Posts Tagged ‘Ολοκαύτωμα

12
Ιον.
17

Μαργκαρέτε Μπούμπερ – Νόυμαν – «Μίλενα από την Πράγα»

Μίλενα, τώρα γνωρίζουμε ποια ήσουν

Όταν χάνεις την ελευθερία, δεν χάνεις βέβαια και την ανάγκη ν’ αγαπηθείς. Μάλιστα, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, η επιθυμία για τρυφερότητα και παρηγορητική εγγύτητα με τον άνθρωπο που αγαπάς γίνεται σφοδρότερη. Στο Ράβενσμπρουκ άλλες κατέφευγαν στη φιλία γυναίκας με γυναίκα, άλλες μιλούσαν πολύ για αγάπη κι άλλες επέτειναν τον πολιτικό, ακόμη και τον θρησκευτικό φανατισμό τους ως υποκατάστατο του έρωτα… [σ. 71]

… γράφει η συγγραφέας σε μια από τις αναρίθμητες πυκνές παραγράφους της συγκλονιστικής της μαρτυρίας από την ζωή της στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπουργκ από το 1940 ως το 1945. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη έκδοση που συμπληρώνει όχι μόνο την λογοτεχνία και την ευρύτερη γραμματεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης αλλά και το βιογραφικό κενό για την ζωή της γυναίκας που γοήτευσε τον Κάφκα και ενέπνευσε την γνωστή αλληλογραφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η συγγραφέας ήταν η πρώτη, μαζί με τον Βικτόρ Σερζ  (για τα δυο συγκλονιστικά βιβλία του βλ. δεξιά πλευρική στήλη), που έγραψε εκτενώς για τα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εδώ βρίσκεται η μέγιστη τραγικότητα της ιστορίας της, καθώς γνώρισε τον φρικιαστικό εγκλεισμό και στις δυο μορφές του ολοκληρωτισμού που κυριάρχησε στον εικοστό αιώνα. Άλλωστε ήταν το ίδιο το σταλινικό στρατόπεδο που την παρέδωσε στους Γερμανούς και την οδήγησε στο Ράβενσμπουργκ.

Επιστρέφοντας στο παραπάνω απόσπασμα, πράγματι, οι παθιασμένες φιλίες των πολιτικών κρατουμένων ήταν εξίσου συχνές όσο και μεταξύ των «αντικοινωνικών» και των ποινικών. Η στενή συμβίωση χιλιάδων νεαρών γυναικών και κοριτσιών, παρά τον τρόμο που επικρατούσε στο στρατόπεδο, δημιουργούσε ατμόσφαιρα ερωτισμού. Η συγγραφέας θυμάμαι κατά την βραδινή βάρδια στο ραφείο των Ες Ες νεαρές Τσιγγάνες καθισμένες στις ραπτομηχανές τους να τραγουδούν λιγωμένα ερωτικά τραγούδια παρά το αδιάκοπο γάζωμα, την αφόρητη ζέστη, την σκονισμένη ατμόσφαιρα και την εξόντωση της δουλειάς. Ορισμένες εκτόνωναν τις ερωτικές τους επιθυμίες με τον χορό. Στροβιλίζονταν «στο βάθος του βρομερού καμπινέ» ενώ οι φίλες τους κρατούσαν τσίλιες στην είσοδο για τυχόν έλεγχο από τις Ες Ες. Άλλες αντάλλαζαν απλώς ερωτικές επιστολές.

Αλλά η αφηγήτρια συγκράτησε μια άλλη ιδιαίτερη σκηνή που αποδίδει ανάγλυφα την μανιασμένη ανάγκη να υπάρξει το ερωτικό και το ωραίο ακόμα και σε τόσο τραγικές συνθήκες: το κεφάλι ενός άντρα να ξεπροβάλει από ένα φρεάτιο και να κοιτάζει προς την μεριά των γυναικείων παραπηγμάτων, όπου πηγαινοερχόταν λικνιζόμενη μια αντικοινωνική, η οποία είχε σφίξει το άχαρο ριγέ ρούχο της φυλακής και το είχε σηκώσει ψηλά ώστε να φαίνονται οι γάμπες της μέχρι τα γόνατα. Μπορεί να ήταν «ισχνές σαν λιανοκλάδια και γεμάτες εξανθήματα», όμως εκείνη το είχε ξεχάσει και το χαμόγελό της έλαμπε από γυναικεία αυτοπεποίθηση. Και άλλωστε ο θαυμαστής με το στρογγυλό κρανίο την έβρισκε ωραία και αξιέραστη.

«Ο έρωτας δεν σκοτώνεται…είναι δυνατότερος από κάθε βαρβαρότητα» είπε η Μίλενα Γιέσενσκα στην συγγραφέα που της διηγήθηκε την σκηνή. Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν στο στρατόπεδο και συνδέθηκαν με ιδιαίτερη φιλία. Ακριβώς αυτή η βαθειά σχέση που ξεπερνά τις καθιερωμένες λέξεις είναι το αντίπαλο δέος μπροστά στην φρίκη της ζωής στα στρατόπεδα εξόντωσης· και είναι ακριβώς εκείνη που διαφοροποιεί αυτή την κατ’ ουσίαν βιογραφία από την σχετική λογοτεχνία εφόσον θέτει ακριβώς αυτή τη σχέση στο επίκεντρο του βίου που βρισκόταν για πέντε χρόνια στα όρια, κάτω από την άβυσσο της βίας, του εξευτελισμού και του πανταχού παρόντος θανάτου. Άλλωστε το όνομα Μίλενα σημαίνει στα τσεχικά ερώσα αλλά και ερωμένη, και σα να ήταν γραφτό της, έρωτας και φιλία έμελλα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη τη ζωή της, μας βεβαιώνει η συγγραφέας

Η Μίλενα έζησε εκτός των άλλων την τραγική ειρωνεία να ακροβατεί σ’ ένα ακόμα μεταίχμιο: ήταν απόλυτα ξένη και συχνά αντιπαθής ανάμεσα στις διάφορες «ταυτότητες» των έγκλειστων γυναικών, ακριβώς όπως και ο κυνηγημένος Σερζ, υπό άλλες βέβαια περιστάσεις. Ήταν αντικομμουνίστρια για τις κομμουνίστριες (γι’ αυτό άλλωστε και η ζωή της παρέμεινε απαγορευμένο θέμα στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού) και πρώην κομμουνίστρια για τις αντικομμουνίστριες, ήταν Τσέχα για τις Γερμανίδες και Γερμανίδα για τις Τσέχες, ήταν αμφιβόλου πίστεως για τις Καθολικές.

Είναι γεγονός ότι καταπώς φαίνεται όλοι είμαστε ικανοί να ζούμε, γιατί όλοι μας δραπετεύσαμε κάποτε στο ψέμα, στην τυφλότητα, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε κάποια πεποίθηση, στον πεσιμισμό ή σε κάτι άλλο. Εκείνος όμως δεν ζήτησε ποτέ προστασία σε κανέναν άσυλο. Είναι απολύτως ανίκανος να πει ψέμα, όπως είναι ανίκανος και να μεθύσει. Δεν έχει απολύτως κανέναν καταφύγιο, καμία στέγη. Γι’ αυτό είναι εκτεθειμένος σ’ όλα αυτά από τα οποία εμείς προστατευόμαστε. Είναι σαν γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους. Και ό, τι λέει, ό, τι είναι και ό, τι ζει δεν είναι καν η αλήθεια. Είναι ένα ον απόλυτο, αφ’ εαυτού και δι’ εαυτό, απαλλαγμένο από κάθε είδους συστατικό που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παραποιήσει την εικόνα της ζωής, την ομορφιά ή την αθλιότητά της, αδιάφορο… [σ. 108]

… γράφει η Μίλενα για τον Κάφκα, έναν άλλο και αλλιώς ανένταχτο και μοναδικό, και τα σχετικά γραπτά της αποτελούν έναν ακόμα πόλο ενδιαφέροντος εφόσον το βιβλίο ρίχνει τους πλάγιους φωτισμούς του και στην ερωτική και επιστολογραφική σχέση τους. Για την Μίλενα, την ερώσα, όπως την περιγράφει ο Κάφκα, ο έρωτας ήταν η μόνη μεγάλη ζωή. Δεν είχε καμία αναστολή και δεν θεωρούσε ντροπή το να αισθάνεται έντονα. Δεν κατέφευγε ποτέ σε κανενός είδους γυναικεία τεχνάσματα, θεατρινισμούς ή κοκεταρίες. Με τον Κάφκα δεν συνδεόταν μόνο με τον σαρκικό έρωτα αλλά και μια βαθιά συγγένεια άλλου είδους κι αυτά ακριβώς τα βάθη ανασκάπτονται σ’ αυτό το ούτως ή άλλως απόλυτα ψυχογραφικό έργο.

Το βιβλίο καλύπτει τις 303 σελίδες της έκδοσης. Ακολουθεί ένα εκτενές επίμετρο 75 σελίδων από την επιμελήτρια, η οποία διανθίζει το πλούσιο κείμενό της με ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Ακολουθούν άλλες 85 σελίδες βιογραφικών σημειωμάτων, το απαραίτητο εργοβιογραφικό σημείωμα για την συγγραφέα, πίνακας κυριωνύμων, ευρετήριο προσώπων κι ένα δεκαεξασέλιδο με εικόνες και σχετικά κείμενα από την εκδότρια Γιώτα Κρισέλη. Σε κάποιο σημείο του επιμέτρου αναφέρεται το βιβλίο της Ρουτ Κλύγκερ Η ζωή συνεχίζεται [γαλλ. και ελλ. τίτλος Άρνηση μαρτυρίας], άλλη μια μεταξύ δοκιμίου και αυτοβιογραφίας κατάθεση στην στρατοπεδική γραμματεία, όπου η συγγραφέας διαλέγεται και με το παρόν της. Εκεί, μεταξύ άλλων, η Κλύγκερ θυμάται μια χειρονομία της μητέρας της προς την ορφανή Ντίτα, που βρέθηκε μόνη και ορφανή στο Μπίρκεναου: της είπε απλά «Έλα από δω»· κι έκτοτε οι τρεις τους έμειναν αχώριστη, χάρη στην πιο ασυνήθιστη χειρονομία, την υιοθεσία ενός παιδιού στο Άουσβιτς.

Η ανθρωπογεωγραφία του στρατοπέδου και η διαρκής αίσθηση της ζοφερότερης απειλής, ο χρόνος που δεν υπολογίζεται πια σε μήνες ή μέρες αλλά σε στιγμές, η μνήμη που πασχίζει να φωτίσει ό,τι δεν μαυρίζει, ο καταλυτικός έρωτας που πηγάζει από την φιλία, όλα διασώζονται σε ελάχιστα υλικά απομεινάρια της, στα γραπτά της και σε τούτη την ιδιωτική βιογραφία που την ίδια στιγμή, γυρισμένη από την άλλη πλευρά είναι η μαρτυρία για μια συλλογική ιστορία, για το πριν και το μετά του Κακού, για την ομορφιά ενός ανθρώπου που χάθηκε στο σκοτάδι, για τις δυο κορυφώσεις της ζωής, την φιλία και τον έρωτα. 

Αναζητώ το όνομα της Μπούμπερ – Νόυμαν στο περίφημο βιβλίο του Τσβέταν Τοντόροφ Απέναντι στο ακραίο [εκδ. Νησίδες, 2002, μτφ. Βασίλης Τομανάς, σ. 248], που άρχισα να διαβάζω παράλληλα με ετούτο το βιβλίο και το οποίο θα παρουσιάσω εδώ σύντομα κι εντοπίζω ένα τραγικό της ερώτημα: «Αναρωτιέμαι ποιο είναι κατά βάθος το χειρότερο: η καλύβα με άχυρο και λάσπη και τις ψείρες στην Μπούρμα [του Καζακστάν] ή αυτή η εφιαλτική τάξη [Ράβενσμπρουκ]». Τελικά επιβίωσε και από τα δυο· η Μίλενα πέθανε από μη αναστρέψιμη, στις συνθήκες του στρατοπέδου, νεφρική νόσο το 1944. Ο βίος της ήταν έτοιμος να γραφτεί από την φίλη της, στην οποία άλλωστε ζητούσε να πει στον κόσμο ποια ήταν. Τώρα μπορούμε το να γνωρίζουμε κι εμείς.

Εκδ. Κίχλη και Τα πράγματα, 2015, σελ. 516, μτφ. Τούλα Σιετή, επιμέλεια – επίμετρο Αδριανή Δημακοπούλου, θεώρηση κειμένων Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη [Margarete Buber – Neumann, Milena, Kafkas Freundin, 1963].

Στις εικόνες: η συγγραφέας [1968], μια γυναίκα – θύμα ιατρικών πειραμάτων στο Ravensbrück, η Milena Jesenska, εικόνες από το στρατόπεδο, σχέδιο από την κρατούμενη του στρατοπέδου Nina Jirsikova, μνημείο του Will_Lammert [Ravensbrück Tragende, 1959].

12
Φεβ.
17

Κώστας Δεσποινιάδης – Έξοδος κινδύνου. Δοκιμές και αντιρρήσεις

exodos-kindynou

Τα κείμενα ως ανθρακιά

Οι θεωρητικοί της ναζιστικής προπαγάνδας ήταν υποχρεωμένοι να αποσιωπήσουν τα πολυάριθμα χωρία με τα οποία ο Νίτσε επιτίθεται στον γερμανισμό και τους Γερμανούς, κατακεραυνώνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας, το απολυταρχικό κράτος, τη νοοτροπία του οπαδού και ταυτόχρονα εκφράζει τον θαυμασμό του προς τους Εβραίους, το αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πνεύμα, την προτίμησή του προς τον κοσμοπολιτισμό και τόσα άλλα που κάθε άλλο παρά συμφωνούν με το ναζιστικό πνεύμα. [σ. 88]

Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν με ποιο τρόπο ο ναζισμός οικειοποιήθηκε τον Νίτσε και ποιες ήταν οι πραγματικές απόψεις του Νίτσε ως προς την Γερμανία; Ο Νίτσε έμελλε να πέσει θύμα της πιο χυδαίας διαστρέβλωσης και παρερμηνείας που υπέστη ποτέ φιλόσοφος. Το όνομά του συνδέθηκε για πολλές δεκαετίες με τον ναζισμό και ο υπεράνθρωπός του θεωρήθηκε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η κτηνώδης κοσμοθεωρία του Χίτλερ. Πρόκειται για απόψεις που σήμερα κανείς μελετητής δεν συζητά σοβαρά, αλλά για πολλές δεκαετίες υπήρξαν κοινός τόπος όχι μόνο για τους αδαείς καταναλωτές ιδεολογιών αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διανόησης. Αυτό είναι το αντικείμενο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα της παρούσης συλλογής (Ο Νίτσε και ο ναζισμός. Οικειοποίηση και αποκατάσταση).

nietzsche

Το κακό ξεκίνησε όταν η αδελφή του παντρεύτηκε έναν φανατικό αντισημίτη Μ. Φέρστερ, τον οποίο αντιπαθούσε ο Νίτσε για τις αντισημιτικές του θέσεις. Ο Φέρστερ και ο ξάδερφός του ξεκίνησαν την ιστορία της σύνδεσης με τον ναζισμό. Η Ελίζαμπετ είχε στα χέρια της όλες τις ανέκδοτες σημειώσεις και τα προσχέδια διαφόρων έργων του μετά την πνευματική του κατάρρευση [1889] και οργάνωσε στην Βαϊμάρη το «Αρχείο Νίτσε» λίγα χρόνια αργότερα. Έχοντας ασπαστεί τις απόψεις του συζύγου της άρχισε να χτίζει το αντισημιτικό και εθνικοσοσιαλιστικό προφίλ του Νίτσε. Αργότερα χάρισε το … μπαστούνι του αδελφού της στον Χίτλερ ο οποίος έσπευσε να φωτογραφηθεί δίπλα στην προτομή του.

Δυο θεωρητικά βιβλία επικύρωσαν τις συμβολικές κινήσεις της Ελίζαμπετ. Ο Ρόζενμπεργκ έγραψε για τον φιλόσοφο της πειθαρχίας και του αυτοελέγχου και ο Μπούμλερ για τον στοχαστή της θέλησης για εξουσία, που είχε ως ιδανικό του την ισχυρή Γερμανία. Ακολούθησαν οι γνωστές φτηνές συλλογές με αυθαίρετες επιλογές αποσπασμάτων από το νιτσεϊκό έργο.

nietzsche-5

Ο σπουδαίος φιλόσοφος συνταξιοδοτήθηκε έφυγε οριστικά από την Γερμανία και πήρε την ελβετική υπηκοότητα και έζησε μέχρι την κατάρρευσή του μια ζωή περιπλανώμενη. Η εναντίωσή του στον γερμανισμό και το γερμανικό έθνος υπήρξε και η βασική αιτία της σφοδρής σύγκρουσης με τον Βάγκνερ. Η απέχθειά του αυτή τον έκανε τα τελευταία χρόνια να εκθειάζει συνεχώς τους Γάλλους. Άλλωστε στην περίφημη παράγραφο 377 από την Χαρούμενη Επιστήμη με τίτλο «Εμείς οι απάτριδες» είναι έκδηλη η περιφρόνησή του προς τους εθνικιστές και τους αντισημίτες.

Ευτυχώς αργά ή γρήγορα, γράφει ο Δεσποινιάδης, όλα τα σπουδαία έργα διαβάζονται. Η ανάγνωση του Νίτσε έφερε αναπόφευκτα και την αποκατάστασή του, ενώ πολλοί από τους σημαντικότερους ευρωπαίους στοχαστές (Γιουγκ, Χάιντεγκερ, Φουκώ, ντελέζ, Αντόρνο, Κλοσόφσκι, Βανεγκέμ, Λεφέβρ, Κάουφμαν κ.ά) αλλά και λογοτέχνες (Μιούζλι, Καμύ, Έσσε, Στρίνγμπεργκ κ.ά.) επηρεάζονται από το έργο του και σχολιάζουν την φιλοσοφία του. Και μοιάζει περισσότερο από ποτέ να δικαιώνεται η φράση του: Είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει – αλλά δεν θα είμαι το δεκανίκι σας.

hanna-arendt

Ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο καταπιάνεται με την διαμάχη της Χάννα Άρεντ με τον με τον φιλόσοφο και εξέχοντα μελετητή της Καμπάλα Γκέρσομ Σόλεμ σχετικά με το έργο της Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η φιλία τους κράτησε πάνω από τρεις δεκαετίες και διακόπηκε το 1963 με αφορμή την έκδοση του περίφημου αυτού βιβλίου της για την περίφημη σύλληψη και δίκη του υπεύθυνου για τον συντονισμό της «Τελικής Λύσης» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως είναι γνωστό η Άρεντ αναθεωρούσε την παλαιότερη θέση της περί «ριζικού κακού» και τώρα κάνει λόγο για «κοινοτοπία του κακού». Ο Άιχμαν δεν είναι κάποιος «τέρας» αλλά ένας συνηθισμένος, μάλλον φαιδρός άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. Δεν αισθανόταν μίσος για τα θύματά του, παρά εκτελούσε πιστά τις εντολές ως μέρος του στρατιωτικού του καθήκοντος. Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπου του συνηθισμένου πειθήνιου εκτελεστή εντολών και όχι κάποια «εξαιρετική» σαδιστικού τέρατος.

Επιπλέον η Άρεντ επέκρινε δριμύτατα τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων, δίχως την συνεργασία των οποίων το έγκλημα των Ναζί δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε τέτοια διάσταση. Για την φιλόσοφο πρόκειται για το σκοτεινότερο κεφάλαιο σε αυτή την ιστορία. Ανάμεσα σ’ εκείνους που αντέδρασαν στις θέσεις της ήταν ο Σόλεμ, που την κατηγορεί για μίσος προς την εβραϊκή της καταγωγή, μίσος που οφείλεται στην νεανική θητεία της στον μαρξισμό και την αριστερά. Ο Σόλεμ διαφωνεί για την ασαφή διάκριση μεταξύ βασανιστή και θύματος και μιλάει για ακραίες συνθήκες, εξαναγκασμό συμμετοχής και άγνοια όλων όσοι δεν βρέθηκαν εκεί. Η Άρεντ απαντά συμπυκνώνοντας την οριστικής της κοσμοθεωρία:

gershom-scholem_

Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν λαό και καμιά συλλογικότητα. Ούτε τον γερμανικό λαό, ούτε τον γαλλικό, ούτε τον αμερικάνικο, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα αγαπώ «μόνο» τους φίλους μου και το είδος αγάπης στο οποίο πιστεύω είναι η αγάπη για πρόσωπα. Δεύτερον, αυτή η αγάπη για τους Εβραίους, δεδομένου ότι η ίδια είμαι Εβραία, θα μου φαινόταν μάλλον ύποπτη… και αργότερα: είμαι ανεξάρτητη…δεν ανήκω σε καμία οργάνωση και πάντοτε μιλάω εξ ονόματός μου [σ. 100 – 101, 102]. Όσο για την στάση των Εβραίων ηγετών, δεν υπήρχε η δυνατότητα αντίστασης αλλά υπήρχε η δυνατότητα να μην κάνουν τίποτα.

Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει όλη την σειρά των αντίθετων απόψεων των δυο στοχαστών και διαπιστώνει ότι ακριβώς χάρη στην επιμονή του Σόλεμ έχουμε την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σε δυο κόσμους και να αναρωτηθούμε αν πρέπει η συμπάθειά μας προς έναν λαό για την οδύνη του Ολοκαυτώματος να μας αποτρέπει από την κριτική της πολιτικής που ακολούθησαν οι ηγέτες του τότε αλλά και αργότερα ο κρατικός τους σχηματισμός.

20-noviembre-1936

Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογή κειμένων που καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού και των ενδιαφερόντων του Κώστα Δεσποινιάδη: Φασισμός, Ολοκληρωτισμός, Κατάσταση Εξαίρεσης, Αντιεξέγερση και Κρίση, η Προοπτική της Ουτοπίας. Παράλληλα παρουσιάζονται βιβλία σύγχρονα ή παλαιότερα, απαραίτητα όμως για μια σύγχρονη πολιτική κριτική σκέψη, όπως το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθου Καίσλερ, το Ταξίδι στο Παρελθόν του Abel Paz, που συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο από την πλευρά των αναρχικών και γράφει όχι μόνο για την επανάσταση που βιώθηκε σαν γιορτή αλλά και για τα λάθη της πλευράς του.

Δυο κείμενα αφιερώνονται στο τρομερό παράγγελμα Wstawac, που ακουγόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το εγέρθητι που άκουγαν οι έγκλειστοι του Άουσβιτς στα πολωνικά, το οποίο σηματοδοτούσε την εφιαλτική επιστροφή στην καθημερινή ζωή. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο Πρίμο Λέβι είχε «προβλέψει» σε ποίημά του ότι το παράγγελμα θα ακουστεί ξανά και η κτηνωδία θα επιστρέψει. H έξαρση του φασισμού αποδίδεται στην φτώχεια και στην κρίση, ο Δεσποινιάδης όμως παραθέτει σειρά συγκριτικών στοιχείων και στοχασμών από τα οποία προκύπτει πως, ιστορικά, δεν αναπτύχθηκε ποτέ φασισμός σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου μπορεί να είχαμε άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, ποτέ όμως φασισμό. Χρειάζεται ακριβώς η συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας για να ευνοηθεί ο φασισμός.

primo-levi_

Οι σημειώσεις για τον Αγκάμπεν και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ασχολούνται με ένα άλλο βαθύ και απαγορευμένο θέμα, που σε λίγο θα είναι αδύνατο να αγνοήσουμε, όσοι ακόμα παραμένουμε αδαείς. Ο Θορώ στα περίπτερα, Ένα σχόλιο για τον Ολοκληρωτισμό, Η χαμένη τιμής της Φαίης Μάγιερ (και της παλαιότερης Καταρίνα Μπλουμ), Το κρυφό χέρι της ακροδεξιάς, Ο επαναστατικός ρομαντισμός του Michael Lowy, είναι μερικά από τα υπόλοιπα ερεθιστικά κείμενα του τόμου, που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Πανοπτικόν, Βαβυλωνία, Σημειώσεις της στέππας, Σημειώσεις (ένα κείμενο αφορά και στον εκδότη τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο), Χουλιγκανιζατέρ, Ένεκεν, Νέον Πλανόδιον, Κοινωνικός Αναρχισμός και στις εφημερίδες Εποχή και Δρόμος της Αριστεράς (από την τελευταία αναδημοσιεύεται και με ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του), ενώ άλλα αποτέλεσαν το αντικείμενο ομιλιών, παρεμβάσεων κλπ.

Όταν δεν μπορούμε παρά να προβληματιζόμαστε πάνω σε όσα ανοίγουν και συζητούν τα κείμενα του Δεσποινιάδη, ο πρόλογος και ο επίλογος είναι ο ίδιος: Αν θέλουμε όχι απλώς να βγούμε από την οικεία μας κρίση αλλά και να πολεμήσουμε την πανταχού παρούσα φρίκη και την επέλαση της βαρβαρότητας, που σθεναρά υποστηρίζει και ο κυρίαρχος λόγος, μας χρειάζεται η συσσώρευση ιδεών που θα ξαναγεννήσουν την κατά Μπλοχ Αρχή της ελπίδας. Έτσι τα κείμενα αποτελούν την ανθρακιά για μια μεγαλύτερη φωτιά. Όπως είπε και ο Ντουρούτι, καψαλισμένος από την φωτιά του Ισπανικου Εμφυλίου, δεν μας τρομάζουν τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο μες στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή που μιλάμε.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2016, σελ. 206, με δισέλιδο για τις πρώτες δημοσιεύσεις.

Στις εικόνες: Φρειδερίκος Νίτσε, Ο Νίτσε και τα ψεύδη, Χάνα Άρεντ, Γκέρσομ Σόλεμ, Ισπανικός Εμφύλιος, Πρίμο Λέβι.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης και οι Εκδόσεις Πανοπτικόν στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

 

30
Δεκ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Μορφές του μεσσιανικού

effe

Ποιος είναι ο κεντρικός πυρήνας των ανομολόγητων ψυχικών διεργασιών μέσα από τις οποίες διαμεσοποιείται η μετατροπή ενός «κοινού» μέχρι χτες, «ανθρωπάκου» σε αντισημίτη σήμερα και σε δήμιο αύριο; Αν ήταν ποτέ δυνατό να βρεθεί κανείς ξανά στην χαμένη για πάντα Yiddishland και να ρωτήσει ένα διδάσκαλο των Χασσιντίμ τι στοιχειώνει την ψυχή ενός Ναζί, εκείνος θα απαντούσε άμεσα: Ο Dybbuk! Τίποτα δεν μαγνητίζει, δεν πανικοβάλλει και δεν εξαγριώνει έναν εκκολαπτόμενο ναζί όσο εκείνο το ξωτικό πλάσμα αλλά και κάθε εξωτικό και εξώβλητο ον· ο διφυής και δισυπόστατος που ζει ανάμεσα σε δυο τουλάχιστον κόσμους: ο Dybbuk.

Έτσι ονομάζεται το πιο διάσημο έργο του λαϊκού θεάτρου γίντις, που γράφτηκε από τον Σολωμών Ααρόνοβιτς / Σεμυόν Ασίμοβιτς το 1912 και ανέβηκε το 1919. Ο Dybbuk είναι μύθος και εικόνα του ίδιου του Εβραίου αλλά όχι μόνου του μα πάντα μαζί με τον Άλλο που κουβαλάει μέσα κι έξω του. Είναι ένα ον με μόνο τρόπο ύπαρξης τη συνεχή διαπίδυση από τον έναν χώρο στον άλλον, γλιστρώντας πάνω στους διάμεσους ιστούς της κοινωνίας· ένας Άνθρωπος των Μεταιχμίων.

Dybbuk Yiddish film Poland 1937

Ο ίδιος ο Χίτλερ στο Mein Kampf περιγράφει πώς έγινε ο ίδιος αντισημίτης και πώς ένας μικροαστός κάτω από ορισμένες ιστορικοκοινωνικές συνθήκες αρχίζει να μισεί τους Εβραίους. Μπορεί το παράξενο παρουσιαστικό τους να τον έκανε να σκεφτεί πως πρόκειται για κάποια μια διαφορετική φυλή ξένη προς την Ευρώπη των Αρίων, αλλά εκείνο που του προκάλεσε την μεγάλη απέχθεια ήταν το γεγονός ότι οι ίδιοι οι αλλογενείς εγκατέλειπαν συχνά αυτή την εμφάνιση και παρίσταναν τόσο καλά τους Άριους. Έτσι το χαρακτηριστικότερο στη γένεση της αντισημιτικής / ρατσιστικής τάσης δεν είναι τόσο η απόρριψη της Διαφοράς όσο ο φόβος για την ανασφαλή Ταυτότητα που στην πραγματικότητα ήδη εμπεριέχει την αόρατη αλλοίωση.

Είναι ακριβώς η δυσφορία του όμοιου απέναντι στο σχεδόν όμοιο. Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι το παλιό αντιρατσιστικό σύνθημα του δικαιώματος στη Διαφορά» το οικειοποιήθηκε ο νεορατσισμός από την δεκαετία του ’80 ιδιαίτερα, για να προωθήσει μέτρα αποκλεισμού των ξένων μεταναστών στο όνομα του «σεβασμού» και της «προστασίας της πολυπολιτισμικής διαφορετικότητας»; Εκείνο που φοβάται ο αντισημίτης ρατσιστής είναι ακριβώς η παρουσία της Διαφοράς μέσα στην Ταυτότητα και της Ταυτότητας μέσα στη διαφορά. Κάπως έτσι η Γερμανία, γράφει ο Heiner Müller, δεν έπλεξε έναν αυθεντικό δεσμό με την Ευρώπη και βρίσκεται ακόμα μετέωρη μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

 sovjets_posters_gr_050-051_Image_0001

Ο Franz Kafka στο περίφημο Γράμμα στον Πατέρα του φωτίζει την άθλια κατάσταση του Εβραίου Dybbuk, που ζει μεταξύ δυο κόσμων, του παλιού αγροτικού γκέτο και του νέου αστικού περιβάλλοντος. Ο Dybbuk της μεγαλούπολης προσπαθεί απεγνωσμένα όπως ο Κ. στον Πύργο αλλά είναι πάντα υπεράριθμος στην αλυσίδα. Και ελάχιστοι αντιλαμβάνονται πως δεν φταίει παρά η ίδια η αλυσίδα, συνεπώς η μόνη λύση είναι η συντριβή της και η καθολική μεταμόρφωση ενός κόσμου χωρίς αλυσίδες. Γι’ αυτό και ο χιτλερικός Αγών ταυτίζει τον αγώνα «κατά της εβραϊκής πανούκλας» με εκείνον «κατά του μπολσεβικισμού». Το πρώτο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο του Μιχαήλ μας οδηγεί μέσα από όλες αυτές τις δαιδαλώδεις διαδρομές σε μια πρώτη μορφή του Μεσσιανικού.

Ακριβώς το άνοιγμα αυτού του Μεσσιανικού στον ορίζοντα της ιστορίας αναζητούν τα κείμενα αυτού του τόμου. Το Μεσσιανικό εδώ δεν ζει μέσα σε μυστικισμούς και θρησκείες αλλά ανιχνεύεται, όπως και στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στην επαναστατική ρήξη της συνέχειας της ιστορίας, που μέχρι τώρα δεν έχει πάψει να είναι η ιστορία της διάβασης μέσα στην κοιλάδα των δακρύων και στο ασίγαστο αίτημα μιας πέρα από δίκαια και νόμους Δικαιοσύνης, όπως γράφει ο συγγραφέας στο εισαγωγικό του σημείωμα. Φυσικά ο μαρξισμός εγκλήθηκε για υλιστική εσχατολογία και εκκοσμικευμένο μεσσιανισμό αλλά μάλλον συνέβη το αντίστροφο: τα γραφειοκρατικά μορφώματα, σοσιαλδημοκρατικά και σταλινικά, που ζήτησαν νομιμοποίηση στο όνομά του, στην πραγματικότητα εξόρισαν, εξόρκισαν και εξόντωσαν τον μεσσιανικό του πυρήνα.

Landauer

Αυτά τα κείμενα λοιπόν, είτε γραπτά σε περιοδικά [Εξώπολις, Μανδραγόρας, Νέα Κοινωνιολογία, Ομπρέλα, Ουτοπία, Τετράδια Ψυχιατρικής, Τα Νέα της Τέχνης] είτε ομιλίες σε σεμινάρια και συνέδρια, αλλά και ανέκδοτα, «πάντα μέρη ενός και αυτού σώματος, που δεν έπαψε να πλάθεται, αυτοτελείς στιγμές της ανάπτυξής του», παρακολουθούν την Μεσσιανικότητα στην διαδρομή της σ’ όλη την παράδοση των καταπιεσμένων, στους αγώνες τους και στο όραμα της εκ βάθρων αλλαγής του κόσμου, ως η διαρκής Αρχή της ελπίδας (Έρνστ Μπλοχ) για τη ριζική μεταμόρφωση των πάντων.

Το Μεσσιανικό δεν υπάρχει έξω από την Ιστορία· για πρώτη φορά εμφανίστηκε εγγεγραμμένο στο ιστορικό σώμα του εβραϊκού λαού και των βασάνων του. Ο Σιοράν έγραφε: Το να είσαι άνθρωπος είναι ένα δράμα· το να είσαι Εβραίος είναι ένα άλλο. Να ζεις το δράμα του αποκλεισμού και ταυτόχρονα το δράμα όλης της ανθρωπότητας, να υπομένεις το μαρτύριο μια αφόρητης ιδιαιτερότητα για χάρη της καθολικότητας….Ο συγγραφέας προσκαλεί τις μορφές που ιχνηλατούν άγνωστη γη, πέρα από τους θρησκευτικούς μύθους και την αστική εκκοσμίκευση, «εκεί που αρχίζει η ήπειρος της Αταξικής». Συνομιλεί με τον Jacques Hassoun, διαβάζει το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι [Arbeit Macht Frei. Η αντι-ανθρωπολογία του Άουσβιτς], εντοπίζει «το μείζον μέσα στο έλασσον» στην περίπτωση του ταπεινού Γιαννιώτη ποιητή Γιωσέφ Ελιγιά και της παραδείσιας Ρεβέκκας του και ανιχνεύει την διαλεκτική της αγαθότητας στον ακόμα ταπεινότερο φίλο του Καραγκιόζη και στοχαστή της τέχνης Τζούλιο Καΐμη [«Τα μαύρα χρώματα της ψυχής μας τότε θα λάμπουνε»]. Άλλα γραπτά αφορούν την Ανθρωπολογία του Ταλμούδ, τον Εβραίο Μπαρούχ Σπινόζα και την Εβραϊκή παράδοση και εκκοσμίκευση και τον Πάουλ Τσέλαν και την δική του ιδιόμορφη διαδρομή από τον … Πίνδαρο μέχρι του Κανενός το Ρόδο.

A.E.

Ο Μπρετόν κι ο Εμπειρίκος, παρά το πλήγμα της Ιστορίας, δεν κατέρρευσαν. Ο Έλληνας υπερρεαλιστής άρχισε να υφαίνει και να ξαναϋφαίνει την ωκεάνια γραφή του και μέσω αυτής ξανάδεσε τους αρμούς του προτάγματος της αταξικής κοινωνίας, που τόσο δυσφήμισε και ακρωτηρίασε και μπλόκαρε ο σταλινισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτό το έργο με τις πιο βίαιες, φαινομενικά, αντιχριστιανικές και αντισοσιαλιστικές επιθέσεις – επιθέσεις κατά της ηθικολογούσας, λυπομανούς και ερωτοφάγου χριστιανοσύνης και κατά του ευνουχισμένου ψευτοσοσιαλισμού – ο Α. Εμπειρίκος διασώσει το Μεσσιανικό και Προφητικό στοιχείο της βιβλικής παράδοσης και την προσδοκία της «άνευ τάξεων» απελευθερωμένης κοινωνίας. [σ. 161]

… γράφει ο συγγραφέας για τον Ανδρέα Εμπειρίκο και το Μέγα Φως το Άκτιστον επί ουρανού και … του καταστρώματος του Μεγάλου Ανατολικού, εστιάζοντας στην ιδιότητα του Εμπειρίκου ως απελευθερωτή της εμπειρίας αλλά και κατεξοχήν ερωτικού και μεσσιανικού ποιητή, που προμήνυσε την Ανάγκη των Νέων Παραδείσων, μιας νέας Ιερουσαλήμ που ο ίδιος ονόμασε Οκτάνα. Ο Εμπειρίκος υποφέρει λόγω της ταξικής του καταγωγής, ενάντια στην οποία ο ίδιος είχε εξεγερθεί, ενστερνιζόμενος τις ιδέες της Οκτωβριανής Επανάστασης και τον ανόθευτο κομμουνισμό της πρώτης περιόδου. Ο Μιχαήλ αντιπαραβάλει τον ποιητή με τον μαρκήσιο ντε Σαντ, φωτίζει την εφαπτομένη του Μεσσιανισμού με την αιμομιξία και εντοπίζει μια ακόμα παλαιότερη ένωση του ερωτισμού με την μεσσιανική προσδοκία στο Άσμα Ασμάτων

wb.

Ένα ιδιαίτερο σώμα πέντε κειμένων αναφέρεται στον Βάλτερ Μπένγιαμιν και τον Έρνστ Μπλοχ. Στο πρώτο ερευνάται η ενδιαφέρουσα διαλεκτική Μπένγιαμιν και Τρότσκυ, πενήντα χρόνια μετά. Περιπλανώμενος Ιουδαίος του προδομένου Οκτώβρη, φάντασμα του κομμουνισμού που πλανιέται πάνω από έναν πλανήτη δίχως βίζα τρομάζοντας τον Στάλιν και τους ισχυρούς της γης ακόμα και την ώρα της έσχατης αδυναμίας, ο Τρότσκυ δολοφονείται στο Μεξικό το 1940. Ένα μήνα μετά, ο Μπένγιαμιν διπλά καταδιωγμένος, Εβραίος και κομμουνιστής διανοούμενος, συλλαμβάνεται και αυτοκτονεί για να μην παραδοθεί στα χέρια της Γκεστάπο.

Ο Μπένγιαμιν είναι η ιστορικο – φιλοσοφική και ποιητική συνείδηση της προλεταριακής επανάστασης που χάθηκε στη Δύση – στη Κεντρική Ευρώπη και προπαντός στη Γερμανία – αφήνοντας την Οκτωβριανή Επανάσταση μόνη στα νύχια μια αρπαχτικής θερμιδωριανής γραφειοκρατίας. Υπήρξε το εξαίσιο άνθος της αριστερής εβραϊκής ιντελιγκέντσιας του ευρύτερου γερμανόφωνου χώρου, που βλάστησε σ’ ένα κλίμα όπου διασταυρώνονταν όλα τα ρεύματα του μοντερνισμού και του επαναστατικού σοσιαλισμού, ο αντικαπιταλιστικός ρομαντισμός του Kierkegaard, η νοσταλγία της αρχέγονης μητριαρχίας του Bachofen, η ψυχανάλυση με τον μαρξισμό, τα αναρχικά μεσσιανικά οράματα του Gustav Landauer, ο αναρχοσυνδικαλισμός του Σορέλ, οι θρύλοι των Χασσιντίμ και η Λούξενμπουργκ.

trotsky

Ο Μπένγιαμιν κράτησε τη ίδια πολιτική στάση με τον Τρότσκυ, τον οποίο υποστήριξε κατά του σταλινισμού σε όλα τα μέτωπα και κατήγγειλε τον συμβιβασμό της επαναστατικής σκέψης στην Ισπανία με τον μακιαβελισμό των Ρώσων ηγετών. Απεχθανόταν τους αντιδραστικούς εθνικισμούς που φούντωναν και θεωρούσε ότι τόσο η γερμανική κουλτούρα όσο και η εβραϊκή παράδοση θα αυτοκαταστρέφονταν με τον εθνικιστικό αυτοεγκλεισμό τους. Αρνήθηκε τους δρόμους διαφυγής που του είχαν προτείνει οι φίλοι του Αντόρνο και Μπρεχτ. Στον πρώτο, που τον καλούσε στη νέα Υόρκη, αντιπαρέθετε ότι έπρεπε να δοθεί πολιτική μάχη στην Ευρώπη κατά του φασισμού κι ότι δεν μπορούσε ο μαρξισμός να αναπτυχθεί ερήμην της, στη γαλήνη των ακαδημαϊκών σπουδαστηρίων. Αυτή την εμμονή στις αρχές την πλήρωσε με την ίδια τη ζωή του. Τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Τρότσκυ ο μαρξισμός δεν ήταν μόνο μια θεωρία αλλά μια κοσμοθεώρηση. Τι συνδέει και τι διαφοροποιεί τις δυο μορφές που πενήντα χρόνια μετά «συνεχίζουν να αυλακώνουν τον ορίζοντα τις Ιστορίας σας αστραπές»;

Ένα δεύτερο εκτενέστατο κείμενο ερευνά τον Μύθο σε σχέση με την Ιστορία, την Πολιτική, την Λογική, την Αλληγορία, το Όνειρο, την Διαλεκτική, την Τέχνη και φυσικά τον Μεσσιανισμό. Κατόπιν σειρά έχει ο κατεξοχήν μαρξιστής φιλόσοφος της ελπίδας σε καιρούς απελπισμένους, ο Έρνστ Μπλοχ. Το δικό του εγχείρημα υπήρξε μια τολμηρή κατάδυση στο ουτοπικό βάθος της τραγικής του εποχής, η επανεπεξεργασία της έννοιας της Ουτοπίας κάτω από την ισχυρή επιρροή του Λαντάουερ. Μετά την άνοδο του φασισμού στο κέντρο της προβληματικής του έρχονται πια οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης, ενώ μετά την ήττα του χιτλερισμού εγκαταστάθηκε γεμάτος ελπίδα στην Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Μετά την ουγγρική εξέγερση και την σύλληψη του Λούκατς ο Μπλοχ γίνεται στόχος των επιθέσεων της ανατολικογερμανικής σταλινικής γραφειοκρατίας, που δεν κατάφερε όμως να του σπάσει την προσήλωσή του στον επαναστατικό μαρξισμό, τον οποίο έβλεπε ως την Αρχή της Ελπίδας να αναδύεται ως αντικειμενική πραγματική δυνατότητα.

sovjets_posters_gr_202-203_Image_0001

Είναι άραγε η ουτοπία το ανέφικτο της δυνατότητα ενός κόσμου άλλου ή είναι η δυνατότητα του ανέφικτου να πραγματωθεί; Είναι η ανήμπορη παρηγοριά του απαρηγόρητου ή η άσβεστη προσδοκία του απροσδόκητου; Την μεγαλύτερη επίδραση πάνω στον Μπλοχ πριν γίνει μαρξιστής την άσκησε ο εβραϊκός μεσσιανικός αναρχισμός του φίλου του και αδικοχαμένου ηγέτη της εφήμερης Σοβιετικής Δημοκρατίας της Βαυαρίας, του προαναφερθέντος Γκούσταβ Λαντάουερ, την κληρονομιά του οποίου μετασχημάτισε ολοκληρωτικά. Η Ουτοπία δεν άσκησε έλξη στον Μπλοχ ως κάποια υποκειμενική – ανορθολογική φυγή από την τραγικήπραγματικότητα· αναζήτησε αντίθετα την θεμελίωση και την λογική της μέσα στον αντικειμενικό κόσμο. Ο Μπλοχ ανανεώνει επαναστατικά το Πνεύμα της Ουτοπίας στο οποίο έγραφε: Υπάρχω, υπάρχουμε. Δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω. Σ’ εμάς απομένει ν’ αρχίσουμε. Στα χέρια μας είναι η ζωή. Καιρό τώρα έχει αδειάσει πια από κάθε περιεχόμενο. Παράλογη, τρεκλίζει εδώ κι εκεί, αλλά εμείς αντέχουμε κι έτσι θέλουμε να γίνουμε η γροθιά μας κι οι σκοποί της. [σ. 333]

Εκδ. Άγρα, 1999, σελ. 425. Περιλαμβάνοναι κατάλογος των πρώτων δημοσιεύσεων, ευρετήριο προσώπων και ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Σημ.: Το Πανδοχείο έχει ήδη συναντηθεί με το έργο του Σάββα Μιχαήλ: συνομίλησε με τις δικές του Μορφές της περιπλάνησης και άκουσε την δική του Musica ex Nihilo.

Στις εικόνες: σκηνή από την Πολωνική κινηματογραφική εκδοχή του Dybbuk [1937] / Gustav Landauer / Ανδρέας Εμπειρίκος / Walter Benjamin / Leon Trotsky / Οκτώβριος 1917.

10
Ιολ.
14

Primo Levi – Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Όταν τελ0383_LEVI-ANTHRWPOS NEOειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον. Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμoρφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες. [σ. 30]

Αν τα μεγάλα έργα γεννιούνται σχεδόν πάντα από εμπειρίες και ανάγκες που υπερβαίνουν την καθαρή λογοτεχνία και από τις προκλήσεις μιας πραγματικότητας όπου κρίνεται το νόημα της ύπαρξης, όπως γράφει ο Κλαούντιο Μάγκρις, τότε αναμφίβολα σε αυτά ανήκει και το παρόν βιβλίο. Εδώ μια μετριοπαθής μαρτυρία διηγείται την αθλιότητα και το μεγαλείο της ζωής σε συνθήκες απόλυτα ακραίες. Χωρίς πάθος και χωρίς μίσος, η γυμνή αλήθεια των γεγονότων αναβλύζει αβίαστα από την γραφή μην αφήνοντας την αδιανόητη εμπειρία της φυσικής και ηθικής εξουθένωσης να παραμορφώσει την ανθρώπινη ύπαρξη του συγγραφέα.

primo_levi__Ο Πρίμο Λέβι στάλθηκε στο Άουσβιτς μαζί με άλλους εξακόσιους σαράντα εννιά ανθρώπους τον Φεβρουάριο του 1944 και ήταν ο ένας από τους τρεις μοναδικούς επιζώντες μέχρι την απελευθέρωσή τους τον Ιανουάριο του 1945. Ο μοναδικός τρόπος να διαχειριστεί τις μνήμες εκείνου του μηδενικού έτους ήταν η γραφή αυτού του βιβλίου, που ολοκληρώθηκε σε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του. Μερικοί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι το απέρριψαν, ώσπου έγινε δεκτό το 1947 από έναν μικρότερο και τυπώθηκε σε 2.500 αντίτυπα, αλλά μετά ο οίκος έκλεισε και το βιβλίο έπεσε στη λήθη. Ο Λέβι αντιλαμβάνεται ότι εκείνα τα μεταπολεμικά χρόνια, αρνούνταν να επιστρέψουν στην ανάμνηση μιας βασανιστικής εποχής που μόλις είχε τελειώσει. Τελικά το βιβλίο ξανατυπώθηκε από τις εκδόσεις Einaudi το 1956.

Κάποιος, πολύ καιρό πριν, έγραψε ότι τα βιβλία, όπως οι άνθρωποι, έχουν το δικό τους πεπρωμένο, απρόβλεπτο, διαφορετικό από αυτό που επιθυμούσαμε και αναμέναμε… Γράφω αυτό που δεν θα. μπορούσα να πω σε κανέναν. Ήταν τόσο επιτακτική μέσα μας η ανάγκη να διηγηθούμε, που άρχισα να γράφω το βιβλίο εκεί, σ’ εκείνο το γερμανικό εργαστήριο γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να. φυλάξω τις σημειώσεις που μουντζούρωνα, όπως όπως, θα έπρεπε αμέσως να τις καταστρέψω, γιατί η τυχόν αποκάλυψή τους θα μου κόστιζε τη ζωή. [σ. 211]

Pantheon_PrimoΟ συγγραφέας ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων όταν συνελήφθη ως «Ιταλός πολίτης εβραϊκής φυλής» και κλείστηκε σ’ ένα στρατόπεδο στη Μόντενα. Η αναγγελία του εκτοπισμού εκεί τους βρήκε όλους απροετοίμαστους· ελάχιστοι αφελείς και ονειροπόλοι συνέχιζαν πεισματικά να ελπίζουν αλλά σύντομα ο καθένας αποχαιρετούσε την προηγούμενη ζωή του με τον δικό του τρόπο: άλλοι προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατονόμαστο πάθος. Κι ύστερα… Η αυγή μας ξάφνιασε σαν προδοσία…Ο χρόνος της περισυλλογής και των αποφάσεων έκλεισε και κάθε λογική σκέψη διαλυόταν…Το ανέφικτο της απόλυτης ευτυχίας είναι κάτι που αργά ή γρήγορα όλοι ανακαλύπτουν στη ζωή, αλλά σπάνια εμβαθύνει κανείς στο ανέφικτο της απόλυτης δυστυχίας. Οι ίδιες οι υλικές φροντίδες που δηλητηριάζουν την διαρκή ευτυχία, είναι που μας αποσπούν αδιάκοπα από τη σκέψη της δυστυχίας, γράφει ο Λέβι. Εκείνη η απόλυτη δυστυχία τον περίμενε στο Άουσβιτς.

Τότε, για. πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένoι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δε γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να. σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας· εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκoυγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ’ όνομά μας: κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρoύμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ’ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ’ αυτό που υπήρξαμε. [σ. 30]

SequestoΗ θερμή του υποδοχή του βιβλίου από μαθητές και καθηγητές ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του εκδότη και του ίδιου του συγγραφέα Εκατοντάδες μαθητές από όλη την Ιταλία τον προσκάλεσαν να μιλήσει γι’ αυτό κι εκείνος το αποδέχτηκε ως μια τρίτη του ιδιότητα, εκτός από εκείνη του χημικού και του συγγραφέα. Και ακριβώς όλες οι ερωτήσεις των παιδιών κωδικοποιήθηκαν στο πολύτιμο επίμετρο του βιβλίου. Πρόκειται για ένα δεύτερο συγκλονιστικό κείμενο που αντικαθρεφτίζει με άλλο τρόπο την ουσία του μυθιστορήματος.

Στην ερώτηση για ποιο λόγο δεν εκφράζει μίσος, μνησικακία ή επιθυμία εκδίκησης εναντίον των Γερμανών, και αν τους έχει συγχωρήσει, ο Λέβι απαντάει: όλα αυτά αποτελούν πρωτόγονα αισθήματα που δεν έχουν σχέση με τη λογική· ακόμα, αποτελούν ατομικά συναισθήματα, που στρέφονται εναντίον ενός ανθρώπου. Οι διώκτες του όμως δεν είχαν ούτε πρόσωπο ούτε όνομα. Είναι γνωστή η επιμέλεια με την οποία η ναζί απέφευγαν κάθε άμεση επαφή με τους σκλάβους τους. Πώς να μισήσει λοιπόν κανείς ένα πλήθος φαντασμάτων;

primoleviΟύτως ή άλλως ο φασισμός παρέμεινε παρών αλλά κρυμμένος· προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο. Σ’ εκείνες της συνθήκες σιωπής, επιείκειας και συνενοχής, ο Λέβι αισθάνθηκε τον πειρασμό του μίσους, αλλά ακριβώς η μη φασιστική νοοτροπία του και η πίστη στη λογική, το δίκαιο και τον διάλογο υπερίσχυε κατά κράτος. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ύφος του βιβλίου ήταν αυτό της νηφάλιας και συγκρατημένης μαρτυρίας παρά κάποια οργισμένη ή μεμψίμοιρη γραφή. Όμως η απουσία καταδικαστικής κρίσης δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως άφεση αμαρτιών. Ο συγγραφέας δεν συγχώρεσε ποτέ κανέναν από τους υπαίτιους.

LeviΣτα αγκάθινα ερωτήματα αν οι Γερμανοί και οι Σύμμαχοι γνώριζαν και, ακόμα, πώς έγινε δυνατή μια γενοκτονία στην καρδιά της Ευρώπης χωρίς να το πληροφορηθεί κανείς ο Λέβι απαντά, μεταξύ άλλων, ότι σε ένα αυταρχικό κράτος εκείνης της εποχής η πληροφορία μπορούσε να εξαλειφθεί και η εξουσία να επιβάλει την μία και μοναδική «αλήθεια». Η διατήρηση κλίματος τρόμου ανάμεσα στον γερμανικό λαό και η πλήρης μυστικότητα σαφώς έπαιξαν τον ρόλο τους. Κι όμως, δεν υπήρχε ούτε ένας Γερμανός που να μη γνώριζε την ύπαρξη των στρατοπέδων. Εκατομμύρια παρακολούθησαν με αδιαφορία, περιέργεια ή αποστροφή, κάποτε και με ευχαρίστηση, τις εκτός στρατοπέδων ταπεινώσεις των Εβραίων. Η πλειονότητα των Γερμανών δεν ήξερε γιατί δεν ήθελε να ξέρει, ή επέλεξε να μην ξέρει. Και ο γερμανικός λαός στο σύνολό του, δεν επιχείρησε καν να αντισταθεί· σχημάτιζε δε την πεποίθηση ότι δεν γνωρίζει, συνεπώς δεν είναι συνεργός σε ό,τι συνέβαινε έξω από την πόρτα του.

FEDIZ_L00001Στο επίμετρο περιλαμβάνονται οι εκτενείς απαντήσεις του συγγραφέα σε οκτώ θεμελιώδεις ερωτήσεις των παιδιών, ένα κείμενο του συγγραφέα (Η μαύρη τρύπα του Άουσβιτς. Πολεμική στους Γερμανούς Ιστορικούς), μια συνέντευξή του στον Philip Roth και το σύντομο δοκίμιο του Claudio MagrisΈπος και μυθιστόρημα στον Primo Levi. Στο προαναφερθέν κείμενο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ταύτιση εβραϊσμού και μπολσεβικισμού, έμμονη ιδέα του Χίτλερ, στερούνταν αντικειμενικής βάσης (κυρίως στη Γερμανία, όπου εμφανώς η πλειονότητα των Εβραίων ανήκε στην αστική τάξη) και ότι το Άουσβιτς εμφανώς στηρίχτηκε σε μια ιδεολογία διαποτισμένη από ρατσισμό. Εάν η Γερμανία του σήμερα υπολογίζει στη θέση που της αξίζει ανάμεσα στα ευρωπαϊκά έθνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να απαλύνει την ενοχή του παρελθόντος.

primolevi1Μένει ένα βιβλίο, που όπως έγραψε ο ίδιος ο Λέβι, δεν προσθέτει τίποτα σε όσα ήδη είναι γνωστά, ούτε γράφτηκε με σκοπό να διατυπώσει ένα νέο κατηγορητήριο, αλλά για να προσφέρει στοιχεία για μια νηφάλια μελέτη των διαφορετικών όψεων της ανθρώπινης φύσης, και ιδίως των συνεπειών της αντίληψης ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός». Ούτως ή άλλως, η πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος, γράφει ο Μάγκρις, ίσως να μην επιτρέπει κανένα μυθιστόρημα, γιατί είναι σε τέτοιο βαθμό απίστευτη ώστε δεν μπορεί να προσκαλέσει τη λογοτεχνία η οποία θα θέλει να την επινοήσει ξανά στη φαντασία παρά να τη γράψει στη γυμνή επικότητά της.

Εκδ. Άγρα, 2009 (Α΄ εκδ. 1997, Β΄ εκδ. 2007), μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, σελ. 275. Περιλαμβάνεται, εκτός των προαναφερθέντων, και εργοβιογραφία του συγγραφέα [Primo Levi, Se questo è un uomo, 1947].

Σημ.  Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η σύγκριση με τις καταθέσεις και τις διαφορετικές απόψεις του επίσης έκλειστου σε ναζιστικό στρατόπεδο και επίσης αυτόχειρα Jean Amery στο βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση.

31
Μαρ.
14

Σάββας Μιχαήλ – Musica ex Nihilo. Δοκίμια για την ποίηση, τη ζωή, το θάνατο και τη δικαιοσύνη

Η γλώσσα είν1αι τόσο σοφή όσο η Φύση… Η σοφία της γλώσσας προηγήθηκε εκείνης της επιστήμης. Οι φθόγγοι της γλώσσας είναι οι ακουστοί ρυθμοί της ζωής μας…

…έγραφε ο Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ, ο κορυφαίος των Ρώσων φουτουριστών, σύντροφος και εν όπλοις συναγωνιστή του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, που έγραψε μια ποίηση γεμάτη ακατάληπτες λέξεις, πρωτάκουστους ήχους και ανήκουστους ήχους. Η ποίησή του αναγγέλλει την εμφάνιση μιας γλώσσας η οποία θα ονομαστεί ζαούμ, δηλαδή πέρα (ζα) από την κατανόηση (ουμ), κοινώς μια γλώσσα υπερ – λογική. Ήταν η πρώτη κραυγή προς την αυγή μιας Νέας Ζωής, η ίδια η γλώσσα του μέλλοντος. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, η ουτοπική αρχή της μεταμόρφωσης του κόσμου αποτελούσε συστατική δύναμη της τέχνης – η Αρχή της Ελπίδας όπως θα έλεγε ο Ernst Bloch.

2 -Velimir_HlebnikovΚαι ήταν αυτή ακριβώς η ορμή προς κάτι που δεν υπήρχε ακόμα, που διαχώρισε τον Χλιέμπνικωφ και τον ρωσικό φουτουρισμό από τον Μαρινέττι και τον ιταλικό φουτουρισμό, διαχωρίζοντας την διαμετρικά αντίθετη πολιτική τους πορεία. Η ασυμβίβαστη διαφορά με τους φασίστες ιταλούς φουτουριστές οδήγησε τους Ρώσους να ονομαστούν Μελλόντιοι. Ο δικός τους μελλοντισμός δεν αποτελούσε αναδίπλωση στον εθνοκεντρισμό αλλά κοιτούσε προς τις παγκόσμιες διαστάσεις του προμηθεϊκού του εγχειρήματος. Στο όνομα εκείνου του μέλλοντος δεν εκμηδενιζόταν το ιστορικό παρελθόν· η μηχανική πρόοδος δεν έσβηνε την παράδοση. Η εκ νέου ανακάλυψη του αρχαϊκού, η ενεργοποίηση του ανεκπλήρωτου δυναμικού, το πρότυπο του Καθολικού Ανθρώπου, η δίψα της οικουμενικότητας, ο κόσμος ως ποίημα μιας κοσμογλώσσας, όλα θα αποτελούσαν τα υλικά της νέας κατά Χλιέμπνικοφ ανθρωπότητας.

tumblr_m9ldf4MvC91qzfmh5o1_500Ξεκινήσαμε με τον τελευταίο από τα θυελλώδη κείμενα της συλλογής, το Όλη η εξουσία στον έναστρο ουρανό! Ο πέραν του λόγου Λόγος του ποιητή Βελιμίρ Χλιέμπνικωφ. Και τι αντικείμενο να έχει άραγε το τρισέλιδο κείμενο υπό το γοητευτικό τίτλο Μνημεία και νομάδες; Νομάδες είναι οι φωτογράφοι του 18ΑΝΩ, περιπλανώμενοι στα μνημεία των πόλεων, σ’ αυτά τα ασάλευτα μνημονικά ίχνη της πορείας του ανθρώπου στην Ιστορία. Φωτογραφίζοντας λοιπόν αυτές τις γραμμές διαφυγής από τη φυγή των καιρών, επιχειρούν μια έντεχνον αντιφυγάδευσιν του χρόνου όπως έγραψε ο Εμπειρίκος στην Σήμερον ως Αύριον και ως Χθες και ακολουθούν την ακινησία στο έδαφος του χώρου και την κίνηση διαφυγής από τη φθορά του χρόνου, εδάφωση [territorialisation] – απεδάφωση [déterritorialisation] και επανεδάφωση [réterritorialisation]. Αν το Μνημείο ακινητοποιεί τη ροή του χρόνου και η φωτογραφία επίσης σταματά τη στιγμή που φεύγει, τότε η φωτογράφισή τους ισοδυναμεί με μια άρνηση θανάτου, με απόρριψη οιουδήποτε συμβιβασμού μαζί του.

HannahArendt2006Ο τίτλος Ο Καντ στο Άουσβιτς και ο υπότιτλος Κοινοτοπία ή ατοπία του Κακού; ορίζουν σαφώς την προβληματική του σχετικού κεφαλαίου. Η «κοινοτοπία του Κακού», το γνωστό ερμηνευτικό σχήμα της Hannah Arredt για την περίπτωση του ναζιστή εγκληματία Eichmann, τολμηρό και ανορθόδοξο στον καιρό του, έχει γίνει, γράφει ο Μιχαήλ, το ίδιο μια κοινοτοπία, που συνδέθηκε με την ιδεολογία της …μη ιδεολογίας, με την αποφόρτιση του ιστορικού Κακού από κάθε ιδεολογικό φορτίο. Για την Άρεντ το φοβερότερο ήταν ότι το Κακό έπαψε στην εποχή μας να εμφανίζεται ανοίκειο· ως φορέας του εμφανιζόταν και ο παραδοσιακός «μέσος ανθρωπάκος», ο «άνθρωπος της «διπλανής πόρτας».

hannah-arendt-eichmann-in-jerusalemΟ Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ αποδομούσε την μέχρι τότε κυρίαρχη απολογητική των εγκλημάτων του Ναζισμού, η οποία παρουσίαζε τις φρικαλεότητές του σαν έργο μιας δράκας φρενοβλαβών. Η Άρεντ επέμεινε στις κλινικές και ψυχιατρικές εξετάσεις του Άιχμαν (που τον εμφάνισαν να χαίρει άριστης ψυχικής υγείας) και στην απόδειξη της ευρύτερης κοινωνικής βάσης που στήριξε το χιτλερικό καθεστώς: τις μικροαστικές μάζες με τις διαψευσμένες κοινωνικές προσδοκίες, το χαμηλό πνευματικό επίπεδο και την ευλάβεια απέναντι στον κάθε Αρχηγό. Η Άρεντ δεν πείστηκε από τον ισχυρισμό του Άχιμαν ότι ακολουθούσε πάντοτε τον Καντ και την διδασκαλία του για την κατηγορική προσταγή, τον Νόμο και την βούληση του Νομοθέτη· αντίθετα προτίμησε να εστιάσει στον στενό πνευματικό του ορίζοντα και στην αδυναμία του να κρίνει τις συνέπειες των πράξεών του· σε μια γενικότερη έλλειψη σκέψης.

Lieberman_Amery_bodyΟ Jean Amery, θύμα ο ίδιος των τραγικών στρατοπέδων και αυτόχειρας υπό το βάρος τους, απάντησε στην Άρεντ πως δεν υφίσταται καμία κοινοτοπία του Κακού, ενώ οι Haslam και Reicher το χαρακτήρισαν ως μια θεωρητική φυλακή. Ο Έρνστ Μπλοχ θεώρησε πως ο Καντ αμφισβητεί το δικαίωμα στην αντίσταση ακόμα κι αν ασκείται απέναντι σε μια σατανική εξουσία. Όπως σημειώνει ο Κίρκεγκωρ, ό,τι σου δίνει ο Καντ με το ένα χέρι, σου το παίρνει με το άλλο. Δεν πρόκειται εδώ για κάποιον «εσωτερικό» ηθικό νόμο αλλά ένα «εξωτερικό» νομικό σύστημα. Και ο Άιχμαν ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι έπραξε ηθικά, αλλά ότι ακολουθούσε τους νόμους της χώρας του. Η περίφημη διάκριση μεταξύ νόμιμου και ηθικού εδώ είναι εμφανέστερη από ποτέ.

blakeΣτον προαναφερθέντα Ζαν Αμερύ και το συγκλονιστικό βιβλίο του Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (που παρουσιάσαμε στο Πανδοχείο τότε) ο Μιχαήλ αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο, όπως και για τον Αρτ Σπίγκελμαν και το κόμικς του Ο πατέρας μου αιμορραγεί Ιστορία. Σε παράλληλη θεματική κινείται και το κεφάλαιο Πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά για τον αντισημιτισμό, ενώ κείμενα με τίτλους όπως Kafka Alert, Μεταμόρφωση και Εξέγερση, [Ένα] όνειρο του Τρότσκυ, Η Γη των Ονείρων [William Blakeκαι Διονύσιος Σολωμός], Κασσάνδρα ή Έκτορος Κακναβάτου Έπη Λοξά καιVitae Meditatio – Η ζωή και ο θάνατος για τον Νίκο Καρούζο είναι ενδεικτικά για το εύρος και το βάθος των θεμάτων της συλλογής. Η γραφή του συγγραφέα είναι πλούσια και ενθουσιώδης, γεμάτη αναφορές, διακειμενικές συνδέσεις, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προβληματικές και γόνιμα ερεθίσματα που δεν έχουν τέλος.

Να ζεις κι όχι απλώς να επιζείς, να ζεις μια ζωή άξια να λέγεται ζωή. Να ζεις την εμπειρία του καθολικού, του αιώνιου. Μ’ άλλα λόγια, να ζεις με την Ιδέα.

4 - alain-badiouΑν ο παρακμασμένος αστικός δημοκρατικός κόσμος έχει αναγορεύσει σε ύπατη αρχή την εντολή «να ζεις χωρίς Ιδέα», όπως καυτηρίασε ο Alain Badiou, τότε ένα προς τιμήν του κείμενο δεν μπορεί παρά να τιτλοφορείται Ζώντας με την Ιδέα. Στην κατακλείδα του πρόσφατου μείζονος έργου του Logiques des mondes ο Μπαντιού συνοψίζει ακριβώς αυτή την προσταγή του φιλελεύθερου καπιταλισμού: «είναι απλώς το βόλεμα στη ρητορική των στιγμών και στην πολιτική των γνωμών». Η Ιδέα – στη νέα ερμηνεία που δίνει ο Μπαντιού στην πλατωνική μορφή της – είναι η διαμεσολάβηση ανάμεσα στο άτομο και στο συλλογικό Υποκείμενο μιας αλήθειας, κοινώς ό,τι προσανατολίζει τα ζωή ενός ατόμου σύμφωνα με το αληθές, μέσα από την ενσωμάτωσή του σε ένα συλλογικό υποκειμενοποιήσιμο σώμα.

logiqueΣυνεπώς η Ιδέα του κομμουνισμού προσανατολίζει την ατομική ζωή και ενσωματώνεται στο σώμα της πολιτικής αλήθειας και χειραφέτησης, ενώ ο δημοκρατικός υλισμός και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του αγωνίζονται να πάψει να σηματοδοτεί η κομμουνιστική ιδέα μια δυνατότητα. Τα ερείσματα μιας τέτοιας Ιδέας αναζητά ο Μπαντιού, στα φιλοσοφικά του μανιφέστα, αναδιατυπώνοντας την «κομμουνιστική υπόθεση», ενάντια σε μια δημοκρατία που διαλύει την Γιουγκοσλαβία και στήνει το Γκουαντάναμο. Απέναντι στο μόνιμο ρεφραίν των σκεπτικιστών ότι μια τέτοια ουτοπία πουθενά επί γης δεν υπήρξε, ο Μπαντιού επαν- εμπνέεται από την πλατωνική πολιτεία και τις φράσεις της: Δεν έχει σημασία αν υπάρχει ή αν θα υπάρξει αυτή η Πολιτεία, έτσι κι αλλιώς αξίζει να πράττεις μόνο σύμφωνα μ’ αυτήν και για καμιάν άλλη.

Εκδ Άγρα, 2013, σελ. 311.

Στις εικόνες: Velimir_Khlebnikov‎, Hannah Arendt, Jean Amery, William Blake, Alain Badieu. Η φωτογραφία του μνημείου (ο βυζαντινός Άγιος Στέφανος στην Καστοριά) δεν είναι από την αναφερόμενη έκθεση αλλά εκφράζει, κρίνουμε, ιδιαίτερα το σχετικό της πνεύμα.

28
Ιον.
12

Νικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν

Ένα γραφείο, ο μεταφορικός οίκος της μνήμης

Υπάρχουν στιγμές που σε καταλαμβάνει ένα είδος διαύγειας και ξαφνικά τα εμπόδια παραμερίζουν κι αντικρίζεις μια άλλη διάσταση την οποία είχες ξεχάσει ή είχες επιλέξει να αγνοήσεις, ώστε να συνεχίσεις να ζεις με τις διάφορες ψευδαισθήσεις που κάνουν τη ζωή – ειδικά τη ζωή με άλλους ανθρώπους – δυνατή. [σ. 28]

Βρίσκουμε παρηγοριά στις συμμετρίες της ζωής επειδή υπαινίσσονται ένα σχέδιο εκεί όπου δεν υπάρχει κανέναν. [σ. 115]

0. Ο βασικός, αν και όχι μοναδικός πυρήνας του τετραπλόκαμου μυθιστορήματος της Κράους είναι ένα αντικείμενο: ένα γραφείο τεράστιο, σκοτεινό, υποβλητικό, με τα πολλά του συρτάρια σαν ζωντανά, οργανικά μέλη. Η Μυθοπλαστική της Διαδρομής του, εδώ ανάμεσα σε κατόχους, χρήστες και κλέφτες, φυσικά δεν είναι πρωτότυπη όμως η συγγραφέας (Νέα Υόρκη 1974, σύζυγος του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, χαρακτηρισμένη από New Yorker ως μία εκ των 20 καλύτερων συγγραφέων κάτω των 40 ετών) τη χρησιμοποιεί για να φλογίσει με εξαιρετικό τρόπο τις τέσσερεις σπονδυλωτές ιστορίες της.

1. Για την αφηγήτρια της πρώτης ιστορίας το γραφείο υπήρξε το εργαστήριο συγγραφής των μυθιστορημάτων της, η μοναδική έκφραση της τάξης στη ζωή της, το κληρονόμημα και ενθύμιο του εξαφανισμένου από την αστυνομία του Πινοσέτ ποιητή φίλου της. Η Νάντια δεν νοιώθει μόνο υπεύθυνη για την φύλαξή του γραφείου αλλά και αιχμάλωτή του. Τα συρτάρια του αντιπροσώπευαν «τη σχηματική αποτύπωση μιας συνείδησης που δεν μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο με τον ακριβή αριθμό και τη διάταξή τους». Ο εαυτός της εναρμονίστηκε οριστικά μαζί του· ίσως πάλι η μελαγχολία του Βάρσκι τώρα ανήκε σ’ εκείνη. Έτσι όταν η κόρη του καταφτάνει απρόσμενα για να το ζητήσει, η συγγραφέας αισθάνεται πλήρη απογύμνωση: το γραφείο αποτελούσε το όχημα κάθε δημιουργίας της αλλά και την δικαιολογία να μην πάρει τους δρόμους και εξαφανιστεί σε άλλους τόπους. Και η γραφή της αποτελούσε την μόνη της ζωή, οι ήρωές της την μόνη της παρέα – προτιμούσε την εσκεμμένη πολυσημία της μυθοπλασίας από την ακαταλόγιστη πραγματικότητα. Κάτω από χιλιάδες λέξεις κρυβόταν μια πλήρης ανεπάρκεια:

Άρχισα να υποπτεύομαι ότι αντί να αποκαλύπτω το κρυμμένο βάθος των πραγμάτων, όπως εξαρχής πίστευα ότι έκανα, ίσως ίσχυε το αντίθετο, ίσως κρυβόμουν πίσω από αυτά που έγραφα, χρησιμοποιώντας τα για να συγκαλύπτω μια μυστική έλλειψη, μια ανεπάρκεια που όλη μου τη ζωή έκρυβα από τους άλλους και την οποία με τη συγγραφή είχα κρατήσει κρυφή ακόμα κι από τον εαυτό μου […] ανεπάρκεια νοήματος, γεννημένη από ψυχική ανεπάρκεια. […] Και παρόλο που κατάφερνα να την κρύβω χρόνια, αντισταθμίζοντας την εικόνα μιας ελαφρώς αναιμικής ζωής με τη δικαιολογία ενός άλλου, βαθύτερου επιπέδου ύπαρξης στη δουλειά μου, ξαφνικά διαπίστωνα ότι ήμουν πλέον ανίκανη να το κάνω. [σ. 57- 58]

2. Ο κεντρικός χαρακτήρας της δεύτερης ιστορίας, ένας αποσυρθείς εισαγγελέας,  επιδίδεται σ’ ένα καταιγιστικό δευτεροπρόσωπο μονόλογο εναντίον του απόντος γιου του, όπου δεν δικαιολογεί μόνο την αδιάκοπη επιθετικότητα και την σαδιστική συναισθηματική διαπαιδαγώγησή του, αλλά και εκφράζεται με ανελέητη ειρωνεία περί πάντων, ακόμα και για την τρυφερή συμπαράσταση της γυναίκας του προς τον βλαστό τους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο εδώ αποτελεί η σύγκρουση δυο εβραϊκών γενεών: ο πατέρας συγκρίνει τις μηδαμινές ταλαιπωρίες του νέου με τις δικές του οδύσσειες και αδυνατεί να κατανοήσει την άρνηση της στρατιωτικής καριέρας ή την αγορά ενός BMW, δηλαδή «ενός αυτοκινήτου φτιαγμένου από τους γιους των ναζί».

Άλλο εξαιρετικό εύρημα αποτελούν οι αποστολές των δεμάτων με χειρόγραφα από ένα βιβλίο που στέλνει ο γιος από το μέτωπο για να τα διασφαλίσει– ο πατέρας του τα ανοίγει για να τα διαβάσει κρυφά, αναρωτώμενος όμως αν ο γιος του αυτό τελικά επιδιώκει. Άραγε η συνάντησή τους με αφορμή τον θάνατο της συζύγου – μητέρας τους θα αποτελέσει ευκαιρία για μορατόριουμ στην πίκρα και την χολή ή για συνέχιση της εξοντωτικής πολεμικής με νέα μέσα; Τα δεδομένα δείχνουν προς το δεύτερο, καθώς ανοίγονται – πάντα σε εσωτερικό μονόλογο – νέα κρίσιμα θέματα, όπως η βεβιασμένη συμμετοχή του γιου στον πόλεμο και η τραγική επίσκεψή του στην οικογένεια ενός νεκρού συστρατιώτη.

3. Στην τρίτη ιστορία, ένα μορφωμένο ζεύγος συμβιώνει αρμονικά εδώ και δεκαετίες, έχοντας αφήσει ολόκληρες ζώνες του προτέρου τους βίου στα σκότη. Η συμπεφωνημένη σιωπή αφορά κυρίως το εφιαλτικό παρελθόν της γυναίκας που επιβίωσε από την καταδίωξη των Ναζί. Η Λότε προσπαθεί να κρύβει την θλίψη της, να τη διαιρεί σε όλο και μικρότερα κομμάτια και να τα σκορπίζει σε μέρη όπου πίστευε ότι κανείς δεν θα τα έβρισκε. Ο αφηγητής σύζυγος υπαινίσσεται πως το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να την μετατρέψει σε αντικείμενο μελέτης. Γι’ αυτόν το γραφείο – κτήμα της γυναίκας του είναι ένα αντιπαθές, ογκώδες και αταίριαστο αντικείμενο, με καταθλιπτικές, ανησυχητικές αλλά και μυστηριώδεις προεκτάσεις. Ενώ εκείνη δείχνει να μην το αποχωρίζεται ποτέ, κάποτε το χαρίζει σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον  Ντάνιελ Βάρσκι, που την επισκέπτεται συχνά (κι ενίοτε μυστικά) το 1970. Μέχρι να χάσει σταδιακά τη μνήμη της και να μαθευτεί το μυστικό από το οποίο εκείνος αποκλειόταν τόσα χρόνια, ο αφηγητής βασανίζεται από την υποψία της μεταξύ τους ερωτικής σχέσης (σε μερικές ακόμα εξαιρετικές σελίδες).

Την ίδια στιγμή, επιτόπου, αποφάσισα ότι θα συγχωρούσα στη Λότε τα πάντα. Φτάνει η ζωή να μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν. Φτάνει η καρέκλα που ήταν εκεί όταν πηγαίναμε για ύπνο να είναι και πάλι στη θέση της το πρωί. Δεν με ένοιαζε τι της συνέβαινε όσο κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν με ένοιαζε αν ήταν η ίδια καρέκλα ή χίλιες διαφορετικές ή αν όσο κρατούσε η μεγάλη νύχτα έπαυε εντελώς να υπάρχει – φτάνει όταν καθόμουν πάνω της για να φορέσω τα παπούτσια μου, όπως έκανα κάθε πρωί, να σήκωνε το βάρος μου. Δεν χρειαζόταν να ξέρω το καθετί. Το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί όπως πάντα. [σ. 135]

4. Το κεντρικό, αν και αφανές πρόσωπο της τέταρτης ιστορίας, ο  Τζορτζ Βάιζ,  αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση χαμένων αντικείμενων από αρπαγές και λεηλασίες των Ναζί. Αντίθετα με τους ανθρώπους, πίστευε, τα άψυχα δεν εξαφανίζονται έτσι απλά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο επισκεπτόταν ο ίδιος τους γείτονες που τα οικειοποιήθηκαν και τα έπαιρνε αθόρυβα, ενώ αργότερα επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε όλον τον κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι τον πλησίαζαν για να ξαναβρούν τα πράγματα που λαχταρούσαν, να ξανακαθίσουν στο παλιό τους γραφείο, να ξαναγγίξουν ένα κομμάτι της αγνότερης ζωής τους. Το μόνο που δεν καταφέρνει είναι η ανασύνθεση του δικού του χαμένου δωματίου, ακριβώς όπως ήταν μια μοιραία μέρα του 1944…

1+2+3+4. Η αφηγήτρια Ίζαμπελ εμπλέκεται σε σχέση με τον γιο του Βάιζ και συμβιώνει μαζί του και με την αδελφή του. Το ιδιόμορφο, ασφυκτικό αδελφικό ζεύγος ζει εκπαιδευμένο από τον πατέρα του να αλλάζει διαρκώς σπίτια και έπιπλα – το εκάστοτε ανταλλακτικό του «εμπόρευμα». Η Νάντια αποφασίζει να αναζητήσει το γραφείο στην Ιερουσαλήμ από την νεαρή γυναίκα που το ζήτησε κι ο σύζυγος της Λότε ανακαλύπτει το σπαρακτικό της μυστικό αναθεωρώντας ολόκληρη τη ζωή του.

Αυτό για το οποίο μιλώ ή προσπαθώ να μιλήσω, είναι η αίσθηση πως η αυτάρκειά της – η απόδειξη που κουβαλούσε μέσα της ότι μπορούσε μόνη ν’ αντέξει αδιανόητες τραγωδίες, ότι στην πραγματικότητα η ακραία μοναξιά την οποία είχε χτίσει γύρω της, μικραίνοντας τον εαυτό της, αναδιπλώνοντάς τον, μετατρέποντάς τη σιωπηλή κραυγή σε αντίβαρο της προσωπικής εργασίας, ήταν αυτό ακριβώς που την έκανε ικανή να αντέχει – την εμπόδιζε να με έχει ανάγκη με τον τρόπο που την είχα εγώ. Όσο ζοφερές ή τραγικές κι αν ήταν οι ιστορίες της, η δημιουργίας τους, δεν μπορούσε παρά να είναι μια μορφή ελπίδας, μια άρνηση του θανάτου ή μια διατράνωση της ζωής ενώπιόν του. Και σε αυτό εγώ δεν είχα θέση…και αυτό που της επέτρεπε να επιβιώνει ήταν η δουλειά της, όχι η φροντίδα ή συντροφιά μου. Όλη μας τη ζωή επέμενα ότι εκείνη είχε την ανάγκη μου, όχι το αντίστροφο. Εκείνη χρειαζόταν προστασία, εκείνη ήταν λεπτεπίλεπτη και είχε ανάγκη από συνεχή φροντίδα. Στην πραγματικότητα όμως εγώ χρειαζόμουν να νιώθω ότι με χρειάζονται. [σ. 350 – 351]

Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς για την σαφέστατη επιρροή του Πολ Όστερ για να διακρίνει τις σκιές του νεοϋορκέζου συγγραφέα στην γραφή της Κράους, ιδίως στις σελίδες όπου οι χαρακτήρες κολυμπούν χαμένοι στις ιδεοληψίες τους ή αναζητούν ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο που νομίζουν πως θα τους λυτρώσει. Η ιστορία του Βάιζ, πάντως, θα μπορούσε να βγαίνει από κάποιο βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση η Κράους συμπλέκει τις τέσσερις ιστορίες με πολλούς τρόπους σε παράλληλες συγκλονιστικές ιστορίες, ανοίγοντας το μυθιστόρημά της με διαδοχικές ενδοσκοπήσεις και εγκιβωτισμένες ιστορίες και εμποτίζοντάς σε συνεχή εσωτερική δράση και καταιγιστικούς στοχασμούς.

Καθώς τα τελευταία χρόνια κινούμαστε και κάτω από το σκοτεινό αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, είναι αδύνατο να μην τον θυμηθούμε ιδίως στις αφηγήσεις για τον Ντανιέλ Βάρσκι. Η συμμαχία της πρώτης αφηγήτριας με τον αβανγκάρντ ποιητή, η ανταλλαγή λιστών με ποιητές γραμμένων στο πίσω μέρος μιας χαρτοσακούλας και καρτών που μετά το πραξικόπημα γίνονταν όλο και πιο μελαγχολικές, ο ταξιδευτής που τελικά αντί να γυρίσει τον κόσμο επιστρέφει στην πατρίδα για να πάρει τη θέση στο πλευρό των παιδικών του φίλων που πολεμούσαν για την επανάσταση ή την απελευθέρωση στη Χιλή, αποτελούν όλα άτυπους μπολανιακούς διαλόγους, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου αμφότεροι περιορίζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, χωρίς περαιτέρω πολιτικές εμβαθύνσεις. Όπως και σε αποσπάσματα σαν κι αυτό: Το φιλί μας ήταν κάπως απογοητευτικό. Όχι ότι ήταν άσχημο, ήταν όμως απλώς ένα σημείο στίξης στη μεγάλη συνομιλία μας, μια παρενθετική σημείωση προορισμένη να επιβεβαιώσει στον καθένα μας την βαθιά αίσθηση συμφωνίας, την αμοιβαία προσφορά συντροφικότητας, που είναι πολύ πιο σπάνια από το ερωτικό πάθος ή ακόμα και από την αγάπη. [σ. 25]

Και τελικά, τι νόημα έχουν οι παθιασμένες αναζητήσεις του Βάιζ; Όπως λέει ο ίδιος, τώρα μόνο εκείνοι που ήταν κάποτε παιδιά έρχονται σ’ αυτόν κι αναζητούν την παιδική τους ηλικία. Μπορεί να μην γίνεται να επαναφέρουν τους νεκρούς στη ζωή, αλλά ζητούν την καρέκλα που κάθονταν κάποτε, το κρεβάτι όπου κοιμούνταν, την κασέλα όπου φυλούσαν τα παιχνίδια τους. Κι εκείνος τους παρουσιάζει το αντικείμενο που ονειρεύονταν για την μισή τους ζωή. Δεν έχει σημασία αν κάποιες φορές τους εξαπατά: η μνήμη είναι πιο πραγματική από την αλήθεια. Ένα γραφείο, μπορεί να αποτελέσει την ανάμνηση του Οίκου, μια τέλεια συνάθροιση των άπειρων μερών της εβραϊκής μνήμης αλλά και τον ίδιο τον μεταφορικό οίκο του νου. Στον επόμενο κόσμο θα κατοικούμε όλοι μαζί στη μνήμη των αναμνήσεών μας.

Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο πρέπει να σκάψεις μέσα σου, να ξεθάβεις ό,τι κρύβεται στο μυαλό σου και στην ψυχή σου για να τα κοσκινίσει ο άλλος ώστε να σε γνωρίσει, και εσύ επίσης πρέπει να διαθέσεις ημέρες και χρόνια βαδίζοντας με δυσκολία ανάμεσα σε όλα αυτά που φέρνει εκείνος στην επιφάνεια γα σένα μόνο, στον αρχαιολογικό τόπο της ύπαρξής του, πόσο εξουθενωτικά έγιναν, αυτή η ανασκαφή…[σ. 286]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 392 (Nicole Krauss, The Great House, 2010).

16
Απρ.
12

Jean Améry – Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση. Απόπειρες ενός εκμηδενισμένου να υπερβεί το ανυπέρβλητο

Γι’ αυτό και επαναλαμβάνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο: δεν υπάρχει «νέα πατρίδα». Πατρίδα είναι ο τόπος της παιδικής ηλικίας και της νιότης. Όποιος τη χάσει, παραμένει μετέωρος, ακόμα και αν κάποια στιγμή, ζώντας σε ξένους τόπους, μάθει να μην τρεκλίζει πια σαν μεθυσμένος, αλλά να πατά το πόδι του στο έδαφος με όσο το δυνατόν λιγότερο φόβο. [σ. 101]

Η αδιανόητη βιογραφία

Ο Jean Améry είναι ο Hans Maier, με το επίθετο αναγραμματισμένο· είναι ο Αυστροεβραίος συγγραφέας και στοχαστής που γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, εντάχθηκε στον περιβόητο Κύκλο της, αλλά είδε την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και βίωσε τον αχαλίνωτο αντισημιτισμό και την έξαρση του ναζισμού, συνειδητοποιώντας το αβάσταχτο φορτίο της εβραϊκής του ταυτότητας. Κατέφυγε στο Βέλγιο το 1939 αλλά συνελήφθη ως … ανεπιθύμητος Γερμανός αλλοδαπός και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στον γαλλικό Νότο. Εκδόθηκε στους Γερμανούς, κλείστηκε σε στρατόπεδο, δραπέτευσε, εντάχθηκε στην Αντίσταση, συνελήφθη, βασανίστηκε από την Γκεστάπο κι έζησε σε Άουσβιτς, Μπούχενβαλντ και Μπέργκεν – Μπέλζεν. Μετά την λήξη του πολέμου εργάστηκε ως πολιτικός αρθρογράφος και έγραψε κείμενα για λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφο. Ύστερα από είκοσι χρόνια σιωπής, το 1964 στη δίκη των εγκληματιών του Άουσβιτς μίλησε ανοιχτά για όσα υπέστη από το Τρίτο Ράιχ. Τότε έγραψε και το πρώτο σχετικό δοκίμιο. Αυτοκτόνησε το 1978. Η σύζυγός του (για την οποία κρατήθηκε στη ζωή τα δυο πιο δύσκολα χρόνια του) πέθανε το 1944, στα 28 της, αδυνατώντας να αντέξει στην εξορία.

Διερευνώντας την υπόσταση του θύματος

Ο Αμερύ στέκεται μπροστά στο αναπάντητο ερώτημα πώς ήταν ποτέ δυνατόν «αυτό» που συντελέστηκε από το 1933 έως το 1945 να προήλθε από ένα γερμανικό έθνος υψηλής νοημοσύνης, βιομηχανικής αξιοσύνης και απαράμιλλου πολιτισμικού πλούτου, του έθνους «των ποιητών και των στοχαστών». Οι ερμηνείες περί γερμανικής ιδιοσυγκρασίας ή γερμανικού πνεύματος (Λούθηρος, Κλάιστ, Χάιντεγκερ) ή οικονομικής κρίσης είναι μονοαιτιακές και αποτυχημένες. Πώς μπορεί να διαφωτιστεί η έκρηξη του ακραίου Κακού στη Γερμανία ενός Κακού που αυτό που το διαφοροποιούσε από άλλες περιπτώσεις (Στάλιν, δικτατορίες και τάγματα θανάτου σε Λατινική Αμερική, Πνομ Πενχ, σοσιαλιστικός τρίτος κόσμος) ήταν η εσωτερική λογική και ο απεχθής ορθολογισμός του;

Επιθυμεί το βιβλίο να θεωρηθεί ως μαρτυρία για τον πραγματικό φασισμό και μια έκκληση στη γερμανική νεολαία να ασκηθεί στην ενδοσκόπηση, αλλά επιθυμεί να διαβαστεί και από τους νέους της Αριστεράς και τους αντιφασίστες που με αφορμή το Παλαιστινιακό ζήτημα φωνάζουν «θάνατος στο εβραϊκό έθνος», μια ιαχή που μοιάζει με «μια από τις κακόγουστες φάρσες της παγκόσμιας Ιστορίας». Το αρχικό του σχέδιο για μια στοχαστική δοκιμιακή εργασία οδήγησε, όπως γράφει στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, σε μια προσωπική ομολογία κατατεμαχισμένη από τον διαλογισμό, για να καταλήξει στην διερεύνηση της υπόστασης του θύματος. Απλώς περιγράφω την κατάσταση ενός εκμηδενισμένου, αυτό είναι όλο, προσθέτει, για να καταλήξει: Για τους Γερμανούς που στην συντριπτική τους πλειοψηφία δεν νιώθουν ή δεν νιώθουν πια να τους αφορούν οι πράξεις του Τρίτου Ράιχ, πολύ ευχαρίστως να τους πω κάποια πράγματα που μέχρι τώρα ίσως να μην τους τα έχουν αποκαλύψει.

«Πνεύμα επί ξύλου κρεμάμενο»

Το πρώτο συγκλονιστικό δοκίμιο του τόμου αφορά την θέση του διανοούμενου στο Άουσβιτς (ορίζοντας τον διανοούμενο ως άνθρωπο που ζει μέσα σε ένα σύστημα πνευματικών αναφορών με την ευρεία σημασία του όρου και διαθέτει μια καλώς ανεπτυγμένη αισθητική συνείδηση) όπου βρίσκεται αναγκασμένος να θέσει υπό δοκιμασία την αποτελεσματικότητα του πνεύματός του ή ακόμα και να το αναγνωρίσει ως άκυρο. Όσοι ανήκαν σε διανοητικά επαγγέλματα την είχαν άσχημα στα εργοτάξια: κατέληγαν σε ομάδες χειρωνακτικής εργασίας και σε θέσεις που απαιτούσαν σωματική δεινότητα και σθένος. Στο ίδιο το στρατόπεδο αντιμετωπίζονταν με την ίδια περιφρόνηση από τους συγκρατούμενούς τους. Η εκλεπτυσμένη εκφορά του λόγου τους έπρεπε να προσαρμοστεί σε εντελώς νέες γλωσσικές συνθήκες. Πόσο χρήσιμη ήταν για ένα κρατούμενο η καλλιέργεια του πνεύματος στον αγώνα για επιβίωση; Η ιδιαίτερη φύση του Άουσβιτς (ως αυτοσχέδιου στρατοπέδου που απαρτιζόταν από ολότελα απολιτικούς Εβραίους και Πολωνούς και διοικούνταν από Γερμανούς κακοποιούς, σε αντίθεση με το Νταχάου) έκανε ακόμα πιο άγρια την αντιπαράθεση του πνεύματος με την αγριότητα.

Η πνευματική κάθοδος

Ο Αμερύ απαριθμεί τα σταδιακά βήματα προς την νέα κατάσταση. Κάθε πνευματική έκφραση αποτελεί απαγορευμένη πολυτέλεια. Η μνήμη κάποιων στίχων δεν είναι πλέον σε θέση να υπερβούν την πραγματικότητα. Ένας πολύτιμος πνευματικός σύντροφος είναι ανύπαρκτος σε ολόκληρο το στρατόπεδο. Αργότερα παύει κανείς να πιστεύει στην πραγματικότητα του πνευματικού κόσμου, πόσο μάλλον ένας Εβραίος διανοούμενος γαλουχημένος με τις αξίες του γερμανικού πνεύματος: οτιδήποτε κι αν δοκίμαζε να επικαλεστεί δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στον εχθρό. Η πνευματική και αισθητική του κληρονομία είχε περιέλθει στην κυριότητα του τελευταίου. Μπορεί ο Thomas Mann να [φέρεται πως] είπε στις ΗΠΑ: Ο γερμανικός πολιτισμός βρίσκεται εκεί όπου βρίσκομαι εγώ αλλά ήταν μακριά. Εδώ το άτομο ήταν εξαναγκασμένο να εγκαταλείψει ολόκληρη τη γερμανική κουλτούρα και στερούνταν την πνευματική του υπόσταση. Το πνεύμα υποτασσόταν αναπόφευκτα στην πραγματικότητα.

Στο στρατόπεδο, και ιδίως στο Άουσβιτς, η ορθολογική – αναλυτική σκέψη λοιπόν όχι μόνο δεν προσέφερε την παραμικρή βοήθεια αλλά οδηγούσε κατευθείαν σε μια τραγική διαλεκτική της αυτοκαταστροφής. […] Ο καλλιεργημένος άνθρωπος δεν έπαιρνε τόσο εύκολα ως δεδομένες τις αδιανόητες συνθήκες όσο ο ακαλλιέργητος. Το γεγονός ότι είχε μάθει επί μακρόν να θέτει υπό αμφισβήτηση τα φαινόμενα της καθημερινής πραγματικότητας, του απαγόρευε να αποδεχτεί την πραγματικότητα του στρατοπέδου, καθώς ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με καθετί που ο ίδιος θεωρούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή πιθανό και ανθρωπίνως εφικτό. [σ. 37]

Ο ξεψυχισμένος λόγος

Ποιες ήταν οι αρχικές «άμυνες» ενός τέτοιου ανθρώπου; Η αρχική άρνηση της λογικής των Ες Ες και η εσωτερική αντίσταση με ψιθυριστά ξόρκια όπως «κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει», στο τέλος κατέληγαν σε αποδοχή όχι μόνο της λογικής αλλά και του συστήματος των αξιών των Ες Ες. Ο βαθύτερος σεβασμός που άλλοτε έτρεφε για τον θεσμό της εξουσίας εξαφανίζεται, αφήνοντας ένα κενό. Στο βιβλίο του Οι λέξεις ο Jean – Paul Sartre έγραφε ότι χρειάστηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια για να απαλλαγεί από τον παραδοσιακό φιλοσοφικό ιδεαλισμό. Στην περίπτωση του Αμερύ η ίδια διαδικασία συντελέστηκε σε πολύ λιγότερο χρόνο: μερικές βδομάδες στο στρατόπεδο ήταν αρκετές για να απομυθοποιήσουν κάθε σχετικό φιλοσοφικό απόθεμα. Τα λόγια του Karl Kraus από τα πρώτα χρόνια του Κακού είναι χαρακτηριστικά: Ο λόγος ξεψύχησε μόλις εμφανίστηκε εκείνος ο κόσμος.

Παραμυθίες πιστών και ιδεολόγων

Ο συγγραφέας δεν μπορούσε να στηριχτεί ούτε στην έσχατη «πνευματική» βοήθεια: εισήλθε στο κατώφλι των στρατοπέδων ως αγνωστικιστής κι άφησε την Κόλαση πίσω του και πάλι ως αγνωστικιστής· δεν ακολουθούσε καμία θρησκεία και καμία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία. Εκεί λοιπόν που στις κρίσιμες στιγμές η πολιτική ή θρησκευτική πίστη αποτελούσε για άλλους ανεκτίμητη βοήθεια, εκείνος και οι διανοούμενοι του ανθρωπιστικού σκεπτικισμού πάσχιζαν μάταια να επικαλεστούν τους εφέστιους θεούς των γραμμάτων, της φιλοσοφίας και της τέχνης. Η πίστη και η ιδεολογία παρείχε ένα σταθερό σημείο στον κόσμο και το βασίλειο των πιστών τους δεν ήταν το εδώ και το σήμερα αλλά το αύριο και το αλλού: η βασιλεία των ουρανών, η ουτοπία του μαρξισμού. Τα βασανιστήρια και ο θάνατος ισοδυναμούσαν με τα πάθη του Κυρίου ή το αυτονόητο πολιτικό μαρτύριο. Κι όλοι περιφρονούσαν τους μη πιστούς. Η νοημοσύνη και η μόρφωσή σας είναι άχρηστες εδώ μέσα. Εμείς ζούμε με τη βεβαιότητα πως ο Θεός μας θα πάρει εκδίκηση για μας, του είπε ένας θρησκευόμενος Εβραίος. Εμείς όχι μόνο δεν τρέμουμε αλλά ακόμα κι αν πεθάνουμε σαν τα σκυλιά ξέρουμε ότι ύστερα από εμάς οι σύντροφοι θα στήσουν όλη τη συμμορία στον τοίχο, του είπε ο μαρξιστής.

Βασανιστήρια, η πεμπτουσία του συστήματος

Το δεύτερο κείμενο σχεδόν αιμορραγεί από το θέμα των βασανιστηρίων που πραγματεύεται. Ο Αμερύ είναι πεπεισμένος πως στην περίπτωση του Τρίτου Ράιχ ο βασανισμός δεν αποτελούσε συμβεβηκός αλλά πεμπτουσία του συστήματος. Οι βασανιστές είχαν πρόσωπα συνηθισμένα, του σωρού, που τελικά μετατρέπονταν όντως σε γκεσταπίτικα πρόσωπα και τότε το Κακό επικάλυπτε και υπερέβαινε την κοινοτοπία. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται κανενός είδους «κοινοτοπία του Κακού» και όσο για την Hannah Arredt, η οποία έγραψε σχετικά στο βιβλίο της για τον Eichmann, εν γνώριζε παρά μόνο εξ ακοής τον στυγνό αυτό εχθρό του ανθρώπου και τον είχε δει μόνο πίσω από το τζάμι του γυάλινου κλουβιού. […] Όταν η εμπειρία αποκτάται κάτω από ακραίες συνθήκες, καλό είναι να μη γίνεται λόγος για κοινοτοπία, διότι στο οριακό εκείνο σημείο παύει κάθε αφαιρετική διαδικασία αλλά και κάθε προσπάθεια της φαντασίας να πλησιάσει έστω κατά προσέγγιση την πραγματικότητα. [σ. 64]

Ο συγγραφέας διατυπώνει μια φοβερή τυπολογία των συναισθημάτων και των σκέψεων του βασανιζόμενου: Το πρώτο χτύπημα τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι είναι αβοήθητος, πως κανείς δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει ως εδώ κάτω. Αμέσως χάνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτό που ονομάζεται ως εμπιστοσύνη στον κόσμο. Τα σύνορα του σώματος, δηλαδή του Εγώ, παραβιάζονται και βιάζονται. Όταν παύουμε να ελπίζουμε σε οποιαδήποτε βοήθεια, η παραβίαση της σωματικής μας οντότητας μετατρέπεται σε μια πράξη υπαρξιακού μηδενισμού.

Για τον Αμερύ ο θεσμός των βασανιστηρίων αποτελεί την πεμπτουσία του εθνικοσοσιαλισμού – μέσα τους συμπυκνώνεται όλη η υπόσταση του Τρίτου Ράιχ, όσο κι αν αποτέλεσαν πάγια τακτική άλλων συστημάτων. Αντιτίθεται στους πολιτικούς φενακισμούς της μεταπολεμικής περιόδου σύμφωνα με τους οποίους ο κομμουνισμός και ο εθνικοσοσιαλισμός δεν αποτελούν παρά δύο όχι και τόσο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος και συμφωνεί με τον Τόμας Μάνν που κάποτε είπε πως όσο φριχτός κι αν εμφανίζεται κατά καιρούς ο κομμουνισμός, δεν παύει να αισθητοποιεί μια ιδέα του ανθρώπου, ενώ ο χιτλερικός φασισμός δεν υπήρξε καν ιδέα, αλλά μια άθλια ανοσιουργία. Ο εθνικοσοσιαλισμός δεν διαπνεόταν από ιδέες αλλά διέθετε ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από συγκεχυμένες και διεστραμμένες αντιλήψεις, υπήρξε μέχρι σήμερα το μοναδικό πολιτικό σύστημα του εικοστού αιώνα που ανέδειξε σε βασική του αρχή την κυριαρχία του αντι – ανθρώπου. Και οι βασανιστές βασάνιζαν με την ήσυχη συνείδηση του ανοσιουργού.

Η σαδιστική «κοσμοθεωρία» του εθνικοσοσιαλισμού

Και καθώς ο συγγραφέας προβαίνει σε μια όσο γίνεται αντικειμενική και λακωνική περιγραφή των βασανισμών του αισθάνεται εγκλωβισμένος στην δίνη του μεταφορικού λόγου. Όταν ο πόνος είναι αυτός που είναι, τι μπορεί να ειπωθεί πέρα από αυτό; Οι συναισθηματικές αξίες δεν περιγράφονται με λόγια και το πώς του πόνου εξαντλεί τα όρια της γλωσσικής επικοινωνίας. Θα μπορούσε τουλάχιστον να εξηγηθεί το τι του πόνου; Όποιος κατακυριεύεται από τους πόνους των βασανιστηρίων, γνωρίζει το σώμα του όπως ποτέ πριν. Ο βασανισμένος δεν υφίσταται πλέον παρά μόνο ως σώμα και τίποτε άλλο. Επαληθεύεται έτσι αυτό που ο Τόμας Μανν περιέγραψε στο Μαγικό βουνό, ότι δηλαδή όσο βαθύτερα υποτάσσεται το ανθρώπινο σώμα στα μαρτύρια τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η σωματική υπόσταση του ανθρώπου.

Αλλά ποιοι ήταν οι δήμιοι του; Ήταν, άραγε, πέρα από αποκτηνωμένους μικροαστούς και κατώτερους υπαλλήλους, και σαδιστές; Κατά την τεκμηριωμένη άποψή του δεν επρόκειτο για σαδιστές με τους όρους της σεξουαλικής παθολογίας, αλλά μάλλον με τα κριτήρια της φιλοσοφίας του Μαρκησίου ντε Σαντ. Οι βασανιστές του κινούνταν στα όρια μιας σαδιστικής φιλοσοφίας και ο εθνικοσοσιαλισμός γενικότερα έφερε τη σφραγίδα περισσότερο του σαδισμού παρά ενός ολοκληρωτισμού. Εδώ συμφωνεί με τις απόψεις του Μπατάιγ, που ερμήνευε το σαδισμό από τη σκοπιά της υπαρξιακής ψυχολογίας: της ακραίας άρνησης του άλλου ως αποκήρυξης των αρχών της κοινωνίας και της πραγματικότητάς της. Η επιθυμία των συγκεκριμένων σαδιστών ήταν να καταργήσουν τον κόσμο αρνούμενοι τον συνάνθρωπό τους. Ο δήμιος γίνεται κύριος πάνω στη ζωή και στο θάνατο του άλλου και πραγματώνεται μέσα από την εξόντωσή του. Η εξουσία του πάνω στη σάρκα και το πνεύμα ανατρέπει έναν ολόκληρο κοινωνικό κόσμο.

Όποιος υπέκυψε σε βασανιστήρια παραμένει παντοτινά ξένος στον κόσμο. Το όνειδος της συντριβής δεν εξαλείφεται. Η εμπιστοσύνη στον κόσμο, που ως έναν βαθμό είχε ήδη κλονιστεί με το πρώτο χτύπημα, για να καταρρεύσει ολοκληρωτικά μέσα από τα βασανιστήρια, ουδέποτε αποκαθίσταται. Η εμπειρία του συνανθρώπου ως αντι-ανθρώπου παραμένει μέσα στο θύμα του βασανισμού με τη μορφή συμπυκνωμένου τρόμου, στρώντας του τη θέα σε έναν κόσμο που διέπεται από την αρχή της ελπίδας. [σ. 88]

Πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; 

Είχα χάσει το Εγώ μου και, μαζί, το δικαίωμα να ζω μέσα στο Εμείς. Δεν είχα ούτε διαβατήριο, ούτε παρελθόν, μήτε χρήματα, μήτε ιστορία.

Η ερώτηση του τίτλου του τρίτου δοκιμίου απαντάται με σαφήνεια. Η εξορία του Αμερύ δεν συγκρινόταν με τον εθελούσιο εξοστρακισμό όσων ξεριζώθηκαν από το Τρίτο Ράιχ για λόγους αποκλειστικά ιδεολογικούς: εκείνος και οι όμοιοί του δεν είχαν το δικαίωμα να επιστρέψουν (ούτε και τη δύναμη να το κάνουν σήμερα) – η δική του νοσταλγία ισοδυναμούσε με αποξένωση από τον εαυτό τους. Ξαφνικά το παρελθόν τους κατέρρεε και κανείς δεν ήξερε πλέον ποιος ήταν. Το όνομά του είχε χάσει κάθε νόημα, οι φίλοι εξαλείφονταν, οι ειδυλλιακές εικόνες της φύσης γίνονταν ανυπόφορες στη μνήμη. Άλλοι βρήκαν την πατρίδα σε υποκατάστατα όπως το χρήμα, ή η υπόληψη.

Ο Χάινριχ Μαν βρήκε καταφύγιο στην πατρίδα της φήμης, οι αυτοεξόριστοι Γερμανοί συγγραφείς αισθάνονταν πως εκπροσωπούσαν την φωνή της «γνήσιας Γερμανίας». Για εκείνον όμως και για τους «ανώνυμους» ομοίους του δεν ίσχυε τίποτα ανάλογο: δεν ήταν οι θεματοφύλακες ενός αόρατου μουσείου του γερμανικού πνεύματος αλλά απλοί κυνηγημένοι. Ενώ κάθε Γερμανός πρόσφυγας από την Ανατολική Ευρώπη γνώριζε ότι ο τόπος του είχε πέσει στα χέρια μιας ξένης δύναμης. εκείνοι δεν είχαν χάσει τον τόπο τους αλλά κάτι χειρότερο: ήταν αναγκασμένοι να συνειδητοποιήσουν ότι ουδέποτε υπήρξε δικός τους – οτιδήποτε σχετιζόταν μ’ αυτόν δεν ήταν παρά μια υπαρξιακή παρανόηση.

Τελικά πόση πατρίδα χρειάζεται ο άνθρωπος; Όσο λιγότερη είναι σε θέση να κουβαλήσει. Χρειάζεται να έχεις πατρίδα προκειμένου να πάψεις να την έχεις ανάγκη. Πατρίδα σημαίνει ασφάλεια – όπως μαθαίνουμε τη μητρική γλώσσα χωρίς να γνωρίζουμε τη γραμματική της, κατά τον ίδιο τρόπο βιώνουμε το οικείο περιβάλλον της πατρίδας. Η μητρική γλώσσα και η πατρίδα μεγαλώνουν μαζί μας, μέσα μας, καλλιεργώντας μια τόσο γερή αίσθηση οικειότητας, η οποία εγγυάται την ασφάλειά μας. [σ. 100]. Ο Αμερύ αναφέρει ένα φοβερό περιστατικό, κατά το οποίο ένας Γερμανός των Ες Ες χτυπάει την πόρτα του κρησφύγετου της αντιστασιακής ομάδας όπου ανήκε ο συγγραφέας, οργισμένος επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τον θόρυβο. Ακούγοντας τα γερμανική γλώσσα του αξιωματικού ο Αμερύ γράφει: Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα μια για πάντα ότι η πατρίδα ήταν χώρα του εχθρού.

Μνησικακίες – Αποκαλυπτήρια

Στο τέταρτο δοκίμιο – ο τόμος ολοκληρώνεται με ένα ακόμα κείμενο με τίτλο Η αναγκαιότητα και η αδυνατότητα να είσαι Εβραίος ­– ο Αμερύ προβαίνει σε ένα ακόμα συγκλονιστικό αποκαλυπτήριο ψυχής. Θα μιλήσει, όπως γράφει, ως θύμα και θα εξετάσει τις μνησικακίες του. Εφόσον ούτε μπορώ ούτε θέλω να τις ξεφορτωθώ, πρέπει να μάθω να συνυπάρχω μαζί τους, ενώ συγχρόνως έχω καθήκον να τις αιτιολογήσω σε εκείνους ενάντια στους οποίους στρέφονται. Πώς να τον εγκαταλείψουν αυτές οι μνησικακίες όταν βλέπει στην δημόσια σκηνή της Δυτικής Γερμανίας να παρελαύνουν «προσωπικότητες» που συνέπραξαν με τους βασανιστές και να γερνούν πλήρεις σεβασμού; Πώς λειτουργούν αυτές οι μνησικακίες; Τον καρφώνουν στο σταυρό του ρημαγμένου του παρελθόντος, εγείρουν την παράλογη απαίτηση να ανακληθεί το ανέκκλητο, φράζει την έξοδο προς το μέλλον. Αξιώνουν από τον εγκληματία να συνειδητοποιήσει την ηθική αλήθεια του εγκλήματος και να βρεθεί αντιμέτωπος με την αλήθεια της κτηνωδίας του. Τη στιγμή της εκτέλεσής του να ποθήσει, όπως ακριβώς κι ο ίδιος, να γυρίσει πίσω το χρόνο και να μην αφήσει να συμβούν όσα συνέβησαν.

Όσο εκείνος απέφευγε να μιλήσει ακόμα και τη γερμανική γλώσσα, τη γλώσσα του, επινοώντας ένα ψευδώνυμο με ρομανικό ηχόχρωμα, η Γερμανία πανηγύριζε τη μεγαλειώδη νεκρανάσταση της ισχύος της, σε αγαστή σύμπνοια με τους υπερατλαντικούς στρατιώτες. Ο παρίας Γερμανία πολιορκήθηκε στενά από μνηστήρες – πρόθυμους συνεταίρους στο παιχνίδι της ισχύος. Ο Γερμανοί που θεωρούσαν τους εαυτούς τους έθνος θυμάτων, επιθυμούσαν να υπερβούν, όπως ήταν της μόδας να λέγεται, το παρελθόν του Τρίτου Ράιχ, χωρίς να πληχθεί ιδιαίτερα η ψυχική τους ισορροπία. Όσο πιο δύσκολο είναι για τον ίδιο να ατενίσει το μέλλον με καθαρό βλέμμα, τόσο πιο εύκολο φαίνεται πως είναι για τους χθεσινούς του διώκτες. Το κοινωνικό σύνολο αρκείται να κοιτάζει μπροστά διαβεβαιώνοντας ότι ποτέ δεν πρόκειται να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο.

Η ανηθικότητα της συγχώρεσης

Έχοντας πίσω μου δυο δεκαετίες αναστοχασμού πάνω σε όσα υπέστην πιστεύω πως είμαι σε θέση να αντιληφθώ πόσο ανήθικες ηχούν έννοιες όπως συγχώρηση και λήθη όταν επιβάλλονται με το ζόρι από την κοινωνία.

Ο Αμερύ υποστηρίζει πως τα περί συγχώρεσης δεν έχουν μόνο εξω- ηθικό αλλά και αντι – ηθικό χαρακτήρα. «Ό,τι έγινε, έγινε»: η ρήση είναι τόσο αληθινή όσο και εχθρική προς την ηθική και το πνεύμα. Επαναφέρει το ζήτημα συλλογική ενοχή (ταμπού όχι μόνο σήμερα αλλά ήδη από το 1946). Στη δική του συνείδηση τα εγκλήματα του καθεστώτος αποτυπώθηκαν ως συλλογικές πράξεις του έθνους. Αναρίθμητα άτομα που απαρτίζουν τον γερμανικό λαό ήξεραν με απόλυτη ακρίβεια τι συνέβαινε γύρω τους και τι συνέβαινε σε εμάς, διότι όπως εμείς, γεύονταν και αυτοί τη μυρωδιά της καμένης σάρκας από το γειτονικό στρατόπεδο εξόντωσης, ενώ κάποιοι μάλιστα φορούσαν ρούχα τα οποία είχαν αφαιρεθεί την προηγούμενη μέρα από τα νεοφερμένα θύματα στις αποβάθρες διαλογής. Όλοι τους θεωρούσαν ότι τα πάντα λειτουργούσαν με απόλυτη τάξη, και βάζω το χέρι μου στη φωτιά πως αν εκείνη την εποχή, το 1943, καλούνταν να προσέλθουν στις κάλπες θα υπερψήφιζαν τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του. Εργάτες, μικροαστοί, ακαδημαϊκοί…δεν υπήρχε καμιά διαφορά. [σ. 142]

Διαθήκη και χρέος του γερμανικού έθνους

Τι προτείνει ο Αμερύ; Πρώτα απ’ όλα η γερμανική νεολαία δεν μπορεί να επικαλείται τον Γκαίτε, τον Σίλερ, τον Μπετόβεν και να αφήνει απ’ έξω τον Χίμμλερ. Είναι αδιανόητο να διεκδικείς για λογαριασμό σου τις εθνικές παραδόσεις όταν είναι έντιμες αλλά να τις αποποιείσαι όταν ενσαρκώνουν την ανεντιμότητα. Στη γερμανική Ιστορία και στη γερμανική παράδοση συγκαταλέγονται εφεξής ο Χίτλερ και οι πράξεις του. Στο απέναντι στρατόπεδο πρέπει να ξυπνήσει ένα αίσθημα αυτοδυσπιστίας. Να εισαχθούν ορισμένα βιβλία γύρω από το Άουσβιτς (γεωγραφική, ιστορική και πολιτική έννοια που προκαλεί αλλεργία στο αναγνωστικό κοινό) ως υποχρεωτική διδακτική ύλη στα σχολεία. Το γερμανικό έθνος οφείλει να ενσωματώσει το ανεπιθύμητο κομμάτι στην ιστορική του ταυτότητα. Να διαφυλάξει τη γνώση ότι η κυριαρχία της αχρειότητας δεν τερματίστηκε χάρη στους Γερμανούς. Να κατανοήσει ότι η συγκατάθεσή του στο Τρίτο Ράιχ ισοδυναμούσε με την απόλυτη άρνηση της ίδιας του της καλύτερης καταγωγής.

Οι Γερμανοί οφείλουν να αποκηρύξουν για πάντα καθετί που επιτέλεσαν κατά την περίοδο της βαθιάς του εξαχρείωσης και να προβούν σε πνευματική πολτοποίηση όχι μόνο των βιβλίων αλλά και οποιασδήποτε εκδήλωσης έλαβε χώρα κατά την φοβερή δωδεκαετία. Να σταματήσει η υπεροψία ενός έθνους που αστράφτει από ικανοποίηση που του δίνουν η ήσυχη συνείδηση και η ευνόητη χαρά ότι τα κατάφερε και πάλι, αυτή τη φορά όχι επικαλούμενο ηρωισμούς στο πεδίο της μάχης αλλά την μοναδική στον κόσμο παραγωγικότητά του. Στα όνειρά του, βλέπει Γερμανούς να έρχονται και να παίρνουν τα όργανα βασανισμού από τα χέρια των βασανιστών και να προστατεύουν οι ίδιοι τα κατατσακισμένα θύματα.

Ένα τόσο συγκλονιστικό βιβλίο, μια τόσο σπάνια γλώσσα κι ένα τόσο ζωντανό, βαθύ πνεύμα. Κι όμως, αυτό το πνεύμα δεν ήταν αρκετό να τον κρατήσει στη ζωή.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. Γιάννης Καλλιφατίδης, σελ. 275. Περιλαμβάνονται: πρόλογος στην πρώτη έκδοση του 1966, πρόλογος στην νέα έκδοση του 1977 και ως επίμετρο δύο κείμενα του W.G.Sebald (Η απώλεια της πατρίδας – Ο Jean Améry και η Αυστρία και Jean Améry και Primo Levi), 14σέλιδη εργογραφία του συγγραφέα και 45σέλιδες σημειώσεις του μεταφραστή [Jenseits von schuld und sühne. Bewältigungsversuche eines überwältigten, 1966].




Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 852,722 hits

Αρχείο