκών. Οι αλλοτινοί ρόκερς επάνδρωναν τις ηχογραφήσεις των σκυλάδικων για να βγάζουν το ψωμί τους κι έφτιαχναν τον … ήχο των δισκογραφικών της Ομόνοιας. Οι τυχερότεροι κατέληξαν να δουλεύουν στις ταβέρνες του Καρέα, σε κομματικές συνεστιάσεις και στις γιορτές των πολιτιστικών συλλόγων της περιοχής. Κι αν κατορθώσεις και διασωθείς, η δισκογραφία πνέει τα λοίσθια και μόνο στις συναυλίες στηρίζεται πια, ο τελευταίος δίσκος βγαίνει πειρατικός και πάμφθηνος, οι πολυεθνικές σε αγοράζουν κοψοχρονιάς και «τα καλύτερα» θα βγουν προσφορά στις φυλλάδες. Τουλάχιστο μετά θάνατον σε περιμένει αυξημένη λατρεία, καμιά φιλανθρωπική συναυλία, προσφορές στις εφημερίδες, δίσκος με ανέκδοτα, κάποιος μουσικός που θα ισχυριστεί πως έχει τις τελευταίες σου ηχογραφήσεις.

DSC_4464Βλέπετε, ακριβώς σε αυτούς τους κόσμους, τους παράλληλους της μουσικής και τους επάλληλους της δημιουργίας, τα εγκλήματα δεν περιμένουν αιμοσταγείς φυσικούς αυτουργούς. Έχουν ήδη συμβεί από πολύ καιρό, δεν έπαψαν ποτέ να διαπράττονται, δεν αφαιρούν μόνο ζωές αλλά και συνειδήσεις. Αφήνουν σπουδαία ταλέντα σε χωματερές μουσικών, αφήνουν ανθρώπινα ράκη με διαψευσμένα όνειρα. Ένας ολόκληρος κόσμος πια μπορεί όχι μόνο να φτάσει στα άκρα για τα αγαθά που χάνει ή που νομίζει πως είχε. Εδώ τα άλλοθι δεν έχουν καμία σημασία και όλοι έχουν τους λόγους τους να σκοτώσουν. Και καθώς οι ράγες των ενόχων καταλήγουν στο τέρμα, μένει η αίσθηση πως δεν είχε σημασία ο οδηγός αλλά το όχημά του. Τουλάχιστο κάποιοι ψάχνουν το συναίσθημα της γαλήνης μετά την τρικυμία ή, έστω, ακόμα και μια προσωπική τραγωδία, ώστε να ζήσουν τη γαλήνη μετά.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ. 347.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Ακουστική λίστα εδώ. Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ. Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: Δημήτρης Πουλικάκος, Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος – Παντελής Δεληγιαννίδης]. Ο πρώτος τραγούδησε το ιδανικότερο στιχούργημα για το βιβλίο: Μην τους πιστεύεις ό,τι κι αν πουν, έχουνε όλοι κακούς σκοπούς. Οι δεύτεροι συνυπάρχουν μαζί Μπουρμπούλια, Πελόμα Μποκιού, Διόσκουρους κ.ά. σε μια 60άρα TDK σε κρίσιμο της πλοκής σημείο.

20
Σεπτ.
12

Barry Miles – Hippie. Τα παιδιά των λουλουδιών

Η ολάνθιστη εξαετία

Θα διατρανώσουμε και θα αναδείξουμε την πνευματική επανάσταση. Ενωμένοι θα λούσουμε τη χώρα σε κύματα έκστασης και εξαγνισμού. Ο φόβος θα εξαλειφθεί· η άγνοια θα εκτεθεί στο λαμπρό φως του ήλιου· κέρδη και αυτοκρατορίες θα γείρουν θνήσκουσες σε ερημωμένες παραλίες· η βία θα πνιγεί και θα μετουσιωθεί σε ρυθμό και χορό. [Berkeley Barb, σ. 186]

O Μάιλς έζησε από μέσα το κίνημα των Χίπις: υπήρξε δημιουργός του γνωστού παράνομου βιβλιοπωλείου Indica, ένας από τους ιδρυτές του International Times, ο βρετανικός σύνδεσμος των Fugs, Allen Ginsberg, Frank Zappa, συμμετείχε στην Zapple των Beatles, είναι στο εξώφυλλο του Sgt. Pepper’s, είδε αμέτρητα live, έγραψε διάφορα βιβλία με αντικείμενο την Beat γενιά και τους δημιουργούς της (έχουμε παρουσιάσει την βιογραφία του W. Burroughs) κι έγραψε το βιβλίο Black Bird μαζί με τον Paul McCartney. Συνεπώς μια δική του πλούσια και ταυτόχρονα συνοπτική εικόνα του φαινομένου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μάλιστα ο ίδιος προτιμάει την περισσότερο ψυχρή γραμμική παράθεση των βασικότερων γεγονότων, χωρισμένη σε έξι χρόνια, από το 1965 μέχρι και το 1971, παρά την διήγηση της δικής του εμπλοκής, αν και ορισμένες συμπάθειες και αντιπάθειες είναι φανερές. Το βιβλίο έχει κυρίως την μορφή λευκώματος, με συνδυασμό κειμένου και έγχρωμων και μαυρόασπρων φωτογραφιών, πολλές από τις οποίες ολοσέλιδες.

Ο συγγραφέας ερευνά αρχικά τις καταβολές των Χίπις σε ποίηση, μουσική και μόδα από το 1965. Στην αρχή επρόκειτο για φαινόμενο μικρής έκτασης που πήγαζε από την Beat γενιά της δεκαετίας του ’50· σαν τους μπίτνικς οι χίπις αρνούνταν την αποβλακωτική ανία της αμερικανικής καταναλωτικής κοινωνίας. To σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο πρωτοστήθηκε στη … Virginia City, μια ανακαινισμένη πόλη φάντασμα στα σύνορα της Νεβάδα. Εκεί φτιάχτηκε το θρυλικό Red Dog Saloon, που προσέλαβε τους τότε πρωτόβγαλτους Charlatans που με το ντύσιμό τους (ρούχα του 19ου αιώνα, μακριά πανωφόρια, καουμπόικα καπέλα) επηρέασαν τους θαμώνες και μια ολόκληρη ενδυματολογική άποψη. Τη σκυτάλη πήρε το Σαν Φρανσίσκο που διέθετε πληθώρα βικτοριανών σπιτιών ιδιαίτερα στην περιοχή Haight – Ashbury· εδώ οι χίπις θεωρήθηκαν ως μια νεότερη εκδοχή των παλαιότερων χίπστερς. Ο φαρμακοποιός Augustus Owsley Stanley ο Γ΄ πλημμυρίζει το Μπέρκλεϊ με σπιντάκια που περιέχουν ικανές δόσεις LSD, που ήταν ακόμα νόμιμο – αργότερα έγινε πάμπλουτος. Η ψιλοκυβίνη είχε διαδοθεί στην Ανατολική Ακτή από τους Allen Ginsberg και Timothy Leary, που είχαν πρωτοστατήσει σε ελεγχόμενες συνεδρίες το 1960 με καλλιτέχνες και συγγραφείς όπως ο Thelonious Monk, o Jack Kerouac και ο Robert Lowell. Παντού παρών ο Neal Cassady, το γνωστό ίνδαλμα του Kerouac, υμνηθείς ως Dean Moriarty στο On the road.

Νωρίτερα το 1962 ο συγγραφέας Ken Kesey είχε ταράξει τα νερά με το μυθιστόρημα One Flew Over The Cuckoo’s Nest [Στη φωλιά του κούκου] που είχε γράψει ενόσω εργαζόταν ως βοηθός ψυχιάτρου με ψυχικά ασθενείς και με την προκαταβολή για το δεύτερό του μυθιστόρημα (Sometimes A Great Notion) αγόρασε ένα σχολικό λεωφορείο, το καταχρωμάτισε κι έβαλε μια σχάρα στην οροφή για την παρέα του και για μια σειρά μικρόφωνα ώστε οι μέσα να ακούν τους έξω και αντίστροφα. Ιούνιο του 1964 ο Ken Kesey και οι Merry Pranksters ξεκίνησαν να ανακαλύψουν την Αμερική και να την υποβάλουν στα δικά τους Acid Test. Μεταξύ των βιβλίων που αναφέρονται σ’ εκείνο το ταξίδι είναι το [μνημειώδες] The Electric Kool – Aid Acid Test του Thom Wolfe, το On the bus του Paul Perry και το Further Inquiry του ίδιου το Kesey, 25 χρόνια μετά. Σε αντίθεση με τον Kesey και την παρέα του που έβλεπαν το LSD ως άθλημα αντοχής για προχωρημένους, κατάλληλο για περιβάλλοντα όπου τα πάντα μπορούσαν να συμβούν, ο Timothy Leary πίστευε πως πρέπει να το παίρνει κανείς σε ήρεμη ατμόσφαιρα για μια απολύτως προσωπική, ρεμβώδη πνευματική εμπειρία. Πρέπει να βγεις από το μυαλό σου και να χρησιμοποιήσεις το κεφάλι σου.

Ο καμπανιστός ήχος της δωδεκάχορδης Rickenbacker του Roger McGuinn στο Mr. Tambourine Man επέδρασε καθοριστικά στον ήχο του ’65 – το κομμάτι έκανε τον Marty Balin να ξεκινήσει για το Φρίσκο και να φτιάξει το δικό του γκρουπ, προτού συναντήσει τον Paul Kantner για τους Jefferson Airplane. Την ίδια εποχή έφταναν οι Stones στην πρώτη τους αμερικάνικη τουρνέ, σχηματίζονταν οι Warlocks (με μέλη των μετέπειτα Grateful Dead), οι Quicksilver Messenger Service και οι Country Joe and the Fish. Δημιουργείται η ομάδα των Family Dog με την Ellen Harmon (που έζησε για μήνες πάνω σ’ ένα …δέντρο στο Μεξικό) κι ένα σωρό αντεργκράουντ δραστηριότητες, ατομικές δράσεις και εκδηλώσεις στην πόλη δημιουργούν το εκπληκτικό φαινόμενο του Haight –Ashbury (H/A). Εκεί ζούσε και ο συγγραφέας Hunter S. Thomson, δημοσιογράφος τότε του Gonzo, που έγραψε αργότερα και το βιβλίο για τους Hell’s Angels, οι οποίοι  είχαν ήδη αρχίσει να δημιουργούν ταραχές στις αντιπολεμικές εκδηλώσεις. Στη Νέα Υόρκη το κίνημα των χίπις ήταν η απλή συνέχεια της Beat γενιάς· άλλωστε το Factory τoυ Andy Warhol ήταν στο αποκορύφωμά του το 1964. Απλώς κάποιοι ποιητές μεταπήδησαν από την μία κατάσταση στην άλλη, όπως ο Allen Ginsberg ενώ για άλλους στάθηκε αδύνατο, όπως για τον Jack Kerouac.

Η ανακάλυψη ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει άπειρες δυνατότητες και μπορεί να λειτουργήσει σε ανυποψίαστες διαστάσεις χώρου και χρόνου με γέμισε χαρά, μου προκάλεσε δέος, και σχεδόν με έπεισε ότι είχα ξυπνήσει από έναν μακρύ οντολογικό ύπνο. Ύστερα από μια βαθιά υπερβατική εμπειρία προκύπτει ένας διαφορετικός άνθρωπος και μια διαφορετική ζωή. [Timothy Leary, σ. 71]

Ο δόκτωρ Timothy Leary είχε ήδη από το 1960 αρχίσει να μελετά την χρήση των παραισθησιογόνων για την ανακούφιση από τον ψυχικό πόνο και ως καθηγητής του … Χάρβαρντ. O Leary ήταν ήδη σαρανταπεντάρης το 1965, που το πέρασε στην Cuernavaca μελετώντας τα μαγικά μανιτάρια των προϊσπανικών πολιτισμών. To ίδιο το Χάρβαρντ είχε χρηματοδοτήσει την έρευνά του σχετικά με τις αντιδράσεις στην ψιλοκυβίνη – το 83% είχε απαντήσει ότι είχε μάθει κάτι από την έκλαμψη και το 62%  ότι η ζωή τους άλλαξε προς το καλύτερο – κι όπως είναι ευνόητο ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι είχε βρει την απάντηση στις κοινωνικές ασθένειες και ζητούσε να παραμείνει διαθέσιμη για ερευνητές και επιστήμονες. Φυσικά το πανεπιστήμιο έκοψε τη χρηματοδότηση (και δυο χρόνια αργότερα με κάποια άλλη πρόφαση τον απέλυσε) αλλά γύρω του είχε ήδη μαζευτεί μια μεγάλη ομάδα που οραματιζόταν μια νέα παγκόσμια κοινωνία βασισμένη στα ψυχεδελικά και σε μια σύνθεση ανατολικών θρησκειών. Το 1965 υπήρχαν περίπου τέσσερα εκατομμύρια χρήστες LSD κι εκείνος έκανε διαλέξεις και παρουσιαζόταν ως ο αρχηγός του ψυχεδελικού κινήματος. Τα επόμενα χρόνια πάντως θα βρίσκεται σ’ ένα διαρκές κυνηγητό με τις αρχές και θα αφιερώνει τεράστιο χρόνο για να αντικρούει κατηγορίες και να αποφεύγει την φυλακή.

Ενώ οι Αμερικανοί αντιδρούσαν σε μια από τις πλουσιότερες καταναλωτικές κοινωνίες στη γη, στην Βρετανία οι νέοι για πρώτη φορά είχαν χρήματα στην τσέπη τους – εκεί το αντεργκράουντ κίνημα προήλθε από τη συνάντηση διαφόρων στάσεων ζωής, όπως οι mods, οι ακτιβιστές της αποπυρηνικοποίησης, οι ριζοσπάστες αριστεροί φοιτητές κι ένα τεράστιο κομμάτι ροκ μουσικών και ακροατών. Το βρετανικό καλοκαίρι του ’65 έχει να θυμάται επτά χιλιάδες άτομα να συνωστίζονται στις ποιητικές βραδιές των Gregory Corso, Allen Ginsberg και Lawrence Ferlinghetti – ο τελευταίος συνεπήρε το κοινό με το To Fuck is to Love Again, ένα κοινό που συνειδητοποιούσε πως αποτελεί ένα συμπαγές «εκλογικό σώμα»: τη γενιά του ’60. Κάποιοι άρχισαν να κοιμούνται στις σπηλιές του Hastings το χειμώνα κι έξω στο Λονδίνο τις υπόλοιπες εποχές.

Το 1966 είναι η χρονιά με τις δεκάδες αντεργκράουντ ψυχεδελικές φυλλάδες και έντυπα, όπως η San Francisco Oracle με τα υπέροχα ψυχεδελικά γραφικά, με το πρώτο μαγαζί στην H/A (Το Ψυχεδελικό Κατάστημα), με τις ψυχεδελικές αφίσες που διαδίδονται ευρέως και βέβαια βλέπονταν αλλά και αποκρυπτογραφούνταν διαφορετικά από ένα «φτιαγμένο» βλέμμα. Κάθε κοινότητα έχει τη δική της εφημερίδα, όλα τα φολκ γκρουπ μετατρέπονται σε ηλεκτρικά, το LSD κηρύσσεται παράνομο. Στα Φεστιβάλ με Τριπάκια ο Kesey εμφανιζόταν με ασημένια στολή αστροναύτη και κράνος ενώ οι συλλήψεις του από τις αρχές φυσικά αποτελούσαν την καλύτερη διαφήμιση. Η ομάδα των Diggers, πρώην καταληψίες ελεύθερων περιοχών, άρχισε να φτιάχνει κοινότητες έξω από κέρδη και ιδιοκτησίες, να οργανώνει συσσίτια και να κλέβει από μαγαζιά και προμηθευτές για να δίνει σ’ όσους είχαν μεγάλη ανάγκη – σαν σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών. H πρώτη σελίδα της International Times έχει για καιρό στην κορυφή της πρώτης σελίδας τη φράση Όταν η μουσική αλλάζει, τα τείχη της πόλης σείονται.

Είμαστε στην εποχή των πολιτικών δικαιωμάτων, της επανάστασης για την σεξουαλική απελευθέρωση και τη διεύρυνση της συνείδησης και αυτά είναι τα λάβαρα υπό τα οποία οι Fugs θα παρουσιαστούν στην Αμερική δήλωνε ο Ed Sanders των Fugs, μιας μπάντας που προήλθε από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, ονομάστηκε με παραλλαγή του fuck, όπως το έγραφε ο Norman Mailer στο βιβλίο του The Naked and the Dead, και έφτιαχνε τραγουδούσε από William Blake μέχρι Allen Ginsberg. Στη Νέα Υόρκη ανεβαίνει το Exploding Plastic Inevitable του Andy Warhol με τους Velvet Underground, στην Sunset Strip οι Love, οι Byrds, οι Doors, κι ακόμα οι Mothers of Invention, οι Chocolate Watch Band, οι Buffalo Springfield. Οι μπουλντόζες ισοπεδώνουν το θρυλικό Pandora’s Box στην Sunset κι ο Stephen Stills γράφει το For what it’s worth.

Η rock’n’roll μουσική δυναμώνει όλο και περισσότερο, οι χορευτές κινούνται σε όλα και πιο ξέφρενους ρυθμούς, και τα φώτα αρχίζουν να αναβοσβήνουν σαν τρελά. Και προβολείς σε τυφλώνουν, και κλάξον αυτοκινήτων αρχίζουν να ουρλιάζουν, και ο Gerard Malanga και οι χορευτές σείονται σαν τρελοί, και δεν πιστεύεις ότι ο θόρυβος μπορεί να γίνει δυνατότερος, και τότε γίνεται ακόμα δυνατότερος, μέχρι που δημιουργείται ένα τεράστιο ηχητικό παλιρροϊκό κύμα, που συνθλίβει τα πάντα γύρω σου και είναι αρκετά θολό ώστε να μπορεί να πάρεις ό,τι το καλύτερο· οι ακροατές, οι χορευτές, η μουσική και οι ταινίες, όλα αυτά ενώνονται και γίνονται μια υπέροχη στιγμή υστερίας. [George English, άρθρο για το Exploding Plastic Inevitable, σ. 154]

Το 1967 είναι η χρονιά όπου δεκάδες χιλιάδες νέων καταφτάνουν στη Δυτική Ακτή και τα απανταχού Be-Ins για Το Καλοκαίρι της Αγάπης ενώ την ίδια στιγμή αυξάνεται η καταστολή της αντικουλτούρας με μαζικές διώξεις. Είναι η χρονιά των Sgt Pepper’s, Surrealistic Pillow, Satanic Magesties και δεκάδων κορυφαίων ψυχεδελικών δίσκων αλλά και της μεγαλύτερης εμπλοκής της Αμερικής στο Βιετνάμ που οδήγησε στις πιο εκδηλωτικές διαμαρτυρίες.

Όλοι άρχισαν να πηγαίνουν στο Σαν Φρανσίσκο φορώντας λουλούδια στο κεφάλι τους για να συναντηθούν με ωραίους ανθρώπους και οι αρχές δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν την μαζική ροή. H λιγότερο πανικόβλητη χίπικη κοινότητα  έφτιαξε 24ωρο τηλεφωνικό κέντρο με στεγαστικές και ιατρικές πληροφορίες, πίνακες ανακοινώσεων για τους χαμένους (και τους τρομαγμένους γονείς) κι ένα ελεύθερο κατάστημα, ενώ ένας γιατρός άνοιξε δωρεάν διανυκτερεύουσα κλινική (σε μια Αμερική όπου η δωρεάν περίθαλψη ήταν όνειρο θερινής νυκτός). Εδώ ο Miles ειρωνεύεται το σύντομο πέρασμα του George Harrison στην H/A, το γιουχάισμα και τη φυγή με την λιμουζίνα του.

Στο περίφημο Human Be In στο Golden Gate Park του Φρίσκο ο Jerry Rubin φώναζε τα χαμόγελά μας είναι τα πολιτικά μας λάβαρα και η γύμνια μας το πανό μας, ελάχιστοι άκουγαν τις ομιλίες και τις απαγγελίες, ορισμένοι ισχυρίστηκαν πως είδαν τον Θεό, όλοι συνυπήρξαν και αγαπήθηκαν μεταξύ τους, για τον Ginsberg (που μετά τις γκουρού ψαλμωδίες του ηγήθηκε μιας ομάδας καθαριότητας) ήταν η τελευταία ημέρα της αθωότητας, η τελευταία ιδεαλιστική χίπικη εκδήλωση. Κι είμαστε μόνο στο ’67…

Η H/A άρχισε να πλημμυρίζει κόσμο, άρα και με περαστικούς και περίεργους από τα υπερπροστατευμένα μεσοαστικά προάστια καθώς και δεκάδες χριστιανούς, ιεραπόστολους, ευαγγελιστές και αυτόκλητους γκουρού που έβρισκαν εύκολα οπαδούς. Πόσο θα άντεχαν αυτά; Το τηλεφωνικό κέντρο κλάπηκε, το δωρεάν κατάστημα καταστράφηκε από φτιαγμένους, τα ουρλιαχτά κάποιων που είχαν «άσχημο ταξίδι» τρόμαζαν τον κόσμο. Τα σκληρά ναρκωτικά αποδεκάτιζαν την κοινότητα και η κοινοβιακά μαστουρώματα αντικαταστάθηκαν από τις αμφεταμίνες, αν και ο Country Joe διέδιδε ότι μπορείς να φτιαχτείς καπνίζοντας μπανανόφλουδα κι ο Donovan τον σιγόνταρε στο Mellow Yellow με τη γραμμή περί electrical banana. Κάτι σχετικό έμπαινε στο εξώφυλλο των Velvets, νομίζω. Η εμπορική εκμετάλλευση του φαινομένου ήταν φανερή, εξ ου και η Πορεία για τον Θάνατο των Χίπις στον θρυλικό δρόμο.

Το L.A. αποτελεί πλέον το κέντρο της ψυχεδελικής ροκ: Seeds, Peanut Butter Conspiracy, Electric Prunes, West Coast Pop Art Experimental Band, United States of America. Το Ιούνιο γίνεται το Φεστιβάλ του Monterey, με 32 ονόματα αφιλοκερδούς εμφάνισης: Hendrix, Joplin, Canned Heat, Moby Grape, Byrd, Blues Project, Mamas and Papas, Who, Country Joe. Στη Νέα Υόρκη το Chelsea Hotel γνωρίζει νέες δόξες με τους πρώην beat και με Leonard Cohen, Nico, Warhol, Burroughs, Arthur Miller, Thomas Wolfe, Bob Dylan, Jefferson Airplane, ενώ στο Λονδίνο το κλαμπ UFO έχει ως μόνιμους παίκτες τους Pink Floyd, τους Soft Machine και τους Crazy World of Arthur Brown (όλοι τους θα εμφανιστούν και σε μια από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις της εποχής, το θρυλικό 14ωρο Technicolor Dream) και προβάλλει τις πρωτοποριακές δουλειές του Kenneth Anger ενώ οι λονδρέζικες ψυχεδελικές αφίσες εμπνέονται από ιστορίες με ιπτάμενους δίσκους, αγγλικά παραμύθια, το κίνημα της art nouveau, τον Beardsley και τους προραφαηλίτες.

Οι Stones σκανδαλίζουν τον τύπο με την ιστορία της Ταγγέρης και αρχίζει το τέλος για τον Brian Jones. Jagger, Beatles, Donovan, Marianne Faithful κ.ά. ακολουθούν πιστά τον αμφιλεγόμενο Maharishi. Ο Leary προτίμησε να ιδρύσει τη δική του …θρησκεία, την League for Spiritual Discovery (με αρχικά διόλου τυχαία) και εμφανίζεται πλέον ως προφήτης και πνευματικός δάσκαλος, έχοντας καταλήξει πως τα βασικά ανθρώπινα προβλήματα πηγάζουν από τις οικογένειες και την σεξουαλική δυστυχία.

Το 1968 ήταν η χρονιά της πολιτικής στράτευσης και της μεγάλης φυγής στην εξοχή, της εξάπλωσης του φαινομένου (κάθε πόλη και προάστιο είχαν τη δική τους χίπικη κοινότητα) και των κοινοβίων (επιβίωσης, θρησκευτικών, σεξουαλικών), με διάφορα ιδανικά: ομαδικού έρωτα, καλλιέργειας της γης, αγαμίας, θρησκευτικής μύησης. Στο LA ήταν ανέκαθεν εφικτό να ζεις ανάμεσα στα δέντρα και στα βουνά και στήθηκαν παντού ράντσα, καλύβες, σκηνές. Ο ποιητής Wavy Gravy π.χ. συμμετείχε στη Hog Farm, «μια μεγάλη οικογένεια, μια περιφερόμενη ψευδαίσθηση, ένα κοινωνιολογικό πείραμα, πενήντα άτομα σε διαρκές ταξίδι». Ένα άλλο κοινόβιο ονομαζόταν Charles Manson Family…

Οι Grateful Dead παρατούν αηδιασμένοι την Ashbury: το μέρος έχει γίνει τόσο γνωστό ώστε έρχονται διαρκώς λεωφορεία με τουρίστες που κατεβαίνουν για φωτογραφίες. Οι μέρες της μικρής δεμένης κοινότητας μουσικών και ψυχεδελιστών έχουν παρέλθει. Ειδικά η αφοσίωση των Dead στην κοινότητα τούς είχε στοιχίσει μια περιουσία, σε αντίθεση με τους Jefferson που έγιναν πάμπλουτοι. Το πέρασμα του ψυχεδελικού πνεύματος στον κινηματογράφο ήταν θέμα χρόνου: τα Mondo φιλμ, τα πρώτα σκληρά πορνό ευρείας κυκλοφορίας (Βαθύ Λαρύγγι, Ο Διάβολος στο κορμί της Μις Τζόουνς/1972), το The Trip του Jack Nicholson, το Psych-Out.

Υπήρχε μια πολιτική τάση στο αντεργκράουντ που την ακολούθησε η παλιά Αριστερά και έτεινε μάλλον προς την αναρχία παρά προς κάποιο οργανωμένο μαρξιστικό ή σοσιαλιστικό κόμμα. Jerry Rubin, Ed Sanders, Wavy Gravy και άλλοι «αρχηγοί» αλλοιωνόταν συχνά από εγωιστικές αντιδράσεις. O Abbie Hoffman και ο Jerry Rubin κάνουν το Φεστιβάλ Ζωής στο Σικάγο, δημιουργούν το Διεθνές Κόμμα των Νέων – Yippies και «συζητούν» για την επανάσταση, γράφει ειρωνικά ο Miles για τους δυο αγκιτάτορες που επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν και να καπελώσουν πολιτικά τους χίπις, ενώ η πραγματική επανάσταση βέβαια γινόταν τον Μάη στο Παρίσι. Το Σικάγο γνωρίζει βίαιες ταραχές και καταστολή και ο Jean Genet λέει στον William Burroughs: Ανυπομονώ να σαπίσει αυτή η πόλη. Ανυπομονώ να δω αγριόχορτα να φυτρώνουν μέσα σε άδειους δρόμους. Οι ταραχές στο Λονδίνο εμπνέουν τους Stones να γράψουν το Street Fighting Man για τον συγγραφέα Tariq Ali που ο Miles επίσης ειρωνεύεται επειδή εξαφανιζόταν μόλις εμφανίζονταν οι αστυνομικοί – ο ίδιος έλεγε πως προστατευόταν από τους συντρόφους του.

Το 1969 ο Ronald Reagan ως Κυβερνήτης της Καλιφόρνια ισοπεδώνει ολόκληρες περιοχές στο Μπέρκλεϊ για να μην χρησιμοποιούνται από χίπις, με αποτέλεσμα τις μεγάλες ταραχές στην περιοχή, οι Weathermen αναλαμβάνουν την ευθύνη για δεκάδες βομβιστικές επιθέσεις, το πνεύμα γνωρίζει την κορύφωσή του στο Woodstock και την πτώση του στο Altamont Speedway με τον νεκρό από τους Hell’s Angels. Το 1970 είναι  χρονιά με δίκες (του Μαύρου Πάνθηρα Bobby Seale, των Hoffman, Rubins κ.ά.), νέα κινήματα (Gay Pride, Εθνική Ημέρα Γης), νέες ταραχές (Οχάιο). Σε κάθε περίπτωση οι χίπις γίνονται πλέον το κυρίαρχο ρεύμα σε όλες τις εκφάνσεις της αμερικανικής κουλτούρας – όλοι έχουν μακριά μαλλιά και χρωματιστά ρούχα. Το 1971 υπήρχαν τόσα πολλά κοινόβια ώστε μόνο για το Μπέρκλεϊ υπήρχε ένα καθημερινό ενημερωτικό φυλλάδιο μοιραζόταν χέρι με χέρι σε πάνω από πενήντα τέτοια. Jimi, Janis, Jim αναχωρούν ο ένας μετά τον άλλον.

Σε καμιά άλλη περίοδο δεν αναπτύχθηκε τόσο πολύ η φαντασία και δεν παρατηρήθηκαν τόσες δοξασίες σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Η αντικουλτούρα των χίπις αμφισβήτησε την σεξουαλική ηθική και πρότεινε μια θετική αποθέωση της σεξουαλικότητας. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τέτοιο μαζικό κίνημα ενδοσκόπησης, προσωπικής ανάπτυξης, αυτοθεραπείας, βαθιάς οικολογικής συνείδησης, κοινωνικής συλλογικότητας, αλληλεγγύης, εθελοντισμού, άρνησης ιδιοκτησίας. Τι μένει απ’ όλη αυτή την κληρονομιά της ψυχεδέλειας, εκτός από την μουσική; Σίγουρα όχι οι βλακώδεις αναβιώσεις των διαφόρων Woodstock (που πνίγηκαν στο πλιάτσικο και στη φωτιά). Η ερώτηση μένει ανοιχτή και αναπάντητη. Μόνο ο δρ. Λήρι ήταν βέβαιος:

Η βασική ενέργεια της επανάστασής μας είναι ερωτική. Ελεύθερος είναι κάποιος που η ερωτική του ενέργεια έχει απελευθερωθεί και δύναται να εκφραστεί με όλο και ομορφότερους, περίπλοκους τρόπους. Η σεξουαλική επανάσταση δεν αποτελεί απλώς μέρος της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ελευθερίας που δημιουργείται διαμέσου των παιδιών. Πιστεύω ότι είναι το επίκεντρο αυτής της ελευθερίας. [Timothy Leary, EVO, 1969, σ. 326]

Εκδ. Ψυχογιός, 2012, μτφ. Γιώργος Παρλαλόγλου, σελ. 379 [Barry Miles -Hippie, 2003]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr υπό τον τίτλο: Flower. Power?

Στις εικόνες: η θρυλική γωνία, το μαγικό λεωφορείο του Ken Kesey Brian Jones Jimi Hendrix, Timothy Leary, πορεία κατά του Βιετνάμ στο Σαν Φρανσίσκο (1967), Dr Leary μπροστά στο κοινό του, Allen Ginsberg.

19
Ιολ.
12

El Muniria Stanza 218 (Homesleep 2004)

Oι El Muniria είναι στην ουσία ένα πρόσωπο, ο Emidio Clementi, ιδρυτής και τραγουδιστής της cult Ιταλιάνικης μπάντας Massimo Volume, αλλά και συγγραφέας. Αποσπάσματα από τον έργο του L’ Ultimo Dio εντάσσονται στην χαλαρή, σινεματική – ηλεκτρονική μουσική του και διαβάζονται από τον ίδιο, θυμίζοντας το πρόσφατο εγχείρημα – συνεργασία του Alessandro Baricco με τους Air.

Σχεδιασμένο σαν ένα «στιγμιαίο» άλμπουμ που θα ηχογραφούνταν σε δυο βδομάδες στην ξακουστή Ταγγέρη στο Μαρόκο, τελικά κράτησε δυο χρόνια για να αποπερατωθεί. Ισορροπώντας ανάμεσα στο Hotel Massiria της πολυθρύλητης πόλης και στο Alpha Dept. Studio της Μπολόνια, και μοιράζοντας την ομάδα κάπου ανάμεσα σε Αφρική και Ιταλία, το Stanza 218 βγαίνει αλώβητο απ’ όλα αυτά: συμπαγές και ομοιογενές. Ο Clementi έβγαλε τελικά έναν δίσκο προσωπικό και ταξιδιάρικο μαζί.

Οι Vittoria Burattini και Maria Luisa Balzi προσφέρουν φωνές ή όργανα ενώ άλλοι δυο συντοπίτες συνοδεύουν σε κιθάρα και ηλεκτρονικά. Από συνθετική άποψη ο συγγραφέας ομολογεί επιρροές από John Carpenter, Angelo Badalamenti και Howard Shore στη σχεδίαση ενός νυχτερινού, κινηματογραφικού πίνακα, γεμάτου ομιλίες, εικόνες, πλάνα σε super 8. Οι απαγγελίες του εντάσσονται μέσα στα κομμάτι και δεν είναι ξέχωρες, όπως π.χ. συνέβαινε παλαιότερα με την φιλόδοξη σύζευξη της μουσικής του Steven Brown με την ποίηση του John Keats.

Όπως πάντα συμβαίνει σε ανάλογους δίσκους, η γλώσσα αποτελεί θέλγητρο και βρόγχο μαζί. Η δεδομένη μουσικότητα των ιταλικών λέξεων, ακόμα και η προσεγμένη ανάγνωση του μουσικοσυγγραφέα μπορούν πάντως να ελκύσουν και τους μη γνώστες. Σε κάθε περίπτωση οι μνήμες των Paul και Jane Bowles, του William Burroughs και όλων των Ταγγερινών Περιπλανώμενων που στοίχειωσαν την βορειοαφρικανική πόλη κυκλοφορούν εδώ μέσα, κι ας είναι ο ήχος καθαρά νοτιοευρωπαϊκός. Το βιβλιαράκι συνοδεύεται με όμορφες φωτογραφίες του Federico Labanti.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

17
Ιολ.
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 99. The Last Drive

Οι Αλέξης Καλοφωλιάς και Χρήστος Μιχαλάτος από τους Last Drive μας εκθέτουν τα αγαπημένα τους rock’n’ roll βιβλία.

1. Peter Guralnick – Lost Highway

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Guralnick για την αμερικάνικη roots μουσική και κουλτούρα (τα άλλα δύο μέρη είναι τα Feel like Going Home και το Sweet Soul Music). Εδώ εξερευνά διεξοδικά την country, τα blues και το νόθο παιδί που γεννήθηκε από την ένωση των δύο, το rockabilly. Η χαμένη λεωφόρος του τίτλου ξεκινάει από τα Απαλάχια και τη μουσική τους, περνά από τα jook joints του Σικάγο και καταλήγει στο Grand Ole Opry και τα στούντιο της Sun Records.

2.  Greil Marcus – Mystery train

Σαν ένα στοιχειωμένο τραίνο που τρέχει μέσα στη νύχτα, σ’ ένα ταξίδι στην rock’n’roll μουσική, την πολιτική και την λογοτεχνία της “America”. Σταθμοί: Robert Johnson, The Band, Sly και φυσικά ο Elvis.

3. Mick Farren – Gene Vincent/ There’s one in every town

Δεν είναι η πληρέστερη βιογραφία που μπορείς να διαβάσεις αλλά το τυφλό πάθος του Vincent είναι παρόν σε κάθε σελίδα. Γρήγορη και νευρική γραφή από τον χρονικογράφο του underground Mick Farren, ένα βιβλίο για το αρχέτυπο των rockers, έναν ακόμη «Elvis Presley των φτωχών».

4. Bob Dylan – H Ζωή μου (εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Διαβάζεται και σαν κατάθεση μιας βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής (ΤΗΣ βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής), αλλά και μόνο για την υπέροχη περιγραφή της φολκ σκηνής της Νέας Υόρκης τη συγκεκριμένη εποχή, αξίζει πολλές αναγνώσεις.

5. Charles Mingus – Beneath the Underdog

Το μαύρο υπόστρωμα κάτω από το λευκό λούστρο της Αμερικής, μία ιστορία καταπίεσης και προσωπικού τσαμπουκά που δεν σταματάει ποτέ, γραμμένη καταιγιστικά, σαν σόλο του Charlie, παιγμένο ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που τελειώνει το μανίκι του κοντραμπάσου και αρχίζει το κενό.

6. Abbie Hoffman – Επανάσταση για την κάβλα της (εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, μτφ. Δ. Φινινής)

«Οι μπάτσοι με βάζουν στο πίσω δωμάτιο. Βρίσκομαι με τους μαύρους. “Τρακάρω” ένα τσιγάρο από έναν. Είμαστε όλοι αδέλφια. Οι περισσότεροι με περνάνε για τρελλό, όπως ακριβώς ο Φινκ και οι μπάτσοι, αλλά ένας πιτσιρίκος που έχουν πιάσει, περίπου δώδεκα χρονών, χαμογελάει και μου κλείνει το μάτι. Πιάνετε τι είδους χαμόγελο εννοώ; Ο Φινκ μπαίνει μέσα και προσπαθεί πάλι να με «ψήσει» να πάω σπίτι. Του λέω ότι απλώς κάνω τη δουλειά μου και καλλίτερα θάκανε να με θέσει υπό κράτηση προτού βάλω μπουρλότο στο αστυνομικό τμήμα. Βγαίνει από το δωμάτιο ιδρώνοντας. Γίνομαι ανυπόμονος…».

Αν δεν είχε προηγηθεί το rock’n’roll, το κλίμα της εξέγερσης της αμερικάνικης νεολαίας στα σίξτις θα ήταν πολύ διαφορετικό. Δεν αρμόζουν χαμόγελα για την «αφέλεια των γίπις», καθώς η καταστολή που ακολούθησε ήταν αμείλικτη, συντριπτική και δυστυχώς αποτελεσματικότατη.

7. Hunter S. Thompson – Hell’s Angels

Δεν έχει – άμεση – σχέση με μουσική, αλλά είναι μία από τις καλύτερες δημοσιογραφικές έρευνες που έχουν προκύψει, καθώς αποδομεί την υποτιθέμενη «απειλή» των μηχανόβιων για να φτάσει στην καρδιά της υπόθεσης, που είναι ίσως πιο τρομακτική, προσεγγίζοντας το κενό στην ψυχή της Αμερικής. Ο Hunter Thompson έχει τον τρόπο να σε μεταφέρει στη στιγμή και να σε αφήνει εκεί μετέωρο και έκθετο στον παραλογισμό της, όπως έκαναν οι μεγαλύτεροι ρεαλιστές συγγραφείς, χωρίς να χάνεις στιγμή την αίσθηση ότι διαβάζεις εφημερίδα.

8. David Nobakht – Suicide: No compromise

Μέσα από συνεντεύξεις και αφηγήσεις χτίζεται σιγά-σιγά μία ιστορία που μοιάζει απίστευτη, και βγήκε πέρα μόνο από το πείσμα που προσφέρει ένα καλλιτεχνικό όραμα σαν αυτό που συνέλαβαν και υλοποίησαν με κάθε κόστος ο Martin Rev και ο Alan Vega. Squares of any kind, beware!

9. Clinton Heylin – From the Velvets to the Voidoids

Η ιστορία του αμερικάνικου punk από τα σκιρτήματα των σίξτις (ξεκινάει με τους Primitives, μία πρώιμη εκδοχή των Velvets) μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, με ιδιαίτερη έμφαση στην σκηνή της Νέας Υόρκης. Μία εμπεριστατωμένη έρευνα με συνεντεύξεις σε πρώτο πρόσωπο από σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές της έκρηξης. Κλασικό.

10. Lester Βangs – Psychotic Reaction and Carburetor Dung

Το βιβλίο δανείζεται τον τίτλο του δεύτερου δίσκου των Count Five, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ. Το rock’n’roll χαρίζει στο γράψιμο την εκρηκτικότητά του και η περιεκτικότητα της λογοτεχνικής γραφής εμπλουτίζει το rock’n’roll με ποταμούς νοήματος. Φαντασία και πραγματικότητα μπλέκονται με χιούμορ στο μυαλό και την καρδιά του Bangs, μια ζωή-πυροτέχνημα, μια ψυχή που είδε στο rock’n’roll την μοναδική ελπίδα ενός αμείλικτου κόσμου, και ίσως γι’ αυτό το αντιμετωπίζει με τέτοια τρυφερότητα και ταυτόχρονα τέτοια «ιερή» μανία…

11. Greil Marcus – Lipstick Traces

Με αφορμή το πνεύμα της μουσικής των Pistols κι ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει, ο Marcus ανιχνεύει την υπόγεια διαδρομή που συνδέει πολιτικά και κοινωνικά μανιφέστα, θρησκευτικές σέχτες, κινήματα τέχνης, ξεχασμένες ταινίες και κείμενα, συνθέτοντας μία μυστική ιστορία του 20ου αιώνα.

12. David Toop – Ωκεανός του Ήχου (εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης)

Από τον πρόλογο: «Δεν είναι ένα βιβλίο για τις κατηγορίες της μουσικής, – άμπιεντ, ηλεκτρονική, περιβαλλοντική ή οποιονδήποτε άλλο διαχωρισμό που αξιώνει τη δημιουργία τάξης και λογικής ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετεί εμπορικούς σκοπούς. Αντίθετα, ο δρόμος που ακολούθησα, ξεκινώντας από τον Debussy του 1889 είναι η διάβρωση των κατηγοριών, το ξεγύμνωμα των συστημάτων, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για νέα ερεθίσματα, νέες ιδέες, νέες επιρροές από ένα περιβάλλον που μεταμορφώνεται συνεχώς. Τότε, όπως και τώρα, αυτό το περιβάλλον περιελάμβανε τόσο ήχους του κόσμου- μουσικές που δεν είχαν ξανακουστεί και ατμοσφαιρικούς ήχους όλων των ειδών, θορύβους της πόλης και βιοακουστικά σήματα- όσο και πειράματα στην παρουσίαση τελετουργιών, τεχνολογικές καινοτομίες, άγνωστα συστήματα συντονισμού και δομικών αρχών, αυτοσχεδιασμό και πιθανότητες».

13. Nick Hornby – High Fidelity (εκδ. Πατάκης, μτφ. Σώτη Τριανταφύλλου)
Το χρονικό της αγάπης και της ήττας, ζεστό σαν πάπλωμα που σε τυλίγει τις κρύες νύχτες του χειμώνα, ενώ εσύ σκέφτεσαι το καλοκαίρι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

13
Ιολ.
12

Συλλογή – Caroline Now! The songs of Brian Wilson and the Beach Boys (Marina, 2000)

Ποια είναι η χρησιμότητα των διασκευαστικών δίσκων, ήτοι tributes; Να γνωρίσουμε εκείνους προς τιμή των οποίων γίνονται; Αποκλείεται, ελάχιστοι  είναι οι σχετικοί δίσκοι που επιδιώκουν τη γνωριμία μας με κάτι πιθανώς άγνωστό μας. Μήπως να γνωρίσουμε το νέο αίμα να δοκιμάζεται στα «δύσκολα»; Μα κατά κοινή ομολογία οι διάφοροι άσημοι – άγνωστοι που βρίσκουν βήμα για συμμετοχή συνήθως δεν αξίζουν φράγκο, ενώ οι όποιοι γνωστοί είναι ήδη γνωστοί. Τρίτη ευκαιρία: να έρθουμε σε επαφή με τα πιο άγνωστά τους, αφού οι αχαΐρευτοι δεν τα κυνηγάμε. Ας γίνει δεκτό, χωρίς να χρυσώνεται το χάπι.

Αυτό ισχύει εδώ, ισχυρίζονται με ήθος οι αυτουργοί, ηθικοί ή ανήθικοι: όλοι οι μαζεμένοι είναι τρελοί φανς, ο δίσκος δουλευόταν τρία χρόνια, σκοπός ήταν η επαφή και με τις «άγνωστες» στιγμές του Brian Wilson. Βέβαια αυτό που μένει είναι ένα ανομοιογενές σύνολο που σου αφήνει την εντύπωση ότι χάνεις περισσότερα απ’ όσα βλέπεις. Τι στο καλό, ο Wilson είναι υπεύθυνος για ένα μεγάλο ποσοστό όσων ακούμε σήμερα! Αλλά οι περισσότεροι από τους δημιουργούς εδώ δεν μου φαίνεται ότι καταβάλλουν και τις καλύτερες προσπάθειες. Μπορεί να είναι η συγκίνηση ή το δέος μπροστά στο υλικό του Brian, δε λέω. Υπάρχουν πάντως εδώ μερικά καλά και πρέπει να καταγραφούν.

Ο κύριος Malcolm Ross (από τους Josef K και Orange Juice) δίνει μια πρώτης τάξεως ερμηνεία του Heroes and Villains, μιας πωπάρας του τιμώμενου με ποίηση του μεγάλου Van Dyke Parks. Το κομμάτι όμως το ξέρουμε και από μια προπέρσινη συλλογή των Δίσκων της Μαρίνας, άρα μας την έφερε ο Ρόσσος. Τον ξεπερνάει λοιπόν, αλλά και όλους τους υπόλοιπους ο ημιγιαπωνέζος Jad Fair με μία καθαρά Saxonική ερμηνεία. Από τους ποπσκεκλημένους, οι Kle μιμούνται επιτυχώες τους Saint Etienne, με ένα κομμάτι από το Sweet Insanity, το δεύτερο προσωπικό του Wilson.

Όσο για τους γερόλυκους, αυτοί τη σκάνε σε όλους: από την μία ο θείος Alex Chilton με μια αρχοντική εκτέλεση του Ι wanna pick you up ξεπληρώνει φαίνεται τα μαθήματα κιθάρας που του έκανε ο Carl Wilson όταν οι Box Tops σαππόρταραν τους Βeach Βoys· από την άλλη ο θειικός Kim Fowley με το αποχαιρετιστήριο σπαραξικάρδιο Almost Summer από την ομώνυμη ταινία του 1978 – στην εισαγωγή και στο τελείωμα μάλιστα μας λέει και την ιστορία της επαφής με τα Βitch Boys. Τρίτος μπάρμπας ο Chip Taylor (συνθέτης πολλών 60s κλασσικών όπως το Wild thing).

Το βιβλιαράκι ό,τι πρέπει, με τις πληροφορίες για τα κομμάτια (σπάνιο για tribute) και τους εκτελεστές. Άλλα αξιοσημείωτα; Η επιστροφή μετά… τριαντακονταετία των σιξτάδων Free Design οι οποίοι έκαναν επανένωση ειδικά για τον κυρ Γουίλσονα, αλλά τους καλάρεσε και τώρα βγάζουν και δίσκο στην Μarina κι αυτοί. Η επιθυμία του Stevie Jackson των Belle ans Sebastian να πει τραγούδι από ποιό άλλο, από το The Beach Boys Love you LP. Η συμμετοχή του εξαίρετου Γερμανού μαέστρου ορχήστρας και σάουντρακς Peter Thomas.

Αγαπάω ιδιαίτερα τους Beach Boys, εννοώ πέρα από το γνωστό ένδοξο παρελθόν. Πάντα έβλεπα τον Brian Wilson με ιδιαίτερη συμπάθεια, ακόμα κι όταν ήταν καρικατούρα του εαυτού του, ακόμα κι όταν έβγαζε εκείνους τους ανεκδιήγητους δίσκους στα μισά 70s και στα 80s. Δεν τόριξε όμως ποτέ κάτω, παρά τα γυρίσματα της μοίρας, έριχνε καμιά συνθεσάρα που και που, το προσπαθούσε, έδωσε κι εκείνα τα αξιοπρεπή προσωπικά του. Το ότι τον βλέπουμε στο Caroline με φωτογραφίες και συνέντευξη με θέμα την ίδια τη συλλογή σου δίνει την αίσθηση ότι είναι χαρούμενα παρών και ότι δίνει το ΟΚ. Ακόμη, ότι πήγαν όλα καλά, ότι η τωρινή του «οικογενειακή» φάση είναι καλή και, το κυριότερο, έχει διάρκεια. Ξεκουράσου τώρα παππού κι άσε τα εγγόνια να κάνουν παιχνίδι. Εσύ που και που να δίνεις καμιά συμβουλή. Πήραν απουσία οι Reed, Costello, και δεκάδες άλλοι. Δικαιολογημένη ο Sky Saxon.

Συμμετέχουν ακόμα: Saint Etienne, The High Llamas, Eric Matthews, The Aluminum Group, Eugene Kelly, June & The Exit Wounds, Katrina Mitchell & Bill Wells, Souvenir, Duglas T. Stewart, Camping, Stevie Jackson, The Pearlfishers, The Radio Sweethearts, Chip Taylor & Evie Sands, Norman Blake, The Secret Goldfish, David Ritchie Coalition.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στα μπλε και πράσινα, ο Kim Fowley.

ΥΓ. Οκτώ χρόνια μετά ο Brian Wilson θα μας έδινε ένα σπάνιο προσωπικό κομψοτέχνημα, αυτό.

15
Ιον.
12

The Nits – Wool (Play It Again Sam, 2000)

Έχουν από καιρό διαμορφωθεί οριστικά από αντρικό τρίο σε μικτό κουαρτέτο: οι Henk Holfstede (φωνή και πλήκτρο) και Rob Kloet (περκάσσιον) παραμένουν στυλοβάτες αλλά πλαισιώνονται από τις τρυφερές Αrwen (διάφορα μπάσα) και Laetitia (φωνές και πλήκτρο). Τις γωνίες φυλάνε οι αδελφοί Telman σε ήχο και φως αλλά και υπολογιστές. Υπάρχουν ακόμη 4 προσκεκλημένοι στα φωνητικά, κοτζάμ κουαρτέτο εγχόρδων (αν και έξι μου βγαίνουν τα ονόματα) και άλλο ένα πνευστό τημ (The Stylus Horn). Δείγμα του πόσο προσεκτικά, σχεδόν χειρουργικά, περιποιούνται τον ήχο τους; Σαφέστατα. Απόδειξη του πόσο έχει αλλάξει – πλουτίσει – βαρύνει; Όχι· μετά βίας φαίνονται όλοι αυτοί οι Niματαίοι και στοιχηματίζω ότι όλοι τους πατούσαν στις μύτες.

Η μουσική τους παραμένει γλυκύτατη, εμβριθής και κυρίως ζεστή, πολύ ζεστή. Τα επιπρόσθετα όργανα έρχονται εδώ κι εκεί μόνο για να σχηματίζουν πινελιές, για να υπογραμμίσουν μια εμπνευσμένη μελωδική γραμμούλα, για να προσθέσουν μια ανάσα ομορφιάς. Τίποτα περισσότερο, τίποτα περισσό. Μιλώντας για πινελιές, μου ξανάρχεται στο νου η έμμονη ιδέα τους με τη ζωγραφική: είτε εξπρεσσιονιστές είτε αφαιρετικοί (και τα δύο χαρακτηρίζουν τα κομψά τραγούδια τους) κάνουν αυτό που έκαναν πάντα: απαθανατίζουν μικρά καθημερινά στιγμιότυπα, τους προσδίδουν καθημερινή ποίηση και τα βουτούν στη μουσική τους παλέττα· παλέτα βέβαια σαφώς κεντροευρωπαϊκή (μα τι κάνει αυτός ο διορθωτής! Μου αφαιρεί το δεύτερο σίγμα από τους εξπρεσσιονιστές και το δεύτερο ταυ από την παλέττα!).

Ακούγεται χιλιοειπωμένο αλλά εδώ οι – Ολλανδοί γαρ – Nits, φαίνεται ότι ζούνε σε άλλους ρυθμούς, έχουν άλλο κλίμα, περιστοιχίζονται από άλλες ομορφιές κι άλλες ασχήμιες. Ενδιαφέρον μού προκαλεί η συχνή εμμονή τους σε λυπητερά ή τραγικά θέματα – ακούστε για παράδειγμα το Crime and Punishment, απόηχο ενός τρομοκρατικού χτυπήματος με το χαρακτηριστικό ήχο από το σάζι ή την περιγραφή ενός «καρκίνου» που σου κατατρώει τις αισθήσεις με υπόκρουση τις γνωστές jazzy κατασκευές των ενήλικων πιά Γήινων κι ουχί Ιπτάμενων Ολλανδών μας (αφού πέρασαν την εικοσαετία της μπάντας).

Κατά την προσωπική μου άποψη η τελευταία τους οκταετία είναι και η πιο εμπνευσμένη. Τα πλέον αγαπημένα μου κομμάτια τους απ’ όλη τους την πορεία είναι το Mourir avant 15 ans (πώς είναι δυνατόν μια τόσο σκληρή ιστορία να ενδυθεί με τόσο ωραία μουσική;) και το Cabins (είναι δυνατό μια τόσο χαρούμενη ιστορία να ενδυθεί με τόσο ωραία μουσική). Και ίσως σπάνια γράφονται ιδανικά τραγούδια για το Τραίνο, τα Νυχτοπούλια, τις Διακοπές. [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

03
Ιον.
12

Spiritualized – Complete works vol. 1 (Spacemen, 2003)

Ένα τόσο τρικυμιώδες σχήμα με μια τόσο μεγαλεπήβολη μουσική δε μπορούσε παρά να έχει μια τόσο πομπώδη ονομασία… Βέβαια ο υποψιασμένος «σπιρίτσουαλ» ακροατής (και δε μπορώ να φανταστώ κάποιον φαν τους που να μην ένοιωσε και φανατικός) θα βρει κομμάτια που ήδη γνωρίζει και θα διακρίνει τι καλό και τι επικίνδυνο υπάρχει εδώ δει αλλά κι ο ανυποψίαστος κάτι θα αντιληφθεί από τίτλους όπως Medication, Gone Dope, Electric Mainline, Luminescence… Καταρχήν συμφωνούμε πως με την περίπτωση τούτων των υπνωτισμένων ζήσαμε μια απ’ τις απρόβλεπτες τροπές της ακροατικής μας καλοπέρασης; Εννοώ ότι ποτέ οι επίγονοι ενός πρωταρχικού σημαντικού σχήματος δεν είναι καλύτεροι από το πρωταρχικό σχήμα, κι όμως, οι Spiritualized, που αρχικά αντιμετωπίσαμε ως τη γήινη σωσίβια λέμβο του Pierce για να μην καταβαραθρωθεί στα απύθμενα πηγάδια του (και για τον φάει η μαρμάγκα), έφτασαν σε τόσο κορυφαίες στιγμές. Το ότι σήμερα πολλοί από εμάς εξακολουθούμε ν’ ακούμε περισσότερο τους Spiritualized απ’ τους Spacemen 3 αποτελεί την καλύτερή τους εκδίκηση για το ίδιο τους το παρελθόν.

Η συλλογή είναι αυτό που δηλώνει: εξαφανισμένα ή παράταιρα, σινγκλς, βήτα πλευρές EPS, φλέξι κλπ., και ξεκινάει από τα πρώτα βήματά τους, λίγο μετά το τελευταίο Spacemen LP, το Recurring και φτάνει ως το 1993. Αν δεν είστε προετοιμασμένοι για ενθύμηση της πρώτης τους μπάντας, σας προετοιμάζω. Θα τους βρείτε στο συναρπαστικό μεταίχμιο των δύο. Αν γίνουμε λίγο ψείρες, οι αλκυονίδες ημέρες των Spacemen αντικαθρεφτίζονται ολάκαιρες στο πρώτο Spiritualized δισκίο, οι δε εμβρυακές των Spiritualized στο δεύτερο. Έτσι ακούμε εδώ θα βρείτε όλα όσα μας γήτεψαν ή μας αποτρόπιασαν απ’ την αλλοπαρμένη τούτη μπάντα.

Δηλαδή: φαρμακευτικά γκόσπελ, κοσμικές συνταγές ψυχικής επιβίωσης, σπεκτορικές ηχουργίες και τα αλλεπάλληλα ηχητικά στρώματα, που αποτέλεσαν το πλέον εθιστικό στοιχείο στη νέα μουσική του Pierce. Όπως και στα τέσσερα ίσα κατά τη γνώμη μου LP τους οι γαλήνιες ενατενίσεις εναλλάσσονται με τις πειραματικές επαναληπτικές συμφωνίες τους, καλύπτοντας αμφότερες τα προσωπικότερα – δε – γίνεται στοιχήματα του J.P.. Αυτό το παιδί θεωρεί το κάθε τραγούδι ή στίχο σαν το μοναδικό τρόπο να ξορκίσει τους πόνους του. Κι όλα τούτα απαλλαγμένα από κάθε εμπορικό άγχος – είμαστε βλέπετε δέκα χρόνια πίσω.

Εσαεί απολαυστέα βρίσκονται εδώ η μεγαλύτερη γουωκερική ερμηνεία των τελευταίων χρόνων στο Anyway That You Want Me, οι προάγγελοι του μαγικού Ladies and Gentlemen we’ re floating in space στα Run και Luminescence, η υπερφίαλη ικανότητά τους για άψογες ροκιές στα Effervescent (Chimes) και Why Don’t You Smile Now?. Από την άλλη, μεγαλόψυχα αγνοείστε άχρηστες βλακείες σαν το 1000 Bars και την μονότονη επαναλαμβανόμενη φράση τους. Ποια ήταν η συνέχεια σε τούτα εδώ τα κατά Jason ευαγγέλια; Μια Amazing Grace και το δεύτερο μέρος των Complete Works τους.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

30
Μάι.
12

Spiritualized – Amazing grace (Sanctuary, 2003)

Ένα ερώτημα που κατά καιρούς αντιμετωπίζει ένας αναγνώστης μουσικών εντύπων είναι το εξής: ποιος σ’  ενημερώνει πληρέστερα για ένα δίσκο, ένας φαν ή ένας αντίθετος; Θυμάμαι το ζήτημα ήταν στο φόρτε του τότε στα μέσα των 80s με την γκαραζοψυδελική αναβίωση τύπου Voxx Records. Οι φανς του είδους έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας κι έβγαζαν όλους τους δίσκους αριστουργήματα, τη στιγμή που άλλοι κόντευαν ν’ αυτοκτονήσουν από την μονοτονία ή την επαναληπτικότητα. Κατά την προσωπική μου άποψη θα έπρεπε να γράφονται και να διαβάζονται κι οι δυο απόψεις, συν μια ψυχραιμότερη στο ενδιάμεσο. Αυτές οι τρεις υποκειμενικές απόψεις θα έφτιαχναν το ιδεώδες πολυσέλιδο φανζίν.

Μέχρι τότε και για τον εν λόγω δίσκο, αναλαμβάνω το πόστο Άλφα, ως πιστότατος αναγνώστης των κατά Jason Pierce ευαγγελίων. Το τι έκαναν στα προηγούμενες κυκλοφορίες τους το γνωρίζετε: ο ιερός κιθαριστικός τους θόρυβος διέφθειρε και διεφθειρόταν από ουράνιες μελωδίες, η αυθεντική, ψυχοδηλωτική ψυχεδέλεια από το σύγχρονο αστικό γκαράζ κι ο γόνιμος πειραματισμός από τις αιώνιες ροκ φόρμες. Η ιδιαιτερότητα (για να μην πω τίποτε άλλο) κι ο απύθμενος χαρακτήρας του Pierce έδιναν μια εντελώς προσωπική μορφή σ’ όλα τα χιλιοπαιγμένα εδάφια.

Όλα εκείνα λοιπόν υπάρχουν κι εδώ. Κι ας έλεγε ο Jason τη μια ότι θα είναι ο καλύτερος τους δίσκος (ο ψεύτης), την άλλη πως θα είναι περισσότερο ροκ από ποτέ (ο απατεώνας), την τρίτη πως θα σημάνει αλλαγή κατεύθυνσης (ο μυθομανής). Βέβαια ποιος να μπει στο μυαλό του… δε συμφέρει. Αυτό που μας κάπως αργότερα είναι το γεγονός ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε μια κι έξω, σπαταλώντας μια μόνο μέρα για το κάθε κομμάτι· παλιότερα του έπαιρνε μήνα. Θα καταλάβαινε πάντως κανείς με κλειστά μάτια πως είναι ένας τυπικός πνευματισμένος δίσκος. Με μπαλάντες που θες να ανοίξεις τα φυλλοκάρδια σου να εισέλθουν (Oh baby, Rated X), με βαβούρες που θες να χωθούν στους νευρώνες σου (This little life of mine)· με εξερεύνηση της σκοτεινής πλευρά της κάντρι (ποιος ξεχνάει το Do it all over again απ’ το Let it come down;) στο Hold on και τόσο όμορφα εύκολο 60ς (Cheapster)· με κομμάτια που θες να ακούσεις όταν είσαι λιώμα (The ballad of Richie Lee) ή όταν θες να ταξιδέψεις κάτω απ’ το δέρμα το δικό σου ή αλλωνών (Lay it slow down)·  με διαβαθμισμένη πολυμουσικότητα (The power and the glory) και γκόσπελ εκστασιασμό (Lord let it rain on me). Και με μια ένταση που εύχεσαι να είχαν τα ερωτικά αγκαλιάσματα (She kissed me (it felt like a hit)).

Φαντάζομαι πως για άλλη μια φορά του είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει τίτλους για τα τραγούδια του γι’ αυτό και σχεδόν τους επαναλαμβάνει. Ξανά και οι επικλήσεις στον Lord του καθενός, στις κοσμικές δυνάμεις, στην παθολογική ερωτική έλξη, στην αναζήτηση της ευτυχίας μες τη δυστυχία, στη φιλοσοφία του τίποτα, στο κοίταγμα του ταβανιού. Και οι μουσικοί δεν είναι πάλι καμιά εκατοστή, αλλά έχουν ισόποσο ειδικό βάρος, όπως ο σαξοφωνίστας Evan Parker ή ο βιολιστής Nicky Sweeney.

Amazing grace ήταν ο τίτλος ενός τρυφερού εναρκτήριου τραγουδιού των Low. Δεν αντικατόπτριζε όμως εκείνο το αμετάφραστο κι απερίγραπτο του τίτλου, εκείνη την χαρίεσσα αίσθηση που σ’ αφήνει “amazed”. Ενώ εδώ, ο τίτλος αποτελεί όντως μια πύλη για τα ενδότερά του. [8/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

22
Μάι.
12

Manic Street Preachers – Forever delayed (The greatest hits) (Epic, 2003)

I talk to God but the sky is empty (Sylvia Plath)

Δεκατρία χρόνια – μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας – στην πρώτη γραμμή, ασίγαστα σπινταρισμένοι, με τις δυνατότερες ροκ εντ ρολλ μελωδίες, με μια δυο ουσιώδεις αναζωογονητικές αλλαγές στο στυλ τους, με βροντοφώναχτες κοινωνικοπολιτικές καταγγελίες (περίτεχνα όμως ενσωματωμένες στις ροκ υμνωδίες τους) και κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημαντικότερα σχήματα των δυο τελευταίων δεκαετιών. Περίεργο ή αναμενόμενο το ότι δεν άφησαν ιδιαίτερους μιμητές, ούτε κάποια συμπαγή σχολή;

Εδώ έχουμε μια γερή αντιπροσωπευτική βουλή απ’ τα lp τους αλλά και τα δύο τελευταία ως τότε ηχογραφημένα τραγούδια (There by the grace of god, Door to door), αμφότερα δυνατότατα και ξεχωριστά απ’ τις φρέσκιες ροκοφουρνιές. Έχουμε ακόμα τρία σινγκλς που έμειναν εκτός δίσκων αλλά αποτελούν σημαντική πρόφαση να ξανανιώσουμε την άγρια χαρά που μας μετέδωσαν και τότε: Τhe masses against the chasses, Motown Junk, Suicide is painless. Το τελευταίο, κλασική ροκ κατάθεση περί αυτοκτονίας, το πρωτογνωρίσαμε από κάποια σειρά των Ruby Trax (συλλογών με διασκευές), δεν ήταν μόνο προφητικό για την προσωπική τους ιστορία αλλά κι ένας – επιτέλους – ταιριαστός ύμνος της χαμένης γενιάς τους. Τώρα το ποιος τη θεωρεί χαμένη, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος, έχουμε την ευκαιρία να ξανακούσουμε μερικά από τα πιο γερά κιθαριστικά τρακς που έβγαλε το ροκ την εποχή του εμπορικού του ξεπουλήματος.

Στο δεύτερο δισκίο συμπεριλαμβάνονται, ως είθισται, ρεμίξ. Προτιμώνται κομμάτια τελευταίας κοπής – αναμενόμενο – αλλά και πάλι η επιλογή των καλύτερων είναι ευχάριστη. Είναι η πρώτη φορά που ακούμε ένα ροκ ρεμίξ όπως θα θέλαμε, χωρίς δηλαδή να αλλάζεται ο αδόξαστος στο τραγούδι, χωρίς να γίνεται κάποιο άλλο, παρά είτε να του αλλάζονται τα ρούχα (ή το μέσα έξω), είτε να του αναδεικνύονται πτυχούλες που μας διέφυγαν.

Τι θα μείνει στην ιστορία όταν οι Μάνικς πουν τέρμα ή εξαφανιστούν όπως ο πρώτος τους [ακόμα τον ψάχνουν] κιθαρίστας; Πέρα απ’ τη θέση στο σύμπαν του καθενός μας, ένα μεγάλο ερωτηματικό ίσως. Εκείνοι που έχουν πρόβλημα με το οπισθοδρομικό, ως ισχυρίζονται, ροκ τους αποενοχοποιήθηκαν με την καθάρια, πολιτικοποιημένη τους κραυγή. Αλλά και αντίστροφα, εκείνοι που στάθηκαν δύσπιστοι στις μανιφεστοειδείς κραυγές οικειοθελώς λούζονταν τις καθάριες κιθαριστικές οιμωγές τους. Πιθανώς τοποθετούμαι στη μέση, αδιάφορος για σχετικά διλήμματα, ασύμβατα με το ροκ εν ρολλ. Μου αρκεί που γέμισα γεμίσει ψυχή τε και σώματι με τις υπερμελωδίες τους, σκόνταψα στις συνεχείς ριφφαδόρικες παγίδες τους, μοιράστηκα τον αγοραφοβικό τους εφιάλτη και τη μητροπολιτική τους μοναξιά (ή έζησα τα αντίστοιχα δικά μου). Ακόμα κι οι καθημερινές τους ερωτικές ή κοινωνικές οπτικές τους ταίριαξαν με τη ψυχοσύνθεσή μου – τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω.

«Φωνακλάδες», ναι. Πόσοι έμειναν φωνακλάδες στα λόγια μα αποπλανητικοί στη μουσική – και δη σε ατόφιο ροκ; Ο καημένος ο Pete Wylie με τους Might Wah! του κι αυτοί. Οι δυο αντίθετες πλευρές της εμπορικότητας, αδικία και δικαιοσύνη μαζί. Άλλωστε ο προαναφερθείς στίχος της Σύλβια γραφόταν πρώτος πρώτος στα credits του Generation terrorists. Και συμπληρώθηκε με τη δική τους σκυτάλη: Εach day living out a lie / Life sold cheaply forever, ever, ever/…/Living like a comatose / Ego loaded and swallow, swallow, swallow/Under neon loneliness, motorcycle emptiness

«Αυτές ήταν οι αλήθειες μου, πείτε μας τώρα τις δικές σας». [10/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

14
Μάι.
12

Ulrich Schnauss – A strangely isolated place (City Centre Offices, 2003)

Εδώ και λίγο καιρό οι αδελφοί Hartnoll έφυγαν ο καθένας από διαφορετική πόρτα, χωρίς να τους αφορά πλέον η τροχιά των Orbital, αφήνοντάς την στα χέρια των αποδεκτών – φανς. Για εκείνους που θέλουν τα υποκατάστατά της, θα συνεχίσουν να υπάρχουν τύποι που θα μας τρέφουν με τις αντανακλάσεις της και θα κινούνται στις σκοτεινές άκρες των πεζοδρομίων της electronica, που συχνά βλέπουν σε αιφνίδια «αποκαλυπτικά» ανοίγματα γεμάτα φως.

Ένας από αυτούς, ο Βερολινέζος Ulrich Schnauss, δεν δείχνει καν το πρόσωπό του αλλά όταν τιτλοφορείς την πρώτη σου δισκογράφηση ως Far Away Trains Passing By’ είναι σα να έχεις αυτοφωτογραφηθεί με αλλεπάλληλες κόντακ μινιατούρες. Τον θυμάμαι καλά αυτόν τον γεμάτο ονειρώδεις techno ηλεκτρελετουργίες δίσκο, να περιλαμβάνεται σε πολλές ηλεκτρονικές λίστες με τους αξιομνημόνευτους του έτους εκείνου. Δεν άκουσα μακρινά τραίνα να περνούνε, κι ας έμενα κοντά στον ηλεκτρικό τότε κι ήταν το επταμηνίτικό μου σάουντρακ. Αλλά όποτε τον άφηνα να γυρνάει, τα φώτα των κεντρικών δρόμων που περιδιάβαινα μου θύμιζαν, ως εκ θαύματος, διάδρομο αεροδρομίου. Τότε θυμήθηκα κάποιον που είχε γράψει πως ακόμα κι οι ασχημότερες πόλεις το βράδυ δείχνουν αλλιώς.

Ο Ulrich Schnauss όταν δεν κάνει παραγωγές και engineerings σε πλήθος άλλων ομοειδών ομογάλακτων, συνθέτει ηλεκτρονικές ραψωδίες, πάντοτε μελωδικές και κυρίως αιθέριες… Συμπτωματικά οι Ethereal 77 είναι ένα από τα project του, με ήχο που περισσότερο αγγίζει το drum’n’bass αλλά με πλεοτέρηση ηλεκτρονικών οργάνων. Ένα ακόμα project του, οι Hexaquart, στροβιλίζονται σε αέναους minimal techno-house κύκλους. Ένα τρίτο αυτοκινείται: View to the future.

Το A Strangely Isolated Place είναι απομακρυσμένο από το U.K. techno και πλησιέστερο στις mellow κυκλικές αναπτύξεις. Είναι ένας δίσκος εγκεφαλικός κι ανάλαφρος μαζί. Πολλοί συνάδελφοι από ευρωπαϊκά πιξελοχώρια λένε για τις αιθέριες ιστοπλοκίες των Cocteau Twins – και θα το δεχόμουν, εφόσον μιλάμε μόνο για τα λεπτουργήματα του Victorialand, πολλαπλασιασμένα όμως στη μέγιστη ταχύτητα… Ο παραλληλισμός με το μπητ των Βlack Dog ίσως είναι εξίσου παραπλανητικός. Πτερόεντα γυναικεία φωνίσματα (δε θα τα έλεγα φωνητικά, είναι σ’ ένα πρότερο στάδιο) -όπως αυτά της Judith Beck στο Clear Day – άλλοτε ενισχύουν το αιθέριο, άλλοτε κινδυνεύουν προς το new age ευπρόβλεπτο.

Η έφεση του Schnauss προς τα ψευδεπίγραφα πλην γοητευτικά σχήματα τύπου Chapterhouse και Slowdive είναι «δηλωμένη» απ’ τον ίδιο, ήδη από την διασκευή του Crazy For You των τελευταίων στο χορταστικό (όπως όλα της) προς τιμήν τους compilation της Morr Music, Blue Skied And Clear (2002). Σε στιγμές νοιώθεις πως οι μεν να κάνουν ψηφιακά αεροδυναμικά remix στους δε. Στο A Letter from Home σίγουρα πάντως αισθάνεσαι τον απόηχο της κιθάρας του Neil Halstead των Sl. Oι γοητευμένοι από τα υπνωτικότερα κομμάτια του Place συγκρίνουν με τις μελωδικότερες στιγμές των Βoards of Canada, Manitoba, Herrmann und Kleine. Οι κυκλικές πάλι φόρμες τροφοδοτούνται από τις καλύτερες Orbital και Moby τεχνικές – το Voodoo Child σχήμα του τελευταίου κινείται σε παράλληλους αλλά χορευτικούς παρακαμπτήριους ενώ ακόμα και τα καμπανίσματα του τέλους του Gone Forever θα σας θυμίσουν το Belfast των πρώτων.

Βυθισμένος σ’ αυτό τον αεικίνητο κόσμο γεμάτο λούπες και ονειρικά φευγαλέα περάσματα, προσπερνάς τα παλιομοδίτικα rhythm section του On My Own και αφήνεσαι μέχρι και τις τελευταίες στάσεις του τραίνου: από την ταμπλετολαγνεία των Blumenthal και Monday Paracetamol έως το εορταστικό σπινθηροβόλο τελείωμα. Το A Strangely Isolated Place είναι κι αυτό κυκλοφορημένο από την City Centre Offices, ένα άλλο όνομα που θυμίζει τις Central Services της εφιαλτικής πόλης του αλησμόνητου Brazil του Terry Gilliam και μια εταιρεία που κυκλοφορεί, μεταξύ άλλων, τους εφευρετικούς Remote Viewer, τους παιγνιώδεις Dictaphone, τους αέρινους Arovane, τους σκουροδιάθετους Xela.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

05
Μάι.
12

Ennio Morricone & Dulce Pontes – Focus (Universal, 2004)

Όπως θα έλεγε και το γνωστό ανέκδοτο… ποιος είναι αυτός δίπλα στην Dulce Pontes; Λοιπόν, πρέπει κάποτε ν’ αποδοθεί δικαιοσύνη για τον μαέστρο. Όλοι τον λένε μεγάλο και κορυφαίο, αλλά ζήτημα να έχουν ακούσει το ένα εικοστό από τις αμέτρητες δημιουργίες του. Το εκπληκτικότερο στην περίπτωσή του βέβαια δεν είναι ο αριθμός των πεντακοσίων και παραπάνω σάουντρακ· άλλωστε δεν είναι λίγοι οι scorers που χτυπάνε τριψήφιες κυκλοφορίες. Είναι το ότι για όσα αδιάφορα κι ανέμπνευστα σάουντρακ έχει φτιάξει (και δεν είναι λίγα), έχει τα αντίστοιχα πανέμορφα, σε μια μάλλον ανεπανάληπτη αναλογία.

Η σχετική βιομηχανία βέβαια μένει αδικαιολόγητα προσκολλημένη στον προ τεσσαρακονταετίας κόσμο του: ακόμα εκδίδονται συλλογές του που περιλαμβάνουν χιλιοπαιγμένες και καταγνωστές συνθέσεις του, κυρίως τις γουέστερν! Όμοια περίπτωση με τον Piovani: έχει φτιάξει μοναδικές κινηματογραφικές μουσικές και για όποιο σκηνοθέτη μπορεί κανείς να φανταστεί, το ίδιο και για καμιά 50αριά θεατρικές παραστάσεις, κι ο ευρύς κόσμος τον γνωρίζει μόνο από το μετριότατο La vita e bella, άντε κι απ’ το Kaos. Αισθάνομαι πάντως μια διαφορά ανάμεσα στους δύο Ιταλούς που αδυνατώ να εξηγήσω ή να επιχειρηματολογήσω σχετικά: ο Νικόλα βάζει μουσική υπόκρουση στις μνήμες και τις εικόνες μου, ο Έννιο στα συναισθήματα και τις συγκινήσεις μου. Είναι τυχαίο που ο Τορνατόρε διαλέγει μόνο αυτούς κι ότι αυτοί του δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό; Και το τυχαίο αυτό παράδειγμα δεν είναι το μόνο που μπορώ να σκεφτώ.

Για την Dulce ας αποφύγουμε να εγκωμιάσουμε πολλά, γιατί φοβάμαι πως θα ολισθήσουμε στην αναπόφευκτη «έθνικ» οπτική: α, τι ωραία γλώσσα «εξωτική», α, τι μαγευτική χώρα η Πορτογαλία της, α, πόσο μυστηριώδης μα και κοντινή μας η κουλτούρα της, πόσο αγαπούμε τα fados (το εξωτικό που λέγαμε) και πόσο έχουμε γοητευτεί από τον Φερνάντο με τους δέκα ετερώνυμους και τον Ζοζέ που έφυγε με την Πέτρινη Σχεδία προς άλλες Αζόρες. Πάντως η Δουλτσινέα έχει, αναπόφευκτα, επιρροή μα όχι αντιγραφή από την Amalia Rodriguez, παρόλο που ο χαρακτηρισμός της ως νέα Αμαλία δείχνει την εκτίμηση του κοινού της χώρας της. Κυκλοφόρησε τα Lagrimas (1996), Caminhos (1998), A Brisa do Coracao (2000), Lusitania (2000), O Primeiro Canto (2001) κι ένα πρώιμο Best (2003), αφού πρωτοπέρασε από έργα, τηλεόραση και ευρωπαϊκούς διαγωνισμούς.

Έτσι σε τούτο το δίσκο – εναγκαλισμό των δύο προσώπων (που αμφότερα δηλώνουν πως ήθελαν από καιρό πολύ να συνεργαστούν) τίποτα δεν είναι απρόβλεπτο. Η φωνή της Pontes κάνει τη διαφορά στα μαγικά θέματα του θείου Έννιο. Τα τελευταία όταν ενδύονται με φωνή παίρνουν μια άλλη, εξίσου δραματική διάσταση, ακούγονται αλλιώς. Πόσο μάλλον τώρα, που με τούτη τη διαπεραστική φωνή ακούγονται διπλά αλλιώς, όταν δε άδονται με την συγκεκριμένη γλώσσα εκεί κι αν γίνονται ιδιαίτερα. Αντίθετα, όταν δοκιμάζει την αγγλική ή την γαλλική γλώσσα, κάτι χάνεται από την ατμόσφαιρα που η ίδια δημιούργησε, κάτι θυμίζει τις ερμηνείες των διαφόρων αμερικανίδων γλυκανάλατων κυριών. Ευτυχώς η πρώτη γλωσσική επιλογή είναι συχνότερη.

Συνεπώς έχουμε την ευκαιρία να μας ξανατρυπηθεί η καρδιά με το μελώδημα του Cinema Paradiso, να μελώσουμε με την ερωτική παράδοση της Κλαυδίας Καρδιναλίας στο ανεπανάληπτο Once Upon A Time In The West, να χαθούμε στα όρη και στα νερά του Νότου με τις νότες του Mission, όλα ούτως ή άλλως κορυφογραμμές του μουσικοκινηματογραφικού είδους. Λείπει βέβαια η άλλη μεγάλη στιγμή του Μεγάλου Αμερικάνου Παραμυθά, του Σέρτζιο Λεόνε, εκείνα τα ελεγειακά κομμάτια από το Once Upon a Time In America. Ασυγχώρητο! Ακόμα όμως και περισσότερο «κλασικά» δείγματα, όπως εκείνο του Moses ή του Chi Mai, αποκτούν άλλη διάσταση με τη φωνή της, εξίσου κινηματογραφική και ταξιδιάρικη. Ωραία θα ήταν ν’ ακούγαμε κι άλλες φωνητικές εκδοχές κινηματογραφικών συνθετών. Θα κέρδιζαν και τα δύο είδη, και φυσικά εμείς.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

27
Απρ.
12

Mercury Rev

Time/All the long red lines/ that take control of all the smokeline steams that flow into your dreams/Dreams/that big blue open sea/that can’t be crossed, that can’t be climbed/just born between on the two white lines [Time, από τα Deserters Songs)

Απαρχή
Ο ηχητικός αχταρμάς των τελευταίων χρόνων μας συμφιλίωσε με πολλά μουσικά είδη που αντιμετωπίζαμε αφ’ υψηλού· τι με πολλά, με όλα σχεδόν! Με τη γυαλιστερή σόουλ αλλά και το blaxploitation, την αστραφτερή ντίσκο αλλά και την λαμέ ευρωπαϊκή ποπ, το μέταλ, την γαλλική σκηνή, την ηλεκτροπόπ. Πολλά εξ αυτών (και άλλα που σίγουρα ξεχνώ) δεν μπήκαν μόνο στην electronica αλλά και στο ίδιο το ρεπερτόριο των πλέον αξιοπρεπών ροκ συγκροτημάτων. Κι ακόμη, έγιναν τα ίδια κανάλι για απερίγραπτα fusions, από σούπερ μέχρι σούπες. Ένα μόνο είδος και δη δίδυμο έμεινε στη γωνία, πάντοτε φτυσμένο κι απαξιωμένο· ένα μπρρ είδος που το γνωρίσαμε στην παρακμή του αγνοώντας το ένδοξο παρελθόν των φορέων του. Το MOR (=Middle of the road /Middle aged orientated rock) / ΑΟR (=Adult orientated rock) «εισχώρησε» μεν κι αυτό κάπως στη σημερινή μουσική (από Preachers μέχρι Pumpkins), αλλά έμεναν απέξω οι μπαλάντες του. Ποιος να το ’λεγε, ποιος να το ’λεγε πραγματικά…

Τα θυμάστε τα συγκροτήματα του είδους; Στοίχειωναν μονίμως το νούμερο 2 στα αμερικάνικα charts, απλώνονταν όμως παντού στην εκατοντάδα. Ακολουθούσαν την κονφερασιέ φωνή του Kasey Kaysem στο ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικάνικης βάσης μελώνοντας ακροατές και ακροάτριες. Κι είχαν στις περισσότερες περιπτώσεις ως όνομα το πολύ μια λέξη: ηπείρου (America, Asia), πόλης (Boston, Chicago, Kansas), επιθυμίας (Journey). Τώρα θα γράψω ότι οι Mercury Rev μας εξοικείωσαν και μ’ αυτό και θα μου φύγει ένα βάρος. Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτό: η απερίγραπτη (κυριολεκτικά, όχι επαινετικά) αυτή μπάντα έπαιξε με τόσα πολλά άλλα είδη, μεταλλάχθηκε, εξελίχθηκε, αυτομαστιγώθηκε, δοκίμασε, και όλα πάντα με ένα προσωπικότατο στυλ.

Αρχή
Ξεκινούν από το Buffalo, New York State, τέλη 80s. Γράφουν σάουντρακ για τα πειραματικά φιλμ που γυρίζουν οι ίδιοι και οι φίλοι τους. Ποιές εκδοχές παίζουν για το όνομα Mercury Rev; Απότομη άνοδος θερμοκρασίας, φανταστικός Ρώσος χορευτής μπαλέτου, μηχανικό εξάρτημα· και άλλες που στοιχηματολογούνται μεταξύ φίλων. Αρκούμαι στην παράξενη οπτικοακουστική αύρα του ονόματος κι αφήνω τον τζόγο στους άλλους. Αρχικά αποτελούν σεξτέτο: Jonathan Donahue (με θητεία στους Flaming Lips, φωνή/κιθάρα), Grashopper (= Sean Mackowiak, κιθάρες), Suzanne Thorpe (φλάουτο και άλλα τέτοια), Dave Fiedmann (μπάσο), Jimmy Chambers (ντραμς), David Baker (φωνή / κιθάρα). Ο τελευταίος το ’94 πετιέται απ’ έξω, γιατί οι υπόλοιποι στην μπάντα είναι απλώς ακραίοι, αυτός όμως παραείναι. Μαζί του φεύγει και η αδιάλλακτη εμμονή στο θόρυβο και την κακοφωνία. Τότε κυκλοφόρησε και προσωπική δουλειά ως Shady (World, 1994). Δεν μπορούμε να μιλήσουμε συνολικά για τη μουσική τους, καλύτερα να δούμε τον κάθε δίσκο χωριστά – υπάρχουν λόγοι.

Δισκογραφία

Υerself Is Steam (Columbia, 1991)

Με τίτλο που φωνάζεται δυνατά και μόλις οκτώ συνθέσεις (αλλά 50 λεπτά παρακαλώ) η παρθενιά τους βγήκε δυστυχώς την εποχή που φαλίριζε το αμερικάνικο τμήμα της Rough Trade κι ο δίσκος έμεινε χωρίς προώθηση. Το προσωπικό μου παράπονο είναι ότι δεν έζησα την επίκαιρη χαρά ενός τέτοιου λαμπρού ντεμπούτου και παράπονο το έχω, να μην καταφέρνω συχνά να «αντιλαμβάνομαι» ένα αγαπημένο όνομα από την πρώτη του στιγμή. Εκ των υστέρων πιστεύω πως πρόκειται για ένα από τα λαμπρά ντεμπούτα της δεκαετίας του. Είναι κυρίως η αλλοπρόσαλλη ποικιλία του υλικού τους που άμεσα σε γοητεύει: εμπνευσμένες φλοϋδικές στιγμές όπως το ‘Chasing a bee’ και το αριστουργηματικό ‘Frittering’ – να τα ακούσουν οι fans των Grandaddy! – εναλλάσσονται με θορυβώδεις κακοφωνίες (‘Syringe Mouth’) και roller coaster feedbackς (‘Coney Island Cyclone’), που ειδικά εκεί που τοποθετούνται έχουν κάθε λόγο ύπαρξης. Υποκλίνομαι στο ερεβώδες μπαλλαντούργημα ‘Blue and Black’ (o Nick Cave ψάχνει τον Hank Williams αλλά βρίσκει έναν βαρύτονο Elvis) και παίρνω αδρεναλίνη στις αυξομειώσεις έντασης του απίστευτου κιθαριστικού darkwave ‘Sweet Oddysee of a Cancer’. Για να καταλήξω/ει τελείως απρόσμενα με το freak αλά Can / Gong ‘Very Sleepy Rivers’. Δεν έχει άλλο; [8/10)]

Lego My Ego (Columbia, 1992)

Οι αυθάδεις, αρχίσανε τα συμπληρώματα προτού καν βγάλουν δεύτερο δίσκο! Μας προσφέρουν όμως ένα οκτασύνολο πάλι, υπεπενηντάλεπτο πάλι, χορταστικό πάλι αμάγαλμα της τρελής. Ο ορατός λόγος κυκλοφορίας είναι οι διαφορετικές εκτελέσεις, τα Peel sessions (μα τι κάνει ο γερο – Τζων και βγάζει του καθενός τον ελεύθερο εαυτό), κάποια ζωντανά στο BBC αλλά και κάποια που δεν μπήκαν στο πρώτο. Τώρα πρέπει να αποτελεί βούτυρο στο ψωμί των φαν – να υποθέσω ότι υπήρχαν τέτοιοι και τότε; Αν και κατά βάση αρνητικός στους δίσκους που παραγεμίζουν με επανεκτελέσεις, αναμασήματα κλπ. ομολογώ πως το Lego my ego όχι απλώς δεν προσπερνιέται αλλά κι είναι ένα ζωτικό δεύτερο LP. Αξίζει καταρχήν για τις πολύ καλύτερες εκτελέσεις του ‘Chasing a bee’ (πόσο συχνά μια δεύτερη εκτέλεση υπερέχει της πρώτης;), με την δεύτερη, υπό τον τίτλο ‘Chasing a girl inside a car’, να ξεκινάει με σαμπλς από κάποιο φιλμ και να εξελίσσεται σε μία δοσμένη ερμηνεία του τραγουδιστή που ολοένα βυθίζεται στα ερέβη της σπουδαίας σύνθεσης.

Οι άλλες επανεκτελέσεις είναι ισοδυναμούν με του πρώτου δίσκου: και το ‘Coney Island Cyclone’ (που εξελίσσεται σε ένα από τα αγαπημένα των φανς) και το ‘Frittering’ που έχουν κάτι το διαφορετικό κι εξίσου σαγηνικό. Φυσικά δεν λείπουν οι artασθαλίες της ελεύθερης φόρμας, σαν να κάνουν διάλειμμα κατόπιν επισταμένης ακρόασης Beefheartικών και Ζappικών βινυλιόδισκων και να ηχογραφούν μια κι έξω τις δικές τους εκδοχές. Ατίθασες πνευστιές, υποχθόνια τάστα και φωνή που αλλάζει όποτε της καπνίσει συμπληρώνουν το σύνολο κι όλα εν μέσω μπάχαλου. Και ξανά ένα οκτάλεπτο μεγαλόπνοο κλείσιμο. Ακόμα και με το εξώφυλλο (περι)παίζουν τη δεινοσαυρική 70s κουλτούρα ή προτιμώ αυτή την εκδοχή παρά να το εννοούν!. Το ελπίζω δηλαδή. [8/10]

Boces (Columbia, 1993)

Εδώ αρχίζουμε να «αντιλαμβανόμαστε» τι ακριβώς συμβαίνει: σκοπός είναι τα όρια του ροκ να χαϊδεύουν τα βάθη της ποπ, θόρυβος και κρυστάλλινα τραγούδια να εναλλάσσονται, γοητευτικές μελωδίες να σου δείχνουν ξαφνικά γαμψερά νύχια και άγρια φάτσα. Εδώ συνυπάρχουν samples από το Times Square αλλά και τη συνοικία της NASA στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ, διαθέσεις αντίστοιχες με το λουναπαρκίστικο εξώφυλλο από ένα ειδικό ίδρυμα αποκατάστασης στη Νέα Υόρκη, γουρχολική ατμόσφαιρα. Δυο ισχυρά τραγούδια κλέβουν την παράσταση: τα ‘Men of a Rockette’s Kick’ και το ‘Something for Joey’ (με ένα από τα αγαπημενότερα μου κιθ-ριφς). Ξεκινάνε με γλυκύτητα, φωνο – λόγια και πνευστά σε τυλίγουν ύπουλα κι εκεί που ηρεμείς έρχεται ο κιθαριστικός καταιγισμός να σε αναταράξει μέχρι να ξαναγλυκαθείς με κάποια αδιευκρίνιστου φύλου back φωνητικά και ούτω καθεξής. Δεν είναι σε όλα έτσι απατεώνες συχνά τελειώνουν όπως ξεκινάνε: με low key pop στο ‘Downs are feminine Balloons’, με κιθαριστικό speed pop στο ‘Bronx Cheer’, με εξωφρενικό θόρυβο στο ‘Continuous Drunks and Blunders’. Κι ένας παραληρών συντροφιά με ένα πιάνο στο ‘Girlfren’ – σαν σε ταινία του Orson Welles. Περιττό να πούμε πως δεν διηγούνται και τις πιο συνηθισμένες ιστορίες, το καταλαβαίνετε απ’ όλους αυτούς τους τίτλους. Δεν είναι μία απλή περίπτωση, δεν είναι ένα απλό συγκρότημα. [8/10]

See You On The Other Side (Work, 1995)

Στην «άλλη πλευρά» συνυπάρχουν ποπ στολίδια, τζαζ γρατζουνιές και αυτοσχεδιαστικές εξυπνάδες (κατά κυριολεξία). Επαναλαμβάνομαι, το γνωρίζω, αλλά αυτοί δεν το κάνουν με τη μουσική τους. Ιδέες φτάνουν και περισσεύουν : η α λα Wire «απλότητα» του ‘Εmpire State (Son House in Excelsis)’ σφιχταγκαλιάζεται με τον σαπουνοπερατισμό του ‘Sudden ray of hope’. Τα γνωστά ανορθόδοξα ποπ έπη κρύβονται πιο κάτω από τις συνήθεις ροκ εμμονές κι όλα μπολιάζονται ναρκοληπτικές διαθέσεις, ντανταϊστικούς στίχους, κυκλοθυμική διάθεση. Νομίζω πως κάπου εδώ είναι που ο μελωδικός ήχος κερδίζει εις βάρος του σαματά – είναι η ώρα που οι Mercury ετοιμάζονται για την επικίνδυνη κλειστή στροφή προς τις ονειροχώρες των μελωδιών. Με άλλα λόγια: εδώ βρίσκονται οι απαρχές των ‘Deserter’s songs’ και ‘All is dream’.

Κι εδώ βρίσκονται δύο από τα καλύτερα tracks τους: ένας ύμνος στις αστρόφωτες νύχτες (‘A kiss from an old flame’) και το αγαπημένο μου, ακαταμάχητο ‘Everlasting Arm’: τι βιολιά από δω, τι διακεκομμένες χορωδίες από κει, τι σφυρίγματα από πέρα, σαν κάτι παλιά αιθέρια dark pop του ’80 (τύπου Jesus could’t drum, τύπου πολλών και μη αναφερτέων). Για το οποίο μάλιστα λέγεται ότι γράφτηκε για τον Baker… Κι ένα τρίτο, το δοσμένο ‘Racing the tide’, γιομάτο ερωτικά lines: I’m so close/ I’m almost inside. [9/10]. Στο μεταξύ μάλλον δεν υπάρχει δίφραγκο ούτε για ταξί αλλά η δημιουργική διάθεση καλά κρατεί. Κάτω από το όνομα Harmony Rockets οι Donahue – Grasshopper κυκλοφορούν δυο Εps: ένα 40λεπτο ambient noise (‘Paralysed mind of the Archangel Void’, το 1995) κι ένα ψιλοχορευτικό (‘Golden Ticket’, το 1997). Λίγο αργότερα ο Grashopper θα βγάλει το ‘The Orbit of Eternal Race’. Δεν έχω ιδέα τι παίζει σ’ αυτά.

Deserter’s Songs (V2, 1998)

Ιnto a dream, I took a turn / and promise I return. Για όλες τις υποσχέσεις που αθετήσατε, άκαρδοι! Έφτασε λοιπόν η στιγμή όπου ξαναθυμηθούμε οριστικά τα προαναφερθέντα στον πρόλογο 70s…και να ακούσουμε την νέα τους εκδοχή από γλυκεριακά άσματα και αιθέριες μπαγαποντιές τους, όλα βγαλμένα από το ψυγείο των άλλων δεκαετιών αλλά με διαλογή των φρεσκότερων και πέταμα των σάπιων. Από το νανούρισμα ‘Endlessly’ (επιτρέπεται σε ροκ μπάντα;) στο βαλσοειδές ‘Τοnite It Shows’, από την απίστευτη ερωτοελεγεία του ‘Into a dream’ (λιώστε είπαμε!), στον ύμνο στη Ζωή στο Δρόμο ‘Goddess on a highway’ – ο δίσκος είναι διαμάντι. Και μέσα στον σιροπιαστικό καταιγισμό και τα υπονομευτικά οργανάκια η κάθαρση φτάνει με ένα αστικό πορτοκαλόχρωμο άλτο σαξόφωνο για το ‘Hudson Line’ – και χρόνια έψαχνα ένα κομμάτι που να αποδίδει ίσες κι όμοιες τιμές και στον Lou Reed και στον John Cale της μετά, πολύ μετά Velvet εποχής. Missionaries flood my favorite AM station/flowing in their futures/washed out in this delta rag/look the other way pocket all the pieces/tripping up the strawhat tumble into the wind (Delta Sun Bottleneck Stomp) [8.5/10]

All Is Dream (V2, 2001)

Εδώ ήμασταν προετοιμασμένοι μετά το ‘Deserter’s’, αλλά και πάλι είναι χαρά ν’ ακούς έναν δίσκο που το ανταγωνίζεται ισάξια. Τι έχει λοιπόν το πακέτο κι εγγυάται νέο διψήφιο αριθμό ακροατικών ωρών; Δύο διαφορετικά μέρη: αλλόκοτη συμφωνική ποπ στο πρώτο, ευτυχή και λαμπερή ανοιχτωσιά στο δεύτερο, λες και βγάζει από πάνω της όλες τις μαύρες στιγμές του παρελθόντος. Βέβαια όταν πλησιάσεις και προσέξεις δεν είναι έτσι, αποτελεί πάντως έκπληξη απ’ όλες τις πλευρές, όχι το ότι δεν επανασκλήρυναν, αλλά το ότι είναι ακόμα πιο μελάτοι απ’ το προγονό τους. Όλη η εμφάνιση του All is dream, από την παράξενη λαϊκή τέχνη του κολλάζ- εξωφύλλου ως τα παραμυθένια κομμάτια είναι εκτός. Εκτός τόπου, χρόνου, λογικής, αλληλουχίας. Πέρα από το ροκ εντ ρολλ, το σκηνικό τους, τις καταβολές τους, την πόλη τους. Πέρα από το ίδιο τους το παρελθόν. All is dream στο All is dream. (8/10)

Η προσωπική τους μυθολογία

Κανείς μας, υποθέτω, δεν έχει όρεξη να καταναλώνει τις πιπεράτες ιστορίες των μελών κάποιας αγαπημένης μπάντας. Το βιο-βιβλίο τους όμως περιλαμβάνει πολλές κι απίστευτες ιστορίες που δεν θα πρέπει να αγνοήσει ο άτυχος που θα αναλάβει την βιογραφία τους· ιστορίες που μαρτυρούν αλλοπρόσαλλες προσωπικότητες που φτάνουν ως την ψυχωτική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και περιλαμβάνουν συνεχείς μεταξύ τους συγκρούσεις (απαγορευόταν για καιρό να ταξιδεύουν με αεροπλάνο γιατί ο Donahue κυνηγούσε μ’ ένα κουτάλι τον Grasshoper για να του βγάλει το μάτι) αλλά και το φτάσιμο στα όρια της ανέχειας, σε σημείο να αναγκαστούν να εργαστούν σε βάρβαρες δουλειές μέχρι και να υποστούν ιατρικά πειράματα. Ύστερα από αυτά, το ξόδεμα σε μια μέρα ολόκληρων προκαταβολών από τις εταιρείες τους, τα κοψίματα επί σκηνής από τους υπεύθυνους των φεστιβάλ εξαιτίας του απίστευτου θορύβου ή το απλό κόψιμο (στη μέση) τραγουδιών επί σκηνής από τον Donahue για να πιεί το ποτό του μάλλον μοιάζουν με πταίσματα.

Βάλε μου τα τραγούδια σου να δω τις επιρροές σου

70s κλπ.: τα είπαμε στην αρχή – αν μας διαβάζετε ανάποδα, ανεβείτε και ξανακατεβείτε. / Syd Barrett, Pink Floyd της καλής αρχής, Sonic Youth και Pixies του πάντοτε, Velvet Underground του λευκού θορύβου και της λευκής ηρεμίας. / Οι νέοι που ακούνε Dinosaur Jr, Spacemen 3 και Pavement πρέπει να τους δοκιμάσουν. /Αδελφό συγκρότημα  οι Flaming Lips της τελευταίας τους και καλύτερης φάσης. Είναι και φίλοι και παίζουν παρέα, γενικώς πολλές οι σχέσεις μεταξύ τους, εκτός από το ex- κοινό μέλος και τις ανταλλαγές μελών και παραγωγών. / ‘Stupid’ progressive: Έτσι λέγανε μερικοί μερικοί μερικούς μερικούς και ως φαν των ΕLO απλώς χαμογελώ, έτσι, out of the blue. / Όταν γίνεται θόρυβος: ο καλύτερος θόρυβος των 80s – βρετανικός (Jesus and Mary Chain) και αμερικάνικος (Butthole Surfers) λένε οι υπερβολικοί. Γιατί ξεχνάνε τους Suicide που προηγήθηκαν, άρα και τον Glenn Branca; Ο κάποτε μέντοράς τους Tony Conrad, βασικός ενθαρρυντής για τη συνέχεια, έχει καταδουλέψει με Faust, John Cale, La Monte Young. Και κάποιος πέταξε ότι η φωνή του τού θύμισε τον τραγουδιστή των Pavlov’s Dog! Oι Red Crayola ξυπνούν και παίζουν ποπ. Μην το πάρετε τοις μετρητοίς, αύριο μπορεί να το έχω μετανιώσει (όπως έχω σίγουρα μετανιώσει για όσα γράφω εδώ και δημοσιεύω χρόνια αργότερα. Τόσα πολλά λόγια για μουσική…). Αδύνατο να βγάλουμε άκρη, οι τύποι είναι μία συνεχής εν κινήσει εγκυκλοπαίδεια.

Πες μου τα tributes σου για να σου πω ποιος είσαι.

Ισχύει; Ας δούμε τι έχει να πει η πράξη: την εποχή του πρώτου δίσκου διασκεύαζαν τα αδιασκεύαστα – εκεί τσίμπησαν οι πρώτοι υποψιασμένοι. Για παράδειγμα το ‘Shhh’ του Miles Davies ή το ‘If you want me to stay’ του Sly Stone – ιερά της ορθοδοξίας κειμήλια. Πρέπει όμως να σταθούμε στις συμμετοχές που δηλώνουν στα μαζικά διασκευαστήρια – άλλος ένας καθρέφτης των μουσικών ειδών που θέλουν ενσωματώσουν στο λαμπρό τους μέλλον ή που το έχουν κάνει ήδη κι εμείς μόλις τώρα το καταλάβαμε. Πρώτη επιλογή υπήρξε φυσικά ο D. Bowie, στο tribute ‘Crash Course for the Ravers’, με το ‘The Sun Machine (Memory of a Free Festival)’. Μετά ο … James Brown (‘Superbad at 65 – A Tribute to James Brown’) με ένα απρόσμενο ‘It’s a man’s man’s man’s world’. Και, τέλος, κάτι για κάποιον άλλον Rev – συγκινούμαι. Συμμετέχουν στο ‘Your invitation to Suicide. A tribute to the songs of Martin Rev and Alan Vega’ με τον ύμνο ‘Bring in the year 2000’. Όχι ως Mercury Rev αλλά ως Zenith, που ήταν οι Donahue και Grasshopper, μαζί με τον J. Ashton των … Psychedelic Furs και … Rick Ocasek των Cars (Για τον τελευταίο δεν αιφνιδιαζόμαστε – εδώ μιλήσαμε για Chicago, οι Cars θα μας ξένιζαν;). Ιδιαίτερη είναι η σχέση τους με πολλά άλλα σχήματα όπως π.χ. με τους Chemical Brothers: ο Johnathan έπαιξε στο ‘Private Psych Real’ από το «Dig your own hole’, αλλά και στο ‘Dream On’ του ‘Surrender’, που άλλωστε συ-συνέθεσε. Για να μη μιλήσουμε για τα ρημίξ που επιλέγουν να μαγειρέψουν από φιλικά και μη σχήματα.

Μας φτιάχνετε στα γρήγορα ένα best;

Όχι.

Δημοσιευμένο στο αφιερωματολόγιο του mic.gr [18/02/2002], εδώ.

Τέσσερα από την Βιντεοθήκη: Tonite It Shows, Endlessly, Godess On A Highway, Everlasting Arm [κι αυτό σε διαφορετική εκτέλεση, από σέσσιον του Peel].

18
Απρ.
12

Isobel Campbell – Amorino (Snowstorm, 2003)

Όπου η πριγκιπέσσα Ιζαμπώ της ποπ συνεχίζει να μας απασχολεί γλυκώ τω τρόπω…

Τελικά φαίνεται πως τα φυντανάκια της σκηνής της Γκλασκώβης αποτελούν πολλαπλό πρότυπο: έφτιαξαν μπάντες που έγιναν πετυχημένες, είναι ενεργά μέλη μιας ζωντανής σκηνής που βλασταίνει ακόμη ανθούς, στις δε κυκλοφορίες τους είχαν τα πάντα δικά τους, χωρίς την παραμικρή ίντσα υποχώρησης σε μουσική, άρτγουορκ ή οτιδήποτε άλλο. Είχαν άστρο οι Belle and Sebastian ή ήταν η κατάλληλη μουσική στην κατάλληλη στιγμή και μέρος; Έξι κιόλας δίσκοι υψηλής ποιότητος – τι άλλο θέλει κανείς στη νεότητά του;

 Η Isobell είναι όπως ξέρουμε η τρυφερή κοντομαλλούσα αγγελόφωνη τσελίστρια των Belle. Ως μέρος του όλου, έβαλε την φωνητική κι έγχορδη σφραγίδα της στη μουσική τους, αλλά κι ενός συμπαθούς παρακλαδιού τους, των Gente Waves (The green fields of foreverland, 1999, Swansong for you, 2000). Ως ικανότατη ποπ χειρίστρια του τσέλου είχε την ευκαιρία ν’ ανακατευτεί και να πάρει ιδέες από πολλούς και διαφορετικούς νέους αρτίτσες, από τον Eugene Kelly (μέλος των Vaselines, BMX Bandits, Eugenius) ως την stand up comedian Margaret Smith κι απ’ τον σύγχρονο μπλουζίστα David Scott ως τον τζαζίστα Bobby Henderson. Φυσικά κουβαλούσε το τσέλο της όπου καλούσαν φίλοι, συμμετέχοντας σ’ όλες τις σχετικές (στο Snare των Looper, στο Tiny waves, mighty sea των Future Pilot A.K.A κλπ.) αλλά και μη σχετικές μουσικές επιτροπές (όπως το Pandemonium των Bathers). Βοήθησε πολλαπλώς τους Αrab Strab στην Clearing εποχή (1997), αμέσως μετά έτρεξε στους Pastels (Illumination, 1997), δεν άφησε παραπονεμένους τους ομοιόμουσους Snow Patrol (Songs for polar bears, 1998) και συμμετείχε και μέχρι και στον τελευταίο δίσκο των Teenage Fanclub. Ιδανική σεσσιονίστρια!

Φυσικά ξέρετε ήδη τι να περιμένετε· κάτι ανάμεσα στις τρυφερές της στιγμές στους Belle και, κυρίως, το στυλ των δίσκων της ως Gentle Waves: «εύθραυστες» συνθέσεις και στίχους που κάνουν γενναίο ψυχικό άνοιγμα, αλλά και αγγίζουν παραμυθένιες ή σουρεαλιστικές περιοχές, αύρες που ψιθυρίζουν το όνομά σου, μοναχικότητες που μονολογούν για παλαιές ανικανοποίητες αγάπες, φθινοπωρινούς πονοκεφάλους, lands that flows with milk όπως λέει κι ένα τραγούδι της.

Η Campbell προσέχει εξαιρετικά τις ορχηστρώσεις της. Τα έγχορδα έχουν κάτι από μια εκλεπτυσμένη τζαζίστικη στόφα, η δουλειά στο πιάνο είναι ιδιαίτερα γκρουβάτη, το μπασάκι έχει κάθε θάρρος να πάρει θέση που του αξίζει. Χμ, είναι κι εκείνο το σαμπλ των Getz / Gilberto στο The breeze whispered your name. Φίλοι της chamber jazz εξέφρασαν πλήρη ικανοποίηση με το dixieland ύφος του The Cat’s Pyjamas. Και όπως δε λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή, δε λείπει ούτε τρομπέτα απ’ την αίρεση των Σεβαστιανών: εδώ ποτίζουν κοτζάμ Monologue for an old true love.

Τώρα που οι Βelle θα αλλάζουν ύφος, και καιρός ήταν, το παλιό τους θα επιβιώνει σε κάτι τέτοιους δίσκους. Iζαμπώ, και κάθε Ιζαμπώ, θέλεις να γίνω ο Αμορίνος σου;

Χρόνια μετά: η Ιζαμπέλ άλλαξε το ύφος της, μάκρυνε τα μαλλάκια της και κυρίως μουσουργεί παρέα με τον Mark Lanegan.

 Πρώτη δημοσίευση εδώ.

15
Απρ.
12

Julee Cruise – The art of being a girl (Water Music, 2002)

Μια νεράιδα από παλιά μας επισκέφτηκε ξανά. Ποιός θυμάται την αέρινη, σχεδόν παραμυθένια φωνή της Julee Cruise; Πιστεύω όλοι, κανείς μας δεν την ξέχασε. Ήταν το 1985 όταν την εντόπισε ως ταλεντόεσσα ο Angelo Badalamenti την εποχή που εργαζόταν πάνω στο Blue velvet. H απόκοσμη φωνή της ήταν ό,τι έψαχνε για τα νοσηρονειρικά τοπία του και το Mysteries of love στοίχειωσε το σάουντρακ. Τρία χρόνια μετά, ο ίδιος ο David Lynch έγραψε τους στίχους που ήθελε ν’ ακούσει απ’ τη φωνή της, ο Badalamenti συνέθεσε μια απ’ τις ονειρικότερες μουσικές του και το σάουντρακ του Twin Peaks (της τηλεοπτικής σειράς) στοίχειωσε μερικά μας όνειρα. Κάποιοι διέκριναν και τη συμμετοχή της σε μικρό ρόλο στην αλλόκοτη εκείνη σειρά. Το Voice of love του ’93 φυσικά δεν μπορούσε ν’ ανταγωνιστεί τον προκάτοχό του. Η τελευταία φορά που μας μάγεψε ήταν στο Until the end of the world του Wim Wenders, στη διασκευή του Summer kisses, winter tears του Elvis κι έκτοτε… σιωπή. Έτσι εδώ δεν έχουμε μόνο την πρώτη κυκλοφορία της εδώ και δεκαετία, αλλά και ουσιαστικό τον πρώτο ολόδικό της δίσκo.

Φυσικά δεν πιστεύω να περιμένατε άλλο ένα αποκλειστικά εύθραυστο little-girl-lost κλίμα. Η θηλυκότητα είναι πανταχού κυλούσα, αλλά η Julee φέρνει ένα βήμα μπροστά την εμφανή θεατρική της διάθεση. Από το καμπαρετζίδικο ως το παρακμιακό (κλίματα που ήταν εμμονές του Lynch, σε κάποια φάση νόμισα πως θα βγει ο νάνος με το κόκκινο κουστούμι, θυμάστε ποιος…) και απ’ το jazzy στο noir, καλύπτει ένα κενό. Μόνο που η νωχελικότητά της είναι μελαγχολική και οι οπτικές γωνιές της ημιφωτισμένες. Στο οπισθόφυλλο ποζάρει κακοβαμμένη, ταλαιπωρημένη σαν τις λολίτες των ντονατσάδικων. Και η διάθεση της εξωτερίκευσης μιας κακοπαθημένης περσόνας μάς θυμίζει την αντίστοιχη διάθεση της Marianne Faithful όταν άρχισε να ψελλίζει τις θρυμματισμένες της βινιέτες, αλλά και το παραγνωρισμένο The Luv Show της Ann Magnuson. Δε φτάνει τη δραματική θεατρικότητα μιας Ute Lemper, και λόγω διαφορετικών καταβολών αλλά και κυρίως επειδή προτιμά να παραμένει σε πιο τζαζ νουάρ, αλλά και bossa nova μουσικές. Στις τελευταίες ακούγεται υπέροχη (You ’re staring at me), όπως κι όταν πάει να μας θυμίσει το νεραϊδοπαρμένο της στυλ (Τhe fire in me, Everybody knows). Στα υπόλοιπα κυμαίνεται μεταξύ electronico-chill-noir κλίματος.

Εδώ μπορεί να μην πλαισιώνεται απ’ το περίφημο κινηματογραφικό δίδυμο αλλά έχει διαλέξει προσεκτικά τους συνεργάτες της. Ο συμπαραγωγός της και κιθαρίστας J.J. McGeehan είναι συνθέτης μεταξύ άλλων και X Files και διαφόρων ανεξάρτητων θεατρικών παραστάσεων και κινηματογραφικών ταινιών ενώ καλεσμένος στη κονσόλα είναι κι ο Motion Worker, με πείρα σε Eno, Cale, Laurie Anderson, Daniel Lanois συνευρέσεις. Και τελικά όλα αυτά τα χρόνια δεν έμεινε στάσιμη. Στο σανίδι μάλιστα αντικατέστησε την Cindy Wilson των … B52, με τους οποίους στη συνέχεια συνεργάστηκε (κι επηρεάστηκε αρκετά, ακούστε το Three Jack Swing κι όχι μόνο), όπως και με τον Khan (που βοηθάει εδώ), τον Μoby (που την χαρακτήρισε ως την αγαπημένη του τραγουδίστρια) και τον Kid Congo Powers – άλλος χαμένος στον κόσμο μας αλλά βαθιά χωμένος σε τέτοιους ακριβώς… [7/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

09
Απρ.
12

Tom Waits – Real gone (Anti, 2004)

Στο πλαίσιο συλλογικού αφιερώματος του mic.gr στον Tom Waits παρουσιάστηκε ολόκληρη η δισκογραφία του καθώς και ζωντανές και κινηματογραφικές εμφανίσεις, βιογραφικές καταγραφές κ.ά. Επιλέξαμε τον τότε φρέσκο δίσκο του Real Gone. Πρώτη δημοσίευση εδώ. Ολόκληρο το αφιέρωμα ξεκινάει εδώ και στο τέλος κάθε σελίδας οδηγείστε στην επόμενη. [6/12/2004]

Oh the heart is heaven / But the mind is hell (Sins of My Father)

SOME OLD STORY

Όταν η βρετανική εισβολή σάρωνε την Αμερική, αυτός έκανε τον α λα Sinatra crooner σ’ ένα συφοριασμένο golf club στο San Diego. Όταν όλοι πηγαίνανε στο San Francisco φορώντας (σίγουρα) λουλούδια στα κεφάλια τους, αυτός ανακάλυπτε το be-bop και έφευγε σε αντίθετη κατεύθυνση με τους τελευταίους beatniks. Όταν η δυτική ακτή στέναζε απ’ τις freaky πολυενορχηστρώσεις, εκείνος περιοριζόταν στο πιάνο και σ’ ό,τι μπορούσε να παίξει με το χέρι του. Κι όταν το ροκ εντ ρολλ για άλλη μια φορά εξωτερικεύτηκε κι έγινε η εύκολη μουσική για το ράδιο, εκείνος το δυσκόλεψε όσο γινόταν βουτώντας στο αρρωστημένο μπλουζ του Captain Beefheart και στο παρακμιακό cabaret στυλ.

THE REAL GONE STORY

Μουσικά ο δίσκος πλησιάζει το Swordfishtrombones, διατηρεί όμως κα κάτι από τις θεατρικότατες κυκλοφορίες του δυο χρόνια πριν (αμφότερα τα Blood Money και Alice ήταν από τους δίσκους της χρονιάς) κι ο άτιμος εξακολουθεί να τραγουδάει το κάθε κομμάτι με διαφορετικό τρόπο. Μόνο που πολλά έχουν αλλάξει εδώ. Αρχικά το σχέδιό του ήταν να περιοριστεί σε τρίλεπτα κομμάτια πρωτόγονης αίσθησης: Bread and water. Three legged tables. Nothing superfluous. But it’s not where the music took me … recording is like capturing birds or photographing ghosts, an uncertain enterprise. Κι έτσι παρά τις προθέσεις του, έχουμε μερικά από τα μακρύτερα κομμάτια που έχει φουρνίσει ποτέ.

Το περισσότερο υλικό γράφτηκε πρώτα a capella και κατόπιν άφησαν τις λέξεις ν’ αποφασίσουν για το σχήμα των τραγουδιών. Άλλωστε ήδη από το πρώτο κομμάτι ακούμε τη δική του φωνητική χιπ χοπ εκδοχή που δεν είναι παρά μια προσωπική vocal percussion. Αυτό ακριβώς το human beat-boxing όπως γουστάρει να το λέει ο ίδιος αντικαθιστά μερικές φορές τα ντραμς. Τα φωνητικά του γενικά δίνουν την εντύπωση πως είναι λουπαρισμένα αλλά πέφτουμε έξω: ο ίδιος επιμένει πως δεν ήθελε να κάνει λούπες και προτίμησε αυτοσχέδιες φωνητικές ακροβασίες. Πιάνο και κήμπορντς τα ψάχνεις με το μικροσκόπιο, ίσως εξαιτίας του overdose της Alice που ήταν γεμάτη από δαύτα.

THE MORE YOU DRINK, THE DOUBLE YOU SEE ή …THE MORE YOU DRINK THE WC

Τα bedroom recordings δεν του λένε τίποτα πια. Αντίθετα καθόταν κι ηχογραφούσε για ώρες ήχους και φωνές στην τουαλέτα του σπιτιού του που, αργότερα, παρέα με τη σύζυγό του, τις κολλούσαν στα κομμάτια. Σε πρώτη φάση είχε σκοπό να πάρει μερικά και να καταλήξει σ’ ένα δίσκο λιγότερο «προσεγμένο» όπως τα δυο θεατρικά του. Τελικά αποφάσισε να παίξει ζωντανά πάνω στα tapes κι όλο αυτό το διασκεδαστικό γι’ αυτόν cut and paste το χαρακτήρισε σαν old cars with new seat covers.

THE CREW STORY

Όπως μια συφοριασμένη πλανόδια ταβέρνα έχει κι ένα πλήρωμα, έτσι κι εδώ προσλαμβάνεται πάλι ο περιπετειώδης κιθαρίστας Mark Ribot που ξελασπώνει όταν ο Tom χωθεί στο βούρκο, ακριβώς δηλαδή ό,τι έκανε και στο Rain Dogs. Ο υιός Casey Waits χρεώνεται κι αυτός βάρη της οικογενειακής επιχείρησης αναλαμβάνοντας percussion και turntables. Δε θα ήθελα να ήμουν μπασίστας σε μπάντα του Τom Waits και να προσπαθώ να συγκρατώ τα ολισθήματα των άλλων, αλλά ο Les Claypool (Primus) εδώ δε μ(π)ασάει και κρατάει τα μπόσικα. Συν από ένας ακόμα μπασίστας, κιθαρίστας και ντραμίστας.

Α LOVE STORY

Α, και η Kathreen Brennan στη συ-σύνθεση και την συμπαραγωγή. Κάποτε τον διάλεξε για το soundtrack του Κοππολικού One From The Heart και μετά τον πήρε σπίτι της. Τους φαντάζομαι να ακούνε μαζί την τεράστια συλλογή της, να κολλάνε ολονυχτίς στον Beefheart, να μένουν από τότε μαζί. Για τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια είναι η μούσα του κι η διαφθορά του· και η σωτηρία του επίσης, καθώς, όπως λένε μερικοί κακοί, τον έσωσε από το να γίνει ένας Christopher Cross. Εντάξει, όλοι μας περιμένουμε μια γυναίκα να μας σώσει. Οι δυο τους μαζί κάνουν καλά αυτό που ξέρουν: να σκαρώνουν τραγούδια που τα απογυμνώνουν μετά από οποιοδήποτε στόλισμα αφήνοντας τα μόνο με το ρυθμικό τους σκελετό και τη στοιχειώδη αρμονία.

HIS STORIES

Κάποτε ο Waits είχε πει πως τα κομμάτια του είναι movies for the ears και όντως οι στίχοι του είναι γεμάτοι στρατιές από περσόνες που θα στέκονταν ως α΄, β΄, γ΄ και ω΄ ήρωες μπροστά σε κάμερα. Βέβαια για άλλα μια φορά μας βάζει ν’ ανοίγουμε λεξικά να ψάχνουμε τις λέξεις του. Όχι πάντα όμως: She took all my money and my best friend/You know the story, here it comes again, ξεκινάει η μπλουζιά του Make it Rain κι εμείς καρφωνόμαστε. Θρήνοι και κακοφωνίες πιο πέρα, μερικές από τις δυνατότερές του μπαλάντες λίγο πιο κάτω, λίγο cubist funk (δικός του κι ο χαρακτηρισμός), 11 λεπτά στραμπουληγμένης dub reggae στο Sins of My Father. Το Top Of The Hill θα το ακούει ο Captain σε κάποιο τροχόσπιτο σε καμιά μάντρα και θα χαμογελάει. Στο Metropolitan Glide κακομεταχειρίζεται πιάνα και percussions κι ακούγεται σαν κολασμένος James Brown. Στο λατίνο Hoist That Rag ο Ribot δε μπορεί να διαγράψει μονοκοντυλιά τις διαχύσεις τους με τους Prosthetic Cubans.

ΗISTORIES

Οι κινηματογραφικές διηγήσεις υποχωρούν λίγο, δίνοντας χώρο σε περισσότερο αφηρημένη έως και πειραματική χρήση της γλώσσας αλλά και σε πολιτικοκοινωνικές θεάσεις – θυμηθείτε το God’s Away on Business του Blood Money. Στο Day After Tomorrow ο στρατιώτης γράφει σε γράμμα πως αυτό που του λείπει είναι να φτυαρίζει το χιόνι και να μαζεύει τα φύλλα, πριν βυθιστεί στο τέλος στις υπαρξιακές του αμφιβολίες … Trying to say is don’t they pray/to the same God that we do?/And tell me how does God/Choose, who’s prayers does he/Refuse? … Όταν αποτελειώνει με το I’m not fighting for justice, I am not fighting for freedom, I am fighting for my life and another day in the world είναι αδύνατο να μη το συνδέσεις με την σημερινή συνεχή εμπόλεμη κατάσταση.

Μικροί βίοι ιδιαίτερων ή ασήμαντων ανθρώπων περνούν σαν σε παρέλαση: εδώ η Horse Face Ethel και τα Marvelous Pigs της in satin, εδώ η μονόφθαλμη Myra (the queen of the galley who trained the Ostrich and the camels), η Yodelling Elaine, ο Funeral Wells, ο Mighty Tiny. Το Green Grass τραγουδιέται από έναν νεκρό αλλά είναι από τα ερωτικότερά του: Lay your head where my heart used to be / Hold the earth above me / Lay down in the green grass / Remember when you loved me. Και μόνο αυτός μπορεί να ριμάρει την Ford με το sword και να παραδέχεται μέσα στον πανικό του Everyone wants to know how it is going to end.

AND HIS WORDS

It’s an electric pill box, a homogeneous concoction of mood elevators, mind liberators and downers, an alchemical universe of rattling chains, oscillating rhythms and nine-pound hammers. So check it out….

01
Απρ.
12

Η μουσική των Γάλλων

Αφιέρωμα

Η κόλαση είναι οι άλλοι (Jean Paul Sartre). Η κόλαση είναι οι Γάλλοι (Δημήτρης Καλοκύρης). Οι Γάλλοι είναι άλλοι (Εμείς, παρακάτω).

Με αφορμή το Euro του 2008 το mic.gr σκάρωσε συλλογικό αφιέρωμα στη αγαπημένη μας μουσική από τις συμμετέχουσες χώρες. O Πανδοχέας επέλεξε την Γαλλία και, όπως πάντα, η καταγραφή δεν αποτελεί αντικειμενικό οδηγό στη μουσικής τη αλλά απόλυτα προσωπική – ημερολογιακή περιδιάβαση. Κοινώς περιλαμβάνει μόνον ό,τι αγαπήσαμε. Εδώ το πρώτο και το δεύτερο μέρος της αρχικής δημοσίευσης. Όλο το αφιέρωμα (16 χώρες) εδώ.

Il y avait quelque temps… Ακριβώς 30 χρόνια πριν: Ιούνιος 1978. Ο πρώτος έρωτας με την Γαλλία πέρασε μέσω της Εθνικής της Ομάδας στο Μουντιάλ της Αργεντινής (με το αξέχαστο  μουσικό σήμα και την τραγική δικτατορική συγκυρία – τα έχουμε γράψει ψευδομυθοπλαστικά εδώ). Θυμάμαι το πρώτο γκολ της διοργάνωσης και το γρηγορότερο της μέχρι τότε δεκάχρονης ζωής μου. Μέσα στα τριάντα πρώτα δευτερόλεπτα του αγώνα ο Σιξ (ή Σις;) πέρασε τους πάντες από τα αριστερά και σέντραρε κατευθείαν στο στήθος του Λακόμπ και στην υπόληψη του Τζοφ. Στο τέλος η Ιταλία νίκησε με 2-1 αλλά ακόμα θυμάμαι την μουσικότητα ονομάτων όπως Ροστώ, Μπερτράν – Ντεμάν, Πλατινί.

Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Μουντιάλ της Ισπανίας σπατάλησα τον τελευταίο πόνο για την Γαλλία στο άδικο 3-3 του ημιτελικού με τη Γερμανία, τότε που ο ανήθικος Σουμάχερ συνέτριψε δόλια τα πόδια του Μπατιστόν. Τι διαφορά! Ο Ζιρές ούρλιαζε στο γκολ του, ο Ρουμενίγκε με δυσκολία χαμογελούσε στο δικό του στην γνωστή διαφορά ψυχισμού μεταξύ των συναισθηματικών αντιδράσεων των δυο χωρών. Οι καιροί άλλαξαν, τα πρόσωπα των Τρικολόρ σκούρυναν (σε μια δίκαιη απόστροφο της ιστορίας), ο παμπάλαιος πλην αίγλιος Κήπος των Πριγκήπων (Parque de Princes) γκρεμίστηκε. Ξεκαρδιζόμασταν με την ασυμβατότητα γαλλικής γλώσσας και ροκ ήχου (κυκλοφόρησε κι ένα σχετικό αξίωμα). Δεν γίνεται να ροκάρεις με ηλεκτρική κιθάρα λέγοντας τγέ ζολί: αυτόματα ερχόταν στο νου ο Τάκης Μηλιάδης. Αλήθεια, τίνος ιδέα ήταν να έρθουν οι Telephone στο Rock in Athens του ’85, υποχρεώνοντάς μας σε φρικτό «γαλλικό ροκ;» Ήταν το τελειωτικό χτύπημα: άλλαξα κερκίδα, κι άρχισα να υποστηρίζω Ricardo Fogli, Eugenio Finardi, Antonello Venditti, καταλαβαίνετε…

Οι πένες του mic έχουν ήδη καλύψει ορισμένες κατηγορίες κορυφαίων γαλλικών ονομάτων, συνεπώς δεν έχει νόημα να ξαναγράψουμε για την διαχρονικότητα του πρωταθλητή της κατηγορίας «Γαλλικό Αρσενικό» Serge Gainsbourg, την επιδραστικότητα των Αρχόντων των Πλήκτρων Air και Daft Punk, την πολυμουσικότητα των Stereolab, ούτε για το πιο αγαπημένο ηλεκτρονικό σχήμα των τελευταίων χρόνων, M83 (βλ. εδώ κι εδώ).

1. Michel Polnareff

Ο καλύτερός μου. Αυτός ο εξαίρετος συνθέτης – τραγουδιστής είχε την ατυχία να συνδυάζει ευαισθησία και εκκεντρικότητα, στοιχεία ασυγχώρητα σε κάθε πολιτισμό και επικίνδυνα για κάθε ψυχισμό όταν συνδυάζονται.  Έτσι ο Πολναρέφ ξεκίνησε με αθώα ποπ του ’65 αλλά τρωγόταν να εμφανίζεται με εξωφρενικά ρούχα. Άρχισε να επηρεάζεται από τα αρνητικά δημοσιεύματα του Τύπου και, με αποκορύφωμα μια επίθεση που δέχτηκε πάνω στη σκηνή, νοσηλεύτηκε με κατάθλιψη. Την ίδια εποχή ο μάνατζέρ του αυτοκτόνησε (ελπίζω για άλλους λόγους), το ’72 πλήρωσε ένα βαρύτατο πρόστιμο για κάτι γυμνές του αφίσες και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε ένα χρόνο μετά, όταν, βρισκόμενος σε τουρνέ, έμαθε τις συνέπειες της λάθος επιλογής οικονομικού συμβούλου: δεν είχε μείνει απλώς άφραγκος αλλά και όφειλε του κόσμου τα λεφτά στο γαλλικό κράτος. Συνεπώς δε μπορούσε να επιστρέψει και έμεινε στην Αμερική για μια δεκαετία (να το ονομάσουμε οικονομική εξορία;), όπου κι άρχισε μια δεύτερη καριέρα, κυρίως γράφοντας σάουντρακ. Δηλαδή αυτές οι αγαλλιαστικότατες μελωδίες (ιδίως τα Theme Myosotis/Theme d’ amour από το La folie des grandeurs και οι παραλλαγές τους) βγήκαν κάτω από τέτοιες συνθήκες; Incroyable!

Στη Γαλλία καθ’ όλα τα χρόνια της απουσίας του δε σταμάτησαν να τον ακούνε. Επέστρεψε θριαμβευτικά (και εξοφλητικά) αρχίζοντας δεύτερη καριέρα με το Kama Sutra (1990). Θα πρότεινα δυο τρόπους για να μπείτε στον κόσμο του. Ο πρώτος είναι έμμεσος, μέσω των αγαπημένων μας Residents, Peter Hammill, Nick Cave, Blaine Reininger, Pulp, Marc Almond, Saint Etienne, Steven Brown, Pizzicato Five που με άλλους έφτιαξαν ένα ωραίο Tribute γύρω στο 2000. Ο δεύτερος είναι να ξεκινήσετε από τα γητευτικά Viens te faire chahuter, Ou est la tosca και βέβαια το μνημειώδες 69άρι Dans la maison vide, τα Le rois de Fourmis, L’ oiseau de nuit, Tout tout pour ma cherie  και μετά ….δεν υπάρχει επιστροφή. Με τον Πολναρέφ όλοι πάμε στον παράδεισο.

2. Space, Didier Marouani

Γύρω στο 1977 ο κημπορντίστας Didier Marouani φτιάχνει τους Space (καμία σχέση με τους poppers απ’ το Λίβερπουλ του 1995) και γράφει τα τραγούδια τους (ναι, αυτός είναι ο μυστηριώδης Ecama). Από το μοσχοπουλημένο Magic Fly του ’77 μέχρι το όνομα-και-πράμα Symphonic Space Dream του 2002 (με άλλους 3 δίσκους ενδιάμεσα, μερικά φαντασμαγορικά live και τις κυκλοφορίες του πρότζεκτ Paris-France-Transit) οι Space έφτιαχναν δίσκους ηλεκτρονικής – αστρικής πλοήγησης στο Γάμμα του Ωρίωνα, στο οπισθόφυλλο των οποίων μετά την λίστα των τραγουδιών ακολουθούσε και λίστα των …. συνθεσάιζερ (TRITON PRO X, AKAI 6000, SUPERNOVA (NOVATION), ROLAND SUPER JD κ.ά, για να ξέρουμε πού βαδίζουμε!).

Όμως είναι το 1987 που ο Marouani συνθέτει έναν εκπληκτικό δίσκο με πομπώδεις διαστημικές μελωδίες και κάποια χορωδιακά φωνητικά, το Space Opera, που κάποτε μου έφεραν σε κασέτα, έκτοτε το έψαχνα μανιωδώς και το βρήκα 20 χρόνια μετά από μια soulseeker στην άλλη άκρη του πλανήτη. Σ’ ευχαριστώ Tokyo Rose, όπου κι αν βρίσκεσαι. Επική λεπτομέρεια: για πρώτη φορά συνεργάστηκαν χορωδίες από δυο όχι ιδιαίτερα φιλικές μεταξύ τους χώρες (Harvard University Choir – Red Army Choir) και το συνέπαιξαν το ’90 σε ένα laser light show στην Κόκκινη Πλατεία. Δείγματα της Διαστημόπερας στο ακουστήριο, στο τέλος του κειμένου.

3. Vietnam Veterans, Vietnam Chain, The Thyrd Twin, Gitanes

Ανήκουν στη γνωστή κατηγορία «Άντε ρε, Γάλλοι ήταν αυτοί;», που υπάρχει σε όλες τις εθνικές συνάξεις. Ολόκληρη η συναστρία του απερίγραπτου Mark Enbatta και των υπόλοιπων παρακλαδιών των VV (για τους οποίους έχω πολλάκις εκφραστεί) υπήρξε μοναδική περίπτωση στα χρονικά της αλσατικής, νορμανδικής και εν πάσει περιπτώσει φράγκικης ροκ γεωπολιτικής. Εξαιρετική στόφα ψυχεδελικής μουσικής με εντελώς άσχετα επικά πλήκτρα, ενίοτε. Ήταν και παραμένει η αγαπημένη μου ψυχεδελο-γκαραζόμπαντα.  Κορυφαίος δίσκος: Ancient Times (Music Maniac, 1986). Eυφρανθείτε με Let it rain, Next year και Crying.

Κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι πως πρόκειται για Γάλλους, αν ήθελαν να το κρύψουν. Ηχογραφούσαν σε Γερμανική εταιρεία και οι επιρροές τους μόνο γαλλικές δεν ήταν. Ένας γαλλομαθής βέβαια θα διέκρινε μερικές πινελιές: το Susmoala beat, ας πούμε, τίτλος δίσκου των Vietnam Chain, αν το προφέρεις γαλλικά και το κόψεις σε τρεις λέξεις σημαίνει ασεμνολειχία, ενώ στο λάιβ τους (με εξώφυλλο έναν μπιντέ γεμάτο αρακά) αναγγέλλουν το Curanderos γαλλιστί (κουγα-ντεγός). Μετά αρχίζει ο Μαρκ να τα χώνει στους ντήλερς του: Εμπρός κομπογιαννίτες, πάρτε τα λεφτά μου, φέρτε μου μανιτάρια… Στο συγκλονιστικότερο τραγούδι τους προμηνύουν την πτώση, για άλλη μια φορά. Όχι την δική τους, αλλά την δική μου: You’ re gonna fall (one more time).

4. Laurent Garnier

Πρώην μέλος της Γαλλικής πρεσβείας στην Λόντρα (σοβαρολογώ). Το χαρμάνι του βγήκε από τέσσερα υλικά καλής ποιότητας: μελωδικό deep house, σκληρό Detroit techno, 80άρικο acid/trance και jazz. Από τις νύχτες του Μάντσεστερ (που το έκανε να ζήσει μια τελευταία ιστορική αναλαμπή μέσω …. Αμερικάνικου house) μέχρι την ίδρυση της F Communications (με ορισμένα εξαιρετικά στο είδος του ελπάκια), ο Λαυρέντιος Γκαρνιερίτσας σφράγισε έναν ήχο κυρίως με τα Unreasonable Behaviour (2000) και Cloud Making Machine (2005). Ύμνος το Last tribute from the 20th century από το πρώτο. Τελευταία στην F έχουν ένα εξαιρετικό (ελληνικό) Κουκλάκι.

5. MC Solaar

Ο εκ Σενεγάλης Claude M’Barali δεν είναι απλώς η πιο αξιομνημόνευτη μούρη στον χώρο του, αλλά εκείνος που ξεχείλωσε όσο έπρεπε τα σφιχτά όρια του hip hop και του rap. Σπαταλήθηκε χωμένος σε διάφορα Jazzmatazz, μας αιφνιδίασε υπογείως με μερικές απρόσμενες «εμφανίσεις» σε δίσκους που δεν το περιμένεις, και δε χρειάζεται να φτάσει τη δεκάδα δίσκων (θέλει ακόμα 2-3 ακόμα) για να μας πείσει πως τα μιλητά του φωνητικά έχουν περισσότερο ψωμί από δεκάδες φιλοσοφικές μπροσούρες μαζί.

6. Bertrand Burgalat

Ιδιόμορφος παραγωγός που διέκρινε την διακαή επιθυμία της Γαλλίας να αποκτήσει και τον αρσενικό της B.B. Λάτρης των ανάλαφρων 60s της μεσογείου αλλά και της αστικής ψυχεδέλειας, άρχισε να συνθέτει έχοντας στο νου του ως ιδανικούς ερμηνευτές τους την France Gall και την Brigitte Fontaine, έχοντας πρώτα λιώσει … Ravel και Kraftwerk. Στα 25 του είχε κάνει την παραγωγή του Let it Be των … Laibach και αργότερα έφτιαξε τη δική του εταιρεία (Tricatel) για να πλημμυρίσει την αγορά με το φουτουριστικό retro-chic που του αρέσει – εκεί τσίμπησε συνεργασία ακόμα και με τον… συγγραφέα Jonathan Coe! Η μουσική του σήμερα δεν διαφέρει από τον απανταχού lounge πολτό αλλά ενίοτε μας φιλοδωρεί με φοβερά μαργαριτάρια. Με 6 δίσκους μέχρι σήμερα, διαλέξτε το πρώτο από τον πρώτο του (The Ssssound of Mmmusic του 2000), το Aux Cyclades Electroniques – ιδανική υπόκρουση ελληνικής καλοκαιριάτικης τσόντας …αν και το Ok Skorpios προδιαθέτει περισσότερο ως τίτλος. Αν είστε περισσότερο του ρομαντικού έρωτα, τελειοποιήστε τον με το L’ observatoire.

7. Sebastian Tellier

Με εμφάνιση που συνδυάζει Sky Saxon, Ντέμη Ρούσσο, και Γιάννη Καραλή, με αμφιλεγόμενες εμφανίσεις οδηγώντας παιδικό αυτοκινητάκι με πεντάλ ξέρετε πού, με συνεργασίες και τουραρίσματα μαζί με Air και Daft Punk, πού να προλάβει να βγάζει δίσκο κάθε χρόνο; Ανά 3-4 χρόνια και σύντομα είναι. Ορισμένοι τον γνωρίσατε απ’ το Fantino του Lost in translation, ορισμένοι άλλοι απ’ το κλασικοποιημένο Ritournelle. Όμως περισσότερο απ’ το φετινό Sexuality και το προ τετραετίας Politics, προτιμήστε την πρώτη του κυκλοφορία L’ incroyable Verite του 2001. Περισσότερο αγνό, περισσότερο αφηρημένο (ambient).

8. Sebastian Schuller

Δεύτερος Σεβαστιανός πληκτροφόρος, περισσότερο αποδοτικός (ένα δίσκο – ένα αριστούργημα), ένας πανέξυπνος συνθέτης ηλεκτρονικού αιθέρος, κυρίως ινστρουμενταλίων, Ακούστε ή ξανακούστε το Happiness ξεκινώντας απ’ τα 1978, Where We Had Never Gone και Donkey Boy. 2o δίσκο αν δε μπει το 2009 δε βγάζει. Υπάρχει πιο τεμπέλης απ’ αυτόν; Ευκολότερο είναι να απαντήσω ποιος είναι ο λιγότερο τεμπέλης σ’ αυτή την ομάδα, ο…

9. Hector Zazou

Παρά τον αχανή και άνισο κατάλογό του (δισκογραφεί ασύστολα από τα μέσα των 70s), όλοι ξέρουμε πως δεν υπάρχει περίπτωση δίσκος του Έκτωρα να μην ακούγεται με ενδιαφέρον. Στη χώρα μας τιμήθηκαν ιδιαίτερα οι Γεωγραφίες και Γεωλογίες του (Geographies, Geologies), η συνεργασία με τον Harold Budd στο Glyph, και ορισμένοι δίσκοι – πολυεθνικές, όπως τα Sahara Blue (με John Cale, τα βασικά μέλη των Dead Can Dance Minimal Compact κ.ά. – 1992), Songs from the cold seas (με John Cale, Bjork, Siouxsie, Suzanne Vega κ.ά – 1994) και Strong Currents (με Laurie Anderson, Jane Birkin, Lisa Germano κ.ά. – 2003).

10. Magma – Gong

Τα Γαλλικά 70s δεν είχαν μόνο Λουί Ντε Φινές και Μπουρβίλ· τουλάχιστο δύο σπουδαία freak – kraut rock σχήματα αντάλλαζαν σιλβουπλέ και μερσί: οι Gong και οι Magma. Σημαντικότερη στιγμή των (για μένα καλύτερων) δεύτερων υπήρξε το προχωρημένο Mekanik Destruktiw Kommandoh (1973), όπου ο Christian Vander δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τον ήχο τους, με τζαζ, γκόσπελ και χορωδιακά μέρη να ταιριάζουν με τις φωνητικές δυνατότητες (και τις παραληρηματικές λέξεις) του Klaus Blasquiz.

11. Les Rita Mitsouko

Εκκεντρικό ζεύγος των Fred Chichin / Catherine Ringer που γνωρίστηκαν ως μέλη μιας θεατρικής παράστασης και αυτοκόλλησαν pour toujours, οπότε γιατί να μη φτιάξουν και μια μπάντα; Αδύνατο να μπει τρίτος ανάμεσά τους, συνεπώς είχαν τα πάντα προηχογραφημένα. Το κοινό τους τραγούδισμα στο μπάνιο έγινε ζευγαρίσιος ύμνος (Singing in the shower). Ο Jean-Luc Goddard φίλμαρε τις ετοιμασίες του δεύτερου δίσκου τους The No Comprendo, ενώ το 1987 την έκαναν για Νέα Υόρκη κι έγιναν φίλοι και συνεργάτες (στο Marc et Robert LP) με τους Sparks (τους οποίους άλλωστε αντέγραφαν). Σήμερα δε τους ακούμε πολύ, μας καλύπτουν οι Xaxakes. Aναπόσπαστη του ήχου τους μουσική πληροφορία: η  “Rita” / Catherine Ringer είχε πάρει μέρος σε καμιά εικοσαριά γαλλικές πορνοταινίες απ’ το 1976 έως το 1982.

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Φραντσέζες τραγουδιάρες: Edith Piaf, Juliette Greco, Dalida, Francoise Hardy

Οι πρώτες δύο δε μου λένε τίποτα, γιατί δεν είμαι ο πατέρας μου αλλά ο γιος του. Τις αγάπησα πολύ εκ των υστέρων (το πολύ πάει και στο αγάπησα και στο εκ των υστέρων), αλλά δεν τις βίωσα. Την τρίτη την θυμάμαι στην κρατική τηλεόραση, όπου έκπληκτος έβλεπα τον κόσμο στις συναυλίες της να είναι καθιστός και στο τσακίρ κέφι να χτυπάει ρυθμικά παλαμάκια. Αργότερα σταμάτησα να αντιμετωπίζω με υψωμένο φρύδι τα στραφταλιστά της μάξι, διάβασα την ιστορία της, με αποπλάνησε και το σπαρακτικό Les clefs d’ amour. Αυτοκτόνησε με βαρβιτουρικά το 87 στην ηλικία των 54. Έκτοτε την ακούω συχνά. Το περιοδικό Οδός Πανός της σκάρωσε ένα ωραίο αφιέρωμα πριν λίγα χρόνια. Η Hardy υπήρξε πολύ γαλλίδα για να ασχοληθούν μαζί της όσοι αγάπησαν τα 60s και πολύ 60s για να ασχοληθούν μαζί της όσοι ψάχνονται με τα Γαλλικά. Μας έμαθε βέβαια την τέχνη του dire adieu. Όμως οι Blur με το γνωστό ντουέτο (To the end) της έδωσαν μια μίνι δεύτερη αναλαμπή. Iδού Les comedies des grandes amours!

Φραντσέζοι τραγουδιάροι: Serge Gainsbourg, Gilbert Becaud, George Brassens, Georges Moustaki, Joe Dassin, Yves Montand, Charles Aznavour

Αγέραστα μελλουροειδή αιλουροειδή της σκηνής όλοι τους, ιδανικοί υποκρούστες αποπλανήσεων και κόκκινων κρασοκατανύξεων. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, χαιρόμαστε τον Charles Trenet στο La mer αλλά πλέον βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο. Προσωπικά λιώνω με το Salut του Ντασέν, ίσως επειδή έφυγε στην ηλικία που θα έχω σε δύο χρόνια, ίσως για το στίχο Υπήρχε μια φορά κάποιος/ κάποιος που γνώριζες καλά. Και να σκεφτεί κανείς πως ο αντίστοιχος δικός μας είναι ο Πάριος. Όλες αυτές οι μορφές έχουν την ιστορία τους και ακούγονται μέχρι και σήμερα σε μια βροχερή μέρα ρομαντικής διάθεσης, αρκεί να μη μας γίνει συνήθεια. Κανείς τους πάντως δεν έφτασε τον παροικούντα τον Σηκουάνα κυρ Jacques Brel, Βέλγο μεν τυπικά, βαθύτατα Γάλλο δε ουσιαστικά. Αναρωτιέμαι τι μουσική να άκουγε ο Ηλίας Πετρόπουλος όταν μοιραζόταν τα κρασιά του με τους κλοσάρ του Σηκουάνα. Ή τι μουσική θα ταίριαζε την στιγμή που σκόρπιζαν στις στάχτες του, όπως ζήτησε, στους υπονόμους του Παρισιού. Ελπίζω όχι τα πολυαγαπημένα του ρεμπέτικα. Kορυφαίος, ερωτικότερος, αλητότερος, ικανότερος συνθέτης κι ακόμα περισσότερο ζήστης της ζωής, ο Serge αναμένει τη σειρά του στα κινηματογραφικά μας όνειρα και στα μελλοντικά μας αφιερώματα.

Σκοταδιστές: Art Zoyd, Clair Obscur, Die Form

Οι δύο πρώτοι αποτελούν σχήματα που θα άξιζε να ακούσει κάθε νέος λατρ οιουδήποτε dark παρακλαδίου… Αμφότεροι έπαιξαν με τα όρια της ίδιας της post – οτιδήποτε μουσικής· οι μεν πρώτοι στα σύνορα με την πειραματική, κλασική, jazz και progressive μουσική – ακούστε τα Berlin (1987) και Faust (1995) αλλά και την εκδοχή τους για το Metropolis του F. Lang (2002)· οι δε δεύτεροι σε όλες τις εκφάνσεις του dark, coldwave, death, ethereal ήχου, αποτελούν προσωπική αδυναμία και προτιμώ να μη διαλέξω δίσκο αλλά περίοδο: 1985-1995. Οι τρίτοι αποτελούν αμφιλεγόμενη πλην ενδιαφέρουσα περίπτωση, δίνοντας βάρος σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο σε εικόνα, στιλ και πρόκληση. Όλοι τους έδωσαν μεγάλο βάρος στα πλήκτρα (καθόλου αυτονόητο τότε), πειραματίστηκαν μέχρι και στις φωνές, και ακόμα και μέσα τα ερέβη έφτιαχναν φοβερές μελωδίες.

Ψηφιακοχορευτικές Ποπ και Ψευδοπόπ: Etienne de Crecy, Alex Gopher & σία

Από τα μεσοτέλη των 90s κι έπειτα, η Γαλλική house και ευρύτερη ψηφιακή σκηνή αγγίζει με τον ίδιο τρόπο τη λατρεία του ηλεκτρονικού ήχου (Air etc.) και την απέραντη μαγιά του μετρονομημένου χορευτικού ήχου που άφησαν τα 80s. Ακόμα κι αν γλιστρούσε ακόμα πιο ντίσκο, εεε πίσω εννοούσα, όπως ο (πολιτογραφημένος Γάλλος) Dimitri from Paris. Ο δαιμόνιος γαργαλιστής πλήκτρων και μικτών Etienne de Crecy, τα διάφορα παρακλάδια του(ς) ονόματι Motorbass, La Chatte Rouge, Cassius ή Super Discount και όλοι οι ντανσάδες που τον/τους ακολούθησαν (όπως και ο φίλος του και περισσότερο στιλίστας Alex Gopher) κατάφεραν να κάνουν τους Γάλλους να χορεύουν περισσότερο κι απ’ τους Κουβανούς αλλά και να φτιάξουν πλουμιστή χορευτική μουσική που μπορείς να την ακούς και ακίνητος.

Γάλλοι χωρίς σύνορα: Mano Negra, Manu Chao, Negresses Vertes

Αυτούς ξέρουμε, αυτούς εμπιστεύεστε, γιατί δίνουν το μαυρότερο μαύρο κι η τάξη μας είναι των προχωρημένων δεν χρειάζεται να προχωρήσει στα αυτονόητα, η μαύρη ύλη είναι γνωστή.

Διεθνείς: Jean Michel Jarre, γνωστός. Ο πιο ενδιαφέρων όμως δίσκος του είναι άγνωστος: το Music for Supermarkets, ηχογραφημένο σε ένα μοναδικό αντίτυπο, φυλαγμένο σε μουσείο και παιγμένο άπαξ δια παντός στο ραδιόφωνο. Louis Philippe (κοινώς Philippe Auclair) εγκληματικά άγνωστος. Οκ, με Λονδρέζικο ήχο – άλλωστε κύλησε ως τέντζερης και βρήκε το καπάκι που γράφει el – αλλά έχει σκαρώσει ένα από τα ποπ κομμάτια των 80s: You mary you. Η γλώσσα της κινηματογραφικής μουσικής είναι επίσης παγκόσμια. Η μουσική του Maurice Jarre π.χ δεν είναι περισσότερο γαλλική από άλλων μη Γάλλων συνθετών. Όμως η πιο αυθεντικά γαλλική δυαρχία της σινικής γραφής αποτελείται από τους Michel Legrand – Vladimir Cosma. Πολυγραφότατοι, καλύπτουν επαρκώς τα 60s μέχρι τα 80ς με εργογραφία που αξίζει ένα πέρασμα. Εξαιρετικοί σινεσυνθέτες και οι Eric Demarsan και Philippe Sarde. Όλοι θα τιμηθούν με γλυκόλογα στη μελλοντική μας στήλη για το κορυφαίο είδος της κινηματογραφικής μουσικής.

2 από ταυ:

Οι Tahiti 80 φτιάχνουν ευκολοχώνευτη πο-πίτσα: υστερούν στις συνθέσεις, όμως η χαρακτηριστική φλωρίστικη φωνούλα του Xavier Boyer είναι ό, τι πρέπει για τις ανάλαφρες βόλτες στον πεζόδρομο της εφηβικής σας πόλης. Ακούστε το The train από το Wallpaper for the soul (2002) για να καταλάβετε τι εννοώ. Τελευταία έχασαν κάθε έμπνευση, τουλάχιστο σκιτσάρουν ακόμα νοσταλγικά εξώφυλλα. Οι Telepopmusik τηλεποπάρουν από το 1989 και μετά, αλλά έχουν γραφτεί στα κατάστιχά μας με δυο μόνο δίσκους, τα Genetic World (2001) και Angel Milk (2005). Ίδιες περιοχές, σαν μια μίξη Lali Puna και Hooverphonic.

(εγκ)Λήμματα μελλοντικής γαλλομουσικής εγκυκλοπαίδειας

Les Thugs, La Muerte, Astronettes, Fixed Up, Dazibao, Big Sleep, Corpus Delicti, Daniel Darc, Trop Tard, Ausweis, Baroque Bordello, Jad Wio, Kas Product, Les Provisoires, Les Vampires, Marquis De Sade, Odessa, Persona Non Grata, Specimen, Vox Populi!, Norma Loy, Octobre, Rise And Fall Of A Decade. Ακόμα, μέσα στο διαδικτυακό χάος ένα french-new-wave που περιλαμβάνει πλήθος ονομάτων, χωρίς κριτικές, αλλά με δισκογραφίες (που δεν μου φάνηκαν πλήρεις) αποτελεί ένα ξεκίνημα για όποιον (έχει) αποκτήσει φετίχ με τον γαλλικό ήχο.

Μη Γάλλοι τιμητές των Γάλλων:

Όταν ο Blaine Reininger τραγουδούσε το 1985 για το φθινοπωρινό Παρίσι, στοιχημάτιζες πως ήταν κάτοικος των Ηλύσιων Πεδίων και συνέθεσε το άσμα σε μια απογευματινή του βόλτα υπό το κρατς των πεσμένων φύλλων (Paris En Automne). Όταν ο David Thomas έφτιαξε ένα από τα πλέον αδικημένα ροκ σχήματα, τους Pere Ubu (Βασιλιάς Υμπύ, από το έργο του Αλφρέντ Ζαρρύ) δεν ήξερε πως εδώ στην Ελλάδα θα τους προφέραμε Πέρε Ούμπου. Καλύτερη τύχη είχαν οι Poesie Noir, όπου ευτυχώς δεν τους προσφωνούσαμε Ποεσίε Νοΐρ. Και τον καλύτερο δίσκο τιμής για Γάλλο συγγραφέα έβγαλε η παρέα της Crepuscule το 1988, με Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά: το Hommage a Duras, ήταν μια άψογη μουσική ανάγνωση της αξιαγάπητης συγγραφέως Μαργκερίτ Ντυράς.

Ακουστήριο Διαστημόπερας: ΈναΤρία, Επτά, Οκτώ. Σώστε τις ψυχές μαςΑναχώρηση.

24
Μαρ.
12

Αφιέρωμα: Δίσκοι – Συλλογές

Το μυστικό σας είναι ακόμα ασφαλές μαζί μας

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [18/11/2007]

Φαντάζομαι το είδος «συλλογή» [: δίσκος που συνήθως περιέχει ένα τραγούδι από κάθε συγκρότημα ή καλλιτέχνη, ως ένα συλλογικό δείγμα κάποιου ήχου, τάσης, του δυναμικού μιας δισκογραφικής, και – στο προσωπικό μας λεξικό – κατά βάση ανεξάρτητης εταιρείας] σαν κάτι παρωχημένο, σχεδόν ξεπερασμένο. Ίσως επειδή οι συλλογές έχουν διανύσει ολόκληρη την απόσταση ανάμεσα στο πρωτόγνωρο και πολυποίκιλο του τότε με το προβλέψιμο και δεδομένο του σήμερα. Σαφώς λοιπόν ένα τέτοιο αφιέρωμα εμπεριέχει μεγάλη δόση νοσταλγίας και παρελθοντολογίας, όμως στο συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: Υπήρχε όντως μια εποχή όπου γνώριζες τάσεις, είδη και αναρίθμητα σχήματα μέσα από συλλογές ενώ σήμερα ισχύει μόνο το τελευταίο. Υπήρχαν όντως δίσκοι που σε έφερναν σε επαφή με άσημους μα συναρπαστικούς δημιουργούς με τους οποίους δεν υπήρχε περίπτωση να γνωριστείς με άλλον τρόπο – σήμερα υπάρχουν και άλλοι τρόποι. Υπήρχε τέλος τότε μια πρωτόγνωρη ηδονή στο να έρχεσαι επαφή με εντελώς άγνωστα σχήματα, κάτι που σήμερα αποτελεί τον κανόνα.  Κάπως έτσι γνωρίζαμε και τον ήχο μιας ολόκληρης πόλης ή κωμόπολης – ενδεικτικές και με εύγλωττους τίτλους οι περίφημες Avon Calling- The Bristol Compilation (Heartbeat, 1979), Bouquet Of Steel (Sheffield, 1980), Welcome to Norwich, a Fine city (1981), Where The Hell Is Leicester (S&T, 1981) και East of Croydon (Nothing Shaking Shak 1, 1981) κ.ά.

Όμως ο πυρήνας όλης αυτής της αίσθησης ήταν αντικειμενικός: δεν χαιρόμασταν επειδή θα γνωρίζαμε ονόματα που δεν γνώριζε ο διπλανός μας και θα του κάναμε τον έξυπνο, αλλά επειδή σε κάποιες θαυμαστές συγκυρίες τα παραπάνω σχεδόν ταυτίζονταν με έννοιες όπως υψηλή ποιότητα και κορυφαία συνθετουργία. Ναι, υπήρχε μια εποχή όπου ολόκληρα μπουκέτα αλλόκοτων σχημάτων ανθισμένα κάτω από υπόστεγα άξιζαν να ακουστούν! Εφόσον υπάρχει αριθμητικός περιορισμός θα δώσω περισσότερο βάρος σε εκείνες που με έφεραν σε πρώτη γνωριμία με κάποιο όνομα ή και ολόκληρο label. Στην πρώτη θέση μπαίνει εκείνη που άντεξε περισσότερο στο χρόνο. Στις επόμενες η σειρά είναι αλφαβητική.

1. Your secret’s safe with us (Statik, 1982)

Ακόμα θυμάμαι την προσμονή μου μπροστά σε εκείνον τον συνωμοτικό τίτλο, καθώς και τα πρωτότυπα έως εξωφρενικά ονόματα που μόνο σε τέτοιους δίσκους έβρισκες: I Scream Brothers, Blue Chips of Ashama, Seep Maier’s Gloves, Atom Spies, Sun Yama (με μια προσωπική εκτέλεση του Subterranean Homesick Blues). Η εξέλιξη ενός εντελώς «ανεξάρτητου» ήχου περνούσε μέσα από πανέξυπνες πινελιές συνθεσάιζερ. Εκεί γνώρισα τους Chameleons (Here Today), τους Pulp (What do you say, ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έγραψαν ποτέ) και τους παραγνωρισμένους Indians in Moscow στο εκπληκτικό I wish I had. Ακούς εκεί Ινδιάνοι στη Μόσχα ή Τα γάντια του Ζέπ Μάγιερ! Επρόκειτο για διπλή συλλογή που η εδώ Πόλυγκραμ κυκλοφόρησε μονή και πετσοκομμένη. Αχρείοι, ε αχρείοι! Αγαπημένα κομμάτια: Makaton Chat – The shape of song, Gentle Ihor – Psalm 151. Συμμετέχουν ακόμα: Τhe Unamerican, Thrash!, Soul on ice, Celestial Fireworks, The Vets, High (2), Pressure, Fast Cakes.

2. Ghosts from Christmas past (Les disques du Crepuscule, 1981)

Η εταιρεία που μας μετέφερε από τα γκρίζα υπόγεια της μουντής Αγγλίας στις φαντασμαγορικές κεντροευρωπαϊκές μητροπόλεις ήταν η βελγική Les disques du Crepuscule που νομίζω, συγκεντρωτικά, έχει την μεγαλύτερη αναλογία παραγωγής συλλογών και ποιότητας. Το Ghosts κυκλοφόρησε αρχές Δεκέμβρη του 1981 και από τότε οι γιορτές μου ήταν διαφορετικές: ένας δίσκος όχι με χριστουγεννιάτικες διασκευές αλλά με κομμάτια ακριβώς γραμμένα για την μελαγχολία των εορτών. Την άκουγα μόνο εκείνες τις ημέρες, σαν ένα δώρο που έκανα στον εαυτό μου κάθε Χριστούγεννα.

Εδώ έχουμε δυσεύρετα κομμάτια από κορυφαίους δανδήδες της διεθνούς avant garde ελίτ του Λυκόφωτος: The Durutti Column, Tuxedomoon, The Names. Εδώ πρωτογνώρισα τον Michael Nyman που τότε έστελνε στις συλλογές του label μικρά μινιμαλιστικά διαμάντια. Ακολούθησαν νέες εκδόσεις μεταξύ 1982 και 1986, εννιά κομμάτια από τις οποίες περιλαμβάνονται στην σημερινή cd έκδοση. Σε αυτά τα remakes άλλαζαν και οι συμμετέχοντες κατά την προσφιλή τακτική της εταιρείας (The Pale Fountains, Antena, The French Impressionists, Winston Tong, The Arcadians (στην ουσία ο Louis Philippe) κ.ά. Αγαπημένο κομμάτι: Paul Haig – Scottish Christmas (ένα από τα ομορφότερα instrumentals ever!). Συμμετέχουν ακόμα: Wim Mertens, Aztec Camera, Cabaret Voltaire, Thick Pigeon, Simon Topping (από τους A Certain Ratio).

3. From Brussels with love (Les disques du Crepuscule, 1983)

Είναι η πρώτη συλλογή που αγοράζω σε κασέτα και την έχω στην εσωτερική μου τσέπη σαν το πολυτιμότερο διαβατήριο για την λυκοφωτισμένη Ευρώπη που μόλις μου είχαν γνωρίσει οι Tuxedomoon. Έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή με την προσωπικότατη ηλεκτρονική ποπ του John Foxx και με δυο παραγνωρισμένες διάνοιες (Gavin Bryars και Richard Jobson – ο τελευταίος εδώ και μόνος και με τους Τuxedomoon) και αποκωδικοποιώ δεκάλεπτες συνομιλίες με Brian Eno και Jeanne Morreau. Και βέβαια η πόλη στον τίτλο «εικόνιζε» ομιχλώδεις ατμόσφαιρες με ελαφρά κατασκοπευτικό χαιρετισμό κι όχι την σημερινή τεχνοκρατική ευρωκομμούνα. Αγαπημένο κομμάτι: The durutti column – Sleep will come. Συμμετέχουν ακόμα: Antena, A Certain Ratio, Kevin Hewick & New Order, Karel Goeyvaerts, Bill Nelson, The Border Boys, Thomas Dolby, Harold Budd, Michael Nyman, Soft Verdict.

4. Battle of the Garages vol 3_The Paisley Underground (Voxx, 1984)

Την περίοδο της ψυχεδελικής αναβίωσης οι συλλογές έκαναν ακριβώς τη δουλειά τους. Διαλέγω το τρίτο Battle επειδή όχι απλώς έδωσε την πλέον αντιπροσωπευτική (και πολύχρωμη!) εικόνα του τότε paisley ήχου αλλά και για δύο από τις ομορφότερες στιγμές του είδους, τα The Mystery Machine – She’s Not Mine και SS-20 – No Matter What. Εδώ έχουμε στιγμές υψηλής έμπνευσης από τους The Tell-Tale Hearts, The Eyes Of Mind, The Things, Hidden Peace, Electric Peace. Συμμετέχουν ακόμα: The Pandoras, The Tories, The Young Lords, Lee Joseph, Zebra Stripes, Thee Fourgiven, The Gravedigger V, The Mutts, The Untold Fables.

5. Myths 2 (Sub Rosa, 1985)

Έξι τίτλοι μόνο, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται και ως EP. Έξι «κομμάτια» … που όμως απλώνονται στο άπειρο της μουσικής δημιουργίας. Που μετά το τέλος τους δεν χρειάζεσαι περισσότερα γιατί έχουν ήδη αποδομήσει τον ήχο τους σε απειράριθμα μέλη για να τον ξανασυνθέσουν σε κάτι άλλο. Οι SPK στο αποκορύφωμά τους με τα Romanz in Moll και In the Dying Moments, οι Hula με την τελειωτική τους δήλωση έκφραση περί ηλεκτρονικού καταιγισμού και από το αρχείο της εταιρείας απόκοσμες θιβετιανές – βουδιστικές τελετουργίες, ηχογραφημένες δεκαετίες πριν (Les Archives Sonores Sub Rosa). Συμμετέχουν ακόμα: General Strike. Αν υπήρχαν και οι Controled Bleeding/Paul Lemos & Joe Pappa θα ήταν το ιδανικό μανιφέστο της εταιρείας.

6. A Diamond Hidden in the Mouth of a Corpse (Giorno Poetry Systems 1985)

Εθισμένοι πλέον στον θόρυβο και τον κάθε είδους πειραματισμό δε γινόταν να περιοριστούμε στις ευρωπαϊκές σκοτο/δίνες. Η απέναντι πλευρά γνώριζε πολύ καλά την μουσικής της καρδιάς του θηρίου. Εδώ βρίσκουμε τους Sonic Youth (με το Halloween) και την Diamanda Galas (με το Excerpt from Eyes Without Blood) στο αποκορύφωμά τους, μας καθοδηγούν οι γκουρού John Giorno και William S. Burroughs, ο Michael Gira βγαίνει στην επιφάνεια μόνος του και χαιρόμαστε που επιβίωσε και οι Husker Du αποδεικνύουν γιατί ήταν μία από τις καλύτερες ροκ εντ ρολλ μπάντες όλων των εποχών. Συμμετέχουν ακόμα: Jessica Hagedorn, Cabaret Voltaire, Coil, David Johansen, David Van Tieghem

7. Fight! (Cathexis, 1987)

Πίσω από τα φουγάρα των μεταβιομηχανικών αγγλικών πόλεων μαύριζαν σχήματα όπως οι Astronauts, οι Blue Aeroplanes και οι Three Johns. Εγκληματικά άγνωστοι εκείνου του ήχου ήταν και οι Shock Headed Peters (με προσφιλές τους θέμα τα δολοφονικά ένστικτα του καθενός μας). Δεν πρωτογνωρίζω εδώ τους κορυφαίους στο είδος τους In the Nursery, Clair Obscur και Pink Industry αλλά αποτέλεσαν εγγυητική παρουσία για να την αγοράσω. Η αποκάλυψη εδώ ήταν η ηχητική τρομοκρατία των Zoviet France. Συμμετέχουν ακόμα: Hula, Revolting Cocks, Project GK, Young Gods, Click Click, Tiokoala.

8. Ashes And Diamonds (The Underground Educational Entertainment Program 2) (Red Flame/Ink, 1988)

Κάθε πλευρά και μια εικόνα δύο μαγικών βρετανικών labels των 80ς (η δεύτερη θυγατρική της πρώτης). Υπήρξα μανιώδης ακροατής των Phillip Boa and The Voodooclub, περίεργος ωτακουστής των Severed Head και πιστός φίλος του Patrik Fitzgerald (εδώ με το σπαρακτικό Drifting Towards Violence) – όλοι τους χαμένοι ανάμεσα στους άγνωστους της Ροκ Ιστορίας. Όμως η πραγματικά αδικημένη μπάντα της Μελάνης ήταν οι C Cat Trance, εκείνο το πολύπλευρο funkdubelectroworldbeat σχήμα. Αγαπημένο κομμάτι: Tactics – Frozen Park. Συμμετέχουν ακόμα: Charles Hayward, Anne Clarke, Moodists, Ruby Blue, The Room, Slab!, Pinkie Maclure.

9. Hare, Hunter, Field. The Secret Passion of Rudolf Peterson. Α compilation of sad love songs (Johnny Blue, 1992)

Απρόσμενη κυκλοφορία από μια πορτογαλέζικη εταιρεία, που μου έφτασε τυχαία στα χέρια μου από ταξιδιάρα φίλη. Σκέφτομαι πως δεν έχουν κυκλοφορήσει πολλές συλλογές με ενιαίο θέμα όπως αυτή. Προσπαθήστε να φανταστείτε πώς ακούγονται κομμάτια με τίτλο The Future Looks More And More Just Like The Past (Jon Rose) και Saudade From Faust’s Other : An Idyll (Architects Office). Περιέχει σχεδόν τα πάντα, από φωνητικά samples έως τρυφερές μπαλάντες και κάθε μορφή πειραματισμού, συν μια θυελλώδη live εκτέλεση του Malhaya (saeta) από τον Von Magnet. Ο δίσκος τελείωνε με το εκπληκτικό 14λεπτο Zarm, συνεργασία μεταξύ Hesskhe Yadalanah και εκείνου του κορυφαίου σχήματος με το όνομα Muslimgauze (χρησιμοποιώ πληθυντικό αν και ο Bryn Jones ήταν εκείνος που ηγείτο της αινιγματικής αυτής ομάδας…). Συμμετέχουν ακόμα: Helene Sage, The Grief, Katharina Klement, Syllyk, Das Synthetische Mischgewebe, Durutti Column, Asmus Tietchens, Bel Canto Orchestra, Alfred 23 Harth, Elizabeth Schimana, Tenko & Kenichi Takeda, Violence And The Sacred.

10. Marconi Point (Iris Light Records, 1999)

Σαν παράξενη επιτομή των παραπάνω, αυτός ο δίσκος αφιερωνόταν στον προαναφερθέντα Bryn Jones που πέθανε την ίδια χρονιά. Εδώ υπάρχουν ορισμένες αποκλειστικά γραμμένες γι αυτόν συνθέσεις από τους αεί πειραματιζόμενους Zoviet France, από ένα side project τους (Penumbra) και άλλους. Δεν ξέρω αν έπαιξε ρόλο ο λόγος της δημιουργίας της συλλογής ή το artwork που απεικονίζει μεταξύ άλλων το μέρος από το οποίο ο Marconi μετέδωσε τις πρώτες ραδιοσυχνότητες μεγάλων αποστάσεων, όμως σπάνια ένοιωσα τόσο φορτισμένο συναίσθημα από τόσο abstract experimental δημιουργίες. Συμμετέχουν ακόμα: Muslimgauze, Rapoon, Marineville, Zuvuya, Lucha, Filter, Kweens, Marineville.

11. Μια συλλογή συλλογών. Ειδικές κατηγορίες: samplers, after death, fanzines.

Μεταξύ των samplers που επιδιώκω να ακούω από κάθε νέο ή και παλαιότερο label, ιδιαίτερη αίσθηση μου είχε κάνει το πρώτο της Καναδέζικης Noise Factory (Noise Factory Sampler 1, 2003) με περίτεχνα post και ηλεκτρονικά κομμάτια από Beef Terminal, KC Accidental and Broken Social Scene Naw, Tinkertoy, Robin Judge και Sparrow Orange. Το ακούω με την ίδια διάθεση και σήμερα. Υπάρχουν, ακόμη, compilations που δεν με έφεραν σε πρώτη επαφή με τα ονόματα που περιείχαν αλλά που θα τις πρότεινα ανεπιφύλακτα επειδή συγκεντρώνουν τα καλύτερα κομμάτια των συμμετεχόντων· ενδεικτικές περιπτώσεις αποτελούν η αποχαιρετιστήρια 100ή κυκλοφορία της Sarah Records There And Back Again Lane (1995) με το βιβλιαράκι της ιστορίας της και με η πολύ μεταγενέστερη της εποχής της Red Heaven από την Cherry Red Records.

Τέλος, οι συλλογές που συνόδευαν περιοδικά και fanzines αποτελούν μια ειδική κατηγορία από μόνες τους που ίσως ξανακοιτάξουμε όταν μας στερέψουν τα θέματα για αφιερώματα, δηλαδή in the year twenty five twenty five. Μια αίσθηση προσωπικής ανακάλυψης κρυμμένων διαμαντιών μου έδιναν π.χ. οι συλλογές του ψυχεδελικού fanzine Ptolemaic Terrascope. Ειδικά στο # 16 έβρισκα τους Martyn Bates και Nikki Sudden παρέα με άλλους χαμένους στον κόσμο τους ψυχεδελιστές αγνώστου πατρός και χρονολογίας.

Αγαπητοί φίλοι, μαζευτήκαμε όλοι εδώ σήμερα για να προχωρήσουμε στην ίδρυση Συλλόγου Συλλεκτών Συλλογών. Ζητώ συγνώμη που μακρηγόρησα και καλώ στο βήμα τους επόμενους, στο συλλογικό αφιέρωμα εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.  Στις φωτογραφίες, αντί για ακριβή αντιστοίχηση εξωφύλλων και αναφερόμενων συλλογών, προτιμήθηκαν ορισμένα ιδιαίτερης αισθητικής, όπως εκείνα της Sarah Recorsds (Shadow Factory, Engine Common, Glass Arcade και το οπισθόφυλλο της Fountain Island)  αλλά και κασεττών όπως η Bethel.

11
Μαρ.
12

Τα τραγούδια της κηδείας μου

Θα συμβεί αύριο

Δημοσιευμένο στο συλλογικό αφιέρωμα του mic.gr [Ιούνιος 2006]

Έχω δει τόσες πολλές μεταθανάτιες τελετές σε κινηματογραφικές ταινίες, που σχεδόν δοκίμασα να την βιώσω ισάριθμες φορές. Είναι όμορφος ο θάνατος στο πανί, σκεφτόμουν, (κυρίως επειδή μετά ανάβουν τα φώτα κι επιστρέφεις στην προκινηματογραφική σου ζωή), και θα είχα τον καιρό να τον σχεδιάσω είτε να βρίσκομαι πίσω από αυτό, είτε τουλάχιστον στις σελίδες ενός βιβλίου. Μπαίνοντας στον πειρασμό να τις θυμηθώ όλες, με άλλον πρωταγωνιστή, στέκομαι στην αγαπημένη μου: στην αρχή της ταινίας του Τρυφώ, Ο άντρας που αγαπούσε τις γυναίκες (1977). Η κάμερα οριζοντιώνεται στο έδαφος, στο ίδιο ύψος με τόσες όμορφες γαμπούλες ολόγυρα, γουργουρίζουσες μικρά θρηνάκια.

Αν και φύσει αισιόδοξος, είμαι σχεδόν βέβαιος πως στην οριακότερη των οριακών στιγμών, το μυαλό μου θα διατρέξει ταχύτατα όσα δεν γεύτηκε, δοκίμασε, χόρτασε – εκείνα που δεν χάρηκε, κοινώς πάντα τα απραγματοποίητα και άζηστα· πως οι ματαιώσεις και οι διαψεύσεις θα υπερτερήσουν όλων. Ευτυχώς θα κονταροχτυπηθούν ακόμα και την ύστατη ώρα με τις άλλες κορυφαίες στιγμές. Νομίζω η μάχη θα είναι σκληρότατη.

Το Θα συμβεί αύριο ήταν τίτλος της πιο αισιόδοξης ταινίας που μπορώ να θυμηθώ: Domani accandra, Daniele Lucchetti, 1985. Με τον Nanni Moretti ηθοποιό, με τον Nicola Piovani μουσικό. Είναι επίσης η κλασική μου επωδός – επίκληση και ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του συνθέτη της, το Giorni Briganti, σ’ ένα αλησμόνητο πλάνο. Και παραδόξως, τα λευκοντυμένα παιδάκια που ζούσαν στην ευτυχισμένη κοινωνία τρώγοντας τις καλύτερες σοκολάτες, έδιναν μια παράξενα θανατηφόρα αίσθηση στο τραγούδι.

Οι τελευταίες Δώδεκα Σκέψεις μου ζευγαρωμένες με συνταιριάζοντα τραγούδια, θα είναι…

1. Για τους λάθος δρόμους.

The Go-Betweens – The wrong road [The liberty belle and the black diamond express LP].

Όταν η βροχή χτυπάει τη στέγη, με τον ήχο ενός φιλιού που μόλις τέλειωσε, όπως ένα χείλος σηκώνεται από χείλος, έτσι πήρα τον λάθος δρόμο… Χίλια συγκροτήματα αγάπησα, με λίγα ένοιωσα φίλος, με αυτούς εδώ από την πρώτη στιγμή. Οι εκφράσεις τους (εντελώς εμφανείς στα τραγούδια τους) μου θύμιζαν τις δικές μου: να γελάω στις σκληρές στιγμές και να είμαι ανέκφραστος στις ευτυχείς. Αλλά τέσσερα πέντε λάθος μονοπάτια να σου καθορίσουν τη ζωή; Αν γνώριζα… Άλλο ήθελα να σπουδάσω άλλο σπούδασα, άλλο ήθελα να κάνω για να ζω άλλα έκανα, η μία λάθος επιλογή έφερνε την άλλη. Ποτέ δε μπόρεσα να συμβιβαστώ με το «κάθε λάθος για καλό», γελούσα μ’ εκείνους που ισχυρίζονταν πως αγαπούν τα λάθη τους, εγώ ήθελα να τα γαζώσω.

What was that phrase / «Grace under pressure»? Αλλά τουλάχιστο μπόρεσα να βιώσω ένα τέτοιο τραγούδι, όσο μόνος ένας ομοιοπαθής… In the disjointed breaking light / The soft blue approach of the water / Makes a sound you won’t forget / I took the wrong road round… Φυλάξτε το τελευταίο αυτό βαλς για μένα, κι όταν φύγω παρακαλώ όταν ακούγονται τα έγχορδα αφιερώστε μια σκέψη σ’ εμένα…

2. Για τα προσωπικά μου παραμυθιάσματα.

Plasticland – Magic Rocking Horse [Color Appreciation LP].

Γι’ αυτά έζησα και ένοιωθα πως αξίζει η ζωή μου, ακόμα και περιμένοντάς τα, ακόμα και ως άπιαστες πεταλούδες. Όταν ο κόσμος τριγύρω μου με έκανε να αισθάνομαι μόνος. Δύο- τρεις τέχνες, μια – δυο δημιουργίες, ένα μπουκέτο φαντασιώσεις, κάποια ταξίδια. When the world begins to make me feel so lonely…

Όλη αυτή η ανικανοποίητη αίσθηση πως δεν έζησα την ψυχεδελική εποχή της εξύμνησης της ζωής, της οργιαστικής νεότητας, της συμφιλίωσης με την φύση, της αισιοδοξίας για καλύτερους κόσμους και καλύτερους εαυτούς, του έρωτα όπως θα έπρεπε να είναι (φυσικός, ελεύθερος, κοινός), των πολύχρωμων ρούχων, της διεύρυνσης του μυαλού και της άνοιξης της καρδιάς, των καλοκαιριών της αγάπης και των χειμώνων της ειρήνης…πώς θα μπορούσε να καταλαγιαστεί, πέρα από την ίδια την ψυχεδελική της μουσική, αυθεντική ή αναβιωθείσα;

3. Για τις Ιστορίες που δε μάθαμε.

The Astronauts – The Semaphore Men [Τhe seedy side of Astronauts LP].

Σε ποια Ιστορία γράφομαι; Χωρίς να μπορέσω ποτέ να το εξηγήσω, απέκτησα μια εμμονή με την Ιστορία. Την σπούδασα, την μελέτησα, την αμφισβήτησα, την αρνήθηκα, την βασάνισα και με βασάνισε. Κανείς δε μου είχε μιλήσει για την ασέληγηση του σώματός της, για την διαστρέβλωσή της ουσίας της, για την υποκειμενικότητα της γραφής της.

Τα ίδια και στην Μουσική Μικροϊστορία. Για χρόνια οι Αστροναύτες δεν αναφέρονταν σε καμιά ιστοσελίδα, σε καμία από τις (άχρηστες συνεπώς) διαδικτυακές εγκυκλοπαίδειες. Ακόμα και σήμερα οι αναφορές είναι ισχνές. Σα να μην σχηματίστηκαν ποτέ, σαν να τους άκουσα όνειρο. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρξαν; Ότι η Ιστορία τους ξέβρασε, τους απέβαλε ως ξένο σώμα; Αλλά εγώ θυμάμαι έξι δίσκους (με αυτό το δωδεκάλεπτο μεταβιομηχανικό τεχνορόκ στον τέταρτο) όπου έδιναν τα πολλαπλά της κάτοπτρα, όσα και οι μυριάδες ζωές των ή οι θεάσεις τους. Σε ποια Ιστορία ποιών ανθρώπων θα γραφτούν και σε ποια Ιστορία αναφέρονται εδώ όταν ψελλίζουν ένα Distort History; To κομμάτι διασώζεται εδώ, το περί ου ο λόγος μέρος από το 5.39.

4. Για τις πλανητικές μου διαχύσεις.

Τhe Vietnam Veterans – Everywhere’s my nation [Ancient times LP, Green peas Live LP].

Θα μου λείψουν οι στιγμές που νοιώθεις πως γίνεσαι ρευστός οργανισμός και αισθάνεσαι υπερίπτασαι στα ύψη ή διαχέεσαι στα πλάτη. Αίσθηση που μου δημιούργησαν μόνο οι οργασμοί, η μέθη, κάποιες ραδιοφωνικές μου εκπομπές, και ορισμένες μουσικές, όπως της αγαπημένης μου νεοψυχεδελικής μπάντας, που προσέθετε και μια αίσθηση μοιράσματος με πλάνητες απανταχού του πλανητικού χωριού. Δε μπορώ να σου πω πού είναι το σπίτι μου, ούτε καν πού γεννήθηκα, είμαι ένας ξένος, γιατί το παντού είναι το έθνος μου.

Ενθύμηση: Με κάποιο τρόπο έμαθα πως στο προαναφερθέν live όλοι ήταν βαθιά λυπημένοι, καθότι ο γιος του Lucas Trouble, εκείνου του απίστευτου κημπορντίστα είχε πέσει σε κώμα – όλοι τους όμως βρίσκονταν μακριά του και το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι να συνεχίσουν να παίζουν. Εκείνο το βράδυ η μπάντα έπαιξε όπως καμία άλλη φορά, σχεδόν κάθε κομμάτι απλωνόταν στο άπειρο, για να αποτελέσει επίκληση στους θεούς που εφημέρευαν. Όσο διαρκούσε η συναυλία, εκείνοι έπαιζαν ενάντια στην αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Όταν τελείωσε έμαθαν τα αποτελέσματα της κοσμικής τους επίκλησης.

5. Για την λύπη.

Damon and Naomi – Mirror Phase [Damon and Naomi with Ghost LP].

Τίποτα, μόνο άφεμα, σαν σε πλοίο. Να γινόταν να αδειάσει το μυαλό, να μην σε χτυπάει τίποτα. Το βάλσαμό μου.

6. Για την αίσθηση πως βλέπεις πράγματα που δε βλέπουν οι άλλοι.

Marshmallow Overcoat – Something about the sun [Inner mystique LP].

Μια μεγάλη ειρωνεία ήταν πως πάντα άκουγα και απολάμβανα μόνος κι έρημος την υποτιθέμενη κοινοτική μουσική, την ψυχεδελική. Οι ίδιοι οι προμηθευτές μου ήταν ακόμα μοναχικότεροι. Όμως έβλεπα τις εικόνες που ήθελα και ευχαρίστως να τις ξαναζούσα τώρα, αν αυτό δεν ήταν το αφιέρωμα του τέλους του χρόνου μου. Μια φωνή σαν μετεμψυχωμένος Morrison μου τραγουδά: Ξέρεις μερικές φορές, όταν είμαι πολύ πολύ μόνος, υπάρχει κάτι παράξενο σχετικά με τον ήλιο, είναι η ξεχωριστή μου φίλη…

7. Για την αβάσταχτη ομορφιά της αποτυχίας.

(Τhe Mighty) Wah!- The story of the blues part 1 [A word to the wise guy LP].

Υπήρξα ανέκαθεν υπερβολικός, εκδηλωτικός, απαιτητικός, εκλεκτικός, γκρινιάρης. Ακριβώς ο χαρακτήρας που έβγαζε στα τραγούδια του ο – αυτός τουλάχιστον είχε μία διέξοδο (γκρίνια πάλι!) – Pete Wylie. Αιωνίως φωνακλάς και κατά βάση άσημος, ο πιο αδικημένος ροκ σταρ της ιστορίας του σύγχρονου ροκ εντ ρολλ έβγαλε υπέροχα τραγούδια που δεν έφτασαν στα αυτιά των πολλών – κι όταν το άφηνε κατά μέρος, γυάλιζε κομψοτεχνήματα σαν και τούτο. Δε σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί, δεν πήρε ποτέ ό,τι άξιζε. Πάντα με κέρδιζαν οι ελάσσονες ήρωες της άγνωστης σε εμάς πραγματικότητας. Οι δημιουργοί που δεν έγιναν ποτέ γνωστοί, οι δόξες που κατέληξαν στα γήπεδα της τρίτης εθνικής, οι αυτοκράτορες που εξορίστηκαν. Πρώτα σου παίρνουν την υπερηφάνειά σου, την γυρνάνε μέσα έξω, και μετά συνειδητοποιείς πώς δεν έχεις τίποτα πια ούτε για χάσιμο…

8. Για έναν ρομαντισμό που δεν εξέφρασα παρά σπάνια.

Cocteau Twins – Musette and drums [Head over heels LP], How to bring a blush to the snow [Victorialand LP].

Η ομορφότερη μουσική που άκουσα ποτέ, που κατέβαινα σε αρχαία ερείπια για να την ακούσω, που μου έδινε την πιο ιδεατή εικόνα του έρωτα. Οι Cocteau Twins, το οριακό και οριστικό συγκρότημα της ζωής μου, είναι ασύμβατοι μ’ αυτές τις σελίδες. Είναι γενικώς ασύμβατοι με τις λέξεις, υπεράνω λεκτικής περιγραφής. Τώρα συνειδητοποιώ πως την ίδια αίσθηση είχαν κι εκείνοι για τα τραγούδια τους: ήταν αδύνατο να έχουν πάντα στίχους, γι’ αυτό και προτιμούσαν τους γλωσσικούς ήχους.

9. Για τις στιγμές των φόβων.

John Cale – Fear Is The Man’s Best Friend [Vintage Violence LP].

Ορισμένοι ισχυρίζονται πως σώθηκε η ζωή τους χάρη στο διάβασμα μερικών καθοριστικών σελίδων. Εμένα μου άρκεσαν ένα μάτσο φράσεις του John Cale για να αισθανθώ πως αμφιβάλλουν ή φοβούνται και άλλοι εξίσου μ’ εμένα. Όπως εκείνη στο Gideon’s bible: Holding up … to things that don’t exist… Σε μια εποχή που οι ροκ εντ ρολλ ήρωες διατυμπάνιζαν τα ανδραγαθήματά τους, εκείνος ξεγυμνωνόταν από κάθε ηρωική του εικόνα. Και δε σταμάτησε να μιλάει για αντιφάσεις, αδυναμίες, φόβους. Πολεμώντας τους στα ίσια με ορισμένα λόγια. Και κονταροχτυπιέται ακόμα, με ισόπαλο αποτέλεσμα. Δε περίμενα να μου στείλει στεφάνι… ή είναι κι αυτό ευσεβής πόθος; You know it makes sense, don’t even think about it / Life and death are just things you do when you’re bored … / Say, fear is the man’s best friend…

10. Για μια απορία που δε λύθηκε ποτέ.

Tuxedomoon – The cage [Short Stories EP]

Πώς είναι δυνατό τα μέρη που εφευρέθηκαν για να γνωρίζονται οι άνθρωποι, να είναι μέρη που αισθάνεσαι μοναχικότερος από οπουδήποτε; Έμαθε λοιπόν να κρατά το τσιγάρο και ποτό στο ένα χέρι, αλλά δεν φαίνεται να τα καταφέρνει, όλοι είναι τελικά τόσο ηλίθιοι, αλλά δεν ξεχνάει το φεγγάρι έξω κι όλα τα αστέρια ψηλά. Bars…

11. Για τότε που ένοιωθα εύθραυστος.

Robyn Hitchcock – Glass [Fegmania LP].

Glass is all we’ re really made of / glass is all we’ll ever be… Μυριάδες τέτοιοι ήρωες της δικής τους πραγματικότητας ήταν όλοι οι χαρακτήρες των τραγουδιών του Ρόμπυν. Στη σπάνια περίπτωση που τραγούδησε για τον εαυτό του, έγινε διάφανος μια για πάντα. Είτε κρεμόμαστε από μια κλωστή, είτε σπάμε με το παραμικρό, είτε κολυμπάμε σε θάλασσες πανικού, είτε κρυβόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Glass protects you but glass can shatter / hear the sirens, hear the screams / in the end of, nothing matters cause / no one else can see your dreams.

12. Για τις αβύσσους των ερωτισμών.

Δέσμιος ορισμένων ανομολόγητων φετίχ και ερωτικών φαντασιών που πανομόρφυναν τον βίο, φαντασιακά ή πραγματικά. Ενίοτε διασταυρώθηκαν σε στίχους ημίφωτους κι ημιθανείς: Mark and Mambas – To catch a fallen star [Torment and torreros LP]. Sparks – More than a sex machine [Balls LP]. Winston Tong – Reports from the heart [Theoretically Chinese LP]. Pain and pleasure twisted by / contradicted body and mind. // But I’m much more than thins/more than a sex machine!

Υπάρχει κάποια επικότητα και μία αίσθηση δραματικού τέλους σε κομμάτια όπως το My Way, το Heroes και το All tomorrows parties. Tα άκουγα κι εγώ στο χείλος του γκρεμού κάποτε, ή απλά του μπαλκονιού μου. Αλλά δεν τα διαλέγω. Γιατί ήταν πολλά αυτά που δεν έγιναν με τον τρόπο μου, υπήρξαν φορές που ένοιωσα ήρωας αλλά ήταν ελάχιστες, και καμία σύναξη ομόψυχων δεν με ικανοποίησε ποτέ – τα πάρτυ του αύριο ήταν μια απάτη. Τίποτα δεν καλυτέρευσε ποτέ.

Η τελευταία ερώτηση θα ήταν από και προς κάποιον που γνώρισε πολλές περισσότερες «περιφορές», σύρθηκε στη γη και στα εξώφυλλά του, μου άνοιξε το μυαλό του και σχεδόν πήγα να πνιγώ εκεί μέσα. Τον Ιούλιο του Χάους: Ω βασιλιά του χάους, θα αγαπήσεις το γιο σου; / το μυαλό μου αποσυνδέθηκε, και δεν είναι το μόνο… Julian Cope – O King of chaos [Fried LP].

ΥΓ. Ο υιός Trouble είναι μια χαρά. Είναι αυτός που βλέπετε τρίτος από δεξιά στην τιμητική μου φρουρά. Ακούω τη φωνή του εκδότη: Είπαμε έντεκα και εσύ μας έφερες τη μισή δισκοθήκη σου. Μας οφείλεις απ’ τα πέρατα συνομιλίες με τους αγαπημένους σου, νεκρούς μεν, πάντα ενθυμούμενους δε: Andrian Borland, Billy McKenzie, David McComb, Grant McLennan, Nikki Sudden. Κι όσους Ramones βρεις.

Προτού φύγω ας θυμηθώ μερικές χρήσιμες επιγραφές – τίτλους που σήμαιναν κάτι παραπάνω από τα υπέροχα τραγούδια που σκέπασαν… …