Posts Tagged ‘Ποδόσφαιρο

05
Ιολ.
18

Χρίστος Χαραλαμπόπουλος – Η τέχνη του πολέμου για το ποδόσφαιρο. Μια παράλληλη ανάγνωση του κειμένου του Σουν Τσου

Σ’ ένα από τα περίφημα δοκίμιά του ο Τζορτζ Όργουελ είχε γράψει ήδη από το 1945, με αφορμή έναν αγώνα της Άρσεναλ με τη Δυναμό Μόσχας, για το πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το παιχνίδι όταν χρησιμοποιηθεί για την τόνωση της εθνικής ταυτότητας και τη στήριξη της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ο ίδιος είχε υποστηρίξει ότι «το ποδόσφαιρο είναι ένας πόλεμος χωρίς τους πυροβολισμούς». Το ποδόσφαιρο και πιο συγκεκριμένα το γήπεδο θεωρήθηκε η φαντασιακή προέκταση ενός πεδίου μάχης, όπου ο ηττημένος του πραγματικού πολέμου επιδιώκει την ρεβάνς, όπως συνέβη στο παγκόσμιο κύπελλο του 1986, με την «επεισοδιακή» νίκη της Αργεντινής επί της Αγγλίας, μια απάντηση στην στρατιωτική ήττα στα Φόκλαντς. Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, όπως μας θυμίζει ο Κριστιάν Μπρομπερζέ, η πρώτη επίσημη εχθροπραξία ενός εμφυλίου που θα οδηγούσε στην διάλυση μιας χώρας, της Γιουγκοσλαβίας, έγινε στις κερκίδες του αγώνα (που δεν άρχισε ποτέ) μεταξύ Δυναμό Ζάγκρεμπ και Ερυθρού Αστέρα…

Ένα παιχνίδι πολέμου λοιπόν ή ένας πόλεμος για το παιχνίδι; αναρωτιέται στην Εισαγωγή του o συγγραφέας, στο πρώτο από τα δεκάδες ερεθιστικά ερωτήματα της. Η ίδια η γλώσσα των αθλητικών μέσων δανείζεται δεκάδες πολεμικές εκφράσεις. Στο σύγχρονο και έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, σε αυτόν τον εικονικό πόλεμο, η υιοθέτηση των αρχών της στρατηγικής σκέψης, όπως τις διατύπωσαν οι κλασικοί συγγραφείς, όταν προσαρμοστούν στο παιχνίδι μπορούν πράγματι να οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η Τέχνη του Πολέμου του Σουν Τσου, γραμμένη ανάμεσα στον 5ο και τον 3ο προχριστιανικό αιώνα, δεν λογίζεται μόνο ως μελέτη της ανατομίας οργανισμών που βρίσκονται σε σύγκρουση αλλά και ως ένα αξεπέραστο εγχειρίδιο στρατηγικής.

Ο συγγραφέας φέρνει εις πέρας μια εξαιρετική πλην δύσκολη σύλληψη. Υφαίνει την συγκριτική του μελέτη κομμάτι κομμάτι: πρώτα παραθέτει το κάθε κεφάλαιο και υποκεφάλαιο της Τέχνης και αμέσως από κάτω εντάσσει ένα σχετικό κείμενο, στην ουσία την παράλληλη εφαρμογή του στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Αυτό και μόνο θα αρκούσε, αλλά δεν σταματά εδώ· σε ειδικό πλαίσιο παρουσιάζει ξεχωριστές περιπτώσεις, με την μορφή αυτόνομων πραγματικών ιστοριών που φυσικά έχουν άμεση σχέση με τα εκάστοτε θέμα.

Το κεφάλαιο που αφορά την Εκτίμηση της Κατάστασης και αντιστοιχεί στη Πρόβλεψη του ποδοσφαιρικού αποτελέσματος περιλαμβάνει και το ειδικό θέμα της σημασίας της προσωπικότητας. Αν υπάρχει μια ιδιαίτερη κατηγορία ποδοσφαιριστή που δεν επιβάλλει μόνο το ύφος του αλλά και αναγνωρίζει μέσα στο παιχνίδι τους συμπαίκτες που δυσκολεύονται ή είναι εκτός φόρμας και τους βοηθά ή τους αναπληρώνει, τότε ο Ερίκ Καντονά σίγουρα ανήκει σ’ αυτήν. Με μια παρουσία που ξεπερνούσε τις απαιτήσεις του αγγλικού ποδοσφαίρου, με ιδιαίτερη κουλτούρα και δηλώσεις με πολιτικό περιεχόμενο, ο Καντονά παραμένει ένα ισχυρό παράδειγμα για την επίδραση της προσωπικότητας σε μια ομάδα και στο παιχνίδι γενικότερα. Ό ίδιος όταν ρωτήθηκε γιατί παίζει ποδόσφαιρο απάντησε: Παίζω για να πολεμήσω την ιδέα της ήττας. Κι εγώ ακόμα θυμάμαι την καρατιά που πρόσφερε σ’ έναν οπαδό που εκτόξευε ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς και αποδείχτηκε εγγεγραμμένος φασίστας, κι ας του στοίχισε την αναπόφευκτη τιμωρία.

Η διάταξη σχετικά με την διοίκηση του στρατού, που πρέπει να χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τις αρετές της σοφίας και της ηθικής ακεραιότητας, δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στον προπονητή. Εδώ ξεχωριστό πρότυπο αποτελεί ο Αρσέν Βενγκέρ που ανέλαβε σχεδόν άσημος στην Άρσεναλ, πιστώθηκε το παρατσούκλι Κλουζώ και ενέπνευσε ανέκδοτα για την εμμονή του με την διατροφή των παικτών με λαχανικά. Υπό την μαεστρία του οι εποχές της κλασικής βρετανικής «γιόμας» τελείωσαν και η Άρσεναλ, που έπαιζε το πιο βαρετό ποδόσφαιρο στο νησί, μεταμορφώθηκε σε ομάδα γρήγορου και θεαματικού ποδοσφαίρου.

Η διάταξη που αναφέρεται στις κατάλληλες περιστάσεις για την προσποίηση, τον δελεασμό, την προσέλκυση και τα συναφή, αφορά απόλυτα το σύγχρονο ποδόσφαιρο και ταιριάζει γάντι στον Λούις Σέζαρ Μενότι. Ο τεχνικός της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Αργεντινής στο δραματικό μουντιάλ του 1978 είχε ισχυριστεί πως το ποδόσφαιρο είναι μια μορφή τέχνης της παραπλάνησης [deception], ή της προσποίησης, όπως προτιμά να αποδώσει ο συγγραφέας. Και το τήρησε πολλές φορές. Είναι δε γνωστή η περίφημη δημόσια παραδοχή του Μαντσίνι την σαιζόν 2011-2012, όταν η Μάντσεστερ Σίτυ του έμεινε 8 βαθμούς πίσω από την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, πως η μάχη του πρωταθλήματος είχε τελειώσει. Φαίνεται πως και ο ίδιος ο Άλεξ Φέργκιουσον, αυθεντία στα mind games, είχε παραπλανηθεί ή πάντως δεν μπόρεσε να αποτρέψει την χαλάρωση των παικτών του: στο τέλος η Σίτυ στέφθηκε πρωταθλήτρια.

Στο κεφάλαιο περί της επιθετικής στρατηγικής η ρήση «Είναι καλύτερο να αιχμαλωτίζεις ολόκληρο τον εχθρικό στρατό, παρά να σκοτώνεις στρατιώτες» μπορεί να ερμηνευτεί, αντίστροφα, με όρους fair play· να προτιμηθεί δηλαδή, για λόγους σεβασμού, δηλαδή μια άνετη νίκη εναντίον ενός μεγάλου αντιπάλου παρά η συντριβή του με πολλά γκολ. Και αν «η καλύτερη στρατηγική είναι να επιτίθεσαι εναντίον της στρατηγικής του αντιπάλου», μια αναγνώριση της διαλεκτικής σχέσης των δυο στρατηγικών, που εφαρμόζεται και στο σκάκι, τότε δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε το δημιουργικό «καταστροφικό» ποδόσφαιρο, όχι δηλαδή αυτό που καταστρέφει όλο το παιχνίδι αλλά εκείνο που επιλέγει να ακυρώσει τα δυο-τρία ζωτικά όργανα της μηχανής του αντιπάλου. Το τελευταίο το γνωρίζει καλά ο Ζοσέ Μουρίνιο.

Σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που μετέφρασε ο ίδιος ο Χαραλαμπόπουλος και παρουσιάσαμε παλαιότερα στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, ο Τζόναθαν Γουίλσον γράφει πως η εξέλιξη του ποδοσφαίρου είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης δυο αντιτιθέμενων ζευγών: αισθητική εναντίον αποτελέσματος το ένα και τέχνη εναντίον δύναμης το άλλο. Η αντιπαλότητα αυτή έχει αποκτήσει και πολιτικό – ιδεολογικό πρόσημο. Ο προαναφερθείς Μενότι, ένας μποέμ και υπέρμαχος του επιθετικού ποδοσφαίρου, είχε υποστηρίξει πως υπάρχει ένα δεξιόστροφο και ένα αριστερόστροφο ποδόσφαιρο. Το δεξιόστροφο θέλει να θυμίσει πως η ζωή είναι αγώνας. Απαιτεί θυσίες. Πρέπει να ατσαλωθούμε και να κερδίσουμε με οποιαδήποτε μέθοδο…να υπακούμε και να λειτουργούμε με αυτό τον τρόπο, είναι εκείνο που θέλουν οι προπονητές που έχουν εξουσία, από τους παίκτες. Με αυτό τον τρόπο δημιουργούν καθυστερημένους, χρήσιμους ηλίθιους που εξυπηρετούν το σύστημα. Κι όσο κι αν οι ομάδες του υπήρξαν περισσότερο «συστημικές» απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί, ο συγκερασμός των ζευγών του Γουίλσον παραμένει το ιδανικό.

Το κεφάλαιο για τον Ελιγμό και η εφαρμογή του στην καθοδήγηση της ομάδας και την διαχείριση των ποδοσφαιριστών αφορά μεταξύ άλλων και τις ειδικές περιπτώσεις της προσαρμογής των παικτών σε διαφορετικό εθνικό και πολιτιστικό περιβάλλον αλλά και στην πίεση του επαγγελματισμού και στην αντίστοιχη αναγκαιότητα ψυχολογικής στήριξης. Ο Νικολάς Ανελκά αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση χαρισματικού παίκτη που δεν άντεξε την πίεση των μέσων και του μάρκετινγκ, που επένδυσαν πάρα πολλά, προσδοκώντας να κερδίσουν ακόμα περισσότερα. Οι συνθήκες πλέον είναι αγριότερες σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν αλλά οι νεαροί ποδοσφαιριστές πλέον εκπαιδεύονται ανάλογα.

Οι περί Εδάφους στοχασμοί προσαρμόζονται στον προπονητή, το σύστημα και τον αγωνιστικό χώρο και περιλαμβάνουν το ειδικό θέμα των συστατικών της προπονητικής. Εδώ ανήκει η ιδιαίτερη περίπτωση του Άλεξ Φέργκιουσον: ήταν εκείνος που κατηγορήθηκε πως έκλεψε τον Καντονά από την Λιντς, επέλεξε τον Κιν για αντικαταστάτη του, συγκρούστηκε με τον Μπέκαμ, επέμενε στην απόκτηση του τραυματισμένου Νίστελρόυ, καταξοδεύτηκε για τον Φέρνινταντ και εμπιστεύτηκε στον 18χρονο Κριστιάνο Ρονάλντο την φανέλα του βασικού, πράξεις που όλες τον έκαναν «ξεμωραμένο» αν όχι μισητό για την εξέδρα. Κι όμως, τα 27 χρόνια παρουσίας του στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δείχνουν πως κάθε μεγάλη του επιλογή υπήρξε αποτέλεσμα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Και ήταν το πνεύμα νικητή που πέρασε στην ομάδα, δεκαετίες μετά τον Ματ Μπάσμπι. Το περίφημο United Spirit, όπως διαπιστώνεται και σε μια αυτοβιογραφία της ύστερης περιόδου του.

Διεξαγωγή πολέμου (Οι πηγές χρηματοδότησης και η σύσταση του ρόστερ), Εννέα παραλλαγές τακτικής (Τακτικές και επιλογές του προπονητή), Στρατηγική τοποθέτηση (Οργάνωση ομάδων και διάταξη αγωνιστικού υλικού), Το Συμβατικό και το ανορθόδοξο (Δημιουργία στρατηγικού πλεονεκτήματος), Ανάπτυξη στρατευμάτων (Ζητήματα ποδοσφαιρικής ανάπτυξης), Εννέα είδη εδάφους (Η εκμετάλλευση του αγωνιστικού χώρου), Εμπρηστικές επιθέσεις (Προκλητικές συμπεριφορές), Κατασκοπεία (Κατάσκοποι, ανιχνευτές και μάνατζερ): ιδού οι υπόλοιποι τίτλοι των κεφαλαίων του πολεμικού εγχειριδίου και των παράλληλων εφαρμογών τους στο ποδόσφαιρο. Τα δεκατρία κεφάλαια συμπληρώνονται από έναν επίλογο και τρία παραρτήματα: Για το ποδόσφαιρο των πλουσίων, FFP: Ένα ελαττωματικό εργαλείο και Μια δικαστική απόφαση που άλλαξε το ποδόσφαιρο. Το τελευταίο αφορά την περίφημη υπόθεση Μποσμάν, που ουσιαστικά πέρασε μια ουσιαστική εξουσία της στους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι από τη στιγμή που έληγε στο συμβόλαιό τους ήταν πλέον ελεύθεροι να διαπραγματευτούν την μεταγραφή τους σε όποια ομάδα ήθελαν.

Άφησα για το τέλος ένα σπάνιο υπόδειγμα συλλογικότητας: πρόκειται, βέβαια, για την βραζιλιάνικη ομάδα της Κορίνθιανς που στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές δεκαετίας του ’80 υπήρξε ένα περίφημο παράδειγμα ακτιβισμού, σε μια δικτατορική Βραζιλία. Σε αυτή την «πολιτική» Κορίνθιανς η επίδραση του Σόκρατες, που προερχόταν από μια μεσοαστική οικογένεια με ισχυρές αριστερές καταβολές, ήταν καθοριστική. Η ομάδα ήταν οργανωμένη σαν σοσιαλιστικός πυρήνας, όπου οι ποδοσφαιριστές μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του τμήματος έπαιρναν όλες τις αποφάσεις κατόπιν ψηφοφορίας. Σε μια από τις χαρακτηριστικότερες κινήσεις της, λίγο πριν από τις κρίσιμες εκλογές του 1982 που οδήγησαν στην πτώση της δικτατορίας, όλοι οι παίκτες τύπωσαν πάνω στις φανέλες τους την προτροπή Dia 15 Vote (στις 15 ψηφίζουμε). Εκείνη την χρονιά κέρδισαν το πολιτειακό πρωτάθλημα του Σάο Πάολο και στις φανέλες πλέον αναγραφόταν η λέξη «Δημοκρατία». Μπορεί, σκέφτομαι, ένα τέτοιο πρότυπο συλλογικής δράσης να μην είναι εύκολο να επεκταθεί στον ανελέητα σκληρό οικονομικό κόσμο του σύγχρονου ποδοσφαίρου αλλά στον ίδιο αυτόν κόσμο τα δημοκρατικά και αντιρατσιστικά μηνύματα διαρκώς κερδίζουν έδαφος.

Ο Χρήστος Χαραλαμπόπουλος έφερε εις πέρας ένα δύσκολο εγχείρημα, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εφαρμογή ενός αρχαίου πλην διαχρονικού εγχειριδίου στο πλέον συναρπαστικό σύγχρονο άθλημα. Αλλά όλοι εμείς που τον παρακολουθούμε χρόνια και απολαμβάνουμε τις ραδιοφωνικές ή γραπτές εμβαθύνσεις του, δεν αιφνιδιαστήκαμε. Ήμασταν βέβαιοι πως θα το κατάφερνε και αυτό.

Εκδ. Δίαυλος, 2016, σελ. 255. Εκτός από τα τρία παραρτήματα περιλαμβάνονται δυο πρόλογοι από τους Γιώργο Κεντρωτή και Αντώνη Καρπετόπουλο και βιβλιογραφία.

Στις εικόνες: Εθνική Αργεντινής υπέρ Μαλβίνων [1982], Eric Cantona, Arsene Wenger, Luis Cesar Menotti, Nicolas Anelka, Sir Alex Ferguson, Corinthians και ο συγγραφέας σε σκίτσο του Ντένη Τζαννάτου.

Δημοσίευση και σε: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 228, υπό τον τίτλο Great balls of fire.

30
Απρ.
17

(δε)κατα, τεύχος 48 (χειμώνας 2016 – 2017)

Αφιέρωμα: Παίξτε μπάλα! 

Πέρασε σχεδόν μια σαιζόν όπου προβλήματα υγείας, νοσοκομεία, μετακομίσεις και άλλες απρόσκλητες πλην αναπόφευκτες εκδηλώσεις της ζωής και με προσπέρασαν τεύχη λογοτεχνικών περιοδικών που με συνέπεια εκδίδονται στην ώρα τους ή εκτός προγράμματος αλλά πάντα με πληθώρα κειμένων παντός είδους και τέχνης του λόγου. Επανέρχομαι λοιπόν πάντα πιστός αναγνώστης τους κι αρχίζω με τα τρία προηγούμενα τεύχη των (δε)κάτων, εφόσον πάντα μπορεί κανείς να τα παραγγείλει στην οικεία διεύθυνση κι ενώ ήδη αυτές τις μέρες βγαίνει στην κυκλοφορία το 49ο τεύχος, με κείμενα γραμμένα από γιατρούς και φαρμακοποιούς, για να δούμε δηλαδή αν και πώς οι θεράποντες ψυχών και σωμάτων μπορούν να μας θεραπεύσουν και με τις λέξεις.

Αλλά το 48ο τεύχος προστάζει Παίξτε μπάλα!, κι αμέσως ανταποκρίνονται δυο ενδεκάδες συγγραφέων που πεζογραφούν το διόλου πεζό άθλημα με ωραίες φάσεις σπουδαίων και άσημων αγώνων αλλά σε κάθε περίπτωση διαχρονικών αναμνήσεων οριστικά φυτεμένων στον σχετικό βαθμολογικό πίνακα. Τιμής ένεκεν, βέβαια, το τεύχος ανοίγει με την μορφή ενός Ουρουγουανού συγγραφέα που γνωρίζει απ’ όλες τις πλευρές τις δυο τέχνες που συνυπάρχουν εδώ. Ο Eduardo Galeano γράφει για το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, όπως άλλωστε τιτλοφορείται το σχετικό δοκιμιακό του βιβλίο από το οποίο και παρατίθεται ένα εκτενές απόσπασμα.

«Τα ασημένια εικοσάρικα» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας επιστρέφουν στο 1973, στον αγώνα Φλόγας Αναλήψεως και Α.Ε. Χαριλάου. Σαφώς Ανατολική Θεσσαλονίκη λοιπόν, χωμάτινο γήπεδο, χωρίς κερκίδες, περιφραγμένο με δικτυωτό σύρμα, εστίες με μισοχαλασμένα δίχτυα, τα γνωστά. Ο φακός στρέφεται στον Καλντερίδη, γιό αριστερού και βαριά σταμπαρισμένου Ποντίου, που πληρώνει τα σπασμένα του πατέρα του, κι οι αντίπαλοι οπαδοί τον φωνάζουν εν χορώ μπατίρη. Αλλά εκείνος έχει στη χούφτα του ένα μάτσο ασημένια εικοσάρικα, δανεισμένα από συμπαίκτες και δικούς του οπαδούς, και τους τα ρίχνει στα κεφάλια, ενώ εκείνοι μόλις καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, σιωπούν, βουβαίνονται, κοιτάζονται μεταξύ τους αιφνιδιασμένοι, κι ύστερα πέφτουνε στο χώμα κι αρχίζουν να τα μαζεύουνε γονατιστοί, ταπεινωμένοι, και να τα χώνουνε στις τσέπες τους. Κι είναι πλέον η πορεία του πεπρωμένου, στην συνέχεια, η μπάλα από τα πόδια του να ταξιδέψει ωραία μέχρι να φτάσει στην εστία του αντιπάλου.

Η «Νίκη!» του Φίλιππου Δρακονταειδή είναι ένα παράδειγμα πώς η λογοτεχνία γράφει ατόφιο κεφάλαιο Ιστορίας. Εδώ ο αγώνας γίνεται στα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1917), με πρωταγωνιστές το πλήρωμα ενός αγγλικού πλοίου στο γεωργιανό Μπατούμι και τους γηγενείς, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που θρυμματίζει πρωτόκολλα και στερεότυπα και καταλήγει σε μια οργιαστική γιορτή.  Ή πώς μια μέρα που δεν θα την έγραφε η Ιστορία καταλήγει σε μια μέρα που θα έπρεπε να γράψει η Ιστορία. «… Αεθλοφόρος περί τα τέρματα» για τον Γιώργο Μπλάνα είναι ο ίδιος ο πατέρας του, που χάρη στο αφιέρωμα επιστρέφει για να διηγηθεί ξανά με τρόπο ίδιο αλλά και διαφορετικό τις αναμνήσεις του από την ομάδα του, το Αιγάλεω, στα χρόνια του ’50.

Ο Κώστας Ακρίβος μας γνωρίζει «Αλάνες και αλάνια» της δικής του περιοχής, δανείζοντας ένα απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα, για να μας περιγράψει έναν αγώνες ζωής και θανάτου ανάμεσα σε νεαρούς Πειραιώτες και Παιδοπολίτες. Ο Βασίλης Τσιαμπούσης διηγηματογραφεί ένα «πέναλντι» στα ξένα, σε συμφραζόμενα κοινωνικά και ερωτικά. Και πόσο «χαμένα» πάνε όσα έκαναν οι παλιοί μάγοι της μπάλας όταν δεν μπορεί σήμερα κανείς να τα δει; Ο «καπετάνιος» του Αλέξανδρου Ασωνίτη («Κοντέ, τον τελικό ή τη ζωή σου») ανακαλύπτει στα διαδικτυακά βίντεο 7 λεπτά και 31 δευτερόλεπτα ενός σπουδαίου αγώνα αλλά ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά! Σαν να μην έπαιξε ποτέ… Αλλά και πέρα από αυτό, ένα μόνο πράγμα ζητάει: να ξαναγίνει 28 χρονών, όπως τότε, στον τελικό, για μια μόνο μέρα. Όχι μέρα, πολύ είναι η μέρα. Για δυο ώρες μόνο, δυο ωρίτσες. Να ξαναγίνει ο τελικός ακριβώς όπως τότε, ακριβώς. Με φανέλες χωρίς διαφημίσεις και παίκτες στα νιάτα τους χωρίς τατουάζ και βαμμένα αλλόκοτα μαλλιά […] Να ξαναπαίξει τον τελικό, να πάρει το αίμα του πίσω….

Ο Μηνάς Βιντιάδης ξεκινά την δική του «Δικαίωση» από την κλασική ανακοίνωση στα μεγάφωνα του γηπέδου, που προκαλούσε πάντα γέλιο: Παρακαλείται ο φίλαθλος κύριος τάδε όπως μεταβεί στο Μαιευτήριον τάδε… Η γυναίκα του γεννάει.  «Το ματσάκι» του Κώστα Καβανόζη έχει δυο αξέχαστες εικόνες: στην μια, η μπάλα φεύγει προς την θάλασσα και ξανοίγεται ως μακριά· στην δεύτερη, οι ελάχιστοι παίκτες ανάβουν τα φώτα δυο αυτοκινήτων και παίζουν μέχρι να φέξει. Ο Δημήτρης Φύσσας στα «Πόδια στις Τρεις Ελιές» αφιερώνει δυο γραμμές στο παιδί που πάντα περισσεύει και μένει απ’ έξω απ’ το παιχνίδι. Ο Ευγένιος Αρανίτσης ιστοριογραφεί την ημερομηνία «31 Μαρτίου 1937» οριστικά και αμετάκλητα σε ποίημα πεζογραφικής ένδυσης, ο Δημήτρης Τζουμάκας βρίσκεται στις κερκίδες μιας «Σφαγής στην Ισπανία», ο Γιώργος Βέης παρακολουθεί «Γκολτζήδες κάτω από τη Σαχάρα» κ.ά.

Μια άλλη ομάδα αθλείται στην ποίηση κι εκεί τα στιγμιότυπα είναι εξίσου θεαματικά. Μεταξύ άλλων, ο John Berryman στιχουργεί για ένα αγόρι που έχασε τη μπάλα, ο Χρίστος Παπαγεωργίου για τις παρενέργειες ενός γκολ, ο Γιάννης Τζανετάκης για τους παλιούς του ήρωες που γερνάνε, αξύριστοι θλιμμένοι αλλά πάντα έτοιμοι να σηκωθούν από τον πάγκο ένα χαμένο να γυρίσουνε παιχνίδι, ο Γιώργος Κεντρωτής αφιερώνει στον Αριστείδη Παπάζογλου που πλην σ’ / απείρων ελιγμών ορμή είχε δείξει / ειρμούς κρυφούς (πριν απ’ τον Κρόιφ) είρων /και δίκαιος και μέγας – ο Αριστείδης, ο Λευτέρης Πούλιος βλέπει κάποιους άλλους να παίζουν μπάλα με το ίδιο το ποδόσφαιρο, ο Δημήτρης Καλοκύρης, πάντα αιφνίδιος, αναμεταδίδει ένα άλλο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, κάπου μακριά από εδώ, όπου θέλουμε δε θέλουμε είμαστε όλοι καλεσμένοι.

Στα δοκιμιακά κείμενα, μεταξύ άλλων, ο Robert Birnbaum μας υπενθυμίζει δέκα βιβλία για το ποδόσφαιρο, χάρη σε δημοσίευμα του Αθηναϊκού  Πρακτορείου Ειδήσεων διαβάζουμε για το ποδόσφαιρο στα χρόνια της αντίστασης, η ομάδα του obrero.gr θυμάται την καλτ ομάδα της Εθνικής Βουλγαρίας 1993 – 1994 και ο Δημήτρης Κωστόπουλος ανθολογεί «Λόγια της μπάλας» και μας θυμίζει πως ο Κωστής Παπαγιώργης, πιστός μελετητής του ποδοσφαίρου, έγραφε στα Σιαμιαία και ετεροθαλή ότι όπως οι θυσίες των Χριστιανών δεν ήταν απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού αλλά μονάχα της πίστης τους γι’ αυτόν, έτσι και η θρησκευτική προσκόλληση του οπαδού δεν αναδεικνύει την όποια θετική αξία του ποδοσφαίρου αλλά μόνο την παθιασμένη του ανάγκη να παραδοθεί σε κάτι.

Θεαματικότατο τεύχος!

[σ. 180]

Στις εικόνες: Δεληκάρης και Λοσάντα περιμένουν τον λογοτέχνη τους / Ένα παιδικό μου παιχνίδι, ακριβώς την εποχή που το γνώρισα / Κατάκοποι αλλά εμφανώς ικανοποιημένοι οι παίκτες του Αιγάλεω φωτογραφίζονται αμέσως μετά την λήξη ενός ιστορικού αγώνα κατάταξης, στο γήπεδο της Ριζούπολης. Ο Γιάννης Μπλάνας άνω αριστερά. / Αριστείδης Παπάζογλου, 1964, στον αγώνα Ολυμπιακού – Εθνικού 1-0, με γκολ δικό του. Η φωτογραφία από εδώ.

30
Μαρ.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 177. Γιώργος Κεντρωτής

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Ορίτζιναλ μαϊμούδες» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2016). Περιλαμβάνει 144 ποιήματα: 72 δικά μου (ορίτζιναλ) και 72 μεταφράσεις (μαϊμούδες).

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Είναι και δύσκολο, είναι (κρίνω) και περιττό. Έχω δημοσιεύσει πάνω από 70 βιβλία. Για όλα θα μπορούσα να πω πολλά – οπότε είναι καλύτερο (το αντιλαμβάνεσθε, φαντάζομαι) να μην πω τίποτα. Μπορώ απλώς να αναφέρω ότι, παρ’ όλο που γράφω ποιήματα από πολύ νεαρή ηλικία, την πρώτη ποιητική συλλογή μου τη δημοσίευσα το 2006: «Με απ’ όλα μέσα» (Εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 2006). Παρ’ όλο που έχω συγγράψει πολλά βιβλία, ποτέ δεν βιάστηκα να δημοσιεύσω κάτι. Όλα έγιναν στον καιρό τους. Γι’ αυτό και δεν έχω «μετανιώσει» για καμία έκδοσή μου.

Γράψατε κάποτε το έξοχο μυθιστόρημα «Βικέντιος Καρμπονάρος. Ο συνονόματος, ή Πέφτοντας στο κάθετο ρήγμα του λόγου». Γιατί δεν συνεχίσατε να μυθιστοριογραφείτε;

Πριν από τον «Συνονόματο» είχα ξεκινήσει να γράφω ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Το βάφτισμα». Είχα φτάσει 1200 σελίδες και ήμουν σχεδόν στην αρχή – το σταμάτησα! Δεν έβγαινε πουθενά. Κατόπιν ήρθε ο «Συνονόματος».  Ο Βικέντιος Καρμπονάρος είμαι εγώ – απλώς χάριν της μυθιστορηματικής πλοκής χρειάστηκε να «αλλάξω» όνομα και να «υποκριθώ» τον επιμελητή της έκδοσης. Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε. Το λέω αυτό, γιατί το βιβλίο αυτό πέρασε «κριτικώς» απαρατήρητο.  Όσοι το διάβασαν (όπως εσείς) μου είπαν / έγραψαν από καλά έως πάρα πολύ καλά λόγια. Αυτό με παρωθεί να καταπιαστώ επί τέλους με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο «Το τριήμερο». Το σέρνω από το 2008, αλλά δεν το αποφασίζω…

Αποτελείτε μια σπάνια περίπτωση λογοτέχνη που έχει γράψει βιβλία για μια αθλητική ομάδα, τον Ολυμπιακό. Τι βιβλία είναι αυτά;

Το ένα από αυτά (το «45 χρόνια βάζω γκολ στους Βάζελους» από τις εκδόσεις Δίαυλος) το χαρακτηρίζω «μυθιστόρημα» – υπό όρους, μάλιστα, είναι! Κατ’ ουσίαν όμως, πρόκειται για ένα ιδιότροπο δοκίμιο πάνω στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από το 1958 που γεννήθηκα μέχρι το 2003, που έγινα 45 χρονών. Την αφορμή της συγγραφής μού την έδωσαν οι νίκες που κατήγαγε μέσα σε τούτα τα 45 χρόνια η αγαπημένη μου ομάδα, ο Ολυμπιακός, επί του αιώνιου αντιπάλου του, του Παναθηναϊκού. Έχω συγγράψει επίσης ένα σύντομο και ιστορικού περιεχομένου βιβλίο με τίτλο «Το Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού» και έχω συμμετάσχει σε πέντε κοινές εκδόσεις με θέμα τον Ολυμπιακό. Αγαπώ τον Ολυμπιακό, λατρεύω τον Ολυμπιακό. Τον παρακολουθώ ανελλιπώς από μικρό παιδί σε όλα τα σπορ. Μου έχει χαρίσει απίστευτες συγκινήσεις – χαρές και λύπες. Μου έχει μάθει τη ζωή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Γράφω κατά βάση ποιήματα. Αλλά έχω εκδώσει και πεζά και δοκίμια. Μεταφράζω και εκδίδω ποιήματα, πεζά, δοκίμια, θεατρικά έργα. Έχω ασχοληθεί και με την επιμέλεια και έκδοση παλαιών κειμένων. Γενικώς με ενδιαφέρουν όλα τα είδη γραφής. Δεν μπορώ ούτε να εξάρω ούτε να αποκλείσω κάποιο από αυτά.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω τα χούγια μου! Σχεδόν ποτέ δεν μεταφράζω ποίημα στο σπίτι! Πάντα σε καφενεία – σε χώρους γνωστούς μου, άκρως φιλόξενους. Ποιήματα έχω μεταφράσει και στα καφέ του Γηπέδου Καραϊσκάκη.  Όταν μεταφράζω ποίηση δεν θέλω ησυχία. Αντιθέτως επιζητώ τη δυνατή μουσική και τη φασαρία. Στο σπίτι μεταφράζω κατά βάση πεζά και φιλοσοφικά κείμενα. Εκεί βάζω να παίζει κλασική μουσική. Στην ανάγνωση η μουσική δεν με ενδιαφέρει: διαβάζω και με και χωρίς μουσική. Είμαι μουσικόφιλος πάντως, και διαθέτω πολύ μεγάλη δισκοθήκη. Τα βιβλία μου και οι δίσκοι μου είναι όλη η περιουσία μου. Τα λαϊκά τραγούδια από όλον τον κόσμο, το τάνγκο, οι ναπολιτάνικες καντσονέτες, το ροκ της δεκαετίας 1965-1975, ο Βέρντι, ο Μπραμς, ο Σοστακόβιτς ανήκουν στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όπως είπα, μου αρέσει να γράφω έξω. Στην Αθήνα τα συγγραφικά στέκια μου είναι «Πόρτες» στο Νέο Ψυχικό (είναι κοντά στο σπίτι μου) και το παλιό «Dolce», νυν «Φίλιον» (στο κέντρο, στην οδό Σκουφά). Στην Κέρκυρα πηγαίνω σε 4-5 μέρη εναλλάξ, αλλά αγαπώ και το «Lunatico» στην πλατεία του παλιού Ψυχιατρείου. Εκεί έχω παρέα και πολύ αγαπημένα φιλαράκια μου: τον Μπάμπη, τον Μένιο, τον Λυκούργο, τη Τζούντυ – τα σκυλάκια που συχνάζουν εκεί.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία -παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Το κάνω ήδη. Γράφω για τον Δημήτρη Αρμάο – φίλο, ποιητή, άνθρωπο του βιβλίου, συνοδοιπόρο στις αναγνώσεις και στις μεταφράσεις. Μακάρι να ήταν στη ζωή και ας μην έγραφα τίποτα γι’ αυτόν…

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο κατάλογος είναι μακρύς, αλλά και η μικρή επιλογή είναι διαχρονική. Από τους δικούς μας: Σολωμός, Καβάφης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Πατρίκιος από τους ποιητές. Χατζόπουλος, Θεοτόκης, Πολίτης, Μπακόλας, Βαλτινός από τους πεζογράφους. Σκαρίμπας – ποιητής και πεζογράφος. Από τους ξένους θα αναφέρω ενδεικτικά πέντε συγγραφείς του 20ού αιώνα: Μαγιακόφσκη, Παβέζε, Μπρεχτ, Μπόρχες, Παζολίνι. Ο αγαπημένος μου ποιητής: ο Κάρολος Μπωντλαίρ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Από τα ξένα έργα: «Τα άνθη του κακού» (Μπωντλαίρ), «Πόλεμος και ειρήνη» (Λέων Τολστόη), «Τα παιδιά της ζωής» (Παζολίνι), «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (Μούζιλ), «Περιμένοντας τον Γκοντό» (Μπέκετ) και μέγα πλήθος άλλων. Από τα δικά μας: «Το κιβώτιο» (του Αλεξάνδρου), «Η φόνισσα» (του Παπαδιαμάντη), «Η πάπισσα Ιωάννα» (του Ροΐδη), «Στου Χατζηφράγκου» (του Κοσμά Πολίτη), «Με το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον» (του Γιάννη Πάνου).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ, του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Παβέζε, του Μπόρχες. Το «Θείο τραγί» του Σκαρίμπα και «Η κάθοδος των εννιά» του Βαλτινού.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Παρακολουθώ στενά την πορεία της ποίησης στην πατρίδα μας. Με κάποιους ποιητές αναγνωρίζω συγγένεια, με κάποιους μας χωρίζουν πολλά. Να μερικά ονόματα – εντελώς ενδεικτικά: Αγγελής, Καψάλης, Κοσμόπουλος, Κουτσουρέλης, Λαλιώτης, Λουκίδου, Παπαλεξάνδρου, Στρούμπας… Ο Χρήστος Βάθης έβγαλε στη δεκαετία του ’80 τη «Μάγια σκιά» (εκδόσεις Διάττων) και έκτοτε –ποιητικώς– ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Την πεζογραφία δεν την παρακολουθώ τόσο στενά, γι’ αυτό και θα αναφέρω μόνο το όνομα του Γιάννη Παλαβού. Από τους θεατρικούς συγγραφείς επιλέγω τον Αντώνη Παπαϊωάννου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο «Ομπλόμωφ» του Ιβάν Γκοντσάρωφ! Τρεις φορές έχω διαβάσει το ομώνυμο μυθιστόρημα και πάντοτε νιώθω χαρά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον «Μαριάμπα» του Γιάννη Σκαρίμπα!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Αγοράζω σχεδόν όλα τα περιοδικά – και τώρα και από παλιά. Κρίνω ότι συμβάλλον θετικά στη διαμόρφωση της λογοτεχνίας μας. Με πολλά από αυτά συνεργάζομαι τακτικότατα, οπότε δεν τίθεται θέμα «αγαπημένου». Για να απαντήσω, όμως, στην ερώτησή σας, θα πω ότι μου λείπουν η «Λέξη» και ο «Χάρτης», δύο εξαιρετικής ποιότητας περιοδικά, με τα οποία ποτέ δεν συνεργάστηκα, παρά τις άριστες σχέσεις μου με τους εκδότες τους.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω διαγωνίως τις παρουσιάσεις στα διάφορα έντυπα. Σπανίως παρουσιάζουν, πάντως, ενδιαφέρον. Συνήθως αναπαράγονται τα «δελτία τύπου» των εκδοτών – όταν δεν πρόκειται για «δημόσιες σχέσεις». Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Οι ολιγάριθμες εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν τον κανόνα. Μπορεί να κακοχαρακτηρισθώ, αλλά δεν παρακολουθώ αυτού του είδους την «ξεπεταχτική» κριτικογραφία.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζω και μεταφράζω, όπως ήδη είπα, ποίηση σε καφενεία. Συστηματικά δε, επί δεκαετίες! Είναι τόσο πολύ ρουτινιάρικο αυτό (με την καλή έννοια του όρου) που δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον να πω τίποτα. Και επειδή με τα γραπτά μου είμαι πολύ προσεκτικός, θα σας πω ότι ούτε τον καφέ δεν έχω χύσει ποτέ στα χαρτιά μου, για να είναι το γεγονός «αξιομνημόνευτο». Μια φορά στο τρόλεϋ είχα δει κάποιον να διαβάζει τους «Αγροίκους» του Παβέζε, που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Τον ρώτησα, τάχα με απορία, τάχα αδιάφορα, αν παρουσιάζει ενδιαφέρον το μυθιστόρημα και μου είπε ότι η μετάφραση είναι πάρα πολύ τολμηρή, «σαν περίεργο πρωτότυπο». Τον ρώτησα ποιος το έχει μεταφράσει. Γύρισε στη σελίδα 5, διάβασε το όνομά μου και μου το είπε παρατονισμένο μάλιστα: «Κεντρώτης». Τι να σας πω: το είχα ευχαριστηθεί πολύ!

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω από τα 18 μου χρόνια ανελλιπώς. Αισίως άγω το 59ο έτος της ηλικίας μου. Ο μεταφραστικός τρόπος μου είναι η αυστηρότητα και η προσοχή μου. Δεν αφήνω ποτέ τίποτα έξω από τη μετάφραση, δεν «παρακάμπτω» ποτέ τίποτα. Μου λένε ότι τα μεταφράσματά μου είναι «ιδιότυπα» ή «χαρακτηριστικά». Αυτός είναι εμένα ο έπαινός μου! Η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού» – άρα ο μεταφραστής πρέπει να «διακρίνεται», να «ξεχωρίζει». Η μετάφραση, αν είναι και όσο είναι τέχνη, δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη του δημιουργού της. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «απρόσωπη» ή «αντικειμενική» μετάφραση. Δεν έχω μεταφράσει ποτέ κείμενα που δεν μου αρέσουν. Όλα μου τα μεταφράσματα είναι δικής μου επιλογής και ανάγονται σε δικά μου ενδιαφέροντα. Μπορεί κάποια από τα ενδιαφέροντά μου να έχουν ατονήσει μέσα μου με τα χρόνια, αλλά δεν έχουν σβηστεί. Μεταφράζω συγγραφείς που αγαπώ… που με ενδιαφέρουν τουλάχιστον με την προσωπικότητά τους… που με «καλλιεργούν»… που μου δίνουν ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα… που με πάνε παραπέρα… παραπάνω. Ουδέποτε μετάφρασα κάτι «επαγγελματικά» ή «ξεπεταχτιδίστικα». Ούτε θα το κάνω!

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Αν και θα μπορούσα να σας απαντήσω με ένα «όλες», που θα ανταποκρινόταν και στα δύο σκέλη του ερωτήματός σας, θα προβώ σε επιλογή! Πιο πολύ με δυσκόλεψε η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο (εκδόσεις Gutenberg 2015), διότι έπρεπε να καλέσω στο χαρτί πολλά είδη γνώσεων και επιστημών, προκειμένου να συνεργασθούν. Η πιο μεγάλη δυσκολία από όλες ήταν το άτσαλο ύφος του συγγραφέα, το οποίο δεν έπρεπε να μεταφερθεί ούτε ως άτσαλο ούτε άτσαλα. Κάτι τέτοιο θα ακύρωνε εν τη γενέσει την προσπάθειά μου, που συνίστατο στο να μεταφρασθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά η τρίτη και τελική έκδοση του βικιανού έργου που είχε δει το φως της δημοσιότητας το 1744 στη Νάπολη. Το έργο έπρεπε να μεταφρασθεί με ήθος λόγου ελληνικού μικτού και επιστημονικού. Τουλάχιστον αυτό προσπάθησα να κάνω. Η εγγενής πυκνότητα τόσο του νομικού όσο και του φιλοσοφικού λόγου αυτό ακριβώς απαιτούσαν – τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου. Αυτό το είχα αποφασίσει εξ αρχής – προτού καλά-καλά τραβήξω την πρώτη μολυβιά. Αποφασισμένο είχα επίσης και το ότι θα έπρεπε πολλές φορές σε κάθε σελίδα πρώτα να παραθέτω κάποια ξενόγλωσσα στοιχεία και ύστερα να τα μεταφράζω μέσα στο σώμα του μεταφράσματος.

Η άλλη απόφασή μου ήταν, όταν εισήγαγα ορολογία, να παραθέτω σε υποσημείωση την ιταλική ή όποια άλλη πρωτότυπη μορφή της: ο αναγνώστης θα διαπιστώσει έτσι ότι, ενδεικτικώς, η πρωτεία είναι η degnità, τα ρεύματα και αναρρεύματα είναι τα corsi e recorsi, και το διαφορολόγιοαλληγορία) είναι το diversiloquium. Είχα αποφασίσει και κάτι άλλο, που το επετέλεσα στο μέτρο του δυνατού: να διορθώσω τα λάθη του Βίκο, όλα τους συγγνωστά. Γράφοντας ο Βίκο από μνήμης τα πάντα περιέπεσε σε λάθη: καμιά φορά ο Πλάτων ήταν Αριστοτέλης ή κάποιο έργο του Πλάτωνος ονομαζόμενο ήταν άλλο (φέρ’ ειπείν ο Αλκιβιάδης Β΄ και όχι ο Αλκιβιάδης Α΄). Όλα αυτά τα λάθη αποκαταστάθηκαν· όπως αποκαταστάθηκαν φιλολογικώς και όσα λάθη είχαν εμφιλοχωρήσει σε διάφορα λατινικά χωρία παρμένα από τον Τίτο Λίβιο ή τον Τάκιτο. Κατά τη μετάφραση βοηθήθηκα σημαντικά από μεταφράσεις του έργου σε άλλες γλώσσες: από την αγγλική του Νταίηβιντ Μαρς, από τη γαλλική της Κριστίνα Τριβούλτσιο και, κυρίως, από τη γερμανική του φιλόσοφου Βιττόριο Χαίσλε.

Έκρινα ότι έπρεπε να υπομνηματίσω εξαντλητικά το έργο – και το έκανα. Οι υποσημειώσεις, που ξεπερνούν τις 4000, είναι δύο ειδών: είναι «φιλολογικές», αναφερόμενες στις πηγές του Βίκο, και «αυταναφορικές», καθώς παραπέμπουν σε σημεία του βικιανού έργου. Έκρινα ότι έπρεπε να παρατεθούν όλες τους, καθώς προέρχονταν μέσα από το ίδιο το έργο, για να βοηθηθεί ο κριτικός αναγνώστης στη μελέτη του· όπως έκρινα επίσης ότι δεν θα έπρεπε να παρατεθεί ούτε μία υποσημείωση δευτεροταγούς χαρακτήρα, δηλαδή υποσημείωση αναφερόμενη μεν στο μεταφραζόμενο έργο, αλλά προερχόμενη έξω από αυτό. Αν το έκανα, οι σελίδες του έργου δεν θα ήσαν 1050, αλλά 2050! Και εν πάση περιπτώσει, ας το κάνει κάποια στιγμή κάποιος άλλος, διορθώνοντας και τα τυχόν δικά μου αβλεπτήματα. Να προσθέσω και τούτο: όποτε είχα αναφορά σε αρχαιοελληνικό ή λατινικό κείμενο, προτιμούσα να προσθέτω, πέραν της φιλολογικής του ταυτότητας, και το σώμα του κειμένου, ακριβώς για να διευκολύνεται ο μελετητής επί τόπου και να μην χρειάζεται να τρέχει να ψάχνει ή να ανοίγει βιβλία.

Η μετάφραση που πιο πολύ έχω ευχαριστηθεί δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα: είναι «Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ. Τόσο πολύ την ευχαριστήθηκα που έκατσα και έγραψα και έναν επίλογο, που υπολογίζω ότι θα καλύπτει κοντά στις 350 σελίδες. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει –με το καλό– από τις εκδόσεις Gutenberg ως τα τέλη του 2017.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θα ήθελα να συστήσω το «Βιργιλίου θάνατος» του Χέρμαν Μπροχ (Gutenberg 2000), το «Στα χθόνια δώματα» του Πάμπλο Νερούδα (εκδόσεις Ύψιλον 2007),  και το «Των εραστών τα μάτια είναι πάντα σα βροχή» (Gutenberg 2014), που είναι η μετάφραση του Ε΄ βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας, με ποιήματα ερωτικά.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Θα αναφερθώ σε τρεις «αρνητικές» περιπτώσεις. Από την ιστορία της μετάφρασης έργων του Ρόμπερτ Μούζιλ θυμάμαι τον «ζήλο», τον «φανατισμό», με τον οποίον είχα επιδοθεί. Σε κάποιους δεν άρεσε η ενασχόλησή μου και προσπάθησαν να μου αμαυρώσουν τα μεταφράσματα, ακόμα και αν δεν ήξεραν το βασικότερο: γερμανικά! Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βιργιλίου θάνατος» του Μπροχ. Στην πρώτη περίπτωση, εν έτει 1987, είχα απαντήσει γραπτώς και εξαντλητικά από τις στήλες του περιοδικού ΑΝΤΙ και είχα ξεκάνει τον «αντιρρησία» – δεν ήταν, πάντως, και ιδιαίτερα δύσκολο, διότι «δεν φέλαγε» όπως λένε στο χωριό μου. Στη δεύτερη περίπτωση (ούτε εδώ ο κριτής εγνώριζε καθ’ ομολογίαν του γερμανικά) δεν καταδέχτηκα να απαντήσω στο κακόβουλο δημοσίευμα που φιλοξενήθηκε σε «σαλόνι» της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ. Μετά από μερικά χρόνια το έφερε η συγκυρία να συνυπάρξω κάπου με τον «κριτικό», ο οποίος, προβαίνων σε αλλεπάλληλα καραγκιοζιλίκια, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποια συγγνώμη εκ μέρους μου. Εννοείται ότι δεν έλαβε τίποτα. Τρίτη περίπτωση, πάλι με τα γερμανικά στη μέση. Όταν μετέφρασα τη «Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων και άλλα 499 ποιήματα» του Μπρεχτ (Gutenberg 2014) κάποιοι ξεβολεύτηκαν (αλήθεια γιατί;), αλλά περιορίστηκαν σε προφορικά σχόλια, που φτάνανε ώς τ’ αφτιά μου. Περιορίστηκα σε όλες τις περιπτώσεις σε ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μακροθυμία, καλέ μου φίλε! Μακροθυμία! Κανείς δεν εμπόδισε ποτέ κανέναν να γράψει ή να μεταφράσει ό,τι τραβάει η ψυχή του. Στην εποχή του διαδικτύου, μάλιστα, εκδίδονται τα πάντα ακόπως. Οπότε όποιος γουστάρει ό,τι γουστάρει μπορεί να το κάνει. Και δεν χρειάζεται να πάρει την άδεια από κανέναν ούτε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Νομίζω ότι από άλλη αφορμή έχω απαντήσει στις ερωτήσεις σας, αλλά μιας και ρωτάτε, θα ήθελα να προσθέσω τούτο. Αγαπώ πολύ τη μουσική – όλα τα είδη μουσικής, αρκεί να πρόκειται για μουσική και όχι για ήχους ατάκτως ερριμμένους. Θα γράψω μόνο ονόματα, όπως που έρχονται. Μάρκος Βαμβακάρης και Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς, Γιώργος Μουφλουζέλης, Νίκος Ξυλούρης, Μανώλης Μητσιάς, Βίκυ Μοσχολιού, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μαίρη Λω, Κούλα Νικολαΐδου, Τάσος Χαλκιάς, Γιώργος Παπασιδέρης, Κάρλος Γαρδέλ, Ιμπέριο Αρχεντίνα, Ασουκένα Μαϊσάνι, Ανδριάνα Βαρέλα, Αταουάλπα Γιουπάνκι, Ρομπέρτο Μούρολο, Ρόζα Μπαλιστρέρι, Οτέλλο Προφάτσιο, Γκίζελα Μάυ, Βολφ Μπίρμαν, Τράφικ, Άνιμαλς, Τεν Γίαρς Άφτερ, Μπενιαμίνο Τζίλι, Τζουζέπε Ντι Στέφανο, Ζωρζ Μπρασένς, Πατασού, Μονίκ Μορελί – και χίλιοι άλλοι!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ πάρα πολύ έχουν ήδη μεταφραστεί από εμένα. Ποτέ δεν μετέφρασα έργο ή συγγραφέα που δεν μου άρεσε.  Έχω ετοιμάσει περίπου 20 μεταφράσεις που δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Καλά να είμαστε και θα εκδοθούν κάποια στιγμή στο μέλλον. Θέλω να μεταφράσω τα σονέτα του Γκουίντο Καβαλκάντι και μια επιλογή από τα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Στην Ελλάδα έχω αρνητική εμπειρία από την «κριτική» των μεταφράσεων.  Όταν δεν είναι «λαθολογία», γίνεται αδιάφορη «γενικολογία», όπου και συνήθως διαβάζουμε ότι «ο μεταφραστής απέδωσε με ευαισθησία και γνώση όλες τις πτυχές του πρωτοτύπου»… Όταν διαβάζω τέτοια πράγματα, σχηματίζω την εντύπωση ότι ο «κριτικός» μπορεί να μην έχει πιάσει καν στα χέρια του το βιβλίο που «κρίνει».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ουδέποτε είχα προβλήματα. Έχω την τύχη να έχω συνεργαστεί με τον αείμνηστο Δημήτρη Αρμάο, με τη Μαρία Ράμμου, με τον Θανάση Χριστοδούλου, με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, με τον Ηλία Καφάογλου, με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει διόρθωση και επιμέλεια. Εξ άλλου κι εγώ έχω εργασθεί ως διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων, οπότε…

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ομολογώ όχι! Μάλλον δεν με συμπαθούν… Ο Βιργίλιος ως προσωπικότητα έχει, πάντως, στοιχειώσει τη ζωή μου. Τον μελετώ με ιερό φανατισμό.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ. στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είμαι διδάκτωρ νομικής,καθώς έχω συγγράψει διδακτορική διατριβή στο Διοικητικό Δίκαιο στη Γερμανία, στο Πανεπιστήμιο της Σααρλάνδης. Η εν γένει κουλτούρα μου είναι επηρεασμένη από τη νομική σκέψη. Άρα και ο τρόπος γραφής μου μετέχει και της νομικής παιδείας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Παλιότερα ήμουν δικηγόρος. Από το 1994 μέχρι σήμερα είμαι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Διδάσκω «Θεωρία και πράξη της μετάφρασης», «Νεοελληνική λογοτεχνία» και «Μετάφραση νομικών κειμένων από τα γερμανικά στα ελληνικά».

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω λατινοαμερικανούς ποιητές, κυρίως από την Αργεντινή. Γράφω ποιήματα. Μεταφράζω το «Ασματολόγιο» («Canzoniere») του Πετράρχη και την «Αινειάδα» του Βιργιλίου.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν είμαι φίλος ή συστηματικός θεατής του κινηματογράφου και του θεάτρου. Μου αρέσει ο Παζολίνι και ο Βάιντα. Από τους θεατρικούς συγγραφείς αγαπώ τον Μπέκετ και τον  Ίψεν. Εννοείται ότι έχω διαβάσει πολύ καλά τους τρεις κορυφαίους έλληνες τραγικούς και τον Αριστοφάνη. Εξ άλλου έχω μεταφράσει τον «Προμηθέα δεσμώτη» του Αισχύλου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Και τι να την κάνω την αιώνια νιότη; Εξ άλλου ο θάνατος είναι η φυσική κατάληξη της ζωής. Μπα, δεν θα το δεχόμουν – πέραν του ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται! Εύχομαι πάντως «καλά ξέτελα»!

Περί Ολυμπιακού

Πώς γίνατε οπαδός του Ολυμπιακού; Πώς αρχίσατε να γράφετε για την ομάδα; Υπάρχει κάποιο μυθιστόρημα ή άλλο έργο που θα θέλατε να γράψετε για τον Ολυμπιακό; Έχετε ξεχωρίσει κάποιο κείμενο άλλου δημιουργού με λογοτεχνικές αρετές αφιερωμένο στην ομάδα;

Θυμάμαι τον εαυτό μου ως οπαδό του Ολυμπιακού από το 1963. Το καλοκαίρι της χρονιάς αυτής νικήσαμε τον Παναθηναϊκό με 5-3 μέσα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε αγώνα Κυπέλλου. Για τον Ολυμπιακό άρχισα να γράφω με την προτροπή του αείμνηστου φίλου μου Παναγιώτη Γαρίδη, που από τις εκδόσεις Δίαυλος εξέδωσε το «Αλφαβητάρι του Ολυμπιακού». Έχω γράψει δύο βιβλία για τον Θρύλο και έχω συμμετάσχει σε άλλες πέντε ομαδικές εκδόσεις. Θέλω να γράψω κείμενα για τον Ανδρέα Μουράτη και τον Γιώργο Σιδέρη. Έχω όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για την αγαπημένη μου ομάδα. Ξεχωρίζω το «Μίλα μου για τον Θρύλο» του Νίκου Μαυρωνά, εκδεδομένο ομοίως από τις εκδόσεις Δίαυλος.

Μπορείτε να αναφέρετε μια αξέχαστη στιγμή της ομάδας σας από κάθε δεκαετία, στιγμή που έμεινε εντυπωμένη στην μνήμη σας;

Θα σας αναφέρω μόνο μία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1987 ο Ολυμπιακός είναι προτελευταίος στη βαθμολογία με 6 βαθμούς  σε 11 αγώνες. Στο ΟΑΚΑ έχουν συρρεύσει 61.000 θεατές. Εγώ δεν ήμουν εκεί. Ήμουν στη Γερμανία, μεταπτυχιακός φοιτητής. Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, κι εγώ περιμένω το κορίτσι μου, την Πολυξένη –που είχε την «ατυχία» να γίνει σύζυγός μου αργότερα– να έλθει να γιορτάσουμε μαζί. Από το αεροδρόμιο της Φραγκφούρτης την παίρνω και ανεβαίνουμε τραινάτοι σε κάτι γερμανούς φίλους στον Βορρά, στο Αμβούργο. Όταν φτάσαμε, ανοίγουμε τη βαλίτσα της, τακτοποιούμε τα πράγματά της, και κατόπιν ανοίγουμε και τη βαλίτσα μου, από όπου προς μεγίστην έκπληξή της βλέπει να βγάζω ένα ραδιόφωνο ικανού όγκου, μια μπακατέλα του κερατά, που έπιανε βραχέα και το είχα για να ακούω τα ματς του Θρύλου. Παρακαλώ τον οικοδεσπότη μας (έναν ευγενέστατο κύριο μιας κάποιας ηλικίας) να με «πετάξει» ώς το Μπλανκενέζε που ήξερα ότι έχει «μεγάλο άνοιγμα» (μια ώρα δρόμος από το Ποπενμπύτελ, όπου μέναμε) για να «πιάνει καλύτερα το ράδιο».

Τί να κάνει ο άνθρωπος, με πήγε – παρά τις έντονες αποτρεπτικές κουβέντες της κυρίας μου και τα συνακόλουθα «μούτρα». Και όχι μόνο με πήγε ο καλός εκείνος άνθρωπος, αλλά και έκατσε σε ένα ωραίο ημιυπαίθριο καφέ και με περίμενε μέχρι να τελειώσει το ματς με την Παναχαϊκή, διασκεδάζοντάς το κιόλας, καθώς αυτός έπινε τις μπυρούλες του (χειμωνιάτικα…) κι έβλεπε εμένα να παρακολουθώ το ματς μέσα από έναν καταιγισμό από «αγγγγγκτ… γτγτγτγτρκρτφζξθγ… κλτρμνγργργρμρψταπλ… γτκτρμντγρκδρτα»! Και από κοντά μου ήσαν και δυό άλλοι πατριώτες (ναι, και γαύροι) που είχαν βρεθεί τυχαία εκεί ως τουρίστες, και είχαν αφήσει τις παρέες τους σύξυλες για ν’ αφοσιωθούν και αυτοί στην ακρόαση. Το τί έγινε στα γκολ είναι πέραν πάσης περιγραφής. Στο 1ο κιόλας λεπτό ο Τάσος Μητρόπουλος και στο 70ό ο Σάκης Μουστακίδης ήσαν οι σκόρερ. Ο γερμανός φίλος μου (λάτρης του φολκλόρ, όπως άλλωστε όλοι οι Γερμανοί) το κατευχαριστήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο «πράμα». Ούτε του είχε τύχει να δει ποτέ τρία αφτιά στριμωγμένα και κολλημένα σε ένα ράδιο της συμφοράς να ακούνε ποδόσφαιρο. Πάντα μαθαίνει κανείς νέα πράγματα, πάντα σε περιμένουν νέες εμπειρίες – λέω… Γι’ αυτό και είναι ωραία η ζωή!

Εικονίζονται: ελάχιστα από τα βιβλία που συνέγραψε ή μετάφρασε ο Γιώργος Κεντρωτής, Charles Baudelaire, ένα αγαπημένο του βιβλίο, ένας αγαπημένος λογοτεχνικός ήρωας, Νεμέα 1973, Giambattista Vico, Hermann Broch, ένας δίσκος της Imperia Argentina, ένα χαμόγελο του Carlos Gardel, o φιλοξενούμενος σε μια εποχή που δεν γνώριζε κανέναν από τους παραπάνω και Γιώργος Σιδέρης.

Σημείωση: Το Πανδοχείο προειδοποιεί: οι εικόνες μπορεί να εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, κατά το κοινώς λεγόμενον ροτέισον.

06
Φεβ.
16

Θανάσης Κάππος – Το ποδόσφαιρο και η αριστερά

Κάππος_

Αριστεροί εξτρέμ, μέσοι και αγωνιστές

Ήμουν ο μοναδικός, που δεν τον χαιρέτισα. Είχα φόβο, αλλά έπρεπε να το κάνω. Ακολούθησε σιωπή μερικών δευτερολέπτων. Αυτή η σιωπή κράτησε, αιώνες για μένα…

… έλεγε ο Κάρλος Καζέλι, «ο βασιλιάς του τετραγωνικού μέτρου» στα γήπεδα αλλά κυρίως «ο άνθρωπος που δεν χαιρέτησε τον Πινοσέτ». Και δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το προσκλητήριο των αριστερών που αγωνίστηκαν τόσο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα όσο και στα πεδία της πολιτικής και των ιδεών. Ο Καζέλι αποτέλεσε το βασικό επικοινωνιακό όπλο του «Μετώπου του Όχι», στο δημοψήφισμα του 1988 κατά της δικτατορίας του Πινοσέτ, το οποίο οδήγησε στις πρώτες από το 1973 ελεύθερες εκλογές στη χώρα και στη φυγή του δικτάτορα από την εξουσία. Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο αποτελούσε τον κατεξοχήν μέσο για τη στήριξη φασιστικών δικτατοριών, απέκτησε το παρατσούκλι ο «κόκκινος», υπερασπίστηκε δημόσια τις θέσεις του και πρόβαλε την αντίθεσή του στο καθεστώς. Στην κορυφαία εκτός αγωνιστικών χώρων στιγμή του αρνήθηκε ως μέλος της εθνικής ομάδας να χαιρετήσει τον Πινοσέτ.

Caszely- Pinochet_

Ο Καζέλι συμμετείχε και στην γελοία ρεβάνς με τους Σοβιετικούς, το πιο παθητικό παιχνίδι στην ιστορία, όπως το χαρακτήρισε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο. Ο αγώνας θα γινόταν στο στάδιο Νασιονάλ, τόπο συγκέντρωσης και μαρτυρίων αριστερών και προοδευτικών πολιτών της χώρας, που τώρα έπρεπε να μεταμορφωθεί σε πραγματικό γήπεδο ποδοσφαίρου – εκεί είχε εκτελεστεί ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τσαρλς Χόρμαν ενώ όχι μακριά, στο στάδιο Τσίλε του Σαντιάγκο είχε χτυπηθεί μέχρι θανάτου ο Βίκτορ Χάρα. Οι Σοβιετικοί αρνήθηκαν να παίξουν στο γήπεδο, το αίτημα δεν έγινε δεκτό από την FIFA και δεν κατέβηκαν στο παιχνίδι· έτσι οι Χιλιανοί βγήκαν μόνοι τους στον αγωνιστικό χώρο, σκοράροντας σε άδεια εστία. Ο Καζέλι θυμάται πόσο φοβήθηκαν οι παίκτες βγαίνοντας σ’ έναν χώρο γνωρίζοντας πως πολλοί από τους φίλους του είχαν βασανιστεί και δολοφονηθεί.

Salvator Allente Carlos Caszely

Το ενδιαφέρον της Ρεάλ Μαδρίτης ατόνησε μόλις μαθεύτηκε πως ήταν υποστηρικτής του Αλιέντε ενώ το 1977 αποκλείστηκε από την Εθνική, κατόπιν πιέσεων του προέδρου της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της χώρας κι έχασε το (ούτως ή άλλως κατάπτυστο) Μουντιάλ του 1978. Έχει ήδη γίνει ο μισητός παίκτης της χιλιανής Δεξιάς. Όπως έγραψε ο ποιητής και δημοσιογράφος Χόρχε Μοντεαλέγκρε: Στη μνήμη μας, η υποστήριξη στον πρόεδρο Αλιέντε, στον Κορβαλάν, στην Γκλάντις Μαρίν και στον Βολόντια Τεϊτελμπόιμ στις τελευταίες ελεύθερες εκλογές της Χιλής ήταν τα πάντα. Η μεγάλη του αξία εντός και εκτός γηπέδων «κέρδισε» το μίσος της Δεξιάς. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή; 

Ewald Lienen_

Αριστερό εξτρέμ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ένας ήρωας της παιδικής μου ηλικίας: ο Έβαλντ Λίνεν, το εντεκάρι της Γκλάντμπαχ (με την ούτως ή άλλως εντυπωσιακή για μένα τότε ονομασία Borussia Muenchen Gladbach)· ένας δαιμόνιος ακραίος που κατηγορήθηκε για κομμουνιστική προπαγάνδα κι έτσι δεν έπαιξε ποτέ στην Εθνική Δυτικής Γερμανίας. Όταν έπαιζε στην Γκλάντμπαχ που θριάμβευε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μάζευε υπογραφές για να σώσει από την απόλυση έναν δάσκαλο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων. Από την ίδια εποχή θυμάται έναν πολιτικός που τον συμβούλευε να κοιτάει το ποδόσφαιρο και να μην ασχολείται με τα πολιτικά. Όσο θεριό ήταν ως έξω αριστερά τόσο σεμνός ήταν απέναντι στον κόσμο: αντί για αυτόγραφο μοίραζε κάρτα που έγραφε «η υπογραφή μου δεν αξίζει περισσότερο από την δική σας».

Maradona Boca_

Στην επαρχία Κοριέντε, στον τόπο δηλαδή της καταγωγής του, ο Μαραντόνα, έχτισε και συντηρούσε από το 1985 και για πολλά χρόνια, σαράντα σχολεία, πληρώνοντας ακόμα και τους δασκάλους, τα οποία στη συνέχεια τα παρέδωσε στο κράτος και τελικά, δυστυχώς, καταστράφηκαν. Ο Μαραντόνα είχε οργανώσει μια τεράστια εκδήλωση ενάντια στον Τζορτζ Μπους από το Μαρ ντελ Πλάτα, τετρακόσια χιλιόμετρα νότια του Μπουένος Άιρες ξεκίνησε μια σιδηροδρομική διαδήλωση· ο συρμός άρχισε μ’ ένα βαγόνι και σε κάθε σταθμό αποκτούσε ακόμα ένα, φτάνοντας στην πρωτεύουσα με ογδόντα βαγόνια. Τις ιστορίες του μας θυμίζει ο Χουάν Ραμόν Ρότσα, για να καταλήξει στον Λιονέλ Μέσι, «ένα παιδί με αριστερό τρόπο σκέψης και μεγάλη κοινωνική δράση στην Αργεντινή, η οποία δεν έχει γίνει ευρέως γνωστή» και στον Κάρλος Τέβεζ.

Carlos Tevez

Ο Τέβεζ, έχει δικαιωματικά τις δικές του σελίδες στο βιβλίο. Ο επονομαζόμενος Απάτσι, μεγάλωσε στο Φουέρτε Απάτσι, μια μικρή συνοικία στα δυτικά του Μπουένος Άιρες, με κάθε μορφής παράβαση στην ημερήσια διάταξή της. Εδώ η αστυνομία μπαίνει μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ενώ το πιο εύκολο πράγμα είναι να προμηθευτεί κανείς μια δόση πάκο, ένα ευρέως διαδεδομένο ναρκωτικό που έχει καταστρέψει την ζωή αμέτρητων νέων. Η μαφία έχει τον πρώτο λόγο στην περιοχή αλλά δεν διανοείται να πειράξει τα παιδιά που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό. Ο Τέβεζ θυμάται πως έπρεπε να διαλέξει: εγκληματίας ή ποδοσφαιριστής. Και όταν τα κατάφερε δεν ξέχασε ποτέ στην ζωή του, γι’ αυτό και σε κάθε γκολ σηκώνει την μπλούζα του για να φανούν τα κοινωνικά μηνύματα και το όνομα της γειτονιάς που μεγάλωσε.

metin_kurt

Θέση στο βιβλίο έχουν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές και αγωνιστές όπως ο Τούρκος Μετίν Κουρτ που αγωνιζόταν στην δύσκολη τουρκική δεκαετία του ’70 και διώχτηκε από την Γαλατά Σεράι παρά τα έξι χρόνια που αγωνίστηκε μαζί της, με την κατηγορία πως προωθεί τους συμπαίκτες του προς ανατρεπτικούς δρόμους. Ο Κουρτ πήγαινε μετά την προπόνηση στα παλαιοβιβλιοπωλεία για να βρει τα βιβλία που τον ενδιέφεραν· στον διεθνή αγώνα με την Μπάγιερν Μονάχου, το 1972, ο μαοϊκός Πωλ Μπράιτνερ τον κάλεσε να συζητήσουν για ποδόσφαιρο και πολιτική! Η κηδεία του ήταν ακριβώς αυτό που θα επιθυμούσε: γιορτή και διαδήλωση μαζί. Φυσικά δεν λείπει και η σχέση των Ζαπατίστας με την Ίντερ και ιδίως με τον Χαβιέ Ζανέττι, στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί με αφορμή ένα κείμενο στο περιοδικό Humba! εδώ.

Socrates_

Ιδανικό της ζωής μου είναι ο ιδανικός σοσιαλισμός έλεγε ο Σόκρατες, που είχε ως δεύτερη ενασχόλησή του την πολιτική και ως μεγαλύτερο πολιτικό του δημιούργημα το αυτοδιαχειριστικό μοντέλο που καθιέρωσε στην ομάδα του την Κορίνθιανς. Η περίφημη Democrazia Corinthiana αποτελούσε ένα ιδανικό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας μέσα στην ομάδα, όπου οι παίκτες ψήφιζαν με ανάταση του χεριού για μια σειρά θεμάτων, όπως η οικονομική διαχείριση, η στρατηγική του παιχνιδιού και το ίδιο το μενού! Θέση στην ευρεία ενδεκάδα έχουν και οι δικοί μας Νίκος Γόδας, Γιώργος Δεληκάρης, Νίκος Χρηστίδης και Βασίλης Χατζηπαναγής και βέβαια ο παλαιός των παλαιών Ανδρέας Μουράτης (Πήγα στον ΕΛΑΣ για να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι ίσοι).

Δεληκάρης

Εκτός από τους παίκτες υπάρχουν και οι ομάδες και τα σχετικά κείμενα αφορούν την προπολεμική Δυναμό Κιέβου στον περίφημο «αγώνα του θανάτου» το 1942, τον εξόριστο Ολυμπιακό της Μακρονήσου το 1948, τρία παραδείγματα ομάδων με σοσιαλιστικό προσανατολισμό: την Μπαρτσελόνα, την Γερμανική FC St. Pauli και την SC Corinthians του Σόκρατες και την σύγχρονή μας Hasta La Victoria Sempre, με τους Έλληνες ποδοσφαιριστές. Η ομάδα φτιάχτηκε για να συμπαραστέκεται στους απανταχού κατατρεγμένους κι έχει ταξιδέψει από την Παλαιστίνη μέχρι την Κούβα, έχει βρεθεί κοντά στους απεργούς εργάτες της Χαλυβουργικής, στους φυλακισμένους Κουβανούς, έχει συμμετάσχει στον αγώνα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, κι έφτασε μέχρι την αυτοδιαχειριζόμενη Μαριναλέδα. Έτσι εξηγείται, σκέφτομαι, γιατί απουσιάζει κάθε σχετική αναφορά από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά κανάλια.

socrates-democracia corinthiana_

Ο συγγραφέας είναι δημοσιογράφος και η γραφή του είναι πράγματι δημοσιογραφική, με απλή γλώσσα και σύντομες παραγράφους. Αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλαισιώνουν τα κείμενα, που προλογίζει ο Νίκος Μάλλιαρης.

Στις φωτογραφίες: Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda [Foto: La Tercera, Biblioteca Nacional]

Εκδ. Καστανιώτη, 2015, σ. 177.

Δημοσίευση και σε mic.gr. / Βιβλιοπανδοχείο, 201, υπό τον τίτλο My left foot.

Στις εικόνες: Κάρλος Καζέλι με τα χέρια στις τσέπες μπροστά στον Πινοσέτ [Abel Alonso, Carlos Caszely y Augusto Pinochet en la despedida de la selección en La Moneda, La Tercera, Biblioteca Nacional], ο ίδιος δίπλα στον Αλιέντε, Ντιέγκο Μαραντόνα και Κάρλος Τέβεζ στην ύστατη τιμή – ζωγραφιές στον τοίχο, Μετίν Κουρτ, Σόκρατες, Γιώργος Δεληκάρης, Democrazia Corinthiana.

09
Δεκ.
15

Alex Ferguson – Η αυτοβιογραφία μου

Alex_Ferguson_cover

Από την δική μου πλευρά, είχα μια συνταγή για την ήττα. Αφού έλεγα τα δικά μου στα αποδυτήρια, πάντοτε, πριν διαβώ την πόρτα για να αντιμετωπίσω τον Τύπο, να αντιμετωπίσω την τηλεόραση, να μιλήσω στον άλλο μάνατζερ, έλεγα στον εαυτό μου: «Ξέχνα το. Το παιχνίδι τελείωσε. Πάντα το έκανα αυτό». [σ. 233]

Αυτό που συγκινεί στο καταρρακτώδες βιβλίο του μάνατζερ που άλλαξε όλη την ιστορία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι ακριβώς οι σελίδες που αφιερώνει στις δύσκολες και στις οριακές στιγμές της ομάδας. Κοιτάζοντας πίσω δεν επικεντρώνει μόνο στις νίκες και τους θριάμβους αλλά και στις ήττες. Πώς να ξεχαστούν τρεις τελικοί Κυπέλλου, άλλοι τόσοι Λιγκ Καμπ, και φυσικά εκείνοι οι δυο στο Πρωταθλητριών από την Μπαρτσελόνα; Όμως είναι κι αυτά ένα μέρος από τον καμβά της ομάδας: η ανάκαμψη. Ο Φέργκιουσον δεν σταμάτησε να έχει στο νου του ότι δεν είναι όλα νίκες και παρελάσεις.

Sir Alex Ferguson 3

Dulcius ex asperis. Είναι πιο γλυκά έπειτα από δυσκολίες. Αυτό ήταν το σλόγκαν της οικογένειας Φέργκιουσον στην Σκοτία, κι αυτή ακριβώς η αισιοδοξία τον συντρόφευε στα τριάντα εννέα χρόνια του ως ποδοσφαιρικού μάνατζερ. Ας τονίσουμε εδώ ότι με τον όρο μάνατζερ εννοείται ο υπεύθυνος της ομάδας που αναλαμβάνει την ευθύνη τόσο για τις προπονητικές επιλογές όσο και την οικονομική διαχείριση. Ο Φέργκιουσον δεν πανικοβάλλονταν μετά από μια σειρά ατυχών αποτελεσμάτων, ενώ είχε πλήρη ανοσία σε οτιδήποτε επιχειρούσε να πλήξει την ομάδα από εξωτερικές πηγές. Και φυσικά δεν έδινε την παραμικρή σημασία στους ψιθύρους και τα σενάρια.

Μερικές φορές οι ήττες είναι τα καλύτερα αποτελέσματα. Η αντίδραση στις αντιξοότητες είναι προσόν. Ακόμα και στη χειρότερη περίοδό σου, δείχνεις δύναμη. Υπήρχε μια σπουδαία ρήση: «Είναι απλώς άλλη μια μέρα στην ιστορία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ». Με άλλα λόγια, η αντεπίθεση ήταν μέρος της ίδιας μας της ύπαρξης. Αν είσαι υποτονικός και απαθής με τις ήττες, τότε το βέβαιο είναι ότι θα έρθουν κι άλλες. Συχνά χάναμε δυο βαθμούς, με την αντίπαλο να ισοφαρίζει στην τελευταία φάση του αγώνα, αλλά μετά πραγματοποιούσαμε ένα σερί έξι ή εφτά νικών. Δεν ήταν συμπτωματικό. [σ. 31]

Sir Alex Ferguson 4

Δεν πρόκειται αμιγώς για πλήρη αυτοβιογραφία αλλά για ένα βιβλίο που συμπληρώνει μια προηγούμενη έκδοση, το Managing my life. Συνεπώς επικεντρώνει τα μαγικά του χρόνια στο Μάντσεστερ και όχι στην προηγούμενη ζωή του, φυσικά χωρίς να παραλείπει μερικές επιστροφές, όπως στα νιάτα του στην Γλασκόβη ή τους φίλους μιας ζωής που έκανε στο Αμπερντίν. Ήταν άλλωστε στις παμπ της Γλασκόβης που απέκτησε ένα μεγάλο μέρος των πρώτων πολύτιμων εμπειριών του. Εκεί μέσα έμαθε τους ανθρώπους, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις τους, με έναν τρόπο που ολοκλήρωνε τις προσπάθειες του να κατανοήσει πώς λειτουργεί ο κόσμος του ποδοσφαίρου. Κι ας μην το γνώριζε εκείνη τη στιγμή.

Άλλωστε η διαχείριση των δυο παμπ υπήρξε η πρώτη του επιχειρηματική δραστηριότητα, που συνδύασε με το μανατζάρισμα της Σεντ Μίρεν. Όλα εγκαταλείφθηκαν με την ανάληψη της Αμπερντίν το 1978. Μερικές φορές γύριζε σπίτι με ανοιγμένο κεφάλι ή μαυρισμένο μάτι, αφού σε κάθε περίπτωση, στο άγριο κέφι ή στους καυγάδες, έπρεπε να μπαίνει στη μέση να χωρίζει τους θαμώνες. Εκεί άρχισε να φτιάχνει το δικό του τοπικό δίκτυο κυνηγών ταλέντων με …δασκάλους από τα γύρω σχολεία!

Sir Alex Ferguson 2

Με την Γιουνάιτεντ άλλαξαν τα Σαββατόβραδά του. Το παιχνίδι ξεκινάει στις τρεις το μεσημέρι και δεν επιστρέφεις σπίτι σου πριν από τις εννέα παρά τέταρτο το βράδυ. Αυτό ήταν το τίμημα της επιτυχίας: 76.000 άνθρωποι να κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και η επιθυμία της εξόδου μειώνεται. Για έναν οπαδό υπάρχει η κουλτούρα να πηγαίνει την Δευτέρα στη δουλειά, γεμάτος συναισθήματα από το παιχνίδι του Σαββατοκύριακου.

Μάνατζερ στο ποδόσφαιρο σημαίνει και μια συνεχή μελέτη των ανθρώπινων αδυναμιών και ελαττωμάτων. Είσαι πάντα μόνος σου, ενώ θα έδινες τα πάντα για να μην είσαι μόνος με τις σκέψεις σου. Υπήρχαν μέρες στο γραφείο του το απόγευμα που περίμενε πως και πώς να χτυπήσει η πόρτα αλλά δεν ερχόταν κανείς· όλοι θεωρούσαν πως είναι απασχολημένος. Δεν δεχόταν όμως ποτέ να μετατραπεί η αίθουσα της συνέντευξης τύπου σε θάλαμο βασανιστηρίων (από τους δημοσιογράφους προς τους παίκτες και τους προπονητές), ενώ προσπαθούσε να κρατά τα πάντα μέσα στα αποδυτήρια αλλά και να δείχνει στους παίκτες ότι δεν μπορούν να κάνουν σαχλαμάρες μαζί του. Τους κατανοούσε όμως στα πάντα, ακόμα και για την άβυσσο που αισθάνονταν όταν έβλεπαν να πλησιάζει το τέλος της καριέρας του.

Sir Alex Ferguson 1

Υπάρχει εκείνη η στιγμή, όταν ο παίκτης αναρωτιέται τι πρόκειται να κάνει, γιατί η αποχώρηση από την ενεργό δράση μοιάζει με κενό. Τη μια στιγμή παίζεις σε ευρωπαϊκούς τελικούς, τελικούς Κυπέλλου Αγγλίας, κερδίζεις Πρωταθλήματα, την άλλη όλα ξεθωριάζουν. Το πώς θα αντεπεξέλθεις είναι μια πρόκληση που όλοι οι ποδοσφαιριστές αντιμετωπίζουν. Η δόξα δεν προσφέρει ασυλία από τη συναισθηματική κατάρρευση. Το δεύτερο ημίχρονο δεν είναι τόσο συναρπαστικό, άρα πώς το αναδημιουργείς; Πώς αντικαθιστάς τον ενθουσιασμό να κάθεσαι στα αποδυτήρια δέκα λεπτά πριν από το εναρκτήριο λάκτισμα του παιχνιδιού…; [σ. 116]

Σήμερα του λείπουν τα αστεία στα αποδυτήρια, όλοι οι αντίπαλοι μάνατζερ («αυτοί οι υπέροχοι χαρακτήρες της παλιάς σχολής»), η ομάδα των αθλητικών επιστημόνων, τα κορίτσια στα πλυντήρια, τα φαγοπότια στο τέλος του αγώνα, τα κεράσματα και τα αστεία με τους αντιπάλους. Αλλά έχει και τόσα να θυμάται: τρόπαια, γκολ, κρίσιμους αγώνες, αξέχαστα περιστατικά, ξεκαρδιστικές καταστάσεις – κι όσα του έρχονται σαν πλημμύρα τα περιγράφει εδώ. Θυμάται τους καλύτερους γκολτζίδες του (Κόουλ, Καντονά, Φαν Νίστελροϊ, Ρούνι, τον ευλαβικά πιστός στην …γιόγκα Ράιαν Γκιγκς, που γυρνούσε την πλάτη του στην μόστρα και στην δόξα, το αναλυτικό μυαλό του Σόλσκιερ (σε σημείο να κρατά σημειώσεις στον πάγκο, ώστε να έχει πλήρες σχεδιάγραμμα προτού μπει ως αλλαγή), την τύχη να έχει τους δυο κατά την γνώμη του καλύτερους τερματοφύλακες μεταξύ των ετών 1990 – 2010 – Πίτερ Σμάιχελ, Έντβιν Φαν ντε Σαρ.

Sir Alex Ferguson 6

Ο αστείρευτος σερ αφιερώνει κεφάλαια στον Μπέκαμ, στον Φέρντιναρντ και το περίεργο σκάνδαλο, στην μεγάλη αντιπαράθεση με τον Ρόι Κιν, στον Κριστιάνο Ρονάλντο, στον μεγάλο ανταγωνισμό με τον Αρσέν Βενγκέρ. Αφιερώνει τις σκέψεις του για την πολιτική – ανέκαθεν υποστήριζε τους ντόπιους βουλευτές του Εργατικού Κόμματος και στεκόταν στην αριστερότερη πλευρά της όχθης, την χαρά του διαβάσματος (ιδίως για βιογραφίες, πολιτική και Ιστορία), κι ένα όμορφο, σχεδόν κινηματογραφικό περιστατικό που αναφέρεται στην σελίδα 129.

Στην επιστροφή από ένα ταξίδι στην Αμερική, η ομάδα σταμάτησε για ανεφοδιασμό στο νησί της Νέας Γης (στο άνοιγμα του Κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου, στον Καναδά), σε μια μικρή στρατιωτική βάση. Στον ορίζοντα υπήρχε μόνο μια καλύβα. Κατά την αναμονή του ανεφοδιασμού, το προσωπικό άνοιξε την πόρτα για να φρεσκαριστεί ο αέρας. Και είδαν ένα μικρό παιδί να στέκεται στο φράχτη με μια σημεία της Γιουνάιτεντ. Δεν επιτρεπόταν να αποβιβαστεί κανείς, μπορούσαν απλά να σταθούν στις σκάλες κι έτσι το μόνο που έκαναν ήταν να χαιρετήσουν εκείνον τον μικρό οπαδό της ομάδας, που είχε κολλήσει το πρόσωπό του στο συρματόπλεγμα στη μέση του πουθενά.

Alex FERGUSON Panini Manchester United 1988

Το σημερινό ποδόσφαιρο αλλάζει συνεχώς. Ο κόσμος προσπαθεί να εφαρμόσει στο ποδόσφαιρο τις βασικές αρχές της επιχειρηματικότητας. Δεν είναι όμως τόρνος, αλεστική μηχανή, είναι μια ομάδα από ανθρώπους. Είμαστε όλοι στην βιομηχανία των αποτελεσμάτων, λέει ο Φέργκιουσον, κι αυτό καταστρέφει μεγάλο μέρος της μαγείας. Ευκαιρία να θυμηθεί την περίπτωση του πρώην αρχηγού Μάρτιν Μπιούκαν όταν νεαρός είχε μεταγραφεί στην Όλνταμ με ένα μεγάλο πριμ υπογραφής. Καθώς δεν μπορούσε να βρει την φόρμα του, επέστρεψε τα χρήματα στην ομάδα, κρίνοντας ότι δεν τα άξιζε. Φανταστείτε, λέει ο σερ, να γινόταν αυτό σήμερα….

Η ομάδα δεν σταματούσε να πιστεύει ποτέ ότι θα τα καταφέρει. Κυριαρχούσε ακόμα και το παράδοξο σύστημα «υπομονή ως το τελευταίο τέταρτο του αγώνα και μετά δώστε τα όλα μέχρι το τελευταίο λεπτό». Κι αν η ρήση τους έβρισκε χαμένους υπήρχε πάντα η ρήση του Λομπάρντι: «Δεν χάσαμε το παιχνίδι, απλώς τελείωσε ο χρόνος»

Sir Alex Ferguson 4 [1993]

Στις τελευταίες σαράντα σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνονται στοιχεία και πίνακες από την καριέρα του Α.Φ. ως ποδοσφαιριστή και ως μάνατζερ, τίτλοι και αποτελέσματα στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και φυσικά το Τσάμπιονς Λιγκ, συγκριτικές επιδόσεις της Μάντσεστερ πριν και μετά την έλευσή του και όλοι οι ποδοσφαιριστές της ομάδας υπό την καθοδήγησή του.

Εκδ. Παπαδόπουλος, 2015, μτφ. Μιχάλης Φουντουκίδης, επιμέλεια – σημειώσεις Δημήτρης Λυμπερόπουλος, 333 σελ. [Alex Ferguson – My autobiography, 2013]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 197, υπό τον τίτλο Glory Glory Man United, εμπνευσμένο από τον Κόκκινο Ύμνο. Η ακαπέλλα του εδώ, κι ένας έτερος πανηγυρικός εδώ.

09
Μάι.
15

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.

13
Ιολ.
14

Humba!, τεύχος 16, καλοκαίρι 2014

humba16-cover1Πολύ θα θέλαμε με κάποιον τρόπο το φετινό Μουντιάλ να στιγματιστεί από τον εξωαγωνιστικό παράγοντα: να καθυστερήσει ας πούμε ένας αγώνας γιατί απεργοί έχουν μπλοκάρει τους δρόμους και δεν μπορούν να φτάσουν στο γήπεδο οι ομάδες. Ή να εμφανιστεί μια εθνική ομάδα με περιβραχιόνια διαμαρτυρίας για τα όσα έγιναν έξω από τα στάδια. Ή να σκοράρει ο Νειμάρ και να σηκώσει μπλούζα έχοντας από κάτω ατάκα «νίκη στους απεργούς». Όμως πολύ δύσκολα θα δούμε τέτοιες καταστάσεις, γιατί όπως προείπαμε όλα έχουν γίνει πολύ τυπικά και προβλεπόμενα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, και δεν υπάρχουν παίκτες που θα τολμούσαν να «ξεπεράσουν τα ποδοσφαιρικά όρια». Δεν υπάρχει πλέον ούτε ένας Σόκρατες να δείξει το δρόμο…

… γράφουν οι συνεργάτες στο συγκινησιακό editorial τους, που συμπορεύεται με τις τρέχουσες ραδιοφωνικές εκπομπές τους Μουντιάλ Αλλιώς και μια οπτική που εστιάζει στη κοινωνική σημασία των αθλητικών στιγμών. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα και από την ταύτιση του μεταξύ Ιταλίας – Γερμανίας ημιτελικού του 1970 με την αμφισβητούσα γενιά του ’60 μέχρι το αργεντινό μουντιάλ του Βιντέλα και την σημερινή τραγική πραγματικότητα στην Βραζιλία, είναι πια αδύνατο να βλέπεις το ποδόσφαιρο ως το συναρπαστικότερο αθλητικό θέαμα και μόνο. Εδώ και ένα χρόνο η Βραζιλία φλέγεται από κοινωνικές διαμαρτυρίες και προς τιμήν τους παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές –mundial-600x372 είδωλα, όπως ο Ριβάλντο και ο Ρομάριο, παίρ­νουν το μέρος των διαδηλωτών, ενώ ακόμα και εν ενεργεία παίκτες της Σελεσάο (πχ. Νταβίντ Λουίζ, Χουλκ) δείχνουν την κατανόησή τους σε όσα συμβαίνουν εκτός γηπέδων. Η FIFA εδώ είναι ανεπιθύμητη καθώς υποτιμά με τον χειρότερο τρόπο την ζωή των πολιτών. Το Μουντιάλ πλέον έχει αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα.

…ειδικά από τη δεκαετία του 90 και μετά, κάθε Παγκόσμιο Κύπελλο, όπως και οι Ολυμπιακοί Αγώνες αλλά και ο Γύρος της Γαλλίας, (επανα)σκηνοθετούνται πλέον σε απόλυτο τηλεοπτικό και σήμερα πλέον μηντιακό – διαδικτυακό περιβάλλον. Ένα επί πλέον πρόβλημα, ίσως το πιο σημαντικό από την υπαγωγή του αθλήματος σε τηλεοπτικό θέαμα, είναι το γεγονός, ότι το ποδόσφαιρο, σε επίπεδο τακτικής, έχει υποταχθεί πλήρως στη σκοπιμότητα των συστημάτων, που συχνά παραπέμπουν στον λειτουργισμό του Πάρσον και τη συστημική θεωρία του Λούμαν…

-… γράφει μεταξύ άλλων ο Κώστας Καλφόπουλος σε μια από τις τέσσερις ερωτήσεις που απευθύνονται στους συνεργάτες του περιοδικού και αποτελούν μέρος του Φακέλου Brasil 2014 που δικαιωματικά καλύπτει αρκετές σελίδες του τεύχους. Ο ίδιος συγγραφέας προτείνει μια εντεκάδα ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων μουντιαλικών αναγνωσμάτων (τα δυο ελληνόγλωσσα, των Μονταλμπάν και Perryman παρουσιάσαμε παλαιότερα εδώ και εδώ). Περιλαμβάνονται κείμενα που παρουσιάζουν με ποιο τρόπο το Παγκόσμιο Κύπελλο θα επιβαρύνει το περιβάλλον, με ποιο τρόπο δεν ανορθώνει την οικονομία της Βραζιλία κ.ά.

Πιστεύουμε σε έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο χωρίς παγκοσμιοποίηση, εμπλουτισμένο με τις πολιτιστικές διαφορές και τα έθιμα των ανθρώπων. Γι’ αυτόν τον λόγο, θέλουμε να στηρίξουμε τον αγώνα σας και είμαστε αποφασισμένοι να αγωνιστούμε για τα ιδανικά σας που είναι και δικά μας…

327583w300έγραφε σε επιστολή του προς τους Ζαπατίστας ο Χαβιέρ Ζανέτι, αυτός ο σπουδαίος Αργεντινός αμυντικός της Ίντερ που μόλις πριν ένα μήνα κρέμασε τα παπούτσια του. και το προς τιμήν του δισέλιδο μας γνωρίζει μια σε πολλούς άγνωστη πλευρά του. Εκτός από τις πολιτικά «ορθές» του επιλογές – διευθύνει ίδρυμα για παιδιά χτυπημένα από τη μοίρα στην Αργεντινή, είναι πρεσβευτής των Special Olympic sκαι των χωριών SOS Children’s Villages στην πατρίδα του – ο Ζανέτι έχει σχετιστεί με το κίνημα των Ζαπατίστας. Όταν τον Ιούνιο του 20044 έγινε η γνωστή επίθεση των παραστρατιωτικών στο χωριό Caracol de Oventicμε αποτέλεσμα την καταστροφή του, ο Ζανέτι φρόντισε να μεταβεί εκεί ο Bruno Bartolozzi, γενικός αρχηγός της Ίντερ προσφέροντας υλικά για τη ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων σπιτιών, ασθενοφόρο, αθλητικό υλικό κλπ. Σε μια σουρεαλιστική του απάντηση, ο Υποδιοικητής Μάρκος προσκάλεσε την ομάδα της Ίντερ σε φιλικό με μια επίλεκτη εντεκάδα των Ζαπατίστας και διαιτητές τους Μαραντόνα, Βαλντάνο, Αγκίρε και Σόκρατες. Ο αγώνας τελικά δεν έγινε, αλλά ο Μάρκος έστειλε στην GazettadelloSportκαι ευχαριστήρια επιστολή στον Ζανέτι ξεκινώντας το μήνυμά του με μια παράφραση: Hasta La Victoria Inter

ΈBpyZoo7CEAE8S9s.jpg largeχουν συμβεί πάρα πολλά από την εποχή που ο Πιερ Πάολο Παζολίνι έγραφε πως το ποδόσφαιρο αποτελεί την τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας, κατά βάθος μια ιεροτελεστία, τη μοναδική που έχει απομείνει όταν οι άλλες ιερές παραστάσεις, από το θέατρο ως τη θεία λειτουργία έχουν χάσει το αρχικό τους περιεχόμενο. Σήμερα περισσότερο από ποτέ το ποδόσφαιρο συνδέεται με την κουλτούρα του σώματος, ένα από τα στοιχεία που αναδεικνύει η εικαστική έκθεση F is For Football.

Τα υπόλοιπα θέματα: Groundhopping: Από την εξωτική Καλιφόρνια στο βιομηχανικό Τορίνο. Φωτογραφικό οδοιπορικό στις «ακτές» της Πειραιώς. 20 λεπτά στο Ράκερ Παρκ του Χάρλεμ: το ταξίδι ενός πιτσιρικά από την άλλη άκρη των ΗΠΑ για ένα μονό στο πιο διάσημο ανοιχτό γήπεδο μπάσκετ της Νέας Υόρκης. Ο επαγγελματίας μπασκετμπολίστας είναι η βιτρίνα του μαύρου σώματος. Ici c’ est Paris: Συζήτηση με μέλη του VirrageAuteil της PSG. Graig Hodges: στην ελίτ των σουτέρ και στην πρώτη γραμμή των αντιπολεμικών διαδηλώσεων στην Αμερική. Μια ματιά στο αμερικάνο soccer: συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Κιτρόεφ. Και μετά το Μουντιάλ, το Μουντομπάσκετ: 5 ερωτήσεις σε 4 (μπασκετικούς) αναγνώστες μας. 84 χρόνια για 87 λεπτά: Λαίλαπας Χίου εναντίον Καρσίγιακα. Το espectáculo των Dracs της Μπαρτσελόνα και η μπασκετική κόντρα Μπάρτσα – Ρεάλ.

Είναι εOLYMPUS DIGITAL CAMERAμφανές ότι ετούτο το απολαυστικό και τροφοδοτικό της σκέψης τριμηνιαίο περιοδικό «για το κοινωνικό και πολιτικό νόημα των σπορ, την εμπειρία του γηπέδου, την οπαδική κουλτούρα και τον κόσμο της κερκίδας» φωτίζει και τις πίσω πλευρές του αθλητισμού, χωρίς να ξεχνάει λεπτό την αιώνια μαγεία του [76 σελ. μεγάλου μεγέθους]

Εισητήριο: http://www.humbazine.gr.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 160 / Μουντιάλ εντός και εκτός.

12
Ιολ.
14

Νάσος Κατσώχης – Μύθοι παράλληλοι. Ζεύγη ιστοριών με πρωταγωνιστές του Μουντιάλ

mythoi_paraΌσα έχουν συμβεί, είναι (τα) στοιχεία της ιστορίας· όσα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, γίνονται συχνά τα «στοιχειά» της…γράφει ήδη από τα αποδυτήρια ο συγγραφέας που παρατάσσει την προσωπική του εντεκάδα μουντιαλικών παικτών με βάση ένα ιδιαίτερο σύστημα: την παρουσίαση πέντε ζευγαριών (δεν ξεχάσαμε τον εντέκατο παίκτη, αλλά είναι νωρίς ακόμα) με βάση τον παραλληλισμό των περιπετειών τους στα γήπεδα του Copa del Mundo και την εστίαση σε κάτι απόλυτα κοινό μεταξύ τους αλλά και στις αντιστικτικές αντιθέσεις που τους χωρίζουν.

Το πρώτο ζεύγος Μαραντόνα και Ζιντάν δεν έχει μόνο την κοινότητα της μαεστρίας αλλά και τον ορισμό της παρέκκλισης. Οι παρανομίες του Ντιέγκο – με αποκορύφωμα την κλοπή «με το χέρι του Θεού» και η ύστατη πράξη του Ζιζού στο τέλος της καριέρας του. Εδώ να τονίσω ότι ο Βέλγος Ζαν Φιλίπ Τουσαίν έβγαλε πρόσφατα την Μελαγχολία του Ζιντάν, ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο που μετατρέπει σε λογοτεχνία την παρέκκλιση του Γάλλου, βλέποντάς την μια απόλυτα μελαγχολική και αυτοκαταστροφική κίνηση προς μια τελευταία διαφυγή πριν το τέλος.

Στο δεύτερο ζεύγος συνυπάρχουν ο Πάολο Ρόσι και ο Βραζιλιάνος Ρονάλντο. Η περίπτωση του πρώτου αποτελούσε στο μυαλό μου ήδη από την εφηβεία ένα απόλυτο μυθιστόρημα: από την ατίμωση και τη φυλακή στην επιστροφή και τον θρίαμβο ενάντια σε δεδομένα και προγνωστzinedine zidane passing trophyικά. Πούσκας και Κρόιφ πλέκουν μαζί ένα από τα αδιανόητα της ιστορίας: ενώ άλλαξαν τα δεδομένα του αθλήματος δεν κατέκτησαν τίποτε. Ζέελερ και Ρουμενίγκε αποτελούν ιδιαίτερα υποδείγματα ατυχίας και αποφασιστικότητα αντίστοιχα. Σουμάχερ και Ματεράτσι έμειναν στο συλλογικό θυμικό ως παραβάτες άγραφων και γραπτών κανόνων και στιγματίστηκαν για πάντα.

Σαφώς τα Παγκόσμια Κύπελλα, περισσότερο από κάθε άλλη διοργάνωση δημιουργούν απόλυτα διαχρονικούς  μύθους. Αλλά οι μύθοι του βιβλίου δεν είναι τα πρόσωπα· είναι οι ιστορίες που ενορχήστρωσαν και περιλαμβάνονται πλέον στην μυθολογία του αθλήματος. Και σε αυτή την σύγχρονη και διαρκώς τροφοδοτούμενη μυθολογία, ιδιαίτερη θέση έχει η ίδια η υστεροφημία αλλά και η μεταφυσική των υποθέσεων (τι θα συνέβαινε αν…). Η ματιά του συγγραφέα είναι πλάγια και υποκειμενική. Γνωρίζει καλά ότι στην ουσία δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους παίκτες παρά μόνο ό,τι αποκαλύπτουν οι ενέργειές τους. Κατά βάθος εμείς είμαστε τα υποκείμενα των αφηγημάτων, θεατές και αξιολογητές, κριτές και φανς.

Paolo-RossiΤο βιβλίο ολοκληρώνεται με δυο δυνητικά ζεύγη (Ζίκο – Πλατινί, Ρέζενμπρινκ – Μπάτζιο), ένα …encoreγια τον Πελέ – η συμπλήρωση της εντεκάδας που λέγαμε, ένα επιμύθιο αντι-θέσεων και ένα υστερόγραφο «τρεις δεκαετίες μετά». Με άλλοτε δημοσιογραφικό – «αντικειμενικό» και άλλοτε συναισθηματικό αλλά πάντοτε απλό λόγο ο γλωσσολόγος και αθλητικογράφος συγγραφέας, που έχει εκδώσει και το βιβλίο Οπαδοί εν χορώ: προσέγγιση στα συνθήματα των Ελλήνων οπαδών (εκδ. Αδελφοί Κυριακίδη) και διαχειρίζεται την ιστοσελίδα http://wwwworldcupgreats.webs.com, εκθέτει άλλη μια πλευρά του κορυφαίου στο είδος του υπαρκτού και συνάμα φαντασιακού θεσμού.

Εκδ. Δίαυλος, 2013, πρόλογος Μάνος Σταραμόπουλος, σελ. 117, με ενδεικτικές βιβλιογραφικές αναφορές.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 160. Μουντιάλ εντός και εκτός.

18
Οκτ.
12

Εμίρ Κουστουρίτσα – Κι εγώ πού είμαι σ’ αυτή την ιστορία;

Αναμνήσεις από την ανύπαρκτη χώρα

Τα δωμάτια των ξενοδοχείων δεν ήταν το καλύτερό μου. Το ψυγείο βούιζε αδιάκοπα και το στρώμα του κρεβατιού είχε στη μέση μια γούβα, που μαρτυρούσε ότι χιλιάδες άτομα είχαν κοιμηθεί εκεί πριν από μένα. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να έκαναν έρωτα πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι! Γλεντζέδες κάθε είδους που έβλεπαν στις γυναίκες της Τσεχίας τον τέλειο συνδυασμό μιας οικοδέσποινας και μιας πόρνης. Το φωσφορίζον φως της ταμπέλας από νέον του απέναντι ξενοδοχείου αναβόσβηνε και η σκιά σταματούσε στον τοίχο ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Ένιωθα αυτό το φως σαν έναν αφόρητο ήχο. Ανέκαθεν, δεν ξέρω γιατί, αυτό που βλέπω το ακούω κιόλας. Ενώ το τραμ διέσχιζε μουγκρίζοντας την πλατεία Βάτσλαβ, μου ήρθε η σκέψη ότι η ικανότητα να αισθάνομαι το φως σαν ήχο μπορεί να ήταν προσόν για έναν μελλοντικό σκηνοθέτη. [σ. 136]

Αυτή δεν είναι η μόνη εμπνευστήρια έκλαμψη του αχόρταγου κινηματογραφιστή, που μας εμπιστεύεται ανάλογες εξομολογήσεις εδώ κι εκεί στο αυτοβιογραφικό του γραπτό ντοκιμαντέρ. Πρώτα απ’ όλα όμως φροντίζει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τη λήθη, στην ευεργεσία και τις παγίδες της οποίας αφιερώνει την εισαγωγή του. Μετά τα δεινά των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία και τον βομβαρδισμό της Σερβίας εξασκήθηκε κι ο ίδιος, όπως παραδέχεται, στο να ξεχνά ή τουλάχιστον να απωθεί τις σκέψεις που τον βασάνιζαν. Έτσι ανήκει κι αυτός σ’ όσους που θεωρούν τη λήθη παράγοντα επιβίωσης αλλά αρνούνται να υποκύψουν στις σημερινές λησμονικές τάσεις, ιδίως τη συνήθεια να ξεχνάμε όπως μας βολεύει, όπως δηλαδή έγινε και την θεωρία του «τέλους της ιστορίας» κατά τη δεκαετία του ’90.

Πλάνο, πίσω, παρελθόν, πάμε. 1961, ο Γκαγκάριν στην οθόνη μοιάζει με ιντερμέτζο της σερβικής τηλεόρασης, η λέξη σεξ ακούγεται σαν τα μπισκότα Κεκς, οι αργόσχολοι της Γκόριτσα φιλοσοφούν για τις γυναίκες, οι άνθρωπο στο Σεράγεβο περπατούν με την πλάτη κυρτωμένη (από την πολλή ζέστη ή το πολύ κρύο) και ο μικρός Εμίρ γνωρίζει τον σύντροφο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο…για την ακρίβεια, δεν τον βλέπει ποτέ, καθώς η επίσκεψη του στρατάρχη αναβάλλεται για λόγους ασφαλείας, ενώ αργότερα η πολυαναμενόμενη παρουσία του στη σχολική γιορτή μοιάζει χαμένο όνειρο: η πομπή από μαύρες Μερσεντές πιτσιλάει με νερά τους παρευρισκόμενους κι εκείνος δεν προλαβαίνει να διακρίνει τον θεό πίσω από το τζάμι.

Και όταν κάποιος έβαζε ένα εξαιρετικό γκολ σ’ ένα ποδοσφαιρικό ματς, σχολίαζαν: «Τι γκολ! Αληθινός Τίτο!» [σ. 50]

Για τον Εμίρ τελικά ο Τίτο ήταν παρόμοιος μ’ ένα φανάρι της οδού Γκορούσα: παντού παρόν, στημένο κάθε δέκα βήματα. Από τους οικογενειακούς φίλους άκουγε πως πρέπει να τον θεωρούν ως το πεπρωμένο τους. Ο πατέρας του είναι άλλη γνώμη: «Τους έμαθε να αγαπούν τον Στάλιν και τη Ρωσία και τους έστειλε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να ξεμάθουν να αγαπούν τον Στάλιν. Ήξερε ότι ήταν ο καλύτερος τρόπος να τους αλλάξει τα μυαλά, αφού είχε μάθει αυτήν τη μέθοδο από τον ίδιο τον Στάλιν». Και όπως είναι φυσικό, μπερδεύεται όταν κάποια στιγμή το ροκ εντ ρολ μπαίνει στο κρατικό κόμμα: «Εκεί στη Δύση οι μαλλιάδες μουτζώνουν τον Τζόνσον, και οι δικοί μας εδώ παίζουν μπροστά στον Τίτο για την Πρωτοχρονιά».

Είναι ακριβώς η παρουσία του αμφισβητία πατέρα που σταλάζει εντός του κριτικά και σαρκαστικά πνεύματα αλλά και μια εξαιρετική ευκαιρία: καθώς ο μικρός κοιμάται στο σαλόνι (θυμηθείτε τα ανάλογα πλάνα στο «Ο Μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές»), έχει την ευκαιρία να ακούει όλες τις συζητήσεις του πατέρα του με τους επισκέπτες φίλους. Άλλοι από τους οποίους είναι υποστηρικτές του καθεστώτος, άλλοι αντίθετοι, όλοι τους όμως συζητούν με το σαράκι του σαρκασμού. Ο Τίτο είναι ταμπού, άρα δεν σηκώνει συζήτηση, λέει ο ένας, τα ταμπού είναι δημιουργήματα των θρησκειών, άρα στο σοσιαλισμό δεν υπάρχουν, συνεπώς θα μιλάμε γι’ αυτόν, λέει ο άλλος.

Ένα βράδυ, ενώ ο πατέρας μου κουβέντιαζε με τον Σίμπα στην τραπεζαρία, έκανα πάλι τον κοιμισμένο. Αυτός ο καναπές έγινε γρήγορα η αρένα όπου, με τα μάτια κλειστά, διδασκόμουν τα μεγάλα μαθήματα της ζωής και της ιστορίας. [σ. 53]

Ο αναφερόμενος Σίμπα βέβαια κατηγορήθηκε γιατί είχε δηλώσει ότι κάποιος Γιόβα, που βρισκόταν ήδη στο Γκόλι Ότοκ [το Γυμνό Νησί της Αδριατικής, εφιαλτικός τόπος τιτοϊκής έμπνευσης], ήταν καλός άνθρωπος. Δεν υποψιαζόταν ότι η γνώμη του για τις ανθρώπινες αρετές ενός συντρόφου θα τον έστελνε στα κάτεργα. Κι ένας συμμαθητής του εξομολογείται: «Θα ήθελα πολύ να δουλεύω σε ταχυδρομείο, για να μπορώ κάθε μέρα να χτυπάω σφραγίδες στα γραμματόσημα με το κεφάλι του Τίτο».  Ο ίδιος ο αντιρρησίας πατέρας του κατάφερε και του έδιωξε οριστικά το φόβο του θανάτου.

Όποιος τυχόν αναμένει την χαοτική, μαγικορεαλιστική ή σουρεαλιστική γραφή των ταινιών του Κουστουρίτσα ή ανάλογη πολύπλοκη αφήγηση θα απογοητευτεί. Εδώ ο σκηνοθέτης των βαλκανίων και των βαλκανιστών μας προσκαλεί σε εξομολογήσεις μιας ζωής, με την απλούστερη δυνατή γλώσσα. Κι εμείς τα πίνουμε μαζί του συζητώντας για τη σύντομη ποδοσφαιρική του καριέρα, τα κορίτσια της Μπάνια Λούκα, τον αγώνα της οικογένειας για μεγαλύτερο κρατικό διαμέρισμα, τις γιορτές στο αθλητικό κέντρο του Σεράγεβο, τις γιουγκοσλαβικές κερκίδες:

Το ποδόσφαιρο έγινε στο εξής η καινούργια μου εμμονή. Ξανάβλεπα στα όνειρά μου τις διάφορες φάσεις των αγώνων, τις επαναλάμβανα ξανά και ξανά. Γιατί αυτά τα ματς στα χαλίκια του Κόσεβο ήταν πραγματικό θέαμα. Ό,τι απαγορευόταν στο κυρίως στάδιο, όπου έπαιζε η ομάδα του Σαράγεβο, επιτρεπόταν εκεί. Οι συναντήσεις του τοπικού πρωταθλήματος συγκέντρωναν όχι μόνο τους μεθυσμένους και τους τοπικούς αρχηγίσκους συμμοριών, αλλά και απαιτητικούς διανοούμενους που αρνούνταν να παρακολουθήσουν μας της Πρώτης Κατηγορίας γιατί κατά τη γνώμη τους ήταν συνήθως στημένα. Εδώ κραύγαζα, βλαστημούσαν, τραγουδούσαν και το διασκέδαζαν με ρακίγια από δαμάσκηνα και μπάρμπεκιου. Συχνά το θέαμα ήταν περισσότερο στο κοινό παρά στο γήπεδο. [σ. 104]

…κι ακόμα, την επιρροή του συγγραφέα Ράντογιε Ντομάνοβις που του ενέπνευσε ιδέες και συλλογισμούς –  ακολουθώντας την ερζεγοβινική του ρίζα και να φτάνει σε λογικά συμπεράσματα από σύντομα μονοπάτια – και την απόλυτη λογοτεχνική του πίστη στον Ίβο Άντριτς: «όταν μιλάς για τα Βαλκάνια ως τραγική περιοχή, δεν έχεις καταλάβει τίποτε αν δεν έχεις διαβάσει ούτε μια γραμμή του Άντριτς». Από τις πάμπτωχες λέσχες και τα φεστιβάλ των ερασιτεχνικών ταινιών ως «τα καρνέ των σημειώσεων του Underground», ο Κουστουρίτσα αδυνατεί να διαχωρίσει τον κινηματογράφο του από την ζωή της χώρας του. Ειδικά το περί Underground κεφάλαιο αποτελεί το οριακό του κατάθεμα για την Νοτιοσλαβία που κάποτε έζησε (ακόμα θυμάμαι την εντύπωση αυτού του ονόματος και της διαφορετικής του σημαίας σ’ ένα επίτομο πάπυρος λαρούς των δικών μου παιδικών χρόνων), την Γιουγκοσλαβία που κάποτε υπήρχε σαν χώρα και τους ανθρώπους της, που αγάπησαν έναν ηγέτη που θάφτηκε κρυφά και ανώνυμα σε άγνωστο κήπο, κοροϊδεύοντας ακόμα και στον θάνατό του έναν ολόκληρο λαό που είχε αφήσει Υπό την Γην.

Εκδ. Πατάκη, 2012, μτφ. Μαριάννα Κουτάλου, σ. 412 [Emir Kusturica, Smrt je neprovjerena glasina, 2010. Ακριβής μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου: Ο θάνατος είναι µια ανεξακρίβωτη φήµη. Η ελληνική έκδοση ακολουθεί τον γαλλικό και ιταλικό: Où suis – je dans cette histoire?]

Τα πλάνα από τις ταινίες Ο καιρός των τσιγγάνων (2), Η ζωή είναι ένα θαύμα, Underground. Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

13
Ιον.
12

Διονύσης Ελευθεράτος – Εξουσία, τι μπάλα παίζεις;

Μαύρα γήπεδα με γραβατωμένους παίκτες

Γήπεδο Μεστάγια, Βαλένθια, 2009, τελικός Ισπανικού Κυπέλλου «Copa del Rey». Οι οπαδοί των φιναλίστ Μπαρτσελόνα και Ατλέτικο Μπιλμπάο δύσκολα ξεχωρίζουν μεταξύ τους: τόσο στους δρόμους όσο και στις κερκίδες οι μεν συχνά φέρουν τα χρώματα και τις σημαίες των δε. Παρουσία του βασιλιά Χουάν Κάρλος και πλήθους επισήμων, ο ισπανικός εθνικός ύμνος καλύπτεται από τα σφυρίγματα Βάσκων και Καταλανών! Ο διακοσμητικός βασιλιάς τώρα δεν μπορεί να επαναλάβει την φράση που είπε στον Τσάβες («γιατί δεν το βουλώνεις;») – πώς να το πεις σε δεκάδες χιλιάδες Βάσκους και Καταλανούς, που συν τοις άλλοις συμμαχούν;

Μπορεί ο Θαπατέρο να μιλούσε για την Ισπανία της ποικιλότητας (λες και πρόκειται για αγροτικές καλλιέργειες) αλλά την τελευταία πενταετία, το συνηθέστερο που παθαίνει στη Χώρα των Βάσκων οποιοσδήποτε (φυσικό πρόσωπο ή πολιτικός φορέας) υποστηρίζει το αίτημα της αυτονομίας είναι να τυλίγεται σε μια κόλλα δικαστικού χαρτιού και να αντιμετωπίζεται ως τρομοκράτης. Οι περιπτώσεις είναι τόσες πολλές ώστε οι καταγγελίες για «επιχείρηση εξάλειψης της εθνικής ταυτότητας των Βάσκων» στην βασική βουλή να είναι δικαιολογημένες. Λίγες μέρες μετά ήρθε και ο τελικός, ενώπιον του πειθήνιου Χουάν Κάρλος που άλλωστε υπήρξε πάντα το χαϊδεμένο παιδί του Φράνκο, ακριβώς επειδή δεν ψέλλισε ποτέ τίποτα για δημοκρατικές ελευθερίες, όπως οι άλλοι του θρόνου διεκδικητές.

Λονδίνο, 1982. Τελικός Κυπέλλου Αγγλίας, μεταξύ Τόττεναμ και Κουίνς Παρκ Ρέιντζερς. Εδώ κι ένα χρόνο το μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα Φόλκλαντ ή Μαλβίνες αποτελεί αντικείμενο πολέμου μεταξύ Αγγλίας και Αργεντινής. Καθώς βασικές μονάδες της Τότεναμ και πολυαγαπημένοι της κερκίδας είναι οι περίφημοι διεθνείς αργεντινοί Βίγια και Αρντίλες, το πλανώμενο ερώτημα είναι: πώς θα παραταχθούν οι νυν εχθροί της χώρας στο ναό του αγγλικού ποδοσφαίρου, πώς θα ανταλλάξουν χειραψίες με τη βασίλισσα; Τελικά στους δυο τελικούς αμφότεροι είναι …άφαντοι. Εντέλει ο Αρντίλες πήγε (ή στάλθηκε) δανεικός στην Παρί ΣΖ, ο δε Βίγια αποφάσισε να παραμείνει στην ομάδα κι έγινε κόκκινο πανί. Η υποκριτική διπλωματία πάντως στον τελικό υπερίσχυσε όλων. Δυο μήνες μετά, ο πόλεμος των 74 ημερών τελειώνει, αλλά το εθνικιστικό πνεύμα θα παραμένει εσαεί. Όσο για τον πόλεμο, ο Μπόρχες τα είπε όλα: «Ήταν ο καβγάς δυο φαλακρών για μια τσατσάρα…».

Αργεντινή, δεκαετία ’90. Ο πρόεδρος της Αργεντινής Κάρλος Μένεμ έχει εκδηλώσει δημοσίως την αμέριστη αγάπη του για την Ρίβερ Πλέιτ· προτίμηση πολιτικώς παρακινδυνευμένη, εφόσον η ομάδα θεωρείται η «επίσημη αγαπημένη» των εύπορων, ενώ η Μπόκα Τζούνιορς υποστηρίζεται από τις λαϊκές τάξεις. Πώς μπορεί λοιπόν να ισορροπήσει την «πολιτική» απρονοησία; Απλούστατα υποχρεώνοντας την …κόρη του να γίνει οπαδός της Μπόκα Τζούνιορς! Τουλάχιστον η νέα της ομάδα έχει … ειδικό νεκροταφείο μόνο για τους φίλους της, με συγκεκριμένες κρατημένες θέσεις για πιστούς, παίκτες και παράγοντες, ενώ τα άνθη είναι πάντα μπλε και κίτρινα (αυτό είναι που λέμε το ποδόσφαιρο ως θέμα ζωής και θανάτου). Παρόμοια αλλαγή ομάδας έκανε και ο άγγλος πρωθυπουργός Τζον Μέιτζορ: την εποχή που ζητούσε μια ενδεδειγμένη ποδοσφαιρική ταυτότητα οι σύμβουλοί του συνέστησαν να αποφύγει την άχρωμη και βαρετή Arsenal (προ Βενγκέρ) και έστρεψαν προς την Τσέλσι, ως περισσότερο συμβατή με το target group του Συντηρητικού Κόμματος. Λίγο καιρό αργότερα η Sun αποκάλυπτε πως ο ίδιος έκανε σεξ φορώντας την φανέλα της…

Ρωσία, Σιβηρία, 2009. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν ανοίγει τους κρουνούς των χρημάτων (περίπου 4, 5 εκατομμύρια ευρώ) προς όφελος της ποδοσφαιρικής ομάδας Τομ Τομσκ που μόλις απέφυγε τη χρεοκοπία· η αίτησή του προς τις επτά μεγαλύτερες ρωσικές ενεργειακές εταιρίες ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει το απαραίτητο ποσό. Τι είδους πολιτικά οφέλη έχει ο πρόεδρος σώζοντας μια τέτοια ομάδα; Η Τομ Τομσκ τα τελευταία χρόνια επιβίωνε χάρη στα χρήματα του βασικού χορηγού της, επιχειρηματία Μιχαήλ Χανταρκόφσκι, από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρωσίας. Ο Χανταρκόφσκι είχε αρνηθεί να δεχτεί τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού που υπαγόρευσε το Κρεμλίνο για εκείνους που έγιναν ζάπλουτοι στην πρώτη μετασοβιετική περίοδο (εποχή Γέλτσιν, 1990 – 1999) σε ταχύτατο χρόνο και με αδιανόητες μεθόδους. Ο Πούτιν τον φιλοδώρησε με δικαστικές διώξεις που είχαν ως αποτέλεσμα βαριές κατηγορίες, πολύχρονη φυλάκιση και κρατική αφομοίωση των επιχειρήσεών του, δράττοντας την ευκαιρία να γίνει ο ίδιος ευεργέτης της Τομσκ αλλά και να αποδείξει «κοινωφέλεια» του νέου status της χώρας.

Γαλλία, 1998, προημιτελικά Μουντιάλ. Οι Γερμανοί συντρίβονται με 3-0 από τους Κροάτες, τέσσερα χρόνια μετά την άλλη μουντιαλική προημιτελική ήττα από τους Βούλγαρους. Η παροιμιώδης γερμανική ψυχραιμία κάνει φτερά και ο Λόταρ Ματέους θεωρεί «πατέρα της ήττας» τον πρώην υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, αφού «αυτός φαγώθηκε να γίνει ανεξάρτητο κράτος η Κροατία». Ο Γκένσερ άμεσα αντιγύρισε ανάλογη απάντηση: «Ο Λόταρ θα έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτό. Αν η Κροατία μας έβαλε τρία γκολ, μια ενιαία Γιουγκοσλαβία πόσα θα μας έβαζε; Έξι;». Ας τονιστεί πάντως ότι στο πολιτικό πόκερ για το μέλλον της Γιουγκοσλαβίας ο Γκένσερ αποδείχθηκε αποφασιστικός παίκτης – σύμμαχος των Κροατών, τους οποίους και προέτρεπε να κηρύξουν ανεξαρτησία ενάντια σε κάθε συμφωνία, πιθανώς και λόγω των ιστορικών δεσμών Γερμανίας – Κροατίας (κυρίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου η δεύτερη υπήρξε κράτος – υποχείριο του Τρίτου Ράιχ).  Διόλου τυχαία και η θερμή αγάπη του Πάπα για τον Φράνιο Τούτζμαν.

Εν έτει 1998 ο εκνευρισμός ενός διάσημου ποδοσφαιριστή και η χλευαστική απάντηση ενός – επίσης διάσημου – τέως υπουργού Εξωτερικών «ανακεφαλαιώνουν» την αιματηρή διάλυση μιας χώρας. Ξαναγράφουν τα «πρέπει» της Ιστορίας με γνώμονα την τσαντίλα και τον χαβαλέ, κάνουν τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν στη Γιουγκοσλαβία να μοιάζουν με ασήμαντα σταξίματα μελανιού σε ένα αναθεματισμένο, ποδοσφαιρικό «φύλλο αγώνα». […]. Τι δείχνει ο πιο σημαντικός Γερμανός ποδοσφαιριστής της γενιάς του, όταν εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ το «κράτος – μικρό αδελφάκι» της Γερμανίας, μόνο και μόνο επειδή η ομάδα του έχασε σε ένα ματς; Δείχνει ότι είναι ασταθέστατες οι λυκοφιλίες που γεννιούνται υπό συνθήκες έξαρσης των εθνικισμών. Ότι οι περίφημες «αδελφοσύνες» και τα «κοινά πεπρωμένα» πάνε περίπατο, μόλις κάποιος εκ των «αδελφών» δει το δικό του συμφέρον να πλήττεται ή ακόμη και την …ποδοσφαιρική εστία του να παραβιάζεται… [σ. 156]

Από τον Μπερλουσκόνι που περιχαρής μετά το 4-1 της Μίλαν προς την Λα Κορούνια στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ δίνει δημοσίως γραμμή στον προπονητή Αντσελότι που δεν τολμάει να φέρει αντίρρηση και στη ρεβάνς η Μίλαν ηττάται με …4-0 μέχρι τον Τζίτζι Μπεκάλι, ζάπλουτο ιδιοκτήτη της Στεάουα Βουκουρεστίου και πολιτικό παράγοντα στη Ρουμανία (ευρωβουλευτή με το ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα «Μεγαλύτερη Ρουμανία») που παραγγέλνει πίνακα με Ιησού τον εαυτό του και δώδεκα μαθητές τους έντεκα παίκτες της ομάδας με τον προπονητή τους, οι ιστορίες είναι ατέλειωτες. Μιλάμε για δεκάδες ιστορίες από κάθε άκρη του ποδοσφαιρικού και μπασκετικού κόσμου και κάθε μορφή συλλογικής και διασυλλογικής οργάνωσης που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από σπαρταριστό σχολιασμό αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συγχρονικές διαχρονικές συνδέσεις. Πάνω απ’ όλα όμως εδώ περιγράφονται οι «άλλοι» αγώνες, όπου το τερέν είναι βρώμικο όσο και η πολιτική, το έπαθλο είναι η εξουσία και οι παίκτες δε φοράνε φανέλες και σορτσάκια αλλά κοστούμια και γραβάτες.

Ο Διονύσης Ελευθεράτος (γεν. 1961) είναι δημοσιογράφος κοινωνικοπολιτικής αρθρογραφίας. Ανάμεσα στις παλαιότερες συνεργασίες του υπήρξε η Sportday και το SportFM, όπου και οι εξαιρετικές δίωρες μεταμεσονύκτιες εκπομπές διαλόγου (και με εναρκτήριο κομμάτι πάντα το Midnight Rumbler των Stones σε live εκτέλεση). Τελευταία βρίσκω κείμενά του στην iefimerida.gr.

Εκδ. Τόπος, 2010, εισαγ.: Παντελής Μπουκάλας, 357 σελ., με δισέλιδη βιβλιογραφία.

Στις φωτογραφίες: «Στρατηγός» Φράνκο και «Βασιλιάς» Χουάν Κάρλος, πάντα σύμμαχοι. / Αύγουστος 1978, λίγο καιρό μετά το βρώμικο Μουντιάλ της Αργεντινής, Αρντίλλες και Βίγια υπογράφουν στην Τότεναμ και παίρνουν ένα σύντομο … μάθημα αγγλικών. / Ο Κάρλος Μένεμ ποδοσφαιρίζει με την ομάδα των παλαίμαχων εκείνου του Μουντιάλ… / Ο Βλαντιμίρ Πούτιν περιχαρής υποδέχεται την είδηση της διοργάνωσης του Μουντιάλ του 2018 στην Ρωσία. / Μιλόσεβιτς, Τούτζμαν, Κάρατζιτς, σχεδιάζουν τον βολικότερο δυνατό χάρτη της  Γιουγκοσλαβίας. Το βιβλίο έχει ιστορίες ποδοσφαιρικής εμπλοκής για τον καθέναν τους. / Λόταρ Ματέους: κάτοχος της μνημειώδους φράσης. / Ο Μπερλουσκόνι παραδίδει σεμινάριο προπονητικής στον πρόθυμο Αντσελόττι. / Πάολο Μαλντίνι: ένας από τους παίκτες για τους οποίους είχε προσληφθεί ειδικός image maker στην Μίλαν, τα έσοδα του οποίου φρόντιζε να αποκρύπτει ο αντιπρόεδρος και δεξί χέρι του «Καβαλιέρε» Αντριάνο Γκαλιάνι.  Θα μπορούσε πάντως η χειρονομία του να απευθύνεται σε πολλούς από τους παραπάνω. / Μονρόβια, Λιβερία: αυτό που μένει όταν η εξουσία κάνει το παιχνίδι της.

Πρώτη δημοσίευση στο mic.gr υπό τον τίτλο Kick the ball or kick them all?

03
Μαρ.
12

Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν – Ποδόσφαιρο. Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού

Σάντα Μπαρτσελόνα & Σία

Το να είσαι οπαδός μιας ομάδας σου προσφέρει μια συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να συγκριθεί με τη φόρτιση μιας πολιτικής ή θρησκευτικής ένταξης, με αποτέλεσμα σήμερα να μπορούμε να πούμε ότι όλες οι ποδοσφαιρικές ομάδες είναι κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρικές ομάδες: αντιπροσωπεύουν τα πατριωτικά αποθέματα σε έναν κόσμο που όλο και πιο πολύ έχουν λιγότερη σημασία οι πατρίδες και οι σημαίες. [σ. 23]

Το ποδόσφαιρο αποτελεί πλέον μια θρησκεία στα χέρια των μεγάλων πολυεθνικών, ένα άθλημα που μας επιτρέπει να ζήσουμε θρησκευτικά βιώματα απολύτως απαραίτητα στο συναισθηματικό μας οικοσύστημα, ένα σπορ που ανέδειξε αξιοθαύμαστες θεότητες οι οποίες, σε αντίθεση με τους αρχαίους μύθους, υπήρξαν χειροπιαστά όντα. Μόνο που οι παίκτες δεν είναι πλέον οι βασικοί ιερείς, ούτε οι πιστοί είναι οι κύριοι του ναού: τον γεμίζουν, αλλά η καταλυτική δύναμη του χρήματος βρίσκεται στις αποκλειστικότητες της τηλεόρασης και στη διαφήμιση, η δε λειτουργία του πλησιάζει πλέον την λογική των μοντέρνων χημικών ναρκωτικών.

Οι διοικούντες κάνουν μεταγραφές για να ικανοποιήσουν την καταναλωτική μανία του πλήθους και οι προπονητές ζητούν ποδοσφαιριστές που να ταιριάζουν στο σύστημά τους. Οι ομάδες επανασχεδιάζονται σύμφωνα με τους κανόνες πανίσχυρων οικονομικών και επικοινωνιακών κολοσσών και το παιχνίδι δεν εξαρτάται πλέον από το συντονισμό του ταλέντου κάποιων ποδοσφαιριστών που δημιουργούν αξέχαστες μαγικές στιγμές αλλά από συστήματα που φέρουν το όνομα του προπονητή. Οι παίκτες δεν ψάχνουν ομάδα αλλά σύστημα στο οποίο να χωράνε. Σ’ ένα τέτοιο βιομηχανοποιημένο ποδόσφαιρο η συγκίνηση θα είναι όλο και πιο τηλεκατευθυνόμενη. 

Σ’ ένα τεράστιο παζάρι που υποθάλπουν τα συμφέροντα των μάνατζερ και μια πολύπλοκη γκάμα μεσαζόντων οι ευρωπαϊκές ομάδες επιδίδονται σε μια διαρκή κινητικότητα, αγοράζοντας κοινοτικούς ποδοσφαιριστές τον Αύγουστο, για να τους αποδεσμεύσουν τον Δεκέμβριο και να πάρουν τον Ιανουάριο νέους παίκτες μέχρι το καλοκαίρι, παραμερίζοντας φυτώρια και ακαδημίες. Ο πιστός του ποδοσφαίρου που ταυτιζόταν με την ομάδα του και λόγω κοινής καταγωγής τώρα βλέπει κοσμοπολίτικες ομάδες που μοιάζουν με τη λεγεώνα των ξένων κι ο μόνος εναπομείνας παράγοντας ταύτισης είναι η νίκη. Το συναισθηματικό οικοσύστημα του ποδοσφαίρου μοιάζει να καταστρέφεται. Ιδίως η Ισπανία και η Ιταλία, οι δυο πιο νευρωτικές αγορές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου μετατρέπουν τις ομάδες τους σε αυθεντικές λεγεώνες των ξένων. Πώς μπορεί ο ντόπιος πιστός να ταυτιστεί με ιερείς μισθοφόρους;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κεφάλαια που αφιερώνονται στην περίπτωση του Ντιέγο Μαραντόνα, του φτωχού παιδιού που θα γινόταν μια μέρα όχι θεός, αλλά το χέρι του θεού και οποίος χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως ένας μύθος του ποδοσφαίρου και στη συνέχεια ως ένας αποδιοπομπαίος τράγος του αθλήματος. Τι συνέβη όταν ο αργεντινός που λατρευόταν σαν άγιος άρχισε να καταδιώκεται σαν ένας κοινός εγκληματίας που είχε σχέσεις με το εμπόριο ναρκωτικών και λευκής σαρκός; Για ποιο λόγο ένα μετανοημένο πρώην μέλος της Καμόρα έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης με αντάλλαγμα πληροφορίες για δήθεν εμπλοκή του ονόματος του Μαραντόνα στον υπόκοσμο, ενώ ο πρόεδρος της Νάπολι μετατράπηκε σε ανηλεή διώκτη του; Ποια συμφέροντα έπαψε ο Ντιέγο «τους» να εξυπηρετεί;

Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίον περίμεναν τον Μαραντόνα, στο Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ, ένα κράτος όπου το ποδόσφαιρο διαγράφει μια μέτρια πορεία, οφειλόμενη, εν μέρει, στις ελάχιστες διεθνείς του επιτυχίες, σκανδαλώδες αμάρτημα για ένα λαό θριαμβευτών. Τα ποδοσφαιρικά είδωλα της Ευρώπης και της Αμερικής ήταν παντελώς άγνωστα στις ΗΠΑ με εξαίρεση τον ίδιο – εξ ου και το ενδιαφέρον της ΦΙΦΑ και τω πολυεθνικών να παίξει ή απλώς να περιφερθεί στο Μουντιάλ. Ο άλλοτε ανεπιθύμητος Ντιέγο, που είχε επισκεφθεί τον Αλφονσίν, (πρόεδρο της Αργεντινής μετά την δικτατορία του Βιντέλα) για να τον ευχαριστήσει για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας ενώ παράλληλα διακήρυσσε τον θαυμασμό του για τους Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο και την περιφρόνησή του για τις καπιταλιστικές υπερδυνάμεις, που όταν δεν πήρε βίζα για τις ΗΠΑ ταξίδεψε μέχρι την Αβάνα για να δώσει στον Κάστρο μια φανέλα του, τώρα ήταν περισσότερο ευπρόσδεκτος από ποτέ.

Ο συγγραφέας είχε προσκληθεί να δει από κοντά την μαραντονική μήτρα της Μπόκα Τζούνιορς και γράφει πως ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι στο γήπεδό της είναι ένα ψυχόδραμα στις κερκίδες –  χαράδρες. Είναι αδύνατο να πιστεύει κανείς ο Ντιεγίτο είναι πάντοτε παρών στο θεωρείο του, αλλά ο κόσμος θέλει να πιστεύει πως είναι πάντοτε εκεί. Όλο σχεδόν το αργεντινό ποδόσφαιρο διαδραματίζεται σε μια πρωτεύουσα που συντηρεί δέκα ομάδες πολύ μεγάλης κλάσης, αλλά όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά για την Μπόκα, η πόλη το ζει με πιο μαζικό τρόπο καταλαμβάνοντας το συλλογικό υποσυνείδητο της αργεντινικότητας. Το να είσαι της Μπόκα υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο τρόπο να κινείσαι και να ζεις στο Μπουένος Άιρες. Σαν να είσαι μέλος μιας ανοιχτής και απόλυτης σέκτας, σαν ένα fumetto [κόμικ] γεμάτο εικόνες από τους μύθους μιας πόλης χτισμένης στις προσχώσεις ενός ποταμού, εκείνης της «αργεντινικότητας» που κατέβηκε από τα καράβια για να συναντήσει μικρές πατρίδες από μπετόν….

Ο πρώην ποδοσφαιριστής και προπονητής Χόρχε Βαλντάνο, ο Μπενεντέτο Κρότσε του παγκόσμιου ποδοσφαίρου όπως τον χαρακτηρίζει ο Μονταλμπάν, εξέδωσε στην Ισπανία το 1995 μια συλλογή διηγημάτων που είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο, γραμμένων από γνωστούς συγγραφείς: Μπερνάρντο Ατσάγα, Χαβιέρ Μαρίας, Μπράις Ετσενίκε, Μιγκέλ Ντελίμπες, Εδουάρδο Γκαλεάνο, Αουγκούστο Ρόα Μπάστος, Οσβάλντο Σοριάνο, Μάριο Μπενεντέτι κ.ά. Αντιλαμβανόταν κανείς ότι το ποδόσφαιρο έχει παίξει έναν σημαντικό ρόλο στη συναισθηματική εκπαίδευση τόσο λατινοαμερικανών όσο και ισπανών συγγραφέων, αλλά ήταν οι Λατινοαμερικάνοι εκείνοι που καλλιέργησαν περισσότερο τη σχέση ποδοσφαίρου και λογοτεχνίας.

Πίσω στην Ευρώπη, το ποδόσφαιρο είναι πια η κυρίαρχη λαϊκή θρησκεία και ένας από τους λίγους μηχανισμούς ενεργούς συμμετοχής του πληθυσμού σε ένα φαινόμενο υποκουλτούρας. Οι επίσημες αρχές τολμούν όλο και λιγότερο να έρθουν σε αντίθεση με τις ποδοσφαιρικές ομάδες, γιατί αυτό σημαίνει να συγκρουστούν με ένα οργανωμένο και παθιασμένο τμήμα του εκλεκτορικού σώματος. Ο συγγραφέας διακρίνει πως στην Ισπανία ένα μεγάλο μέρος των ποδοσφαιρικών παραγόντων προέρχονται από τις κατασκευαστικές εταιρείες, ένα χώρο, δηλαδή, κατάλληλο για να κάνεις γρήγορα λεφτά με τις πιο απάνθρωπες στρατηγικές. Μας υπενθυμίζει άλλωστε την καθημερινή παρατήρηση των κοινωνιολόγων πως η αθλητική βία αποτελεί μοναδικό είδος αυθόρμητης βόας που δεν ασκούν μονοπωλιακά το Κράτος ή οι δυνάμεις καταστολής.

Ίσως τα πλήθη να έχουν ανακαλύψει έναν τρόπο να συμμετέχουν στα κοινά και να επικοινωνούν ακολουθώντας ένα τελετουργικό παρόμοιο ή ακόμα πιο ελκυστικό από εκείνο των θρησκειών ή των πραγματικών πολιτικών σχηματισμών. Σ’ αυτή την κοσμική θρησκεία επενδύονται τεράστια ποσά, που προέρχονται από τις πολυεθνικές αθλητικών ειδών. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο φάσμα των ποδοσφαιριστών – τηλεοπτικών σταρ (Μπέκαμ, Ροναλντίνιο), που υπόκεινται σε ένα σύστημα διπλής αξιολόγησης, τόσο για την συνεισφορά τους στα αθλητικά αποτελέσματα όσο και για την αποτελεσματικότητά τους στην πώληση προϊόντων, αλλά και στον Ρονάλντο, προϊόν μιας γενετικής «βιομηχανίας» που δεν ανήκε σε ομάδα αλλά σε επιχειρήσεις, ένας μύθος που κατασκεύασε η ΦΙΦΑ επειδή η βιομηχανία της χρειάζεται πολλούς τέτοιους μικρούς θεούς.

Σε κάθε περίπτωση, στην παρούσα συλλογή «δημοσιογραφικών» άρθρων του καταλανού συγγραφέα, τα οποία έγραφε επί τριακονταετία και άρχισε ο ίδιος να μαζεύει για μια συλλογική έκδοση, που δεν πρόλαβε λόγω του θανάτου του γίνεται φανερό όσο πότε πως το ποδόσφαιρο είναι πλέον ένα δικέφαλο τέρας: από την μία πολυεθνική επιχείρηση, από την άλλη κοσμική θρησκεία των μαζών (με τους πιστούς του κοινωνικές βραδυφλεγείς βόμβες στα χέρια κάποιων διοικούντων) κι ένα σκληρό ναρκωτικό των δημοκρατιών για να ελέγχουν την έλλειψη οράματος και την παράδοξη μοναξιά των μαζών.

Πάνω απ’ όλα βέβαια ο Μονταλμπάν παραμένει ένας θερμότατος οπαδός της Μπατσελόνα κι ένα ολόκληρο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στο ύστατο ισπανικό δίπολο που δεν έχασε ποτέ τον χαρακτήρα του πατριωτικού εμβλήματος καθώς η Μπαρτσελόνα αποτελεί το άοπλο σκέλος των εθνικιστικών καταλανικών διεκδικήσεων ενώ η Ρεάλ έχει επιφορτιστεί με την εκπλήρωση του ιστορικού πεπρωμένου της Ισπανίας. Εδώ ο συμβολικός αθλητικός στρατός της καταλανικότητας τίθεται απέναντι στον εκπρόσωπο του ισπανικού Κράτους και ο Μονταλμπάν δε χάνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσει αλλά κάποτε και να αναιρέσει τον διχασμό ή και να προβεί σε επιμέρους κριτικά εγκώμια σε Φίγκο, Λουίς Ενρίκε κ.ά. Για να καταλήξει στο ίδιο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε:  Είναι πιθανό το ποδόσφαιρο να φτάσει να γίνει μια προκάτ θρησκεία· προς το παρόν καταλαμβάνει το συμβολικό χώρο που άφησαν κενό η πολιτική ή οι πιο καλά διαρθρωμένες θρησκείες.

Εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σελ. 308 [Manuel Vásquez Montalbán, Fútbol. Una religión en busca de un dios, 2005]

Άγιος ο Φορ, άγιος ο Μπάκ, άγιο το δεκάρι, ελέησον υμάς. Πρόεδρε ημών, ο εν τοις επισήμοις, αγιασθήτω το πορτοφόλιό σου, ελθέτω η προεδρία σου, γεννηθήτω η μεταγραφή σου…

Δημοσίευση και σε mic.gr. Στις φωτογραφίες: Αλφονσίν – Μαραντόνα μετά το Μουντιάλ του 1986, το γήπεδο – χαράδρα της Μπόκα, ο Βαλντάνο μπροστά σε άλλου είδους τερέν, ο Πουγιόλ καθώς την περιμένει, πάντα με αγάπη, και ο Λόγος των Πιστών.

17
Ιαν.
11

Συλλογικό – Οπαδική βία και άλλες πτυχές της βίας στον αθλητισμό

Ασκήσεις επί χόρτου, Γ΄

Το σύνθετο φαινόμενο της βίας στον αθλητικό χώρο και ιδίως στο ποδόσφαιρο εξετάζεται από διάφορες πλευρές στον παρούσα συλλογή κειμένων, δια της γραφίδας των Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων (ομάδας συγγραφέων, καλλιτεχνών και επιστημόνων – οπαδών του Ολυμπιακού) και έτερων προσκεκλημένων. Το ποδόσφαιρο έχει μετατραπεί σε νέα λαϊκή θρησκεία, έχοντας αντικαταστήσει έναν κενό από την πολιτική και τις μεγάλες θρησκείες συμβολικό δεσμό. Απέναντι στη διάλυση των παραδοσιακών δικτύων συμμετοχής και ταύτισης, όπως έγραψε ο Hobsbawm, φέρει σε επαφή ανθρώπους που διαφορετικά στερούνται οργανικών και κοινωνικών και οικονομικών δεσμών και επιτρέπει την εκπλήρωση λαϊκών αξιών που είναι αδύνατο να υλοποιηθούν στο πλαίσιο της ανταγωνιστικής κοινωνίας της αγοράς (συλλογικότητα, ομαδικό πνεύμα, αλληλεγγύη, ισότητα ευκαιριών, πρωτοβουλία). Όμως νέοι κώδικες αξιών περιβάλλουν το άθλημα, απορρέοντας από την σύγχρονη εμπορική-βιομηχανική του διάσταση. Η νίκη δεν αποτελεί πλέον επιθυμητή έκβαση ενός παιχνιδιού αλλά μεταλλάσσεται σε αναγκαίο στοιχείο οικονομικού ανταγωνισμού.

Η βία δεν πηγάζει από τον αθλητισμό (όπως τα δάκρυα δεν βγαίνουν από το μαντίλι, σύμφωνα με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο). Το ποδόσφαιρο δεν πυροδοτεί την βία αλλά αποκαλύπτει μια κρίση. Ο Διονύσης Ελευθεράτος καταδεικνύει θεσμοθετημένες μορφές βαναυσότητας που νομοτελειακά οδηγούν στην οπαδική βία. Η δράση των χούλιγκαν είναι ευθέως ανάλογη προς την εξοικείωση μιας κοινωνίας με αντιδημοκρατικές μεθόδους επιβολής. Η θεσμική βία προσφέρει περισσότερη νομιμοποίηση στην περιθωριακή, τουλάχιστον στη συνείδηση των αυτουργών της. Από την άλλη, όπως γράφει ο Βασίλης Καρδάσης, το κράτος ενισχύει τη διάχυση της κοινωνικής όξυνσης μέσα στα γήπεδα, όπου εκρήγνυνται ο θυμός των μαζών και εκπνέει ως ατμός χύτρας ταχύτητας η αντιμετώπιση κρίσιμων ζητημάτων. Το γήπεδο λειτουργεί ως κυματοθραύστης πραγματικών κοινωνικών συγκρούσεων, ένα ακίνδυνο για το κράτος πεδίο εκτόνωσης της λαϊκής οργής. Η βία των απόκληρων συνυπάρχει με εκείνη των εύπορων, των οργανωμένων και των δικτυωμένων.

Παρά την δεδομένη πολιτιστική όσμωση της εποχής μας η ένταξη σε συλλογικές ομάδες (όπως οι οργανώσεις φιλάθλων) συνεπάγεται την υιοθέτηση της παραδοσιακής κουλτούρας της αντιπαλότητας. Η σύγκρουση εμπεριέχει ως απαραίτητο στοιχείο την αντιμετώπιση του αντιπάλου ως (πολιτισμικά) κατώτερου· η διάκριση καταλήγει σε ρατσισμό. Οι αθλητικές εφημερίδες έχουν μερίδιο στην έξαρση της αντιπαράθεσης φιλάθλων και στην δημιουργία κλίματος όξυνσης· άλλωστε ο φανατισμός συχνά αποτελεί κριτήριο αποδοχής για τους τελευταίους. Το δήθεν δημοκρατικό περιβάλλον των αθλητικών ραδιοσταθμών ανατροφοδοτεί το συγκεκριμένο κλίμα, οι διοικήσεις έχουν κάθε συμφέρον να διατηρούν τους μάχιμους στρατούς των οργανωμένων, όπως και το κράτος να θωπεύει τους φιλάθλους – εκλογείς. Σε κάθε περίπτωση οι οπαδοί εθίζονται σε νέα αξιακά πρότυπα.

Όταν όμως πανηγυρίζουμε νίκες επί ισχυρών αντιπάλων, γράφει ο Γιώργος Κεντρωτής, εκφράζουμε σεβασμό προς αυτούς, πλην λεληθότως. Ετούτη η συνειδητοποίηση θα αποτελέσει μέγιστο βήμα προς την καταπολέμηση της βίας εφόσον εξουδετερώνει την τύφλωση από το φάσμα και το αποτέλεσμα της ήττας. Η λεκτική ελευθεριότητα διαφέρει από την χυδαιότητα, που αποτελεί βασικό σπόρο βλάστησης του χουλιγκανισμού. Η απόσταση από το verbum στην actio είναι ελάχιστη και εύκολα διανυτή. Ο αγώνας αποτελεί εορταστικό πόλεμο, ο σεβασμός του αντιπάλου προσδίδει αξία στην νίκη, η κοσμιότητα είναι αρετή με την αρχετυπική σημασία της ανδρείας, η έντιμη ήττα είναι προτιμότερη από την άτιμη νίκη. Ο πεπαιδευμένος οπαδός είναι η καλύτερη διαχρονική μετεγγραφή μιας ομάδας.

Εκδ. Νόβολι, 2010, σ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ)

10
Ιαν.
11

Τζόναθαν Γουίλσον – Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του

Ασκήσεις επί χόρτου, Α΄
Η μεγάλη παρανόηση γύρω από το παιχνίδι είναι πως πρόκειται πάνω απ’ όλα για τη νίκη (…) ενώ πρόκειται για τη δόξα, για το ύφος (…) και τη μεγαλοπρέπεια είπε κάποτε ο Ντάνι Μπλαντσφλάουερ, επιζών του ατυχήματος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Γύρω από αυτή την «παρανόηση» και την επιλογή της νίκης ή του θεάματος καταστρώθηκαν δεκάδες συστήματα που προσέδωσαν στο ποδόσφαιρο ποικίλες φυσιογνωμίες και τέρψεις. Οι σχετικές θεωρητικές αναπτύξεις του παρόντος ιστορικού εγχειριδίου διανθίζονται με πορτρέτα παικτών και προπονητών, σχεδιαγράμματα αγωνιστικής παράταξης κορυφαίων συναντήσεων και πλήθος απόψεων από μια τεράστια ποδοσφαιρική βιβλιογραφία (ένα σύμπαν εντελώς άγνωστο στα καθ’ ημάς).

Ήταν 1973 όταν μια καίρια αγωνιστική αλλαγή αποφασίστηκε σ’ ένα δωμάτιο στην άκρη των αποδυτηρίων του Άνφιλντ (που αποτελούσε ένα είδος βάσης δεδομένων για την Λίβερπουλ, καθώς προπονητές, μάνατζερ και γυμναστές συζητούσαν για κάθε βιβλίο προπονητικής και τακτικής). Η επιστροφή ενός χαφ δίπλα στον κεντρικό αμυντικό, η κατάργηση του στόπερ, η έναρξη της επίθεσης απ’ την άμυνα και η αντικατάσταση του κλασικού «κλότσα και τρέχα» από ένα υπομονετικό «πάσινγκ γκέιμ» θα οδηγούσαν στην ευρωπαϊκή κυριαρχία των αγγλικών ομάδων στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80. Λίγο νωρίτερα η συνύπαρξη ατομικότητας και συστήματος και η διεύρυνση του αγωνιστικού χώρου μέσω κατοχής της μπάλας είχαν οδηγήσει στο «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» του Ρίνους Μίχελς. Οι παίκτες δικαίωναν την παρουσία τους μόνο μέσω γρήγορης εναλλαγής θέσεων και αλληλοκάλυψης· κάθε επιθετικός μπορούσε να αμυνθεί και το αντίστροφο. Το τεχνητό οφσάιντ έγινε επιθετικό: η πίεση των αντιπάλων ξεκινούσε από ψηλά και το ενστικτώδες, αυτόματο παιχνίδι του Άγιαξ και της Εθνικής Ολλανδίας του ’70 ήταν απολαυστικό.

Αργότερα ο Βαλερί Λομπανόφκσι εφάρμοσε στην Δυναμό Κιέβου τις τεχνικές της Κυβερνητικής Μηχανικής και των μαθηματικών μοντέλων πρόβλεψης που διδάχθηκε στο Ινστιτούτο Επιστημών της πόλης. Η ομάδα αντιμετωπιζόταν σαν ένα δυναμικό σύστημα με σκοπό την παραγωγή της υψηλότερης δυνατής ενέργειας· για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν υπολογιστές για λεπτομερή ανάλυση των στατιστικών στοιχείων κάθε παιχνιδιού. Η ποδοσφαιρική του αντίληψη, σε ευθεία συνάρτηση με την κρατική ιδεολογία, αποτέλεσε την επίσημη έκφραση του σοβιετικού ποδοσφαίρου: η φιλοσοφία βασιζόταν στην ομάδα και στην εξέλιξη του «συλλογικού παιχνιδιού» και η ατομικότητα είχε αξία μόνο αν χρησιμοποιούνταν προς όφελος του συνόλου.

Ο Αρίγκο Σάκι αμφισβήτησε την ιταλική αμυντική ηττοπάθεια και κατάργησε το ατομικό μαρκάρισμα, μοιράζοντας την ευθύνη του σε όλους τους παίκτες. Η Μίλαν που στη δεκαετία του ’60 θριάμβευσε με την εισαγωγή του λίμπερο, τώρα τον αντικαθιστούσε με άμυνα ζώνης. Για τον Σάκι ένας καλός μάνατζερ είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης ταυτόχρονα: οφείλει να εφοδιάσει τους παίκτες με όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, εργαλεία και εναλλακτικές, ώστε να αποφασίσουν κατάλληλα, ακολουθώντας πάντα το σενάριο. Αν θες να μείνεις στην ιστορία, έλεγε, δεν μπορείς μόνο να κερδίζεις, πρέπει και να παίζεις ωραίο ποδόσφαιρο. Η δική του ομάδα έμεινε στη μνήμη περισσότερο από την πρόσφατη και πιο πετυχημένη Μίλαν του Καπέλο.

Τι μένει ακόμα να συμβεί σ’ ένα άθλημα τόσο συστηματοποιημένο; Οι κλασικές ατομικές θέσεις (ακραίος, πλέι μέικερ, φουνταριστός) εξαφανίζονται, η συλλογικότητα επικρατεί της ατομικότητας, οι παίκτες γίνονται πολυ–λειτουργικοί (διαρκής υπενθύμιση του Μουρίνιο). Η φυσική κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο, «το μέλλον θα είναι μια καθολικότητα όπου όλοι θα τα κάνουν όλα». Θα διατηρηθεί άραγε η αντιπαλότητα ανάμεσα στην ομορφιά και την σκοπιμότητα, ανάμεσα στο ποδόσφαιρο «της τέχνης» και «των αποτελεσμάτων», σαν αντικαθρέφτισμα της αντίθεσης ρομαντισμού και ρεαλισμού;

Μέρος Β΄ – Προσθήκες

Στο δωματιάκι εκείνο του Άνφιλντ γινόταν μια συζήτηση πολύ πιο πλατιά και ανοιχτή απ’ όσο στο διοικητικό συμβούλιο της ομάδας, όπως παραδέχτηκε ο Πέισλι. Η συζήτηση έγινε την επομένη της ήττας της Λίβερπουλ από τον Εθνικό Αστέρα στο Κύπελλο Πρωταθλητριών (πριν τα προημιτελικά). Ο Μπιλ Σάνκλι πάντα προτιμούσε το ποδοσφαιρικό στιλ της ηπειρωτικής Ευρώπης αλλά έπρεπε να αντικατασταθεί από τον Πέισλι το 1974 για να αποκτήσει η ομάδα το νέο της πρόσωπο, που ακολούθησε και η Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ. Η εκδοχή του Γκράχαμ Τέιλορ (που ο Έλτον Τζον του πρόσφερε την θέση του μάνατζερ της Γουότφορντ) με πρέσινγκ πάνω στην μπάλα όπου κι αν βρισκόταν και συνεχή επίθεση οδήγησε την ομάδα σε άνοδο τεσσάρων κατηγοριών σε πέντε χρόνια και σε υψηλότατα σκορ.

Ο Γουίλσον, εξαιρετικός γνώστης του θέματος, γράφει με ενθουσιασμό και πειθώ, ακόμα κι όταν συνδέει το ολλανδικό ποδόσφαιρο με την σουρεαλιστική και αναρχική ατμόσφαιρα των Πρόβο στο Άμστερνταμ του ’60 ή διαπιστώνει μια σχέση ανάμεσα στην παγερή ευφυΐα υψηλής ακρίβειας του Ντένις Μπέργκαμπ με την τέχνη του … του Πιτ Μοντριάν.

Ο Σάκι, ένας πωλητής στο οικογενειακό εργοστάσιο παπουτσιών που ποτέ δεν έπαιξε μπάλα, έπαιξε την άμυνα ζώνης όσο το δυνατόν καλύτερα, βασισμένη στους τέσσερις αμυντικούς που έπαιζαν όχι με λίμπερο αλλά στην ευθεία – ένα είδος κυρτού σύρτη (πρωτοποριακό για την Ιταλία). Δεν ήθελα ποδοσφαιριστές σολίστες, έλεγε, αλλά μια ορχήστρα με μουσικούς ικανούς να πάρουν γρήγορη και σωστή απόφαση. Ο Μαλντίνι είχε παραδεχτεί ότι η Μίλαν του 1989 ήταν η καλύτερη ομάδα στην οποία έπαιξε ποτέ

Ο Γιόχαν Κρόιφ έδωσε καλλιτεχνική χροιά στο παιχνίδι και διεκδίκησε να πληρώνεται όσο άξιζε. Ο Μίχελς μετέφερε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο στην Μπαρτσελόνα ενώ ο διάδοχος Κόβατς δίνοντας την ελευθερία στην ομάδα να φτάσει στο ποδοσφαιρικό της απόγειο, προετοίμασε και την πτώση της. Οι ολλανδικές ομάδες του totaalvoetbal έχασαν δυο τελικούς Μουντιάλ την δεκαετία του ’70, όπως και η περίφημη Ουγγαρία του 1954…

Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο κατενάτσιο («το δίκαιο του αδύνατου»)και στον υπέρτατο εκφραστή του, τον Χελένιο Χερέρα. Εκείνος ο τελειομανής, ολοκληρωμένος σύγχρονος μάνατζερ (όπως ο Φέργκιουσον και ο Βενγκέρ) έδινε πρωτόγνωρη έμφαση στην φυσική κατάσταση και την ψυχολογία αλλά και στην απόλυτη πειθαρχία, καταπνίγοντας την παραμικρή αμφισβήτηση της εξουσίας του (γνωστή η άποψή του περί υποχρεωτικού πολυήμερου εγκλεισμού στο προπονητικό κέντρο). Όμως το όνομά του συνδέθηκε με κατηγορίες για φαρμακευτική υποστήριξη στους ποδοσφαιριστές· παροιμιώδης έμεινε ο περίφημος «καφές Χερέρα». Μπορεί τα καλοσχεδιασμένα προγράμματα φαρμακευτικής βοήθειας των Σοβιετικών να συγκέντρωσαν τη δεκαετία του ’70 την προσοχή του κόσμου αλλά δεν ήταν τα μόνα.

Εκδ. Polaris 2010, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, εισαγωγή Αντώνης Καρπετόπουλος, σ. 505 (Jonathan Wilson, Inverting the Pyramid. A history of football tactics, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: Α΄ μέρος: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ). Στην εφημερίδα ο τίτλος Ασκήσεις επί χόρτου μετατράπηκε για ακατανόητο λόγο σε Ασκήσεις επί χόρτου πάντα (!). Ίσως ο στοιχειοθέτης είχε μια κάποια ποιητική έκλαμψη! Το Β΄ μέρος δημοσιεύεται πρώτη φορά εδώ. Στις φωτογραφίες: Μπιλ Σάνκλι, Χελένιο Χερρέα, Χορευτής Κρόιφ, Ρϊνους Μίχελς, συγγραφέας.

04
Οκτ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής – Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου – Ταξίδια με τον Ηρόδοτο

Οδυσσέας της Αφρικής, του «Άλλου» συνομιλητής

Ο Καπισίνσκι (1932-2007) υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική. Οι ανταποκρίσεις του από τα δύσβατα πεδία της Ιστορίας συχνά συγκεντρώθηκαν σε βιβλία του, τρία από τα οποία επανεκδίδονται εδώ σε ενιαίο τόμο, προσφέροντας την ευκαιρία για μια εκ νέου αποτίμηση κρίσιμων και οριακών καταστάσεων. Η Έβενος (1998) αφορά την περιπέτεια της εμβύθισής του στην Μαύρη Ήπειρο, που έζησε από κοντά, από τις ελπιδοφόρες δεκαετίες της αποαποικιοποίησης (’50 – ’60) μέχρι τις οριακές πολιτικές συγκυρίες της τελευταίας τριακονταετίας. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου (1988) επίσης εστιάζει κυρίως στην Αφρική, ενώ το φερώνυμο κείμενο αναφέρεται στον πόλεμο Ονδούρας – Σαλβαδόρ, που ξέσπασε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που αποτέλεσε ιδανική εστία έκρηξης «των εθνικιστικών διαθέσεων και της υπερπατριωτικής υστερίας, αναγκαίων για να ενισχυθεί η εξουσία των ολιγαρχικών καθεστώτων στις δυο χώρες». Στα Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (2004) επιστρέφει στις απαρχές της δημοσιογραφικής του περιπέτειας, βασική έμπνευση της οποίας υπήρξαν οι ηροδότειες ιστορίες. Η συνειδητοποίηση της άγνοιάς του κατά τις πρώτες αποστολές σε Ινδία και Κίνα (1956-1957) και η πεποίθηση πως κανένας πολιτισμός δεν θα αποκαλυφθεί χωρίς απροσμέτρητο κόπο, οδήγησαν στην επιλογή της «κατακερματισμένης, πιο διαφοροποιημένης στην απεραντοσύνη της» Αφρικής.

Ο Καπισίνσκι φωτίζει τόσο την ιστορία όσο και την καθημερινότητα, κινούμενος με άνεση από το δημόσιο στο ιδιωτικό. Εμβριθή κείμενα για την Ρουάντα, το Σουδάν, την Λιβερία, την Νιγηρία, την Ουγκάντα, την Αιθιοπία κ.ά. εναλλάσσονται με μικρότερα κομμάτια για ποικίλες πτυχές της αφρικανικής ζωής: ένα σχολείο προφορικό και ανοιχτό σε όλους κάτω από ένα δέντρο στον Γαλάζιο Νείλο, την οδύσσεια της αναζήτησης μιας γούρνας στη Σομαλία, τον αφανισμό της κοινωνίας των Τουαρέγκ. Ερμηνείες για την αποικιοκρατία και το Απαρτχάιντ συνυπάρχουν με προσωπογραφίες ηγετών που επιχείρησαν να κυβερνήσουν δίκαια και ειρηνικά στην μετα-αποικιακή συγκυρία και αντιπαρατέθηκαν με το αποικιακό παρελθόν, την διαφθορά και τις εξωτερικές επεμβάσεις (όπως ο Πατρίς Λουμούμπα στο Κονγκό, ο Κβάμε Νκρούμα στην Γκάνα, ο Μπεν Μπέλα στην Αλγερία). Η γραφή του θυμίζει το ειδολογικό και θεματολογικό εύρος σπουδαίων συγγραφέων της ταξιδευτικής λογοτεχνίας, όπως ο Μπρους Τσάτουιν ή ο Πωλ Θερού, εμπλουτισμένη με πρόσθετα νεωτερικά στοιχεία, καθώς καθίσταται ο ίδιος μέρος της αφήγησης και συμπεριλαμβάνει, ως «σχέδιο ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ποτέ», σημειώσεις, συγγραφικά desiderata και υπενθυμίσεις προς εαυτόν, στην ουσία εξαρτήματα του εργαστηρίου του.

Αποφεύγοντας τις προστατευμένες περιοχές των λευκών και τα άνετα ξενοδοχεία, κοινώς οτιδήποτε έμοιαζε με ευρωπαϊκή προέκταση στην ήπειρο, ο Καπισίνσκι προτιμά να ζήσει σε αμιγώς αφρικανικές συνθήκες, ακόμα κι όταν η επιλογή του να μείνει σ’ ένα δωμάτιο σε μια Νιγηριανή συνοικία συνεπάγεται την σιωπηρή αποδοχή συνεχών κλοπών, με αντάλλαγμα την κοινωνική αποδοχή και ασφάλεια! Προσαρμόζεται στην διαφορετική αντίληψη για τον μη γραμμικό ή μετρήσιμο χρόνο και τον χώρο, που ιδίως στα χωριά δεν είναι διαιρεμένος αλλά ανοιχτός, χωρίς περιορισμούς. Συνηθίζει στην ανυπαρξία πινακίδων ή χαρτών, καθώς οι γηγενείς είναι γνώστες της γραφής του τοπίου και αποδέχεται διαφορετικές νοοτροπίες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση μιας τεράστιας τρύπας στη μέση του δρόμου που δεν διορθώνεται ποτέ, ώστε να απασχολούνται πολλοί άνθρωποι στις ρυμουλκήσεις των φορτηγών και να δημιουργηθεί ολόκληρη εμπορική εστία τριγύρω! Περιπλανιέται στους προσφυγικούς καταυλισμούς – τόπους συλλογικού μαρτυρίου που, εκτός από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, κανείς δεν γνωρίζει ή δεν επιθυμεί να γνωρίζει, στα αφρικανικά μπαρ, που αποτελούν ταυτόχρονα το φόρουμ, το ενεχυροδανειστήριο, το καπηλειό και την βουλή του Αφρικανού, στα «μνημεία» των εξωτερικών επεμβάσεων, όπως η στρατιωτική νεκρόπολη του Ντέμπρε Ζέιτ της Ερυθραίας, μια αχανής πεδιάδα χιλιάδων τόνων οπλικών συστημάτων, αχρησιμοποίητα λόγω άγνοιας δώρα του Μπρέζνιεφ προς τον Μενγκίστου!

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασε κοντά στο θάνατο ή την εκτέλεση και εκτέθηκε σε κάθε κίνδυνο που συνεπαγόταν η παρουσία του σε κρίσιμες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, πόσο μάλλον ως ξένου. Βίωσε την μοναξιά του τρόμου απέναντι στη βία που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή τιμωρία. Το χρώμα του δέρματός του τον έφερνε πάντα αντιμέτωπο με τον φόβο ή το μίσος απέναντι στον Λευκό ή ως απολογητή της αποικιοκρατίας. Αντιμετώπισε πολλές ασθένειες αλλά και την «νόσο της τροπικής μελαγχολίας», καθώς ατέλειωτες μέρες κυλούσαν κενές και άπραγες. Έπρεπε να προσαρμοστεί στην καυτή σαβάνα ή την υγρή ελονοσιακή βιολογία των τροπικών, σε μέρη «εξόριστα μεταξύ ουρανού και γης» και σε πυρακτωμένα κλίματα όπου ήλιος γινόταν εχθρός, να βρίσκει προστασία κάτω από τα φορτηγά ή τις σκιές των θάμνων ή να περιπλανιέται άσκοπα, με «την ψευδαίσθηση και την αστάθεια της ύπαρξης». Επιπρόσθετα, βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από τους συναδέλφους μεγάλων πρακτορείων (έλλειψη χρημάτων, μεταφραστών κ.λπ.),

Βασική είναι η διαπίστωση της εμπλοκής του πολυφυλετικού αφρικανικού πληθυσμού στο φυλετικό μίσος, την «τερατώδη, δαιμονική μονομανία της Αφρικής», που οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις οι οποίες προκαλούν σήμερα μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων σε σχέση άλλες. Εξετάζονται οι μηχανισμοί της διχόνοιας και των ενδοαφρικανικών αντιθέσεων και ερευνάται με ποιό τρόπο συγγενικοί πολιτισμοί κατέληξαν από την προσέγγιση και την αλληλεπίδραση στην εχθρότητα. Καθόλου άσχετο το παράδοξο που τόνισε ο Ρόναλντ Όλιβερ στην Αφρικανική Εμπειρία: ενώ λέγεται πως οι αποικιοκράτες διαίρεσαν την Αφρική, ουσιαστικά υπήρξε μια βάναυση ενοποίηση, με τον περιορισμό χιλιάδων οντοτήτων σε δεκάδες.

Οι αφρικανικοί πόλεμοι, απροσπέλαστοι στα μέσα ή τους διεθνείς παρατηρητές, παραμένουν άγνωστοι στον Δυτικό κόσμο. Η Αφρική, εκτός του ισλαμικού βορρά, δεν γνώρισε τη γραφή, συνεπώς ούτε την συγγραφή της ιστορίας, που πάντα μεταδιδόταν προφορικά, με την μορφή μύθου από στόμα σε στόμα και όριο την μνήμη, γι’ αυτό και οι συνευρέσεις των τοπικών κοινωνιών είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Για εκατοντάδες χρόνια η ιστορία της ηπείρου υπήρξε «ανώνυμη»: τα ονόματα εκατομμυρίων σκλάβων και ξεριζωμένων παρέμεναν ακατάγραφα, άγνωστα. Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις τα στρατιωτικά πραξικοπήματα γεννιούνται με επαναλαμβανόμενη νομοτέλεια και γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού βίου. Οι περιπλανώμενοι άνεργοι bayaye αποτελούν ιδανική δεξαμενή στρατολόγησης, με αντάλλαγμα φαγητό και οπλισμό, αλλά και την αίσθηση πως έχουν κάποια αξία. Ένας στρατός πλιατσικολόγων (lumpenmilitariat) που ληστεύει και λεηλατεί ατιμώρητος κι ένας δικτάτορας με αστείρευτη πηγή κέρδους την διεθνή βοήθεια, επιβεβαιώνουν πως όποιος έχει όπλο έχει τρόφιμα και όποιος έχει τρόφιμα έχει εξουσία. Ο στρατός αποτελεί συχνά τη μόνη λύση επιβίωσης για τα παιδιά. Καθόλου τυχαία τα αυτόματα όπλα γίνονται όλο και ελαφρύτερα και φτάνουν σε τόπους νωρίτερα από το τηλέφωνο ή το ηλεκτρικό ρεύμα.

Ο Αφρικανός είναι διαρκώς «στο δρόμο», λόγω πολέμου, ξηρασίας ή πείνας και η εικόνα του καθώς κουβαλά στο κεφάλι μια λεκάνη με τα απαραίτητα αγαθά κατά τις συνεχείς μετακινήσεις του είναι συνηθισμένη. Κάθε υλική ή εδαφική κοινότητα μοιάζει ρευστή και παροδική∙ η μόνη ζωντανή συνέχεια είναι πνευματική – φυλετική. Το εφήμερο της ζωής του κυριαρχεί ακόμα και σε ειρηνικές συνθήκες, στην πάλη με την εχθρική φύση και την διαρκή ισορροπία μεταξύ επιβίωσης και θανάτου, καθώς τα αποθέματα τροφής είναι ελάχιστα, ακόμα και εντός των ορίων της ημέρας, και η εξάρτηση από το βυτίο του νερού είναι ζωτική. Πιθανώς γι’ αυτό οι Αφρικανοί αποτελούν συλλογικές φύσεις∙ η ευρωπαϊκή αξία του ατομικισμού είναι συνώνυμη της κατάρας: ένας μοναχικός άνθρωπος εδώ είναι αδύνατο να επιβιώσει. Ο Καπινσίνσκι διαπιστώνει όμως και την γενικότερη κατάσταση ιδεολογικής ρευστότητας και την συνακόλουθη μεταφορά των πολιτικών αγώνων σε ατομικό επίπεδο. Αναρωτιέται πώς θα μπορέσει η Αφρική να αναπτυχθεί χωρίς την δική της πνευματική τάξη, εφόσον στην πλειοψηφία της η αφρικανική διανόηση ζει στα κέντρα της Δύσης. Επιχειρεί να γνωρίσει τον πολύπλοκο πνευματικό κόσμο του Αφρικανού, όπου το υπερφυσικό στοιχείο εμπνέει φόβο και δέος, οι πρόγονοι θάβονται στις αυλές για να εμψυχώνουν τους απογόνους και οποιοδήποτε ασήμαντο αντικείμενο μπορεί να γίνει ιερό ή συμβολικό. Πρόκειται για έδαφος πρόσφορο για τις αναρίθμητες χριστιανικές σέκτες και τους ναούς που αποτελούν τόπους κοινωνικών συγκεντρώσεων, ένα είδος κλειστών λεσχών όπου κυριαρχούν οι μεσσιανικές μορφές, αλλά και αντλίες χρηματικών επιχορηγήσεων.

Για τον Καπισίνσκι ο Ηρόδοτος αποτελούσε πρότυπο, ως ο «πρώτος θιασώτης της παγκοσμιοποίησης», ο συγγραφέας του «πρώτου μεγάλου ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία», ο ιστορικός που ανακάλυψε την πολυπολιτισμική φύση του κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός απαιτεί αποδοχή και κατανόηση, και πως για να τον καταλάβεις, πρέπει πρώτα να τον γνωρίσεις. Ο Ηρόδοτος γνώριζε τον αντιφατικό χαρακτήρα της ιστορικής έρευνας: σπουδαιότερη και σχεδόν μοναδική πηγή γνώσης υπήρξε ο «άλλος», αλλά αποκλειστικά μέσω της μνήμης, κατεξοχήν μεταβλητού κι εφήμερου υλικού. Όμως εκείνος ο συνομιλητής αποτελούσε μοναδικό και αναντικατάστατο οδηγό προς αυτό τον κόσμο της έστω ρευστής και ασταθούς γνώσης. Κάπως έτσι προσέγγισε ο Καπισίνσκι την Αφρική και την ατέλειωτη ετερογένεια των πολιτισμών της: με την καθολική επικοινωνία με την οποιαδήποτε ετερότητα. Μολυσμένος με τη νόσο του πολυπολιτισμικού ταξιδιώτη, μοιράστηκε μαζί μας μια συναρπαστική, όσο και σκληρή περιπλάνηση, όπου Ιθάκη υπήρξε η Γνώση και Κατανόηση των Άλλων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2009, μτφ. Ζώγια Μαυροειδή, σελ. 840.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ).

24
Ιον.
10

Κριστιάν Μπρομπερζέ – Ποδόσφαιρο. Σύμβολα, αξίες, φίλαθλοι

Ωραία λοιπόν, έχουμε τις προτιμήσεις μας, τις μνήμες μας, τα κείμενα και τις ανθολογίες, ας ψάξουμε το θέμα λίγο βαθύτερα. Εκτός από τις κάθετες πάσες υπάρχουν κι οι κάθετες, θεωρητικές ματιές και πάνω στην κατάλληλη στιγμή φτάνει ο Κριστιάν Μπρομπερζέ, μελετητής της μπάλας από επιστημονική πλευρά, με τις «σαρδέλες» κιόλας του (Συγκριτικού) Εθνολόγου. Ο Μ. ξόδεψε άπειρο χρόνο ταξιδεύοντας σε Ιταλία, Γαλλία και Ιράν κι έψαξε το θέμα εκ των έσω, εμπλεκόμενος στις κερκίδες των φανατικών και στις λέσχες των οπαδών, στους επίσημους και στους ανεπιθύμητους – διάβασε, παρακολούθησε, μελέτησε συμπεριφορές και αποτύπωσε συνήθειες. Μπορεί λοιπόν αυτό το οιονεί οικουμενικό πάθος να καθρεφτίσει την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας; Μπορεί αυτό το οικείο μαζικό θέαμα να αποτελέσει παρατηρητήριο της έκφρασης των συλλογικών ταυτοτήτων αλλά και συγκινήσεων;

Ο Μ. αντικρούει πρώτα τις παραδεδομένες απόψεις. Αποτελεί το ποδόσφαιρο όπιο του λαού; Σαφώς υπάρχουν πολλά δεδομένα (επί Μουσολίνι οι επιτυχίες της Σκουάντρα Ατζούρα στα μουντιάλ του 34 και 38 παρουσιάστηκαν ως απόδειξη της ανωτερότητας του φασισμού, βιομήχανοι και επιχειρηματίες σταθεροποιούν την εξουσία τους ως πρόεδροι ομάδων) αλλά το επιχείρημα που θεωρεί το άθλημα μέσο προς όφελος αποκλειστικά των κρατών ή των ισχυρών συχνά βρίσκει το αντίθετό του: είναι γνωστή η ενοποιητική του δύναμη στην βορειοευρωπαϊκή εργατική τάξη ήδη από το 1880, το Μουντιάλ του Μεξικό το 1986 γύρισε μπούμπερανγκ στην κυβέρνηση, καθώς ο κόσμος φώναζε «Θέλουμε φασόλια, όχι γκολ»), ενώ οι οπαδοί της Ολυμπίκ Μαρσέιγ συνθηματολογούν για τους υπόλοιπους Γάλλους: είναι άχρωμοι, είμαστε πολύχρωμοι. Μήπως η ερμηνεία με βάση την Ψυχολογία της Μάζας και την συγχώνευση σε μια ομαδική πίστη είναι πειστικότερη; Ούτε κι εδώ μπορούν να κρυφτούν οι αντιθέσεις που την διαπερνούν – εδώ οι ίδιοι οι φίλαθλοι μιας ομάδας είναι διαφοροποιημένοι. Μήπως «επέστρεψε η φυλή», σ’ ένα κατάλοιπο αρχαϊκών συμπεριφορών αγριότητας; Ναι μεν οι η μάχη είναι πολεμική και τελετουργική, αλλά πώς θα αγνοήσει κανείς όλα τα σύγχρονα, πρωτοποριακά στοιχεία που αναιρούν κάθε βαρβαρική έννοια; Και βέβαια ούτε λόγος πλέον περί σχέσης με τις χαμηλές κοινωνικές θέσεις. Η ΦΙΦΑ έχει περισσότερα κράτη – μέλη από τον ΟΗΕ….

Προφανώς υπάρχουν πολλά περισσότερα υποστρώματα σε αυτό το γήπεδο, κι αυτά επιχειρεί να ξύσει ο Μ., σε αυτή την οπτική τέχνη του οργανωμένου πλήθους και του κοινοτικού αισθήματος που εν μέσω ενός κοινοτικού αισθήματος υπερβαίνει (χωρίς να σβήνει) τις επαγγελματικές ή άλλες διαφορές. Η Μαρσέιγ (μια από τις μελετώμενες ομάδες) αποτελεί παραδειγματική επιτομή αυτής της ευθραυστότητας, από τα λαμπερά επιτεύγματα στις καταστροφικές αποτυχίες. Λαϊκό τέκνο του μητροπολιτικού νότου (όπως κι η Νάπολι, που επίσης ανατέμνεται εδώ), παραμένει αντάρτισσα και ανθενωτική, πάντα έτοιμη να χλευάσει τους υπερόπτες παριζιάνους. Στις εξέδρες της οι μετανάστες αντιπροσωπεύουν το αντίστοιχο ποσοστό τους στην πόλη, άρα η παρουσία τους στο γήπεδο μπορεί να ερμηνευτεί ως μια τελετή ενσωμάτωσης στην τοπική κοινωνία και ιθαγένεια, κάτι που δεν ισχύει για το Παρίσι, όπου οι νεαροί μετανάστες των προαστίων προσλαμβάνουν την Παρί Σ.Ζ. ως απόμακρο και κυριλέ σύλλογο.

Ο συγγραφέας αναζητά το δημοκρατικό ιδεώδες του ποδοσφαίρου (αν ο καθένας μπορεί να φτάσει ψηλά με τις δυνάμεις ή το ταλέντο του), σκαλίζει τις θρησκευτικές αντιθέσεις (Σέλτικ – Ρέιντζερς, Λίβερπουλ – Έβερτον), διατρέχει τις πολιτικές (η Μπάρτσα ως «επική μετουσίωση του Καταλανικού λαού» ή ένας στρατός χωρίς όπλα, το κομμάτι των οπαδών ultras sur της Ρεάλ ως νοσταλγοί του φρανκισμού), παρατηρεί τα δίκτυα συμμαχιών στην Ιταλία (Γένοβα, Μιλάνο και Τορίνο χωρίζονται σε Σαμπντόρια, Ίντερ, Γιουβέντους και Τζένοα, Μίλαν, Τορίνο αντίστοιχα) και καταλήγει στην Τεχεράνη, πεδίο εξίσου ενδιαφερουσών παρατηρήσεων, έχοντας προηγουμένως συγκρίνει καταστάσεις και δεδομένα και άλλων χωρών. Σε κάθε περίπτωση εισχωρεί λίγο βαθύτερα μέσα σ’ όλη αυτή την «γιορταστική αισθητικότητα της συλλογικής ζωής», που συγκεντρώνει όλη την γκάμα των συγκινήσεων, από την κωμωδία στην τραγωδία.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2007, μτφ. Geraldine Georget, Παντελής Κυπριανός, σελ. 154 (Christian Bromberger – Football, la bagatelle la plus sérieuse du monde, 1998).  Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στις φωτογραφίες: ο Brian Clough γίνεται άγαλμα από την αγάπη του Νόττινγκαμ. Καφενείο στην Guinea – Bissau που αναρτά το πρόγραμμα των αγώνων του Champions League. Ποδόσφαιρο σε δρόμο της Λιβερίας.

20
Ιον.
10

Αρχίζει το ματς. Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία. Επιμ.: Γιάννης Η. Παππάς

Το ποδόσφαιρο είναι η τελευταία ιερή παράσταση των καιρών μας. Κατά βάθος πρόκειται για ιεροτελεστίαΕίναι ένα σύστημα σημείων, μια γλώσσα… έγραφε ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, του οποίου η αγάπη για το ποδόσφαιρο ήταν τόσο μεγάλη που ίσως τον οδήγησε στο να εμπιστευτεί στον ποδοσφαιριστή Ενρίκε Ιραζοκούι (Enrique Irazoqui) τον ρόλο του Χριστού στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Γνώσεις κάθε σχήματος και τακτικής ήδη από τα ταραγμένα του χρόνια ως ποδοσφαιριστή της Καζάρσας, ήταν κάθε στιγμή διαθέσιμος για παιχνίδι, είτε στις αλάνες στις γειτονιές της Ρώμης, είτε στα διαλείμματα των γυρισμάτων και του μοντάζ. Μετά το σινεμά, το γράψιμο και τον έρωτα, το ποδόσφαιρο ήταν αμέσως μετά στη σειρά των ηδονών του. Ένα τέτοιο κείμενό του για το άθλημα, όπου μάλιστα το κατενάτσιο συγκρίνεται με την ιταλική εστέτ πρόζα ενώ το λατινοαμερικανικό ποδόσφαιρο με την ποίηση, παρουσιάζεται σ’ ετούτη την χορταστική θεματική ανθολογία.

Και ιδού το μικτό ρόστερ των πεζογράφων: Ραφαέλ Αθκόνα, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Χούλιο Γιαμαθάρες, Βασίλης Γκουρογιάννης, Γεράσιμος Δενδρινός, Τόλης Καζαντζής, Κώστας Λογαράς, Κώστας Μαυρουδής, Δημήτρης Μίγγας, Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, Ορχάν Παμούκ, Θωμάς Σκάσσης, Αντρέας Φραγκιάς, Κώστας Χατζηαργύρης, Αργύρης Χιόνης, Νίκος Χουλιαράς και βέβαια οι Ηρακλειδείς του Γιώργου Σκαμπαρδώνη κι ο Αρειανός του Περικλή Σφυρίδη, ο Μπούκοβι του Διονύση Χαριτόπουλου και πολλοί άλλοι. Στα ημιτελικά, οι ήρωες του Γιάννη Ατζακά τριγυρίζουν στις άδειες κερκίδες για να βρουν πεταμένες εφημερίδες να κόψουν τις «φάσεις», ο 13άρης νικητής του Τηλέμαχου Αλαβέρα θα πληρώσει ακριβά το «Αστείο» του, ο Θοδωρής Γκόνης αναρωτιέται αν οι νεαροί αθλητές του Δυοβουνιώτη Αρείας γνωρίζουν ποιος ήταν αυτός ο δοξασμένος που φέρουν στις φανέλες τους μαζί με την επιγραφή του τοπικού ζαχαροπλαστείου.

Στον δικό μου τελικό έφτασαν δυο κείμενα: Το μαραμπού των γηπέδων του Κώστα Ακρίβου, για εκείνον που ονειρευόταν να γίνει ο Έλληνες Γκαρίντσα, βλέπετε τους συνέδεε κι από ένα ατροφικό γόνατο. Ό,τι ξεκινάει μ’ ένα παρατημένο τόπι στα αγριόχορτα, χρόνια πριν, μπορεί και μέχρι σήμερα να τελειώσει με μια αφημένη μπάλα έξω στην αλάνα – κι εκεί τουλάχιστο θα ντριπλάρεις όποιον θέλεις. Η ακόμα πιο σκληρή Κασέτα του Γιώργου Ρωμανού, σαν αυτές που ακούνε στις γειτονιές οι βραζιλιάνοι τορσεντόρες (οπαδοί), μπομπίνες από παλιές αναμεταδόσεις, και ξαναζούν νίκες και ήττες. Αλλά τι γίνεται όταν είσαι ο μεγαλύτερος λοκουτόρ εσπορτίβο, ο εθνικός σπίκερ, αλλά συνέδεσαν τη φωνή σου με μια τραγική ήττα; Όταν εσύ είσαι ο σπίκερ στον τελικό του Μουντιάλ, σ’ ένα Μαρακανά 200.000 θεατών; Ο γκολκίπερ Μπαρμπόζα 13 χρόνια μετά μάζεψε τους φίλους του κι έκαψε τα δοκάρια του τέρματός του. Ο Ηζαΐριο όμως θα ζήσει ως καταραμένος κι ανεπιθύμητος για ολόκληρο το έθνος…

Πάμε στο ρόστερ των ποιητών: Ραφαέλ Αλμπέρτι, Βασίλης Αρφάνης, Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Βέης, Γεβγένι Γεφτουσένκο, Αλφόνσο Γκάτο, Ηλίας Γκρης, Νίκος Εγγονόπουλος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Γιώργος Ιωάννου από ένα Φυλλάδιό του, Ρούλα Κακλαμανάκη, Τάκης Καρβέλης, Νίκος Καρούζος, Γιώργος Κεντρωτής, Μάρκος Μέσκος, Ανρί ντε Μοντερλάν, Γιάννης Πατίλης, Λευτέρης Πούλιος, Γιάννης Ρίτσος, Ουμπέρτο Σάμπα, Μίμης Σουλιώτης, Γιώργος Χρονάς, άλλοι, κι εδώ αντηχεί η εφιαλτική αντιστροφή του αθλητισμού σ’ ένα σπαρακτικό ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη και μια αλησμόνητη συνάντηση του Ανέστη Ευαγγέλου στον Τόλη Καζαντζή: Πρωταθλητή των πόνων, σέντερ φορ/οι μαγικές σου ντρίπλες δε θα ξεχαστούν,/το ψυχωμένο παίξιμό σου και τα γκολ/ενάντια στην ομάδα του Θανάτου.

Βασική πηγή του ανθολόγου (γενν. Άρτα 1962, φιλόλογος, ποιητής, πρώην συνδιευθυντής του περιοδικού Ελλίτροχος, εκδότης – διευθυντής του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού Διαπολιτισμός (http://www.diapolitismos.gr/)), υπήρξαν τα δυο εξαιρετικά τεύχη του Δέντρου με θέμα το Ποδόσφαιρο, το αφιέρωμα του Ιταλικού περιοδικού Poesia, η ανάλογη φετινή ποιητική ανθολογία του Θανάση Μαρκόπουλου και φυσικά όσα μάζεψε στα «γήπεδα» της γραφής. Και ποιος είναι εκείνος που κάθεται παράμερα την ώρα που η Εθνική Αργεντινής δίνει τον πρώτο της αγώνα στο Μουντιάλ του 1978; Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες πάντα λεπτός είρων: δίνει μια διάλεξη για την αθανασία.

Και κάπου εκεί στίχοι και λίγες λέξεις για τον Άγιαξ από τον (Παοκτσή) Μανόλη Αναγνωστάκη, και για τους παλιούς μάστορες του θεάματος: μια ωδή του Θανάση Βενέτη στον Κώστα Δαβουρλή, του Άρη Δικταίου για τον Ηλία Υφαντή, του Γιώργου Μαρκόπουλου για τον Χρήστο Αρδίζογλου, του Θωμά Κοροβίνη για τον Γιώργο Κούδα, του Πάνου Θεοδωρίδη για τον Καπερνέκα (Θα με ξεχάσουν σαν τον Καπερνέκα./Όταν η φλόγα μπλαβιάσει/θα παίρνουν κάποιον στίχο μου/για μιαν αναφορά). Ένα ποίημα του Ζακ Γκιλ για τον Φέρεντς Πούσκας, του Οράσιο Φερέρ για τον Πελέ, του Μάνου Χατζιδάκι για τον Τζορτζ Μπεστ, του Ηλία Λάγιου για τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Και απορώ ποιοι παίκτες σημερινοί θα υμνηθούν και πότε κι από ποιους ποιητές, αλλά σας παρακαλώ, σκεφτείτε έστω ένα στίχο για τους τερματοφύλακες, μην τους ξεχνάτε, γιατί αυτοί διπλό αγώνα κάθε φορά παίζουν, και να φυλάνε τα γκολπόστ και να μένουν μόνοι με τις σκέψεις τους ενώ οι άλλοι φαγώνονται στα κεντρικά.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 297, με εισαγωγή και βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις φωτογραφίες: Ο Πιερ Πάολο αδυνατεί να αντισταθεί. Ο Τζορτζ Μπεστ μιμείται άθελά του τον ελιγμό του προηγούμενου. Κάποιος πρέπει κάποτε να ανθολογήσει και τους ποιητές των αθλητικών εφημερίδων. Ο πορτιέρο της Μαδρίτης συλλογίζεται πώς μπλέχτηκε σε όλο αυτό.

06
Μαρ.
09

Ντέιβιντ Πις – Καταραμένη ομάδα

Ο Μπράιαν Κλαφ υπήρξε μια συναρπαστική όσο και «δύσκολη» προσωπικότητα. Όσοι «ανατραφήκαμε» με το αγγλικό ποδόσφαιρο τον γνωρίσαμε ως προπονητή της Ντέρμπυ και της Νόττινχαμ Φόρεστ, ομάδες που οδήγησε από την δεύτερη κατηγορία στην κορυφή του πρωταθλήματος Αγγλίας και Ευρώπης αντίστοιχα. Σε αυτή την πορεία από την κορυφή στον παράδεισο και τανάπαλιν, η παρουσία του ήταν καταλυτική. Εμψυχωτής δικτάτωρ, αθυρόστομος πότης και οργισμένος εγωιστής, εκτόξευε «πληρωμένες» απαντήσεις αλλά και φώναζε αλήθειες που μέχρι τότε ελάχιστοι είχαν εκστομίσει. Από τότε έμοιαζε ιδανική λογοτεχνική φιγούρα.

Ο Πις δεν συντάσσει απλώς την μυθιστορηματική βιογραφία ενός ποδοσφαιριστή που σταμάτησε νεότατος το άθλημα εξαιτίας τραυματισμού, προτού γίνει ένας αριστοτέχνης προπονητής. Εδώ έχουμε την ιστορία ενός αμφιλεγόμενου εκκεντρικού, αντιφατικού ανάμεσα στην σκληρότητα των μαθημάτων του και στην τρυφερότητα για τους παίκτες του, επιτιθέμενου με φαρμακερές λεκτικές επιθέσεις και αμυνόμενου απέναντι στους εχθρικούς αριστοκράτες του ποδοσφαίρου· ενός δηλωμένου άθεου και σοσιαλιστή (που υποστήριζε την Anti – Nazi League, προσέφερε χρηματικά ποσά σε εργατικά συνδικάτα και φρόντιζε για τους μισθούς των παικτών) μέσα στις σκληρές αρένες των γηπέδων και των συνεντεύξεων τύπου. Ο παραληρηματικός του λόγος θρυμματίζεται τριπλά σε δυο πρωτοπρόσωπες και μια δευτεροπρόσωπη γραφή (γεγονότα και σκέψεις του παρόντος και μνήμες του παρελθόντος αντίστοιχα), υπερβαίνοντας το κάπως «στατικό» υμνολόγιο της Άρσεναλ που επιχειρούσε ο Νικ Χόρνμπι στον Πυρετό της Μπάλας.

Παράλληλα με την προσωπογραφία του ως ανεπιθύμητου μέλους της ποδοσφαιρικής κοινότητας, ανοίγονται οι κλειστές πόρτες των αποδυτηρίων του ποδοσφαίρου εκθέτοντας τις στρεβλώσεις του. Ο Κλαφ πολεμούσε εναντίον των διεφθαρμένων παραγόντων για τίμιο και καθαρό άθλημα, εναντίον του φόβου των τραυματισμών και του αλκοολισμού, αλλά και για ρήξη με το παρελθόν. Ίσως γι’ αυτό ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στις 44 ημέρες του στο τιμόνι της Λιντς (1974), όταν επιχειρούσε να σβήσει την «παρουσία» του προκατόχου του Ντον Ρέβι και των ύποπτων τακτικών πρωταθλητισμού. Ήταν ο μόνος αγώνας που έχασε: το παρελθόν αποδεικνύεται ο δυσκολότερος αντίπαλος.

Σε μια εποχή που οι προπονητές ήταν αδιάφορες περσόνες για τα μίντια, εκείνος ο «θαυματοποιός» τεχνικός έστρεψε πάνω του τα φώτα και, όσο κι αν διατράνωνε πως κάθε νίκη είναι μια μικρή καθυστέρηση της ήττας, τα έκανε όλα με τον δικό του τρόπο του. Στην κηδεία του το 2004 χιλιάδες οπαδοί, μισητοί μεταξύ τους αντίπαλοι, τού τραγούδησαν παρέα.

Ο Ντέιβιντ Πις (Δυτ. Γιόρκσαϊρ, 1967) έχει συμπεριληφθεί στην λίστα του Granta (2003) κι έχει εκδώσει τα The Red Riding Quartet, Tokyo Trilogy (αστυνομική τετραλογία και τριλογία αντίστοιχα) και GB84.

Τα τελευταία λόγια του Μπράιαν Κλαφ προτού αποχωρήσει ήταν: «Είναι μια απαίσια μέρα…για την Λιντς».

Συντεταγμένες: Εκδ. Τόπος, 2008, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, 493 σελ. (David Peace, The Damned Utd, 2006)

Επισκεπτήριο: http://www.brianclough.com/. Απολαυστικές ατάκες του εδώ.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 543, 6.3.2009

25
Οκτ.
08

Μάρκ Πέριμαν – Οι φιλόσοφοι παίζουν μπάλα

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έφτιαχνα ποδοσφαιρικές ενδεκάδες είτε σαν παιχνίδι είτε σαν τρόπο να θυμάμαι πρόσωπα με κάποια απαραίτητη σειρά. Δεν ήταν ακριβώς αυτοσχέδιες αλλά ο κάθε παίκτης έμπαινε στη θέση που του άρμοζε για κάποιο λόγο (χρονική ακολουθία, τακτική, προτίμηση κλπ.). Σκάρωνα από συνθέσεις βυζαντινών αυτοκρατόρων μέχρι σκηνοθετών, ηθοποιών, μουσικών. Ο Πέριμαν συγκεντρώνει την πιο πολύπλοκη ενδεκάδα που μπορώ να φανταστώ, μια μικτή σπουδαίων στοχαστών, και τους κατανέμει στις θέσεις με βάση το ίδιο τους το έργο – όλα τα επιχειρήματά του περιλαμβάνουν αυθεντικά λόγια και αφορισμούς του καθένα από αυτούς. Η κατανομή του ρόστερ του στο γήπεδο είναι πανέξυπνη και διασκεδαστική.

Υπάρχει ιδανικότερος τερματοφύλακας από τον Αλμπέρ Καμύ, γνώστη της Αντίστασης και του συνθήματος No Pasaran; Όταν η διατήρηση του μηδενός είναι στόχος της ύπαρξής σου, ζεις μια μοναχική ζωής πάνω στη γραμμή του τέρματος και πανηγυρίζεις πάντα μόνος, ενώ όταν δέχεσαι γκολ όλοι απομακρύνονται από κοντά σου, νοιώθεις πάντα ένας Ξένος. Υπάρχει, αντίστοιχα, καταλληλότερο δεξί μπακ από την Σιμόν ντε Μπωβουάρ, θέση που χρόνια έδινε βοήθειες στους άλλους χωρίς να περιμένει ανταπόδοση αλλά και που στον μοντέρνο του ρόλο παίρνει πρωτοβουλίες και φτάνει ως την επίθεση;

Με τον αριστερό πάλι μπακ Ζαν Μπρωντριγιάρ ποτέ δεν ξέρεις σε ποιον πηγαίνει η μπάλα ή πού θα καταλήξει. Γνώστης του φανταιζί ποδοσφαίρου και του αιφνιδιασμού, όλο περίτεχνες τρίπλες κι εκθαμβωτικά τεχνάσματα, πάντα ξεπατίκωνε τις κινήσεις άλλων, εφόσον αυθεντικό είναι μονάχα ό,τι μπορεί να αντιγραφεί. Η ομάδα του (από την οποία άφησε απ’ έξω τον Φουκώ και πήρε στη θέση του τον Ντερριντά) αμφισβητούσε οποιαδήποτε απόφαση των διαιτητών και όχι μόνο.

Ο σέντερ χαφ της Άστον Βίλα (λόγω καταγωγής από τα Middlelands) Ουίλιαμ Σαίξπηρ φρόντιζε πάντα για το ρυθμό του παιχνιδιού, έφερνε τρικυμία στο γήπεδο και υποστήριζε το τέλος καλό όλα καλά. Πήρε απρόσμενη μεταγραφή στη Βενέτσια και καθιέρωσε το αμυντικό σύστημα της τριπλής ζώνης στην ομάδα του Βασιλιά Ληρ. Εξελίχθηκε σε ικανό κυνηγό ταλέντων, εφόσον εντόπισε σε ερασιτεχνική ομάδα της Δανίας τον πολλά υποσχόμενο αλλά κυκλοθυμικό νεαρό Άμλετ, αλλά ούτε αυτός ούτε ο σκουρόχρωμος αμυντικός Οθέλλος ανταπεξήλθαν στις απαιτήσεις μιας μεγάλης ομάδας.

Τη θέση του σέντερ μπακ κερδίζει επάξια ο Νίτσε. Εραστής της υπεροχής, κυνικός, μαχητικός μέχρις εσχάτων, φλέρταρε με τις κίτρινες κάρτες σαν να μην υπάρχει αύριο. Στεκόμενος μόνος στην καρδιά της άμυνας, είχε πλήρη συναίσθηση της βαρύτατης ευθύνης. Δίπλα του στο κέντρο της άμυνας, το μεταγραφικό απόκτημα της Καίμπριτζ Γιουνάϊτεντ Λούντβιχ Βιτγκενστάιν που υποστήριζε πως δεν υπάρχει ένας τρόπος να σκοράρει κανείς αλλά πολλοί και τόνιζε την σημασία της άριστης γνώσης των κανόνων του παιχνιδιού και της κατοχής της μπάλας για την απαραίτητη αίσθηση τάξεως.

Αμετανόητος ατομιστής και φιγουρατζής Όσκαρ Γουάιλντ, είναι ό, τι πρέπει για δεξί εξτρέμ. Οι φαλτσαριστές του σέντρες μπέρδευαν του αντιπάλους με την απρόβλεπτη τροχιά τους – κοινώς δεν ήταν ποτέ στρέιτ! Ο Γουάιλντ έβγαλε το ποδόσφαιρο από τον αγγλικό ρεαλισμό των Ντίκενς και Κίπλινγκ, εισάγοντας την κέλτικη σχολή ποδοσφαίρου. Σέντερ φορ μπαίνει ο Ουμπέρτο Έκο (Μπολόνια): σπουδαίος στην επικοινωνία, υπέρ του ανοιχτού παιχνιδιού, ψάχνει με φαντασία κι ευρηματικότητα τις πιο απρόσμενες γωνίες για αναπάντεχες κινήσεις.

Αν ο δεύτερος επιθετικός (δεκάρι) πρέπει να είναι ένας γρήγορος παίκτης δίπλα στο βαρύ φορ, τότε ο Αντόνιο Γκράμσι κρίνεται καταλληλότερος, εφόσον χρησιμοποίησε τη βαριά μαρξιστική θεωρία για να φτάσει σε ένα ελαφρότερο, πιο ευέλικτο μοντέλο. Έχοντας βαλθεί να αποδείξει πως η πλουτοκρατία των συλλόγων με τα μεγάλα συμβόλαια δεν θα περάσει, αδικήθηκε όσο κανείς άλλος από τα σφυρίγματα των μελανοχιτώνων εκπροσώπων της τάξης. Κι επειδή όχι σπάνια οι προπονητές εκπλήσσουν με 1-2 επιλογές τους, η ομάδα συμπληρώνεται με ηγέτη – επιτελικό τον αρχαίο Κινέζο στρατηγό και πολεμικό αναλυτή Σουν Τζου και 11άρι τον … Μπομπ Μάρλεϋ (με μια σπάνια φωτογραφία όπου εικονίζεται κλωτσώντας μπάλα σε λασπωμένο γήπεδο με χειμωνιάτικα ρούχα), με εξίσου πειστικά επιχειρήματα.

Αυτό το μικρό αλλά πυκνότατο τομάκι περιλαμβάνει ακόμα σημειώσεις του προπονητή – συγγραφέα, μικρά αλλά κατατοπιστικά βιογραφικά των «παικτών», τον αριθμό, τις «ομάδες» (σε επίπεδο συλλόγων αλλά και εθνικό) τους, φωτογραφίες, σκίτσα κι από μια χαρακτηριστική τους ρήση για το άθλημα. Mark Perryman – Philosophy Football, 1997 / Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006, μετφ. Αλέξανδρος Φιλιππίδης, εισαγωγή Αντώνης Πανούτσος, επίμετρο Κώστας Καλφόπουλος, σελ. 188.

Στις φωτογραφίες: Πορτιέρο Καμύ, Βιτγκενστάιν Σέντερ Μπακ, Σωκράτης Σούπερ Σταρ.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16050.




Σεπτεμβρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.043.403 hits

Αρχείο