Posts Tagged ‘Ποίηση

10
Σεπτ.
18

Φρέαρ τεύχος 22-23 (Ιούλιος 2018). Αφιέρωμα στον Τ.Κ Παπατσώνη

Ο Καρίλ Φερέ [Caryl Férey] είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με βαθύ κοινωνιολογικό, πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό. Θέμα των έργων του είναι συχνά οι αυτόχθονες και οι παρενέργειες που έχουν προκύψει από έναν ημιτελή εξαστισμό τους. Εντασσόμενος σε μια σειρά από Γάλλους ταξιδιώτες συγγραφείς που εμπνέονται από την πλούσια ταξιδιωτική τους ζωή, είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικότητας, της αφήγησης και της πλοκής μέσα από τις οποίες γίνεται η ψυχογράφηση και η ενδοσκόπηση, όπως γράφει ο Διονύσης Σκλήρης στην εισαγωγή της συνέντευξής του.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία, όπου ο συγγραφέας εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εφηβεία του κατά την δεκαετία του 1980, οπότε και σφραγίστηκε από την παγκοσμιοποίηση που ήταν μεν πολιτική, αλλά είχε και μια πρακτική διάσταση, καθώς ταξίδευε και συνειδητοποιούσε ότι «όλοι ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, καθώς είχαμε το ίδιο οικονομικό σύστημα». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν έγραψε τα βιβλία του για την Νέα Ζηλανδία (ιδίως το πρώτο, το Χάκα, το 1998) ο κόσμος απορούσε γιατί δεν έγραφε για τόσο μακρινά μέρη κι όχι για την Γαλλία· έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του 2000 για να γίνει αντιληπτό ότι ζούμε σε ενιαίο κόσμο.

Ο Φερέ είναι ένας διεθνιστής που πιστεύει πως δεν πρέπει να υπάρχουν σύνορα αλλά οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν όπου θέλουν. Η παγκοσμιοποίηση όμως που έχουμε σήμερα, επισημαίνει, είναι η απεριόριστη κυκλοφορία των κεφαλαίων και όχι των ανθρώπων. Ίσως δεν είναι άσχετη με όλα αυτά η άλλη «κλήση» που αισθάνθηκε ο συγγραφέας να περιγράψει τους αυτόχθονες λαούς από τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, όπως π.χ. με την εθνότητα των Μαπούτσε, οι οποίοι έχουν μια σκέψη που σηματοδοτεί μια εντελώς διαφορετική εννόηση του κόσμου.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού που επιμελούνται η Αθηνά Βογιατζόγλου και ο Βασίλης Μακρυδήμας τιμά τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Τάκη Παπατσώνη (1895-1976) και αποτελεί καρπό της διήμερης Επιστημονικής Συνάντησης Εργασίας που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017. Εδώ τι να πρωτοδιαβάσουμε! Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, με άξονα το πολιτογραφημένο ως εναρκτήριο ποίημα του ελληνικού μοντερνισμού «Beata Beatrix» (1920), ιχνηλατεί τον τρόπο αφομοίωσης της δαντικής ποίησης από τον Παπατσώνη και την προσαρμογή της τελευταίας στο μοντερνιστικό διάβημά του. Η Σοφία Ιακωβίδου μελετά τον αυτοβιογραφικό πυρήνα ενός από τα τελευταία ποιήματα του Παπατσώνη («Guide bleu», 1973), ανιχνεύοντας τις διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές του σε μοντερνίζοντες ή μοντερνιστές δημιουργούς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η Γεωργία Λαδογιάννη τοποθετεί την εμφάνιση της ανατρεπτικής ποίησης του Παπατσώνη στα δεδομένα της εποχής της, σχολιάζοντας τη σχέση της με την προηγούμενη παράδοση και τον βαθμό της γλωσσικής και αισθητικής τόλμης της. Η μεγάλη σε όγκο και ποικιλία μεταφραστική του ιδιότητα αναδεικνύεται από τον Βασίλη Λέτσιο, ενώ το κριτικό του έργο εξετάζουν οι Γιάννης Δημητρακάκης, Αθηνά Βογιατζόγλου και Βασίλης Βασιλειάδης. Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες απόλαυσα το κείμενο του Κώστα Καραβίδα που επιδίδεται σε μια συγκριτολογική εξέταση του οδοιπορικού του ποιητή στο Άγιο Όρος (Άσκηση στον Άθω, που γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε το 1963) με άλλα ανάλογα ταξιδιωτικά κείμενα του Μεσοπολέμου (από τους Φώτη Κόντογλου, Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Καζαντζάκη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θέμο Κορνάρο κ.ά.).

Καθώς συγκρίνουμε την Άσκηση στον Άθω με την πλούσια εκδοτική συγκομιδή των ταξιδογραφιών στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται ότι το ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα του Παπατσώνη είναι ένα κείμενο εξόχως προσωπικό, μοναχικό και ανεπανάληπτο, εντελώς διαφορετικό από όσα προηγήθηκαν και από όσα ακολούθησαν πάνω στο ίδιο θέμα. Οι χειμαρρώδεις ημερολογιακές καταγραφές από την διαμονή του στο Άγιο Όρος, το 1927, σε κατάσταση ασταμάτητης έκστασης στοιχειοθετούν μια αληθινή άσκηση ψυχής, όπως γράφει ο μελετητής. Το Άγιο Όρος για τον συγγραφέα ήταν μια δοκιμασία πίστης πέρα από δόγματα και θεολογίες. Ο έρωτας και ο ασκητισμός συνδέονται στο κείμενο σε έναν αξεδιάλυτο, γοητευτικό συνδυασμό. Σε αυτό το υποβλητικό και ονειρικό συνάμα κείμενο, υψηλής θερμοκρασίας και θερμής ποιητικής ιδιοσυστασίας, παρουσιάζονται όλες οι εσωτερικές αγωνίες της πίστης ενός συγγραφέα – ασκητή.

Ποίηση και επιστολή από τον Βισέντε Ουιδόμπρο, ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, πεζά των Λάκη Παπαστάθη και Ευρυπίδη Νεγρεπόντη, συνέντευξη του Βρασίδα Καραλή στον Αχιλλέα Ντελή και άλλα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους, μαζί με τους Καιρούς που έτσι Αβυθομέτρητοι όπως είναι (και όπως τιτλοφορείται η πλούσια «γαλαρία» του περιοδικού), απαιτούν πολλές μέρες για την χορταστική τους ανάγνωση. Σχέδια τεύχους: Ειρήνη Ηλιοπούλου.

[σελ. 270]

06
Ιον.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 184. Κατερίνα Κούσουλα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως. Είναι η έβδομη ποιητική μου συλλογή, από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Παρελήφθη τον Φεβρουάριο του 2018 και τιτλοφορείται «Θαυματουργή πλην Έρημος». Τίτλος πολύ δικός μου, σχεδόν προφητικός, όπως αποδεικνύεται.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ:

1. «Ζητήματα κυμάτων», εκδόσεις ΕΨΙΛΟΝ/ποίηση, 2009.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας. Βγήκαν από το συρτάρι (τα συρτάρια) τα διαλεγμένα ποιήματα. Ο τίτλος που τα έστεψε (δυσανάλογα ποιοτικός, ομολογουμένως, σε σχέση με την έκδοση) επιλεγμένος από τον Κώστα Θ. Ριζάκη, που εδώ μυρίστηκε Ποίηση.

2. Τη θέση έκδοσης ενέχει η πρώτη δημοσίευση στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος/τεύχος 45, Ιούνιος 2011, των ποιητικών μου συλλογών «Σαν αγγελτήρια» [2009] και «Ο μέγας απών» [2010], σε τεύχος αφιερωμένο στην ποίησή μου.

Να η απόδειξη της παραπάνω παρατήρησης: ο Ποιητής και εκδότης του πολύ καλού περιοδικού Πάροδος, για λόγους άκρως ακατανόητους για μένα – και ιδιαίτερα εκείνον τον καιρό – αποφασίζει ν’ αφιερώσει ένα τεύχος του στα, ομολογουμένως, πρωτόλεια ακόμη ποιήματά μου. Την εικονογράφηση αναθέτει (διπλή τιμή) στον Πέτρο Ζουμπουλάκη.

3. «Αρμόδιο σώμα», από τις εκδόσεις Ο Μικρός Αστρολάβος/19, Αθήνα 2011. Τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ένα μονοπάτι, σα να φαίνεται πως θα υπάρχει συνέχεια. Μικρό τω δέμας βιβλίο, μετράει τις δυνάμεις του και τις βρίσκει αρκετές.

4. «Βαθύ κανάλι – Αδήλωτη άνοιξη», ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2013. Το πρώτο εδραίο βιβλίο μου, δράμα σε δύο πράξεις. Στην εικονογράφηση, ο σπουδαίος Γιάννης Παπανελόπουλος.

5. «Ο των ωραίων μακάρων Περιοδεύων κήπος επταήμερος» ποιητική σύνθεση, ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ/Αθήνα 2014. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Ναι, εγώ το έγραψα, ωστόσο, αν κάποια πεποίθηση περί Μούσας διασχίζει τους αιώνες και κάποτε αποκαλύπτεται, αποδεικνύεται στη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Η επιλογή να εκδοθεί επίσης δεν ήταν δική μου, καθώς εγώ αναρωτιόμουν τί ήταν αυτό που έγραψα. Όμως ο Ριζάκης κατάλαβε, ανέθεσε την εικονογράφηση στη Μαργαρίτα Βασιλάκου, την έκδοση στον Γιώργο Γκέλμπεση και πριν προλάβω να το αποφασίσω, το όμορφο αυτό βιβλίο είχε γίνει αλήθεια. Όσο για το περιεχόμενό του, το αφήνω στους αναγνώστες του να κρίνουν αν είναι παραμύθι ή ποίημα.

6. «Η αγάπη που δεν ξέρει», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015. Η ‘αγάπη’ σε μεγάλο βαθμό γράφτηκε στην Αιανή Κοζάνης, καταφύγιο που κέρδισε επάξια τον τίτλο του. Όπως πολύ σοφά έγραψε ο Γιώργος Δελιόπουλος, «τί δεν ξέρει η αγάπη; πιστεύω πως η αγάπη δεν ξέρει να παραιτείται». Τον ευχαριστώ.

7. «Θαυματουργή πλην Έρημος», εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2018.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω κάθε μέρα, την κάθε απόχρωση της μέρας, με άυλη γραφίδα, εντός. Έπειτα, το όλον βρίσκει το δρόμο, άσχετο πού βρίσκομαι, διαμέσου της γραφής, για το χαρτί.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν θα διανοούμουν να παγιδεύσω τίποτα, πόσο μάλλον ιδέες. Πρόκειται για επισκέψεις, έτσι έχω πάντα το σαλόνι μου έτοιμο για να τις υποδεχτώ ως τους αρμόζει. Έτσι όπως μάθαμε εμείς, του 19ου αιώνος.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; 

Ενώ μουσική είναι η ποίηση, όπως καλά γνωρίζουμε όλοι μελετώντας τους ποιητές από την αρχαιότητα ως σήμερα, με την μουσική δεν έχω τις καλύτερες σχέσεις. Ή μάλλον, η μουσική μου είναι ιδιότυπη: όπως ο αληθινός εραστής του φαγητού δεν κάνει εξαιρέσεις σε γεύσεις, έτσι πιστεύω πως η μουσική βρίσκεται παντού και προπαντός στην σιωπή. Ή στους αγαπημένους κατευναστικούς καθημερινούς θορύβους. Ή, κυρίως, στους ήχους της φύσης. Να, αυτό είναι για μένα μουσική. 

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Είμαι αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, και έχω κάνει διδακτορικό στην Ιστορία της Τέχνης. Ο «κήπος» μου δείχνει πολλά και για αυτή μου την ιδιότητα, που, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα αληθινό πάθος. 

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο; 

Δεν μπορώ να γράψω πεζογραφία – είμαι πολύ ανυπόμονη, αφενός, και αφετέρου θα βυθιζόμουν τόσο πολύ ψυχολογικά στα πρόσωπα των ηρώων μου, που μετά πάσης βεβαιότητας θα αρμένιζα σε άλλη πραγματικότητα – σκοπός μου στην Τέχνη δεν είναι να χάνω, αλλά να βρίσκω τον εαυτό μου. 

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα τον Κώστα Θ. Ριζάκη. Γιατί, εκτός από σπουδαίος ποιητής, είναι σαφώς Πρόσωπο της Λογοτεχνίας, αφού την υπηρετεί με όλους τους τρόπους.   

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;  

Προσπαθώ να μην γράφω την διαθήκη μου. Κατά τα άλλα, γράφω ποίηση.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Οι τραγικοί και πρώτα ο Όμηρος. Οι μεγάλοι του 19ου: Τολστόι, Ουγκώ. Και οι μικρότεροι: Τζέην Ώστεν, Μπροντέ κλπ. Ο Μαρκές. 

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης; 

Η «Πάροδος» (είμαι παιδί της) και το «Εμβόλιμον» (με υιοθέτησε). 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω ξανά το «Πόλεμος και Ειρήνη». Σχεδία στη θύελλα. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε; 

Διαβάζω λογοτεχνικές κριτικές, εφόσον γράφω λογοτεχνικές κριτικές. Και έντυπες, και ηλεκτρονικές. 

Περί αδιακρισίας 

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή; 

Ο Μπέργκμαν στο «Φάννυ και Αλέξανδρος». Οι αδελφοί Ταβιάνι. 

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; 

Σε γενικές γραμμές αδιάφορες. Ένα ακόμη παιχνίδι δημοσίων σχέσεων. Ωστόσο, όπως σε όλα, υπάρχει ένα καλό κι αυτό είναι ότι έχεις άμεση πρόσβαση. 

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

– Γιατί πιστεύετε πως σας επιλέξαμε για το ερωτηματολόγιό μας αυτό;

– Ειλικρινώς, δεν γνωρίζω.

23
Φεβ.
18

Διονύσης Καψάλης – Η ταραχή των ανθρωπίνων

Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έζησε σε μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης, στην καρδιά της πουριτανικής Νέας Αγγλίας, μετέτρεψε τα μέτρα της αγγλικής εκκλησιαστικής υμνογραφίας σε υψηλή ποίηση, γεμάτη γόο και μαγεία, οδύνη και ειρωνεία, φωτεινή ευσέβεια και υπόρρητη βλασφημία. Η Έμιλυ Ντίνκισον υπήρξε μια από τις σπαραχτικότερες γυναικείες φωνές, πλάι πλάι με την Σαπφώ και την Ήριννα, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγειαβα, την Μαριάν Μουρ και την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Εσωστρεφής και εκκεντρική για τους συντοπίτες της, έζησε βίο μοναχικό, αποτραβημένη στο πατρικό της σπίτι. Το εκδομένο της έργο όσο ζούσε, συμποσούται σε έντεκα ποιήματα, ενώ μετά τον θάνατό της βρέθηκαν στοίβες και αυτοσχέδια τεύχη με περίπου χίλια οκτακόσια ποιήματα. Η μοναχική περίπτωση της Έμιλυ Ντίκινσον, καθρεφτίζεται με την δόξα και την παθογένεια της ποίησης, για να αντιστρέψω τον τίτλο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα σε τούτη την πλούσια δοκιμιακή συλλογή.

Πολλά από τα «επιταφικά» ποιήματά της μαρτυρούν ότι, παρά την εθελούσια απομόνωση και τον ισόβιο αναχωρητισμό της, παρέμεινε για πολλά χρόνια ευαίσθητος δέκτης των εξωτερικών γεγονότων και του συλλογικού σπαραγμού του Αμερικανικού Εμφυλίου. Έστηνε σύνθετους, αινιγματικούς και συχνά παράδοξους συλλογισμούς σ’ έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τον στοχαστικό εαυτό της, προικίζοντας τα ποιήματά της με πυρετώδη διανοήματα και ελλειπτικούς συλλογισμούς. Η Ντίκινσον ανήκει στην λαμπρή εκείνη χορεία των ποιητών που πρέπει να σκεφτούν τον κόσμο εξαρχής μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα· που έχουν πραγματικά δική τους σκέψη ή προτιμούν, όπως έγραφε ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, «να επινοήσουν δικό τους σύστημα παρά να υποδουλωθούν στο σύστημα κάποιου άλλου». Ο Καψάλης εμβαθύνει στην γραφή της, εξετάζει ποιήματά της και παρουσιάζει τις αντικρουόμενες απόψεις της κριτικής.

Τα τριαντάχρονα ενός ποιήματος («Η επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου») αναφέρονται σ’ ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, το Aubade του Φίλιπ Λάρκιν, που δημοσίευσε στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τεύχος του Times Literary Supplement το 1977 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Για τον συγγραφέα ο Φίλιπ Λάρκιν είναι η σημαντικότερη ποιητική φωνή της Αγγλίας των τελευταίων σαράντα ετών (και όχι π.χ. πενήντα ή η σημαντικότερη μεταπολεμική φωνή, ώστε να μην αφήσει έξω τον ώριμο Ώντεν και τον Ντύλαν Τόμας, «κορυφαίους και συχνά ασύλληπτης εκφραστικής ομορφιάς ποιητές»). Σχετικά ολιγογράφος, κατέλιπε τέσσερις όλες κι όλες ποιητικές συλλογές, ενώ η σιωπηλή του δεκαετία πριν τον θάνατό του καλύπτεται επαρκώς από το συγκεκριμένο ποίημα και τα μη μυθοπλαστικά του βιβλία ενώ τα ημερολόγιά του, με δική του εντολή, κάηκαν μετά τον θάνατό του.

Ελάχιστα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας μπορούν να σταθούν όρθια απέναντι σ’ αυτό το εκτυφλωτικό μάθημα θανάτου, σ’ αυτή την ήρεμη παραδοχή του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Για άλλη μια φορά ο θρίαμβος της τέχνης του Λάρκιν είναι ο θρίαμβος του κατορθωμένου λόγου και της ανθρώπινης επινόησης πάνω στο χάος της εμπειρικής ύλης. Πάντα είρων, το χαρακτήρισε σε επιστολή του θανατοφοβικό και μίλησε για την επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου. Η δεύτερη στροφή απογυμνώνει το θέμα, «τον βέβαιο αφανισμό προς τον οποίο ταξιδεύουμε», στην τρίτη στροφή αφού ξεμπερδέψει με την θρησκεία «αυτό το τεράστιο, σκοροφαγωμένο μουσικό εργόχειρο που φτιάχτηκε για να υποκρινόμαστε ότι δεν πεθαίνουμε ποτέ», ο Λάρκιν θα απορρίψει κάθε προτεινόμενο αντίδοτο αταραξίας ή ηθικής αδιαφορίας προς τον θάνατο, στην τέταρτη θα δώσει την χαριστική βολή μ’ έναν στίχο που διαγράφει μονοκονδυλιά χιλιάδες σελίδες περί ηθικής αντοχής απέναντι στον θάνατο, στην πέμπτη και τελευταία στροφή η συνείδηση της θνητότητας μοιάζει να αραιώνει λίγο, όχι γιατί εξευμενίστηκε ή ηττήθηκε αλλά γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Το κείμενο Η ταραχή των ανθρωπίνων αφορά σχόλια σ’ ένα ποίημα του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, το 6ο μέρος από το σπονδυλωτό επταμερές Meditations in Time of Civil War. Οι «Στοχασμοί σε καιρό εμφυλίου πολέμου», που αφορούν τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο [1922 – 1923], ανάμεσα στις κυρίαρχες παρατάξεις Ιρλανδών αυτονομιστών, προέρχονται από την κορυφαία συλλογή The tower, που εγκαινίαζε την τελευταία, εξωφρενικά εύγλωττη ωριμότητα του Ιρλανδού ποιητή. Σε αντίθεση με την αμετακίνητη τοπικότητα, τον Πύργο, πύργο χειροπιαστής βεβαιότητας σε αβέβαιους καιρούς, σταθμό, λιμάνι, «εδώ και τώρα» της ποίησης, το κυρίαρχο αίσθημα του ξεριζωμού αποκτά μια δριμύτερη διάσταση: την αγωνία του εκτοπισμένου και του κατακτημένου ανθρώπου, τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη  του αιχμαλώτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, τη σκέψη του αυτόχθονα που νιώθει ξένος στο σπίτι του. Το ποίημα, μεταξύ άλλων, έχει απεκδυθεί τον συνήθη μεγαλοϊδεατισμό του Γέητς, την πορφύρα του ιεροφάντη και τον μανδύα του προφήτη και ανασαίνει κανονικά σ’ έναν κόσμο πιο τρυφερό και εξανθρωπισμένο. Μοιάζει μάλιστα να πάει να συναντήσει ανοχύρωτο τον φυσικό κύκλο της ζωής που γεννάει, αναγεννιέται και χτίζει μέσα στις ρωγμές του πύργου, όπως το αέναο πηγαινέλα των φιλόπονων μελισσών που διδάσκει τις αρετές της υπομονής σ’ έναν εξανθρωπισμένο κόσμο. Η ιστορία δεν εξορίζεται από το ποίημα· εξορκίζεται όμως ο πόνος και η βία της.

Το κείμενο για τον Τέλλο Άγρα επιχειρεί μια ολική επανανάγνωση του ποιητή των σχολικών αναγνωστικών και των καθιερωμένων ποιητικών ανθολογιών. Στο ερώτημα που θέτει ο Καψάλης, τι παραμένει ζωντανό για μας σήμερα στην ποίηση του Άγρα, αν απαντούσε μονολεκτικά θα έλεγε την μορφοδοξία, λέξη και έννοια που καθιέρωσε ο ίδιος ο Άγρας και που ίσως ερμηνεύεται με άλλη δική του φράση: «Η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Ποια είναι η στρεβλή εικόνα της ποίησης του Άγρα; Μικροαστική μοναξιά και λόγος ενδιάθετος, ένα είδος ψυχαναγκαστικής μόνωσης σε τόνους χαμηλόφωνης εκμυστήρευσης: αυτός είναι ο κόσμος του στην κρατούσα εικόνα της κριτικής, που διανθίζεται και με όρους όπως «νεοσυμβολισμός» και «νεορομαντισμός». Ο κανόνας στην υποδοχή του Τέλλου Άγρα είναι η συγκατάβαση κι ένα εξελικτικό και ανιστόρημα ιδεολόγημα που μετράει την αξία (και την αναγνωσιμότητα) ενός ποιητή με το μέτρο της συνεισφοράς του σε αυτό που ο εκάστοτε τιμητής θεωρεί ως νομοτελειακή εξέλιξη της ποίησης. Κάπως έτσι καλή ποίηση θεωρήθηκε εκείνη που προοιωνίζεται την έλευση του ελεύθερου στίχου.

Ο Άγρας προσαρτά ολόκληρες περιοχές εμπειρίας στην ποίηση, περιοχές ως τότε απροσπέλαστες στον λυρικό λόγο· προσαρτά κυρίως μια μεγάλη περιοχή, που δηλώνεται με τον τίτλο Καθημερινές και σχεδιάζεται προαναγγελτικά με μόττο έναν στίχο του Λαφόργκ: «Α, πόσο καθημερινή είναι η ζωή!». Την καλύτερη υπεράσπιση της ποιητικής του περιοχής  την διατυπώνει ο ίδιος ο Άγρας σ’ ένα μοναδικό κείμενο ποιητικής και κριτικής αυτογνωσίας που τιτλοφορείται Nihil…minor in litteris, στην κατακλείδα του οποίου γράφει: Δεν ξέρω μήπως το βάθος του βόρβορου μέσα στον οποίον ο πολιτισμός έχει εκπέσει – ο φυσικός, ο ηθικός, ο πνευματικός; Δεν ξέρω πως μια αναγέννηση, αν πρόκειται να γίνει, θα προέλθει από σφαίρες άλλες, παρά από την Τέχνη; Δεν ξέρω τάχα, και για σήμερα, και για αύριο, και για πάντα, πως η Τέχνη δεν έκλεισε και δε θα κλείσει παρά κάτι ελάχιστο και πάρα κάτι άλλο, από τον τερατώδη ρευστόν όγκο της ζωής; Όλα αυτά δεν τ’ αγνοώ καθόλου. Κι αν, ωστόσο, ασχολούμαι ακόμη με τα παλιά και τα λεπταίσθητα, γιατί το κάνω;

Δεν θα αποκαλύψω την απάντησή του ποιητή, οι αρετές του οποίου εντοπίζονται στο ποιητικό του σύμπαν. Η σκανδαλωδώς παρεξηγημένη «παιδικότητά» του είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα, καθώς ποτέ άλλοτε η παιδική ηλικία δεν μίλησε τόσο καθαρά στην ποίησή μας, όχι με την γλώσσα μιας αφελώς προσδιορισμένης παιδικότητας αλλά ως καθολική συνθήκη του ανθρώπινου υποκειμένου. Και μιλώντας για την ανθρώπινη εμπειρία, οι «Μικρές αγωνίες» αποτελούν ένα από τα αρτιότερα ποιήματα στην γλώσσα μας, ποίημα ανατριχιαστικής ψυχολογικής ακρίβειας και της πιο βαθιάς αλληλεγγύης με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ο Οδυσσέας Ελύτης απέναντι στον Σεφέρη και τον Καβάφη, ο Ελύτης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Καβάφης, οι λέξεις και το πράγματα, μερικές σκέψεις για το δημοτικό τραγούδι του Αλέξη Πολίτη και μια υπόθεση για την ποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελούν ορισμένα από τα θέματα των άλλων δοκιμίων ορισμένα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Τείχη), ειδικές εκδόσεις και τόμους ή εκφωνηθεί ως ανακοινώσεις σε εργαστήρια, ομιλίες σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις εκδόσεων κ.ά., ενώ τα υπόλοιπα είναι ως τώρα αδημοσίευτα. Ο δοκιμιακός λόγος του Καψάλη περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθιστούν ένα σχετικό βιβλίο άξιο ανάγνωσης από ειδικούς και ανειδίκευτους: πλούσια και απολαυστική γλώσσα, πρωτότυπες και συζητήσιμες προτάσεις, κάθετες ερμηνευτικές ανασκαφές, κείμενα που σε στέλνουν κατευθείαν στα ίδια τα ερευνώμενα κείμενα.

Το τελευταίο κείμενο, η Ντροπή και η Συγχώρηση (από τον βασιλιά Ληρ στον Πρίμο Λέβι), αρχίζει με μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές αναγνώρισης στο θέατρο και ίσως σε όλη την λογοτεχνία: είναι η στιγμή που ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Ληρ συνέρχεται και αναγνωρίζει την Κορδέλια. Τώρα γνωρίζει ότι αδίκησε την κόρη του, ότι η βάναυση πράξη του να την εξορίσει από το βασίλειό του και από την καρδιά του ήταν μια πράξη βίας· πρέπει να τον συγχωρήσει η Κορδέλια αλλά πρέπει εκείνος πρώτα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Μπορεί κανείς πραγματικά να «συγχωρήσει τον εαυτό του»; Εδώ ο Καψάλης εκκινεί από μια ολόκληρη περιοχή της σαιξπηρικής δραματουργίας που κυριαρχείται από την θεματική της συγχώρησης και φτάνει ως την Χάνα Άρεντ και τον Πρίμο Λέβι, για να φωτίσει την συγγνωμοσύνη, το ήθος δηλαδή μιας πραγματικής κατανόησης του άλλου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 304.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Philip Larkin [2], William Butler Yates, Τέλλος Άγρας [2], Geoffrey Rush ως Βασιλιάς Ληρ.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

20
Ιαν.
18

Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία

Η μυθοπλασία που σχολιάζει τον εαυτό της. Μια πρώτη εγκυκλοπαίδεια

Η μεταμυθοπλασία είναι η μυθοπλασία για την μυθοπλασία, δηλαδή εκείνη που εμπεριέχει ένα σχόλιο πάνω στην δικιά της αφήγηση και την γλωσσική της ταυτότητα και αυτή η αυτοσυνείδητη εκδοχή της αφήγησης είναι ευδιάκριτη στα έργα των γάλλων nouveaux romanciers, σε αυτά του ιταλικού Gruppo 63 και σε μεμονωμένους συγγραφείς, από τον Barth στον Fowles, από τον Cohen στον Coover και από τον Borges στον Cortazar. O χρήσιμος αυτός ορισμός της Linda Hutcheon αποτελεί μια πρώτη χρήσιμη πυξίδα για το συναρπαστικό ταξίδι.

Πρέπει όμως να τονιστεί η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί γέννημα της νεωτερικότητας· αντίθετα, στοιχεία της εμφανίζονται σε πολλά σημαντικά έργα και πριν απ’ όλους αυτό το γνωρίζουν καλά ο Τρίστραμ Σάντυ του Laurence Stern, ο Ζακ ο μοιρολάτρης του Diderot και ο Γουλιέλμος Μάιστερ του Γκαίτε.  Η πληθώρα και η ένταση των μεταμυθοπλαστικών εγχειρημάτων από την δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα μπορεί να φωτιστεί από ένα ιστορικό ρεύμα που προηγήθηκε κατά δύο περίπου αιώνες και που μένει στην αφάνεια της θεωρίας και της κριτικής: ο κύκλος του πρώιμου ρομαντισμού της Ιένας, του περιοδικού Athenaeum, των αδελφών Schlegel και του Novalis. Ο κύκλος αυτός κατέστησε δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ λογοτεχνικής και κριτικής γραφής.

O τρόπος που επιλέγει ο Βούλγαρης για να μας περιπλανήσει στις δαιδαλώδεις διαδρομές όλης αυτής της ιστορίας είναι ο πιο δύσκολος αλλά και ο πιο συναρπαστικός. Ίσως είναι καθαρά προσωπική μου αίσθηση, αλλά ο ογκώδης αυτός τόμος άλλοτε μοιάζει με ενιαία κεντρική οδό γεμάτη παραδρόμους και παρακαμπτήριες παρόδους που μπορεί να χάνονται ή να επιστρέφουν στην βασική αρτηρία και άλλοτε με πλατειά σκακιέρα όπου η κίνηση–έργο του ενός παίκτη συγγραφέα επηρεάζει με θεατούς και αθέατους τρόπους τις κινήσεις–έργα άλλων παικτών συγγραφέων. Σε κάθε περίπτωση η χαρτογράφηση της μεταμυθοπλασίας ως αισθητικού προτάγματος αποτελεί ένα δύσκολο στοίχημα που ο συγγραφέας δεν φέρνει απλώς εις πέρας, αλλά στην ουσία απλώνει μπροστά μας ώστε να πλοηγηθούμε οι ίδιοι με όποιον τρόπο θέλουμε. Γιατί και αυτό αποτελεί ένα θελκτικό στοιχείο αυτής της λογοτεχνικής εγκυκλοπαίδειας: γράφεται με τον τρόπο της ίδιας της μεταμυθοπλασίας!

Για κάθε λαβύρινθο χρειαζόμαστε έναν μίτο κι εδώ αρχικά από Τα ευρισκόμενα του Ιάκωβου Πολυλά που μας οδηγούν στα Σολωμικά του Στέφανου Ροζάνη και εκείνα στο βιβλίο του Κώστα Βάρναλη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική [1925]. Ο Βάρναλης φυσικά δεν είναι μεταμοντέρνος, όμως η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί αποκλειστικά μεταμοντέρνο δημιούργημα αλλά κάτι που το συναντάμε σε πολλά άλλα έργα της νεωτερικής και της προνεωτερικής λογοτεχνίας. Έτσι τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά έργα του Βάρναλη όχι μόνο γίνεται ποικιλότροπα κατάδηλος ο τεχνηματικός χαρακτήρας της γραφής αλλά ταυτόχρονα έχουμε μια παρώδηση, υπεξαίρεση ποικίλων λόγων και «γραφών», ενίοτε και μια ιερόσυλη (ή ειδόσυλη) ανάμειξη. Απώτερος στόχος του συγγραφέα δεν είναι να πει πως τα πάντα είναι κατασκευή αλλά να χειραφετήσει την ανάγνωση από τις δουλείες ψευδαισθήσεων και φαντασιώσεων. Στο ίδιο το προαναφερθέν δοκιμιακό του βιβλίο παρεισφρέει, ρηγματώνοντας την μέχρι τότε φιλοσοφική, δοκιμιακή, ειρωνική γλώσσα και την νομοταγή ροή της γραφής μια ζωντανότατη λογοτεχνική περιγραφή της καθημερινής ζωής της Κέρκυρας των χρόνων του Σολωμού, όπως αναφέρει ο Βασίλης Αλεξίου.

Πριν από τον καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ο ρομαντισμός υπήρξε η αμέσως προηγούμενη καλλιτεχνική τάση που πρόσφερε στην καλλιτεχνική συνείδηση την δυνατότητα να διευρύνει την ελευθερία της με την καθιέρωση του ατόμου ως εμπειρικού όντος. Την συγκεκριμένη δυνατότητα τα ελληνικά γράμματα του 19ου αιώνα δεν μπόρεσαν να την εκμεταλλευτούν διότι περιθωριοποιώντας το σολωμικό μάθημα και πριμοδοτώντας την αθηναϊκή σχολή, επέλεξαν την μεγαληγορία και την υπερβολή, εις βάρος της εσωτερικής ειλικρίνειας και της αυθεντικότητας, όπως τονίζει η Ελισάβετ Κοτζιά.

Αν Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι ο εφιάλτης της αρχής, η Ιστορία ως καταστροφή, η εκ των ένδον κατάρρευση, η εσωτερική αιμορραγία και εξάντληση της Επανάστασης το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη είναι ο εφιάλτης του τέλους· του τέλους ενός ιστορικού κύκλου που τώρα περιλαμβάνει και όλη την φρίκη του 20ού αιώνα, την εποχή των χωρίς τέλος πολέμων, της κατοχής, του εμφυλίου, της στρατοκρατικής κοινωνίας των νικητών, της δικτατορίας. Ο Σάββας Μιχαήλ στο Homo poeticus είναι βέβαιος: ο Σολωμός προφήτευσε και ο Δημητριάδης έδειξε την εξάντληση του έθνους ως ιστορικής δυνατότητας. Η Τζίνα Πολίτη χαρακτηρίζει το βιβλίο του Δημητριάδη ως ένα αποκαλυπτικό καρναβαλικό παν-όραμα, όπως άλλωστε ο Μπαχτίν χαρακτήριζε το Καρναβάλι ως την λαϊκή έκρηξη των ταπεινών και καταφρονεμένων, μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα απαγόρευση και την τάξη του Νόμου. Ο λόγος της Αποκάλυψης και το καρναβάλι είναι οι δυο σηματωροί του ιστορικού τέλους.

Ο Μπαχτίν, άλλωστε, ανέδειξε την σχετική ντοστογεφσκική ποιητική· οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν αποτελούν μόνο αντικείμενα του συγγραφικού λόγου αλλά και υποκείμενα του δικού τους, άμεσα σημαίνοντος λόγου. Όπως τόνιζε ο Leonid Grossman το Βιβλίο του Ιώβ, τα Ευαγγέλια, ο λόγος του Συμεών του Νέου Θεολόγου και φυσικά τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στα οποία αναφερόταν, συνδυάζονται με ιδιόμορφο τρόπο με την εφημερίδα, την παρωδία, την σκηνή στο δρόμο, το γκροτέσκο ή και την επιφυλλίδα»

Κείμενα για τον Γιώργο Χειμωνά ανοίγουν το χώρο προς το νεοελληνικό μεταμυθοπλαστικό τοπίο, ενώ η ενσωμάτωση της κριτικής σε πεζογραφικά λογοτεχνικά κείμενα και γενικότερα η  μετάβαση από την λογοτεχνία στον λόγο περί αυτής χαρακτηρίζει έργα του Νάνου Βαλαωρίτη, από τον Προδότη του γραπτού λόγου. Διηγήματα 1964 – 1974 μέχρι το Μα το Δία. Σε παρεμφερές κλίμα, τα ονομαζόμενα «διστακτικά κείμενα» ενσωματώνουν διαφορετικούς τομείς και πεδία γνώσης ή επιστημονικά αντικείμενα, και φυσικά και κριτική. To κεφάλαιο Λογοτεχνία των τεκμηρίων εκκινεί με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λουτσιάνο Κάνφορα Η θάλασσα της ιστορίας και εκτείνεται μέχρι σχεδιάσματα αναγνώσεων, όπως εκείνο της Τζίνας Πολίτη για το καβαφικό έργο με έμφαση στην ποιητική της ανασκαφής και της μετάβασης.

Στην συνέχεια, ο διάλογος για την μεταμυθοπλασία εστιάζεται στην λογοτεχνία–ντοκουμέντο που καθιερώθηκε ως είδος στην μεταπολεμική Γερμανία στα μέσα της δεκαετίας του ’60, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική κριτική και στην διάρρηξη των κανόνων της αστικής λογοτεχνίας, απαλείφοντας κάθε στοιχείο αλληγορίας ή μεταφοράς, γειώνοντας την γραφή στα σύγχρονα προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας. Από τις απομαγνητοφωνημένες μαρτυρίες των απλών εργατών ή γυναικών στο έργο της Έρικα Ρούγκε μέχρι τα λογοτεχνικά ρεπορτάζ του Γκύντερ Βάλραφ και από την χρήση εγγράφων δικογραφίας στην Έρευνα του Πέτερ Βάις μέχρι τα αποσπάσματα από ομιλίες ή πανηγυρικούς μεγάλων εταιριών στον Φρίντριχ Κρίστιαν Ντέλιους, η λογοτεχνία αυτή στράφηκε στην υποφωτισμένη πλευρά της γερμανικής ιστορίας και του οικονομικού της «θαύματος». Εκείνο όμως πού λείπει είναι η έλλειψη πειραματισμού μέσα στην ίδια την γλώσσα και αυτό είναι το στοιχείο που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του Γιάννη Πάνου: η εναγώνια και συνεχής αναζήτηση και εναλλαγή νέων μορφών γραφής, που, παρ’ όλα αυτά δεν χάνει ποτέ την πολιτική χροιά της, ακόμα κι αν γίνεται ποιητική, όπως γράφει η Λήδα Καζαντζάκη.

Το λογοτεχνικό υβρίδιο του non fiction novel καθιερώθηκε με έργα όπως το Operacion Masacre του αργεντινού Rodolpho Walsh [1957], το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε [1965] οι Άγγελοι της Κολάσεως από τον Χάντερ Τόμσον [1966], το Electric Kool – Aid Acid Test του Τομ Γουλφ [1968] και Οι στρατιές της νύχτας του Νόρμαν Μέιλερ [1968]. Πρόκειται για αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων ή ανθρώπων, με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας». Το Ζ του Βασίλη Βασιλικού, Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών του Μ. Καραγάτση και η Εποποιία 1940–41 του Ά. Τερζάκη αποτελούν τις πρώτες ελληνικές εκδοχές του είδους.

Στο κεφάλαιο Λογοτεχνία και ιστορία ένα πολύτιμο εκτενές κείμενο του Κώστα Βούλγαρη ανοίγεται προς τον διπλό αυτό κόσμο κι ένα πολύτιμο σώμα κριτικών και θεωρητικών κειμένων επεκτείνουν την σχετική εμβάθυνση: της Λίνας Πανταλέων για το βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, της Ελισάβετ Αρσενίου για το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχινά Αναφορά περιπτώσεων και την αφηγηματική ετερότητα στο έργο του, του Δημήτρη Αγγελάτου για τις όψεις και τις εφαρμογές της διαλογικότητας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα με εστίαση στον Ήρωα της Γάνδης του Νίκου Καχτίτση. Η αφανής διακειμενικότητα του Κώστα Βούλγαρη εκκινεί από τον Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, το κατά την γνώμη του κορυφαίο συνθετικό ποίημα του καθ’ ημάς 20ού αιώνα, όπου ανευρίσκεται άλλωστε το ερεθιστικό ζεύγος εαυτός / άλλος με την παροιμιώδη κρυπτικότητα της γραφής να καλύπτει πάντα την δαιμονιώδη διακειμενικότητα των ποιημάτων του.

Και βρισκόμαστε μπροστά στο θεμελιώδες βιβλίο του Γιάννη Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington… Δίπλα στην ιστορική αφήγηση ο Πάνου ενσωματώνει ποικίλα και αντιθετικά στοιχεία (ηθογραφία, κοσμοπολιτισμός, πολιτική λογοτεχνία, ερωτικός λόγος) «ξαναδιαβάζοντας» δυναμικά την παράδοση και πλαισιώνοντάς την με νεωτερικούς πειραματισμούς. Ο Πάνου είναι αρκετά υποψιασμένος γύρω από το θέμα της «ομιλίας» των τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να καθιστά και την αφήγησή του καχύποπτη απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό αλλά και την «γραφή – ως – αντικείμενο» ως αντικείμενο της γραφής.

Στην μεταμυθοπλασία των τελευταίων χρόνων αναπνέουν οι Τεχνητές αναπνοές και τα λοιπά του Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος άλλωστε έγραψε ένα βασικό κείμενο για τον Μπόρχες, που περιλαμβάνεται εδώ, ο Τάσος Χατζητάτσης γράφει για τα βιβλία του Δημήτρη Δημητριάδη Η Ανθρωπωδία. Μια ατελής χιλιετία, 1ος και 7ος τόμος ενώ ο Στέφανος Ροζάνης με αφορμή την Αρεσίλοφο χώρα του Κώστα Βούλγαρη προβληματίζεται πάνω στην κειμενικότητα ενός κειμένου και υπενθυμίζει την εποπτεία του Roland Barthes, ο οποίος έγραψε για τον ορίζοντα της γλώσσας και το κάθετο του ύφους που χαράζουν για τον συγγραφέα μια φύση, καθώς δεν διαλέγει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Αν ο ρόλος του αναγνώστη στην μεταμυθοπλασία του 20ού αιώνα είναι πολύ πιο επιτακτικά υπεύθυνος και δεν είναι απλά και μόνο συμμέτοχος στην ανάγνωση αλλά και στην γραφή, ενώ συχνά έχει την ελευθερία και να διαμορφώνει το κείμενο τότε στην ίδια παράδοση ανήκουν τόσο τα Φιλοθέου Πάρεργα του Νικόλαου Μαυροκορδάτου όσο και ο Παπατρέχας του Αδαμάντιου Κοραή. Αλλά εκείνος που ζητά από τον αναγνώστη να γράψει ξανά το μυθιστόρημα, διαβάζοντας τα κεφάλαια με διαφορετική σειρά είναι ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που εκτός αυτού επινοεί πρωτοποριακές τεχνικές και τεχνάσματα, ενώ τα ίδια τα κείμενά του παρουσιάζονται ως βιβλιοθήκες, με τους εγκιβωτισμούς έργων των ηρώων ή άλλων συγγραφέων. Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πρώτο κατ’ εξοχήν νεοτερικό μυθιστόρημα στην καθ’ ημάς παραγωγή, και μια σειρά κειμένων, μεταξύ των οποίων η καίρια μελέτη της Μαρίας Κακαβούλια δημοσιευμένη στον Χάρτη [τ. 15, 1985] το αναδεικνύουν.

Αυτή είναι η πρώτη ιδρυτική στιγμή της μεταμυθοπλασίας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στα Τρία ελληνικά μονόπρακτα του Θανάση Βαλτινού, που μαζί με τα Στοιχεία για την δεκαετία του ’60 και αργότερα την Ορθοκωστά ανοίγουν μια ουσιαστική συζήτηση που παραμένει θερμή, εμπλουτισμένη και με την Ιστορία των μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου, το δεύτερο μείζον βιβλίο του συγγραφέα που τιμάται εδώ με αναλυτικά κριτικά κείμενα, για να ακολουθήσει η ποιητική πρόζα του Ευγένιου Αρανίτση, η ποίηση του Ηλία Λάγιου, μαζί με τα μυθιστορήματα των Κώστα Βούλγαρη, Τάσου Χατζητάτση, Θωμά Σκάσση και Μισέλ Φάις. Τα κείμενα των Γρηγορίου Νανζιανζηνού, Μιχαήλ Ψελλού, Κωνσταντίνου Σάθα, Στρατή Δούκα, Όμηρου Πέλλα, Κώστα Καρυωτάκη, Νικόλα Κάλα, Hoelderlin, Michel Foucault, Walter Benjamin Giorgio Agamben, Samuel Beckett, Gilles Deleuze, Allen Ginsberg, Raymond Queneau και πολλών άλλων, καθώς και τα κριτικά κείμενα δεκάδων ελλήνων κριτικών και θεωρητικών συμπληρώνουν το παλίμψηστο της νεοελληνικής μεταμυθοπλασίας.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2017, σελ. 471, με πεντασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

Εικονιζόμενοι: Διονύσιος Σολωμός σε προτομή, Rodolpho Walsh, Νίκος Καχτίτσης, Εμμανουήλ Ροΐδης.

13
Ιαν.
18

Μίμης Σουλιώτης – Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα

Αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός που γνώρισα τον Μίμη Σουλιώτη και ιδίως μέσα στο άνδρο των «πνευματικώς ανήσυχων» ανδρών που ήταν ο ημιυπόγειος Ερωδός, το καφέ μπαρ όπου επένδυσα εκατοντάδες εσπερινές και μεσονύκτιες ώρες επί πολλά έτη ως έμμισθος τροφοδότης του καφέ και του οινοπνεύματος. Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στους τεχνίτες της ποίησης καθότι προτιμούσα τους τεχνίτες του προφορικού λόγου και της καλλιέπειας που ειρωνεύεται τρυφερά και ισόποσα τον πομπό και τον δέκτη της. Αν μάλιστα κρατούσαν πάντα μαζί τους ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή κάποιο παράξενο έντυπο, έτοιμοι να μοιραστούν μια φράση που τους σπίθισε το μάτι, τότε φρόντιζα να τους κρατώ όσο περισσότερο γίνεται στην μπάρα, φυσικά γεμίζοντας τα ποτήρια τους, ενίοτε και με προσωπικό κόστος. Μόνο και μόνο για να μη μου φύγουν.

Έκτοτε τον (παρ)ακολουθούσα ως αναγνώστης, κυκλώνοντας τις λέξεις του στα κείμενά του στον Χάρτη, στα παλιά Τραμ, στο Βήμα των Ιδεών και φυσικά στα έξοχα έντυπα που μαστόρευε η εκλεκτή συντεχνία (Θεοδωρίδης, Καλοκύρης, Σκαμπαρδώνης) τότε που η Θεσσαλονίκη έκανε την Πολιτιστική Πρωτεύουσα κι εγώ υπηρετούσα την στρατιωτική θητεία στην άλλη άκρη της. Αναρωτιέμαι ποια ιδιότητά του να προτάξω: ο Σουλιώτης ήταν ερευνητής ως αναγνώστης, χιουμορίστας ως συνομιλητής, ικανός πλάστης της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων Ερμής και πάνω απ’ όλα πλήρης ιδεών ως δάσκαλος – πρώτα στη μέση εκπαίδευση, ύστερα στο Πανεπιστήμιο στο τέρμα αριστερά του ελληνικού χάρτη, στην Φλώρινα, όπου σχεδίασε και οργάνωσε το πρώτο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής. Έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από τον εδώ κόσμο για να μάθω ότι ήταν ένας Αθηναίος, αυτός ο πιστός του Βορρά, που φλόγισε την πνευματική κίνηση της Φλώρινας κι έφτιαξε κι ένα Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες. Είχε στιχουργήσει, άλλωστε, πως την θάλασσα των Πρεσπών δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.

Ο πολύτιμος αυτός τόμος συγκεντρώνει 58 κείμενα [άρθρα, σχόλια, μελετήματα, εισηγήσεις και επιφυλλίδες] δημοσιευμένα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας σε ένθετα εφημερίδων όπως Το Βήμα / Νέες εποχές και Το Βήμα / Βιβλία, σε λογοτεχνικά περιοδικά (όπως ο Χάρτης στον οποίον άλλωστε ήταν χαρτογράφος αλλά και τα Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, η λέξη, Ο Παρατηρητής, Μικροφιλολογικά, Δοκιμασία, Εταιρεία), στο Αντί και βέβαια σε βιβλία δοκιμίων, πρακτικά συμποσίων κ.λπ. Τα κείμενα είναι  χωρισμένα σε πέντε ενότητες  με τους τίτλους: Γλώσσα και λογοτεχνία, Ποίηση Ποιητές Ποιήματα, Βιβλιολογικά, Βαλκανικά, Ποικίλα και μικρότερα και Βιβλιο – παρουσιάσεις.

Στην πρώτη ενότητα, ανάμεσα σε κείμενα για τον γραμματικό Κώστα Ταχτσή ή την καθαρεύουσα του Μανόλη Αναγνωστάκη και λοξές παρουσιάσεις βιβλίων επιλέγω εκείνο που προσκαλεί την παιγνιώδη γραφή του Σουλιώτη. Οι Καλλονές των Μικρών Αγγελιών αφιερώνονται στην μεταγλώσσα της μικρής (ερωτικής) αγγελίας και τις υπαινικτικές της στερεοτυπίες. Ο συγγραφέας αλιεύει κι ερμηνεύει τις τυπικές φράσεις και σχολιάζει τις σχετικές λέξεις για το Πρόσωπο της Καλλονής, το Σώμα και το Σύνολο, την Ψυχοσύνθεση, τα Προσόντα των Ανδρών και άλλα. Βέβαια ο ιδιότυπος της μικροαγγελτικής ομορφιάς πάσχει από προχειρότητα και μονοτονία και πάντως είναι γεμάτος από αξιόλογες δεσποινίδες με πλούσια προσόντα. Διαπιστώνει, ακόμα, ότι ο σουρεαλισμός πέθανε, το παράλογο όμως προϋπήρχε και επιβιώνει σε λεκτικό και νοηματικό επίπεδο.

Η αναφωνηματική φράση «Άγαλμα από Πάτρα νηπιαγωγός 24 ετών» συνιστά περιφανές δείγμα ακούσιου παραλογισμού. Συχνά το παράλογο προκύπτει από τον άκριτο φορμαλισμό της μικρής αγγελίας. Έτσι μόλις διαβάσουμε ότι κάποια «αδέσμευτη 19χρονη από τον χώρο του μόντελινγκ επιθυμεί γνωριμία με κύριο αναλόγων προσόντων», δικαίως θα αναρωτηθούμε αν αυτός ο κύριος οφείλει να είναι 19άρης καλλονός και μοντέλο. Αλλά ο διδάσκαλος Σουλιώτης έχει ένα ύστατο μάθημα για τους συντάκτες των σχετικών αγγελιών: θα ωφεληθούν αν αξιοποιήσουν σωστά την κλασική γραμματεία, ιδίως τον απαράμιλλο Κάτουλλο και το περίφημο ποίημά του για την Κοϊντία, το οποίο και παραθέτει σε ευαγή μετάφραση.

Στο δεύτερο μέρος, των ποιητών και της ποίησης, περιλαμβάνονται μελετήματα για τον Καβάφη (και επί τούτων «διάλογοι» με τον Γ.Π. Σαββίδη), ένα στόχαστρο για τον Στόχο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένα «λυρικόν αποκύημα» του Κώστα Κρυστάλλη (που αφορά ένα στιχούργημα που έγραψε στην ηλικία των δεκαοκτώ ο ποιητής, χαρακτηρίζοντάς το «παρεπόμενον», δηλαδή παρακολούθημα – εδώ ο Σουλιώτης φροντίζει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιος σαδομαζοχισμός τον σπρώχνει να χρονοτριβήσει σ’ ένα πρωτόλειο στιχούργημα ενός ελάσσονος δημιουργού, που είναι μάλλον πεζογράφος και η  απάντηση φυσικά δίνεται με την ίδια την ανάγνωση των στιχουργημάτων Αι Αναμνήσεις και Το Όνειρον, «λυρικά της παιδικής φαντασίας αποκυήματα») και κείμενα για τα μετασουρεαλιστικά λογικά παίγνια του Βασίλη Στεριάδη, τον «ποιητή του Έρωτος» Έλιοτ Φεζάλ και τον «φανατικό της επανάληψης» Κώστα Μόντη.

Στο πιο ερεθιστικό κείμενο της ενότητας ο Σουλιώτης γράφει για «τα κριτήρια της ποίησης» με αφορμή την «αυθαιρεσία» του Ζήσιμού Λορεντζάτου, που έγραψε πως ο Άγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Για τον Σουλιώτη το σχετικό ερώτημα είναι ανυπόστατο εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε αποδείξιμη απάντηση κι έτσι η φιλολογικά ανοχύρωτη ιεράρχηση του Λορεντζάτου νομιμοποιείται μόνο ως κριτική αποτίμηση. Αλλά κι εδώ τίθεται θέμα εφόσον είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας κριτικός «πλήρης του ονόματος» προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση, σε περίοδο μάλιστα [1999] όπου οι κοινωνικές ανακατατάξεις διαρρηγνύουν τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας όσο και των κριτικών της αποτιμήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική μας κριτική δεν αποτολμά ριψοκίνδυνα βήματα· τέτοια βήματα θα ήταν να εξετάζαμε μήπως λ.χ. τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι υπέρτερα του Παπαδιαμάντη ή μήπως ο Βουτυράς γράφει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καλύτερα απ’ όλους τους συγχρόνους του ή πόσα άλλα σύγχρονα πεζογραφήματα εφάμιλλα με του Ταχτσή και του Βαλτινού έχουν γραφτεί κ.ο.κ. Άλλωστε ο Σουλιώτης έχει μπει ήδη στον πειρασμό να αναρωτηθεί γιατί να μην προταθούν για την κορυφή του αιώνα και ο συμπαθέστερός μας Καρυωτάκη, το ωραίο δίδυμο των Εγγονόπουλου – Εμπειρίκου, ο οξύτερος σατιρικός του αιώνα Παλαμάς, οι δυο νομπελίστες κι εκείνοι που δεν παγιώθηκαν ακόμα στην συνείδησή μας (Αναγνωστάκη, Σινόπουλο) για λόγους δραστικής και βιαστικής αλλαγής της εποχής.

Το τρίτο μέρος αφιερώνεται στα Βιβλιολογικά. Μαζί με κείμενα για βιβλία άγνωστα και ειδικά, για τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και για το περιοδικό Εντευκτήριο και τον Gordon εδώ σπεύδω στην προσφιλή Σουλιώτεια γραφή, που ενοικεί στο κείμενο Οι θερινοί και οι άλλοι αναγνώστες, που αφορά μια τυπική του επισκοπική κατόπτευση ενός θέματος, που εδώ είναι η ίδια η αναγνωστική πράξη.

Στην προκαπιταλιστική εποχή σπάνιζαν οι αναγνώστες δωματίου, στο μέτρο που το δωμάτιο δεν αυτονομούνταν από το υπόλοιπο σπίτι. Σε περασμένες εποχές, εξάλλου, όταν η εξατομίκευση ήταν αμυδρή, η ανάγνωση σήμαινε κατά κανόνα την πράξη της φωναχτής ανάγνωσης, που την εκτελούμε με την (αισθητή ή) υποθετική παρουσία ενός (φυσικού ή) δυνητικού ακροατηρίου, που αρτιώνει την ανάγνωση: γιατί ακόμη και στα πιο ξελιγωμένα, δωματίσια διαβάσματά μας, εκεί όπου συχνά υπερτερούν οι παραισθήσεις του ιδιωτικού, η αναγνωστική πράξη κατορθώνεται στο βαθμό που μαζί μας συνδιαβάζει και ο άλλος – ο φαντασμαγορικός εκπρόσωπος της ανθρώπινης κοινότητας. [σ. 187]

Ο Σουλιώτης προβαίνει σε μια απολαυστική τυπολογία της ανάγνωσης, από την οποία αλιεύω και αυθαιρετώ κατά την περίληψή τους: ο ορθός αναγνώστης (κυριολεκτικά όρθιος: ο παρωχημένος αναγνώστης του λογείου, ο σύγχρονος αναγνώστης του τοίχου, του περιπτέρου, ο πλαγιοκοπών λαθραναγνώστης των λεωφορείων)· ο καθιστικός (που μάλλον δεν μπορεί να αφομοιώσει τα υψηλά νοήματα – γι’ αυτό όταν τα «πιάνουμε», πετιόμαστε όρθιοι)· ο ύπτιος (αν και τα πιο «απογειωμένα» διαβάσματα τελούνται ανάσκελα)· ο περιπατητικός· ο τακτός· ο χωρικός (που συναρτά την ανάγνωση με επιλεγμένους χώρους, που συχνά υποβάλλουν το είδος του βιβλίου)· ο ιδιωτικός (ώστε να απολαμβάνει τους ήχους της αναγνωστικής χειροναξίας – κοινώς το θρόισμα των σελίδων).

Καταλογογραφούνται ακόμα ο ετερρορεπής αναγνώστης (που διαβάζει μόνο που βιβλία που «ανακαλύπτουν» ή διαφημίζουν οι άλλοι), ο κρυπτικός (μέγας διώκτης των λαθραναγνωστών), ο οδηγητής (που απορρίπτει τα βιβλία που αρέσουν στους άλλους και προτιμά να λειτουργεί ως καθοδηγητής), ο ξεφυλλιστής, ο πραγμοποιημένος (που λατρεύει το βιβλίο ως πράγμα και θηρεύει τις δυσεύρετες εκδόσεις), ο υπνωτικός (που αποσκοπεί με την ανάγνωση να αποκοιμίσει εαυτόν ή τον ακροατή), ο καιροσκοτώστης (που διαβάζει μερικές αράδες με μηχανιστική τρόπο) και άλλοι.

Στην ενότητα των Βαλκανικών συνεχίζεται η αλίευση ωραίων βιβλίων όπως το «Γενικόν Τεφτέριον» 1903 – 1918. Μια άγνωστη περίπτωση βόρειας λογοτεχνίας. Το εν λόγω εμπορικό κατάστιχο εξυψώνεται σε κιβωτό οικογενειακής και ιστορικής μνήμης και αποκτά λογοτεχνική αξία, εφόσον άλλωστε ανάμεσα στις εγγραφές βερεσεδιών ο συγγραφέας κάνει εγγραφές ονείρων! Στο πέμπτο μέρος πάνε τα Ποικίλα και τα Μικρότερα, μεταξύ των οποίων ένα έξοχο κείμενο για την κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη, για τα ποιήματα στο χασαπόχαρτο (ένα αξέχαστο τρικ της προαναφερθείσας συντεχνίας που συνοφρύωσε τους σοβαροφανείς) κι ένα επίσης απολαυστικό γραπτό για τους απροστάτευτους σε χώρους εκτός του Εθνικού Κομματολογίου. Στις βιβλιο – παρουσιάσεις, τέλος, οι επιλογές συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα απρόσμενες: ειδικά βιβλία μακεδονικής ιστορίας και φιλολογίας, παραγνωρισμένες ανθολογίες ποιητών, ο τέταρτος τόμος των Κριτικών του Τέλλου Άγρα και άλλα πολλά.

Κι έτσι, εκτός της πνευματικής και αναγνωστικής χαράς (δεν τολμώ να σκεφτώ σε ποια κατηγορία θα με ενέτασσε ο Σουλιώτης) ξεψάχνισα κείμενα και κύκλωσα στοχάσματα. Όπως αυτό: Όσο πιο δυνατό είναι το ποίημα τόσο πιο σαφή πράγματα λέει. Η πανσημία ισχύει για τα αδύναμα ποιήματα και η πολυσημία είναι γνώρισμα των πολύ καλών στίχων ενώ η (αμφίσημη, ενίοτε) μονοσημία είναι ίδιον των τέλειων στίχων.

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2000, σελ. 342, με οκτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

28
Νοέ.
17

Πέτρος Γκολίτσης – Υποβάλλοντας έναν κόσμο. Μελέτη για τις συλλογές του Ντίνου Σιώτη Αυτοβιογραφία ενός στόχου και Εκεί έξω.

Η ποιητική γλώσσα του Ντίνου Σιώτη «υποβάλλει έναν κόσμο» συνδυάζοντας την πραγματικότητα με την φαντασία με έναν ανανεωμένο τρόπο που δεν έχει προηγούμενο, γράφει ο Πέτρος Γκολίτσης, ανασκάπτοντας εις βάθος τις υπό έρευνα δυο ποιητικές συλλογές (εκδ. Κέδρος, 2006 και Κοινωνία των (δε)κάτων, 2012, αντίστοιχα). Πρόκειται για έναν τύπο γραφής που ανανέωσε στον αγγλοσαξονικό χώρο αλλά και εδώ μέσω της ποίησης του Βαλαωρίτη και στη συνέχεια του Σιώτη το ξέφτισμα της προσωπικής, δηλαδή της υποκειμενικής – εξομολογητικής ποίησης ή ακόμη και του «ιδιωτικού οράματος» και των προσωπικών – εγωκεντρικών προτεραιοτήτων στρεφόμενη προς μια κοινωνική έγνοια και αγωνία. Ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή διάθεση να αφυπνίσει τους «αδύναμους», τοποθετούμενος απέναντι στους έφιππους προστάτες της όποιας μεταφυσικής και κοινωνικοπολιτικής «συντηρητικής» εξουσίας.

Το ποίημα εισρέει ως ακαριαίος χώρος στον χώρο του αναγνώστη, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα εικονοκεντρικό κλίμα ένα «jazz fusion με εικόνες», που συχνά κάποτε θυμίζει την διαδοχή των εικόνων στην ταινία του Godfrey Reggio υπό την μουσική του Philip Glass και άλλοτε μορφές του αφηρημένου εξπρεσιονισμού και της ποπ άρτ ή μεταφυσικά τοπία όπως των Μαξ Ερνστ, Πωλ Ντελβώ αλλά και Αντρέι Ταρκόφσκι. Σε αυτή την ποίηση δεν είναι μόνο οι ιστορικές και κοινωνικές συμβάσεις που αμφισβητούνται αλλά και οι ίδιες οι συλλογικές και ατομικές ταυτότητες. Η ετερότητα περιλαμβάνει και τον εαυτό του ποιητή και τον άλλον. Όταν ο ποιητής αδυνατεί να εξοικειωθεί με τους ξένους που φέρει εντός του, προτάσσει τις «κοινωνικές» περσόνες του ταξιδευτή, του διοργανωτή ή του «καθοδηγητή» των συμπολιτών του. Ούτως ή άλλως οι πρωταγωνιστές αυτής της «γενιάς», υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν, οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και από την ίδια την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία, σε αντίθεση με την πρώτη μεταπολεμική γενιά (τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Άρη Αλεξάνδρου) ή και την δεύτερη (τον Βύρωνα Λεοντάρη).

Το «εδώ μέσα» αντιπαρατίθεται σχεδόν μόνιμα στο «εκεί έξω», η «ησυχία – σιωπή» στον «θόρυβο», το «υπαρκτό» στο «ανύπαρκτο», η «θάλασσα» στη «στεριά», το «θολό» στη «σκόνη»· αυτά είναι μερικά από τα δίπολα που βρίσκονται σε συνεχή αντίθεση αλλά και συνδυασμό ή αντιστοιχία μεταξύ τους, σε μια ιδιόμορφη μετασυμβολική αρχιτεκτονική. Από ποίημα σε ποίημα ο Σιώτης ειρωνεύεται και σαρκάζει εαυτόν, γίνεται προσιτός και αντι-ρητορικός, καταφεύγει στην πεζολογικότητα, χλευάζει όσα διαφεύγουν στο απυρόβλητο και κάποτε εκφέρει μια γλώσσαμιας ιδιαίτερης υποβλητικότητας· το τελευταίο αυτό στοιχείο τόνισε ο Νάνος Βαλαωρίτης στην  εισαγωγή του στο Εκεί έξω. Σε κάθε περίπτωση τα ποιήματα του Σιώτη μπορούν «να ιδωθούν και ως φέτες ζωής καθώς φαίνεται να αφηγούνται μέσω του ήρωα – ποιητή μια εποχή, χωρίς να στερούνται απαραίτητα και την συνεκτική πλοκή ή το ίδιο το τέλος.

Ο μελετητής εντοπίζει τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της καθεμιάς συλλογής και παραθέτει ενδεικτικά ποιήματα και στίχους για να προτείνει διαφορετικές αναγνώσεις αλλά και να εκκινήσει έναν διάλογο πάνω στα εμφανή και τα αφανή κλειδιά τους, ανατρέχοντας σε μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα των Fernando Pessoa, Slavoij Zizek, Ulrich Beck, Anthony Giddens, Πέτρου Θεοδωρίδη κ.ά. Η δοκιμιακή του πρόζα όχι μόνο ανατέμνει αλλά και εμπνέει στον αναγνώστη την επιθυμία να εισέλθει στην σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από τον ποιητικό κόσμο ενός ποιητή του απόλυτου παρόντος.

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2017, 26 σελ.

Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα Το Βήμα, 26 Νοεμβρίου 2017. Το κείμενο στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας εδώ.

 Ο Ντίνος Σιώτης στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ

Οι εικόνες από έργα των Max Ernst, Godfrey Reggio [Koyaanisqatsi], Andrei Tarkovsky [Stalker].

27
Οκτ.
17

Οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία (εκδόσεις 2015). Το σχετικό σκεπτικό για την λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου και η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή.

Ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2017 οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, Μυθιστορήματος, Διηγήματος – Νουβέλας, Ποίησης, Δοκιμίου – Κριτικής, Χρονικού – Μαρτυρίας και  Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται εδώ και συνοδεύεται από Αιτιολογημένη έκθεση της Επιτροπής, στην οποία εξετάζονται οι τάσεις της λογοτεχνικής παραγωγής και αποτιμάται η στάθμη των λογοτεχνικών έργων της υπό κρίσης περιόδου (εκδόσεις 2015).

Ι. Οι βραχείες λίστες

Α. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μυθιστορήματος :

Γαλανάκη Ρέα, Η άκρα ταπείνωση, Εκδόσεις Καστανιώτη

Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Ζωή μεθόρια, Εκδόσεις Πατάκη

Θεοδωρόπουλος Τάκης, Βερονάλ, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παπαδάκη Κάλλια, Δενδρίτες, Εκδόσεις Πόλις

Σωτηρίου Κωνσταντία, Η Αϊσέ πάει διακοπές, Εκδόσεις Πατάκη 

 

Β. Υποψήφιοι για το Βραβείο Διηγήματος – Νουβέλας :

Ατζακάς Γιάννης, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη, Εκδόσεις`Αγρα

Κιτσοπούλου Λένα, Το μάτι του ψαριού, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μαρούτσου Έλενα, Οι χυδαίες ορχιδέες, Εκδόσεις Κίχλη

Παπαμόσχος Λ. Ηλίας, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη

Πέτσα Βασιλική, Μόνο το αρνί, Εκδόσεις Πόλις


Γ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Ποίησης :

Αγγελής Δημήτρης, Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου, Εκδόσεις Πόλις

Κολοτούρου Σοφία, Η τρίτη γενιά, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Κούσουλας Λουκάς, Εν παραβολαίς, Εκδόσεις Τυπωθήτω

Μαρκόπουλος Θανάσης, Χαμηλά ποτάμια, Εκδόσεις Μελάνι      

Παπαλεξάνδρου Αριστέα, Μας προσπερνά, Εκδόσεις Κέδρος

Δ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Δοκιμίου – Κριτικής :

Ανδρεάδης, Γιάγκος, Ο τραγικός καθρέφτης. Αφήγηση και θέατρο την εποχή της κρίσης, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Αριστηνός, Γιώργος, Αφερέγγυοι και πλάνητες. Δοκίμια για τη λογοτεχνία και τον πολιτισμό, Εκδόσεις Κέδρος

Ζουμπουλάκης  Σταύρος, Υπό το φως του μυθιστορήματος, Εκδόσεις Πόλις

Κιουρτσάκης Γιάννης, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, Εκδόσεις Πατάκη

Φωκάς  Νίκος,  Η μοναξιά της ποίησης, Εκδόσεις Νεφέλη

Ε. Υποψήφιοι για το Βραβείο Μαρτυρίας – Bιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας :

Βασιλικός  Βασίλης, Ημερολόγιο Θάσου, Εκδόσεις Gutenberg

Βέης Γιώργος, Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Λολίτα, Συρία. Χρονικό σε θαμπό καθρέφτη, Εκδόσεις Πατάκη

Καλογεροπούλου Ξένια, Γράμμα στον Κωστή, Εκδόσεις  Πατάκη

Χατζηδάκης Γιώργος, «Ω, άγιε αιθέρα…» [Ιστορία της Ελληνικής Ραδιοφωνίας], Εκδόσεις Polaris 

ΣΤ. Υποψήφιοι για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα :

Αρχιμανδρίτη Μαρία, Η μοναξιά της καμπύλης, Εκδόσεις Κέδρος

Γεωργίου Βασιλεία, Η έκτη μέρα, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Καμπουράκης Γιάννης, Το φως αναλύεται σε χρώματα, Εκδόσεις Κέδρος

Κλιγκάτση Μαίρη, Πλευρικά, Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Κολτσίδας Χρήστος, Τα ορεινά, Εκδόσεις Μελάνι

Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία, Εκδόσεις Μανδραγόρας

Υπενθυμίζεται ότι η σύνθεση της αρμόδιας επιτροπής έχει ως εξής:

Αλέξης Ζήρας, Συγγραφέας, Πρόεδρος

Γιώργος Ανδρειωμένος, Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μέλος ΔΕΠ, Αντιπρόεδρος

Δημήτρης Καργιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος ΔΕΠ

Έλλη Λεμονίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών, του Πανεπιστημίου Πατρών, Μέλος ΔΕΠ

Μαρία Σκιαδαρέση, Συγγραφέας, Μέλος

Νένα Κοκκινάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Συγγραφέας, Μέλος

Γιάννης Τσίρμπας, Συγγραφέας, Μέλος

Λάμπρος Σκουζάκης, Κριτικός Λογοτεχνίας, Μέλος

ΙΙ. Η εμπειρία της συμμετοχής στην Επιτροπή

Αποδέχτηκα την πρόσκληση για άμισθη (ως εν ενεργεία εκπαιδευτικός) συμμετοχή ως μέλος στο κοπιαστικό έργο της Επιτροπής για προφανείς, υποθέτω τουλάχιστον ως προς τους αναγνώστες του Πανδοχείου, λόγους. Οι δυο σημαντικότεροι ήταν οι εξής:

Καταρχήν η δυνατότητα ανάγνωσης δεκάδων βιβλίων και η αναμέτρηση με πλήθος κειμένων, συνδυασμένη με την υποχρέωση της υποστήριξης του ενός ή του άλλου με πρωτολογίες, δευτερολογίες, σύντομα σημειώματα ή εκτενείς εισηγήσεις, προφορικές ή γραπτές, υπήρξε ακαματάχητη πρόκληση για κάποιον που επιζητεί ευκαιρίες για περισσότερες και βαθύτερες αναγνώσεις αλλά και την δυνατότητα ανεύρεσης και ανάδειξης άγνωστων ή λιγότερο προβεβλημένων έργων.

Ας παραδεχτώ εδώ ότι δίπλα στην απόλαυση της ανάγνωσης, στέκει σιωπηλή πλην απαιτητική η τέρψη της άμεσης και αναγκαστικής ανάγνωσης σε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, αφιέρωσα συντριπτικά περισσότερο ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο για να είμαι συνεπής στις σχετικές προ συνεδριάσεων προθεσμίες, αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές μου διασπάσεις σε πολλαπλά ενδιαφέροντα. Ένας συνδυασμός μαραθωνίου και αγώνα ταχύτητας που λίγο πριν το νήμα με βρίσκει ως αναγνώστη πιο ανοιχτό από ποτέ.

Ένας δεύτερος θελκτικός λόγος συμμετοχής δικαιώθηκε: η συνομιλία με άλλους οκτώ εξίσου θερμούς και δεσμευμένους αναγνώστες. Οι επί της ουσίας συνομιλίες υπήρξαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες έως και συναρπαστικές. Η διαλεκτική των συνεδριάσεων περιελάμβανε τα πάντα: προτάσεις και αντιπροτάσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, επιχειρήματα και αντικρούσεις επιχειρημάτων. Υπήρξαν γόνιμες ανταλλαγές αλλά και αλλαγές απόψεων πάνω στο πεδίο των αναγνωστικών ανασκαφών. Σε κάθε περίπτωση συναντηθήκαμε όλοι στον δύσβατο τόπο όπου η υποκειμενικότητα κάθε ανάγνωσης συνυπάρχει και συνομιλεί με την αντικειμενικότητα των κριτηρίων.

Περιττό να τονιστεί ότι η αριθμητικά περιοριστική πεντάδα των επί μέρους κατηγοριών αδικεί πολλά βιβλία που συζητήθηκαν, επαινέθηκαν και προτάθηκαν.

Τέλος, έχω και στα περί Πανδοχείου εκφράσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιώ ως προς το πρόσωπό μου την ιδιότητα του «κριτικού λογοτεχνίας», συνεπώς θα προτιμούσα να συμμετέχω ως «αφοσιωμένος αναγνώστης», αλλά αντιλαμβάνομαι την αναγκαία ορολογική διατύπωση ενός θεσμικού πλαισίου που καθορίζεται με νόμο. Πάνω απ’ όλα είμαι και παραμένω ένας απλός πλην ανήσυχος και αδηφάγος αναγνώστης, με τους όρους που έχω διατυπώσει στην σχετική αναγραφή.

ΙΙΙ. Το Σκεπτικό του Πανδοχέα (κατά νόμον και κατά κόσμον Λάμπρου Σκουζάκη) για την λογοτεχνική παραγωγή της υπό κρίση περιόδου

Διήγημα – νουβέλα

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για το διήγημα. Το είδος σταθερά αποτελεί πρώτη επιλογή για πολλούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, που επιθυμούν να δοκιμαστούν πρώτα στην μικρότερη σύνθεση, στην αυτοτέλεια ή στην ελλειπτικότητα μιας ακαριαίας ιστορίας, στην πυκνότητα της γραφής, στην άσκηση ενός προσωπικού ύφους κ.λπ. Ταυτόχρονα, συνέχισαν και οι παλαιότεροι «πιστοί» του είδους, ορισμένοι εκ των οποίων επιμένουν να δημιουργούν αποκλειστικά εντός των ορίων του. Παρατηρείται ιδιαίτερη έμφαση στην πολύ μικρή φόρμα («μικροδιήγημα», «μπονζάι» κ.λπ.), που ευνοείται από την ιδιαίτερη δημοσιότητα του είδους κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και την δυνατότητα άμεσης και ευκολότερης δημοσίευσης σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ευνόητα οι σχετικές συλλογές μοιράζονται ανάμεσα σε πιο παραδοσιακές και πιο μοντέρνες μορφές έκφρασης, ενώ εκ φύσεως ευνοείται η μέγιστη δυνατή θεματολογική ποικιλία που αντλεί τόσο από την δημόσια όσο και την ιδιωτική σφαίρα, ενώ λόγω της μεγάλης ποσοτικής παραγωγής η ποιοτική στάθμη τους κυμαίνεται κλιμακωτά σε όλες τις βαθμίδες. 

Δοκίμιο

Το 2015 υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά και για το δοκίμιο, το οποίο αποτελεί μια ευρύτατη κατηγορία διακρινόμενη σε επιμέρους τομείς. Καταρχήν εκδόθηκε ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός φιλολογικών μελετών και μονογραφιών με αντικείμενο το έργο ενός συγγραφέα, όψεις ή επιμέρους ζητήματα του έργου του, αλλά και ευρύτερα θεωρητικά και γραμματολογικά θέματα από την σκοπιά διαφόρων γνωστικών τομέων. Εδώ είναι σαφής ο επιστημονικός χαρακτήρας αλλά και η εξειδίκευση των σχετικών βιβλίων τα περισσότερα από τα οποία καλύπτουν επαρκώς το θέμα τους, ενώ συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από λογοτεχνικά στοιχεία.

Μια δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τις συλλογές παλαιότερων άρθρων, κριτικών και άλλων κειμένων, δημοσιευμένων στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά και σε λογοτεχνικά ή άλλα περιοδικά. Εδώ το ενδιαφέρον και η ποιότητα των κειμένων εξαρτάται από την ίδια την γραφή και την ευρεία ή πιο «συγκεκριμένη» θεματική των συγγραφέων, που σε ορισμένες περιπτώσεις προσδίνουν ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα στα γραπτά τους.

Τέλος λιγότερα ήταν και φέτος τα δοκίμια στοχασμού, ιδεών κλπ. ενώ εμφανέστερη ήταν η εκδοτική προτίμηση σε κείμενα προβληματισμού και αναλύσεων πάνω στην άμεση πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα. Και εδώ η ανισότητα στην ποιότητα είναι αναπόφευκτη. Σε κάθε περίπτωση προτείνεται να εξεταστεί το ενδεχόμενο χωρισμού της σχετικής κατηγορίας σε δυο μέρη, το ένα εκ των οποίων να αφορά την φιλολογική μελέτη που διαφοροποιείται πολλαπλώς από τις άλλες δυο υποκατηγορίες.

Χρονικό – Μαρτυρία – Ταξιδιωτικά – Βιογραφία

Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει πάντα ενδιαφέροντα βιβλία, ορισμένα από τα οποία εμφανώς αποτελούν προϊόντα μεγάλου μόχθου, όμως στοιχεία όπως η ευρύτατη γκάμα και οι μεγάλες αποκλίσεις ως προς τις υποκατηγορίες, τα είδη και το ίδιο το αντικείμενο των έργων καθιστούν δύσκολη την όποια συνολική αποτίμηση. Παρατηρείται, πάντως, μια σταθερή εμμονή στην συγγραφή βιογραφιών, αυτοβιογραφικών καταθέσεων, ταξιδιωτικών εμπειριών, μαρτυριών με έμφαση σε ατομικούς βίους ή ιστορικά γεγονότα ή τον συνδυασμό των παραπάνω. Ιδιαίτερη ενότητα αποτελούν οι πάντα ογκώδεις καταγραφές εθίμων και λαογραφικών στοιχείων. Εδώ, με αυτονόητη εξαίρεση την τελευταία ενότητα, κρίνεται κατά περίπτωση η δυνατότητα λογοτεχνικής γραφής που συχνά ενισχύει ή αποδυναμώνει τα έργα αλλά και το ευρύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον που μπορούν να προσελκύσουν. To ετερόκλητο και το ανομοιογενές των επιμέρους τομέων της κατηγορίας επιβάλλει και εδώ τον τριμερή διαχωρισμό της.

Μυθιστόρημα

Ως προς το μυθιστόρημα διαπιστώνονται τα εξής:

  1. Η σύγχρονη συγκυρία της παρατεταμένης κρίσης στον πολιτικό τομέα, στην οικονομική κατάσταση και στον κοινωνικό ιστό της χώρας αποτελεί την πρώτη ύλη και της φετινής μυθιστορηματικής γραφής.
  1. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται ευρύτερα θέματα της ελληνικής και διεθνούς κοινωνίας, όπως η μετανάστευση και η προσφυγιά, και συνακόλουθα η επικοινωνία με τον ξένο και η συνύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετική εθνική, θρησκευτική κλπ. ταυτότητα. Ειδικότερα το ζήτημα των ταυτοτήτων αποτελεί μια παράμετρο που φαίνεται να απασχολεί τους σύγχρονους μυθιστοριογράφους.

  1. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όμως περισσότερο διακρίνεται η επιμονή στην περιγραφική, πραγματολογική και καταγραφική πλευρά της συγκυρίας, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την λογοτεχνική της μετάπλαση αλλά και την ουσιαστικότερη εμβάθυνση.
  1. Η εσωτερική εστίαση, η μνήμη και ο ψυχικός βίος των ηρώων (και η ιδιαιτερότητα ή η ιδιορρυθμία ενός χαρακτήρα) αποτελούν διαχρονικά βασικές μυθιστορηματικές θεματικές αλλά αυτή τη φορά τα παραπάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τις ευρύτερες σκληρές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Το ίδιο ισχύει και ως προς την συνεχιζόμενη εμμονή με «το μυθιστόρημα της πόλης».

  1. Το πολυπρόσωπο οικογενειακό κοινωνικό και πολιτικό μυθιστόρημα μπορεί να μην μονοπωλεί την πλειοψηφία των σχετικών εκδόσεων αλλά παραμένει μια σταθερή επιλογή πολλών συγγραφέων, όπως και το «ιστορικό» μυθιστόρημά, που κοιτάζει σταθερά προς την νεότερη ελληνική ιστορία.
  1. Σε ειδικότερες παρατηρήσεις, ας τονιστούν τα συχνά προβλήματα που εντοπίζονται και στον μορφολογικό και γλωσσικό τομέα, η προτίμηση πολλών παλαιότερων συγγραφέων στην λιγότερη εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας ή ενός «μικρότερου» μυθιστορήματος και η θεματολογική τολμηρότητα αρκετών νεότερων συγγραφέων.

  1. Η έκδοση μυθιστορημάτων αποτελεί μόνιμη και σταθερή προτίμηση των εκδοτικών οίκων· η ποσότητα όμως δεν συμβαδίζει με την ποιότητα. Όπως πάντα υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις.

Ποίηση

Στην ποίηση παρατηρήθηκε η έκδοση πληθώρας ποιητικών συλλογών, ακόμα και με λίγες σελίδες, καθώς και η εμφάνιση αρκετών νέων ποιητών, σε μια διακριτή επιλογή του είδους ως κατάλληλου για προσωπική έκφραση (κυρίως) υπαρξιακών και (λιγότερο) κοινωνικοπολιτικών προβληματισμών. Ο υπαινιγμός αλλά και ο σαρκασμός και ειρωνεία μοιάζουν να αποτελούν σταθερή υφολογική ροπή. Είναι επίσης εμφανής η συνομιλία ή και σύμπλευση της ποίησης με την μικρή πεζογραφική φόρμα, τόσο στην μορφή όσο και στην συνύπαρξη εντός της ίδιας έκδοσης. Η θεματική και γλωσσική ποικιλία συνεχίζει να χαρακτηρίζει την ποιητική δημιουργία εν γένει.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Η ποίηση, η μικρή και η μεγαλύτερη φόρμα, εύλογα καταλαμβάνουν την σειρά προτίμησης των «νέων» συγγραφέων. Αναπόφευκτα, τα στοιχεία του πρωτόλειου, του ακατέργαστου και του βιαστικού είναι δεδομένα· τα τελευταία χρόνια όμως είναι εμφανής η ιδιαίτερη αναγνωστική κατάρτιση των νέων λογοτεχνών, η πρόζα των οποίων φιλοδοξεί να συνομιλήσει με την σύγχρονη διεθνή λογοτεχνία και όλες τις τάσεις της. Είναι, τέλος, περιττό να τονιστεί το γεγονός ότι το καθιερωμένο ηλικιακό όριο περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές.

Η σχετική ανακοίνωση, το γενικό σκεπτικό του προέδρου της Επιτροπής και το ειδικότερο σκεπτικό όλων των μελών δημοσιεύονται εδώ.

Στις εικόνες τα υποψήφια βιβλία (κατά αλφαβητική σειρά του ονόματος των συγγραφέων) στις κατηγορίες Δοκίμιο, Διήγημα – Νουβέλα, Μυθιστόρημα και Χρονικό – Μαρτυρία και δυο έργα του Jacob Lawrence.

26
Αυγ.
17

Φρέαρ τεύχος 19 (Ιούλιος 2017)

Είναι πλάνη να αναζητούμε την αντικειμενικότητα στην Ιστορία. Και αυτό, διότι όταν μελετάμε, ερευνούμε ή γράφουμε την Ιστορία, δεν είμαστε αεροστεγώς κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αλλά αντιθέτως μέλη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε την επιστημονική επάρκεια και την εγκυρότητα του κειμένου ή του εκάστοτε γράφοντος…

… γράφει ο Δημήτρης Μαλέσης σε κείμενό του για την διδασκαλία της Ιστορίας τη Μέση Εκπαίδευση, όπου και καταθέτει δέκα συν μια προτάσεις για συζήτηση. Πρόκειται για μια από τις καταθέσεις του αφιερώματος στα «σπουδαία άχρηστα», δηλαδή στη διδασκαλία των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σύγχρονο σχολείο και στην κρίση που διέρχονται. Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του Μιχάλη Πάγκαλου, ο Κώστας Ανδρουλιδάκης ανοίγει έναν διάλογο για την φιλολογική κατάρτιση και την επάρκεια των μελλοντικών φιλολόγων, όπου περιγράφει δυο από τα κυριότερα σχετικά προβλήματα, ερευνά τα γενικά και τα ειδικότερα αίτια και διατυπώνει ενδεικτικές – προκαταρκτικές προτάσεις.

Μεγάλωσα με την Αντιγόνη, όχι με αποκόμματα φυλλαδίων, μας θυμίζει τα λόγια της Jacqueline de Romilly η Νατάσα Μερκούρη, αναφερόμενη στον «αθέατο κόσμο των ανθρωπιστικών μαθημάτων στο σχολείο». Εδώ αποδεικνύεται χρήσιμος ο ορισμός του Sir Ken Robinson για την δημιουργικότητα ως εφαρμοσμένη φαντασία και την εξειδικεύει ως την δεξιότητα που θα βοηθήσει τα παιδιά να ακολουθούν με ευκολία στην κάθε αλλαγή, ενώ η καινοτομία με την σειρά της είναι εφαρμοσμένη δημιουργικότητα, η υλοποίηση νέων ιδεών, ωφέλιμων, που πιθανώς θα έρθουν σε ρήξη με προηγούμενες κατεστημένες ιδέες. Ο Μιχάλης Πάγκαλος επανέρχεται με ένα εκτενές κείμενο που μελετά σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ Φιλοσοφίας και Δημοκρατίας κ.ά.

Ο ποιητικός φάκελος του τεύχους περιλαμβάνει μια ανθολογία της σύγχρονης μεξικανικής ποίησης από τον σημαντικότερο εν ζωή Μεξικανό ποιητή Εντουάρντο Λισάλντε (1929) ως τον νεότατο Ανταλαμπέρτο Γκαρσία Λόπες (1991), ανθολογία που ετοίμασε ειδικά για το Φρέαρ ο ποιητής Αλί Καλντερόν και προλογίζει ο σπουδαίος ποιητής και κριτικός Μάρκο Αντόνιο Κάμπος. Διηγήματα καταθέτουν οι Ανδρέας Μήτσου, Γιώργος Χαβουτσάς, Θεόδωρος Ε. Παντούλας, Θεοδόσης Ν. Νικολαΐδης, Νατάσα Κεσμέτη, Νατάσα Ζαχαροπούλου, Ελένη Αναστασοπούλου. Στα ράφια της ποίησης βρίσκουμε ένα ανέκδοτο ποίημα της Όλγας Σεντάκοβα που παραχώρησε ειδικά για το Φρέαρ και πολλές άλλες ποιητικές εγγραφές (Πάνος Κυπαρίσσης, Αγγελική Σιδηρά, Χάιμε Σίλες, Σίντνεϋ Κίηζ, Τατιάνα Ζίτκοβα, Γουώλτερ Κουρονίσι).

Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία που θα είναι πιο κοντά στην επιστήμη παρά στην λογοτεχνία, διατείνεται (επιτέλους) ο Ρίτσαρντ Σουίνμπερν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη), ενώ σε μια άλλη απολαυστικό συνέντευξη (στον Αλέξανδρο Αηδώνη) ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά περί παντός επιστητού, από την ειρωνεία του θανάτου και της αιωνιότητας στα ποιήματά του μέχρι τις μουσικές του ανησυχίες. Δημοσιεύοται ακόμα μια ξεχασμένη (δημοσιευμένη) συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη στον Στέλιο Αρτεμάκη κι ένα ανέκδοτο κείμενο του Γιάννη Κοντού.

Το Φρέαρ προβληματίζεται για την κατάπτωση της σύγχρονης Αμερικής του Τραμπ, ο Γιώργος Κεντρωτής εκφράζει τις σκέψεις του μετά την νέα ανάγνωση του βιβλίου Αθλιότητα και αίγλη της μετάφρασης του Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος μοιράζεται ένα ενδιαφέρον περιστατικό διορθωτικής συμβολής των αναγνωστών, ο Λάκης Παπαστάθης μας γνωρίζει ένα άγνωστο φετινό περί θεάτρου βιβλίο για τον Ίψεν στην ελληνική σκηνή, ο Κώστας Θεριανός εκκινεί το κείμενό του από την ρήση του Καρλ Κράους Ένα ποίημα είναι καλό έως ότου μάθεις ποιος το έγραψε. Οι εκλιπόντες του 2017 (Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Σπύρος Ευαγγελάτος, Πιερρέττα Λορεντζάτου, Τάσος Καρβέλης) συνεχίζουν να υπάρχουν σε κείμενα που τους θυμούνται.

Σε ένα από τα πλέον φορτισμένα κείμενα του περιοδικού ο Δημήτρης Αγγελής καταθέτει το δεύτερο μέρος από τις Σελίδες του Ημερολογίου του την γνωριμία του και την μαθητεία του δίπλα στον Κώστα Ε. Τσιρόπουλο. Εκτός από τιμητική σπονδή το κείμενο αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον χρονικό για το πώς λειτούργησε ένας πνευματικός κύκλος ανθρώπων αλλά κυρίως παρουσιάζει ένα υπόδειγμα μιας διδασκαλικής και μυητικής σχέσης που σήμερα φοβάμαι πως δεν υπάρχει.

[σελ. 231 – 458]

Στις εικόνες: Eduardo Lizarde, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος.

25
Αυγ.
17

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με τα κριτικά του γραπτά θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα του περιοδικού Σημειώσεις και θα παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση της πάλης των ιδεών.

Ο Τερζάκης διατρέχει μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα από τα θεωρητικά βιβλία του Λυκιαρδόπουλο για να επανακαταγράψει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες θέσεις του, ιδίως από τις Αναφορές, που αποτελούν ορόσημο στην σύγχρονη κριτικογραφία. Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση του Γ.Λ. στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για την μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις – πρόκειται για μια διαλεκτική αίσθηση στην καλύτερη μορφή της. Οι φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του, οι οποίες αστράφτουν μέσα από την συζήτηση ακόμα και του πιο ταπεινού υλικού, συγγενεύουν αβίαστα με την σκέψη του Αντόρντο, του Λούκατς, του Κίρκεγκωρ, του Χέγκελ, του Μαρξ

Στο ίδιο κείμενο παρουσιάζονται και οι βασικότερες πτυχές του φορτισμένου διαλόγου με τον Παναγιώτη Κονδύλη στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου ο τελευταίος υποστήριξε την θέση ότι η φράση «επαναστατική ιδεολογία είναι αντίφαση εν τοις όροις» και την γενικότερη καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, εξισώνοντας τον μαρξισμό με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει, με μια μεταφυσική που παραγνώριζε τους ανυπέρβατους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει.

Ο Λυκιαρδόπουλος από την πλευρά του, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο της επαναστατικής επιθυμίας και τους οράματος της απελευθέρωσης σε οποιοδήποτε «δια ταύτα» της επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Μέσα από την μεταμαρξιστική παράδοση, τις κιρκεγκωριανές φωτοσκιάσεις, τις μπενγιαμινικές θέσεις για την Ιστορία, ακόμα και μια διαδρομή από τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Μαγιακόβσκι και τον Τσε, προβαίνει σε μια αντι-εγελιανή, αντι-προοδευτική υπεράσπιση της επανάστασης. Είναι μοναδική η ικανότητα του Λυκιαρδόπουλου, γράφει ο Τερζάκης, «να ξεκλειδώνει τις άρρηκτες συνάψεις των ιδεών με τις λογοτεχνικές μορφές και να διαβάζει τους μεγάλους ανέμους τω εποχών και της ιστορίας μέσα σε ποιητικούς τρόπους και μυθιστορηματικές φιγούρες».

Ο Λυκιαρδόπουλος υπήρξε και εκδότης του περιοδικού Σημειώσεις και ο Φώτης Τερζάκης σ’ ένα άλλο κείμενο (που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Πλανόδιον το 1996) παρουσιάζει μια περιεκτική επιτομή της πνευματική διαδρομής τους. Φάρος σε αυτή την πορεία υπήρξε η Σχολή της Φρανκφούρτης στη Γερμανία και ο αντίστοιχος χώρος ζυμώσεων που ανοίχτηκε από την κριτική αποδόμηση ενός «ορθόδοξου» μαρξισμού, χώρος από τον οποίο προέκυψαν όλα τα ανάλογα πολιτικά και θεωρητικά ρεύματα της Ευρώπης. Μέχρι τότε στην Ελλάδα η επαναστατική κουλτούρα αποτέλεσε μονοπώλιο για το άκρως σταλινικό και γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα, του οποίου η ηγεσία από το 1931 και ύστερα έπνιξε στην γέννησή της κάθε αριστερή αντιπολίτευση. Αυτή η αριστερά δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν γόνιμο αντίποδα στην συντηρητική πτέρυγα της ελληνικής διανόησης, ενώ εκεί που η αριστερή σκέψη αποδείχθηκε τραγικότερα τυφλή ήταν το πεδίο του αισθητικού στοχασμού. Παρά το γεγονός ότι είχε από την αρχή στους κόλπους της προικισμένους αισθητικούς και καινοτόμους δημιουργούς (π.χ. Αυγέρης, Βάρναλης), έχασε νωρίς τη μάχη του μοντερνισμού προσκολλώμενη σ’ έναν «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», μένοντας μακριά και από τον σουρεαλισμό καταδικάζοντας την «παρακμιακή» γενιά του ’20

Ο κύκλος των Σημειώσεων ξέσπασε στους κόλπους μιας ορισμένης αριστερής διανόησης κυρίως σαν ένα ρεύμα αισθητικής αντιπολίτευσης συνδέοντας σε μια αόρατη γενεαλογική γραμμή τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανώλη Λαμπρίδη – με τον τελευταίο εκδηλώνεται πλήρης εκτίμηση των σχέσεων μεταξύ αισθητικής καινοτομίας και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Η σύνθεση μετά την μεταπολίτευση περιλάμβανε, εκτός του Λυκιαρδόπουλου, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Μάριο Μαρκίδη, τον Στέφανο Ροζάνη, αργότερα τον ποιητή Τάσο Πορφύρη κ.ά.

Η σχέση με την Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία γαλουχήθηκε μέσα στην μεγάλη παράδοση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος, δεν αφορά μόνο την μετάφραση, την έκδοση και την ενσωμάτωση σε κείμενα κλπ. μεγάλου μέρους του έργου της  αλλά και μια ευρύτερη υπαρξιακή, κοσμοθεωρητική και αισθητική συγγένεια. Οι συγγραφείς των Σημειώσεων έκαναν την σκέψη το έσχατο όπλο της απελπισίας, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στην απολυτρωτική σημασία που κλείνει μέσα της η αυθεντική αισθητική μορφή. Ο αγώνας για την αισθητική έκφραση γίνεται όχι υποκατάστατο αλλά η ίδια η καρδιά, η πεμπτουσία του πολιτικού αγώνα, όταν αφορά την ανθρώπινη ελευθερία και την ανθρώπινη ευτυχία.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης παρουσιάζει τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο ως εκδότη και την περίπτωση των εκδόσεων «Έρασμος». Μέσα στα περίφημα λευκά, ομοιόμορφα εξώφυλλα (μια σαφής «ασκητικότητα» της μορφής) ξεδιπλωνόταν ένα ευρύ φάσμα στοχασμού και λογοτεχνικής έκφρασης, με έμφαση σε μια λακωνικότητα που γνωρίζει ότι το ουσιώδες δεν χρειάζεται πολύ χώρο για να εκφραστεί. Ο εκδοτικός οδικός χάρτης των Σημειώσεων συνιστά ένα φάσμα εκλεκτικών συγγενικών, αναφορών και «προτάσεων» του Λυκιαρδόπουλου και προσφέρει σημαντικά και κρίσιμα κείμενα της αιρετικής ευρωπαϊκής σκέψης του 20ού αιώνα, από την Σχολή της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε, Μπένγιαμιν),  αιρετικούς και αποκλίοντες μαρξιστές (Λούκατς, Μπλοχ, Λεφέβρ), λαμπρούς στοχαστές και φιλοσόφους (Κασίρερ, Άρεντ, Φουκώ, Μερλώ – Ποντύ, Ζίμελ, Σόλεμ), θεωρητικούς της λογοτεχνίας (Μπέλυ, Σκλόβσκι, Στάινερ) κ.ά.

Οι Στέφανος Ροζάνης και Τάσος Πορφύρης καταθέτουν κείμενα για την ποίηση του Λυκιαρδόπουλου, οι Μάρκος Μέσκος και Γιάννης Πατίλης του γράφουν γι’ αυτόν από ένα ποίημα, ενώ περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Βασίλη Αλεξίου Η ά-νοστος πατριδογνωσία του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Γιώργου Μερτίκας Ο χρόνος του ονείρου και η αλήθεια του βίου. Στο δεύτερο μέρος αναδημοσιεύονται κείμενα του ίδιου του Λυκιαρδόπουλου από παλαιότερα βιβλία του και από τεύχη των Σημειώσεων, καθώς και είκοσι ποιήματα και πλήρης εργογραφία. Ένα πλήρες αφιέρωμα.

[σελ. 143]

11
Αυγ.
17

(δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Τα (δε)κατα συμπληρώνουν πενήντα τεύχη, το καθένα από τα οποία βλάσταινε πιστά σε κάθε εποχή του χρόνου κατά την παλιά τετραμερή διάκριση: χειμερινή, εαρινή, θερινή και φθινοπωρινή. Δεν πρόκειται όμως για εορταστικό τεύχος εφόσον κάθε φορά οι σελίδες τους μοιάζουν με μια γιορτή της λογοτεχνίας, γεμάτη από κεράσματα και προσφορές όλων των ειδών του λόγου από ξένους και Έλληνες συγγραφείς, γνωστούς αλλά και άγνωστους, εφόσον το περιοδικό αποτελεί και φυτώριο νέων λογοτεχνικών φωνών.

Η είσοδος καλύπτεται με Πλέξιγκλας, όπως τιτλοφορείται ένα μόλις περσινό διήγημα του Don DeLillo. Εγκλωβισμένοι σ’ ένα ταξί στην μποτιλιαρισμένη Νέα Υόρκη, ένας άντρας και μια γυναίκα πολεοδομούν τον νέο τους έρωτα ανάμεσα στην αυτοκρατορία του χρήματος και στον εκκωφαντικό θόρυβο, ενώ το υιοθετημένο της αγόρι από την Ουκρανία επινοεί μια γλώσσα συνεννόησης με τον Αφρικανό ταξιτζή που αποκαλύπτει την ιδιότητα ενός τρομοκράτη. Αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά ένα φόντο στη νέα τους ζωή, στην υιοθεσία ως «ένα στοίχημα υπό μορφή σάρκας και οστών» και στα «ασήμαντα πράγματα που τους ορίζουν»· και αντιλαμβάνονται ότι ακριβώς αυτές οι στιγμές είναι ο σπόρος της κοινής τους συναίσθησης, καθώς «το σχήμα του έρωτά τους θα διατηρεί τη σφραγίδα των πρώτων ημερών και νυχτών».

«Όποιος λέει όλη την αλήθεια, ψεύδεται ελάχιστα» γράφει στην δική του πινακίδα ο κλασικός Βραζιλιάνος João Guimarães Rosa, σ’ ένα σύγχρονο γουέστερν αγροτικής δικαιοσύνης, με ήρωα έναν άνθρωπο που έχει χρόνια να κοιμηθεί. Η Zadie Smith σχεδιάζει ιδιαίτερους γυναικείους χαρακτήρες καθώς προσπαθούν να ζήσουν σε κλειστούς χώρους που ορίζονται από μεσίτες ή από τυχαίους επισκέπτες που κατέβηκαν σε λάθος όροφο. Η ιστορία του Σωτήρη Δημητρίου δικαιώνει τον τίτλο της («Η σύμπνοια της διχόνοιας»), καθώς ένα ζεύγος ενός υδραυλικού με μια λυρική τραγουδίστρια λογομαχεί με αντίθετες απόψεις τις παραμονές του δημοψηφίσματος μέχρις εσχάτων, δηλαδή μέχρι ενός απρόσμενου επιλόγου, ενώ μια από τις πέντε πικρές «μικρές ιστορίες» της Μαργαρίτας Μανώλη αναρωτιέται πάνω σε μια πιθανή χρόνια παρεξήγηση: Έρως ανίκατε μάχαν ή Έρως ηττημένε;

Ποτέ δεν λείπει και ο φάκελος με την ταξιδιωτική πρόζα· σύμφωνα, άλλωστε με τον Κλαούντιο Μάγκρις «ένα ταξίδι είναι πάντα και μια αποστολή διάσωσης, η συλλογή στοιχείων για κάτι που βρίσκεται σε πορεία εξάλειψης και σε λίγο θα χαθεί» όπως τον αποδελτιώνει, μαζί με άλλα αποκόμματα ο Γιώργος Βέης στο γνώριμο στοχαστικό του ημερολόγιο. Στον Πειραιά βρίσκεται η Αντιόπη Αθανασιάδου αλλά δεν σαλπάρει παρά στέκει στον ναό του Αγίου Διονυσίου συντάσσοντας εκ πείρας μια τυπολογία επαιτών, ενώ απέναντι, από την Αίγινα ως το Μόναχο η Δανάη Μπασαντή αναζητά μια «άφαντη θεά». Ο Γιάννης Τζώρτζης φτάνει μέχρι «την πόλη των νεκρών ποιητών», την ρουμανική πρώην αυστροουγγρική Μπουκοβίνα και ο Διαμαντής Μπασαντής ακούει βυζαντινούς ύμνους από μια παράξενη εκκλησία καταμεσίς της διαδρομής 66 από Αριζόνα για Νεβάδα. Συμμετέχουν ακόμα ως καταγράφοντες επιβάτες οι Maé Ait Bayahya, Mark Greif κι ένας σαλός περιπλανώμενος των βυζαντινών ναών.

Πολλοί άλλοι συγγραφείς καταθέτουν την πρόζα τους (Cecilia Davidsson, Raul Manrique, Κώστα Αλεξόπουλος, Κατερίνα Παπαντωνίου, Λίλη Μιχαηλίδη, Θανάσης Γ. Μίχος, Ευδοκία Σταυρίδου κ.ά.), οι ποιητές είναι πάντα παρόντες ((Νάνος Βαλαωρίτης, Νίνα Ναχμία, Alex Silberman, Rafael Cadenas κ.ά.), οι  μαγνητοταινίες περιλαμβάνουν συνομιλία του Δημήτρη Νόλλα με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, η μαρτυρία της Κατερίνας Μυστακίδου αφορά τον σημαντικό ποιητή Robert Lowell και την σχέση του με την συγγραφέα και μια από τους ιδρυτές του New York Review of Books Elizabeth Hardwich, οι σελίδες για το βιβλίο μαρτυρούν ευλαβικές αναγνώσεις των υπό κρίση έργων που πρώτα διαβάζονται και μετά αξιολογούνται, η σχολιογραφία και οι στήλες των ύστερων σελίδων καταμαρτυρούν τα αξιόγραφα της σύγχρονης πραγματικότητας.

Πολύτιμο μαργαριτάρι του τεύχους αποτελεί ένα παλαιό διήγημα του Γερμανού, απαγορευμένου από τους Ναζί Kurt Tucholsky, Αναμνήσεις από το σπίτι του κρεμασμένου, που καταγράφει ο αφηγητής καθώς παραμένει δίπλα σ’ έναν αυτόχειρα, έχοντας ο ίδιος δικαιολογήσει την επιθυμία του με την φράση «Κρεμασμένους έχουμε όλοι». «Η χρήση των λέξεων δεν αποδίδει αμέσως την έννοιά τους. Χρειάζεται να μεσολαβήσει χρόνος, απροσδιόριστης διάρκειας κατά περίπτωση, ώσπου να πει κανείς στον εαυτό του τι εννοούσε τότε. Μπορεί αυτή η εξήγηση να μην είναι ακριβής, παραμένει όμως σε ισχύ, επειδή ο χρόνος της χρήσης έχει απομακρυνθεί, δεν είναι ορατός, έχει αφήσει όμως πίσω του σκιά. Η έννοια λοιπόν είναι η σκιά των απομακρυσμένων λέξεων. Η σκιά των λέξεων σχηματίζει τον βίο». [Η μετάφραση του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή έγινε από την σλοβακική έκδοση των διηγημάτων Προσωπικό Ημερολόγιο (Ζápisník, 1931)]

Και στα εκατό!

[192 σελ.]

Στις εικόνες: Don DeLillo, João Guimarães Rosa, Zadie Smith, Kurt Tucholsky.

07
Ιον.
17

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.

04
Ιον.
17

Εντευκτήριο 111 (Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 2015, κυκλοφ. 15 Απριλίου 2017)

Μια εκ των συγκινήσεων που πάντα προσφέρουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, εκτός από τα αυτονόητα θαυμάσια κείμενα που πάντα κρύβουν εντός, σε αναλογία που αναπόφευκτα ποικίλει, είναι και ο ίδιος ο αιφνιδιασμός που συχνά προκαλούν στον αναγνώστη που κάπως επαναπαύεται αναμένοντας μια καθιερωμένη σειρά πραγμάτων. Έτσι κι εδώ, ο πρώτος αιφνιδιασμός προκαλείται από την ποιητική παραγωγή του Ρέιμοντ Κάρβερ, η οποία μας είναι άγνωστη ακριβώς επειδή έχει επισκιαστεί από την έξοχη πεζογραφική του πρόζα (βλ. ενδεικτικά εδώ).

Θα έπρεπε όμως να το έχουμε υποψιαστεί, επειδή, αφενός η δύσκολη ζωή του ήταν εκείνη που τον έκανε να προτιμά την μικρή φόρμα, αφετέρου επειδή σε όλα του τα διηγήματα διέθεταν πάντα φλέβα ποιητική, έστω και συγκαλυμμένη. Έτσι ο συγγραφέας έγραψε πράγματι δυο ποιητικές συλλογές (1968 και 1970) προτού εκδοθεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, ενώ η τελευταία συγκεντρωτική του συλλογή (1989) περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν πριν από τον θάνατό του και αντλούν έμπνευση από την διάγνωση του καρκίνου των πνευμόνων. Και όπως γράφει η Μαρία Μουσαφίρη, που αναλαμβάνει την παρουσίαση και την μετάφρασή τους πρόκειται για ποίηση απογυμνωμένη, στεγνή, σκέτη αλλά και τραυματικά έντονη.

Η δεύτερη έκπληξη έρχεται με μια άγνωστη τέχνη του Ted Hughes: τα ποιήματα για παιδιά [Εισαγωγή – μετάφραση: Θοδωρής Ρακόπουλος]. Τα ζώα είναι και εδώ πρωταγωνιστές, όπως άλλωστε και στην ευρύτερη ποίηση του Χιουζ, με μια δυνατή εικονοποιία αλλά και χιούμορ. Το ξέρω! γράφει στο «Μύδι», Είμαι χάλι μεγάλο, / αλλά είμ’ ολόκληρο καρδιά. / Καρδιά που δεν τα καταφέρνει πια / να μαλακώσει άλλο. Η ξένη λογοτεχνία συμπληρώνεται με την Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι του Πιερ Πάολο Παζολίνι  και τα Μαθήματα του εξαιρετικά ενδιαφέροντος πεζογράφου Τζάστιν Τόρρες.

Ο Θανάσης Νιάρχος συνεχίζει της Ημερολογιακές του Καταγραφές· σημειώνω μια ιδιαίτερη περιφορά επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή του 2001 και μια ομολογία του το βράδυ της ίδιας μέρας στο ξενοδοχείο: οι ιστορίες που λέω για τις δασκάλες μου στο δημοτικό σχολείο – όλες πραγματικές αν και λίγο τραβηγμένες – με ηρεμούν αφάνταστα. Δυο μέρες μετά εκφράζει την δυσκολία του να υποταχθεί στις ελάχιστες λέξεις που απαιτούν οι εφημερίδες για τις παρουσιάσεις και κριτικές των βιβλίων. Ένας άλλος εξαίρετος εξομολόγος των εσωτερικών φωνών, ο Τάκης Σπετσιώτης, καταθέτει στα Ατμόσφαιρα νέα την αισθαντική του ματιά στην πόλη και αλλού, όπου ως και οι παλαιές, οι κουρασμένες γυναίκες πηγαινοέρχονται.  

Η Μαρία Στασινοπούλου στην Χαμηλή της βλάστηση καταθέτει ως μικρές φόρμες σκέψεις και ιδέες για μεγαλύτερα κείμενα και ο Φίλιππος Δρακονταειδής  εμμένει στις βλαβερές συνέπειες της αναμονής απευθυνόμενος σε κάποιον Σάμιουελ. Δημοσιεύονται ακόμα μια Επιστολή του Κώστα Ταχτσή στον Νάνο Βαλαωρίτη και διηγήματα από τους Κωνσταντία Σωτηρίου, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιάννη Τσίρμπα, Στράτο Φουντούλη, Στέλλα Παρασχά κ.ά. Ο Φάκελος είναι αφιερωμένος σε μια προδρομική έκδοση της Διαγωνίου [1952] με θησαυρισμένα κείμενα των νέων τότε λογοτεχνών Νίκου Μπακόλα, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Κίμωνα Oικονόμου και Ιωάννη Σιβεριώτη. Το εισαγωγικό κείμενο υπογράφει ο Κ. Ν. Πλαστήρας.

Στην Camera Obscura, τέλος, κι ενώ δεν λείπουν οι χορταστικές κριτικές, το πάντα χρήσιμο ευρετήριο, η θεατρική στήλη και τα υπόλοιπα γνωστά καλά, εκθέτει ο Σπύρος Ζερβουδάκης  φωτογραφίες για μια Αλλόκοτη μεταμόρφωση (κείμενο: Ηρακλής Παπαϊωάννου). Γνωρίζω καλά την φωτογραφία του Ζερβουδάκη και σιωπώ γιατί δεν θα είμαι αντικειμενικός, καθώς υπήρξαμε συνένοικοι στη θρυλική μονοκατοικία της οδού Αχιλλέως στην Κάτω Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης.

[σ. 144]

Στις εικόνες: Ο Raymond Carver τότε που γινόταν ποιητής και ο Ted Hughes σε πορτραίτο από την Sylvia Plath [1956]

30
Μάι.
17

Εμβόλιμον, τεύχος 81 – 82 (Φθινόπωρο 2016 – Χειμώνας 2017)

Κάθε πενθητική λειτουργία αποτελεί και μια προαναγγελία αναστάσιμη. Γι’ αυτό άλλωστε η σήμανση της χαρμολύπης μέσα από το πνευματικό γεγονός της Μεγάλης Παρασκευής δεν καθρεφτίζει απλώς τη συνέχιση της αρχαιοελληνικής και της χριστιανικής παράδοσης που αφορά τον θάνατο του Θεού (ο οποίος πρόκειται να αναστηθεί, αν πιστέψουμε τις θρησκευτικές παραδόσεις που λειτουργούν σε συμβολικό επίπεδο). Περιγράφει και μια ανθρώπινη εσωτερική κατάσταση, επίσης σε συμβολικό επίπεδο: το ψυχικό πένθος – προάγγελο μιας νέας πραγματικότητας, το ανθρώπινο άλγος που επωάζει τη μελλοντική ελευθερία…

γράφει η Κλεοπάτρα Λυμπέρη στην Μυστικιστική Άνοιξη του Νίκου Καρούζου, σ’ ένα από τα ποικίλα κείμενα που κοσμούν ένα Εμβόλιμον που αφήνει για λίγο στην άκρη τα αφιερώματα και ανοίγει το τεύχος σε πλήθος κειμένων και ειδών, από την ποίηση, την σύντομη πρόζα και το διήγημα μέχρι το δοκίμιο, την φιλολογική εργασία και την επιστολή, χωρίς να ξεχνάμε τις εκτενείς κριτικές βιβλίων. Ιδιαίτερα τα δοκίμια αποτελούν για άλλη μια φορά μελέτες αναφοράς, που δεν διαβάζονται στον τρέχοντα αναγνωστικό χρόνο ενός επίκαιρου λογοτεχνικού περιοδικού αλλά καταρτίζουν μια χρήσιμη κειμενοθήκη.

Η αφίσα  της Μαρία Κουγιουμτζή συνδέει με ευρηματικό τρόπο ένα τραγικό περιστατικό, μια αυτόκλητη απονομή δικαιοσύνης και μια αφίσα, ενώ σ’ ένα από τα ποιήματα της Λένας Παππά είναι η σειρά της Κοκκινοσκουφίτσας να φάει τον Λύκο επίφοβη, επικίνδυνη, / πίσω απ’ τη μάσκα της αθώας κρυμμένη, γιατί Άλλαξαν / άλλαξαν τα πράγματα δραματικά  […]  τώρα πια στα παιδιά μας πιο παραμύθι να ιστορήσουμε; // Το δάσος δεν υπάρχει πια / οι ξυλοκόποι το έκαναν καυσόξυλα / μοντέρνες πολυκατοικίες πήρανε τη θέση του… Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει Αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που την ονομάζουμε ζωή, οι μικρές ελλειπτικές φόρμες της Καναδής γαλλόφωνης διηγηματογράφου Αude [Claudette Charbonneau Tissot, 1947 – 2012].

Όπως πάντα, τα μη μυθοπλαστικά κείμενα καλύπτουν ευρύτατη θεματολογία. Η Θεολογία των επίγειων πραγματικοτήτων: Οι Τέχνες θεωρούμενες μέσα από το μυστήριο της εν Χριστώ Οικονομίας (Γεώργιος Ι. Στούκης) εστιάζει στην θεο – λογικότητα της λογοτεχνίας και το αίτημα της «προσωπικής» ύπαρξης, ελευθερίας και αποδοχής της ετερότητας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού Ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο συγγραφέας καταλήγει πως δεν νοείται θεολογία που να μη διαλέγεται με τις θύραθεν επιστήμες και τις λοιπές καλλιτεχνικές και πολιτισμικές δραστηριότητες, που να μην προσλαμβάνει δηλαδή τον παλμό του καιρού της. Οι επίγειες πραγματικότητές της δεν είναι μόνο η φύση και τα θεϊκά κτίσματα αλλά και ο πολιτισμός, οι τέχνες, η τεχνολογία και η εργασία.

Βρήκα εξίσου ενδιαφέροντα τα Τεχνητή Νοημοσύνη και Νιτσεϊκή Αισθητική: Από το Φυσικό στο Μεταφυσικό [Ανδρέας Αντωνίου], Ε. Ντ. Χιρς: «Τρεις διαστάσεις της ερμηνευτικής» [Σταυρούλα Γαρύφαλλου] και Γιώργος Σαραντάρης, ο μελλούμενος. Μια μεγάλη προσφορά της Ολυμπίας Καράγιωργα [Ανθούλα Δανιήλ]. Η Άννα Αφεντουλίδου μας εισάγει στον κόσμο του Γιώργου Χ. Στεργιόπουλου, και ιδίως στην «σκηνογραφία μιας ανάδρομης νεότητας και σ’ ένα πρόωρο αίτημα ωριμότητας» και ο Ευάγγελος Τσουκαράς δοκιμάζει μια συν-ανάγνωση δύο κειμένων του κρητικού θεάτρου: Ερωφίλη – Βασιλεύς Ροδολίνος.

Η απαραίτητη πλέον «στήλη» για τους Αθόρυβους, πάντα σε οργάνωση και επιμέλεια του Κώστα Θ. Ριζάκη χωρίζεται αυτή τη φορά σε δυο κλίτη, αφιερωμένα στην Χριστίνα Καραντώνη και στην Αλεξάνδρα Βερύκοκου. Μια επιλογή επιγραμμάτων από την Παλατινή Ανθολογία (σε ελεύθερη απόδοση από τον Αντώνη Ψάλτη) είναι φυσικά πάντα δεκτή και, ως συνήθως, πλείστοι ποιητές, μεταξύ άλλων οι Γιολάντα Πέγκλη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Κατερίνα Κούσουλα, Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου, Κώστας Λιννός, Καρίνα Βέρδη, Θεοδώρα Π. Αραμπατζή, Νεκταρία Μενδρινού, Ρούλα Ερμίδη, Πηνελόπη Γιώσα, Μάλαμας Καρύδας, Καλλιόπη Παπαλεωνίδα, Γιώργος Φραγκούλης, Ελένη Σιγαλού, Σοφία Σάντα και Σουσάνα Καρυοφύλη καταθέτουν την ποίησή τους. Η ζωγραφική της Πέγκυς Γραφάκου ντύνει εικαστικά το τεύχος

[σ. 208]

Στις εικόνες: Μεγάλη Παρασκευή στον Τάραντα και έργο της Πέγκυς Γραφάκου.

08
Μάι.
17

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Β΄. Ευρετήριο προσωπικών χρόνων

Είναι αδύνατο να βρω τίτλο

Μα μπορεί μια συναρμογή ετερόκλητων ειδών όχι απλώς να λογοτεχνήσει τον βίο και την πολιτεία ενός συγγραφέα, πολύπλευρου εικαστικού δημιουργού και αναγνώστη σαν πλήρης αυτοβιογραφική μυθιστορία αλλά και να διαθέτει όλα τα στοιχεία που κάνουν ελκυστικό ένα μυθιστόρημα: γλώσσα πλουτογραφημένη, στοχασμό κάθετο, ματιά λοξή (σωστό εξτρέμ), χιούμορ αλλά και τέτοια αίσθηση πλοκής ώστε να σπεύδεις να διαβάσεις τι συμβαίνει αλλά και πώς γράφεται το «παρακάτω»; Φαίνεται πως μπορεί, αν πηγάζει από έναν σεσημασμένο ύποπτο που, όπως γράφει στο «Σημείο Φυγής», η λογοτεχνία διαμορφώνεται από μια λανθάνουσα όψη της Ιστορίας η οποία μπορεί να εκληφθεί ως το (συχνά ανατρέψιμο) «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του μέλλοντος.

Αλήθεια, όλων των ειδών τα κείμενα (διηγήματα, αφηγήματα, μυθιστορηματικά αποσπάσματα, αποσπάσματα μυθιστορημάτων, προφορικές εξομολογήσεις, σημειώματα, κριτικές, εισαγωγές, ποιήματα, εκτενή μεταφράσματα, συνομιλίες, αναμνήσεις, μνήματα λόγου, σπαρταριστές ιστορίες, ορισμοί και αφορισμοί) εδώ τοιχογραφούν ενιαίο μυθοπλαστικό λόγο που πλάθεται σελίδα την σελίδα. Μα, θα αναρωτηθεί κανείς, δεν υπάρχει ένα έστω απροκάλυπτο αυτοβιογράφημα εδώ; Φυσικά και υπάρχει και μάλιστα εκφωνήθηκε στο τελευταίο μέρος που θα περίμενε κανείς. Γράφει λοιπόν ο συγγραφέας στο «Παράδειγμα προς αποφυγήν»: Δεν μου το είπαν ποτέ κατά πρόσωπο, αλλά υποπτεύομαι ότι με προσκάλεσαν να μιλήσω στους φοιτητές της Φιλοσοφικής μάλλον ως παράδειγμα προς αποφυγήν,  προτού προχωρήσει εξομολογούμενος πώς αποφάσισε να γίνει τεχνολόγος της γλώσσας, τι δουλειά είχε σε μια εγκυκλοπαίδεια, πόσα βιβλία απέρριψε ως αναγνώστης εκδοτικού οίκου (άρα έγιναν μπεστ σέλλερ), πώς άρχισε να φτιάχνει εξώφυλλα για κακοφωτοτυπημένες ή πολυγραφημένες σημειώσεις, πώς διακονεί λόγο και εικόνα.

Όταν φτάνει στην φιλολογική ιδίως δια της μετάφρασης διαστροφή των μετασχηματισμών παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να μάθει την γλώσσα των ξένων, απλώς να την καταλάβει. Για να μεταφράσεις λογοτεχνία σημασία έχει πόσο εμβαθύνεις στην δική σου γλώσσα. Το μεταφραστικό πέρασμα από τους αρχαίους στους νεότερους κλασικούς (Ροΐδη, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη) αποτέλεσε καίριο υπόβαθρο για την δική του λογοτεχνία, καθώς εκείνο που αποκόμισε είναι ότι «το κύριο μετάλλευμα αποτελεί η γλώσσα». Όσο για τις σπουδές, δεν έχει σημασία τι ακριβώς σπούδασες, εφόσον ο κόσμος είναι γεμάτος από ηλίθιους που όλο και κάτι έχουν σπουδάσει. Νόημα έχει να ανακαλύπτεις πηγές φωτός στην πληκτική καθημερινότητα, πηγές νερού στην έρημο του πλήθους.

Το παραπάνω κείμενο ευφυώς συμπληρώνεται με [τις] Υπεκφυγές, όπου μεταξύ άλλων αποκαλύπτει και τα περί εικονογραφίας που ασκεί ως αυτοδίδακτος, καθώς τον ενδιαφέρει εξίσου ένα σύμπαν όπου ο λόγος έχει δευτερεύουσα σημασία και προηγείται η αυτοδυναμία της εικόνες, που εκφράζει περισσότερα νοήματα χωρίς γλωσσικό ιδίωμα. Όσο για το ερώτημα ποιο θεωρεί το σημαντικότερο έργο του, το περίμενα πως θα απαντούσε ότι το ένα είναι χειρότερο από το άλλο…Όμως εδώ απολαμβάνει κανείς ερεθιστικότατες απαντήσεις ιδίως σε ερωτήματα πάνω στην διαφορά ενός μετρίου από έναν μεγάλο συγγραφέα, πόσο πρωτότυπος μπορεί να είναι σήμερα ένας συγγραφέας αν ο προβληματισμός και η στοχαστικότητα χαρακτηρίζουν ένα έργο σοβαρό ή μεγάλο και ποιες οι δοσολογίες πλοκής, γλώσσας και άλλων κριτηρίων.

Τι θα πει Τραμ· να το βγάζατε Ταΰγετο!

είπε κάποιος – Μοραΐτης προφανώς – καλοπροαίρετος ενωμοτάρχης στους διαδρόμους των δικαστηρίων όταν δικάζονταν από την Εκκλησία της χούντας τα πέντε τεύχη της πρώτης διαδρομής του Τραμ [1971 – 1972], για το τολμηρό λεξιλόγιο και περιεχόμενο των κειμένων τους. Το περιοδικό διώχθηκε ως φορέας ανηθικότητας σε μια εποχή που ανθούσε βέβαια η τσόντα στις συνοικιακές αίθουσες και στα περίπτερα, αλλά υπήρχε η ηθική του μαρκαδόρου, που μαύριζε τα επίμαχα σημεία στα σχετικά εξώφυλλα. Κι έτσι ο συγγραφέας πέρασε την πύλη των Δικαστικών Φυλακών της οδού Κασσάνδρου, στο πιο άχαρο επεισόδιο της μετεφηβικής του ζωής.

Η ναυμαχία της Ναυαρίνου, ήτοι της γνωστής θεσσαλονίκειας πλατείας με τα υπαίθρια  καφενεία, αφορά βέβαια την εποχή της «δεύτερης διαδρομής» του περιοδικού Τραμ, το οποίο εγκαταστάθηκε σε παρακείμενο ετοιμόρροπο κτίσμα και εστίασε, μεταξύ τόσων άλλων, στην σχέση φωτογραφίας και λογοτεχνίας, θέμα προσφιλέστατο στον συγγραφέα, που παρασύρεται σε σχετικό σύντομο διάγραμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, μια άλλη συντροφία αποτελούμενη από έτερους νευρομάντεις της γραφής (Μίμη Σουλιώτη, Γιώργο Σκαπαρδώνη, Πάνο Θεοδωρίδη, Γιώργο Χουλιάρα κ.ά.) θαυματουργεί τις έξοχες περιοδικές, βιβλιακές, επετειακές και πάσης άλλης φύσεως εκδόσεις της «Θεσσαλονίκης του ’97», εξ ου και οι σχετικές εντυπώσεις από το μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση το ταξίδι μέσα στα κείμενα είναι συναρπαστικό και απρόβλεπτο. Όταν ας πούμε ξεκινάει με μια πυκνή συντομογραφία για τον Μυστρά, αναπόφευκτα θα καταλήξει στον Πλήθωνα, κι από εκεί σε μια θρησκεία του ορθού λόγου και κατόπιν σε κάποιο ιεροδιδασκαλείο της Αδριανούπολης, σε ένα λαϊκό κίνημα ανεξιθρησκείας και κοινωνικής ισότητας και στην απογοητευτική Ιστορία που χωρίζει τους ανθρώπους σε χάσματα συνεπώς Το Σχίσμα φαίνεται ότι διαιωνίζει ένα ανατομικό γεγονός θηλυκού γένους που αν ανάγεται στην εποχή της Εύας (αν εννοείται τι εννοώ). Το περίφημο Αμέρικαν Συντρίμ αφηγείται μια αληθινή οικογενειακή ιστορία ελληνικού συνδικαλισμού στην χώρα «των καλύτερων πραγμάτων και των χειρότερων ιδεών», Ο Δαρείος είναι ένα έξοχο διήγημα σύγχρονης ελληνοπερσικής πραγματικότητας, η Ιδιωτική οδός συνδέει σ’ ένα νήμα μια προσωπική του πρωτοβουλία, την ονοματοδοσία ενός δρόμου, μια ποιητική συλλογή με εικόνες και τον Οδυσσέα Ελύτη αυτοπροσώπως. Κατά τα άλλα, στα Χαρτογραφικά γίνεται εκ νέου συνέταιρος χαρτογράφος, μας προειδοποιεί Ιδού ο Γομφίος, έρχεται, μας γνωρίζει τους Κρητικούς του καθαρού λόγου, τοποθετεί τον Μιρό στο Μιρογνωμόνιο, συντάσσει σύντομα Πρακτικά στιχάρπαστου βίου.

Και τι μουσική παίζουν τα τρανζίστορ και τα στερεοφωνικά ενός τέτοιου κειμενογράφου; Ο Καλοκύρης αγανακτεί στο ερώτημα ως πότε θα μας απασχολεί η τύχη ενός καραβιού από την Περσία ή μια φασαρία στα Λεμονάδικα ή γιατί η Συννεφιασμένη Κυριακή αποτελεί μεγαλούργημα ποιητικού λόγου, ενώ αντίθετα τα τρία πρώτα μέτρα του Ruby Tuesday ή το Κονσέρτο για βιολί και ορχήστρα έργο 61 του Μπετόβεν και σε κάθε περίπτωση προτίμησε να συμμετέχει σε αυτοσχέδιες ροκ μπάντες, αναπνέοντας ήχους ηλεκτρικούς με δωδεκάχορδες, τρικυμιώδη τύμπανα, κουιντέτα πνευστών και άλλα συναφή. Εγώ πάντως το είχα καταλάβει· είναι εμφανής ο συγκεκριμένος μουσικός προσανατολισμός στην γραφίδα του. Εδώ τρικυμιάζουν του κόσμου τα έγχορδα, οργιάζουν οι τζαζ αυτοσχεδιασμοί και κυρίως γεμίζουν τα πνευμόνια με τρόπο που μόνο το ροκ εντ ρολ, ορθόδοξο ή πειραματικό, μπορεί.

Όταν ο Καλοκύρης δεν λογοτεχνεί δική του πρόζα αλλά συγγράφει περί άλλων βιβλίων πραγματοποιεί ο ίδιος ακριβώς αυτό που γράφει κάποια στιγμή για ένα άλλο βιβλίο που μιλάει για άλλα βιβλία, «άρα πραγματεύεται εξ ορισμού τον αντικατοπτρισμό μιας ακολουθίας εννοιών στον αντίστροφο κόσμο της ερμηνευτικής, όπου αντιστρέφονται – όπως μέσω του φωτογραφικού φακού – τα είδωλα στον σκοτεινό θάλαμο της φαντασίας πριν επανεκτεθούν στο χάρτινο περιβάλλον τους». Αν αυτός δεν είναι ένας πλάγιος ορισμός της λογοτεχνίας, σίγουρα ορίζει τις γραφές του εδώ. Μιλάμε για ένα άλλο σώμα μελωμένων κειμένων που αφορά μια σειρά συγγραφείς με αφορμή την παρουσίαση του έργου τους ή κάποιου συγκεκριμένου βιβλίου. Θα περίμενε κανείς αυτά τα κείμενα να είναι τα περισσότερο προβλέψιμα και πάντως εκείνα με την λιγότερη πλοκή.

Αμ δε! Ο Καλοκύρης φτιάχνει πλήρες γράφημα της γραφής τους χρησιμοποιώντας τους τίτλους των βιβλίων τους, στίχους ποιημάτων, φράσεις κειμένων και πυκνογραφεί περίτεχνα τα έργα και τις ημέρες τους. Αν σκεφτούμε δε ότι μεταξύ των τιμώμενων και των προτιμώμενων είναι οι Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Χουλιαράς, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάριος Ποντίκας, Κώστας Λαχάς και Νάνος Βαλαωρίτης, τότε έχουμε ορισμένους από τους πλέον εκλεκτούς συγγραφείς του εγχώριου μοντέρνου λόγου. Με τον ίδιο τρόπο ανασκοπεί και την Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, τον Δ.Τ. Άναλι, τον Γιάννη Ευσταθιάδη, την Κλαίτη Σωτηριάδου και τον Θέμη Λιβεριάδη και νεκρολογεί τον Μένη Κουμανταρέα.

Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε παλαιότερες εκδόσεις του συγγραφέα, σε λογοτεχνικά περιοδικά [(δε)κατα, Δεσμός, Εντευκτήριο, Η λέξη, Ποίηση, Ποιητική] και εφημερίδες [Ελευθεροτυπία, Καθημερινή, Τα Νέα, Το Βήμα της Κυριακής, Τόλμη] ή αποτέλεσαν εισηγήσεις σε επιστημονικές συναντήσεις (σε μια εκ των οποίων διαπρεπείς βυζαντινολόγοι ζητούσαν βιβλιογραφία για τον Ευωδιανό και τον Βαθυάνθρακα τους οποίους είχε μόλις επινοήσει), ή εκδηλώσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις βιβλίων, εισαγωγές σε εκδόσεις (όπως η εκτενής εισαγωγή του στο περίφημο ταξιδιωτικό πόνημα του Παναγιώτη Ποταγού), παλαιές μεταφραστικές ασκήσεις, σκηνικές αναγνώσεις, ζωντανούς μονόλογους, κριτικά σημειώματα και άλλα και άλλα. Αποδείγματα όλα πως όχι μόνο εδώ υπήρξαν συνομιλίες με συγγραφείς όπως ο Στερν, ο Μπόρχες, ο Κενώ, ο Κορτάσαρ, ο Μπέκετ, ο Εμπειρίκος, ο Θεοφίλου, ο Ζεμενός και σαφώς ο Βαθυάνθραξ, αλλά και ότι οποιοδήποτε υλικό μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Αρκεί ο συγγραφέας να είναι σχεδιαστής, αρχιτέκτονας, μηχανικός, οικοδόμος, υδραυλικός και ηλεκτρολόγος του λόγου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 228. Περιλαμβάνονται τρισέλιδο πρώτων εμφανίσεων (και τινά σχόλια) και επιλεκτικό και μάλλον ωφέλιμο ευρετήριο προσώπων.

Ο Α΄ τόμος (Ονομαστικόν) εδώ.

Στην βιβλιοθήκη του Πανδοχείου, στο ράφι με τα εργαλεία, βρίσκονται επίσης τα σύνεργα της πλοιαρχίας και μια μηχανή για κινούμενα τοπία. Παραπλεύρως στέκουν το παλιό και σύντομα το νέο χέρι του σημαιοφόρου.

02
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 45 (άνοιξη 2016)

Αφιέρωμα: Έγκλημα και ατιμωρισία

Μόνο ξεκαρδιστικό γέλιο προκαλεί η δήλωση, κατά καιρούς, πολιτικών μας ανδρών ότι «σ’ αυτή τη χώρα υπάρχουν νόμοι και κανόνες». Δεν μας λένε όμως ότι αυτοί οι νόμοι και οι κανόνες λειτουργούν με βάση την αρχή «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Αλλιώς, πώς εξηγείται η ατιμωρησία που κατατρέχει τούτη τη χώρα από γεννέσεώς της; Μια ματιά μόνο αν ρίχνουμε κάθε μέρα στις ειδήσεις, διαπιστώνουμε το μέγεθος της ανομίας και της ατιμωρησίας. Είναι πια κοινός τόπος ότι τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά εγκλήματα από την μεταπολίτευση και μετά ή δεν ερευνώνται ποτέ ή παραπέμπονται στις καλένδες (λέγε με Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής) για δήθεν διερεύνηση, αλλά στην πραγματικότητα για να παραγραφούν.

Αν κοιτάξουμε, όμως, λίγο πιο έξω από τη μικρή μας πατρίδα, αμφιβάλει κανείς ότι το μεγαλύτερο έγκλημα του 21ου αιώνα είναι, μέχρι στιγμής, η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ; Και είναι διότι είχε ως συνέπεια την δημιουργία των τρομοκρατών του Ισλαμικού Χαλιφάτου και, κατά προέκταση, τον εμφύλιο στη Συρία και τον κίνδυνο μιας παγκόσμιας ανάφλεξης – αυτά τα ομολογούν τώρα οι ίδιοι οι Αμερικανοί. Και είναι ένα έγκλημα οικουμενικών διαστάσεων που παραμένει ατιμώρητο και που δεν θα διερευνηθεί ούτε θα διαλευκανθεί ποτέ…

….γράφεται στην εισαγωγή του τεύχους, ως μια μικρή υπενθύμιση σε δυο από τις αμέτρητες μορφές εγκλημάτων που διαφεύγουν της τιμωρίας στον σύγχρονο κόσμο. Θέμα πικρό πλην ερεθιστικότατο από λογοτεχνική άποψη, που προκάλεσε τριάντα δύο συγγραφείς, επιστήμονες, δημοσιογράφους και άλλους τεχνίτες του λόγου, απατηλού και μη, να καταθέσουν τις όψεις του. Σε «Μια κούτα ΚΕΝΤ κι ένα πενηντάρικο» ο Ηλίας Κουτσούκος γράφει μια αληθοφανέστατη ιστορία παρ’ ολίγον τιμωρίας αλλά, ευτυχώς, τετελεσμένου έρωτα, ο Φίλιππος Δρακονταειδής απευθύνει επιστολή στον Σάμιουελ Μπέκετ και η Ροζίτα Σπινάσσα προσωπογραφεί την διλημματική ιστορία μιας παρένθετης μητέρας.

Τα τιμωρητέα πεζογραφούν ακόμη οι Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ηρώ Νικοπούλου, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Χρύσα Φάντη, Φλώρα Ορφανουδάκη, Δήμητρα Δεσύπρη, Φώτης Χρονόπουλος, Μηνάς Βιντιάδης, Γιάννης Παπαγιάννης, Ζέτα Κουντούρη κ.ά. και στιχουργούν οι  Κώστας Ζωτόπουλος, Έλσα Κορνέτη, Κώστας Κουτσουρέλης κ.ά. Μυθιστορηματικά αποσπάσματα καταθέτουν οι Sascha Arango, Miguel Bonnefoy, Δημήτρης Μαμαλούκας, ενώ στα δοκίμια εξετάζονται το έγκλημα και η ατιμωρησία στη λογοτεχνία [Ahmet Umit], η ατιμωρησία στο περιβάλλον [Bill McKibben] αλλά και περιπτώσεις λογοτεχνικών αντιπάλων [Richard Bradford] κ.ά. ενώ στα καθ’ ημάς ο Σάββας Πατσαλίδης ταξινομεί τις περιπέτειες της νέας ελληνικής θεατρικής γραφής.

Ο Ντίνος Σιώτης σε άλλο κείμενό του με τίτλο «Το ψέμα, η αλήθεια, η φόλα, η κλοπή, ο πολιτισμός» αναφέρεται στους ανθρώπους «των γραμμάτων» που έχουν λαχανιάσει στο κυνηγητό της επιτυχίας, ενίοτε συγκροτούν λογοτεχνικά τάγματα με υπηρέτες και νεοσσούς, για να λιβανίζουν ο ένας τον άλλον. Ένα άλλο ατιμώρητο έγκλημα ασκούν εκείνοι που, στυλωμένοι στην ανασφάλεια έλλειψης ταλέντου, αναζητούν δανεικά δεκανίκια στην δήθεν «διακειμενικότητα», ασκώντας πλήρη λογοκλοπή που δικαιολογούν ως νόμιμη ενσωμάτωση. Υπάρχει, τέλος, και η περίπτωση εκείνων που αρθρογραφούν κατά της εξωστρέφειας της ποίησης και των δημόσιων εκδηλώσεων, λησμονώντας ότι ακόμη και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη εξωστρεφής. Είναι άνθρωποι που ζουν στον κόσμο τους και όχι για τον κόσμο.

Μια τιμωρία γίνεται πιο κτηνώδης από τις τιμωρίες παρά από τα εγκλήματα, είπε ο Όσκαρ Γουάιλντ το 1891 αλλά φαίνεται να το αγνοούν, σκέφτομαι, τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή. Δυο χρόνια αργότερα ο Μπέντζαμιν Τάκερ είχε αλλού δίκιο: Χρειαζόμαστε πολλούς νόμους που κατασκευάζουν τους εγκληματίες και μερικούς (μόνο) που τους τιμωρούν. Ως προς την βέργα, τέλος, ο Γκορ Βιντάλ μερικές δεκαετίες μετά έβαλε τα πράγματα στην θέση τους: Είμαι υπέρ της επαναφοράς της βέργας, αλλά μόνο μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.

[σ. 192]

Στην προτελευταία εικόνα, η περίφημη Δίκη στην ταινία The Wall [Alan Parker, 1982] και στην τελευταία το έργο της Ola Lubczynska Crime Story. Στην επόμενη ανάρτηση η παρουσίαση του τρέχοντος «θεραπευτικού» τεύχους του περιοδικού.

01
Μάι.
17

(δε)κατα, τεύχος 47 (φθινόπωρο 2016)

Μία πολύ κοινή φράση ημών των νεοελλήνων είναι η ακόλουθη: Καμιά φορά, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα. Καμία άλλη φράση σε οποιαδήποτε σύγχρονη γλώσσα ή διάλεκτο δεν θα μπορούσε να  καλύψει πιο εύγλωττα το παράλογο, το σουρεαλιστικό, το παράφρον του θέματος για μία τόσο απλή διατύπωση, όπως η (δήθεν) πρόσκληση σε γεύμα. Στην κυριολεξία έχομε τρεις αρνητικές εκφάνσεις (=καμιά φορά, πουθενά, τίποτα) μέσω των οποίων όμως εννοούμε το ακριβώς αντίθετο: κάποια στιγμή, να πάμε κάπου, να φάμε κάτι. Ίσως εδώ κρύβεται το τραγικόν του νεοέλληνα που λέει κάτι αλλά εννοεί κάτι άλλο, ακριβώς όπως κάνουν οι πολιτικοί μας που υπόσχονται διάφορα αλλά αδυνατούν να τα εκπληρώσουν, δηλαδή άλλ’ αντ’ άλλων, όπως το καλοκαίρι του 2015 που οι Έλληνες ψήφισαν ΟΧΙ αλλά τους είπαν οι πολιτικοί ότι εννοούσαν ΝΑΙ…

… γράφει ο εκδότης στο εισαγωγικό του σημείωμα, προτού μας ρίξει στο τετράπτυχο της ανυπαρξίας «Ποτέ, Τίποτε, Κανείς, Πουθενά». Ιδού λοιπόν ένα δύσκολο συγγραφικό στοίχημα: μπορεί η λογοτεχνία να αρπάξει κάτι από τα άνωθεν ανύπαρκατα; Σαράντα πέντε συγγραφείς θεωρούν ότι μπορεί και δεν έχουμε παρά να εξακριβώσουμε αν έχουν δίκιο.

Οι Θανάσης Χονδρός και Αλεξάνδρα Κατσιάνη, χρόνια προσκεκλημένοι στα κασετόφωνά μου εφόσον ενοικούν το περίφημο εκ Θεσσαλονίκης  Δημιοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ γράφουν την εξαιρετική «Άβυσσο», την συνάντηση δυο πρώην εραστών στον προθάλαμο ενός νεκροτομείου και την δημιουργία μιας μη κερδοσκοπικής εταιρείας ευθανασίας, ο Κώστας Μωραΐτης στο «Τίποτα» κατορθώνει σε τρεις σελίδες να περιλάβει όλες τις σχετικές εκφράσεις και να χτίσει έναν απολύτως εφιαλτικό δυστοπικό κόσμο μιας Πολιτείας που δεν περιγράφεται με τίποτα. Η Χαρά Νικολακοπούλου μας περιμένει στην «Στάση Μήδεια», όπου η ηρωίδα, κατόπιν επιτυχούς φαρμακευτικής αγωγής, μας περιμένει στο βάθος της αποβάθρας με την αιώνια ρόμπα της μισοσκισμένη, με τις παντούφλες στραβοπατημένες, μετα αχυρένια μαλλιά της ξέπλεκα…., ενώ η Ροζίτα Σπινάσα προσπαθεί να μας ρίξει εδώ κι εκεί «Ψήγματα ενοχής» μέσα σε γαμήλια δεσμά.

Ο Δημήτρης Τζουμάκας κρατά εκτενές «Αυστραλιανό Ημερολόγιο». Η δική του Αυστραλία μοιάζει με χώρα όπου δεν υπάρχει κανείς ηθικός φραγμός. Στις 4.3.2016 καταγράφεται η εν ψυχρώ δολοφονία της ιθαγενούς ονδουριανής ακτιβίστριας και φεμινίστριας οικολόγου Berta Cáceres, επειδή ηγήθηκε στους ιθαγενείς Lenca  ενάντια στο φράγμα Ζάρκα και στην ιδιωτικοποίηση του ποταμού Gualcarque καθώς για χιλιάδες χρόνια είναι η ζωή τους: από αυτόν πίνουν νερό, πλένονται, κολυμπούν, καλλιεργούν. Τώρα εξ αιτίας της πείνας και της δυστυχίας περίπου εξήντα χιλιάδες άνθρωποι μεταναστεύουν κάθε χρόνο. Αλλού αναφέρεται η αυτοκτονία δεκάχρονης αυτόχθονος ιθαγενούς, δέκατη ένατη σε εβδομήντα ημέρες, λόγο μετά την μετακόμισή της στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας.

Ο Γιώργος Βέης παίζει με τις λέξεις («Νύχτες Nichts»), ο Γιάννης Τζώρτζης επιμένει «Δεν έκανα τίποτα, δεν φταίω σε τίποτα»), η Χρύσα Σπυροπούλου παραμένει αδιάλλακτη («Αυτό ή τίποτε»),  ο John Freeman παρουσιάζει δυσάρεστα δεδομένα σε ένα ούτως ή άλλως πικρό θέμα («Οι βιβλιοκριτικές στις εφημερίδες τείνουν να εκλείψουν, άρα δεν θα μείνει τίποτα») και οι Χρύσα Φάντη, Johan Halvorsen, Κωνσταντίνος Ν. Ιωαννίδης, Λουίζα Σπηλωτοπούλου, Δήμητρα Δεσύπρη, Μαριάννα Κρητικού, Αγγέλα Γαβρίλη, Νίκος Δήμου, Maxine Chernoff αποδέχτηκαν να γράψουν κανένα καλό κείμενο για τίποτα ενδιαφέρον.

Ευτυχώς δεν ξεχνιέται μια ιδιαίτερη ψυχεδελική μπάντα, The Fugs, που στον πρώτο τους δίσκο το 1966 είχαν γράψει τον απόλυτο ύμνου του τίποτα, με τίτλο Nothing, που μεταφράζεται εδώ. Στα ποιήματα: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Παναγιώτης Βούζης, Οδυσσέας Ελύτης, Nazim Hikmet, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιάννης Κοντός, Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Χρίστος Παπαγεωργίου, Elik Rain, Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Σωτήρης Σαράκης, Κωστής Τριανταφύλλου, Ευτυχία Τροϊκανού, Αντώνης Φωστιέρης, Michel Vaucaire

Στα εκτός τετράπτυχου κείμενα, η Κατερίνα Μυστακίδου μοιράζεται «μια άγνωστη πλευρά του Ουμπέρτο Έκο» που έζησε η ίδια στους πανεπιστημιακούς χώρους και ιδίως στα φοιτητικά διαμερίσματα στα πέριξ του Κολούμπια, ο συγγραφέας Δημήτρης Οικονόμου συνομιλεί με τον Ρωμανό Κοκκινάκη, ο Ρήγας Καππάτος συντάσσει εκτενές κινηματογραφικό σημείωμα για το Café Society του Woody Allen, ευπρόσδεκτο, στα μεγέθη των παλιών κινηματογραφικών περιοδικών. Και στις ’πνάδες των τελευταίων σελίδων μειδιούμε, μεταξύ άλλων, για το κείμενο που αφορά τους ποιητές που συντάσσουν ανθολογίες όπου αυτοανθολογούνται ή οργανώνουν φεστιβάλ όπου απαγγέλλουν πρώτοι και καλύτεροι.

Άλλο ένα τεύχος που ταυτόχρονα μας διασκεδάζει και μας ξυπνάει.

[σ. 188]

Στις εικόνες: Αποσκευές ηρώων, 1989, εγκατάσταση των (συγγραφέων εδώ) Θανάση Χονδρού – Αλεξάνδρας Κατσιάνη, Μια άλλη μοντέρνα Μήδεια χωρίς τίποτα για σώμα, η αδικοχαμένη στη χώρα του τίποτα Berta Cáceres, ο πρώτος δίσκος των The Fugs.

30
Απρ.
17

(δε)κατα, τεύχος 48 (χειμώνας 2016 – 2017)

Αφιέρωμα: Παίξτε μπάλα! 

Πέρασε σχεδόν μια σαιζόν όπου προβλήματα υγείας, νοσοκομεία, μετακομίσεις και άλλες απρόσκλητες πλην αναπόφευκτες εκδηλώσεις της ζωής και με προσπέρασαν τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών που με συνέπεια εκδίδονται στην ώρα τους ή εκτός προγράμματος αλλά πάντα με πληθώρα κειμένων παντός είδους και τέχνης του λόγου. Επανέρχομαι λοιπόν πάντα πιστός αναγνώστης τους κι αρχίζω με τα τρία προηγούμενα τεύχη των (δε)κάτων, εφόσον πάντα μπορεί κανείς να τα παραγγείλει στην οικεία διεύθυνση κι ενώ ήδη αυτές τις μέρες βγαίνει στην κυκλοφορία το 49ο τεύχος, με κείμενα γραμμένα από γιατρούς και φαρμακοποιούς, για να δούμε δηλαδή αν και πώς οι θεράποντες ψυχών και σωμάτων μπορούν να μας θεραπεύσουν και με τις λέξεις.

Αλλά το 48ο τεύχος προστάζει Παίξτε μπάλα!, κι αμέσως ανταποκρίνονται δυο ενδεκάδες συγγραφέων που πεζογραφούν το διόλου πεζό άθλημα με ωραίες φάσεις σπουδαίων και άσημων αγώνων αλλά σε κάθε περίπτωση διαχρονικών αναμνήσεων οριστικά φυτεμένων στον σχετικό βαθμολογικό πίνακα. Τιμής ένεκεν, βέβαια, το τεύχος ανοίγει με την μορφή ενός Ουρουγουανού συγγραφέα που γνωρίζει απ’ όλες τις πλευρές τις δυο τέχνες που συνυπάρχουν εδώ. Ο Eduardo Galeano γράφει για το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, όπως άλλωστε τιτλοφορείται το σχετικό δοκιμιακό του βιβλίο από το οποίο και παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα.

«Τα ασημένια εικοσάρικα» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας επιστρέφουν στο 1973, στον αγώνα Φλόγας Αναλήψεως και Α.Ε. Χαριλάου. Σαφώς Ανατολική Θεσσαλονίκη λοιπόν, χωμάτινο γήπεδο, χωρίς κερκίδες, περιφραγμένο με δικτυωτό σύρμα, εστίες με μισοχαλασμένα δίχτυα, τα γνωστά. Ο φακός στρέφεται στον Καλντερίδη, γιό αριστερού και βαριά σταμπαρισμένου Ποντίου, που πληρώνει τα σπασμένα του πατέρα του, κι οι αντίπαλοι οπαδοί τον φωνάζουν εν χορώ μπατίρη. Αλλά εκείνος έχει στη χούφτα του ένα μάτσο ασημένια εικοσάρικα, δανεισμένα από συμπαίκτες και δικούς του οπαδούς, και τους τα ρίχνει στα κεφάλια, ενώ εκείνοι μόλις καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, σιωπούν, βουβαίνονται, κοιτάζονται μεταξύ τους αιφνιδιασμένοι, κι ύστερα πέφτουνε στο χώμα κι αρχίζουν να τα μαζεύουνε γονατιστοί, ταπεινωμένοι, και να τα χώνουνε στις τσέπες τους. Κι είναι πλέον η πορεία του πεπρωμένου, στην συνέχεια, η μπάλα από τα πόδια του να ταξιδέψει ωραία μέχρι να φτάσει στην εστία του αντιπάλου.

Η «Νίκη!» του Φίλιππου Δρακονταειδή είναι ένα παράδειγμα πώς η λογοτεχνία γράφει ατόφιο κεφάλαιο Ιστορίας. Εδώ ο αγώνας γίνεται στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1917), με πρωταγωνιστές το πλήρωμα ενός αγγλικού πλοίου στο γεωργιανό Μπατούμι και τους γηγενείς, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που θρυμματίζει πρωτόκολλα και στερεότυπα και καταλήγει σε μια οργιαστική γιορτή.  Ή πώς μια μέρα που δεν θα την έγραφε η Ιστορία καταλήγει σε μια μέρα που θα έπρεπε να γράψει η Ιστορία. «… Αεθλοφόρος περί τα τέρματα» για τον Γιώργο Μπλάνα είναι ο ίδιος ο πατέρας του, που χάρη στο αφιέρωμα επιστρέφει για να διηγηθεί ξανά με τρόπο ίδιο αλλά και διαφορετικό τις αναμνήσεις του από την ομάδα του, το Αιγάλεω, στα χρόνια του ’50.

Ο Κώστας Ακρίβος μας γνωρίζει «Αλάνες και αλάνια» της δικής του περιοχής, δανείζοντας ένα απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, για να μας περιγράψει έναν αγώνες ζωής και θανάτου ανάμεσα σε νεαρούς Πειραιώτες και Παιδοπολίτες. Ο Βασίλης Τσιαμπούσης διηγηματογραφεί ένα «πέναλντι» στα ξένα, σε συμφραζόμενα κοινωνικά και ερωτικά. Και πόσο «χαμένα» πάνε όσα έκαναν οι παλιοί μάγοι της μπάλας όταν δεν μπορεί σήμερα κανείς να τα δει; Ο «καπετάνιος» του Αλέξανδρου Ασωνίτη («Κοντέ, τον τελικό ή τη ζωή σου») ανακαλύπτει στα διαδικτυακά βίντεο 7 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα ενός σπουδαίου αγώνα αλλά ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά! Σαν να μην έπαιξε ποτέ… Αλλά και πέρα από αυτό, ένα μόνο πράγμα ζητάει: να ξαναγίνει 28 χρονών, όπως τότε, στον τελικό, για μια μόνο μέρα. Όχι μέρα, πολύ είναι η μέρα. Για δυο ώρες μόνο, δυο ωρίτσες. Να ξαναγίνει ο τελικός ακριβώς όπως τότε, ακριβώς. Με φανέλες χωρίς διαφημίσεις και παίκτες στα νιάτα τους χωρίς τατουάζ και βαμμένα αλλόκοτα μαλλιά […] Να ξαναπαίξει τον τελικό, να πάρει το αίμα του πίσω….

Ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά την δική του «Δικαίωση» από την κλασική ανακοίνωση στα μεγάφωνα του γηπέδου, που προκαλούσε πάντα γέλιο: Παρακαλείται ο φίλαθλος κύριος τάδε όπως μεταβεί στο Μαιευτήριον τάδε… Η γυναίκα του γεννάει.  «Το ματσάκι» του Κώστα Καβανόζη έχει δυο αξέχαστες εικόνες: στην μια, η μπάλα φεύγει προς την θάλασσα και ξανοίγεται ως μακριά· στην δεύτερη, οι ελάχιστοι παίκτες ανάβουν τα φώτα δυο αυτοκινήτων και παίζουν μέχρι να φέξει. Ο Δημήτρης Φύσσας στα «Πόδια στις Τρεις Ελιές» αφιερώνει δυο γραμμές στο παιδί που πάντα περισσεύει και μένει απ’ έξω απ’ το παιχνίδι. Ο Ευγένιος Αρανίτσης ιστοριογραφεί την ημερομηνία «31 Μαρτίου 1937» οριστικά και αμετάκλητα σε ποίημα πεζογραφικής ένδυσης, ο Δημήτρης Τζουμάκας βρίσκεται στις κερκίδες μιας «Σφαγής στην Ισπανία», ο Γιώργος Βέης παρακολουθεί «Γκολτζήδες κάτω από τη Σαχάρα» κ.ά.

Μια άλλη ομάδα αθλείται στην ποίηση κι εκεί τα στιγμιότυπα είναι εξίσου θεαματικά. Μεταξύ άλλων, ο John Berryman στιχουργεί για ένα αγόρι που έχασε τη μπάλα, ο Χρίστος Παπαγεωργίου για τις παρενέργειες ενός γκολ, ο Γιάννης Τζανετάκης για τους παλιούς του ήρωες που γερνάνε, αξύριστοι θλιμμένοι αλλά πάντα έτοιμοι να σηκωθούν από τον πάγκο ένα χαμένο να γυρίσουνε παιχνίδι, ο Γιώργος Κεντρωτής αφιερώνει στον Αριστείδη Παπάζογλου που πλην σ’ / απείρων ελιγμών ορμή είχε δείξει / ειρμούς κρυφούς (πριν απ’ τον Κρόιφ) είρων /και δίκαιος και μέγας – ο Αριστείδης, ο Λευτέρης Πούλιος βλέπει κάποιους άλλους να παίζουν μπάλα με το ίδιο το ποδόσφαιρο, ο Δημήτρης Καλοκύρης, πάντα αιφνίδιος, αναμεταδίδει ένα άλλο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, κάπου μακριά από εδώ, όπου θέλουμε δε θέλουμε είμαστε όλοι καλεσμένοι.

Στα δοκιμιακά κείμενα, μεταξύ άλλων, ο Robert Birnbaum μας υπενθυμίζει δέκα βιβλία για το ποδόσφαιρο, χάρη σε δημοσίευμα του Αθηναϊκού  Πρακτορείου Ειδήσεων διαβάζουμε για το ποδόσφαιρο στα χρόνια της αντίστασης, η ομάδα του obrero.gr θυμάται την καλτ ομάδα της Εθνικής Βουλγαρίας 1993 – 1994 και ο Δημήτρης Κωστόπουλος ανθολογεί «Λόγια της μπάλας» και μας θυμίζει πως ο Κωστής Παπαγιώργης, πιστός μελετητής του ποδοσφαίρου, έγραφε στα Σιαμιαία και ετεροθαλή ότι όπως οι θυσίες των Χριστιανών δεν ήταν απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού αλλά μονάχα της πίστης τους γι’ αυτόν, έτσι και η θρησκευτική προσκόλληση του οπαδού δεν αναδεικνύει την όποια θετική αξία του ποδοσφαίρου αλλά μόνο την παθιασμένη του ανάγκη να παραδοθεί σε κάτι.

Θεαματικότατο τεύχος!

[σ. 180]

Στις εικόνες: Δεληκάρης και Λοσάντα περιμένουν τον λογοτέχνη τους / Ένα παιδικό μου παιχνίδι, ακριβώς την εποχή που το γνώρισα / Κατάκοποι αλλά εμφανώς ικανοποιημένοι οι παίκτες του Αιγάλεω φωτογραφίζονται αμέσως μετά την λήξη ενός ιστορικού αγώνα κατάταξης, στο γήπεδο της Ριζούπολης. Ο Γιάννης Μπλάνας άνω αριστερά. / Αριστείδης Παπάζογλου, 1964, στον αγώνα Ολυμπιακού – Εθνικού 1-0, με γκολ δικό του. Η φωτογραφία από εδώ.

26
Απρ.
17

Γιώργος Χρονάς – Μια στιγμή Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«Καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…»

Συγγραφέας, ποιητής, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, με μια διαγραφή από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πολίτης με τριάντα τρεις δικαστικές διώξεις, ο Παζολίνι υπήρξε ένας πολλαπλώς αιρετικός δημιουργός και μια ασυμβίβαστη, θυελλώδης προσωπικότητα· ένας τραγικός που, αιώνες μετά τους αρχαίους τραγικούς, ετοιμαζόταν να γυρίσει την Ορέστεια στην Αφρική με χορό τους γηγενείς της. Η έκδοση περιέχει πολλά είδη κειμένων – πεζά και ποιήματα του Γιώργου Χρονά, σύντομα γραπτά άλλων πάνω στον Παζολίνι και σύντομες λογοτεχνικές και δοκιμιακές καταθέσεις του ίδιου του Παζολίνι.

Ο Παζολίνι δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κινηματογραφική γλώσσα. Τα παγκόσμια θύματα της βιαστικής αισθητικής δεν μπορούν εδώ να πάρουν την δόση τους, γράφει ο Χρονάς. Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρυ, οι Χίλιες και μια Νύχτες, το Δεκαήμερο, η Μήδεια ήταν «όστιες τέχνης» για όλους έτσι ώστε το Σαλό ή Οι 120 μέρες των Σοδόμων να είναι το οριστικό τέλος του ονείρου. Το φθινόπωρο του 1975 τελείωσε το γύρισμα και άρχισαν οι απαγορεύσεις της προβολής, λίγο πριν την άγρια δολοφονία του στο λιμάνι της Όστιας, σ’ ένα τοπίο όπως στις ταινίες του· «ένα βιαστικό σκηνικό του τέλους». Κανείς δεν πίστευε πως πραγματικά δολοφονήθηκε από έναν δεκαεφτάχρονο νεαρό. Οι κυριακάτικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπωθεί, κι έτσι η είδηση περίμενε τον τύπο της Δευτέρας. Ο επίσημος δολοφόνος του είπε πως έσωσε την Ρώμη από ένα περίεργο και χυδαίο υποκείμενο· ο χωροφύλακας που σκότωσε τον Λόρκα στα χωράφια της Γρανάδας λέγεται πως είπε σκότωσα τον ομοφυλόφιλο ποιητή· το ίδιο και οι δολοφόνοι του αρχαίου ποιητή Ίβυκου στην Κόρινθο, το ίδιο και το γκαρσόνι που σκότωσε τον αρχαιολόγο Βίνκελμαν.

Ο Χρονάς επιστρέφει στο Ακατόνε – πρώτη του ταινία αλλά και συνοικία όπου έζησε, καθώς η μουσική του Μπαχ σκεπάζει τα πλινθοκεραμένια σπίτια. Βλέπει τριγύρω παντού μικρά παιδιά, ενώ στις αρχαίες τραγωδίες μόνο στον Ευρυπίδη ο μικρός Αστυάναξ στις Τρωάδες και τα παιδιά της Μήδειας εμφανίζονται στην σκηνή. Εδώ κυριαρχούν παντού. Ο Ακατόνε ιερουργεί μέσα στην καταστροφή του χαμόσπιτου. Όταν ο Παζολίνι έφτιαξε την ταινία ήταν ήδη ένας συγγραφέας πολλών ποιητικών συλλογών και ενός πεζού. Κι αν η Μάμα Ρόμα είναι η Μεγάλη Παρασκευή, ο Ακατόνε είναι η Μεγάλη Πέμπτη του.

Και πώς βρέθηκε ο Παζολίνι στην Θεσσαλονίκη; Σε ένα όνειρο του Χρονά, την εποχή του μεγάλου σεισμού, έμειναν μόνοι να ανεβαίνουν στα κάστρα κι εκείνος του είπε καλύτερα να ήμουνα δάσκαλος σε κάποιο άγνωστο χωριό, στα περίχωρα της Πεσκάρας. Μόνος, σ’ ένα γυμνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο με Πλάτωνα κι Αριστοτέλη στο κομοδίνο και Δάντη στο πάτωμα. Όταν έφτασαν στον Όσιο Δαυίδ του εξομολογήθηκε ότι πολλοί τον αγάπησαν αλλά κανείς δεν τον κατάλαβε. Του είπε κι άλλα και στο τέλος του ζήτησε έναν «ειδικό» κινηματογράφο· άλλωστε οι πεθαμένοι δεν θέλουν πολυτέλειες.

Σε άλλο κεφάλαιο επανέρχεται στον θάνατό του, μια υψηλής ποιότητας ταινία φρίκης. Από μια άποψη, έπεσε θύμα ενός από τους χαρακτήρες που δραματοποίησε στις ταινίες του, είπε ο Αντονιόνι, για την «τέλεια τραγωδία». Για τον Ίταλο Καλβίνο η δολοφονία ήταν η επιβεβαίωση της νέας και χωρίς οίκτο βίας που ο Παζολίνι έβλεπε στα μάτια της νέας γενιάς.  Λίγο αργότερα ανοίγουμε τις μεγάλες σελίδες της μιας Παέζε Σέρα του 1962. Ο Παζολίνι συνομιλεί με την Άννα Μανιάνι· για τα πλάνα που την δυσκόλεψαν, για την πλάσιμό της στα χέρια του σκηνοθέτη· του εξομολογείται ότι στο Μάμα Ρόμα ένιωσε σαν μια καινούργια ηθοποιός που όμως έχασε την ισορροπία της. Εκείνος επιμένει για μια σκηνή: δεν ήθελα να υπάρχει, πριν εκραγεί η τραγωδία σου, η παραμικρή θλίψη ή μελαγχολία στο γέλιο σου.

«Η ιδεολογική διαθήκη» του Παζολίνι είναι η ομιλία που θα έκανε στο Συνέδριο του ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στην Φλωρεντία, ένα κείμενο που έγραψε στην γραφομηχανή του λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, μια συνοπτική παρουσίαση όλων των θαρραλέων μαχών που έδωσε από πολλές διαφορετικές επάλξεις – και από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Περιλαμβάνονται ακόμα άλλα δυο κείμενά του (Ναρκωτικά και κουλτούρα, Μια κραυγή που θα διαταράξει και θα ερεθίσει). Η Sandra Petrignani γράφει για το Petrolio, το τελευταίο μυθιστόρημα του Pier Paolo Pazolini, ένα μεγαλειώδες σχέδιο δύο χιλιάδων σελίδων όπου άφηνε ξέχειλη την οργή του για τις παρεκκλίσεις της εξουσίας και τα καταστρεπτικά λάθη μιας εκφυλισμένης χώρας. Η αποφυγή της μεταθανάτιας έκδοσης κρίθηκε ότι θα συγκέντρωνε όλη την προσοχή κι αφήνει ακόμα ανοιχτό ερώτημα τι θα μπορούσε να ήταν στα χρόνια του ’70 αυτό το βιβλίο. Και ο Σέρτζιο Τσίτι δακτυλογραφεί για την «ευρηματικότητα του Παζολίνι, που κάποτε είπε «καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…».

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο [Π. Π. Παζολίνι: Η Πολιτική (θεωρία) της Αίρεσης] ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος εστιάζει στο επεισόδιο της επίσκεψής του Παζολίνι στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (1974), το οποίο ενσάρκωνε τις αξίες του Μάη του 1968. Εκεί ο συγγραφέας αντιμετώπισε την αισχρή συμπεριφορά των μαοϊκών, όταν τόλμησε να υπενθυμίσει ότι ο φασισμός υπάρχουν παντού, υπάρχει ακόμα, υπάρχει σε όλους. Εκείνο που ενοχλούσε γενικότερα ήταν η απόλυτη «αιρετικότητά» του. Στο πρόσωπό του συνυπήρχαν τέσσερις αιρέσεις: η αποκάλυψη των φασισμού και νεοφασισμού του τότε παρόντος, η καταδίκη της εθνικιστικής καταδίκης των τοπικών ιταλικών διαλέκτων προς όφελος μιας «εθνικής» τηλεοπτικής γλώσσας, η θρησκευτική του ελευθερία, ο κομμουνισμός του που διαλογιζόταν μόνο με την σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι.

Από άλλη σκοπιά, ο  ψυχαναλυτής Ροζέ Νταντούν ξεχώρισε τρεις χώρους αίρεσης στην ζωή και το έργο του Παζολίνι: την πολιτική (πρώτα την εγγραφή του στο κόμμα, ύστερα την κριτική του στάση και το πλησίασμα του αναρχισμού κ.ά.), την σεξουαλική (η σεξουαλικότητα είναι αφ’ εαυτής αίρεση, πόσο μάλλον η ομοφυλοφιλία) και την καλλιτεχνική αίρεση (η ίδια η τέχνη του, με την εκρηκτική παρουσία του σώματος, τις τοπικές διαλέκτους, την κουλτούρα των ορίων και του ερωτισμού). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οτιδήποτε νέο και διαφοροποιό φέρει αναγκαστικά την σφραγίδα της αίρεσης

Ο Παζολίνι δεν έπαυε να ενοχλεί και τότε και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας Φιλίπ Σολλέρς θεωρεί ότι η ιταλική κοινωνία ήταν συνυπεύθυνη για το μεταθανάτιο λιντσάρισμα του Παζολίνι: το εξογκωμένο πτώμα του χρησιμοποιήθηκε στα μέσα ενημέρωσης. Όταν μια κοινωνία δίνει στον εαυτό της την αναπαράσταση ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σαν υπερεκτεθειμένο πτώμα, υποστηρίζει, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πάνω στην συμβολική εκδίκηση που αυτό αντιπροσωπεύει….Τριάντα έτη μετά την δολοφονία του ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε ξανά. Η περίπτωσή του παρουσιάστηκε επισήμως ως «υπόθεσις ηθών» αλλά δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο πολιτικού εγκλήματος: λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί είχε δεχτεί απειλές από την άκρα Δεξιά για τον Σαλό, όπου κατήγγειλε με σφοδρότητα τον ιταλικό φασισμό στην τελευταία φάση του (1943 – 45)

Ο Χρονάς είναι από τους ελάχιστους που «δικαιούται» να μιλά και να γράφει για τον Αφρικανό και ανατολίτη Ιταλό, όπως ονομάζει τον Παζολίνι· και το κάνει με τον απόλυτα δικό του αισθαντικό και απροκάλυπτο τρόπο, με την τρυφερότητα ενός φίλου, την γραφή ενός ποιητή και την σκληρότητα ενός φίλου, την άγρια κατανόηση ενός μακρινού συγγενή. Γράφει πεζά σαν ποίηση και αφήγηση σαν ρεπορτάζ. Άλλωστε από τις δικές του εκδόσεις τον πρωτοδιαβάσαμε, δεκαετίες πριν. Τώρα τον αποχαιρετά για άλλη μια φορά με ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα (Ο Παζολίνι στη Ραφήνα), αφού νωρίτερα πεζογράφησε την αγαπημένη του Μαρία Κάλλας στη Ραφήνα και τους Πεταλιούς. Το βιβλίο κλείνει με το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Εκδ. Οδός Πανός, 2016, B΄ έκδ.  με προσθήκες, αλλαγές, διορθώσεις [Α΄ έκδ. Μπιλιέτο, 2004], σ. 143.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 216, εδώ.

Στις εικόνες: με την Άννα Μανιάνι στα γυρίσματα του Mamma Roma το 1962, με την μητέρα του Susanna Colussi το 1963, με την Μαρία Κάλλας το 1970.

30
Μαρ.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 177. Γιώργος Κεντρωτής

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Ορίτζιναλ μαϊμούδες» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2016). Περιλαμβάνει 144 ποιήματα: 72 δικά μου (ορίτζιναλ) και 72 μεταφράσεις (μαϊμούδες).

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Είναι και δύσκολο, είναι (κρίνω) και περιττό. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία. Για όλα θα μπορούσα να πω πολλά – οπότε είναι καλύτερο (το αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι) να μην πω τίποτα. Μπορώ απλώς να αναφέρω ότι, παρ’ όλο που γράφω ποιήματα από πολύ νεαρή ηλικία, την πρώτη ποιητική συλλογή μου τη δημοσίευσα το 2006: «Με απ’ όλα μέσα» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006). Παρ’ όλο που έχω συγγράψει πολλά βιβλία, ποτέ δεν βιάστηκα να δημοσιεύσω κάτι. Όλα έγιναν στον καιρό τους. Γι’ αυτό και δεν έχω «μετανιώσει» για καμία έκδοσή μου.

Γράψατε κάποτε το έξοχο μυθιστόρημα «Βικέντιος Καρμπονάρος. Ο συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου». Γιατί δεν συνεχίσατε να μυθιστοριογραφείτε;

Πριν από τον «Συνονόματο» είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Το βάφτισμα». Είχα φτάσει 1200 σελίδες και ήμουν σχεδόν στην αρχή – το σταμάτησα! Δεν έβγαινε πουθενά. Κατόπιν ήρθε ο «Συνονόματος».  Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ – απλώς χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής χρειάστηκε να «αλλάξω» όνομα και να «υποκριθώ» τον επιμελητή της έκδοσης. Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε. Το λέω αυτό, γιατί το βιβλίο αυτό πέρασε «κριτικώς» απαρατήρητο.  Όσοι το διάβασαν (όπως εσείς) μου είπαν / έγραψαν από καλά έως πάρα πολύ καλά λόγια. Αυτό με παρωθεί να καταπιαστώ επί τέλους με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Το τριήμερο». Το σέρνω από το 2008, αλλά δεν το αποφασίζω…

Αποτελείτε μια σπάνια περίπτωση λογοτέχνη που έχει γράψει βιβλία για μια αθλητική ομάδα, τον Ολυμπιακό. Τι βιβλία είναι αυτά;

Το ένα από αυτά (το «45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους» από τις εκδόσεις Δίαυλος) το χαρακτηρίζω «μυθιστόρημα» – υπό όρους, μάλιστα, είναι! Κατ’ ουσίαν όμως, πρόκειται για ένα ιδιότροπο δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από το 1958 που γεννήθηκα μέχρι το 2003, που έγινα 45 χρονών. Την αφορμή της συγγραφής μού την έδωσαν οι νίκες που κατήγαγε μέσα σε τούτα τα 45 χρόνια η αγαπημένη μου ομάδα, ο Ολυμπιακός, επί του αιώνιου αντιπάλου του, του Παναθηναϊκού. Έχω συγγράψει επίσης ένα σύντομο και ιστορικού περιεχομένου βιβλίο με τίτλο «Το Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού» και έχω συμμετάσχει σε πέντε κοινές εκδόσεις με θέμα τον Ολυμπιακό. Αγαπώ τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον Ολυμπιακό. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς από μικρό παιδί σε όλα τα σπορ. Μου έχει χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις – χαρές και λύπες. Μου έχει μάθει τη ζωή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κατά βάση ποιήματα. Αλλά έχω εκδώσει και πεζά και δοκίμια. Μεταφράζω και εκδίδω ποιήματα, πεζά, δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχω ασχοληθεί και με την επιμέλεια και έκδοση παλαιών κειμένων. Γενικώς με ενδιαφέρουν όλα τα είδη γραφής. Δεν μπορώ ούτε να εξάρω ούτε να αποκλείσω κάποιο από αυτά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω τα χούγια μου! Σχεδόν ποτέ δεν μεταφράζω ποίημα στο σπίτι! Πάντα σε καφενεία – σε χώρους γνωστούς μου, άκρως φιλόξενους. Ποιήματα έχω μεταφράσει και στα καφέ του Γηπέδου Καραϊσκάκη.  Όταν μεταφράζω ποίηση δεν θέλω ησυχία. Αντιθέτως επιζητώ τη δυνατή μουσική και τη φασαρία. Στο σπίτι μεταφράζω κατά βάση πεζά και φιλοσοφικά κείμενα. Εκεί βάζω να παίζει κλασική μουσική. Στην ανάγνωση η μουσική δεν με ενδιαφέρει: διαβάζω και με και χωρίς μουσική. Είμαι μουσικόφιλος πάντως, και διαθέτω πολύ μεγάλη δισκοθήκη. Τα βιβλία μου και οι δίσκοι μου είναι όλη η περιουσία μου. Τα λαϊκά τραγούδια από όλον τον κόσμο, το τάνγκο, οι ναπολιτάνικες καντσονέτες, το ροκ της δεκαετίας 1965-1975, ο Βέρντι, ο Μπραμς, ο Σοστακόβιτς ανήκουν στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όπως είπα, μου αρέσει να γράφω έξω. Στην Αθήνα τα συγγραφικά στέκια μου είναι «Πόρτες» στο Νέο Ψυχικό (είναι κοντά στο σπίτι μου) και το παλιό «Dolce», νυν «Φίλιον» (στο κέντρο, στην οδό Σκουφά). Στην Κέρκυρα πηγαίνω σε 4-5 μέρη εναλλάξ, αλλά αγαπώ και το «Lunatico» στην πλατεία του παλιού Ψυχιατρείου. Εκεί έχω παρέα και πολύ αγαπημένα φιλαράκια μου: τον Μπάμπη, τον Μένιο, τον Λυκούργο, τη Τζούντυ – τα σκυλάκια που συχνάζουν εκεί.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία -παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Το κάνω ήδη. Γράφω για τον Δημήτρη Αρμάο – φίλο, ποιητή, άνθρωπο του βιβλίου, συνοδοιπόρο στις αναγνώσεις και στις μεταφράσεις. Μακάρι να ήταν στη ζωή και ας μην έγραφα τίποτα γι’ αυτόν…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά και η μικρή επιλογή είναι διαχρονική. Από τους δικούς μας: Σολωμός, Καβάφης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Πατρίκιος από τους ποιητές. Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Πολίτης, Μπακόλας, Βαλτινός από τους πεζογράφους. Σκαρίμπας – ποιητής και πεζογράφος. Από τους ξένους θα αναφέρω ενδεικτικά πέντε συγγραφείς του 20ού αιώνα: Μαγιακόφσκη, Παβέζε, Μπρεχτ, Μπόρχες, Παζολίνι. Ο αγαπημένος μου ποιητής: ο Κάρολος Μπωντλαίρ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Από τα ξένα έργα: «Τα άνθη του κακού» (Μπωντλαίρ), «Πόλεμος και ειρήνη» (Λέων Τολστόη), «Τα παιδιά της ζωής» (Παζολίνι), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (Μούζιλ), «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Μπέκετ) και μέγα πλήθος άλλων. Από τα δικά μας: «Το κιβώτιο» (του Αλεξάνδρου), «Η φόνισσα» (του Παπαδιαμάντη), «Η πάπισσα Ιωάννα» (του Ροΐδη), «Στου Χατζηφράγκου» (του Κοσμά Πολίτη), «Με το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον» (του Γιάννη Πάνου).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Παβέζε, του Μπόρχες. Το «Θείο τραγί» του Σκαρίμπα και «Η κάθοδος των εννιά» του Βαλτινού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Παρακολουθώ στενά την πορεία της ποίησης στην πατρίδα μας. Με κάποιους ποιητές αναγνωρίζω συγγένεια, με κάποιους μας χωρίζουν πολλά. Να μερικά ονόματα – εντελώς ενδεικτικά: Αγγελής, Καψάλης, Κοσμόπουλος, Κουτσουρέλης, Λαλιώτης, Λουκίδου, Παπαλεξάνδρου, Στρούμπας… Ο Χρήστος Βάθης έβγαλε στη δεκαετία του ’80 τη «Μάγια σκιά» (εκδόσεις Διάττων) και έκτοτε –ποιητικώς– ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Την πεζογραφία δεν την παρακολουθώ τόσο στενά, γι’ αυτό και θα αναφέρω μόνο το όνομα του Γιάννη Παλαβού. Από τους θεατρικούς συγγραφείς επιλέγω τον Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο «Ομπλόμωφ» του Ιβάν Γκοντσάρωφ! Τρεις φορές έχω διαβάσει το ομώνυμο μυθιστόρημα και πάντοτε νιώθω χαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Μαριάμπα» του Γιάννη Σκαρίμπα!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω σχεδόν όλα τα περιοδικά – και τώρα και από παλιά. Κρίνω ότι συμβάλλον θετικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας μας. Με πολλά από αυτά συνεργάζομαι τακτικότατα, οπότε δεν τίθεται θέμα «αγαπημένου». Για να απαντήσω, όμως, στην ερώτησή σας, θα πω ότι μου λείπουν η «Λέξη» και ο «Χάρτης», δύο εξαιρετικής ποιότητας περιοδικά, με τα οποία ποτέ δεν συνεργάστηκα, παρά τις άριστες σχέσεις μου με τους εκδότες τους.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω διαγωνίως τις παρουσιάσεις στα διάφορα έντυπα. Σπανίως παρουσιάζουν, πάντως, ενδιαφέρον. Συνήθως αναπαράγονται τα «δελτία τύπου» των εκδοτών – όταν δεν πρόκειται για «δημόσιες σχέσεις». Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Οι ολιγάριθμες εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν τον κανόνα. Μπορεί να κακοχαρακτηρισθώ, αλλά δεν παρακολουθώ αυτού του είδους την «ξεπεταχτική» κριτικογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω και μεταφράζω, όπως ήδη είπα, ποίηση σε καφενεία. Συστηματικά δε, επί δεκαετίες! Είναι τόσο πολύ ρουτινιάρικο αυτό (με την καλή έννοια του όρου) που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον να πω τίποτα. Και επειδή με τα γραπτά μου είμαι πολύ προσεκτικός, θα σας πω ότι ούτε τον καφέ δεν έχω χύσει ποτέ στα χαρτιά μου, για να είναι το γεγονός «αξιομνημόνευτο». Μια φορά στο τρόλεϋ είχα δει κάποιον να διαβάζει τους «Αγροίκους» του Παβέζε, που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τον ρώτησα, τάχα με απορία, τάχα αδιάφορα, αν παρουσιάζει ενδιαφέρον το μυθιστόρημα και μου είπε ότι η μετάφραση είναι πάρα πολύ τολμηρή, «σαν περίεργο πρωτότυπο». Τον ρώτησα ποιος το έχει μεταφράσει. Γύρισε στη σελίδα 5, διάβασε το όνομά μου και μου το είπε παρατονισμένο μάλιστα: «Κεντρώτης». Τι να σας πω: το είχα ευχαριστηθεί πολύ!

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω από τα 18 μου χρόνια ανελλιπώς. Αισίως άγω το 59ο έτος της ηλικίας μου. Ο μεταφραστικός τρόπος μου είναι η αυστηρότητα και η προσοχή μου. Δεν αφήνω ποτέ τίποτα έξω από τη μετάφραση, δεν «παρακάμπτω» ποτέ τίποτα. Μου λένε ότι τα μεταφράσματά μου είναι «ιδιότυπα» ή «χαρακτηριστικά». Αυτός είναι εμένα ο έπαινός μου! Η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού» – άρα ο μεταφραστής πρέπει να «διακρίνεται», να «ξεχωρίζει». Η μετάφραση, αν είναι και όσο είναι τέχνη, δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη του δημιουργού της. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «απρόσωπη» ή «αντικειμενική» μετάφραση. Δεν έχω μεταφράσει ποτέ κείμενα που δεν μου αρέσουν. Όλα μου τα μεταφράσματα είναι δικής μου επιλογής και ανάγονται σε δικά μου ενδιαφέροντα. Μπορεί κάποια από τα ενδιαφέροντά μου να έχουν ατονήσει μέσα μου με τα χρόνια, αλλά δεν έχουν σβηστεί. Μεταφράζω συγγραφείς που αγαπώ… που με ενδιαφέρουν τουλάχιστον με την προσωπικότητά τους… που με «καλλιεργούν»… που μου δίνουν ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα… που με πάνε παραπέρα… παραπάνω. Ουδέποτε μετάφρασα κάτι «επαγγελματικά» ή «ξεπεταχτιδίστικα». Ούτε θα το κάνω!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν και θα μπορούσα να σας απαντήσω με ένα «όλες», που θα ανταποκρινόταν και στα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα προβώ σε επιλογή! Πιο πολύ με δυσκόλεψε η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο (εκδόσεις Gutenberg 2015), διότι έπρεπε να καλέσω στο χαρτί πολλά είδη γνώσεων και επιστημών, προκειμένου να συνεργασθούν. Η πιο μεγάλη δυσκολία από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά. Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος.

Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Η μετάφραση που πιο πολύ έχω ευχαριστηθεί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα: είναι «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Τόσο πολύ την ευχαριστήθηκα που έκατσα και έγραψα και έναν επίλογο, που υπολογίζω ότι θα καλύπτει κοντά στις 350 σελίδες. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει –με το καλό– από τις εκδόσεις Gutenberg ως τα τέλη του 2017.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θα ήθελα να συστήσω το «Βιργιλίου θάνατος» του Χέρμαν Μπροχ (Gutenberg 2000), το «Στα χθόνια δώματα» του Πάμπλο Νερούδα (εκδόσεις Ύψιλον 2007),  και το «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή» (Gutenberg 2014), που είναι η μετάφραση του Ε΄ βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, με ποιήματα ερωτικά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα αναφερθώ σε τρεις «αρνητικές» περιπτώσεις. Από την ιστορία της μετάφρασης έργων του Ρόμπερτ Μούζιλ θυμάμαι τον «ζήλο», τον «φανατισμό», με τον οποίον είχα επιδοθεί. Σε κάποιους δεν άρεσε η ενασχόλησή μου και προσπάθησαν να μου αμαυρώσουν τα μεταφράσματα, ακόμα και αν δεν ήξεραν το βασικότερο: γερμανικά! Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βιργιλίου θάνατος» του Μπροχ. Στην πρώτη περίπτωση, εν έτει 1987, είχα απαντήσει γραπτώς και εξαντλητικά από τις στήλες του περιοδικού ΑΝΤΙ και είχα ξεκάνει τον «αντιρρησία» – δεν ήταν, πάντως, και ιδιαίτερα δύσκολο, διότι «δεν φέλαγε» όπως λένε στο χωριό μου. Στη δεύτερη περίπτωση (ούτε εδώ ο κριτής εγνώριζε καθ’ ομολογίαν του γερμανικά) δεν καταδέχτηκα να απαντήσω στο κακόβουλο δημοσίευμα που φιλοξενήθηκε σε «σαλόνι» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ. Μετά από μερικά χρόνια το έφερε η συγκυρία να συνυπάρξω κάπου με τον «κριτικό», ο οποίος, προβαίνων σε αλλεπάλληλα καραγκιοζιλίκια, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποια συγγνώμη εκ μέρους μου. Εννοείται ότι δεν έλαβε τίποτα. Τρίτη περίπτωση, πάλι με τα γερμανικά στη μέση. Όταν μετέφρασα τη «Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» του Μπρεχτ (Gutenberg 2014) κάποιοι ξεβολεύτηκαν (αλήθεια γιατί;), αλλά περιορίστηκαν σε προφορικά σχόλια, που φτάνανε ώς τ’ αφτιά μου. Περιορίστηκα σε όλες τις περιπτώσεις σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μακροθυμία, καλέ μου φίλε! Μακροθυμία! Κανείς δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να γράψει ή να μεταφράσει ό,τι τραβάει η ψυχή του. Στην εποχή του διαδικτύου, μάλιστα, εκδίδονται τα πάντα ακόπως. Οπότε όποιος γουστάρει ό,τι γουστάρει μπορεί να το κάνει. Και δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ούτε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Νομίζω ότι από άλλη αφορμή έχω απαντήσει στις ερωτήσεις σας, αλλά μιας και ρωτάτε, θα ήθελα να προσθέσω τούτο. Αγαπώ πολύ τη μουσική – όλα τα είδη μουσικής, αρκεί να πρόκειται για μουσική και όχι για ήχους ατάκτως ερριμμένους. Θα γράψω μόνο ονόματα, όπως που έρχονται. Μάρκος Βαμβακάρης και Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, Γιώργος Μουφλουζέλης, Νίκος Ξυλούρης, Μανώλης Μητσιάς, Βίκυ Μοσχολιού, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μαίρη Λω, Κούλα Νικολαΐδου, Τάσος Χαλκιάς, Γιώργος Παπασιδέρης, Κάρλος Γαρδέλ, Ιμπέριο Αρχεντίνα, Ασουκένα Μαϊσάνι, Ανδριάνα Βαρέλα, Αταουάλπα Γιουπάνκι, Ρομπέρτο Μούρολο, Ρόζα Μπαλιστρέρι, Οτέλλο Προφάτσιο, Γκίζελα Μάυ, Βολφ Μπίρμαν, Τράφικ, Άνιμαλς, Τεν Γίαρς Άφτερ, Μπενιαμίνο Τζίλι, Τζουζέπε Ντι Στέφανο, Ζωρζ Μπρασένς, Πατασού, Μονίκ Μορελί – και χίλιοι άλλοι!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ έχουν ήδη μεταφραστεί από εμένα. Ποτέ δεν μετέφρασα έργο ή συγγραφέα που δεν μου άρεσε.  Έχω ετοιμάσει περίπου 20 μεταφράσεις που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Καλά να είμαστε και θα εκδοθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Θέλω να μεταφράσω τα σονέτα του Γκουίντο Καβαλκάντι και μια επιλογή από τα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Στην Ελλάδα έχω αρνητική εμπειρία από την «κριτική» των μεταφράσεων.  Όταν δεν είναι «λαθολογία», γίνεται αδιάφορη «γενικολογία», όπου και συνήθως διαβάζουμε ότι «ο μεταφραστής απέδωσε με ευαισθησία και γνώση όλες τις πτυχές του πρωτοτύπου»… Όταν διαβάζω τέτοια πράγματα, σχηματίζω την εντύπωση ότι ο «κριτικός» μπορεί να μην έχει πιάσει καν στα χέρια του το βιβλίο που «κρίνει».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ουδέποτε είχα προβλήματα. Έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με τον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο, με τη Μαρία Ράμμου, με τον Θανάση Χριστοδούλου, με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, με τον Ηλία Καφάογλου, με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει διόρθωση και επιμέλεια. Εξ άλλου κι εγώ έχω εργασθεί ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, οπότε…

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ομολογώ όχι! Μάλλον δεν με συμπαθούν… Ο Βιργίλιος ως προσωπικότητα έχει, πάντως, στοιχειώσει τη ζωή μου. Τον μελετώ με ιερό φανατισμό.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι διδάκτωρ νομικής,καθώς έχω συγγράψει διδακτορική διατριβή στο Διοικητικό Δίκαιο στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης. Η εν γένει κουλτούρα μου είναι επηρεασμένη από τη νομική σκέψη. Άρα και ο τρόπος γραφής μου μετέχει και της νομικής παιδείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλιότερα ήμουν δικηγόρος. Από το 1994 μέχρι σήμερα είμαι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκω «Θεωρία και πράξη της μετάφρασης», «Νεοελληνική λογοτεχνία» και «Μετάφραση νομικών κειμένων από τα γερμανικά στα ελληνικά».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω λατινοαμερικανούς ποιητές, κυρίως από την Αργεντινή. Γράφω ποιήματα. Μεταφράζω το «Ασματολόγιο» («Canzoniere») του Πετράρχη και την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν είμαι φίλος ή συστηματικός θεατής του κινηματογράφου και του θεάτρου. Μου αρέσει ο Παζολίνι και ο Βάιντα. Από τους θεατρικούς συγγραφείς αγαπώ τον Μπέκετ και τον  Ίψεν. Εννοείται ότι έχω διαβάσει πολύ καλά τους τρεις κορυφαίους έλληνες τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Εξ άλλου έχω μεταφράσει τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και τι να την κάνω την αιώνια νιότη; Εξ άλλου ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ζωής. Μπα, δεν θα το δεχόμουν – πέραν του ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται! Εύχομαι πάντως «καλά ξέτελα»!

Περί Ολυμπιακού

Πώς γίνατε οπαδός του Ολυμπιακού; Πώς αρχίσατε να γράφετε για την ομάδα; Υπάρχει κάποιο μυθιστόρημα ή άλλο έργο που θα θέλατε να γράψετε για τον Ολυμπιακό; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο κείμενο άλλου δημιουργού με λογοτεχνικές αρετές αφιερωμένο στην ομάδα;

Θυμάμαι τον εαυτό μου ως οπαδό του Ολυμπιακού από το 1963. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής νικήσαμε τον Παναθηναϊκό με 5-3 μέσα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε αγώνα Κυπέλλου. Για τον Ολυμπιακό άρχισα να γράφω με την προτροπή του αείμνηστου φίλου μου Παναγιώτη Γαρίδη, που από τις εκδόσεις Δίαυλος εξέδωσε το «Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού». Έχω γράψει δύο βιβλία για τον Θρύλο και έχω συμμετάσχει σε άλλες πέντε ομαδικές εκδόσεις. Θέλω να γράψω κείμενα για τον Ανδρέα Μουράτη και τον Γιώργο Σιδέρη. Έχω όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αγαπημένη μου ομάδα. Ξεχωρίζω το «Μίλα μου για τον Θρύλο» του Νίκου Μαυρωνά, εκδεδομένο ομοίως από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Μπορείτε να αναφέρετε μια αξέχαστη στιγμή της ομάδας σας από κάθε δεκαετία, στιγμή που έμεινε εντυπωμένη στην μνήμη σας;

Θα σας αναφέρω μόνο μία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1987 ο Ολυμπιακός είναι προτελευταίος στη βαθμολογία με 6 βαθμούς  σε 11 αγώνες. Στο ΟΑΚΑ έχουν συρρεύσει 61.000 θεατές. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Ήμουν στη Γερμανία, μεταπτυχιακός φοιτητής. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι εγώ περιμένω το κορίτσι μου, την Πολυξένη –που είχε την «ατυχία» να γίνει σύζυγός μου αργότερα– να έλθει να γιορτάσουμε μαζί. Από το αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης την παίρνω και ανεβαίνουμε τραινάτοι σε κάτι γερμανούς φίλους στον Βορρά, στο Αμβούργο. Όταν φτάσαμε, ανοίγουμε τη βαλίτσα της, τακτοποιούμε τα πράγματά της, και κατόπιν ανοίγουμε και τη βαλίτσα μου, από όπου προς μεγίστην έκπληξή της βλέπει να βγάζω ένα ραδιόφωνο ικανού όγκου, μια μπακατέλα του κερατά, που έπιανε βραχέα και το είχα για να ακούω τα ματς του Θρύλου. Παρακαλώ τον οικοδεσπότη μας (έναν ευγενέστατο κύριο μιας κάποιας ηλικίας) να με «πετάξει» ώς το Μπλανκενέζε που ήξερα ότι έχει «μεγάλο άνοιγμα» (μια ώρα δρόμος από το Ποπενμπύτελ, όπου μέναμε) για να «πιάνει καλύτερα το ράδιο».

Τί να κάνει ο άνθρωπος, με πήγε – παρά τις έντονες αποτρεπτικές κουβέντες της κυρίας μου και τα συνακόλουθα «μούτρα». Και όχι μόνο με πήγε ο καλός εκείνος άνθρωπος, αλλά και έκατσε σε ένα ωραίο ημιυπαίθριο καφέ και με περίμενε μέχρι να τελειώσει το ματς με την Παναχαϊκή, διασκεδάζοντάς το κιόλας, καθώς αυτός έπινε τις μπυρούλες του (χειμωνιάτικα…) κι έβλεπε εμένα να παρακολουθώ το ματς μέσα από έναν καταιγισμό από «αγγγγγκτ… γτγτγτγτρκρτφζξθγ… κλτρμνγργργρμρψταπλ… γτκτρμντγρκδρτα»! Και από κοντά μου ήσαν και δυό άλλοι πατριώτες (ναι, και γαύροι) που είχαν βρεθεί τυχαία εκεί ως τουρίστες, και είχαν αφήσει τις παρέες τους σύξυλες για ν’ αφοσιωθούν και αυτοί στην ακρόαση. Το τί έγινε στα γκολ είναι πέραν πάσης περιγραφής. Στο 1ο κιόλας λεπτό ο Τάσος Μητρόπουλος και στο 70ό ο Σάκης Μουστακίδης ήσαν οι σκόρερ. Ο γερμανός φίλος μου (λάτρης του φολκλόρ, όπως άλλωστε όλοι οι Γερμανοί) το κατευχαριστήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο «πράμα». Ούτε του είχε τύχει να δει ποτέ τρία αφτιά στριμωγμένα και κολλημένα σε ένα ράδιο της συμφοράς να ακούνε ποδόσφαιρο. Πάντα μαθαίνει κανείς νέα πράγματα, πάντα σε περιμένουν νέες εμπειρίες – λέω… Γι’ αυτό και είναι ωραία η ζωή!

Εικονίζονται: ελάχιστα από τα βιβλία που συνέγραψε ή μετάφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής, Charles Baudelaire, ένα αγαπημένο του βιβλίο, ένας αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας, Νεμέα 1973, Giambattista Vico, Hermann Broch, ένας δίσκος της Imperia Argentina, ένα χαμόγελο του Carlos Gardel, o φιλοξενούμενος σε μια εποχή που δεν γνώριζε κανέναν από τους παραπάνω και Γιώργος Σιδέρης.

Σημείωση: Το Πανδοχείο προειδοποιεί: οι εικόνες μπορεί να εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, κατά το κοινώς λεγόμενον ροτέισον.

16
Φεβ.
17

Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 79 – 80 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016)

%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82

Πάντα μανιώδης αναγνώστης των λογοτεχνικών περιοδικών, και ιδίως εκείνων που εκδίδονταν εκτός των μεγαλουπόλεων, σε μικρότερες πόλεις, κωμοπόλεις και πολίσματα, ήταν θέμα χρόνου να βρεθώ στην Πάροδο, το ιδιαίτερο λογοτεχνικό περιοδικό της Λαμίας, που εξέδιδε ο Κώστας Θ. Ριζάκης. Την ίδια στιγμή ερχόμουν σε επαφή με έναν από τους πιο ιδιαίτερους, και πλέον σημαντικούς σήμερα, ποιητές της γενιάς του 1980. Με την πάροδο του χρόνου ο ποιητής αποτέλεσε παράδειγμα δημιουργού δρώντος στην ελληνική επαρχεία, κυριολεκτικού εγκάτοικου της ποιητικής τέχνης εντός των τειχών του ενδιαιτήματός τους¨», όπως γράφει στην εισαγωγή ο Γ. Χ. Θεοχάρης, εκτός των δικών μας τειχών και βεβαιοτήτων συμπληρώνω ο ίδιος. Ήταν επόμενο λοιπόν να του προσφερθεί αφιέρωμα από το Εμβόλιμον, που είναι ήδη σεσημασμένο για μια ολόκληρη σειρά εξαιρετικών αφιερωμάτων σε ποιητές.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b8-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b2%ce%b9-%ce%b3-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%b1

Ο Ριζάκης άρχισε να εκδίδει την Πάροδο το 1986 σε ηλικία 26 ετών. Το περιοδικό διένυσε δυο εκδοτικές περιόδους [1986 – 1993 και 2003 – 2011], έβγαλε 57 τεύχη και αποτελούσε μια εξαιρετική κάθε φορά συλλογή λογοτεχνημάτων. Πρόσφερε βήμα σε νεοεμφανιζόμενους λογοτέχνες και είχε μια χαρακτηριστική άψογα τυπογραφική έκδοση. Ο ίδιος ο ποιητής διακεκριμένος πια επιμελητής ποιητικών βιβλίων έχει αφιερώσει τον εαυτό του στην ποίηση. Ζει απομονωμένος ως ασκητής στην γενέτειρά του, εργάζεται νυχθημερόν και έχει πλέον αμέτρητους συνεργάτες και φίλους απ’ όλη την Ελλάδα, ακόμα κι αν δεν τους έχει συναντήσει ποτέ.

Αλλά εδώ είναι η ποιητική τέχνη του Ριζάκη που έχει προσελκύσει όλα αυτά τα περί αυτής κείμενα. Για την Δήμητρα Μήττα η ποίηση του Ριζάκη είναι κρύπτια και συγχρόνως γοητευτική. Το άφεμα στην γοητεία ενέχει το κίνδυνο της αρπαγής, καθώς ο ποιητής αρπάζει τον αναγνώστη σε ένα βάθος που μόνο την αντίδραση της Περσεφόνης όταν την αρπάζει ο Άδης στον πίνακα του Ρέμπραντ μπορεί να προκαλέσει: το κορίτσι αποστρέφεται το πρόσωπό του από το πρόσωπο του άρπαγα, προκειμένου να σωθεί από την ποιητική δίνη που ωθεί σε κόσμους σκοτεινούς και αναχωρητικούς.

%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%bb%cf%86%ce%ae-%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bb%ce%b1%cf%82

Γεωργώνοντας τις λέξεις, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ανοίγει πρώτα τις Σημειώσεις για την Τραγωδία του Γιώργου Χειμωνά, όπου έγραφε πως η τραγωδία, ως τέχνη του νόστου, μας επαναφέρει στην πρωταρχική, στην πιο καθαρόαιμη μορφή της συγκίνησης που είναι το πένθος. Μνημονεύει κάθε φορά την έκτοτε αμετάκλητη, δυσοίωνη προφητεία: ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. κι ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι ηδονικό. Η σχέση του Ριζάκη με τον πόνο παραπέμπει στο παιχνίδι της τυφλόμυγας, όπου η γραφή την ίδια στιγμή τον αναβιώνει μα και τον εξορκίζει, μια σχέση έλξης – άπωσης που αφήνει το στίγμα της τραγικότητά της στον χρόνο της ποιητικής στιγμής. Και η πράξη της ποίησης, συμπληρώνει αργότερα, αυτή η ακτιβιστική δράση, συνιστά για τον Ριζάκη την ίδια στιγμή ρομφαία και πινέλο, καταγγελία και διακόπτη, μια διαπιστωμένη ανάγκη να πεπωθει και να καταγραφεί το φως, προκειμένου να λάμψει.

%ce%bc-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b7

Η πρώτη ποιητική του συλλογή που διάβασα ήταν ο Κυρίως Ναός (για ευνόητους λόγους), κι είναι το βιβλίο που εξετάζει εδώ η Μαρία Σκουρολιάκου. Ο Κυρίως Ναός, γράφει, είναι ένας χώρος λατρείας ομολογίας και προσφοράς, συμβολικός της ύπαρξης του Ριζάκη. Εντός του ναού, το εικονοστάσι του ποιητή: οι άγιοι της ζωής του, που τον συνδέουν με τον κόσμο των αδύτων, το αισθητό με το νοητό. Στον κυρίως ναό ο ποιητής ψάλλει τα συναισθήματα από τα αναλόγια της ασκητικής του. Εκεί τα προσκυνητάρια, τα κεριά των ψυχών σε κηροπήγια σώματα που καίγονται πεπρωμένα, κι ο Επιτάφιος στον βορεινό τοίχο με την δική του αποκαθήλωση».

%cf%80%ce%ac%cf%81%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-1

Αν όμως ο Ριζάκης γράφει τα ποιήματα του έγκλειστος κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού αναπολεί ένα παρελθόν ωραίων ημερών όταν οι πολυγαπημένοι οικείοι του βρίσκονταν εν ζωή, η ποίησή του δεν είναι ούτε κρυπτική ούτε σκοτεινή, ούτε καταθλιπτική, γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Είναι τραγούδι στην ζωή και στις χαρές της με τρόπο που μονάχα όσοι βίωσαν βαθειά την μοναξιά μπορούν να το κάνουν. Οι Άννα Αφεντουλίδου, Γιώργος Γεωργούσης, Πέτρος Γκολίτσης, Παναγιώτης Γούτας, Άννα Γρίβα, Ανθούλα Δανιήλ, Βικτωρία Καπλάνη, Άννα Κουστινούδη, Εύα Μοδινού, Γιολάντα Πέγκλη, Τάσος Πορφύρης και πολλοί άλλοι καταθέτουν σκέψεις και συναισθήματα, ενώ οι Μαργαρίτα Βασιλάκου και Γιάννης Στεφανάκις, εκτός από κείμενα εικονογραφούν το τεύχος. Στις πρώτες σελίδες ο ίδιος ο ποιητής αντιπροσφέρει τρία ποιήματα. Σε ένα εξ αυτών, που τιτλοφορείται «Ο Ιησούς λανθάνοντας κάποτε βλασφημεί» διαβάζω: κι αν σου ’δειξα σκαντζόχοιρος τα μυτερά τ’ αγκάθια / να σ’ αγκαλιάζω πάσκισα στην κάθε μια στιγμή.

Η προσωπογραφία του ποιητή από τον Γιάννη Στεφανάκι. Τα δυο άλλα έργα (Αδελφή Γιόλας και Η Σταύρωση) από την Μαργαρίτα Βασιλάκου.

[σ. 192]

09
Φεβ.
17

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Διάλεξη για το άλεκτο

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε; Η ίδια η ουσία του παραμένει πέραν του επιστητού και μόνο οι ενέργειές του μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Έτσι η αναγνώρισή του δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με παραδείγματα, όταν επισυμβαίνουν τα μυστικά διονυσιακά επιφάνειά του. Το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι ένα έργο· ένας αγώνας κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Δεν πρόκειται για ζήτημα δεξιοτεχνίας αλλά ζώσα αληθινή μορφή, η ίδια η δημιουργία εν τω γεννάσθαι. Συνεπώς για τον Λόρκα η δεξιοτεχνία δεν μοιάζει να είναι σπουδαίος παράγοντας στο σύνθετο φαινόμενο της δημιουργίας, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό, καθώς βρίσκεται «επέκεινα του λόγου».

Ο Λόρκα εκκινεί από την φράση του Μανουέλ Τόρρες, του φημισμένου τραγουδιστή του φλαμένκο προς έναν τραγουδιστή: «έχεις φωνή, κατέχεις την τεχνική, αλλά δεν θα πετύχεις ποτέ, γιατί σου λείπει το ντουέντε». Σε όλη την Ανδαλουσία οι άνθρωποι μιλούν για το ντουέντε κι όταν αυτό εμφανιστεί, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν. Το αισθανόταν ο θαυμάσιος τραγουδιστής του φλαμένκο Ελ Λεμπριχάνο, το διέκρινε η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα και βέβαια ο Τόρρες, που έλεγε πως ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε. Αυτοί οι μαύροι ήχοι είναι το μυστήριο, οι ρίζες που εκτείνονται βαθιά στο χώμα.

lorca

Ο Γκαίτε μιλώντας για τον Παγκανίνι έδωσε τον ορισμό του ντουέντε: μια μυστηριακή δύναμη που όλοι νιώθουν, μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε. Είναι το ίδιο εκείνο ντουέντε που άδραξε την καρδιά του Νίτσε καθώς γύρευε τις εξωτερικές μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία ή στη μουσική του Μπιεζέ, χωρίς ποτέ να την βρει, εκείνο που βρίσκεται στα σπασμένα διονυσιακά ανακραυγάσματα του Σιλβέριο, όταν τραγουδάει μια σεγκρίγια, μια από τις γνωστές μορφές του φλαμένκο, που εκφέρεται συνήθως σε ολιγοσύλλαβα τετράστιχα.

Ο καλλιτέχνης έχει μπροστά του έναν σκληρό αγώνα με το ντουέντε, όχι με τον άγγελο ή την μούσα. Ο άγγελος οδηγεί και προικίζει με δώρα, διαμοιράζει την χάρη του και ο άνθρωπος μπορεί να δικαιώσει την έφεσή του. Από την άλλη, η μούσα υπαγορεύει και κάποτε εμπνέει. Είναι λίγα τα όσα μπορεί, έτσι απόμακρη και κουρασμένη όπως είναι – την είδε κι αυτός δυο φορές, κι έπρεπε να την ενδυναμώσει με μισή μαρμάρινη καρδιά. Οι μουσόληπτοι από τους ποιητές που ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται, ας μάθουν ότι έρχονται από την μούσα τους που τους αναπτερώνει και κάποτε τους καταβροχθίζει, όπως στην περίπτωση του Απολλιναίρ. Και οι δυο έρχονται απ’ έξω· ο άγγελος χαρίζει φώτα, η μούσα χαρίζει μορφές.

Erik Sandgren (American, born 1952), Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992, woodcut on paper, The Vivian and Gordon Gilkey Graphic Arts Collection, © Erik Sandgren, 1997.228.218

Ο αληθινός αγώνας όμως είναι με το ντουέντε, που πρέπει να εγείρεται στο βάθος των κυττάρων του αίματος. Δεν εντοπίζεται με κανένα χάρτη, δεν ανιχνεύεται με κάποια μέθοδο. Εξαφανίζει κάθε γεωμετρία, θρυμματίζει όλες στις τεχνοτροπίες. Η έλευσή του προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών. Είναι εκείνο που άρπαξε δυο σπουδαίους ποιητές: ξεγύμνωσε τον Βερντάγκερ κι έστειλε τον Μανρίκε να περιμένει τον θάνατο στις ερημιές. Είναι το ίδιο που έντυσε το λιγνό σώμα του Ρεμπώ και σκέπασε τον Λωτρεαμόν. Χωρίς αυτό οι μύστες του φλαμένκο ξέρουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική συγκίνηση.

Είναι εμφανές ότι ο Λόρκα μιλά συνειρμικά, συνεπαρμένος από το ίδιο το αντικείμενο του λόγου του. Περιγράφει ένα ντουέντε ως απόγονο «εκείνου του μελαγχολικού δαίμονα του Καρτέσιου, που κορεσμένος από γραμμές και κύκλους έβγαινε έξω τις νύχτες να περπατήσει πλάι στα κανάλια ακούγοντας το τραγούδι μεθυσμένων ναυτικών». Παραθέτει τις εμφανίσεις του· πώς, για παράδειγμα, το αναζητούσε χωρίς αποτέλεσμα η Παστόρα Παβόν, «το κορίτσι με τις χτένες», σ’ ένα ταβερνείο στο Κάδιθ, μέχρι που την αναστάτωσε κάποιος σαρκαστής και τότε γκρέμισε τον σκελετό του τραγουδιού της κι αφέθηκε σ’ ένα μανιασμένο ντουέντε να σκίζεις τα ρούχα σου με τον ίδιο ρυθμό που προσεύχονται οι Νέγροι των Αντιλλών μπροστά σε μια ιερή εικόνα. Έπρεπε να κομματιάσει την φωνή της, να απαρνηθεί την μούσα της και να μείνει μονάχη για να έρθει το ντουέντε και να παλέψει στήθος με στήθος μαζί του.

nicholas-de-lacy-brown-duende_12

Το διακρίνει στην αραβική μουσική, στις εκστατικές κραυγές της ελεγείας της, στην τρικυμισμένη κλίμακα του θρήνου στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στην ογδοντάχρονη Χερέθ ντε λα Φροντέρα που νίκησε όμορφες νέες κοπέλες σε διαγωνισμό χορού. Όλες οι τέχνες είναι επιδεκτικές για το ντουέντε αλλά το πεδίο είναι πιο ελεύθερο στο χορό, την μουσική και την ποιητική απαγγελία, γιατί αυτές απαιτούν ένα ζωντανό σώμα πάνω σ’ ένα ακριβές παρόν. Η μαγική ιδιότητα του ποιήματος έγκειται στην αδιάκοπη κατοχή του ντουέντε, έτσι ώστε, όποιος το αντικρίζει, να βαπτίζεται σε ύδατα σκοτεινά. Στην γλυπτική βάφει με αίμα τις παρειές των αγίων του Ματέο της Κομποστέλλα, στην αρχιτεκτονική ύψωσε τον πύργο του Σααγκούν. Όσο για τον χορό, δεν υπάρχει καμία διασκέδαση στην ισπανική του μορφή, που είναι, όπως και στην ανατολή, μια θρησκευτική εκδήλωση.

Ο συγγραφέας μιλάει για το ντουέντε μέσα από μια εντελώς προσωπική ματιά, αντλώντας επιγραμματικά ιστορίες και παραδείγματα από την ισπανική πολιτιστική παράδοση. Όσο οικουμενικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, γράφει ο μεταφραστής, θα εκφραστεί μέσα από τα οικεία και τα εθνικά. Ο εθνισμός εδώ είναι μέσα στην φύση του δημιουργού, όχι στις προθέσεις του. Η Ισπανία λοιπόν, λέει ο Λόρκα, δονείται ακατάπαυστα σε όλους τους καιρούς από το ντουέντε, σαν χώρα πανάρχαιας μουσικής. Ο νεκρός στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός απ’ οπουδήποτε αλλού κι ο ισπανικός λαός ατενίζει στοχαστικά τον θάνατο με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

federico_garcia_lorca_by_lervold_

Και το Μεξικό; αναρωτιέμαι; Μόνο το Μεξικό μπορεί να παραβγεί σ’ αυτό την Ισπανία με προλαβαίνει λίγο πιο κάτω ο ποιητής, που ξεχύνεται σε μια λίστα εικόνων, μνημείων, μνημών, σκηνών που συνιστούν τον λαϊκό θρίαμβο του θανάτου στην χώρα του – από τις αμέτρητες λιτανείες της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την συμμετοχή των νεκρών στην πομπή στον Άγιο Ανδρέα του Τεϊξίδο και τα μοιρολόγια των γυναικών της Αστούρια τις νύχτες του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το ντουέντε τριγυρίζει πάντα σε όλα αυτά τα μέρη: δεν εμφανίζεται ποτέ αν προηγουμένως δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου.

Και ο Λόρκα συνεχίζει να παραθέτει λίγες λέξεις για τους εκστατικά εκβακχευμένους, τους μουσόληπτους, τους κατεχόμενους από την «θεία μανία», τους enduendandos, μέχρι να καταλήξει ξέπνοος να το δει να κρύβεται πίσω από την άδεια αψίδα ενός κτίσματος, όπως το αποδίδει κι ο καλλιτέχνης Erik Sandgren στο εικονιζόμενο έργο [Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992]. Ένα σπάνιο, παρορμητικό, ποιητικό, πυκνό κείμενο ενός δημιουργού που χωρίς αμφιβολία, κι ας μην αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του, είμαι βέβαιος: είχε το ντουέντε μέσα του και ήταν εκείνο που τον οδήγησε στο έργο του και στον θάνατό του.

lorca-menchu-gamero

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2007, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γιώργος Γεωργούσης, σ. 78, δίγλωσση έκδοση με δεκασέλιδες σημειώσεις [Federico García Lorca, Juego y theoría duende].

04
Σεπτ.
16

Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ. Σχέδια και ποιήματα

Θάνος Βιβλίο_

Θάνος Αντί Θανάτου

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές [Σε κάποιον καθρέφτη]

36 χρόνια πριν, τέτοιο μήνα

Θάνο, σου την είχα διηγηθεί την ιστορία. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1980 επισκέφτηκα τον 73χρονο παππού μου στο σπίτι του στην οδό Ίμβρου 32 στην Κυψέλη, δυο τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας. Γνώριζα ότι ήταν άρρωστος αλλά όταν τον είδα κατάλαβα πόσο άρρωστος ήταν. Καθόταν στην κουνιστή – ακίνητη πολυθρόνα και μου χαμογέλασε ζεστά όπως πάντα. Του δώρισα το βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Το δέντρο του ανθρώπου, ένα βιβλίο εκατοντάδων σελίδων! Ήμουν δώδεκα χρονών, δεν είχα ιδέα από τέτοια βιβλία. Είχε κάποτε εκφράσει στην μητέρα μου την επιθυμία να το διαβάσει, κι εκείνη μου έδωσε να του το χαρίσω εγώ – το γνωστό θέατρο μεταξύ μικρών και μεγάλων. Στις 22 Σεπτεμβρίου μας άφησε. Δίπλα του είχε το βιβλίο, αρχινισμένο, είκοσι, τριάντα σελίδες. Και στο εσώφυλλο, με σκούρο, κυπαρισσί μολύβι, είχε γράψει την ημερομηνία που το άρχισε, συνήθεια που κληρονόμησα.

Μέχρι το τελευταίο λεπτό

Σου την διηγήθηκα με κάποια άλλη αφορμή. Την ξαναθυμάμαι τώρα γιατί την ξεπέρασες. Θυμάμαι τις πρώτες συζητήσεις για την διπλή συναυλιακή επανασύνδεση των Κρίνων. Μας μίλησες για το σχέδιο στις αρχές του περσινού καλοκαιριού για την μεγάλη συναυλία στις αρχές του Σεπτεμβρίου. Αρχικά έλεγες η βασική ιδέα ήταν οι συμμετέχοντας να τραγουδήσουν όλοι οι καλεσμένοι τα τραγούδια σας κι εσύ στο τέλος να ανέβεις στην σκηνή και για μερικά ακόμη. Αυτά τα «μερικά ακόμη» ήταν μόνο η αρχή της συναυλίας που κράτησε ατέλειωτη ώρα, και τις δυο μέρες. Δεν ήθελες να κατέβεις από την σκηνή, ενώ γνώριζες την αδιανόητη δοκιμασία που έμπαινες. Αλλά όσο καταπονημένος κι αν ήσουν, ήδη σχεδίαζες την επόμενη φορά.

Θάνος και Πέτρα. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης 1

Η επόμενη φορά

Διαρκώς υπήρχε μια επόμενη φορά. Συνθέσεις για κινηματογράφο και θέατρο, νέα ποιήματα, νέες συναυλίες, πολύμορφες όπως η τελευταία, σχέδια ακόμα πιο φιλόδοξα. Σου μιλούσα για τις μικρές φόρμες, το νέο πεζογραφικό παιχνίδι με τις σύντομες, σχεδόν ακαριαίες ιστορίες και το πρόσωπό σου φωτιζόταν – σα να έβλεπα τις ιδέες να γυρίζουν μέσα στο κεφάλι σου. Τότε ξαναθυμήθηκα τον παππού μου ως αναγνώστη του Πάτρικ Γουάιτ. Τι σκεφτόταν όταν ξεκινούσε εκείνο το χοντρό βιβλίο; Πείσμωσε να το διαβάσει μέχρι τέλους; Ρουφούσε τις λίγες σελίδες γνωρίζοντας πως θα είναι οι τελευταίες; Ειρωνευόταν εκείνο που πλησίαζε; Διπλασίαζε την ζωή που απέμενε με μια τελευταία άξια εμπειρία; Δεν μπορώ να τα απαντήσω ούτε για εκείνον ούτε για σένα. Αν πάντως έκανες κάτι από τα παραπάνω, το έκανες στον μέγιστο βαθμό. Δεν σταμάτησες να ζεις και να δημιουργείς μέχρι το τέλος, υπό τις σκληρότερες συνθήκες.

Η ποίηση γυμνή

Στο φιλόξενο σπίτι στην Καλλιδρομίου μας έδωσες το βιβλίο σου. Μου είπες ότι θα σ’ ενδιέφερε να διαβάσεις την γνώμη μου. Σου είπα πόσο δυσκολεύομαι να εκφράσω αλήθειες όταν πρόκειται για γραπτά φίλου, πως αδυνατώ να συμμετάσχω σε κάτι που θα μοιάζει με την γνωστή κολακεία. Δεν τα μπορούσα αυτά τα λιβανίσματα, κι αν έγραφα μια θετική γνώμη, πώς θα έπειθα ότι δεν προσθέτω ένα ακόμα; Όμως θα ’θελα να σου πω ότι τα ποιήματά σου θα τα διαβάζω και θα τα ξαναδιαβάζω, όπως κάνω με τα γραπτά που δεν τελειώνω ποτέ μαζί τους.

Θάνος ΙΙ_

Είναι ποιήματα που στέκουν μόνα τους, γυμνά, ως στίχοι που αξίζει να διαβάζονται όπως μόνο διαβάζονται τα ποιήματα ή να προσκαλούνται στις συζητήσεις των φίλων, καθώς ψάχνουν τα φώτα στο βάθος ή να χαρίζονται σ’ εκείνους που εμπνεύσανε το χάρισμα. Είναι και ποιήματα που δεν θα ταίριαζαν μόνο απλά και αυτονόητα στην ούτως ή άλλως ιδιαίτερη μουσική σου αλλά και στους πιο απόμερους, μοναχικούς  παραδρόμους του ροκ εντ ρολ. Δεν έχω πάρε δώσε με μαστούρηδες του Έρωτα / Δεν θα βάψω κόκκινες τις προσευχές . Δεν θα φάω με το ζόρι τις πλαστικές ανατολές τους / […] / Δεν θα θερίσω μολυσμένα «αντίο» / Δεν θα γεννήσω άλλα σύνορα / άλλα ναρκοπέδια άλλα χαλάσματα [I’ll save the last dance for me]

Το χαρτί άγραφο

Κάποια στιγμή συμφωνήσαμε να κάνουμε μια μεγάλη κουβέντα για τα πάντα, γραπτή και δημοσιεύσιμη. Σμίλεψα τετριμμένες ερωτήσεις και σου τις έφερα στο Αττικό, τότε που τέσσερις αγαπημένοι φίλοι και φίλες σε φυγαδεύσαμε στο προαύλιο για να μοιραστούμε τα φυτοφαγικά πιάτα μας, αρχές Οκτωβρίου του 2015. Ακόμα και τότε δεν έπαψες να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα των ζώων να μην χρησιμοποιούνται ως τροφή. Πήρες μαζί σου το χαρτί αργότερα, στον προσωπικό σου χώρο κάπου στην Δυτική Αττική αλλά σαν άτακτο παιδί το άφηνες στην άκρη· άλλωστε είχες ήδη παρατηρήσει ότι όλα τα είχαμε ήδη συζητήσει διακαείς και δια ζώσης.

Θάνος ΙΙΙ

Σε ρωτούσα για την τυπογραφική συνύπαρξη των γραπτών και των σκίτσων σου· αν δεν πρόκειται μόνο για την αδιάσπαστη εκφραστικότητα ενός διαρκώς διψασμένου καλλιτέχνη αλλά για μια βαθύτερη συνομιλία. Επιχειρεί το ένα να μιλήσει με τους τρόπους που δεν μπορεί το άλλο; Άραγε, εκτός από ποίηση που διαβάζεται, φαντάστηκες αυτά τα ποιήματα μελουργημένα; Τα άκουσες ως στίχους – και ποιάς μουσικής; Πώς θα έγραφες το λήμμα των Κρίνων στο απόλυτο Βιβλίο της Μουσικής, πώς θα έγραφες το δικό σου; Μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου σε κάποια άλλη φαντασιακή μπάντα; Πως ήταν η περιπλάνηση σου στον χαοτικό κόσμο της μέθης; Πως βγήκες από εκεί μέσα; Τώρα θυμάμαι που πίναμε βυσσινάδες και τσουγκρίζαμε σε άλλου είδους μεθύσια.

Επιστίχια ερωτήματα…

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές. Και ακόμα: Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους. Σε πολλά ποιήματα επιζητάς την σιωπή. Τι πρόβλημα υπάρχει με τις λέξεις; Πότε ντρέπονται και φεύγουν, πότε περιττεύουν; Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. / […]/ Δεν υπάρχουν ατέλειωτη δρόμοι – τους τελειώσαμε. Τελείωσαν δηλαδή οι περιπλανήσεις; Τις χάσαμε τις αποκαλυμμένες νύχτες; Συνυπάρχουμε με τον θάνατο; Μπορούμε έτσι να τον ακυρώσουμε;

Θάνος Ι

Δες πώς βάζουν τα κλάματα τα κορίτσια του Απρίλη / μπροστά στους καθρέφτες του μουντού μεσημεριού. / Με τα άσπρα ξέστρωτα σεντόνια παραφορτωμένα από έρωτα και ονειρώξεις να μυρίζουν απ’ το χτεσινό σπέρμα των μπαμπάδων τους. Είναι κορίτσια που αγάπησες ή σε αγάπησαν; Ζουν στο παρόν ή ζούσαν πάντα έτσι; Έχεις κάτι άλλο να τους πεις; Τα επόμενα ποιους θα αγαπήσουν;

Δράσε ή Σκάσε ΦΟΥΚΑΡΑ του καναπέ επαναστάτη / αλλιώς μάρτυρας τραγικός στο όργιό τους γίνε φανοστάτη. Έζησες από κοντά και συχνά μέσα στα τελευταία οριακά πολιτικά γεγονότα. Θυμάμαι τις θυελλώδεις συζητήσεις μας, στο Σπίρτο στα Εξάρχεια, στα σπίτια μας και αλλού. Σε ποιους αφιερώνεις αυτούς τους στίχους; Σε ποιους ελπίζεις; Αισιοδοξείς ή απαισιοδοξείς για την ζωή όπως την ζούμε;

 … επιστήθιες λέξεις

Η συλλογή σου περιέχει μερικά βαθειά ποιήματα για τον έρωτα. Μπορεί ο έρωτας να γίνει ποίηση; Τον βίωσες, τον μάτωσες, τον άφησες να σε αλώσει; Ποιοι είστε εσείς που μιλάτε για ελευθερία, / με τις τεράστιες μαύρες τρύπες για μάτια / και δίχως την εμπειρία του έρωτα. Ποιοι είναι αυτοί; Χρειάζεται να έχεις την εμπειρία του έρωτα για να μιλάς για ελευθερία; Ο έρωτας ελευθερώνει ή σκλαβώνει;

Θάνος IV_

Πεθαίνω νυμφευόμενος την ερώτηση. Πόσο πλούσιος έγινες σε ερωτήσεις, πόσο σε απαντήσεις; Πού κρύβονται και οι μεν και οι δε; Οι λέξεις όμως δεν σπάνε. / Σε περιμένουν στη γωνία / να σου χαρακώσουν το βλέμμα / και να σου ιδρώσουν το μέτωπο… Άρα οι λέξεις θα πουν την τελευταία τους λέξη; Ποιες λέξεις θα είναι αυτές, ποιοι θα τις γράψουν; Κι εκείνο το ποίημα που απευθύνεται στον Nick Cave; Υπάρχει κάποιος ανοιχτός λογαριασμός, οφειλή, διαλεκτική;

Σ’ ένα από τα βράδια που μοιραστήκαμε, εδώ τότε, φτιάξαμε δυο χάρτες. Τον χάρτη του ιδανικού έρωτα και τον χάρτη της ιδανικής φυγής. Τον πρώτο τον έζησες, για την δεύτερη φεύγεις περισσότερο διαβασμένος απ’ όλους μας. Κι έτσι δεν ανησυχώ. Σε φωτογράφησα ακριβώς την στιγμή που τους σχεδίαζες στο σημειωματάριο που μας άφησες, να το γεμίζεις λίγο λίγο κάθε φορά που θα βρισκόμαστε. Τώρα μ’ αυτό θα συνυπάρχουμε μ’ έναν ακόμα τρόπο. Ούτως ή άλλως δεν χανόμαστε.

Θάνος στο Σημειωματάριο. Φωτ. Λάμπρος Σκουζάκης

Αντί για τα Χέρια, ας χάσω τα Μάτια. / Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω! [Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω] Δεν υπάρχει ο θάνατος όταν κοιμόμαστε καθημερινά μαζί του / Δεν υπάρχουν όμορφες νύχτες όταν δεν αφηνόμαστε / στην αποκάλυψή τους. Δεν υπάρχουν σοφοί όταν μεταναστεύουν οι λέξεις / απ’ την ντροπή τους / Δεν υπάρχουν ατέλειωτοι δρόμοι – τους τελειώσαμε. [Ανθρωπότητα].

Εκδ. bibliothèque, 2015, [Σειρά: Ποίηση γυμνή], 77 σελ. [Συλλεκτική έκδοση σε 1500 αντίτυπα].

Τα σκίτσα, του Θάνου. Οι φωτογραφίες, του Πανδοχέα Λάμπρου Σκουζάκη. Στην πρώτη φωτογραφία, μαζί με την Πέτρα μας.

26
Ιον.
16

Εντευκτήριο τεύχος 109, Απρίλιος – Ιούνιος 2016 (κυκλοφορία 12 Μαΐου 2016)

ent

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου, ομολογούσε η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου στο επίμετρο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Επιλογές και σύνολα [2001], μιλώντας ακόμα για ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες, για νερά γλυκά και εφιαλτικά μαζί. Ακριβώς το «αντιθαλασσινό μάτι» της συγγραφέα εξετάζει σε κείμενό της η Τιτίκα Δημητρούλια, καθώς είναι πολύ το νερό στην ποίησή της: θολό ποτάμι, στάσιμο νερό, άσπρο νερό που γίνεται αίμα στο καζάνι της μπουγάδας, αλμυρό στην θάλασσα, μυστικός καθρέφτης και τόσα άλλα.

Εντευκτήριο ΜΚΑ__

Πρόκειται για ένα από κείμενο από τις αφιερωματικές σελίδες για την Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ένα αδημοσίευτο πεζό της, πλήρες χρονολόγιο δια χειρός Γιώργου Κορδομενίδη, ένα γράμμα από την Κική Δημουλά, μια διερεύνηση της ορμής και του αισθησιασμού της ματαιότητας από την Μαρία Κουγιουμτζή, «ιδιόχειρες» επιστολές προς την τιμώμενη από τους Γιώργο Ιωάννου, Καίη Τσιτσέλη, Ηλία Πετρόπουλο, Ελένη Βακαλό, Ντίνο Χριστιανόπουλο, ιδιαίτερες αναγνώσεις από την Κούλα Αδαλόγλου και την Χλόη Κουτσουμπέλη και πολλά άλλα κείμενα.

b312Σ’ ένα από αυτά, ο Τάσος Καλούτσας εστιάζει στην επαφή με τους ανθρώπους και τα πράγματα στα βιβλία της Αγαθοπούλου.  Από το πρώτο αφήγημά της, τον Συνοικισμό σιδηροδρομικών, διαφαίνεται η δεσπόζουσα θεματική της πεζογραφία της, όσον αφορά τα πρόσωπα και τους χώρους, καθώς επιλέγει να μας μιλήσει με ρεαλιστική ειλικρίνεια για την ζωή του προσφυγικού συνοικισμού, με έντονα χρωματισμένες αυτοβιογραφικές καταγραφές. Η συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ανθρώπων του περιβάλλοντός της, ιδίως των γυναικών, ενώ η μνημονική αναδρομή αποτελεί βασική λειτουργία στον τρόπο γραφή της. Αργότερα, με την συλλογή Στο δωμάτιο, περνάει σε μια «αυτονομημένη από την ρητή μαρτυρία πεζογραφία», προχωρώντας και σε μια εσωστρεφή μορφή αφήγησης. Η δράση στα διηγήματά της είναι εσωτερικού τύπου· είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών, αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης».

b168545

Η ποιητική ενότητα των τευχών του Εντευκτηρίου πάντα μας παρουσιάζει νέους, άγνωστους ποιητές που συχνότατα μας εκπλήσσουν με την ποιητική τους γραφή. Αυτή τη φορά διαβάζουμε ποιήματα από τον Σέρβο Νέναντ Μιλόσεβιτς [παρουσίαση – μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη], τον Τουρκοκύπριο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ [απόδοση: Λευτέρης Καβαλιέρος], τον Αμερικανό Φρανκ Μπίνταρτ [παρουσίαση – μετάφραση: Μαρία Μουσαφίρη], τον Σύριο Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ-Άνι, [μετάφραση: Χαλέντ Ραούφ, παρουσίαση – ποιητική απόδοση: Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος]. Στην ποιητική του τεύχους εντάσσεται και η σύνθεση του Γ. Χ. Ώντεν, Βγήκα να περπατήσω ένα βράδυ [σημείωμα και μετάφραση Ερρίκος Σοφράς]

b159783Μια άλλη ποιήτρια, η Μαρία Κυρτζάκη, είναι πια παρούσα μόνο με την γραφή της και η Κατερίνα Ζαρόκωστα της αφιερώνει έναν μικρό αποχαιρετισμό. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γράφει για την Αγγελική Ελευθερίου, η Τζένη Μαστοράκη κρατά  Ημερολόγιο μιας τυπογραφικής διόρθωσης, ο Σταύρος Ζαφειρίου ορίζει σκηνικές οδηγίες για κείμενο που τιτλοφορεί Δεν πάει έτσι, Όσκαρ, ο Παντελής Βουτουρής ξαναδιαβάζει Τελευταίο σταθμό του Γιώργου Σεφέρη. Και μέσα από τον φωτογραφικό φακό του τριμήνου, ο Αντρέας Σκρέλη αναφωνεί Καλημέρα Οστάνδη!  [192 σελ.]

07
Απρ.
16

Εμβόλιμον, τεύχος 77 – 78 (Φθινόπωρο 22015 – Χειμώνας 2016). Αφιέρωμα στον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου

Εμβόλιμον ΝΑΑ_

Νομίζω το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση. Περισσότερο ακόμα, μια δυσκολία να χαρεί κανείς τη ζωή. Ένα αίσθημα θανάτου και ανημποριάς πλανάται μέσα σε μια τελείως μοντέρνα και τεχνική κοινωνία. Γι’ αυτό στα ποιήματα πολύ συχνά υπάρχουν στοιχεία μηχανικά δεμένα με μια βαθύτερη δίψα για ζωή….

…απαντούσε ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου σε ερώτηση του Δημήτρη Καλοκύρη στο περιοδικό Τραμ, το 1979. Πρόκειται για την τελευταία εν Θεσσαλονίκη συνέντευξη που συστηματοποιεί και δημοσιεύει ο Θανάσης Μαρκόπουλος στο σχετικό του κείμενο εδώ· η σειρά των συνομιλιών ξεκινάει από την εφημερίδα Δράσις το 1965 (και αργότερα 1967 και 1968), συνεχίζεται στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη το 1966 και στον Νίκο Μπακόλα αλλά και στο περιοδικό Ausblicke το 1970.

Ένας νέος Ν.Α.Α.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή του ποιητή (και κατ’ εμέ την γοητευτικότερη) εξετάζει ο Παναγιώτης Γούτας: «την ποίηση των ερειπίων», προφανώς και τα ερείπια στην ποίησή του. Επηρεάστηκε άραγε από τις προγενέστερες μνημειακές και …ερειπιακές ποιητικές γραφές του Καβάφη, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου ή του ελάσσονα ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου; Εδώ τίθεται κι ένα ευρύτερο ερώτημα, καθώς οι αρχαιολογικοί χώροι και τα σχετικά ευρήματα αποτελούν προσφιλή λογοτεχνικά και ιδίως ποιητικά θέματα. Μπορεί η αναφορά και μόνο σε αυτά να συνιστά επίδραση και επιρροή;

Μια άλλου είδους αφιερωματική κατάθεση που μου φαίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στα αφιερώματα είναι η (συνήθως επί τούτου) γραφή ποιήματος ή πεζού που συνομιλεί με έργο του «τιμώμενου» συγγραφέα ή και αφιερώνεται σε αυτόν, όπως εδώ το ποίημα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη με τον παρηχητικό τίτλο Λίγο μύρο μυρώνει τον Μύρωνα, ένα ποίημα του Κώστα Ριζάκη κι ένα μικρό πεζό της Έφης Καλογεροπούλου. Σε παράπλευρα δελτία, ο Δημήτρης Κονιδάρης εν πλήρη συντομία διηγείται μια παρ’ ολίγον γνωριμία. Το κείμενο του Βασίλης Ιωαννίδης αφορά την σχέση / σύνδεση του ποιητή με το περιοδικό Διαγώνιος και περιλαμβάνει πίνακα με όλες τις δημοσιεύσεις του στο περιοδικό.

Ταξιδεύοντας

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ / θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. / Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη / θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. / Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν / ή θα ταφούν σε ανήλιαγα σπουδαστήρια – κι είπες πάλι / ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει [Υστεροφημία]

Με ένα από τα «παραλειπόμενα» ποιήματα του Ασλάνογλου ολοκληρώνει το κείμενό της η Άννα Αφεντουλίδου, καταγράφοντας την «αυτιστική πορεία της παράφρονης ομορφιάς» στην ποίησή του. Ανάμεσα στα «ποιητικά χαρακτηριστικά και τα ποιητολογικά του παρεπόμενα» γράφει πως ο ποιητής παραβίασε τα διλήμματα τα δηλωτικά των ορίων της ποιητικής: του ρομαντισμού και του συμβολισμού, του ρεαλισμού και του υπερρεαλισμού, του παραδοσιακού και του μοντερνιστικού. Δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω λεξιλόγιο πιο ρομαντικό και παλαιό και λεξιλόγιο σύγχρονο και τεχνολογικό – έτσι ώστε να βρίσκονται σε αμηχανία οι κριτική μου, δήλωνε.

Ωδές

Ο εύκολος έρωτας κι ο δύσκολος θάνατος δια χειρός Κώστα Κρεμμύδα δηλώνει εξαρχής την πρόθεση μιας μικρής αποκαθήλωσης έναντι των συνήθων αγιοποιήσεων που εκτοξεύονται αφειδώς, μετά θάνατον, εις βάρος πολλών ποιητών και της κεκτημένης αίγλης που τους συνοδεύει. Ο Στέλιος Λουκάς αναδημοσιεύει μια τηλεοπτική συνέντευξη με τον συγγραφέα. Σε μια ερώτηση περί μνήμης διαβάζω: Η μνήμη λειτουργεί κάπως σαν άσπρο χαρτί. Δηλαδή, ξαφνικά, καθώς ζω κάπου σ’ έναν άλλο χώρο, όχι Θεσσαλονικιώτικο – Ανθηναϊκό ή εκτός Ελλλάδος – ξαφνικά είναι το άσπρο χαρτί. Είμαι μέσα σ’ αυτό το χώρο που είμαι, το παρελθόν αποχρωματίζεται, χάνει το νόημά του, εφόσον οι αισθήσεις και τα αισθήματα δε λειτουργούν στο νέο χώρο με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν όταν επιστρέφουν στον παλιό χώρο και τόπο…[σ. 87]

Αθήνα, Δράμα, Κόρινθος, Βέροια, Ελασσόνα, Μασσαλία, Κέρκυρα, το αεροδρόμιο της Μίκρας στην Θεσσαλονίκη, η λεωφόρος της Άνοιξης στην ίδια πόλη, η Τεργέστη, η θάλασσα της Ελσινόρης στη Δανία, η Ελ Μίνα, ελληνόφωνο χωριό του Λιβάνου. Ο ίδιος ο Ασλάνογλου μίλησε για την «τοπολατρία» του αλλά και για το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες περνούσε μέσα στο σπίτι του. Όπως γράφει η Δήμητρα Μίττα στο δικό της κείμενο, ο ποιητής προτιμούσε τον έξω χώρο, τους δρόμους, εκεί «πολλαπλασιαζόταν», ένοιωθε «ασφάλεια»· το μέσα, τα γνώριμα κλειστά τοπία, ήταν για εκείνο απειλή.

Ο δύσκολος_

Ο Τάσος Πορφύρης συντάσσει ένα τελικό σημείωμα αποτίμησης του ποιητή, ο  Βασίλης Βασιλικός ανασύρει πρώιμες μνήμες από την γνωριμία τους και ομολογεί πως περιμένει το εν λόγω αφιέρωμα για να συμπληρώσει τα βιογραφικά κενά που του δημιουργήθηκαν από την απουσία δεκαετιών, ο Διονύσης Στεργιούλας ανασύρει ένα νεανικό κριτικό του κείμενο. Άλλοι ενδεικτικοί τίτλοι μεταξύ πολλών κειμένων: Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: Η πυκνοκατοικημένη εξορία του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Βάσω Οικονομοπούλου: Η ιδέα της όρασης και η ιδέα ως όραση στην ποίηση του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, Χρίστος Παπαγεωργίου: Ωδές στον Πρίγκιπα ή Η απώλεια του ερωτικού αντικειμένου, Μαρία Πολίτου: Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατελείωτο» Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931 – 1996). Το τεύχος κοσμείται με την ζωγραφική του Γιάννη Παπανελόπουλου.

[160 σελ.]

Η φωτογραφία από την παράσταση «Ωδές στον πρίγκιπα» της ομάδας Nova Melancholia [χώρος Μπαγκλαντές, 2016] «μια ιδιότυπη ποιητική βραδιά για τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου», υπό την σκηνοθεσία του Βασίλη Νούλα.

27
Φεβ.
16

Νίκος Καρούζος – Πεζά κείμενα

KAROUZOS Peza Keimena_

Τα πεζά ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς»

Πιάνω στα χέρια μου το τεύχος υπ’ αρ. 88 – 89 του περιοδικού Η λέξη (Οκτώβρης – Νοέμβρης ’89), που είχα αγοράσει από ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη. Ίσως ήταν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος που αγόραζα και ο λόγος ήταν ο τιμώμενος ποιητής, ο πρώτος ποιητής που μου μίλησε με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα πασχίζω να καταλάβω. Το αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο περιελάμβανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα από τον Τίτο Πατρίκο, Έκτορα Κακναβάτο, Ματθαίο Μουντέ, Γιώργο Βέη, Αλέξη Ζήρα, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Κωστή Παπακόγκο, Ευγένιο Αρανίτση, Κώστα Σοφιανό, Θανάση Χατζόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, κ.ά., καθώς και μια συνομιλία του ποιητή με τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο. Ανοίγω το τεύχος και βλέπω τις κυκλωμένες από το μολύβι μου παραγράφους – όπως εκείνη από το κείμενο του Αρανίτση [σ. 894 – 895]:

Η ποίηση έχει καταστρέψει τη ζωή του Καρούζου σαν μια μοιραία και απαιτητική ερωμένη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που η συνείδησή του κατοικείται από λέξεις σε κατάσταση αναβρασμού. Ένας τέτοιος ψυχικός κόσμος στριφογυρίζει υποχρεωτικά μέσα στο παράδοξο. Υποφέρει αλλά δεν πλήττει ποτέ, γιατί η δουλειά του είναι να παράγει μια ανεξάντλητη πείρα σε μυστήρια και αντιξοότητες. Ποτέ δεν ελληνική ποίηση το τυχαίο και το αυθόρμητο δεν συνδυάστηκαν τόσο ιδανικά με λεπτές χημικές διεργασίες εμπνευσμένες απ’ την μυστικιστική πεποίθηση ότι η γλώσσα διαθέτει δυνατότης μαγείας, ιδιότητες παραισθησιογόνου, εκείνη την αρχαϊκή πνοή που αναταράζει τον μανδύα της γονιμότητας.

Λέξη Καρούζος

Είκοσι χρόνια μετά, κι έχοντας διασχίσει όλες τις συλλογές του ποιητή και άλλα αφιερώματα, όπως εκείνα των περιοδικών Το Δέντρο και Εμβόλιμον, που παρουσιάσαμε εδώ κι εδώ αντίστοιχα, φτάνω στην παρούσα έκδοση, που συγκεντρώνει πεζά κείμενα που γράφτηκαν στη διάρκεια των σαράντα ενός χρόνων μιας συνεχούς γραφής που δημοσιευόταν σε εκείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που επιθυμούσε να είναι «προσκεκλημένος» και να γράφει όποτε ήθελε και ό,τι τον ενδιέφερε, χωρίς κάποια μόνιμη συνεργασία. Η θεματολογία του ευρύτατη, αχανής: η ποιητική γραφή, η πνευματική του πορεία, η αντίστοιχη πορεία της πατρίδας του· η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, ο θρησκευτικός λόγος, οι ομότεχνοι, οι αντίθετοι. Πρόκειται για δείγματα, όπως γράφει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια, μιας ιδιότυπης πνευματικής εξωστρέφειας, που καταλήγει μέχρι και τους τελευταίους γραμμένους στίχους του στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο Δόξασμα, που αναδημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο· για κείμενα ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς».

Νίκος Καρούζος σε Κήπο

Εκείνος λοιπόν που έγινε γνωστός ως ο ποιητής της ρήξης, καθώς μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται ένας διαρκής διάλογος – σύγκρουση, μια σκληρή και τρυφερή μέσα στην οραματική της διάσταση αναθεώρηση των πάντων, ο ποιητής στάθηκε μακριά από δόγματα, συρμούς και ομάδες, «διεθνής και ακάθεχτος», όπως έγραφε στην Ψυχαγωγία εις ύψος, στην συλλογή Συντήρηση ανελκυστήρων, που θυμάμαι είχα αγοράσει γοητευμένος από μικρός από τον τίτλο της, έγραφε στο κείμενο Τοποθέτηση, στο περιοδικό Τομές, το 1976:

Με ρωτούν ενίοτε τι βλέπω στην πολιτική πραγματικότητα σαν ορθότερο, «πού ανήκω». Λοιπόν, ανήκω, σεβόμενος ότι το αόρατο και αόριστο πρόσωπο του μέλλοντος, αλλ’ αυτό του παρόντος το ορατό και συγκεκριμένο, στην απλή και ελεύθερη λογική, που είναι πάντα κι αποκλειστικά ποσιμπιλιστική, προσφέροντας το βεβαιότερο πράγμα, το εφικτό – στα δίκαια αιτήματα που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της υπάρχουσας κοινωνίας. Όλα τα’ άλλα, τα ηχηρά και κραυγαλέα και άκρως θεωρητικά δεν έχουν εμφανή βάση σ’ αυτόν τον αστάθμητο κόσμο… [σ. 191]

Philippe Soupault_

…για να προσθέσει, πως σαν αδέσμευτος άνθρωπος πιστεύει «πως ο πραγματικά φυσικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποτε στην περιπόθητη σοσιαλιστική διοργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ακριβώς το πολύγνωμο δημοκρατικό πολίτευμα». Στο ίδιο τεύχος, τον ίδιο χρόνο και στην ίδια στήλη αφιερώνει ένα κείμενο στον Philippe Soupault, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όπως γράφει περίπτωση αναμφισβήτητου ποιητή κι ενός από τους πρωτεργάτες της υπερρεαλιστικής ουτοπίας, που πιστώνεται εκτός από τα διαφόρων ειδών κείμενά του και την εντυπωσιακή νεκρανάσταση του Lautreamont, ίδιον των εξαίσια εισδυτικών πρωτοτύπων πνευμάτων.

O ίδιος ο Μπρετόν (προτού τον διαγράψει από την σουρεαλιστική ομάδα λόγω «λογοτεχνικής παρέκκλισης») κάπου στο περίφημο Μανιφέστο σημείωνε πως το 1919 ο Σουπώ έμπαινε σ’ ένα σωρό απίθανα σπίτια για να ρωτήσει τον θυρωρό και να εξακριβώσει αν έμενε εκεί ο Φίλιππος Soupault. Και αργότερα προσέθετε: Πιστεύω πως δεν θα αισθάνθηκε καμιάν έκπληξη από μια καταφατική απάντηση. Θα πήγε να χτυπήσει την πόρτα του. Ο Καρούζος εδώ υποστηρίζει ότι οι καλύτερες, και ουσιαστικά τολμηρότερες πραγματώσεις των υπερρεαλιστών είναι εκείνες που διατηρούν ή και επιτρέπουν έναν όποιο σύνδεσμο με το διάψυχο γεγονός της λογικής.

Gogol_1_

Ο Καραγκιόζης και ο Κόντογλου, ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός και ο Καραγάτσης, ο «πολυβότανος» Πεντζίκης και ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Γιώργος Μακρής κι ένας εμπεδόκλειος αλήτης μέσα σ’ ένα ταξί με τον Παύλο Valery, έχουν όλοι θέση στην σκέψη του Καρούζου, που συλλογίζεται σε άλλα κείμενα για την ελευθερία, την γλώσσα, τους κοινωνικούς αγώνες, την σοσιαλιστική ηθική, το θέατρο (όπως ένα κείμενο για Το προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα), την θρησκεία και την θεολογία, όπως ένα εξίσου έξοχο κείμενο για τις λατρευτικές σελίδες του Ν. Β. Γκόγκολ.

Η δοκιμιακή γραφή του ποιητή έχει την γλωσσική στόφα όλων των παλαιών δοκιμιογράφων. Στο κείμενό του για την στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη γράφει: Ο Τερζάκης είναι ένας γνήσια διαλογιζόμενος άνθρωπος, ένας αληθινός στοχαστής, με γνήσιο εσωτερικό υπόστρωμα, με γραφίδα περίτρομη κατάντικρυ στα φλέγοντα του πνεύματος, με συνεσταλμένη συλλογιστική, με πλήθος ακράτητα ερωτήματα και βαθύτατο πύρωμα σώψυχης αγωνίας. Η λέξη, Επιθεώρηση Τέχνης, Ζυγός, Διαγώνιος, Νέα Εστία, Ευθύνη, Καινούρια Εποχή, Σύνορο, Εκκλησιαστικά Προβλήματα, Κριτικά Φύλλα, Υδρία, Τομές, Τετράδια Ευθύνης, Τραμ, Το Περιοδικό, Πλανόδιον, Το Δέντρο …. δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες φιλοξένησαν όλα αυτά τα κείμενα που επιχειρούν να παγιδεύσουν «το αόρατο στην ορατότητα», όπως μας συμβούλευε στην Εντύπωση από την συλλογή Ερυθρογράφος.

verne

Άμα διαβάζει κανείς Εμπειρίκο στα τόσο παλλόμενα πεζά του και τυχαίνει να ξέρει τις παλαιές καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Ιουλίου Verne, είναι αδύνατο να μη συσχετίσει τις δυο γλώσσες γράφει ο Καρούζος στο κείμενό του Ιούλιος Verne και Ανδρέας Εμπειρίκος, σε κάποιο τεύχος του Τραμ το 1979. Εδώ ο συγγραφέας εκφράζει μια άποψη που κρέμεται, όπως γράφει, από την διαίσθησή του και μόνο: ο Εμπειρίκος διαμόρφωσε την μαγιά του γλωσσικού του πεπρωμένου από τέτοια διαβάσματα της παιδικής ηλικίας. Ο Καρούζος δεν θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει σχετικά, γνωρίζοντας πως κάθε ποιητής είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παρατηρήσεις επιδράσεων. Εν τούτοις σε κάποια ανάγνωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σε κάποια από τις γνωστές οικιακές αναγνώσεις του Εμπειρίκου και σχολίασε: Είσθε ένας μυθικής, θα έλεγα, όσο κι απόμακρης γραφής Έλληνας Ιούλιος Verne του έρωτα. Ο Εμπειρίκος ενθουσιάστηκε με αυτά τα λόγια και μίλησε με ολόψυχο θαυμασμό για τον Ιούλιο Βερν, αν και κατάλαβε κάτι διαφορετικό από εκείνο που εννοούσε ο Καρούζος: ότι οραματιζόταν την ανώτερη εξέλιξη του ερωτικού παράγοντα στην ανθρώπινη μοίρα και την κατάφαση κάθε ερωτικής ελευθερίας.

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ.1

Το προτελευταίο κείμενο του τόμου τιτλοφορείται Η νοσταλγία του παρελθόντος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, και αναφέρεται ως προσχέδιο για την αυτοβιογραφική ταινία του συγγραφέα και κατανέμεται σε δεκατέσσερις σκηνές (Ναύπλιο, 1982). Στην έβδομη σκηνή αναφέρεται στα μυκηναϊκά ερείπια, που του αρέσουν ακριβώς γιατί είναι τυφλά. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζώμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Στην ενδέκατη σκηνή συμπυκνώνει την ιδέα του για την ποίηση, για την οποία τον ρωτούν κάθε τόσο, θυμάται την θέση της «ασιατικής φιλοσοφίας», πως όποιος δυναστεύεται από ερωτήματα δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να λάβει απόκριση. Και στην αμέσως επόμενη γράφει «περί ρουτίνας»:

Όπως έλεγε ο Novalis, δεν είναι τίποτα πιο ασυνήθιστο απ’ το ίδιο το συνηθισμένο. Η ποίηση τρέχει στους δρόμους. Κι ο ποιητής πιάνει κάποια ελάχιστα της φαντασμαγορικής αυτής διαδικασίας. Η βίωση προέχει. Για σκεφτείτε ένα μακρινό σαξόφωνο από ένα φωτισμένο παράθυρο, που μπορούμε να το απολαύσουμε ωσάν ηχητική μπαλάντα του άπειρου… Δεν είν’ έτσι; Η ποίηση βατεύει τα γεγονότα. Κι ανασταίνει το παραδείσιο στοιχείο οπουδήποτε… [σ. 314]

Εκδ. Ίκαρος, Α΄ έκδ. 1998, Β΄ έκδ. 2010, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, σελ. 324, με εντεκασέλιδη εισαγωγή της επιμελήτριας και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Ο Ποιητής στον Κήπο, η κεφαλή του Φίλιππου Σουπώ, το μπλέ του Νικολάι Γκόγκολ, η πολυχρωμία του Ιουλίου Βερν, ο Καρούζος στον Δρόμο.

17
Φεβ.
16

Georg Trakl – Ποιήματα

Georg Trakl 0

Το μοναχικό τραγούδι ενός Κάσπαρ Χάουζερ του 20ού αιώνα

Η ποίηση του Γκεόργκ Τρακλ πάντα με προσέλκυε με έναν σκοτεινό, αδιευκρίνιστο τρόπο. Να είναι άραγε η καθαρή ουσία των λέξεων ή ίδια η προσωπικότητά του; Ακόμα κι αν η ανάγνωση των γραπτών του έχει αυτόνομο ενδιαφέρον, ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά είναι απολύτως απαραίτητα για την βαθύτερη κατανόηση της γραφής του. Κι έτσι αυτή η δίγλωσση έκδοση που περιλαμβάνει ολόκληρο το σημαντικότερο βιβλίο του Ο Σεβαστιανός μέσα στ’ όνειρο, το πρώιμο πεζό ποίημα Εγκατάλειψη (για πρώτη φορά στα ελληνικά) και τα σπουδαιότερα και εκφραστικότερα ποιήματα από ολόκληρο το ποιητικό του έργο, μας προσφέρει ακριβώς τέτοια κλειδιά.

Πρόκειται για τρία ειδικότερα κείμενα: ένα συμπαγές σώμα με εκτενή σχόλια και σημειώσεις πάνω στα ποιήματα, το τραγούδι του ξένου – ένα ευρύτερο σχόλιο στην ποίηση του Τρακλ κι ένα χρονολόγιο που περιλαμβάνει σημαντικά αποσπάσματα από σωζόμενες επιστολές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση είναι χαρά όταν όλα όσα για χρόνια πιέζονταν μέσα σου και ζητούσαν βασανιστικά την λύτρωση ξαφνικά και απροσδόκητα έρχονται με ορμή στο φως, ελευθερώνονται και σε ελευθερώνουν… έγραφε σε παιδικό του φίλο, λίγο καιρό μετά την δοκιμή γραφής των πρώτων του ποιημάτων. Αλλά ο ψυχισμός του ήταν ήδη ετοιμόρροπος.

Georg Trakl 3

Το 1904 ο Τρακλ δοκιμάζει για πρώτη φορά χλωροφόρμιο και οινοπνευματώδη ποτά· αρχίζει να καπνίζει και να επισκέπτεται τα χαμαιτυπεία. Σταδιακά εθίζεται σε τοξικές ουσίες, στα σκοτεινά δηλητήρια (κυρίως χλωροφόρμιο, όπιο, αργότερα κοκαΐνη και στα υπνωτικά χάπια Veronal). Εγκαταλείπει οριστικά το γυμνάσιο και αρχίζει πρακτική εκπαίδευση σε φαρμακείο του Ζάλτσμπουργκ· η επιλογή του επαγγέλματος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Επέλεξε να εργαστεί στον λευκό άγγελο· αυτή ακριβώς ήταν η επωνυμία ενός φαρμακείου στο Ζάλτσμπουργκ. Αγοραφοβικός και φυγόκοσμος, δειλός και συνεσταλμένος στο έπακρο, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες· τις περισσότερες ώρες τις περνά στην αποθήκη του φαρμακείου, που είναι ένας χώρος στενός, αποπνικτικός, χωρίς παράθυρα, και όπου φυλάσσονται όλα τα παρασκευάσματα.

Η Φαρμακευτική είναι η οδός του· αλλά η εγκατάσταση στη Βιέννη το 1908 για σπουδές είναι εφιαλτική. Ζει σε μεγάλη μοναξιά σε φτηνά, καταθλιπτικά, κρύα και υγρά δωμάτια· αργότερα που ως Ανθυπολοχαγός υπηρετεί την θητεία του στην ίδια πόλη και δικαιούται να διατηρεί δωμάτιο. Από το παράθυρο έχω θέα σε μια μικρή, σκοτεινή αυλή. Όταν κοιτάζω έξω, πετρώνω από την απελπισία…έγραφε σε επιστολή του το 1910. Συμβαίνει συχνά να περιπλανιέμαι μέρες ολόκληρες στα γύρω δάση….ή σε δρόμους σε θλιβερούς κι έρημους τόπους έγραφε σε άλλο γράμμα, ένα χρόνο μετά. Καλά θα κάνει να αμύνεται κανείς μπροστά στην τέλεια ομορφιά, την οποία περιττεύει να κοιτάς σαν χαζός. Όχι, για εμάς το σύνθημα είναι ένα: Εμπρός προς τον ίδιο σου τον εαυτό! έγραφε σε τρίτη επιστολή, σε γνωστή του.

Bernd Streiter (German, 1962). Schlaf (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Η αγαπημένη του αδελφή Margarethe (ή Grete ή Gretl όπως την αποκαλούσε ο ίδιος) ήταν η μοναδική στην οικογένεια που ενδιαφέρθηκε για τον ποιητή, στο έργο του οποίου εμφανίζεται συχνά και επανέρχεται ολοένα ως Έφηβη, Καλογριά, Ξένη κλπ. Εγκατέλειψε μόλις έντεκα χρονών την πατρική εστία και κλείστηκε εσωτερική σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, μάλλον, όπως εικάζεται, εξαιτίας των στενών σχέσεων με τον αδελφό της. Εάν οι ερωτικές σχέσεις του Τρακλ με την αδελφή του υπήρξαν στην πραγματικότητα, θα πρέπει να στόχευαν ενστικτωδώς σε ένα: να στηλιτεύσουν την κοινωνία και την οικογένεια που ζει μέσα στο ψεύδος, στην σεμνοτυφία και στην υποκρισία.

Το 1912 αποδέχεται τη θέση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων στην Βιέννη με εξαιρετικά χαμηλό μισθό. Παρουσιάζεται, παραμένει λίγες ώρες και την επομένη υποβάλλει την παραίτησή του. Επιστρέφει στο Ζάλτσμπουργκ και γράφει: Πόσο σκοτεινή είναι ετούτη η ρημαγμένη πόλη, όλο εκκλησίες και εικόνες του θανάτου. Αργότερα αναγκάζεται λόγω της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας να πουλήσει τα βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης: Χαίλντερλιν, Νοβάλις, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι, Χόφμανσταλ, Ρεμπώ, Τσβάιγκ, Λενάου. Δεν γνώριζε πως λίγο αργότερα ο Βιττγκενστάιν θα διαθέσει ένα μέρος της τεράστιας πατρικής περιουσίας του ενισχύοντας άπορους ποιητές και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Τρακλ, ο Ρίλκε, ο αρχιτέκτονας Άντολφ Λοος, ο ζωγράφος Όσκαρ Κοκόσκα κ.ά.

Georg Trakl 2

Οι νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση. / Κηδεύουν τον ξένο. Ύστερα αρχινά μια σιγανή βροχή που / λαμπυρίζει. / Ο γιος του Πάνα φανερώνεται με τη μορφή ενός εργάτη / Που περνά το μεσημέρι κοιμούμενος βαθιά πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο. / Σε μιαν αυλή είναι μικρά κορίτσια ντυμένα με ρούχα φτωχικά / Που σου σπαράζουν την καρδιά! Είναι δωμάτια / Γεμάτα μελωδίες και σονάτες. Είναι ίσκιοι / Που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλούς καθρέφτες. / Αυτοί που αναρρώνουν ζεσταίνονται στα παράθυρα του νοσοκομείου. / Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει αιμόφυρτες επιδημίες. / Η ξένη αδελφή φανερώνεται πάλι σε κάποιου τ’ άσχημα όνειρα…

…έγραφε στον Ψαλμό, αφιερωμένο στον Καρλ Κράους. Στο παιδί Έλις ο Τρακλ δανείζεται το όνομα ενός Σουηδού εργάτη μεταλλείων Έλις Φρέμπομ, που έζησε τον 17ο αιώνα και σκοτώθηκε σε ατύχημα την ημέρα του γάμου του σε πολύ νεαρή ηλικία. Το συμβάν θεματοποίησαν ο E.T.A Hoffmann και ο Hugo von Hoffmannsthal σε διήγημα και έμμετρο δράμα αντίστοιχα. To σώμα του άτυχου νέου ανασύρθηκε ανέπαφο αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, όταν η γυναίκα του ήταν ήδη σε βαθύ γήρας.

The Bear Press - Georg Trakl. Gesang des Abgeschiedenen. Sieben Farbholzschnitte von Hanns Studer_

O εκδότης Κουρτ Βολφ [Kurt Wolff] που εκείνα τα χρόνια είχε εκδώσει έργα του Φραντς Κάφκα, του Ρόμπερ Βάλζερ, της Έλζε Λάσκερ – Σύλερ, του Γκόντφιντ Μπένν κ.ά. κάνει δεκτά τα ποιήματά του· είναι το πρώτο και το τελευταίο βιβλίο που θα δημοσιεύσει όσο ζει. Στο Ίνσμπρουκ θα απαγγείλει για πρώτη και τελευταία φορά ποιήματά του. Η επιστράτευσή στον πόλεμο και ιδίως η παρουσία του στην μάχη του Γκρούντεκ (στη σημερινή Ουκρανία) θα σημάνει και την αρχή της ψυχικής του κατάρρευσης, καθώς θα βρεθεί μόνος περιθάλποντας ενενήντα περίπου βαριά τραυματισμένους στρατιώτες, αρκετοί από τους οποίους θα αυτοκτονήσουν μπροστά στα μάτια του. Λίγες μέρες αργότερα θα κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας και θα μεταφερθεί στην ψυχιατρική πτέρυγα του Στρατιωτικού Νοσοκομείου της Κρακοβίας. Μια μέρα πριν τον θάνατό του από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία είκοσι επτά ετών, θα κάνει μια δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας με ισχυρή δόση κοκαΐνης. Τρία χρόνια μετά θα αυτοκτονήσει η αδελφή του, σε ηλικία είκοσι έξι ετών.

Χτυπημένος από ανείπωτους συγκλονισμούς, που δεν ξέρω αν είναι για να με καταστρέψουν ή για να με ολοκληρώσουν σαν άνθρωπο, αμφιβάλλοντας για κάθε καινούργιο ξεκίνημα και ενόψει ενός κατά κάποιον γελοίο τρόπο αβέβαιου μέλλοντος….  // Χαμένος ανάμεσα στη μέθη και τη μελαγχολία, μου λείπει η δύναμη να αλλάξω μια κατάσταση που μέρα με την ημέρα γίνεται όλο και πιο αδιέξοδη και δεν απομένει παρά μια επιθυμία μόνο, πως καλό θα ήταν να ξεσπάσει μια καταιγίδα για να με εξαγνίσει ή να με αφανίσει. [αποσπάσματα από επιστολές]

Georg Trakl 1_

Το τραγούδι του Κάσπαρ Χάουζερ αφορά μια από τις πιο αινιγματικές ιστορίες του 19ου αιώνα που δεν έχει διαλευκανθεί μέχρι σήμερα. Ο δεκαεξάχρονος νεαρός βρέθηκε σαν ουρανοκατέβατος σε πλατεία της Νυρεμβέργης το 1828, χωρίς να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, μιλώντας πολύ λίγο. Ο θρύλος τον θέλει να έχει μεγαλώσει στην αγκαλιά της φύσης ή να κατάγεται από αριστοκρατική οικογένεια.

Ο αγνός και ανόθευτος νέος έγινε το σύμβολο της δολοφονίας της φύσης από τον «εκπολιτισμένο» άνθρωπο. Για την περίπτωση του Κάσπαρ Χάουζερ γράφτηκαν εκατοντάδες βιβλία και κείμενα ενώ ο Βέρνερ Χέρτζογκ γύρισε την περίφημη ταινία του. Η μοναδική αυθεντική φράση του σώζεται ήταν το: Θέλω να γίνω Ιππότης ενώ ο Τρακλ σε επιστολή στου έγραψε σε φίλο του: Τελικά θα παραμείνω για πάντα ένας κακόμοιρος Κάσπαρ Χάουζερ.

 Bernd Streiter (German, 1962). Begegnung (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Το τραγούδι του μοναχικού έχει τις ρίζες του σ’ έναν κοινό τόπο της χριστιανικής γραμματείας: την αναχώρηση του μοναχού, την αποταγή των εγκοσμίων· ο μοναχός είναι ήδη μεταφορικά νεκρός για τον κόσμο ετούτο, καθώς ασκείται νύχτα – μέρα στη νέκρωση των παθών. Αν εμβαθύνει κανείς στο Όνειρο και σκοτισμός του νου θα δει καθαρά όλο το δράμα της ζωής του ποιητή. Όνειρο ήταν η ζωή που λαχταρούσε να ζήσει, σκοτισμός του νου είναι η ζωή όπως τελικά την έζησε.  Το Grodek, το τελευταίο ποίημα που μπόρεσε να ολοκληρώσει, ανακεφαλαιώνει σε λίγους στίχους όλη την τέχνη του Τρακλ. Μέσα από την πολεμική σύρραξη φανερώνεται καθαρά η δυνατή αντίθεση ανάμεσα στη Φύση και τον Άνθρωπο. Από την μια η γαλήνη της φύσης, από την άλλη ο δυσερμήνευτος, ακατανόητος αλληλοσπαραγμός, η εγγενής αδυναμία του ανθρώπου να ζήσει σε αρμονία με τον εαυτό του και τους άλλους.

Η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη ξενιτεία, γράφει ο μεταφραστής στο δεύτερο κείμενό του. Κάποτε, στην αδυσώπητη μοναξιά, η τρέλα γνέφει στον ξένο από μακριά. Αφετηρία και τέλος του ξένου είναι ο απέραντος χώρος του πνεύματος· εκεί ο ξένος ζει και αναπνέει ελεύθερα. Ο ξένος είναι ξένος γιατί δεν διακατέχεται από καμία ιδεολογία, ιδεοληψία, θρησκοληψία. Είναι ακόμα μοναχικός γιατί δεν ανήκει πουθενά: σε καμία οργάνωση, σε καμία πολιτική παράταξη, σε κανένα κόμμα, σύνδεσμο, σύλλογο, εκκλησία ή εταιρεία.

Masked Portrait (Georg Trakl) - Albert Bloch 1_

Ο ξένος περιφρονεί την ευτυχία, που είναι ο επιούσιος άρτος των πολλών. Το τραγούδι είναι ο τρόπος εξοικείωσης του ξένου με τον ανοίκειο κόσμο. Το τραγούδι του είναι ελεύθερο γιατί δεν ζητά τίποτα και από κανέναν. Έχει μάλιστα ένα κοινό σημείο με το τραγούδι του πουλιού: δεν απευθύνεται σε κανέναν ούτε ζητά ένα ακροατήριο. Τόσο ο ξένος όσο και ένα πουλί τραγουδούν γιατί μόνο έτσι ζουν μέσα στον κόσμο. Μόνο με αυτό τον τρόπο δεξιώνεται ο ξένος τον κόσμο. Η εστία του είναι ακριβώς το τραγούδι· και με αυτό φανερώνει τον κόσμο σε μια άλλη διάσταση, και όχι στην δεδομένη του μορφή. Η ανάγνωση των ποιημάτων του Τρακλ πρέπει οπωσδήποτε να υπολογίσει τις παραπάνω φράσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση του Τρακλ είναι κρυπτική, αινιγματική, πολυσήμαντη αλλά όχι ηθελημένα ακατανόητη. Ο πολύτροπος, πρωτεϊκός της χαρακτήρας επιτρέπει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις. Είναι από τους πρώτους που μαθαίνει να βλέπει την ωραιότητα στην ασχημία, στη σήψη, στην κατάρρευση, στην περιοδικότητα των πάντων, λέγοντας με διαφορετικούς τρόπους πως κατά βάθος η αλήθεια είναι φοβερή και αποκρουστική. Ωστόσο, τονίζει ο μεταφραστής, δεν είναι ο ποιητής της «παρακμής» αλλά μάλλον της ακμής τους ερχόμενου γένους, Αυτό είναι που θα ζητήσει να επιστρέψει πάση θυσία στην αλήθεια, την ωραιότητα, το μέτρο, την ολιγάρκεια, στις πρωταρχικές εστίες του ανθρώπου, που λησμόνησε στην παραφροσύνη των μεγαλουπόλεων.

1924

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, μετάφραση – επίμετρο: Θανάσης Λάμπρου, 295 σελ. Περιλαμβάνονται σχόλια και σημειώσεις, συνοπτικό χρονολόγιο και βιβλιογραφικό σημείωμα.

Και η εικοσιεξάλεπτη σύνθεση Georg Trakl του ηλεκτρονικού γκουρού Klaus Schultze για τον συγγραφέα, από τον δίσκο του Χ [1978].

Τα δυο έργα του Bernd Streiter (1962) όπως και η τρίτη εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκαν για εκδόσεις του ποιητή. Το τελευταίο πορτρέτο είναι του Albert Bloch.

16
Ιαν.
16

Δημήτρης Καλοκύρης – Τα σύνεργα της πλοιαρχίας, ήτοι η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου

KALOKYRIS_SYNERGA_PLOIARXIAS_

Μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών

Κατά την περίοδο της δικτατορίας ο Εμπειρίκος βρισκόταν υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, η οποία έγινε εντονότερη με την φυγή στο εξωτερικό πολλών φίλων του, όπως ο Ελύτης, ο Τσαρούχης και ο Νάνος Βαλαωρίτης, αλλά και λόγω της αυτοκτονίας του Γιώργου Μακρή. Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καλοκύρη ήταν μια από τις λίγες φωτεινές στιγμές αυτής της ψυχικά και ηθικά δύσκολης περιόδου, όπως γράφει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ο Καλοκύρης επισκέφτηκε τον Εμπειρίκο μαζί με τον Μίμη Σουλιώτη το 1971 και επέμεινε να τον πείσει να δημοσιεύσει ποιήματά του στο περιοδικό Τραμ που εξέδιδε, καθώς είχε πρόσφατα αρθεί η προληπτική λογοκρισία.

Τραμ 3 - 4_

Τελικά δημοσιεύτηκαν τρία ποιήματα στο «πολύπαθο» διπλό τεύχος 3/4 του περιοδικού (1972), που περιείχε και το ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου «Το σώμα», για την δημοσίευση του οποίου ο Καλοκύρης δικάστηκε για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων και φυλακίστηκε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης. Ο Εμπειρίκος και ο Καλοκύρης ξαναβρέθηκαν σ’ ένα διεθνές βαγκόν-λι τραίνο προς την Θεσσαλονίκη και πέρασαν όλη την πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή καπνίζοντας στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης, ενώ μια αυτόνομη έκδοση στα τραμάκια δεν προχώρησε καθώς ο Εμπειρίκος παρέμενε απρόθυμος να δημοσιεύσει βιβλίο υπό το καθεστώς της δικτατορίας. Με τον θάνατό του, το 1975, που ο συγγραφέας έμαθε καθυστερημένα από παλιά εφημερίδα στο στρατόπεδο,  έλαβε τέλος και η ύστατη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική πρωτοπορία, οφειλόμενη εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό και την επιμονή του νεαρού Καλοκύρη.

Τραμ 3 - 4 εσώφυλλο_

Αυτός είναι και ο πυρήνας του βιβλίου: η ύστατη ενεργός συμμετοχή του Εμπειρίκου στην ελληνική πρωτοπορία, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό του Καλοκύρη, που με τα ανοίγματά του στα νεότερα ρεύματα (που αγαπούσε αλλά και περιπλανούσε με τα Τραμ του) ενέπνευσε τον εβδομηντάχρονο ποιητή. Μια αντίστροφη επίδραση, μια οφειλή για την οφειλή. Πλέουμε μ’ ένα πολύτιμο τομίδιο σε κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως ο Χάρτης αλλά και ο Φωτογράφος, σε βιβλία του Καλοκύρη – Φωτορομάντσο, Πλώρη στον Εωσφόρο, Το μουσείο των αριθμών, Ποικίλη Ιστορία, σε ειδικές εκδόσεις και ακόμα ειδικότερα επίμετρα, ή αποτέλεσαν ανακοινώσεις συνεδρίων και αποκαλύψεις δελτίων τύπου.

Τα πρώτα κείμενα αφιερώνονται στα πλοκάμια της παραπάνω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ιστορίας, που καταγράφεται με την πλούσια λεξιπλαστική του συγγραφέα και εμπλουτίζεται με απολαυστικές και ανεκδοτολογικές πλευρές της συνύπαρξης. Για μια ενδεχόμενη έκδοση του Αργώ στα τραμάκια ο Εμπειρίκος είχε συντάξει και σχέδιο βιογραφικού σημειώματος, όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως δημιουργούσε υπό το φως πάντα της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας».

Εμπειρίκος

Την εποχή που ξέσπασε η δικτατορία ο Εμπειρίκος ήταν εξήντα έξι ετών και είχε να πολλά χρόνια να βγάλει καινούργιο βιβλίο. Ο Ελύτης αργότερα θα σημείωνε ότι λίγοι γνώρισαν όσο εκείνος στα Δεκεμβριανά τις φρικαλεότητες της ομηρίας. Και τελικά η χούντα τον έκανε να σωπάσει οριστικά. Η στατιστική, γράφει πιο κάτω ο Καλοκύρης, αποδεικνύει ότι επί αυταρχικών καθεστώτων ευδοκιμούν τα εν Ελλάδι περιοδικά. Κι έτσι κι εκείνος με το Τραμ στο χέρι κατέβηκε να τον συναντήσει, παίζοντας με την φωτιά. Αν η πολιτική ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού, η τέχνη μπορεί κάποτε να είναι η πολιτική του ανέφικτου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά) με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι.

Σε τι γοήτευσε ο Εμπειρίκος εκείνη την γενιά που ήταν αφοσιωμένη στο ροκ και στην πολιτική ενηλικίωση, μια νεολαία που τα ήθελε όλα και τα ήθελε τώρα; Αρχικά ήταν η γλώσσα: γεμάτη κρυμμένες αστραπές, συνδεδεμένη με μεταφράσεις σημαντικών έργων της εφηβείας αλλά και με κείμενα όπως του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, που τώρα οδηγούσε στην καρδιά μιας μυθοπλασίας συνδυασμένης με λαϊκά αναγνώσματα αλλά γεμάτης χιούμορ και ειρωνεία που δεν σχολίαζε γεγονότα αλλά προκαλούσε γεγονότα. Ή όπως έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης, «συνουσίασε κυριολεκτικά την καθαρεύουσα με την δημοτική».

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1924, Ελβετία

Έτερον στοιχείο γοητείας ήταν το μυστήριο του τεράστιου αδημοσίευτου ως τότε έργου του, αλλά και το συχνά ελευθεριάζον περιεχόμενο αρκετών κειμένων του, ακόμα και τα ίδια τα εύγλωττα αποσιωπητικά, σε εκείνα τα περίφημα εβύθισε το…του, εις το….της), μια αθωότητα που καταγόταν ίσως από τους φιλολογικά άγνωστούς μας ακόμα beat ποιητές, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πνεύμα των επιγόνων τους και των συνομηλίκων μας: αυτών που έχτιζαν την ουτοπία των χίπις και της παράλιας μουσικής.

 Τραμ 3 - 4 πρώτη σελίδα_

Στα γραπτά του υπήρχε ένα κλίμα ανταρσίας, «μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών». Εκείνος έμοιαζε φορέας μιας φιλοσοφίας άμεσης, μακριά αλλά και κοντά ταυτόχρονα στα παγανιστικά και συνάμα αριστερόστροφα ενδιαφέροντα του κύκλου των νέων όπου ανήκε ο Καλοκύρης. Και αποδείκνυε ότι η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικά καταγραφή και μεταστοιχείωση θρήνων, καημών και ψυχικών τραυμάτων που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει. Ως προς την δήθεν ιδεολογική σύνδεση του Εμπειρίκου με την ιδεολογία του φασισμού (!) ο συγγραφέας τονίζει ότι οι σωματοφύλακες του λυρικού βασιλέως δεν ευκαιρούν ν’ ασχολούνται με τις γελοιότητες και τις ραδιουργίες των ποικιλώνυμων καρδιναλίων.

Εμπειρίκ 2ος

Το κείμενο Η άλλη όχθη αναφέρεται στην ουτοπία της Άλλης Όχθης, που υπήρξε ένα διαρκές αίτημα του στοχασμού και της τέχνης. Εδώ ο Καλοκύρης συναρμογεί περίτεχνα την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού, την Σοφία Σπανούδη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι τον Γιώργο Σαραντάρη που απευθυνόταν στους φίλους μιας άλλης χαράς και τον Μίλτο Σαχτούρη που επέγραφε ένα βιβλίο του Η χαρά στον άλλο δρόμο, καθώς η ευτυχία που είναι πάντα στην αντίπερα όχθη, σύμφωνα και με την περίφημη Αλκυόνη του Ντ’ Αννούντσιο.  Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού». Κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007_

Η γλώσσα του Υπερσιβηρικού συμπλέει με τον πολύτομο και ιθυφαλλικό Μεγάλο Ανατολικό, περιορίζοντας τον ορισμό κάθε μελλοντικής ελληνικής πεζογραφίας σε «σύμπτυξη θαμπής ατμομηχανής», καθότι υπήρξε μια μορφή Υπερσιβηρικού της Γλώσσας ή μια έσχατη εκδοχή του Έπους των Σοδόμων. Το βιβλίο περιλαμβάνει και την καταγραφή μιας δημόσιας συζήτησης του Λεωνίδα Εμπειρίκου με τον Δημήτρη Καλοκύρη και άλλους σύνεδρους που φωτίζει οριστικά σκοτεινές, αμφιλεγόμενες και παρερμηνευμένες πλευρές: για την «θρησκευτικότητα» του ποιητή, τον μύθο του πάμπλουτου ποιητή, το χρονικό της ομηρίας του στα Δεκεμβριανά, τον τρόπο με τον οποίο δημοσίευε και άλλα πολλά.

Αμαρυλλίς_

Ένα ενδεχόμενο αμφίβιο αναφέρεται στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως ζεύγμα Εμπειρίκου και Καζαντζάκη. Σταχυολογώ από τις πλείστες ομοιότητες: υπήρξαν σοσιαλιστές με τον τρόπο τους αλλά επέστρεψαν κρυφά απογοητευμένοι από την Σοβιετική Ένωση, είχαν εμμονή στο πρόσωπο του Χριστού καίτοι δηλωμένοι άθεοι, αντέτειναν στην Κατάνυξη την Έξαρση, έγραψαν δυο μείζονα εκτεταμένα έργα – τον Μεγάλο Ανατολικό και την Οδύσσεια, τα οποία έχουν το αρνητικό προνόμιο να μιλούν όλοι γι’ αυτά χωρίς να τα έχει αντέξει ως το τέλος σχεδόν κανείς, αμφότεροι βίωσαν βαθύτατη κατάθλιψη και επεδίωξαν πλήρη απομόνωση, αλλά πάνω απ’ όλα:

O συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε

«Ποια θα ναι η μορφή της νέας Αγάπης;» συλλογίζεται ο Καζαντζάκης. Γιατί ανύψωση του ανθρώπου χωρίς να ’χει βάση την Αγάπη δεν μπορεί να νοηθεί. / Και ο Εμπειρίκος: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη».

Εκδ. Άγρα, 2013, σελ. 122.

Στις εικόνες, το περίφημο τεύχος του Τραμ που βρέθηκε εύοσμο και καταδιαβασμένο στην ουτοπική πτέρυγα του Πανδοχείου, Εμπειρίκος – Φωτοφράκτης, συντροφία με Αντρέ Μπρετόν, Ντιέγκο Ριβιέρα και Λέων Τρότσκι, Εμπειρίκος τρίκυκλος εις Ελβετία, «Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού» – κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007, και ο συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε.

12
Ιαν.
16

Τσέζαρε Παβέζε – Έξορία – Έρωτας – Αυτοκτονία – Επιστολές – Κείμενα – Ποιήματα

Cesare Pavese 0_

«Όχι λόγια, μια χειρονομία»

Οι στίχοι του αντηχούν στα αυτιά μας, όταν γυρίζουμε στην πόλη ή όταν σκεφτόμαστε και δεν ξέρουμε πια ούτε αν είναι ωραίοι στίχοι, τόσο τους νιώθουμε δικούς μας, τόσο αντανακλούν για μας την εικόνα της νιότης μας, των ημερών, πολύ μακριών τώρα πια, που τους ακούσαμε από την ίδια τη φωνή του φίλου μας για πρώτη φορά: και ανακαλύπτουμε, με βαθύ θαυμασμό, πως και από τη γκρίζα, βαριά και αντιποιητική πόλη μας θα μπορούσε να γίνει ποίηση. [σ. 84]

Δημιούργησε, με τα χρόνια, ένα σύστημα σκέψεων και αρχών τόσο μπερδεμένο και αμείλικτο, που του απαγόρευσε να έχει μια πιο απλή αντίληψη της πραγματικότητας, και όσο απαγορευτική και αδύνατη έκανε εκείνη την απλή πραγματικότητα, τόσο πιο βαθιά γινόταν μέσα του η επιθυμία να τον κατακτήσει, μπλέκοντας και διακλαδίζοντάς την σαν μια βλάστηση μπλεγμένη και ασφυκτική. [σ. 87]

Cesare Pavese 1_

έγραφε η συγγραφέας Ναταλία Γκίνσμπουργκ για τον αγαπημένο της φίλο, αυτόχειρα ποιητή, πεζογράφο και πολιτικό αγωνιστή Τσέζαρε Παβέζε στο κείμενό της Πορτραίτο ενός φίλου. Έχουμε μπροστά μας μια εξαιρετική συλλογή κειμένων και ποιημάτων, μια ιδανική εισαγωγή στο ποιητικό έργο και σκέψη ενός σπάνιου λογοτέχνη.

Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει μια επιλογή από «τα γράμματα της εξορίας». Ο Τσέζαρε Παβέζε καταδικάστηκε το 1935 σε τρία χρόνια εξορία στο μικρό παραλιακό χωριό Μπρανκαλεόνε της Καλαβρίας στην νότια Ιταλία, ως επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Η ποινή του θα μειωθεί ύστερα από μια αίτηση χάριτος. Το πρώτο πράγμα που ζήτησε από την αγαπημένη του αδελφή και τους φίλους του ήταν βιβλία: Βιργίλιος Οράτιος, Σαίξπηρ, Μίλτων, Ραμπελέ, Μπεν Τζόνσον, Κίπλινγκ – τους δυο τόμους του Βιβλίου της Ζούγκλας, την Ελληνική γραματική και τις Ασκήσεις Ελληνικών του Rocci. Από την εξορία έγραψε είκοσι συνολικά επιστολές, έντεκα προς την αδελφή του – τον μόνο άνθρωπο που εμπιστευόταν και αγαπούσε αληθινά -, επτά από τις οποίες δημοσιεύονται εδώ.  

Brancaleone

Στα γράμματά του εδώ κι εκεί διάσπαρτες ειρωνείες: το ταξίδι των δυο ημερών, με τις χειροπέδες και την βαλίτσα, ήταν μια επιχείρηση υψηλού τουρισμού· έχει κάνει πολλά ταξίδια με ωραίες μεταγωγές. Αλλού περιγράφει την καθημερινότητά του: από τις επτά το βράδυ και μετά, στο καταφύγιο – κουζίνα τριγυρίζουν οι κατσαρίδες. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα· το φλιτ τις μεγαλώνει. Με το πρώτο φως της αυγής εξαφανίζονται. Συνήθισε «στο άσθμα, στην μοναξιά, στην αβεβαιότητα». Ροκανίζει τις αναμνήσεις σαν κόκκινο μήλο και σκέφτεται ότι «θα μπορούσε να πάει και χειρότερα». Αλλά εκφράζει και τις φωτεινές του σκέψεις. Ο κόσμος σ’ αυτά τα μέρη έχει μια λεπτότητα και μια ευγένεια που εξηγούνται μόνο από ένα γεγονός: ότι εδώ κάποτε ο πολιτισμός ήταν Ελληνικός.

Σε μια επιστολή αναφέρεται στην σιωπή της Τίνας με την οποία συνδεόταν αισθηματικά από τα χρόνια του Πανεπιστημίου, αλλά η αδελφή του δεν του δίνει πληροφορίες. Έπρεπε να πάρει χάρη για να πάει στο Τορίνο και να μάθει ότι εκείνη παντρεύτηκε κάποιον άλλον. Στο άκουσμα της είδησης λιποθύμησε και το γεγονός τον χάραξε βαθιά για τα υπόλοιπα δεκατέσσερα χρόνια της ζωής του.

Cesare Pavese 2 [marco_ventura]

Ακολουθούν τα ποιήματα που γράφτηκαν στη φυλακή και στην εξορία. Το Poggio Reale δεν αναφέρεται μόνο στην φυλακή της Νάπολης όπου σταμάτησε το ταξίδι του προς την εξορία αλλά αποτελεί μια σύνθεση των διαφορετικών φυλακών όπου τέθηκε υπό κράτηση μετά τη σύλληψή του για τις αντιφασιστικές δραστηριότητες και καθ’ οδόν προς τον περιορισμό του στη Καλαβρία. Στο τέλος του κεφαλαίου μας περιμένει ένα εννιασέλιδο με μικρές μαυρόασπρες φωτογραφίες του ίδιου, των προσώπων της ζωής του, και σημαδιακών τόπων, όπως το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου αυτοκτόνησε αλλά και όπως είναι σήμερα, το χωριό και η παραλία του Μπρανκαλεόνε την εποχή της εξορίας του, το σπίτι που έμεινε εξόριστος

Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται σε επιστολές και ποιήματα πριν την αυτοκτονία. Πολλά γράμματα αφιερώνονται στην Κόνστανς Ντόουλινγκ, ηθοποιό σε μερικές κινηματογραφικές αμερικανικές αλλά και ιταλικές ταινίες, με την οποία έζησε μια σύντομη ευτυχισμένη ερωτική ιστορία, πάντοτε όμως παγιδευμένη από την σεξουαλική του απογοήτευση και την έμμονη ιδέα των προηγούμενων ερωτικών αποτυχιών. Στην αδελφή της Ντόρις έγραφε, μεταξύ άλλων: Πάει πολύς καιρός που κατάλαβα ότι η μοίρα μου είναι ν’ αγκαλιάζω τις σκιές. Την αγαπημένη του Κόνστανς την προσφωνούσε «ανοιξιάτικο πρόσωπο».

Cesare Pavese e Constance Dowling

Θα προλάβεις να πάρεις «Το φεγγάρι και οι φωτιές». Ίσως να σε περιμένει ήδη στο North Vista Avenue πριν φτάσεις. Θυμήσου ότι έγραψα αυτό το βιβλίο – εξ’ ολοκλήρου – πριν σε γνωρίσω, και όμως κατά κάποιο τρόπο ένιωθα σ’ αυτό το βιβλίο ότι επρόκειτο να’ρθεις. Δεν είναι εκπληκτικό; / Ανοιξιάτικο πρόσωπο, εγώ αγαπούσα τα πάντα πάνω σου, όχι μόνο την ομορφιά σου, πράγμα που είναι αρκετά εύκολο, αλλά και την ασχήμια σου, τις άσχημες στιγμές σου, το σκοτεινό σου πρόσωπο. [σ. 45]

Το βιβλίο περιλαμβάνει και τρία πολύτιμα κείμενα τρίτων. Το πρώτο, που προέρχεται από το βιβλίο του Πάολο Σπριάνο Τα πάθη μιας δεκαετίας, 1946 – 1956 και τιτλοφορείται Η αυτοκτονία του Τσέζαρε Παβέζε, εστιάζει στους πολιτικούς φόβους του συγγραφέα και θυμάται κοινές τους στιγμές, όπως όταν έτρωγαν σε μια ταβέρνα συντρόφου. Ο Παβέζε καθόταν πάντα στην πρώτη της αίθουσα, εκεί όπου έμπαιναν οικοδόμοι και εργάτες της τηλεφωνικής εταιρείας. Καθόταν μόνος με μισό λίτρο κόκκινο κρασί, όπως και οι ήρωες των βιβλίων του.

Cesare Pavese 4

Δεν θα χρειαστεί ν’ αφήσω το κρεβάτι. / Μόνο η αυγή θα μπει στο άδειο δωμάτιο. / Θ’ αρκεί μόνο το παράθυρο για να ντύσει κάθε πράγμα / με μια ήσυχη αναλαμπή, σχεδόν ένα φως/ / Θ’ αποθέσει μια αδύνατη σκιά πάνω στο ανάσκελα ξαπλωμένο πρόσωπο. / Οι αναμνήσεις θα είναι θρόμβοι σκιάς κρυμμένοι σαν την παλιά θράκα / στο τζάκι. Η ανάμνηση θα είναι φλόγα / που χτες ακόμα σιγόκαιε μέσα στα σβηστά μάτια.

Σε αυτό το παλιό του ποίημα ο Παβέζε είχε ήδη φανταστεί τον θάνατό του, χρόνια πριν. Στα τέλη Αυγούστου του 1950 κλείστηκε στο ξενοδοχείο του Τορίνο «Η Ρώμη» και κατάπιε είκοσι υπνωτικά χάπια. Όχι λόγια, μια χειρονομία. Το ίδιο βράδυ αναζητούσε συντροφιά για να αλλάξει δυο κουβέντες και να καθυστερήσει την «χειρονομία». Γνώριζε ότι η σύνταξη των εφημερίδων ήταν η μόνη του ευκαιρία. Πήγε στην Unita, και αναζήτησε τον Σπριάνο, αλλά η επίσκεψη είχε την συνηθισμένη μορφή ενός χαιρετισμού.

Cesare Pavese 7

Ένας κομμουνιστής δεν αυτοκτονεί, έλεγαν όλοι, και αναρωτιούνταν μήπως υπήρχε κάποια πολιτικο – ιδεολογική κρίση στην ουσία της πράξης του. Έφυγε το καλοκαίρι του 1950 ομολογώντας ουσιαστικά ότι η πολιτική δέσμευση δεν αρκούσε για να καλύψει την «γύμνια» του μιας ζωής που δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει. Αυτή την απάρνηση ύμνησαν οι φίλοι του και κατά πρώτο λόγο ο Καλβίνο, γράφοντας για το «καθαρτικό» του θανάτου του.

Το δεύτερο κείμενο τρίτου προσώπου είναι η εισαγωγή του Μικέλε Τόντο, για τη συλλογή «Θα ’ρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» και το τρίτο το προαναφερθέν, της Ναταλία Γκίνσμπουργκ. Η ουσιαστική φύση της πόλης είναι μελαγχολία, γράφει η Γκίνσμπουργκ· η πόλη μάς μοιάζει, τώρα το καταλαβαίνουμε, με τον φίλο που χάσαμε και που την αγαπούσε.

Cesare Pavese 6_

Οι μέρες του ήταν, σαν αυτές των εφήβων, μεγάλες και γεμάτες από χρόνο: ήξερε να βρίσκει χρόνο για να μελετάει και να γράφει, για να ξοδεύει τη ζωή και να τεμπελιάζει στους δρόμους που αγαπούσε: και μεις ματαιοπονούσαμε παλεύοντας ανάμεσα στην νωθρότητα και στη δράση, χάναμε τις ώρες μας στην αβεβαιότητα να αποφασίσουμε εάν είμαστε τεμπέληδες ή εργατικοί. [σ. 84]

Ήταν, πότε – πότε θλιμμένος: αλλά εμείς σκεφτόμαστε, για αρκετό καιρό, ότι θα είχε αρρωστήσει από εκείνη την θλίψη, όταν θα είχε αποφασίσει να γίνει ενήλικας, γιατί μας φαινόταν η θλίψη του σαν ενός αγοριού – η ηδονική και ονειροπαρμένη μελαγχολία του αγοριού που δεν έχει πατήσει στη γη… Στο τέλος, ξαφνικά έπαιρνε το παλτό του και έφευγε. Ταπεινωμένοι, εμείς αναρωτιόμασταν εάν τον είχε απογοητεύσει η συντροφιά μας, εάν έψαχνε κοντά μας να ευχαριστηθεί και δεν το κατάφερνε· ή εάν αντίθετα ήθελε να περάσει μια σιωπηλή βραδιά κάτω από το φως μιας λάμπας που δεν ήταν η δική του. [σ. 85]

Τα τελευταία χρόνια είχε ένα πρόσωπο αυλακωμένο και σκαμμένο, ρημαγμένο από σκληρές σκέψεις· όμως διατήρησε μέχρι τέλους στη μορφή του την ευγένεια του εφήβου. Διάλεξε το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου κοντά στο σταθμό: θέλοντας να πεθάνει, στην πόλη που του ανήκε, σαν ένας ξένος.

Cesare Pavese 8_

Το βιβλίο κλείνει με τις τελευταίες ημερολογιακές του σημειώσεις (Η τέχνη του ζην). Στις 25 Μαρτίου της τελευταίας του χρονιάς έγραφε: Δεν αυτοκτονεί κανείς για τον έρωτα μιας γυναίκας. Αυτοκτονεί γιατί ένας έρωτας, οποιοσδήποτε έρωτας, μας αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την αθλιότητά μας, την αδυναμία μας, το τίποτα. Σε άλλη εγγραφή, στις 27 Μαΐου ήταν βέβαιος: Τώρα με τον τρόπο μου μπήκα σε μια δίνη: βλέπω την αδυναμία μου, την νιώθω ως τα κόκαλά μου και είμαι παγιδευμένος στις πολιτικές μου υποχρεώσεις που με εξοντώνουν. Η απάντηση είναι μόνο μία: αυτοκτονία.

Εκδ. διαπολιτισμός, 2011, μτφ. – σχόλια: Γιάννης Η. Παππάς, σ. 121. Περιλαμβάνεται εργοβιογραφία και βιβλιογραφία του Παβέζε με βιβλία που εκδόθηκαν εν ζωή, με βιβλία που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του και μεταφράσεις έργων του στα ελληνικά.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 199, με τίτλο Vita spericolata, εμπνευσμένο από τον παλιό μας γνώριμο.

18
Δεκ.
15

Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 12-13 (Οκτώβριος 2015)

Φρέαρ 12_13_

Γιατί οι άνθρωποι μισούν; Διότι μέσω του μίσους, μέσω δηλαδή της άρνησης του άλλου και της επιθυμίας καταστροφής του, συγκροτούν την ταυτότητά τους, βεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Όπως γράφει ο Γκύντερ Άντερς (Guenther Anders), ένας από τους λίγους στοχαστές του εικοστού αιώνα που έγραψε το μισός, «“Μισώ, άρα υπάρχω”, ακριβέστερα “άρα είμαι εγώ”, και τελικά “άρα είμαι κάποιος”». Το μίσος του άλλου είναι ο εύκολος δρόμος της αυτοεπιβεβαίωσης. Αν πιστέψουμε μάλιστα την ψυχανάλυση, η γένεση του μίσους ανάγεται στην αρχικότατη φάση ανάπτυξη  του εγώ, στον αγώνα κατά του εξωτερικού κόσμου, που τον αισθάνεται ως πηγή δυσαρέσκειας ως απειλή. Η αγάπη είναι κατόρθωμα, το μίσος είναι φυσικό…

γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σε ένα πυκνότατο κείμενο για την πραγματικότητα του μίσους και την ρητορική του. Ο συγγραφέας θυμάται τον στίχο του Ηλία Λάγιου για οργή που είναι πλήρες μεροκάματο και διαπιστώνει ότι η ψυχική δυνατότητα του μίσους που ενυπάρχει στον καθένα μας καλλιεργείται και εξάπτεται, ατομικά και κυρίως συλλογικά, με τον λόγο. Σήμερα στην δημόσια συζήτηση, όταν κάνουμε λόγο για την ρητορική του μίσους εννοούμε περιοριστικά τον ρατσιστικό λόγο, ξεχνώντας ότι πολλές ιδεολογικές συγκρούσεις και πολλοί ευγενείς πνευματικοί αγώνες στην ιστορία της ανθρωπότητας δόθηκαν με έναν λόγο μίσους όχι κατά ιδεών και απόψεων αλλά κατά ανθρώπων. Ο Ζουμπουλάκης εστιάζει στο αιώνιο πρότυπο ρητορικής του μίσους, στον αντισημιτικό λόγο.

Aleksander_Wat_

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φυλετικός και ο εθνικοσοσιαλιστικός αντισημιτισμός δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχε προϋπάρξει αδιάκοπα από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα και εξής, ο θρησκευτικός, δηλαδή χριστιανικός, αντιϊουδαϊσμός, πανταχού παρών σε κάθε είδους γραπτό κείμενο της Εκκλησίας και βεβαίως στον προφορικό της λόγο. Εδώ γίνεται και μια ενδιαφέρουσα σύγκριση με την Καθολική Εκκλησία, που έστω και καθυστερημένα καταδίκασε έμπρακτα την σχετική ρητορική, σε αντίθεση με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Άραγε ποιον θα εμπνεύσουν οι ιστορίες αυτές, ποιο αγόρι ή κορίτσι θα παρακινηθεί να γράψει τις δικές του, όταν εγώ δεν θα είμαι παρά ένα σύννεφο, ένας στρόβιλος στην έρημο της Γιούτα, το θρόισμα των φύλλων στο φθινοπωρινό Ουάινσμπεργκ, αναρωτήθηκε ο Ρέι και βυθίστηκε στην απεραντοσύνη εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου του 2012, την ώρα που ο ουρανός σκοτείνιαζε πάνω από το Λος Άντζελες και οι πρώτες σταγόνες της βροχής μούσκευαν το γρασίδι στον περίβολο του νοσοκομείου.

 Ray Bradbury_

…γράφει στο τελευταίο του από μια σειρά επτά έξοχα μπονζάι [μικροκείμενο] για τον Άρη ο Γιώργος Μητάς, αφιερωμένο φυσικά στον Ρέι Μπράντμπερι, που έγραψε τόσα επιστημονικά φαντασιακά χρονικά, και κυρίως βέβαια τα Χρονικά του Άρη. Μια άλλη ποιητική ωραιότατη επιστολή απευθύνει ο Λουίς Αντόνιο ντε Βιγένα στον Χοσέ Λεσάμα Λίμα, τον σπάνιο Κουβανό συγγραφέα του Paradiso. Μη σας παραξενέψει, Λεσάμα, αν μάθετε ότι είστε ένας σπουδαίος κλασικός για την ευρεία μειοψηφία. Θα ήταν εύκολο να ήσασταν ένας δημοφιλής συγγραφέας, όμως αυτός ο κόσμος τότε θα ήταν ένας κόσμος διαφορετικός. Ξέρω πόσο σας θαύμαζε ο Γκαστόν Μπακέρο, που ήξερε πως ήσασταν μια ιδιοφυΐα που δεν είχε κατανοηθεί σωστά, όπως ο Γκόνγκορα, όπως ο Καραβάτζιο, όπως ο Κασάλ, όπως η Ντίκινσον. Πλούσιος σε απέραντες γνώσεις, σαμάνος της πυρπολημένης λέξης, σκοτεινός όπως οι μιγάδες ή οι εκλεπτυσμένοι ανάμεικτοι, είχατε κοκαΐνη από φως στο ερημητήριό σας. Ήσασταν, Λεσάμα, μια από τις μεγαλύτερές μας πολυτέλειες.

Lezama_Lima_ilustra_Robson_Vilalba

Το παραπάνω ποιητικό απόσπασμα προέρχεται από την ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης που αποτελεί και τον κύριο κορμό του τεύχους· μια ανθολογία με δύο ιδιαιτερότητες: αφενός αφορά αποκλειστικά και μόνο ζώντες συγγραφείς, «αφήνοντας στην άκρη την συνηθισμένη συνταγή των αφιερωμάτων πού περιλαμβάνει κυρίως την γενιά του 1927 κι από δίπλα κάποιους ακόμη συμπληρωματικούς ποιητές, από τούς πιο γνωστούς και καθιερωμένους», αφετέρου τα ποιήματα είναι αδημοσίευτα ακόμα και στα ισπανικά. Έτσι το περιοδικό απευθύνθηκε σε ορισμένους από τούς πλέον έγκυρους ποιητές της Ιβηρικής (Χουάν Κάρλος Μέστρε, Αουρόρα Λούκε, Άλβαρο Βαλβέρδε, Φρανθίσκο Λεόν αλλά και Κάρλος Αλκόρτα και Χουάν Βιθέντε Πικέρας) και τούς ζήτησε να υποδείξουν τούς ποιητές εκείνους πού, κατά την γνώμη τους, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από καμιά σύγχρονη ανθολογία, ζητώντας τους παράλληλα να τους φέρουν και σε επαφή μαζί τους.

Κώστας Ψυχοπαίδης_

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ίδιοι οι ανθολόγοι ζήτησαν να μην δημοσιοποιηθούν οι επιλογές του καθενός, ενδεικτικό του γεγονότος ότι τα συγγραφικά ήθη της Ισπανίας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από τα δικά μας. Η κοπιώδης μετάφραση των ποιημάτων έγινε από τους Δημήτρη Αγγελή, Ούρσουλα Φωσκόλου και Κώστα Βραχνό. Το τεύχος περιλαμβάνει επίσης κοινή συνέντευξη των Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες και Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, συνεντεύξεις των Ζαν-Λυκ Νανσύ και Λη Μπρέιβερ, μια ανέκδοτη ομιλία του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, κείμενα των Αντώνη Ζέρβα (Ο Εμπειρίκος της ηδονής και η ηδονή της εμπειρίας), Κώστα Στεργιόπουλου (Για την έκδοση του κριτικού έργου του Άγρα), Ιωάννη Ζηζιούλα (Μητροπολίτη Περγάμου), Σταύρου Γιαγκάζογλου, ένα απρόσμενο διήγημα του Κάρλος Φουέντες (μτφ. Μαρία Καλουπτσή) κ.ά., ενώ Επί υδάτων πολλών μας πλοηγούν ο Άλβαρο Βαλβέρδε σχετικά με τον Καβάφη στην Ισπανία, ο Αχιλλέας Ντελλής σε ένα ωραιότατο κείμενο για το βλέμμα της σινεφιλίας, ο Μαριάνος Καράσης με τα δελτία του για τις Ουτοπίες της αρχαιότητας και έτεροι πολλοί. Τα χαρακτικά του τεύχους είναι του Γιάννη Ψυχοπαίδη.

ZESZYTY LITERACKIE

Ο κομμουνισμός είναι εχθρός της εσωτερίκευσης, ο εχθρός του ανθρώπου με εσωτερικό βίο. Η ουσία του σταλινισμού: να σκοτώσει τον εσωτερικό βίο του ανθρώπου… έγραφε ο μείζων πλην παραγνωρισμένος σοβιετικός συγγραφέας Aleksander Wat, ένας από τους αναρίθμητους πνευματικούς εργάτες που υπέστη τα πάνδεινα από το σοβιετικό καθεστώς. Το εξαιρετικό κείμενο του Κώστα Βραχνού μας ξεναγεί στην συντροφία του με τον Stanislaw Ignacy Witkiewicz, στην ποιητική του συλλογή Ο Άνεργος Εωσφόρος, στην περιπλάνησή του σε δεκατέσσερις φυλακές, στην αδύνατη επιστροφή στην υγιή ζωή, στην αυτοχειρία του, και πάνω απ’ όλα στο σπάνιο, πολυσέλιδο έργο του Ο Αιώνας μου και στις εξομολογήσεις του: Εκείνο που με έσπρωξε στον κομμουνισμό δεν ήταν η δίψα για πίστη, αλλά η ανικανότητά μου να αντέξω τον απόλυτο, τελεσίδικο σκεπτικισμό και, κατά συνέπεια, να αποδεχτώ το παράλογο της ύπαρξης.  

Στις εικόνες: Aleksander Wat – αποδέκτης κρατικού και «ιδεολογικού» μίσους, Ray Bradbury, ο José Lezama Lima, που ενέπνευσε τον ποιητή, έργο του Κώστα Ψυχοπαίδη, κοσμητή του τεύχους, Aleksander Wat ως Τσάρλι Τσάπλιν από την Jana Lebens.

10
Οκτ.
15

Στέπα. Επιθεώρηση ρωσικού πολιτισμού, τεύχος 1, χειμώνας 2014

stepa 1_

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε την πραγματικότητα, μπορούμε να αλλάξουμε τη σχέση μας αυτή. / Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά τον ομορφαίνει. 

Πρόκειται για λόγια της Λιουντμίλας Ουλίτσκαγια, μιας από τις πιο φωτεινές μορφές της σύγχρονης Ρωσίας. Η εβδομηντάχρονη σήμερα συγγραφέας, δοκιμιογράφος και σεναριογράφος δεν έπαψε να βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή κρατικής επιβολής. Μέλη της οικογένειάς υπέστησαν διώξεις από το σταλινικό καθεστώς ενώ η ίδια απολύθηκε από την δουλειά της στο Ινστιτούτο Γενετικής της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ εξαιτίας της συμμετοχής της στο κίνημα των αντιφρονούντων της δεκαετίας του ’60 και του ’70 και της διάδοση υλικού του κινήματος Σαμιζντάντ (διακίνηση χειρογράφων ή δακτυλόγραφων κειμένων  λογοτεχνίας, ποίησης και πολιτικής).

Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya

Φέτος μετά από μηνυτήριες αναφορές ιερών οι ρωσικές αρχές ξεκίνησαν ανακρίσεις ελέγχοντας το περιεχόμενο των βιβλίων της με την κατηγορία της «προπαγάνδας μη παραδοσιακών μορφών ερωτικού προσανατολισμού» μεταξύ ανηλίκων, ενώ η συμμετοχή της σε συνέδριο για τον διάλογο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας οδήγησε στην σχεδόν δημόσια διαπόμπευσή της. Εκτός από την συνομιλία με την συγγραφέα, εδώ δημοσιεύονται δυο κείμενά της, Τα ιερά σκουπίδια (για το ισχυρό δέσιμο με τα πράγματα) και μια μικρή συλλογή σκέψεων (οι αρχές της ζωής της). Η δεύτερη συνομιλία του τεύχους γίνεται με την Βέρα Πάβλοβα, μια από τις αυθεντικότερες ποιητικές φωνές της σύγχρονης Ρωσίας, για την οποία γράφεται ότι μέσα από το έργο της έχει πραγματοποιήσει μια ολόκληρη ερωτική και σεξουαλική επανάσταση στη ρωσική ποίηση.

Vera Pavlova

Το κεντρικό αφιέρωμα του τεύχους αφορά την Χρυσόστομη Άννα Πασών των Ρωσιών, την Άννα Αχμάτοβα, με αφορμή τα εκατόν είκοσι πέντε χρόνια από την γέννησή της. Περιλαμβάνει μια μικρή εισαγωγή, ένα έγγραφο ηγετικού στελέχους της Επιτροπής Κρατικής Ασφάλειας της ΕΣΣΔ προς τον Στάλιν για την αναγκαιότητα σύλληψης της ποιήτριας, ένα εξαιρετικό παλαιό κείμενο του Λεονίντι Γκρόσσμαν που αποτέλεσε εισαγωγική ομιλία σε μια βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια το 1924, άλλα κείμενα των Βαρλάμ Σαλάμοφ και Ιωσήφ Μπρόντσκι και δεκάδες ποιήματα αφιερωμένα σ’ εκείνη (Αλεξάντρ Μπλοκ, Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Αρσένι Ταρκόφσκι, Οσίπ Μαντελστάμ κ.ά.). Το τεύχος κατακλύζεται από δείγματα παλαιότερης και νεότερης ποίησης από τους Αλεξάντρ Μπλοκ – Αντρέι Μπέλι – Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ – Ζιναΐντα Γκίππιους – Μπέλα Αχμαντούλινα – Γιλένα Ισάγιεβα – Ντμίτρι Πρίγκοφ – Αγλαΐα Σολοβιέβα – Μπορίς Ρίζι – Σεργκέι Κρουγκλόφ – Τατιάνα Στσερμπινά – Λαρίσα Μπερεζοβτσούκ…

Anna Akhmatova en 1913

… και μια σειρά κειμένων που καλύπτουν όλα τα φάσματα του λόγου και όλες τις εποχές της ρωσικής σκέψης: ένα δοκίμιο περί ποίησης και πεζογραφίας από τον Ιωσήφ Μπρόντσκι, διηγήματα των Βελιμίρ Χλέμπνικοφ – Αντρέι Πλατόνοφ και Μιχαήλ Ζόσενκο, φιλοσοφία (Βλαδίμηρος Σολοβιόφ: Το ρωσικό εθνικό ιδανικό), θέατρο (Βσέβολοντ Μέγιερχολντ: Οι λογοτεχνικοί προάγγελοι του νέου θεάτρου – Γιούρι Λιουμπίμοφ: In memoriam, Ντονάτας Μπανιόνις: Post Modern), κινηματογράφος (Τζίγκα Βέρτοφ: Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή), βιβλιοθήκη (Νικολάι Ζουμπκόφ: Η βιβλιοθήκη της Σοφίας Γκλιαβόνε – Ποτοτσκάγια), εικαστικά (Ίννα Μπαζούτινα – Όλγα Μπεριόζοβα – Δελλατόλα) κι ένα Επετειακόν για τον Μιχαήλ Λέρμοντοφ.

Philosophers Pavel Florensky and Sergei Bulgakov, a painting by Mikhail Nesterov (1917)_

Και αντιγράφω από το εξαιρετικό εκτενές κείμενο του π. Πάβελ Φλορένσκι για «το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση τεχνών»: το αντικείμενο της τέχνης, αν και θεωρείται πράγμα, ωστόσο κάθε άλλο παρά πράγμα είναι, δεν είναι μια ακίνητη, όρθια, νεκρή μούμια της καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά θα πρέπει να νοείται ως ένα αστείρευτο και παλλόμενο ρεύμα της ίδιας της δημιουργίας, ως μια ζώσα παλλόμενη δραστηριότητα του δημιουργού, η οποία ακόμη κι αν έχει απομακρυνθεί από αυτόν στο χώρο και το χρόνο, εν τούτοις παραμένει αδιαχώριστη από αυτόν, επιμένει να διαχέεται και να παίζει με τα χρώματα της ζωής, μια αέναη ταραγμένη ψυχή.

Τα κείμενα είναι μεταφρασμένα από τον εκδότη του περιοδικού Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη. [σελ. 224]

Στις εικόνες: Lyudmila Evgenyevna Ulitskaya, Vera Pavlova, Anna Akhmatova [1913] και οι φιλόσοφοι Pavel Florensky και Sergei Bulgakov [έργο του Mikhail Nesterov, 1917.

03
Οκτ.
15

Μαρίνα Τσβετάγιεβα – Η ιστορία μιας αφιέρωσης

Tsvetaeva 1

με τίποτα δεν μπορώ να κάψω λευκά χαρτιά. Για να καταλάβει εμένα ο άλλος, πρέπει απλά αυτός ο άλλος να φανταστεί ότι αυτό το χαρτί είναι νόμισμα. Και όταν χαρίζω λευκό χαρτί, η καρδιά μου σκιρτά, όπως σκιρτά η καρδιά άλλων όταν χαρίζουν χρήματα. Είναι σαν να μην χαρίζω ένα τετράδιο, αλλά και όλα εκείνα που θα μπορούσα να γραφτούν σ’ αυτό. Στην κυριολεξία δεν δωρίζω ένα άγραφο τετράδιο, αλλά ένα γεμάτο – το πετάω στην φωτιά! [σ. 17]

«Η ιστορία μιας αφιέρωσης» αρχίζει με την περιγραφή μιας μοναδικής σκηνής. Μια φίλη της ποιήτριας φεύγει για μακρινό ταξίδι και επί ολόκληρα μερόνυχτα σκίζουν και καίνε χαρτιά, επιστολές, συμβόλαια, χειρόγραφα, λευκώματα με αφιερώσεις. Όταν κάποιο έγγραφο κρινόταν πως δεν έπρεπε να καεί, δινόταν στην ποιήτρια και όλη αυτή η διαδικασία της ενέπνευσε σκέψεις για την καταστροφή και την διαφύλαξη της δημιουργίας, για το λευκό που γίνεται γκρίζο και κατόπιν μαύρο, για το σώμα του συγγραφέα που γίνεται στάχτη, για τα ολόκληρα χρόνια δουλειάς που μετατρέπονται σε τέφρα.

Marina_Tsvetaeva_1914

Κι ύστερα η συγγραφέας θυμάται την δική της πείνα για το λευκό χαρτί, που έχει τις απαρχές της στην προσχολική της ηλικία. Ολόκληρη η παιδικότητά της υπήρξε ως μια διαρκής κραυγή για το λευκό χαρτί, που συνήθως δεν της δινόταν, καθώς προοριζόταν για μουσικός και όφειλε να εγκαταλείψει τα άσχημα γραπτά της. Κάποτε ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι διάβασε αδιάκριτα ένας της ποίημα και όλοι γέλασαν, ενώ εκείνη ντροπιασμένη τους μίλησε για την δική τους ντροπή να κλέβουν το τετράδιό της και μετά να γελάνε.

Μα εκείνη δεν έπαψε να αισθάνεται τον «ιερό ψίθυρο» κάθε φορά που έβλεπε μια λευκή σελίδα, άσχετα με τον όγκο όσων έχουν ήδη γραφτεί. Αν υπάρχει τετράδιο, θα γραφτούν στίχοι· δεν μπορούν να μην γραφτούν. Και το ίδιο το τετράδιο είναι ένας ζωντανός ψόγος, μια διαταγή. Η λατρεία του χαρτιού δεν αποτελούσε μόνο την φυσική εξέλιξη εκείνου που υπήρξε από παιδί. Η σκέψη της πήγαινε στο χαρτί αυτό καθεαυτό, ως αγαθό που κάποιος κόπιασε να φτιάξει, μια αξία που δεν πρέπει να καταστραφεί.

Tsvetaeva~

Κι έτσι προτρέπει εμάς τους αναγνώστες της, τότε και τώρα, να δωρίζουμε τετράδια. Και όχι τετράδια όμορφα, πολύχρωμα και δερματόδετα! Η πολυτέλεια προκαλεί παράλυση, ένα συναίσθημα αναξιότητας. Κι έτσι και τότε, η στοίβα των απλών, μπλε τετραδίων της μεγαλώνει. Στην προεπαναστατική Ρωσία είχε τετράδια ταχυδρομικά, από χοντρό χαρτί, με περιθώρια για σημειώσεις. Στην Σοβιετική Ένωση είχε αυτοσχέδια τετράδια, φτιαγμένα με κλεμμένο χαρτί από την υπηρεσία και με επίσης κλεμμένη κόκκινη αγγλική μελάνη. Κι έτσι, στον ζοφερό εκείνο καθεστώς η Τσβετάγιεβα ήταν ήδη προετοιμασμένη, γιατί θα έκανε ό,τι και στην παιδική της ηλικία: θα έκλεβε και θα έφτιαχνε μόνη της.

Η ποιήτρια σχημάτισε μαζί με τον Μαντελστάμ ένα ιδιόμορφο ποιητικό ζευγάρι αμοιβαίας έμπνευσης, αφιερώνοντας ο ένας στον άλλον τα ποιήματα που μόλις είχαν σμιλεύσει από το άυλο υλικό εκείνης της σχέσης. Ταξίδεψαν μαζί ως θερμοί φίλοι και αποχωρίστηκαν όταν εκείνη εγκατέλειψε την νεαρή σοβιετικη Ρωσία για το Βερολίνο, την Τσεχία και το Παρίσι. Η επιστροφή της δεκαοκτώ χρόνια μετά βρήκε την χώρα χωρίς τον ποιητή – τον είχε εξαφανίσει σ’ ένα στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων στην Σιβηρία. Στα χρόνια της αυτοεξορίας της ασχολήθηκε δυο φορές με τον Μαντελστάμ και αυτά ακριβώς τα πολύτιμα κείμενα εκδίδονται στο βιβλίο.

Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Το κείμενο Πόλη Αλεξαντρόφ. 1916. Καλοκαίρι αποτελεί μια μορφή ημερολογίου όπου καταγράφονται, μεταξύ άλλων, οι περίπατοι με τον ποιητή, που ήταν όπως πάντα εκτός τόπου και χρόνου, με τα μάτια του διαρκώς χαμηλωμένα (σεμνότητα; το βάρος των αιώνων; αναρωτιόταν εκείνη), να μην θέλει ούτε περιπάτους να κάνει, να επιθυμεί μόνο να γράφει στίχους. Η Τσβετάγιεβα θυμάται το κατακόκκινο φως του ήλιου, να αποτελεί το μοναδικό αποδεκτό στολίδι των μαλλιών της. Το κείμενο Υπερασπίζοντας το παρελθόν αφορά την απάντησή της στην βιογραφία του Μαντελστάμ και ιδίως στα σημεία που αναφέρονται στην σχέση τους και στην ζωή στο Κοκτεμπέλ – Κι αν ποιητής ήταν πεινασμένος – ένοχος δεν ήταν ο «κακός σπιτονοικοκύρης» Μαξιμιλιάν Βολόσιν, αλλά η κοινή μας σπιτονοικυρά, η γη. Εδώ – στην γη της Ανατολικής Κριμαίας, όπου δεν πάτησε ποτέ το πόδι σας, συγγραφέα των απομνημονευμάτων.

Monument to Marina Tsvetaeva on ArbatΗ απάντησή μου στον Οσίπ Μαντελστάμ ολοκληρώνει την σύνθετη τοιχογραφία αυτής της δύσκολης σχέσης με την οποία συνδέθηκαν αυτοί οι δυο τραγικοί ποιητές, που έγραψαν τέτοια ποίηση μέσα στο σκοτάδι της ζοφερής σταλινικής πραγματικότητας. Η ποιήτρια επιθυμεί να μην αποσιωπηθεί το γεγονός ότι ο ποιητής έμεινε καθαρός στα χρόνια της Επανάστασης· ο Μαντελστάμ δεν υπήρξε επαναστάτης ούτε πριν το 1917 ούτε μετά το 1917· δεν είχε, γράφει η Τσβετάγιεβα, την γενναιότητα να παραδεχτεί τον πολιτικό του μικροαστισμό μέχρι την επανάσταση, ενώ προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ήρωα και εκ προφήτη των υστέρων. Η αμφιθυμία της είναι απόλυτη: από την μια αναρωτιέται πώς μπορεί ο μεγάλος ποιητής να είναι μικρός άνθρωπος και από την άλλη γράφει ότι η πρόζα του διέσωσε την θεϊκότητα και την ανθρωπιά μαζί.

Εκδόσεις s@mizdat, 2014, εισαγωγή – μετάφραση από τα ρωσικά: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, 103 σελ., με 64 σημειώσεις του μεταφραστή.

Και η μετάλλαξη μιας μνήμης, ενός ύμνου, ενός οράματος.

20
Αυγ.
15

Εμβόλιμον, τεύχος 73 – 74, Φθινόπωρο– Χειμώνας 2015

73-74

Ένα ιδιαίτερο αφιέρωμα κατακλύζει σχεδόν ολόκληρο το τεύχος: Ποιείν γένους θηλυκού, ήτοι η ποιητική κατά και μετά το ’80, δια χειρός Γιώργου Σπανού. Πρόκειται για ένα εκτενές κείμενο που για πρώτη φορά παρουσιάζει σε τέτοιο εύρος την ποιητική δημιουργία δεκάδων σύγχρονων ποιητριών, με παρουσιάσεις ποιημάτων, προσωπικές αναγνώσεις, σύντομα και αναλυτικά σχόλια. Διόλου τυχαία το αφιέρωμα προτάσσει τα λόγια της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, πίσω στο 1995: Κάποτε θεωρούσα ότι αν άφηνα την ποίησή μου να είναι «γυναικεία», οι θηλυκές ορμόνες θα γεννούσαν μια μονοσήμαντη τέχνη. Έτσι προσπάθησα να απαγκιστρωθώ από το φύλο για να ασχοληθώ με τις ίδιες τις λέξεις – την κίνησή τους, τη δυναμική τους, τη βαθύτερη διαστρωμάτωσή τους. Σήμερα, που έχω κατανοήσει σε βάθος τον «ανδρισμό» της γλώσσας, νιώθω πλέον ασφαλής μέσα στην θηλυκότητά μου. Αναρωτιέμαι, κάνουν το ίδιο οι άντρες ποιητές;

Πέτρος Ζουμπουλάκης

Μέσα στην «κοραλλιογενή νησίδα των νεώτερων ποιητριών» λοιπόν και με χορηγό την ιδέα και την πρόταση του αθέατου βασάνη ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη, ταυτισμένου με την μακρόχρονη πορεία του λογοτεχνικού περιοδικού Πάροδος, ο Σπανός καταφέρνει όχι μόνο να πλοηγηθεί στο οργανωμένο χάος αυτής της αποστολής αλλά και να μας προσφέρει ένα πλούσιο πανόραμα ποιητικής γραφής και θέασης του κόσμου. Χωρίς βιασύνη μάλιστα, περιλαμβάνει εκτενή εισαγωγή, σκέψεις για την στίξη της μουσικής, για την δίνη και την οδύνη του ιδιωτικού οράματος, για την έμφυλη ποίηση, για τους προσωπικούς του προβληματισμούς σχετικά με το θέμα. Το πολυσέλιδο αφιέρωμα συμπληρώνεται με βιογραφικά και εργογραφικά σημειώματα των ποιητριών.

ΒΔ

Ο Κώστας Θ. Ριζάκης επιμελείται ένα δεύτερο μικρό αφιέρωμα που σημαδοτεί την έναρξη μιας ιδιαίτερης στήλης με τίτλο Οι αθόρυβοι, που θα παρουσιάζει προσεγγίσεις στο έργο άξιων ποιητών και ποιητριών που δεν έχουν ηχηρή παρουσία στα μέσα προβολής αλλά αθόρυβα διακονούν την ποιητική τέχνη. Πρώτη τιμώμενη η ποιήτρια Βίκυ Δερμάνη. Και παρά την έκταση των ειδικών αυτών φακέλων, το τεύχος χωράει και την γνωστή του ύλη, ποίηση [Πίνδαρος (μτφ. Γ. Γεωργούσης), Αλέξιος Μάινας, Συμεών Τσακίρης, Σοφία Παπαχριστοφίλου, Altreza Abbassi], διηγήματα, δοκίμια, εκτενείς κριτικές βιβλίων, ματιές στο παρελθόν και καλλιτεχνική εικονογράφηση, αυτή τη φορά από τον Πέτρο Ζουμπουλάκη.

Στις εικόνες: έργο του εικονογράφου του τεύχους. Πέτρου Ζουμπουλάκη, και η τελευταία ποιητική συλλογή της Βίκυς Δερμάνη (ΑΩ εκδόσεις, 2012)

[200 σελ.]

19
Αυγ.
15

Εμβόλιμον, τεύχος 71 – 72, Άνοιξη – Καλοκαίρι 2014