Posts Tagged ‘Ποδόσφαιρο

30
Απρ.
17

(δε)κατα, τεύχος 48 (χειμώνας 2016 – 2017)

Αφιέρωμα: Παίξτε μπάλα! 

Πέρασε σχεδόν μια σαιζόν όπου προβλήματα υγείας, νοσοκομεία, μετακομίσεις και άλλες απρόσκλητες πλην αναπόφευκτες εκδηλώσεις της ζωής και με προσπέρασαν τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών που με συνέπεια εκδίδονται στην ώρα τους ή εκτός προγράμματος αλλά πάντα με πληθώρα κειμένων παντός είδους και τέχνης του λόγου. Επανέρχομαι λοιπόν πάντα πιστός αναγνώστης τους κι αρχίζω με τα τρία προηγούμενα τεύχη των (δε)κάτων, εφόσον πάντα μπορεί κανείς να τα παραγγείλει στην οικεία διεύθυνση κι ενώ ήδη αυτές τις μέρες βγαίνει στην κυκλοφορία το 49ο τεύχος, με κείμενα γραμμένα από γιατρούς και φαρμακοποιούς, για να δούμε δηλαδή αν και πώς οι θεράποντες ψυχών και σωμάτων μπορούν να μας θεραπεύσουν και με τις λέξεις.

Αλλά το 48ο τεύχος προστάζει Παίξτε μπάλα!, κι αμέσως ανταποκρίνονται δυο ενδεκάδες συγγραφέων που πεζογραφούν το διόλου πεζό άθλημα με ωραίες φάσεις σπουδαίων και άσημων αγώνων αλλά σε κάθε περίπτωση διαχρονικών αναμνήσεων οριστικά φυτεμένων στον σχετικό βαθμολογικό πίνακα. Τιμής ένεκεν, βέβαια, το τεύχος ανοίγει με την μορφή ενός Ουρουγουανού συγγραφέα που γνωρίζει απ’ όλες τις πλευρές τις δυο τέχνες που συνυπάρχουν εδώ. Ο Eduardo Galeano γράφει για το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, όπως άλλωστε τιτλοφορείται το σχετικό δοκιμιακό του βιβλίο από το οποίο και παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα.

«Τα ασημένια εικοσάρικα» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας επιστρέφουν στο 1973, στον αγώνα Φλόγας Αναλήψεως και Α.Ε. Χαριλάου. Σαφώς Ανατολική Θεσσαλονίκη λοιπόν, χωμάτινο γήπεδο, χωρίς κερκίδες, περιφραγμένο με δικτυωτό σύρμα, εστίες με μισοχαλασμένα δίχτυα, τα γνωστά. Ο φακός στρέφεται στον Καλντερίδη, γιό αριστερού και βαριά σταμπαρισμένου Ποντίου, που πληρώνει τα σπασμένα του πατέρα του, κι οι αντίπαλοι οπαδοί τον φωνάζουν εν χορώ μπατίρη. Αλλά εκείνος έχει στη χούφτα του ένα μάτσο ασημένια εικοσάρικα, δανεισμένα από συμπαίκτες και δικούς του οπαδούς, και τους τα ρίχνει στα κεφάλια, ενώ εκείνοι μόλις καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, σιωπούν, βουβαίνονται, κοιτάζονται μεταξύ τους αιφνιδιασμένοι, κι ύστερα πέφτουνε στο χώμα κι αρχίζουν να τα μαζεύουνε γονατιστοί, ταπεινωμένοι, και να τα χώνουνε στις τσέπες τους. Κι είναι πλέον η πορεία του πεπρωμένου, στην συνέχεια, η μπάλα από τα πόδια του να ταξιδέψει ωραία μέχρι να φτάσει στην εστία του αντιπάλου.

Η «Νίκη!» του Φίλιππου Δρακονταειδή είναι ένα παράδειγμα πώς η λογοτεχνία γράφει ατόφιο κεφάλαιο Ιστορίας. Εδώ ο αγώνας γίνεται στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1917), με πρωταγωνιστές το πλήρωμα ενός αγγλικού πλοίου στο γεωργιανό Μπατούμι και τους γηγενείς, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που θρυμματίζει πρωτόκολλα και στερεότυπα και καταλήγει σε μια οργιαστική γιορτή.  Ή πώς μια μέρα που δεν θα την έγραφε η Ιστορία καταλήγει σε μια μέρα που θα έπρεπε να γράψει η Ιστορία. «… Αεθλοφόρος περί τα τέρματα» για τον Γιώργο Μπλάνα είναι ο ίδιος ο πατέρας του, που χάρη στο αφιέρωμα επιστρέφει για να διηγηθεί ξανά με τρόπο ίδιο αλλά και διαφορετικό τις αναμνήσεις του από την ομάδα του, το Αιγάλεω, στα χρόνια του ’50.

Ο Κώστας Ακρίβος μας γνωρίζει «Αλάνες και αλάνια» της δικής του περιοχής, δανείζοντας ένα απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, για να μας περιγράψει έναν αγώνες ζωής και θανάτου ανάμεσα σε νεαρούς Πειραιώτες και Παιδοπολίτες. Ο Βασίλης Τσιαμπούσης διηγηματογραφεί ένα «πέναλντι» στα ξένα, σε συμφραζόμενα κοινωνικά και ερωτικά. Και πόσο «χαμένα» πάνε όσα έκαναν οι παλιοί μάγοι της μπάλας όταν δεν μπορεί σήμερα κανείς να τα δει; Ο «καπετάνιος» του Αλέξανδρου Ασωνίτη («Κοντέ, τον τελικό ή τη ζωή σου») ανακαλύπτει στα διαδικτυακά βίντεο 7 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα ενός σπουδαίου αγώνα αλλά ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά! Σαν να μην έπαιξε ποτέ… Αλλά και πέρα από αυτό, ένα μόνο πράγμα ζητάει: να ξαναγίνει 28 χρονών, όπως τότε, στον τελικό, για μια μόνο μέρα. Όχι μέρα, πολύ είναι η μέρα. Για δυο ώρες μόνο, δυο ωρίτσες. Να ξαναγίνει ο τελικός ακριβώς όπως τότε, ακριβώς. Με φανέλες χωρίς διαφημίσεις και παίκτες στα νιάτα τους χωρίς τατουάζ και βαμμένα αλλόκοτα μαλλιά […] Να ξαναπαίξει τον τελικό, να πάρει το αίμα του πίσω….

Ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά την δική του «Δικαίωση» από την κλασική ανακοίνωση στα μεγάφωνα του γηπέδου, που προκαλούσε πάντα γέλιο: Παρακαλείται ο φίλαθλος κύριος τάδε όπως μεταβεί στο Μαιευτήριον τάδε… Η γυναίκα του γεννάει.  «Το ματσάκι» του Κώστα Καβανόζη έχει δυο αξέχαστες εικόνες: στην μια, η μπάλα φεύγει προς την θάλασσα και ξανοίγεται ως μακριά· στην δεύτερη, οι ελάχιστοι παίκτες ανάβουν τα φώτα δυο αυτοκινήτων και παίζουν μέχρι να φέξει. Ο Δημήτρης Φύσσας στα «Πόδια στις Τρεις Ελιές» αφιερώνει δυο γραμμές στο παιδί που πάντα περισσεύει και μένει απ’ έξω απ’ το παιχνίδι. Ο Ευγένιος Αρανίτσης ιστοριογραφεί την ημερομηνία «31 Μαρτίου 1937» οριστικά και αμετάκλητα σε ποίημα πεζογραφικής ένδυσης, ο Δημήτρης Τζουμάκας βρίσκεται στις κερκίδες μιας «Σφαγής στην Ισπανία», ο Γιώργος Βέης παρακολουθεί «Γκολτζήδες κάτω από τη Σαχάρα» κ.ά.

Μια άλλη ομάδα αθλείται στην ποίηση κι εκεί τα στιγμιότυπα είναι εξίσου θεαματικά. Μεταξύ άλλων, ο John Berryman στιχουργεί για ένα αγόρι που έχασε τη μπάλα, ο Χρίστος Παπαγεωργίου για τις παρενέργειες ενός γκολ, ο Γιάννης Τζανετάκης για τους παλιούς του ήρωες που γερνάνε, αξύριστοι θλιμμένοι αλλά πάντα έτοιμοι να σηκωθούν από τον πάγκο ένα χαμένο να γυρίσουνε παιχνίδι, ο Γιώργος Κεντρωτής αφιερώνει στον Αριστείδη Παπάζογλου που πλην σ’ / απείρων ελιγμών ορμή είχε δείξει / ειρμούς κρυφούς (πριν απ’ τον Κρόιφ) είρων /και δίκαιος και μέγας – ο Αριστείδης, ο Λευτέρης Πούλιος βλέπει κάποιους άλλους να παίζουν μπάλα με το ίδιο το ποδόσφαιρο, ο Δημήτρης Καλοκύρης, πάντα αιφνίδιος, αναμεταδίδει ένα άλλο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, κάπου μακριά από εδώ, όπου θέλουμε δε θέλουμε είμαστε όλοι καλεσμένοι.

Στα δοκιμιακά κείμενα, μεταξύ άλλων, ο Robert Birnbaum μας υπενθυμίζει δέκα βιβλία για το ποδόσφαιρο, χάρη σε δημοσίευμα του Αθηναϊκού  Πρακτορείου Ειδήσεων διαβάζουμε για το ποδόσφαιρο στα χρόνια της αντίστασης, η ομάδα του obrero.gr θυμάται την καλτ ομάδα της Εθνικής Βουλγαρίας 1993 – 1994 και ο Δημήτρης Κωστόπουλος ανθολογεί «Λόγια της μπάλας» και μας θυμίζει πως ο Κωστής Παπαγιώργης, πιστός μελετητής του ποδοσφαίρου, έγραφε στα Σιαμιαία και ετεροθαλή ότι όπως οι θυσίες των Χριστιανών δεν ήταν απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού αλλά μονάχα της πίστης τους γι’ αυτόν, έτσι και η θρησκευτική προσκόλληση του οπαδού δεν αναδεικνύει την όποια θετική αξία του ποδοσφαίρου αλλά μόνο την παθιασμένη του ανάγκη να παραδοθεί σε κάτι.

Θεαματικότατο τεύχος!

[σ. 180]

Στις εικόνες: Δεληκάρης και Λοσάντα περιμένουν τον λογοτέχνη τους / Ένα παιδικό μου παιχνίδι, ακριβώς την εποχή που το γνώρισα / Κατάκοποι αλλά εμφανώς ικανοποιημένοι οι παίκτες του Αιγάλεω φωτογραφίζονται αμέσως μετά την λήξη ενός ιστορικού αγώνα κατάταξης, στο γήπεδο της Ριζούπολης. Ο Γιάννης Μπλάνας άνω αριστερά. / Αριστείδης Παπάζογλου, 1964, στον αγώνα Ολυμπιακού – Εθνικού 1-0, με γκολ δικό του. Η φωτογραφία από εδώ.

Advertisements
30
Μαρ.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 177. Γιώργος Κεντρωτής

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Ορίτζιναλ μαϊμούδες» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2016). Περιλαμβάνει 144 ποιήματα: 72 δικά μου (ορίτζιναλ) και 72 μεταφράσεις (μαϊμούδες).

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Είναι και δύσκολο, είναι (κρίνω) και περιττό. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία. Για όλα θα μπορούσα να πω πολλά – οπότε είναι καλύτερο (το αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι) να μην πω τίποτα. Μπορώ απλώς να αναφέρω ότι, παρ’ όλο που γράφω ποιήματα από πολύ νεαρή ηλικία, την πρώτη ποιητική συλλογή μου τη δημοσίευσα το 2006: «Με απ’ όλα μέσα» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006). Παρ’ όλο που έχω συγγράψει πολλά βιβλία, ποτέ δεν βιάστηκα να δημοσιεύσω κάτι. Όλα έγιναν στον καιρό τους. Γι’ αυτό και δεν έχω «μετανιώσει» για καμία έκδοσή μου.

Γράψατε κάποτε το έξοχο μυθιστόρημα «Βικέντιος Καρμπονάρος. Ο συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου». Γιατί δεν συνεχίσατε να μυθιστοριογραφείτε;

Πριν από τον «Συνονόματο» είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Το βάφτισμα». Είχα φτάσει 1200 σελίδες και ήμουν σχεδόν στην αρχή – το σταμάτησα! Δεν έβγαινε πουθενά. Κατόπιν ήρθε ο «Συνονόματος».  Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ – απλώς χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής χρειάστηκε να «αλλάξω» όνομα και να «υποκριθώ» τον επιμελητή της έκδοσης. Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε. Το λέω αυτό, γιατί το βιβλίο αυτό πέρασε «κριτικώς» απαρατήρητο.  Όσοι το διάβασαν (όπως εσείς) μου είπαν / έγραψαν από καλά έως πάρα πολύ καλά λόγια. Αυτό με παρωθεί να καταπιαστώ επί τέλους με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Το τριήμερο». Το σέρνω από το 2008, αλλά δεν το αποφασίζω…

Αποτελείτε μια σπάνια περίπτωση λογοτέχνη που έχει γράψει βιβλία για μια αθλητική ομάδα, τον Ολυμπιακό. Τι βιβλία είναι αυτά;

Το ένα από αυτά (το «45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους» από τις εκδόσεις Δίαυλος) το χαρακτηρίζω «μυθιστόρημα» – υπό όρους, μάλιστα, είναι! Κατ’ ουσίαν όμως, πρόκειται για ένα ιδιότροπο δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από το 1958 που γεννήθηκα μέχρι το 2003, που έγινα 45 χρονών. Την αφορμή της συγγραφής μού την έδωσαν οι νίκες που κατήγαγε μέσα σε τούτα τα 45 χρόνια η αγαπημένη μου ομάδα, ο Ολυμπιακός, επί του αιώνιου αντιπάλου του, του Παναθηναϊκού. Έχω συγγράψει επίσης ένα σύντομο και ιστορικού περιεχομένου βιβλίο με τίτλο «Το Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού» και έχω συμμετάσχει σε πέντε κοινές εκδόσεις με θέμα τον Ολυμπιακό. Αγαπώ τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον Ολυμπιακό. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς από μικρό παιδί σε όλα τα σπορ. Μου έχει χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις – χαρές και λύπες. Μου έχει μάθει τη ζωή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κατά βάση ποιήματα. Αλλά έχω εκδώσει και πεζά και δοκίμια. Μεταφράζω και εκδίδω ποιήματα, πεζά, δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχω ασχοληθεί και με την επιμέλεια και έκδοση παλαιών κειμένων. Γενικώς με ενδιαφέρουν όλα τα είδη γραφής. Δεν μπορώ ούτε να εξάρω ούτε να αποκλείσω κάποιο από αυτά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω τα χούγια μου! Σχεδόν ποτέ δεν μεταφράζω ποίημα στο σπίτι! Πάντα σε καφενεία – σε χώρους γνωστούς μου, άκρως φιλόξενους. Ποιήματα έχω μεταφράσει και στα καφέ του Γηπέδου Καραϊσκάκη.  Όταν μεταφράζω ποίηση δεν θέλω ησυχία. Αντιθέτως επιζητώ τη δυνατή μουσική και τη φασαρία. Στο σπίτι μεταφράζω κατά βάση πεζά και φιλοσοφικά κείμενα. Εκεί βάζω να παίζει κλασική μουσική. Στην ανάγνωση η μουσική δεν με ενδιαφέρει: διαβάζω και με και χωρίς μουσική. Είμαι μουσικόφιλος πάντως, και διαθέτω πολύ μεγάλη δισκοθήκη. Τα βιβλία μου και οι δίσκοι μου είναι όλη η περιουσία μου. Τα λαϊκά τραγούδια από όλον τον κόσμο, το τάνγκο, οι ναπολιτάνικες καντσονέτες, το ροκ της δεκαετίας 1965-1975, ο Βέρντι, ο Μπραμς, ο Σοστακόβιτς ανήκουν στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όπως είπα, μου αρέσει να γράφω έξω. Στην Αθήνα τα συγγραφικά στέκια μου είναι «Πόρτες» στο Νέο Ψυχικό (είναι κοντά στο σπίτι μου) και το παλιό «Dolce», νυν «Φίλιον» (στο κέντρο, στην οδό Σκουφά). Στην Κέρκυρα πηγαίνω σε 4-5 μέρη εναλλάξ, αλλά αγαπώ και το «Lunatico» στην πλατεία του παλιού Ψυχιατρείου. Εκεί έχω παρέα και πολύ αγαπημένα φιλαράκια μου: τον Μπάμπη, τον Μένιο, τον Λυκούργο, τη Τζούντυ – τα σκυλάκια που συχνάζουν εκεί.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία -παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Το κάνω ήδη. Γράφω για τον Δημήτρη Αρμάο – φίλο, ποιητή, άνθρωπο του βιβλίου, συνοδοιπόρο στις αναγνώσεις και στις μεταφράσεις. Μακάρι να ήταν στη ζωή και ας μην έγραφα τίποτα γι’ αυτόν…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά και η μικρή επιλογή είναι διαχρονική. Από τους δικούς μας: Σολωμός, Καβάφης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Πατρίκιος από τους ποιητές. Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Πολίτης, Μπακόλας, Βαλτινός από τους πεζογράφους. Σκαρίμπας – ποιητής και πεζογράφος. Από τους ξένους θα αναφέρω ενδεικτικά πέντε συγγραφείς του 20ού αιώνα: Μαγιακόφσκη, Παβέζε, Μπρεχτ, Μπόρχες, Παζολίνι. Ο αγαπημένος μου ποιητής: ο Κάρολος Μπωντλαίρ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Από τα ξένα έργα: «Τα άνθη του κακού» (Μπωντλαίρ), «Πόλεμος και ειρήνη» (Λέων Τολστόη), «Τα παιδιά της ζωής» (Παζολίνι), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (Μούζιλ), «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Μπέκετ) και μέγα πλήθος άλλων. Από τα δικά μας: «Το κιβώτιο» (του Αλεξάνδρου), «Η φόνισσα» (του Παπαδιαμάντη), «Η πάπισσα Ιωάννα» (του Ροΐδη), «Στου Χατζηφράγκου» (του Κοσμά Πολίτη), «Με το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον» (του Γιάννη Πάνου).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Παβέζε, του Μπόρχες. Το «Θείο τραγί» του Σκαρίμπα και «Η κάθοδος των εννιά» του Βαλτινού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Παρακολουθώ στενά την πορεία της ποίησης στην πατρίδα μας. Με κάποιους ποιητές αναγνωρίζω συγγένεια, με κάποιους μας χωρίζουν πολλά. Να μερικά ονόματα – εντελώς ενδεικτικά: Αγγελής, Καψάλης, Κοσμόπουλος, Κουτσουρέλης, Λαλιώτης, Λουκίδου, Παπαλεξάνδρου, Στρούμπας… Ο Χρήστος Βάθης έβγαλε στη δεκαετία του ’80 τη «Μάγια σκιά» (εκδόσεις Διάττων) και έκτοτε –ποιητικώς– ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Την πεζογραφία δεν την παρακολουθώ τόσο στενά, γι’ αυτό και θα αναφέρω μόνο το όνομα του Γιάννη Παλαβού. Από τους θεατρικούς συγγραφείς επιλέγω τον Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο «Ομπλόμωφ» του Ιβάν Γκοντσάρωφ! Τρεις φορές έχω διαβάσει το ομώνυμο μυθιστόρημα και πάντοτε νιώθω χαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Μαριάμπα» του Γιάννη Σκαρίμπα!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω σχεδόν όλα τα περιοδικά – και τώρα και από παλιά. Κρίνω ότι συμβάλλον θετικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας μας. Με πολλά από αυτά συνεργάζομαι τακτικότατα, οπότε δεν τίθεται θέμα «αγαπημένου». Για να απαντήσω, όμως, στην ερώτησή σας, θα πω ότι μου λείπουν η «Λέξη» και ο «Χάρτης», δύο εξαιρετικής ποιότητας περιοδικά, με τα οποία ποτέ δεν συνεργάστηκα, παρά τις άριστες σχέσεις μου με τους εκδότες τους.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω διαγωνίως τις παρουσιάσεις στα διάφορα έντυπα. Σπανίως παρουσιάζουν, πάντως, ενδιαφέρον. Συνήθως αναπαράγονται τα «δελτία τύπου» των εκδοτών – όταν δεν πρόκειται για «δημόσιες σχέσεις». Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Οι ολιγάριθμες εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν τον κανόνα. Μπορεί να κακοχαρακτηρισθώ, αλλά δεν παρακολουθώ αυτού του είδους την «ξεπεταχτική» κριτικογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω και μεταφράζω, όπως ήδη είπα, ποίηση σε καφενεία. Συστηματικά δε, επί δεκαετίες! Είναι τόσο πολύ ρουτινιάρικο αυτό (με την καλή έννοια του όρου) που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον να πω τίποτα. Και επειδή με τα γραπτά μου είμαι πολύ προσεκτικός, θα σας πω ότι ούτε τον καφέ δεν έχω χύσει ποτέ στα χαρτιά μου, για να είναι το γεγονός «αξιομνημόνευτο». Μια φορά στο τρόλεϋ είχα δει κάποιον να διαβάζει τους «Αγροίκους» του Παβέζε, που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τον ρώτησα, τάχα με απορία, τάχα αδιάφορα, αν παρουσιάζει ενδιαφέρον το μυθιστόρημα και μου είπε ότι η μετάφραση είναι πάρα πολύ τολμηρή, «σαν περίεργο πρωτότυπο». Τον ρώτησα ποιος το έχει μεταφράσει. Γύρισε στη σελίδα 5, διάβασε το όνομά μου και μου το είπε παρατονισμένο μάλιστα: «Κεντρώτης». Τι να σας πω: το είχα ευχαριστηθεί πολύ!

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω από τα 18 μου χρόνια ανελλιπώς. Αισίως άγω το 59ο έτος της ηλικίας μου. Ο μεταφραστικός τρόπος μου είναι η αυστηρότητα και η προσοχή μου. Δεν αφήνω ποτέ τίποτα έξω από τη μετάφραση, δεν «παρακάμπτω» ποτέ τίποτα. Μου λένε ότι τα μεταφράσματά μου είναι «ιδιότυπα» ή «χαρακτηριστικά». Αυτός είναι εμένα ο έπαινός μου! Η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού» – άρα ο μεταφραστής πρέπει να «διακρίνεται», να «ξεχωρίζει». Η μετάφραση, αν είναι και όσο είναι τέχνη, δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη του δημιουργού της. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «απρόσωπη» ή «αντικειμενική» μετάφραση. Δεν έχω μεταφράσει ποτέ κείμενα που δεν μου αρέσουν. Όλα μου τα μεταφράσματα είναι δικής μου επιλογής και ανάγονται σε δικά μου ενδιαφέροντα. Μπορεί κάποια από τα ενδιαφέροντά μου να έχουν ατονήσει μέσα μου με τα χρόνια, αλλά δεν έχουν σβηστεί. Μεταφράζω συγγραφείς που αγαπώ… που με ενδιαφέρουν τουλάχιστον με την προσωπικότητά τους… που με «καλλιεργούν»… που μου δίνουν ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα… που με πάνε παραπέρα… παραπάνω. Ουδέποτε μετάφρασα κάτι «επαγγελματικά» ή «ξεπεταχτιδίστικα». Ούτε θα το κάνω!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν και θα μπορούσα να σας απαντήσω με ένα «όλες», που θα ανταποκρινόταν και στα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα προβώ σε επιλογή! Πιο πολύ με δυσκόλεψε η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο (εκδόσεις Gutenberg 2015), διότι έπρεπε να καλέσω στο χαρτί πολλά είδη γνώσεων και επιστημών, προκειμένου να συνεργασθούν. Η πιο μεγάλη δυσκολία από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά. Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος.

Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Η μετάφραση που πιο πολύ έχω ευχαριστηθεί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα: είναι «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Τόσο πολύ την ευχαριστήθηκα που έκατσα και έγραψα και έναν επίλογο, που υπολογίζω ότι θα καλύπτει κοντά στις 350 σελίδες. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει –με το καλό– από τις εκδόσεις Gutenberg ως τα τέλη του 2017.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θα ήθελα να συστήσω το «Βιργιλίου θάνατος» του Χέρμαν Μπροχ (Gutenberg 2000), το «Στα χθόνια δώματα» του Πάμπλο Νερούδα (εκδόσεις Ύψιλον 2007),  και το «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή» (Gutenberg 2014), που είναι η μετάφραση του Ε΄ βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, με ποιήματα ερωτικά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα αναφερθώ σε τρεις «αρνητικές» περιπτώσεις. Από την ιστορία της μετάφρασης έργων του Ρόμπερτ Μούζιλ θυμάμαι τον «ζήλο», τον «φανατισμό», με τον οποίον είχα επιδοθεί. Σε κάποιους δεν άρεσε η ενασχόλησή μου και προσπάθησαν να μου αμαυρώσουν τα μεταφράσματα, ακόμα και αν δεν ήξεραν το βασικότερο: γερμανικά! Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βιργιλίου θάνατος» του Μπροχ. Στην πρώτη περίπτωση, εν έτει 1987, είχα απαντήσει γραπτώς και εξαντλητικά από τις στήλες του περιοδικού ΑΝΤΙ και είχα ξεκάνει τον «αντιρρησία» – δεν ήταν, πάντως, και ιδιαίτερα δύσκολο, διότι «δεν φέλαγε» όπως λένε στο χωριό μου. Στη δεύτερη περίπτωση (ούτε εδώ ο κριτής εγνώριζε καθ’ ομολογίαν του γερμανικά) δεν καταδέχτηκα να απαντήσω στο κακόβουλο δημοσίευμα που φιλοξενήθηκε σε «σαλόνι» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ. Μετά από μερικά χρόνια το έφερε η συγκυρία να συνυπάρξω κάπου με τον «κριτικό», ο οποίος, προβαίνων σε αλλεπάλληλα καραγκιοζιλίκια, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποια συγγνώμη εκ μέρους μου. Εννοείται ότι δεν έλαβε τίποτα. Τρίτη περίπτωση, πάλι με τα γερμανικά στη μέση. Όταν μετέφρασα τη «Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» του Μπρεχτ (Gutenberg 2014) κάποιοι ξεβολεύτηκαν (αλήθεια γιατί;), αλλά περιορίστηκαν σε προφορικά σχόλια, που φτάνανε ώς τ’ αφτιά μου. Περιορίστηκα σε όλες τις περιπτώσεις σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μακροθυμία, καλέ μου φίλε! Μακροθυμία! Κανείς δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να γράψει ή να μεταφράσει ό,τι τραβάει η ψυχή του. Στην εποχή του διαδικτύου, μάλιστα, εκδίδονται τα πάντα ακόπως. Οπότε όποιος γουστάρει ό,τι γουστάρει μπορεί να το κάνει. Και δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ούτε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Νομίζω ότι από άλλη αφορμή έχω απαντήσει στις ερωτήσεις σας, αλλά μιας και ρωτάτε, θα ήθελα να προσθέσω τούτο. Αγαπώ πολύ τη μουσική – όλα τα είδη μουσικής, αρκεί να πρόκειται για μουσική και όχι για ήχους ατάκτως ερριμμένους. Θα γράψω μόνο ονόματα, όπως που έρχονται. Μάρκος Βαμβακάρης και Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, Γιώργος Μουφλουζέλης, Νίκος Ξυλούρης, Μανώλης Μητσιάς, Βίκυ Μοσχολιού, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μαίρη Λω, Κούλα Νικολαΐδου, Τάσος Χαλκιάς, Γιώργος Παπασιδέρης, Κάρλος Γαρδέλ, Ιμπέριο Αρχεντίνα, Ασουκένα Μαϊσάνι, Ανδριάνα Βαρέλα, Αταουάλπα Γιουπάνκι, Ρομπέρτο Μούρολο, Ρόζα Μπαλιστρέρι, Οτέλλο Προφάτσιο, Γκίζελα Μάυ, Βολφ Μπίρμαν, Τράφικ, Άνιμαλς, Τεν Γίαρς Άφτερ, Μπενιαμίνο Τζίλι, Τζουζέπε Ντι Στέφανο, Ζωρζ Μπρασένς, Πατασού, Μονίκ Μορελί – και χίλιοι άλλοι!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ έχουν ήδη μεταφραστεί από εμένα. Ποτέ δεν μετέφρασα έργο ή συγγραφέα που δεν μου άρεσε.  Έχω ετοιμάσει περίπου 20 μεταφράσεις που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Καλά να είμαστε και θα εκδοθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Θέλω να μεταφράσω τα σονέτα του Γκουίντο Καβαλκάντι και μια επιλογή από τα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Στην Ελλάδα έχω αρνητική εμπειρία από την «κριτική» των μεταφράσεων.  Όταν δεν είναι «λαθολογία», γίνεται αδιάφορη «γενικολογία», όπου και συνήθως διαβάζουμε ότι «ο μεταφραστής απέδωσε με ευαισθησία και γνώση όλες τις πτυχές του πρωτοτύπου»… Όταν διαβάζω τέτοια πράγματα, σχηματίζω την εντύπωση ότι ο «κριτικός» μπορεί να μην έχει πιάσει καν στα χέρια του το βιβλίο που «κρίνει».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ουδέποτε είχα προβλήματα. Έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με τον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο, με τη Μαρία Ράμμου, με τον Θανάση Χριστοδούλου, με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, με τον Ηλία Καφάογλου, με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει διόρθωση και επιμέλεια. Εξ άλλου κι εγώ έχω εργασθεί ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, οπότε…

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ομολογώ όχι! Μάλλον δεν με συμπαθούν… Ο Βιργίλιος ως προσωπικότητα έχει, πάντως, στοιχειώσει τη ζωή μου. Τον μελετώ με ιερό φανατισμό.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι διδάκτωρ νομικής,καθώς έχω συγγράψει διδακτορική διατριβή στο Διοικητικό Δίκαιο στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης. Η εν γένει κουλτούρα μου είναι επηρεασμένη από τη νομική σκέψη. Άρα και ο τρόπος γραφής μου μετέχει και της νομικής παιδείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλιότερα ήμουν δικηγόρος. Από το 1994 μέχρι σήμερα είμαι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκω «Θεωρία και πράξη της μετάφρασης», «Νεοελληνική λογοτεχνία» και «Μετάφραση νομικών κειμένων από τα γερμανικά στα ελληνικά».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω λατινοαμερικανούς ποιητές, κυρίως από την Αργεντινή. Γράφω ποιήματα. Μεταφράζω το «Ασματολόγιο» («Canzoniere») του Πετράρχη και την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν είμαι φίλος ή συστηματικός θεατής του κινηματογράφου και του θεάτρου. Μου αρέσει ο Παζολίνι και ο Βάιντα. Από τους θεατρικούς συγγραφείς αγαπώ τον Μπέκετ και τον  Ίψεν. Εννοείται ότι έχω διαβάσει πολύ καλά τους τρεις κορυφαίους έλληνες τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Εξ άλλου έχω μεταφράσει τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και τι να την κάνω την αιώνια νιότη; Εξ άλλου ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ζωής. Μπα, δεν θα το δεχόμουν – πέραν του ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται! Εύχομαι πάντως «καλά ξέτελα»!

Περί Ολυμπιακού

Πώς γίνατε οπαδός του Ολυμπιακού; Πώς αρχίσατε να γράφετε για την ομάδα; Υπάρχει κάποιο μυθιστόρημα ή άλλο έργο που θα θέλατε να γράψετε για τον Ολυμπιακό; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο κείμενο άλλου δημιουργού με λογοτεχνικές αρετές αφιερωμένο στην ομάδα;

Θυμάμαι τον εαυτό μου ως οπαδό του Ολυμπιακού από το 1963. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής νικήσαμε τον Παναθηναϊκό με 5-3 μέσα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε αγώνα Κυπέλλου. Για τον Ολυμπιακό άρχισα να γράφω με την προτροπή του αείμνηστου φίλου μου Παναγιώτη Γαρίδη, που από τις εκδόσεις Δίαυλος εξέδωσε το «Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού». Έχω γράψει δύο βιβλία για τον Θρύλο και έχω συμμετάσχει σε άλλες πέντε ομαδικές εκδόσεις. Θέλω να γράψω κείμενα για τον Ανδρέα Μουράτη και τον Γιώργο Σιδέρη. Έχω όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αγαπημένη μου ομάδα. Ξεχωρίζω το «Μίλα μου για τον Θρύλο» του Νίκου Μαυρωνά, εκδεδομένο ομοίως από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Μπορείτε να αναφέρετε μια αξέχαστη στιγμή της ομάδας σας από κάθε δεκαετία, στιγμή που έμεινε εντυπωμένη στην μνήμη σας;

Θα σας αναφέρω μόνο μία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1987 ο Ολυμπιακός είναι προτελευταίος στη βαθμολογία με 6 βαθμούς  σε 11 αγώνες. Στο ΟΑΚΑ έχουν συρρεύσει 61.000 θεατές. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Ήμουν στη Γερμανία, μεταπτυχιακός φοιτητής. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι εγώ περιμένω το κορίτσι μου, την Πολυξένη –που είχε την «ατυχία» να γίνει σύζυγός μου αργότερα– να έλθει να γιορτάσουμε μαζί. Από το αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης την παίρνω και ανεβαίνουμε τραινάτοι σε κάτι γερμανούς φίλους στον Βορρά, στο Αμβούργο. Όταν φτάσαμε, ανοίγουμε τη βαλίτσα της, τακτοποιούμε τα πράγματά της, και κατόπιν ανοίγουμε και τη βαλίτσα μου, από όπου προς μεγίστην έκπληξή της βλέπει να βγάζω ένα ραδιόφωνο ικανού όγκου, μια μπακατέλα του κερατά, που έπιανε βραχέα και το είχα για να ακούω τα ματς του Θρύλου. Παρακαλώ τον οικοδεσπότη μας (έναν ευγενέστατο κύριο μιας κάποιας ηλικίας) να με «πετάξει» ώς το Μπλανκενέζε που ήξερα ότι έχει «μεγάλο άνοιγμα» (μια ώρα δρόμος από το Ποπενμπύτελ, όπου μέναμε) για να «πιάνει καλύτερα το ράδιο».

Τί να κάνει ο άνθρωπος, με πήγε – παρά τις έντονες αποτρεπτικές κουβέντες της κυρίας μου και τα συνακόλουθα «μούτρα». Και όχι μόνο με πήγε ο καλός εκείνος άνθρωπος, αλλά και έκατσε σε ένα ωραίο ημιυπαίθριο καφέ και με περίμενε μέχρι να τελειώσει το ματς με την Παναχαϊκή, διασκεδάζοντάς το κιόλας, καθώς αυτός έπινε τις μπυρούλες του (χειμωνιάτικα…) κι έβλεπε εμένα να παρακολουθώ το ματς μέσα από έναν καταιγισμό από «αγγγγγκτ… γτγτγτγτρκρτφζξθγ… κλτρμνγργργρμρψταπλ… γτκτρμντγρκδρτα»! Και από κοντά μου ήσαν και δυό άλλοι πατριώτες (ναι, και γαύροι) που είχαν βρεθεί τυχαία εκεί ως τουρίστες, και είχαν αφήσει τις παρέες τους σύξυλες για ν’ αφοσιωθούν και αυτοί στην ακρόαση. Το τί έγινε στα γκολ είναι πέραν πάσης περιγραφής. Στο 1ο κιόλας λεπτό ο Τάσος Μητρόπουλος και στο 70ό ο Σάκης Μουστακίδης ήσαν οι σκόρερ. Ο γερμανός φίλος μου (λάτρης του φολκλόρ, όπως άλλωστε όλοι οι Γερμανοί) το κατευχαριστήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο «πράμα». Ούτε του είχε τύχει να δει ποτέ τρία αφτιά στριμωγμένα και κολλημένα σε ένα ράδιο της συμφοράς να ακούνε ποδόσφαιρο. Πάντα μαθαίνει κανείς νέα πράγματα, πάντα σε περιμένουν νέες εμπειρίες – λέω… Γι’ αυτό και είναι ωραία η ζωή!

Εικονίζονται: ελάχιστα από τα βιβλία που συνέγραψε ή μετάφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής, Charles Baudelaire, ένα αγαπημένο του βιβλίο, ένας αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας, Νεμέα 1973, Giambattista Vico, Hermann Broch, ένας δίσκος της Imperia Argentina, ένα χαμόγελο του Carlos Gardel, o φιλοξενούμενος σε μια εποχή που δεν γνώριζε κανέναν από τους παραπάνω και Γιώργος Σιδέρης.

Σημείωση: Το Πανδοχείο προειδοποιεί: οι εικόνες μπορεί να εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, κατά το κοινώς λεγόμενον ροτέισον.

06
Φεβ.
16

Θανάσης Κάππος – Το ποδόσφαιρο και η αριστερά

Κάππος_

Αριστεροί εξτρέμ, μέσοι και αγωνιστές

Ήμουν ο μοναδικός, που δεν τον χαιρέτισα. Είχα φόβο, αλλά έπρεπε να το κάνω. Ακολούθησε σιωπή μερικών δευτερολέπτων. Αυτή η σιωπή κράτησε, αιώνες για μένα…

… έλεγε ο Κάρλος Καζέλι, «ο βασιλιάς του τετραγωνικού μέτρου» στα γήπεδα αλλά κυρίως «ο άνθρωπος που δεν χαιρέτησε τον Πινοσέτ». Και δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το προσκλητήριο των αριστερών που αγωνίστηκαν τόσο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα όσο και στα πεδία της πολιτικής και των ιδεών. Ο Καζέλι αποτέλεσε το βασικό επικοινωνιακό όπλο του «Μετώπου του Όχι», στο δημοψήφισμα του 1988 κατά της δικτατορίας του Πινοσέτ, το οποίο οδήγησε στις πρώτες από το 1973 ελεύθερες εκλογές στη χώρα και στη φυγή του δικτάτορα από την εξουσία. Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο αποτελούσε τον κατεξοχήν μέσο για τη στήριξη φασιστικών δικτατοριών, απέκτησε το παρατσούκλι ο «κόκκινος», υπερασπίστηκε δημόσια τις θέσεις του και πρόβαλε την αντίθεσή του στο καθεστώς. Στην κορυφαία εκτός αγωνιστικών χώρων στιγμή του αρνήθηκε ως μέλος της εθνικής ομάδας να χαιρετήσει τον Πινοσέτ.

Caszely- Pinochet_

Ο Καζέλι συμμετείχε και στην γελοία ρεβάνς με τους Σοβιετικούς, το πιο παθητικό παιχνίδι στην ιστορία, όπως το χαρακτήρισε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο αγώνας θα γινόταν στο στάδιο Νασιονάλ, τόπο συγκέντρωσης και μαρτυρίων αριστερών και προοδευτικών πολιτών της χώρας, που τώρα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε πραγματικό γήπεδο ποδοσφαίρου – εκεί είχε εκτελεστεί ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τσαρλς Χόρμαν ενώ όχι μακριά, στο στάδιο Τσίλε του Σαντιάγκο είχε χτυπηθεί μέχρι θανάτου ο Βίκτορ Χάρα. Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν να παίξουν στο γήπεδο, το αίτημα δεν έγινε δεκτό από την FIFA και δεν κατέβηκαν στο παιχνίδι· έτσι οι Χιλιανοί βγήκαν μόνοι τους στον αγωνιστικό χώρο, σκοράροντας σε άδεια εστία. Ο Καζέλι θυμάται πόσο φοβήθηκαν οι παίκτες βγαίνοντας σ’ έναν χώρο γνωρίζοντας πως πολλοί από τους φίλους του είχαν βασανιστεί και δολοφονηθεί.

Salvator Allente Carlos Caszely

Το ενδιαφέρον της Ρεάλ Μαδρίτης ατόνησε μόλις μαθεύτηκε πως ήταν υποστηρικτής του Αλιέντε ενώ το 1977 αποκλείστηκε από την Εθνική, κατόπιν πιέσεων του προέδρου της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας κι έχασε το (ούτως ή άλλως κατάπτυστο) Μουντιάλ του 1978. Έχει ήδη γίνει ο μισητός παίκτης της χιλιανής Δεξιάς. Όπως έγραψε ο ποιητής και δημοσιογράφος Χόρχε Μοντεαλέγκρε: Στη μνήμη μας, η υποστήριξη στον πρόεδρο Αλιέντε, στον Κορβαλάν, στην Γκλάντις Μαρίν και στον Βολόντια Τεϊτελμπόιμ στις τελευταίες ελεύθερες εκλογές της Χιλής ήταν τα πάντα. Η μεγάλη του αξία εντός και εκτός γηπέδων «κέρδισε» το μίσος της Δεξιάς. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; 

Ewald Lienen_

Αριστερό εξτρέμ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένας ήρωας της παιδικής μου ηλικίας: ο Έβαλντ Λίνεν, το εντεκάρι της Γκλάντμπαχ (με την ούτως ή άλλως εντυπωσιακή για μένα τότε ονομασία Borussia Muenchen Gladbach)· ένας δαιμόνιος ακραίος που κατηγορήθηκε για κομμουνιστική προπαγάνδα κι έτσι δεν έπαιξε ποτέ στην Εθνική Δυτικής Γερμανίας. Όταν έπαιζε στην Γκλάντμπαχ που θριάμβευε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μάζευε υπογραφές για να σώσει από την απόλυση έναν δάσκαλο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Από την ίδια εποχή θυμάται έναν πολιτικός που τον συμβούλευε να κοιτάει το ποδόσφαιρο και να μην ασχολείται με τα πολιτικά. Όσο θεριό ήταν ως έξω αριστερά τόσο σεμνός ήταν απέναντι στον κόσμο: αντί για αυτόγραφο μοίραζε κάρτα που έγραφε «η υπογραφή μου δεν αξίζει περισσότερο από την δική σας».

Maradona Boca_

Στην επαρχία Κοριέντε, στον τόπο δηλαδή της καταγωγής του, ο Μαραντόνα, έχτισε και συντηρούσε από το 1985 και για πολλά χρόνια, σαράντα σχολεία, πληρώνοντας ακόμα και τους δασκάλους, τα οποία στη συνέχεια τα παρέδωσε στο κράτος και τελικά, δυστυχώς, καταστράφηκαν. Ο Μαραντόνα είχε οργανώσει μια τεράστια εκδήλωση ενάντια στον Τζορτζ Μπους από το Μαρ ντελ Πλάτα, τετρακόσια χιλιόμετρα νότια του Μπουένος Άιρες ξεκίνησε μια σιδηροδρομική διαδήλωση· ο συρμός άρχισε μ’ ένα βαγόνι και σε κάθε σταθμό αποκτούσε ακόμα ένα, φτάνοντας στην πρωτεύουσα με ογδόντα βαγόνια. Τις ιστορίες του μας θυμίζει ο Χουάν Ραμόν Ρότσα, για να καταλήξει στον Λιονέλ Μέσι, «ένα παιδί με αριστερό τρόπο σκέψης και μεγάλη κοινωνική δράση στην Αργεντινή, η οποία δεν έχει γίνει ευρέως γνωστή» και στον Κάρλος Τέβεζ.

Carlos Tevez

Ο Τέβεζ, έχει δικαιωματικά τις δικές του σελίδες στο βιβλίο. Ο επονομαζόμενος Απάτσι, μεγάλωσε στο Φουέρτε Απάτσι, μια μικρή συνοικία στα δυτικά του Μπουένος Άιρες, με κάθε μορφής παράβαση στην ημερήσια διάταξή της. Εδώ η αστυνομία μπαίνει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ενώ το πιο εύκολο πράγμα είναι να προμηθευτεί κανείς μια δόση πάκο, ένα ευρέως διαδεδομένο ναρκωτικό που έχει καταστρέψει την ζωή αμέτρητων νέων. Η μαφία έχει τον πρώτο λόγο στην περιοχή αλλά δεν διανοείται να πειράξει τα παιδιά που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό. Ο Τέβεζ θυμάται πως έπρεπε να διαλέξει: εγκληματίας ή ποδοσφαιριστής. Και όταν τα κατάφερε δεν ξέχασε ποτέ στην ζωή του, γι’ αυτό και σε κάθε γκολ σηκώνει την μπλούζα του για να φανούν τα κοινωνικά μηνύματα και το όνομα της γειτονιάς που μεγάλωσε.

metin_kurt

Θέση στο βιβλίο έχουν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές και αγωνιστές όπως ο Τούρκος Μετίν Κουρτ που αγωνιζόταν στην δύσκολη τουρκική δεκαετία του ’70 και διώχτηκε από την Γαλατά Σεράι παρά τα έξι χρόνια που αγωνίστηκε μαζί της, με την κατηγορία πως προωθεί τους συμπαίκτες του προς ανατρεπτικούς δρόμους. Ο Κουρτ πήγαινε μετά την προπόνηση στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να βρει τα βιβλία που τον ενδιέφεραν· στον διεθνή αγώνα με την Μπάγιερν Μονάχου, το 1972, ο μαοϊκός Πωλ Μπράιτνερ τον κάλεσε να συζητήσουν για ποδόσφαιρο και πολιτική! Η κηδεία του ήταν ακριβώς αυτό που θα επιθυμούσε: γιορτή και διαδήλωση μαζί. Φυσικά δεν λείπει και η σχέση των Ζαπατίστας με την Ίντερ και ιδίως με τον Χαβιέ Ζανέττι, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί με αφορμή ένα κείμενο στο περιοδικό Humba! εδώ.

Socrates_

Ιδανικό της ζωής μου είναι ο ιδανικός σοσιαλισμός έλεγε ο Σόκρατες, που είχε ως δεύτερη ενασχόλησή του την πολιτική και ως μεγαλύτερο πολιτικό του δημιούργημα το αυτοδιαχειριστικό μοντέλο που καθιέρωσε στην ομάδα του την Κορίνθιανς. Η περίφημη Democrazia Corinthiana αποτελούσε ένα ιδανικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας μέσα στην ομάδα, όπου οι παίκτες ψήφιζαν με ανάταση του χεριού για μια σειρά θεμάτων, όπως η οικονομική διαχείριση, η στρατηγική του παιχνιδιού και το ίδιο το μενού! Θέση στην ευρεία ενδεκάδα έχουν και οι δικοί μας Νίκος Γόδας, Γιώργος Δεληκάρης, Νίκος Χρηστίδης και Βασίλης Χατζηπαναγής και βέβαια ο παλαιός των παλαιών Ανδρέας Μουράτης (Πήγα στον ΕΛΑΣ για να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι ίσοι).

Δεληκάρης

Εκτός από τους παίκτες υπάρχουν και οι ομάδες και τα σχετικά κείμενα αφορούν την προπολεμική Δυναμό Κιέβου στον περίφημο «αγώνα του θανάτου» το 1942, τον εξόριστο Ολυμπιακό της Μακρονήσου το 1948, τρία παραδείγματα ομάδων με σοσιαλιστικό προσανατολισμό: την Μπαρτσελόνα, την Γερμανική FC St. Pauli και την SC Corinthians του Σόκρατες και την σύγχρονή μας Hasta La Victoria Sempre, με τους Έλληνες ποδοσφαιριστές. Η ομάδα φτιάχτηκε για να συμπαραστέκεται στους απανταχού κατατρεγμένους κι έχει ταξιδέψει από την Παλαιστίνη μέχρι την Κούβα, έχει βρεθεί κοντά στους απεργούς εργάτες της Χαλυβουργικής, στους φυλακισμένους Κουβανούς, έχει συμμετάσχει στον αγώνα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, κι έφτασε μέχρι την αυτοδιαχειριζόμενη Μαριναλέδα. Έτσι εξηγείται, σκέφτομαι, γιατί απουσιάζει κάθε σχετική αναφορά από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά κανάλια.

socrates-democracia corinthiana_

Ο συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και η γραφή του είναι πράγματι δημοσιογραφική, με απλή γλώσσα και σύντομες παραγράφους. Αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλαισιώνουν τα κείμενα, που προλογίζει ο Νίκος Μάλλιαρης.

Στις φωτογραφίες: Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda [Foto: La Tercera, Biblioteca Nacional]

Εκδ. Καστανιώτη, 2015, σ. 177.

Δημοσίευση και σε mic.gr. / Βιβλιοπανδοχείο, 201, υπό τον τίτλο My left foot.

Στις εικόνες: Κάρλος Καζέλι με τα χέρια στις τσέπες μπροστά στον Πινοσέτ [Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda, La Tercera, Biblioteca Nacional], ο ίδιος δίπλα στον Αλιέντε, Ντιέγκο Μαραντόνα και Κάρλος Τέβεζ στην ύστατη τιμή – ζωγραφιές στον τοίχο, Μετίν Κουρτ, Σόκρατες, Γιώργος Δεληκάρης, Democrazia Corinthiana.

09
Δεκ.
15

Alex Ferguson – Η αυτοβιογραφία μου

Alex_Ferguson_cover

Από την δική μου πλευρά, είχα μια συνταγή για την ήττα. Αφού έλεγα τα δικά μου στα αποδυτήρια, πάντοτε, πριν διαβώ την πόρτα για να αντιμετωπίσω τον Τύπο, να αντιμετωπίσω την τηλεόραση, να μιλήσω στον άλλο μάνατζερ, έλεγα στον εαυτό μου: «Ξέχνα το. Το παιχνίδι τελείωσε. Πάντα το έκανα αυτό». [σ. 233]

Αυτό που συγκινεί στο καταρρακτώδες βιβλίο του μάνατζερ που άλλαξε όλη την ιστορία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι ακριβώς οι σελίδες που αφιερώνει στις δύσκολες και στις οριακές στιγμές της ομάδας. Κοιτάζοντας πίσω δεν επικεντρώνει μόνο στις νίκες και τους θριάμβους αλλά και στις ήττες. Πώς να ξεχαστούν τρεις τελικοί Κυπέλλου, άλλοι τόσοι Λιγκ Καμπ, και φυσικά εκείνοι οι δυο στο Πρωταθλητριών από την Μπαρτσελόνα; Όμως είναι κι αυτά ένα μέρος από τον καμβά της ομάδας: η ανάκαμψη. Ο Φέργκιουσον δεν σταμάτησε να έχει στο νου του ότι δεν είναι όλα νίκες και παρελάσεις.

Sir Alex Ferguson 3

Dulcius ex asperis. Είναι πιο γλυκά έπειτα από δυσκολίες. Αυτό ήταν το σλόγκαν της οικογένειας Φέργκιουσον στην Σκοτία, κι αυτή ακριβώς η αισιοδοξία τον συντρόφευε στα τριάντα εννέα χρόνια του ως ποδοσφαιρικού μάνατζερ. Ας τονίσουμε εδώ ότι με τον όρο μάνατζερ εννοείται ο υπεύθυνος της ομάδας που αναλαμβάνει την ευθύνη τόσο για τις προπονητικές επιλογές όσο και την οικονομική διαχείριση. Ο Φέργκιουσον δεν πανικοβάλλονταν μετά από μια σειρά ατυχών αποτελεσμάτων, ενώ είχε πλήρη ανοσία σε οτιδήποτε επιχειρούσε να πλήξει την ομάδα από εξωτερικές πηγές. Και φυσικά δεν έδινε την παραμικρή σημασία στους ψιθύρους και τα σενάρια.

Μερικές φορές οι ήττες είναι τα καλύτερα αποτελέσματα. Η αντίδραση στις αντιξοότητες είναι προσόν. Ακόμα και στη χειρότερη περίοδό σου, δείχνεις δύναμη. Υπήρχε μια σπουδαία ρήση: «Είναι απλώς άλλη μια μέρα στην ιστορία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ». Με άλλα λόγια, η αντεπίθεση ήταν μέρος της ίδιας μας της ύπαρξης. Αν είσαι υποτονικός και απαθής με τις ήττες, τότε το βέβαιο είναι ότι θα έρθουν κι άλλες. Συχνά χάναμε δυο βαθμούς, με την αντίπαλο να ισοφαρίζει στην τελευταία φάση του αγώνα, αλλά μετά πραγματοποιούσαμε ένα σερί έξι ή εφτά νικών. Δεν ήταν συμπτωματικό. [σ. 31]

Sir Alex Ferguson 4

Δεν πρόκειται αμιγώς για πλήρη αυτοβιογραφία αλλά για ένα βιβλίο που συμπληρώνει μια προηγούμενη έκδοση, το Managing my life. Συνεπώς επικεντρώνει τα μαγικά του χρόνια στο Μάντσεστερ και όχι στην προηγούμενη ζωή του, φυσικά χωρίς να παραλείπει μερικές επιστροφές, όπως στα νιάτα του στην Γλασκόβη ή τους φίλους μιας ζωής που έκανε στο Αμπερντίν. Ήταν άλλωστε στις παμπ της Γλασκόβης που απέκτησε ένα μεγάλο μέρος των πρώτων πολύτιμων εμπειριών του. Εκεί μέσα έμαθε τους ανθρώπους, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις τους, με έναν τρόπο που ολοκλήρωνε τις προσπάθειες του να κατανοήσει πώς λειτουργεί ο κόσμος του ποδοσφαίρου. Κι ας μην το γνώριζε εκείνη τη στιγμή.

Άλλωστε η διαχείριση των δυο παμπ υπήρξε η πρώτη του επιχειρηματική δραστηριότητα, που συνδύασε με το μανατζάρισμα της Σεντ Μίρεν. Όλα εγκαταλείφθηκαν με την ανάληψη της Αμπερντίν το 1978. Μερικές φορές γύριζε σπίτι με ανοιγμένο κεφάλι ή μαυρισμένο μάτι, αφού σε κάθε περίπτωση, στο άγριο κέφι ή στους καυγάδες, έπρεπε να μπαίνει στη μέση να χωρίζει τους θαμώνες. Εκεί άρχισε να φτιάχνει το δικό του τοπικό δίκτυο κυνηγών ταλέντων με …δασκάλους από τα γύρω σχολεία!

Sir Alex Ferguson 2

Με την Γιουνάιτεντ άλλαξαν τα Σαββατόβραδά του. Το παιχνίδι ξεκινάει στις τρεις το μεσημέρι και δεν επιστρέφεις σπίτι σου πριν από τις εννέα παρά τέταρτο το βράδυ. Αυτό ήταν το τίμημα της επιτυχίας: 76.000 άνθρωποι να κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και η επιθυμία της εξόδου μειώνεται. Για έναν οπαδό υπάρχει η κουλτούρα να πηγαίνει την Δευτέρα στη δουλειά, γεμάτος συναισθήματα από το παιχνίδι του Σαββατοκύριακου.

Μάνατζερ στο ποδόσφαιρο σημαίνει και μια συνεχή μελέτη των ανθρώπινων αδυναμιών και ελαττωμάτων. Είσαι πάντα μόνος σου, ενώ θα έδινες τα πάντα για να μην είσαι μόνος με τις σκέψεις σου. Υπήρχαν μέρες στο γραφείο του το απόγευμα που περίμενε πως και πώς να χτυπήσει η πόρτα αλλά δεν ερχόταν κανείς· όλοι θεωρούσαν πως είναι απασχολημένος. Δεν δεχόταν όμως ποτέ να μετατραπεί η αίθουσα της συνέντευξης τύπου σε θάλαμο βασανιστηρίων (από τους δημοσιογράφους προς τους παίκτες και τους προπονητές), ενώ προσπαθούσε να κρατά τα πάντα μέσα στα αποδυτήρια αλλά και να δείχνει στους παίκτες ότι δεν μπορούν να κάνουν σαχλαμάρες μαζί του. Τους κατανοούσε όμως στα πάντα, ακόμα και για την άβυσσο που αισθάνονταν όταν έβλεπαν να πλησιάζει το τέλος της καριέρας του.

Sir Alex Ferguson 1

Υπάρχει εκείνη η στιγμή, όταν ο παίκτης αναρωτιέται τι πρόκειται να κάνει, γιατί η αποχώρηση από την ενεργό δράση μοιάζει με κενό. Τη μια στιγμή παίζεις σε ευρωπαϊκούς τελικούς, τελικούς Κυπέλλου Αγγλίας, κερδίζεις Πρωταθλήματα, την άλλη όλα ξεθωριάζουν. Το πώς θα αντεπεξέλθεις είναι μια πρόκληση που όλοι οι ποδοσφαιριστές αντιμετωπίζουν. Η δόξα δεν προσφέρει ασυλία από τη συναισθηματική κατάρρευση. Το δεύτερο ημίχρονο δεν είναι τόσο συναρπαστικό, άρα πώς το αναδημιουργείς; Πώς αντικαθιστάς τον ενθουσιασμό να κάθεσαι στα αποδυτήρια δέκα λεπτά πριν από το εναρκτήριο λάκτισμα του παιχνιδιού…; [σ. 116]

Σήμερα του λείπουν τα αστεία στα αποδυτήρια, όλοι οι αντίπαλοι μάνατζερ («αυτοί οι υπέροχοι χαρακτήρες της παλιάς σχολής»), η ομάδα των αθλητικών επιστημόνων, τα κορίτσια στα πλυντήρια, τα φαγοπότια στο τέλος του αγώνα, τα κεράσματα και τα αστεία με τους αντιπάλους. Αλλά έχει και τόσα να θυμάται: τρόπαια, γκολ, κρίσιμους αγώνες, αξέχαστα περιστατικά, ξεκαρδιστικές καταστάσεις – κι όσα του έρχονται σαν πλημμύρα τα περιγράφει εδώ. Θυμάται τους καλύτερους γκολτζίδες του (Κόουλ, Καντονά, Φαν Νίστελροϊ, Ρούνι, τον ευλαβικά πιστός στην …γιόγκα Ράιαν Γκιγκς, που γυρνούσε την πλάτη του στην μόστρα και στην δόξα, το αναλυτικό μυαλό του Σόλσκιερ (σε σημείο να κρατά σημειώσεις στον πάγκο, ώστε να έχει πλήρες σχεδιάγραμμα προτού μπει ως αλλαγή), την τύχη να έχει τους δυο κατά την γνώμη του καλύτερους τερματοφύλακες μεταξύ των ετών 1990 – 2010 – Πίτερ Σμάιχελ, Έντβιν Φαν ντε Σαρ.

Sir Alex Ferguson 6

Ο αστείρευτος σερ αφιερώνει κεφάλαια στον Μπέκαμ, στον Φέρντιναρντ και το περίεργο σκάνδαλο, στην μεγάλη αντιπαράθεση με τον Ρόι Κιν, στον Κριστιάνο Ρονάλντο, στον μεγάλο ανταγωνισμό με τον Αρσέν Βενγκέρ. Αφιερώνει τις σκέψεις του για την πολιτική – ανέκαθεν υποστήριζε τους ντόπιους βουλευτές του Εργατικού Κόμματος και στεκόταν στην αριστερότερη πλευρά της όχθης, την χαρά του διαβάσματος (ιδίως για βιογραφίες, πολιτική και Ιστορία), κι ένα όμορφο, σχεδόν κινηματογραφικό περιστατικό που αναφέρεται στην σελίδα 129.

Στην επιστροφή από ένα ταξίδι στην Αμερική, η ομάδα σταμάτησε για ανεφοδιασμό στο νησί της Νέας Γης (στο άνοιγμα του Κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, στον Καναδά), σε μια μικρή στρατιωτική βάση. Στον ορίζοντα υπήρχε μόνο μια καλύβα. Κατά την αναμονή του ανεφοδιασμού, το προσωπικό άνοιξε την πόρτα για να φρεσκαριστεί ο αέρας. Και είδαν ένα μικρό παιδί να στέκεται στο φράχτη με μια σημεία της Γιουνάιτεντ. Δεν επιτρεπόταν να αποβιβαστεί κανείς, μπορούσαν απλά να σταθούν στις σκάλες κι έτσι το μόνο που έκαναν ήταν να χαιρετήσουν εκείνον τον μικρό οπαδό της ομάδας, που είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο συρματόπλεγμα στη μέση του πουθενά.

Alex FERGUSON Panini Manchester United 1988

Το σημερινό ποδόσφαιρο αλλάζει συνεχώς. Ο κόσμος προσπαθεί να εφαρμόσει στο ποδόσφαιρο τις βασικές αρχές της επιχειρηματικότητας. Δεν είναι όμως τόρνος, αλεστική μηχανή, είναι μια ομάδα από ανθρώπους. Είμαστε όλοι στην βιομηχανία των αποτελεσμάτων, λέει ο Φέργκιουσον, κι αυτό καταστρέφει μεγάλο μέρος της μαγείας. Ευκαιρία να θυμηθεί την περίπτωση του πρώην αρχηγού Μάρτιν Μπιούκαν όταν νεαρός είχε μεταγραφεί στην Όλνταμ με ένα μεγάλο πριμ υπογραφής. Καθώς δεν μπορούσε να βρει την φόρμα του, επέστρεψε τα χρήματα στην ομάδα, κρίνοντας ότι δεν τα άξιζε. Φανταστείτε, λέει ο σερ, να γινόταν αυτό σήμερα….

Η ομάδα δεν σταματούσε να πιστεύει ποτέ ότι θα τα καταφέρει. Κυριαρχούσε ακόμα και το παράδοξο σύστημα «υπομονή ως το τελευταίο τέταρτο του αγώνα και μετά δώστε τα όλα μέχρι το τελευταίο λεπτό». Κι αν η ρήση τους έβρισκε χαμένους υπήρχε πάντα η ρήση του Λομπάρντι: «Δεν χάσαμε το παιχνίδι, απλώς τελείωσε ο χρόνος»

Sir Alex Ferguson 4 [1993]

Στις τελευταίες σαράντα σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνονται στοιχεία και πίνακες από την καριέρα του Α.Φ. ως ποδοσφαιριστή και ως μάνατζερ, τίτλοι και αποτελέσματα στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και φυσικά το Τσάμπιονς Λιγκ, συγκριτικές επιδόσεις της Μάντσεστερ πριν και μετά την έλευσή του και όλοι οι ποδοσφαιριστές της ομάδας υπό την καθοδήγησή του.

Εκδ. Παπαδόπουλος, 2015, μτφ. Μιχάλης Φουντουκίδης, επιμέλεια – σημειώσεις Δημήτρης Λυμπερόπουλος, 333 σελ. [Alex Ferguson – My autobiography, 2013]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 197, υπό τον τίτλο Glory Glory Man United, εμπνευσμένο από τον Κόκκινο Ύμνο. Η ακαπέλλα του εδώ, κι ένας έτερος πανηγυρικός εδώ.

09
Μάι.
15

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

13
Ιολ.
14

Humba!, τεύχος 16, καλοκαίρι 2014

humba16-cover1Πολύ θα θέλαμε με κάποιον τρόπο το φετινό Μουντιάλ να στιγματιστεί από τον εξωαγωνιστικό παράγοντα: να καθυστερήσει ας πούμε ένας αγώνας γιατί απεργοί έχουν μπλοκάρει τους δρόμους και δεν μπορούν να φτάσουν στο γήπεδο οι ομάδες. Ή να εμφανιστεί μια εθνική ομάδα με περιβραχιόνια διαμαρτυρίας για τα όσα έγιναν έξω από τα στάδια. Ή να σκοράρει ο Νειμάρ και να σηκώσει μπλούζα έχοντας από κάτω ατάκα «νίκη στους απεργούς». Όμως πολύ δύσκολα θα δούμε τέτοιες καταστάσεις, γιατί όπως προείπαμε όλα έχουν γίνει πολύ τυπικά και προβλεπόμενα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, και δεν υπάρχουν παίκτες που θα τολμούσαν να «ξεπεράσουν τα ποδοσφαιρικά όρια». Δεν υπάρχει πλέον ούτε ένας Σόκρατες να δείξει το δρόμο…

… γράφουν οι συνεργάτες στο συγκινησιακό editorial τους, που συμπορεύεται με τις τρέχουσες ραδιοφωνικές εκπομπές τους Μουντιάλ Αλλιώς και μια οπτική που εστιάζει στη κοινωνική σημασία των αθλητικών στιγμών. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα και από την ταύτιση του μεταξύ Ιταλίας – Γερμανίας ημιτελικού του 1970 με την αμφισβητούσα γενιά του ’60 μέχρι το αργεντινό μουντιάλ του Βιντέλα και την σημερινή τραγική πραγματικότητα στην Βραζιλία, είναι πια αδύνατο να βλέπεις το ποδόσφαιρο ως το συναρπαστικότερο αθλητικό θέαμα και μόνο. Εδώ και ένα χρόνο η Βραζιλία φλέγεται από κοινωνικές διαμαρτυρίες και προς τιμήν τους παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές –mundial-600x372 είδωλα, όπως ο Ριβάλντο και ο Ρομάριο, παίρ­νουν το μέρος των διαδηλωτών, ενώ ακόμα και εν ενεργεία παίκτες της Σελεσάο (πχ. Νταβίντ Λουίζ, Χουλκ) δείχνουν την κατανόησή τους σε όσα συμβαίνουν εκτός γηπέδων. Η FIFA εδώ είναι ανεπιθύμητη καθώς υποτιμά με τον χειρότερο τρόπο την ζωή των πολιτών. Το Μουντιάλ πλέον έχει αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα.

…ειδικά από τη δεκαετία του 90 και μετά, κάθε Παγκόσμιο Κύπελλο, όπως και οι Ολυμπιακοί Αγώνες αλλά και ο Γύρος της Γαλλίας, (επανα)σκηνοθετούνται πλέον σε απόλυτο τηλεοπτικό και σήμερα πλέον μηντιακό – διαδικτυακό περιβάλλον. Ένα επί πλέον πρόβλημα, ίσως το πιο σημαντικό από την υπαγωγή του αθλήματος σε τηλεοπτικό θέαμα, είναι το γεγονός, ότι το ποδόσφαιρο, σε επίπεδο τακτικής, έχει υποταχθεί πλήρως στη σκοπιμότητα των συστημάτων, που συχνά παραπέμπουν στον λειτουργισμό του Πάρσον και τη συστημική θεωρία του Λούμαν…

-… γράφει μεταξύ άλλων ο Κώστας Καλφόπουλος σε μια από τις τέσσερις ερωτήσεις που απευθύνονται στους συνεργάτες του περιοδικού και αποτελούν μέρος του Φακέλου Brasil 2014 που δικαιωματικά καλύπτει αρκετές σελίδες του τεύχους. Ο ίδιος συγγραφέας προτείνει μια εντεκάδα ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων μουντιαλικών αναγνωσμάτων (τα δυο ελληνόγλωσσα, των Μονταλμπάν και Perryman παρουσιάσαμε παλαιότερα εδώ και εδώ). Περιλαμβάνονται κείμενα που παρουσιάζουν με ποιο τρόπο το Παγκόσμιο Κύπελλο θα επιβαρύνει το περιβάλλον, με ποιο τρόπο δεν ανορθώνει την οικονομία της Βραζιλία κ.ά.

Πιστεύουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο χωρίς παγκοσμιοποίηση, εμπλουτισμένο με τις πολιτιστικές διαφορές και τα έθιμα των ανθρώπων. Γι’ αυτόν τον λόγο, θέλουμε να στηρίξουμε τον αγώνα σας και είμαστε αποφασισμένοι να αγωνιστούμε για τα ιδανικά σας που είναι και δικά μας…

327583w300έγραφε σε επιστολή του προς τους Ζαπατίστας ο Χαβιέρ Ζανέτι, αυτός ο σπουδαίος Αργεντινός αμυντικός της Ίντερ που μόλις πριν ένα μήνα κρέμασε τα παπούτσια του. και το προς τιμήν του δισέλιδο μας γνωρίζει μια σε πολλούς άγνωστη πλευρά του. Εκτός από τις πολιτικά «ορθές» του επιλογές – διευθύνει ίδρυμα για παιδιά χτυπημένα από τη μοίρα στην Αργεντινή, είναι πρεσβευτής των Special Olympic sκαι των χωριών SOS Children’s Villages στην πατρίδα του – ο Ζανέτι έχει σχετιστεί με το κίνημα των Ζαπατίστας. Όταν τον Ιούνιο του 20044 έγινε η γνωστή επίθεση των παραστρατιωτικών στο χωριό Caracol de Oventicμε αποτέλεσμα την καταστροφή του, ο Ζανέτι φρόντισε να μεταβεί εκεί ο Bruno Bartolozzi, γενικός αρχηγός της Ίντερ προσφέροντας υλικά για τη ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων σπιτιών, ασθενοφόρο, αθλητικό υλικό κλπ. Σε μια σουρεαλιστική του απάντηση, ο Υποδιοικητής Μάρκος προσκάλεσε την ομάδα της Ίντερ σε φιλικό με μια επίλεκτη εντεκάδα των Ζαπατίστας και διαιτητές τους Μαραντόνα, Βαλντάνο, Αγκίρε και Σόκρατες. Ο αγώνας τελικά δεν έγινε, αλλά ο Μάρκος έστειλε στην GazettadelloSportκαι ευχαριστήρια επιστολή στον Ζανέτι ξεκινώντας το μήνυμά του με μια παράφραση: Hasta La Victoria Inter

ΈBpyZoo7CEAE8S9s.jpg largeχουν συμβεί πάρα πολλά από την εποχή που ο Πιερ Πάολο Παζολίνι έγραφε πως το ποδόσφαιρο αποτελεί την τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας, κατά βάθος μια ιεροτελεστία, τη μοναδική που έχει απομείνει όταν οι άλλες ιερές παραστάσεις, από το θέατρο ως τη θεία λειτουργία έχουν χάσει το αρχικό τους περιεχόμενο. Σήμερα περισσότερο από ποτέ το ποδόσφαιρο συνδέεται με την κουλτούρα του σώματος, ένα από τα στοιχεία που αναδεικνύει η εικαστική έκθεση F is For Football.

Τα υπόλοιπα θέματα: Groundhopping: Από την εξωτική Καλιφόρνια στο βιομηχανικό Τορίνο. Φωτογραφικό οδοιπορικό στις «ακτές» της Πειραιώς. 20 λεπτά στο Ράκερ Παρκ του Χάρλεμ: το ταξίδι ενός πιτσιρικά από την άλλη άκρη των ΗΠΑ για ένα μονό στο πιο διάσημο ανοιχτό γήπεδο μπάσκετ της Νέας Υόρκης. Ο επαγγελματίας μπασκετμπολίστας είναι η βιτρίνα του μαύρου σώματος. Ici c’ est Paris: Συζήτηση με μέλη του VirrageAuteil της PSG. Graig Hodges: στην ελίτ των σουτέρ και στην πρώτη γραμμή των αντιπολεμικών διαδηλώσεων στην Αμερική. Μια ματιά στο αμερικάνο soccer: συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Κιτρόεφ. Και μετά το Μουντιάλ, το Μουντομπάσκετ: 5 ερωτήσεις σε 4 (μπασκετικούς) αναγνώστες μας. 84 χρόνια για 87 λεπτά: Λαίλαπας Χίου εναντίον Καρσίγιακα. Το espectáculo των Dracs της Μπαρτσελόνα και η μπασκετική κόντρα Μπάρτσα – Ρεάλ.

Είναι εOLYMPUS DIGITAL CAMERAμφανές ότι ετούτο το απολαυστικό και τροφοδοτικό της σκέψης τριμηνιαίο περιοδικό «για το κοινωνικό και πολιτικό νόημα των σπορ, την εμπειρία του γηπέδου, την οπαδική κουλτούρα και τον κόσμο της κερκίδας» φωτίζει και τις πίσω πλευρές του αθλητισμού, χωρίς να ξεχνάει λεπτό την αιώνια μαγεία του [76 σελ. μεγάλου μεγέθους]

Εισητήριο: http://www.humbazine.gr.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 160 / Μουντιάλ εντός και εκτός.

12
Ιολ.
14

Νάσος Κατσώχης – Μύθοι παράλληλοι. Ζεύγη ιστοριών με πρωταγωνιστές του Μουντιάλ

mythoi_paraΌσα έχουν συμβεί, είναι (τα) στοιχεία της ιστορίας· όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, γίνονται συχνά τα «στοιχειά» της…γράφει ήδη από τα αποδυτήρια ο συγγραφέας που παρατάσσει την προσωπική του εντεκάδα μουντιαλικών παικτών με βάση ένα ιδιαίτερο σύστημα: την παρουσίαση πέντε ζευγαριών (δεν ξεχάσαμε τον εντέκατο παίκτη, αλλά είναι νωρίς ακόμα) με βάση τον παραλληλισμό των περιπετειών τους στα γήπεδα του Copa del Mundo και την εστίαση σε κάτι απόλυτα κοινό μεταξύ τους αλλά και στις αντιστικτικές αντιθέσεις που τους χωρίζουν.

Το πρώτο ζεύγος Μαραντόνα και Ζιντάν δεν έχει μόνο την κοινότητα της μαεστρίας αλλά και τον ορισμό της παρέκκλισης. Οι παρανομίες του Ντιέγκο – με αποκορύφωμα την κλοπή «με το χέρι του Θεού» και η ύστατη πράξη του Ζιζού στο τέλος της καριέρας του. Εδώ να τονίσω ότι ο Βέλγος Ζαν Φιλίπ Τουσαίν έβγαλε πρόσφατα την Μελαγχολία του Ζιντάν, ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο που μετατρέπει σε λογοτεχνία την παρέκκλιση του Γάλλου, βλέποντάς την μια απόλυτα μελαγχολική και αυτοκαταστροφική κίνηση προς μια τελευταία διαφυγή πριν το τέλος.

Στο δεύτερο ζεύγος συνυπάρχουν ο Πάολο Ρόσι και ο Βραζιλιάνος Ρονάλντο. Η περίπτωση του πρώτου αποτελούσε στο μυαλό μου ήδη από την εφηβεία ένα απόλυτο μυθιστόρημα: από την ατίμωση και τη φυλακή στην επιστροφή και τον θρίαμβο ενάντια σε δεδομένα και προγνωστzinedine zidane passing trophyικά. Πούσκας και Κρόιφ πλέκουν μαζί ένα από τα αδιανόητα της ιστορίας: ενώ άλλαξαν τα δεδομένα του αθλήματος δεν κατέκτησαν τίποτε. Ζέελερ και Ρουμενίγκε αποτελούν ιδιαίτερα υποδείγματα ατυχίας και αποφασιστικότητα αντίστοιχα. Σουμάχερ και Ματεράτσι έμειναν στο συλλογικό θυμικό ως παραβάτες άγραφων και γραπτών κανόνων και στιγματίστηκαν για πάντα.

Σαφώς τα Παγκόσμια Κύπελλα, περισσότερο από κάθε άλλη διοργάνωση δημιουργούν απόλυτα διαχρονικούς  μύθους. Αλλά οι μύθοι του βιβλίου δεν είναι τα πρόσωπα· είναι οι ιστορίες που ενορχήστρωσαν και περιλαμβάνονται πλέον στην μυθολογία του αθλήματος. Και σε αυτή την σύγχρονη και διαρκώς τροφοδοτούμενη μυθολογία, ιδιαίτερη θέση έχει η ίδια η υστεροφημία αλλά και η μεταφυσική των υποθέσεων (τι θα συνέβαινε αν…). Η ματιά του συγγραφέα είναι πλάγια και υποκειμενική. Γνωρίζει καλά ότι στην ουσία δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους παίκτες παρά μόνο ό,τι αποκαλύπτουν οι ενέργειές τους. Κατά βάθος εμείς είμαστε τα υποκείμενα των αφηγημάτων, θεατές και αξιολογητές, κριτές και φανς.

Paolo-RossiΤο βιβλίο ολοκληρώνεται με δυο δυνητικά ζεύγη (Ζίκο – Πλατινί, Ρέζενμπρινκ – Μπάτζιο), ένα …encoreγια τον Πελέ – η συμπλήρωση της εντεκάδας που λέγαμε, ένα επιμύθιο αντι-θέσεων και ένα υστερόγραφο «τρεις δεκαετίες μετά». Με άλλοτε δημοσιογραφικό – «αντικειμενικό» και άλλοτε συναισθηματικό αλλά πάντοτε απλό λόγο ο γλωσσολόγος και αθλητικογράφος συγγραφέας, που έχει εκδώσει και το βιβλίο Οπαδοί εν χορώ: προσέγγιση στα συνθήματα των Ελλήνων οπαδών (εκδ. Αδελφοί Κυριακίδη) και διαχειρίζεται την ιστοσελίδα http://wwwworldcupgreats.webs.com, εκθέτει άλλη μια πλευρά του κορυφαίου στο είδος του υπαρκτού και συνάμα φαντασιακού θεσμού.

Εκδ. Δίαυλος, 2013, πρόλογος Μάνος Σταραμόπουλος, σελ. 117, με ενδεικτικές βιβλιογραφικές αναφορές.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 160. Μουντιάλ εντός και εκτός.




Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 862,025 hits

Αρχείο