Posts Tagged ‘Παιδική και εφηβική λογοτεχνία

20
Δεκ.
18

Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη – Ο μέγας Μελομακάρων που ΜελοΚαμάρωνε

Ένα γλυκό στο νόημα της γιορτής και στον κύκλο της ζωής

Αν τα μελομακάρονα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της απόλυτης χειμερινής γιορτής κι αν η γεύση τους είναι οριστικά δεμένη με την κατά Κίπλινγκ «ωραιότερη ιστορία του κόσμου», τουλάχιστο όπως την ζούμε εμείς εδώ σε μια γωνιά της Ανατολικής Δύσης ή της Δυτικής Ανατολής, τότε έχουν δικαιωματική θέση στις δεκεμβριανές ιστορίες. Προσωποποιούνται, αποκτούν νέες δυνάμεις γλυκές και μη, ενίοτε συνομιλούν ή φιλονικούν με τους κουραμπιέδες, έτερους μισούς στην αισθητική ολότητα των εορτών. Κοινώς, δεν θα βαρεθούμε ποτέ να τα βλέπουμε σε ενεργό ρόλο μέσα στις αλλεπάλληλες αφηγήσεις των ημερών.

Όμως εδώ συμβαίνει και κάτι παραπάνω. Σε μια ιδιαίτερα απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική πρωτοτυπία, η ιστορία αρχίζει και τελειώνει έξω από το σπίτι, χωρίς τις μυρωδιές του φούρνου, μακριά από τα χρωματιστά πιάτα. Βρισκόμαστε στο γαλαζοπράσινο φόντο του ουρανού και των δέντρων, στον συγκινητικό αποχαιρετισμό σπουργιτιών και χελιδονιών, που απ’ την φύση τους είναι αδύνατο να προλάβουν μαζί τα Χριστούγεννα. Ακόμα κι αν τα πρώτα επιμένουν στο μοίρασμα της αγάπης.

Όταν σύντομα το γαλάζιο γίνεται ακόμα πιο ανοιχτό, και το λευκό λευκότερο, τα σπίτια χρωματίζονται από τα στολίδια και ζεστά ρούχα, το καταπράσινο χριστουγεννιάτικο δέντρο και το κατακόκκινο τραπεζομάντηλο. Εδώ είναι το βασίλειο των μελομακάρονων, όπου καλός βασιλιάς αναδεικνύεται το μεγαλύτερο, ο Μέγας ΜελοΜακάρων. Όλοι κάποτε τιμήσαμε έναν τέτοιο άρχοντα, ορισμένοι μάλιστα τον παραγγείλαμε επί τούτου, από την πλάστρια ανάλογων αρχοντικών πλασμάτων. Δεν μας απασχολούσε το γεγονός ότι σύντομα θα εξαφανιζόταν, αυτός ήταν άλλωστε ο προορισμός του. Μόνο που εδώ το μεγάλο μελομακάρονο που επιθυμεί ο μικρός Νικόλας να προσφέρει δώρο στη νονά του πέφτει και θρυμματίζεται. Πώς να αποφευχθεί ένα τόσο άδοξο τέλος για τον βασιλιά, να βρεθεί από τους θρόνους και τις πιατέλες κατασκορπισμένος στα πατώματα;

Κι όμως, το ίδιο το πνεύμα των ημερών μπορεί να σκεφτεί μια δικαίωση για όλους: για το αγόρι που στενοχωρήθηκε, τον ΜελοΜακάρωνα που θέλησε να θυσιαστεί για την ευχαρίστηση των άλλων, τα σπουργίτια που ταλαιπωρούνται από την χειμωνιάτικη πείνα, την οικογένεια που θέλει μόνο χαμόγελα. Εφόσον ο μεγάλος Γλυκός πλάστηκε να γίνει χρήσιμος, θα χαρεί να σκορπιστεί στον κήπο, όπου όλο και κάποιο πλασματάκι θα χορτάσει την πείνα του. Κι επειδή τα πτηνά του χειμώνα δέχονται  ένα ολοφάνερο δώρο αγάπης, κρατούν λίγο για τους ανοιξιάτικους φίλους και το μοιράζονται με τα χελιδόνια.

Κι έτσι, από την μία δικαιώνεται ο αέναος κύκλος της ζωής, με την φύση αφετηρία και τέρμα όλων μας, κι από την άλλη, ανεξάρτητα από πίστη και αμφιβολία, πέρα από θρησκείες και δοξασίες, η γιορτή ξεγυμνώνεται στον απόλυτο πυρήνα της, αυτό που την αξιώνει πέρα από τόπους και χρόνους: την σκέψη στον άλλον, το μοίρασμα ακόμα και των ελάχιστών μας, την προσφορά του πολυτιμότερου δώρου της αγάπης, όπως κι αν την εννοεί ο καθένας μας.

Η Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση, αρθρογραφεί σε παιδαγωγικά περιοδικά, συμμετέχει εθελοντικά σε οργανώσεις για την προαγωγή της λογοτεχνίας, είναι ενεργό μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχει εκδώσει πολλά βιβλία για παιδιά και μελέτες λαογραφικού περιεχομένου. Έχει ενταχθεί στο Μητρώο Επιμορφωτών του προγράμματος «Καινοτόμες Δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών» και έχει αναλάβει επιμορφωτικό έργο σε ημερίδες επιμόρφωσης εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Η καλλιτεχνική πένα της Έφης Κοκκινάκη διατρέχει όλες τις παλέτες των συναισθημάτων και των εποχών και φέρνει κάτι από τις παλιές παραμυθιακές και εορταστικές εικονογραφήσεις αλλά και ένα δικό της, ιδιαίτερα σαγηνευτικό στιλ στην απόδοση των φυσιογνωμιών.

Εκδ. Σαββάλας, 2018, εικονογράφηση: Έφη Κοκκινάκη, σελ. 28.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Advertisements
23
Νοέ.
18

Στέργια Κάββαλου – Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις

Η γλώσσα που μετακομίζει αλλά δεν χάνεται

Τη μέρα που ο μπαμπάς αποφάσισε να αφήσουμε την Αθήνα ήταν νύχτα… ξεκινάει την ιστορία ο αφηγητής Κώστας, σπουδαστής της Πέμπτης δημοτικού, και ομολογώ πως είχα καιρό να νιώσω από τις πρώτες μια δυο γραμμές εκείνη την γλυκιά αδημονία της διήγησης. Και φυσικά η αιφνίδια πρόκριση της αναχώρησης δεν γίνεται για κανένα κυνηγητό λόγω παρανομίας ή άλλους γνωστούς και χιλιοειπωμένους λόγους. Απλά σε κάποιο Αβινιόν της Γαλλίας ζητούν οδοντογιατρούς, που τυχαίνει να είναι και το επάγγελμα του πατέρα του. Τα πάντα τώρα είναι εναντίον του: το «ελληνικό καλοκαίρι» δεν είναι τουριστικό αλλά αστικό και θερμό, τα κουνούπια πανταχού παρόντα, το ίδιο και η μητέρα του που τον ψεκάζει με την διόλου αντρική λεβάντα, ενώ ο μπαμπάς δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι διάλεξε για άλλη μια φορά χάλια καρπούζι. Και δεν έχει ούτε έναν σύμμαχο, καθότι η αδελφή του Λητώ, απόφοιτη του νηπιαγωγείου, δεν αντιστέκεται για πολύ. Η ημερομηνία αναχώρησης έκλεισε.

Καταφυγών στο δωμάτιό του και αποσυνδεδεμένος από το διαδίκτυο ο Κώστας ανατρέχει στην παλιά καλή βοήθεια: άτλαντες κι εγκυκλοπαίδειες, συν τα δωρεάν σιντί των εφημερίδων για την απαραίτητη συλλογή πληροφοριών. Σύντομα μαθαίνει περισσότερα από τους άλλους, που κάνουν τους κοσμογυρισμένους. Η υπέροχη γιαγιά (την χρίζω από τώρα υποψήφια βήτα γυναικείου ρόλου στα υπό σκέψη σχετικά φετινά βραβεία) φτιάχνει φουστάνια για την εγγονή της αφαιρώντας το κάτω μέρος απ’ τις κουρτίνες, πακετάρει κι εκείνη σαν ζηλιάρικο παιδί, και, ψυχραιμότερη απ’ όλους, αυτοπροσκαλείται. Τι έχει να χάσει; Το πολύ πολύ από Ιουλία να γίνει Ζιλί – κι έγινε ήδη!

Ο Κωστής, αντίθετα, έχει να χάσει τους φίλους του, τον κολλητό, την διπλανή του και κυρίως την εκλεκτή του Αθανασία μαζί με το μακροπρόθεσμο σχέδιο που την περιλαμβάνει. Αλλά πάνω απ’ όλα η απαρηγόρητη ανησυχία του αφορά την απώλεια των λέξεων. Η δικιά του γλώσσα ήταν πάντα «έτοιμη να ενώσει τη σκέψη του με τον υπόλοιπο κόσμο». Στο σχολείο γίνεται το Γαλλάκι, οι συγγενείς στην τελετή του αποχαιρετισμού παραπονιούνται ή ζηλεύουν («οι άνθρωποι όταν χάνουν το κουράγιο τους γίνονται εξαιρετικά ανόητοι» αλλά εκείνος δεν κολλάει· ούτως ή άλλως τον περιμένουν πολύ σοβαρότερες καταστάσεις.

Σύντομα βρίσκεται στην γαλλική πόλη που τις Κυριακές φαίνεται μικρότερη, η οικογένεια βρίσκεται έξω από τα νερά της κι ας μην το παραδέχεται κανείς σε κανέναν κι ο ίδιος «παθαίνει μοναξιά». Η ταπετσαρία είναι (εφιαλτικά) λουλουδάτη, οι συμμαθητές του προέρχονται από άγνωστες χώρες, οι λέξεις του πουθενά. Όμως η λίστα με τα θετικά σταδιακά μεγαλώνει: κάνει παρέα με την Κατρίν, ο ουρανός είναι πετρόλ, η ζαχαροπλαστική μυρωδιά βρίσκεται παντού, ο μπαμπάς έχει περισσότερο χρόνο, η μαμά πραγματοποιεί μερικά δικά της όνειρα, η μικρή έχει ταλέντο στις ξένες γλώσσες, ο καθένας τους έχει τον άλλον για παρέα κι όλοι μοιράζονται τις χαρές τους και κρατούν τα + από την κάθε τους μέρα.

Αλλά ο φόβος για την απώλεια των λέξεων παραμένει. Την ώρα των αγγλικών επαναλαμβάνει μέσα του τα ελληνικά και στο σπίτι γράφει γράμματα στην Αθανασία, μόνο που τα διατηρεί στο συρτάρι του γραφείου. «Είπαμε, η απόσταση σε κάνει τολμηρό, αλλά όχι και ατρόμητο». Εκεί δεν είναι μόνο ανεπίδοτα αλλά και έκθετα στα μάτια της μαμάς Κάσι (απ’ το Κασσιανή), που τα διαβάζει, τα φωτοτυπεί, τα κάνει σπιράλ, τα τιτλοφορεί και τα διανέμει στα μέλη της οικογένειας. Υπερήφανη για το ταλέντο του βλαστού, το πλούσιο λεξιλόγιο, την άψογη γραμματική. Κι ας συγχέει τα είδη, εφόσον δεν πρόκειται για ημερολόγιο, όπως το χαρακτήρισε, αλλά για απλούς μονολόγους σε Α4.

Με τον τρόπο αυτό ο Κωστής κερδίζει ένα τετράδιο κι εκεί μπαίνουν οι χαμένες λέξεις, αυτές που αγαπάει κι οι άλλες που τον θυμώνουν. Δεν περιορίζεται όμως στην γραφή αλλά αναζητά τρόπο να σκορπίσει τις λέξεις του στην πόλη, να τις έχει παντού γύρω του, να τον προσέχουν και να του θυμίζουν. Χάρη σ’ ένα υπέροχο εύρημα με επιστολές, αριθμούς, βιβλία και το τυχαίο, ο νεαρός «συγγραφέας» γνωρίζει ότι ο τόπος του είναι οι λέξεις και οι άνθρωποι της καρδιάς του, όπου κι αν βρίσκεται.

Μετακόμιση, μετανάστευση, η απώλεια των φίλων, το νέο περιβάλλον, οι βαθύτεροι φόβοι, και κυρίως η διατήρηση της γλώσσας ως ενός τόπου που μπορούμε παντού να κουβαλάμε μαζί μας, όλα χωράνε στην χορταστική ιστορία της Στέργιας Κάββαλου, που είναι έξυπνα γραμμένη, με μια σπαρταριστή αμεσότητα και μερικές έξυπνες στροφές που θυμίζουν την γραφή των φανζίν. Η εικονογράφηση της Πετρούλας Κρίγκου είναι εξίσου απολαυστική, με τις τρυφερές γελοιογραφικές της πινελιές στην απόδοση των προσώπων και την εμφανή τεχνοτροπία των κόμικς. Άλλη μια Ιστορία που βιώνεται δυνατά, όπως τιτλοφορείται η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σχετική σειρά των εκδόσεων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2018, εικονογράφηση: Πετρούλα Κρίγκου, σελ. 77, γυαλιστερό φύλλο [Ιστορίες που ζεις δυνατά]. Οι εικόνες είναι από το βιβλίο.

Ηλικίες: 10+

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

14
Νοέ.
18

Ξανθή Μαντέλα – O άσπρος σκύλος με τα πολλά ονόματα. Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη

Αμοιβαίοι θετοί σύντροφοι

Τα αδέσποτα ζώα διασταυρώθηκαν πολλές φορές με την ζωή μου. Άλλοτε μοιραστήκαμε μικρές οδύσσειες για να σωθούν από κάποιο σκληρό περιβάλλον και να βρουν την στέγη που τους αξίζει κι άλλοτε και κυρίως όταν πήρα την απόφαση να συμβιώσουμε ως ισότιμοι ένοικοι μιας κοινής καθημερινότητας. Πρώτα είχα την γάτα Μάη που σώθηκε τελευταία στιγμή από τα χέρια ενός αχαρακτήριστου δίποδου (την άρπαξε στο τσακ ο Γιάννης Αγγελάκας στο Berlin) και βαφτίστηκε έτσι χάρη σ’ έναν ωραίο Θεσσαλονίκειο Μάιο, και λίγα χρόνια μετά τον γάτο Μαρσέλο, που του έδωσα το όνομά ενός εξαίρετου χαρακτήρα από το βιβλίο Σκηνές από την ζωή των μποέμ του Ερρίκου Μυρζέ. Εδώ και δώδεκα χρόνια ήρθε η σκυλίτσα Πέτρα για να συντροφιαστούμε για τα καλά.

Αλλά τι είναι το ζωάκι του καθενός μας μπροστά στην αχανή κοινωνία των αδέσποτων που αναζητούν τα ελάχιστα; Και μόνο η ιδέα με φορτίζει ιδιαίτερα και, όπως συνηθίζουμε να κάνουμε σε κάθε άβολη σκέψη, την παραχώνω σε κάποιο ράφι εντός.  Και πάλι, κάποια πλάσματα επιμένουν να φωλιάζουν στην πρώτη σειρά του, κι αυτά είναι όσα συνάντησα στα παζάρια των φιλοζωικών οργανώσεων όπου προτείνεται η υιοθεσία ενός ζώου αντί για την αγορά του. Κι είναι ακριβώς εκείνα που δεν βρίσκουν τον θετό τους σύντροφο, επειδή είναι μεγαλύτερα στην ηλικία ή στο μέγεθος από κάποια άλλα ή ταλαιπωρημένα ή απλά δεν επιλέχτηκαν.

Πώς αισθάνονται αυτά τα ζώα που περιμένουν να τα διαλέξει ένας περαστικός; Του μιλάνε με το βλέμμα; Κι όταν τελειώσει το παζάρι, επιστρέφουν στα κοινόβια των φιλοζωικών περισσότερο απογοητευμένα; Διαισθάνονται κάποια απόρριψη; Οι σχετικοί επιστήμονες έχουν πολλά να πουν, αλλά ποιος διαβάζει τις εξειδικευμένες τους μελέτες; Για άλλη μια φορά έρχεται η λογοτεχνία, ακόμα και στη μορφή μιας μικρής «παιδικής» ιστορίας, για να μας φωτίσει τα συναισθήματα ενός άλλου πλάσματος. Δεν έχουμε καλύτερο τρόπο.

Και τι ωραία και πόσο επιτέλους που το ορθάνοιχτο αυτό θέμα βρίσκει την ευαίσθητη γραφή και εικονογράφηση που του ταιριάζει, σ’ ένα βιβλίο που μπορεί να φωτίσει την σκέψη των μικρών μικρών ανθρώπων. Ο τρόπος που διαλέγει η συγγραφέας είναι κατά κάποιο τρόπο μια μυθοπλαστική ενσυναίσθηση, καθώς παραχωρεί την αφήγηση στον ίδιο το σκύλο να μας διηγηθεί την δική του προσωπική ιστορία που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω και να αναρωτιέται σε ακόμα μια εκδήλωση αν σήμερα θα είναι η τυχερή του μέρα, να βλέπει πως δεν τον προτιμάνε, να φτάνει στο σημείο να προτιμά τελικά την σίγουρη επιστροφή στη φάρμα της φιλοζωικής, παρά να βρεθεί προσωρινά σ’ ένα σπίτι με εξίσου προσωρινό όνομα. Γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που παίρνουν ζωάκια για όσο χρόνο θεωρούν ότι αποτελούν «χρήσιμα παιχνίδια» για τα παιδιά τους, κι όταν τα βαρεθούν τα εγκαταλείπουν, ξεχνώντας και το όνομά τους, μέχρι να βρεθεί, αν είναι «τυχερά», να τα πάρει κάποιος άλλος και να τους δώσει νέο όνομα. Κι έτσι το όνομα, η μικρή λέξη που αποτελεί και μια πρώτη κοινωνική ταυτότητα για το ζώο, αλλάζει συνεχώς.

Το βιβλίο έχει την ιδανική εικονογράφηση, από μια ούτως η άλλως προικισμένη εικονογράφο. Βουτηγμένη σε ανοιχτόχρωμο γαλάζιο και πράσινο φόντο, δεν παραπέμπει στη μελαγχολία αλλά σ’ έναν ήρεμο παλ φωτισμό που δεν μπορεί παρά να αισιοδοξεί.  Χάρη στο μεγάλο μέγεθος των σελίδων μπαίνουμε ολόκληροι στην ιστορία και την ζούμε κάθε φορά, μέχρι το ευπρόσδεκτο αλλά και απροσδόκητο τέλος και τις χρήσιμες συμβουλές για όποιο παιδί αποφασίσει να γίνει αμοιβαίος θετός σύντροφος μ’ ένα μη ανθρώπινο πλάσμα.

Και φυσικά, όπως πάντα συμβαίνει με την ανάλογη λογοτεχνία, αναζητώ κι εγώ, όχι κάποιες απαντήσεις, αλλά μερικά ενδεχόμενα, κι ας μένουν πάντα ανοιχτά. Υπάρχει περίπτωση αντί να διάλεξα εγώ τα ζώα μου να με διάλεξαν εκείνα; Δεν θα ήταν δικαιότερο να μπορούν εκείνα να το κάνουν; Εδώ πάντως ο σκυλάκος εκφράζει ανάλογη σκέψη – και την ζωγραφίζει. Είναι ίσως η εικόνα που αξίζει να δουν όλοι.

Υιοθέτησα και υιοθετήθηκα κι εγώ κάποτε από έναν άσπρο αδέσποτο σκύλο. Με περίμενε πάντα ακίνητος, στην πράσινη νησίδα στο μέσον της Φωκίωνος Νέγρη. Δεν θυμάμαι πόσες φορές κάθισα πάνω του, ακίνητος ιππέας με την βεβαιότητα πως δεν γίνομαι βάρος στο λείο του κορμί· θυμάμαι όμως καλά την λευκότητα και την δροσιά του μαρμάρου, την αναζήτηση μιας ζωντάνιας στο ακίνητο πρόσωπο, τις ερωτήσεις που έκανα στο αγέρωχο, ελαφρώς υψωμένο του πρόσωπο, την ασφαλή αλλά και ζηλευτή θέση του στο μέσο των περιπάτων. Πηγαίνω μέχρι σήμερα αραιά και που να τον δω, και συνεχίζει να μου δίνει τα δώρα του, κυρίως την ατόφια ανάμνηση του παππού μου που με πήγαινε ως εκεί. Και βλέποντας μικρά παιδιά να σκαρφαλώνουν και να τον χαίρονται, αναρωτιέμαι πόσες αμοιβαίες συντροφιές να χαίρεται αυτά τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2018, σελ. 32, εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη, γυαλιστερό χαρτί, μέγεθος 21Χ29.

Ηλικίες: 5+

Στις εικόνες: Μαύρος κούταβος με λευκή ψυχή, βρέθηκε στο Λουτράκι έκθετος σε δίποδους κινδύνους και βρήκε το σπίτι που του αξίζει / Η Πέτρα αυτοπροσώπως / Η θέση που τους αξίζει / Υποψήφιοι σύντροφοι / Ο σκύλος της Φωκίωνος Νέγρη, ο πρώτος μου τετράποδος σύντροφος

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

07
Νοέ.
18

Χρυσάνθη Τσιαμπαλή – Μου ήρθε μια ιδέα!

Οι φαεινές αφανείς

Είναι αμέτρητες και βρίσκονται παντού. Έρχονται πάντα απρόσκλητες αλλά όλοι τις θέλουν σπίτι τους. Μόνο που εκείνες επιλέγουν πού θα πάνε, κι ας νομίζουμε το αντίθετο· συχνά βέβαια μπορεί να βρεθούν σε λάθος τόπο κι εκεί το πράγμα περιπλέκεται. Κινούν τα νήματα μυριάδων πράξεων αλλά σπάνια τους αποδίδουμε τα εύσημα – ή την ευθύνη! Δεν συνάντησα ως τώρα κάποιον που να σκέφτηκε να τις κάνει ηρωίδες με σάρκα και οστά, να περιγράψει πώς αισθάνονται και δρουν· ακόμα και οι εικονογράφοι τους τις απέδιδαν με μια λάμπα! Εδώ αποκαθίσταται η μέγιστη αυτή παράλειψη.

Ο λόγος φυσικά για τις ιδέες, που, ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να είναι ξαφνικές, έξυπνες, πρωτότυπες, τολμηρές, λαμπρές, ανόητες και κυρίως φαεινές. Αυτές τις τελευταίες ήθελα πάντα να τις γνωρίσω και να μάθω πώς έρχονται και πού τις βρίσκει κανείς. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Που ζει μια Φαεινή Ιδέα; Μα στον κόσμο των Ιδεών, μαζί με χιλιάδες άλλες Ιδέες, νέες και παλιές, λογικές και τρελές, και πάει λέγοντας. Είναι θέμα χρόνου να την αγγίξει η αναπόφευκτη πλήξη και να φύγει για τον κόσμο των Ανθρώπων. Εκεί την περιμένει η ιδανική πορεία στη ζωή κάθε Ιδέας: να αναζητήσει τον Άνθρωπο που θα την μεταμορφώσει σε πράξη και να μοιραστούν την ίδια ευτυχία.

Και το ταξίδι αρχίζει. Πρώτα προσγειώνεται στο αυτί ενός καλοντυμένου κυρίου ως μεγαλεπήβολο σχέδιο για μια ωραία γέφυρα αλλά μένει για καιρό παρατημένη κι απραγματοποίητη. Σα να μην έφτανε αυτό, δεν μπορεί ν’ αλλάξει κουβέντα με ανάλογες Ιδέες εκεί μέσα, κι έχει και τις εικόνες του ίδιου που γέμιζαν το κεφάλι του. Βλέπετε, έπεσε σε υπουργό! Ευτυχώς αποδρά κατά την επίσκεψή του στον φούρνο και βρίσκει ζεστασιά στο μυαλό του φούρναρη που μόλις έχει συλλάβει την ιδέα ενός νέου ζυμαριού. Και απολαμβάνει και το μασάζ του! Αλλά ζυμάρι χωρίς ψήσιμο δε νοείται κι η Ιδέα ευτυχώς διαφεύγει την τελευταία στιγμή. Έτσι νόμιζε… Το μυαλό του τυχαίου περαστικού είναι σκοτεινό και γεμάτο καταστροφικές Ιδέες για να μην πούμε για τους σκελετούς άλλων Ιδεών. Και πώς αλλιώς, αφού ο ίδιος είναι ο Ερρίκος φον των Μεγάλων Καταστροφών. Όμως…

Εκείνη ήταν μια Φαεινή Ιδέα! Έπρεπε να πιστέψει στον εαυτό της. Να αφήσει το φως που έκλεινε μέσα της να φωτίσει αυτούς τους σκοτεινούς διαδρόμους. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε στη δική της λάμψη. Όταν τα άνοιξε, το σκοτάδι της φάνηκε διάφανο.

Κι ύστερα μεταπηδά στο μυαλό-γκαρσονιέρα ενός ποντικού που ροκανίζει εκκωφαντικά και στο κεφάλι της συγγραφέως Ερμιόνης Εμπνευσμένης, το γεμάτο με συνωστισμένες Ιδέες, που προφανώς περιμένουν να γίνουν ιστορίες. Αλλά όταν φτάνει στην πρώτη σειρά βλέπει έναν τεράστιο δράκο που δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του, καθότι έπεσε στην περίπτωση λογοτέχνισσας περιπετειωδών ιστοριών.

Ξανά στον αέρα, αυτή τη φορά πάνω σε μια αλογοουρά μικρής μαθήτριας. Εκεί βρίσκει μια άδεια γωνιά και, επιτέλους μεταμορφώνεται σε επινόηση που της ταιριάζει, αλλά δεν αποκαλύπτω, μόνο ομολογώ πως πολύ θα ήθελα να είχα κι εγώ στην δική μου θητεία στο δημοτικό. Αλλά θα φροντίσω να την διαδώσω, γιατί δεν είναι μόνο απόλυτα εφικτή αλλά και πολύτιμη σε μικρούς, μεγάλους, σε μικρούς που θα γίνουν μεγάλοι και σε μεγάλους που θα γίνουν μικροί.

Σπάνιο το εύρημα, επιθυμητή η κάθε προσωποποίηση μιας αφηρημένης έννοιας με τις ανάλογες εικονοπλασίες λέξεων και φράσεων που συχνά χρησιμοποιoύμε, ταιριαστή εικονογράφηση κι ένα μυρωδάτο οικολογικό χαρτί. Μου αρέσουν οι ιστορίες που μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρον. Ήδη σκέφτομαι στις δικές μου πια διηγήσεις, σε πόσα ακόμα κεφάλια μπορεί να ταξιδέψει μια Ιδέα μέχρι να βρει εκείνο που της αξίζει. Κι έτσι η συγγραφέας μάς δίνει τη σκυτάλη, να γίνουμε ακόλουθοι προφορικοί συγγραφείς και εμπνευσμένοι αφηγητές. Και στο εξής, όποτε νοιώθω ένα ελαφρύ γαργάλημα στο αυτί ή θέλω να ξύσω το κεφάλι μου, θα έχω το νου μου. Γιατί μπορεί μια ιδέα να θέλει να δηλώσει την ευγενική της παρουσία!

Εκδ. Ψυχογιός, 2018, 42 σελ., Εικονογράφηση: Στάθης Πετρόπουλος, [Σειρά Βατόμουρο / 7-8 ετών], [Ευέλικτη ζώνη – Φιλαναγνωσία], οικολογικό χαρτί.

Στις εικόνες: Στις εικόνες: 1. Τέρμα στην παραδοσιακή εικονογράφηση της Ιδέας ως λάμπας! / 2. Οι κίνδυνοι μιας Ιδέας στο μυαλό περιπετειώδους συγγραφέως (εικονογράφηση του Στάθη Πετρόπουλου από το βιβλίο) / 3. Κάπως έτσι φαντάζομαι την τυχερή μικρή μαθήτρια που φιλοξένησε εν αγνοία της την εδώ Ιδέα / 4. Οι Ιδέες βρίσκονται παντού κι είναι πολύχρωμες, άρα ας έχουμε το νου μας (ανοιχτό).

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.




Ιανουαρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 961.218 hits

Αρχείο

Advertisements